Tag Archive: σαύρες


τερράριο λοφιοφόρου γκέκο 2016

Αυτό είναι το τερράριο του λοφιοφόρου μου γκέκο, όπως το διαρρύθμισα από φέτος το Μάιο. Ενώ για τα νεότερα ζώα ενημερώνω ακόμα τα θέματά τους, έχω αρκετό καιρό να ανεβάσω κάτι για το λοφιοφόρο γκέκο, επειδή το αρχικό θέμα γι’αυτό είχε γίνει πολύ μεγάλο από τις συνεχείς ενημερώσεις. Συνοπτικά, είναι ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, επιστημονική ονομασία Correlophus ciliatus. Ανήκει στην αρχαία οικογένεια γκέκο των διπλοδακτυλιδών (Diplodactylidae), γνωστή ως αυστραλιανά γκέκο. Το συγκεκριμένο είδος κατάγεται από τη Νέα Καληδονία, όπου μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού, στη Νήσο των Πεύκων από κάτω, καθώς και σε ένα μικρό σημείο στα βόρεια, όπως βρήκε μια αναζήτηση το 2015. Είναι μεσαίο προς μεγάλο γκέκο με αναρριχητικές επιφάνειες στα πόδια του για να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, αλλά και συλληπτήρια ουρά, η οποία φέρει στο άκρο της αναρριχητική επιφάνεια. Όταν όμως χάνει την ουρά του, δεν την αναγεννά, παρά μόνο μία μικρή μυτούλα. Έτσι είναι πλέον το δικό μου αλλά και πολλά άλλα, καθώς και όλα τα ενήλικα στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά τη μετακίνησή τους. Το είδος είναι νυκτόβιο και τρέφεται με έντομα, ώριμα φρούτα και νέκταρ. Το δικό μου γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 και ήρθε στην κατοχή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012.
Το τερράριό του είναι το πιο όμορφο από όσα έχω, γιατί τα περισσότερα τα έχω πιο απλά. Ποιος τα βλέπει άλλωστε; Το συγκεκριμένο προσπαθώ επίσης να το κρατήσω απλό κι εύκολο, προσφέροντας όμως κι επιφάνειες για αναρρίχηση και κρύψιμο. Η βασική του διαρρύθμιση είναι αυτή που ξέρατε, όσοι την ξέρατε από τις παλαιότερες δημοσιεύσεις, δηλαδή τα τρία διαγώνια καλάμια μπαμπού, η κομμένη καρύδα πίσω δεξιά και το μπολ στη μέση. Μ’αυτά τον πήρα από τον προκάτοχό του. Υπήρχαν επίσης και πλαστικά φυτά, τα οποία στη συνέχεια χάλασαν κι αντικαταστάθηκαν. Τώρα έχω ένα μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, και τρία μικρότερα, ένα πίσω αριστερά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά, του οποίου τελευταίου η βεντούζα έχει αποκολληθεί κι έτσι το κρεμάω από το κρίκάκι του στη βεντούζα, γιατί έχουν και τα δύο. Τα φυτά αυτά είναι απομίμηση Ficus benjamina. Η νεότερη προσθήκη είναι ο κορμός από φελλό πίσω αριστερά, τον οποίο έχω τοποθετήσει ελαφρώς διαγώνια, ώστε να στηρίζεται καλύτερα και ν’αφήνει έναν κενό χώρο από πίσω, και τον έχω καλύψει ελαφρώς με τα γειτονικά φυτά. Το γκέκο τον χρησιμοποιεί, αλλά λιγότερο από την καρύδα. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ. Η αγαπημένη κρυψώνα του γκέκο, όπου κοιμάται τη μέρα είναι στο μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, όπως και παλιά, όταν τον είχα πάρει. Σύντομα άλλαξε θέση και κοιμόταν για περίπου ενάμισι χρόνο στην επίγεια κρυψώνα μέσα στην καρύδα του. Έπειτα προτίμησε το φυτό στα αριστερά, γιατί πίσω το παλιό φυτό το είχα βγάλει, γιατί κατέρρεε συνέχεια. Μόλις έφερα φυτό για την ίδια θέση, ευθύς άρχισε να την ξαναχρησιμοποιεί.

Στα παρακάτω βίντεο του Βαρώνου θα δείτε πώς αυτό το είδος τρώει, κινείται και σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, προστατεύει την περιοχή του και κάνει φωνή. Διάφορα άλλα βίντεο τα έχω ανεβάσει σε διάσπαρτα άρθρα του Ιστολογίου.

Στο πρώτο τρώει μια μικρή νυχτοπεταλούδα, ενώ στα επόμενα τρώει φρούτα, στο ένα ροδάκινο και στο άλλο μήλο.


Εδώ σκαρφαλώνει στο τζάμι και γενικότερα κινείται στο χώρο του. Στο τελευταίο κρέμεται από τη σίτα στο καπάκι.



Εδώ έχει ενοχληθεί από μένα και προστατεύει την περιοχή του. Αν και τα γκέκο αυτά είναι κανονικά πολύ ήρεμα ζώα, ορισμένα αρσενικά συμπεριλαμβανομένου κι αυτού, μπορεί κάποιες φορές να γίνουν επιθετικά αν ανακατεύεσαι πολύ στο χώρο τους. Τα δαγκώματά του δεν είναι κάτι το σημαντικό. Περισσότερο γίνονται ως ένδειξη κυριαρχίας στον αντίπαλο παρά για να κάνουν κακό. Έχω ξεχωρίσει τρεις τύπους δαγκωμάτων: Γρήγορα και στιγμιαία, που μπορεί να τα κάνει ένα γκέκο του είδους αν τρομάξει. Δυνατά, όπου το γκέκο μπορεί να πιαστεί πολύ δυνατά και να γυρίσει το λαιμό ή το σώμα του για να πονέσει το δάγκωμα παραπάνω, που τα κάνει αν ενοχληθεί περισσότερο, π.χ. αργήσω να τον επιστρέψω στο τερράριό του, και δαγκώματα κυριαρχίας, όπου πιάνει τον αντίπαλο μαλακά αλλά σταθερά και συχνά κάνει φωνή. Οι δύο πρώτοι απευθύνονται στους εχθρούς, και ο δεύτερος μπορεί να πονέσει περισσότερο και να αφήσει μια μικροσκοπική γρατσουνιά σε ιδιαίτερα άτυχες περιπτώσεις, ενώ ο τρίτος σε άτομα του είδους του, είτε σε τσακώματα κατά την προστασία της περιοχής είτε για το ζευγάρωμα.

Εδώ έχει πάλι ενοχληθεί από μένα, κι εκτός από τα δαγκώματα φωνεί. Μπορείτε να ακούσετε τη φωνή του. Είναι αρκετά θυμωμένος κι εκτός της περιοχής του, κάτι σπάνιο, αλλά τελικά ηρεμεί απότομα όταν καταλαβαίνει ότι δαγκώνει λάθος στόχο, την κουρτίνα.

Εδώ έχει επίσης ενοχληθεί από μένα, και μου κάνει επιθέσεις πίσω από το τζάμι. Τα περισσότερα ζώα δεν κατανοούν πλήρως τους διαφανείς φραγμούς, κι αν αναστατωθούν αρκετά, συνήθως τους ξεχνούν. Ένα διάστημα παλιά έκανε συχνά επιθέσεις πίσω από το τζάμι, είτε για να πιάσει τροφή είτε για να διώξει εμένα από την περιοχή του, αλά επειδή το προκαλούσα συχνά, σταδιακά έμαθε ότι το τζάμι δεν περνιέται και τις περιόρισε. Αυτό δε σημαίνει ότι έχει σταματήσει εντελώς, και πού και πού μπορεί να προσπαθήσει να κάνει κάτι πίσω από το τζάμι.

Για να μου συμπεριφέρεται σαν μέλος του είδους του, παναπεί ότι δε με φοβάται καθόλου, ή σχεδόν καθόλου πια. Γιατί, όπως όλα τα μικρά ζώα που μας έχουν συνηθίσει, κι αυτό μπορεί να τρομάξει. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει αν τρομάξει. Αυτήν τη φορά το είχα ξυπνήσει κατά λάθος, έτρεξε, το έβαλα μέσα, μετά πάλι πετάχτηκε έξω, και το ξαναέβαλα μέσα. Γενικά θεωρείται αργοκίνητο γκέκο που σε μεγάλες αποστάσεις κινείται κυρίως με άλματα, αλλά μπορεί να τρέξει για μικρές αποστάσεις όταν κυνηγά τροφή, αντιπαρατίθεται με μέλη του είδους του ή απειλείται από πιθανούς εχθρούς.

Και το καλύτερο το κράτησα για το τέλος. Εδώ πάλι το γκέκο είναι ενοχλημένο, και του προσφέρω ένα έντομο να φάει. Συνήθως όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση δε θέλει να φάει, κι αν του δώσω έντομο είτε θα το πετάξει, είτε θα μου δαγκώσει αποφασιστικά το δάχτυλο πάνω απ’το έντομο. Σπάνια, ιδίως αν είναι κάποια αγαπημένη τροφή ή έχει να φάει καιρό έντομα, μπορεί να το φάει και να ηρεμήσει έπειτα, γιατί από απειλή στην περιοχή του και στα υποτιθέμενα θηλυκά του γίνομαι ξαφνικά μαγικός τροφοδότης, ενώ επίσης σπάνια, αν η τροφή είναι κάτι δύσθραυστο, όπως ένα αλευροσκούληκο (Tenebrio molitor) ή ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella), μπορεί να μπερδευτεί, και να το αντιμετωπίζει πότε ως τροφή και πότε ως ανταγωνιστεί. Στο συγκεκριμένο βίντεο, προσφέρω στο γκέκο ένα μελοσκούληκο, και για τα επόμενα λεπτά δε μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να του φωνάζει ή να το φάει. Τελικά το τρώει, και τρώει ένα ακόμα μικρότερο με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά.

Ενημέρωση 16/9/2016: Προσθέτω δύο ακόμα καλά βίντεο που έβγαλα πρόσφατα. Στο πρώτο το γκέκο εκτελεί μερικά άλματα, για να δείτε πώς και πόσο καλά πηδάει αυτό το είδος, και στο δεύτερο τρώει νεκταρίνι.

Advertisements

Αυτά τα μικρά, πολύχρωμα γκέκο είναι οι πιο διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία σήμερα. Το μικρό τους μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι διάφορες χρωματικές παραλλαγές που έχουν παραχθεί, αλλά και η ευκολία διατήρησης, ακόμα και αναπαραγωγής από οποιονδήποτε, ή μάλλον καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε, τις έφεραν γρήγορα σ’αυτήν τη θέση. Μετά το λοφιοφόρο γκέκο, το γενειοφόρο δράκο, τον τερατοσκίγκο, ο οποίος όμως ήταν αποτυχία, τα κηλιδωτά γκέκο είναι η τέταρτη σαύρα στη συλλογή μου, ή μάλλον ή τέταρτη και η Πέμπτη, αφού έχω δύο σχεδόν πανομοιότυπα είδη, ένα Eublepharis macularius και ένα Eublepharis turcmenicus.

Φυσική ιστορία

Τα κηλιδωτά γκέκο ανήκουν στην οικογένεια των ευβλεφαριδών (Eublepharidae), στον κλάδο των γκεκωτών (Gekkota). Οι ευβλεφαρίδες διαθέτουν διάφορα αρχαϊκά χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλα γκέκο, όπως την παρουσία κανονικών βλεφάρων, με τα οποία κλείνουν τα μάτια, σε αντίθεση με την ακίνητη μεμβράνη των υπόλοιπων γκέκο, που σχηματίζεται από τα συνενωμένα τους βλέφαρα, και την αναπαραγωγή με μαλακά αυγά, όπως οι περισσότερες σαύρες αλλά όχι όπως τα περισσότερα γκέκο. Στο παρελθόν η απουσία αναρριχητικών επιφανειών στα δάχτυλά τους θεωρήθηκε αρχαϊκό χαρακτηριστικό, αλλά στην πορεία βρέθηκε ότι διάφοροι κλάδοι γκέκο τις απέκτησαν και τις έχασαν ανεξάρτητα, ενώ ακόμα παλαιότερες εξαφανισμένες οικογένειες γκέκο τις είχαν, οπότε απλώς μπορεί οι σημερινοί ευβλεφαρίδες να τις έχασαν στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη μορφολογική ανάλυση, οι ευβλεφαρίδες τοποθετούνταν στη βάση του δέντρου των γκεκωτών ως τα πιο αρχαία γκέκο, οι μοριακές όμως αναλύσεις τα τοποθετούν στη βάση του κλάδου που περιλαμβάνει τα μεταγενέστερα πιο εξελιγμένα γκεκονοειδή γκέκο με τα σκληρά αυγά, αφήνοντας ως αρχαιότερα τα αυστραλιανά διπλοδακτυλοειδή γκέκο, στα οποία ανήκει και το λοφιοφόρο γκέκο. Εάν έτσι έγινε η εξέλιξη, τότε τα διπλοδακτυλοειδή και τα γκεκονοειδή εξέλιξαν τη μεμβράνη του ματιού ανεξάρτητα. Οι ευβλεφαρίδες σήμερα έχουν διασπασμένη και υπολειμματική εξάπλωση σε Ασία, Βόρνεο και γύρω νησιά, Αφρική και Βόρεια και Κεντρική Αμερική, και περιέχουν 30 είδη σε 6 γένη. Αν και λίγα σε σχέση με τα συνολικά περίπου 1.500 είδη των γκέκο, αυτό δε σημαίνει ότι είναι αποτυχημένα. Το γένος Eublepharis, στο οποίο ανήκει το κηλιδωτό γκέκο περιλαμβάνει 5 είδη: Eublepharis angramainu του Ιράκ και της ανατολικής Τουρκίας, E. fuscus της δυτικής Ινδίας, E. hardwikii της ανατολικής Ινδίας, E. macularius του Πακιστάν, του Αφγανιστάν με οριακή εξάπλωση στο Ιράν και στην Ινδία, με 5 αναγνωρισμένα υποείδη (Eublepharis macularius afganicus, E. m. fasciolatus, E. m. macularius, E. m. Montanus, E. m. smithi), και E. turcmenicus του νότιου Τουρκμενιστάν και του βόρειου Ιράν. Τα παραπάνω υποείδη του E. macularius αμφισβητούνται από μερικούς ερευνητές, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν ως τοπικές παραλλαγές ελάσσονος ταξινομικής σημασίας. Το είδος E. macularius πρωτοπεριγράφηκε από τον Edward Blyth το 1854, ενώ το E. turcmenicus από τον Ilia Darevski το 1977.

Τα τρία κοινότερα είδη στην αιχμαλωσία είναι η νοτιοδυτική ομάδα που περιλαμβάνει E. angramainu, E. Turcmenicus και E. macularius. Ο E. angramainu, γνωστό ως μεσοποταμιακό κηλιδωτό γκέκο, φτάνει τα 25 εκατοστά και είναι αρκετά περιζήτητο και σπάνιο, αφού ωριμάζει αναπαραγωγικά σε 3-4 χρόνια. Έχει λεία υποδακτύλια ελάσματα. Από τα δύο τελευταία, ο E. macularius είναι μακράν το κοινότερο στην αιχμαλωσία. Είναι σχεδόν όμοια, με τον E. turcmenicus συνήθως να είναι μικρότερος στο μέγεθος, με μικρότερες φολίδες στο σαγόνι, ελαφρώς τροπιδωτές φολίδες στα υποδακτύλια ελάσματα, και κάτω από 8 προπρωκτικούς πόρους, ενώ το κοινό είδος έχει εντονότερα τροπιδωτές φολίδες και πάνω από 8 προπρωκτικούς πόρους. Τα είδη του γένους Eublepharis, παρά τις διαφορές τους, είναι κοντινοί συγγενείς και μπορούν να υβριδιστούν δίνοντας γόνιμους απογόνους.

Το είδος έχει λάβει πολλές κοινές ονομασίες, όπως γκέκο λεοπάρδαλη (Leopard gecko), ή λεοπαρδαλογκέκο, ασιατικό παχύουρο γκέκο (Asian fat-tailed gecko), σαμιαμίδι λεοπάρδαλη, παρδαλό γκέκο, κηλιδωτό γκέκο κλπ. Στο άρθρο αυτό θα χρησιμοποιώ την ονομασία «κηλιδωτό γκέκο» ως πιο εύχρηστη και πιο ακριβή μετάφραση της επιστημονικής του ονομασίας. Γενικώς όταν μιλάω για το κηλιδωτό γκέκο, θα εννοώ το κοινό E. macularius, με αναφορές σε άλλα είδη, κυρίως στον E. turcmenicus, μόνο εάν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά από τον E. macularius.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά μεγαλόσωμα και στιβαρά, με χαρακτηριστική παχιά ουρά, η οποία είναι μικρότερη του σώματος. Από τα 41 είδη γκέκο του Πακιστάν, ο E. macularius είναι το μεγαλύτερο. Το μήκος τους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 20-25 εκατοστών, με μήκος σώματος 12-16 εκ. και μήκος ουράς 8-9 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται στα 40-80 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθός τους. Το κεφάλι τους είναι πλατύ, με κατηφορικό ρύγχος και μεγάλα μάτια με βλέφαρα και κάθετες κόρες, όπως τα περισσότερα νυικτόβια κυνηγετικά ζώα. Πίσω από τα μάτια βρίσκονται οι ακουστικοί πόροι, όπου το κρανίο είναι διαμπερές, δηλαδή αν τοποθετήσετε το γκέκο μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, θα παρατηρήσετε ότι το φως περνά μέσα από το αυτί του. Στο άκρο του ρύγχους βρίσκονται τα ρουθούνια, και από κάτω είναι το στόμα, το οποίο φέρει περίπου 100 δόντια, τα οποία αντικαθίστανται κάθε 3-4 μήνες. Κάθε δόντι μοιάζει με καρφάκι με δύο κορυφές, όπως και στα περισσότερα γκέκο, και όπως όλα τα γκέκο, δεν έχει δόντια στον ουρανίσκο. Η γλώσσα είναι πλατιά, όπως σε όλα τα γκέκο, η οποία χρησιμεύει στην κατάποση, στην πόση, στην όσφρηση με το ινιδορινικό όργανο και στον καθαρισμό του προσώπου και των ματιών. Ο λαιμός είναι σχετικά μακρύς, κοντότερος όμως απ’το κεφάλι, και το σώμα είναι υποκυλινδρικό και αρκετά γεροδεμένο. Τα τέσσερα άκρα είναι λεπτά, σχετικά κοντά και με 5 κοντά δάχτυλα, τα οποία φέρουν μικρά, αγκιστρωτά νύχια. Η αρχική ουρά είναι Παχιά με μια περίσφιξη στη βάση και λεπτή άκρη, και το δέρμα της σχηματίζει δακτυλίους, ενώ αν κοπεί και αναγεννηθεί είναι κοντότερη, χωρίς στενή βάση ή δακτυλίους και με στρογγυλεμένη άκρη. Όπως και με όλες τις σαύρες, η αναγεννημένη ουρά δεν έχει σπονδυλική στήλη, αλλά μία χόνδρινη ράβδο, η οποία μπορεί να οστεοποιηθεί μερικώς στην αρχή της, και μέσα της φέρει τον μερικώς αναγεννημένο νωτιαίο μυελό. Η παχιά ουρά χρησιμεύει ως αποθήκη λίπους. Η φολίδωση του είδους χαρακτηρίζεται από κοκκώδεις φολίδες στη ράχη, με διάσπαρτα μεγαλύτερα φύματα ανάμεσά τους όπως και στους δακτυλίους της ουράς, τα οποία του δίνουν τη χαρακτηριστική τραχιά υφή του, ενώ στην κοιλιά οι φολίδες είναι λείες. Ο συνήθης φυσικός χρωματισμός του είδους είναι αποχρώσεις του κίτρινου ή του ανοιχτού καφέ με διάσπαρτες καφέ ή μαύρες κηλίδες. Το κεφάλι είναι συνήθως σκουρότερο καφέ, η ουρά λευκή με μαύρες κηλίδες, ενώ η κάτω πλευρά είναι λευκή και σχεδόν διάφανη. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το μεγαλύτερό τους μέγεθος, το μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, τα ημιπεΪκά φουσκώματα στη βάση της ουράς πίσω από την αμάρα και τους έντονους προπρωκτικούς πόρους. Οι προπρωκτικοί ή προμηριαίοι πόροι, που είναι συνήθως 9-13 στο συγκεκριμένο είδος, σχηματίζουν τόξο μπροστά από την αμάρα και μπορεί να διακόπτονται στο μέσο από μία ή δύο φολίδες. Χρησιμεύουν στη σήμανση της περιοχής, αφού αποθέτουν κηρώδες οσμητικό υλικό στο περιβάλλον. Στα αρσενικά είναι βαθείς, έντονοι και συχνά με ίχνη κηρώδουςς ουσίας, ενώ στα θηλυκά είναι απλώς μικρά βαθουλώματα στις φολίδες.

Το γκέκο αυτό λανθασμένα χαρακτηρίζεται ερημόβιο, αφού στην πραγματικότητα σπανίζει στην έρημο, με μεγαλύτερους πληθυσμούς σε μέρη με υψηλότερες βροχοπτώσεις, σε ξηρά ή μέτριων βροχοπτώσεων κλίματα. Στο Πακιστάν, όπου η εξάπλωση και η βιολογία του έχουν μελετηθεί περισσότερο, μπορεί να βρεθεί σε όλη τη χώρα, από τις πεδιάδες μέχρι τους υποϊμαλάιους λόφους, έως το υψόμετρο των 2.500 μέτρων. Ο E. turcmenicus έχει τη βορειότερη εξάπλωση του γένους, φτάνοντας μέχρι και τον 38ο παράλληλο. Τα γκέκο αυτά συνήθως ζουν σε πετρώδεις περιοχές, όπως πετρώδεις λοφοπλαγιές με χαλικώδες υπόστρωμα, όπου κρύβονται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Σε πιο δασωμένα μέρη κατοικούν κάτω από το φλοιό των δέντρων, οπότε μπορούν να θεωρηθούν ημιδενδρόβια. Μπορούν επίσης να βρεθούν συχνά και σε πετρότοιχους που οριοθετούν σπίτια και χωράφια. Οι πετρότοιχοι αυτοί στο Πακιστάν είναι κατασκευασμένοι από μεγάλες πέτρες, οι οποίες τσιμεντώνονται με λάσπη και μικρότερες πέτρες. Όταν η βροχή διαβρώνει τους αρμούς και ανοίγει διόδους, τα γκέκο εισβάλλουν εκεί. Το είδος μπορεί να βρεθεί επίσης μέσα σε πόλεις, όπου φωλιάζει κάτω από πλάκες, γέφυρες σιδηροδρομικών γραμμών, σε τοίχους και σε υπόγειους σωλήνες, όπου οι διαρροές του παρέχουν υγρασία και τα κενά στη μόνωση κατοικία. Το μικροκλίμα των κρυψωνών αυτών είναι πιο σταθερό και πιο υγρό από τον σκληρό κόσμο της επιφάνειας. Για παράδειγμα, στο οροπέδιο του Ποτοχάρ στο βόρειο Παντζάμπ του Πακιστάν, οι μέσες θερμοκρασίες το Μάρτιο, όταν τα ζώα εξέρχονται από τη νάρκη, κυμαίνονται στους 22-24 βαθμούς, και τον Ιούνιο-Ιούλιο ανεβαίνουν έως τους 40-45 βαθμούς, με υγρασία μεταξύ 30% 40%, ενώ μέσα στις κρυψώνες η υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 40-56%. Με την έλευση των Μουσώνων όμως, η θερμοκρασία πέφτει στους 28-33 βαθμούς και η υγρασία ανεβαίνει στο 70%-80%, και τα γκέκο δραστηριοποιούνται περισσότερο. Γενικώς ο ψυχρός, ξηρός και ανεμώδεις καιρός αναστέλλει τη δραστηριότητά τους, ενώ ο υγρός και θερμός καιρός την εντείνει. Οι ζεστές και υγρές νύχτες είναι ο καιρός που τα γκέκο αυτά γίνονται πιο δραστήρια, όπως άλλωστε και η τροφή τους. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη, που διαρκεί από το Σεπτέμβριο έως το Μάρτιο στο βόρειο Πακιστάν, αλλά από το Δεκέμβριο έως το Μάρτιο στο νότο, όπου τα γκέκο μπορεί να αδρανοποιούνται διακεκομμένα ή και καθόλου. Όπως και πολλά μικρόσωμα ερπετά σε θερμά εύκρατα και υποτροπικά κλίματα, συχνά διακόπτουν τη νάρκη όταν η θερμοκρασίες γίνονται ευνοϊκές, όπως ακριβώς με πολλά είδη στη νότια Ελλάδα και στην Κρήτη.

Λανθασμένα επίσης το γκέκο αυτό χαρακτηρίζεται εδαφόβιο. Στην πραγματικότητα καλύτερα θα το περιέγραφε ο όρος ημιαναρριχητικό, αφού συχνά σκαρφαλώνει με ευκολία τραχιές επιφάνειες. Συχνά η είσοδος στην κατοικία του βρίσκεται αρκετές δεκάδες εκατοστά από το έδαφος, ενώ όταν βρίσκεται μέσα, μπορεί είτε να κοιμάται γαντζωμένο σε κάποια επιφάνεια είτε κάτω. Λανθασμένα επίσης χαρακτηρίζεται μοναχικό, αφού συνήθως ζει σε αποικίες, οι οποίες μπορεί να φτάνουν έως και τα 15 άτομα. Αν και μπορούν να σκάψουν, π.χ. κάτω από μία πέτρα για να βολευτούν καλύτερα, γενικά δεν τροποποιούν το περιβάλλον τους, παρά βρίσκουν έτοιμες κρυψώνες και αξιοποιούν τους θαλάμους και τα περάσματα που σχηματίζουν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες ή τις δομές. Μία αποικία μπορεί να χρησιμοποιεί έναν τόπο διαμονής για πολλά χρόνια. Η αποικία χρησιμοποιεί ένα κοινό σημείο αφόδευσης, συνήθεια που διατηρείται και στην αιχμαλωσία. Είναι εσπερόβια και νυκτόβια ζώα. Μόλις σουρουπώνει, όλα τα γκέκο βγαίνουν έξω και σκορπίζονται στη γύρω περιοχή προς εύρεση τροφής. Τρέφονται με έντομα όπως ακρίδες, γρύλλους, κατσαρίδες, σκαθάρια, κάμπιες, αλά και πιο επικίνδυνα θηράματα, όπως αράχνες, σαρανταποδαρούσες και σκορπιούς, με τους τελευταίους αγαπημένη τροφή. Τα ενήλικα γκέκο είναι και ευκαιριακή κυνηγοί μικρών σπονδυλωτών όπως μικρότερων σαυρών και γκέκο, συμπεριλαμβανομένων και νεοσσών του είδους τους μερικές φορές, σκουληκόφιδων, και νεογέννητων τρωκτικών και νεοσών πουλιών μέσα απ’τις φωλιές. Όπως και τα άλλα ευβλεφαροειδή γκέκο, είναι περισσότερο κυνηγοί αναζήτησης παρά κυνηγοί ενέδρας, ψάχνοντας ενεργητικά στο περιβάλλον για την τροφή τους, την οποία εντοπίζουν με την όραση, αν και μπορεί να οδηγηθούν σ’αυτήν με οσφρητικά ίχνη. Όταν κυνηγούν, κινούνται αργά προς τη λεία τους, συχνά δονώντας την άκρη της ουράς σαν γάτες, εξού και το άλλο τους όνομα, γατογκέκο. Έπειτα τρέχουν γρήγορα προς το θήραμα και το εξουδετερώνουν αφού το δαγκώσουν δυνατά και το κρατήσουν στο στόμα τους. Το μασούν δαγκώνοντάς το λίγες ακόμα φορές, κι έπειτα το καταπίνουν ολόκληρο. Θεωρούνται αργοκίνητα γκέκο που κινούνται αρκετά αργά αν δεν ενοχλούνται, αν και μπορούν να τρέξουν για σύντομο χρόνο όταν κυνηγούν, μαλώνουν ή απειλούνται. Κανονικά κινούνται με αργό, προσεκτικό βήμα, με το σώμα αρκετά ανασηκωμένο από το έδαφος, παρατηρώντας προσεκτικά το περιβάλλον τους, μυρίζοντας και βγάζοντας περιοδικά τη γλώσσα τους για να ανιχνεύσουν με το ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον τις οσμές. Όταν σκαρφαλώνουν, χρησιμοποιούν βοηθητικά και την ουρά τους, ενώ μπορούν να πηδήξουν σε μικρή απόσταση. Κινούνται με ευκολία σε στενούς χώρους και τρύπες, αφού μπορούν να πάνε προς τα πίσω ή να διπλώσουν το σώμα τους και να κάνουν μεταβολή αν υπάρχει αδιέξοδο. Αυτές οι ικανότητες τους χρειάζονται επίσης για την αποφυγή των εχθρών τους.

Εχθροί τους είναι πολλά ζώα, όπως τσακάλια, αλεπούδες, κουκουβάγιες, γεράκια, βαράνοι, σαύρες δράκοι, και διάφορα φίδια όπως ο δρομέας (Ptyas mucosus), το διαδηματόφιδο (Spalarosophis diadema) και η κοινή κόμπρα (Naja naja). Αποφεύγουν τους εχθρούς τους χάρη στην κρυπτική συμπεριφορά τους, στο καμουφλάζ τους, στις οξυμένες αισθήσεις τους και στις άμυνές τους. Εάν αντιμετωπίσουν εχθρό συχνά τρέχουν μακριά, αλά μπορεί επίσης να αποπειραθούν να τον τρομάξουν με μια επίδειξη απειλής, που σκοπό έχει να κάνει το ζώο να φαίνεται μεγαλύτερο και τρομακτικότερο. Στην επίδειξη αυτή, σηκώνουν το σώμα ψηλά, καμπυλώνουν τη ράχη τους, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν ήχους, και σηκώνουν την ουρά τους ψηλά και την κουνούν δεξιά κι αριστερά. Έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν συγκεκριμένους εχθρούς, για παράδειγμα έχει βρεθεί σε μελέτη ότι τα γκέκο αυτά μπορούν να αναγνωρίζουν τα φίδια και να αντιδρούν σ’αυτά, γι’αυτό και στην αιχμαλωσία μπορεί να τρομάξουν π.χ. από ένα καλώδιο που κάνει στροφές και κινείται. Εκτός από τους παραπάνω εχθρούς, το γκέκο αυτό έχει ν’αντιμετωπίσει και τον άνθρωπο, ο οποίος τα καταδιώκει. Αν και εντελώς άκακο ζώο, στο Πακιστάν λανθασμένα πιστεύεται πως είναι δηλητηριώδες, ίσως και πιο επικίνδυνο από την κόμπρα, αφού πιστεύεται ότι ένα δάγκωμά του σκοτώνει το θύμα του σε λίγα λεπτά, υγροποιώντας το. Στο Πακιστάν το είδος αποκαλείται κχαν-κχάιν, κορ κίρλι ή μπις κόμπρα, δηλαδή μικρή κόμπρα. Γι’αυτό συχνά οι ντόπιοι το σκοτώνουν όποτε το βρίσκουν, κι έπειτα πετάνε το ξύλο με το οποίο το σκότωσαν μακριά, γιατί πιστεύουν πως το δηλητήριο περνά στο ξύλο. Όπως αναφέρει και ο ερευνητής Muhammad S. Khan, ο οποίος έχει συγκεντρώσει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τη φυσική ιστορία του είδους που χρησιμοποίησα εδώ, η πεποίθηση αυτή είναι τόσο ισχυρή, αφού όταν μάζευε κηλιδωτά γκέκο για μια μελέτη το 1996 στην αλατούχο πεδιάδα του Παντζάμπ, ένας ντόπιος φοβήθηκε και δε μπορούσε να τον αγγίξει για λίγες μέρες. Όταν κατάλαβε ότι δεν έπαθε τίποτα, εντυπωσιάστηκε και του ζητούσε επανειλημμένα το μαγικό ξόρκι χάρη στο οποίο δεν τον επηρέαζε το δηλητήριό τους. Όπως συνεχίζει ο ίδιος, τα ερπετά και τα αμφίβια γενικά αντιμετωπίζονται με απέχθεια στον ινδοπακιστανικό πολιτισμό, και πέρα από κάποιους ναούς που ζουν κάποια ιερά ερπετά, αντιμετωπίζονται με φόβο, ακόμα και αβλαβή είδη. Για παράδειγμα στο Πακιστάν πιστεύεται ότι τα σαμιαμίδια, τα διάφορα μικρά γκέκο που ζουν μέσα στα σπίτια, είναι δηλητηριώδη, όποιος τα αγγίξει παθαίνει σοβαρά δερματικά προβλήματα και δηλητηριάζουν το φαγητό και το ποτό αν πέσουν μέσα του. Τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται αυτά τα ζώα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Πολλοί από τους μύθους αυτούς διαδίδονται από τους φιδοπιάστες ή γκάργκα στο Πακιστάν, παραδοσιακά μέλη Σανιασίνων ή κατώτερων καστών, που όμως αντιμετωπίζονται με σεβασμό για τις υποτιθέμενες μαγικές τους δυνάμεις, οι οποίοι, για να προστατεύσουν το επάγγελμά τους, τρομοκρατούν τον αμόρφωτο κόσμο με τέτοιες ιστορίες. Αυτοί συχνά γίνονται γητευτές φιδιών και συλλέγουν τα δηλητηριώδη φίδια και άλλα ερπετά όπως τα κηλιδωτά γκέκο για να τα εμπορευτούν, με πολλά να εξάγονται στη Δύση. Παρά τις πιέσεις, το είδος δεν απειλείται και διατηρεί υψηλούς πληθυσμούς ακόμα και σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κρυπτικό και δύσκολο να βρεθεί αν κάποιος δεν ψάχνει γι’αυτό. Αν λοιπόν πιαστεί από κάποιο ζώο ή άνθρωπο, θα προσπαθήσει να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, βγάζοντας ήχους, δαγκώνοντας και αδειάζοντας το περιεχόμενο του εντέρου του. Το δάγκωμά του είναι σχετικά αδύναμο και συνήθως δεν πονάει καθόλου και δε σχίζει το δέρμα. Αν πιαστεί από την ουρά, μπορεί να την ρίξει, όπως και πολλές σαύρες. Η αυτοτομή της ουράς γίνεται στο καταγματικό πεδίο στη μη οστεοποιημένη μέση ενός σπονδύλου. Μόλις η ουρά αποκοπεί, τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως για να μην υπάρξει αιμορραγία, και το ζώο ξεφεύγει, αφήνοντας πίσω του την ουρά, που εξακολουθεί να κινείται, μπρος στο σαστισμένο εχθρό. Έχει βρεθεί ότι η κίνηση της κομμένης ουράς δεν είναι τυχαία, αλλά η ουρά κάνει συνδυασμό μεγάλων και μικρότερων κινήσεων με εντολές από το νωτιαίο μυελό, μέχρι φυσικά να τελειώσουν τα αποθέματα ενέργειάς της και να εξαντληθεί από τον αναερόβιο μεταβολισμό. Ένα γκέκο χωρίς την ουρά του μπορεί να έχει σωθεί, αλλά αυτή η απώλεια κοστίζει. Έχει μόλις χάσει μια μεγάλη αποθήκη λίπους, και η αναγέννηση της νέας, η οποία θα πάρει λίγες εβδομάδες, θα απαιτήσει πολλή ενέργεια. Και φυσικά στο διάστημα της αναγέννησης δε θα μπορεί να κινηθεί τόσο καλά ούτε να ξαναχρησιμοποιήσει τηναυτοτομή ως άμυνα. Η ουρά είναι αρκετά σημαντική, αφού τα νεαρά γκέκο που την χάνουν, προσωρινά διοχετεύουν την ενέργειά τους στην αναγέννησή της, παρά στην ανάπτυξη.

Η περίοδος αναπαραγωγής για το είδος ξεκινά την άνοιξη, σύντομα μετά τη νάρκη, και τελειώνει περίπου στα μέσα του καλοκαιριού. Τα γκέκο αυτά αναγνωρίζουν το φύλο των ομοειδών τους με οσφρητικά ίχνη, τα οποία βρίσκονται πάνω στο σώμα τους και σε επιφάνειες απ’όπου έχουν περάσει. Ενώ προηγουμένως η αποικία ήταν μια μικτή ομάδα, στην περίοδο αυτήν το πιο κυρίαρχο αρσενικό καθαρίζει την επικράτειά του από τους αντιπάλους του. Το αρσενικό χρησιμοποιεί το έκκριμα των πόρων του για να σημάνει την περιοχή του, σύροντας το πίσω μέρος του στο έδαφος και σε επιφάνειες. Όταν συναντά αντίπαλο αρσενικό, σύρει τους πόρους στο έδαφος, κι επίσης γλείφει την περιοχή και απλώνει τη μυρωδιά πάνω του. Έπειτα μπορεί να κάνει μια επίδειξη απειλής, ώστε να τρομάξει ο αντίπαλος. Αν δε φύγει, τότε τρέχει προς το μέρος του, τον δαγκώνει και τον χτυπά με την ουρά. Κατά τη μάχη, και τα δύο ζώα χάνουν κομμάτια της επιδερμίδας τους. Στο τέλος ο ηττημένος φεύγει, έχοντας αφήσει πίσω του αρκετά κομμάτια δέρματος και συνήθως και την ουρά του, τα οποία μπορεί να φάει ο νικητής. Τα γκέκο αυτά είναι προσαρμοσμένα σε τέτοιου είδους τραυματισμούς και αναγεννούν την επιδερμίδα χωρίς καμία ουλή. Έπειτα ο νικητής έχει πρόσβαση σ’όλα τα θηλυκά της επικράτειάς του. Κατά το ζευγάρωμα, το αρσενικό πλησιάζει το θηλυκό δονώντας την ουρά του. Αν αυτό είναι δεκτικό, που συνήθως είναι, πηγαίνει σε μία γωνία και μετά το αρσενικό το δαγκώνει από την ουρά, ανεβαίνοντας σιγά-σιγά προς το λαιμό, απ’όπου το πιάνει. Έπειτα ανεβαίνει πάνω του, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και το αρσενι΄κό τοποθετεί ένα από τα δύο ημιπέη του στην αμάρα του θηλυκού. Ένα τρεμούλιασμα του θηλυκού υποδηλώνει επιτυχές ζευγάρωμα. Αν από την άλλη το θηλυκό δεν είναι δεκτικό, θα προσπαθήσει να φύγει ή θα κάνει επίδειξη απειλής και μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 10-20 μέρες ή και παραπάνω, κι έπειτα το θηλυκό γεννά μία δυάδα λευκών, ωοειδών αυγών μήκους συνήθως 31-35 χιλιοστών και πλάτους 13-16 χιλιοστών. Τα αυγά αυτά έχουν μαλακό κέλυφος και αφυδατώνονται στην ατμόσφαιρα, γι’αυτό το θηλυκό τα αποθέτει σε σκοτεινά και υγρά μέρη που δεν

πιάνει η βροχή, όπως στα βάθυ σχισμών ή κάτω από πέτρες. Ένα θηλυκό, ή όλα τα θηλυκά μιας αποικίας, μπορεί να χρησιμοποιούν ένα ασφαλές σημείο ωοτοκίας για χρόνια. Όπως όλα τα γκέκο, μπορεί να γεννήσουν και ένα μόνο αυγό εάν είναι μικρά, εξαντλημένα κλπ, αλλά κανονικά ποτέ πάνω από δύο. Γέννες με τρία αυγά είναι εξαιρετικά σπάνιες στα γκέκο, και ένα είδος που έχει καταγραφεί με τρία αυγά είναι και το κηλιδωτό γκέκο. Στη φύση το θηλυκό μπορεί να γεννήσει 3-4 φορές το χρόνο, σπάνια περισσότερο, ενώ στην αιχμαλωσία γεννά συνήθως περισσότερες στα παραγωγικά του χρόνια, σπάνια ως και 10. Το διάστημα μεταξύ των γεννών κυμαίνεται στις 10-35 ημέρες, και είναι δυνατό το θηλυκό να απορροφήσει κάποια αυγά εάν οι συνθήκες δεν είναι καλές. Το κηλιδωτό γκέκο παρουσιάζει θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, δηλαδή το φύλο των απογόνων δεν καθορίζεται από τη γενετική, αλλά από τη θερμοκρασία στις πρώτες 22 ημέρες της επώασης. Επίσης η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει το μέγεθος των μικρών, το χρωματισμό, ακόμα και τη συμπεριφορά. Η επίδραση της θερμοκρασίας επώασης στα παραπάνω έχει μελετηθεί εκτενώς σ’αυτό το είδος. Θερμοκρασίες μεταξύ 26-28 βαθμών παράγουν σχεδόν αποκλειστικά θηλυκά, στους 30 βαθμούς παράγεται περίπου ίσο ποσοστό αρσενικών και θηλυκών, ενώ σε θερμοκρασίες μεταξύ 31-32 βαθμών παράγονται κυρίως αρσενικά. Σε θερμοκρασίες 34-35 βαθμών παράγονται τα λεγόμενα ζεστά θηλυκά (hot females), τα οποία όμως είναι ανεπιθύμητα γιατί έχουν συμπεριφορά αρσενικού – προσπαθούν να ζευγαρώσουν με άλλα θηλυκά και μαλώνουν με τα αρσενικά -, έτσι δύσκολα πείθονται να γονιμοποιηθούν. Οι απόγονοί τους ωστόσο είναι υγιείς και γόνιμοι σύμφωνα με μελέτες, παρά τους ισχυρισμούς ότι αυτά τα θηλυκά είναι στείρα ή δε βγάζουν καλούς απογόνους. Ανεξάρτητα με τη θερμοκρασία που επωάστηκαν, όλα τα θηλυκά του είδους φέρουν ίχνη ημιπεών. Ο χρόνος επώασης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, με συντομότερο χρόνο σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως θηλυκά η επώαση μπορεί να διαρκέσει 55-65 ημέρες, ενώ σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως αρσενικά μπορεί να διαρκέσει 35-45 ημέρες. Κάποιες φορές μπορεί να κάνουν ακόμα και λιγότερο, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. Ο χρωματισμός και το μέγεθος των νεοσσών επίσης επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, με πιο ζωηρόχρωμα αλλά μικρότερα μικρά σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, το έμβρυο αξιοποιεί καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά του κρόκου, γι’αυτό γεννιέται μεγαλύτερο και πιο εύρωστο. Αντίθετα σε υψηλές θερμοκρασίες, αν και το έμβρυο αναπτύσσεται ταχύτερα, μεταβολίζει έτσι κι αλλιώς υψηλότερα για να συντηρηθεί, έτσι καίει περισσότερη ενέργεια και γεννιέται μικρότερο. Οι πεπειραμένοι και ευσυνείδητοι εκτροφείς κάνουν περίπλοκους χειρισμούς με τη θερμοκρασία για να επηρεάσουν το φύλο και το χρωματισμό των γκέκο, φροντίζοντας παράλληλα και για την υγεία τους. Ένα μυστικό για παράδειγμα είναι η επώαση των θηλυκών σε χαμηλές θερμοκρασίες, και η μετακίνησή τους μετά το παράθυρο του φυλοκαθορισμού σε υψηλότερες, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να έχουν εντονότερα χρώματα. Αν ψάξετε για αποτελέσματα μελετών πάνω στην αναπαραγωγή του κηλιδωτού γκέκο, θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Για παράδειγμα, τα θηλυκά έχουν έναν τρόπο ενδυνάμωσης των μικρών, ακόμα κι αν τα αυγά τους είναι μικρότερα. Όσο περνά το καλοκαίρι, τα θηλυκά εξαντλούνται από τις απανωτές γέννες και γεννούν μικρότερα αυγά, τα οποία δίνουν μικρότερα μικρά. Έτσι, για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα αυτών των μικρών, εφοδιάζουν τον κρόκο του αυγού με επιπλέον στεροειδή, ώστε τα μικρά να είναι ανταγωνιστικότερα και επιθετικότερα σε σχέση με τα σωματικά μεγαλύτερ απαλιότερα αδέρφια τους. Έναάλλο ενδιαφέρον εύρημα είναι η ανακάλυψη ότι το προγεννητικό περιβάλλον επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεοσσών του κηλιδωτού γκέκο. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για το πόσο πολύ το αγέννητο παιδί επηρεάζεται από το περιβάλλον της μητέρας του. Αν ακούει κλασική μουσική θα είναι ήρεμο, αν η μάνα δεν τρώει σωστά θα είναι παλιοχαρακτήρας κλπ. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, αυγά κηλιδωτών γκέκο χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, η μία επωάστηκε σε απόλυτο σκοτάδι, η άλλη σε λίγο φως και η άλλη σε φως με σχήματα. Όταν γεννήθηκαν, για τις πρώτες μέρες αυτά που επωάστηκαν κάτω από σχήματα προτίμησαν το ίδιο περιβάλλον. Οπότε ο μύθος της σπουδαιότητας της προγεννητικής επίδρασης καταρρίπτεται, αν ακόμα και μια σαύρα, που δε φροντίζει τα μικρά της, παρουσιάζει το ίδιο χαρακτηριστικό.

Στο τέλος της επώασης λοιπόν, το αυγό καταρρέει και σύντομα ο νεοσσός εκκολάπτεται. ΟΙ νεοσσοί έχουν μήκος 6-8 εκ. και βάρος 3-5 γραμμάρια. Αλλάζουν το πρώτο τους δέρμα σε 2-3 μέρες και μετά αρχίζουν να τρώνε. Στα χρώματα και στη συμπεριφορά διαφέρουν πολύ από τα ενήλικα άτομα του είδους τους• έχουν μαύρο ή σκούρο καφέ χρώμα, με δύο ή τρεις κίτρινες ζώνες στο σώμα, μια λευκοκίτρινη στον αυχένα που φτάνει ως τα χείλη και πολλές μικρότερες στην ουρά. Ο χρωματισμός τους είναι μιμητικός δηλητηριωδών αρθροπόδων στην περιοχή τους, κι όταν αντιμετωπίζουν εχθρό δε διστάζουν να του αντιπαρατεθούν. Σε περίπτωση απειλής. Σηκώνουν την ουρά τους ψηλά, σαν σκορπιοί, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν μια έντονη για το μέγεθός τους κραυγή, ενώ μπορεί επίσης να πεταχτούν προς την απειλή και να δαγκώσουν. Αν και το δάγκωμά τους είναι ασήμαντο, το ζώο μπορεί να νομίζει ότι τσιμπήθηκε από κάτι επικίνδυνο και να το αφήσει. Οι άνθρωποι που ζούσαν σε συμπατ΄ρια με το γκέκο ίσως να τρόμαζαν επίσης από την υπερβολική αντίδραση ενός τόσο μικρού ζώου, κι έτσι να το θεώρησαν λανθασμένα επικίνδυνο. Τα μικρά περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή στους τρεις μήνες της ζωής τους, οπότε οι σκούρες περιοχές σπάνε σε κηλίδες και το ζώο αποκτά τον γνωστό χρωματισμό παραλλαγής. Έκτοτε, είναι πιθανότερο να τρέξουν μακριά από κάποια απειλή παρά να της αντιπαρατεθούν. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου το μικρό είναι πιο τσαμπουκάς από τον ενήλικα. Στο διάστημα αυτό των τριών μηνών είναι επίσης δυνατή η διάγνωση του φύλου από κάποιο προσεκτικό μάτι, αλλιώς μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ασφάλεια στους 5-6 μήνες. Πολύ πεπειραμένοι εκτροφείς μπορούν ωστόσο να διαγνώσουν το φύλο στις 2-3 βδομάδες. Τα γκέκο αυτά ωριμάζουν γεννητικά στους 9-12 μήνες, και στη φύση φτάνουν συνήθως στο πλήρες τους μέγεθος τον επόμενο χρόνο από τη γέννησή τους. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεράζουν αναπαραγωγικά υπό συνθήκες χαλαρής αναπαραγωγής στα 10-12 χρόνια, ενώ τα αρσενικά διατηρούνται ακμαία πρακτικά για όλη τους τη ζωή. Αντίθετα, σε συνθήκες εντατικής αναπαραγωγής, όπως εφαρμόζουν μερικοί εκτροφείς, όπου τα θηλυκά αναπαράγονται από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο και γεννούν πάνω από 10 φορές, τα θηλυκά παύουν να είναι γόνιμα μετά τα 4 χρόνια και συνήθως πεθαίνουν στα 7-10 χρόνια. Η κανονική διάρκεια ζωής του είδους κυμαίνεται στα 15-20 χρόνια, με τα αρσενικά να ζουν περισσότερο από τα θηλυκά λόγω λιγότερης καταπόνησης κατά την αναπαραγωγή, τα οποία κατέχουν και το ρεκόρ, με ένα αρσενικό στο Ζωολογικό Κήπο Woodland Park του Σιάτλ με καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τα 28,5 χρόνια.

Στην αιχμαλωσία

Το κηλιδωτό γκέκο του είδους Eublepharis macularius είναι από τις κοινότερες, αν όχι η κοινότερη, σαύρα στην αιχμαλωσία παγκοσμίως. Έχει μεγάλο ιστορικό εκτροφείς και μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη εξημερωμένη σαύρα. Εάν ο βασικός ορισμός της εξημέρωσης είναι η γενετική τροποποίηση ενός οργανισμού από τον άνθρωπο, αυτό το είδος τον πληροί. Δεν είναι εξημερωμένο όπως ένας σκύλος ή κάποιο άλλο μεγάλο ζώο που συνεργάζεται με τον άνθρωπο, αλλά όπως τα χρυσόψαρα, μικρά πουλιά κλπ, που κυρίως έχουν επιλεγεί για την εμφάνισή τους. Ακόμα και ο χρωματισμός άγριου τύπου (normal) του γκέκο αυτού δεν αντιστοιχεί πλήρως σε κάποια φυσική μορφή του, μιας και τα διάφορα υποείδη και οι τοπικές παραλλαγές συγχωνεύτηκαν στα πρώτα χρόνια της αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Εκείνη την εποχή, οι εκτροφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να κρατήσουν ένα είδος ζωντανό και να βγάλουν απογόνους, παρά να διατηρήσουν καθαρές τις γραμμές. Έτσι το σημερινό αιχμάλωτο είδος αποτελεί σύμφυρση όλων των υποειδών, με μεγαλύτερη συμβολή αυτών του Πακιστάν. Πέρα από κατοικίδιο, το κηλιδωτό γκέκο έχει γίνει χάρη στην εύκολη συντήρηση και αναπαραγωγή του χρήσιμος οργανισμός μοντέλο στα εργαστήρια, στο οποίο μελετώνται πράγματα όπως η επίδραση των συνθηκών επώασης στο φύλο και στο φαινότυπο των μικρών, όπως προανέφερα, η αναγέννηση της ουράς και του δέρματος, η αντικατάσταση των δοντιών, η εμβρυική ανάπτυξη, η θερμορρύθμιση κλπ. Είναι ένα από τα πλέον μελετημένα ερπετά, και γι’αυτό έχουμε πολλές επιστημονικές πληροφορίες όσον αφορά αυτό το είδος.
Η εκτροφή του γκέκο αυτού στην αιχμαλωσία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν σε Ευρώπη και ΗΠΑ χιλιάδες πιασμένα άτομα κυρίως από το Πακιστάν, αλλά και από γειτονικές χώρες. Μέσα σ’όλες αυτές τις χιλιάδες κιτρινόμαυρων σαυρών, τύχαινε να υπάρχουν μερικές με αποκλίνοντα χρωματισμό, οι οποίες έγιναν η βάσεις για τα σημερινά μορφικά. Άλλα μορφικά προέρχονταν από τυχαίες μεταλλάξεις στην αιχμαλωσία. Τα μορφικά ήταν αυτό που απογείωσε την εκτροφή του κηλιδωτού γκέκο, και το έβαλε στη θέση που είναι σήμερα. Παρόλο που οι τεχνικές διατήρησης και αναπαραγωγής είχαν τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμα και τότε συνέχισαν οι εισαγωγές γκέκο, επειδή ήταν φθηνότερα, άρα ο κόσμος εξακολουθούσε να τα αγοράζει, κι επίσης οι εκτροφείς περίμεναν να βρουν αυτό το μοναδικό ζώο που έψαχναν. Τελικά το Πακιστάν έκλεισε τις εξαγωγές γκέκο το 1990, κι έκτοτε οι τεχνικές εκτροφής του τελειοποιήθηκαν, ώστε σήμερα να έχουμε σχεδόν υπερπληθυσμό αυτών των ζώων και προσιτές, αν όχι εξευτελιστικές τιμές για normal και απλά μορφικά. Έτσι γίνεται δυστυχώς, δε βάζει ο κόσμος μυαλό εκτός κι αν υπάρχει ένας μπαμπούλας πάνω απ’το κεφάλι του με τη μορφή νέων νομοθεσιών και απαγορεύσεων στις εξαγωγές. Ο κόσμος συνέχιζε ν’αγοράζει πιασμένα ζώα, μόνο και μόνο επειδή ήταν φθηνότερα, άσχετα αν ήταν χειρότερα στην υγεία τους ή αυτό επηρέαζε τους άγριους πληθυσμούς. Απευθύνω την έκκλησή μου σ’όλους τους αναγνώστες μου, να αγοράζετε όσο γίνεται μόνο ζώα από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία (cb). Σήμερα λοιπόν όλα τα γκέκο που κυκλοφορούν στο εμπόριο προέρχονται αποκλειστικά από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι όλοι οι εκτροφείς είναι ευσυνείδητοι και όλα τα καταστήματα σωστά.
Προσπαθήστε ν’αγοράζετε κηλιδωτά γκέκο από χομπίστες εκτροφείς που αγαπούν τα ζώα τους και κάνουν το καλύτερο γι’αυτά, ή από εξειδικευμένα καταστήματα στα ερπετά. Εκτός από τον άγριο τύπο ή normal υπάρχουν και δεκάδες μορφισμών, τους οποίους δε μπορώ να συζητήσω σ’αυτό το άρθρο γιατί είναι πάρα πολλοί. Βασικά τα μορφικά είναι ζώα που έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για το χρωματισμό τους, ο οποίος διαφέρει από τον φυσικό. Υπάρχουν ελαφριά μορφικά όπως τα tangerine με πορτοκαλίζον χρώμα και τα high yellow με εντονότερα κίτρινα, hypo με λιγότερη μελανίνη, κλπ, αλλά υπάρχουν και πιο αποκλίνοντα όπως τα patternless χωρίς σχέδια, τα Mac snow, με ασπρόμαυρα χρώματα, τρεις τύποι αλφικών (Albino), κλπ. Οι μορφισμοί μπορεί να οφείλονται είτε σε υπολειπόμενα γονίδια, είτε σε συνυπερέχοντα γονίδια, ή σε πολυγονιδιακά φαινόμενα. Εκτός από το χρωματισμό, ορισμένα μορφικά έχουν επιλεγεί για το μέγεθός τους, όπως για παράδειγμα οι γίγαντες Τρέμπερ (Tremper giants), οι οποίοι φτάνουν τα 30 εκατοστά σε μήκος και τα 140 γραμμάρια σε βάρος. Ο Ron Tremper είναι μεγάλο και παλιό όνομα στην εκτροφή αυτού του είδους, πρωτοπόρος σε πολλές τεχνικές και δημιουργός πολλών πετυχημένων μορφικών. Τα μορφικά δε διαφέρουν σε κάτι σημαντικό πέρα από το χρώμα ή και το μέγεθος από τα «κανονικά» κηλιδωτά γκέκο, και φυσικά μπορούν να συνδυαστούν για να δώσουν είτε ετερόζυγα νορμάλ είτε άλλα μορφικά, ανάλογα με το γενετικό συνδυασμό. Υπάρχουν ωστόσο και λίγες εξαιρέσεις, όπως τα enigma, σημαντικό ποσοστό των οποίων παρουσιάζει σοβαρά νευρολογικά προβλήματα, και γι’αυτό η δημοτικότητά τους έχει πέσει. Επίσης τα αλφικά ζώα δεν ανέχονται τον υψηλό φωτισμό, αλλά πέρα απ’αυτό, δεν έχουν κάποιο άλλο πρόβλημα. Παράλληλα με την αγορά των μορφικών, υπάρχουν και εκτροφείς που διατηρούν καθαρές γραμμές του άγριου τύπου ή συγγενικών ειδών. Τα ζώα αυτά, επειδή έχουν μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία, χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση κλειστών γραμμών μορφικών. Υπάρχει ωστόσο πιθανότητα οι περισσότερες απ’αυτές τις γραμμές να έχουν μικρό ποσοστό επιμιξίας με E. Macularius, για παράδειγμα αυτό λέγεται συχνά για τους E. Turcmenicus, αν και μόνο μία εξέταση dna θα μπορούσε να λύσει το φλέγον ζήτημα.

Όπως προανέφερα, τα γκέκο αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα. Αν και θα μπορούσαν να ζήσουν σ’ένα χώρο 40χ25 με δύο κρυψώνες, μία στη ζεστή και μία στη δροσερή μεριά και μια υγρή κρυψώνα, χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα και ένα μπολ τροφής και νερού, καλό είναι να τους δίνεται κάτι περισσότερο. Το παραπάνω είναι το ελάχιστο που προτείνεται για ένα γκέκο, αν και στην πραγματικότητα είναι αρκετά λίγο. Εφόσον το γκέκο αυτό σκαρφαλώνει στη φύση, θα χρειαστεί περισσότερα αντικείμενα αναρρίχησης ώστε να ασκείται. Ένας χώρος 45χ30 είναι ιδανικός για ένα, οριακός για δύο συμβατά γκέκο, ενώ ένας χώρος 60χ45 είναι ιδανικός για δύο ή και τρία. Για κάθε νέο ζώο, ο χώρος θα πρέπει να αυξάνεται περίπου κατά 50%. Το ύψος δεν έχει τόση σημασία, αν και καλό είναι να έχουν λίγα εκατοστά να σκαρφαλώνουν, για παράδειγμα 20-30 εκατοστά. Τα γκέκο αυτά ζουν άνετα σε ομάδες, αρκεί να θυμάστε ότι δύο αρσενικά στην πορεία σίγουρα θα μαλώσουν, ίσως μέχρι θανάτου επειδή ο ηττημένος δε θα μπορεί να ξεφύγει, ένα αρσενικό με ένα ή περισσότερα θηλυκά θα οδηγήσει σίγουρα σε αναπαραγωγή, κάτι που μπορεί να επιδιώκετε ή όχι, ενώ ένα αρσενικό με ένα μόνο θηλυκό είναι πιθανό να στρεσάρει το θηλυκό επειδή θα δέχεται συνεχή παρενόχληση από το αρσενικό, και μπορεί επίσης το αρσενικό να τραυματιστεί από το μη δεκτικό θηλυκό. Οπότε καλύτερο σχήμα είναι είτε πάνω από ένα θηλυκό είτε ένα αρσενικό με δύο ή περισσότερα θηλυκά, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι τα ζευγάρια έχουν πάντοτε προβλήματα. Εάν παρατηρείτε ότι μαλώνουν και κάποιο στρεσάρεται τόσο ώστε να μην τρέφεται σωστά ή δείχνει τραυματισμένο, καλύτερα να το απομονώσετε και ν’αναζητήσετε την αιτία του προβλήματος, π.χ. ανεπαρκής χώρος, αλλιώς ίσως χρειαστεί να το έχετε χωριστά μόνιμα. Το τερράριο εσωτερικά θα πρέπει να περιέχει επιφάνειες για σκαρφάλωμα και κρυψώνες. Προτείνεται, σε περίπτωση που στεγάζεται πάνω από ένα γκέκο στον ίδιο χώρο, να υπάρχουν ξεχωριστές κρυψώνες για το καθένα, αν και στην πραγματικότητα συνήθως όλα χρησιμοποιούν την ίδια. Αντικείμενα όπως πέτρες, χοντρά κλαδιά, κομμάτια φλοιού, σπασμένες γλάστρες, ή κομμένες καρύδες, μισά κούτσουρα και κορμοί και κομμάτια από φελλό που πωλούνται στα ειδικά καταστήματα είναι κατάλληλα για τη διακόσμηση του τερραρίου. Χρειάζεται μόνο προσοχή με τις πέτρες και παρόμοια βαριά αντικείμενα, τα οποία θα πρέπει να είναι καλά στερεωμένα για να μην πέσουν και καταπλακώσουν τα γκέκο. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα κρυψήματος και στη θερμή και στη δροσερή πλευρά, ώστε το ζώό να μην αναγκάζεται να θυσιάζει τη θερμορρύθμισή του για την ασφάλεια. Καλύτερο είναι να μπορεί να κινείται από τη μία πλευρά στην άλη κρυμμένο, οπότε μια μακρόστενη κρυψώνα όπως ένα κομμάτι φλοιού ή φελλού είναι ιδανική. Μία υγρή κρυψώνα στη ζεστή πλευρά είναι επίσης απαραίτητη. Στη φύση αυτά τα γκέκο ζουν σε υγρά μικροκλίματα, και μια τέτοια κρυψώνα θα τα βοηθήσει να διατηρούν την ενυδάτωσή τους και να αλάζουν το δέρμα τους χωρίς προβλήματα. Στην πιο απλή της μορφή, η υγρή κρυψώνα είναι ένα κουτί όπως ένα ταπεράκι γεμισμένο με υγρά χαρτιά, τύρφη, βρύα ή χώμα, το οποίο έχει μια τρύπα στο πλάι για να μπαινοβγαίνει το γκέκο. Η κρυψώνα αυτή λειτουργεί επίσης ως χώρος εναπόθεσης των αυγών σε περίπτωση αναπαραγωγής. Επειδή συχνά τα γκέκο περνούν πολύ χρόνο εκεί, γίνεται να την συγχωνεύσεται με τη ζεστή κρυψώνα, π.χ. μια μεγάλη ζεστή κρυψώνα με το μισό της υγρό. Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι κάτι εύκολο στο καθάρισμα και ασφαλές. Η άμμος είναι εντελώς ακατάλληλη, γιατί απλώς το ζώο αυτό δεν είναι προσαρμοσμένο να ζει και να βαδίζει στην άμμο. Οι σαύρες που βαδίζουν στην άμμο, όπως ο τερατοσκίγκος, έχουν κροσσωτές φολίδες στα δάχτυλά τους. Το γκέκο αυτό δεν έχει. Η άμμος, εκτός του ότι είναι βαριά και δύσκολη στο καθάρισμα επειδή απορροφά υγρά και μικροσωματίδια, παράγει πολλή σκόνη, ενδέχεται να προκαλέσει ενσφήνωση αν το ζώο την καταπίνει συχνά, και μπορεί να εισχωρήσει σε ευαίσθητες περιοχές όπως μέσα στα μάτια, ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια, στα ρουθούνια, στα αυτιά, στην αμάρα κλπ, προκαλώντας ερεθισμούς και μολύνσεις. Γι’αυτό καλύτερα να την αποφύγετε. Εάν θέλετε οπωσδήποτε ένα φυσικό υπόστρωμα, μπορείτε να φτιάξετε ένα σκληρό μείγμα από αργιλώδες χώμα, χαλίκια και πετραδάκια, το οποίο θα πρέπει να συμπιέσετε καλά. Αλλιώς μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την ευκολότερη λύση, χαρτί. Χαρτί κουζίνας για τα μικρότερα ή και για τα ενήλικα, και εφημερίδα ή άλλα σκληρότερα χαρτιά για τα ενήλικα. Οποιοδήποτε χαρτί που δε γλιστρά πολύ κάνει. Τα κηλιδωτά γκέκο επιλέγουν μία γωνία του χώρου τους όπου αφοδεύουν αυστηρά εκεί, οπότε το καθάρισμά τους είναι πολύ εύκολο. Τα νεαρά ωστόσο άτομα, που ακόμα δεν έχουν εγκαθιδρύσει κάποια επικράτεια, μπορεί για τους πρώτους μήνες να αφοδεύουν οπουδήποτε.

Όπως όλα τα ερπετά, έτσι και τα κηλιδωτά γκέκο θα πρέπει να θερμορρυθμίζονται. Το τερράριο θα πρέπει να έχει από κάτω μια θερμαντική πλάκα, η οποία θα θερμαίνει το 1/3 του πυθμένα του χώρου στους 32-34 βαθμούς, ενώ το υπόλοιπο θα μένει αθέρμαστο. Έτσι το ζώό θα μπορεί να κινείται από τη ζεστή στη δροσερή πλευρά όποτε το χρειάζεται. Η θέρμανση επιτυγχάνεται και με λάμπα, αλλά για το συγκεκριμένο είδος, η ζέστη από κάτω είναι πολύ αποτελεσματική. Ίσως ωστόσο σε μεγαλύτερα και ψηλότερα τερράρια με παχύτερο πυθμένα να χρειαστεί και μία λάμπα, η οποία θα θερμαίνει επίσης τον αέρα και τις επιφάνειες. Εάν χρησιμοποιείται λάμπα, θα πρέπει να σβήνει το βράδυ, εκτός κι αν είναι κεραμική και δεν εκπέμπει φως. Αλλιώς η θερμαντική πλάκα μπορεί είτε να μένει αναμμένη όλο το εικοσιτετράωρο είτε να σβήνει το βράδυ. Τα γκέκο αυτά δεν ενοχλούνται με τη μόνιμη παροχή θερμότητας. Εάν ωστόσο θέλετε να την ρίξετε το βράδυ, η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 22-26 βαθμούς. Αν και γίνεται να πέσει ως τους 18 χωρίς άμεσο πρόβλημα, ο μεταβολισμός τους θα πέσει και δε θα αποδίδουν όσο θα μπορούσαν. Το καλοκαίρι, εάν η περιβαλλοντική θερμοκρασία φτάνει τους 30-32 βαθμούς ή και παραπάνω κάθε μέρα, δε θα χρειαστεί θερμαντικός εξοπλισμός. Θυμηθείτε ωστόσο να τον ανάψετε αμέσως μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτά τα επίπεδα. Μια ευκολότερη λύση είναι να τον έχετε συνδεδεμένο σε θερμοστάτη ή ροοστάτη, ο οποίος αυτόματα θα τον ανάβει όποτε η θερμοκρασία πέφτει σε σχέση με το σημείο που ρυθμίσατε. Όπως και τα περισσότερα γκέκο και οι νυκτόβιες σαύρες, το κηλιδωτό γκέκο δεν είναι ακριβής θερμορρυθμιστής όπως τα ημερόβια είδη που λιάζονται, γι’αυτό δε χρειάζεται μια συγκεκριμένη θερμοκρασία για να λειτουργεί σωστά. Λειτουργεί σε μια ευρύτερη ζώνη θερμοκρασιών, με προτιμότερες αυτές μεταξύ 30-33 βαθμούς. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (uvb), με την οποία τα ερπετά και άλλα ζώα συνθέτουν τη βιταμίνη d3 για το μεταβολισμό του ασβεστίου δεν είναι απαραίτητη για το συγκεκριμένο είδος, αφού είναι νυκτόβιο και μπορεί να λαμβάνει τη βιταμίνη μέσω της διατροφής, εντούτοις ακόμα και τα νυκτόβια εκτίθενται στον ήλιο, γι’αυτό μερικοί πιστεύουν ότι μια λάμπα uvb χαμηλής απόδοσης γύρω στο 2% ωφελεί, αν και δεν έχει γίνει σχετική μελέτη γι’αυτό.
Θα μπορούσατε να την εντάξετε σε κάποιο μεγάλο τερράριο εάν επιθυμείτε.

Τα γκέκο αυτά είναι σχεδόν αποκλειστικά εντομοφάγα. Μπορούν να φάνε διάφορα έντομα που εκτρέφονται για εντομοφάγα ζώα, όπως γρύλλους (Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shellfordella tartara), αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), προνύμφες και σκαθάρια, βασιλικά αλευροσκούληκα (Zophobas morio), κηροσκούληκα ή μελοσκούληκα (Galleria melonella), και προνύμφες και πεταλούδες, προνύμφες μαύρης στρατιωτόμυγας ή phoenix worms (Hermetia illucens), προνύμφες χρυσού σκαραβαίου (Pachnoda marginata) κλπ. Τα παραπάνω έντομα θα τα βρείτε σε εξειδικευμένα καταστήματα για ερπετά ή μπορείτε να τα παραγγείλετε, ενώ ορισμένα, όπως τα αλευροσκούληκα και τις κατσαρίδες της Αργεντινής, μπορείτε εύκολα να τα εκθρέψετε και μόνοι σας. Δεν προτείνεται να δίνετε στα γκέκο σας έντομα πιασμένα απ’τη φύση, γιατί μπορεί να περιέχουν τοξικά χημικά ή επικίνδυνους μικροοργανισμούς. Εάν θέλετε να τα δώσετε, καλύτερα να πιάσετε σχετικά ασφαλή έντομα όπως γρύλλους, ακρίδες, πράσινες μη τριχωτές κάμπιες από μη τοξικά φυτά, νυχτοπεταλούδες κλπ, και να αποφύγετε έντομα με κακή γεύση ή τοξίνες όπως πασχαλίτσες, πυγολαμπίδες, βρωμούσες, τριχωτές κάμπιες κλπ, αλά και έντομα που είναι πιθανότερο να φέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς όπως μύγες, κοπροφάγους σκαραβαίους και κατσαρίδες από το σπίτι σας. Ένα ενήλικο γκέκο μπορεί να φάει 3-6 έντομα, ανάλογα με το μέγεθός τους. Μπορούν να φάνε χωρίς πρόβλημα έντομα όσο και το 90% του κεφαλιού. Εάν συστεγάζετε γκέκο, κανονίστε την ποσότητα ανάλογα. Εάν την άλλη μέρα όλα τα έντομα λείπουν, τοποθετήστε λίγα περισσότερα για να βεβαιωθείτε ότι δεν πεινάει κανείς. Τα έντομα που δεν πηδούν και τείνουν να κρύβονται μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, απ’όπου δε θα μπορούν να ξεφύγουν και τα γκέκο θα τα πιάνουν εύκολα. Έντομα που πηδάνε όπως οι γρύλλοι και οι ακρίδες μπορούν ν’αφεθούν ελεύθερα στο χώρο, και τα γκέκο θα τα κυνηγήσουν. Τα ενήλικα γκέκο θα πρέπει να τρώνε κάθε 2-3 μέρες, ενώ τα αναπτυσσόμενα καθημερινά. Κοντά περίπου στο χρόνο, τα ίδια τα γκέκο θα μειώσουν την πρόσληψη τροφής τους καθώς σταματά η ανάπτυξή τους, ειδοποιώντας σας για την αλλαγή στο πρόγραμμα ταΐσματος. Παρόλα αυτά μπορείτε να έχετε μόνιμα το μπολ γεμάτο, και το γκέκο να τρώει όποτε θέλει. Αυτό εφαρμόζουν οι περισσότεροι εκτροφείς, ωστόσο έχει δεχτεί κριτική γιατί μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία. Το παραπάνω δεν ισχύει για τα αναπαραγόμενα θηλυκά, τα οποία έχουν υψηλότερες ανάγκες σε θρεπτική τροφή. Χάρη στις μεγάλες αποθήκες λίπους αυτού του είδουςς, μπορεί να επιβιώσει για αρκετό διάστημα χωρίς τροφή. Η βασική τροφή που χρησιμοποιούν οι εκτροφείς είναι τα αλευροσκούληκα, μια θρεπτική αλλά παχυντική τροφή. Συχνά λόγω αυτού τα γκέκο εθίζονται στα αλευροσκούληκα, με αποτέλεσμα να χάνουν γρήγορα βάρος όταν αυτά ελαττώνονται στη διατροφή τους μέχρι να προσαρμοστούν. Η ποικιλία είναι σημαντική για τη διατροφή κάθε ζώου. Φροντίστε να παρέχετε στα γκέκο μια ποικίλη διατροφή, ή τουλάχιστον δύο βασικά είδη, π.χ. αλευροσκούληκο και γρύλλο ή αλευροσκούληκο και κατσαρίδα Αργεντινής, τα οποία θα συμπληρώνετε με διάφορα άλλα είδη περιστασιακά. Τα μελοσκούληκα δε θα πρέπει να δίνονται ως βασική τροφή, γιατί είναι υπερβολικά παχυντικά (40% λίπος) και εθιστικά. Επίσης τα γκέκο μπορεί να μην φάνε όλα τα είδη που προανέφερα, για παράδειγμα πολλά δε δέχονται τις σκληρές, αν και θρεπτικές προνύμφες μύγας και τις νυχτοπεταλούδες. Επειδή τα περισσότερα έντομα υπολείπονται σε ασβέστιο, θα πρέπει να συμπληρώνονται μ’αυτό το στοιχείο με την ειδική σκόνη, σε κάθε τάισμα για τα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά και σε κάθε λίγα ταΐσματα για τα ενήλικα. Πολλοί εκτροφείς τοποθετούν ένα μπολ με σκόνη ασβεστίου μόνιμα στο τερράριο των γκέκο, ιδίως όταν τα θηλυκά αναπαράγονται, και αυτό είναι μια καλή ιδέα για μια τέτοια περίπτωση. Επίσης θα χρειαστεί συμπλήρωση και με βιταμίνη d3, κάθε εβδομάδα για τα μικρά και αραιότερα για τα ενήλικα, ενώ οι πολυβιταμίνες θα πρέπει να δίνονται κάθε 2 βδομάδες για τα μικρά και κάθε μήνα για τα ενήλικα. Αν ωστόσο τα θηράματα των γκέκο τρέφονται με πλούσιες τροφές, οι πολυβιταμίνες μπορεί να μη χρειάζονται τόσο πολύ. Είναι κοινή πρακτική τα θηράματα, ιδίως αν δε βγήκαν πρόσφατα από την αποικία, να ταΐζονται για λίγες μέρες με θρεπτική τροφή όπως φρούτα, λαχανικά και πίτουρο για να τα αφομοιώσουν στο σώμα τους και να γίνουν θρεπτικότερη τροφή τα ίδια. Πέρα από έντομα, τα ενήλικα κηλιδωτά γκέκο μπορούν να τρώνε περιστασιακά ένα νεογέννητο ποντικάκι (pinky), το οποίο, αν και δεν είναι υποχρεωτικό, μπορεί να βοηθήσει στη γρήγορη πρόσκτηση βάρους και την επαναφορά εξαντλημένων θηλυκών. Θα πρέπει να δίνονται με μέτρο εντούτοις, π.χ. μια φορά το μήνα, γιατί είναι ιδιαίτερα παχυντικά. Εκτός από κρέας, τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε και πολτοποιημένα φρούτα, όπως ροδάκινο, αχλάδι ή λαχανικά όπως καρότο. Αν κι αυτό έχει δεχτεί κριτική επειδή υποτίθεται στη φύση δεν τρώνε, στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν τρώνε και το γεγονός ότι τα τρώνε στην αιχμαλωσία υποδηλώνει ότι τα τρώνε και στη φύση. Τα περισσότερα γκέκο άλλωστε, ακόμα και ερημόβια είδη, τρέφονται και με καρπούς ή άλλα γλυκά μέρη φυτών, οπότε δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Μπορείτε να τα δίνετε κάποιο μαλακό φρούτο 1-2 φορές το μήνα εάν θέλετε, αλλά και χωρίς αυτό μπορούν να ζήσουν κανονικά. Δε θα φάνε όλα τα γκέκο το φρουτοπολτό. Τα γκέκο αυτά κατάγονται από ξηρά μέρη, οπότε σπάνια βρίσκουν νερό. Αν και προτείνεται ο χώρος τους να έχει ένα μπολ νερού, απ’όπου πίνουν, δεν είναι απαραίτητο, αφού οι ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν εύκολα από την τροφή τους, την υγρή κρυψώνα και ένα ελαφρύ ψέκασμα που μπορείτε να κάνετε 1-2 φορές την εβδομάδα στο χώρο τους, ώστε να πιουν τα σταγονίδια. Ψεκάστε μόνο συγκεκριμένες περιοχές που χρησιμοποιούν πολύ και όχι υπερβολικά, μιας και σκοπός σας δεν είναι να ανεβάσετε υπερβολικά την υγρασία.

Η αναπαραγωγή αυτού του γκέκο είναι αρκετά εύκολη υπόθεση. Δε χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις και εξοπλισμό, αλά, όπως με όλα τα πράγματα, η εμπειρία θα σας κάνει καλύτερους. Τις περισσότερες πληροφορίες για την αναπαραγωγή, όπως για το ζευγάρωμα, την ωοτοκία, την θερμοκρασία και το χρόνο επώασης, τον καθορισμό του φύλου κλπ τις παρέθεσα παραπάνω, αλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Τα ζώα χρειάζονται προετοιμασία. Καταρχάς θα πρέπει να βρίσκονται σε ώριμη ηλικία, τουλάχιστον 9 μήνες για τα αρσενικά και 12 για τα θηλυκά, και φυσικά αν είναι λίγο μεγαλύτερα, ιδίως τα θηλυκά, είναι ακόμα καλύτερο, ώστε να ανταπεξέλθουν καλύτερα στο στρες της διαδικασίας. Αφού λοιπόν είστε βέβαιοι ότι έχετε αρσενικό και θηλυκό κατάλληλης ηλικίας και σε καλή υγεία, θα πρέπει να τα περάσετε από χειμερία νάρκη, το οποίο προσομοιώνει τις συνθήκες στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο E. macularius αναπαράγεται και χωρίς να πέσει σε νάρκη, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφίβολα. Για βορειότερα είδη, όπως ο E. turcmenicus, η νάρκη είναι υποχρεωτική, και σύμφωνα με παρατηρήσεις που έγιναν στο Ζωολογικό Κήπο της Μόσχας σε συνεργασία με το Ζωολογικό Ινστιτούτο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, θα πρέπει να διαρκεί τρεις μήνες σε θερμοκρασία 13-14 βαθμών Κελσίου. Το ίδιο πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί και για τον E. macularius, αλλά στο συγκεκριμένο είδος και 6 μόνο εβδομάδες στους 15 βαθμούς είναι αρκετές. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη. Αν τα ζώα είναι σε καλή υγεία και με αρκετό λίπος στο σώμα και στην ουρά, κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού τα έχετε ταΐσει καλά, διακόπτετε το τάισμα για δέκα μέρες-δύο εβδομάδες, ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, κι έπειτα κατεβάζετε τις θερμοκρασίες, ώστε σε λίγες μέρες να φτάσουν εκεί που πρέπει. Στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει λίγη υγρασία. Στο διάστημα αυτό τα γκέκο δε θα κινούνται πολύ. Το Φεβρουάριο-Μάρτιο μπορείτε να επαναφέρετε τη θερμοκρασία ανάβοντας το θερμαντικό εξοπλισμό. Σύντομα τα γκέκο θα ξυπνήσουν και θα ξεκινήσουν να τρώνε, οπότε θα πρέπει να τα ταΐζετε καλά για να αναπληρώσουν όσο λίγο βάρος έχασαν το χειμώνα και να βάλουν ακόμα λίγο. Η χειμερία νάρκη, αν κι όχι υποχρεωτική για το συγκεκριμένο είδος, είναι ωφέλιμη και για τα ζώα που δεν αναπαράγονται, και ίσως να επιμηκύνει τη διάρκεια ζωής τους. Εάν το αρσενικό δε βρίσκεται μαζί με το θηλυκό, σύντομα μετά τη νάρκη θα πρέπει να βρεθούν. Τα ζευγαρώματα διαρκούν μέχρι και τα μέσα του καλοκαιριού, αν κι ένα θηλυκό μπορεί να γεννά για μια χρονιά με μία μόνο γονιμοποίηση. Στο διάστημα της ωοτοκίας θα πρέπει να προσέχετε ιδιαίτερα την πρόσληψη ασβεστίου από το θηλυκό, ειδάλλως θα απορροφά από τα οστά του, αδυνατίζοντάς τα. Η υγρή κρυψώνα είναι συνήθως το σημείο φωλιάσματος του θηλυκού, όπου θάβει τα αυγά, αλά μερικές φορές τυχαίνει απλώς να τα αφήσει σε άλλη επιφάνεια, κάτω στο υπόστρωμα, ή και μέσα στο μπολ νερού, αν υπάρχει. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να σώσετε τα αυγά αν τα προλάβετε, αλλά συνήθως θα είναι ήδη αργά όταν τα βρίσκετε. Συνήθως τα αυγά που σκορπίζουν τα θηλυκά είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά είναι ιδιαίτερα κοινό φαινόμενο σε θηλυκά που αναπαράγονται για πρώτη φορά, σε γέρικα θηλυκά, ή στην τύχη οποτεδήποτε. Μπορεί να είναι πιο εύπλαστα, μικρότερα ή ελαφρύτερα από το κανονικό. Για να βεβαιωθείτε για τη γονιμότητα των αυγών σας, μπορείτε, μετά από λίγες μέρες που θα τα βάλετε για επώαση, να τα βγάλετε και να τα τοποθετήσετε μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, όπως ένα φακό, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αν έχουν μια ερυθρή κηλίδα με ερυθρά αιμοφόρα αγγεία είναι σίγουρα γόνιμα, αφού το έμβρυο αναπτύσσεται. Αν είναι κίτρινα, πιθανότατα είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά αργότερα θα κιτρινίσουν από τον κρόκο, και στη συνέχεια θα μαλακώσουν και θα σαπίσουν. Τότε θα πρέπει να τα πάρετε από τα υπόλοιπα οπωσδήποτε. Σε ένα δοχείο επώασης μπορείτε να έχετε πολλά αυγά, ωστόσο καλό είναι να αλλάζετε το υπόστρωμα κάτω απ’όσα αυγά έχουν σκάσει ή χαλάσει, γιατί οι μικροοργανισμοί από τα παλιότερα αυγά μπορεί να επηρεάσουν τα επόμενα. Το μέσο επώασης έχει συζητηθεί πολύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κοινό νοτισμένο χώμα, αλλά είναι πιο πιθανό να βγάλει προβλήματα, π.χ. μούχλα, αν και τα υγιή αυγά με πλήρως ασβεστοποιημένο κέλυφος δύσκολα μουχλιάζουν. Πιο αποστειρωμένες λύσεις είναι ο περλίτης και ο βερμικουλίτης, τον οποίο αναμειγνύετε με νερό σε αναλογία 1 μέρος νερό προς 0,8 μέσο επώασης κατά βάρος. Θα χρειαστείτε ζυγαριά γι’αυτό, ενώ αργότερα με την εμπειρία σας θα μπορείτε να το πετυχαίνετε εύκολα. Ο περλίτης θεωρείται καλύτερος, αφού είναι βαρύτερος, έτσι αν ένα μικρό γεννηθεί και το υπόστρωμα έχει στεγνώσει λίγο, δε θα κουνήσει τα υπόλοιπα αυγά. Για εκκολαπτήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ένα πλαστικό κουτί, μέσα στο οποίο θα βρίσκονται τα μικρότερα κουτιά με τα αυγά, στο οποίο δημιουργείτε σταθερή θερμοκρασία με τη χρήση ενός θερμαντικού μέσου συνδεδεμένου με θερμοστάτη, είτε ένας έτοιμος από το εμπόριο. Το καλοκαίρι η επώαση μπορεί να γίνει και χωρίς κάποιον θερμαντικό εξοπλισμό αν μπορείτε να διασφαλίσετε κατάλληλες θερμοκρασίες. Είναι επίσης δυνατόν να επωάσετε λίγα αυγά μέσα στο τερράριο σε μέρος με την επιθυμητή θερμοκρασία, μέσα σε κάποιο κλειστό πλαστικό κουτί. Ακόμα, μία νέα μέθοδος επώασης που έχει δοκιμαστεί σε διάφορα είδη είναι η ξηρή επώαση, κατά την οποία τα αυγά βρίσκονται σε μια διάτρητη επιφάνεια ακριβώς πάνω από νερό στη σωστή θερμοκρασία, κι έτσι ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μουχλιάσματος από το μέσο επώασης. Η μέθοδος αυτή είναι επιτυχής και με τα αυγά του E. macularius. Τέλος, έχει τύχει μερικές φορές να ξεχάσει κάποιος τα αυγά μέσα στο τερράριο και μετά από δύο μήνες περίπου να έχουν γεννηθεί μικρά. Οι περιπτώσεις εντούτοις που τα μικρά γεννιούνται στο τερράριο των γονέων είναι από τύχη, και κανονικά δε θα πρέπει τα μικρά να βρίσκονται στο χώρο με τα ενήλικα, γιατί μπορεί να κανιβαλιστούν. Αν και μερικοί ερευνητές και εκτροφείς έχουν δημιουργήσει αποικίες κηλιδωτών γκέκο σε μεγάλα τερράρια, ο κίνδυνος είναι πάντοτε υπαρκτός. Τα μικρά έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, αλλά είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Πολλά πράγματα που είναι εύκολα για τα ενήλικα είναι δύσκολα για τα μικρά. Για παράδειγμα αν το μπολ της τροφής είναι ψηλό και δε βλέπουν τα έντομα μέσα, δε θα μπορούν να τα φάνε. Έτσι θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε ένα ρηχό σκεύος και να το τοποθετήσετε κοντά σε μια κρυψώνα ή σε κάποιο άλλο ψηλό μέρος, έτσι ώστε όταν ανεβαίνουν εκεί να βλέπουν το εσωτερικό του. Επίσης στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε μέρος με υγρασία, γιατί τα μικρά αφυδατώνονται εύκολα κι επίσης θα έχουν προβληματικές εκδύσεις, που σ’αυτήν τη φάση μπορεί να τους κοστίσουν ακόμα και τη ζωή. Οι θερμοκρασίες θα πρέπει να μένουν όσο το δυνατόν σταθερές στη ζεστή πλευρά. Μερικά μικρά γεννιούνται με το λεκηθικό σάκο, αλλά αυτός αποβάλλετε στη συνέχεια. Μπορούν να φάνε αφού αλλάξουν το πρώτο τους δέρμα, ενώ μερικά μπορεί να μη φάνε καθόλου στην πρώτη εβδομάδα. Επειδή έχουν μεγάλο κεφάλι, ήδη από το μέγεθος που βρίσκονται μπορούν να φάνε έντομα ως κι ένα εκατοστό, όπως μικρούς γρύλλους, μικρές κατσαρίδες, μικρά αλευροσκούληκα και μικρά μελοσκούληκα. Όπως και με όλα τα ζώα που γεννούν πολλά μικρά, πάντοτε υπάρχει πιθανότητα προβλημάτων στην αναπαραγωγή. Κάποιο αυγό μπορεί να χαλάσει ακόμα και στη μέση της επώασης, ενώ κάποιο μικρό μπορεί να γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα είτε ορατό είτε εσωτερικό και να πεθάνει, είτε χωρίς να φάει τίποτα είτε μετά από λίγο καιρό.

Το γκέκο αυτό είναι γενικά ανθεκτικό ζώο που δύσκολα θα πάθει κάτι αν φροντίζετε σωστά. Μπορεί να πάθει όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τα ερπετά, όπως δερματικές μολύνσεις, αναπνευστικές λοιμώξεις, ενδοπαράσιτα, έλλειψη ασβεστίου, τραυματισμούς κλπ. Η δυσέκδυση είναι ένα ιδιαίτερα κοινό πρόβλημα στα κηλιδωτά γκέκο, ιδίως στα αναπτυσσόμενα άτομα. Όπως όλα τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους μια φορά, αλλά το σχίζουν σε κομμάτια και μετά το τρώνε όλο, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από πιθανούς εχθρούς. Τα ενήλικα το αλλάζουν περίπου κάθε μήνα, ενώ τα αναπτυσσόμενα μικρά συχνότερα. Η υγρασία βοηθά στο μαλάκωμα του δέρματος. Εάν όμως υγρασία δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει υγρή κρυψώνα, το δέρμα μπορεί να κολλήσει σε δύσκολα μέρη όπως στα βλέφαρα, στα δάχτυλα και στο άκρο της ουράς, οδηγώντας σε μολύνσεις του ματιού και πιθανόν νέκρωση και πτώση των μελών από έλλειψη κυκλοφορίας αντίστοιχα. Μία υγρή μπατονέτα ή ένα υγρό χαρτί βοηθά σε περιπτώσεις δισέκδυσης. Η παχυσαρκία είναι επίσης κοινή στο συγκεκριμένο είδος, ιδίως σε άτομα που τρέφονται μόνο με προνύμφες όπως αλευροσκούληκα. Θα πρέπει να ξεχωρίζετε ένα υγιές και λίγο στρουμπουλό γκέκο από ένα παθολογικά παχύσαρκο. Ένα παχύσαρκο γκέκο έχει υπερβολικά διογκωμένη ουρά, παχιά κοιλιά που μπορεί ν’αγγίζει το έδαφος όταν κινείται, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις φούσκωμα κάτω από τις μασχάλες. Επειδή τα ερπετά δεν έχουν μεγάλη αερόβια ικανότητα, άρα δε μπορούν να κάψουν πολλές θερμίδες με τη γυμναστική, ο μόνος τρόπος να κάψουν το περιττό λίπος είναι με τη νηστεία, γι’αυτό, αν και φαίνεται σκληρό, θα πρέπει να μειώσετε τα ταΐσματα και σε ποσότητα και σε συχνότητα για ν’αδυνατίσει. Το μεγαλύτερο μολυσματικό πρόβλημα υγείας με αυτό το είδος είναι το κρυπτοσπορίδιο, γνωστό και ως κρύπτο. Η λέξη αυτή σπέρνει το φόβο και τον τρόμο στους απανταχού φίλους του κηλιδωτού γκέκο ανά τον κόσμο. Το κρυπτοσπορίδιο είναι το είδος Cryptosporidium varani, και προσβάλει διάφορες σαύρες. Δεν είναι το είδος που προσβάλει τα θηλαστικά. Είναι ανθεκτικό παράσιτο, με ανθεκτικές κύστεις που ζουν στο περιβάλλον για χρόνια, και δεν επηρεάζονται από τα περισσότερα απολυμαντικά. Μερικά γκέκο είναι φορείς χωρίς να έχουν συμπτώματα. Αν όμως για κάποιον λόγο το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ζώου φορέα πέσει, π.χ. από στρες αλλαγών ή υπερπληθυσμού, υποσιτισμό, χειμερία νάρκη κλπ, τότε μπορεί να εμφανιστούν τα συμπτώματα, και άπαξ και εμφανιστούν, συνήθως δεν υπάρχει θεραπεία, και ο θάνατος θα επέλθει βασανιστικά μετά από μήνες ή και χρόνο. Το παράσιτο καταστρέφει την επιφάνεια του λεπτού εντέρου, δυσχεραίνοντας την απορρόφηση της τροφής. Το γκέκο σταματά να τρώει η τρώει πολύ λίγο και σπάνια, αδυνατίζει, κάνει πράσινη διάρροια, τείνει να κρύβεται στα ψυχρότερα σημεία του χώρου του, είναι ληθαργικό, και η άλλοτε στρουμπουλί ουρά του γίνεται λεπτή σαν ξύλο(stick tail). Σε τέτοια φάση, η μόνη λύση είναι η ευθανασία. Είναι δυνατό στα πρώτα στάδια το παράσιτο να περιοριστεί με φαρμακευτική αγωγή, αλά δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική, και σε περίπτωση που το ζώο επανέλθει, θα την χρειάζεται για όλη του τη ζωή και καλύτερο είναι να ζει σε απομόνωση ή με άλλα θετικά σε κρύπτο ζώα, και να μην αναπαράγεται, γιατί δεν είναι ακόμα γνωστό αν το παράσιτο περνά στην επόμενη γενιά. Μετά από ένα περιστατικό κρύπτο σε μια συλλογή, όλα τα κλουβιά και οι εξοπλισμοί της συλλογής θα χρειαστεί απολύμανση με πυκνό διάλυμα αμμωνίας, η οποία είναι αποτελεσματική έναντι των κύστεων, και στενή παρακολούθηση όλων των ζώων. Η ανίχνευση του ίδιου του παρασίτου είναι δύσκολη, ακόμα και σε συμπτωματικά ζώα, αλλά πρόσφατα η διάγνωση έγινε ευκολότερη με τη μέθοδο pcr, η οποία εντοπίζει το dna του παρασίτου. Γι’αυτό τα νέα άτομα σε μια συλλογή θα πρέπει να τίθενται υπό καραντίνα για 30 μέρες τουλάχιστον, για παν ενδεχόμενο. Εάν αγοράσετε γκέκο από κάποιον χομπίστα εκτροφέα ή κατάστημα με λίγα ζώα έχετε πολύ μικρότερη πιθανότητα το ζώο σας να έχει κρύπτο. Αντίθετα, σε μεγάλα pet shop με γρήγορο ρυθμό αντικατάστασης ζώων τα οποία προέρχονται από πολλές πηγές, καθόλου καραντίνα και απολύμανση πριν την έλευση των νέων ζώων, η πιθανότητα είναι υψηλότερη.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά έξυπνα και παρατηρητικά ζώα. Θα κοιτάζουν τις κινήσεις σας μέσα από το τεράριο, θα μάθουν ότι τα δίνετε τροφή και θα συνηθίσουν να τα σηκώνετε. Κάποια μπορούν να μάθουν να τρώνε από λαβίδα ή από το χέρι. Τα περισσότερα ενήλικα γκέκο είναι αρκετά ανεκτικά στο χειρισμό, και μπορείτε να τα βγάζετε έξω για λίγα λεπτά τη φορά. Για να το χειριστείτε, απλώς το σηκώνετε και το βάζετε πάνω στο χέρι σας, φροντίζοντας να μην κινδυνεύει να πέσει. Έπειτα αυτό μπορεί να καθίσει ακίνητο ή να κινείται από το ένα χέρι στο άλλο, ή ν’ανεβαίνει πάνω σας. Καλύτερο είναι να το αφήσετε να κινηθεί μόνο του παρά να το κρατάτε, γιατί τότε μπορεί να πανικοβληθεί και να προσπαθήσει να φύγει. Μπορείτε επίσης να το αφήσετε να περπατήσει σε μια επιφάνεια, απ’όπου μπορείτε να είστε απολύτως σίγουροι ότι θα μπορείτε να το ξαναπιάσετε και δε θα το χάσετε. Τα γκέκο αυτά πηδούν μόνο όταν είναι σίγουρα ότι δε θα πέσουν, οπότε δύσκολα θα σας φύγουν από το χέρι, αν και αν τρομάξουν γίνεται. Γνωρίζουν την περιοχή τους και πηγαίνουν μόνα τους μέσα όταν τα πάτε μπροστά στο τερράριό τους. Αντίθετα, τα νεαρότερα άτομα κι αυτά που δεν έχουν συνηθίσει το χειρισμό είναι πολύ γρήγορα και τρομάζουν εύκολα. Για να τα συνηθίσετε, απλώς προσπαθήστε να τα αφήνετε ν’ανεβαίνουν στο χέρι σας παρά να τα κρατάτε, και πάντα να τα χειρίζεστε αρχικά πάνω από μια λεκάνη ή μέσα στο τερράριό τους, για να μη σας φύγουν. Αν σας φύγουν θα τα βρείτε, αλλά θα πρέπει να ψάξετε αρκετά αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο χώρο. Συνήθως κρύβονται πίσω ή κάτω από πράγματα ή σκαρφαλώνουν σε χαμηλό όμως ύψος. Όσο μεγαλώνουν συνηθίζουν στο χειρισμό. Κάθε γκέκο ωστόσο είναι διαφορετικό και έχει διαφορετική ανοχή στο χειρισμό, άλλα για παράδειγμα τρώνε αμέσως μόλις τα βάλετε πίσω στο τερράριο, και άλα θα προσπαθούν να σας ξεφύγουν συνεχώς. Θα διαπιστώσετε τις ανοχές του καθενός με την εμπειρία σας. Δε θα πρέπει ωστόσο να εμπιστεύεστε στο 100% ακόμα κι ένα πολύ ήσυχο γκέκο, αφού κι αυτό μπορεί να τρομάξει από κάτι και να προσπαθήσει να σας ξεφύγει. Ένας χειρισμός για 5-10 λεπτά λίγες φορές την εβδομάδα είναι αρκετός, και ίσως έβαλα και πολύ. Όπως και οι περισσότερες μικρές σαύρες, είναι περισσότερο ζώα παρατήρησηςς, που τα απολαμβάνουμε καθώς δραστηριοποιούνται μέσα στο τερράριό τους, παρά χειρισμού. Παρόλα αυτά, είναι από τις πιο ανεκτικές στο χειρισμό μικρές σαύρες.

Τα δικά μου γκέκο

Γνώριζα το είδος από τότε που άρχισα να διαβάζω για ερπετά, από το 2005 περίπου. Αργότερα, όταν άρχισα να συμμετέχω και στα φόρουμ, το είδος αυτό ήταν το κέντρο πολλών συζητήσεων, μιας και το είχαν πολλοί. Αρχικά το αντιμετώπιζα με κάποια περιφρόνηση, γιατί δήθεν ήταν πολύ κοινό είδος. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι για να είναι ένα είδος κοινό, υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος, όπως ότι συγκεντρώνει πολλά θετικά χαρακτηριστικά σαν το συγκεκριμένο. Κηλιδωτό γκέκο συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά και έπιασα στο feeders.gr, το κορυφαίο κατάστημα για ερπετά στην Ελλάδα, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι όπως τροφές, εξοπλισμό κλπ και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ήταν αρκετά στρουμπουλό και πολυθ φιλικό, κι επίσης υπήρχαν διάφορα ζώα με διάφορα χρώματα, συμπεριλαμβανομένων και πορτοκαλί που μ’αρέσουν, αν και δεν έχω, κι έτσι αποκαταστάθηκε η εικόνα του είδους στο μυαλό μου. Πάραυτα, ακόμα δεν ήθελα να αποκτήσω ένα. Ασχολούμουν με τις άλλες σαύρες που είχα και νόμιζα ότι θα τις έκανα αναπαραγωγή, αν και φυσικά αυτό δεν έγινε. Τον Οκτώβριο του 2015, πήρα έναν τερατοσκίγκο του Ρομπορόφσκι (Teratoscincus roborowskii), ο οποίος ήταν και θηλυκό. Δηλαδή, με ένα αρσενικό από τη Γερμανία την επόμενη χρονιά θα μπορούσα ν’αναπαραγάγω ένα σπάνιο είδος, Παρόλα αυτά τα πράγματα δεν πήγαν όπως νόμιζα, γιατί ο τερατοσκίγκος ήταν πιασμένος – το μόνο και τελευταίο πιασμένο ζώο που είχα -, ίσως να στρεσαρίστηκε με την αλλαγή περιβάλλοντος και απεβίωσε ένα μήνα αργότερα. Έτσι μου έμεινε μόνο το τερράριο, ένα φαουνάριουμ 46χ30χ17 εκατοστά, με τις διακοσμήσεις του. Το άφησα αρκετό καιρό στη θέση του, ώσπου αποφάσισα να το απολυμάνω εντελώς, μήπως και βάλω κάτι άλλο μέσα. Άδειασα όλη την άμμο και έριξα νερό με χλωρίνη σε αναλογία 10/1 κατ’όγκο, νοσοκομειακό μίγμα, στο τερράριο και στις διακοσμήσεις για να τα απολυμάνω όλα από κάτι δυνητικά επικίνδυνο για οποιονδήποτε επόμενο ένοικο. Έπειτα ξανάβαλα το τερράριο στη θέση του και το ξέχασα. Σκέφτηκα ωστόσο αργότερα να πάρω κάποιο είδος γκέκο σχετικά εδαφόβιου, ανθεκτικού και από περιοχή με ξηρό κλίμα, στο οποίο θα μπορούσα να κάνω αναπαραγωγή. Και στο μυαλό μου ήρθε πρώτο-πρώτο το κηλιδωτό γκέκο. Όχι όμως κάθε κηλιδωτό γκέκο. Το feeders.gr είχε φέρει από το Σεπτέμβριο του 2015 κηλιδωτά γκέκο του Τουρκμενιστάν, κι αυτά ήθελα να προλάβω, για΄τι είναι αρκετά σπάνια στις συλλογές. Μόλις ρώτησα όμως γι’αυτά, έμαθα ότι είχαν μείνει μόνο τέσσερα, και όλα θηλυκά. Λυπήθηκα τότε, αλλά ευχαριστώ την τύχη μου τώρα για λόγους που θα σας εξηγήσω παρακάτω.

Το ταξίδι μου με τα γκέκο αυτά ξεκίνησε από τις 14 Μαΐου του 2016. Εκείνη τη μέρα πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ένα E. turcmenicus. Αρχικά σκόπευα να πάρω το πιο μεγάλο, αλά τελικά προτίμησα το πιο χρωματιστό. Είχε έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα με καφέ κηλίδες, πιο σκούρο κεφάλι και γκριζόλευκη ουρά. Ήταν γύρω στα 18 εκατοστά και αρκετά στρουμπουλό.
Eublepharis turcmenicus female

Όταν είχαν έρθει αυτά τα γκέκο πέρσι το Σεπτέμβριο, ήταν γύρω στα 12 εκατοστά, άρα θα είχαν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο και τώρα αυτή θα είναι ενός έτους και λίγο παραπάνω. Την ίδια μέρα που πήρα αυτό το γκέκο, ένα μορφικό hypo E. Macularius, που συστεγαζόταν με ένα αρσενικό Tremper albino γέννησε δύο αυγά. Ο καταστηματάρχης δεν το περίμενε καν, κι έτσι δεν είχε βάλει φωλιά και τα αυγά έσπασαν. Έτσι, τα δώσαμε στο γενειοφόρο δράκο του μαγαζιού που τά’φαγε αμέσως. Επιστρέφοντας λοιπόν πίσω, έβαλα το γκέκο του Τουρκμενιστάν στο χώρο του. Μετά από δύο μέρες, έφαγε για πρώτη φορά, δύο μελοσκούληκα, ένα αλευροσκούληκο και ένα σκαθάρι από αλευροσκούληκο. Τελικά ισχύει ότι κυνηγάνε σαν γάτες, επειδή το είχα προσέξει να τρέμει την ουρά του και να σηκώνεται ψηλά στην προετοιμασία του να επιτεθεί. Στις 17 Μαΐου, πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ακόμα ένα θηλυκό γκέκο. Εφόσον δεν είχε αρσενικά E. Turcmenicus, και ούτε φαινόταν ότι θα έρχονταν σύντομα, αποφάσισα ν’ασχοληθώ με μορφικά. Πήρα λοιπόν το ήδη γονιμοποιημένο hypo, για να δοκιμάσω τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αν και δεν κανόνισα εγώ για το ζευγάρωμα, θα έπρεπε να φροντίσω τα αυγά, να τα επωάσω, και να μεγαλώσω τα μικρά. Πήρα λοιπόν και το hypo E. macularius, ένα μεγαλύτερο ζώο, γύρω στα 20 εκατοστά, με πιο γκρίζα χρώματα και πολύ εντονότερες κηλίδες. Είχε αρκετά παχουλό σωματότυπο, αν και επειδή είχε γεννήσει πρόσφατα ήταν ακόμα αδύνατο. Η ουρά του ωστόσο ήταν πολύ παχιά, παχύτερη απ’αυτήν του E. Turcmenicus.
Eublepharis macularius hypo female

Και αυτός είναι ο πατέρας:
Eublepharis macularius Tremper albino male

Διαρρύθμισα το τερράριό τους όπως περίπου είναι και τώρα, και το έβαλα μέσα. Καθώς το έβαζα μέσα αυτό ενοχλήθηκε, στιρφογύριζε, με δάγκωσε λίγο και με έχεσε, αλλά μετά πήγε και κρύφτηκε στην τρύπα του.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά την απόκτηση των γκέκο, είχα διάφορα δυσάρεστα περιστατικά με την E. turcmenicus. Επειδή διάβαζα παντού για το πόσο αργά κινούνται και πόσο εύκολα είναι στο χειρισμό, είχα υποτιμήσει την ταχύτητά τους και τα γρήγορα αντανακλαστικά τους. Στις 17 Μαΐου λοιπόν, την ίδια μέρα που έφερα την E. macularius, έχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν. Μου έφυγε το βράδυ από μία πέτρα που χρησιμοποίησε σαν σκαλί κι έφυγε, γιατί είχα βγάλει εντελώς καπάκι. Το κυνήγησα στο γραφείο για να το πιάσω, αλά πήδηξε κάτω και χάθηκε. Μετά από λίγο το είχα βρει, αλλά πάλι μου ξέφυγε με τεράστια ταχύτητα. Την επόμενη μέρα πάλι μου ξέφυγε, αλά τελικά με μια μεθοδική αναζήτηση και προσεκτικές κινήσεις στις 19 Μαΐου το ξαναέπιασα. Αυτή ήταν και η μέρα που έφαγε για πρώτη φορά το hypo, τρία γιγάντια αλευροσκούληκα κι ένα μελοσκούληκο. Για λίγο όλα πήγαιναν καλά. Στις 25 Μαΐου, το hypo είχε γκριζωπή επιδερμίδα σαν χαρτί, σημάδι επικείμενης έκδυσης. Την επόμενη μέρα είχε αλλάξει το δέρμα του και ήταν ένα λαμπερό, ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 31 Μαΐου ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, αλλά το ξαναέπιασα στην 1 Ιουνίου, και ήταν κι αυτό σε φάση έκδυσης. Την άλλη μέρα είχα ακόμα ένα λαμπερό και ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 4 Ιουνίου, ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, το οποίο ξαναβρήκα αμέσως την ίδια μέρα. Επίσης το βράδυ η hypo άλλαξε ξανά δέρμα. Μετά λοιπόν απ’όλα αυτά, η μικρή E. turcmenicus πήρε το όνομα Αστραπή για το κίτρινο χρώμα και την υπερβολική ταχύτητά της, ενώ για τη μεγάλη hypo δεν έβρισκα ακόμα όνομα, αλλά τελικά την έβαλα Σταλίτσα. Έτσι λοιπόν έμαθα να μην εμπιστεύομαι και τόσο τα κηλιδωτά γκέκο, και δη αυτό του Τουρκμενιστάν. Αν και κινούνται αργά όταν δεν τα ενοχλεί κανείς, μπορούν να τρέξουν πολύ γρήγορα αν απειληθούν. Μπορεί να μην έχουν αντοχή για να τρέχουν συνεχόμενα, αλά στο μικρό διάστημα που τρέχουν προλαβαίνουν να κρυφτούν σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο. Εν ολίγοις το είδος αυτό δεν έχει καμία σχέση με το λοφιοφόρο γκέκο που συνήθησα, το οποίο, αν και μπορεί να τρέξει κι επίσης μπορεί να πηδήξει αρκετά μακριά, είναι συνήθως αρκετά αργό και πολύ χαζό, αφού στη Νέα Καληδονία απ’όπου κατάγεται έχει ελάχιστους εχθρούς. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν είχαν καμία σχέση, συνεχώς γυρίζουν το κεφαλάκι τους σε κάθε κίνηση, ήχο και περιβαλλοντική μεταβολή. Μοιάζουν περισσότερο με τον τερατοσκίγκο, αλλά εκείνος ήταν ακόμα πιο επιφυλακτικός και γρήγορος, και γι’αυτό τον είχα χάσει κι εκείνον μια φορά. Τώρα που γνωρίζω καλά τις αντιδράσεις τους, δεν πρόκειται να γίνει ξανά κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι ακόμα κι αν ανοίξω το καπάκι στη μέση του χώρου τους μπορούν να πατήσουν πάνω στον κορμό και να φύγουν, γι’αυτό προσέχω.

Μέσα στον Ιούνιο, ολοκλήρωσα Τον εξοπλισμό του χώρου τους, αγοράζοντας κι ένα μπολ τροφής από το feeders.gr με χείλος προς τα μέσα για να μη φεύγουν τα έντομα, αν και πάλι οι μεγαλύτερες κατσαρίδες μπορεί να φύγουν αν τις σπρώξουν οι υπόλοιπες. Εκεί τοποθετώ λοιπόν τα έντομα, όπου φυλακισμένα περιμένουν τους ανηλεείς ουράνιους σφαγείς τους. Πριν απ’αυτό, έριχνα τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και τα σκαθάρια μέσα στην κρυψώνα, και έστηνα αυτί για να ακούσω αν τα έτρωγαν, που συνήθως τα έτρωγαν αμέσως. Τους γρύλλους τους αμολούσα μέσα στο τερράριο και τα γκέκο πετάγονταν από διάφορα μέρη για να τους πιάσουν. Τώρα με το μπολ, τα γκέκο ξέρουν πού είναι η τροφή, και πηγαίνουν και τρώνε όποτε θέλουν. Το διάστημα αυτό ταΐζω κυρίως με αλευροσκούληκα και κατσαρίδες Αργεντινής. Δείτε πώς το μεγάλο θηλυκό τρώει μια τέτοια κατσαρίδα:

Η διαρρύθμιση λοιπόν του χώρου είναι απλή. Το φαουνάριουμ, με διαστάσεις 46χ30χ17 όπως προανέφερα, το έχω τοποθετήσει με τη στενή πλευρά προς εμένα. Στο πίσω μέρος έχω βάλει μια πλατιά πέτρα όρθια για να κλείνει το φως, και μπροστά της έναν κορμό από φελλό μήκους περίπου 25 εκατοστών. Ο κορμός αυτός έχει δύο ανοίγματα στα πλάγια πίσω, απ’όπου μπορούν να εξέρχονται τα γκέκο, όπως και με το άνοιγμα μπροστά. Πίσω αριστερά έχω στηρίξει μια άλλη πλατιά πέτρα στον κορμό, η οποία σχηματίζει μια σπηλιά από κάτω, αν και σπάνια την χρησιμοποιούν. Στη μέση του κορμού αριστερά υπάρχει μια μικρή σφηνόμορφη πέτρα που τον κρατά στη θέση του, ενώ μπροστά από την αριστερή πλευρά έχω βάλει μια πέτρα που να κλείνει εν μέρει τη μπροστινή είσοδο, ώστε τα γκέκο να έχουν σκοτάδι τη μέρα και να νιώθουν πιο ασφαλή. Μπροστά αριστερά βρίσκεται η γωνία αφόδευσης, την οποία καθιέρωσαν από τις 17 Μαΐου, κι από τότε δεν αφόδευσαν πουθενά αλλού. Εκεί έχω τοποθετήσει ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί, το οποίο αλλάζω εύκολα όταν κουτσουλάνε και το αντικαθιστώ μ’ένα άλλο. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ, εύκαμπτο σαν την εφημερίδα, αλ΄λα ανθεκτικό σαν το χαρτόνι. Τέλος στη γωνία μπροστά δεξιά βρίσκεται το μπολ τροφής τους. Μέσα στον κορμό στη μπροστινή πλευρά βρίσκεται ‘ενα μεγάλο κομμάτι βρεγμένου χαρτιού κουζίνας, το οποίο τα παρέχει υγρασία. Αυτό το χαρτί το υγραίνω κάθε 2-3 μέρες, και το αλλάζω εβδομαδιαία, ενώ κάθε 2-3 μέρες επίσης ψεκάζω λίγο το υπόστρωμα και τις επιφάνειες που χρησιμοποιούν περισσότερο. Η θερμαντική πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του χώρου, και θερμαίνει το πίσω μέρος του κορμού, όπου τα γκέκο συνηθίζουν να κοιμούνται. Έχω ρυθμίσει τη θερμαντική πλάκα να ζεσταίνει γύρω στους 33-34 βαθμούς, κι αν τα γκέκο επιθυμούν λιγότερη ζέστη μπορούν να μετακινηθούν πιο μπροστά στον κορμό. Το Μάιο χρησιμοποιούσα μια μικρή πλάκα 14χ14, αλλά αν αρχίζουν οι θερμοκρασίες να πέφτουν θα βάλω μια μεγαλύτερη, 28χ14 εγκάρσια στο τερράριο, για να μη ζεσταίνεται όλος ο κορμός. Τώρα το καλοκαίρι, με ημερήσιες θερμοκρασίες σταθερά γύρω στους 31-33 στο χώρο τους, δε χρησιμοποιώ κάποιο θερμαντικό μέσο.

Από τον Ιούνιο λοιπόν ξεκίνησε και το κεφάλαιο της αναπαραγωγής. Το μεγάλο θηλυκό είχε στρουμπουλέψει αρκετά, και αν το ψηλάφιζα προσεκτικά μπορούσα να διακρίνω δύο μεγάλα αυγά. Ήδη από τις 3 Ιουνίου δεν έτρωγε και τόσο πολύ. Στις 9 του μηνός ήταν λίγο ανήσυχη και έξω απ’τη φωλιά της, και στις 10 Ιουνίου το απόγευμα την βρήκα λεπτή και ξεφούσκωτη. Ψάχνοντας στο χώρο της, βρήκα δύο αυγά ελαφρώς αφυδατωμένα και κολλημένα πίσω δεξιά στο χαρτί, πάνω από τη θερμαντική πλάκα. Τα ξεκόλλησα προσεκτικά και τα τοποθέτησα σε ένα κουτί με υγρό χαρτί, για ν’απορροφήσουν υγρασία. Προσπάθησα να καθαρίσω όσο χαρτί υποστρώματος είχε κολλήσει από κάτω τους μήπως και τα έβλαπτε, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Με έπιασε κι εμένα απροετοίμαστο και δεν είχα κατάλληλο μέσο επώασης. Την ίδια μέρα το θηλυκό ξεκίνησε και πάλι να τρώει πολύ, για ν’αναπληρώσει το βάρος του. Γέννησε 27 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, αρκετά μεγάλο διάστημα. Ίσως λόγω του στρες της μεταφοράς και του νέου περιβάλλοντος να καθυστέρησε την ωοτοκία ή και να απορρόφησε ένα ζεύγος αυγών, δεν ξέρω. Την επομένη λοιπόν έβαλα περλίτη σ’ένα πλαστικό κουτί και τον ύγρανα αρκετά, ώστε να έχει υγρασία, αλλά να μην κολυμπάει στο νερό. Δεν είχα ζυγαριά ή κάποιον άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Έβαλα λοιπόν με προσοχή τα δύο αυγά μέσα, αν και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δε θα εκκολάπτονταν. Μέσα στις επόμενες μέρες τράβηξαν αρκετό νερό και ξαναπήραν το πλήρες τους σχήμα, αλλά τελικά απέτυχαν, είτε επειδή δεν ήταν γονιμοποιημένα είτε επειδή καταστράφηκαν από το ξηρό και θερμό περιβάλλον. Στις 15 του μηνός το μεγαλύτερο και πιο ξεφούσκωτο κιτρίνισε κι άρχισε να μυρίζει λίγο σαπισμένο, και τότε το έβγαλα, το έσπασα για καλό και για κακό και το πέταξα. Το ίδιο έκανα και με το άλλο στις 17 του μηνός.

Εντωμεταξύ τα γκέκο συνέχιζαν να ζουν τη ζωή τους στο τερράριο, το γόνιμο θηλυκό είχε πάλι ανακτήσει το βάρος του, και σιγά-σιγά διακρινόταν στην κοιλιά του αυγό, ώσπου στις 28 Ιουνίου γέννησε ένα μόνο αυγό, αυτήν τη φορά στο υγρό χαρτί, κι έτσι το έσωσα. Ήταν λίγο μικρότερο από το κανονικό, αλλά εγώ το έβαλα για επώαση. Αυτήν τη φορά δε χρησιμοποίησα περλίτη, αλλά το υλικό που ξέρω, κοινό χώμα. Το χώμα που φυτεύουμε τους σπόρους, το χώμα που θάβουμε τους νεκρούς, καταλάβατε τι εννοώ. Ανάμειξα χώμα με περλίτη, τα ύγρανα αρκετά κι έβαλα μέσα το αυγό οριζόντια, περίπου στη θέση που το βρήκα. Έπειτα μετέφερα το κουτί σε κάποιο πιο δροσερό μέρος που ήταν γύρω στους 27 βαθμούς, για να έχει πιο ομαλή ανάπτυξη. Οπότε μάλλον θα βγει θηλυκό. Με έκπληξη παρατηρούσα ότι όσο περνούσαν οι μέρες, το αυγό δε χαλούσε. Εντωμεταξύ το θηλυκό ξαναγέμισε και μετά τις 10 Ιουλίιου μπορούσα να ψηλαφίσω δύο αυγά, και στις 17 Ιουλίου, 19 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, γέννησε άλλα δύο αυγά, ευτυχώς στο σωστό σημείο. Το ένα ήταν μεγάλο, βαρύ και ολόλευκο, ενώ το άλλο ήταν αρκετά μικρό, λευκό, αλλά με ένα δακτύλιο αδυναμίας στο κέλυφός του. Τα έβαλα και τα δύο σ’ένα κουτάκι με χώμα και περλίτη, για να δω τι θα γίνει. Στις 21 Ιουλίου όλα πήγαιναν καλά, αλά αφαίρεσα το μικρό, γιατί φοβόμουν μη χαλάσει ή ανοίξει στη μέση της επώασης. Το έσπασα, κι από μέσα είχε ασπράδι και κρόκο κανονικά, σαν το αυγό της κότας, και μύριζε σαν κανονικό αυγό. Η θέση όπου βρίσκεται το δεύτερο αυγό έχει γύρω στους 31-32 βαθμούς μόνιμα, οπότε ίσως να βγει αρσενικό. Στις 10 Αυγούστου μετέφερα και το πρώτο αυγό κοντά στο δεύτερο, ώστε η υψηλότερη θερμοκρασία να του εντείνει τα χρώματα όπως λένε και να εκκολαφθεί συντομότερα. Τώρα και τα δύο αυγά βρίσκονται σε δύο πλαστικά κουτιά μέσα σ’ε΄να σκοτεινό ντουλάπι, και τα ελέγχω κάθε περίπου 4 μέρες. Εάν η υγρασία του χώματος πέσει, ψεκάζω λίγο νερό από πάνω, αλ΄λα όχι πάνω στο αυγό. Παραμένουν λευκά και υγιή κι έχουν διογκωθεί, καθώς απορροφούν νερό κατά την επώαση. Είναι σαν εξωγήινοι ζωικοί σπόροι που σε λίγο θα βγάλουν κάτι από μέσα τους. Μέσα στις επόμενες 10 μέρες, πιστεύω πως θά’χω την πρώτη μου εκκόλαψη και το πρώτο μου μικρό κηλιδωτό γκέκο! Ακόμα περιβάλλον για τα μικρά δεν έχω ετοιμάσει, αλλά σύντομα θα πρέπει να το κάνω. Το θηλυκό πάντως δε φαίνεται να ετοιμάζει νέα αυγά, και ίσως να τελείωσε η περίοδος αναπαραγωγής του για φέτος. Συνολικά γέννησε 7 αυγά σε 4 φορές.

Η ζωή των γκέκο είναι απλή και ειρηνική. Ξυπνούν γύρω στις 6-7 το απόγευμα, αν και μπορεί να βρω κανένα έξω από τις 5:30. Συνήθως πρώτα βγαίνει ένα μόνο έξω, αλά μπορεί να βγουν και τα δύο. Το βράδυ, που είναι και η κύρια περίοδος δραστηριότητάς τους, συνήθως είναι έξω και τα δύο, και αν δεν είναι, αυτό που είναι μέσα κοιτάζει με το κεφαλάκι του έξω και σύντομα βγαίνει κι αυτό. Αρχικά αυτό που κρυβόταν ήταν το του Τουρκμενιστάν, αλλά τώρα κρύβεται περισσότερο το μεγάλο. Όταν είναι έξω, μπορεί το ένα να είναι σε μία θέση και το άλλο αλλού. Συχνά ωστόσο τα βρίσκω μαζί, είτε πάνω στον κορμό είτε στις πέτρες. Τους αρέσει να σκαρφαλώνουν πάνω στα αντικείμενα του χώρου τους, όπως και να τρέχουν κάτω απ’αυτά. Συχνά όταν πηγαίνει κάπου ακολουθεί και το άλλο. Είναι παρατηρητικά και ξέρουν πότε τα πλησιάζω. Κοιτάζουν το κάθε τι μέσα από το τερράριό τους. Είναι ενθουσιώδη με την τροφή τους, και μόλις αντιληφθούν ότι υπάρχει στο μπολ τους, τρέχουν και την πιάνουν. Συνήθως όταν τρώει το ένα, αντιλαμβάνεται και το άλλο ότι υπάρχει τροφή και πλησιάζει κι αυτό. Αν τα βάλω τροφή τη μέρα, το αντιλαμβάνονται, ίσως με τη μυρωδιά, και μπορεί ένα απ’τα δύο να ξυπνήσει και να πάει να φάει λίγο. Αυτό το έκανε κυρίως το μεγάλο θηλυκό, γιατί είχε αυξημένες ανάγκες για να θρέψει τα αυγά του. Μπορούν επίσης να ξυπνήσουν στιγμιαία αν κάνω θόρυβο γύρω απ’το χώρο τους, και ξυπνούν πολύ πιο εύκολα από το λοφιοφόρο γκέκο. Ακόμα δεν τα έχω δώσει τόση ποικιλία εντόμων όση έχω δώσει στις υπόλοιπες σαύρες που τις έχω περισσότερο καιρό, αλά έχω προσέξει ότι τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και οι κατσαρίδες Αργεντινής είναι τα αγαπημένα τους. Και οι γρύλλοι είναι επίσης αγαπημένοι, επειδή είναι μαλακοί και απασχολούνται με το κυνήγι τους. Τα σκαθάρια από τα αλευροσκούληκα είναι τα επόμενα στη λίστα και τελευταίες είναι δυστυχώς οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens, από τις οποίες τρώνε ελάχιστες ή και καθόλου. Είναι μια πολύ θρεπτική τροφή και ασυνήθιστα για έντομο έχει πολύ ασβέστιο, αλλά επειδή ίσως είναι δύσθραυστές, δεν τις προτιμούν. Κάθε γκέκο τρώει 4 μεγάλα αλευροσκούληκα, ίσως και κάτι ακόμα μικρότερο μετά, ή 3-4 κατσαρίδες Αργεντινής 1,5-2 εκατοστών. Αν τα έντομα είναι μικρότερα, θα φάνε περισσότερα. Δεν έχω παρατηρήσει κάποια σαφή ιεραρχία στη συμπεριφορά τους. Ίσως το μεγαλύτερο θηλυκό να είναι πιο κυρίαρχο, γιατί όταν είναι και τα δύο έξω τρώει πρώτο, αλά αυτό δε σημαίνει ότι αποτρέπει το μικρότερο να φάει. Όταν είναι μέσα, το τουρκμενιστανικό τρώει πρώτο. Έως τώρα δεν υπήρξε καμία περίπτωση βίαιης αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Η συμπεριφορά τους επίσης προς εμένα έχει αλλάξει αρκετά. Η Αστραπή του Τουρκμενιστάν έχει ηρεμήσει αρκετά, ώστε να μπορώ να την σηκώνω για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να φοβάμαι ότι θα μου φύγει. Προτιμά να κάθεται πάνω στο χέρι μου, και αν κάνω να την κρατήσω δυσανασχετεί. Όταν όμως την μετακινήσω γρήγορα μακριά απ’το χώρο της ή την επιστρέψω εκεί και νιώσει ότι δεν ελέγχει την κατάσταση επειδή το χέρι μου κινείται μαζί της, πανικοβάλεται κι αρχίζει να τρέχει. Τότε την πιάνω, αυτή συστρέφεται και βγάζει διάφορους ήχους, και την βάζω αμέσως μέσα. Δεν ανησυχεί ιδιαίτερα μετά απ’αυτό, αφού μπορεί να φάει αμέσως μόλις την επιστρέψω πίσω, ανησυχώ όμως εγώ γιατί φοβάμαι μην την ξαναχάσω. Από την άλλη, το μεγάλο θηλυκό είναι πολύ πιο ήσυχο και ανεκτικό. Ήδη από τις πρώτες μέρες που το είχα μπορούσε να φάει ακόμα κι όταν την έβγαζα έξω, π.χ. για να διορθώσω κάτι στο εσωτερικό του τερραρίου. Πλέον είναι πολύ ήσυχη, και κάθεται πάνω στο χέρι μου χωρίς πρόβλημα. Μπορώ να την κρατήσω για λίγο χωρίς να δυσανασχετεί. Αυτήν πλέον την εμπιστεύομαι αρκετά, αφού μπορώ να την βγάζω για λίγα λεπτά έξω χωρίς πρόβλημα. Κάθεται πάνω στο χέρι μου, σκαρφαλώνει πάνω στο χέρι μου ή πάνω μου, περνά από το ένα χέρις το άλλο και καμια φορά την αφήνω ναπερπατήσει πάνω στο γραφείο, πάντοτε υπό επιτήρηση. Όταν την επιστρέφω πίσω, είτε την αποθέτω προσεκτικά μέσα είτε την αφήνω να πηδήξει μόνη της μέσα. Αφού την βάλω μπροστά στην είσοδο, κινείται μπροστά, πιάνεται από το χέρι μου με τα πίσω πόδια της και την ουρά της, κι αφού εκτιμήσει το ύψος πηδάει μέσα στο γνώριμο χώρο της.

Το χειμώνα τα γκέκο θα περάσουν από χειμερία νάρκη, όπως κάθε άλλο εύκρατο ερπετό που έχω, και αυτό θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Του χρόνου θ’ασχοληθώ πιο συστηματικά με την αναπαραγωγή τους, και θα γονιμοποιήσω και τις δύο θηλυκιές. Παρόλα αυτά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν πάρω αρσενικό, ή θα τα πηγαίνω σε άλλο αρσενικό για γονιμοποίηση. Αν πάρω αρσενικό, θα πρέπει να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο τερράριο. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να πάρω ακόμα ένα θηλυκό. Προς το παρόν, φροντίζω τα γκέκο μου να είναι υγιή και στρουμπουλά με αρκετή τροφή και περιμένω με ανυπομονησία την εκκόλαψη των αυγών.

Πηγές και σύνδεσμοι:
γένος Eublepharis – Wikipedia
Κηλιδωτό γκέκο, ένας αστέρας του χόμπι των ερπετών της Petra Spiess
leopardgecko.com
Αυτή είναι η σελίδα του εκτροφέα Ron Tremper.
άρθρο φροντίδας για το κηλιδωτό γκέκο στο Reptiles Magazine από τον Ron Tremper
οδηγός φροντίδας για κηλιδωτό γκέκο – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας για το κηλιδωτό γκ΄κεο – feeders.gr
μορφικά του κηλιδωτού γκέκο – feeders.gr
Η μορφολογία και η οικολογία του E. macularius από το Πακιστάν
Άρθρο του Muhammad Khan.
η αναπαραγωγή του E. turcmenicus στην αιχμαλωσία

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
Ο μηχανισμός της οδοντικής αντικατάστασης στο κηλιδωτό γκέκο
Αντίδραση κατά των εθχρών στον E. macularius προς φίδια θηρευτές

Θερμοεξαρτώμενος φυλοκαθορισμός στο κηλιδωτό γκέκο

Αναπαραγωγικά ισοζύγια και στεροειδή της λεκήθου στο κηλιδωτό γκέκο
Οντογενετική μεταβολή στις στρατηγικές κατά των εχθρών στο κηλιδωτό γκέκο
Το ποσό του προγεννητικού οπτικού ερεθισμού επηρεάζει το χρόνο επώασης και τις μεταγεννητικές προτιμήσεις των κηλιδωτών γκέκο, Eublepharis macularius

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 21/8/2016: Στο παρακάτω βίντεο, που τράβηξα στις 19 Αυγούστου, σας δείχνω το πλήρως εξοπλισμένο τερράριο των γκέκο και τα δύο γκέκο, τα οποία έβγαλα για λίγο έξω, γιατί μόλις είχα αλλάξει κάποια χαρτιά από το τερράριο, οπότε ήταν καλή ευκαιρία να σας τα δείξω σε φωτισμό ημέρας. Αφού κάνω μια σύντομη παρουσίαση των ειδών και τα επιστρέψω στο χώρο τους, σας δείχνω τα αυγά, κι εκεί είναι η έκπληξη! Γεννήθηκε το πρώτο μικρό. Είναι το αυγό που γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου, αυτό που πιθανότατα είναι θηλυκό, το οποίο, ύστερα από 52 ημέρες επώασης, εκκολάφθηκε στις 19 Αυγούστου, 2016. Είναι ένα μικρό υγιές σαυράκι με μεγάλο κεφαλάκι και ζωνωτό χρωματισμό που τσιρίζει δυνατά για να τρομάξει τους εχθρούς του – άρχισε ήδη να τσιρίζει πριν το βγάλω από το κουτί της επώασης. Το βάζω σε ένα μικρότερο τερράριο. Ακόμα μάλλον δεν άλλαξε δέρμα, και δεν το τάισα. Περνά το χρόνο του στο κουτί επώασης, το οποίο έχω τροποποιήσει σε κρυψώνα. Το δεύτερο αυγό επίσης δείχνει σημάδια ότι θα σκάσει σύντομα.

Ενημέρωση 28/8/2016: Στις 23 Αυγούστου γεννήθηκε και το δεύτερο μικρό. Ήταν το Αυγό που γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου, και ύστερα από 37 μέρες επώασης, εκκολάφθηκε. Είναι λίγο μικρότερο, αλλά πιο ζωηρόχρωμο από το πρώτο, αφού επωάστηκε σε γενικώς υψηλότερη θερμοκρασία. Αρχικά ανησύχησα γιατί μου φάνηκε νωχελικό και δεν τσίριζε, αλλά λίγα λεπτά αφού το έβαλα στο κουτί με το άλλο ξεκίνησε κι αυτό να τρέχει και να τσιρίζει, αν και λιγότερο από το πρώτο. Ίσως να το πρόλαβα πιο σύντομα αφότου γεννήθηκε. Την ίδια μέρα επίσης το πρώτο μικρό είχε αλλάξει το δέρμα του, αφού τα χρώματά του καθάρισαν και σύντομα αφόδευσε για πρώτη φορά. Από τότε άρχισα να τα ταΐζω. Αρχικά νόμιζα ότι η διαδικασία θα είναι πολύ δύσκολη, αφού φοβόμουν μήπως τα γκέκο δε θα μπορούν να ανεβούν στο μπολ, αλλά τελικά τρώνε χωρίς πρόβλημα. Βάζω στο ρηχό μπολάκι τους μερικά μικρά αλευροσκούληκα του ενός εκατοστού ή και λίγο παραπάνω και κατσαρίδες Αργεντινής μικρότερες του εκατοστού, συνήθως πασπαλισμένα με ασβέστιο, και την επόμενη μέρα τα περισσότερα λείπουν. Τρώνε καθημερινά, δύο αλευροσκούληκα ή τρεις κατσαρίδες το ένα, κι έχουν μεγαλύτερη προτίμηση στα αλευροσκούληκα. Τις τελευταίες μέρες άρχισε να τρώει και το μικρότερο. Το περιβάλλον τους είναι απλό, με το κουτί επώασης τροποποιημένο σε κρυψώνα και υγρό χώμα μέσα, ένα διαγώνιο κομμάτι φλοιού ευκαλύπτου ανάμεσα στην κρυψώνα και στο μπολ, ώστε να σκαρφαλώνουν εκεί και να βλέπουν το περιεχόμενο του μπολ, και χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα. Εκτός από την υγρή κρυψώνα, αφήνω κι ένα κομμάτι υγρού χαρτιού κουζίνας και βρέχω μια γωνία. Έως τώρα οι θερμοκρασίες ήταν ευνοϊκές, αλλά επειδή τώρα λίγο έπεσαν, ξεκίνησα να χρησιμοποιώ τη θερμαντική πλάκα, η οποία είναι ρυθμισμένη στους 31 βαθμούς. Η πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του τερραρίου, και ζεσταίνει το μεγαλύτερο μέρος της κρυψώνας και τη γύρω περιοχή. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε τη μεταφορά του δεύτερου μικρού στο χώρο με το πρώτο.

Ενημέρωση 11/9/2016: Τα γκέκο συνεχίζουν να μεγαλώνουν. Δυστυχώς το δεύτερο το μικρότερο γεννήθηκε με στριμμένη ουρά κι αυτό δε διορθώθηκε. Ίσως να ήταν αποτέλεσμα των υψηλών θερμοκρασιών, γιατί οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να προξενήσουν τέτοια προβλήματα. Και τα δύο γκέκο ωστόσο μεγαλώνουνγρήγορα, και ο ρυθμός κατανάλωσης τροφής τους είναι εντυπωσιακός. Τρώνε περίπου 4-5 μικρές κατσαρίδες Αργεντινής το καθένα καθημερινά. Για να διορθώσω την ουρά του μικρότερου, το εξανάγκασα στις 8 του μηνός να την ρίξει. Δεν την ρίχνουν τόσο εύκολα όπως τα σαμιαμίδια ή οι κοινές σαύρες. Τελικά την έριξε, αλλά δυστυχώς το στρίψιμο παραμένει λίγο και στην αρχή της ουράς. Για μια μέρα ήταν λίγο μαζεμένο, αλλά μετά πάλι άρχισε να τρώει και γενικά να μη διαφέρει με την κατάστασή του πριν. Μέσα σε δύο μέρες, άρχισε να αναγεννά την ουρά. Το παρακάτω βίντεο το τράβηξα στις 5 Σεπτεμβρίου για να δείτε πόσο μεγάλωσαν.

Και εδώ μπορείτε να ακούσετε την αμυντική κραυγή που κάνειένα μικρό γκέκο του είδους. Το ζώο είναι στο κατάστημα feeders.gr, και είναι μεγαλύτερο από τα δικά μου, οπότε κάνει και πιο δυνατό ήχο.

Ενημέρωση 16/9/2016: Το πρώτο γκέο έχει μεγαλώσει αρκετά. Πλέον είναι σε μέγεθος που μπορώ να το δώσω.
Eublepharis macularius 16/9/2016

Ενημέρωση 30/9/2016: Αυτό είναι και το άλλο γκέκο, το πιθανόν αρσενικό. Έχει μεγαλώσει και αναγεννήσει σε μεγάλο βαθμό την ουρά του.
Eublepharis macularius μικρό αρσενικό 29/9/2016

Ενημέρωση 15/12/2016: Το αρσενικό δόθηκε. Πλέον έχω μόνο το μικρό θηλυκό, το οποίο έχει μεγαλώσει πολύ και ομορφύνει. Βρίσκεται στη φάση που οι ζώνες του σώματός του σπάνε σε κηλίδες, χαρακτηριστικές του ενήλικου χρωματισμού. Σε τέσσερις μέρες θα γίνει τεσσάρων μηνών!

νεαρό Eublepharis macularius 15/12/2016

Στις παρακάτω φωτογραφίες θα δείτε το before & after της αλλαγής δέρματος του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), ονόματι Βαρώνος. Οποιαδήποτε ομοιότητα στη φρασεολογία με το περιεχόμενο της ιστοσελίδας Lovely Disgrace είναι εντελώς συμπτωματική. Δείτε λοιπόν πώς ήταν ακριβώς πριν και μετά.

Correlophus ciliatus πριν την έκδυση 5/4/2016

Η έκδυση έγινε το βράδυ της πέμπτης προς την έκτη Απριλίου, και η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγες ώρες πριν. Έβγαλα μια αμέσως μετά την επόμενη μέρα, αλλά επειδή δε μ’άρεσε την έσβησα κι έβγαλα μια άλλη στις 7 του μηνός. Δεν ήταν και τόσο εύκολο, αφού το γκέκο επέμενε να πηγαίνει προς τον κλειστό υπολογιστή. Τις μέρες πριν την έκδυση, ο χρωματισμός της σαύρας θαμπώνει, γίνεται κάπως γκριζωπός και το δέρμα της έχει κάπως πιο σκληρή υφή. Το γκέκο συχνά δυσκολεύεται να κολλήσει πολύ καλά σε λείες επιφάνειες, ενώ τείνει να κρύβεται μέσα στην κρυψώνα του. Πολλές φορές δεν κρύβεται απλώς, αλλα κοιμάται ακόμα και τη νύχτα, όπως φαίνεται από τα μαζεμένα του μάτια (ως ζώο χωρίς κινητά βλέφαρα, δεν μπορεί να τα κλείσει εντελώς). Συχνά επίσης ο κύκλος πέψης του διαταράσσεται, όπου παρατηρείται να τρώει λιγότερο και να αφοδεύει σε άτακτα χρονικά διαστήματα. Αυτήν τη φορά είχε ν’αφοδεύσει σχεδόν 12 μέρες, με μια μικρή αφόδευση μόνο στις 31 Μαρτίιου. Σ’αυτήν την περίπτωση δεν έφταιγε η επικείμενη έκδυση μόνο όμως, αλλά κυρίως οι απότομη πτώση της θερμοκρασίας εκείνες της μέρες, που διατάραξαν προσωρινά το μεταβολισμό του. Συχνά το παθαίνει αυτό μια φορά τουλάχιστον άνοιξη ή φθινόπωρο, και είναι φυσιολογικό. Μετά την έκδυση, ο κύκλος του επανήλθε, με μια αφόδευση στις 6 και μία στις 8 του μηνός, ενώ σήμερα θα φάει. Η διάρκεια της περιόδου μειωμένης δραστηριότητας ποικίλει από έως και μια εβδομάδα το χειμώνα έως και λιγότερο από μέρα κάποιες φορές το καλοκαίρι, αλλά συνήθως βρίσκεται σ’αυτήν την κατάσταση για 2-3 μέρες. Συνήθως τη μέρα της έκδυσης επανέρχεται στα φυσυιολογικά του, σκαρφαλώνει όπως πριν, και μετά ξαφνικα κρύβεται στην τρύπα του. Άλλες φορές όμως παραμένει για το μεγαλύτερο χρόνο κρυμμένο μέχρι ν’αλλάξει το δέρμα, ενώ σπάνια μπορεί ν’αλλάξει δέρμα και έξω από την τρύπα του. Εντός λίγων ωρών λοιπόν, το παλιό δέρμα χωρίζει από το καινούργιο, γίνεται ανιχτό διάφανο γκρίζο κι αποκτά υφή χαρτιού. Έχω προσέξει πως αυτό είναι αρχικά πιο εμφανές στη ράχη και στα πλευρά, και αργότερα επεκτείνεται και στο κεφάλι. Λίγες ώρες πριν βγάλω την παραπάνω φωτογραφία, το γκέκο είχε σχεδόν κανονικά χρώματα. Μέσα σε λιγότερο από ώρα άρχισε να γκριζιάζει, και λίγο μετά τη φωτογραφία η αλλαγή είχε επεκταθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Όταν έχει φτάσει σ’αυτό το σημείο, είναι σίγουρο ότι θα το βγάλει το δέρμα μέσα στη νύχτα. Μετά από λίγες ώρες λοιπόν, ξεκίνησε η αλλαγή του δέρματος. Είχα σβηστό φως στο δωμάτιο, για να μην ενοχλώ, και πήγα κι έστηνα αυτί πάνω από το τερράριο για ν’ακούω τη διαδικασία, όπως κι άλλες φορές. Άκουγα το γκέκο να σχίζει και να τραβά το παλιό του δέρμα, κι έπειτα να ξύνεται στα τοιχώματα της κρυψώνας του και στο έδαφος, αλλά και να ξύνεται επίμονα με τα πόδια του. Ανά μεσοδιαστήματα σταματούσε, και το άκουγα να βγάζει τη γλώσσα του και να κάνει χρατς-χρατς, προφανώς τρώγοντας το παλιό του δέρμα. Όλα τα γκέκο υπό φυσιολογικές συνθήκες τρώνε όλο το παλιό τους δέρμα, για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τυχόν εχθρούς. Μόνο μια φορά έχω βρει ένα πολύ μικρό κομματάκι δέρματος στο τεράριο του γκέκο μου. Δεν παρέμεινα για ώρα εκεί από πάνω του για να ξέρω πότε τελείωσε η αλλαγή δέρματος, αλλά πιστεύω πως θα κράτησε λιγότερο από ώρα. Ακόμα κι αν τελειώσουν όμως, δε σημαίνει ότι αμέσως θα βγουν από την τρύπα τους, μπορεί να μείνουν εκεί για να ξεκουραστούν. Μετά μπορεί να βγουν έξω και να σκαρφαλώνουν πάλι παντού, ή απλώς να βγουν και να παραμείνουν ακίνητα για να ξεκουραστούν, όπώς έκανε το δικό μου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν ισχύει επίσιης ότι θα φάνε αμέσως μετά την έκδυση όπως λέγεται, αν έχουν γεμάτο στομάχι θα φάνε αργότερα.

Correlophus ciliatus μετά την έκδυση 7/4/2016

Μετά την έκδυση, όπως βλέπετε, τα χρώματά του έγιναν και πάλι φωτεινά και λαμπερά, το δέρμα του έγινε πολύ απαλό και η κολλητικότητά του επανήλθε στο 100%. Πάλι ήταν πιο δραστήριο και μπορούσε να σκαρφαλώνει παντού. Η έκδυση έγινε με επιτυχία, δηλαδή χωρίς εναπομείναν παλιό δέρμα πάνω στο σώμα του. Δυο φορές μόνο μου έχει τύχει αυτό, τη μία με λίγο δέρμα στο λοφίο και την άλλη σε δάχτυλο του μπροστινού ποδιού, τα οποία έβγαλα εύκολα. Ήταν έτοιμα ν’αποκοληθούν άλλωστε, και πιθανότατα θα μπορούσε και μόνος του να τα βγάλει. Μου έχει τύχει ωστόσο λίγες ακόμα φορές να κολλήσουν μικρά κκομματάκια στις κολλητικές επιφάνειες των δακτύλων και να δυσκολεύεται να σκαρφαλώσει. Σ’αυτήν την περίπτωση βάζουμε το γκέκο σε πολύ ρηχό χλιαρό νερό, ή καλύτερα σε μουσκεμένα με χλιαρό νερό χαρτιά για 15-20 λεπτά, και στη συνέχεια προσπαθούμε να τρίψουμε τα πόδια του με μία μπατονέτα ή κάτι τέτοιο μικρό και σχετικά μαλακό. Και με το χέρι γίνεται, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο. Μπορείτε να βγάλετε το παλιό δέρμα και με τσιμπιδάκι, αν μπορείτε να κάνετε τόσο λεπτές κινήσεις. Συνήθως δεν πετύχαινε σ’εμένα η τεχνική με το νερό και το τρίψιμο, κι έτσι περίμενα την επόμενη έκδυση, όπου το πρόβλημα θα διορθωνόταν συνήθως πλήρως. Υπήρχαν και φορές ωστόσο που χρειαζόταν δύο εκδύσεις για να διορθωθεί. Πλέον έχω πολύ καιρό να πάθω αυτό το πράγμα. Το μυστικό είναι, όπως μ’όλα τα φολιδωτά ερπετά, αυξημένη υγρασία κατά την περίοδο της προέκδυσης, ώστε το παλιό δέρμα να μαλακώσει και έτσι να αποκολλάται ευκολότερα. Το συγκεκριμένο τροπικό είδος έτσι κι αλλιώς χρειάζεται αυξημένη υγρασία για μέρος της μέρας τουλάχιστον, αλλά πριν την έκδυση θα πρέπει να προσέχουμε λίγο περισσότερο, οπότε ψεκάζουμε περισσότερο. Δε θα πρέπει από την άλλη να τα καταβρέξουμε όλα ή το γκέκο από υπερβάλλοντα ζήλο αμέσως πριν την έκδυση, γιατί αυτό θα έχει το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού το δέρμα θα κολλήσει πάνω στο ζώο και θ’αφαιρείται δύσκολα.

Αν και δε μετράω πάντοτε τις ημερομηνίες των εκδύσεων – αν είναι υγιές το ζώο και καιρό στη συλλογή δε χρειάζεται άλλωστε -, τις θυμάμαι όλες για φέτος. Η συγκεκριμένη έκδυση έγινε στις 5 Απριλίου, 21 μέρες μετά την αμέσως προηγούμενη στις 15 Μαρτίου. Εκείνη είχε γίνει 22 μέρες μετά την προηγούμενη στις 22 Φεβρουαρίου, η οποία με τη σειρά της έγινε 23 μέρες μετά την πιο προηγούμενη, στις 31 Ιανουαρίου. Η πρώτη έκδυση για το 2016 έγινε 23 μέρες νωρίτερα, στις 8 Ιανουαρίου. Όπως προσέξατε, το διάστημα μεταξύ των εκδύσεων μειώνεται ελάχιστα σε συνάρτηση με την άνοδο των θερμοκρασιών, αν κι αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Το βραχύτερο διάστημα μεταξύ των εκδύσεων που σημείωσα ήταν 16 μέρες το Δεκέμβριο του 2014, το οποίο σημείωσα στο κύριο άρθρο για το γκέκο μου, ο σύνδεσμός του οποίου βρίσκεται στην αρχή του άρθρου, αν και μπορεί να υπήρχαν το ίδιο σύντομα ή και ακόμα μικρότερα μεσοδιαστήματα σε θερμότερες εποχές που να μην τα πρόσεξα. Έχω πάντως την εντύπωση ότοι μια φορά, δε θυμάμαι την εποχή αλλά νομίζω ότι ήταν φθινόπωρο, εκδύθηκε ξανά μέσα σε μόλις 14 ημέρες.

Το λοφιοφόρο μου γκέκο, ο Βαρώνος, είναι τεσσερισίμισι χρόνων και κάτι – γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 -, και τον πρόσθεσα στη συλλογή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012. Περισσότερα για το συγκεκριμένο γκέκο και για το είδος εν γένει θα βρείτε στο ανάλογο άρθρο.

Το διάστημα αυτό που δε δημοσίευα δεν ήμουν αδρανής, αλλά ενημέρωνα τα άρθρα για άλλα δύο ζώα μου, το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps) και τον κερασφόρο μου βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) με νέα στοιχεία, για τα οποία μπορείτε να διαβάσετε πατώντας στους συνδέσμους.

Όλως τυχαίως, η έκδυση του δράκου ξεκίνησε επίσης στις 5 του μηνός, αν και μπορεί να κάνει μήνα μέχρι να ολοκληρωθεί, γιατί οι περισσότερες άλλες σαύρες, σε αντίθεση με τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους τμηματικά σε διάρκεια ημερών. Τα φίδια επίσης αλλάζουν το δέρμα τους σε μια στιγμή όπως τα γκέκο, αλλά το αφαιρούν ως ένα κομμάτι, όπως κι αρκετές άποδες ή με ατροφικά άκρα σαύρες.

Ενημέρωση 5/5/2016: Ο Βαρώνος άλλαξε ξανά δέρμα στις 4 Μαΐου, δηλαδή 29 μέρες μετά τις 5 Απριλίου. Αυτό είναι το μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ εκδύσεων που έχω καταγράψει, αν και πιθανότατα να πέρασε ακόμα μεγαλύτερα άλλες φορές που απλώς δεν τα πρόσεξα.
Ενημέρωση 30/5/2016: Η επόμενη έκδυση έγινε στις 22 Μαΐου, 18 μέρες μετά την προηγούμενη.
Ενημέρωση 5/6/2016: Η επόμενη έκδυση έγινε στις 2 Ιουνίου, 11 μόλις μέρες μετά την προηγούμενη.

Το Σινά ανέκαθεν ήταν τόπος δοκιμασίας για τους ανθρώπους. Από τους αρχαίους βιβλικούς ήρωες μέχρι τους εμπόρους των πιο πρόσφατων εποχών, η Έρημος του Σινά ήταν το πιο δύσκολο μέρος που χρειάστηκε να περάσουν. Ουδέποτε κατοικήθηκε μόνιμα, αν και η αρχαιολογική έρευνα έχει βρει αποδείξεις για περιορισμένη ποιμενική δραστηριότητα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και την πρώιμη σύγχρονη εποχή. Ποιμένες θα υπήρχαν και στην εποχή του Μωυσή, όπως άλλωστε μαρτυρούν οι Γραφές, αλλά θα ήταν ακόμα λιγότεροι, και δε θα άφησαν κανένα ίχνος. Εκτός από την κτηνοτροφία λοιπόν, που εξασκούταν σπάνια και σε μικρές περιοχές της όλης έκτασης, συχνά περνούσαν από εκεί τα καραβάνια των εμπόρων. Κατά τα άλλα ο τόπος έμενε ακατοίκητος και σχεδόν εξολοκλήρου ανεξερεύνητος για αιώνες. Δεν ήταν μόνο οι αστρονομικά υψηλές θερμοκρασίες και η λειψυδρία του τόπου που πτοούσαν τους ανθρώπους, αλλά και οι συχνές επαφές με μυστηριώδη φαινόμενα, τα οποία τους παρενοχλούσαν ή τους απέτρεπαν εξολοκλήρου τα ταξίδια.

Από αρχαιοτάτων χρόνων υπάρχουν αναφορές, κυρίως σε πιο απόκρυφα κείμενα, για την παρουσία μυστηριωδών όντων της φωτιάς στην Έρημο του Σινά. Τα όντα αυτά μαρτυρούνται σε πλείστα αιγυπτιακά, φοινικικά και λιγότερο μεσοποταμιακά και απόκρυφα ιουδαϊκά κείμενα. Περιγράφονται συνήθως ως γίγαντες με μορφή ερπετού, συνήθως μεγάλης σαύρας, αλά σύμφωνα με ορισμένες περιγραφές και φιδιού. Άλλοι ωστόσο τα περιγράφουν ως γύπες, ενώ ένας μεταγενέστερος συγγραφέας του Ταλμούδ τα περιγράφει ως ακάθαρτους αγριόχοιρους, αν κι αυτό πιθανότατα αντανακλα την άγνοια του συγγραφέα, παρά την πραγματικότητα. Ίσως όμως να έχει και κάποια ψύγματα αλήθειας, αφού σε μια ακόμα κοπτική αναφορά περιγράφονται ως γουρουνόφιδα, οπότε ίσως να είχαν την ικανότητα να παίρνουν και την εμφάνιση χοίρου. Το εξέχον χαρακτηριστικό τους ωστόσο, στο οποίο συμφωνούν όλοι οι συγγραφείς, είναι η ικανότητά τους να εκπνέουν φωτιά. Αυτό τους ταυτίζει με τους δράκους πολλών ιστοριών, των οποίων ίσως να είναι η πραγματική βάση. Οι περιγραφές αντικρούονται, γιατί ελάχιστοι κατόρθωσαν να δουν τους δράκους για πάνω από λίγα δευτερόλεπτα και να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία. Εκτός από τους πολύ φωτισμένους άγιους ανθρώπους, ο καθένας που έβλεπε τέτοιον δράκο για λίγη παραπάνω ώρα ή τον κοίταζε στα μάτια δεχόταν ευθύς ένα κύμα πυρός, το οποίο συνήθως τον εξάχνωνε επί τόπου. Ορισμένες φορές ωστόσο το κύμα ήταν ασθενές, ώστε ο άνθρωπος να υφίσταται σοβαρά εγκαύματα και βαριές βλάβες στο κεντρικό νευρικό σύστημα, οι οποίες των τρέλαιναν, κι έτσι δε μπορούσε να συγκροτήσει τη σκέψη του και να μαρτυρήσει την αλήθεια για τα γεγονότα. Πιθανολογείται ότι εσκεμμένα οι δράκοι άφηναν ελάχιστους μη φωτισμένους ανθρώπους να ζήσουν, αλλά τους τρέλαιναν, ώστε να μην αποκαλύψουν στοιχέια γι’αυτούς, ή τουλάχιστον κι αν αποκάλυπταν, να μην τους πίστευε κανείς. Παραδόξως τα μικρά παιδιά δεν βλάπτονταν από τους δράκους, ίσως επειδή έχουν αγνή ψυχή ακόμα, διότι δεν έχουν προλάβει να κάνουν κακές σκέψεις ή πράξεις.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων με τους δράκους στο Σινά ξεκίνησαν από τότε που ο άνθρωπος πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον τόπο εκείνο. Από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν γνωστό ότι το μέρος αυτό είναι επικίνδυνο, με αφύσικα υψηλές θερμοκρασίες, αυταναφλέξεις και σεισμούς, οι οποίοι σημειώνονται ως σήμερα και δε μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με το μοντέλο των λιθοσφαιρικών πλακών. Υπάρχει δηλα΄δη η υπόνοια ότι είναι τεχνητοί. Σύμφωνα με απόκρυφα εβραϊκά κείμενα λοιπόν, ο Θεός φαίνεται να τιθάσευσε ορισμένους από τους δράκους για να σώσουν τον Ισραήλ κατά την Έξοδο, κι αυτό επιβεβαιώνεται από πολλα βιβλικά γεγονότα. Η αυτόματα φλεγόμενη βάτος, από την οποία μίλησε ο Θεός στον Μωυσή, ίσως να προκλήθηκε από τις πυρογόνες ιδιότητες ενός τέτοιου δράκου που βρισκόταν στην υπηρεσία του Θεού. Ομοίως και η νεφέλη την ημέρα και η στήλη πυρός τη νύκτα, η οποία οδηγούσε τους Ισραηλίτες στο σωστό δρόμο, ήταν πιθανότατα ένας τέτοιος δράκος κι όχι ο ίδιος ο Θεός όπως συγκαλύπτουν τα μεταγενέστερα κείμενα, επειδή ο Θεός είναι πανταχού παρών και μη αντιληπτός. Η διάνοιξη της ερυθράς θάλασσας επίσης πιθανότατα οφείλετο στη δράση πολλών δράκων, οι οποίοι εξάτμισαν το νερό με τη θερμότητά τους. Κι άλλα θαύματα στην έρημο ωστόσο, όπως το μάννα εξ ουρανού, πιθανότατα ήταν το αποτέλεσμα της αγαθοεργού δράσης των δράκων αυτών. Το μάννα ήταν λευκό κι έστρωνε τη γη σαν πάχνη, περιγραφή που ταιριάζει πλήρως με το ουρικό απέκρημα των ερπετών, το οποίο είναι στερεό ουρικό οξύ, και είναι γνωστό ότι οι δράκοι είναι ερπετόμορφα όντα. Παρόλα αυτά, όταν οι Ισραηλίτες παράκουαν τις εντολές του Θεού, τότε τους κατέτρεχαν πύρινα ιπτάμενα φίδια.

Αν και τα απόκρυφα εβραϊκά κείμενα είναι τα πλέον προσβάσιμα σήμερα, στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος όγκος δεδομένων για την ύπαρξη και τη δραστηριότητα αυτών των δράκων καταγράφηκε από τους Αιγυπτίους σε μυστικιστικούς παπύρους, σχεδόν όλοι εκ των οποίων είτε καταστράφηκαν είτε κλειδώθηκαν σε απρόσιτες πτέρυγες μεγάλων βιβλιοθηκών όπως αυτής του Βατικανού ή αυτής της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά. Πιθανολογείται επίσης ότι η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας περιείχε πολλά σχετικά χειρόγραφα, τα οποία καταστράφηκαν από τη φωτιά που την έπληξε, η οποία προκλήθηκε ακριβώς γι’αυτό, για να σβηστέι η απόκρυφη αυτή αλήθεια για πάντα από τα αρχεία του ανθρώπινου γένους. Υπαίτιος για τη συγκάλυψη των γεγονότων θεωρείται η Νέα Τάξη Πραγμάτων, η οποία οργανώνεται από την πανάρχαια κλειστή ομάδα των πεφωτισμένων κι έχει ιστορία άνω των 2.500 ετών. Αν και πολλοί πεπλανημένοι ισχυρίζονται ότι η επάνοδός της στην εξουσία ξεκίνησε τους τελευταίους αιώνες, στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα προς την σημερινή ασφυκτική κατάσταση συντελέστηκε πριν περίπου δύο χιλιετίες, όταν τέθηκαν οι βάσεις για τις τρεις τυραννικές σημερινές μονοθεϊστικές θρησκείες του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και του ισλάμ, των οποίων η σημερινή μορφή αποκλίνει σημαντικά από τη γνήσια τους, ορθή μορφή.

Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν επίσης επαφές μ’αυτά τα υπερκόσμια όντα, οι οποίες είτε έχουν χαθεί εσκεμμένα είτε φυλάσσονται σε απόκρυφες βιβλιοθήκες. Ήδη από προελληνικές εποχές στη Μινωική Κρήτη μαρτυρείτε η επαφή με το Σινά και τους υπερκόσμιούς του κατοίκους, μια ςκι έχουν ανευρεθεί τοιχογραφίες σε ανάκτορα που παρουσιάζουν ασαφούς εμφάνισης όντα να περνούν μέσα από τη φωτιά – οι τοιχογραφίες αυτές φυλάσσονται αυστηρά, με τη δικαιολογία ότι οι επισκέπτες θα τις βλάψουν -, αλλά και λατρευτικά σκεύη από κράματα άγνωστων υλικών, τα οποία ψήθηκαν σε θερμοκρασίες που ήταν αδύνατο να παραγάγει άνθρωπος τότε. Οι συναντήσεις με τους Έλληνες θα πρέπει να ξεκίνησαν από πολύ παλιά, κατά τη Μυκηναϊκή ή ακόμα παλαιότερη εποχή, αφού αναφέρονται ήδη από τα ομηρικά έπη, οι στίχοι όμως των οποίων έχουν αφαιρεθεί από τις ευρέως κυκλοφορούσες εκδόσεις τους. Ο Πυθαγόρας επίσης είχε επαφές μ’αυτά τα όντα, τα οποία αναφέρονται ως τράπελοι, και λέγεται ότι του έδωσαν ανεκτίμητες πληροφορίες για την κατάσταση και την πορεία του ανθρώπινου είδους επί γης. Ο Ηρόδοτος, ο οποίος επισκέφθηκε την Αίγυπτο, πιθανότατα επίσης να επισκέφθηκε και τον τόπο του Σινά, αλλά δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, μια ςκαι οι σχετικές πληροφορίες θα μπορούσαν να είχαν σβηστεί από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους, οι οποίοι έδωσαν τη σημερινή, κατά τα πρότυπα της Νέας Τάξης, μορφή σε όλα τα αρχαιοελληνικά κείμενα. Μεταγενέστερα, κατά την ελληνιστική εποχή, οι αναφορές σπανίζουν, πιθανότατα επειδή οι άνθρωποι δεν ττολμούσαν καν να πατήσουν το πόδι τους στο Σινά. Ο Ιωάννης ωστόσο πιθανότατα να το επισκέφθηκε, εξού και τα οράματα με τη φωτιά του Θεού που κατακαίει τους πάντες στην Αποκάλυψή του. Οδηγός του για την φώτιση ήταν ο προφήτης Ιεζεκιήλ, ο οποίος επίσης τους είχε επισκεφθεί αιώνες πριν. Οι γνωστικοί επίσης τα γνώριζαν, και λέγεται ότι οι πιο μυημένοι μπορούσαν να έρχονται σε άμεση επαφή με τα όντα χωρίς να παθαίνουν κάτι κακό. Συχνά κατάπιναν το πυρ που εξέπνεαν, γι’αυτό και οι αμύητοι τους αποκαλούσαν πυροφάγους από άκρατο θαυμασμό. Επικοινωνούσαν επίσης μαζί τους απευθείας με την σκέψη, χωρίς να μεσολαβέι ο ταπεινός και ανεπαρκής λόγος.

Οι περιγραφές για τη μορφή και τις ενέργειες των δράκων είναι όσες και οι παρατηρητές. Οι περισσότερες των παρατηρήσεων συμφωνούν ωστόσο ότι τα όντα αυτά είναι αρκετά μεγάλου μεγέθους, αν και μπορούν ν’αλλάξουν μορφή ή να μικρύνουν αν υπάρχει η ανάγκη. Μπορούν να κινούνται ταχύτατα μέσο αέρος αλλά και πετρώματος, ενώ σπάνια έχουν παρατηρηθεί να κινούνται στην επιφάνεια της γης σαν άνθρωποι, και ίσως κι αυτές οι αναφόρες να ήταν λανθασμένες, με τους δράκους να επέπλεαν λίγο πάνω από την επιφάνεια της γης. Η ικανότητά τους να διακτινίζονται ήταν επίσης γνωστή, αφού συχνά αναφέρονται να βρίσκονται αρχικά σ’έναν τόπο και μετά να μεταπηδούν σε άλλον σε χρόνο λιγότερο απ’όσο χρειάζεται για έναν άνθρωπο να γυρίσιε το κεφάλι του. Συχνά εμφαίζονταν από πύλες, οι οποίες επικοινωνούσαν με τα έγκατα της γης. Οι πύλες μπορούσαν να είναι πολύ μικρές, όσο και τα μέζεα του ασπάλακος σύμφωνα με τον πάπυρο ενός ανώνυμου αιγύπτιου συγγραφέα, του οποίου το πρωτότυπο χάθηκε, αλλά μεταφράστηκε στα ελληνικά και φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μονής της Αγ. Αικατερίνης του Σινά. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι οι περισσότερες αναφορές είναι ανώνυμες, υποδηλώνοντας ίσως προτροπή εκ των ίδιων των όντων να μην γραφεί το όνομα του φωτισμένου, το οποίο ίσως να οδηγούσε σε θεοποίησή του από τις μάζες και σε επακόλουθη αποπλάνησή τους, αλλά και τυχόν έπαρση στον φωτισμένο από το γεγονο΄ς ότι τον έχουν σαν θεό, το οποίο σίγουρα θα του στερούσε τα προνόμια συνεργασίας με τα όντα. Η επικοινωνία τους και ο συντονισμός τους ήταν υπερανθρώπινα, αφού μόλις ένας δράκος εμφανιζόταν για να ελέγξει τους ανθρώπινους εισβολείς, σε ανύποπτο χρόνο σχημάτιζε ομάδα κρούσης με πολλούς ακόμα. Απ’ό,τι φαίνεται, μετακινούνταν με ιπτάμενα οχήματα, τα οποία ένας αιγύπτιος συγγραφέας, του οποίου ο αρχικός πάπυρος χάθηκε, αλά μεταφράστηκε στα ελληνικά και σώζεται στη Μονή της Αγ. Αικατερίνης, ήταν ωσάν ιπτάμενα πλακούντια. Υπάρχουν τέλος και κάποιες ενδείξεις ότι είχαν την ικανότητα να βρίσκονται σε δύο μέρη συγχρόνως, αν κι αυτό δε μπορεί να εξακριβωθεί, δεδομένου του απρόσιτου των περισσότερων πηγών.

Με την ίδρυση της Μονής της Αγ. Αικατερίνης του Σινά τον 4ο αι., τα πράγματα άλλαξαν. Αρχικά οι κτίστες του μοναστηριού αντιμετώπιζαν σοβαρότατα προβλήματα από τους εκεί διαμένοντες δράκους, οι οποίοι τους συνέχεαν προφανώς με αρνητικά ενεργειακά πεδία προκαλούμενα από την υπερτεχνολογία που χρησιμοποιούσαν. Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις όπου οι δράκοι αντεπιτίθεντο με το υπέρτατο υπερόπλο τους, το πυρ, το οποίο κατέκαιε ολόκληρες στρατιές εργατών που έχτιζαν το μοναστήρι. Τελικά μεσολάβησαν οι πιο άγιοι των ασκητών, και ζήτησαν από τους δράκους να τους παραχωρήσουν εκείνο το κομμάτι γης, το οποίο εν τέλει θα ήταν προς όφελός τους, αφού το μοναστήρι αυτό θα περιόριζε την περισσότερη ανθρώπινη δραστηριότητα γύρω του και θα άφηνε το υπόλοιπο Σινά ήσυχο. Κι έτσι τελικά οι άνθρωποι ήλθαν σε συμφωνία με τους δράκους, και το μοναστήρι χτίστηκε. Το χρονικό των καταστροφών και των όλων διαπραγματεύσεων μαρτυρείται σε κείμενα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού.

Εντούτοις, οι επιθέσεις, ή καλύτερα οι αντεπιθέσεις, από δράκους δε σταμάτησαν. Όσοι ξέφευγαν από μια νοητή γραμμή γύρω από το μοναστήρι, η ακτίνα της οποίας άλλαζε απροειδοποίητα από χρόνο σε χρόνο, αλλά και όσα καραβάνια παρεξέκλιναν από την πορεία τους, έβρισκαν φρικτό θάνατο. Σε σχέση με παλαιότερες εποχές, οι επιζόντες από τέτοιες συναντήσεις ήταν ελάχιστοι. Οι λίγοι οδηγοί καραβανιών που επέζησαν αναφέρουν την ύπαρξη γαλάζιων τεράτων, με κεφάλι όσο τρεις φορές το φορτίο της μεγαλύτερης αρσενικής καμήλας, τα οποία αποκαλούσαν Αμπού Σάιχα (πατέρες του μπλε), και μας πληροφορούν ότι όσοι λοξοδρομούσαν λούζονταν από ένα εκτυφλωτικό γαλάζιο φως και εξαϋλώνονταν. Οι θεάσεις δράκων σχεδόν σταμάτησαν μετάτ ον 10ο αιώνα, αν και ως σήμερα σημειώνονται ανεξήγητες εξαφανίσεις ανθρώπων που επισκέπτονται έρημα μέρη του Σινά, αλλά και ανεξήγητοι σεισμοί. Εκτός αυτού, στο έδαφος του Σινά συχνά ανευρίσκονται δισκοειδείς, υπέρσκληρες δομές με λεία και λαμπερή όψη. Η ανάλυση έχει δείξει ότι αποτελούν κράμα άγνωστων ως τώρα χημικών στοιχείων και αμινοξέων που δεν ευρίσκονται σε γήινους οργανισμούς, οπότε πιθανότατα είναι προϊόντα βιολογικής προέλευσης από τα όντα αυτά, ίσως οι φολίδες που σκεπάζουν το σώμα τους. Επίσης έχουν βρεθεί και μικρές μεταλλικές στήλες με παλλώμενη κορυφή, η οποία θερμαίνεται και φωτοβολεί όταν κάποιος δοκιμάσει να την αγγίξει, ενώ σε κάποιες εστίες η ραδιενέργεια είναι ανεξήγητα υψηλή, τόσο ώστε ν’αποτελεί κίνδυνο για τους ερευνητές. Γύρω από τέτια ευρήματα αφθονούν μικροί, φωτεινοί, αναπηδώντες και παλλώμενοι δείκτες, οι οποίοι αποκαλούνται έτσι διότι σκοπός τους είναι πιθανότατα να αποτρέψουν την ανθρώπινη προσέγγιση στα μέρη αυτά. Τι άραγε κρύβεται πίσω απ’αυτά τα φαινόμενα;

Από όλες τις παραπάνω περιγραφές, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι «δράκοι» αυτοί είναι στην πραγματικότητα μια εξωγήινη φυλή με ανώτερη τεχνολογία, η οποία χρησιμοποιεί το Σινά ως γήινη βάση της. Η επιλογή του Σινά σίγουρα δεν είναι τυχαία, αλλά τον λόγο δε μπορούμε να τον γνωρίζουμε εμείς οι άνθρωποι με τις περιορισμένες μας πνευματικές ικανότητες. Τα όντα αυτά έχουν αναπτύξει υπερτεχνολογίες, με τις οποίες μπορούν να πραγματοποιούν μεγάλων αποστάσεων ταξίδια, και ίσως να εκμεταλλεύονται και τις διαστημικές σκουληκότρυπες για να μεταβαίνουν από το ένα μέρος του σύμπαντος στο άλλο σε σχεδόν μηδενικό χρόνο, αν συμπεράνουμε από την ικανότητά τους να διακτινίζονται. Το πλέον ανησυχητικό για την ανθρωπότητα συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ωστόσο ότι τα όντα αυτά συνειδητά μας αποφεύγουν. Δε φαίνεται να είναι εσκεμμένα εχθρικά προς το ανθρώπινο είδος, προτιμώντας να το αποφύγουν όσο γίνεται, αλλα όταν η συνάντηση είναι αναπόφευκτη, αναγκάζονται να επιστρατεύσουν τα υπερόπλα τους. Το γεγονός ότι δέχονται μόνο μικρά παιδιά και φωτισμένους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν έλθει σε ισορροπία με τον εαυτό τους και όλο το σύμπαν, υποδηλώνει ότι απεχθάνονται τον τρόπο ζωής του ανθρώπινου είδους. Για να αποφύγουν λοιπόν τη διαφθείρουσα επίδραση του ανθρώπου, κάνουν τις βάσεις τους στις πλέον ακατοίκητες περιοχές. Εκτός από το Σινά, παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί στη Σιβηρία, στην Έρημο Ατακάμα, στην Ανταρκτική, καθώς και σε ένα μικρό, απροσδιόριστο σημείο της Κεντρικής Αυστραλίας, το οποίο οι Αβορίγινες αποκαλούσαν Μπουμπιλίρι, δηλαδή ξερή πεδιάδα των οστών. Για το τελευταίο έχουμε λίγα επιπλέον στοιχεία. Ήταν ένα πλατύ μέρος, όπου ούτε ένας κόκκος άμμου δεν εξείχε από την επιφάνεια, οι θερμοκρασίες μπορούσαν να εξαχνώσουν το νερό σε έξι δευτερόλεπτα, και όποιος πήγαινε εκεί, δεν ξαναγύριζε. Συνήθως τα οστά των παραβατών τοποθετούνταν από τα όντα γύρω από τη βάση, ώστε να μην πλησιάσει κανένας άλλος. Επίσης, σύμφωνα με κάποιους απόκρυφους μύθους, εκέι δεν έβρεχε ποτέ. Παρόλα αυτά ίσως οι παραπάνω περιοχές να είναι ελάσσονες βάσεις, αφού η μεγαλύτερη δραστηριότητα έχει διαχρονικά παρατηρηθεί στο Σινά. Επίσης σπάνια παρατηρούνται όντα που συμφωνούν μετις παραπάνω περιγραφές να περιπλανώνται σε διάφορα μέρη του κόσμου, τα οποία ίσως να έδωσαν την έμπνευση για τους διαπολιτισμικούς μυθικούς δράκους που ξερνούν φωτιά. Ίσως να επρόκειτο για ανιχνευτές ή και τους αποστάτες του είδους, οι οποίοι μπορεί να πήγαν να πάρουν μια γεύση της αμαρτωλής ζωής του ξεπεσμένου ανθρώπου. Τους τελευταίους θα τους περίμενε σίγουρα σκληρή τιμωρία στη βάση, ακόμα και η θανατική καταδίκη, αν και πιθανότατα τα όντα αυτά να έχουν ξεπεράσει το στάδιο όπου έχουν δολοφονικές τάσεις αναμεταξύ τους. Τα διάφορα ιπτάμενα οχήματα που παρατηρούνται ωστόσο σε διάφορες περιοχές του πλανήτη δεν είναι απαραίτητο να ανήκουν σε μία και μόνο εξωγήινη φυλή. Το βέβαιο είναι ότι η γη αποτελεί σταθμό δεκάδων, αν όχι εκατοντάδων, ξεχωριστών εξωγήινων ειδών και πολιτισμών.

Αν με παρακολουθείτε ακόμα, σημαίνει ότι περιμένετε με ορθάνοιχτα τα μάτια και το στόμα για περισσότερες αποκαλύψεις. Συγχαρητήρια! Η μωροπιστία σας δε γνωρίζει όρια! Αφού πιστέψατε το παραπάνω, είστε ικανοί να πιστέψετε κάθε θρησκευτικό μύθο, κάθε δήθεν υπερφυσικό φαινόμενο και κάθε θεωρία συνομωσίας. Λίγη κριτική σκέψη δε βλάπτει. Η αλήθεια είναι ότι το Σινά πλέον δεν είναι ανεξερεύνητο, είναι πράγματι σεισμογενές, αλά βρίσκεται στα όρια δύο λιθοσφαιρικών πλακών, πράγματι τα μόνα αρχαιολογικά ευρήματα κτηνοτροφίας χρονολογούνται στις συγκεκριμένες εποχές. Δεν είναι απίθανο να υπήρξαν βοσκοί και στην εποχή του Μωυσή, αλά να ήταν ελάχιστοι ή τα ίχνη τους να μην βρέθηκαν, αλλά η ιστορία του Μωυσή είναι μύθος. Την εποχή της υποτιθέμενης εξόδου η Χαναάν ανήκε στην Αίγυπτο, πολλοί χαναναίοι ταξίδευαν στην Αίγυπτο για να δουλέψουν, όπου εγκαθίδρυαν προσωρινές παροικίες και έπειτα ξαναέφευγαν, κι επίσης η παραμονή τόσων χιλιάδων κόσμου για 40 χρόνια στο Σινά χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος είναι αδύνατη. Τα ιπτάμενα φίδια που περιγράφουν οι Εβραίοι ίσως να βασίζονται στις κόμπρες, οι οποίες ενδημούν στην Αίγυπτο, αλλ’όχι στο Ισραήλ, και οι φουσκωμένη τους κουκούλα ίσως να δίνει την εντύπωση ότι μ’αυτήν μπορούν να πετάξουν. Όλα τα γραπτά του Ηροδότου για την Αίγυπτο σώζονται, και δε διαστρεβλώθηκε ούτε διαγράφηκε εσκεμμένα τίποτα, ενώ γενικώς δεν πιστεύεται ότι άλλαξαν πολλά στοιχεία στα ομηρικά έπη. Είναι γνωστό ότι οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι επιμελήθηκαν τα αρχαία κείμενα και τους έδωσαν την σημερινή μορφή, αλά δεν τα άλλαξαν. Ίσως με τις αντιγραφές να έγιναν κάποια μικρολάθη, αλλά φυσικά δεν υπήρχε καμία συνομωσία για να κρύψουν κάτι. Τέλος δεν υπήρχε κάποια διαχρονική παράδοση σχετική με επαφές με υπερκόσμια όντα στο Σινά, αλλά, όπως και με όλες τις ακατοίκητες ξερές περιοχές, οι άνθρωποι πίστευαν ότι εκεί κατοικούσαν δαίμονες που έβαζαν πειρασμούς στους ανθρώπους, γι’αυτό και οι ασκητές ασκούνταν στην έρημο. Παρόλα αυτά, δράκοι στο Σινά υπάρχουν.

Φυσικά δεν πρόκειται για μυθικά τέρατα που βγάζουν φωτιά, ούτε για ειρηνιστές εξωγήινους που κάνουν ό,τι μπορούν για να μας αποφύγουν, αλλά για μικρές σαύρες. Ο δράκος ή αγαμίδης του Σινά (Pseudotrapelus sinaitus) είναι μέλος της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae), της οποίας τα μέλη αποκαλούνται και δράκοι. Ο δράκος του Σινά με δυσκολία ξεπερνά τα 18 εκατοστά, από τα οποία τα δύο τρία περίπου αποτελεί η λεπτή ουρά. Ζει σε βραχώδεις περιοχές, όπου συχνά λιάζεται στους βράχους, στους οποίους μετακινείται με μεγάλη ευκολία. Τα άκρα του είναι λεπτά και μακριά, ως προσαρμογή για το τρέξιμο, ενώ συνήθως σηκώνει την ουρά του από το έδαφος όταν βαδίζει, για να κερδίζει ταχύτητα. Όπως όλοι οι αγαμίδες, έχει τριγωνικό κεφάλι με αρκετά κοντό ρύγχος, γι’αυτό και τα μάτια βρίσκονται αρκετά μπροστά. Οι ακουστικοί πόροι βρίσκονται πιο πίσω. Οι φολίδες είναι όλες επάλληλες, με ελαφρώς μεγαλύτερες αυτές της ράχης, και ακόμα μεγαλύτερες αυτές τις ουράς. Οι σιναΐτες δράκοι είναι συνήθως καφέ, αλλά τα αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής αποκτούν μπλε κεφάλι και λαιμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορέι όλο το σώμα να γίνει μπλε, δίνοντάς τους το βεδουινικό αραβικό όνομα αμπού σάιχα, δηλαδή πατέρας του μπλε. Τα θηλυκά μπορεί να εμφανίσουν απλώς μια ερυθρή κηλίδα πίσω από τη μασχάλη. Η περίοδος αναπαραγωγής είναι την άνοιξη και το καλοκαίρι, οπότε και τα δύο φύλα προστατεύουν περιοχές. Τα αρσενικά κατακτούν τα ψηλότερα σημεία, όπου με κινήσεις του κεφαλιού, των ματιών και του μπροστινού μέρους του σώματος επικοινωνούν σε θηλυκά και ανταγωνιστές. Το θηλυκό γεννά έπειτα 5-9 αυγά. Το είδος τρέφεται με διάφορα αρθρόποδα, κυρίως μυρμήγκια, αλλά περιλαμβάνει και λίγη φυτική ύλη στη διατροφή του. Εκτίθεται πολλές ώρες της ημέρας στον καυτό ήλιο. Μία αιγυπτιακή μελέτη που έγινε στο νότιο Σινά, η οποία συνέκρινε το δράκο του Σινά με τον συμπατρικό αστερωτό δράκο (Stellagama stellio), βρήκε ότι ο πρώτος είναι πιο ηλιοθερμικός από τον τελευταίο. Στην Ελλάδα, ο αστερωτός δράκος είναι από τις πιο ηλιοθερμικές σαύρες, παραμένοντας έξω στον ήλιο ακόμα και το μεσημέρι. Γι ανα μη μπορεί να αντέξει τη ζέστη του Σινά, σκεφτείτε πόση ζέστη θα κάνει εκεί! Παρόλ’αυτά, και ο δράκος του Σινά αποσύρεται σε σκιερά μέρη αν η θερμοκρασία ανεβεί υπερβολικά.

Παρά το όνομά του όμως, ο δράκος του «Σινά δε ζει μόνο στο Σινά. Απαντά σε μεγάλη περιοχή της βορειοανατολικής Αφρικής και της Μέσης Ανατολής:Λιβύη, Σουδάν, Αίγυπτος, Αιθιωπία, Ερυθραία, Τζιμπουτί, Σαουδική Αραβία, Ομάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Παλαιστίνη, Ισραήλ, Ιορδανία, και Συρία. Η σαύρα είναι γνωστή εξαιτίας του μπλε χρώματος του αρσενικού. Επειδή εκτίθεται σε φωτεινές επιφάνειες, φωτογραφίζεται εύκολα. Σπάνια ωστόσο διατηρείται στην αιχμαλωσία, με τα περισσότερα άτομα πιασμένα από τη φύση. Προφανώς δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση, ίσως επειδή δεν προώθησε κανείς το είδος, και η χαμηλή τιμή των πιασμένων ατόμων δεν κινητοποιεί κάποιον εκτροφέα.

Η συνάντηση ωστόσο ενός δράκου στην Έρημο του Σινά είναι αρκετά εύκολη, αφού το είδος βρίσκεται σε υπεραφθονία. Στην πραγματικότητα, τα πιο πολυάριθμα ζώα του Σινά είναι τα ερπετά, και φίδια και σαύρες. Τα ερπετά και τα πουλιά – τα δεύτερα είναι ουσιαστικά υποομάδα των πρώτων – ουρούν στερεό ουρικό οξύ κι έχουν ελάχιστους δερματικούς αδένες, οπότε μπορούν να εξοικονομήσουν πολύ περισσότερο νερό από τα θηλαστικά, και γι’αυτό έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις ξερές περιοχές. Στο Σινά τα κοινότερα θηλαστικά είναι μικρά τρωκτικά, τα οποία είναι προσαρμοσμένα να εξοικονομούν όσο νερό γίνεται. Σπανιότερα, και μόνο σε περιοχές με ικανή βλάστηση, είναι τα μεγάλα οπληφόρα ξερών περιοχών, όπως γαζέλες, όρυγες και αίγαγροι, ενώ στο παρελθόν στο νότιο Σινά υπήρχαν λεοπαρδάλεις, που τώρα ίσως να έχουν εξαφανιστεί εντελώς. Οι αλεπούδες είναι τα μεγαλύτερα χερσαία θηλαστικά στις περισσότερες περιοχές, οι οποίες ωστόσο δε ζουν παντού. Βασικοί εδαφόβιοι θηρευτές είναι τα φίδια, και εναέριοι τα αρπακτικά πουλιά, όπως οι αετοί και τα γεράκια, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν και κορυφαίοι θηρευτές.

Από:
Ναυτεμπορική

Διαβάτες Σκύρου: Η νησίδα με τις σαύρες κανίβαλους
Οι ευνοϊκές συνθήκες οδήγησαν σε ισχυρότερο ανταγωνισμό εντός του ίδιου είδους σαυρών
Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015 12:20

Η μικρή νησίδα των Έξω Διαβατών, τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Σκύρου, αποτελεί θεωρητικά ιδανικό περιβάλλον για τις σαύρες του είδους Podarcis gaigeae που φιλοξενεί, λόγω της αφθονίας τροφής και της παρουσίας λιγότερων φυσικών εχθρών και ανταγωνιστών σε σχέση με τη Σκύρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι σαύρες της νησίδας να φτάνουν το τριπλάσιο βάρος από το κανονικό και να επιτίθενται συχνά ή ακόμα και να τρώνε νεαρότερες σαύρες του ίδιου είδους.
«Ο κανιβαλισμός εις βάρος νεαρότερων σαυρών είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για τις υπερμεγέθεις σαύρες να εξουδετερώνουν μελλοντικούς ανταγωνιστές και την ίδια στιγμή να καταναλώνουν ένα θρεπτικό γεύμα», δήλωσε ο Παναγιώτης Παφίλης, Επίκουρος Καθηγητής Ζωικής Ποικιλότητας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Προηγούμενη έρευνα της ίδιας ομάδας για τις σαύρες των μικρών νησίδων γύρω από τη Σκύρο είχε δείξει πως είναι 20 φορές πιο πιθανό να βρεθούν στο στομάχι τους κομμάτια από τα σώματα νεαρών σαυρών, σε σχέση με τις αντίστοιχες σαύρες στη Σκύρο, όπου η ύπαρξη φιδιών, πτηνών και ορισμένων θηλαστικών διατηρούν τον πληθυσμό σε χαμηλότερα επίπεδα. Αντιθέτως, η απουσία αρπακτικών στους Διαβάτες οδηγεί στην αύξηση της πυκνότητας πληθυσμού αλλά και του όγκου των σαυρών.
Συνεχίζοντας την έρευνα, η ομάδα του καθηγητή Παφίλη τοποθέτησε μία πεινασμένη ενήλικη σαύρα σε εγκλεισμό με μία νεαρότερη. Πάνω από τα δύο τρίτα των σαυρών από τους Διαβάτες επιτέθηκε στη νεαρή σαύρα, ενώ μόλις το 17 τοις εκατό των σαυρών από τη Σκύρο πραγματοποίησε το ίδιο. Επιπλέον, ο χρόνος αναμονής πριν την επίθεση ήταν σχεδόν έξι φορές μικρότερος για τις σαύρες από τη νησίδα.

Ο κανιβαλισμός των σαυρών υποδεικνύει μία επιλογή για ταχεία ανάπτυξη, η οποία τροφοδοτείται από την υψηλή αφθονία τροφίμων, θέτοντας έτσι τις βάσεις για την εξέλιξη του γιγαντισμού, καταλήγει η έρευνα.

Ο Γέροντας Παΐσιος, ο οποίος αγιοποιήθηκε – μεγάλη η χάρη του – στις 13 Ιανουαρίου του 2015, είναι γνωστός για τα θαύματα και τις προφητείες του. Είχε συγκεντρώσει γύρω του μεγάλο πλήθος πιστών – ναι, στο τέλος του 20ου αιώνα και όμως δυστυχώς ισχύει -, και οι διδαχές του τον έφερναν συχνά σε αντιπαράθεση με τις επίσημες θέσεις της Εκκλησίας. Παρόλα αυτά, μετά τον θάνατό του η κοινή ποιμνιακή γνώμη στράφηκε σε θετική προς αυτόν κατεύθυνση, κι έτσι τελικά, εέπειτα από την Ιερά σύνοδο του Πατριαρχείου, αγιοποιήθηκε ως όσιος.

Οι διδαχές και τα θαύματά του έχουν καταγραφεί σε πολυάριθμους τόμους, συχνά με αντιφάσεις, γι’αυτό και κυκλοφορούν συχνά άνω της μία εκδοχής, παρόλα αυτά αυτό δε φαίνεται να κλονίζει την πίστη των αναγνωστών, αλλ’απεναντίας να την ενισχύει. Σε ένα θαύμα λοιπόν, πρωταγωνιστής είναι μια… σαύρα! Έχω βρει διάφορες εκδοχές της ιστορίας, με την πιο γνωστή την παρακάτω, την οποία βρήκα στο ιστολόγιο Greek Sceptic.

Κάποτε ένας καθηγητής Πανεπιστημίου επισκέφτηκε τον Γέροντα και του είπε:
«Γέροντα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπάρχει Θεός. Ξέρεις είμαι άνθρωπος μορφωμένος, ζω στη Δύση και όλα αυτά που λες και κάνεις μπορούν να εξηγηθούν με την λογική. Βέβαια κάποια δύναμη μπορεί να υπάρχει, αλλά όσα λες περί Χριστού, περί μυστηρίων δεν τα δέχομαι.»
Ο Γέροντας τον άκουσε και του είπε με απότομο τρόπο:
«Είσαι πιο ανόητος και από μια σαύρα.»
Εκείνος ενοχλήθηκε από το λόγο του γέροντα καί αντέδρασε.
Ο Γέροντας επέμενε:
«Αλήθεια σου λέω. Είσαι πιο ανόητος και από μια σαύρα και θα σου το αποδείξω.»
Ο Γέροντας είχε εκεί κοντά μια σαύρα και τη φώναξε. Το ζωάκι έτρεξε κοντά του και το ρώτησε να του πει άν υπάρχει Θεός. Η σαύρα σηκώθηκε στα δύο της πόδια κι έσκυβε το κεφάλι της δίνοντας καταφατική απάντηση στην ερώτηση του Γέροντα. Ο καθηγητής τα έχασε και άρχισε να κλαίει και ο Γέροντας του είπε:
«Είδες ότι είσαι πιο ανόητος και από μια σαύρα; Η σαύρα γνωρίζει ότι υπάρχει Θεός και εσύ με το μυαλό δεν κατάλαβες ότι υπάρχει Θεός.»
Ο καθηγητής έφυγε από το κελί του Γέροντα συγκλονισμένος.

Αυτή είναι η γνωστότερη εκδοχή, υπάρχουν όμως κι άλλες. Τις παρακάτω δύο τις βρήκα στο ιστολόγιο False Faith.

Ένας άθεος νέος ομολόγησε, ότι πήγε κάποτε στο γέροντα και τον ερώτησε αν υπάρχει Θεός. Εκείνος ερώτησε μία σαύρα πού στεκόταν πάνω σε μία πέτρα: «Υπάρχει Θεός;» και η σαύρα εκίνησε καταφατικά το κεφαλάκι της…

Ενώ συζητούσαν διάφορα πνευματικά θέματα, είπε ο γέρων: «Κάποιος διαλογίζεται ότι δεν υπάρχει Θεός». Εκείνοι αλληλοκοιτάχτηκαν και ο γέρων συνέχισε: «Εγώ σας λέω ότι υπάρχει Θεός και με αποδείξεις». Και εφώναξε: «Σαύρα έλα εδώ». Μπήκε τότε μέσα μία μεγάλη σαύρα, πού τρόμαξε τούς επισκέπτες. Ο γέρων απευθύνθηκε στη σαύρα σαν σε λογικό όν και της είπε:» Προσκύνησε τούς επισκέπτες, χαιρέτησέ τους «. Η σαύρα υπακούουσα σηκώθηκε στα πισινά της πόδια και έκανε εδαφιαία μετάνοια. Έπειτα την ερώτησε: «Για πες μας, υπάρχει Θεός;». Και ώ του θαύματος! η σαύρα με μια ψιλή, λεπτή φωνούλα μίλησε και είπε:» Υπάρχει Θεός, υπάρχει Θεός, υπάρχει Θεός».

Υπάρχει και μια ακόμα εκδοχή, την οποία επίσης βρήκα στο ίδιο άρθρο του ίδιου ιστολογίου, όπου τα ζώα που δίνουν την καταφατική απάντηση είναι ένας αγριοκόκορας (δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, αλλά θα μπορούσε να είναι άλλο πουλί), κι ένα φίδι.

Ένας νέος τον επισκέφτηκε στο Άγιον Όρος και του φανέρωσε ότι δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού. Ο πατήρ Παΐσιος ρώτησε τότε έναν αγριοκόκκορα που περνούσε εκείνη την ώρα από εκεί: «Εσύ τι ξέρεις για το Θεό»; Και ο αγριοκόκκορας ελάλησε τρεις φορές. Επίσης, ρώτησε ένα φίδι που παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα: «Εσύ τι ξέρεις για το Θεό»; Και το φίδι ανεβοκατέβασε τρεις φορές το κεφάλι του…

Το μοτίβο των ιστοριών είναι πάντοτε το ίδιο. Ένας άνθρωπος που αμφιβάλλει, ή και είναι πεπεισμένος για την ανυπαρξία του Θεού, συναντά των Άγιο, ο οποίος, αφού βεβαιωθεί για τη δυσπιστία ή και την απιστεία του, κάνει κάποιο θαύμα, και ευθύς ο αμφιβάλλων διακηρύσσει την πίστη του στο Θεό και φεύγει συντετριμμένος. Το ισχυρό αυτό μοτίβο χρησιμοποιούταν ήδη από την εποχή του Χριστού. Οι άνθρωποι επίσης στις παραπάνω ιστορίες είναι κλασικές φιγούρες τέτοιων δύσπιστων. Στην πιο γνωστή, ο δύσπιστος είναι μορφωμένος, κι όχι απλώς μορφωμένος, αλλά καθηγητής πανεπιστημίου. Ανέκαθεν οι μορφωμένοι θεωρούταν λιγότερο πιστοί – γιατί άραγε; Και κάθε φορά που αναμετρώνται με Άγιο, ο τελευταίος αμέσως τους βάζει στη θέση τους. Στη δεύτερη ιστορία με την σαύρα, καθώς και σ’εκείνη την ιστορία με το φίδι και τον κόκορα, ο άπιστος εδώ, κι όχι ο δύσπιστος, είναι ένας άθεος νέος, παραπέμποντας στην κοινή αλλά εσφαλμένη λαϊκή αντίληψη ότι νέος είναι, θέλει να επαναστατήσει, αλλά με την σωστή καθοδήγηση θα επιστρέψει στη θερμή αγκαλιά της παράδοσης. Τέλος στην τρίτη και πλέον ευφάνταστη ιστορία με την σαύρα, όπου η σαύρα μιλάει κιόλας, ο Άγιος τηλεπαθητικα εντοπίζει τον άθεο.

Ας αφήσουμε όμως την κοινοτοπία των ιστοριών κι ας επικεντρωθούμε στην αλληλεπίδραση του Αγίου με τη σαύρα, μήπως και βρούμε κάποια ψύγματα αλήθειας στα γεγονότα. Πρώτο απ’όλα όμως, θα πρέπει ν’αποκλείσουμε διάφορες περιπτώσεις.

Το περιστατικό συνέβη στο Άγιο Όρος, οπότε η σαύρα θα πρέπει να είναι ειδος που ζει στην περιοχή. Αν και δε βρήκα κάποιον κατάλογο με όλα τα ερπετά του Αγίου Όρους, αν ένα είδος αναφέρεται πως απαντά σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, θα υπάρχει και στο Άγιο Όρος. Αν και δεν περιγράφεται η σαύρα σε καμία των μαρτυριών, σε μία λέει πως ήταν μεγάλη, οπότε ας υποθέσουμε ότι το είδος ήταν αρκετά μεγάλο, ώστε να φαίνεται καλύτερα απ’όλους τους παρευρισκόμενους. Δύο ελληνικές σαύρες ταιριάζουν εδώ: η τρανόσαυρα (Lacerta trilineata) και η πρασινόσαυρα ή πρασινογουστέρα (L. viridis). Η πρώτη έχει μήκος σώματος έως και 16 εκ, και μαζί με την ουρά μπορεί να είναι και μισό μέτρο, κάνοντάς την τη μεγαλύτερη σαύρα με πόδια της χώρας μας. Η δεύτερη είναι λίγο μικρότερη, με μήκος σώματος 13 εκ και ολικό μήκος ως και 40-45 εκ, και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη σαύρα της χώρας μας. Επειδή η σαύρα ήταν όμως μεγάλη, ας υποθέσουμε ότι ήταν το πρώτο είδος.

Τώρα θα πρέπει να εξετάσουμε ποια στοιχεία της συμπεριφοράς της σαύρας θα μπορούσαν να αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Απορρίπτουμε εξολοκλήρου οπότε την τρίτη ιστορία, όπου η σαύρα σηκώνεται στα δύο πόδια, κάνει μετάνοια και διακηρύσσει την πίστη της στο Θεό λεκτικά. Το μόνο αληθοφανές της όλης ιστορίας είναι το σήκωμα στα πίσω πόδια, που πολλές σαύρες κάνουν για να παρακολουθήσουν καλύτερα την περιοχή τους, οπότε θα μπορούσαν να το κάνουν αν υπήρχε αρκετός απειλιτικός κόσμος γύρω τους, αλλά τέτοιες σαύρες δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Απορρίπτουμε ομοίως και την πρώτη ιστορία, γιατι εκτός του σηκώματος στα π΄σιω πόδια και της μετάνοιας, η σαύρα ήρθε στο γέροντα έπειτα από κλήση του. Είναι δυνατόν κάποια έξυπνα είδη, όταν είναι κατοικίδια, με αρκετή επιμονή και υπομονή να μάθουν το όνομά τους και να γυρίζουν ή και να έρχονται σ’αυτόν που τα καλεί, αλλά είναι η εξαίρεση κι όχι ο κανόνας. Πάλι δεν είναι σκύλοι και θα έρθουν κυρίως για τροφή, και στην περίπτωση αυτήν είναι αδύνατον ο μοναχός να εκπαίδευσε την σαύρα να έρχεται σ’αυτόν. Οπότε αληθοφανέστερη είναι η δεύτερη ιστορία, όπου η σαύρα απλώς καθόταν πάνω σ’έναν βράχο, ίσως για να λιαστεί.

Πολλές σαύρες κουνούν το κεφάλι τους για διάφορους λόγους. Αν και γνωστότερες γι’αυτήν τη συμπεριφορά είναι τα ιγκουάνια όπως οι ιγκουάνες, οι ανόλες και οι δράκοι, αυτά δεν υπάρχουν στο ΆγιοΌρος, οπότε θα πρέπει να το έκαναν οι δύο παραπάνω τυπικές σαύρες, οι οποίες επίσης κουνούν το κεφάλι τους. Συνήθως το κάνουν τα κυρίαρχα αρσενικά, τα οποία συχνά έχουν γαλαζωπό κεφάλι κατά την περίοδο αναπαραγωγής, για να δηλώσουν κυριαρχία επί της περιοχής τους. Είναι γνωστό ότι ακόμα και μικρές σαύρες, εάν βρίσκονται κοντά σε ανθρώπους για μεγάλο χρονικο διάστημα κι αυτοί δεν τις απειλούν, τους συνηθίζουν, οπότε εκδηλώνουν φυσική συμπεριφορά μπροστά τους μεταξύ τους, και πλησιάζονται πολύ εύκολα, αν και συνήθως δεν ημερεύουν στο σημείο να πιάνονται. Δείτε ένα παράδειγμα εδώ. Δεν είναι σπάνιο ένα κυρίαρχο αρσενικό με ιδιαίτερα υψηλή αυτοπεποίθηση να κουνήσει το κεφάλι του προς έναν άνθρωπο, προσπαθώντας να τον εκφοβίσει για να φύγει από την περιοχή του.

Οπότε το πιο πιθανό είναι το εξής, αν βέβαια έγινε αυτή η ιστορία, στο οποίο δίνω μικρότερη πιθανότητα κι από την Ανάσταση του Χριστού: Ο Παΐσιος, συζητώντας μ’έναν δύσπιστο νέο περί της ύπαρξης του Θεού, στράφηκε προς μία σαύρα που βρισκόταν δίπλα σε έναν βράχο, που ήταν μια μεγάλη αρσενική τρανόσαυρα (Lacerta trilineata) που τον είχε συνηθίσει, ελπίζοντας ότι θα γίνει κάτι που θα μοιάζει με θαύμα. Επειδή την πλησίασε λίγο πιο κοντά από το σύνηθες, αυτή κούνησε το κεφάλι της επιδεικτικά. Με λίγα λόγια ο Άγιος Παΐσιος ρώτησε την σαύρα αν υπάρχει Θεός κι αυτή του απάντησε «Φύγε από δω!». Ή την ρώτησε αν υπάρχει Θεός και αυτή του απάντησε «Άι γαμήσου!».

Ακόμα και μια σαύρα αποστομώνει έναν χριστιανό γέροντα λοιπόν.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Άγιος Παΐσιος επικοινώνησε ή είχε καλή σχέση με άγρια ζώα. Μια άλλη φορά έβραζε γάλα τη Σαρακοστή, κι αφού ένας από τους δύο ευσεβιστές επισκέπτες τον επέπληξε γι’αυτό, του έδειξε τον πραγματικό λόγο για τον οποίον το έκανε δίνοντάς το στα φίδια, τα οποία ήταν μάλιστα οχιές, που ήρθαν να το πιούν. Οι εύπιστοι ακόλουθοί του έχουν καταγράψει πολλές άλλες περιπτώσεις ακόμα.

Pogona vitticeps 4/11/2015

Πριν από περίπου ένα χρόνο, μια μικρή και γλυκιά φολιδωτή ύπαρξη ήρθε κοντά μας. Προστέθηκε στη συλλογή μου ένας γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps). Είναι θηλυκό, και πλέον τριών ετών. Αυτές οι συμπαθητικές σαύρες των ερήμων της Αυστραλίας είναι από τα καλύτερα ερπετά που μπορεί να έχει κάποιος: Είναι ήρεμες, άνετες με τους ανθρώπους, δεν κρύβονται, εύκολες στη φροντίδα και διασκεδαστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τα περισσότερο διατηρούμενα κι εκτρεφόμενα ερπετά στην αιχμαλωσία. Το όνομά τους το πήραν από τα μαλακά αγκάθια που έχουν στο λαιμό τους, τα οποία θυμίζουν γένια. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσω το είδος, αλλά και θα καταθέσω τις δικές μου εμπειρίες, οπότε αναγκαστικά θα είναι λίγο μεγάλο, χωριζόμενο σε τέσσερις ενότητες – ταξινομική και εξελικτική θέση, περιγραφή και ζωή στη φύση, φροντίδα στην αιχμαλωσία και προσωπικές εμπειρίες, ενώ στο τέλος θα παραθέσω τις πηγές και τους εξωτερικούς συνδέσμους. Αν δηλαδή θέλετε να διαβάσετε μόνο ένα συγκεκριμένο μέρος μπορείτε να μεταβείτε απευθείας εκεί, αν κι εγώ θα σας πρότεινα να διαβάσετε το άρθρο στην ολότητά του.

Αναμπέλα Pogona vitticeps 28/4/2016. Επειδή χάθηκαν οι παλαιότερες φωτογραφίες, όλες οι επόμενες φωτογραφίες του άρθρου είναι του 2016.

Ταξινόμηση και εξέλιξη

Εκτός από το δράκο του Κομόντο (Varanus comodoensis), ο οποίος ακριβέστερα θα έπρεπε να λέγεται βαράνος του Κομόντο, αλλά λέγεται δράκος εξαιτίας της εντύπωσης που προκάλεσε στους πρώτους Δυτικούς εξερευνητές που τον συνάντησαν με το επιβλητικό του μέγεθος, δράκοι έχει καθιερωθεί ν’αποκαλούνται τα μέλη της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae). Το όνομα ίσως να προέρχεται από το νοτιοανατολικοασιατικό γένος Draco, τα μέλη του οποίου μπορούν να ανεμοπορούν χάρη σε πλευρικές προεκτάσεις του σώματός τους. Ίσως επίσης να προήλθε από τα είδη της Αυστραλίας, τα οποία οι Αυστραλοί αποκαλούν όλα δράκους, ίσως εξαιτίας της παράξενής τους εμφάνισης με τα διάφορα λοφία, αγκάθια, προγούλια κι άλλους στολισμούς που φέρουν. Ίσως ακόμα να συνηγορεί σ’αυτό και η αγάπη τους για τον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες, παραπέμποντας στους μυθικούς πύρινους δράκους. Το όνομα «αγαμίδες» δεν ξέρω από πού προέρχεται, ούτε μπόρεσα να βρω την ετυμολογία του ως τώρα, αλλά σίγουρα δεν έχει σχέση με τον Αγαμήδη της μυθολογίας, ούτε φαίνεται οι σαύρες αυτές να είναι φανατικοί υπέρμαχοι της αγαμίας, αν και θα μπορούσε ο επιστήμονας που τους έδωσε αυτό το όνομα να ήταν πουριτανός και να πίστευε κάτι τέτοιο.
Εμβόλιμη ενημέρωση 5/5/2016: Τελικά ουδεμία σχέση με την αγαμία έχει η λέξη, αλλά ανταυτού προέρχεται από το «αγκάμα» της γλώσσας των Καρίβων της Καραϊβικής, που αναφερόταν σε άλλη σαύρα, ίσως στο λειοκέφαλο (γένος Leiocephalus).

Οι αγαμίδες ανήκουν στον κλάδο των ιγκουανίων (Iguania), μία ομάδα σαυρών στην οποία όλες είναι ημερόβιοι κυνηγοί ενέδρας, που συνήθως σταθμεύονται σε ανυψωμένα μέρη, ενώ μερικά είδη είναι φυτοφάγα. Εξαιτίας αυτού του τρόπου ζωής, έχουν κάποια κινά χαρακτηριστικά. Επειδή θα πρέπει να μένουν ακίνητες και μη αντιληπτές από θηράματα και εχθρούς, είναι πλήρως παραλλαγμένες στο μικροπεριβάλλον όπου ζουν. Επειδή κάθε κίνηση μπορεί να τις προδώσει, δε βγάζουν τη γλώσσα τους τόσο συχνά όσο άλλα φολιδωτά ερπετά για να ανιχνεύσουν το χώρο τους, πράγμα που άλλωστε δεν τις χρειάζεται, αφού είναι στατικές κι αυτό δε θα βοηθήσει στην ανεύρεση τροφής. Εντοπίζουν την τροφή κυρίως με την όραση. Και τέλος, επειδή τα σημεία με αρκετή τροφή και δυνατότητες σωστής θερμορρύθμισης είναι λίγα σε σχέση με τον υπόλοιπο χώρο, έχουν αναπτύξει έντονα ένστικτα προστασίας της περιοχής τους. Τα αρσενικά δεν ανέχονται άλλα αρσενικά στην επικράτειά τους, η οποία περιλαμβάνει τις επικράτειες αρκετών θηλυκών. Η γονιμότητά τους είναι μεγάλη, επει΄δη και η θνησιμότητά τους είναι υψηλή. Τα ιγκουάνια είναι ο ένας υποκλάδος στο μεγαλύτερο κλάδο των τοξικοφόρων (Toxicofera), με το δεύτερο εκείνον που περιλαμβάνει τις ανγκουοειδείς σαύρες (βαράνοι, τέρατα του Τζίλα, άποδες σαύρες κλπ), αλλά και τα φίδια. Ο πρόγονος αυτών των ζώων ήταν δηλητηριώδης, αλλά οι τοξίνες ατόνησαν στους απογόνους, με επανεξέλιξή τους σε ορισμένα φίδια και σαύρες αργότερα. Τα ιγκουάνια εξακολουθούν να παράγουν μικροποσότητες τοξινών – στο γενειοφόρο δράκο Pogona barbata για παράδειγμα έχουν βρεθεί μικροί δηλητηριώδεις αδένες και στις δύο γνάθους ([ προγονικη κατάσταση (τα φίδια έπειτα ανέπτυξαν τους πάνω και οι ιοβόλες σαύρες τους κάτω)], αλλά αυτές έχουν κυρίως αντιμικροβιακή δράση. Οι αγαμίδες, μαζί με τους χαμαιλεοντίδες (Chamaeleonidae), απαρτίζουν τον κλάδο των ακροδόντων (Acrodonta), ο οποίος απαντά στον Παλαιό Κόσμο, ενώ τα υπόλοιπα πλευρόδοντα ιγκουάνια στο Νέο Κόσμο και στη Μαδαγασκάρη. Σύμφωνα με πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα, τα ακρόδοντα εξελίχθηκαν κι αυτά στην Αμερική, και μετανάστευσαν στον Παλαιό Κόσμο κατά το Κρητιδικό. Επίσης, πριν τη μεγάλη εξαφάνιση του τέλους του Κρητιδικού πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, η οποία σκότωσε και τους δεινοσαύρους, υπήρχαν πλευρόδοντα ιγκουάνια και στον Παλαιό Κόσμο. Οι χαμαιλέοντες πιθανότατα εξελίχθηκαν από προγόνους όμοιους με τους σημερινούς αγαμίδες. Οι αγαμίδες χωρίζονται σε τέσσερις υποοικογένειες: Leiolepidinae, Agaminae, Draconinae, και Amphibolurinae. Εξαπλώνονται στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία, όπου τα περισσότερα είδη ζουν σε θερμές περιοχές. Το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου μπορούν να βρεθούν αγαμίδες είναι η Ελλάδα, όπου απαντά το κροκοδειλάκι ή αστερωτός δράκος (Stellagama stellio), στα νησιά και στην Κεντρική Μακεδονία.

Στην Αυστραλία επικρατεί η υποοικογένεια των αμφιβολουρινών, αν και σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ίσως πολλά γένη, συμπεριλαμβανομένου και του γένους Pogona, να ανήκουν στους αγαμίνες, στην οποία περίπτωση ο αποικισμός της Αυστραλίας από δράκους θα έπρεπενα είχε γίνει δύο φορές. Τα πρώτα απολιθώματα δράκων χρονολογούνται πριν 24 εκατομμύρια χρόνια, αν και πιθανότατα να είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα. Οι πρώτοι δράκοι ζούσαν σε υγρά δάση και έμοιαζαν με το σημερινο΄αυστραλιανό νερόδρακο (Intellagama lesueri), του οποίου συγγενής ζει στην Ασία, ο κινέζικος νερόδρακος (Physignathus cocincinus). Με την ξήρανση της Αυστραλίας που ξεκίνησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια ωστόσο, οι δράκοι επεκτάθηκαν στις ξηρές περιοχές, όπου εξελίχθηκαν σε θαυμαστή ποικιλία ειδών. Αν και σήμεραεξακολουθούν να υπάρχουν είδη των τροπικών δασών, οι περισσότεροι αυστραλιανοί δράκοι ζουν στις ξηρότερες περιοχές. Εκεί κάτέχουν όλα τα άκρα και όλες τις ενδιάμεσες θέσεις, από μικρές σαύρες όπως των γενών Diporifera, Tympanocryptis και Ctenophorus, που ζουν συνήθως ένα χρόνο, έως τους πιο μεγαλόσωμους γενειοφόρους δράκους και το χλαμυδόσαυρο (Chlamydosaurus kingii), κι από παμφάγους και γενικευτές κυνηγούς όπως οι γενειοφόροι δράκοι έως τον αγκαθωτό διάβολο (Moloch horridus), ο οποίος τρέφεται αποκλειστικά με μυρμήγκια και τερμίτες.

Οι γενειοφόροι δράκοι στη φύση

Τα οκτώ είδη των γενειοφόρων δράκων απαρτίζουν το γένος Pogona, το όνομα του οποίου προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «πώγων», που σημαίνει γενειάδα ή πιγούνι, γι’αυτό και οι δράκοι αυτοί αποκαλούνται σπανιότερα και πώγωνες ή πωγωνίες. Μέχρι το 1982, ταξινομούνταν στο γένος Amphibolurus, το οποίο διασπάστηκε σε πολά μικρότερα, αν και μέχρι και τη δεκαετία του 1990 ορισμένες πηγές συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την παλαία ταξινόμηση. Τα είδη είναι τα εξής: Pogona barbata, P. vitticeps, P. henrylawsoni, P. microlepidota, P. mitchelli, P. minima, P. minor, και P. nullarbor. Εξαπλώνονται σε όλη σχεδόν την Ηπειρωτική Αυστραλία και είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, δηλαδή σε μία περιοχή απαντά μόνο ένα είδος, αν και στην αιχμαλωσία τα είδη υβριδίζονται. Η P. barbata απαντά κυρίως στις ανατολικές ακτές της Αυστραλίας, και είναι το μεγαλύτερο είδος, ολικού μήκους 60 εκ και μήκους σώματος 25 εκ. Είναι λιγότερο στιβαρό από άλλα είδη, χρώματος γκριζωπού με τα μεγαλύτερα γένια του γένους, σειρές πλευρικών αγκαθιών που περνούν πάνω από τα μπροστινά άκρα, και κίτρινο εσωτερικό στόματος, ώστε να τρομάζει τους εχθρούς. Ζει σε υγρότερες περιοχές, όπως δάση και είναι πιο κρυπτικό σε σχέση με άλλα είδη. Το είδος P. vitticeps μπορεί να βρεθεί στα ενδότερα της ανατολικής Αυστραλίας μέχρι τις ερήμους του κέντρου. Είναι μικρότερο, με σύνηθες ολικό μήκος τα 50 εκ και μήκος σώματος τα 20 εκ, και θεωρείται το πιο ποικιλόμορφο είδος στο χρωματισμό. Τα υπόλοιπα είδη δεν είναι μεγαλύτερα από 30 εκ, με μήκος σώματος 14-17 εκ. Η P. henrylawsoni ζει στις Πεδιάδες του Μαύρου Χώματος του έσω Κουίνσλαντ, έχει τα μικρότερα γένια του γένους και είναι πιο εδαφόβια. Όταν απειλείται, τρέχει και κρύβεται στις σχισμές της ξερής γης. Ο δράκος αυτός κυκλοφορέι και με άλλα συνώνυμα όπως P. rankini ή P. brevis, εξαιτίας της ταραχώδους του ταξινομικής ιστορίας, μιας ιστορίας διαμάχης μεταξύ επιστημόνων. Το είδος, αν και γνωστό από παλιά, περιγράφηκε επίσημα το 1985 από τους Wells και Wellington. Ο Wells αρχικά σχεδίαζε να τον ονομάσει P. greeri, αλλά το απέριψε ύστερα από αίτημα του Allen Greer, ο οποίος τότε δούλευε στο Αυστραλιανό Μουσείο. Πολλοί ζωολόγοι ωστόσο απεύθυναν αίτημα στη Διεθνή Επιτροπή Ζωολογικής Ονοματολογίας (ICZN), ζητώντας την παύση αναγνώρισης περαιτέρω νέων ονομάτων από τους εν λόγω επιστήμονες, διότι συνήθιζαν να περιγράφουν είδη από ελλειπείς περιγραφές, μόνο και μόνο για να προβληθεί το όνομά τους (ταξινομικός βανδαλισμός). Το αίτημα απορρίθφηκε, αλλά συμφωνήθηκε τα νεά ονόματα απ’αυτούς να εξετάζονται κατά περίπτωση. Το συγκεκριμένο όνομα θεωρήθηκε έγκυρο, αν κι αρκετοί συγγραφείς, αγνοώντας την απόφαση, χρησιμοποιούσαν το εναλλακτικό όνομα P. brevis. Το όνομα P. rankini ήταν ανεπίσημη ονομασία που χρησιμοποιήθηκε και απορρίφθηκε από τον Wells το 1978, αλλά διέρευσε κι έγινε γνωστό. Τελευταία αμφισβήτηση στην εγκυρότητα του ονόματος ήρθε από τον G. J. Whitten το 1994, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι περιγραφές του νέου είδους προήλθαν από νεαρά P. vitticeps, μολονότι οι επιστήμονες τόνισαν τις διαφορές μεταξύ των δύο ειδών. Σήμερα το όνομα θεωρείται έγκυρο. Στο Κίμπερλεϊ λοιπόν της ακραίας βορειοδυτικής Αυστραλίας ζει η P. microlepidota, η οποία μοιάζει πολύ με μικρή P. barbata. Νοτιότερα, στην Πιλμπάρα και ενδότερα προς τη Μεγάλη Αμμώδη Έρημο της Βόρειας Επικράτειας απαντά η P. mitchelli, της οποίας εξέχον χαρακτηριστικό είναι η σειρά μικρών ανασηκωμένων φολίδων κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ίσως απομεινάρι του ραχιαίου λοφίου άλλων αγαμιδών. Στην υπόλοιπη Δυτική Αυστραλία απαντά το είδος P. minor, ο μικρότερος γενειοφόρος δράκος, ο οποίος μπορεί να βρεθεί από ανοιχτά δάση και θαμνότοπους μέχρι τις πιο σκληρές ερήμους. Δυτικότερα, στο βορειοδυτικό και στο δυτικό νησί Ουάλαμπι βρίσκεται το είδος P. minima, το οποίο ξεχωρίζει από την P. minor από τα μακρύτερά του άκρα και ουρά. Στο παρελθόν, τα είδη P. minima και P. michelli συμψηφίζονταν στο είδος P. minor από πολλούς συγγραφείς. Τέλος, στην Πεδιάδα του Νουλάρμπορ της Δυτικής και Νότιας Αυστραλίας ενδημεί το είδος P. nullarbor.

Το είδος του ενδιαφέροντος είναι ο γενειοφόρος δράκος της κεντρικής Αυστραλίας, επιστημονική ονομασία Pogona vitticeps, αν και τα περισσότερα ισχύουν και για τα υπόλοιπα είδη. Στα αγγλικά λέγεται central ήcentralian bearded dragon, ή απλώς bearded dragon. Λανθασμένα οι γενειοφόροι δράκοι αποκαλούνται και frilled dragons, frilly dragons ή frilly lizards, από σύγχυση με τον χλαμυδόσαυρο που έχει το ίδιο όνομα. Μία σπανιότερη ονομασία του είναι Jew lizard, δηλαδή σαύρα Εβραίος, ίσως από τη γενιάδα της. Το όνομά της στις διάφορες γλώσσες των Αβοριγίνων διαφέρει, για παράδειγμα λεγόταν Νγκάρανγκ από τους Αβορίγινες του Σίδνεϋ.

Μορφολογικά, το είδος είναι ένας τυπικός γενειοφόρος δράκος, δηλαδή μια αγκαθωτή σαύρα με πλατύ, γεροδεμένο σώμα και γένια στο λαιμό. Το σχήμα αυτό της πλατιάς αγκαθωτής σαύρας είναι κοινό σε ιγκουάνια ξερών περιοχών. Το μήκος τους κυμαίνεται μεταξύ 35 και 60 εκ, με συνηθέστερα τα 40-55 εκ, και το βάρος τους μεταξύ 300-500 γρ. Το κεφάλι είναι τριγωνικό, όπως σ’όλους τους αγαμίδες, με τα δύο μάτια στις πλευρές και ψηλά, ώστε να ελέγχουν ευρεία περιοχή και ν’ανιχνεύουν παράλληλα άνωθεν απειλές. Τα ρουθούνια βρίσκονται στην άκρη του ρύγχους. Το στόμα είναι αρκετά μεγάλο, με μεγάλη, μυώδη γλώσσα και κυνοδοντόμορφα μπροστινά δόντια στην κάτω γνάθο, όπως σε πολλούς δράκους. Τα τύμπανα των αυτιών βρίσκονται πιο πίσω στο κεφάλι, και είναι προστατευμένα σε ακουστικούς πόρους. Πίσω από το μέτωπο και τα πλευρικά μάτια διακρίνεται μια γκριζωπή κηλίδα, η οποία ψηλαφίζεται σαν βαθούλωμα στο κεφάλι. Αυτός είναι ο βρεγματικός οφθαλμός, που υπάρχει σε σχεδόν όλες τις ημερόβιες σαύρες και σε άλλα σπονδυλωτά, και ρυθμίζει την έκθεση στον ήλιο και τη θερμορρύθμιση, αλλά και βοηθά στον προσανατολισμό και στην αντίληψη απειλών που έρχονται από πάνω. Ο λαιμός είναι κοντός, και οπως σ’όλους τους αγαμίδες, αποτελείται από 6 αυχενικούς σπονδύλους. Το σώμα είναι πεπλατυσμένο. Σε σχέση με το πλατύ σώμα, η μέση και η λεκάνη είναι αρκετά στενές. Τα τέσσερα άκρα είναι καλά ανεπτυγμένα, πενταδάκτυλα με γαμψά νύχια για την αναρρίχηση, και τα πίσω είναι ελαφρώς μακρύτερα και μυωδέστερα από τα μπροστά. Η ουρά είναι παχιά στη βάση, και λεπταίνει προς το τέλος. Η βάση της ουράς, όπως και η κοιλιακή χώρα, είναι οι κύριες αποθήκες λίπους του ζώου. Όπως σ’όλους τους αγαμίδες, η ουρά δεν αναγεννάται αν αποκοπεί. Λίγο μετά τη λεκάνη, στο κάτω μέρος της βάσης της ουράς, βρίσκεται η αμάρα, η κοινή έξοδος του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα ερπετά και σε άλλα σπονδυλωτά, η οποία είναι μια εγκάρσια σχισμή. Μπροστά από αυτήν και στο εσωτερικό των μηρών υπάρχει σειρά πόρων, εμφανέστερων στα αρσενικά, οι προπρωκτικοί και μηριαίοι πόροι αντίστοιχα. Παλαιότερα πιστευόταν ότι εκκρίνουν φερομόνες για την αναγνώριση του είδους, αλλά λίγες ενδείξεις υπήρχαν γι’αυτό, αφού το δέρμα των ερπετών δεν έχει πολλούς αδένες. Πιθανότατα συγκεντρώνουν μικροσωματίδια αππό την επιφάνεια της σαύρας, τα οποία αποθέτουν στο υπόστρωμα ως αναγνωριστικά.

Η φολίδωση των γενειοφόρων δράκων διαφέρει στις διάφορες επιφάνειες του σώματος. Όπως και σε όλα τα ερπετά, περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στο περιβάλλον, όπως η ράχη, καλύπτονται από μεγαλύτερες και σκληρότερες φολίδες, ενώ περιοχές όπου χρειάζεται ευκαμψία, όπως οι αρθρώσεις, καλύπτονται από μικρότερες και μαλακότερες. Στο κεφάλι οι περισσότερες φολίδες είναι μη επικαλυπτόμενες. Στα χείλη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς και στο περισσότερο του σώματος, στα άκρα και στην ουρά, οι φολίδες είναι επάλληλες, δηλαδή η κάθε μία καλύπτει την επόμενη, σαν λέπια. Στην περιοχή κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, οι φολίδες είναι σκληρές και κοντές, και παρόμοιες είναι επίσης στη λεκάνη και στην αρχή της ουράς. Οι φολίδες αυξάνουν σε μέγεθος προς τις πλευρές του σώματος. Είναι διατεταγμένες σε γραμμές, το οποίο είναι εμφανέστερο στην ουρά. Στην κάτω πλευρά του σώματος οι φολίδες είναι μικρότερες και πιο λείες. Ακανθώδεις φολίδες υπάρχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γύρω από τους ακουστικούς πόρους, και για προστασία και για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους πτερυγίου, σε μικρές ομάδες στον αυχένα, κατά μήκος των πλευρών του σώματος, λιγότερο στις πλευρές της βάσης της ουράς και βέβαια στα γένια. Τα γένια είναι ουσιαστικά ένας θήλακας δέρματος στο λαιμό, τον οποίο διαστέλλει το ζώο με τη βοήθεια των κεράτων του υοειδούς οστού. Το δέρμα του θήλακα είναι σκούρο και μπορεί να σκουρύνει περαιτέρω, κι όταν φουσκώνει τα γένια, αυτά σηκώνονται κι έτσι φαίνονται μαύρα. Όπως και στους περισσότερους αγαμίδες, το δέρμα στο περισσότερο του σώματος είναι σχετικά χαλαρό, και δημιουργεί πτυχώσεις στις πλευρές του σώματος, όπου βρίσκονται και τα πλευρικά αγκάθια. Ο χρωματισμός του υπόλοιπου ζώου ποικίλει – είναι το πιο ποικιλόχρωμο είδος του γένους. Υπάρχουν ανοιχτά καφέ ή κιτρινωπά, κοκκινωπά και γκριζωπά άτομα, ανάλογα με την απόχρωση του υποστρώματος της κάθε περιοχής. Σπάνια είναι μονόχρωμα, και τα περισσότερα άτομα έχουν διάφορα σχέδια. Vitticeps σημαίνει ζωνοκέφαλος, εξαιτίας των ζωνών που πολλά άτομα έχουν στο κεφάλι, κυρίως κοντά στα χείλη, αλλά επίσης μπορούν να έχουν σκουρότερες ζώνες στην ουρά, σκουρότερες γραμμές και περιοχές σε όλο το σώμα, και διαφορετική απόχρωση σε διάφορα μέρη του σώματος, όπως πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και άκρα. Η κάτω πλευρά είναι λευκή, αν και σε αρκετά άτομα μπορεί να ενταθεί ένα δίκτυο γραμμών, ιδίως όταν ενοχλούνται ή στρεσάρονται από κάτι (stress lines). Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν περιορισμένη ικανότητα χρωματικής αλλαγής, και σε μία πρόσφατη μελέτη βρέθηκε ότι η χρωματική μεταβολή ακολουθεί τον ημερήσιο κύκλο, κι εξαρτάται τόσο από το ενδογενές βιολογικό ρολόι, όσο και από την εξωτερική φωτοπερίοδο. Έντεκα σαύρες τοποθετήθηκαν είτε σε κανονική φωτοπερίοδο 12 ωρών φωτός κι άλλου τόσου σκότους, είτε σε 6 ώρες φωτός και 18 σκότους και στο αντίστροφο, αλλά και σε απόλυτο σκοτάδι. Ακόμα και στο σκοτάδι ο χρωματισμός μεταβαλλόταν με την ίδια εικοσιτετράωρη περιοδικότητα. Το χρώμα τους είναι σκοτεινότερο το πρωί, ώστε ν’απορροφούν ευκολότερα την ηλιακή ακτινοβολία, και στην πορεία της ημέρας γίνεται πιο ανακλαστικό, ώστε να την αντανακλούν, κατάσταση που παραμένει και κατά τη νύκτα μέχρι το επόμενο πρωί. Όπως όλες οι σαύρες, οι γενειοφόροι δράκοι αλλάζουν περιοδικά το δέρμα τους, συχνότερα όταν βρίσκονται στην ανάπτυξη και αραιότερα όταν έχουν ενηλικιωθεί, μπορεί και μια φορά ετησίως. Η έκδυση συνήθως ξεκινά από το κεφάλι, και προχωρά στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα γίνεται γκρίζο, εύθραυστο κι αποσπάται εύκολα όταν ο δράκος ξύνεται ή τρίβεται πάνω σε αντικείμενα. Κάποιες φορές μπορεί να φάει λίγο από το παλιό του δέρμα. Όταν βρίσκεται σε έκδυση και πρόκειται να αφαιρέσει μεγάλη ποσότητα δέρματος, συνήθως κινείται προς δροσερότερες και υγρότερες περιοχές, ώστε να μαλακώσει το δέρμα από την υγρασία και να αποκολληθεί ευκολότερα. Μία έκδυση διαρκεί πολλές μέρες, έως κι έναν μήνα ή και περισσότερο.

Χάρη στο πλατύ τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να παραλλάσσονται στις επιφάνειες όπου βρίσκονται, και να γίνονται ένα μ’αυτές από κάποια απόσταση. Το σχήμα τους επίσης τους βοηθά ν’αγκαλιάζουν τις επιφάνειες όπου βρίσκονται και να ασφαλίζονται καλύτεραεκεί. Όταν λιάζονται, οι γενειοφόροι δράκοι πλαταίνουν πολύ το σώμα τους και το προσανατολίζουν προς μια ευνοϊκή γωνία ως προς τις ακτίνες του ηλίου, ώστε ν’απορροφήσουν την ηλιακή ακτινοβολία αποτελεσματικότερα. Αφού έχουν φτάσει σε επιθυμητή θερμοκρασία, παίρνουν πάλι ένα πιο κανονικό σχήμα. Πλαταίνουν επίσης το σώμα τους όταν ξαπλώνουν και κοιμούνται, ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτοί. Παρά το φαινομενικκά χοντρό τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι είναι επιδέξιοι αναρριχητές σε πλατιές, τραχιές επιφάνειες, και συχνά σκαρφαλώνουν σε ύψος λίγων μέτρων για να λιαστούν. Μπορούν επίσης και να σκαρφαλώσουν σε λεπτότερα στηρίγματα, όπως κλαδιά, αλλά τότε πρέπει να λεπτύνουν το σώμα τους, να βάλουν τα άκρα τους κάτω από αυτό και να κινηθούν προσεκτικά, μια δυσκολότερη και πιο χρονοβόρα διαδικασία. Αν και η ουρά τους δεν είναι συλληπτήρια, έχει αρκετή ευκινησία ώστε να τους βοηθά στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Οι γενειοφόροι δράκοι βαδίζουν με μέτρια ταχύτητα, αν και μπορούν να τρέξουν αν χρειαστέι, αλλά δεν είναι οι γρηγορότερες σαύρες. Όταν βαδίζουν, ανασηκώνονται αρκετά από το έδαφος, σέρνοντας μόνο τη μέση της ουράς τους. Όταν όμως τρέχουν ή κυνηγούν έντομα, σηκώνουν όλη την ουρά από το έδαφος,ώστε να αυξηθεί η ταχύτητά τους. Συνήθως περπατούν κανονικά, αλλά όταν χώνονται σε χαμηλή τρύπα ή αν οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές για το μεταβολισμό τους, έρπουν. Μπορούν επίσης να πηδήξουν σε μικρή απόσταση, δίνοντας ώθηση με τα πίσω τους πόδια. Είναι επίσης και καλοί κολυμβητές και παρόλο που σπάνια συναντούν πολύ νερό, κολυμπούν βάζοντας συχνά το κεφάλι μέσα στο νερό. Μπορούν ακόμα να σκάψουν σύραγγες στο χώμα για να κρυφτούν, να γεννήσουν τα αυγά τους ή να πέσουν σε νάρκη. Επειδή το κέντρο βάρους τους βρίσκεται προς τη μέση του σώματος, δε μπορούν να σηκωθούν στα δύο τρέχοντας όπως άλλες σαύρες. Γενικώς δε σηκώνονται ποτέ στα δύο, ούτε στατικές. Αν θελήσουν να σηκωθούν, στηρίζονται όσο πιο ψηλά μπορούν στα μπροστινά τους πόδια και σηκώνουν το κεφάλι ψηλά. Τα πόδια τους χρησιμεύουν μόνο στη μετακίνηση, και μ’αυτά δε χειρίζονται αντικείμενα. Ο μεγαλύτερος χειρισμός που μπορούν να κάνουν είναι να σπρώξουν με τα μπροστινά τους πόδια κάτι από το κεφάλι τους ή από δίπλα τους, ή να σπρώξουν κάτι με το κεφάλι τους.

Οξύτερη αίσθησή τους είναι η όραση, με την οποία εντοπίζουν γρήγορα τροφή, εχθρούς και ομοειδείς. Οι αγαμίδες ίσως να έχουν την οξύτερη όραση από όλες τις σαύρες. Σε μια μελέτη για παράδειγμα, οι δράκοι P. henrylawsoni είχαν ήδη προετοιμαστεί κι άρχισαν να προφυλάγονται από πιθανούς εχθρούς ενώ οι ερευνητές βρίσκονταν ακόμα 30 μέτρα μακριά. Όπως οι περισσότερες σαύρες και τα πουλιά, έχουν τετραχρωματική όραση, δηλαδή μπορούν να δουν και τα χαμηλότερα φάσματα της υπεριώδους ακτινοβολίας α. Τα πλευρικά μάτια τους δίνουν πλήρεις εικόνες, ενώ το βρεγματικό μπορεί ν’αντιλαμβάνεται μόνο φως και σκιές, και έτσι τα ειδοποιεί για σκιές που πλησιάζουν από πάνω, όπως για παράδειγμα αρπακτικά πουλιά. Όπως και άλλες πλήρως ημερόβιες σαύρες, ο αμφιβληστροειδείς τους φέρει μόνο κωνία, οπότε στο σκοτάδι δε βλέπουν σχεδόν καθόλου. Έχουν το ίδιο πρόβλημα με άλλα ζώα που έχουν μάτια στις πλευρές του κεφαλιού, δηλαδή δυσκολεύονται ν’αντιληφθούν τις αποστάσεις, για τον υπολογισμό των οποίων χρησιμοποιούν την παράλλαξη των αντικειμένων. Η ακοή τους είναι επίσης αρκετά ανεπτυγμένη, κι ακούουν τις χαμηλότερες και τις μέσες συχνότητες που ακούμε κι εμείς. Η όσφρησή τους δεν είναι πολύ καλή, αλά σε σχέση με πλήρως εντομοφάγους δράκους είναι πιο ανεπτυγμένη και μπορούν να ξεχωρίσουν τροφές με αυτήν. Έχει βρεθεί ΄΄οτι οι σαύρες κυνηγοί ενέδρας, στους οποίους η όσφρηση δε χρειάζεται πολύ, όταν εξελίσσονται να περιλαμβάνουν και φυτικές τροφές στο διαιτολόγιό τους, ενισχύουν την όσφρησή τους, ώστε να ανιχνεύουν τοξικές ουσίες στα φυτά. Η όσφρηση των γενειοφόρων δράκων λειτουργεί σε κοντινή απόσταση και δεν είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση της τροφής, γι’αυτό και συχνά μπερδεύονται και προσπαθούν να φάνε αντικείμενα που μοιάζουν με τροφή. Για τη γεύση λίγα είναι γνωστά, είναι γνωστό όμως ότι οι δράκοι έχουν προτιμήσεις, για παράδειγμα προς γλυκύτερα λαχανικά όπως καρότα. Από την άλλη, η κακή γεύση δεν τους πτοεί και τόσο, αφού μπορούν να φάνε οποιοδήποτε έντομο, εκτός απ’αυτά με καυστικές εκκρίσεις ή αιχμηρά σημεία, και γι’αυτό μπορεί να φάνε εύκολα κάτι τοξικό. Η όσφρηση του ινιδορινικού οργάνου ή οργάνου του Γιάκομπσον, το οποίο είναι ανεπτυγμένο σε άλλες σαύρες και στα φίδια, δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη στους δράκους. Χρησιμεύει κυρίως στον έλεγχο της περιοχής για οσμητικά ίχνη ομοειδών. Τα φολιδωτά ερπετά μεταφέρουν πληροφορίες σ’αυτό βγάζοντας τη γλώσσα τους, αλλά οι δράκοι το κάνουν αυτό κυρίως όταν εξερευνούν μια νέα περιοχή. Το δέρμα των γενειοφόρων δράκων επενδύεται με νευρικές απολήξεις, περισσότερες προς το κεφάλι, οπότε μπορούν ν’αντιληφθούν το περιβάλλον τους και διά της αφής. Πιο ευαίσθητο μέρος είναι το ρύγχος τους.

Οι γενειοφόροι δράκοι ζουν σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από ανοιχτά δάση με αρκετά δέντρα αλλά και ηλιόλουστες περιοχές μεταξύ τους, μέχρι τις πιο σκληρές και αφιλόξενες βραχώδεις ερήμους της Κεντρικής Αυστραλίας. Σε αραιοκατοικημένες περιοχές στα σημεία εξάπλωσης των δράκων, οι τελευταίοι δε διστάζουν να κατοικήσουν εκεί, όπου συχνά βρίσκονται να λιάζονται σε πετρότοιχους και πασσάλους περιφράξεων, να μπαίνουν σε αυλές, να μαζεύονται κάτω από λαμαρίνες για να ζεσταθούν ή να βγαίνουν και να λιάζονται ή να περνούν το δρόμο, όπου πολλοί κάθε χρόνο βρίσκουν το θάνατο από διερχόμενα οχήματα. Οι Αυστραλοί αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τους μικρούς άκακους δράκους, και φυσικά δεν τους καταδιώκουν, ενώ αντίθετα συχνά τους ενθαρρύνουν να πλησιάσουν στην περιοχή, σε αντίθεση με αυτό που μπορεί να γινόταν σε κάποια καθυστερημένη χώρα της Λεκάνης της Μεσογείου. Συχνότερα ο άνθρωπος συναντά την εξάπλωση του P. barbata, λιγότερο συχνά του P. vitticeps, και ακόμα σπανιότερα του P. henrylawsonni, του P. minor, και σπανιότατα των άλλων ειδών. Οι γενειοφόροι δράκοι είναι πολύ εύκολοι στην παρατήρηση, αφού ο πληθυσμός τους είναι μεγάλος και αρέσκονται να παραμένουν σε εκτεθημένες περιοχές, όπου φαίνονται. Είναι επίσης εύκολο να πιαστούν, αφού δεν έχουν εξελιχθεί με τον άνθρωπο και γι’αυτό δεν έχουν έντονο φόβο εναντίον του. Με λίγο τρέξιμο πιάνονται, ενώ πολλοί έχουν πιάσει P. vitticeps εύκολα ενώ λιάζονται, και ακόμα ευκολότερα όταν βρίσκονται σε στενά μέρη, όπως πάνω σε πασσάλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δράκοι το πολύ να προσπαθήσουν να προστατευτούν πηγαίνοντας προς τα πίσω, ή ρίχνουν απλώς στον άνθρωπο ένα απορημένο βλέμμα. Για το λόγο ότι πιάνονται εύκολα, οι Αβορίγινες τους έτρωγαν, και συνήθως έστελναν τα παιδιά να τους πιάσουν. Υπάρχουν κάποιες βραχογραφίες που δείχνουν παιδιά να κυνηγούν ή να παίζουν με γενειοφόρους δράκους. Οι γενειοφόροι δράκοι υπήρξαν πρωταγωνιστές σε διάφορες ιστορίες της ονειρικής εποχής, της εποχής δηλα΄δη που τα πνεύματα ονειρεύτηκαν και δημιούργησαν τον κόσμο, αλλά δεν έχω βρει κάποια σχετική που να είναι εύκολα προσβάσιμη στο Διαδίκτυο. Πίστευαν επίσης ότι μπορούν να προβλέψουν τον καιρό μ’αυτούς. Στη Νότια Αυστραλία για παράδειγμα, πίστευαν ότι αν ο γενειοφόρος δράκος κρατά το κεφάλι του ψηλά, θα βρέξει.

Οι γενειοφόροι δράκοι λοιπόν περνούν αρκετό από το χρόνο τους σκαρφαλωμένη σε ψηλά σημεία, όπως κορμούς και χοντρά κλαδιά δέντρων, είτε όρθιων είτε πεσμένων, ή σε βράχια, όπου λιάζονται ή περιμένουν τροφή. Λιάζονται ακίνητοι για πολλές ώρες της ημέρας, αλλάζοντας θέσεις όταν έχουν ζεσταθεί αρκετά. Όταν θερμαίνονται, πλαταίνουν το σώμα τους και προσπαθούν να προσανατολίζονται κάθετα ως προς τις ακτίνες του ήλιου. Όταν έχουν θερμανθεί ικανοποιητικά, δε φεύγουν αμέσως στη σκιά, αλλά μπορεί να μαζέψουν το σώμα τους, να προσανατολιστούν παράλληλα με τις ακτίνες του ήλιου για να δέχονται λιγότερη ακτινοβολία, να ανασηκωθούν ή να μετακινηθούν κάπου ψηλότερα όπου φυσάει λίγο για να δροσιστούν, κι όταν η θερμοκρασία ανέβει ακόμα περισσότερο, ανοίγουν το στόμα τους, ώστε να μειώσουν τη θερμοκρασία του εγκεφάλου με την εξάτμιση του νερού, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα να ζεσταθεί ακόμα περισσότερο. Όταν έχει υπερβολική ζέστη έπειτα, αποσύρονται στη σκιά, που μπορεί να είναι ένα μέρος του ψηλού σημείου που δε βλέπει ο ήλιος, ή μέσα στη βλάστηση ή σε μία τρύπα, είτε φυσική είτε φτιαγμένη απ’αυτούς. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για την προτιμώμενη θερμοκρασία του γενειοφόρου δράκου. Σε μία μελέτη έλεγεότι γενικώς οι αγαμίδες της Αυστραλίας διατηρούν θερμοκρασίες μεταξύ 34-38 βαθμών Κελσίου όταν δραστηριοποιούνται. Αλλού έλεγε ότι οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούν θερμοκρασία 37-38 βαθμών, ενώ αλλού μόνο 33. Σύμφωνα ωστόσο με μια μελέτη που διάβασα, η προτιμώμενη θερμοκρασία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την εποχή, την ηλικία, την αναπαραγωγική κατάσταση, τη θερμική ποιότητα του περιβάλλοντος κλπ, οπότε δεν υπάρχει μία και μοναδική προτιμώμενη θερμοκρασία για όλα τα ζώα και για όλες τις περιστάσεις. Όποια κι αν είναι η προτιμώμενη θερμοκρασία τους, οι γενειοφόροι δράκοι, όπως κι άλλες παρόμοιες σαύρες, είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, και μετακινούμενοι από ήλιο σε σκιά και το αντίστροφο κατορθώνουν να διατηρούν τη θερμοκρασία τους σταθερή, με ελάχιστες αποκλίσεις, όπως ενός ομοιόθερμου ζώου, τουλάχιστον κατά τις ώρες της ημέρας που δραστηριοποιούνται. Όπως όλα τα ερπετά, ο καρδιακός τους ρυθμός αυξάνεται όταν θερμαίνονται, και μειώνεται όταν ψύχονται (καρδιακή υστέρηση), άρα ο ρυθμός πρόσληψης θερμότητας είναι ταχύτερος από το ρυθμό απώλειας. Καταστάσεις που μειώνουν το μεταβολισμο΄, όπως η υποξία και η αφυδάτωση, μειώνουν και την προτιμώμενη θερμοκρασία. Μπορούν ωστόσο να λειτουργήσουν ικανοποιητικά και σε θερμοκρασίες χαμηλότερες από την προτιμώμενη, την οποία συχνά δε μπορούν να φτάσουν αν ο καιρός είναι άστατος, τους απειλούν οι εχθροί ή βρίσκονται σε αντιπαραθέσεις με ομοειδείς τους. Δεν έχουν ωστόσο τη θερμική προσαρμοστικότητα πιο εύκρατων ειδών σαύρας, και σε θερμοκρασίες κάτω των 27 σταματούν να τρώνε και ο μεταβολισμός τους πέφτει αρκετά. Το βράδυ η θερμοκρασία τους εξομοιώνεται με την περιβαλλοντική. Τη νύχτα κοιμούνται είτε κρυμμένοι είτε εκτεθημένοι στις επιφάνειες όπου λιάζονται, καμουφλαρισμένοι με το πλατύ τους σώμα. Συχνά στην αιχμαλωσία τα ζώα αυτά μπορεί να μην κρυφτούν το βράδυ, κι επίσης στη φύση οι P. barbata έχουν βρεθεί να κοιμούνται πάνω στα δέντρα, όπου καταλήγουν βορά του πύθωνα γόμα (Aspidites ramsayi). Γενειοφόροι δράκοι μπορούν να βρεθούν όλο το χρόνο, αλλά οι εποχές με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε οι μέτριες θερμοκρασίες ευνοούν την ολοήμερη δραστηριότητα. Την άνοιξη είναι πιο δραστήριοι, γιατί τότε είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Αποφεύγουν τις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες, και δύσκολα για παράδειγμα εμφανίζονται όταν η θερμοκρασία φτάσει τους 40 βαθμούς, οπότε δραστηριοποιουνται κυρίως πρωί και απόγευμα, και μπορεί για αρκετές μέρες να μην εμφανιστούν καν, παραμένοντας κρυμμένη σε μία κατάσταση σχεδόν θερινής νάρκης. Το χειμώνα, όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές και η τροφή λιγοστή, πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Οι χειμερινές θερμοκρασίες ποικίλουν στη μεγάλη ζώνη εξάπλωσης του είδους, με νοτιότερες περιοχές να έχουν ελαφριές παγωνίες και θερμοκρασίες υπό του μηδενός και πιο τροπικές περιοχές να έχουν χειμώνες των 15-19 βαθμών. Τα ζώα ωστόσο αυτά αδρανοποιούνται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, και ήδη στους 22 βαθμούς έχουν σχεδόν ναρκωθεί, ενώ κάτω από τους 16 δυσκολεύονται πολύ να κινηθούν. Το χειμώνα λοιπόν τον περνούν σε σύραγγες που σκάβουν υποπαράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, συνήθως κάτω από στέρεα αντικείμενα όπως πέτρες. Αν οι θερμοκρασια ανεβεί αρκετά, μπορεί να διακόψουν τη νάρκη παροδικά και να λιαστούν. Όπως και με άλλα ερπετά, όταν η θερμοκρασία τους είναι χαμηλή και δυσκολεύονται να τρέξουν, προσπαθούν περισσότερο να τρομάξουν τον εχθρό που τους πλησιάζει φουσκώνοντας τα γένια τους και ανοίγοντας το στόμα τους, γι’αυτό και οι παρατηρητές τους βρίσκουν θυμωμένους τότε.

Μετά τη νάρκη, ξεκινά η περίοδος αναπαραγωγής, η οποία διαρκεί περίπου τέσσερις μήνες. Τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη δραστηριότητα και οι περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Τα αρσενικά δημιουργούν περιοχές, τις οποίες εποπτεύουν από ψηλά σημεία για εισβολείς. Συχνά ξεσπούν μάχες, συνήθως μεταξύ αρσενικών, με τα δύο ζώα να κυνηγούν το ένα το ΄΄αλλο σε κύκλους προσπαθώντας να δαγκώσουν την ουρά του άλλου· ενίοτε μπορεί αυτό να εξελιχθεί σε κάτι σκληρότερο. Των μαχών προηγούνται επιδείξεις δύναμης, όπως φούσκωμα τον γενιών και φούσκωμα, πλάγιασμα και ανύψωση όλου του σώματος για να δείξουν μεγαλύτεροι. Οι δράκοι αναγνωρίζουν την παρουσία κάποιου άλλου στην περιοχή τους από τα ίχνη που άφησαν οι πόροι του, αλλά η άμεση επικοινωνία είναι οπτική. Επικοινωνούν κυρίως με νεύματα του κεφαλιού, τα οποία μπορεί να δηλώνουν κυριαρχία, ενόχληση και επιθετική διάθεση ή να είναι ένας απλός χαιρετισμός, ανάλογα με την ένταση που γίνονται. Τα αρσενικά κουνούν έντονα το κεφάλι και φουσκώνουν τα γένια τους όταν αντιμετωπίζουν εισβολέα στην περιοχή τους. Η κυκλική κίνηση του μπροστινού ποδιού στον αέρα είναι ένδειξη υποταγής, και γίνεται κυρίως από δράκους μικρότερου μεγέθους, χαμένους μαχών και θηλυκά. Συνηθίζουν επίσης να το κάνουν οι δράκοι μικρής ηλικίας, οι οποίοι μ’αυτο΄ίσως να σηματοδοτούν σε μεγαλύτερους ότι είναι μέλη του είδους τους για να μη φαγωθούν, γιατί ο κανιβαλισμός προς τα μικρά είναι συχνό φαινόμενο στο είδος αυτό. Πολλές όμως άλλες σαύρες εκτελούν την ίδια συμπεριφορά όταν αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε εχθρό, σηματοδοτώντας του ότι έχουν αρκετή δύναμη ώστε να του ξεφύγουν, άρα ίσως αυτή να είναι η λειτουργία του στους μικρούς γενειοφόρους δράκους. Όταν λοιπόν ένα αρσενικό πρόκειται να εντυπωσιάσει ένα θηλυκό, κάνει μμια υπερβολική επίδειξη κουνώντας έντονα το κεφάλι του, συχνά ανεβοκατεβάζοντας ολόκληρο το μπροστινό μέρος του σώματος μαζί με τα μπροστινά άκρα. Το θηλυκό, αν είναι δεκτικό, απαντά μ’ένα ήπιο κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύεται από το σήκωμα του μπροστινού ποδιού, αλλά αν δεν ενδώσει αμεσως, το αρσενικό εξακολουθεί να το παρενοχλεί. Το ζευγάρωμα είναι μια σύντομη και βίαιη διαδικασία, με το αρσενικό ν’ανεβαίνει πάνω στο θηλυκό και να το δαγκώνει στον αυχένα για να το ακινητοποιήσει, και το θηλυκό να σηκώνει ελαφρώς την ουρά για να επιτελεστεί η γονιμοποίηση.

Έναν περίπου μήνα μετά τη γονιμοποίηση γίνεται η ωοτοκία. Το θηλυκό έχει ήδη φουσκώσει με αυγά, και ψάχνει ένα με΄ρος να τα αποθέσει. Η συμπεριφορά του αλλάζει κάποιες μέρες πριν την ωοτοκία, και μπορεί να τρώει λιγότερο ή να παραμένει σε υψηλότερη θερμοκρα΄σια, ώστε να επισπευστεί η ανάπτυξη των αυγών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και νυκτόβια συμπεριφορά για εκέινο το διάστημα σε θηλυκά αρκετών αυστραλιανών αγαμιδών, συμπεριλαμβανομένων και μελών του γένους Pogona, τα οποία, τις θερμές νύχτες με πανσέληνο, οπότε βλέπουν καλύτερα, ξαπλώνουν πάνω σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες, όπως ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στην κατάσταση αυτήν είναι πολύ ευάλωτα, αφού αντιδρούν πολύ αργά και συχνά κοιμούνται εκεί που βρίσκονται, κι έτσι μπορούν να πιαστούν πολύ εύκολα από έναν άνθρωπο, και προφανώς το ίδιο από κάποιον άλλον θηρευτή. Το θηλυκό λοιπόν σκάβει μία τρύπα όση περίπου και το μήκος του σε μαλακό χώμα, στο τέλος της οποίας δημιουργεί έναν θαλαμίσκο. Έπειτα γυρίζει και εισέρχεται ανάποδα μέσα στην τρύπα, όπου αποθέτει τα αυγά. Η όλη διαδικασία διαρκέι αρκετές ώρες, ίσως και περισσότερο από μέρα. Γεννούν περίπου 16-24 αυγά, και συχνά ακόμα περισσότερα, με ρεκόρ τα 35 αυγά σε μια γέννα. Ο αριθμός των αυγών εξαρτάται από το μέγεθος, την υγεία, τη σωματική κατάσταση και τις πρότερες γέννες του θηλυκού. Αφου τα γεννήσουν, τα σκεπάζουν προσεκτικά με χώμα και στη συνέχεια τα επιτηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι γνωστό από ζώα στην αιχμαλωσία ότι θα μείνουν για λίγες μέρες κοντά στη φωλιά, προσπαθώντας ν’απωθήσουν τους εχθρούς, αν και δεν είναι γνωστό για πόσο καιρό, επειδή τα αυγά συνήθως μεταφέρονται αλλού για επώαση. Τα θηλυκά φουσκώνουν τα γένια τους ή προσπαθούν να δαγκώσουν τον εισβολέα, αλλά οι άμυνές τους είναι πενιχρές. Επίσης ξαναθάβουν τα αυγά αν τα δουν ξεσκέπαστα. Κατά την ωοτοκία δύσκολα αποσπώνται από εξωτερικά ερεθίσματα. Πολλά στοιχεία της ωοτοκίας, όπως και σε άλα ζώα, φαίνεται να είναι τυποποιημένες σειρές δράσης, οι οποίες εκτελούνται οπωσδήποτε. Για παράδειγμα αν ένας γενειοφόρος δράκος μετακινηθεί αλλού πριν προλάβει να θάψει τα αυγά, θα συνεχίζει να κάνει κινήσεις σαν να σκεπάζει κάτι με χώμα. Μόλις έχουν γεννηθεί τα πρώτα αυγά, οι ωοθήκες του θηλυκού αρχίζουν ήδη να ετοιμάζουν τη δεύτερη γέννα. Οι γενειοφόροι δράκοι γεννούν πολλές φορές το χρόνο με μία μόνο γονιμοποίηση, οι οποίες μπορεί να είναι 2-3 στη φύση, ενώ στην αιχμαλωσία μπορεί να είναι περισσότερες, με ρεκόρ τις 9, αλλά το σύνηθες είναι 2-4. Η έλλειψη τροφής ή η μείωση της φωτοπεριόδου σηματοδοτούν το τέλος της ωοτοκίας. Τα αυγά επωάζονται για περίπου δύο μήνες, κι έπειτα εκκολάπτονται οι νεοσσοί, οι οποίοι έχουν μήκος μόλις 7-10 εκ και ζυγίζουν μόλις 2 γρ. Είναι μικρογραφίες των γονέων τους και μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα μετά την άνοδό τους στην επιφάνεια. Στη φύση είναι πολύ κρυπτικοί, και σπανιότατα συναντώνται από άνθρωπο. Μέσα σε πε΄ριπου ενάμισι χρόνο έχουν σχεδόν φτάσει το ενήλικο μέγεθος. Ο καθορισμός του φύλου στο γενειοφόρο δράκο είναι γενετικός, με το χρωμοσωμικό σύστημα φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό είναι το ετερογαμετικο΄φύλο. Βρέθηκε ωστόσο από μελέτη του 2015, ότι σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, γενετικά αρσενικά έμβρυα P. vitticeps μετατρέπονται σε θηλυκά, όντας η πρώτη περίπτωση ερπετού και αμνιωτού γενικότερα που μπορεί ν’αλλάξει φύλο αφού αυτό έχει καθοριστεί – η ιδιοτητα αυτή υπάρχει σε κάποια ψάρια και αμφίβια. Αν αυτά τα ομογαμετικά θηλυκά μετά ζευγαρώσουν με κανονικά αρσενικά, οι απόγονοί τους έχουν θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, αφού πλέον το φυλοδιαφοροποιό χρωμόσωμα έχει εξαφανιστεί από τη γραμμή. Ίσως έτσι να εξελίχθηκαν κι άλλες περιπτώσεις θερμοεξαρτώμενου καθορισμού φύλου στα ερπετά. Αρκετοί κινδυνολόγοι επικαλέστηκαν αυτό το εύρημα για να εφιστήσουν την προσοχή στην κλιματική αλλαγή, παρόλα αυτά το είδος αυτό είναι πολύ σκληρό κι έχει βιώσει πολλές κλιματικές αλλαγές στην ιστορία του για να επηρεαστεί από την τυχόν παρούσα. Το είδος αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς και ζει λίγο για ερπετό. Στην αιχμαλωσία καλά φροντισμένα άτομα ζουν 7-12 χρόνια, με περιπτώσεις ρεκόρ που πλησιάζουν και ξεπερνούν τα 20 χρόνια. Θηλυκά τα οποία αναπαράγονται σε υπερβολικούς ρυθμούς μπορεί να ζήσουν αρκετά λιγότερο. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για τη διάρκεια ζωής του στη φύση, αλά συνήθως αναφέρονται τα 3-5 χρόνια.

Η ιστορία της ζωής του γενειοφόρου δράκου, με σχετικά γρήγορη ανάπτυξη και ωρίμανση, συχνή αναπαραγωγή με πολλούς και μικρούς απογόνους και μικρή διάρκεια ζωής, υποδηλώνει ένα ζώο που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις από τους εχθρούς του. Πράγματι οι γενειοφόροι δράκοι αντιμετωπίζουν πολλούς εχθρούς για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Τα αρπακτικά πουλιά, τα φίδια, και πύθωνες και ιοβόλα, οι βαράνοι και τα σαρκοφάγα θηλαστικά όπως τα κουόλ, τα ντίνγκο και πιο πρόσφατα οι γάτες και η αλεπούδες, όλα τρώνε γενειοφόρους δράκους. Στο παρελθόν αντιμετώπιζαν τον άνθρωπο, καθώς και σαρκοφάγα που εξαφανίστηκαν από την ηπειρωτική Αυστραλία ή γενικώς από την Αυστραλία, όπως η θηλακίνη και ο διάβολος της Τασμανίας. Οι νεοσσοί προφανώς αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερους εχθρούς, ακόμα και μεγάλα ασπόνδυλα. Παρά τις συνεχείς απειλές ωστόσο, ο πληθυσμός του είδους είναι συνήθως πολύ υψηλός. Οι γενειοφόροι δράκοι βασίζονται περισσότερο στο καμουφλάζ παρά στην ταχύτητά τους για να διαφύγουν των εχθρών τους. Μόλις όμως αντιληφθούν ότι έχουν αποκαλυφθεί, προσπαθούν είτε να ξεφύγουν είτε να απωθήσουν τον εχθρό τουλάχιστον προσωρινά, ώστε να έχουν χρόνο να ξεφύγουν. Αν για παράδειγμα ένα αρπακτικό πουλί κατευθύνεται κατά πάνω τους, από το οποίο έχουν λίγες άμυνες, προσπαθούν να τρέξουν στην πλησιέστερη κρυψώνα. Για να τρομάξουν τον εχθρό επιστρατεύουν διάφορες άμυνες. Αν το αγκαθωτό τους σώμα δεν τους απωθήσει, φουσκώνουν τα γένια τους, σηκώνονται ψηλά και φουσκώνουν και πλαταίνουν όλο το σώμα τους, ώστε να φανούν μεγαλύτεροι. Μπορεί επίσης ν’ανοίξουν διάπλατα το στόμα τους. Αν ο εχθρός πλησιάσει αρκετά κοντά, εκβάλλουν απότομα αέρα κάνοντας έναν ασθενή συριγμό, ο οποίος είναι και ο μόνος ήχος που παράγουν. Σπάνια μπορεί να πηδήξουν προς το μέρος του εχθρού ή και να τον δαγκώσουν. Άλλες φορές οι άμυνές τους επιτυγχάνουν, αλλά συχνά αποτυγχάνουν κι έτσι οι δράκοι τρώγονται. Πέρα από τους φυσικούς εχθρούς, έχουν ν’αντιμετωπίσουν ανθρώπινες απειλές όπως τα αυτοκίνητα στους δρόμους, την ανάπτυξη νέων περιοχών και την επακόλουθη απώλεια του ενδιαιτήματός τους, και ίσως κι άλλες απειλές. Ίσως να επηρεάζονται από τα γεωργικά δηλητήρια για παράδειγμα, αλλά οι επιπτώσεις τους δεν είναι απολύτως γνωστές. Μία μελέτη που αναζητούσε τα αποτελέσματα του μονοφθορικού νατρίου, ενός μεταβολικού δηλητηρίου που χρησιμοποιείται για τη θανάτωση ανεπιθύμητων θηλαστικών (η Αυστραλία είναι από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες χώρες που εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί και επιμένει σ’αυτό) βρήκε μικρές επιπτώσεις στους γενειοφόρους δράκους, όπως έχει βρεθεί και για άλλα εκτόθερμα.

Όλες οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γενειοφόρι δράκοι είναι ευκαιριακοί κυνηγοί μικρών ζώων, οι οποίοι τρώνε ό,τι είναι διαθέσιμο κάθε εποχή. Το σκληρό τους φυσικό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει την πολυτέλεια της επιλογής, κι έτσι καταναλώνουν θηράματα από μεγέθους μυρμηγκιού μέχρι ποντικιού. Περιμένουν καμουφλαρισμένοι κάπου σε ενέδρα, και όταν ένα θήραμα πλησιάσει αρκετά κοντά, το συλλαμβάνουν με την κολλώδη γλώσσα τους, το μασούν λίγο και στη συνέχεια το καταπίνουν ολόκληρο. Τρώνε μεγάλη ποικιλία εντόμων όπως ακρίδες, γρύλλους, σκαθάρια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, τερμίτες, μυρμήγκια, κατσαρίδες, προνύμφες, αλλά και άλλα ασπόνδυλα όπως σαρανταποδαρούσες και αράχνες. Αν βρεθεί η ευκαιρία, θα φάνε και μικ΄ρα σπονδυλωτά όπως μικρές σαύρες, σαν τους μικρούς δράκους του γένους Ctenophorus. Στην αιχμαλωσία έχουν φάει επίσης μικρά σπονδυλωτά κάθε είδους, όπως βατράχους, μικρά φίδια και μικρά θηλαστικά, και πιθανότατα να τα τρώνε και στη φύση αν τα βρουν και μπορούν να τα πιάσουν. Συμπληρωματικά τρέφονται και με φυτική ύλη, όπως φύλλα, άνθη, και ίσως και καρπούς και σπόρους όπως δείχνουν τα περιττώματά τους, τα οποία συχνά περιέχουν τους τελευταίους. Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην κεντρική Αυστραλία το 2015, όπου εξετάστηκε το περιεχόμενο του στομάχου 14 σαυρών, η ζωική τροφή αποτελούσε το 61% της ξηρής ύλης, ενώ η φυτική μόλις το 16%. Από τις ζωικές τροφές, το μισό περίπου της ξηρής ύλης και το 95 των θηραμάτων αποτελούσαν τα φτερωτά άτομα των τερμιτών του γένους Drepanotermes, γιατί την περίοδο που έγινε η μελέτη ξαφνικά έβρεξε, αναγκάζοντας τους τερμίτες να βγουν μαζικά στην επιφάνεια, από τους οποίους έτρωγαν όλες οι σαύρες της περιοχής. Το ποσοστό της διατροφής σε πρωτεΐνη ήταν υψηλό, γύρω στο 41-50% της ξηρής ύλης, με το κύριο λιπαρό οξύ το C18:1n9c, το οποίο καταλάμβανε το 51-56% των συνολικών λιπαρών, με τα πολυακόρεστα λιπαρά, κυρίως n3 και n6 ν’αποτελούν το 6-8% των λιπαρών. Το 2% του ξηρού γαστρικού περιεχομένου των δράκων της συγκεκριμένης μελέτης αποτελούσε άπεπτη ύλη, την οποία ίσως είχαν καταπιεί κατά λάθος, αλλά πιθανότατα να την είχαν φάει επίτηδες για να προσλάβουν ασβέστιο, αφού ήταν κυρίως θραύσματα οστών. Συχνά οι σαύρες αυτές καταναλώνουν υπόστρωμα και πετραδάκια, πιθανόν για την πρόσληψη ασβεστίου κι άλλων μετάλλων. Όταν υπάρχει πολύ τροφή, οι γενειοφόρι δράκοι τρώνε όσο μπορούν, κι αποθηκεύουν το λίπος στη βάση της ουράς, και στη συνέχεια στην κοιλιά, το οποίο θα χρησιμοποιήσουν όταν η τροφή είναι λιγοστή. Το περισσότερο από το νερό που χρειάζονται το λαμβάνουν μέσω της τροφής ή από μεταβολικές διαδικασίες, και σπάνια συναντούν πόσιμο νερό. Πίνουν όπως και οι περισσότερες σαύρες, μαζεύοντας σταγονίδια από υγρές επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Συνήθως δεν αναγνωρίζουν το στάσιμο νερό ως πόσιμο. Έχουν επίσης παρατηρηθεί να στέκονται με το πίσω μέρος σηκωμένο ψηλότερα κατά τις καλοκαιρινές καταιγίδες, απ’όπου το νερό ρέει προς το στόμα τους και το πίνουν. Πολλοί αγαμίδες έχουν συγκεκριμένες περιοχές αφόδευσης, και το ίδιο κάνουν και οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία – οπότε το ίδιο θα κάνουν και στη φύση -, αφοδεύοντας σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο μακριά από τον τόπο όπου λιάζονται και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους, προφανώς για ν’αποφύγουν την επαναμόλυνση από παράσιτα, τις μύγες και την προσέλκυση των εχθρών. Όπως σ’όλα τα ερπετά και τα πουλιά, τα περιττώματά τους απότελούνται από ένα καφέ μέρος, το κυρίως περίττωμα, και ένα λευκό, το οποίο είναι το ουρικό οξύ. Εξοικονομούν το νερό που πίνουν και παράγουν λίγα υγρά ούρα, μόνο όταν η διατροφή τους είναι πλούσια σε νερό και δεν το χρειάζονται.

Το φυσικό τους περιβάλλον είναι σκληρό. Αν και οι αυστραλιανές έρημοι δεν είναι οι ξηρότερες του κόσμου, το κλίμα της Αυστραλίας είναι ασταθές, και μπορεί να υπάρχουν χρονιές με ασυνήθιστα μεγάλη βροχόπτωση, και χρονιές με ξηρασία. Οι ενήλικες γενειοφόροι δράκοι είναι πολλοί ανθεκτικοί σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, αν και το ίδιο δεν ισχύει για τα μικρότερα άτομα, τα οποία θα πρέπει να τρέφονται συνεχώς για σωστή ανάπτυξη. Σε πολύ δύσκολες χρονιές πιθανόν η αναπαραγωγή τους να αποτυγχάνει. Επίσης έχουν να αντιμετωπίσουνν το πρόβλημα των πυρκαγιών, αφού πολλά οικοσυστήματα της Αυστραλίας εξαρτώνται από περιοδικές φωτιές. Οι φωτιές αυτές είναι κυρίως χαμηλής έντασης και καίνε τα ξερά, αφήνοντας και άκαυστες περιοχές. Δεν είναι γνωστές οι επιπτώσεις της φωτιάς στους γενειοφόρους δράκους, αλλά ανεκδοτολογικά έχει παρατηρηθεί μεγάλος αριθμός σαυρών σε πρόσφατα καμμένες περιοχές, αν κι αυτό δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αποτέλεσμα της φωτιάς που τους έχει κάνει πιο ορατούς ή της άφιξης νέων ζώων. Μπορεί επίσης να είναι σύμπτωση, αν ο παρατηρητής έτυχε να τις συναντήσει σε περίοδο αναπαραγωγής.

Ανεκδοτολογικά ήταν γνωστό ότι οι γενειοφόροι δράκοι έχουν αρκετά υψηλή νοημοσύνη. Αυτό εντούτοις δε μελετήθηκε επιστημονικα μέχρι μία μελέτη του 2014. Στη μελέτη αυτήν αποδείχθηκε ότι τα ζώα αυτά μπορούν να μάθουν μιμούμενα άλλα μέλη του είδους τους. Ένας γενειοφόρος δράκος εκπαιδεύτηκε να ανοίγει ένα πορτάκι, πίσω από το οποίο υπήρχαν αλευροσκούληκα. Έπειτα οι ερευνητές έδειξαν στην πρώτη ομάδα δράκων το βίντεο στο οποίο ο εκπαιδευμένος δράκος άνοιγε το πορτάκι, και στη δεύτερη το πορτάκι ν’ανοίγει από μόνο του. Όλοι οι δράκοι της πρώτης ομάδας κατόρθωσαν να ανοίξουν το πορτάκι για να φάνε τα αλευροσκούληκα, ενώ κανένας δράκος της δεύτερης δεν μπόρεσε να το κάνει. Αυτό υποδηλώνει ότι οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να μάθουν μιμούμενοι τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους τους, και δεν αντιγράφουν απλώς μια συμπεριφορά χωρίς σκοπό, μία αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Μέχρι τότε πιστευόταν ότι μόνο κάποια πουλιά και θηλαστικά έχουν αυτήν την ικανότητα, αν και κάτι παρόμοιο, μολονότι ποιο απλό, είχε διαπιστωθεί στις κοκκινοπόδαρες χελώνες (Chelonoidis carbonaria) παλαιότερα. Εντούτοις οι δράκοι αυτοί δεν είναι τα εξυπνότερα ερπετά. Υπάρχουν σκίγκοι, βαράνοι και κροκοδείλια που έχουν αρκετά υψηλότερη νοημοσύνη.

Οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία

Οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τις πλέον διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία, όπου διατηρούνται κυρίως ως κατοικίδια σε όλον τον κόσμο. Η χαρακτηριστική εμφάνιση, το μεγάλο, αλλά όχι τεράστιο μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι ευκολία στη διατήρηση, στη διατροφή και στην αναπαραγωγή, τις έκαναν αμε΄σως πολύ δημοφιλείς. Εξαιτίας του ήρεμου χαρακτήρα και του μικρού φόβου για τον άνθρωπο, οι γενειοφόροι δράκοι χρησιμοποιούνται κατά κόρον από προγράμματα που αποσκοπούν να φέρουν το κοινό πιο κοντά στα ερπετά. Πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή σχέση με τα ερπετά έχουν αλλάξει γνώμη αφού συνάντησαν γενειοφόρο δράκο. Παρόλα αυτά υπάρχουν κι αυτοί που αντιπαθούν τις σαύρες αυτές, αλλά είναι συνήθως οι ίδιοι που έχουν κι άλλες αναχρονιστικές, σχεδόν δεισιδαιμονικές απόψεις για τα ερπετά, όπως ότι όλα είναι βδελυρά και πονηρά όντα, τα φίδια είναι εσκεμμένα κακά κλπ. Επίσης, χάρη στην τάση του να μην κρύβεται συχνά, το είδος δεν απουσιάζει από ερπετοσυλλογές ζωολογικών κήπων, ενυδρείων και ερπεταρίων. Σε κάθε ζωολογικό κήπο που έχω επισκεφθεί τους έχω συναντήσει. Εκτός αυτού, επειδή είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, χρησιμεύουν ως ζώα μελέτης στο εργαστήριο, κυρίως όσον αφορά τη θερμορρύθμιση στα εκτόθερμα υπό διάφορες συνθήκες. Έχει βρεθεί για παράδειγμα, ότι παρότι τα ενδόθερμα και τα εκτόθερμα ζώα παράγουν και διατηρούν τη θερμότητά τους με διαφορετικούς τρόπους, ο εγκεφαλικός έλεγχος από τον υποθάλαμο είναι παρόμοιος. Έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης σε μελέτες πάνω στην εμβρυακή ανάπτυξη, στην έκδυση, στη διατροφή κλπ.

Η αρχική ιστορία των γενειοφόρων δράκων στην αιχμαλωσία είναι ασαφής. Σήμερα διατηρούνται εκτός Αυστραλίας δύο κυρίως είδη, ο κοινός (P. vitticeps) και ο μικρότερος του Χένρι και του Λόσον (P. henrylawsoni), ο οποίος είναι πολύ σπανιότερος, ενώ εντός Αυστραλίας κοινός είναι και ο μεγάλος ή βαρβάτος γενειοφόρος δράκος (P. barbata). Λέγεται ότι στο παρελθόν η P. barbata διατηρούταν σε πολές συλλογές εκτός Αυστραλίας, αλλά στη συνέχεια κέρδισε η P. vitticeps τον ανταγωνισμό και η πρώτη εξαφανίστηκε, ενώ επίσης λέγεται ότι ορισμένες γιγάντιες γραμμές δράκων, όπως οι γερμανικοί γίγαντες (german giants), που μπορούν να φτάσουν τα 60 εκ, αποτελούν υβρίδια της vitticeps με την barbata. Από την άλλη, πολλοί πληθυσμοί P. vitticeps ταυτοποιούνταν λανθασμε΄να ως P. barbata στο παρελθόν, οπότε πιθανότατα αρκετά μεγάλα άτομα του πρώτου είδους να συγχέονταν με τον μεγαλύτερο συγγενή. Άρα πιθανότατα η P. barbata δεν εγκατέλειψε ποτέ το Νότιο Ημισφαίριο. Οι πρώτοι γενειοφόροι δράκοι εισήχθησαν στη Γερμανία μέσα στη δεκαετία του 1970, ίσως παράνομα, γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η Αυστραλία είχε απαγορεύσει την εξαγωγή πανίδας πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, π.χ. για επιστημονική έρευνα, Λέγεται επίσης ότι οι πρώτοι εκτροφείς δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τον ταπεινό γενειοφόρο δράκο, τον οποίον χρησιμοποιούσαν ως τροφή για βαράνους, αλά αυτό δε μπορώ να το εξακριβώσω. Ανακαλύφθηκε εντούτοις γρήγορα ότι το είδος αυτό αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς κι ότι είναι εύκολο, κι έτσι εξαπλώθηκε στην Ευρώπη. Στις συλλογές των ΗΠΑ έκανε δειλά-δειλά την πρώτη του εμφάνιση τη δεκαετία του 1990, κι έκτοτε η δημοφιλία του αυξανόταν, ώστε σήμερα να θεωρείται η κοινότερη κατοικίδια σαύρα στη χώρα αυτή. Οι αμερικανικές γραμμές είναι λιγότερες από τις ευρωπαϊκές, γι’αυτό κι εκεί παρουσιάζονται περισσότερα γενετικά προβλήματα. Τα είδη P. vitticeps και P. barbata εισήχθησαν επίσης στη Νέα Ζηλανδία, η οποία αργότερα έκλεισε τις εισαγωγές εξωτικών ζώων, αλλά οι πληθυσμοί τους εκεί είναι αυτάρκεις. Οι εκτροφείς εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν περισσότερο να διατηρήσουν το ειδος ζωντανό και να το αναπαραγάγουν, παρά να κρατήσουν καθαρές τις διάφορες τοπικές παραλλαγές (localities), γι’αυτό και οι διάφορες τοπικές παραλλαγές αναμίχθηκαν. Πάραυτα, εξακολουθούν να υπάρχουν ζώα με διαφορετικούς χρωματισμούς, όπως κιτρινωπά και πορτοκαλωπά, τα οποία με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν παραγάγει μορφικά έντονων χρωμάτων. Άλλες γραμμές έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για να χάσουν τα αγκάθια τους ή να μικρύνουν τις φολίδες τους. Τα leatherback έχουν ασυνήθιστα λεία ράχη, με μικροσκοπικές φολίδες, ενώ τα translucent έχουν επίσης σχεδόν διάφανο δέρμα. Υπάρχουν και τα scaleless, τα οποία εντούτοις έχουν πάλι κάποιες μικ΄ρες φολίδες. Τα ζώα αυτά είναι ευάλωτα σε τραυματισμούς και δε θα μπορούσαν να ζήσουν στη φύση. Γενικώς το είδος δεν εμφανίζει συνέπειες από την κλειστή αναπαραγωγή, ωστόσο αρκετές κλειστές γραμμές έχουν μεγαλύτερη συχνότητα προβλημάτων υγείας και μικρότερο τελικό μέγεθος. Γενειοφόροι δράκοι πωλούνται παντού, αλλ’αυτο΄δε σημαίνει ότι όλοι οι πωλητές είναι καλοί. Γενικώς τα ζώα από τα περισσότερα pet shops, είτε συνοικιακά είτε αλυσίδων, δεν φροντίζονται σωστά. Καλύτερη είναι η αγορά ζώου από εκτροφέα απευθείας ή από κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπως το feeders.gr. Επίσης συχνά ανεβαίνουν αγγελίες απ’όσους θέλουν να δώσουν το ζώο τους για οποιονδήποτε λόγο, αλλά αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί ενδέχεται ο προκάτοχος να μη φρόντιζε σωστά το ζώο του και αυτο΄να πάσχει από πολλαπλά προβλήματα υγείας. Τέλος τα πολύ μικρά σε ηλικία ζώα δεν προτείνονται για να ξεκινήσει κάποιος, επειδή είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Τα μεγαλύτερα πάλι θα χρειαστούν λίγη παραπάνω φροντίδα, επειδή είναι στην ανάπτυξη, αλλά είναι ευκολότερα, ενώ τα ενήλικα είναι τα πλέον εύκολα.

Οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούνται συνήθως σε τερράρια, τα ειδικά κλουβια δηλαδή για ερπετά. Τα ενυδρεία δεν είναι κατάλληλα, γιατί έχουν αρκετό ύψος κι όχι ικανοποιητικό πλάτος, κι επίσης ανοίγουν από πάνω, θέση άβολη για το τάισμα, τον καθαρισμό και το χειρισμό. Καλύτερα είναι τα τερράρια που ανοίγουν από μπροστά, που μπορεί να είναι έιτε ιδιοκατασκευές είτε αγορασμένα έτοιμα. Το τερράριο μπορεί να είναι κατασκευασμένο από διάφορα υλικά, και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Το γυαλί για παράδειγμα είναι πλήρως διαφανές, εύκολο στο καθάρισμα και όμορφο, αλά είναι πολύ βαρύ και αγώγιμο στη θερμότητα, οπότε δε μονώνει το τερράριο. Το πλέξι γκλας είναι αρκετά ελαφρύτερο από το γυαλί και πιο μονωτικό, αλλά γρατσουνιέται εύκολα και είναι λιγότερο διαφανές. Το ξύλο είναι άριστος μονωτής, αλά αν δεν είναι βαμμένο σωστά μπορεί να τραβήξει υγρασία και να φουσκώσει, αν κι αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα στους ξηρούς χώρους των γενειοφόρων δράκων. Επίσης είναι πιο δύσκολο στο καθάρισμα από άλα υλικά εξαιτίας των πόρων. Καλύτερα ξύλαείναι τα κόντρα πλακέ θαλάσσης ή η μελαμίνη. Το μέταλλο είναι επίσης αγώγιμο στη θερμότητα και μπορεί να σκουριάσει, ανάλογα με τον τύπο. Ένα τερράριο μπορεί να είναι φτιαγμένο από διάφορα υλικά, για παράδειγμα μπροστά τζάμι και όλο το υπόλοιπο ξύλο, ή μεγάλο μέρος του ξύλο και κάποιες πλευρές τζάμι, ή μεταλλικός σκελετός με τζάμια και ξύλο, κλπ. Εάν οι θερμοκρασίες είναι σταθερά υψηλές, οι γενειοφόρι δράκοι μπορούν να ζήσουν και σε σίτινα κλουβιά (flexarium ή συρμάτινα κλουβιά, αλά αυτά είναι για ελάχιστες περιπτώσεις και υπάρχει κίνδυνος τα πόδια τους να πιαστούν στα ανοίγματα. Το τερράριο ιδανικά θα πρέππει να έχει μήκος δύο φορές το ολικό μήκος της σαύρας και πλάτος μία φορά το ολικο΄μήκος, και το ύψος καλό είναι να είναι αρκετό, όσο περίπου και το πλάτος. Αυτό σημαίνει ότι για έναν δράκο των 50 εκατοστών θα χρειαστεί τερράριο διαστάσεων 100χ50χ50 εκατοστών. Τα ζώα μπορούν να ζήσουν σε οριακά μικρότερους χώρους, αν κι αυτο΄δεν προτείνεται, και φυσικά οι μεγαλύτεροι δε βλάπτουν, αν και για τα πολύ μικρά άτομα προτείνεται ένας μικρότερος χώρος για να ελέγχονται οι συνθήκε ςκαλύτερα και να βρίσκουν την τροφή τους ευκολότερα. Το υπόστρωμα, το υλικό δηλαδή που τοποθετείται στον πυθμένα, μπορεί να είναι από διάφορα υλικά και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Πολλοί βάζουν άμμο, πιστεύοντας λανθασμένα ότι οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από αμμώδεις ερήμους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι όταν ζουν σε αμμώδη περιβάλλοντα, συνήθως είναι σκαρφαλωμένοι ψηλά και πατούν σε στέρεες επιφάνειες. Η άμμος αφενός τους δυσκολεύει στην κίνηση κι αφετέρου καθαρίζεται πολύ δύσκολα, αφού μικροσωματίδια ακαθαρσιών μπορεί να παραμείνουν, κι επίσης δημιουργέι αρκετή σκόνη όταν ταράζεται και είναι βαριά. Μόνο οι σαύρες με κροσσωτά δάκτυλα είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση στην άμμο, και οι συγκεκριμένοι δράκοι δεν τα έχουν. Ένα πιο φυσικό υπόστρωμα είναι μίγμα άμμου και χώματος, αν και είναι βαρύ και δεν είναι απαραίτητο για την ευζωία του δράκου. Ως υπόστρωμα επίσης χρησιμοποιείται και πλαστικός χορτοτάπιτας, παρόλο που ο δράκος δεν κατάγεται από χορταριασμένες περιοχές. Είναι εύκολος στο καθάρισμα, καιτο λερωμένο μέρος μπορεί ν’αντικατασταθεί με ένα καθαρό. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί κεραμίδι, το οποίο στρώνεται στον πυθμε΄να και καθαρίζεται επί τόπου. Γίνεται και να μην έχουν καθόλου υπόστρωμα αν ο πυθμένας καθαρίζεται πολύ εύκολα, αλλά αν η επιφάνεια είναι ολισθηρή αυτο΄δεν προτείνεται, ιδίως αν βρίσκονται στην ανάπτυξη, οπότε αυτό μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στα πόδια τους. Υποστρώματα από φυτικά παραπροϊόντα όπως σπασμένος φλοιός καρυδιού ή προϊόντα καλαμποκιού είναι ακατάλληλα, γιατί δύσκολα περνούν από το πεπτικό σύστημα αν καταποθούν, προκαλώντας ενσφηνώσεις, και κάποια, όπως ο βλαστός του καλαμποκιού ή τα πέλετ τριφυλλιού, μουχλιάζουν γρήγορα. Αρκετοί ωστόσο χρησιμοποιούν μη αρωματικά πριονίδια όπως λεύκας (aspen) χωρίς πρόβλημα, αν και η τροφή θα πρέπει να δίνεται με μεγαλύτερη προσοχή. Το πλέον χρησιμοποιούμενο υπόστρωμα ωστόσο είναι το χαρτί, όπως η εφημερίδα, το χασαπόχαρτο κλπ, το οποίο είναι ελαφρύ, εύκολο στο καθάρισμα, φθηνό ή και δωρεάν. Το μόνο του αρνητικό είναι η κακή του εμφάνιση, αλλά το τερράριο μπορέι να ομορφύνει με διάφορα άλλα πράγματα. Το χαρτί μπορεί να είναι οποιουδήποτε τύπου, αρκεί να μην είναι ολισθηρό. Το τερράριο θα πρέπει επίσης να έχει διάφορες διακοσμήσεις, ώστε ο δράκος να σκαρφαλώνει, να εξερευνά και να κρύβεται. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βράχοι ή ξύλα, αλά αν το υπόστρωμα είναι εκσκάψιμο θα πρέπει πρώτα να τοποθετηθούν τα αντικείμενα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος καταπλάκωσης του ζώου αν αυτο τα υπονομεύσει. Τα κλαδιά θα πρέπει να έχουν το πλάτος του δράκου, και μερικά μπορέι να είναι πλατύτερα; ή και λίγο λεπτότερα, αλά τα πολύ λεπτά δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επειδή οι δράκοι δεν τα προτιμούν. Μπορούν να τοποθετηθούν διάφορα κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις, ώστε να εκμεταλλευθούν όλον τον όγκο του τερραρίου. Επίσης προαιρετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια κρυψώνα, που μπορεί να είναι ξύλινη κατασκευή, σπασμένη γλάστρα, έτοιμη αγορασμένη σπηλιά ή κάτι παρόμοιο, με κατάλληλο μέγεθος – λίγο μικρότερη από το δράκο αρκεί – και στενή είσοδο, στην οποία το ζώο θα κρύβεται. Η κρυψώνα δεν είναι απαραίτητη, και ο δράκος μπορεί να κρυφτεί απλώς πίσω από κάποιο ξύλο ή σε μία γωνία, αλλά προτείνεται. Όλες οι διακοσμήσεις θα πρέπει να είναι γερά τοποθετημένες, και να μην υπάρχει κίνδυνος πτώσεις τους. Αρκετοί κολλούν για ομορφία στον πίσω τοίχο του τερραρίου, αν είναι διαφανής, ένα background που δείχνει φυσικά τοπία, κι αν είναι αρκετά αληθοφανές ο δράκος μπορέι να προσπαθήσει να το σκαρφαλώσει! Ο ψηλότερος βράχος ή ξύλο μπορέι να χρησιμεύσει ως σημείο λιασήματος, όπου ο δράκος θα ανεβαίνει για να λιάζεται. Πάνω από εκέινο το σημείο θα βρίσκονται οι λαμπτήρες που θα προσομοιώνουν τον ήλιο. Σε πολύ μεγάλα τερράρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και λάμπες υδραργύρου, οι οποίες εντούτοις παράγουν πολλή θερμότητα και υπεριώδη ακτινοβολία, άρα δεν είναι κατάλληλες για κατασκευές συνηθών μεγεθών, οπότε στην περίπτωση αυτήν θα χρειαστούν δύο λαμπτήρες. Ο ένας λαμπτήρας θα είναι η λάμπα θέρμανσης, η οποία θ’ανεβάζει τη θερμοκρασία σε κατάλληλα για το δράκο επίπεδα. Οι προτεινόμενες τιμές διαφέρουν από άρθρο σε άρθρο, με άλλους να προτείνουν θερμοκρασίες μεταξύ 35-37 βαθμών κι άλλους μεταξύ 38-40 βαθμών, ενώ σε λίγα άρθρα η προτεινόμενη θερμοκρασία είναι μόλις 32 βαθμοί. Καλύτερο είναι η θερμοκρασία να είναι λίγο υψηλότερη από την προτιμώμενη του δράκου, δηλαδή μεταξύ 38-40 βαθμών, ώστε το ζώο ν’ανεβάζει τη θερμοκρασία του γρήγορα. Τα Wat της λάμπας εξαρτώνται από την απόσταση απότο σημείο λιασήματος και την εξωτερική θερμοκρασία, και συνήθως οι λάμπες που χρησιμοποιούνται είναι από 40 και άνω. Το καλοκαίρι, αν οι θερμοκρασίες βρίσκονται κοντά στην προτιμώμενη ζώνη του δράκου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ασθενέστερη ή και καθόλου λάμπα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η θερμοκρασία του υπόλοιπου χώρου θα διατηρείται υψηλή από τη λάμπα, με ιδανικές τιμές τους 25-30 βαθμούς, αλλά αν η περιβαλλοντική θερμοκρασία είναι χαμηλή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιπλέον μία θερμαντική πλάκα στον πυθμένα του τερραρίου, ή μια κεραμική λάμπα, η οποία μπορεί να παραμένει αναμμένη και το βράδυ. Νυχτερινές θερμοκρασίες μέχρι και τους 18 βαθμούς δεν αποτελούν πρόβλημα. Εάν η θερμοκρασία του σημείου λιασήματος είναι αρκετά υψηλή, ο θερμοστάτης δεν είναι απαραίτητος, αν και αν υπάρχει ρυθμίζει τη θερμοκρασία πολύ ευκολότερα και χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους. Κλάσης ανώτερος είναι ένας ροοστάτης από έναν θερμοστάτη, ο οποίος απλώς αυξομειώνει την ένταση του ρεύματος και δεν αναβοσβήνει τη λάμπα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινές λευκές λάμπες πυράκτωσης, οι οποίες προσφέρουν και φως, κόκκινες λάμπες υπερύθρων, οι οποίες μπορεί να έχουν έντονο κόκκινο φως, αλλά θερμαίνουν άριστα το χώρο, ή κεραμικές λάμπες, οι οποίες δεν παράγουν φως, αλά επίσης θερμαίνουν άριστα. Οι τελευταίες επιδή υπερθερμαίνονται θα πρέπει να βιδώνονται σε κεραμικό ντουί, γιατί το πλαστικό ενδέχεται να λιώσει, όπως προτέινεται άλλωστε και για τις υπόλοιπες. Συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας της λάμπας, επειδή ο δράκος δύσκολα από μόνος του θ’αγγίξει την καυτή επιφάνεια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αν η λάμπα είναι αρκετά κοντά ή είναι κεραμική και βρίσκεται κοντά, καλό είναι να είναι προφυλαγμένη με κάποιο πλέγμα. Ο δεύτερος λαμπτήρας θα είναι αυτός της υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι ένας λαμπτήρας φθορισμού, του οποίου το γυαλί είναι ειδικά κατασκευασμένο, ώστε να επιτρέπει το πέρασμα της υπεριώδους ακτινοβολίας β (uvb), η οποία συμβάλει στη σύνθεση της βιταμίνης d3 από την προβιταμίνη της που υπάρχει στο δέρμα,η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου, αφού χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο από το πεπτικό σύστημα. Η ωφέλιμη ακτινοβολία έχει μήκος κύματος μεταξύ 290- και 320 νανομέτρων, κι εκπέμπεται απ’αυτές τις λάμπες. Υπάρχουν δύο ειδών τέτοιοι λαμπτήρες, σωληνωτοί και βιδωτοί. Οι βιδωτοί είναι πιο βολικοί, αφού βιδώνουν σε ντουί για κοινέ ςλάμπες, αλά παράγουν συγκεντρωμένη ακτινοβολία σε μία εστία, και γι’αυτο΄δε θα πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά στο ζώο. Οι σωληνωτοί διαχέουν την ακτινοβολία σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Οι λάμπες αυτές θα πρέπει να τοποθετούνται στην απόσταση που προτείνει ο κατασκευαστής, δηλαδή γύρω στα 20-30 εκατοστά μακριά, γιατί ηδάλλως, αν είναι πολύ μακριά, η ακτινοβολία εξασθενεί, ενώ αν είναι πολύ κοντά μπορεί να βλάψει τα μάτια του ζώου, το οποίο, αν και ζώο του ήλιου που εκτίθεται σε αρκετή υπεριώδη ακτινοβολία, δε μπορεί ν’ανταπεξέλθει σε τόσο υψηλά επίπεδα. Μία λάμπα απόδωσης στο 10% του φάσματος είναι κατάλληλη γι’αυτό το ερημόβιο ειδος. Η απόδοση των λαμπτήρων αυτών σε ακτινοβολία φθίνει με το χρόνο, και προτείνεται οι λάμπες αυτές ν’αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο, ακόμα κι αν εξακολουθούν να φωτοβολούν. Η λάμπα φθορισμού επίσης θα είναι η κυριότερη πηγή φωτός στο τερράριο. Ο γενικότερος χώρος επίσης θα πρέπει να είναι αρκετά φωτεινός, γιατί οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από φωτεινό περιβάλλον και εκδηλώνουν σωστή συμπεριφορά μόνο υπό έντονο φως. Τα φώτα θα πρέπει να συνδεθούν με χρονοδιακόπτη, ώστε ν’ανάβουν και να σβήνουν σε σταθερές ώρες κάθε με΄ρα. Η σταθερή φωτοπερίοδος είναι δώδεκα ώρες φως, αλλά καλό είναι αυτή να ποικίλει ανάλογα με τις εποχές, με 14 ώρες φως το καλοκαίρι και 10 το χειμώνα. Για να μη διαταράσσεται ο ημερήσιος κύκλος τους, το βράδυ θα πρέπει να έχουν σκοτάδι. Αν η παροχή σκότους είναι αδύνατη, το τερράριο θα πρέπει να σκεπαστεί με κάτι αδιαφανές, όπως ένα σκούρο πανί.

Σε κατάλληλα κλίματα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να στεγαστούν και σε εξωτερικο΄χώρο για μεγάλο μέρος ή και ολόκληρο το έτος. Η εξωτερική στέγαση παρέχει περισσότερο χώρο και άφθονο φυσικό ηλιακό φως. Εντούτοις μεγάλα μειονεκτήματα είναι η πιθανότητα απώλειας του δράκου από απόδραση, αρπακτικά ή ακόμα κι από ανθρώπους που μπορέι να τον κλέψουν – γίνεται κι αυτό! Γι’αυτό η περίφραξη θα πρέπει να θαφτεί στο χώμα για 30 εκατοστά, προτιμότερα βαθύτερα, και ο χώρος να σκεπαστεί από πάνω με κάποιο πλέγμα, αν κι όχι πολύ ψιλή σίτα, επειδή θα κόψει αρκετό από το ηλιακό φως. Μπορούν να διατηρηθούν επίσης σε κατάλληλα διαμορφωμένα θερμοκήπια με ειδικό γυαλί που επιτρέπει την είσοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας ή με παράθυρα που θ’ανοίγουν γι’αυτόν το σκοπό. Ο εξωτερικός χώρος μπορεί να διαμορφωθεί με βράχια, κλαδιά κι άλλα σημεια στα οποία ο δράκος θα σκαρφαλώνει και θα λιάζεται. Πρόβλημα αποτελούν τα πουλιά και τα αεροπλάνα, τα οποία ίσως να τον τρομάζουν. Σε περιοχές της Αυστραλίας όπου ζει ή σε παρόμοιες κλιματικές ζώνες ανά τον κόσμο όπως στη νότια Καλιφόρνια, οι δράκοι αφήνονται να περάσουν το χειμώνα έξω. Συνήθως έχουν μια γωνία κάτω από μια πέτρα ή κορμό που σκάβουν και πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Ακόμα όμως και αν στεγάζεται έξω στα κλίματα που ζει, δεν έχει την επιλογή να πάει όπου θέλει, γι’αυτό θα πρέπει να προφυλάσσεται από την υπερβολική υγρασία. Θα πρέπει να υπάρχουν μόνιμα στεγνές, στεγασμένες περιοχές για τη βροχή, το χώμα να έχει καλή αποστράγγιση και να μη φυτεύονται πολά πλατύφυλλα φυτά στο χώρο του. Στην Ελλάδα ο και΄ρος είναι αρκετά άστατος την άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, με εξαίρεση ίσως κάποια νησιά και κάποιες περιοχές της Κρήτης. Στην Κύπρο ίσως να είναι δυνατό, όπου άλλωστε διατηρούν κροκοδείλια κι άλα τροπικά είδη μονίμως σε εξωτερικό χώρο χωρίς πρόβλημα. Οι περισσότεροι κάτοχοι εντούτοις έχουν ένα βασικό εσωτερικο τερράριο, και βγάζουν το δράκο έξω υπό επιτήρηση κατά τις ηλιόλουστες μέρες, ή τον τοποθετούν σ’ένα φλεξάριουμ με αρκετό μέρος του στη σκιά, ώστε το ζώο να θερμορρυθμίζεται, γιατί ακόμα κι ένα ζώο της σκληρής ερήμου μπορεί να υπερθερμανθεί αν δε μπορέι να διαφύγει στη δροσιά.

Η διατροφή του είδους είναι πολύ εύκολη. Το είδος είναι παμφάγο, αν και τείνι προς την εντομοφαγία. Όπως όλα τα παμφάγα ερπετά, στα αρχικά στάδια της ζωής του, οπότε έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε πρωτεΐνη, τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με ζωική ύλη, ενώ μεγαλώνοντας αρχίζει να εντάσσει και φυτά στο διαιτολόγιό του. Αν και συχνά αναφέρεται ότι η διατροφή ενός ενήλικου γενειοφόρου δράκου αποτελείται κατά 70% φυτά, αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια επιστημονική μελέτη. Απεναντίας, όσες μελέτες έχουν γίνει καταδεικνύουν ότι τα ζώα αυτά είναι κυρίως εντομοφάγα. Μπορεί αν δεν υπάρχουν έντομα να τρέφονται κυρίως με φυτά, αλά υπό κανονικες συνθήκες προτιμούν τα έντομα. Άλλωστε οι περισσότεροι κάτοχοι γενειοφόρων δράκων γρήγορα διαπιστώνουν ότι το ζώο τους προτιμά περισσότερο τα έντομα και μειώνουν την προσφορά φυτικών τροφών, αν και δυστυχώς το αποδίδουν σε κακομαθημενισμό. Από έντομα μπορούν να δοθούν όλα τα διαθέσιμα στο εμπόριο είδη ως τροφή, όπως γρύλλοι (Gryllus bimaculatus και Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς (Shelfordella tartara), άλλα είδη κατσαρίδων, αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) και τα σκαθάρια τους, Μελοσκούληκα (Galleria melonella) και οι πεταλούδες τους, γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio) και τα σκαθάρια τους, προνύμφες μαύρης μύγας στρατιώτη ή phoenix worms (Hermetia illucens) και οι μύγες τους, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina και τα σκαθάρια τους, μεταξοσκώληκες (Bombix mori) και οι πεταλούδες τους, και διάφορα άλλα. Μπορούν επίσης να συλλεχθούν έντομα από τη φύση τα οποία θα προσφέρουν ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία, όπως ακρίδες, γρύλλοι, τζιτζίκια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, αλογάκια της Παναγίας, χρυσομπάμπουρες, κάμπιες, καθώς και σαλιγκάρια και σκουλήκια, αλά θα πρέπει να προέρχονται από περιοχή χωρίς συχνή χρήση φαρμάκων. Επίσης ορισμένα έντομα είναι τοξικά ή ερεθιστικά. Οι τριχωτές κάμπιες, κι αυτές που τρέφονται από τοξικά φυτά όπως ντατούρα θα πρέπει ν’αποφεύγονται, ενώ όσες τρέφονται από ασφαλή φυτά είναι εντάξει. Ένα ακόμα πολύ τοξικό έντομο είναι η πυγολαμπίδα, η οποία ακόμα και μία μπορεί να σκοτώσει έναν ενήλικο γενειοφόρο δράκο. Οι δράκοι δεν την αναγνωρίζουν ως επικίνδυνοι, ίσως επειδή δεν την συναντούν στο θυσικό τους περιβάλλον. Οι λουσιβουφαγίνες που έχει επιφέρουν θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες, και το ζώο πεθαίνει έπειτα από πολές ώρες αγωνίας. Τα περιστατικά σημειώθηκαν στις ΗΠΑ έπειτα από κατανάλωση πυγολαμπιδών του γένους Photinus, αλλά θα μπορούσαν να ισχύουν και για τα δικά μας είδη. Μην το διακινδυνεύσετε! Οι δράκοι μπορούν επίσης αραιά να φάνε και σπονδυλωτά όπως μικρά ποντικάκια, προτιμότερα αποψυγμένα παρά ζωντανά, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η συλλογή σπονδυλωτών από τη φύση δεν προτείνεται, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μόλυνσης με παράσιτα. Από φυτικές τροφές μπορούν να φάνε φύλλα, άνθη, λαχανικά και καρπούς. Φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι, ρόκα, αντίδι, λαχανίδες κι άλλα λαχανοειδή, φύλλα καρότου, μαϊντανός, σέλινο, φύλλα από ραπανάκι, ψιλοκομμένα λαχανικά όπως πιπεριά, κολοκύθι, καρότο, μπιζέλια, φασολάκια, αγριόχορτα όπως ραδίκι ή πικραλίδα, ζοχός, μολόχα ή αγριομολόχα, αλσήνη ή στελλάρια, περδικάκι, κολλιτσίδα, γλιστρίδα ή αντράκλα, και φύλλα από καλλωπιστικά μονοετή, θάμνους ή δέντρα όπως πανσές, γεράνι, νεροκάρδαμο, φύλλα μουριάς, αμπελόφυλλα, φύλλα και άνθη ιβίσκου, φύλλα και άνθη τριανταφυλλιάς, όλα είναι κατάλληλα. Γενικώς όσα πλατύφυλλα φυτά είναι κατάλληλα για ιγκουάνες, χερσαίες χελώνες και κουνέλια είναι κατάλληλα και για γενειοφόρους δράκους. Κάποια λαχανικά, όπως το σπανάκι, περιέχουν αρκετοό οξαλικο΄οξύ που δεσμεύει το ασβέστιο, και γι’αυτο΄θα πρέπει να δίνονται αραιά ή και καθόλου. Τα φρούτα θα πρέπει να ταΐζονται σε μικρές ποσότητες, και μπορεί να είναι οτιδήποτε, εκτός από το αβοκάντο, το οποίο θεωρείται τοξικό (δεν έχουν όλες οι ποικιλίες τοξίνες, αλλά ίσως να έχουν κι επίσης είναι υπερβολικά λιπαρό, οπότε δεν προτέινεται). Τέλος μία ακόμα καλή φυτική τροφή είναι οι βλαστοί φραγκοσυκιάς, ξεφλουδισμένοι χωρίς αγκάθια και κομμένοι κομματάκια, οι οποίοι έχουν αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 70/1, αν και δεν τους τρώνε όλοι οι δράκοι. Το ασβέστιο είναι υψίστης σημασίας στη διατροφή των δράκων, και για να γίνεται σωστά η απορρόφησή του θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία δύο προς ένα με το φώσφορο. Τα περισσότερα από τα παραπάνω φυτά είναι πλούσια σε ασβέστιο, αλά τα έντομα συνήθως δεν είναι, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το πασπάλισμα είναι απαράιτητο για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά, και μπορεί να μη γίνεται σε κάθε γεύμα στα ενήλικα αρσενικά ή στα θηλυκά που δεν αναπαράγονται. Πολλοί δράκοι δε δέχονται πασπαλισμένα φυτά, οπότε το πασπάλισμά τους δεν είναι απαραίτητο. Πολλά ζώα μπορούν επίσης να φάνε καθαρό ασβέστιο, όπως κομματάκια κόκκαλου σουπιάς. Ορισμένα ασπόνδυλα, όπως οι μεταξοσκώληκες, τα phoenix worms και τα σαλιγκάρια είναι αρκετά υψηλά σε ασβέστιο και δε χρειάζονται επιπλέον συμπλήρωση. Η ποικιλία τροφών είναι το καλύτερο, με εναλλαγές στα έντομα, τα οποία με τη σειρά τους θα πρέπει να έχουν τραφεί καλά, και στα φυτά, τα οποία θα πρέπει να είναι φρέσκα και καλής ποιότητας. Υπάρχουν επίσης και έτοιμες τροφές για γενειοφόρους δράκους, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διερευνηθεί από ουδέτερους ερευνητές, οπότε καλύτερα να χρησιμοποιούνται σπάνια ή και ποτέ, ή μόνο ως λύση έκτακτης ανάγκης. Με μια τέτοια διατροφή λοιπόν, οι απόψεις διίστανται αν χρειάζεται συμπλήρωση με πολυβιταμίνες, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι δε χρειάζεται αν υπάρχει ποικιλία τροφής και με άλλους να θεωρούν ότι μια φορά το μήνα λίγο συμπλήρωμα δε βλάπτει. Μεγάλη συζήτηση γίνεται επίσης και για τη συμπλήρωση με βιταμίνη d3, ιδίως για μικρούς δράκους ή δράκους που δεν εκτίθενται στο ηλιακό φως, αλλά στην πραγματικότητα το συμπλήρωμα είναι άχρηστο, αφού σύμφωνα με μια μελέτη, όπου μετρήθηκε η συγκέντρωση της βιταμίνης αυτής στο αίμα νεαρών γενειοφόρων δράκων που εκτίθεντο σε υπεριώδη ακτινοβολία για διάφορους χρόνους ή λάμβαναν συμπλήρωμα σε διάφορες δόσεις, βρήκε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης ήταν υπερπολλαπλάσια στα ζώα που εκτίθεντο στην ακτινοβολία, οπότε το συμπλήρωμα από μόνο του είναι αναποτελεσματικό. Βρέθηκε επίσης ότι δύο ώρες έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία των ειδικών λαμπτήρων είναι αρκετές για τη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων βιταμίνης d3 στους αναπτυσσόμενους γενειοφόρους δράκους. Άρα οι γενειοφόροι δράκοι λειτουργούν περισσότερο όπως τα ημερόβια φυτοφάγα (ιγκουάνες, χελώνες, ουρομάστιγες), στο ότι αξιοποιούν πολύ περισσότερο τη d3 που συνθέτουν από το ηλιακό φως, παρά όπως τα σαρκοφάγα, τα οποία τηναξιοποιούν το ίδιο αποτελεσματικά αν προέρχεται από την τροφή. Μεγάλη συζήτηση γίνεται ακόμα και για το μέγεθος των θηραμάτων, τα οποία θα πρέπει υποτίθεται να είναι όσο η απόσταση μεταξύ των ματιών του ζώου, για να μην πάθει ενσφήνωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο οι ενήλικοι γενειοφόρι δράκοι μασούν καλά την τροφή τους και μπορούν να φάνε αρκετά μεγαλύτερα θηράματα, αν κι όχι μεγαλύτερα από το κεφάλι τους – αν είναι στενόμακρα και λεπτά δεν πειράζει κι αν είναι λίγο μακρύτερα. Τα μικρότερα άτομα ίσως να χρειάζονται περισσότερα και μικρότερα έντομα για λόγους ευπεψίας, αν και είναι δύσκολο να πάθουν ενσφήνωση μόνο από έντομα. Συνήθως συμβάλει σ’αυτο η χρόνια χαμηλής έντασης αφυδάτωση και η κατάποση άπεπτων υλικών. Επίσης οι δράκοι τεμαχίζουν με ευκολία τα φύλλα, οπότε δεν υπάρχει η πιθανότητα να πνιγούν από μεγάλα κομμάτια, όπως λανθασμένα λέγεται, αν και για τα μικρά, τα οποία άλλωστε δεν τρώνε συχνά φύλλα, καλό είναι να δίνονται ψιλοκομμένα. Η τροφή μπορεί να προσφέρετε σε μπολ, και τα ευκίνητα έντομα όπως οι ακρίδες ή οι γρύλλοι μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρίζουν στο χώρο για να τα κυνηγήσει ο δράκος, παρόλα αυτά μπορεί να κρυφτούν προσωρινά σε κάποια γωνία. Αν ο δράκος έχει αφήσει κάποιους γρύλλους, καλό είναι να απομακρύνονται, γιατί ενδέχεται να τσιμπολογήσουν το δράκο αν δεν υπάρχει άλλη τροφή (οι ακρίδες ή οι κατσαρίδες δεν το κάνουν αυτό). Εναλλακτικά, μπορεί να τοποθετηθεί στο τερράριο ένα κκομματάκι λαχανικού όπως πατάτα ή καρότο για να τρώνε από εκεί. Αρκετοί δράκοι μαθαίνουν επίσης να τρώνε νεκρά θηράματα από λαβίδα, όπως κατεψυγμένα ποντίκια ή κονσερβοποιημένα έντομα, τα οποία μπορούν να δίνονται περιστασιακά. Μία σωστή διατροφή και λίγος ψεκασμός ή στάξιμο νερού μπροστά στο δράκο κάθε λίγες μέρες καλύπτουν τις ανάγκες του είδους σε νερό. Πολλοί βάζουν μπολ νερού στο χώρο του ζώου, αλλά στην πραγματικότητα αυτο σπάνια πίνει από εκέι. Η συχνότητα του ταΐσματος ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και τον τύπο της τροφής, με τα μικρά να χρειάζονται καθημερινό τάισμα, και τα μεγαλύτερα και τα ενήλικα κάθε 2-3 μέρες εάν τρέφονται κυρίως με έντομα, αλλά γίνεται να τρώνε και κάθε μέρα αν τρέφονται με πολλά φυτά. Οι σαύρες αυτές μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τροφή και νερό, αν κι αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να τις υποβάλουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Δράκοι έχουν χαθεί και βρεθεί μετά από 4 μήνες για παράδειγμα, και μολονότι ήταν εντελώς αφυδατωμένοι, επανήλθαν στα φυσιολογικά μετά από λίγη παραπάνω φροντίδα. Η συχνότητα της αφόδευσης εξαρτάται από τη συχνότητα σίτησης, αλλά και από τη θερμοκρασία. Γενικώς μια συχνότητα 1-7 ημερών θεωρείται φυσιολογική, κι αν ο δράκος δε δείχνει σημάδια ενόχλησης ή ανορεξίας, που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ενσφήνωση, ακομα και μεγαλύτερος χρόνος δεν είναι πρόβλημα, συνήθως ωστόσο αφοδεύουν κάθε 2-3 μέρες. Τα περιττώματα είναι πιο στερεά εάν το ζώο τρέφεται κυρίως με έντομα και πιο υγρά αν τρέφεται με φυτά, και μπορεί να είναι ακόμα υδαρέστερα αν τρέφεται με φρούτα ή πολύ υδαρή έντομα, όπως μεταξοσκώληκες. Μυρίζουν ελαφρώς από κοντά, αλά απομακρύνονται εύκολα. Οι ενήλικοι γενειοφόροι δράκοι επιλέγουν μία γωνία στο τερράριο όπου αφοδεύουν, οπότε δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από την τοπική αλλαγή του υποστρώματος. Είναι καθαρά ζώα και δεν πλησιάζουν την περιοχή, εάν το περίττωμα δεν απομακρυνθεί. Σπάνια τα πατούν, κι αυτό μονο αν ο χώρος είναι πολύ στενός και δεν έχουν πού να πα΄νε, ή το τερράριο είναι βρώμικο και παραμελημένο. Σπάνια αφοδεύουν εκτός της γωνίας τους, αλλά μπορεί να τύχει. Σε περίπτωση που αφοδεύσουν πάνω στο σημείο λιασήματος, προτιμούν να μείνουν σε χαμηλότερη θερμοκρασία παρά να λιαστούν εκεί. Τα περιττώματα από ανεπιθύμητες περιοχές μπορούν να σκουπιστούν μ’ένα πανί, και μετά η περιοχή να καθαριστεί με λευκο ξίδι, κι αν χρειάζεται απολύμανση μπορέι να χρησιμοποιηθεί διάλυμα χλωρίνης. Τα ίχνη των καθαριστικών θα πρέπει ν’απομακρυνθούν με νερό, ώστε να μην ενοχληθεί ο δράκος. Αντίθετα, οι νεαροί γενειοφόροι δράκοι που δεν έχουν ακόμα κάποια οριοθετημένη περιοχή, μπορεί ν’αφοδεύσουν οπουδήποτε.

Η χειμερία νάρκη είναι ένα ακόμα αμφιλεγόμενο θέμα, με άλλους να υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητη για τη ευζωία του ζώο κι άλλους ότι είναι προαιρετική, ή ακομα και ανεπιθύμητη. Εγώ είμαι υπέρ της νάρκης, αφού αυτό έκαναν τα ζώα αυτά εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, και η προσπάθειά μας να τους αλάξουμε το βιολογικό ρολόι ίσως να τα βλάπτει περισσότερο απ’όσο ωφελεί. Είναι γνωστό ότι η εποχιακή πτώση του μεταβολισμού παρατείνει τη ζωή πολών εκτόθερμων, και ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στα ερπετά. Παρόλα αυτά δεν είναι όλοι οι δράκοι το ίδιο ευαίσθητη στις εποχιακές μεταβολές, και ίσως αυτό ν’αντανακκλά τις περιοχές απ’όπου κατάγονται οι πρόγονοί τους, με τους απογόνους των ζώων των βορειότερων και τροπικότερων περιοχών να είναι λιγότερο πιθανό να πέσουν σε νάρκη. Γενικώς όμως εάν στο τερράριο η φωτοπερίοδος μειωθεί και τα ζώα μπορούν ν’αντιληφθούν τις φθίνουσες θερμοκρασίες, θ’αρχίζουν από το φθινόπωρο να ετοιμάζονται για νάρκη. Μπορέι να τρώνε λιγότερο και μόνο τις αγαπημένες τους τροφές, μπορεί να κοιμούνται νωρίτερα και να λιάζονται λιγότερο. Τελικά θα κρυφτούνσ την τρύπα τους, και θα κάνουν μέρες να βγουν. Πολλοί αφήνουν τα φώτα αναμμένα όλο το χειμώνα, αλλά στην πραγματικότητα ο δράκος που κοιμάται δεν τα χρειάζεται και είναι πολύ απίθανο να βγει να λιαστεί. Εάν ωστόσο κοιμάται σε θερμοκρασίες δωματίου, μπορεί να κάνει διακεκομμένη νάρκη, όπου μπορεί περιοδικά να εμφανίζεται, ενώ αν τα φώτα παραμένουν αναμμένα μπορεί μερικές φορές να λιάζεται ή να φάει και λίγο. Εναλλακτικά μπορεί να περάσει από βαθιά νάρκη, όπου μετακινείται μαζί με το τερράριο σε μέρος με χαμηλότερες θερμοκρασίες, ή τοποθετείται σε κουτί γεμάτο με χαρτιά σε χώρο με χαμηλές θερμοκρασίες. Πριν τη βαθιά νάρκη, το πεπτικό του σύστημα θα πρέπει να έχει αδειάσει από κάθε τροφή, γιατί η μεν τροφή στο στομάχι μπορεί να σαπίσει δημιουργώντας πολλά προβλήματα, τα δε περιττώματα μπορεί να στεγνώσουν και να είναι δυσκολότερη η αποβολή τους την επόμενη άνοιξη. Αν οι θερμοκρασίες στο χώρο μεταβάλλονται αρκετά, το κουτί μπορέι να μονωθεί με φελιζόλ. Η θερμοκρασία μένει μεταξύ 5 και 15 βαθμών, και το ζώο δεν κινείται σχεδόν καθόλου σ’αυτήν την κατάσταση. Λίγε ςμέρες με υψηλότερη θερμοκρασία δε θα βλάψουν, αλλά οι θερμοκρασίες υπό του μηδενός θα σκοτώσουν το ζώο, ή θα του προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα. Να θυμάστε ότι οι δράκοι κατάγονται από περιοχές με ηπιότερο χειμώνα από το δικό μας. Οι περιοδικοί έλεγχοι του δράκου προτείνονται, στο οποίο διάστημα θα του δίνεται λίγο νερό με σταγόνες στη μουσούδα του, τις οποίες αν διψάει θα πιει. Το μπάνιο σε χλιαρό νερό για ζώο που είναι σε βαθιά νάρκη το ξυπνάει και το στρεσάρει άσκοπα και είναι εν τέλει άχρηστο. Η νάρκη διαρκεί 2-5 μήνες, με τα θηλυκά να κοιμούνται λιγότερο από τα αρσενικά, επει΄δη εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστότερες μέρες του φθινοπώρου για τη συσώρευση λίπους για την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο. Τα ζώα επίσης μικρότερα του ενός έτους δεν προτείνεται να πέσουν σε νάρκη, αλλά να συνεχίζουν να τρέφονται κανονικά για να μεγαλώσουν. Στη φύση, τα μικρόσωμα ερπετά, επειδή θερμαίνονται πιο γρήγορα, εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστές μέρες του φθινοπώρου και του χειμώνα, οπότε κοιμούνται πολύ λιγότερο. Άλλωστε οι δράκοι κάτω των 7 μηνών από μόνοι τους δεν ετοιμάζονται για νάρκη. Την άνοιξη οι δράκοι θ’αρχίσουν να ξυπνούν από μόνοι τους, αλλιώς μπορούν ν’αφυπνιστούν τεχνητά. Μετά μπορούν ν’ανάψουν πάλι τα φώτα, και η φροντίδα συνεχίζεται όπως πρώτα. Αν και δε θα έχουν χάσει αισθητά βάρος κατά τη νάρκη, η όρεξή τους αυξάνεται υπερβολικά, και στα πρώτα γεύματα θα τρώνε μεγάλες ποσότητες. Τότε θα είναι έτοιμοι για αναπαραγω΄γη.

Επειδή η αναπαραγωγή του είδους είναι εύκολη, δε σημαίνει ότι ο καθένας θα πρέπει να την επιχειρήσει. Σε χώρες του εξωτερικού όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ υπα΄ρχει υπερπληθυσμός στους γενειοφόρους δράκους, όπως και σε άλλα κοινότερα κατοικίδια ζώα γι’αυτόν το λόγο, γιατί ο καθένας θέλει ν’αναπαραγάγει το ζώο του μόνο και μόνο για να δει πώς είναι η διαδικασία, με αποτέλεσμα πολλά ζώα να παραμελούνται και τα μη μορφικά μικρά να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Μόνο εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι θα μπορεί να βρει σωστούς αποδέκτες για τα μικρά θα πρέπει να σκεφτεί την αναπαραγωγή του είδους. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 30 αυγά, και 3-5 φορές το χρόνο. Αν και δεν είναι υποχρεωτικό να επωάσει κανείς όλα τα αυγά, τότε δεν υπάρχει λόγος υποβολής του θηλυκού στο στρες της όλης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το πλατύτερό τους κεφάλικαι τα μεγαλύτερά τους γένια, καθώς κι από τους εμφανέστερους πόρους, αλλά στο μέγεθος είναι παρόμοια. Ο πιο ασφαλής τρόπος διαχωρισμού τους ωστόσο είναι από τα γεννητικά όργανα. Εάν σηκωθεί η ουρά 90 μοίρες πάνω από το ζώο, στα αρσενικά θα φανούν δύο φουσκώματα πίσω από την αμάρα, τα οποία είναι οι θήλακες των ημιπεών, ενώ στα θηλυκά υπάρχει ένα κεντρικό μικρό φούσκωμα. Ο διαχωρισμός του φύλου μ’αυτόν τον τρόπο είναι δυνατός μετά τους 6 μήνες. Αν και τα ζώα μπορεί ν’αναπαραχθούν και χωρίς νάρκη, και δεν είναι σπάνιο το ζευγάρωμα οποιαδήποτε εποχή του έτους, η νάρκη δίνει μεγαλύτερη επιτυχία. Μετά τη νάρκη, κι αφούτα ζώα τρέφονται κανονικά, μπορεί το αρσενικό να συναντηθεί με το θηλυκό. Σχε΄δον σίγουρα θα ζευγαρώσουν, και μπορούν ν’αφεθούν να ζευγαρώσουν κι άλες φορές, προσέχοντας μόνο μην αρχίζουν να μαλώνουν. Η μόνιμη στέγαση άνω του ενός δράκου δεν προτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Δύο αρσενικά είναι σίγουρο ότι θα μαλώσουν για την κυριαρχία, ή ο υποτακτικός θα δέχεται συνεχώς εκφοβισμό και δε θα μπορεί να τραφεί και να θερμορρυθμιστεί, εκτός κι αν ο χώρος είναι τεράστιος και μπορούν και τα δύο να εγκαθιδρύσουν τις περιοχές τους, ένα ζευγάρι σίγουρα θα αναπαραχθεί, ενώ το αρσενικό μπορεί να παρενοχλεί υπερβολικά το θηλυκό – αυτό λύνεται αν υπάρχουν περισσότερα θηλυκά, αλλά τότε θα υπάρχουν και περισσότεροι απόγονοι -, ενώ δύο θηλυκά σε αρκετό χώρο συχνά συμβιώνουν, αν κι όχι πάντοτε. Εάν λοιπόν όλα πάνε καλά, το θηλυκό θ’αρχίζει να φουσκώνει και μετά από 30-40 μέρες θα είναι έτοιμο να γεννήσει τα αυγά του. Μερικά θηλυκά φουσκώνουν τόσο πολύ που τα αυγά είναι ορατά, ενώ με προσοχή μπορούν να ψηλαφιστούν σαν μικρά μπαλάκια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να τρέφεται με αρκετά έντομα και να δέχεται άφθονο ασβέστιο. Λίγες μέρες πριν γεννήσει, μπορεί να σταματήσει να τρώει και να γίνει ανήσυχο, σκάβοντας στις γωνίες και ψάχνοντας την κατάλληλη θέση για να κάνει φωλιά. Εάν δεν υπάρχει χώρος ωοτοκίας στο τερράριο, το θηλυκό θα πρέπει να μεταφερθεί σε δοχείο με νοτισμένο χώμα βάθους τουλάχιστον 20 εκατοστών, όπου η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 27 βαθμούς, στο οποίο θα σκάψει. Αφού γεννήσει με την ησυχία του και σκεπάσει τη φωλιά, μπορεί ν’απομακρυνθεί και τα αυγά να μεταφερθούν σε κάποιο δοχείο με περλίτη ή βερμικουλίτη (τα καλύτερα μέσα επώασης) αναμεμιγμένο με ίση ποσότητα νερού κατά βάρος. Τα αυγά δε θα πρέπει να μετακινηθούν κατά τη μεταφορά, και για τη διασφάλιση της σωστής θέσης, μπορούν να μαρκαριστούν στην κορυφή με κάποιον μη τοξικό μαρκαδόρο. Έπειτα η γέννα θα πρέπει να μεταφερθέι σε ήδη ρυθμισμένο γύρω στους 29 βαθμούς εκκολαπτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι είτε ιδιοκατασκευής είτε έτοιμος, όπου θα εκκολαφθούν σε 55-70 ημέρες. Θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών θα σκοτώσουν τα έμβρυα. Καλύτερο είναι ωστόσο να μην επωάζονται στο ανώτερο θερμικό όριο, διότι μπορεί να εκκολαφθούν νωρίτερα, αλλά θα έχουν κάψει επιπλέον ενέργεια λόγω του γενικώς υψηλότερου μεταβολισμού, κι έτσι θα γεννηθούν μικρότερα. Τα αυγά θα πρέπει να τοποθετηθούν σε απόσταση λίγων εκατοστών μεταξύ τους, επειδή κατά την επώαση θα τραβήξουν νερό και θα διογκωθούν. Αν ένα αυγο μουχλιάσει λίγο, δε σημαίνει ότι σάπισε, και η μούχλα μπορεί να τριφτεί ελαφρώς. Αν ωστόσο μουχλιάσει κι αρχίζει να μυρίζει άσχημα σημαίνει ότι σάπισε και πρέπει να απομακρυνθεί. Τα αγονιμοποίητα αυγά, τα οποία επίσης θα πρέπει να απομακρυνθούν γιατι θα σαπίσουν, κιτρινίζουν σε λίγες μέρες, και συνήθως είναι μικρότερα. Για τη διαπίστωση της γονιμότητας ενός αυγού αν έχετε αμφιβολία, μπορείτε να το τοποθετήσετε μπροστά από μία δυνατή πηγή φωτός σε σκοτεινό χώρο, κι αν διαφανούν αιμοφόρα αγγεία είναι γόνιμο. Κατά την εκκόλαψη, τα μικρά συνήθως εκκολάπτονται συγχρόνως. Μπορεί να μείνουν αρκετές ώρες με τη μυτούλα τους έξω από το αυγό, αλλά στη συνέχεια θα βγουν. Επειδή το είδος γεννά πολλά αυγά, είναι φυσιολογικό κάποια αυγά να χαλάσουν και κάποια μικρά να μη βγουν ποτέ από το αυγό. Τα μικρά είναι πιο ευαίσθητα κι αφυδατώνονται εύκολα, γι’αυτο θα πρέπει αρχικά να μεταφερθούν σε χώρο με υψηλότερη υγρασία, όπου το υπόστρωμα θα είναι ελαφρώς νοτισμένα χαρτιά. Αρχικά θα τρέφονται από τα απομεινάρια του λεκηθικού τους σάκου, ο οποίος μπορεί να είναι ορατός σε μερικά, αλά μέσα σε λίγες μέρες έως μια εβδομάδα θ’αρχίζουν να τρώνε μικρά έντομα, κι έκτοτε η όρεξή τους θα είναι ασταμάτητη. Μπορούν να φάνε 20-30 μικρά έντομα, όπως νεογέννητους γρύλλους ή κατσαρίδες, δύο ή και τρεις φορές την ημέρα κάθε ημέρα. Για να υποστηριχθεί αυτός ο υψηλός μεταβολισμός, χρειάζονται μία θερμή περιοχή στους 40 βαθμούς, καθώς και την λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας και συμπλήρωση ασβεστίου στην τροφή. Αρκετοί τους προσφέρουν και φυτικές τροφές εξαρχής, αν και σε τέτοια ηλικία δεν τις τρώνε, και ίσως να μη μπορούν ακόμα να τις χωνέψουν κιόλας. Το καλύτερο είναι ωστόσο να τις φάνε όσο το δυνατον νωρίτερα, ώστε να τις συνηθίσουν. Το διάστημα αυτό είναι αρκετά κρίσιμο για την ανάπτυξή τους, και ακόμα και αρκετές μέρες χωρίς σωστή διατροφή και φωτισμό μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία τους. Το τερράριο θα πρέπει να είναι απλό, ώστε να καθαρίζεται εύκολα. Όσο μεγαλώνουν τα μικρά, θα πρέπει να διασπώνται σε μικρότερες ομάδες, ιδίως αν παρατηρηθούν ανισότητες. Πάντοτε θα υπάρχουν αυτά που μεγαλώνουν με βραδύτερους ρυθμούς και χάνουν στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα. Αυτά σε εξαιρετικές περιπτώσεις ίσως να χρειαστούν τάισμα ξεχωριστά από τα άλλα. Συχνά τα δρακάκια θα μαζεύονται όλα κάτω από τη λάμπα. Έγινε μια μελέτη για να διαπιστωθεί αν αυτό είναι αποτέλεσμα συνεργασίας για τη διατήρηση της θερμότητας ή ανταγωνισμού, και βρέθηκε πως είναι απλώς αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Επίσης κατά το τάισμα, μέσα στην ανακατωσούρα από τα πολλά μικρά έντομα και τα δρακάκια που τρέχουν, δεν είναι σπάνιο ένα μικρό να μπερδευτεί και να κόψει κάποιο δάκτυλο ή το άκρο της ουράς ενός άλλου. Οι πληγές αυτές κλείνουν αμέσως σ’αυτήν την ηλικία, και γι’αυτό είναι σύνηθες κάποιος δράκος να μην έχει την άκρη της ουράς του ή κάποιο δάκτυλο. Στους δύο μήνες, όταν τα μικ΄ρα έχουν φτάσει τα 15 εκατοστά, θα είναι έτοιμα για πώληση. Μέχρι τον ενάμισι χρόνο θα μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ στους επόμενους μήνες θα μεγαλώνουν βραδύτερα και θα γεμίζουν. Εντωμεταξύ το θηλυκο θα συνεχίζει να γεννά κι άλλα αυγά. Η καλή του διατροφή κατά την ανάπτυξη των αυγών και αμέσως μετά την ωοτοκία επιβάλλεται. Η τελευταία της γέννα ξεχωρίζει, γιατί περιέχει αρκετά αγονιμοποίητα αυγά.

Με τη σωστή φροντίδα, οι γενειοφόρι δράκοι σπάνια υποφέρουν από προβλήματα υγείας. Οι κακές συνθήκες ωστόσο, αν κι όχι μόνο αυτές, μπορούν να οδηγήσουν σε αριθμό προβλημάτων. Η μεταβολική νόσος των οστών (mbd) είναι η συχνότερη ασθένεια σε δράκους που δε λαμβάνουν ικανό ασβέστιο, υπεριώδη ακτινοβολία, και τα δύο ή η θερμοκρασία τους είναι αρκετά χαμηλή εμποδίζοντας τη σύνθεση της βιταμίνης d3. Λέγεται και δευτερογενής διατροφικός υπερπαραθυραιοειδισμός. Οι παραθυραιοειδείς αδένες βρίσκονται πλευρικά του θυραιοειδούς κι ελέγχουν τα ποσά του ασβεστίου στο αίμα. Αν το ασβέστιο είναι αρκετά χαμηλό, εκκρίνουν την παραθυραιοειδική ορμόνη, η οποία εκλύει ασβέστιο από το σκελε΄το, ο οποίος σταδιακά αδυνατίζει. Τα πρώτα συμπτώματα είναι σπογγώδης κάτω γνάθος και οίδημα στα πόδια και στα δάχτυλα, και έπειτα προχωρούν σε γενικευμένα μαλακά οστά, σοβαρά προβλήματα στην κίνηση, τρόμο, ευπάθεια σε κατάγματα, ακόμα και της σπονδυλικής στήλης, αδυναμία και τελικά θάνατο. Στα αρχικά στάδια η νόσος αντιστρέφεται, αλλά οι τυχόν παραμορφώσεις που προκάλεσε, όπως στραβά δάχτυλα και ουρά, θα παραμείνουν. Τα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πολύ ευπαθή, ενώ τα ενήλικα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παροδικές ελλείψεις με τα αποθέματά τους. Σε μία μελέτη όπου μετρήθηκαν τα ποσά του ασβεστίου και της βιταμίνης d3 στο αίμα ενήλικων θηλυκών γενειοφόρων δράκων που είχαν εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία κι έτρωγαν σωστά για 6 μήνες, βρέθηκε ότι τα ποσά, αν κι έφθιναν σταδιακά, δεν έπεσαν εκτός των φυσιολογικών ορίων στο πέρας των 83 ημερών της μελέτης, όπου τα ζώα λάμβαναν διατροφή χαμηλή σε d3 και δε δέχονταν υπεριώδες φως. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμελούμε τους δράκους μας, απλώς ότι η uvb δεν είναι επιτακτική ανάγκη σε ένα μεγαλωμένο δράκο, δηλαδή αν καεί η λάμπα κι αντικατασταθεί μετά από μια βδομάδα, το ζώο δε θα πάθει τίποτα. Η εντερική ενσφήνωση είναι ένα ακόμα κοινό πρόβλημα, και πολλά αίτια συμβάλλουν σ’αυτό. Σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα σκληρά έντομα ή κάποιο μικρό ξένο σώμα που μπορεί να κατάπιε ένας υγιής γενειοφόρος δράκος, αφού οι σαύρες αυτές συχνά καταπίνουν χαλικάκια κι άλλα σκληρά υλικά για να προσλάβουν ασβέστιο κι άλα μεταλλικά στοιχεία. Συνήθως θα πρέπει να υπάρχει χρόνια ήπια αφυδάτωση, κι ο δράκος να καταπίνει χρονίως κάτι που δε μπορεί να χωνέψει, όπως ακατάληλα υποστρώματα, π.χ. σπασμένα τσόφλια καρυδιού, φλοιούς δέντρων κλπ, ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο. Τα υλικά αυτά φράζουν το έντερο, εμποδίζοντας τη μετακίνηση των τροφών. Σε ελαφριές περιπτώσεις, με ένα χλιαρό μπάνιο και μάλαξη στην κοιλιά το πρόβλημα μπορεί να διορθωθεί, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, αλλιώς το ζώο θα οδηγηθεί στο θάνατο. Συνήθως με την ενσφήνωση το ζώο σταματά να τρώει και εμφανίζει μια μελανιά στο σημείο της ενσφήνωσης. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η δυσέκδυση, συνήθως από χαμηλή υγρασία. Αν και μια κανονική υγρασία της τάξης του 30-40’% είναι κατάλληλη γι’αυτό το είδος, όταν βρίσκεται σε έκδυση χρειάζεται ελαφρώς πιο αυξημένη υγρασία, ώστε το παλιό δέρμα ν’αποκολληθεί απροβλημάτιστα. Ως ξηρόβιο είδος, δε χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα ελαφρύ ψέκασμα, αν και πολλοί κάνουν μπάνιο το δράκο τους σε ρηχό νερό, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Παρόλα αυτά σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, ιδίως σε νεαρά και αναπτυσσόμενα ζώα, το παλιό δέρμα μπορεί να μείνει στις άκρες των δακτύλων ήτ ης ουράς, το οποίο με τον καιρό θα συρρικνωθεί, θα διακόψει την κυκλοφορία και τελικά θα οδηγήσει στη νέκρωση και στην πτώση του μέλους. Ένα ακόμα αρκετά κοινό, αλλά λίγο αναγνωρισμένο πρόβλημα είναι η περιοδοντική νόσος, η οποία προκαλείται καθαρά από ακατάλληλη τροφή. Πολλοί κάτοχοι γενειοφόρων δράκων, φοβούμενοι ότι τα ζώα τους θα πάθουν ενσφήνωση από σκληρές τροφές, δεν τους ταΐζουν τέτοιες τροφές στις οποίες είναι προσαρμοσμένοι, με αποτέλεσμα να μαζεύεται υλικό στη μέσα πλευρά της οδοντοστοιχίας, το οποίο οδηγεί σε μολύνσεις, οι οποίες μπορούν να διαβρώσουν τη γνάθο, να αναγκάσουν το ζώο να σταματήσει να τρώει, και τελικά να οδηγήσουν σε σηψαιμία και θάνατο. Κανονικά η οδοντοστοιχία καθαρίζεταιμε τη μάσηση σκληρών τροφών, όπως ινωδών φυτών και σκληρών εντόμων. Η πάθηση διορθώνεται, αλλά μπορεί να υποτροπιάσει. Η παχυσαρκία είναι ένα ακόμα ελάχιστα αναγνωρισμένο πρόβλημα, και φέρνει τα ίδια προβλήματα που φέρνει και στους ανθρώπους. Η σωματική άσκηση δεν ωφελεί τα ερπετά, αφού έχουν πολύ χαμηλότερη αερόβια ικανότητα και έτσι δε μπορούν ν’ασκηθούν παρατεταμένα. Η μόνη λύση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι η μείωση της πρόσληψης τροφής, ώστε ν’αναγκαστει΄το ζώο να κάψει το λίπος του. Ίσως η έλλειψη σωστών εποχιακών κύκλων με χειμερία νάρκη να είναι μια των αιτιών που οδηγεί στην παχυσαρκία, αφού το ζώο συγκεντρώνει λίπος για το χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Οι δράκοι μπορούν επίσης να πάθουν διάφορες αμυχές, μικροτραυματισμούς αλά και κατάγματα οστών από ατυχήματα κατά τη δραστηριότητά τους, τα οποία συνήθως αντιμετωπίζονται. Κάποιο νύχι τους επίσης μπορει΄να βγει αν προσπαθήσουν να σκαρφαλώσουν μια σίτα για παράδειγμα και δυσκολευτούν να το ξεμπλέξουν. Επίσης μπορεί να μολυνθούν από ενδοπαράσιτ αόπως σκουλήκια του εντέρου και πρωτόζωα, τα οποία εμφανίζονται στα περιττώματα, τα οποία μπορεί να έχουν διαφορετική σύσταση – συνήθως είναι πιο υγρά και μυρίζουν άσχημα (συχνότερο με τα πρωτόζωα). Γι[‘αυτό η καραντίνα είναι σημαντική για όλα τα νεοφερμένα ζώα μιας συλλογής. Τα παράσιτ αωστόσο αντιμετωπίζονται με τα κατάλληλα φάρμακα. Δύο άλλες λοιμώδεις ασθένειες που καταστρέφουν τις συλλογές είναι ο αδενοϊός των αγαμιδών και ο κίτρινος μύκητας. Ο ιός προσβάλλει όλους τους δράκους, προκαλώντας συστημικά συμπτώματα στα περισότερα οργανικά συστήματα (καχεξία, νευρολογικά προβλήματα κλπ), κατάπτωση και θάνατο. Όσοι δεν πεθαίνουν μπορεί να παραμείνουν με χρόνια συμπτώματα, ενώ αρκετοί είναι ασυμπτωματικοί φορείς. Δεν είναι ακόμα απολύτως γνωστός ο τρόπος μετάδοσης της νόσου, αλλά μάλλον γίνεται με άμεση επαφή. Θεραπεία δεν υπάρχει. Ο κίτρινος μύκητας είναι το ανάμορφο του είδους Chrysosporium. Εμφανίζεται αρχικά ως κίτρινες δυσχρωμίες στο δέρμα, κι έπειτα εξαπλώνεται, αλλοιώνοντας το δέρμα του ζώου και οδηγώντας τελικά στο θάνατο. Η θεραπεία συνήθως αποτυγχάνει, και στις περιπτώσεις που εντοπίζεται νωρίς μπορεί να χρειαστεί ο ακρωτηριασμός κάποιου προσβεβλημένου μέλους, για να μην εξαπλωθεί ο μύκητας αλλού. Οι δύο αυτές ασθένειες πλήττουν προς το παρόν μόνο αμερικανικές συλλογές, οπότε δε μας επηρεάζουν. Οι δράκοι σπάνια παθαίνουν αναπνευστικές λοιμώξεις, αλλά μπορεί να πάθουν αν βιώσουν απότομες θερμοκρασιακές μεταβολές, υψηλή υγρασία και το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι πεσμένο. Η φωτοκερατοεπιπεφυκίτιδα προξενείται από έκθεση σε αφύσικα υψηλά ποσά υπεριώδους ακτινοβολίας, συνήθως από πολύ δυνατές λάμπες. Αντιμετωπίζεται, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μείνουν μόνιμες βλάβες. Η δυστοκία είναι σπάνια σ’αυτό το είδος, και τα θηλυκά συνήθως θα σκορπίσουν τα αυγά τους αν δεν έχουν τόπο να τα γεννήσουν, π.χ. σε συνθήκες παραμέλησης, αν και συμβαίνει να τα κατακρατούν με ολέθρια αποτελέσματα. Εκτός από τα επίκτητα προβλήματα, οι δράκοι μπορεί να γεννηθούν με κάποια πάθηση, είτε γενετική είτε από ατυχήματα στην επώαση. Μπορεί να γεννηθούν μικρά που δε μεγαλώνουν και πεθαίνουν, μικρά με νευρολογικά προβλήματα, προβλήματα σταμάτια, στα πόδια, περισσότερα ή λιγότερα δάχτυλα, κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις καταστάσεις αντιμετωπίζονται, ενώ για άλλες προτείνεται η ευθανασία. Ζώα με τέτοιες παθήσεις δε θα πρέπει ν’αναπαράγονται. Εκτός από τις εκ γενετής παθήσεις, κοινές στο είδος είναι και οι παθήσεις της τρίτης ηλικίας, αφού είναι ένα σχετικά βραχύβιο ερπετό με εμφανή κατάπτωση στα γεράματα, σε αντίθεση με άλλα μακρόβια π.χ. οι χελώνες που δείχνουν να μη γεράζουν καθόλου. Οι γέρικοι δράκοι κινούνται λιγότερο, μπορεί να τρώνε λιγότερο και ν’αδυνατίζουν, δυσκολεύονται να σκαρφαλώσουν, και τελικά κάτι τους σκοτώνει. Έχουν περιγραφεί πεπτικά, οφθαλμικά, καρδιαγγειακά προβλήματα, αλλά και πολλοί καρκίνοι, όπως του οισοφάγου, του παγκρέατος, του δέρματος, λευχαιμία κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις αντιμετωπίζονται, ενώ άλλες όχι. Ένας κτηνίατρος εξειδικευμένος για ερπετά βοηθά σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να μην πάθει τίποτα ο δράκος, αλλά είναι αναγκαίο να ξέρετε έναν όπου θα μπορείτε να τον πάτε αν υπάρχει πρόβλημα.

Ένας υγιής γενειοφόρος δράκος που έχει προσαρμοστεί στο περιβάλλον του θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανονικά. Θα περνά αρκετές ώρες της ημέρας ακίνητος, είτε να λιάζεται είτε να ξεκουράζεται κάπου αλλού. Δεν είναι υπερβολικά δραστήριο είδος, αλλά θα πρέπει να δραστηριοποιείται κάποιες φορές μέσα στην ημέρα. Όταν δραστηριοποιείται κινείται αρκετά, σκαρφαλώνει, μπορεί και να πηδάει από το ένα μέρος στο άλλο μερικές φορές. Θα πρέπει να είναι παρατηρητικός και να προσέχει τα πάντα. Αν προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο τζάμι για να φύγει, μπορεί κάτι να μην είναι σωστο στο χώρο του ή να στρεσάρεται από το είδωλό του – ιδίως τα αρσενικά -, γι’αυτό και προτιμότερα δε θα πρέπει όλο το τερράριο να είναι διαφανές και να μη χτυπούν τα φώτα απευθείας στο τζάμι. Παρόλα αυτά αν το κάνει σπάνια δεν είναι πρόβλημα. Μπορεί να κοιμάται είτε χωμένος κάπου, είτε πλακέ πάνω σε κάποιο κλαδί, κι αυτο΄είναι φυσιολογικό. Οι δράκοι γρήγορα μαθαίνουν ότι οι κάτοχοί τους τους παρέχουν τροφή, και μπορεί να πλησιάζουν στην πόρτα του τερραρίου όταν κάποιος έρχεται. Μπορούν να μάθουν ακόμα και το όνομά τους, αν το συνδυάσουν με τροφή. Ξεχωρίζουν τα άτομα που τους φροντίζουν, με τα οποία νιώθουν πιο ασφαλείς, αλλά υπάρχουν και άτομα που νιώθουν το ίδιο άνετα με όλους. Ανέχονται το χειρισμό περισσότερο ίσως από κα΄θε άλλη σαύρα, και δε φοβούνται εύκολα, ακομα κι αν μετακινηθούν προσωρινά αλλού, σε άγνωστο μέρος. Ο φόβος τους είναι τόσο μικρός που τρώνε ενώ κάποιος τους έχει πάνω στο χέρι του. Όπως και με τα περισσότερα μικρά ζώα εντούτοις, καλύτερο είναι το ίδιο το ζώο να πιαστει πάνω μας παρά εμείς να το περιορίζουμε. Καλό είναι να μην τον πλησιάζουμε από ψηλά, γιατί ίσως τότε τρομάξει, αφού οι περισσότεροι θηρευτές του επιτίθενται έτσι, αλλά να τον πλησιάζουμε ήρεμα από το πλάι. Πάντοτε κρατάμε το δράκο υποστηρίζοντας όλο το σώμα του, γιατί αλλιώς μπορεί να νιώσει φόβο και να τιναχτεί, προσπαθώντας να ξεφύγει. Ο δράκος μπορεί επίσης να αφεθεί να κάνει τη βόλτα του έξω στον ήλιο, ή σε κάποιον εσωτερικό χώρο αν οι θερμοκρασίες είναι κατάλληλες. Συχνά τον βγάζουν έξω για αρκετή ώρα, παρότι η θερμοκρασία δεν είναι η σωστή. Εάν υπάρχουν όμως κατάλληλα θερμές περιοχές, είτε από τον ήλιο είτε από κάποια λάμπα, δεν πειράζει αν βρίσκεται ε΄ξω ακόμα και σε κάπως χαμηλότερες θερμοκρασίες. Θα πρέπει ωστόσο να επιτηρείται, επειδή μπορεί να πάει σε κάποιο ανεπιθύμητο μέρος, να κρυφτεί και να χαθεί προσωρινά, ή να προσπαθήσει να φάει κάτι που δεν τρώγεται. Οι δράκοι συχνά συγχέουν μη εδώδιμα αντικείμενα με τροφές από το σχήμα, για παράδειγμα μπορέι να προσπαθήσουν να φάνε λωρίδες χαρτιού επειδή μοιάζουν με φύλλα, κορδόνια επει΄δη μοιάζουν με σκουλήκια, ή να προσπαθήσουν να επιτεθούν σε κινούμενους στόχους, επειδή μοιάζουν με έντομα. Viral έχουν γίνει δύο βίντεο στο Youtube, όπου στο ένα ένας γενειοφόρος δράκος παίζει Ant Crusher σε μια οθόνη αφής, όπου πετυχαίνει όλα τα μυρμήγκια, και στο άλλο, ένας άλλος δράκος προσπαθεί να φαέι ένα σταφύλι, το οποίο του ξεγλιστρά, νομίζει ότι είναι ζωντανό και του επιτίθεται επανειλημμένα. Κυνηγούν επίσης τη δέσμη του φωτός ενός laser. Και οι γάτες το κάνουν αυτό, οπότε δε σημαίνει ότι οι δράκοι είναι χαζοί. Απλώς δεν αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες καταστάσεις στο φυσικό τους περιβάλλον.

Το ότι δέχονται το χειρισμό ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι πάνινα κουκλάκια που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορεί να μη δείχνουν έντονα την ενόχλησή τους, αλλά αν προσπαθούν να πάνε προς τα πίσω, πιάνονται γερά από κάπου ή τινάζονται όταν τα σηκώνουμε σημαίνει ότι θέλουν την ησυχία τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φουσκώσουν τα γένια τους ή να μας κουνήσουν το κεφάλι τους. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να μένουν στην ησυχια τους. Οι γενειοφόροι δράκοι σπανιότατα γίνονται επιθετικοί, αλά μπορεί να γίνουν, ιδίως νεοφερμένα ή άτομα με τα οποία δεν ασχολήθηκε κανείς. Αν και είναι εκ φύσεως ήρεμοι – σχεδόν παθολογικά ήρεμοι όπως τους αποκαλώ εγώ -, ίσως επειδή δεν έχουν ν’αντιμετωπίσουν τόσο μεγαλόσωμους εχθρούς στη φύση και δε μας αναγνωρίζουν ως απειλή, μπορεί σπάνια να δαγκώσουν. Έχουν αρκετά δυνατο΄δάγκωμα, αλλά σπανιότατα το χρησιμοποιούν στην πλήρη του δύναμη αμυντικά, συνήθως απλώς τσιμπάνε προειδοποιητικά. Επίσης μπορεί να μπερδέψουν κάποιο δάχτυλο με τροφή, ιδίως αν τρώνε πάρα πολλά μικρά έντομα, ή σπάνια ο κάτοχος αλληλεπιδρά με το δράκο εκτός από το τάισμα. Τότε μπορεί να το χτυπήσουν με τη γλώσσα τους και να το δαγκώσουν στιγμιαία, αλλά θα το αφήσουν αμέσως. Οι δράκοι δε μας θεωρούν μέλη του είδους τους, γι’αυτό και συνήθως δεν προστατεύουν την περιοχή τους από εμας, αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνήσει μαζί τους, μιμούμενοι τα κουνήματα του κεφαλιού και τα σηκώματα του χεριού με το χέρι τους. Όσες όμως φορές εγώ το δοκίμασα απέτυχα. Ο χειρισμός είναι και η κατάλληλη στιγμή για τον εντοπισμό προβλημάτων πάνω στο σώμα του ζώου. Γενικώ ςτο σώμα τους δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά αν λερωθούν από οτιδήποτε μπορείτε να τους κάνετε ένα μπάνιο με χλιαρό νερό σ’ένα λεκανάκι , ή να τους τρίψετε τοπικά. Έχουν αδιαπέραστο δέρμα και το σαπούνι δεν τους βλάπτει. Το παλιό δέρμα δε θα πρέπει ν’αφαιρείται συνήθως, γιατί ο δράκος θα το βγάλει μόνος του, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος αφαίρεσής του αρκετά νωρίς, πριν να είναι έτοιμο. Επίσης τα νύχια του, αν έχουν μεγαλώσει υπερβολικά και δυσχεραίνουν την κίνησή του, μπορούν να κοπούν, και όπως με όλα τα ζώα, θα πρέπει να κοπούν στην άκρη τους μόνο με ψαλιδάκι ή ειδικό νυχοκόπτη, ώστε να μην τραυματιστεί κάποιο αιμοφόρο αγγείο. Γι’αυτο΄θα πρέπει να υπάρχουν επιφάνειες αναρρίχησης όπου θα μπορεί να τροχίζει τα νύχια του.

Η δική μου εμπειρία

Γνώριζα το είδος ονομαστικά εδώ και πολλά χρόνια. Το θυμάμαι από παιδικά βιβλία, όπου αναφερόταν ως σαύρα της Αυστραλίας, Παρόλα αυτά δεν ήξερα περισσότερα για το είδος. Νομίζα ότι είχε τεράστιο μέγεθος και μεγάλα γένια. Αργότερα, όταν πρωτοδιάβασα για αυτές τις σαύρες σε ιστοσελίδες για ερπετά, κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Ότι δηλαδή είναι μικρές σχετικά σαύρες που ζουν στις ερήμους και τρώνε πολύ. Όταν τις πρωτοείδα σε βίντεο του Youtube απογοητεύτηκα όμως λίγο, γιατί μου φάνηκαν αρκετά μικρές και σαν να μην έκαναν τίποτα. Ήταν απλώς βίντεο κατόχων που έδειχναν τους δράκους τους, οι οποίοι δεν έκαναν κάτι το ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή, γι’αυτο΄είχα τέτια αρχική εντύπωση. Ζωντανό γενειοφόρο δράκο συνάντησα κι έπιασα για πρώτη φορά πριν 5 χρόνια περίπου στην έκθεση Insectopia της Θεσσαλονίκης, η οποία τότε βρισκόταν σ’ένα περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης, αλά τώρα δε λειτουργέι πια. Στην έκθεση αυτήν υπήρχαν κυρίως ασπόνδυλα, αλλά εκτίθεντο και λίγα ερπετά. Ο γενειοφόρος δράκος έλειπε εκείνη τη στιγμή από το τερράριό του, το οποίο ήταν ανοιχτό, κι αργότερα πετύχαμε έναν από τους υπεύθυνους της έκθεσης να τον κρατά και να τον δείχνει στον κόσμο. Τον έδωσε και σ’εμένα, και εντυπωσιάστηκα από το παράξενο πλατύ του σώμα, το δέρμα του που μου θύμησε χελώνα ξηράς και την ήρεμη στάση του. Ήταν ζεστός, επειδή ήταν ήδη θερμασμένος από τη λάμπα του. Αργότερα το feeders.gr, ένα μοναδικό pet shop με εξειδίκευση στα ερπετά, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι για τα ζώα μου, είχε φέρει ένα γενειοφόρο δράκο, νομίζω στις αρχές του 2014. Ήταν από μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece, όπου είμαι γραμμένος, την οποία θα μπορούσα να προλάβω εγώ, αλλά τελικά δεν έκανα καμία κίνηση. Ήταν τότε ένας μικρός θηλυκός γενειοφ΄όρος δράκος, τον οποίο είχα ταΐσει με φύλλα ζοχού από το χέρι μου. Όταν μεγάλωσε, μπήκε σε ένα πολύ μεγαλύτερο ξύλινο τερράριο με περισσότερα κλαδιά κι έναν ακόμα δράκο, ο οποίος υποτίθεται θα την γονιμοποιούσε, αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν θηλυκό. Τα θυμάμαι και τα δύο μαζί, να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και να λιάζονται το ένα πάνω στο άλλο ή σχεδόν πάνω στο άλλο. Το ένα θα ήταν το πιο κυρίαρχο της περιοχής και θα έπαιρνε την ψηλότερη θέση, αλλά υπήρχε αρκετός χώρος και ζέστη και για τα δύο. Είχαν τα κεφαλάκια τους στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, και ήταν ζεστά και χαρούμενα. Τελικά έδωσαν το δεύτερο θηλυκο, και κράτησαν το αρχικό, το οποίο έχουν και τώρα ως μέλος της συλλογής, δηλαδή δε διατίθεται προς πώληση. Υπάρχουν άλλοι δράκοι που διατίθενται. Έπειτα προσπάθησαν να το ζευγαρώσουν με αρσενικό, αλλά δε γονιμοποιήθηκε, ίσως από την έλλειψη νάρκης και στα δύο. Είναι ένα σχετικά μικρό, πολύ στρουμπουλό δρακάκι με ουρά κομμένη προς το τέλος, και ίσως και καμένη. Είναι πολύ ήσυχο, και θυμάμαι ότι ακόμα κι αν το έβγαζα και το κρατούσα πάνω στην παλάμη μου έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα άνετα. Παρόλα αυτά, τυχαίνει μερικές φορές να μη θέλει να το ενοχλούν, οποτε τινάζεται προς τα πίσω ή και κλωτσάει με το πίσω πόδι αν της πιάσεις το κεφάλι! Έχει τύχει επίσης να δαγκώσει στιγμιαία αν περιμένει φαγητό. Από τότε αποφάσισα ότι ο γενειοφόρος δράκος είναι από τα καλύτερα ερπετά. Παρόλα αυτά, νόμιζα πως θα αντιμετώπιζα αρκετές δυσκολίες με το μέγεθός τους και με την εγκατάσταση των λαμπτήρων.

Η ευκαιρία μου δόθηκε το Νοέμβριο του 2014, οπότε ένα μέλος του φόρουμ ανέβασε αγγελία όπου πουλούσε έναν θηλυκό γενειοφόρο δράκο δύο ετών, επειδή θα έφευγε στο στρατό και δεν είχε κάπου να τον δώσει. Ήταν σχετικά μικρός, στα 35 εκατοστά, αρκετά γεμάτος, τρεφόταν με λαχανικά κι έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, και γενικώς φαινόταν υγιής. Μετά από λίγη σκέψη, αποφάσισα να επικοινωνήσω με τον κάτοχο για περαιτέρω πληροφορίες, και τελικά αποφάσισα να τον πάρω. Επειδή όμως δεν είχα έτοιμο το τερράριό του και χειμώνιαζε, ζήτησα από τον κάτοχό του να τον βάλει σε νάρκη. Αν και φοβήθηκε αρκετά επειδή δεν είχε πρότερη εμπειρία, στις 21 Νοεμβρίου του έβαλε ασθενέστερη λάμπα και σταμάτησε να τον ταΐζει, μέχρι ν’αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου του. Ο δράκος από μο΄νος του μετά απέφευγε τη ζέστη, και παρέμενε στα δροσερά σημεία. Περιήλθε στην κατοχή μου στις 30 Νοεμβρίου, οπότε τον πήρα σ’ένα μικρό χάρτινο κουτί, όπου ήταν και η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας του. Ήταν όπως μου τον περιέγραφε, υγιής, και με τη μεζούρα ήταν ακριβώς 35 εκατοστά. Το άκρο της ουράς του ήταν λίγο κομμένο στο τέλος, προφανώς αποτέλεσμα κανιβαλισμού όταν ήταν μικρή, και η αριστερή σειρά πλευρικών αγκαθιών διακοπτόταν περίπου στη μέση, με λίγο κοντότερες φολίδες, πιθανόν γενετικό ή επωαστικό ελάττωμα. Ευθύς τον έβαλα σ’ένα κουτί Ικέα με κάποιες τρύπες μήκους 33 εκατοστών περίπου, το οποίο είχα γεμίσει με λωρίδες χαρτιού μπρέιλ για να κοιμηθεί. Εκεί πέρασε τους επόμενους τρεις μήνες, συνήθως σε μια γωνία με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τοίχωμα. Περιοδικά τον έβγαζα για να του δώσω νερό, αλά δεν έπινε πάντα. Ήταν παγωμένος και δεν έκανε καμία εκούσια κίνηση, πέρα από κανένα συρτό βήμα αν τον ενοχλούσα αρκετά. Κάποιες φορές φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι, και τον αναποδογύριζα για να δω αν ζει και γυρίσει. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο γύριζε. Το όνομά της ήταν προκαθορισμένο από πριν, Αναμπέλα. Για κάποιον λόγο, πιστεύω πως αυτο΄το όνομα ταιριάζει σε θηλυκό γενειοφόρο δράκο ή κάποια παρόμοια σαύρα. Έτσι είχα προτείνει να ονοματιστεί και ο δράκος του Feeders, αλλά ο Fogo την έβαλε Ζίνα, απορρίπτοντας πλήρως την πρότασή μου. Εντελώς συμπτωματικά, ο προκάτοχός της την έλεγε Μπέλα, κι εγώ χρησιμοποιώ και τα δύο ονόματα εναλλάξ. Το μόνο πρόβλημα είναι το πώς γράφεται το όνομα, γιατί το έχω βρει και στους τέσσερις πιθανούς συνδυασμούς. Τελικά, για να μην υπάρχει σύγχυση, αποφάσισα αυθαίρετα ότι με ελληνικούς χαρακτήρες θα το γράφω με ένα ν και ένα λ, ενώ με λατινικούς με δύο n και δύο l, αν και συχνά το έχω γράψει και με μονά σύμφωνα. Με την Άναμπελ του θρίλερ δεν έχει καμία σχέση, την οποία άλλωστε δεν γνώριζα όταν την ονοματοδότησα. Επίσης την λέω χαϊδευτικά Μπελίτσα, Άναμπελ, Μικρή Μπλουπ, Λιμπίτσα, μπαλίτσα, Μπελού, Λου, Στρουμπουλίνα κλπ. Έτσι απέκτησα και το τρίτο μου ζώο και το δεύτερό μου ερπετό, μετά το κουνέλι τη Λίμπο, και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) το Βαρώνο.

Ενώ λοιπόν η Μπέλα κοιμόταν, η τύχη της δούλευε. Κατασκευάζαμε το τερράριό της, μία κατασκευή με πυθμένα και σκελετό από κόντρα πλακέ θαλάσσης με πλέξι γκλας για τζάμια και από τις τέσσερις πλευρές, συρόμενες πόρτες μπροστά, στις οποίες προσάρμοσα ειδική κλειδαριά από το Feeders κι από πάνω σίτα. Ανοίξαμε τρύπα στο πίσω ξύλο και βιδώσαμε μια θέση για τη λάμπα uvb, ενώ αφήσαμε και μια τρίγωνη οπή πίσω αριστέρα για τη θερμαντική λάμπα, η οποία βρισκόταν σε φωτιστικό που βίδωνε στο ξύλο. Η κατασκευή του τερραρίου ήταν χειρότερα απο΄της Άρτας το Γεφύρι, αφού κάναμε πάνω από δύο μήνες να το φτιάξουμε με τον πατέρα μου. Δε βρίσκαμε κάποιο συγκεκριμένο υλικό, το αναβάλαμε κλπ. Χρησιμοποιήσαμε και ξυλόκολλα καί πλήθος βιδών, και νομίζω πως το κατασκευάσαμε πολύ πιο σταθερό απ&’ό,τι χρειάζεται, πραγματικό overengineering. Οι διαστάσεις του είναι 65χ45χ45, ιδανικές για το δράκο των 35 εκατοστών, αλλά ίσως να είναι λίγο μικρό για το σημερινό του μέγεθος, αν και δεν πρόκειται να το αλλάξω, αφού υπάρχουν αρκετά κλαδιά και στοιχεία που αυξάνουν το διαθέσιμο χώρο, συχνά τον βγάζω έξω, και ο δράκος δε φαίνεται να έχει πρόβλημα με το περιβάλλον του. Εσωτερικά τοποθετήσαμε τρία κλαδιά, ένα μεγάλο κλαδί δάφνης από κάτω δεξιά έως πάνω αριστερά, το οποίο στο τέλος είναι επίπεδο και χρησιμεύει ως σημείο λιασήματος, ένα κοντότερο κλαδί δάφνης από πίσω δεξιά που στηρίζεται στο μεγάλο κλαδί, κι ένα κομμάτι θαλασσόξυλο από κάτω αριστερά που στηρίζεται κι αυτό στο μεγάλο κλαδί. Είχα κι ακόμα ένα μικρό θαλασσόξυλο στη μέση που στηρίζόταν ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ, έπεφτε και τελικά το έβγαλα. Τώρα έχω ένα κλαδί ιβίσκου, το οποίο θα τοποθετήσω μπροστά αριστέρά προς πάνω δεξιά, ώστε να εκμεταλλευτώ κι εκείνη τη γωνία. Φτιάξαμε επίσης μια κρυψώνα, η οποία είναι μία ορθογώνια χαμηλή ξύλινη κατασκευή 32χ25χ9 περίπου, με ένα άνοιγμα αριστερά, και καταλαμβάνει το χώρο πίσω κι αριστερά. Μέσα στο τερράριο έχω βάλει κι ένα πήλινο μπολ από γιαούρτι για τροφή ή νερό, αλλά σπάνια το χρησιμοποιώ. Ως υπόστρωμα έχω χαρτόνι ως βάση και 4-5 στρώσεις χαρτιού μπρέιλ από πάνω, με ένα ή δύο φύλλα χαρτιού επίσης πάνω στην κρυψώνα.

Ο προκάτοχός του το είχε λοιπόν σε ένα γυάλινο τερράριο με υπόστρωμα άμμου κι ένα κλαδί για να σκαρφαλώνει και να λιάζεται. Υπήρχε λάμπα uvb και θερμαντική, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία μόλις στους 32 βαθμούς, παρόλα αυτά την έβγαζε συχνά έξω στον ήλιο. Υπήρχε ακόμα και κόκκινη θερμαντική λάμπα νυκτός (φωτεινές λάμπες για το βράδυ δεν προτείνονται). Δε χρησιμοποιούσε χρονοδιακόπτη ή θερμοστάτη. Την τάιζε χόρτα και λαχανικά, αλλά και διάφορα έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία έπαιρναν τα κατάλληλα συμπληρώματα. Ο δράκος ήταν υγιής, πολύ ήσυχος, και συχνά τον έπαιρνε πάνω του όταν έβγαινε έξω, δεμένο με ειδικό λουράκι για να μη φύγει κατά λάθος. Πολλά πράγματα άλλαξαν ωστόσο μόλις τον πήρα εγώ. Τον αγόρασε από κοινό pet shop το Δεκέμβριο του 2012, όταν ήταν μόλις δύο μηνών, οπότε θα κλείνει χρόνο κάθε Οκτώβριο. Φέτος οπότε έκλεισε τα τρία της χρόνια.

Στα μέσα του Φεβρουαρίου λοιπόν είχε λίγο ζεστο΄καιρό, και ο δράκος πήγε να ξυπνήσει, αλά αμέσως μετά οι θερμοκρασίες έπεσαν πάλι και κοιμήθηκε. Τον ξύπνησα στις 2 Μαρτίου του 2015, ενώ είχε ήδη αρχίσει να ξυπνά, αφού άρχισε να γαντζώνεται με τα νυχάκια του από μόνη της όταν την σήκωνα. Την έβγαλα έξω στον ήλιο το απόγευμα, ενώ φυσούσε, και τότε συνέβη και το πρώτο κακό: Κάποιο πουλί έκανε κύκλους από πάνω της, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι στόχευε αυτήν ή ήθελε να την φάει, πάντως φοβήθηκα. Πιο αργά την έβαλα σ’ένα πιάτο γλάστρας με λίγο χλιαρό νερό για ενυδάτωση, αλλά δυσαρεστήθηκε. Δεν ήπιε καθόλου νερό, αλλά σήκωσε ψηλά το κεφάλι και την ουρά της για να μη βρέχεται τόσο. Μετά φαινόταν να έχει αρκετή αδυναμία, και κινούταν με τρόμο. Το βράδυ την έβαλα μέσα στο νέο της χώρο, αλλά από τα κλαδιά κατέβηκε κάτω. Η επόμενη μέρα όμως ήταν εφιαλτική γι'αυτήν. Μόλις κατάλαβε ότι βρίσκεται σ’ένα εντελώς νέο περιβάλλον, χωρίς κάτι οικείο κοντά της, πανικοβλήθηκε. Δεν ανέβαινε στη λάμπα της να ζεσταθεί, αλλά έτρεχε από τη μία άκρη του τερραρίου στην άλλη, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στις γωνίες ή στο τζάμι. Μόλις εγώ έκανα απότομες κινήσεις, προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο τζάμι, ενώ μαύριζε λίγο τα γένια της. Τελικά την ανέβασα πάνω στη λάμπα, φοβούμενος ότι δεν ξέρει το δρόμο, αλλά αργότερα κατέβηκε. Άφησε αρκετό σχεδόν άοσμο υγρό, που μάλλον θα ήταν τα πρώτα ούρα που κρατούσε κατά τη νάρκη. Το απόγευμα την ξανανέβασα και της έδωσα λίγο μαρούλι, το οποίο πήγε να δοκιμάσει, αλλά δεν το έφαγε. Φοβόμουν ότι το τερράριο δεν ήταν σωστό και ο δράκος θα ήταν για πάντα έτσι, αλά διαψεύστηκα, αφού την επόμενη μέρα είχε κιόλας συνηθίσει και ήταν ήρεμη. Τελικά είχε δίκιο ο προκάτοχος που μου έλεγε ότι δεν την ενοχλεί τίποτα. Λιαζόταν ήσυχα κάτω από τη λάμπα της, κι έφαγε και το πρώτο της γεύμα – έναν γεωσκώληκα, έξι προνύμφες σκαθαριού Pachnoda, καθώς και μία που ΄μόλις είχε κανει κουκούλι και δεν πρόλαβε να μεταμορφωθεί, λίγα φύλλα από ραπανάκι, λίγο μαρούλι και σχεδόν ένα άνθος πανσέ. Έτρωγε ακόμα αργά, επειδή η θερμοκρασία της δεν ήταν η κατάλληλη. Αφόδευσε τη μεθεπόμενη μέρα κι άρχισε να τρώει κανονικά έκτοτε. Επειδή δεν είχα πολλά έντομα, της έδινα κυρίως χόρτα. Έδινα ό,τι πλατύφυλλο έδινα στην κουνέλα μου, όπως ζοχό, μολόχα, νεαρή κολλιτσίδα, αλσήνη, περδικάκι, άνθη πανσέ, φύλλα από ραπανάκι, μαρούλι, κι όταν άρχισαν να βγαίνουν, φύλλα ιβίσκου και φύλλα μουριάς. Η Μπέλα τα έτρωγε όλα, κόβοντας προσεκτικά τα φύλλα από βλαστούς. Έδινα επίσης και κατσαρίδες Αργεντινής, τις οποίες άρπαζε αμέσως, και μια φορά της έδωσα και μια μικρή πλατιά κατσαρίδα Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), η οποία ήταν η τελευταία μου. Της είχα αγοράσει από το Feeders γεωσκώληκες κι επίσης προσπάθησα να της δώσω σαλιγκάρια, και οι δύο τροφές με αρκετό νερό και ασβέστιο, αλλά δεν τα δεχόταν, μάλλον επειδή ήταν βλενώδη, αν και μετά από αρκετούς μήνες άρχισε να τα δέχεται. Μόλις μάσησε λίγο το πρώτο σαλιγκάρι το έφτυσε αμέσως. Στις 23 Απριλίου λοιπόν ήρθαν τα πολά έντομα. Της πήρα από το Feeders 10 ακρίδες στο στάδιο αμέσως πριν την ενηλικίωση, δηλαδή με μαζεμένα ακόμα φτερά, τις οποίες έφαγε όλες. Έφαγε επίσης 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, και 8 ή και παραπάνω γιγάντια αλευροσκούληκα. Έτρωγε πραγματικά χωρίς σταματιμό!

Την επόμενη με΄ρα, επειδή είχε φουσκώσει υπερβολικά, έφαγε μόνο ένα αλευροσκούληκο. Γενικώς για τα επόμενα ταΐσματα έτρωγε υπερβολικά, αλλά μετά η κατανάλωση τροφής επανήλθε στο φυσιολογικό. Αφόδευε κάθε 1-3 ημέρες στη γωνία της. Μόνο δύο φορές αφόδευσε στο σημείο λιασήματος, τη μία ένα μικρό περίττωμα και την άλλη ένα μεγαλύτερο ανάμεσα στα δύο ξύλα, και και τις δύο φορές δεν είχε ανέβει να ζεσταθεί. Δύο φορές τότε είχε αφοδεύσει και στο μπολ της. Τώρα έτρωγε γιγάντια και κανονικά αλευροσκούληκα, γρύλλους, κατσαρίδες Αργεντινής, φύλλα ιβίσκου και μουριάς, λίγο μαρούλι, κομματάκια καρότου κλπ. Επίσης άρχισε να τρώει σαλιγκάρια και γεωσκώληκες, τα οποία έδινα σπάνια. Οι μέρες γίνονταν καλύτερες, και μπορούσα να την βγάζω στον ήλιο καθημερινά.

Στις 15 Μαΐου, ξεκίνησε η πρώτη της έκδυση. Αντί όμως να ξεκινήσει από το κεφάλι όπως είναι το σύνηθες, ξεκίνησε από το μηρό του πίσω αριστερού ποδιού. Αρχικά το δέρμα από πάνω φούσκωσε, και είχε υφή σαν να ήταν έτοιμο ν’ανοίξει. Από εκεί σταδιακά η σαύρα άρχιζε ν’αλλάζει δέρμα στο υπόλοιπο πόδι, στη μέση, στην πλάτη, στο άλλο πίσω πόδι, στην ουρά, στην κοιλιά, και στο μπροστινό μέρος του σώματος. Η έκδυση τελείωσε περίπου στις 18 Ιουνίου, αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε άλλη, πάλι από το ίδιο σημείο, η οποία ήταν κάπως πιο αποσπασματική. Δεν βρήκα ποτέ δέρμα από τη μουσούδα της, το οποίο μάλλον θα είχε φάει, αλλά τα υπόλοιπα κομμάτια τα έβρισκα όλα. Παρόλο που δεν προτείνεται, εγώ την βοηθούσα ν’απελευθερωθεί από το παλιό της δέρμα τραβώντας προσεκτι΄κα το παλιό και ξερο΄. Το ξερό δέρμα κρεμόταν από πάνω της σαν σχισμένα ρούχα, και κάπως έπρεπε να το βγάλει. Σερνόταν κάτω για να ξεκολλήσει το δέρμα απ’την κοιλιά, και μια φορά την πέτυχα να ξύνεται με το πίσω πόδι στα πλευρά για να βγάλει το δέρμα από εκεί, σαν το κουνέλι μου. Όταν επρόκειτο ν’αλλάξει πολυ δέρμα, έτεινε να προτιμά χαμηλότερες θερμοκρασίες. Τότε της έριχνα λίγο νερό για να μαλακώσει το δέρμα, πράγμα που γινόταν σχεδόν αμέσως. Οι παρεκτροπές αυτές από την σωστή θερμοκρασία είχαν άμεση επιπτωση στον κύκλο της αφόδευσης, που έπαιρνε ως και 5 ημέρες.

Μεταξύ 27 Ιουνίου και 3 Ιουλίου, έλειπα διακοπές στην Κρήτη, και άφησα το δράκο μόνο του. Μόλις γύρισα κι άναψα το φως του δωματίου το βράδυ, ο δράκος άρχισε να κινείται αμέσως. Σκέφτηκα ότι θα πεινούσε και τον έβγαλα έξω για να του δώσω λίγα αλευροσκούληκα, τα οποία έφαγε. Την επόμενη μέρα έφαγε άλλα 45 αλευροσκούληκα, και γέμισε την κοιλιά του. Ωστόσο μια αλλαγή άρχισε να συντελείται. Η λάμπα πλέον ήταν πολύ ισχυροί για το καλοκαίρι, και οι 37 βαθμοί είχαν γίνει 46, με αποτέλεσμα ο δράκος να μην λιάζεται ακριβώς κάτω από την λάμπα, αλλά να μένει πιο πίσω. Τις επόμενες μέρες όλο και λιγότερο ανέβαινε στη λάμπα, και τελικά κρύφτηκε στην τρύπα του, βγαίνοντας μόνο πρωί κι απόγευμα, και λίγο αργότερα καθόλου. Αντικατέστησα τη λάμπα με μια των 25 w, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία στους 42 βαθμούς, αλλά πάλι δεν βγήκε. Η περιβαλλοντική θερμοκρασία ήταν 32-34 βαθμοί τη μέρα και 29-32 βαθμοί τη νύχτα. Μόλις τον έβγαζα έξω στον ήλιο, δεν άντεχε τις καυτές επιφάνειες για πάνω από ένα λεπτό, κι αφού ζεσταινόταν λίγο, έτρεχε στη σκιά. Ήταν αρκετά ληθαργική και δεν είχε διάθεση να κινηθεί μέσα στο μεσημέρι. Παρόλα αυτά η όρεξή της παρέμενε υψηλή. Έβγαινε από την τρύπα κυρίως για να αφοδεύσει, το οποίο γίνόταν περίπου κάθε εβδομάδα, αλλά μπορεί και παραπάνω, όπως κάθε 12-15 ημέρες. Επειδή τα κρατούσε πολύ καιρό, το ουρικό της οξύ στερεοποιούταν, σαν λευκός κύλινδρος των 2,5 εκατοστών, σαν κιμωλία. Τον Αύγουστο την άφησα στην κατάσταση που βρισκόταν για 21 μέρες για να φύγω, κι έφαγε μόνο δύο μικρές κι αφυδατωμένες αργεντινές κατσαρίδες στο μεσοδιάστημα.

Έως τις 10 του Σεπτέμβρη, η Μπέλα δεν καταλάβαινε και πολλά μέσα στην τρύπα της. Έτσι, όταν οι θερμοκρασιες έπεσαν, παρέμεινε παγωμένη εκεί μέσα. Σιγά-σιγά άρχισε όμως να βγαίνει μόνη της, αφού πρώτα την έβγαζα εγώ από φόβο ότι έχει πρόβλημα. Έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα και κατσαρίδες, κι αφόδευε συντομότερα, κάθε 5 ημέρες. Προσπαθούσα επίσης να την παχύνω λίγο με Pachnoda και μελοσκούληκα.

Το διάστημα εκείνο μου φάνηκε ότι η Αναμπέλα γέμισε και μεγάλωσε. Την μέτρησα με τη μεζούρα και ήταν 40 εκατοστά. Με την καλή μου φροντίδα λοιπόν, είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Το μόνο κακό από το παρατεταμένο διάστημα αδράνειας ήταν τα νύχια της, τα οποία είχαν μεγαλώσει πολύ.

Δεν πρόλαβε όμως να προσαρμοστεί στις χαμηλότερες θερμοκρασίες, επειδή αυτές έπεσαν ακόμα περισσότερο κι άρχισε η αιτιμασία για τη νάρκη. Έμενε μονίμως στην τρύπα της, κι εγώ αναγκαζόμουν να την βγάζω και να φράζω την τρύπα, ώστε να λιάζεται συχνότερα, πράγμα που όμως δεν έκανε. Ο μεταβολισμός της εντούτοις συνεχώς έπεφτε. Αφού ζεσταινόταν λίγο, κατέβαινε και έμπαινε στην τρύπα της, όπου έσκαβε στα χαρτιά σαν να προσπαθούσε ν’ανοίξει λαγούμι για να κοιμηθεί.

Στις 5 Νοεμβρίου, έφαγε το τελευταίο της γεύμα για το 2015, μία προνύμφη Pachnoda. Στο βίντεο που την έχω βγάλει, εκτός της κατανάλωσης του pachnoda, η Μπέλα κάνει βόλτες, αφοδεύει, σκαρφαλωνει, τρέχει κλπ.

τις επόμενες μέρες συνέχιζα να την βγάζω στον ήλιο, όπου λιαζόταν, ζεσταινόταν κι έκανε τις βόλτες της. Δεν έτρωγε όμως τίποτα, και μόλις της έβαζα τροφή μπροστά της, άλλαζε ευθύς πορεία.

Σιγά-σιγά όμως η δραστηριότητά της μειώθηκε και στις 21 Νοεμβρίου, όπως και πέρυσι, μππήκε επίσημα στη χειμέρια νάρκη, οπότε έσβησα τα φώτα, ΄γέμισα τη φωλιά της λωρίδες χαρτιού, και την άφησα ήσυχη. Μόνο δύο φορές την ξύπνησα, στις 9 και στις 22 Δεκεμβρίου, για να της δώσω νερό, αλλά δεν ήπιε πολύ. Έδειχνε ενοχλημένη και φούσκωνε το σώμα της. Παρακάτω έχωομαδοποιημένες κάποιες παρατηρήσεις για τη Μπέλα και το είδος γενικότερα.

Pogona vitticeps 28/4/2016

Μία καλή ιδιότητά τους είναι ότι τρώνε πολύ. Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν φαινομενικά απύθμενο στομάχι, και καταναλώνουν αρκετή τροφή σε κάθε τάισμα. Πάντοτε υπάρχει λίγος χώρος για ακόμα μια μπουκίτσα, σε αντίθεση με το λοφιοφόρο γκέκο για παράδειγμα, που άπαξ και γεμίσει το στομάχι του δε θα ξαναφάει αν δεν αδειάσει, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις – οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και συναντά αγαπημένη τροφή που έχει να φάει καιρό. Έτσι, ακόμα κι αν σκάσει στο φαγητο΄ο γενειοφόρος δράκος, συνήθως μπορώ να του δώσω ένα ακόμα εντομάκι. Οι ποσότητες που μπορεί να φάει είναι αρκετά μεγάλες: έχω μετρήσει να τρώει σε ένα γεύμα 45 αλευροσκούληκα, 22 γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms, 35 phoenix worms, 25 γρύλλους, αλλά από μεγάλα έντομα όπως ενήλικες ακρίδες και κατσαρίδες Αργεντινής γεμίζει το στομάχι του με 5-6. Αν έχει φάει υπερβολικά, μπορεί να μην πειράξει καθόλου ένα μεγάλο έντομο, αλλά μπορεί να φάει κάποιο μικρότερο, που χωράει στο στομάχι. Η όσφρηση παίζει κάποιον ρόλο στην όρεξη, αφού όταν έχει ήδη χορτάσει και ζουλίξω ένα superworm και το βάλω κοντά στη μύτη του, ώστε να μυρίσει τους χυμούς του, είναι πιο πιθανό να το φάει. Το ίδιο ισχύει και με τα φυτά, αλλά λιγότερο, αν δηλαδή πιέσω το φύλλο ενός ζοχού ή κάποιου άλλου αγαπημένου φύλλου είναι λίγο πιο πιθανό να το φάει. Προτιμά τα έντομα περισσότερο από τα φυτά, και η ποσότητα των τελευταίων που θα καταναλώσει σε ένα γεύμα είναι πολύ μικρότερη των εντόμων, απλώς φαίνεται πολύ επειδή έχουν μεγαλύτερο όγκο. Γι’αυτό προσπαθώ ακκομα και σε γεύματα με φυτά να περιλαμβάνω αρκετά έντομα. Αν θέλω να φάει περισσότερα φύλλα από έντομα, πρώτα δίνω τα φύλλα, και μετά τα έντομα. Αν δε θέλει να φάει φύλλα κάνω πως τα παίρνω μακριά, ή την σπρώχνω λίγο προς αυτά, και μπορεί να φάει. Άλλες φορές που πήγε να τα πάρει ο αέρας βιάστηκε κι έφαγε μερικά. Είναι ένας κανονικός κυνηγός ενέδρας όπως τον περιγράφουν τα βιβλία, που δεν σπαταλά αχρείαστα ενέργεια. Αν για παράδειγμα ένα έντομο έρχεται προς το μέρος του, περιμένει να έρθει κοντά και μετά το πιάνει, και μόνο αν απομακρύνεται απ’αυτόν τρέχει να το πιάσει. Όλα τα έντομα και τα υπόλοιπα κινούμενα τα πιάνει αποκλειστικά με τη γλώσσα του, η οποία μπορεί να ξεσκαλώσει κάθε έντομο, ακόμα και τα μεγαλύτερα κι αυτά που έχουν σκαρφαλώσει κάπου ή είναι γαντζωμένα ανάποδα από κάποιο αντικείμενο. Μπορεί να του ξεγλιστρήσει κάποιο έντομο αν βρίσκεται πάνω σε ολισθηρή επιφάνεια όπως μάρμαρο και είναι λείο όπως ένα αλευροσκούληκο, αλλά σπάνια. Μπορεί ακόμα και να πιάσει τροφή από την επιφάνεια του νερού, αφού μια φορά που έριξα δύο superworms στο μπολ που είχα γεμίσει νερό, τα έπιασε χωρίς δυσκολία. Παρόλα αυτά δυσκολεύεται να ξεκολήσει πιο γλοιώδεις και ελαστικές τροφές, όπως τα σαλιγκάρια ή τα σκουλήκια, τα οποία, αν δεν τα πιάσει μετά από μερικά χτυπήματα, συνήθως τα αφήνει ή και αρχίζει να τα αποφεύγει. Ίσως να μην είναι η φυσική του τροφή – σίγουρα θα σπανίζουν στις ξερές περιοχές που ζει -, γι’αυτό δυσκολεύεται. Επίσης αν είναι πολύ βλενώδη θα τα αφήσει. Αφού λοιπόν στοχεύσει το έντομο, αστραπιαία εκτινάσσει τη γλώσσα του, το πιάνει, το βάζει στο στόμα του και το μασάει γρήγορα. Μασάει τα σκληρά έντομα πολύ περισσότερο από τα μαλακά. Για παράδειγμα ένα μικρό αλευροσκούληκο θα το φάει αμέσως, ενώ ένα σκαθάρι Pachnoda θα το μασάει αρκετή ώρα, και ακόυγεται σαν να τρώει πατατάκι (χρατς χρατς χρατς). Όταν συναντά πολλά μικρά έντομα, με μικρές χειρουργικές κινήσεις τα μαζεύει όλα. Δε φαίνεται εντούτοις να έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, την ικανότητα δηλαδή να συμπεραίνει ότι αν ένα αντικείμενο εξαφανιστεί, εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλά ζώα μπορούν να καταλάβουν ότι κάτι σταθερό που δε βλέππουν υπάρχει, αλλά αυτό το μαθαίνουν από μνήμης. Σχετικά λίγα μπορούν να καταλάβουν ότι όταν ένα αντικειμενο εμφανίζεται στιγμιαία και χάνεται, μπορεί να είναι ακόμα εκεί. Αν ένα έντομο δηλαδή φύγει από το οπτικό του παιδίο, παύει ν’ασχολείται. Εξαίρεση όμως αποτελεί η αντίδρασή του στα πολλά έντομα που χάνονται συγχρόνως, περιστατικό που έχει συμβεί δύο φορές, μέσα στο τερράριό του. Την πρώτη του έριξα αρκετές κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara). Είναι πολύ γρήγορες, και ήταν η πρώτη φορά που αστόχησε, τουλάχιστον για όσο την είχα εγώ. Η κατσαρίδα έφυγε, και το ίδιο έκαναν κι όλες οι υπόλοιπες. Ο δράκος τότε παρέμεινε στη μέση του χώρου με το κεφάλι τεντωμένο, έτοιμος ν’αντιδράσει ακαριαία. Με την παραμικρή κίνηση έκανε μικρά, νευρικά βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Τελικά άρχισαν να ξαναβγαίνουν και τις μάζεψε όλες. Τη δεύτερη φορά είχα αφήσει γρύλλους, όμως τώρα δεν αστόχησε, αλλά έπιασε τον έναν και οι άλλοι κρύφτηκαν. Πάλι περίμενε με τις αισθήσεις του οξυμένες, κι ό,τι έβγαινε το άρπαζε. Όπως έχει παρατηρηθεί και μ’άλλα εντομοφάγα, ωφελείται από την ποικιλία τροφών και τρώει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό νέα έντομα. Παρόλα αυτά αν είναι αρκετά μεγάλα έχει επιφυλάξεις, και τα παρατηρεί για λίγο παραπάνω. Μία λιβελούλα που του έδωσα την έφαγε αφού πέταξε λίγο, ενώ μια τεράστια κάμπια σφίγγα (hornworm) την παρατηρούσε ακόμα περισσότερο. Μετά γύρισε, την χτύπησε με τη γλώσσα του, αλλά έκανε λάθος υπολογισμό και δεν τη σήκωσε. Με την δεύτερη προσπάθεια ωστόσο την έπιασε και την έφαγε. Δείτε πώς κυνηγά κατσαρίδες Αργεντινής:

Τα φυτά τα τρώει διαφορετικά από τα έντομα. Στην περίπτωση αυτήν δε χρειάζεται να βιαστεί, κι απλώς τα πλησιάζει, τα παίρνει με το στόμα του και τα μασά πιο αργά, μετακινώντας τα προς το πίσω μέρος του στόματος. Όταν έχει πάρει αρκετά μεγάλη μπουκιά, μ’ένα δάγκωμα ακριβείας την αποκόπτει από το υπόλοιπο φυτό. Το ποσό που θα κόψει εξαρτάται από τη σκληρότητα του φύλλου. Από ένα αμπελόφυλο θα κόψει μόνο μια γωνία, επειδή είναι σκληρό, από ένα μαρουλόφυλλο μεγαλύτερο κκομμάτι, κι ένα φύλλο αγκουριάς θα το φάει ολόκληρο, ακόμα κι αν είναι μεγαλύτερο από το κεφάλι του, γιατί είναι πολύ εύκαμπτο κι ελαφρύ και διπλώνεται. Κόβει με εκπληκτική ακρίβεια τα ελάσματα των φύλλων, αφήνοντας μόνο τους μίσχους ή τα σκληρότερα μέρη του φύλλου. Μπορεί επίσης ν’αφήσει λίγα χιλιοστά ελάσματος πάνω στο μίσχο. Τα άνθη συνήθως τα τρώει ολόκληρα, αν και μπορεί ν’αφήσει τον κάλυκα μερικές φορές. Δεν ξέρω κατά πόσο το είδος είναι προσαρμοσμένο να τρώει αγρωστώδη χόρτα, επειδή είναι πολύ ινώδη και μόνο εξειδικευμένα φυτοφάγα σ’αυτά τα τρώνε, αλλά σπάνια του έχω δώσει λίγα φύλλα και μερικές φορές τα έφαγε. Γενικώς οι προτιμήσεις του στα πλατύφυλλα αγριόχορτα και φύλλα συμπίπτουν μ’αυτές της κκουνέλας μου. Και τα δύο τρώνε πολύ μαρούλι, πικραλίδα, ζοχό, περδικάκι, μολόχα, αλσήνη, πανσέ, ιβίσκο, λίγο λιγότερο αμπελόφυλλα και λιγότερο μουρόφυλλα, τα οποία περιέχουν και γάλα. Παρόλα αυτά δε συγκινείται από τις γλυκές οσμές των λουλουδιών των εσπεριδοειδών ή της ψευδακακίας, τα οποία τρώει αμέσως η κουνέλα, ούτε φαίνεται να προτιμα ιδιαίτερα τα μυρωδικά φυτά, όπως τα φύλλα των εσπεριδοειδών, το βασιλικο΄ή το γεράνι, από τα οποία τρώει μόνο λίγο. Ίσως να τα ξεχωρίζει με την όσφρηση και να μην τα δέχεται. Από την άλλη, το χρώμα παίζει αρκετό ρόλο, γι’αυτό τρώει εύκολα άνθη ιβίσκου ή πετούνιας, και τα λαμπερά σκαθάρια Pachnoda. Ίσως η εμφάνιση της τροφής να είναι στους αγαμίδες ότι η οσμή και η γεύση είναι σ’εμάς και στα περισσότερα θηλαστικά. Παρόλα αυτά δεν την κατάφερα ποτέ να φάει φρούτα, ούτε καν ολοκόκκινες ζουμερές φράουλες, αν κι άλλοι δράκοι τρώνε. Ούτε επίσης έχει φάει πολλά λαχανικά, εκτός από κάποιες λεπτές φέτες καρότου σπάνια. Άλλη φορά δοκίμασα να του δώσω κολοκυθόσπορους, μήπως και τους φάει, αλλά δεν τους άγγιξε. Ο δράκος φανερώνει αισθητά τις προτιμήσεις του, κι όπως έχει στα φυτά, έχει και στα έντομα. Για παράδειγμα προτιμά τις ακρίδες και τις κατσαρίδες Αργεντινής από τα αλευροσκούληκα. Μια φορά περίπου σηκώθηκε στα δύο για να πιάσει μια ακρίδα! Τα αγαπημένα φαγητά μπορεί να τα φάει ακόμα κι αν είναι χορτάτη. Οι προτιμήσεις των διάφορων δράκων δεν είναι ωστόσο οι ίδιες. Ο δράκος στο feeders.gr τρελαίνεται για τα χωανοειδή άνθη της κάμψης (Campsis radicans), αλά η δική μου δεν τα έχει φάει σχεδόν ποτέ. Και όσον αφορά το ασβέστιο, πλέον σπάνια πασπαλίζω τα έντομα, αφού τρώει και σκέτο ασβέστιο. Της δίνω σπασμένο κόκκαλο σουπιάς ή όστρακο σαλιγκαριού, κι αρκετές φορές το τρώει. Επίσης δοκιμάζει και μερικές φορές καταπίνει χαλικάκια κατά τις περιπλανήσεις της. Την τροφή σπάνια την βάζω στο μπολ, συνήθως μόνο όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω. Συνήθως τα έντομα τα αφήνω μπροστά της ή αν είναι κινητικά ελεύθερα, και τα φυτά σε μια γωνία, ενώ συχνά την ταΐζω εκτός τερραρίου.

Το είδος έχει εκπληκτική ικανότητα διαχωρισμού των ζωικών από τις φυτικές τροφές. Ποτέ δεν τρώει ακίνητα έντομα, ούτε επιτίθεται σε κινούμενα φυτά σαν να ήταν έντομα. Μερικοί δράκοι τους οποίους οι κατοχοί τους μαθαίνουν από μικρούς να τρώνε χόρτα κινώντας τα σαν έντομα μπορεί να μπερδεύονται, αλλά γενικά τα ξεχωρίζουν. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω την Αναμπέλα με κινούμενα χόρτα. Μπορει να πάρει ένα κομμάτι αν αρχίζουν τα χόρτα να φεύγουν από μπροστά της, αλλά δε θα το κυνηγήσει σαν έντομο. Ομοίως δεν έφαγε ακίνητο έντομο ποτέ, αν και σ’αυτήν την περίπτωση είναι ευκολότερο να την κοροϊδέψω κουνώντας ένα νεκρό έντομο. Αυτό πιάνει ακόμα και για ζωικές τροφές με διαφορετικό σχήμα, όπως με σαλιγκάρια που είναι μέσα στο κέλυφός τους, οπότε θα πρέπει να έχει κάποιον τρόπο που τα ξεχωρίζει. Πιστεύω πως είναι περισσότερο θέμα σχήματος παρά μυρωδιάς. Έντομα που έχει κόψει κι αφήσει δε θα τα φάει, εκτός κι αν κινούνται. Τυχαίνει μερικές φορές να της πέσει ένα κομματάκι από κάποιο μακρύ superworm καθώς το μασάει, αλλά δε θα το αγγίξει. Αν όμως εγώ το κινήσω έστω και απειροελάχιστα, θα το φάει αμέσως. Όπως και σχεδόν όλες οι εντομοφάγες σαύρες, επιτίθεται μόνο σε κινούμενους στόχους. Τώρα που λέω για εξαπάτηση, είναι πολύ δύσκολο να κοροϊδέψω τη Μπέλα γενικώς. Πλέον ξέρει ότι μέσα στα διαφανή κουτάκια υπάρχουν έντομα, και τρέχει προς το μέρος τους να φάει. Αν για παράδειγμα την ταΐζω έντομα κάτω, κι έχω ένα κουτί πιο πέρα, μόλις το αντιληφθεί θα τρέξει εκεί που έχει τα περισσότερα, κι αν γίνει αυτό, είναι δύσκολο να το κρύψω, αφού και πίσω μου αν το βάλω θα το ακολουθήσει αμέσως. Μόλις όμως συναντά ένα τέτοιο μαγικό κουτί τρελαίνεται. Απ’ό,τι φαίνεται, δεν έχει πλήρη αντίληψη των διαφανών φραγμών και προσπαθεί επανειλημμένα να πιάσει έντομα έξω από το πλαστικό. Την έχω μάθει ν’ανεβάζει το κεφάλι της για να τρώει από πάνω, αλλά όταν πεινάει θα το ξεχάσει. Όταν τρώει από ένα κουτί, βρίσκεται σε απόλυτη χαρά. Τρώει τα πάντα και όσο πιο πολλά μπορεί. Τα ρεκόρ κατανάλωσης εντόμων που ανέφερα παραπάνω τότε γίνονταν. Μερικές φορές μπορεί να πάρει μαζί με το έντομο και υλικό που δεν τρώγεται, το οποίο φτύνει αμέσως. Πιθανότατα έχει τέτοια αντίδραση στο φαγητό, επειδή στην έρημο δεν έχει πάντοτε τροφή, αφού τη μία μέρα μπορεί να έχει παντού έντομα επειδή έβρεξε, ενώ την επόμενη να μην έχει απολύτως τίποτα, και η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί για έναν μήνα για παράδειγμα.

Επειδή η κοιλιά τους είναι πλατιά και οι κοιλιακοί τους λεπτοί, μπορείτ εεύκολα να εκτιμήσετε την κατάστασή τους, ώστε να καταλάβετε αν έχουν φάει καλά ή η τροφή έχει ήδη μεταβεί στο έντερο. Εγώ ψηλαφίζω κάποια σκληρά μέρη στην δεξιά πλευρά της κοιλιάς προς τα μπροστά, όπου βρίσκεται το στομάχι, τα οποία είναι οι τροφές. Όταν αυτά είναι πολλά, σημαίνει ότι ο δράκος έχει φάει καλά. Αν υπάρχει μια μπάλα προς τη μέση της κοιλιάς, σημαίνει ότι η τροφή έχει ήδη εισέλθει στο έντερο. Όταν είναι πιο πίσω έχει ήδη γίνει κόπρανα και βαίνει προς αποβολή, αλλά εκεί είναι δύσκολο να ψηλαφιστεί. Απλώς μπορώ να καταλάβω ότι έχεσε, αν προηγουμένως ήταν λίγο πρησμένη, και μετά ξεφούσκωσε, κι αυτό μόνο για μεγάλα περιττώματα. Όταν τρώει έχω προσέξει ότι λιάζεται περισσότερο για να χωνέψει, αλλά αυτό φαίνεται περισσότερο σε ψυχρότερες μέρες, αφού γενικά λιάζεται πολύ. Συνήθως παίρνει πάνω από 24 ώρες για να φύγει η τροφή από το στομάχι. Η γωνία της αφόδευσης βρίσκεται μπροστά και δεξιά. Όταν τα έχει κάνει, φεύγει συνήθως στην αντίθετη πλευρά, και συνήθως κατάλαβα ότι αφόδευσε, επειδή έχει ανακατέψει όλα τα χαρτιά από εκεί, ενώ άλλες φορές ανεβαίνει και λιάζεται. Έπειτα αλλάζω το χαρτί, και όσες στρώσεις από κάτω έχουν λίγη υγρασία, συνήθως 3-4, και το αντικαθιστώ. Μπορεί επίσης ν’αφοδεύσει έξω, όπου έχει επιλέξει ως επί το πλείστον τρεις περιοχές, τη μια δίπλα στο σιφώνι, την άλλη κοντά στην πόρτα και την άλλη κοντά στον καυστήρα του αερίου, κάτω από τον οποίο κρύβεται ή σκαρφαλώνει στους σωλήνες του. Συνήθως την προλαβαίνω και βάζω χαρτιά στο σημείο που θα τα κάνει, κι έτσι αλλάζω χαρτιά στο τερράριο σπανιότερα. Όταν πρόκειται ν’αφοδεύσει, μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, να τρέχει από τη μία μεριά στην άλλη, να μη θέλει να τη σηκώνω, και να φουσκώνει την κοιλιά της επειδή σφίγγεται. Μετά πηγαίνει σ’ένα σημείο, ανοίγει τα πίσω της πόδια, σηκώνει την ουρά, ανοίγει την αμάρα κι αποβάλλει το περίττωμα. Μετά απ’αυτό διπλώνει προσεκτικά την ουρά στο πλάι και πηγαίνει πιο πέρα. Δεν έχει πατήσει ποτέ τα περιττώματά της. Συνήθως κάνει μόνο μία κουτσουλιά, αλλά έχει τύχει να κάνει δύο, και δύο φορές τρεις.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, δεν έχω να πω πολλά καλά λόγια. Είναι τεμπέλα σε σχέση με άλλους δράκους, και ώρες ώρες πιστεύω πως έχει κάποιο πρόβλημα στο μικρό της κεφαλάκι. Ο δράκος στο Feeders για παράδειγμα τρέχει μπροστά όταν τον πλησιάζει κάποιος, μήπως και φάει, αλλά η δική μου αρκείται στο να κοιτάξει προς την κατεύθυνση κάποιου. Είναι όμως πολύ παρατηρητική, προσέχοντας και την παραμικρή κίνηση και αλλαγή γύρω της. Όταν την βγάζω έξω, μπορεί να περπατήσει λίγο και μετά κάθεται κάπου να ξεκουραστεί. Μπορέι να χωθεί κάτω από κάτι ή να μπει σε μία γωνία, απ’όπου θα βγει σε αόριστο χρόνο. Μπορεί δηλαδή να βγει μετά από λίγα δευτερόλεπτα ή μετά από κανένα μισάωρο. Μέσα στο τερράριό της δεν είναι πολύ δραστήρια, αλά όταν είναι ανεβοκατεβαίνει στα κλαδιά, πηδάει πάνω στη φωλιά της ή σε κάποιο κλαδί, χώνεται πίσω από το μπολ, μπαινοβγαίνει στη φωλιά, και σπάνια μπορεί να προσπαθήσει να βγει από το τζάμι της αριστερής πλευράς, ίσως επειδή εκεί χτυπούν τα φώτα και παραξενεύεται από τις αντανακλάσεις. Όταν είναι έξω, συνήθως κάνει βόλτες ως μακριά, και μετά επιστρέφει. Μπορεί επίσης να σκαρφαλώσει σε χαμηλά αντικείμενα, όπως ξύλα και σκούπες, ή να χωθεί πίσω από κάτι. Άλλες φορές προσπαθει ν’ανέβει στους τοίχους, όπου σταματά αφού δε μπορεί να ανεβεί ψλότερα, και κάθεται μισοανεβασμένη. Η αναρριχητηκή ικανότητά της είναι μεγάλη, και μπορεί να γαντζωθεί ακόμα κι από κατακόρυφες επιφάνειες αν έχουν το σωστό ανάγλυφο, αν και δεν το προτιμά επειδή δε νιώθει ασφαλής έτσι. Συνήθως ωστόσο την βγάζω για να λιαστεί, οπότε μένει ακίνητη κάπου, απορροφώντας τις ωφέλιμες ακτίνες του ήλιου. Έχει μερικά σημεία στα οποία προτιμά να λιάζεται, με το καλύτερο αυτό δίπλα στη μπαλκονόπορτα, όπου νιώθει ασφαλής, επειδή τα ιπτάμενα αντικείμενα δεν την ενοχλούν. Υπάρχουν κι άλλες προτιμώμενες περιοχές που συγκεντρώνουν αρκετή θερμότητα. Ακόμα κι όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, πηγαίνει εκεί περιμένοντας τον ήλιο. Άλλες φορές, όταν συννεφιάζει ο καιρός, αλλά ακόμα οι επιφάνειες είναι θερμές, κάθεται εκεί και ζεσταίνεται. Ωστόσο αν αρχίσει να κάνει κρύο, να φυσάει ή να ψυχαλίζει ανησυχεί, πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο και τελικά επιστρέφει μέσα. Όταν λιάζεται, ξαπλώνει κάτω με πεπλατυσμένο σώμα, σαν τηγανάκι, κι αφού έχει ζεσταθεί αρκετά, μαζεύεται λίγο ή πηγαίνει απευθείας στη σκιά, η οποία βρίσκεται δίπλα της. Συχνά στήνω σανίδια διαγώνια, στα οποία την ανεβάζω για να λιαστεί, αν το δάπεδο δεν έχει ακόμα ζεσταθεί αρκετά από τον ήλιο. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, αν δηλαδή βρίσκεται σε ψυχρή επιφάνεια, ανασηκώνεται και πλαταίνει το σώμα της, ώστε να τραβήξει ηλιακή ακτινοβολία χωρίς να ψύχεται από κάτω. Αγαπημένο μέρος της είναι επίσης η περιοχή κάτω από τον καυστήρα, όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται.

Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στις διαβεβαιώσεις όλων ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι αρκετά έξυπνοι. Άλλωστε στα περισσότερα βίντεο κάθονταν σε μια θέση κι έτρωγαν αυτά που είχαν μπροστά τους. Κυνηγούσαν άπιαστες δέσμες λέιζερ, χτυπούσαν τα τζάμια, και το χαρακτηριστικό για το οποίο οι άνθρωποι τους αγαπούν, ότι δηλαδή είναι τόσο ήρεμοι, δεν είναι στην πραγματικότητα δείγμα εξυπνάδας αλλά μάλλον το αντίθετο. Τι να το κάνει το μυαλό ένα ζώο που στήνεται σ’ένα βράχο στον ήλιο και περιμένει να χάψει έντομα; Παρόλα αυτά γρήγορα διαψεύστηκα, όταν είχα το δράκο μου για κάποιο χρονικό διάστημα, οπότε κατάλαβα ότι ήταν πολύ εξυπνότερος απ’ό,τι νόμιζα. Εκτός από τις ικανότητες που έχει στη διάκριση μεταξύ τροφών που ανέφερα παραπάνω, έχει και πολές άλλες ικανότητες. Έχει πολύ καλή αντίληψη του χώρου του, και γνωρίζει πού βρίσκεται το τερράριό του. Ακόμα κι αν φύγει 20 μέτρα μακριά, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως αφού έχει ζεσταθεί καλά έξω ή η θερμοκρασία πέσει, επιστρέφει αμέσως πίσω. Μπορεί ενώ κάθομαι ήσυχος στο δωμάτιο ν’ακούσω κάτι μικρά βήματα, και μόλις κοιτάξω να αντικρίσω τη μικρή Αναμπέλα που επιστρέφει. Θα μπορούσα να της βάλω μια ράμπα για να ανεβαίνει στο τερράριο μόνη της. Ακόμα κι αν κλείσω την πόρτα προς το δωμάτιο περιμένει έξω, συνήθως από τη μεριά που ανοίγει, κι αν μπορεί να την σπρώξει μπαίνει μέσα. Και από το τερράριο θέλησε κάποιες φορές να βγει έξω, ιδίως όταν επιζητούσε την ηλιακή θερμότητα. Μια φορά τον Αύγουστο, όταν κάηκε η λάμπα της, αν και είχε πολλή ζέστη και δε λιαζόταν στη λάμπα, η θερμοκρασία είχε πέσει στους 32 βαθμούς χωρίς αυτήν. Την πρώτη μέρα την βρήκα χωμένη στην τρύπα της, κάτω από τα χαρτιά, ενώ τη δεύτερη είχε βγει με το κεφάλι πάνω στη συρόμενη πόρτα, κοιτώντας προς την εξώπορτα. Επίσης γνωρίζει σε ποια σημεία είναι ασφαλές να πάει και σε ποια όχι. Αποφεύγει πάντοτε το απύθμενο σιφώνι στο μπαλκόνι, και δε σκαρφαλώνει σε επισφαλή ξύλα. Παρόλα αυτά μπορεί να πέσει από κάποιο τραπέζι, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο το κάνει εσκεμμένα λόγω χαμηλού ύψους ή έχει πρόβλημα με τον υπολογισμό των αποστάσεων. Μια άλλη φορά της είχα κάνει την εξής πλάκα: Βρισκόταν στον τοίχο πίσω από την πόρτα, και βλέποντας το μικρό άνοιγμα στους μεντεσέδες της πόρτας, ίσως νόμιζε πως μπορούσε να διαβεί από εκεί, κι έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησε να σκαρφαλώσει. Μετά εγώ απότομα έσπρωξα την πόρτα, κι αφού κοίταξε απορημένα ψηλά, έστριψε αμέσως κι έτρεξε πίσω. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω αυτό, αλλά δεν το ξαναδοκίμασε. Φέτος θα πρέπει να της μάθω το όνομά της. Θα έλεγα πως είναι λίγο λιγότερο έξυπνη από την κουνέλα μου. Για παράδειγμα αυτήν μπορώ εύκολα να την κοροϊδέψω με τροφή, ενώ την κουνέλα όχι πια. Αν για παράδειγμα θέλω να βάλω το κουνέλι πίσω στο κλουβί κι αυτο΄το αντιληφθεί αλλά δε θέλει να μπει μέσα, και προσπαθήσω να το δελεάσω με τροφή, θα πλησιάσει προσεκτικά, θα την πάρει και θα πάει να την φάει αλλού. Το δράκο μπορώ να του ρίχνω τροφή μπροστά του σε διάφορα σημεία, ώστε να συμπληρώσει έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του, αν και για να είμαι ηλικρινής δεν έχω προσπαθήσει να δελεάσω το δράκο με τροφή τόσες φορές όσο το κουνέλι για να είμαι σίγουρος ότι δε θα το καταλάβει. Σε σχέση με λιγότερο έξυπνα ζώα όπως το λοφιοφόρο γκέκο, είναι πιο ευπροσάρμοστη. Αν για παράδειγμα το γκέκο συνδυάσει ένα γεγονός με κάτι κακό, θα δυσκολευτεί να το ξεμάθει, κι αυτό μπορεί να πάρει κι έναν μήνα, ενώ ο δράκος εξετάζει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αν για παράδειγμα την πιάσω κατά λάθος κάπως άσχημα κι ενοχληθεί, δε σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα την πιάσω έτσι θα δυσαρεστηθεί. Μπορεί αρχικά να δυσανασχετήσει λίγο, αλλά μετά θα καταλάβει πως δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το γκέκο μπορεί να είναι επιφυλακτικό για μία μέρα από κάτι τέτοιο. Ένα ζώο που ζει σε ένα σκληρό περιβάλλον με ασταθή προσφορά τροφής και πολλούς κινδύνους παντού, θα πρέπει να έχει μυαλο για να επιβιώσει. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι υπάρχουν και εξυπνότεροι δράκοι από την δική μου.

Ξεχωρίζει επίσης τα άτομα, και με εμένα είναι πιο άνετη. Μπορώ να την σηκώσω, να την πειράξω και να την μετακινήσω χωρίς πρόβλημα. Όταν όμως έρχεται άλλος να την πιάσει, συνήθως δεν θέλει. Αν για παράδειγμα την κρατώ εγώ και θέλει ο πατέρας μου να την χαϊδέψει, μπορεί να πάει προς τα πίσω. Επίσης όταν έρχεται ο μικρός μου αδελφός πάει προς τα πίσω, αν κι αυτός γενικώς έχει απειλητική παρουσία, γι’αυτό έχει πρόβλημα. Σαν ντίνγκο μοιάζει. Με άλλους δεν ενοχλείται πολύ. Παρόλα αυτά δεν είναι πάντα καλή μαζί μου. Αν κάνει κρύο ή την πιάσω με κρύα χέρια ενώ λιάζεται, πιάνεται σφιχτά από το στήριγμά της, και αρνείται να μετακινηθεί. Άλλες φορές μπορεί να μη νιώθει τόσο ασφαλής, και να τινάζει το πίσω μέρος της αν την σηκώσω. Συνήθωςαν την κρατήσω καλά, στηρίζοντας όλο το σώμα και το μεγαλύτερο μέρος της ουράς, ηρεμεί. Ηρεμεί ακόμα κι όταν καταλάβει πως την μετακινώ προς κάποιο σημείο λιασήματος. Μπορεί επίσης να πάει λίγο προς τα πίσω αν της πιάσω απροειδοποίητα το κεφάλι ή το τρίτο μάτι, αλλά συνήθως δεν έχει πρόβλημα. Μόνο μια φορά μου είχε φουσκώσει τα γένια, όταν την τράβηξα έξω ενώ χωνόταν πίσω από κάποια πράγματα τις πρώτες μέρες που την είχα. Τότε σηκώθηκε ψηλά, φούσκωσε το σώμα της και φούσκωσε και μαύρισε τα γένια της. Μόλις την μετακίνησα αλλού, ξεφούσκωσε. Είναι τόσο ήσυχη που τρώει συχνά από το χέρι μου, ακόμα κι όταν την κρατάω, εντούτοις συνήθως δεν το κάνει αυτό αν βρίσκεται σε εντελώς ανοίκειο μέρος ή υπάρχουν αρκετά άτομα μπροστά της. Μια φορά την είχα μεταφέρει έξω από το σπίτι σε μικρή απόσταση, τυλιγμένη μέσα σε χαρτιά πηγαίνοντας, αλά την έβαλα πάνω στον ώμο μου γυρίζοντας, πράγμα που την φόβησε, αφού έχωσε το κεφάλι της πίσω από τον αυχένα μου για να μην βλέπει. Από τότε δε θέλω να την ξανακουβαλήσω έτσι. Δε με έχει δαγκώσει ποτέ, εκτός από μια φορά που προσπάθησα να τις βάλω φαΐ στο στόμα χωρίς να θέλει. Τότε γύρισε λίγο στο πλάι και με δάγκωσε, και μολονότι ήταν ασήμαντο, πόνεσα αρκετά. Σκεφτείτε πόσο πονάει ένα κανονικό δάγκωμα! Δε με μπερδεύει με φαγητό, αν και μερικές φορές έχει τύχει, ιδίως αν ο χώρος ήταν ημισκοτεινός ή τις έδινα πολλά μικρά έντομα το ένα πίσω απ’το άλλο. Αντίθετα, ο δράκος του Feeders, τον οποίο δε χειρίζονται πλέον τόσο όσο άλλοτε, κι ανοίγουν το τερράριο κυρίως για να τον ταΐσουν, είναι μαθημένος σ’αυτό και μπορεί να δαγκώσει κανένα δάχτυλο αν του παρουσιαστεί απροειδοποίητα. Όταν κοιμάται δεν την πειράζω, αλλά έχει τύχει να την ξυπνήσω ή να ξυπνήσει μόνη της με το φως. Προσπαθώ να μην ανάβω φως στο μέρος όπου βρίσκεται, αλλά μερικές φορές είναι αναπόφευκτο. Όταν ξυπνάει μπορεί και να φάει λίγα έντομα αν της δώσω, μετά όμως από λίγο πηγαίνει σε μια σκοτεινή γωνία και ξανακοιμάται. Όταν κοιμάται δεν αντιδρά πολύ, κι έτσι μπορώ να την μετακινήσω αρκετά εύκολα.

Υπάρχουν ωστόσο και οι περιπτώσεις που φοβάται πραγματικά. Μεγάλος της φόβος είναι οι μακρινές εωρούμενες σκιές, οι οποίες στη φύση συνήθως σημαίνουν αρπακτικά πουλιά που θα την σηκώσουν από το ζεστό βραχάκι της και θα την φάνε. Πολλοί δράκοι τρομάζουν από τέτοιες σκιές, και μεγάλο πρόβλημα έχουν αυτοί που σπάνια εκτίθενται στον εξωτερικό κόσμο, αν και όλοι σταδιακά συνηθίζουν. Η δική μου αρχικά φοβόταν πολύ τα πουλια που πετούσαν ψηλά και τα αεροπλάνα. Μόλις πλησίαζε ένα, έτρεχε αμέσως σε κάποια σκοτεινή γωνιά, κάτω μου ή πίσω από κάτι, και δεν έβγαινε από εκεί. Σιγά-σιγά ωστόσο άρχισε να εξοικειώνεται, και μολονότι ο φόβος δεν της έφυγε ποτέ, πλέον τα ανέχεται. Εξακολουθεί να τρομάζει αν βρίσκεται σε ανοιχτό ή ξένο χώρο, αλλά όταν βρίσκεται κοντά στην ασφάλεια, απλώς παρατηρεί την απειλή, αν και πάλι μπορέι να τύχει να τρομάξει.

Όπως λέω κι εγώ, αυτή η σαύρα μια μέρα θα μας σώσει, γιατί σίγουρα θα τρομάξει αν το αεροπλάνο που παρατηρεί αρχίζει να χαμηλώνει επικίνδυνα. Το πιο αστείο είχε γίνει ωστόσο τον πρώτο καιρό που την είχα, όταν προσπάθησε να πουλήσει τσαμπουκά σε αεροπλάνα δύο φορές. Και τις δύο αρχικά τρόμαξε, αλλά μετά στάθηκε στραμμένη προς την πλευρά του αεροπλάνου, σηκώθηκε, πλάτυνε πολύ και φούσκωσε το σώμα της και τα γένια της και πιθανόν ήλπιζε ότι το αεροπλάνο θα τρομάξει και θα εξαφανιστεί! Δεν ξέρει ότι η πραγματικότητα είναι αδιάφορη προς τις επυθιμίες του καθενός – αυτό θα πείτε ούτε όλοι οι άνθρωποι το έχουν εμπεδώσει. Δυστυχώς δεν ξανάγινε άλλη φορά αυτό, ώστε να το βιντεοσκοπήσω. Επίσης δε νιώθει άνετα κοντά στα κουνέλια, τα οποία αποφεύγει – μέσα στα κλουβιά τους βρίσκονταν. Τα μικρότερα εντούτοις ζώα τα θεωρει τροφή. Σύντομα αφότου τον πήρα, τον Απρίλιο, έβαλα δοκιμαστικά τον μικρό μου ακομα κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) μέσα σ’ένα πλαστικό κουτί, και αφού τον παρατήρησε για λίγο, προσπάθησε να τον φάει! Φοβάται επιπλέον το νερό, και δύο φορές που την έβαλα σε ρηχό νερό για μπανάκι για τη δυσκοιλιότητα, πετάχτηκε έξω. Αν και γενικώς δεν τη φοβίζουν πολλά πράγματα μέσα στο τερράριό της, όταν γίνονται μεγάλες εργασίες και μετακινήσεις μεγάλων αντικειμένων κοντά σε αυτό, μπορεί να γυρίσει το κεφάλι αλλού μετά από λίγο ή να κρυφτεί.

Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω. Από τη μία σκέφτομαι να την αναπαραγάγω, αλλά από την άλλη ανησυχώ για το πού θα δώσω όλα τα μικρά. Σίγουρα θα πάρουν κάποια μέλη του φόρουμ, ένας ή δύο απ’έξω και το Feeders, αλλά τι θα γίνει αν μου μείνουν; Πολλοί στο φόρουμ έχουν αυτό το είδος, αλλά ελάχιστοι τόλμησαν να το αναπαραγάγουν, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Κι επίσης θα δυσκολευτώ να βρω αρσενικό. Αν δε φέρει το Feeders κανένα κατάλληλης ηλικίας στην κατάλληλη εποχή, δύσκολα θα βρω. Ίσως τελικά να μην την αναπαραγάγω, αν και θα ήθελα όλα τα ζώα που έχω στη συλλογή μου να αναπαραχθούν κάποια στιγμή.

Προσπαθώ να εναρμονίζω τη φροντίδα των ζώων μου σύμφωνα με τα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας. Περνώ αρκετό χρόνο ψάχνοντας για επιστημονικές μελέτες για τα είδη του ενδιαφέροντος και διαβάζοντας άρθρα και βιβλία γι’αυτά. Έχω ψάξει αρκετά για τους γενειοφόρους δράκους, για τους οποίους έχω συλλέξει λίστα πηγών. Μόλις συνάντησα τη μελέτη για τη διατροφή του είδους στη φύση, ενδιαφέρθηκα για περαιτέρω πληροφορίες και απέστειλα ιμέιλ στον Dennis G. Oonincx, ο οποίος επίσης έκανε τις δύο μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό της d3 στους γενειοφόρους δράκους που παραθέτω, ζητώντας τα πλήρη κείμενα, τα οποία μου επισύναψε στην απάντησή του. Ο εν λόγω ερευνητής εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν στην Ολλανδία, όπου διεξάγει έρευνες κυρίως πάνω στη θρεπτική αξία των εντόμων, ενώ επίσης είναι εκτροφέας ερπετών. Εγγράφηκα επίσης στο φόρουμ του beardeddragon.org, το οποίο μπορώ να πω ότι με βοήθησε πολύ.

Πηγές και σύνδεσμοι

οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο feeders.gr
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο anapsid.org
φροντίδα του γενειοφόρου δράκου στο Reptile Cage Plans
η σελίδα του Tosney για τους γενειοφόρους δράκους
beardeddragon.org
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για τους γενειοφόρους δράκους στο Διαδίκτυο. Έχει επίσης μεγάλο και ενεργό φόρουμ.
οι γενειοφόροι δράκοι από μια αυστραλιανή οπτική γωνία
η αναπαραγωγική βιολογία των γενειοφόρων δράκων

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες και κτηνιατρικά άρθρα
σημειώσεις για την εξάπλωση και τις συνήθειες του γενειοφόρου δράκου Pogona henrylawsoni
νυχτερινή θέρμανση και δραστηριότητα σε αρκετά είδη αγαμιδών
ο δράκος P. vitticeps έχει φυλετικά μικροχρωμοσώματα zz/zw
η αναστροφή του φύλου προκαλεί τη γρήγορη μετάβαση από γενετικό σε θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου στην P. vitticeps
η διατροφή των ελεύθερων γενειοφόρων P. vitticeps της Κεντρικής Αυστραλίας
τα αποτελέσματα της συμπλήρωσης με βιταμίνη d3 και της έκθεσης σε ακτινοβολία uvb στην ανάπτυξη και στη συγκέντρωση των μεταβολιτών της d3 στο πλάσμα νεαρών γενειοφόρων δράκων
οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της d3 στο αίμα παραμένουν σταθερές μετά την παύση έκθεσης σε uvb σε ενήλικους θηλυκούς γενειοφόρους δράκους
θερμορρύθμιση και ομαδοποίηση σε νεογέννητους γενειοφόρους δράκους
κοινωνική μάθηση μέσο μίμησης σε ένα ερπετό P. vitticeps
ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού κατά τη θερμορρύθμιση στην P. barbata
τα αποτελέσματα της θερμικής ποιότητας στη θερμορρυθμιστική συμπεριφορά της P. vitticeps
η υποξία προοδευτικά μειώνει το κατώφλι του ανοίγματος του στόματος στην P. vitticeps
θερμορρυθμιστικές συνέπειες της υπεραλάτωσης στην P. vitticeps
διάγνωση και θεραπεία περιοφθαλμικού μυξοσαρκώματος σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
γαστρικό νευροενδοκρινές καρκίνωμα εκφράζον σωματοστατίνη σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
μυελογενής λευχαιμία σε έναν γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
χημειοθεραπεία για λευχαιμία σε γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
προωρηξιακή στάση και δυστοκία σε ωοτόκες σαύρες
γενειοφόρος δράκος με περιοδοντική νόσο
υπερηχογραφική ανατομία στους γενειοφόρους δράκους P. vitticeps
υπολογισμός του χρόνου γαστρεντερικής μετάβασης στην P. vitticeps
τοξίκωση από πυγολαμπίδες σε σαύρες
κυκλική χρωματική μεταβολή στο γενειοφόρο δράκο P. vitticeps υπό διαφορετικές φωτοπεριόδους
η πρώιμη εξέλιξη του συστήματος του δηλητηρίου στα φίδια και τις σαύρες

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 7/4/2016: Ξύπνησα τη Μπέλα στις 16 Φεβρουαρίου, όταν ο καιρός άρχισε να φτιάχνει προσωρινά. Εντωμεταξύ ο δράκος στο feeders.gr είχε ξυπνήσει από πιο νωρίς, αν και δεν πέρασε από πλήρη χειμέρια νάρκη, γιατί ο χώρος του θερμαινόταν. Οι θερμοκρασίες κατά τη νάρκη της Αναμπέλας κυμαίνονταν μεταξύ 9 και 17 βαθμών Κελσίου, με τις συνηθέστερες μεταξύ 12-15 βαθμών. Την ξύπνησα ανάβοντας τις λάμπες, αλλ’επειδή δεν επαρκούσαν για τη θέρμανση του τερραρίου, έβαλα συμπληρωματικά και μια θερμαντική πλάκα 28χ14 εκ πάνω στη φωλιά της, την οποία έχω εκεί ακόμα. Ρύθμισα το χρονοδιακόπτη στις 11,5 ώρες, αν και μετά από λίγες εβδομάδες ανέβασα τη φωτοπερίοδο στις 12. Αν κι αρχικά έλεγα να περιμένω να βγει μόνη της, τελικά την έβγαλα εγώ έξω στον ήλιο, όπως την έβγαζα περιστασιακά κατά τη νάρκη για να τις δώσω λίγο νερό, όπου ζεστάθηκε και μισοξύπνησε. Την ίδια μέρα έφαγε μια μικρή κατσαρίδα Αργεντινής, και δυο μέρες μετά ένα κομματάκι φύλλου μολόχας. Έφαγε μεγάλη ποσότητα πρώτη φορά για φέτος στις 22 Φεβρουαρίου, οπότε κατανάλωσε 38 περίπου προνύμφες στρατιωτόμυγας (Phoenix worms). Αφόδευσε για πρώτη φορά φέτος στις 27 Φεβρουαρίου. Στις επόμενες μέρες, ο μεταβολισμός της έπεσε, γιατί οι εξωτερικές θερμοκρασίες έπεσαν απότομα, και το ίδιο συνέβη και στα ψυχρότερα σημεία του τερραρίου. Τότε παρέμενε για σχεδόν όλη τη μέρα πάνω στη θερμαντική πλάκα, η οποία έφτανε τους 30 βαθμούς, ή κάτω από τη λάμπα, η οποία ζέσταινε το ξύλο από κάτω της στους 34 βαθμούς. Μέχρι περίπου τα μέσα του Μαρτίου, δεν είχε ξυπνήσει εντελώς, αφού περνούσε αρκετό μέρος της ημέρας μέσα στην τρύπα της. Σιγά-σιγά άρχισε να κοιμάται συχνότερα και εκτός αυτής, κι ακόμα κι όταν κοιμόταν μέσα το βράδυ, δεν ξεχνιόταν εκεί την άλλη μέρα, όπως έκανε πριν, κι έβγαινε από το πρωί να λιαστεί. Η όρεξή της επίσης σταθεροποιήθηκε από τις 20 Μαρτίου και μετά. Τώρα τρώει περίπου 25-50 μικρά έντομα κάθε 3-4 μέρες, με λίγα συμπληρωματικά στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των κύριων ταϊσμάτων. Αφοδεύει επίσης κάθε 2-4 μέρες. Μερικές φορές τις δίνω και μερικά μεγαλύτερα έντομα και λίγα λαχανικά. Το διαιτολόγιό της αποτελείται κυρίως από αλευροσκούληκα, τα οποία εκτρέφω εγώ, όσο κι από Phoenix worms, τα οποία αγόρασα σε μεγάλη ποσότητα από εκτροφέα – ευτυχώς υπάρχει ένας σχετικά κοντά. Συμπληρωματικά δίνω και κατσαρίδες Αργεντινής, των οποίων η αποικία που φτιάχνω δεν έχει μεγαλώσει ακόμα πολύ, ακρίδες, superworms και λίγα φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι και ζοχό. Επίσης άρχισε τις τελευταίες μέρες και η αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο στη δεξιά πλευρά της ράχης προς τα πίσω.

Ο καλός καιρός αυτό το διάστημα σημαίνει ότι την βγάζω σχεδόν καθημερινά έξω απ’το τερράριο, για 20 λεπτά έως πάνω από ώρα, οπότε έχει συχνές ευκαιρίες για άσκηση και εξερεύνηση. Έχω εκπλαγεί από το επίπεδο δραστηριότητάς της, η οποία είναι πολύ περιςσότερη απ’όσο νόμιζα. Αν και πάλι όχι τόσο δραστήρια όσο αυτή στο κατάστημα, εξακολουθεί να είναι αρκετά κινητική. Και πέρσι ίσως να ήταν το ίδιο δραστήρια την ίδια εποχή, αλλά εξαιτίας του άστατου καιρού δεν την έβγαζα έξω. Τώρα μόλις την βγάζω, αφού είναι ήδη ζεσταμένη από τη λάμπα, αρχίζει τις βόλτες. Μετά, αν κρυώσει λίγο, μετακινείται σε κάπιο σημείο στο δωμάτιο ή έξω με ήλιο, όπου κάθεται για 10-20 λεπτά, ή και λιγότερο αν είναι αρκετά ζεστή, και μετά ξαναρχίζει τις βόλτες. Τρέχει από το ένα μέρος στο άλλο, σταματά σε διάφορα πράγματα και τα κοιτάζει ή πηγαίνει από πίσω τους, σκαρφαλώνει σε κλούβες, σωλήνες, σκούπες, πόδια καρεκλών κλπ, ξανακατεβαίνει, μπαίνει κάτω από πράγματα, αλλά μετά ξαναβγαίνει, πηγαίνει στον ήλιο, γυρίζει κλπ. Μεταξύ των δραστηριότήτων της παρεμβάλλονται φυσικά και περίοδοι ξεκούρασης. Άλες φορές πάλι μπορεί να καθίσει στον ήλιο για πολλά λεπτά, χωρίς να κινείται, ιδίως μετά από ένα καλό γεύμα, προφανώς για να χωνέψει. Πλέον δε φοβάται σχεδόν καθόλου τα πουλιά και τα λοιπά ιπτάμενα αντικείμενα, από τα οποία έχει τρομάξει μόνο δύο φορές έως τώρα φέτος, αν και πάλι τα κοιτάζει προσεκτικά. Όπως έχω προαναφέρει, ξέρει να γυρίζει στο τερράριο μόνη της, κι όταν έχει περάσει αρκετό χρόνο έξω, επιστρέφει γρήγορα στην βάση του τερραρίιου με το κεφάλι προς τα πάνω, όπου περιμένει να την βάλω μέσα. Αν δεν την βάλω μέσα, θα ξαναφύγει ή θα πάει δίπλα. Τώρα όμως έχει μάθει και να βγαίνει από το τερράριο. Μερικές φορές όταν ανοίγω την εξώπορτα και μένως στο δωμάτιο μπορεί να κατέβει από το σημείο λιασήματος και να έρθει μπροστά στην πόρτα, αλά συνήθως προσπαθεί να ξαναβγεί όταν την βάζω μέσα μετά από βόλτα. Συχνά προσπαθεί να σκαρφαλώσει στα διάφανα τοιχώματα, αλά δείχνει πλέον ιδιαίτερη προτίμηση για τη μπροστινή αριστερή πλευρα΄, την οποία συχνότερα ανοίγω. Εκεί σηκώνεται όρθια και ξύνει επίμονα το τζάμι, μέχρι να ανοίξω την πόρτα. Αρχικά έβγαζε δειλά μόνο το κεφαλάκι της, αλά τώρα βγαίνει μόνη της έξω, κι αν την αφήσω, πέφτει κάτω. Μετά μπορεί να βγει έξω στον ήλιο, ή αμέσως να ξαναγυρίσει πίσω προς το τερράριο. Είναι πολύ έξυπνη τελικά. Αν της βάλω μια ξύλινη ράμπα πιστεύω θα μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει, όταν φυσικά είμαι εκεί και τις έχω ανοίξει την πόρτα. Είναι επίσης δραστήρια και μέσα στο τερράριο, όπου σκαρφαλώνει στα ξύλα, μετακινεί χαρτιά. Μπαίνει στην κρυψώνα και αμέσως βγαίνει,και προσπαθεί να περάσει μέσα απ’τα τζάμια. Μετά από λίγα λεπτά δραστηριότητας, ανεβαίνει και ξαπλώνει πάνω στη θερμαντική πλάκα, και αργότερα στη λάμπα. Η θερμαντική πλάκα ζεσταίνει στους 33 βαθμούς, η λάμπα στους 38, ενώ η γενική θερμοκρασία είναι 22-23 βαθμοί, οπότε μπορεί εύκολα να θερμορρυθμίζεται. Συνήθως πρωί κι απόγευμα κάθεται κάτω από τη λάμπα, ενώ το μεσημέρι, ιδίως αν την έχω βγάλει στον ήλιο προτύτερα κι έχει ζεσταθεί πολύ, προτιμά την ηπιότερη πλάκα. Το βράδυ κοιμάται δίπλα στην τρύπα, πάνω στην πλάκα, στο σημμείο λιασήματος κάτω από τη λάμπα, στην πιο δροσερή γωνία, και σπάνια μέσα στην τρύπα της.

η Αναμπέλα ο γενειοφόρος δράκος στο χέρι μου 28/4/2016

Της κατέβασα ακόμα και το παιχνίδι Ant Crusher στο iPhone μου, ώστε να την μάθω να το παίζει όπως στο γνωστό βίντεο του Αυστραλού. Πρόσφατα επίσης έκανα μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών για αρσενικό, ώστε να την ζευγαρώσω και να κάνει κι αυτή τα δικά της αυγά!

Pogona vitticeps ψήνεται στον ήλιο και κοιτάζει με απορία την κάμερα 31/3/2016
Τα παρακάτω βίντεο είναι από το γενειοφόρο δράκο στο feeders.gr. Στο πρώτο με μπερδεύει με φαγητό και με δαγκώνει λίγο, ενώ στο δεύτερο με κλωτσά με το πίσω πόδι επειδή την ενόχλησα.


.

Ενημέρωση 29/4/2016: Τελικά δεν έγινε η αλλαγή δέρματος. Ήταν απλώς ένα μικρό κομματάκι που άλλαξε, όπως συμβαίνει σχετικά συχνά στις σαύρες αυτές. Η Μπελιτσα παραμένει χαρούμενοι, δραστήρια, και πάνω απ’όλα φαγανή. Τρώει εύκολα 50-70 αλευροσκούληκα ή προνύμφες μύγας κάθε 3 μέρες, ή μπορεί να φάει λίγες κατσαρίδες Αργεντινής. Παρακάτω η φωτογραφία με το τερράριο, όπου έχω προσθέσει ακόμα ένα ξύλο ιβίσκου.

τερράριο του γενειοφόρου δράκου 28/4/2016

Ενημέρωση 2/6/2016: Ο δράκος άρχισε να μπαίνει σε καλοκαιρινό πρόγραμμα. Λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η δραστηριότητά της έχει μειωθεί αρκετά. Λιάζεται κάτω από τη λάμπα λιγότερο, και προτιμά να κάθεται δίπλα σ’αυτήν, ενώ επίσης τις πιο ζεστές ώρες μπορεί να μπαίνει στην τρύπα της για λίγο. Οι θερμοκρασίες στον περιβάλλοντα χώρο κυμαίνονται μεταξύ 27 και 30 βαθμών, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνουν και τους 40 βαθμούς. Επειδή οι θερμοκρασίες είναι καλές, έσβησα και αφαίρεσα εντελ΄λως τη θερμαντική πλάκα. Τρώει αρκετά. Από τις 29 Μαΐου ξεκίνησε η μεγάλη αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο τη βάση της ουράς από δεξιά, το πίσω μέρος του δεξιού μπουτιού και τα χείλη. Τη με΄ρα πριν εκδυθούν τα χείλη, η Αναμπέλα έγλειφε συνεχώς τα χείλη της και δεν ήθελε να φάει. Επίσης έπινε αρκετό νερό. Χθες το δέρμα στα χείλη άλλαξε, κι έτσι ανακουφίστηκε. Τώρα που αλλάζει δέρμα, την ψεκάζω ελαφρά για να μαλακώσει.
Στις 17 Μαΐου συνέβη δυστυχώς ένα ατύχημα, που τελικά αποδείχθηκε μικρό. Πάτησα την ουρά της κατά λάθος. Αυτή βρισκόταν μπροστά στη μπαλκονόπορτα, κι εγώ βιαστικά πέρασα από δίπλα της, σίγουρος ότι θα την προσπεράσω, όμως δεν υπολόγισα σωστά το βήμα μου και την πάτησα με όλο το βάρος μου προς το τέλος της ουράς της. Ευτυχώς το κατάλαβα αμέσως και σήκωσα το πόδι μου σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η Μπέλα σοκαρισμένη σήκωσε το κε΄φαλι ψηλά για να δει τι γίνεται, αλλά δεν κατάλαβε αμέσως τι έγινε. Μετά ήταν απλώς κάπως ενοχλημένη και δεν ήθελε να καθίσει πάνω στο χέρι μου. Την επέστρεψα στο τερράριο αμέσως για να κοιμηθεί ήσυχη, επειδή σουρούπωνε. Τις δύο επόμενες μέρες είχε αρκετά πεσμένη διάθεση, γιατί έτρωγε λίγο, κινούταν πολύ λιγότερο και πιο νωχελικά από το σύνηθες, παρέμενε για ώρα στα ζεστά σημεία, και δε με εμπιστευόταν όταν την σήκωνα, προσπαθώντας να μου ξεφύγει. Την επόμενη μέρα μάλιστα, όταν την έβγαλα έξω για να ελέγξω την ουρά της ενοχλήθηκε αρκετά, και μόλις ξαναμπήκε στο τερράριο έτρεξε αμέσως στη μέση του χώρου κι άρχισε να κουνά γρήγορα και διαδοχικά το κεφάλι της, διακηρύσσοντας ίσως την περιοχή της, μέσα στην οποία δε θα πρέπει να την πειράζω. Εγώ ωστόσο έπρεπε να την ενοχλώ για το καλό της. Αυτό το έκανε δύο φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρή ζημιά η ουρά, αλλά οι μαλακοί ιστοί ίσως να τραυματίστηκαν λίγο, γιατί, αν και δε φαινόταν να πονάει κατά την κίνηση, όταν έμενε για ώρα ακίνητη ή κοιμόταν, κι εγώ της άγγιζα το χτυπημένο σημείο της ουράς, την μάζευε αμέσως, και μπορεί και να ξυπνούσε. Εάν αυτό συνεχιζόταν ή χειροτέρευε, θα την πήγαινα στην κτηνίατρο. Ευτυχώς σε τέσσερις μέρες επανήλθε στα φυσιολογοικά. Πρώτη φορά γίνεται αυτό, και ας ελπίσουμε τελευταία.

Ενημέρωση 25/6/2016: Οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στα ύψη, και η Αναμπέλα πάλι έγινε λιγότερο δραστήρια. Η γενική θερμοκρασία του χώρου της είναι 34-35 βαθμοί, δηλαδή κοντά στην προτιμώμενη θερμοκρασία, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνει και τους 47 βαθμούς. Ίσως να είναι ώρα να αλλάξω λάμπα με μια λιγότερων βατ. Η σαύρα κρύβεται σχεδόν όλη τη με΄ρα στην τρύπα της, ή κάθεται μπροστά από αυτήν, ενώ άλλες φορές μπορεί να ξαπλώνει στη δροσερή πλευρά του τερραρίου ή να κάθεται χαμηλά σε κάποιο κλαδί. Το βράδυ οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 29-33 βαθμών, και συνήθως κοιμάται είτε στο πάτωμα είται σε κάποια αστεία θέση πάνω σε κάποιο κλαδί, αφού πλέον νιώθει τόσο ασφαλής που μπορεί να κοιμάται οπουδήποτε. Την βγάζω έξω, και έπειτα από βραχεία έκθεση στον ήλιο λίγων λεπτών, επιστρέφει στη σκιά, όπου είτε ξαπλώνει για ώρα και μετά κάνει μια μικρή βόλτα, είτε κάνει βόλτα από την αρχή. Μόλις την βάζω πάλι μέσα, συχνά προσπαθεί να βγει για να κάνει ακόμα μία βόλτα. Λόγω ζέστης, το διάστημα αυτό το κατάστημα feeders.gr, απ’όπου προμηθεύομαι τα έντομα δε φέρνει τα νόστιμα και παχυντικά αλευροσκούληκα, superworms και μελοσκούληκα, και η αποικία των αλευροσκούληκών μου είναι ακόμα πολύ μικρή, οπότε αυτά τελείωσαν προσωρινά. Τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας (Phoenix worms), που μπορεί να φάει 30-60 τη φορά, λίγες κατσαρίδες Αργεντινής, και συμπληρωματικά πεταλουδίτσες και βρωμούσες (Palomena prasina) που πιάνω το βράδυ γύρω από τις λάμπες. Οι βρωμούσες, αν και βγάζουν δύσοσμη ουσία για άμυνα, δεν είναι στην πραγματικότητα τοξικές, και σαύρες που δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην οσμή των θηραμάτων όπως οι δράκοι τις τρώνε αμέσως. Άλλα είδη όμως, όπως τα γκέκο, τις αποφεύγουν, κι όσες φορές έδωσα σε γκε΄κο τις άφηναν ήσυχες. Της δίνω επίσης ψιλοκομμένο μαρουλάκι από έτοιμες σαλάτες, καθώς και φύλλα και άνθη ιβίσκου. Για ασβέστιο τρώει θραύσματα από κόκκαλο σουπιάς, όπως πάντα. Ακόμα συνεχίζει την αλλαγή δέρματος, με αλλαγή από διάφορα μέρη του σώματος και τα πόδια. Φέτος έχει παχύνει ακόμα περισσότερο από πέρσι.

Πρόσφατα επίσης έγιναν δύο αρκετά ενδιαφέρουσες μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο είδος. Στην πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο στο ερευνητικό ινστιτούτο Μαξ Πλανκ στη Φρανγκφούρτη της Γερμανίας, διαπιστώθηκε ότι οι γενειοφόροι δράκοι, όπως τα πουλιά και τα θηλαστικά, παρουσιάζουν δύο διαφορετικές φάσεις ύπνου, τον ύπνο ταχείας κίνησης των ματιών (rem) και το βαθύ ύπνο (nrem). Μέχρι τώρα, η ύπαρξη rem ύπνου στα ερπετά ήταν αμφιλεγόμενη, με άλλες μελέτες να την υποστηρίζουν κι άλλες να μην την επιβεβαιώνουν. Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η πρώτη φορά που ο ύπνος rem διαπιστώθηκε ξεκάθαρα σε καποιο ερπετό. Η εγκεφαλική δραστηριότητα εναλλάσσεται μεταξύ rem και βαθέος ύπνου σε πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ’ό,τι στον άνθρωπο ή σε μεγάλα θηλαστικά. Ο ύπνος rem ήταν από καιρό γνωστός στα πουλιά και στα θηλαστικά, και θεωρούταν ότι εξελίχθηκε κατά τη μετάβαση στην ενδοθερμία και κατά τη μεγέθυνση του εγκεφάλου για να υποστηρίξει συνθετότερες υποτίθεται λειτουργίες, αλά πλέον είναι πολύ πιθανό να υπήρχε στον κοινό πρόγονο όλων των αμνιοτών, του κλάδου που περιλαμβάνει τα ερπετά με τα πουλιά και τα θηλαστικά. Στον ύπνο rem επίσης παρατηρούνται και τα όνειρα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, οπότε είναι πολύ πιθανό και οι γενειοφόροι δράκοι να ονειρεύονται, όπως υποθέτουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς της μελέτης. Τι άραγε να ονειρεύεται η μικρή Αναμπέλα; Ίσως ότι έφαγε καλά, ότι έφαγε νόστιμα έντομα, ίσως ότι την πειράξαμε μια μέρα κλπ. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Η άλλη μελέτη, που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στην Αυστραλία, βρήκε ότι διαφορετικές περιοχές του δέρματος του γενειοφόρου δράκου αλλάζουν χρώμα για διαφορετικούς σκοπούς. Είναι γνωστό ότι η ραχιαία επιφάνεια του ζώου αλλάζει χρώμα για τη θερμορρύθμιση, με σκουρότερα χρώματα σε χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να απορροφήσει περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία, και ανοιχτότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ώστε να αντανακλά την περισσότερη ακτινοβολία. Το στήθος και ο λαιμός του δράκου ωστόσο αλλάζουν χρώμα για λόγους κοινωνίκής σήμανσης. Όταν το ζώο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, οι περιοχές αυτές είναι ανοιχτό καφέ ή λευκές, αλλά όταν το ζώο πρέπει να επιδειχθεί σε κάποιο ομοειδές του, οι περιοχές αυτές σκουραίνουν. Αυτό ήταν από καιρό γνωστό από παρατηρήσεις τέτοιων ζώων, απλώς δεν ήταν σίγουρο ότι η χρωματική αλλαγή στις δύο αυτές περιοχές δε συσχετιζόταν. Παρόμοια τοπική χρωματική αλλαγή είναι γνωστή στους χαμαιλέοντες, και πιθανόν να υπάρχει και σε άλλα ιγκουάνια. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ενημέρωση 16/9/2016: Η αλλαγή δέρματος ολοκληρώθηκε προς το τέλος του Ιουλίου, αφού πρώτα έβγαλε μεγάλα κομμάτια από την ράχη και την κοιλιά σε κοντινές μέρες. Οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά υψηλές, κι έτσι περνούσε αρκετό χρόνο μέσα στην τρύπα της και το βράδυ κοιμόταν επίσης μέσα στην τρύπα. Τώρα τον Σεπτέμβριο, που οι θερμοκρασίες έπεσαν κάπως, ξαναέγινε πιο δραστήρια. Συχνά μετακινείται από τον ήλιο στη σκιά και μέσα στο τερράριο περνά πολύ λιγότερο χρόνο μέσα στην τρύπα, και συχνά κοιμάται εκτός. Το καλοκαίρι έτρωγε πολλά αλευροσκούληκα, γιατί η αποικία είχε μεγαλώσει, αλλά τα τελευταία τα κράτησα για τα γκέκο και τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας και κατσαρίδες Αργεντινής, μαζί με σαλάτα, φύλλα μουριάς και φύλλα ιβίσκου. Δεν τρώει τόσο πολύ όσο την άνοιξη, αλά έχει πάρει αρκετό βάρος, και δείχνει πολύ γεμάτη. Παρακάτω έχω διάφορα βίντεο όπου ο δράκος τρώει:



Εδώ τρώει φύλλα ραδικιού και μία χιλιοποδαρούσα, κι αυτή εκκρίνει δύσοσμη ουσία, αλ΄λα δεν επηρεάζει τους γενειοφόρους δράκους.

Εδώ είναι αρκετά ενοχλημένη μαζί μου και μου μαυρίζει τα γένια. Έχει να το κάνει αυτό εδώ και δύο χρόνια, από την πρώτη άνοιξη δηλαδή. Όπως και τότε, πάλι ήθελε να πάει αλλού και δεν την άφηνα, κι επίσης προσπαθούσα να της βάλω τροφή μπροστά χωρίς να θέλει. Αν και τα μαύρισε, δεν έκανε επίδειξη απειλής, δηλαδή δεν τα φούσκωσε. Μετά από ένα λεπ΄το επανήλθαν στο φυσιολογικό, κι έπειτα της έδωσα αποζημίωση με τη μορφή αγαπημένης τροφής (μικρές κατσαρίδες Αργεντινής) και νερού, και όλα καλά.

Τις τελευταίες μέρες κάπου τραυμάτισε το άκρο της ουράς της, και μολονότι έψαχνα το τραύμα, δεν το έβρισκα. Η Μπέλα όμως πονούσε και τραβούσε την ουρά της από εμένα, και αυτό το έβγαλα σε βίντεο. Τελικά μετά από λίγες ώρες σχεδόν σταμάτησε να δείχνει συμπτώματα, και την άλλη μέρα πάλι ήταν καλά. Πιθανότατα την έξυσε λίγο παραπάνω σε κάποια αιχμηρή γωνία καθώς στριφογύριζε. Ο τραυματισμός δεν την επηρέαζε στη μετακίνηση, αφού έτσι κι αλλιώς οι δράκοι κινούνται με το άκρο της ουράς ανασηκωμένο, παρά είχε πρόβλημα μόνο όταν την άγγιζα εκεί.

Teratoscincus roborowskii 1/10/2015

Σας καλωσορίζω το πιο πρόσφατο και πιο ιδιαίτερο μέλος της συλλογής μου, τον τερατοσκίγκο (Teratoscincus roborowskii). Όπως και με όλα τα νέα ζώα, περιμένω πρώτα κάποιο διάστημα μέχρις ότου να βεβαιωθώ ότι είναι υγιή και πράγματι θα ζήσουν, και μετά δημοσιεύω το νέο. Είναι το σπανιότερο είδος που έχω προς το παρόν, και από όλα τα ερπετά μου, όλως τυχαίως το μόνο που κατάγεται από το Βόρειο Ημισφαίριο. Ανήκει σ’ένα γένος αρκετά ιδιότυπων γκέκο που αποτελούν στόχο πολλών συλλεκτών, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους.

Αν και η λέξη τερατοσκίγκος παραπέμπει σε κάπιο μυθικό τέρας της ελληνικής ή της μεσανατολικής μυθολογίας, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι κάπως πιο ήπια. Το πρώτο συνθετικό της λέξης ίσως του δόθηκε από τα μεγάλα, γουρλωτά του μάτια, με τα οποία βλέπει καλά στο σκοτάδι, όπως και στα περισσότερα γκέκο. Στα είδη του συγκεκριμένου γένους, τα μάτια είναι αρκετά μεγάλα και έντονα, εξού και η αγγλική ονομασία «frog eyed geckos = βατραχομάτικα γκέκο». Υπάρχει και μια ακόμα ονομασία, «wonder geckos», δηλαδή γκέκο θαύματα, εξαιτίας της μοναδικότητάς τους, η οποία χρησιμοποιείται και σε άλλες ευρωπαΪκές γλώσσες, π.χ. «wundergecko» στα γερμανικά. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους πιθανότατα το πήρανα πό τις ασυνήθιστες για γκέκο επάλληλες πλατιές φολίδες, που θυμίζουν περισσότερο λέπια ψαριού ή σκίγκου (ομάδα κυρίως ημιυπογειόβιων σαυρών με πλατιά λέπια, οστέινες πλάκες και ατροφικά ή καθόλου πόδια, όπου ανήκει και το λιακόνι (Chalcides ocellatus). Είναι γκέκο που ήρθαν σχετικά πρόσφατα στην αιχμαλωσία και στο χόμπι των ερπετών, και μολονότι δεν είναι δυσκολότερα από άλλα είδη παρόμοιας οικολογίας, ακόμα δεν προχώρησαν τόσο πολύ όπως άλλα είδη. Φυσικά το γένος έχει και τους φανατικούς του συλλέκτες, οι οποίοι προσπαθούν να συλέξουν και να εκθρέψουν όλα τα είδη, αλλά γενικώς δεν διαδόθηκε πλατιά στο εμπόριο. Πολλά είδη παραμένουν δυσεύρετα, και μερικα δεν αναπαράγονται στην αιχμαλωσία πολύ συχνά, αν και δεν είναι δύσκολα. Το δικό μου είδος είναι από τα πιο πρόσφατα του γένους με σχετικα λίγες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, οπότε στην Ελλάδα είμαι από τους ελάχιστους που το έχουν. Πιστεύω ότι η σπανιότητα είναι κυρίως θέμα προβληματικού μάρκετινγκ, καθώς κι ανταγωνισμού από τις χαμηλότερες τιμές πιασμένων ατόμων. Επειδή οι εκτροφείς και οι συλλέκτες τα θεωρούν σπάνια είδη που απευθύνουν σε άλλους εκτροφείς και συλλέκτες, διατηρούν τις τιμές υψηλές, ενώ παράλληλα οι τιμές των πιασμένων ζώων είναι αρκετά χαμηλές, τα παίρνει αρκετός κόσμος που δεν ξέρει να τα φροντίσει σωστά και τα χάνει, απογοητεύεται και παύει ν’ασχολείται με τα συγκεκριμένα είδη, κι έτσι δεν αγοράζει εγκυημένα υγιή ζώα από τους εκτροφείς. Αυτό φυσικα΄είναι δική μου υπόθεση, βασισμένη σε όσα έχω διαβάσει για τη διαθεσιμότητα των ειδών του γένους και για παρόμοιες καταστάσεις με άλλα τεχνητώς σπάνια είδη. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η κατάσταση αλλάζει με ορισμένα κοινότερα είδη όπως Teratoscincus scincus ή T. keyserlingii, τα οποία ανοίγονται στο ευρύ κοινό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνουν leopard geckos ποτέ, αλλά σίγουρα θ’ακούγονται όλο και περισσότερο.

Το γένος Teratoscincus λοιπόν μέχρι πρότινος ανήκε στην οικογένεια των Gekkonidae, και λόγω της μοναδικ΄κοτητάς του είχε τοποθετηθεί σε δική του υποοικογένεια, τις Teratoscincinae, η οποία θεωρούταν ότι διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους γκεκονίδες πολύ νωρίς κατά την εξέλιξή τους. Σύμφωνα με πρόσφατες μοριακές αναλύσιις όμως, το γένος αναταξινομείται στη διευρυμένη πλέον οικογένεια Sphaerodactylidae, ως ένας αποκλίνων κλάδος της. Τα γκεκονοειδή γκέκο, δηλαδή τα μέλη της οικογένειας Gekkonidae και των συγγενικών Phyllodactylidae και Sphaerodactylidae, αποκαλούνται και εξελιγμένα γκέκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα. Τα γκέκο ωστόσο αυτά αποδεικνύονται τα πλέον επιτυχημένα, με το 60% όλων των ειδών γκεέκο ν’ανήκει σ’αυτήν την ομάδα. Σημαντικότερή τους καινοτομία είναι τα σκληρά τους αυγά που μπορούν να προσκοληθούν σε στέρεες εναέριες επιφάνειες ή να αποτεθούν σε ξηρά μέρη, απελευθερώνοντάς ττα από την ανάγκη να τα θάβουν μέσα στο χώμα ή να τα τοποθετούν σε υγρά μέρη όπως οι υπόλοιπες σαύρες. Χάρη σ’αυτά τα αυγά, επεκτάθηκαν σε όλους τους οικολογικούς θώκους που θα μπορούσαν να υπάρχουν γκέκο, πέρασαν μεγάλους ωκεανούς και κατόρθωσαν να επιβιώσουν και σε πλήρως ανθρωπογενή περιβάλλοντα (όλα τα σαμιαμίδια των σπιτιών ανήκουν σ’αυτήν την ομάδα). Αντίθετα, τα γκέκο των υπόλοιπων οικογενειών είτε περιορίστηκαν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα είτε δεν εξαπλώθηκαν πολύ από τις ηπείρους όπου εξελίχθηκαν. Το γένος Teratoscincus λοιπόν περιλαμβάνει 7 είδη: Teratoscincus bedriagai, T. keyserlingii, T. microlepis, T. perzewalskii, T. roborowskii, T. scincus και T. toksunicus. Μέχρι πρόσφατα το T. keyserlingii θεωρούταν υποείδος του T. scincus, αλλά πλέον έχιε αναβιβαστεί σε είδος. Τα είδη αυτά ενδημούν στις ερήμους και ημιερήμους της Ασίας, όπου συνήθως ζουν σε αμμώδη ενδιαιτήματα με πέτρες ή αμμόλοφους, λίγη ή καθόλου βλάστηση και σκληρό κλίμα με μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις μεταξύ μέρας και νύχτας και μεταξύ των εποχών. Απαντούν σχεδόν σε όλη την Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικα Εμιράτα και στο Ομάν, ανατολικά έως το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, και βόρεια έως τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν, το Ουσμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, έως τη Μογγολία και την Κίνα. Θεωρείται κλάδος γκοντβανικής προέλευσης, δηλαδή προερχόμενος από την αρχαία υπερήπειρο Γκοντβάνα, ο οποίος εισήλθε στην Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, που στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της Αφρικής, απ’όπου εξαπλώθηκε. Η μεγάλη ορογένεση των Ιμαλαΐων κατά τη σύγκρουση της ινδικής υποηπείρου με την Ασία ανύψωσε το Τιεν Σαν-Παμίρ στην Κεντρική Ασία πριν από 10 εκατομμύρια χρόνια, το οποίο κατακερμάτισε τους πληθυσμούς ανατολικά και δυτικά. Έτσι τα είδη T. perzewalskii και T. roborowskii αποτελούν τον πιο πρόσφατο ανατολικό κλάδο, ο οποίος ξεχωρίζει γενετικά από τα υπόλοιπα.

Μορφολογικά, τα γκέκο του γένους είναι παρόμοια. Όλα είναι μικρού προς μεσαίου μεγέθους γεροδεμένα γκέκο με μεγάλα μάτια, κκοντή ουρά και τη χαρακτηριστική φολίδωση. Το μεγαλύτερο είναι ο T. keyserlingii έως τα 20 εκ, ενώ το μικρότερο είναι ο T. bedriagai στα 11 εκ. Τα χρώματά τους είναι αποχρώσης του γκρίζου και του καφέ, οι οποίες συνήθως εναλλάσσονται ή διασπώνται από σκουρότερα σχέδια και γραμμές, ώστε να παραλλάσσονται στο περιβάλλον τους, ενώ η κάτω πλευρά του σώματος είναι σχεδόν λευκή. Όπως όλα τα γκέκο, έχουν μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, με μεγάλα, εξογκωμένα μάτια με κάθετες κόρες ώστε να βλέπουν καλά στο σκοτάδι. Το ρύγχος τους είναι πολύ κοντό, το όλο κεφάλι ογκώδες, και η κάτω γνάθος ισχυρή, για να σπάνε σκληρές τροφές. Το σώμα είναι κυλινδρικό, ώστε να εισχωρούν εύκολα στις τρύπες τους. Τα άκρα είναι σχετικά κοντά, αλλά πιο όρθια σε σχέση μ’αυτά άλων εδαφόβιων γκέκο, ώστε να δίνουν περισσότερη ταχύτητα. Είναι πενταδάκτυλα, με κοντά δάχτυλα και νύχια, και τα δάχτυλα φέρουν κροσσωτές φολίδες, ώστε το ζώο να βαδίζει με εύκολία πάνω στην άμμο. Διάφορες άλλες αμμόβιες σαύρες έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοια κρόσσια στα δάχτυλα για τη βάδιση στην άμμο, όπως οι τυπικές σαύρες του γένους Acanthodactylus και οι δράκοι του γένους Phrynocephalus. Η ουρα είναι κοντότερη από το σώμα, λεπτή και κυρίως χρησιμοποιείται στην άμυνα κατά των εχθρών, παρά στη μετακίνηση, αν και μπορεί να στραφεί σε διάφορες κατευθύνσεις. Οι φολίδες του κεφαλιού είναι μικρές και κοκκώδεις, όπως άλλων γκέκο, αλλά αυτές του σώματος είνι διαφορετικές. Ενώ τα περισσότερα γκέκο έχουν κοκκώδεις φολίδες στη ράχη και πλακώδεις, ελαφρώς επάλληλες στην κοιλιακή χώρα, ολόκληρο το σώμα των τερατοσκίγκων καλύπτεται από κυκλοειδείς, επάλληλες φολίδες, δηλαδή αλληλοεπικαλυπτόμενες, σαν τα λέπια ενός ψαριού. Οι φολίδες αυτές ρίχνουν την άμμο εύκολα από το ζώο, και χρησιμεύουν και στην άμυνα. Στο επάνω μέρος της ουράς γίνονται ακόμα πλατύτερες και με αδρές άκρες που φέρουν μικρά εξογκώματα, τα οποία τριβόμενα με τις γειτονικές παράγουν έναν ήχο που απωθεί τους εχθρούς. Όπως και πολλάάλα γκέκο, φέρουν ένα ζεύγος εξογκωμάτων/σπιρουνιών στη λεκάνη τους. Οι τερατοσκίγκοι διαθέτουν επίσης και κάποια αταβιστικά στοιχεία σε σχέση με άλλα γκέκο στο σκελετό τους: για παράδειγμα τα δύο μετωπιαία οστά του κρανίου δε συνενώνονται πλήρως κατά την ενηλικίωση, αλλά μία ραφή παραμένει (σε όλα τα υπόλοιπα γκέκο είναι συνενωμένα). Όπως όλα τα γκέκο, τα αρσενικα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά κυρίως από το ημιπεϊκό φούσκωμα στη βάση της ουράς, αλά και από τους προαμαρικούς πόρους, τους οποίους τα θηλυκά δεν έχουν. Επίσης τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, για να δαγκώνουν δυνατότερα τους αντιπάλους τους, όπως σε πολλές σαύρες.

Στο φυσικό τους περιβάλλον, οι τερατοσκίγκοι σκάβουν βαθιά λαγούμια σε αμμώδες έδαφος, όπου κατοικούν. Κι αυτό είναι ένα ακόμα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους, αφού είναι από τα ελάχιστα γκέκο που σκάβουν τρύπες. Τα γκέκο δε φημίζονται για τη σκαπτική τους ικανότητα, αφού η κύρια τάση στην εξέλιξή τους ήταν η σμίκρυνσή τους, η ελάφρυνση του σκελετού και η λέπτυνση των άκρων. Μόνο τα μη γκεκονοειδή σκάβουν για να γεννήσουν τα αυγά τους, και πάλι αδέξια και δύσκολα, και όχι όλα. Τα περισσότερα γκεκονοειδή δε σκάβουν καν, ούτε κατασκευάζουν κάποια φωλιά. Όπωςείπε κι ένας φωτογράφος ερπετών όταν πήγε στη Σαουδική Αραβία, τα γκέκο είναι οι μόνες σαύρες στην έρημο εκείνη που δε σκάβουν τις δικές τους τρύπες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σκαπτικά γκέκο, αλλά είναι λίγα και όλα ερημόβια. Οι τερατοσκίγκοι λοιπόν σκάβουν ευθύγραμμα λαγούμια στο αμμώδες έδαφος, όπου η θερμοκρασία είναι σταθερότερη και η υγρασία υψηλότερη απ’έξω, και εκεί περνούν τον περισσότερο χρόνο τους. Ο τρόπος εκσκαφής τους είναι μοναδικός, και δε γνωρίζω άλλο ζώου που σκάβει έτσι. Σκάβουν χρησιμοποιώντας ένα άκρο τη φορά, χιαστί και διαδοχικά. Πρώτα για παράδειγμα σπρώχνουν το χώμα με το μπροστινό δεξιό άκρο, μετά με το πίσω αριστερό, μετά με το μπροστινό αριστερό, μετά με το πίσω δεξιό κ.ο.κ. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στις 2 Νοεμβρίου, επιστρέφω τον τερατοσκίγκο μου στο τερράριό του αφού τον έβγαλα για να το καθαρίσω, και σκάβει με αυτόν κον τρόπο κάτω από την πέτρα για να κρυφτεί καλύτερα.

Θερμορρυθμίζονται μετακινούμενοι από θερμότερα σε δροσερότερα σημεία της τρύπας τους, και, ως νυκτόβια, εξέρχονται το βράδυ προς αναζήτηση τροφής. Συνήθως ξυπνούν πριν δύση πλήρως ο ήλιος, οπότε μπορεί να λιαστούν σε κάποιον βράχο ή ζεσταίνονται από ήδη θερμασμένες επιφάνειες. Το βράδυ όμως στην έρημο οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, και αναγκαστικά θα πρέπει να κινηθούν σε κρύες συνθήκες. Η αντοχή όλων των ειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες είναι μεγάλη, με τον T. perzewalskii για παράδειγμα να βγαίνει εκτός εδάφους και να ψάχνει τροφή σε θερμοκρασίες 15 βαθμών. Για το είδος T. scincus, επειδή σε τέτοιες θερμοκρασίες η ικανότητα αερόβιου μεταβολισμού μειώνεται, έχει βρεθεί ότι αυξάνει τη διάρκεια της δραστηριότητάς του διακόπτοντάς την με παύσεις, ώστε να ξεκουράζεται, και το ίδιο θα ισχύει και για τα υπόλοιπα είδη. Γενικώς ο μεταβολισμός τους είναι προσαρμοσμένος για χαμηλότερες θερμοκρασίες, και δαπανούν πολύ λιγότερη ενέργεια κατά τη μετακίνησή τους σε χαμηλή θερμοκρασία απ’ό,τι θερμόφιλες ημερόβιες σαύρες (χαμηλό κόστος μετακίνησης). Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι είναι πιο δραστήρια τις μέρες που φέγγει περισσότερο το φεγγάρι, όπως κι άλλα γκέκο, ώστε να βλέπουν καλύτερα τα θηράματα, τα οποία ωστόσο τείνουν να κρύβονται περισσότερο σε τέτοιες συνθήκες. Η τροφή τους αποτελείται από έντομα και άλλα αρθρόποδα, τα οποία συλλαμβάνουν με τα σαγόνια τους, όπως όλα τα γκέκο. Θεωρούνται κυνηγοί ενέδρας. Στο σκληρό τους περιβάλλον η τροφή μπορεί να είναι λιγοστή, γι’αυτό τρώνε μεγάλη ποικιλία θηραμάτων. Μπορούν να καταπιούν φαινομενικά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το κεφάλι τους, και δε διστάζουν να φάνε σκληρά σκαθάρια ή δηλητηριώδη αρθρόποδα όπως αράχνες και σκορπιούς. Στο παρακάτω βίντεο, ένας Teratoscincus keyserlingii στην αιχμαλωσία τρώει ένα σκορπιό.

Συμπληρωματικά κάποια είδη, και πιθανόν όλα, τρέφονται και με καρπούς. Σε μία μελέτης της διατροφής του T. roborowskii για παράδειγμα, βρέθηκε ότι εκτός από αρθρόποδα τρώει και τους καρπούς της κάππαρης (Capparis spinosa), που είναι το ίδιο είδος που φύεται και στην Ελλάδα. Τα περιττώματα των τερατοσκίγκων συχνά περιέχουν σπόρους, και είναι γνωστό ότι περιστασιακά τρώνε φρούτα στην αιχμαλωσία, οπότε πιθανότατα να τρώνε και στη φύση όποτε τα βρίσκουν. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη μέσα στις βαθιές τρύπες τους, και επανεμφανίζονται την άνοιξη. Όπως τα περισσότερα ερπετά, αναπαράγονται αυτήν την εποχή, ώστε τα μικρά τους να έχουν τις μέγιστες πιθανότητες επιβίωσης τη θερμή περίοδο. Σε μελέτες που έγιναν στο Ιράν στο είδος T. bedriagai, βρέθηκε ότι ο αναπαραγωγικός κύκλος του αρσενικού και του θηλυκού είναι σχετιζόμενοι, δηλαδή η σπερματογένεση και η ωογένεση ξεκινούν και σταματούν τον ίδιο χρόνο, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Αυτό το σύστημα παρατηρείται στα περισσότερα ερπετά προβλέψιμων εποχιακών κλιμάτων. Τα αρσενικά προστατεύουν μια περιοχή, απ’όπου διώχνουν άλλα αρσενικά, και ζευγαρώνουν με τα θηλυκά. Σε μία μελέτη που έγινε για τη διερεύνυση της κοινωνικής συμπεριφορά ςτων ειδών του γένους στα είδη T. scincus και T. keyserlingii, η κοινωνική τους συμπεριφορά ήταν παρόμοια με άλα είδη γκέκο, δηλαδή τα αρσενικά ήταν επιθετικά μεταξύ τους, τα θηλυκά συνήθως ήταν ανεκτικά μεταξύ τους, αρσενικά με θηλυκά προσπάθησαν να ζευγαρώσουν και τα ενήλικα άτομα ανέχονταν τα μικρά στην περιοχή τους. Τα θηλυκά στη συνέχεια εναποθέτουν μέσα στην άμμο 1-4 διάδες αυγών, τα οποία γεννούν το καλοκαίρι σε διάστημα λίγων μηνών. Τα αυγάείναι λευκά, σκληρά και εύθραυστα, και μπορούν να επωαστούν σε πλήρως ξηρό περιβ άλλον. Τα μικρά έχουν μήκος περίπου 3 εκατοστά, με παρόμοια μορφολογία με τα ενήλικα. Όπως και πολλά άλα ερημόβια γκέκο, η αμυντικές τους τακτικές διαφέρουν από τα ενήλικα. Τα μικρά έχουν έντονες ζώνες κίτρινου και μαύρου ή καφέ, μιμούμενα κάποιο δηλητηριώδες αρθρόποδο, και όταν απειλούνται από εχθρό σηκώνουν την ουρά ψηλά, σαν σκορπιοί. όταν όμως μεγαλώνουν, οι άμυνά τους αυτή δεν πιάνει, επειδή δεν υπάρχουν επικίνδυνα αρθρόποδα τέτοιου μεγέθους στην περιοχή τους. Τότε σταδιακά το χρώμα τους αλλάζει ώστε να τα παραλλάσσει στο περιβάλλον τους. Η πρώτη τους άμυνα είναι να τρέξουν ή να χωθούν στην τρύπα τους, αφού η ταχύτητά τους είναι μεγάλη. Αν είναι δύσκολο να ξεφύγουν, επιστρατεύουν τις άλλες ασυνήθιστες άμυνές τους. Το σημείο στο οποίο θα επιστρατεύσουν αυτές τις άμυνες ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος του γκέκο. Ο μικρότερος T. scincus για παράδειγμα προτιμά περισσότερο να ξεφεύγει όποτε μπορεί, ενώ ο μεγαλύτερος T. keyserlingii συχνά αντιμετωπίζει τον εχθρό. Αν λοιπόν απειληθούν σοβαρά και δε μπορούν να ξεφύγουν, αρχικά σηκώνουν το κεφάλι και την ουρά τους, ώστε να φανούνμεγαλύτερα. Μπορεί ν’αρχίσουν να δονούν τις πλατιές φολίδες της ουράς τους, οι οποίες παράγουν ήχο σαν συριγμό φιδιού. Αν κυνηγηθούν, τρέχουν δονώντας την ουρά τους και βγάζοντας διάφορους ήχους, που μοιάζουν με γρυλλίσματα και γαυγίσματα. Αν τελικά πιαστούν γερά, φωνούν και κάνουν απότομες συστροφές ώστε ν’αποκολλήσουν τις φολίδες του σώματός τους και να ξεφύγουν. Μπορούν επίσης ν’αυτοτέμουν την ουρά τους σε περίπτωση κινδύνου, η οποία εξακολουθεί να σπαρταρά και να παράγει το συριστικό ήχο, ενώ το γκέκο έχει ξεφύγει. Ουσιαστικα η ουρά χρησιμεύει στην προσέλκυση των εχθρών σ’εκείνο το σημείο αν το γκέκο δε μπορεί να διαφύγει, και γκέκο χωρίς ουρά δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη μετακίνηση σε σχέση μ’αυτά που την έχουν. Έχει βρεθεί ότι έχουν κάποια ελλείμματα στη μέγιστη απόδοση, αλλά η μέγιστη απόδοση των σαυρών στο εργαστήριο σπάνια χρειάζεται στη φύση. Τείνουν ωστόσο να κρύβονται περισσότερο, μέχρι ν’αναγεννηθεί η νεά ουρά. Η αποκόλληση του δέρματος δεν είναι μοναδική στο γένος, αλλά υπάρχει σε πολλά άλα γκεκονοειδή γκέκο, και ίσως είναι προγονικό τους χαρακτηριστικό που κάποια έχασαν αργότερα. Στα είδη που το δέρμα αποκολλάται, η επιδερμίδα συνδέεται χαλαρά με τη δερμίδα, και αν αποκοληθεί και η δερμίδα δεν ανοίξει, δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης, και η νέα επιδερμίδα θ’αναγεννηθεί σταδιακά. Χωρίς την επιδερμίδα του όμως, το ζώο χάνει περισσότερο νερό και είναι πιο ευάλωτο στους τραυματισμούς. Η αυτοτομή της ουράς είναι ενεργητική διαδικασία, αλλά η αποκόλληση της επιδερμίδας είναι πλήρως παθητική διαδικασία, ιδιότητά του δέρματός του. Έτσι ανένα τέτοιο γκέκο χωθεί σ’ένα στενό σημείο και δυσκολεύεται να περάσει, μπορεί να σχίσει μερικές φολίδες στην προσπάθειά του να βγει. Στο παρακάτω βίντεο, που βιντεοσκόπησα λίγες μέρες αφότου τον πήρα, πειράζω λίγο τον τερατοσκίγκο μου για να δείτε τις άμυνες που χρησιμοποιεί και ν’ακούσετε τη φωνή του.

Παρά τις εκπληκτικές του άμυνες, ο τερατοσκίγκος έχει πολλούς εχθρούς. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται από τον άνθρωπο ομως, αφού ζουν σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές. Ο T. bedriagai ζει για παράδειγμα σε αλατούχα εδάφη με αρμυρίκια, δηλαδή σε με΄ρη ακατάλληλα για καλλιέργεια, ενώ ο T. roborowskii ζει σε μία από τις πιο αφιλόξενες ερήμους του κόσμου. Όταν όμως ένα τέτοιο μέρος αναπτύσσεται, ο πληθυσμός των τερατοσκίγκων ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά. Συλλέγονται επίσης και για το εμπόριο κατοικιδίων, αν κι αυτό δεν έχει επηρεάσει σημαντικά τους αριθμούς τους ακόμα. Εξαιτίας των απομονωμένων περιοχών όπου ζουν και της κρυπτικής τους συμπεριφοράς, είναι πολύ σπάνιο άνθρωπος να συναντήσει τερατοσκίγκο στη φύση.

Το είδος T. roborowskii είναι το ανατολικότερης εξάπλωσης γκέκο του γένους. Έχει μήκος 12-15 εκ, σπάνια μεγαλύτερο, και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους που προανέφερα. Σκάβει λαγούμια βάθους περί τα 30 εκ. Παλαιότερα συμψηφιζόταν με τον T. scincus, αλλά πλέον αναγνωρίζεται ομόφωνα ως ξεχωριστό είδος. Λανθασμένα στο εμπόριο αποκαλείται και θιβετιανός τερατοσκίγκος (Tibetan frog eyed gecko), αλλά ουδεμία σχέση έχει με το Θιβέτ, όπου δεν υπάρχει κανένα μέλος του γένους. Το είδος είναι ενδηιμικό του Λεκανοπεδίου του Τουρπάν (Turpan depression), ένα ερημώδες λεκανοπέδιο στη βορειοδυτική Κίνα, για το οποίο δεν έχω βρει ούτε καν το όνομά του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, με χαμηλότερο σημείο την σχεδόν ξερή λίμνη Άιντιγκ στα 154 μ. Είναι το τέταρτο χαμηλότερο σημείο στον κόσμο, μετά τη Νεκρά Θάλασσα, τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και τη λίμνη Άσαλ στο Τζιμπουτί. Υπάρχουν όμως και μερικές οροσειρές που διασχίζουν την περιοχή, με ύψος όχι μεγαλύτερο των 800 μέτρων. Εκτός από τη λίμνη που έχει λίγη βλάστηση γύρω της και τις λίγες περιοχές στα βουνά, όλο το υπόλοιπο λεκανοπέδιο είναι άγονο. Θεωρείται η πιο αφιλόξενη περιοχή όλης της Κίνας, με ελάχιστες ββροχοπτώσεις και ακραίες θερμοκρασίες. Τον Ιούλιο, το θερμότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία ενός εικοσιτετραώρου στην πόλη του Τουρπάν είναι 32,2 βαθμοι Κελσίου, ενώ τον Ιανουάριο, τον ψυχρότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία είναι -7,6 βαθμοί. Η περιοχή ανήκει στην αυτόνομη επαρχία Σίντζγιανκκ των Ουοιγούρων Τούρκων, και, αφού πέρασε πολλά χέρια και περιόδους ανεξαρτησίας, ενσωματώθηκε στην Κίνα. Παλαιότερα ήταν ένας από τους σταθμούς του Δρόμου του Μεταξιού. Τα αρδευτικά έργα, τα οποία είχαν γίνει από την αρχαιότητα και πρόσφατα ενισχύθηκαν με σύγχρονα συστήματα, επέκτειναν την καλλιεργήσιμη ζώνη, όπου καλλιεργούνται κυρίως φρούτα, επειδή λόγω του θερμού κλίματος τα σάκχαρά τους είναι υψηλά. Το τουρπάν παράγει τα γλυκότερα σταφύλια της Κίνας, και το 80% της παραγωγής επιτραπέζιων σταφυλιών προέρχεται από εκεί. Η πόλη του Τουρπάν στο βόρειο τμήμα του λεκανοπεδίου είναι το κύριο κατοικούμενο μέρος του. Από τα άνυδρα μέρη του Τουρπάν λοιπόν κατάγεται και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκι. Το όνμα το πήρε προς τιμήν του Ρώσου εξερευνητή του 19ου αι. Βσεβολόντ Ρομπορόφσκι, προς τιμήν του οποίου έχουν ονομαστεί και άλλα είδη, όπως το μικρό ερημόβιο χάμστερ του Ρομπορόφσκι (Phodopus roborovskii), το οποίο πρώτος ανακάλυψε, και ζει σε κοντινές περιοχές.

Η φροντίδα όλων των μελών του γένους στην αιχμαλωσία είναι παρόμοια. Όλα διαβιούν σε παρόμοιο φυσικό περιβάλλον, και μολονότι η αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες διαφέρει, συνήθως στην αιχμαλωσία δεν τα εκθέτουμε σε ακραίες συνθήκες, οπότε αυτό δεν έχει σημασία. Όπως και με κάθε ζώο, υπάρχουν διάφοροι τρόποι διατήρησής τους, κι εγώ θ’αναφέρω αυτούς που συζητούνται κι εφαρμόζονται περισσότερο. Ως εδαφόβια γκέκο λοιπόν, χρειάζονται περισσότερη επιφάνεια παρά ύψος στο χώρο τους. Οι διαστάσεις του χώρου τους θα πρέπει να είναι στο ελάχιστο μήκος 2,5-3 φορές το ολι΄κο μήκος της σαύρας, και πλάτος 1,5-2 φορές το ολικό μήκος, ο κανόνας δηλαδήγ ια τα εδαφόβια γκέκο, αλλά επειδή είναι μικρόσωμα και δραστήρια, και δεν είναι δύσκολο να τους παράσχουμε περισσότερο χώρο, συνήθως τοποθετούνται σε μεγαλύτερους χώρους. Για κάθενέο γκέκο αυξάνουμε το χώρο κατά 50%. Έτσι ένας χώρος 40χ30 είναι κατάλληλος για ένα γκέκο, 60χ30 για ένα ζευγάρει, 75χ30 για ένα τρίο κ.ο.κ. Το προτιμόμενο δοεχείο γι’αυτά τα γκέκο είναι ένα γυάλινο ή διάφανου πλαστικού τερράριο ή φαουνάριουμ, αν και εκτροφείς με πολλά που θέλουν να εξοικονομήσουν χώρο τα τοποθετούν σε ημιδιαφανή δοχείά σε συστήματα ραφιών (rack systems). Αν και είναι εδαφόβιο, ένα καπάκι θα χρειαστεί, ακόμα κι αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι σωστές και δεν υπάρχει απώλεια θερμοκρασίας, γιατί μπορεί κάτι να μπεισ το χώρο τους ή να τρομάξουν από κάτι και να τρέξουν ή να πηδήξουν. Οι T. roborowskii για παράδειγμα μπορούν να πηδήξουν ως τα 30 εκατοστά κατακόρυφα. Ως αμμόβια ζώα, το καλύτερο υπόστρωμα γι’αυτά είναι κάποιο ελαφρύ μίγμα βασισμένο στην άμμο. Το βάθος και η σύσταση του υποστρώματος καθορίζουν κατά πόσο θα μπορούννα σκάψουν μέσα σ’αυτό, χωρίς να καταρρεύσει το όρυγμα. Αν έχει βάθος μόλις 3-5 εκ, δύσκολα μπορούν να κάνουν τρύπα. Επίσης αν είναι σκέτη άμμος ή άμμος αναμεμειγμένη με λίγο χώμα, πάλι θα είναι δύσκολη η δημιουργία τρύπας, γιατί το υλικό είναι πολύ ελαφρύ και θα καταρρέει συνεχώς. Γι’αυτό σε τέτοιες περιπτώσεις τοποθετούνται κρυψώνες από πλαστικούς σωλήνες, πέτρα κλπ, όπου τα γκέκο μπορούν να χωθούν από κάτω και να δημιουργήσουν το δικό τους τούνελ. Στην περίπτωση αυτήν, όλες οι βαριές πέτρες θα πρέπει να τοποθετούνται στο τερράριο πριν το υπόστρωμα, και όσα αντικείμενα πρόκειται να υποσκάψει το ζώο θα πρέπει να είναι ελαφριά, για να μην το καταπλακώσουν αν πέσουν. Εναλλακτικά, ορισμένοι κάτοχοι έχουν χρησιμοποιήσιε ένα σκληρότερο μίγμα με άμμο και αρκετή άργιλο, το οποίο κρατά κάπως καλύτερα το σχήμα του λαγουμιού, αλλά σκάβεται δυσκολότερα και πάλι όταν στεγνώνει διαλύεται. Τα γκέκο αυτά μπορούν επίσης να ζήσουν σε χώρο χωρίς καθόλου σωματιδιακό υπόστρωμα, απλώς με στρωμένα χαρτιά και κρυψώνες, το οποίο μπορεί να καθαρίζεται ευκολότερα. Παρόλα αυτά και το σύστημα με την άμμο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο καθάρισμα, αφού τείνουν ν’αφοδεύουν σε μία μόνο γωνία, πάντοτε έξω από τις τρύπες τους. Ο τρόπος θέρμανσης εξαρτάται από το βάθος του υποστρώματος. Σε τερράρια με χαρτί ή με ρηχό υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία θερμαντική πλάκα στη μία πλευρά, η οποία θα δημιουργεί ένα θερμότερο σημείο την ημέρα. Σε τερράρια με πολύ βαθύτερο υπόστρωμα, ιδίως αν τα γκέκο δεν έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στον πυθμένα, ο χώρος θα πρέπει να θερμανθεί με μία θερμαντική λάμπα, η οποία θα ανεβάζει τη θερμοκρασία ενός σημείου στους 35-36 βαθμούς, η οποία θα φθίνει σε ανεκτά για τα γκέκο επίπεδα μέσα στο υπόστρωμα. Τα γκέκο επίσιης μπορεί να λιάζονται περιστασιακά κάτω από τη λάμπα το απόγευμα, πριν σβήσει. Αν και προτείνεται συχνά η θερμοκρασία της θερμαντικής πλάκας να είναι γύρω στους 35 βαθμούς, στην πραγματικότητα τα γκέκο αυτά αποφεύγουν τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες στο φυσικ΄κό τους περιβάλλον, οπότε μια θερμοκρασία 31-33 βαθμών στο θερμό σημείο είναι η κατάλληλη, και πάλι δε θα περνούν όλο τους το χρόνο σε τόσο υψηλή θερμοκρασία. Είναι απαραίτητο τα γκέκο να έχουν τρόπο να θερμορρυθμίζονται ενώ είναι κρυμμένα, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνουν στην επιφάνεια, ώστε να νιώθουν ασφαλή. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στη θερμοκρασία του δωματίου (17-25 βαθμοί), αν και υπάρχουν κάτοχοι που διατηρούν τη θερμαντική πλάκα μονίμως αναμμένη, και αφήνουν το γκέκο να επιλέξει τη θερμοκρασία μόνο του. Εκτός από την κατάλληλη θερμοκρασία, θα πρέπει επίσης και να υπάρχει κατάλληλη υγρασία. Αν και τα είδη αυτά κατάγονται από ξηρά κλίματα, βαθιά στις τρύπες τους η υγρασία είναι υψηλότερη, κι αν ζουν μονίμως σε ξηρό περιβάλλον, ενδέχεται ν’αφυδατωθούν ή να έχουν προβλήματα στην έκδυση. Παλιό δέρμα για παράδειγμα μπορεί να παραμείνεισ τις άκρες των δακτύλων και της ουράς, το οποίο αν συσσωρεύεται θα τα περισφίξει, κόβοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τελικά τη νέκρωση και την πτώση τους. Γι’αυτό ένα μέρος του χώρου τους θα πρέπει να έχει υψηλότερη υγρασία. Σε τερράρια χωρίς ή με ρηχό υπόστρωμα,μπορεί να τοποθετηθεί ένα δοχείο όπως ένα μικρό τάπερ γεμισμένο με υγρά βρύα ή τύρφη και με μία είσοδο κομμένη στο πλάι, όπου θα μπορεί να μπαίνει το γκέκο. Σε περιβάλλοντα με βαθύτερο υπόστρωμα, μπορεί αν βρέχεται μία γωνία ή να τοποθετηθεί ένας λεπτός σωλήνας σε μια γωνία, με τον οποίο θα προστίθεται νερό στον πυθμένα, στην οποία περίπτωση η υγρασία του εδάφους είναι πιθανότερο να κρατήσει το σχήμα του τούνελ. Τα γκέκο αυτά σπάνια πίνουν ερό, και το μπολ είναι παντελώς άχρηστο, αφού θα το γεμίσουν με άμμο εύκολα. Ένας ελαφρύς ψεκασμός στο χώρο και στις διακοσμήσεις του τερραρίου κάθε λίγες μέρες θα καλύψει τις ανάγκες τους σε νερό. Τα γκέκο συνήθως φοβούνται το νερό και κρύβονται αν έρθει νερό πάνω τους, αλλά αν διψούν θα πιούν από τις βρεγμένες επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Το περισσότερο νερό ωστόσο το λαμβάνουν από τη διατροφή, η οποία είναι τα συνήθη έντομα που ταΐζονται στις σαύρες: γρύλλοι, κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς, Αργεντινής κι άλλα είδη, μικρές ακρίδες, αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα (σπάνια επειδή είναι παχυντικά), γιγάντια αλευροσκούληκα κλπ. Τα γρήγορα έντομα μπορούν ν’αφεθούν στο χώρο του ζώου, το οποίο στη συνέχεια θα τα πιάσει. Ως αμμόβια ζώα, δεν έχουν πρόβλημα αν καταπιούν και λίγη άμμο κατά το κυνήγι. Οι προνύμφες και όσα γενικώς τείνουν να θάβονται στο χώμα μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, το οποίο θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά αν έχει γεμίσει με άμμο ή υπονομευθεί, γιατί τότε μπορεί να πέσει και τα έντομα να σκορπίσουν. Τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε σκληρά σκαθάρια όπως αυτά των αλευροσκούληκων (Tenebrio molitor), και ορισμένα είδη τρώνε και μικρούς σκορπιούς. Θα πρέπει ωστόσο πρώτα να ψάξετε ποια είδη τους τρώνε αν πρόκειται να τα δώσετε κάποιο πιο επικίνδυνο θήραμα. Για να είναι θρεπτικότερα και ενυδατωμένα, τα έντομα θα πρέπει να έχουν φάει καλά πριν ταΐστουν στα γκέκο, και όπως με όλα τα ερπετά, θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου, το οποίο θα πρέπει να γίνεται σε κάθε τάισμα για τα αναπτυσσόμενα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά, και κάθε λίγα ταΐσματα για τα αρσενικά και τα μη αναπαραγόμενα θηλυκά. Λίγο ασβέστιο μπορεί επίσης να τοποθετηθεί μέσα στοτ ερράριο, με τη μορφή σκόνης ή τριμμένου κόκκαλου σουπιάς σε μια γωνία, από το οποίο θα τρώνε όποτε χρειάζονται. Η συμπλήρωση με βιταμίνες, ιδίως με d3είναι επίσης απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας δεν είναι απαραίτητη, μια και είναι νυκτόβια ζώα και σπάνια εκτίθενται στον ήλιο, αλλά μία χαμηλής έντασης σ’ένα μεγάλο τερράριο, αν θέλετε να την βάλετε, δε βλάπτει.

Το χειμώνα μπορούν να πέσουν σε χειμερία νάρκη για 2-3 μήνες, κάτι που αν και δεν εφαρμόζεται απ’όλους τους κατόχους, είναι μέρος του φυσικού τους κύκλου και σίγουρα ωφέλιμο. Επίσης η φάση αυτή είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή των ζώων αυτών. Κατά τη νάρκη, τα γκέκο διατηρούνται στους 5-15 βαθμούς, οπότε μένουν κρυμμένα και δεν τρώνε. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχεται την κατάστασή τους και να τα δίνεται λίγες σταγόνες νερό στη μύτη, ώστε να πιουν αν θέλουν. Μετά τη νάρκη, οι θερμοκρασίες επιστρέφονται στα κανονικά επίπεδα και τα γκέκο θα ξαναδραστηριοποιηθούν. Στην περίπτωση της αναπαραγωγής, τότε συναντιούνται τα αρσενικα με τα θηλυκά και γίνεται το ζευγάρωμα. Το θηλυκό, όπως σε όλα τα ερπετά, θα πρέπει να έχει συσσωρεύσει αρκετό λίπος για να γεννήσει υγιή αυγά. Κατά την εποχή του ζευγαρώματος τα γκέκο μπορεί να μαλώσουν και κάποιες φολίδες να αποκοληθούν, αλλά όλα τα τραύματα θα επουλωθούν στη συνέχεια. Αν οι καυγάδες ωστόσο είναι πολύ έντονοι, καλό είναι να τα χωρίσετε. Το θηλυκό γεννά τα αυγά μέσα στην άμμο, γι’αυτό είναι δύσκολο να βρεθούν. Μερικές φορές δε βρίσκονται, και τότε μπορεί τα ζώα κατά λάθος να τα σπάσουν ή να εκκολαφθούν, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Τα αυγά είναι πολύ εύθραυστα και θα πρέπει να μετακινούνται με προσοχή. Μετά από επώαση 90 περίπου ημερών σε ξηρή άμμο ή και σκέτο χαρτί, εκκολάπτονται τα μικρά, τα οποία έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς επειδή λόγω μεγέθους αφυδατώνονται πιο εύκολα, η υγρή περιοχή είναι απαραίτητη. Φτάνουν στο πλήρες τους μέγεθος και ωριμάζουν αναπαραγωγικά στα 1,5-2 χρόνια. Επειδή ως ομάδα δεν έχουν μεγάλο ιστορικό στην αιχμαλωσία, δεν γνωρίζουμε πλήρως τη διάρκεια ζωής τους, αλά υπολογίζεται πως ζουν πάνω από 15 χρόνια.

Οι τερατοσκίγκοι είναι γκέκο δραστήρια, που τις νύχτες απασχολούνται με την κατασκευή των λαγουμιών τους. Μετά από ένα διάστημα, αφού έχουν φτιάξει το τερράριο όπως τα βολεύει καλύτερα, μπορεί να σταματήσουν τις πολλές χωματουργικές εργασίες, αλλά παραμένουν δραστήρια. Το βράδυ θα βγαίνουν έξω από την κρυψώνα τους και θα περιμένουν για τροφή. Μπορεί ακομα και να πλησιάζουν προς τον κάτοχό τους, περιμένοντας τροφή. Μερικά τρώνε και από το χέρι. Είναι άγριοι κυνηγοί που τρέχουν κι αρπάζουν ό,τι κινείται. Είναι επίσης περίεργα και παρατηρητικά, προσέχοντας κάθε κίνηση και θόρυβο. Γι’αυτόν το λόγο είναι και νευρικά, και τρομάζουν εύκολα από κάτι που μπορεί να το εκλάβουν ως απειλητικό. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στα τέλη του Οκτωβρίου, φαίνεται ακριβώς αυτό. Μετέφερα το τερράριο του τερατοσκίγκου σε πιο φωτεινό σημείο το βράδυ για να το βιντεοσκοπήσω, κι αυτός αμέσως το κατάλαβε, άρχισε να παρατηρεί το μέρος, σταματώντας κάθε φορά που κινούμουν ή ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητα απ’έξω. Τελικά φοβήθηκε αρκετά και χώθηκε στην τρύπα του, όπου καθάρισε το λίγο χώμα που είχε μείνει.

Επειδή φοβούνται εύκολα και το δέρμα τους σχίζεται, δεν προτείνονται για χειρισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αδύνατος. Αρχικά πορεί να σας ξεφεύγουν, να βγάζουν φωνούλες ή να δαγκώνουν (δεν πονάει), αλλά στην πορεία θα συνηθίσουν και θα μπορείτε να τα κρατάτε για λίγο άφοβα. Το δέρμα τους δε διαλύεται με το παραμικρό. Αρχικά θα πρέπει να τα σηκώνετε πάνω από το χώρο τους ή πάνω από κάποιο άλλο δοχείο, ώστε αν σας ξεφύγουν να πέσουν εκεί, γιατί αλλιώς, αν πέσουν κάτω, θα εξαφανιστούν, και μετά η ανεύρεσή τους είναι πολύ δύσκολη, ιδίως αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιο. Ακόμα όμως κι αν δε μπορείτε να τα πιάνετε πολύ, παραμένουν μοναδικά ζώα. Είναι πολύ ευπροσάρμοστα, και ακόμα και τα πιασμένα από τη φύση άτομα δε δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση, και μετά από σχετικά μικρό χρονικό διάστημα τρέφονται κανονικά και δε διαφέρουν απ’αυτά που γεννήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Ο δικός μου τερατοσκίγκος περιήλθε στην κατοχή μου στη μία Οκτωβρίου του 2015. Τον αγόρασα απότ ο feeders.gr, ένα κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπου μπορείτε να βρείτε ζώα, καθώς και ό,τι χρειάζεστε γι’αυτά. Είναι πιασμένο (το μόνο πιασμένο ζώο που έχω) και είχε και το Feeders ‘όλη την ιστορία του, οπότε ηλικία δε μπορώ να γνωρίζω, αλλ’εφόσον τα περισσότερα ζώα ζουν λιγότερο στη φύση, υποθέτω ότι ακόμα δεν έκλεισε τα 10 χρόνια. Και ήμουν πολύ τυχερός που ήταν θηλυκό, επειδή συνήθως τα θηλυκά σπάνιων ειδών κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα αρσενικά, επειδή μπορούν να αποφέρουν κέρδη με την αναπαραγωγή τους. Από την αρχή φάνηκε ότι το γκέκο αυτό είναι διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα, αφού έτρεχε και δυσκολεύτηκαν να το πιάσουν στο feeders.gr. Στο σπίτι ίχε έτοιμο το χώρο του, ένα φαουνάριουμ μήκους 46 εκ, πλάτους 30 εκ και ύψους 17 εκ, κι αυτό από το Feeders, το οποίο μέσα είχα γεμίσει σχεδόνμέχρι πάνω με υπόστρωμα, γιατί νόμιζα πως θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει πολύ χώμα για καλύτερα, με μίγμα κατά 70% περίπου άμμο και 30% αργιλώδους χώματος. Νόμιζα ότι θα κρατά τις τρύπες, αλλά μόλις στέγνωσε κατέρρεε. Για να μη ρίχνει έξω χώμα όταν σκάβει, είχα κολλήσει στις σειρές των οπών που είχε σε δύο πλευρές το κουτί κολλητικές ταινίες, απ’όπου όμως ανέβαιναν τα έντομα στο καπάκι και δυσκολευόταν να τα πιάσει. Έτσι, με΄τα από λίγες μέρες, μείωσα τη στάθμη του χώματος, αφαίρεσα τις ταινίες, καιτοποθέτησα τις βασικές πέτρες προς τα πίσω, εκεί που ήταν η θερμαντική πλάκα. Έχω τρεις πλατιές πέτρες, μία πίσω στη μέση, στο θερμότερο σημείο, μια πίσω πίσω δεξιά στη γωνία, όπου επίσης περνά αρκετό χρόνο, και μια δεξιά πιο μπροστά, την οποία είχε υποσκάψει παλιά, ξέχασε στη συνέχεια και πρόσφατα ξαναάνοιξε δίοδο προς τα εκεί. Μεταξύ των πετρών υπάρχουν μικρότερες στρογγυλεμένες πέτρες οι οποίες στηρίζονται στον πυθμένα και τις κρατούν. Στην αριστερή πλευρά υπάρχουν επίσης δύο μικρές πέτρες στην επιφάνεια, τις οποίες δεν πειράζει, και πίσω αριστερά βρίσκεται η υγρή γωνία, την οποία περιοδικά βρέχω. Ίσως όμως κι εκεί να βάλω μία ακόμα πλατιά πέτρα για να σκάβεια πό κάτω. Η θερμαντική πλάκα ανεβάζει τη θερμοκρασία στο θερμότερο σημείο στους 33-34 βαθμούς.

Μόλις έφερα λοιπόν τον τερατοσκίγκο σπίτι, άνοιξα το πλαστικό κουτάκι του για να δω πώς είναι από περιέργεια, κι αμέσως το έκλεισα, γιατί θα μου έφευγε. Ήταν πακεταρισμένος με χαρτιά για να προστατεύεταισ το δρόμο, αλλά ήταν πολύ ενεργητικός και ταχύτατος. Οι φολίδες του ήταν πράγματι όπως περιγράφονται. Μετά τον έβαλα στο χώρο του, αλλ’επειδή δεν έσκαψε αμέσως, φοβήθηκα μήπώς δε σκάψει ποτέ, λες και πρέπει ένα μικρό φοβισμένο γκέκο να ξεκινά να σκάβει αμέσως αφού βρέθηκε στο νέο του περιβάλλον σαν να μη συνέβη τίποτα. Το βράδυ όχι μόνο έσκαψε, αλλά είχε υπονομεύσει και ρίξει τις δύο πλατιές πέτρες. Τις επόμενες ημέρες συνέχιζε να ανακατεύει το χώρο του, σηκώνοντας πολύ χώμα στη μια πλευρά και δημιουργώντας μικρές τρύπες κάτω από τις πέτρες, όπου μπορεί να έμενε για λίγες μέρες. Δεν έτρωγε τίποτα, αν και μία μέρα έφαγε δύο αλευροσκούληκα. Και στις 10 Οκτωβρίου συνέβη το ατύχημα. Ήταν η μέρα που έβγαλα τις ταινίες, έβγαλα το μισό χώμα και άλαξα τη διάταξη των πετρών σε πιο μόνιμο σχήμα. Έπιασα λιπόν τον τερατοσκίγκο, και πριν να τον βάλω δίπλα σ’ένα άλλο κουτί, έτρεξε και μού’φυγε. Άλλες φορές τον έβαζα στο κουτί αμέσως, αλλά τώρα επαναπαύθηκα και τον κράτησα στο χέρι μου για λίγο. Μετά τον έψαξα, και μόλις πήγα να τον πιάσω δυο φορές, έφευγε αλλού. Έτρεχε σαν σαμιαμίδι δικό μας, όχι σαν το αργοκίνητο λοφιοφόρο γκέκο που είχα συνηθίσει. Τελικά, αφού βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχαν έξοδοι προς τα έξω, έφυγα, επειδή έπρεπε να τρέξω στον Ημιμαραθώνειο. Μετά αργά το βράδυ πήγα να τον ψάξω, αλλά πάλι μουξέφυγε. Την επομένη κάλεσα ενισχύσεις, τον πατέρα μου και το μικρό μου αδελφό, αλλάπάλι δε μπορούσαμε να τον πιάσουμε. Ο αδελφός μου αποδείχθηκε εντελώς άχρηστος για τη δουλειά, γιατί ενώ του λέγαμε να κοιτάζει πού ακριβώς βρίσκεται, κοίταζε το ταβάνι σαν χαζός. Τελικά το βρήκα την άλλη μέρα, στις 12 του μηνός ολομόναχος χωρίς καμία βοήθεια. Τον κυνήγησα από εκεί που κριβόταν σε μία γωνία, και μετά απότομα με το χέρι μου τον έπιασα, χωρίς να χάσει ούτε μία φολίδα, και τον επέστρεψα στο χώρο του, όπου του έδωσα λίγο νερό που το ήπιε. Τις επόμενες μέρες ξαναανακαίνιζε τη νέα διάταξη πετρών, αλλά πήγε και πίσω. Μετά από το στρεσογόνο αυτό γεγονός, σταμάτησε να τρώει και δεν τον είδα ποτέ έξω από τις τρύπες του. Από φόβο άρχισα να τον ταΐζω με τη μέθοδο της επιβεβλημένης σίτισης (forced feeding), δηλαδή του άνοιγα το στόμα και του έβαζα μέσα το έντομο για να το φάει, κάτι δύσκολο, αφού συνήθως έφευγε. Αν και δεν τον πεντύχαινα έξω από τις τρύπες του, μπορούσα να καταλάβω ότι έβγαινε από τα αποτελέσματα της δράσης του. Λίγο χώμα μπορεί να είχε μετακινηθεί,ενώ στη γωνία μπροστά αριστερά, μπορεί να έβρισκα κανένα περίττωμα. Αυτή είναι η κύρια γωνία αφόδευσής του, κι έχει ακκομα μία μπροστά και προς τη μέση, οπου πηγαίνει αν κρύβεται στη δεξιά τρύπα. Ποτέ δεν έχει αφοδεύσςι μέσα στις τρύπες του. Τα περιττώματα είναι σχετικά ξηρά και απομακρύνονται εύκολα. Στις 5 Νοεμβρίου λοιπόν, κάνοντας ένα βίντεο για το γενειοφόρο μου δράκο, στο τέλος άνοιξα και τοτ ερράριο του τερατοσκίγκου για να δω τι κάνει, και τον βρήκα σε φάση πριν την έκδυση. Το χρώμα του είχε γίνει ανοιχτό γκρι, σαν φάντασμα, και το δέρμα του είχε γίνει σαν χαρτί. Ήδηα πό τις προηγούμενες μέρες άρχισε να γίνεται σαν χαρτί, αλλά νόμιζα πως είχε κάποιο πρόβλημα. Το βράδυ της ίδιας μέρας άλλαξε το δέρμα, και ήταν η χειρότερη έκδυση που έχω δει. Είχε αφαιρέσει μόνο το δέρμα του κορμού, το οποίο βρισκότανα πό κάτω του, χωρίς καν να το έχει φάει. Δεν έβαζε δηλαδή τίποτα στο στόμα του, ούταν καν το ίδιο του το δέρμα. Όπως όλα τα γκέκο, οι τερατοσκίγκοι τρώνε το εκδεδυμένο δέρμα, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τους τυχόν εχθρούς. Το περισσότερο λοιπόν δέρμα του κεφαλιού, τωνάκρων και της ουράς ήταν πάνω του. Με προσεκτικές κινήσεις το αφαίρεσα όλο, εκτός από λίγο στα δάχτυλα, το οποίο με παίδεψε λίγο περισσότερο. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς αλλάζει δέρμα ένας T. roborowskii:

Μετά το άφησα χωρίς τροφή για μια βδομάδα και κάτι. Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό, τώρα άρχισε να τρώει. Ήδη προχθές έφαγε μια αρσενική κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μάλλον θα φάει κι άλλο αφού αλλάξει ξανά δέρμα, γιατί από τις 23 Νοεμβρίου ήταν σχεδόν έτοιμος για έκδυση πάλι. Τώρα που έχει φτιάξει τις τρύπες όπως θεέλι αυτός δε σκάβει πάρα πολύ, κι επίσης κάθεται πολύ περισσότερο αν τον χειριστώ, ενώ παλιά κινδύνευα να τον χάσω μόλις τον έπιανα. Επειδή κάνει κρύο το βράδυ και το γκέκο έχει αδυνατίσει λίγο και θέλω να βάλει βάρος για τη χειμερία νάρκη, του έχω αναμμένη τη θερμαντική πλάκα μονίμως, ώστε ν’ανέβει ο μεταβολισμός του. Κανονικά δε χρειάζεται αυτό. Έχω προσέξιε ότι ακομα και στους 15 βαθμούς τρέχει κανονικά. Όταν ζεσταίνεται, συνήθως επιλέγει το θερμότερο σημείο των 33 βαθμών όταν χωνεύει τροφή ή για λίγες ώρες την ημέρα, αλλιώς συχνάζει στη γωνιακή πέτρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 27-29 βαθμούς.

Περιμένω τώρα να βάλει λίγο βάρος. Αν δε βάλει, δε θα το βάλω σε νάρκη, αλά αν βάλει, θα το κρυώσω το πολύ 3-4 εβδομάδες, τόσο όσο να καταλάβει την αλλαγή των εποχών. Πιστεύωότι μέρος της υποδραστηριότητάς του οφείλεται στον επερχόμενο χειμώνα. Αφού ξυπνήσει, πιστεύω η όρεξή του θα αυξηθεί απότομα. Επειδή είναι υπερανθεκτικό είδος, δε φοβάμαι ότι θα πάθει κάτι σοβαρό. Απότερος σκοπός είναι η εύρεση ενός αρσενικού και η αναπαραγωγή του σπάνιου αυτού είδους. Αν γίνει αυτό, θα είμαι ο μόνος που έχει αναπαραγάγει το είδος στην Ελλάδα.

Το μόνο δύσκολο ζήτημα που μένει είναι αυτό του ονόματος. Θέλω να του δώσω ένα αρχαίο ελληνικό όνομα. Προς το παρόν λέγεται Περσεφόνη, επειδή έχει σχέση και με τον Πάνω και με τον Κάτω Κόσμο. Το όνομα ωστόσο είναι προσωρινό, και δέχομαι κι άλλες προτάσεις στα σχόλια. Αν δε μου έρθει κάποιο καλύτερο όμως θα κρατήσω αυτό.

Πηγές και σύνδεσμοι:β
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Teratoscincus
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το Λεκανοπέδιο του Τουρπάν
οδηγός φροντίδας του T. roborowskii στο feeders.gr
το γένος Teratoscincus στο Gecko Time
οδηγός φροντίδας για T. perzewalskii
οδηγός φροντίδας για T. scincus
η βιοποικιλότητα των ερήμων
Επιστημονικές μελέτες:
μελέτες πάνω στον ημερήσιο ρυθμό δραστηριοότητας, στη διατροφή, στην οικεία ζώνη, στην επιλογή μικροενδιαιτημάτων και στον τρόπο κυνηγιού στο είδος T. roborowskii
βικαριανικά πρότυπα κατακερματισμού στο γένος Teratoscincus προκαλούμενα από την ινδική σύγκρουση, μία μοριακή φυλογενετική ανάλυση
πειραματική εκτίμηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων σε δύο είδη του γένους Teratoscincus
φυλετικός διμορφισμός και διατροφικές συνήθειες στις δάφορες εποχές στο είδος T. roborowskii
ανάλυση της κινητικής δραστηριότητας της νυκτόβιας σαύρας T. scincus υπό διάφορες εντάσεις σεληνόφωτος
τρισδιάστατη κινηματική των πίσω άκρων σε δύο είδη χερσαίων γκέκο
χαρακτηριστικά της οδοντοστοιχίας στις σαύρες του γένους Teratoscincus και σε άλλα γκέκο
κάποια στοιχεία της οικολογίας και της φυσικής ιστορίας του γκέκο T. keyserlingii
η αυτοτομή της ουράς δεν επηρεάζει σημαντικά την κινητικότητα και τη συμπεριφορά κατά των εχθρών σ’ένα δρομεϊκό γκέκο, το είδος T. scincus
το χαμηλό κόστος μετακίνησης αυξάνει την επίδοση σε χαμηλές θερμοκρασίες σε ένα νυκτόβιο γκέκο, στο είδος T. perzewalskii
μορφολογία και λειτουργία των ηχοπαραγωγών φολίδων στην ουρά του T. scincus

Κάποτε παλιά, σας είχα υποσχεθεί για ένα βίντεο όπου το λοφιοφόρο μου γκέκκο έκανε τη φωνή του. Τελικά, παρά τις δυσκολίες που στην αρχή μου φαίνονταν βουνό με αποτέλεσμα να το παρατήσω για καιρό, η διαχείριση ενός καναλιού στο Youtube δεν είναι και τόσο δύσκολη υπόθεση· έτσι τις τελευταίες μέρες ανεβάζω σωρηδόν βίντεο των ζώων μου.
Το βίντεο αυτο΄είχε τραβηχτεί στις 9 Ιανουαρίου του 2015, τότε δηλαδή που έβγαλα κι εκείνες τις πετυχημένες φωτογραφίες. Ήταν μια μέρα αφότου είχε αλλάξει δέρμα, και τα χρώματά του ήταν εντονότερα. Για να το φωτογραφίσω και να το βιντεοσκοπήσω, το έβαλα πάνω στην αραουκάριά μου, επειδή είναι φυτό του φυσικού του περιβάλλοντος. Στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο είδος (Araucaria heterophylla) κατάγεται από το γειτονικό Νησί Νόρφολκ, αλλά οι διαφορές της από τις νεοκαληδόνιες είναι απειροελάχιστες. Όχι ότι νοιάζει ιδιαίτερα το γκέκο, το έκανα όμως για το φυσικό αποτέλεσμα. Πάλι ωστόσο φαίνεται ότι βρίσκεται σε τεχνητό περιβάλλον, αφού το χρώμα του τοίχου και των πλακακιών παρεισφρύει σε κάθε γωνία, ενώ οι κίτρινες λάμπες αλλοιώνουν ελαφρώς τα χρώματα. Ενώ λοιπόν ήτανσ το δέντρο, που σημειωτέον είναι ένα αρχαίο και μοναδικό είδος κωνοφόρου, έκανε τη φωνή του μερικές φορές, την οποία ως τότε σπάνια είχα ακούσει, αν και όλο τον υπόλοιπο χρόνο έμελλε να την ακούσω αρκετές φορές. Δε ξέρω γιατί το έκανε, ίσως όμως να το θεώρησε ως νέα περιοχή του και να προειδοποιούσε τυχόν άλλους ομοειδείς του ότι το μέρος του ανήκει. Ευτυχώς πρόλαβα να γράψω τη φωνή, λίγο αφού άρχισε να την κάνει. Έπειτα έκανα μια παρουσίαση για το γκέκο, αλλά κατά λάθος έκοψα το βίντεο στη μέση. Δεν πειράζει. Επιγραμματικά, είναι ο Βαρώνος, ένα αρσενικό λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus), είδος αυστραλιανής ικογένειας γκέκο (Diplodactylidae) που κατάγεται από τη Νέα Καληδονία, ανατολικά της βόρειας Αυστραλίας. Τώρα που γράφω το άρθρο είναι τεσσάρων ετών και κάτι, τότε ήταν τρισίμισι. Στο βίντεο, αφού φωνήσει, εξερευνά το νέο, περίπλοκο χώρο του. Κοιτάζει προς διάφορες κατευθύνσεις, μυρίζει και βγάζει τη γλώσσα του για να τον ανιχνεύσει. Αυτό είναι το βίντεο:

Τα γκέκο είναι οι μόνες σαύρες που χρησιμοποιούν τον ήχο ως βασικό κομμάτι της επικοινωνίας τους. Κι άλλες σαύρες υπάρχουν που φωνούν, αλλά τα γκέκο το έχουν εξελίξει σε άλλο επίπεδο. Αν και υπάρχουν είδη που δε χρησιμοποιούν τη φωνή τους σχεδόν ποτέ, τα περισσότερα φωνούν για να δηλώσουν συναισθηματικές καταστάσεις, όπως προστασία της περιοχής,ενόχληση, ζευγάρωμα κλπ. Όπως είναι αναμενόμενο, τα αρσενικά φωνούν συχνότερα από τα θηλυκά. Τα σαμιαμίδια για παράδειγμα κάνουν έναν πολύ ψιλό ήχο σαν «τσικ τσικ τσικ» που μπορείτε να τον ακούσετε αν προσέξετε καλά. Δεν κυκλοφορεί πολύ στο Youtube, αλλά θα τον ηχογραφήσω όταν τον ακούσω. Τα λοφιοφόρα γκέκο παράγουν μερικούς ήχους που χρησιμοποιούν σε διάφορες περιστάσεις. Ο πιο γνωστός κι αυτός που ακούγεται μακρύτερα είναι αυτή η φωνή του βίντεο, ένας ήχος που αποτελείται από σειρά βραχύχρονω φωνών «κρε κρε κρε». Χρησιμοποιείται από κυρίαρχα γκέκο κατά τη διακήρυξη της περιοχής, τις μάχες και το ζευγάρωμα. Τα χαρακτηριστικά της φωνής αυτής ποικίλουν αρκετά· μπορεί να έχει μικρή ή μεγάλη διάρκεια, μπορεί το γκέκο να ενώσει τις νότες μεταξύ τους ή να διαφοροποιήσει την ένταση της φωνής. Όταν έχει ανοιχτό το στόμα, όπως όταν δαγκώνει έναν αντίπαλο, ή είναι πραγματικά θυμωμένο από έναν αντίπαλο, η φωνή ακούγεται δυνατότερη. Στο Youtube θα βρείτε πολλλές τέτοιες ηχογραφήσεις της φωνής αυτής με τις παραλλαγές τις. Επίσης μια άλη φωνή που παράγουν, αν καισπανιότερα, είναι ένας χαμηλός, μακρόσυρτος ήχος που δηλώνει ενόχληση, από γκέκο ή από άνθρωπο μερικές φορές, π.χ. το άκουσα όταν πείραξα το Βαρώνο αφού είχε φάει πάρα πολύ. Μπορούν επίσης να κάνουν μια ψιλή, στιγμιαία φωνή αν πονέσουν, που φυσικά σκοπός μας δεν είναι να πονέσουν ποτέ, αλά κάποιες φορές μπορεί να συμβεί κατά λάθος, ή τρομάξουν. Παράγουν επίσης και μη φωνητικούς ήχους από την εκβολή αέρα. Αν φουσκώσουν ελαφρώς το σώμα τους από ενόχληση και ξεφουσκώσουν απότομα, ή δαγκώσουν επιθετικά, κάνουν έναν απότομο, λεπτό συριγμό (χσιτ) από την απότομη εκβολή αέρα. Επίσης σε συνθήκες που τα κκάνουν να νιώθουν ανασφαλή, είτε μέσα στο χώρο τους είτε έξω, π.χ. όταν κάποιος τα παρακολουθεί έντονα κι επίμονα, τα μετακινεί αλλού, το μέρος είναι νέο κλπ, μπορεί απ’το φόβο τους να αναπνέουν έντονα ώστε να μυρίσουν το χώρο, κάνοντας ήχους σαν υπόκωφα, γρήγορα σφυρίγματα.

Το σκαθάρι Pachnoda marginata perigrina είναι ένα ακόμα κατάλληλο και θρεπτικό έντομο για τη διατροφή των ζώων μας. Έχει μια αρκετά μεγάλη, θρεπτική προνύμφη, η οποία περιέχει πολύ πρωτεΐνη, και είναι κατάλληλη για όλα τα ζώα που μπορούν να την φάνε. Το ενήλικο σκαθάρι επίσης τρώγεται από μερικά είδη και είναι πολύ όμορφο χάρη στα λαμπερά του χρώματα. Είναι επιπλέον εύκολα έντομα στην εκτροφή και απορώ γιατί ακόμα παραμένουν σχετικά σπάνια στο εμπόριο.

Πρόκειται ουσιαστικά για χρυσομπούμπαρο, σκαθάρι δηλαδή της υποοικογένειας Cetoniinae. Οι χρυσομπούμπαροι, χρυσομπάμπουρες, χρυσόμυγες (έτσι λέγονται και οι πράσινες μύγες όμως), μπάμπουρες, ή χρυσή σκαραβαίοι αποτελούν την υποοικογένεια Cetoniinae της οικογένειας Scarabaeidae. Η άλλη υποοικογένεια της οικογένειας είναι η Scarabaeinae, οι κανονικοί σκαραβαίοι. Αντίθετα με τους σκαραβαίους, που είναι συνήθως μαύροι και τρέφονται με κοπριά, οι χρυσομπούμπαροι έχουν λαμπερά χρώματα και τρέφονται με υλικό από άνθη και καρπούς. Επειδή έχουν μασητικά στοματικά μόρια, κόβουν κομματάκια απ’τα άνθη που επισκέπτονται, και έτσι τα καταστρέφουν, γι’αυτό και στα αγγλικά λέγονται «flower chafers”, δηλαδή πειραχτές των λουλουδιών. Χρυσομπούμπαροι υπάρχουν παντού στην Ελλάδα τους θερμούς μήνες, συνήθως από Μάιο με Ιούλιο, αν και λίγοι ξεχασμένοι μπορούν να βρεθούν σχεδόν όλο το έτος. Εγώέχω προσέξει ότι πολλοί μαζεύονται γύρω από ανθισμένες πασχαλιές, λιγουστρίνια, φωτείνιες, μπόζια/ζαμπούκους, και σε ροδακινιές με ώριμα ροδάκινα. Οι προνύμφες τους είναι εντελώς διαφορετικές όμως, αφού ζουν μέσα στο έδαφος τρεφόμενες με νεκρή οργανική ύλη. Τα εύκρατα είδη συνήθως κάνουν πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρώσουν την ανάπτυξη, και συχνά χρειάζονται μια ψυχρή χειμερινή περίοδο, γι’αυτό δε χρησιμοποιούνται τόσο στην εντομοκαλλιέργεια όσο τα τροπικά είδη.

Το γένος Pachnoda είναι αφρικανικ΄΄ο γένος χρυσομπούμπαρων με 108 είδη, ίσως και περισσότερα. Το κοινό γνώρισμα που ενώνει ΄΄όλα αυτά τα είδη είναι ορισμένοι εσωτερικοί λοβοί στον αιδοιαγό των αρσενικών, το αντίστοιχο του πέους που έχουν πολλά έντομα. Το είδος του ενδιαφέροντος είναι η Pachnoda marginata, ένα κεντροαφρικανικό τροπικό ειδος χρυσομπούμπαρου με 9 υποείδη. Από αυτά, μόνο 3 είναι διαθέσιμα στο εμπόριο: η Pachnoda marginata marginata, με έντονο κόκκινο χρωματισμό, η P. m. Aurantia, με χρυσοπορτοκαλί χρωματισμό, και η P. m. Peregrina, το κοινότερο στο εμπόριο υποείδος κι αυτό που μας ενδιαφέρει, με χρυσοκίτρινη πάνω επιφάνεια, η οποία διακόπτεται από τρεις καφέ κηλίδες, μία στο θώρακα και μία σε κάθε έλυτρο. Ενίοτε οι κηλίδες των ελύτρων είναι μικρές και δυσδιάκριτες. Η κάτω πλευρά του σώματος είναι μαύρη. Το μήκος του κυμαίνεται μεταξύ 2-3 εκατοστών, με συνηθέστερα τα 2-2,5 εκατοστά. Το σκαθάρι είναι τετραγωνισμένο και δε διαφέρει μορφολογικά από τους κοινούς χρυσομπούμπαρους, αν και πρόσεξα πως έχει ελαφρώς μακρύτερα πόδια και κεφάλι. Όπως τα περισσότερα σκαθάρια, είναι πολύ σκληρό, με μόνο μαλακό μέρος το πάνω μέρος της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα σκληρά έλυτρα, τα οποία είναι το πρώτο ζεύγος τροποποιημένων φτερών. Το δεύτερο βρίσκεται από κάτω, και όταν το έντομο πρόκειται να πετάξει, τα ξεδιπλώνει αφού έχει σηκώσει τα έλυτρα ελαφρώς, και απογειώνεται με έναν χαρακτηριστικό, βαθύ βόμβο. Τα σκαθάρια αυτά πετάνε στον ήλιο ή σε οποιαδήποτε πηγή φωτός, όπως μια λάμπα, γι’αυτό αν τα βγάλετε στο χέρι σας κοντά στο φως γρήγορα θα πετάξουν. Η πρώτη τους πτήση είναι συνήθως σύντομη, ενώ γενικώς δεν πετούν γρήγορα, γι’αυτό πιάνονται εύκολα, αλλά αν ξεφύγουν έξω, δε θα τα ξαναβρείτε. Επίσης η μυρωδιά τους είναι όμοια μ’αυτήν των κοινών χρυσομπούμπαρων, κάτι ανάμεσα σε κοπριά και λάδι, κάτι που διαπίστωσα όταν τα έτριψα και τα έφερα κοντά στη μύτη μου.
Οι προνύμφες τους έχουν την τυπική μορφολογία σκαπτικών προνυμφών σκαθαριού, δηλαδή κοντόχοντρες, κυλινδρικές με στενό μπροστινό και πλατύ πίσω με΄ρος, ώστε να εισχωρούν ευκολότερα στο έδαφος. Στο τελευταίο στάδιο πριν τη μεταμόρφωση έχουν μήκος 4-5 εκ και αρκετό πάχος, όσο το μικρό σας δάχτυλο ή και περισσότερο, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορουν να φτάσουν τα 6 εκ, και το χρώμα τους είναι γκριζομπέζ με λευκό κεφάλι. Το κεφάλι τους είναι μικρό, με δύο αναλογικά μεγάλα στοματικά εξαρτήματα σαν δαγκάνες μπροστά, με τα οποία τεμαχίζουν την τροφή τους. Στο θώρακα φέρουν τα συνήθη τρία ζεύγη ποδιών των εντόμων, αλλά εξαιτίας του τρόπου ζωής τους είναι ατροφικά, σαν μικρά εξογκώματα. Η τμημάτωση του σώματος είναι εμφανής, και στις πλευρές υπάρχει μια διαμήκης γραμμή, η οποία αποτελεί το όριο μεταξύ των ραχιαίων και των κοιλιακών σκληροτωμάτων του εξωσκελετού και επιτρέπει την εύκολη συστολή και διαστολή του σώματος ανάλογα με το ποσό της τροφής που καταναλώνεται. Ολόκληρο το σώμα των προνυμφών καλύπτεται από απαλό χνούδι, το οποίο δεν είναι σαν τις σκληρές τρίχες των καμπιών, αλλά θα το παρομοίαζα με το πρώτο χνούδι που βγάζουν τα κουνελάκια όταν αρχίζουν να βγάζουν τρίχωμα. Μεταξύ των τριχών ο εξωσκελετός είναι λείος, γι’αυτό και γυαλίζουν ελαφρώς υπό έντονο φως. Όπως όλες οι προνύμφες σκαθαριού, οι προνύμφες της Pachnoda έχουν καλή κατακόρυφη ευκινησία, αλλά καθόλου πλευρική. Ακόμα και πιο εύκίνητες και μακρόστενες προνύμφες σκαθαριού όπως τα αλευροσκούληκα, όταν στρίβουν δεξιά ή αριστερά, στην πραγματικότητα στρίβουν διαγώνια προς τα κάτω. Με τους κατακόρυφους κυματισμούς λοιπόν η προνύμφη κινείται μέσα στο έδαφος, και με δυσκολία έξω απ’αυτό. Αν την πιάσετε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη, με γρήγορους κατακόρυφους κυματισμούς, οι οποίοι φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν το σώμα, εύκολα μπορεί να ξεφύγει. Σε μαλακή επιφάνεια, όπως η παλάμη σας δύσκολα κινείται, αλλά σε σκληρή επιφάνεια, όπως το πάτωμα, μπορεί να κινηθεί αρκετά καλά, αν και συχνά χάνει την ισορροπία της και πέφτει στο πλάι. Το περιβάλλον στο οποίο κινείται πιο γρήγορα είναι το χώμα. Όντας φωτοφοβική, αν την βάλετε στο χώμα, με ρυθμικές ωθήσεις του σώματος από τους κατακόρυφούς της κυματισμούς, θα εξαφανιστει΄μέσα του σε λίγα δευτερόλεπτα. Όταν αναπαύονται παίρνουν τη στάση των περισσότερων προνυμφών σκαθαριού, φέρνοντας σε επαφή το άκρο της κοιλιάς με το κεφάλι και δημιουργώντας σχήμα μισοφέγγαρου. Από αυτήν την κατάσταση μπορεί ν’αργήσουν να ξεδιπλωθούν ακόμα και όταν ξεθαφτούν. Οι άμυνές τους δεν είναι πολλές, αλλά αν τις κρατήσετε σφιχτά μέσα στη χούφτα σας και δε μπορούν να φύγουν ή τις σφίγγεται για ώρα ανάμεσα στα δάχτυλά σας, μπορεί να γυρίσουν και να δαγκώσουν. Αν και δε θα σας κόψει το δέρμα, το δάγκωμα ποναέι και μπορέι να τρομάξετε. Τα ενήλικα σκαθάρια δεν έχουν κάποια άμυνα πέρα από την πτήση τους και τη σκληρότητά τους.
Όπως όλα τα έντομα και όλα τα αρθρόποδα γενικότερα, οι προνύμφες αναπτύσσονται με διαδοχικές αλλαγές/εκδύσεις του εξωσκελετού τους. Όταν έρθει η ώρα της μεταμόρφωσης, κατασκευάζουν ένα υποσφαιρικό έως ωοειδές κουκούλι 2,5 εκ μήκους από τα περιττώματά τους μαζί με υλικό από τον περιβάλλοντα χώρο, μπαίνουν μέσα εκδύοντας για τελευταία φορά τον εξωσκελετό τους, συσφαιροποιούνται σε μισοφέγγαρο και προσδένονται με νημάτια στα τοιχώματά του. Αυτή είναι και η αυτοκτονία της μικρής στρουμπουλής προνύμφης. Αντίθετα μ’αυτό που νομίζουν πολλοί, τα έντομα σ’αυτήν την κατάσταση δεν τροποποιούν απλώς το σώμα τους, βγάζουν φτερά και όλα είναι εντάξει. Ολόκληρο το προνυμφικό σώμα αποδιοργανώνεται σε μια άμορφη αλλά οργανωμένη σούπα, και ορισμένα κύτταρα αναλαμβάνουν την αναδημιουργία του σώματος του ενήλικου εντόμου, με ελάχιστα γνήσια προνυμφικά μέρη στο ενήλικο. Για τον λόγο αυτόν τα ενήλικα ολομετάβολα έντομα είναι πάντοτε μικρότερα από τις προνύμφες τους. Αυτός που βγαίνει απ’το κουκούλι είναι άλλος. Είναι σαν να σας βάζουν σε κώμα, να σας αναδημιουργούν όλο σας το σώμα και τον εγκέφαλο και να σας ξυπνούν μετά. Είναι μια νέα αρχή. Μετά λοιπόν το πέρας της μεταμόρφωσης, το σκαθάρι ανοίγει το κουκούλι από τη μία πλευρά και βγαίνει έξω στον επικίνδυνο κόσμο, για να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του με την αναπαραγωγή.

Τα σκαθάρια αυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα για να επιβιώσουν ως αποικία. Συνήθως πωλούνται ως μεγάλες προνύμφες, έτοιμες για τάισμα. Με ικανό αριθμό τέτοιων, ο οποίος εξαρτάται από τις ανάγκες του καθενός, μπορεί να δημιουργηθεί μια αποικία. Η αποικία μπορεί να στεγαστεί οπουδήποτε, αρκεί το δοχείο να έχει αρκετό βάθος και επιφάνεια. Άλλοι στεγάζουν τα σκαθάρια και τις προνύμφες μαζί, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος κανιβαλισμού, άλλοι όμως ξεχωριστά για πρακτικούς λόγους, γιατί ο χώρος των σκαθαριών αναγκαστικά δεν είναι γεμάτος από χώμα, οπότε υπάρχει αρκετός ανεκμετάλλευτος χώρος για τις προνύμφες, οι οποίες συνήθως μεταφέρονται σε σκοτεινό δοχείο γεμάτο χώμα. Το καπάκι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της υγρασίας και την αποτροπή εξόδου των σκαθαριών μόλις έχουν μεταμορφωθεί. Αφού λοιπόν έχετε πάρει τις προνύμφες σας, θα πρέπει να τις φτιάξετε το κατάλληλο υπόστρωμα. Προτείνεται υπόστρωμα τουλάχιστον 10 εκ σε βάθος, αν και καλό είναι να είναι περισσότερο. Στο υπόστρωμα αυτό, που μπορεί να είναι τύρφη ή κοινό χώμα, θα πρέπει να αναμιχθούν πολλά ξερά ή μισοσαπισμένα φύλλα, βλαστοί, φλοιοί και σάπιο ξύλο αν βρείτε, από τα οποία οι προνύμφες θα τρώνε. Καλύτερα είναι τα πεσμένα φύλλα από πλατύφυλλα φυλλοβόλα όπως πλάτανο, βελανιδιά, φλαμουριά, οπορωφόρα κλπ. Επίσης τα ξερά με΄ρη από ποώδη φυτά όπως λαχανικά, καλλωπιστικά και ζιζάνια. Δε θα πρέπει ποτέ να βάλετε μέρη από κωνοφόρα. Επίσης συμπληρωματικά μπορείτε να προσθέσετε φλούδες από ριζώδη ή κονδυλώδη λαχανικά όπως καρότο ή πατάτα, ενώ μπορείτε να βάλετε και φρούτα, αλλά μην το παρακάνετε με τα φρούτα, γιατί το σάπισμά τους θα φέρει δυσοσμία, και ίσως φρουτόμυγες ή σκνίπες των μυκήτων. Το υγιές υπόστρωμα μυρίζει φρέσκο χώμα. Κάποιοι ρίχνουν μέσα και γατοτροφή ή φυλλαράκια για ψάρια για πρωτείνη, αλλά αυτό ουσιαστικά δε χρειάζεται καθόλου, αφού οι προνύμφες αυτές, όπως και τα υπόλοιπα σαπροφάγα αρθρόποδα, παίρνουν αρκετή πρωτεΐνη από τα βακτήρια και τους μύκητες που καταναλώνουν μαζί με την αποσυντιθέμενη ύλη, καθώς και από την πλούσια εντερική χλωρίδα, η οποία επίσης διασπά την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Το υπόστρωμα θα πρέπει να διατηρείται πάντοτε υγρό, αλλά ποτέ κορεσμένο. Ακόμα κι αν στεγνώσει η επιφάνεια ή και όλο για λίγο δε θα πεθάνουν, αλλά η σταθερή υγρασία τις διατηρεί σε σταθερό επίπεδο ενυδάτωσης και επιτρέπει την ομαλή αποσύνθεση της οργανικής ύλης. Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα λοιπόν, θ’αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα κουκούλια. Οι προνύμφες κάνουν έναν ήχο σαν ροχαλητό ή γουργούρισμα γάτας όταν φτιάχνουν το κουκούλι, τον οποίο μπορείτε ν’ακούσετε αν στήσετε αυτί πολύ κοντά και έχει απόλυτη ησυχία. Τα περισσότερα κουκούλια βρίσκονται οπουδήποτε στο έδαφος, ενίοτε όμως οι προνύμφες ενσωματώνουν και φύλλα ή κλαδάκια στην κατασκευή, ή τα κατασκευάζουν πάνω στα τοι΄χωματα του χώρου τους. Στην περίπτωση αυτήν, δε θα πρέπει να ξεκολήσετε ό,τι έχουν πάνω τους ή να τα μετακινήσετε, γιατί θα ανοίξουν, επιτρέποντας την είσοδο βακτηρίων στο εσωτερικό, τα οποία θα σαπίσουν το έντομο. Μετά από περίπου 20 μέρες το σκαθάρι θα ανοίξει το κουκούλι από τη μία μεριά, το οποίο θα το βρείτε τρυπημένο και άδειο. Αυτό θα βρίσκεται κάπου μέσα στο χώμα ή στη γωνία του δοχείου. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν όλα τα κουκούλια να εκκολάπτονται.
Το περιβάλλον για τα σκαθάρια είναι διαφορετικό απ’αυτό των προνυμφών. Κι εδώ θέλουμε βαθύ υπόστρωμα με του ίδιου τύπου νεκρή οργανική ύλη, ώστε να υπάρχει άφθονη τροφή για τις νέες προνύμφες, αλά εκτός αυτού χρειάζονται μικρές επιφάνειες για να σκαρφαλώνουν και να κινούνται εκ΄τος χώματος, όπως κομμάτια ξύλου, φλοιού ή φελλού. Το άλλο σημαντικό που χρειάζονται είναι μια πηγή φωτός και θερμότητας. Ίσως αν είναι καλοκαίρι και το φως είναι αρκετό εκεί που βρίσκονται να μην το χρειάζονται, αλλά τις υπόλοιπες εποχές θα χρειαστούν μια μικρή θερμαντική λάμπα για τη μέρα, η οποία θ’ανεβάζει το σημείο κάτω απ’αυτήν στους 30-35 βαθμούς. Καλό είναι στο σημείο εκείνο να βρίσκεται και η τροφή τους. Το υπόλοιπό τερράριο μπορεί να έχει θερμοκρασία δωματίου. Ο χώρος που χρειάζονται δεν είναι μεγάλος, ένα τερράριο 30χ20χ30 είναι ιδανικό για 10 σκαθάρια για παράδειγμα. Η τροφή τους αποτελείται από φρούτα όπως ροδάκινο, βερίκοκο, μήλο, αχλάδι, μπανάνα, σύκο, πορτοκάλι κλπ. Δίνετε ό,τι έχετε και όχι το ίδιο συνεχώς, ώστε να έχουν ποικιλία τροφών κι έτσι να λαμβάνουν όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται. Τον περισσότερο καιρό θα βρίσκονται γύρω απ’την τροφή τους, όπου συνήθως ζευγαρώνουν, και ενίοτε θα τα ακούτε να πετούν ή να κινούνται. Τα ζευγαρώματα αρχίζουν σύντομα μετα τη μεταμόρφωση. Το θηλυκό στη συνέχεια θα σκάβει βαθιά στο υπόστρωμα περιοδικά για να εναποθέσει μεμονωμένα τα αυγά του, τα οποία συνολικά μπορεί να είναι πάνω από 200. Τα σκαθάρια ζουν 2-5 μήνες. Μετά το θάνατο όλων τους, μπορείτε να σκάψετε το υπόστρωμα για να εκτιμήσετε την κατάσταση. Αν όλα έχουν παέι καλά, θα πρέπει να υπάρχουν μικρές προνύμφες διαφορετικών μεγεθών, καθώς και πολλά αυγά. Σε περίπτωση που έχετε ζώο που τρώει τα σκαθάρια, δε χρειάζεται να περιμένετε να πεθάνουν, αλλά απλώς μπορείτε να τα αφήσετε δύο μήνες να αναπαραχθούν και μετά να τα ταΐζεται.
Για τη νεά γενιά θα κατασκευάσεται το ίδιο υπόστρωμα που περιέγραψα παραπάνω και θα τα αφήσετε όλα στην ησυχία τους. Προτείνεται ένα λίτρο χώματος ανά προνύμφη για βέλτιστη ανάπτυξη, οπότε με γνώμονα αυτό μπορείτε να υπολογίσετε το χώρο σας. Όσο οι προνύμφες τρώνε, η τροφή θ’αρχίζει να λιγοστεύει και ν’αντικαθίσταται με μικρούς, συμπαγείς σβόλους, οι οποίοι είναι τα περιττώματά τους. Στο σημείο που σχεδόν όλη η τροφή έχει αντικατασταθεί από περιττώματα, μπορείτε είτε να αλλάξετε το χώμα είτε να συμπληρώσετε με νέο. Το υπόλειμμα της καλλιέργειας των προνυμφών αυτών είναι θρεπτικό κομπόστ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να λιπάνει φυτά, όπως το κομπόστ από γεωσκώληκες. Μην το πετάτε. Σίγουρα δε θα φτάσει για την λίπανση ενός ολόκληρου κήπου, εκ΄τος κι αν έχετε τεράστια εγκατάσταση παραγωγής τέτοιων εντόμων, αλλά για λίγες γλάστρες αρκεί. Οι προνύμφες αναπτύσσονται καλύτερα σε θερμοκρασίες μεταξύ 20-28 βαθμών Κελσίου, και ο χρόνος που μεσολαβεί από το αυγό μέχρι το ενήλικο σκαθάρι είναι περίπου 3-5 μήνες σ’αυτές τις συνθήκες. Η σχέση της ανάπτυξης των προνυμφών με τη θερμοκρασία είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με τη γραμμική έως ενός σημείου φυσικά σχέση άλλων εντόμων. Αν και τροπικές, δεν είναι θερμόφιλες, αφού περνούν όλο το χρόνο τους μέσα στο δροσερό έδαφος. Έτσι μπορεί σε υψηλές θερμοκρασίες να αναπτύσσονται γρηγορότερα, αλλά σπαταλούν και περισσότερη ενέργεια γιατί ο μεταβολισμός τους έχει ανέβει αρκετά, κι έτσι μπορεί να καταλήξουν μικρότερες. Σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες ωστόσο η ανάπτυξή τους επιβραδύνεται υπερβολικά. Δε γνωρίζω αν μπορούν ν’αποθηκευτούν στο ψυγείο για μήνες όπως άλλες προνύμφες, ίσως όμως γίνεται. Μπορούν επίσης ν’αποθηκευτούν σε θερμοκρασία δωματίου μέσα σε τύρφη χωρίς τροφή για αρκετό καιρό, όμως στο μεσοδιάστημα χάνουν βάρος σταδιακά, χάνοντας έτσι και μέρος της θρεπτικής τους αξίας.

Διάφορα εντομοφάγα ζώα τρώνε αυτές τις προνύμφες. Στο στάδιο που πωλούνται, είναι κατάλληλες για μεγαλύτερους θηρευτές όπως γενειοφόρους δράκους και άλλους δράκους, μεγάλα γκέκο και άλλες μεσαίες ή μεγάλες σαύρες, σκίγκους, βαράνους, χελώνες, μεγάλα αμφίβια, ταραντούλες, σκορπιούς, ψάρια ενυδρείων κατάλληλου μεγέθους, και μικρά εντομοφάγα θηλαστικά. Τις μικρότερες τις τρώνε οι περισσότεροι μικρότεροι θηρευτές, αλά τέτοιες θα βρείτε μόνο αν έχετε αποικία με προνύμφες διαφόρων μεγεθών. Τις προνύμφες μπορείτε να τις προσφέρετε σε μπολ, με το χέρι, με λαβίδα, ή να τις ρίξετε κάτω αν το υπόστρωμα δεν είναι χώμα, γιατί αν είναι χώμα ή κάτι που σκάβεται, θα χαθούν αμέσως και το ζώο δε θα μπορέσει να τις βρει. Αν είναι σκίγκος ή βαράνος και μπορεί να ξετρυπώνει κρυμμένη τροφή ίσως τις βρει, αλλά τα υπόλοιπα ερπετά μάλλον δε θα τις βρουν ποτέ. Η σύνθλιψη των σαγωνιών τους με τη λαβίδα πριν το τάισμα προτείνεται για να μη δαγκώσει τυχόν η προνύμφη το θηρευτή, αλλά στην πράξη αυτό δε χρειάζεται, αφού οι αντιδραση του θηρευτή είναι πολύ πιο γρήγορη από κάθε αντίδραση της προνύμφης, η οποία θα έχει σκοτωθεί πολύ πριν προλάβει να γυρίσει. Ίσως όμως για ζώα που δεν κυνηγούν τέτοια έντομα ή έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που τα δυσκολεύει να κυνηγήσουν κανονικά, να χρειαστεί αυτό. Επίσης μπορούν να ταϊστούν οι προνύμφες που μόλις έχουν μπει στο κουκούλι, οι οποίες είναι μαλακές και δεν έχουν αρχίσει να μεταμορφώνονται. Απλώς σπάτε ένα κουκούλι λίγων ημερών, βγάζεττε την προνύμφη που ακόμα κινείται λίγο, και τη δίνετε στο θηρευτή.
Αντίθετα με τις προνύμφες, τα σκαθάρια δεν τυγχάνουν τόσο ευρείας αποδοχής, εξαιτίας της σκληρότητάς τους. Υπάρχουν σαύρες που δε μπορούν να φάνε τόσο μεγάλαέντομα, κι άλλες που δε θα τα φάνε επειδή είναι ογκώδη και σκληρά ή μπορεί να έχουν πεπτικά προβλήματα αν τα φανέ γι’αυτόν το λόγο. Υπάρχουν ωστόσο ερπετά που δεν έχουν πρόβλημα ή και τα τρώνε με ευκολία και ευχαρίστηση. Οι δράκοι είναι τα πιο γνωστά, οι οποίοι τρώνε σκαθάρια σε μεγάλο ποσοστό στη φύση και η οδοντοστοιχία τους είναι προσαρμοσμένη να μασάει σκληρά υλικά. Οι γενειοφόροι δράκοι ιδιαίτερα τα τρώνε πολύ, και ο φόβος ότι τέτοιες τροφές μπορούν να προκαλέσουν ενσφήνωση στο έντερο είναι μύθος. Οι υγιείς γενειοφόροι δράκοι δεν παθαίνουν ενσφήνωση από σκληρά έντομα. Στην πραγματικότητα η κατανάλωση σκληρών τροφών επιβάλλεται, γιατί τα περισσότερα δόντια τους είναι μόνιμα όπως στα θηλαστικά, και οι σκληρές ουσίες βοηθούν στην απομάκρυνση ιχνών τροφής που τυχόν έχουν μείνει, τα οποία θα οδηγήσουν αλλιώς στον πολλαπλασιασμό των βακτιριδίων, την πλάκα και τελικά την περιοδοντική νόσο, η οποία σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί ν’αποβεί μοιραία.
Οι παχιές προνύμφες του είδους επίσης είναι κατάλληλες και για ανθρώπινη κατανάλωση. Πέρα από τη χρήση τους ως τροφή, τα σκαθάρια αυτά μελετώνται εκτενώς στο εργαστήριο όσον αφορά την κινητικότητά τους, τις ουσίες που τα προσελκύουν στην τροφή, την ανάπτυξη κλπ.

Εγώ αγόρασα προνύμφες παχνόδα δύο φορές ως τώρα. Τις αγοράζω από το feeders.gr, το μόνο κατάστημα στην Ελλάδα που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων κι άλων ζωντανών τροφών για ερπετά και άλα εντομοφάγα. Τις δίνει σε κλειστά πλαστικά κουπάκια με τύρφη ανά 10. Τις πρώτες τις πήρα λοιπόν στα μέσα του Φεβρουαρίου, για το γενειοφόρο μου δράκο που είχα πάρει από τον προηγούμενο χρόνο, όμως ήταν σε χειμερία νάρκη. Αρχικά τις είχα χωρίς τροφή, αλλά μετά τις έβαλα ένα κομμάτι καρότο και ένα κομμάτι από ξερό φύλλο από το ιππέαστρο, τα οποία στις επόμενες μέρες άρχιζαν να τρώνε. Όταν τις μέτρησα, βρήκα μια μικρή γύρω στα 2 εκατοστά, την οποία έδωσα στο Βαρώνο, το λοφιοφόρο γκέκο μου στις 21 Φεβρουαρίου, και την έφαγε αμέσως, αν και ήταν λίγο μεγάλη γι’αυτόν. Έφαγε και ένα ακόμα έντομο τότε. Θυμάμαι την ημερομηνία, γιατί το βράδυ της ίδιας μέρας άρχισε να συμπεριφέρεται αναπαραγωγικά και να κάνει τη φωνή του, σηματοδοτώντας την έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου και άρα τον ερχομό της άνοιξης. Ένα γκέκο δε φέρνει την άνοιξη όμως, αφού έξω ακόμα έκανε κρύο, και αν τον έβγαζα έξω θα του κοβόταν η μιλιά αμέσως. Αργότερα έβαλα ακόμα μία προνύμφη στο γκέκο, αλλά ήταν ακόμα μεγαλύτερη και δεν την έφαγε. Έμεινε όμως όλο το βράδυ στο μπολ, και την επόμενη μέρα το είχε γεμίσει με μικρές καφέ μπιλίτσες. Τις υπόλοιπες τις έδωσα στη μικρή Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο, μόλις ξύπνησε. Ξύπνησε στις 2 Μαρτίου, κι έφαγε το πρώτο του γεύμα στις 4 Μαρτίου. Το γεύμα αποτελούταν από ένα γεωσκώληκα, λίγο μαρούλι, φύλλα από ραπανάκι, ένα μοβ άνθος πανσέ, και προνύμφες παχνόδας. Της έδωσα αρχικά έξι, τις οποίες έφαγε αμέσως, δηλαδή όχι ακριβώς αμέσως, επειδή ακόμα οι κινήσεις της ήταν αργές από τη μακρόχρονη νάρκη. Πρώτα τις κοίταζε προσεκτικά, έστιάζε στο στόχο και με μια αστραπιαία κίνηση τις έπιανε με τη γλώσσα της και τις μάσαγε αργά. Μία είχε εντωμεταξύ γίνει κουκούλι (εγώ άκουγα το γουργουρητο τις προηγούμενες μέρες, αλλά νόμιζα ότι απλώς τρώνε), το οποίο σκεφτόμουν να κρατήσω για να δω πώς θα είναι το σκαθάρι, αλλά τελικά αποφάσισα να της το δώσω κι αυτό. Το έσπασα, και από μέσα έβγαλα την πολύ μαλακή προνύμφη. Την έβαλα δεξιά της, και την έσπρωξα λίγο για να κινηθεί. Μόλις την είδε να κινείται, γύρισε δεξιά το κεφάλι της και με συνοπτικές διαδικασίες την έφαγε. Δε σεβάστηκε ούτε καν το κουκούλι! Τέτοιες προνύμφες ξαναπήρα ακόμα μια φορά στα μέσα του Ιουλίου, υποτίθεται για να φτιάξω αποικία. Τις έφτιαξα ένα καλό υπόστρωμα σε μια μικρή φάουνα (πλαστικό κουτί σαν μικρό ενυδρείο ή τερράριο), όπου θάφτηκαν αμέσως. Απ’ό,τι κατάλαβα, οι προνύμφες αυτές δε βγαίνουν στην επιφάνεια του εδάφους ποτέ. Τελικά έδωσα τις δύο στην Αναμπέλα και άφησα τις υπόλοιπες να μεταμορφωθούν. Επειδή δεν τις παρακολουθούσα καθημερινά, μιας και πότε έφευγα σε διακοπές και πότε γύριζα, δεν κράτησα αρχείο ημερομηνιών για το πότε έγινε το πρώτο κουκούλι κλπ. Πάντως στις 2 Αυγούστου, όταν επέστρεψα από τις διακοπές, βρήκα κουκούλια και δύο προνύμφες μετά από πολύ ψάξιμο.

δύο προνύμφες και δύο κουκούλια Pachnoda marginata peregrina

Αργότερα, στις 18 Αυγούστου, όταν πάλι μόλις είχα επιστρέψει από διακοπές, βρήκα ένα κουκούλι ανοιγμένο και μετά από λίγο ψάξιμο το σκαθάρι χωμένο σε ρηχό βάθος στο χώμα.

κάτω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina πάνω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina

Την επόμενη μέρα το έδωσα στην Αναμπέλα, η οποία το έφαγε αμέσως. Τα άλλα υποτίθεται θα τα άφηνα για ν’αναπαραχθούν, αλλά λίγα-λίγα ταΐστηκαν όλα. Για τροφή τους έβαζα ένα μείγμα από βερίκοκο και αχλάδι σε μικ΄ρα καπάκια εμφιαλωμένου νερού, και τα έβρισκα μετά χωμένα μέσα στα καπάκια αυτά να το τρώνε. Οι ποσότητες που έτρωγαν στην πράξη όμως ήταν αμελητέες, σε αντίθεση μ’αυτό που τρώγανε οι προνύμφες, οι οποίες είχαν αδιάσει όλο το χώμα από τα φύλλα και τους βλαστούς που τις έβαλα, εκτός από τα φύλλα της φτέρης του πλατυκερίου, που είναι σκληρά, σπογγώδη, δε σαπίζουν εύκολα κι απ’ό,τι κατάλαβα δεν τα τρώει σχεδόν κανείς. Ένας χρυσομπούμπαρος μου έφυγε, άλλους δύο τους έπιασα αμέσως μόλις απογειώθηκαν, ενώ έναν ακόμα τον έπιασε η Αναμπέλα στον αέρα ενώ απογειωνόταν. Ένας άλλος ήταν ακόμα σε κουκούλι και το έσπασα, νομίζοντας ότι θα βρω σκαθάρι. Δεν είχε όμως μεταμορφωθεί πλήρως, παρά ήταν μια άμορφη, υγρή μάζα που είχε πάρει απλώς το ωοειδές σχήμα του σκαθαριού. Το κούνησα μπροστά στη Μπέλα και το έφαγε ακόμα κι αυτό. Τους υπόλοιπους τους έτρωγε πριν προλάβουν να πετάξουν. Ήτανα πό τα αγαπημένα της έντομα. Μόλις τους έβλεπε, αμέσως εκτίνασσε τη γλώσσα της, τους έπιανε και τους μασούσε για αρκετή ώρα, επειδή είναι σκληροί. Ακουγόταν έντονα κρατς-κρατς-κρατς, σαν να μασάει πατατάκι. Είχα πάρει και τηλέφωνο έναν φίλο μου για να το ακούσει, και το άκουσε. Πιστεύω πως τα λαμπερά τους χρώματα της τραβούσαν την προσοχή αρχικά, και μετά της άρεσαν από το σχήμα τους και τη γεύση τους, που θα ήταν γλυκιά από τα φρούτα που έτρωγαν. Κι έτσι τελικά δεν έμεινε ούτε ένα σκαθάρι για αναπαραγωγή. Δεν πειράζει, θα πάρω αν είναι 20 την επόμενη φορά, και ίσως γλιτώσουν μερικά.

Σημείωση: Συχνά οι προνύμφες αυτές πωλούνται ως Pachnoda butana, με το όνομα δηλαδή άλλου είδους, αλλά αυτό είναι σχεδόν πάντοτε λα΄θος, αφού το κοινότερο είδος είναι η Pachnoda marginata peregrina, σπάνια ωστόσο πωλούνται κι άλλα είδη.

Πηγές:
διατήρηση και αναπαραγωγή της Pachnoda marginata peregrine
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Pachnoda marginata
μετακίνηση της Pachnoda marginata σε τραχύ και λείο έδαφος και ο ρόλος του μυός της επαναφοράς του όνυχος

Ενημέρωση 12/2/2016: Δείτε την αποικία που είχα φτιάξει στα παρακάτω βίντεο. Στο πρώτο δείχνω τις προνύμφες, καθώς και το πρώτο κουκούλι, ενώ στο δεύτερο τα ενήλικα σκαθάρια. Τελικά λόγω χαμηλών γενικών θερμοκρασιών παρά τη θερμαντική πλάκα και λάμπα, στις οποίες οι προνύμφες αναπτύσσονταν, αλλά τα σκαθάρια λίγο έτρωγαν και δεν πετούσαν, την αποσυναρμολόγησα. Θα μπορούσα να θερμάνω περισσότερο το χώρο, π.χ. με δυνατότερη λάμπα, αλλά έκρινα ότι δεν άξιζε για τόσο λίγα έντομα. Ίσως να ξαναφτιάξω μια το καλοκαίρι. Τα νεκρά έντομα τα έφαγαν τα σκαθάρια της αποικίας αλευροσκούληκων που έχω.

Παρεμπιπτόντως, σήμερα είναι Παγκόσμια Ημέρα Δαρβίνου.