Tag Archive: συλλογή


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

τερράριο λοφιοφόρου γκέκο 2016

Αυτό είναι το τερράριο του λοφιοφόρου μου γκέκο, όπως το διαρρύθμισα από φέτος το Μάιο. Ενώ για τα νεότερα ζώα ενημερώνω ακόμα τα θέματά τους, έχω αρκετό καιρό να ανεβάσω κάτι για το λοφιοφόρο γκέκο, επειδή το αρχικό θέμα γι’αυτό είχε γίνει πολύ μεγάλο από τις συνεχείς ενημερώσεις. Συνοπτικά, είναι ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, επιστημονική ονομασία Correlophus ciliatus. Ανήκει στην αρχαία οικογένεια γκέκο των διπλοδακτυλιδών (Diplodactylidae), γνωστή ως αυστραλιανά γκέκο. Το συγκεκριμένο είδος κατάγεται από τη Νέα Καληδονία, όπου μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού, στη Νήσο των Πεύκων από κάτω, καθώς και σε ένα μικρό σημείο στα βόρεια, όπως βρήκε μια αναζήτηση το 2015. Είναι μεσαίο προς μεγάλο γκέκο με αναρριχητικές επιφάνειες στα πόδια του για να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, αλλά και συλληπτήρια ουρά, η οποία φέρει στο άκρο της αναρριχητική επιφάνεια. Όταν όμως χάνει την ουρά του, δεν την αναγεννά, παρά μόνο μία μικρή μυτούλα. Έτσι είναι πλέον το δικό μου αλλά και πολλά άλλα, καθώς και όλα τα ενήλικα στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά τη μετακίνησή τους. Το είδος είναι νυκτόβιο και τρέφεται με έντομα, ώριμα φρούτα και νέκταρ. Το δικό μου γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 και ήρθε στην κατοχή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012.
Το τερράριό του είναι το πιο όμορφο από όσα έχω, γιατί τα περισσότερα τα έχω πιο απλά. Ποιος τα βλέπει άλλωστε; Το συγκεκριμένο προσπαθώ επίσης να το κρατήσω απλό κι εύκολο, προσφέροντας όμως κι επιφάνειες για αναρρίχηση και κρύψιμο. Η βασική του διαρρύθμιση είναι αυτή που ξέρατε, όσοι την ξέρατε από τις παλαιότερες δημοσιεύσεις, δηλαδή τα τρία διαγώνια καλάμια μπαμπού, η κομμένη καρύδα πίσω δεξιά και το μπολ στη μέση. Μ’αυτά τον πήρα από τον προκάτοχό του. Υπήρχαν επίσης και πλαστικά φυτά, τα οποία στη συνέχεια χάλασαν κι αντικαταστάθηκαν. Τώρα έχω ένα μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, και τρία μικρότερα, ένα πίσω αριστερά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά, του οποίου τελευταίου η βεντούζα έχει αποκολληθεί κι έτσι το κρεμάω από το κρίκάκι του στη βεντούζα, γιατί έχουν και τα δύο. Τα φυτά αυτά είναι απομίμηση Ficus benjamina. Η νεότερη προσθήκη είναι ο κορμός από φελλό πίσω αριστερά, τον οποίο έχω τοποθετήσει ελαφρώς διαγώνια, ώστε να στηρίζεται καλύτερα και ν’αφήνει έναν κενό χώρο από πίσω, και τον έχω καλύψει ελαφρώς με τα γειτονικά φυτά. Το γκέκο τον χρησιμοποιεί, αλλά λιγότερο από την καρύδα. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ. Η αγαπημένη κρυψώνα του γκέκο, όπου κοιμάται τη μέρα είναι στο μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, όπως και παλιά, όταν τον είχα πάρει. Σύντομα άλλαξε θέση και κοιμόταν για περίπου ενάμισι χρόνο στην επίγεια κρυψώνα μέσα στην καρύδα του. Έπειτα προτίμησε το φυτό στα αριστερά, γιατί πίσω το παλιό φυτό το είχα βγάλει, γιατί κατέρρεε συνέχεια. Μόλις έφερα φυτό για την ίδια θέση, ευθύς άρχισε να την ξαναχρησιμοποιεί.

Στα παρακάτω βίντεο του Βαρώνου θα δείτε πώς αυτό το είδος τρώει, κινείται και σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, προστατεύει την περιοχή του και κάνει φωνή. Διάφορα άλλα βίντεο τα έχω ανεβάσει σε διάσπαρτα άρθρα του Ιστολογίου.

Στο πρώτο τρώει μια μικρή νυχτοπεταλούδα, ενώ στα επόμενα τρώει φρούτα, στο ένα ροδάκινο και στο άλλο μήλο.


Εδώ σκαρφαλώνει στο τζάμι και γενικότερα κινείται στο χώρο του. Στο τελευταίο κρέμεται από τη σίτα στο καπάκι.



Εδώ έχει ενοχληθεί από μένα και προστατεύει την περιοχή του. Αν και τα γκέκο αυτά είναι κανονικά πολύ ήρεμα ζώα, ορισμένα αρσενικά συμπεριλαμβανομένου κι αυτού, μπορεί κάποιες φορές να γίνουν επιθετικά αν ανακατεύεσαι πολύ στο χώρο τους. Τα δαγκώματά του δεν είναι κάτι το σημαντικό. Περισσότερο γίνονται ως ένδειξη κυριαρχίας στον αντίπαλο παρά για να κάνουν κακό. Έχω ξεχωρίσει τρεις τύπους δαγκωμάτων: Γρήγορα και στιγμιαία, που μπορεί να τα κάνει ένα γκέκο του είδους αν τρομάξει. Δυνατά, όπου το γκέκο μπορεί να πιαστεί πολύ δυνατά και να γυρίσει το λαιμό ή το σώμα του για να πονέσει το δάγκωμα παραπάνω, που τα κάνει αν ενοχληθεί περισσότερο, π.χ. αργήσω να τον επιστρέψω στο τερράριό του, και δαγκώματα κυριαρχίας, όπου πιάνει τον αντίπαλο μαλακά αλλά σταθερά και συχνά κάνει φωνή. Οι δύο πρώτοι απευθύνονται στους εχθρούς, και ο δεύτερος μπορεί να πονέσει περισσότερο και να αφήσει μια μικροσκοπική γρατσουνιά σε ιδιαίτερα άτυχες περιπτώσεις, ενώ ο τρίτος σε άτομα του είδους του, είτε σε τσακώματα κατά την προστασία της περιοχής είτε για το ζευγάρωμα.

Εδώ έχει πάλι ενοχληθεί από μένα, κι εκτός από τα δαγκώματα φωνεί. Μπορείτε να ακούσετε τη φωνή του. Είναι αρκετά θυμωμένος κι εκτός της περιοχής του, κάτι σπάνιο, αλλά τελικά ηρεμεί απότομα όταν καταλαβαίνει ότι δαγκώνει λάθος στόχο, την κουρτίνα.

Εδώ έχει επίσης ενοχληθεί από μένα, και μου κάνει επιθέσεις πίσω από το τζάμι. Τα περισσότερα ζώα δεν κατανοούν πλήρως τους διαφανείς φραγμούς, κι αν αναστατωθούν αρκετά, συνήθως τους ξεχνούν. Ένα διάστημα παλιά έκανε συχνά επιθέσεις πίσω από το τζάμι, είτε για να πιάσει τροφή είτε για να διώξει εμένα από την περιοχή του, αλά επειδή το προκαλούσα συχνά, σταδιακά έμαθε ότι το τζάμι δεν περνιέται και τις περιόρισε. Αυτό δε σημαίνει ότι έχει σταματήσει εντελώς, και πού και πού μπορεί να προσπαθήσει να κάνει κάτι πίσω από το τζάμι.

Για να μου συμπεριφέρεται σαν μέλος του είδους του, παναπεί ότι δε με φοβάται καθόλου, ή σχεδόν καθόλου πια. Γιατί, όπως όλα τα μικρά ζώα που μας έχουν συνηθίσει, κι αυτό μπορεί να τρομάξει. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει αν τρομάξει. Αυτήν τη φορά το είχα ξυπνήσει κατά λάθος, έτρεξε, το έβαλα μέσα, μετά πάλι πετάχτηκε έξω, και το ξαναέβαλα μέσα. Γενικά θεωρείται αργοκίνητο γκέκο που σε μεγάλες αποστάσεις κινείται κυρίως με άλματα, αλλά μπορεί να τρέξει για μικρές αποστάσεις όταν κυνηγά τροφή, αντιπαρατίθεται με μέλη του είδους του ή απειλείται από πιθανούς εχθρούς.

Και το καλύτερο το κράτησα για το τέλος. Εδώ πάλι το γκέκο είναι ενοχλημένο, και του προσφέρω ένα έντομο να φάει. Συνήθως όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση δε θέλει να φάει, κι αν του δώσω έντομο είτε θα το πετάξει, είτε θα μου δαγκώσει αποφασιστικά το δάχτυλο πάνω απ’το έντομο. Σπάνια, ιδίως αν είναι κάποια αγαπημένη τροφή ή έχει να φάει καιρό έντομα, μπορεί να το φάει και να ηρεμήσει έπειτα, γιατί από απειλή στην περιοχή του και στα υποτιθέμενα θηλυκά του γίνομαι ξαφνικά μαγικός τροφοδότης, ενώ επίσης σπάνια, αν η τροφή είναι κάτι δύσθραυστο, όπως ένα αλευροσκούληκο (Tenebrio molitor) ή ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella), μπορεί να μπερδευτεί, και να το αντιμετωπίζει πότε ως τροφή και πότε ως ανταγωνιστεί. Στο συγκεκριμένο βίντεο, προσφέρω στο γκέκο ένα μελοσκούληκο, και για τα επόμενα λεπτά δε μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να του φωνάζει ή να το φάει. Τελικά το τρώει, και τρώει ένα ακόμα μικρότερο με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά.

Ενημέρωση 16/9/2016: Προσθέτω δύο ακόμα καλά βίντεο που έβγαλα πρόσφατα. Στο πρώτο το γκέκο εκτελεί μερικά άλματα, για να δείτε πώς και πόσο καλά πηδάει αυτό το είδος, και στο δεύτερο τρώει νεκταρίνι.

Αυτά τα μικρά, πολύχρωμα γκέκο είναι οι πιο διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία σήμερα. Το μικρό τους μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι διάφορες χρωματικές παραλλαγές που έχουν παραχθεί, αλλά και η ευκολία διατήρησης, ακόμα και αναπαραγωγής από οποιονδήποτε, ή μάλλον καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε, τις έφεραν γρήγορα σ’αυτήν τη θέση. Μετά το λοφιοφόρο γκέκο, το γενειοφόρο δράκο, τον τερατοσκίγκο, ο οποίος όμως ήταν αποτυχία, τα κηλιδωτά γκέκο είναι η τέταρτη σαύρα στη συλλογή μου, ή μάλλον ή τέταρτη και η Πέμπτη, αφού έχω δύο σχεδόν πανομοιότυπα είδη, ένα Eublepharis macularius και ένα Eublepharis turcmenicus.

Φυσική ιστορία

Τα κηλιδωτά γκέκο ανήκουν στην οικογένεια των ευβλεφαριδών (Eublepharidae), στον κλάδο των γκεκωτών (Gekkota). Οι ευβλεφαρίδες διαθέτουν διάφορα αρχαϊκά χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλα γκέκο, όπως την παρουσία κανονικών βλεφάρων, με τα οποία κλείνουν τα μάτια, σε αντίθεση με την ακίνητη μεμβράνη των υπόλοιπων γκέκο, που σχηματίζεται από τα συνενωμένα τους βλέφαρα, και την αναπαραγωγή με μαλακά αυγά, όπως οι περισσότερες σαύρες αλλά όχι όπως τα περισσότερα γκέκο. Στο παρελθόν η απουσία αναρριχητικών επιφανειών στα δάχτυλά τους θεωρήθηκε αρχαϊκό χαρακτηριστικό, αλλά στην πορεία βρέθηκε ότι διάφοροι κλάδοι γκέκο τις απέκτησαν και τις έχασαν ανεξάρτητα, ενώ ακόμα παλαιότερες εξαφανισμένες οικογένειες γκέκο τις είχαν, οπότε απλώς μπορεί οι σημερινοί ευβλεφαρίδες να τις έχασαν στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη μορφολογική ανάλυση, οι ευβλεφαρίδες τοποθετούνταν στη βάση του δέντρου των γκεκωτών ως τα πιο αρχαία γκέκο, οι μοριακές όμως αναλύσεις τα τοποθετούν στη βάση του κλάδου που περιλαμβάνει τα μεταγενέστερα πιο εξελιγμένα γκεκονοειδή γκέκο με τα σκληρά αυγά, αφήνοντας ως αρχαιότερα τα αυστραλιανά διπλοδακτυλοειδή γκέκο, στα οποία ανήκει και το λοφιοφόρο γκέκο. Εάν έτσι έγινε η εξέλιξη, τότε τα διπλοδακτυλοειδή και τα γκεκονοειδή εξέλιξαν τη μεμβράνη του ματιού ανεξάρτητα. Οι ευβλεφαρίδες σήμερα έχουν διασπασμένη και υπολειμματική εξάπλωση σε Ασία, Βόρνεο και γύρω νησιά, Αφρική και Βόρεια και Κεντρική Αμερική, και περιέχουν 30 είδη σε 6 γένη. Αν και λίγα σε σχέση με τα συνολικά περίπου 1.500 είδη των γκέκο, αυτό δε σημαίνει ότι είναι αποτυχημένα. Το γένος Eublepharis, στο οποίο ανήκει το κηλιδωτό γκέκο περιλαμβάνει 5 είδη: Eublepharis angramainu του Ιράκ και της ανατολικής Τουρκίας, E. fuscus της δυτικής Ινδίας, E. hardwikii της ανατολικής Ινδίας, E. macularius του Πακιστάν, του Αφγανιστάν με οριακή εξάπλωση στο Ιράν και στην Ινδία, με 5 αναγνωρισμένα υποείδη (Eublepharis macularius afganicus, E. m. fasciolatus, E. m. macularius, E. m. Montanus, E. m. smithi), και E. turcmenicus του νότιου Τουρκμενιστάν και του βόρειου Ιράν. Τα παραπάνω υποείδη του E. macularius αμφισβητούνται από μερικούς ερευνητές, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν ως τοπικές παραλλαγές ελάσσονος ταξινομικής σημασίας. Το είδος E. macularius πρωτοπεριγράφηκε από τον Edward Blyth το 1854, ενώ το E. turcmenicus από τον Ilia Darevski το 1977.

Τα τρία κοινότερα είδη στην αιχμαλωσία είναι η νοτιοδυτική ομάδα που περιλαμβάνει E. angramainu, E. Turcmenicus και E. macularius. Ο E. angramainu, γνωστό ως μεσοποταμιακό κηλιδωτό γκέκο, φτάνει τα 25 εκατοστά και είναι αρκετά περιζήτητο και σπάνιο, αφού ωριμάζει αναπαραγωγικά σε 3-4 χρόνια. Έχει λεία υποδακτύλια ελάσματα. Από τα δύο τελευταία, ο E. macularius είναι μακράν το κοινότερο στην αιχμαλωσία. Είναι σχεδόν όμοια, με τον E. turcmenicus συνήθως να είναι μικρότερος στο μέγεθος, με μικρότερες φολίδες στο σαγόνι, ελαφρώς τροπιδωτές φολίδες στα υποδακτύλια ελάσματα, και κάτω από 8 προπρωκτικούς πόρους, ενώ το κοινό είδος έχει εντονότερα τροπιδωτές φολίδες και πάνω από 8 προπρωκτικούς πόρους. Τα είδη του γένους Eublepharis, παρά τις διαφορές τους, είναι κοντινοί συγγενείς και μπορούν να υβριδιστούν δίνοντας γόνιμους απογόνους.

Το είδος έχει λάβει πολλές κοινές ονομασίες, όπως γκέκο λεοπάρδαλη (Leopard gecko), ή λεοπαρδαλογκέκο, ασιατικό παχύουρο γκέκο (Asian fat-tailed gecko), σαμιαμίδι λεοπάρδαλη, παρδαλό γκέκο, κηλιδωτό γκέκο κλπ. Στο άρθρο αυτό θα χρησιμοποιώ την ονομασία «κηλιδωτό γκέκο» ως πιο εύχρηστη και πιο ακριβή μετάφραση της επιστημονικής του ονομασίας. Γενικώς όταν μιλάω για το κηλιδωτό γκέκο, θα εννοώ το κοινό E. macularius, με αναφορές σε άλλα είδη, κυρίως στον E. turcmenicus, μόνο εάν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά από τον E. macularius.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά μεγαλόσωμα και στιβαρά, με χαρακτηριστική παχιά ουρά, η οποία είναι μικρότερη του σώματος. Από τα 41 είδη γκέκο του Πακιστάν, ο E. macularius είναι το μεγαλύτερο. Το μήκος τους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 20-25 εκατοστών, με μήκος σώματος 12-16 εκ. και μήκος ουράς 8-9 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται στα 40-80 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθός τους. Το κεφάλι τους είναι πλατύ, με κατηφορικό ρύγχος και μεγάλα μάτια με βλέφαρα και κάθετες κόρες, όπως τα περισσότερα νυικτόβια κυνηγετικά ζώα. Πίσω από τα μάτια βρίσκονται οι ακουστικοί πόροι, όπου το κρανίο είναι διαμπερές, δηλαδή αν τοποθετήσετε το γκέκο μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, θα παρατηρήσετε ότι το φως περνά μέσα από το αυτί του. Στο άκρο του ρύγχους βρίσκονται τα ρουθούνια, και από κάτω είναι το στόμα, το οποίο φέρει περίπου 100 δόντια, τα οποία αντικαθίστανται κάθε 3-4 μήνες. Κάθε δόντι μοιάζει με καρφάκι με δύο κορυφές, όπως και στα περισσότερα γκέκο, και όπως όλα τα γκέκο, δεν έχει δόντια στον ουρανίσκο. Η γλώσσα είναι πλατιά, όπως σε όλα τα γκέκο, η οποία χρησιμεύει στην κατάποση, στην πόση, στην όσφρηση με το ινιδορινικό όργανο και στον καθαρισμό του προσώπου και των ματιών. Ο λαιμός είναι σχετικά μακρύς, κοντότερος όμως απ’το κεφάλι, και το σώμα είναι υποκυλινδρικό και αρκετά γεροδεμένο. Τα τέσσερα άκρα είναι λεπτά, σχετικά κοντά και με 5 κοντά δάχτυλα, τα οποία φέρουν μικρά, αγκιστρωτά νύχια. Η αρχική ουρά είναι Παχιά με μια περίσφιξη στη βάση και λεπτή άκρη, και το δέρμα της σχηματίζει δακτυλίους, ενώ αν κοπεί και αναγεννηθεί είναι κοντότερη, χωρίς στενή βάση ή δακτυλίους και με στρογγυλεμένη άκρη. Όπως και με όλες τις σαύρες, η αναγεννημένη ουρά δεν έχει σπονδυλική στήλη, αλλά μία χόνδρινη ράβδο, η οποία μπορεί να οστεοποιηθεί μερικώς στην αρχή της, και μέσα της φέρει τον μερικώς αναγεννημένο νωτιαίο μυελό. Η παχιά ουρά χρησιμεύει ως αποθήκη λίπους. Η φολίδωση του είδους χαρακτηρίζεται από κοκκώδεις φολίδες στη ράχη, με διάσπαρτα μεγαλύτερα φύματα ανάμεσά τους όπως και στους δακτυλίους της ουράς, τα οποία του δίνουν τη χαρακτηριστική τραχιά υφή του, ενώ στην κοιλιά οι φολίδες είναι λείες. Ο συνήθης φυσικός χρωματισμός του είδους είναι αποχρώσεις του κίτρινου ή του ανοιχτού καφέ με διάσπαρτες καφέ ή μαύρες κηλίδες. Το κεφάλι είναι συνήθως σκουρότερο καφέ, η ουρά λευκή με μαύρες κηλίδες, ενώ η κάτω πλευρά είναι λευκή και σχεδόν διάφανη. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το μεγαλύτερό τους μέγεθος, το μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, τα ημιπεΪκά φουσκώματα στη βάση της ουράς πίσω από την αμάρα και τους έντονους προπρωκτικούς πόρους. Οι προπρωκτικοί ή προμηριαίοι πόροι, που είναι συνήθως 9-13 στο συγκεκριμένο είδος, σχηματίζουν τόξο μπροστά από την αμάρα και μπορεί να διακόπτονται στο μέσο από μία ή δύο φολίδες. Χρησιμεύουν στη σήμανση της περιοχής, αφού αποθέτουν κηρώδες οσμητικό υλικό στο περιβάλλον. Στα αρσενικά είναι βαθείς, έντονοι και συχνά με ίχνη κηρώδουςς ουσίας, ενώ στα θηλυκά είναι απλώς μικρά βαθουλώματα στις φολίδες.

Το γκέκο αυτό λανθασμένα χαρακτηρίζεται ερημόβιο, αφού στην πραγματικότητα σπανίζει στην έρημο, με μεγαλύτερους πληθυσμούς σε μέρη με υψηλότερες βροχοπτώσεις, σε ξηρά ή μέτριων βροχοπτώσεων κλίματα. Στο Πακιστάν, όπου η εξάπλωση και η βιολογία του έχουν μελετηθεί περισσότερο, μπορεί να βρεθεί σε όλη τη χώρα, από τις πεδιάδες μέχρι τους υποϊμαλάιους λόφους, έως το υψόμετρο των 2.500 μέτρων. Ο E. turcmenicus έχει τη βορειότερη εξάπλωση του γένους, φτάνοντας μέχρι και τον 38ο παράλληλο. Τα γκέκο αυτά συνήθως ζουν σε πετρώδεις περιοχές, όπως πετρώδεις λοφοπλαγιές με χαλικώδες υπόστρωμα, όπου κρύβονται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Σε πιο δασωμένα μέρη κατοικούν κάτω από το φλοιό των δέντρων, οπότε μπορούν να θεωρηθούν ημιδενδρόβια. Μπορούν επίσης να βρεθούν συχνά και σε πετρότοιχους που οριοθετούν σπίτια και χωράφια. Οι πετρότοιχοι αυτοί στο Πακιστάν είναι κατασκευασμένοι από μεγάλες πέτρες, οι οποίες τσιμεντώνονται με λάσπη και μικρότερες πέτρες. Όταν η βροχή διαβρώνει τους αρμούς και ανοίγει διόδους, τα γκέκο εισβάλλουν εκεί. Το είδος μπορεί να βρεθεί επίσης μέσα σε πόλεις, όπου φωλιάζει κάτω από πλάκες, γέφυρες σιδηροδρομικών γραμμών, σε τοίχους και σε υπόγειους σωλήνες, όπου οι διαρροές του παρέχουν υγρασία και τα κενά στη μόνωση κατοικία. Το μικροκλίμα των κρυψωνών αυτών είναι πιο σταθερό και πιο υγρό από τον σκληρό κόσμο της επιφάνειας. Για παράδειγμα, στο οροπέδιο του Ποτοχάρ στο βόρειο Παντζάμπ του Πακιστάν, οι μέσες θερμοκρασίες το Μάρτιο, όταν τα ζώα εξέρχονται από τη νάρκη, κυμαίνονται στους 22-24 βαθμούς, και τον Ιούνιο-Ιούλιο ανεβαίνουν έως τους 40-45 βαθμούς, με υγρασία μεταξύ 30% 40%, ενώ μέσα στις κρυψώνες η υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 40-56%. Με την έλευση των Μουσώνων όμως, η θερμοκρασία πέφτει στους 28-33 βαθμούς και η υγρασία ανεβαίνει στο 70%-80%, και τα γκέκο δραστηριοποιούνται περισσότερο. Γενικώς ο ψυχρός, ξηρός και ανεμώδεις καιρός αναστέλλει τη δραστηριότητά τους, ενώ ο υγρός και θερμός καιρός την εντείνει. Οι ζεστές και υγρές νύχτες είναι ο καιρός που τα γκέκο αυτά γίνονται πιο δραστήρια, όπως άλλωστε και η τροφή τους. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη, που διαρκεί από το Σεπτέμβριο έως το Μάρτιο στο βόρειο Πακιστάν, αλλά από το Δεκέμβριο έως το Μάρτιο στο νότο, όπου τα γκέκο μπορεί να αδρανοποιούνται διακεκομμένα ή και καθόλου. Όπως και πολλά μικρόσωμα ερπετά σε θερμά εύκρατα και υποτροπικά κλίματα, συχνά διακόπτουν τη νάρκη όταν η θερμοκρασίες γίνονται ευνοϊκές, όπως ακριβώς με πολλά είδη στη νότια Ελλάδα και στην Κρήτη.

Λανθασμένα επίσης το γκέκο αυτό χαρακτηρίζεται εδαφόβιο. Στην πραγματικότητα καλύτερα θα το περιέγραφε ο όρος ημιαναρριχητικό, αφού συχνά σκαρφαλώνει με ευκολία τραχιές επιφάνειες. Συχνά η είσοδος στην κατοικία του βρίσκεται αρκετές δεκάδες εκατοστά από το έδαφος, ενώ όταν βρίσκεται μέσα, μπορεί είτε να κοιμάται γαντζωμένο σε κάποια επιφάνεια είτε κάτω. Λανθασμένα επίσης χαρακτηρίζεται μοναχικό, αφού συνήθως ζει σε αποικίες, οι οποίες μπορεί να φτάνουν έως και τα 15 άτομα. Αν και μπορούν να σκάψουν, π.χ. κάτω από μία πέτρα για να βολευτούν καλύτερα, γενικά δεν τροποποιούν το περιβάλλον τους, παρά βρίσκουν έτοιμες κρυψώνες και αξιοποιούν τους θαλάμους και τα περάσματα που σχηματίζουν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες ή τις δομές. Μία αποικία μπορεί να χρησιμοποιεί έναν τόπο διαμονής για πολλά χρόνια. Η αποικία χρησιμοποιεί ένα κοινό σημείο αφόδευσης, συνήθεια που διατηρείται και στην αιχμαλωσία. Είναι εσπερόβια και νυκτόβια ζώα. Μόλις σουρουπώνει, όλα τα γκέκο βγαίνουν έξω και σκορπίζονται στη γύρω περιοχή προς εύρεση τροφής. Τρέφονται με έντομα όπως ακρίδες, γρύλλους, κατσαρίδες, σκαθάρια, κάμπιες, αλά και πιο επικίνδυνα θηράματα, όπως αράχνες, σαρανταποδαρούσες και σκορπιούς, με τους τελευταίους αγαπημένη τροφή. Τα ενήλικα γκέκο είναι και ευκαιριακή κυνηγοί μικρών σπονδυλωτών όπως μικρότερων σαυρών και γκέκο, συμπεριλαμβανομένων και νεοσσών του είδους τους μερικές φορές, σκουληκόφιδων, και νεογέννητων τρωκτικών και νεοσών πουλιών μέσα απ’τις φωλιές. Όπως και τα άλλα ευβλεφαροειδή γκέκο, είναι περισσότερο κυνηγοί αναζήτησης παρά κυνηγοί ενέδρας, ψάχνοντας ενεργητικά στο περιβάλλον για την τροφή τους, την οποία εντοπίζουν με την όραση, αν και μπορεί να οδηγηθούν σ’αυτήν με οσφρητικά ίχνη. Όταν κυνηγούν, κινούνται αργά προς τη λεία τους, συχνά δονώντας την άκρη της ουράς σαν γάτες, εξού και το άλλο τους όνομα, γατογκέκο. Έπειτα τρέχουν γρήγορα προς το θήραμα και το εξουδετερώνουν αφού το δαγκώσουν δυνατά και το κρατήσουν στο στόμα τους. Το μασούν δαγκώνοντάς το λίγες ακόμα φορές, κι έπειτα το καταπίνουν ολόκληρο. Θεωρούνται αργοκίνητα γκέκο που κινούνται αρκετά αργά αν δεν ενοχλούνται, αν και μπορούν να τρέξουν για σύντομο χρόνο όταν κυνηγούν, μαλώνουν ή απειλούνται. Κανονικά κινούνται με αργό, προσεκτικό βήμα, με το σώμα αρκετά ανασηκωμένο από το έδαφος, παρατηρώντας προσεκτικά το περιβάλλον τους, μυρίζοντας και βγάζοντας περιοδικά τη γλώσσα τους για να ανιχνεύσουν με το ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον τις οσμές. Όταν σκαρφαλώνουν, χρησιμοποιούν βοηθητικά και την ουρά τους, ενώ μπορούν να πηδήξουν σε μικρή απόσταση. Κινούνται με ευκολία σε στενούς χώρους και τρύπες, αφού μπορούν να πάνε προς τα πίσω ή να διπλώσουν το σώμα τους και να κάνουν μεταβολή αν υπάρχει αδιέξοδο. Αυτές οι ικανότητες τους χρειάζονται επίσης για την αποφυγή των εχθρών τους.

Εχθροί τους είναι πολλά ζώα, όπως τσακάλια, αλεπούδες, κουκουβάγιες, γεράκια, βαράνοι, σαύρες δράκοι, και διάφορα φίδια όπως ο δρομέας (Ptyas mucosus), το διαδηματόφιδο (Spalarosophis diadema) και η κοινή κόμπρα (Naja naja). Αποφεύγουν τους εχθρούς τους χάρη στην κρυπτική συμπεριφορά τους, στο καμουφλάζ τους, στις οξυμένες αισθήσεις τους και στις άμυνές τους. Εάν αντιμετωπίσουν εχθρό συχνά τρέχουν μακριά, αλά μπορεί επίσης να αποπειραθούν να τον τρομάξουν με μια επίδειξη απειλής, που σκοπό έχει να κάνει το ζώο να φαίνεται μεγαλύτερο και τρομακτικότερο. Στην επίδειξη αυτή, σηκώνουν το σώμα ψηλά, καμπυλώνουν τη ράχη τους, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν ήχους, και σηκώνουν την ουρά τους ψηλά και την κουνούν δεξιά κι αριστερά. Έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν συγκεκριμένους εχθρούς, για παράδειγμα έχει βρεθεί σε μελέτη ότι τα γκέκο αυτά μπορούν να αναγνωρίζουν τα φίδια και να αντιδρούν σ’αυτά, γι’αυτό και στην αιχμαλωσία μπορεί να τρομάξουν π.χ. από ένα καλώδιο που κάνει στροφές και κινείται. Εκτός από τους παραπάνω εχθρούς, το γκέκο αυτό έχει ν’αντιμετωπίσει και τον άνθρωπο, ο οποίος τα καταδιώκει. Αν και εντελώς άκακο ζώο, στο Πακιστάν λανθασμένα πιστεύεται πως είναι δηλητηριώδες, ίσως και πιο επικίνδυνο από την κόμπρα, αφού πιστεύεται ότι ένα δάγκωμά του σκοτώνει το θύμα του σε λίγα λεπτά, υγροποιώντας το. Στο Πακιστάν το είδος αποκαλείται κχαν-κχάιν, κορ κίρλι ή μπις κόμπρα, δηλαδή μικρή κόμπρα. Γι’αυτό συχνά οι ντόπιοι το σκοτώνουν όποτε το βρίσκουν, κι έπειτα πετάνε το ξύλο με το οποίο το σκότωσαν μακριά, γιατί πιστεύουν πως το δηλητήριο περνά στο ξύλο. Όπως αναφέρει και ο ερευνητής Muhammad S. Khan, ο οποίος έχει συγκεντρώσει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τη φυσική ιστορία του είδους που χρησιμοποίησα εδώ, η πεποίθηση αυτή είναι τόσο ισχυρή, αφού όταν μάζευε κηλιδωτά γκέκο για μια μελέτη το 1996 στην αλατούχο πεδιάδα του Παντζάμπ, ένας ντόπιος φοβήθηκε και δε μπορούσε να τον αγγίξει για λίγες μέρες. Όταν κατάλαβε ότι δεν έπαθε τίποτα, εντυπωσιάστηκε και του ζητούσε επανειλημμένα το μαγικό ξόρκι χάρη στο οποίο δεν τον επηρέαζε το δηλητήριό τους. Όπως συνεχίζει ο ίδιος, τα ερπετά και τα αμφίβια γενικά αντιμετωπίζονται με απέχθεια στον ινδοπακιστανικό πολιτισμό, και πέρα από κάποιους ναούς που ζουν κάποια ιερά ερπετά, αντιμετωπίζονται με φόβο, ακόμα και αβλαβή είδη. Για παράδειγμα στο Πακιστάν πιστεύεται ότι τα σαμιαμίδια, τα διάφορα μικρά γκέκο που ζουν μέσα στα σπίτια, είναι δηλητηριώδη, όποιος τα αγγίξει παθαίνει σοβαρά δερματικά προβλήματα και δηλητηριάζουν το φαγητό και το ποτό αν πέσουν μέσα του. Τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται αυτά τα ζώα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Πολλοί από τους μύθους αυτούς διαδίδονται από τους φιδοπιάστες ή γκάργκα στο Πακιστάν, παραδοσιακά μέλη Σανιασίνων ή κατώτερων καστών, που όμως αντιμετωπίζονται με σεβασμό για τις υποτιθέμενες μαγικές τους δυνάμεις, οι οποίοι, για να προστατεύσουν το επάγγελμά τους, τρομοκρατούν τον αμόρφωτο κόσμο με τέτοιες ιστορίες. Αυτοί συχνά γίνονται γητευτές φιδιών και συλλέγουν τα δηλητηριώδη φίδια και άλλα ερπετά όπως τα κηλιδωτά γκέκο για να τα εμπορευτούν, με πολλά να εξάγονται στη Δύση. Παρά τις πιέσεις, το είδος δεν απειλείται και διατηρεί υψηλούς πληθυσμούς ακόμα και σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κρυπτικό και δύσκολο να βρεθεί αν κάποιος δεν ψάχνει γι’αυτό. Αν λοιπόν πιαστεί από κάποιο ζώο ή άνθρωπο, θα προσπαθήσει να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, βγάζοντας ήχους, δαγκώνοντας και αδειάζοντας το περιεχόμενο του εντέρου του. Το δάγκωμά του είναι σχετικά αδύναμο και συνήθως δεν πονάει καθόλου και δε σχίζει το δέρμα. Αν πιαστεί από την ουρά, μπορεί να την ρίξει, όπως και πολλές σαύρες. Η αυτοτομή της ουράς γίνεται στο καταγματικό πεδίο στη μη οστεοποιημένη μέση ενός σπονδύλου. Μόλις η ουρά αποκοπεί, τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως για να μην υπάρξει αιμορραγία, και το ζώο ξεφεύγει, αφήνοντας πίσω του την ουρά, που εξακολουθεί να κινείται, μπρος στο σαστισμένο εχθρό. Έχει βρεθεί ότι η κίνηση της κομμένης ουράς δεν είναι τυχαία, αλλά η ουρά κάνει συνδυασμό μεγάλων και μικρότερων κινήσεων με εντολές από το νωτιαίο μυελό, μέχρι φυσικά να τελειώσουν τα αποθέματα ενέργειάς της και να εξαντληθεί από τον αναερόβιο μεταβολισμό. Ένα γκέκο χωρίς την ουρά του μπορεί να έχει σωθεί, αλλά αυτή η απώλεια κοστίζει. Έχει μόλις χάσει μια μεγάλη αποθήκη λίπους, και η αναγέννηση της νέας, η οποία θα πάρει λίγες εβδομάδες, θα απαιτήσει πολλή ενέργεια. Και φυσικά στο διάστημα της αναγέννησης δε θα μπορεί να κινηθεί τόσο καλά ούτε να ξαναχρησιμοποιήσει τηναυτοτομή ως άμυνα. Η ουρά είναι αρκετά σημαντική, αφού τα νεαρά γκέκο που την χάνουν, προσωρινά διοχετεύουν την ενέργειά τους στην αναγέννησή της, παρά στην ανάπτυξη.

Η περίοδος αναπαραγωγής για το είδος ξεκινά την άνοιξη, σύντομα μετά τη νάρκη, και τελειώνει περίπου στα μέσα του καλοκαιριού. Τα γκέκο αυτά αναγνωρίζουν το φύλο των ομοειδών τους με οσφρητικά ίχνη, τα οποία βρίσκονται πάνω στο σώμα τους και σε επιφάνειες απ’όπου έχουν περάσει. Ενώ προηγουμένως η αποικία ήταν μια μικτή ομάδα, στην περίοδο αυτήν το πιο κυρίαρχο αρσενικό καθαρίζει την επικράτειά του από τους αντιπάλους του. Το αρσενικό χρησιμοποιεί το έκκριμα των πόρων του για να σημάνει την περιοχή του, σύροντας το πίσω μέρος του στο έδαφος και σε επιφάνειες. Όταν συναντά αντίπαλο αρσενικό, σύρει τους πόρους στο έδαφος, κι επίσης γλείφει την περιοχή και απλώνει τη μυρωδιά πάνω του. Έπειτα μπορεί να κάνει μια επίδειξη απειλής, ώστε να τρομάξει ο αντίπαλος. Αν δε φύγει, τότε τρέχει προς το μέρος του, τον δαγκώνει και τον χτυπά με την ουρά. Κατά τη μάχη, και τα δύο ζώα χάνουν κομμάτια της επιδερμίδας τους. Στο τέλος ο ηττημένος φεύγει, έχοντας αφήσει πίσω του αρκετά κομμάτια δέρματος και συνήθως και την ουρά του, τα οποία μπορεί να φάει ο νικητής. Τα γκέκο αυτά είναι προσαρμοσμένα σε τέτοιου είδους τραυματισμούς και αναγεννούν την επιδερμίδα χωρίς καμία ουλή. Έπειτα ο νικητής έχει πρόσβαση σ’όλα τα θηλυκά της επικράτειάς του. Κατά το ζευγάρωμα, το αρσενικό πλησιάζει το θηλυκό δονώντας την ουρά του. Αν αυτό είναι δεκτικό, που συνήθως είναι, πηγαίνει σε μία γωνία και μετά το αρσενικό το δαγκώνει από την ουρά, ανεβαίνοντας σιγά-σιγά προς το λαιμό, απ’όπου το πιάνει. Έπειτα ανεβαίνει πάνω του, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και το αρσενι΄κό τοποθετεί ένα από τα δύο ημιπέη του στην αμάρα του θηλυκού. Ένα τρεμούλιασμα του θηλυκού υποδηλώνει επιτυχές ζευγάρωμα. Αν από την άλλη το θηλυκό δεν είναι δεκτικό, θα προσπαθήσει να φύγει ή θα κάνει επίδειξη απειλής και μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 10-20 μέρες ή και παραπάνω, κι έπειτα το θηλυκό γεννά μία δυάδα λευκών, ωοειδών αυγών μήκους συνήθως 31-35 χιλιοστών και πλάτους 13-16 χιλιοστών. Τα αυγά αυτά έχουν μαλακό κέλυφος και αφυδατώνονται στην ατμόσφαιρα, γι’αυτό το θηλυκό τα αποθέτει σε σκοτεινά και υγρά μέρη που δεν

πιάνει η βροχή, όπως στα βάθυ σχισμών ή κάτω από πέτρες. Ένα θηλυκό, ή όλα τα θηλυκά μιας αποικίας, μπορεί να χρησιμοποιούν ένα ασφαλές σημείο ωοτοκίας για χρόνια. Όπως όλα τα γκέκο, μπορεί να γεννήσουν και ένα μόνο αυγό εάν είναι μικρά, εξαντλημένα κλπ, αλλά κανονικά ποτέ πάνω από δύο. Γέννες με τρία αυγά είναι εξαιρετικά σπάνιες στα γκέκο, και ένα είδος που έχει καταγραφεί με τρία αυγά είναι και το κηλιδωτό γκέκο. Στη φύση το θηλυκό μπορεί να γεννήσει 3-4 φορές το χρόνο, σπάνια περισσότερο, ενώ στην αιχμαλωσία γεννά συνήθως περισσότερες στα παραγωγικά του χρόνια, σπάνια ως και 10. Το διάστημα μεταξύ των γεννών κυμαίνεται στις 10-35 ημέρες, και είναι δυνατό το θηλυκό να απορροφήσει κάποια αυγά εάν οι συνθήκες δεν είναι καλές. Το κηλιδωτό γκέκο παρουσιάζει θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, δηλαδή το φύλο των απογόνων δεν καθορίζεται από τη γενετική, αλλά από τη θερμοκρασία στις πρώτες 22 ημέρες της επώασης. Επίσης η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει το μέγεθος των μικρών, το χρωματισμό, ακόμα και τη συμπεριφορά. Η επίδραση της θερμοκρασίας επώασης στα παραπάνω έχει μελετηθεί εκτενώς σ’αυτό το είδος. Θερμοκρασίες μεταξύ 26-28 βαθμών παράγουν σχεδόν αποκλειστικά θηλυκά, στους 30 βαθμούς παράγεται περίπου ίσο ποσοστό αρσενικών και θηλυκών, ενώ σε θερμοκρασίες μεταξύ 31-32 βαθμών παράγονται κυρίως αρσενικά. Σε θερμοκρασίες 34-35 βαθμών παράγονται τα λεγόμενα ζεστά θηλυκά (hot females), τα οποία όμως είναι ανεπιθύμητα γιατί έχουν συμπεριφορά αρσενικού – προσπαθούν να ζευγαρώσουν με άλλα θηλυκά και μαλώνουν με τα αρσενικά -, έτσι δύσκολα πείθονται να γονιμοποιηθούν. Οι απόγονοί τους ωστόσο είναι υγιείς και γόνιμοι σύμφωνα με μελέτες, παρά τους ισχυρισμούς ότι αυτά τα θηλυκά είναι στείρα ή δε βγάζουν καλούς απογόνους. Ανεξάρτητα με τη θερμοκρασία που επωάστηκαν, όλα τα θηλυκά του είδους φέρουν ίχνη ημιπεών. Ο χρόνος επώασης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, με συντομότερο χρόνο σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως θηλυκά η επώαση μπορεί να διαρκέσει 55-65 ημέρες, ενώ σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως αρσενικά μπορεί να διαρκέσει 35-45 ημέρες. Κάποιες φορές μπορεί να κάνουν ακόμα και λιγότερο, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. Ο χρωματισμός και το μέγεθος των νεοσσών επίσης επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, με πιο ζωηρόχρωμα αλλά μικρότερα μικρά σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, το έμβρυο αξιοποιεί καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά του κρόκου, γι’αυτό γεννιέται μεγαλύτερο και πιο εύρωστο. Αντίθετα σε υψηλές θερμοκρασίες, αν και το έμβρυο αναπτύσσεται ταχύτερα, μεταβολίζει έτσι κι αλλιώς υψηλότερα για να συντηρηθεί, έτσι καίει περισσότερη ενέργεια και γεννιέται μικρότερο. Οι πεπειραμένοι και ευσυνείδητοι εκτροφείς κάνουν περίπλοκους χειρισμούς με τη θερμοκρασία για να επηρεάσουν το φύλο και το χρωματισμό των γκέκο, φροντίζοντας παράλληλα και για την υγεία τους. Ένα μυστικό για παράδειγμα είναι η επώαση των θηλυκών σε χαμηλές θερμοκρασίες, και η μετακίνησή τους μετά το παράθυρο του φυλοκαθορισμού σε υψηλότερες, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να έχουν εντονότερα χρώματα. Αν ψάξετε για αποτελέσματα μελετών πάνω στην αναπαραγωγή του κηλιδωτού γκέκο, θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Για παράδειγμα, τα θηλυκά έχουν έναν τρόπο ενδυνάμωσης των μικρών, ακόμα κι αν τα αυγά τους είναι μικρότερα. Όσο περνά το καλοκαίρι, τα θηλυκά εξαντλούνται από τις απανωτές γέννες και γεννούν μικρότερα αυγά, τα οποία δίνουν μικρότερα μικρά. Έτσι, για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα αυτών των μικρών, εφοδιάζουν τον κρόκο του αυγού με επιπλέον στεροειδή, ώστε τα μικρά να είναι ανταγωνιστικότερα και επιθετικότερα σε σχέση με τα σωματικά μεγαλύτερ απαλιότερα αδέρφια τους. Έναάλλο ενδιαφέρον εύρημα είναι η ανακάλυψη ότι το προγεννητικό περιβάλλον επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεοσσών του κηλιδωτού γκέκο. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για το πόσο πολύ το αγέννητο παιδί επηρεάζεται από το περιβάλλον της μητέρας του. Αν ακούει κλασική μουσική θα είναι ήρεμο, αν η μάνα δεν τρώει σωστά θα είναι παλιοχαρακτήρας κλπ. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, αυγά κηλιδωτών γκέκο χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, η μία επωάστηκε σε απόλυτο σκοτάδι, η άλλη σε λίγο φως και η άλλη σε φως με σχήματα. Όταν γεννήθηκαν, για τις πρώτες μέρες αυτά που επωάστηκαν κάτω από σχήματα προτίμησαν το ίδιο περιβάλλον. Οπότε ο μύθος της σπουδαιότητας της προγεννητικής επίδρασης καταρρίπτεται, αν ακόμα και μια σαύρα, που δε φροντίζει τα μικρά της, παρουσιάζει το ίδιο χαρακτηριστικό.

Στο τέλος της επώασης λοιπόν, το αυγό καταρρέει και σύντομα ο νεοσσός εκκολάπτεται. ΟΙ νεοσσοί έχουν μήκος 6-8 εκ. και βάρος 3-5 γραμμάρια. Αλλάζουν το πρώτο τους δέρμα σε 2-3 μέρες και μετά αρχίζουν να τρώνε. Στα χρώματα και στη συμπεριφορά διαφέρουν πολύ από τα ενήλικα άτομα του είδους τους• έχουν μαύρο ή σκούρο καφέ χρώμα, με δύο ή τρεις κίτρινες ζώνες στο σώμα, μια λευκοκίτρινη στον αυχένα που φτάνει ως τα χείλη και πολλές μικρότερες στην ουρά. Ο χρωματισμός τους είναι μιμητικός δηλητηριωδών αρθροπόδων στην περιοχή τους, κι όταν αντιμετωπίζουν εχθρό δε διστάζουν να του αντιπαρατεθούν. Σε περίπτωση απειλής. Σηκώνουν την ουρά τους ψηλά, σαν σκορπιοί, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν μια έντονη για το μέγεθός τους κραυγή, ενώ μπορεί επίσης να πεταχτούν προς την απειλή και να δαγκώσουν. Αν και το δάγκωμά τους είναι ασήμαντο, το ζώο μπορεί να νομίζει ότι τσιμπήθηκε από κάτι επικίνδυνο και να το αφήσει. Οι άνθρωποι που ζούσαν σε συμπατ΄ρια με το γκέκο ίσως να τρόμαζαν επίσης από την υπερβολική αντίδραση ενός τόσο μικρού ζώου, κι έτσι να το θεώρησαν λανθασμένα επικίνδυνο. Τα μικρά περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή στους τρεις μήνες της ζωής τους, οπότε οι σκούρες περιοχές σπάνε σε κηλίδες και το ζώο αποκτά τον γνωστό χρωματισμό παραλλαγής. Έκτοτε, είναι πιθανότερο να τρέξουν μακριά από κάποια απειλή παρά να της αντιπαρατεθούν. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου το μικρό είναι πιο τσαμπουκάς από τον ενήλικα. Στο διάστημα αυτό των τριών μηνών είναι επίσης δυνατή η διάγνωση του φύλου από κάποιο προσεκτικό μάτι, αλλιώς μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ασφάλεια στους 5-6 μήνες. Πολύ πεπειραμένοι εκτροφείς μπορούν ωστόσο να διαγνώσουν το φύλο στις 2-3 βδομάδες. Τα γκέκο αυτά ωριμάζουν γεννητικά στους 9-12 μήνες, και στη φύση φτάνουν συνήθως στο πλήρες τους μέγεθος τον επόμενο χρόνο από τη γέννησή τους. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεράζουν αναπαραγωγικά υπό συνθήκες χαλαρής αναπαραγωγής στα 10-12 χρόνια, ενώ τα αρσενικά διατηρούνται ακμαία πρακτικά για όλη τους τη ζωή. Αντίθετα, σε συνθήκες εντατικής αναπαραγωγής, όπως εφαρμόζουν μερικοί εκτροφείς, όπου τα θηλυκά αναπαράγονται από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο και γεννούν πάνω από 10 φορές, τα θηλυκά παύουν να είναι γόνιμα μετά τα 4 χρόνια και συνήθως πεθαίνουν στα 7-10 χρόνια. Η κανονική διάρκεια ζωής του είδους κυμαίνεται στα 15-20 χρόνια, με τα αρσενικά να ζουν περισσότερο από τα θηλυκά λόγω λιγότερης καταπόνησης κατά την αναπαραγωγή, τα οποία κατέχουν και το ρεκόρ, με ένα αρσενικό στο Ζωολογικό Κήπο Woodland Park του Σιάτλ με καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τα 28,5 χρόνια.

Στην αιχμαλωσία

Το κηλιδωτό γκέκο του είδους Eublepharis macularius είναι από τις κοινότερες, αν όχι η κοινότερη, σαύρα στην αιχμαλωσία παγκοσμίως. Έχει μεγάλο ιστορικό εκτροφείς και μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη εξημερωμένη σαύρα. Εάν ο βασικός ορισμός της εξημέρωσης είναι η γενετική τροποποίηση ενός οργανισμού από τον άνθρωπο, αυτό το είδος τον πληροί. Δεν είναι εξημερωμένο όπως ένας σκύλος ή κάποιο άλλο μεγάλο ζώο που συνεργάζεται με τον άνθρωπο, αλλά όπως τα χρυσόψαρα, μικρά πουλιά κλπ, που κυρίως έχουν επιλεγεί για την εμφάνισή τους. Ακόμα και ο χρωματισμός άγριου τύπου (normal) του γκέκο αυτού δεν αντιστοιχεί πλήρως σε κάποια φυσική μορφή του, μιας και τα διάφορα υποείδη και οι τοπικές παραλλαγές συγχωνεύτηκαν στα πρώτα χρόνια της αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Εκείνη την εποχή, οι εκτροφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να κρατήσουν ένα είδος ζωντανό και να βγάλουν απογόνους, παρά να διατηρήσουν καθαρές τις γραμμές. Έτσι το σημερινό αιχμάλωτο είδος αποτελεί σύμφυρση όλων των υποειδών, με μεγαλύτερη συμβολή αυτών του Πακιστάν. Πέρα από κατοικίδιο, το κηλιδωτό γκέκο έχει γίνει χάρη στην εύκολη συντήρηση και αναπαραγωγή του χρήσιμος οργανισμός μοντέλο στα εργαστήρια, στο οποίο μελετώνται πράγματα όπως η επίδραση των συνθηκών επώασης στο φύλο και στο φαινότυπο των μικρών, όπως προανέφερα, η αναγέννηση της ουράς και του δέρματος, η αντικατάσταση των δοντιών, η εμβρυική ανάπτυξη, η θερμορρύθμιση κλπ. Είναι ένα από τα πλέον μελετημένα ερπετά, και γι’αυτό έχουμε πολλές επιστημονικές πληροφορίες όσον αφορά αυτό το είδος.
Η εκτροφή του γκέκο αυτού στην αιχμαλωσία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν σε Ευρώπη και ΗΠΑ χιλιάδες πιασμένα άτομα κυρίως από το Πακιστάν, αλλά και από γειτονικές χώρες. Μέσα σ’όλες αυτές τις χιλιάδες κιτρινόμαυρων σαυρών, τύχαινε να υπάρχουν μερικές με αποκλίνοντα χρωματισμό, οι οποίες έγιναν η βάσεις για τα σημερινά μορφικά. Άλλα μορφικά προέρχονταν από τυχαίες μεταλλάξεις στην αιχμαλωσία. Τα μορφικά ήταν αυτό που απογείωσε την εκτροφή του κηλιδωτού γκέκο, και το έβαλε στη θέση που είναι σήμερα. Παρόλο που οι τεχνικές διατήρησης και αναπαραγωγής είχαν τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμα και τότε συνέχισαν οι εισαγωγές γκέκο, επειδή ήταν φθηνότερα, άρα ο κόσμος εξακολουθούσε να τα αγοράζει, κι επίσης οι εκτροφείς περίμεναν να βρουν αυτό το μοναδικό ζώο που έψαχναν. Τελικά το Πακιστάν έκλεισε τις εξαγωγές γκέκο το 1990, κι έκτοτε οι τεχνικές εκτροφής του τελειοποιήθηκαν, ώστε σήμερα να έχουμε σχεδόν υπερπληθυσμό αυτών των ζώων και προσιτές, αν όχι εξευτελιστικές τιμές για normal και απλά μορφικά. Έτσι γίνεται δυστυχώς, δε βάζει ο κόσμος μυαλό εκτός κι αν υπάρχει ένας μπαμπούλας πάνω απ’το κεφάλι του με τη μορφή νέων νομοθεσιών και απαγορεύσεων στις εξαγωγές. Ο κόσμος συνέχιζε ν’αγοράζει πιασμένα ζώα, μόνο και μόνο επειδή ήταν φθηνότερα, άσχετα αν ήταν χειρότερα στην υγεία τους ή αυτό επηρέαζε τους άγριους πληθυσμούς. Απευθύνω την έκκλησή μου σ’όλους τους αναγνώστες μου, να αγοράζετε όσο γίνεται μόνο ζώα από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία (cb). Σήμερα λοιπόν όλα τα γκέκο που κυκλοφορούν στο εμπόριο προέρχονται αποκλειστικά από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι όλοι οι εκτροφείς είναι ευσυνείδητοι και όλα τα καταστήματα σωστά.
Προσπαθήστε ν’αγοράζετε κηλιδωτά γκέκο από χομπίστες εκτροφείς που αγαπούν τα ζώα τους και κάνουν το καλύτερο γι’αυτά, ή από εξειδικευμένα καταστήματα στα ερπετά. Εκτός από τον άγριο τύπο ή normal υπάρχουν και δεκάδες μορφισμών, τους οποίους δε μπορώ να συζητήσω σ’αυτό το άρθρο γιατί είναι πάρα πολλοί. Βασικά τα μορφικά είναι ζώα που έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για το χρωματισμό τους, ο οποίος διαφέρει από τον φυσικό. Υπάρχουν ελαφριά μορφικά όπως τα tangerine με πορτοκαλίζον χρώμα και τα high yellow με εντονότερα κίτρινα, hypo με λιγότερη μελανίνη, κλπ, αλλά υπάρχουν και πιο αποκλίνοντα όπως τα patternless χωρίς σχέδια, τα Mac snow, με ασπρόμαυρα χρώματα, τρεις τύποι αλφικών (Albino), κλπ. Οι μορφισμοί μπορεί να οφείλονται είτε σε υπολειπόμενα γονίδια, είτε σε συνυπερέχοντα γονίδια, ή σε πολυγονιδιακά φαινόμενα. Εκτός από το χρωματισμό, ορισμένα μορφικά έχουν επιλεγεί για το μέγεθός τους, όπως για παράδειγμα οι γίγαντες Τρέμπερ (Tremper giants), οι οποίοι φτάνουν τα 30 εκατοστά σε μήκος και τα 140 γραμμάρια σε βάρος. Ο Ron Tremper είναι μεγάλο και παλιό όνομα στην εκτροφή αυτού του είδους, πρωτοπόρος σε πολλές τεχνικές και δημιουργός πολλών πετυχημένων μορφικών. Τα μορφικά δε διαφέρουν σε κάτι σημαντικό πέρα από το χρώμα ή και το μέγεθος από τα «κανονικά» κηλιδωτά γκέκο, και φυσικά μπορούν να συνδυαστούν για να δώσουν είτε ετερόζυγα νορμάλ είτε άλλα μορφικά, ανάλογα με το γενετικό συνδυασμό. Υπάρχουν ωστόσο και λίγες εξαιρέσεις, όπως τα enigma, σημαντικό ποσοστό των οποίων παρουσιάζει σοβαρά νευρολογικά προβλήματα, και γι’αυτό η δημοτικότητά τους έχει πέσει. Επίσης τα αλφικά ζώα δεν ανέχονται τον υψηλό φωτισμό, αλλά πέρα απ’αυτό, δεν έχουν κάποιο άλλο πρόβλημα. Παράλληλα με την αγορά των μορφικών, υπάρχουν και εκτροφείς που διατηρούν καθαρές γραμμές του άγριου τύπου ή συγγενικών ειδών. Τα ζώα αυτά, επειδή έχουν μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία, χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση κλειστών γραμμών μορφικών. Υπάρχει ωστόσο πιθανότητα οι περισσότερες απ’αυτές τις γραμμές να έχουν μικρό ποσοστό επιμιξίας με E. Macularius, για παράδειγμα αυτό λέγεται συχνά για τους E. Turcmenicus, αν και μόνο μία εξέταση dna θα μπορούσε να λύσει το φλέγον ζήτημα.

Όπως προανέφερα, τα γκέκο αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα. Αν και θα μπορούσαν να ζήσουν σ’ένα χώρο 40χ25 με δύο κρυψώνες, μία στη ζεστή και μία στη δροσερή μεριά και μια υγρή κρυψώνα, χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα και ένα μπολ τροφής και νερού, καλό είναι να τους δίνεται κάτι περισσότερο. Το παραπάνω είναι το ελάχιστο που προτείνεται για ένα γκέκο, αν και στην πραγματικότητα είναι αρκετά λίγο. Εφόσον το γκέκο αυτό σκαρφαλώνει στη φύση, θα χρειαστεί περισσότερα αντικείμενα αναρρίχησης ώστε να ασκείται. Ένας χώρος 45χ30 είναι ιδανικός για ένα, οριακός για δύο συμβατά γκέκο, ενώ ένας χώρος 60χ45 είναι ιδανικός για δύο ή και τρία. Για κάθε νέο ζώο, ο χώρος θα πρέπει να αυξάνεται περίπου κατά 50%. Το ύψος δεν έχει τόση σημασία, αν και καλό είναι να έχουν λίγα εκατοστά να σκαρφαλώνουν, για παράδειγμα 20-30 εκατοστά. Τα γκέκο αυτά ζουν άνετα σε ομάδες, αρκεί να θυμάστε ότι δύο αρσενικά στην πορεία σίγουρα θα μαλώσουν, ίσως μέχρι θανάτου επειδή ο ηττημένος δε θα μπορεί να ξεφύγει, ένα αρσενικό με ένα ή περισσότερα θηλυκά θα οδηγήσει σίγουρα σε αναπαραγωγή, κάτι που μπορεί να επιδιώκετε ή όχι, ενώ ένα αρσενικό με ένα μόνο θηλυκό είναι πιθανό να στρεσάρει το θηλυκό επειδή θα δέχεται συνεχή παρενόχληση από το αρσενικό, και μπορεί επίσης το αρσενικό να τραυματιστεί από το μη δεκτικό θηλυκό. Οπότε καλύτερο σχήμα είναι είτε πάνω από ένα θηλυκό είτε ένα αρσενικό με δύο ή περισσότερα θηλυκά, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι τα ζευγάρια έχουν πάντοτε προβλήματα. Εάν παρατηρείτε ότι μαλώνουν και κάποιο στρεσάρεται τόσο ώστε να μην τρέφεται σωστά ή δείχνει τραυματισμένο, καλύτερα να το απομονώσετε και ν’αναζητήσετε την αιτία του προβλήματος, π.χ. ανεπαρκής χώρος, αλλιώς ίσως χρειαστεί να το έχετε χωριστά μόνιμα. Το τερράριο εσωτερικά θα πρέπει να περιέχει επιφάνειες για σκαρφάλωμα και κρυψώνες. Προτείνεται, σε περίπτωση που στεγάζεται πάνω από ένα γκέκο στον ίδιο χώρο, να υπάρχουν ξεχωριστές κρυψώνες για το καθένα, αν και στην πραγματικότητα συνήθως όλα χρησιμοποιούν την ίδια. Αντικείμενα όπως πέτρες, χοντρά κλαδιά, κομμάτια φλοιού, σπασμένες γλάστρες, ή κομμένες καρύδες, μισά κούτσουρα και κορμοί και κομμάτια από φελλό που πωλούνται στα ειδικά καταστήματα είναι κατάλληλα για τη διακόσμηση του τερραρίου. Χρειάζεται μόνο προσοχή με τις πέτρες και παρόμοια βαριά αντικείμενα, τα οποία θα πρέπει να είναι καλά στερεωμένα για να μην πέσουν και καταπλακώσουν τα γκέκο. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα κρυψήματος και στη θερμή και στη δροσερή πλευρά, ώστε το ζώό να μην αναγκάζεται να θυσιάζει τη θερμορρύθμισή του για την ασφάλεια. Καλύτερο είναι να μπορεί να κινείται από τη μία πλευρά στην άλη κρυμμένο, οπότε μια μακρόστενη κρυψώνα όπως ένα κομμάτι φλοιού ή φελλού είναι ιδανική. Μία υγρή κρυψώνα στη ζεστή πλευρά είναι επίσης απαραίτητη. Στη φύση αυτά τα γκέκο ζουν σε υγρά μικροκλίματα, και μια τέτοια κρυψώνα θα τα βοηθήσει να διατηρούν την ενυδάτωσή τους και να αλάζουν το δέρμα τους χωρίς προβλήματα. Στην πιο απλή της μορφή, η υγρή κρυψώνα είναι ένα κουτί όπως ένα ταπεράκι γεμισμένο με υγρά χαρτιά, τύρφη, βρύα ή χώμα, το οποίο έχει μια τρύπα στο πλάι για να μπαινοβγαίνει το γκέκο. Η κρυψώνα αυτή λειτουργεί επίσης ως χώρος εναπόθεσης των αυγών σε περίπτωση αναπαραγωγής. Επειδή συχνά τα γκέκο περνούν πολύ χρόνο εκεί, γίνεται να την συγχωνεύσεται με τη ζεστή κρυψώνα, π.χ. μια μεγάλη ζεστή κρυψώνα με το μισό της υγρό. Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι κάτι εύκολο στο καθάρισμα και ασφαλές. Η άμμος είναι εντελώς ακατάλληλη, γιατί απλώς το ζώο αυτό δεν είναι προσαρμοσμένο να ζει και να βαδίζει στην άμμο. Οι σαύρες που βαδίζουν στην άμμο, όπως ο τερατοσκίγκος, έχουν κροσσωτές φολίδες στα δάχτυλά τους. Το γκέκο αυτό δεν έχει. Η άμμος, εκτός του ότι είναι βαριά και δύσκολη στο καθάρισμα επειδή απορροφά υγρά και μικροσωματίδια, παράγει πολλή σκόνη, ενδέχεται να προκαλέσει ενσφήνωση αν το ζώο την καταπίνει συχνά, και μπορεί να εισχωρήσει σε ευαίσθητες περιοχές όπως μέσα στα μάτια, ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια, στα ρουθούνια, στα αυτιά, στην αμάρα κλπ, προκαλώντας ερεθισμούς και μολύνσεις. Γι’αυτό καλύτερα να την αποφύγετε. Εάν θέλετε οπωσδήποτε ένα φυσικό υπόστρωμα, μπορείτε να φτιάξετε ένα σκληρό μείγμα από αργιλώδες χώμα, χαλίκια και πετραδάκια, το οποίο θα πρέπει να συμπιέσετε καλά. Αλλιώς μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την ευκολότερη λύση, χαρτί. Χαρτί κουζίνας για τα μικρότερα ή και για τα ενήλικα, και εφημερίδα ή άλλα σκληρότερα χαρτιά για τα ενήλικα. Οποιοδήποτε χαρτί που δε γλιστρά πολύ κάνει. Τα κηλιδωτά γκέκο επιλέγουν μία γωνία του χώρου τους όπου αφοδεύουν αυστηρά εκεί, οπότε το καθάρισμά τους είναι πολύ εύκολο. Τα νεαρά ωστόσο άτομα, που ακόμα δεν έχουν εγκαθιδρύσει κάποια επικράτεια, μπορεί για τους πρώτους μήνες να αφοδεύουν οπουδήποτε.

Όπως όλα τα ερπετά, έτσι και τα κηλιδωτά γκέκο θα πρέπει να θερμορρυθμίζονται. Το τερράριο θα πρέπει να έχει από κάτω μια θερμαντική πλάκα, η οποία θα θερμαίνει το 1/3 του πυθμένα του χώρου στους 32-34 βαθμούς, ενώ το υπόλοιπο θα μένει αθέρμαστο. Έτσι το ζώό θα μπορεί να κινείται από τη ζεστή στη δροσερή πλευρά όποτε το χρειάζεται. Η θέρμανση επιτυγχάνεται και με λάμπα, αλλά για το συγκεκριμένο είδος, η ζέστη από κάτω είναι πολύ αποτελεσματική. Ίσως ωστόσο σε μεγαλύτερα και ψηλότερα τερράρια με παχύτερο πυθμένα να χρειαστεί και μία λάμπα, η οποία θα θερμαίνει επίσης τον αέρα και τις επιφάνειες. Εάν χρησιμοποιείται λάμπα, θα πρέπει να σβήνει το βράδυ, εκτός κι αν είναι κεραμική και δεν εκπέμπει φως. Αλλιώς η θερμαντική πλάκα μπορεί είτε να μένει αναμμένη όλο το εικοσιτετράωρο είτε να σβήνει το βράδυ. Τα γκέκο αυτά δεν ενοχλούνται με τη μόνιμη παροχή θερμότητας. Εάν ωστόσο θέλετε να την ρίξετε το βράδυ, η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 22-26 βαθμούς. Αν και γίνεται να πέσει ως τους 18 χωρίς άμεσο πρόβλημα, ο μεταβολισμός τους θα πέσει και δε θα αποδίδουν όσο θα μπορούσαν. Το καλοκαίρι, εάν η περιβαλλοντική θερμοκρασία φτάνει τους 30-32 βαθμούς ή και παραπάνω κάθε μέρα, δε θα χρειαστεί θερμαντικός εξοπλισμός. Θυμηθείτε ωστόσο να τον ανάψετε αμέσως μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτά τα επίπεδα. Μια ευκολότερη λύση είναι να τον έχετε συνδεδεμένο σε θερμοστάτη ή ροοστάτη, ο οποίος αυτόματα θα τον ανάβει όποτε η θερμοκρασία πέφτει σε σχέση με το σημείο που ρυθμίσατε. Όπως και τα περισσότερα γκέκο και οι νυκτόβιες σαύρες, το κηλιδωτό γκέκο δεν είναι ακριβής θερμορρυθμιστής όπως τα ημερόβια είδη που λιάζονται, γι’αυτό δε χρειάζεται μια συγκεκριμένη θερμοκρασία για να λειτουργεί σωστά. Λειτουργεί σε μια ευρύτερη ζώνη θερμοκρασιών, με προτιμότερες αυτές μεταξύ 30-33 βαθμούς. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (uvb), με την οποία τα ερπετά και άλλα ζώα συνθέτουν τη βιταμίνη d3 για το μεταβολισμό του ασβεστίου δεν είναι απαραίτητη για το συγκεκριμένο είδος, αφού είναι νυκτόβιο και μπορεί να λαμβάνει τη βιταμίνη μέσω της διατροφής, εντούτοις ακόμα και τα νυκτόβια εκτίθενται στον ήλιο, γι’αυτό μερικοί πιστεύουν ότι μια λάμπα uvb χαμηλής απόδοσης γύρω στο 2% ωφελεί, αν και δεν έχει γίνει σχετική μελέτη γι’αυτό.
Θα μπορούσατε να την εντάξετε σε κάποιο μεγάλο τερράριο εάν επιθυμείτε.

Τα γκέκο αυτά είναι σχεδόν αποκλειστικά εντομοφάγα. Μπορούν να φάνε διάφορα έντομα που εκτρέφονται για εντομοφάγα ζώα, όπως γρύλλους (Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shellfordella tartara), αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), προνύμφες και σκαθάρια, βασιλικά αλευροσκούληκα (Zophobas morio), κηροσκούληκα ή μελοσκούληκα (Galleria melonella), και προνύμφες και πεταλούδες, προνύμφες μαύρης στρατιωτόμυγας ή phoenix worms (Hermetia illucens), προνύμφες χρυσού σκαραβαίου (Pachnoda marginata) κλπ. Τα παραπάνω έντομα θα τα βρείτε σε εξειδικευμένα καταστήματα για ερπετά ή μπορείτε να τα παραγγείλετε, ενώ ορισμένα, όπως τα αλευροσκούληκα και τις κατσαρίδες της Αργεντινής, μπορείτε εύκολα να τα εκθρέψετε και μόνοι σας. Δεν προτείνεται να δίνετε στα γκέκο σας έντομα πιασμένα απ’τη φύση, γιατί μπορεί να περιέχουν τοξικά χημικά ή επικίνδυνους μικροοργανισμούς. Εάν θέλετε να τα δώσετε, καλύτερα να πιάσετε σχετικά ασφαλή έντομα όπως γρύλλους, ακρίδες, πράσινες μη τριχωτές κάμπιες από μη τοξικά φυτά, νυχτοπεταλούδες κλπ, και να αποφύγετε έντομα με κακή γεύση ή τοξίνες όπως πασχαλίτσες, πυγολαμπίδες, βρωμούσες, τριχωτές κάμπιες κλπ, αλά και έντομα που είναι πιθανότερο να φέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς όπως μύγες, κοπροφάγους σκαραβαίους και κατσαρίδες από το σπίτι σας. Ένα ενήλικο γκέκο μπορεί να φάει 3-6 έντομα, ανάλογα με το μέγεθός τους. Μπορούν να φάνε χωρίς πρόβλημα έντομα όσο και το 90% του κεφαλιού. Εάν συστεγάζετε γκέκο, κανονίστε την ποσότητα ανάλογα. Εάν την άλλη μέρα όλα τα έντομα λείπουν, τοποθετήστε λίγα περισσότερα για να βεβαιωθείτε ότι δεν πεινάει κανείς. Τα έντομα που δεν πηδούν και τείνουν να κρύβονται μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, απ’όπου δε θα μπορούν να ξεφύγουν και τα γκέκο θα τα πιάνουν εύκολα. Έντομα που πηδάνε όπως οι γρύλλοι και οι ακρίδες μπορούν ν’αφεθούν ελεύθερα στο χώρο, και τα γκέκο θα τα κυνηγήσουν. Τα ενήλικα γκέκο θα πρέπει να τρώνε κάθε 2-3 μέρες, ενώ τα αναπτυσσόμενα καθημερινά. Κοντά περίπου στο χρόνο, τα ίδια τα γκέκο θα μειώσουν την πρόσληψη τροφής τους καθώς σταματά η ανάπτυξή τους, ειδοποιώντας σας για την αλλαγή στο πρόγραμμα ταΐσματος. Παρόλα αυτά μπορείτε να έχετε μόνιμα το μπολ γεμάτο, και το γκέκο να τρώει όποτε θέλει. Αυτό εφαρμόζουν οι περισσότεροι εκτροφείς, ωστόσο έχει δεχτεί κριτική γιατί μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία. Το παραπάνω δεν ισχύει για τα αναπαραγόμενα θηλυκά, τα οποία έχουν υψηλότερες ανάγκες σε θρεπτική τροφή. Χάρη στις μεγάλες αποθήκες λίπους αυτού του είδουςς, μπορεί να επιβιώσει για αρκετό διάστημα χωρίς τροφή. Η βασική τροφή που χρησιμοποιούν οι εκτροφείς είναι τα αλευροσκούληκα, μια θρεπτική αλλά παχυντική τροφή. Συχνά λόγω αυτού τα γκέκο εθίζονται στα αλευροσκούληκα, με αποτέλεσμα να χάνουν γρήγορα βάρος όταν αυτά ελαττώνονται στη διατροφή τους μέχρι να προσαρμοστούν. Η ποικιλία είναι σημαντική για τη διατροφή κάθε ζώου. Φροντίστε να παρέχετε στα γκέκο μια ποικίλη διατροφή, ή τουλάχιστον δύο βασικά είδη, π.χ. αλευροσκούληκο και γρύλλο ή αλευροσκούληκο και κατσαρίδα Αργεντινής, τα οποία θα συμπληρώνετε με διάφορα άλλα είδη περιστασιακά. Τα μελοσκούληκα δε θα πρέπει να δίνονται ως βασική τροφή, γιατί είναι υπερβολικά παχυντικά (40% λίπος) και εθιστικά. Επίσης τα γκέκο μπορεί να μην φάνε όλα τα είδη που προανέφερα, για παράδειγμα πολλά δε δέχονται τις σκληρές, αν και θρεπτικές προνύμφες μύγας και τις νυχτοπεταλούδες. Επειδή τα περισσότερα έντομα υπολείπονται σε ασβέστιο, θα πρέπει να συμπληρώνονται μ’αυτό το στοιχείο με την ειδική σκόνη, σε κάθε τάισμα για τα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά και σε κάθε λίγα ταΐσματα για τα ενήλικα. Πολλοί εκτροφείς τοποθετούν ένα μπολ με σκόνη ασβεστίου μόνιμα στο τερράριο των γκέκο, ιδίως όταν τα θηλυκά αναπαράγονται, και αυτό είναι μια καλή ιδέα για μια τέτοια περίπτωση. Επίσης θα χρειαστεί συμπλήρωση και με βιταμίνη d3, κάθε εβδομάδα για τα μικρά και αραιότερα για τα ενήλικα, ενώ οι πολυβιταμίνες θα πρέπει να δίνονται κάθε 2 βδομάδες για τα μικρά και κάθε μήνα για τα ενήλικα. Αν ωστόσο τα θηράματα των γκέκο τρέφονται με πλούσιες τροφές, οι πολυβιταμίνες μπορεί να μη χρειάζονται τόσο πολύ. Είναι κοινή πρακτική τα θηράματα, ιδίως αν δε βγήκαν πρόσφατα από την αποικία, να ταΐζονται για λίγες μέρες με θρεπτική τροφή όπως φρούτα, λαχανικά και πίτουρο για να τα αφομοιώσουν στο σώμα τους και να γίνουν θρεπτικότερη τροφή τα ίδια. Πέρα από έντομα, τα ενήλικα κηλιδωτά γκέκο μπορούν να τρώνε περιστασιακά ένα νεογέννητο ποντικάκι (pinky), το οποίο, αν και δεν είναι υποχρεωτικό, μπορεί να βοηθήσει στη γρήγορη πρόσκτηση βάρους και την επαναφορά εξαντλημένων θηλυκών. Θα πρέπει να δίνονται με μέτρο εντούτοις, π.χ. μια φορά το μήνα, γιατί είναι ιδιαίτερα παχυντικά. Εκτός από κρέας, τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε και πολτοποιημένα φρούτα, όπως ροδάκινο, αχλάδι ή λαχανικά όπως καρότο. Αν κι αυτό έχει δεχτεί κριτική επειδή υποτίθεται στη φύση δεν τρώνε, στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν τρώνε και το γεγονός ότι τα τρώνε στην αιχμαλωσία υποδηλώνει ότι τα τρώνε και στη φύση. Τα περισσότερα γκέκο άλλωστε, ακόμα και ερημόβια είδη, τρέφονται και με καρπούς ή άλλα γλυκά μέρη φυτών, οπότε δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Μπορείτε να τα δίνετε κάποιο μαλακό φρούτο 1-2 φορές το μήνα εάν θέλετε, αλλά και χωρίς αυτό μπορούν να ζήσουν κανονικά. Δε θα φάνε όλα τα γκέκο το φρουτοπολτό. Τα γκέκο αυτά κατάγονται από ξηρά μέρη, οπότε σπάνια βρίσκουν νερό. Αν και προτείνεται ο χώρος τους να έχει ένα μπολ νερού, απ’όπου πίνουν, δεν είναι απαραίτητο, αφού οι ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν εύκολα από την τροφή τους, την υγρή κρυψώνα και ένα ελαφρύ ψέκασμα που μπορείτε να κάνετε 1-2 φορές την εβδομάδα στο χώρο τους, ώστε να πιουν τα σταγονίδια. Ψεκάστε μόνο συγκεκριμένες περιοχές που χρησιμοποιούν πολύ και όχι υπερβολικά, μιας και σκοπός σας δεν είναι να ανεβάσετε υπερβολικά την υγρασία.

Η αναπαραγωγή αυτού του γκέκο είναι αρκετά εύκολη υπόθεση. Δε χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις και εξοπλισμό, αλά, όπως με όλα τα πράγματα, η εμπειρία θα σας κάνει καλύτερους. Τις περισσότερες πληροφορίες για την αναπαραγωγή, όπως για το ζευγάρωμα, την ωοτοκία, την θερμοκρασία και το χρόνο επώασης, τον καθορισμό του φύλου κλπ τις παρέθεσα παραπάνω, αλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Τα ζώα χρειάζονται προετοιμασία. Καταρχάς θα πρέπει να βρίσκονται σε ώριμη ηλικία, τουλάχιστον 9 μήνες για τα αρσενικά και 12 για τα θηλυκά, και φυσικά αν είναι λίγο μεγαλύτερα, ιδίως τα θηλυκά, είναι ακόμα καλύτερο, ώστε να ανταπεξέλθουν καλύτερα στο στρες της διαδικασίας. Αφού λοιπόν είστε βέβαιοι ότι έχετε αρσενικό και θηλυκό κατάλληλης ηλικίας και σε καλή υγεία, θα πρέπει να τα περάσετε από χειμερία νάρκη, το οποίο προσομοιώνει τις συνθήκες στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο E. macularius αναπαράγεται και χωρίς να πέσει σε νάρκη, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφίβολα. Για βορειότερα είδη, όπως ο E. turcmenicus, η νάρκη είναι υποχρεωτική, και σύμφωνα με παρατηρήσεις που έγιναν στο Ζωολογικό Κήπο της Μόσχας σε συνεργασία με το Ζωολογικό Ινστιτούτο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, θα πρέπει να διαρκεί τρεις μήνες σε θερμοκρασία 13-14 βαθμών Κελσίου. Το ίδιο πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί και για τον E. macularius, αλλά στο συγκεκριμένο είδος και 6 μόνο εβδομάδες στους 15 βαθμούς είναι αρκετές. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη. Αν τα ζώα είναι σε καλή υγεία και με αρκετό λίπος στο σώμα και στην ουρά, κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού τα έχετε ταΐσει καλά, διακόπτετε το τάισμα για δέκα μέρες-δύο εβδομάδες, ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, κι έπειτα κατεβάζετε τις θερμοκρασίες, ώστε σε λίγες μέρες να φτάσουν εκεί που πρέπει. Στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει λίγη υγρασία. Στο διάστημα αυτό τα γκέκο δε θα κινούνται πολύ. Το Φεβρουάριο-Μάρτιο μπορείτε να επαναφέρετε τη θερμοκρασία ανάβοντας το θερμαντικό εξοπλισμό. Σύντομα τα γκέκο θα ξυπνήσουν και θα ξεκινήσουν να τρώνε, οπότε θα πρέπει να τα ταΐζετε καλά για να αναπληρώσουν όσο λίγο βάρος έχασαν το χειμώνα και να βάλουν ακόμα λίγο. Η χειμερία νάρκη, αν κι όχι υποχρεωτική για το συγκεκριμένο είδος, είναι ωφέλιμη και για τα ζώα που δεν αναπαράγονται, και ίσως να επιμηκύνει τη διάρκεια ζωής τους. Εάν το αρσενικό δε βρίσκεται μαζί με το θηλυκό, σύντομα μετά τη νάρκη θα πρέπει να βρεθούν. Τα ζευγαρώματα διαρκούν μέχρι και τα μέσα του καλοκαιριού, αν κι ένα θηλυκό μπορεί να γεννά για μια χρονιά με μία μόνο γονιμοποίηση. Στο διάστημα της ωοτοκίας θα πρέπει να προσέχετε ιδιαίτερα την πρόσληψη ασβεστίου από το θηλυκό, ειδάλλως θα απορροφά από τα οστά του, αδυνατίζοντάς τα. Η υγρή κρυψώνα είναι συνήθως το σημείο φωλιάσματος του θηλυκού, όπου θάβει τα αυγά, αλά μερικές φορές τυχαίνει απλώς να τα αφήσει σε άλλη επιφάνεια, κάτω στο υπόστρωμα, ή και μέσα στο μπολ νερού, αν υπάρχει. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να σώσετε τα αυγά αν τα προλάβετε, αλλά συνήθως θα είναι ήδη αργά όταν τα βρίσκετε. Συνήθως τα αυγά που σκορπίζουν τα θηλυκά είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά είναι ιδιαίτερα κοινό φαινόμενο σε θηλυκά που αναπαράγονται για πρώτη φορά, σε γέρικα θηλυκά, ή στην τύχη οποτεδήποτε. Μπορεί να είναι πιο εύπλαστα, μικρότερα ή ελαφρύτερα από το κανονικό. Για να βεβαιωθείτε για τη γονιμότητα των αυγών σας, μπορείτε, μετά από λίγες μέρες που θα τα βάλετε για επώαση, να τα βγάλετε και να τα τοποθετήσετε μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, όπως ένα φακό, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αν έχουν μια ερυθρή κηλίδα με ερυθρά αιμοφόρα αγγεία είναι σίγουρα γόνιμα, αφού το έμβρυο αναπτύσσεται. Αν είναι κίτρινα, πιθανότατα είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά αργότερα θα κιτρινίσουν από τον κρόκο, και στη συνέχεια θα μαλακώσουν και θα σαπίσουν. Τότε θα πρέπει να τα πάρετε από τα υπόλοιπα οπωσδήποτε. Σε ένα δοχείο επώασης μπορείτε να έχετε πολλά αυγά, ωστόσο καλό είναι να αλλάζετε το υπόστρωμα κάτω απ’όσα αυγά έχουν σκάσει ή χαλάσει, γιατί οι μικροοργανισμοί από τα παλιότερα αυγά μπορεί να επηρεάσουν τα επόμενα. Το μέσο επώασης έχει συζητηθεί πολύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κοινό νοτισμένο χώμα, αλλά είναι πιο πιθανό να βγάλει προβλήματα, π.χ. μούχλα, αν και τα υγιή αυγά με πλήρως ασβεστοποιημένο κέλυφος δύσκολα μουχλιάζουν. Πιο αποστειρωμένες λύσεις είναι ο περλίτης και ο βερμικουλίτης, τον οποίο αναμειγνύετε με νερό σε αναλογία 1 μέρος νερό προς 0,8 μέσο επώασης κατά βάρος. Θα χρειαστείτε ζυγαριά γι’αυτό, ενώ αργότερα με την εμπειρία σας θα μπορείτε να το πετυχαίνετε εύκολα. Ο περλίτης θεωρείται καλύτερος, αφού είναι βαρύτερος, έτσι αν ένα μικρό γεννηθεί και το υπόστρωμα έχει στεγνώσει λίγο, δε θα κουνήσει τα υπόλοιπα αυγά. Για εκκολαπτήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ένα πλαστικό κουτί, μέσα στο οποίο θα βρίσκονται τα μικρότερα κουτιά με τα αυγά, στο οποίο δημιουργείτε σταθερή θερμοκρασία με τη χρήση ενός θερμαντικού μέσου συνδεδεμένου με θερμοστάτη, είτε ένας έτοιμος από το εμπόριο. Το καλοκαίρι η επώαση μπορεί να γίνει και χωρίς κάποιον θερμαντικό εξοπλισμό αν μπορείτε να διασφαλίσετε κατάλληλες θερμοκρασίες. Είναι επίσης δυνατόν να επωάσετε λίγα αυγά μέσα στο τερράριο σε μέρος με την επιθυμητή θερμοκρασία, μέσα σε κάποιο κλειστό πλαστικό κουτί. Ακόμα, μία νέα μέθοδος επώασης που έχει δοκιμαστεί σε διάφορα είδη είναι η ξηρή επώαση, κατά την οποία τα αυγά βρίσκονται σε μια διάτρητη επιφάνεια ακριβώς πάνω από νερό στη σωστή θερμοκρασία, κι έτσι ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μουχλιάσματος από το μέσο επώασης. Η μέθοδος αυτή είναι επιτυχής και με τα αυγά του E. macularius. Τέλος, έχει τύχει μερικές φορές να ξεχάσει κάποιος τα αυγά μέσα στο τερράριο και μετά από δύο μήνες περίπου να έχουν γεννηθεί μικρά. Οι περιπτώσεις εντούτοις που τα μικρά γεννιούνται στο τερράριο των γονέων είναι από τύχη, και κανονικά δε θα πρέπει τα μικρά να βρίσκονται στο χώρο με τα ενήλικα, γιατί μπορεί να κανιβαλιστούν. Αν και μερικοί ερευνητές και εκτροφείς έχουν δημιουργήσει αποικίες κηλιδωτών γκέκο σε μεγάλα τερράρια, ο κίνδυνος είναι πάντοτε υπαρκτός. Τα μικρά έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, αλλά είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Πολλά πράγματα που είναι εύκολα για τα ενήλικα είναι δύσκολα για τα μικρά. Για παράδειγμα αν το μπολ της τροφής είναι ψηλό και δε βλέπουν τα έντομα μέσα, δε θα μπορούν να τα φάνε. Έτσι θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε ένα ρηχό σκεύος και να το τοποθετήσετε κοντά σε μια κρυψώνα ή σε κάποιο άλλο ψηλό μέρος, έτσι ώστε όταν ανεβαίνουν εκεί να βλέπουν το εσωτερικό του. Επίσης στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε μέρος με υγρασία, γιατί τα μικρά αφυδατώνονται εύκολα κι επίσης θα έχουν προβληματικές εκδύσεις, που σ’αυτήν τη φάση μπορεί να τους κοστίσουν ακόμα και τη ζωή. Οι θερμοκρασίες θα πρέπει να μένουν όσο το δυνατόν σταθερές στη ζεστή πλευρά. Μερικά μικρά γεννιούνται με το λεκηθικό σάκο, αλλά αυτός αποβάλλετε στη συνέχεια. Μπορούν να φάνε αφού αλλάξουν το πρώτο τους δέρμα, ενώ μερικά μπορεί να μη φάνε καθόλου στην πρώτη εβδομάδα. Επειδή έχουν μεγάλο κεφάλι, ήδη από το μέγεθος που βρίσκονται μπορούν να φάνε έντομα ως κι ένα εκατοστό, όπως μικρούς γρύλλους, μικρές κατσαρίδες, μικρά αλευροσκούληκα και μικρά μελοσκούληκα. Όπως και με όλα τα ζώα που γεννούν πολλά μικρά, πάντοτε υπάρχει πιθανότητα προβλημάτων στην αναπαραγωγή. Κάποιο αυγό μπορεί να χαλάσει ακόμα και στη μέση της επώασης, ενώ κάποιο μικρό μπορεί να γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα είτε ορατό είτε εσωτερικό και να πεθάνει, είτε χωρίς να φάει τίποτα είτε μετά από λίγο καιρό.

Το γκέκο αυτό είναι γενικά ανθεκτικό ζώο που δύσκολα θα πάθει κάτι αν φροντίζετε σωστά. Μπορεί να πάθει όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τα ερπετά, όπως δερματικές μολύνσεις, αναπνευστικές λοιμώξεις, ενδοπαράσιτα, έλλειψη ασβεστίου, τραυματισμούς κλπ. Η δυσέκδυση είναι ένα ιδιαίτερα κοινό πρόβλημα στα κηλιδωτά γκέκο, ιδίως στα αναπτυσσόμενα άτομα. Όπως όλα τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους μια φορά, αλλά το σχίζουν σε κομμάτια και μετά το τρώνε όλο, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από πιθανούς εχθρούς. Τα ενήλικα το αλλάζουν περίπου κάθε μήνα, ενώ τα αναπτυσσόμενα μικρά συχνότερα. Η υγρασία βοηθά στο μαλάκωμα του δέρματος. Εάν όμως υγρασία δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει υγρή κρυψώνα, το δέρμα μπορεί να κολλήσει σε δύσκολα μέρη όπως στα βλέφαρα, στα δάχτυλα και στο άκρο της ουράς, οδηγώντας σε μολύνσεις του ματιού και πιθανόν νέκρωση και πτώση των μελών από έλλειψη κυκλοφορίας αντίστοιχα. Μία υγρή μπατονέτα ή ένα υγρό χαρτί βοηθά σε περιπτώσεις δισέκδυσης. Η παχυσαρκία είναι επίσης κοινή στο συγκεκριμένο είδος, ιδίως σε άτομα που τρέφονται μόνο με προνύμφες όπως αλευροσκούληκα. Θα πρέπει να ξεχωρίζετε ένα υγιές και λίγο στρουμπουλό γκέκο από ένα παθολογικά παχύσαρκο. Ένα παχύσαρκο γκέκο έχει υπερβολικά διογκωμένη ουρά, παχιά κοιλιά που μπορεί ν’αγγίζει το έδαφος όταν κινείται, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις φούσκωμα κάτω από τις μασχάλες. Επειδή τα ερπετά δεν έχουν μεγάλη αερόβια ικανότητα, άρα δε μπορούν να κάψουν πολλές θερμίδες με τη γυμναστική, ο μόνος τρόπος να κάψουν το περιττό λίπος είναι με τη νηστεία, γι’αυτό, αν και φαίνεται σκληρό, θα πρέπει να μειώσετε τα ταΐσματα και σε ποσότητα και σε συχνότητα για ν’αδυνατίσει. Το μεγαλύτερο μολυσματικό πρόβλημα υγείας με αυτό το είδος είναι το κρυπτοσπορίδιο, γνωστό και ως κρύπτο. Η λέξη αυτή σπέρνει το φόβο και τον τρόμο στους απανταχού φίλους του κηλιδωτού γκέκο ανά τον κόσμο. Το κρυπτοσπορίδιο είναι το είδος Cryptosporidium varani, και προσβάλει διάφορες σαύρες. Δεν είναι το είδος που προσβάλει τα θηλαστικά. Είναι ανθεκτικό παράσιτο, με ανθεκτικές κύστεις που ζουν στο περιβάλλον για χρόνια, και δεν επηρεάζονται από τα περισσότερα απολυμαντικά. Μερικά γκέκο είναι φορείς χωρίς να έχουν συμπτώματα. Αν όμως για κάποιον λόγο το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ζώου φορέα πέσει, π.χ. από στρες αλλαγών ή υπερπληθυσμού, υποσιτισμό, χειμερία νάρκη κλπ, τότε μπορεί να εμφανιστούν τα συμπτώματα, και άπαξ και εμφανιστούν, συνήθως δεν υπάρχει θεραπεία, και ο θάνατος θα επέλθει βασανιστικά μετά από μήνες ή και χρόνο. Το παράσιτο καταστρέφει την επιφάνεια του λεπτού εντέρου, δυσχεραίνοντας την απορρόφηση της τροφής. Το γκέκο σταματά να τρώει η τρώει πολύ λίγο και σπάνια, αδυνατίζει, κάνει πράσινη διάρροια, τείνει να κρύβεται στα ψυχρότερα σημεία του χώρου του, είναι ληθαργικό, και η άλλοτε στρουμπουλί ουρά του γίνεται λεπτή σαν ξύλο(stick tail). Σε τέτοια φάση, η μόνη λύση είναι η ευθανασία. Είναι δυνατό στα πρώτα στάδια το παράσιτο να περιοριστεί με φαρμακευτική αγωγή, αλά δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική, και σε περίπτωση που το ζώο επανέλθει, θα την χρειάζεται για όλη του τη ζωή και καλύτερο είναι να ζει σε απομόνωση ή με άλλα θετικά σε κρύπτο ζώα, και να μην αναπαράγεται, γιατί δεν είναι ακόμα γνωστό αν το παράσιτο περνά στην επόμενη γενιά. Μετά από ένα περιστατικό κρύπτο σε μια συλλογή, όλα τα κλουβιά και οι εξοπλισμοί της συλλογής θα χρειαστεί απολύμανση με πυκνό διάλυμα αμμωνίας, η οποία είναι αποτελεσματική έναντι των κύστεων, και στενή παρακολούθηση όλων των ζώων. Η ανίχνευση του ίδιου του παρασίτου είναι δύσκολη, ακόμα και σε συμπτωματικά ζώα, αλλά πρόσφατα η διάγνωση έγινε ευκολότερη με τη μέθοδο pcr, η οποία εντοπίζει το dna του παρασίτου. Γι’αυτό τα νέα άτομα σε μια συλλογή θα πρέπει να τίθενται υπό καραντίνα για 30 μέρες τουλάχιστον, για παν ενδεχόμενο. Εάν αγοράσετε γκέκο από κάποιον χομπίστα εκτροφέα ή κατάστημα με λίγα ζώα έχετε πολύ μικρότερη πιθανότητα το ζώο σας να έχει κρύπτο. Αντίθετα, σε μεγάλα pet shop με γρήγορο ρυθμό αντικατάστασης ζώων τα οποία προέρχονται από πολλές πηγές, καθόλου καραντίνα και απολύμανση πριν την έλευση των νέων ζώων, η πιθανότητα είναι υψηλότερη.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά έξυπνα και παρατηρητικά ζώα. Θα κοιτάζουν τις κινήσεις σας μέσα από το τεράριο, θα μάθουν ότι τα δίνετε τροφή και θα συνηθίσουν να τα σηκώνετε. Κάποια μπορούν να μάθουν να τρώνε από λαβίδα ή από το χέρι. Τα περισσότερα ενήλικα γκέκο είναι αρκετά ανεκτικά στο χειρισμό, και μπορείτε να τα βγάζετε έξω για λίγα λεπτά τη φορά. Για να το χειριστείτε, απλώς το σηκώνετε και το βάζετε πάνω στο χέρι σας, φροντίζοντας να μην κινδυνεύει να πέσει. Έπειτα αυτό μπορεί να καθίσει ακίνητο ή να κινείται από το ένα χέρι στο άλλο, ή ν’ανεβαίνει πάνω σας. Καλύτερο είναι να το αφήσετε να κινηθεί μόνο του παρά να το κρατάτε, γιατί τότε μπορεί να πανικοβληθεί και να προσπαθήσει να φύγει. Μπορείτε επίσης να το αφήσετε να περπατήσει σε μια επιφάνεια, απ’όπου μπορείτε να είστε απολύτως σίγουροι ότι θα μπορείτε να το ξαναπιάσετε και δε θα το χάσετε. Τα γκέκο αυτά πηδούν μόνο όταν είναι σίγουρα ότι δε θα πέσουν, οπότε δύσκολα θα σας φύγουν από το χέρι, αν και αν τρομάξουν γίνεται. Γνωρίζουν την περιοχή τους και πηγαίνουν μόνα τους μέσα όταν τα πάτε μπροστά στο τερράριό τους. Αντίθετα, τα νεαρότερα άτομα κι αυτά που δεν έχουν συνηθίσει το χειρισμό είναι πολύ γρήγορα και τρομάζουν εύκολα. Για να τα συνηθίσετε, απλώς προσπαθήστε να τα αφήνετε ν’ανεβαίνουν στο χέρι σας παρά να τα κρατάτε, και πάντα να τα χειρίζεστε αρχικά πάνω από μια λεκάνη ή μέσα στο τερράριό τους, για να μη σας φύγουν. Αν σας φύγουν θα τα βρείτε, αλλά θα πρέπει να ψάξετε αρκετά αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο χώρο. Συνήθως κρύβονται πίσω ή κάτω από πράγματα ή σκαρφαλώνουν σε χαμηλό όμως ύψος. Όσο μεγαλώνουν συνηθίζουν στο χειρισμό. Κάθε γκέκο ωστόσο είναι διαφορετικό και έχει διαφορετική ανοχή στο χειρισμό, άλλα για παράδειγμα τρώνε αμέσως μόλις τα βάλετε πίσω στο τερράριο, και άλα θα προσπαθούν να σας ξεφύγουν συνεχώς. Θα διαπιστώσετε τις ανοχές του καθενός με την εμπειρία σας. Δε θα πρέπει ωστόσο να εμπιστεύεστε στο 100% ακόμα κι ένα πολύ ήσυχο γκέκο, αφού κι αυτό μπορεί να τρομάξει από κάτι και να προσπαθήσει να σας ξεφύγει. Ένας χειρισμός για 5-10 λεπτά λίγες φορές την εβδομάδα είναι αρκετός, και ίσως έβαλα και πολύ. Όπως και οι περισσότερες μικρές σαύρες, είναι περισσότερο ζώα παρατήρησηςς, που τα απολαμβάνουμε καθώς δραστηριοποιούνται μέσα στο τερράριό τους, παρά χειρισμού. Παρόλα αυτά, είναι από τις πιο ανεκτικές στο χειρισμό μικρές σαύρες.

Τα δικά μου γκέκο

Γνώριζα το είδος από τότε που άρχισα να διαβάζω για ερπετά, από το 2005 περίπου. Αργότερα, όταν άρχισα να συμμετέχω και στα φόρουμ, το είδος αυτό ήταν το κέντρο πολλών συζητήσεων, μιας και το είχαν πολλοί. Αρχικά το αντιμετώπιζα με κάποια περιφρόνηση, γιατί δήθεν ήταν πολύ κοινό είδος. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι για να είναι ένα είδος κοινό, υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος, όπως ότι συγκεντρώνει πολλά θετικά χαρακτηριστικά σαν το συγκεκριμένο. Κηλιδωτό γκέκο συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά και έπιασα στο feeders.gr, το κορυφαίο κατάστημα για ερπετά στην Ελλάδα, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι όπως τροφές, εξοπλισμό κλπ και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ήταν αρκετά στρουμπουλό και πολυθ φιλικό, κι επίσης υπήρχαν διάφορα ζώα με διάφορα χρώματα, συμπεριλαμβανομένων και πορτοκαλί που μ’αρέσουν, αν και δεν έχω, κι έτσι αποκαταστάθηκε η εικόνα του είδους στο μυαλό μου. Πάραυτα, ακόμα δεν ήθελα να αποκτήσω ένα. Ασχολούμουν με τις άλλες σαύρες που είχα και νόμιζα ότι θα τις έκανα αναπαραγωγή, αν και φυσικά αυτό δεν έγινε. Τον Οκτώβριο του 2015, πήρα έναν τερατοσκίγκο του Ρομπορόφσκι (Teratoscincus roborowskii), ο οποίος ήταν και θηλυκό. Δηλαδή, με ένα αρσενικό από τη Γερμανία την επόμενη χρονιά θα μπορούσα ν’αναπαραγάγω ένα σπάνιο είδος, Παρόλα αυτά τα πράγματα δεν πήγαν όπως νόμιζα, γιατί ο τερατοσκίγκος ήταν πιασμένος – το μόνο και τελευταίο πιασμένο ζώο που είχα -, ίσως να στρεσαρίστηκε με την αλλαγή περιβάλλοντος και απεβίωσε ένα μήνα αργότερα. Έτσι μου έμεινε μόνο το τερράριο, ένα φαουνάριουμ 46χ30χ17 εκατοστά, με τις διακοσμήσεις του. Το άφησα αρκετό καιρό στη θέση του, ώσπου αποφάσισα να το απολυμάνω εντελώς, μήπως και βάλω κάτι άλλο μέσα. Άδειασα όλη την άμμο και έριξα νερό με χλωρίνη σε αναλογία 10/1 κατ’όγκο, νοσοκομειακό μίγμα, στο τερράριο και στις διακοσμήσεις για να τα απολυμάνω όλα από κάτι δυνητικά επικίνδυνο για οποιονδήποτε επόμενο ένοικο. Έπειτα ξανάβαλα το τερράριο στη θέση του και το ξέχασα. Σκέφτηκα ωστόσο αργότερα να πάρω κάποιο είδος γκέκο σχετικά εδαφόβιου, ανθεκτικού και από περιοχή με ξηρό κλίμα, στο οποίο θα μπορούσα να κάνω αναπαραγωγή. Και στο μυαλό μου ήρθε πρώτο-πρώτο το κηλιδωτό γκέκο. Όχι όμως κάθε κηλιδωτό γκέκο. Το feeders.gr είχε φέρει από το Σεπτέμβριο του 2015 κηλιδωτά γκέκο του Τουρκμενιστάν, κι αυτά ήθελα να προλάβω, για΄τι είναι αρκετά σπάνια στις συλλογές. Μόλις ρώτησα όμως γι’αυτά, έμαθα ότι είχαν μείνει μόνο τέσσερα, και όλα θηλυκά. Λυπήθηκα τότε, αλλά ευχαριστώ την τύχη μου τώρα για λόγους που θα σας εξηγήσω παρακάτω.

Το ταξίδι μου με τα γκέκο αυτά ξεκίνησε από τις 14 Μαΐου του 2016. Εκείνη τη μέρα πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ένα E. turcmenicus. Αρχικά σκόπευα να πάρω το πιο μεγάλο, αλά τελικά προτίμησα το πιο χρωματιστό. Είχε έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα με καφέ κηλίδες, πιο σκούρο κεφάλι και γκριζόλευκη ουρά. Ήταν γύρω στα 18 εκατοστά και αρκετά στρουμπουλό.
Eublepharis turcmenicus female

Όταν είχαν έρθει αυτά τα γκέκο πέρσι το Σεπτέμβριο, ήταν γύρω στα 12 εκατοστά, άρα θα είχαν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο και τώρα αυτή θα είναι ενός έτους και λίγο παραπάνω. Την ίδια μέρα που πήρα αυτό το γκέκο, ένα μορφικό hypo E. Macularius, που συστεγαζόταν με ένα αρσενικό Tremper albino γέννησε δύο αυγά. Ο καταστηματάρχης δεν το περίμενε καν, κι έτσι δεν είχε βάλει φωλιά και τα αυγά έσπασαν. Έτσι, τα δώσαμε στο γενειοφόρο δράκο του μαγαζιού που τά’φαγε αμέσως. Επιστρέφοντας λοιπόν πίσω, έβαλα το γκέκο του Τουρκμενιστάν στο χώρο του. Μετά από δύο μέρες, έφαγε για πρώτη φορά, δύο μελοσκούληκα, ένα αλευροσκούληκο και ένα σκαθάρι από αλευροσκούληκο. Τελικά ισχύει ότι κυνηγάνε σαν γάτες, επειδή το είχα προσέξει να τρέμει την ουρά του και να σηκώνεται ψηλά στην προετοιμασία του να επιτεθεί. Στις 17 Μαΐου, πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ακόμα ένα θηλυκό γκέκο. Εφόσον δεν είχε αρσενικά E. Turcmenicus, και ούτε φαινόταν ότι θα έρχονταν σύντομα, αποφάσισα ν’ασχοληθώ με μορφικά. Πήρα λοιπόν το ήδη γονιμοποιημένο hypo, για να δοκιμάσω τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αν και δεν κανόνισα εγώ για το ζευγάρωμα, θα έπρεπε να φροντίσω τα αυγά, να τα επωάσω, και να μεγαλώσω τα μικρά. Πήρα λοιπόν και το hypo E. macularius, ένα μεγαλύτερο ζώο, γύρω στα 20 εκατοστά, με πιο γκρίζα χρώματα και πολύ εντονότερες κηλίδες. Είχε αρκετά παχουλό σωματότυπο, αν και επειδή είχε γεννήσει πρόσφατα ήταν ακόμα αδύνατο. Η ουρά του ωστόσο ήταν πολύ παχιά, παχύτερη απ’αυτήν του E. Turcmenicus.
Eublepharis macularius hypo female

Και αυτός είναι ο πατέρας:
Eublepharis macularius Tremper albino male

Διαρρύθμισα το τερράριό τους όπως περίπου είναι και τώρα, και το έβαλα μέσα. Καθώς το έβαζα μέσα αυτό ενοχλήθηκε, στιρφογύριζε, με δάγκωσε λίγο και με έχεσε, αλλά μετά πήγε και κρύφτηκε στην τρύπα του.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά την απόκτηση των γκέκο, είχα διάφορα δυσάρεστα περιστατικά με την E. turcmenicus. Επειδή διάβαζα παντού για το πόσο αργά κινούνται και πόσο εύκολα είναι στο χειρισμό, είχα υποτιμήσει την ταχύτητά τους και τα γρήγορα αντανακλαστικά τους. Στις 17 Μαΐου λοιπόν, την ίδια μέρα που έφερα την E. macularius, έχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν. Μου έφυγε το βράδυ από μία πέτρα που χρησιμοποίησε σαν σκαλί κι έφυγε, γιατί είχα βγάλει εντελώς καπάκι. Το κυνήγησα στο γραφείο για να το πιάσω, αλά πήδηξε κάτω και χάθηκε. Μετά από λίγο το είχα βρει, αλλά πάλι μου ξέφυγε με τεράστια ταχύτητα. Την επόμενη μέρα πάλι μου ξέφυγε, αλά τελικά με μια μεθοδική αναζήτηση και προσεκτικές κινήσεις στις 19 Μαΐου το ξαναέπιασα. Αυτή ήταν και η μέρα που έφαγε για πρώτη φορά το hypo, τρία γιγάντια αλευροσκούληκα κι ένα μελοσκούληκο. Για λίγο όλα πήγαιναν καλά. Στις 25 Μαΐου, το hypo είχε γκριζωπή επιδερμίδα σαν χαρτί, σημάδι επικείμενης έκδυσης. Την επόμενη μέρα είχε αλλάξει το δέρμα του και ήταν ένα λαμπερό, ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 31 Μαΐου ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, αλλά το ξαναέπιασα στην 1 Ιουνίου, και ήταν κι αυτό σε φάση έκδυσης. Την άλλη μέρα είχα ακόμα ένα λαμπερό και ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 4 Ιουνίου, ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, το οποίο ξαναβρήκα αμέσως την ίδια μέρα. Επίσης το βράδυ η hypo άλλαξε ξανά δέρμα. Μετά λοιπόν απ’όλα αυτά, η μικρή E. turcmenicus πήρε το όνομα Αστραπή για το κίτρινο χρώμα και την υπερβολική ταχύτητά της, ενώ για τη μεγάλη hypo δεν έβρισκα ακόμα όνομα, αλλά τελικά την έβαλα Σταλίτσα. Έτσι λοιπόν έμαθα να μην εμπιστεύομαι και τόσο τα κηλιδωτά γκέκο, και δη αυτό του Τουρκμενιστάν. Αν και κινούνται αργά όταν δεν τα ενοχλεί κανείς, μπορούν να τρέξουν πολύ γρήγορα αν απειληθούν. Μπορεί να μην έχουν αντοχή για να τρέχουν συνεχόμενα, αλά στο μικρό διάστημα που τρέχουν προλαβαίνουν να κρυφτούν σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο. Εν ολίγοις το είδος αυτό δεν έχει καμία σχέση με το λοφιοφόρο γκέκο που συνήθησα, το οποίο, αν και μπορεί να τρέξει κι επίσης μπορεί να πηδήξει αρκετά μακριά, είναι συνήθως αρκετά αργό και πολύ χαζό, αφού στη Νέα Καληδονία απ’όπου κατάγεται έχει ελάχιστους εχθρούς. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν είχαν καμία σχέση, συνεχώς γυρίζουν το κεφαλάκι τους σε κάθε κίνηση, ήχο και περιβαλλοντική μεταβολή. Μοιάζουν περισσότερο με τον τερατοσκίγκο, αλλά εκείνος ήταν ακόμα πιο επιφυλακτικός και γρήγορος, και γι’αυτό τον είχα χάσει κι εκείνον μια φορά. Τώρα που γνωρίζω καλά τις αντιδράσεις τους, δεν πρόκειται να γίνει ξανά κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι ακόμα κι αν ανοίξω το καπάκι στη μέση του χώρου τους μπορούν να πατήσουν πάνω στον κορμό και να φύγουν, γι’αυτό προσέχω.

Μέσα στον Ιούνιο, ολοκλήρωσα Τον εξοπλισμό του χώρου τους, αγοράζοντας κι ένα μπολ τροφής από το feeders.gr με χείλος προς τα μέσα για να μη φεύγουν τα έντομα, αν και πάλι οι μεγαλύτερες κατσαρίδες μπορεί να φύγουν αν τις σπρώξουν οι υπόλοιπες. Εκεί τοποθετώ λοιπόν τα έντομα, όπου φυλακισμένα περιμένουν τους ανηλεείς ουράνιους σφαγείς τους. Πριν απ’αυτό, έριχνα τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και τα σκαθάρια μέσα στην κρυψώνα, και έστηνα αυτί για να ακούσω αν τα έτρωγαν, που συνήθως τα έτρωγαν αμέσως. Τους γρύλλους τους αμολούσα μέσα στο τερράριο και τα γκέκο πετάγονταν από διάφορα μέρη για να τους πιάσουν. Τώρα με το μπολ, τα γκέκο ξέρουν πού είναι η τροφή, και πηγαίνουν και τρώνε όποτε θέλουν. Το διάστημα αυτό ταΐζω κυρίως με αλευροσκούληκα και κατσαρίδες Αργεντινής. Δείτε πώς το μεγάλο θηλυκό τρώει μια τέτοια κατσαρίδα:

Η διαρρύθμιση λοιπόν του χώρου είναι απλή. Το φαουνάριουμ, με διαστάσεις 46χ30χ17 όπως προανέφερα, το έχω τοποθετήσει με τη στενή πλευρά προς εμένα. Στο πίσω μέρος έχω βάλει μια πλατιά πέτρα όρθια για να κλείνει το φως, και μπροστά της έναν κορμό από φελλό μήκους περίπου 25 εκατοστών. Ο κορμός αυτός έχει δύο ανοίγματα στα πλάγια πίσω, απ’όπου μπορούν να εξέρχονται τα γκέκο, όπως και με το άνοιγμα μπροστά. Πίσω αριστερά έχω στηρίξει μια άλλη πλατιά πέτρα στον κορμό, η οποία σχηματίζει μια σπηλιά από κάτω, αν και σπάνια την χρησιμοποιούν. Στη μέση του κορμού αριστερά υπάρχει μια μικρή σφηνόμορφη πέτρα που τον κρατά στη θέση του, ενώ μπροστά από την αριστερή πλευρά έχω βάλει μια πέτρα που να κλείνει εν μέρει τη μπροστινή είσοδο, ώστε τα γκέκο να έχουν σκοτάδι τη μέρα και να νιώθουν πιο ασφαλή. Μπροστά αριστερά βρίσκεται η γωνία αφόδευσης, την οποία καθιέρωσαν από τις 17 Μαΐου, κι από τότε δεν αφόδευσαν πουθενά αλλού. Εκεί έχω τοποθετήσει ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί, το οποίο αλλάζω εύκολα όταν κουτσουλάνε και το αντικαθιστώ μ’ένα άλλο. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ, εύκαμπτο σαν την εφημερίδα, αλ΄λα ανθεκτικό σαν το χαρτόνι. Τέλος στη γωνία μπροστά δεξιά βρίσκεται το μπολ τροφής τους. Μέσα στον κορμό στη μπροστινή πλευρά βρίσκεται ‘ενα μεγάλο κομμάτι βρεγμένου χαρτιού κουζίνας, το οποίο τα παρέχει υγρασία. Αυτό το χαρτί το υγραίνω κάθε 2-3 μέρες, και το αλλάζω εβδομαδιαία, ενώ κάθε 2-3 μέρες επίσης ψεκάζω λίγο το υπόστρωμα και τις επιφάνειες που χρησιμοποιούν περισσότερο. Η θερμαντική πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του χώρου, και θερμαίνει το πίσω μέρος του κορμού, όπου τα γκέκο συνηθίζουν να κοιμούνται. Έχω ρυθμίσει τη θερμαντική πλάκα να ζεσταίνει γύρω στους 33-34 βαθμούς, κι αν τα γκέκο επιθυμούν λιγότερη ζέστη μπορούν να μετακινηθούν πιο μπροστά στον κορμό. Το Μάιο χρησιμοποιούσα μια μικρή πλάκα 14χ14, αλλά αν αρχίζουν οι θερμοκρασίες να πέφτουν θα βάλω μια μεγαλύτερη, 28χ14 εγκάρσια στο τερράριο, για να μη ζεσταίνεται όλος ο κορμός. Τώρα το καλοκαίρι, με ημερήσιες θερμοκρασίες σταθερά γύρω στους 31-33 στο χώρο τους, δε χρησιμοποιώ κάποιο θερμαντικό μέσο.

Από τον Ιούνιο λοιπόν ξεκίνησε και το κεφάλαιο της αναπαραγωγής. Το μεγάλο θηλυκό είχε στρουμπουλέψει αρκετά, και αν το ψηλάφιζα προσεκτικά μπορούσα να διακρίνω δύο μεγάλα αυγά. Ήδη από τις 3 Ιουνίου δεν έτρωγε και τόσο πολύ. Στις 9 του μηνός ήταν λίγο ανήσυχη και έξω απ’τη φωλιά της, και στις 10 Ιουνίου το απόγευμα την βρήκα λεπτή και ξεφούσκωτη. Ψάχνοντας στο χώρο της, βρήκα δύο αυγά ελαφρώς αφυδατωμένα και κολλημένα πίσω δεξιά στο χαρτί, πάνω από τη θερμαντική πλάκα. Τα ξεκόλλησα προσεκτικά και τα τοποθέτησα σε ένα κουτί με υγρό χαρτί, για ν’απορροφήσουν υγρασία. Προσπάθησα να καθαρίσω όσο χαρτί υποστρώματος είχε κολλήσει από κάτω τους μήπως και τα έβλαπτε, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Με έπιασε κι εμένα απροετοίμαστο και δεν είχα κατάλληλο μέσο επώασης. Την ίδια μέρα το θηλυκό ξεκίνησε και πάλι να τρώει πολύ, για ν’αναπληρώσει το βάρος του. Γέννησε 27 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, αρκετά μεγάλο διάστημα. Ίσως λόγω του στρες της μεταφοράς και του νέου περιβάλλοντος να καθυστέρησε την ωοτοκία ή και να απορρόφησε ένα ζεύγος αυγών, δεν ξέρω. Την επομένη λοιπόν έβαλα περλίτη σ’ένα πλαστικό κουτί και τον ύγρανα αρκετά, ώστε να έχει υγρασία, αλλά να μην κολυμπάει στο νερό. Δεν είχα ζυγαριά ή κάποιον άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Έβαλα λοιπόν με προσοχή τα δύο αυγά μέσα, αν και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δε θα εκκολάπτονταν. Μέσα στις επόμενες μέρες τράβηξαν αρκετό νερό και ξαναπήραν το πλήρες τους σχήμα, αλλά τελικά απέτυχαν, είτε επειδή δεν ήταν γονιμοποιημένα είτε επειδή καταστράφηκαν από το ξηρό και θερμό περιβάλλον. Στις 15 του μηνός το μεγαλύτερο και πιο ξεφούσκωτο κιτρίνισε κι άρχισε να μυρίζει λίγο σαπισμένο, και τότε το έβγαλα, το έσπασα για καλό και για κακό και το πέταξα. Το ίδιο έκανα και με το άλλο στις 17 του μηνός.

Εντωμεταξύ τα γκέκο συνέχιζαν να ζουν τη ζωή τους στο τερράριο, το γόνιμο θηλυκό είχε πάλι ανακτήσει το βάρος του, και σιγά-σιγά διακρινόταν στην κοιλιά του αυγό, ώσπου στις 28 Ιουνίου γέννησε ένα μόνο αυγό, αυτήν τη φορά στο υγρό χαρτί, κι έτσι το έσωσα. Ήταν λίγο μικρότερο από το κανονικό, αλλά εγώ το έβαλα για επώαση. Αυτήν τη φορά δε χρησιμοποίησα περλίτη, αλλά το υλικό που ξέρω, κοινό χώμα. Το χώμα που φυτεύουμε τους σπόρους, το χώμα που θάβουμε τους νεκρούς, καταλάβατε τι εννοώ. Ανάμειξα χώμα με περλίτη, τα ύγρανα αρκετά κι έβαλα μέσα το αυγό οριζόντια, περίπου στη θέση που το βρήκα. Έπειτα μετέφερα το κουτί σε κάποιο πιο δροσερό μέρος που ήταν γύρω στους 27 βαθμούς, για να έχει πιο ομαλή ανάπτυξη. Οπότε μάλλον θα βγει θηλυκό. Με έκπληξη παρατηρούσα ότι όσο περνούσαν οι μέρες, το αυγό δε χαλούσε. Εντωμεταξύ το θηλυκό ξαναγέμισε και μετά τις 10 Ιουλίιου μπορούσα να ψηλαφίσω δύο αυγά, και στις 17 Ιουλίου, 19 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, γέννησε άλλα δύο αυγά, ευτυχώς στο σωστό σημείο. Το ένα ήταν μεγάλο, βαρύ και ολόλευκο, ενώ το άλλο ήταν αρκετά μικρό, λευκό, αλλά με ένα δακτύλιο αδυναμίας στο κέλυφός του. Τα έβαλα και τα δύο σ’ένα κουτάκι με χώμα και περλίτη, για να δω τι θα γίνει. Στις 21 Ιουλίου όλα πήγαιναν καλά, αλά αφαίρεσα το μικρό, γιατί φοβόμουν μη χαλάσει ή ανοίξει στη μέση της επώασης. Το έσπασα, κι από μέσα είχε ασπράδι και κρόκο κανονικά, σαν το αυγό της κότας, και μύριζε σαν κανονικό αυγό. Η θέση όπου βρίσκεται το δεύτερο αυγό έχει γύρω στους 31-32 βαθμούς μόνιμα, οπότε ίσως να βγει αρσενικό. Στις 10 Αυγούστου μετέφερα και το πρώτο αυγό κοντά στο δεύτερο, ώστε η υψηλότερη θερμοκρασία να του εντείνει τα χρώματα όπως λένε και να εκκολαφθεί συντομότερα. Τώρα και τα δύο αυγά βρίσκονται σε δύο πλαστικά κουτιά μέσα σ’ε΄να σκοτεινό ντουλάπι, και τα ελέγχω κάθε περίπου 4 μέρες. Εάν η υγρασία του χώματος πέσει, ψεκάζω λίγο νερό από πάνω, αλ΄λα όχι πάνω στο αυγό. Παραμένουν λευκά και υγιή κι έχουν διογκωθεί, καθώς απορροφούν νερό κατά την επώαση. Είναι σαν εξωγήινοι ζωικοί σπόροι που σε λίγο θα βγάλουν κάτι από μέσα τους. Μέσα στις επόμενες 10 μέρες, πιστεύω πως θά’χω την πρώτη μου εκκόλαψη και το πρώτο μου μικρό κηλιδωτό γκέκο! Ακόμα περιβάλλον για τα μικρά δεν έχω ετοιμάσει, αλλά σύντομα θα πρέπει να το κάνω. Το θηλυκό πάντως δε φαίνεται να ετοιμάζει νέα αυγά, και ίσως να τελείωσε η περίοδος αναπαραγωγής του για φέτος. Συνολικά γέννησε 7 αυγά σε 4 φορές.

Η ζωή των γκέκο είναι απλή και ειρηνική. Ξυπνούν γύρω στις 6-7 το απόγευμα, αν και μπορεί να βρω κανένα έξω από τις 5:30. Συνήθως πρώτα βγαίνει ένα μόνο έξω, αλά μπορεί να βγουν και τα δύο. Το βράδυ, που είναι και η κύρια περίοδος δραστηριότητάς τους, συνήθως είναι έξω και τα δύο, και αν δεν είναι, αυτό που είναι μέσα κοιτάζει με το κεφαλάκι του έξω και σύντομα βγαίνει κι αυτό. Αρχικά αυτό που κρυβόταν ήταν το του Τουρκμενιστάν, αλλά τώρα κρύβεται περισσότερο το μεγάλο. Όταν είναι έξω, μπορεί το ένα να είναι σε μία θέση και το άλλο αλλού. Συχνά ωστόσο τα βρίσκω μαζί, είτε πάνω στον κορμό είτε στις πέτρες. Τους αρέσει να σκαρφαλώνουν πάνω στα αντικείμενα του χώρου τους, όπως και να τρέχουν κάτω απ’αυτά. Συχνά όταν πηγαίνει κάπου ακολουθεί και το άλλο. Είναι παρατηρητικά και ξέρουν πότε τα πλησιάζω. Κοιτάζουν το κάθε τι μέσα από το τερράριό τους. Είναι ενθουσιώδη με την τροφή τους, και μόλις αντιληφθούν ότι υπάρχει στο μπολ τους, τρέχουν και την πιάνουν. Συνήθως όταν τρώει το ένα, αντιλαμβάνεται και το άλλο ότι υπάρχει τροφή και πλησιάζει κι αυτό. Αν τα βάλω τροφή τη μέρα, το αντιλαμβάνονται, ίσως με τη μυρωδιά, και μπορεί ένα απ’τα δύο να ξυπνήσει και να πάει να φάει λίγο. Αυτό το έκανε κυρίως το μεγάλο θηλυκό, γιατί είχε αυξημένες ανάγκες για να θρέψει τα αυγά του. Μπορούν επίσης να ξυπνήσουν στιγμιαία αν κάνω θόρυβο γύρω απ’το χώρο τους, και ξυπνούν πολύ πιο εύκολα από το λοφιοφόρο γκέκο. Ακόμα δεν τα έχω δώσει τόση ποικιλία εντόμων όση έχω δώσει στις υπόλοιπες σαύρες που τις έχω περισσότερο καιρό, αλά έχω προσέξει ότι τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και οι κατσαρίδες Αργεντινής είναι τα αγαπημένα τους. Και οι γρύλλοι είναι επίσης αγαπημένοι, επειδή είναι μαλακοί και απασχολούνται με το κυνήγι τους. Τα σκαθάρια από τα αλευροσκούληκα είναι τα επόμενα στη λίστα και τελευταίες είναι δυστυχώς οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens, από τις οποίες τρώνε ελάχιστες ή και καθόλου. Είναι μια πολύ θρεπτική τροφή και ασυνήθιστα για έντομο έχει πολύ ασβέστιο, αλλά επειδή ίσως είναι δύσθραυστές, δεν τις προτιμούν. Κάθε γκέκο τρώει 4 μεγάλα αλευροσκούληκα, ίσως και κάτι ακόμα μικρότερο μετά, ή 3-4 κατσαρίδες Αργεντινής 1,5-2 εκατοστών. Αν τα έντομα είναι μικρότερα, θα φάνε περισσότερα. Δεν έχω παρατηρήσει κάποια σαφή ιεραρχία στη συμπεριφορά τους. Ίσως το μεγαλύτερο θηλυκό να είναι πιο κυρίαρχο, γιατί όταν είναι και τα δύο έξω τρώει πρώτο, αλά αυτό δε σημαίνει ότι αποτρέπει το μικρότερο να φάει. Όταν είναι μέσα, το τουρκμενιστανικό τρώει πρώτο. Έως τώρα δεν υπήρξε καμία περίπτωση βίαιης αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Η συμπεριφορά τους επίσης προς εμένα έχει αλλάξει αρκετά. Η Αστραπή του Τουρκμενιστάν έχει ηρεμήσει αρκετά, ώστε να μπορώ να την σηκώνω για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να φοβάμαι ότι θα μου φύγει. Προτιμά να κάθεται πάνω στο χέρι μου, και αν κάνω να την κρατήσω δυσανασχετεί. Όταν όμως την μετακινήσω γρήγορα μακριά απ’το χώρο της ή την επιστρέψω εκεί και νιώσει ότι δεν ελέγχει την κατάσταση επειδή το χέρι μου κινείται μαζί της, πανικοβάλεται κι αρχίζει να τρέχει. Τότε την πιάνω, αυτή συστρέφεται και βγάζει διάφορους ήχους, και την βάζω αμέσως μέσα. Δεν ανησυχεί ιδιαίτερα μετά απ’αυτό, αφού μπορεί να φάει αμέσως μόλις την επιστρέψω πίσω, ανησυχώ όμως εγώ γιατί φοβάμαι μην την ξαναχάσω. Από την άλλη, το μεγάλο θηλυκό είναι πολύ πιο ήσυχο και ανεκτικό. Ήδη από τις πρώτες μέρες που το είχα μπορούσε να φάει ακόμα κι όταν την έβγαζα έξω, π.χ. για να διορθώσω κάτι στο εσωτερικό του τερραρίου. Πλέον είναι πολύ ήσυχη, και κάθεται πάνω στο χέρι μου χωρίς πρόβλημα. Μπορώ να την κρατήσω για λίγο χωρίς να δυσανασχετεί. Αυτήν πλέον την εμπιστεύομαι αρκετά, αφού μπορώ να την βγάζω για λίγα λεπτά έξω χωρίς πρόβλημα. Κάθεται πάνω στο χέρι μου, σκαρφαλώνει πάνω στο χέρι μου ή πάνω μου, περνά από το ένα χέρις το άλλο και καμια φορά την αφήνω ναπερπατήσει πάνω στο γραφείο, πάντοτε υπό επιτήρηση. Όταν την επιστρέφω πίσω, είτε την αποθέτω προσεκτικά μέσα είτε την αφήνω να πηδήξει μόνη της μέσα. Αφού την βάλω μπροστά στην είσοδο, κινείται μπροστά, πιάνεται από το χέρι μου με τα πίσω πόδια της και την ουρά της, κι αφού εκτιμήσει το ύψος πηδάει μέσα στο γνώριμο χώρο της.

Το χειμώνα τα γκέκο θα περάσουν από χειμερία νάρκη, όπως κάθε άλλο εύκρατο ερπετό που έχω, και αυτό θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Του χρόνου θ’ασχοληθώ πιο συστηματικά με την αναπαραγωγή τους, και θα γονιμοποιήσω και τις δύο θηλυκιές. Παρόλα αυτά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν πάρω αρσενικό, ή θα τα πηγαίνω σε άλλο αρσενικό για γονιμοποίηση. Αν πάρω αρσενικό, θα πρέπει να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο τερράριο. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να πάρω ακόμα ένα θηλυκό. Προς το παρόν, φροντίζω τα γκέκο μου να είναι υγιή και στρουμπουλά με αρκετή τροφή και περιμένω με ανυπομονησία την εκκόλαψη των αυγών.

Πηγές και σύνδεσμοι:
γένος Eublepharis – Wikipedia
Κηλιδωτό γκέκο, ένας αστέρας του χόμπι των ερπετών της Petra Spiess
leopardgecko.com
Αυτή είναι η σελίδα του εκτροφέα Ron Tremper.
άρθρο φροντίδας για το κηλιδωτό γκέκο στο Reptiles Magazine από τον Ron Tremper
οδηγός φροντίδας για κηλιδωτό γκέκο – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας για το κηλιδωτό γκ΄κεο – feeders.gr
μορφικά του κηλιδωτού γκέκο – feeders.gr
Η μορφολογία και η οικολογία του E. macularius από το Πακιστάν
Άρθρο του Muhammad Khan.
η αναπαραγωγή του E. turcmenicus στην αιχμαλωσία

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
Ο μηχανισμός της οδοντικής αντικατάστασης στο κηλιδωτό γκέκο
Αντίδραση κατά των εθχρών στον E. macularius προς φίδια θηρευτές

Θερμοεξαρτώμενος φυλοκαθορισμός στο κηλιδωτό γκέκο

Αναπαραγωγικά ισοζύγια και στεροειδή της λεκήθου στο κηλιδωτό γκέκο
Οντογενετική μεταβολή στις στρατηγικές κατά των εχθρών στο κηλιδωτό γκέκο
Το ποσό του προγεννητικού οπτικού ερεθισμού επηρεάζει το χρόνο επώασης και τις μεταγεννητικές προτιμήσεις των κηλιδωτών γκέκο, Eublepharis macularius

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 21/8/2016: Στο παρακάτω βίντεο, που τράβηξα στις 19 Αυγούστου, σας δείχνω το πλήρως εξοπλισμένο τερράριο των γκέκο και τα δύο γκέκο, τα οποία έβγαλα για λίγο έξω, γιατί μόλις είχα αλλάξει κάποια χαρτιά από το τερράριο, οπότε ήταν καλή ευκαιρία να σας τα δείξω σε φωτισμό ημέρας. Αφού κάνω μια σύντομη παρουσίαση των ειδών και τα επιστρέψω στο χώρο τους, σας δείχνω τα αυγά, κι εκεί είναι η έκπληξη! Γεννήθηκε το πρώτο μικρό. Είναι το αυγό που γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου, αυτό που πιθανότατα είναι θηλυκό, το οποίο, ύστερα από 52 ημέρες επώασης, εκκολάφθηκε στις 19 Αυγούστου, 2016. Είναι ένα μικρό υγιές σαυράκι με μεγάλο κεφαλάκι και ζωνωτό χρωματισμό που τσιρίζει δυνατά για να τρομάξει τους εχθρούς του – άρχισε ήδη να τσιρίζει πριν το βγάλω από το κουτί της επώασης. Το βάζω σε ένα μικρότερο τερράριο. Ακόμα μάλλον δεν άλλαξε δέρμα, και δεν το τάισα. Περνά το χρόνο του στο κουτί επώασης, το οποίο έχω τροποποιήσει σε κρυψώνα. Το δεύτερο αυγό επίσης δείχνει σημάδια ότι θα σκάσει σύντομα.

Ενημέρωση 28/8/2016: Στις 23 Αυγούστου γεννήθηκε και το δεύτερο μικρό. Ήταν το Αυγό που γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου, και ύστερα από 37 μέρες επώασης, εκκολάφθηκε. Είναι λίγο μικρότερο, αλλά πιο ζωηρόχρωμο από το πρώτο, αφού επωάστηκε σε γενικώς υψηλότερη θερμοκρασία. Αρχικά ανησύχησα γιατί μου φάνηκε νωχελικό και δεν τσίριζε, αλλά λίγα λεπτά αφού το έβαλα στο κουτί με το άλλο ξεκίνησε κι αυτό να τρέχει και να τσιρίζει, αν και λιγότερο από το πρώτο. Ίσως να το πρόλαβα πιο σύντομα αφότου γεννήθηκε. Την ίδια μέρα επίσης το πρώτο μικρό είχε αλλάξει το δέρμα του, αφού τα χρώματά του καθάρισαν και σύντομα αφόδευσε για πρώτη φορά. Από τότε άρχισα να τα ταΐζω. Αρχικά νόμιζα ότι η διαδικασία θα είναι πολύ δύσκολη, αφού φοβόμουν μήπως τα γκέκο δε θα μπορούν να ανεβούν στο μπολ, αλλά τελικά τρώνε χωρίς πρόβλημα. Βάζω στο ρηχό μπολάκι τους μερικά μικρά αλευροσκούληκα του ενός εκατοστού ή και λίγο παραπάνω και κατσαρίδες Αργεντινής μικρότερες του εκατοστού, συνήθως πασπαλισμένα με ασβέστιο, και την επόμενη μέρα τα περισσότερα λείπουν. Τρώνε καθημερινά, δύο αλευροσκούληκα ή τρεις κατσαρίδες το ένα, κι έχουν μεγαλύτερη προτίμηση στα αλευροσκούληκα. Τις τελευταίες μέρες άρχισε να τρώει και το μικρότερο. Το περιβάλλον τους είναι απλό, με το κουτί επώασης τροποποιημένο σε κρυψώνα και υγρό χώμα μέσα, ένα διαγώνιο κομμάτι φλοιού ευκαλύπτου ανάμεσα στην κρυψώνα και στο μπολ, ώστε να σκαρφαλώνουν εκεί και να βλέπουν το περιεχόμενο του μπολ, και χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα. Εκτός από την υγρή κρυψώνα, αφήνω κι ένα κομμάτι υγρού χαρτιού κουζίνας και βρέχω μια γωνία. Έως τώρα οι θερμοκρασίες ήταν ευνοϊκές, αλλά επειδή τώρα λίγο έπεσαν, ξεκίνησα να χρησιμοποιώ τη θερμαντική πλάκα, η οποία είναι ρυθμισμένη στους 31 βαθμούς. Η πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του τερραρίου, και ζεσταίνει το μεγαλύτερο μέρος της κρυψώνας και τη γύρω περιοχή. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε τη μεταφορά του δεύτερου μικρού στο χώρο με το πρώτο.

Ενημέρωση 11/9/2016: Τα γκέκο συνεχίζουν να μεγαλώνουν. Δυστυχώς το δεύτερο το μικρότερο γεννήθηκε με στριμμένη ουρά κι αυτό δε διορθώθηκε. Ίσως να ήταν αποτέλεσμα των υψηλών θερμοκρασιών, γιατί οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να προξενήσουν τέτοια προβλήματα. Και τα δύο γκέκο ωστόσο μεγαλώνουνγρήγορα, και ο ρυθμός κατανάλωσης τροφής τους είναι εντυπωσιακός. Τρώνε περίπου 4-5 μικρές κατσαρίδες Αργεντινής το καθένα καθημερινά. Για να διορθώσω την ουρά του μικρότερου, το εξανάγκασα στις 8 του μηνός να την ρίξει. Δεν την ρίχνουν τόσο εύκολα όπως τα σαμιαμίδια ή οι κοινές σαύρες. Τελικά την έριξε, αλλά δυστυχώς το στρίψιμο παραμένει λίγο και στην αρχή της ουράς. Για μια μέρα ήταν λίγο μαζεμένο, αλλά μετά πάλι άρχισε να τρώει και γενικά να μη διαφέρει με την κατάστασή του πριν. Μέσα σε δύο μέρες, άρχισε να αναγεννά την ουρά. Το παρακάτω βίντεο το τράβηξα στις 5 Σεπτεμβρίου για να δείτε πόσο μεγάλωσαν.

Και εδώ μπορείτε να ακούσετε την αμυντική κραυγή που κάνειένα μικρό γκέκο του είδους. Το ζώο είναι στο κατάστημα feeders.gr, και είναι μεγαλύτερο από τα δικά μου, οπότε κάνει και πιο δυνατό ήχο.

Ενημέρωση 16/9/2016: Το πρώτο γκέο έχει μεγαλώσει αρκετά. Πλέον είναι σε μέγεθος που μπορώ να το δώσω.
Eublepharis macularius 16/9/2016

Ενημέρωση 30/9/2016: Αυτό είναι και το άλλο γκέκο, το πιθανόν αρσενικό. Έχει μεγαλώσει και αναγεννήσει σε μεγάλο βαθμό την ουρά του.
Eublepharis macularius μικρό αρσενικό 29/9/2016

Ενημέρωση 15/12/2016: Το αρσενικό δόθηκε. Πλέον έχω μόνο το μικρό θηλυκό, το οποίο έχει μεγαλώσει πολύ και ομορφύνει. Βρίσκεται στη φάση που οι ζώνες του σώματός του σπάνε σε κηλίδες, χαρακτηριστικές του ενήλικου χρωματισμού. Σε τέσσερις μέρες θα γίνει τεσσάρων μηνών!

νεαρό Eublepharis macularius 15/12/2016

6 νεαρά Achatina fulica
Από το Δεκέμβριο του 2015, αυτά τα μεγάλα εξωτικά μαλάκια ανήκουν στη συλλογή μου. Γνώριζα το είδος αυτό για πολύ καιρό, επειδή το διάβαζα σε άρθρα στο Διαδίκτυο, όπου άκουγα ιστορίες για σαλιγκάρια που φτάνουν έως και 25 ή και 30 εκατοστά, αν κι αυτό αποδείχθηκε η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Έψαχνα λοιπόν να βρω αυτό το είδος, αλλά δε φαινόταν να υπάρχει κάπου στην Ελλάδα. Περιστασιακά κάποια μέλη του φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσαν απογόνους τέτοιων σαλιγκαριών, αλά δε μπήκα στον κόπο να παραγγείλω. Τα συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά στην έκθεση Insectopia που λειτουργούσε πριν μερικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία ήταν γύρω στα 15 εκ. Τελικά το γνωστό κατάστημα κατοικιδίων feeders.gr έφερε πέρυσι ένα ολόκληρο κουτί γεμάτο με πολλά τέτοια μικρά σαλιγκαράκια, και πρόλαβα να πάρω έξι μικρά. Από τότε εξακολουθεί να έχει διαθέσιμα προς πώληση συνεχώς, και κανονικά και albino, άρα εάν θέλετε να αποκτήσετε αυτά τα μαλάκια, μπορείτε να αγοράσετε από εκεί. Τα σαλιγκάρια αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα, ανθεκτικά και μπορούν να φτάσουν εύκολα σε μεγάλο μέγεθος.

Ως σαλιγκάρια, ανήκουν στην ομοταξία των γαστεροπόδων στη συνομοταξία των μαλακίων. Όπως τα περισσότερα χερσαία σαλιγκάρια, ανήκουν διαδοχικά στους κλάδους ετεροβράγχια, ευθύνευρα, πανπνευμονοφόρα, ευπνευμονοφόρα, στυλωματοφόρα, σιγμούρηθρα, στην υπεροικογένεια των αχατινοειδών, στην οικογένεια των αχατινιδών, στην υποοικογένεια των αχατινινών, στο γένος αχατίνη, και στο υπογένος λειαχατίνη. Η λατινική επιστημονική του ονομασία είναι Achatina fulica, κι έχει προταθεί από ορισμένους ερευνητές η αναβίβαση του υπογένους λειαχατίνη (Lissachatina) σε πλήρες γένος, αν και το νέο σχήμα δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως. Η οικογένεια των αχατινιδών (Achatinidae) περιλαμβάνει 200 είδη σε 13 γένη με αρχική εξάπλωση στην Υποσαχάρια Αφρική. Το όνομά της το πήρε από τον αχάτη, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, γι’αυτό λέγονται και αχατοσαλίγκαρα. Το είδος Achatina fulica, μαζί με τα είδη Achatina achatina και Archachatina marginata, αποκαλούνται κοινώς γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια, στα αγγλικά giant African land snails ή gals συντομογραφικά. Τα δύο τελευταία ήταν αρχικά ενδημικά της Δυτικής Αφρικής, ενώ η A. fulica ενδημούσε στην Ανατολική Αφρική, με αρχική κοιτίδα ίσως την Κένυα και την Τανζανία. Σήμερα και τα τρία είδη έχουν μεταφερθεί με τον άνθρωπο σε διάφορες τροπικές περιοχές του κόσμου, αν και η A. fulica είναι το πλέον ανθεκτικό είδος με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, και ως εκ τούτου έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Γι’αυτό άλλωστε είναι και το κοινότερο είδος στην αιχμαλωσία.

Το όστρακο του συγκεκριμένου σαλιγκαριού είναι επίμηκες και κωνικό, με μήκος περίπου διπλάσιο του ύψους του. Σαλιγκάρια με σφαιρικό σχήμα, όπως τα περισσότερα κοινά στη χώρα μας είδη, είναι προσαρμοσμένα για διαβίωση στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ αυτά με κωνικό κέλυφος είναι είτε δενδρόβια είτε ημιυπογειόβια, με την A. fulica να ανήκει στα δεύτερα. Έχει χαρακτηριστικά μεγάλο κατοικίδιο θάλαμο, τον τελικό θάλαμο στον οποίο διαμένει το μαλάκιο, και σχετικά μικρό κώνο με οξεία κορυφή. Ένα ενήλικο σαλιγκάρι έχει 7-9 σπείρες, σπάνια 10. Υπάρχουν και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα άτομα, με συχνότερα ωστόσο τα δεξιόστροφα, όπως άλλωστε και στα περισσότερα σαλιγκάρια. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή, με συνηθέστερο διάφορες αποχρώσεις του καφέ με πιο σκουρόχρωμες δυσδιάκριτες ραβδώσεις κατά μήκος του οστράκου. Ο στυλίσκος, το εσωτερικό κεντρικό μέρος γύρω από το οποίο περιελίσσονται οι σπείρες, είναι ανοιχτό κίτρινο. Το σώμα του σαλιγκαριού έχει γκριζοκαφέ χρώμα, με πιο σκούρο κεφάλι και ένα ελαφρύ δικτυωτό μοτίβο. Στην αιχμαλωσία παράγονται και αλφικά (albino) άτομα, με λευκό σώμα. Πολλές υπερβολές λέγονται και διαδίδονται άκριτα από σελίδα σε σελίδα για το μέγεθος του είδους, όπως ότι εύκολα φτάνει τα 25 ή και τα 30 εκατοστά. Στην πραγματικότητα, κανένα χερσαίο σαλιγκάρι δεν έχει φτάσει τα 30 εκατοστά. Το μεγαλύτερο, η A. achatina, έχει φτάσει το ρεκόρ μέγεθος των 27 εκατοστών με ολικό μήκος του εκτεταμένου σώματος τα 39 εκ, ενώ το αμέσως μικρότερο, η Archachatina marginata, μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά, αλλά συνήθως μένει μικρότερη. Η A. fulica σπανιότατα φτάνει τα 25 εκατοστά, με συχνότερο ακραίο μέγεθος τα 20 εκ. Το τελικό μέγεθός της εξαρτάται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, την ποιότητα της τροφής και την πληθυσμιακή πυκνότητα και είναι μεταξύ 7-20 εκατοστών, με συνηθέστερα μεγέθη μεταξύ 10-15 εκατοστά. Το ολικό μήκος με το εκτεταμένο σώμα μπορεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο, έως και 35 εκατοστά στα πραγματικά γιγάντια άτομα.
Το σώμα τους είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλων σαλιγκαριών. Αποτελείται από τρία μέρη, το κεφάλι, το σπλαχνικό σάκο και το πόδι. Το κεφάλι βρίσκεται μπροστά και φέρει τα δύο ζεύγη κεραιών, το ανώτερο και ψηλότερο με τα μάτια στην κορυφή και οσφρητικούς υποδοχείς, και το κατώτερο με οσφρητική, γευστική και απτική λειτουργία. Οι κεραίες μπορούν να μαζευτούν όταν το ζώο απειλείται, κι επίσης αναγεννώνται αν κοπούν. Υπάρχουν επίσης υποδοχείς αφής σε όλο το σώμα. Το νευρικό σύστημα είναι απλό, με ένα γάγγλιο στο κεφάλι, ένα στο σπλαχνικό σάκο κι ένα στο πόδι, που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το στόμα βρίσκεται λίγο πιο κάτω απ’τις κεραίες, και είναι εξοπλισμένο με το ξύστρο, ένα όργανο σαν γλώσσα με πολλά χιτινώδη δόντια που αντικαθίστανται συνεχώς, με το οποίο το ζώο ροκανίζει την τροφή του. Το μυώδες πόδι βρίσκεται στην κάτω πλευρά του σαλιγκαριού, εξού και το όνομα της ομοταξίας γαστερόποδα, και κινεί το ζώο με κυματοειδείς συσπάσεις που διαδίδονται από μπροστά προς τα πίσω. Παράγει βλέννα, η οποία βοηθά στην ολίσθηση του ζώου και το προστατεύει από τραυματισμούς σε τραχιές ή αιχμηρές επιφάνειες. Βλέννα επίσης παράγεται λιγότερο και στην επιφάνεια του υπόλοιπου σώματος. Ο σπλαχνικός σάκος βρίσκεται μέσα στο κέλυφος, περιέχει όλα τα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, τον πεπτικό αδένα, την καρδιά, το νεφρό, το μανδυακό πνεύμονα και το αναπαραγωγικό σύστημα, και προστατεύεται από το μανδύα. Εξαιτίας της αναστροφής που παθαίνουν τα γαστερόποδα κατά την εμβρυική τους ανάπτυξη ώστε να προσαρμοστούν στο σχήμα του κελύφους, το πίσω μέρος τους γυρίζει 180 μοίρες προς τα εμπρός, κι έτσι ο πρωκτός και τα γεννητικά όργανα βρίσκονται ακριβώς πάνω από το κεφάλι στη μανδυακή κοιλότητα. Από τη δεξιά πλευρά αυτής της κοιλότητας επίσης βρίσκεται ο πνευμόπορος, απ’όπου το σαλιγκάρι αναπνέει. Ο μανδύας ακόμα παράγει ανθρακικό ασβέστιο και κογχιολίνη, με τα οποία το μαλάκιο χτίζει το όστρακό του. Ο μανδύας αποθέτει συνεχώς νέο υλικό στο άνοιγμα του οστράκου, κι έτσι αυτό μεγαλώνει. Για το λόγο αυτό οι άκρες του οστράκου είναι εύθραυστες όσο το σαλιγκάρι είναι στην ανάπτυξη. Μόλις φτάσει στην ενηλικίωση, δημιουργεί ένα προεξέχον χείλος και η ανάπτυξη παύει, οπότε ο ρόλος του μανδύα είναι κυρίως επιδιορθωτικός για το εσωτερικό του κελύφους. Σε ιδανικές συνθήκες, ένα αφρικανικό γιγάντιο σαλιγκάρι μπορεί να φτάσει στην ενηλικίωση μέσα σε έξι μόνο μήνες, ενώ διαφορετικά μπορεί να χρειαστεί πάνω από ένα χρόνο. Η αναπαραγωγική ωριμότητα μπορεί να έρθει πριν την πλήρη ανάπτυξη. Όπως και τα περισσότερα σαλιγκάρια, το είδος είναι ερμαφρόδιτο, αν και δεν αυτογονιμοποιείται, και όπως όλα τα στυλωματοφόρα, το κάθε σαλιγκάρι μπορεί να εκτιμά το μέγεθος και την ηλικία του άλλου πριν το ζευγάρωμα. Πριν ζευγαρώσουν, μπορεί το ένα μαλάκιο να ανέβει πάνω στο άλλο, να σπρωχθούν και στη συνέχεια ζευγαρώνουν, πιέζοντας τις κοιλιές τους και τοποθετώντας το φαλλό τους στη γεννητική κοιλότητα του άλλου. Δύο ενήλικα σαλιγκάρια του ίδιου μεγέθους συνήθως αλληλογονιμοποιούνται, ενώ σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη διαφορά μεγέθους, το ζευγάρωμα είναι μονόπλευρο, με το μικρότερο στο ρόλο του αρσενικού, επειδή η παραγωγή αυγών κοστίζει κι αυτό θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Το σαλιγκάρι γεννά τα αυγά 8-20 ημέρες μετά το ζευγάρωμα, και μπορεί ν’αποθηκεύσει σπέρμα για πολλές ακόμα γέννες, μέχρι και για δύο χρόνια. Τα αυγά είναι λευκοκίτρινα, διαμέτρου 4,5-5,5 χιλιοστών, και τα προστατεύει σε ρηχές φωλιές που σκάβει μέσα στο έδαφος ή ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα. Μπορεί να γεννήσει από 100 έως 500 αυγά τη φορά, με συνήθη αριθμό τα 200, και μπορεί να γεννά σταθερά κάθε δύο μήνες για όλο το χρόνο. Τα αυγά επωάζονται σε θερμοκρασίες πάνω από τους 15 βαθμούς, και σε κατάλληλες συνθήκες, τα μικρά εκκολάπτονται σε 11-15 ημέρες, και είναι αντίγραφα των ενηλίκων. Η γονιμότητά τους φθίνει μετά τα δύο χρόνια ζωής, αν και μπορούν να ζήσουν 5-6 χρόνια στην αιχμαλωσία, με σπάνιες περιπτώσεις να φτάνουν έως και τα 10 χρόνια. Όπως όλα τα χερσαία σαλιγκάρια, δεν έχουν προνυμφική φάση και τα μικρά είναι μικροσκοπικά αντίγραφα των ενηλίκων.
Το σαλιγκάρι αυτό ζει οπουδήποτε υπάρχει το κατάλληλο κλίμα σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως ζούγκλες, φυτεμένα δάση, περιοχές διαταραγμένες από ανθρώπινη δραστηριότητα, παραποτάμιες και ελώδεις περιοχές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αστικά περιβάλλοντα. Ευδοκιμούν καλύτερα σε μόνιμα θερμό και υγρό κλίμα ή σε υγρό κλίμα με μια ξηρή περίοδο για μέρος του έτους, σε χαμηλά υψόμετρα. Δραστηριοποιείται σε θερμοκρασίες μεταξύ 9 και 29 βαθμών Κελσίου. Όταν οι θερμοκρασίες πέσουν χαμηλότερα περιέρχεται σε χειμερία νάρκη, ενώ αν ξεπεράσουν το όριο δραστηριότητας ή το περιβάλλον αρχίζει να ξηραίνεται περιέρχεται σε θερινή νάρκη ή διαθέριση. Κατά την αδρανοποίηση, το σαλιγκάρι θάβεται μέσα στο έδαφος και φράζει το άνοιγμα του οστράκου του με ένα επίφραγμα από ξηρή βλέννα ενδυναμωμένη με ανθρακικό ασβέστιο. Μπορεί να επιβιώσει σε θερμοκρασίες μέχρι και τους 2 βαθμούς Κελσίου, αν και η θνησιμότητα αυξάνεται όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Αντίθετα, ανέχεται τις υψηλές θερμοκρασίες πολύ καλύτερα. Στην περίοδο δραστηριότητας είναι κυρίως νυκτόβιο, και την ημέρα κρύβεται συνήθως θαμμένο μέσα στο έδαφος, αν και μπορεί να προσκολληθεί σε επιφάνειες. Την ημέρα παρατηρείται σε συννεφιασμένο καιρό ή σε περιπτώσεις μεγάλου υπερπληθυσμού. Όπως και με όλα τα σαλιγκάρια, το άμεσο ηλιακό φως μπορεί να τα σκοτώσει. Το είδος αυτό είναι φυτοφάγο και σαπροφάγο, δηλαδή τρέφεται τόσο με ζωντανή όσο και με νεκρή φυτική ύλη. Τα μικρά τρέφονται κυρίως με νεκρή οργανική ύλη και με μονοκύτταρα φύκη, και από πράσινα φυτά προτιμούν κυρίως μαλακά είδη όπως η μπανάνα, ο αρακάς και το παντζάρι. Θεωρείται ότι στη φάση αυτή λαμβάνουν την απαραίτητη χλωρίδα του εντέρου, η οποία διασπά την κυτταρίνη των φυτών, κι επίσης λαμβάνουν αρκετή πρωτεΐνη από τους μικροοργανισμούς που αποσυνθέτουν την οργανική ύλη. Έχει βρεθεί ότι ένα ποσοστό πρωτεΐνης της τάξεως του 18% της διατροφής είναι το ιδανικό για βέλτιστη ανάπτυξη. Μετά τα 5 εκατοστά, προτιμούν κυρίως πράσινη φυτική ύλη, ενώ στην ενηλικίωση τρώνε τόσο χλωρή όσο και σαπισμένη φυτική ύλη. Τρέφονται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς, φλοιό, άνθη, καρπούς, βολβούς, κονδύλους, σπόρους και σπορόφυτα. Επίσης τρέφονται και με μύκητες, λειχήνες, περιττώματα και πτώματα, ενώ έχουν παρατηρηθεί σπάνια να τρώνε ζωντανά μικρότερα σαλιγκάρια ακόμα και του είδους τους και γυμνοσάλιαγκες, αν και δε θεωρούνται σημαντικός εχθρός άλλων γαστεροπόδων. Ως οστρακοφόραμαλάκια, το ασβέστιο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή τους. Η ανάγκη ασβεστίου στα μικρά μέχρι τα 5 εκατοστά είναι πολύ υψηλή, ενώ στη συνέχεια φθίνει και στην ενηλικίωση είναι χαμηλή αλλά σταθερή. Για να προσλάβουν ασβέστιο ροκανίζουν ασβεστούχα πετρώματα, οστά και κελύφη νεκρών σαλιγκαριών. Κύριες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση, η γεύση και η αφή, με τις οποίες εντοπίζουν την τροφή τους. Η όρασή τους περιορίζεται στηνα ντίληψη φωτός και στην ανίχνευση μεγάλων αντικειμένων, που θα μπορούσαν να είναι απειλές.

Το σαλιγκάρι αυτό χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο ως τροφή, ως ζώο εργαστηρίου, ως κατοικίδιο και ως τροφή άλλων ζώων. Παραδοσιακά συλλεγόταν ως τροφή στην Αφρική. Κατά το 19ο και τον 20ο αι. μεταφέρθηκε, είτε τυχαία, π.χ. μαζί με λαχανικά, χώμα, προσκολλημένο σε οχήματα, σε στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, είτε επιτηδευμένα από κυβερνήσεις τροπικών χωρών ως τροφή, στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης και πλέον τρώγεται σχεδόν σε κάθε τόπο όπου βρίσκεται. Είναι το περισσότερο καταναλούμενο είδος στην Κίνα και στην Ταϊβάν, και μεγάλες ποσότητές του εξάγονται προς δυτικες χώρες για να καλυφθεί η ζήτηση που δε μπορεί να καλύψει η εγχώρια παραγωγή. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης δίνεται ως τροφή σε πουλερικά και ψάρια ιχθυοκαλλιεργειών. Στα εργαστήρια χρησιμοποιείται λόγω της εύκολης εύρεσης και αναπαραγωγής τους για να μελετηθούν τα χερσαία γαστερόποδα εν γένει, κι επίσης σ’αυτό δοκιμάζονται πειραματικές μέθοδοι καταπολέμησής του. Το μεγάλο και εντυπωσιακό του μέγεθος το έκαναν αγαπητό στους συλλέκτες κοχυλιών, αλλά κι επίσης στο χόμπι των ασπονδύλων. Σε κάποιες από τις χώρες όπου βρίσκεται έχει εισαχθεί για την εξωτική του εμφάνιση, ενώ εκτρέφεται για πολλά χρόνια σε τερράρια ως κατοικίδιο ή ως τροφή άλλων κοχλιοφάγων ζώων.

Η διατήρησή του στην αιχμαλωσία είναι πολύ εύκολη. Ως κατοικίδιο, θεωρείται ιδανικό για μικρά παιδιά αντί για κάποιο ζώο με πιο περίπλοκες ανάγκες, όπως ένα μικρό θηλαστικό. Είναι ένα ζώο που δε μπορεί να βλάψει κανέναν και μέσω αυτού μπορούν τα παιδιά να μάθουν πολλά πράγματα για τον κύκλο ζωής του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ή γενικώς όπου δεν είναι επιθυμητή η αναπαραγωγή, θα χρειαστείτε μόνο ένα άτομο, αλλιώς γρήγορα θα πρέπει συνεχώς να εξοντώνεται αυγά και μικρά. Εάν ωστόσο σκοπός είναι η αναπαραγωγή, τότε θα χρειαστεί πάνω από ένα. Η δική μου αποικία έχει 6 ιδρυτικά άτομα, αλά μπορεί να ξεκινήσει με λιγότερα ή και με περισσότερα. Τα σαλιγκάρια αυτά μπορούν να στεγαστούν οπουδήποτε, αρκεί ο χώρος να είναι ασφαλής για να μη φύγουν και να υπάρχουν τρύπες εξαερισμού. Χρησιμοποιούνται από τερράρια έως μεγάλα πλαστικά κουτιά αποθήκευσης. Το περιβάλλον θα πρέπει να έχει αρκετό χώρο για να κινούνται άνετα όλα, με ιδανικές διαστάσεις μήκος όσο τρεις φορές το μήκος του μεγαλύτερου σαλιγκαριού, και πλάτος και ύψος μεγαλύτερο από το μήκος του μεγαλύτερου. Τα μαλάκια στρεσάρονται με τον έντονο φωτισμό, γι’αυτό θα πρέπει να βρίσκονται σε σημείο με χαμηλό φωτισμό, ή ακόμα και σε μέρος με σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, με ελάχιστο φως μόνο την ημέρα για να αντιλαμβάνονται τη φωτοπερίοδο. Μέσα στο κουτί θα πρέπει να υπάρχει υπόστρωμα βάθους 5-10 εκατοστών, στο οποίο θα μπορούν να θάβονται. Η τύρφη χρησιμοποιείται συχνά επειδή είναι μαλακή, αλλά είναι όξινη και χωρίς καθόλου μεταλλικά στοιχεία, κι αυτό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη του οστράκου και να εντείνει τις περιπτώσεις κανιβαλισμού. Καλύτερο υπόστρωμα είναι το χώμα, είτε έτοιμο φυτόχωμα χωρίς πρόσθετα λιπάσματα, είτε χώμα από ανακύκλωση από μεταφυτεύσεις γλαστρωμένων φυτών, ή χώμα από τον κήπο ή τη φύση, αρκεί να μην έχει φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα. Τα χαλικάκια και τα υπολείμματα ριζών δεν ενοχλούν. Πέρα από το υπόστρωμα, το τι άλλο θα βάλετε στο χώρο τους εξαρτάται καθαρά από τις αισθητικές σας προτιμήσεις, γιατί τα σαλιγκάρια έχουν πολύ απλές ανάγκες. Τα σαλιγκάρια δεν τα νοιάζει αν βρίσκονται σ’ένα ευρύχωρο τερράριο με κατασκευές από ξύλα, πέτρες και φλοιούς να σκαρφαλώνουν και φυτά που δε μπορούν να φάνε όπως ο κισσός (Hedera helix) πάνω τους, αλλά αν θέλετε μπορείτε να φτιάξετε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σε πιο απλά περιβάλλοντα, μπορείτε να βάλετε λίγα ξύλα για να σκαρφαλώνουν ή και τίποτα, αφού θα σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα του κουτιού τους. Εγώ αρχικά τα είχα στο μικρό πλαστικό κουτάκι που μου τα έδωσαν για τις δύο πρώτες εβδομάδες με χαρτί για υπόστρωμα, όμως επειδή μεγάλωναν τα μετέφερα σ’ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 25χ23χ24, το οποίο έστρωσα με 6 περίπου εκ χώμα. Αρχικά σχεδίαζα να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο κουτί αν μεγάλωναν πολύ, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτό δε θα χρειαστεί, αφού ήδη στα 8-10 εκατοστά μερικά αρχίζουν να δημιουργούν το χείλος της ενηλικίωσης. Πέρα από χώμα, μέσα στο κουτί δεν έχω τίποτα. Όλα τα σαλιγκάρια είναι θαμμένα στο χώμα τη μέρα, σπάνια λίγα προσκολλώνται πάνω στα τοιχώματα ή στις γωνίες, και το βράδυ δραστηριοποιούνται και βόσκουν. Τότε είναι η ώρα που σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα ή και ανάποδα στο καπάκι.
Δείτε το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται.

Τα σαλιγκάρια αυτά ανέχονται μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, αλλά ιδανικές για το μεταβολισμό τους είναι αυτές μεταξύ 18-25 βαθμών Κελσίου, δηλαδή θερμοκρασία δωματίου και λίγο υψηλότερη. Εάν έχετε χαμηλότερες θερμοκρασίες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια απλή θερμαντική πλάκα που θα καλύπτει το μισό ή και λιγότερο από τον πυθμένα του χώρου τους. Οι θερμαντικές λάμπες είναι επικίνδυνες, διότι θα θερμάνουν υπερβολικά το χώρο, μπορεί να τα αφυδατώσουν αν τις πλησιάσουν, και σε περίπτωση που δεν είναι κεραμικές και φωτοβολούν θα τα στρεσάρουν, αφού θα πρέπει να φέγγουν για όλο το εικοσιτετράωρο. Σε χαμηλότερες από τις προτιμώμενες θερμοκρασίες θα τρώνε πολύ λιγότερο, και ίσως να προσπαθήσουν να ναρκωθούν. Στη δική μου περίπτωση μέσα στον Ιανουάριο, ένα από τα σαλιγκάρια μου δημιούργησε επίφραγμα, αλά τελικά βγήκε αμέσως από τη νάρκη. Την εποχή εκείνη έτρωγαν λίγο και συγκεντρώνονταν γύρω από τη ζέστη της πλάκας, μέσα στο χώμα. Εάν οι θερμοκρασίες ξεπεράσουν το προτιμώμενο όριο, αρχικά δε θα έχετε πρόβλημα. Έχω παρατηρήσει ότι μέχρι τους 28 βαθμούς τρέφονται κανονικά. Αν όμως οι θερμοκρασίες παραμείνουν ψηλότερα για μεγάλο χρόνο, η πρόσληψη τροφής μειώνεται σημαντικά, και μπορεί ν’αρχίζουν να αδυνατίζουν. Στην περίπτωση αυτήν, αν δε μπορείτε να τα μεταφέρετε σε δροσερότερο σημείο, το καλύτερο είναι να τα βάλετε σε θερινή νάρκη. Για να το κάνετε αυτό, απλώς αντικαθιστάται το χώμα με πολύ ξηρότερο και τα αφήνετε μέσα όπως πριν, αλλά χωρίς τροφή, και μέσα στις επόμενες μέρες θα αδρανοποιηθούν. Εγώ άργησα να το κάνω αυτό, με αποτέλεσμα δύο σαλιγκάρια να χάσουν βάρος. Αυτό φαίνεται από το μικρότερο βάρος τους όταν τα σηκώνεται, αλλά και από το μεγαλύτερο βάθος που μπορούν να φτάσουν όταν αποτραβιούνται στο καβούκι τους. Τελικά στα τέλη του Ιουνίου άλλαξα το χώμα. Μέσα σε τρεις μέρες, ακόμα και τα δύο μεγαλύτερα και πιο δραστήρια σαλιγκάρια κατέβηκαν στο χώμα και όλα ναρκώθηκαν. Τώρα οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 33 βαθμούς μερικές φορές και αυτά δεν επηρεάζονται καθόλου. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε την κατάσταση της νάρκης.

Το τάισμα είναι το ευκολότερο πράγμα μ’αυτά τα σαλιγκάρια. Μπορούν να φάνε μια μεγάλη γκάμα φυλλωδών λαχανικών, ζιζανίων, φύλλων θάμνων και δέντρων, καρπών και σπόρων. Εγώ επιλέγω τα είδη που θα τα δώσω σύμφωνα με το κατά πόσο τα τρώνε άγρια σαλιγκάρια, κι έτσι έχω μεγάλη επιτυχία. Φυλλώδη λαχανικά όπως το μαρούλι (Lactuca sativa), τα λαχανοειδή [(Brassica oleracea) λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανίδα], η ρόκα (Eruca sativa) και τα φύλλα από το ραπανάκι (Raphanus sativus), αγριόχορτα όπως η πικραλίδα ή ραδίκι (Taraxacum officinale), ο ζοχός (Sonchus oleraceus), η στελλάρια (Stellaria media), το περδικάκι (Parietaria judaica), το λάπατο (Rumex sativus), η μολόχα (Malva silvestris), όλα είναι στόχοι ντόπιων σαλιγκαριών και από τα αγαπημένα της A. Fulica, τα οποία εξαφανίζονται σε λίγες ώρες αφού τα βάλω. Έχω παρατηρήσει ωστόσο ότι τα λεια φεύγουν πιο γρήγορα από τα χνουδωτά αγριόχορτα. Εκτός από τα παραπάνω, τα οποία είναι κατάλληλα και για άλλα φυτοφάγα ζώα, π.χ. κουνέλια, τα δίνω και πιο τοξικά τουλάχιστον για σπονδυλωτά φυτά, τα οποία ωστόσο τρώνε πολύ τα δικά μας σαλιγκάρια, όπως τα φύλλα του βολβού του ιππέαστρου (Hippeastrum), μια ακόμα πολύ καλή και αγαπημένη τροφή, και τα φύλλα του σενεκίου (Senecio angulatum), το οποίο τρώνε αρκετά, αν κι όχι τόσο πολύ όσο τα προηγούμενα. Από λαχανικά δίνω φλούδες κολοκυθιού και αγγουριού (Cucurbita sp και Cucumis sativus), οι οποίες φεύγουν αμέσως, αλλά και κομμάτια καρότου (Daucus carota) και πατάτας (Solanum tuberosum), τα οποία ροκανίζονται αρκετά σε λίγες μέρες. Η πατάτα ιδιαίτερα θεωρείται πολύ θρεπτική τροφή για το συγκεκριμένο είδος. Από φύλλα δέντρων και θάμνων έχω δοκιμάσει πολλά, αλά δεν τα τρώνε όλα με την ίδια όρεξη, επειδή είναι πολύ σκληρότερα από τα φύλλα των χόρτων. Το αμπέλι (Vitis vinifera) και τον ιβίσκο (Hibiscus syriacus) για παράδειγμα μπορεί να τα φάνε, αλλά θα τα ροκανίσουν μέσα σε πολλές μέρες. Τα φύλλα των εσπεριδοειδών (Citrus sp) προτιμώνται περισσότερο, και φροντίζω να τα δίνω συχνά. Αντίθετα, η μουριά φαίνεται να είναι το αγαπημένο τους, και τρώνε τόσο τη μαύρη (Morus nigra), όσο και την άσπρη (Morus alba), με ιδιαίτερη προτίμηση στη δεύτερη, ίσως επειδή έχει μαλακότερα φύλλα. Τα φύλλα της μουριάς περιέχουν αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο, άρα είναι ωφέλιμα. Τα μαλάκια αυτά επίσης μπορούν να φάνε φρούτα, αλλά η συχνή σίτιση μ’αυτά θα οδηγήσει σε υγρά κόπρανα. Αραιά τα δίνω κομμάτια από αχλάδι, μήλο, ροδάκινο, βερίκοκο και μπανάνα. Τέλος υπάρχουν και φυτά τα οποία είτε είναι πολύ σκληρά είτε τοξικά και δε θα τα φάνε καθόλου, όπως ο κισσός, οι αειθαλείς θάμνοι όπως το ευώνυμο, αλλά και γενικώς ασφαλή είδη για φυτοφάγα όπως η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) και το χωνάκι (Campsis radicans). Σκληρά και ινώδη αγρωστώδη φυτά, όπως η αγριάδες, δε θα τα αγγίξουν καθόλου. Το σπανάκι (Spinacia oleracea) επίσης είναι τροφή που τρώνε, αλλά επειδή δεσμεύει το ασβέστιο στα σπονδυλωτά, δεν τους το δίνω. Φροντίζω να έχω τουλάχιστον δύο είδη φυτών σε κάθε τάισμα. Όταν τα ταΐζω, στρώνω τη μισή ή όλη την επιφάνεια του χώρου τους με τα φύλλα, ή αν είναι φλούδες τα αφήνου σε μια γωνία. Σε μία μέρα, θα έχουν μείνει κυρίως βλαστοί και μίσχοι. Δεν είναι απαραίτητο η τροφή να βρίσκεται σε μπολ, όπως πολλοί κάνουν. Αντίθετα όταν βρίσκεται στο χώμα και αφεθεί λίγο να σαπίσει είναι καλύτερη γι’αυτά. Προσθέτω νέα τροφή καθημερινά εάν έχει φαγωθεί όλη, αλλιώς κάθε 2-3 μέρες, και αφαιρώ τα υπολείμματα της παλιάς κάθε 2-3 μέρες. Εάν έχω παραμελήσει το τάισμά τους, τα σαλιγκάρια γίνονται πιο δραστήρια σκαρφαλώνοντας παντού. Αν έχει ησυχία και στήσω αυτί, μπορώ να τα ακούσω να ροκανίζουν σιγά-σιγά την τροφή όταν βόσκουν. Ορισμένοι κάτοχοι τα δίνουν συμπληρωματικά και γατοτροφή, σκυλοτροφή ή ψαροτροφή για επιπλέον πρωτεΐνη, αν κι εγώ δεν τα έχω δώσει ποτέ έως τώρα, πάντως δε βλάπτει η μικρή ποσότητα. Εκτός από την τροφή, απολύτως απαραίτητο είναι και το ασβέστιο. Μπορείτε να ρίχνετε το ασβέστιο σε σκόνη πάνω από την τροφή, αλλά πιο εύκολος τρόπος είναι να τους το παρέχετε ξεχωριστά, οπότε έτσι θα μπορούν να αυτορρυθμίζουν την πρόσληψή τους. Ένα κόκκαλο σουπιάς ή κάποιο ειδικό τούβλο ασβεστίου θα τους καλύψει όλες τις ανάγκες. Τα μικρά έχουν τεράστια όρεξη για ασβέστιο, και θα το εξαφανίζουν συνεχώς, ενώ όσο μεγαλώνουν θα τρώνε λιγότερο. Τα ενήλικα θα πρέπει να έχουν πάντοτε ασβέστιο, ακόμα κι αν τρώνε ελάχιστο κάθε μέρα. Για τα δικά μου χρησιμοποιούσα αρχικά το ¼ του μικρού κοκκάλου σουπιάς, το οποίο άδειαζαν σε 4 περίπου μέρες. Όσο μεγάλωναν χρειάζονταν το μισό, και τώρα τα δίνω σχεδόν ολόκληρο, το οποίο αλλάζω κάθε εβδομάδα ή 10 μέρες. Το τούβλο του ίδιου μεγέθους κρατά περισσότερο, μπορεί και για δύο βδομάδες. Εάν δεν υπάρχει αρκετό ασβέστιο, το όστρακό τους δε θα μεγαλώσει σωστά, ενώ μπορεί να στραφούν στον κανιβαλισμό. Συνήθως δεν τρώνε το κρέας των άλλων, αν και μπορεί μεγαλύτερα άτομα με έλλειψη ασβεστίου να φάνε ολόκληρα πολύ μικρότερα, αν και το σύνηθες είναι τα μικρότερα να ξύνουν το όστρακο κάποιου μεγαλύτερου, αποδυναμώνοντάς το. Επειδή το τραύμα βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά, το σαλιγκάρι δε θα μπορεί να το επιδιορθώσει και έτσι θα μείνει για όλη τη ζωή του. Μια φορά εγώ ξεκόλλησα ένα μικρότερο σαλιγκάρι από ένα μεγαλύτερο, και στο σημείο απ’όπου το έβγαλα υπήρχε ένα μακρόστενο αυλάκι, ίσως ένδειξη κανιβαλισμού. Από τότε βάζω ακόμα περισσότερο ασβέστιο μέσα. Είναι αδύνατο να αφομοιώσουν όλο το ασβέστιο που τρώνε, και γι’αυτό μπορεί να αποβάλλουν άσπρο υλικό στα περιττώματά τους, κάτι φυσιολογικό.
Οι ανάγκες τους σε νερό καλύπτονται από την τροφή τους και την υγρασία του περιβάλλοντος, άρα κανονικά δοχείο νερού δε χρειάζεται. Αρκετοί κάτοχοι βάζουν ένα ρηχό δοχείο νερού, όπου τα σαλιγκάρια πίνουν και ξεπλένονται από χώμα, αλλά αυτό χρειάζεται καθάρισμα κι επίσης μπορεί να πνίξει μικρά σαλιγκαράκια αν γίνει αναπαραγωγή. Εγώ δε βάζω, και δεν έχω κανένα πρόβλημα απ’αυτό. Αν το χώμα τους μένει μόνιμα υγρό κατά την περίοδο δραστηριότητας, δε θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Μπορείτε είτε να τα ψεκάσετε είτε να τα ποτίσετε, με προσοχή όμως γιατί μπορεί να λασπώσετε το χώμα τους. Αν το χώμα τους λασπώσει, δε θα μπορούν να θαφτούν προσωρινά. Μπορείτε να το επαναφέρεται προσθέτοντας νέο ξερό χώμα ή αφήνοντάς το να στεγνώσει για λίγες μέρες. Το χώμα δε θα χρειάζεται κατά τ’άλλα συχνή αντικατάσταση. Τα σαλιγκάρια θα παράγουν συνεχώς μακρόστενα περιττώματα καθώς τρέφονται, αλλά αυτά δε θα πρέπει ν’απομακρύνονται αμέσως, γιατί έχει βρεθεί ότι το υπερβολικά καθαρό περιβάλλον μειώνει την ικανότητα πρόσληψης όλων των θρεπτικών συστατικών, αφού τα σαλιγκάρια αυτά μπορεί να ξαναφάνε τα περιττώματά τους ή την τροφή που σαπίζει για ν’απορροφήσουν αποτελεσματικά όλα τα θρεπτικά συστατικά. Μία μερική αντικατάσταση του επιφανειακού υποστρώματος μια φορά την εβδομάδα είναι αρκετή, αν κι εγώ τα αφήνου και για πάνω από δύο εβδομάδες χωρίς πρόβλημα. Εάν δεν είστε σε θέση να το αντικαταστήσετε άμεσα, μπορείτε απλώς να ρίξετε καινούργιο υπόστρωμα από πάνω, κι έτσι να αραιώσει το παλιό. Πάλι εντούτοις θα χρειαστεί αντικατάσταση στο μέλλον. Τα σαλιγκάρια αυτά, ακόμα κι αν αφεθούν πολύ, δε θα πρέπει να μυρίζουν έντονα. Το περιβάλλον τους θα έχει μια μυρωδιά σαλιγκαριού, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε χώμα, χωνεμένα χόρτα και μυρωδιά μαλακίου που θα την ξέρετε αν έχετε μυρίσει βρασμένα σαλιγκάρια, αλλά όχι κάποια άσχημη μυρωδιά. Αν μυρίζει άσχημα, ελέγξετε μήπως το χώμα είναι πολύ βαθύ και υγρό και έχει αναερόβιες περιοχές, και αν δεν είναι αυτός ο λόγος, ίσως κάποιο σαλιγκάρι σας να έχει ένα ανεπανόρθωτο σοβαρό πρόβλημα.
Εφόσον τα μαλάκια ενηλικιωθούν, η αναπαραγωγή είναι αναπόφευκτη. Εγώ ακόμα δεν είχα αναπαραγωγή, αλά πιστεύω πως από το φθινόπωρο, εφόσον μερικά άρχισαν να ενηλικιώνονται, θα έχω. Το ζευγάρωμα είναι δύσκολο να το παρατηρήσετε, αλλά μπορεί να βρείτε φωλιές ψάχνοντας το υπόστρωμα. Μπορείτε να τις αφήσετε στη θέση τους, όπου διατρέχουν τον κίνδυνο να πατηθούν ή και να φαγωθούν, ή μπορείτε να τις μεταφέρετε σε άλλο μικρό κουτί για επώαση. Ακόμα όμως κι αν δεν τις μεταφέρετε, σίγουρο είναι ότι κάποια αυγά θα εκκολαφθούν. Το κουτί της επώασης θα πρέπει να έχει μικροσκοπικές τρύπες εξαερισμού για να μη φύγουν τα μικρά, και να βρίσκεται σε θερμοκρασίες ιδανικά μεταξύ 20-25 βαθμών. Τα μικρά έχουν όμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή με την υγρασία, διότι αφυδατώνονται πολύ ευκολότερα. Κι από εδώ ξεκινούν τα βάσανα. Φυσικά, θα είναι αδύνατο να τα κρατήσετε όλα, και σκεφτείτε τι θα γίνει αν όλα αυτά τα μικρά αναπαραχθούν επίσης στο μέλλον. Μπορεί αρχικά να πουλάτε ή να δίνετε τους απογόνους αλλού, αλλά σύντομα ο αριθμός τους θα ξεπεράσει την όποια πενιχρή ζήτηση. Μετά τι κάνετε; Αν δεν έχετε να ταΐσετε κάποιο μαλακιοφάγο ζώο ή να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, το μόνο καλό που μπορείτε να κάνετε είναι να τα θανατώνετε όλα. Μπορείτε να σπάσετε τα αυγά και τα μικρά, να τα καταψύξετε για 24 ώρες, να τα εμποτίσετε στη χλωρίνη ή να τα αφήσετε να στεγνώσουν. Μην τα απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση. Σε περίπτωση όμως που έχετε κάποιο ζώο που τα τρώει ή πρόκειται να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, τότε το είδος αυτό είναι το ιδανικό σαλιγκάρι γι’αυτόν το σκοπό, εξαιτίας της ευκολίας στην αναπαραγωγή του. Αν και τα ενήλικα δε τρώγονται σχεδόν από τίποτα, τα μικρότερα τρώγονται από πολλά ζώα. Εντελώς κοχλιοφάγα είδη, όπως οι καϊμανόσαυρες (Dracaena guianensis) και η μαλαισιανή κοχλιοφάγα νεροχελώνα (Malayemys macrocephala) μπορούν να ζήσουν σχεδόν αποκλειστικά μ’αυτήν την τροφή, αλλά και για λιγότερο σπάνια είδη τα οποία τρώνε σαλιγκάρια, αυτή η τροφή μπορεί να αποτελεί μεγάλο μέρος του διαιτολογίου τους. Μπορούν να τα φάνε ζώα όπως σχεδόν όλα τα είδη νεροχελώνας, κάποια χερσαία είδη όπως αυτές των γενών Terapene και Kinixis, οι κυανόγλωσσοι σκίγκοι της Αυστραλίας του γένους Tiliqua, οι κερασφόροι βάτραχοι του γένους Ceratophrys, ο αφρικανικός ταυροβάτραχος (Pyxicephalus adspersus), διάφορες μεγάλες σαλαμάνδρες, μικροί βαράνοι όπως ο βαράνος της σαβάνας (Varanus exanthematicus), οι σαύρες τεγκού του γένους Tupinambis, μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια, σκαντζόχοιροι κ.ά. Πιο εντομοφάγα είδη όπως οι περισσότερες σαύρες, π.χ. γκέκο και δράκοι, καθώς και εντομοφάγοι βάτραχοι μπορεί να μην τα φάνε εύκολα, αλλά θα σας ενημερώσω γι’αυτό όταν το δοκιμάσω. Προς το παρόν πάντως, ο γενειοφόρος μου δράκος (Pogona vitticeps) σπάνια τρώει άγρια σαλιγκάρια (Helix aspersa), και συνήθως τα μικρά, τα οποία δεν τρώει ολόκληρα. Αν δεν τα τρώει σχεδόν κανείς, πάλι θα έχω τον κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) να τα δίνω, κι επίσης θα μπορώ να τα δίνω σε άτομα που ξέρω που έχουν νεροχελώνες. Ξέρω έναν χομπίστα για παράδειγμα που έχει μια σχετικά σπάνια κινέζικη μαλακοχέλυα νεροχελώνα (Pelodiscus sinensis), η οποία θα μπορεί να τα φάει. Τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και ασβέστιο, ακόμα και χωρίς το κέλυφός τους. Για ζώα που τα τρώνε ολόκληρα, αυτό είναι ωφέλιμο, αφού λαμβάνουν μεγάλη ποσότητα ασβεστίου. Το φαινομενικά σκληρό κέλυφος διαλύεται σταδιακά στο όξινο περιβάλλον του στομαχιού και αφομοιώνεται. Ο γενειοφόρος δράκος κάθε φορά εξαφάνιζε κάθε ίχνος κελύφους εντελώς, ενώ όταν μια φορά φέτος είχα δώσει στον κερασφόρο μου βάτραχο 5 μεσαίου μεγέθους κοινά σαλιγκάρια H. Aspersa με το όστρακό τους, μέσα σε 9 μέρες κάθε ίχνος τους είχε εξαφανιστεί. Αντίθετα, μικρά εντομοφάγα αμφίβια με πιο αδύναμο στομάχι μπορεί να μη μπορούν να χωνέψουν όλο το κέλυφος και να το κάνουν εμετό. Θεωρητικά θα μπορούσατε να τα εκτρέφεται και για δική σας κατανάλωση, αλλά με ένα ή δύο μικρά κουτιά μην περιμένετε να βγάζετε τίποτα περισσότερο από μια ντουζίνα κάθε εξάμηνο για να τα τρώτε σαν γκουρμέ.
Παρά διάφορα που λέγονται σε ιστοσελίδες λιγότερο επιστημονικού προσανατολισμού, τα σαλιγκάρια αυτά είναι κυρίως ζώα παρατήρησης κι όχι χειρισμού. Δεν πρόκειται να σας μάθουν ποτέ δηλαδή αν τα σηκώνετε ή τα πειράζεται. Πιθανόν το μόνο που θα καταφέρετε με παρατεταμένο χειρισμό είναι να τα στρεσάρεται. Είναι ωστόσο σημαντικό να ξέρετε πώς θα τα σηκώσετε για να μην τα τραυματίσετε, γιατί αυτό θα χρειαστεί όταν τα μετακινείτε, ελέγχετε το βάρος τους κλπ. Εάν είναι κολλημένα κάπου, μην τα τραβήξετε ποτέ απότομα, γιατί μπορεί να τα τραυματίσετε. Πρώτα σύρετέ τα πάνω στην επιφάνεια και μετά τραβήξτε τα απαλά. Τα αναπτυσσόμενα σαλιγκάρια έχουν εύθραυστο άνοιγμα κελύφους, και γι’αυτό θα πρέπει να προσέχετε περισσότερο με αυτά. Όταν το σαλιγκάρι είναι έξω, το σώμα του προστατεύει αυτήν την περιοχή, αλά όταν μαζεύεται μέσα, η περιοχή είναι απροστάτευτη και σπάει εύκολα. Σε περίπτωση που την σπάσετε κατά λάθος, μην ανησυχείτε, γιατί το μαλάκιο θα επιδιορθώσει αμέσως τη βλάβη. Έχω παρατηρήσει ότι σε μια βδομάδα κάθε ίχνος του σπασίματος θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί το ζώο, κατά την έναρξη της επιδιόρθωσης, πρώτα να λειάνει το άνοιγμα ροκανίζοντάς το, κι αυτό είναι φυσιολογικό. Χειρότερα μπορεί να συμβούν αν το σαλιγκάρι σας πέσει απ’το χέρι. Εγώ το είχα πάθει μια μόνο φορά, όταν μου είχε πέσει το μικρότερο κατά τη μεταφορά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο κουτί. Έσπασε ένα εκατοστό περίπου νέας ανάπτυξης, η οποία όμως αναπληρώθηκε. Μια μικρή πτώση σε μαλακό υλικό μπορεί να μην τα βλάψει, αλλά κάθε πτώση σαλιγκαριού είναι επικίνδυνη και θα πρέπει να την αποφύγετε. Επίσης κάθε φορά που θα σηκώνετε ένα σαλιγκάρι, αυτό θα αποσύρετε μέσα στο καβούκι του κάνοντας έναν υγρό ήχο. Δεν έχουν φωνή, μην ανησυχείτε. Έπειτα, αν το βάλετε πα΄νω στην παλάμη σας, μπορεί σύντομα να βγει και ν’αρχίζει να κινείται. Μπορεί επίσης να σας ξύσει με το ξύστρο, όπως κάνει σε όλες τις επιφάνειες για να διαπιστώσει αν τρώγονται. Μην ανησυχείτε πάλι, δε θα σας φάει! Εμένα ωστόσο δε με έχουν ξύσει ποτέ, αλλά κι εγώ δεν τα έχω κρατήσει ποτέ για πολύ ώρα. Πιστεύω πως το χέρι μας είναι πολύ ζεστό και αφυδατωτικό γι’αυτά τα μαλάκια του χώματος και της βροχής. Η βλέννα τους είναι αραιή και ξεπλένεται εύκολα, οπότε πάλι μην ανησυχείτε.

Η σκοτεινή πλευρά

Το κομμάτι αυτό το άφησα για το τέλος. Όπως ανέφερα στην αρχή, το σαλιγκάρι αυτό έχει πολύ υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό, ανθεκτικότητα σε διάφορες ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, μεγάλο εύρος διατροφικών φυτών, και το με΄γάλο του μέγεθος κατά την ενηλικίωση το προστατεύει από τους περισσότερους εχθρούς, ενώ η κρυπτική του συμπεριφορά και η γρήγορή του ανάπτυξη το κάνουν λιγότερο ευάλωτο ακόμα και σε νεαρή ηλικία. Με λίγα λόγια είναι από τα χειρότερα επεκτατικά είδη στον κόσμο. Έχει επεκταθεί με τη βοήθεια του ανθρώπου στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης, καθώς και σε πιο υποτροπικά κλίματα, ακόμα και σε μέρη με λίγο χιόνι το χειμώνα. Όπως προανέφερα, μεταφέρθηκε είτε σκόπιμα ως τροφή ή για την εμφάνισή του, είτε κατά λάθος μαζί με γεωργικά προϊόντα, φυτά, χώμα, οχήματα, δομικά υλικά, στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, ή από άτομα στην αιχμαλωσία που ξέφυγαν. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αρκετές χώρες εκτός από την Ανατολική Αφρική, όπως στην Ακτή Ελεφαντοστού στα δυτικά, στη Μαδαγασκάρη, στην Ινδία, στο Νεπάλ, στη νότια Κίνα, στην Ταϊλάνδη και σε άλλες χώρες της ΝΑ Ασίας, στη νότια Ιαπωνία, Στα περισσότερα νησιά του Ινδικού (συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μαυρίκιος, Φιλιππίνες, Ανταμάν και Νικομπάρ, Σρι Λάνκα, Χονγκ Κόνγκ, Ταϊβάν, Γκουάμ κλπ), μέχρι και στη Νέα Γουινέα, στα περισσότερα νησιά του Ειρηνικού (Γαλλική Πολυνησία, Σαμόα, Τόγκα, Νέα Καληδονία, Βόρειες Μαριάνες κλπ), μέχρι τη Χαβάη, στη Βραζιλία, στη Βενεζουέλα, στα νησιά της Καραϊβικής, ίσως και σε λίγες εστίες των νότιων ΗΠΑ. Η ικανότητά του να τρώει πολλά είδη φυτών σε συνδυασμό με το μειωμένο αριθμό ή και την παντελή απουσία εχθρών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε πληθυσμιακή έκρηξη. Σε ιδανικές συνθήκες με άφθονη τροφή, η πυκνότητα του σαλιγκαριού αυτού μπορεί να φτάσει έως και τα 150 άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο. Μπορεί να φάει περίπου 500 είδη φυτών χρήσιμα στη γεωργία, με την οικογένεια του λάχανου (Brassicaceae), του φασολιού (Fabaceae) και του κολοκυθιού (Cucurbitaceae) τα πλέον ευάλωτα. Τρώει επίσης μαρούλι, σπανάκι, και σε νεαρή φάση σολανοειδή φυτά όπως ντομάτα, μελιτζάνα κλπ. Η φάση των σπορόφυτων είναι η πιο ευάλωτη, με ποσοστό απώλειας μετά τη μεταφύτευση που μπορεί να φτάσει και στο 100%. Μπορεί επίσης να φάει τροπικά φυτά όπως μπανανιά, νεαρούς κοκοφοίνικες, γκουάβα, παπάγια, καφέ, μουριά, γιαμ, κολοκάσι κλπ. Μερικές φορές επιτίθεται ακόμα και στο ρύζι. Κάποια είδη τα αποφυλώνει εντελώς, ενώ σε άλλα προκαλεί τοπικές βλάβες στους βλαστούς, στα άνθη ή στους καρπούς. Μπορεί επίσης να μεταφέρει ασθένειες από το ε΄να φυτό στο άλλο καθώς τρέφεται. Εκτός από την άμεση δράση του, ζημιώνει επίσης τους αγρότες των περιοχών αναγκάζοντάς τους να δαπανούν ποσά για την καταπολέμησή του ή περιορίζοντάς τους σε καλλιέργεια ανθεκτικών στο σαλιγκάρι φυτών. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης προξενεί μεγάλες καταστροφές σε κήπους και πάρκα. Ο αντίκτυπός του στα άγρια φυτά δεν έχει μελετηθεί τόσο πολύ, αλά είναι αναμενόμενο νησιωτικά φυτά με λιγότερες άμυνες να είναι πιο ευάλωτα. Η A. fulica μπορεί επίσης να εκτοπίσει διάφορα ιθαγενή είδη σαλιγκαριών. Συχνά προκαλεί αισθητικά προβλήματα αφήνοντας γραμμές από σάλιο στους τοίχους ή ροκανίζοντας το τσιμέντο για να λάβει ασβέστιο. Μπορεί να δισχεράνει την πορεία τον αυτοκινήτων στους δρόμους σε μεγάλους πληθυσμούς, όταν πολλά σαλιγκάρια σπάνε και ο δρόμος γλιστράει, και σπάνια το κέλυφός τους μπορεί να σκάσει λάστιχα. Μπορεί να μεταδώσει το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου Angiostrongylus cantonensis εάν καταναλωθεί ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρεμένο, και σπανιότερα με τη βλέννα του. Το παράσιτο αυτό, που παρασιτεί στον πνεύμονα του αρουραίου, έχει σύνθετο κύκλο ζωής. Τα αυγά του φεύγουν με τα περιττώματα του αρουραίου, τα τρώει το σαλιγκάρι, έπειτα το σαλιγκάρι τρώγεται από τον αρουραίο, το παράσιτο μεταναστεύει στο νευρικό σύστημα και μετά στον πνεύμονα, όπου ωριμάζει και αναπαράγεται. Σπάνια μπορεί να μολυνθεί ο άνθρωπος με συμπτώματα εοσινοφιλικής μηνιγγίτιδας. Η A. fulica δεν είναι πιο πιθανό να φέρρει αυτό το παράσιτο από άλλα σαλιγκάρια της περιοχής, απλώς ως μεγαλύτερη, μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα. Το παράσιτο είναι σπάνιο σε εύκρατες περιοχές. Οι πληθυσμοί στην αιχμαλωσία, έχοντας αποκοπεί από τον κύκλο μετάδοσης του παρασίτου, δεν το έχουν, αλλά και τα πιασμένα άτομα από τη φύση μετά από δύο μήνες το χάνουν. Τα άδεια μεγάλα όστρακά τους μπορούν επίσης να γεμίσουν με νερό και να φιλοξενήσουν προνύμφες κουνουπιών, ενώ πολ΄λα όστρακα σε περιορισμένο χώρο μπορούν να αλκαλοποιήσουν το χώμα, επηρεάζοντας την τοπική χλωρίδα. Οι μέθοδοι καταπολέμησης επίσης πολλές φορές οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Η εισαγωγή του κοχλιοφάγου σαλιγκαριού Euglandina rosea και του κοχλιοφάγου πλατυέλμινθα Platydemus manokwari σε πολλά νησιά έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών ενδημικών ειδών, χωρίς μεγάλες επιπτώσεις στην A. fulica. Επίσης τα δηλητήρια που χρησιμοποιούνται κατά της A. fulica δηλητηριάζουν και τα ζώα που την τρώνε πριν πεθάνει, και οι μαζικοί της θάνατοι προκαλούν δυσωδία.
Παρόλο που το σαλιγκάρι αυτό θεωρείται επιζήμιο και επεκτατικό είδος, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ζοφερή όπως φαίνεται. Πολλά από τα παραπάνω έχουν δεχτεί κριτική, αφού στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις της εισαγωγής του σαλιγκαριού μειώνονται με το χρόνο, όπως και με άλλα επεκτατικά είδη. Πράγματι το σαλιγκάρι αυτό μπορεί να φάει ευρεία ποικιλία φυτών, και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ινδονησία, οι αγρότες σταμάτησαν την καλλιέργεια κάποιων σοδειών για μερικά χρόνια μετά την εισαγωγή του είδους, αλλά η κατάσταση αυτή δε διαρκεί για πάντα. Η πληθυσμιακή έκρηξη σύντομα ακολουθείται από κατάπτωση, η οποία ίσως να οφείλεται στη μετάδοση ασθενειών μεταξύ των μαλακίων. Για παράδειγμα, το βακτήριο Aeromonas liquefaciens προςβάλλει και θανατώνει A. fulica στη Χαβάη. Μετά από 20-60 χρόνια από την εισαγωγή, οι πληθυσμοί του σταθεροποιούνται. Το είδος παραμένει επιζήμιο για τη γεωργία και για τους κήπους, όπως κάθε άλλο σαλιγκάρι. Δεύτερον το είδος έχει εχθρούς στο μεγαλύτερο μέρος της εισαγόμενης εξάπλωσής του, όπως πουλιά, βαράνους, αγριόχοιρους, αρουραίους, καβούρια κλπ. Σε πολλά νησιά η εξάπλωσή του εμποδίστηκε από τους ερημίτες και τους χερσαίους κάβουρες που ενδημούσαν εκεί, όπως στο Νησί των Χριστουγέννων, όπου το χερσαίο καβούρι Gecarcoidae natalis κρατούσε τον πληθυσμό του είδους σε χαμηλά επίπεδα, αν και σήμερα απειλείται από εισαγόμενα μυρμήγκια. Επίσης, αν και πράγματι το είδος έχει εκτοπίσει πολλά ιθαγενή σαλιγκάρια στις περιοχές όπου εισήχθη και λίγα έχουν εξαφανιστεί εντελώς, δεν έχει αποδειχθεί ως ο μόνος παράγοντας εξαφάνισής τους. Αντίθετα, οι θηρευτές που εισήχθησαν για την καταπολέμησή του όπως το κοχλιοφάγο σαλιγκάρι Euglandina rosea και ο κοχλιοφάγος πλατυέλμινθας Platydemus Manokwari οδήγησαν πολλά νησιώτικά είδη στην εξαφάνιση, με πιο λυπηρή περίπτωση αυτήν της Γαλλικής Πολυνησίας, όπου η E. rosea εξαφάνισε τα περισσότερα δενδρόβια σαλιγκάρια του γένους Partula του συμπλέγματος. Συχνά τα ευάλωτα νησιωτικά σαλιγκάρια ήταν δενδρόβια, οπότε δεν ανταγωνίζονταν άμεσα με την A. fulica. Επίσης το σαλιγκάρι αυτό αποτελεί θρεπτική τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων στις περιοχές όπου εισήχθη και τα περιστατικά με το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου A. cantonensis δε σημείωσαν αύξηση, παραμένοντας σπάνια. Απλώς οι χώρες οι οποίες προσπαθούν να αποτρέψουν την είσοδο του αφρικανικού σαλιγκαριού αποθαρρύνουν τον κόσμο να τα τρώει, για΄τί έπειτα δε θα επιθυμούν την εξαφάνισή του, όπως οι ΗΠΑ που άλλωστε δεν έχει σπουδαία κοχλιοφαγική παράδοση. Τέλος, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις στις ΗΠΑ, όπου οι εισβολές αντιμετωπίστηκαν εν τη γενέσει τους σε μικ΄ρες περιοχές στη Φλόριντα, η πλήρης εκρίζωση της A. fulica από ένα τόπο όπου έχει εγκαθιδρύσει πληθυσμό χωρίς να επηρεαστούν τα τοπικά γαστερόποδα θεωρείται αδύνατη με σημερινά μέσα. Η συλλογή με το χέρι πάντως είναι καθαρά προσωρινή λύση, αφού πολύ περισσότερα μικρά σαλιγκάρια παραμένουν κρυμμένα κι επίσης τα αυγά τους βρίσκονται στο χώμα. Για την αντιμετώπιση μεγαλύτερων εκτάσεων, χρησιμοποιούνται δηλητήρια, αν και πρόσφατα διερευνώνται λιγότερο τοξικοί τρόποι αντιμετώπισής τους, όπως με απωθητικά φυτά. Για το λόγο των παραπάνω, η εισαγωγή και η κατοχή A. fulica και συγγενικών ειδών στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αλλά και σε μερικές ακόμα χώρες, είναι παράνομη. Κάποιος που έχει τέτοια σαλιγκάρια μπορεί να μπλέξει άσχημα με το νόμο, και τακτικά οι αποσκευές Αφρικανών που καταφθάνουν σ’αυτές τις χώρες ελέγχονται εξονυχιστικά γι’αυτόν τον οστρακοφόρο τρομοκράτη. Εάν σ’αυτό το σημείο αναρωτηθήκατε γιατί ο Καναδάς απαγορεύει αυτό το σαλιγκάρι μιας και δε θα μπορούσε ποτέ να ευδοκιμήσει εκεί, δε μπορώ να σας δώσω καμία απάντηση. Απαγορεύει επίσης και τις εξωτικές κατσαρίδες και σχεδόν κάθε άλλο τροπικό έντομο. Ίσως να προνοεί για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη. Αντίθετα στην Ευρώπη η εμπορία του είδους δεν υπόκειται σε περιορισμούς.

Αν και η προσαρμογή και εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα είναι αρκετά απίθανη – αν μπορούσε να προσαρμοστεί σε παρόμοια κλιματική ζώνη θα το είχε κάνει εδώ και δεκαετίες -, Το καλύτερο είναι να μην το διακινδυνεύσουμε. Οπότε μην απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση αυτό το σαλιγκάρι σε καμία φάση της ζωής του στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον.

Πηγές:
Achatina fulica – Wikipedia,/a>
A. fulica το adw
A. fulica στο Gisd
Pet Snails
Η μεγαλύτερη παγκοσμίως σελίδα για τα κατοικίδια σαλιγκάρια διάφορων ειδών.
οδηγός φροντίδας για γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια

Pogona vitticeps 4/11/2015

Πριν από περίπου ένα χρόνο, μια μικρή και γλυκιά φολιδωτή ύπαρξη ήρθε κοντά μας. Προστέθηκε στη συλλογή μου ένας γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps). Είναι θηλυκό, και πλέον τριών ετών. Αυτές οι συμπαθητικές σαύρες των ερήμων της Αυστραλίας είναι από τα καλύτερα ερπετά που μπορεί να έχει κάποιος: Είναι ήρεμες, άνετες με τους ανθρώπους, δεν κρύβονται, εύκολες στη φροντίδα και διασκεδαστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τα περισσότερο διατηρούμενα κι εκτρεφόμενα ερπετά στην αιχμαλωσία. Το όνομά τους το πήραν από τα μαλακά αγκάθια που έχουν στο λαιμό τους, τα οποία θυμίζουν γένια. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσω το είδος, αλλά και θα καταθέσω τις δικές μου εμπειρίες, οπότε αναγκαστικά θα είναι λίγο μεγάλο, χωριζόμενο σε τέσσερις ενότητες – ταξινομική και εξελικτική θέση, περιγραφή και ζωή στη φύση, φροντίδα στην αιχμαλωσία και προσωπικές εμπειρίες, ενώ στο τέλος θα παραθέσω τις πηγές και τους εξωτερικούς συνδέσμους. Αν δηλαδή θέλετε να διαβάσετε μόνο ένα συγκεκριμένο μέρος μπορείτε να μεταβείτε απευθείας εκεί, αν κι εγώ θα σας πρότεινα να διαβάσετε το άρθρο στην ολότητά του.

Αναμπέλα Pogona vitticeps 28/4/2016. Επειδή χάθηκαν οι παλαιότερες φωτογραφίες, όλες οι επόμενες φωτογραφίες του άρθρου είναι του 2016.

Ταξινόμηση και εξέλιξη

Εκτός από το δράκο του Κομόντο (Varanus comodoensis), ο οποίος ακριβέστερα θα έπρεπε να λέγεται βαράνος του Κομόντο, αλλά λέγεται δράκος εξαιτίας της εντύπωσης που προκάλεσε στους πρώτους Δυτικούς εξερευνητές που τον συνάντησαν με το επιβλητικό του μέγεθος, δράκοι έχει καθιερωθεί ν’αποκαλούνται τα μέλη της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae). Το όνομα ίσως να προέρχεται από το νοτιοανατολικοασιατικό γένος Draco, τα μέλη του οποίου μπορούν να ανεμοπορούν χάρη σε πλευρικές προεκτάσεις του σώματός τους. Ίσως επίσης να προήλθε από τα είδη της Αυστραλίας, τα οποία οι Αυστραλοί αποκαλούν όλα δράκους, ίσως εξαιτίας της παράξενής τους εμφάνισης με τα διάφορα λοφία, αγκάθια, προγούλια κι άλλους στολισμούς που φέρουν. Ίσως ακόμα να συνηγορεί σ’αυτό και η αγάπη τους για τον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες, παραπέμποντας στους μυθικούς πύρινους δράκους. Το όνομα «αγαμίδες» δεν ξέρω από πού προέρχεται, ούτε μπόρεσα να βρω την ετυμολογία του ως τώρα, αλλά σίγουρα δεν έχει σχέση με τον Αγαμήδη της μυθολογίας, ούτε φαίνεται οι σαύρες αυτές να είναι φανατικοί υπέρμαχοι της αγαμίας, αν και θα μπορούσε ο επιστήμονας που τους έδωσε αυτό το όνομα να ήταν πουριτανός και να πίστευε κάτι τέτοιο.
Εμβόλιμη ενημέρωση 5/5/2016: Τελικά ουδεμία σχέση με την αγαμία έχει η λέξη, αλλά ανταυτού προέρχεται από το «αγκάμα» της γλώσσας των Καρίβων της Καραϊβικής, που αναφερόταν σε άλλη σαύρα, ίσως στο λειοκέφαλο (γένος Leiocephalus).

Οι αγαμίδες ανήκουν στον κλάδο των ιγκουανίων (Iguania), μία ομάδα σαυρών στην οποία όλες είναι ημερόβιοι κυνηγοί ενέδρας, που συνήθως σταθμεύονται σε ανυψωμένα μέρη, ενώ μερικά είδη είναι φυτοφάγα. Εξαιτίας αυτού του τρόπου ζωής, έχουν κάποια κινά χαρακτηριστικά. Επειδή θα πρέπει να μένουν ακίνητες και μη αντιληπτές από θηράματα και εχθρούς, είναι πλήρως παραλλαγμένες στο μικροπεριβάλλον όπου ζουν. Επειδή κάθε κίνηση μπορεί να τις προδώσει, δε βγάζουν τη γλώσσα τους τόσο συχνά όσο άλλα φολιδωτά ερπετά για να ανιχνεύσουν το χώρο τους, πράγμα που άλλωστε δεν τις χρειάζεται, αφού είναι στατικές κι αυτό δε θα βοηθήσει στην ανεύρεση τροφής. Εντοπίζουν την τροφή κυρίως με την όραση. Και τέλος, επειδή τα σημεία με αρκετή τροφή και δυνατότητες σωστής θερμορρύθμισης είναι λίγα σε σχέση με τον υπόλοιπο χώρο, έχουν αναπτύξει έντονα ένστικτα προστασίας της περιοχής τους. Τα αρσενικά δεν ανέχονται άλλα αρσενικά στην επικράτειά τους, η οποία περιλαμβάνει τις επικράτειες αρκετών θηλυκών. Η γονιμότητά τους είναι μεγάλη, επει΄δη και η θνησιμότητά τους είναι υψηλή. Τα ιγκουάνια είναι ο ένας υποκλάδος στο μεγαλύτερο κλάδο των τοξικοφόρων (Toxicofera), με το δεύτερο εκείνον που περιλαμβάνει τις ανγκουοειδείς σαύρες (βαράνοι, τέρατα του Τζίλα, άποδες σαύρες κλπ), αλλά και τα φίδια. Ο πρόγονος αυτών των ζώων ήταν δηλητηριώδης, αλλά οι τοξίνες ατόνησαν στους απογόνους, με επανεξέλιξή τους σε ορισμένα φίδια και σαύρες αργότερα. Τα ιγκουάνια εξακολουθούν να παράγουν μικροποσότητες τοξινών – στο γενειοφόρο δράκο Pogona barbata για παράδειγμα έχουν βρεθεί μικροί δηλητηριώδεις αδένες και στις δύο γνάθους ([ προγονικη κατάσταση (τα φίδια έπειτα ανέπτυξαν τους πάνω και οι ιοβόλες σαύρες τους κάτω)], αλλά αυτές έχουν κυρίως αντιμικροβιακή δράση. Οι αγαμίδες, μαζί με τους χαμαιλεοντίδες (Chamaeleonidae), απαρτίζουν τον κλάδο των ακροδόντων (Acrodonta), ο οποίος απαντά στον Παλαιό Κόσμο, ενώ τα υπόλοιπα πλευρόδοντα ιγκουάνια στο Νέο Κόσμο και στη Μαδαγασκάρη. Σύμφωνα με πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα, τα ακρόδοντα εξελίχθηκαν κι αυτά στην Αμερική, και μετανάστευσαν στον Παλαιό Κόσμο κατά το Κρητιδικό. Επίσης, πριν τη μεγάλη εξαφάνιση του τέλους του Κρητιδικού πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, η οποία σκότωσε και τους δεινοσαύρους, υπήρχαν πλευρόδοντα ιγκουάνια και στον Παλαιό Κόσμο. Οι χαμαιλέοντες πιθανότατα εξελίχθηκαν από προγόνους όμοιους με τους σημερινούς αγαμίδες. Οι αγαμίδες χωρίζονται σε τέσσερις υποοικογένειες: Leiolepidinae, Agaminae, Draconinae, και Amphibolurinae. Εξαπλώνονται στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία, όπου τα περισσότερα είδη ζουν σε θερμές περιοχές. Το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου μπορούν να βρεθούν αγαμίδες είναι η Ελλάδα, όπου απαντά το κροκοδειλάκι ή αστερωτός δράκος (Stellagama stellio), στα νησιά και στην Κεντρική Μακεδονία.

Στην Αυστραλία επικρατεί η υποοικογένεια των αμφιβολουρινών, αν και σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ίσως πολλά γένη, συμπεριλαμβανομένου και του γένους Pogona, να ανήκουν στους αγαμίνες, στην οποία περίπτωση ο αποικισμός της Αυστραλίας από δράκους θα έπρεπενα είχε γίνει δύο φορές. Τα πρώτα απολιθώματα δράκων χρονολογούνται πριν 24 εκατομμύρια χρόνια, αν και πιθανότατα να είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα. Οι πρώτοι δράκοι ζούσαν σε υγρά δάση και έμοιαζαν με το σημερινο΄αυστραλιανό νερόδρακο (Intellagama lesueri), του οποίου συγγενής ζει στην Ασία, ο κινέζικος νερόδρακος (Physignathus cocincinus). Με την ξήρανση της Αυστραλίας που ξεκίνησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια ωστόσο, οι δράκοι επεκτάθηκαν στις ξηρές περιοχές, όπου εξελίχθηκαν σε θαυμαστή ποικιλία ειδών. Αν και σήμεραεξακολουθούν να υπάρχουν είδη των τροπικών δασών, οι περισσότεροι αυστραλιανοί δράκοι ζουν στις ξηρότερες περιοχές. Εκεί κάτέχουν όλα τα άκρα και όλες τις ενδιάμεσες θέσεις, από μικρές σαύρες όπως των γενών Diporifera, Tympanocryptis και Ctenophorus, που ζουν συνήθως ένα χρόνο, έως τους πιο μεγαλόσωμους γενειοφόρους δράκους και το χλαμυδόσαυρο (Chlamydosaurus kingii), κι από παμφάγους και γενικευτές κυνηγούς όπως οι γενειοφόροι δράκοι έως τον αγκαθωτό διάβολο (Moloch horridus), ο οποίος τρέφεται αποκλειστικά με μυρμήγκια και τερμίτες.

Οι γενειοφόροι δράκοι στη φύση

Τα οκτώ είδη των γενειοφόρων δράκων απαρτίζουν το γένος Pogona, το όνομα του οποίου προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «πώγων», που σημαίνει γενειάδα ή πιγούνι, γι’αυτό και οι δράκοι αυτοί αποκαλούνται σπανιότερα και πώγωνες ή πωγωνίες. Μέχρι το 1982, ταξινομούνταν στο γένος Amphibolurus, το οποίο διασπάστηκε σε πολά μικρότερα, αν και μέχρι και τη δεκαετία του 1990 ορισμένες πηγές συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την παλαία ταξινόμηση. Τα είδη είναι τα εξής: Pogona barbata, P. vitticeps, P. henrylawsoni, P. microlepidota, P. mitchelli, P. minima, P. minor, και P. nullarbor. Εξαπλώνονται σε όλη σχεδόν την Ηπειρωτική Αυστραλία και είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, δηλαδή σε μία περιοχή απαντά μόνο ένα είδος, αν και στην αιχμαλωσία τα είδη υβριδίζονται. Η P. barbata απαντά κυρίως στις ανατολικές ακτές της Αυστραλίας, και είναι το μεγαλύτερο είδος, ολικού μήκους 60 εκ και μήκους σώματος 25 εκ. Είναι λιγότερο στιβαρό από άλλα είδη, χρώματος γκριζωπού με τα μεγαλύτερα γένια του γένους, σειρές πλευρικών αγκαθιών που περνούν πάνω από τα μπροστινά άκρα, και κίτρινο εσωτερικό στόματος, ώστε να τρομάζει τους εχθρούς. Ζει σε υγρότερες περιοχές, όπως δάση και είναι πιο κρυπτικό σε σχέση με άλλα είδη. Το είδος P. vitticeps μπορεί να βρεθεί στα ενδότερα της ανατολικής Αυστραλίας μέχρι τις ερήμους του κέντρου. Είναι μικρότερο, με σύνηθες ολικό μήκος τα 50 εκ και μήκος σώματος τα 20 εκ, και θεωρείται το πιο ποικιλόμορφο είδος στο χρωματισμό. Τα υπόλοιπα είδη δεν είναι μεγαλύτερα από 30 εκ, με μήκος σώματος 14-17 εκ. Η P. henrylawsoni ζει στις Πεδιάδες του Μαύρου Χώματος του έσω Κουίνσλαντ, έχει τα μικρότερα γένια του γένους και είναι πιο εδαφόβια. Όταν απειλείται, τρέχει και κρύβεται στις σχισμές της ξερής γης. Ο δράκος αυτός κυκλοφορέι και με άλλα συνώνυμα όπως P. rankini ή P. brevis, εξαιτίας της ταραχώδους του ταξινομικής ιστορίας, μιας ιστορίας διαμάχης μεταξύ επιστημόνων. Το είδος, αν και γνωστό από παλιά, περιγράφηκε επίσημα το 1985 από τους Wells και Wellington. Ο Wells αρχικά σχεδίαζε να τον ονομάσει P. greeri, αλλά το απέριψε ύστερα από αίτημα του Allen Greer, ο οποίος τότε δούλευε στο Αυστραλιανό Μουσείο. Πολλοί ζωολόγοι ωστόσο απεύθυναν αίτημα στη Διεθνή Επιτροπή Ζωολογικής Ονοματολογίας (ICZN), ζητώντας την παύση αναγνώρισης περαιτέρω νέων ονομάτων από τους εν λόγω επιστήμονες, διότι συνήθιζαν να περιγράφουν είδη από ελλειπείς περιγραφές, μόνο και μόνο για να προβληθεί το όνομά τους (ταξινομικός βανδαλισμός). Το αίτημα απορρίθφηκε, αλλά συμφωνήθηκε τα νεά ονόματα απ’αυτούς να εξετάζονται κατά περίπτωση. Το συγκεκριμένο όνομα θεωρήθηκε έγκυρο, αν κι αρκετοί συγγραφείς, αγνοώντας την απόφαση, χρησιμοποιούσαν το εναλλακτικό όνομα P. brevis. Το όνομα P. rankini ήταν ανεπίσημη ονομασία που χρησιμοποιήθηκε και απορρίφθηκε από τον Wells το 1978, αλλά διέρευσε κι έγινε γνωστό. Τελευταία αμφισβήτηση στην εγκυρότητα του ονόματος ήρθε από τον G. J. Whitten το 1994, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι περιγραφές του νέου είδους προήλθαν από νεαρά P. vitticeps, μολονότι οι επιστήμονες τόνισαν τις διαφορές μεταξύ των δύο ειδών. Σήμερα το όνομα θεωρείται έγκυρο. Στο Κίμπερλεϊ λοιπόν της ακραίας βορειοδυτικής Αυστραλίας ζει η P. microlepidota, η οποία μοιάζει πολύ με μικρή P. barbata. Νοτιότερα, στην Πιλμπάρα και ενδότερα προς τη Μεγάλη Αμμώδη Έρημο της Βόρειας Επικράτειας απαντά η P. mitchelli, της οποίας εξέχον χαρακτηριστικό είναι η σειρά μικρών ανασηκωμένων φολίδων κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ίσως απομεινάρι του ραχιαίου λοφίου άλλων αγαμιδών. Στην υπόλοιπη Δυτική Αυστραλία απαντά το είδος P. minor, ο μικρότερος γενειοφόρος δράκος, ο οποίος μπορεί να βρεθεί από ανοιχτά δάση και θαμνότοπους μέχρι τις πιο σκληρές ερήμους. Δυτικότερα, στο βορειοδυτικό και στο δυτικό νησί Ουάλαμπι βρίσκεται το είδος P. minima, το οποίο ξεχωρίζει από την P. minor από τα μακρύτερά του άκρα και ουρά. Στο παρελθόν, τα είδη P. minima και P. michelli συμψηφίζονταν στο είδος P. minor από πολλούς συγγραφείς. Τέλος, στην Πεδιάδα του Νουλάρμπορ της Δυτικής και Νότιας Αυστραλίας ενδημεί το είδος P. nullarbor.

Το είδος του ενδιαφέροντος είναι ο γενειοφόρος δράκος της κεντρικής Αυστραλίας, επιστημονική ονομασία Pogona vitticeps, αν και τα περισσότερα ισχύουν και για τα υπόλοιπα είδη. Στα αγγλικά λέγεται central ήcentralian bearded dragon, ή απλώς bearded dragon. Λανθασμένα οι γενειοφόροι δράκοι αποκαλούνται και frilled dragons, frilly dragons ή frilly lizards, από σύγχυση με τον χλαμυδόσαυρο που έχει το ίδιο όνομα. Μία σπανιότερη ονομασία του είναι Jew lizard, δηλαδή σαύρα Εβραίος, ίσως από τη γενιάδα της. Το όνομά της στις διάφορες γλώσσες των Αβοριγίνων διαφέρει, για παράδειγμα λεγόταν Νγκάρανγκ από τους Αβορίγινες του Σίδνεϋ.

Μορφολογικά, το είδος είναι ένας τυπικός γενειοφόρος δράκος, δηλαδή μια αγκαθωτή σαύρα με πλατύ, γεροδεμένο σώμα και γένια στο λαιμό. Το σχήμα αυτό της πλατιάς αγκαθωτής σαύρας είναι κοινό σε ιγκουάνια ξερών περιοχών. Το μήκος τους κυμαίνεται μεταξύ 35 και 60 εκ, με συνηθέστερα τα 40-55 εκ, και το βάρος τους μεταξύ 300-500 γρ. Το κεφάλι είναι τριγωνικό, όπως σ’όλους τους αγαμίδες, με τα δύο μάτια στις πλευρές και ψηλά, ώστε να ελέγχουν ευρεία περιοχή και ν’ανιχνεύουν παράλληλα άνωθεν απειλές. Τα ρουθούνια βρίσκονται στην άκρη του ρύγχους. Το στόμα είναι αρκετά μεγάλο, με μεγάλη, μυώδη γλώσσα και κυνοδοντόμορφα μπροστινά δόντια στην κάτω γνάθο, όπως σε πολλούς δράκους. Τα τύμπανα των αυτιών βρίσκονται πιο πίσω στο κεφάλι, και είναι προστατευμένα σε ακουστικούς πόρους. Πίσω από το μέτωπο και τα πλευρικά μάτια διακρίνεται μια γκριζωπή κηλίδα, η οποία ψηλαφίζεται σαν βαθούλωμα στο κεφάλι. Αυτός είναι ο βρεγματικός οφθαλμός, που υπάρχει σε σχεδόν όλες τις ημερόβιες σαύρες και σε άλλα σπονδυλωτά, και ρυθμίζει την έκθεση στον ήλιο και τη θερμορρύθμιση, αλλά και βοηθά στον προσανατολισμό και στην αντίληψη απειλών που έρχονται από πάνω. Ο λαιμός είναι κοντός, και οπως σ’όλους τους αγαμίδες, αποτελείται από 6 αυχενικούς σπονδύλους. Το σώμα είναι πεπλατυσμένο. Σε σχέση με το πλατύ σώμα, η μέση και η λεκάνη είναι αρκετά στενές. Τα τέσσερα άκρα είναι καλά ανεπτυγμένα, πενταδάκτυλα με γαμψά νύχια για την αναρρίχηση, και τα πίσω είναι ελαφρώς μακρύτερα και μυωδέστερα από τα μπροστά. Η ουρά είναι παχιά στη βάση, και λεπταίνει προς το τέλος. Η βάση της ουράς, όπως και η κοιλιακή χώρα, είναι οι κύριες αποθήκες λίπους του ζώου. Όπως σ’όλους τους αγαμίδες, η ουρά δεν αναγεννάται αν αποκοπεί. Λίγο μετά τη λεκάνη, στο κάτω μέρος της βάσης της ουράς, βρίσκεται η αμάρα, η κοινή έξοδος του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα ερπετά και σε άλλα σπονδυλωτά, η οποία είναι μια εγκάρσια σχισμή. Μπροστά από αυτήν και στο εσωτερικό των μηρών υπάρχει σειρά πόρων, εμφανέστερων στα αρσενικά, οι προπρωκτικοί και μηριαίοι πόροι αντίστοιχα. Παλαιότερα πιστευόταν ότι εκκρίνουν φερομόνες για την αναγνώριση του είδους, αλλά λίγες ενδείξεις υπήρχαν γι’αυτό, αφού το δέρμα των ερπετών δεν έχει πολλούς αδένες. Πιθανότατα συγκεντρώνουν μικροσωματίδια αππό την επιφάνεια της σαύρας, τα οποία αποθέτουν στο υπόστρωμα ως αναγνωριστικά.

Η φολίδωση των γενειοφόρων δράκων διαφέρει στις διάφορες επιφάνειες του σώματος. Όπως και σε όλα τα ερπετά, περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στο περιβάλλον, όπως η ράχη, καλύπτονται από μεγαλύτερες και σκληρότερες φολίδες, ενώ περιοχές όπου χρειάζεται ευκαμψία, όπως οι αρθρώσεις, καλύπτονται από μικρότερες και μαλακότερες. Στο κεφάλι οι περισσότερες φολίδες είναι μη επικαλυπτόμενες. Στα χείλη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς και στο περισσότερο του σώματος, στα άκρα και στην ουρά, οι φολίδες είναι επάλληλες, δηλαδή η κάθε μία καλύπτει την επόμενη, σαν λέπια. Στην περιοχή κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, οι φολίδες είναι σκληρές και κοντές, και παρόμοιες είναι επίσης στη λεκάνη και στην αρχή της ουράς. Οι φολίδες αυξάνουν σε μέγεθος προς τις πλευρές του σώματος. Είναι διατεταγμένες σε γραμμές, το οποίο είναι εμφανέστερο στην ουρά. Στην κάτω πλευρά του σώματος οι φολίδες είναι μικρότερες και πιο λείες. Ακανθώδεις φολίδες υπάρχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γύρω από τους ακουστικούς πόρους, και για προστασία και για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους πτερυγίου, σε μικρές ομάδες στον αυχένα, κατά μήκος των πλευρών του σώματος, λιγότερο στις πλευρές της βάσης της ουράς και βέβαια στα γένια. Τα γένια είναι ουσιαστικά ένας θήλακας δέρματος στο λαιμό, τον οποίο διαστέλλει το ζώο με τη βοήθεια των κεράτων του υοειδούς οστού. Το δέρμα του θήλακα είναι σκούρο και μπορεί να σκουρύνει περαιτέρω, κι όταν φουσκώνει τα γένια, αυτά σηκώνονται κι έτσι φαίνονται μαύρα. Όπως και στους περισσότερους αγαμίδες, το δέρμα στο περισσότερο του σώματος είναι σχετικά χαλαρό, και δημιουργεί πτυχώσεις στις πλευρές του σώματος, όπου βρίσκονται και τα πλευρικά αγκάθια. Ο χρωματισμός του υπόλοιπου ζώου ποικίλει – είναι το πιο ποικιλόχρωμο είδος του γένους. Υπάρχουν ανοιχτά καφέ ή κιτρινωπά, κοκκινωπά και γκριζωπά άτομα, ανάλογα με την απόχρωση του υποστρώματος της κάθε περιοχής. Σπάνια είναι μονόχρωμα, και τα περισσότερα άτομα έχουν διάφορα σχέδια. Vitticeps σημαίνει ζωνοκέφαλος, εξαιτίας των ζωνών που πολλά άτομα έχουν στο κεφάλι, κυρίως κοντά στα χείλη, αλλά επίσης μπορούν να έχουν σκουρότερες ζώνες στην ουρά, σκουρότερες γραμμές και περιοχές σε όλο το σώμα, και διαφορετική απόχρωση σε διάφορα μέρη του σώματος, όπως πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και άκρα. Η κάτω πλευρά είναι λευκή, αν και σε αρκετά άτομα μπορεί να ενταθεί ένα δίκτυο γραμμών, ιδίως όταν ενοχλούνται ή στρεσάρονται από κάτι (stress lines). Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν περιορισμένη ικανότητα χρωματικής αλλαγής, και σε μία πρόσφατη μελέτη βρέθηκε ότι η χρωματική μεταβολή ακολουθεί τον ημερήσιο κύκλο, κι εξαρτάται τόσο από το ενδογενές βιολογικό ρολόι, όσο και από την εξωτερική φωτοπερίοδο. Έντεκα σαύρες τοποθετήθηκαν είτε σε κανονική φωτοπερίοδο 12 ωρών φωτός κι άλλου τόσου σκότους, είτε σε 6 ώρες φωτός και 18 σκότους και στο αντίστροφο, αλλά και σε απόλυτο σκοτάδι. Ακόμα και στο σκοτάδι ο χρωματισμός μεταβαλλόταν με την ίδια εικοσιτετράωρη περιοδικότητα. Το χρώμα τους είναι σκοτεινότερο το πρωί, ώστε ν’απορροφούν ευκολότερα την ηλιακή ακτινοβολία, και στην πορεία της ημέρας γίνεται πιο ανακλαστικό, ώστε να την αντανακλούν, κατάσταση που παραμένει και κατά τη νύκτα μέχρι το επόμενο πρωί. Όπως όλες οι σαύρες, οι γενειοφόροι δράκοι αλλάζουν περιοδικά το δέρμα τους, συχνότερα όταν βρίσκονται στην ανάπτυξη και αραιότερα όταν έχουν ενηλικιωθεί, μπορεί και μια φορά ετησίως. Η έκδυση συνήθως ξεκινά από το κεφάλι, και προχωρά στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα γίνεται γκρίζο, εύθραυστο κι αποσπάται εύκολα όταν ο δράκος ξύνεται ή τρίβεται πάνω σε αντικείμενα. Κάποιες φορές μπορεί να φάει λίγο από το παλιό του δέρμα. Όταν βρίσκεται σε έκδυση και πρόκειται να αφαιρέσει μεγάλη ποσότητα δέρματος, συνήθως κινείται προς δροσερότερες και υγρότερες περιοχές, ώστε να μαλακώσει το δέρμα από την υγρασία και να αποκολληθεί ευκολότερα. Μία έκδυση διαρκεί πολλές μέρες, έως κι έναν μήνα ή και περισσότερο.

Χάρη στο πλατύ τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να παραλλάσσονται στις επιφάνειες όπου βρίσκονται, και να γίνονται ένα μ’αυτές από κάποια απόσταση. Το σχήμα τους επίσης τους βοηθά ν’αγκαλιάζουν τις επιφάνειες όπου βρίσκονται και να ασφαλίζονται καλύτεραεκεί. Όταν λιάζονται, οι γενειοφόροι δράκοι πλαταίνουν πολύ το σώμα τους και το προσανατολίζουν προς μια ευνοϊκή γωνία ως προς τις ακτίνες του ηλίου, ώστε ν’απορροφήσουν την ηλιακή ακτινοβολία αποτελεσματικότερα. Αφού έχουν φτάσει σε επιθυμητή θερμοκρασία, παίρνουν πάλι ένα πιο κανονικό σχήμα. Πλαταίνουν επίσης το σώμα τους όταν ξαπλώνουν και κοιμούνται, ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτοί. Παρά το φαινομενικκά χοντρό τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι είναι επιδέξιοι αναρριχητές σε πλατιές, τραχιές επιφάνειες, και συχνά σκαρφαλώνουν σε ύψος λίγων μέτρων για να λιαστούν. Μπορούν επίσης και να σκαρφαλώσουν σε λεπτότερα στηρίγματα, όπως κλαδιά, αλλά τότε πρέπει να λεπτύνουν το σώμα τους, να βάλουν τα άκρα τους κάτω από αυτό και να κινηθούν προσεκτικά, μια δυσκολότερη και πιο χρονοβόρα διαδικασία. Αν και η ουρά τους δεν είναι συλληπτήρια, έχει αρκετή ευκινησία ώστε να τους βοηθά στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Οι γενειοφόροι δράκοι βαδίζουν με μέτρια ταχύτητα, αν και μπορούν να τρέξουν αν χρειαστέι, αλλά δεν είναι οι γρηγορότερες σαύρες. Όταν βαδίζουν, ανασηκώνονται αρκετά από το έδαφος, σέρνοντας μόνο τη μέση της ουράς τους. Όταν όμως τρέχουν ή κυνηγούν έντομα, σηκώνουν όλη την ουρά από το έδαφος,ώστε να αυξηθεί η ταχύτητά τους. Συνήθως περπατούν κανονικά, αλλά όταν χώνονται σε χαμηλή τρύπα ή αν οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές για το μεταβολισμό τους, έρπουν. Μπορούν επίσης να πηδήξουν σε μικρή απόσταση, δίνοντας ώθηση με τα πίσω τους πόδια. Είναι επίσης και καλοί κολυμβητές και παρόλο που σπάνια συναντούν πολύ νερό, κολυμπούν βάζοντας συχνά το κεφάλι μέσα στο νερό. Μπορούν ακόμα να σκάψουν σύραγγες στο χώμα για να κρυφτούν, να γεννήσουν τα αυγά τους ή να πέσουν σε νάρκη. Επειδή το κέντρο βάρους τους βρίσκεται προς τη μέση του σώματος, δε μπορούν να σηκωθούν στα δύο τρέχοντας όπως άλλες σαύρες. Γενικώς δε σηκώνονται ποτέ στα δύο, ούτε στατικές. Αν θελήσουν να σηκωθούν, στηρίζονται όσο πιο ψηλά μπορούν στα μπροστινά τους πόδια και σηκώνουν το κεφάλι ψηλά. Τα πόδια τους χρησιμεύουν μόνο στη μετακίνηση, και μ’αυτά δε χειρίζονται αντικείμενα. Ο μεγαλύτερος χειρισμός που μπορούν να κάνουν είναι να σπρώξουν με τα μπροστινά τους πόδια κάτι από το κεφάλι τους ή από δίπλα τους, ή να σπρώξουν κάτι με το κεφάλι τους.

Οξύτερη αίσθησή τους είναι η όραση, με την οποία εντοπίζουν γρήγορα τροφή, εχθρούς και ομοειδείς. Οι αγαμίδες ίσως να έχουν την οξύτερη όραση από όλες τις σαύρες. Σε μια μελέτη για παράδειγμα, οι δράκοι P. henrylawsoni είχαν ήδη προετοιμαστεί κι άρχισαν να προφυλάγονται από πιθανούς εχθρούς ενώ οι ερευνητές βρίσκονταν ακόμα 30 μέτρα μακριά. Όπως οι περισσότερες σαύρες και τα πουλιά, έχουν τετραχρωματική όραση, δηλαδή μπορούν να δουν και τα χαμηλότερα φάσματα της υπεριώδους ακτινοβολίας α. Τα πλευρικά μάτια τους δίνουν πλήρεις εικόνες, ενώ το βρεγματικό μπορεί ν’αντιλαμβάνεται μόνο φως και σκιές, και έτσι τα ειδοποιεί για σκιές που πλησιάζουν από πάνω, όπως για παράδειγμα αρπακτικά πουλιά. Όπως και άλλες πλήρως ημερόβιες σαύρες, ο αμφιβληστροειδείς τους φέρει μόνο κωνία, οπότε στο σκοτάδι δε βλέπουν σχεδόν καθόλου. Έχουν το ίδιο πρόβλημα με άλλα ζώα που έχουν μάτια στις πλευρές του κεφαλιού, δηλαδή δυσκολεύονται ν’αντιληφθούν τις αποστάσεις, για τον υπολογισμό των οποίων χρησιμοποιούν την παράλλαξη των αντικειμένων. Η ακοή τους είναι επίσης αρκετά ανεπτυγμένη, κι ακούουν τις χαμηλότερες και τις μέσες συχνότητες που ακούμε κι εμείς. Η όσφρησή τους δεν είναι πολύ καλή, αλά σε σχέση με πλήρως εντομοφάγους δράκους είναι πιο ανεπτυγμένη και μπορούν να ξεχωρίσουν τροφές με αυτήν. Έχει βρεθεί ΄΄οτι οι σαύρες κυνηγοί ενέδρας, στους οποίους η όσφρηση δε χρειάζεται πολύ, όταν εξελίσσονται να περιλαμβάνουν και φυτικές τροφές στο διαιτολόγιό τους, ενισχύουν την όσφρησή τους, ώστε να ανιχνεύουν τοξικές ουσίες στα φυτά. Η όσφρηση των γενειοφόρων δράκων λειτουργεί σε κοντινή απόσταση και δεν είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση της τροφής, γι’αυτό και συχνά μπερδεύονται και προσπαθούν να φάνε αντικείμενα που μοιάζουν με τροφή. Για τη γεύση λίγα είναι γνωστά, είναι γνωστό όμως ότι οι δράκοι έχουν προτιμήσεις, για παράδειγμα προς γλυκύτερα λαχανικά όπως καρότα. Από την άλλη, η κακή γεύση δεν τους πτοεί και τόσο, αφού μπορούν να φάνε οποιοδήποτε έντομο, εκτός απ’αυτά με καυστικές εκκρίσεις ή αιχμηρά σημεία, και γι’αυτό μπορεί να φάνε εύκολα κάτι τοξικό. Η όσφρηση του ινιδορινικού οργάνου ή οργάνου του Γιάκομπσον, το οποίο είναι ανεπτυγμένο σε άλλες σαύρες και στα φίδια, δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη στους δράκους. Χρησιμεύει κυρίως στον έλεγχο της περιοχής για οσμητικά ίχνη ομοειδών. Τα φολιδωτά ερπετά μεταφέρουν πληροφορίες σ’αυτό βγάζοντας τη γλώσσα τους, αλλά οι δράκοι το κάνουν αυτό κυρίως όταν εξερευνούν μια νέα περιοχή. Το δέρμα των γενειοφόρων δράκων επενδύεται με νευρικές απολήξεις, περισσότερες προς το κεφάλι, οπότε μπορούν ν’αντιληφθούν το περιβάλλον τους και διά της αφής. Πιο ευαίσθητο μέρος είναι το ρύγχος τους.

Οι γενειοφόροι δράκοι ζουν σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από ανοιχτά δάση με αρκετά δέντρα αλλά και ηλιόλουστες περιοχές μεταξύ τους, μέχρι τις πιο σκληρές και αφιλόξενες βραχώδεις ερήμους της Κεντρικής Αυστραλίας. Σε αραιοκατοικημένες περιοχές στα σημεία εξάπλωσης των δράκων, οι τελευταίοι δε διστάζουν να κατοικήσουν εκεί, όπου συχνά βρίσκονται να λιάζονται σε πετρότοιχους και πασσάλους περιφράξεων, να μπαίνουν σε αυλές, να μαζεύονται κάτω από λαμαρίνες για να ζεσταθούν ή να βγαίνουν και να λιάζονται ή να περνούν το δρόμο, όπου πολλοί κάθε χρόνο βρίσκουν το θάνατο από διερχόμενα οχήματα. Οι Αυστραλοί αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τους μικρούς άκακους δράκους, και φυσικά δεν τους καταδιώκουν, ενώ αντίθετα συχνά τους ενθαρρύνουν να πλησιάσουν στην περιοχή, σε αντίθεση με αυτό που μπορεί να γινόταν σε κάποια καθυστερημένη χώρα της Λεκάνης της Μεσογείου. Συχνότερα ο άνθρωπος συναντά την εξάπλωση του P. barbata, λιγότερο συχνά του P. vitticeps, και ακόμα σπανιότερα του P. henrylawsonni, του P. minor, και σπανιότατα των άλλων ειδών. Οι γενειοφόροι δράκοι είναι πολύ εύκολοι στην παρατήρηση, αφού ο πληθυσμός τους είναι μεγάλος και αρέσκονται να παραμένουν σε εκτεθημένες περιοχές, όπου φαίνονται. Είναι επίσης εύκολο να πιαστούν, αφού δεν έχουν εξελιχθεί με τον άνθρωπο και γι’αυτό δεν έχουν έντονο φόβο εναντίον του. Με λίγο τρέξιμο πιάνονται, ενώ πολλοί έχουν πιάσει P. vitticeps εύκολα ενώ λιάζονται, και ακόμα ευκολότερα όταν βρίσκονται σε στενά μέρη, όπως πάνω σε πασσάλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δράκοι το πολύ να προσπαθήσουν να προστατευτούν πηγαίνοντας προς τα πίσω, ή ρίχνουν απλώς στον άνθρωπο ένα απορημένο βλέμμα. Για το λόγο ότι πιάνονται εύκολα, οι Αβορίγινες τους έτρωγαν, και συνήθως έστελναν τα παιδιά να τους πιάσουν. Υπάρχουν κάποιες βραχογραφίες που δείχνουν παιδιά να κυνηγούν ή να παίζουν με γενειοφόρους δράκους. Οι γενειοφόροι δράκοι υπήρξαν πρωταγωνιστές σε διάφορες ιστορίες της ονειρικής εποχής, της εποχής δηλα΄δη που τα πνεύματα ονειρεύτηκαν και δημιούργησαν τον κόσμο, αλλά δεν έχω βρει κάποια σχετική που να είναι εύκολα προσβάσιμη στο Διαδίκτυο. Πίστευαν επίσης ότι μπορούν να προβλέψουν τον καιρό μ’αυτούς. Στη Νότια Αυστραλία για παράδειγμα, πίστευαν ότι αν ο γενειοφόρος δράκος κρατά το κεφάλι του ψηλά, θα βρέξει.

Οι γενειοφόροι δράκοι λοιπόν περνούν αρκετό από το χρόνο τους σκαρφαλωμένη σε ψηλά σημεία, όπως κορμούς και χοντρά κλαδιά δέντρων, είτε όρθιων είτε πεσμένων, ή σε βράχια, όπου λιάζονται ή περιμένουν τροφή. Λιάζονται ακίνητοι για πολλές ώρες της ημέρας, αλλάζοντας θέσεις όταν έχουν ζεσταθεί αρκετά. Όταν θερμαίνονται, πλαταίνουν το σώμα τους και προσπαθούν να προσανατολίζονται κάθετα ως προς τις ακτίνες του ήλιου. Όταν έχουν θερμανθεί ικανοποιητικά, δε φεύγουν αμέσως στη σκιά, αλλά μπορεί να μαζέψουν το σώμα τους, να προσανατολιστούν παράλληλα με τις ακτίνες του ήλιου για να δέχονται λιγότερη ακτινοβολία, να ανασηκωθούν ή να μετακινηθούν κάπου ψηλότερα όπου φυσάει λίγο για να δροσιστούν, κι όταν η θερμοκρασία ανέβει ακόμα περισσότερο, ανοίγουν το στόμα τους, ώστε να μειώσουν τη θερμοκρασία του εγκεφάλου με την εξάτμιση του νερού, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα να ζεσταθεί ακόμα περισσότερο. Όταν έχει υπερβολική ζέστη έπειτα, αποσύρονται στη σκιά, που μπορεί να είναι ένα μέρος του ψηλού σημείου που δε βλέπει ο ήλιος, ή μέσα στη βλάστηση ή σε μία τρύπα, είτε φυσική είτε φτιαγμένη απ’αυτούς. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για την προτιμώμενη θερμοκρασία του γενειοφόρου δράκου. Σε μία μελέτη έλεγεότι γενικώς οι αγαμίδες της Αυστραλίας διατηρούν θερμοκρασίες μεταξύ 34-38 βαθμών Κελσίου όταν δραστηριοποιούνται. Αλλού έλεγε ότι οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούν θερμοκρασία 37-38 βαθμών, ενώ αλλού μόνο 33. Σύμφωνα ωστόσο με μια μελέτη που διάβασα, η προτιμώμενη θερμοκρασία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την εποχή, την ηλικία, την αναπαραγωγική κατάσταση, τη θερμική ποιότητα του περιβάλλοντος κλπ, οπότε δεν υπάρχει μία και μοναδική προτιμώμενη θερμοκρασία για όλα τα ζώα και για όλες τις περιστάσεις. Όποια κι αν είναι η προτιμώμενη θερμοκρασία τους, οι γενειοφόροι δράκοι, όπως κι άλλες παρόμοιες σαύρες, είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, και μετακινούμενοι από ήλιο σε σκιά και το αντίστροφο κατορθώνουν να διατηρούν τη θερμοκρασία τους σταθερή, με ελάχιστες αποκλίσεις, όπως ενός ομοιόθερμου ζώου, τουλάχιστον κατά τις ώρες της ημέρας που δραστηριοποιούνται. Όπως όλα τα ερπετά, ο καρδιακός τους ρυθμός αυξάνεται όταν θερμαίνονται, και μειώνεται όταν ψύχονται (καρδιακή υστέρηση), άρα ο ρυθμός πρόσληψης θερμότητας είναι ταχύτερος από το ρυθμό απώλειας. Καταστάσεις που μειώνουν το μεταβολισμο΄, όπως η υποξία και η αφυδάτωση, μειώνουν και την προτιμώμενη θερμοκρασία. Μπορούν ωστόσο να λειτουργήσουν ικανοποιητικά και σε θερμοκρασίες χαμηλότερες από την προτιμώμενη, την οποία συχνά δε μπορούν να φτάσουν αν ο καιρός είναι άστατος, τους απειλούν οι εχθροί ή βρίσκονται σε αντιπαραθέσεις με ομοειδείς τους. Δεν έχουν ωστόσο τη θερμική προσαρμοστικότητα πιο εύκρατων ειδών σαύρας, και σε θερμοκρασίες κάτω των 27 σταματούν να τρώνε και ο μεταβολισμός τους πέφτει αρκετά. Το βράδυ η θερμοκρασία τους εξομοιώνεται με την περιβαλλοντική. Τη νύχτα κοιμούνται είτε κρυμμένοι είτε εκτεθημένοι στις επιφάνειες όπου λιάζονται, καμουφλαρισμένοι με το πλατύ τους σώμα. Συχνά στην αιχμαλωσία τα ζώα αυτά μπορεί να μην κρυφτούν το βράδυ, κι επίσης στη φύση οι P. barbata έχουν βρεθεί να κοιμούνται πάνω στα δέντρα, όπου καταλήγουν βορά του πύθωνα γόμα (Aspidites ramsayi). Γενειοφόροι δράκοι μπορούν να βρεθούν όλο το χρόνο, αλλά οι εποχές με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε οι μέτριες θερμοκρασίες ευνοούν την ολοήμερη δραστηριότητα. Την άνοιξη είναι πιο δραστήριοι, γιατί τότε είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Αποφεύγουν τις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες, και δύσκολα για παράδειγμα εμφανίζονται όταν η θερμοκρασία φτάσει τους 40 βαθμούς, οπότε δραστηριοποιουνται κυρίως πρωί και απόγευμα, και μπορεί για αρκετές μέρες να μην εμφανιστούν καν, παραμένοντας κρυμμένη σε μία κατάσταση σχεδόν θερινής νάρκης. Το χειμώνα, όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές και η τροφή λιγοστή, πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Οι χειμερινές θερμοκρασίες ποικίλουν στη μεγάλη ζώνη εξάπλωσης του είδους, με νοτιότερες περιοχές να έχουν ελαφριές παγωνίες και θερμοκρασίες υπό του μηδενός και πιο τροπικές περιοχές να έχουν χειμώνες των 15-19 βαθμών. Τα ζώα ωστόσο αυτά αδρανοποιούνται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, και ήδη στους 22 βαθμούς έχουν σχεδόν ναρκωθεί, ενώ κάτω από τους 16 δυσκολεύονται πολύ να κινηθούν. Το χειμώνα λοιπόν τον περνούν σε σύραγγες που σκάβουν υποπαράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, συνήθως κάτω από στέρεα αντικείμενα όπως πέτρες. Αν οι θερμοκρασια ανεβεί αρκετά, μπορεί να διακόψουν τη νάρκη παροδικά και να λιαστούν. Όπως και με άλλα ερπετά, όταν η θερμοκρασία τους είναι χαμηλή και δυσκολεύονται να τρέξουν, προσπαθούν περισσότερο να τρομάξουν τον εχθρό που τους πλησιάζει φουσκώνοντας τα γένια τους και ανοίγοντας το στόμα τους, γι’αυτό και οι παρατηρητές τους βρίσκουν θυμωμένους τότε.

Μετά τη νάρκη, ξεκινά η περίοδος αναπαραγωγής, η οποία διαρκεί περίπου τέσσερις μήνες. Τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη δραστηριότητα και οι περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Τα αρσενικά δημιουργούν περιοχές, τις οποίες εποπτεύουν από ψηλά σημεία για εισβολείς. Συχνά ξεσπούν μάχες, συνήθως μεταξύ αρσενικών, με τα δύο ζώα να κυνηγούν το ένα το ΄΄αλλο σε κύκλους προσπαθώντας να δαγκώσουν την ουρά του άλλου· ενίοτε μπορεί αυτό να εξελιχθεί σε κάτι σκληρότερο. Των μαχών προηγούνται επιδείξεις δύναμης, όπως φούσκωμα τον γενιών και φούσκωμα, πλάγιασμα και ανύψωση όλου του σώματος για να δείξουν μεγαλύτεροι. Οι δράκοι αναγνωρίζουν την παρουσία κάποιου άλλου στην περιοχή τους από τα ίχνη που άφησαν οι πόροι του, αλλά η άμεση επικοινωνία είναι οπτική. Επικοινωνούν κυρίως με νεύματα του κεφαλιού, τα οποία μπορεί να δηλώνουν κυριαρχία, ενόχληση και επιθετική διάθεση ή να είναι ένας απλός χαιρετισμός, ανάλογα με την ένταση που γίνονται. Τα αρσενικά κουνούν έντονα το κεφάλι και φουσκώνουν τα γένια τους όταν αντιμετωπίζουν εισβολέα στην περιοχή τους. Η κυκλική κίνηση του μπροστινού ποδιού στον αέρα είναι ένδειξη υποταγής, και γίνεται κυρίως από δράκους μικρότερου μεγέθους, χαμένους μαχών και θηλυκά. Συνηθίζουν επίσης να το κάνουν οι δράκοι μικρής ηλικίας, οι οποίοι μ’αυτο΄ίσως να σηματοδοτούν σε μεγαλύτερους ότι είναι μέλη του είδους τους για να μη φαγωθούν, γιατί ο κανιβαλισμός προς τα μικρά είναι συχνό φαινόμενο στο είδος αυτό. Πολλές όμως άλλες σαύρες εκτελούν την ίδια συμπεριφορά όταν αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε εχθρό, σηματοδοτώντας του ότι έχουν αρκετή δύναμη ώστε να του ξεφύγουν, άρα ίσως αυτή να είναι η λειτουργία του στους μικρούς γενειοφόρους δράκους. Όταν λοιπόν ένα αρσενικό πρόκειται να εντυπωσιάσει ένα θηλυκό, κάνει μμια υπερβολική επίδειξη κουνώντας έντονα το κεφάλι του, συχνά ανεβοκατεβάζοντας ολόκληρο το μπροστινό μέρος του σώματος μαζί με τα μπροστινά άκρα. Το θηλυκό, αν είναι δεκτικό, απαντά μ’ένα ήπιο κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύεται από το σήκωμα του μπροστινού ποδιού, αλλά αν δεν ενδώσει αμεσως, το αρσενικό εξακολουθεί να το παρενοχλεί. Το ζευγάρωμα είναι μια σύντομη και βίαιη διαδικασία, με το αρσενικό ν’ανεβαίνει πάνω στο θηλυκό και να το δαγκώνει στον αυχένα για να το ακινητοποιήσει, και το θηλυκό να σηκώνει ελαφρώς την ουρά για να επιτελεστεί η γονιμοποίηση.

Έναν περίπου μήνα μετά τη γονιμοποίηση γίνεται η ωοτοκία. Το θηλυκό έχει ήδη φουσκώσει με αυγά, και ψάχνει ένα με΄ρος να τα αποθέσει. Η συμπεριφορά του αλλάζει κάποιες μέρες πριν την ωοτοκία, και μπορεί να τρώει λιγότερο ή να παραμένει σε υψηλότερη θερμοκρα΄σια, ώστε να επισπευστεί η ανάπτυξη των αυγών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και νυκτόβια συμπεριφορά για εκέινο το διάστημα σε θηλυκά αρκετών αυστραλιανών αγαμιδών, συμπεριλαμβανομένων και μελών του γένους Pogona, τα οποία, τις θερμές νύχτες με πανσέληνο, οπότε βλέπουν καλύτερα, ξαπλώνουν πάνω σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες, όπως ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στην κατάσταση αυτήν είναι πολύ ευάλωτα, αφού αντιδρούν πολύ αργά και συχνά κοιμούνται εκεί που βρίσκονται, κι έτσι μπορούν να πιαστούν πολύ εύκολα από έναν άνθρωπο, και προφανώς το ίδιο από κάποιον άλλον θηρευτή. Το θηλυκό λοιπόν σκάβει μία τρύπα όση περίπου και το μήκος του σε μαλακό χώμα, στο τέλος της οποίας δημιουργεί έναν θαλαμίσκο. Έπειτα γυρίζει και εισέρχεται ανάποδα μέσα στην τρύπα, όπου αποθέτει τα αυγά. Η όλη διαδικασία διαρκέι αρκετές ώρες, ίσως και περισσότερο από μέρα. Γεννούν περίπου 16-24 αυγά, και συχνά ακόμα περισσότερα, με ρεκόρ τα 35 αυγά σε μια γέννα. Ο αριθμός των αυγών εξαρτάται από το μέγεθος, την υγεία, τη σωματική κατάσταση και τις πρότερες γέννες του θηλυκού. Αφου τα γεννήσουν, τα σκεπάζουν προσεκτικά με χώμα και στη συνέχεια τα επιτηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι γνωστό από ζώα στην αιχμαλωσία ότι θα μείνουν για λίγες μέρες κοντά στη φωλιά, προσπαθώντας ν’απωθήσουν τους εχθρούς, αν και δεν είναι γνωστό για πόσο καιρό, επειδή τα αυγά συνήθως μεταφέρονται αλλού για επώαση. Τα θηλυκά φουσκώνουν τα γένια τους ή προσπαθούν να δαγκώσουν τον εισβολέα, αλλά οι άμυνές τους είναι πενιχρές. Επίσης ξαναθάβουν τα αυγά αν τα δουν ξεσκέπαστα. Κατά την ωοτοκία δύσκολα αποσπώνται από εξωτερικά ερεθίσματα. Πολλά στοιχεία της ωοτοκίας, όπως και σε άλα ζώα, φαίνεται να είναι τυποποιημένες σειρές δράσης, οι οποίες εκτελούνται οπωσδήποτε. Για παράδειγμα αν ένας γενειοφόρος δράκος μετακινηθεί αλλού πριν προλάβει να θάψει τα αυγά, θα συνεχίζει να κάνει κινήσεις σαν να σκεπάζει κάτι με χώμα. Μόλις έχουν γεννηθεί τα πρώτα αυγά, οι ωοθήκες του θηλυκού αρχίζουν ήδη να ετοιμάζουν τη δεύτερη γέννα. Οι γενειοφόροι δράκοι γεννούν πολλές φορές το χρόνο με μία μόνο γονιμοποίηση, οι οποίες μπορεί να είναι 2-3 στη φύση, ενώ στην αιχμαλωσία μπορεί να είναι περισσότερες, με ρεκόρ τις 9, αλλά το σύνηθες είναι 2-4. Η έλλειψη τροφής ή η μείωση της φωτοπεριόδου σηματοδοτούν το τέλος της ωοτοκίας. Τα αυγά επωάζονται για περίπου δύο μήνες, κι έπειτα εκκολάπτονται οι νεοσσοί, οι οποίοι έχουν μήκος μόλις 7-10 εκ και ζυγίζουν μόλις 2 γρ. Είναι μικρογραφίες των γονέων τους και μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα μετά την άνοδό τους στην επιφάνεια. Στη φύση είναι πολύ κρυπτικοί, και σπανιότατα συναντώνται από άνθρωπο. Μέσα σε πε΄ριπου ενάμισι χρόνο έχουν σχεδόν φτάσει το ενήλικο μέγεθος. Ο καθορισμός του φύλου στο γενειοφόρο δράκο είναι γενετικός, με το χρωμοσωμικό σύστημα φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό είναι το ετερογαμετικο΄φύλο. Βρέθηκε ωστόσο από μελέτη του 2015, ότι σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, γενετικά αρσενικά έμβρυα P. vitticeps μετατρέπονται σε θηλυκά, όντας η πρώτη περίπτωση ερπετού και αμνιωτού γενικότερα που μπορεί ν’αλλάξει φύλο αφού αυτό έχει καθοριστεί – η ιδιοτητα αυτή υπάρχει σε κάποια ψάρια και αμφίβια. Αν αυτά τα ομογαμετικά θηλυκά μετά ζευγαρώσουν με κανονικά αρσενικά, οι απόγονοί τους έχουν θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, αφού πλέον το φυλοδιαφοροποιό χρωμόσωμα έχει εξαφανιστεί από τη γραμμή. Ίσως έτσι να εξελίχθηκαν κι άλλες περιπτώσεις θερμοεξαρτώμενου καθορισμού φύλου στα ερπετά. Αρκετοί κινδυνολόγοι επικαλέστηκαν αυτό το εύρημα για να εφιστήσουν την προσοχή στην κλιματική αλλαγή, παρόλα αυτά το είδος αυτό είναι πολύ σκληρό κι έχει βιώσει πολλές κλιματικές αλλαγές στην ιστορία του για να επηρεαστεί από την τυχόν παρούσα. Το είδος αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς και ζει λίγο για ερπετό. Στην αιχμαλωσία καλά φροντισμένα άτομα ζουν 7-12 χρόνια, με περιπτώσεις ρεκόρ που πλησιάζουν και ξεπερνούν τα 20 χρόνια. Θηλυκά τα οποία αναπαράγονται σε υπερβολικούς ρυθμούς μπορεί να ζήσουν αρκετά λιγότερο. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για τη διάρκεια ζωής του στη φύση, αλά συνήθως αναφέρονται τα 3-5 χρόνια.

Η ιστορία της ζωής του γενειοφόρου δράκου, με σχετικά γρήγορη ανάπτυξη και ωρίμανση, συχνή αναπαραγωγή με πολλούς και μικρούς απογόνους και μικρή διάρκεια ζωής, υποδηλώνει ένα ζώο που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις από τους εχθρούς του. Πράγματι οι γενειοφόροι δράκοι αντιμετωπίζουν πολλούς εχθρούς για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Τα αρπακτικά πουλιά, τα φίδια, και πύθωνες και ιοβόλα, οι βαράνοι και τα σαρκοφάγα θηλαστικά όπως τα κουόλ, τα ντίνγκο και πιο πρόσφατα οι γάτες και η αλεπούδες, όλα τρώνε γενειοφόρους δράκους. Στο παρελθόν αντιμετώπιζαν τον άνθρωπο, καθώς και σαρκοφάγα που εξαφανίστηκαν από την ηπειρωτική Αυστραλία ή γενικώς από την Αυστραλία, όπως η θηλακίνη και ο διάβολος της Τασμανίας. Οι νεοσσοί προφανώς αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερους εχθρούς, ακόμα και μεγάλα ασπόνδυλα. Παρά τις συνεχείς απειλές ωστόσο, ο πληθυσμός του είδους είναι συνήθως πολύ υψηλός. Οι γενειοφόροι δράκοι βασίζονται περισσότερο στο καμουφλάζ παρά στην ταχύτητά τους για να διαφύγουν των εχθρών τους. Μόλις όμως αντιληφθούν ότι έχουν αποκαλυφθεί, προσπαθούν είτε να ξεφύγουν είτε να απωθήσουν τον εχθρό τουλάχιστον προσωρινά, ώστε να έχουν χρόνο να ξεφύγουν. Αν για παράδειγμα ένα αρπακτικό πουλί κατευθύνεται κατά πάνω τους, από το οποίο έχουν λίγες άμυνες, προσπαθούν να τρέξουν στην πλησιέστερη κρυψώνα. Για να τρομάξουν τον εχθρό επιστρατεύουν διάφορες άμυνες. Αν το αγκαθωτό τους σώμα δεν τους απωθήσει, φουσκώνουν τα γένια τους, σηκώνονται ψηλά και φουσκώνουν και πλαταίνουν όλο το σώμα τους, ώστε να φανούν μεγαλύτεροι. Μπορεί επίσης ν’ανοίξουν διάπλατα το στόμα τους. Αν ο εχθρός πλησιάσει αρκετά κοντά, εκβάλλουν απότομα αέρα κάνοντας έναν ασθενή συριγμό, ο οποίος είναι και ο μόνος ήχος που παράγουν. Σπάνια μπορεί να πηδήξουν προς το μέρος του εχθρού ή και να τον δαγκώσουν. Άλλες φορές οι άμυνές τους επιτυγχάνουν, αλλά συχνά αποτυγχάνουν κι έτσι οι δράκοι τρώγονται. Πέρα από τους φυσικούς εχθρούς, έχουν ν’αντιμετωπίσουν ανθρώπινες απειλές όπως τα αυτοκίνητα στους δρόμους, την ανάπτυξη νέων περιοχών και την επακόλουθη απώλεια του ενδιαιτήματός τους, και ίσως κι άλλες απειλές. Ίσως να επηρεάζονται από τα γεωργικά δηλητήρια για παράδειγμα, αλλά οι επιπτώσεις τους δεν είναι απολύτως γνωστές. Μία μελέτη που αναζητούσε τα αποτελέσματα του μονοφθορικού νατρίου, ενός μεταβολικού δηλητηρίου που χρησιμοποιείται για τη θανάτωση ανεπιθύμητων θηλαστικών (η Αυστραλία είναι από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες χώρες που εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί και επιμένει σ’αυτό) βρήκε μικρές επιπτώσεις στους γενειοφόρους δράκους, όπως έχει βρεθεί και για άλλα εκτόθερμα.

Όλες οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γενειοφόρι δράκοι είναι ευκαιριακοί κυνηγοί μικρών ζώων, οι οποίοι τρώνε ό,τι είναι διαθέσιμο κάθε εποχή. Το σκληρό τους φυσικό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει την πολυτέλεια της επιλογής, κι έτσι καταναλώνουν θηράματα από μεγέθους μυρμηγκιού μέχρι ποντικιού. Περιμένουν καμουφλαρισμένοι κάπου σε ενέδρα, και όταν ένα θήραμα πλησιάσει αρκετά κοντά, το συλλαμβάνουν με την κολλώδη γλώσσα τους, το μασούν λίγο και στη συνέχεια το καταπίνουν ολόκληρο. Τρώνε μεγάλη ποικιλία εντόμων όπως ακρίδες, γρύλλους, σκαθάρια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, τερμίτες, μυρμήγκια, κατσαρίδες, προνύμφες, αλλά και άλλα ασπόνδυλα όπως σαρανταποδαρούσες και αράχνες. Αν βρεθεί η ευκαιρία, θα φάνε και μικ΄ρα σπονδυλωτά όπως μικρές σαύρες, σαν τους μικρούς δράκους του γένους Ctenophorus. Στην αιχμαλωσία έχουν φάει επίσης μικρά σπονδυλωτά κάθε είδους, όπως βατράχους, μικρά φίδια και μικρά θηλαστικά, και πιθανότατα να τα τρώνε και στη φύση αν τα βρουν και μπορούν να τα πιάσουν. Συμπληρωματικά τρέφονται και με φυτική ύλη, όπως φύλλα, άνθη, και ίσως και καρπούς και σπόρους όπως δείχνουν τα περιττώματά τους, τα οποία συχνά περιέχουν τους τελευταίους. Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην κεντρική Αυστραλία το 2015, όπου εξετάστηκε το περιεχόμενο του στομάχου 14 σαυρών, η ζωική τροφή αποτελούσε το 61% της ξηρής ύλης, ενώ η φυτική μόλις το 16%. Από τις ζωικές τροφές, το μισό περίπου της ξηρής ύλης και το 95 των θηραμάτων αποτελούσαν τα φτερωτά άτομα των τερμιτών του γένους Drepanotermes, γιατί την περίοδο που έγινε η μελέτη ξαφνικά έβρεξε, αναγκάζοντας τους τερμίτες να βγουν μαζικά στην επιφάνεια, από τους οποίους έτρωγαν όλες οι σαύρες της περιοχής. Το ποσοστό της διατροφής σε πρωτεΐνη ήταν υψηλό, γύρω στο 41-50% της ξηρής ύλης, με το κύριο λιπαρό οξύ το C18:1n9c, το οποίο καταλάμβανε το 51-56% των συνολικών λιπαρών, με τα πολυακόρεστα λιπαρά, κυρίως n3 και n6 ν’αποτελούν το 6-8% των λιπαρών. Το 2% του ξηρού γαστρικού περιεχομένου των δράκων της συγκεκριμένης μελέτης αποτελούσε άπεπτη ύλη, την οποία ίσως είχαν καταπιεί κατά λάθος, αλλά πιθανότατα να την είχαν φάει επίτηδες για να προσλάβουν ασβέστιο, αφού ήταν κυρίως θραύσματα οστών. Συχνά οι σαύρες αυτές καταναλώνουν υπόστρωμα και πετραδάκια, πιθανόν για την πρόσληψη ασβεστίου κι άλλων μετάλλων. Όταν υπάρχει πολύ τροφή, οι γενειοφόρι δράκοι τρώνε όσο μπορούν, κι αποθηκεύουν το λίπος στη βάση της ουράς, και στη συνέχεια στην κοιλιά, το οποίο θα χρησιμοποιήσουν όταν η τροφή είναι λιγοστή. Το περισσότερο από το νερό που χρειάζονται το λαμβάνουν μέσω της τροφής ή από μεταβολικές διαδικασίες, και σπάνια συναντούν πόσιμο νερό. Πίνουν όπως και οι περισσότερες σαύρες, μαζεύοντας σταγονίδια από υγρές επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Συνήθως δεν αναγνωρίζουν το στάσιμο νερό ως πόσιμο. Έχουν επίσης παρατηρηθεί να στέκονται με το πίσω μέρος σηκωμένο ψηλότερα κατά τις καλοκαιρινές καταιγίδες, απ’όπου το νερό ρέει προς το στόμα τους και το πίνουν. Πολλοί αγαμίδες έχουν συγκεκριμένες περιοχές αφόδευσης, και το ίδιο κάνουν και οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία – οπότε το ίδιο θα κάνουν και στη φύση -, αφοδεύοντας σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο μακριά από τον τόπο όπου λιάζονται και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους, προφανώς για ν’αποφύγουν την επαναμόλυνση από παράσιτα, τις μύγες και την προσέλκυση των εχθρών. Όπως σ’όλα τα ερπετά και τα πουλιά, τα περιττώματά τους απότελούνται από ένα καφέ μέρος, το κυρίως περίττωμα, και ένα λευκό, το οποίο είναι το ουρικό οξύ. Εξοικονομούν το νερό που πίνουν και παράγουν λίγα υγρά ούρα, μόνο όταν η διατροφή τους είναι πλούσια σε νερό και δεν το χρειάζονται.

Το φυσικό τους περιβάλλον είναι σκληρό. Αν και οι αυστραλιανές έρημοι δεν είναι οι ξηρότερες του κόσμου, το κλίμα της Αυστραλίας είναι ασταθές, και μπορεί να υπάρχουν χρονιές με ασυνήθιστα μεγάλη βροχόπτωση, και χρονιές με ξηρασία. Οι ενήλικες γενειοφόροι δράκοι είναι πολλοί ανθεκτικοί σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, αν και το ίδιο δεν ισχύει για τα μικρότερα άτομα, τα οποία θα πρέπει να τρέφονται συνεχώς για σωστή ανάπτυξη. Σε πολύ δύσκολες χρονιές πιθανόν η αναπαραγωγή τους να αποτυγχάνει. Επίσης έχουν να αντιμετωπίσουνν το πρόβλημα των πυρκαγιών, αφού πολλά οικοσυστήματα της Αυστραλίας εξαρτώνται από περιοδικές φωτιές. Οι φωτιές αυτές είναι κυρίως χαμηλής έντασης και καίνε τα ξερά, αφήνοντας και άκαυστες περιοχές. Δεν είναι γνωστές οι επιπτώσεις της φωτιάς στους γενειοφόρους δράκους, αλλά ανεκδοτολογικά έχει παρατηρηθεί μεγάλος αριθμός σαυρών σε πρόσφατα καμμένες περιοχές, αν κι αυτό δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αποτέλεσμα της φωτιάς που τους έχει κάνει πιο ορατούς ή της άφιξης νέων ζώων. Μπορεί επίσης να είναι σύμπτωση, αν ο παρατηρητής έτυχε να τις συναντήσει σε περίοδο αναπαραγωγής.

Ανεκδοτολογικά ήταν γνωστό ότι οι γενειοφόροι δράκοι έχουν αρκετά υψηλή νοημοσύνη. Αυτό εντούτοις δε μελετήθηκε επιστημονικα μέχρι μία μελέτη του 2014. Στη μελέτη αυτήν αποδείχθηκε ότι τα ζώα αυτά μπορούν να μάθουν μιμούμενα άλλα μέλη του είδους τους. Ένας γενειοφόρος δράκος εκπαιδεύτηκε να ανοίγει ένα πορτάκι, πίσω από το οποίο υπήρχαν αλευροσκούληκα. Έπειτα οι ερευνητές έδειξαν στην πρώτη ομάδα δράκων το βίντεο στο οποίο ο εκπαιδευμένος δράκος άνοιγε το πορτάκι, και στη δεύτερη το πορτάκι ν’ανοίγει από μόνο του. Όλοι οι δράκοι της πρώτης ομάδας κατόρθωσαν να ανοίξουν το πορτάκι για να φάνε τα αλευροσκούληκα, ενώ κανένας δράκος της δεύτερης δεν μπόρεσε να το κάνει. Αυτό υποδηλώνει ότι οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να μάθουν μιμούμενοι τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους τους, και δεν αντιγράφουν απλώς μια συμπεριφορά χωρίς σκοπό, μία αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Μέχρι τότε πιστευόταν ότι μόνο κάποια πουλιά και θηλαστικά έχουν αυτήν την ικανότητα, αν και κάτι παρόμοιο, μολονότι ποιο απλό, είχε διαπιστωθεί στις κοκκινοπόδαρες χελώνες (Chelonoidis carbonaria) παλαιότερα. Εντούτοις οι δράκοι αυτοί δεν είναι τα εξυπνότερα ερπετά. Υπάρχουν σκίγκοι, βαράνοι και κροκοδείλια που έχουν αρκετά υψηλότερη νοημοσύνη.

Οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία

Οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τις πλέον διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία, όπου διατηρούνται κυρίως ως κατοικίδια σε όλον τον κόσμο. Η χαρακτηριστική εμφάνιση, το μεγάλο, αλλά όχι τεράστιο μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι ευκολία στη διατήρηση, στη διατροφή και στην αναπαραγωγή, τις έκαναν αμε΄σως πολύ δημοφιλείς. Εξαιτίας του ήρεμου χαρακτήρα και του μικρού φόβου για τον άνθρωπο, οι γενειοφόροι δράκοι χρησιμοποιούνται κατά κόρον από προγράμματα που αποσκοπούν να φέρουν το κοινό πιο κοντά στα ερπετά. Πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή σχέση με τα ερπετά έχουν αλλάξει γνώμη αφού συνάντησαν γενειοφόρο δράκο. Παρόλα αυτά υπάρχουν κι αυτοί που αντιπαθούν τις σαύρες αυτές, αλλά είναι συνήθως οι ίδιοι που έχουν κι άλλες αναχρονιστικές, σχεδόν δεισιδαιμονικές απόψεις για τα ερπετά, όπως ότι όλα είναι βδελυρά και πονηρά όντα, τα φίδια είναι εσκεμμένα κακά κλπ. Επίσης, χάρη στην τάση του να μην κρύβεται συχνά, το είδος δεν απουσιάζει από ερπετοσυλλογές ζωολογικών κήπων, ενυδρείων και ερπεταρίων. Σε κάθε ζωολογικό κήπο που έχω επισκεφθεί τους έχω συναντήσει. Εκτός αυτού, επειδή είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, χρησιμεύουν ως ζώα μελέτης στο εργαστήριο, κυρίως όσον αφορά τη θερμορρύθμιση στα εκτόθερμα υπό διάφορες συνθήκες. Έχει βρεθεί για παράδειγμα, ότι παρότι τα ενδόθερμα και τα εκτόθερμα ζώα παράγουν και διατηρούν τη θερμότητά τους με διαφορετικούς τρόπους, ο εγκεφαλικός έλεγχος από τον υποθάλαμο είναι παρόμοιος. Έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης σε μελέτες πάνω στην εμβρυακή ανάπτυξη, στην έκδυση, στη διατροφή κλπ.

Η αρχική ιστορία των γενειοφόρων δράκων στην αιχμαλωσία είναι ασαφής. Σήμερα διατηρούνται εκτός Αυστραλίας δύο κυρίως είδη, ο κοινός (P. vitticeps) και ο μικρότερος του Χένρι και του Λόσον (P. henrylawsoni), ο οποίος είναι πολύ σπανιότερος, ενώ εντός Αυστραλίας κοινός είναι και ο μεγάλος ή βαρβάτος γενειοφόρος δράκος (P. barbata). Λέγεται ότι στο παρελθόν η P. barbata διατηρούταν σε πολές συλλογές εκτός Αυστραλίας, αλλά στη συνέχεια κέρδισε η P. vitticeps τον ανταγωνισμό και η πρώτη εξαφανίστηκε, ενώ επίσης λέγεται ότι ορισμένες γιγάντιες γραμμές δράκων, όπως οι γερμανικοί γίγαντες (german giants), που μπορούν να φτάσουν τα 60 εκ, αποτελούν υβρίδια της vitticeps με την barbata. Από την άλλη, πολλοί πληθυσμοί P. vitticeps ταυτοποιούνταν λανθασμε΄να ως P. barbata στο παρελθόν, οπότε πιθανότατα αρκετά μεγάλα άτομα του πρώτου είδους να συγχέονταν με τον μεγαλύτερο συγγενή. Άρα πιθανότατα η P. barbata δεν εγκατέλειψε ποτέ το Νότιο Ημισφαίριο. Οι πρώτοι γενειοφόροι δράκοι εισήχθησαν στη Γερμανία μέσα στη δεκαετία του 1970, ίσως παράνομα, γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η Αυστραλία είχε απαγορεύσει την εξαγωγή πανίδας πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, π.χ. για επιστημονική έρευνα, Λέγεται επίσης ότι οι πρώτοι εκτροφείς δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τον ταπεινό γενειοφόρο δράκο, τον οποίον χρησιμοποιούσαν ως τροφή για βαράνους, αλά αυτό δε μπορώ να το εξακριβώσω. Ανακαλύφθηκε εντούτοις γρήγορα ότι το είδος αυτό αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς κι ότι είναι εύκολο, κι έτσι εξαπλώθηκε στην Ευρώπη. Στις συλλογές των ΗΠΑ έκανε δειλά-δειλά την πρώτη του εμφάνιση τη δεκαετία του 1990, κι έκτοτε η δημοφιλία του αυξανόταν, ώστε σήμερα να θεωρείται η κοινότερη κατοικίδια σαύρα στη χώρα αυτή. Οι αμερικανικές γραμμές είναι λιγότερες από τις ευρωπαϊκές, γι’αυτό κι εκεί παρουσιάζονται περισσότερα γενετικά προβλήματα. Τα είδη P. vitticeps και P. barbata εισήχθησαν επίσης στη Νέα Ζηλανδία, η οποία αργότερα έκλεισε τις εισαγωγές εξωτικών ζώων, αλλά οι πληθυσμοί τους εκεί είναι αυτάρκεις. Οι εκτροφείς εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν περισσότερο να διατηρήσουν το ειδος ζωντανό και να το αναπαραγάγουν, παρά να κρατήσουν καθαρές τις διάφορες τοπικές παραλλαγές (localities), γι’αυτό και οι διάφορες τοπικές παραλλαγές αναμίχθηκαν. Πάραυτα, εξακολουθούν να υπάρχουν ζώα με διαφορετικούς χρωματισμούς, όπως κιτρινωπά και πορτοκαλωπά, τα οποία με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν παραγάγει μορφικά έντονων χρωμάτων. Άλλες γραμμές έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για να χάσουν τα αγκάθια τους ή να μικρύνουν τις φολίδες τους. Τα leatherback έχουν ασυνήθιστα λεία ράχη, με μικροσκοπικές φολίδες, ενώ τα translucent έχουν επίσης σχεδόν διάφανο δέρμα. Υπάρχουν και τα scaleless, τα οποία εντούτοις έχουν πάλι κάποιες μικ΄ρες φολίδες. Τα ζώα αυτά είναι ευάλωτα σε τραυματισμούς και δε θα μπορούσαν να ζήσουν στη φύση. Γενικώς το είδος δεν εμφανίζει συνέπειες από την κλειστή αναπαραγωγή, ωστόσο αρκετές κλειστές γραμμές έχουν μεγαλύτερη συχνότητα προβλημάτων υγείας και μικρότερο τελικό μέγεθος. Γενειοφόροι δράκοι πωλούνται παντού, αλλ’αυτο΄δε σημαίνει ότι όλοι οι πωλητές είναι καλοί. Γενικώς τα ζώα από τα περισσότερα pet shops, είτε συνοικιακά είτε αλυσίδων, δεν φροντίζονται σωστά. Καλύτερη είναι η αγορά ζώου από εκτροφέα απευθείας ή από κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπως το feeders.gr. Επίσης συχνά ανεβαίνουν αγγελίες απ’όσους θέλουν να δώσουν το ζώο τους για οποιονδήποτε λόγο, αλλά αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί ενδέχεται ο προκάτοχος να μη φρόντιζε σωστά το ζώο του και αυτο΄να πάσχει από πολλαπλά προβλήματα υγείας. Τέλος τα πολύ μικρά σε ηλικία ζώα δεν προτείνονται για να ξεκινήσει κάποιος, επειδή είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Τα μεγαλύτερα πάλι θα χρειαστούν λίγη παραπάνω φροντίδα, επειδή είναι στην ανάπτυξη, αλλά είναι ευκολότερα, ενώ τα ενήλικα είναι τα πλέον εύκολα.

Οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούνται συνήθως σε τερράρια, τα ειδικά κλουβια δηλαδή για ερπετά. Τα ενυδρεία δεν είναι κατάλληλα, γιατί έχουν αρκετό ύψος κι όχι ικανοποιητικό πλάτος, κι επίσης ανοίγουν από πάνω, θέση άβολη για το τάισμα, τον καθαρισμό και το χειρισμό. Καλύτερα είναι τα τερράρια που ανοίγουν από μπροστά, που μπορεί να είναι έιτε ιδιοκατασκευές είτε αγορασμένα έτοιμα. Το τερράριο μπορεί να είναι κατασκευασμένο από διάφορα υλικά, και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Το γυαλί για παράδειγμα είναι πλήρως διαφανές, εύκολο στο καθάρισμα και όμορφο, αλά είναι πολύ βαρύ και αγώγιμο στη θερμότητα, οπότε δε μονώνει το τερράριο. Το πλέξι γκλας είναι αρκετά ελαφρύτερο από το γυαλί και πιο μονωτικό, αλλά γρατσουνιέται εύκολα και είναι λιγότερο διαφανές. Το ξύλο είναι άριστος μονωτής, αλά αν δεν είναι βαμμένο σωστά μπορεί να τραβήξει υγρασία και να φουσκώσει, αν κι αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα στους ξηρούς χώρους των γενειοφόρων δράκων. Επίσης είναι πιο δύσκολο στο καθάρισμα από άλα υλικά εξαιτίας των πόρων. Καλύτερα ξύλαείναι τα κόντρα πλακέ θαλάσσης ή η μελαμίνη. Το μέταλλο είναι επίσης αγώγιμο στη θερμότητα και μπορεί να σκουριάσει, ανάλογα με τον τύπο. Ένα τερράριο μπορεί να είναι φτιαγμένο από διάφορα υλικά, για παράδειγμα μπροστά τζάμι και όλο το υπόλοιπο ξύλο, ή μεγάλο μέρος του ξύλο και κάποιες πλευρές τζάμι, ή μεταλλικός σκελετός με τζάμια και ξύλο, κλπ. Εάν οι θερμοκρασίες είναι σταθερά υψηλές, οι γενειοφόρι δράκοι μπορούν να ζήσουν και σε σίτινα κλουβιά (flexarium ή συρμάτινα κλουβιά, αλά αυτά είναι για ελάχιστες περιπτώσεις και υπάρχει κίνδυνος τα πόδια τους να πιαστούν στα ανοίγματα. Το τερράριο ιδανικά θα πρέππει να έχει μήκος δύο φορές το ολικό μήκος της σαύρας και πλάτος μία φορά το ολικο΄μήκος, και το ύψος καλό είναι να είναι αρκετό, όσο περίπου και το πλάτος. Αυτό σημαίνει ότι για έναν δράκο των 50 εκατοστών θα χρειαστεί τερράριο διαστάσεων 100χ50χ50 εκατοστών. Τα ζώα μπορούν να ζήσουν σε οριακά μικρότερους χώρους, αν κι αυτο΄δεν προτείνεται, και φυσικά οι μεγαλύτεροι δε βλάπτουν, αν και για τα πολύ μικρά άτομα προτείνεται ένας μικρότερος χώρος για να ελέγχονται οι συνθήκε ςκαλύτερα και να βρίσκουν την τροφή τους ευκολότερα. Το υπόστρωμα, το υλικό δηλαδή που τοποθετείται στον πυθμένα, μπορεί να είναι από διάφορα υλικά και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Πολλοί βάζουν άμμο, πιστεύοντας λανθασμένα ότι οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από αμμώδεις ερήμους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι όταν ζουν σε αμμώδη περιβάλλοντα, συνήθως είναι σκαρφαλωμένοι ψηλά και πατούν σε στέρεες επιφάνειες. Η άμμος αφενός τους δυσκολεύει στην κίνηση κι αφετέρου καθαρίζεται πολύ δύσκολα, αφού μικροσωματίδια ακαθαρσιών μπορεί να παραμείνουν, κι επίσης δημιουργέι αρκετή σκόνη όταν ταράζεται και είναι βαριά. Μόνο οι σαύρες με κροσσωτά δάκτυλα είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση στην άμμο, και οι συγκεκριμένοι δράκοι δεν τα έχουν. Ένα πιο φυσικό υπόστρωμα είναι μίγμα άμμου και χώματος, αν και είναι βαρύ και δεν είναι απαραίτητο για την ευζωία του δράκου. Ως υπόστρωμα επίσης χρησιμοποιείται και πλαστικός χορτοτάπιτας, παρόλο που ο δράκος δεν κατάγεται από χορταριασμένες περιοχές. Είναι εύκολος στο καθάρισμα, καιτο λερωμένο μέρος μπορεί ν’αντικατασταθεί με ένα καθαρό. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί κεραμίδι, το οποίο στρώνεται στον πυθμε΄να και καθαρίζεται επί τόπου. Γίνεται και να μην έχουν καθόλου υπόστρωμα αν ο πυθμένας καθαρίζεται πολύ εύκολα, αλλά αν η επιφάνεια είναι ολισθηρή αυτο΄δεν προτείνεται, ιδίως αν βρίσκονται στην ανάπτυξη, οπότε αυτό μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στα πόδια τους. Υποστρώματα από φυτικά παραπροϊόντα όπως σπασμένος φλοιός καρυδιού ή προϊόντα καλαμποκιού είναι ακατάλληλα, γιατί δύσκολα περνούν από το πεπτικό σύστημα αν καταποθούν, προκαλώντας ενσφηνώσεις, και κάποια, όπως ο βλαστός του καλαμποκιού ή τα πέλετ τριφυλλιού, μουχλιάζουν γρήγορα. Αρκετοί ωστόσο χρησιμοποιούν μη αρωματικά πριονίδια όπως λεύκας (aspen) χωρίς πρόβλημα, αν και η τροφή θα πρέπει να δίνεται με μεγαλύτερη προσοχή. Το πλέον χρησιμοποιούμενο υπόστρωμα ωστόσο είναι το χαρτί, όπως η εφημερίδα, το χασαπόχαρτο κλπ, το οποίο είναι ελαφρύ, εύκολο στο καθάρισμα, φθηνό ή και δωρεάν. Το μόνο του αρνητικό είναι η κακή του εμφάνιση, αλλά το τερράριο μπορέι να ομορφύνει με διάφορα άλλα πράγματα. Το χαρτί μπορεί να είναι οποιουδήποτε τύπου, αρκεί να μην είναι ολισθηρό. Το τερράριο θα πρέπει επίσης να έχει διάφορες διακοσμήσεις, ώστε ο δράκος να σκαρφαλώνει, να εξερευνά και να κρύβεται. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βράχοι ή ξύλα, αλά αν το υπόστρωμα είναι εκσκάψιμο θα πρέπει πρώτα να τοποθετηθούν τα αντικείμενα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος καταπλάκωσης του ζώου αν αυτο τα υπονομεύσει. Τα κλαδιά θα πρέπει να έχουν το πλάτος του δράκου, και μερικά μπορέι να είναι πλατύτερα; ή και λίγο λεπτότερα, αλά τα πολύ λεπτά δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επειδή οι δράκοι δεν τα προτιμούν. Μπορούν να τοποθετηθούν διάφορα κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις, ώστε να εκμεταλλευθούν όλον τον όγκο του τερραρίου. Επίσης προαιρετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια κρυψώνα, που μπορεί να είναι ξύλινη κατασκευή, σπασμένη γλάστρα, έτοιμη αγορασμένη σπηλιά ή κάτι παρόμοιο, με κατάλληλο μέγεθος – λίγο μικρότερη από το δράκο αρκεί – και στενή είσοδο, στην οποία το ζώο θα κρύβεται. Η κρυψώνα δεν είναι απαραίτητη, και ο δράκος μπορεί να κρυφτεί απλώς πίσω από κάποιο ξύλο ή σε μία γωνία, αλλά προτείνεται. Όλες οι διακοσμήσεις θα πρέπει να είναι γερά τοποθετημένες, και να μην υπάρχει κίνδυνος πτώσεις τους. Αρκετοί κολλούν για ομορφία στον πίσω τοίχο του τερραρίου, αν είναι διαφανής, ένα background που δείχνει φυσικά τοπία, κι αν είναι αρκετά αληθοφανές ο δράκος μπορέι να προσπαθήσει να το σκαρφαλώσει! Ο ψηλότερος βράχος ή ξύλο μπορέι να χρησιμεύσει ως σημείο λιασήματος, όπου ο δράκος θα ανεβαίνει για να λιάζεται. Πάνω από εκέινο το σημείο θα βρίσκονται οι λαμπτήρες που θα προσομοιώνουν τον ήλιο. Σε πολύ μεγάλα τερράρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και λάμπες υδραργύρου, οι οποίες εντούτοις παράγουν πολλή θερμότητα και υπεριώδη ακτινοβολία, άρα δεν είναι κατάλληλες για κατασκευές συνηθών μεγεθών, οπότε στην περίπτωση αυτήν θα χρειαστούν δύο λαμπτήρες. Ο ένας λαμπτήρας θα είναι η λάμπα θέρμανσης, η οποία θ’ανεβάζει τη θερμοκρασία σε κατάλληλα για το δράκο επίπεδα. Οι προτεινόμενες τιμές διαφέρουν από άρθρο σε άρθρο, με άλλους να προτείνουν θερμοκρασίες μεταξύ 35-37 βαθμών κι άλλους μεταξύ 38-40 βαθμών, ενώ σε λίγα άρθρα η προτεινόμενη θερμοκρασία είναι μόλις 32 βαθμοί. Καλύτερο είναι η θερμοκρασία να είναι λίγο υψηλότερη από την προτιμώμενη του δράκου, δηλαδή μεταξύ 38-40 βαθμών, ώστε το ζώο ν’ανεβάζει τη θερμοκρασία του γρήγορα. Τα Wat της λάμπας εξαρτώνται από την απόσταση απότο σημείο λιασήματος και την εξωτερική θερμοκρασία, και συνήθως οι λάμπες που χρησιμοποιούνται είναι από 40 και άνω. Το καλοκαίρι, αν οι θερμοκρασίες βρίσκονται κοντά στην προτιμώμενη ζώνη του δράκου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ασθενέστερη ή και καθόλου λάμπα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η θερμοκρασία του υπόλοιπου χώρου θα διατηρείται υψηλή από τη λάμπα, με ιδανικές τιμές τους 25-30 βαθμούς, αλλά αν η περιβαλλοντική θερμοκρασία είναι χαμηλή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιπλέον μία θερμαντική πλάκα στον πυθμένα του τερραρίου, ή μια κεραμική λάμπα, η οποία μπορεί να παραμένει αναμμένη και το βράδυ. Νυχτερινές θερμοκρασίες μέχρι και τους 18 βαθμούς δεν αποτελούν πρόβλημα. Εάν η θερμοκρασία του σημείου λιασήματος είναι αρκετά υψηλή, ο θερμοστάτης δεν είναι απαραίτητος, αν και αν υπάρχει ρυθμίζει τη θερμοκρασία πολύ ευκολότερα και χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους. Κλάσης ανώτερος είναι ένας ροοστάτης από έναν θερμοστάτη, ο οποίος απλώς αυξομειώνει την ένταση του ρεύματος και δεν αναβοσβήνει τη λάμπα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινές λευκές λάμπες πυράκτωσης, οι οποίες προσφέρουν και φως, κόκκινες λάμπες υπερύθρων, οι οποίες μπορεί να έχουν έντονο κόκκινο φως, αλλά θερμαίνουν άριστα το χώρο, ή κεραμικές λάμπες, οι οποίες δεν παράγουν φως, αλά επίσης θερμαίνουν άριστα. Οι τελευταίες επιδή υπερθερμαίνονται θα πρέπει να βιδώνονται σε κεραμικό ντουί, γιατί το πλαστικό ενδέχεται να λιώσει, όπως προτέινεται άλλωστε και για τις υπόλοιπες. Συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας της λάμπας, επειδή ο δράκος δύσκολα από μόνος του θ’αγγίξει την καυτή επιφάνεια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αν η λάμπα είναι αρκετά κοντά ή είναι κεραμική και βρίσκεται κοντά, καλό είναι να είναι προφυλαγμένη με κάποιο πλέγμα. Ο δεύτερος λαμπτήρας θα είναι αυτός της υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι ένας λαμπτήρας φθορισμού, του οποίου το γυαλί είναι ειδικά κατασκευασμένο, ώστε να επιτρέπει το πέρασμα της υπεριώδους ακτινοβολίας β (uvb), η οποία συμβάλει στη σύνθεση της βιταμίνης d3 από την προβιταμίνη της που υπάρχει στο δέρμα,η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου, αφού χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο από το πεπτικό σύστημα. Η ωφέλιμη ακτινοβολία έχει μήκος κύματος μεταξύ 290- και 320 νανομέτρων, κι εκπέμπεται απ’αυτές τις λάμπες. Υπάρχουν δύο ειδών τέτοιοι λαμπτήρες, σωληνωτοί και βιδωτοί. Οι βιδωτοί είναι πιο βολικοί, αφού βιδώνουν σε ντουί για κοινέ ςλάμπες, αλά παράγουν συγκεντρωμένη ακτινοβολία σε μία εστία, και γι’αυτο΄δε θα πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά στο ζώο. Οι σωληνωτοί διαχέουν την ακτινοβολία σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Οι λάμπες αυτές θα πρέπει να τοποθετούνται στην απόσταση που προτείνει ο κατασκευαστής, δηλαδή γύρω στα 20-30 εκατοστά μακριά, γιατί ηδάλλως, αν είναι πολύ μακριά, η ακτινοβολία εξασθενεί, ενώ αν είναι πολύ κοντά μπορεί να βλάψει τα μάτια του ζώου, το οποίο, αν και ζώο του ήλιου που εκτίθεται σε αρκετή υπεριώδη ακτινοβολία, δε μπορεί ν’ανταπεξέλθει σε τόσο υψηλά επίπεδα. Μία λάμπα απόδωσης στο 10% του φάσματος είναι κατάλληλη γι’αυτό το ερημόβιο ειδος. Η απόδοση των λαμπτήρων αυτών σε ακτινοβολία φθίνει με το χρόνο, και προτείνεται οι λάμπες αυτές ν’αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο, ακόμα κι αν εξακολουθούν να φωτοβολούν. Η λάμπα φθορισμού επίσης θα είναι η κυριότερη πηγή φωτός στο τερράριο. Ο γενικότερος χώρος επίσης θα πρέπει να είναι αρκετά φωτεινός, γιατί οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από φωτεινό περιβάλλον και εκδηλώνουν σωστή συμπεριφορά μόνο υπό έντονο φως. Τα φώτα θα πρέπει να συνδεθούν με χρονοδιακόπτη, ώστε ν’ανάβουν και να σβήνουν σε σταθερές ώρες κάθε με΄ρα. Η σταθερή φωτοπερίοδος είναι δώδεκα ώρες φως, αλλά καλό είναι αυτή να ποικίλει ανάλογα με τις εποχές, με 14 ώρες φως το καλοκαίρι και 10 το χειμώνα. Για να μη διαταράσσεται ο ημερήσιος κύκλος τους, το βράδυ θα πρέπει να έχουν σκοτάδι. Αν η παροχή σκότους είναι αδύνατη, το τερράριο θα πρέπει να σκεπαστεί με κάτι αδιαφανές, όπως ένα σκούρο πανί.

Σε κατάλληλα κλίματα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να στεγαστούν και σε εξωτερικο΄χώρο για μεγάλο μέρος ή και ολόκληρο το έτος. Η εξωτερική στέγαση παρέχει περισσότερο χώρο και άφθονο φυσικό ηλιακό φως. Εντούτοις μεγάλα μειονεκτήματα είναι η πιθανότητα απώλειας του δράκου από απόδραση, αρπακτικά ή ακόμα κι από ανθρώπους που μπορέι να τον κλέψουν – γίνεται κι αυτό! Γι’αυτό η περίφραξη θα πρέπει να θαφτεί στο χώμα για 30 εκατοστά, προτιμότερα βαθύτερα, και ο χώρος να σκεπαστεί από πάνω με κάποιο πλέγμα, αν κι όχι πολύ ψιλή σίτα, επειδή θα κόψει αρκετό από το ηλιακό φως. Μπορούν να διατηρηθούν επίσης σε κατάλληλα διαμορφωμένα θερμοκήπια με ειδικό γυαλί που επιτρέπει την είσοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας ή με παράθυρα που θ’ανοίγουν γι’αυτόν το σκοπό. Ο εξωτερικός χώρος μπορεί να διαμορφωθεί με βράχια, κλαδιά κι άλλα σημεια στα οποία ο δράκος θα σκαρφαλώνει και θα λιάζεται. Πρόβλημα αποτελούν τα πουλιά και τα αεροπλάνα, τα οποία ίσως να τον τρομάζουν. Σε περιοχές της Αυστραλίας όπου ζει ή σε παρόμοιες κλιματικές ζώνες ανά τον κόσμο όπως στη νότια Καλιφόρνια, οι δράκοι αφήνονται να περάσουν το χειμώνα έξω. Συνήθως έχουν μια γωνία κάτω από μια πέτρα ή κορμό που σκάβουν και πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Ακόμα όμως και αν στεγάζεται έξω στα κλίματα που ζει, δεν έχει την επιλογή να πάει όπου θέλει, γι’αυτό θα πρέπει να προφυλάσσεται από την υπερβολική υγρασία. Θα πρέπει να υπάρχουν μόνιμα στεγνές, στεγασμένες περιοχές για τη βροχή, το χώμα να έχει καλή αποστράγγιση και να μη φυτεύονται πολά πλατύφυλλα φυτά στο χώρο του. Στην Ελλάδα ο και΄ρος είναι αρκετά άστατος την άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, με εξαίρεση ίσως κάποια νησιά και κάποιες περιοχές της Κρήτης. Στην Κύπρο ίσως να είναι δυνατό, όπου άλλωστε διατηρούν κροκοδείλια κι άλα τροπικά είδη μονίμως σε εξωτερικό χώρο χωρίς πρόβλημα. Οι περισσότεροι κάτοχοι εντούτοις έχουν ένα βασικό εσωτερικο τερράριο, και βγάζουν το δράκο έξω υπό επιτήρηση κατά τις ηλιόλουστες μέρες, ή τον τοποθετούν σ’ένα φλεξάριουμ με αρκετό μέρος του στη σκιά, ώστε το ζώο να θερμορρυθμίζεται, γιατί ακόμα κι ένα ζώο της σκληρής ερήμου μπορεί να υπερθερμανθεί αν δε μπορέι να διαφύγει στη δροσιά.

Η διατροφή του είδους είναι πολύ εύκολη. Το είδος είναι παμφάγο, αν και τείνι προς την εντομοφαγία. Όπως όλα τα παμφάγα ερπετά, στα αρχικά στάδια της ζωής του, οπότε έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε πρωτεΐνη, τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με ζωική ύλη, ενώ μεγαλώνοντας αρχίζει να εντάσσει και φυτά στο διαιτολόγιό του. Αν και συχνά αναφέρεται ότι η διατροφή ενός ενήλικου γενειοφόρου δράκου αποτελείται κατά 70% φυτά, αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια επιστημονική μελέτη. Απεναντίας, όσες μελέτες έχουν γίνει καταδεικνύουν ότι τα ζώα αυτά είναι κυρίως εντομοφάγα. Μπορεί αν δεν υπάρχουν έντομα να τρέφονται κυρίως με φυτά, αλά υπό κανονικες συνθήκες προτιμούν τα έντομα. Άλλωστε οι περισσότεροι κάτοχοι γενειοφόρων δράκων γρήγορα διαπιστώνουν ότι το ζώο τους προτιμά περισσότερο τα έντομα και μειώνουν την προσφορά φυτικών τροφών, αν και δυστυχώς το αποδίδουν σε κακομαθημενισμό. Από έντομα μπορούν να δοθούν όλα τα διαθέσιμα στο εμπόριο είδη ως τροφή, όπως γρύλλοι (Gryllus bimaculatus και Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς (Shelfordella tartara), άλλα είδη κατσαρίδων, αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) και τα σκαθάρια τους, Μελοσκούληκα (Galleria melonella) και οι πεταλούδες τους, γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio) και τα σκαθάρια τους, προνύμφες μαύρης μύγας στρατιώτη ή phoenix worms (Hermetia illucens) και οι μύγες τους, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina και τα σκαθάρια τους, μεταξοσκώληκες (Bombix mori) και οι πεταλούδες τους, και διάφορα άλλα. Μπορούν επίσης να συλλεχθούν έντομα από τη φύση τα οποία θα προσφέρουν ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία, όπως ακρίδες, γρύλλοι, τζιτζίκια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, αλογάκια της Παναγίας, χρυσομπάμπουρες, κάμπιες, καθώς και σαλιγκάρια και σκουλήκια, αλά θα πρέπει να προέρχονται από περιοχή χωρίς συχνή χρήση φαρμάκων. Επίσης ορισμένα έντομα είναι τοξικά ή ερεθιστικά. Οι τριχωτές κάμπιες, κι αυτές που τρέφονται από τοξικά φυτά όπως ντατούρα θα πρέπει ν’αποφεύγονται, ενώ όσες τρέφονται από ασφαλή φυτά είναι εντάξει. Ένα ακόμα πολύ τοξικό έντομο είναι η πυγολαμπίδα, η οποία ακόμα και μία μπορεί να σκοτώσει έναν ενήλικο γενειοφόρο δράκο. Οι δράκοι δεν την αναγνωρίζουν ως επικίνδυνοι, ίσως επειδή δεν την συναντούν στο θυσικό τους περιβάλλον. Οι λουσιβουφαγίνες που έχει επιφέρουν θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες, και το ζώο πεθαίνει έπειτα από πολές ώρες αγωνίας. Τα περιστατικά σημειώθηκαν στις ΗΠΑ έπειτα από κατανάλωση πυγολαμπιδών του γένους Photinus, αλλά θα μπορούσαν να ισχύουν και για τα δικά μας είδη. Μην το διακινδυνεύσετε! Οι δράκοι μπορούν επίσης αραιά να φάνε και σπονδυλωτά όπως μικρά ποντικάκια, προτιμότερα αποψυγμένα παρά ζωντανά, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η συλλογή σπονδυλωτών από τη φύση δεν προτείνεται, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μόλυνσης με παράσιτα. Από φυτικές τροφές μπορούν να φάνε φύλλα, άνθη, λαχανικά και καρπούς. Φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι, ρόκα, αντίδι, λαχανίδες κι άλλα λαχανοειδή, φύλλα καρότου, μαϊντανός, σέλινο, φύλλα από ραπανάκι, ψιλοκομμένα λαχανικά όπως πιπεριά, κολοκύθι, καρότο, μπιζέλια, φασολάκια, αγριόχορτα όπως ραδίκι ή πικραλίδα, ζοχός, μολόχα ή αγριομολόχα, αλσήνη ή στελλάρια, περδικάκι, κολλιτσίδα, γλιστρίδα ή αντράκλα, και φύλλα από καλλωπιστικά μονοετή, θάμνους ή δέντρα όπως πανσές, γεράνι, νεροκάρδαμο, φύλλα μουριάς, αμπελόφυλλα, φύλλα και άνθη ιβίσκου, φύλλα και άνθη τριανταφυλλιάς, όλα είναι κατάλληλα. Γενικώς όσα πλατύφυλλα φυτά είναι κατάλληλα για ιγκουάνες, χερσαίες χελώνες και κουνέλια είναι κατάλληλα και για γενειοφόρους δράκους. Κάποια λαχανικά, όπως το σπανάκι, περιέχουν αρκετοό οξαλικο΄οξύ που δεσμεύει το ασβέστιο, και γι’αυτο΄θα πρέπει να δίνονται αραιά ή και καθόλου. Τα φρούτα θα πρέπει να ταΐζονται σε μικρές ποσότητες, και μπορεί να είναι οτιδήποτε, εκτός από το αβοκάντο, το οποίο θεωρείται τοξικό (δεν έχουν όλες οι ποικιλίες τοξίνες, αλλά ίσως να έχουν κι επίσης είναι υπερβολικά λιπαρό, οπότε δεν προτέινεται). Τέλος μία ακόμα καλή φυτική τροφή είναι οι βλαστοί φραγκοσυκιάς, ξεφλουδισμένοι χωρίς αγκάθια και κομμένοι κομματάκια, οι οποίοι έχουν αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 70/1, αν και δεν τους τρώνε όλοι οι δράκοι. Το ασβέστιο είναι υψίστης σημασίας στη διατροφή των δράκων, και για να γίνεται σωστά η απορρόφησή του θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία δύο προς ένα με το φώσφορο. Τα περισσότερα από τα παραπάνω φυτά είναι πλούσια σε ασβέστιο, αλά τα έντομα συνήθως δεν είναι, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το πασπάλισμα είναι απαράιτητο για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά, και μπορεί να μη γίνεται σε κάθε γεύμα στα ενήλικα αρσενικά ή στα θηλυκά που δεν αναπαράγονται. Πολλοί δράκοι δε δέχονται πασπαλισμένα φυτά, οπότε το πασπάλισμά τους δεν είναι απαραίτητο. Πολλά ζώα μπορούν επίσης να φάνε καθαρό ασβέστιο, όπως κομματάκια κόκκαλου σουπιάς. Ορισμένα ασπόνδυλα, όπως οι μεταξοσκώληκες, τα phoenix worms και τα σαλιγκάρια είναι αρκετά υψηλά σε ασβέστιο και δε χρειάζονται επιπλέον συμπλήρωση. Η ποικιλία τροφών είναι το καλύτερο, με εναλλαγές στα έντομα, τα οποία με τη σειρά τους θα πρέπει να έχουν τραφεί καλά, και στα φυτά, τα οποία θα πρέπει να είναι φρέσκα και καλής ποιότητας. Υπάρχουν επίσης και έτοιμες τροφές για γενειοφόρους δράκους, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διερευνηθεί από ουδέτερους ερευνητές, οπότε καλύτερα να χρησιμοποιούνται σπάνια ή και ποτέ, ή μόνο ως λύση έκτακτης ανάγκης. Με μια τέτοια διατροφή λοιπόν, οι απόψεις διίστανται αν χρειάζεται συμπλήρωση με πολυβιταμίνες, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι δε χρειάζεται αν υπάρχει ποικιλία τροφής και με άλλους να θεωρούν ότι μια φορά το μήνα λίγο συμπλήρωμα δε βλάπτει. Μεγάλη συζήτηση γίνεται επίσης και για τη συμπλήρωση με βιταμίνη d3, ιδίως για μικρούς δράκους ή δράκους που δεν εκτίθενται στο ηλιακό φως, αλλά στην πραγματικότητα το συμπλήρωμα είναι άχρηστο, αφού σύμφωνα με μια μελέτη, όπου μετρήθηκε η συγκέντρωση της βιταμίνης αυτής στο αίμα νεαρών γενειοφόρων δράκων που εκτίθεντο σε υπεριώδη ακτινοβολία για διάφορους χρόνους ή λάμβαναν συμπλήρωμα σε διάφορες δόσεις, βρήκε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης ήταν υπερπολλαπλάσια στα ζώα που εκτίθεντο στην ακτινοβολία, οπότε το συμπλήρωμα από μόνο του είναι αναποτελεσματικό. Βρέθηκε επίσης ότι δύο ώρες έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία των ειδικών λαμπτήρων είναι αρκετές για τη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων βιταμίνης d3 στους αναπτυσσόμενους γενειοφόρους δράκους. Άρα οι γενειοφόροι δράκοι λειτουργούν περισσότερο όπως τα ημερόβια φυτοφάγα (ιγκουάνες, χελώνες, ουρομάστιγες), στο ότι αξιοποιούν πολύ περισσότερο τη d3 που συνθέτουν από το ηλιακό φως, παρά όπως τα σαρκοφάγα, τα οποία τηναξιοποιούν το ίδιο αποτελεσματικά αν προέρχεται από την τροφή. Μεγάλη συζήτηση γίνεται ακόμα και για το μέγεθος των θηραμάτων, τα οποία θα πρέπει υποτίθεται να είναι όσο η απόσταση μεταξύ των ματιών του ζώου, για να μην πάθει ενσφήνωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο οι ενήλικοι γενειοφόρι δράκοι μασούν καλά την τροφή τους και μπορούν να φάνε αρκετά μεγαλύτερα θηράματα, αν κι όχι μεγαλύτερα από το κεφάλι τους – αν είναι στενόμακρα και λεπτά δεν πειράζει κι αν είναι λίγο μακρύτερα. Τα μικρότερα άτομα ίσως να χρειάζονται περισσότερα και μικρότερα έντομα για λόγους ευπεψίας, αν και είναι δύσκολο να πάθουν ενσφήνωση μόνο από έντομα. Συνήθως συμβάλει σ’αυτο η χρόνια χαμηλής έντασης αφυδάτωση και η κατάποση άπεπτων υλικών. Επίσης οι δράκοι τεμαχίζουν με ευκολία τα φύλλα, οπότε δεν υπάρχει η πιθανότητα να πνιγούν από μεγάλα κομμάτια, όπως λανθασμένα λέγεται, αν και για τα μικρά, τα οποία άλλωστε δεν τρώνε συχνά φύλλα, καλό είναι να δίνονται ψιλοκομμένα. Η τροφή μπορεί να προσφέρετε σε μπολ, και τα ευκίνητα έντομα όπως οι ακρίδες ή οι γρύλλοι μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρίζουν στο χώρο για να τα κυνηγήσει ο δράκος, παρόλα αυτά μπορεί να κρυφτούν προσωρινά σε κάποια γωνία. Αν ο δράκος έχει αφήσει κάποιους γρύλλους, καλό είναι να απομακρύνονται, γιατί ενδέχεται να τσιμπολογήσουν το δράκο αν δεν υπάρχει άλλη τροφή (οι ακρίδες ή οι κατσαρίδες δεν το κάνουν αυτό). Εναλλακτικά, μπορεί να τοποθετηθεί στο τερράριο ένα κκομματάκι λαχανικού όπως πατάτα ή καρότο για να τρώνε από εκεί. Αρκετοί δράκοι μαθαίνουν επίσης να τρώνε νεκρά θηράματα από λαβίδα, όπως κατεψυγμένα ποντίκια ή κονσερβοποιημένα έντομα, τα οποία μπορούν να δίνονται περιστασιακά. Μία σωστή διατροφή και λίγος ψεκασμός ή στάξιμο νερού μπροστά στο δράκο κάθε λίγες μέρες καλύπτουν τις ανάγκες του είδους σε νερό. Πολλοί βάζουν μπολ νερού στο χώρο του ζώου, αλλά στην πραγματικότητα αυτο σπάνια πίνει από εκέι. Η συχνότητα του ταΐσματος ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και τον τύπο της τροφής, με τα μικρά να χρειάζονται καθημερινό τάισμα, και τα μεγαλύτερα και τα ενήλικα κάθε 2-3 μέρες εάν τρέφονται κυρίως με έντομα, αλλά γίνεται να τρώνε και κάθε μέρα αν τρέφονται με πολλά φυτά. Οι σαύρες αυτές μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τροφή και νερό, αν κι αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να τις υποβάλουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Δράκοι έχουν χαθεί και βρεθεί μετά από 4 μήνες για παράδειγμα, και μολονότι ήταν εντελώς αφυδατωμένοι, επανήλθαν στα φυσιολογικά μετά από λίγη παραπάνω φροντίδα. Η συχνότητα της αφόδευσης εξαρτάται από τη συχνότητα σίτησης, αλλά και από τη θερμοκρασία. Γενικώς μια συχνότητα 1-7 ημερών θεωρείται φυσιολογική, κι αν ο δράκος δε δείχνει σημάδια ενόχλησης ή ανορεξίας, που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ενσφήνωση, ακομα και μεγαλύτερος χρόνος δεν είναι πρόβλημα, συνήθως ωστόσο αφοδεύουν κάθε 2-3 μέρες. Τα περιττώματα είναι πιο στερεά εάν το ζώο τρέφεται κυρίως με έντομα και πιο υγρά αν τρέφεται με φυτά, και μπορεί να είναι ακόμα υδαρέστερα αν τρέφεται με φρούτα ή πολύ υδαρή έντομα, όπως μεταξοσκώληκες. Μυρίζουν ελαφρώς από κοντά, αλά απομακρύνονται εύκολα. Οι ενήλικοι γενειοφόροι δράκοι επιλέγουν μία γωνία στο τερράριο όπου αφοδεύουν, οπότε δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από την τοπική αλλαγή του υποστρώματος. Είναι καθαρά ζώα και δεν πλησιάζουν την περιοχή, εάν το περίττωμα δεν απομακρυνθεί. Σπάνια τα πατούν, κι αυτό μονο αν ο χώρος είναι πολύ στενός και δεν έχουν πού να πα΄νε, ή το τερράριο είναι βρώμικο και παραμελημένο. Σπάνια αφοδεύουν εκτός της γωνίας τους, αλλά μπορεί να τύχει. Σε περίπτωση που αφοδεύσουν πάνω στο σημείο λιασήματος, προτιμούν να μείνουν σε χαμηλότερη θερμοκρασία παρά να λιαστούν εκεί. Τα περιττώματα από ανεπιθύμητες περιοχές μπορούν να σκουπιστούν μ’ένα πανί, και μετά η περιοχή να καθαριστεί με λευκο ξίδι, κι αν χρειάζεται απολύμανση μπορέι να χρησιμοποιηθεί διάλυμα χλωρίνης. Τα ίχνη των καθαριστικών θα πρέπει ν’απομακρυνθούν με νερό, ώστε να μην ενοχληθεί ο δράκος. Αντίθετα, οι νεαροί γενειοφόροι δράκοι που δεν έχουν ακόμα κάποια οριοθετημένη περιοχή, μπορεί ν’αφοδεύσουν οπουδήποτε.

Η χειμερία νάρκη είναι ένα ακόμα αμφιλεγόμενο θέμα, με άλλους να υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητη για τη ευζωία του ζώο κι άλλους ότι είναι προαιρετική, ή ακομα και ανεπιθύμητη. Εγώ είμαι υπέρ της νάρκης, αφού αυτό έκαναν τα ζώα αυτά εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, και η προσπάθειά μας να τους αλάξουμε το βιολογικό ρολόι ίσως να τα βλάπτει περισσότερο απ’όσο ωφελεί. Είναι γνωστό ότι η εποχιακή πτώση του μεταβολισμού παρατείνει τη ζωή πολών εκτόθερμων, και ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στα ερπετά. Παρόλα αυτά δεν είναι όλοι οι δράκοι το ίδιο ευαίσθητη στις εποχιακές μεταβολές, και ίσως αυτό ν’αντανακκλά τις περιοχές απ’όπου κατάγονται οι πρόγονοί τους, με τους απογόνους των ζώων των βορειότερων και τροπικότερων περιοχών να είναι λιγότερο πιθανό να πέσουν σε νάρκη. Γενικώς όμως εάν στο τερράριο η φωτοπερίοδος μειωθεί και τα ζώα μπορούν ν’αντιληφθούν τις φθίνουσες θερμοκρασίες, θ’αρχίζουν από το φθινόπωρο να ετοιμάζονται για νάρκη. Μπορέι να τρώνε λιγότερο και μόνο τις αγαπημένες τους τροφές, μπορεί να κοιμούνται νωρίτερα και να λιάζονται λιγότερο. Τελικά θα κρυφτούνσ την τρύπα τους, και θα κάνουν μέρες να βγουν. Πολλοί αφήνουν τα φώτα αναμμένα όλο το χειμώνα, αλλά στην πραγματικότητα ο δράκος που κοιμάται δεν τα χρειάζεται και είναι πολύ απίθανο να βγει να λιαστεί. Εάν ωστόσο κοιμάται σε θερμοκρασίες δωματίου, μπορεί να κάνει διακεκομμένη νάρκη, όπου μπορεί περιοδικά να εμφανίζεται, ενώ αν τα φώτα παραμένουν αναμμένα μπορεί μερικές φορές να λιάζεται ή να φάει και λίγο. Εναλλακτικά μπορεί να περάσει από βαθιά νάρκη, όπου μετακινείται μαζί με το τερράριο σε μέρος με χαμηλότερες θερμοκρασίες, ή τοποθετείται σε κουτί γεμάτο με χαρτιά σε χώρο με χαμηλές θερμοκρασίες. Πριν τη βαθιά νάρκη, το πεπτικό του σύστημα θα πρέπει να έχει αδειάσει από κάθε τροφή, γιατί η μεν τροφή στο στομάχι μπορεί να σαπίσει δημιουργώντας πολλά προβλήματα, τα δε περιττώματα μπορεί να στεγνώσουν και να είναι δυσκολότερη η αποβολή τους την επόμενη άνοιξη. Αν οι θερμοκρασίες στο χώρο μεταβάλλονται αρκετά, το κουτί μπορέι να μονωθεί με φελιζόλ. Η θερμοκρασία μένει μεταξύ 5 και 15 βαθμών, και το ζώο δεν κινείται σχεδόν καθόλου σ’αυτήν την κατάσταση. Λίγε ςμέρες με υψηλότερη θερμοκρασία δε θα βλάψουν, αλλά οι θερμοκρασίες υπό του μηδενός θα σκοτώσουν το ζώο, ή θα του προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα. Να θυμάστε ότι οι δράκοι κατάγονται από περιοχές με ηπιότερο χειμώνα από το δικό μας. Οι περιοδικοί έλεγχοι του δράκου προτείνονται, στο οποίο διάστημα θα του δίνεται λίγο νερό με σταγόνες στη μουσούδα του, τις οποίες αν διψάει θα πιει. Το μπάνιο σε χλιαρό νερό για ζώο που είναι σε βαθιά νάρκη το ξυπνάει και το στρεσάρει άσκοπα και είναι εν τέλει άχρηστο. Η νάρκη διαρκεί 2-5 μήνες, με τα θηλυκά να κοιμούνται λιγότερο από τα αρσενικά, επει΄δη εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστότερες μέρες του φθινοπώρου για τη συσώρευση λίπους για την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο. Τα ζώα επίσης μικρότερα του ενός έτους δεν προτείνεται να πέσουν σε νάρκη, αλλά να συνεχίζουν να τρέφονται κανονικά για να μεγαλώσουν. Στη φύση, τα μικρόσωμα ερπετά, επειδή θερμαίνονται πιο γρήγορα, εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστές μέρες του φθινοπώρου και του χειμώνα, οπότε κοιμούνται πολύ λιγότερο. Άλλωστε οι δράκοι κάτω των 7 μηνών από μόνοι τους δεν ετοιμάζονται για νάρκη. Την άνοιξη οι δράκοι θ’αρχίσουν να ξυπνούν από μόνοι τους, αλλιώς μπορούν ν’αφυπνιστούν τεχνητά. Μετά μπορούν ν’ανάψουν πάλι τα φώτα, και η φροντίδα συνεχίζεται όπως πρώτα. Αν και δε θα έχουν χάσει αισθητά βάρος κατά τη νάρκη, η όρεξή τους αυξάνεται υπερβολικά, και στα πρώτα γεύματα θα τρώνε μεγάλες ποσότητες. Τότε θα είναι έτοιμοι για αναπαραγω΄γη.

Επειδή η αναπαραγωγή του είδους είναι εύκολη, δε σημαίνει ότι ο καθένας θα πρέπει να την επιχειρήσει. Σε χώρες του εξωτερικού όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ υπα΄ρχει υπερπληθυσμός στους γενειοφόρους δράκους, όπως και σε άλλα κοινότερα κατοικίδια ζώα γι’αυτόν το λόγο, γιατί ο καθένας θέλει ν’αναπαραγάγει το ζώο του μόνο και μόνο για να δει πώς είναι η διαδικασία, με αποτέλεσμα πολλά ζώα να παραμελούνται και τα μη μορφικά μικρά να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Μόνο εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι θα μπορεί να βρει σωστούς αποδέκτες για τα μικρά θα πρέπει να σκεφτεί την αναπαραγωγή του είδους. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 30 αυγά, και 3-5 φορές το χρόνο. Αν και δεν είναι υποχρεωτικό να επωάσει κανείς όλα τα αυγά, τότε δεν υπάρχει λόγος υποβολής του θηλυκού στο στρες της όλης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το πλατύτερό τους κεφάλικαι τα μεγαλύτερά τους γένια, καθώς κι από τους εμφανέστερους πόρους, αλλά στο μέγεθος είναι παρόμοια. Ο πιο ασφαλής τρόπος διαχωρισμού τους ωστόσο είναι από τα γεννητικά όργανα. Εάν σηκωθεί η ουρά 90 μοίρες πάνω από το ζώο, στα αρσενικά θα φανούν δύο φουσκώματα πίσω από την αμάρα, τα οποία είναι οι θήλακες των ημιπεών, ενώ στα θηλυκά υπάρχει ένα κεντρικό μικρό φούσκωμα. Ο διαχωρισμός του φύλου μ’αυτόν τον τρόπο είναι δυνατός μετά τους 6 μήνες. Αν και τα ζώα μπορεί ν’αναπαραχθούν και χωρίς νάρκη, και δεν είναι σπάνιο το ζευγάρωμα οποιαδήποτε εποχή του έτους, η νάρκη δίνει μεγαλύτερη επιτυχία. Μετά τη νάρκη, κι αφούτα ζώα τρέφονται κανονικά, μπορεί το αρσενικό να συναντηθεί με το θηλυκό. Σχε΄δον σίγουρα θα ζευγαρώσουν, και μπορούν ν’αφεθούν να ζευγαρώσουν κι άλες φορές, προσέχοντας μόνο μην αρχίζουν να μαλώνουν. Η μόνιμη στέγαση άνω του ενός δράκου δεν προτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Δύο αρσενικά είναι σίγουρο ότι θα μαλώσουν για την κυριαρχία, ή ο υποτακτικός θα δέχεται συνεχώς εκφοβισμό και δε θα μπορεί να τραφεί και να θερμορρυθμιστεί, εκτός κι αν ο χώρος είναι τεράστιος και μπορούν και τα δύο να εγκαθιδρύσουν τις περιοχές τους, ένα ζευγάρι σίγουρα θα αναπαραχθεί, ενώ το αρσενικό μπορεί να παρενοχλεί υπερβολικά το θηλυκό – αυτό λύνεται αν υπάρχουν περισσότερα θηλυκά, αλλά τότε θα υπάρχουν και περισσότεροι απόγονοι -, ενώ δύο θηλυκά σε αρκετό χώρο συχνά συμβιώνουν, αν κι όχι πάντοτε. Εάν λοιπόν όλα πάνε καλά, το θηλυκό θ’αρχίζει να φουσκώνει και μετά από 30-40 μέρες θα είναι έτοιμο να γεννήσει τα αυγά του. Μερικά θηλυκά φουσκώνουν τόσο πολύ που τα αυγά είναι ορατά, ενώ με προσοχή μπορούν να ψηλαφιστούν σαν μικρά μπαλάκια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να τρέφεται με αρκετά έντομα και να δέχεται άφθονο ασβέστιο. Λίγες μέρες πριν γεννήσει, μπορεί να σταματήσει να τρώει και να γίνει ανήσυχο, σκάβοντας στις γωνίες και ψάχνοντας την κατάλληλη θέση για να κάνει φωλιά. Εάν δεν υπάρχει χώρος ωοτοκίας στο τερράριο, το θηλυκό θα πρέπει να μεταφερθεί σε δοχείο με νοτισμένο χώμα βάθους τουλάχιστον 20 εκατοστών, όπου η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 27 βαθμούς, στο οποίο θα σκάψει. Αφού γεννήσει με την ησυχία του και σκεπάσει τη φωλιά, μπορεί ν’απομακρυνθεί και τα αυγά να μεταφερθούν σε κάποιο δοχείο με περλίτη ή βερμικουλίτη (τα καλύτερα μέσα επώασης) αναμεμιγμένο με ίση ποσότητα νερού κατά βάρος. Τα αυγά δε θα πρέπει να μετακινηθούν κατά τη μεταφορά, και για τη διασφάλιση της σωστής θέσης, μπορούν να μαρκαριστούν στην κορυφή με κάποιον μη τοξικό μαρκαδόρο. Έπειτα η γέννα θα πρέπει να μεταφερθέι σε ήδη ρυθμισμένο γύρω στους 29 βαθμούς εκκολαπτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι είτε ιδιοκατασκευής είτε έτοιμος, όπου θα εκκολαφθούν σε 55-70 ημέρες. Θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών θα σκοτώσουν τα έμβρυα. Καλύτερο είναι ωστόσο να μην επωάζονται στο ανώτερο θερμικό όριο, διότι μπορεί να εκκολαφθούν νωρίτερα, αλλά θα έχουν κάψει επιπλέον ενέργεια λόγω του γενικώς υψηλότερου μεταβολισμού, κι έτσι θα γεννηθούν μικρότερα. Τα αυγά θα πρέπει να τοποθετηθούν σε απόσταση λίγων εκατοστών μεταξύ τους, επειδή κατά την επώαση θα τραβήξουν νερό και θα διογκωθούν. Αν ένα αυγο μουχλιάσει λίγο, δε σημαίνει ότι σάπισε, και η μούχλα μπορεί να τριφτεί ελαφρώς. Αν ωστόσο μουχλιάσει κι αρχίζει να μυρίζει άσχημα σημαίνει ότι σάπισε και πρέπει να απομακρυνθεί. Τα αγονιμοποίητα αυγά, τα οποία επίσης θα πρέπει να απομακρυνθούν γιατι θα σαπίσουν, κιτρινίζουν σε λίγες μέρες, και συνήθως είναι μικρότερα. Για τη διαπίστωση της γονιμότητας ενός αυγού αν έχετε αμφιβολία, μπορείτε να το τοποθετήσετε μπροστά από μία δυνατή πηγή φωτός σε σκοτεινό χώρο, κι αν διαφανούν αιμοφόρα αγγεία είναι γόνιμο. Κατά την εκκόλαψη, τα μικρά συνήθως εκκολάπτονται συγχρόνως. Μπορεί να μείνουν αρκετές ώρες με τη μυτούλα τους έξω από το αυγό, αλλά στη συνέχεια θα βγουν. Επειδή το είδος γεννά πολλά αυγά, είναι φυσιολογικό κάποια αυγά να χαλάσουν και κάποια μικρά να μη βγουν ποτέ από το αυγό. Τα μικρά είναι πιο ευαίσθητα κι αφυδατώνονται εύκολα, γι’αυτο θα πρέπει αρχικά να μεταφερθούν σε χώρο με υψηλότερη υγρασία, όπου το υπόστρωμα θα είναι ελαφρώς νοτισμένα χαρτιά. Αρχικά θα τρέφονται από τα απομεινάρια του λεκηθικού τους σάκου, ο οποίος μπορεί να είναι ορατός σε μερικά, αλά μέσα σε λίγες μέρες έως μια εβδομάδα θ’αρχίζουν να τρώνε μικρά έντομα, κι έκτοτε η όρεξή τους θα είναι ασταμάτητη. Μπορούν να φάνε 20-30 μικρά έντομα, όπως νεογέννητους γρύλλους ή κατσαρίδες, δύο ή και τρεις φορές την ημέρα κάθε ημέρα. Για να υποστηριχθεί αυτός ο υψηλός μεταβολισμός, χρειάζονται μία θερμή περιοχή στους 40 βαθμούς, καθώς και την λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας και συμπλήρωση ασβεστίου στην τροφή. Αρκετοί τους προσφέρουν και φυτικές τροφές εξαρχής, αν και σε τέτοια ηλικία δεν τις τρώνε, και ίσως να μη μπορούν ακόμα να τις χωνέψουν κιόλας. Το καλύτερο είναι ωστόσο να τις φάνε όσο το δυνατον νωρίτερα, ώστε να τις συνηθίσουν. Το διάστημα αυτό είναι αρκετά κρίσιμο για την ανάπτυξή τους, και ακόμα και αρκετές μέρες χωρίς σωστή διατροφή και φωτισμό μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία τους. Το τερράριο θα πρέπει να είναι απλό, ώστε να καθαρίζεται εύκολα. Όσο μεγαλώνουν τα μικρά, θα πρέπει να διασπώνται σε μικρότερες ομάδες, ιδίως αν παρατηρηθούν ανισότητες. Πάντοτε θα υπάρχουν αυτά που μεγαλώνουν με βραδύτερους ρυθμούς και χάνουν στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα. Αυτά σε εξαιρετικές περιπτώσεις ίσως να χρειαστούν τάισμα ξεχωριστά από τα άλλα. Συχνά τα δρακάκια θα μαζεύονται όλα κάτω από τη λάμπα. Έγινε μια μελέτη για να διαπιστωθεί αν αυτό είναι αποτέλεσμα συνεργασίας για τη διατήρηση της θερμότητας ή ανταγωνισμού, και βρέθηκε πως είναι απλώς αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Επίσης κατά το τάισμα, μέσα στην ανακατωσούρα από τα πολλά μικρά έντομα και τα δρακάκια που τρέχουν, δεν είναι σπάνιο ένα μικρό να μπερδευτεί και να κόψει κάποιο δάκτυλο ή το άκρο της ουράς ενός άλλου. Οι πληγές αυτές κλείνουν αμέσως σ’αυτήν την ηλικία, και γι’αυτό είναι σύνηθες κάποιος δράκος να μην έχει την άκρη της ουράς του ή κάποιο δάκτυλο. Στους δύο μήνες, όταν τα μικ΄ρα έχουν φτάσει τα 15 εκατοστά, θα είναι έτοιμα για πώληση. Μέχρι τον ενάμισι χρόνο θα μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ στους επόμενους μήνες θα μεγαλώνουν βραδύτερα και θα γεμίζουν. Εντωμεταξύ το θηλυκο θα συνεχίζει να γεννά κι άλλα αυγά. Η καλή του διατροφή κατά την ανάπτυξη των αυγών και αμέσως μετά την ωοτοκία επιβάλλεται. Η τελευταία της γέννα ξεχωρίζει, γιατί περιέχει αρκετά αγονιμοποίητα αυγά.

Με τη σωστή φροντίδα, οι γενειοφόρι δράκοι σπάνια υποφέρουν από προβλήματα υγείας. Οι κακές συνθήκες ωστόσο, αν κι όχι μόνο αυτές, μπορούν να οδηγήσουν σε αριθμό προβλημάτων. Η μεταβολική νόσος των οστών (mbd) είναι η συχνότερη ασθένεια σε δράκους που δε λαμβάνουν ικανό ασβέστιο, υπεριώδη ακτινοβολία, και τα δύο ή η θερμοκρασία τους είναι αρκετά χαμηλή εμποδίζοντας τη σύνθεση της βιταμίνης d3. Λέγεται και δευτερογενής διατροφικός υπερπαραθυραιοειδισμός. Οι παραθυραιοειδείς αδένες βρίσκονται πλευρικά του θυραιοειδούς κι ελέγχουν τα ποσά του ασβεστίου στο αίμα. Αν το ασβέστιο είναι αρκετά χαμηλό, εκκρίνουν την παραθυραιοειδική ορμόνη, η οποία εκλύει ασβέστιο από το σκελε΄το, ο οποίος σταδιακά αδυνατίζει. Τα πρώτα συμπτώματα είναι σπογγώδης κάτω γνάθος και οίδημα στα πόδια και στα δάχτυλα, και έπειτα προχωρούν σε γενικευμένα μαλακά οστά, σοβαρά προβλήματα στην κίνηση, τρόμο, ευπάθεια σε κατάγματα, ακόμα και της σπονδυλικής στήλης, αδυναμία και τελικά θάνατο. Στα αρχικά στάδια η νόσος αντιστρέφεται, αλλά οι τυχόν παραμορφώσεις που προκάλεσε, όπως στραβά δάχτυλα και ουρά, θα παραμείνουν. Τα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πολύ ευπαθή, ενώ τα ενήλικα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παροδικές ελλείψεις με τα αποθέματά τους. Σε μία μελέτη όπου μετρήθηκαν τα ποσά του ασβεστίου και της βιταμίνης d3 στο αίμα ενήλικων θηλυκών γενειοφόρων δράκων που είχαν εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία κι έτρωγαν σωστά για 6 μήνες, βρέθηκε ότι τα ποσά, αν κι έφθιναν σταδιακά, δεν έπεσαν εκτός των φυσιολογικών ορίων στο πέρας των 83 ημερών της μελέτης, όπου τα ζώα λάμβαναν διατροφή χαμηλή σε d3 και δε δέχονταν υπεριώδες φως. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμελούμε τους δράκους μας, απλώς ότι η uvb δεν είναι επιτακτική ανάγκη σε ένα μεγαλωμένο δράκο, δηλαδή αν καεί η λάμπα κι αντικατασταθεί μετά από μια βδομάδα, το ζώο δε θα πάθει τίποτα. Η εντερική ενσφήνωση είναι ένα ακόμα κοινό πρόβλημα, και πολλά αίτια συμβάλλουν σ’αυτό. Σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα σκληρά έντομα ή κάποιο μικρό ξένο σώμα που μπορεί να κατάπιε ένας υγιής γενειοφόρος δράκος, αφού οι σαύρες αυτές συχνά καταπίνουν χαλικάκια κι άλλα σκληρά υλικά για να προσλάβουν ασβέστιο κι άλα μεταλλικά στοιχεία. Συνήθως θα πρέπει να υπάρχει χρόνια ήπια αφυδάτωση, κι ο δράκος να καταπίνει χρονίως κάτι που δε μπορεί να χωνέψει, όπως ακατάληλα υποστρώματα, π.χ. σπασμένα τσόφλια καρυδιού, φλοιούς δέντρων κλπ, ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο. Τα υλικά αυτά φράζουν το έντερο, εμποδίζοντας τη μετακίνηση των τροφών. Σε ελαφριές περιπτώσεις, με ένα χλιαρό μπάνιο και μάλαξη στην κοιλιά το πρόβλημα μπορεί να διορθωθεί, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, αλλιώς το ζώο θα οδηγηθεί στο θάνατο. Συνήθως με την ενσφήνωση το ζώο σταματά να τρώει και εμφανίζει μια μελανιά στο σημείο της ενσφήνωσης. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η δυσέκδυση, συνήθως από χαμηλή υγρασία. Αν και μια κανονική υγρασία της τάξης του 30-40’% είναι κατάλληλη γι’αυτό το είδος, όταν βρίσκεται σε έκδυση χρειάζεται ελαφρώς πιο αυξημένη υγρασία, ώστε το παλιό δέρμα ν’αποκολληθεί απροβλημάτιστα. Ως ξηρόβιο είδος, δε χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα ελαφρύ ψέκασμα, αν και πολλοί κάνουν μπάνιο το δράκο τους σε ρηχό νερό, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Παρόλα αυτά σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, ιδίως σε νεαρά και αναπτυσσόμενα ζώα, το παλιό δέρμα μπορεί να μείνει στις άκρες των δακτύλων ήτ ης ουράς, το οποίο με τον καιρό θα συρρικνωθεί, θα διακόψει την κυκλοφορία και τελικά θα οδηγήσει στη νέκρωση και στην πτώση του μέλους. Ένα ακόμα αρκετά κοινό, αλλά λίγο αναγνωρισμένο πρόβλημα είναι η περιοδοντική νόσος, η οποία προκαλείται καθαρά από ακατάλληλη τροφή. Πολλοί κάτοχοι γενειοφόρων δράκων, φοβούμενοι ότι τα ζώα τους θα πάθουν ενσφήνωση από σκληρές τροφές, δεν τους ταΐζουν τέτοιες τροφές στις οποίες είναι προσαρμοσμένοι, με αποτέλεσμα να μαζεύεται υλικό στη μέσα πλευρά της οδοντοστοιχίας, το οποίο οδηγεί σε μολύνσεις, οι οποίες μπορούν να διαβρώσουν τη γνάθο, να αναγκάσουν το ζώο να σταματήσει να τρώει, και τελικά να οδηγήσουν σε σηψαιμία και θάνατο. Κανονικά η οδοντοστοιχία καθαρίζεταιμε τη μάσηση σκληρών τροφών, όπως ινωδών φυτών και σκληρών εντόμων. Η πάθηση διορθώνεται, αλλά μπορεί να υποτροπιάσει. Η παχυσαρκία είναι ένα ακόμα ελάχιστα αναγνωρισμένο πρόβλημα, και φέρνει τα ίδια προβλήματα που φέρνει και στους ανθρώπους. Η σωματική άσκηση δεν ωφελεί τα ερπετά, αφού έχουν πολύ χαμηλότερη αερόβια ικανότητα και έτσι δε μπορούν ν’ασκηθούν παρατεταμένα. Η μόνη λύση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι η μείωση της πρόσληψης τροφής, ώστε ν’αναγκαστει΄το ζώο να κάψει το λίπος του. Ίσως η έλλειψη σωστών εποχιακών κύκλων με χειμερία νάρκη να είναι μια των αιτιών που οδηγεί στην παχυσαρκία, αφού το ζώο συγκεντρώνει λίπος για το χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Οι δράκοι μπορούν επίσης να πάθουν διάφορες αμυχές, μικροτραυματισμούς αλά και κατάγματα οστών από ατυχήματα κατά τη δραστηριότητά τους, τα οποία συνήθως αντιμετωπίζονται. Κάποιο νύχι τους επίσης μπορει΄να βγει αν προσπαθήσουν να σκαρφαλώσουν μια σίτα για παράδειγμα και δυσκολευτούν να το ξεμπλέξουν. Επίσης μπορεί να μολυνθούν από ενδοπαράσιτ αόπως σκουλήκια του εντέρου και πρωτόζωα, τα οποία εμφανίζονται στα περιττώματα, τα οποία μπορεί να έχουν διαφορετική σύσταση – συνήθως είναι πιο υγρά και μυρίζουν άσχημα (συχνότερο με τα πρωτόζωα). Γι[‘αυτό η καραντίνα είναι σημαντική για όλα τα νεοφερμένα ζώα μιας συλλογής. Τα παράσιτ αωστόσο αντιμετωπίζονται με τα κατάλληλα φάρμακα. Δύο άλλες λοιμώδεις ασθένειες που καταστρέφουν τις συλλογές είναι ο αδενοϊός των αγαμιδών και ο κίτρινος μύκητας. Ο ιός προσβάλλει όλους τους δράκους, προκαλώντας συστημικά συμπτώματα στα περισότερα οργανικά συστήματα (καχεξία, νευρολογικά προβλήματα κλπ), κατάπτωση και θάνατο. Όσοι δεν πεθαίνουν μπορεί να παραμείνουν με χρόνια συμπτώματα, ενώ αρκετοί είναι ασυμπτωματικοί φορείς. Δεν είναι ακόμα απολύτως γνωστός ο τρόπος μετάδοσης της νόσου, αλλά μάλλον γίνεται με άμεση επαφή. Θεραπεία δεν υπάρχει. Ο κίτρινος μύκητας είναι το ανάμορφο του είδους Chrysosporium. Εμφανίζεται αρχικά ως κίτρινες δυσχρωμίες στο δέρμα, κι έπειτα εξαπλώνεται, αλλοιώνοντας το δέρμα του ζώου και οδηγώντας τελικά στο θάνατο. Η θεραπεία συνήθως αποτυγχάνει, και στις περιπτώσεις που εντοπίζεται νωρίς μπορεί να χρειαστεί ο ακρωτηριασμός κάποιου προσβεβλημένου μέλους, για να μην εξαπλωθεί ο μύκητας αλλού. Οι δύο αυτές ασθένειες πλήττουν προς το παρόν μόνο αμερικανικές συλλογές, οπότε δε μας επηρεάζουν. Οι δράκοι σπάνια παθαίνουν αναπνευστικές λοιμώξεις, αλλά μπορεί να πάθουν αν βιώσουν απότομες θερμοκρασιακές μεταβολές, υψηλή υγρασία και το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι πεσμένο. Η φωτοκερατοεπιπεφυκίτιδα προξενείται από έκθεση σε αφύσικα υψηλά ποσά υπεριώδους ακτινοβολίας, συνήθως από πολύ δυνατές λάμπες. Αντιμετωπίζεται, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μείνουν μόνιμες βλάβες. Η δυστοκία είναι σπάνια σ’αυτό το είδος, και τα θηλυκά συνήθως θα σκορπίσουν τα αυγά τους αν δεν έχουν τόπο να τα γεννήσουν, π.χ. σε συνθήκες παραμέλησης, αν και συμβαίνει να τα κατακρατούν με ολέθρια αποτελέσματα. Εκτός από τα επίκτητα προβλήματα, οι δράκοι μπορεί να γεννηθούν με κάποια πάθηση, είτε γενετική είτε από ατυχήματα στην επώαση. Μπορεί να γεννηθούν μικρά που δε μεγαλώνουν και πεθαίνουν, μικρά με νευρολογικά προβλήματα, προβλήματα σταμάτια, στα πόδια, περισσότερα ή λιγότερα δάχτυλα, κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις καταστάσεις αντιμετωπίζονται, ενώ για άλλες προτείνεται η ευθανασία. Ζώα με τέτοιες παθήσεις δε θα πρέπει ν’αναπαράγονται. Εκτός από τις εκ γενετής παθήσεις, κοινές στο είδος είναι και οι παθήσεις της τρίτης ηλικίας, αφού είναι ένα σχετικά βραχύβιο ερπετό με εμφανή κατάπτωση στα γεράματα, σε αντίθεση με άλλα μακρόβια π.χ. οι χελώνες που δείχνουν να μη γεράζουν καθόλου. Οι γέρικοι δράκοι κινούνται λιγότερο, μπορεί να τρώνε λιγότερο και ν’αδυνατίζουν, δυσκολεύονται να σκαρφαλώσουν, και τελικά κάτι τους σκοτώνει. Έχουν περιγραφεί πεπτικά, οφθαλμικά, καρδιαγγειακά προβλήματα, αλλά και πολλοί καρκίνοι, όπως του οισοφάγου, του παγκρέατος, του δέρματος, λευχαιμία κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις αντιμετωπίζονται, ενώ άλλες όχι. Ένας κτηνίατρος εξειδικευμένος για ερπετά βοηθά σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να μην πάθει τίποτα ο δράκος, αλλά είναι αναγκαίο να ξέρετε έναν όπου θα μπορείτε να τον πάτε αν υπάρχει πρόβλημα.

Ένας υγιής γενειοφόρος δράκος που έχει προσαρμοστεί στο περιβάλλον του θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανονικά. Θα περνά αρκετές ώρες της ημέρας ακίνητος, είτε να λιάζεται είτε να ξεκουράζεται κάπου αλλού. Δεν είναι υπερβολικά δραστήριο είδος, αλλά θα πρέπει να δραστηριοποιείται κάποιες φορές μέσα στην ημέρα. Όταν δραστηριοποιείται κινείται αρκετά, σκαρφαλώνει, μπορεί και να πηδάει από το ένα μέρος στο άλλο μερικές φορές. Θα πρέπει να είναι παρατηρητικός και να προσέχει τα πάντα. Αν προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο τζάμι για να φύγει, μπορεί κάτι να μην είναι σωστο στο χώρο του ή να στρεσάρεται από το είδωλό του – ιδίως τα αρσενικά -, γι’αυτό και προτιμότερα δε θα πρέπει όλο το τερράριο να είναι διαφανές και να μη χτυπούν τα φώτα απευθείας στο τζάμι. Παρόλα αυτά αν το κάνει σπάνια δεν είναι πρόβλημα. Μπορεί να κοιμάται είτε χωμένος κάπου, είτε πλακέ πάνω σε κάποιο κλαδί, κι αυτο΄είναι φυσιολογικό. Οι δράκοι γρήγορα μαθαίνουν ότι οι κάτοχοί τους τους παρέχουν τροφή, και μπορεί να πλησιάζουν στην πόρτα του τερραρίου όταν κάποιος έρχεται. Μπορούν να μάθουν ακόμα και το όνομά τους, αν το συνδυάσουν με τροφή. Ξεχωρίζουν τα άτομα που τους φροντίζουν, με τα οποία νιώθουν πιο ασφαλείς, αλλά υπάρχουν και άτομα που νιώθουν το ίδιο άνετα με όλους. Ανέχονται το χειρισμό περισσότερο ίσως από κα΄θε άλλη σαύρα, και δε φοβούνται εύκολα, ακομα κι αν μετακινηθούν προσωρινά αλλού, σε άγνωστο μέρος. Ο φόβος τους είναι τόσο μικρός που τρώνε ενώ κάποιος τους έχει πάνω στο χέρι του. Όπως και με τα περισσότερα μικρά ζώα εντούτοις, καλύτερο είναι το ίδιο το ζώο να πιαστει πάνω μας παρά εμείς να το περιορίζουμε. Καλό είναι να μην τον πλησιάζουμε από ψηλά, γιατί ίσως τότε τρομάξει, αφού οι περισσότεροι θηρευτές του επιτίθενται έτσι, αλλά να τον πλησιάζουμε ήρεμα από το πλάι. Πάντοτε κρατάμε το δράκο υποστηρίζοντας όλο το σώμα του, γιατί αλλιώς μπορεί να νιώσει φόβο και να τιναχτεί, προσπαθώντας να ξεφύγει. Ο δράκος μπορεί επίσης να αφεθεί να κάνει τη βόλτα του έξω στον ήλιο, ή σε κάποιον εσωτερικό χώρο αν οι θερμοκρασίες είναι κατάλληλες. Συχνά τον βγάζουν έξω για αρκετή ώρα, παρότι η θερμοκρασία δεν είναι η σωστή. Εάν υπάρχουν όμως κατάλληλα θερμές περιοχές, είτε από τον ήλιο είτε από κάποια λάμπα, δεν πειράζει αν βρίσκεται ε΄ξω ακόμα και σε κάπως χαμηλότερες θερμοκρασίες. Θα πρέπει ωστόσο να επιτηρείται, επειδή μπορεί να πάει σε κάποιο ανεπιθύμητο μέρος, να κρυφτεί και να χαθεί προσωρινά, ή να προσπαθήσει να φάει κάτι που δεν τρώγεται. Οι δράκοι συχνά συγχέουν μη εδώδιμα αντικείμενα με τροφές από το σχήμα, για παράδειγμα μπορέι να προσπαθήσουν να φάνε λωρίδες χαρτιού επειδή μοιάζουν με φύλλα, κορδόνια επει΄δη μοιάζουν με σκουλήκια, ή να προσπαθήσουν να επιτεθούν σε κινούμενους στόχους, επειδή μοιάζουν με έντομα. Viral έχουν γίνει δύο βίντεο στο Youtube, όπου στο ένα ένας γενειοφόρος δράκος παίζει Ant Crusher σε μια οθόνη αφής, όπου πετυχαίνει όλα τα μυρμήγκια, και στο άλλο, ένας άλλος δράκος προσπαθεί να φαέι ένα σταφύλι, το οποίο του ξεγλιστρά, νομίζει ότι είναι ζωντανό και του επιτίθεται επανειλημμένα. Κυνηγούν επίσης τη δέσμη του φωτός ενός laser. Και οι γάτες το κάνουν αυτό, οπότε δε σημαίνει ότι οι δράκοι είναι χαζοί. Απλώς δεν αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες καταστάσεις στο φυσικό τους περιβάλλον.

Το ότι δέχονται το χειρισμό ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι πάνινα κουκλάκια που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορεί να μη δείχνουν έντονα την ενόχλησή τους, αλλά αν προσπαθούν να πάνε προς τα πίσω, πιάνονται γερά από κάπου ή τινάζονται όταν τα σηκώνουμε σημαίνει ότι θέλουν την ησυχία τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φουσκώσουν τα γένια τους ή να μας κουνήσουν το κεφάλι τους. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να μένουν στην ησυχια τους. Οι γενειοφόροι δράκοι σπανιότατα γίνονται επιθετικοί, αλά μπορεί να γίνουν, ιδίως νεοφερμένα ή άτομα με τα οποία δεν ασχολήθηκε κανείς. Αν και είναι εκ φύσεως ήρεμοι – σχεδόν παθολογικά ήρεμοι όπως τους αποκαλώ εγώ -, ίσως επειδή δεν έχουν ν’αντιμετωπίσουν τόσο μεγαλόσωμους εχθρούς στη φύση και δε μας αναγνωρίζουν ως απειλή, μπορεί σπάνια να δαγκώσουν. Έχουν αρκετά δυνατο΄δάγκωμα, αλλά σπανιότατα το χρησιμοποιούν στην πλήρη του δύναμη αμυντικά, συνήθως απλώς τσιμπάνε προειδοποιητικά. Επίσης μπορεί να μπερδέψουν κάποιο δάχτυλο με τροφή, ιδίως αν τρώνε πάρα πολλά μικρά έντομα, ή σπάνια ο κάτοχος αλληλεπιδρά με το δράκο εκτός από το τάισμα. Τότε μπορεί να το χτυπήσουν με τη γλώσσα τους και να το δαγκώσουν στιγμιαία, αλλά θα το αφήσουν αμέσως. Οι δράκοι δε μας θεωρούν μέλη του είδους τους, γι’αυτό και συνήθως δεν προστατεύουν την περιοχή τους από εμας, αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνήσει μαζί τους, μιμούμενοι τα κουνήματα του κεφαλιού και τα σηκώματα του χεριού με το χέρι τους. Όσες όμως φορές εγώ το δοκίμασα απέτυχα. Ο χειρισμός είναι και η κατάλληλη στιγμή για τον εντοπισμό προβλημάτων πάνω στο σώμα του ζώου. Γενικώ ςτο σώμα τους δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά αν λερωθούν από οτιδήποτε μπορείτε να τους κάνετε ένα μπάνιο με χλιαρό νερό σ’ένα λεκανάκι , ή να τους τρίψετε τοπικά. Έχουν αδιαπέραστο δέρμα και το σαπούνι δεν τους βλάπτει. Το παλιό δέρμα δε θα πρέπει ν’αφαιρείται συνήθως, γιατί ο δράκος θα το βγάλει μόνος του, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος αφαίρεσής του αρκετά νωρίς, πριν να είναι έτοιμο. Επίσης τα νύχια του, αν έχουν μεγαλώσει υπερβολικά και δυσχεραίνουν την κίνησή του, μπορούν να κοπούν, και όπως με όλα τα ζώα, θα πρέπει να κοπούν στην άκρη τους μόνο με ψαλιδάκι ή ειδικό νυχοκόπτη, ώστε να μην τραυματιστεί κάποιο αιμοφόρο αγγείο. Γι’αυτο΄θα πρέπει να υπάρχουν επιφάνειες αναρρίχησης όπου θα μπορεί να τροχίζει τα νύχια του.

Η δική μου εμπειρία

Γνώριζα το είδος ονομαστικά εδώ και πολλά χρόνια. Το θυμάμαι από παιδικά βιβλία, όπου αναφερόταν ως σαύρα της Αυστραλίας, Παρόλα αυτά δεν ήξερα περισσότερα για το είδος. Νομίζα ότι είχε τεράστιο μέγεθος και μεγάλα γένια. Αργότερα, όταν πρωτοδιάβασα για αυτές τις σαύρες σε ιστοσελίδες για ερπετά, κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Ότι δηλαδή είναι μικρές σχετικά σαύρες που ζουν στις ερήμους και τρώνε πολύ. Όταν τις πρωτοείδα σε βίντεο του Youtube απογοητεύτηκα όμως λίγο, γιατί μου φάνηκαν αρκετά μικρές και σαν να μην έκαναν τίποτα. Ήταν απλώς βίντεο κατόχων που έδειχναν τους δράκους τους, οι οποίοι δεν έκαναν κάτι το ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή, γι’αυτο΄είχα τέτια αρχική εντύπωση. Ζωντανό γενειοφόρο δράκο συνάντησα κι έπιασα για πρώτη φορά πριν 5 χρόνια περίπου στην έκθεση Insectopia της Θεσσαλονίκης, η οποία τότε βρισκόταν σ’ένα περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης, αλά τώρα δε λειτουργέι πια. Στην έκθεση αυτήν υπήρχαν κυρίως ασπόνδυλα, αλλά εκτίθεντο και λίγα ερπετά. Ο γενειοφόρος δράκος έλειπε εκείνη τη στιγμή από το τερράριό του, το οποίο ήταν ανοιχτό, κι αργότερα πετύχαμε έναν από τους υπεύθυνους της έκθεσης να τον κρατά και να τον δείχνει στον κόσμο. Τον έδωσε και σ’εμένα, και εντυπωσιάστηκα από το παράξενο πλατύ του σώμα, το δέρμα του που μου θύμησε χελώνα ξηράς και την ήρεμη στάση του. Ήταν ζεστός, επειδή ήταν ήδη θερμασμένος από τη λάμπα του. Αργότερα το feeders.gr, ένα μοναδικό pet shop με εξειδίκευση στα ερπετά, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι για τα ζώα μου, είχε φέρει ένα γενειοφόρο δράκο, νομίζω στις αρχές του 2014. Ήταν από μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece, όπου είμαι γραμμένος, την οποία θα μπορούσα να προλάβω εγώ, αλλά τελικά δεν έκανα καμία κίνηση. Ήταν τότε ένας μικρός θηλυκός γενειοφ΄όρος δράκος, τον οποίο είχα ταΐσει με φύλλα ζοχού από το χέρι μου. Όταν μεγάλωσε, μπήκε σε ένα πολύ μεγαλύτερο ξύλινο τερράριο με περισσότερα κλαδιά κι έναν ακόμα δράκο, ο οποίος υποτίθεται θα την γονιμοποιούσε, αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν θηλυκό. Τα θυμάμαι και τα δύο μαζί, να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και να λιάζονται το ένα πάνω στο άλλο ή σχεδόν πάνω στο άλλο. Το ένα θα ήταν το πιο κυρίαρχο της περιοχής και θα έπαιρνε την ψηλότερη θέση, αλλά υπήρχε αρκετός χώρος και ζέστη και για τα δύο. Είχαν τα κεφαλάκια τους στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, και ήταν ζεστά και χαρούμενα. Τελικά έδωσαν το δεύτερο θηλυκο, και κράτησαν το αρχικό, το οποίο έχουν και τώρα ως μέλος της συλλογής, δηλαδή δε διατίθεται προς πώληση. Υπάρχουν άλλοι δράκοι που διατίθενται. Έπειτα προσπάθησαν να το ζευγαρώσουν με αρσενικό, αλλά δε γονιμοποιήθηκε, ίσως από την έλλειψη νάρκης και στα δύο. Είναι ένα σχετικά μικρό, πολύ στρουμπουλό δρακάκι με ουρά κομμένη προς το τέλος, και ίσως και καμένη. Είναι πολύ ήσυχο, και θυμάμαι ότι ακόμα κι αν το έβγαζα και το κρατούσα πάνω στην παλάμη μου έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα άνετα. Παρόλα αυτά, τυχαίνει μερικές φορές να μη θέλει να το ενοχλούν, οποτε τινάζεται προς τα πίσω ή και κλωτσάει με το πίσω πόδι αν της πιάσεις το κεφάλι! Έχει τύχει επίσης να δαγκώσει στιγμιαία αν περιμένει φαγητό. Από τότε αποφάσισα ότι ο γενειοφόρος δράκος είναι από τα καλύτερα ερπετά. Παρόλα αυτά, νόμιζα πως θα αντιμετώπιζα αρκετές δυσκολίες με το μέγεθός τους και με την εγκατάσταση των λαμπτήρων.

Η ευκαιρία μου δόθηκε το Νοέμβριο του 2014, οπότε ένα μέλος του φόρουμ ανέβασε αγγελία όπου πουλούσε έναν θηλυκό γενειοφόρο δράκο δύο ετών, επειδή θα έφευγε στο στρατό και δεν είχε κάπου να τον δώσει. Ήταν σχετικά μικρός, στα 35 εκατοστά, αρκετά γεμάτος, τρεφόταν με λαχανικά κι έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, και γενικώς φαινόταν υγιής. Μετά από λίγη σκέψη, αποφάσισα να επικοινωνήσω με τον κάτοχο για περαιτέρω πληροφορίες, και τελικά αποφάσισα να τον πάρω. Επειδή όμως δεν είχα έτοιμο το τερράριό του και χειμώνιαζε, ζήτησα από τον κάτοχό του να τον βάλει σε νάρκη. Αν και φοβήθηκε αρκετά επειδή δεν είχε πρότερη εμπειρία, στις 21 Νοεμβρίου του έβαλε ασθενέστερη λάμπα και σταμάτησε να τον ταΐζει, μέχρι ν’αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου του. Ο δράκος από μο΄νος του μετά απέφευγε τη ζέστη, και παρέμενε στα δροσερά σημεία. Περιήλθε στην κατοχή μου στις 30 Νοεμβρίου, οπότε τον πήρα σ’ένα μικρό χάρτινο κουτί, όπου ήταν και η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας του. Ήταν όπως μου τον περιέγραφε, υγιής, και με τη μεζούρα ήταν ακριβώς 35 εκατοστά. Το άκρο της ουράς του ήταν λίγο κομμένο στο τέλος, προφανώς αποτέλεσμα κανιβαλισμού όταν ήταν μικρή, και η αριστερή σειρά πλευρικών αγκαθιών διακοπτόταν περίπου στη μέση, με λίγο κοντότερες φολίδες, πιθανόν γενετικό ή επωαστικό ελάττωμα. Ευθύς τον έβαλα σ’ένα κουτί Ικέα με κάποιες τρύπες μήκους 33 εκατοστών περίπου, το οποίο είχα γεμίσει με λωρίδες χαρτιού μπρέιλ για να κοιμηθεί. Εκεί πέρασε τους επόμενους τρεις μήνες, συνήθως σε μια γωνία με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τοίχωμα. Περιοδικά τον έβγαζα για να του δώσω νερό, αλά δεν έπινε πάντα. Ήταν παγωμένος και δεν έκανε καμία εκούσια κίνηση, πέρα από κανένα συρτό βήμα αν τον ενοχλούσα αρκετά. Κάποιες φορές φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι, και τον αναποδογύριζα για να δω αν ζει και γυρίσει. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο γύριζε. Το όνομά της ήταν προκαθορισμένο από πριν, Αναμπέλα. Για κάποιον λόγο, πιστεύω πως αυτο΄το όνομα ταιριάζει σε θηλυκό γενειοφόρο δράκο ή κάποια παρόμοια σαύρα. Έτσι είχα προτείνει να ονοματιστεί και ο δράκος του Feeders, αλλά ο Fogo την έβαλε Ζίνα, απορρίπτοντας πλήρως την πρότασή μου. Εντελώς συμπτωματικά, ο προκάτοχός της την έλεγε Μπέλα, κι εγώ χρησιμοποιώ και τα δύο ονόματα εναλλάξ. Το μόνο πρόβλημα είναι το πώς γράφεται το όνομα, γιατί το έχω βρει και στους τέσσερις πιθανούς συνδυασμούς. Τελικά, για να μην υπάρχει σύγχυση, αποφάσισα αυθαίρετα ότι με ελληνικούς χαρακτήρες θα το γράφω με ένα ν και ένα λ, ενώ με λατινικούς με δύο n και δύο l, αν και συχνά το έχω γράψει και με μονά σύμφωνα. Με την Άναμπελ του θρίλερ δεν έχει καμία σχέση, την οποία άλλωστε δεν γνώριζα όταν την ονοματοδότησα. Επίσης την λέω χαϊδευτικά Μπελίτσα, Άναμπελ, Μικρή Μπλουπ, Λιμπίτσα, μπαλίτσα, Μπελού, Λου, Στρουμπουλίνα κλπ. Έτσι απέκτησα και το τρίτο μου ζώο και το δεύτερό μου ερπετό, μετά το κουνέλι τη Λίμπο, και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) το Βαρώνο.

Ενώ λοιπόν η Μπέλα κοιμόταν, η τύχη της δούλευε. Κατασκευάζαμε το τερράριό της, μία κατασκευή με πυθμένα και σκελετό από κόντρα πλακέ θαλάσσης με πλέξι γκλας για τζάμια και από τις τέσσερις πλευρές, συρόμενες πόρτες μπροστά, στις οποίες προσάρμοσα ειδική κλειδαριά από το Feeders κι από πάνω σίτα. Ανοίξαμε τρύπα στο πίσω ξύλο και βιδώσαμε μια θέση για τη λάμπα uvb, ενώ αφήσαμε και μια τρίγωνη οπή πίσω αριστέρα για τη θερμαντική λάμπα, η οποία βρισκόταν σε φωτιστικό που βίδωνε στο ξύλο. Η κατασκευή του τερραρίου ήταν χειρότερα απο΄της Άρτας το Γεφύρι, αφού κάναμε πάνω από δύο μήνες να το φτιάξουμε με τον πατέρα μου. Δε βρίσκαμε κάποιο συγκεκριμένο υλικό, το αναβάλαμε κλπ. Χρησιμοποιήσαμε και ξυλόκολλα καί πλήθος βιδών, και νομίζω πως το κατασκευάσαμε πολύ πιο σταθερό απ&’ό,τι χρειάζεται, πραγματικό overengineering. Οι διαστάσεις του είναι 65χ45χ45, ιδανικές για το δράκο των 35 εκατοστών, αλλά ίσως να είναι λίγο μικρό για το σημερινό του μέγεθος, αν και δεν πρόκειται να το αλλάξω, αφού υπάρχουν αρκετά κλαδιά και στοιχεία που αυξάνουν το διαθέσιμο χώρο, συχνά τον βγάζω έξω, και ο δράκος δε φαίνεται να έχει πρόβλημα με το περιβάλλον του. Εσωτερικά τοποθετήσαμε τρία κλαδιά, ένα μεγάλο κλαδί δάφνης από κάτω δεξιά έως πάνω αριστερά, το οποίο στο τέλος είναι επίπεδο και χρησιμεύει ως σημείο λιασήματος, ένα κοντότερο κλαδί δάφνης από πίσω δεξιά που στηρίζεται στο μεγάλο κλαδί, κι ένα κομμάτι θαλασσόξυλο από κάτω αριστερά που στηρίζεται κι αυτό στο μεγάλο κλαδί. Είχα κι ακόμα ένα μικρό θαλασσόξυλο στη μέση που στηρίζόταν ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ, έπεφτε και τελικά το έβγαλα. Τώρα έχω ένα κλαδί ιβίσκου, το οποίο θα τοποθετήσω μπροστά αριστέρά προς πάνω δεξιά, ώστε να εκμεταλλευτώ κι εκείνη τη γωνία. Φτιάξαμε επίσης μια κρυψώνα, η οποία είναι μία ορθογώνια χαμηλή ξύλινη κατασκευή 32χ25χ9 περίπου, με ένα άνοιγμα αριστερά, και καταλαμβάνει το χώρο πίσω κι αριστερά. Μέσα στο τερράριο έχω βάλει κι ένα πήλινο μπολ από γιαούρτι για τροφή ή νερό, αλλά σπάνια το χρησιμοποιώ. Ως υπόστρωμα έχω χαρτόνι ως βάση και 4-5 στρώσεις χαρτιού μπρέιλ από πάνω, με ένα ή δύο φύλλα χαρτιού επίσης πάνω στην κρυψώνα.

Ο προκάτοχός του το είχε λοιπόν σε ένα γυάλινο τερράριο με υπόστρωμα άμμου κι ένα κλαδί για να σκαρφαλώνει και να λιάζεται. Υπήρχε λάμπα uvb και θερμαντική, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία μόλις στους 32 βαθμούς, παρόλα αυτά την έβγαζε συχνά έξω στον ήλιο. Υπήρχε ακόμα και κόκκινη θερμαντική λάμπα νυκτός (φωτεινές λάμπες για το βράδυ δεν προτείνονται). Δε χρησιμοποιούσε χρονοδιακόπτη ή θερμοστάτη. Την τάιζε χόρτα και λαχανικά, αλλά και διάφορα έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία έπαιρναν τα κατάλληλα συμπληρώματα. Ο δράκος ήταν υγιής, πολύ ήσυχος, και συχνά τον έπαιρνε πάνω του όταν έβγαινε έξω, δεμένο με ειδικό λουράκι για να μη φύγει κατά λάθος. Πολλά πράγματα άλλαξαν ωστόσο μόλις τον πήρα εγώ. Τον αγόρασε από κοινό pet shop το Δεκέμβριο του 2012, όταν ήταν μόλις δύο μηνών, οπότε θα κλείνει χρόνο κάθε Οκτώβριο. Φέτος οπότε έκλεισε τα τρία της χρόνια.

Στα μέσα του Φεβρουαρίου λοιπόν είχε λίγο ζεστο΄καιρό, και ο δράκος πήγε να ξυπνήσει, αλά αμέσως μετά οι θερμοκρασίες έπεσαν πάλι και κοιμήθηκε. Τον ξύπνησα στις 2 Μαρτίου του 2015, ενώ είχε ήδη αρχίσει να ξυπνά, αφού άρχισε να γαντζώνεται με τα νυχάκια του από μόνη της όταν την σήκωνα. Την έβγαλα έξω στον ήλιο το απόγευμα, ενώ φυσούσε, και τότε συνέβη και το πρώτο κακό: Κάποιο πουλί έκανε κύκλους από πάνω της, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι στόχευε αυτήν ή ήθελε να την φάει, πάντως φοβήθηκα. Πιο αργά την έβαλα σ’ένα πιάτο γλάστρας με λίγο χλιαρό νερό για ενυδάτωση, αλλά δυσαρεστήθηκε. Δεν ήπιε καθόλου νερό, αλλά σήκωσε ψηλά το κεφάλι και την ουρά της για να μη βρέχεται τόσο. Μετά φαινόταν να έχει αρκετή αδυναμία, και κινούταν με τρόμο. Το βράδυ την έβαλα μέσα στο νέο της χώρο, αλλά από τα κλαδιά κατέβηκε κάτω. Η επόμενη μέρα όμως ήταν εφιαλτική γι'αυτήν. Μόλις κατάλαβε ότι βρίσκεται σ’ένα εντελώς νέο περιβάλλον, χωρίς κάτι οικείο κοντά της, πανικοβλήθηκε. Δεν ανέβαινε στη λάμπα της να ζεσταθεί, αλλά έτρεχε από τη μία άκρη του τερραρίου στην άλλη, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στις γωνίες ή στο τζάμι. Μόλις εγώ έκανα απότομες κινήσεις, προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο τζάμι, ενώ μαύριζε λίγο τα γένια της. Τελικά την ανέβασα πάνω στη λάμπα, φοβούμενος ότι δεν ξέρει το δρόμο, αλλά αργότερα κατέβηκε. Άφησε αρκετό σχεδόν άοσμο υγρό, που μάλλον θα ήταν τα πρώτα ούρα που κρατούσε κατά τη νάρκη. Το απόγευμα την ξανανέβασα και της έδωσα λίγο μαρούλι, το οποίο πήγε να δοκιμάσει, αλλά δεν το έφαγε. Φοβόμουν ότι το τερράριο δεν ήταν σωστό και ο δράκος θα ήταν για πάντα έτσι, αλά διαψεύστηκα, αφού την επόμενη μέρα είχε κιόλας συνηθίσει και ήταν ήρεμη. Τελικά είχε δίκιο ο προκάτοχος που μου έλεγε ότι δεν την ενοχλεί τίποτα. Λιαζόταν ήσυχα κάτω από τη λάμπα της, κι έφαγε και το πρώτο της γεύμα – έναν γεωσκώληκα, έξι προνύμφες σκαθαριού Pachnoda, καθώς και μία που ΄μόλις είχε κανει κουκούλι και δεν πρόλαβε να μεταμορφωθεί, λίγα φύλλα από ραπανάκι, λίγο μαρούλι και σχεδόν ένα άνθος πανσέ. Έτρωγε ακόμα αργά, επειδή η θερμοκρασία της δεν ήταν η κατάλληλη. Αφόδευσε τη μεθεπόμενη μέρα κι άρχισε να τρώει κανονικά έκτοτε. Επειδή δεν είχα πολλά έντομα, της έδινα κυρίως χόρτα. Έδινα ό,τι πλατύφυλλο έδινα στην κουνέλα μου, όπως ζοχό, μολόχα, νεαρή κολλιτσίδα, αλσήνη, περδικάκι, άνθη πανσέ, φύλλα από ραπανάκι, μαρούλι, κι όταν άρχισαν να βγαίνουν, φύλλα ιβίσκου και φύλλα μουριάς. Η Μπέλα τα έτρωγε όλα, κόβοντας προσεκτικά τα φύλλα από βλαστούς. Έδινα επίσης και κατσαρίδες Αργεντινής, τις οποίες άρπαζε αμέσως, και μια φορά της έδωσα και μια μικρή πλατιά κατσαρίδα Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), η οποία ήταν η τελευταία μου. Της είχα αγοράσει από το Feeders γεωσκώληκες κι επίσης προσπάθησα να της δώσω σαλιγκάρια, και οι δύο τροφές με αρκετό νερό και ασβέστιο, αλλά δεν τα δεχόταν, μάλλον επειδή ήταν βλενώδη, αν και μετά από αρκετούς μήνες άρχισε να τα δέχεται. Μόλις μάσησε λίγο το πρώτο σαλιγκάρι το έφτυσε αμέσως. Στις 23 Απριλίου λοιπόν ήρθαν τα πολά έντομα. Της πήρα από το Feeders 10 ακρίδες στο στάδιο αμέσως πριν την ενηλικίωση, δηλαδή με μαζεμένα ακόμα φτερά, τις οποίες έφαγε όλες. Έφαγε επίσης 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, και 8 ή και παραπάνω γιγάντια αλευροσκούληκα. Έτρωγε πραγματικά χωρίς σταματιμό!

Την επόμενη με΄ρα, επειδή είχε φουσκώσει υπερβολικά, έφαγε μόνο ένα αλευροσκούληκο. Γενικώς για τα επόμενα ταΐσματα έτρωγε υπερβολικά, αλλά μετά η κατανάλωση τροφής επανήλθε στο φυσιολογικό. Αφόδευε κάθε 1-3 ημέρες στη γωνία της. Μόνο δύο φορές αφόδευσε στο σημείο λιασήματος, τη μία ένα μικρό περίττωμα και την άλλη ένα μεγαλύτερο ανάμεσα στα δύο ξύλα, και και τις δύο φορές δεν είχε ανέβει να ζεσταθεί. Δύο φορές τότε είχε αφοδεύσει και στο μπολ της. Τώρα έτρωγε γιγάντια και κανονικά αλευροσκούληκα, γρύλλους, κατσαρίδες Αργεντινής, φύλλα ιβίσκου και μουριάς, λίγο μαρούλι, κομματάκια καρότου κλπ. Επίσης άρχισε να τρώει σαλιγκάρια και γεωσκώληκες, τα οποία έδινα σπάνια. Οι μέρες γίνονταν καλύτερες, και μπορούσα να την βγάζω στον ήλιο καθημερινά.

Στις 15 Μαΐου, ξεκίνησε η πρώτη της έκδυση. Αντί όμως να ξεκινήσει από το κεφάλι όπως είναι το σύνηθες, ξεκίνησε από το μηρό του πίσω αριστερού ποδιού. Αρχικά το δέρμα από πάνω φούσκωσε, και είχε υφή σαν να ήταν έτοιμο ν’ανοίξει. Από εκεί σταδιακά η σαύρα άρχιζε ν’αλλάζει δέρμα στο υπόλοιπο πόδι, στη μέση, στην πλάτη, στο άλλο πίσω πόδι, στην ουρά, στην κοιλιά, και στο μπροστινό μέρος του σώματος. Η έκδυση τελείωσε περίπου στις 18 Ιουνίου, αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε άλλη, πάλι από το ίδιο σημείο, η οποία ήταν κάπως πιο αποσπασματική. Δεν βρήκα ποτέ δέρμα από τη μουσούδα της, το οποίο μάλλον θα είχε φάει, αλλά τα υπόλοιπα κομμάτια τα έβρισκα όλα. Παρόλο που δεν προτείνεται, εγώ την βοηθούσα ν’απελευθερωθεί από το παλιό της δέρμα τραβώντας προσεκτι΄κα το παλιό και ξερο΄. Το ξερό δέρμα κρεμόταν από πάνω της σαν σχισμένα ρούχα, και κάπως έπρεπε να το βγάλει. Σερνόταν κάτω για να ξεκολλήσει το δέρμα απ’την κοιλιά, και μια φορά την πέτυχα να ξύνεται με το πίσω πόδι στα πλευρά για να βγάλει το δέρμα από εκεί, σαν το κουνέλι μου. Όταν επρόκειτο ν’αλλάξει πολυ δέρμα, έτεινε να προτιμά χαμηλότερες θερμοκρασίες. Τότε της έριχνα λίγο νερό για να μαλακώσει το δέρμα, πράγμα που γινόταν σχεδόν αμέσως. Οι παρεκτροπές αυτές από την σωστή θερμοκρασία είχαν άμεση επιπτωση στον κύκλο της αφόδευσης, που έπαιρνε ως και 5 ημέρες.

Μεταξύ 27 Ιουνίου και 3 Ιουλίου, έλειπα διακοπές στην Κρήτη, και άφησα το δράκο μόνο του. Μόλις γύρισα κι άναψα το φως του δωματίου το βράδυ, ο δράκος άρχισε να κινείται αμέσως. Σκέφτηκα ότι θα πεινούσε και τον έβγαλα έξω για να του δώσω λίγα αλευροσκούληκα, τα οποία έφαγε. Την επόμενη μέρα έφαγε άλλα 45 αλευροσκούληκα, και γέμισε την κοιλιά του. Ωστόσο μια αλλαγή άρχισε να συντελείται. Η λάμπα πλέον ήταν πολύ ισχυροί για το καλοκαίρι, και οι 37 βαθμοί είχαν γίνει 46, με αποτέλεσμα ο δράκος να μην λιάζεται ακριβώς κάτω από την λάμπα, αλλά να μένει πιο πίσω. Τις επόμενες μέρες όλο και λιγότερο ανέβαινε στη λάμπα, και τελικά κρύφτηκε στην τρύπα του, βγαίνοντας μόνο πρωί κι απόγευμα, και λίγο αργότερα καθόλου. Αντικατέστησα τη λάμπα με μια των 25 w, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία στους 42 βαθμούς, αλλά πάλι δεν βγήκε. Η περιβαλλοντική θερμοκρασία ήταν 32-34 βαθμοί τη μέρα και 29-32 βαθμοί τη νύχτα. Μόλις τον έβγαζα έξω στον ήλιο, δεν άντεχε τις καυτές επιφάνειες για πάνω από ένα λεπτό, κι αφού ζεσταινόταν λίγο, έτρεχε στη σκιά. Ήταν αρκετά ληθαργική και δεν είχε διάθεση να κινηθεί μέσα στο μεσημέρι. Παρόλα αυτά η όρεξή της παρέμενε υψηλή. Έβγαινε από την τρύπα κυρίως για να αφοδεύσει, το οποίο γίνόταν περίπου κάθε εβδομάδα, αλλά μπορεί και παραπάνω, όπως κάθε 12-15 ημέρες. Επειδή τα κρατούσε πολύ καιρό, το ουρικό της οξύ στερεοποιούταν, σαν λευκός κύλινδρος των 2,5 εκατοστών, σαν κιμωλία. Τον Αύγουστο την άφησα στην κατάσταση που βρισκόταν για 21 μέρες για να φύγω, κι έφαγε μόνο δύο μικρές κι αφυδατωμένες αργεντινές κατσαρίδες στο μεσοδιάστημα.

Έως τις 10 του Σεπτέμβρη, η Μπέλα δεν καταλάβαινε και πολλά μέσα στην τρύπα της. Έτσι, όταν οι θερμοκρασιες έπεσαν, παρέμεινε παγωμένη εκεί μέσα. Σιγά-σιγά άρχισε όμως να βγαίνει μόνη της, αφού πρώτα την έβγαζα εγώ από φόβο ότι έχει πρόβλημα. Έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα και κατσαρίδες, κι αφόδευε συντομότερα, κάθε 5 ημέρες. Προσπαθούσα επίσης να την παχύνω λίγο με Pachnoda και μελοσκούληκα.

Το διάστημα εκείνο μου φάνηκε ότι η Αναμπέλα γέμισε και μεγάλωσε. Την μέτρησα με τη μεζούρα και ήταν 40 εκατοστά. Με την καλή μου φροντίδα λοιπόν, είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Το μόνο κακό από το παρατεταμένο διάστημα αδράνειας ήταν τα νύχια της, τα οποία είχαν μεγαλώσει πολύ.

Δεν πρόλαβε όμως να προσαρμοστεί στις χαμηλότερες θερμοκρασίες, επειδή αυτές έπεσαν ακόμα περισσότερο κι άρχισε η αιτιμασία για τη νάρκη. Έμενε μονίμως στην τρύπα της, κι εγώ αναγκαζόμουν να την βγάζω και να φράζω την τρύπα, ώστε να λιάζεται συχνότερα, πράγμα που όμως δεν έκανε. Ο μεταβολισμός της εντούτοις συνεχώς έπεφτε. Αφού ζεσταινόταν λίγο, κατέβαινε και έμπαινε στην τρύπα της, όπου έσκαβε στα χαρτιά σαν να προσπαθούσε ν’ανοίξει λαγούμι για να κοιμηθεί.

Στις 5 Νοεμβρίου, έφαγε το τελευταίο της γεύμα για το 2015, μία προνύμφη Pachnoda. Στο βίντεο που την έχω βγάλει, εκτός της κατανάλωσης του pachnoda, η Μπέλα κάνει βόλτες, αφοδεύει, σκαρφαλωνει, τρέχει κλπ.

τις επόμενες μέρες συνέχιζα να την βγάζω στον ήλιο, όπου λιαζόταν, ζεσταινόταν κι έκανε τις βόλτες της. Δεν έτρωγε όμως τίποτα, και μόλις της έβαζα τροφή μπροστά της, άλλαζε ευθύς πορεία.

Σιγά-σιγά όμως η δραστηριότητά της μειώθηκε και στις 21 Νοεμβρίου, όπως και πέρυσι, μππήκε επίσημα στη χειμέρια νάρκη, οπότε έσβησα τα φώτα, ΄γέμισα τη φωλιά της λωρίδες χαρτιού, και την άφησα ήσυχη. Μόνο δύο φορές την ξύπνησα, στις 9 και στις 22 Δεκεμβρίου, για να της δώσω νερό, αλλά δεν ήπιε πολύ. Έδειχνε ενοχλημένη και φούσκωνε το σώμα της. Παρακάτω έχωομαδοποιημένες κάποιες παρατηρήσεις για τη Μπέλα και το είδος γενικότερα.

Pogona vitticeps 28/4/2016

Μία καλή ιδιότητά τους είναι ότι τρώνε πολύ. Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν φαινομενικά απύθμενο στομάχι, και καταναλώνουν αρκετή τροφή σε κάθε τάισμα. Πάντοτε υπάρχει λίγος χώρος για ακόμα μια μπουκίτσα, σε αντίθεση με το λοφιοφόρο γκέκο για παράδειγμα, που άπαξ και γεμίσει το στομάχι του δε θα ξαναφάει αν δεν αδειάσει, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις – οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και συναντά αγαπημένη τροφή που έχει να φάει καιρό. Έτσι, ακόμα κι αν σκάσει στο φαγητο΄ο γενειοφόρος δράκος, συνήθως μπορώ να του δώσω ένα ακόμα εντομάκι. Οι ποσότητες που μπορεί να φάει είναι αρκετά μεγάλες: έχω μετρήσει να τρώει σε ένα γεύμα 45 αλευροσκούληκα, 22 γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms, 35 phoenix worms, 25 γρύλλους, αλλά από μεγάλα έντομα όπως ενήλικες ακρίδες και κατσαρίδες Αργεντινής γεμίζει το στομάχι του με 5-6. Αν έχει φάει υπερβολικά, μπορεί να μην πειράξει καθόλου ένα μεγάλο έντομο, αλλά μπορεί να φάει κάποιο μικρότερο, που χωράει στο στομάχι. Η όσφρηση παίζει κάποιον ρόλο στην όρεξη, αφού όταν έχει ήδη χορτάσει και ζουλίξω ένα superworm και το βάλω κοντά στη μύτη του, ώστε να μυρίσει τους χυμούς του, είναι πιο πιθανό να το φάει. Το ίδιο ισχύει και με τα φυτά, αλλά λιγότερο, αν δηλαδή πιέσω το φύλλο ενός ζοχού ή κάποιου άλλου αγαπημένου φύλλου είναι λίγο πιο πιθανό να το φάει. Προτιμά τα έντομα περισσότερο από τα φυτά, και η ποσότητα των τελευταίων που θα καταναλώσει σε ένα γεύμα είναι πολύ μικρότερη των εντόμων, απλώς φαίνεται πολύ επειδή έχουν μεγαλύτερο όγκο. Γι’αυτό προσπαθώ ακκομα και σε γεύματα με φυτά να περιλαμβάνω αρκετά έντομα. Αν θέλω να φάει περισσότερα φύλλα από έντομα, πρώτα δίνω τα φύλλα, και μετά τα έντομα. Αν δε θέλει να φάει φύλλα κάνω πως τα παίρνω μακριά, ή την σπρώχνω λίγο προς αυτά, και μπορεί να φάει. Άλλες φορές που πήγε να τα πάρει ο αέρας βιάστηκε κι έφαγε μερικά. Είναι ένας κανονικός κυνηγός ενέδρας όπως τον περιγράφουν τα βιβλία, που δεν σπαταλά αχρείαστα ενέργεια. Αν για παράδειγμα ένα έντομο έρχεται προς το μέρος του, περιμένει να έρθει κοντά και μετά το πιάνει, και μόνο αν απομακρύνεται απ’αυτόν τρέχει να το πιάσει. Όλα τα έντομα και τα υπόλοιπα κινούμενα τα πιάνει αποκλειστικά με τη γλώσσα του, η οποία μπορεί να ξεσκαλώσει κάθε έντομο, ακόμα και τα μεγαλύτερα κι αυτά που έχουν σκαρφαλώσει κάπου ή είναι γαντζωμένα ανάποδα από κάποιο αντικείμενο. Μπορεί να του ξεγλιστρήσει κάποιο έντομο αν βρίσκεται πάνω σε ολισθηρή επιφάνεια όπως μάρμαρο και είναι λείο όπως ένα αλευροσκούληκο, αλλά σπάνια. Μπορεί ακόμα και να πιάσει τροφή από την επιφάνεια του νερού, αφού μια φορά που έριξα δύο superworms στο μπολ που είχα γεμίσει νερό, τα έπιασε χωρίς δυσκολία. Παρόλα αυτά δυσκολεύεται να ξεκολήσει πιο γλοιώδεις και ελαστικές τροφές, όπως τα σαλιγκάρια ή τα σκουλήκια, τα οποία, αν δεν τα πιάσει μετά από μερικά χτυπήματα, συνήθως τα αφήνει ή και αρχίζει να τα αποφεύγει. Ίσως να μην είναι η φυσική του τροφή – σίγουρα θα σπανίζουν στις ξερές περιοχές που ζει -, γι’αυτό δυσκολεύεται. Επίσης αν είναι πολύ βλενώδη θα τα αφήσει. Αφού λοιπόν στοχεύσει το έντομο, αστραπιαία εκτινάσσει τη γλώσσα του, το πιάνει, το βάζει στο στόμα του και το μασάει γρήγορα. Μασάει τα σκληρά έντομα πολύ περισσότερο από τα μαλακά. Για παράδειγμα ένα μικρό αλευροσκούληκο θα το φάει αμέσως, ενώ ένα σκαθάρι Pachnoda θα το μασάει αρκετή ώρα, και ακόυγεται σαν να τρώει πατατάκι (χρατς χρατς χρατς). Όταν συναντά πολλά μικρά έντομα, με μικρές χειρουργικές κινήσεις τα μαζεύει όλα. Δε φαίνεται εντούτοις να έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, την ικανότητα δηλαδή να συμπεραίνει ότι αν ένα αντικείμενο εξαφανιστεί, εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλά ζώα μπορούν να καταλάβουν ότι κάτι σταθερό που δε βλέππουν υπάρχει, αλλά αυτό το μαθαίνουν από μνήμης. Σχετικά λίγα μπορούν να καταλάβουν ότι όταν ένα αντικειμενο εμφανίζεται στιγμιαία και χάνεται, μπορεί να είναι ακόμα εκεί. Αν ένα έντομο δηλαδή φύγει από το οπτικό του παιδίο, παύει ν’ασχολείται. Εξαίρεση όμως αποτελεί η αντίδρασή του στα πολλά έντομα που χάνονται συγχρόνως, περιστατικό που έχει συμβεί δύο φορές, μέσα στο τερράριό του. Την πρώτη του έριξα αρκετές κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara). Είναι πολύ γρήγορες, και ήταν η πρώτη φορά που αστόχησε, τουλάχιστον για όσο την είχα εγώ. Η κατσαρίδα έφυγε, και το ίδιο έκαναν κι όλες οι υπόλοιπες. Ο δράκος τότε παρέμεινε στη μέση του χώρου με το κεφάλι τεντωμένο, έτοιμος ν’αντιδράσει ακαριαία. Με την παραμικρή κίνηση έκανε μικρά, νευρικά βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Τελικά άρχισαν να ξαναβγαίνουν και τις μάζεψε όλες. Τη δεύτερη φορά είχα αφήσει γρύλλους, όμως τώρα δεν αστόχησε, αλλά έπιασε τον έναν και οι άλλοι κρύφτηκαν. Πάλι περίμενε με τις αισθήσεις του οξυμένες, κι ό,τι έβγαινε το άρπαζε. Όπως έχει παρατηρηθεί και μ’άλλα εντομοφάγα, ωφελείται από την ποικιλία τροφών και τρώει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό νέα έντομα. Παρόλα αυτά αν είναι αρκετά μεγάλα έχει επιφυλάξεις, και τα παρατηρεί για λίγο παραπάνω. Μία λιβελούλα που του έδωσα την έφαγε αφού πέταξε λίγο, ενώ μια τεράστια κάμπια σφίγγα (hornworm) την παρατηρούσε ακόμα περισσότερο. Μετά γύρισε, την χτύπησε με τη γλώσσα του, αλλά έκανε λάθος υπολογισμό και δεν τη σήκωσε. Με την δεύτερη προσπάθεια ωστόσο την έπιασε και την έφαγε. Δείτε πώς κυνηγά κατσαρίδες Αργεντινής:

Τα φυτά τα τρώει διαφορετικά από τα έντομα. Στην περίπτωση αυτήν δε χρειάζεται να βιαστεί, κι απλώς τα πλησιάζει, τα παίρνει με το στόμα του και τα μασά πιο αργά, μετακινώντας τα προς το πίσω μέρος του στόματος. Όταν έχει πάρει αρκετά μεγάλη μπουκιά, μ’ένα δάγκωμα ακριβείας την αποκόπτει από το υπόλοιπο φυτό. Το ποσό που θα κόψει εξαρτάται από τη σκληρότητα του φύλλου. Από ένα αμπελόφυλο θα κόψει μόνο μια γωνία, επειδή είναι σκληρό, από ένα μαρουλόφυλλο μεγαλύτερο κκομμάτι, κι ένα φύλλο αγκουριάς θα το φάει ολόκληρο, ακόμα κι αν είναι μεγαλύτερο από το κεφάλι του, γιατί είναι πολύ εύκαμπτο κι ελαφρύ και διπλώνεται. Κόβει με εκπληκτική ακρίβεια τα ελάσματα των φύλλων, αφήνοντας μόνο τους μίσχους ή τα σκληρότερα μέρη του φύλλου. Μπορεί επίσης ν’αφήσει λίγα χιλιοστά ελάσματος πάνω στο μίσχο. Τα άνθη συνήθως τα τρώει ολόκληρα, αν και μπορεί ν’αφήσει τον κάλυκα μερικές φορές. Δεν ξέρω κατά πόσο το είδος είναι προσαρμοσμένο να τρώει αγρωστώδη χόρτα, επειδή είναι πολύ ινώδη και μόνο εξειδικευμένα φυτοφάγα σ’αυτά τα τρώνε, αλλά σπάνια του έχω δώσει λίγα φύλλα και μερικές φορές τα έφαγε. Γενικώς οι προτιμήσεις του στα πλατύφυλλα αγριόχορτα και φύλλα συμπίπτουν μ’αυτές της κκουνέλας μου. Και τα δύο τρώνε πολύ μαρούλι, πικραλίδα, ζοχό, περδικάκι, μολόχα, αλσήνη, πανσέ, ιβίσκο, λίγο λιγότερο αμπελόφυλλα και λιγότερο μουρόφυλλα, τα οποία περιέχουν και γάλα. Παρόλα αυτά δε συγκινείται από τις γλυκές οσμές των λουλουδιών των εσπεριδοειδών ή της ψευδακακίας, τα οποία τρώει αμέσως η κουνέλα, ούτε φαίνεται να προτιμα ιδιαίτερα τα μυρωδικά φυτά, όπως τα φύλλα των εσπεριδοειδών, το βασιλικο΄ή το γεράνι, από τα οποία τρώει μόνο λίγο. Ίσως να τα ξεχωρίζει με την όσφρηση και να μην τα δέχεται. Από την άλλη, το χρώμα παίζει αρκετό ρόλο, γι’αυτό τρώει εύκολα άνθη ιβίσκου ή πετούνιας, και τα λαμπερά σκαθάρια Pachnoda. Ίσως η εμφάνιση της τροφής να είναι στους αγαμίδες ότι η οσμή και η γεύση είναι σ’εμάς και στα περισσότερα θηλαστικά. Παρόλα αυτά δεν την κατάφερα ποτέ να φάει φρούτα, ούτε καν ολοκόκκινες ζουμερές φράουλες, αν κι άλλοι δράκοι τρώνε. Ούτε επίσης έχει φάει πολλά λαχανικά, εκτός από κάποιες λεπτές φέτες καρότου σπάνια. Άλλη φορά δοκίμασα να του δώσω κολοκυθόσπορους, μήπως και τους φάει, αλλά δεν τους άγγιξε. Ο δράκος φανερώνει αισθητά τις προτιμήσεις του, κι όπως έχει στα φυτά, έχει και στα έντομα. Για παράδειγμα προτιμά τις ακρίδες και τις κατσαρίδες Αργεντινής από τα αλευροσκούληκα. Μια φορά περίπου σηκώθηκε στα δύο για να πιάσει μια ακρίδα! Τα αγαπημένα φαγητά μπορεί να τα φάει ακόμα κι αν είναι χορτάτη. Οι προτιμήσεις των διάφορων δράκων δεν είναι ωστόσο οι ίδιες. Ο δράκος στο feeders.gr τρελαίνεται για τα χωανοειδή άνθη της κάμψης (Campsis radicans), αλά η δική μου δεν τα έχει φάει σχεδόν ποτέ. Και όσον αφορά το ασβέστιο, πλέον σπάνια πασπαλίζω τα έντομα, αφού τρώει και σκέτο ασβέστιο. Της δίνω σπασμένο κόκκαλο σουπιάς ή όστρακο σαλιγκαριού, κι αρκετές φορές το τρώει. Επίσης δοκιμάζει και μερικές φορές καταπίνει χαλικάκια κατά τις περιπλανήσεις της. Την τροφή σπάνια την βάζω στο μπολ, συνήθως μόνο όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω. Συνήθως τα έντομα τα αφήνω μπροστά της ή αν είναι κινητικά ελεύθερα, και τα φυτά σε μια γωνία, ενώ συχνά την ταΐζω εκτός τερραρίου.

Το είδος έχει εκπληκτική ικανότητα διαχωρισμού των ζωικών από τις φυτικές τροφές. Ποτέ δεν τρώει ακίνητα έντομα, ούτε επιτίθεται σε κινούμενα φυτά σαν να ήταν έντομα. Μερικοί δράκοι τους οποίους οι κατοχοί τους μαθαίνουν από μικρούς να τρώνε χόρτα κινώντας τα σαν έντομα μπορεί να μπερδεύονται, αλλά γενικά τα ξεχωρίζουν. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω την Αναμπέλα με κινούμενα χόρτα. Μπορει να πάρει ένα κομμάτι αν αρχίζουν τα χόρτα να φεύγουν από μπροστά της, αλλά δε θα το κυνηγήσει σαν έντομο. Ομοίως δεν έφαγε ακίνητο έντομο ποτέ, αν και σ’αυτήν την περίπτωση είναι ευκολότερο να την κοροϊδέψω κουνώντας ένα νεκρό έντομο. Αυτό πιάνει ακόμα και για ζωικές τροφές με διαφορετικό σχήμα, όπως με σαλιγκάρια που είναι μέσα στο κέλυφός τους, οπότε θα πρέπει να έχει κάποιον τρόπο που τα ξεχωρίζει. Πιστεύω πως είναι περισσότερο θέμα σχήματος παρά μυρωδιάς. Έντομα που έχει κόψει κι αφήσει δε θα τα φάει, εκτός κι αν κινούνται. Τυχαίνει μερικές φορές να της πέσει ένα κομματάκι από κάποιο μακρύ superworm καθώς το μασάει, αλλά δε θα το αγγίξει. Αν όμως εγώ το κινήσω έστω και απειροελάχιστα, θα το φάει αμέσως. Όπως και σχεδόν όλες οι εντομοφάγες σαύρες, επιτίθεται μόνο σε κινούμενους στόχους. Τώρα που λέω για εξαπάτηση, είναι πολύ δύσκολο να κοροϊδέψω τη Μπέλα γενικώς. Πλέον ξέρει ότι μέσα στα διαφανή κουτάκια υπάρχουν έντομα, και τρέχει προς το μέρος τους να φάει. Αν για παράδειγμα την ταΐζω έντομα κάτω, κι έχω ένα κουτί πιο πέρα, μόλις το αντιληφθεί θα τρέξει εκεί που έχει τα περισσότερα, κι αν γίνει αυτό, είναι δύσκολο να το κρύψω, αφού και πίσω μου αν το βάλω θα το ακολουθήσει αμέσως. Μόλις όμως συναντά ένα τέτοιο μαγικό κουτί τρελαίνεται. Απ’ό,τι φαίνεται, δεν έχει πλήρη αντίληψη των διαφανών φραγμών και προσπαθεί επανειλημμένα να πιάσει έντομα έξω από το πλαστικό. Την έχω μάθει ν’ανεβάζει το κεφάλι της για να τρώει από πάνω, αλλά όταν πεινάει θα το ξεχάσει. Όταν τρώει από ένα κουτί, βρίσκεται σε απόλυτη χαρά. Τρώει τα πάντα και όσο πιο πολλά μπορεί. Τα ρεκόρ κατανάλωσης εντόμων που ανέφερα παραπάνω τότε γίνονταν. Μερικές φορές μπορεί να πάρει μαζί με το έντομο και υλικό που δεν τρώγεται, το οποίο φτύνει αμέσως. Πιθανότατα έχει τέτοια αντίδραση στο φαγητό, επειδή στην έρημο δεν έχει πάντοτε τροφή, αφού τη μία μέρα μπορεί να έχει παντού έντομα επειδή έβρεξε, ενώ την επόμενη να μην έχει απολύτως τίποτα, και η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί για έναν μήνα για παράδειγμα.

Επειδή η κοιλιά τους είναι πλατιά και οι κοιλιακοί τους λεπτοί, μπορείτ εεύκολα να εκτιμήσετε την κατάστασή τους, ώστε να καταλάβετε αν έχουν φάει καλά ή η τροφή έχει ήδη μεταβεί στο έντερο. Εγώ ψηλαφίζω κάποια σκληρά μέρη στην δεξιά πλευρά της κοιλιάς προς τα μπροστά, όπου βρίσκεται το στομάχι, τα οποία είναι οι τροφές. Όταν αυτά είναι πολλά, σημαίνει ότι ο δράκος έχει φάει καλά. Αν υπάρχει μια μπάλα προς τη μέση της κοιλιάς, σημαίνει ότι η τροφή έχει ήδη εισέλθει στο έντερο. Όταν είναι πιο πίσω έχει ήδη γίνει κόπρανα και βαίνει προς αποβολή, αλλά εκεί είναι δύσκολο να ψηλαφιστεί. Απλώς μπορώ να καταλάβω ότι έχεσε, αν προηγουμένως ήταν λίγο πρησμένη, και μετά ξεφούσκωσε, κι αυτό μόνο για μεγάλα περιττώματα. Όταν τρώει έχω προσέξει ότι λιάζεται περισσότερο για να χωνέψει, αλλά αυτό φαίνεται περισσότερο σε ψυχρότερες μέρες, αφού γενικά λιάζεται πολύ. Συνήθως παίρνει πάνω από 24 ώρες για να φύγει η τροφή από το στομάχι. Η γωνία της αφόδευσης βρίσκεται μπροστά και δεξιά. Όταν τα έχει κάνει, φεύγει συνήθως στην αντίθετη πλευρά, και συνήθως κατάλαβα ότι αφόδευσε, επειδή έχει ανακατέψει όλα τα χαρτιά από εκεί, ενώ άλλες φορές ανεβαίνει και λιάζεται. Έπειτα αλλάζω το χαρτί, και όσες στρώσεις από κάτω έχουν λίγη υγρασία, συνήθως 3-4, και το αντικαθιστώ. Μπορεί επίσης ν’αφοδεύσει έξω, όπου έχει επιλέξει ως επί το πλείστον τρεις περιοχές, τη μια δίπλα στο σιφώνι, την άλλη κοντά στην πόρτα και την άλλη κοντά στον καυστήρα του αερίου, κάτω από τον οποίο κρύβεται ή σκαρφαλώνει στους σωλήνες του. Συνήθως την προλαβαίνω και βάζω χαρτιά στο σημείο που θα τα κάνει, κι έτσι αλλάζω χαρτιά στο τερράριο σπανιότερα. Όταν πρόκειται ν’αφοδεύσει, μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, να τρέχει από τη μία μεριά στην άλλη, να μη θέλει να τη σηκώνω, και να φουσκώνει την κοιλιά της επειδή σφίγγεται. Μετά πηγαίνει σ’ένα σημείο, ανοίγει τα πίσω της πόδια, σηκώνει την ουρά, ανοίγει την αμάρα κι αποβάλλει το περίττωμα. Μετά απ’αυτό διπλώνει προσεκτικά την ουρά στο πλάι και πηγαίνει πιο πέρα. Δεν έχει πατήσει ποτέ τα περιττώματά της. Συνήθως κάνει μόνο μία κουτσουλιά, αλλά έχει τύχει να κάνει δύο, και δύο φορές τρεις.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, δεν έχω να πω πολλά καλά λόγια. Είναι τεμπέλα σε σχέση με άλλους δράκους, και ώρες ώρες πιστεύω πως έχει κάποιο πρόβλημα στο μικρό της κεφαλάκι. Ο δράκος στο Feeders για παράδειγμα τρέχει μπροστά όταν τον πλησιάζει κάποιος, μήπως και φάει, αλλά η δική μου αρκείται στο να κοιτάξει προς την κατεύθυνση κάποιου. Είναι όμως πολύ παρατηρητική, προσέχοντας και την παραμικρή κίνηση και αλλαγή γύρω της. Όταν την βγάζω έξω, μπορεί να περπατήσει λίγο και μετά κάθεται κάπου να ξεκουραστεί. Μπορέι να χωθεί κάτω από κάτι ή να μπει σε μία γωνία, απ’όπου θα βγει σε αόριστο χρόνο. Μπορεί δηλαδή να βγει μετά από λίγα δευτερόλεπτα ή μετά από κανένα μισάωρο. Μέσα στο τερράριό της δεν είναι πολύ δραστήρια, αλά όταν είναι ανεβοκατεβαίνει στα κλαδιά, πηδάει πάνω στη φωλιά της ή σε κάποιο κλαδί, χώνεται πίσω από το μπολ, μπαινοβγαίνει στη φωλιά, και σπάνια μπορεί να προσπαθήσει να βγει από το τζάμι της αριστερής πλευράς, ίσως επειδή εκεί χτυπούν τα φώτα και παραξενεύεται από τις αντανακλάσεις. Όταν είναι έξω, συνήθως κάνει βόλτες ως μακριά, και μετά επιστρέφει. Μπορεί επίσης να σκαρφαλώσει σε χαμηλά αντικείμενα, όπως ξύλα και σκούπες, ή να χωθεί πίσω από κάτι. Άλλες φορές προσπαθει ν’ανέβει στους τοίχους, όπου σταματά αφού δε μπορεί να ανεβεί ψλότερα, και κάθεται μισοανεβασμένη. Η αναρριχητηκή ικανότητά της είναι μεγάλη, και μπορεί να γαντζωθεί ακόμα κι από κατακόρυφες επιφάνειες αν έχουν το σωστό ανάγλυφο, αν και δεν το προτιμά επειδή δε νιώθει ασφαλής έτσι. Συνήθως ωστόσο την βγάζω για να λιαστεί, οπότε μένει ακίνητη κάπου, απορροφώντας τις ωφέλιμες ακτίνες του ήλιου. Έχει μερικά σημεία στα οποία προτιμά να λιάζεται, με το καλύτερο αυτό δίπλα στη μπαλκονόπορτα, όπου νιώθει ασφαλής, επειδή τα ιπτάμενα αντικείμενα δεν την ενοχλούν. Υπάρχουν κι άλλες προτιμώμενες περιοχές που συγκεντρώνουν αρκετή θερμότητα. Ακόμα κι όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, πηγαίνει εκεί περιμένοντας τον ήλιο. Άλλες φορές, όταν συννεφιάζει ο καιρός, αλλά ακόμα οι επιφάνειες είναι θερμές, κάθεται εκεί και ζεσταίνεται. Ωστόσο αν αρχίσει να κάνει κρύο, να φυσάει ή να ψυχαλίζει ανησυχεί, πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο και τελικά επιστρέφει μέσα. Όταν λιάζεται, ξαπλώνει κάτω με πεπλατυσμένο σώμα, σαν τηγανάκι, κι αφού έχει ζεσταθεί αρκετά, μαζεύεται λίγο ή πηγαίνει απευθείας στη σκιά, η οποία βρίσκεται δίπλα της. Συχνά στήνω σανίδια διαγώνια, στα οποία την ανεβάζω για να λιαστεί, αν το δάπεδο δεν έχει ακόμα ζεσταθεί αρκετά από τον ήλιο. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, αν δηλαδή βρίσκεται σε ψυχρή επιφάνεια, ανασηκώνεται και πλαταίνει το σώμα της, ώστε να τραβήξει ηλιακή ακτινοβολία χωρίς να ψύχεται από κάτω. Αγαπημένο μέρος της είναι επίσης η περιοχή κάτω από τον καυστήρα, όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται.

Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στις διαβεβαιώσεις όλων ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι αρκετά έξυπνοι. Άλλωστε στα περισσότερα βίντεο κάθονταν σε μια θέση κι έτρωγαν αυτά που είχαν μπροστά τους. Κυνηγούσαν άπιαστες δέσμες λέιζερ, χτυπούσαν τα τζάμια, και το χαρακτηριστικό για το οποίο οι άνθρωποι τους αγαπούν, ότι δηλαδή είναι τόσο ήρεμοι, δεν είναι στην πραγματικότητα δείγμα εξυπνάδας αλλά μάλλον το αντίθετο. Τι να το κάνει το μυαλό ένα ζώο που στήνεται σ’ένα βράχο στον ήλιο και περιμένει να χάψει έντομα; Παρόλα αυτά γρήγορα διαψεύστηκα, όταν είχα το δράκο μου για κάποιο χρονικό διάστημα, οπότε κατάλαβα ότι ήταν πολύ εξυπνότερος απ’ό,τι νόμιζα. Εκτός από τις ικανότητες που έχει στη διάκριση μεταξύ τροφών που ανέφερα παραπάνω, έχει και πολές άλλες ικανότητες. Έχει πολύ καλή αντίληψη του χώρου του, και γνωρίζει πού βρίσκεται το τερράριό του. Ακόμα κι αν φύγει 20 μέτρα μακριά, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως αφού έχει ζεσταθεί καλά έξω ή η θερμοκρασία πέσει, επιστρέφει αμέσως πίσω. Μπορεί ενώ κάθομαι ήσυχος στο δωμάτιο ν’ακούσω κάτι μικρά βήματα, και μόλις κοιτάξω να αντικρίσω τη μικρή Αναμπέλα που επιστρέφει. Θα μπορούσα να της βάλω μια ράμπα για να ανεβαίνει στο τερράριο μόνη της. Ακόμα κι αν κλείσω την πόρτα προς το δωμάτιο περιμένει έξω, συνήθως από τη μεριά που ανοίγει, κι αν μπορεί να την σπρώξει μπαίνει μέσα. Και από το τερράριο θέλησε κάποιες φορές να βγει έξω, ιδίως όταν επιζητούσε την ηλιακή θερμότητα. Μια φορά τον Αύγουστο, όταν κάηκε η λάμπα της, αν και είχε πολλή ζέστη και δε λιαζόταν στη λάμπα, η θερμοκρασία είχε πέσει στους 32 βαθμούς χωρίς αυτήν. Την πρώτη μέρα την βρήκα χωμένη στην τρύπα της, κάτω από τα χαρτιά, ενώ τη δεύτερη είχε βγει με το κεφάλι πάνω στη συρόμενη πόρτα, κοιτώντας προς την εξώπορτα. Επίσης γνωρίζει σε ποια σημεία είναι ασφαλές να πάει και σε ποια όχι. Αποφεύγει πάντοτε το απύθμενο σιφώνι στο μπαλκόνι, και δε σκαρφαλώνει σε επισφαλή ξύλα. Παρόλα αυτά μπορεί να πέσει από κάποιο τραπέζι, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο το κάνει εσκεμμένα λόγω χαμηλού ύψους ή έχει πρόβλημα με τον υπολογισμό των αποστάσεων. Μια άλλη φορά της είχα κάνει την εξής πλάκα: Βρισκόταν στον τοίχο πίσω από την πόρτα, και βλέποντας το μικρό άνοιγμα στους μεντεσέδες της πόρτας, ίσως νόμιζε πως μπορούσε να διαβεί από εκεί, κι έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησε να σκαρφαλώσει. Μετά εγώ απότομα έσπρωξα την πόρτα, κι αφού κοίταξε απορημένα ψηλά, έστριψε αμέσως κι έτρεξε πίσω. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω αυτό, αλλά δεν το ξαναδοκίμασε. Φέτος θα πρέπει να της μάθω το όνομά της. Θα έλεγα πως είναι λίγο λιγότερο έξυπνη από την κουνέλα μου. Για παράδειγμα αυτήν μπορώ εύκολα να την κοροϊδέψω με τροφή, ενώ την κουνέλα όχι πια. Αν για παράδειγμα θέλω να βάλω το κουνέλι πίσω στο κλουβί κι αυτο΄το αντιληφθεί αλλά δε θέλει να μπει μέσα, και προσπαθήσω να το δελεάσω με τροφή, θα πλησιάσει προσεκτικά, θα την πάρει και θα πάει να την φάει αλλού. Το δράκο μπορώ να του ρίχνω τροφή μπροστά του σε διάφορα σημεία, ώστε να συμπληρώσει έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του, αν και για να είμαι ηλικρινής δεν έχω προσπαθήσει να δελεάσω το δράκο με τροφή τόσες φορές όσο το κουνέλι για να είμαι σίγουρος ότι δε θα το καταλάβει. Σε σχέση με λιγότερο έξυπνα ζώα όπως το λοφιοφόρο γκέκο, είναι πιο ευπροσάρμοστη. Αν για παράδειγμα το γκέκο συνδυάσει ένα γεγονός με κάτι κακό, θα δυσκολευτεί να το ξεμάθει, κι αυτό μπορεί να πάρει κι έναν μήνα, ενώ ο δράκος εξετάζει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αν για παράδειγμα την πιάσω κατά λάθος κάπως άσχημα κι ενοχληθεί, δε σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα την πιάσω έτσι θα δυσαρεστηθεί. Μπορεί αρχικά να δυσανασχετήσει λίγο, αλλά μετά θα καταλάβει πως δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το γκέκο μπορεί να είναι επιφυλακτικό για μία μέρα από κάτι τέτοιο. Ένα ζώο που ζει σε ένα σκληρό περιβάλλον με ασταθή προσφορά τροφής και πολλούς κινδύνους παντού, θα πρέπει να έχει μυαλο για να επιβιώσει. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι υπάρχουν και εξυπνότεροι δράκοι από την δική μου.

Ξεχωρίζει επίσης τα άτομα, και με εμένα είναι πιο άνετη. Μπορώ να την σηκώσω, να την πειράξω και να την μετακινήσω χωρίς πρόβλημα. Όταν όμως έρχεται άλλος να την πιάσει, συνήθως δεν θέλει. Αν για παράδειγμα την κρατώ εγώ και θέλει ο πατέρας μου να την χαϊδέψει, μπορεί να πάει προς τα πίσω. Επίσης όταν έρχεται ο μικρός μου αδελφός πάει προς τα πίσω, αν κι αυτός γενικώς έχει απειλητική παρουσία, γι’αυτό έχει πρόβλημα. Σαν ντίνγκο μοιάζει. Με άλλους δεν ενοχλείται πολύ. Παρόλα αυτά δεν είναι πάντα καλή μαζί μου. Αν κάνει κρύο ή την πιάσω με κρύα χέρια ενώ λιάζεται, πιάνεται σφιχτά από το στήριγμά της, και αρνείται να μετακινηθεί. Άλλες φορές μπορεί να μη νιώθει τόσο ασφαλής, και να τινάζει το πίσω μέρος της αν την σηκώσω. Συνήθωςαν την κρατήσω καλά, στηρίζοντας όλο το σώμα και το μεγαλύτερο μέρος της ουράς, ηρεμεί. Ηρεμεί ακόμα κι όταν καταλάβει πως την μετακινώ προς κάποιο σημείο λιασήματος. Μπορεί επίσης να πάει λίγο προς τα πίσω αν της πιάσω απροειδοποίητα το κεφάλι ή το τρίτο μάτι, αλλά συνήθως δεν έχει πρόβλημα. Μόνο μια φορά μου είχε φουσκώσει τα γένια, όταν την τράβηξα έξω ενώ χωνόταν πίσω από κάποια πράγματα τις πρώτες μέρες που την είχα. Τότε σηκώθηκε ψηλά, φούσκωσε το σώμα της και φούσκωσε και μαύρισε τα γένια της. Μόλις την μετακίνησα αλλού, ξεφούσκωσε. Είναι τόσο ήσυχη που τρώει συχνά από το χέρι μου, ακόμα κι όταν την κρατάω, εντούτοις συνήθως δεν το κάνει αυτό αν βρίσκεται σε εντελώς ανοίκειο μέρος ή υπάρχουν αρκετά άτομα μπροστά της. Μια φορά την είχα μεταφέρει έξω από το σπίτι σε μικρή απόσταση, τυλιγμένη μέσα σε χαρτιά πηγαίνοντας, αλά την έβαλα πάνω στον ώμο μου γυρίζοντας, πράγμα που την φόβησε, αφού έχωσε το κεφάλι της πίσω από τον αυχένα μου για να μην βλέπει. Από τότε δε θέλω να την ξανακουβαλήσω έτσι. Δε με έχει δαγκώσει ποτέ, εκτός από μια φορά που προσπάθησα να τις βάλω φαΐ στο στόμα χωρίς να θέλει. Τότε γύρισε λίγο στο πλάι και με δάγκωσε, και μολονότι ήταν ασήμαντο, πόνεσα αρκετά. Σκεφτείτε πόσο πονάει ένα κανονικό δάγκωμα! Δε με μπερδεύει με φαγητό, αν και μερικές φορές έχει τύχει, ιδίως αν ο χώρος ήταν ημισκοτεινός ή τις έδινα πολλά μικρά έντομα το ένα πίσω απ’το άλλο. Αντίθετα, ο δράκος του Feeders, τον οποίο δε χειρίζονται πλέον τόσο όσο άλλοτε, κι ανοίγουν το τερράριο κυρίως για να τον ταΐσουν, είναι μαθημένος σ’αυτό και μπορεί να δαγκώσει κανένα δάχτυλο αν του παρουσιαστεί απροειδοποίητα. Όταν κοιμάται δεν την πειράζω, αλλά έχει τύχει να την ξυπνήσω ή να ξυπνήσει μόνη της με το φως. Προσπαθώ να μην ανάβω φως στο μέρος όπου βρίσκεται, αλλά μερικές φορές είναι αναπόφευκτο. Όταν ξυπνάει μπορεί και να φάει λίγα έντομα αν της δώσω, μετά όμως από λίγο πηγαίνει σε μια σκοτεινή γωνία και ξανακοιμάται. Όταν κοιμάται δεν αντιδρά πολύ, κι έτσι μπορώ να την μετακινήσω αρκετά εύκολα.

Υπάρχουν ωστόσο και οι περιπτώσεις που φοβάται πραγματικά. Μεγάλος της φόβος είναι οι μακρινές εωρούμενες σκιές, οι οποίες στη φύση συνήθως σημαίνουν αρπακτικά πουλιά που θα την σηκώσουν από το ζεστό βραχάκι της και θα την φάνε. Πολλοί δράκοι τρομάζουν από τέτοιες σκιές, και μεγάλο πρόβλημα έχουν αυτοί που σπάνια εκτίθενται στον εξωτερικό κόσμο, αν και όλοι σταδιακά συνηθίζουν. Η δική μου αρχικά φοβόταν πολύ τα πουλια που πετούσαν ψηλά και τα αεροπλάνα. Μόλις πλησίαζε ένα, έτρεχε αμέσως σε κάποια σκοτεινή γωνιά, κάτω μου ή πίσω από κάτι, και δεν έβγαινε από εκεί. Σιγά-σιγά ωστόσο άρχισε να εξοικειώνεται, και μολονότι ο φόβος δεν της έφυγε ποτέ, πλέον τα ανέχεται. Εξακολουθεί να τρομάζει αν βρίσκεται σε ανοιχτό ή ξένο χώρο, αλλά όταν βρίσκεται κοντά στην ασφάλεια, απλώς παρατηρεί την απειλή, αν και πάλι μπορέι να τύχει να τρομάξει.

Όπως λέω κι εγώ, αυτή η σαύρα μια μέρα θα μας σώσει, γιατί σίγουρα θα τρομάξει αν το αεροπλάνο που παρατηρεί αρχίζει να χαμηλώνει επικίνδυνα. Το πιο αστείο είχε γίνει ωστόσο τον πρώτο καιρό που την είχα, όταν προσπάθησε να πουλήσει τσαμπουκά σε αεροπλάνα δύο φορές. Και τις δύο αρχικά τρόμαξε, αλλά μετά στάθηκε στραμμένη προς την πλευρά του αεροπλάνου, σηκώθηκε, πλάτυνε πολύ και φούσκωσε το σώμα της και τα γένια της και πιθανόν ήλπιζε ότι το αεροπλάνο θα τρομάξει και θα εξαφανιστεί! Δεν ξέρει ότι η πραγματικότητα είναι αδιάφορη προς τις επυθιμίες του καθενός – αυτό θα πείτε ούτε όλοι οι άνθρωποι το έχουν εμπεδώσει. Δυστυχώς δεν ξανάγινε άλλη φορά αυτό, ώστε να το βιντεοσκοπήσω. Επίσης δε νιώθει άνετα κοντά στα κουνέλια, τα οποία αποφεύγει – μέσα στα κλουβιά τους βρίσκονταν. Τα μικρότερα εντούτοις ζώα τα θεωρει τροφή. Σύντομα αφότου τον πήρα, τον Απρίλιο, έβαλα δοκιμαστικά τον μικρό μου ακομα κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) μέσα σ’ένα πλαστικό κουτί, και αφού τον παρατήρησε για λίγο, προσπάθησε να τον φάει! Φοβάται επιπλέον το νερό, και δύο φορές που την έβαλα σε ρηχό νερό για μπανάκι για τη δυσκοιλιότητα, πετάχτηκε έξω. Αν και γενικώς δεν τη φοβίζουν πολλά πράγματα μέσα στο τερράριό της, όταν γίνονται μεγάλες εργασίες και μετακινήσεις μεγάλων αντικειμένων κοντά σε αυτό, μπορεί να γυρίσει το κεφάλι αλλού μετά από λίγο ή να κρυφτεί.

Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω. Από τη μία σκέφτομαι να την αναπαραγάγω, αλλά από την άλλη ανησυχώ για το πού θα δώσω όλα τα μικρά. Σίγουρα θα πάρουν κάποια μέλη του φόρουμ, ένας ή δύο απ’έξω και το Feeders, αλλά τι θα γίνει αν μου μείνουν; Πολλοί στο φόρουμ έχουν αυτό το είδος, αλλά ελάχιστοι τόλμησαν να το αναπαραγάγουν, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Κι επίσης θα δυσκολευτώ να βρω αρσενικό. Αν δε φέρει το Feeders κανένα κατάλληλης ηλικίας στην κατάλληλη εποχή, δύσκολα θα βρω. Ίσως τελικά να μην την αναπαραγάγω, αν και θα ήθελα όλα τα ζώα που έχω στη συλλογή μου να αναπαραχθούν κάποια στιγμή.

Προσπαθώ να εναρμονίζω τη φροντίδα των ζώων μου σύμφωνα με τα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας. Περνώ αρκετό χρόνο ψάχνοντας για επιστημονικές μελέτες για τα είδη του ενδιαφέροντος και διαβάζοντας άρθρα και βιβλία γι’αυτά. Έχω ψάξει αρκετά για τους γενειοφόρους δράκους, για τους οποίους έχω συλλέξει λίστα πηγών. Μόλις συνάντησα τη μελέτη για τη διατροφή του είδους στη φύση, ενδιαφέρθηκα για περαιτέρω πληροφορίες και απέστειλα ιμέιλ στον Dennis G. Oonincx, ο οποίος επίσης έκανε τις δύο μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό της d3 στους γενειοφόρους δράκους που παραθέτω, ζητώντας τα πλήρη κείμενα, τα οποία μου επισύναψε στην απάντησή του. Ο εν λόγω ερευνητής εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν στην Ολλανδία, όπου διεξάγει έρευνες κυρίως πάνω στη θρεπτική αξία των εντόμων, ενώ επίσης είναι εκτροφέας ερπετών. Εγγράφηκα επίσης στο φόρουμ του beardeddragon.org, το οποίο μπορώ να πω ότι με βοήθησε πολύ.

Πηγές και σύνδεσμοι

οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο feeders.gr
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο anapsid.org
φροντίδα του γενειοφόρου δράκου στο Reptile Cage Plans
η σελίδα του Tosney για τους γενειοφόρους δράκους
beardeddragon.org
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για τους γενειοφόρους δράκους στο Διαδίκτυο. Έχει επίσης μεγάλο και ενεργό φόρουμ.
οι γενειοφόροι δράκοι από μια αυστραλιανή οπτική γωνία
η αναπαραγωγική βιολογία των γενειοφόρων δράκων

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες και κτηνιατρικά άρθρα
σημειώσεις για την εξάπλωση και τις συνήθειες του γενειοφόρου δράκου Pogona henrylawsoni
νυχτερινή θέρμανση και δραστηριότητα σε αρκετά είδη αγαμιδών
ο δράκος P. vitticeps έχει φυλετικά μικροχρωμοσώματα zz/zw
η αναστροφή του φύλου προκαλεί τη γρήγορη μετάβαση από γενετικό σε θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου στην P. vitticeps
η διατροφή των ελεύθερων γενειοφόρων P. vitticeps της Κεντρικής Αυστραλίας
τα αποτελέσματα της συμπλήρωσης με βιταμίνη d3 και της έκθεσης σε ακτινοβολία uvb στην ανάπτυξη και στη συγκέντρωση των μεταβολιτών της d3 στο πλάσμα νεαρών γενειοφόρων δράκων
οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της d3 στο αίμα παραμένουν σταθερές μετά την παύση έκθεσης σε uvb σε ενήλικους θηλυκούς γενειοφόρους δράκους
θερμορρύθμιση και ομαδοποίηση σε νεογέννητους γενειοφόρους δράκους
κοινωνική μάθηση μέσο μίμησης σε ένα ερπετό P. vitticeps
ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού κατά τη θερμορρύθμιση στην P. barbata
τα αποτελέσματα της θερμικής ποιότητας στη θερμορρυθμιστική συμπεριφορά της P. vitticeps
η υποξία προοδευτικά μειώνει το κατώφλι του ανοίγματος του στόματος στην P. vitticeps
θερμορρυθμιστικές συνέπειες της υπεραλάτωσης στην P. vitticeps
διάγνωση και θεραπεία περιοφθαλμικού μυξοσαρκώματος σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
γαστρικό νευροενδοκρινές καρκίνωμα εκφράζον σωματοστατίνη σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
μυελογενής λευχαιμία σε έναν γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
χημειοθεραπεία για λευχαιμία σε γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
προωρηξιακή στάση και δυστοκία σε ωοτόκες σαύρες
γενειοφόρος δράκος με περιοδοντική νόσο
υπερηχογραφική ανατομία στους γενειοφόρους δράκους P. vitticeps
υπολογισμός του χρόνου γαστρεντερικής μετάβασης στην P. vitticeps
τοξίκωση από πυγολαμπίδες σε σαύρες
κυκλική χρωματική μεταβολή στο γενειοφόρο δράκο P. vitticeps υπό διαφορετικές φωτοπεριόδους
η πρώιμη εξέλιξη του συστήματος του δηλητηρίου στα φίδια και τις σαύρες

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 7/4/2016: Ξύπνησα τη Μπέλα στις 16 Φεβρουαρίου, όταν ο καιρός άρχισε να φτιάχνει προσωρινά. Εντωμεταξύ ο δράκος στο feeders.gr είχε ξυπνήσει από πιο νωρίς, αν και δεν πέρασε από πλήρη χειμέρια νάρκη, γιατί ο χώρος του θερμαινόταν. Οι θερμοκρασίες κατά τη νάρκη της Αναμπέλας κυμαίνονταν μεταξύ 9 και 17 βαθμών Κελσίου, με τις συνηθέστερες μεταξύ 12-15 βαθμών. Την ξύπνησα ανάβοντας τις λάμπες, αλλ’επειδή δεν επαρκούσαν για τη θέρμανση του τερραρίου, έβαλα συμπληρωματικά και μια θερμαντική πλάκα 28χ14 εκ πάνω στη φωλιά της, την οποία έχω εκεί ακόμα. Ρύθμισα το χρονοδιακόπτη στις 11,5 ώρες, αν και μετά από λίγες εβδομάδες ανέβασα τη φωτοπερίοδο στις 12. Αν κι αρχικά έλεγα να περιμένω να βγει μόνη της, τελικά την έβγαλα εγώ έξω στον ήλιο, όπως την έβγαζα περιστασιακά κατά τη νάρκη για να τις δώσω λίγο νερό, όπου ζεστάθηκε και μισοξύπνησε. Την ίδια μέρα έφαγε μια μικρή κατσαρίδα Αργεντινής, και δυο μέρες μετά ένα κομματάκι φύλλου μολόχας. Έφαγε μεγάλη ποσότητα πρώτη φορά για φέτος στις 22 Φεβρουαρίου, οπότε κατανάλωσε 38 περίπου προνύμφες στρατιωτόμυγας (Phoenix worms). Αφόδευσε για πρώτη φορά φέτος στις 27 Φεβρουαρίου. Στις επόμενες μέρες, ο μεταβολισμός της έπεσε, γιατί οι εξωτερικές θερμοκρασίες έπεσαν απότομα, και το ίδιο συνέβη και στα ψυχρότερα σημεία του τερραρίου. Τότε παρέμενε για σχεδόν όλη τη μέρα πάνω στη θερμαντική πλάκα, η οποία έφτανε τους 30 βαθμούς, ή κάτω από τη λάμπα, η οποία ζέσταινε το ξύλο από κάτω της στους 34 βαθμούς. Μέχρι περίπου τα μέσα του Μαρτίου, δεν είχε ξυπνήσει εντελώς, αφού περνούσε αρκετό μέρος της ημέρας μέσα στην τρύπα της. Σιγά-σιγά άρχισε να κοιμάται συχνότερα και εκτός αυτής, κι ακόμα κι όταν κοιμόταν μέσα το βράδυ, δεν ξεχνιόταν εκεί την άλλη μέρα, όπως έκανε πριν, κι έβγαινε από το πρωί να λιαστεί. Η όρεξή της επίσης σταθεροποιήθηκε από τις 20 Μαρτίου και μετά. Τώρα τρώει περίπου 25-50 μικρά έντομα κάθε 3-4 μέρες, με λίγα συμπληρωματικά στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των κύριων ταϊσμάτων. Αφοδεύει επίσης κάθε 2-4 μέρες. Μερικές φορές τις δίνω και μερικά μεγαλύτερα έντομα και λίγα λαχανικά. Το διαιτολόγιό της αποτελείται κυρίως από αλευροσκούληκα, τα οποία εκτρέφω εγώ, όσο κι από Phoenix worms, τα οποία αγόρασα σε μεγάλη ποσότητα από εκτροφέα – ευτυχώς υπάρχει ένας σχετικά κοντά. Συμπληρωματικά δίνω και κατσαρίδες Αργεντινής, των οποίων η αποικία που φτιάχνω δεν έχει μεγαλώσει ακόμα πολύ, ακρίδες, superworms και λίγα φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι και ζοχό. Επίσης άρχισε τις τελευταίες μέρες και η αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο στη δεξιά πλευρά της ράχης προς τα πίσω.

Ο καλός καιρός αυτό το διάστημα σημαίνει ότι την βγάζω σχεδόν καθημερινά έξω απ’το τερράριο, για 20 λεπτά έως πάνω από ώρα, οπότε έχει συχνές ευκαιρίες για άσκηση και εξερεύνηση. Έχω εκπλαγεί από το επίπεδο δραστηριότητάς της, η οποία είναι πολύ περιςσότερη απ’όσο νόμιζα. Αν και πάλι όχι τόσο δραστήρια όσο αυτή στο κατάστημα, εξακολουθεί να είναι αρκετά κινητική. Και πέρσι ίσως να ήταν το ίδιο δραστήρια την ίδια εποχή, αλλά εξαιτίας του άστατου καιρού δεν την έβγαζα έξω. Τώρα μόλις την βγάζω, αφού είναι ήδη ζεσταμένη από τη λάμπα, αρχίζει τις βόλτες. Μετά, αν κρυώσει λίγο, μετακινείται σε κάπιο σημείο στο δωμάτιο ή έξω με ήλιο, όπου κάθεται για 10-20 λεπτά, ή και λιγότερο αν είναι αρκετά ζεστή, και μετά ξαναρχίζει τις βόλτες. Τρέχει από το ένα μέρος στο άλλο, σταματά σε διάφορα πράγματα και τα κοιτάζει ή πηγαίνει από πίσω τους, σκαρφαλώνει σε κλούβες, σωλήνες, σκούπες, πόδια καρεκλών κλπ, ξανακατεβαίνει, μπαίνει κάτω από πράγματα, αλλά μετά ξαναβγαίνει, πηγαίνει στον ήλιο, γυρίζει κλπ. Μεταξύ των δραστηριότήτων της παρεμβάλλονται φυσικά και περίοδοι ξεκούρασης. Άλες φορές πάλι μπορεί να καθίσει στον ήλιο για πολλά λεπτά, χωρίς να κινείται, ιδίως μετά από ένα καλό γεύμα, προφανώς για να χωνέψει. Πλέον δε φοβάται σχεδόν καθόλου τα πουλιά και τα λοιπά ιπτάμενα αντικείμενα, από τα οποία έχει τρομάξει μόνο δύο φορές έως τώρα φέτος, αν και πάλι τα κοιτάζει προσεκτικά. Όπως έχω προαναφέρει, ξέρει να γυρίζει στο τερράριο μόνη της, κι όταν έχει περάσει αρκετό χρόνο έξω, επιστρέφει γρήγορα στην βάση του τερραρίιου με το κεφάλι προς τα πάνω, όπου περιμένει να την βάλω μέσα. Αν δεν την βάλω μέσα, θα ξαναφύγει ή θα πάει δίπλα. Τώρα όμως έχει μάθει και να βγαίνει από το τερράριο. Μερικές φορές όταν ανοίγω την εξώπορτα και μένως στο δωμάτιο μπορεί να κατέβει από το σημείο λιασήματος και να έρθει μπροστά στην πόρτα, αλά συνήθως προσπαθεί να ξαναβγεί όταν την βάζω μέσα μετά από βόλτα. Συχνά προσπαθεί να σκαρφαλώσει στα διάφανα τοιχώματα, αλά δείχνει πλέον ιδιαίτερη προτίμηση για τη μπροστινή αριστερή πλευρα΄, την οποία συχνότερα ανοίγω. Εκεί σηκώνεται όρθια και ξύνει επίμονα το τζάμι, μέχρι να ανοίξω την πόρτα. Αρχικά έβγαζε δειλά μόνο το κεφαλάκι της, αλά τώρα βγαίνει μόνη της έξω, κι αν την αφήσω, πέφτει κάτω. Μετά μπορεί να βγει έξω στον ήλιο, ή αμέσως να ξαναγυρίσει πίσω προς το τερράριο. Είναι πολύ έξυπνη τελικά. Αν της βάλω μια ξύλινη ράμπα πιστεύω θα μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει, όταν φυσικά είμαι εκεί και τις έχω ανοίξει την πόρτα. Είναι επίσης δραστήρια και μέσα στο τερράριο, όπου σκαρφαλώνει στα ξύλα, μετακινεί χαρτιά. Μπαίνει στην κρυψώνα και αμέσως βγαίνει,και προσπαθεί να περάσει μέσα απ’τα τζάμια. Μετά από λίγα λεπτά δραστηριότητας, ανεβαίνει και ξαπλώνει πάνω στη θερμαντική πλάκα, και αργότερα στη λάμπα. Η θερμαντική πλάκα ζεσταίνει στους 33 βαθμούς, η λάμπα στους 38, ενώ η γενική θερμοκρασία είναι 22-23 βαθμοί, οπότε μπορεί εύκολα να θερμορρυθμίζεται. Συνήθως πρωί κι απόγευμα κάθεται κάτω από τη λάμπα, ενώ το μεσημέρι, ιδίως αν την έχω βγάλει στον ήλιο προτύτερα κι έχει ζεσταθεί πολύ, προτιμά την ηπιότερη πλάκα. Το βράδυ κοιμάται δίπλα στην τρύπα, πάνω στην πλάκα, στο σημμείο λιασήματος κάτω από τη λάμπα, στην πιο δροσερή γωνία, και σπάνια μέσα στην τρύπα της.

η Αναμπέλα ο γενειοφόρος δράκος στο χέρι μου 28/4/2016

Της κατέβασα ακόμα και το παιχνίδι Ant Crusher στο iPhone μου, ώστε να την μάθω να το παίζει όπως στο γνωστό βίντεο του Αυστραλού. Πρόσφατα επίσης έκανα μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών για αρσενικό, ώστε να την ζευγαρώσω και να κάνει κι αυτή τα δικά της αυγά!

Pogona vitticeps ψήνεται στον ήλιο και κοιτάζει με απορία την κάμερα 31/3/2016
Τα παρακάτω βίντεο είναι από το γενειοφόρο δράκο στο feeders.gr. Στο πρώτο με μπερδεύει με φαγητό και με δαγκώνει λίγο, ενώ στο δεύτερο με κλωτσά με το πίσω πόδι επειδή την ενόχλησα.


.

Ενημέρωση 29/4/2016: Τελικά δεν έγινε η αλλαγή δέρματος. Ήταν απλώς ένα μικρό κομματάκι που άλλαξε, όπως συμβαίνει σχετικά συχνά στις σαύρες αυτές. Η Μπελιτσα παραμένει χαρούμενοι, δραστήρια, και πάνω απ’όλα φαγανή. Τρώει εύκολα 50-70 αλευροσκούληκα ή προνύμφες μύγας κάθε 3 μέρες, ή μπορεί να φάει λίγες κατσαρίδες Αργεντινής. Παρακάτω η φωτογραφία με το τερράριο, όπου έχω προσθέσει ακόμα ένα ξύλο ιβίσκου.

τερράριο του γενειοφόρου δράκου 28/4/2016

Ενημέρωση 2/6/2016: Ο δράκος άρχισε να μπαίνει σε καλοκαιρινό πρόγραμμα. Λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η δραστηριότητά της έχει μειωθεί αρκετά. Λιάζεται κάτω από τη λάμπα λιγότερο, και προτιμά να κάθεται δίπλα σ’αυτήν, ενώ επίσης τις πιο ζεστές ώρες μπορεί να μπαίνει στην τρύπα της για λίγο. Οι θερμοκρασίες στον περιβάλλοντα χώρο κυμαίνονται μεταξύ 27 και 30 βαθμών, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνουν και τους 40 βαθμούς. Επειδή οι θερμοκρασίες είναι καλές, έσβησα και αφαίρεσα εντελ΄λως τη θερμαντική πλάκα. Τρώει αρκετά. Από τις 29 Μαΐου ξεκίνησε η μεγάλη αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο τη βάση της ουράς από δεξιά, το πίσω μέρος του δεξιού μπουτιού και τα χείλη. Τη με΄ρα πριν εκδυθούν τα χείλη, η Αναμπέλα έγλειφε συνεχώς τα χείλη της και δεν ήθελε να φάει. Επίσης έπινε αρκετό νερό. Χθες το δέρμα στα χείλη άλλαξε, κι έτσι ανακουφίστηκε. Τώρα που αλλάζει δέρμα, την ψεκάζω ελαφρά για να μαλακώσει.
Στις 17 Μαΐου συνέβη δυστυχώς ένα ατύχημα, που τελικά αποδείχθηκε μικρό. Πάτησα την ουρά της κατά λάθος. Αυτή βρισκόταν μπροστά στη μπαλκονόπορτα, κι εγώ βιαστικά πέρασα από δίπλα της, σίγουρος ότι θα την προσπεράσω, όμως δεν υπολόγισα σωστά το βήμα μου και την πάτησα με όλο το βάρος μου προς το τέλος της ουράς της. Ευτυχώς το κατάλαβα αμέσως και σήκωσα το πόδι μου σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η Μπέλα σοκαρισμένη σήκωσε το κε΄φαλι ψηλά για να δει τι γίνεται, αλλά δεν κατάλαβε αμέσως τι έγινε. Μετά ήταν απλώς κάπως ενοχλημένη και δεν ήθελε να καθίσει πάνω στο χέρι μου. Την επέστρεψα στο τερράριο αμέσως για να κοιμηθεί ήσυχη, επειδή σουρούπωνε. Τις δύο επόμενες μέρες είχε αρκετά πεσμένη διάθεση, γιατί έτρωγε λίγο, κινούταν πολύ λιγότερο και πιο νωχελικά από το σύνηθες, παρέμενε για ώρα στα ζεστά σημεία, και δε με εμπιστευόταν όταν την σήκωνα, προσπαθώντας να μου ξεφύγει. Την επόμενη μέρα μάλιστα, όταν την έβγαλα έξω για να ελέγξω την ουρά της ενοχλήθηκε αρκετά, και μόλις ξαναμπήκε στο τερράριο έτρεξε αμέσως στη μέση του χώρου κι άρχισε να κουνά γρήγορα και διαδοχικά το κεφάλι της, διακηρύσσοντας ίσως την περιοχή της, μέσα στην οποία δε θα πρέπει να την πειράζω. Εγώ ωστόσο έπρεπε να την ενοχλώ για το καλό της. Αυτό το έκανε δύο φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρή ζημιά η ουρά, αλλά οι μαλακοί ιστοί ίσως να τραυματίστηκαν λίγο, γιατί, αν και δε φαινόταν να πονάει κατά την κίνηση, όταν έμενε για ώρα ακίνητη ή κοιμόταν, κι εγώ της άγγιζα το χτυπημένο σημείο της ουράς, την μάζευε αμέσως, και μπορεί και να ξυπνούσε. Εάν αυτό συνεχιζόταν ή χειροτέρευε, θα την πήγαινα στην κτηνίατρο. Ευτυχώς σε τέσσερις μέρες επανήλθε στα φυσιολογοικά. Πρώτη φορά γίνεται αυτό, και ας ελπίσουμε τελευταία.

Ενημέρωση 25/6/2016: Οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στα ύψη, και η Αναμπέλα πάλι έγινε λιγότερο δραστήρια. Η γενική θερμοκρασία του χώρου της είναι 34-35 βαθμοί, δηλαδή κοντά στην προτιμώμενη θερμοκρασία, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνει και τους 47 βαθμούς. Ίσως να είναι ώρα να αλλάξω λάμπα με μια λιγότερων βατ. Η σαύρα κρύβεται σχεδόν όλη τη με΄ρα στην τρύπα της, ή κάθεται μπροστά από αυτήν, ενώ άλλες φορές μπορεί να ξαπλώνει στη δροσερή πλευρά του τερραρίου ή να κάθεται χαμηλά σε κάποιο κλαδί. Το βράδυ οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 29-33 βαθμών, και συνήθως κοιμάται είτε στο πάτωμα είται σε κάποια αστεία θέση πάνω σε κάποιο κλαδί, αφού πλέον νιώθει τόσο ασφαλής που μπορεί να κοιμάται οπουδήποτε. Την βγάζω έξω, και έπειτα από βραχεία έκθεση στον ήλιο λίγων λεπτών, επιστρέφει στη σκιά, όπου είτε ξαπλώνει για ώρα και μετά κάνει μια μικρή βόλτα, είτε κάνει βόλτα από την αρχή. Μόλις την βάζω πάλι μέσα, συχνά προσπαθεί να βγει για να κάνει ακόμα μία βόλτα. Λόγω ζέστης, το διάστημα αυτό το κατάστημα feeders.gr, απ’όπου προμηθεύομαι τα έντομα δε φέρνει τα νόστιμα και παχυντικά αλευροσκούληκα, superworms και μελοσκούληκα, και η αποικία των αλευροσκούληκών μου είναι ακόμα πολύ μικρή, οπότε αυτά τελείωσαν προσωρινά. Τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας (Phoenix worms), που μπορεί να φάει 30-60 τη φορά, λίγες κατσαρίδες Αργεντινής, και συμπληρωματικά πεταλουδίτσες και βρωμούσες (Palomena prasina) που πιάνω το βράδυ γύρω από τις λάμπες. Οι βρωμούσες, αν και βγάζουν δύσοσμη ουσία για άμυνα, δεν είναι στην πραγματικότητα τοξικές, και σαύρες που δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην οσμή των θηραμάτων όπως οι δράκοι τις τρώνε αμέσως. Άλλα είδη όμως, όπως τα γκέκο, τις αποφεύγουν, κι όσες φορές έδωσα σε γκε΄κο τις άφηναν ήσυχες. Της δίνω επίσης ψιλοκομμένο μαρουλάκι από έτοιμες σαλάτες, καθώς και φύλλα και άνθη ιβίσκου. Για ασβέστιο τρώει θραύσματα από κόκκαλο σουπιάς, όπως πάντα. Ακόμα συνεχίζει την αλλαγή δέρματος, με αλλαγή από διάφορα μέρη του σώματος και τα πόδια. Φέτος έχει παχύνει ακόμα περισσότερο από πέρσι.

Πρόσφατα επίσης έγιναν δύο αρκετά ενδιαφέρουσες μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο είδος. Στην πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο στο ερευνητικό ινστιτούτο Μαξ Πλανκ στη Φρανγκφούρτη της Γερμανίας, διαπιστώθηκε ότι οι γενειοφόροι δράκοι, όπως τα πουλιά και τα θηλαστικά, παρουσιάζουν δύο διαφορετικές φάσεις ύπνου, τον ύπνο ταχείας κίνησης των ματιών (rem) και το βαθύ ύπνο (nrem). Μέχρι τώρα, η ύπαρξη rem ύπνου στα ερπετά ήταν αμφιλεγόμενη, με άλλες μελέτες να την υποστηρίζουν κι άλλες να μην την επιβεβαιώνουν. Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η πρώτη φορά που ο ύπνος rem διαπιστώθηκε ξεκάθαρα σε καποιο ερπετό. Η εγκεφαλική δραστηριότητα εναλλάσσεται μεταξύ rem και βαθέος ύπνου σε πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ’ό,τι στον άνθρωπο ή σε μεγάλα θηλαστικά. Ο ύπνος rem ήταν από καιρό γνωστός στα πουλιά και στα θηλαστικά, και θεωρούταν ότι εξελίχθηκε κατά τη μετάβαση στην ενδοθερμία και κατά τη μεγέθυνση του εγκεφάλου για να υποστηρίξει συνθετότερες υποτίθεται λειτουργίες, αλά πλέον είναι πολύ πιθανό να υπήρχε στον κοινό πρόγονο όλων των αμνιοτών, του κλάδου που περιλαμβάνει τα ερπετά με τα πουλιά και τα θηλαστικά. Στον ύπνο rem επίσης παρατηρούνται και τα όνειρα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, οπότε είναι πολύ πιθανό και οι γενειοφόροι δράκοι να ονειρεύονται, όπως υποθέτουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς της μελέτης. Τι άραγε να ονειρεύεται η μικρή Αναμπέλα; Ίσως ότι έφαγε καλά, ότι έφαγε νόστιμα έντομα, ίσως ότι την πειράξαμε μια μέρα κλπ. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Η άλλη μελέτη, που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στην Αυστραλία, βρήκε ότι διαφορετικές περιοχές του δέρματος του γενειοφόρου δράκου αλλάζουν χρώμα για διαφορετικούς σκοπούς. Είναι γνωστό ότι η ραχιαία επιφάνεια του ζώου αλλάζει χρώμα για τη θερμορρύθμιση, με σκουρότερα χρώματα σε χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να απορροφήσει περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία, και ανοιχτότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ώστε να αντανακλά την περισσότερη ακτινοβολία. Το στήθος και ο λαιμός του δράκου ωστόσο αλλάζουν χρώμα για λόγους κοινωνίκής σήμανσης. Όταν το ζώο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, οι περιοχές αυτές είναι ανοιχτό καφέ ή λευκές, αλλά όταν το ζώο πρέπει να επιδειχθεί σε κάποιο ομοειδές του, οι περιοχές αυτές σκουραίνουν. Αυτό ήταν από καιρό γνωστό από παρατηρήσεις τέτοιων ζώων, απλώς δεν ήταν σίγουρο ότι η χρωματική αλλαγή στις δύο αυτές περιοχές δε συσχετιζόταν. Παρόμοια τοπική χρωματική αλλαγή είναι γνωστή στους χαμαιλέοντες, και πιθανόν να υπάρχει και σε άλλα ιγκουάνια. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ενημέρωση 16/9/2016: Η αλλαγή δέρματος ολοκληρώθηκε προς το τέλος του Ιουλίου, αφού πρώτα έβγαλε μεγάλα κομμάτια από την ράχη και την κοιλιά σε κοντινές μέρες. Οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά υψηλές, κι έτσι περνούσε αρκετό χρόνο μέσα στην τρύπα της και το βράδυ κοιμόταν επίσης μέσα στην τρύπα. Τώρα τον Σεπτέμβριο, που οι θερμοκρασίες έπεσαν κάπως, ξαναέγινε πιο δραστήρια. Συχνά μετακινείται από τον ήλιο στη σκιά και μέσα στο τερράριο περνά πολύ λιγότερο χρόνο μέσα στην τρύπα, και συχνά κοιμάται εκτός. Το καλοκαίρι έτρωγε πολλά αλευροσκούληκα, γιατί η αποικία είχε μεγαλώσει, αλλά τα τελευταία τα κράτησα για τα γκέκο και τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας και κατσαρίδες Αργεντινής, μαζί με σαλάτα, φύλλα μουριάς και φύλλα ιβίσκου. Δεν τρώει τόσο πολύ όσο την άνοιξη, αλά έχει πάρει αρκετό βάρος, και δείχνει πολύ γεμάτη. Παρακάτω έχω διάφορα βίντεο όπου ο δράκος τρώει:



Εδώ τρώει φύλλα ραδικιού και μία χιλιοποδαρούσα, κι αυτή εκκρίνει δύσοσμη ουσία, αλ΄λα δεν επηρεάζει τους γενειοφόρους δράκους.

Εδώ είναι αρκετά ενοχλημένη μαζί μου και μου μαυρίζει τα γένια. Έχει να το κάνει αυτό εδώ και δύο χρόνια, από την πρώτη άνοιξη δηλαδή. Όπως και τότε, πάλι ήθελε να πάει αλλού και δεν την άφηνα, κι επίσης προσπαθούσα να της βάλω τροφή μπροστά χωρίς να θέλει. Αν και τα μαύρισε, δεν έκανε επίδειξη απειλής, δηλαδή δεν τα φούσκωσε. Μετά από ένα λεπ΄το επανήλθαν στο φυσιολογικό, κι έπειτα της έδωσα αποζημίωση με τη μορφή αγαπημένης τροφής (μικρές κατσαρίδες Αργεντινής) και νερού, και όλα καλά.

Τις τελευταίες μέρες κάπου τραυμάτισε το άκρο της ουράς της, και μολονότι έψαχνα το τραύμα, δεν το έβρισκα. Η Μπέλα όμως πονούσε και τραβούσε την ουρά της από εμένα, και αυτό το έβγαλα σε βίντεο. Τελικά μετά από λίγες ώρες σχεδόν σταμάτησε να δείχνει συμπτώματα, και την άλλη μέρα πάλι ήταν καλά. Πιθανότατα την έξυσε λίγο παραπάνω σε κάποια αιχμηρή γωνία καθώς στριφογύριζε. Ο τραυματισμός δεν την επηρέαζε στη μετακίνηση, αφού έτσι κι αλλιώς οι δράκοι κινούνται με το άκρο της ουράς ανασηκωμένο, παρά είχε πρόβλημα μόνο όταν την άγγιζα εκεί.

Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς γίνεται το τάισμα των φιδιών. Τάισα μερικά από τα φ΄δια της συλλογής του feeders.gr στις 19 Δεκεμβρίου. Το feeders.gr είναι μοναδικό pet shop που φέρει ποικιλία προΪόντων για διάφορα κατοικίδια, με εξειδίκευση και στα ερπετά επίσης. Είναι από τα λίγα τέτοια καταστήματα που φροντίζουν σωστά τα ερπετά τους στην Ελλάδα, και ίσως το μόνο με τόση μεγάλη ποικιλία εξοπλισμού και τροφών γι’αυτά, καθώς και χρήσιμων οδηγών φροντίδας και άρθρων στον ιστότοπό του, πράγμα που οφείλεται βέβαια στο μεγάλο ενδιαφέρον των ιδιοκτητών του. Ήρθε λοιπόν η μέρα του ταΐσματος, το οποίο γίνεται συνήθως μια φορά την εβδομάδα, κι εγώ κατέφθασα με όλον τον εξοπλισμο΄μου, δηλαδή το κινητό με την κάμερα. Έχω ξαναταΐσει τα φ΄δια στο μαγαζί και τους επί μακρόν διαμένοντες τους γνωρίζω από καιρό. Όλα τα φίδια είναι συσφιγκτήρες, δηλαδή αρπάζουν και συσφίγγουν τη λεία τους για να τη θανατώσουν πριν την καταπιούν ολόκληρη. Υπάρχουν βόες, πύθωνες και κολουβρίδες, αν κι εγώ ταϊζω στο βίντεο μόνο κάποιους πύθωνες και κολουβρίδες. Τα φίδια τρέφονται με αποψυγμένο ποντίκι του σωστού μεγέθους για το καθένα. Η κύρια τροφή τους στην αιχμαλωσία είναι τρωκτικά όπως ποντίκια ή αρουραίοι διάφορων μεγεθών ανάλογα με την ηλικία και το μέγεθός τους, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να φάνε πουλιά, αυγά, και πολύ μεγάλα φίδια τρώνε κουνέλια, ινδικά χοιρίδια ή κότες,ν σπάνια γουρουνάκια για τους πραγματικούς γιγαντες. Αυτές είναι οι συνήθεις τροφές που τους δίνονται στην αιχμαλωσία, αλλά υπάρχουν και μη τρωκτικοφάγα είδη, τα οποία διατηρούνται πολύ σπανιότερα γι’αυτόν το λόγο και πρέπει να τρώνε έντομα, σκουλήκια, μαλάκια, ψάρια, βατράχους, σαύρες ή ακόμα και άλλα φίδια, ανάλογα με το είδος. Τα θηράματα δίνονται σχεδόν απ’όλους νεκρά, συνήθως αποψυγμένα, και για μια πιο ανθρώπινη μεταχείριση του θηράματος, αλλά και για την ασφάλεια του φιδιού, γιατί ένα τρομαγμένο ζώο μπορεί να δαγκώσει άσχημα, ακόμα και θανάσιμα, ένα φίδι που δεν πεινάει και τόσο πολύ σ’έναν κλειστό χώρο – συχνότερα οι αρουραίοι το κάνουν αυτό. Τα θηράματα προσφέρονται με λαβίδα, ώστε να μη κινδυνεύσουμε το φίδι να μας δαγκώσει αν μας μπερδέψει με τροφή. Όπως θα δείτε, τα κουνάω ελαφρά, ώστε να τραβήξω την προσοχή των κυνηγών, οι οποίοι συνήθως επιτίθενται σε ζωντανά θηράματα. Παρόλα αυτά αρκετά φίδια, κυρίως κολουβρίδες, μπορούν να φάνε θήραμα το οποίο απλώς αφήνεται μέσα στο χώρο τους. Τα φ΄δια στη συνέχεια εκτινάσσονται κι αρπάζουν το θήραμα, το οποίο ενστικτωδώς σφίγγουν με τεράστια δύναμη, αν και είναι ήδη νεκρό. Συχνά τα φίδια εξακολουθούν να σφίγγουν τα είδη νεκρά θηράματα, αν και με τον καιρό αρκετά μαθαίνουν ότι αυτό δε χρειάζεται και τα καταπίνουν αμέσως.

Το πρώτο είναι ένας αρσενικός δικτυωτός πύθωνας ή reticulated python, συντομολογικά λέγεται και retic, επιστημονική ονομασία Python reticulatus. Το μέγεθός του ξεγελά, αφού το μικρό αυτό φιδάκι πρόκειται να γίνει ένα κουνελοφάγο τέρας τον 5 μέτρων ή και περισσότερο. Οι παραλλαγές της ενδοχώρας (mainland forms), οι οποίες ζουν στην ηπειρωτική Ασία ή σε μεγάλα νησία όπως η Σουμάτρα είναι τα μακρύτερα φίδια στον κόσμο, με ρεκόρ μήκους πάνω από 9 μέτρα. Δεν είναι ωστόσο τα βαρύτερα, το ρεκόρ του οποίου κατέχει η πράσινη ανακόντα (Eunectes murinus). Οι νησιωτικές μορφές (island forms ή dwarfs) εντούτοις είναι πολύ μικρότερες, με μήκος που κυμαίνεται από 2,5 έως 4 μέτρα. Όπως και πολλά άλλα μεγάλα ζώα, έχουν πάθει νησιωτικό νανισμό ως προσαρμογή στη μικρότερη διαθεσιμότητα τροφής. Το συγκεκριμένο είναι κυρίως νάνος με κάποια επιμιξία γιγάντων, οπότε πιθανόν να φτάσει τα 4-5 μέτρα. Είναι δηλαδή ένα τεράστιο φίδι που κατά την ενηλικίωση χρειάζεται προσεκτικούς χειρισμούς κατά τη σίτιση, ώστε να μη συμβούν ατυχήματα, αλλά και αρκετά δυνατό κλουβί, ώστε να μη μπορεί να ξεφύγει. Γενικώς οι δικτυωτοί πύθωνες έχουν τη φήμη ότι είναι πιο απρόβλεπτοι και νευρικοί από άλλους μεγάλους συσφιγκτήρες, αλλά πλέον αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στην πραγματικότητα, αφού τα ζώα που προήλθαν από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία είναι πιο ήρεμα, αλά πάλι χρειάζονται προσοχή. Επειδή η ανάπτυξή τους είναι ταχύτατη – μπορεί ένα νεογέννητο να φτάσει τα 3 μέτρα σε ένα χρόνο μόνο -, έχουν τεράστια όρεξη. Μια άλλη φορά ένα θηλυκό είχε κρεμαστεί 30 εκατοστά από το κουτί του για να φάει έναν αρουραίο. Μετά έπρεπε να το σηκώσω και να το βάλω μέσα, κι έσφιξε κατά λάθος και το χέρι μου μαζί με τον αρουραίο! Αφού είχε φάει εκέινον, πάλι πεινούσε και της δώσαμε ακόμαέναν μικρότερο. Μια άλη φορά είχε τύχει να με δαγκώσει στιγμιαία, γιατί προσπάθησα να το σηκώσω. Οι δικτυωτοί είναι διαφορετικοί από άλλα φίδια απο μικροί. Αν χειριστείς έναν, συνεχώς συστρέφεται, κοιτάζει τι γίνεται και είναι έτοιμος να αντιδράσει. Φαίνεται ότι θα γίνουν κορυφαίοι θηρευτές από μικρά. Το feeders.gr πουλάει δικτυωτούς, αλλά μόνο εάν είστε απολύτως σίγουροι ότι μπορείτε να τους φροντίσετε με ασφάλεια θα πρέπει να σκεφτείτε να αποκτήσετε έναν.

Τα επόμενα φίδια είναι δύο καλαμποκόφιδα ή corn snakes, επιστημονική ονομασία Pantherophis guttatus. Είναι κολουβρίδες παρόμοια με τους δικούς μας λαφιάτες από τις ΗΠΑ. Είναι το πλέον εκτρεφόμενο φίδι στην αιχμαλωσία με ποικιλία χρωματικών παραλλαγών (μορφικών) από επιλεκτική αναπαραγωγή. Είναι από τα πιο εύκολα φίδια στη φροντίδα και αρκετά μικρά, με μήκος που σπάνια ξεπερνά το 1,5 μ. Παρά το μήκος τους είναι πολύ λεπτά, και το μεγαλύτερο θήραμα που ίσω ςνα φάνε κάποια μεγάλα άτομα είναι ένας μικρός αρουραίος, αλλά συνήθως ένα ενήλικο ποντίκι αρκεί. Τα δύο συγκεκριμένα είναι ενήλικα, και βλέπετε πόσο ανυπόμονα είναι αφού βγαίνουν από τα κουτιά τους. Ετοιμάζονται για αναπαραγωγή.

Το επόμενο είναι ένας ενήλικος βασιλικός πύθωνας ή ball python, επιστημονική ονομασία Python regius. Είναι μικρός πύθωνας της Δυτικής Αφρικής, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 90 και 150 εκατοστά, με σύνηθες τα 120-130. Πολύ σπάνια μπορούν να φτάσουν στο ρεκόρ των 180. Είναι αρκετά χοντρά φίδια για το μήκος τους, και όπως και τα καλαμποκόφιδα, εκτρέφονται ευρέως κι έχουν βγάλει αρκετά μορφικά, αν κι εξαιτίας της μεγαλύτερης δυσκολίας αναπαραγωγής τους και των λιγότερων απογόνων που κάνουν είναι ακριβότερα. Είναι ήρεμα, αλλά πολύ δειλά φίδια που θα τυλιχτούν σε σφιχτή μπάλα αν απειληθούν, εξού και η ονομασία τους ball python. Περνούν τον περισσότερο χρόνο τους κρυμμένα, και μπορεί να αρνηθούν γεύμα αν δεν νιώθουν ασφαλή, αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες δεν είναι καλές, αν βρίσκονται σε περίοδο αναπαραγωγής ή χωρίς προφανή λόγο. Συνήθως τα αρσενικά κόβουν το φαΐ κατά την περίοδο αναπαραγωγής, αλλά μπορεί και τα θηλυκά, ιδίως όσο περνούν οι μήνες. Το συγκεκριμένο θηλυκό δεν έφαγε, αλλά μετά τάισα το διπλανό, την αγαπημένη μου όπως την λέω, επειδή την θυμάμαι από παλιά που ήταν μικρή, είναι στρουμπουλή, ήσυχη και με ωράια χρώματα, η οποία έφαγε αμέσως, αλλά δεν το βιντεοσκόπησα. Στη συνέχεια τάισα ένα νεαρό αρσενικό, το οποίο έφαγε αμέσως.

Το επόμενο φίδι είναι ένα μοναδικό και σπάνιο είδος, ένας χονδροπύθωνας ή πράσινος πύθωνας των δέντρων ή green tree python, επιστημονική ονομασία Morelia viridis. Το γένος Morelia περιλαμβάνει διάφορους αυστραλιανούς πύθωνες, και το συγκεκριμένο είδος απαντά στην <Ινδονησία, στη Νέα Γουινέα και οριακά στο Ακρωτήριο Γιορκ της βορειοανατολικής Αυστραλίας. Είναι αποκλειστικα δενδρόβιο, και με τα χρώματά του παραλλάσσεται με τα φυλλώματα, οπόττε δε χρειάζεται να κρύβεται, γι’αυτο΄συχνά στα τερράρια κουλουριάζεται σε κοινή θέα. Τα μικρά έχουν χρώμα κίτρινο, αλλά μετά από λίγα χρόνια περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή και γίνονται πράσινοι, αρκετές φορές με λευκά, γαλάζια ή κίτρινα σχέδια. Ορισμένοι υπερβολικά σπάνιοι παραμένουν σχεδόν κίτρινοι, ενώ άλλοι γίνονται τυρκουάζ. Κάθε τοπική παραλλαγή (locality) έχει το δικό της χρωματισμό. Απευθύνονται σε πεπειραμένους ερπετοκατόχους, αφού απαιτούν συγκεκριμένες τιμές θερμοκρασίας και υγρασίας για να επιβιώσουν. Ξέρω έναν που τους αναπαράγει, κι αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Οι τιμές των μικρών ξεκινούν από 250 ευρώ, οπότε δεν είναι και φθηνό είδος. Ο συγκεκριμένος είναι της συλλογής και δε διατίθεται προς πώληση. Ακόμα ήταν στην προσαρμογή, και δεν ενδιαφέρθηκε καν να φάει.

Το επόμενο είναι ένα θηλυκό καλαμποκόφιδο μορφικού bloodred. Είναι δηλαδή πορτοκαλοκόκκινο χωρίς καθόλου σχέδια. Κι αυτό μέλος της μόνιμης συλλογής, το θυμάμαι από παλιά, όταν ήταν ένα μικρό κορδονάκι που μπλεκόταν στα δάχτυλά μου και φοβόμουν μην το σπάσω κατά λάθος. Τότε ήταν αρκετά δραστήριο, κι όταν κρυβόταν έμπαινε κάτω από τα χαρτιά. Τώρα έχει μεγαλώσει, και περνά το χρόνο του χωμένο στην κρυψώνα του. Από τις 30 φορές ή και παραπάνω που επισκέφθηκα το μαγαζί, μόνο μία το πέτυχα έξω, και πάλι όχι εντελώς. Τώρα, μόλις μυρίστηκε φαΐ, βγήκε σιγά-σιγά έξω και το άρπαξε. Ο Fogo το τραβάει για να δείτε πόσο δυνατά σφίγγει το θήραμά του.

Και τελευταίο ήταν ένα επίσης σπάνιο είδος, όχι τόσο σπάνιο στο εξωτερικο΄, αλλά αρκετά σπάνιο στην Ελλάδα. Είναι ένα σπιτόφιδο του ακρωτηρίου ή cape house snake, επιστημονική ονομασία Boaedon capensis. Πήρε το όνομά του επειδή συχνά συναντάται δίπλα ή και μέσα σε κτίρια, όπου κυνηγά τρωκτικά, ενώ συχνά οι ντόπιοι το βάζουν εσκεμμένα μέσα στα σπίτια τους για να φάει τα ποντίκια. Το ίδιο έκαναν και οι Αρχαίοι Έλληνες, που έβαζαν λαφιάτες στο σπίτι τους για να τρώνε τα ποντίκια. Μετά ήρθε ο ιουδαιοχριστιανισμός και τα καταδίκασε όλα αυτά ως πονηρά πλάσματα. Το είδος αυτο δε θα πρέπει να συγχέεται με το δικό μας σπιτόφιδο (Zamenis situla). Το γένος Lamprophis ταξινομούταν στο παρελθόν στην υποοικογένια των Psammophiinae μέσα στην οικογένεια των Colubridae, αλλά πλέον η υποοικογένεια αυτή έχει αναβιβαστεί σε οικογένεια. Η οικογένεια Psammophiidae έχει κυρίως αφρικανική εξάπλωση, και τα περισσότερα με΄λη της είναι λεπτά κι ευκίνητα φίδια, ενώ μερικά είναι οπισθόγλυφα ιοβόλα. Στην οικογένεια αυτήν ανήκει και ο ο οπισθογλυφος σαπίτης (Malpolon insignitus). Τα αφρικανικά σπιτόφιδα είναι λεπτόσωμοι, εδαφόβιοι συσφιγκτήρες με μήκος θηλυκών περίπου τα 120 εκατοστά, με τα αρσενικά περίπου στο μισό. Στα περισσότερα φίδια το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό, αλλά αυτή είναι μία από τις ακραίες περιπτώσεις. Είναι νευρικά κι έχουν μακρύτερα και μυτερότερα δόντια από ένα καλαμποκόφιδο, αλλά με το χειρισμό και μεγαλώνοντας σταδιακά ηρεμούν. Έχουν άμεση ανταπόκριση στην τροφή, κι όπως θα δείτε, το φιδάκι αρπάζει το θήραμα αμέσως, όμως από το ζήλο του κρέμεται ολόκληρο από τη λαβίδα κι αναγκαστικά το ρίχνω, βρέχεται και μετά αφήνει το θήραμα. Το έφαγε αργότερα.

Δείτε το βίντεο και απολαύστε strikes!

Teratoscincus roborowskii 1/10/2015

Σας καλωσορίζω το πιο πρόσφατο και πιο ιδιαίτερο μέλος της συλλογής μου, τον τερατοσκίγκο (Teratoscincus roborowskii). Όπως και με όλα τα νέα ζώα, περιμένω πρώτα κάποιο διάστημα μέχρις ότου να βεβαιωθώ ότι είναι υγιή και πράγματι θα ζήσουν, και μετά δημοσιεύω το νέο. Είναι το σπανιότερο είδος που έχω προς το παρόν, και από όλα τα ερπετά μου, όλως τυχαίως το μόνο που κατάγεται από το Βόρειο Ημισφαίριο. Ανήκει σ’ένα γένος αρκετά ιδιότυπων γκέκο που αποτελούν στόχο πολλών συλλεκτών, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους.

Αν και η λέξη τερατοσκίγκος παραπέμπει σε κάπιο μυθικό τέρας της ελληνικής ή της μεσανατολικής μυθολογίας, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι κάπως πιο ήπια. Το πρώτο συνθετικό της λέξης ίσως του δόθηκε από τα μεγάλα, γουρλωτά του μάτια, με τα οποία βλέπει καλά στο σκοτάδι, όπως και στα περισσότερα γκέκο. Στα είδη του συγκεκριμένου γένους, τα μάτια είναι αρκετά μεγάλα και έντονα, εξού και η αγγλική ονομασία «frog eyed geckos = βατραχομάτικα γκέκο». Υπάρχει και μια ακόμα ονομασία, «wonder geckos», δηλαδή γκέκο θαύματα, εξαιτίας της μοναδικότητάς τους, η οποία χρησιμοποιείται και σε άλλες ευρωπαΪκές γλώσσες, π.χ. «wundergecko» στα γερμανικά. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους πιθανότατα το πήρανα πό τις ασυνήθιστες για γκέκο επάλληλες πλατιές φολίδες, που θυμίζουν περισσότερο λέπια ψαριού ή σκίγκου (ομάδα κυρίως ημιυπογειόβιων σαυρών με πλατιά λέπια, οστέινες πλάκες και ατροφικά ή καθόλου πόδια, όπου ανήκει και το λιακόνι (Chalcides ocellatus). Είναι γκέκο που ήρθαν σχετικά πρόσφατα στην αιχμαλωσία και στο χόμπι των ερπετών, και μολονότι δεν είναι δυσκολότερα από άλλα είδη παρόμοιας οικολογίας, ακόμα δεν προχώρησαν τόσο πολύ όπως άλλα είδη. Φυσικά το γένος έχει και τους φανατικούς του συλλέκτες, οι οποίοι προσπαθούν να συλέξουν και να εκθρέψουν όλα τα είδη, αλλά γενικώς δεν διαδόθηκε πλατιά στο εμπόριο. Πολλά είδη παραμένουν δυσεύρετα, και μερικα δεν αναπαράγονται στην αιχμαλωσία πολύ συχνά, αν και δεν είναι δύσκολα. Το δικό μου είδος είναι από τα πιο πρόσφατα του γένους με σχετικα λίγες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, οπότε στην Ελλάδα είμαι από τους ελάχιστους που το έχουν. Πιστεύω ότι η σπανιότητα είναι κυρίως θέμα προβληματικού μάρκετινγκ, καθώς κι ανταγωνισμού από τις χαμηλότερες τιμές πιασμένων ατόμων. Επειδή οι εκτροφείς και οι συλλέκτες τα θεωρούν σπάνια είδη που απευθύνουν σε άλλους εκτροφείς και συλλέκτες, διατηρούν τις τιμές υψηλές, ενώ παράλληλα οι τιμές των πιασμένων ζώων είναι αρκετά χαμηλές, τα παίρνει αρκετός κόσμος που δεν ξέρει να τα φροντίσει σωστά και τα χάνει, απογοητεύεται και παύει ν’ασχολείται με τα συγκεκριμένα είδη, κι έτσι δεν αγοράζει εγκυημένα υγιή ζώα από τους εκτροφείς. Αυτό φυσικα΄είναι δική μου υπόθεση, βασισμένη σε όσα έχω διαβάσει για τη διαθεσιμότητα των ειδών του γένους και για παρόμοιες καταστάσεις με άλλα τεχνητώς σπάνια είδη. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η κατάσταση αλλάζει με ορισμένα κοινότερα είδη όπως Teratoscincus scincus ή T. keyserlingii, τα οποία ανοίγονται στο ευρύ κοινό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνουν leopard geckos ποτέ, αλλά σίγουρα θ’ακούγονται όλο και περισσότερο.

Το γένος Teratoscincus λοιπόν μέχρι πρότινος ανήκε στην οικογένεια των Gekkonidae, και λόγω της μοναδικ΄κοτητάς του είχε τοποθετηθεί σε δική του υποοικογένεια, τις Teratoscincinae, η οποία θεωρούταν ότι διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους γκεκονίδες πολύ νωρίς κατά την εξέλιξή τους. Σύμφωνα με πρόσφατες μοριακές αναλύσιις όμως, το γένος αναταξινομείται στη διευρυμένη πλέον οικογένεια Sphaerodactylidae, ως ένας αποκλίνων κλάδος της. Τα γκεκονοειδή γκέκο, δηλαδή τα μέλη της οικογένειας Gekkonidae και των συγγενικών Phyllodactylidae και Sphaerodactylidae, αποκαλούνται και εξελιγμένα γκέκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα. Τα γκέκο ωστόσο αυτά αποδεικνύονται τα πλέον επιτυχημένα, με το 60% όλων των ειδών γκεέκο ν’ανήκει σ’αυτήν την ομάδα. Σημαντικότερή τους καινοτομία είναι τα σκληρά τους αυγά που μπορούν να προσκοληθούν σε στέρεες εναέριες επιφάνειες ή να αποτεθούν σε ξηρά μέρη, απελευθερώνοντάς ττα από την ανάγκη να τα θάβουν μέσα στο χώμα ή να τα τοποθετούν σε υγρά μέρη όπως οι υπόλοιπες σαύρες. Χάρη σ’αυτά τα αυγά, επεκτάθηκαν σε όλους τους οικολογικούς θώκους που θα μπορούσαν να υπάρχουν γκέκο, πέρασαν μεγάλους ωκεανούς και κατόρθωσαν να επιβιώσουν και σε πλήρως ανθρωπογενή περιβάλλοντα (όλα τα σαμιαμίδια των σπιτιών ανήκουν σ’αυτήν την ομάδα). Αντίθετα, τα γκέκο των υπόλοιπων οικογενειών είτε περιορίστηκαν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα είτε δεν εξαπλώθηκαν πολύ από τις ηπείρους όπου εξελίχθηκαν. Το γένος Teratoscincus λοιπόν περιλαμβάνει 7 είδη: Teratoscincus bedriagai, T. keyserlingii, T. microlepis, T. perzewalskii, T. roborowskii, T. scincus και T. toksunicus. Μέχρι πρόσφατα το T. keyserlingii θεωρούταν υποείδος του T. scincus, αλλά πλέον έχιε αναβιβαστεί σε είδος. Τα είδη αυτά ενδημούν στις ερήμους και ημιερήμους της Ασίας, όπου συνήθως ζουν σε αμμώδη ενδιαιτήματα με πέτρες ή αμμόλοφους, λίγη ή καθόλου βλάστηση και σκληρό κλίμα με μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις μεταξύ μέρας και νύχτας και μεταξύ των εποχών. Απαντούν σχεδόν σε όλη την Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικα Εμιράτα και στο Ομάν, ανατολικά έως το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, και βόρεια έως τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν, το Ουσμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, έως τη Μογγολία και την Κίνα. Θεωρείται κλάδος γκοντβανικής προέλευσης, δηλαδή προερχόμενος από την αρχαία υπερήπειρο Γκοντβάνα, ο οποίος εισήλθε στην Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, που στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της Αφρικής, απ’όπου εξαπλώθηκε. Η μεγάλη ορογένεση των Ιμαλαΐων κατά τη σύγκρουση της ινδικής υποηπείρου με την Ασία ανύψωσε το Τιεν Σαν-Παμίρ στην Κεντρική Ασία πριν από 10 εκατομμύρια χρόνια, το οποίο κατακερμάτισε τους πληθυσμούς ανατολικά και δυτικά. Έτσι τα είδη T. perzewalskii και T. roborowskii αποτελούν τον πιο πρόσφατο ανατολικό κλάδο, ο οποίος ξεχωρίζει γενετικά από τα υπόλοιπα.

Μορφολογικά, τα γκέκο του γένους είναι παρόμοια. Όλα είναι μικρού προς μεσαίου μεγέθους γεροδεμένα γκέκο με μεγάλα μάτια, κκοντή ουρά και τη χαρακτηριστική φολίδωση. Το μεγαλύτερο είναι ο T. keyserlingii έως τα 20 εκ, ενώ το μικρότερο είναι ο T. bedriagai στα 11 εκ. Τα χρώματά τους είναι αποχρώσης του γκρίζου και του καφέ, οι οποίες συνήθως εναλλάσσονται ή διασπώνται από σκουρότερα σχέδια και γραμμές, ώστε να παραλλάσσονται στο περιβάλλον τους, ενώ η κάτω πλευρά του σώματος είναι σχεδόν λευκή. Όπως όλα τα γκέκο, έχουν μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, με μεγάλα, εξογκωμένα μάτια με κάθετες κόρες ώστε να βλέπουν καλά στο σκοτάδι. Το ρύγχος τους είναι πολύ κοντό, το όλο κεφάλι ογκώδες, και η κάτω γνάθος ισχυρή, για να σπάνε σκληρές τροφές. Το σώμα είναι κυλινδρικό, ώστε να εισχωρούν εύκολα στις τρύπες τους. Τα άκρα είναι σχετικά κοντά, αλλά πιο όρθια σε σχέση μ’αυτά άλων εδαφόβιων γκέκο, ώστε να δίνουν περισσότερη ταχύτητα. Είναι πενταδάκτυλα, με κοντά δάχτυλα και νύχια, και τα δάχτυλα φέρουν κροσσωτές φολίδες, ώστε το ζώο να βαδίζει με εύκολία πάνω στην άμμο. Διάφορες άλλες αμμόβιες σαύρες έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοια κρόσσια στα δάχτυλα για τη βάδιση στην άμμο, όπως οι τυπικές σαύρες του γένους Acanthodactylus και οι δράκοι του γένους Phrynocephalus. Η ουρα είναι κοντότερη από το σώμα, λεπτή και κυρίως χρησιμοποιείται στην άμυνα κατά των εχθρών, παρά στη μετακίνηση, αν και μπορεί να στραφεί σε διάφορες κατευθύνσεις. Οι φολίδες του κεφαλιού είναι μικρές και κοκκώδεις, όπως άλλων γκέκο, αλλά αυτές του σώματος είνι διαφορετικές. Ενώ τα περισσότερα γκέκο έχουν κοκκώδεις φολίδες στη ράχη και πλακώδεις, ελαφρώς επάλληλες στην κοιλιακή χώρα, ολόκληρο το σώμα των τερατοσκίγκων καλύπτεται από κυκλοειδείς, επάλληλες φολίδες, δηλαδή αλληλοεπικαλυπτόμενες, σαν τα λέπια ενός ψαριού. Οι φολίδες αυτές ρίχνουν την άμμο εύκολα από το ζώο, και χρησιμεύουν και στην άμυνα. Στο επάνω μέρος της ουράς γίνονται ακόμα πλατύτερες και με αδρές άκρες που φέρουν μικρά εξογκώματα, τα οποία τριβόμενα με τις γειτονικές παράγουν έναν ήχο που απωθεί τους εχθρούς. Όπως και πολλάάλα γκέκο, φέρουν ένα ζεύγος εξογκωμάτων/σπιρουνιών στη λεκάνη τους. Οι τερατοσκίγκοι διαθέτουν επίσης και κάποια αταβιστικά στοιχεία σε σχέση με άλλα γκέκο στο σκελετό τους: για παράδειγμα τα δύο μετωπιαία οστά του κρανίου δε συνενώνονται πλήρως κατά την ενηλικίωση, αλλά μία ραφή παραμένει (σε όλα τα υπόλοιπα γκέκο είναι συνενωμένα). Όπως όλα τα γκέκο, τα αρσενικα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά κυρίως από το ημιπεϊκό φούσκωμα στη βάση της ουράς, αλά και από τους προαμαρικούς πόρους, τους οποίους τα θηλυκά δεν έχουν. Επίσης τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, για να δαγκώνουν δυνατότερα τους αντιπάλους τους, όπως σε πολλές σαύρες.

Στο φυσικό τους περιβάλλον, οι τερατοσκίγκοι σκάβουν βαθιά λαγούμια σε αμμώδες έδαφος, όπου κατοικούν. Κι αυτό είναι ένα ακόμα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους, αφού είναι από τα ελάχιστα γκέκο που σκάβουν τρύπες. Τα γκέκο δε φημίζονται για τη σκαπτική τους ικανότητα, αφού η κύρια τάση στην εξέλιξή τους ήταν η σμίκρυνσή τους, η ελάφρυνση του σκελετού και η λέπτυνση των άκρων. Μόνο τα μη γκεκονοειδή σκάβουν για να γεννήσουν τα αυγά τους, και πάλι αδέξια και δύσκολα, και όχι όλα. Τα περισσότερα γκεκονοειδή δε σκάβουν καν, ούτε κατασκευάζουν κάποια φωλιά. Όπωςείπε κι ένας φωτογράφος ερπετών όταν πήγε στη Σαουδική Αραβία, τα γκέκο είναι οι μόνες σαύρες στην έρημο εκείνη που δε σκάβουν τις δικές τους τρύπες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σκαπτικά γκέκο, αλλά είναι λίγα και όλα ερημόβια. Οι τερατοσκίγκοι λοιπόν σκάβουν ευθύγραμμα λαγούμια στο αμμώδες έδαφος, όπου η θερμοκρασία είναι σταθερότερη και η υγρασία υψηλότερη απ’έξω, και εκεί περνούν τον περισσότερο χρόνο τους. Ο τρόπος εκσκαφής τους είναι μοναδικός, και δε γνωρίζω άλλο ζώου που σκάβει έτσι. Σκάβουν χρησιμοποιώντας ένα άκρο τη φορά, χιαστί και διαδοχικά. Πρώτα για παράδειγμα σπρώχνουν το χώμα με το μπροστινό δεξιό άκρο, μετά με το πίσω αριστερό, μετά με το μπροστινό αριστερό, μετά με το πίσω δεξιό κ.ο.κ. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στις 2 Νοεμβρίου, επιστρέφω τον τερατοσκίγκο μου στο τερράριό του αφού τον έβγαλα για να το καθαρίσω, και σκάβει με αυτόν κον τρόπο κάτω από την πέτρα για να κρυφτεί καλύτερα.

Θερμορρυθμίζονται μετακινούμενοι από θερμότερα σε δροσερότερα σημεία της τρύπας τους, και, ως νυκτόβια, εξέρχονται το βράδυ προς αναζήτηση τροφής. Συνήθως ξυπνούν πριν δύση πλήρως ο ήλιος, οπότε μπορεί να λιαστούν σε κάποιον βράχο ή ζεσταίνονται από ήδη θερμασμένες επιφάνειες. Το βράδυ όμως στην έρημο οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, και αναγκαστικά θα πρέπει να κινηθούν σε κρύες συνθήκες. Η αντοχή όλων των ειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες είναι μεγάλη, με τον T. perzewalskii για παράδειγμα να βγαίνει εκτός εδάφους και να ψάχνει τροφή σε θερμοκρασίες 15 βαθμών. Για το είδος T. scincus, επειδή σε τέτοιες θερμοκρασίες η ικανότητα αερόβιου μεταβολισμού μειώνεται, έχει βρεθεί ότι αυξάνει τη διάρκεια της δραστηριότητάς του διακόπτοντάς την με παύσεις, ώστε να ξεκουράζεται, και το ίδιο θα ισχύει και για τα υπόλοιπα είδη. Γενικώς ο μεταβολισμός τους είναι προσαρμοσμένος για χαμηλότερες θερμοκρασίες, και δαπανούν πολύ λιγότερη ενέργεια κατά τη μετακίνησή τους σε χαμηλή θερμοκρασία απ’ό,τι θερμόφιλες ημερόβιες σαύρες (χαμηλό κόστος μετακίνησης). Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι είναι πιο δραστήρια τις μέρες που φέγγει περισσότερο το φεγγάρι, όπως κι άλλα γκέκο, ώστε να βλέπουν καλύτερα τα θηράματα, τα οποία ωστόσο τείνουν να κρύβονται περισσότερο σε τέτοιες συνθήκες. Η τροφή τους αποτελείται από έντομα και άλλα αρθρόποδα, τα οποία συλλαμβάνουν με τα σαγόνια τους, όπως όλα τα γκέκο. Θεωρούνται κυνηγοί ενέδρας. Στο σκληρό τους περιβάλλον η τροφή μπορεί να είναι λιγοστή, γι’αυτό τρώνε μεγάλη ποικιλία θηραμάτων. Μπορούν να καταπιούν φαινομενικά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το κεφάλι τους, και δε διστάζουν να φάνε σκληρά σκαθάρια ή δηλητηριώδη αρθρόποδα όπως αράχνες και σκορπιούς. Στο παρακάτω βίντεο, ένας Teratoscincus keyserlingii στην αιχμαλωσία τρώει ένα σκορπιό.

Συμπληρωματικά κάποια είδη, και πιθανόν όλα, τρέφονται και με καρπούς. Σε μία μελέτης της διατροφής του T. roborowskii για παράδειγμα, βρέθηκε ότι εκτός από αρθρόποδα τρώει και τους καρπούς της κάππαρης (Capparis spinosa), που είναι το ίδιο είδος που φύεται και στην Ελλάδα. Τα περιττώματα των τερατοσκίγκων συχνά περιέχουν σπόρους, και είναι γνωστό ότι περιστασιακά τρώνε φρούτα στην αιχμαλωσία, οπότε πιθανότατα να τρώνε και στη φύση όποτε τα βρίσκουν. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη μέσα στις βαθιές τρύπες τους, και επανεμφανίζονται την άνοιξη. Όπως τα περισσότερα ερπετά, αναπαράγονται αυτήν την εποχή, ώστε τα μικρά τους να έχουν τις μέγιστες πιθανότητες επιβίωσης τη θερμή περίοδο. Σε μελέτες που έγιναν στο Ιράν στο είδος T. bedriagai, βρέθηκε ότι ο αναπαραγωγικός κύκλος του αρσενικού και του θηλυκού είναι σχετιζόμενοι, δηλαδή η σπερματογένεση και η ωογένεση ξεκινούν και σταματούν τον ίδιο χρόνο, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Αυτό το σύστημα παρατηρείται στα περισσότερα ερπετά προβλέψιμων εποχιακών κλιμάτων. Τα αρσενικά προστατεύουν μια περιοχή, απ’όπου διώχνουν άλλα αρσενικά, και ζευγαρώνουν με τα θηλυκά. Σε μία μελέτη που έγινε για τη διερεύνυση της κοινωνικής συμπεριφορά ςτων ειδών του γένους στα είδη T. scincus και T. keyserlingii, η κοινωνική τους συμπεριφορά ήταν παρόμοια με άλα είδη γκέκο, δηλαδή τα αρσενικά ήταν επιθετικά μεταξύ τους, τα θηλυκά συνήθως ήταν ανεκτικά μεταξύ τους, αρσενικά με θηλυκά προσπάθησαν να ζευγαρώσουν και τα ενήλικα άτομα ανέχονταν τα μικρά στην περιοχή τους. Τα θηλυκά στη συνέχεια εναποθέτουν μέσα στην άμμο 1-4 διάδες αυγών, τα οποία γεννούν το καλοκαίρι σε διάστημα λίγων μηνών. Τα αυγάείναι λευκά, σκληρά και εύθραυστα, και μπορούν να επωαστούν σε πλήρως ξηρό περιβ άλλον. Τα μικρά έχουν μήκος περίπου 3 εκατοστά, με παρόμοια μορφολογία με τα ενήλικα. Όπως και πολλά άλα ερημόβια γκέκο, η αμυντικές τους τακτικές διαφέρουν από τα ενήλικα. Τα μικρά έχουν έντονες ζώνες κίτρινου και μαύρου ή καφέ, μιμούμενα κάποιο δηλητηριώδες αρθρόποδο, και όταν απειλούνται από εχθρό σηκώνουν την ουρά ψηλά, σαν σκορπιοί. όταν όμως μεγαλώνουν, οι άμυνά τους αυτή δεν πιάνει, επειδή δεν υπάρχουν επικίνδυνα αρθρόποδα τέτοιου μεγέθους στην περιοχή τους. Τότε σταδιακά το χρώμα τους αλλάζει ώστε να τα παραλλάσσει στο περιβάλλον τους. Η πρώτη τους άμυνα είναι να τρέξουν ή να χωθούν στην τρύπα τους, αφού η ταχύτητά τους είναι μεγάλη. Αν είναι δύσκολο να ξεφύγουν, επιστρατεύουν τις άλλες ασυνήθιστες άμυνές τους. Το σημείο στο οποίο θα επιστρατεύσουν αυτές τις άμυνες ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος του γκέκο. Ο μικρότερος T. scincus για παράδειγμα προτιμά περισσότερο να ξεφεύγει όποτε μπορεί, ενώ ο μεγαλύτερος T. keyserlingii συχνά αντιμετωπίζει τον εχθρό. Αν λοιπόν απειληθούν σοβαρά και δε μπορούν να ξεφύγουν, αρχικά σηκώνουν το κεφάλι και την ουρά τους, ώστε να φανούνμεγαλύτερα. Μπορεί ν’αρχίσουν να δονούν τις πλατιές φολίδες της ουράς τους, οι οποίες παράγουν ήχο σαν συριγμό φιδιού. Αν κυνηγηθούν, τρέχουν δονώντας την ουρά τους και βγάζοντας διάφορους ήχους, που μοιάζουν με γρυλλίσματα και γαυγίσματα. Αν τελικά πιαστούν γερά, φωνούν και κάνουν απότομες συστροφές ώστε ν’αποκολλήσουν τις φολίδες του σώματός τους και να ξεφύγουν. Μπορούν επίσης ν’αυτοτέμουν την ουρά τους σε περίπτωση κινδύνου, η οποία εξακολουθεί να σπαρταρά και να παράγει το συριστικό ήχο, ενώ το γκέκο έχει ξεφύγει. Ουσιαστικα η ουρά χρησιμεύει στην προσέλκυση των εχθρών σ’εκείνο το σημείο αν το γκέκο δε μπορεί να διαφύγει, και γκέκο χωρίς ουρά δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη μετακίνηση σε σχέση μ’αυτά που την έχουν. Έχει βρεθεί ότι έχουν κάποια ελλείμματα στη μέγιστη απόδοση, αλλά η μέγιστη απόδοση των σαυρών στο εργαστήριο σπάνια χρειάζεται στη φύση. Τείνουν ωστόσο να κρύβονται περισσότερο, μέχρι ν’αναγεννηθεί η νεά ουρά. Η αποκόλληση του δέρματος δεν είναι μοναδική στο γένος, αλλά υπάρχει σε πολλά άλα γκεκονοειδή γκέκο, και ίσως είναι προγονικό τους χαρακτηριστικό που κάποια έχασαν αργότερα. Στα είδη που το δέρμα αποκολλάται, η επιδερμίδα συνδέεται χαλαρά με τη δερμίδα, και αν αποκοληθεί και η δερμίδα δεν ανοίξει, δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης, και η νέα επιδερμίδα θ’αναγεννηθεί σταδιακά. Χωρίς την επιδερμίδα του όμως, το ζώο χάνει περισσότερο νερό και είναι πιο ευάλωτο στους τραυματισμούς. Η αυτοτομή της ουράς είναι ενεργητική διαδικασία, αλλά η αποκόλληση της επιδερμίδας είναι πλήρως παθητική διαδικασία, ιδιότητά του δέρματός του. Έτσι ανένα τέτοιο γκέκο χωθεί σ’ένα στενό σημείο και δυσκολεύεται να περάσει, μπορεί να σχίσει μερικές φολίδες στην προσπάθειά του να βγει. Στο παρακάτω βίντεο, που βιντεοσκόπησα λίγες μέρες αφότου τον πήρα, πειράζω λίγο τον τερατοσκίγκο μου για να δείτε τις άμυνες που χρησιμοποιεί και ν’ακούσετε τη φωνή του.

Παρά τις εκπληκτικές του άμυνες, ο τερατοσκίγκος έχει πολλούς εχθρούς. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται από τον άνθρωπο ομως, αφού ζουν σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές. Ο T. bedriagai ζει για παράδειγμα σε αλατούχα εδάφη με αρμυρίκια, δηλαδή σε με΄ρη ακατάλληλα για καλλιέργεια, ενώ ο T. roborowskii ζει σε μία από τις πιο αφιλόξενες ερήμους του κόσμου. Όταν όμως ένα τέτοιο μέρος αναπτύσσεται, ο πληθυσμός των τερατοσκίγκων ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά. Συλλέγονται επίσης και για το εμπόριο κατοικιδίων, αν κι αυτό δεν έχει επηρεάσει σημαντικά τους αριθμούς τους ακόμα. Εξαιτίας των απομονωμένων περιοχών όπου ζουν και της κρυπτικής τους συμπεριφοράς, είναι πολύ σπάνιο άνθρωπος να συναντήσει τερατοσκίγκο στη φύση.

Το είδος T. roborowskii είναι το ανατολικότερης εξάπλωσης γκέκο του γένους. Έχει μήκος 12-15 εκ, σπάνια μεγαλύτερο, και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους που προανέφερα. Σκάβει λαγούμια βάθους περί τα 30 εκ. Παλαιότερα συμψηφιζόταν με τον T. scincus, αλλά πλέον αναγνωρίζεται ομόφωνα ως ξεχωριστό είδος. Λανθασμένα στο εμπόριο αποκαλείται και θιβετιανός τερατοσκίγκος (Tibetan frog eyed gecko), αλλά ουδεμία σχέση έχει με το Θιβέτ, όπου δεν υπάρχει κανένα μέλος του γένους. Το είδος είναι ενδηιμικό του Λεκανοπεδίου του Τουρπάν (Turpan depression), ένα ερημώδες λεκανοπέδιο στη βορειοδυτική Κίνα, για το οποίο δεν έχω βρει ούτε καν το όνομά του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, με χαμηλότερο σημείο την σχεδόν ξερή λίμνη Άιντιγκ στα 154 μ. Είναι το τέταρτο χαμηλότερο σημείο στον κόσμο, μετά τη Νεκρά Θάλασσα, τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και τη λίμνη Άσαλ στο Τζιμπουτί. Υπάρχουν όμως και μερικές οροσειρές που διασχίζουν την περιοχή, με ύψος όχι μεγαλύτερο των 800 μέτρων. Εκτός από τη λίμνη που έχει λίγη βλάστηση γύρω της και τις λίγες περιοχές στα βουνά, όλο το υπόλοιπο λεκανοπέδιο είναι άγονο. Θεωρείται η πιο αφιλόξενη περιοχή όλης της Κίνας, με ελάχιστες ββροχοπτώσεις και ακραίες θερμοκρασίες. Τον Ιούλιο, το θερμότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία ενός εικοσιτετραώρου στην πόλη του Τουρπάν είναι 32,2 βαθμοι Κελσίου, ενώ τον Ιανουάριο, τον ψυχρότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία είναι -7,6 βαθμοί. Η περιοχή ανήκει στην αυτόνομη επαρχία Σίντζγιανκκ των Ουοιγούρων Τούρκων, και, αφού πέρασε πολλά χέρια και περιόδους ανεξαρτησίας, ενσωματώθηκε στην Κίνα. Παλαιότερα ήταν ένας από τους σταθμούς του Δρόμου του Μεταξιού. Τα αρδευτικά έργα, τα οποία είχαν γίνει από την αρχαιότητα και πρόσφατα ενισχύθηκαν με σύγχρονα συστήματα, επέκτειναν την καλλιεργήσιμη ζώνη, όπου καλλιεργούνται κυρίως φρούτα, επειδή λόγω του θερμού κλίματος τα σάκχαρά τους είναι υψηλά. Το τουρπάν παράγει τα γλυκότερα σταφύλια της Κίνας, και το 80% της παραγωγής επιτραπέζιων σταφυλιών προέρχεται από εκεί. Η πόλη του Τουρπάν στο βόρειο τμήμα του λεκανοπεδίου είναι το κύριο κατοικούμενο μέρος του. Από τα άνυδρα μέρη του Τουρπάν λοιπόν κατάγεται και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκι. Το όνμα το πήρε προς τιμήν του Ρώσου εξερευνητή του 19ου αι. Βσεβολόντ Ρομπορόφσκι, προς τιμήν του οποίου έχουν ονομαστεί και άλλα είδη, όπως το μικρό ερημόβιο χάμστερ του Ρομπορόφσκι (Phodopus roborovskii), το οποίο πρώτος ανακάλυψε, και ζει σε κοντινές περιοχές.

Η φροντίδα όλων των μελών του γένους στην αιχμαλωσία είναι παρόμοια. Όλα διαβιούν σε παρόμοιο φυσικό περιβάλλον, και μολονότι η αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες διαφέρει, συνήθως στην αιχμαλωσία δεν τα εκθέτουμε σε ακραίες συνθήκες, οπότε αυτό δεν έχει σημασία. Όπως και με κάθε ζώο, υπάρχουν διάφοροι τρόποι διατήρησής τους, κι εγώ θ’αναφέρω αυτούς που συζητούνται κι εφαρμόζονται περισσότερο. Ως εδαφόβια γκέκο λοιπόν, χρειάζονται περισσότερη επιφάνεια παρά ύψος στο χώρο τους. Οι διαστάσεις του χώρου τους θα πρέπει να είναι στο ελάχιστο μήκος 2,5-3 φορές το ολι΄κο μήκος της σαύρας, και πλάτος 1,5-2 φορές το ολικό μήκος, ο κανόνας δηλαδήγ ια τα εδαφόβια γκέκο, αλλά επειδή είναι μικρόσωμα και δραστήρια, και δεν είναι δύσκολο να τους παράσχουμε περισσότερο χώρο, συνήθως τοποθετούνται σε μεγαλύτερους χώρους. Για κάθενέο γκέκο αυξάνουμε το χώρο κατά 50%. Έτσι ένας χώρος 40χ30 είναι κατάλληλος για ένα γκέκο, 60χ30 για ένα ζευγάρει, 75χ30 για ένα τρίο κ.ο.κ. Το προτιμόμενο δοεχείο γι’αυτά τα γκέκο είναι ένα γυάλινο ή διάφανου πλαστικού τερράριο ή φαουνάριουμ, αν και εκτροφείς με πολλά που θέλουν να εξοικονομήσουν χώρο τα τοποθετούν σε ημιδιαφανή δοχείά σε συστήματα ραφιών (rack systems). Αν και είναι εδαφόβιο, ένα καπάκι θα χρειαστεί, ακόμα κι αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι σωστές και δεν υπάρχει απώλεια θερμοκρασίας, γιατί μπορεί κάτι να μπεισ το χώρο τους ή να τρομάξουν από κάτι και να τρέξουν ή να πηδήξουν. Οι T. roborowskii για παράδειγμα μπορούν να πηδήξουν ως τα 30 εκατοστά κατακόρυφα. Ως αμμόβια ζώα, το καλύτερο υπόστρωμα γι’αυτά είναι κάποιο ελαφρύ μίγμα βασισμένο στην άμμο. Το βάθος και η σύσταση του υποστρώματος καθορίζουν κατά πόσο θα μπορούννα σκάψουν μέσα σ’αυτό, χωρίς να καταρρεύσει το όρυγμα. Αν έχει βάθος μόλις 3-5 εκ, δύσκολα μπορούν να κάνουν τρύπα. Επίσης αν είναι σκέτη άμμος ή άμμος αναμεμειγμένη με λίγο χώμα, πάλι θα είναι δύσκολη η δημιουργία τρύπας, γιατί το υλικό είναι πολύ ελαφρύ και θα καταρρέει συνεχώς. Γι’αυτό σε τέτοιες περιπτώσεις τοποθετούνται κρυψώνες από πλαστικούς σωλήνες, πέτρα κλπ, όπου τα γκέκο μπορούν να χωθούν από κάτω και να δημιουργήσουν το δικό τους τούνελ. Στην περίπτωση αυτήν, όλες οι βαριές πέτρες θα πρέπει να τοποθετούνται στο τερράριο πριν το υπόστρωμα, και όσα αντικείμενα πρόκειται να υποσκάψει το ζώο θα πρέπει να είναι ελαφριά, για να μην το καταπλακώσουν αν πέσουν. Εναλλακτικά, ορισμένοι κάτοχοι έχουν χρησιμοποιήσιε ένα σκληρότερο μίγμα με άμμο και αρκετή άργιλο, το οποίο κρατά κάπως καλύτερα το σχήμα του λαγουμιού, αλλά σκάβεται δυσκολότερα και πάλι όταν στεγνώνει διαλύεται. Τα γκέκο αυτά μπορούν επίσης να ζήσουν σε χώρο χωρίς καθόλου σωματιδιακό υπόστρωμα, απλώς με στρωμένα χαρτιά και κρυψώνες, το οποίο μπορεί να καθαρίζεται ευκολότερα. Παρόλα αυτά και το σύστημα με την άμμο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο καθάρισμα, αφού τείνουν ν’αφοδεύουν σε μία μόνο γωνία, πάντοτε έξω από τις τρύπες τους. Ο τρόπος θέρμανσης εξαρτάται από το βάθος του υποστρώματος. Σε τερράρια με χαρτί ή με ρηχό υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία θερμαντική πλάκα στη μία πλευρά, η οποία θα δημιουργεί ένα θερμότερο σημείο την ημέρα. Σε τερράρια με πολύ βαθύτερο υπόστρωμα, ιδίως αν τα γκέκο δεν έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στον πυθμένα, ο χώρος θα πρέπει να θερμανθεί με μία θερμαντική λάμπα, η οποία θα ανεβάζει τη θερμοκρασία ενός σημείου στους 35-36 βαθμούς, η οποία θα φθίνει σε ανεκτά για τα γκέκο επίπεδα μέσα στο υπόστρωμα. Τα γκέκο επίσιης μπορεί να λιάζονται περιστασιακά κάτω από τη λάμπα το απόγευμα, πριν σβήσει. Αν και προτείνεται συχνά η θερμοκρασία της θερμαντικής πλάκας να είναι γύρω στους 35 βαθμούς, στην πραγματικότητα τα γκέκο αυτά αποφεύγουν τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες στο φυσικ΄κό τους περιβάλλον, οπότε μια θερμοκρασία 31-33 βαθμών στο θερμό σημείο είναι η κατάλληλη, και πάλι δε θα περνούν όλο τους το χρόνο σε τόσο υψηλή θερμοκρασία. Είναι απαραίτητο τα γκέκο να έχουν τρόπο να θερμορρυθμίζονται ενώ είναι κρυμμένα, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνουν στην επιφάνεια, ώστε να νιώθουν ασφαλή. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στη θερμοκρασία του δωματίου (17-25 βαθμοί), αν και υπάρχουν κάτοχοι που διατηρούν τη θερμαντική πλάκα μονίμως αναμμένη, και αφήνουν το γκέκο να επιλέξει τη θερμοκρασία μόνο του. Εκτός από την κατάλληλη θερμοκρασία, θα πρέπει επίσης και να υπάρχει κατάλληλη υγρασία. Αν και τα είδη αυτά κατάγονται από ξηρά κλίματα, βαθιά στις τρύπες τους η υγρασία είναι υψηλότερη, κι αν ζουν μονίμως σε ξηρό περιβάλλον, ενδέχεται ν’αφυδατωθούν ή να έχουν προβλήματα στην έκδυση. Παλιό δέρμα για παράδειγμα μπορεί να παραμείνεισ τις άκρες των δακτύλων και της ουράς, το οποίο αν συσσωρεύεται θα τα περισφίξει, κόβοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τελικά τη νέκρωση και την πτώση τους. Γι’αυτό ένα μέρος του χώρου τους θα πρέπει να έχει υψηλότερη υγρασία. Σε τερράρια χωρίς ή με ρηχό υπόστρωμα,μπορεί να τοποθετηθεί ένα δοχείο όπως ένα μικρό τάπερ γεμισμένο με υγρά βρύα ή τύρφη και με μία είσοδο κομμένη στο πλάι, όπου θα μπορεί να μπαίνει το γκέκο. Σε περιβάλλοντα με βαθύτερο υπόστρωμα, μπορεί αν βρέχεται μία γωνία ή να τοποθετηθεί ένας λεπτός σωλήνας σε μια γωνία, με τον οποίο θα προστίθεται νερό στον πυθμένα, στην οποία περίπτωση η υγρασία του εδάφους είναι πιθανότερο να κρατήσει το σχήμα του τούνελ. Τα γκέκο αυτά σπάνια πίνουν ερό, και το μπολ είναι παντελώς άχρηστο, αφού θα το γεμίσουν με άμμο εύκολα. Ένας ελαφρύς ψεκασμός στο χώρο και στις διακοσμήσεις του τερραρίου κάθε λίγες μέρες θα καλύψει τις ανάγκες τους σε νερό. Τα γκέκο συνήθως φοβούνται το νερό και κρύβονται αν έρθει νερό πάνω τους, αλλά αν διψούν θα πιούν από τις βρεγμένες επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Το περισσότερο νερό ωστόσο το λαμβάνουν από τη διατροφή, η οποία είναι τα συνήθη έντομα που ταΐζονται στις σαύρες: γρύλλοι, κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς, Αργεντινής κι άλλα είδη, μικρές ακρίδες, αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα (σπάνια επειδή είναι παχυντικά), γιγάντια αλευροσκούληκα κλπ. Τα γρήγορα έντομα μπορούν ν’αφεθούν στο χώρο του ζώου, το οποίο στη συνέχεια θα τα πιάσει. Ως αμμόβια ζώα, δεν έχουν πρόβλημα αν καταπιούν και λίγη άμμο κατά το κυνήγι. Οι προνύμφες και όσα γενικώς τείνουν να θάβονται στο χώμα μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, το οποίο θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά αν έχει γεμίσει με άμμο ή υπονομευθεί, γιατί τότε μπορεί να πέσει και τα έντομα να σκορπίσουν. Τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε σκληρά σκαθάρια όπως αυτά των αλευροσκούληκων (Tenebrio molitor), και ορισμένα είδη τρώνε και μικρούς σκορπιούς. Θα πρέπει ωστόσο πρώτα να ψάξετε ποια είδη τους τρώνε αν πρόκειται να τα δώσετε κάποιο πιο επικίνδυνο θήραμα. Για να είναι θρεπτικότερα και ενυδατωμένα, τα έντομα θα πρέπει να έχουν φάει καλά πριν ταΐστουν στα γκέκο, και όπως με όλα τα ερπετά, θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου, το οποίο θα πρέπει να γίνεται σε κάθε τάισμα για τα αναπτυσσόμενα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά, και κάθε λίγα ταΐσματα για τα αρσενικά και τα μη αναπαραγόμενα θηλυκά. Λίγο ασβέστιο μπορεί επίσης να τοποθετηθεί μέσα στοτ ερράριο, με τη μορφή σκόνης ή τριμμένου κόκκαλου σουπιάς σε μια γωνία, από το οποίο θα τρώνε όποτε χρειάζονται. Η συμπλήρωση με βιταμίνες, ιδίως με d3είναι επίσης απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας δεν είναι απαραίτητη, μια και είναι νυκτόβια ζώα και σπάνια εκτίθενται στον ήλιο, αλλά μία χαμηλής έντασης σ’ένα μεγάλο τερράριο, αν θέλετε να την βάλετε, δε βλάπτει.

Το χειμώνα μπορούν να πέσουν σε χειμερία νάρκη για 2-3 μήνες, κάτι που αν και δεν εφαρμόζεται απ’όλους τους κατόχους, είναι μέρος του φυσικού τους κύκλου και σίγουρα ωφέλιμο. Επίσης η φάση αυτή είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή των ζώων αυτών. Κατά τη νάρκη, τα γκέκο διατηρούνται στους 5-15 βαθμούς, οπότε μένουν κρυμμένα και δεν τρώνε. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχεται την κατάστασή τους και να τα δίνεται λίγες σταγόνες νερό στη μύτη, ώστε να πιουν αν θέλουν. Μετά τη νάρκη, οι θερμοκρασίες επιστρέφονται στα κανονικά επίπεδα και τα γκέκο θα ξαναδραστηριοποιηθούν. Στην περίπτωση της αναπαραγωγής, τότε συναντιούνται τα αρσενικα με τα θηλυκά και γίνεται το ζευγάρωμα. Το θηλυκό, όπως σε όλα τα ερπετά, θα πρέπει να έχει συσσωρεύσει αρκετό λίπος για να γεννήσει υγιή αυγά. Κατά την εποχή του ζευγαρώματος τα γκέκο μπορεί να μαλώσουν και κάποιες φολίδες να αποκοληθούν, αλλά όλα τα τραύματα θα επουλωθούν στη συνέχεια. Αν οι καυγάδες ωστόσο είναι πολύ έντονοι, καλό είναι να τα χωρίσετε. Το θηλυκό γεννά τα αυγά μέσα στην άμμο, γι’αυτό είναι δύσκολο να βρεθούν. Μερικές φορές δε βρίσκονται, και τότε μπορεί τα ζώα κατά λάθος να τα σπάσουν ή να εκκολαφθούν, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Τα αυγά είναι πολύ εύθραυστα και θα πρέπει να μετακινούνται με προσοχή. Μετά από επώαση 90 περίπου ημερών σε ξηρή άμμο ή και σκέτο χαρτί, εκκολάπτονται τα μικρά, τα οποία έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς επειδή λόγω μεγέθους αφυδατώνονται πιο εύκολα, η υγρή περιοχή είναι απαραίτητη. Φτάνουν στο πλήρες τους μέγεθος και ωριμάζουν αναπαραγωγικά στα 1,5-2 χρόνια. Επειδή ως ομάδα δεν έχουν μεγάλο ιστορικό στην αιχμαλωσία, δεν γνωρίζουμε πλήρως τη διάρκεια ζωής τους, αλά υπολογίζεται πως ζουν πάνω από 15 χρόνια.

Οι τερατοσκίγκοι είναι γκέκο δραστήρια, που τις νύχτες απασχολούνται με την κατασκευή των λαγουμιών τους. Μετά από ένα διάστημα, αφού έχουν φτιάξει το τερράριο όπως τα βολεύει καλύτερα, μπορεί να σταματήσουν τις πολλές χωματουργικές εργασίες, αλλά παραμένουν δραστήρια. Το βράδυ θα βγαίνουν έξω από την κρυψώνα τους και θα περιμένουν για τροφή. Μπορεί ακομα και να πλησιάζουν προς τον κάτοχό τους, περιμένοντας τροφή. Μερικά τρώνε και από το χέρι. Είναι άγριοι κυνηγοί που τρέχουν κι αρπάζουν ό,τι κινείται. Είναι επίσης περίεργα και παρατηρητικά, προσέχοντας κάθε κίνηση και θόρυβο. Γι’αυτόν το λόγο είναι και νευρικά, και τρομάζουν εύκολα από κάτι που μπορεί να το εκλάβουν ως απειλητικό. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στα τέλη του Οκτωβρίου, φαίνεται ακριβώς αυτό. Μετέφερα το τερράριο του τερατοσκίγκου σε πιο φωτεινό σημείο το βράδυ για να το βιντεοσκοπήσω, κι αυτός αμέσως το κατάλαβε, άρχισε να παρατηρεί το μέρος, σταματώντας κάθε φορά που κινούμουν ή ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητα απ’έξω. Τελικά φοβήθηκε αρκετά και χώθηκε στην τρύπα του, όπου καθάρισε το λίγο χώμα που είχε μείνει.

Επειδή φοβούνται εύκολα και το δέρμα τους σχίζεται, δεν προτείνονται για χειρισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αδύνατος. Αρχικά πορεί να σας ξεφεύγουν, να βγάζουν φωνούλες ή να δαγκώνουν (δεν πονάει), αλλά στην πορεία θα συνηθίσουν και θα μπορείτε να τα κρατάτε για λίγο άφοβα. Το δέρμα τους δε διαλύεται με το παραμικρό. Αρχικά θα πρέπει να τα σηκώνετε πάνω από το χώρο τους ή πάνω από κάποιο άλλο δοχείο, ώστε αν σας ξεφύγουν να πέσουν εκεί, γιατί αλλιώς, αν πέσουν κάτω, θα εξαφανιστούν, και μετά η ανεύρεσή τους είναι πολύ δύσκολη, ιδίως αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιο. Ακόμα όμως κι αν δε μπορείτε να τα πιάνετε πολύ, παραμένουν μοναδικά ζώα. Είναι πολύ ευπροσάρμοστα, και ακόμα και τα πιασμένα από τη φύση άτομα δε δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση, και μετά από σχετικά μικρό χρονικό διάστημα τρέφονται κανονικά και δε διαφέρουν απ’αυτά που γεννήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Ο δικός μου τερατοσκίγκος περιήλθε στην κατοχή μου στη μία Οκτωβρίου του 2015. Τον αγόρασα απότ ο feeders.gr, ένα κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπου μπορείτε να βρείτε ζώα, καθώς και ό,τι χρειάζεστε γι’αυτά. Είναι πιασμένο (το μόνο πιασμένο ζώο που έχω) και είχε και το Feeders ‘όλη την ιστορία του, οπότε ηλικία δε μπορώ να γνωρίζω, αλλ’εφόσον τα περισσότερα ζώα ζουν λιγότερο στη φύση, υποθέτω ότι ακόμα δεν έκλεισε τα 10 χρόνια. Και ήμουν πολύ τυχερός που ήταν θηλυκό, επειδή συνήθως τα θηλυκά σπάνιων ειδών κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα αρσενικά, επειδή μπορούν να αποφέρουν κέρδη με την αναπαραγωγή τους. Από την αρχή φάνηκε ότι το γκέκο αυτό είναι διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα, αφού έτρεχε και δυσκολεύτηκαν να το πιάσουν στο feeders.gr. Στο σπίτι ίχε έτοιμο το χώρο του, ένα φαουνάριουμ μήκους 46 εκ, πλάτους 30 εκ και ύψους 17 εκ, κι αυτό από το Feeders, το οποίο μέσα είχα γεμίσει σχεδόνμέχρι πάνω με υπόστρωμα, γιατί νόμιζα πως θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει πολύ χώμα για καλύτερα, με μίγμα κατά 70% περίπου άμμο και 30% αργιλώδους χώματος. Νόμιζα ότι θα κρατά τις τρύπες, αλλά μόλις στέγνωσε κατέρρεε. Για να μη ρίχνει έξω χώμα όταν σκάβει, είχα κολλήσει στις σειρές των οπών που είχε σε δύο πλευρές το κουτί κολλητικές ταινίες, απ’όπου όμως ανέβαιναν τα έντομα στο καπάκι και δυσκολευόταν να τα πιάσει. Έτσι, με΄τα από λίγες μέρες, μείωσα τη στάθμη του χώματος, αφαίρεσα τις ταινίες, καιτοποθέτησα τις βασικές πέτρες προς τα πίσω, εκεί που ήταν η θερμαντική πλάκα. Έχω τρεις πλατιές πέτρες, μία πίσω στη μέση, στο θερμότερο σημείο, μια πίσω πίσω δεξιά στη γωνία, όπου επίσης περνά αρκετό χρόνο, και μια δεξιά πιο μπροστά, την οποία είχε υποσκάψει παλιά, ξέχασε στη συνέχεια και πρόσφατα ξαναάνοιξε δίοδο προς τα εκεί. Μεταξύ των πετρών υπάρχουν μικρότερες στρογγυλεμένες πέτρες οι οποίες στηρίζονται στον πυθμένα και τις κρατούν. Στην αριστερή πλευρά υπάρχουν επίσης δύο μικρές πέτρες στην επιφάνεια, τις οποίες δεν πειράζει, και πίσω αριστερά βρίσκεται η υγρή γωνία, την οποία περιοδικά βρέχω. Ίσως όμως κι εκεί να βάλω μία ακόμα πλατιά πέτρα για να σκάβεια πό κάτω. Η θερμαντική πλάκα ανεβάζει τη θερμοκρασία στο θερμότερο σημείο στους 33-34 βαθμούς.

Μόλις έφερα λοιπόν τον τερατοσκίγκο σπίτι, άνοιξα το πλαστικό κουτάκι του για να δω πώς είναι από περιέργεια, κι αμέσως το έκλεισα, γιατί θα μου έφευγε. Ήταν πακεταρισμένος με χαρτιά για να προστατεύεταισ το δρόμο, αλλά ήταν πολύ ενεργητικός και ταχύτατος. Οι φολίδες του ήταν πράγματι όπως περιγράφονται. Μετά τον έβαλα στο χώρο του, αλλ’επειδή δεν έσκαψε αμέσως, φοβήθηκα μήπώς δε σκάψει ποτέ, λες και πρέπει ένα μικρό φοβισμένο γκέκο να ξεκινά να σκάβει αμέσως αφού βρέθηκε στο νέο του περιβάλλον σαν να μη συνέβη τίποτα. Το βράδυ όχι μόνο έσκαψε, αλλά είχε υπονομεύσει και ρίξει τις δύο πλατιές πέτρες. Τις επόμενες ημέρες συνέχιζε να ανακατεύει το χώρο του, σηκώνοντας πολύ χώμα στη μια πλευρά και δημιουργώντας μικρές τρύπες κάτω από τις πέτρες, όπου μπορεί να έμενε για λίγες μέρες. Δεν έτρωγε τίποτα, αν και μία μέρα έφαγε δύο αλευροσκούληκα. Και στις 10 Οκτωβρίου συνέβη το ατύχημα. Ήταν η μέρα που έβγαλα τις ταινίες, έβγαλα το μισό χώμα και άλαξα τη διάταξη των πετρών σε πιο μόνιμο σχήμα. Έπιασα λιπόν τον τερατοσκίγκο, και πριν να τον βάλω δίπλα σ’ένα άλλο κουτί, έτρεξε και μού’φυγε. Άλλες φορές τον έβαζα στο κουτί αμέσως, αλλά τώρα επαναπαύθηκα και τον κράτησα στο χέρι μου για λίγο. Μετά τον έψαξα, και μόλις πήγα να τον πιάσω δυο φορές, έφευγε αλλού. Έτρεχε σαν σαμιαμίδι δικό μας, όχι σαν το αργοκίνητο λοφιοφόρο γκέκο που είχα συνηθίσει. Τελικά, αφού βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχαν έξοδοι προς τα έξω, έφυγα, επειδή έπρεπε να τρέξω στον Ημιμαραθώνειο. Μετά αργά το βράδυ πήγα να τον ψάξω, αλλά πάλι μουξέφυγε. Την επομένη κάλεσα ενισχύσεις, τον πατέρα μου και το μικρό μου αδελφό, αλλάπάλι δε μπορούσαμε να τον πιάσουμε. Ο αδελφός μου αποδείχθηκε εντελώς άχρηστος για τη δουλειά, γιατί ενώ του λέγαμε να κοιτάζει πού ακριβώς βρίσκεται, κοίταζε το ταβάνι σαν χαζός. Τελικά το βρήκα την άλλη μέρα, στις 12 του μηνός ολομόναχος χωρίς καμία βοήθεια. Τον κυνήγησα από εκεί που κριβόταν σε μία γωνία, και μετά απότομα με το χέρι μου τον έπιασα, χωρίς να χάσει ούτε μία φολίδα, και τον επέστρεψα στο χώρο του, όπου του έδωσα λίγο νερό που το ήπιε. Τις επόμενες μέρες ξαναανακαίνιζε τη νέα διάταξη πετρών, αλλά πήγε και πίσω. Μετά από το στρεσογόνο αυτό γεγονός, σταμάτησε να τρώει και δεν τον είδα ποτέ έξω από τις τρύπες του. Από φόβο άρχισα να τον ταΐζω με τη μέθοδο της επιβεβλημένης σίτισης (forced feeding), δηλαδή του άνοιγα το στόμα και του έβαζα μέσα το έντομο για να το φάει, κάτι δύσκολο, αφού συνήθως έφευγε. Αν και δεν τον πεντύχαινα έξω από τις τρύπες του, μπορούσα να καταλάβω ότι έβγαινε από τα αποτελέσματα της δράσης του. Λίγο χώμα μπορεί να είχε μετακινηθεί,ενώ στη γωνία μπροστά αριστερά, μπορεί να έβρισκα κανένα περίττωμα. Αυτή είναι η κύρια γωνία αφόδευσής του, κι έχει ακκομα μία μπροστά και προς τη μέση, οπου πηγαίνει αν κρύβεται στη δεξιά τρύπα. Ποτέ δεν έχει αφοδεύσςι μέσα στις τρύπες του. Τα περιττώματα είναι σχετικά ξηρά και απομακρύνονται εύκολα. Στις 5 Νοεμβρίου λοιπόν, κάνοντας ένα βίντεο για το γενειοφόρο μου δράκο, στο τέλος άνοιξα και τοτ ερράριο του τερατοσκίγκου για να δω τι κάνει, και τον βρήκα σε φάση πριν την έκδυση. Το χρώμα του είχε γίνει ανοιχτό γκρι, σαν φάντασμα, και το δέρμα του είχε γίνει σαν χαρτί. Ήδηα πό τις προηγούμενες μέρες άρχισε να γίνεται σαν χαρτί, αλλά νόμιζα πως είχε κάποιο πρόβλημα. Το βράδυ της ίδιας μέρας άλλαξε το δέρμα, και ήταν η χειρότερη έκδυση που έχω δει. Είχε αφαιρέσει μόνο το δέρμα του κορμού, το οποίο βρισκότανα πό κάτω του, χωρίς καν να το έχει φάει. Δεν έβαζε δηλαδή τίποτα στο στόμα του, ούταν καν το ίδιο του το δέρμα. Όπως όλα τα γκέκο, οι τερατοσκίγκοι τρώνε το εκδεδυμένο δέρμα, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τους τυχόν εχθρούς. Το περισσότερο λοιπόν δέρμα του κεφαλιού, τωνάκρων και της ουράς ήταν πάνω του. Με προσεκτικές κινήσεις το αφαίρεσα όλο, εκτός από λίγο στα δάχτυλα, το οποίο με παίδεψε λίγο περισσότερο. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς αλλάζει δέρμα ένας T. roborowskii:

Μετά το άφησα χωρίς τροφή για μια βδομάδα και κάτι. Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό, τώρα άρχισε να τρώει. Ήδη προχθές έφαγε μια αρσενική κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μάλλον θα φάει κι άλλο αφού αλλάξει ξανά δέρμα, γιατί από τις 23 Νοεμβρίου ήταν σχεδόν έτοιμος για έκδυση πάλι. Τώρα που έχει φτιάξει τις τρύπες όπως θεέλι αυτός δε σκάβει πάρα πολύ, κι επίσης κάθεται πολύ περισσότερο αν τον χειριστώ, ενώ παλιά κινδύνευα να τον χάσω μόλις τον έπιανα. Επειδή κάνει κρύο το βράδυ και το γκέκο έχει αδυνατίσει λίγο και θέλω να βάλει βάρος για τη χειμερία νάρκη, του έχω αναμμένη τη θερμαντική πλάκα μονίμως, ώστε ν’ανέβει ο μεταβολισμός του. Κανονικά δε χρειάζεται αυτό. Έχω προσέξιε ότι ακομα και στους 15 βαθμούς τρέχει κανονικά. Όταν ζεσταίνεται, συνήθως επιλέγει το θερμότερο σημείο των 33 βαθμών όταν χωνεύει τροφή ή για λίγες ώρες την ημέρα, αλλιώς συχνάζει στη γωνιακή πέτρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 27-29 βαθμούς.

Περιμένω τώρα να βάλει λίγο βάρος. Αν δε βάλει, δε θα το βάλω σε νάρκη, αλά αν βάλει, θα το κρυώσω το πολύ 3-4 εβδομάδες, τόσο όσο να καταλάβει την αλλαγή των εποχών. Πιστεύωότι μέρος της υποδραστηριότητάς του οφείλεται στον επερχόμενο χειμώνα. Αφού ξυπνήσει, πιστεύω η όρεξή του θα αυξηθεί απότομα. Επειδή είναι υπερανθεκτικό είδος, δε φοβάμαι ότι θα πάθει κάτι σοβαρό. Απότερος σκοπός είναι η εύρεση ενός αρσενικού και η αναπαραγωγή του σπάνιου αυτού είδους. Αν γίνει αυτό, θα είμαι ο μόνος που έχει αναπαραγάγει το είδος στην Ελλάδα.

Το μόνο δύσκολο ζήτημα που μένει είναι αυτό του ονόματος. Θέλω να του δώσω ένα αρχαίο ελληνικό όνομα. Προς το παρόν λέγεται Περσεφόνη, επειδή έχει σχέση και με τον Πάνω και με τον Κάτω Κόσμο. Το όνομα ωστόσο είναι προσωρινό, και δέχομαι κι άλλες προτάσεις στα σχόλια. Αν δε μου έρθει κάποιο καλύτερο όμως θα κρατήσω αυτό.

Πηγές και σύνδεσμοι:β
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Teratoscincus
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το Λεκανοπέδιο του Τουρπάν
οδηγός φροντίδας του T. roborowskii στο feeders.gr
το γένος Teratoscincus στο Gecko Time
οδηγός φροντίδας για T. perzewalskii
οδηγός φροντίδας για T. scincus
η βιοποικιλότητα των ερήμων
Επιστημονικές μελέτες:
μελέτες πάνω στον ημερήσιο ρυθμό δραστηριοότητας, στη διατροφή, στην οικεία ζώνη, στην επιλογή μικροενδιαιτημάτων και στον τρόπο κυνηγιού στο είδος T. roborowskii
βικαριανικά πρότυπα κατακερματισμού στο γένος Teratoscincus προκαλούμενα από την ινδική σύγκρουση, μία μοριακή φυλογενετική ανάλυση
πειραματική εκτίμηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων σε δύο είδη του γένους Teratoscincus
φυλετικός διμορφισμός και διατροφικές συνήθειες στις δάφορες εποχές στο είδος T. roborowskii
ανάλυση της κινητικής δραστηριότητας της νυκτόβιας σαύρας T. scincus υπό διάφορες εντάσεις σεληνόφωτος
τρισδιάστατη κινηματική των πίσω άκρων σε δύο είδη χερσαίων γκέκο
χαρακτηριστικά της οδοντοστοιχίας στις σαύρες του γένους Teratoscincus και σε άλλα γκέκο
κάποια στοιχεία της οικολογίας και της φυσικής ιστορίας του γκέκο T. keyserlingii
η αυτοτομή της ουράς δεν επηρεάζει σημαντικά την κινητικότητα και τη συμπεριφορά κατά των εχθρών σ’ένα δρομεϊκό γκέκο, το είδος T. scincus
το χαμηλό κόστος μετακίνησης αυξάνει την επίδοση σε χαμηλές θερμοκρασίες σε ένα νυκτόβιο γκέκο, στο είδος T. perzewalskii
μορφολογία και λειτουργία των ηχοπαραγωγών φολίδων στην ουρά του T. scincus

Σταπέλιες

η Orbea variegata μου με άνθος

Οι περίεργοι, γωνιώδεις βλαστοί τους, καθώς και τα μοναδικά άνθη τους με το ιδιαίτερο σχήμα, χρώμα, υφή και οσμή, έχουν κάνει τις σταπέλιες απαραίτητο στοιχείο κάθε συλλογής παχυφύτων. Υπάρχουν επίσης και σοβαροί συλλέκτες εξειδικευμένοι στα φυτά της συγκεκριμένης ομάδας, οι οποίοι προσπαθούν να συγκεντρώσουν όλα τα είδη, αλά και τις αναρίθμητες φυσικές και τεχνητές ποικιλίες τους. Δεν έχουν την επονομασία «οι ορχιδέες των παχυφύτων» χωρίς λόγο. Όπως και με άλλα παχύφυτα, οι σταπέλιες συχνά συγχέονται με τους κάκτους, αλλά η ομοιότητά τους είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης υπό τις ίδιες εξελικτικές πιέσεις (ξηρό, θερμό και άνυδρο περιβάλλον) παρά άμεσης συγγένειας. Οι δύο αυτές ομάδες παχυφύτων βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες ανθοφόρων φυτών, με τους κάκτους κοντύτερα στα γαρύφαλλα και τις σταπέλιες κοντύτερα στις πικροδάφνες. Εκτός αυτού, οι κάκτοι είναι κατά κύριο λόγο αμερικανική οικογένεια, ενώ οι σταπέλιες περιορίζονται απποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο. Οι κάκτοι επίσης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτεροι ποικιλομορφία ως προς τη μορφολογία, τον τρόπο ανάπτυξης και τα κλίματα όπου ευδοκιμούν.

Το όνομά τους το έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής συστηματικής ταξινόμησης, προς τιμήν του Ολλανδού βοτανολόγου και γιατρού του 15ου αι. Γιοχάνες βαν Στάπελ (Johannes van Stapel). Οι σταπέλιες αποτελούν τη φυλή Stapeliae, της υποοικογένειας Asclepiadoidea, της οικογένειας Apocynaceae, της τάξης Gentianales. Στα ασκληπιαδοειδή ανήκουν αγριόχορτα όπως οι ασκληπιάδες, αλλά και παχύφυτα σταπελιοειδούς χαρακτήρα όπως οι κηροπηγίες (γένος Ceropegia). Μέχρι πρότινος, οι ασκληπιάδες ταξινομούνταν σε δική τους οικογένεια, τους ασκληπιίδες (Asclepiadaceae), αλλά πρόσφατα οι οικογένειά τους υπήχθη στους αποκυνίδες (Apocynaceae). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν πολλά καλλωπιστικά φυτά με πλατιά φύλλα, επιδεικτικά άνθη και τοξικό γάλα, όπως η πικροδάφνη, η αλαμάντα, το φούλι, το ρυγχόσπερμα, και παχύφυτα όπως το παχυπόδιο (γένος Pachypodium), το αδένιο (γένος Adenium) και η αδένια (γένος Adenia). Οι σταπέλιες ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές, και ορισμένα είδη είναι εδώδιμα. Τα γένη της φυλής των σταπελιών είναι: Angolluma, Baynesia, Caralluma, Desmidorchis, Duvalia, Echidnopsis, Edithcolea, Frerea, Hoodia, Huernia, Huerniopsis, Larryleachia, Notechidnopsis, Orbea, Orbeopsis, Piaranthus,’stapelia, Stapelianthus, Stapeliopsis, Tavaresia, Tridentea, Tromotriche και Whitesloanea. Στα αγγλικά το κοινό τους όνομα είναι «stapeliads (σταπελιάδες)», αλλ’αυτή η κατάληξη δε δικαιολογείται ετυμολογικά. Προφανώς προήλθε από σύγχυση με τις ασκληπιάδες. Οι σταπέλιες απαντούν στην Αφρική, στην Αραβική Χερσόνησο και στην υπόλοιπη Ασία μέχρι και την Ινδική Χερσόνησο. Το είδος Caralluma europaea είναι το μόνο ευρωπαϊκό είδος, με εξάπλωση στην ακραία νότια Ιβηρική Χερσόνησο. Κέντρα ποικιλότητας, δηλαδή περιοχές με μεγάλο αριθμό ειδών και πολλές ενδημικές και μικροενδημικές μορφές, είναι η βορειοανατολική Αφρική, η νότια Αφρική, η Υεμένη και το νησί Σοκότρα ανοιχτά της Υεμένης, και οι ξηρές περιοχές της Ινδίας, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Νεπάλ και της Βυρμανίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη κατάγονται από τη νοτιοαφρικανική περιοχή, αλλά μπορούν να βρεθούν είδη από κάθε περιοχή. Οι σταπέλιες φύονται σε ξηρές τοποθεσίες, είτε σε αμμώδες χώμα, είτε ανάμεσα σε πέτρες ή κάτω από την ελαφρά ημισκιά ψηλότερων θάμνων.

Όλες οι σταπέλιες είναι παχύφυτα, με σαρκώδεις βλαστούς όπου αποθηκεύεται το νερό. Οι βλαστοί κυμαίνονται σε ύψος από 2,5 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα και είναι γωνιώδεις, συνήθως τετραγωνισμένοι, αν και υπάρχουν είδη με έξι ακμές, και ορισμένα του γένους Hoodia μπορεί να έχουν πάνω από 30. Πάνω στις ακμές βρίσκονται τα φύματα, μικρά εξογκώματα που κανονικά θα έφεραν τα φύλλα. Τα φυτά αυτά είναι λειτουργικά άφυλλα, με υπολειμματικα μόνο φύλλα. Συνήθως υπάρχουν δύο παραφυλλικά δόντια, μικρά δόντια που αντιστοιχούν στα παράφυλλα άλλων φυτών, ελασματώδεις προεξοχές εκατέροθεν της βάσης του μίσχου του φύλλου. Επίσης κατά την ανάπτυξη συνήθως σχηματίζεται το υπόλειμμα του κυρίως φύλλου, το οποίο είναι ένα μικρό δόντι και πέφτει σύντομα μετά την εμφάνισή του, αν και κάποια είδη του νοτιοαφρικανικού γένους Tridentea το διατηρούν, εξού και το όνομά του. Το ινδικο είδος Frerea indica είναι η μόνη σταπέλια που παράγει κανονικά, μακρόστενα φύλλα, και μόνο κατά τη βροχερή περίοδο. Οι βλαστοί μπορεί να είναι λείοι ή χνουδωτοί, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, Ενώ σε πολλά είδη μπορεί να έχουν μοβ ή ερυθρές περιοχές και κηλίδες, οι οποίες είναι εμφανέστερες στο έντονο ηλιακό φως (το φυτό παράγει ανθοκυανίνες για να προστατευτεί). Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, αλλά συνήθως είναι εξαπλούμενοι ή έρποντες, και μπορεί να ριζώσουν στην επαφή τους με το έδαφος. Το ριζικό σύστημα των φυτών αυτών είναι ρηχό, όπως και σε πολλά άλλα παχύφυτα, ώστε ν’απορροφά γρήγορα το νερό της βροχής πριν εξατμιστεί από τη ζέστη.

Το πλέον οιδοποιό στοιχείο όμως των φυτών αυτών είναι τα άνθη τους. Τα άνθη κυμαίνονται σε διάμετρο από 2 χιλιοστά σε αρκετά είδη των γενών Echidnopsis και Pseudolithos, μέχρι τα 41 εκατοστά ή και περισσότερο στη γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea), η οποία έχει το μεγαλύτερο άνθος από κάθε άλλο παχύφυτο. Τα άνθη φύονται προς τη βάση του βλαστού στα μεγανθή και στη μέση ή προς τις κορυφές στα μικρανθή είδη, μονήρη, κατά μικρές ομάδες ή μικρές ταξιανθίες. Τα άνθη των φυτών αυτών έχουν δισκοειδές, αστεροειδές σχήμα, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Αποτελούνται από 5 σέπαλα και 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, όπως και σ’όλα τα μέλη της οικογένειας. Σπάνια εμφανίζονται φυτά που από μετάλλαξη έχουν λιγότερα πέταλα από σύμφυση δύο ή και περισσότερων, έχουν περισσότερα ή είναι ημίδιπλα. Κατά τ’άλλα τα άνθη τω σταπελιοειδών αποκλίνουν πολύ από τα κοινά άνθη. Οι βάσεις των πετάλων μαζί με τις αναπαραγωγικές δομές στο κέντρο του άνθους είνα συνενωμένες σε μια πολύπλοκη δομή, το δίσκο ή δακτύλιο (annulus). Τα άνθη δεν είναι λεπτά και μαλακά όπως αυτά των περισσότερων φυτών· ανταυτού είναι σκληρά, δύσκαμπτα, με δερματώδη και συχνά με σαρκώδη πέταλα, θυμίζοντας περισσότερο φύλλα παχυφύτου. Τα πέταλα δεν είναι λεία κι απαλά, αλλά χνουδωτά και κάποιες φορές αυλακωτά, ενώ πολλά είδη φέρουν μακρύτερες τρίχες στις άκρες των πετάλων τους, οι οποίες δονούνται με τον άνεμο (δονητικές τρίχες). Τα χρώματά τους δεν είναι τα καθαρά κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί κλπ των γνωστών λουλουδιών, αλλά θαμπές αποχρώσεις του καφέ, του καφεκόκκινου, του μπεζ, του μοβ και του ροζ. Τέλος η οσμή τους δεν είναι η γλυκιά οσμή των αγαπητών μας λουλουδιών, αλλά αυτή ενός πτώματος σε αποσύνθεση. Οι σταπέλιες χρησιμοποιούν τις μύγες για την επικονίασή τους, κι επειδή τα φυτά που χρησιμοποιούν τέτοιους επικονιαστές δεν τους ανταμοίβουν με νέκταρ, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνήθως δεν τρώνε, θα πρέπει να στήσουν την απάτη τους όσο το δυνατόν καλύτερα, γι’αυτό και το σχήμα, το χρώμα, η υφή και η οσμή των ανθέων των σταπελιοειδών πλησιάζουν όσο γίνεται τη μορφή ενός νεκρού ζώου σε αποσύνθεση. Η απάτη είναι τόσο αληθοφανείς, που σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε μεγάλα άνθη, οι μύγες γεννούν τα αυγά τους στη στεφάνη του άνθους, αλλά φυσικά οι προνύμφες πεθαίνουν από ασιτία. Η στρατηγική αυτή είναι αρκετά επιτυχημένη, αφού και μια νοτιοαφρικανική ορχιδέα, το είδος Satyrium pumilum μιμείται τις σταπέλιες αναδίδοντας οσμή πτώματος, και, όπως και οι περισσότερες ορχιδέες, εξαπατά τους επικονιαστές της. Πολλά άλα φυτά προσελκύουν μύγες με παρόμοιες οσμές σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως το φιδόχορτο στην Ελλάδα για παράδειγμα, μέλος της οικογένειας των αροειδών με πολλά άλλα μυιόφιλα είδη. Τα διάφορα είδη σταπέλιας διαφέρουν ως προς την οσμή και τη μορφή των ανθέων, κι έτσι προσελκύουν συγκεκριμένα είδη επικονιαστών, ενώ μερικά είναι εξειδικευμένα σ’ένα μόνο είδος. Κάποια είδη πλησιάζουν την οσμή του πτώματος περισότερο από άλλα. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως το είδος Caralluma plicatiflora της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, το οποίο μυρίζει σαν κοπριά καμήλας, προσελκύοντας τις πιο κοπροφάγες μύγες. Άλλα είδη χρησιμοποιούν μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες και σκαθάρια ως επικονιαστές, π.χ. τα είδη Stapelia erectiflora και S. flavopurpurea αναδίδουν γλυκή οσμή για την προσέλκυση των μελισσών, αλλά η συντριπτική πλειονότητα χρησιμοποιεί τις μύγες. Τέλος υπάρχουν και λίγα είδη που παράγουν νέκταρ.

Το σύστημα επικονίασης των φυτών αυτών είναι μοναδικό. Αντί να απελευθερώνουν κόκους γύρης, οι οποίοι μεταφέρονται παθητικά με τα έντομα σε άλλα άνθη, συσκευάζουν τη γύρη τους σε συσσωματώματα, τα γυρεοσώματα (pollinia), τα οποία εναποτίθενται ολόκληρα από τα έντομα στα άνθη αποδέκτες. Όλα τα ασκληπιαδοειδή χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, αλλά οι σταπέλιες το έχουν εξελίξει στον υπέρτατο βαθμό. Το pollinium είναι μέρος μίας μεγαλύτερης δομής, της συσκευής επικονίασης, η οποία αποτελεί προϊόν έκκρισης των κυττάρων του ανθήρα. Η συσκευή αποτελείται από ένα κεντρικό σωμάτιο (corpuscle), το οποίο φέρει δύο μεταφορείς βραχίονες (translator arms) ή ουρίδια (caudicles), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με το σωμάτιο είτε απευθείας, είτε με τη βοήθεια ενός φτερού του ουριδίου. Στις απολήξεις των ουριδίων βρίσκονται τα pollinia. Στα υπόλοιπα ασκληπιαδοειδή, μεταξύ του ουριδίου και του pollinium παρεμβάλλεται ακόμα ΄μια δομή, το retinaculum. Το έντομο, καθώς επισκέπτεται ένα άνθος, παγιδεύει ένα μέρος του σώματός του (κάποιο πόδι ή κεραία αν είναι μικρό, ένα τριχίδιο αν είναι μεγαλύτερο) στο κενό που αφήνουν τα φτερά των ανθήρων, και με τις κινήσεις που κάνει προσπαθώντας ν’απελευθερωθεί, αποσπά έναν μηχανισμό επικονίασης, τον οποίο εναποθέτει σε άλλο άνθος του ίδιου είδους με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας τη διαδικασία της επικονίασης. Στις υπόλοιπες ασκληπιάδες, το σφαιρικό pollinium μπορεί να τοποθετηθεί στο άνοιγμα χωρίς κάποιον προσανατολισμό, αλλά στις σταπέλιες η μορφή του pollinium και της σχισμής είναι τέτοια, ώστε αυτό να μπορεί να μπει μόνο από συγκεκριμένη πλευρά, σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ορισμένα γένη ωστόσο, όπως η Hoodia, δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το διαφορετικό σχήμα του pollinium και τη σχισμής σε κάθε είδος, καθώς και οι διαφορές στη μορφολογία των ανθέων, άρα και στους επικονιαστές τους οποίους προσελκύουν, είναι οι κύριοι φραγμοί κατά του υβριδισμού των ειδών στη φύση, παρά οι γενετικές διαφορές, αφού υβρίδια φαινομενικά ασύμβατων ειδών μπορούν να παραχθούν με τεχνητή επικονίαση. Υπάρχουν ωστόσο και γένη με συμβατά κλειδιά και κλειδαριές, τα οποία υβριδίζονται και στη φύση. Σύντομα λοιπόν μετά την τοποθέτηση του pollinium στην κλειδαριά, το πρώτο απορροφά νερό από το άνθος και διογκώνεται, ώστε να μείνει στη θέση του, και στη συνέχεια βλαστάνουν όλα τα νημάτια της γύρης, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της επικονίασης. Παρόμοιος μηχανισμός επικονίασης με pollinia έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα στις ορχιδέες (οικογένεια Orchidaceae), ομάδα φυτών με μεγάλη εξειδίκευση στους επικονιαστές, αν και η μικροανατομία του συστήματος διαφέρει. Η στρατηγική αυτή μπορεί να εξελιχθεί μόνο σε φυτά με εξειδικευμένους επικονιαστές, όπου η πιθανότητα στοχευμένης μεταφοράς της γύρης σε άλλο άνθος του ίδιου είδους είναι μεγάλη. Μεγάλο πλεονέκτημα΄της είναι η μαζική γονιμοποίηση όλων των ωαρίων ενός άνθους από τη γύρη ενός μόνο άλλου. Το μειονέκτημά της είναι ωστόσο ότι, αν το pollinium χαθεί, όλες οι πιθανότητες γονιμοποίησης ενός ανθήρα, μιας ομάδας ανθήρων ή ενός άνθους ανάλογα με το είδος μηδενίζονται.

Μετά την επιτυχεί γονιμοποίηση, το άνθος μαραίνεται δίνοντας τη θέση του μερικές φορές σ’έναν, αλλ΄ασυνήθως σε δύο επιμήκεις καρπούς. Επειδή συνήθως βγαίνουν διπλοί κι έχουν τημορφή κεράτων, ένα κοινό αφρικάανς όνομα για τις σταπέλιες είναι «bockhorings», δηλαδή κέρατα αντηλόπης. Οι καρποί αυτοί είναι κάψες και κατά την ωριμότητα ξηραίνονται και διαρηγνύονται, απελευθερώνοντας πολλούς μικρούς σπόρους, οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο χάρη στην κόμη, μία μικρή τούφα τριχών που φέρουν. Λίγοι βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν, κι ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν. Οι περισσότεροι βλαστάνουν στην ημισκιά μεγαλύτερων θάμνων. Κάποια είδη ξεφεύγουν από την καταπιεστική αυτήν τυραννία με τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, ενώ άλλαπαραμένουν εκεί, προστατευμένα από το σκληρό ήλιο της ερήμου. Οι σταπέλιες είναι σπάνιες στα οικοσυστήματα όπου ζουν, και, ασυνήθιστα για παχύφυτα, είναι εξαιρετικά βραχύβιες, με τις περισσότερες να ζουν στη φύση το πολύ μία δεκαετία. Μικροί πληθυσμοί τους σε μια περιοχή μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστούν χωρίς προφανή λόγο, κι αλλού να εμφανιστούν άλλοι.

Η χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Το είδος Carallum adscendens, με εξάπλωση από την Ινδία μέχρι το αφρικανικό Σαχέλ, τρώγεται στην Ινδία ως λαχανικό, είτε φρέσκο είτε σε τουρσί, ενώ χρησιμοποιείται από τους ταξιδιώτες και τους κυνηγούς για να μετριάζουν τη πείνα και τη δίψα στο δρόμο. Θεωρείται επίσης φαγητό πείνας. Στη νότια Αφρική, τα είδη Orbea lugardii και O. maculata τρώγονται ως λαχανικά, κι έχουν γεύση μαρουλιού. Σπανιότερα τρώγεται και η O. namaquensis, η οποία είναι πολύ πικρή. Οι σταπέλιες έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης και στην ιατρική, για τη θεραπεία πραγματικών ή και περισσότερο μαγικών παθήσεων. Για παράδειγμα οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Hoodia gordoni για να μετριάσουν την δίψα τους στα ταξίδια – άλλωστε περιέχει πολύ νερό -, ίσως και για να κόψουν την όρεξη, αλλά και για τη θεραπεία της δυσπεψίας, των στομαχικών κραμπών, των αιμορροΐδων, του διαβήτη και μικρών μολύνσεων. Οι Ζουλού της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Stapelia gigantea για τη θεραπεία της υστερίας. Μακράν όμως η μεγαλύτερη χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι στην κηπουρική.

Οι σταπέλιες καλλιεργούνται ευρέως παγκοσμίως για τα μοναδικά γνωρίσματά τους. Υπάρχει τεράστια διαθέσιμη γκάμα ειδών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικόβαθμο΄δυσκολίας, με κάποια είδη το ίδιο εύκολα μ’άλλα κοινά παχύφυτα κι άλλα που εκνευρίζουν ακόμα και τους πλέον πεπειραμένους καλλιεργητές. Γενικά, οι σταπέλιες που κατάγονται από περιοχές με σταθερή βροχερή περίοδο είναι ευκολότερες από τις πιο τροπικές αλλά ξηροφυτικές. Οι περισσότερες χνουδωτές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Οι ανάγκες τους είναι παρόμοιες μ’αυτές άλλων παχυφύτων, δηλαδή ζεστό και φωτεινό περιβάλλον κατά την περίοδο ανάπτυξης, χώμα με καλή αποστράγγιση και πλήρης ανάπαυλα το χειμώνα. Το εδαφικό μίγμα για τα είδη από μέρη με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά το 1/3 από άμμο, το 1/3 από φυλλόχωμακαι το 1/3 από κοινό χώμα κήπου. Τα πιο ξηροφυτικά είδη θα χρειαστούν μίγμα που στραγγίζει αμέσως, με πολύ λιγότερη οργανική ύλη, ενώ αρκετοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν εντελώς ανόργανο μίγμα για τα πλέον ευπαθή ξηροφυτικά είδη, για την αποφυγή της μυκητικής σήψης των ριζών. Για ορισμένα είδη, των οποίων οι βλαστοί δεν αγγίζουν απευθείας το χώμα, αλλά στέλνουν τις ρίζες τους ανάμεσα στα βράχια, θα πρέπει η επιφάνεια της γλάστρας να στρωθεί με κάποιο ανόργανο υλικό όπως περλίτη ή χαλίκια, για να μη σαπίσουν. Οι γλάστρες για τις σταπέλιες μπορούν να είναι ρηχές, αφού τα φυτά αυτά δεν έχουν βαθύ ριζικο σύστημα και περισσότερο απλώνονται παρά αναπτύσσονται καθ’ύψος, και οπωσδήποτε θα πρέπει να έχουν αρκετές τρύπες αποστράγγισης. Είδη που κρέμονται καλά μπορούν να φυτευτούν σε κρεμαστά καλάθια και οι βλαστοί τους ν’αφήνονται να πέφτουν προς τα κάτω, ώστε τα άνθη τους να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση. Ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και την κλιματική ζώνη, ορισμένα είδη μπορούν να φυτευτούν σε κήπους ή βραχόκηπους, ενώ ευκολα καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Στους κήπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εδαφοκάλυψη μπροστά από ψηλότερα φυτά, και ακόμα και οι στείροι βλαστοί των πιο πολύχρωμων ειδών είναι εντυπωσιακοί στο βραχόκηπο. Τα είδη που κατάγονται από περιβάλλοντα με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει να ποτίζονται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, αρκει το χώμα να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα, ενώ τα πιο ξηροφυτικά είδη θα πρέπει να ποτίζονται αραιότερα. Γενικά, το λιγότερο πότισμα είναι καλύτερο από το περισσότερο. Όλα τα είδη θα πρέπει να λιπαίνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης ελαφρά, και τα ξηροφυτικά ακομα ελαφρότερα. Οι σταπέλιες ευδοκιμούν στον απευθείας ήλιο, αλλά επειδή πολά είδη αναπτύσσονται κάτω από τη ημισκιά ψηλότερων φυτών, καλύτερα να δέχονται περισσότερο τον πρωινό και τον απογευματινό ήλιο, παρά το μεσημεριανό. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται εύκολα με μοσχεύματα, τα οποία κόβονται κατά την περίοδο ανάπτυξης για βέλτιστα αποτελέσματα. Όπως και με τους κάκτους, το μόσχευμα θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώσει αφού κοπείπριν φυτευτεί, γιατί αλλιώς θα σαπίσει. Αντίθετα με τους κάκτους, ο χρόνος ξήρανσης είναι λιγότερος, συνήθως μια βδομάδα. Μετά το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί ρηχά στο έδαφος, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σαπίσει, κι αν υπάρχει πρόβλημα στήριξης, μπορεί να στηριχθεί με βότσαλα, ξυλάκια ή και με λίγο ανασηκωμένο χώμα. Όπως και με τους κάκτους, δε θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά μέχρι να ριζώσει – τα ξηρόφυτα ριζώνουν μόνο όταν πρέπει να ψάξουν νερό. Σύντομα μετά τη ριζοβολία θα ξεκινήσει η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης και με σπόρο, αλλά είναι πολύ ψιλός και πετάει αμέσως, γι’αυτο θα πρέπει να συλλεγεί μόλις ανοίξει η κάψα, ή, καλύτερα, η κάψα να περιβληθεί με διχτάκι πριν ωριμάσει ώστε όλοι οι σπόροι να πέσου μέσα. Οι σπόροι χρειάζονται μέτριες προς υψηλές θερμοκρασίες και καλά αποστραγγιζόμενο αλλά ελαφρώς υγρό χώμα για τη βλάστηση και τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία, αλλά και η μεγάλη πυκνότητά τους μπορούν να οδηγήσουν σε μυκητική σήψη. Για να υπάρχουν σπόροι όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η επικονίαση. Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω θα γονιμοποιηθούν φυσικά από τα έντομα, αλλά αυτά που ζουν σε μόνιμα κλειστό θερμοκήπιο χωρίς πρόσβαση σεέντομα ή εξειδικευμένα είδη με επικονιαστές που μπορεί να μην υπάρχουν στην περιοχή θα πρέπει να επικονιαστούν τεχνητά, δηλαδή με χειροκίνητη μεταφορά ενός μηχανισμού επικονίασης από ένα άνθος στην κλειδαριά ενός άλλου. Η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη από την τεχνητή επικονίαση των τυπικών ανθέωνμε του βουρτσάκι, απαιτώντας χειρουργική ακρίβεια, μικρολαβίδα και μικροσκόπιο. Η μέθοδος αυτή ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολλά ενδιαφέροντα υβρίδια, τα οποία μετά μπορούν να διαιωνιστούν με μοσχεύματα. Οι περισσότερες σταπέλιες δεν αντέχουν την παγωνιά, αν και λίγα εύκρατα είδη της Νότιας Αφρικής μπορούννα επιβιώσουν σε ελαφριές παγωνιές συντομης διάρκειας αν είναι στεγνά, οπότε χρειάζονται προστασία. Τα πιο ξηροφυτικά είδη έχουν πρόβλημα επιβίωσης σε χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμα κι αν διατηρούνται στεγνά και το θερμόμετρο δεν πέφτει ποτέ κάτω από το μηδέν, επειδή ο μεταβολισμός τους είναι αφύσικα χαμηλός, και οι άμυνές τους κατά των ασθενειών πεσμένες, κι έτσι σαπίζουν εύκολα από μύκητες. Τα συγκεκριμένα είδη δε θα πρέπει να εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών αν γίνεται, και καλύτερα να διατηρούνται σε ακόμα υψηλότερες. Μεγαλύτεροι εχθροί των σταπελιών είναι οι μύκητες, οι οποίοι μπορούν να τις σαπίσουν ταχύτατα. Απόέντομα, σημαντικκότεροι εχθροί είναι τα κοκκοειδή, τα οποία προσβάλλουν τους βλαστούς, συχνά καλύπτοντάς τους ολόκληρους, και οι αλευρώδεις, οι οποίοι προσβάλλουν τις ρίζες και τους πολύ πυκνούς βλαστούς. Σπανιότερα τις επιτίθενται οι αφίδες, οι κάμπιες και το ρυγχωτό σκαθάρι Paramecops stapeliae, είδος εξειδικευμένο να τρώει σταπέλιες, το οποίο τρέφεται τρυπώντας τους βλαστούς και απομυζώντας το χυμό τους. Είναι αρκετά σπάνιο, αλλά μπορεί να προξενήσει σοβαρές ζημιές σε συλλογές όποτε εμφανίζεται. Τα έντομα μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διάφορα εντομοκτόνα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ενώ για τους μύκητες η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. Προληπτικά, π.χ. για σπορόφυτα ή γιαμοσχεύματα σπάνιων ειδών μπορούν να χρησιμοποιηθούν μυκητοκτόνα, αλλά μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα απαιτείται άμεση δράση. Τα πράσινα μέρη του φυτού μπορούν να κοπούν λίγο ψηλότερα από το σημείο της σήψης, και να φυτευθούν σε νέες γλάστρες με νέο, αποστειρωμένο χώμα. Παρακάτω θα παρουσιάσω τρία συγκεκριμένα είδη τα οποία έχω, είχα ή θα ήθελα ν’αποκτήσω.

Το πρώτο είδος που έχω ακόμα είναι αυτό της φωτογραφίας. Είναι μια ποικιλόχρωμη σταπέλια ή όρμπεα (Orbea variegata), το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος της ομάδας. Το γένος Orbea περιλαμβάνει περίπου 56 είδη σε Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, με ισάριθμα είδη στο βόρειο και το νότιο Ημισφαίριο. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό orbis, δηλαδή κύκλος, αναφερόμενο στον εμφανή δακτύλιο στο κέντρο του άνθους. Η O. variegata είναι το ευκολότερο είδος σταπέλιας. Καλλιεργείται σαμ κάθε παχύφυτο, και ανέχεται λάθη που θα σκότωναν αμέσως τα ευπαθέστερα είδη. Είναι η παλαιότερη σταπέλια σε καλλιέργεια, με πολλές ποικιλίες και υβρίδια, κάποια των οποίων αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστά είδη στο παρελθόν. Κατάγεται απο΄το δυτικό Ακρωτήριο, μια περιοχή με χειμερινή βροχερή περίοδο, όπου φύεται κοντά στην ακτή. Δεν είναι πολύ ψηλό φυτό, με ύψος όχιπερισσότερο των 15 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι λείοι, τετραγωνισμένοι, με κανονικά φύματα, πράσινοι με χαρακτηριστικές μοβ περιοχές που γίνονται εντονότερες στο έντονο ηλιακό φως, και διακλαδίζονται προς τη βάση τους. Το φυτό απλώνεται στο έδαφος και ριζώνει σε σημεία επαφής με αυτό. Τα άνθη του φύονται προς τις κορυφές των βλαστών, έχουν διάμετρο 5 εκ και το τυπικό αστεροειδές σχήμα, με πέταλα καφέ προς μοβ και ανοιχτότερο κίτρινο δακτύλιο. Περίοδος ανάπτυξής του είναι ο χειμώνας και η άνοιξη, αλλά σε ψυχρότερα κλίματα όπως εδώ, το χειμώνα αδρανοποιείται κι αναπτύσσεται την άνοιξη μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι οδηγίες καλλιέργειας για τα ευκολότερα είδη παραπάνω ισχύουν και γι’αυτό το είδος. Δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα· καλλιεργείται και πολλαπλασιάζεται απροβλημάτιστα. Χάρη στην ανθεκτικότητά του, το φυτό ξέφυγε από την καλλιέργεια κι εξαπλώθηκε στη νότι Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο
Το δικό μου φυτό το πήρα το Μάιο του 2014 από την ανθοέκθεση. Ήμουν τυχερός, κι επαναλαμβάνω πολύ τυχερός, που πέτυχα πωλητή που γνώριζε τις επιστημονικές ονομασίες των φυτών που πουλούσε και μπορούσε να δώσει σωστές συμβουλές για τη φροντίδα τους. Ήταν άλλωστε όλα από δικό του φυτώριο. Στον πάγκο του είχε κάκτους, άλλα παχύφυτα και σαρκοφάγα φυτά. Του ζήτησα σταπέλια και μου έδωσε το μόνο είδος που είχε εκεί, το οποίο μου ταυτοποίησε ως Stapelia variegata, αν και ψάχνοντας βρήκα ότι αναταξινομήθηκε σε Orbea variegata. Ήταν ένα μικρό, παράξενο παχύφυτο με τετράγωνους βλαστούς σ’ένα μικροσκοπικό γλαστράκι όπως και τα υπόλοιπα, γεμάτο ρίζα. Λίγες μέρες μετά την αγορά του, το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερο, όπου αμέσως ξεκίνησε την ανάπτυξη, προφανώς για ν’αναπληρώσει το χαμένο χρόνο στο μικρό γλαστράκι. Σταμάτησε ν’αναπτύσσεται κατά τα μέσα του Ιουνίου, και για το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε στάσιμο. Από τα τέλη του Αυγούστου όμως άρχισε να πετάει παντού νέους βλαστούς ως προετοιμασία για την ανθοφορία, αλλά εγώ δεν το γνώριζα ακόμα. Ο καλλιεργητής μου είπε πως θα άνθιζε τον Αύγουστο, αλλά μάλλον πήγε πίσω εξαιτίας της μικρής γλάστρας όπου βρισκοόταν, και άνθισε το Σεπτέμβριο. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου λοιπόν πρόσεξα δύο μικρά μπιμπικάκια στην άκρη ενός μικρού, φαινομενικά ασήμαντου βλαστού, και υποψιάστηκα ότι μπορεί να ήταν μπουμπούκια, αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σε λίγες μέρες όμως οι ελπίδες μου επιβεβαιώθηκαν, επειδή οι κόκκοι αυτοί βρίσκονταν πάνω σε μικρούς ποδίσκους, που τότε ήταν σαν νήματα ακόμα. Σιγά-σιγά μεγάλωναν, και από το σχεδόν σφαιρικό σχήμα, αφού έφτασαν το 1 εκ σε ύψος πήραν το τυπικό κωδονοειδές σχήμα. Τότε νόμιζα πως σταμάτησε η ανάπτυξή τους, αλλά διαψεύστηκα. Το ένα συνέχιζε να μεγαλώνει, και μετά το 1,5 εκ άρχισε να αυξάνεται σε πλάτος. Τις μέρες πριν ανοίξει είχε πάρει δισκοειδές σχήμα και είχε φτάσει σε μέγεθος δίευρου ή και περισσότερο, δηλαδή 2 εκ και κάτι. Το μόνο που έμεινε από το πρώην κωδονοειδές σχήμα του ήτα μια μυτούλα στη μέση. Ο ποδίσκος του είχε μεγαλώσει επίσης και σε μήκος (γύρω στα 4 εκ) και σε πάχος, και το άνθος κρεμόταν επικίνδυνα, αλλά τελικά δεν έπαθε τίποτα. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου λοιπόν, η μυτούλα αυτή άρχισε ν’ανοίγει. Την επόμενη μέρα, 20 Σεπτεμβρίου, το άνθος είχε ανοίξει, αν και τα πέταλα γύριζαν ακόμα προς τα πάνω. Νομίζοντας ότι αυτό ήταν το κανονικό άνθος του φυτού, απογοητεύτηκα, διότι δε μύριζε καθόλου. Είχε μόνο μια πολύ ελαφριά οσμή χαλασμένου ψαριού. Το βράδυ το πήγα στα ζώα μου για να δω τις αντιδράσεις τους. Η κουνέλα μου η Λίμπο, αφού πήγε να δοκιμάσει μια κορυφή του φυτού και την άφησε αμέσως, μάλλον επειδή ήταν πικρό, μύρισε το άνθος και πήγε πίσω. Το λοφιοφόρο μου γκέκο ο Βαρώνος το πλησίασε, και άρχισε να το μυρίζει και να βγάζει τη γλώσσα του με ιδιαίτερη προσήλωση. Απόρησα τότε αν το είδος είναι πτωματοφάγο στη φύση – κανονικά τρώει έντομα, νέκταρ και ώριμα φρούτα. Από την άλλη ίσως απλώς το άνθος να μύριζε σαν φρούτα που αρχίζουν να σαπίζουν ή απλώς το γκέκο να παραξενεύτηκε από τη μυρωδιά, και να κάθισε λίγο παραπάνω εκεί για να το εξερευνήσει. Την επόμενη μέρα λοιπόν διαψεύστηκα για ακόμα μια φορά. Το άνθος τώρα είχε ανοίξει εντελώς, και ανέδιδε έντονη μυρωδιά σαπίλας. Ήταν κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα, περισσότερο προς το δεύτερο, πάραυτα η μυρωδιά ήταν ελάχιστα αισθητή μετά την απόσταση των 10 εκατοστών. Το ξαναπήγα στα ζώα. Η κουνέλα το μύρισε και πήγε πίσω αμέσως, και το γκέκο, αφού το μύρισε λίγο, γύρισε απότομα το κεφάλι του αλλού. Σε επόμενες δοκιμές γύριζε το κεφάλι του αλλού, και μετά πήγαινε πίσω. Οπότε τελικά δεν είναι πτωματοφάγο. Οι αμίνες της αποσύνθεσης, όπως η σηψίνη και η πτωμαΐνη, που παράγουν κι αυτά τα φυτά, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στα ζώα και σε μικρές ακο΄μα συγκεντρώσεις. Για τα πτωματοφάγα είδη δρουν ως ισχυρά ελκτικά, ενώ για τα περισσότερα μη πτωματοφάγα είδη δρουν ως σήμα κινδύνου, αφού θα μπορούσαν να υποδηλώνουν νεκρό μέλος του είδους από ασθένεια ή εχθρό ή αλλοιωμένη τροφή. Αντιδράσεις αποφυγής προς αυτές τις ουσίες έχουν καταγραφεί σε ζώα από μικρά ασπόνδυλα και ψάρια όπως ζεβρόψαρα, μέχρι μεγάλα θηλαστικά και φυσικά τον άνθρωπο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου λοιπόν, φωτογράφισα το άνθος. Στις 25 του μηνός άρχισε να μαραίνεται, αλλά δεν το άφησα να πέσει· το έκοψα για να βρω το σημείο που παράγονται οι ουσίες αυτές. έσπασα το κεντρικό συνενωμένο μέρος, που ήταν πολύ χυμώδες, και το χέρι μου μύριζε σαν το άνθος για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μετά μύριζε απλώς σαν χυμός φυτού. Κάπου εκεί μέσα θα παράγονται οι ουσίες αυτές, αλλά σε πολύ μικρές ποσότητες. Δεν έχει μελετηθεί ο τρόποςπαραγωγής τους, αλλά πιθανότατα θα παράγονται από τη λύση αμινοξέων σε κάποια κύτταρα. Άλλωστε τέτοιες ουσίες υπάρχουν σε μικροποσότητες σε ζωντανούς ιστούς. Στον άνθρωπο, μπορούν να βρεθούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ούρα, αλλά και στο σπέρμα, όπου μαζί με τη σπερμίνη και τη σπερμιδίνη, δύο άλλες αμίνες, συμβάλλουν στη συμπίεση του dna. Δηλαδή ουσιαστικά γεννιόμαστε από τις πτωμαΐνες. Μη νομίζετε λοιπόν ότι τα άνθη της σταπέλιας είναι σάπια ή βρώμικα. Αν πιάσετε ακόμα και το πιο δύσοσμο άνθος και μυρίσετε αμέσως μετά το χέρι σας, δε θα μυρίζει απολύτως τίποτα. Απλώς η μύτη μας είναι υπερευαίσθητη σε μικροσυγκεντρώσεις αυτών των ουσιών, κι έτσι μας δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότοι κάτι σαπίζει. Όσο το άνθος ήταν πάνω στο φυτό, είχα προσέξει ότι μύριζε εντονότερα την ημέρα, αλλά σχεδόν καθόλου τη νύκτα. Προφανώς παράγει τις περισσότερες ουσίες τις ώρες που κυκλοφορούν οι επικονιαστές του, για να μη δαπανά άσκοπα ενέργεια. Επίσης δεν πρόσεξα καμία μύγα στο άνθος. Ίσως το άνθος να ήταν μικρό και οι μύγες λίγες στην περιοχή, οπότε δε μπόρεσαν να το εντοπίσουν, ίσως απλώς να ήλθαν, αλλά εγώ να μην ήμουν μπροστά. Έκανε εκείνες της μέρες κρύο, αλλα τη μέρα είχε ήλιο και η θερμοκρασία ανέβαινε αρκετά, κι εκτός αυτού υπάρχουν και μύγες που πετάνε και σε πιο κρύο καιρό με την παραμικρή ένδειξη πτώματος.
Μετά λοιπόν την ανθοφορία, ήρθε ο χειμώνας κι επρόκειτο να μεταφυτεύσω το φυτό. Το έβγαλα από το γλαστράκι του επειδή το χρειαζόμουν, και το μισοφύτεψα σε μια ζαρντινιέρα προσωρινά. Τελικά άλλη γλάστρα δεν έψαξα, κι έτσι το φυτόπέρασε το χειμώνα έξω, σχεδόν γυμνόριζο. Αν και η θέση του ήταν αρκετά προστατευμένη από αέρηδες και δυνατά κρύα, σίγουρα θα πέρασε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι αφυδατώθηκε, αλλά ξαναδιογκώθηκε αμέσως μόλις το φύτεψα σε μεγαλύτερο γλαστράκι την άνοιξη. Κάποιες κορυφές ξεράθηκαν και τις έκοψα, και λίγοι βλαστοί άργησαν να επανυδατωθούν, αλλά γενικά το φυτό επανυδατώθηκε αμέσως κι άρχισε την νανάπτυξη. Διπλασιάστηκε σε μέγεθος και σταμάτησε την ανάπτυξη στις αρχές του Ιουνίου. Η ταλαιπωρία αυτή ωστόσο το πήγε λίγο πίσω, αφού το μπουμπούκι του το έβγαλε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, κι ακόμα είναι λιγότερο από 1 εκατοστό. Άσχετα αν ανθίσει ή όχι, αυτόν το χειμώνα θα πρέπει να το μεταφυτεύσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα που θα του πάει γι’αι αρκετά χρόνια. Την άνοιξη επίσης θα πρέπει να κόψω ένα μόσχευμα για να το αναπαραγάγω, γιατί ο πατέρας μου μου το ζητάει. Κάτι έχουμε μετα πτωματικά φυτά Έχουμε αλοκάσιες, τώρα αυτό, και σίγουρα θα μαζέψουμε κι άλλα.

Το δεύτερο φυτό, ου ήμουν ασυμπτωτικά κοντά στο να έχω, αλλά το έχασα ήταν η χούντια του Γκόρντον (Hoodia gordoni). Το φυτό αυτό περιγράφηκε το 1775 από τον Robert Jacob Gordon, και αρχικά ταξινομήθηκε στο γένος Stapelia. Σήμερα το γένος Hoodia περιλαμβάνει περίπου 20 είδη. Το είδος του ενδιαφέροντος απαντά στο βορειοανατολικό μέρος του δυτικού Ακρωτηρίου και στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, και στα νότια της Ναμίμπια. Οι θερμοκρασίες στο φυσικό του περιβάλλον κυμαίνονται μεταξύ -3 και 40 βαθμών,οπότε το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, στις άμμους της Καλαχάρι και κάτω από την ημισκιά άλλων θάμνων. Αρχικά το φυτό αποτελείται από έναν μόνο βλαστό, στη συνέχεια όμως διακλαδίζεται στη βάση του. Ένα ώριμο φυτό μπορεί να έχει 50 κλαδιά και να ζυγίζει 30 κιλά, ενώ αυτά που αναπτύσσονται σε καλές συνθήκες μπορούν να φτάσουν το 1 μέτρο. Οι βλαστοί του είναι γωνιώδεις και αγκαθωτοί, επειδή τα φύματά του είναι σκληρά και μυτερά. Τα άνθη εμφανίζονται κοντά ή πάνω στην κορυφή, έχουν διάμετρο 75 χιλιοστών και είναι πιο χωανοειδή σε σχέση μ’αυτά άλλων σταπελιών, μοιάζοντας με άνθη πετούνιας. Ποικίλουν σε χρωματισμούς από ξανθό έως σκούρο καφέ, και, όπως οι περισσότερες σταπέλιες, μυρίζουν σάπιο κρέας. Μετά την ανθοφορία παράγεται ένα ζευγάρι καρπών. Εκτός από bockhorings, το φυτό λέγεται και ghaap στα αφρικάανς, από το βουσμανικό khoba.
Το φυτό ίσως να σας είναι γνωστό ως φυσικό βοήθημα στην απώλεια βάρους. Ο όλος τσαρλατανισμός ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αι. όταν, με βάση την παραδοσιακή χρήση του από τους Βουσμάνους για τη μείωση της πείνας και της δίψας στην έρημο, το Νοτιοαφρικανικο Συμβούλιο για την Επιστημονική και Βιομηχανική Έρευνα (CSIR), αναζητώντας κάποια ενεργή ουσία στο φυτό, απομόνωσε το 1977 τη γλυκοζίδη p57, η οποίαμείωσε σημαντικά την όρεξη στους αρουραίους έπειτα από ενδοεγκεφαλική ένεση. Δεν υπάρχουν ωστόσο αποδείξεις ότι κάνει το ίδιο σε ζώα ή ανθρώπους από διά στόματος χορήγηση. Το CSIR πατεντάρησε την ουσία το 1996. /εν συνεχεία παραχώρησε την άδεια στη βρετανική εταιρεία Phytopharm, η οποίασυνεργάστηκε με την Pfizer για να απομονώσουν απ’το φυτό κι άλλα τυχόν χρήσιμα συστατικά, αλλά και να βρουν τρόπους σύνθεσής τους. Η Pfizer τελικά απέσυρε τα δικαιώματα το 2002. Ο καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντισον στου Ουινσκόνσιν Paul Hudson ανέφερε ότι, για να παραχωρήσει η Pfizer τόσο εύκολα τα δικαιώματα γιακάτι το οποίο έχει να κάνει με την παχυσαρκία, πάει να πει ότι το σκεύασμα δεν έχει αποτέλεσμα. Η Pfizer ανακοίνωσε το 2002 ότι σταματά την έρευνα πάνω στο p57, επειδή ήταν δύσκολο στη σύνθεση. Ο Jasjid Bindra, αρχηγός ερευνητής για τη χούντια στην Pfizer, ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι το σκεύασμα επιβάρυνε το ήπαρ από άλλες ουσίες που δε μπορούσαν εύκολα ν’αφαιρεθούν από αυτό, συμπληρώνοντας ότι απαιτούνται πολλοί έλεγχοι ακόμα μέχρις ότου εγκριθεί το σκεύασμα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, και ότι ως τότε όσοι κάνουν δίαιτα θα πρέπει να προσέχουν. Εντωμεταξύ οι Βουσμάνοι ή Σαν των περιοχών όπου φύεται το φυτό αυτό θεώρησαν το πατεντάρισμα ενός παραδοσιακού βοτάνου βιοπειρατεία από τους Λευκούς κατακτητές, και μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, το CSIR συμφώνησε οι Βουσμάνοι να λαμβάνουν ένα ποσοστό των κερδών από τη διαφήμιση της χούντια (πόσο;). Σήμερα το φυτό αυτό προστατεύεται στη Νότια Αφρική, και μόνο άτομα και λίγες εταιρείες με ειδική άδεια επιτρέπεται να το συλλέγουν. Δεν ξέρω όμως αν πράγματι ο νόμος εφαρμόζεται, ή διεφθαρμένοι αστυνομικοί αφήνουν τον καθένα να κάνει ό,τι θε΄λει με λίγο μπαγιόκο στην τσέπη. Τελικά πολύς χαμός για το τίποτα. Ένα σπάνιο φυτό οδηγήθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης από μία υπόθεση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Ή, για να το πω πιο δραματικά, οι αφρώδεις, χοντροί μακντοναλτσοφάγοι της Δύσης σχεδόν εξαφάνισαν ένα μικρό, έως τότε σχεδόν άγνωστο φυτό της αφρικανικής ερήμου. Αυτό θα πει παγκοσμιοποίηση.
Όλοι οι σπόροι της H. gordoni που διατίθενται στο εμπόριο για καλλιέργεια προέρχονται από καλλιεργούμενα φυτά, οπότε δεν επηρεάζονται οι άγριοι πληθυσμοί. Εγώ είχα πάρει τους δικούς μου σπόρους πέρσι το φθινόπωρο από τη γερμανική σελίδα εξωτικών σπόρων. Ήταν τρεις, και τους έσπειρα αμέσως σε αμμώδες χώμα, σ’ένα γλαστράκι στον ήλιο. Φύτρωσαν σε λιγότερο από μια βδομάδα, τρεις μικροί, κοντόχοντροι κι ανοιχτοπράσινοι βλαστοί με δύο μικρές, ίσως ακ΄κομα μαζεμένες κοτυληδόνες στην κορυφή. Και μετά ήρθε ο αέρας και τα κατέστρεψε όλα. Ίσως έπρεπε να μοιράσω τα φυτά σε διαφορετικά γλαστράκια για να σώσω κανένα, αλλά δεν το έκανα επειδή δεν πρόβλεψα τόσο ακραίο καιρό. Θα μπορούσα επίσης να έχω τις γλάστρες σε μέρος χωρίς τόσο αέρα, αλλά το μέρος με τον περισσότερο αέρα στο μπαλκόνι μου είναι κι αυτό με τις περισσότερες ώρες ήλιου. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να λύσω αυτά τα προβλήματα.
Η χούντια καλλιεργείται όπως οι πιο ξηροφυτικές σταπέλιες. Χρειάζεται ήλιο, χώμα με λίγη οργανική ύλη και καλή αποστράγγιση, αραιά ποτίσματα και λίγη σχετικά λίπανση. Αντέχει τις χαμηλες θερμοκρασίες και τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Ιδιαιτερότητα όμως αυτού του φυτού είναι ότι σπάνια τα μοσχεύματά του δημιουργούν κάλο, εκείνη την αδιαφοροποίητη μάζα κυττάρων στο σημείοκκοπής που επαναδιαφοροποιείται σε ρίζες, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μ’αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατος, άρα μονο με σπόρο. Οι σπόροι χρειάζονται υγροό αλλά ελαφρύ χώμα. Η ανεπαρκής αποστράγγιση και η μεγάλυ πυκνότητα φυτών μπορούν να οδηγήσουν γρήγορα στη μυκητική σήψη, γι’αυτό θα πρέπει τέτοιες καταστάσεις ν’αποφεύγονται. Τα νεαρά φυτά θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σ’ένα χρόνο, οπότε θα έχουν ψηλώσει αρκετά, και σε 3 χρόνια θα είναι ήδη 25 εκ ψηλά με 10 κλαδιά. Στη φύση το φυτό δε ζει περισσότερο από 15 χρόνια, αλλά σε καλλιέργεια μπορεί να ζήσειπάνω από 25 χρόνια.

Το τρίτο φυτό που δεν έχω, αλά ακόμα ψάχνω, είναι φυσικά η γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea). Θεωρείται η βασίλισσα των σταπελιοειδών, και ό,τι δεν έχει σε χρώματα το έχει σε μέγεθος και μυρωδιά. Το άθος της έχει αποχρώσεις του καφέ και του ροζ, μπορεί να ξεπεράσει τα 40 εκ και μυρίζει ακριβώς σαν πτώμα. Παρά το τεράστιο μέγεθος των λουλουδιών, το φυτό είναι αρκετά κοντό, με βλαστούς ύψους το πολύ 20 εκ. Όπως οιπερισσότερες σταπέλιες όμως, το φυτό εξαπλώνεται στο έδαφος, και μεγάλα άτομα του είδους αυτού στη φύση μπορούν να φτάσουν τα 1-2 μέτρα σε πλάτος. Οι βλαστοί έχουν πλάτος 3 εκ, είναι χνουδωτοί, τετραγωνισμένοι, πράσινοι με κοκκινωπές περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες στο άμεσο ηλιακό φως. Είναι η σταπέλια με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον άξονα βορρά-νότου, ευρισκόμενη σε Ζάμπια, Μαλάουι, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική, όπου φύεται σε ξηρές περιοχές, σε πετρώδη μέρη ή κάτω από την ημισκιά ψηλότερων θάμνων. Καλλιεργείται όπως τα ξηροφυτικά είδη, από τα οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των ευκολότερων. Δε σαπίζει με το παραμικρο΄λάθος, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή με το πότισμα, την αποστράγγιση και τις χειμερινές θερμοκρασίες, οι οποίες προτείνεται τουλάχιστον να μην πέφτουν κάτω από 10 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα και δεν είναι καθόλου δυσεύρετο. Το μόνο που με ανησυχεί μ’αυτό το φυτό είναι ότι μπορεί ν’ανθίσει στο κατακαλόκαιρο, ενώ το σπίτι είναι άδειο, και να θορυβηθούν οι γείτονες.

Τώρα που γνωρίσατε τις σταπέλιες, μπορείτε να καταλάβετε γιατί είναι τόσο συλλεκτικά φυτά. Ίσως κάποιοι από σας να σκέφτεστε να προσθέσετε ένα τέτοιο φυτό στη συλλογή σας· ίσως κάποιοι να σκέφτεστε να ξεκινήσετε μια συλλογή από τα όμορφα και ιδιαίτερα αυτά φυτά· ίσως άλλοι να ψάχνετε τέτοιο φυτό, ιδίως κάποιο μεγανθές είδος, για να τρομάξετε τους γείτονες ή να το δώσετε δώρο σε κάποιον ανυποψίαστο. Να θυμάστε όμως, ότι όσοι δεν αντιλαμβάνονται τη μαγεία της εξέλιξης και της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να εκτιμήσουν τις σταπέλιες.

Πηγές:
άρθρο στην αγγλική Wiipedia για τη φυλή Stapeliae
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Stapelia gigantea
το γένος Stapelia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Stapelia
το γένος Orbea στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Orbea
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hoodia
το γένος Hoodia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Hoodia gordoni
το είδος H. gordoni στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
η επικονίαση των σταπελιοειδών

Το ιστολόγιο αυτό το είχα εντοπίσει παλιά, ψάχνοντας για κάκτους ανθεκτικούς στο κρύο και για το πεγιότ, κι έτυχε να το ξαναβρώ πρόσφατα. Άνοιξε το 2005, και δυστυχώς δεν έχει ενημερωθεί μετά τον Ιανουάριο του 2014, αλλά ελπίζω ότι κάποτε ο συγγραφέας θα ξαναγράψει, επειδή κι άλλες φορές έτυχε να παραμελήσει το ιστολόγιό του. Είναι το ιστολόγιο ενός Δανού καλλιεργητή και συλλέκτη κάκτων, ο οποίος το άνοιξε αρχικά για να πληροφορήσει περί των κάκτων του γένους Lophophora, για τους οποίους δεν υπήρχαν πολλές πληροφορίες στο Διαδίκτυο, επεκτάθηκε ωστόσο και σε άλλλους συγγενικούς μικρούς μεξικανικούς κάκτους, αλλά και στους κάκτους γενικότερα.

Το γένος Lophophora είναι γένος κάκτων των ακραίων νότιων ΗΠΑ και του Μεξικού, που φύονται σε ξερά μέρη, τα οποία δέχονται έντονες βροχοπτώσεις το καλοκαίρι. Είναι μικροί, χαμηλοί ημισφαιρικοί άοπλοι (χωρίς αγκάθια) κάκτοι, με τούφες τριχών σε κάθε αρεόλη. Η ρίζα τους είναι πασσαλώδης και εκτείνεται σε μεγάλο βάθος, ενώ τα περισσότερα είδη και ποικιλίες παράγουν νέες μικρότερες διακλαδώσεις γύρω από το κύριο κεφάλι. Το ερέθισμα για την άνθηση είναι έντονες βροχές μετά από μια μακρόχρονη θερμή και ξηρή περίοδο, οπότε σε συνθήκες καλλιέργειας ανθίζουν εύκολα όταν ενηλικιωθούν. Είναι ωστόσο φυτά βραδύτατης ανάπτυξης, που θα πάρουν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν σ’αυτήν τη φάση – στη φύση μπορεί να κάνουν και 10 χρόνια για ν’ανθίσουν. Παλαιότερα αναγνωρίζονταν δύο είδη, η Lophophora williamsii, το πεγιότ, και η L. diffusa, αν και τώρα πολλές ποικιλίες αυτών των ειδών έχουν αναταξινομηθεί ως είδη, αν κι αυτό αμφισβητείται. Το πεγιότ παράγει πολλά αλκαλοειδή για την άμυνά του, σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η μεσκαλίνη, η οποία είναι σεροτονινεργική ψυχοδηλωτική ουσία με δράση παρόμοια του lsd, προκαλώντας οραματικές καταστάσεις κι εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης. Για τον λόγο αυτόν, το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων – τουλάχιστον πριν από 5.000 χρόνια – από τους Ινδιάνους της περιοχής, και χρησιμοποιείται ως σήμερα για ιερούς σκοπούς από τη φυλή Ουίτσολ του Μεξικού και την Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών στις ΗΠΑ, η οποία είναι η μόνη χώρα όπου το φυτό είναι παράνομο, αν και γι’αυτούς γίνεται εξαίρεση, θεωρητικά τουλάχιστον, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που παρενοχλούνται και διώκονται ποινικά. Το όνομα πεγιότ προέρχεται από το νάουατλ/γλώσσα των Αζτέκων «πέγιοτλ», που σημαίνει κάτι που λάμπει ή ακτινοβολεί. Πολλοί πληθυσμοί στη φύση απειλούνται σοβαρά από την ανθρώπινη ανάπτυξη του ενδιαιτήματός τους και την υπερσυλλογή για νόμιμη ή παράνομη πώληση, αλά και από την καταστρεπτική συγκομιδή τους. Για ν’αναγεννηθούν τα φυτά, θα πρέπει να κοπούν προσεκτικά στο ύψος του χώματο ςή λίγο πιο κάτω, αλλά πολλοί συγκομιστές ξεριζώνουν τα φυτά ή τα κόβουν πολύ βαθιά, με αποτέλεσμα να τα σκοτώνουν. Στο ιστολόγιο θα βρείτε πληροφορίες για το πεγιότ κι άλλες λοφοφόρες, επιστημονική βιβλιογραφία, ιστορική και παροντική χρήση, καθώς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ομάδες που το χρησιμοποιούν ακόμα, απειλές για τα φυτά αυτά, πληροφορίες καλλλιέργειας κλπ. Ο συγγραφέας του ιστολογίου αναφέρει ότι τα καλλιεργεί καθαρά για συλλεκτικούς σκοπούς. Και ψυχοναύτης όμως αν ήταν και τα χρησιμοποιούσε, δε θα το ανακοίνωνε δημόσια στο Διαδίκτυο σ’αυτήν την εποχή καταδίωξης των ψυχεδελικών όπουζ ούμε, εκτός κι αν ήταν μέλος σε κάποια σελίδα τέτοιου περιεχομένου υπό την κάλυψη ενός ψευδωνύμου.

Εκτός από τα πεγιότ, ο καλλιεργητής αυτός διατηρέι μεγάλη ποικιλία κάκτων, κυρίως μικρών βορειοαμερικανικών ειδών όπως από τα γένη Ariocarpus, Obregonia, Echinocereus, κλπ. Έχει συλλέξει πολλές ποικιλίες από διάφορες τοποθεσίες, και γνωρίζει την ακριβή προέλευση της κάθε μίας. Έχει ένα θερμοκήπιο, το οποίο όμως βρίσκεται στο εξοχικό του και το χειμω΄να δεν ελέγχει αξιόπιστα τη θερμοκρασία. Γι’αυτό έχει κι έναν ψυχρό χώρο καλλιεργειας, όπου κάνει δοκιμές για να βρει τις πιο ανθεκτικές στο κρύο ποικιλίες. Έως τώρα έχουν επιβιώσει πολλές ποικιλίες ορεινών περιοχών ή βορειότερου γεωγραφικού πλάτους. Από τα πεγιότ, οι ποικιλίες από το Τρανς-Πέκος του Τέξας έχουν αποδειχθεί οι πιο ανθεκτικές. Παλαιότερα δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα ακόμα και με ευπαθέστερες ποικιλίες, αλλά με τις βαρίες παγωνιές των τελευταίων ετών, οι οποίες του σκότωσαν πολλούς κάκτους και έβλαψαν μόνιμα ακόμα περισσότερους, άρχισε να ψάχνει τα πιο σκληρά είδη. Για να προετοιμάσει τα φυτά για το βαρύ σκανδιναβικό χειμώνα, κόβει όλο το πότισμα μέσα στο Σεπτέμβριο, και δε δίνει καθόλου νερό μέχρι ν’αρχίζουν ν’αναπτύσσονται μέσα στον Απρίλιο. Τα φυτά αφυδατώνονται αρκετά, κι έτσι διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να παγώσουν σε ακραίες θερμοκρασίες που μπορούν να φτάσουν τους -10 ή και τους -15 βαθμούς Κελσίου. Κάπως έτσι θα μεγάλωναν και οι κάκτοι στον Άρη. Το καλοκαίρι ωστόσο τα φυτά αναπτύσσονται καλά, και συχνά ανθοφορούν και καρποφορούν.

Έχει επίσης δοκιμάσει να καλλιεργήσει κάκτους στο μπαλκόνι του ακόμα και το χειμώνα, μια πιο εκτεθημένη περιοχή με βροχές και χιόνια. Τους φυτεύει σε κουτιά φύτευσης με πολύ καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, όπου περνούν το χειμώνα, συχνα καλυμμένη με ολόλευκο χιόνι. Υπήρχαν ωστόσο φορές που φοβήθηκε και προστάτευσε τα φυτά του. Εκτός από τους μικρούς κάκτους, καλλιεργεί και τριχοκηρείς της Νότιας Αμερικής (γένος Trichocereus ή Echinopsis), ψηλούς, επιβλητικούς κάκτους επίσης μεσκαλινούχους με παρόμοιες ιδιότητες με το πεγιότ με ιστο΄ρια χρήσης στη Ν. Αμερική, τους οποίους χρησιμοποιεί κυρίως ως υποκείμενα για να εμβολιάζει βραδυαυξέστερα είδη όπως το πεγιότ, επειδή τους επιταχύνουν σημαντικά την ανάπτυξη. Σε μία σειρά άρθρων του, παρακολουθούσε την εξέλιξη ενός εμβολιασμένου σποροφύτου πεγιότ 50 ημερών, το οποίο πάνω στον Trichocereus pachanoi άνθισε μόλις μέσα σε 2 χρόνια, ενώ με τις δικές του ρίζες μπορέι να έφτανε στην ίδια ηλικία σε διάστημα άνω των 5 ετών. Τα επόμενα χρόνια, ο κάκτος συνέχιζε ν’ανθοφορεί επανειλημμένα και να παράγει διακλαδώσεις. Καλλιεργεί επίσης κάκτους σαγκουάρο (Carnegyia gigantea), το μεγαλύτερο κάκτο της Βόρειας Αμερικής, καθώς και διάφορα ψυχροανθεκτικά είδη φραγκοσυκιάς (γένος Opuntia), και άλλα. Δεν ξέρω αν ασχολείται εμπορικά με τη συλλογή του, πάντως συχνά ανταλάσσει φυτά ή σπόρους με άλλους συλλέκτες κι έχει παρουσιάσει αρκετές άλλες συλλογές στο ιστολόγιό του. Δεν ξέρο πού δουλεύει ή αν η δουλειά του έχει να κα΄νει με φυτά, αλά συχνά ταξιδεύει, και όπως λέει δουλεύει εκέι που πηγαίνει. Έχει ταξιδέψει στην Ινδία, στη Μογγολία και στις ΗΠΑ, όπου επισκέπτεται οποσδήποτε τα πάρκα και τους βοτανικούς κήπους, απ’όπου μας ανεβάζει αρκετές φωτογραφίες φυτών και λουλουδιών.

Εκτός από λεπτομερείς παρατηρήσεις πάνω στα φυτά του, μας δίνει και συμβουλές για επιτυχημένη καλλιέργεια κάκτων όπως για τη δημιουργία του κατάλληλου χώματος, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να στραγγίζει άριστα, για την καλλιέργεια από σπόρο, για τον εμβολιασμό, για την προστασία από τις αντίξοες συνθήκες κλπ.

Το ιστολόγιο είναι πολύ καλό. Μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ.

Ceratophrys cranwelli 21/4/2015

Από την Τρίτη, 21 Απριλίου, είμαι ο κάτοχος ενός κερασφόρου βατράχου του Κράνγουελ (Ceratophrys cranwelli). Τον αγόρασα από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων εξειδικευμένο στα ερπετά, στα αμφίβια και σε λοιπά εξωτικά ζώα, όπου μπορείτε να βρείτε προς πώληση τέτοια ζώα καθώς και ό,τι χρειάζεστε για τη διατήρησή τους. Είναι ένα είδος που έψαχνα για καιρό, αλλά είναι σχετικά σπα΄νιο στην Ελλάδα, όχι επειδή είναι σπάνιο στην αιχμαλωσία – είναι από τα κοινότερα αμφίβια -, αλλά απλώς διότι λίγοι Έλληνες έχουν αμφίβια σε σχέση μ’αυτούς που έχουν ερπετά, οι οποίοι πάλι λίγοι είναι. Γενικώς με εντυπωσιάζουν οι τεράστιοι βάτραχοι που μπορούν να φάνε οτιδήποτε, όπως οι συγκεκριμένοι, οι αφρικανικοί πυξικέφαλοι ή οι τεράστιοι φρύνοι, και είχα αποφασίσει ότι θα έπαιρνα κάποιον απ’αυτούς αν τον έβρισκα.
Για τους κερασφόρους βατράχους είχα γράψει παλαιότερα εδώ. Είναι τα 8 είδη που αποτελούν το γένος Ceratophrys (κερατόφρυς), της νοτιοαμερικανικής οικογένειας των κερατοφρυιδών (Ceratophryidae). Η οικογένεια περιλαμβάνει ακόμα δύο γένη, τα Chacophrys και Lepidobatrachus, με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, όπως θωράκιση, χερσαία διαβίωση, ικανότητα κατανάλωσης μεγάλων θηραμάτων και σαρκοφάγους γυρίνους, αν και μερικά είδη είναι υδρόβια, και μερικών οι γυρίνοι διατηρούν την προγονική χορτοφαγία. Όλα τα μέλη του γένους Ceratophrys είναι χερσαίοι, μεγάλοι βάτραχοι, με σχεδόν στρογγυλό σώμα, που έχει πλάτος περίπου όσο και το μήκος τους. Έχουν τεράστιο κεφάλι με στόμα πλατύ όσο και το κεφάλι, και δύο εξέχοντα μάτια ψηλά, από τα οποία το άνω βλέφαρο, όταν είναι ανοιχτά, είναι εξογκωμένο έχοντας την όψη μικρού κεράτου, πιθανόν για να σπάει το περίγραμμα του ζώου για καλύτερο καμουφλάζ. Είναι προσαρμοσμένοι για το σκάψιμο κι έχουν έντονα και ασυνήθιστα για αμφίβια οστεοποιημένο σκελετό, με επιπλέον οστέινες πλάκες κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης συνενωμένες μ’αυτήν, και το δέρμα του κρανίου συνενωμένο με τα βαριά, ανάγλυφα οστά του για περαιτέρω προστασία. Είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί μεγάλων θηραμάτων, με γλώσσα που μπορεί να μεταφέρει βάρος ίσο με τρεις φορές αυτό΄του βατράχου, και ικανότητα κατανάλωσης όσο και το μισό τους σώμα. Επειδή αντιμετωπίζουν μεγάλα, πιθανώς επικίνδυνα θηράματα, κι επειδή οι βάτραχοι αρχικά είχαν δόντια μόνο στην πάνω σιαγόνα, οι κερασφόροι βάτραχοι έχουν εξελίξει οδοντοειδείς αποφύσεις της κάτω σιαγόνας ως υποκατάστατα δοντιών, για να κρατάνε το θήραμα. Παρόμοιες δομές έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε άλλους βατράχους με παρόμοιες διατροφικές συνήθειες. Κατά τις ξηρές περιόδους, θάβονται βαθιά στο έδαφος και πέφτουν σε νάρκη, με μια στρώσει παλιού δέρματος να τους προστατεύει από την αφυδάτωση σαν κουκούλι. Παρόμοια κουκούλια έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε άλους βατράχους που πέφτουν σε νάρκη με τον ίδιο τρόπο. Με την έναρξη της περιόδου των βροχών, οι βάτραχοι ξυπνούν και μεταβαίνουν σε προσωρινές λίμνες, όπου θ’αναπαραχθούν. Τα αρσενικά κωάζουν με έναν απλό τόνο, και κατά την αναπαραγωγική διαδικασία τα θηλυκά γεννούν πολλά αυγά, τα οποία τοποθετούν σε φυτά και άλλα αντικείμενα κάτω απ’το νερό. Οι γυρίνοι είναι σαρκοφάγοι και τρέφονται με οτιδήποτε μικρότερο μπορούν αν πιάσουν, συμπεριλαμβανομένων και μελών του είδους τους. Για ν’αποφύγουν επιθέσεις από άλλους γυρίνους και εχθρούς, οι γυρίνοι του γένους έχουν εξελίξει ηχητική επικοινωνία, κάνοντας τους από τους λίγους γυρίνους που χρησιμοποιούν ήχο. Μεταμορφώνονται γρήγορα, επειδή οι λίμνες όπου ζουν κινδυνεύουν να ξεραθούν, και συνεχίζουν τη ζωή τους ως μικροί μεγαφάγοι βάτραχοι, οι οποίοι μέσα σ’ένα χρόνο περίπου θα έχουν φτάσει σχεδόν στο τελικό τους μέγεθος. Ο δικός μου βάτραχος, ο C. cranwelli, είναι το μικρότερο (μήκους 9-13 εκ), αλά ανθεκτικότερο μέλος του γένους, ο οποίος κατάγεται από το Γκραν Τσάκο της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Βολιβίας. Είναι ένας τόπος που καλύπτεται από αραιά δάση, θαμνότοπους και σαβάνες, με ξηρό υποτροπικό κλίμα. Το είδος έχει τα μικρότερα «κέρατα» του γένους.
Το βάτραχό μου λοιπόν τον πήρα γύρω στα 4 εκατοστά, και πιθανότατα γεννήθηκε και μεταμορφώθηκε φέτος. Είναι φυσιολογικού χρωματισμού, πράσινος με καφέ. Στο εμπόριο κυκλοφορούν επίσης και αλφικοί (albino) C. cranwelli, καθώς και ανοιχτόχρωμοι στο χρώμα της μέντας (mint). Το είδος, όπως και τα συγγενικά C. ornata και C. cornuta, είναι δημοφιλές στην αιχμαλωσία εξαιτίας της μοναδικής του μορφολογίας και συμπεριφοράς, καθώς και της ευκολίας διατήρησής του. Ως αδρανή ζωά, χρειάζονται μικρό χώρο αναλογικά με το μέγεθός τους, υπόστρωμα που σκάβεται εύκολα, αρκετή υγρασία ή ένα μπολ νερού σε περίπτωση που η υγρασία είναι χαμηλή, και θερμοκρασίες δωματίου ή λίγο υψηλότερες για τη δραστήρια περίοδο – κατά τη χειμερία νάρκη η θερμοκρασία και η υγρασία μπορούν να πέσουν χαμηλότερα. Θα κάθονται απλώς σ’ένα σημείο, φεύγοντας από εκέι μονο για να φάνε ή να αφοδεύσουν. Μπορούν να τρώνε τεράστιες ποσότητες τροφής αραιά.
Παρέλαβα το βάτραχο λοιπόν σ’ένα διάφανο πλαστικό κουτί με βρεγμένα χαρτιά, για να διατηρείται η υγρασία. Τον έβγαλα για να δω πώς είναι, και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το τεράστιο σε σχέση με το σώμα του κεφάλι και στόμα, και τα μάτια με τα πεταχτά βλέφαρα. Ήταν πολύ στρουμπουλός, αλλά στην ηλικία αυτήν μοιάζει ακόμα με τους δικούς μας βατράχους και φρύνους, εκ΄τος από τα παραπάνω σημεία. Το δέρμα του ήταν χαλαρό όπως σ’όλους τους βατράχους, αλά στο κεφάλι ήταν πιο σφιγμένο. Ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως η θωράκιση του είδους. Επίσης εντύπωση μου έκανε το μαλα΄κο δέρμα του, το οποίο περίμενα πιο σκληρό και σπυρωτό όπως των φρύνων, αφού είναι είδος που περνά το μεγαλύτερο χρόνο του στην ξηρά και χρειάζεται προστασία. Η ιδιομορφία του είδους ωστόσο ήταν εμφανής απ’την αρχή. Ο βάτραχος αυτός ήταν υπερβολικά αδρανής. Ίσως να μην έχω συναντήσει πιο αδρανές σπονδυλωτό ζώο απ’αυτόν. Καθόταν σε μια γωνία, ακριβώς στην ίδια θε΄ση για ώρες, εντελώς αδιάφορος για το περιβάλλον του. Δεν έδειχνε να παρατηρεί τίποτα. Απλώς όταν περνούσα από μπροστά του απότομα μπορεί να τρόμαζε, να έκανε μερικά πηδήματα προς κάποια γωνία, ή και να προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο πλαστικό, πέφτοντας στο πλάι μετά από λίγο και παρατώντας την προσπάθεια. Όσο όμως ήταν κρυμμένος, δεν τον ένοιαζε τίποτα. Προφανώς ο εγκέφαλός του θα είναι αρκετά μικρότερος σε σχέση με άλλους βατράχους, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς έχουν μικρούς εγκεφάλους. Επειδή λοιπόν το κουτί δε μου φάνηκε αρκετά μεγάλο αναλογικά με το μέγεθός του, αποφάσισα να τον κρατήσω εκεί. Όμως άρχισα ν’ανησυχώ. Πίστευα ότι το είδος είναι τόσο απλό στις ανάγκες του, που θα μπορούσε από΄την πρώτη μέρα να φάει ό,τι του έδινα, όπως δείχνουν και τα βίντεο στο youtube. Όπως είπα, ο εγκέφαλός τους είναι μικρός και το τι υπάρχει γύρω τους δεν τα νοιάζει και πολύ, γι’αυτό πολλοί τα διατηρούν μόνιμα σε υγρά χαρτιά ή και σε ρηχό νερό χωρίς καμία κρυψώνα, αλλά απ’ό,τι έμαθα αργότερα, οι μικροί βάτραχοι στρεσάρονται πιο εύκολα και καλό είναι να έχουν μέρος να κρυφτούν. Του έδωσα λοιπόν από την πρώτη με΄ρα κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), τις οποίες δεν πείραξε. Επειδή με ανησύχησε πολύ αυτό, κι επειδή δεν είχα μεγάλη εμπειρία με το είδος, τον τάις ααναγκαστικά την επόμενη με΄ρα κομμάτια από γεωσκώληκες, τα οποία δε μπόρεσε να δεχτεί όλα. Τα πετούσε έξω με τα μπροστινά του πόδια ή με ανοιγοκλεισίματα του στόματός του. Μετά από λίγες προσπάθειες, σφράγισε το στόμα του εντελώς, και πλέον δεν άνοιγε με τίποτα. Δεν ήταν δύσκολο το άνοιγμα του στόματος του βατράχου όμως, αφού μόλις πίεσα τις δύο πλευρές του κεφαλιού του το άνοιξε, και μου έπιασε το δάχτυλο πολύ δυνατά, απ’όπου δεν έφυγε για λίγα δευτερόλεπτα. Ούτε με φυσήματα ούτε με κουνήματα με άφηνε. Ευτυχώς τώρα είναι μικρός και δεν έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση για να δαγκώνει από μόνος του, γιατί όταν μεγαλώσει ίσως μας δαγκώσει! Το είδος αυτό έχει την τάση να δαγκώνει ό,τι βρίσκεται μπροστά του, είτε επειδή το μπερδεύει με τροφή είτε για να αμυνθεί, αλά μπορέι να πιαστεί από πάνω με ασφάλεια. Στη φύση δε διστάζουν να επιτεθούν σε ζώα πολύ μεγαλύτερά τους – για παράδειγμα μπορούν να δαγκώσουν τα χείλη αλόγων που πίνουν νερό, και να μείνουν κρεμασμένοι για ώρα από εκεί. Κάποια τέ΄τοια περιστατικά οδήγησαν τους κατοίκους των περιοχών να θεωρήσουν τους βατράχους αυτούς επιθετικούς, δηλητηριώδεις, ικανούς να πνίξουν άλογα και με λοιπά εξωφρενικά χαρακτηριστικά. Λίγο η σύνδεση των φρύνων με το δηλητήριο και τις μάγισσες στην Ευρώπη, λίγο η ικανότητά τους να καταπ΄΄ινουν αρκετά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το μέγεθός τους, λίγο οι τυχόν παραδόσεις των Ινδιάνων εκείνων των περιοχών, δεν είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθούν τέτοιες δοξασίες σ’ένα λαό που μισεί τα αμφίβια και τα ερπετά.
Την ίδεια μερά μετά την επιβεβλημένη σίτιση, μετέφερα το βάτραχο σε ελαφρώς μεγαλύτερο κουτί με υγρά χαρτιά κουζίνας για υπόστρωμα. Επάνω έβαλα μερικα ξερά φύλλα φίκου για να κρύβεται από κάτω. Ο βάτραχος χώθηκε με΄σα στα χαρτιά και ηρέμησε. Το τερράριο το τοποθέτησα δίπλα στη λάμπα του γενειοφόρου μου δράκου, για να ζεσταίνεται από τη μια μεριά. Επειδή είχε πολύ φως, έκλεισα την επόμενη μέρα τις δύο πλευρές με χαρτιά μπρέιλ, και κράτησα το μεγαλύτερο ξερό φύλλο φίκου, το οποίο σκέπαζε τη γωνία όπου κρυβόταν. Ο Βάτραχος χωνόταν πίσω δεξιά, αρκετά κοντά στη ζέστη. Δημιουργούσε μια στρόγγυλη τρύπα στο χαρτί όπου καθόταν, και μισοχωνόταν από΄κάτω. Σε 4 μέρες, αφόδευσε. Τα κόπρανά του ήταν κανονικά. Άλλαζα το χαρτί κάθε μία ή δύο μέρες, όποτε άρχιζε να μυρίζει σαν ενυδρείο, για να μη συσωρευθούν πολλές τοξίνες στο χώρο του. Ιδίως σε υπόστρωμα χαρτιού ή σε ρηχό νερό, η αμμωνία από την αποσύνθεση των ούρων και των περιττωμάτων του βατράχου μπορεί να τον σκοτώσει γρήγορα, χωρίς πολλά συμπτώματα. Ένα από τα καλά του χώματος ως υπόστρωμα είναι ότι διαλύει αυτές τις τοξίνες σε πολύ μεγαλύτερη επιφάνεια, και έτσι δε χρειάζεται τόσο συχνά αντικατάσταση. Αν υπάρχουν καθαριστές όπως ισόποδα ή κωλέμβολα στο χώμα, και το χώμα είναι πολύ, ίσως δε χρειαστεί ποτέ αντικατάσταση, αν και ένα τέτοιο στήσιμο δεν είναι τόσο εύκολο γι’αυτούς τους μεγάλους βατράχους, παρά για μικρότερα είδη όπως poison dart frogs. Συνέχιζα λοιπόν να του ρίχνω τροφή, και κάποια από τα έντομα έλειπαν, οπότε μάλλον έτρωγε κάτι. Σε δύο μέρες ξανααφόδευσε αμέσως μόλις άλαξα τα χαρτιά, και τον παρατήρησα να επιστρέφει αμέσως στην κρυψώνα του.
Τελικά μια βδομάδα μετά την απόκτηση του βατράχου, αντικατέστησα το χαρτί με πιο φυσικό υπόστρωμα τύρφης και βρύων είδους σφάγνου, όπου θα μπορούσε να σκάβει. Γέμισα το τερράριο με δύο λίτρα τύρφη, και από πάνω έβαλα λίγες μάζες βρύων. Τα βρύα Sphagnum, τα οποία αγόρασα από΄το κατάστημα απ’όπου πήρα και τον βάτραχο, είναι πακεταρισμένα σε πλαστική συσκευασία, αποξηραμένα και πεπιεσμένα. Από την πλάκα απλώς σπάτε ένα κομμάτι, το βάζετε στο νερό και σε λίγα δευτερόλεπτα διαστέλλεται αρκετά. Τα βρύα είναι κίτρινα, οπότε μάλλον νεκρά, αν και δεν είμαι σίγουρος, μια ςκαι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να αντέξουν σχεδόν πλήρη ξήρανση του σώματός τους χωρίς συνέπειες. Μυρίζουν σαν άχυρο. Και την τύρφη από το ίδιο κατάστημα την πήρα, αλλα΄μπορείτε να την βρείτε επίσης σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες και με μικρότερο κόστος στα περισσότερα φυτώρια. Πρέπει να είναι καθαρή, ουδέτερη τύρφη, χωρίς προσθήκες ή λιπάσματα.
Από τότε ο βάτραχος βρήκε τη χαρά του. Έκανε αμέσως αυτό που έπρεπε, δηλαδή χώθηκε μέσα στο υπόστρωμα. Πλέον είχε την επιλογή να φύγει από τη ζέστη, και πήγε στην αντίθετη πλευρά. Πιθανόν οι θερμορρυθμιστικές ανάγκες αυτών των βατράχων έχουν υπερσυζητηθεί. Από τότε ποτέ δεν ξαναθάφτηκε κοντά στη λάμπα.
Επειδή ανησυχούσα πολύ, τον τάισα πάλι στο στόμα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς κι ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella). Τώρα όμως δεν έφαγε με το ζόρι. Δάγκωσε δυνατά το άκρο του εντόμου, και με λίγες καταπόσεις το εξαφάνιζε. Προφανώς ήθελε να φάει, αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθε αρκετά άνετα για να φάει μόνος του. Την επόμενη μέρα θάφτηκε εντελώς κάτω απ’το έδαφος για ένα εικοσιτετράωρο, και ανησύχησα μήπως πήγαινε για νάρκη, παρότι η θερμοκρασία και η υγρασία ήταν υψηλές. Το απόγευμα της επόμενης μέρας ο βάτραχος ήταν πιο κοντά στην επιφάνεια. Επειδή έβρεχε, ήθελα να δω αν η βροχή ξαφνικά θα του ανέβαζε τη δραστηριότητα, έτσι τον έβγαλα έξω. Μόλις τον έφερα μέσα έφαγε μόνος του δύο κόκκινους δρομείς! Δύο μέρες μετά, έφαγε άλλους δύο. Εκείνη ήταν και η μέρα που τον έχασα. Βγάζοντάς τον λιγο έξω για να αφαιρέσω λίγα βρύα απ’το τερράριο, πήδηξε από το χέρι μου και χάθηκε. Έπρεπε να ψάχνω μισή ώρα στο δωμάτιο, ώσπου τον βρήκα πίσω από κάτι κλούβες με κρασιά, και πάλι προσπαθούσε να φύγει. Από το μέρος που μου έφυγε ως εκεί ήταν τρία μέτρα περίπου, οπότε οι βάτραχοι αυτοί μπορούν να μετακινηθούν σε κάποια απόσταση αν πραγματικά χρειάζεται. Η έγκαιρη εύρεσή του ήταν αναγκαία, μιας και στο ξηρό περιβάλλον του πατώματος υπήρχε ο κίνδυνος ν’αφυδατωθεί και να πεθάνει, εάν έμενε αρκετές ώρες έξω. Τον έβρεξα και τον επέστρεψα πίσω στο μικροπεριβάλλον του.
Πέντε μέρες πριν είχε τεράστια όρεξη, αφού έφαγε 4 κατσαρίδες Αργεντιν΄ής (Blaptica dubia) και 4 γιγάντια αλευροσκούληκα (Zophobas morio). Ένα πέμτπο που έβαλα δεν το έφαγε, και το βρήκα ζωντανό το πρωί της επομένης, το οποίο δόθηκε στο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Από τότε η κοιλιά του είναι υπερβολικά γεμάτη, και ακόμα χωνεύει το τεράστιο γεύμα του. Χθες ωστόσο αφόδευσε και κάπως μου φαίνεται πως ξεφούσκωσε. Έχω την εντύπωση ότι μεγάλωσε λίγο από τότε που τον πήρα.
Η συμπεριφορά του είναι πολύ απλή, μπορώ να την χαρακτηρίσω υπερβολικά απλή, προσιδιάζουσα περισσότερο σε κυνηγετικό αρθρόποδο όπως αράχνη ή σκορπιό παρά σε σπονδυλωτό. Έχει διαλέξει το μπροστινό δεξιό μέρος του χώρου του για μόνιμο στέκι, όπου έχει σκάψει μια τρύπα. Μέχρι πρότινος την ημέρα θαβόταν βαθιά στην τρύπα του, αλά τώρα τελευταία απλώς έχωνε το κάτω μέρος του σώματός του εκεί. Σήμερα για κάποιον λόγο άλλαξε θέση, γιατί τον βρήκα εντελώς θαμμένο πίσω και λίγο δεξιά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό είναι προσωρινο΄ή μόνιμο. Ίσως έγινε διότι του διατάραξα το υπόστρωμα στην τρύπα του, επειδή αφόδευσε εκί. Το βράδυ συνήθως βρίσκεται στην επιφάνεια, είτε μπροστά απ’την τρύπα του, είτε στη μέση του τερραρίου, πιθανότατα περιμένοντας τροφή. Μετακινείται με δύο τρόπους: είτε με άλματα, όπως οι περισσότεροι βάτραχοι, που τα κάνει όταν διανύει μεγαλύτερη απόσταση, όταν βρίσκεται σεανοιχτό χώρο ή θέλει να διαφύγη από μια δυσάρεστη κατάσταση, είτε με βάδιση, όπως πολλοί φρύνοι και στεριανοί βάτραχοι, οπότε μπουσουλάει αργά και με τα τέσσερα πόδια, και συνήθως το κάνει όταν μετακινείται για λίγα εκατοστά μόνο ή σκαρφαλώνει ένα πολύ χαμηλό εμπόδιο. Είναι πολύ δύσκολο να ενοχληθεί αυτός ο βάτραχος. Ακόμα κι αν είμαι δίπλα του, δε θα μετακινηθεί καν. Μπορώ να τον αγγίξω ελαφρώς χωρίς να τον τρομάξω. Μπορώ για παράδειγμα ν’ακουμπήσω το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του και μετά να ρίξω μπροστά του το έντομο, χωρίς να ενοχληθεί. Αν όμως πά ωνα τον σπρόξω ή να τον σηκώσω, θ’αντιδράσει αρνητικά. Μπορεί να στριφογυρίσει στο μέρος όπου βρίσκεται για να ξεφύγει, ή να επιστρέψει στην τρήπα του. Αν είναι στην τρύπα του θα προσπαθήσει να με διώξει κουνώντας τα άκρα του. Αλλιώς, αν τρομάξει αρκετά, μπορεί να πηδήξει, και αν συγκρουστεί με μια γωνία και είναι ακόμα πανικόβλητος, μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει γρήγορα από εκεί. Αν σ’αυτήν την φάση τον αγγίξω ή τον σπρώξω στο πίσω με΄ρος του, θα πηδήξει μπροστά. Έτσι πηδάνε όλοι οι βάτραχοι, αλά ο συγκεκριμένος πρέπει να ενοχληθεί αρκετά για να κουνηθεί. Αν τον σηκώσω ελαφρά, μπορεί να μην αντιδράσει στην αρχή. Αν όμως τον μετακινήσω μακριά ή γρήγορα, μπορέι να προσπαθήσει να φύγει ή να κατουρήσει για άμυνα. Το κατούρημα των βατράχων είναι κυρίως νερό, και σχεδόν άοσμο, διότι τα νεφρά τους δε μπορούν να παραγάγουν ούρα πυκνότερα απ’το νερό. Όταν τον επιστρέψω πίσω, αλλά τον έχω ακόμα στο χέρι μου, συνήθως δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί πανεύκολα να βρεθεί στην ασφαλή τρύπα του, και γι’αυτό δε θα πηδήξει απ’το χέρι μου αν δεν τον σπρώξω, ακόμα κι αν το χώμα βρίσκεται λίγα εκατοστά χαμηλότερα. Όταν τελικά βρεθεί μέσα, μπορεί να πηδήξει λίγο πιο πέρα ή να μείνει στη θέση του. Όσο δύσκολα ενοχλείται τόσο εύκολα ηρεμεί ξανά. Έπειτα γίνεται πάλι απαθής, σαν να μην έγινε τίποτα. Ωστόσο σπάνια τον σηκώνω, κυρίως για να αλλάξω κάτι στο χώρο του. Άλλωστε ο χειρισμός δεν ωφελέι καθόλου τα αμφίβια και θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι απαραίτητο.
Αν και αρχικά δε σκόπευα να του δώσω όνομα, άτυπα τον λέω μπαλίτσα, και αν μας βγει θηλυκό, το οποίο ελπίζω, γιατί είναι λίγο μεγαλύτερο απ’το αρσενικό, θα κρατήσει αυτό το όνομα, αλλιώς πρέπει να του βρω άλλο.
Αυτό που περιμένω τώρα είναι να μεγαλώσει ο βάτραχός μου στο πλήρες του μέγεθος. Τότε θα μπορεί να τρώει και μικρά ψάρια, ποντίκια, μεγάλες κατσαρίδες, ακρίδες, σαλιγκάρια, μεγάλα σκουλήκια, και ότιδήποτε άλο μπορεί να μπουκώσει στο αβυσσαλέο στόμα του. Θεωρητικά θα μπορούσε να φάει το λοφιοφόρο γκέκο μου, μικρά κουνελάκια ή μικρούς γενειοφόρους δράκους, αλά δε θα έρθει ποτέ σε επαφή μ’αυτά για να τα φάει. Θα μείνει κλειδωμένος στο κουτάκι του, και για το καλό του και για το καλό τους!

Ενημέρωση 19/6/2015: Έχουμε νέες εξελίξεις. Όπως είχα πει, στις 14 Μαΐου έφαγε πάρα πολύ, 5 αλευροσκούληκα δηλαδή και 3 κατσαρίδες Αργεντινής. Ένα ακόμα αλευροσκούληκο το βρήκα στην επιφάνεια την επόμενη μέρα (15 Μαΐου) και το έδωσα στο γενειοφόρο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Έκτοτε παρέμενε στρουμπουλός για 5 μέρες, και στις 20 Μαΐου έχεσε. Αμέσως μετά έφαγε ένα μόνο αλευροσκούληκο, κάτι που με ανησύχησε αρκετά, επειδή το είδος του τρώει μεγάλες ποσότητες κανονικά. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να έχει εντερική ενσφήνωση, ίσως από κατάποση των σκληρών και άπεπτων βρύων ή κάποιου σβόλου τύρφης. Στις 21 Μαΐου άλλαξα όλο το υπόστρωμα, αντικαθιστώντας το με κοινό τυρφώδες χώμα και λίγα βρύα μόνο σε μια γωνία, και στον πυθμένα βρήκα 4 αλευροσκούληκα, τα οποία είχα δώσει από τις 20, αλλά δεν τα έφαγε και κρύφτηκαν. Την πρώτη μέρα έμενε θαμμένος μέσα στο υπόστρωμα, όμως τις επόμενες έβγαινε το βράδυ κανονικά στην επιφάνεια, αλλά δεν έτρωγε. Στις 25 Μαΐου του έδωσα 3 αλευροσκούληκα και 4 αργεντινές κατσαρίδες, εκ των οποίων την επόμενη μέρα έβγαλα 3 μισοθαμμένες κατσαρίδες και 2 αλευροσκούληκα. Προφανώς δεν έφαγε κανένα και τα υπόλοιπα κρύφτηκαν στο χώμα. Η κοιλιά του εξακολουθούσε να φαίνεται διογκωμένη, μ’ένα εγκάρσιο, σκληρό, κινητό αντικέιμενο στο πίσω μέρος της. Στις 28 Μαΐου, 8 μέρες χωρίς τροφή, του έδωσα με υποβοηθούμενη σίτιση ένα αλευροσκούληκο, και μου φάνηκε πως φούσκωσε περισσότερο. Κανονικά αντέχει πολύ περισσότερο χωρίς τροφή, αλλά μέλημά μου σ’αυτήν την ηλικία είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάπτυξη, οπότε προσπαθώ να τον ταΐζω τακτικά. Στις 1 Ιουνίου θορυβήθηκα, επειδή το δέρμα του βατράχου μου φάνηκε πιο βλενώδες, αλλά αυτό μπορεί να οφειλόταν και στην υψηλότερη υγρασία. Στις 2 Ιουνίου όμως αποφάσισα να δράσω, ακολουθώντας τη συνήθη μέθοδο θεραπείας ενσφηνώσεων σε βατράχους. Έβαλα το βάτραχο σ’ένα κυπελλάκι από γιαούρτι γεμάτο νερό, τη στάθμη του οποίου προσάρμοσα σε επίπεδο που ο βάτραχος θα ένιωθε άνετα. Στην αρχή ήταν λίγο βαθύτερο το νερό και ο βάτραχος αναγκαζόταν να κολυμπάει, γι’αυτό το μείωσα περισσότερο, και τοποθέτησα το κυπελλάκι κοντά στη λάμπα του δράκου, η οποία μόλις είχε σβήσει, αλλά εξέπεμπε ακόμα πολλή ζέστη. Μετά από 20 λεπτά, δεν είχε γίνει κάτι. Μετά όμως από μια ώρα περίπου, το νερό έγινε καφέ, και μύριζε κάπως, οπότε είχε χέσει. Άδειασα το νερό αμέσως και δεν πρόσεξα αν είχε κάποιο κομμάτι υποστρώματος μέσα. Ο βάτραχος τώρα ήταν πολύ πιο ξεφούσκωτος, και προφανώς ξαλαφρωμένος. Από την επόμενη μέρα μπορούσε να φάει κανονικά. Έφαγε 3 αλευροσκούληκα και 2 κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία αφόδευσε σ’ένα μεγάλο περίττωμα σε 5 μέρες. Το δίδαγμα της όλης υπόθεσης είναι πως, εάν δεν ταΐζεις με λαβίδα, τα βρύα μπορεί να μην είναι και τόσο κατάλληλα ως υπόστρωμα. Αν και επειδή είναι ανθεκτικό το είδος, πιστεύω πως τελικά θα είχε επανέλθει μόνο του.
Το διάστημα αυτό τρώει κατσαρίδες Αργεντινής, και πρόσφατα γρύλλους, ως υποκατάστατο των κατσαρίδων κόκκινων δρομέων που προσωρινά δε βρίσκω. Το καλό και των γρύλλων και των κόκκινων δρομέων είναι ότι είναι πολύ κινητικά έντομα, αν κρυφτούν κρύβονται για λίγο, και δε θάβονται στο υπόστρωμα. Την Τρίτη λοιπόν, 16 Ιουνίου, αγόρασα γρύλλους από το feeders.gr και δοκίμασα να του δώσω μερικούς. Ο βάτραχος είχε βγει στην επιφάνεια πιο νωρίς εκέινη τη μέρα, επειδή είχα βρέξει το υπόστρωμά του αρκετά. Μόλις λοιπόν μετακίνησα το τερράριό του, άνοιξα το καπάκι κι έβαλα χέρι μέσα για να εκτιμήσω την υγρασία του εδάφους, μήπως ήταν υπερβολική που δεν ήταν, επέστρεψε στην τρύπα του κι άρχισε να σκάβει για να κρυφτεί. Γενικά αδιαφορεί με μικρές μετακινήσεις και ανοίγματα του καπακιού, αλλά αν πειράζεις το χώρο του κοντά του για αρκετή ώρα, μπορεί να ενοχληθεί και ν’αρχίζει να ανοίγει τρύπα. Γενικως, όταν δε μπορεί να ξεφύγει ή νομίζει πως δε μπορεί να ξεφύγει – υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο, ή όταν βρίσκεται κοντά ή μέσα στην τρύπα του, προτιμά να σκάψει παρά να πηδήξει πιο πέρα. Σκάβει κινώντας ρυθμικά προς τα έξω και μπροστά τα πίσω πόδια του, και κινώντας παράλληλα τα μπροστινά πόδια εναλλάξ προς τα μπρος για να διώξει το χώμα. Αν και η διαδικασία φαίνεται αργή και δύσκολη, έτσι καταφέρνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να βυθιστεί σχεδόν ολόκληρος μέσα στο χώμα, ιδίως αν είναι μαλακό ή λασπώδες. Κινήσεις σκαψίματος μπορεί να κάνει ακόμα κι όταν είναι στριμωγμένος σε μια γωνία και δυσκολεύεται να ξεφύγει, ή όταν τον κρατάω στην κλειστή χούφτα μου – όταν λέω ότι έχει χαμηλή εγκεφαλική ικανότητα, το εννοώ. Λοιπόν μόλις του έριξα το γρύλλο μπροστά του, πετάχτηκε σαν πύραυλος από την τρύπα του και τον έπιασε! Έπιασε επίσης έναν στη γωνία του χώρου του, κι έναν κατά μήκος του τοιχώματος, με ασυνήθιστα μεγάλα άλματα για το μέγεθος και το είδος του, στα 8-10 εκατοστά. Άλλο δεν ήθελ ένα φάει, ούτε και την επόμενη μέρα. Χθες όμως, την Πέμπτη 18 Ιουνίου, έφαγε 5 γρύλλους και ίσως μια κατσαρίδα Αργεντινής, την οποία τέλος πάντων δε βρήκα πουθενά μετά από λίγη ώρα. Ενώ τη μια στιγμή ήταν μια φαινομενικά άκακη μπαλίτσα, την επόμενη κρατούσε δολοφονικά σφιχτά ένα έντομο στα σαγόνια της.
Σχεδόν πάντοτε πασπαλίζω τα έντομα με την ειδική σκόνη ασβεστίου, ώστε να χτίσει ισχυρό σκελετό, κάτι ακόμα σημαντικότερο τώρα που αναπτύσσεται. Ήδη από τότε που τον πήρα έχει αναπτυχθεί αρκετά, αν και δεν τον έχω μετρήσει επακριβώς. Τον υπολογίζω όμως γύρω στα 6-7 εκατοστά. Σιγά-σιγά θ’αρχίζω να του δίνω δοκιμαστικά και μεγαλύτερα θηράματα, όπως μικρές ακρίδες και μεγαλύτερες κατσαρίδες. Πλέον τον έχω απομακρύνει από τη θερμαντική λάμπα του δράκου, διότι οι περιβαλλοντικές θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές – μπορεί να έχει ως και 32-33 βαθμούς στο δωμάτιο την ημέρα.
Ενημέρωση 10/7/2015: Ο βάτραχος αναβαθμίστηκε. Αν και στις 3 Ιουλίου έφαγε πολλά μικρά αλευροσκούληκα, μετέπειτα άρχισα να δίνω τεράστια έντομα, ίσα περίπου με το κεφάλι του, σύμφωνα με το μέγεθός του. Την Τρίτη στις 6 του μη νός λοιπόν του έδωσα τρεις αρκετά μεγάλες κατσαρίδες Αργεντινής γύρω στα 3-4 εκ, τις οποίες όλες έφαγε. Τη μία έκανε λίγη ώρα να την καταπιεί, την δεύτερη την κατάπιε αμέσως, και για την Τρίτη έκανε την περισσότερη ώρα. Ήταν μεγάλη και την κατάπιε εγκάρσια. Για να τον βοηθήσω, τράβηξα λίγο την άκρη του εντόμου, αλλάμαζί με το έντομο σήκωσα και ολόκληρο το βάτραχο, για να καταλάβετε με πόση δύναμη τα δαγκώνει. Τόσο δυνατά, που τα κάνει δισδιάστατα. Φυσικα ο βάτραχος δεν έχει ανάγκη, και μετά από λίγο, διορθώνοντας λίγο τη θέση της μόνος του, την κατάπιε. Δε θ’αφήσει το έντομο σε καμία περίπτωση πάντως. Ακόμα και που τον ακούμπησα ή μετακίνησα το κουτί του λίγο, μπορεί να πήδηξε πιο πέρα, αλά την τροφή δεν την άφησε απ’το στόμα του. Μετά το λουκούλιο αυτό γεύμα, η κοιλιά του έγινε τεράστια, και για ολόκληρο το επόμενο εικοσιτετράωρο, δε βγήκε καν από το χώμα, γιατί χώνευε.
Χθες στις 9 του μηνός, ενώ η κοιλιά του ακόμα δεν είχε αδειάσει από το κολοσσιαίο εκείνο γεύμα, έφαγεάλλες δύο μεγάλες κατσαρίδες, και τις δύο με ευκολία. Την δεύτερη ωστόσο αρχικά την έπιασε από μια άκρη, και προσπάθησε να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, αλλά πού να ξεφύγεις από έναν τέτοιο δολοφόνο. Είναι εκπληκτικό πώς ένα φαινομενικά τόσο μικρό ζώο μπορεί να φάει τόσο μεγάλα θηράματα. Είναι πραγματικά αδίστακτος.
Έκανα και μια δοκιμή, για να δω αν με μπερδέψει με φαγητό. Τότε που του έδινα τα πολλά αλευροσκούληκα, έβαλα το δάχτυλό μου μπροστά του και το κινούσα αργά, και με δάγκωσε. Πέταξε δηλαδή τη γλώσσα του και μετά με δάγκωσε, αλά γρήγορα με άφησε. Επίσης χθες, όταν η πρώτη κατσαρίδα πέρασε κάτω απ’το κεφάλι του και δεν την έπιασε με τη μία, έβαλα πάλι το δάχτυλο μπροστά του για να την διώξω πάλι έξω, και μου δάγκωσε το δάχτυλο. Τραβώντας το, σήκωσα και το βάτραχο και την κατσαρίδα, η οποία είχε πιαστεί από πίσω του. Μετά τον άφησα κάτω και την έφαγε, σαν να μην έγινε τίποτα. Τόσο λίγο μυαλό έχουν. Έχουν ωστόσο τεράστια όρεξη.
Στο μέγεθος που βρίσκεται τώρα μπορεί άνετα να φάει ως και ψαράκι, μικρή σαύρα ή ένα μεσαίου μεγέθους ποντίκι. Πλέον αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη.

Ενημέρωση 20/8/2015: Ο βάτραχος συνεχίζει να μεγαλώνει και να τρώει τα πάντα. Από τις 24 Ιουλίου, η διατροφή του αναβαθμίστηκε και τρώει και σπονδυλωτά. Νεογέννητους αρουραίους, ψαράκια γκάπι κλπ. Δε δαγκώνει, αλλά αν τον πειράξω λίγο στο στόμα, μπορεί ν’ανοίξει το στόμα του και να δαγκώσει. Το δάγκωμά του ωστόσο δεν είναι τόσο κοφτερό όσο λέγεται. Σίγουρα μπορεί να σχίσει το δέρμα του κάποιος αν τραβήξει απότομα το δάχτυλό του, αλλά αλιώς, αν περιμένει μέχρι να τον αφήσει ο βάτραχος, δε θα πάθει τίποτα. Η πίεση ωστόσο των σαγονιών του είναι τεράστια και η δύναμή του μεγάλη, ώστε άνετα τον σηκώνεις με το ένα δάχτυλο. Συνήθως θα σε αφήσει από μόνος του, ή αν τον πειράξεις λίγο ή προσπαθήσεις να τον σηκώσεις κάποιες φορές. Ανοίγει το στόμα του διάπλατα, και συχνά σπρώχνει το δάχτυλο με τα μπροστινά του πόδια. Το στόμα του είναι ευρύχωρο και πάνω στον ουρανίσκο υπάρχουν λίγα μικρά δόντια, όπως και στους περισσότερους βατράχους. Τώρα μπορεί να φάει 4 ή και 5 μεσαίου μεγέθους κατσαρίδες Αργεντινής, και περίπου τρεις ενήλικες. Μια φορά που πεινούσε πολύ, του έδωσα αρκετές κατσαρίδες. Πρώτα έπιασε τη μία μπροστά του, ενώ μια άλλη βρισκόταν πίσω και δεξιά του, σχεδόν ακίνητη. Μόλις κατάπιε την πρώτη, γύρισε μεθοδικά προς τα δεξιά για να πιάσει την άλλη. Πιθανόν έχει λίγη μνήμη για να θυμάται πού βρίσκεται η τροφή κοντά του. Δείτε τον πώς μεγάλωσε!

Ceratophrys cranwelli 19/08/2015

Ενημέρωση 30/10/2015: Ο βάτραχος έχει μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Από το Σεπτέμβριο άρχισα να του δίνω πρώτα νεογέννητους, και μετά μεγαλύτερους νεαρούς αρουραίους γύρω στα 20 γραμμάρια. Πλέον μπορεί να τρώει τεράστιες ποσότητες τροφής, μέχρι το πλάτος της κοιλιάς του να ξεπεράσει το μήκος του. Τρώει κατσαρίδες Αργεντινής, ακρίδες, γιγάντια αλευροσκούληκα, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina, εσωτερικό σαλιγκαριών, αρουραίους, ψάρια κλπ. Επικεντρώνομαι στα μεγάλα προς τεράστια θηράματα. Πλέον ο βάτραχος άλλωστε αγνοεί τα πολύ μικ΄ρά θηράματα όπως πολύ μικρές κατσαρίδες, αν και δε θα πει όχι σε θηράματα μεσαίου μεγέθους.
Τις καλοκαιρινές Διακοπές τις πέρασε με ευκολία, αφού έχει χαμηλό μεταβολισμό και δε χρειάζεται συνεχώς τάισμα. Ένα καλό τάισμα τον κρατάει για 12 μέρες ή και παραπάνω χωρίς να πεινάσει. Ωστόσο μετά από ένα μικρό διάστημα που έλειπα τον Αύγουστο κι επέστρεψα τον ίδιο μήνα, βρήκα μία ενσφήνωση στο έντερο, που ίσως προήλθε από το χώμα που είχαν πάνω τους οι κατσαρίδες όταν τις έπιανε ή από τα σκληρά μέρη των εντόμων. Όπως και μια φορά παλαιότερα με το ίδιο πρόβλημα, τον έβαλα μέσα σε ρηχό νερό για να το αποβάλει. Η μάζα μαλάκωσε, και μπόρεσα να την μαλάξω λίγο για να σπάσει. Ακολούθησα την ίδια θεραπεία για τρεις μέρες, για μισή ώρα κάθε φορά. Την τελευταία μέρα, αν και τον είχα μαλάξει αρκετά και νόμιζα πως τον είχα στρεσάρει πολύ και δε θα έτρωγε το βράδυ, έκανα τελικά λάθος γιατί το βράδυ βγήκε στην επιφάνεια κανονικότατα κι έφαγε. Ξαλάφρωσε από το βάρος, γι’αυτό. Τις επόμενες μέρες κάθε ίχνος ενσφήνωσης εξαφανίστηκε. Πιστεύω ότι ευθύνονταν οι αυξομειώσεις της υγρασίας του υποστρώματος. Ενώ είχε στο έντερο τροφή ή και λίγο χώμα, το υπόστρωμα μπορεί ννα στέγνωνε λίγο παραπάνω, αφυδατώνοντας λίγο το βάτραχο, ο οποίος τράβηξε όλη την υγρασία από τα περιεχόμενα του πεπτικού του συστήματος, τα οποία μετά δυσκολεύτηκε να περάσει. Επίσης κατά το διάστημα των υψηλών θερινών θερμοκρασιών, που μπορεί να έφταναν τους 34 βαθμούς, κρυβόταν βαθιά στο χώμα, αλλά δεν έπεσε ποτέ σε νάρκη.
Στις αρχές του Οκτωβρίου έφερα τη μεζούρα για αντικειμενική μέτρηση. Ο βάτραχος είχε φτάσει τα 9 εκατοστά, δηλαδή είχε πλέον μπει στο εύρος μεγεθών για τα ενήλικα άτομα του είδους. Τώρα ωστόσο μου φαίνεται μεγαλύτερος, και ίσως να είναι 10 εκατοστά. Η ανάπτυξή του δεν τελείωσε ακόμα, αφού θα μεγαλώσει λίγο λιγότερο και του χρόνου. Πάντως από 4 περίπουο εκατοστά που τον πήρα, τον έφτασα στα 9. Είναι ένας υγιής βάτραχος που λαμβάνει τη σωστή διατροφή, γι’αυτό. Στρουμπουλός, δυνατός, με μεγάλη όρεξη και δυνατό σκελετό με γερό κεφάλι και πλατιές οστέινες πλάκες στη ράχη. Το τερράριό του δεν είναι και τόσο μεγάλο όμως, είναι ένα κουτί 25χ15χ12 όπως το μέτρησα, με πλευρές που στενεύουν προς τα κάτω. Παρόλα αυτά δεν ενοχλεί τον βάτραχο, ο οποίος άλλωστε κάθεται ακίνητος για μέρες σ’ένα σημείο. Ίσως όμως να χρειαστεί να το αλλάξω εξαιτίας μίας μικρής ρωγμής στα πλάγια, η οποία ακόμα δεν είναι αρκετά μεγάλη για να πέφτει χώμα, αλλά θα μπορούσε να γίνει.

Παρακάτω έχω δύο ενδιαφέροντα βίντεο με το βάτραχό μου. Στο πρώτο, που τράβηξα στις 20/10/2015, θέλω να δείξω πόσο δυνατο΄είναι το δάγκωμα αυτού του είδους, το οποίο μπορεί να κυνηγήσει θηράματα κοντά στο μέγεθός του. Τον πειράζω λίγο για να με δαγκώσει, και όταν με δαγκώνει πιάνεται τόσο σφιχτά, που μπορώ να τον σηκώσω στον αέρα μ’ένα δάχτυλο. Όσο και αν τον πείραζα ή προσπαθούσα να τον διώξω, τόσο πιο πολύ πιανόταν με τα σαγόνια του. Και κάτω που τον άφησα ήσυχο δε με άφησε. Είχε πιαστεί από το δάχτυλό μου σαν μανταλάκι. Τελικά τον βρέχω στη βρύση με αρκετό νερό, όπως τον είχα κάνει κι άλλες φορές σε παρόμοιες περιπτώσεις για να με αφήσει, και με άφησε. Στη δεύτερη δοκιμή πείραξα τον βάτραχο, αλλά δεν τον σήκωσα. Και τι έγινε; Προσπάθησε να με φάει! Άρχισε να καταπίνει αργά, αλλά αποφασιστικά τον δείκτη μου. Με έφτασε ως τα απύθμενα βάθη του στομαχιού, και μετά κατάλαβε το λάθος του κι άρχισε να με βγάζει ανοίγοντας το στόμα του και σπρώχνοντάς με μπροστά με τα πρόσθιά του άκρα. Πριν όμως με βγάλει εντελώς, με ξαναδαγκώνει για λίγο. Στην τρίτη φορά απλώς με δάγκωσε λίγο, και μετά με άφησε. Μοναδική εμπειρία. Πράγματι τα ζώα αυτά έχουν πολύ απλό τρόοπο «σκέψης». Αν είναι μικρό και κινούμενο, είναι φαγητό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχικα δάγκωσεγια άμυνα, μετά όμως είδε το δάχτυλο μικρό και κατάλληλο για τροφή, κι άρχισε να καταπίνει. Αν προσέξετε επίσης στο βίντεο, μετά από ένα διάστημα, ο βάτραχος βρίσκεται σ’ένα μεγάλο δίλημμα. Από τη μία συνεχίζει να με καταπίνει κι από την άλλη προσπαθεί να με βγάλει με τα μπροστινά του πόδια. Προφανώς ο μικρός τους εγκέφαλος δε μπορεί να διαχειριστεί δύο αντίθετες καταστάσεις. Ο βάτραχος ήταν πεινασμένος τότε που με έφαγε, κι έχω προσέξιε ότι είναι πιο πιθανό να δαγκώσει αν πεινάει. Στο βίντεο περιγράφω και την εσωτερική του ανατομία καθώς με καταπίνει. Όλο του το σώμα είναι προσαρμοσμένο για την κατάποση τεράστιων θηραμάτων. Το στόμα του είναι ευρύχωρο, η γλώσσα του δυνατή για να πιάνει τα θηράματα, και ο οισοφάγος και το στομάχι μαλακοί, αλλά πολύ διασταλτοί χώροι. Στην πάνω πλευρά του οισοφάγου ψηλαφίζεται ελαφρώς η σπονδυλική στήλη, ενώ στο πίσω μέρος του στομαχιού, το οποίο κατεβαίνει προς τακάτω, ψηλαφίζονται λίγο τα οστά της λεκάνης. Μέσα στο στόμα, πίσω από την πάνω σειρά των δοντιών βρίσκοντια τα μικρά υπερωικά δόντια, και πιο πίσω τα δύο εσωτερικά ρουθούνια. Τα αμφίβια δεν έχουν δευτερογενή ουρανίσκο όπως τα θηλαστκά, οπότε ο ουρανίσκος τους είναι ουσιαστικά το πάτωμα του εγκεφάλου, και τα ρουθούνια ανοίγουν μέσα στο στόμα. Αν είχαμε εμείς αυτήν την ανατομία, το στόμα μας θ’αφυδατωνόταν γρήγορα, δε θα μπορούσαμε ν’αναπνεύσουμε καθώς τρώμε, και όταν ήμασταν συναχωμένοι οι μύξες μας θα έμπαιναν στο στόμα μας. Για τα αμφίβια με το χαμηλότερο μεταβολισμό, αυτό το σχήμα δεν προκαλεί προβλήματα. Λίγο πιο πίσω είναι ο φάρυγγας με το υοειδές οστό, που εξωτερικά πιάνεται σαν μικρή χοόνδρινη σφαίρα, το οποίο υποστηρίζει τη γλώσσα. Η κάτω σιαγόνα έχει δύο μικρές οδοντοειδείς αποφύσεις μπροστά, και κατά τ’άλλα είναι σκέτο οστό. Πρόσεξα ότι όταν καταπίνει τεράστια θηράματα ή το δάχτυλό μου, η κάτω γνάθος λυγίζει ελαφρώς για να προσαρμοστεί στο σχήμα του αντικειμένου προς κατάποση. Ίσως να είναι το μόνο ελαφρώς εύκαμπτο οστό του κρανίου αυτού του βατράχου. Το βίντεο αυτό δεν έχει καμία σχέση με το αποτυχημένο Eaten Alive, είναι αυθεντικό. Ίσως από τα ελάχιστα βίντεο όπου ζώα προσπαθούν κυριολεκτικά να φάνε ανθρώπους. Δείτε το!

Στις 21 Οκτωβρίου λοιπόν, ήρθε και το μεγάλο γεύμα. Ο βάτραχος έφαγε μία μεσαία κατσαρίδα Αργεντινής πριν το βίντεο, και στο βίντεο μια αρσενική του ίδιου είδους, καθώς και δύο αρκετά μεγάλους αρουραίους, τους οποίους προσπάθησα να ταΐσω με τη λαβίδα. Τα έφαγε όλα, και συν άλλες δύο κατσαρίδες μετά το βίντεο.

Ενημέρωση 28/11/2015: Δείτε πώς ο βάτραχος αυτός σκάβει στο χώμα για να κρυφτεί. Αφού έφαγε 6 ακρίδες, χώθηκε στο χώμα για να χωνέψει και για να απομονωθεί ξανά από τον έξωκόσμο. Όπως όλοι οι σκαπτικοί βάτραχοι, σκάβει σπρώχνοντας το χώμα μπροστά με τα άκρα του και περιστρεφόμενος γύρω από τον εαυτό του, ώστε σιγά-σιγά να βιδωθεί στο έδαφος. Το βίντεο το έβγαλα στις 4/11/2015.

Μία μέρα μετά, έφαγε μία ακ΄κομα ακρίδα, μία προνύμφη pachnoda και μια μεσαία κατσαρίδα Αργεντινής, κι αυτό ήταν το τελευταίο του γεύμα για το 2015. Λόγω χαμηλών θερμοκρασιών άργησε να το χωνέψει, αλλά τελικά το αφομοίωσε όλο και σχημάτισε ένα μεγάλο περίττωμα, το οποίο απέβαλε στις 13 του μηνός. Το βράδυ στις 14 έβγαλα όλο το παλιό χώμα, άφησα το βάτραχο μέσα σε ρηχό νερό για ν’απορροφήσει όσο μπορεί, ξέπλυνα το τερράριο και πρόσθεσα νέο, αρκετά στεγνότερο, αν κι όχι εντελώς στεγνό, αργιλώδες χώμα. Μετά επέστρεψα το βάτραχο και τον άφησα για να σκάψει την τρύπα του μόνος του. Την επομένη είχε χαθεί μέσα στο χώμα. Στις 16 του μηνός το μεσημέρι ωστόσο τον εντόπισα στην επιφάνεια στη γωνία, δίπλα στην τρύπα του, αλλά μέσα στην ίδια μέρα ξαναθάφτηκε κι έκτοτε δεν ξαναβγήκε. Τώρα βρίσκεται σε νάρκη περίπου στη μέση του τερραρίου κοντά στον πυθμένα, και δεν υπάρχει κανένα ίχνος του στην επιφάνεια. Εκεί θα παραμείνει μέχρι το Μάρτιο ή και τον Απρίλιο, οπότε θα τον ξυπνήσω.

Ενημέρωση 6/4/2016: Τελικά ήμουν λίγο ανυπόμονος και τον ξύπνησα πολύ νωρίτερα, στις 26 Φεβρουαρίου, τις μέρες δηλαδή που ο καιρός άρχισε να βελτιώνεται προσωρινά. Για όλο το προηγούμενο λοιπόν διάστημα, ο βάτραχος δε βγήκε καθόλου στην επιφάνεια, αν και στις 9 Ιανουαρίου τον έβγαλα για λίγα λεπτά για να τον εξετάσω. Το χώμα τότε είχε ήδη στεγνώσει, κι ο βάτραχος άρχισε να σχηματίζει το κουκούλι του από παλιές στρώσεις δέρματος. Αν και λέγεται κουκούλι, καλύτερα χαρακτηρίζεται ως μεμβράνη, αφού είναι πολύ λεπτό. Πέρασε τη νάρκη του σε θερμοκρασίες μεταξύ 9-17 βαθμών Κελσίου, με συνήθεις θερμοκρασίες μεταξύ 12-15 βαθμών. Γενικώς τον αντιμετώπιζα σαν να μην υπάρχει, αλ΄λα μερικές φορές τον έψαχνα στο χώμα για να δω τι κάνει. Όταν τύχαινε και τον άγγιζα απότομα, συνήθως έβγαζε έναν οξύ και λεπτό ήχο ενόχλησης, και μια συγκεκριμένη φορά το Φεβρουάριο έκανε τέτοιους ήχους αραιά για περίπου μισό λεπτό. Την επόμενη φορά που θα τον έλεγχα, συνήθως θα είχε αλλάξει θέση, πάντα κάτω απ’το χώμα. Προς το τέλος της νάρκης ωστόσο διάλεξε μια συγκεκριμένη θέση την οποία δεν άλαζε. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε να ξεσκεπάζω το βάτραχο σε χειμέρια νάρκη, όπου επίσης τρίβω λίγο το δέρμα του για να ακούσετεότι έχει γίνει σκληρό από την ανάπτυξη του κουκουλιού.

Τον ξύπνησα λοιπόν το βράδυ στις 26 Φεβρουαρίου, σε μία βροχερή μέρα. Αν και η βροχή δεν είναι απαραίτητη για το ξύπνημά του, και μπορεί να ξυπνήσει απλώς με προσθήκη νερού στο υπόστρωμά του, εγώ ήθελα να δω πώς θ’αντιδρούσε στις φυσικές συνθήκες. Έξω οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά χαμηλές, αλ΄λα θα τον είχα εκεί για λίγη ώρα, πριν προλάβει να ψυχθεί το χώμα του. Μέσα σε περίπου δέκα λεπτά ψυχάλας, πριν καλά-καλά προλάβουννα υγρανθούν τα πρώτα εκατοστά του χώματος, ο βάτραχος βγήκε στην επιφάνεια και τον μετέφερα μέσα.
Ceratophrys cranwelli εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από τη νάρκη 26/2/2016
Έπειτα τον έβγαλα από το δοχείο του και τον έβαλα σ’ένα άλλο ρηχό δοχείο με ζεστό νερό, για να αποβάλει ευκολότερα το κουκούλι του και να ενυδατωθεί. Είχε αρκετά ξηρό, ζαρωμένο δέρμα και θαμπά χρώματα. Μόλις όμως μπήκε στο νερό, το δέρμα του μαλάκωσε αμέσως κι άρχισε να σχίζεται. Το κουκούλι αυτό είναι πραγματικά λεπτό, σίγουρα λεπτότερο από χιλιοστό, και μόλις έβγαινε γινόταν σαν μια γλοιώδης ταινία. Έβγαλε αρκετό μόνος του, αλλά βοήθησα λίγο κι εγώ. Το περισσότερο μάλλον το έφαγε. Μετά από λίγο το νερό έγινε κιτρινωπό, και δεν ξέρω αν ήταν απ’τη λάσπη ή αν άδειασε το περιεχόμενο της ουροδόχου κύστεώς του, όπως έπρεπε να κάνει. Το άλλαξα όμως και τον ξαναέβαλα στο νερό για περίπου 15 λεπτά, για να απορροφήσει όσο γίνεται. Μόλις τον έβγαλα, ήταν πάλι στρουμπουλός και με τα έντονα χρώματα που είχε και πριν. Τον τάισα δύο αρσενικές κατσαρίδες Αργεντινής στο σ΄τομα κατευθείαν, αν και δε χρειαζόταν, και τον άφησα στο χώρο του. Αργότερα μέσα στο βράδυ έσκαψε και ξανακρύφτηκε.
Την επόμενη μέρα τον πήρα από το παλιό του δοχείο με τη ρωγμή και τον έβαλα στο καινούργιο του τερράριο, το οποίο έχει διαστάσεις 30χ19χ20. Έπειτα τον τάισα ένα υπερβολικά μεγάλο γεύμα, 5 σαλιγκάρια Helix aspersa μεσαίου μεγέθους με το κέλυφός τους, κι ένα χωρίς. Μετά το τάισμα, ο βάτραχος είχε υπερδιπλασιαστεί σε μέγεθος και έμοιαζε με σακουλάκι γεμάτο βότσαλα. Επειδή οι γενικές θερμοκρασίες ήταν χαμηλές, τον έβαλα σε θερμαντι΄κη πλάκα, η οποία καλύπτει το μισό πυθμένα του δοχείου του και διατηρεί θερμόκρασία 25-28 βαθμών μέσα στο χώμα. Λόγω αυξημένου βάρους από το περισσότερο χώμα, τον πήρα από την παλιά θέση του πάνω στο τερράριο του γενειοφόρου δράκου και τον έβαλα σ’ένα τραπέζι δίπλα. Κατά την νάρκη βρισκόταν μέσα σε ντουλάπι. Κατά τη δεύτερη μέρα άρχισε η πέψη, με σταδιακό φούσκωμα του βατράχου και μείωση του όγκου των οστράκων. Στις επόμενες μέρες τα σαλιγκάρια μειώνονταν σε όγκο προοδευτικά, ώσπου έμειναν κάτι θραύσματα μόνο στη μέση της κοιλιάς κι ένα μισοχωνεμένο όστρακο. Την έννατη μέρα κάθε ίχνος σαλιγκαριού είχε χαθεί, ενώ στη δωδέκατη αφόδευσε. Τελικά το στομάχι του είδους αυτού είναι παντοδύναμο. Το επόμενο γεύμα αποτελούταν από 6 σαλιγκάρια χωρίς το κέλυφος, καθώς και από δύο ακρίδες, 6 superworms και μια κατσαρίδα Αργεντινής. Στο επόμενο γεύμα έδωσα 12 superworms και τρεις κατσαρίδες Αργεντινής, ενώ το τελευταίο γεύμα, που δόθηκε το Σάββατο στις 26 Μαΐου, αποτελούταν από 18 superworms και μία αρσενική κατσαρίδα Αργεντινής, κι ακόμα η τροφή δεν έχει αποβληθεί. Αυτό το Σάββατο πρόκειται να τον ταΐσω κάποιο κατεψυγμένο τρωκτικό, ίσως και έντομα για να κυνηγήσει μόνος του, για΄τι ως τώρα του τα έδινα απευθείας στο στόμα. Παρατήρησα ότι τα σαλιγκάρια, αν και φαινομενι΄κα σκληρά, χωνεύονται ευκολότερα από τα έντομα, γιατί των μεν το όστρακο αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο, που λιώνει στο όξινο στομάχι, των δε ο εξωσκελετός αποτελείται από χιτίνη, η οποία διασπάται πο΄λυ δύσκολα, και αποβάλλεται συνήθως σε μικ΄ρα θραύσματα.
Φέτος επίσης διαπιστώθηκε και το φύλο του, και περίλυπος ανακοινώνω ότι τελικά δεν είναι Μπαλίτσα, αλ΄λα αρσενικό. Το καλό από την όλη υπόθεση είναι ότι τελικά μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρος για το φύλο, αλλά το κακό είναι ότι τελικά δε θα φτάσει στα μεγέθη ρεκόρ που ονειρευόμουν, γιατί τα αρσενικά είναι μικρότερα. Ίσως με καλό τάισμα να φτάσει τα 12 εκ, και πάλι δύσκολα. Ο πατέρας μου τον άκουσε να κωάζει ένα βράδυ στα μέσα του Μαρτίου, και μια φορά λίγες μέρες αργότερα. Και τις δύο φορές κώασε για τρεις φορές. Για να το επιβεβαιώσω, τον ξέθαψα κι εγώ για να εξετάσω τα χαρακτηριστικά του. Πράγματι είχε καφέ στο λαιμό και γαμήλιες βεντούζες στα μπροστινά του πόδια, χαρακτηριστικά των αρσενικών. Χθες επίσης και σήμερα είχα την τύχη να τον ακούσω να κωάζει, και τις δύο φορές το μεσημέρι. Ο ήχος του είναι ένας απλός τόνος, σαν περίεργο κρώξιμο ή ρομποτικός ήχος. Την πρώτη φορά τον έκανε δύο φορές, ενώ σήμερα τέσσερις. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον ηχογραφήσω. Άρα το όνομα αλλάζει, αλλά πάλι πρέπει να είναι παραπλανητικό για να δημιουργεί την ψευδή εντύπωση του άκακου, οπότε είναι Μπαλούλης.

Ενημέρωση 8/4/2016: Τελικά σήμερα την Παρασκευή τον τάισα. Του αγόρασα ένα κατεψυγμένο ενήλικο ποντίκι (Mus musculus) από το feeders.gr, το οποίο έφαγε πολύ εύκολα, αν και δεν το περίμενα. Ήταν αρκετά μικρότερο από τους μικρούς αρουραίους που του έδινα, οπότε την επομενη φορά θα του δώσω είτε δύο ποντίκια είτε πάλι μικρούς αρουραίους. Έφαγε επίσης και τέσσερις κατσαρίδες Αργεντινής, τρεις θηλυκές και μια μικρότερη. Ακόμα δεν έχει πεινάσει τόσο πολύ ώστε να κυνηγά μόνος του, αλλά την επόμενη φορά θα τον αφήσω πεινασμένο λίγο παραπάνω, για να κυνηγήσει.

Ενημέρωση 15/5/2016: Στις παρακάτω φωτογραφίες θα δείτε το βάτραχο όπως είναι τώρα. Νομίζω πως έχει μεγαλώσει και φουσκώσει λίγο. Στην πρώτη είναι ατάιστος, ενώ στη δεύτερη, την οποία τράβηξα χθες στις 15 Μαΐου, τρώει ένα ενήλικο αποψυγμένο ποντίκι, και βρίσκεται στη μέση της διαδικασίας.

Ceratophrys cranwelli 27/4/2016

Ceratophrys cranwelli τρώει ποντίκι 14/5/2016

Ενημέρωση 9/8/2016: Οι υψηλές θερμοκρασίες στις οποίες αναγκαζόταν να βρίσκεται, αφού στο χώρο όπου βρισκόταν μπορούσαν να φτάσουν τους 32 βαθμούς για μερικές μέρες συνεχόμενα, τον κατέβαλαν και από τον Ιούνιο η όρεξή του μειώθηκε, θαβόταν συνεχώς στο χώμα κι άρχισε να δημιουργεί κουκούλι. Έτσι κι εγώ τον βοήθησα αλλάζοντας το χώμα και αφήνοντάς τον να πέσει σε θερινή νάρκη. Στο νέο ξερό χώμα πρώτα άδειασε το περιεχόμενο του εντέρου του με τρία μεγάλα περιττώματα, μετά θάφτηκε και γρήγορα έφτιαξε ένα στεγνό, υδατοστεγές κουκούλι, το οποίο ήταν πολύ παχύτερο απ’αυτό του χειμώνα. Όταν μια φορά τον έβγαλα στην επιφάνεια, μου φάνηκε σαν ζωικό κρεμμύδι έτσι με το παχύ, καφετί κουκούλι του που σχιζόταν σε φύλλα.
Ceratophrys cranwelli σε διαθέριση

Όταν τον άφησα σε μια στέρεη επιφάνεια δίπλα στο τερράριό του ή πα΄νω σε χαρτί, προσπαθούσε με σκαπτικές κινήσεις να ξαναθαφτεί στο υπόστρωμα, κι όταν τον επέστρεψα μέσα ξαναχώθηκε.

Τελικά στα τέλη του Ιουλίου τον ξύπνησα, αφού οι θερμοκρασίες είχαν πέσει λίγο. Έριξα στο χώμα αρκετό νερό, μέχρι να επανυδατωθεί, αλλά αυτός άργησε να βγει στην επιφάνεια. Σύντομα έβγαλε το κουκούλι, που ήταν ανθεκτικό και διαφανές σαν πλαστική σακούλα. Την ίδια μέρα, μόλις έβαλα το δάχτυλό μου μπροστά στη μύτη του, με δάγκωσε λίγο. Τις επόμενες μέρες ή όρεξή του επανήλθε και έτρωγε μεγάλες ποσότητες. Έχω την εντύπωση ότι έχει μεγαλώσει σε σχέση με την άνοιξη.