Tag Archive: οικοσύστημα


Κάθε χρόνο, εκατομμύρια ζώων βρίσκουν το θάνατο στους αυτοκινητόδρομους της χώρας μας και του υπόλοιπου ανεπτυγμένου κόσμου. Το φαινόμενο αυτό ξεκίνησε από τότε που άρχισαν να διαδίδονται τα αυτοκίνητα στις αρχές του περασμένου αιώνα, κι έκτοτε παρουσιάζει συνεχή αύξηση. Αποτελεί επομένως μια σχετικά πρόσφατη πηγή καθαρά ανθρωπογενούς θνησιμότητας για τα ζώα, η οποία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το φυσικό ιοικοσύστημα. Παρόλα αυτά, τα μέτρα περιορισμού του φαινομένου που έχουν παρθεί είναι συχνά ανεπαρκή, ακόμα και στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες.

Όλοι μας θά’χουμε δει ζώο πατημένο στο δρόμο πάνω από μια φορά και θα τό’χουμε αποδώσει σε τυχαίο γεγονός. Δεν είναι όμως τυχαίο γεγονός? αντίθετα είναι κανονικό φαινόμενο με μεγαλύτερα ποσοστά σε συγκεκριμένα είδη παρά σ’άλλα. Οι περισσότερες συγκρούσεις με ζώα είναι ατυχήματα χωρίς δηλαδή πρόθεση, ιδίως αν τα ζώα είναι μικρά ή νυκτόβια ώστε να μη γίνονται εύκολα αντιληπτά, ή σπανιότερα σε περιπτώσεις όπου ο οδηγός κινδυνεύει και δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει την πορεία του. Σ’άλλεςπάντως περιπτώσεςι οδηγοί πατούν τα ζώα από αμέλεια ή κι επίτηδες. Δεν είναι όμως μόνο περιβαλλοντικό θέμα η αποφυγή τω συγκρούσεων με ζώα? τα μεγάλα ζώα μπορεί να προξενήσουν βλάβη στο αυτοκίνητο ή να απειλήσουν την ασφάλεια ακόμα και τη ζωή των επιβαινόντων. Στην Ελλάδα τέτοιες συγκρούσεις είναι σπάνιες γιατί άραγε; Γιατί έχουμε σχεδόν εξαφανίσει τα μεγάλα ζώα! Σε χώρες όμως μεγαλύτερης έκτασης όπως η Αμερική, όπου οι άνθρωποι παρόλες τις “προσπάθειές” τους δεν έχουν επιτελέσει σωστά το θεάρεστο έργο τους, τέτοιες συγκρούσεις γίνονται. Γι’αυτο κι ο θάνατος μιας αρκούδας στο δρόμο είναι τόσο σημαντικό γεγονός.

Εδώ αξίζει μια παρένθεση για τις αρκούδες. Είναι σ’όλους μας γνωστό ότι η καφέ αρκούδα “Ursus arctos” απειλείται σοβαρά με εξαφάνιση στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, όπου κάποτε είχε μεγάλη εξάπλωση σ’όλη την ηπειρωτική χώρα και την Πελοπόννησο, τώρα έχει περιοριστεί στη βόρεια Πίνδο και στη Ροδόπη με πληθυσμό μόλις 150 ατόμων, και πάλι απ’τους υψηλότερους στην Ευρώπη, μιας και σ’άλλες χώρες ο πληθυσμός της είναι αρκετά μικρότερος, π.χ. στη Γαλλία 50, και στην Ιταλία και την Ισπανία μόνο 10. Η ανάκαμψη των πληθυσμών είναι δύσκολη, δεδομένου του βραδέος αναπαραγωγικού ρυθμού του είδους (το θηλυκό γεννά 1-2, σπάνια 3 μικρά κάθε 3 χρόνια, τα οποία φτάνουν σε γεννητική ωριμότητα στα 4-5 χρόνια), και της μεγάλης θνησιμότητας των μικρών (περίπου 50% στον πρώτο χρόνο μόνο από φυσικά αίτια). Πέρα από τις ηθελημένες δολοφονίες για δήθεν καταστροφές σε παραγωγές και για την ασφάλεια των ανθρώπων (η αρκούδα θα επιτεθεί μόνο εάν απειληθεί σοβαρά, κι επίσης το 80% της διατροφής της βασίζεται σε φυτικές πηγές, ενώ δεν πειράζει με΄γάλα ζώα), έχουμε κια τους θανάτους από αυτοκίνητα. Ενδεικτικά αναφέρω τις φετινές περιπτώσεις,
τρεις νεκρές σε δρόμους της Δυτικής Μακεδονίας τον Απρίλιο,
μία τραυματισμένη χτυπημένη από δύο αυτοκίνητα τον Ιούνιο
και
δύο νεκρά δίδυμα στην Καστοριά τον Ιούλιο,
ενώ
το 2009 έκλεισε με 10 νεκρές στους δρόμους.
Οι περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνουν σε δρόμους της Δυτικής Μακεδονίας, με τα πλέον επικίνδυνα μέρη σε μερικά τμήματα της Αιγνατίας Οδού και στην κάθετο Σιάτιστας-Κρυσταλλοπηγής, παραδοσιακά περάσματα των αρκούδων. Οι συγκρούσεις με αρκούδες είναι αποτέλεσμα ατυχημάτων το βράδυ οπότε η ορατότητα είναι χαμηλή, κι ως τώρα δεν έχει σημειωθεί ανθρώπινο θύμα, ή θά’πρεπε να υπάρξει μήπως και το κράτος δράσει γρηγορότερα; Γιατί ήδη από το 2008 είχε προταθεί από την περιβαλλοντική οργάνωση Καλλιστώ να περιφραχθούν με υπερυψηλούς ενισχυμένους φράκτες τα επικίνδυνα μέρη της Μακεδονίας για την προστασία των ζώων, ωστόσο η υλοποίηση του προγράμματος
άρχισε μόλις φέτος την άνοιξη,
έπειτα από συνεχή υπομνήματα περιβαλλοντικών οργανώσεων κι ανεπαρκείς περιφράξεις. Τελικά είμαστε ένα υπανάπτυκτο πρώην οθωμανικό κράτος που απέχει απ’την Ευρώπη πολύ περισσότερο απ’ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε, ιδιαίτερα στον τομέα του περιβάλλοντος.
Σε άλλες χώρες με μεγάλα ζώα, τα μέτρα είναι πολύ αποτελεσματικότερα. Για παράδειγμα περιφράσσονται οι δρόμοι ή δημιουργούνται διαβάσεις ζώων, υπόγειες σύρραγγες περιφραγμένες από πάνω ώστε τα ζώα ν’αναγκάζονται να περνούν από εκεί, κοινές σε ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, σωτήριες για μικρά και μεγάλα ζώα που περνούν απέναντι. Στην Ελλάδα τέτοιες υποδομές είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

Ποσοτικά και ποιοτικά εντούτοις τα μικρά ζώα είναι πολύ περισσότερα, για τα οποία όμως οι προσπάθειες προστασίας τους από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις είναι περιορισμένες κι αποσπασματικές. Ακόμα κι αν πολλά απ’αυτά τα είδη δεν απειλούνται άμεσα, η θνησιμότητα στους δρόμους αποτελεί μια επιπλέον πίεση που μπορεί μακροπρόθεσμα να συμβάλει στη μείωση των πληθυσμών τους. Έτσι θα δούμε στο δρόμο πατημένους ασβούς, νυφίτσες, αλεπούδες, σκαντζόχοιρους, σκίρουρους, ποντίκια, αρουραίους, βατράχους, φρύνους, σαύρες, σαλαμάνδρες, φίδια, χελώνες, περιστέρια, σπουργίτια, κουκουβάγιες κι άλλα νυχτοπούλια, κότες, γάτες, σκυλιά κι έντομα ισάριθμα με τα σπονδυλωτά θύματα. Ορισμένα ζώα είναι πιθανότερο να χτυπηθούν από αυτοκίνητο αντί άλλα σύμφωνα με μετρήσεις, το οποίο επιβεβαιώνει και η εμπειρία μου στους δρόμους των Πύργων της Κοζάνης και λιγότερο της υπόλοιπης Ελλάδας. Αριθμητικά περισσότερα ζώα που έχω συναντήσει είναι οι φρύνοι, οι οποίοι επειδή είναι νυκτόβιοι και μικροί μάλλον δε γίνονται αντιληπτοί και σκοτώνονται. Τα ερπετά είναι σπανιότερα, με πιο σπάνιες τις σαύρες, οι οποίες τρέχουν μακριά έτσι κι αλιώς με την παραμικρή απειλλή, λιγότερο τις χελώνες, τις οποίες θέλω να πιστεύω ότι τις βλέπουν οι οδηγοί και τις παρακάμπτουν ή τις περνούν απέναντι, και λίγο συχνότερα τα φίδια, που ίσως μερικά πατιούνται επίτηδες. Τα νυκτόβια θηλαστικά είναι επίσης λίγο περισσότερα όπως οι νυφίτσες και οι σκαντζόχοιροι σχετικά μ’άλλα ζώα, μιας και είναι μικρά και σκουρόχρωμα και μέσα στο βράδυ δε φαίνονται. Οι σκαντζόχοιροι έχουν εντελώς αναποτελεσματική άμυνα, αφού συχνά αντί να τρέξουν γίνονται μπαλίτσες, σαν να επρόκειτο για κάποιον συνηθισμένο εχθρό. Πουλιά θυμάμαι μόνο τρεις φορές, τις δύο μικρά άγρια και τη μία μια κότα. Από κατοικίδια οι σκύλοι είναι σπάνιοι, διότι μάλλον φαίνονται από μακριά, ή κι ακόμα κι αν ο οδηγός δεν είναι ευσυνείδητος, τα μεγάλα σκυλιά μπορεί να προξενήσουν βλάβη στο αυτοκίνητο. Δυστυχώς όμως οι γάτες σκοτώνονται αρκετά συχνά. Θυμάμαι χρονιά που βρήκα τέσσερις πατημένες στους Πύργους, ενώ έχω βρει ακόμα και στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου μένω. Ξέρω όμως ότι γενικά οι γάτες αποφεύγουν γρήγορα τους εχθρούς, γι’αυτό έψαξα να βρω γιατί σκοτώνονται τόσες πολλές. Ίσως λοιπόν το στενό τους οπτικό πεδίο ή η τάση τους να πετάγονται μπροστά την τελευταία στιγμή να τις προδιαθέτουν περισσότερο σε ατύχημα στο δρόμο, δεν αποκλείω ωστόσο ένα μικρό ποσοστό οδηγών ου της σκοτώνει από αμέλεια ή κι επίτηδες. Παρόλη τη μικρή συμβολή των περιβαλλοντικών οργανώσεων για τα μικρά ζώα, μπορείτε όλοι σας να βοηθήσετε απλώς προσέχοντας λίγο παραπάνω στο δρόμο, ιδίως το βράδυ, και περνώντας τα βραδυκίνητα ζώα απέναντι πάντοτε προς την κατεύθυνση που κοίταζαν. Όπως είπα η αντιμετώπιση του προβλήματος από επίσημους φορείς είναι αποσπασματική. Στην Αγγλία για παράδειγμα εθελοντές περιβαλλοντικών οργανώσεων περιπολούν το βράδυ για φρύνους τους οποίους περνούν απέναντι.

Όταν ένα ζώο χτυπηθεί, είτε πεθαίνει ακαριαία είτε λίγο αργότερα από σοβαρούς τραυματισμούς. Σπάνια μπορεί να σωθεί ακόμα κι αν γίνεται, δεδομένης της αποσπασματικής και μη έγκαιρης παρέμβασης. Ωστόσο κάποτε τα αβγά μπορούν να σωθούν και να εκολαφθούν σε νεοσούς.
Εδώ (μέρος 1)
μέρος 2
μέρος 3
η περίπτωση ενός Αμερικανού από τη Φλόριντα ο οποίος μάζευε τα αβγά πατημένων νεροχελώνων, τα επώαζε κι απελευθέρωνε τους νεοσούς στον υγρότοπο προέλευσης της μητέρας τους. Αρχικά η εφαρμογή του σχεδίου ήταν δύσκολη, διότι χρειαζόταν η έκδοση άδειας για τη συλλογή πατημένων ζώων (γι’αυτό αργότερα), αλλά μόλις την έβγαλε άρχισε τη δουλειά. Μπορούσε να σώζει μόνο τα μεγάλα είδη, μιας και οι μικρότερες χελώνες γίνονταν χαλκομανίες ολόκληρες. Επίσης παρατήρησε πως μονο τα αβγά από πρόσφατα πατημένες χελώνες ήταν βιώσιμα.

Λέγοντας για χαλκομανίες τώρα, έχω να κάνω τις παρατηρήσεις μου πάνω στην τύχη των πατημένων ζώων. Συχνά κάποιος λοιιπόν τα πετάει στην άκρη του δρόμου ή στα σκουπίδια. Άλλες φορές ωστόσο, ιδίως σε δρόμους χαμηλής κυκλοφορίας ή στην περίπτωση μικρών ζώων, τα ζώα μένουν εκεί που είναι, όπου πατιούνται περαιτέρω. Μικρά ζώα όπως φρύνοι και φιδάκια τελικά αποξηραίνονται και γίνονται πλήρεις χαλκομανίες με μορφή φύλλου πίτας στο σχήμα του ζώου. Άλλα μεγαλύτερα ζώα, όπως μια νυφίτσα και μια γάτα που θυμάμαι, αρχικά αποσυντίθενται με αρκετές μύγες, αργότερα όμως κι αυτά ξεραίνονται ώσπου μένουν μόνο τα οστά, το δέρμα με τις τρίχες και λίγο ξεραμένο κρέας κολλημένο στο δρόμο. Ζώα ή κι άνθρωποι μπορεί να προστρέξουν στο πτώμα για να το φάνε.

Αν κι ένα πατημένο ζώο δε μας παραπέμπει αμέσως σε φαγώσιμο κρέας, το κρέας του μπορεί να φαγωθεί υπό κάποιες προϋποθέσεις. Στην Ελλάδα δεν ξέρω αν γίνεται αυτό, πάντως σε βορειοευρωπαϊκές χώρες με μεγάλα ζώα, στην Αυστραλία όπου πατιούνται καγκουρώ, και πολύ περισσότερο στην Αμερική, όπου ενάμισι εκατομμύριο ελαφιών σκοτώνεται κάθε χρόνο στους δρόμους, οι άνθρωποι που το κάνουν αυτο είναι περισσότεροι, άλλοι από παράδοση κι άλλοι από πεποίθηση. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι το κρέας ζώων πατημένων στο δρόμο είναι θρεπτικό με πολλή πρωτεΐνη και λίγο σχετικά κορεσμένο λίπος (όπως τα περισσότερα άγρια ζώα), υγειινό, χωρίς φάρμακα, αντιβιωτικά κι ορμόνες, και φυσικά δωρεάν. Θεωρητικά όλα τα είδη μπορούν να φαγωθούν, από ελάφια έως αρκούδες έως αλεπούδες, σκίουρους και ρακούν, ενώ λίγοι τρώνε ακόμα και σκυλιά και γάτες. Οι καταναλωτές τέτοιου κρέατος βασίζονται σε σημάδια του ζώου για να κρίνουν αν είναι κατάλληλο για φάγωμα. Κατάλληλο είναι σίγουρα το ζώο που χτυπήθηκε μόλις πριν λίγο ή αυτό που είναι ακόμα ζεστό. Αργότερα χρησιμοποιούνται άλλες ενδείξεις, π.χ. αν το ζώο έχει ακόμα πάνω του ψύλλους κι άλλα εκτοπαράσιτα ή δε φαίνεται σάπιο είναι καλό. Η ύπαρξη μυγών δε δείχνει απαραίτητα ότι το κρέας δεν είναι καλό, μιας κι αυτές αρχίζουν να προσέρχονται σύντομα μετά το θάνατο. Τα αποσυντεθημένα ή τα φανερά άρρωστα ζώα αποφεύγονται πάντοτε, αλλ’ακόμα και το κρέας των κατάλληλων για επιπλέον ασφάλεια μαγειρεύεται για περισσότερη ώρα απ’ό,τι το κανονικό. Στην Αμερικη έχει δημιουργηθεί
μια ξεχωριστή κουζίνα
για το συγκεκριμένο κρέας, με σχετικά βιβλία μαγειρικής και φεστιβάλ κατανάλωσης πατημένω ζώων απ’το δρόμο. Παρόλα αυτά, το ποσοστό των ανθρώπων που καταναλώνουν τέτοιο κρέας ακόμα και στην Αμερική είναι μικρό.

Παρά την αυστηρή επιλογή των ζώων για κατανάλωση, εγώ δύσκολα θα έτρωγα τέτοιο κρέας. Δε θα μπορούσε το ζώο να είχε μια ασθένεια η οποία να το έκανε επιρρεπέστερο να χτυπηθεί από αυτοκίνητο, όπως κάτι νευρολογικό; Ή κάποια ασθένεια που ο οδηγός ούτε καν πρόσεξε και δε φαίνεται στο νεκρό ζώο; Παρακάτω θα κάνω μια ενδεικτική αναφορά για μερικές τέτοιες ασθένειες.
Τριχίνωση ή τριχινέλωση: Προκαλείται από τον παρασιτικό σκώληκα Trichinella spiralis και σπανιότερα από συγγενικά του είδη. Βρίσκεται στο χοιρινό, στο κρέας της αρκούδας, του ασβού και λοιπών παμφάγων και σαρκοφάγων. Με το μαγείρεμα καταστρέφεται – έρτσι κι αλλιώς αυτά τα κρέατα μαγειρεύονται περισσότερη ώρα για να σκοτωθούν όλα τα παρασιτικά σκουλήκια.
Τουλαραιμία: Ενδημεί στην Αμερική και σε λίγα μέρη της Ευρασίας (όχι στην Ελλάδα). Είναι λοίμωξη προκαλούμενη από το βακτήριο Francisella tularensis που προσβάλλει τα άγρια τρωκτικά και τα λαγόμορφα. Συνήθως τα ζώα βρίσκονται σε κατάπτωση κι ίσως μρικά πεθάνουν. Στον άνθρωπο ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη. Δεν υπάρχει κίνδυνος για τα κουνέλια μας, μιας και δεν έχει εντοπιστεί ποτέ σε οικόσιτα ζώα.
Πανώλη: Σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη με το είδος Yersinia pestis. Αν και οι επιδημίες της έχουν εξαλειφθεί, σημειώνονται ακόμα σποραδικάκρούσματα στην Αμερική, στη Ρωσία κι αλλού. Στην Ελλάδα πιθανόν δεν υπάρχει. Την φέρουν οι αρουραίοι και συγγενικά τρωκτικά, και μπορεί κάποιος να προσβληθεί κατά την ετοιμασία τους για φαγητό.
Λύσσα: Ιογενής νευρολογική πάθηση που προσβάλλει όλα τα θηλαστικά, κυρίως όμως τα σαρκοφάγα και τις νυχτερίδες, σπανιότερα τα φυτοφάγα και πρακτικά ποτέ τα μικρότερα είδη. Στην Ελλάδα καθώς και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει εξαλειφθεί από τα χερσαία ζώα, στην Αμερική ωστόσο σημειώνονται αρκετά κρούσματα σε άγρια ζώα. Συνήθως το άρρωστο ζώο φαίνεται και οι κυνηγοί δεν το τρώνε. Ο άνθρωπος μπορεί να εμβολιαστεί μετά την έκθεση για την πρόληψη των συμπτωμάτων, τα οποία οδηγούν συνήθως στο θάνατο. Ο ιός καταστρέφεται με το μαγείρεμα, αν και κανείς μπορει να εκτεθει κατά την ετοιμασία του ζώου.
Χρόνια εξασθενητική νόσος: Η πλέον τρομακτική κι επικίνδυνη απ’όλες τις παραπάνω. Ενδημεί στα ελάφια και τους άλκες της Βορειου Αμερικής, όπου πρώτα σημειώθηκε σε αιχμάλωτους πληθυσμούς το 1968 κι έκτοτε εξαπλώθηκε με επιδημικές διαστάσεις στη φύση. Κάθε χρόνο όλο και περισσότερα κρούσματα σημειώνονται σε όλο και μακρινότερες πολιτείες από το επίκεντρο Κολοράντο-Ουισκόνσιν. Ο περιορισμος της είναι ως τώρα αδύνατος, πρακτικά δηλαδή δε μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τη σταματήσουμε. Είναι μια μεταδόσιμη σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια
(μσε),
συγγενική με την τρομώδη νόσο των αιγοπροβάτων, τη νόσο των τρελών αγελάδων και τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ των ανθρώπων. Προκαλείται από την πρωτεΐνη πριόν, μια ανθεκτικότατη μορφή της φυσιολογικής ομώνυμης πρωτεΐνης η οποία μετατρέπει της φυσιολογικές στο παθολογικό της σχήμα, καταστρέφοντας το νευρικό σύστημα. Δεν καταστρέφεται με τις συνήθεις μεθόδους αποστείρωσης, ούτε φυσικά με το μαγείρεμα. Η πρωτεΐνη αυτή δε μεταδίδεται μόνο κατά την περίοδο των συμπτωμάτων, αλλά και κατά την περίοδο επώασης, η οποία μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Πειράματα έως τώρα έχουν δείξει ότι μεταδίδεται πολύ αναποτελεσματικά στον άνθρωπο, ωστόσο πάλι θα πρέπει νκάποιος να προσέχει, μιας και οι μσε είναι 100% θανατηφόρες. Ορισμένα κρούσματα Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ σε κυνηγούς στην Αμερική σε ηλικία μικρότερη απ’το σύνηθες ίσως υποδηλώνουν μόλυνση, αλλ’αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα.

Στις περισσότερες χώρες η συλλογή πατημένων ζώων δεν ρυθμίζεται από κάποια νομοθεσία, εκτός από τη Βόρεια Αμερική. Στον Καναδά δεν υπάρχει περιορισμός, το κρέας αυτό δωρίζεται σε φιλανθρωπικές οργανώσεις. Η κατάσταση είναι διαφορετική ωστόσο στις ΗΠΑ, γνωστή άλλωστε για τη συχνά περίεργη νομοθεσία της, όπου ο νόμος διαφέρει ανά πολιτεία. Στην Αλάσκα για παράδειγμα τα νεκρά ζώα στο δρόμο θεωρούνται περιουσία της πολιτείας κι όποιος εντοπίσει ένα θα πρέπει να καλέσει τους αρμόδιους, οι οποίοι θα το δώσουν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Στο Ιλινόι οποιοσδήποτε μπορεί να πάρει ένα σκοτωμένο ζώο, με την προτεραιότητα στον οδηγό που το χτύπησε, αρκεί να είναι κάτοικος της πολιτείας, να είναι συνεπής στην πληρωμή διατροφής για τα παιδιά αν είναι χωρισμένος (γιατί αυτό;) και να μην έχει παραβεί κυνηγετικούς νόμους σε οποιαδήποτε πολιτεία. Στο Νιου Τζέρσεϊ χρειάζεται άδεια για τη συλλογή πατημένων ζώων. Στο Τέξας η συλλογή πατημένων ζώων ίσως θεωρηθεί παράνομη σύμφωνα με το νόμο περί απαγόρευσης του κυνηγιού απ’το δρόμο. Στη Δυτική Βιργινία, στη Γεωργία, στο Τενεσί κι αλλού η συλλογή πατημένων ζώων δεν τίθεται υπό κάποιον περιορισμό, ενώ αλλού όπως στο Ουισκόνσιν είναι πράξη παράνομη (μήπως για την πρόληψη της μετάδοσης της χρόνιας εξασθενητικής νόσου;). Πολύ παράξενη αυτή η Αμερική τελικά.

Οι Αμερικάνοι όμως κάνουν κι άλλα πράγματα μ’αυτά τα ζώα εκτός του να τα τρώνε. Κατ’αρχήν αποτελούν θέμα έργων τέχνης, όπως αυτών που κάνουν ορισμένοι ταριχευτές – ταριχεύουν ζώα με τη μορφή πατημένου, ενώ καλλιτέχνες όπως ο Αμερικανός Steven Paternite τα χρησιμοποιούν συχνά ως θέματα ζωγραφικής. Η διεθνής καλλιτέχνης Claudia Terstappen φωτογραφίζει πατημένα ζώα και τα τυπώνει να επιπλέουν σε ουδέτερο κενό. Επίσης αποτελούν στόχο σεξουαλικών ανώμαλων, οι οποίοι έχουν συλληφθεί να συνουσιάζονται μαζί τους, π.χ.
αυτή η αμερικανική περίπτωση.
Ο καθένας δηλαδή μπορεί να κάνει ΄΄ο,τι ανωμαλία θέλει μ’αυτά.

Προσέχετε λοιπόν τι περνάει στο δρόμο ώστε να το απποφύγεται αν γίνεται. Θα κάνετε ακόμα περισσότερο καλό αν περνάτε τη χελωνίτσα, το βατραχάκι ή το σκαντζόχοιρο που έχει γίνει μπαλίτσα απέναντι γρήγορα όποτε γίνεται. Αρχίζετε να παρατηρείται τα πατημένα ζώα και μετράτε τα κάθε χρόνο για να βγάζετε συμπεράσματα για τον αριθμό και το ποσοστό κάθε είδους σε μια περιοχή. Ευχαρίστως δέχομαι σχόλια για τα ευρήματά σας.

Πάντοτε είναι σπουδαίο γεγονός η ανακάλυψη απολιθωμένων οικοσυστημάτων, κάτι που γίνεται πολύ σπάνια, όμως μας δίνει τεράστιο πλούτο πληροφοριών για τις συνθήκες στην εποχή που αυτοί οι οργανισμοί ζούσαν. Ένα τέτοιο οικοσύστημα δεν είναι απλά μια συλλογή απολιθωμάτων σ’ένα πέτρωμα, που μπορεί ν’αποτέθηκε εκεί με τυχαίο τρόπο από ένα ρεύμα. Συνήθως τ’απολιθώματα βρίσκονται διατηρημένα σε τέλεια κατάσταση, όπως και το περιβάλλον δίπλα τους, ενώ συχνά οργανισμοί που δεν απολιθώνονται εύκολα μπορεί να βρεθούν. Είναι ακόμα συχνό να βρίσκονται οργανισμοί στη θέση που θα ήταν τότε που ζούσαν, ίχνη τους ή και οι σχέσεις μεταξύ τους. Τα γνωστά μας απολιθωμένα δάση για παράδειγμα, αν και είναι σπουδαίο εύρημα, συνήθως δεν διατηρούν όλα τα λεπτά χαρακτηριστικά ενός οικοσυστήματος, αν και πάλι μπορούμε να συμπεράνουμε πολλά. Εδώ στην Ελλάδα έχουμε μερικά απολιθωμένα δάση, όπως αυτό στη Μυτηλίνη ή αυτό στο νόστιμο, όμως σχετικά μ’αυτά τα οικοσυστήματα που λέω είναι πολύ πιο πρόσφατα και όχι τόσο άριστα διατηρημένα.

Αρκετά παλαιότερα είχα κάνει μια αναφορά για
ένα ύστερο δεβόνιο οικοσύστημα στις ΗΠΑ,
που μας έδωσε αρκετές πληροφορίες για την εξέλιξη των οργανισμών εκείνη την περίοδο, και ιδίως για τα φυτα και τα πρώτα αμφίβια. Αυτό το οικοσύστημα όμως που θ’αναφέρω τώρα βρίσκεται στην πιο κρίσιμη για τη ζωή περίοδο, μετά την Περμοτριαδική Εξαφάνιση.

Η
Περμοτριαδική Εξαφάνιση
ή το Μεγάλο Θανατικό, έγινε πριν 252 εκατομμύρια χρόνια και ήταν η σοβαρότερη περίοδος εξαφάνισης οργανισμών στη γήινη ιστορία. Τόσο σοβαρή, ώστε σηματοδοτεί όχι μόνο το όριο μεταξύ δύο γεωλογικών περιόδων, της Πέρμιας και της Τριαδικής, αλλά και δύο αιώνων, του Παλαιοζωικκού και του Μεσοζωικού. Εκτιμάται πως κατ’αυτήν την εξαφάνιση χάθηκε περίπου το 96% των θαλάσσιων οργανισμών και το 70% των χερσαίων. Εδώ εξαφανίστηκαν πολλές χαρακτηριστικές ομάδες οργανισμών, όπως οι τριλοβίτες (η ομάδα όμως αυτή βρισκόταν σε κατάπτωση πολύ πριν την εξαφάνιση), τα βλαστοειδή εχινόδερμα, τα ευρυπτεροειδή ή αλλιώς θαλάσσιοι σκορπιοί, οι ακανθώδεις ιχθύες, τα τραπεζοειδή και ρυτιδωτά κοράλια, πολλά απ’τα πρωτόγονα σπερματόφυτα (πτεριδοσπερματόφυτα), πολλά πρωτόγονα αναψιδωτά ερπετά, πολλά συναψιδωτά (πρόγονοι των θηλαστικών), τα περισσότερα των αρχαίων αμφιβίων, πολλά απ’τα βραχιονόποδα και κρινοειδή, αλλά και ασυνήθιστα πολλά είδη εντόμων. Όσες ομάδες επιβίωσαν είτε εξελίχθηκαν αλλιώς, είτε κατέπεσαν ακόμα περισσότερο από τον ανταγωνισμό με πιο προσαρμοσμένες (ή εξαφανίστηκαν αργότερα ή μένουν ως σήμερα αλλά μειωμένες σε είδη), ή παρέμειναν ως είχαν σε σπάνιες περιπτώσεις. Οι αιτία της εξαφάνισης δεν είναι πλήρως γνωστή, αν και υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένη ηφαιστειακή δραστηριότητα, πτώση αστεροειδών, απότομη απελευθέρωση μεθανίου κι άλλες αιτίες. Πιθανότατα όμως συνέβαλαν όλες οι παραπάνω αιτίες για το τελικό γεγονός. Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην εξαφάνιση ήταν η συνένωση σχεδόν όλων των ξηρών εκείνη την εποχή στην υπερήπειρο Παγγαία. Η υπερήπειρος αυτή, όπως γίνεται στις μεγάλες εκτάσεις στεριάς κι όπως υπολογίζεται από μοντέλα, είχε πολύ ξηρό κλίμα στο εσωτερικό της με απότομες θερμοκρασιακές αλλαγές, και χαμηλή επομένως βιοποικιλότητα. Η περισσότερη ζωή συγκεντρωνόταν στην περιφέρεια της ειπίρου ή σε τοπικά ευνοΪκότερα μικροκλίματα. Στη θάλασσα επίςης η ήπειρος αυτή δημιούργησε πρόβλημα στην επιβίωση των παράκτιων οργανισμών, που ήταν και είναι οι πολυπληθέστεροι, λόγω της μικρής ακτογραμμής που είχε η οποία εξέθετε τους οργανισμούς στις μεγάλες μεταβολές του παγκόσμιου ωκεανού. Επειδή δηλαδή δεν υπήρχαν ξεχωριστές ήπειροι ή νησιά και νησάκια κι ακρωτήρια που θα σχημάτιζαν κόλπους, κανάλια, κλειστές θάλασσες κι άλλες προστατευμένες περιοχές, η θαλάσσια ζωή δεν είχε τόσα καταφύγια να διαφύγει των κινδύνων. Όποια όμως και νά’ταν η αιτία, η Γη μετά την εξαφάνιση είχε αλλάξει ριζικά. Πλέον είχε μείνει ένα έρημο τοπίο με ξηρό κλίμα, χαμηλά επίπεδα οξυγόνου από τη μείωση των φωτοσυνθετικών οργανισμών και τη συγκέντρωση άλλων αερίων του θερμοκηπίου, και λίγα ευπροσάρμοστα είδη παγκόσμιας εξάπλωσης. Τα περισσότερα από τα επιζήσαντα είδη, εφόσον χάθηκαν για λίγο κι επανεμφανίστηκαν αργότερα πάλι στο απολιθωματικό αρχείο, θεωρείται πως έμεναν περιορισμένα σε κατά τόππους καταφύγια με ευνοϊκότερες συνθήκες για πολλά εκατομμύρια χρόνια. Ένα τέτοιο καταφύγιο ήταν κι αυτό το οικοσύστημα. Η ζωή λοιπόν άργησε πολύ να επανακάμψει, με διάφορους επιστήμονες να τοποθετούν το χρόνο επανάκαμψης στα 5, στα 10, στα 15 ή ακόμα και στα 30 εκατομμύρια χρόνια μετά τη μεγάλη καταστροφή. Ο υπολογισμός της ακριβούς χρονικής περιόδου είναι δύσκολος, διότι για την πρώιμη Τριαδική περίοδο έχουμε πολύ λίγα απολιθωματοφόρα στρώματα για να σσυμπεράνουμε.

Κατά την Τριαδική λοιπόν περίοδο εξαφανίστηκαν διάφορες ομάδες που είχαν μείνει από τον Παλαιοζωικό, εμφανίστηκαν όμως πολλές σημερινές όπως όλες οι σημερινές τάξεις των ερπετών, σχεδόν όλες οι σημερινές των εντόμων, τα σύγχρονα σκληρακτίνια κοράλια, όλες οι ομάδες των σύγχρονων γυμνόσπερμων φυτών, και στο τέλος της περιόδου, και τα πρώτα θηλαστικά. Οι δεινόσαυροι, που έμελε να κυριαρχήσουν για τα επόμενα 215 εκατομμύρια χρόνια, επίσης εμφανίστηκαν μέση προς τέλος αυτής της περιόδου.

Η μελέτη για το εν λόγω πλούσιο απολιθωματοφόρο στρώμα των γαλλογερμανικών συνόρων έγινε το 2004. Δεν είναι πολύ παλιά, συνήθως τα πλούσια σε απολιθώματα μέρη μελετώνται για πολλές δεκαετίες. Τα στρώματα αυτά αποτελούνται από ψαμμίτες χρονολογούμενους στο Ανίσιο στάδιο ή υποπερίοδο της πρώιμης μέσης Τριαδικής περιόδου, περίπου πριν 245 εκατομμύρια χρόνια. Όπως φαίνεται, αποτελούν το δέλτα ενός ποταμού με περιοδικές εισχωρήσεις της θάλασσας αλλά και ξηρασίες. Το ποτάμι αυτό έρεε από δυτικά προς ανατολικά εκβάλλοντας στην Τιθύ θάλασσα, τη θάλασσα που χώριζε τη βόρεια με τη νότια υπερήπειρο, κι όταν είχαν ενωθεί, ήταν ένας τεράστιος αλλ’ανοιχτός κόλπος στα ανατολικά, απομεινάρι της οποίας σήμερα είναι ο βόρειος ινδικός ωκεανός και η Μεσόγειος. Το ποτάμι αυτό πλημμύριζε και γέμιζε τις προσωρινές λιμνούλες δίπλα του, οι οποίες όταν στέγνωναν παγίδευαν μέσα τους όλους τους οργανισμούς που έζησαν εκεί κι αργότερα με την απόθεση νέων ιζημάτων κάποιοι καλύπτονταν και αναλογικά λίγοι απολιθώνονταν. Το ποτάμι επίσης έφερνε υπολοίμματα οργανισμών κι από πιο ψηλά, θάβοντάς τα μαζί με τα ιζήματα στο δέλτα του. Γύρω απ’το ποτάμι φύτρωναν δάση διαφόρων δέντρων, ενώ και η θάλασσα έβριθε πολλών ασπονδύλων. Ο μεγάλος αριθμός των ατόμων ωστόσο δεν αντανακλά ποικιλία ειδών, αφού αυτά ήταν σχετικά λίγα και συγκεκριμένα. Το κλίμα ήταν μάλλον τροπικό με μια μεγάλη ξηρή περίοδο και μια υγρή, το οποίο όμως σταδιακά γινόταν ξηρότερο. Στα είδη παρατηρείται ένα ανακάτεμα παλαιοζωικών μορφών και νεοτέρων. Τα πιο ποικίλα ήταν τα καρκινοειδή, με διάφορα είδη από τα εσθεριοειδή, τα μικροσκοπικά οστρακώδη, τα μαλακόστρακα, κι άλλες ομάδες, με ποικιλία σχημάτων. Ένα εξ αυτών, ο Τρίωψ ο καρκινόμορφος (Triops cancriformis), είδος προσαρμοσμένο για προσωρινές λιμνούλες, ζει ως σήμερα και χαρακτηρίζεται ζωντανό απολίθωμα. Από έντομα υπηρχαν κολεόπτερα (σκαθάρια), εφημερόπτερα (ομάδα που περιλαμβάνει και τους άλτες), ορθόπτερα (ακρίδες και συγγενείς), βλαττοειδή (κατσαρίδες) και οδοντωτά (λιβελούλες). Από φυτά υπήρχαν βόλτσιες, αρχαία κωνοφόρα με αραουκαριοειδή εμφάνιση, ένα περίεργο και το μοναδικό ποώδες κωνοφόρο το αιθόφυλλο, που φύτρωνε ως αγριόχορτο παντού, πρώιμα γίνκγο, φτέρες, πολυκόμπια και πλευρόμιες, σχετικά ψηλά λυκόφυτα σαν καλάμια. Εδώ ιδιαίτερη αναφορά χρίζει το αιθόφυλλο, αφού ήταν το μοναδικό ποώδες γυμνόσπερμο στην ιστορία. Όπως υποθέτουν οι επιστήμονες, είχε προσαρμοστεί έτσι ώστε νά’χει γρήγορο κύκλο ζωής, μεγάλη ικανότητα εξάπλωσης και λίγες ανάγκες, χαρακτηριστικά που χρειάζονται σε μια ταραχώδη οικολογικά εποχή όπως τότε, κάτι ασυνήθιστο όμως για σπερματόφυτο σε εποχή πριν την εμφάνιση των ανθοφόρων φυτών. Ήταν φυτό που έφτανε μόλις και μετά βίας τα 1,5-2 μέτρα. Ο βλαστός του είχε διάμετρο μόνο 2 εκατοστά, με αρκετή εντεριόνη (ο μαλακός παρεγχυματικός ιστός στο κέντρο των περισσότερων βλαστών) και κοίλα μέρη, με λίγο υπολοιματικό ξύλο, επομένως ο βλαστός θά’ταν λεπτός και κούφιος. Το φυτό είχε δύο τάξεις κλαδιών όπως και σχεδόν όλες οι σύγχρονες αραουκάριες, με τα πρώτα κλαδιά απ’τον κορμό να φέρουν ακομα μια τάξη δικών τους. Οι βλαστοί καλύπτονταν με πυκνά, εναλλάξ μικρά ταινιοειδή φύλλα, με το χαρακτηριστικό τους δύο εκφύσεις σαν τα παράφυλλα άλλων φυτών στη βάση τους, εξού και τ’όνομα αιθόφυλλο το ποαραφυλλοειδές (Aethophyllum stipulare). Όλα τα κλαδιά στην ωριμότητά τους κατέληγαν σε κώνους, με τους θηλυκούς ωοειδής κάπως επίμηκεις και τους αρσενικούς ελλειψοειδής. Το φυτό παρήγαγε ασυνήθιστα πολλούς και λεπτούς σπόρους για κωνοφόρο, ώστε να εξαπλώνεται εύκολα. Όπως και με τα συμβατικά κωνοφόρα, οι θηλυκοί κώνοι βρίσκονταν ψηλότερα, ώστε η γύρη των αρσενικών του ίδιου ατόμου να μην πέφτει κάτω στους θηλυκούς, αλλά να σηκώνεται απ’τον αέρα και να φεύγει πιο μακριά, αποτρέποντας έτσι την πολλή αυτεπικονίαση. Σε λιγότερο καλές συνθήκες τα φυτά ήταν χαμηλότερα από 2 μέτρα, κι έχει βρεθεί μάλιστα ένα μικρό ύψους 30 εκ. αποτελούμενο μόνο από δύο βλαστούς που έβγαιναν απ’τη ρίζα με ένα θηλυκό κώνο ο καθένας στην κορυφή του. Έχει επίσης βρεθεί νεαρό σπορόφυτο, με την κεντρική του ριζούλα (ριζίδιο), τις κοτυληδόνες και το νεαρό βλαστό με λίγα φύλλα στην κορυφή. Δεν αναφέρεται αν είχε ή όχι ρητίνη, προφανώς όμως δε θα είχε. Πηγές
εδώ
κι
εδώ.
Από άλλα αρθρόποδα υπήρχαν αράχνες, σκορπιοί (και σημερινού τύπου και παλαιοζωικού), χιλιοποδαρούσες, και λιμουλοειδή. Από μαλάκια υπήρχαν λίγα είδη γαστεροπόδων και διθύρων στη θάλασσα. Τα βραχιονόποδα βρίσκονταν κι αυτά εκεί, με το αιώνιο γένος γλωσσίδιο (Lingula), γένος με ιστορία από το Ορδοβίκιο (πριν 450 εκάτ. χρόνια), που περιλαμβάνει και σημερινά είδη,. Από ψάρια βρέθηκαν πολύ λίγα είδη ακτινοπτερυγίων (η σύγχρονη ομάδα των οστεωδών ψαριών), αλλά κι ένα αταυτοποίητο κοιλακανθοειδές. Ακόμα βρέθηκε κι ένα είδος σκώληκα. Εντύπωση προκαλεί η παντελής έλλειψη χερσαίων σπονδυηλωτών. Προφανώς είτε δε θα υπήρχαν εκεί, είτε θα υπήρχαν, αλλά πιο μακριά απ’το νερό κι έτσι απέφυγαν την απολίθωση με τα ιζήματα, ή ίσως ακόμα δε βρέθηκαν αλλ’υπάρχουν. Όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι επιστήμονες στην περίληψη της μελέτης τους:

Μετάφραση: Bolko

Ο πρώιμος μέσος τριαδικός σχηματισμός Gres a Voltzia της Ανατολικής Γαλλίας, ένα μοντέλο περιβαλλοντικού καταφυγίου

των Jean-Claude Gall a,*, Léa Grauvogel-Stamm b από το Εργαστήριο Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Παστέρ.
Ελήφθει στις 16 Ιουλίου του 2004` έγινε δεκτό έπειτα από επανεξέταση στις 19 Απριλίου του 2005. Έγινε διαθέσιμο στο Διαδίκτυο στις 9 Ιουνίου του 2005. Γραμμένο με την άδεια του εκδοτικού σώματος.

Περίληψη
Η βιωτική ανάκαμψη που διαδέχθηκε το γεγονός της ύστερης πέρμιας κρίσης της ζωής διήρκησε ένα μακρό χρονικό διάστημα, υπολογιζόμενο στα 8 με 10 εκατομμύρια χρόνια, ακόμα και στα 14 εκατομμύρια χρόνια. Θεωρείται ότι γενικά προχώρησε από καταφύγια των οποίων η γεωγραφική θέση δε μπορεί ποτέ να εξακριβωθεί. Παρόλα αυτά, η ύπαρξή τους μπορεί να συμπεραστεί από την εκπληκτική σταθερότητα που παρουσιάζεται σε ορισμένες απολιθωματικές κοινότητες μεταξύ του ύστερου Παλαιοζωικού και του Τριαδικού. Ειναι η περίπτωση της βιοκοίνωσης του σχηματισμού Gres a Voltzia (ανώτερες ζώνες ψαμμίτη) (Upper Buntsandstein) της ανατολικής Γαλλίας, η οποία αποτελείται από παλαιοζωικούς επιζήσαντες (καρκινοειδή, αμφίβια, έντομα, φυτά), ταξινομικές ομάδες που ανακοινώνουν τη σύγχρονη πανίδα (καρκινοειδή, αράχνες, σκορπιοί, έντομα, ζωντανά απολιθώματα (γλωσσιδιοειδή), το παγχρονικό είδος Triops cancriformis, όπως επίσης και πρωτοποριακά ειδη που κατέλαβαν γρήγορα τα διαταραγμένα μέρη του οικοσυστήματος (το ποώδες κωνοφόρ Aethophyllum). Το Gres a Voltzia είναι πρώιμης Ανίσιας ηλικίας κι αποτέθηκε σε μια δελταϊκή περιοχή, ένα περιβάλλον μεταβατικό από παράκτιο σε χερσαίο, όπου τοπικά λιγότερο ξηρές κλιματικές συνθήκες ευνόησαν την επιβίωση των φυτών και των ζώων. Το Gres a Voltzia εκπροσωπεί ένα μοντέλο του τύπου περιβάλλοντος που μπορεί να λειτούργησε ως καταφύγιο για τις χερσαίες κοινότητες κατά την ύστερη πέρμια μαζική εξαφάνιση και του τριαδικού της επακόλουθου.

Διευκρίνιση: Βιοκοίνωση είναι μια συγκέντρωση απολιθωμένων οργανισμών που θεωρείται πως είχαν σχέση μεταξύ τους όσο ζούσαν, κι επομένως ανήκουν στο ίδιο οικοσύστημα. Αλλιώς, αν δηλαδή τα απολιθώματα βρίσκονται μαζί αλλά προέρχονται από διαφορετικά οικοσυστήματα, π.χ. σε θαλάσσιο ίζημα θαλάσσια όστρακα μαζί με κορμούς, πεταλούδες και λίγα οστά θηλαστικών, τότε έχουμε θανατοκοίνωση. Οι οργανισμοί αυτοί δεν είχαν σχέση όσο ζούσαν, όμως βρέθηκαν κοντά μετά το θάνατό τους με τη μεταφορά π.χ. με το ρεύμα ενός ποταμού ή τον άνεμο στη θάλασσα στην παραπάνω περίπτωση.

Πρωτότυπο:

Abstract
The biotic recovery that succeeded the end-Permian life crisis event lasted a long period, estimated at ca 8 to 10 Myr, even
14 Myr. It is thought that it essentially proceeded from refugia whose geographic location can never be established. Their
existence can nevertheless be inferred from the surprising stability exhibited by some fossil communities between the Late
Palaeozoic and the Triassic. It is the case of the biocoenoses from the ‘Grès à Voltzia’ Formation (Upper Buntsandstein) of
eastern France, which consist of Palaeozoic survivors (crustaceans, amphibians, insects, plants), taxa that announce the modern
faunas (crustaceans, spiders, scorpions, insects), living fossils (lingulids, the panchronic species Triops cancriformis) as well as
pioneering species which invaded rapidly the disturbed ecospaces (the herbaceous conifer Aethophyllum). The ‘Grès à Voltzia’
is Early Anisian in age and was deposited in a deltaic area, an environment transitional from nearshore to terrestrial, where
locally less arid climatic conditions favoured the survival of plants and animals. The ‘Grès à Voltzia’ represents a model of the
type of environment that may have acted as a refugium for terrestrial communities during the end-Permian mass extinction and
its Triassic aftermath.

Ολόκληρο το άρθρο είναι ένα pdf αρχείο 16 σελίδων που συνεχίζει με εκτενή ανάλυση του θέματος. Αρχικά κάνει μια εισαγωγή, μετάλέει για την τοποθεσία, το πέτρωμα και τα στρώματα στα οποία ανακαλύφθηκαν οι οργανισμοί κάνοντας υποθέσεις για το ποτάμι και το κλίμα, έπειτα αναλύει όλους τους οργανισμούς κατά ομάδα, και τέλος παραθέτει το συμπέρασμα για τα καταφύγια και την ανάκαμψη του οικοσυστήματος. Το άθρορ μπορείτε να το βρείτε
εδώ.

Το επιστημονικό ενδιαφέρο του μέρους δεν εξαντλήθηκε ακομα, και έρευνες συνεχίζουν να γίνονται.

νεαρό δέντρο τον Ιούνιο του 2011

Κλαδί του ίδιου φυτού νωρίς το Μάρτιο με εμφανή ουλή φύλλου και μάτι.

Το όνομα και μόνο αυτού του δέντρου προκαλεί αμέσως το άγχος και το μίσος. “Είναι ένα ζιζάνιο που βρωμάει υπερβολικά και τα καλύπτει όλα.”, θά’λεγε κάποιος χαρακτηριστικά. Και πράγματι το κακό του όνομα δικαιολογείται πλήρως. Ας πούμε όμως πρώτα για το είδος, τα χαρακτηριστικά και την οικολογία του, και μετά θα φτάσουμε στα προβλήματα που προξενεί.

Ο αείλανθος καταγόταν αρχικά από την κεντρική και βόρεια Κίνα, την Ταϊβάν και τη Βόρεια Κορέα. Νωρίς κατά τους ιστορικούς χρόνους όμως εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Κίνας, στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα. Το επιστημονικό του όνομα είναι αείλανθος ο υψηλότατος (Ailanthus altissima), και αντίθετα με τα υπόλιπα είδη του γένους του, ευδοκιμεί σε εύκρατα κλίματα. Ανήκει στην οικογένεια των σιμαρουβιδών (Simarubaceae) και στην τάξη των σαπινδωδών “sapindales”, στα δικοτυλήδονα.
Είναι φυλλοβόλο δέντρο ύψους 17-27 μέτρων, με χοντρά κλαδιά και μεγάλα φύλλα. Ο κορμός σε μεγάλα δέντρα μπορεί να φτάσει και το ένα μέτρο σε διάμετρο με γκριζωπό λείο φλοιό που μπορεί να έχει ελαφρές αυλακώσεις σε άτομα μεγάλης ηλικίας. Παρόμοια είναι και τα μεγάλα κλαδιά. Τα λεπτότερα κλαδιά είναι κοκκινοκαφέ και λεία, με εμφανείς τους φακοειδείς πόρους (τα ανοίγματα των ξυλωδών επιφανειών των φυτών που έχουν εξειδικευμένα κύτταρα για την αναπνοή κι άλλες λειτουργίες) με μεγάλα, πτεροειδή έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα που φύονται εναλλάξ, μήκους από 30 εκ. έως και ένα μέτρο με 10-41 ωοειδή ελαφρώς ασύμμετρα ζευγαρωτά φυλλάρια μήκους 5-18 εκ. και πλάτους 2,5-5 εκ., με αδενώδεις τρίχες στη βάση τους συνδεδεμένα στο φύλλο με μικρό μίσχο μήκους 5-12 χιλιοστών. Ο μίσχος του φύλλου είναι κοκκινοπός με διογκωμένη βάση. Το χειμώνα με την πτώση των φύλλων στα κλαδιά μένουν οι χαρακτηριστικές ουλές ή αποτυπώματα των φύλλων ανάποδου τριγωνικού η καρδιοειδούς σχήματος, με το μικρό στρογγυλεμένο χνουδωτό μάτι στο κέντρο της πάνω πλευράς. Στα νεαρά άτομα την άνοιξη συνήθως ανοίγουν περισσότερο το μάτι της κορυφήυς και το αμέσως κατώτερό του. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάνουν το είδος εύκολα αναγνωρίσιμο και κατά την περίοδο ανάπτυξης και το χειμώνα. Τα δέντρα αυτά βγάζουν εύκολα παραφυάδες από μάτια των ριζών τους, και μπορούν έτσι να επανέλθουν εύκολα αν κοπούν. Νεαρά φυτά ή νεαρές παραφυάδες έχουν αραιότερα κλαδιά με πολύ μεγαλύτερα φύλλα. Στην ηλικία αυτή επίσης, μέχρι τα τέσσερα χρόνια η ανάπτυξη είναι ταχύτατη, και το φυτό μπορεί να βάζει 1-2 μέτρα το χρόνο, εξού και η αγγλική ονομασία για το φυτό “tree of heaven”, δέντρο του ουρανού ή του Παραδείσου. Το φυτό των φωτογραφιών είναι ένα τέτοιο νεαρό άτομο. Αργότερα τα κλαδιά πληθύνουν και τα φύλλα λίγο μικραίνουν, η ανάπτυξη ωστόσο παραμένει πάλι εντονότερη σε σχέση μ’άλλα δέντρα. Ο αείλανθος είναι βραχύβιο δέντρο, ζώντας συνήθως 50 χρόνια. Ο κορμός του είναι δύσκαμπτος και ασταθής και μπορεί να σπάσει μ’ένα δυνατό άνεμο. Οι παραφυάδες ωστόσο μπορούν να τον συνεχίσουν. Όλα τα μέρη του φυτού, περισσότερο όμως τα φύλλα, αναδίδουν μια πραγματικά απαίσια μυρωδιά, εξού και τα ονόματα “βρωμοκαρυδιά”, “βρωμούσα” και “βρωμόδεντρο”, σαν κάτι πολύ πικρό, χόρτο και ξηρό καρπό, που παρομοιάζεται με χαλασμένα φυστίκια ή κάσιους, ωστόσο δεν έχω μυρίσει τίποτα απ’τα δύο για να μπορώ να συγκρινω ο ίδιος.
Τα φυτά είναι δίοικα, δηλαδή κάθε φυτό έχει ξεχωριστό φύλο. Τα άνθη βγαίνουν στη νέα ανάπτυξη Απρίλιο με Ιούλιο, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής, εδώ στη Θεσσαλονίκη Μάιο, σε ανθήλες(σύνθετους βότρεις) έως και 50 εκ. Είναι πολύ μικρά, κιτρινοπράσινα ή κοκκινωπά, με 5 ενωμένα σέπαλα και 5 κολητά πέταλα. Τα θηλυκά στον ύπερο έχουν 5 χωριστά καρπόφυλα, το καθένα με μία ωοθήκη, δηλαδή το καθένα θα εξελιχθεί σε ξεχωριστο καρπό μ’ένα σπόρο, με ενωμένους τους στύλους τους και αστεροειδή στίγματα. Τα αρσενικά έχουν 5-10 στήμονες, αλλ’όχι ύπερο, ενώ τα θηλυκά φέρουν και στήμονες αλλά στείρους (στημονοειδή. Ένα αρσενικό δέντρο μπορεί να παραγάγει έως και 3-4 φορές περισσότερα άνθη από ένα θηλυκό, κι επίσης τα άνθη του αρσενικού αναδίδουν σε απόσταση αυτήν την υπερβολικά απαίσια και αποπνικτική μυρωδιά, εξαιρετικά ενοχλητική και ανυπόφορη εκεί που βρίσκονται τέτοια δέντρα, για να προσελκύσουν τους επικονιαστές. Οι καρποί είναι πανάλαφρες κάψουλες 2,5 εκ. σε μήκος κι 1 σε πλάτος, μ’ένα σπέρμα η κάθε μία διαμέτρου 5 χιλιοστών. Είναι κεκαμμένες ώστε να στρυφογυρίζουν ευκολότερα με τον άνεμο κι έτσι να μεταφέρονται μακρύτερα. Μπορούν ακόμα να μεταφέρονται και με τα υδάτινα ρεύματα. Ένα θηλυκό υπολογίζεται ότι μπορεί να παραγάγει 30000 σπόρους ανά κιλό βάρους δέντρου κάθε χρόνο.
Η παραπάνω περιγραφή είναι της κοινής και πλέον σχεδόν παγκοσμίως εξαπλωμένης κινέζικης ποικιλίας (Ailanthus altissima var. altissima). Υπάρχουν άλλες δύηο ποικιλίες: αυτή των υψιπέδων της ΤαΪβάν (A. A. var. tanakai), με κιτρινωπό φλοιό και μικρότερα φύλλα στα 45-60 εκ. με μικρά φυλλάρια που απειλείται, και η A. A. sutchenensis, με κόκκινα κλαδιά. Επίσης έχουν παραχθει και μερικές καλλιεργημένες ποικιλίες γνωστές κυρίως στην Κίνα, όπως η μορφή με τα κόκκινα φύλλα.

Στην κίνα το δέντρο λέγεται “τσόουτσουν”, δηλαδή δύσοσμο δέντρο, και χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό, ως παραδοσιακό φάρμακο για ασθένειες από ψυχασθένεια μέχρι φαλάκρα, και για την ξυλεία του. Από το ξύλο του κατασκευάζονται έπιπλα και ξύλινα σκεύη ατμομαγειρέματος, το αρνητικό του όμως είναι ότι είναι δύσκαμπτο και σπάει όταν στεγνώνει. Επίσης με τα φύλλα του τρέφεται η πεταλούδα Samia cynthia, τις οποίας το μετάξυ είναι φθηνότερο και ισχυρότερο από το κοινό, όμως σκληρό στην υφή και δύσκολο στη βαφή.

Ο αείλανθος ηρθε στην Ευρώπη περίπου το 1740 από το Γάλλο Ηισουίτη Πιερ Νικολά ντ’Ινκαρβίλ, ο οποίος έστειλε λίγους σπόρους από το Πεκίνο στο βοτανολόγο φίλο του Μπερνάρ ντε Ζυσιέ, νομίζοντάς το για το κινέζικο βερνικόδεντρο (Toxicodendron vernicifluum). Ο Ζυσιέ φύτεψε μερικούς σπόρους στη Γαλλία κι έστειλε μερικούς σε Βρετανούς βοτανολόγους μεγάλων κήπων. Γρήγορα το δέντρο εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη ευρώπη, χάρη και στην επιροή που είχαν τότε οι ανατολικές τέχνες. Το 1786 το είδος εισήχθηκαι στις Η.Π.Α. Συνέχισε να είναι δημοφιλές και κατά το 19ο αι., οπότε φυτευόταν ως συχνά στους δρόμους των πόλεων, αν κι από τότε άρχισε να ενοχλεί τους κηπουρούς με την επιθετική του τάση και τη δυσοσμία του. Το πρόβλημα άρχισε από τότε. Στην Ελλάδα ήρθε επί Όθωνος, οπότε φυτεύτηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Κήπο, τώρα Εθνικό.

Και φτάνουμε σήμερα οπότε το είδος έχει γίνει πραγματικό πρόβλημα όπου έχει εγκατασταθεί. Αυτό το δέντρο είναι προσαρμοσμένο να ευδοκιμεί σε διαταραγμένες περιοχές και σε πολλές και διαφορετικές αντίξοες συνθήκες. Στις χώρες προέλευσής του προτιμά τα βαθιά και υγρά πηλώδη εδάφη ήυ τα ασβεστολιθικά, αν και μπορεί στην πράξη να βρεθεί παντού. Συχνά φυτρώνει σε μέρη που άλλα δέντρα δε θα μπορούσαν να ζήσουν. Μπορεί να φυτρώσει ακόμα και ανάμεσα στο τσιμέντο. Για παράδειγμα έχω δει σπορόφυτο αυτού του είδους φυτρωμένο ανάμεσα σε δύο σκαλιά μιας μικρής εκκλησία στο χωριό μου. Στις πόλεις μπορεί να βρεθεί σε εγκαταλελειμμένα οικόπεδα, χαλάσματα, βιομηχανικές και υποβαθμισμένες περιοχές, εξού και το αμερικανικό του όνομα “getto palm” φοίνικας των γκέτο. Το φυτό των φωτογραφιών βρίσκεται στη Σχολή Τυφλών, όπου υπάρχουν σχεδόν παντού όπου έχει έδαφος εκτός από φάτσα κάρτα που προσέχουν, κι επίσης και σ’άλλα εγκαταλελειμμένα μέρη κατά μήκος της Παραλίας.
Το φυτό αντέχει τη ρύπανση με διοξείδιο του θείου και όζον από τα καυσαέρια και τη σκόνη τσιμέντου και λιθανθρακόπισσας. Είναι ανθεκτικότατο στην ξηρασία, χάρη στη μεγάλη υδατοαποθηκευτική ικανότητα του ριζικού του συστήματος. Ευδοκιμεί σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, από ελαφριά έως συμπιεσμένα, χαμηλά σε φώσφορο ή υψηλής αλατότητας, με διακύμανση πh από αλκαλικό έως υπερβολικά όξινο 4,1. Για την τελευταία του αντοχή το φυτό αυτό χρησιμοποιείται για αποκατάσταση μολυσμένων εδαφών ορυχίων.
Πέρα όμως απ’αυτήν τη χρήση, το δέντρο αυτο είναι επικινδυνο οπουδήποτε αλλού. Αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα, και οι ρίζες του μπορούν να σπάσουν σωλήνες κι άλλες υπόγειες κατασκευές που τυχόν βρίσκονται κοντά. Εάν το φυτό κοπεί ξαναβλαστάνει αμέσως με νέες παραφυάδες από το εκτεταμένο του ριζικό σύστημα, μπορεί και σε απόσταση από τον αρχικό κορμό. Αναστέλλει ακόμα την ανάπτυξη των διπλανών φυτών εκρίνοντας την αλληλοπαθητική ουσία αειλανθόνη, η οποία παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στο φλοιό και στις ρίζες. Με μελέτες φάνηκε ότι αυτή η ουσία βλάπτει σοβαρά ή και σκοτώνει τους σπόρους και τα σπορόφυτα κοινών καλλιεργούμενων ποωδών φυτών όπως ο αρακάς και το καλαμπόκι αλλά και άγριων, και τον περισσότερων ανθοφόρων και κωνοφόρων δέντρων, με λίγες εξαιρέσεις. Ωστόσο πληθυσμοί φυτών που έχουν εκτεθεί μακροχρόνια στην ουσία μπορεί να εξελίξουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η τοξίνη αυτή δεν επηρεάζει μέλη του ίδιου είδους. Η αλληλοπάθεια δεν είναι μοναδική σ’αυτό το είδος, και οι
καρυδιές,
πολλά κωνοφόρα αλλά και ο μαΪντανός είναι επίσης αλληλοπαθητικά. Επομένως το δέντρο αυτό είναι πραγματικός κίνδυνος για κάθε εύκρατο οικοσύστημα, και δη μεσογειακό. Παρόλα αυτά το 2000 είχε προταθεί στην Ελλάδα από δήθεν ειδικούς ως κατάλληλο για αναδασώσεις!

Δύο όμως είναι οι κύριοι εχθροί του φυτού: η πλημμύρα και η σκιά. Ο αείλανθος μπορεί να ζει σε πολύ βροχερά μέρη, αλλά δεν ανέχεται το πλημμυρισμένο έδαφος. Στη σκιά η ανάπτυξή του μειώνεται σημαντικά και στο τέλος πνίγεται από τα υπόλοιπα φυτά, ωστόσο σε μία μελέτη βρέθηκε ότι ο αείλανθος μπορεί να εκμεταλλευτεί μικρά φυσικά κενά στην κάλυψη ενός δάσους ώστε να φτάσει αμέσως στο φως.
Το φυτό είναι δηλητηριώδες με λίγους φυσικούς εχθρούς. Μερικές κάμπιες λεπιδοπτέρων, πέρα από το προαναφερθέν μεταξοπαραγωγικό είδος, τρέφονται με τα φύλλα του. Η εξάπλωση του φυτού αυτού στη Βόρεια Αμερική επέκτεινε την εξάπλωση της πεταλούδας Atteva aurea, η οποία τρεφόταν μ’άλλα μέλη της ίδιας οικογένειας της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Η ζημια όμως απ’αυτά τα έντομα είναι αμελητέα.

Η περιοχή με τη μεγαλύτερη εξάπλωση του επιθετικότατου αυτού είδους είναι η Βόρεια Αμερική, όπου μπορεί να βρεθεί σε ξερά βουνά, εγκαταλελειμμένες περιοχές ή πυκνές συστάδες κατά μήκος λεωφόρων. Αμέσως μετά είναι η Νότια Ευρώπη, μετά η Βόρεια, και στο τέλος η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, όπου ευτυχώς ακόμα δεν έχει εξαπλωθεί σημαντικά. Η καταπολέμηση του φυτού αυτού είναι τρομερά δύσκολη, και το απλό κόψιμο δεν αρκεί. Οι παραφυάδες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για χρόνια και ίσως χρειαστεί και η εφαρμογή ζιζανιοκτόνων για την καταστολή του.

Γνωρίζω δύο πληθυσμούς αυτού του φυτού, ο ένας είναι στην περιοχή της Σχολής Τυφλών και της υπόλοιπης Παραλίας όπως είπα, και ο άλλος είναι στο χωριό μου, στους Πύγους Κοζάνης. Γι’αυτους που γνωρίζουν, βρίσκεται στον ξερό λόφο της Αγ. Παρασκευής στη μεσαία γειτονιά. Από εκεί κάθε φορά που περνούσα ξερίζωνα τα σπορόφυτα ή έσπαγα τα μεγαλύτερα (το τελευταίο αναποτελεσματικό), αποφάσισα όμως να τ’αφήσω στην ησυχία τους, μιας κι εκεί δε φυτρώνει σχεδόν κανένα δέντρο λόγω ξηρασίας.

Πηγές για τις πληροφορίες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
άρθρο της βικιπαίδειας.
Πράσινος…εισβολέας

Σήμερα η μητέρα μου πήγε στο Ικέα, και βλέποντας να πουλάνε κάτι μικράυδρόβια φυτά σε πλαστικά κουπάκια και πολλούς να τ’αγοράζουν, μου πήρε ένα σαν κάτι παράξενο, χωρίς να ξέρω καν τι είναι, αν είναι σίγουρα υδρόβιο (μερικές φορές πουλάνε κάποια χερσαία για υδρόβια γιατί μπορούν ν’αντέξουν για λίγους μήνες στο νερό), και τι ακριβώς χρειάζεται. Ακόμα δε μπορώ ν’ανεβάσω φωτογραφία, αλλά θα το κάνω σε λίγο. Βρίσκεται σ’ένα μικρό πήλινο γλαστράκι μ’ένα κεντρικό άνοιγμα στον πυθμένα με πετροβάμβακα και άμμο, όπως στα γλαστράκια των υδρόβιων φυτών που πουλάνε για ενυδρεία, σ’ένα ψηλό και πλατύ γυάλινο βάζο με νερό.

Φτάνει τα 10 εκατοστά με λίγους όρθιους λεπτούς και κυλινδρικούς βλαστούς με μικρά, πολύ λεπτά, στρογγυλά αντίθετα φύλλα, το ένα ζευγάρι σε ορθή γωνία ως προς το επόμενο, με μικροσκοπικό μίσχο στα μεγαλύτερα κατώτερα ενώ άμισχα και μικρότερα προς την κορυφή. Τα γόνατα των βλαστών είναι ελαφρώς διογκωμένα, κι αν και οι βλαστοί είναι αδιακλάδιστοι, βρήκα μικρά ματάκια ή κλαδάκια στις μασχάλες των κατώτερων φύλλων προς τη βάση. Δεν ξέρω καθόλου τι είναι. Πρέπει οπωσδήποτε ν’ανεβάσω φωτογραφία για να δούμε τι είναι, μάλλον κάποιο απ’τα κοινά υδρόβια είδη όπως δείχνει η μορφολογία του, σίγουρα όμως όχι Egeria densa (το κοινότερο υδρόβιο).

Όπως φαίνεται απ’την κατασκευή του θα φυτρώνει σε κανονικό έδαφος, όχι δηλ. να επιπλέει ή να πιάνεται σε στερεές επιφάνειες, γι’αυτό κι εγώ αργότερα θα το βγάλω απ’τη γλάστρα του και θα το χώσω σε άμμο. Εάν ζήσει και μεγαλώσει, τότε μπορεί να προσθέσω κανένα βοτσαλάκι, κανένα βρύο ή και κανένα μαλάκιο για να συμπληρώσω το μικρό υποτυπώδες οικοσύστημα.

Ενημέρωση 1/4/2012: Το φυτό ζει, χωρίς ωστόσο εμφανή ανάπτυξη. Προχθες το φωτογράφισα.

Είναι έξω απ’το νερό για καλύτερη φωτογράφιση. Σκοπεύω να το μεταφυτεύσω από το πήλινο γλαστράκι του σε άμμο. Τι να είναι; Όποιος γνωρίζει το ακριβές είδος ή κατά προσέγγιση να μου κάνει σχόλιο.

Θορυβήθηκα για να γράψω αυτό το άρθρο διαβάζοντας σήμερα στις λέξεις κλειδιά, που χρησιμοποιούν πολλοί χρήστες ψάχνοντας και βρίσκουν το ιστολόγιο, “πρακτικές λύσεις για εξόντωση φιδιών”. Έπειτα αναλογίστηκα τον τεράστιο αριθμό των ανθρώπων που σκοτώνουν συστηματικά αυτά τα ζώα και τον επίσης τεράστιο ετήσιο αριθμό σκοτωμένων φιδιών από ανθρώπινες δραστηριότητες. Θυμήθηκα επίσης σε πόσους φόνους φιδιών (περίπου 9) έχω παρασταθεί και για πόσους άλλους έχω ακούσει, και σ’όλες τις περιπτώσεις οι άνθρωποι σκοτώνουν το φίδι με μανία και μίσος, πιστεύοντας μάλιστα ότι κάνουν μια καλή πράξη! Όλοι αυτοί οι φόνοι γίνονται καθαρά μόνο για ένα λόγο: γιατί οι άνθρωποι φοβούνται υπερβολικά τα φίδια και τα θεωρούν τρομερά, καταχθόνια κι άκρως επικίνδυνα ζώα. Όμως η αλήθεια δεν είναι αυτή. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, από τα 23 είδη φιδιών που έχουμε, μόνο 3 είδη οχιάς θεωρούνται σχετικά επικίνδυνα, και το δάγκωμά τους είναι πλήρως ιάσιμο. Ο χρόνος που μεσολαβεί από το δάγκωμα έως τα σοβαρά συμπτώματα είναι παραπάνω από αρκετός για να πάει κάποιος στο νοσοκομείο, έστω κι αν δαγκώθηκε σε απομακρυσμένη περιοχή. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει να καταγραφεί θάνατος από φίδι στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες. Τέλος τα φίδια δεν κυνηγούν τους ανθρώπους για να τους δαγκώσουν. Θα δαγκώσουν μόνο σε περίπτωση που κινδυνεύει η ζωή τους άμεσα, και πάλι όχι χωρίς προειδοποίηση. Συνήθως προσπαθούν να μένουν απαρατήρητα ή να κρυφτούν σ’ένα ασφαλές μέρος για να διαφύγουν της προσοχής των εχθρών τους (εμάς κι άλλα ζώα). Δε θα σπαταλήσουν το πολύτιμο για το κυνήγι δηλητήριό τους σε κάθε μικρή απειλή, γι’αυτό και συχνά τα αμυντικά δαγκώματα είναι στεγνά, χωρίς έγχυση δηλητηρίου. Είναι τελικά από τα παραπάνω τόσο επικίνδυνα τα φίδια όπως λέγεται;
Αντίθετα, τα φίδια είναι πολύ ωφέλιμα ζώα. Τρέφονται με επιζήμια για τον άνθρωπο τρωκτικά όπως ποντίκια κι αρουραίους, μειώνοντας τους πληθυσμούς τους. Σε μικρή ηλικία μπορεί να τραφούν και μ’έντομα όπως ακρίδες. Άρα μας απαλλάσσουν από καταστροφικά κι ενοχλητικά ζώα, που η καταπολέμησή τους αλλιώς θα κόστιζε πολύ και θα καθιστούσε απαραίτητη τη χρήση επιβλαβών χημικών. Εδώ να επισημάνο κάτι σημαντικό. Μπορεί τα ποντίκια κι άλλα παρόμοια ζώα να τα θεωρούμε καταστροφικά ή ανεπιθύμητα, αλλά για το οικοσύστημα είναι απαραίτητα. Μπορεί να χρειαστεί να τα καταπολεμήσουμε στις ιδιοκτησίες μας, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να προσπαθήσουμε να τα εξαλείψουμε απ’τη φύση. Με τέτοιες ενέργειες διαταράσσουμε την ισορροπία του οικοσυστήματος κι όπως ξέρουμε, ένα μη ισορροπημένο οικοσύστημα προκαλεί τελικά και στον άνθρωπο προβλήματα. Τέλος της μεγάλης παρένθεσης, πίσω πάλι στα φίδια λοιπόν.
Αντί λοιπόν να εξοντώνετε αυτά τα ωφέλιμα ερπετά όπου τα βρίσκετε, υπάρχουν πολύ καλύτεροι τρόποι
απώθησής τους
από την ιδιοκτησία σας. Τα χημικά απωθητικά δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρουν κάποιο πλεονέκτημα, αντίθετα μπορεί κάποια να είναι τοξικά και για το υπόλοιπο οικοσύστημα. Ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής απώθησης φαίνεται να είναι η μετατροπή της ιδιοκτησίας σας σε αφιλόξενο περιβάλλον γι’αυτά, με την καταπολέμηση των πληθυσμών της τροφής τους (τρωκτικά) και την αφαίρεση ή καταστροφή πιθανών κρυψονών για τα φίδια.
Ουσιαστικά δεν υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος να σκοτώνουμε φίδια. Εδώ στην Ελλάδα ούτε τρώμε φίδια για να τα κυνηγάμε, ούτε το δέρμα τους χρησιμοποιούμε (το δέρμα το παίρνουν από πολύ μεγαλύτερα είδη τροπικών συνήθως περιοχών), ούτε μας είναι κάποιο επιζήμιο ζώο για τις καλλιέργειες ή κάποια άλλη δραστηριότητα όπως τα ποντίκια. Εδώ θα πρέπει να επισημάνω μια σημαντική διαφορά των φιδιών σε σχέση με τα ποντίκια, τα ποντίκια, τουλάχιστον ακόμα, δεν απειλούνται μ’εξαφάνιση, αναπαράγονται ταχύτατα, και στις περιοχές με ανθρώπινη δραστηριότητα ο αριθμός τους κάποιες φορές αυξάνεται υπερβολικά. Αντίθετα τα φίδια ζουν σε πιο συγκεκριμένα περιβάλλοντα, αναπτύσσονται αναπαράγονται βραδύτερα και πολλά είδη απειλούνται μ’εξαφάνιση από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η φόνευση των φιδιών δεν είναι λύση, όπως έλεγε αυτός που έκανε την αναζήτηση, αλλά φέρνει ακόμα περισσότερα προβλήματα σ’ένα οικοσύστημα που διαταράσσουμε συνεχώς. Τώρα όλα τα παραπάνω μπορεί να προβληματίσουν κάποιον έστω και με ψήγματα οικολογικής συνείδησης, αλλά σε κάποιον ξεροκέφαλο κι εντελώς αδιάφορο πιστεύω ότι πιθανότατα δε θα φέρουν κανένα αποτέλεσμα. Όσο και να προσπαθείς να μεταπεισεις (πρήζεις σύμφωνα με τη σκέψη τους) αυτούς τους ανθρώπους, δε θ’αλλάξει τίποτα, και το μόνο που θα έχεις καταφέρει είναι να έχεις ξοδέψει πολλή ενέργεια άσκοπα.

Ενημέρωση 12/7/2012: Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες
ο φόβος μας για τα φίδια έχει πιθανόν γενετική βάση.
Μπορεί αυτή η ικανότητα να προστάτευε τους προγόνους μας από δυνητικούς κινδύνους, σήμερα όμως που γνωρίζουμεείναι περιττή. Δεν είναι πλήρως ενστικτώδης, αλλά μαθαίνεται, αν και σχεδόν μηχανικά, με το παραμικρο αρνητικό ερέθισμα που συνοδεύεται με φίδι. Επομένως μπορούμε να τον καταπολεμήσουμε.

Πηγή:
Herpetofauna

Οικολόγοι που αμολάνε… φίδια!

Δεν υπάρχει ούτε ένας κάτοικος της χώρας μας σήμερα, που να μην έχει ακούσει έστω και μία φορά χαρακτηριστικά, ότι “οι οικολόγοι”, λίγο πιο έξω από την πόλη ή το χωριό του, “αμόλησαν φίδια”! Όπου και να σταθεί κανείς ανά την επικράτεια θα το ακούσει σίγουρα. Κατά ένα περίεργο τρόπο κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται ποτέ και βασίζεται σε ό,τι ακούγεται από στόμα σε στόμα. Η μόνη ένδειξη (που πολλές φορές είναι και η αφορμή για να αρχίσει να ακούγεται κάτι τέτοιο) είναι κάποια υποτιθέμενη αύξηση των φιδιών σε μία περιοχή, ή κάποιο περιστατικό δηλητηριώδους δήγματος.

Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε πως μπορεί κάτι τέτοιο να είναι εφικτό και πόσο πιθανό είναι να απελευθερωθούν ζώα μαζικά για περιβαλλοντικούς και οικολογικούς σκοπούς.

Εις άτοπον απαγωγή…

Ας υποθέσουμε πως μία ομάδα ανθρώπων που ασχολούνται με περιβαλλοντικά θέματα, διαπιστώνει πως ο πληθυσμός των φιδιών μίας περιοχής είναι μικρός και αποφασίζει να τον αυξήσει απελευθερώνοντας έναν μεγάλο αριθμό από αυτά. Θα πρέπει λοιπόν να συλλέξει αρκετά άγρια φίδια και κρατώντας τα αιχμάλωτα σε ειδικές εγκαταστάσεις να περιμένει τους γόνους. Για να αυξήσει τους αριθμούς ακόμα περισσότερο, ίσως εξέτρεφε τους γόνους μέχρι να ενηλικιωθούν και να δώσουν, με την σειρά τους, τους δικούς τους απόγονους. Θεωρητικά λοιπόν σε αρκετά χρόνια ο αριθμός των φιδιών θα έχει γίνει πολύ μεγάλος και τότε θα είναι κατάλληλη η στιγμή για την απελευθέρωση. Η όλη διαδικασία θα ακολουθούσε κάποια αναγκαία στάδια:

1ο στάδιο: Συλλογή – Αιχμαλώτιση
Για να ξεκινήσει λοιπόν μία τέτοια διαδικασία είναι αναγκαίο να συλλεχθούν από την φύση, από κάποιο οικοσύστημα με αφθονία στο είδος φιδιού που θέλουμε να αναπαράγουμε, αρκετά άτομα και να αιχμαλωτιστούν. Εδώ όμως συναντάμε την 1η παρατυπία: Οι νόμοι που προστατεύουν τα ερπετά της χώρας μας καθιστούν παράνομη την αιχμαλωσία όλων των φιδιών. Επιπλέον, είναι άκρως αντι-οικολογικό να αφαιρεί κανείς πληθυσμούς ζώων από μία περιοχή, διότι έτσι θέτει σε κίνδυνο το είδος του πληθυσμού που συλλέγει και την γενική ισορροπία του οικοσυστήματος της περιοχής αυτής, καθότι διαταράσσεται η τροφική αλυσίδα σημαντικά. Κάτι τέτοιο λοιπόν, δεν αρμόζει σε περιβαλλοντική οργάνωση αλλά σε λαθροθήρες.

Οχιά – Vipera ammodytes

2ο στάδιο: Αιχμαλωσία και αναπαραγωγή
Ας υποθέσουμε παρ’ όλα αυτά πως έχουν εκδοθεί ειδικές άδειες από το κράτος στην εν λόγω οργάνωση για αυτόν το σκοπό. Έτσι τώρα, αφού έχει συλλέξει έναν σημαντικό αριθμό άγριων φιδιών, και συγκεκριμένα Οχιές όπως ισχυρίζονται οι φήμες, θα πρέπει να τις κρατήσει αιχμάλωτες σε κάποιες κατάλληλες εγκαταστάσεις για να αναπαράγονται και να δίνουν όλο και περισσότερους γόνους. Εδώ είναι που έρχεται το 3ο εμπόδιο: Τα άγρια φίδια όταν περιορίζονται σε τεχνητά περιβάλλοντα όπως γυάλες, ενυδρεία, τεράριουμς, κτλ, κυριεύονται από το στρες της αιχμαλωσίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρουσιάζουν ασθένειες, άρνηση τροφής και θνησιμότητα σε μεγάλα ποσοστά, πόσο μάλλον διάθεση για αναπαραγωγή (μεγαλύτερες εγκαταστάσεις που θα προσομοίωναν το φυσικό περιβάλλον, ενώ συγχρόνως θα παρείχαν ασφάλεια από φυσικούς θηρευτές, θα είχαν ιλιγγιώδες κόστος και μέγεθος που δεν κρύβεται!). Συνυπολογίζοντας με τα παραπάνω, ότι οι θηλυκές Οχιές ενηλικιώνονται και μπορούν να κυοφορήσουν μετά το 5ο έτος της ηλικίας τους και (σε ελευθερία) γεννούν συνήθως κάθε δύο χρόνια, λιγότερα από 10 μικρά κατά μέσο όρο, βλέπει κανείς πόσο αμφίβολο είναι ένα τέτοιο σενάριο πολλαπλασιασμού σε αιχμαλωσία.
Συνεπώς ένα τέτοιο εγχείρημα θα έδινε λιγότερους γόνους απ ‘ότι στην περίπτωση που τα φίδια αφήνονταν στο φυσικό τους περιβάλλον και αναπαράγονταν φυσικά.

3ο στάδιο: Απελευθέρωση
Υποθέτοντας λοιπόν ότι όλα τα παραπάνω εμπόδια έχουν αντιμετωπιστεί και ξεπεραστεί και εν τέλει αυτή η ομάδα ανθρώπων έχει αποκτήσει έναν σημαντικό αριθμό φιδιών από ελεγχόμενες αναπαραγωγές, κάτι που χρειάστηκε πολλά χρόνια, αποφασίζει τελικά να τα απελευθερώσει. Το γεγονός που καθιστά άτοπη αυτή την υπόθεση είναι ότι και πάλι, η απελευθέρωση ζώων μαζικά σε μία περιοχή και μάλιστα ειδών που δεν απαντούν σε αυτήν, είναι πράξη αντι-οικολογική, αφού διαταράσσει την ευαίσθητη και ευάλωτη ισορροπία του οικοσυστήματος. Συγχρόνως, αν σε μία περιοχή ο αριθμός των φιδιών είναι μικρός, που σημαίνει ότι οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές γι’ αυτά (μειωμένη τροφή, ελάχιστες κρυψώνες, κτλ), μπορεί να φανταστεί κανείς, πόσο δυσχερέστερες θα γίνουν όταν τις μοιραστούν με περισσότερα φίδια. Το αποτέλεσμα θα είναι ακόμα λιγότερα και από τα αρχικά, σε μικρό χρονικό διάστημα.

Λιμνόφιδο στα χέρια ερευνητή (D. Apostolou ©)

Πως δημιουργήθηκε ο μύθος αυτός;

Κάποιες αλήθειες οι οποίες ενδέχεται να παραποιηθούν και να δώσουν αφορμή για την δημιουργία του εν λόγω μύθου είναι οι παρακάτω:

•Στην χώρα μας υπάρχουν ελάχιστα κέντρα περίθαλψης άγριων ζώων που σε εξαιρετικές περιπτώσεις δέχονται τραυματισμένα φίδια. Όταν ένα τραυματισμένο φίδι αναρρώσει και έρχεται η ώρα να επανενταχθεί στο περιβάλλον από το οποίο προήλθε, τα μέλη του κέντρου περίθαλψης το μεταφέρουν εκεί, συνήθως σε υφασμάτινους σάκους και το απελευθερώνουν. Επίσης, λέγεται πως σε μια παλιότερη αντιπαράθεση συγκεκριμένου κέντρου περίθαλψης με λαθροκυνηγούς, έδωσε το έναυσμα στους λαθροθήρες να ξεκινήσουν και να διασπείρουν τον μύθο αυτό, εις βάρος των εθελοντών, τους οποίους πολλοί ονομάζουν ως “οικολόγους” σε μία γενική έννοια.
•Η Ελληνική Ερπετολογική Εταιρεία σε προγράμματα για την προστασία της απειλούμενης Οχιάς της Μήλου, συλλέγει κατά περιόδους όσα περισσότερα φίδια του είδους δύναται, στα οποία τοποθετεί μικροτσίπς για ερευνητικούς σκοπούς και για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου. Μετά την καταγραφή και την τοποθέτηση μικροτσίπ, τα φίδια μεταφέρονται μέσα σε υφασμάτινα σακίδια, στην τοποθεσία απ’ όπου βρέθηκαν και συλλήφθηκαν ακριβώς και επανελευθερώνονται.
Επίσης από τους αρκετούς άρπαγες της ελληνικής φύσης που παράνομα συλλέγουν και αιχμαλωτίζουν προστατευόμενα ζώα για προσωπική τους συλλογή ή λαθρεμπόριο, ενδέχεται κατά καιρούς κάποιος να επιτύχει αναπαραγωγή ενός είδους σε αιχμαλωσία και είτε να πουλήσει τους γόνους σε ασυνείδητους αγοραστές, είτε να τους απελευθερώσει στην φύση, μη έχοντας τι να τους κάνει, κάτι που για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, και πάλι δεν μπορεί να αυξήσει τους πληθυσμούς των φιδιών σε μία περιοχή, αλλά αντιθέτως να τους μειώσει, ζημιώνοντας την περιοχή.

Όλα τα παραπάνω εάν πέσουν στην αντίληψη ανθρώπων με άγνοια της πραγματικότητας στο συγκεκριμένο θέμα, μπορούν να μεταφραστούν αναλόγως και να δώσουν “τροφή” για την ενίσχυση και διάδοση του μύθου των “οικολόγων που αφήνουν φίδια”. Συνετό είναι λοιπόν, να μην ασπάζεται κανείς ανεπιφύλακτα τις όποιες δοξασίες και φήμες κυκλοφορούν, αλλά να συμβουλεύεται πρώτα κάποιον ειδικό, ανάλογα με την κάθε περίπτωση και να αναζητά την αλήθεια σε κάθε γεγονός προτού το διαδώσει.

Δυστυχώς ο μύθος των οικολόγων που “αμολάν” φίδια καλά κρατεί ακόμη και χωρίς ενημέρωση ο μόνος που “πληρώνει” το τίμημα του μύθου είναι για ακόμα μία φορά τα ίδια τα ζώα και το οικοσύστημα…

Σύνταξη κειμένου: Ηλίας Στραχίνης

Από καιρό το υποψιαζόμουν ότι είναι μύθος με την απορία πώς γίνεται οι οικολόγοι, που επιθυμούν την ισορροπία του οικοσυστήματος, να θέλουν να το διαταράξουν προσθέτοντας πε3ρισσότερα και μάλιστα κοντά σε κατοικημένες περιοχές, όπου το οικοσύστημα είναι έτσι κι αλλιώς διαταραγμε΄νο και τα ζώα μπορεί ν’αντιμετώπιζαν προβλήματα από τον άνθρωπο.

μεσογειακός χαμαιλέοντας chamaeleo chamaeleon


τοιχόσαυρα του Έρχαρντ podarcis erhardii


μακεδονικός τρίτονας triturus macedonicus


λαφιάτης elaphe quatuorlineata


βάτραχος του Μπεντριάγκα pelophylax bedriagae


γραμμωτή νεροχελώνα mauremys rivulata


αμφίσβαινα blanus strauchi

Το άρθρο αυτό το είχα καιρό στο μυαλό μου και το προετοίμαζα. Είχα μαζέψει τα είδη, λίγες πληροφορίες και μόλις πριν λίγο το συνέταξα στην τελική του μορφή.
Ο όρος “ερπετοπανίδα” καλύπτει και το σύνολο των ειδών των ερπετών, αλλά και αυτό των αμφιβίων μιας περιοχής. Η χώρα μας είναι μία από τις πλουσιότερες σε είδη ερπετών και αμφιβίων της Ευρώπης, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσεις στη νότια Ευρώπη, του πλούσιου οριζόντιου και κάθετου διαμελισμού που δημιουργεί ποικιλία κλιματολογικών περιοχών και πολλές απομονωμένες περιοχές, όπως νησιά, οι οποίες ευνοούν την εξέλιξη ενδημικών ειδών και υποειδών.Επειδή βρίσκεται κοντά στην Ασία και τη Βόρεια Αφρική, εκτός από ευρωπαϊκά είδη, έχει και κάποια είδη απ’αυτές τις ηπείρους. Ο συνολικός αριθμός των ειδών των αμφιβίων είναι 22, ενώ αυτός των ερπετών 65. Αναλογικά με την έκτασή της, είναι αρκετά πολλά. Αντίθετα, άλλες βορειότερες χώρες έχουν πολύ λιγότερα, για παράδειγμα η Ολλανδία 7 είδη ερπετών και η Βρετανία 6. Αρκετά από τα πολλά αυτά είδη και τα υποείδη τους είναι ενδημικά της χώρας μας ή έχουν πολύ μικρές εξαπλώσεις.

Αμφίβια
Τα αμφίβια είναι ομοταξία σπονδυλωτών που εξελικτικά βρίσκεται ανάμεσα στα ψάρια και στα ερπετά. Ζουν συνήθως σε υγρά μέρη, έχουν υγρό και λεπτό δέρμα και είναι όλα τους σαρκοφάγα. Επειδή τα πρώτα στάδια της ζωής τους τα περνούν μέσα στο νερό, το χρειάζονται για την αναπαραγωγή τους. Τα περισσότερα είναι ζώα μικρού μεγέθους και έχουν πολλούς εχθρούς, γι’αυτό πολλά είδη έχουν εξελιξει τοξικότητα. Κανένα ελληνικό είδος δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Από τις τρεις τάξεις των αμφιβίων, [ουρόδηλα (σαλαμάνδρες και τρίτονες), άνουρα (βάτραχοι και φρύνοι) και γυμνοφίονα (άποδα αμφίβια)] έχουμε μέλη και από τις δύο τάξεις της εύκρατης ζώνης, δηλαδή τις δύο πρώτες.
Ουρόδηλα (σαλαμάνδρες και τρίτονες): Είναι αμφίβια που εξωτερικά μοιάζουν πολύ με τις σαύρες. Αγαπούν τη δροσιά και την υγρασία και είναι κυρίως εντομοφάγες. Είναι πολύ δύσκολο να παρατηρηθούν, επειδή είναι νυκτόβιες, ζουν σε μεγάλα υψόμετρα, σε δάση ή άλλα μέρη με πυκνή βλάστηση και δροσιά και σπάνια εμφανίζονται σε ανοιχτά σημεία. Οι περισσότερες παράγουν τοξικές εκρίσεις για ν’αποθαρρύνουν τους εχθρούς τους από το να τις φάνε, αλλά κανένα ελληνικό είδος δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους τρίτονες και στις σαλαμάνδρες, απλά οι τρίτονες συνήθως περνούν περισσότερο χρόνο στο νερό. Στην Ελλάδα έχουμε 7 είδη, όλα μέλη της οικογένειας των σαλαμανδριδών (salamandridae): την κοινή σαλαμάνδρα (salamandra salamandra), τον αλπικό τρίτονα (ichthyosaura alpestris παλαιότερα mesotriton alpestris και πιο παλιά triturus alpestris), τον κοινό τρίτονα (lissotriton vulgaris), το λοφιοφόρο τρίτονα (triturus artzeni) και το μακεδονικό τρίτονα (t. macedonicus), καθώς και δύο είδη του κυρίως ασιατικού γένους lyciasalamandra με μικρή εξάπλωση, τη lyciasalamandra helverseni (Κάρπαθος και γύρω νησιά) και τη l. luschani (Καστελόριζο).
Άνουρα: Οι βάτραχοι και οι φρύνοι. Η τάξη των αμφιβίων με το μεγαλύτερο αριθμό ειδών και τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία και εξάπλωση. Έχουμε 15 είδη από πολλές οικογένειες:
Βατραχίδες (ranidae): Οι κοινοί βάτραχοι, ζουν πάντα κοντά στο νερό, έχουν γλοιώδες και γυαλιστερό δέρμα, μακρυά πίσω άκρα και πολύ μεγάλη εξάπλωση σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Έχουμε πολλά είδη: τον πηδοβάτραχο (rana dalmatina), τον ελληνικό βάτραχο (r. graeca), τον κοινό κεντρικοβορειοευρωπαϊκό βάτραχο (r. temporaria) με οριακή εξάπλωση στη βόρεια Ελλάδα
Παρακολουθήστε την εμβρυική του ανάπτυξη.το λιμνοβάτραχο (pelophylax ridibundus), το βαλκανικό βάτραχο (p. curtmuelleri), τον ηπειρωτικό βάτραχο (p. epiroticus) και άλλα είδη του ίδιου γένους με μικρή εξάπλωση p. bedriagae (νησιά ανατολικού Αιγαίου), p. cretensis (Κρήτη) και p. cerigensis (Κάρπαθος, Ρόδος και γύρω νησιά), καθώς και τον εισαγόμενο αμερικανικό ταυροβάτραχο (lithobates catesbeanus), ο οποίος εισήχθη σε μια λίμνη της Κρήτης με καταστροφικές συνέπειες για το τοπικό οικοσύστημα.
Βομβινατορίδες (bombinatoridae): Οι πυρρογάστορες βάτραχοι, 2 είδη, τη b. bombina (οριακή εξάπλωση στον Έβρο) και τη b. variegata.
Περισσότερα εδώ.Φρυνίδες (bufonidae): Φρύνοι, 2 είδη, τον κοινό φρύνο (bufo bufo) και τον πράσινο φρύνο (b. viridis.
Περισσότερα εδώ.Υλίδες (hylidae): Δεντροβάτραχοι, συνήθως μικροί βάτραχοι με βεντούζες στ’άκρα τους προσαρμοσμένοι για τη δενδρόβια ζωή, 1 μόνο είδος τη hyla arborea.
Πηλοβατίδες (pelobatidae): Βάτραχοι που ζουν σε ξηρά περιβάλλοντα και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους θαμμένοι κάτω απ’το χώμα, 1 μόνο είδος, το συριακό πηλοβάτη (pelobates syriacus) με σποραδική εξάπλωση.

Ερπετά:
Είναι μια μεγάλη ομοταξία σπονδυλωτών με πλήθος ειδών σ’όλον τον κόσμο. Είναι ποικιλόθερμα, δηλαδή η θερμοκρασία του σώματός τους είναι όμοια μ’αυτήν του περιβάλλοντος, έχουν συνήθως μικρό ή μεσαίο μέγεθος, ξηρό δέρμα και γεννούν συνήθως αβγά στη στεριά. Υπάρχουν 4 τάξεις ερπετών: τα φολιδωτά (φίδια, οι χελώνες, τα κροκοδείλια και οι σφηνόδοντες (τουατάρα μόνο στη Νέα Ζηλανδία).
Περισσότερα εδώ.έχουμε είδη από τις 2 κύριες τάξεις της εύκρατης ζώνης, δηλαδή τις δύο πρώτες.
Χελώνες: Μια τάξη ερπετών με πολυάριθμα είδη. Χαρακτηριστικό όλων είναι ότι τα οστά του σώματός τους δημιουργούν ένα προστατευτικό καβούκι (χέλυο), όπου μπορούν να μαζέψουν το κεφάλι και τ’άλλα μέλη τους όταν απειλούνται από κάποιον εχθρό. Υπάρχουν χερσαίες, υδρόβιες και θαλάσσιες χελώνες. Στην Ελλάδα έχουμε 10 είδη από μερικές οικογένειες.
Χελωνιίδες (cheloniidae): Οικογένεια θαλασσίων χελωνών με πόδια προσαρμοσμένα σε πτερύγια. Στην ξηρά βγαίνουν μόνο τα ενήλικα θηλυκά για να γεννήσουν τ’αβγά τους. Δεν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε ελληνικές αφού διανύουν μεγάλες αποστάσεις στη θάλασσα, μεγάλες και παμφάγες, 3 είδη: την καρέτα (caretta caretta) γεννά τ’αβγά της σ’ελληνικές ακτές, την πράσινη χελώνα (chelonia mydas) και την κεραμιδωτή χελώνα (eretmochelys imbricata).
Δερματοχελυίδες (dermochelyidae): Οικογένεια θαλασσίων χελωνών με μόνο ένα είδος με παγκόσμια εξάπλωση, η δερματοχελώνα (dermochelys coriacea). Το μεγαλύτερο είδος χελώνας του κόσμου με ατροφικό χέλυο και ομοιοθερμία (εξαίρεση των ερπετών).
Εμυδίδες (emydidae): Οι νεροχελώνες, προσαρμοσμένες για τη ζωή σε γλυκό νερό, βγαίνουν στη στεριά για να λιαστούν ή να γεννήσουν αβγά, παμφάγες, κυρίως αμερικανική οικογένεια έχουμε 2 είδη: τη στικτή νεροχελώνα (emys orbicularis) και την κοκκινομάγουλη νεροχελώνα (trachemys scripta). Η τελευταία είναι η κοινή κατοικίδια νεροχελώνα, αμερικανικό είδος που εισήχθει στην Ελλάδα με κακές συνέπειες στην ενδημική στικτή.
Γεωεμυδίδες (geoemydidae): Κυρίως ασιατική οικογένεια νεροχελωνών με πολλά είδη με ποικιλία στην εμφάνιση, παμφάγες, έχουμε τη γραμμωτή νεροχελώνα (mauremys rivulata).
Τριονυχίδεςν (trionychidae): Μαλακοχέλυες νεροχελώνες, ζουν στα γλυκά νερά, η επιφάνεια του χελύου είναι λεία και μαλακιά, κυρίως σαρκοφάγες, κανένα ευρωπαϊκό ή ελληνικό είδος, περιστασιακά έρχεται στην Κρήτη και στη νότια Ελλάδα η χελώνα του Νείλου (trionyx triuguis).
Χελωνίδες (testudinidae): Οι χερσαίες χελώνες, με ψηλό καβούκι, χοντρά άκρα, αργοκίνητες και φυτοφάγες, έχουμε 3 είδη: την κρασπεδοχελώνα (testudo marginata), κυρίως ελληνικό είδος και μεγαλύτερο της Ευρώπης, τη μεσογειακή χελώνα (testudo hermanni) και την ελληνική χελώνα (testudo graeca).

Φολιδωτά (φίδια, αμφίσβαινες και σαύρες): Αυτή η τάξη χωρίζεται σε 3 υποτάξεις”: στα σαύριια (σαύρες), στα οφίδια (φίδια) και στα αμφισβαίνια (αμφίσβαινες). Είναι η πιο επιτυχημένη ομάδα ερπετών. Μπορούν να βρεθούν σ’όλον τον κόσμο σε ποικίλα περιβάλλοντα, από ψηλά βουνά έως και στη θάλασσα. Στην Ελλάδα έχουμε 55 είδη (η πιο πολυπληθής ομάδα), και από τις τρεις υποτάξεις και από πολλές οικογένειες.
Σαύρια (σαύρες: Ερπετά που μπορούν να βρεθούν σ’όλα τα περιβάλλοντα. Οι περισσότερες στην Ελλάδα έχουν μικρό μέγεθος, αλλά υπάρχουν και μεγαλύτερες. Πολλές είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση σε βραχώδεις περιοχές, κυρίως εντομοφάγες, σπάνια τρώνε λίγα φυτά, αν και υπάρχουν και φυτοφάγες (όχι στην Ελλάδα), έχουν πολλούς εχθρούς. Έχουμε 31 είδη από αρκετές οικογένειες:
Σαυρίδες (lacertidae): Οι κοινές ευρωπαϊκές σαύρες, μπορούν να βρεθούν σε ποικιλία περιβαλλόντων, έχουμε πολλά είδη: την πράσινη σαύρα (lacerta viridis), την τρανόσαυρα (l. trilineata), τα οποία είναι και τα μεγαλύτερα είδη, την αμμόσαυρα (l. agilis κεντρικοβορειοευρωπαϊκό είδος με σποραδική εξάπλωση στη βόρεια Ελλάδα), την τοιχόσαυρα (podarcis muralis), την πελοποννησιακή σαύρα (p. peloponnesiacus), τη βαλκανική τοιχόσαυρα (p. tauricus), την p. erhardii (με πάρα πολλά υποείδη στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά), την p. cretensis (Κρήτη), την p. gaigeae (Σκύρος), την p. milensis (Μήλος), την p. levendis
(Πρόσφατα αναγνωρισμένο είδος),, τη σαύρα της Ρούμελης (algyroides nigropunctatus), τη σαύρα του Μωριά (a. moroticus), τον οφίδωπα (ophisops elegans χωρίς βλέφαρα), την ποντιακή σαύρα (darevskia praticola με οριακή εξάπλωση στον Έβρο), την ελληνική σαύρα (hellenolacerta graeca Πελοπόννησος) και δύο είδη με μικρή εξάπλωση, την anatololacerta anatolica (Σάμος) και την a. oertzeni (Δωδεκάνησα).
Σκιγκίδες (scincidae): Οι σκίγκοι, σαύρες με επίμηκες σώμα, λείες φολίδες και μικρά άκρα, που συνήθως δεν μπορούν να τις σηκώσουν από το έδαφος, 4 είδη: τον αβλέφαρο (ablepharus kitaibelii), το λιακόνι (chalcides ocellatus), τον οφιόμορο (ophiomorus punctatissimus) και τη χρυσίζουσα σαύρα (trachylepis aurata παλαιότερα mabuya aurata Σάμος, Κως, Ρόδος, Σίμη).
Αγαμίδες (agamidae): Οι δράκοι. Συγγενικές σαύρες με τις ιγκουάνες, μόνο ένα είδος, το κροκοδειλάκι (laudakia stellio), μ’εξάπλωση στα περισσότερα νησιά και στην περιαστική περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Χαμαιλεοντίδες (chamaeleonidae): Οι χαμαιλέοντες, σπάνια και ιδιαίτερα ερπετά, δενδρόβια, αγαπούν την υγρασία, αργοκίνητα, με καλή όραση αλλά χωρίς εξωτερικά αφτιά, χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους για τη σύλληψη της τροφής, απειλούνται σοβαρά στην Ελλάδα, 2 είδη: το μεσογειακό χαμαιλέοντα (chamaeleo chamaeleon) μόνο στη Σάμο, παλαιότερα σε Χίο και Κρήτη και τον αφρικανικό (c. africanus), ίσως παλιά εισαγωγη απ’την Αφρική, απειλείται πολύ σοβαρά, μόνο ένας μικρός πληθυσμός στην Πύλο.
Ανγουίδες (anguidae): Οι άποδες σαύρες. Δεν έχουν άκρα και μοιάζουν με φίδια, ωστόσο ξεχωρίζουν απ’αυτά από την παρουσία βλεφάρων στα μάτια, εξωτερικών ακουστικών πόρων και μακριάς ουράς, 3 είδη: το κονάκι (anguis fragilis), το κονάκι της νότιας Ελλάδας (a. cephalonica) και τον τυφλίτη (pseudopus apodus), τη μεγαλύτερη άποδη σαύρα της ευρώπης, παλαιότερα ophiosaurus apodus.
Γκεκονίδες (geconidae): Τα γκέκο, μικρές συνήθως νυκτόβιες εντομοφάγες σαύρες που συνήθως έχουν κολλητική ικανότητα στ’άκρα τους και στερούνται βλεφαρίδων, 3 είδη: το κοινό σαμιαμίδι (hemidactylus turcicus), την ταρέντολα (tarentola mauritanica) και το μεσοδάκτυλο ή κυρτοδάκτυλο (mediodactylus cotschyi), με πολλά υποείδη στα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα, χωρίς κολλητική ικανότητα, παλαιότερα cyrtopodion cotschyi και αργότερα cyrtodactylus cotschyi.
Αμφισβαίνια (amphisbaenia): Είναι η λιγότερο μελετημένη ομάδα ερπετών. Είναι άποδα, με δακτυλιωτό δέρμα, αραιές φολίδες και τα μάτια και τ’αφτιά τους καλύπτονται με δέρμα. Εξωτερικά μοιάζουν με γεωσκώληκες.Βρίσκονται κυρίως στην τροπική ζώνη, αλλά στην Ελλάδα υπάρχει μόνο ένα είδος της οικογένειας των αμφισβαινιδών (amphisbaenidae), το blanus strauchi, με οριακή εξάπλωση στη Σάμο, στη Ρόδο και σε μερικά ακόμα Δωδεκάνησα.
Οφίδια (φίδια): Κι αυτή η υπόταξη όπως οι σαύρες, έχει μεγάλο αριθμό ειδών σ’όλον τον κόσμο, προσαρμοσμένα σε ποικίλα περιβάλλοντα και συνθήκες. Στην Ελλάδα έχουμε 23 είδη από μερικές οικογένειες, εκ των οποίων τα 7 είναι δηλητηριώδη, τα 5 εξ αυτών είναι οχιές και μόνο οι 3 απ’αυτές είναι επικίνδυνες για τον άνθρωπο.
Καινοφιδιίδες (colubridae): Μια οικογένεια φιδιών με πολύ μεγάλο αριθμό ειδών, κυρίως μεσαίου μεγέθους, τα περισσότερα μη δηλητηριώδη και τρεφόμενα κυρίως με τρωκτικά. Όσα είναι δηλητηριώδη έχουν τα ειδικευμένα δόντια τους πίσω στο στόμα (οπισθόγλυφα). Κανένα δηλητηριώδες ελληνικό είδος της οικογένειας αυτής δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Έχουμε τ’ακόλουθα είδη: το στεφανοφόρο (coronella austriaca), το θαμνόφιδο (eirenis modestus), τον έφιο (dolichophis caspius) αρκετά μεγάλο, το μαύρο έφιο (d. jugularis), το λαφιάτη (elaphe quatuorlineata) αρκετά μεγάλο, το θρακικό λαφιάτη (e. sauromates), τη δεντρογαλιά (hierophis gemonensis), το μαύρο φίδι της Γιάρου (h. viridiflavus) ίσως παλιά εισαγωγή από τη δυτική Ευρώπη, πολύ σπάνιο, στην Ελλάδα ξεχωριστό υποείδος, το λαφιάτη του Ασκληπιού (zamenis longissimus), το σπιτόφιδο (z. situla), τη σαΐτα (platyceps najadum), το νερόφιδο (natrix natrix) μερικές φορές πολύ μεγάλο, το λιμνόφιδο (n. tessellata), το ζαμενή της Ρόδου (haemorrhois nummifer), μεγάλο, ασιατικό είδος, με εξάπλωση στα περισσότερα Δωδεκάνησα και στα Νησιά Ανατολικού Αιγαίου, καθώς και 2 ελαφρώς δηλητηριώδη είδη, το αγιόφιδο (telescopus fallax) και το σαπίτη (malpolon insignitus).
Εχιδνίδες (viperidae): Οι οχιές, δηλητηριώδεις, αργοκίνητες, προτιμούν συνήθως ξηρές περιοχές, γεννούν μικρά. Είναι σωληνόγλυφα φίδια, δηλαδή τα δηλητήριώδη δόντια τους βρίσκονται μπροστά στο στόμα, είναι σωληνοειδή και αναδιπλούμενα. Διακρίνονται εύκολα από άλλα φίδια απ’το τριγωνικό κεφάλι τους με τα φουσκωμένα μάγουλα. Εδώ ανήκουν τα πιο τοξικά ελληνικά είδη, έχουμε 5 είδη: την οχιά της Μίλου (macrovipera schweizeri) μεγάλη και σχετικά ισχυρό δηλητήριο, αλλά μόνο στη Μήλο και στα γύρω νησιά, απειλείται, τον αστρίτη (vipera berus) κεντρικοβορειοευρωπαϊκό είδος με οριακή εξάπλωση στη βόρεια Ελλάδα, ασθενές δηλητήριο, την κερασφόρο οχιά (v. ammodytes) σχετικά ισχυρό δηλητήριο, την οχιά των λιβαδιών (v. ursinii) με σποραδική εξάπλωση, πολύ μικρή με ασθενές δηλητήριο και την οθωμανική οχιά (montivipera xanthina) σχετικά ισχυρό δηλητήριο. Ωστόσο, όσο ισχυρό δηλητήριο και αν έχουν αυτά τα είδη, αυτό είναι σχετικό με τ’άλλα που έχουν ασθενέστερο. Κανένα ελληνικό φίδι δεν έχει πολύ μεγάλη τοξικότητα και όλα τα δαγκώματα φιδιών θεραπεύονται στο νοσοκομείο. Τις τελευταίες δεκαετίες, στην Ελλάδα δεν έχει καταγραφεί θάνατος από δάγκωμα φιδιού.
Βοΐδες (boideae): Οι βόες, κυρίως της τροπικής ζώνης, έχουν χοντρό σώμα και υπολοιματικά πίσω άκρα στη λεκάνη, γεννούν μικρά, έχουμε μόνο ένα μικρό αμμόβιο είδος, τον έρυκα (eryx jaculus).
Τυφλωπίδες (typhlopidae): Μικρά τυφλά φίδια που μοιάζουν με γεωσκώληκες κυρίως της τροπικής ζώνης που ζουν υπογείως και είναι εντομοφάγα, έχουμε μόνο ένα είδος, τον τύφλωπα (typhlops vermicularis).
Πηγές και χρήσιμες σελίδες:
herpetofauna.grΗ πληρέστερη σελίδα για την ελληνική ερπετοπανίδα. Είναι η κύρια πηγή μου. Περιέχει πληροφορίες και πολλές φωτογραφίες για όλα τα είδη, άρθρα, αλλά και φόρουμ για την ελληνική ερπετοπανίδα στο οποίο μπορείτε να εγγραφετε. Εκεί μπορείτε να λύσετε τις απορίες σας σχετικά με την ελληνική ερπετοπανίδα, να δημοσιεύσετε φωτογραφίες ερπετών ή αμφιβίων γι’αναγνώριση, να συζητήσετε για περιβαλλοντικά θέματα κ.ά.
Πληροφορίες για μερικά είδη ερπετών και αμφιβίων
Το άρθρο της παραπάνω σελίδας το έγραψε ο Γρηγόρης Δεούδης, πρώην κάτοχος του
Reptilesalonica,
το οποίο τώρα έχει κλείσει.
Ελληνική Ερπετολογική Εταιρεία
Τα ερπετά της Πύλου
Τα ελληνικά φίδια
Ελληνική πανίδα γενικά

Σημείωση: Όλες οι φωτογραφίε ςπροέρχονται από διάφορες διαδικτυακές πηγές.

Επίσης:
Η ερπετοπανίδα της Κύπρου.

 

Περιέχει πληροφορίες και βήματα για την κατασκευή μίας τεχνητής μικρογραφίας ποταμού που θα περιλαμβάνει και τα χερσαία και υδρόβια φυτά και τα ψάρια. Περιέχει φωτογραφίες της κατασκευής και ένα βίντεο. Προτότυπη κατασκευή!

η σελίδα

Η συγκεκριμένη κατασκευή είναι έτοιμη και χρειάστηκε απλά ένα καθάρισμα (γιατί ήταν μεταχειρισμένη) και μία συναρμολόγηση.
Σημείωση: Η συγκεκριμένη κατασκευή ήταν έτοιμη. Απλά έπρεπε να συναρμολογηθεί, να προστεθούν μέσα στο φίλτρο, φώτα, υπόστρωμα, νερό και ζωντανοί οργανισμοί. Ωστόσο κάποιος μπορεί να την κατασκευάσει από μόνος του.

Ίσως κατασκευάσω κάτι παρόμοιο στο απότερο μέλλον.

Πριν από περίπου 361000000 χρόνια, στην τότε ήπειρο Ευραμερική ή Λαυρωσία, υπήρχε ένας πεδινός ποταμός. Η ήπειρος βρισκόταν κοντά στον ισημερινό και το κλίμα ήταν τροπικό. Ο ποταμός αυτός πλημμύριζε περιοδικά και δημιουργούσε προσορεινές λίμνες και βάλτους. Γύρω από τον ποταμό υπήρχαν δάση αρχαιοφτέρης, ενός ψηλού προγυμνόσπερμου δέντρου. Το άλλο πιο κοινό φυτό ήταν το ρακόφυτο, μία προτόγονη ξυλώδεις φτέρη μαι ακανόνιστη ανάπτυξη που φύτρωνε παντού. Υπήρχαν και άλα φυτά όπως λυκόφυτα και ψηλά και ποώδη είδη, άλλες φτέρες και τα πρώτα γυμνόσπερμα. Επίσης, υπήρχαν και πολλά χερσαία αρθρόποδα όπως μυριάποδα, σκορπιοί, απτερύγωτα έντομα και τριγωνοταρβίδια. Μέσα στον ποταμό και στις λιμνούλες ζούσαν πολλά ψάρια, όπως πλακόδερμοι με πλακωτό κεφάλι και θώρακα, ακανθώδεις ιχθύες, κάποιοι μικροί καρχαρίες, ο λιμνόμις ένα μικρό ακτινοπτερύγιο ψάρι σε πολύ μεγάλους αριθμούς και σαρκοπτερύγιοι. Από τους σαρκοπτερύγιους υπήρχαν πολλά είδη. Υπήρχαν ψάρια μέχρι 4 μέτρα, αλλά και μικρά ψάρια κανονικού μεγέθους. Επίσης, από τους σαρκοπτερύγιους εξελίχθηκαν τα αμφίβια. Τέτοια υπήρχαν πολλά σ’εκείνον τον ποταμό. Είχαν εμφάνιση σαλαμάνδρας με πολλά όμως στοιχεία ψαριού. Όλα αυτά βρέθηκαν απολιθωμένα σε έναν γεωλογικό σχηματισμό από ψαμμίτη και άργιλο, το “red hill” “κόκκινος λόφος” στις Η.Π.Α. Εκεί βρέθηκαν πολλά απολιθώματα από τους τότε οργανισμούς. Όμως τα πιο σημαντικά είναι τα απολιθώματα των αμφιβίων, τα οποία βρέθηκαν σχετικά σε καλή κατάσταση, αλλά και απολιθώματα σαρκοπτερυγίων. Αυτά μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για την εξέλιξη των πρώτων σπονδυλωτών της στεριάς.

Η σελίδα:

εδώ.

Περιέχει πολλές πληροφορίες για την τοποθεσία, την γεωλογική της σύνθεση, υποθέσεις για το κλίμα και τη γεωγραφία κατά τη Δεβόνια εποχή, περιγραφές και πληροφορίες για τους οργανισμούς που ζούσαν εκεί και πληροφορίες για σημαντικά γεγονότα που έγιναν σε εκίνη την εποχή, όπως η εξέλιξη των αμφιβίων, η ανάπτυξη της φυτοφαγίας, τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος της Δεβόνιας περιόδου και άλλα ενδιαφέροντα.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers