Tag Archive: πουλιά


Πλέον, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης με την κουνέλα μου τη Λίμπο, έχουμε αναπτύξει μια βαθύτερη σχέση. Εγώ την βοηθάω σε διάφορα πράγματα, αλλά κι αυτή εμένα. Για παράδειγμα, μου βρίσκει πράγματα που χάνω. Παρόλο όμως που θέλω να λέω ότι μου τα βρίσκει στην πραγματικότητα δε μου τα ψάχνει συνειδητά. Απλώς επειδή έχει μάθει απ’έξω κι ανακατωτά το δωμάτιό μου τόσα χρόνια, ό,τι είναι εκτός θέσης της τραβά την προσοχή. Αν είναι κάποιο χαμένο αντικείμενο κάτω και το βρει, μπορεί να αρχίζει να παίζει μαζί του, κι έτσι να το βρω. Έτσι μια φορά για παράδειγμα μου βρήκε τον αριθμό που έπρεπε να καρφιτσώσω στη μπλούζα μου για να τρέξω στον αγώνα των 5 χιλιομέτρων (ναι, έτρεξα κι εγώ!) στις 10 Οκτωβρίου, στις εκδηλώσεις του Διεθνούς Ημιμαραθωνίου Θεσσαλονίκης. Μου είχε φύγει ο φάκελος κάτω από την καρέκλα μου, και δεν τον έβρισκα. Μόλις όμως έβγαλα την κουνέλα έξω, μετά από λίγο την άκουσα να παίζει μ’ένα χαρτί, κι έτσι τον βρήκα.

Όμως η περιέργειά της αυτή μια μέρα πρόλαβε ένα ατύχημα, αλλα θα μπορούσε και να οδηγήσει σε κάποιο άλλο αν δεν βρισκόμουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 16 Οκτωβρίου 2015, τάιζα το λοφιοφόρο μου γκέκο το Βαρώνο (Correlophus ciliatus) έντομα. Του έδινα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), οι οποίες είναι γρήγορες και μπορεί να κρυφτούν αν δεν τις φάει αμέσως, και μία κατσαρίδα Αργεντινής (Blaptica dubia). Ήθελα και να βιντεοσκοπήσω το γεγονός για το κανάλι μου στο Youtube, αλά τελικά το βίντεο δεν πέτυχε. Μία λοιπόν κατσαρίδα κρύφτηκε με΄σα σε ένα καλάμι μπαμπού του τερραρίου του γκέκο. Έχει γίνει κι άλλες φορές αυτο΄, κι όποτε γίνεται, για να μην περιμένω εγώ ή το γκέκο να βγουν όποτε θέλουν, δηλαδή μπορεί και μετά από μια βδομάδα, Τις τινάζω από μέσα και πέφτουν. Το τερράριο του γκέκο είναι της Exo Terra (από τακαλύτερα τερράρια), ένα κατακόρυφο γυάλινο τερράριο με δίφυλλη πόρτα μπροστά, αλλά κι ένα καπάκι σίτας που μπορεί ν’αφαιρεθεί. Αφαίρεσα λοιπόν το καπάκι, ώστε να σηκώσω το καλάμι ευκολότερα. Σήκωσα το καλάμι, τίναξα το έντομο και τοέριξα μέσα στο μπολ, για να μη φύγει. Μετά όμως, επειδή σχεδόν ποτέ δεν ανοίγω εκείνο το καπάκι, δεν το έκλεισα εντελώς. Ένα άνοιγμα δύο εκατοστών είχε μείνει από μπροστά. Το γκέκο συνέχιζε να κάνει βόλτες για αρκετή ώρα στο χώρο του, αλά μετά σταμάτησα να το ακούω. Πέρασαν αρκετές δεκάδες λεπτών και μου φάνηκε παράξενο αυτό. Έχει τύχει στο παρελθόν να φάει τόσο πολύ ώστε να μη θέλει να κουνηθεί στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν τέτοιο γεύμα. Μετά, γύω στις 2 το πρωί ή και πιο αργά, έβγαλα την κουνελίτσα μου βόλτα. Η μπαλκονόπορτα ήταν λίγο ανοιχτή για να μπαινοβγαίνει, κι έμπαινε λίγο κρύο. Αφού λοιπόν η Λίμπο έκανε τη βόλτα της, μετά πήγε στη γωνία κάτω από το κλουβί του Βαρώνου, όπου κάτι έξυνε. Νομίζοντας πως πειράζει κανένα καλώδιο, πήγα να δω, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Λίγα εκατοστά μπροστά από τη μουσούδα της βρισκόταν ο Βαρώνος. Τον περιμάζεψα αμέσως, και ως πλήρως εξοικιωμένος που είναι, δεν προσπάθησε καν να φύγει. Μέτρησα όλα τα δάχτυλά του, έλεγξα την ουρά, το κεφάλι, τα μάτια και την κοιλιά του, για να δω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί θα μπορούσε να τον είχε δαγκώσει η κουνέλα, αλλά ευτυχώς ήταν άθικτος. Τα ζώα αυτά είχαν να συναντηθούν για περίπου τρία χρόνια. Τότε, ότον τον πρωτοπήρα, από περιέργεια τον έβαλα δίπλα στην κουνέλα μου για να δω τι θα γίνει, και φυσικά αν υπήρχε πρόβλημα θα τον έπαιρνα αμέσως. Είχα καθίσει κάτω και τον είχα βάλει πάνω στο παντελόνι μου, και Μόλις κατάλαβε η Λίμπο πως είναι κάποιο ζώο, άρχισε να τον πιέζει με τη μύτη της και να τον σπρώχνει, κι εκείνος έκανε ευθύς ένα απότομο άλμα στα 40 εκατοστά προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, πέρα από ότι ο Βαρώνος κοιτούσε την κουνέλα όταν έβγαινε για βόλτα, κι αυτή τρόμαζε μερικές φορές όταν αυτός πηδούσε ανάμεσα στα καλάμια του και τις φυλλωσιές του, αυτά τα ζώα δεν είχαν καμία άμεση επαφή για τα επόμενα τρία χρόνια εκτός απο΄τώρα. Μετά λοιπόν από το αρχικό σοκ, άναψα το φως κι έβαλα για λίγο το γκέκο μπροστά στο κουνέλι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Πάλι η Λίμπο έτρεχε πάνω του, κι άρχισε να το σπρώχνει με τη μύτη της, και μια φορά μάλιστα νομίζω πως πήγε να το δαγκώσει. Μόλις το σήκωσα στο χέρι μου ψηλότερα, σηκώθηκε κι αυτή για να το πειράξει. Ως πειστήριο για το γεγονός, έκανα κι ένα μικρό βίντεο.

Τελικά ανέβασα κάτι πολύ πιο ασυνήθιστο και μοναδικό στο Youtube, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ευχάριστο. Στο βίντεο, η Λίμπο η κουνέλα πλησιάζει τρεις φορές με φανερά επιθετικές διαθέσεις το Βαρώνο το λοφιοφόρο γκέκο, ο οποίος φεύγει, αλλά κι εγώ βάζω το χέρι μου για να προλάβω τα χειρότερα. Μετά αμέσως τον παίρνω και τον επιστρέφω στο τερράριό του με κλειστό πάνω καπάκι αυτήν τη φορά. Μόλις είχα προλάβει, συμπτωματικά εντελώς, δύο ατυχήματα. Εάν δεν καταλάβαινα εγκαίρως ότι το καπάκι είχε μείνει ανοιχτό, μπορεί να έχανα το γκέκο, ή μάλλον να δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, γιατί να το χάσω διά παντώς είναι δύσκολο. Αν και δεν είχε διανήσει απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κλουβί του όπως την μέτρησα, θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Μικρή πιθανότητα υπήρχε, αν άνοιγα τη μπαλκονόπορτα να έφευγε έξω και να χανόταν για πάντα, αλλά έκανε κρύο και το θεωρώ απίθανο. Επίσης μικ΄ρη πιθανόττητα είχε να φύγει στο υπόλοιπο σπίτι αν άνοιγα την πόρτα του δωματίου, αν και ο χώρος ήταν ανοιχτός και άγνωστος γι’αυτόν, οπότε θα δίσταζε πολύ. Επίσης υπήρχε μικρή πιθανότητα να περάσεια πέναντι στη ντουλάπα και να χωθεί από πίσω και να μην το βρω εύκολα, ή να σκαρφαλώσει κάπου ψηλά. Το πιο πιθανό ωστόσο θα ήταν να κρυφτεί σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο σε ακτίνα περίπου δύο μέτρων από το τερράριο, το οποίο είναι και η περιοχή του άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, κι έτσι υπήρχε και η πιθανότητα να επιστρέψει και πίσω, εφόσον το καπάκι ήταν ανοιχ΄το. Εάν δεν προλάβαινα την κουνέλα, υπήρχε πιθανότητα να τρομάξει απ’αυτήν και να φύγει κάπου μακριά ή να χωθεί σε κάποιο στενό και δυσπρόσιτο σημείο, ή η κουνέλα να τον τραυματίσει άσχημα. Ήμουν οπότε πολύ τυχερός. Από εκείνη τη μέρα και για τις επόμενες λίγες, ψυχαναγκαστικά έλεγχα το πάνω καπάκι για να είμαι σίγουρος ότι είναι κλειστό. Στα τρία χρόνια που τον έχω ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό, και θα είναι και η τελευταία ελπίζω. Έχει τύχει να το χάσω για δύο ακόμα φορές, αλλά ήταν στην αρχή που, αν και ήρεμο, πάλι τρόμαζε πιο εύκολα επειδή δεν είχε συνηθίσει ακόμα καλά το χώρο κι εμένα και μπορεί να πηδούσε απ’το χέρι μου άνευ προειδοποιήσεως. Έτσι μία φορά πήδηξε κι έτρεξε κάτω από το κρεβάτι μου για δύο μέτρα περίπου μέχρι την άλλη μεριά, αλά εκτός από την απόσταση δεν υπήρχε κάποια άλη δυσκολία να το βρω, επιδή ο χώρος ήταν σχετικά ανοιχτός χωρίς πολλές καλές κρυψώνες. Την άλλη φορά ήταν πάλι στους πρώτους μήνες που το είχα, και ήταν Απρίλιος. Εγώ το είχα πάρει Νοέμβριο, οπότε ήταν η πρώτη του άνοιξη σ’εμένα. Επειδή η θερμοκρασία είχε ανέβει, είχε ανέβει κι ο μεταβολισμός του, κι έτσι ήταν πιο δραστήριο και νευρικό. Όλοπηδούσε κι έτρεχε, κι έτσι, βγάζοντας εγώ κάτι από το τερράριό του και κρατώντας το προσωρινά για να ξέρω πού είναι, πήδξε κι έφυγε. Σήκωσα όλα τα μικρά και μεσαία πράγματα (καρέκκλες, βιβλία κλπ) γύρω από το τερράριο και για ένα τέταρτο έψαχνα, και μετά τον βρήκα στο χείλος του καλαθιού των αχρήστων κάτω από το τερράριο, δηλαδή μπροστά μου! Κι άλλες φορές εκείνο τον καιρό τύχαινε να μου πηδήξει απ’το χέρι, αλλά το έβρισκα αμέσως, οπότε δε μπορώ να πω ότι το έχανα. Έτσι λοιπόν σώθκε το γκέκο μας.

Όσον αφορά την κουνέλα, δεν ξέρω αν στεναχωρέθηκε ή ανακουφίστηκε που πήρα το γκέκο από κοντά της, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Δε θα πρέπει να το πειράξειποτε ξανά. Τα κουνέλια δεν είναι κυνηγετικά ζώα σαν τις γάτες που πειράζουν μικρότερα ζώα από κυνηγετικό ένστικτο – μπορεί να υπάρχουν κι εξαιρέσεις – αλλά προστατεύουνέντονα την περιοχή τους. Δεν είναι τα ειρηνικά ζώα που παρουσιάζονται πάντα. Κουνέλια που δε γνωρίζονται και τυχαίνει το ένα να εισβάλει στην περιοχή του άλλου ια πρώτη φορά μπορεί να μαλώσουν σοβαρά, ενίοτε με θανάσιμους τραυματισμούς. Όπως έλεγε κι ένας Αυστραλός κυνηγός που είχα διαβάσει κάπου στο Διαδίκτυο, συναντούσε συνεχώς κουνέλια γρατσουνισμένα και χτυπημένα, και νόμιζε πως ήταν απο΄συμπλοκές με γάτες, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν από τους ομοίους τους. Έτσι τα κουνέλια μπορεί να γίνουν επιθετικά και προς μικρότερα ζώα που συναντούν στην περιοχή τους. Όπως είπα παραπάνω όμως υπάρχουν κι εξαιρέσεις, και μπορεί ένα κουνέλι να ροκανίσει σιγά-σιγά κι έτσι να φάει ένα μικρό κι αδύναμο ζώο. Κουνέλια έχουν παρατηρηθεί να τρώνε έντομα – και η δική μου είχε φάει -, πουλάκιαπου πέφτουν από τη φωλιά τους, κι άλλα μικρά ζώα. Έψαξα να δω αν γίνεται κουνέλια να φάνε σαύρες, αλλά δε βρήκα κάποιο σχετικό αποτέλεσμα, όμως, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζουμε, σίγουρα γίνεται. Το Συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ ν’αφήνουμε κουνέλια με ζώα πολύ μικρότερά τους μόνα τους. Ίσως να υπάρχουν εξαιρέσεις, και πάλι θα πρέπει να είμαστε εκεί για να τα επιβλέπουμε. Γενικώς δε θα πρέπει ν’αφήνουμε κουνέλια με άλλα ζώα στον ίδιο χώρο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (αν γνωρίζονται κλπ), αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει πολύ περισσότερο το άλλο ζώο από το κουνέλι, παρά το κουνέλι από το άλλο ζώο.

Το πιο ανησυχητικό ωστόσο δεν ήταν ότι η κουνέλα κυνηγούσε το γκέκο, αλλά ότι το γκέκο δεν κατάλαβε οότι κινδυνεύει. Στο βίντεο βαδίζει σε μέτρια ταχύτητα εμφανώς ενοχλημένο, αλλά δεν έχει φοβηθεί πραγματικά. Αν ένιωθε πραγματικά ότι απειλείται από το κουνέλι, θα έτρεχε πολύ γρηγορότερα κάπου μακριά. Είχε τρέξιι έτσι στο παρελθόν μερικές φορές επειδή είχε τρομάξει, και η ταχύτητά του τότε είναι εκπληκτική. Θα μπορούσε να τρέξει διαγώνια μπροστά του και να χωθεί ανάμεσα στη ντουλάπα και τον τοίχο, απ’όπου ούτε εγώ δε θα μπορούσε να το βγάλω εύκολα. Ή θα μπορούσε να τρέξει ως εκεί και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. Αλλιώς,αν η κουνέλα τον είχε στριμώξει σε μια γωνία και δεν προλάβαινε να ανέβει στον τοίχο, θα μπορούσε να γυρίσει και να δαγκώσει την κουνέλα, είτε στιγμιαία για να την ξαφνιάσει, είτε με όλη του τη δύναμη ώστε να την πονέσει και να της πάρει και λίγη γούνα, και στην περίπτωση αυτήν δεν πιστεύω ότι η κουνέλα θα τον ξαναπείραζε ποτέ. Πιστεύω ότι θα τα έκανε αυτά, αλά αφού ήδη είχε δαγκωθεί και πιθανόν τραυματιστεί. Γιατί τότε δεν προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του; Πιστεύώ αφενός επειδή έχει συνηθίσει στο χειρισμό, και δεν ενοχλείται εύκολα όταν το πιάνω, το σπρώχνω ή το σηκώνω, κι αφετέρου στο γεγονός ότι στη πατρίδα του τη Νέα Καληδονία ιστορικά δεν υπήρχαν σαρκοφάγα θηλαστικά, οπότε δεν τα αναγνωρίζει ως απειλή. Ουσιαστικά το δεύτερο οδήγησε στο πρώτο. Το κουνέλι δεν είναι βέβαια σαρκοφάγο, αλλά τώρα λειτούργησε ως τέτοιο. Αν και πριν τρία χρόνια είχε τρομάξει από την κουνέλα, οπότε θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αντιλήφθηκε τώρα τον κίνδυνο επειδή απλώς έχει συνηθίσει στο χειρισμό περισσότερο, πάλι όμως και τότε δεν αντέδρασε ακαριαία και πιστεύω ότι το κουνέλι θα μπορούσε να τον ξαναπειράξει πριν προλάβει να φύγει. Γενικώς σαύες από περιοχές με λίγους εχθρούς τείνουν να ηρεμούν πολύ περισσότερο στην αιχμαλωσία, αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάρτε το γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps) για παράδειγμα, που είναι σχεδόν παθολογικά ήρεμος. Κατάγεται από την Αυστραλία, όπου οι εχθροί είναι λιγότεροι απ’όσους θα υπήρχαν στην Ευρώπη για παράδειγμα, και οι περισσότεροι δεν είναι θηλαστικά. Έτσι ο γενειοφόρος δράκος μπορεί να είναι εντελώς άνετος με ανθρώπους που τον σηκώνουν, τον μεταφέρουν και τον πειράζουν, αλά μπορεί να τρελαθεί αν δει κινούμενη σκιά πάνω απ’το κεφάλι του, η οποία θα μπορούσε να είναι αρπακτικό πουλί. Η Νέα Καληδονία όμως, ως μικρό απομονωμένο νησιωτικό σύμπλεγμα, έχει ακόμα λιγότερους εχθρούς από την Αυστραλία και ποτέ δεν είχε χερσαία θηλαστικά. Μόνο κάποιες νυχτερίδες κατέφθασαν σε γεωλογικά πρόσφατη εποχή, αλά αυτές δεν κυνηγούν σαύρες κι επίσης δεμοιάζουν με τυπικά θηλαστικά ώστε το γκέκο να τα αναγνωρίζει με βάση τη μορφή τους. Δύο είναι οι κύριοι εχθροί του λοφιοφόρου γκέκο στη φύση: ο μπούφος (Tito alba) και το γιγάντιο Νεοκαληδόνιο γκέκο (Rhacodactylus leachianus). Ο μπούφος είναι το ίδιο είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι ένα πολύ επιτυχημένο είδος που έχει κυριεύσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος εχθρός του λοφιοφόρου γκέκο, αφού ως ενδόθερμο έχει μεγαλύτερη ανάγκη για τροφή και άρα θα κυνηγά συχνότερα. Και πάλι δε θα τρέφεται αποκλειστικά με λοφιοφόρα γκέκο, αλλά θα τρώει κι άλλες σαύρες, πουλιά και νυχτερίδες, και πλέον που υπάρχουν και χερσαία θηλαστικά, και μ’αυτά. Το γιγάντιονεοκαληδόνιο γκέκο μπορείπεριστασιακά να τρώει λοφιοφόρα γκέκο, αλλά πάλι όχι πολύ συχνά. Θα τρώει κι άλες σαύρες, πουλάκια, έντομα, νέκτρα και φρούτα. Εκτός αυτού, τα λοφιοφόρα γκέκο σπάνια συναντούν αυτό το είδος, αφού αποφεύγουν το περιβάλλον του, δηλαδή τους χοντρούς κορμούς με κουφάλες, ακριβώς για να μην το συναντήσουν. Μικρός κίνδυνος ίσως να είναι και ο φοβοσκίγκος (Phoboscincus bocorti), ένα είδος γιγάντιου χερσαίου σαρκοφάγου σκίγκου στα 60 εκ που σχεδόν εξαφανίστηκε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα των ιθαγενών από παντού εκ΄τος από μια μικρή περιοχή στη Νήσο των Πεύκων, όπου υπάρχουν και λοφιοφόρα γκέκο. Αυτός έχει οδοντοστοιχία προσαρμοσμένη για σαυροφαγία, αν και δεν είναι ακόμα γνωστό ποιες σαύρες τρώει. Ίσως να τρώει και λοφιοφόρα γκέκο που κατεβαίνουν στο έδαφος, αλλά σπάνια. Ίσως ακόμα περιστασιακά να το κυνηγά ο ανατολικός μπούφος των χόρτων (Tito longimembris) και περιστασιακά τα μικρότερα ημερόβια γεράκια αν τύχει και το συναντήσουν τη μέρα. Επίσης στο παρελθόν, όταν υπήρχαν μεγαλύτερα ζώα στην Νέα Καληδονία πριν τα εξαφανίσουν οι ιθαγενείς, ίσως κάποια απ’αυτά, όπως ο μικρός κροκόδειλος της Ν. Καληδονίας ή το πουλί ντου να το έτρωγαν, αν και όχι πολύ συχνά, επειδή εξειδικεύονταν σε άλλες τροφές. Οπότε το λοφιοφόρο γκέκο είναι ένα είδος με σχετικά μικρή πίεση από εχθρούς, που μάλλον έχει τηνπολυτέλιεα νακάθεται ανάμεσα στα δροσερά πλατιά φύλλα και να τρώει το μέλι του χωρίς να φοβάται κάθε στιγμή μην το φάνε. Τα μικρά του είδους δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ωστόσο, και προφανώς θα τρώγονται από όσα εντομοφάγα ζώα τρώνε ζώα του μεγέθους τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το λοφιοφόρο γκέκο χάνει αρκετά μικρά, επειδή είναι από τα Νεοκαληδόνια γκέκο με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό ρυθμό (6-9 γέννες των δύο αυγών ετησίως, κατ’εξαίρεσιν παραπάνω, σε αντίθεση με είδη όπως Mniarogekko chahoua ή R. leachianus που μπορεί να γεννήσουν 2-3 φορές το χρόνο από δύο αυγά). Συγκρίνετε τώρα αυτό το ειδος με το δικό μας λίγο μικρότερό του Tarentola mauritanica, το οποίο πρέπει να ξεφύγει αρχικά από όλα τα εντομοφάγα και μικροσαρκοφάγα ζώα όσο είναι μικρό, και μετά όταν μεγαλώσει από όλα τα μικρά και μεσαία σαρκοφάγα – διάφορα πουλιά όπως κοράκια, μικρά αρπακτικά, κουκουβάγιες, φίδια, γάτες, νυφίτσες, κουνάβια, σπάνια και από ανθρώπους. Είναι αναμενόμενο αυτό το είδος να έχει πιο ανεπτυγμένες άμυνες κατά των εθχρών από κάποιο νησιωτικό που δεν έχει ν’αντιμετωπίσει τόσες απειλές. Το ίδιο και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκκι (Teratoscincus roborowskii) που έχω, ένα γκέκο λίγο μικρότερο του λοφιοφόρου ιθαγενές του Τουρπάν της Κίνας, μιας σκληρής ερήμου με αρκετούς προφανώς θηρευτές, αφού είναι πολύ νευρικό, ταχύτατο, προσέχει κάθε αλλαγή, κίνηση και θόρυβο, και πολύ δύσκολα πιάνεται.

Οπότε, κάθε φορά που καταφθάνουν σαρκοφάγα θηλαστικά σ’ένα απομονωμένο νησί, είτε από μόνα τους είτε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η έκβαση της αναμέτρησης είναι σχεδόν πάντοτε υπέρ των εισβολέω. Υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, είδη τα οποία προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση σχετικα γρήγορα, αλλά αυτές είναι λίγες και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τα ζώα του νησιού λοιπόν πιάνονται και τρώγονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια από τους εισβολείς, και τα είδη που πάσχουν περισσότερο είναι αυτά με χαμηλό αναπαραγωγικό ρυθμό ή με ελάχιστες άμυνες, όπως τα θαλασσοπούλια. Ακόμα κι αν υπάρχουν είδη που έχουν άμυνες εναντίον εχθρών, αυτές μπορεί να είναι εντελώς ανεπαρκείς προς τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Για παράδειγμα μπορεί ένα ζώο να ακινητοποιείται όταν συναντά εχθρό, και μολονότι αυτό μπορεί να πιάνει για σαρκοφάγα ερπετά ή πουλιά που επιτίθενται κυρίως σε κινούμενους στόχους, δεν κάνει τίποτα στα θηλαστικά που χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο την όσφρηση. Χάρη στην όσφρηση, τα θηλαστικα μπορούν να κυνηγούν εύκολα οποτεδήποτε, αλά και να εισχωρούν σε φωλιές και να τρώνε τα αυγά και τα μικρά. Υπάρχουν φυσικά κι ερπετά που ξετρυπώνουν την τροφή τους με την όσφρηση, αλλά είναι λιγότερα σε μεγαλύτερα μεγέθη και πολλές φορές απουσιάζουν κι αυτά από νησιά. Οι σκίγκοι για παράδειγμα είναι σαύρες που μπορούν να ξετρυπώνουν μικρά έντομα από το χώμα, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ μικροί για να απειλούν σπονδυλωτά. Οι βαράνοι και τα φίδια σε μικρότερο βαθμό μπορούν να κυνηγήσουν κρυμένα θηράματα, και πολλές φορές έχουν προξενήσει κι αυτά εξαφανίσεις όταν εισήχθησαν σε νησιά με ευάλωταείδη. Παρόλα αυτά τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά είναι πιο καταστροφικά, επειδή ως ενδόθερμα πρέπει να τρώνε πολύ περισσότερη τροφή,κι επιπλέον, έχοντας ανταγωνιστεί υπό πολλές αντίξοες συνθήκες στις τεράστιες εκτάσεις του Βορείου Ημισφαιρίου, είναι πολύ εξυπνότερα και μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα και να κυνηγήσουν με πολλούς τρόπους. Χάρη ακριβώς στην ευφυία και το υψηλό επίπεδο δραστηριότητάς τους, έχουν και μια ακόμα πολύ καταστροφική συνήθεια που σχεδόν κανένα άλλο ζώο δεν έχει, σκοτώνουν δηλαδή θηράματα ακόμα κι αν είναι χορτάτα και τα αφήνουν. Επίσης είναι ζώα που συχνά εισάγονται συνειδητά από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους, και συνήθως σε μικρές καταστροφικές ομάδες (αρουραίοι από πλοία, γάτες και μαγκούστες για να τους ελέγχουν, αλεπούδες και κουνάβια για γούνα, κατσίκια, γουρούνια και κουνέλια για τροφή). Τα χορτοφάγα δεν επηρεάζουν άμεσα τα ευάλωτα είδη, αλλά μπορεί ν’αλλάξουν δραστικά το ενδιαίτημά τους ή και να οδηγήσουν στην εξαφάνιση ευάλωτα νησιωτικά φυτά. Σύμφωνα με μία μελέτη, την οποία δε βρίσκω, ο αριθμός των εισαγόμενων σαρκοφάγων θηλαστικών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την πιθανότητα επιβίωσης ενός ευάλωτου είδους, δηλαδή όσο πιο πολλά θηλαστικά υπάρχουν σ’ένα νησιωτικό οικοσύστημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα πράγνατα γι’αυτούς που μένουν εκεί.

Η Νέα Καληδονία λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο σύμπλεγμα έχουν εισαχθεί αρουραίοι, γάτες, γουρούνια κι ελάφια, τα οποία έχουν τροποποιήσει το οικοσύστημα. Τα γουρούνια ανακατεύουν το χώμα και το ριζικό σύστημα των φυτών, και τα ελάφια βοσκούν τη βλάστηση, αν και αυτά δε βρίσκονται τόσο πολύ στα πυκνά τροπικα δάση όπου ζει το λοφιοφόρο γκέκο, οι συγγενείς του και πολλά σπάνια πουλιά. Οι πολυνησιακοί αρουαίοι (Rattus exulans) όμως κυνηγούν διάφορα ζώα. Αυτοί κατέφθασαν πολύ παλιά με τους ιθαγενείς, όπως έτσι μεταφέρθηκαν και σε άλα νησιά, αν και μικρότερες αποστάσεις τις διένησαν μόνοι τους. Σε σχέση με τον κοινό αρουραίο έχουν μικρότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, αλλά δεν έχουν και τόσους εχθρούς. Επίσης είναι πιο σαρκοφάγοι, και τρώνε αυγά, νεοσσούς θαλασσοπουλιών και σαύρες. Σίγουρα στη Νέα Καληδονία θα κατέφθασε και ο κοινός αρουραίος (Rattus norvegicus) με τα καράβια, ο οποίος θα ανταγωνίζεται τον πολυνησιακό. Το άλλο σαρκοφάγο θηλαστικό που εισήχθη στη Νέα Καληδονία είναι οι γάτα, η οποία κυνηγά διάφορα πουλιά και σαύρες, αλλά και αρουραίους. Αν και κανένα νεοκαληδόνιο είδος δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας των θηλαστικών, πολλές φορές οι πληθυσμοί πολλών τοπικά μειώθηκαν, και τα σαρκοφάγα θηλαστικα είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που μαζί με άλλους, όπως η ανθρώπινη ανάπτυξη, δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει κάποια είδη στην εξαφάνιση. Εδώ υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση, το χερσαίο πουλί καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα εξελικτικά μοναδικό γερανόμορφο των ορεινών δασών της Ν. Καληδονίας που σπάνια πετά, φωλιάζει στο έδαφος και γεννά ένα μόνο αυγό το χρόνο, το μικρότερο μέλος μιας ομάδας παρόμοιων πουλιών που εξαφανίστηκαν από τους ιθαγενείς, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα από τους αρουραίους και τις γάτες, τα οποία ληστεύουν τις φωλιές του και ο αναπαραγωγικός του ρυθμός δε μπορεί ν’αντισταθμίσει τις απώλειες. Ενδέχεται το είδος αυτό να εξαφανιστεί στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Σε άλλες περιοχές η κατάσταση είναι χειρότερη. Σε νησιά της Καραϊβικής, του Ινδικού, του Ειρηνικού, αλλά και στη νησιωτική ήπειρο της Αυστραλίας έχουν εξαφανιστεί πολλά γηγενή είδη από σαρκοφάγα θηλαστικά (στην Αυστραλία υπήρχαν σαρκοφάγα μαρσιποφόρα, αλλά τα πλακουντοφόρα αποδείχθηκαν ανταγωνιστικότερα). Τα περισότερα θύματα των θηλαστικών στα νησιά είναι πουλιά, και είναι τόσα πολλά, που δε μπορώ να τα απαριθμήσω. Το ντόντο (Raphus cucullatus) για παράδειγμα του Μαυρικίου, το σύμβολο των ανθρωπογενών εξαφανίσεων, είναι μια τέτοιαι περίπτωση. Αν κι ο άνθρωπος μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς του με το κυνήγι, τη χαριστική βολή την έδωσαν εισαγόμενα θηλαστικά όπως γουρούνια και μαϊμούδες, που κατέστρεφαν τις φωλιές των τελευταίων απομακρυσμένων θηλάκων του είδους. Πολλά άλα πουλιά του Μαυρικίου και γειτονικών νησιών εξαφανίστηκαν επίσης από εισαγόμενα θηλαστκά.

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί επίσης μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση, όπου ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων θηλαστικών έχει χτυπήσει διάφορα ευάλωτα ενδημικά είδη. Όπως και η Νέα Καληδονία, πριν την έλευση του ανθρώπου είχε μερικά μεγάλα μη θηλαστκά ζώα, τα οποία είχαν λίγες άμυνες στον άνθρωπο, ο οποίος τα εξαφάνισε αμέσως. Όσα από τα μικρότερα είχαν βραδεία αναπαραγωγή τα ανέλαβε ο πολυνησιακός αρουραίος, ο οποίος ροκάνιζε τα αυγά και τα μικρά τους. Αν και μέχρι πρότινος πιστευόταν ότι η πανίδα της Νέας Ζηλανδίας είχε εξελιχθεί χωρίς θηλαστικά, πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη θηλαστικών μέχρι τουλάχιστον και πριν 19 εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σεα διαπέραστα δάση και στα βουνά; Τα θηλαστικά ωστόσο αυτά ήταν πρωτόγονα μικρά νυκτόβια εντομοφάγα, και δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των άλλων ζώων, τα οποία προφανώς θα τα ανταγωνίζονταν έντονα, γι’αυτό και δεν εξελίχθηκαν σε άλλες μορφές. Έτσι, χωρίς ανταγωνισμό από σύγχρονου τυπου θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, έντομα και μαλάκια πλήρωσαν τις θέσεις τους στο οικοσύστημα. Για παράδειγμα τα κίβι (γένος Apteryx) είναι μικρά εδαφόβια πουλιά με φτέρωμα σαν γούνα,και ασυνήθιστα καλή όσφρηση, τα οποία αντιστοιχούν οικολογικά σε μικρά παμφάγα θηλαστικά. Το κακάπο (Strigops habroptilus) είναι ένας μεγάλος, χερσαίος φυτοφάγος παπαγάλος, ο οποίος αντιστοιχεί οικολογικά στο λαγό. Τα ουέτα είναι μεγάλες σποροφάγες ακρίδες που οικολογικά αντιστιχούν στα μικρά τρωκτικά. Μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος αυτού λοιπόν κατέρρευσε για ακόμα μία φορά όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν στο σύμπλεγμα με μια νέα ομάδα ανταγωνιστικότατων θηλαστικών. Κοινοί αρουραίοι, μαύροι αρουραίοι (Rattus rattus), γάτες, γουρούνια, κουνάβια, ερμίνες και σκαντζόχοιροι άρχισαν να κατατρώνε τα ενδημικά ζώα που δεν είχαν κατάλληλες άμυνες. Χορτοφάγα όπως άλογα, λαγοί, ουνέλια, κατσίκες, ουάλαμπι και φουντόουρα πόσουμ επίσης έτρωγαν πολλά φυτά και μετέτρεπαν το περιβάλλον. Μερικά πουλιά εξαφανίστηκαν, και πολλά άλλα περιορίστηκαν σε πολύ μικρές περιοχές, δηλαδή οικολογικά έχουν εξαφανιστεί, Αφού δεν συμμετέχουν πολύ στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. Απόκακάπο για παράδειγμα έχουν μείνει μόνο 140 άτομα, και μερικά είδη κίβι απειλούνται άμεσα. Το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών είναι μόλις 5% χωρίς ανθρώπινη υποστήριξη, το οποίο για ένα πουλί που γεννά μόνο ένα τεράστιο αυγό το χρόνο δεν είναι και πολύ. Στην επίθεση όμως αυτήν των σαρκοφάγων θηλαστκών επλήγησαν σοβαρά και τα ερπετά. Η ερπετοπανίδα της Νέας Ζηλανδίας μοιάζει μ’αυτήν της Ν. Καληδονίας, απ’όπου πιθανολογείται ότι πήρε τα περισσότερα είδηη. Και οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν επηρεαστεί αρνητικά. Το μεγαλύτερο γκέκο στον κόσμο, το είδος Hoplodactylus delcorti, που έφτανε τα 60 εκατοστά, πιθανότατα δέχθηκε το πρώτο σοβαρό πλήγμα από τον πολυνησιακό αρουαίο, και μετά από τα άλλα θηλαστικά. Θεωρούταν κακός οιωνός από τους Μαορί, οι οποίοι συχνά το σκότωναν όποτε το έβρισκαν, αν και στην εποχή που κατέφθασαν οι Ευρωπαίοι ήταν υπερβολικά σπάνιο, και ζούσε σε αδιαπέραστα δάση, οπότε ο άνθρωπος δεν ήταν σημαντική απειλή. Πιθανότατα είχε βραδύ αναπαραγωγικό ρυθμό όπως άλλα νεοζηλανδικά γκέκο, τα οποία γενούν 2 μικρά το χρόνο (λόγω χαμηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκαν ως ωοζωοτόκα), οπότε εύκολα εξαφανίστηκε από τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα μεγάλο θύμα της εξαφάνισης ήταν και το τουατάρα (Sphenodon punctatus), ένα μεγάλο αρχαίο σαυρόμορφο ερπετό, το μόνο ζωντανό μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων, το οποίο στην εποχή της έλευσης των Ευρωπαίων σπάνιζε υπερβολικά στα μεγάλα νησιά εξαιτίας του πολυνησιακού αρουραίου, και σύντομα μετά τηνε ισαγωγή τωβ σαρκοφάγωβ θηλαστικώ εξαφανίστηκε εντελώς. Παρέμεινε μόνο σε βραχονησίδες, αν κι εκεί, όπου κατόρθωσαν να φτάσουν αρουραίοι, ο πληθυσμός έπαυσε ν’ανανεώνεται. Αν και μπορεί να δείχνει φαινομενικά υγιής, από πίσω, μέσα στις τρύπες, οι αρουραίοι ροκανίζουν όλα τα αυγά και τα μικρά. Αυτό το σπανιότατο υπεραιωνόβιο ζώο, μοναδικά προσαρμοσμένο στις κλιματολογικές συνθήκες της Ν. Ζηλανδίας, αποδεικνύεται πλέον αποτυχημένο είδος, αφού επιβιώνει χάρη στην ανθρώπινη υποστήριξη. Τα τουατάρα ζουν ανενόχλητα σε βραχονησίδες χωρίς αρουραίους, ενώ σε πολλές άλλες εφαρμόστηκαν προγράμματα εκρίζωσης των αρουραίων για την ασφαλή επανένταξή τους. Χωρίς τον άνθρωπο δηλαδή, σε κάποια μεταγενέστερη γεωλογική περίοδο, όταν αναπόφευκτα κάποια σαρκοφάγα θηλαστικά θα έφταναν στη Ν. Ζηλανδία, το τελευταίο μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων θα χανόταν για πάντα, εκτός κι αν προσαρμοζόταν, πράγμα λίγο δύσκολο, αφού αλλιώς δε θα είχε μείνει ένα μόνο είδος στην πιο απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Εκτός από τα θηλαστικά άλλωστε, θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί και τις σύγχρονου τύπου σαύρες, τις οποίες οι πρόγονοί του δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν κι εξαφανίστηκαν.

Η επιτηδευμένη εξαφάνιση των αρουραίων κι άλλων εισαγόμενων ειδών δεν είναι πλέον κάτι το ασυνήθιστο. Συχνά, για την επαναφορά ενός νησιού, εφαρμόζονται τα λεγόμενα προγράμματα επαναφοράς, τα οποία εμπεριέχουν και την εξαφάνιση των εισαγόμενων ειδών, για να επιβιώσουν τα γηγενή,ώστε υποτίθεται να επανέλθει το οικοσύστημα στην πρότερή του κατάσταση. Τα οικοσυστήματα όμως αλλάζουν, και τα νησιωτικά ιδίως είναι ευάλωτα σε αλαγές και νέα είδη, τα οποία μπορούν να έλθουν και με φυσικό τρόπο, συχνά με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμα όμως κι αν δεν έλθουν νέα είδη σ’ένα απομονωμένονησί, θα έλθουν όταν αυτό παύσει να είναι απομονωμένο μετά από κάποιον γεωλογικό χρόνο, όταν θα έχει δημιουργηθεί νεά ξηρά δίπλα του, η στάθμη της θάλασσας θαέχει πέσει ή θα έχει μετακινηθεί προς κάποια ηπειρωτική μάζα. Έτσι γινόταν κκαι στο παρελθόν σύμφωνα με απολιθωματικα ευρήματα, δηλαδή δημιυργούνταν νησιά, εξελίσσονταν εκεί διάφορα μοναδικά νησιωτικά είδη, τα οποία με λίγες εξαιρέσεις εξαφανίζονταν όταν το νησί ενοωνόταν με την ενδοχώρα. Μήπως τελικά το να βοηθάμε τόσο απειλούμενα είδηι είναι μάταιο, αφού ουσιαστικά προσπαθούμε να κρατήσουμε στη ζωη ένα αποτυχημένο είδος που δε θα μπορούσε να ζήσιι χωρίς εμάς; Μήπως το όλο νταβαντούρι γίνεται για να υπάρχει δουλειά για τους οικολόγους και εφησυχασμός για την πιθανότητα της δικής μας εξαφάνισης; Γιατί δε θα μπορούσε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα να ξαναχτιστεί με πιο ανταγωνιστικά είδη; Αυτό θα κόστιζε και πολύ λιγότερο. Και τέλος, γιατί όλη αυτή η μανία με την προστασία του περιβάλλοντος, την εξαφάνιση εισαγόμενων ειδών κλπ να κυριαρχεί κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες; Οι χώρες αυτές πάσχουν από το σύνδρομο του σωτήρα, μια τάση να θέλουν να διορθώσουν ό,τι ιστορικά κατέστρεψαν. Ενοχές ας πούμε από την αποικιοκρατία;

Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση, το λοφιοφόρο γκέκο, αρχικά το κέντρο της προσοχής του άρθρου, χάθηκε. Άραγε έτσι θα χαθεί στο μέλλον από μια πολύβωη εισβολή νέων ειδών στη Νέα Καληδονία;

Advertisements

Το Σάββατο, 9 Μαΐου, επισκέφθηκα σε αυθημερόν εκδρομή το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο, μαζί με τον πατέρα μου, το μικρό ετεροθαλή μου αδερφό Σάββα 6 ετών, και το γυμναστή και φίλο μου, τον Κώστα. Όταν ήμασταν στη Βουδαπέστη το Πάσχα με τον Κώστα και επισκεπτόμασταν τον εκεί ζωολογικό κήπο, με ιστορία από το 1866 κάνοντάς τον από τους παλαιότερους στην Ευρώπη, απορήσαμε πώς τόσο καιρο΄δεν πήγαμε στον αθηναϊκό, για τον οποίο ακούγαμε καλά λόγια και ήταν και μέσα στη χώρα μας. Έτσι γίνεται συνήθως, πηγαίνεις σ’όλα τα αξιοθέατα των χωρών του εξωτερικού, ενώ΄δε γνωρίζεις αυτά της χώρας σου, επειδή τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως σίγουρα μια μέρα θα πας, κι έτσι δεν πας ποτέ. Βάλαμε στόχο λοιπόν μια φορά να πάμε, αν γίνεται σε κάποια αθλητική διοργάνωση. Μόλις επιστρέψαμε, είπαμε στον πατέρα για το παράπονό μας, και μας πρότεινε καλύτερα να πάμε αυθημερόν μια εκδρομή, αφού τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν φτηνά, όπου θα μπορούσε να έρθει και ο ίδιος, που ήθελε να τον δει, καθώς και να φέρει το παιδάκι. Τελικα κλείσαμε εισιτήρια με Ράιαν Ερ, και νωρίς το πρωί, στις 7 η ώρα περίπου, αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε, και μόλις κατεβήκαμε πήραμε ταξί από μια διαδικτυακή εφαρμογή που τα βρίσκει μέσω gps και φτάσαμε έξω από το Πάρκο.
Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι ο μεγαλύτερος ζωολογικός κήπος της χώρας. Είναι ιδιόκτητο, αυτοχρηματοδοτούμενο ίδρυμα, το οποίο άνοιξε το 2000, αρχικά ως Αττικο Ορνιθολογικό Πάρκο. Είχε την Τρίτη μεγαλύτερη συλλογή πουλιών στον κόσμο, με 1.100 πουλιά από 300 είδη. Το 2001 η συλλογή επεκτάθηκε με ερπετά, και στη συνέχεια ήρθαν κι άλα ζώα, όπως ζώα της σαβάνας, της ερήμου, σπάνια ελληνικά ζώα, θαλάσσια θηλαστικά και άλλα. Σήμερα καλύπτει έκταση 200 στρεμμάτων, φιλοξενώντας περισσότερα από 2.000 ζώα από 350 διαφορετικά είδη. Τα ζωά είναι χωρισμένα ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους, την ταξινομική ομάδα ή το οικοσύστημα όπου ζουν – περιοχή σαβάνας, ερήμου, πουλιά Αφρικής, πουλιά Νότιας Αμερικής, χώρος ερπετών κλπ – σε διαμερίσματα, ενώ στο μέλλον το Πάρκο πρόκειται να επεκταθεί με τη Δεινοσαυρόπολις, ένα μουσείο εξέλιξης, και την Ωκεανόπολις, ένα πρότυπο ενυδρείο. Θα ξαναπάω σίγουρα όταν ολοκληρωθούν κι αυτά τα έργα. Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το Πάρκο, τα ζώα, καθώς και τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις που γίνονται εκεί, μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του εδώ.

Κατεβήκαμε λοιπόν από το ταξί, και περάσαμε από την είσοδο. Μπροστά μας απλωνόταν ένας μεγάλος χώρος, με το χώρο των Φλαμίνγκο (Phoenicopterus roseus) ίσια μπροστά. Ο Σάβας ενθουσιάστηκε κι έτρεξε να τα δει, ενώ εμείς καθίσαμε λιγάκι να ξεκουραστούμε. Έπειτα ξεκινήσαμε την πεζοπορία μας. Δίπλα μας ήταν το έκθεμα με τις κοκκινομάγουλες νεροχελώνες (Trachemys scripta), το κοινό αμερικανικό είδος εμυδοειδούς νεροχελώνας που πωλείται συχνά ως κατοικίδιο. Ήταν μια μεγάλη λίμνη με ξηρά από ββράχια όπου λιάζονταν δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χελώνες, και το τοιχίο ήταν τόσο χαμηλό, ώστε μπορούσες να τις πιάσεις. Εγώ πείραξα λίγο μερικές, και εντυπωσιάστηκα απ’το μέγεθος και το πάχος τους. Υπήρχε και μηχάνημα που με 50 λεπτά έδινε τροφή για να τις ρίξεις. Κατά τα’άλλα ωστόσο το τάισμα των ζώων απαγορευόταν, και για να μην τρώνε τα ζώα ακατάλληλες τροφές και για να μη ζητούν συνεχώς φαγητό από τους επισκέπτες. Όπως κατάλαβα αργότερα, κοκκινομάγουλες υπήρχαν σ’όλες τις λιμνούλες του ζωολογικού κήπου.
Προχωρώντας πιο πέρα μπήκαμε σ’ένα χώρο σαν θερμοκήπιο με κλουβίά με διάφορα είδη πουλιών. Πέρδικες, φασιανοί, περιστέρια, μικρά παπαγαλοειδή όπως λόρι και κονούρες, βούκεροι, μερικά είδη τουκάνων, πράσινο αρακάρι Pteroglossus viridis), (τουκανοειδές πουλί με λεπτότερο ράμφος και πράσινα πούπουλα στη ράχη, γαλαζόφτερη και γελαστή κουκαμπούρα (Dacelo leachii και D. novaeguineae), μεγάλες αλκιόνες τις Αυστραλίας και της Ν. Γουινέας με παράξενες φωνές, αν και τότε δε φώναξαν), και διάφορα άλλα είδη. Εντύπωση μου έκανε το πράσινο περιστέρη (Treron calva), ένα στρουμπουλό πρασινογάλαζο κυρίως φρουτοφάγο περιστέρι με μια ψηλή κόμη φτερών στο κεφάλι, το οποίο μας πλησιάζε. Από εκεί πήγαμε στη φάρμα, όπου κυκλοφορούσαν σ’έναν κλειστο΄χώρο αφρικανικά πυγμαία κατσίκια και πρόβατα Καμερούν, τα οποίαμας πλησίαζαν εύκολα, αλλά φεύγανε όταν τα χαϊδεύαμε. Δίπλα ακριβώς ήταν η φημισμένη κουνελοχώρα, όπου δεκάδες ή κι εκατοντάδες κουνέλια τριγυρνούσαν ελεύθερα. Την ώρα που πήγαμε ήταν μεσημέρι, και ο ήλιος κατέκαιγε το μέρος, με αποτέλεσμα όλα τα κουνέλια να είναι μαζεμένα είτε σε μικρά υπόστεγα είτε μέσα στις τρύπες τους, από τις οποίες είχε πολλές. Σε κάποια σημεία το χώμα ήταν υπερυψωμένο, ώστε να μπορείς να δεις από κοντά τις τρύπες. Έπιασα μία τρύπα δίπλα μου, η οποία ήταν γύρω στα 15 εκατοστά σε διάμετρο και με ελαφριά κλίση προς τα μέσα. Σίγουρα το πρωί και το απόγευμα, τις ώρες φυσικής δραστηριότητας των κουνελιών, θα γίνεται χαμός εκεί. Χάιδεψα ένα μεγάλο καφέ κουνέλι με μακριά αυτιά κάτω από ένα χαμηλό υπόστεγο, το οποίο ήταν ήρεμο κι έτριζε τα δόντια του από ευχαρίστηση, δείγμα ότι ήταν συνηθισμένο με τους ανθρώπους, ενώ την ίδια στιγμή ένα μικ΄ρο άσπρο κουνελάκι έτρεξε στην τρύπα του. Κουνέλια επίσης υπάρχουν ελεύθερα στο Πάρκο, αν και εμείς δε συναντήσαμε κανένα. Επίσης κυκλοφορούν ελεύθερα και παγόνια. Έχω ακούσει διάφορα πράγματα για την κουνελοχώρα, ότι εκεί αφήνουν όσοι δε θέλουν τα κουνέλια τους, ότι τα αφήνουν ν’αναπαραχθούν για να ταΐσουν τα σαρκοφάγα ζώα, ή ότι από εκεί μπορείς, κατόπιν συνενόησης με το Πάρκο, να υιοθετήσεις ένα κουνέλι, αλλά δεν ξέρω τι ισχύει. Μπορεί και νά’ναι μια κλειστή ομάδα συγκεκριμένων και στειρωμένων κουνελιών, και τίποτα απ’αυτά να μην αληθεύει. Τα άγρια αρπακτικά πουλιά της περιοχής ωστόσο τυχαίνει να τρώνε τα ελεύθερα περιφερόμενα κουνέλια. Μετά τα κουνέλια περάσαμε γρήγορα τους χιμπατζήδες και τα λοιπά ζώα, για να προλάβουμε το σόου με τα δελφίνια στις δωδεκάμισι.
Φτάσαμε στο Δελφινάριο και καθίσαμε σε προνομιακή θέση. Εκεί, αφού η εκπαιδεύτρια – δεν ξέρω γιατί σχεδόν πάντοτε οι εκπαιδεύτριες δελφινιών είναι γυναίκες – είπε λίγα εισαγωγικά λόγια για τα δελφίνια, ξεκίνησε την επίδειξη. Υπήρχε και σχολείο, κι όπως συνηθίζουν στο πρόγραμμα αυτό, πήρε ένα παιδί το οποίο θα ερχόταν πιο κοντά στα δελφίνια. Ένας φίλος μου που πήγε πριν δύο χρόνια είχε συνενοηθεί να πάει κι αυτός από κοντά για να μπορεί και να τα πιάσει, να τα ταΐσει, να τα δώσει εντολές, κλπ, αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Εντυπωσιάστηκα από τη νοημοσύνη αυτών των ζώων. Μπροστά στα δελφίνια, τα ζώα που έχουμε εμίς δεν είναι τίποτα. Ως απάντηση σε συγκεκριμένες χειρονομίες και ήχους, έκαναν άλματα, έβγαζαν περίεργες φωνές σαν θαλασσοπούλια ή λύκοι, φυσούσαν από το φυσητήρα, στριφογύριζαν με τα πτερύγιά τους, έβγαιναν λίγο στη στεριά για να χαιρετήσουν τον κόσμο, και έκαναν διάφορα άλλα κόλπα. Με ελαφρά πίεση στην ουρά είχαν μάθει να προτείνουν την ουρά τους, ώστε ο κτηνίατρος να μπορεί να λάβει δείγμα αίματος για εξέταση. Μετά από κα΄θε άσκηση, έτρωγαν μερικά ψάρια ως επιβράβευση, ώστε να συνεχίσουν τις επιδείξεις. Οι ασκήσεις αυτές είναι απαραίτητες στην αιχμαλωσία, ώστε τα δελφίνια να κινούνται λίγο παραπάνω κι όχι απλώς να περιμένουν το φαγητό μπροστά τους και να εξασκούν και το μυαλό τους. Τα τέσσερα δελφίνια του Πάρκου προέρχονταν αππό το Θαλάσσιο Πάρκο της Λιθουανίας, ενώ τα δύο μικρότερα, περίπου διόμισι χρονών, είχαν γεννηθεί στο Δελφινάριο, και ήταν ακόμα σε εκπαίδευση. Του Σάββα του άρεσε τόσο πολύ αυτό΄, ώστε ζήτησε να ξαναπάμε ακόμα μια φορά. Στο Πάρκο επίσης υπήρχαν και φώκιες, αν και δεν τις είδαμε καν.
Μετά επισκεφθήκαμε τα ζώα που περάσαμε πριν. Πήγαμε στους χιμπατζήδες (Pan troglodytes), το τάισμα των οποίων δε θα προλαβαίναμε, αλλά δεν τους είδαμε, επειδή ήταν κρυμμένοι κάπου μακριά, γιατί οι εκτάσεις για τα ζώα ήταν τεράστιες. Οι συνδάκτυλοι γίββωνες (Hylobates syndactylus) ήταν δίπλα, αλλά κι αυτοί μακριά. Είναι πίθηκοι της Μαλαισίας και της Σουμάτρας, κυρίως φυτοφάγοι, κινούνται κρεμασμένοι με τα χέρια από τα δέντρα και είναι αυστηρά μονογαμικοί. Οι πίθηκοι είχαν γύρω τους μια τάφρο με νερό, μάλλον για να μην πλησιάζουν κοντά στα σύρματα, μιας και μισούν το νερό. Ο άνθρωπος κληρονόμησε τη φυσικη απλησιά και την ανικανότητα φυσικής κολύμβησεις απ’αυτά τα ζώα. Από τις τάφρους δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες, οι οποίες πιστεύω κινδύνευαν κάθε φορά που οι χιμπατζήδες δεν είχαν τίποτα να κάνουν κι αποφάσιζαν να σπάσουν μερικές για πλάκα, ίσως και να τις φάνε. Πιο πέρα ήταν το πουλί γραμματέας (Saggitarius serpentarius), ένα είδος αφρικανικού χερσαίου γερακιού που τρώει κάθε είδους μικρό ζώο, και οι εδαφοβούκεροι (Bucorvus leadbeateri), νοτιοαφρικανικά εδαφόβια σαρκοφάγα πουλιά που δημιουργούν μικρές οικογένειες, στις οποίες τα μικρά παραμένουν και βοηθούν την ανατροφή των αμέσως μικρότερων πριν ανεξαρτητοποιηθούν. Κοντά ήταν και ο ακανθόχοιρος της Ινδίας (Hystrix indica), ένα αγκαθωτό φυτοφάγο τρωκτικό που δεν έχει σχέση με το σκαντζόχοιρο, με εξάπλωση όχι μονο στην Ινδία, αλά σε μεγάλη έκταση από τη Μέση Ανατολή ως τη ΝΑ Ασία, και τη στιγμή που περάσαμε ήταν κρυμμένος. Προς τη φάρμα υπήρχαν τα γουρούνια, καθώς και η Κλάρα, η αγελάδα που πρωταγωνιστούσε στην εκπομπή του Αρναούτογλου, σ’ένα χώρο γεμάτο σβουνιές και μύγες. Μετά ήταν τα πόνι Φαλαμπέλα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά κάρβουνου στα ορυχεία, και οι άγριοι γάιδαροι Σωμαλίας (Equus assinus somalicus). Οι γάιδαροι αυτοί, πρόγονοι του εξημερωμένου, ζουν στις κακοτράχαλες ερήμους της Σωμαλίας, μπορούν να φτάσουν τα 280 κιλά σε βάρος, και ξεχωρίζουν από τις ζεβροειδείς ρίγες στα πόδια τους. Αν και το όνομα, καθώς και η χώρα προέλευσής τους, σε προδιαθέτουν για κάτι υπερβολικά άγριο και αδίστακτο, τα συγκεκριμένα ζώα φαίνονταν ήρεμα τρώγοντας το σανό τους. Στη φύση παραμένουν περί τα 500 ζευγάρια, και απειλούνται απ’το κυνήγι, τη διασταύρωση με τους εξημερωμένους γαϊδάρους και την πολιτική αστάθεια στην περιοχή, που κάνει αδύνατη την εφαρμογή ενός σχεδίου για την προστασία τους. Δυστυχώς, αν δε γίνει κάτι το υποείδος θα εξαφανιστεί, μειώνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη χαμηλή βιοποικιλότητα των ιπποειδών. Δίπλα στα γαϊδούρια ήταν και οι βακτριανές καμήλες (Camelus bactrianus), οι οποίες είχαν έρθει κοντά μας. Ήταν τεράστια ζώα, πολύ μεγαλύτερα απόμία αγελάδα και πολύ παχύτερα από ένα άλογο, τα οποία σίγουρα θα ζύγιζαν έναν τόνο. Έτσι εξηγείται και η αφοβία των τζιχαντιστών – αν από μικρά έβλεπαν κι εξαναγκάζονταν να έρχονται σε καθημερινή επαφή μ’αυτά τα ζώα, αναγκαστικά θά’πρεπε ν’αποβάλουν το φόβο τους. Και με λίγο αλάχου ακμπάρ όταν μεγαλώσουν, χάνουν κάθε εναπομείναντα φόβο και είναι έτοιμοι για τα πάντα.
Συνεχίσαμε σ’ένα έκθεμα με πουλιά – απ’ό,τι καταλάβατε, δεν ακολουθούσαμε πάντα σταθερή διαδρομή -, όπου είδαμε διάφορους σπάνιους ασιατικούς φασιανούς, γεωπελίες (είδος περιστεριού) της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας, σπίνους ζέβρα (Taeniopygia guttata) της Αυστραλίας, ένα κοινό είδος και στην αιχμαλωσία – τότε ένα αρκετά κοντά μας έμπαινε στη φωλιά του,διάφορους άλλους σπίνους, καλάο, καρδινάλιους, ερυθρόλοφο τουράκο (Tauraco erythrolophus), πουλί της κεντρικής και δυτικής Αγκόλας που ακούγονταν σαν συναγερμός, άλλα είδη τουράκο, κινέζικο αηδόνι (Leiothrix lutea), το οποίο θέλαμε ν’ακούσουμε, αλλά ήταν κρυμμένο επειδή είναι νυκτόβιο, διαφόρους βουκέρους κλπ. Η αναπαραγωγική συμπεριφορά των βούκερων είναι μοναδικοί, αφού το θηλυκό φυλακίζεται στη φωλιά μαζί με τα μικρά, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα για να το ταΐζει το αρσενικό. Τα πουλιά ήταν τόσα πολλά, που μου είναι αδύνατο να τα θυμάμαι όλα. Οι χώροι των πουλιών στο Πάρκο ήταν πολύ μεγάλη, με αρκετό πλάτος και ύψος ώστε να χωράνε ολόκληροι θάμνοι και μικρά δέντρα μέσα, καθώς και τα υπόλοιπα απαραίτητα στοιχεία για την ανακατασκευή του φυσικού περιβάλλοντος του καθενός. Άλλα ήταν κρυμμένα και δεν τα είδαμε, άλλα μόνο ακούγονταν, άλλα ήταν στο έδαφος και έτρωγαν, κι άλλα κάθονταν σε κλαδιά σε κοινή θέα.
Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στη Σαβάνα, όπου βρίσκονταν τα ζώα βαρέων βαρών. Περάσαμε όμως πρώτα από τα αιλουροειδή – λευκή τίγρει (Πanthera tigris), υποείδος εξαφανισμένο στη φύση από το 1958, ευρασιατικούς λίγκες (Linx linx), το φημισμένο στο Πάρκο λιοντάρι της Αγκόλας (Panthera leo bleyenberghi), σερβάλ (Leptaelurus serval), αγριόγατες (Felis silvestris), οσελότους (Leopardus pardus), ιαγουάρους (Panthera onca), αλλά δεν είδα κανένα, γιατί κοιμούνταν τα περισσότερα χωμένα στο πίσω μέρος του χώρου τους, αν κι ένας ιαγουάρος ήταν λίγο πιο μπροστά. Το λιοντάρι είχε κι ένα σημείο που έμοιαζε με τζιπ σαφάρι, με τζάμι μπροστά, όπου μαζεύονταν οι περισσότεροι επισκέπτες, αλλ’ήταν χωμένο σε μια σπηλιά και κοιμόταν. Ως μεγάλο σαρκοφάγο άλλωστε, κοιμάται για μεγάλο μέρος της ημέρας, ως και 20 ώρες. Ο Σάββας για ανεξήγητο λόγο φοβήθηκε εκί. Στη Σαβάνα συναντήσαμε τις καμηλοπαρδάλεις Μπαρίνγκο (Giraffa camelopardalis rothschildi), οι οποίες ήταν αρκετά μακριά αλλα φαίνονταν, τις ζέβρες του Γκραντ (Equus burchellii boehmi), τις στρουθοκαμήλους (Struthio camelus), τον αραβικό όρυξ (Oryx leucoryx), ένα είδος λευκής για ν’αντανακλα τον ήλιο αντηλόπης που ζει σε σκληρές ερήμους της Μέσης Ανατολής όπου η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει τους 50 βαθμούς την ημέρα κατά τους θερινούς μήνες, και τους λευκούς ρινόκερους (Ceratotherium simum), τους οποίους ο Σάββας αδιμονούσε να δει, μιας και είναι το αγαπημένο του ζώο, οι οποίοι στέκονταν στο μέσο του μικρού χωραφιού που είχαν για κατοικία και βοσκούσαν από μπάλες με άχυρο. Είναι το δεύτερο βαρύτερο χερσαίο θηλαστικό μετά τον ελέφαντα, με βάρος 1,5-3 τόνους, και μήκος 4 μέτρα. Είναι το είδος με τα δύο κέρατα, το πρώτο εκ των οποίων φτάνει τα 90 εκ, αν και κατ’εξαίρεσιν ψηλώνει ως το 1,5 μέτρο. Το είδος κινδύνευσε να εξαφανιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, αλά χάρη σε προγράμματα προστασίας σήμερα αριθμεί στη φύση περί τα 11.000 άτομα, παρόλα αυτά οι λαθροθήρες το κυνηγούν για το κέρατό του, το οποίο στην παραδοσιακή κινέζικη ιατρική χρησιμοποιείται ως αφροδισιακό. Η παραδοσιακή κινέζικη ιατρική έχει ξεκληρήσειπολλά ζώα, και καλά θα κάνει ν’αναβαθμιστεί. Δεν είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις απ’αυτούς, μιας και η όρασή τους είναι φτωχοί και δε μπορούν να διακρίνουν ακίνητο άτομο μετά τα 30 μέτρα, έχουν όμως καλή όσφρηση.
Πιο πέρα ήταν τα αυστραλιανά ουάλαμπι (Macropus rufogriseus frutica) και τα εμού (Dromaeus novaehollandiae), τα οποία δεν είδαμε. Οι πυγμαίοι ιπποπόταμοι (Hexaprotodon liberiensis) ήταν επίσης λίγο πιο πέρα, σε μια μεγάλη τάφρο με βρώμικο, λασπωμένο και σκατωμένο νερό, το οποίο αγαπούν. Ήταν ένα μεγάλο, μάλλον μάνα, με το μικρό του, το οποίο κρατούσε πάντα δίπλα του. Φυσικά δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες ούτε από κει. Υπήρχε και μεγάλος χώρος στεριάς, αλά δε βγήκαν έξω όσο ήμασταν εκεί, όμως το βράδυ ίσως να βγαίνουν αρκετά, επειδή είναι περισσότερο νυκτόβιοι.
Μετά κατευθυνθήκαμε προς το αναψυκτήριο για να ξεκουραστούμε. Περάσαμε από το δάσος των λεμούριων, με διάφορα είδη των μαδαγασκαριανών πρωτευόντων αυτών, αν και όλα κρυμμένα, επειδή ήταν μεσημέρι. Ήταν δίπλα σου, και αν έβγαιναν έξω, μπορούσες να τα πιάσεις. Ο φίλος μου είχε πιάσει τότε. Μετά περάσαμε απ’τις χελώνες Άλνταμπρα (Aldabrachelys gigantea), τις δεύτερες μεγαλύτερες στον κόσμο μετά τις Γκαλαπάγκος, οι οποίες ήταν μακριά και δεν τις είδα – τις αφρικανικές γιγάντιες χελώνες (Geochelone sulcata) δεν τις βρήκαμε, ούτε και την αφρικανική χελώνα λεοπάρδαλη (Geochelone pardalis) ή τις ελληνικές του γένους Testudo -, και το δράκο του Κόμοντο (Varanus comodoensis), το μεγαλύτερο βαρανό και σαύρα στον κόσμο, ο οποίος ήταν χωμένος σε μια κρυψώνα και μάλλον κοιμόταν. Μπορεί να φτάσει τα 100 κιλά και να σκοτώσει ακόμα και βουβάλια, χάρη στο μεγάλο τραύμα που προκαλεί δαγκώνοντας και στο δηλητήριό του. Παλαιότερα πιστευόταν ότι σκότωνε με παθογόνα βακτήρια στο στόμα του, αλλά ανακαλύφθηκε ότι κι αυτός, όπως και όλοι οι βαρανοί, έχουν τοξίνες στο σάλιο τους και δηλητηριώδεις αδένες. Αν και το δηλητήριο δεν είναι υπερβολικά τοξικό, καταβάλει εύκολα το ήδη βαριά τραυματισμένο ζώο. Μπορούν να φάνε ως και 80% του βάρους τους. Στις περιοχές όπου ζουν (νησιά Κόμοντο, Ρίνκα και Φλόρες της Ινδονησίας) οι άνθρωποι χτίζουν τις καλύβες τους σε πασάλους, για ν’αποφύγουν τις επιθέσεις τους, αν και επιθέσεις σε άνθρωπο είναι υπερβολικά σπάνιες. Ποτέ δεν έχω δει δράκο του Κόμοντο από κοντά, και ούτε αυτός μού’κανε τη χάρη να εμφανιστεί. Απ’ό,τι έλεγε ένα μέλος του φόρουμ των ερπετών, πριν δυο χρόνια ήταν γύρω στο ενάμισι μέτρο, οπότε τώρα θα έχει μεγαλώσει περισσότερο. Μετά φτάσαμε στο αναψυκτήριο, όπου κοντά μας ήταν οι αρκούδες (Ursus arctos). Ήταν τέσσερις, κι απ’αυτές μας χώριζε ένα ψηλό συρματόπλεγμα, δηλαδή κάποιος αποφασισμένος να μπει μέσα με λίγη προσπάθεια θα μπορούσε να μπει. Από τις τέσσερις η μια ήταν μεγαλύτερη, ενώ΄οι άλλες μικρότερες, και κάτι συνέβαινε μεταξύ δύο μικρότερων επειδή μάλωναν. Έκαναν υπόκωφους βρυχηθμούς και προσπαθούσε να σπρώξει η μία την άλλη. Μετά από 5 λεπτά ο καυγάς σταμάτησε. Οι αρκούδες δεν απείχαν περισσότερο από 15 μέτρα απ’τον κόσμο, και δεν έδειχναν να ενοχλούνται. Κάναμε υποθέσεις με τον Κώστα τι θα γινόταν αν κάποιος έμπαινε εκεί. Εγώ έλεγα ότι θα έμενε αρκετά λεπτά κινούμενος και ανέπαφος, ενώ ο Κώστας ήταν σίγουρος ότι θα τον είχαν ορμήξει τη στιγμή που θα πατούσε μέσα. Ο Σάββας, αν και φοβήθηκε το λιοντάρι, τώρα ήταν κολλημένος στο συρματόπλεγμα και τις παρακολουθούσε. Μετά πήγα κι εγώ εκεί, με την κοκακόλα στο χέρι σαν γυφτόμαγκας. Άραγε τις πείραξε αυτό; Δίπλα στις αρκούδες ήταν άλλα εληνικά ζώα, όωπς λύκοι, ενυδρίδες, κρι κρι και σκυριανά άλογα, αλλά δεν τα είδαμε όλα.
Μετά από την ανάπαυσή μας και τα παγωτά που φάγαμε κατευθυνθήκαμε προς το χώρο των ερπετών, το μέρος μου. Μπορεί να μη στάθηκα τυχερος να δω τα μεγάλα ερπετά απ’έξω, αλλ’εκεί σίγουρα κάτι θα ήταν κοντά μας. Ο χώρος είχε υψηλή θερμοκρασία, και γύρω μας υπήρχαν τερράρια με τους πολύχρωμους μικρούς φολιδωτούς κατοίκους τους. Υπήρχε βασιλικός πύθωνας (Python regius), βόας της άμμου (Eryx miliaris), γκέκο λεοπάρδαλη (Eublepharis macularius), βόας Αμαζονίου (Corallus hortulanus), βασιλικό φίδι της Καλιφόρνιας (Lampropeltis getula californiae), ταπιτοπύθωνας (Morelia spilota – τα υποείδη chainei και variegata), πράσινη ιγκουάνα (Iguana iguana), βόας της Κούβας (Epicrates angulifer), βόας του Ντουμερέλι (Acrantophis dumerili) και χερσαίος μαδαγασκαριανός βόας (Sanzinia madagascariensis), δύο σπάνια μαδαγασκαριανά είδη, βόας της Νέας Γουινέας (Candoya aspera), λοφιοφόρος βασιλίσκος (Basiliscus plumifrons), καθώς και τρεις φρύνοι, οι δύο ελληνικοί (Bufo bufo και B. viridis), και ο γιγάντιος θαλάσσιος – έτσι λέγεται, δεν είναι (Bufo marinus). Υπήρχε κι ένα ενυδρείο γλυκού νερού με σαλάχια αμαζονίου (Potamotrygon sp), αργυρή αραουάνα (Osteoglossum bicirrhosum) κι άλα αμαζονιακά σπάνια ψάρια. Τα ασπόνδυλα δεν τα βρήκαμε, ή δεν τα προσέξαμε. Το σπανιότερο είδος εκεί ήταν οι αφρικανικοί χαμαιλέοντες (Chamaeleo africanus), οι οποίοι έχουν το μονο πληθυσμο΄στην Ευρώπη στην Πύλο, με μόνο 300 άτομα στη φύση. Ήταν χωμένη στη βλάστηση με τέλειο καμουφλάζ, και δεν τους είδε κανείς. Έξω από το δωμάτιο αυτό υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος σκεπαστός από πάνω σαν θερμοκήπιο με πολλά άκομα είδη: καλαμποκόφιδο (Pantherophis guttatus), κίτρινο ποντικόφιδο (Pantherophis obsoletus quadrivittatus), καθώς ι ένα λευκιστικό του είδους, ομορφόφιδο (Elaphe taeniura), βόας συσφιγκτήρας (Boa constrictor), βυρμανέζικος πύθωνας (Python molurus bivittatus), κίτρινη ανακόντα (Eunectes notaeus), κυανόγλωσσος σκίγκος (Tiliqua scincoides), γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps), βαρανός της σαβάνας (Varanus exanthematicus), τέρας του Τζίλα (Heloderma suspectum), ρωσικό ποντικόφιδο (Elaphe schenki schencki), και τις σπανιότατες ακτινωτές χελώνες (Geochelone radiata). Μπορεί να μου διαφεύγουν λίγα είδη, αλά σε γενικές γραμμές αυτά ήταν. Μία αντιπροσωπευτική μίξη κοινών και εξαιρετικά σπάνιων ειδών διαφόρων προελεύσεων και ππεριβαλλόντων. Οι χώροι τους ήταν πολύ μεγάλοι – ακόμα κι ο αδρανής βασιλικός πύθωνας είχε χώρο σαν μικρό δωματιάκι – και διακοσμημένοι σύμφωνα με το περιβάλον του καθενός, με τον απαραίτητο φωτιστικό και θερμαντικό εξοπλισμό. Με παραξένεψε η απουσία ιοβόλων φιδιών, αλλά μάλλον δεν είχαν γιατί δεν υπήρχε εξειδικευμένο προσωπικό για την αντιμετώπισή τους. Απ’όλα τα ερπετά που είδαμε, μόνο ο βαρανός της σαβάνας και μια μικρή ακτινωτή χελώνα κινούνταν, ενώ όλα τα υπόλοιπα κάθονταν καλοφαγωμένα και καλοζεσταμένα. Τα περισσότερα φίδια, αν και υπήρχαν κρυψώνες, βρίσκονταν αρκετά κοντά στο τζάμι, οπότε ήταν σε κοινή θέα – πιθανόν είχαν συνηθίσει τον πολύ κόσμο. Λίγα ερπετά ήταν κρυμμένα, περισσότερο οι δενδρόβιες σαύρες όπως ο βασιλίσκος και οι χαμαιλέοντες, και τα γκέκο που είναι νυκτόβια. Ο ένας βόας συσφιγκτήρας ήταν έτοιμος ν’αλλάξει δέρμα, ενώ πολλά άλλα φίδια είχαν τα εκδεδυμένα δέρματα δίπλα τους, πιθανόν για να βλέπει ο κόσμος τη διαδικασία. Κάποια μεγάλα φίδια, όπως οι κίτρινες ανακοντες, ήταν πάνω από ένα στο ίδιο κλουβί (αυτές ήταν τρεις), και απόρησα για το πώς ταΐζονται, αφού τα φίδια είναι επιρρεπή σε ατυχήματα κάτα το τάισμα, όταν για παράδειγμα δύο προσπαθούν να καταπιούν το ίδιο θήραμα. Μάλλον θα ταΐζονται ξεχωριστά. Ο Σάββας, μόλις περάσαμε από το γενειοφόρο δράκο, τον γνώρισε αμέσως, αφού κάθε μέρα βλεπει τον δικό μου.
Βγαίνοντας από εκεί περάσαμε κι από το χώρο του κροκοδείλου του Νείλου (Crocodilus niloticus), έναν πολύ μεγάλο χώρο με εσωτερικό και εξωτερικό κομμάτι, που είχε λινούλα και στεριά, όπου αυτός, γύρω στα 4 μέτρα μακρύς, λιαζόταν αραχτός κοντά μας δίπλα στο νερό. Ήταν γκριζωπός, πολύ χοντρός, με την ουρά προς το μέρος μας, και προφανώς καλοταϊσμένος. Πιστεύω πως αν τον πλησίαζες δε θα σου έκανε τίποτα σ’αυτήν την κατάσταση, αλλά είμαι από τους τελευταίους που θα το δοκίμαζαν αυτό. Δίπλα ήταν και οι αμερικανικοί αλιγάτορες (Alligator mississipiensis), ένας μεγάλος και τρεις μικρότεροι, οι οποίοι ήταν αρκετά πίσω. Σίγουρα με μια κοκκινομάγουλη θα έβγαιναν όλοι μπροστά για να την φάνε. Ο αλλιγάτορας δεν είναι κι αυτός μικρο΄ζώο, αφού σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τα 5 μέτρα και ως και τα 600 κιλά. Μετά επιστρέψαμε από τους ρινόκερους, περάσαμε από διάφορες αμερικανικές μαϊμούδες και μακάκους, τα οποία ήταν κρυμμένα στη ζουγκλοειδή βλάστηση, τα σκυλιά των λειμώνων (Cynomys ludovicianus), μικρά χορτοφάγα τρωκτικά των λειμώνων των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και του βόρειου Μεξικού που ζουν σε δίκτυα λαγουμιών, και ξεκινήσαμε να επιστρέφουμε.
Κάναμε μια μεγάλη στάση στη Γη των Τσίτα, όπου 4 τσίτα (Acinonyx jubatus) ζούσαν σ’ένα τεράστιο, πανέμορφο χώρο. Ένας περιφραγμένος διάδρομος περνούσε μέσα από το έκθεμα, κι αυτά μπορούσα να περάσουν κάτω από τη γέφυρα αυτήν. Η διαφορά του χώρου των σαρκοφάγων αυτών απ’αυτούς των χορτοφάγων ήταν εμφανέστατη. Εκτός απ’τα σκυλιά των λειμώνων που ζούσαν σε καταπράσινο χώρο, σ’όλα τα φυτοφάγα δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος βλάστησης στο έδαφος.Εδώ όμως ο τόπος ήταν κατάφυτος από πυκνά, ολοπράσινα και ανθισμένα χόρτα. Ένας παράδεισος για ένα κουνελάκι, αν και κάτι πολύ κακό περιμένει κάπου εκεί μέσα. Τα τσίτα έρχονταν δίπλα μας,μας κοίταζαν, περνούσαν κάτω απ’τη γέφυρα και ξαναέφευγαν. Έχουν σκούρο χρώμα με κηλίδες, ψηλά πόδια για τρέξιμο, το μέγεθος μεσαίου σκύλου και πρόσωπο γατίσιο, αφού είναι αιλουροειδή. Ενδημούν στην Αφρική και κάποτε στην Ασία, από την οποία εξαφανίστηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ζυγίζουν 30 κιλά και μπορούν να τρέξουν έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα για απόσταση περίπου 300 μέτρων, μετά κουράζονται. Καθίσαμε αρκετή ώρα εκεί, και Καθώς φεύγαμε, ένα τσίτα έτρεξε από μακριά κι έπεσε στα συρματοπλέγματα δίπλα στο Σάββα. Μπορεί και να προσπάθησε να τον φάει. Ο Σάββας αμέσως κόλλησε δίπλα μας, πολύ φοβισμένος. Αν και του αρέσει να κάνει το μάγκα εκεί που τον παίρνει, σε κάτιτ έτοιες περιπτώσεις είναι χέστης. Απ’ό,τι έψαξα αργότερα, αν και τα τσίτα δεν έχουν επιτεθεί ποτέ σε άνθρωπο στη φύση, κάποιος στο μέγεθος μικρού παιδιού θα μπορούσε να φαγωθεί. Μπορούν να φάνε αντηλόπες μέχρι 40 κιλών, και τις σκοτώνουν ρίχνοντάς τες καθώς τρέχουν κατά πα΄νω τους και δαγκώνοντάς τες το λαιμό για να τις πνίξουν, επειδή δεν έχουν αρκετά ισχυρά σαγόνια για να τις σπάσουν τον αυχένα. Είναι γρήγορ ααλλά αδύναμα ζώα, που δε μπορούν να αντιμετωπίσουν δυνατότερα σαρκοφάγα. Το 50% των επιθέσεών τους σε θηράματα αποτυγχάνει, ενώ τρώνε μόνο στο 50% των επιτυχών κυνηγιών, αφού άλα σαρκοφάγα προλαβαίνουν να τους κλέψουν την τροφή. Ακόμα και μια ύαινα μπορεί να τα διώξει από το θήραμά τους. Στην πραγματικότητα είναι πολύ αποτυχημένο είδος, κι επιβιώνει καθαρά επειδή δεν έχει ανταγωνιστές στο συγκεκριμένο τρόπο κυνηγιού. Θεωρείται ότι κατά την τελευταία παγετώδη περίοδο ο πληθυσμός του είδους συρρικνώθηκε υπερβολικά, αφού σήμερα όλα έχουν σχεδόν πανομοιότυπο dna, και ως αποτέλεσμα της χαμηλής γενετικής ποικιλομορφίας, οι πληθυσμοί αντιμετωπιζουν προβλήματα στειρότητας, ανωμαλίες στο σπέρμα των αρσενικών και μεγάλη θνησιμότητα των μικρών από γενετικές παθήσεις. Άλλα μικρά θανατώνονται ή τρώγονται από άλλα σαρκοφάγα κατά την ανεξαρτητοποίησή τους. Η θνησιμότητα των μικρών απ’όλες τις αιτίες υπολογίζεται στο 90%. Για το λόγο αυτόν, η αναπαραγωγή τους σε αιχμαλωσία είναι σπάνια.
Και λοιπόν σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις προχωρήσαμε λίγο παρακάτω είχαν επίδειξη με αρπακτικά πουλιά, την οποία δεν πρόλάβαμε, και τη στιγμή εκείνη ένα όρνιο (Gyps fulvus) πέταξε ακριβώς πάνω από το Σάββα. «Θα με φάει!» είπε τρομαγμένο το μικρό παιδάκι. Ο ομιλιτής έδινε πληροφορίες για τα πουλιά. Εκείνο ήταν το όρνιο, το οποίο σχίζει το δέρμα και τρώει κυρίως τα εσωτερικά όργανα, όπως τα έντερα, την καρδιά και το συκώτι. Στην αφρικανική σαβάνα μπορούν ν’αφήσουν μόνο τα κόκκαλα ενός νεκρού ζώου σε μόλις 20 λεπτά! Στη γύρω περιοχή ήταν και τα υπόλοιπα αρπακτικά, καθώς και άλλα σαρκοφάγα πουλιά όπως πελαργοί και πελεκάνοι, αλά δεν τα είδαμε. Για το υπόλοιπο της βόλτας μας, ο Σάββας ήταν φοβισμένος και θυμωμένος, αλά τον πήγαμε στα δελφίνια για αποζημίωση.
Έπειτα πήγαμε σε μια καφετέρια για να ξεκουραστούμε, όπου ο Σάββας, με λιγη επιφυλακτικότητα, έκανε βόλτα με το πόνι, η οποία του άρεσε τελικά. Ο Μαριολίνος ήταν ένα πόνι που έκανε βόλτα στα παιδάκια, κοντό, στρουμπουλό, με καλά φροντιςμένο, γυαλισμένο τρίχωμα που δε μύριζε καθόλου. Σαν να το είχαν κάνει μπάνιο ήταν. Όταν δεν έκανε βόλτα, βοσκούσε γκαζόν. Από εκεί κατευθυνθήκαμε στους γιγαντιαίους μυρμηγκοφάγους (Myrmecophaga tridactyla), τους οποίους δεν είδαμε, αν κι έχω δει σ’άλλους ζωολογικούς κήπους του εξωτερικού, όπου ήταν δραστήριοι και πλησίαζαν τους επισκέπτες. Είναι οι μεγαλύτεροι μυρμηγκοφάγοι του κόσμου, ενδημικοί της Νότιας Αμερικής, μήκους 2 μέτρων μαζί με την ουρά, η οποία είναι το μισό του σώματος και βάρος 55 κιλών. Τρώνε ως και 35.000 μυρμήγκια, τα οποία συλλαμβάνουν με τη μακριά γλώσσα τους, την οποία έχουν μέσα στο μακρύ ρύγχος τους. Δεν έχουν δόντια. Επειδή η τροφή τους είναι φτωχή και πρέπει να εξοικονομήσουν ενέργεια, κοιμούνται 16 ώρες την ημέρα και διατηρούν θερμοκρασία μόλις 32 βαθμών. Απορώ πώς οι ζωολογικοί κήποι βρίσκουν τόση τροφή καθημερινά. Πιο κάτω ήταν κάποια νοτιοαμερικανικά χορτοφάγα, όπως τογκουανάκο (Lama guanaco), ο πρόγονος του λάμα, καθώς και δύο τρωκτικά, το παταγονικό μάρα (Dolichotis patagonicus), ένας μεγαλύτερος συγγενής του ινδικού χοιριδίου στα 10 κιλά, και τον υδρόχοιρο ή καπιμπάρα (Hydrochoerus hydrochaeris), το μεγαλύτερο τρωκτικό του κόσμου, που μπορεί να φτάσει τα 65 κιλά. Είναι ημιυδρόβια, με παχύ σώμα και όψη γουρουνιού, και τότε τα έδιναν λαχανικά για να φάνε. Δύο πέρασαν αργά από μπροστά μας. Στο τέλος περάσαμε από τη συλλογή των παπαγάλων, όπου υπήρχαν κλουβιά με αμαζόνες, μακάο κι άλλα μεγάλα και φανταχτερά είδη. Εκεί ήταν και ο θρυλικός υακίνθινος μακάο (Anodorhynchus hyacinthinus), ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παπαγάλος του κόσμου, ενδημικός του Αμαζονίου, και κκοστίζει 10.000 ευρώ στο εμπόριο. Υπάρχουν άνθρωποι με με΄γαλο πάθος για’αυτά τα μεγάλα είδη παπαγάλων, που είναι διατεθημένοι να ξοδέψουν κι ακόμα μεγαλύτερα ποσά για την απόκτισή τους. Είναι ωστόσο πολύ δύσκολα πουλιά με πολύ εξειδικευμένες ανάγκες, πανέξυπνα και μακρόβια. Εκεί οι παπαγάλοι έκαναν διάφορα κρωξίματα και πετούσαν από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά δεν είχαμε πολύ χρόνο να τους παρατηρήσουμε.
Στο τέλος έριξα ένα άνθος καρπόβρωτου στις κοκκινομάγουλες, οι οποίες το έφανα αμέσως, και φύγαμε. Έπειτα πήραμε ταξί για το κοντινο΄εμπορικό κέντρο Μακ Άρθουρ, όπου φάγαμε κι αφήσαμε λίγο το Σάββα να παίξει, και φύγαμε για το αεροδρόμιο. Στο αεροδρόμιο, παρά την κούραση της ημέρας, ο Σάββας δε σταμάτησε να τρέχει. Το αεροπλάνο αναχώρησε γύρω στις 9. Τελικά επιστρέψαμε και το βράδυ βγήκα με τους φίλους μου στο Σφακιανάκη, απ’όπου επέστρεψα σπίτι στις 9 το πρωί!

Ο ζωολογικός κήπος της Αθήνας ουδεμία σχέση έχει μ’αυτόν της Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν είναι προβληματικός επειδή είναι μικ΄ρος – υπάρχουν κι άλλοι μικροί ζωολογικοί κήποι μικροί με κατάλληλα όμως ζώα μέσα σε κατάλληλους χώρους, αλλά επειδή οι χώροι του είναι σε γενικές γραμμές μικροί και πλημμελώς σχεδιασμένοι. Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι στο επίπεδο των μεγάλων ζωολογικών κήπων του εξωτερικού, κι όσοι δεν το έχετε επισκεφθεί, απ’όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν είστε, επιβάλλετε να το επισκεφθείτε. Οι χώροι είναι τεράστιοι, οι πληροφορίες χρήσιμες και κατατοπιστικές, και τα ζώα δείχνουν να ευημερούν εκεί μέσα. Σε σχέση με τους άλλους δύο ζωολογικούς κήπους που έχω επισκεφθεί, αυτόν της Βαρκελόνης κι αυτόν της Βουδαπέστης, ο αθηναϊκός είχε λιγότερα ζώα, κυρίως από τις ομάδες των μεγάλων και τον πολύ μικρών θηλαστικών, αλλά κανένας άλος ζωολογικος κήπος δεν έχει την ποικιλία πουλιών που έχει αυτός. Επίσης οι χώροι όπου διαβιούν τα ζώα είναι πολύ μεγάλοι, ίσως μεγαλύτεροι απ’αυτούς τον παραπάνω ζωολογικών κήπων, και όμορφα σχεδιασμένοι, ενώ οι εμπειρίες που προσφέρει με τις διάφορες δραστηριότητες, όπως με την επίδειξη των δελφινιών ή το τάισμα διαφόρων ζώων, είναι μοναδικές.
Περιμένω τις νέες προσθήκες στο Πάρκο.

Ένα παράξενο γεγονός με ώθησε να γράψω αυτό το άρθρο. Πριν λοιπόν από λίγες μέρες,
είχα παραθέσει των αριθμό των νεκρών θαλάσσιων χελωνών από Απρίλιο μέχρι αρχές Ιουλίου
στην Ελλάδα. Δυστυχώς δεν πάμε καθόλου καλά, με 40 περίπου χελώνες νεκρές σ’αυτό το διάστημα, εκ των οποίων φυσικά πάρα πολλές πέθαναν από ανθροπογενή αίτια (ΒΆΡΚΕς, ΔΊΧΤΥΑ Ή ΚΑΙ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΈΝΗ ΔΟΛΟΦΟΝΊΑ). Μέσα στις πηγές μου για τα στοιχεία είχα και την οργάνωση Αρχέλων, τον ελληνικό Σύλλογο ΓΙΑ ΤΗΝ Προστασία της Θαλάσσιας Χελώνας. Δε βρήκα αμέσως στοιχεία εκεί, αλλά βρήκα κάτι άλλο πολύ παράξενο που μου τράβηξε αμέσως την προσοχή.

Μια πολυ ξεχωριστή φωλιά στο Λακωνικό Κόλπο χάριν των εθελοντών του Αρχέλων
Η είδηση μας λέει ότι στις 26 Ιουνίου φέτος, εθελοντές βοήθησαν μια χελώνα Carreta carreta να γεννήσει τα αβγά της, αφού από την ίδια έλειπαν τα πίσω πτερύγια και δε μπορούσε να σκάψει τη φωλιά της. Οι εθελοντές άνοιξαν τρεις τρύπες, όπου τελικά στην τελευταία η χελώνα κάθισε και γέννησε ΠΆΝΩ ΑΠΌ 160 αβγά. Η συγκεκριμένη χελώνα είχε βγει στην παραλία 22 φορές σύμφωνα με τα ίχνη της, που ήταν ΙΔΙΑΊΤΕΡΑ λόγω του προβλήματός της. Η χελώνα βοηθήθηκε, αλλά πρόσΕξα πως δεν έγινε κάποια άλλη προσπάθεια π.χ. να ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΊ σε κάποιο ενυδρείο Ή ερευνητικό κέντρο, ή να προσπαθήσουν να την αποκαταστήσουν ΚΆΠΩς (ΤΏΡΑ ΆΛΛΩΣΤΕ ΚΡΊΣΗ ΈΧΟΥΜΕ, ΠΕΡΙΜΈΝΟΥΜΕ να λειτουργούν αυτές οι οργανώσεις στο μέγιστο; Όσο μπορούν όμως κάνουν). Επομένως μπορεί να ξανααναπαραχθεί, αλλά την επόμενη φορά να μην τύχει να την βρει κανείς.

Το παράξενο στην υπόθεση δεν είναι ότι τελικά γέννησε τα αυγά της ή ότι δεν την πήραν απ’το φυσικό περιβάλλον. Αυτό που μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση ήταν η αδυναμία του ζώου να βρει κάποια εναλλακτική λύση για να κάνει φωλιά. Δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα μπροστινά της άκρα; Δε θα μπορούσε τουλάχιστον να πιέσει το έδαφος με την ουρά της για να κάνει ένα υποτυπώδες άνοιγμα; Κι αν δε μπορούσε τελικά να κάνει φωλιά, γιατί δε γεννούσε τα αυγά μόλις έβγαινε αντί να πηγαινοέρχεται για μέρες στην παραλία προσπαθώντας να κάνει κάτι που δε μπορεί; Σκέφτηκα πως το μυαλάκι της θά’ταν τόσο λίγο, ώστε να μην μπορούσε να βρει μια ευκολότερη λύση.

Η πράξη της όμως αυτή, δηλαδή η δημιουργία φωλιάς, ήταν κάτι που δε μπορούσε ν’αλλάξει, και μάλλον δε σκέφτηκε ποτέ ότι θα μπορούσε να το αλλάξει, ή μάλλον δε σκέφτηκε ποτέ ότι θα μπορούσε να σκεφτεί για να το αλλάξει. Αυτό επειδή δεν είναι στο μυαλό της. Στον εγκέφαλό της βρίσκεται η ικανότητα, αλλά δεν έχει να κάνει με τη νοημοσύνη. Η δημιουργία φωλιάς στις χελώνες, όπως και πολλές άλλες στερεότυπες συμπεριφορές στα ζώα, όταν ξεκινούν με συγκεκριμένο ερέθισμα, εκτελούνται κατά συγκεκριμένο τρόπο και συνεχίζουν αδιάσπαστες μέχρι το τέλος, ακόμα κι αν το ερέθισμα σταματήσει να υπάρχει, ονομάζονται τυποποιημένες σειρές δράσης
(fixed action patterns).
Αυτές οι μορφές συμπεριφοράς αποτελούν την απλότερη μορφή ενστίκτου, και βρίσκονται μόλις πάνω από το απλό αντανακλαστικό. Μπορεί να ελέγχονται από διάφορα μέρη του εγκεφάλου ενός ζώου, αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι νευρικές συνδέσεις που τις προκαλούν μπορούν να τροποποιηθούν. Μεταδίδονται κληρονομικά από τους προγόνους στους απογόνους όπως και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Οπότε η χελώνα αυτή στην περίπτωσή μας δε μπορούσε να δράσει αλλιώς, διότι εκείνη τη στιγμή ήταν υπό την καθοδήγηση μιας άκαμπτης τσδ, σαν να είχε καταληφθεί από ένα πνεύμα, ή σαν να έτρεξε μέσα στο μυαλάκι της ένας αλγόριθμος ο οποίος έπρεπε οπωσδήποτε να εκτελεστεί. Το άρθρο του Αρχέλων δε μας αναφέρει σε τι κατάσταση βρίσκονταν τα πίσω πτερύγια, αλλά φαντάζομαι ότι ακόμα κι αν έμενε ο μηρός από το ένα ή και απ’τα δύο, θα έκανε κινήσεις σκαψίματος. Επίσης στην περίπτωση αυτήν φαίνεται ολοκάθαρα ότι η τσδ δεν επηρεάζεται από την εμπειρία, μιας και η χελώνα είχε βγει 22 φορές στην ακτή, μια δύσκολη και κουραστική διαδικασία γι’αυτά τα ζώα, χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτό που κάνει δεν αποδίδει τίποτα, ωθούμενη απλώς απ’την τσδ.

Η δημιουργία φωλιάς στις χελώνες είναι αποδεδειγμένα τσδ. Μια χελώνα που σκάβει δύσκολα αποσπάται. Όταν οι επιστήμονες θέλησαν σε μία έρευνα να δουν
<a href"http://www.plosone.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pone.0031841">αν η υγεία της μητέρας δερματοχελώνας συσχετίζεται με την επιτυχία των απογόνων της,
έκαναν ένεση στις χελώνες για εξέταση αίματος αφού άρχισαν να γενούν τα αβγά, ενώ δηλαδή είχαν μπει βαθιά στη τσδ. Οι κάτοχοι χελωνών επίσης που τις αναπαράγουν αναφέρουν συχνά ότι οι χελώνες που σκάβουν φωλιά και γενούν αβγά δεν αποσπώνται εύκολα ακόμα κι αν γύρω τους το περιβάλλλον είναι έντονο. Αυτό μας φαίνεται νά’ναι στην πραγματικότητα δυσπροσαρμοστικό, αφού ένα ζώο σε τέτοια κατάσταση είναι πολύ περισσότερο ευάλωτο στους εχθρούς. Όμως για να διατηρείται μια τέτοια σπουδαιότατη για την επιβίωση του είδους πράξη για τόσα εκατομμύρια χρόνια σε μια μάλιστα επιτυχημένη ομάδα ζώων, θα σημαίνει ότι έχει πολύ περισσότερα οφέλη παρά κόστη, κι αυτό θα το καταλάβουμε αν θεωρήσουμε ότι η στιγμή εκείνη διαρκεί σχετικά λίγο στη ζωή της χελώνας και η χελώνα κάνει φωλιά συνήθως το βράδυ που δεν είναι τόσο ορατή από τους εχθρούς.

Οι τσδ πάντως δεν έχουν μελετηθεί τόσο στις χελώνες, όσο σ’άλλα ζώα, κι έχουν βρεθεί από τις μελέτες που έγιναν άκρως ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Σ’ένα κλασικό πείραμα των μέσων του 20ου αι., ο Ολλανδός Nikolas Tinbergen και ο Αυστριακός Konrad Lorenz μελέτησαν τη συμπεριφορά ανάκτησης πεσμένων αβγών της κοινής αγριόχηνας (Anser anser), πρόγονος της οικόσιτης χήνας. Οι χήνες κατέβαζαν το λαιμό τους μέχρι να βρουν το αβγό, κι έπειτα το κυλούσαν με την κάτω πλευρά του ράμφους τους προς τη φωλιά. Ακόμα όμως κι όταν το αβγό αφαιρούταν απ’τους ερευνητές, η χήνα συνέχιζε να κυλά ένα υποθετικό αβγό στον αέρα μέχρι να φτάσει στη φωλιά. Επίσης η χήνα θα προσπαθούσε να κυλήσει ένα αβγό πολύ μεγαλύτερο από το δικό της (υπερκανονικό ερέθισμα)ή κι ένα αντικείμενο που έμοιαζε με αβγό, όπως μπάλα γκολφ ή πόμολο πόρτας.

Άλλα παραδείγματα είναι ο δομινκανός γλάρος (Larus domenicanus), του οποίου οι νεοσοί ακουμπούν ενστικτωδώς με το ράμφος τους ένα συγκεκριμένο κόκκινο σημείο στο ράμφος της μητέρας τους ώστε αυτή να κάνει εμετό την τροφή για να τους ταΐσει.
σε μια μελέτη που ερευνούσε τον τρόπο με τον οποίο οι φρύνοι διακρίνουν την τροφή από τη μη τροφή,
οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ως βάση προηγούμενα δεδομένα για τη φυσιολογική τροφοληπτική συμπεριφορά του κοινού φρύνου (Bufo Bufo). Ο φρύνος εκτελεί κατά σειρά 6 πράξεις: προσανατολισμός προς το θήραμα, παρακολούθηση του θηράματος, εστίαση, επίθεση, κατάποση, και σκούπισμα του στόματος μ’ένα μπροστινό άκρο. Παρατηρήθηκε επίσης σ’αυτήν τη σειρά ότι αν το στοχευόμενο θήραμα εξαφανιστεί ενώ ο φρύνος έχει είδη στραφει προς αυτό, αυτός συχνά συνεχίζει μηχανικά όλες στις επόμενες πράξεις σαν αυτό να υπήρχε. Στον γαστερόστεο (Gasterosteus aculeatus), ένα μικρό ψάρι του γλυκού νερού του Βορείου Ημισφαιρίου, ο Tinbergen ανακάλυψε ότι η απειλητική και επιθετική συμπεριφορά του αρσενικού προς άλλο αρσενικό κατά την εποχή αναπαραγωγής ενεργοποιούταν από τον κόκκινο χρωματισμό στην κάτω πλευρά ενος άλλου αρσενικού, αλλ’ότι μπορούσε επίσης να ενεργοποιηθεί από οτιδήποτε κόκκινο. Το ερωτικό τελετουργικό αυτού του ψαριού καθώς και πολλών πουλιών είναι επίσης τσδ. Η αγωνιστική συμπεριφορά (απειλητική επίδειξη και επιθετική συμπεριφορά) του κοινού ψαριού μονομάχου (Betta splendens)
είναι μια ακόμα καλά μελετημένη τσδ.
Ο αρσενικός μονομάχος ενεργοποιείται με την παρουσία ενός αντίπαλου αρσενικού, ή στην περίπτωση της ερωτικής συμπεριφοράς, με την παρουσία του θηλυκού. Στην πραγματικότητα και μόνο το είδωλό του στον καθρέφτη μπορεί να του ενεργοποιήσει τη τσδ της επίδειξης με φούσκωμα του σώματος, των βραγχίων και των πτερυγίων. Το ψάρι ωστόσο θα συνηθίσει έπειτα από συνεχείς τέτοιους ερεθισμούς και θα μειώσει ή θα παύση τη συμπεριφορά, μέχρι να περάσει πάλι λίγος χρόνος χωρίς το ερέθισμα για να συμπεριφέρεται όπως πριν. Πολλά μακρόστενα μαλακόστρακα καρκινοειδή, όπως οι αστακοί, οι γαρίδες, αλλά πιο μελετημένες οι καραβίδες του γλυκού νερού, διαφεύγουν απ’τους εχθρούς με ισχυρά χτυπήματα της ουράς που τις ωθούν προς τα πίσω, τυποποιημένες αντιδράσεις που όμως έχουν ως παραμέτρους την απόσταση, τη μορφή και τον τρόπο της απειλής, αλλ’όταν εκτελούνται είναι αδιάσπαστες και το ζώο παύει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, αντίδραση γνωστή ως
γαριδοειδής αντίδραση απόδρασης
Τέλος πολλοί σκόροι κλείνουν τα φτερά τους και πέφτουν κάτω αμέσως με την αντίληψη υπερήχων που μπορεί να προέρχονται από εντομοφάγες νυχτερίδες, ενώ τα εφημερόπτερα (αρχαία τάξη εντόμων συγγενική με τις λιβελούηλες) ρίχνουν αυτομάτως τ’αβγά τους βλέποντας μία συγκεκριμένη κατάσταση πολωμένου φωτός που δηλώνει ότι βρίσκονται πάνω απ’το νερό.

Επειδή οι πράξεις αυτές είναι πάντοτε προβλέψιμες, έχουν γίνει αντικείμενο εκμετάλευσης από άλλα ζώα ή ανθρώπους. Οι κούκοι για παράδειγμα κι άλλα πουλιά που γεννούν παρασιτικά τ’αυγά τους σε ξένες φωλιές, εκμεταλλεύονται τις τσδ των θετών γονέων τους οι οποίοι θ’αντιδρούν μηχανικά κάθε φορά που οι παρασιτικοι νεοσοί ζητούν τροφή, κάτι που θα κάνουν συχνότερα κι ενεργητικότερα από τους γνήσιους απογόνους. Επειδη οι συμπεριφορές αυτές μπορει ν’αποδειχθούν δυσπροσαρμοστικές, παρατηρείται μείωσή τους σε νευρικά πιο σύνθετα ζώα, τα οποία συνήθως τις διατηρούν για καταστάσεις που επηρεάζουν την επιβίωση του είδους ή πρέπει να γίνουν γρήγορα, π.χ. οι αναπαραγωγικές τσδ σε διάφορα πουλιά, ή και η δημιουργία φωλιάς στις χελώνες. Έτσι έχουμε στοιχεία τσδ ακόμα και στα θηλαστικά. Όταν για παράδειγμα
ακρωτηρ4ιάστικαν τα μπροστινά άκρα από ποντίκια,
αυτά προσπαθούσαν να καθαριστούν σαν να τα είχαν. Κάτι παρόμοιο είχε γίνει και με αρουραίους, απ’τους οποίους είχε ακρωτηριαστεί το άκρο μέρος των μπροστινών άκρων όταν ακόμα ήταν μικροί, πριν ανοίξουν τα μάτια τους, κι αυτοί αργότερα, όταν καθάριζαν το πρόσωπό τους, έκλειναν πρώτα τα μάτια τους για να μην τα τραυματίσουν κατά λάθος με τ’ανύπαρκτα νύχια τους (δυστυχώς το σύνδεσμο προς αυτήν τη μελέτη δεν τον θυμάμαι). Πολλά ακόμα παραδείγματα υπάρχουν σ’όλα τα ζώα γύρω μας.

Η ένταση, η κατα σειρά εκτέλεση και η ακαμψία ωστόσο αυτών των συμπεριφορών δεν είναι του ίδιου βαθμού σ’όλα τα ζώα που τις φέρουν. Μπορεί για παράδειγμα οι χήνες να κυλούν ανύπαρκτα αβγά με την ίδια ένταση όπως αν υπήρχαν ή οι χελώνες να προσπαθούν να σκάψουν φωλιά χωρίς τα πίσω άκρα, όμως σε άλλα ζώα φαίνεται ότι τέτοιες θεωρητικά τυποποιημένες συμπεριφορές παρουσιάζου μια μικρή τουλάχιστον επιροή από το περιβάλλον και τις περιστάσεις, ενώ σ’άλλα είναι ακόμα πιο χαλαρές. Το καθάρισμα στα ποντίκια για παράδειγμα θεωρείται τσδ, εφόσον δε μαθαίνεται από πουθενά, ούτε από τα ίδια με προσπάθεις και δοκιμές, αλλά γίνεται πάντοτε με την ίδια σειρά πράξεων, όμως αυτό μπορεί να επηρεαστεί
αν για παράδειγμα το ποντίκι διακοπεί.
Στην παραπάνω μελέτη, οι επιστήμονες προσπάθησαν να δημιουργήσουν ποντίκια πολύ πιο άκαπμτα στη συμπεριφορά τους, τα οποία τελικά έγιναν και συνέχιζαν ακριβώς από εκεί που σταμάτησαν το καθάρισμα μετά την ενόχληση, προσπαθώντας έτσι οι επιστήμονες να δημιουργήσουν ένα νευρολογικό μοντέλο ασθενών με ψυχαναγκαστική διαταραχή και λοιπές τσδοειδείς ανθρώπινες παθήσεις. Για τους παραπάνω λοιπόν λόγους αρκετοί συμπεριφορικοί επιστήμονες
αμφισβητούν την ιδέα των τσδ,
ιδίως για συμπεριφορές που δεν είναι καλά μελετημένες, προτιμώντας τη χρησιμοποίηση του όρου «συμπεριφορικές σειρές».

Και πράγματι γίνεται μια συμπεριφορά να μην έχει μελετηθεί επαρκώς και να θεωρηθεί τσδ. Ψάχνοντας τσδ στα κουνέλια, που ακόμα δε έχω βρει αν και νομίζω πως έχουν κι αυτά μερικά, βρήκα
μια μελέτη που ανέλυε την ανάπτυξη και την ωρίμανση του επιθετικού άλματος.
Όταν ένα κουνέλι απειλείται και δεν έχει έξοδο διαφυγής, μπορεί να επιτεθεί. Πρώτα βλέπει το στόχο κι έπειτα πηδάει πάνω του δαγκώνοντάς τον ίσως. Όσοι έχουν κουνέλια θα τό’χουν παρατηρήσει. Αυτή η συμπεριφορά μελετήθηκε κατά την ανάπτυξή της από τη νεαρή ηλικία ως την ενηλικίωση, και βρέθηκε πως τα κουνελάκια πρόσθεταν σιγά-σιγά τα στοιχεία της συμπεριφοράς όσο μεγάλωναν, από ένα απότομο τίναγμα αρχικά από την πλευρά της ενόχλησης, έως την άγρια θυμωμένη επίθεση. Οι ερευνητές αναφέρουν στην περίληψη της μελέτης τους, ότι αν δεν είχε μελετηθεί η οντογένεση αυτής της συμπεριφοράς, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τσδ. Γι’αυτό θα πρέπει νά’μαστε προσεκτικοί όταν κρίνουμε τη συμπεριφορά του κάθε ζώου και να μην προτρέχουμε σε βεβιασμένα συμπεράσματα. Όλα τα παραπάνω παραδείγματα τσδ πάντως είναι αρκετά μελετημένα ώστε να είμαστε σίγουροι πως πρόκεινται για τσδ.

Τα παραπάνω μπορεί να μας φαίνονται παράξενα, επειδή εμείς έχουμε το λογικό μέρος του μυαλού μας πολύ πιο ανεπτυγμένο από άλλα ζώα και ουσιαστικά δε χρειαζόμαστε τσδ, τα οποία με πολλή δυσκολία ψάχνουν οι επιστήμονες και για το ανθρώπινο είδος. Το χασμουρητό είναι ένα παράδειγμα τσδ στον άνθρωπο, άλλα ωστόσο δεν έχουν βρεθεί. Ίσως λειτουργούν κάποια στις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις, αλλά η μελέτη σ’αυτά τα θέματα είναι πολύ περιορισμένοι για να έχουμε όποιο σαφές συμπέρασμα. Ακόμα κι εγώ κάποτε δυσκολεύομαι στην κατανόηση της ιδέας των τσδ, ιδίως για τα πιο εξελιγμένα είδη όπως τα πουλιά. Μία ενδογενείς τάση που επηρεάζεται από την εμπειρία και δημιουργεί ένα προσαρμοστικό ένστικτο είναι δεκτό για κάποιο νοητικά ανεπτυγμένο είδος, αλλά δεν είναι κάπως αταίριαστο η διατήρηση μιας σταθερής σειράς συμπεριφορών για ένα είδος που αποδεδειγμένα σ’άλλους τομείς παρουσιάζει νοημοσύνη; Είναι ωστόσο μια αποδεδειγμένη πραγματικοτητα, και άρα ισχύει κανονικότατα. Δεν ξέρω πως νιώθει το ζώο κατά τη διάρκεια μιας τσδ, πιθανότατα όμως όπως είπα δεν έχει σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί να σκεφτεί για να το αλλάξει. Θα του είναι κάτι φυσιολογικό, όπως το χασμουρητό ή η αναπνοή σ’εμάς. Το συμπέρασμα απ’όλα αυτά είναι ότι δε θα πρέπει να βάζουμε άκριτα ως πρότυπο το δικό μας μυαλό για την ανάλυση της συμπεριφοράς των άλλων ζώων (ανθρωπομορφισμός), αλλά την εξέλιξη. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η πλειονότητα της ζωής στο πλανήτη λειτουργεί και μάλιστα έφτασε ως εδώ χωρίς σκέψη, και θα κατανοήσουμε κάπως την πραγματικότητα. Στα είδη που χρειάστηκε να εξελιχθεί κάποια ικανότητα παραπάνω για την επιβίωση του είδους, αυτο έγινε. Έτσι έχουμε αρχικά τις αυτόματες αντιδράσεις των βακτηρίων, των μονοκύτταρων ευκαρυωτικών, των μυκήτων, των φυτών και των απλούστατων ζώων, τις αντανακλαστικές αντιδράσεις κάποιων πιο εξελιγμένων ζώων, μετά σε ορισμένα είδη τις τσδ, μετά σε ορισμένα ειδη πάλι τα επηρεαζόμενα ένστικτα, μετά πάλι σε ορισμένα είδη τις μαθημένες συμπεριφορές, και τέλος σε λίγα είδη την καθαρά λογική σκέψη. Το δικό μας μυαλό είναι επομένως ας πούμε εξαίρεση στη γενική συμπεριφορά της ζωής του πλανήτη, η οποία αποτελείται κυρίως από ασυνείδητες πράξεις. Εφόσον αυτές οι πράξεις εξασφαλίζουν ικανοποιητικά την επιβίωση των ειδών, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λογος να τροποποιηθούν. Έτσι κατανοούμε πώς τέτοιες συμπεριφορές διαιωνίζονται και καταλήγουν ακόμα και σε πιο «εξελιγμένα» είδη, τουλάχιστον σε συγκεκριμένους τομείς της ζωής τους.

Η χελώνα μας πάντως, αν ζήσει, θα συνεχίζει να εκτελεί τη τσδ χωρίς νόημα για πάντα, μέχρι να πεθάνει από δυστοκία – αρκετά κοινή αιτία θανάτου για ερπετά που κατακρατούν για καιρό τα αυγά τους σε περίπτωση που δε βρίσκουν κατάλληλο μέρος για φωλιά – ή να της σκαφτεί μια νέα φωλιά. Η αναγνώριση της σκαμμένης τρύπας ως φωλιάς όπου μπορούσε να γεννήσει τα αβγά ήταν άραγε δείγμα νοημοσύνης; Γιατί η χελώνα δεν έβαλε απλώς τ’αυγά σε μια τρύπα, αλλά πρώτα έψαξε τις τρύπες και τέλος διάλεξε την καταλληλότερη απ’αυτές για να γεννήσει. Σίγουρα η επιλογή έγινε ενστικτωδώς, αλλά με πιο πολύπλοκη νευρική επεξεργασία από μια τσδ.

Τελείωσα το άρθρο αδιάσπαστα, ξεχνώντας να κλείσω το παράθυρο και να πιω το τσάι μου τα οποία έκανα τώρα. Μήπως ήμουν κι εγώ υπό την επίροια μιας τσδ;

Πλαγιαστή υπνωτισμένη κοτούλα. Αυτή η κότα ήταν το κύριο υποκείμενο των πειραμάτων μου κι έγινε η αγαπημένη μου.


αναποδογυρισένο υπνωτισμένο κοτοπουλάκι στο χέρι μου


πλαγιαστό υπνωτισμένο κοτοπουλάκι

Και 2 εικόνες με τις κοτούλες και το περιβάλλον τους:

πολλά μαζεμένα


κοτούλες

Ένα αρκετά ενδιαφέρον θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί διάφορα. Πώς μία κότα μπορεί να υπνωτιστεί; Μπορεί να γίνει αποτελεσματικά με διάφορους τρόπους. Δε χρειάζεται ούτε ειδικές δυνάμεις ούτε μυστικές τεχνικές, αφού στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ύπνωση, αλλά για μια κατάσταση τονικής ακινησίας, με την οποία το ζώο προσπαθεί να δείξει στον υποτιθέμενο εχθρό ότι είναι νεκρό μήπως και δε φαγωθεί, αν και στα κοτόπουλα δε γίνεται τόσο πιστά. Σε παρόμοια κατάσταση μπορούν να βρεθούν και πολλά άλλα ζώα, για την ύπνωση των οποίων θα γράψω σ’άλλη δημοσίευση.
Εκτός του ότι μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτήν την τεχνική για εντυπωσιασμό και για επίδειξη των «ιδιαίτερων» δυνάμεών σας, έχει και πρακτικές εφαρμογές. Μ’αυτήν τη μέθοδο ένα κοτόπουλο μπορεί να ακινητοποιηθεί για μια γενική εξέταση της υγείας του, για χορήγηση τοπικών φαρμάκων ή και για ευκολότερο σφάξιμο.
Η πρώτη ιστορική αναφορά έγινε από τον Αθανάσιο Κίρχερ το 1646, ο οπίος σε πειράματά του υπνώτισε κότες τραβώντας συνεχώς μπροστά τους μια γραμμή από κιμωλία. Πίστευε ότι οι κότες έμεναν ακινητοποιημένες γιατί φαντάζονταν ότι κρατούνταν από έναν άσπαστο δεσμό. Αργότερα αναπτύχθηκαν πολλές νέες μέθοδοι, και βρέθηκε ο πραγματικός λόγος της ύπνωσης, δηλαδή η τονική ακινησία. Στο βιβλίο του H. B€. Gibson “Ύπνωση – η φύση της και οι θεραπευτικές της χρήσεις (προτότυπο: Hypnosis – its nature and therapeutic uses)”, αναφέρεται το χρονικό ρεκόρ για μια κότα σ’αυτήν την κατάσταση που είναι 1 ώρα και 47 λεπτά.
Έμαθα γι’αυτό το θέμα πρόσφατα, λίγους μήνες πριν, αλλά μόνο τώρα που είμαι στο χωριό μου, στους Πύργους Κοζάνης, κι έτυχε φέτος να’χουμε κότες, μπόρεσα να το εξασκήσω και να γράψω τα’αποτελέσματα. Παρακάτω θ’αναφέρω τις μεθόδους και τα’αποτελέσματά μου με καθεμία απ’αυτές.

Η γραμμή στο έδαφος
Αυτή είναι η παλαιότερη μέθοδος ύπνωσης μιας κότας. Πιάνετε την κότα, τη βάζετε σε μια επιφάνεια, κρατάτε το κεφάλι της κάτω και τραβάτε συνεχώς ίσια μπροστά απ’το ράμφος της μια γραμμή, είτε με το χέρι σας ή με ξύλο στην άμμο, στη λάσπη ή σε μαλακό χώμα, ή με μαρκαδόρο ή κιμωλία σε μια στερεή επιφάνεια π.χ. τσιμέντο. Η μέθοδος της κιμωλίας είναι η παλαιότερη. Μετά από ένα διάστημα, η κότα θα συγκεντρωθεί στη γραμμή και θα παραμείνει ακίνητη, συνήθως για 30 δευτερόλεπτα. Για να την ξυπνήσετε, απλά χτυπήστε τα χέρια σας ή κουνήστε την από τη θέση της.
Δεν έχω δοκιμάσει αυτή τη μέθοδο, αφού ούτε μαρκαδόρο είχα ούτε μπορούσα να βρω μαλακό χώμα κοντά στην περιοχή που έχουμε τα κοτόπουλα.

Στο πλάι
Πιάνετε την κότα, την ακινητοποιείτε, την ξαπλώνετε πλαγιαστά σε μια επιφάνεια και την πατάτε εκεί για περίπου 30 δευτερόλεπτα. Μην τη ζουλίξετε υπερβολικά, γιατί ο σκοπός σας δεν είναι να τη συμπιέσετε ή να τη μετατρέψετε σε κοτόπουλο. Βοηθητικά, μπορείτε να κουνάτε το δάχτυλο απ’το άλλο χέρι σας κάθετα ως προς την κότα δηλ. πάνω-κάτω, σε απόσταση 10 εκατοστών από το ράμφος της. Αυτό δεν είναι απαραίτητο. Μετά την αφήνετε προσεκτικά στο ίδιο μέρος. Θα παραμείνει ακίνητη για κάποιο χρόνο. Μπορείτε να την κουνήσετε ελαφρά. Για να την ξυπνήσετε, απλά χτυπήστε τα χέρια σας, σπρώξτε την ή σηκώστε την. Προσοχή: το φτερό που ακουμπάει στην επιφάνεια θα πρέπει να βρίσκεται κάτω απ’το σώμα του πουλιού κι όχι λίγο σηκωμένο. Αλλιώς η θέση θα είναι άβολη για την κότα και θα σηκωθεί αμέσως μόλις την αφήσετε. Οι κότες συχνά χτυπούν τα φτερά τους αν πιαστούν κι αυτό ίσως είναι λίγο δύσκολο να γίνει.
Έχω δοκιμάσει αυτήν τη μέθοδο με μεγάλη επιτυχία, και σε μικρότερα κοτοπουλάκια και σε μεγαλύτερα πουλιά. Το μόνο δύσκολο είναι η τοποθέτηση του φτερού στη σωστή θέση μερικές φορές.

Ανάποδα
Εδώ υπάρχουν δύο τρόποι: Ο ένας είναι να πιάσετε την κότα, καλύτερα απ’τα πόδια (έτσι δε θα προσπαθεί να φύγει) και να την αναποδογυρίσετε απότομα. Μπορεί να χτυπάει τα φτερά της για λίγο στην αρχή, αλλά μετά θα ηρεμήσει.
Καλύτερα να το κάνετε σε ανοιχτό μέρος, για να μη χτυπήσει πουθενά το πουλί χτυπώντας τα φτερά του. Όταν έχει υπνωτιστεί, μπορείτε να τη μετακινήσετε προσεκτικά και να την ακουμπήσετε σε μια επιφάνεια στην ίδια ακριβώς στάση. Θα παραμείνει έτσι γι’αρκετό χρόνο. Ο άλλος τρόπος είναι να την αναποδογυρίσετε, κρατώντας την απ’όλο το σώμα καλύτερα για να μη χτυπιέται, να την αποθέσετε σε μια επιφάνεια και να την κάνετε μασάζ από την αρχή του στέρνου έως την αμάρα. Μετά από λίγο θα ηρεμήσει και μπορείτε να την αφήσετε έτσι γι’αρκετό χρόνο. Για να την ξυπνήσετε, απλά χτυπήστε τα χέρια σας, σπρώξτε την από τη θέση της, ή γυρίστε την πάλι όρθια.
Έχω δοκιμάσει τη μέθοδο με μεγάλη επιτυχία. Καλύτερο έχω βρει το δεύτερο τρόπο, που είναι λιγότερο στρεσογόνος για το πουλί και πιο σίγουρος στο αποτέλεσμα. Έχω επίσης ανακαλύψει και τρίτο τρόπο, μόνο για κοτοπουλάκια: πιάνετε το κοτοπουλάκι και το αναποδογυρίζετε στη χούφτα σας. Θα ηρεμήσει αμέσως. Για να το ξυπνήσετε, γυρίστε το όρθιο, κουνήστε το απ’τη θέση του ή αφήστε το κάτω.

Το κεφάλι κάτω απ’το φτερό
Αυτή η μέθοδος είναι η πιο δύσκολη και δεν είχα καμία επιτυχία μ’αυτήν. Πιάνετε την κότα και γυρίζετε το κεφάλι της κάτω από τη μια φτερούγα της, μιμούμενοι τον τρόπο που κοιμάται. Μετά την κουνάτε, είτε μπρος-πίσω είτε δεξιά-αριστερά, και ηρεμεί. Έπειτα μπορείτε να την αφήσετε κάτω μαλακά χωρίς να ξυπνήσει. Την ξυπνάτε χτυπώντας τα χέρια σας, κουνώντας την ή σπρώχνοντάς την.
Όσες φορές και να προσπαθούσα, δεν κατάφερα να τις υπνωτίσω μ’αυτόν τον τρόπο. Είναι πολύ δύσκολο να βάλεις το κεφάλι τους κάτω απ’τη φτερούγα τους και συνήθως δε θέλουν και προσπαθούν να φύγουν. Η γιαγιά μου ωστόσο το κάνει με πολλή επιτυχία. Πιάνει γρήγορα την κότα, την κρατάει στα χέρια, βάζει το κεφάλι της κάτω απ’το φτερό της και την κουνάει τραγουδώντας ένα ήρεμο τραγούδι. Μετά η κότα ηρεμεί και την ξυπνά κουνώντας την απότομα ή ρίχνοντας την κάτω. Ίσως αυτή η μέθοδος ν’απαιτεί κάποια ιδιαίτερη τεχνική.

Οι τεχνικές ύπνωσης ή η ίδια η κατάσταση ύπνωσης δεν αγχώνουν ή τρομάζουν την κότα, αλλά η διαδικασία του πιασίματος μπορεί να τις τρομάξει ή να τις αγχώσει. Γι’αυτό προσπαθείτε να πιάνετε τις κότες με όσο το δυνατόν πιο συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς να προκαλείτε μεγάλη αναταραχή στο πουλί που θα πιάσετε ή στα υπόλοιπα γύρω.
Η διαδικασία της ύπνωσης είναι προσορινή κι όταν η κότα ξυπνήσει, θά’ναι σαν να μην έγινε τίποτα.
Έχω υπνωτίσει μόνο κοτοπουλάκια και λίγο μεγαλύτερες κοτούλες, μιας κι ακόμα δεν έχουν μεγαλώσει πολύ. Αργότερα θα προσπαθήσω να υπνωτίσω ενήλικη κότα ή κόκκορα και θα γράψω τα αποτελέσματα.
Έχω πειραματιστεί και μ’άλλες μεθόδους ύπνωσης, π.χ. να κλείσω τα μάτια του πουλιού βάζοντας το χέρι μου από πάνω τους, ώστε να νομίζει ότι είναι σκοτάδι και να ηρεμήσει, χωρίς όμως επιτυχία. Έχω επίσης παρατηρήσει ότι σε όποια άβολη θέση κι αν βρεθεί η κότα, π.χ. με τα πόδια πιασμένα ή ζουλιγμένη στη γωνία, μετά από λίγη προσπάθεια απελευθέρωσης, παραιτείται και παραμένει ήρεμη – όχι ακριβώς σε κατάσταση τονικής ακινησίας, ούτε όμως και σε αγωνιώδη κατάσταση. Αυτό μου φαίνεται ότι είναι συνέπεια της εξημέρωσης με την απώλεια πολλών άγριων προστατευτικών ενστίκτων ή του άκαμπτου σώματος του πουλιου σε συνδυασμό με τα περιορισμένα μέσα άμυνας που έχει.
Τέλος το ρίξιμο μιας κότας από ύψος δεν είναι κάτι επικίνδυνο. Συχνά τις ρίχνω για να τις ξυπνήσω. Θα χτυπήσουν τα φτερά τους επιβραδύνοντας την πτώση και θα προσγηωθούν κανονικά. Εννοείται ότι αυτό δε θα πρέπει να γίνεται σε μικρά κοτοπουλάκια ή τραυματισμένα, άρρωστα, ή αδύναμα πουλιά.

Καλή επιτυχία με τις «δυνάμεις» σας!

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
υπνωτισμός κοτόπουλων 1
υπνωτισμός κοτόπουλων 2
υπνωτισμός κοτόπουλων 3

Ένα ακόμα θύμα της μεγάλης ανθρωπογενούς εξαφάνισης που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 10000 χρόνια. 

Ένα πρόσφατα εξαφανισμένο είδος, όμως όχι πολύ γνωστό, είναι ο μικρός μελιτοφάγος της νήσου Καουάι της Χαβάης. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πραγματικό μελιτοφάγο της Αυστραλασίας (meliphagidae), αλλά για μέλος της οικογένειας (passeridae) που πήρε παρόμοια χαρακτηριστικά από συγκλίνουσα εξέλιξη. Τελευταία εθεάθη το 1987 το τελευταίο αρσενικό στο βάλτο Αλακάι.

Ένα βίντεο από αυτό το τελευταίο άτομο μπορείτε να δείτε:

εδώ

Ήταν το μικρότερο και το τελευταίο που επέζησε είδος χαβανέζικου μελιτοφάγου (ο-ο). Η επιστημονική του ονομασία είναι moho braccatus και η χαβανέζικη ο-ο α-α.

Υπήρχαν 4 είδη του ίδιου γένους και ένα άλλο, το chaetoptila angustipluma, όλα εξαφανισμένα σήμερα λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως και πολλά άλλα είδη πουλιών (περίπου 70) της Χαβάης που δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν. Έναν κατάλογο μ’όλα τα εξαφανισμένα χαβανέζικα πουλιά μπορείτε να βρείτε:

εδώ

Σίγουρα, εάν συνεχίσουμε να ακολουθούμε το σημερινό τρόπο ζωής μας και να έχουμε τον ίδιο τρόπο σκέψης και στο κοντινό μέλλον, θα εξαφανίσουμε πολλά ακόμα είδη, ίσως και το δικό μας βλ. πυρηνικά όπλα.