Tag Archive: φίδια


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

Advertisements

Κάθε Αύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, συμβαίνει το εξής ανεξήγητο φαινόμενο. Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου, στην περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας της Λαγγουβάρδας εμφανίζονται φίδια, γι’αυτό και λέγεται και Παναγία Φιδούσα ή Φιδιώτισσα. Η εκκλησία είναι χτισμένη στο βάθος μιας κοιλάδας σε μια κατάφυτη ρεματιά, και τα φίδια εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή του καμπαναριού. Οι κάτοικοι της περιοχής κάθε χρόνο με φανάρια τα ψάχνουν, και τα φέρνουν στην εκκλησία. Αρχικά είναι λιγοστά, αλλά στην παραμονή του Δεκαπενταυγούστου πληθαίνουν αρκετά. Είναι γκρίζα, μέχρι περίπου ένα μέτρο, με σταυρό στο κεφάλι και στο άκρο της γλώσσας, σπινθηροβόλο βλέμμα και βελούδινο δέρμα. Τα φίδια, παρά το αβυσσαλέο μίσος που τρέφουν για τους ανθρώπους, είναι ήρεμα και πειθήνια, σαν αρνάκια. Σκαρφαλώνουν στα στασίδια, στις εικόνες, στο τέμπλο, στα ιερά σκεύη, κινούνται σε όλη την εκκλησία, ανεβαίνουν πάνω στους πιστούς και συχνά οι πιστοί τα πιάνουν και τα βάζουν πάνω τους, χωρίς κανένα πρόβλημα. Και μετά τις 15 του Αυγούστου, τα φίδια φεύγουν ή επιστρέφονται στις φωλιές τους, στις πέτρες του καμπαναριού. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, τόσο ξαφνικά εξαφανίζονται, και δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική εξήγηση γι’αυτό το γεγονός. Όσοι επιχείρησαν να βάλουν ένα τέτοιο φίδι σε μπουκάλι για να το κρατήσουν, αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος μετά τις 40 ημέρες, αν και οι βλαπτικές ενέργειες προς τα φίδια θεωρούνται μεγάλο κακό. Ακόμα και αμαξάδες που πάτησαν στο δρόμο τους τέτοια φίδια είδαν την Παναγία σε όνειρο, η οποία τους τα ζητούσε. Επιπλέον, Γερμανοί φυσιοδίφες που μελέτησαν αυτά τα φίδια δε μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα γνωστό είδος ή οικογένεια. Είναι πραγματικά κάτι το υπερκόσμιο, κάτι που μας θυμίζει τη συνεχή αγαθοεργή παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας. Βοήθειά μας.

Το θαύμα χάρη στο οποίο χτίστηκε η εκκλησία έγινε πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μια μέρα, οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου είδαν μια φωτιά ψηλά στο δάσος, και θορυβήθηκαν επειδή ανησύχησαν ότι θα εξελισσόταν σε πυρκαγιά που θα μπορούσε να κάψει το δάσος και το χωριό. Έτσι ανηφόρησαν προς το βουνό. Εκεί αντίκρισαν ένα ψηλό δέντρο, ένα σχίνο, όλο καμένο ως τη ρίζα, και στη ρίζα του ακουμπησμένη την εικόνα της Παναγιάς, εντελώς άθικτη από τις φλόγες. Συγκινημένοι οι κάτοικοι, αφού προσκύνησαν την εικόνα, την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, για να έχουν και οι υπόλοιποι την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως, και ενώ οι πιστοί πλήθαιναν, η εικόνα έλειπε. Την έψαξαν μήπως κάποιος την είχε κλέψει και βρισκόταν κάπου στο χωριό, αλλά τίποτα. Τελικά βρέθηκε στη ρίζα του καμένου δέντρου, από όπου μεταφέρθηκε ξανά στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Όμως η εικόνα πάντοτε εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν στη ρίζα του καμένου δέντρου, κι αυτό έγινε για τρισεκατομμύρια φορές. Τελικά οι κάτοικοι του χωριού θεώρησαν το γεγονός θέλημα της Παναγίας η εικόνα να βρίσκεται σε εκείνη τη θέση, κι έχτισαν εκκλησία κοντά στο σημείο, όπου τοποθέτησαν την εικόνα. Αργότερα στην περιοχή χτίστηκε γυναικεία μονή, τις οποίας οι μοναχές φρόντιζαν την εικόνα. Όταν μια φορά πειρατές απειλούσαν να λεηλατήσουν τη μονή, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην παναγία, και ευθύς η μονή ζώστηκε από φίδια, τρέποντας τους φοβισμένους πειρατές σε φυγή. Από τότε και κάθε χρόνο, τα φίδια εμφανίζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία, και προμηνύουν μια καλή χρονιά. Μόνο δυο φορές δεν εμφανίστηκαν, το 1940 και το 1956, χρονιές που το νησί πλήγηκε από σεισμούς, ενώ το 1940 επίσης η Ελλάδα δοκιμάστηκε από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Επίσης εμφανίστηκαν και το 1924, όταν ανέκυψε το ζήτημα της χρήσης του νέου ημερολογίου. Τα φίδια εμφανίστηκαν στις νέες ημερομηνίες, λύνοντας το θέμα. Περισσότερα για το φαινόμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Τι έγινε, ρε Μπόλκο, τρελάθηκες; Στράφηκες στον τοτεμισμό και δεν το ξέρουμε; Περιμένετε, μη βγάζετε τόσο γρήγορα συμπεράσματα! Σαφώς και δεν τρελάθηκα. Όλα τα παραπάνω μπορούν να χαρακτηριστούν με τον πιο ευγενικό τρόπο μυθεύματα ή μπαρούφες, και με το λιγότερο ευγενικό πίπες σκαλιστές ή κάτι χειρότερο.

Το μόνο πραγματικό απ’όλη την ιστορία είναι το φίδι, το οποίο φυσικά ανήκει σε πραγματικό και ευρέως διαδεδομένο είδος. Είναι το αγιόφιδο, με επιστημονική ονομασία Telescopus Fallax, διεθνώς γνωστό ως γατόφιδο (Cat snake). Και, παρά τους αντιευρωπαϊκούς ισχυρισμούς για το αντίθετο, το φίδι πρωτοπεριγράφηκε ως Tarbophis fallax από τον όλως τυχαίως Γερμανό Friedrich Ludvig Fleischman το 1831, και ταξινομείται στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae), στην οποία τα περισσότερα είδη φιδιών, και όλα τα ελληνικά εκτός από τις οχιές, το βόα της άμμου και τον τυφλίνο. Είναι κοινό είδος που απαντά σύμφωνα με το Herpetofauna.gr, σε σχεδόν όλη την Ελλάδα (Ηπειρωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Εύβοια, Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ρόδος, Σύμη, Σάμος, Ικαρία, Κάρπαθος, Κύθηρα, Αντικύθηρα, Μήλος, Πολύαιγος, Άνδρος, Σύρος, Τήνος, Μύκονος, Κέα, Σαντορίνη, Χριστιανή, Δήλος, Σέριφος, Κίμωλος, Πάρος, Αντίπαρος, Τούρλο, Αμοργός, Κάσος, Κάλυμνος, Κουφονήσι, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Αίγινα, Αγκίστρι, Σπέτσες, πιθανόν και σε άλλα νησιά). Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος (Telescopus fallax fallax), αλλά απαντούν και μερικά μικροενδημικά υποείδη: (Telescopus fallax intermedius στα Αντικύθηρα, T. f. multisquamatus στο Κουφονήσι της Κρήτης, T. f. palidus Στην Κρήτη, στη Γαύδο, στην Ελάσα, στην Χριστιανή, στη Σαντορίνη και στην Κάσο. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά επίσης στην Κύπρο, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη νότια Βουλγαρία, στην Κροατία, στην παράκτια Σλοβενία συμπεριλαμβανομένων και μερικών αδριατικών νησιών, στην Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στο Ιράκ, στο Ιράν, στη νότια Ρωσία στην περιοχή του Νταγκεστάν στον Καύκασο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν. Οπότε πρόκειται για ένα κοινό είδος. Το φίδι έχει μήκος περίπου ενός μέτρου, συχνά είναι μικρότερο, ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι τα 1,3 μέτρα. Το κεφάλι του είναι πιεσμένο με μάτια που έχουν κάθετες κόρες σαν της γάτας και σαν τις περισσότερες οχιές, οι οποίες διαστέλλονται σε στρογγυλό σχήμα σε συνθήκες χαμηλού φωτός. Το χρώμα του είναι μπεζ/γκρι/καστανό με σκούρες καφέ κηλίδες στη ράχη και μικρότερες στα πλευρά, ενώ οι γραμμές και οι κηλίδες στο κεφάλι του ίσως να μοιάζουν με σταυρό. Όσο για την άκρη της γλώσσας, είναι διχαλωτή όπως σε όλα τα φίδια. Όπως όλοι οι κολουβρίδες, το φίδι αυτό είναι ημερόβιο στις ψυχρότερες εποχές, και γίνεται νυκτόβιο σε θερμό καιρό. Ζει σε πετρώδη μέρη, σε φρύγανα, σε καλλιέργειες, αλλά και σε κήπους, τοίχους και ερείπια σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κυρίως εδαφόβιο είδος, αλλά έχει και αναρριχητικές ικανότητες. Η διατροφή του αποτελείτε κυρίως από σαύρες, αλλά τρώει και μικρά θηλαστικά και νεοσσούς πουλιών. Το όνομα του γένους του, τηλέσκοπος, το πήρε από την τάση του να σηκώνει το μπροστινό μέρος του σώματός του ψηλά για να παρακολουθήσει το περιβάλλον του. Παρά τη μεγάλη του εξάπλωση, θεωρείται κρυπτικό είδος που δύσκολα το συναντά κανείς. Το θηλυκό γεννά 5-9 αυγά που εκκολάπτονται στα μέσα Αυγούστου. Επιπλέον, το είδος είναι δηλητηριώδες. Δηλαδή οι χιλιάδες πιστών κρατούν εν αγνοία τους ένα δηλητηριώδες φίδι. Αυτή η περίπτωση είναι ένα καλό παράδειγμα της μη αναγκαίας συνύπαρξης του δηλητηρίου και του κινδύνου σε ένα φίδι, γιατί οι περισσότεροι πανικοβάλλονται μόλις ακούνε δηλητηριώδες. Όπως όλοι οι ιοβόλοι κολουβρίδες, είναι οπισθόγλυφο, δηλαδή φέρει τα ιοβόλα του δόντια στο πίσω μέρος της άνω γνάθου, και ως εκ τούτου η έγχυση δηλητηρίου στον άνθρωπο με ένα δάγκωμα είναι πολύ δύσκολη. Επίσης το σύστημα έγχυσης του δηλητηρίου είναι πολύ πρωτόγονο στα οπισθόγλυφα, με το φίδι να χρειάζεται αρκετά λεπτά μέχρι να εγχύσει ικανή ποσότητα δηλητηρίου, το οποίο άλλωστε είναι πολύ ασθενές στο συγκεκριμένο είδος, και πιθανότατα επηρεάζει ελάχιστα ή και καθόλου τον άνθρωπο. Αυτά τα φίδια δεν είναι συσφιγκτήρες, αλά πιάνουν το θήραμα με τα σαγόνια τους και προσπαθούν να το κατευθύνουν προς τα πίσω. Όταν το φτάσουν εκεί, το καρφώνουν με τα ιοβόλα δόντια τους και μόλις ακινητοποιηθεί το καταπίνουν. Αυτή η κρυφή παρουσία δηλητηρίου έδωσε στο φίδι το όνομα του είδους του, fallax, δηλαδή απατηλός στα λατινικά. Όταν αυτό το φίδι απειληθεί, μπορεί να κάνει επίδειξη απειλλής ή να συρίξει, αλλά πολύ σπάνια θα δαγκώσει. Περισσότερα για αυτό το φίδι μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ.

Και αυτό είναι ένα βίντεο με το φίδι στο φυσικό του περιβάλλον από το herpetofauna.gr.

Είναι επομένως ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια παράλογη θρησκευτική δοξασία με δυσοσμία απάτης από το παπαδαριό, όπως και με τα διάφορα άλλα θαύματα. Το φίδι, όχι μόνο δεν εμφανίζεται μόνο εκείνες τις μέρες, αλλά είναι ένα από τα κοινότερα φίδια της Ελλάδας κι άλλων περιοχών όπου ζει, αν και δυσεύρετο. Είναι ένας κοινός κολουβρίδης κι εκτός αυτού, είναι και δηλητηριώδες, αν και ακίνδυνο. Όσο για το σχήμα του σταυρού, παρειδωλία λέγεται η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί εικόνες με σημασία από ασαφή σχήματα, ιδίως σε αισθητηριακά δύσκολες συνθήκες, όπως στο ημίφως. Είναι πολύ εύκολο κάποιος πιστός υποσυνείδητα να δει στις γραμμές του κεφαλιού του φιδιού ένα σταυρό, ή μέσα στο ημίφως της εκκλησίας, με το συνεχές τρεμόπεγμα των κεριών, να δει τη διχαλωτή γλώσσα ως σταυρό. Και όσο για τη μη επιθετικότητα των φιδιών, αυτό δεν είναι κανένα θαύμα. Καταρχάς, τα φίδια δεν είναι εξορισμού επιθετικά. Πολλά είδη είναι αρκετά ήρεμα, ακόμα κι αν μόλις έχουν πιαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Και σίγουρα το έντονο στρες της σύλληψης, της μεταφοράς, του πολύ κόσμου και του λιβανιού αναμφίβολα θα κάμπτουν κάθε προσπάθεια άμυνας.

Και τώρα, ας πάμε να αναλύσουμε την ιστορία. Πρώτα όμως θα πρέπει να εξηγήσουμε τα ονόματα. Η Παναγία του Μαρκόπουλου λέγεται και Λαγγουβάρα ή Λαγγουβάρδα, που αναμφίβολα προέρχεται από τους Λογγοβάρδους ή Λομβαρδούς, γερμανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία τον 6ο αι. μ.Χ. Το νησί της Κεφαλονιάς είχε επαφές με τους Λογγοβάρδους σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τον 7ο αι. τα Επτάνησα, μαζί με την Ιταλία ανήκαν στο 11 θέμα του Βυζαντινού κράτους που ονομαζόταν θέμα της Λογγοβαρδίας. Οι διοικητές του νησιού τότε είχαν τον τίτλο «Στρατηγός Κεφαλληνίας και Λογγοβαρδίας». Επίσης, στο τέλος του 8ου αι., οι Λογγοββάρδοι έκαναν επιδρομή στην Κεφαλονιά και την κατέκτησαν. Ο απόηχος της επιρροής των Λομβαρδών παραμένει έως σήμερα, αφού το επώνυμο Λοβέρδος, κοινό στο νησί, είναι παραφθορά του Λομβαρδός. Τέλος η τρίτη ερμηνεία είναι και η πλέον ευφάνταστη, προϊόν νεοελληνικού χωριατισμού και ανώριμου βαλκανικού εθνικισμού, ο οποίος υποδηλώνει σωρεία συμπλεγμάτων κατωτερότητας. Στο Καθαρτήριο του Δάντη, ο γνωστός περιηγητής Μάρκο Πόλο περιγράφεται ως Λομβαρδός. Ορισμένοι Μαρκοπουλιώτες πιστεύουν ότι το Μαρκόπουλο ήταν η πατρίδα του Μάρκο Πόλο! Φυσικά το Μαρκόπουλο δεν έχει καμία σχέση με τον εξερευνητή, αφού, εκτός των άλλων, συνοικίστηκε μόλις το 1450 από Αλβανούς στρατιώτες όπως και τα γειτονικά χωριά, και ίσως έχει σχέση με το Μαρκόπουλο της Αττικής, ενώ από την άλλη ο Μάρκο Πόλο γεννήθηκε περίπου το 1254 στη Βενετία και πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1324 στην ίδια πόλη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Μάρκο Πόλο ήταν πατρινός, με το επίθετο Μαρκόπουλος! Στην πραγματικότητα το «Πόλο» σημαίνει Παύλος στα ενετικά και ουδεμία σχέση έχει με την κατάληξη «-όπουλος». Επειδή απλώς υπάρχει μια μικρή ασάφεια σχετικά με το πότε και πού ακριβώς γεννήθηκε, άρχισαν να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες. Είναι σχεδόν σίγουρο ωστόσο ότι γεννήθηκε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Θεωρώ την πρώτη ερμηνεία ως πιθανότερη, δηλαδή η περιοχή κι έπειτα η εκκλησία και η εικόνα να πήραν το όνομά τους από τότε που η Κεφαλονιά βρισκόταν στην ίδια διοικητική διαίρεση με τη Λομβαρδία κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Και τώρα ας πάμε στα καλύτερα, την ανάλυση του ίδιου του θαύματος. Όπως και σε πολλές θείες αποκαλύψεις, έτσι κι εδώ η φωτιά παίζει σημαίνοντα ρόλο. Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά έως σήμερα, δε σταμάτησε να την φοβάται. Δεν ήξερε ότι είναι απλώς η χημική αντίδραση του οξυγόνου με τα εύφλεκτα υλικά. Η φωτιά φανερωνόταν από τα αποτελέσματά της (φως, θερμότητα, καπνός, στάχτη), και είχε την τρομακτική δύναμη να κατακάψει τα πάντα, η ουσία της όμως ήταν άπιαστη και μη κατανοητή. Δεν ήταν κάτι το υλικό, κάτι το στερεό, κάτι του γνωστού φυσικού κόσμου. Είχε κάτι το υπερκόσμιο. Έτσι το πιο λογικό ήταν οι θείες αποκαλύψεις να συνοδεύονται με την παρουσία της φωτιάς, και συχνά αφύσικης φωτιάς, που είτε δεν καίει είτε καίει επιλεκτικά, όπως για παράδειγμα η Φλεγόμενη Βάτος που συνάντησε ο Μωυσής στην έρημο, μέσα από την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός. Έτσι κι εδώ, ο Θεός ή η Παναγία αποκαλύπτονται με φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το δεύτερο στοιχείο είναι κάτι το κοινότοπο στα θαύματα της Παναγίας σε εικονολατρικές εκδοχές του χριστιανισμού, άφησε την εικόνα της. Μια καινούργια, εντελώς άκαυτη εικόνα. Συνήθως όπου θέλει η Παναγία να της χτιστεί εκκλησία αφήνει και μια εικόνα, και δεν επιτρέπει αυτή να μετακινείται αλλού. Έτσι κι εδώ, μόλις πήγαν την εικόνα στο χωριό, αυτή μετέβη και πάλι στο σημείο που την βρήκαν. Και μόλις την κλείδωσαν, αυτή ξαναδιακτινιζόταν εκεί, άλλοι λένε για τρεις, άλλοι για… τρισεκατομμύρια φορές! Έπειτα, όπως συνήθως γίνεται, στο σημείο εκείνο χτίστηκε εκκλησία, και τοποθετήθηκε η εικόνα εκεί μέσα. Προφανώς η Παναγία θεώρησε την εκκλησία ασφαλέστερη και δε διαμαρτυρήθηκε για να ξαναπάει την εικόνα στο καμένο δέντρο. Έπειτα δίπλα χτίστηκε γυναικείο μοναστήρι, για το οποίο δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ. Όταν το απείλησαν οι πειρατές, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία κι αυτή, όπως πάντα, έκανε το θαύμα της, και έφερε φίδια να κυκλώσουν το μοναστήρι. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση άγαμων γυναικών με φίδια, μιας και τα φίδια είναι το κατεξοχήν αρσενικό ή φαλλικό σύμβολο στις αβρααμικές θρησκείες. Μπορεί να συμβολίζουν τους καταπιεσμένους πόθους των γυναικών. Σύμφωνα όμως με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Παναγία μεταμόρφωσε τις μοναχές σε φίδια για να τις σώσει, κι αυτές κρύφτηκαν στο καμπαναριό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το έθιμο ίσως όμως να έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, σε παλιά οφιολατρικά μυστήρια, και ύστερα μόνο να καλύφθηκε με στοιχεία χριστιανισμού. Είναι γνωστό ότι τα φίδια, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, πρωτοστατούσαν σε πολλές αρχαίες τελετές. Οφιολατρική θεωρείται ότι ήταν η προελληνική θρησκεία, και η μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία δανείστηκε κατά τόπους αρκετά τέτοια στοιχεία και έθιμα. Οφιολατρεία επίσης συναντούμε σε θρησκείες της Μέσης Ανατολής, σε αρχαίες Αιγυπτιακές τελετουργίες, σε ορισμένες γνωστικές σέχτες, στον ινδουισμό, στο βουδισμό, και σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Τα φίδια, με το ασυνήθιστο για ζώο σώμα τους και τον σχεδόν απόκοσμο τρόπο κίνησής τους, συχνά εντάσσονταν σε τέτοιες λατρείες, όπου είτε βρίσκονταν στον έλεγχο του ιεροφάντη, είτε στα χέρια και στο σώμα των πιστών, ή περιφέρονταν στο χώρο. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο παλιότερο τοπικό έθιμο που αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανισμό.

Σήμερα φυσικά ο κόσμος στην Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει με τόση θρησκοληψία τα φίδια, τα οποία έχουν γίνει πια μεγάλος πόλος έλξης τουριστών. Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι ακόμα έχουν την λανθασμένη εντύπωση ότι τα φίδια αυτά σχεδόν θαυματουργά εμφανίζονται εκείνες τις μέρες και μετά εξαφανίζονται, και ότι είναι ασυνήθιστα ήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι όλο το χρόνο εκεί, και αλλού. Απλώς μόνο τότε τα ψάχνουν.

Πηγή:
iefimerida.gr

ΑΦΗΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ 40 ΦΙΔΙΑ ΣΕ ΕΦΟΡΙΑ

Γητευτής φιδιών αντιμετωπίζει τη γραφειοκρατία με…κόμπρες! [βίντεο]

05|12|2011 13:37

Τρεις σάκους γεμάτους με φίδια, μεταξύ των οποίων 4 βασιλικές κόμπρες, άδειασε μέσα σε εφορία ένας αγανακτισμένος γητευτής φιδιών στην Ινδία, ο οποίος εκνευρίστηκε επειδή οι υπάλληλοι καθυστερούσαν τα χαρτιά που χρειαζόταν για τη μεταβίβαση ενός χωραφιού και επειδή του ζήτησαν μίζα.

Αφού πήγε αρκετές φορές στην εφορία προσπαθώντας να βγάλει άκρη με την υπόθεσή του, ο άντρας είδε κι απόειδε και αποφάσισε να αναλάβει πιο ενεργά δράση, μπας και του δώσουν σημασία.

Όπως φαίνεται στο βίντεο, η λύση που επέλεξε είχε αποτέλεσμα, καθώς οι υπάλληλοι της εφορίας έντρομοι σκαρφάλωσαν σε γραφεία και καρέκλες, μόλις είδαν τα φίδια να κόβουν βόλτες στο πάτωμα.

Το συμβάν έγινε σχετικά παλιά, αλλά τώρα το βρήκα και μο φάνηκε πράξενο. Μήπως θα έπρεπε να κάνουμε κάτι πρόμοιο κι εδώ στην Ελλάδα; Παρακάτω είναι το βίντεο:

Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς γίνεται το τάισμα των φιδιών. Τάισα μερικά από τα φ΄δια της συλλογής του feeders.gr στις 19 Δεκεμβρίου. Το feeders.gr είναι μοναδικό pet shop που φέρει ποικιλία προΪόντων για διάφορα κατοικίδια, με εξειδίκευση και στα ερπετά επίσης. Είναι από τα λίγα τέτοια καταστήματα που φροντίζουν σωστά τα ερπετά τους στην Ελλάδα, και ίσως το μόνο με τόση μεγάλη ποικιλία εξοπλισμού και τροφών γι’αυτά, καθώς και χρήσιμων οδηγών φροντίδας και άρθρων στον ιστότοπό του, πράγμα που οφείλεται βέβαια στο μεγάλο ενδιαφέρον των ιδιοκτητών του. Ήρθε λοιπόν η μέρα του ταΐσματος, το οποίο γίνεται συνήθως μια φορά την εβδομάδα, κι εγώ κατέφθασα με όλον τον εξοπλισμο΄μου, δηλαδή το κινητό με την κάμερα. Έχω ξαναταΐσει τα φ΄δια στο μαγαζί και τους επί μακρόν διαμένοντες τους γνωρίζω από καιρό. Όλα τα φίδια είναι συσφιγκτήρες, δηλαδή αρπάζουν και συσφίγγουν τη λεία τους για να τη θανατώσουν πριν την καταπιούν ολόκληρη. Υπάρχουν βόες, πύθωνες και κολουβρίδες, αν κι εγώ ταϊζω στο βίντεο μόνο κάποιους πύθωνες και κολουβρίδες. Τα φίδια τρέφονται με αποψυγμένο ποντίκι του σωστού μεγέθους για το καθένα. Η κύρια τροφή τους στην αιχμαλωσία είναι τρωκτικά όπως ποντίκια ή αρουραίοι διάφορων μεγεθών ανάλογα με την ηλικία και το μέγεθός τους, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να φάνε πουλιά, αυγά, και πολύ μεγάλα φίδια τρώνε κουνέλια, ινδικά χοιρίδια ή κότες,ν σπάνια γουρουνάκια για τους πραγματικούς γιγαντες. Αυτές είναι οι συνήθεις τροφές που τους δίνονται στην αιχμαλωσία, αλλά υπάρχουν και μη τρωκτικοφάγα είδη, τα οποία διατηρούνται πολύ σπανιότερα γι’αυτόν το λόγο και πρέπει να τρώνε έντομα, σκουλήκια, μαλάκια, ψάρια, βατράχους, σαύρες ή ακόμα και άλλα φίδια, ανάλογα με το είδος. Τα θηράματα δίνονται σχεδόν απ’όλους νεκρά, συνήθως αποψυγμένα, και για μια πιο ανθρώπινη μεταχείριση του θηράματος, αλλά και για την ασφάλεια του φιδιού, γιατί ένα τρομαγμένο ζώο μπορεί να δαγκώσει άσχημα, ακόμα και θανάσιμα, ένα φίδι που δεν πεινάει και τόσο πολύ σ’έναν κλειστό χώρο – συχνότερα οι αρουραίοι το κάνουν αυτό. Τα θηράματα προσφέρονται με λαβίδα, ώστε να μη κινδυνεύσουμε το φίδι να μας δαγκώσει αν μας μπερδέψει με τροφή. Όπως θα δείτε, τα κουνάω ελαφρά, ώστε να τραβήξω την προσοχή των κυνηγών, οι οποίοι συνήθως επιτίθενται σε ζωντανά θηράματα. Παρόλα αυτά αρκετά φίδια, κυρίως κολουβρίδες, μπορούν να φάνε θήραμα το οποίο απλώς αφήνεται μέσα στο χώρο τους. Τα φ΄δια στη συνέχεια εκτινάσσονται κι αρπάζουν το θήραμα, το οποίο ενστικτωδώς σφίγγουν με τεράστια δύναμη, αν και είναι ήδη νεκρό. Συχνά τα φίδια εξακολουθούν να σφίγγουν τα είδη νεκρά θηράματα, αν και με τον καιρό αρκετά μαθαίνουν ότι αυτό δε χρειάζεται και τα καταπίνουν αμέσως.

Το πρώτο είναι ένας αρσενικός δικτυωτός πύθωνας ή reticulated python, συντομολογικά λέγεται και retic, επιστημονική ονομασία Python reticulatus. Το μέγεθός του ξεγελά, αφού το μικρό αυτό φιδάκι πρόκειται να γίνει ένα κουνελοφάγο τέρας τον 5 μέτρων ή και περισσότερο. Οι παραλλαγές της ενδοχώρας (mainland forms), οι οποίες ζουν στην ηπειρωτική Ασία ή σε μεγάλα νησία όπως η Σουμάτρα είναι τα μακρύτερα φίδια στον κόσμο, με ρεκόρ μήκους πάνω από 9 μέτρα. Δεν είναι ωστόσο τα βαρύτερα, το ρεκόρ του οποίου κατέχει η πράσινη ανακόντα (Eunectes murinus). Οι νησιωτικές μορφές (island forms ή dwarfs) εντούτοις είναι πολύ μικρότερες, με μήκος που κυμαίνεται από 2,5 έως 4 μέτρα. Όπως και πολλά άλλα μεγάλα ζώα, έχουν πάθει νησιωτικό νανισμό ως προσαρμογή στη μικρότερη διαθεσιμότητα τροφής. Το συγκεκριμένο είναι κυρίως νάνος με κάποια επιμιξία γιγάντων, οπότε πιθανόν να φτάσει τα 4-5 μέτρα. Είναι δηλαδή ένα τεράστιο φίδι που κατά την ενηλικίωση χρειάζεται προσεκτικούς χειρισμούς κατά τη σίτιση, ώστε να μη συμβούν ατυχήματα, αλλά και αρκετά δυνατό κλουβί, ώστε να μη μπορεί να ξεφύγει. Γενικώς οι δικτυωτοί πύθωνες έχουν τη φήμη ότι είναι πιο απρόβλεπτοι και νευρικοί από άλλους μεγάλους συσφιγκτήρες, αλλά πλέον αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στην πραγματικότητα, αφού τα ζώα που προήλθαν από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία είναι πιο ήρεμα, αλά πάλι χρειάζονται προσοχή. Επειδή η ανάπτυξή τους είναι ταχύτατη – μπορεί ένα νεογέννητο να φτάσει τα 3 μέτρα σε ένα χρόνο μόνο -, έχουν τεράστια όρεξη. Μια άλλη φορά ένα θηλυκό είχε κρεμαστεί 30 εκατοστά από το κουτί του για να φάει έναν αρουραίο. Μετά έπρεπε να το σηκώσω και να το βάλω μέσα, κι έσφιξε κατά λάθος και το χέρι μου μαζί με τον αρουραίο! Αφού είχε φάει εκέινον, πάλι πεινούσε και της δώσαμε ακόμαέναν μικρότερο. Μια άλη φορά είχε τύχει να με δαγκώσει στιγμιαία, γιατί προσπάθησα να το σηκώσω. Οι δικτυωτοί είναι διαφορετικοί από άλλα φίδια απο μικροί. Αν χειριστείς έναν, συνεχώς συστρέφεται, κοιτάζει τι γίνεται και είναι έτοιμος να αντιδράσει. Φαίνεται ότι θα γίνουν κορυφαίοι θηρευτές από μικρά. Το feeders.gr πουλάει δικτυωτούς, αλλά μόνο εάν είστε απολύτως σίγουροι ότι μπορείτε να τους φροντίσετε με ασφάλεια θα πρέπει να σκεφτείτε να αποκτήσετε έναν.

Τα επόμενα φίδια είναι δύο καλαμποκόφιδα ή corn snakes, επιστημονική ονομασία Pantherophis guttatus. Είναι κολουβρίδες παρόμοια με τους δικούς μας λαφιάτες από τις ΗΠΑ. Είναι το πλέον εκτρεφόμενο φίδι στην αιχμαλωσία με ποικιλία χρωματικών παραλλαγών (μορφικών) από επιλεκτική αναπαραγωγή. Είναι από τα πιο εύκολα φίδια στη φροντίδα και αρκετά μικρά, με μήκος που σπάνια ξεπερνά το 1,5 μ. Παρά το μήκος τους είναι πολύ λεπτά, και το μεγαλύτερο θήραμα που ίσω ςνα φάνε κάποια μεγάλα άτομα είναι ένας μικρός αρουραίος, αλλά συνήθως ένα ενήλικο ποντίκι αρκεί. Τα δύο συγκεκριμένα είναι ενήλικα, και βλέπετε πόσο ανυπόμονα είναι αφού βγαίνουν από τα κουτιά τους. Ετοιμάζονται για αναπαραγωγή.

Το επόμενο είναι ένας ενήλικος βασιλικός πύθωνας ή ball python, επιστημονική ονομασία Python regius. Είναι μικρός πύθωνας της Δυτικής Αφρικής, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 90 και 150 εκατοστά, με σύνηθες τα 120-130. Πολύ σπάνια μπορούν να φτάσουν στο ρεκόρ των 180. Είναι αρκετά χοντρά φίδια για το μήκος τους, και όπως και τα καλαμποκόφιδα, εκτρέφονται ευρέως κι έχουν βγάλει αρκετά μορφικά, αν κι εξαιτίας της μεγαλύτερης δυσκολίας αναπαραγωγής τους και των λιγότερων απογόνων που κάνουν είναι ακριβότερα. Είναι ήρεμα, αλλά πολύ δειλά φίδια που θα τυλιχτούν σε σφιχτή μπάλα αν απειληθούν, εξού και η ονομασία τους ball python. Περνούν τον περισσότερο χρόνο τους κρυμμένα, και μπορεί να αρνηθούν γεύμα αν δεν νιώθουν ασφαλή, αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες δεν είναι καλές, αν βρίσκονται σε περίοδο αναπαραγωγής ή χωρίς προφανή λόγο. Συνήθως τα αρσενικά κόβουν το φαΐ κατά την περίοδο αναπαραγωγής, αλλά μπορεί και τα θηλυκά, ιδίως όσο περνούν οι μήνες. Το συγκεκριμένο θηλυκό δεν έφαγε, αλλά μετά τάισα το διπλανό, την αγαπημένη μου όπως την λέω, επειδή την θυμάμαι από παλιά που ήταν μικρή, είναι στρουμπουλή, ήσυχη και με ωράια χρώματα, η οποία έφαγε αμέσως, αλλά δεν το βιντεοσκόπησα. Στη συνέχεια τάισα ένα νεαρό αρσενικό, το οποίο έφαγε αμέσως.

Το επόμενο φίδι είναι ένα μοναδικό και σπάνιο είδος, ένας χονδροπύθωνας ή πράσινος πύθωνας των δέντρων ή green tree python, επιστημονική ονομασία Morelia viridis. Το γένος Morelia περιλαμβάνει διάφορους αυστραλιανούς πύθωνες, και το συγκεκριμένο είδος απαντά στην <Ινδονησία, στη Νέα Γουινέα και οριακά στο Ακρωτήριο Γιορκ της βορειοανατολικής Αυστραλίας. Είναι αποκλειστικα δενδρόβιο, και με τα χρώματά του παραλλάσσεται με τα φυλλώματα, οπόττε δε χρειάζεται να κρύβεται, γι’αυτο΄συχνά στα τερράρια κουλουριάζεται σε κοινή θέα. Τα μικρά έχουν χρώμα κίτρινο, αλλά μετά από λίγα χρόνια περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή και γίνονται πράσινοι, αρκετές φορές με λευκά, γαλάζια ή κίτρινα σχέδια. Ορισμένοι υπερβολικά σπάνιοι παραμένουν σχεδόν κίτρινοι, ενώ άλλοι γίνονται τυρκουάζ. Κάθε τοπική παραλλαγή (locality) έχει το δικό της χρωματισμό. Απευθύνονται σε πεπειραμένους ερπετοκατόχους, αφού απαιτούν συγκεκριμένες τιμές θερμοκρασίας και υγρασίας για να επιβιώσουν. Ξέρω έναν που τους αναπαράγει, κι αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Οι τιμές των μικρών ξεκινούν από 250 ευρώ, οπότε δεν είναι και φθηνό είδος. Ο συγκεκριμένος είναι της συλλογής και δε διατίθεται προς πώληση. Ακόμα ήταν στην προσαρμογή, και δεν ενδιαφέρθηκε καν να φάει.

Το επόμενο είναι ένα θηλυκό καλαμποκόφιδο μορφικού bloodred. Είναι δηλαδή πορτοκαλοκόκκινο χωρίς καθόλου σχέδια. Κι αυτό μέλος της μόνιμης συλλογής, το θυμάμαι από παλιά, όταν ήταν ένα μικρό κορδονάκι που μπλεκόταν στα δάχτυλά μου και φοβόμουν μην το σπάσω κατά λάθος. Τότε ήταν αρκετά δραστήριο, κι όταν κρυβόταν έμπαινε κάτω από τα χαρτιά. Τώρα έχει μεγαλώσει, και περνά το χρόνο του χωμένο στην κρυψώνα του. Από τις 30 φορές ή και παραπάνω που επισκέφθηκα το μαγαζί, μόνο μία το πέτυχα έξω, και πάλι όχι εντελώς. Τώρα, μόλις μυρίστηκε φαΐ, βγήκε σιγά-σιγά έξω και το άρπαξε. Ο Fogo το τραβάει για να δείτε πόσο δυνατά σφίγγει το θήραμά του.

Και τελευταίο ήταν ένα επίσης σπάνιο είδος, όχι τόσο σπάνιο στο εξωτερικο΄, αλλά αρκετά σπάνιο στην Ελλάδα. Είναι ένα σπιτόφιδο του ακρωτηρίου ή cape house snake, επιστημονική ονομασία Boaedon capensis. Πήρε το όνομά του επειδή συχνά συναντάται δίπλα ή και μέσα σε κτίρια, όπου κυνηγά τρωκτικά, ενώ συχνά οι ντόπιοι το βάζουν εσκεμμένα μέσα στα σπίτια τους για να φάει τα ποντίκια. Το ίδιο έκαναν και οι Αρχαίοι Έλληνες, που έβαζαν λαφιάτες στο σπίτι τους για να τρώνε τα ποντίκια. Μετά ήρθε ο ιουδαιοχριστιανισμός και τα καταδίκασε όλα αυτά ως πονηρά πλάσματα. Το είδος αυτο δε θα πρέπει να συγχέεται με το δικό μας σπιτόφιδο (Zamenis situla). Το γένος Lamprophis ταξινομούταν στο παρελθόν στην υποοικογένια των Psammophiinae μέσα στην οικογένεια των Colubridae, αλλά πλέον η υποοικογένεια αυτή έχει αναβιβαστεί σε οικογένεια. Η οικογένεια Psammophiidae έχει κυρίως αφρικανική εξάπλωση, και τα περισσότερα με΄λη της είναι λεπτά κι ευκίνητα φίδια, ενώ μερικά είναι οπισθόγλυφα ιοβόλα. Στην οικογένεια αυτήν ανήκει και ο ο οπισθογλυφος σαπίτης (Malpolon insignitus). Τα αφρικανικά σπιτόφιδα είναι λεπτόσωμοι, εδαφόβιοι συσφιγκτήρες με μήκος θηλυκών περίπου τα 120 εκατοστά, με τα αρσενικά περίπου στο μισό. Στα περισσότερα φίδια το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό, αλλά αυτή είναι μία από τις ακραίες περιπτώσεις. Είναι νευρικά κι έχουν μακρύτερα και μυτερότερα δόντια από ένα καλαμποκόφιδο, αλλά με το χειρισμό και μεγαλώνοντας σταδιακά ηρεμούν. Έχουν άμεση ανταπόκριση στην τροφή, κι όπως θα δείτε, το φιδάκι αρπάζει το θήραμα αμέσως, όμως από το ζήλο του κρέμεται ολόκληρο από τη λαβίδα κι αναγκαστικά το ρίχνω, βρέχεται και μετά αφήνει το θήραμα. Το έφαγε αργότερα.

Δείτε το βίντεο και απολαύστε strikes!

Δείτε ως πού μπορέι να φτάσει μια φαινομενικά ανίσχυρη μάνα για να σώσει τα μικρά της! Στο βίντεο αυτό, το οποίο ανέβηκε στο Youtube στις 18 Ιουνίου του 2015 και ήδη έχει κάνει το γύρο του Διαδικτύου, μια μάνα κουνέλα επιτίθεται σ’ένα φίδι το οποίο έχει μπει στη φωλιά κι ετοιμάζεται να φάει τα μικρά. Το βίντεο τραβήχτηκε κάπου στις ανατολικές ΗΠΑ, πιθανόν μέσα σε μια αυλή. Αρχικά φαίνεται το φίδι μέσα στη φωλιά, κουλουριασμένο γύρω από ένα κουνελάκι, το οποίο πρόκειται να φάει. Μία λεπτή, διακεκομμένη φωνή που ακούγεται είναι ο συναγερμός που δίνει ένα άλλο μικρο΄κουνελάκι. Ακούγοντας αυτό΄, η μητέρα έρχεται, και μο΄λις βλέπει το φίδι, το επιτίθεται ξαφνικά δαγκώνοντας το και κλωτσώντας το με τα πίσω πόδια, ενώ το κουνελάκι που φώναξε τρέχει να κρυφτεί. Το φίδι φεύγει, αλλά η κουνέλα δε σταματά να το χτυπά. Στο τέλος, ενώ το φίδι προσπαθεί να κρυφτεί στα χόρτα, η κουνέλα το δαγκώνει ακόμα μια φορά. Τελικά το φίδι ξεφεύγει, παρόλα αυτά, ενώ πολλά σχόλια για το βίντεο αναφέρουν ότι η κουνέλα έσωσε τα μικρά, από τα τρία που είχε, μονο το ένα που έδωσε το συναγερμό και κρύφτηκε σώθηκε, τα άλλα δύο πρόλαβε να τα πνίξει το φίδι. Κάπου στη μέση του βίντεο δύο παιδάκια επευφημούν στα αγγλικά την κουνέλα. Η γλώσσα ωστόσο που μιλούν οι βιντεοσκόποι, οι οποίοι ίσως είναι οι γονείς τους, μοιάζει με ρώσικα, σέρβικα ή κάποια άλλη παρόμοια γλώσσα, και μέσα στις λέξεις αναγνωρίζω το «κουνέλι». Πραγματικά διεθνής λέξη. Δείτε το γνήσιο βίντεο παρακάτω:

Δεν περίμενα σε καμία περίπτωση μια κουνέλα να προστατεύσει τα μικρά της. Νόμιζα ότι τα κουνέλια είναι δειλά ζώα, που τρέχουν να σωθούν με τον παραμικ΄ρο κίνδυνο, και οι μάνες δε μπορούν να κάνουν τίποτα για να βοηθήσουν τα παιδιά τους αν κάτι τους συμβεί, απλώς κάθονται και τα κοιτάνε καθώς τα τρώνε ή φεύγουν. Τελικά το μητρικό ένστικτο νίκησε το φόβο, και η μάνα αυτή έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει τα μικρά της, αν και τελικά έμεινε μόνο με ένα.

Από τα είδη των ζώων καταλαβαίνουμε ότι το συμβάν διαδραματίστηκε σε κάποια ανατολική πολιτεία των ΗΠΑ. Το φίδι είναι ένα μαύρο ποντικόφιδο (Pantherophis alleghaniensis), ένα είδος λαφιάτη, δηλαδή φίδιού μη ιοβόλου και συσφιγκτήρα. Είναι μαύρο και συνήθως γίνεται 1,5 μέτρα, αν και κατεξαίρεσιν μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει τα 2 μέτρα, και τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αλά συχνά εισβάλλει και σε φωλιές πουλιών και θηλαστικών, όπου τρώει τα αυγά και τους νεοσούς και τα νεογνά αντίστοιχα. Μία φωλιά παρέχει έτοιμη άφθονη θρεπτική τροφή χωρίς κάποιον κίνδυνο,΄εκτος από περιπτώσεις σαν κι αυτήν. Πιστεύω πως το φίδι αυτό δε θα πλησιάσει κουνελοφωλιά για μήνες. Το κουνέλι δεν είναι το γνωστό μας ευρωπαϊκό κουνέλι, αλλά το αμερικανικό κουνέλι των ανατολικών περιοχών (Silvilagus floridanus). Τα κουνέλια του γένους Silvilagus απαντώνται στην Αμερική, κι έχουν αρκετές διαφορές από το κοινό. Έχουν γενική μορφολογία κουνελιού, αλλά ο τρόπος ζωής τους είναι ενδιάμεσος σε λαγό και κουνέλι. Είναι κυρίως μοναχικά, αν και μπορέι να δημιουργήσουν χαλαρές ομάδες. Ζουν στην επιφάνεια του εδάφους, και αν χρειαστεί κρύβονται μέσα σε πυκνά χόρτα,κάτω από ξύλα ή σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Τα θηλυκά σε λίγα είδη μόνο σκάβουν τρύπες για να γεννήσουν, συνήθως σκάβουν μια ρηχή φωλιά ανάμεσα στη βλάστηση, την οποία στρώνουν με χόρτα και τρίχες όπως όλα τα κουνέλια. Τα μικρά του γένους γεννιούνται ελαφρώς πιο ανεπτυγμένα απ’αυτά του ευρωπαϊκού, κι ανεξαρτητοποιούνται κι ωριμάζουν αναπαραγωγικά γρηγορότερα. Το κουνέλι των ανατολικών περιοχών έχει καφεκόκκινο χρώμα για καμουφλάζ με το έδαφος, και βάρος 0,8-2 κιλά, με το μέσο όρο στα 1,2 κιλά.

Αυτή δεν είναι ωστόσο η πρώτη περίπτωση όπου αμερικανικό κουνέλι επιτέθηκε σε φίδι. Το 2007, μια παρόμοια περίπτωση βιντεοσκοπήθηκε, και μάλιστα στον τίτλο του βίντεο λέει πως το φίδι ήταν δηλητηριώδες, αν και δεν ξέρω αν αυτό΄ισχύει ή μπήκε για εντυπωσιοθηρικούς λόγους. Όποιος ξέρει περισσότερα ας σχολιάσει.

Τι γίνεται όμως με το ευρωπαϊκό κουνέλι; Είναι το γνωστό μας είδος που ζει σε πολύπλοκα συστήματα λαγουμιών, και γεννά τα μικρά μέσα σε τέτοιες τρύπες. Γεννά αρκετά κουνελάκια, και η θνησιμότητα μέσα στις φωλιές είναι μεγάλη. Άραγε μπορεί να σώσει τα μικρά του, ή απλώς κάθεται και τα βλέπει να πεθαίνουν μπροστά του; Δεν ξέρουμε, γιατί δεν έχει παρατηρηθεί κάτι παρόμοιο, που άλλωστε είναι πολύ σπάνιο – εναλλακτικά μπορέι να έχει παρατηρηθεί και απλώς να μην κυκλοφορέι στο Διαδίκτυο για να το ξέρουμε. Πάντως ούτε αυτό είναι πάντοτε το θύμα, όπως διαισθητικά νομίζουμε.
Το Σεπτέμβριο του 2009, ο Αρμάντο ντελ Μάνσο, ένας Αυστραλός τεχνίτης ατσαλιού, έβρισκε όλο νεκρά φίδια στο γκαζόν της οικίας του κοντά στο Κερνς στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας. Τα φίδια έφεραν δαγκωματιές πάνω τους, και υπέθετε ότι τα σκότωνε ο σκύλος του. Μετά από τρεις εβδομάδες ωστόσο, έγινε ο αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος που έμελλε να τον συγκλονίσει. Δύο κουνέλια επιτέθηκαν σε μήκους 1,5 μέτρου καφέ βασιλικό φίδι (Pseudechis australis), ένα επικίνδυνο ιοβόλο φ΄δι της Αυστραλίας, και, μολονότι το φίδι προσπάθησε να τα δαγκώσει, μέσα σε δύο λεπτά το σκότωσαν. Άτυπη συμπεριφορά από τρελά κουνέλια, ή τακτική επιβίωσης του είδους που δε γνωρίζουμε;
Έως τώρα λοιπόν, υπάρχουν 3 καταγεγραμμένες περιπτώσεις επίθεσης κουνελιού σε φίδι, ή τουλάχιστον 3 προσβάσιμες στο Ίντερνετ. Δεν είναι απίθανο τα κουνέλια να προσπαθήσουν να διώξουν ή και να σκοτώσουν έναν εχθρό αν η ζωή τους βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, και ένα λεπτό φίδι είναι εύκολος στόχος, αφού δεν έχει γούνα, πόδια με νύχια και κοφτερά δόντια για να αμυνθεί αποτελεσματικά. Παρόλα αυτά το δηλητήριο αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, και τα κουνέλια κινδυνεύουν άμεσα αν το φίδι είναι δηλητηριώδες. Επίσης, παρόλο που τα δόντια του φιδιού δεν είναι κοφτερά, τα κουνέλια κινδυνεύουν να δαγκωθούν ανά πάσα στιγμή σε κάποιο λιγότερο προστατευόμενο από γούνα μέρος του σώματός τους, και εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους και του ευαίσθητου σώματός τους, η βλάβη θα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι π.χ. σ’έναν άνθρωπο. Γι’αυτό και δεν πιστεύω ότι η επίθεση κουνελιών σε φίδια είναι σύνηθες φαινόμενο.

Γιατί όμως το βίντεο διαδόθηκε τόσο πλατιά στο Διαδίκτυο; Ήταν ο θαυμασμός των ανθρώπων για την ηρωική μάνα κουνέλα, ή το μίσος για το κακό φίδι; Υποψιάζομαι δυστυχώς το δεύτερο. Θα πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι κανένα ζώο δεν είναι καλό ή κακό. Ο καθένας, σύμφωνα με το νόμο της επιβίωσης, έχει το δίκιο του. Και η κουνέλα έπρεπε να προστατεύσει τα μικρά της, αλλά και το φίδι έπρεπε να τραφεί για να ζήσει.

Πρόσφατα, το γύρο του ελληνικού Διαδικτύου έκανε ένα ρεπορτάζ από τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων τοπικού σερραϊκού καναλιού, το οποίο καταδείκνυε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι των Σερρών στην περιοχή του Στρατοπέδου Παπαλουκά με τα φίδια. Υποτίθεται ότι τα φίδια είναι τόσα πολλά, ώστε οι άνθρωποι φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους και πάντα κλείνουν τα παράθυρά τους. Με λόγο υπερβολικό, τα εντυπωσιοθηρικά μμε, τα οποία τρέφονται με τέτοιες ιστορίες που αναστατώνουν τον κόσμο, ιδίως εάν αφορούν ερπετά, παρουσιάζουν την κατάσταση σχεδόν σαν κρίση εκτάκτου ανάγκης. Στο ρεπορτάζ πρωταγωνιστεί ένας άντρας, ο οποίος περιγράφει με γλαφυρό τρόπο πώς πολεμούσε με το φίδι για τρία λεπτά, δίνοντας την εν΄τυπωση πως πολεμούσε με τον Πύθωνα των Δελφών, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μόνο καλό φίδι είναι ένα νεκρό φίδι. Περιγράφει μια μάχη όπου συνάντησε ένα επιθετικό φίδι που τον κυνηγούσε, και για να το σκοτώσει το χτυπούσε με διάφορα αντικείμενα όπως με τη σκούπα και το μπαλτά, δείχνοντάς τα. Οι κάτοικοι θεωρούν ότι το πρόβλημα οφείλεται στα σκουπίδια και στα χόρτα στην περιοχή του Στρατοπέδου, τα οποία καθαρίζονται ανεπαρκώς εξαιτίας τεμπέληδων υπαλλήλων. Στο τέλος κάποιες γριές εκφράζουν κι αυτές τη γνώμη τους όσον αφορά το «μεγάλο» πρόβλημα.
Κάθε ερπετό και αμφίβιο της χώρας μας προστατεύεται από ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, και η θανάτωσή του είναι πράξη παράνομη, αλλά κι αν δεν προστατευόταν, πάλι θα ήταν κάτι το ηθικά επιλείψιμο. Ίσως παραχώρηση μπορεί να γίνει σε περίπτωση αυτοάμυνας, αλλά είναι σχεδόν απίθανο να υπάρξει τέτοια κατάσταση με φίδι, και δη ελληνικό. Τα περισσότερα φίδια σκοτώνονται όποτε βρίσκονται από άγνοια και φόβο, και αυτό στην ελληνική επαρχία θεωρείται η ορθότερη πράξη. Σκοτώνονται χωρίς καμία σκέψη, σαν να πρόκειται για τον προαιώνιο εχθρό της ανθρωπότητας.
Από τα περίπου 23 είδη φιδιών που απαντούν στην Ελλάδα, τα δηλητηριώδη είναι 7, 5 οχιές, καθώς και ο σαπίτης και το αγιόφιδο, τα δύο τελευταία εκ των οποίων είναι οπισθόγλυφα και με ασθενές δηλητήριο, δηλαδή δεν αποτελούν απειλή για τον άνθρωπο. Από τις οχιές συνήθως σε κάθε μέρος της Ελλάδας υπάρχει ένα ή το πολύ δύο είδη, και ο αντιοφικός ορός είναι πάντοτε διαθέσιμος στα νοσοκομεία. Οι θα΄νατοι από δήγμα οχιάς είναι σπανιότατοι σε σχέση με άλλα ατυχήματα π.χ. αυτοκινητικά, και όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να υπερβάλλουν για την επικινδυνότητα των φιδιών. Οι οχιές ποτέ δεν κυνηγούν τους ανθρώπους και είναι γενικώς αργοκίνητα φίδια, που θα δαγκώσουν μονο αν απειληθούν σοβαρά σε κοντινή απόσταση, κι όχι πάντα με δηλητήριο. Κάποιες φορές ομολογουμένως τυχαίνει ο άνθρωπος να βρίσκεται κοντά στην οχιά χωρίς να το αντιληφθεί, κι αυτή να δαγκώσει επειδή το εκλαμβάνει ως απειλή, αλά τέτοια περιστατικά είναι πολύ σπάνια σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου το θύμα είδε ή και προσπάθησε να σκοτώσει την οχιά και δε δικαιολογούν σε καμία περίπτωση τη θανάτωση των ζώων αυτών. Όπως προανέφερα, σε σχέση με άλλα δυνητικά θανατηφόρα ατυχήματα, είναι κάτι το σπάνιο και το απίθανο. Κάποια άλλα μεγάλα φίδια, όπως ο λαφιάτης ή ο σαπίτης, μπορούν να γίνουν επιθετικά αν στριμωχτούν στη γωνία, προσπαθώντας να τρομάξουν τον εχθρό όσο γίνεται, αλλά χωρίς πραγματικα να είναι επικίνδυνα, παρόλα αυτά η συμπεριφορά τους εκλαμβάνεται ως κακόβουλη, ενώ παράλληλα το δικαίωμα της άμυνας σε παρόμοια κατάσταση για ένα σκύλο, μια γάτα ή και ένα γιδοπρόβατο αναγνωρίζεται.
Ακόμα όμως κι αν τα φίδια δεν προστατε΄θονταν νομικά, η ηθελημένη φόνευσή τους είναι ηθικά απαράδεκτη, εφόσον δεν υπάρχει τίποτα το καλό στον επιτηδευμένο κι απάνθρωπο φόνο ενός μικρού, εύθραυστου και σχεδόν πάντοτε ακίνδυνου ζώου, το οποίο μονο τη ζωή του θέλει να σώσει, αλλά και οικολογικά βλαπτική. Τα φίδια εκτελούν σημαντικούς ρόλους στα οικοσυστήματα όπου ζουν, αφού καταναλώνουν πολλά μικ΄ρα ζώα όπως τρωκτικά ή έντομα, τα οποία δύνανται να υπεραυξηθούν αν δεν υπάρχουν θηρευτές, ενώ με τη σειρά τους τρέφουν μεγαλύτερα σαρκοφάγα όπως σαρκοφάγα θηλαστικά και αρπακτικά πουλιά. Ο φιδαετός (Circaetus gallicus) για παράδειγμα τρέφεται κατά 95% με φίδια, και χωρίς την τροφή του κινδυνεύει να εξαφανιστεί.
Ο καλύτερος τρόπος για ν’απαλλαχθείτε απ’τα φίδια είναι να τα απωθήσετε κάνοντας απλώς την κατοικία σας μη ελκυστική προς αυτά, δηλαδή αφαιρώντας πηγές τροφής για τρωκτικά, σαύρες και έντομα όπως σκουπίδια από τρόφιμα, και μειώνοντας ή και εξαφανίζοντας τις πιθανές κρυψώνες των φιδιών, όπως τρύπες, ρωγμές, μεγάλα αντικείμενα πάνω στο χώμα με χώρο από κάτω, πυκνά χόρτα ή χαμηλούς θάμνους. Τα φίδια δε θα εγκατασταθούν ποτέ σε τέτοιο μέρος, γιατί, εκτος του ότι δεν υπάρχει τροφή, είναι και πολύ δειλάζ ώα που νιώθουν ασφαλή μονο όταν είναι καλά κρυμμένα. Σε περίπτωση που ένα φίδι μπει στο σπίτι σας, αν είστε σίγουροι για τον εαυτό σας, μπορείτε να το πιάσετε χρησιμοποιώντας μακριά εργαλεία, να το τοποθετήσετε σε ψηλό δοχείο όπως αρκετά ψηλό κουβά, και μετά να το απελευθερώσετε έξω. Αλλιώς μπορείτε πάντοτε να καλέσετε την πυροσβεστική.
Παρακάτω είναι το βίντεο, το οποίο ανέβηκε στο Youtube. Μοιραστείτε το σε όσες περισσότερες ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης μπορείτε, καταδικάζοντας σκληρά τον «ήρωα», του οποίου το εγώ έχει ανέβει στα ύψη από τη δημοσιότητα εξαιτίας της απεχθούς πράξης του και πρέπει να καταποντιστεί, αλά πάνω απ’όλα την οπισθοδρομική νοοτροπία ο οποίος εκπροσωπεί.

Ενημέρωση 3/6/2015: Ο Φιδοκτόνος βρίσκεται σε άσχημα μπλεξίματα πλέον, αφού το Ελληνικό Παρατηρητήριο Βιοποικιλότητας τον κατήγγειλε για την παράνομη πράξη του. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο θα προχωρήσει αυτό σε δίκη. Ακόμα κι αν τον δικάσουν όμως, δεν πιστεύω ότι θα τον κάνουν τίποτα. Η είδηση αυτή ανακοινώθηκε χθες, οπότε ίσως υπάρχουν εξελίξεις από τότε.

Γεια σας. Μετά από μια σύντομη απουσία, εξαιτίας της εκδρομής μου στη Βουδαπέστη (14-18 Απριλίου), επιστρέφω με ένα ακόμα βίντεο που επρόκειτο ν’ανέβει πριν. Στην Ουγγαρία όλα πήγαν καλά~ επισκεφθήκαμε όλα τα ιστορικά σημεία, το Δούναβη, καθώς και το μεγάλο ζωολογικό κήπο με πολλά και διάφορα είδη. Ένα δωμάτιο ήταν αφιερωμένο στα ιοβόλα φίδια, με πολλά και διάφορα είδη οχιάς, και δικά μας και εξωτικά, όπως η τεράστια οχιά γκαμπούν (Bitis gabonica), η χρυσωπή βλεφαριδωτή οχιά (Bothriechis schlegelii) και αρκετοί κροταλίες, ενώ από ελαπίδες υπήρχαν μια πράσινη μάμπα δυτικής αφρικής και μια μελανόλευκη κόμπρα (Naja melanoleuca), τα οποία όμως ήταν κρυμμένα και δεν τα είδα. Τα μόνα μη ιοβόλα ήταν ένας βυρμανέζικος πύθωνας (Python molurus bivittatus) κι ένας ταπιτοπύθωνας (Morelia spilota). Φωτογραφίες θ’ανεβάσω προσεχώς.
Με οχιά έχει να κα΄νει κι αυτό το άρθρο, καιμάλιστα από τις πιο επικίνδυνες. Αν και δε συναντάται τόσο συχνά όσο οι κόμπρες κοντά σε κατοικημένες περιοχές, είναι πολύ ευπροσάρμοστο είδος και μπορεί να επιβιώσει είτε σε φυσικά είτε σε ανθρωπογενή ενδιαιτήματα σε χώρες της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας και νησιών του Ινδικού. Είναι η οχιά του Ράσελ, (Daboia russelii), που αποκαλείται με μπλακχιουμοριστική διάθεση και φίδι που σε ξανακάνει παιδί. Φτάνει συνήθως τα 1,2 μέτρα, με ρεκόρ τα 1,66 μέτρα. Είναι σχετικά λεπτή για οχιά, και μολονότι ανήκει στις εχιδνίνες, έχει εξελίξει θερμοανιχνευτική ικανότητα ανεξάρτητα από τις κροταλίνες, όπου ανήκουν και οι κροταλίες, αν και δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη. Οι μικρές τρέφονται με σαύρες και οι μεγαλύτερες κυρίως με τρωκτικά, αλά μπορούν να φάνε σχεδόν οτιδήποτε, ακόμα και μεγάλα αρθρόποδα. Οι μεγάλες είναι αρκετά νωχελικές, αλά αν ενοχληθούν κατ’εξακολούθηση θα διπλωθούν μαιανδρικά, θα σηκώσουν λίγο το μπροστινό μέρος του σώματός τους, θα συρίξουν και μετά θα δαγκώσουν. Οι μικρότερες είναι πιο νευρικές και επιθετικές.
Το δηλητήριό τους είναι κυρίως αιμοτοξικό, με ελαφρές ιστοτοξικές ιδιότητες, που περιορίζονται σε τυχόν επιφανειακή νέκρωση των ιστών στο σημείο του δήγματος. Άμεσα συμπτώματα του δαγκώματος είναι πόνος, οίδημα, και στη συνέχεια αίμα στα ούλα, στο φλέγμα και στα ούρα, πτώση της κυκλοφορικής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού, φουσκάλες στο σημείο του δαγκώματος και οίδημα που μπορεί να επεκταθεί και στον κορμό από ένα άκρο. Το 25-30% των δηχθέντων παθαίνει νεφρική ανεπάρκεια. Σε σοβαρές περιπτώσεις ο ασθενής μπορεί να πάθει γενικευμένη ενδοαγγειακή θρομβοπάθεια, κάτιτ που συχνά είναι θανάσιμο. Υπάρχει αντιοφικός ορός, αλλά πολλοί άνθρωποι δαγκώνονται σε δυσπρόσιτα ή υπανάπτυκτά μέρη, όπου η πρόσβαση στα νοσοκομεία είναι δύσκολη.
Στο 29% λοιπόν των περιπτώσεων των επιζησάντων του δαγκώματος χωρίς θεραπεία παρατηρείται κάτι παράξενο. Είτε σύντομα είτε μήνες αργότερα, οι ασθενείς αυτοί εμφανίζουν συμπτώματα υποϋποφυσισμού όπως υποθυραιοειδισμό, μείωση των τριχών του σώματος, μειωμένη λιμπιντο κ.ά. Ο επίκτητος αυτός υποϋποφυσισμός ίσως οφείλεται σε θρόμβο ο οποίος φράζει τις μικροαρτυρίες της υπόφυσης, αν και ο λόγος που οι θρόμβοι προσβάλλουν το συγκεκριμένο σημείο δεν είναι γνωστός. Η υπόφυση αποτελείται και από νευρικό και από αδενικό μέρος, και παράγει βασικές ορμόνες που επηρεάζουν την έκκριση άλλων, άμεσα λειτουργικών ορμονών από ενδοκρινείς αδένες του σώματος όπως τον θυραιοειδή, τα επινεφρίδια και τους γονάδες. Χωρίς θεραπεία ορμονικής αντικατάστασης, ο ασθενής θα περάσει από μία αντίστροφη εφηβία και θα επανέλθει σε κατάσταση ανάλογη της παιδικής ηλικίας.
Το δηλητήριο χρησιμοποιείται στη διαγνωστική για τη θρόμβωση του αίματος εξαιτίας της θρομβωτικής ικανότητάς του.
Στο παρακάτω βίντεο επιστήμονες αρμέγουν το δηλητήριο από οχιές του Ράσελ, και στη συνέχεια ρίχνουν μία σταγόνα δηλητηρίου σ’ένα ποτήρι ανθρώπινο αίμα – ένας ακόμα λόγος για να μη δίνουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά το πολύτιμο αίμα τους. Σε λίγα δευτερόλεπτα το αίμα πήζει σε ζελέ!

Όταν ο θειοκυανικός υδράργυρος Hg(SCN)2, ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση στερεάς σκόνης, αναφλέγεται, δημιουργεί ένα περιελισσόμενο πύρινο φίδι με αχνή γαλάζια ή κιτρινοπορτοκαλί φλόγα. Στο τέλος μένει ένα ελαφρύ στερεό στο σχήμα του φιδιού χρώματος ανοιχτού καφέ έως σκούρου γκρι του γραφίτη, και σκουρότερο στο εσωτερικό. Ο θειοκυανικός υδράργυρος ανακαλύφθηκε από το γνωστό χημικό Γιονς Γιάκομπ Μπερζέλιους το 1821, και τον ίδιο χρόνο ο Wöhler ανακάλυψε την πυροτεχνική του ιδιότητα. Σήμερα έπαυσε να χρησιμοποιίται, έπειτα από΄δηλητηριάσεις και θανάτους παιδιών που έφαγαν το στερεό. Ανταυτού χρησιμοποιούνται ακίνδυνες ενώσεις όπως διττανθρακικό νάτριο ή μίγμα λαδιού λιναρόσπορου με ναφθαλίνες για το φαινόμενο του φιδιού του Φαραώ, που όμως δε δίνουν το ίδιο αποτέλεσμα με την τοξική υδραργυρούχο ένωση. Σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για τη σύνθεση του τρισθειοκυανικού καλίου και του τρισθειοκυανικού καισίου, ενώ επίσης αντιδρά με τα ιόντα χλωρίου σε υδατικα διαλύματα, γι’αυτό χρησιμοποιείται για την ανάλυση των επιπέδων χλωρίου στο νερό.

Το σκηνικό της Γέννησης του Φιδιού!

Για εμάς τους λάτρεις των φολιδωτών, πρόσφατα σημειώθηκε μια τεράστια άνοδος στον ανθρώπινο πολιτισμό. Στις 23 Δεκεμβρίου ομάδα σατανιστών τοποθέτησε μπροστά στο Καπιτώλιο, το κυβερνητικό κέντρο της πολιτείας του Μίσιγκαν στο Ντιτρόιτ, ένα χριστουγεννιάτικο έκθεμα που ονόμασε προκλητικά “Snaketivity Scene”, μία παράφραση του «Nativity scene” – σκηνικό Γέννησης του Χριστού -, δηλαδή σκηνικό της Γέννησης του Φιδιού ή Φάτνη της Γέννησης του Φιδιού. Είναι ένα κοκκινόμαυρο φίδι τυλιγμένο πάνω στο σατανιστικό ανάποδο σταυρό, το οποίο προσφέρει στους ανθρώπους ένα βιβλίο με τίτλο «Επανάσταση των Αγγέλων». Το έκθεμα προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, ως αναμενόμενο στη χριστιανόπληκτη Αμερική.
Ο γερουσιαστής Ρικ Τζόουνς, προφανώς κάποιος υπερσυντηριτικός, τοποθέτησε απέναντι ως απάντηση ένα έκθεμα της Γέννησης του Χριστού. Όπως είπε, είναι ευτυχής που εκπροσωπεί το φως κι όχι το σκοτάδι. Δε φοβάται τους φιδανθρώπους, και είναι βέβαιος ότι ούτε κι ο Ιησούς Χριστός θα φοβάται, γι’αυτό τους αγνοεί. Σε συνέντευξή της η εκπρόσωπος του Σατανιστικού Ναού (Satanic Temple) Τζεξ Μπλάκμορ, ανέφερε ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονται με πολλούς τρόπους και θεώρησε προβληματικό η κυβέρνηση των ΗΠΑ να προκρίνει μόνο έναν τρόπο εορτασμού των Χριστουγέννων, ενώ η κοινότητα στο Μίσιγκαν είναι ποικιλόμορφη. Αναφέρει επίσης ότι η ομάδα της δε λατρεύει το Σατανά, αλλά προωθεί την ατομικότητα, τη συμπόνια και απόψεις διαφορετικές των χριστιανικών και συντηρητικών πεποιθήσεων.
Ο κανονισμός στο Καπιτώλιο απαιτεί την αφαίρεση των εκθεμάτων κα΄θε βράδυ. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι ακόμα εκεί τα εκθέματα.
Έψαξα για το Σατανιστικό Ναό λοιπ΄/όν. Η ομάδα αυτή, που έχει και ιστοσελίδα κι έχει τη μορφή εκκλησίας κατά κάποιον τρόπο, νοεί περισσότερο το Σατανά ως σύμβολο παρά ως οντότητα, δίνοντας έμφαση στην επαναστατική παρά στην πονηρή του φύση. Δεν υποστηρίζει το κακό δηλαδή, απλώς απορρίπτει όλες τις θρησκευτικές ή παραδοσιακές αξίες από τη σύγχρονη κοινωνία, υποστηρίζοντας πως οι πίστεις μας θα πρέπει να πλάθονται από τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας. Συμπαθής ομάδα. Σύμφωνα μ’αυτούς, διαφέρουν από τους ανθρωπιστές στο ότι απορρίπτουν την τυραννική εξουσιά και την αυθεντία, τονίζοντας την αξία της προσωπικής επανάστασης του καθενός, που είναι και η ουσία του σατανισμού κατ’αυτούς. Η ομάδα κάνει συχνά δημόσιες εμφανίσεις, και μολονότι αρνείται ότι η σύνδεσή της με το σατανισμό έγινε καθαρά για λόγους δημοσιότητας, κάτι τέτοιο γίνεται στην ουσία.
Ο Σατανιστικός Ναός δε θα πρέπει να συγχυστεί με την πάλι μη δαιμονολατρική Εκκλησία του Σατανά, με ιδρυτή τον Άντον Λεβέι, η οποία προωθεί τον ατομισμό και τον κοινωνικό Δαρβινισμό αποκηρύσσοντας κάθε άλλη ένωση που χρησιμοποιεί το Σατανά ως σύμβολο.
Οι καθ’όλα χριστιανοί Έλληνες βέβαια, που οι περισσότεροί τους κοινωνούν τη Μεγάλη Εβδομάδα και αν, θυμούνται να πάνε στην εκκλησία την Ανάσταση και ίσως τα χριστούγεννα, και δεν τους πειράζει να τρώνε κρέας στις νηστίες ή να κάνουν προγαμιαίο σεξ, αλλά όταν ξαφνικά ακούνε για σατανισμό ανάβουν τα θρησκευτικά τους λαμπάκια κι αρχίζουν να διαμαρτύρονται, πλημμύρισαν το ελληνικό διαδίκτυο με αρνητικές κριτικές. Μερικές δημοσιογραφικές ιστοσελίδες όπως το defencenet,, καθώς και ιστολόγια που αναπαρήγαγαν την είδηση απ’αυτές όπως ο Κόκκινος Ουρανός παρουσιάζουν την όλη είδηση με εντελώς μελανά χρώματα, εντούτοις οι περισσότερες την παρουσιάζουν με ουδέτερο τόνο. Θετικό σχόλιο μάλλον μόνο εδώ έγινε. Εγώ ένα πράγμα έχω να πω: κρίμα που δε γίνονται τέτοια και στην Ελλάδα.

Υγ. Όποιος γνωρίζει με ποιο πραγματικό φίδι μοιάζει αυτό του εκθέματος, παρακαλώ να σχολιάσει.

Όλα τα ερπετά της τάξης των φολιδωτών (squamata), η οποία περιλαμβάνει τις σαύρες και τα φίδια, αλλάζουν το δέρμα τους σύντομα μετά την εκκόλαψη ή τη γέννησή τους (υπάρχουν πολλά ωοζωοτόκα και ζωοτόκα είδη). Η νεογνική έκδυση γίνεται μέσα στην ίδια μέρα της γέννησης ή στις επόμενες λίγες μέρες ανάλογα με το είδος για τις σαύρες, ενώ στα φίδια γίνεται σε 7-15 μέρες συνήθως, ανάλογα με το είδος, αν και σε μερικά γίνεται πολύ αργότερα. Σχεδόν πάντοτε, τα ζώα δεν τρώνε πριν την πρώτη τους έκδυση, τρεφόμενα από τα απομεινάρια του λεκηθικού τους σάκου στο πεπτικό τους σύστημα. Ο χρωματισμός τους επίσης καθαρίζει μετά την έκδυση, αν και για τα περισσότερα είδη πρόκειται να υποστεί αρκετές μεταβολές ακόμα μέχρι την ενηλικίωση. Παρατηρούνται ακόμα και σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά πριν και μετά την πρώτη έκδυση, γιατί ενώ πριν τα ζώα τείνουν να κρύβονται, συνήθως σε υγρά με΄ρη και να μην κινούνται πολύ, και όσα είδη εκδύονται την ίδια μέρα της εκκόλαψης να μην εγκαταλείπουν τον τόπο εκκόλαψής τους ως τότε, μετά γίνονται πιο δραστήρια κι αρχίζουν να διασκορπίζονται μακριά απ’τη γενέτηρά τους. Στη φύση η παρατήρηση αυτών των πρώτων ημερών της ζωής των ερπετών είναι δύσκολη υπόθεση, αφού τα περισσότερα κρύβονται πολύ καλά σ’αυτήν την εύάλωτη φάση της ζωής τους, αλλά στην αιχμαλωσία είναι πολύ γνωστά γεγονότα, που παρατηρούνται σε κάθε γέννα φολιδωτών ερπετών. Όμως γιατί γίνεται αυτή η έκδυση;
Μία μελέτη απαντά ακριβώς σ’αυτό το ερώτημα. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Πειραματικής Βιολογίας (Journal of Experimental Biology) ή JEB στις 8 Ιουλίου του 2002, διεξήχθη από τους M.C. Tu, H. B. Lillywhite, J. G. Menon και G. K. Menon, από το Τμήμα Ζωολογίας του Πανεπιστημίου της Φλόριντα στο Γκέινσβιλ της Φλόριντα, το Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου του Ουίλιαμ Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ στο Ουέιν του Νιου Τζέρσεϊ, και το Τμήμα ορνιθολογίας και θηλαστικολογίας της Ακαδημίας Επιστημών της Καλιφόρνια στο Πάρκο Γκόλντεν Γκέιτ του Σαν Φρανσίσκο, και απέδειξε ότι η πρώτη έκδυση στα φίδια είναι απαραίτητη για την εδραίωση του υδατοστεγούς φραγμού της επιδερμίδας τους, που είναι ζωτικής σημασίας για τη χερσαία διαβίωση.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ως μοντέλο το καλιφορνέζικο βασιλικό φίδι (Lampropeltis getula californiae), ένα μικρό κολουβροειδές φίδι ξηρών ενδιαιτημάτων, του οποίου μέτρησαν τη διαεπιδερμική απώλεια ύδατος, ανέλυσαν βιοψίες δέρματος και παρατήρησαν τη συμπεριφορά από την εκκόλαψη μέχρι και μετά τη δεύτερη έκδυση. Βρήκαν ότι η αντοχή του δέρματος στη διαεπιδερμική απώλεια ύδατος (δαυ) διπλασιάζεται μετά την πρώτη έκδυση, οπότε διπλασιάζεται και το πάχος των προστατευτικών λιπιδίων στην επιδερμίδα του φιδιού. Επίσης, παρατήρησαν ότι ενώτα φίδια πριν την πρώτη έκδυση έτειναν να κρύβονται σε υγρές κρυψώνες, μετά την έκδυση δεν είχαν ιδιαίτερη προτίμηση για την υγρασία και μπορούσαν να βρεθούν εξίσου και σε ξηρά μέρη. Επιπλέον, η θερμοκρασία των φιδιών ανέβηκε κατά 0,6 βαθμούς Κελσίου στο διάστημα της εδραίωσης του φραγμού εξαιτίας του υψηλού αναβολισμού, κάνοντας τα φίδια ενδόθερμα κατά τους επιστήμονες. Μικρή άνοδος της θερμοκρασίας επίσης παρατηρείται κατά την πέψη μεγάλης ποσότητας τροφής σε πολλά φίδια, ή κατά την επώαση των αυγών στους θηλυκούς πύθωνες, οπότε δεν είναι κάτι το μοναδικό στα φίδια. Παρακάτω παραθέτω την περίληψη της μελέτης:

SUMMARY
A competent barrier to transepidermal water loss (TEWL) is essential for terrestrial life. In various vertebrates, epidermal water barriers composed of lipids prevent excessive TEWL, which varies inversely with habitat aridity. Little is known, however, about the mechanisms and regulation of permeability relative to natal transition from the `aqueous’ environments of gestation to the `aerial’ environments of terrestrial neonates. We investigated newly hatched California king snakes Lampropeltis getula to test the hypothesis that the first ecdysis is important for establishing the barrier to TEWL. We found that skin resistance to TEWL increases twofold following the first postnatal ecdysis, corresponding with a roughly twofold increase in thickness and deposition of lamellar lipids in the mesos layer, the site of the skin permeability barrier in snakes. In addition, novel observations on lipid inclusions within the alpha layer of epidermis suggest that this layer has functional similarities with avian epidermis. It appears that emergence of the integument from embryonic fluids, and its subsequent pan-body replacement following contact with air, are essential for completion of barrier competence in the newborn. These conditions provide a potentially useful model for investigations on the mechanism of barrier formation. We also found that hatchling snakes are transiently endothermic, with skin temperatures elevated by approximately 0.6°C above ambient air temperature during the period of barrier formation. Behaviourally, hatchlings showed a higher tendency to seek humid microenvironments before the first ecdysis than after. The degree of water movement across the integument might explain the switch from reclusive to dispersive behaviours associated with postnatal ecdysis in snakes.

Μετάφραση:

Περίληψη
Ένας επαρκής φραγμός στην διαεπιδερμική απώλεια ύδατος (δαυ) είναι απαραίτητος για τη χερσαία διαβίωση. Σε διάφορα σπονδυλωτά, επιδερμικοί υδατικοί φραγμοί αποτελούμενοι από λιπίδια προλαμβάνουν την υπερβολική δαυ, η οποία ποικίλει αντιστρόφος ανάλογα με την ξηρότητα του ενδιαιτήματος. Λίγα είναι γνωστά, εντούτοις, για τους μηχανισμούς και τη ρύθμιση της διαπερατότητας σε συνάρτηση με τη μετάβαση από τα υδατικά περιβάλλοντα της επώασης στα αερούχα περιβάλλοντα των χερσαίων νεογνών κατά τη γέννηση. Ερευνήσαμε πρόσφατα εκκολαμμένα καλιφορνέζικα βασιλικά φίδια Lampropeltis getula για να δοκιμάσουμε την υπόθεση ότι η πρώτη έκδυση είναι σημαντική για την εδραίωση του φραγμού στην δαυ. Βρήκαμε ότι η αντοχή του δέρματος στην δαυ αυξάνεται εις διπλούν μετά την πρώτη μεταγεννιτική έκδυση, σε αντιστοιχία με μια σχεδόν διπλάσια αύξηση στο πάχος και την απόθεση ελασματωδών λιπιδίων στο μέσο στρώμα, το σημείο του φραγμού της δερματικής διαπερατότητας στα φίδια. Επιπροσθέτως, νέες παρατηρήσεις λιπιδιακών εγκλείσεων στο στρώμα α της επιδερμίδας υποδηλώνουν ότι αυτό το στρώμα έχει λειτουργικές ομοιότητες με την επιδερμίδα των πτηνών. Φαίνεται ΄΄ότι η έξοδος της επιδερμίδας από τα εμβρυικά υγρά, και η επακόλουθη πανσωματική της αντικατάσταση μετά την επαφή με τον αέρα, είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση της επάρκειας του φραγμού στο νεογνό. Αυτές οι συνθήκες προσφέρουν ένα δυνητικά χρήσιμο μοντέλο για διερευνήσεις πάνω στο μηχανισμό του σχηματισμού του φραγμού. Βρήκαμε επίσης ότι τα φίδια νεοσσοί είναι παροδικά ενδόθερμα, με θερμοκρασίες δέρματος ανεβασμένες κατά περίπου 0.6°C πάνω από τις περιβαλλοντικές θερμοκρασίες του αέρος κατά την περίοδο σχηματισμού του φραγμού. Συμπεριφορικά, οι νεοσσοί έδειξαν μεγαλύτερη τάση αναζήτησης υγρών μικροπεριβαλλόντων πριν την πρώτη έκδυση παρά μετά. Ο βαθμός της κίνησης του νερού μέσα από την επιδερμίδα θα μπορούσε να εξηγήσει τη μεταστροφή από κρυπτικές σε διασπαρτικές συμπεριφορές σχετιζόμενες με τη μεταγεννητική έκδυση στα φίδια.

Το πλήρες κείμενο της μελέτης βρίσκεται στο σύνδεσμο που έδωσα παραπάνω, όπου αναλύονται λεπτομερώς οι μέθοδοι, οι μετρήσεις και τα αποτελέσματα των επιστημόνων.

Ο φραγμός κατά της απώλειας νερού είναι αρκετά ανεπτυγμένος σ’όλα τα αμνιωτά, που έχουν εξελιχθεί να ζουν σε χερσαία περιβάλλοντα. Χωρίς αυτόν, θα είχαμε την αντοχή στη χαμηλή υγρασία ενός αμφιβίου. Ο φραγμός δεν έχει να κάνει με το πάχος του δέρματος, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά με μια στρώση στερεών προστατευτικών λιπιδίων στο κερατώδες στρώμα της επιδερμίδας, που βρίσκονται ανάμεσα στα κερατινοποιημένα κύτταρα σαν τσιμέντο ανάμεσα σε τούβλα. Σύμφωνα με πρότερες έρευνες που παραθέτει αυτή η μελέτη, ο φραγμός κατά της δαυ έχει ήδη ολοκληρωθεί πριν τη γέννηση στους ανθρώπους και στα τρωκτικά, και προφανώς στα υπόλοιπα θηλαστικά και σ’άλλα αμνιωτά, και η τελείωσή του συμπίπτει με τη λύση του περιδερμίου και την έκθεση του δέρματος του εμβρύου στο αμνιακό υγρό. Τα ζώα αυτά αντικαθιστούν την επιδερμίδα συνεχώς σε μικροσκοπικά σωματίδια, και η αντικατάσταση αυτή συνήθως είναι παθητική διαδικασία. Τα φολιδωτά ερπετά όμως, που έχουν εξελιχθεί ν’αντικαθιστούν την επιδερμίδα συγχρονισμένα σε μεγάλα κομμάτια, ή, στην περιπτωση των φιδιών, μονοκόμματα σ’όλο το σώμα, δε μπορούν ν’αλλάξουν δέρμα μέσα στα στενά όρια του αυγού, αφού για να βγάλουν το παλιό δέρμα θα πρέπει να τριφτούν σε μία αποξεστική επιφάνεια, οπότε αναγκαστικά μεταφέρουν την ολοκλήρωση του υδατοστεγούς φραγμού μετά τη γέννηση. Αυτό εξηγεί και την ιδιαιτερότητα λίγων φιδιών μόνιμα υγρών περιοχών, όπως του αιματόχρου πύθωνα (Python curteus) της Νοτιοανατολικής Ασίας, ο οποίος, ζώντας σε υγρά έλη τροπικών δασών με υψηλή υγρασία, δεν έχει επιτακτική ανάγκη προστασίας από την αφυδάτωση, κι έτσι έχει μεταφέρει την πρώτη του έκδυση σε 40 μέρες μετά την εκκόλαψη, και μέχρι τότε τρώει κανονικά.

Το μυστήριο επομένως της πρώτης έκδυσης στα φολιδωτά έχει λυθεί.