Tag Archive: πολυετή


Κοινή φτέρη (Pteridium aquilinum)

Φτέρη του είδους Pteridium aquilinum στους Αγίους Αναργύρους του Βερμίου, φωτογραφημένη το καλοκαίρι του 2011.

Από τα περίπου 10.000-12.000 είδη φτέρης που υπάρχουν, αυτο ίσως είναι το πλέον αναγνωρίσιμο, αυτό που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για φτέρη. Η χαρακτηριστική μορφή του με τα μεγάλα, πλατιά φύλλα, καθώς και η σχεδόν παγκόσμια εξάπλωσή του σε διάφορα περιβάλλοντα την έχουν κάνει πολύ γνωστή. Ως αποτέλεσμα, η ιστορία χρήσης της απ’τον άνθρωπο είναι πολύ παλιά και ποικίλη. Η φτέρη αυτή συμμετέχει επίσης ενεργά στο οικοσύστημα όπου βρίσκεται. Είναι ένα απ’τα βασικά φυτικά είδη παγκοσμίως κι απ’τα πλέον ανθεκτικκά.

Το είδος Pteridium Aquilinum (πτερίδιο το αέτιο) λοιπόν ανήκει στην οικογένεια των ντενστεντιδών (denstaedtiaceae), στην τάξη των ντενστεντιωδών (denstaedtiales), στην ομοταξία των πτεριδοψίδων (pteridopsida) ή των λεπτοσποριαγγειακών φτερών, όπου ανήκουν όλες σχεδόν οι γνωστές φτέρες, και στη συνομοταξία ή διαίρεση των πτεριδόφυτων (pteridophyta), η οποία περιλαμβάνει τις λεπτοσποριαγγειακές και μαρατιώδεις ή ευσποριαγγειακές φτέρες, τα πολυκόμπια και τα ψιλωτόφυτα, όλα φυτά αρχαίας καταγωγής που πολλαπλασιάζονται με μονοκύτταρα σπόρια παρά με τους πιο εξελιγμένους σπόρους. Στο πρώτο σύγχρονο σύστημα βιολογικής ταξινόμησης του Σουηδού φυσιοδίφη Καρόλου Λινναίου του 1753, το φυτό κατασσόταν ως Pteris aquilina (φτέρη η αέτια), έπειτα όμως, με την αναγνώριση της μεγάλης ποικιλίας αυτής της ομάδας φυτών, δημιουργήθηκαν πολύ περισσότερες ταξινομικές κατηγορίες και το είδος τοποθετήθηκε στο σημερινό του γένος το 1879 απ’το Γερμανό βοτανολόγο Friedrich Adalbert Maximilian Kuhn. Μέχρι πρόσφατα, όλοι οι πληθυσμοί του φυτού αυτού ταξινομούνταν στο είδος P. aquilinum, αν και σήμερα το είδος έχει κατατμηθεί σε 10-11 είδη, όπως τα P. caudatum, P. esculentum (Νέα Ζηλανδία), P. latiusculum, κλπ, με το εκ νέου ορισμένο P. aquilinum ν’απαντά στις περισσότερες περιοχές του Βορείου Ημισφαιρίου. Επειδή ωστόσο όλα τα είδη είναι σχεδόν όμοια, θα τ’αντιμετωπίζω ως ένα σ’αυτό το άρθρο. Η αναφορά στον αετό στ’όνομα του φυτού δεν ξέρουμε πώς προέκυψε, προφανώς όμως απ’τα μεγάλα φύλλα του που θυμίζουν φτερά αετού, από τα νεαρά τυλιγμένα φύλλα που θυμίζουν κεφάλια αετού, ή απ’τη διάταξη των ινών του φύλλου του που κάπως θυμίζει δικέφαλο αετό. Οι αρχαιοι ημών πρόγονοι την αποκαλούσαν «βλήχνον» ή «πτέριν (πτέρις, πτέριδος)», ενώ στα αγγλικά λέγεται «bracken» ή «brake» εκ του Αρχαίου νορβιγικού και σημερινού σκανδιναβικού «braken», δηλαδή φτέρη.

Το είδος, χάρη στα ελαφριά σπόριά του και στη δεινή ανθεκτικότητά του, έχει εξαπλωθεί σ’όλον τον κόσμο, απ’όλο σχεδόν το Βόρειο Ημισφαίριο έως τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, σε εύκρατα και υποτροπικά κλίματα. Φύεται σε κάθε περιβάλλον εκτός των ερήμων, αν και ο συνήθης βιότοπός του είναι οι πεδιάδες, οι λοφοπλαγιές και τ’ανοιχτά δάση. Προτιμά ανοιχ΄τές ηλιόλουστες περιοχές με αφράτο χώμα, αν και στην πράξη ευδοκιμεί σ’όλα σχεδόν τα εδάφη με ph από 2,5 έως 8,5, αλλά δεν αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη. Αναπτύσσεται πολύ λιγότερο στη σκιά των δασών, όπου μπορεί να βρεθεί σε ανοιχτά ξέφωτα. Παρόλο που θεωρείται κοινό είδος κι ένα απ’τα πιο διαδεδομένα φυτά του πλανήτη, εγώ δεν τό’χω βρει παντού στις περιοχές που ξέρω. Στην πραγματικότητα τό’χω συναντήσει κυρίως σε βουνά, ορεινές πεδιάδες και δάση, σπανιότερα σε χαμηλότερα μέρη, και σχεδόν ποτέ σε αγροτικές ή κατοικημένες περιοχές. Στη Μακεδονία όπου έχω ψάξει το έχω βρει στο Χορτιάτη της Θεσσαλονίκης, στον Άγιο Νικόλαο της Νάουσας, στους Αγίους Αναργύρους του Βερμίου της Κοζάνης, στο Νυμφαίο της Φλώρινας, καθώς και στη Βάλια Κάλντα και τις γύρω περιοχές των Γρεβενών. Ασφαλώς θα υπάρχει και σε πολλά άλλα μέρη τα οποία δεν έχω επισκεφθεί.

Ως φτέρη, είναι πολυετές ποώδες ριζωματώδες φυτό με μεγάλα σύνθετα φύλλα. Τα φύλλα της είναι χαρακτηριστικά, φύονται μονήρη αντίθετα μ’άλλες φτέρες που τα έχουν σε συστάδες, είναι αρκετά ψηλά, με μέσω ύψος τα 60-100 εκ., με τα ψηλότερα να φτάνουν και τα 3 μέτρα. Είναι έντονα ανοιχτοπράσινα, τραχιά με τριγωνικό περίγραμμα και διαιρεμένα σε πολά μιρκά μέρη. Ο μίσχος τους ξεκινά απ’το υπόγειιο ρίζωμα και μπορεί νά’χει διάμετρο ενός εκ. στη βάση του, είναι κυλινδρικός, σκληρός μ’έναν αύλακα μπροστά, πράσινος αρχικά που συνήθως καφετιάζει. Το έλασμα του φύλου έχειτο ίδιο ή λίγο μεγαλύτερο μήκος απ’το μίσχο, και συνήθως είναι είτε σε κλίση είτε σχεδόν παράλληλο με το έδαφος για καλύτερη αξιοποίηση του φωτός, και είναι τριπτεροειδές. Οι πρώτες δύο του διακλαδώσεις είναι αρκετά με΄γάλες, θυμίζοντας τρίφυλλο σύνθετο φύλλο, ενώ οι επόμενες είναι μικρότερες. Κάθε διακλάδωση πρώτης τάξεως (φτερό) φέρει πλευρικά εναλλάξ μικρότερες διακλαδώσεις, τα πτερίδια, τα οποία με τη σειρά τους φέρουν ακόμα μικρότερα ελασματωμένα τμήματα, τα τελικά τμήματα, τα οποία έχουν οξεία κορυφή. Όπως όλες οι φτέρες, το φύλλο αναπτύσσεται ξετυλιγόμενο απ’τη βάση του. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται την άνοιξη, οπότε ακόμα καλύπτονται από ασιμωπές προστατευτικές τρίχες πριν ξετυλιχτούν, ενώ στις εύκρατες περιοχές το φυτό είναι φυλλοβόλο, όντας απ’τα φυτά που θα ρίξουν νωρίτερα τα φύλλα τους το φθινόπωρο, αφού πάρουν χαλκοκάαφέ χρώμα. Σε περιοχές με πυκνή φτέρη σχηματίζεται με τον καιρό παχύ στρώμα ξερών φύλλων στο έδαφος. Η φτέρη αυτού του είδους είναι απ’τα λίγα μη ανθοφόρα φυτά που παράγουν νέκταρ σε νεκτάρια που βρίσκονται στα φύλλα την άνοιξη, με σκοπό να προσελκύσει μυρμήγκια, τα οποία ως αντάλλαγμα θα απαλλάσσουν το φυτό από τα βλαβερά φυτοφάγα έντομα για να προστατεύσουν την τροφή τους. Τα σπασμένα φύλλα μυρίζουν κάπως σαν φρέσκο άχυρο και φάρμακο. Όπως όλες οι λεπτοσποριαγγειακές φτέρες, η κοινή φτέρη φέρει τα μικροσκοπικά σποριαγγεία της σε ομάδες (σωρούς), η συγκεκριμένη κατά μήκος των ακραίων τμημάτων των φύλλων της, προστατευμένα κάτω απ’τις ανεστραμμένες άκρες τους. Η περίοδος διασποράς σπορίων είναι απ’τον Ιούλιο ως το Σεπτέμβριο, κι ένα φυτό αρχίζει να παράγει σπόρια στα 3-4 χρόνια του, σε περιβάλλον καλλιέργειας μπορεί και στα 2 χρόνια. Ένα μεγάλο φύλλο μπορεί να παραγάγει έως και 300.000.000 σπόρια, τα οποία είναι πανάλαφρα και μεταφέρονται πολύ εύκολα με τον άνεμο.
Όπως στις περισσότερες φτέρες, οι βλαστοί αυτού του είδους είναι υπόγεια ριζώματα, στη συγκεκριμένη περίπτωση σύνθετης δομής. Υπάρχουν τα κεντρικά ριζώματα, τα οποία μπορούν να φτάσουν το ένα μέτρο σε βάθος και τα 3 εκ. σε διάμετρο, και λειτουργούν ως οι κύριοι άξονες του φυτού. Αναπτύσσονται γρήγορα με λίγες διακλαδώσεις και πλευρικά μάτια, δε φέρουν φύλλα, και χρησιμεύουν στην αποθήκευση αμύλου για τις αδρανείς περιόδους. Τα Φυλλοφόρα ριζώματα είναι μικρότερα, αναπτύσσονται πιο αργά, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην επιφάνεια και παράγουν τα φύλλα, ενώ επίσης φέρουν πολλά ανενεργά μάτια φύλλων τα οποία ενεργοποιούνται μετά την πτώση ή την απποκοπή των ήδη υπαρχόντων. Και απ’τους δύο τύπους ριζωμάτων προέρχονται τα ενδιάμεσα ριζώματα, τα οποία μπορούν να εξελιχθούν σ’έναν απ’τους δύο τύπους. Κάθε ωστόσο μέρος του ριζώματος μπορεί να δώσει νέο φυτό αν αποσπαστεί. Τα ριζώματα είναι μαύρα, σκληρά, καλυμμένα με προστατευτικά λέπια, και φέρουν πολλές αραιές, λεπτές, σκληρές κι εύθραυστες μαύρες ρίζες, οι οποίες μπορεί να φτάσουν και τα 50 εκ. σε βάθος.

Μπορούμε να πούμε πως το συγκεκριμένο είδος αποτελεί εξαίρεση ανάμεσα στις φτέρες, μιας και είναι προσαρμοσμένο για ανοιχτά περιβάλλοντα με ήλιο και συχνά ξηρασία, όπως άλλα φυτά των λιβαδιών, παρά για σκιερές υγρές τοποθεσίες ή οριακές καταστάσεις όπου ευδοκιμούν οι περισσότερες φτέρες. Ως εκ τούτου ανταγωνίζεται επιτυχώς με τα υπόλοιπα φυτά, συχνά εκτοπίζοντάς τα. Η ανάπτυξή της είναι γρήγορη σε ανοιχτά μέρη, όπου μπορεί να καλύψει μέσα σε λίγα χρόνια μεγάλες εκτάσεις. Στη σκιά το φυτό αναπτύσσεται βραδύτερα, με μεγαλύτερα αλλά λιγότερα φύλλα και λιγότερα σπόρια ανά φύλλο. Θεωρείται απ’τους πρώτους αποικιστές διαταραγμένων περιοχών, όπου αναπτύσσεται ταχύτατα χωρίς ανταγωνισμό. επίσης είναι ανθεκτικό στη φωτιά. Στην πραγματικότητα όχι μόνο είναι ανθεκτικό, αλλά την προωθεί κατά κάποιον τρόπο για τη δική της εξάπλωση. Το πυκνό στρώμα των ξερών φύλλων κάτω απ’τις συστάδες αυτού του φυτού είναι πολύ εύφλεκτο, κι ενώ τα φύλλα καίγονται με τη φωτιά, τα ριζώματα, τα οποία κανονικά δεν αντέχουν στις υψηλές θερμοκρασίες, επιβιώνουν μονωμένα κάτω απ’το έδαφος, απ’όπου πετούν νέα φύλλα πολύ γρήγορα μετά την καταστροφή, όντας απ’τα πρώτα φυτά που επανέρχονται μετά τη φωτιά. Η φωτιά καθαρίζει το μέρος για ανεμπόδιστη εξάπλωση της φτέρης, και το αλκαλικό περιβάλλον της στάχτης ευνοεί τη βλάστηση και την ανάπτυξη των σπορίων.

Το φυτό αναπαράγεται είτε με τμήματα ριζωμάτων, τα οποία αναγεννόνται εύκολα ακόμα κι αν είναι πολύ μικρά, είτε με σπόρια. Τα σπόρια αποτελούνται μόνο από ένα κύτταρο, το οποίο μπορεί να διατηρηθεί αποθηκευμένο για πολύ καιρό χωρίς μεγάλες μειώσεις στη βιωσιμότητά του. Τα φρέσκα σπόρια έχουν βιοσιμότητα περίπου 90$, ενώ αυτά που παρέμειναν αποθηκευμένα για τρία χρόνια πέφτουν περίπου στο 30%. Οι ψυχρές και ξηρές συνθήκες τα διατηρούν περισσότερο. Τα σπόρια βλαστάνουν οποιαδήποτε εποχή στης κατάλληλες συνθήκες, με τη βλλάστηση κυρίως το φθινόπωρο σε θερμότερες περιοχές και την επόμενη άνοιξη στις πιο ψυχρές. Όπως μ’όλα τα σποριοφόρα φυτά, τα σπόρια χρειάζονται υγρό έδαφος για ν’αναπτυχθούν σε γαμετόφυτα, απλοποιημένα μη αγγειώδη φωτοσυνθετικά φυτά διαμέτρου περίπου ενός εκ., τα οποία φέρουν τ’αναπαραγωγικά όργανα. Από τα ροπαλοειδή αρσενικά ανθηρίδια φεύγουν τα κινητά ανθηροζωίδια ή σπερματοζωάρια, τα οποία με τη βοήθεια της εξωτερικής υγρασίας κολυμπούν στο θηλυκό αρχεγόνιο, μια δομή σε σχήμα μπουκαλιού με το ωάριο στη βάση του. Μετά τη γονιμοποίηση αναπτύσσεται το σποριόφυτο, η κανονική φτέρη δηλαδή, η οποία αρχικά βασίζεται στο γονικό γαμετόφυτο για θρέψη. Έπειτα από λίγη ανάπτυξη το σποριόφυτο ανεξαρτητοποιείται και το γαμετόφυτο μαραίνεται και πεθαίνει, μην έχοντας λόγο ύπαρξης πλέον. Αρχικά το φυτό αποτελείται από ένα μικρό βλαστό, λίγες ρίζες κι ένα φύλλο, σιγά-σιγά αναπτύσσεται όμως ώσπου στους 4-4,5 μήνες αρχίζει η επέκταση των ριζωμάτων. Τα φύλλα επίσης παίρνουν την ενήλικη μορφή σ’εκείνο το διάστημα, αφού πριν είναι μικρότερα και λιγότερο διαιρεμένα. Παρόμοια νεαρή μορφή παίρνουν και τα πρώτα φύλλα φυτών που προέρχονται από μικρά τμήματα ριζώματος. Σε ιδανικές συνθήκες το φυτό μπορεί γρήγορα να επεκταθεί σε δύο μέτρα διάμετρο μόλις σε δύο χρόνια, συνήθως όμως αυτά τα μικρά φυτά είναι ευάλωτα στον ανταγωνισμό και δεν επιβιώνουν πάντοτε, εκτός κι αν βρίσκονται σε ανοιχτά μέρη ή σε πρόσφατα καμμένα μέρη. Επειδή οι συνθήκες επιτυχίας των νεαρών σποροφύτων είναι περιορισμένες, πολλά σποριόφυτα μπορεί να βλαστήσουν και ν’αναπτυχθούν την ίδια στιγμή στο ίδιο μέρος, γι’αυτό συχνά σε φαινομενικά ομοιόμορφες αποικίες φτέρης η γενετική ανάλυση δείχνει γενετική ανομοιότητα μεταξύ των φυτών, υποδηλώνοντας βλαστήσεις διαφορετικών σπορίων. Το σύστημα της
εναλλαγής των γενεών
γαμετόφυτου και σποριόφυτου υπάρχει σ’όλα τα φυτά, απλώς στα πιο οικεία σπερματοφόρα φυτά οι γενιά του γαμετόφυτου έχει απλοποιηθει στον αρσενικό κόκκο της γύρης και στο θηλυκό ωάριο.

Η φτέρη αυτή δημιουργεί διάφορες σχέσεις και συνδέσεις με τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς γύρω της, και θετικές και αρνητικές. Ως βαθύρριζο φυλλοβόλο φυτό, φέρνει στην επιφάνεια του εδάφους, κι επομένως στη διαθεσιμότητα άλλων φυτών σημαντικές ποσότητες φωσφόρου, καλίου κι αζώτου με την ετήσια πτώση κι αποσύνθεση των φύλλων του, τα οποία υποστηρίζουν επίσης πολλούς μύκητες. Επίσης η σκιά του αντικαθιστά τη σκιά των μεγάλων δέντρων του δάσους για δασόβια ποώδη όπως οι ανεμόνες, διάφορες μαργαρίτες κλπ. Παρόλα αυτά, η φτέρη είναι έντονα αλληλοπαθητική για τα περισσότερα φυτά, εκκρίνοντας ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξή τους. Οι ουσίες αυτές αναστέλλουν την ανάπτυξη των χόρτων έως κι ένα χρόνο μετά την αφαίρεση της φτέρης από ένα μέρος. Επίσης η φτέρη μπορεί να πνίξει με τη σκιά της νεαρά σπορόφυτα δέντρων και θάμνων, ενώ σ’άλλες περιπτώσεις τα προστατεύει για τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ανάλογα με την κατάσταση και το είδος. Τα μικρά ζώα και τα ερπετά τη χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ πολλά πουλιά φωλιάζουν κάτω άπ’αυτήν ή χρησιμοποιούν μέρη της για την κατασκευή της φωλιάς τους. Αν και το φυτό είναι τοξικό για τα περισσότερα έντομα, αρκετές προνύμφες λεπιδοπτέρων έχουν προσαρμοστεί να τρέφονται απ’τα φύλλα του. Τα φύλλα του είναι επίσης απ’τις προτιμώμενες εστίες ενέδρας του κοινού τσιμπουριού Ixodes ricinus, το οποίο μπορεί να φέρει το βακτήριο της
νόσου του Λάιμ,
ευτυχώς πρακτικά ανύπαρκτης στην Ελλάδα. Σχεδόν κανένα φυτοφάγο ζώο δε θα φάει τα φύλλα της, μιας και είναι πολύ τοξικά με πικρή γεύση (περισσότερα για την τοξικότητα παρακάτω). Οι περισσότερες μελέτες για την οικολογία και την ανάπτυξη της φτέρης έχουν γίνει στη Βρετανία και σε κοντινές βορειοευρωπαϊκές χώρες, όπου το φυτό ειναι πολυπληθές και συχνά προξενεί προβλήματα σε βοσκοτόπια και γεωργικές εκτάσεις, οι ίδιες οικολογικές λειτουργίες όμως θα ισχύουν και για τη χώρα μας και για οποιοδήποτε άλλο μέρος όπου ενδημεί αυτή η φτέρη.

Η χρήση της απ’τον άνθρωπο έχει μακρά ιστορία και έχει γίνει με διάφορους τρόπους, κάποιους περισσότερο γνωστούς κι άλλους σχεδόν άγνωστους. Η κύρια χρήση της είναι ως τροφή: Τα νεαρά φύλλα της συλλέγονται την άνοιξη, πάντοτε πριν αρχίζουν να ξετιλύγονται, σε πολλά μέρη του κόσμου και μαγειρεύονται είτε με βράσιμο είτε με τηγάνισμα. Συχνά προστίθεται σόδα ή κάποια άλλη βασική ουσία στο νερό του βρασίματος για να μετριαστεί η πικρή τους γεύση. Τρώγονται μόνα τους, σε σούπες και σ’άλλα πιάτα με λαχανικά, κι αναφέρεται πως έχουν ιδιαίτερη γεύση. Η μεγαλύτερη κατανάλωση παγκοσμίως γίνεται στην Κορέα (με το όνομα γκοσάρι), στην Κίνα και στην ΤαΪβάν (γεκάι), και στην Ιαπωνία (ουαράμπι). Το φυτό σ’αυτές τις χώρε ςπωλείται συχνά μαζί μ’άλλα λαχανικά και μπορεί να καλλιεργείται για συγκομιδή. Στην Ελλάδα η φτέρη τρώγεται σπάνια, κυρίως στο Πήλιο, στη Μακεδονία και στην Κρήτη (σύνδεσμοι για συνταγές στο τέλος), συχνά τηγανητή. Το άμυλο του ριζώματος επίσης έχει καταναλωθεί αφού έχει γίνει σκόνη σε ψωμιά ή έτσι απ’τους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής, αλλά κι απ’τους Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, οι οποίοι ξέραιναν τέτοια ριζώματα κι έπειτα τα μετέφεραν μαζί τους σε εξερευνητικές ή πολεμικές αποστολές και τά’τρωγαν αφού τα έψηναν και τα άνοιγαν με το όνομα «Αρούχε». Στην πραγματικότητα η τεράστια εξάπλωση αυτού του φυτού στη Ν. Ζηλανδία ίσως μαρτυρεί παλαιότερες πρακτικές αποψίλωσης κι ενθάρρυνσης ανάπτυξης αυτής της φτέρης για διατροφικούς λόγους. Η σκόνη του ριζώματος έχει χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικά απ’τους Ινδιάνους της Β. Αμερικής κατά των σκουληκιών του εντέρου και κατά της βρογχίτιδας. Η στάχτη των φύλλων έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως πηγή καλίου για τη βιομηχανία σαπουνιού και γυαλιού, ενώ τα ξερά φύλλα ως γεέμισμα κατά τη συσκευασία εύθραυστων πήλινων αντικειμένων, ως καύσιμη ύλη, καθώς κι ως υπόστρωμα στάβλων στην Ουαλία της Βρετανίας αντί για άχυρο, μιας και είναι πιο απορροφητικά κι ευκολότερα στη χρήση. Τα ημιαποσυντεθημένα φύλλα της φτέρης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πλήρες και οικολογικό υποκατάστατο της τύρφης, η οποία εξορύσσεται από τυρφώνες βορείων χωρών διαταράσσοντας σοβαρά το οικοσύστημα, αν κι ακόμα τέτοια χρήση δεν είναι ευρεία. Τέλος θεωρητικα η φτέρη αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως βιοκαύσιμο.

Δεν ξέρω για ποιον λόγο, αλλά δεν καλλιεργείται σχεδόν ποτέ ως καλλωπιστικό, παρόλο που είναι εντυπωσιακή μεγάλη φτέρη με πλατιά, καταπράσινα και λεπτά διαιρεμένα φύλλα, κι επιπλέον ανθεκτική στον ήλιο, στην ξηρασία, στην παγωνιά και στις ασθένειες, ασυνήθιστα για φτέρη. Ή τουλάχιστον εγώ τη βρίσκω εντυπωσιακή. Καλλιεργείται συνήθως για λόγους μελέτης σε πειράματα, και σπάνια για συγκομιδή των νεαρών φύλλων της, όπως είπα παραπάνω. Πάντως η καλλιέργειά της δεν είναι δύσκολη. Ευδοκιμεί σε βαθύ χώμα στον ήλιο ή στην ημισκιά σε οποιοδήποτε εύκρατο κλίμα. Μπορεί να φυτευθεί στο έδαφος ή σε μεγάλο δοχείο, αν και καλύτερο είναι να τοποθετηθεί είτε σε μεγάλο δοχείο είτε σε περιορισμένο χώρο κάτω, γιατί αλλιώς εξαπλώνεται πολύ με την καταπολέμησή της έπειτα να είναι πολύ δύσκολη. Αν και πολλαπλασιάζεται με σπόρια, ευκολότερα πολλαπλασιάζεται με τμήματα ριζωμάτων, τα οποία μπορούν ν’αποσπαστούν οποιαδήποτε εποχή και να φυτευθούν αρχικά σε μια γλάστρα με ελαφρύ υγρό χώμα μέχρι να αναπτύξουν μερικά φύλλα, οπότε μπορούν να μεταφυτευθούν σε μεγαλύτερη γλάστρα ή στο έδαφος.

Στην Ελλάδα η φτέρη δε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα, αλά σε βορειότερες χώρες, όπως η Αγγλία, οι Σκανδιναβικές χώρες και γειτονικές, μπορεί να εξαπλωθεί σε απέραντες εκτάσεις, καταστρέφοντας τα βοσκοτόπια, αφού είναι δηλητηριώδης και το μέρος γίνεται ακατάλληλο για βόσκηση. Εκεί κανείς σχεδόν δεν την επιθυμεί κοντά του, και γίνονται προσπάθειες να καταπολεμηθεί, αν κι αυτό δεν είναι εύκολο. Συνδυάζονται διάφορες μέθοδοι όπως όργωμα, συνεχές κόψιμο των φύλλων, σπορά άλλων φυτών μετά τις παραπάνω επεμβάσεις, καθώς και χρήση ζιζανιοκτόνων. Το Roundup και παρόμοια ευρείας χρήσης φάρμακα δεν είναι πολύ αποτελεσματικά για τη φτέρη, γι’αυτό έχει κατασκευαστεί το asulam, ένα σκεύασμα ειδικευμένο για φτέρες. Σε πολλές περιοχές της Αγγλίας μάλιστα έχουν εγκατασταθεί ακόμα και φίλτρα στην ύδρευση για το φιλτράρισμα των περισσότερων σπορίων.

Όπως είπα παραπάνω, το φυτό αυτό είναι πολύ τοξικό για διάφορες μορφές ζωής, διαθέτοντας ένα μεγάλο οπλοστάσιο χημικών ουσιών. Τα φύλλα του περιέχουν τανίνες, χημικές ουσίες με πικρή γεύση οι οποίες επίσης συνδέονται με τις πρωτεΐνες και προκαλούν δυσπεψία. Επίσης περιέχουν θιαμινάση, ένζυμο που διασπά τη θιαμίνη (βιταμίνη b1) στον πεπτικό σωλήνα των ζώων, η οποία ωστόσο καταστρέφεται με το μαγείρεμα. Το φυτό παράγει επίσης φαινολικά οξέα, πιθανόν για δράση εναντίον των εντόμων κι αλληλοπαθητικά κατά άλλων φυτών. Κατά των εντόμων επίσης παράγονται φυτοστερόλες παρόμοιες με της εκδυσόνες (ορμόνες της έκδυσης των εντόμων), οι οποίες προκαλούν πρόωρη κι επικίνδυνη έκδυση στα έντομα. Ακόμα πολλοί πληθυσμοί παράγουν κυανογόνες γλυκοζίδες, ουσίες που αν εκτεθούν στον αέρα, όπως με το σπάσιμο των κυττάρων όταν ένα ζώο τρώει, διασπώνται δίνοντας υδροκυάνιο, τέτοιες ουσίες περιέχουν επίσης πολλά άλα δηλητηριώδη φυτά, καθώς και τα κουκούτσια του ροδάκινου, του μήλου κλπ. Τέλος η τερπενική γλυκοζίδη πτακιλοζίδη βρίσκεται σ’όλο το φυτό, κι έχει αποδεδειγμένη καρκινογόνο δράσση σύμφωνα με πειράματα σε αρουραίους κι άλλα ζώα, διασπώμενη σε πτεροζίνες εντός του οργανισμού, οι οποίες επιτίθενται στην αδενίνη του dna. Αυτή είναι η ουσία που ενδιαφέρει περισσότερο τον άνθρωπο, μιας και είναι αρκετά σταθερή στο περιβάλλον ως περιβαλλοντική τοξίνη, και μπορεί ν’ανιχνευθει στο έδαφος και στον υδροφόρο ορίζοντα σε μέρη με πυκνή φτέρη, κι επίσης μπορει να περάσει στο γάλα των ζώων. Σιγά-σιγά ωστόσο η ένωση διασπάται στο έδαφος. Επίσης οι πληθυσμοί περιοχών της Ανατολικής Ασίας που τρώνε συστηματικά τα νεαρά φύλλα αυτής της φτέρης, κυρίως στην Ιαπωνία, έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά καρκίνου του οισοφάγου και του στομάχου παγκοσμίως. Η τοξίνη αυτή είναι σταθερή στη θερμοκρασία του μαγειρέματος. Μάλιστα τα νεαρά φύλλα είναι το πιο πλούσιο σε πτακιλοζίδη μέρος του φυτού, μιας και το φυτό παράγει περισσότερη τέτοια ουσία στο σημείο που προσπαθει περισσότερο να προστατέψει από φυτοφάγα κάθε εποχή. Την άνοιξη τα νεαρά φύλλα είναι τα πιο ευαίσθητα, επομένως εκείνα περιέχουν τις μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ το φθινόπωρο, που τα ριζώματα έχουν αποθηκεύσει αρκετό άμυλο για το χειμώνα, προστατεύονται επιπλέον μ’αυτήν την ουσία. Αντίθετα οι περισσότερες άλλες τοξίνες αυξάνονται στα φύλλα κατά την περίοδο ανάπτυξης, γι’αυτό όσο περνά η άνοιξη τα έντομα που τρέφονται απ’τα φύλλα της φτέρης αυτής λιγοστεύουν. Ωστόσο η περιστασιακή κατανάλωση νεαρών φύλλων φτέρης δε φαίνεται να προκαλεί κάποιο πρόβημα. Άλλωστε τα πειραματόζωα ή τα ζώα που δηλητηριάζονται στη φύση κάνουν εβδομάδες έως και μήνες να παρουσιάσουν προβλήματα. Πάντως εγώ απ’αυτα που έμαθα για την τοξικότητα της φτέρης δύσκολα θα δοκίμαζα αυτό το φυτό. Παρόμοιες τοξίνες έχουν ανιχνευθει και σ’άλλα είδη φτέρης, αλλά τα συνήθη είδη φτέρης με εδώδιμα νεαρά φύλλα δεν την περιέχουν. Τα σπόρια επίσης περιέχουν την τοξίνη και θεωρητικά θα μπορούσαν ν’αποτελούν κι αυτά κίνδυνο, γι’αυτό πολλοί που αναγκάζονται να δουλέψουν σε μέρη με πυκνή φτέρη φορούν προστατευτικές μάσκες, αν και δεν έχει ακόμα αποδειχθεί σύνδεση μεταξύ των σπορίων στην ατμόσφαιρα και καρκινογενέσεων. Η δράση της τοξίνης μπορεί ν’ανασταλεί με προσθήκη σεληνίου στη διατροφή, σύμφωνα με μελέτες.

Τα φυτοφάγα ζώα συνήθως αποφεύγουν τη φτέρη αυτήν, εκτός κι αν δεν υπάρχει άλλη επιλογή τροφής, όπως για παράδειγμα σε ξηρές συνθήκες όππου τα περισσότερα χόρτα έχουν ξεραθεί, σε μέρη με υπερβολική φτέρη και λίγα άλλα χόρτα, ή σε εργαστηριακές συνθήκες με μόνο φτέρη καταναγκαστικά. Εάν επίσης η φτέρη υπάρχει μέσα στο άχυρο, τα ζώα δε μπορούν να την ξεχωρίσουν και την τρώνε. Η παρατεταμένη κατανάλωση φτέρης προκαλεί σοβαρή δηλητηρίαση, διαφορετική ανάλογα με τη φυσιολογία του κάθε ειδους. Τα συμπτώματα εμφανίζονται στα μεγάλα ζώα μετά από 1-3 μήνες κατανάλωσης. Στα μονογαστρικά ζώα όπως τα άλογα και τα γουρούνια παρατηρείται έλλειψη βιταμίνης b1 (μπέρι μπέρι) εξαιτίας της θιαμινάσης, με απομυελίνωση του νευρικού συστήματος και σοβαρά νευρολογικά συμπτώματα. Τα μυρηκαστικά συνθέτουν τη δικη τους βιταμίνη b1, οπότε η θιαμινάση δεν αποτελεί σοβαρή απειλή. Η δηλητηρίαση σ’αυτά προκαλεί απλαστική αναιμία, με θάνατο των αιμοποιητικών κυττάρων του μυελού των οστών, αιματουρία με όγκους στο ουροποιητικό σύστημα στα βοοειδή και λιγότερο στα πρόβατα, όγκους του οισοφάγου στα βοοειδή, καθώς και αμφιβληστροειδική εκφύλιση και τύφλωση στα πρόβατα και σπανιότερα στα βοοειδή. Οι σοβαρές περιπτώσεις οδηγούν στο θάνατο, άλλες θεραπεύονται δυσκολα, ενώ οι ελαφρύτερες μπορούν να επανέλθουν μόνες τους. Ο μόνος τρόππος πρόληψης είναι η απομάκρυνση του αιτίου παράγοντα, δηλαδή της φτέρης.

Εγώ από παλιά αγαπούσα αυτήν τη φτέρη, και πρόσφατα σκέφτηκα να την καλλιεργήσω ως μέλος της φυτικής συλλογής μου. Εφόσον δεν πρόκειται να τη φάω, δεν υπάρχει κίνδυνος. Είχα πάρει λοιπόν πέρσι απ’τους
Αγίους Αναργύρους
του Βερμίου δύο μικρά κομμάτια ριζώματος, αλλά δε βγήκαν, ίσως επειδή τα είχα κάπως παραμελήσει (τότε ήμουν διακοπές στο χωριό και τα είχα βάλει σε μια γλάστρα με διάφορα άλλα φυτά εκεί και λίγο χώρο γι’αυτά). Φέτος όμως στην αρχή του Σεπτεμβριου, όταν
πήγα στη Νάουσα,
έκοψα δύο μικρά κομμάτια ριζώματος τυχαία, απλά τραβώντας δυνατά φύλλα της φτέρης και παίρνοτας μαζί με το μίσχο λίγο ρίζωμα. Κανονικά ήθελα να κόψω μεγαλύτερα κομμάτια, αλλ’επειδή τα ριζώματα αυτά σκάβονται δύσκολα, υπήρχαν πολλά άλλα φυτά γύρω κι ο χρόνος ήταν περιορισμένος, δεν το έκανα. Τοποθέτησα λοιπόν τα ριζώματα σε μια γλάστρα επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, και τα άφησα εκεί για μια βδομάδα, αλλ’επειδή δεν έδειχναν σημεία ζωής θεώρησα πως ήταν πολύ μικρά για να επιβιώσουν και τα πέταξα σε μια άλλη άδεια γλάστρα μαζί με αρκετό υγρό χώμα. Λίγο λιγότερο από μια βδομάδα πριν, έσκαψα εκείνη τη γλάστα γιατί χρειαζόμουν λίγο χώμα, και βρήκα το εξής: Αν και το μικρότερο κομμάτι των 2 περίπου εκ. δεν έδειχνε σημεία ζωής, ούτε όμως ήταν σάπιο, το μεγαλύτερο των 4 εκ. είχε βγάλει μια λεπτή ριζούλα 3 εκ. περίπου κι ένα σκληρό μίσχο μ’ένα τυλιγμένο φυλλαράκι στην κορυφή, ακόμα σαν μπαλάκι, περίπου στο ίδιο μήκος, μαρτυρώντας τη δεινή ανθεκτικότητα του συγκεκριμένου είδους. Προσεκτικά το έβγαλα από εκεί, και το φύτεψα σε μια μικρή γλάστρα με ελαφρύ υγρό χώμα, μόνο με το κεφαλάκι του φύλλου στην επιφάνεια. Το φυτό εκτίθεται σε λίγες ώρες ήλιο τη μέρα, κι από τότε το κεφαλάκι έχει διογκώθεί κάπως, αν κι ακόμα δε φαίνεται να ξετυλίγεται. Ωστόσο αυτό είναι ένα μικρό βήμα μπροστά σ’όλη την ενέργεια που έχει ξοδέψει ως τώρα αυτό το μικρό κομματάκι για τη δημιουργία της ρίζας και του φύλλου χωρίς καθόλου υποστήριξη από φωτοσύνθεση. Μεγάλη ανάπτυξη αναμένω του χρόνου, οπότε θα το μεταφυτεύσω σε μια αρκετά μεγάλη γλάστρα για να τη γεμμίσει με τα τεράστια φύλλα του, την οποία θά’χω μπροστά στα κάγκελα του μπαλκονιού, με μία
αλοκάσια
δίπλα, που έχει εξίσου τεράστια φύλλα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για τη φτέρη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη φτέρη
άρθρο της αγγλιkής Wikipedia για το εκ νέου ορισμένο Pteridium aquilinum
μορφολογία, βιολογία και οικολογία της φτέρης
ποικιλομορφίες στην ανάπτυξη της φτέρης σε διαφορετικά περιβάλλοντα (pdf)
μελέτη στην ανάπτυξη κι αναγέννηση της φτέρης
η αντοχή της φτέρης στα έντομα και τ’αποτελέσματά της σ’αυτά
σύγκριση μεθόδων καταπολέμησης της φτέρης
συνταγή: βλασταράκια φτέρης
συνταγή: φτέρες τηγανητές
η φτέρη ως υποκατάστατο της τύρφης (pdf)
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την πτακιλοζίδη
η πτακιλοζίδη (pdf)
πτακιλοζίδη: το δηλητήριο της φτέρης
η πτακιλοζίδη ως περιβαλλοντικός κίνδυνος (pdf)
καρκινογόνα αποτελέσματα της πτακιλοζίδης στη φτέρη και παρόμοιων ενώσεων
δηλητηρίαση από φτέρη στα ζώα
καλλιέργεια της φτέρης ως καλλωπιστικό
χρήση της φτέρης σε ξηροφυτικούς κήπους

μακρύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας (Primula vulgaris)

βραχύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας

Primula veris

Όλες οι φωτογραφίες από την αγγλική Wikipedia.

Από τα πρώτα αγριολούλουδα της άνοιξης, εξού και το λατινογενές όνομά τους «πρίμουλα», υποκοριστικό του «prima», πρώτη. Από εκει προέρχεται και το αγγλικό τους όνομα «primrose», μέσω του γαλλικού «primerose» από το λατινικό «prima rosa», δηλαδή πρώτο ρόδο. Το γένος Primula, που ανήκει στην οικογένεια των ηρανθωδών και στην τάξη των ερεικωδών, στην τάξη που περιλαμβάνει επίσης τα
κυκλάμινα
και τα ερείκια, περιέχει περί τα 425 είδη με τεράστια ποικιλομορφία σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο, με λίγα στο νότιο. Είναι χαμηλά ποώδη, τα περισσότερα πολυετή, φυτά υγρών και δροσερών κυρίως περιοχών.

Τα περισσότερα φυτά του γένους έχουν ένα ρόδακα πλατιών επιμήκων φύλλων στη βάση από το κέντρο του οποίου βγαίνει ένας ή παραπάνω βλαστοί με το άνθος ή την ταξιανθία. Από τα ποιο κοινά είδη είναι η κοινή πρίμουλα (P. vulgaris), αγγλικά «primrose», που λανθασμένα οι Βρετανοί συχνά τη λένε αγγλική, έχει όμως τεράστια εξάπλωση και ως τη χώρα μας, μ’ένα άνθος ανά στέλεχος, και η εαρινή ή πολυανθής, αγγλικά cowslip (κοπριά αγελάδας, γιατί φυτρώνει συχνά κοντά), με μια μεγάλη ταξιανθία 10-30 ανθέων ανά στέλεχος. Τα άνθη των προαναφερθέντων ειδών είναι συνήθως κίτρινα, αν και σπάνια μπορούν να βρεθούν και λευκές, ρόδινες και ερυθρές ποικιλίες, ενώ οι καλλιεργημένες μορφές είναι σαφώς πολύ ποικιλομορφότερες. Αναφέρω την αγγλία περισσότερο γιατί εκεί τα φυτά αυτά είναι ιδιαίτερα άφθονα λόγω κρύου και βροχερού κλίματος, και ως εκ τούτου από εκεί ξεκίνησε η συστηματική επιλεκτική αναπαραγωγή και καλλιέργειά τους. Από εκεί πρωτοπαρήχθησαν πολύχρωμες, διπλές, και μακρότερης ανθοφορίας ποικιλίες. Ομοίως και με τους πανσέδες που εξευγενίστηκαν εκεί, κι αυτό μάλιστα καταγράφεται απ’το Δαρβίνο. Στην Ελλάδα οι πανσέδες ευδοκιμούν καλά το φθινόπωρο, το χειμώνα και την άνοιξη, όμως το καλοκαίρι δυσανασχετούν. Το ίδιο και οι πρίμουλες, οι οποίες όμως και στη φύση έχουν τελειώσει την ανθοφορία τους πολύ πριν το καλοκαίρι, κι έτσι δεν υπάρχει διακοπή εκείνη την εποχή.

Για να καλλιεργηθούν χρειάζονται ημισκιερό ή σκιερό περιβάλλον με υγρασία και τακτικό πότισμα. Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, ο οποίος είναι υπερβολικά λεπτός και θα πρέπει να σπαρεί σε προστατευμένο περιβάλλον με υγρασία και υγρο χώμα, καλύτερα μείγμα κοινού χώματος, άμμου και τύρφης κατά ίσα μέρη. Εάν αφεθούν μόνες τους θα εξαπλώνονται περισσότερο κάθε χρονιά από τους σπόρους που πέφτουν. Τα μονοετ΄΄η είδη θα χρειαστούν σπορά ή φύτευση νέων φυτών κάθε χρόνο. Μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και μύκητες σε υγρές κλειστές συνθήκες.

Τα άνθη της πρίμουλας επίσης τρώγονται σε σαλάτες, γλυκά και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαρμελάδων και οινοπνευματωδών ποτών. Τα φύλλα της τρώγονται ως λαχανικό, κυρίως στην Ισπανία.

Γιατί όμως λουλούδι του Δαρβίνου; Διότι έχει εξελιχθεί κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο, που μελέτησε εκτενώς ο Δαρβίνος κι ενίσχυσε τη θεωρία του. Η πρίμουλες έχουν δύο ειδών άνθη. Το ένα έχει ψηλό στύλο που εξέχει σαν καρφίτσα και κοντούς στήμονες (μακρύστυλο), ενώ το άλλο έχει το αντίθετο, κοντό στύλο και ψηλούς στήμονες (βραχύστυλο). Αυτή η διαφορά ονομάζεται ετεροστυλία, και η παραγωγή κάθε παραλλαγής είναι χαρακτηριστικό του κάθε φυτού, ένα φυτό δηλαδή θα παράγει μόνο άνθη της μίας των δύο παραλλαγών. Αυτό κέντρισε την περιέργεια του Δαρβίνου, ο οποίος το μελέτησε περαιτέρω. Αρχικά θεώρησε πως αυτό είναι ο πρόδρομος της εξέλιξης σε δίοικο φυτό, δηλαδή τα κοντότερα όργανα κάθε άνθους ίσως ήταν εκφυλισμένα και κάποτε θα έπαυαν να λειτουργούν, ώστε το είδος να μείνει με δύο ξεχωριστά φύλλα, για ν’αποφεύγεται η αυτογονιμοποίηση, επιζήμια για τη γενετική ποικιλομορφία. Ανακάλυψε όμως κάτι εκπληκτικότερο, που κι αυτό εξελίχθηκε για τη διατήρηση της γενετικής ποικιλομορφίας. Παρατήρησε ότι όχι μόνο η αυτογονιμοποίηση ενός άνθους ήταν αδύνατη, αλλά και οι προσπάθειες γονιμοποίησης μεταξύ ανθέων της ίδιας μορφής σε διαφορετικά φυτά αποτύγχαναν. Απεναντίας οι γονιμοποιήσεις μεταξύ φυτών με τις διαφορετικές ανθικές παραλλαγές ήταν επιτυχημένες. Έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η πρίμουλα έχει εξελίξει έναν μοναδικό τρόπο διατήρησης της γενετικής ποικιλομορφίας, πάνω στην οποία μπορεί έπειτα να δράσει η φυσική επιλογή. Τα άνθη θα πρέπει υποχρεωτικά να γονιμοποιηθούν από φυτό της άλλης παραλλαγής, κι έτσι είναι αδύνατο να γονιμοποιήσουν τον εαυτό τους ή γειτονικό άνθος στο ίδιο φυτό. Εάν το καλοσκεφτούμε, είναι σαν νά’χουμε τέσσερα ξεχωριστά φύλα. Το ίδιο χαρακτηριστικό έχει εξελιχθει ανεξάρτητα και σ’άλλες οικογένειες ανθοφορων φυτών.

Πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον του Δαρβίνου, όλη η οικογένεια φαίνεται να είχε αγάπη προς αυτά τα λουλούδια. Τα παιδιά του Δαρβίνου αρέσκονταν να φτιάχνουν περιδέρεα μ’αυτά, πλέκοντας μεταξύ τους τους στύλους της μακρύστυλης παραλλαγής.

Όσον αφορά τον τρόπο κληρονομικότητας των ανθικών παραλλαγών, ακόμα δεν έχω βρει τίποτα.

Πηγές:
Ελληνικά:
πρίμουλα: πληροφορίες
καλλιέργεια μονοετών ποικιλιών πρίμουλας
Αγγλικά:
καλλιέργεια πριμουλας: της κοινής πολυετούς
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula vulgaris
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula veris

Ενημέρωση 23/2/2013: Τις τελευταίες μέρες έχω προσθέσει μια πρίμουλα στη φυτική συλλογή μου πειραματικά. Είναι πορτοκαλί ποικιλία με κίτρινο κέντρο άνθους, χωρίς μακριούς στύλους. Απ’ό,τι μου είπαν, θα συνεχίζει ν’ανθίζει μέχρι τις ζέστες, αλλά δεν ξέρω αν είναι μονοετές είδος ή πολυετές. Μάλλον θά’ναι το κοινότερο πολυετές.

Η νέα μου πρίμουλα στην κρεμαστή ζαρντινιέρα, τα άλλα φυτά δίπλα είναι πανσέδες.

λεβαντίνη

Τα άρθρα για διάφορα φυτά που είχα εδώ και λίγο καιρό προσχεδιασμένα στο μυαλό μου συνεχίζονται. Μένουν ακόμα λίγα. Έως τώρα, η κατηγορία των φυτών στο ιστολόγιο είναι η μεγαλύτερη, με άρθρα για πολλά είδη, και πιθανότατα θα συνεχίζει ν’αυξάνεται. Σ’αυτό το άρθρο θα γράψω για έναν πολύ κοινό αρωματικό θάμνο, τη λεβαντίνη (Santolina chamaecyparissus).
Η λεβαντινη είναι ένα πολύ δημοφιλές φυτό στην Ελλάδα. Είναι πυκνή, συμπαγής, αρωματική, πολύ ανθεκτική και ευπροσάρμοστη. Μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα στα περισσότερα φυτώρια και ανθοεκθέσεις.
Η λεβαντίνη ενδημεί στις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Στη φύση φυτρώνει συνήθως σε ζεστά, ανοιχτά και ηλιόλουστα μέρη με ασβεστώδες αλκαλικό έδαφος όπως πλαγιές, μεσογειακές παράκτιες περιοχές, ξερά λιβάδια κ.ά. Το γένος Santolina περιλαμβάνει από 5 έως 24 είδη, ανάλογα με τον ταξινομιστή. Το είδος S. chamaecyparissus πάντως ειναι από τα σταθερά. Το όνομα του συγκεκριμένου είδους chamaecyparissus (χαμαικυπάρισσος) το πήρε από την επιφανειακή ομοιότητα του φυλλώματος μ’αυτού του κωνοφόρου. Η λεβαντίνη δεν έχει καμία σχέση με τη λεβάντα, η λεβάντα ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών ή σελινιδών μαζί μ’άλλα μυρωδικά και φαρμακευτικά φυτά όπως το θυμάρι, η ρήγανη κι ο
δυόσμος,
ενώ η λεβαντίνη ανήκει στην οικογένεια των συνθέτων ή αστεριδών, μαζί με τις μαργαρίτες, τα μαρούλια και πολλά άλλα φυτά.
Η λεβαντίνη είναι πολυετής, ξυλώδης και αειθαλής θάμνος, πολύ πυκνος και χαμηλός με πολλές παραφυάδες. Οι παλαιότεροι βλαστοί αποκτούν μεγάλο πάχος με τα χρόνια. Το φυτό έχει μέτριες διαστάσεις, με μέγιστο ύψος τα 60 εκ. και πλάτος το 1 μέτρο, αν και συνήθως είναι μικρότερο. Τα κλαδιά του είναι πολύ πυκνά, κι όλος ο θάμνος είναι συμπαγής. Τα φύλλα είναι μικρά, πυκνά, σύνθετα φτεροειδή με ασιμωπό χνούδι, δίνοντας στο φυτό ένα γκριζοπράσινο χρώμα, και αρωματικά αν τριφτούν. Τα άνθη βγαίνουν κατά κίτρινα κεφάλια διαμέτρου 1-2 εκ. πολύ πάνω απ’το φύλλωμα σε ψηλούς (10-25 εκ.), λεπτούς και λείους βλαστούς. Το φυτό ανθίζει Μάιο-Ιούνιο, αλλά τα ξερά άνθη παραμένουν για όλο το καλοκαίρι. Τα άνθη έχουν διαφορετική μυρωδιά απ’το φύλλωμα.
Το φυτό καλλιεργείται για το γκριζοπράσινο αρωματικό φύλλωμά του, το πυκνό και συμπαγές σχήμα του και λιγότερο για τ’άνθη του. Φυτεύεται σε κήπους σε κοντές συστάδες θάμνων, σε όρια κοντών θάμνων ή ως ψηλή εδαφοκάλυψη. Φυτεύεται επίσης και σε δοχεία. Θα πρέπει να βρίσκεται σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση, μ’όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες ήλιο την ημέρα. Στη σκιά η ανάπτυξή του θα μειωθεί και θα γίνει πολύ αραιό, με λεπτούς βλαστούς που θα στρέφονται προς το πιο φωτεινό σημείο. Ευδοκιμεί σε ελαφρύ αμμώδες ή μέτριο αμμωπηλώδες έδαφος με ουδέτερο ή αλκαλικό ph και καλή αποστράγγιση. Το φυτό δεν ανέχεται συνεχή υγρασία στις ρίζες του και το έδαφος θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα. Αν βρίσκετε σε γλάστρα, θα πρέπει ν’αδειάζετε το νερό που λιμνάζει στο πιατάκι. Αντέχει στην ξηρασία και τον έντονο άνεμο. Το χειμώνα δεν έχει πρόβλημα έως τους -15 βαθμούς, αρκεί το έδαφος να στραγγίζει καλά από τα πολλά νερά των βροχών. Λιπαίνετε περιοδικά με ισορροπημένο λίπασμα ή αναμειγνύοντας οργανικό υλικό όπως κοπριά ή κομπόστ στο έδαφος.
Πολλαπλασιάζεται με σπόρο (εγγενώς) και βλαστητικά (αγενώς). Ο σπόρος συλλέγεται από τους ξηρούς καρπούς (τα ξερά κεφάλια) το καλοκαίρι και σπέρνεται σ’ελαφρύ έδαφος. Μετά από ένα χρόνο τα φυτά θα έχουν μεγαλώσει αρκετά και θα μπορούν να φυτευθούν στην οριστική τους θέση. Πολλαπλασιάζεται και με μοσχεύματα, τα οποία είναι κλαδιά που κόβονται μαζί με λίγο φλοιό και ξύλο από το γονικό τους κλαδί και φυτεύονται σε υγρό μέρος μέχρι να ριζώσουν. Σε μερικές εβδομάδες θα έχουν πιάσει. Τέλος ο πιο εύκολος τρόπος είναι με διαίρεση. Απλά σκάβετε μια παραφυάδα του φυτού και την κόβετε μ’ένα μαχαίρι ή παρόμοιο εργαλείο, μαζί με το ριζικό της σύστημα, καλύτερα άνοιξή ή φθινόπωρο. Μετά μπορείτε να τη φυτέψετε σε μια άλλη θέση χωρίς ιδιαίτερη αρχική φροντίδα, εκτός από λίγα καλά αρχικά ποτίσματα. Εάν όμως η παραφυάδα είναι πολύ μικρή θα χρειαστεί λίγη σκιά μέχρι να δείξει σημάδια ανάπτυξης.
Το φυτό είναι πολύ ανθεκτικό σε εντομολογικές και μυκητολογικές ασθένειες. Σε συνθήκες χαμηλού φωτός γίνεται αραιό και με λεπτά, αδύναμα κλαδιά. Η συνεχής υγρασία μπορεί να σαπισει τις ρίζες του.
Κλάδεμα συνήθως δε χρειάζεται αφού διατηρεί από μόνο του το συμπαγές του σχήμα. Ωστόσο περιοδικά μπορεί να γίνει για ακόμα περισσότερη πύκνωση του φυτού. Το φυτό μπορεί να κλαδεφτεί πολύ αυστηρά χωρίς προβλήματα, αλλά επειδή τα μπουμπούκια σχηματίζονται στο ξύλο της προηγούμενης χρονιάς, δε θ’ανθίσει τη χρονιά που θα κλαδευτεί. Ιδανική εποχή είναι νωρίς την άνοιξη.
Έχω ένα τέτοιο φυτό εδώ και δύο χρόνια. Το πήρα απ’τον πατέρα μου από διαίρεση πριν δύο χρόνια τέτοιο μήνα. Είναι πολυ ανθεκτικό και το συνιστώ σε κάποιον που θέλει ένα φυτό με λίγες σχετικά απαιτήσεις. Έχω παρατηρήσει ότι αν και η ανάπτυξή του είναι μέτρια, και ίσως στην αρχή δε φαίνεται να μεγαλώνει και πολύ, σιγά-σιγά φτάνει σε μεγάλο μέγεθος.

Εκτός από τη χρήση της ως καλλωπιστικό, η λεβαντινη έχει και φαρμακευτικές χρήσεις, μολονότι χρησιμοποιείται σπανιότερα σε σχέση μ’άλλα φαρμακευτικά φυτά. Το έγχυμα ή αφέψημα των φύλλων και των ανθέων έχει χρησιμοποιηθεί ως αντισπασμωδικό, τονωτικό, ανθελμυνθικό κι εμμηναγωγό. Η σκόνη του ξερού φυτού έχει χρησιμοποιηθεί σ’επιθέματα πάνω σε πληγές και τσιμπήματα εντόμων για την ταχύτερη επούλωσή τους. Τέλος δεματάκια ξερών κλαδιών αυτού του φυτού ανάμεσα σε ρούχα διώχνουν αποτελεσματικά το σκόρο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
λεβαντίνη πληροφορίες
λεβαντίνη πληροφορίες 2
άρθρο της αγγλικής wikipedia για τη λεβαντίνη
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Santolina
καλλιέργεια λεβαντίνης
λεβαντίνη πληροφορίες, καλλιέργεια και χρήσεις

Ανθισμένη λεβαντινη 14/6/2012.

ανθισμένη γαρυφαλιά

Τα γαρύφαλλα είναι από τα πιο δημοφιλή λουλούδια.
Είναι μεγάλα, μ’έντονα χρώματα κι αρωματικά, και χρησιμοποιούνται συχνά σε διακοσμήσεις και συνθέσεις. Για κάποιον λόγο όμως, δεν καλλιεργούνται τόσο ευρέως όσο άλλα ανθοφόρα φυτά. Δεν ξέρω γιατί, πάντως δεν είναι δύσκολα στην καλλιέργεια. Εδώ θα γράψω για την καλλιέργεια αυτού του φυτού.
Η γαρυφαλλιά είναι ιθαγεννής των μεσογειακών χωρών. Είναι δικοτυλήδωνο, ανήκει στην οικογένεια των καρυοφυλλιδών και στην τάξη των καρυοφυλλωδών. Το επιστημονικό τις όνομα είναι Dianthus caryophyllus (δίανθος ο καρυόφυλλος). Δίανθος σημαίνει το άνθος του Δία. Το φυτό ήταν γνωστο από πολύ παλιά. Τ’όνομά του έχει μεγάλη ιστορία. Το αρχαίο ελληνικό του όνομα ήταν «καρυόφυλλον», το οποίο πέρασε στα λατινικά ως «garofolum», στα βενετικά έγινε «garofolo» και μας€ ξαναήρθε ως αντιδάνειο «γαρύφαλλο». Το γαρύφαλλο επίσης είναι σύμβολο της Ισπανίας.
Είναι πολυετής αειθαλής θάμνος ύψους 45-80 εκ. Η κατασκευή του είναι αραιή, αν και διατηρεί ένα γενικό στρογγυλεμένο σχήμα. Έχουν επίσης δημιουργηθεί κοντότερες και συμπαγέστερες ποικιλίες. Στη βάση βγαίνουν παραφυάδες. Οι κορμοί και τα βασικά κλαδιά ξυλοποιούνται με την ηλικία, και μπορεί να φτάσουν σε αρκετά μεγάλες διαμέτρους μετά από μερικά χρόνια. Οι λεπτότεροι βλαστοί είναι ανοιχτοπράσινοι, λείοι κι ευλύγιστοι. Τα γόνατα (σημεία απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα και οι διακλαδώσεις) είναι λίγο φουσκωμένα (κόμποι). Το φύλλωμα είναι γλαυκοπ΄ράσινο, με εναλλάξ, στενά, γραμμωειδή φύλλα. Τα άνθη εμφανίζονται στις κορυφές των βλαστών, από 1 έως 5, αλλά το συνηθέστερο είναι 3, 1 στην κορυφή και δύο πλευρικά. Έχουν διάμετρο 3-5 εκ., και το άρωμά τους μοιάζει με το ομώνυμο μπαχαρικό. Ο κάλυκάς τους είναι ψηλός και τα πέταλά τους πολύ πυκνά. Το χρώμα του άγριου τύπου ήταν ροζ-μοβ, αλλά έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες, με συνηθέστερα χρώματα το κόκκινο και το ροζ σε διάφορες αποχρώσεις και το λευκό. Κάποιες λιγότερο γνωστές ποικιλίες έχουν κίτρινα, μοβ, δίχρωμα ή και πράσινα γαρύφαλλα. Οι γαρυφαλλιές ανθίζουν από την άνιξη έως τα πρώτα κρύα αργά το φθινόπωρο.
Η καλλιέργεια του φυτού είναι αρκετά εύκολη. Φυτεύεται σε κήπους, συνήθως σε γραμμές ως όρια με απόσταση 30-45 εκ. μεταξύ των φυτών, ή σε δοχεία. Χρειάζεται ήλιο και καλά αποστραγγιζόμενο, ουδέτερο ή ελαφρώς αλκαλικό έδαφος (ph 6,6-7,8 είναι το ιδανικό). Τοέδαφος θα πρέπει να αφήνεται να στραγγίζει καλά ανάμεσα στα ποτίσματα. Τα φυτά που βρίσκονται κάτω στο έδαφος θα πρέπει να φυτευθούν σε μέρος που στραγγίζει γρήγορα τα νερά, για να μην παραμένουν συνεχώς σε υγρό έδαφος σε βροχερό καιρό, ιδίως το χειμώνα. Η αποστράγγιση του εδάφους μπορεί να βελτιωθεί με την προσθήκη άμμου. Συμπτώματα υπερβολικού ποτίσματος είναι κίτρινα φύλλα. Τα φυτά θα πρέπει να λιπαίνονται στην αρχή της περιόδου ανάπτυξης την άνοιξη με ισορροπημένο λίπασμα και κατά την ανθοφορία με λίπασμα χαμηλότερο σε άζωτο.
Τα μαραμένα άνθη θα πρέπει να κόβονται τακτικά για την ενίσχυση της παραγωγής νέων. Οι βλαστοί που ξεφεύγουν πολύ απ’το σχήμα και οι ξεροί πρέπει να κλαδεύονται. Για την ενίσχυση της ανθοφορίας, τα φυτά μπορούν να κλαδευτούν νωρίς την άνοιξη έως περίπου το μισό του μήκους των βλαστών τους, για να κάνουν περισσότερα κλαδιά κι έτσι να πυκνώσουν. Όσο πιο πολές κορυφές υπάρχουν τόσο πιο πολλά άνθη θα βγουν. Κάποιοι αφαιρούν όλα τα μπουμπούκια από ένα βλαστό εκτός από ένα για ενδυνάμωση ενός μόνο άνθους, με αποτέλεσμα το φυτό νά’χει μεγαλύτερα μεν πολύ λιγότερα δε άνθη. Αυτό συνηθίζεται στις εμπορικές καλλιέργειες, όπου προτιμάται ένα μόνο άνθος ανά βλαστό.
Το φυτό πολλαπλασιάζεται και με σπόρο (εγγενώς) και βλαστητικά (αγενώς). Ο σπόρος συλλέγεται από τους ξερούς κάλυκες των παλιών ανθέων και σπέρνεται σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι, και σε προστατευμένο περιβάλλον μπορεί να γίνει και λίγο νωρίτερα για πιο γρήγορη ανθοφορία. Σε 3 περίπου εβδομάδες τα φυτά θα βλαστήσουν και θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας στους 6-9 μήνες, μπορεί και σ’ένα χρόνο αν σπαρούν αργά. Βλαστητικά μπορεί να πολλαπλασιαστεί με καταβολάδες, μοσχεύματα ή διαίρεση. Με καταβολάδες έρος ενός χαμηλού βλαστού λυγίζεται στο χώμα και σταθεροποιείται εκεί. Σε μερικούς μήνες θα ριζώσει και μπορεί ν’αποκοπεί από το μητρικό φυτό. Επίσης, σε φυτά μεγάλης ηλικίας, μπορεί κάποιο χαμηλό κλαδί που ακούμπησε στο χώμα να έχει ριζώσει, μια φυσική καταβολάδα δηλαδή, κι αυτό μπορεί ν’αποκοπεί. Με μοσχεύματα είναι λίγο πιο δύσκολο. Το μόσχευμα θα πρέπει να κοπεί το φθινόπωρο, μετά την ανθοφορία από έναν ψηλό βλαστό. Θα πρέπει νά’χει τουλάχιστον 2 κόμπους, ο ένας, από τον οποίον θα βγουν οι ρίζες, θα πρέπει να βρίσκεται κάτω απο την επιφάνεια του εδάφους, κι ο άλλος πάνω. Το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί σε αμμώδες χώμα και την επόμενη άνοιξη θα δείξει σημάδια ανάπτυξης. Μοσχεύματα μπορούν επίσης να κοπούν νωρίς την άνοιξη, πριν βγούν τα μπουμπούκια και να φυτευθούν σε αμμώδες χώμα μέχρι να ριζώσου. Στη διαίρεση, μία παραφυάδα σκάβεται και χωρίζεται απ’το υπόλοιπο φυτό μ’ένα μαχαίρι μαζί με το ριζικό της σύστημα, ή ολόκληρο το φυτό ξεριζώνεται και μοιράζεται σε κομμάτια. Μετά τα κομμάτια αυτά φυτεύονται κανονικά, χωρίς ιδιαίτερη αρχικη φροντίδα.
Η γαρυφαλλιά είναι ανθεκτικό φυτό και σπάνια θα παρουσιάσει ασθένειες. Μύκητες ωστόσο μπορεί κάποιες φορές να την προσβάλλουν σε υγρές και κλειστές συνθήκες.
Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό δεν ήταν πολύ μεγάλη. Ένα φθινόπωρο αρκετά παλιά αγόρασα από ένα φυτώριο μια μικρή ποικιλία με μικρά, δίχρωμα με ροζ και λευκό άνθη, που μου την είπαν (κινέζικο γαρύφαλλο). Το φυτό αυτό έζησε για λίγο, αλλά το χειμώνα ξεράθηκε. Αργότερα έμαθα ότι υπάρχουν και συγγενικά είδη που είναι μονοετή ή διετή, άρα μπορεί να τέλειωσε η φυσιολογική διάρκεια ζωής του, ή μπορεί και να πέθανε από άλλη αιτία. Αντίθετα μια γαρυφαλλιά κοινής ποικιλίας που έχει ο πατέρας μου είναι ανθεκτικότατη, έχει ζήσει για πολλά χρόνια κι ανθίζει συνεχώς. Η φωτογραφία του άρθρου προέρχεται από εκείνο το φυτό.

Πηγές και ιστοσελιδες:
γαρυφαλλιά πληροφορίες
γαρύφαλλο ετυμολογία
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 1
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 2
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 3
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 4

κλαδί αυτού του φυτού

Την ώρα εκείνη που ήμουν εκεί και μπορούσα να το φωτογραφίσω είχε αρκετό ήλιο, γι’αυτό και έβγαλα μόνο ένα μικρό κλαδάκι που κρεμόταν και βρισκόταν σε σχετικά σκιερό μέρος. Όταν ξαναπάω κι έχει περισσότερη σκιά θα βγάλω μεγαλύτερο μέρος του φυτού.
Είναι ένα πολύ κοινό αναρριχητικό φυτό, τουλάχιστον εδώ στη Θεσσαλονίκη. Φυτεύεται κάτω, σε τοίχους, κάγκελα ή γύρω από κολόνες μερικές φορές ή σε μεγάλες γλάστρες στα ίδια μέρη ή σε πέργκολες. Έχει πολύ γρήγορη ανάπτυξη, είναι πολύ πυκνό και φυλλοβόλο. Παρακάτω μια μικρή περιγραφή:
Είναι ξυλώδες, και κάποιες φορές βγάζει παραφυάδες. Τα κλαδιά του είναι πολύ μακριά, ευλύγιστα αλλά ανθεκτικά και σκληρά. Δεν κόβονται εύκολα με το χέρι. Μοιάζει γενικά με το αμπέλι. Βγάζει κι αυτό έλικες όπως και το αμπέλι, αν και μικρότερες απ’αυτές του αμπελιού, αλλά κατά τ’άλλα ίδιες, στα φρέσκα κλαδάκια του κι αναρριχάται με παρόμοιο τρόπο. Τα φύλλα του ωστόσο διαφέρουν, όντας σκουρότερα και σύνθετα με 5 μικρότερα ωοειδή μέρη, 2 ζεύγη στο μίσχο κι ένα στο τέλος. Το φθινόπωρο τα φύλλα κοκκινίζουν έντονα πριν πέσουν. Η ανάπτυξη ξεκινά αρκετά νωρίς την άνοιξη. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα. Βγάζει πρασινωπά μικροσκοπικά άνθη σε ταξιανθίες, περισσότερο όμως σαν αυτές του κισσού (πιο απλές, μικρές και κάπως σφαιρικές) παρά του αμπελιού. Οι καρποί του είναι μικρά πράσινα λεία «σταφυλάκια» σε αραιά τσαμπιά, πράσινοι και ίσοι περίπου μ’αυτούς του κισσού. Το τσαμπί δεν έχει το πολύπλοκο σχήμα του σταφυλιού. Το όλο φυτό μπορεί νά’χει ύψος 4 μέτρα και πάνω. Τι να είναι;

Ενημέρωση: Τελικά το φωτογράφισα κανονικά.

μέρος του φυτού

φυτό Isolepis cernua από wikipedia

Αυτό το φυτό έχει μια ιδιαίτερη εμφάνιση, αποτελούμενο από πολλούς πλεγμένους πολύ λεπτους βλαστούς με λευκά ή ασιμωπά άνθη στις άκρες τους. Η ομοιότητά του με $τις οπτικές ίνες του έδωσε το αγγλικό όνομα «fiber-optic plant» και «living wire» ζωντανό καλώδιο. Αν και πολύ διαδεδομένο ανά τον κόσμο, δεν αναφέρεται συχνά ούτε καλλιεργείται ευρέως. Τις περισσότερες φορές περνά απαρατήρητο, πιθανόν λόγω του μικρού του μεγέθους που δεν τραβά εύκολα την προσοχή και του ότι φύεται κοντά στο νερό, σαν πολλά άλλα μικρά «χόρτα».
Το φυτό αυτό είναι μονοκοτυλήδωνο της οικογένειας cyperaceae, η οποία περιλαμβάνει διάφορα υδρόφιλα καλαμοειδή φυτά όπως οι πάπυροι. Θεωρείται σχεδόν κοσμοπολιτικό είδος. Μπορεί να βρεθεί στη νότια Ευρώπη συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, στη δυτική Ευρώπη έως τη Βρετανία και την Ιρλανδία, στη ζώνη των χωρών της Βόρειας Αφρικής, σε μερικά μέρη της ανατολικής Αφρικής, στη δυτική Ασία (όχι στη Μέση Ανατολή), σε πολλά μέρη της Βόρειας Αμερικής από τον Καναδά έως το Μεξικό, στη Νότια Αμερική από τη Βραζιλία και το Περού έως την Αργεντινή, στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Στη χώρα μας απαντά στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κρήτη και σε πολλά άλλα νησιά. Ευδοκιμεί σε τροπικές κι εύκρατες περιοχές, σε μονίμως υγρά μέρη όπως άκρες βάλτων, λιμνών, ποταμών με αργή ροή ή και σε λιμνοθάλασσες με υφάλμυρο νερό, σε αμμώδη ή λασπώδη μέρη συχνά καλυμμένα με βρύα.
Έχει χαρακτηριστική και ασυνήθιστη εμφάνιση. Είναι πολυετές ποώδες ριζωματώδες φυτό. Τα ριζώματα μπορεί να είναι ή οριζόντια ή και κατακόρυφα. Από τα ριζώματα προέρχονται πυκνές ινώδεις ρίζες και οι πράσινοι βλαστοί του φυτού. Οι βλαστοί είναι πολύ λεπτοί και λείοι, σαν ίνες, με διάμετρο 0,2-0,5 χιλιοστών, σπανιότατα έως το 1 χιλιοστό. Ο καθένας φέρει τρία συνήθως μειωμένα φύλλα. Αρχικά είναι ανοιχτοπράσινοι, αλλά σκουραίνουν κάπως με την ηλικία. Συχνά κρέμουν προς τα κάτω και μπλέκονται μεταξύ τους. Στις άκρες των βλαστών βγαίνουν οι ασιμωπές ή λευκές ταξιανθίες σταχύδια, συνήθως μόνο 1, μήκους 1-2,5 χιλιοστών, με μικροσκοπικά άνθη χωρίς σέπαλα ή πέταλα στηριζόμενα από βράκτια. Οι καρποί είναι καφέ τριγωνικά αχένια, ο καθένας περιέχει 1 σπόρο. Το φυτό έχει ύψος 15-30 εκ. και πλάτος έως και 45 εκ. ή και περισσότερο. Το όλο φυτό μοιάζει μ’ένα πυκνό βουναλάκι πλεγμένων πολύ λεπτών βλαστών, με πολλά ασιμωπά άνθη ή καφέ καρπούς στις άκρες τους.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα, αρκεί το έδαφός του να παραμένει πάντοτε υγρό έως κορεσμένο. Ως φυτό των ελών, έχει προσαρμοστεί σε τέτοιες συνθήκες και δε σαπίζει. Αντίθετα, αν αφεθεί το χώμα να στεγνώσει, το φυτό θα κιτρινίσει και μετά θα καφετιάσει και θα ξεραθεί. Μπορεί να φυτευθεί σε κήπους σε μέρη με μόνιμη υγρασία, όπως στα όρια τεχνητών λιμνών ή βάλτων ή να καλλιεργηθεί σε δοχεία. Στη δεύτερη περίπτωση καλό είναι η γλάστρα να βρίσκεται σ’ένα πιατάκι γεμάτο νερό, για τη διατήρηση της συνεχούς υγρασίας. Το φυτό ευδοκιμεί σε απευθείας ήλιο, ημισκιά ή και μερική σκιά. Ανθίζει και καρποφορεί για μεγάλο μέρος του έτους. Σπάνια καλλιεργείται ως φυτό εσωτερικού χώρου. Το χειμώνα παραμένει πράσινο. Αντέχει έως τους -12 βαθμούς Κελσίου. Για ενδυνάμωση της ανάπτυξής του, καλό είναι να κουρευτεί αρκετά χαμηλά είτε αργά το φθινόπωρο είτε νωρίς την άνοιξη. Σε πολύ κρύες περιοχές συμπεριφέρεται ως μονοετές. Πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα είτε με σπόρο, που θα πρέπει να σπαρει στην επιφάνεια υγρού χώματος, είτε με διαίρεση του φυτού.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλωπιστικές χρήσεις
καλλιέργεια 1
καλλιέργεια 2
καλλιέργεια 3
καλλιέργεια 4
I. cernua σελίδα της Νέας Ζηλανδίας περιγραφή και οικολογία
i. cernua σελίδα του Καναδά με πληροφορίες

Γεράνια

caption id=»attachment_2649″ align=»alignnone» width=»225″ caption=»γεράνι»][/caption]

γεράνι, άλλο φυτό


το ίδιο φυτό, άλλη ταξιανθία

Τα προσχεδιασμένα άρθρα για τα φυτά συνεχίζονται. Τώρα θα γράψω για τα γεράνια ή αλλιώς μολόχες, κάποια από τα πιο ευρέως καλλιεργούμενα φυτά στη χώρα μας. Η αντοχή τους στο μεσογειακό κλίμα μας, η προσαρμοστικότητα και οι λίγες τους απαιτήσεις, η συνεχής ανθοφορία και η μεγάλη ποικιλία χρωμάτων έχουν κάνει αυτά τα φυτά δικαιολογημένα τόσο δημοφιλή. Ο λόγος για τον οποίον δεν είναι από τα πολύ αγαπημένα μου φυτά είναι ακριβώς αυτός. Βρίσκονται παντού. Στο παρελθόν ωστόσο τα είχα καλλιεργήσει.
Τα ονόματα που τους δίνουμε είναι λανθασμένα. Μολόχες δεν είναι, η πραγματικές μολόχες είναι φυτά αυτοφυή της χώρας μας του γένους malva. Ούτε γεράνια (γένους geranium) είναι, αλλά ανήκουν στο συγγενικό γένος pelargonium (πελαργόνι), και τα δύο στην οικογένεια των γερανιιδών και στην τάξη των γερανιωδών. Είδη του γένους των γερανιών φύονται και στη χώρα μας, ενώ τα πελαργόνια κατάγονται από τη Νότια Αφρική με παρόμοιο μαλακό μεσογειακό κλίμα. Άλλα γνωστά είδη του γένους είναι η αρμπαρόριζα (pelargonium gravolens), οι μαυρομάτες και οι κρεμαστές μαστιχιές. Το γένος περιλαμβάνει περίπου 200 είδη. Η όλη σύγχυση των κοινών ονομάτων ξεκίνησε ύστερα από τη διάσπαση του γένους geranium του Λινναίου από το βοτανολόγο Charles L’Héritier το 1789. Παρόλα αυτά το λάθος όνομα έμεινε και σήμερα τ’αποκαλούμε ακόμα γεράνια. Το ίδιο έχει γίνει και μ’άλλα είδη που το επιστημονικό τους όνομα έχει αλλάξει, αλλά το κοινό τους όχι, π.χ. η σπιρουλίνα που αναταξινομήθηκε στο γένος αρθροσπίρα, αλλά το εμπορικό της όνομα δεν άλλαξε.
Επειδή έχουν δημιουργηθεί πολλά υβρίδια και ποικιλίες, είναι δύσκολη η διάκριση του είδους στα καλιεργούμενα γεράνια. Όλα ωστόσο έχουν παρόμοια εμφάνιση. Έχουν χοντρούς κι άκαμπτους βλαστούς με λίγες διακλαδώσεις και πυκνά, εναλλάξ, μακρύμισχα πλατιά καρδιοειδή φύλλα με κυματιστή άκρη. Όλο το φυτό είναι χνουδωτό κι αναδίδει ένα άρωμα αν τριφτεί. Τα άνθη βγαίνουν κατά ταξιανθίες ψευδοσκιάδια σε ψηλούς, χνουδωτούς βλαστούς, κι ανάλογα με την ποικιλία μπορεί να είναι κόκκινα, ρόδινα, φουξ, μοβ σε διάφορες αποχρώσεις, ή λευκά. Τα άνθη είναι συνήθως άοσμα. Οι καρποί, αν βγούν, είναι ξηροί κι έχουν πριν ανοίξουν σχήμα ράμφους πουλιού, εξού και τα ονόματα γεράνι (γερανός) ή πελαργόνι (πελαργός). Άλλες ποικιλίες είναι κοντές και συμπαγείς, ενώ άλλες ψηλές. Το φυτό της πρώτης φωτογραφίας του άρθρου είναι μιας συμπαγούς ποικιλίας, ενώ αυτό των άλων δύο μιας ψηλής.
Η καλλιέργειά τους είναι πολύ εύκολη. Τα γεράνια είναι τα ιδανικά φυτά΄για όσους θέλουν πολλά λουλούδια το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου χωρίς πολλή φροντίδα. Ευδοκιμούν σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και στα βαριά αργιλώδη, αρκεί να μην μένουν πάντοτε υγρά. Θα πρέπει ν’αφήνετε το χώμα να στεγνώσει ανάμεσα στα ποτίσματα. Η συνεχής υγρασία θα σαπίσει τις ρίζες τους. Τα γεράνια επίσης χρειάζονται άφθονο ήλιο και ζέστη. Προτιμότερο ειναι να βρίσκονται σε νότιο προσανατολισμό για τη μέγιστη ανθοφορία. Γεράνια που βρίσκονται στη σκιά αναπτύσσονται κι ανθίζουν λιγότερο. Αν και προσαρμόζονται σε φτωχά εδάφη, η λίπανση στην αρχή της ανάπτυξης με ισορροπημένο λίπασμα και κατά την περίοδο ανθοφορίας με λίπασμα χαμηλότερο σε άζωτο ωφελεί. Αντέχουν στον καλοκαιρινό καύσωνα και την ξηρασία, αν κι όσα βρίσκονται σε γλάστρες θα χρειαστούν συχνότερο πότισμα απ’αυτά που βρίσκονται στο έδαφος. Κόβετε τακτικά τις μαραμένες ταξιανθίες για την ενίσχυση της παραγωγής νέων. Τα γεράνια ανθίζουν από τα μέσα της άνοιξης έως τα πρώτα κρύα προς τα τέλη του φθινοπώρου.
Είναι καλύτερο, εάν ζείτε σε ορεινή περιοχή ή στη Βόρεια Ελλάδα, να τα καλλιεργείτε σε δοχείο για να μπορείτε να τα μετακινείτε σε περίπτωση βαριάς παγωνιάς. Στην πεδινή Νότια Ελλάδα και τα νησιά δεν υπάρχει κίνδυνος κι έχω δει συχνά σ’αυτές τις περιοχές γεράνια σε κήπους. Στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας δε χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Μπορούν ν’αντέξουν έως και λίγους βαθμούς υπό του μηδενός χωρίς πρόβλημα. Σε ορεινές ωστόσο ή πολύ κρύες περιοχές, θα πρέπει να μετακινηθούν σ’ένα φωτεινό και προστατευμένο απ’την παγωνιά χώρο το χειμώνα. Μπορεί εκείνο το διάστημα πολλά φύλλα να ξεραθούν, αλλά όσο το φυτό παραμένει πράσινο έστω και λίγο ή έχει χυμούς στους βλαστούς του σίγουρα θα επανέλθει γρήγορα την άνοιξη. Στις πεδινές περιοχές συνήθως όλο το φύλλωμα παραμένει πράσινο. Εγώ αν και δεν τα έδινα κάποια προστασία, σε περιπτώσεις επερχόμενης παγωνιάς τα μετακινούσα σε πιο προστατευμένο μέρος. Έχω επίσης παρατηρήσει ότι μερικές ποικιλίες ίσως είναι λίγο ανθεκτικότερες από άλλες, μολονότι αυτή η διαφορά δε φαίνεται να είναι κάτι σημαντικό.
Ίσως χρειαστούν κάποιες φορές λίγο κλάδεμα για τη διόρθωση του σχήματος ή για πιο πυκνή ανάπτυξη (περισσότερο για ψηλές ποικιλίες). Αφαιρείται επίσης ό,τι ξερό βρίσκετε.
Τα φυτά αυτά είναι από τα πιο εύκολα στον πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα κορυφής. Απλά σπάτε ένα κλαδί, κόβετε τα περισσότερα κατώτερα φύλλα και το φυτεύετε σε υγρό χώμα σε σκιερή θέση μέχρι να δείξει σημάδια ανάπτυξης οπότε το μετακινειτε στον ήλιο. Δε χρειάζεται ορμόνη ριζοβολίας. Κατά την εμπειρία μου, καλύτερα για πολλαπλασιασμό είναι τα κλαδιά με αναπτυσσόμενες κορυφές χωρίς ανθοφόρους βλαστούς. Αν ωστόσο δε βρίσκετε κλαδί χωρίς ανθοφόρους βλαστούς μπορείτε πάλι να το χρησιμοποιήσετε, αφού βεβαιωθείτε ότι έχει μια αναπτυσσόμενη κορυφή και κόψετε τον ανθοφόρο βλαστό. Επιπλέον, αν και προτείνετε ο πολλαπλασιασμός να γίνεται την άνοιξη ή το φθινόπωρο, οπότε το φυτό με τις πιο μέτριες θερμοκρασίες θα προσαρμοστεί ευκολότερα, έχω πολλαπλασιάσει συχνά τέτοια φυτά και το καλοκαίρι. Έχω ακόμα παρατηρήσει ότι τα μικρά ή τα μεσαία κλαδιά πιάνουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα απ’ό,τι τα μεγάλα.
Ένα ακόμα θετικό αυτών των φυτών είναι ότι δεν προσβάλλονται εύκολα από τις περισσότερες ασθένειες. Μπορει να πιάσουν αφίδες (μελίγκρες) από κάποιο γειτονικό φυτό που έχει, αλλά αυτό καταπολεμάτε εύκολα. Τα δικά μου φυτά δεν είχαν ποτέ προβλήματα με ασθένειες.
Συμπερασματικά, τα γεράνια είναι απ΄τα πιο εύκολα καλλωπιστικά φυτά στην καλλιέργεια, και είναι σίγουρο ότι θα σας δίνουν πλούσια ανθοφορία με πολύ χρωμα για τον περισσοτερο χρόνο, για πολά χρόνια.
Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά ξεκίνησε πριν αρκετά χρόνια. Ήταν απο τα πρώτα φυτά που είχα κι αποδείχθηκαν από τα πιο ανθεκτικά. Έκανα αρκετούς πολλαπλασιασμούς τα χρόνια που τα καλλιεργύσα. Ωστόσο είχα και μερικές απώλειες. Μια χρονιά, σε μια απότομη και μικρής διάρκειας παγωνιά, έχασα τρία φυτά, γιατί δεν πρόλαβα να τα προστατεύσω. Επίσης το τελευταίο φυτό, επειδή ήταν πολύ εξασθενημένο μετά από ένα χειμώνα πριν περίπου 3-4 χρόνια, το ξερίζωσα, αν και θυμάμαι ότι ήταν λίγο πράσινο στη βάση του. Τότε ακόμα δεν είχα τόσο μεγάλη εμπειρία με τα φυτά κι όποιο εμφάνιζε σοβαρά συμπτώματα αδυναμίας το ξερίζωνα. Από τότε δεν ξαναφύτεψα τέτοια φυτά, αλλά προτίμησα να βάλω κάτι πιο σπάνιο.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Pelargonium
καλιέργεια γερανιού στο valentine.gr

Ενημέρωση 20/3/2016: Από πέρυσι το φθινόπωρο έχω δυο γεράνια, το ένα μιας κοντής ποικιλίας με κόκκινα άνθη και το άλλο μιας ψηλότερης με πορτοκαλοκόκκινα. Είναι πολύ ανθεκτικά φυτά που ανθίζουν υπό οποιεσδήπότε συνθήκες, και απορώ γιατί δεν τα είχα τόσο καιρό! Άνθιζαν σποραδικά ακόμα και το χειμώνα!

Σημείωση: Το φυτό αναγνωρίστηκε ως οινοθήρα (oenothera speciosa). Παρακάτω υπάρχουν καλλιεργητικές πληροφορίες, η ιστορία του φυτού μου κι εκτενής περιγραφή φυσικά, για να γίνει η αναγνώριση σωστά.

άνθος του φυτού

Το παραπάνω φυτό της φωτογραφίας προστέθηκε πέρσι στη συλλογή μου. Είναι ένα απ’τ’αγαπημένα μου πολυετή ανθοφόρα. Αν και για τα περισσότερα των φυτών μου γνωρίζω το ακριβές είδος, ή, αν αυτό δε γίνεται, π.χ. στην περίπτωση των υβριδίων, το όνομα του γένους, γι’αυτό το φυτό όμως δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για το είδος και την ταξινόμησή του. Το μόνο που ξέρω αρκετά καλά είναι οι καλλιεργητικές ανάγκες.
Αυτό το φυτό είναι κλώνος από φυτά στο Πολύχρονο Χαλκιδικής. Εκεί θείοι μου έχουν εξοχικό και γι’αυτό έχω πάει αρκετές φορές. Το φυτό αυτό μπορει να βρεθεί καλλιεργούμενο αρκετά συχνά. Από εκεί επίσης προέρχονταν και τα φυτά που είχαμε στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης. Στη Θεσσαλονίκη το έχω δει σπάνια. Τέτοιο φυτό έχει κι ο Χάμπος007, αλλά δεν ξέρω από πού το πήρε.

Το μόνο σίγουρο που ξέρω γι’αυτό το φυτό είναι ότι είναι ένα πολυετές δικοτυλήδωνο. Όπως φαίνεται είναι ριζωματώδες, γιατί μία μόνο φυτεμένη ρίζα μπορεί γρήγορα να δημιουργήσει πολλές παραφυάδες. Οι ‘παραφυάδες’ αυτές σίγουρα δεν προέρχονται από σπόρο που πέφτει, γιατί μπορεί να εμφανιστούν και πριν την ανθοφορία. Το φυτό έχει λεπτές και ανοιχτόχρωμες, αλλά βαθιές ρίζες. Οι υπέργειοι βλαστοί του είναι λεπτοί ή μέτριου πάχους στη βάση, λείοι, εύκαμπτοι και σκληροί. Μέχρι ένα συγκεκριμένο ύψος στηρίζονται από μόνοι τους, αλλά μετά από κάποιο διάστημα λυγίζουν και κρεμάνε. Το φυτό είναι ημιαναρριχόμενο. Συχνά οι βλαστοί απλώνουν, ακουμπούν σ’επιφάνειες ή μπλέκονται μεταξύ τους ή και σε άλλα φυτά. Το φυτό αυτό δεν είναι πολύ πυκνό. Αν και υπάρχουν μικρά κλαδάκια στις μασχάλες των φύλλων, εξαιτίας της έντονης κυριαρχίας της κορυφής, συνήθως δεν αναπτύσσονται. Μερικά κλαδιά αναπτύσσονται κοντά στη βάση του βλαστού. Αν η κορυφή κοπεί, κάποια κλαδιά θ’αναπτυχθούν, αλλά πάλι το φυτό θα διατηρήσει το αραιό κι απλούμενο σχήμα του. Τα φύλλα είναι εναλάξ, περίπου 4 εκατοστά (άλλα μεγαλύτερα άλλα μικρότερα) και πλατιά, οδοντωτά, λεία, με κανονικό μίσχο. Μπορεί να είναι απλά ή σύνθετα, με μικρά, άμισχα, τριγωνικά φυλλαράκια στο σημείο ένωσης του ελάσματος του φύλλου με το μίσχο. Φύλλα προς τη βάση είναι πιο σύνθετα.
Τα άνθη βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, αφού το φυτό έχει πάρει κάποιο ύψος και στηρίζονται σ’έναν κοντό, μικρό βλαστό. Είναι κάπως χωανοειδή, διαμέτρου περίπου 3-6 εκατοστών, με 4 πέταλα χωρισμένα ελαφρά σε 2 λοβούς και το κέντρο τους είναι κίτρινο. Οι στήμονες είναι, όπως προσπάθησα να τους μετρήσω, 4 ή και περισσότεροι με επιμήκεις ανθήρες που ρίχνουν πολύ γύρη. Ο κάλυκας έχει 4 πλευρές, όσα είναι και τα σέπαλα. Τα σέπαλα, μαζί μάλλον με τα πέταλα, δημιουργούν ένα στενό σωλήνα από τον κάλυκα ως το ανοιχτό μέρος του άνθους. Τα σέπαλα ανοίγουν κι αυτά στο επάνω τέλος του σωλήνα, αν και είναι πολύ μικρά. Τα άνθη έχουν ένα ελαφρύ άρωμα λεμονιού. Τα μπουμπούκια είναι κυλινδρικά, και δεν ανοίγουν όλα μαζί συγχρόνως. Μετά την πτώση του άνθους σχηματίζεται μια μικρή κάψουλα, που παραμένει γι’αρκετό χρόνο στο φυτό.
Το φυτό αυτό είναι πολυετές, με περίοδο μεγαλύτερης ανάπτυξης την άνοιξη. Προς τα μέσα-τέλη άνοιξης κι όλο το καλοκαίρι ανθίζει σχεδόν συνεχώς με μια μικρή παύση στα μέσα καλοκαιριού-φθινόπωρο, οπότε αναπτύσσεται πάλι. Το χειμώνα μπορεί οι ψηλοί βλαστοί να ξεραθούν, αλλά πάντα μερικά φύλλα μένουν. Επανέρχεται την άνοιξη πολύ γρήγορα. Στους Πύργους Κοζάνης (μέσο υψόμετρο 800 μ.) παγώνει και καταστρέφεται. (Ενημέρωση 2/8/2011: Έκανα πολύ μεγάλο λάθος. Νόμισα ότι καταστράφηκε όταν το επισκέφθηκα τον Απρίλιο και είδα μόνο λίγα ξερά κλαδιά. Διάβασα όμως ότι στις κρύες περιοχές αργεί να εμφανιστεί στην επιφάνεια. Τον Ιούνιο που το ξαναείδα είχε γίνει τουλάχιστον τριπλάσιο από πέρσι, με πάρα πολλά άνθη.)

ολάνθιστο φυτό τον Ιούνιο στους Πύργους

Καλλιεργείται σε πολλά περιβάλλοντα. Και στο έδαφος και σε δοχεία. Χρειάζεται χώμα με καλή αποστράγγιση, ήλιο ή ελαφριά ημισκιά με λίγες ώρες ήλιο και κανονικό πότισμα και λίπανση. Αν καλλιεργείται σε δοχείο, θα χρειαστεί βαθιά γλάστρα για ν’απλώσει τις ρίζες του.
Το δικό μου φυτό το έχω σε μια μεσαία γλάστρα μ’ελαφρύ χώμα, σε θέση ημισκιερή με μερικές ώρες απευθείας ήλιο και αναπτύσσεται γρήγορα κι ανθίζει συνεχώς αυτήν την εποχή. Το χειμώνα δεν του δίνω κάποια προστασία. Ο Χάμπος007 το διατηρεί σε παρόμοιες συνθήκες.
Από τη φωτογραφία και την εκτενή περιγραφή, παρακαλώ όποιος γνωρίζει αυτό το φυτό, να μου το αναγνωρίσει κάνοντάς ένα σχόλιο.