Tag Archive: σπάνια είδη


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

Advertisements

Όπως είχα πει και στο προηγούμενό μου άρθρο, ο κόσμος μας βρίθει από μικ΄ρα θηλαστικά, τα οποία, εξαιτίας της κρυπτικής τους φύσης, δε γνωρίζουμε καν. Κάποια απ’αυτά είναι πολύ παράξενα, όπως οι ασπάλακες που ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο. Και λογικό είναι στο μέγεθος αυτό, κάποιο να κατέχει το ρεκόρ του μικρότερου θηλαστικού του κόσμου. Αυτό το θηλαστικό λοιπόν ζει και στην Ελλάδα. Ναι, έχουμε δηλαδή το μικρότερο θηλαστικό όχι της Ευρασίας, ούτε του Βόρειου Ημισφαιρίου, αλλά του κόσμου ολόκληρου και δεν το ξέρει κανείς! Όσοι το μαθαίνουν αυτό εκπλήσσονται. Πόσο μικρό είναι, και πώς γίνεται να μην το ξέρουμε;

Πρόκειται για την ετρουσκομυγαλή, με επιστημονική ονομασίαSuncus etruscus (Σούγκος ο ετρουσκικός). Αν και πολλοί τις συγχέουν με ποντίκια εξαιτίας του παρόμοιου μεγέθους, οι μυγαλές ή μυγαλίδες έχουν τόση σχέση με τα ποντίκια όση έχουν και οι τυφλοπόντικες. Και οι δύο αυτές ομάδες θηλαστικών, καθώς και οι σκαντζόχοιροι, ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, που παλαιότερα ήταν μέρος της μεγάλης τάξης των εντομοφάγων, η οποία όμως έπρεπε να διασπαστεί, επειδή τα μέλη της ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους θηλαστικών. Τα εντομοφάγα είναι πρωτόγονου τύπου μικρά, νυκτόβια και εντομοφάγα, αν και στην πραγματικότητα όλα είναι παμφάγα, πλακουντοφόρα θηλαστικά.

Οι μυγαλές είναι τυπικό παράδειγμα του τύπου αυτού. Είναι μικρόσωμες, με κυλινδρικό σώμα, κοντά πόδια, στενό και μακρύ κεφάλι με λεπτό και μυτερό ρύγχος, μικρά μάτια και αυτιά, ανεπτυγμένα μουστάκια και πρωτόγονη οδοντοστοιχία εντομοφάγου, με κοπτήρες σαν καρφιά, ελαφρώς μεγαλύτερους κυνόδοντες και τραπεζίτες που περισσότερο τρυπούν παρά αλέθουν. Η μύτη τους προεξέχει λίγο από το στόμα, δίνοντας την εντύπωση μικρής προβοσκίδας, όπως και στους ασπάλακες. Η γούνα τους είναι κοντή και απαλή και η ουρά μέτρια σε μήκος. Εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους, έχουν πολύ μεγάλη επιφάνεια ως προς τον όγκο τους, κι έτσι χάνουν πολύ εύκολα θερμότητα. Αυτό, σε συνδυασμό με τον υψηλό τους μεταβολισμό, κάνει αδύνατη την αποταμίευση λίπους, έτσι θα πρέπει μονίμως να ψάχνουν για τροφή. Έστω και λίγες ώρες χωρίς τροφή αποβαίνουν μοιραίες. Ψάχνουν λοιπόν τροφή για όλο το χρόνο, και το χειμώνα σκάβουν κάτω από το χιόνι. Η όρασή τους είναι φτωχή, αλλά η όσφρηση και η αφή είναι πολύ ανεπτυγμένες, και αρκετά είδη μπορούν να ηχοεντοπίζουν σαν τις νυχτερίδες, αν και με μικρότερη ακρίβεια. Η μεγαλύτερη δραστηριότητα παρατηρείται τη νύχτα, αλλλά στην πραγματικότητα δραστηριοποιούνται με διαλείψεις για όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ψάχνοντας για τροφή ακόμα και την ημέρα. Μυγαλή σημαίνει ποντικοκούναβο στα αρχαία ελληνικά, κι ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος. Αν και κανονικά τρέφονται κυρίως με μικροσκοπικά έντομα, είναι μόνίμως πεινασμένοι και αδίστακτοι κυνηγοί που μπορούν να επιτεθούν σε έντομο ίσο ή και μεγαλύτερο του μεγέθους τους. Για παράδειγμα μια μυγαλή μπορεί να φάει μια ολόκληρη ακρίδα. Ακόμα μεγαλύτερα είδη μπορεί να φάνε ακόμα και ποντίκια! Τα κουναβοειδή είναι μια ακόμα ομάδα θηλαστικών με παρόμοια αδίστακτη συμπεριφορά. Κοινό και των δύο αυτών ομάδων θηλαστικών, των μυγαλών και των κουναβιών, είναι ο ασυνήθιστα υψηλός μεταβολισμός, ο οποίος τα εξαναγκάζει σε υψηλό επίπεδο δραστηριότητας για την εύρεση τροφής,κι έτσι δεν αφήνουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, ακόμα κι αν το θήραμα είναι μεγαλύτερο από το σώμα τους. Εξαιτίας αυτού του γρήγορου μεταβολισμού, οι μυγαλές ζουν λίγο, συνήθως μόνο ενάμισι ή δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό αναπαράγονται συχνά, συνήθως με 2-10 μικρά τη φορά, τα οποία γεννιούνται τυφλά, γυμνά και υπανάπτυκτα, στην προγονική δηλαδή κατάσταση των νεογνών θηλαστικών, κι ανεξαρτητοποιούνται σε περίπου έναν μήνα. Αξιοσημείωτη συμπεριφορά πολλών μυγαλών είναι η αλυσίδα που σχηματίζουν, όταν πρόκειται η μητέρα να μετακινήσει τα μικρά σε άλλη περιοχή, με τα μικρά να δημιουργούν μια γραμμή πίσω από τη μάνα δαγκώνοντας την ουρά του μπροστινού τους. Ο αναπαραγωγικός τους ρυθμός είναι χαμηλότερος από αυτόν κυρίως φυτοφάγων ζώων όπως των ποντικιών, τα οποία έχουν περισσότερη διαθέσιμη τροφή και πολύ περισσότερους εχθρούς. Οι μυγαλές, αν και μικρές και φαινομενικά ευάλωτες, έχουν οσμογόνους αδένες που εκκρίνουν δύσοσμο υγρό που αποθαρρύνει τα περισσότερα θηλαστικά. Οι γάτες για παράδειγμα μπορεί να τις πιάσουν και μερικές φορές να τις σκοτώσουν, αλλά μετά τις αφήνουν. Παρόλα αυτά τα φ΄δια και οι κουκουβάγιες τις τρώνε χωρίς πρόβλημα. Οι μυγαλές είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που μαρκάρουν με οσμή την περιοχή τους και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο για τα της αναπαραγωγής. Αν ένα ζώο αντιληφθεί την παρουσία άλλου στην περιοχή του θα προσπαθήσει να το διώξει με ήχους, και αν συναντηθούν θα μαλώσουν. Τα ζώα αυτά χρειάζονται μεγάλη έκταση για να ψάξουν τη μικρή και σκορπισμένη τροφή τους, και ένα ακόμα ζώο δίπλα τους είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρά βοήθεια.

Η ετρουσκομυγαλή ανήκει στην οικογένεια Soricidae, στις λευκόδοντες μυγαλές. Όπως προανέφερα, είναι μικροσκοπικό θηλαστικό. Το μέσο μήκος του σώματός της είναι τα 4 εκατοστά, με εύρος από 3 έως 5,2 εκ, ενώ η ουρά προσθέτει επιπλέον 2,4-3,2 εκ. Το μέσο βάρος της είναι 1,8 γραμμάρια, με εύρος από 1,3 γρ έως 2,5 γρ. Το ζώο έχει τυπικό σχήμα μυγαλής, με λεπτό, προβοσκιδοειδές ρύγχος, μεγάλα μουστάκια, αρκετά έντονα αυτιά και λεπτό σώμα. Η γούνα της είναι χρώματος καφέ στη ράχη και στις πλευρές και γκριζωπού στην κοιλιά. Τα άτομα δεν παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά κλίματα, και μπορεί να βρεθεί σε μια μεγάλη ζώνη μεταξύ του 10ου και του 40ου παραλλήλου βόρειο γεωγραφικό πλάτος στην Ευρασία και στη Βόρεια Αφρική. Στην Ευρώπη μπορεί να βρεθεί σε Ελλάδα, Κύπρο, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, Ιταλία, Μάλτα, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Ανδόρα, Γιβραλτάρ και Μονακό. Στη Βόρεια Αφρική μπορεί να βρεθεί σε Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές νοτιότερα σε Αιθιωπία, Νιγηρία και Γουινέα. Απαντά επίσης και στις Κανάριες Νήσους, όπου πιθανότατα εισήχθη από τον άνθρωπο. Στην Αραβική Χερσόνησο το είδος μπορεί να βρεθεί σε χώρες της περιφέρειας όπως σε Συρία, Λίβανο, Ισραήλ, Ιορδανία, Ομάν, Μπαχρέιν, και Υεμένη συμπεριλαμβανομένου του απομακρυσμένου νησιού Σοκότρα. Στην υπόλοιπη Ασία το είδος μπορεί να βρεθεί σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία, Νεπάλ, Βυρμανία, Μπουτάν, Λάος, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, επαρχία Γκένγκμα της Κίνας, Σρι Λάνκα, Μαλαισιανό τμήμα του Βόρνεο και Φιλιππίνες, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Αρμενία, Ουσμπεκιστάν, Κουβέιτ, Μπρουνέι και Ινδονησία. Το είδος σπάνια συναντάται ψηλότερα από τους πρόποδες των βουνών, αν και σε τροπικές περιοχές μπορεί ενίοτε να βρεθεί μέχρι και τα 3.000 με΄τρα υψόμετρο. Αν και το είδος έχει τεράστια εξάπλωση, θεωρείται σπάνιο σε σχέση με άλλα είδη μυγαλής σε όλους τους τόπους όπου απαντάται. Με τόσο μεγάλη εξάπλωση πάντως, είναι απορίας άξιο γιατί ονομάστηκε ετρουσκκομυγαλή. Ίσως τα πρώτα άτομα που περιγράφηκαν επιστημονικά να προήλθαν από την Ιταλία. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά ενδιαιτήματα με θάμνους όπου μπορεί να κρύβεται. Κατοικεί συχνά στον ικότονο μεταξύ λιβαδιού ή θαμνότοπου και δάσους. Αποικίζει επίσης την πυκνή παρυδάτια βλάστηση δίπλα σε ποτάμια και λίμνες, εγκαταλελειμμένους αγρούς ή τα όρια των καλλιεργημένων αγρών, βραχώδεις περιοχές, πετρότοιχους και ερείπια, όπου τρέχει ανάμεσα στις σχισμές και τις τρύπες ψάχνοντας για τροφή. Αποφεύγει τα εντατικά καλλιεργούμενα χωράφια, τους αμμόλοφους και τα πυκνά δάση.

Το είδος δραστηριοποιείται με διαλείμματα καθόλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, παραμένοντας κοντά στη φωλιά την ημέρα και πραγματοποιώντας μεγαλύτερες εξορμήσεις τη νύχτα, με τις μεγαλύτερες κατά την ώρα της αυγής. Οι περίοδοι ανάπαυσης είναι σύντομες, περίπου 30 λεπτά. Όταν το ζώο είναι ξύπνιο, κινείται συνεχώς. Οι κινήσεις του είναι γρήγορες κι έχουν υπολογιστεί στις 722 ανά λεπτό. Ο υπερβολικά υψηλός του μεταβολισμός το αναγκάζει να τρώει 1,5-2 φορές το βάρος του σε τροφή καθημερινά, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του καταλαμβάνει η αναζήτηση τροφής. Όταν δεν αναζητά τροφή, καθαρίζει τη γούνα του. Αναζητά την τροφή του με τη βοήθεια της καλής του όσφρησης και της αφής. Αρκεί ένα μόνο άγγιγμα του μουστακιού με ένα μικρό έντομο για να γυρίσει αμέσως και να το πιάσει. Τρώει ό,τι μικρό ασπόνδυλο μπορεί να βρει, αλλά μπορεί να επιτεθεί και σε ζώα όσο το μέγεθός του, όπως μεγάλα έντομα οπως ακρίδες, μικρά βατράχια, σαύρες και μικρά τρωκτικών. Οι ακρίδες αποτελούν αγαπημένη τροφή, κι αν υπάρχουν πολλές στην περιοχή θα φάει αρκετές. Τα μεγάλα έντομα τα σκοτώνει αμέσως μ’ένα δάγκωμα στο κεφάλι και τα τρώει επιτόπου, ενώ τα μικρά συνήθως τα επιστρέφει στη φωλιά. Προτιμά έντομα με μαλακό κι εύκαμπτο εξωσκελετό, κι έτσι αποφεύγει τα μυρμήγκια όσο γίνεται. Σε δύσκολες συνθήκες, το ζώο πέφτει σε κατάσταση βραχύχρονης νάρκης για την εξοικονόμηση ενέργειας, όπου η θερμοκρασία του πέφτει έως και στους 12 βαθμούς. Επανέρχεται τρεμουλιάζοντας τους μυς του, σε ρυθμό 3.500 δονήσεων το λεπτό (58 το δευτερόλεπτο), το οποίο θερμαίνει το ζώο με ρυθμό 0,83 βαθμούς Κελσίου ανά λεπτό, ο οποίος είναι ο ταχύτερος καταγεγραμμένος ρυθμός αναθέρμανσης κάθε θηλαστικού. Ο καρδιακός του ρυθμός αυξάνεται από τους 100 παλμούς το λεπτό στους κανονικούς για το είδος 800-1500 το λεπτό, ενώ ο αναπνευστικός του ρυθμός αυξάνεται από τις 50 στις 600-800 αναπνοές ανά λεπτό. Ανώτερος καταγεγραμμένος καρδιακός ρυθμός είναι οι 1500 παλμοί ανά λεπτό (25 ανά δευτερόλεπτο). Το είδος δεν είναι προσαρμοσμένο να σκάβει φωλιές, έτσι χρησιμοποιεί κοιλότητες σε πέτρες, αλλά και εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Είναι μοναχικό και κάνει ήχους σαν τερετίσματα για να επισημάνει την περιοχή του. Ζευγαρώνει κυρίως από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο, αν και μπορεί ν’αναπαραχθεί όλο το χρόνο. Το ζευγάρι μπορεί να σχετίζεται για μικρό χρονικό διάστημα γύρω από τη φωλιά και τα μικρά. Μετά από κύηση 27-28 ημερών, γεννιούνται 2-6 υπανάπτυκτα μικρά, βάρους 0,2 γρ. Η μητέρα τους μπορέι να τα μετακινήσει μετά τις 9-10 ημέρες αν ενοχληθεί η φωλιά, οπότε μπορεί να σχηματίσει αλυσίδα. Σχηματίζει αλυσίδα σπανιότερα σχετικά με άλες μυγαλές. Τα μάτια τους ανοίγουν στις 14-16 ημέρες, και απογαλακτίζονται στις 20 ημέρες. Σε τρεις με ΄τέσσερις εβδομάδες, τα μικρά θα έχουν ανεξαρτητοποιηθεί και σύντομα ωριμάζουν γεννητικά. Η διάρκεια ζωής του είδους αυτού υπολογίζεται στα 2 χρόνια, αν και δεν έχουν γίνει ακριβείς μετρήσεις.

Κύριοι εχθροί της μυγαλής αυτής είναι οι κουκουβάγιες. Το είδος σπανιότατα γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο, οπότε δεν κινδυνεύει άμεσα απ’αυτόν. Έμμεση απειλή είναι η γεωργική ανάπτυξη κατάλληλων για το είδος περιοχών, η οποία καταστρέφει τις περιοχές φωλιάσματος και κυνηγιού. Αντίξοες καιρικές συνθήκες επίσης, όπως ασυνήθιστα βαρείς χειμώνες και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, επιδρούν δυσμενώς στους πληθυσμούς του είδους. Παρόλα αυτά το είδος δε θεωρείται ακόμα απειλούμενο, αν και είναι σπάνιο σε πολλές περιοχές.

Η θέση αυτή του μικρότερου θηλαστικού δεν είναι χωρίς άλλους διεκδικητές. Η νυχτερίδα μέλισσα (Crasionycteris thonglongyai), ενός απειλούμενου είδους νυχτερίδας που μπορεί να βρεθεί μονο σε ασβεστολιθικά σπήλαια της δυτικής Ταϊλάνδης και της νοτιοανατολικής Βυρμανίας, έχει μήκος 2,5-3 εκ και βάρος 2 γρ. Έχει επίσης το μικρότερο κρανίο κάθε θηλαστικού. Ως προς το μήκος είναι λίγκο κοντότερη από την ετρουσκομυγαλή, αλλά ως προς το βάρος είναι λίγο βαρύτερη. Επειδή οι συγκρίσεις γίνονται συνήθως με βάση τη μάζα, η ετρουσκομυγαλή βγαίνει ως το μικρότερο θηλαστικό παγκοσμίως. Και ζει και στην Ελλάδα!

Το γένος της ετρουσκομυγαλής ωστόσο περιλαμβάνει και μερικούς γίγαντες. Η ποντικομυγαλή (Suncus murinus) είναι ένα μεγάλο είδος της τροπικής Ασίας που έχει εισαχθεί και σ’άλλες περιοχές του Παλαιού Κόσμου από τον άνθρωπο, το οποίο φτάνει τα 15 εκατοστά σε ολικό μήκος μαζί με την ουρά και τα 50-100 γραμμάρια σε βάρος, κάνοντάς την μία από τις μεγαλύτερες μυγαλές του κόσμου. Το είδος αυτό τρέφεται συχνά με τρωκτικά, γι’αυτό θεωρείται ωφέλιμο, ενώ η άσχημη οσμή και γεύση του το προστατεύουν από τα περισσότερα σαρκοφάγα θηλαστικά.

Εξαιτίας της κρυπτικής της συμπεριφοράς και της σπανιότητάς της σε σχέση με άλλες μυγαλές, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να την εντοπίσετε στο φυσικό της περιβάλλον, ακόμα κι αν ψάξετε με εξειδικευμένο εξοπλισμό. Παρόλα αυτά όποιος την έχει συναντήσει μπορεί να μου το αναφέρει σε σχόλιο. Οπότε θα πρέπει ν’αρκεστείτε σε φωτογραφίες από το Διαδίκτυο ή σε κάποιο διατηρημένο δείγμα σε μουσείο φυσικής ιστορίας, εάν θέλετε να ικανοποιήσετε την περιέργειά σας από κοντά. Αυτό λοιπόν το εκπληκτικό ζώο είναι το μικρότερο θηλαστικό του κόσμου.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ετρουσκομυγαλή
ετρουσκομυγαλπή – Nature Bank
Το ζώο της εβδομάδας: ετρουσκομυγαλίδα

Teratoscincus roborowskii 1/10/2015

Σας καλωσορίζω το πιο πρόσφατο και πιο ιδιαίτερο μέλος της συλλογής μου, τον τερατοσκίγκο (Teratoscincus roborowskii). Όπως και με όλα τα νέα ζώα, περιμένω πρώτα κάποιο διάστημα μέχρις ότου να βεβαιωθώ ότι είναι υγιή και πράγματι θα ζήσουν, και μετά δημοσιεύω το νέο. Είναι το σπανιότερο είδος που έχω προς το παρόν, και από όλα τα ερπετά μου, όλως τυχαίως το μόνο που κατάγεται από το Βόρειο Ημισφαίριο. Ανήκει σ’ένα γένος αρκετά ιδιότυπων γκέκο που αποτελούν στόχο πολλών συλλεκτών, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους.

Αν και η λέξη τερατοσκίγκος παραπέμπει σε κάπιο μυθικό τέρας της ελληνικής ή της μεσανατολικής μυθολογίας, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι κάπως πιο ήπια. Το πρώτο συνθετικό της λέξης ίσως του δόθηκε από τα μεγάλα, γουρλωτά του μάτια, με τα οποία βλέπει καλά στο σκοτάδι, όπως και στα περισσότερα γκέκο. Στα είδη του συγκεκριμένου γένους, τα μάτια είναι αρκετά μεγάλα και έντονα, εξού και η αγγλική ονομασία «frog eyed geckos = βατραχομάτικα γκέκο». Υπάρχει και μια ακόμα ονομασία, «wonder geckos», δηλαδή γκέκο θαύματα, εξαιτίας της μοναδικότητάς τους, η οποία χρησιμοποιείται και σε άλλες ευρωπαΪκές γλώσσες, π.χ. «wundergecko» στα γερμανικά. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους πιθανότατα το πήρανα πό τις ασυνήθιστες για γκέκο επάλληλες πλατιές φολίδες, που θυμίζουν περισσότερο λέπια ψαριού ή σκίγκου (ομάδα κυρίως ημιυπογειόβιων σαυρών με πλατιά λέπια, οστέινες πλάκες και ατροφικά ή καθόλου πόδια, όπου ανήκει και το λιακόνι (Chalcides ocellatus). Είναι γκέκο που ήρθαν σχετικά πρόσφατα στην αιχμαλωσία και στο χόμπι των ερπετών, και μολονότι δεν είναι δυσκολότερα από άλλα είδη παρόμοιας οικολογίας, ακόμα δεν προχώρησαν τόσο πολύ όπως άλλα είδη. Φυσικά το γένος έχει και τους φανατικούς του συλλέκτες, οι οποίοι προσπαθούν να συλέξουν και να εκθρέψουν όλα τα είδη, αλλά γενικώς δεν διαδόθηκε πλατιά στο εμπόριο. Πολλά είδη παραμένουν δυσεύρετα, και μερικα δεν αναπαράγονται στην αιχμαλωσία πολύ συχνά, αν και δεν είναι δύσκολα. Το δικό μου είδος είναι από τα πιο πρόσφατα του γένους με σχετικα λίγες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, οπότε στην Ελλάδα είμαι από τους ελάχιστους που το έχουν. Πιστεύω ότι η σπανιότητα είναι κυρίως θέμα προβληματικού μάρκετινγκ, καθώς κι ανταγωνισμού από τις χαμηλότερες τιμές πιασμένων ατόμων. Επειδή οι εκτροφείς και οι συλλέκτες τα θεωρούν σπάνια είδη που απευθύνουν σε άλλους εκτροφείς και συλλέκτες, διατηρούν τις τιμές υψηλές, ενώ παράλληλα οι τιμές των πιασμένων ζώων είναι αρκετά χαμηλές, τα παίρνει αρκετός κόσμος που δεν ξέρει να τα φροντίσει σωστά και τα χάνει, απογοητεύεται και παύει ν’ασχολείται με τα συγκεκριμένα είδη, κι έτσι δεν αγοράζει εγκυημένα υγιή ζώα από τους εκτροφείς. Αυτό φυσικα΄είναι δική μου υπόθεση, βασισμένη σε όσα έχω διαβάσει για τη διαθεσιμότητα των ειδών του γένους και για παρόμοιες καταστάσεις με άλλα τεχνητώς σπάνια είδη. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η κατάσταση αλλάζει με ορισμένα κοινότερα είδη όπως Teratoscincus scincus ή T. keyserlingii, τα οποία ανοίγονται στο ευρύ κοινό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνουν leopard geckos ποτέ, αλλά σίγουρα θ’ακούγονται όλο και περισσότερο.

Το γένος Teratoscincus λοιπόν μέχρι πρότινος ανήκε στην οικογένεια των Gekkonidae, και λόγω της μοναδικ΄κοτητάς του είχε τοποθετηθεί σε δική του υποοικογένεια, τις Teratoscincinae, η οποία θεωρούταν ότι διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους γκεκονίδες πολύ νωρίς κατά την εξέλιξή τους. Σύμφωνα με πρόσφατες μοριακές αναλύσιις όμως, το γένος αναταξινομείται στη διευρυμένη πλέον οικογένεια Sphaerodactylidae, ως ένας αποκλίνων κλάδος της. Τα γκεκονοειδή γκέκο, δηλαδή τα μέλη της οικογένειας Gekkonidae και των συγγενικών Phyllodactylidae και Sphaerodactylidae, αποκαλούνται και εξελιγμένα γκέκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα. Τα γκέκο ωστόσο αυτά αποδεικνύονται τα πλέον επιτυχημένα, με το 60% όλων των ειδών γκεέκο ν’ανήκει σ’αυτήν την ομάδα. Σημαντικότερή τους καινοτομία είναι τα σκληρά τους αυγά που μπορούν να προσκοληθούν σε στέρεες εναέριες επιφάνειες ή να αποτεθούν σε ξηρά μέρη, απελευθερώνοντάς ττα από την ανάγκη να τα θάβουν μέσα στο χώμα ή να τα τοποθετούν σε υγρά μέρη όπως οι υπόλοιπες σαύρες. Χάρη σ’αυτά τα αυγά, επεκτάθηκαν σε όλους τους οικολογικούς θώκους που θα μπορούσαν να υπάρχουν γκέκο, πέρασαν μεγάλους ωκεανούς και κατόρθωσαν να επιβιώσουν και σε πλήρως ανθρωπογενή περιβάλλοντα (όλα τα σαμιαμίδια των σπιτιών ανήκουν σ’αυτήν την ομάδα). Αντίθετα, τα γκέκο των υπόλοιπων οικογενειών είτε περιορίστηκαν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα είτε δεν εξαπλώθηκαν πολύ από τις ηπείρους όπου εξελίχθηκαν. Το γένος Teratoscincus λοιπόν περιλαμβάνει 7 είδη: Teratoscincus bedriagai, T. keyserlingii, T. microlepis, T. perzewalskii, T. roborowskii, T. scincus και T. toksunicus. Μέχρι πρόσφατα το T. keyserlingii θεωρούταν υποείδος του T. scincus, αλλά πλέον έχιε αναβιβαστεί σε είδος. Τα είδη αυτά ενδημούν στις ερήμους και ημιερήμους της Ασίας, όπου συνήθως ζουν σε αμμώδη ενδιαιτήματα με πέτρες ή αμμόλοφους, λίγη ή καθόλου βλάστηση και σκληρό κλίμα με μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις μεταξύ μέρας και νύχτας και μεταξύ των εποχών. Απαντούν σχεδόν σε όλη την Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικα Εμιράτα και στο Ομάν, ανατολικά έως το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, και βόρεια έως τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν, το Ουσμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, έως τη Μογγολία και την Κίνα. Θεωρείται κλάδος γκοντβανικής προέλευσης, δηλαδή προερχόμενος από την αρχαία υπερήπειρο Γκοντβάνα, ο οποίος εισήλθε στην Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, που στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της Αφρικής, απ’όπου εξαπλώθηκε. Η μεγάλη ορογένεση των Ιμαλαΐων κατά τη σύγκρουση της ινδικής υποηπείρου με την Ασία ανύψωσε το Τιεν Σαν-Παμίρ στην Κεντρική Ασία πριν από 10 εκατομμύρια χρόνια, το οποίο κατακερμάτισε τους πληθυσμούς ανατολικά και δυτικά. Έτσι τα είδη T. perzewalskii και T. roborowskii αποτελούν τον πιο πρόσφατο ανατολικό κλάδο, ο οποίος ξεχωρίζει γενετικά από τα υπόλοιπα.

Μορφολογικά, τα γκέκο του γένους είναι παρόμοια. Όλα είναι μικρού προς μεσαίου μεγέθους γεροδεμένα γκέκο με μεγάλα μάτια, κκοντή ουρά και τη χαρακτηριστική φολίδωση. Το μεγαλύτερο είναι ο T. keyserlingii έως τα 20 εκ, ενώ το μικρότερο είναι ο T. bedriagai στα 11 εκ. Τα χρώματά τους είναι αποχρώσης του γκρίζου και του καφέ, οι οποίες συνήθως εναλλάσσονται ή διασπώνται από σκουρότερα σχέδια και γραμμές, ώστε να παραλλάσσονται στο περιβάλλον τους, ενώ η κάτω πλευρά του σώματος είναι σχεδόν λευκή. Όπως όλα τα γκέκο, έχουν μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, με μεγάλα, εξογκωμένα μάτια με κάθετες κόρες ώστε να βλέπουν καλά στο σκοτάδι. Το ρύγχος τους είναι πολύ κοντό, το όλο κεφάλι ογκώδες, και η κάτω γνάθος ισχυρή, για να σπάνε σκληρές τροφές. Το σώμα είναι κυλινδρικό, ώστε να εισχωρούν εύκολα στις τρύπες τους. Τα άκρα είναι σχετικά κοντά, αλλά πιο όρθια σε σχέση μ’αυτά άλων εδαφόβιων γκέκο, ώστε να δίνουν περισσότερη ταχύτητα. Είναι πενταδάκτυλα, με κοντά δάχτυλα και νύχια, και τα δάχτυλα φέρουν κροσσωτές φολίδες, ώστε το ζώο να βαδίζει με εύκολία πάνω στην άμμο. Διάφορες άλλες αμμόβιες σαύρες έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοια κρόσσια στα δάχτυλα για τη βάδιση στην άμμο, όπως οι τυπικές σαύρες του γένους Acanthodactylus και οι δράκοι του γένους Phrynocephalus. Η ουρα είναι κοντότερη από το σώμα, λεπτή και κυρίως χρησιμοποιείται στην άμυνα κατά των εχθρών, παρά στη μετακίνηση, αν και μπορεί να στραφεί σε διάφορες κατευθύνσεις. Οι φολίδες του κεφαλιού είναι μικρές και κοκκώδεις, όπως άλλων γκέκο, αλλά αυτές του σώματος είνι διαφορετικές. Ενώ τα περισσότερα γκέκο έχουν κοκκώδεις φολίδες στη ράχη και πλακώδεις, ελαφρώς επάλληλες στην κοιλιακή χώρα, ολόκληρο το σώμα των τερατοσκίγκων καλύπτεται από κυκλοειδείς, επάλληλες φολίδες, δηλαδή αλληλοεπικαλυπτόμενες, σαν τα λέπια ενός ψαριού. Οι φολίδες αυτές ρίχνουν την άμμο εύκολα από το ζώο, και χρησιμεύουν και στην άμυνα. Στο επάνω μέρος της ουράς γίνονται ακόμα πλατύτερες και με αδρές άκρες που φέρουν μικρά εξογκώματα, τα οποία τριβόμενα με τις γειτονικές παράγουν έναν ήχο που απωθεί τους εχθρούς. Όπως και πολλάάλα γκέκο, φέρουν ένα ζεύγος εξογκωμάτων/σπιρουνιών στη λεκάνη τους. Οι τερατοσκίγκοι διαθέτουν επίσης και κάποια αταβιστικά στοιχεία σε σχέση με άλλα γκέκο στο σκελετό τους: για παράδειγμα τα δύο μετωπιαία οστά του κρανίου δε συνενώνονται πλήρως κατά την ενηλικίωση, αλλά μία ραφή παραμένει (σε όλα τα υπόλοιπα γκέκο είναι συνενωμένα). Όπως όλα τα γκέκο, τα αρσενικα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά κυρίως από το ημιπεϊκό φούσκωμα στη βάση της ουράς, αλά και από τους προαμαρικούς πόρους, τους οποίους τα θηλυκά δεν έχουν. Επίσης τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, για να δαγκώνουν δυνατότερα τους αντιπάλους τους, όπως σε πολλές σαύρες.

Στο φυσικό τους περιβάλλον, οι τερατοσκίγκοι σκάβουν βαθιά λαγούμια σε αμμώδες έδαφος, όπου κατοικούν. Κι αυτό είναι ένα ακόμα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους, αφού είναι από τα ελάχιστα γκέκο που σκάβουν τρύπες. Τα γκέκο δε φημίζονται για τη σκαπτική τους ικανότητα, αφού η κύρια τάση στην εξέλιξή τους ήταν η σμίκρυνσή τους, η ελάφρυνση του σκελετού και η λέπτυνση των άκρων. Μόνο τα μη γκεκονοειδή σκάβουν για να γεννήσουν τα αυγά τους, και πάλι αδέξια και δύσκολα, και όχι όλα. Τα περισσότερα γκεκονοειδή δε σκάβουν καν, ούτε κατασκευάζουν κάποια φωλιά. Όπωςείπε κι ένας φωτογράφος ερπετών όταν πήγε στη Σαουδική Αραβία, τα γκέκο είναι οι μόνες σαύρες στην έρημο εκείνη που δε σκάβουν τις δικές τους τρύπες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σκαπτικά γκέκο, αλλά είναι λίγα και όλα ερημόβια. Οι τερατοσκίγκοι λοιπόν σκάβουν ευθύγραμμα λαγούμια στο αμμώδες έδαφος, όπου η θερμοκρασία είναι σταθερότερη και η υγρασία υψηλότερη απ’έξω, και εκεί περνούν τον περισσότερο χρόνο τους. Ο τρόπος εκσκαφής τους είναι μοναδικός, και δε γνωρίζω άλλο ζώου που σκάβει έτσι. Σκάβουν χρησιμοποιώντας ένα άκρο τη φορά, χιαστί και διαδοχικά. Πρώτα για παράδειγμα σπρώχνουν το χώμα με το μπροστινό δεξιό άκρο, μετά με το πίσω αριστερό, μετά με το μπροστινό αριστερό, μετά με το πίσω δεξιό κ.ο.κ. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στις 2 Νοεμβρίου, επιστρέφω τον τερατοσκίγκο μου στο τερράριό του αφού τον έβγαλα για να το καθαρίσω, και σκάβει με αυτόν κον τρόπο κάτω από την πέτρα για να κρυφτεί καλύτερα.

Θερμορρυθμίζονται μετακινούμενοι από θερμότερα σε δροσερότερα σημεία της τρύπας τους, και, ως νυκτόβια, εξέρχονται το βράδυ προς αναζήτηση τροφής. Συνήθως ξυπνούν πριν δύση πλήρως ο ήλιος, οπότε μπορεί να λιαστούν σε κάποιον βράχο ή ζεσταίνονται από ήδη θερμασμένες επιφάνειες. Το βράδυ όμως στην έρημο οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, και αναγκαστικά θα πρέπει να κινηθούν σε κρύες συνθήκες. Η αντοχή όλων των ειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες είναι μεγάλη, με τον T. perzewalskii για παράδειγμα να βγαίνει εκτός εδάφους και να ψάχνει τροφή σε θερμοκρασίες 15 βαθμών. Για το είδος T. scincus, επειδή σε τέτοιες θερμοκρασίες η ικανότητα αερόβιου μεταβολισμού μειώνεται, έχει βρεθεί ότι αυξάνει τη διάρκεια της δραστηριότητάς του διακόπτοντάς την με παύσεις, ώστε να ξεκουράζεται, και το ίδιο θα ισχύει και για τα υπόλοιπα είδη. Γενικώς ο μεταβολισμός τους είναι προσαρμοσμένος για χαμηλότερες θερμοκρασίες, και δαπανούν πολύ λιγότερη ενέργεια κατά τη μετακίνησή τους σε χαμηλή θερμοκρασία απ’ό,τι θερμόφιλες ημερόβιες σαύρες (χαμηλό κόστος μετακίνησης). Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι είναι πιο δραστήρια τις μέρες που φέγγει περισσότερο το φεγγάρι, όπως κι άλλα γκέκο, ώστε να βλέπουν καλύτερα τα θηράματα, τα οποία ωστόσο τείνουν να κρύβονται περισσότερο σε τέτοιες συνθήκες. Η τροφή τους αποτελείται από έντομα και άλλα αρθρόποδα, τα οποία συλλαμβάνουν με τα σαγόνια τους, όπως όλα τα γκέκο. Θεωρούνται κυνηγοί ενέδρας. Στο σκληρό τους περιβάλλον η τροφή μπορεί να είναι λιγοστή, γι’αυτό τρώνε μεγάλη ποικιλία θηραμάτων. Μπορούν να καταπιούν φαινομενικά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το κεφάλι τους, και δε διστάζουν να φάνε σκληρά σκαθάρια ή δηλητηριώδη αρθρόποδα όπως αράχνες και σκορπιούς. Στο παρακάτω βίντεο, ένας Teratoscincus keyserlingii στην αιχμαλωσία τρώει ένα σκορπιό.

Συμπληρωματικά κάποια είδη, και πιθανόν όλα, τρέφονται και με καρπούς. Σε μία μελέτης της διατροφής του T. roborowskii για παράδειγμα, βρέθηκε ότι εκτός από αρθρόποδα τρώει και τους καρπούς της κάππαρης (Capparis spinosa), που είναι το ίδιο είδος που φύεται και στην Ελλάδα. Τα περιττώματα των τερατοσκίγκων συχνά περιέχουν σπόρους, και είναι γνωστό ότι περιστασιακά τρώνε φρούτα στην αιχμαλωσία, οπότε πιθανότατα να τρώνε και στη φύση όποτε τα βρίσκουν. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη μέσα στις βαθιές τρύπες τους, και επανεμφανίζονται την άνοιξη. Όπως τα περισσότερα ερπετά, αναπαράγονται αυτήν την εποχή, ώστε τα μικρά τους να έχουν τις μέγιστες πιθανότητες επιβίωσης τη θερμή περίοδο. Σε μελέτες που έγιναν στο Ιράν στο είδος T. bedriagai, βρέθηκε ότι ο αναπαραγωγικός κύκλος του αρσενικού και του θηλυκού είναι σχετιζόμενοι, δηλαδή η σπερματογένεση και η ωογένεση ξεκινούν και σταματούν τον ίδιο χρόνο, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Αυτό το σύστημα παρατηρείται στα περισσότερα ερπετά προβλέψιμων εποχιακών κλιμάτων. Τα αρσενικά προστατεύουν μια περιοχή, απ’όπου διώχνουν άλλα αρσενικά, και ζευγαρώνουν με τα θηλυκά. Σε μία μελέτη που έγινε για τη διερεύνυση της κοινωνικής συμπεριφορά ςτων ειδών του γένους στα είδη T. scincus και T. keyserlingii, η κοινωνική τους συμπεριφορά ήταν παρόμοια με άλα είδη γκέκο, δηλαδή τα αρσενικά ήταν επιθετικά μεταξύ τους, τα θηλυκά συνήθως ήταν ανεκτικά μεταξύ τους, αρσενικά με θηλυκά προσπάθησαν να ζευγαρώσουν και τα ενήλικα άτομα ανέχονταν τα μικρά στην περιοχή τους. Τα θηλυκά στη συνέχεια εναποθέτουν μέσα στην άμμο 1-4 διάδες αυγών, τα οποία γεννούν το καλοκαίρι σε διάστημα λίγων μηνών. Τα αυγάείναι λευκά, σκληρά και εύθραυστα, και μπορούν να επωαστούν σε πλήρως ξηρό περιβ άλλον. Τα μικρά έχουν μήκος περίπου 3 εκατοστά, με παρόμοια μορφολογία με τα ενήλικα. Όπως και πολλά άλα ερημόβια γκέκο, η αμυντικές τους τακτικές διαφέρουν από τα ενήλικα. Τα μικρά έχουν έντονες ζώνες κίτρινου και μαύρου ή καφέ, μιμούμενα κάποιο δηλητηριώδες αρθρόποδο, και όταν απειλούνται από εχθρό σηκώνουν την ουρά ψηλά, σαν σκορπιοί. όταν όμως μεγαλώνουν, οι άμυνά τους αυτή δεν πιάνει, επειδή δεν υπάρχουν επικίνδυνα αρθρόποδα τέτοιου μεγέθους στην περιοχή τους. Τότε σταδιακά το χρώμα τους αλλάζει ώστε να τα παραλλάσσει στο περιβάλλον τους. Η πρώτη τους άμυνα είναι να τρέξουν ή να χωθούν στην τρύπα τους, αφού η ταχύτητά τους είναι μεγάλη. Αν είναι δύσκολο να ξεφύγουν, επιστρατεύουν τις άλλες ασυνήθιστες άμυνές τους. Το σημείο στο οποίο θα επιστρατεύσουν αυτές τις άμυνες ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος του γκέκο. Ο μικρότερος T. scincus για παράδειγμα προτιμά περισσότερο να ξεφεύγει όποτε μπορεί, ενώ ο μεγαλύτερος T. keyserlingii συχνά αντιμετωπίζει τον εχθρό. Αν λοιπόν απειληθούν σοβαρά και δε μπορούν να ξεφύγουν, αρχικά σηκώνουν το κεφάλι και την ουρά τους, ώστε να φανούνμεγαλύτερα. Μπορεί ν’αρχίσουν να δονούν τις πλατιές φολίδες της ουράς τους, οι οποίες παράγουν ήχο σαν συριγμό φιδιού. Αν κυνηγηθούν, τρέχουν δονώντας την ουρά τους και βγάζοντας διάφορους ήχους, που μοιάζουν με γρυλλίσματα και γαυγίσματα. Αν τελικά πιαστούν γερά, φωνούν και κάνουν απότομες συστροφές ώστε ν’αποκολλήσουν τις φολίδες του σώματός τους και να ξεφύγουν. Μπορούν επίσης ν’αυτοτέμουν την ουρά τους σε περίπτωση κινδύνου, η οποία εξακολουθεί να σπαρταρά και να παράγει το συριστικό ήχο, ενώ το γκέκο έχει ξεφύγει. Ουσιαστικα η ουρά χρησιμεύει στην προσέλκυση των εχθρών σ’εκείνο το σημείο αν το γκέκο δε μπορεί να διαφύγει, και γκέκο χωρίς ουρά δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη μετακίνηση σε σχέση μ’αυτά που την έχουν. Έχει βρεθεί ότι έχουν κάποια ελλείμματα στη μέγιστη απόδοση, αλλά η μέγιστη απόδοση των σαυρών στο εργαστήριο σπάνια χρειάζεται στη φύση. Τείνουν ωστόσο να κρύβονται περισσότερο, μέχρι ν’αναγεννηθεί η νεά ουρά. Η αποκόλληση του δέρματος δεν είναι μοναδική στο γένος, αλλά υπάρχει σε πολλά άλα γκεκονοειδή γκέκο, και ίσως είναι προγονικό τους χαρακτηριστικό που κάποια έχασαν αργότερα. Στα είδη που το δέρμα αποκολλάται, η επιδερμίδα συνδέεται χαλαρά με τη δερμίδα, και αν αποκοληθεί και η δερμίδα δεν ανοίξει, δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης, και η νέα επιδερμίδα θ’αναγεννηθεί σταδιακά. Χωρίς την επιδερμίδα του όμως, το ζώο χάνει περισσότερο νερό και είναι πιο ευάλωτο στους τραυματισμούς. Η αυτοτομή της ουράς είναι ενεργητική διαδικασία, αλλά η αποκόλληση της επιδερμίδας είναι πλήρως παθητική διαδικασία, ιδιότητά του δέρματός του. Έτσι ανένα τέτοιο γκέκο χωθεί σ’ένα στενό σημείο και δυσκολεύεται να περάσει, μπορεί να σχίσει μερικές φολίδες στην προσπάθειά του να βγει. Στο παρακάτω βίντεο, που βιντεοσκόπησα λίγες μέρες αφότου τον πήρα, πειράζω λίγο τον τερατοσκίγκο μου για να δείτε τις άμυνες που χρησιμοποιεί και ν’ακούσετε τη φωνή του.

Παρά τις εκπληκτικές του άμυνες, ο τερατοσκίγκος έχει πολλούς εχθρούς. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται από τον άνθρωπο ομως, αφού ζουν σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές. Ο T. bedriagai ζει για παράδειγμα σε αλατούχα εδάφη με αρμυρίκια, δηλαδή σε με΄ρη ακατάλληλα για καλλιέργεια, ενώ ο T. roborowskii ζει σε μία από τις πιο αφιλόξενες ερήμους του κόσμου. Όταν όμως ένα τέτοιο μέρος αναπτύσσεται, ο πληθυσμός των τερατοσκίγκων ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά. Συλλέγονται επίσης και για το εμπόριο κατοικιδίων, αν κι αυτό δεν έχει επηρεάσει σημαντικά τους αριθμούς τους ακόμα. Εξαιτίας των απομονωμένων περιοχών όπου ζουν και της κρυπτικής τους συμπεριφοράς, είναι πολύ σπάνιο άνθρωπος να συναντήσει τερατοσκίγκο στη φύση.

Το είδος T. roborowskii είναι το ανατολικότερης εξάπλωσης γκέκο του γένους. Έχει μήκος 12-15 εκ, σπάνια μεγαλύτερο, και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους που προανέφερα. Σκάβει λαγούμια βάθους περί τα 30 εκ. Παλαιότερα συμψηφιζόταν με τον T. scincus, αλλά πλέον αναγνωρίζεται ομόφωνα ως ξεχωριστό είδος. Λανθασμένα στο εμπόριο αποκαλείται και θιβετιανός τερατοσκίγκος (Tibetan frog eyed gecko), αλλά ουδεμία σχέση έχει με το Θιβέτ, όπου δεν υπάρχει κανένα μέλος του γένους. Το είδος είναι ενδηιμικό του Λεκανοπεδίου του Τουρπάν (Turpan depression), ένα ερημώδες λεκανοπέδιο στη βορειοδυτική Κίνα, για το οποίο δεν έχω βρει ούτε καν το όνομά του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, με χαμηλότερο σημείο την σχεδόν ξερή λίμνη Άιντιγκ στα 154 μ. Είναι το τέταρτο χαμηλότερο σημείο στον κόσμο, μετά τη Νεκρά Θάλασσα, τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και τη λίμνη Άσαλ στο Τζιμπουτί. Υπάρχουν όμως και μερικές οροσειρές που διασχίζουν την περιοχή, με ύψος όχι μεγαλύτερο των 800 μέτρων. Εκτός από τη λίμνη που έχει λίγη βλάστηση γύρω της και τις λίγες περιοχές στα βουνά, όλο το υπόλοιπο λεκανοπέδιο είναι άγονο. Θεωρείται η πιο αφιλόξενη περιοχή όλης της Κίνας, με ελάχιστες ββροχοπτώσεις και ακραίες θερμοκρασίες. Τον Ιούλιο, το θερμότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία ενός εικοσιτετραώρου στην πόλη του Τουρπάν είναι 32,2 βαθμοι Κελσίου, ενώ τον Ιανουάριο, τον ψυχρότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία είναι -7,6 βαθμοί. Η περιοχή ανήκει στην αυτόνομη επαρχία Σίντζγιανκκ των Ουοιγούρων Τούρκων, και, αφού πέρασε πολλά χέρια και περιόδους ανεξαρτησίας, ενσωματώθηκε στην Κίνα. Παλαιότερα ήταν ένας από τους σταθμούς του Δρόμου του Μεταξιού. Τα αρδευτικά έργα, τα οποία είχαν γίνει από την αρχαιότητα και πρόσφατα ενισχύθηκαν με σύγχρονα συστήματα, επέκτειναν την καλλιεργήσιμη ζώνη, όπου καλλιεργούνται κυρίως φρούτα, επειδή λόγω του θερμού κλίματος τα σάκχαρά τους είναι υψηλά. Το τουρπάν παράγει τα γλυκότερα σταφύλια της Κίνας, και το 80% της παραγωγής επιτραπέζιων σταφυλιών προέρχεται από εκεί. Η πόλη του Τουρπάν στο βόρειο τμήμα του λεκανοπεδίου είναι το κύριο κατοικούμενο μέρος του. Από τα άνυδρα μέρη του Τουρπάν λοιπόν κατάγεται και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκι. Το όνμα το πήρε προς τιμήν του Ρώσου εξερευνητή του 19ου αι. Βσεβολόντ Ρομπορόφσκι, προς τιμήν του οποίου έχουν ονομαστεί και άλλα είδη, όπως το μικρό ερημόβιο χάμστερ του Ρομπορόφσκι (Phodopus roborovskii), το οποίο πρώτος ανακάλυψε, και ζει σε κοντινές περιοχές.

Η φροντίδα όλων των μελών του γένους στην αιχμαλωσία είναι παρόμοια. Όλα διαβιούν σε παρόμοιο φυσικό περιβάλλον, και μολονότι η αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες διαφέρει, συνήθως στην αιχμαλωσία δεν τα εκθέτουμε σε ακραίες συνθήκες, οπότε αυτό δεν έχει σημασία. Όπως και με κάθε ζώο, υπάρχουν διάφοροι τρόποι διατήρησής τους, κι εγώ θ’αναφέρω αυτούς που συζητούνται κι εφαρμόζονται περισσότερο. Ως εδαφόβια γκέκο λοιπόν, χρειάζονται περισσότερη επιφάνεια παρά ύψος στο χώρο τους. Οι διαστάσεις του χώρου τους θα πρέπει να είναι στο ελάχιστο μήκος 2,5-3 φορές το ολι΄κο μήκος της σαύρας, και πλάτος 1,5-2 φορές το ολικό μήκος, ο κανόνας δηλαδήγ ια τα εδαφόβια γκέκο, αλλά επειδή είναι μικρόσωμα και δραστήρια, και δεν είναι δύσκολο να τους παράσχουμε περισσότερο χώρο, συνήθως τοποθετούνται σε μεγαλύτερους χώρους. Για κάθενέο γκέκο αυξάνουμε το χώρο κατά 50%. Έτσι ένας χώρος 40χ30 είναι κατάλληλος για ένα γκέκο, 60χ30 για ένα ζευγάρει, 75χ30 για ένα τρίο κ.ο.κ. Το προτιμόμενο δοεχείο γι’αυτά τα γκέκο είναι ένα γυάλινο ή διάφανου πλαστικού τερράριο ή φαουνάριουμ, αν και εκτροφείς με πολλά που θέλουν να εξοικονομήσουν χώρο τα τοποθετούν σε ημιδιαφανή δοχείά σε συστήματα ραφιών (rack systems). Αν και είναι εδαφόβιο, ένα καπάκι θα χρειαστεί, ακόμα κι αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι σωστές και δεν υπάρχει απώλεια θερμοκρασίας, γιατί μπορεί κάτι να μπεισ το χώρο τους ή να τρομάξουν από κάτι και να τρέξουν ή να πηδήξουν. Οι T. roborowskii για παράδειγμα μπορούν να πηδήξουν ως τα 30 εκατοστά κατακόρυφα. Ως αμμόβια ζώα, το καλύτερο υπόστρωμα γι’αυτά είναι κάποιο ελαφρύ μίγμα βασισμένο στην άμμο. Το βάθος και η σύσταση του υποστρώματος καθορίζουν κατά πόσο θα μπορούννα σκάψουν μέσα σ’αυτό, χωρίς να καταρρεύσει το όρυγμα. Αν έχει βάθος μόλις 3-5 εκ, δύσκολα μπορούν να κάνουν τρύπα. Επίσης αν είναι σκέτη άμμος ή άμμος αναμεμειγμένη με λίγο χώμα, πάλι θα είναι δύσκολη η δημιουργία τρύπας, γιατί το υλικό είναι πολύ ελαφρύ και θα καταρρέει συνεχώς. Γι’αυτό σε τέτοιες περιπτώσεις τοποθετούνται κρυψώνες από πλαστικούς σωλήνες, πέτρα κλπ, όπου τα γκέκο μπορούν να χωθούν από κάτω και να δημιουργήσουν το δικό τους τούνελ. Στην περίπτωση αυτήν, όλες οι βαριές πέτρες θα πρέπει να τοποθετούνται στο τερράριο πριν το υπόστρωμα, και όσα αντικείμενα πρόκειται να υποσκάψει το ζώο θα πρέπει να είναι ελαφριά, για να μην το καταπλακώσουν αν πέσουν. Εναλλακτικά, ορισμένοι κάτοχοι έχουν χρησιμοποιήσιε ένα σκληρότερο μίγμα με άμμο και αρκετή άργιλο, το οποίο κρατά κάπως καλύτερα το σχήμα του λαγουμιού, αλλά σκάβεται δυσκολότερα και πάλι όταν στεγνώνει διαλύεται. Τα γκέκο αυτά μπορούν επίσης να ζήσουν σε χώρο χωρίς καθόλου σωματιδιακό υπόστρωμα, απλώς με στρωμένα χαρτιά και κρυψώνες, το οποίο μπορεί να καθαρίζεται ευκολότερα. Παρόλα αυτά και το σύστημα με την άμμο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο καθάρισμα, αφού τείνουν ν’αφοδεύουν σε μία μόνο γωνία, πάντοτε έξω από τις τρύπες τους. Ο τρόπος θέρμανσης εξαρτάται από το βάθος του υποστρώματος. Σε τερράρια με χαρτί ή με ρηχό υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία θερμαντική πλάκα στη μία πλευρά, η οποία θα δημιουργεί ένα θερμότερο σημείο την ημέρα. Σε τερράρια με πολύ βαθύτερο υπόστρωμα, ιδίως αν τα γκέκο δεν έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στον πυθμένα, ο χώρος θα πρέπει να θερμανθεί με μία θερμαντική λάμπα, η οποία θα ανεβάζει τη θερμοκρασία ενός σημείου στους 35-36 βαθμούς, η οποία θα φθίνει σε ανεκτά για τα γκέκο επίπεδα μέσα στο υπόστρωμα. Τα γκέκο επίσιης μπορεί να λιάζονται περιστασιακά κάτω από τη λάμπα το απόγευμα, πριν σβήσει. Αν και προτείνεται συχνά η θερμοκρασία της θερμαντικής πλάκας να είναι γύρω στους 35 βαθμούς, στην πραγματικότητα τα γκέκο αυτά αποφεύγουν τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες στο φυσικ΄κό τους περιβάλλον, οπότε μια θερμοκρασία 31-33 βαθμών στο θερμό σημείο είναι η κατάλληλη, και πάλι δε θα περνούν όλο τους το χρόνο σε τόσο υψηλή θερμοκρασία. Είναι απαραίτητο τα γκέκο να έχουν τρόπο να θερμορρυθμίζονται ενώ είναι κρυμμένα, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνουν στην επιφάνεια, ώστε να νιώθουν ασφαλή. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στη θερμοκρασία του δωματίου (17-25 βαθμοί), αν και υπάρχουν κάτοχοι που διατηρούν τη θερμαντική πλάκα μονίμως αναμμένη, και αφήνουν το γκέκο να επιλέξει τη θερμοκρασία μόνο του. Εκτός από την κατάλληλη θερμοκρασία, θα πρέπει επίσης και να υπάρχει κατάλληλη υγρασία. Αν και τα είδη αυτά κατάγονται από ξηρά κλίματα, βαθιά στις τρύπες τους η υγρασία είναι υψηλότερη, κι αν ζουν μονίμως σε ξηρό περιβάλλον, ενδέχεται ν’αφυδατωθούν ή να έχουν προβλήματα στην έκδυση. Παλιό δέρμα για παράδειγμα μπορεί να παραμείνεισ τις άκρες των δακτύλων και της ουράς, το οποίο αν συσσωρεύεται θα τα περισφίξει, κόβοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τελικά τη νέκρωση και την πτώση τους. Γι’αυτό ένα μέρος του χώρου τους θα πρέπει να έχει υψηλότερη υγρασία. Σε τερράρια χωρίς ή με ρηχό υπόστρωμα,μπορεί να τοποθετηθεί ένα δοχείο όπως ένα μικρό τάπερ γεμισμένο με υγρά βρύα ή τύρφη και με μία είσοδο κομμένη στο πλάι, όπου θα μπορεί να μπαίνει το γκέκο. Σε περιβάλλοντα με βαθύτερο υπόστρωμα, μπορεί αν βρέχεται μία γωνία ή να τοποθετηθεί ένας λεπτός σωλήνας σε μια γωνία, με τον οποίο θα προστίθεται νερό στον πυθμένα, στην οποία περίπτωση η υγρασία του εδάφους είναι πιθανότερο να κρατήσει το σχήμα του τούνελ. Τα γκέκο αυτά σπάνια πίνουν ερό, και το μπολ είναι παντελώς άχρηστο, αφού θα το γεμίσουν με άμμο εύκολα. Ένας ελαφρύς ψεκασμός στο χώρο και στις διακοσμήσεις του τερραρίου κάθε λίγες μέρες θα καλύψει τις ανάγκες τους σε νερό. Τα γκέκο συνήθως φοβούνται το νερό και κρύβονται αν έρθει νερό πάνω τους, αλλά αν διψούν θα πιούν από τις βρεγμένες επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Το περισσότερο νερό ωστόσο το λαμβάνουν από τη διατροφή, η οποία είναι τα συνήθη έντομα που ταΐζονται στις σαύρες: γρύλλοι, κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς, Αργεντινής κι άλλα είδη, μικρές ακρίδες, αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα (σπάνια επειδή είναι παχυντικά), γιγάντια αλευροσκούληκα κλπ. Τα γρήγορα έντομα μπορούν ν’αφεθούν στο χώρο του ζώου, το οποίο στη συνέχεια θα τα πιάσει. Ως αμμόβια ζώα, δεν έχουν πρόβλημα αν καταπιούν και λίγη άμμο κατά το κυνήγι. Οι προνύμφες και όσα γενικώς τείνουν να θάβονται στο χώμα μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, το οποίο θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά αν έχει γεμίσει με άμμο ή υπονομευθεί, γιατί τότε μπορεί να πέσει και τα έντομα να σκορπίσουν. Τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε σκληρά σκαθάρια όπως αυτά των αλευροσκούληκων (Tenebrio molitor), και ορισμένα είδη τρώνε και μικρούς σκορπιούς. Θα πρέπει ωστόσο πρώτα να ψάξετε ποια είδη τους τρώνε αν πρόκειται να τα δώσετε κάποιο πιο επικίνδυνο θήραμα. Για να είναι θρεπτικότερα και ενυδατωμένα, τα έντομα θα πρέπει να έχουν φάει καλά πριν ταΐστουν στα γκέκο, και όπως με όλα τα ερπετά, θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου, το οποίο θα πρέπει να γίνεται σε κάθε τάισμα για τα αναπτυσσόμενα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά, και κάθε λίγα ταΐσματα για τα αρσενικά και τα μη αναπαραγόμενα θηλυκά. Λίγο ασβέστιο μπορεί επίσης να τοποθετηθεί μέσα στοτ ερράριο, με τη μορφή σκόνης ή τριμμένου κόκκαλου σουπιάς σε μια γωνία, από το οποίο θα τρώνε όποτε χρειάζονται. Η συμπλήρωση με βιταμίνες, ιδίως με d3είναι επίσης απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας δεν είναι απαραίτητη, μια και είναι νυκτόβια ζώα και σπάνια εκτίθενται στον ήλιο, αλλά μία χαμηλής έντασης σ’ένα μεγάλο τερράριο, αν θέλετε να την βάλετε, δε βλάπτει.

Το χειμώνα μπορούν να πέσουν σε χειμερία νάρκη για 2-3 μήνες, κάτι που αν και δεν εφαρμόζεται απ’όλους τους κατόχους, είναι μέρος του φυσικού τους κύκλου και σίγουρα ωφέλιμο. Επίσης η φάση αυτή είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή των ζώων αυτών. Κατά τη νάρκη, τα γκέκο διατηρούνται στους 5-15 βαθμούς, οπότε μένουν κρυμμένα και δεν τρώνε. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχεται την κατάστασή τους και να τα δίνεται λίγες σταγόνες νερό στη μύτη, ώστε να πιουν αν θέλουν. Μετά τη νάρκη, οι θερμοκρασίες επιστρέφονται στα κανονικά επίπεδα και τα γκέκο θα ξαναδραστηριοποιηθούν. Στην περίπτωση της αναπαραγωγής, τότε συναντιούνται τα αρσενικα με τα θηλυκά και γίνεται το ζευγάρωμα. Το θηλυκό, όπως σε όλα τα ερπετά, θα πρέπει να έχει συσσωρεύσει αρκετό λίπος για να γεννήσει υγιή αυγά. Κατά την εποχή του ζευγαρώματος τα γκέκο μπορεί να μαλώσουν και κάποιες φολίδες να αποκοληθούν, αλλά όλα τα τραύματα θα επουλωθούν στη συνέχεια. Αν οι καυγάδες ωστόσο είναι πολύ έντονοι, καλό είναι να τα χωρίσετε. Το θηλυκό γεννά τα αυγά μέσα στην άμμο, γι’αυτό είναι δύσκολο να βρεθούν. Μερικές φορές δε βρίσκονται, και τότε μπορεί τα ζώα κατά λάθος να τα σπάσουν ή να εκκολαφθούν, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Τα αυγά είναι πολύ εύθραυστα και θα πρέπει να μετακινούνται με προσοχή. Μετά από επώαση 90 περίπου ημερών σε ξηρή άμμο ή και σκέτο χαρτί, εκκολάπτονται τα μικρά, τα οποία έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς επειδή λόγω μεγέθους αφυδατώνονται πιο εύκολα, η υγρή περιοχή είναι απαραίτητη. Φτάνουν στο πλήρες τους μέγεθος και ωριμάζουν αναπαραγωγικά στα 1,5-2 χρόνια. Επειδή ως ομάδα δεν έχουν μεγάλο ιστορικό στην αιχμαλωσία, δεν γνωρίζουμε πλήρως τη διάρκεια ζωής τους, αλά υπολογίζεται πως ζουν πάνω από 15 χρόνια.

Οι τερατοσκίγκοι είναι γκέκο δραστήρια, που τις νύχτες απασχολούνται με την κατασκευή των λαγουμιών τους. Μετά από ένα διάστημα, αφού έχουν φτιάξει το τερράριο όπως τα βολεύει καλύτερα, μπορεί να σταματήσουν τις πολλές χωματουργικές εργασίες, αλλά παραμένουν δραστήρια. Το βράδυ θα βγαίνουν έξω από την κρυψώνα τους και θα περιμένουν για τροφή. Μπορεί ακομα και να πλησιάζουν προς τον κάτοχό τους, περιμένοντας τροφή. Μερικά τρώνε και από το χέρι. Είναι άγριοι κυνηγοί που τρέχουν κι αρπάζουν ό,τι κινείται. Είναι επίσης περίεργα και παρατηρητικά, προσέχοντας κάθε κίνηση και θόρυβο. Γι’αυτόν το λόγο είναι και νευρικά, και τρομάζουν εύκολα από κάτι που μπορεί να το εκλάβουν ως απειλητικό. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στα τέλη του Οκτωβρίου, φαίνεται ακριβώς αυτό. Μετέφερα το τερράριο του τερατοσκίγκου σε πιο φωτεινό σημείο το βράδυ για να το βιντεοσκοπήσω, κι αυτός αμέσως το κατάλαβε, άρχισε να παρατηρεί το μέρος, σταματώντας κάθε φορά που κινούμουν ή ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητα απ’έξω. Τελικά φοβήθηκε αρκετά και χώθηκε στην τρύπα του, όπου καθάρισε το λίγο χώμα που είχε μείνει.

Επειδή φοβούνται εύκολα και το δέρμα τους σχίζεται, δεν προτείνονται για χειρισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αδύνατος. Αρχικά πορεί να σας ξεφεύγουν, να βγάζουν φωνούλες ή να δαγκώνουν (δεν πονάει), αλλά στην πορεία θα συνηθίσουν και θα μπορείτε να τα κρατάτε για λίγο άφοβα. Το δέρμα τους δε διαλύεται με το παραμικρό. Αρχικά θα πρέπει να τα σηκώνετε πάνω από το χώρο τους ή πάνω από κάποιο άλλο δοχείο, ώστε αν σας ξεφύγουν να πέσουν εκεί, γιατί αλλιώς, αν πέσουν κάτω, θα εξαφανιστούν, και μετά η ανεύρεσή τους είναι πολύ δύσκολη, ιδίως αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιο. Ακόμα όμως κι αν δε μπορείτε να τα πιάνετε πολύ, παραμένουν μοναδικά ζώα. Είναι πολύ ευπροσάρμοστα, και ακόμα και τα πιασμένα από τη φύση άτομα δε δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση, και μετά από σχετικά μικρό χρονικό διάστημα τρέφονται κανονικά και δε διαφέρουν απ’αυτά που γεννήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Ο δικός μου τερατοσκίγκος περιήλθε στην κατοχή μου στη μία Οκτωβρίου του 2015. Τον αγόρασα απότ ο feeders.gr, ένα κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπου μπορείτε να βρείτε ζώα, καθώς και ό,τι χρειάζεστε γι’αυτά. Είναι πιασμένο (το μόνο πιασμένο ζώο που έχω) και είχε και το Feeders ‘όλη την ιστορία του, οπότε ηλικία δε μπορώ να γνωρίζω, αλλ’εφόσον τα περισσότερα ζώα ζουν λιγότερο στη φύση, υποθέτω ότι ακόμα δεν έκλεισε τα 10 χρόνια. Και ήμουν πολύ τυχερός που ήταν θηλυκό, επειδή συνήθως τα θηλυκά σπάνιων ειδών κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα αρσενικά, επειδή μπορούν να αποφέρουν κέρδη με την αναπαραγωγή τους. Από την αρχή φάνηκε ότι το γκέκο αυτό είναι διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα, αφού έτρεχε και δυσκολεύτηκαν να το πιάσουν στο feeders.gr. Στο σπίτι ίχε έτοιμο το χώρο του, ένα φαουνάριουμ μήκους 46 εκ, πλάτους 30 εκ και ύψους 17 εκ, κι αυτό από το Feeders, το οποίο μέσα είχα γεμίσει σχεδόνμέχρι πάνω με υπόστρωμα, γιατί νόμιζα πως θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει πολύ χώμα για καλύτερα, με μίγμα κατά 70% περίπου άμμο και 30% αργιλώδους χώματος. Νόμιζα ότι θα κρατά τις τρύπες, αλλά μόλις στέγνωσε κατέρρεε. Για να μη ρίχνει έξω χώμα όταν σκάβει, είχα κολλήσει στις σειρές των οπών που είχε σε δύο πλευρές το κουτί κολλητικές ταινίες, απ’όπου όμως ανέβαιναν τα έντομα στο καπάκι και δυσκολευόταν να τα πιάσει. Έτσι, με΄τα από λίγες μέρες, μείωσα τη στάθμη του χώματος, αφαίρεσα τις ταινίες, καιτοποθέτησα τις βασικές πέτρες προς τα πίσω, εκεί που ήταν η θερμαντική πλάκα. Έχω τρεις πλατιές πέτρες, μία πίσω στη μέση, στο θερμότερο σημείο, μια πίσω πίσω δεξιά στη γωνία, όπου επίσης περνά αρκετό χρόνο, και μια δεξιά πιο μπροστά, την οποία είχε υποσκάψει παλιά, ξέχασε στη συνέχεια και πρόσφατα ξαναάνοιξε δίοδο προς τα εκεί. Μεταξύ των πετρών υπάρχουν μικρότερες στρογγυλεμένες πέτρες οι οποίες στηρίζονται στον πυθμένα και τις κρατούν. Στην αριστερή πλευρά υπάρχουν επίσης δύο μικρές πέτρες στην επιφάνεια, τις οποίες δεν πειράζει, και πίσω αριστερά βρίσκεται η υγρή γωνία, την οποία περιοδικά βρέχω. Ίσως όμως κι εκεί να βάλω μία ακόμα πλατιά πέτρα για να σκάβεια πό κάτω. Η θερμαντική πλάκα ανεβάζει τη θερμοκρασία στο θερμότερο σημείο στους 33-34 βαθμούς.

Μόλις έφερα λοιπόν τον τερατοσκίγκο σπίτι, άνοιξα το πλαστικό κουτάκι του για να δω πώς είναι από περιέργεια, κι αμέσως το έκλεισα, γιατί θα μου έφευγε. Ήταν πακεταρισμένος με χαρτιά για να προστατεύεταισ το δρόμο, αλλά ήταν πολύ ενεργητικός και ταχύτατος. Οι φολίδες του ήταν πράγματι όπως περιγράφονται. Μετά τον έβαλα στο χώρο του, αλλ’επειδή δεν έσκαψε αμέσως, φοβήθηκα μήπώς δε σκάψει ποτέ, λες και πρέπει ένα μικρό φοβισμένο γκέκο να ξεκινά να σκάβει αμέσως αφού βρέθηκε στο νέο του περιβάλλον σαν να μη συνέβη τίποτα. Το βράδυ όχι μόνο έσκαψε, αλλά είχε υπονομεύσει και ρίξει τις δύο πλατιές πέτρες. Τις επόμενες ημέρες συνέχιζε να ανακατεύει το χώρο του, σηκώνοντας πολύ χώμα στη μια πλευρά και δημιουργώντας μικρές τρύπες κάτω από τις πέτρες, όπου μπορεί να έμενε για λίγες μέρες. Δεν έτρωγε τίποτα, αν και μία μέρα έφαγε δύο αλευροσκούληκα. Και στις 10 Οκτωβρίου συνέβη το ατύχημα. Ήταν η μέρα που έβγαλα τις ταινίες, έβγαλα το μισό χώμα και άλαξα τη διάταξη των πετρών σε πιο μόνιμο σχήμα. Έπιασα λιπόν τον τερατοσκίγκο, και πριν να τον βάλω δίπλα σ’ένα άλλο κουτί, έτρεξε και μού’φυγε. Άλλες φορές τον έβαζα στο κουτί αμέσως, αλλά τώρα επαναπαύθηκα και τον κράτησα στο χέρι μου για λίγο. Μετά τον έψαξα, και μόλις πήγα να τον πιάσω δυο φορές, έφευγε αλλού. Έτρεχε σαν σαμιαμίδι δικό μας, όχι σαν το αργοκίνητο λοφιοφόρο γκέκο που είχα συνηθίσει. Τελικά, αφού βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχαν έξοδοι προς τα έξω, έφυγα, επειδή έπρεπε να τρέξω στον Ημιμαραθώνειο. Μετά αργά το βράδυ πήγα να τον ψάξω, αλλά πάλι μουξέφυγε. Την επομένη κάλεσα ενισχύσεις, τον πατέρα μου και το μικρό μου αδελφό, αλλάπάλι δε μπορούσαμε να τον πιάσουμε. Ο αδελφός μου αποδείχθηκε εντελώς άχρηστος για τη δουλειά, γιατί ενώ του λέγαμε να κοιτάζει πού ακριβώς βρίσκεται, κοίταζε το ταβάνι σαν χαζός. Τελικά το βρήκα την άλλη μέρα, στις 12 του μηνός ολομόναχος χωρίς καμία βοήθεια. Τον κυνήγησα από εκεί που κριβόταν σε μία γωνία, και μετά απότομα με το χέρι μου τον έπιασα, χωρίς να χάσει ούτε μία φολίδα, και τον επέστρεψα στο χώρο του, όπου του έδωσα λίγο νερό που το ήπιε. Τις επόμενες μέρες ξαναανακαίνιζε τη νέα διάταξη πετρών, αλλά πήγε και πίσω. Μετά από το στρεσογόνο αυτό γεγονός, σταμάτησε να τρώει και δεν τον είδα ποτέ έξω από τις τρύπες του. Από φόβο άρχισα να τον ταΐζω με τη μέθοδο της επιβεβλημένης σίτισης (forced feeding), δηλαδή του άνοιγα το στόμα και του έβαζα μέσα το έντομο για να το φάει, κάτι δύσκολο, αφού συνήθως έφευγε. Αν και δεν τον πεντύχαινα έξω από τις τρύπες του, μπορούσα να καταλάβω ότι έβγαινε από τα αποτελέσματα της δράσης του. Λίγο χώμα μπορεί να είχε μετακινηθεί,ενώ στη γωνία μπροστά αριστερά, μπορεί να έβρισκα κανένα περίττωμα. Αυτή είναι η κύρια γωνία αφόδευσής του, κι έχει ακκομα μία μπροστά και προς τη μέση, οπου πηγαίνει αν κρύβεται στη δεξιά τρύπα. Ποτέ δεν έχει αφοδεύσςι μέσα στις τρύπες του. Τα περιττώματα είναι σχετικά ξηρά και απομακρύνονται εύκολα. Στις 5 Νοεμβρίου λοιπόν, κάνοντας ένα βίντεο για το γενειοφόρο μου δράκο, στο τέλος άνοιξα και τοτ ερράριο του τερατοσκίγκου για να δω τι κάνει, και τον βρήκα σε φάση πριν την έκδυση. Το χρώμα του είχε γίνει ανοιχτό γκρι, σαν φάντασμα, και το δέρμα του είχε γίνει σαν χαρτί. Ήδηα πό τις προηγούμενες μέρες άρχισε να γίνεται σαν χαρτί, αλλά νόμιζα πως είχε κάποιο πρόβλημα. Το βράδυ της ίδιας μέρας άλλαξε το δέρμα, και ήταν η χειρότερη έκδυση που έχω δει. Είχε αφαιρέσει μόνο το δέρμα του κορμού, το οποίο βρισκότανα πό κάτω του, χωρίς καν να το έχει φάει. Δεν έβαζε δηλαδή τίποτα στο στόμα του, ούταν καν το ίδιο του το δέρμα. Όπως όλα τα γκέκο, οι τερατοσκίγκοι τρώνε το εκδεδυμένο δέρμα, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τους τυχόν εχθρούς. Το περισσότερο λοιπόν δέρμα του κεφαλιού, τωνάκρων και της ουράς ήταν πάνω του. Με προσεκτικές κινήσεις το αφαίρεσα όλο, εκτός από λίγο στα δάχτυλα, το οποίο με παίδεψε λίγο περισσότερο. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς αλλάζει δέρμα ένας T. roborowskii:

Μετά το άφησα χωρίς τροφή για μια βδομάδα και κάτι. Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό, τώρα άρχισε να τρώει. Ήδη προχθές έφαγε μια αρσενική κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μάλλον θα φάει κι άλλο αφού αλλάξει ξανά δέρμα, γιατί από τις 23 Νοεμβρίου ήταν σχεδόν έτοιμος για έκδυση πάλι. Τώρα που έχει φτιάξει τις τρύπες όπως θεέλι αυτός δε σκάβει πάρα πολύ, κι επίσης κάθεται πολύ περισσότερο αν τον χειριστώ, ενώ παλιά κινδύνευα να τον χάσω μόλις τον έπιανα. Επειδή κάνει κρύο το βράδυ και το γκέκο έχει αδυνατίσει λίγο και θέλω να βάλει βάρος για τη χειμερία νάρκη, του έχω αναμμένη τη θερμαντική πλάκα μονίμως, ώστε ν’ανέβει ο μεταβολισμός του. Κανονικά δε χρειάζεται αυτό. Έχω προσέξιε ότι ακομα και στους 15 βαθμούς τρέχει κανονικά. Όταν ζεσταίνεται, συνήθως επιλέγει το θερμότερο σημείο των 33 βαθμών όταν χωνεύει τροφή ή για λίγες ώρες την ημέρα, αλλιώς συχνάζει στη γωνιακή πέτρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 27-29 βαθμούς.

Περιμένω τώρα να βάλει λίγο βάρος. Αν δε βάλει, δε θα το βάλω σε νάρκη, αλά αν βάλει, θα το κρυώσω το πολύ 3-4 εβδομάδες, τόσο όσο να καταλάβει την αλλαγή των εποχών. Πιστεύωότι μέρος της υποδραστηριότητάς του οφείλεται στον επερχόμενο χειμώνα. Αφού ξυπνήσει, πιστεύω η όρεξή του θα αυξηθεί απότομα. Επειδή είναι υπερανθεκτικό είδος, δε φοβάμαι ότι θα πάθει κάτι σοβαρό. Απότερος σκοπός είναι η εύρεση ενός αρσενικού και η αναπαραγωγή του σπάνιου αυτού είδους. Αν γίνει αυτό, θα είμαι ο μόνος που έχει αναπαραγάγει το είδος στην Ελλάδα.

Το μόνο δύσκολο ζήτημα που μένει είναι αυτό του ονόματος. Θέλω να του δώσω ένα αρχαίο ελληνικό όνομα. Προς το παρόν λέγεται Περσεφόνη, επειδή έχει σχέση και με τον Πάνω και με τον Κάτω Κόσμο. Το όνομα ωστόσο είναι προσωρινό, και δέχομαι κι άλλες προτάσεις στα σχόλια. Αν δε μου έρθει κάποιο καλύτερο όμως θα κρατήσω αυτό.

Πηγές και σύνδεσμοι:β
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Teratoscincus
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το Λεκανοπέδιο του Τουρπάν
οδηγός φροντίδας του T. roborowskii στο feeders.gr
το γένος Teratoscincus στο Gecko Time
οδηγός φροντίδας για T. perzewalskii
οδηγός φροντίδας για T. scincus
η βιοποικιλότητα των ερήμων
Επιστημονικές μελέτες:
μελέτες πάνω στον ημερήσιο ρυθμό δραστηριοότητας, στη διατροφή, στην οικεία ζώνη, στην επιλογή μικροενδιαιτημάτων και στον τρόπο κυνηγιού στο είδος T. roborowskii
βικαριανικά πρότυπα κατακερματισμού στο γένος Teratoscincus προκαλούμενα από την ινδική σύγκρουση, μία μοριακή φυλογενετική ανάλυση
πειραματική εκτίμηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων σε δύο είδη του γένους Teratoscincus
φυλετικός διμορφισμός και διατροφικές συνήθειες στις δάφορες εποχές στο είδος T. roborowskii
ανάλυση της κινητικής δραστηριότητας της νυκτόβιας σαύρας T. scincus υπό διάφορες εντάσεις σεληνόφωτος
τρισδιάστατη κινηματική των πίσω άκρων σε δύο είδη χερσαίων γκέκο
χαρακτηριστικά της οδοντοστοιχίας στις σαύρες του γένους Teratoscincus και σε άλλα γκέκο
κάποια στοιχεία της οικολογίας και της φυσικής ιστορίας του γκέκο T. keyserlingii
η αυτοτομή της ουράς δεν επηρεάζει σημαντικά την κινητικότητα και τη συμπεριφορά κατά των εχθρών σ’ένα δρομεϊκό γκέκο, το είδος T. scincus
το χαμηλό κόστος μετακίνησης αυξάνει την επίδοση σε χαμηλές θερμοκρασίες σε ένα νυκτόβιο γκέκο, στο είδος T. perzewalskii
μορφολογία και λειτουργία των ηχοπαραγωγών φολίδων στην ουρά του T. scincus

Τα αμφισβαίνια είναι μια πολύ ιδιαίτερη ομάδα σαυρών. Έχουν πλήρως προσαρμοστεί για την υπόγεια ζωή, έχοντας το σχήμα του γεωσκώληκα. Λίγα είναι γνωστά για την ανατομία τους, τη ζωή τους στη φύση, και σχεδόν ποτέ δεν έχουν διατηρηθεί στην αιχμαλωσία σε τερράρια. Ψάχνοντας γι’αυτό, βρήκα ένα άρθρο, το οποίο ίσως είναι το μόνο άρθρο τέτοιου περιεχομένου στο Διαδίκτυο. Το βρήκα στο Cyberlizard, και το παραθέτω εδώ. Ορισμένα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε που γράφτηκε, τα οποία γράφω στο τέλος.

Μετάφραση: Bolko

Προστέθηκε το 1998; Τελευταία ενημέρωση στις 1 Φεβρουαρίου του 2003: ενημερώθηκε το κειμενο και προστέθηκαν σύνδεσμοι προς τις σελίδες για τις οικογένειες Amphisbaenidae, Trogonophidae και bipedidae.

Η διατήρηση και συντήρηση των αμβισβαινίων

Τα αμφισβαίνια είναι ίσως τα λιγότερο γνωστά των ερπετών, ακόμα πιο κρυφά και από το τουατάρα. Είναι επίσης γνωστά ως σκουληκόσαυρες, κι αποτελούν μια δική τους υπόταξη μέσα στην τάξη των φολιδωτών (οι σαύρες και τα φίδια), αλλά σε εμφάνιση και δομή στην πραγματικότητα δεν έχουν κοντινή συγγένεια με τις σαύρες. Τα αμφισβαίνια φτάνουν συνήθως το πολύ τα 60 εκατοστά και μοιάζουν με γιγάντιους γεωσκώληκες, με την προφανή διαφορά ότι ως σπονδυλωτά έχουν οστέινη δομή. Σ’αυτό το χαρακτηριστικό μοιάζουν με τα άποδα αμφίβια, τα αντίστοιχά τους στην ομοταξία των αμφιβίων. Ισχύει ότι υπάρχουν άποδες σαύρες, αλλά τα αμφισβαίνια επίσης διαφέρουνς το ότι έχουν αρκετά ατροφικό δεξιό πνεύμονα, πολύ μεγαλύτερο βαθμό οστού στο κρανίο πους παρά χόνδρο, ο οποίος είναι πιο διαδεδομένος στα κρανία των σαυρών, και φολίδες που είναι οργανωμένες σε δακτυλίους (annuli) γύρω από το σώμα (εξού και η εμφάνιση γεωσκώληκα). Όπως και με πολλά σκαπτικά ζώα, τα μάτια έχουν απλοποιηθεί σε υπολειμματικό στάδιο.
Υπάρχουν 130 είδη αμβισβαινίων, χωρισμένα σε τρεις οικογένειες: τους διποδίδες (Bipedidae), τους τρυγονοφίδες (Trogonophidae), και τους αμφισβαινίδες (Amphisbaenidae). Μία τέταρτη οικογένεια, οι ρινουρίδες (Rhinuridae), η οποία περιλαμβάνει ένα είδος, τη Rhinura, γενικώς τώρα θεωρείται μέρος των αμφισβενιδών. Τα τρία είδη της οικογένειας Bipedidae έχουν ένα ζεύγος αρκετά ανεπτυγμένων χεριών στο τέλος κοντών μπροστινών ποδιών κοντά στο κεφάλι, αλλά κατά τ’άλλα τα αμφισβαίνια δεν έχουν ορατά εξωτερικά άκρα. Το όνομα αμφισβαίνια, σε ελεύθερη μετάφραση, σημαίνει κίνηση προς και τις δύο κατευθύνσεις, αναφορά στο γεγονός ότι κάποια από αυτά τα πλάσματα μπορούν στην πραγματικότητα να κινηθούν προς τα πίσω κι επίσης στη δυσκολία προσδιορισμού του μπροστινού μέρους του ζώου με την πρώτη ματιά.
Τα αμφισβαίνια σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο των κατοικιδίων, ακόμα και μεταξύ των εξωτικών. Στην πραγματικότητα δεν έχω δει κανένα να προσφέρεται προς πώληση, είτε σε κατάστημα κατοικιδίων είτε σε έκθεση. Σκεφτείτε το αυτό, δε θυμάμαι ούτε και να έχω δει κανένα στο Ζωολογικο Κήπο του Λονδίνου ή σε κάποιο άλλο τέτοιο ίδρυμα. Εν μέρει αυτό ίσως να ισχύει εξαιτίας της χαμηλής επιδεικτικής τους αξίας. Στο κάτω κάτω, ένα πλάσμα που περνά όλο το χρόνο του κρυμμένο στο υπόστρωμα (σκάβοντας κυριολεκτικά, σε αντίθεση με το λίγο σκάψιμο μερικών σαυρών) δεν είναι πιθανό ν’αποτελέσει το κέντρο της συζήτησης. Τα αμφισβαίνια επίσης δεν είναι και τόσο κοινά στη φύση. Περιορισμένα σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Αμερικής και της Αφρικής, συν των νοτίων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ο τρόπος ζωής τους τις κα΄νει δυσεύρετες, πόσο μάλλον να πιαστεί ικανός αριθμός για το εμπόριο κατοικιδίων. Αλλά όπως και στην περίπτωση των άπόδων αμφιβίων, κάποιος μπορεί να το θεωρήσει λυπηρό κατά κάποιον τρόπο. Η μεγάλη έλλειψη πληροφορίών που έχουμε γι’αυτά τα παράξενα ερπετά ίσως να ωθήσει κάποια άτομα να κάνουν περαιτέρω μελέτες.
Σύμφωνα με τον Mattison, η φροντίδα των αιχμάλωτων αμφισβαινίων είναι στην πραγματικότητα αρκετά εύκολη. Η κύρια απαίτηση είναι ένα υπόστρωμα βάθους αρκετών εκατοστών από άμμο, αμμώδες χώμα ή πεσμένα φύλλα, ανάλογα με την περιοχή προέλευσης του ζώου. Μια θερμαντική πλάκα τοποθετείτε στη μία μεριά του τερραρίου για να επιτρέπει περιορισμένη θερμορρύθμιση. Σε κάποιες περιπτώσεις παρέχεται επίσης ένας πλατύς βράχος με μια υγρή περιοχή από κάτω. Η τροφή θα είναι στη μορ΄φη κανονικών ασπονδύλων – γρύλλοι, αλευροσκούληκα, κηροσκούληκα και γεωσκώληκες – που θα ρίχνονται μέσα στο τερράριο. Αυτά μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρνούν ελεύθερα, αφού το αμφισβαίνιο θα τα φάει κάτω από την επιφάνεια. Για αυτόν τον λόγο, ο Mattison προειδοποιεί επίσης ότι κανένα άλλο ερπετό δε θα πρέπει να διατηρείται σ’ένα χώρο με ένα αμφισβαίνιο, αφού τα μεγαλύτερα αμφισβαίνια σίγουρα είναι σαρκοφάγα και θα καταναλώσουν νεκρά τρωκτικά ή τροφή κατοικιδίων. Ο Rundquist προτείνει να προσφέρονται κάθε δεύτερη εβδομάδα νεογέννητα ή γουνοφόρα ποντίκια και να συμπληρώνονται μία ή δύο φορές το μήνα με υγρή πολυβιταμίνη στη δόση του 0,1 cc βιταμίνες ανά 440 γραμμάρια ζώου. Επίσης το άπαχο κρέας βοδινού ή αλόγου είναι προφανώς αποδεκτό. Προειδοποιεί επίσης κατά του ταΐσματος κατεψυγμένων ψαριών στα αμφισβαίνια, μια τάση που σημείωσε.
Οι πληροφορίες για μεμονωμένα είδη είναι ελάχιστες. Σε μια προσπάθεια να εξισορροπήσουμε τα πράγματα, και για να κάνουμε τα αμφισβαίνια πιο προσβάσιμα στους ερπετόφιλους και στο ευρύ κοινό, προσφέρουμε ό,τι δεδομε΄να μπορούμε να βρούμε για τις βασικές οικογένειες και γένη αυτής της υπόταξης. Εντούτοις, αυτό θα πάρει κάποιον χρόνο για να ολοκληρωθεί. Εκτός από τη χρήση της ανεκτίμητης βάσης δεδομένων embl για να ελέγξουμε τα ονόματα των ειδών και την προέλευσή τους, Όλα τα υπόλοιπα δεδομένα προέρχονται από οδηγούς υπαίθρου προς ορισμένες περιοχές (έως τώρα, μόνο για την Αφρική και την Ευρώπη).
Για περισσότερες πληροφορίες για τα είδη των αμφισβαινίων, παρακαλούμε πατήστε έναν από τους υνδέσμους των οικογενειών παρακάτω.

Κάποια΄πράγματα έχουν αλλάξει από τη χρονολογία δημοσίευσης του άρθρου. Τα αναγνωρισμένα είδη των αμφισβαινίων πλέον ανέρχονται στα 180, και οι οικογένειες είναι 6: Bipedidae, Amphisbaenidae, Trogonophidae, Rhinuridae, Cadeidae, και Blanidae. Αν και στην εποχή δημοσίευσης του άρθρου η θέση των αμφισβαινίων δεν είχε εξακριβωθεί, μοριακές μέθοδοι έχουν τοποθετήσει τα αμφισβαίνια δίπλα στην οικογένεια των τυπικών σαυρών (Lacertidae), με την οποία είτε μοιράζονται κοινό πρόγονο είτε κάποια εξαφανισμένα μέλη της είναι οι πρόγονοί τους. Οι σαύρες αυτές έχουν εξάπλωση στην Ευρασία και στην Αφρική, και είναι οι κοινές σαύρες που γνωρίζουμε, με το λεπτό σώμα, τη μακριά ουρά και την τεράστια ταχύτητά τους. Φαινομενικά δε μοιάζουν καθόλου με τις σκωληκόμορφες αμφίσβαινες, αλλά σε ορισμένα στοιχεία της ανατομίας τους είναι παρόμοιες, π.χ. στη δομή της γλώσσας. Η σχέση αυτή επιβεβαιώθηκε με ένα απολιθωματικό εύρημα ενδιάμεσου τύπου του Παλαιόκαινου, που ήταν μία σκαπτική σαύρα με μεγάλο, πλατύ και φτιαρόμορφο κεφάλι σαν αμφίσβαινα, αλλά με ατροφικά άκρα. Οι αμφίσβαινες έχουν ιστορία από το Κρητιδικό, πριν 99 εκατομμύρια χρόνια.
Και στην Ελλάδα έχουμε μια αμφίσβαινα, το είδος Blanus strauchi. Το είδος περιβάλλεται με πολλή μυστικοπάθεια και ελάχιστα μπορούν να βρεθούν γι’αυτό στο Διαδίκτυο. Είναι κυρίως μικρασιατικό είδος που στην Ελλάδα φτάνει σε λίγα ανατολικά νησιά (Σάμος, Φούρνοι, Λέρος, Κως, Σύμη, Ρόδος Καστελόριζο. Σκάβει τρύπες σε μαλακό έδαφος, ή κρύβεται σε τρύπες ασπονδύλων ή κάτω από πέτρες. Τρέφεται με ασπόνδυλα και το θηλυκό γεννά 1-2 αυγά. Συνήθως δεν ξεπερνά τα 20 εκατοστά. Επειδή ζει σχεδόν αποκλειστικά υπογείως, πολύ σπάνια παρατηρείται στην επιφάνεια.

Το ιστολόγιο αυτό το είχα εντοπίσει παλιά, ψάχνοντας για κάκτους ανθεκτικούς στο κρύο και για το πεγιότ, κι έτυχε να το ξαναβρώ πρόσφατα. Άνοιξε το 2005, και δυστυχώς δεν έχει ενημερωθεί μετά τον Ιανουάριο του 2014, αλλά ελπίζω ότι κάποτε ο συγγραφέας θα ξαναγράψει, επειδή κι άλλες φορές έτυχε να παραμελήσει το ιστολόγιό του. Είναι το ιστολόγιο ενός Δανού καλλιεργητή και συλλέκτη κάκτων, ο οποίος το άνοιξε αρχικά για να πληροφορήσει περί των κάκτων του γένους Lophophora, για τους οποίους δεν υπήρχαν πολλές πληροφορίες στο Διαδίκτυο, επεκτάθηκε ωστόσο και σε άλλλους συγγενικούς μικρούς μεξικανικούς κάκτους, αλλά και στους κάκτους γενικότερα.

Το γένος Lophophora είναι γένος κάκτων των ακραίων νότιων ΗΠΑ και του Μεξικού, που φύονται σε ξερά μέρη, τα οποία δέχονται έντονες βροχοπτώσεις το καλοκαίρι. Είναι μικροί, χαμηλοί ημισφαιρικοί άοπλοι (χωρίς αγκάθια) κάκτοι, με τούφες τριχών σε κάθε αρεόλη. Η ρίζα τους είναι πασσαλώδης και εκτείνεται σε μεγάλο βάθος, ενώ τα περισσότερα είδη και ποικιλίες παράγουν νέες μικρότερες διακλαδώσεις γύρω από το κύριο κεφάλι. Το ερέθισμα για την άνθηση είναι έντονες βροχές μετά από μια μακρόχρονη θερμή και ξηρή περίοδο, οπότε σε συνθήκες καλλιέργειας ανθίζουν εύκολα όταν ενηλικιωθούν. Είναι ωστόσο φυτά βραδύτατης ανάπτυξης, που θα πάρουν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν σ’αυτήν τη φάση – στη φύση μπορεί να κάνουν και 10 χρόνια για ν’ανθίσουν. Παλαιότερα αναγνωρίζονταν δύο είδη, η Lophophora williamsii, το πεγιότ, και η L. diffusa, αν και τώρα πολλές ποικιλίες αυτών των ειδών έχουν αναταξινομηθεί ως είδη, αν κι αυτό αμφισβητείται. Το πεγιότ παράγει πολλά αλκαλοειδή για την άμυνά του, σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η μεσκαλίνη, η οποία είναι σεροτονινεργική ψυχοδηλωτική ουσία με δράση παρόμοια του lsd, προκαλώντας οραματικές καταστάσεις κι εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης. Για τον λόγο αυτόν, το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων – τουλάχιστον πριν από 5.000 χρόνια – από τους Ινδιάνους της περιοχής, και χρησιμοποιείται ως σήμερα για ιερούς σκοπούς από τη φυλή Ουίτσολ του Μεξικού και την Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών στις ΗΠΑ, η οποία είναι η μόνη χώρα όπου το φυτό είναι παράνομο, αν και γι’αυτούς γίνεται εξαίρεση, θεωρητικά τουλάχιστον, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που παρενοχλούνται και διώκονται ποινικά. Το όνομα πεγιότ προέρχεται από το νάουατλ/γλώσσα των Αζτέκων «πέγιοτλ», που σημαίνει κάτι που λάμπει ή ακτινοβολεί. Πολλοί πληθυσμοί στη φύση απειλούνται σοβαρά από την ανθρώπινη ανάπτυξη του ενδιαιτήματός τους και την υπερσυλλογή για νόμιμη ή παράνομη πώληση, αλά και από την καταστρεπτική συγκομιδή τους. Για ν’αναγεννηθούν τα φυτά, θα πρέπει να κοπούν προσεκτικά στο ύψος του χώματο ςή λίγο πιο κάτω, αλλά πολλοί συγκομιστές ξεριζώνουν τα φυτά ή τα κόβουν πολύ βαθιά, με αποτέλεσμα να τα σκοτώνουν. Στο ιστολόγιο θα βρείτε πληροφορίες για το πεγιότ κι άλλες λοφοφόρες, επιστημονική βιβλιογραφία, ιστορική και παροντική χρήση, καθώς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ομάδες που το χρησιμοποιούν ακόμα, απειλές για τα φυτά αυτά, πληροφορίες καλλλιέργειας κλπ. Ο συγγραφέας του ιστολογίου αναφέρει ότι τα καλλιεργεί καθαρά για συλλεκτικούς σκοπούς. Και ψυχοναύτης όμως αν ήταν και τα χρησιμοποιούσε, δε θα το ανακοίνωνε δημόσια στο Διαδίκτυο σ’αυτήν την εποχή καταδίωξης των ψυχεδελικών όπουζ ούμε, εκτός κι αν ήταν μέλος σε κάποια σελίδα τέτοιου περιεχομένου υπό την κάλυψη ενός ψευδωνύμου.

Εκτός από τα πεγιότ, ο καλλιεργητής αυτός διατηρέι μεγάλη ποικιλία κάκτων, κυρίως μικρών βορειοαμερικανικών ειδών όπως από τα γένη Ariocarpus, Obregonia, Echinocereus, κλπ. Έχει συλλέξει πολλές ποικιλίες από διάφορες τοποθεσίες, και γνωρίζει την ακριβή προέλευση της κάθε μίας. Έχει ένα θερμοκήπιο, το οποίο όμως βρίσκεται στο εξοχικό του και το χειμω΄να δεν ελέγχει αξιόπιστα τη θερμοκρασία. Γι’αυτό έχει κι έναν ψυχρό χώρο καλλιεργειας, όπου κάνει δοκιμές για να βρει τις πιο ανθεκτικές στο κρύο ποικιλίες. Έως τώρα έχουν επιβιώσει πολλές ποικιλίες ορεινών περιοχών ή βορειότερου γεωγραφικού πλάτους. Από τα πεγιότ, οι ποικιλίες από το Τρανς-Πέκος του Τέξας έχουν αποδειχθεί οι πιο ανθεκτικές. Παλαιότερα δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα ακόμα και με ευπαθέστερες ποικιλίες, αλλά με τις βαρίες παγωνιές των τελευταίων ετών, οι οποίες του σκότωσαν πολλούς κάκτους και έβλαψαν μόνιμα ακόμα περισσότερους, άρχισε να ψάχνει τα πιο σκληρά είδη. Για να προετοιμάσει τα φυτά για το βαρύ σκανδιναβικό χειμώνα, κόβει όλο το πότισμα μέσα στο Σεπτέμβριο, και δε δίνει καθόλου νερό μέχρι ν’αρχίζουν ν’αναπτύσσονται μέσα στον Απρίλιο. Τα φυτά αφυδατώνονται αρκετά, κι έτσι διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να παγώσουν σε ακραίες θερμοκρασίες που μπορούν να φτάσουν τους -10 ή και τους -15 βαθμούς Κελσίου. Κάπως έτσι θα μεγάλωναν και οι κάκτοι στον Άρη. Το καλοκαίρι ωστόσο τα φυτά αναπτύσσονται καλά, και συχνά ανθοφορούν και καρποφορούν.

Έχει επίσης δοκιμάσει να καλλιεργήσει κάκτους στο μπαλκόνι του ακόμα και το χειμώνα, μια πιο εκτεθημένη περιοχή με βροχές και χιόνια. Τους φυτεύει σε κουτιά φύτευσης με πολύ καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, όπου περνούν το χειμώνα, συχνα καλυμμένη με ολόλευκο χιόνι. Υπήρχαν ωστόσο φορές που φοβήθηκε και προστάτευσε τα φυτά του. Εκτός από τους μικρούς κάκτους, καλλιεργεί και τριχοκηρείς της Νότιας Αμερικής (γένος Trichocereus ή Echinopsis), ψηλούς, επιβλητικούς κάκτους επίσης μεσκαλινούχους με παρόμοιες ιδιότητες με το πεγιότ με ιστο΄ρια χρήσης στη Ν. Αμερική, τους οποίους χρησιμοποιεί κυρίως ως υποκείμενα για να εμβολιάζει βραδυαυξέστερα είδη όπως το πεγιότ, επειδή τους επιταχύνουν σημαντικά την ανάπτυξη. Σε μία σειρά άρθρων του, παρακολουθούσε την εξέλιξη ενός εμβολιασμένου σποροφύτου πεγιότ 50 ημερών, το οποίο πάνω στον Trichocereus pachanoi άνθισε μόλις μέσα σε 2 χρόνια, ενώ με τις δικές του ρίζες μπορέι να έφτανε στην ίδια ηλικία σε διάστημα άνω των 5 ετών. Τα επόμενα χρόνια, ο κάκτος συνέχιζε ν’ανθοφορεί επανειλημμένα και να παράγει διακλαδώσεις. Καλλιεργεί επίσης κάκτους σαγκουάρο (Carnegyia gigantea), το μεγαλύτερο κάκτο της Βόρειας Αμερικής, καθώς και διάφορα ψυχροανθεκτικά είδη φραγκοσυκιάς (γένος Opuntia), και άλλα. Δεν ξέρω αν ασχολείται εμπορικά με τη συλλογή του, πάντως συχνά ανταλάσσει φυτά ή σπόρους με άλλους συλλέκτες κι έχει παρουσιάσει αρκετές άλλες συλλογές στο ιστολόγιό του. Δεν ξέρο πού δουλεύει ή αν η δουλειά του έχει να κα΄νει με φυτά, αλά συχνά ταξιδεύει, και όπως λέει δουλεύει εκέι που πηγαίνει. Έχει ταξιδέψει στην Ινδία, στη Μογγολία και στις ΗΠΑ, όπου επισκέπτεται οποσδήποτε τα πάρκα και τους βοτανικούς κήπους, απ’όπου μας ανεβάζει αρκετές φωτογραφίες φυτών και λουλουδιών.

Εκτός από λεπτομερείς παρατηρήσεις πάνω στα φυτά του, μας δίνει και συμβουλές για επιτυχημένη καλλιέργεια κάκτων όπως για τη δημιουργία του κατάλληλου χώματος, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να στραγγίζει άριστα, για την καλλιέργεια από σπόρο, για τον εμβολιασμό, για την προστασία από τις αντίξοες συνθήκες κλπ.

Το ιστολόγιο είναι πολύ καλό. Μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ.

Το Σάββατο, 9 Μαΐου, επισκέφθηκα σε αυθημερόν εκδρομή το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο, μαζί με τον πατέρα μου, το μικρό ετεροθαλή μου αδερφό Σάββα 6 ετών, και το γυμναστή και φίλο μου, τον Κώστα. Όταν ήμασταν στη Βουδαπέστη το Πάσχα με τον Κώστα και επισκεπτόμασταν τον εκεί ζωολογικό κήπο, με ιστορία από το 1866 κάνοντάς τον από τους παλαιότερους στην Ευρώπη, απορήσαμε πώς τόσο καιρο΄δεν πήγαμε στον αθηναϊκό, για τον οποίο ακούγαμε καλά λόγια και ήταν και μέσα στη χώρα μας. Έτσι γίνεται συνήθως, πηγαίνεις σ’όλα τα αξιοθέατα των χωρών του εξωτερικού, ενώ΄δε γνωρίζεις αυτά της χώρας σου, επειδή τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως σίγουρα μια μέρα θα πας, κι έτσι δεν πας ποτέ. Βάλαμε στόχο λοιπόν μια φορά να πάμε, αν γίνεται σε κάποια αθλητική διοργάνωση. Μόλις επιστρέψαμε, είπαμε στον πατέρα για το παράπονό μας, και μας πρότεινε καλύτερα να πάμε αυθημερόν μια εκδρομή, αφού τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν φτηνά, όπου θα μπορούσε να έρθει και ο ίδιος, που ήθελε να τον δει, καθώς και να φέρει το παιδάκι. Τελικα κλείσαμε εισιτήρια με Ράιαν Ερ, και νωρίς το πρωί, στις 7 η ώρα περίπου, αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε, και μόλις κατεβήκαμε πήραμε ταξί από μια διαδικτυακή εφαρμογή που τα βρίσκει μέσω gps και φτάσαμε έξω από το Πάρκο.
Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι ο μεγαλύτερος ζωολογικός κήπος της χώρας. Είναι ιδιόκτητο, αυτοχρηματοδοτούμενο ίδρυμα, το οποίο άνοιξε το 2000, αρχικά ως Αττικο Ορνιθολογικό Πάρκο. Είχε την Τρίτη μεγαλύτερη συλλογή πουλιών στον κόσμο, με 1.100 πουλιά από 300 είδη. Το 2001 η συλλογή επεκτάθηκε με ερπετά, και στη συνέχεια ήρθαν κι άλα ζώα, όπως ζώα της σαβάνας, της ερήμου, σπάνια ελληνικά ζώα, θαλάσσια θηλαστικά και άλλα. Σήμερα καλύπτει έκταση 200 στρεμμάτων, φιλοξενώντας περισσότερα από 2.000 ζώα από 350 διαφορετικά είδη. Τα ζωά είναι χωρισμένα ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους, την ταξινομική ομάδα ή το οικοσύστημα όπου ζουν – περιοχή σαβάνας, ερήμου, πουλιά Αφρικής, πουλιά Νότιας Αμερικής, χώρος ερπετών κλπ – σε διαμερίσματα, ενώ στο μέλλον το Πάρκο πρόκειται να επεκταθεί με τη Δεινοσαυρόπολις, ένα μουσείο εξέλιξης, και την Ωκεανόπολις, ένα πρότυπο ενυδρείο. Θα ξαναπάω σίγουρα όταν ολοκληρωθούν κι αυτά τα έργα. Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το Πάρκο, τα ζώα, καθώς και τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις που γίνονται εκεί, μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του εδώ.

Κατεβήκαμε λοιπόν από το ταξί, και περάσαμε από την είσοδο. Μπροστά μας απλωνόταν ένας μεγάλος χώρος, με το χώρο των Φλαμίνγκο (Phoenicopterus roseus) ίσια μπροστά. Ο Σάβας ενθουσιάστηκε κι έτρεξε να τα δει, ενώ εμείς καθίσαμε λιγάκι να ξεκουραστούμε. Έπειτα ξεκινήσαμε την πεζοπορία μας. Δίπλα μας ήταν το έκθεμα με τις κοκκινομάγουλες νεροχελώνες (Trachemys scripta), το κοινό αμερικανικό είδος εμυδοειδούς νεροχελώνας που πωλείται συχνά ως κατοικίδιο. Ήταν μια μεγάλη λίμνη με ξηρά από ββράχια όπου λιάζονταν δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χελώνες, και το τοιχίο ήταν τόσο χαμηλό, ώστε μπορούσες να τις πιάσεις. Εγώ πείραξα λίγο μερικές, και εντυπωσιάστηκα απ’το μέγεθος και το πάχος τους. Υπήρχε και μηχάνημα που με 50 λεπτά έδινε τροφή για να τις ρίξεις. Κατά τα’άλλα ωστόσο το τάισμα των ζώων απαγορευόταν, και για να μην τρώνε τα ζώα ακατάλληλες τροφές και για να μη ζητούν συνεχώς φαγητό από τους επισκέπτες. Όπως κατάλαβα αργότερα, κοκκινομάγουλες υπήρχαν σ’όλες τις λιμνούλες του ζωολογικού κήπου.
Προχωρώντας πιο πέρα μπήκαμε σ’ένα χώρο σαν θερμοκήπιο με κλουβίά με διάφορα είδη πουλιών. Πέρδικες, φασιανοί, περιστέρια, μικρά παπαγαλοειδή όπως λόρι και κονούρες, βούκεροι, μερικά είδη τουκάνων, πράσινο αρακάρι Pteroglossus viridis), (τουκανοειδές πουλί με λεπτότερο ράμφος και πράσινα πούπουλα στη ράχη, γαλαζόφτερη και γελαστή κουκαμπούρα (Dacelo leachii και D. novaeguineae), μεγάλες αλκιόνες τις Αυστραλίας και της Ν. Γουινέας με παράξενες φωνές, αν και τότε δε φώναξαν), και διάφορα άλλα είδη. Εντύπωση μου έκανε το πράσινο περιστέρη (Treron calva), ένα στρουμπουλό πρασινογάλαζο κυρίως φρουτοφάγο περιστέρι με μια ψηλή κόμη φτερών στο κεφάλι, το οποίο μας πλησιάζε. Από εκεί πήγαμε στη φάρμα, όπου κυκλοφορούσαν σ’έναν κλειστο΄χώρο αφρικανικά πυγμαία κατσίκια και πρόβατα Καμερούν, τα οποίαμας πλησίαζαν εύκολα, αλλά φεύγανε όταν τα χαϊδεύαμε. Δίπλα ακριβώς ήταν η φημισμένη κουνελοχώρα, όπου δεκάδες ή κι εκατοντάδες κουνέλια τριγυρνούσαν ελεύθερα. Την ώρα που πήγαμε ήταν μεσημέρι, και ο ήλιος κατέκαιγε το μέρος, με αποτέλεσμα όλα τα κουνέλια να είναι μαζεμένα είτε σε μικρά υπόστεγα είτε μέσα στις τρύπες τους, από τις οποίες είχε πολλές. Σε κάποια σημεία το χώμα ήταν υπερυψωμένο, ώστε να μπορείς να δεις από κοντά τις τρύπες. Έπιασα μία τρύπα δίπλα μου, η οποία ήταν γύρω στα 15 εκατοστά σε διάμετρο και με ελαφριά κλίση προς τα μέσα. Σίγουρα το πρωί και το απόγευμα, τις ώρες φυσικής δραστηριότητας των κουνελιών, θα γίνεται χαμός εκεί. Χάιδεψα ένα μεγάλο καφέ κουνέλι με μακριά αυτιά κάτω από ένα χαμηλό υπόστεγο, το οποίο ήταν ήρεμο κι έτριζε τα δόντια του από ευχαρίστηση, δείγμα ότι ήταν συνηθισμένο με τους ανθρώπους, ενώ την ίδια στιγμή ένα μικ΄ρο άσπρο κουνελάκι έτρεξε στην τρύπα του. Κουνέλια επίσης υπάρχουν ελεύθερα στο Πάρκο, αν και εμείς δε συναντήσαμε κανένα. Επίσης κυκλοφορούν ελεύθερα και παγόνια. Έχω ακούσει διάφορα πράγματα για την κουνελοχώρα, ότι εκεί αφήνουν όσοι δε θέλουν τα κουνέλια τους, ότι τα αφήνουν ν’αναπαραχθούν για να ταΐσουν τα σαρκοφάγα ζώα, ή ότι από εκεί μπορείς, κατόπιν συνενόησης με το Πάρκο, να υιοθετήσεις ένα κουνέλι, αλλά δεν ξέρω τι ισχύει. Μπορεί και νά’ναι μια κλειστή ομάδα συγκεκριμένων και στειρωμένων κουνελιών, και τίποτα απ’αυτά να μην αληθεύει. Τα άγρια αρπακτικά πουλιά της περιοχής ωστόσο τυχαίνει να τρώνε τα ελεύθερα περιφερόμενα κουνέλια. Μετά τα κουνέλια περάσαμε γρήγορα τους χιμπατζήδες και τα λοιπά ζώα, για να προλάβουμε το σόου με τα δελφίνια στις δωδεκάμισι.
Φτάσαμε στο Δελφινάριο και καθίσαμε σε προνομιακή θέση. Εκεί, αφού η εκπαιδεύτρια – δεν ξέρω γιατί σχεδόν πάντοτε οι εκπαιδεύτριες δελφινιών είναι γυναίκες – είπε λίγα εισαγωγικά λόγια για τα δελφίνια, ξεκίνησε την επίδειξη. Υπήρχε και σχολείο, κι όπως συνηθίζουν στο πρόγραμμα αυτό, πήρε ένα παιδί το οποίο θα ερχόταν πιο κοντά στα δελφίνια. Ένας φίλος μου που πήγε πριν δύο χρόνια είχε συνενοηθεί να πάει κι αυτός από κοντά για να μπορεί και να τα πιάσει, να τα ταΐσει, να τα δώσει εντολές, κλπ, αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Εντυπωσιάστηκα από τη νοημοσύνη αυτών των ζώων. Μπροστά στα δελφίνια, τα ζώα που έχουμε εμίς δεν είναι τίποτα. Ως απάντηση σε συγκεκριμένες χειρονομίες και ήχους, έκαναν άλματα, έβγαζαν περίεργες φωνές σαν θαλασσοπούλια ή λύκοι, φυσούσαν από το φυσητήρα, στριφογύριζαν με τα πτερύγιά τους, έβγαιναν λίγο στη στεριά για να χαιρετήσουν τον κόσμο, και έκαναν διάφορα άλλα κόλπα. Με ελαφρά πίεση στην ουρά είχαν μάθει να προτείνουν την ουρά τους, ώστε ο κτηνίατρος να μπορεί να λάβει δείγμα αίματος για εξέταση. Μετά από κα΄θε άσκηση, έτρωγαν μερικά ψάρια ως επιβράβευση, ώστε να συνεχίσουν τις επιδείξεις. Οι ασκήσεις αυτές είναι απαραίτητες στην αιχμαλωσία, ώστε τα δελφίνια να κινούνται λίγο παραπάνω κι όχι απλώς να περιμένουν το φαγητό μπροστά τους και να εξασκούν και το μυαλό τους. Τα τέσσερα δελφίνια του Πάρκου προέρχονταν αππό το Θαλάσσιο Πάρκο της Λιθουανίας, ενώ τα δύο μικρότερα, περίπου διόμισι χρονών, είχαν γεννηθεί στο Δελφινάριο, και ήταν ακόμα σε εκπαίδευση. Του Σάββα του άρεσε τόσο πολύ αυτό΄, ώστε ζήτησε να ξαναπάμε ακόμα μια φορά. Στο Πάρκο επίσης υπήρχαν και φώκιες, αν και δεν τις είδαμε καν.
Μετά επισκεφθήκαμε τα ζώα που περάσαμε πριν. Πήγαμε στους χιμπατζήδες (Pan troglodytes), το τάισμα των οποίων δε θα προλαβαίναμε, αλλά δεν τους είδαμε, επειδή ήταν κρυμμένοι κάπου μακριά, γιατί οι εκτάσεις για τα ζώα ήταν τεράστιες. Οι συνδάκτυλοι γίββωνες (Hylobates syndactylus) ήταν δίπλα, αλλά κι αυτοί μακριά. Είναι πίθηκοι της Μαλαισίας και της Σουμάτρας, κυρίως φυτοφάγοι, κινούνται κρεμασμένοι με τα χέρια από τα δέντρα και είναι αυστηρά μονογαμικοί. Οι πίθηκοι είχαν γύρω τους μια τάφρο με νερό, μάλλον για να μην πλησιάζουν κοντά στα σύρματα, μιας και μισούν το νερό. Ο άνθρωπος κληρονόμησε τη φυσικη απλησιά και την ανικανότητα φυσικής κολύμβησεις απ’αυτά τα ζώα. Από τις τάφρους δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες, οι οποίες πιστεύω κινδύνευαν κάθε φορά που οι χιμπατζήδες δεν είχαν τίποτα να κάνουν κι αποφάσιζαν να σπάσουν μερικές για πλάκα, ίσως και να τις φάνε. Πιο πέρα ήταν το πουλί γραμματέας (Saggitarius serpentarius), ένα είδος αφρικανικού χερσαίου γερακιού που τρώει κάθε είδους μικρό ζώο, και οι εδαφοβούκεροι (Bucorvus leadbeateri), νοτιοαφρικανικά εδαφόβια σαρκοφάγα πουλιά που δημιουργούν μικρές οικογένειες, στις οποίες τα μικρά παραμένουν και βοηθούν την ανατροφή των αμέσως μικρότερων πριν ανεξαρτητοποιηθούν. Κοντά ήταν και ο ακανθόχοιρος της Ινδίας (Hystrix indica), ένα αγκαθωτό φυτοφάγο τρωκτικό που δεν έχει σχέση με το σκαντζόχοιρο, με εξάπλωση όχι μονο στην Ινδία, αλά σε μεγάλη έκταση από τη Μέση Ανατολή ως τη ΝΑ Ασία, και τη στιγμή που περάσαμε ήταν κρυμμένος. Προς τη φάρμα υπήρχαν τα γουρούνια, καθώς και η Κλάρα, η αγελάδα που πρωταγωνιστούσε στην εκπομπή του Αρναούτογλου, σ’ένα χώρο γεμάτο σβουνιές και μύγες. Μετά ήταν τα πόνι Φαλαμπέλα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά κάρβουνου στα ορυχεία, και οι άγριοι γάιδαροι Σωμαλίας (Equus assinus somalicus). Οι γάιδαροι αυτοί, πρόγονοι του εξημερωμένου, ζουν στις κακοτράχαλες ερήμους της Σωμαλίας, μπορούν να φτάσουν τα 280 κιλά σε βάρος, και ξεχωρίζουν από τις ζεβροειδείς ρίγες στα πόδια τους. Αν και το όνομα, καθώς και η χώρα προέλευσής τους, σε προδιαθέτουν για κάτι υπερβολικά άγριο και αδίστακτο, τα συγκεκριμένα ζώα φαίνονταν ήρεμα τρώγοντας το σανό τους. Στη φύση παραμένουν περί τα 500 ζευγάρια, και απειλούνται απ’το κυνήγι, τη διασταύρωση με τους εξημερωμένους γαϊδάρους και την πολιτική αστάθεια στην περιοχή, που κάνει αδύνατη την εφαρμογή ενός σχεδίου για την προστασία τους. Δυστυχώς, αν δε γίνει κάτι το υποείδος θα εξαφανιστεί, μειώνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη χαμηλή βιοποικιλότητα των ιπποειδών. Δίπλα στα γαϊδούρια ήταν και οι βακτριανές καμήλες (Camelus bactrianus), οι οποίες είχαν έρθει κοντά μας. Ήταν τεράστια ζώα, πολύ μεγαλύτερα απόμία αγελάδα και πολύ παχύτερα από ένα άλογο, τα οποία σίγουρα θα ζύγιζαν έναν τόνο. Έτσι εξηγείται και η αφοβία των τζιχαντιστών – αν από μικρά έβλεπαν κι εξαναγκάζονταν να έρχονται σε καθημερινή επαφή μ’αυτά τα ζώα, αναγκαστικά θά’πρεπε ν’αποβάλουν το φόβο τους. Και με λίγο αλάχου ακμπάρ όταν μεγαλώσουν, χάνουν κάθε εναπομείναντα φόβο και είναι έτοιμοι για τα πάντα.
Συνεχίσαμε σ’ένα έκθεμα με πουλιά – απ’ό,τι καταλάβατε, δεν ακολουθούσαμε πάντα σταθερή διαδρομή -, όπου είδαμε διάφορους σπάνιους ασιατικούς φασιανούς, γεωπελίες (είδος περιστεριού) της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας, σπίνους ζέβρα (Taeniopygia guttata) της Αυστραλίας, ένα κοινό είδος και στην αιχμαλωσία – τότε ένα αρκετά κοντά μας έμπαινε στη φωλιά του,διάφορους άλλους σπίνους, καλάο, καρδινάλιους, ερυθρόλοφο τουράκο (Tauraco erythrolophus), πουλί της κεντρικής και δυτικής Αγκόλας που ακούγονταν σαν συναγερμός, άλλα είδη τουράκο, κινέζικο αηδόνι (Leiothrix lutea), το οποίο θέλαμε ν’ακούσουμε, αλλά ήταν κρυμμένο επειδή είναι νυκτόβιο, διαφόρους βουκέρους κλπ. Η αναπαραγωγική συμπεριφορά των βούκερων είναι μοναδικοί, αφού το θηλυκό φυλακίζεται στη φωλιά μαζί με τα μικρά, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα για να το ταΐζει το αρσενικό. Τα πουλιά ήταν τόσα πολλά, που μου είναι αδύνατο να τα θυμάμαι όλα. Οι χώροι των πουλιών στο Πάρκο ήταν πολύ μεγάλη, με αρκετό πλάτος και ύψος ώστε να χωράνε ολόκληροι θάμνοι και μικρά δέντρα μέσα, καθώς και τα υπόλοιπα απαραίτητα στοιχεία για την ανακατασκευή του φυσικού περιβάλλοντος του καθενός. Άλλα ήταν κρυμμένα και δεν τα είδαμε, άλλα μόνο ακούγονταν, άλλα ήταν στο έδαφος και έτρωγαν, κι άλλα κάθονταν σε κλαδιά σε κοινή θέα.
Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στη Σαβάνα, όπου βρίσκονταν τα ζώα βαρέων βαρών. Περάσαμε όμως πρώτα από τα αιλουροειδή – λευκή τίγρει (Πanthera tigris), υποείδος εξαφανισμένο στη φύση από το 1958, ευρασιατικούς λίγκες (Linx linx), το φημισμένο στο Πάρκο λιοντάρι της Αγκόλας (Panthera leo bleyenberghi), σερβάλ (Leptaelurus serval), αγριόγατες (Felis silvestris), οσελότους (Leopardus pardus), ιαγουάρους (Panthera onca), αλλά δεν είδα κανένα, γιατί κοιμούνταν τα περισσότερα χωμένα στο πίσω μέρος του χώρου τους, αν κι ένας ιαγουάρος ήταν λίγο πιο μπροστά. Το λιοντάρι είχε κι ένα σημείο που έμοιαζε με τζιπ σαφάρι, με τζάμι μπροστά, όπου μαζεύονταν οι περισσότεροι επισκέπτες, αλλ’ήταν χωμένο σε μια σπηλιά και κοιμόταν. Ως μεγάλο σαρκοφάγο άλλωστε, κοιμάται για μεγάλο μέρος της ημέρας, ως και 20 ώρες. Ο Σάββας για ανεξήγητο λόγο φοβήθηκε εκί. Στη Σαβάνα συναντήσαμε τις καμηλοπαρδάλεις Μπαρίνγκο (Giraffa camelopardalis rothschildi), οι οποίες ήταν αρκετά μακριά αλλα φαίνονταν, τις ζέβρες του Γκραντ (Equus burchellii boehmi), τις στρουθοκαμήλους (Struthio camelus), τον αραβικό όρυξ (Oryx leucoryx), ένα είδος λευκής για ν’αντανακλα τον ήλιο αντηλόπης που ζει σε σκληρές ερήμους της Μέσης Ανατολής όπου η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει τους 50 βαθμούς την ημέρα κατά τους θερινούς μήνες, και τους λευκούς ρινόκερους (Ceratotherium simum), τους οποίους ο Σάββας αδιμονούσε να δει, μιας και είναι το αγαπημένο του ζώο, οι οποίοι στέκονταν στο μέσο του μικρού χωραφιού που είχαν για κατοικία και βοσκούσαν από μπάλες με άχυρο. Είναι το δεύτερο βαρύτερο χερσαίο θηλαστικό μετά τον ελέφαντα, με βάρος 1,5-3 τόνους, και μήκος 4 μέτρα. Είναι το είδος με τα δύο κέρατα, το πρώτο εκ των οποίων φτάνει τα 90 εκ, αν και κατ’εξαίρεσιν ψηλώνει ως το 1,5 μέτρο. Το είδος κινδύνευσε να εξαφανιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, αλά χάρη σε προγράμματα προστασίας σήμερα αριθμεί στη φύση περί τα 11.000 άτομα, παρόλα αυτά οι λαθροθήρες το κυνηγούν για το κέρατό του, το οποίο στην παραδοσιακή κινέζικη ιατρική χρησιμοποιείται ως αφροδισιακό. Η παραδοσιακή κινέζικη ιατρική έχει ξεκληρήσειπολλά ζώα, και καλά θα κάνει ν’αναβαθμιστεί. Δεν είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις απ’αυτούς, μιας και η όρασή τους είναι φτωχοί και δε μπορούν να διακρίνουν ακίνητο άτομο μετά τα 30 μέτρα, έχουν όμως καλή όσφρηση.
Πιο πέρα ήταν τα αυστραλιανά ουάλαμπι (Macropus rufogriseus frutica) και τα εμού (Dromaeus novaehollandiae), τα οποία δεν είδαμε. Οι πυγμαίοι ιπποπόταμοι (Hexaprotodon liberiensis) ήταν επίσης λίγο πιο πέρα, σε μια μεγάλη τάφρο με βρώμικο, λασπωμένο και σκατωμένο νερό, το οποίο αγαπούν. Ήταν ένα μεγάλο, μάλλον μάνα, με το μικρό του, το οποίο κρατούσε πάντα δίπλα του. Φυσικά δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες ούτε από κει. Υπήρχε και μεγάλος χώρος στεριάς, αλά δε βγήκαν έξω όσο ήμασταν εκεί, όμως το βράδυ ίσως να βγαίνουν αρκετά, επειδή είναι περισσότερο νυκτόβιοι.
Μετά κατευθυνθήκαμε προς το αναψυκτήριο για να ξεκουραστούμε. Περάσαμε από το δάσος των λεμούριων, με διάφορα είδη των μαδαγασκαριανών πρωτευόντων αυτών, αν και όλα κρυμμένα, επειδή ήταν μεσημέρι. Ήταν δίπλα σου, και αν έβγαιναν έξω, μπορούσες να τα πιάσεις. Ο φίλος μου είχε πιάσει τότε. Μετά περάσαμε απ’τις χελώνες Άλνταμπρα (Aldabrachelys gigantea), τις δεύτερες μεγαλύτερες στον κόσμο μετά τις Γκαλαπάγκος, οι οποίες ήταν μακριά και δεν τις είδα – τις αφρικανικές γιγάντιες χελώνες (Geochelone sulcata) δεν τις βρήκαμε, ούτε και την αφρικανική χελώνα λεοπάρδαλη (Geochelone pardalis) ή τις ελληνικές του γένους Testudo -, και το δράκο του Κόμοντο (Varanus comodoensis), το μεγαλύτερο βαρανό και σαύρα στον κόσμο, ο οποίος ήταν χωμένος σε μια κρυψώνα και μάλλον κοιμόταν. Μπορεί να φτάσει τα 100 κιλά και να σκοτώσει ακόμα και βουβάλια, χάρη στο μεγάλο τραύμα που προκαλεί δαγκώνοντας και στο δηλητήριό του. Παλαιότερα πιστευόταν ότι σκότωνε με παθογόνα βακτήρια στο στόμα του, αλλά ανακαλύφθηκε ότι κι αυτός, όπως και όλοι οι βαρανοί, έχουν τοξίνες στο σάλιο τους και δηλητηριώδεις αδένες. Αν και το δηλητήριο δεν είναι υπερβολικά τοξικό, καταβάλει εύκολα το ήδη βαριά τραυματισμένο ζώο. Μπορούν να φάνε ως και 80% του βάρους τους. Στις περιοχές όπου ζουν (νησιά Κόμοντο, Ρίνκα και Φλόρες της Ινδονησίας) οι άνθρωποι χτίζουν τις καλύβες τους σε πασάλους, για ν’αποφύγουν τις επιθέσεις τους, αν και επιθέσεις σε άνθρωπο είναι υπερβολικά σπάνιες. Ποτέ δεν έχω δει δράκο του Κόμοντο από κοντά, και ούτε αυτός μού’κανε τη χάρη να εμφανιστεί. Απ’ό,τι έλεγε ένα μέλος του φόρουμ των ερπετών, πριν δυο χρόνια ήταν γύρω στο ενάμισι μέτρο, οπότε τώρα θα έχει μεγαλώσει περισσότερο. Μετά φτάσαμε στο αναψυκτήριο, όπου κοντά μας ήταν οι αρκούδες (Ursus arctos). Ήταν τέσσερις, κι απ’αυτές μας χώριζε ένα ψηλό συρματόπλεγμα, δηλαδή κάποιος αποφασισμένος να μπει μέσα με λίγη προσπάθεια θα μπορούσε να μπει. Από τις τέσσερις η μια ήταν μεγαλύτερη, ενώ΄οι άλλες μικρότερες, και κάτι συνέβαινε μεταξύ δύο μικρότερων επειδή μάλωναν. Έκαναν υπόκωφους βρυχηθμούς και προσπαθούσε να σπρώξει η μία την άλλη. Μετά από 5 λεπτά ο καυγάς σταμάτησε. Οι αρκούδες δεν απείχαν περισσότερο από 15 μέτρα απ’τον κόσμο, και δεν έδειχναν να ενοχλούνται. Κάναμε υποθέσεις με τον Κώστα τι θα γινόταν αν κάποιος έμπαινε εκεί. Εγώ έλεγα ότι θα έμενε αρκετά λεπτά κινούμενος και ανέπαφος, ενώ ο Κώστας ήταν σίγουρος ότι θα τον είχαν ορμήξει τη στιγμή που θα πατούσε μέσα. Ο Σάββας, αν και φοβήθηκε το λιοντάρι, τώρα ήταν κολλημένος στο συρματόπλεγμα και τις παρακολουθούσε. Μετά πήγα κι εγώ εκεί, με την κοκακόλα στο χέρι σαν γυφτόμαγκας. Άραγε τις πείραξε αυτό; Δίπλα στις αρκούδες ήταν άλλα εληνικά ζώα, όωπς λύκοι, ενυδρίδες, κρι κρι και σκυριανά άλογα, αλλά δεν τα είδαμε όλα.
Μετά από την ανάπαυσή μας και τα παγωτά που φάγαμε κατευθυνθήκαμε προς το χώρο των ερπετών, το μέρος μου. Μπορεί να μη στάθηκα τυχερος να δω τα μεγάλα ερπετά απ’έξω, αλλ’εκεί σίγουρα κάτι θα ήταν κοντά μας. Ο χώρος είχε υψηλή θερμοκρασία, και γύρω μας υπήρχαν τερράρια με τους πολύχρωμους μικρούς φολιδωτούς κατοίκους τους. Υπήρχε βασιλικός πύθωνας (Python regius), βόας της άμμου (Eryx miliaris), γκέκο λεοπάρδαλη (Eublepharis macularius), βόας Αμαζονίου (Corallus hortulanus), βασιλικό φίδι της Καλιφόρνιας (Lampropeltis getula californiae), ταπιτοπύθωνας (Morelia spilota – τα υποείδη chainei και variegata), πράσινη ιγκουάνα (Iguana iguana), βόας της Κούβας (Epicrates angulifer), βόας του Ντουμερέλι (Acrantophis dumerili) και χερσαίος μαδαγασκαριανός βόας (Sanzinia madagascariensis), δύο σπάνια μαδαγασκαριανά είδη, βόας της Νέας Γουινέας (Candoya aspera), λοφιοφόρος βασιλίσκος (Basiliscus plumifrons), καθώς και τρεις φρύνοι, οι δύο ελληνικοί (Bufo bufo και B. viridis), και ο γιγάντιος θαλάσσιος – έτσι λέγεται, δεν είναι (Bufo marinus). Υπήρχε κι ένα ενυδρείο γλυκού νερού με σαλάχια αμαζονίου (Potamotrygon sp), αργυρή αραουάνα (Osteoglossum bicirrhosum) κι άλα αμαζονιακά σπάνια ψάρια. Τα ασπόνδυλα δεν τα βρήκαμε, ή δεν τα προσέξαμε. Το σπανιότερο είδος εκεί ήταν οι αφρικανικοί χαμαιλέοντες (Chamaeleo africanus), οι οποίοι έχουν το μονο πληθυσμο΄στην Ευρώπη στην Πύλο, με μόνο 300 άτομα στη φύση. Ήταν χωμένη στη βλάστηση με τέλειο καμουφλάζ, και δεν τους είδε κανείς. Έξω από το δωμάτιο αυτό υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος σκεπαστός από πάνω σαν θερμοκήπιο με πολλά άκομα είδη: καλαμποκόφιδο (Pantherophis guttatus), κίτρινο ποντικόφιδο (Pantherophis obsoletus quadrivittatus), καθώς ι ένα λευκιστικό του είδους, ομορφόφιδο (Elaphe taeniura), βόας συσφιγκτήρας (Boa constrictor), βυρμανέζικος πύθωνας (Python molurus bivittatus), κίτρινη ανακόντα (Eunectes notaeus), κυανόγλωσσος σκίγκος (Tiliqua scincoides), γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps), βαρανός της σαβάνας (Varanus exanthematicus), τέρας του Τζίλα (Heloderma suspectum), ρωσικό ποντικόφιδο (Elaphe schenki schencki), και τις σπανιότατες ακτινωτές χελώνες (Geochelone radiata). Μπορεί να μου διαφεύγουν λίγα είδη, αλά σε γενικές γραμμές αυτά ήταν. Μία αντιπροσωπευτική μίξη κοινών και εξαιρετικά σπάνιων ειδών διαφόρων προελεύσεων και ππεριβαλλόντων. Οι χώροι τους ήταν πολύ μεγάλοι – ακόμα κι ο αδρανής βασιλικός πύθωνας είχε χώρο σαν μικρό δωματιάκι – και διακοσμημένοι σύμφωνα με το περιβάλον του καθενός, με τον απαραίτητο φωτιστικό και θερμαντικό εξοπλισμό. Με παραξένεψε η απουσία ιοβόλων φιδιών, αλλά μάλλον δεν είχαν γιατί δεν υπήρχε εξειδικευμένο προσωπικό για την αντιμετώπισή τους. Απ’όλα τα ερπετά που είδαμε, μόνο ο βαρανός της σαβάνας και μια μικρή ακτινωτή χελώνα κινούνταν, ενώ όλα τα υπόλοιπα κάθονταν καλοφαγωμένα και καλοζεσταμένα. Τα περισσότερα φίδια, αν και υπήρχαν κρυψώνες, βρίσκονταν αρκετά κοντά στο τζάμι, οπότε ήταν σε κοινή θέα – πιθανόν είχαν συνηθίσει τον πολύ κόσμο. Λίγα ερπετά ήταν κρυμμένα, περισσότερο οι δενδρόβιες σαύρες όπως ο βασιλίσκος και οι χαμαιλέοντες, και τα γκέκο που είναι νυκτόβια. Ο ένας βόας συσφιγκτήρας ήταν έτοιμος ν’αλλάξει δέρμα, ενώ πολλά άλλα φίδια είχαν τα εκδεδυμένα δέρματα δίπλα τους, πιθανόν για να βλέπει ο κόσμος τη διαδικασία. Κάποια μεγάλα φίδια, όπως οι κίτρινες ανακοντες, ήταν πάνω από ένα στο ίδιο κλουβί (αυτές ήταν τρεις), και απόρησα για το πώς ταΐζονται, αφού τα φίδια είναι επιρρεπή σε ατυχήματα κάτα το τάισμα, όταν για παράδειγμα δύο προσπαθούν να καταπιούν το ίδιο θήραμα. Μάλλον θα ταΐζονται ξεχωριστά. Ο Σάββας, μόλις περάσαμε από το γενειοφόρο δράκο, τον γνώρισε αμέσως, αφού κάθε μέρα βλεπει τον δικό μου.
Βγαίνοντας από εκεί περάσαμε κι από το χώρο του κροκοδείλου του Νείλου (Crocodilus niloticus), έναν πολύ μεγάλο χώρο με εσωτερικό και εξωτερικό κομμάτι, που είχε λινούλα και στεριά, όπου αυτός, γύρω στα 4 μέτρα μακρύς, λιαζόταν αραχτός κοντά μας δίπλα στο νερό. Ήταν γκριζωπός, πολύ χοντρός, με την ουρά προς το μέρος μας, και προφανώς καλοταϊσμένος. Πιστεύω πως αν τον πλησίαζες δε θα σου έκανε τίποτα σ’αυτήν την κατάσταση, αλλά είμαι από τους τελευταίους που θα το δοκίμαζαν αυτό. Δίπλα ήταν και οι αμερικανικοί αλιγάτορες (Alligator mississipiensis), ένας μεγάλος και τρεις μικρότεροι, οι οποίοι ήταν αρκετά πίσω. Σίγουρα με μια κοκκινομάγουλη θα έβγαιναν όλοι μπροστά για να την φάνε. Ο αλλιγάτορας δεν είναι κι αυτός μικρο΄ζώο, αφού σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τα 5 μέτρα και ως και τα 600 κιλά. Μετά επιστρέψαμε από τους ρινόκερους, περάσαμε από διάφορες αμερικανικές μαϊμούδες και μακάκους, τα οποία ήταν κρυμμένα στη ζουγκλοειδή βλάστηση, τα σκυλιά των λειμώνων (Cynomys ludovicianus), μικρά χορτοφάγα τρωκτικά των λειμώνων των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και του βόρειου Μεξικού που ζουν σε δίκτυα λαγουμιών, και ξεκινήσαμε να επιστρέφουμε.
Κάναμε μια μεγάλη στάση στη Γη των Τσίτα, όπου 4 τσίτα (Acinonyx jubatus) ζούσαν σ’ένα τεράστιο, πανέμορφο χώρο. Ένας περιφραγμένος διάδρομος περνούσε μέσα από το έκθεμα, κι αυτά μπορούσα να περάσουν κάτω από τη γέφυρα αυτήν. Η διαφορά του χώρου των σαρκοφάγων αυτών απ’αυτούς των χορτοφάγων ήταν εμφανέστατη. Εκτός απ’τα σκυλιά των λειμώνων που ζούσαν σε καταπράσινο χώρο, σ’όλα τα φυτοφάγα δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος βλάστησης στο έδαφος.Εδώ όμως ο τόπος ήταν κατάφυτος από πυκνά, ολοπράσινα και ανθισμένα χόρτα. Ένας παράδεισος για ένα κουνελάκι, αν και κάτι πολύ κακό περιμένει κάπου εκεί μέσα. Τα τσίτα έρχονταν δίπλα μας,μας κοίταζαν, περνούσαν κάτω απ’τη γέφυρα και ξαναέφευγαν. Έχουν σκούρο χρώμα με κηλίδες, ψηλά πόδια για τρέξιμο, το μέγεθος μεσαίου σκύλου και πρόσωπο γατίσιο, αφού είναι αιλουροειδή. Ενδημούν στην Αφρική και κάποτε στην Ασία, από την οποία εξαφανίστηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ζυγίζουν 30 κιλά και μπορούν να τρέξουν έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα για απόσταση περίπου 300 μέτρων, μετά κουράζονται. Καθίσαμε αρκετή ώρα εκεί, και Καθώς φεύγαμε, ένα τσίτα έτρεξε από μακριά κι έπεσε στα συρματοπλέγματα δίπλα στο Σάββα. Μπορεί και να προσπάθησε να τον φάει. Ο Σάββας αμέσως κόλλησε δίπλα μας, πολύ φοβισμένος. Αν και του αρέσει να κάνει το μάγκα εκεί που τον παίρνει, σε κάτιτ έτοιες περιπτώσεις είναι χέστης. Απ’ό,τι έψαξα αργότερα, αν και τα τσίτα δεν έχουν επιτεθεί ποτέ σε άνθρωπο στη φύση, κάποιος στο μέγεθος μικρού παιδιού θα μπορούσε να φαγωθεί. Μπορούν να φάνε αντηλόπες μέχρι 40 κιλών, και τις σκοτώνουν ρίχνοντάς τες καθώς τρέχουν κατά πα΄νω τους και δαγκώνοντάς τες το λαιμό για να τις πνίξουν, επειδή δεν έχουν αρκετά ισχυρά σαγόνια για να τις σπάσουν τον αυχένα. Είναι γρήγορ ααλλά αδύναμα ζώα, που δε μπορούν να αντιμετωπίσουν δυνατότερα σαρκοφάγα. Το 50% των επιθέσεών τους σε θηράματα αποτυγχάνει, ενώ τρώνε μόνο στο 50% των επιτυχών κυνηγιών, αφού άλα σαρκοφάγα προλαβαίνουν να τους κλέψουν την τροφή. Ακόμα και μια ύαινα μπορεί να τα διώξει από το θήραμά τους. Στην πραγματικότητα είναι πολύ αποτυχημένο είδος, κι επιβιώνει καθαρά επειδή δεν έχει ανταγωνιστές στο συγκεκριμένο τρόπο κυνηγιού. Θεωρείται ότι κατά την τελευταία παγετώδη περίοδο ο πληθυσμός του είδους συρρικνώθηκε υπερβολικά, αφού σήμερα όλα έχουν σχεδόν πανομοιότυπο dna, και ως αποτέλεσμα της χαμηλής γενετικής ποικιλομορφίας, οι πληθυσμοί αντιμετωπιζουν προβλήματα στειρότητας, ανωμαλίες στο σπέρμα των αρσενικών και μεγάλη θνησιμότητα των μικρών από γενετικές παθήσεις. Άλλα μικρά θανατώνονται ή τρώγονται από άλλα σαρκοφάγα κατά την ανεξαρτητοποίησή τους. Η θνησιμότητα των μικρών απ’όλες τις αιτίες υπολογίζεται στο 90%. Για το λόγο αυτόν, η αναπαραγωγή τους σε αιχμαλωσία είναι σπάνια.
Και λοιπόν σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις προχωρήσαμε λίγο παρακάτω είχαν επίδειξη με αρπακτικά πουλιά, την οποία δεν πρόλάβαμε, και τη στιγμή εκείνη ένα όρνιο (Gyps fulvus) πέταξε ακριβώς πάνω από το Σάββα. «Θα με φάει!» είπε τρομαγμένο το μικρό παιδάκι. Ο ομιλιτής έδινε πληροφορίες για τα πουλιά. Εκείνο ήταν το όρνιο, το οποίο σχίζει το δέρμα και τρώει κυρίως τα εσωτερικά όργανα, όπως τα έντερα, την καρδιά και το συκώτι. Στην αφρικανική σαβάνα μπορούν ν’αφήσουν μόνο τα κόκκαλα ενός νεκρού ζώου σε μόλις 20 λεπτά! Στη γύρω περιοχή ήταν και τα υπόλοιπα αρπακτικά, καθώς και άλλα σαρκοφάγα πουλιά όπως πελαργοί και πελεκάνοι, αλά δεν τα είδαμε. Για το υπόλοιπο της βόλτας μας, ο Σάββας ήταν φοβισμένος και θυμωμένος, αλά τον πήγαμε στα δελφίνια για αποζημίωση.
Έπειτα πήγαμε σε μια καφετέρια για να ξεκουραστούμε, όπου ο Σάββας, με λιγη επιφυλακτικότητα, έκανε βόλτα με το πόνι, η οποία του άρεσε τελικά. Ο Μαριολίνος ήταν ένα πόνι που έκανε βόλτα στα παιδάκια, κοντό, στρουμπουλό, με καλά φροντιςμένο, γυαλισμένο τρίχωμα που δε μύριζε καθόλου. Σαν να το είχαν κάνει μπάνιο ήταν. Όταν δεν έκανε βόλτα, βοσκούσε γκαζόν. Από εκεί κατευθυνθήκαμε στους γιγαντιαίους μυρμηγκοφάγους (Myrmecophaga tridactyla), τους οποίους δεν είδαμε, αν κι έχω δει σ’άλλους ζωολογικούς κήπους του εξωτερικού, όπου ήταν δραστήριοι και πλησίαζαν τους επισκέπτες. Είναι οι μεγαλύτεροι μυρμηγκοφάγοι του κόσμου, ενδημικοί της Νότιας Αμερικής, μήκους 2 μέτρων μαζί με την ουρά, η οποία είναι το μισό του σώματος και βάρος 55 κιλών. Τρώνε ως και 35.000 μυρμήγκια, τα οποία συλλαμβάνουν με τη μακριά γλώσσα τους, την οποία έχουν μέσα στο μακρύ ρύγχος τους. Δεν έχουν δόντια. Επειδή η τροφή τους είναι φτωχή και πρέπει να εξοικονομήσουν ενέργεια, κοιμούνται 16 ώρες την ημέρα και διατηρούν θερμοκρασία μόλις 32 βαθμών. Απορώ πώς οι ζωολογικοί κήποι βρίσκουν τόση τροφή καθημερινά. Πιο κάτω ήταν κάποια νοτιοαμερικανικά χορτοφάγα, όπως τογκουανάκο (Lama guanaco), ο πρόγονος του λάμα, καθώς και δύο τρωκτικά, το παταγονικό μάρα (Dolichotis patagonicus), ένας μεγαλύτερος συγγενής του ινδικού χοιριδίου στα 10 κιλά, και τον υδρόχοιρο ή καπιμπάρα (Hydrochoerus hydrochaeris), το μεγαλύτερο τρωκτικό του κόσμου, που μπορεί να φτάσει τα 65 κιλά. Είναι ημιυδρόβια, με παχύ σώμα και όψη γουρουνιού, και τότε τα έδιναν λαχανικά για να φάνε. Δύο πέρασαν αργά από μπροστά μας. Στο τέλος περάσαμε από τη συλλογή των παπαγάλων, όπου υπήρχαν κλουβιά με αμαζόνες, μακάο κι άλλα μεγάλα και φανταχτερά είδη. Εκεί ήταν και ο θρυλικός υακίνθινος μακάο (Anodorhynchus hyacinthinus), ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παπαγάλος του κόσμου, ενδημικός του Αμαζονίου, και κκοστίζει 10.000 ευρώ στο εμπόριο. Υπάρχουν άνθρωποι με με΄γαλο πάθος για’αυτά τα μεγάλα είδη παπαγάλων, που είναι διατεθημένοι να ξοδέψουν κι ακόμα μεγαλύτερα ποσά για την απόκτισή τους. Είναι ωστόσο πολύ δύσκολα πουλιά με πολύ εξειδικευμένες ανάγκες, πανέξυπνα και μακρόβια. Εκεί οι παπαγάλοι έκαναν διάφορα κρωξίματα και πετούσαν από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά δεν είχαμε πολύ χρόνο να τους παρατηρήσουμε.
Στο τέλος έριξα ένα άνθος καρπόβρωτου στις κοκκινομάγουλες, οι οποίες το έφανα αμέσως, και φύγαμε. Έπειτα πήραμε ταξί για το κοντινο΄εμπορικό κέντρο Μακ Άρθουρ, όπου φάγαμε κι αφήσαμε λίγο το Σάββα να παίξει, και φύγαμε για το αεροδρόμιο. Στο αεροδρόμιο, παρά την κούραση της ημέρας, ο Σάββας δε σταμάτησε να τρέχει. Το αεροπλάνο αναχώρησε γύρω στις 9. Τελικά επιστρέψαμε και το βράδυ βγήκα με τους φίλους μου στο Σφακιανάκη, απ’όπου επέστρεψα σπίτι στις 9 το πρωί!

Ο ζωολογικός κήπος της Αθήνας ουδεμία σχέση έχει μ’αυτόν της Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν είναι προβληματικός επειδή είναι μικ΄ρος – υπάρχουν κι άλλοι μικροί ζωολογικοί κήποι μικροί με κατάλληλα όμως ζώα μέσα σε κατάλληλους χώρους, αλλά επειδή οι χώροι του είναι σε γενικές γραμμές μικροί και πλημμελώς σχεδιασμένοι. Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι στο επίπεδο των μεγάλων ζωολογικών κήπων του εξωτερικού, κι όσοι δεν το έχετε επισκεφθεί, απ’όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν είστε, επιβάλλετε να το επισκεφθείτε. Οι χώροι είναι τεράστιοι, οι πληροφορίες χρήσιμες και κατατοπιστικές, και τα ζώα δείχνουν να ευημερούν εκεί μέσα. Σε σχέση με τους άλλους δύο ζωολογικούς κήπους που έχω επισκεφθεί, αυτόν της Βαρκελόνης κι αυτόν της Βουδαπέστης, ο αθηναϊκός είχε λιγότερα ζώα, κυρίως από τις ομάδες των μεγάλων και τον πολύ μικρών θηλαστικών, αλλά κανένας άλος ζωολογικος κήπος δεν έχει την ποικιλία πουλιών που έχει αυτός. Επίσης οι χώροι όπου διαβιούν τα ζώα είναι πολύ μεγάλοι, ίσως μεγαλύτεροι απ’αυτούς τον παραπάνω ζωολογικών κήπων, και όμορφα σχεδιασμένοι, ενώ οι εμπειρίες που προσφέρει με τις διάφορες δραστηριότητες, όπως με την επίδειξη των δελφινιών ή το τάισμα διαφόρων ζώων, είναι μοναδικές.
Περιμένω τις νέες προσθήκες στο Πάρκο.

Ψάχνοντας πληροφορίες για νεοκαληδόνια γκέκο για το προηγούμενο άρθρο μου αυτές τις μέρες, έπεσα πάνω σε μια σελίδα την οποία αξίζει ν’αναφέρω. Είναι η σελίδα ενός Αμερικανού εκτροφέα κυρίως γκέκο, με το όνομα “Australedonian Geckos (Αυστραληδόνια Γκέκο)». Ο εκτροφέας ονομάζεται Joe Hupt, ζει στο Σέιντ Λούςι του Μιζούρι, κι έχει εικοσαετή εμπειρία με ερπετά διαφόρων ειδών, κι επίσης έχει εργαστεί στον τομέα της προστασίας της φύσης. Πλέον εκτρέφει και πουλά δεκάδες είδη γκέκο από Νέα Καληδονία, Αυστραλία, Αφρική, Μαδαγασκάρη, Ασία και Αμερική, καθώς και λίγες ακόμα σαύρες όπως σπάνιους αγαμίδες, τριβολόνωτους σκίγκους, ανολίδες κλπ. Στο παρελθόν εξέτρεφε και δενδροβατίδες βατράχους, αν και τώρα, με τα πολλά project με γκέκο που έχει αναλάβει, τους έχει παραχωρήσει σ’ένα φίλο του που δουλεύει σ’ενυδρείο, αν και τους διαφημίζει από τη σελίδα του. Ταξιδεύει σε διάφορες εκθέσεις ερπετών – εδώ για την Ελλάδα κάτι άγνωστο, αλλα σε χώρες με μεγάλο πληθυσμό ερπετοχομπιστών γίνονται εμπορικές συγκεντρώσεις εκτροφέων σε εκθέσεις όπου μπορείς να δεις τα πάντα -, όπου διαθέτει τα ζώα του. Όλα τα ζώα του προέρχονται από εκτροφές στην αιχμαλωσία.
Επειδή βρίσκεται κάπως μακριά και τα κόστη της μεταφοράς, συν των χαρτιών και των λοιπών μπελάδων που μας φορτώσανε οι αεροπορικές εταιρείες, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες κι όλοι οι άλλοι γραφειοκρατικοί φορείς ως μέρος του ελέγχου των πάντων, θα είναι βουνό, είναι σχεδόν αδύνατον για τους περισσότερούς μας να παραγγείλουμε κάτι από εκεί. Παρόλα αυτά και στην Ευρώπη υπάρχουν εκτροφείς σπάνιων ειδών, απ’όπου μπορείτε να τα παραγγείλετε ευκολότερα, όμως πάλι μπορεί να υπάρξουν προβλήματα με τη μεταφορά. Ευτυχώς γνωρίζω ένα μέλος στο Reptiles Greece το οποίο βρίσκει εύκολα αυστραλιανά και λοιπά σπάνια γκέκο από ευρωπαϊκές χώρες, οπότε αν ενδιαφερθώ για κάποιο σπανιότερο είδος μπορώ να ζητήσω τη βοήθεία του. Στη σελίδα του ωστόσο μπορούμε να δούμε πάμπολλες καταπληκτικές φωτογραφίες, γι’αυτό και την δημοσίευσα στο ιστολόγιο. Φωτογραφίες από κοινά αλλά και σπανιότατα είδη, που οι περισσότεροί μας δε θα τα δούμε από κοντά ποτέ. Γκέκο με διάφορα σχήματα, χρώματα, κηλίδες, ρήγες, γραμμές, διάφορα σχήματα κεφαλιών, ποδιών, ουρών, άλλα λεπτά κι άλλα στρουμπουλά, κλπ. Ιδιαίτερα είναι τα αυστραλιανά γένη Nephrurus, Oedura, Phyllurus, και τα περισσότερα νεοκαληδονιακά είδη, τα μικρότερα με΄λη του μαδαγασκαριανού γένους Phelsuma, τα Pachydactylus rangei της ερήμου Ναμίμπ, αππό τα λίγα γκέκο που σκάβουν περίπλοκα λαγούμια, διάφορα μέλη του δυστυχώς υποτιμημένου γένους Hemidactylus, και πολλά άλλα. Όλα τα γκέκο δηλαδή και τα υπόλοιπα ερπετά κι αμφίβια του σάιτ είναι πολύ όμορφα, απλώς εγώ ξεχώρισα μερικά εξέχοντα. Δείτε τα εδώ.

Πριν μερικές μέρες, ψάχνοντας στο Γκουγκλ για ιθαγενή φρούτα της νέας Καληδονίας που θα μπορούσε να τρώει το λοφιοφόρο γκέκο στη φύση, μήπως και θα μπορούσα να βρω αντίστοιχά τους που ίσως ωφελήσουν το δικό μου στην αιχμαλωσία, βρήκα στο πρώτο αποτέλεσμα ένα σχετικό άρθρο. Δεν ήταν ωστόσο αυτό που έψαχνα, αλλά ένα άρθρο σε ιστολόγιο, που εξηγούσε την κατάσταση με τα φρούτα στη Νέα Καληδονία. Έλεγε πως επειδή η αγροτική παραγωγή της Νέας Καληδονίας καλύπτει μόνο το 40% των αναγκών του πληθυσμού, είναι απαραίτητη η εισαγωγή προϊόντων από το εξωτερικό. Αν και κάποια τροπικά φρούτα που παράγονται τοπικά όπως καρύδες και μπανάνες είναι φθηνά, τα περισσότερα άλα φρούτα και λαχανικά είναι αρκετά ακριβά, δυσεύρετα, και συχνά φθάνουν ταλαιπωρημένα και χτυπημένα. Γι’αυτό και πολλοί Νεοκαληδόνιοι της πρωτεύουσας κυρίως κλείνουν συμβόλαια με εταιρείες που τους φέρνουν έτοιμα γεύματα σε χαμηλότερο κόστος. Έψαξα περισσότερο στα άρθρα, και ανακάλυψα πως πρόκειται για ιστολόγιο που έχει να κάνει με τη ζωή στη Νέα Καληδονία, ίσως από τις ελάχιστες πηγές στα αγγλικά, αφού, ως γνωστόν, οι Γάλλοι συνηθίζουν να μη γράφουν ή να μιλάνε αγγλικά και η Νέα Καληδονία είναι γαλλική κτήση.
Συγγραφέας του ιστολογίου είναι η Αμερικανογαλλίδα Τζούλι Χάρις (Julie Harris), ένας ζωντανός, ενεργητικός, πολυπράγμων άνθρωπος με αγάπη για τη μάθηση και την εργασία. Όπως περιγράφει τον εαυτό της η ίδια, είναι τρελή για τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και τη μάθηση για τη ζωή. Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σακραμέντο μεταξύ 1984-1988, και για πολλά χρόνια εργάζεται ως ανεξάρτητη σύμβουλος επικοινωνιών. Έχει εμπειρία στο σχεδιασμό ιστοσελίδων, ιστολογίων και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην επιμέλεια κειμένων διαφόρων τύπων, και στην εκπαίδευση κατόχων ιστοσελίδων ή άλλων διαδικτυακών μέσων, επιχειρηματιών κλπ για την προώθηση και καλύτερη επικοινωνία τους στο Διαδίκτυο. Για πολλά χρόνια δουλεύει στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), όπου διαχειρίζεται τον τομέα της κοινωνικής δικτύωσης, εκπαιδεύει μέλη σε στρατηγικές επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης, και επιμελείται κείμενα. Έχει ταξιδέψει στη Νέα Καληδονία με την οικογένειά της δύο φορές, η πρώτη μεταξύ 2005 και 2007 και η τρέχουσα μεταξύ 2012 και 2015.
Στο ιστολόγιό της αναρτώνται άρθρα, πληροφορίες, φωτογραφίες, ειδήσεις, γνώμες, σχόλια, αφηγήσεις κλπ για τη Νέα Καληδονία και τη ζωή στον τόπο αυτόν. Αν και η συγγραφέας ζει στην πρωτεύουσα Νουμέα, έχει επισκεφθεί σχεδόν κάθε τόπο του νησιωτικού συμπλέγματος, κι επειδή της αρέσει το ταξίδι κι επιθυμεί περισσότεροι να επισκέπτονται τον τόπο αυτόν, φροντίζει να δίνει και χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές για επίδοξους τουρίστες ή για όσους έχουν ήδη φτάσει εκεί, καθώς και βοήθεια για όσους ενδιαφέρονται να μείνουν εκεί.
Ο πληθυσμός της Νέας Καληδονίας σύμφωνα με εκτίμηση του 2014 είναι 267.840 κάτοικοι. Σύμφωνα με ανάλυση του 2009, το 40,3% του πληθυσμού είναι ιθαγενείς Κανάκ, το 29,2% Ευρωπαίοι, το 8,7% από τα Νησιά Ουάλις και Φουτούνα, το 2% Ταϊτιανοί, το 1,6 Ινδονήσιοι, το 1% Βιετναμέζοι, το 0,9% Νιβανουάτου, και το υπόλοιπο 16,2% άλλοι. Οι δύο κύριες ομάδες οπότε είναι οι Ευρωπαίοι και οι ιθαγενείς Μελανήσιοι, των οποίων συχνά τα συμφέροντα αντικρούονται. Απ’ό,τι συμπέρανα από το ιστολόγιο, η ζωή για τους Ευρωπαίους δεν διαφέρει σημαντικά απ’αυτήν σε μια δυτική χώρα. Οι περισσότεροι είναι γαλλικής καταγωγής, ζουν συνήθως στις πόλεις ή σε πιο ανεπτυγμένες αγροτικές περιοχές, με μεγαλύτερη συγκέντρωση στα νότια του Νησιού και ασχολούνται με πιο ακριβοπληρωμένα επαγγέλματα. Μπορεί να έχουν κάποια προβλήματα όσον αφορά τις μικρότερες επιλογές εμπορικών προΪόντων, τη δυσκολία μετακίνησης σε άλλα μέρη του κόσμου ή την ανάγκη φοίτησης σε γαλλικά πανεπιστήμια, αφού αυτό της Νέας Καληδονίας δεν έχει πολλές σχολές και μαθήματα, αλλά γενικώς το βιωτικό τους επίπεδο είναι υψηλό και οι περισσότεροι δεν επιθυμούν να εγκαταλείψουν το νησί. Πολλοί Ασιάτες επίσης ακολουθούν παρόμοιο τρόπο ζωής. Η συγγραφέας για παράδειγμα έχει αγαπήσει τη Νεά Καληδονία, θεωρεί πως είναι κατάλληλο μέρος για να μεγαλώνουν τα παιδιά, αφού ζουν και παίζουν όλη τη μέρα έξω, και πιστεύει ότι είναι από τα ομορφότερα μέρη στον κόσμο. Η κατάσταση με τους ιθαγενείς είναι εντελώς διαφορετική ωστόσο. Αρκετοί ζουν στις πόλεις ακολουθώντας μοντέρνο ττρόπο ζωής με ή χωρίς κάποια παραδοσιακά στοιχεία, ενώ πολλοί άλλοι ζουν σε πιο παραδοσιακούς οικισμούς, ακολουθώντας κάποια από τα πατροπαράδοτα έθιμα. Βρίσκονται γενικώς σε χαμηλ΄΄οτερη κοινωνικοοικονομική θέση από τους Ευρωπαίους, με πολλούς απ’αυτούς ν’ασχολούνται με υποδεέστερα επαγγέλματα όπως εργάτες στα χωράφια ή στα ορυχεία, και μεγάλο ποσοστό τους είναι πάμφτωχο. Πολλοί φτωχοί νέοι, ιδίως στις πόλεις, στρέφονται στον αλκοολισμό και στο έγκλημα. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός τους βρίσκεται στη Βόρεια Επαρχία και στα Νησιά της Πίστης στα ανατολικά, οι οποίες είναι σχετικα λιγότερο ανεπτυγμένες από τη Νότια Επαρχία. Η αποικιοκρατία τους έχει προκαλέσει κρίση ταυτότητας, αφού ενώ πριν ήταν χωρισμένοι σε φυλές, με αρκετές διαφορές μεταξύ τους, και ακολουθούσαν αρκετά διαφορετικό τρόπο ζωής και σύστημα αξιών με μεγάλη έμφαση στη συλλογικότητα, ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με το δυτικό πολιτισμό με την έμφασή του στον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό και το βιομηχανικό σύστημα παραγωγής, οπότε υπήρξε η ανάγκη ένωσής τους σε μια νέα ταυτότητα για μία κοινή και νέα πορεία. Υπάρχουν ρεύματα υπέρ και κατά της ανεξαρτητοποίησης από τη Γαλλία, ενώ πολλοι ιθαγενείς θα επιθυμούσαν ανεξαρτησία, αλλά είναι αβέβαιοι για το μέλλον της χώρας. Δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια από τις τελευταίες εχθροπραξίες μεταξύ Ευρωπαίων και Ιθαγενών, και μολονότι σπάνια σήμερα η διαμάχη καταλήγει σε βία, οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών ομάδων δεν είναι πάντοτε φιλικές και συνεργατικές. Γενικά ωστόσο οι δύο κοινότητες ζουν ξεχωριστά, αγνοώντας ο ένας τον πολιτισμό του άλλου, εκ΄τος κι αν κάποιος γνωρίζει άτομα ή έχει περάσει χρόνο στην άλλη ομάδα, κατάσταση παρόμοια με παρόμοιες τέτοιες χώρες ανά τον πλανήτη, όπως το Ισραήλ και η Νότια Αφρική μετά το Απαρτχάιντ. Η σκοτεινή αυτή πλευρά της Νέας Καληδονίας, την οποία δε γνώριζα καν πριν πιστεύοντας πως οι διαφωνίες είχαν λυθεί εδώ και δεκαετίες, δεν αποσιωπάται στο ιστολόγιο.
Η Νέα Καληδονία βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή της ιστορίας της τα τελευταία χρόνια, η οποία θα κρίνει το μακροπρόθεσμο μέλλον της. Σύντομα θα τεθεί το δημοψήφισμα περί ανεξαρτησίας. Το σύμπλεγμα αυτό πέρασε τα ίδια ταραχώδη γεγονότα με πολλές αποικιοκρατούμενες περιοχές του κόσμου. Το Νησί ιδώθηκε για πρώτη φορά από τον Βρετανό εξερευνητή Τζέιμς Κουκ στις 4 Σεπτεμβρίου του 1774, κατά το δεύτερο ταξίδι του. Το ονόμασε «Νέα Καληδονία», γιατί το βορειοανατολικό τμήμα του του θύμιζε τη Σκοτία, που οι Ρωμαίοι την αποκαλούσαν «Καληδονία (Caledonia)”. Η δυτική ακτή του νησιού προσεγγίστηκε από το Γάλλο εξερευνητή Ζαν-Φρανσουά ντε Γκαλόπ το 1788, σύντομα πριν την εξαφάνισή του. Ο Γάλλος εξερευνητής Μπρουνί Ντεντρεκαστό χαρτογράφησε μεγάλο μέρος του Συμπλέγματος το 1992, και τα Νησία της Πίστης ανακαλύφθηκαν το 1796. Ο Γάλλος εξερευνητής Ντιρμόν Ντιρβίλ χαρτογράφησε περαιτέρω την περιοχή το 1827, αλλά κατά τ’άλλα οι επαφές των Ευρωπαίων με το Αρχιπέλαγος ήταν ελάχιστες μέχρι το 1840. Εντωμεταξύ οι ιθαγενείς είχαν αποικίσει τα νησιά εδώ και 2.800 χρόνια. Τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα είναι πήλινα αγγεία που ανήκουν στον πολιτισμό των Λαπίτα, οι οποίοι ήταν πιθανότατα οι πρόγονοι των Πολυνησίων κι όχι των Μελανησίων, που είχαν αποικήσει πολλά νησιά του Ειρηνικού εκείνο το διάστημα. Ήταν πολύ καλοί στη ναυσιπλοΐα και γνώριζαν την κατεργασία του πηλού, τέχνη η οποία ξεχάστηκε αργότερα στα περισσότερα μικρά νησιά του Ειρηνικού, γιατί το κατάλληλο χώμα είτε ήταν σπάνιο είτε δεν υπήρχε. Δε γνωρίζουμε ακόμα εάν στη Νέα Καληδονία οι Μελανήσιοι συγχωνεύτηκαν με τους Πολυνήσιους, οι πρώτοι έδιωξαν τους δεύτερους, ή οι πρώτοι κάτοικοι ήταν πράγματι Μελανήσιοι. Σύντομα μετά την άφιξη των ανθρώπων, παρατηρείται απότομη εξαφάνιση όλων των μεγάλων ζώων του Συμπλέγματος – η τελευταία μειολανιοειδής χελώνα, μέλος μιας πανάρχαιας ομάδας χελωνών του Μεσοζωικού, ένας μικρός χερσαίος οπληφόρος κροκόδειλος, απομεινάρι κι αυτός της πανίδας του Νοτίου Ημισφαιρίου του Μεσοζωικού, ένας βαρανός των παράκτιων περιοχών, ένα μεγάλο μεγάποδο πουλί που έμοιαζε με δεινόσαυρο, καθώς και μικρότερα ζώα όπως μεγάλες νυχτερίδες κι αρπακτικά πτηνά -, τα οποία πιθανότατα δεν είχαν αντίληψη του κινδύνου όπως πολλά νησιωτικά ζώα, και οι άνθρωποι τα έφαγαν όλα εξαιτίας έλλειψης κρέατος.
Την εποχή πουκατέφθασαν οι Ευρωπαίοι, οι Μελανήσιοι είχαν πληθυσμό γύρω στους 60.000. Ήταν χωρισμένοι σε πολλές φυλές, η κάθε μία αποτελούμενη από έναν αρχηγό και μερικές εκτεταμένες οικογένειες, με έναν αρχηγό η κάθε μία. Τα μέλη των φυλών εργάζονταν για το κοινό καλό, και δε θεωρούταν σωστό να μείνουν άνθρωποι φτωχοί ή αδικημένοι. Ο σεβασμός στους ηλικιωμένους, καθώς και στα ανώτερα μέλη της ιεραρχίας θεωρούταν υψίστης σημασίας, και οι ρόλοι των φύλων ήταν ξεχωριστοί, με τους άντρες υπεύθυνους για τις περισσότερες εξωτερικές εργασίες, το κηνύγι και το ψάρεμα, την ηγεσία και τον πόλεμο, και τις γυναίκες συνήθως για τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών. Σε μερικές φυλές μάλιστα οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά έμεναν χωριστά απ’τους άντρες, όπως και σε πολλές φυλές της Νέας Γουινέας. Υπήρχαν στεριανές και θαλασσινές φυλές, ανάλογα με τον τόπο που ζούσαν και τα επαγγέλματα που ακολουθούσαν κατά παράδοση τα περισσότερα μέλη τους. Διάφορες φυλές κάθε φορά μπορεί να ήταν είτε σε συμμαχία, είτε σε πόλεμο, και συχνά γινόταν κανιβαλισμός των εχθρών. Σύμφωνα με μια θεωρία, η έλλειψη κρέατος στη διατροφή των ανθρώπων των μικρών νησιών του Ειρηνικού οδήγησε στην εθιμοποίηση του κανιβαλισμού. Ασχολούνταν είτε με τη γεωργία, κυρίως με την καλλιέργεια τάρο και γιαμ, το κυνήγι ή και το ψάρεμα, και ζούσαν σε μικρά χωριά από καλύβες, οι οπίες ήταν πλεκτές από καλάμια και κλαδιά, μ’ένα κεντρικό ξύλο στήριξης, και στις στέγες, ιδίως στα σπίτια των αρχηγών, τοποθετούνταν ξύλινοι οβελίσκοι ως κατοικία των πνευμάτων των προγόνων και για την απώθηση των κακών πνευμάτων. Η θρησκεία τους ήταν κυρίως ανιμιστική και προγονολατρική, με κάθε φυλή νά’χει τα δικά της τοτέμ, που συνήθως ήταν ζώα, στοιχεία του περιβάλλοντος κλπ. Δεν υπήρχε ιερέας, αλλά η κάθε οικογένεια εκτελούσε από μόνη της τα θρησκευτικα της καθήκοντα σε ιερές τοποθεσίες, σε νεκροταφεία κλπ, ενώ κάθε φυλή είχε το μάγο της, τον οποίον συμβουλεύονταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι Νεοκαληδόνιοι Μελανήσιοι ανέπτυξαν πλούσια μυθολογία, η περισσότερη εκ της οποίας έχει καταγραφεί, είτε σε κάποια δική τους γλώσσα είτε στα γαλλικά, αλλά δυστυχώς είναι δύσκολα προσβάσιμη. Οι νεοκαληδονιες γλώσσες είναι περίπου 28-35, με ορισμένες υπό αμφισβήτηση αν είναι διάλεκτοι ή πλήρεις γλώσσες, κι ανήκουν στον κλάδο των αυστρονησιακών γλωσσών, όπως τα μαλαισιανά και οι πολυνησιακές γλώσσες.
Όλα άλλαξαν από τη δεκαετία του 1840, οπότε οι Ευρωπαίοι άρχισαν να επισκέπτονται το νησί για εμπόριο σανδαλόξυλου. Σύντομα το εμπόριο ξύλου μετατράπηκε σε εμπόριο ιθαγενών, και όπως συνέβη και με τους πληθυσμούς της Νέας Γουινέας, των Νησιών του Σολομώντα και γειτονικών συμπλεγμάτων του νότιου Ειρηνικού, πολλές χιλιάδες ιθαγενών εκτοπίστηκαν από τη Νέα Καληδονία και τα Νησιά της Πίστης για να δουλέψουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας και στα Νησιά Φίτζι. Οι πληθυσμοί αυτοί αποκαλούνταν «Κανάκ» από τους Ευρωπαίους, από το χαβανέζικο «κα νάκα», που σημαίνε ο άνθρωπος, κι από εκεί προήλθε το σημερινό όνομα των ιθαγενών της Νέας Καληδονίας «Kanak”, το οποίο δηλαδή είναι ένα ρατσιστικό ευρωπαϊκό εξώνυμο που απλώς χρησιμοποιείται επειδή δεν υπήρχε άλλη ενοποιητική ονομασία πριν. Γι’αυτόν το λόγο, αρκετοί προτιμούν να χρησιμοποιούν τον όρο Μελανήσιος, αν και το Κανάκ έχει πλέον εδραιωθεί. Οι Ευρωπαίοι της Νέας Καληδονίας αποκαλούνται συνήθως Καληδόνιοι ή Νεοκαληδόνιοι, ενώ οι Γάλλοι απόγονοι των πρώτων αποίκων λέγονται και «Καλντός (Caldoches)”. Το εμπόριο αυτό λοιπόν δεν έπαυσε μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.
Οι δύο μεγάλες θαλασσοκράτειρες δυνάμεις της εποχής, η Αγγλία και η Γαλλία, έκαναν λοιπόν αγώνα δρόμου για την κατάκτηση του Συμπλέγματος. Όπως είχε γίνει και μ’άλλες παρόμοιες περιοχές με ιθαγενείς, φρόντιζαν να τους προπαγανδίζουν τις βλέψεις τους πρώτα με ιεραποστόλους, πριν προχωρήσουν στα όπλα. Έτσι οι Βρετανοί έστειλαν προτεστάντες ιεραποστόλους της Ιεραποστολικής Εταιρείας του Λονδίνου το 1840, και οι Γάλλοι έκαναν το ίδιο με τους Αδελφούς Μαριστές το 1843. Αν και οι περισσότεροι ιθαγενείς έγιναν επίσημα χριστιανοί (σήμερα το 60% όλων των κατοίκων είναι καθολικοί, το 30% προτεστάντες ευαγγελιστές κλπ κυρίως ιθαγενείς και το υπόλοιπο 10% άλλοι όπως μουσουλμάνι από ασιατικές χώρες, βουδιστές κλπ), εξακολουθούν να τηρούν περισσότερο ή λιγότερο την πατροπαράδοτη θρησκεία. Οι ιθαγενείς ήταν αρχικά εχθρικοί προς τους κατακτητές, με σημαντικότερο γεγονός τη σύλληψη και τον κανιβαλισμό του πληρώματος του αμερικανικού πλοίου Κάτερ από τη φυλή Πούμα το 1849. Τελικά η Γαλλία πρόλαβε τον αγώνα, και στις 24 Σεπτεμβρίου του 1853, ο ναύαρχος Φεβριέ Ντεπουάν υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα γ, ανακήρυξε τη Νέα Καληδονία γαλλικό έδαφος, και η πρωτεύουσα Νουμέα, τότε με το όνομα «Πορτ ντε Φρανς» ιδρύθηκε στις 25 Ιουνίου του 1854. Αρχικά λίγοι αποίκησαν το νησί, αλλά σύντομα, από τη δεκαετία του 1860, η Νέα Καληδονία έγινε αποικία καταδίκων, και μέχρι την παύση της λειτουργίας της το 1897, είχαν σταλεί συνολικά 22.000 κατάδικοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν μέλη της Παρισινής Κομούνας και άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι, οι περισσότεροι των οποίων επέστρεψαν στη Γαλλία μετά από αμνηστεία το 1879-1880. Λίγοι Ευρωπαίοι μετανάστευαν στο νησί. Το 1864 ανακαλύφθηκε νικέλιο στις όχθες του ποταμού Ντιαότ, και με την ίδρυση της Εταιρείας Νικελίου, οι εξώρυξη άρχισε το 1876. Οι Γάλλοι έφερναν εργάτες από γειτονικά νησιά, την Ιαπωνία και την Ινδοκίνα για να δουλέψουν στα ορυχεία, ενώ οι ιθαγενείς αποκλείστηκαν εντελώς απ’την οικονομία, και περιορίστηκαν σε καθορισμένα εδάφη, όπου ζούσαν μέσα στην εξαθλίωση και πέθαιναν από ασθένειες που μετέφεραν οι Ευρωπαίοι, κατάσταση που οδήγησε τους Μελανήσιους σε επανάσταση το 1878, όταν ο αρχηγός Άτα κατόρθωσε να ενώσει πολλές φυλές με σκοπό να διώξουν τους Γάλλους απ’το νησί. Οι Γάλλοι δυσκολεύονταν ν’αντιμετωπίσουν την εξέγερση, ώστε κάλεσαν ενισχύσεις από την Ινδοκίνα, αλλά στο μεταξύ κατορθωσαν να προσεταιριστούν αντίπαλες φυλές και σκότωσαν τον αρχηγό, με αποτέλεσμα το κίνημα να διαλυθεί. Ο ανταρτοπόλεμος στοίχησε τις ζωές 200 Γάλλων και 1.000 Μελανησίων. Το κρανίο του Άτα μεταφέρθηκε στο Παρίσι ως ανθρωπολογικό δείγμα, κι επεστράφη πίσω στους Μελανήσιους μόλις το 2014!
Τον Ιούνιο του 1940, σύντομα μετά την κατάκτηση της Γαλλίας από τους Ναζί, το Γενικό Συμβούλιο της Νέας Καληδονίας ψήφισε υπέρ της Ελεύθερης Γαλλικής κυβέρνησης, αναγκάζοντας το δοσίλογο κυβερνήτη σε φυγή στην Ινδοκίνα το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Το Μάρτιο του 1942, με τη βοήθεια της Αυστραλίας, η Νέα Καληδονία έγινε ναυτική βάση των Συμμαχικών Δυνάμεων, με την έδρα του Αμερικανικού Ναυτικού και Στρατού στη Νουμέα. Ο στόλος που ανάγκασε σε υποχώρηση το Ιαπωνικό Ναυτικό στη Μάχη της Θάλαςςας τον Κοραλίων το Μάιο του 1942 εξόρμησε από τη Νουμέα. Οι Αμερικανοί αριθμούσαν 50.000 άνδρες, όσο δηλαδή και ο πληθυσμός της Νέας Καληδονίας εκείνη την εποχή. Το σύμπλεγμα δεν υπέστη καμία καταστροφή απ’τον πόλεμο, και οι Αμερικανοί ίδρυσαν σχολεία, νοσοκομεία και γενικώς ανέτπυξαν τον τόπο.
Το 1946, η Νέα Καληδονία μετονομάστηκε από γαλλικό εξαρτημένο έδαφος σε γαλλική υπερπόντια κτήση, και όλοι οι κάτοικοι του συμπλέγματος είχαν λάβει τη γαλλική υπηκοότητα έως το 1953. Έκτοτε οι πληθυσμοί των Ευρωπαίων και των Πολυνησίων αυξήθηκαν, εις βάρος των ιθαγενών. Από το 1976 έως το 1988, η Νέα Καληδονία άλλαξε τη νομοθεσία της 5 φορές, προς δυσαρέσκεια των ιθαγενών. Το γεγονός ωστόσο που θα πυροδοτούσε σοβαρές πλέον συζητήσεις περί ανεξαρτησίας ήταν η ομηρία 27 γάλλων χωροφυλάκων και στη συνέχεια ενός εισαγγελέα και 7 παραστρατιωτικών στη Νήσο Ουβέα από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Κανάκ, απαιτώντας συζήτηση με τη γαλλική κυβέρνηση για ανεξαρτησία. Η ομηρία διήρκησε από τις 22 Απριλίου ως τις 5 Μαΐου, οπότε η γαλλική κυβέρνηση έστειλε ειδικές δυνάμεις για την διάσωση των ομήρων, αντιμετωπίζοντας το γεγονός ως τρομοκρατική ενέργεια. Η ομάδα, αν και δε συντονίστηκε καλά, κατόρθωσε να σπύρει τον πανικό στους Κανάκ, οι οποίοι παράτησαν τις θέσεις τους επιτρέποντας στους ομήρους να διαφύγουν. Στην αψιμαχία, σκοτώθηκαν 2 Γάλλοι χωροφύλακες και 19 Κανάκ, με υποψίες ότι οι Γάλλοι τους εκτέλεσαν επίτηδες. Με΄τα το γεγονός αυτό υπεγράφη η συμφωνία του Ματινιόν, ένας συμβιβασμός μεταξύ της πλευράς υπέρ της πίστης στη Γαλλία και αυτής της ανεξαρτησίας, η οποία επικυρώθηκε με δημοψήφισμα και πρόέβλεπε δεκαετή ειρηνική ανάπτυξη, συμφωνία για μη συζήτηση του θέματος της ανεξαρτησίας για το διάστημα εκείνο, υποστήριξη των Κανάκ, αμνηστεία στους συμμετέχοντες στην ομηρεία, παύση των διερευνήσεων για τους θανάτους των ταραχών, και δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης το 1998. Το 1998 υπεγράφη το σύμφωνο της Νουμέας, που προβλέπει σταδιακή μεταφορά εξουσιών από τη Γαλλία στη Νέα Καληδονία για τα επόμενα 20 έτη, με στόχο η επικράτεια να γίνει πλήρως ανεξάρτητη εκτός αππό τους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, του δικαστικού συστήματος και των οικονομικών, οι οποίοι θα εξαρτώνται από τη Γαλλία, και μετά το πέρας του διαστήματος αυτού να μπορεί να γίνει δημοψήφισμα υπέρ της ανεξαρτησίας. Το σχέδιο αυτό απ’ό,τι φαίνεται στην πράξη δεν προχωρά όπως προβλεπόταν, με αρκετή εξάρτηση ακόμα από τη Γαλία. Οι χρονολογίες που δίνονται για το δημοψήφισμα επίσης δεν είναι σταθερές, με γενικόλογες προτάσεις από το 2014 έως το 2018, ενώ το έτος του δημοψηφίσματος μπορεί να παραταθεί ως και το 2020. Απ’ό,τι φαίνεται, οι Γάλλοι δε θέλουν να χάσουν το μικρό αυτό αλλά πλούσιο κομματάκι γης. Υποτίθεται αυτοδιάθεση των εθνών και λοιπές αερολογίες, που ισχύουν μόνο εφόσον συμφωνούν με τα συμφέροντα των ισχυρών, κι αλλιώς θεωρούνται τρομοκρατικά κινήματα, βλ. το γεγονός της ομηρίας παραπάνω, την κατάσταση με την Παλαιστίνη ή το Κουρδιστάν. Νομίζετε πως το ελληνικό κράτος θα υπήρχε αν δε συνέφερε στις Μεγάλες Δυνάμεις η διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Παρόλα αυτά ίσως με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα να είναι δύσκολη η μακροπρόθεσμη διατήρηση της Νέας Καληδονίας και τελικά ν’ανεξαρτητοποιηθεί. Δε θεωρώ ωστόσο διόλου απίθανο κάποιοι διεφθαρμένοι ιθαγενείς να πουλήσουν τα κοιτάσματα της χώρας σε εταιρείες γαλλικών ή άλλων ξένων συμφερόντων για λίγο μπαγιόκο για τις τσέπες τους. Πιστεύω πως μετά την ανεξαρτησία, η Νέα Καληδονία θα γίνει κάτι σαν άλλες παρόμοιες αποικιοκρατούμενες χώρες, δηλαδή θα βυθιστεί στην υπανάπτυξη, συν του ότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θα εγκαταλείψουν το Νησί. Εάν τώρα έχουν εισέλθει με κάποιον τρόπο σε πορεία ανάπτυξης πριν την πλήρη ανεξαρτησία, ίσως τα πράγματα να είναι καλύτερα.
Πολιτικά στην παρουσά φάση η Νέα Καληδονία είναι σχεδόν ανεξάρτητη, με δική της κυβέρνηση και ένα νομοθετικό σώμα 54 ατόμων από τις τρεις επαρχίες του Συμπλέγματος – τη Βόρεια Επαρχία με πρωτεύουσα την Κονέ, τη Νότια Επαρχεία με πρωτεύουσα τη Νουμέα και τα Νησιά της Πίστης με πρωτεύουσα τη Λιφού. Η Γαλλία εκπροσωπείται από έναν ύπατο αρμοστή, ενώ στο γαλλικό κοινοβούλιο η Νέα Καληδονία εκπροσωπείται από 2 διορισθέντες βουλευτές και 2 γερουσιαστές. Υπάρχουν διάφορα κόμματα, με τα κυρίαρχα ν’αντιτίθενται στην ανεξαρτησία, αν και μεγάλη επιρρογή ασκούν και τα υπέρ, που συνασπίζονται υπό το όνομα κανακικό σοσιαλιστικό εθνικοαπελευθεροτικό μέτωπο. Με το νέο σχήμα, αναγνωρίζεται και η εθιμική εξουσία. Όλη η επικράτεια είναι χωρισμένη στις 8 παραδοσιακές εθιμικές περιοχές, οι οποίες χωρίζονται σε 57 φυλαρχίες με τους αρχηγούς τους, οι οποίες με τη σειρά τους χωρίζονται σε 314 φυλές με τους αρχηγούς τους, οι οποίες περιλαμβάνουν 4.000-5.000 οικογένειες με τους αρχηγούς τους. Έχει συσταθεί δεκαεξαμελής εθιμική γερουσία με δύο μέλη από κάθε περιοχή, της οποίας η προεδρία αλλάζει ετησίως ανά περιοχή και έχει εξουσία σε νομοθετικά θέματα που αφορούν την ταυτότητα των Κανάκ, ενώ οι Κανάκ διατηρούν αυτονομία σε θέματα γάμου, υιοθεσίας, κληροδότησης και γεωκτησίας εν μέρει, αλλά σε ποινικά θέματα το εθιμικό δίκαιο επίσημα περιορίζεται, επειδή κάποιες ποινές, όπως η σωματική τιμωρία ή η θανατική ποινή, δεν είναι αποδεκτές από τους Γάλλους. Παρόλα αυτά ανεπίσημα εξακολουθούν να γίνονται, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των ιθαγενών με την αστυνομία. Οι πέντε ευρύτερα ομιλούμενες μελανησιακές γλώσσες έχουν επίσης αναγνωριστεί, αν και δεν έχουν επίσημη θέση, την οποία έχει μόνο η γαλλική.
Όπως προανέφερα, η Νέα Καληδονία είναι πολύ πλούσια γεωλογικά. Ως ξηρά στο μεταίχμιο της Αυστραλιανής Πλάκας με αυτήν του Ειρηνικού, βρίσκεται σε σημείο αλληλεπίδρασης των πλακών, με μεγάλο μέρος των εδαφών της ν’αποτελείται από ανυψωμένο θαλάσσιο βυθό και υπερβασικά πετρώματα του μανδύα – στη Νέα Καληδονία βρίσκεται η μεγαλύτερη εκτεθημένη έκταση τέτοιων πετρωμάτων στον κόσμο -, πλούσια σε μετάλλα όπως νικέλιο, χρώμιο, σίδηρο, κοβάλτιο, μαγκάνιο, άργυρο, χρυσό, μόλυβδο και χαλκό. Περίπου το 1/3 του Νησιού αποτελείται από τέτοια πετρώματα. Η Νέα Καληδονία διαθέτει το 25% των αποθεμάτων νικελίου του κόσμου, το οποίο είναι και το κύριο εξαγωγικό της προϊόν – το 90% των εξαγωγών, είτε ως μετάλλευμα νικελίου είτε ως σιδηρονικέλιο. Με την πτώση των τιμών του νικελίου κατά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009, η εξώρυξή του μειώθηκε δραματικά, αφού το κόστος παραγωγής ήταν μεγαλύτερο από το κέρδος, με αποτέλεσμα το 2009 οι παγκόσμια προσφορά νικελίου να έχει πέσει κατά 6% σε σχέση με το 2008. Από το δεύτερο μισό του 2009 ωστόσο και μετέπειτα η αγορά ξεκίνησε ν’ανακάμπτει, και πλέον είναι ακμάζουσα και πάλι. Το αεπ της Νέας Καληδονίας είναι το υψηλότερο των Νησιών του Ειρηνικού, ξεπερνώντας κι αυτό της Νέας Ζηλανδίας, αλλά η κατανομή του πλούτου είναι άνιση. Κατά τα’άλλα το νησί είναι φτωχό ή διατηρείται φτωχοποιημένο. Τα αρόσιμα εδάφη είναι λιγοστά, βιομηχανία δεν υπάρχει εκτός από λίγα εργοστάσια μικρής κλίμακας για την κατεργασία τροφίμων, υφασμάτων ή πλαστικών, η οικοδομή είναι μέτρια ανεπτυγμένη, και το 15% του αεπ προέρχεται από οικονομική βοήθεια της Γαλλίας. Τα περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες εισάγονται από τη Γαλλία, άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, την Αυστραλία και ασιατικές χώρες. Το 2011 το εμπορικό ισοζύγιο υπολογίστηκε σε -3,11 δισεκατομμύρια δολάρια! Ενόψει αυτών των δεδομένων, δεν πιστεύω ότι το μέλλον της Νέας Καληδονίας θα είναι καλύτερο μετά την ανεξαρτησία.
Αν δεν είχε το μεγάλο γεωλογικό, βιολογικό, ιστορικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον, η Νέα Καληδονία σίγουρα θά’ταν άγνωστη σχεδόν σ’όλους, επειδή στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρή, με έκταση του όλου συμπλέγματος τα 18,575 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Αποτελείται από το κεντρικό νησί της Νέας Καληδονίας ή της Μεγάλης Γης (Grande Terre), το Αρχιπέλαγος Μπελέπ στα βόρεια, το Νησί των Πεύκων στα νότια, τα Νησιά της Πίστης και αυτά των Μάθιου και Χάντερ στα Ανατολικά και τα Νησιά Τσέστερφιλντ και τους Υφάλους Μπελόνα στα δυτικά. Η Μεγάλη Γη, μαζί με το Νησί των Πεύκων και τα Μπελέπ είναι ηπειρωτικά τμήματα, όντας βόρειες προεκτάσεις της κατά 93% βυθισμένης ηπείρου Ζηλανδίας, του ανατολικότερου θραύσματος της μεσοζωικής νότιας υπερηπείρου Γκοντβάνα, η οποία διαχωρίστηκε μαζί με την Αυστραλία από την Ανταρκτική περίπου πριν 130-85 εκατομμύρια χρόνια, ενώ η ίδια διαχωρίστηκε από την Αυστραλία πριν περίπου 85-60 εκατομμύρια χρόνια. Το ηπειρωτικό αυτό τμήμα είναι πολύ χαμηλό και μακρύ, έκτασης 3.500.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με τη Νέα Ζηλανδία, το Νησί Νόρφολκ που ανήκει πολιτικά στην Αυστραλία και τη Νέα καληδονία ως τα μόνα εκτεθημένα σημεία της, αν και σε παγετώδεις περιόδους, οπότε η στάθμη της θάλασσας έπεφτε, αποκαλυπτόταν μεγαλύτερο μέρος της. Η Νέα Καληδονία έφτασε κοντά στην παρούσα θέση της πριν περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια, με αρκετές γεωλογικές ανακατατάξεις μέχρι περίπου 1,8 εκατομμύρια χρόνια πριν. Τα υπόλοιπα νησιά είναι πιο πρόσφατα – τα Νησιά της Πίστης είναι κοραλιογενή που αναπτύχθηκαν σε κορυφές βυθισμένων ηφαιστείων του τόξου Βανουάτου ή Νέων Εβρίδων, τα Νησιά του Μάθιου και του Χάντερ είναι ηφαιστειογενή στο νοτιότερο άκρο του τοξου αυτού, και τα Νησιά Τσέστερφιλντ είναι ανυψωμένοι ύφαλοι. Μόνο η Μεγάλη Γη είναι ορεινή, με μια οροσειρά που διασχίζει το νησί κατακόρυφα στο μέσο, με 5 κορυφές άνω των 1,500 μέτρων, με ψηλότερο βουνό το Μον Πανί ύψους 1.628 μέτρων, ενώ υπάρχουν και μικρότερα βουνά και κορυφογραμμέςπρος άλλες κατευθύνσεις. Το νησί είναι μακρόστενο με κατεύθυνση από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, έκτασης 16.372 τετραγωνικών χιλιομέτρων, μήκους μόλις 350 χιλιομέτρων και πλάτους 70 χιλιομέτρων στο πλατύτερο σημειο. Έχει λίγα ποτάμια και λίμνες, με μεγαλύτερο τον ποταμό Ντιαότ, μήκους 100 χιλιομέτρων, ο οποίος έχει λεκάνη απορροής 620 τετραγωνικα χιλιόμετρα και εκβάλλει στα βορειοδυτικά, ακολουθώντας τους δυτικούς πρόποδες του Μον Πανί. Όπως και σ’άλλα παρόμοια τροπικά μέρη με ρηχές θάλασσες, μεγάλο μέρος της Μεγάλης Γης, του Νησιού των Πεύκων και γειτονικών νησιών περικλείονται από έναν κοραλιογενή ύφαλο, το φραγματικό ύφαλο της Νέας Καληδονίας, δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες λιμνοθάλασσες στον κόσμο, έκτασης 24.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το σύμπλεγμα είναι αρκετά απομονωμένο, με απόσταση περίπου 1.200 χιλιομέτρων από την Αυστραλία, 1.500 χμ από τη Νέα Ζηλανδία, 1.800 χμ από τη Νέα Γουινεά και 1.300 χμ από τα Φίτζι. Βρίσκεται στο νότιο άκρο της τροπικής ζώνης, με συντεταγμένες 21Ί30΄ νότιο γεωγραφικό πλάτος και 165Ί30΄ ανατολικό γεωγραφικό μήκος, οπότε το κλίμα είναι τροπικό, αν και μετριάζεται από τους αληγείς νοτιοδυτικούς ανέμους του Ειρηνικού. Οι εποχές είναι κατά βάση δύο, η βροχερή ή το καλοκαίρι με θερμοκρασίες γύρω στους 27-30 βαθμούς Κελσίου, και η ξηρή ή ο χειμώνας, με θερμοκρασίες γύρω στους 20-23 βαθμούς, οι οποίες είναι αντίθετες σε σχέση με τις δικές μας, αφού το Σύμπλεγμα βρίσκεται στο Νότιο Ημισφαίριο. Σπάνια η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30 βαθμούς, και κατά την ξηρή περίοδο μπορεί να πέσει κάτω από τους 15 βαθμούς το βράδυ. Κατά τη βροχερή περίοδο η Νέα Καληδονία πλήττεται από κυκλώνες και τροπικές καταιγίδες, που αν και δεν προξενούν τεράστιες καταστροφές συχνά, πάντοτε αποτελούν κίνδυνο. Μετά από μία τέτοια καταιγίδα του 1994 επανανακαλύφθηκε και το λοφιοφόρο γκέκο, το οποίο θεωρούταν εξαφανισμένο από το 1866! Η οροσειρά ανακόπτει το μεγαλύτερο μέρος των βροχών, που πέφτουν στα ανατολικά και στα υπόλοιπα νησιά, μετατρέποντας το δυτικό τμήμα και μεγάλο μέρος του νότιου, το οποίο καλλιεργείται περισσότερο, σε ένα ημιξηρο ενδιαίτημα με υπομεσογειακό κλίμα, που αρχικά καλυπτόταν με σαβάνα, σκληροφυλλα δάση και θαμνότοπους, αν και με την ανθρώπινη δραστηριότητα τα ενδιαιτήματα αυτά έχουν περιοριστεί. Οι περιοχές στα ανατολικά και στα ψηλότερα υψόμετρα, σχεδόν όλο το Νησί των Πεύκων, καθώς και τα μεγαλύτερα των υπολοίπων νησιών καλύπτονται με πυκνά τροπικα δάση που κρύβουν τεράστια βιοποικιλότητα.
Οι βιολόγοι διαφωνούν με τους γεωλόγους όσον αφορά την αρχαιότητα της Νέας Καληδονίας. Αν και η βάση του συμπλέγματος προέρχεται από τη Ζηλανδία, σύμφωνα με γεωλογικές αναλύσεις μπορεί όλη η Νέα Καληδονία να ήταν βυθισμένη μέχρι 50 ή και 30 εκατομμύρια χρόνια πριν, ή τουλάχιστον ένα μικρό μέρος εμφανίστηκε πριν 50 εκατ. Χρόνια, κι ακολούθησε η ανύψωση περισσότερων τμημάτων πριν 30 εκατ. Χρόνια, και πιθανόν το όλο σύμπλεγμα ξαναβυθίστηκε σχεδόν όλο ή εξολοκλήρου πριν 23 εκατ. Χρόνια. Στην παρούσα φάση η Νέα Καληδονία δεν κινδυνεύει να ξαναβυθιστεί, αφού βρίσκεται σε φάση ανύψωσης. Η προέλευση μεγάλων τμημάτων της από το βυθο της θάλασσας δε μπορεί ν’αμφισβητηθεί, αφού τα υπερβασικά της πετρώματα έχουν υποθαλάσσια προέλευση, αλλά οι βιολόγοι διαφωνούν στο ότι όλη η Νέα Καληδονία είχε βυθιστεί, επειδή πολλά είδη της είναι αρχαιότερα της υποτιθέμενης ανύψωσής της, χωρίς ζωντανούς συγγενείς σε γειτονικές περιοχές που θα δικαιολογούσαν την πρόσφατη διασπορά τους από εκεί. Γι’αυτό έχει προταθεί μια μέση λύση, η θεωρία των μεταπληθυσμών, σύμφωνα με την οποία ποτέ η Νέα Καληδονία δε βυθίστηκε εντελώς, αλλά πάντα υπήρχαν μέρη της πάνω απ’την επιφάνεια της θάλασσας όπου διασώζονταν οι οργανισμοί της, και σε περιόδους ανύψωσης μεγαλύτερων εκτάσεων, την επαναποίκιζαν. Όπως και αν έγιναν τα πράγματα, σήμερα η Νέα Καληδονία λειτουργεί ως κιβωτός όπου έχουν επιβιώσει αλλού εξαφανισμένα είδη, ενώ άλλα έχουν εξελιχθεί σε πλήρη απομόνωση. Αν και υπάρχει επικοινωνία με άλλες περιοχές, με ανταλλαγές αρκετών ειδών, το σύμπλεγμα είναι αρκετά απομονωμένο για τα περισσότερα φυτά και χερσαία ζώα. Η βιοποικιλότητά της είναι υπερβολικά μεγάλη αναλογικά με το μέγεθός της, φαινόμενο που πιθανότατα οφείλεται στα πολλαπλά περιβάλλοντα – από ορεινά δάση έως παραθαλάσσιοι βάλτοι και σαβάνες – που δημιουργεί το πλούσιο ανάγλυφο το οποίο επηρεάζει και το κλίμα, καθώς και στην ποικιλία εδαφών, με αρκετή εξέλιξη νέων φυτικών ειδών στα υπερβασικά εδάφη. Η Χλωρίδα του Συμπλέγματος είναι η πλουσιότερη στον κόσμο, με μεγαλύτερη ποικιλία ειδών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από κάθε άλλον τόπο, ενώ 5 οικογένειες (Amborellaceae, Oncothecaceae, Papracrypyiaceae, Phellinaceae και Strasburgiaceae), 107 γένη και 3.380 είδη ενδημούν στη Νέα Καληδονία και πουθενά αλλού. Υπολογίζεται ότι περίπου το 75% των νεοκαληδόνιων φυτικών ειδών είναι ενδημικά. Πολλά από τα φυτικά είδη της περιοχής είναι αρχαία ή σπάνια, και η χλωρίδα, ιδίως στα πιο δασώδη μέρη, μοιάζει μ’αυτήν του ύστερου Κρητιδικού και του πρώιμου Καινοζωικού. Σε πολλά μέρη του Συμπλέγματος έχει διατηρηθεί το λεγόμενο δαφνοδάσος, μια μορφή υποτροπικού δάσους με αειθαλή λειόφυλλα φυτά, που πριν τις έντονες παγετώδεις περιόδους και την επακόλουθη ψύχρανση και ψύξη του κλίματος, κάλυπτε μεγάλο μέρος του υποτροπικού και θερμού εύκρατου κόσμου. Η μεσόγειος κάποτε καλυπτόταν από΄τέτοια δάση, που σήμερα έχουν επιβιώσει μόνο στις Κανάριες Νήσους και σε προστατευμένες παράκτιες περιοχές. Η δάφνη είναι από τα λίγα φυτά που απέμειναν απ’αυτήν τη χλωρίδα. Η Νέα Καληδονία είναι το τροπικό μέρος με τον μεγαλύτερο αριθμό ειδών κωνοφόρων, ενώ στα περισσότερα τέτοια μέρη τα φυτά αυτά έχουν εκδιωχθεί σε ψυχρότερες τοποθεσίες. Αραουκαριοειδή (το γένος Araucaria μόνο έχει 13 ενδημικά είδη), ποδοκαρποειδή και κυπαρισσοειδή κωνοφόρα μπορούν να βρεθούν στα περισσότερα ενδιαιτήματα του νησιού. Πολλές αραουκάριες έχουν προσαρμοστεί στα υπερβασικά πετρώματα, ενώ άλλα είδη έχουν εξελιχθεί κατά μοναδικό τρόπο, όπως το ημιυδρόβιο κωνοφόρο Falcatifolium taxoides ή το μόνο γνωστό παρασιτικό κωνοφόρο Parasitaxus usta. Η κύκας Cycas seemannii είναι το μόνο κυκαδόφυτο των νησιών, η οποία μπορεί να βρεθεί και σε γειτονικά συμπλέγματα. Στα ανθοφόρα φυτά, η κατανομή των οικογενειών παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αφού το ποσοστό μανολιοειδών και παρόμοιων αρχαίων κλάδων σε σχέση με πιο σύγχρονα μονοκοτυλήδονα ή δικοτυλήδονα είναι μεγαλύτερο από άλα μέρη του κόσμου. Στη Νέα Καληδονία επίσης απαντάται η αμπορέλα (Amborella trichopoda), το μόνο μέλος της τάξης της, απόγονος του αρχαιότερου κλάδου των ανθοφόρων φυτών. Έχει πολλά προγονικα χαρακτηριστικά, όπως στροβιλόμορφα και ελαφρώς διαφοροποιημε΄να άνθη και ξύλο χωρίς ξυλώδεις σωλήνες, σαν αυτό των περισσότερων γυμνόσπερμων. Πολλά άλλα μέλη της χλωρίδας είναι απομεινάρια της χλωρίδας της Γκοντβάνας, όπως το γένος οξιάς Nothofagus, με μέλη στην Αυστραλία, στη Νότια Αμερική και κάποτε στην Ανταρκτική. Φίκοι, φοίνικες, πάνδανοι, αυστραλιανά φυτά όπως γρεβιλέες και μελανολεύκες, και πολλά άλλα είδη επίσης φύονται στον τόπο αυτόν. Ορισμένες σύγχρονες οικογένειες παγκόσμιας εξάπλωσης, όπως τα αγρωστώδη, οι ορχιδέες, τα μπανανοειδή και τα αροειδή, έχουν σχετικά μικρή αντιπροσώπευση στη Νέα Καληδονία. Η ποικιλία σε βρύα, λυκόφυτα και φτέρες είναι επίσης μεγάλη, με αρκετά ενδημικά είδη. Η φτέρη Cyathea intermedia είναι η ψηλότερη δενδρώδης φτέρη στον κόσμο. Η τοξικότητα πολλλών υπερβασικών εδαφών του νησιού έχει εμποδίσει τα περισσότερα εισαγόμενα είδη να εισβάλουν σ’εκείνα τα οικοσυστήματα. Στην πραγματικότητα κάποιες περιοχές είναι τόσο πλούσιες σε βαρέα μέταλλα, που ιθαγενή φυτά έχουν εξελιχθεί να τα υπερσυσωρεύουν σε ρητίνες ή χυμούς ως άμυνα κατά των χορτοφάγων. Στα ξηρότερα και πιο καλλιεργούμενα μέρη ωστόσο, αρκετά εισαγόμενα είδη φυτών έχουν προσαρμοστεί κι εξαπλωθεί στο τοπικό οικοσύστημα. Η υπερβόσκηση και η επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχουν κατακερματίσει επικίνδυνα το σκληρόφυλλο ξηρό δάσος, που κάποτε κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις του ανατολικού τμήματος του Νησιού, ενώ η εξώρυξη νικελί αποτελεί απειλη για πολλά ενδιαιτήματα. Μετά την άφιξη των Ευρωπαίων, έχουν καταγραφει εξαφανίσεις 5 ειδών φυτών, και πολλλά άλλα απειλούνται, περιορισμένα πλέον σε μικρούς πληθυσμούς.
Η θάλασσα επίσης σφύζει από ζωή χάρη στους κοραλιογενείς υφάλους. Στην πραγματικότητα η δραστηριότητα στους υφάλους είναι τόσο μεγάλη, που δημιουργεί θόρυβο, ο οποίος χρησιμεύει ως στοιχείο προσανατολισμού για μικρά πολλών ζωικών οργανισμών ώστε να βρουν εύκολα το περιβάλλον τους. Πολλά μικρά ψάρια, μαλάκια, εχινόδερμα και φύκη είναι ενδημικά, ενώ καρχαρίες, σαλάχια, φάλαινες, η θαλάσσια αγελάδα ντούγκονγκ (Dugong dugon), θαλάσσιες χελώνες και θαλάσσια φίδια συχνάζουν ή αναπαράγονται στα νερά του Συμπλέγματος, και θαλασσοπούλια φωλιάζουν σε ακτές απομονωμένων περιοχών σε τεράστιους αριθμούς. Υπάρχουν ακόμα και ορισμένα αρχαία είδη, όπως ο ενδημικός ναυτίλος Nautilus macromphalus, ένα από τα 4 εναπομείναντα είδη ναυτίλων και τα 6 των ναυτιλοειδών (το άλλο γένος είναι ο Allonautilus), τα μόνα εναπομείναντα οστρακοφόρα κεφαλόποδα μαλάκια, με επίμηκες μακρύ όστρακο χωρισμένο σε διαμερίσματα, στα οποία προσθαφαιρούν αέρα για να ρυθμίζουν την πλευστότητά τους. Η ομάδα εμφανίστηκε στο Παλαιοζωικό, και μετά από μια περίοδο ακμής, έχασε τα περισσότερα είδη της κατά τη μεγάλη Περμοτριαδική Εξαφάνιση πριν 250 εκατ. Χρόνια, έπειτα οι αμμωνίτες εξαπλώθηκαν εις βάρος της, αλά μετά τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος του Κρητιδικού πριν 65 εκατ. Χρόνια και την επακόλουθη εξαφάνιση των αμμωνιτών, ανέκαμψε κάπως, για να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά με την ψύχρανση του κλίματος στις τελευταίες παγετώδεις περιόδους. Επίσης ενδημούν σφουγγάρια των κρητιδικών κλάδων lithistideae και tetractinellideae, το πτεροβράγχιο ημιχορδωτό Cephalodiscus graptolitoides, το οποίο μοιάζει με τους γραπτόλιθους του Παλαιοζωικού, και το γλυφειοειδές δεκάποδο Laurentaeglyphea neocaledonica, το οποίο ανακαλύφθηκε μόλις το 2005, και μαζί με το είδος Neoglyphea inopinata των Φιλιππίνων, αποτελούν τα δύο τελευταία είδη της μεσοζωικής κυρίως υπεροικογένειας των γλυφειοειδών. Πιθανολογείται ότι υπάρχουν πολλά ακόμα άγνωστα είδη στις θάλασσες της Νέας Καληδονίας, τα οποία ίσως ανακαλυφθούν στο μέλλον.
Στην ξηρά και στα γλυκά νερά υπάρχει ακόμα μεγάλη ποικιλία ζώων. Στις λίμνες και στα ποτάμια μπορούν να βρεθούν ασπόνδυλα όπως σφουγγάρια γλυκού νερού και διάφορα μαλάκια και καρκινοειδή, ενώ και τα χερσαία ασπόνδυλα είναι υπερποικίλα. Έως τώρα, έχουν περιγραφεί 200 είδη χερσαίων σαλιγκαριών, με το μεγαλύτερο τον Placostylus fibratus, ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει τα 15 εκατοστά σε μήκος και τα 100 γραμμάρια σε βάρος, και πάνω από 4.000 είδη εντόμων και 200 αραχνών, εκ των οποίων πολλά είναι ενδημικά. Η οικογένεια Brachystichidae είναι η μόνη ενδημική οικογένεια αραχνών σ’ένα μικρό νησί. Υπάρχουν επίσης ενδημικά σκουλήκια, ακάρεα, σκορπιοί κι άλλα μικροασπόνδυλα, και το βέβαιο είναι ότι θα περιγραφούν πολλά περισσότερα στο μέλλον. Στα γλυκά νερά μπορούν να βρεθούν πολλά ψάρια, με πιο αξιοσημείωτο τον νεοκαληδόνιο γαλαξία (Galaxias neocaledonicus), ο οποίος ζει στις λίμνες Λακ αν Ουί και Γκραν Λακ, και είναι το βορειότερο μέλος του γένους του, το οποίο ενδημεί σε νότια μέρη της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας, της Αφρικής και της Ν. Αμερικής. Χερσαια αμφίβια και θηλαστικά δεν υπήρξαν στο Σύμπλεγμα ποτέ, αν και με την έλευση του ανθρώπου κατέφθασαν. Ο μονος βάτραχος σήμερα είναι το είδος Litoria aurea, ενώ από θηλαστικά έχουν εισαχθεί αρουραίοι, ελάφια, γάτες, γουρούνια και σκυλιά, τα οποία βλάπτουν το οικοσύστημα. Το ηλεκτρικό μηρμύγκι Wasmania auropunctata επίσης έχει εισαχθεί, και απειλεί τους πληθυσμούς πολλών ασπονδύλων και μικρών σπονδυλωτών, ιδίως σε σπάνια είδη ή σε μικρές περιοχές. Τα γηγενή θηλαστικά είναι μονο 9 είδη νυχτερίδας – 4 φρουτοφάγες μεγανυχτερίδες και 5 εντομοφάγες μικρονυχτερίδες -, που κατέφφθασαν γεωλογικά πρόσφατα διά αέρος. Χωρίς πολλά θηλαστικά λοιπόν, πουλιά και ερπετά πήραν κάποιους απ’τους ρόλους τους, τα οποία γι’αυτόν το λόγο έχουν εξελιχθεί σε διάφορα ιδιαίτερα είδη. Από τα 100 είδη πουλιών, τα 22 είναι ενδημικά. Μεταξύ αυτών βρίσκεται το καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα γερανόμορφο που ανήκει σε δική του οικογένεια, χωρίς ζώντες κοντινούς συγγενείς. Έχει σχεδόν χάσει την ικανότητα πτήσης του, και σε συνδυασμό με το χαμηλό αναπαραγωγικό του ρυθμό, είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα ακόμα καγκού υπήρχε πριν την έλευση του ανθρώπου, το οποίο εξαφανίστηκε απ’το πολύ κυνήγι. Άλλα ιδιαίτερα πουλιά είναι το μεγαλύτερο περιστέρι παγκοσμίως (Ducula goliath), το περιστέρι Drepanoptila holosericea, τα παπαγαλάκια του γένους Eunymphicus, το παπαγαλάκι Cyanorhamphus saisetti, το οποίο εξελίχθηκε στα υπόλοιπα μέλη του γένους γειτονικών συμπλεγμάτων, και ο νεοκαληδόνιος κόρακας (Corvus monduloides), το εξυπνότερο ζώο του συμπλέγματος, με ικανότητα κατασκευής πολύπλοκων εργαλείων. Μερικά είδη γερακιών, καθώς και ο μπούφος, είναι τα μόνα αρπακτικά των Νησιών.
Το Σύμπλεγμα ακόμα έχει ν’αναδείξει μια τεράστια ποικιλία ερπετών, με τα 60 από τα 70 είδη και τα 11 από τα 23 γένη ενδημικά. Δύο ομάδες σαυρών κυριαρχούν – οι σκίγκοι και τα γκέκο, ενώ τα φίδια είναι μόνο τρία. Ο βόας του Ειρηνικού Candoya bibroni και το τυφλό φίδι των Νησιών της Πίστης (Rhamphotyphlus wileyi) βρίσκονται στα Νησιά της Πίστης, ενώ το παρθενογενετικό τυφλό φίδι Rhamphotyphlops braminus που εισήχθει από τον άνθρωπο έχει βρεθεί στο Νησί των Πεύκων. Οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν τεράστια ποικιλία για το μέγεθος της επικράτειας. Τα γκέκο είναι δύο οικογενειών, οι γκεκονίδες, οι οποίοι κατέφθασαν γεωλογικά πιο πρόσφατα, και ορισμένα είδη ίσως ήρθαν με τον άνθρωπο, και η παλιά αυστραλιανή οικογένεια των διπλοδακτυλιδών, η οποία έχει πολλά ιδιαίτερα είδη, εξειδικευμένα για συγκεκριμένα περιβάλλοντα με περίεργες προσαρμογές και καμουφλάζ. Τα γκέκο αυτά είναι παγκοσμίως γνωστά, επειδή πολλά από τα είδη διατηρούνται και αναπαράγονται ευρέως στην αιχμαλωσία. Αν θυμάστε απ’την αρχή του θέματος, είχα πει πως έχω ένα λοφιοφόρο γκέκο. Το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα είδη, γύρω στα 20 εκατοστά με δύο πλευρικά λοφία που ξεκινούν από το κεφάλι και σταματούν στη λεκάνη. Επανανακαλύφθηκε το 1994, αφού θεωρούταν εξαφανισμένο για 128 χρόνια. Άλλα είδη είναι το γκέκο των Σαρασίνων (Correlophus sarasinorum), λεπτότερο και πιο εδαφόβιο απ’το λοφιοφόρο, το γκέκο των Μπελέπ (Correlophus belepensis), παρόμοιο με το λοφιοφόρο ενδημικό των Μπελέπ, το βρυοφόρο γκέκο ή τσαούα (Mniarogekko chahoua), ένα μεγάλο γκέκο γύρω στα 25 εκατοστά με σχέδια που θυμίζουν φλοιό με βρύα πάνω του για καμουφλάζ στους κορμούς, το ωτιοφόρο γκέκο (Rhacodactylus auriculatus), πιο σαρκοφάγο απ’τα υπόλοιπα με δύο προεξοχές σαν αυτάκια στο κεφάλι του, το γιγάντιο νεοκαληδόνιο γκέκο (R. leachianus), με την ποικιλία της Μεγάλης Γης το μεγαλύτερο γκέκο παγκοσμίως – έως 45 εκ σε μήκος και ως και 700 γραμ σε βάρος -, το τραχύρυγχο γκέκο (R. trachyrynchus), γύρω στα 30 εκ, κάτοικος μεγαλύτερων υψομέτρων και ωοζωοτόκο ως προσαρμογή στο άστατο δροσερό κλίμα, τα 4 είδη του γένους Eurydactylodes, προσαρμοσμένα να ζουν σε πυκνούς θάμνους και λεπτά κλαδιά, τα 12 είδη του γένους Bavayia, που ζουν σε ξηρότερες περιοχές κ.ά. Οι διπλοδακτυλίδες κατέφθασαν πολύ νωρίς ή ανέκαθεν υπήρχαν στο Σύμπλεγμα, και είναι πολύ πιθανό να υπήρχαν εκεί από το πολύ πρώιμο Καινοζωικό ή και το ύστερο Κρητιδικό, απ’όπου στη συνέχεια μετέβησαν κάποια είδη στη Νέα Ζηλανδία, εξελισσόμενα στα εξίσου ιδιαίτερα νεοζηλανδικά γκέκο. Για τους σκίγκους, οι οποίοι ανήκουν στην πολύ διαδεδομένη οικογένεια των λυγοσωμιδών, δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες. Αξιοσημείωτο γένος είναι οι φοβοσκίγκοι (Phoboscincus) με δύο είδη, το P. garnieri της Μεγάλης Γης που φτάνει τα 30 εκ, και το σπανιότατο P. bocourti που έχει απομείνει μονο στο Νηςί των Πεύκων και θεωρούταν εξαφανισμένο μετά την περιγραφή του από ένα δείγμα του 1870, αλλά επανανακαλύφθηκε το 2003. Φτάνει τα 50 εκατοστά και φέρει κυρτά δόντια, υποδηλώνοντας σαρκοφαγικές τάσεις, κάνοντάς το έτσι το μεγαλύτερο χερσαίο σαρκοφάγο ζώο του νησιού μετά την εξαφάνιση των μεγαλύτερων από τους ανθρώπους.
Εκτός από τα ζώα που εξαφάνισαν οι ιθαγενείς μέχρι το 1500, ελάχιστες εξαφανίσεις έγιναν μετέπειτα και στη σύγχρονη εποχή, αν και πολλά είδη έχουν περιορισμένη εξάπλωση κι άλλα απειλούνται σοβαρά. Τα οικοσυστήματα στο δυτικό ξηρό τμήμα του νησιού, όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος ανθρώπινος πληθυσμός, αλλά και πολλά δάση απειλούνται από την υλοτομεία, τη γεωργία, την υπερβόσκηση και τα εισαγόμενα είδη. Πιο συγκεκριμένα τα ηλεκτρικα μηρμύγκια, οι αρουραίοι και τα άγρια σκυλιά, που έχουν εισχωρήσει μέσα στα δάση, αποτελούν τις μεγαλύτερες βιωτικές απειλές. Παρόλα αυτά, μεγαλύτερη απειλή απ’όλες είναι η εξώρυξη νικελίου σε μεγάλη κλίμακα, η οποία αποδασώνει μεγάλες περιοχές, αφήνοντάς τες σαν έρημα χωράφια με μπάζα, τα χώματα που εκτοπίζονται λασπώνουν τα ποτάμια, και η μόλυνση φτάνιε ως τους κοραλιογενείς υφάλους. Αν και η κυβέρνηση της Γαλλίας και της Νέας Καληδονίας προσπαθούν να μειώσουν την καταστροφή, αυτό΄δε φαίνεται να αποδίδει. Λέγεται πως περιβαλλοντικοί εμπειρογνώμονες και μελη περιβαλλοντικών οργανώσεων που πήγαν στο Νησί για να εκτιμήσουν την κατάσταση εξαναγκάστηκαν να φύγουν. Απ’ό,τι φαίνεται, η Γαλλία προσπαθεί να διατηρήσει την καλή της εικόνα μπροστά στους πανόπτες οφθαλμούς της Ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά στις άκρες του κόσμου που δεν παρακολουθεί κανείς, εξακολουθεί να προσπαθεί να μειώσει τα κόστη της εξώρυξης όςο γίνεται, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Κάθε χώρα θα το έκανε αυτό, όχι μονο η Γαλλία. Δυστυχώς όπου δύναται να γίνει μεγάλο και γρήγορο κέρδος και δεν εξετάζει κανείς την παραγωγή μπορεί να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει. Δεν υπάρχουν ηθικές συνειδήσεις και τα λοιπά. Υπάρχουν προστατευόμενες περιοχές στη Νέα Καληδονία, αλλά είναι μικρές κι ασύνδετες μεταξύ τους, με συνολική κάλυψη της επικράτειας μόλις κατά 3%. Πιστεύω πως με΄τα την ανεξαρτητοποίηση η κατάσταση θα γίνει πολύ χειρότερη πάντως.
Τουρισμός υπάρχειστη Νέα Καληδονία, αν και λιγότερο ανεπτυγμένος από τα γειτονικά συμπλέγματα. Το ταξίδι είναι λίγο λιγότερο από 24 ώρες με το αεροπλάνο, σκεφτείτε πόσο με το καράβι! Εκεί υπάρχουν δυνατότητες για όλους, από χουζούρεμα στις παραλίες μέχρι ιστιοπλοΐα, πεζοπορία, ορειβασία κλπ. Πόλος έλξης είναι επίσης και το πολιτιστικό κέντρο Ζαν Μαρί Τζιμπάου, το οποίο αποτελεί το κέντρο της πολιτιστικής ζωής των Κανάκ, στην πρωτεύουσα. Σχεδιάστηκε από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Ρέντζο Πιάνο, με στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των καλύβων των Κανάκ, αν και είναι χτισμένο με μοντέρνα υλικά σε μνημειώδες μέγεθος, κι εγκαινιάστηκε το 1998. Το όνομά του το πήρε από τον πρώην αρχηγό του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Ζαν Μαρί Τζιμπάου, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1989, και είχε το όραμα ίδρυσης ενός τέτοιου κέντρου για την ενοποίηση των Κανάκ. Η έξαλλη συμπεριφορά δεν είναι ανεκτοί από τους αρχηγούς των Κανάκ, και πέρα από συγκεκριμένες κοσμοπολίτικες παραλίες απαγορεύεται. Οπότε όχι γυμνόστηθες, μίνια ή γκέι όργια μπροστά στο απέραντο γαλάζιο του Ειρηνικού. Αυτά είναι για την Ταϊλάνδη, την Καραϊβική και τη Μύκονο. Η επίσκεψη επίσης σε ιερές τοποθεσίες των Κανάκ προϋποθέτει την άδειά τους. Απ’ό,τι έψαξα, σχετικά λίγη Έλληνες έχουν επισκεφθεί το μικρό αυτό΄Σύμπλεγμα στη μέση του πουθενά. Το επισκέπτονται πολλοί Αυστραλοί, ιδίως όσοι θέλουν να βελτιώσουν τα γαλλικά τους. Όπως και σ’άλλες γαλλόφωνες περιοχές, λίγοι μιλούν αγγλικά δυστυχώς. Για κάποιον παράξενο λόγο, πολλά νιόπαντρα ζευγάρια Γιαπωνέζων πηγαίνουν εκεί για μήνα του μέλιτος. Το ταξίδι εκεί είναι όπως προς ευρωπαϊκή χώρα, αλ΄λα με κάποιες διαφορές. Δε χρησιμοποιείται ευρώ εκεί, αλλά το φράγκο Ειρηνικού, με ισοτιμία 1.000 φράγκα για 8 ευρώ. Δεν ξέρω για΄τι οι Γάλλοι έχουν φτιάξει αυτό το σύστημα. Η Νέα Καληδονία είναι 9 ώρες μπροστά απ’τη Γαλλία, άρα 8 ώρες μπροστά απ’την Ελλάδα. Όταν κάποτε πάω εκεί, θα σας πω πως είναι. Θα ήθελα να ταξιδέψω ως εκεί με το ιστιοπλοϊκό, αλλά είναι λίγο δύσκολο αυτό. Α, και ξέχασα τους συνδέσμους για τα ιστολόγια, μετά από αυτήν τη μικρή εισαγωγή, την οποία ετοιμαζα για τέσσερις μέρες, συλλέγοντας πληροφορίες από τα ίδια τα ιστολόγια, τη Βικιπαίδεια, και από σελίδες για τη βιοποικιλότητα, τη δημογραφία και τον πολιτισμό της Νέας Καληδονίας. Εδώ είναι το ιστολόγιο για το διάστημα 2012-2015 και εδώ αυτό για το διάστημα 2005-2007.
Καλή περιήγηση!

Laudakia stellio stellio, από γερμανική σελίδα.

Laudakia stellio brachydactyla, από βρετανική σελίδα.

Είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά είδη σαύρας της χώρας μας, και πολλοί συχνά άνθρωποι την αιχμαλωτίζουν για να την κρατήσουν. Στην
Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά
υπάρχουν πάντοτε λίγες, αλλά σταθερές τέτοιες περιπτώσεις. Στην πραγματικότητα όμως η αιχμαλώτηση ενδημικών ερπετών είναι παράνομη στην Ελλάδα και στην υπόλειπη ΕυρωπαΪκή Ένωση, και δε θα πρέπει να γίνεται. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δε μπορεί να κρατήσει στην αιχμαλωσία κανείς αυτό το είδος, απλώς η εύρεσή του νόμιμα είναι πολύ δύσκολη. Πολλές ευρωπαΪκές χώρες προμηθεύονται άτομα από τις Μεσανατολίτικες χώρες, όπου δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στη συλλογή τους ακόμα. Και ππάλι όμως το είδος αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο στην αιχμαλωσία. Ίσως τελικά θά’πρεπε να επιτρεπόταν η περιορισμένη συλλογή ατόμων αυτού κι άλλων ευρωπαϊκών ειδών για αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, αλλά τώρα αυτό είναι μεγάλο θέμα και δε θέλω να το ανοίξω εδώ.

Η σαύρα αυτή λοιπόν είναι η μόνη της οικογένειας των αγαμιδών (agamidae), μιας μεγάλης οικογένειας σαυρών του Παλαιού Κόσμου που περιλαμβάνει τους ουρομάστιγες, τους γενειοφόρους δράκους κλπ και είναι συγγενική με τους χαμαιλέοντες και τις ιγκουάνες, που πατά ίσα-ίσα λίγο στην Ευρώπη. Το μόνο μέρος της ειπηρωτικής Ευρώπης όπου μπορεί να βρεθεί είναι μικρό μέρος της Μακεδονίας, από τα νότια του νομού Κιλκίς ως την κεντρική Χαλκιδική, σύμφωνα με την πύλη για την ελληνική ερπετοπανίδα
(herpetofauna.gr
Μεγάλη εξάπλωση επίσης έχει στα νησιά: σε Κέρκυρα, Παξούς, Μύκονο, Δήλο, Ρήνεια, Μικρό Ρεματιάρη, Τήνο, Πάρο, Αντίπαρο, Δεσποτικό, Νάξο, Λέρο, Κω, Νίσυρο, Τήλο, Κάλημνο, Σαμιοπούλα, Χάλκη, Σύμη, Τέλενδο, Καστελόριζο, Φούρνους, Θύμαινα, Ρόδο, Ικαρία, Σάμο, Χίο και Λέσβο, πάλι σύμφωνα με την παραπάνω έγκυρη πηγή. Για τη Ρόδο ειδικά γνωρίζω πως το είδος αυτό μπορεί να βρεθεί εύκολα στην περιοχή του Κάστρου των Ιπποτών με τις πολλές πέτρες, σύμφωνα με αναφορές από την Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά, όπου μπορεί να φωτογραφηθεί εύκολα. Επίσης στην Κέρκυρα και σε περιοχές γύρω απ’τη Θεσσαλονίκη σε κατάλληλα μέρη βρίσκεται. Στην Ελλάδα λοιπόν συναντώνται δύο υποείδη, το φερώνυμο L. s. stellio και το L. s. daani. Στην Κύπρο επίσης ενδημεί ένα ξεχωριστό υποείδος, το L. s. cypriacus. Είναι πεπλατυσμένη σαύρα μήκους περίπου 30 εκατοστών, με το μισό του σώματος την ουρά, η οποία ζει σε πετρώδεις συνήθως περιοχές και τρέχει να κρυφτεί στις σχισμές των βράχων με την παραμικρή απειλή. Συχνά το σώμα της φέρει στίγματα.

Το πιο διαδεδομένο κοινό ελληνικό της όνομα είναι «κροκοδειλάκι», εξαιτίας του ιιδιαίτερου σχήματός της σε σχέση μ’άλλες γνωστές σαύρες. Άλλα παραδοσιακά ονόματα είναι: Σκούτζικας , Σκουτζίκι, Άγαμα, Δράκος, Κασιδιάρης, Κουρκούταβλος, Κουρκουτάς, Κουρκούδιαλος, Κροκάς, κατά herpetofauna.gr. Το «κουρκουτάς» χρησιμοποιείται συχνά στην Κύπρο, κι όπως και τα συγγενικά του ονόματα π.χ. «κουρκούδιαλος», προέρχεται από το «κροκόδειλος». Το «κασιδιάρης» δεν ξέρω τι σήμαινε αρχικά για να χρησιμοποιηθεί γι’αυτό το είδος. Στην Τουρκία λέγεται «χαρντούν» ή «χαρντίμ», στην Ιταλία «stellione», ενώ στα αγγλικά έχει ονόματα όπως στελιόνι (stellion), ζωγραφισμένος αγαμίδης (painted agama), αστερωτός αγαμίδης (starred agama), κηλιδωτός αγαμίδης (spotted agama), ή τραχύδερμος αγαμίδης (rough-skined agama). Η αρχική επιστημονική του ονομασία από τον πατέρα της σύγχρονης συστηματικής ταξινόμησης Κάρολο Λινναίο ήταν Stellio stellio, αλλά σύντομα άλλαξε σε Agama stellio, όνομα που παρέμεινε μέχρι τις πρόσφατες δεκαετίες, οπότε το τεράστιο γένος Agama διασπάστηκε σε πολλά μικρότερα, ένα εκ των οποίων και το Laudakia. Στα λατινικά το «stellio» (από το «stella», αστέρι, πρβλ. «αστήρ») αναφερόταν σε
οποιαδήποτε στικτή σαύρα,
και προφανώς θα χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την περιγραφή των μεσογειακών στικτών ειδών όπως αυτό και το λιακόνι (Chalcides ocellatus), μιας και βορειότερα στην Ευρώπη, απ’όπου κατέβηκαν οι λατίνοι, οι στικτές σαύρες είναι σπάνιες. Τέλος να διασαφηνίσω ότι δε θα πρέπει να μας προκαταλαμβάνει το όνομα της οικογένειας για τις σεξουαλικές ικανότητες των μελών της. Το όνομα αυτό δόθηκε εξαιτίας κάποιων ειδών ου αναπαράγονται παρθενογενετικά, φαινόμενο που παρατηρείται και σε σαύρες άσχετων οικογενειών (στην Ελλάδα το είδος
Darevskia praticola
του παρθενογενετικού γένους Darevskia της οικογένειας lacertidae για παράδειγμα).

Ένα διαδικτυακό άρθρο φροντίδας λοιπόν γι’αυτό το είδος είναι κάτι σπάνιο, αλλ’ευτυχώς υπάρχει, και ίσως είναι το πιο εμπεριστατωμένο άρθρο για το συγκεκριμένο είδος σ’όλο το διαδίκτυο. Το βρήκα στο
cyberlizard,
τη σελίδα ενός Βρετανού ερπετοχομπίστα, ο οποίος με τη σειρά του το συνέθεσε βασισμένος σε διάφορες άλλες πηγές και σποραδικές αναφορές. Μου θυμίζει τον τρόπο με τον οποίον κάποτε συλλέγονταν οι πληροφορίες για την διατήρηση των ερπετών στην αιχμαλωσία, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει το τεράστιο πλεονέκτημα της συσσωρευμένης γνώσης από τα κοινότερα είδη, που ισχύει και γι’αυτό εδώ. Στην πραγματικότητα η σαύρα αυτή δεν είναι δύσκολη στη διατήρηση, ούτε τόσο και στην αναπαραγωγή, αλλά παρόλα αυτά συναντάται σπάνια στο χόμπι.

Μετάφραση: Bolko

Προσθέθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 2002

Το κροκοδειλάκι
Laudakia (agama) stellio
Φυσική ιστορία και φροντίδα

Εισαγωγή

Αυτό το άρθρο βασίζεται σε σημειώσεις που στάλθηκαν σε μια κυρία η οποία είχε αποκτήσει πρόσφατα ένα άτομο L. Stellio, αλλ’ήταν αβέβαιη για τις ανάγκες του στην αιχμαλωσία. Περιλαμβάνονται εδώ για την ωφέλεια άλλων που ενδιαφέρονται γι’αυτήν την ανθεκτική σαύρα.

Ταξινόμηση

Αν και ενίοτε γνωστό ως ευρωπαΪκός αγαμίδης, αυτό είναι κάπως παραπλανητικό αφού υπάρχουν αρκετά υποείδη της L. stellio, μόνο ένα εκ των οποίων βρίσκεται στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Το είδος κατανέμεται ακολούθως:
L. s. stellio (Θεσσαλονίκη, Κυκλάδες (Μύκονος, Δήλος, Πάρος, Αντίπαρος, Νάξος) Σποράδες, Ρόδος, Κέρκυρα), L. s. brachydactyla (βόρεια Σαουδική Αραβία, νότια Ισραήλ, Έρημος του Σινά), L. s. cypriacus (Κύπρος), L. s. daani (Θεσσαλονίκη, πολλά αιγαιακά νησιά), L. s. πιcea (νοτιοδυτική Συρία, νότιος Λίβανος, βόρειο Ισραήλ, νοτιοδυτική Ιορδανία), L. s. vulgaris (βόρεια Αίγυπτος).

Η παλαιότερη βιβλιογραφία αναφέρει αυτό το είδος ως Agama stellio: το γένος Agama ωστόσο μειώθηκε σε μέγεθος λίγα χρόνια πριν και πολλά είδη, συμπεριλαμβανομένου του κροκοδειλακίου, αναταξινομήθηκαν.

Μέγεθος και περιγραφή

Αυτή η σαύρα φτάνει το μέγιστο των 28-30 εκ. σε ολικό μήκος, με τα ενήλικα άτομα να ποικίλουν από 20 έως 30 εκατοστά. Αυτή είναι μια μάλλον πεπλατυσμένη στην εμφάνιση σαύρα με μάλλον τριγωνικό κεφάλι, μεγάλο τύμπανο και λαιμική δίπλωση. Δεν υπάρχει ραχιαίο λοφφίο όπως σε πολλούς άλλους αγαμίδες. Τα αρσενικά μπορούν να διαχωριστούν από τις πεπαχυμένες προπρωκτικές και κοιλιακές φολίδες. Και τα δύο φύλα, αλλά ιδίως το αρσενικό, μπορούν ν’αλλάξουν χρώμα ως αποτέλεσμα αλλαγής στη διάθεση ή ερεθισμού, μια ικανότητα που συναντάται σε πολλούς αγαμίδες.

Στη φύση οι αγαμίδες αυτοί είναι αρκετά δειλοί, αλλ’όταν συνηθίσουν στην αιχμαλωσία γινονται αρκετά ήμεροι και συνηθισμένοι σε μια ρουτίνα. Ο Righetti-Montelongo αναφέρει πώς ένα αιχμάλωτο κροκοδειλάκι συνήθιζε να κάνει ένα είδος τελετουργικού τρεξίματος γύρω στο κλουβί κάθε πρωί σε ορισμένη ώρα, μετά θα έτρωγε, έπειτα από το οποίο δεν επαναλάμβανε αυτό το τελετουργικό για εκείνη τη μέρα.

Περιβάλλον

Στη φύση, άσχετα με την πραγματική τους χώρα, προτιμούν να ζουν σε πετρότοιχους ή μεταξύ βράχων. Οι Monthey και Schuster σημειώνουν ότι σε πληθυσμούς χαμηλής πυκνότητας, οι αγαμίδες μπορεί να δημιουργήσουν δεσμούς ζευγαριών, αλλ’αλλιώς είναι μοναχικοί. Το καταφύγιό τους είναι συνήθως ένας σωρός από πέτρες ή ένα λαγούμι τρωκτικού. Τα κροκοδειλάκια απολαμβάνουν πολύ την ηλιοφάνεια και λιάζονται σε πετρότοιχους, βράχους και κτίρια, κι επίσης σε δέντρα.

Φροντίδα στην αιχμαλωσία

Ένα τερράριο με διάταξη ερήμου είναι ιδανικό γι’αυτούς τους αγαμίδες. Χρησιμοποιήστε άμμο και πέτρες για το υπόστρωμα και μερικούς βράχους για να σκαρφαλώνει η σαύρα/ες, αφού βεβαιωθείτε φυσικά ότι οι βράχοι δε μπορούν να πέσουν πάνω στους τροφίμους. Για καταφύγιο και μέρος για ύπνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα στεγασμένο μέρος σχεδιασμένο γι’αυτόν το σκοπό για ερπετά ή ένα τμήμα φελλού φλοιού. Η θέρμανση κι ο φωτισμος είναι επίσης απαραίτητα γι’αυτές τις αγαμιδοειδείς σαύρες. Κατά τον περισσότερο χρόνο η θερμοκρασία στη ζεστή πλευρά του τερραρίου θα πρέπει να βρίσκεται στους 27-32 βαθμούς με σημείο λιασήματος στους 38 βαθμούς. Ίσως πρέπει να πειραματιστείτε λίγο. Στη φύση πολλές σαύρες σε ερημικές ή ξηρές περιοχές στην πραγματικότητα κρύβονται στη δροσιά των λαγουμιών ή των σχισμών τους, έτσι μια διαβάθμιση θερμοκρασίας με καταφύγια και στις δύο πλευρές είναι απαραίτητη. Τοποθετήστε τη θερμαντική λάμπα σ’ένα χρονοδιακόπτη και δώστε της 12 ώρες τη μέρα. Σε ψυχρότερα κλίματα ή κατά το χειμώνα θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο για την παροχή ελαφράς υποβαθρικής θερμοκρασίας τη νύχτα, αφού έχει σβήσει η θερμαντική λάμπα. Εντούτοις, εάν η θερμοκρασία δωματίου σας χωρίς θερμαστήρες για ερπετά είναι αρκετά ζεστή, τότε μπορεί να μη χρειαστείτε τη θερμαντική πλάκα. Σε μεγάλη έκταση της εξάπλωσης του κροκοδειλακίου, και ασφαλώς σ’αυτές τις ερημικές περιοχές της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που δίνουν τα περισσότερα αιχμάλωτα άτομα πιασμένα από τη φύση, οι υψηλές ημερήσιες θερμοκρασίες πέφτουν σημαντικά τη νύχτα, κι ένα περιβάλλον αιχμαλωσίας θά’πρεπε να το αντανακλά αυτό μέσα στα όρια της ασφάλειας. Ο Righetti-Montelongo προτείνει ότι η θερμοκρασία μπορεί να επιτραπεί να πέσει ως τους 16 αλλ’όχι χαμηλότερα. Θα πρέπει επίσης να παρέχεται υπεριώδες φως, πάλι για 12 ώρες τη μέρα.

Αυτοί οι αγαμίδες είναι εντομοφάγοι. Οι γρύλλοι είναι οι ευκολότεροι στη χρήση ως σταθερή τροφή, αλλ’αυτοί μπορούν να συμπληρωθούν με φρουτόμυγες και το περιστασιακό σερβίρισμα αλευροσκουλήκων εάν ο αγαμίδης είναι αρκετά μεγάλος. Προσπαθήστε να προσφέρετε τροφή κάθε δεύτερη μέρα στο ξεκίνημα, περίπου 6-8 γρύλλους στην αρχή, και προσαρμόστε τους αριθμούς και τη συχνότητα του ταΐσματος σύμφωνα με το πώς αντιδρά ο αγαμίδης. Αν και η Laudakia stellio θα πιει από ένα μπολ νερού, κατάγεται από περιοχές χαμηλής υγρασίας, έτσι θα πρέπει να κρατείται ένα μικρό μπολ νερού στη δροσερή πλευρά του τερραρίου. Κατ’αυτό το διάστημα του χρόνου (Δεκέμβριο-Ιανουάριο) στη φύση πέφτουν σε χειμέρια νάρκη, κι αυτό έχει επίσης αναφερθεί μεταξύ αιχμάλωτων ατόμων. Είναι συνήθως καλή ιδέα να κατεβάσετε τη θερμοκρασία γι’αυτούς τους δύο μήνες όχι περισσότερο από 16 βαθμούς στη θερμή πλευρά και να μειώσετε τη φωτοπερίοδο της υπεριώδους λάμπας από 12 σε 8 ώρες τη μέρα. Ο Righetti-Montelongo προτείνει ότι οι αγαμίδες μπορούν να διατηρηθούν σε θερμοκρασία 10 βαθμών για περίοδο 45-90 ημερών, ενώ άλλα σχόλια που έχω διαβάσει αναφέρουν αυτήν την πτώση στη θερμοκρασία για τουλάχιστον τους μήνες του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου.

Κατ’αυτό το χρονικό διάστημα η σαύρα μπορεί να φαίνεται πολύ αδρανής και να ξοδεύει πολύ χρόνο στο καταφύγιο. Αυτό είναι φυσιολογικό, αλλλά οι κάτοχοι θα πρέπει να παρατηρούν το κατοικίδιό τους για να βεβαιώνονται ότι πίνει. Στο τέλος του Ιανουαρίου η θέρμανση και το υπεριώδες φως θα πρέπει να επανέλθουν πίσω στα φυσιολογικά επίπεδα, τα οποία θα πρέπει να προκαλέσουν επιστροφή σε κανονική δραστηριότητα στην L. stellio. Αυτή η χειμέρια νάρκη είναι μέρος του κύκλου ζωής τους. Πρόσφατα αγορασμένα άτομα, ή τα νεαρά ή τα άρρωστα, μπορεί να μην είναι έτοιμα για χειμέρια νάρκη, στην οποία περίπτωση θα πρέπει να διατηρούνται κανονικά και να επιτραπούν να πέσουν σε νάρκη τον επόμενο Δεκέμβριο.

Αναπαραγωγή

Στη φύση αυτοί οι αγαμίδες αναπαράγονται Μάρτιο-Απρίλιο, με τα θηλυκά να γεννούν τον Ιούνιο και τ’αβγά να εκκολάπτονται Αύγουστο-Σεπτέμβριο. Εάν πρόκειται να δοκιμαστεί αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, τότε η περίοδος της χειμερινής ψύξης που αναφέρθηκε παραπάνω είναι πιθανόν απαραίτητη. Η L. stellio είναι ζώο ωοτόκο, με τα θηλυκά να γενούν μια ομάδα 5-15 αβγών ως και δύο φορές σε μια χρονιά έπειτα από περίοδο εγκυμοσύνης 1-2 μηνών. Οι γέννες του ευρωπαϊκού υποειδους τείνουν να είναι μικρότερες, περίπου 6-8 αβγών (Arnold et al). Ο Righetti-Montelongo προτείνει την παροχή ενός «θαλάμου ωοτοκίας» (ένα πλαστικό κουτί γεμάτο με υγραμένη άμμο για να γεννήσουν μέσα τα θηλυκά), και επώαση των αβγών στους 27-29 βαθμούς, στην οποία θερμοκρασία θα πρέπει να εκκολαφθούν μέσα σε 65-80 μέρες. Φαίνεται πως ως τώρα έχει επιτευχθεί λίγη αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία (τουλάχιστον καθόλου απ’ό,τι έχω ακούσει εγώ), το οποίο είναι κάτι λυπηρό αφού τα εισαγόμενα πιασμένα από τη φύση ζώα δε θα πρέπει να είναι η μόνη, ούτε ακόμα η κύρια, πηγή αυτών των ενδιαφερόντων αγαμιδών.

Βιβλιογραφία

Agamid Lizards, Ulrich Manthey and Norbert Schuster, TFH 1996 (originally published in German, 1992, as Agamen).
Collins Field Guide: Reptiles & Amphibians of Britain & Europe, E N Arnold, J A Burton and D W Ovenden, HarperCollins 1978.
Terrarium and Cage Construction and Care, R D and Patricia Bartlett, Barron’s Pet Series, 1999. Section on L. stellio brachydactyla.
«The Painted Agama, Acrobat Saurian», Carol Righetti-Montelongo, Reptile Hobbyist 2:10.
«Little Wonders», Terry Thatcher, Pet Reptile 37 (Oct 2000) (covers Orange Spotted Agama, L. stellio picea).

Σημειώσεις:
1. Σας φαίνεται παράξενο να χρησιμοποιώ το «αγαμίδης», σαν κάποιο επώνυμο, αντί για «αγαμίδα»; Το σωστό κανονικά είναι το πρώτο. Η κατάλήξεις των οικογενειών των οργανισμών προέρχονται από τις αντίστοιχες των αρχαιοελληνικών, επομένως κάποιο μέλος τους είναι ένας -ίδης, που σε βαθύτερη ανάλυση προέρχεται από το είδος και την ιδέα, αυτός που μοιάζει δηλαδή με το προηγούμενο συνθετικό της λέξης. Όταν οι Αρχαίοι έλεγαν για τον Αγαμέμνονα τον Ατρείδη για παράδειγμα, εννοούσαν αυτόν που μοιάζει με τον πατέρα του τον Ατρέα.
2. Παλαιότερα είχα κάνει ένα ακόμα άρθρο για τη φροντίδα ευρωπαΪκών σαυρών,
αυτών της οικογένειας lacertidae.
Έπονται κι άλα με το λιακώνι, τα μικρά γκέκο και λοιπά ευρωπαΪκά είδη.
3. Στο herpetofauna.gr αναφέρεται επίσης ότι αυτό το είδος, πέρα από έντομα, καταναλώνει και μικρές σαύρες και μικρή ποσότητα φυτικής τροφής. Επομένως, όπως και οι σαύρες τις οικογένειας lacertidae, μπορεί να ταΐζεται περιστασιακά και με λίγα μαλακά φρούτα ή φύλλα, ενώ θα πρέπει οι μικρότερες σαύρες να προστατεύονται απ’αυτό το είδος. Δεν ξέρω αν είναι και κανιβαλιστικό, αλλά καλύτερο να μη στεγάζονται τα πολύ μικρά με τα ενήλικα. Εφόσον όμως μπορει να φάει σπονδυλωτά, θα μπορούσε θεωρητικά να φάει και νεογέννητα ποντικάκια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως κι άλλες τέτοιες σαύρες (τα ποντικάκια είναι παχυντικά ως σταθερή τροφή σε κυρίως εντομοφάγα είδη), π.χ. για ενδυνάμωση εξαντλημένων ατόμων, κατά την αναπαραγωγή στα θηλυκά κλπ.
4. Ο χρόνος της χειμέριας νάρκης θα είναι λογικά μεγαλύτερος για τα υποείδη βορειότερης εξάπλωσης, όπως τα ελληνικά, αν και συνήθως δεν είναι απαραίτητη η ακριβής μίμηση της διάρκειάς του στην αιχμαλωσία.
5. Σύμφωνα
μ’ένα Βρετανό που τις αναπαράγει
(η πηγή της δεύτερης φωτογραφίας), Οι σαύρες αυτές είναι αρκετά δραστήριες και συμπεριφέρονται αρκετά όμοια με τους γνωστούς γενειοφόρους δράκους (Pogona vitticeps). Όπως πολλοί αγαμίδες, χρησιμοποιούν οπτικές επιδείξεις κατά τις εκδηλώσεις αναπαραγωγικού ενδιαφέροντος ή κυριαρχίας, με τα αρσενικά να επιλέγουν ψηλότερα μέρη και να κάνουν κινήσεις του μπροστινού μέρους του σώματός τους. Η συμπεριφορά ποικίλει ανά υποείδος, με την L. s. stellio την πιο νευρική και φοβισμένη και την L. s. brachydactyla την πιο ήσυχη, η οποία, σύμφωνα με την εμπειρία του παραπάνω εκτροφέα, μαθαίνει να σκαρφαλώνει πάνω στο παντελόνι του για τροφή και δε φοβάται να φάει έντομα πάνω στο χέρι του.

Ενημέρωση 20/6/2014: Το είδος πρόσφατα αναταξινομήθηκε σε Stellagama stellio, και μπορεί κκάποια απ’τα υποείδη του να διαχωριστούν σε πλήρη είδη στο μέλλον.

Πριν λίγο καιρό, σας είχα πει πως
Έγινε μια συνάντηση της Ελληνικής Πύλης για τα ερπετά,
Όπου συμμετείχα κι εγώ. Μετά απ’αυτήν σκέφτηκα πώς θά’ταν πολύ χρήσιμο να επισκεφθώ τις συλλογές κάποιων μελών από κοντά για να γνωρίσω τα ερπετά καλύτερα και τον τρόπο διατήρησής τους, καθώς και τις εμπειρίες καθενός ερπετοχομπίστα. Κανόνισα λοιπόν μέσω του φόρουμ να επισκεφθώ τον οργανωτή της συνάντησης, ο οποίος συνίδρυσε τη σελίδα μαζί μ’έναν ακόμα admin απ’την Αθήνα. Όπως σας είχα πει και στο προηγούμενο θέμα, είναι μόλις 21 χρόνων, αλλ’έχει στη συλλογή του αρκετά σπάνια και δηλητηριώδη φίδια δύσκολα να τα βρει κανείς. Μένει στο σπίτι με την κοπέλα του, όχι με τους γονείς του, το αναφέρω αυτό διότι μου είχε φανεί πολύ παράξενο πώς οι γονείς του τον άφησαν νά’χει συλλογή με τέτοια είδη. Πήγα λοιπόν με δύο φίλους μου σήμερα στο σπίτι του, και τα είδαμε όλα από κοντά.

Το σπίτι ήταν ένα απλό μικρό ισόγειιο σχετικά κοντά στην περιοχή μου, ίσως νοικιασμένο αλλά δε ρώτησα. Μόλις μπήκαμε καθίσαμε λίγο, γνώρισε ο αντμίν τους άλλους δύο, μας γνώρισε και η γατούλα του, κι έπειτα μπήκαμε μέσα. Η γατούλα ήταν ένα πανέμορφο αρσενικό 6 μηνών, που την ονόμασε Μόρις, βρετανικής κοντόμαλλης φυλής (british shorthair). Οι γάτες αυτές γίνονται ως και 10 κιλά, και την επέλεξε επειδή είναι ήσυχη και δεν πηδάει παντού λόγω βάρους και κοντών ποδιών. Στο λαιμό της είχε ένα λουράκι με κουδουνάκι για να τη βρίσκει, επειδή δεν ήθελε να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με τα φίδια. Το μικρό μπαλκονάκι ήταν η βάση της με την άμμο, με τις φωλίτσες και με διάφορα άλλα πράγματα για να παίζει, κι έμπαινε μέσα στο σπίτι συχνά. Ήταν πολύ ήρεμη, στρουμπουλή και φιλική. Πιστεύω πως αν έφερνα την κουνέλα μου δε θα υπήρχε πρόβλημα, αν κι ο αντμίν δεν ήθελε να την φέρω επειδή ίσως αναστάτωνε τη γάτα. Ο ίδιος είχε έναν κούνελο για 12 χρόνια, μεγάλης όμως ράτσας, περίπου 5 κιλών. Ήταν ήσυχος και καλός. Άρχισε να δείχνει σημάδια κατάπτωσης στα 9 του χρόνια με πέσιμο μαλλιών και μειωμένη δραστηριότητα, και την πρωτοχρονιά μετά από 3 χρόνια, πέθανε ήσυχος. Είχε δηλαδή φτάσει στο ανώτερο όριο της συνήθους διάρκειας ζωής των κουνελιών, σπάνια μερικά την ξεπερνούν. Μακάρι η Λίμπο μου να ζήσει κι αυτή τόσο.

Στο δωμάτιο με τα φίδια μετά υπήρχε ο Ρίο, ένας παπαγάλος. Δε ρώτησα το είδος, ήταν όμως πολύ άγριο πουλί. Τον άκουγα πρι μπω στο σπίτι να κράζει άγρια, και την περισσότερη ώρα που μείναμε εκεί δε σταματούσε. Ήταν μόνο 200 γραμμάρια, όμως μπορούσε να δαγκώσει πολύ άσχημα, ως και να χρειαστεί ράμματα μας είπε. Ο ίδιος τον είχε από μικρό, κι ακόμα και η κοπέλα του που τον ήξερα από παλιά δέχεται λίγη επιθετικότητα. Ήταν σ’ένα κλουβί αρκετά μεγάλο και σε περίπτωση που το καθάριζε ή σπάνια κι άλλες φορές των έβγαζε ελεύθερο για λίγο στο σπίτι. Μιλούσε πάντως λίγο. Μπορούσε να πει κούκου, να δώσει φιλάκι κι άλλα, όμως δεν τα είχε πει όλα τότε, επειδή στρεσαριζόταν από εμάς. Όταν αργότερο ο αντμίν έκανε να φύγει λέγοντας «φεύγω» και κκουνώντας τα κλειδιά, ο παπαγαλάκος ξέσπασε σε φιλάκια κι άγριες φωνές μετά. Γενικα είναι ζώο που απαιτεί κάτι έντονα, δεν είναι χαδιάρικο ούτε ζητάει κάτι ήσυχα. Είναι κοινωνικό και πανέξυπνο και ζητά συνέχεια την προσοχή των άλλων. Όταν μετά καθώς μιλούσαμε έκλεισε την πόρτα του δωματίου του, άρχιζε να κράζει συνέχεια και πολύ αγριεμένα, αργότερα όμως σταμάτησε. Για να μάθει κάτι θα πρέπει μας λέει να το συνδυάσει με κάτι άλλο, π.χ. μια κίνηση του σώματος.

Και τέλος μένει το πιο ενδιαφέρον κομμάτι, τα φίδια. Για το συγκεκριμένο θέμα στο ιστολόγιο του ζήτησα μερικές φωτογραφίες, τις οποίες μου έδωσε σήμερα στο φλασάκι μου. Δεν είναι όλων των φιδιών, αργότερα όμως μάλλον θα πάρω κι άλλες. Η συλλογή του τότε είχε 8 φίδια, 4 οχιές της Μήλου που έχει τις είχε μετακινήσει προσωρινά στο πατρικό του μας είπε. Εδώ να κάνω μια σημείωση: Τα περισσότερα φίδια του τά’χει πάρει απ’τη Γερμανία. Ταξίδευε με το αυτοκίνητό του ως εκεί και μ’άλλους φίλους του, διέμεναν στη Γερμανία και σε γειτονικές ευρωπαΪκές χώρες για καμία βδομάδα, κι έτσι και τα έξοδα μοίραζαν, και διακοπές στο εξωτερικό πήγαιναν, και τα φίδια έπαιρναν. Παρόλα αυτά, ακόμα δε συμπαθεί τους Γερμανούς.

Το πρώτο φίδι που μας έδειξε λοιπόν ήταν ένας μικρός αρσενικός πύθωνας γόμα (woma python) της Δυτικής Αυστραλίας, με επιστημονική ονομασία Aspidites ramsayi. Ο συγκεκριμένος γεννήθηκε από ένα ζευγάρι που είχε παλιά μαζί μ’άλλα 4 μικρά, τα οποία πούλησε 250 ευρώ. Σημειωτέον ότι οι μεγάλοι έκαναν 1500 ευρώ. Τον συγκεκριμένο θα τον πουλούσε σίγουρα στα 300 ευρώ, έπειτα όμως αποφάσισε να τον κρατήσει. Ήταν υψηλής αντίθεσης (high contrast) με κίτρινες ρίγες στο καφέ σώμα.

Ο μικρός αρσενικός woma πύθωνας.

Το είδος αυτό είναι αρκετά λεπτό για πύθωνα, αν και πάλι χοντρό από μικρό. Το συγκεκριμένο είχε μήκος πάνω από 30 εκατοστά, με ενήλικο μέγεθος το 1,5 μέτρο. Ήταν ήσυχος και αργοκίνητος.

Το επόμενο ήταν μια κοραλόκομπρα (coral cobra) της Νότιας Αφρικής, ε.ο. Aspidelaps lubricus lubricus (το τρίτο όνομα δηλώνει το υποείδος). Το είδος αυτό είναι κοκκινωπό με μαύρες γραμμές, φτάνοντας μόνο τα 60 εκατοστά και ζούσε σ’ένα μικρό τερράριο. Είναι πολύ γρήγορο, αλλά συνήθως δεν επιτίθεται στον άνθρωπο. Το δηλητήριο της θεωρείται ασθενές σχετικά πάντοτε μ’άλλες κόμπρες, και δύσκολα εγχέεται στον άνθρωπο. Θυμάμαι παλιά που είχε
Κάνει ένα θέμα
Στο φόρουμ όταν τις πήρε δύο, έπειτα μια έδωσε σ’ένα φίλο του. Αρχικά έτρωγαν πόδια από κοτόπουλο, τώρα τρώνε ποντικάκια όπως όλα τα φίδια.

Η μικρή κοραλόκομπρα, είναι θηλυκή.

Τα περιβάλλοντα της κοραλόκομπρας και του μικρού πύθωνα ήταν κοντά-κοντά και θερμαίνονταν από μια κοινή θερμαντική πλάκα (heat pad). Η πλάκα αυτή, που χρησιμοποιείται ευρέως στη διατήρηση των ερπετών, έχει το πάχος μόνο μιας ταυτότητας και περιβάλεται με πλαστικό σαν αυτήν, ενώ μέσα είναι η αντίσταση που θερμαίνει, λειτουργώντας ακριβώς όπως μια θερμοφόρα. Τέτοιες πλάκες υπάρχουν από πολλύ μικρές ως αρκετά μεγάλες. Θερμαινουν με αγωγή κυρίως τις επιφάνειες που βρίσκονται από πάνω τους ή από δίπλα τους, και γι’αυτό είναι κατάλληλες για εδαφόβια ή νυκτόβια είδη, ή συμπληρωματικά οπουδήποτε αλλού. Τα υπόλοιπα τερράρια θερμαίνονταν με θερμαντικά πάνελ (heat pannel), μεγαλύτερα συστήματα αντιστάσεων που ακτινοβολούν τη ζέστη από ψηλά όπως υποτίθεται κι ο ήλιος, που φυσικά κοστίζουν πολύ περισσότερο. Επίσης στα υπόλοιπα τερράρια υπήρχαν και λάμπες φωτισμού για να μιμούνται το φως της μέρας, αν και τα φίδια επιβιώνουν κανονικά και με τον εξωτερικο φωτισμό, μιας και δε χρειάζονται υπεριώδη ακτινοβολία.

Μετά είδαμε τους χοντροπύθωνες ή πράσινους δεντρόβιους πύθωνες (green tree pythons), με ε.ο. Morelia viridis. Είναι αποκλειστικά δεντρόβιοι πύθωνες ιθαγενείς της Νέας Γουινέας, των γύρω νησιών και του βορειοανατολικού άκρου της Αυστραλίας, όπου ζουν τυλιγμένοι πάνω στα κλαδιά περιμένοντας τη λεία τους. Το χρώμα τους είναι συνήθως πράσινο. Από 5 που είχε έδωσε τα 2 και τώρα έχει τρεις. Είναι δύσκολοι στην αναπαραγωγή και δε σκοπεύει να τους αναπαραγάγει. Όλοι ζούσαν σε τερράρια με κλαδιά και φυλλωσιές, τα δύο κύβοι πλευράς 60, το άλλο μακρύτερο. Εκείνος στο μακρύτερο ήταν εμφανής, αφού καθόταν τυλιγμένος πάνω σ’ένα κλαδί χωρίς φύλλα κάτω απ’το φως, οι άλλοι ήταν πιο κρυμμένοι. Είναι αρκετά νωχελικά φίδια που θα κινηθούν, αν κινηθούν, κυρίως το βράδυ. Πίνουν νερό από τις σταγόνες στο περιβάλλον και πάνω τους, γι’αυτό χρειάζονται ψεκασμό. Η θερμοκρασία στο φυσικό τους περιβάλλον δεν πέφτει συνήθως κάτω από 24 βαθμούς, γι’αυτό χρειάζονται πολύ προσοχή με το κρύο. Γίνεται να τους χειριστείς, αλλά γενικά γίνονται επιθετικοί όταν αφαιρούνται απ’το κλαδί τους. Τα δόντια τους είναι μακριά για να πιάνουν αμέσως τη λεία τους στο δύσκολο περιβάλλον των δέντρων, σαν ενός αρκετά μεγαλύτερου φιδιού. Το αντμίν τον δάγκωσε ένας μια φορά, και δε θέλει να το θυμάται. Όμορφα φίδια, αλλά δύσκολα.

Ένας χοντροπύθωνας στα κλαδιά με τα φυλλώματα σ’έναν κύβο.

Ο χοντροπύθωνας που ζει στο μεγαλύτερο τερράριο, τυλιγμένος στο ίδιο κλαδί που τον είδαμε κι εμείς σήμερα.

Το επόμενο φίδι ήταν ένας βόας της μαδαγασκάρης (Madagascare tree boa), με ε.ο. Sanzinia madagascariensis. Απ’τα πιο σπάνια είδη του, τον έχει 7 χρόνια και δεν τον δίνει πουθενά. Στη φύση το είδος απειλείται με εξαφάνιση. Πρόσφατα μας είπε είχε αλλάξει το δέρμα του κι άφησε μαζί σπερματικά υπολείμματα (sperm plugs), δηλώνοντας την αναπαραγωγική του ετοιμότητα. Η αναπαραγωγή του όμως είναι δύσκολη, αφού το είδος χρειάζεται περίοδο αρκετά καλής ψύξης πριν το ζευγάρωμα. Μας τον έβγαλε να τον πιάσουμε, όχι όμως στο κεφάλι, γιατί θα μπορούσε να μας δαγκώσει. Ήταν μυώδες μεγάλο φίδι (το είδος κυμαίνεται από 120 εκ. έως 2 μμέτρα, αυτός θα’ταν 150 εκ. περίπου), κι αρκετά δυνατός με λείες φολίδες. Ήρεμος κι αργοκίνητος. Δεν έχω φωτογραφία απ’αυτό το είδος.

Και τέλος περάσαμε στα αρκετά επκίνδυνα, ένα ζευγάρι οχιές κεράστες ή οχιές της ερήμους ή desert horned vipers (Cerastes cerastes), είδος ενδημικό της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής με χαρακτηριστικό τα δύο κερατάκια στο κεφάλι τους. Η αρσενική βρισκόταν σε κουτί Ικέα ημιδιαφανές, η θηλυκή σε πιο διαφανή χώρο. Ήταν αρκετά εκνευρισμένη κι έτριβε τις φολίδες της, μεήχο που ακουγόταν σαν συρριγμος ή βρασμός. Το είδος αυτό δε συρρίζει για να διατηρήσει την υγρασία του στην έρημο, όπως και Οικολογικά αντίστοιχα με δηλητήριο που έχουν επίσης αντικαταστήσει το συριγμό με άλλους τρόπους παραγωγής ήχου, π.χ. το κροτάλισμα στους κροταλίες. Ο Αντμίν σημειωτέον ότι θα πάρει κροταλία μάλλον του χρόνου, αρχικά κάποιο μικρό κι όχι θανατηφόρο είδος. Οι συγκεκριμένες οχιές, αν και μ’όχι τόσο ισςχυρό δηλητήριο όσο άλλων φιδιών εκείνων των περιοχών, μπορούν αρκετές φορές να σκοτώσουν. Η θηλυκή λοιπόν ήταν τόσο θυμωμένη, ώστε μας επιτέθηκε δύο φορές στο τζάμι. «Έκανε strike,” μας είπε ο Αντμίν αρκετά ήσυχος. Σκέφτηκα όμως εγώ αμέσως τι θα γινόταν αν αντί για το τζάμι ήταν ένα χέρι εκεί. Όλα τα φίδια λοιπόν τρώνε αποψυγμένα κατεψυγμένα ποντίκια, εκτός απ’τη συγκεκριμένη θηλυκή, η οποία τρώει ακόμα ζωντανό. Κάθε βδομάδα συνήθως λοιπόν ο Αντμίν αγοράζει ένα ποντικάκι και της το δίνει. Δύσκολα θα’δινα εγώ ένα μικρό μαλιαρό φοβισμένο και ζεστό θηλαστικάκι για βορά σ’ένα φίδι.

Το αρσενικό.

Το θηλυκό.

Κι έτσι είδαμε όλα τα φίδια. Τα αποχαιρετήσαμε πιάνοντας το γόμα ακόμα μια φορά, και καθίσαμε στο σαλόνι όπου συζητούσαμε για διάφορα θέματα, ώστε η επίσκεψή μας κράτησε 3 ώρες περίπου. Αυτό που με παραξένεψε αρκετά λοιπόν και για το οποίο τον ρώτησα είναι πόσο εύκολα δίνει τα φίδια του σ’άλλους. Μου ειπε πως κυρίως τά’χει για ζωολογικό ενδιαφέρον, και θέλει να τα παρατηρεί πώς ζουν, πώς τρώνε, πώς αναπαράγονται κλπ. Γι’αυτό αν βρει είδος μεγαλύτερου ενδιαφέροντος, επειδή δε μπορει να τα κρατήσει όλα, δίνει μερικά, αφού έχει παρακολουθήσει τον κύκλο τους. Άλλα όπως τη σανζίνια δε θα τα δώσει ποτέ υπό κανονικές συνθήκες. Έπειτα συζητούσαμε για ποιο είδος ερπετού θα πάρω εγώ. Του είπα για crested gecko,
κερασφόρο βάτραχο
ή
Αφρικανικό υδρόβιο βάτραχο
Ως τα τρία πρώτα ένα απ’τα οποία θά’παιρνα εύκολα ως πρώτο μου είδος. Και μου είπε πως βατράχια του τελευταίου είδους βρίσκω εύκολα, και πως παίρνει. Ξέρω όμως πως σαύρες, βατράχια, και παρόμοια ερπετά κι αμφίβια δεν έχει τώρα στη συλλογή του, προτιμώντας κατ’αποκλειστικότητα τα φίδια. Δε θα τα πάρει λοιπόν για να τα προσθέσει στη συλλογή του? Τα θέλει επιδή μια απ’τις οχιές της Μήλου που έχει δεν τρώει ποντίκια, και έτσι αναγκάζεται να τις δίνει βατράχια αρχικά. Ενώ λοιπόν οι άλλες έχουν φτάσει τα 50-60 εκ., η συγκεκριμένη είναι ακόμα στα 20. Ο εκτροφέας όμως ήταν ο απατεώνας, ο οποίος αφού του την έδωσε τον ενημέρωσε πως δεν τρώει ακόμα ποντίκια. Ήταν και υποτίθεται έντιμος Γερμανός. Το είδος αυτό στη φύση τρέφεται με αποδημιτικά πτηνά κυρίως, και σε μικρή ηλικία με σαύρες, βατράχια και σαλαμάνδρες. Ο ίδιος λοιπόν δεν έχει πρόβλημα να ταΐζει τέτοια ζώα σ’ένα φίδι που δε μπορεί να φάει ποντίκια. Άλλωστε ταΐζει και ζωντανά ποντίκια όποτε χρειάζεται, σ’αυτό θα είχε πρόβλημα; Όταν τον ρώτησα γι’αυτούς που έχουν οφιοφάγα φίδια όπως βασιλικές κόμπρες και τις ταΐζουν άλλα φίδια, δεν παραξενεύτηκε. Ούτε παραξενεύτηκε αν κάποιος δώσει ένα φίδι στη γάτα του. Εφόσον ένα ζώο δηλαδήέτσι τρέφεται στη φύση, δε θα πρέπει εμείς να ενοχλούμαστε. Ο ίδιος ίσως έτρωγε φίδι αν του δινόταν η ευκαιρία. Όμως τώρα δεν έχουμε αυτά τα ζώα στη φύση, κι επίσης έχουμε γνωρίσει τη συνειδητότητά τους από κοντά για να μην τα δίνουμε ως τροφή, ή τουλάχιστον να τα δώσουμε αφού πρώτα έχουν θανατωθεί κατάλληλα. Επίσης θα μπορούσε να εκτρέφει κότες κι άλλα παραγωγικά ζώα αν γινόταν, να τα σφάζει και να τα τρώει. Δε συμφωνεί ωστόσο με την κακοποίηση των ζώων ή το σκότωμά τους για πλάκα. Το κρέας πάντως του αρέσει, και δε θα σκεφτεί ποτέ να το εγκαταλείψει. Ούτε εγώ είμαι χορτοφάγος, αλλά πιστεύω πως καλύτερη θα’ταν μια διατροφή με μαλάκια κι έντομα. Λέγοντας για έντομα, μας είπε πως στην Αργεντινή τις κατσαρίδες Blaptica dubia, Που εκτρέφονται συχνά ως τροφή για τα ερπετά, τις αποκαλούν γαρίδες της ξηράς και τις τρώνε. Τις βράζουν χωρίς το κεφάλι και τα πόδια, μαζί με μακαρόνια ή άλλα φαγητά και μετά τις τρώνε, με γεύση λίγο εντονότερη απ’αυτήν της γαρίδας. Μία κοπέλα που είχε γνωρίσει απ’την Αργεντινή είπε πως αν ερχόταν θα του έκανε. Εγώ αν είχα τέτοια έντομα σίγουρα αργά ή γρήγορα θά’τρωγα. Στην πραγματικότητα η κατανάλωση ενός τέτοιου μεγάλου, ακίνδυνου και θρεπτικού εντόμου δε διαφέρει καθόλου απ’την κατανάλωση μιας γαρίδας ή ενός αστακού. Απλώς το ένα είναι αρθρόποδο της ξηράς, το άλλο της θάλασσας.

Σκυλιά και γάτες ωστόσο δεν τρώει, όπως και κουνέλια, ίσως όμως δοκίμαζε αργότερα τα τελευταία. Γι’αυτό κι εγώ του πρότεινα να πάρει ένα ακόμα κουνελάκι από μένα ως θεραπευτική δώσει κατά των ανερχόμενων κουνελοφαγικών ορέξεών του, αλλά αρνήθηκε. Όσον αφορά το κόστος, επειδή πολλά φίδια που έχει κοστίζουν αρκετά, μου φάνηκε απ’την αρχή πως είχε πολλά ΧΡΉΜΑΤΑ. Όπως μας λεέι όμως δεν έχει και τόσα. Απλώς αν αγαπάει κάποιο χόμπι είναι σε θέση να μαζεύει λεφτά ως και για 10 μήνες για να πάρει αυτό που του αρέσει. Όπως ο πατέρας μου δηλαδή, που ενώ γενικά δεν πολυξοδεύει λεφτά, για το σκάφος/βαρκούλα του έχει δώσει αρκετά ως τώρα για μηχανήματα, εξοπλισμούς, μπαταρίες κλπ., ή ο γυμναστής μου που πάλι γενικά δεν ξοδεύει και τόσα, αλλά για ψαροντούφεκα δίνει αρκετά. Ο Αντμίν λοιπόν παλιά έβγαζε αρκετά λεφτά απ’τις δουλειές του, τώρα έχει λιγότερα. Είναι προπονητής κολύμβησης.

Και με τις πολλές συζητήσεις πέρασε αρκετά η ώρα κι έπρεπε να φύγουμε. Τον ευχαριστήσαμε λοιπόν πολύ, αφού θα μπορούσε κάποιος άλλος στη θέση του να μη μας δεχόταν, και φύγαμε. Στο φλασάκι μου, όπου πήρα τις φωτογραφίες, μετέφερα το βιβλίο
Το όνειρο του φαραώ,
Το οποίο σίγουρα θα τον ενδιαφέρει. Μου έμεινε ως μια εμπειρία αρκετά εποικοδομητική και χρήσιμη. Πιστεύω πως θα μπορέσω να κρατήσω επικοινωνία μ’αυτόν τον άνθρωπο κι εκτός του φόρουμ. Τώραπεριμένω μήνυμά του για την άφιξη των βατράχων, αν γίνιε αυτή. Θα ενημερώσω για εξελίξεις.

Ενημέρωση 28/5/2013: Ο πύθωνας γόμα πουλήθηκε, οι χοντροπύθωνες έχουν αναπαραχθεί, και τελικά εγώ δεν πήρα βάτραχο, αλλά ένα
λοφιοφόρο γκέκο
που έχω εδώ και 6 μήνες.