Tag Archive: Νέα Καληδονία


τερράριο λοφιοφόρου γκέκο 2016

Αυτό είναι το τερράριο του λοφιοφόρου μου γκέκο, όπως το διαρρύθμισα από φέτος το Μάιο. Ενώ για τα νεότερα ζώα ενημερώνω ακόμα τα θέματά τους, έχω αρκετό καιρό να ανεβάσω κάτι για το λοφιοφόρο γκέκο, επειδή το αρχικό θέμα γι’αυτό είχε γίνει πολύ μεγάλο από τις συνεχείς ενημερώσεις. Συνοπτικά, είναι ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, επιστημονική ονομασία Correlophus ciliatus. Ανήκει στην αρχαία οικογένεια γκέκο των διπλοδακτυλιδών (Diplodactylidae), γνωστή ως αυστραλιανά γκέκο. Το συγκεκριμένο είδος κατάγεται από τη Νέα Καληδονία, όπου μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού, στη Νήσο των Πεύκων από κάτω, καθώς και σε ένα μικρό σημείο στα βόρεια, όπως βρήκε μια αναζήτηση το 2015. Είναι μεσαίο προς μεγάλο γκέκο με αναρριχητικές επιφάνειες στα πόδια του για να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, αλλά και συλληπτήρια ουρά, η οποία φέρει στο άκρο της αναρριχητική επιφάνεια. Όταν όμως χάνει την ουρά του, δεν την αναγεννά, παρά μόνο μία μικρή μυτούλα. Έτσι είναι πλέον το δικό μου αλλά και πολλά άλλα, καθώς και όλα τα ενήλικα στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά τη μετακίνησή τους. Το είδος είναι νυκτόβιο και τρέφεται με έντομα, ώριμα φρούτα και νέκταρ. Το δικό μου γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 και ήρθε στην κατοχή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012.
Το τερράριό του είναι το πιο όμορφο από όσα έχω, γιατί τα περισσότερα τα έχω πιο απλά. Ποιος τα βλέπει άλλωστε; Το συγκεκριμένο προσπαθώ επίσης να το κρατήσω απλό κι εύκολο, προσφέροντας όμως κι επιφάνειες για αναρρίχηση και κρύψιμο. Η βασική του διαρρύθμιση είναι αυτή που ξέρατε, όσοι την ξέρατε από τις παλαιότερες δημοσιεύσεις, δηλαδή τα τρία διαγώνια καλάμια μπαμπού, η κομμένη καρύδα πίσω δεξιά και το μπολ στη μέση. Μ’αυτά τον πήρα από τον προκάτοχό του. Υπήρχαν επίσης και πλαστικά φυτά, τα οποία στη συνέχεια χάλασαν κι αντικαταστάθηκαν. Τώρα έχω ένα μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, και τρία μικρότερα, ένα πίσω αριστερά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά, του οποίου τελευταίου η βεντούζα έχει αποκολληθεί κι έτσι το κρεμάω από το κρίκάκι του στη βεντούζα, γιατί έχουν και τα δύο. Τα φυτά αυτά είναι απομίμηση Ficus benjamina. Η νεότερη προσθήκη είναι ο κορμός από φελλό πίσω αριστερά, τον οποίο έχω τοποθετήσει ελαφρώς διαγώνια, ώστε να στηρίζεται καλύτερα και ν’αφήνει έναν κενό χώρο από πίσω, και τον έχω καλύψει ελαφρώς με τα γειτονικά φυτά. Το γκέκο τον χρησιμοποιεί, αλλά λιγότερο από την καρύδα. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ. Η αγαπημένη κρυψώνα του γκέκο, όπου κοιμάται τη μέρα είναι στο μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, όπως και παλιά, όταν τον είχα πάρει. Σύντομα άλλαξε θέση και κοιμόταν για περίπου ενάμισι χρόνο στην επίγεια κρυψώνα μέσα στην καρύδα του. Έπειτα προτίμησε το φυτό στα αριστερά, γιατί πίσω το παλιό φυτό το είχα βγάλει, γιατί κατέρρεε συνέχεια. Μόλις έφερα φυτό για την ίδια θέση, ευθύς άρχισε να την ξαναχρησιμοποιεί.

Στα παρακάτω βίντεο του Βαρώνου θα δείτε πώς αυτό το είδος τρώει, κινείται και σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, προστατεύει την περιοχή του και κάνει φωνή. Διάφορα άλλα βίντεο τα έχω ανεβάσει σε διάσπαρτα άρθρα του Ιστολογίου.

Στο πρώτο τρώει μια μικρή νυχτοπεταλούδα, ενώ στα επόμενα τρώει φρούτα, στο ένα ροδάκινο και στο άλλο μήλο.


Εδώ σκαρφαλώνει στο τζάμι και γενικότερα κινείται στο χώρο του. Στο τελευταίο κρέμεται από τη σίτα στο καπάκι.



Εδώ έχει ενοχληθεί από μένα και προστατεύει την περιοχή του. Αν και τα γκέκο αυτά είναι κανονικά πολύ ήρεμα ζώα, ορισμένα αρσενικά συμπεριλαμβανομένου κι αυτού, μπορεί κάποιες φορές να γίνουν επιθετικά αν ανακατεύεσαι πολύ στο χώρο τους. Τα δαγκώματά του δεν είναι κάτι το σημαντικό. Περισσότερο γίνονται ως ένδειξη κυριαρχίας στον αντίπαλο παρά για να κάνουν κακό. Έχω ξεχωρίσει τρεις τύπους δαγκωμάτων: Γρήγορα και στιγμιαία, που μπορεί να τα κάνει ένα γκέκο του είδους αν τρομάξει. Δυνατά, όπου το γκέκο μπορεί να πιαστεί πολύ δυνατά και να γυρίσει το λαιμό ή το σώμα του για να πονέσει το δάγκωμα παραπάνω, που τα κάνει αν ενοχληθεί περισσότερο, π.χ. αργήσω να τον επιστρέψω στο τερράριό του, και δαγκώματα κυριαρχίας, όπου πιάνει τον αντίπαλο μαλακά αλλά σταθερά και συχνά κάνει φωνή. Οι δύο πρώτοι απευθύνονται στους εχθρούς, και ο δεύτερος μπορεί να πονέσει περισσότερο και να αφήσει μια μικροσκοπική γρατσουνιά σε ιδιαίτερα άτυχες περιπτώσεις, ενώ ο τρίτος σε άτομα του είδους του, είτε σε τσακώματα κατά την προστασία της περιοχής είτε για το ζευγάρωμα.

Εδώ έχει πάλι ενοχληθεί από μένα, κι εκτός από τα δαγκώματα φωνεί. Μπορείτε να ακούσετε τη φωνή του. Είναι αρκετά θυμωμένος κι εκτός της περιοχής του, κάτι σπάνιο, αλλά τελικά ηρεμεί απότομα όταν καταλαβαίνει ότι δαγκώνει λάθος στόχο, την κουρτίνα.

Εδώ έχει επίσης ενοχληθεί από μένα, και μου κάνει επιθέσεις πίσω από το τζάμι. Τα περισσότερα ζώα δεν κατανοούν πλήρως τους διαφανείς φραγμούς, κι αν αναστατωθούν αρκετά, συνήθως τους ξεχνούν. Ένα διάστημα παλιά έκανε συχνά επιθέσεις πίσω από το τζάμι, είτε για να πιάσει τροφή είτε για να διώξει εμένα από την περιοχή του, αλά επειδή το προκαλούσα συχνά, σταδιακά έμαθε ότι το τζάμι δεν περνιέται και τις περιόρισε. Αυτό δε σημαίνει ότι έχει σταματήσει εντελώς, και πού και πού μπορεί να προσπαθήσει να κάνει κάτι πίσω από το τζάμι.

Για να μου συμπεριφέρεται σαν μέλος του είδους του, παναπεί ότι δε με φοβάται καθόλου, ή σχεδόν καθόλου πια. Γιατί, όπως όλα τα μικρά ζώα που μας έχουν συνηθίσει, κι αυτό μπορεί να τρομάξει. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει αν τρομάξει. Αυτήν τη φορά το είχα ξυπνήσει κατά λάθος, έτρεξε, το έβαλα μέσα, μετά πάλι πετάχτηκε έξω, και το ξαναέβαλα μέσα. Γενικά θεωρείται αργοκίνητο γκέκο που σε μεγάλες αποστάσεις κινείται κυρίως με άλματα, αλλά μπορεί να τρέξει για μικρές αποστάσεις όταν κυνηγά τροφή, αντιπαρατίθεται με μέλη του είδους του ή απειλείται από πιθανούς εχθρούς.

Και το καλύτερο το κράτησα για το τέλος. Εδώ πάλι το γκέκο είναι ενοχλημένο, και του προσφέρω ένα έντομο να φάει. Συνήθως όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση δε θέλει να φάει, κι αν του δώσω έντομο είτε θα το πετάξει, είτε θα μου δαγκώσει αποφασιστικά το δάχτυλο πάνω απ’το έντομο. Σπάνια, ιδίως αν είναι κάποια αγαπημένη τροφή ή έχει να φάει καιρό έντομα, μπορεί να το φάει και να ηρεμήσει έπειτα, γιατί από απειλή στην περιοχή του και στα υποτιθέμενα θηλυκά του γίνομαι ξαφνικά μαγικός τροφοδότης, ενώ επίσης σπάνια, αν η τροφή είναι κάτι δύσθραυστο, όπως ένα αλευροσκούληκο (Tenebrio molitor) ή ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella), μπορεί να μπερδευτεί, και να το αντιμετωπίζει πότε ως τροφή και πότε ως ανταγωνιστεί. Στο συγκεκριμένο βίντεο, προσφέρω στο γκέκο ένα μελοσκούληκο, και για τα επόμενα λεπτά δε μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να του φωνάζει ή να το φάει. Τελικά το τρώει, και τρώει ένα ακόμα μικρότερο με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά.

Ενημέρωση 16/9/2016: Προσθέτω δύο ακόμα καλά βίντεο που έβγαλα πρόσφατα. Στο πρώτο το γκέκο εκτελεί μερικά άλματα, για να δείτε πώς και πόσο καλά πηδάει αυτό το είδος, και στο δεύτερο τρώει νεκταρίνι.

Στις παρακάτω φωτογραφίες θα δείτε το before & after της αλλαγής δέρματος του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), ονόματι Βαρώνος. Οποιαδήποτε ομοιότητα στη φρασεολογία με το περιεχόμενο της ιστοσελίδας Lovely Disgrace είναι εντελώς συμπτωματική. Δείτε λοιπόν πώς ήταν ακριβώς πριν και μετά.

Correlophus ciliatus πριν την έκδυση 5/4/2016

Η έκδυση έγινε το βράδυ της πέμπτης προς την έκτη Απριλίου, και η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγες ώρες πριν. Έβγαλα μια αμέσως μετά την επόμενη μέρα, αλλά επειδή δε μ’άρεσε την έσβησα κι έβγαλα μια άλλη στις 7 του μηνός. Δεν ήταν και τόσο εύκολο, αφού το γκέκο επέμενε να πηγαίνει προς τον κλειστό υπολογιστή. Τις μέρες πριν την έκδυση, ο χρωματισμός της σαύρας θαμπώνει, γίνεται κάπως γκριζωπός και το δέρμα της έχει κάπως πιο σκληρή υφή. Το γκέκο συχνά δυσκολεύεται να κολλήσει πολύ καλά σε λείες επιφάνειες, ενώ τείνει να κρύβεται μέσα στην κρυψώνα του. Πολλές φορές δεν κρύβεται απλώς, αλλα κοιμάται ακόμα και τη νύχτα, όπως φαίνεται από τα μαζεμένα του μάτια (ως ζώο χωρίς κινητά βλέφαρα, δεν μπορεί να τα κλείσει εντελώς). Συχνά επίσης ο κύκλος πέψης του διαταράσσεται, όπου παρατηρείται να τρώει λιγότερο και να αφοδεύει σε άτακτα χρονικά διαστήματα. Αυτήν τη φορά είχε ν’αφοδεύσει σχεδόν 12 μέρες, με μια μικρή αφόδευση μόνο στις 31 Μαρτίιου. Σ’αυτήν την περίπτωση δεν έφταιγε η επικείμενη έκδυση μόνο όμως, αλλά κυρίως οι απότομη πτώση της θερμοκρασίας εκείνες της μέρες, που διατάραξαν προσωρινά το μεταβολισμό του. Συχνά το παθαίνει αυτό μια φορά τουλάχιστον άνοιξη ή φθινόπωρο, και είναι φυσιολογικό. Μετά την έκδυση, ο κύκλος του επανήλθε, με μια αφόδευση στις 6 και μία στις 8 του μηνός, ενώ σήμερα θα φάει. Η διάρκεια της περιόδου μειωμένης δραστηριότητας ποικίλει από έως και μια εβδομάδα το χειμώνα έως και λιγότερο από μέρα κάποιες φορές το καλοκαίρι, αλλά συνήθως βρίσκεται σ’αυτήν την κατάσταση για 2-3 μέρες. Συνήθως τη μέρα της έκδυσης επανέρχεται στα φυσυιολογικά του, σκαρφαλώνει όπως πριν, και μετά ξαφνικα κρύβεται στην τρύπα του. Άλλες φορές όμως παραμένει για το μεγαλύτερο χρόνο κρυμμένο μέχρι ν’αλλάξει το δέρμα, ενώ σπάνια μπορεί ν’αλλάξει δέρμα και έξω από την τρύπα του. Εντός λίγων ωρών λοιπόν, το παλιό δέρμα χωρίζει από το καινούργιο, γίνεται ανιχτό διάφανο γκρίζο κι αποκτά υφή χαρτιού. Έχω προσέξει πως αυτό είναι αρχικά πιο εμφανές στη ράχη και στα πλευρά, και αργότερα επεκτείνεται και στο κεφάλι. Λίγες ώρες πριν βγάλω την παραπάνω φωτογραφία, το γκέκο είχε σχεδόν κανονικά χρώματα. Μέσα σε λιγότερο από ώρα άρχισε να γκριζιάζει, και λίγο μετά τη φωτογραφία η αλλαγή είχε επεκταθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Όταν έχει φτάσει σ’αυτό το σημείο, είναι σίγουρο ότι θα το βγάλει το δέρμα μέσα στη νύχτα. Μετά από λίγες ώρες λοιπόν, ξεκίνησε η αλλαγή του δέρματος. Είχα σβηστό φως στο δωμάτιο, για να μην ενοχλώ, και πήγα κι έστηνα αυτί πάνω από το τερράριο για ν’ακούω τη διαδικασία, όπως κι άλλες φορές. Άκουγα το γκέκο να σχίζει και να τραβά το παλιό του δέρμα, κι έπειτα να ξύνεται στα τοιχώματα της κρυψώνας του και στο έδαφος, αλλά και να ξύνεται επίμονα με τα πόδια του. Ανά μεσοδιαστήματα σταματούσε, και το άκουγα να βγάζει τη γλώσσα του και να κάνει χρατς-χρατς, προφανώς τρώγοντας το παλιό του δέρμα. Όλα τα γκέκο υπό φυσιολογικές συνθήκες τρώνε όλο το παλιό τους δέρμα, για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τυχόν εχθρούς. Μόνο μια φορά έχω βρει ένα πολύ μικρό κομματάκι δέρματος στο τεράριο του γκέκο μου. Δεν παρέμεινα για ώρα εκεί από πάνω του για να ξέρω πότε τελείωσε η αλλαγή δέρματος, αλλά πιστεύω πως θα κράτησε λιγότερο από ώρα. Ακόμα κι αν τελειώσουν όμως, δε σημαίνει ότι αμέσως θα βγουν από την τρύπα τους, μπορεί να μείνουν εκεί για να ξεκουραστούν. Μετά μπορεί να βγουν έξω και να σκαρφαλώνουν πάλι παντού, ή απλώς να βγουν και να παραμείνουν ακίνητα για να ξεκουραστούν, όπώς έκανε το δικό μου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν ισχύει επίσιης ότι θα φάνε αμέσως μετά την έκδυση όπως λέγεται, αν έχουν γεμάτο στομάχι θα φάνε αργότερα.

Correlophus ciliatus μετά την έκδυση 7/4/2016

Μετά την έκδυση, όπως βλέπετε, τα χρώματά του έγιναν και πάλι φωτεινά και λαμπερά, το δέρμα του έγινε πολύ απαλό και η κολλητικότητά του επανήλθε στο 100%. Πάλι ήταν πιο δραστήριο και μπορούσε να σκαρφαλώνει παντού. Η έκδυση έγινε με επιτυχία, δηλαδή χωρίς εναπομείναν παλιό δέρμα πάνω στο σώμα του. Δυο φορές μόνο μου έχει τύχει αυτό, τη μία με λίγο δέρμα στο λοφίο και την άλλη σε δάχτυλο του μπροστινού ποδιού, τα οποία έβγαλα εύκολα. Ήταν έτοιμα ν’αποκοληθούν άλλωστε, και πιθανότατα θα μπορούσε και μόνος του να τα βγάλει. Μου έχει τύχει ωστόσο λίγες ακόμα φορές να κολλήσουν μικρά κκομματάκια στις κολλητικές επιφάνειες των δακτύλων και να δυσκολεύεται να σκαρφαλώσει. Σ’αυτήν την περίπτωση βάζουμε το γκέκο σε πολύ ρηχό χλιαρό νερό, ή καλύτερα σε μουσκεμένα με χλιαρό νερό χαρτιά για 15-20 λεπτά, και στη συνέχεια προσπαθούμε να τρίψουμε τα πόδια του με μία μπατονέτα ή κάτι τέτοιο μικρό και σχετικά μαλακό. Και με το χέρι γίνεται, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο. Μπορείτε να βγάλετε το παλιό δέρμα και με τσιμπιδάκι, αν μπορείτε να κάνετε τόσο λεπτές κινήσεις. Συνήθως δεν πετύχαινε σ’εμένα η τεχνική με το νερό και το τρίψιμο, κι έτσι περίμενα την επόμενη έκδυση, όπου το πρόβλημα θα διορθωνόταν συνήθως πλήρως. Υπήρχαν και φορές ωστόσο που χρειαζόταν δύο εκδύσεις για να διορθωθεί. Πλέον έχω πολύ καιρό να πάθω αυτό το πράγμα. Το μυστικό είναι, όπως μ’όλα τα φολιδωτά ερπετά, αυξημένη υγρασία κατά την περίοδο της προέκδυσης, ώστε το παλιό δέρμα να μαλακώσει και έτσι να αποκολλάται ευκολότερα. Το συγκεκριμένο τροπικό είδος έτσι κι αλλιώς χρειάζεται αυξημένη υγρασία για μέρος της μέρας τουλάχιστον, αλλά πριν την έκδυση θα πρέπει να προσέχουμε λίγο περισσότερο, οπότε ψεκάζουμε περισσότερο. Δε θα πρέπει από την άλλη να τα καταβρέξουμε όλα ή το γκέκο από υπερβάλλοντα ζήλο αμέσως πριν την έκδυση, γιατί αυτό θα έχει το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού το δέρμα θα κολλήσει πάνω στο ζώο και θ’αφαιρείται δύσκολα.

Αν και δε μετράω πάντοτε τις ημερομηνίες των εκδύσεων – αν είναι υγιές το ζώο και καιρό στη συλλογή δε χρειάζεται άλλωστε -, τις θυμάμαι όλες για φέτος. Η συγκεκριμένη έκδυση έγινε στις 5 Απριλίου, 21 μέρες μετά την αμέσως προηγούμενη στις 15 Μαρτίου. Εκείνη είχε γίνει 22 μέρες μετά την προηγούμενη στις 22 Φεβρουαρίου, η οποία με τη σειρά της έγινε 23 μέρες μετά την πιο προηγούμενη, στις 31 Ιανουαρίου. Η πρώτη έκδυση για το 2016 έγινε 23 μέρες νωρίτερα, στις 8 Ιανουαρίου. Όπως προσέξατε, το διάστημα μεταξύ των εκδύσεων μειώνεται ελάχιστα σε συνάρτηση με την άνοδο των θερμοκρασιών, αν κι αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Το βραχύτερο διάστημα μεταξύ των εκδύσεων που σημείωσα ήταν 16 μέρες το Δεκέμβριο του 2014, το οποίο σημείωσα στο κύριο άρθρο για το γκέκο μου, ο σύνδεσμός του οποίου βρίσκεται στην αρχή του άρθρου, αν και μπορεί να υπήρχαν το ίδιο σύντομα ή και ακόμα μικρότερα μεσοδιαστήματα σε θερμότερες εποχές που να μην τα πρόσεξα. Έχω πάντως την εντύπωση ότοι μια φορά, δε θυμάμαι την εποχή αλλά νομίζω ότι ήταν φθινόπωρο, εκδύθηκε ξανά μέσα σε μόλις 14 ημέρες.

Το λοφιοφόρο μου γκέκο, ο Βαρώνος, είναι τεσσερισίμισι χρόνων και κάτι – γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 -, και τον πρόσθεσα στη συλλογή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012. Περισσότερα για το συγκεκριμένο γκέκο και για το είδος εν γένει θα βρείτε στο ανάλογο άρθρο.

Το διάστημα αυτό που δε δημοσίευα δεν ήμουν αδρανής, αλλά ενημέρωνα τα άρθρα για άλλα δύο ζώα μου, το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps) και τον κερασφόρο μου βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) με νέα στοιχεία, για τα οποία μπορείτε να διαβάσετε πατώντας στους συνδέσμους.

Όλως τυχαίως, η έκδυση του δράκου ξεκίνησε επίσης στις 5 του μηνός, αν και μπορεί να κάνει μήνα μέχρι να ολοκληρωθεί, γιατί οι περισσότερες άλλες σαύρες, σε αντίθεση με τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους τμηματικά σε διάρκεια ημερών. Τα φίδια επίσης αλλάζουν το δέρμα τους σε μια στιγμή όπως τα γκέκο, αλλά το αφαιρούν ως ένα κομμάτι, όπως κι αρκετές άποδες ή με ατροφικά άκρα σαύρες.

Ενημέρωση 5/5/2016: Ο Βαρώνος άλλαξε ξανά δέρμα στις 4 Μαΐου, δηλαδή 29 μέρες μετά τις 5 Απριλίου. Αυτό είναι το μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ εκδύσεων που έχω καταγράψει, αν και πιθανότατα να πέρασε ακόμα μεγαλύτερα άλλες φορές που απλώς δεν τα πρόσεξα.
Ενημέρωση 30/5/2016: Η επόμενη έκδυση έγινε στις 22 Μαΐου, 18 μέρες μετά την προηγούμενη.
Ενημέρωση 5/6/2016: Η επόμενη έκδυση έγινε στις 2 Ιουνίου, 11 μόλις μέρες μετά την προηγούμενη.

Πλέον, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης με την κουνέλα μου τη Λίμπο, έχουμε αναπτύξει μια βαθύτερη σχέση. Εγώ την βοηθάω σε διάφορα πράγματα, αλλά κι αυτή εμένα. Για παράδειγμα, μου βρίσκει πράγματα που χάνω. Παρόλο όμως που θέλω να λέω ότι μου τα βρίσκει στην πραγματικότητα δε μου τα ψάχνει συνειδητά. Απλώς επειδή έχει μάθει απ’έξω κι ανακατωτά το δωμάτιό μου τόσα χρόνια, ό,τι είναι εκτός θέσης της τραβά την προσοχή. Αν είναι κάποιο χαμένο αντικείμενο κάτω και το βρει, μπορεί να αρχίζει να παίζει μαζί του, κι έτσι να το βρω. Έτσι μια φορά για παράδειγμα μου βρήκε τον αριθμό που έπρεπε να καρφιτσώσω στη μπλούζα μου για να τρέξω στον αγώνα των 5 χιλιομέτρων (ναι, έτρεξα κι εγώ!) στις 10 Οκτωβρίου, στις εκδηλώσεις του Διεθνούς Ημιμαραθωνίου Θεσσαλονίκης. Μου είχε φύγει ο φάκελος κάτω από την καρέκλα μου, και δεν τον έβρισκα. Μόλις όμως έβγαλα την κουνέλα έξω, μετά από λίγο την άκουσα να παίζει μ’ένα χαρτί, κι έτσι τον βρήκα.

Όμως η περιέργειά της αυτή μια μέρα πρόλαβε ένα ατύχημα, αλλα θα μπορούσε και να οδηγήσει σε κάποιο άλλο αν δεν βρισκόμουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 16 Οκτωβρίου 2015, τάιζα το λοφιοφόρο μου γκέκο το Βαρώνο (Correlophus ciliatus) έντομα. Του έδινα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), οι οποίες είναι γρήγορες και μπορεί να κρυφτούν αν δεν τις φάει αμέσως, και μία κατσαρίδα Αργεντινής (Blaptica dubia). Ήθελα και να βιντεοσκοπήσω το γεγονός για το κανάλι μου στο Youtube, αλά τελικά το βίντεο δεν πέτυχε. Μία λοιπόν κατσαρίδα κρύφτηκε με΄σα σε ένα καλάμι μπαμπού του τερραρίου του γκέκο. Έχει γίνει κι άλλες φορές αυτο΄, κι όποτε γίνεται, για να μην περιμένω εγώ ή το γκέκο να βγουν όποτε θέλουν, δηλαδή μπορεί και μετά από μια βδομάδα, Τις τινάζω από μέσα και πέφτουν. Το τερράριο του γκέκο είναι της Exo Terra (από τακαλύτερα τερράρια), ένα κατακόρυφο γυάλινο τερράριο με δίφυλλη πόρτα μπροστά, αλλά κι ένα καπάκι σίτας που μπορεί ν’αφαιρεθεί. Αφαίρεσα λοιπόν το καπάκι, ώστε να σηκώσω το καλάμι ευκολότερα. Σήκωσα το καλάμι, τίναξα το έντομο και τοέριξα μέσα στο μπολ, για να μη φύγει. Μετά όμως, επειδή σχεδόν ποτέ δεν ανοίγω εκείνο το καπάκι, δεν το έκλεισα εντελώς. Ένα άνοιγμα δύο εκατοστών είχε μείνει από μπροστά. Το γκέκο συνέχιζε να κάνει βόλτες για αρκετή ώρα στο χώρο του, αλά μετά σταμάτησα να το ακούω. Πέρασαν αρκετές δεκάδες λεπτών και μου φάνηκε παράξενο αυτό. Έχει τύχει στο παρελθόν να φάει τόσο πολύ ώστε να μη θέλει να κουνηθεί στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν τέτοιο γεύμα. Μετά, γύω στις 2 το πρωί ή και πιο αργά, έβγαλα την κουνελίτσα μου βόλτα. Η μπαλκονόπορτα ήταν λίγο ανοιχτή για να μπαινοβγαίνει, κι έμπαινε λίγο κρύο. Αφού λοιπόν η Λίμπο έκανε τη βόλτα της, μετά πήγε στη γωνία κάτω από το κλουβί του Βαρώνου, όπου κάτι έξυνε. Νομίζοντας πως πειράζει κανένα καλώδιο, πήγα να δω, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Λίγα εκατοστά μπροστά από τη μουσούδα της βρισκόταν ο Βαρώνος. Τον περιμάζεψα αμέσως, και ως πλήρως εξοικιωμένος που είναι, δεν προσπάθησε καν να φύγει. Μέτρησα όλα τα δάχτυλά του, έλεγξα την ουρά, το κεφάλι, τα μάτια και την κοιλιά του, για να δω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί θα μπορούσε να τον είχε δαγκώσει η κουνέλα, αλλά ευτυχώς ήταν άθικτος. Τα ζώα αυτά είχαν να συναντηθούν για περίπου τρία χρόνια. Τότε, ότον τον πρωτοπήρα, από περιέργεια τον έβαλα δίπλα στην κουνέλα μου για να δω τι θα γίνει, και φυσικά αν υπήρχε πρόβλημα θα τον έπαιρνα αμέσως. Είχα καθίσει κάτω και τον είχα βάλει πάνω στο παντελόνι μου, και Μόλις κατάλαβε η Λίμπο πως είναι κάποιο ζώο, άρχισε να τον πιέζει με τη μύτη της και να τον σπρώχνει, κι εκείνος έκανε ευθύς ένα απότομο άλμα στα 40 εκατοστά προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, πέρα από ότι ο Βαρώνος κοιτούσε την κουνέλα όταν έβγαινε για βόλτα, κι αυτή τρόμαζε μερικές φορές όταν αυτός πηδούσε ανάμεσα στα καλάμια του και τις φυλλωσιές του, αυτά τα ζώα δεν είχαν καμία άμεση επαφή για τα επόμενα τρία χρόνια εκτός απο΄τώρα. Μετά λοιπόν από το αρχικό σοκ, άναψα το φως κι έβαλα για λίγο το γκέκο μπροστά στο κουνέλι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Πάλι η Λίμπο έτρεχε πάνω του, κι άρχισε να το σπρώχνει με τη μύτη της, και μια φορά μάλιστα νομίζω πως πήγε να το δαγκώσει. Μόλις το σήκωσα στο χέρι μου ψηλότερα, σηκώθηκε κι αυτή για να το πειράξει. Ως πειστήριο για το γεγονός, έκανα κι ένα μικρό βίντεο.

Τελικά ανέβασα κάτι πολύ πιο ασυνήθιστο και μοναδικό στο Youtube, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ευχάριστο. Στο βίντεο, η Λίμπο η κουνέλα πλησιάζει τρεις φορές με φανερά επιθετικές διαθέσεις το Βαρώνο το λοφιοφόρο γκέκο, ο οποίος φεύγει, αλλά κι εγώ βάζω το χέρι μου για να προλάβω τα χειρότερα. Μετά αμέσως τον παίρνω και τον επιστρέφω στο τερράριό του με κλειστό πάνω καπάκι αυτήν τη φορά. Μόλις είχα προλάβει, συμπτωματικά εντελώς, δύο ατυχήματα. Εάν δεν καταλάβαινα εγκαίρως ότι το καπάκι είχε μείνει ανοιχτό, μπορεί να έχανα το γκέκο, ή μάλλον να δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, γιατί να το χάσω διά παντώς είναι δύσκολο. Αν και δεν είχε διανήσει απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κλουβί του όπως την μέτρησα, θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Μικρή πιθανότητα υπήρχε, αν άνοιγα τη μπαλκονόπορτα να έφευγε έξω και να χανόταν για πάντα, αλλά έκανε κρύο και το θεωρώ απίθανο. Επίσης μικ΄ρη πιθανόττητα είχε να φύγει στο υπόλοιπο σπίτι αν άνοιγα την πόρτα του δωματίου, αν και ο χώρος ήταν ανοιχτός και άγνωστος γι’αυτόν, οπότε θα δίσταζε πολύ. Επίσης υπήρχε μικρή πιθανότητα να περάσεια πέναντι στη ντουλάπα και να χωθεί από πίσω και να μην το βρω εύκολα, ή να σκαρφαλώσει κάπου ψηλά. Το πιο πιθανό ωστόσο θα ήταν να κρυφτεί σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο σε ακτίνα περίπου δύο μέτρων από το τερράριο, το οποίο είναι και η περιοχή του άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, κι έτσι υπήρχε και η πιθανότητα να επιστρέψει και πίσω, εφόσον το καπάκι ήταν ανοιχ΄το. Εάν δεν προλάβαινα την κουνέλα, υπήρχε πιθανότητα να τρομάξει απ’αυτήν και να φύγει κάπου μακριά ή να χωθεί σε κάποιο στενό και δυσπρόσιτο σημείο, ή η κουνέλα να τον τραυματίσει άσχημα. Ήμουν οπότε πολύ τυχερός. Από εκείνη τη μέρα και για τις επόμενες λίγες, ψυχαναγκαστικά έλεγχα το πάνω καπάκι για να είμαι σίγουρος ότι είναι κλειστό. Στα τρία χρόνια που τον έχω ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό, και θα είναι και η τελευταία ελπίζω. Έχει τύχει να το χάσω για δύο ακόμα φορές, αλλά ήταν στην αρχή που, αν και ήρεμο, πάλι τρόμαζε πιο εύκολα επειδή δεν είχε συνηθίσει ακόμα καλά το χώρο κι εμένα και μπορεί να πηδούσε απ’το χέρι μου άνευ προειδοποιήσεως. Έτσι μία φορά πήδηξε κι έτρεξε κάτω από το κρεβάτι μου για δύο μέτρα περίπου μέχρι την άλλη μεριά, αλά εκτός από την απόσταση δεν υπήρχε κάποια άλη δυσκολία να το βρω, επιδή ο χώρος ήταν σχετικά ανοιχτός χωρίς πολλές καλές κρυψώνες. Την άλλη φορά ήταν πάλι στους πρώτους μήνες που το είχα, και ήταν Απρίλιος. Εγώ το είχα πάρει Νοέμβριο, οπότε ήταν η πρώτη του άνοιξη σ’εμένα. Επειδή η θερμοκρασία είχε ανέβει, είχε ανέβει κι ο μεταβολισμός του, κι έτσι ήταν πιο δραστήριο και νευρικό. Όλοπηδούσε κι έτρεχε, κι έτσι, βγάζοντας εγώ κάτι από το τερράριό του και κρατώντας το προσωρινά για να ξέρω πού είναι, πήδξε κι έφυγε. Σήκωσα όλα τα μικρά και μεσαία πράγματα (καρέκκλες, βιβλία κλπ) γύρω από το τερράριο και για ένα τέταρτο έψαχνα, και μετά τον βρήκα στο χείλος του καλαθιού των αχρήστων κάτω από το τερράριο, δηλαδή μπροστά μου! Κι άλλες φορές εκείνο τον καιρό τύχαινε να μου πηδήξει απ’το χέρι, αλλά το έβρισκα αμέσως, οπότε δε μπορώ να πω ότι το έχανα. Έτσι λοιπόν σώθκε το γκέκο μας.

Όσον αφορά την κουνέλα, δεν ξέρω αν στεναχωρέθηκε ή ανακουφίστηκε που πήρα το γκέκο από κοντά της, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Δε θα πρέπει να το πειράξειποτε ξανά. Τα κουνέλια δεν είναι κυνηγετικά ζώα σαν τις γάτες που πειράζουν μικρότερα ζώα από κυνηγετικό ένστικτο – μπορεί να υπάρχουν κι εξαιρέσεις – αλλά προστατεύουνέντονα την περιοχή τους. Δεν είναι τα ειρηνικά ζώα που παρουσιάζονται πάντα. Κουνέλια που δε γνωρίζονται και τυχαίνει το ένα να εισβάλει στην περιοχή του άλλου ια πρώτη φορά μπορεί να μαλώσουν σοβαρά, ενίοτε με θανάσιμους τραυματισμούς. Όπως έλεγε κι ένας Αυστραλός κυνηγός που είχα διαβάσει κάπου στο Διαδίκτυο, συναντούσε συνεχώς κουνέλια γρατσουνισμένα και χτυπημένα, και νόμιζε πως ήταν απο΄συμπλοκές με γάτες, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν από τους ομοίους τους. Έτσι τα κουνέλια μπορεί να γίνουν επιθετικά και προς μικρότερα ζώα που συναντούν στην περιοχή τους. Όπως είπα παραπάνω όμως υπάρχουν κι εξαιρέσεις, και μπορεί ένα κουνέλι να ροκανίσει σιγά-σιγά κι έτσι να φάει ένα μικρό κι αδύναμο ζώο. Κουνέλια έχουν παρατηρηθεί να τρώνε έντομα – και η δική μου είχε φάει -, πουλάκιαπου πέφτουν από τη φωλιά τους, κι άλλα μικρά ζώα. Έψαξα να δω αν γίνεται κουνέλια να φάνε σαύρες, αλλά δε βρήκα κάποιο σχετικό αποτέλεσμα, όμως, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζουμε, σίγουρα γίνεται. Το Συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ ν’αφήνουμε κουνέλια με ζώα πολύ μικρότερά τους μόνα τους. Ίσως να υπάρχουν εξαιρέσεις, και πάλι θα πρέπει να είμαστε εκεί για να τα επιβλέπουμε. Γενικώς δε θα πρέπει ν’αφήνουμε κουνέλια με άλλα ζώα στον ίδιο χώρο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (αν γνωρίζονται κλπ), αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει πολύ περισσότερο το άλλο ζώο από το κουνέλι, παρά το κουνέλι από το άλλο ζώο.

Το πιο ανησυχητικό ωστόσο δεν ήταν ότι η κουνέλα κυνηγούσε το γκέκο, αλλά ότι το γκέκο δεν κατάλαβε οότι κινδυνεύει. Στο βίντεο βαδίζει σε μέτρια ταχύτητα εμφανώς ενοχλημένο, αλλά δεν έχει φοβηθεί πραγματικά. Αν ένιωθε πραγματικά ότι απειλείται από το κουνέλι, θα έτρεχε πολύ γρηγορότερα κάπου μακριά. Είχε τρέξιι έτσι στο παρελθόν μερικές φορές επειδή είχε τρομάξει, και η ταχύτητά του τότε είναι εκπληκτική. Θα μπορούσε να τρέξει διαγώνια μπροστά του και να χωθεί ανάμεσα στη ντουλάπα και τον τοίχο, απ’όπου ούτε εγώ δε θα μπορούσε να το βγάλω εύκολα. Ή θα μπορούσε να τρέξει ως εκεί και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. Αλλιώς,αν η κουνέλα τον είχε στριμώξει σε μια γωνία και δεν προλάβαινε να ανέβει στον τοίχο, θα μπορούσε να γυρίσει και να δαγκώσει την κουνέλα, είτε στιγμιαία για να την ξαφνιάσει, είτε με όλη του τη δύναμη ώστε να την πονέσει και να της πάρει και λίγη γούνα, και στην περίπτωση αυτήν δεν πιστεύω ότι η κουνέλα θα τον ξαναπείραζε ποτέ. Πιστεύω ότι θα τα έκανε αυτά, αλά αφού ήδη είχε δαγκωθεί και πιθανόν τραυματιστεί. Γιατί τότε δεν προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του; Πιστεύώ αφενός επειδή έχει συνηθίσει στο χειρισμό, και δεν ενοχλείται εύκολα όταν το πιάνω, το σπρώχνω ή το σηκώνω, κι αφετέρου στο γεγονός ότι στη πατρίδα του τη Νέα Καληδονία ιστορικά δεν υπήρχαν σαρκοφάγα θηλαστικά, οπότε δεν τα αναγνωρίζει ως απειλή. Ουσιαστικά το δεύτερο οδήγησε στο πρώτο. Το κουνέλι δεν είναι βέβαια σαρκοφάγο, αλλά τώρα λειτούργησε ως τέτοιο. Αν και πριν τρία χρόνια είχε τρομάξει από την κουνέλα, οπότε θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αντιλήφθηκε τώρα τον κίνδυνο επειδή απλώς έχει συνηθίσει στο χειρισμό περισσότερο, πάλι όμως και τότε δεν αντέδρασε ακαριαία και πιστεύω ότι το κουνέλι θα μπορούσε να τον ξαναπειράξει πριν προλάβει να φύγει. Γενικώς σαύες από περιοχές με λίγους εχθρούς τείνουν να ηρεμούν πολύ περισσότερο στην αιχμαλωσία, αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάρτε το γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps) για παράδειγμα, που είναι σχεδόν παθολογικά ήρεμος. Κατάγεται από την Αυστραλία, όπου οι εχθροί είναι λιγότεροι απ’όσους θα υπήρχαν στην Ευρώπη για παράδειγμα, και οι περισσότεροι δεν είναι θηλαστικά. Έτσι ο γενειοφόρος δράκος μπορεί να είναι εντελώς άνετος με ανθρώπους που τον σηκώνουν, τον μεταφέρουν και τον πειράζουν, αλά μπορεί να τρελαθεί αν δει κινούμενη σκιά πάνω απ’το κεφάλι του, η οποία θα μπορούσε να είναι αρπακτικό πουλί. Η Νέα Καληδονία όμως, ως μικρό απομονωμένο νησιωτικό σύμπλεγμα, έχει ακόμα λιγότερους εχθρούς από την Αυστραλία και ποτέ δεν είχε χερσαία θηλαστικά. Μόνο κάποιες νυχτερίδες κατέφθασαν σε γεωλογικά πρόσφατη εποχή, αλά αυτές δεν κυνηγούν σαύρες κι επίσης δεμοιάζουν με τυπικά θηλαστικά ώστε το γκέκο να τα αναγνωρίζει με βάση τη μορφή τους. Δύο είναι οι κύριοι εχθροί του λοφιοφόρου γκέκο στη φύση: ο μπούφος (Tito alba) και το γιγάντιο Νεοκαληδόνιο γκέκο (Rhacodactylus leachianus). Ο μπούφος είναι το ίδιο είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι ένα πολύ επιτυχημένο είδος που έχει κυριεύσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος εχθρός του λοφιοφόρου γκέκο, αφού ως ενδόθερμο έχει μεγαλύτερη ανάγκη για τροφή και άρα θα κυνηγά συχνότερα. Και πάλι δε θα τρέφεται αποκλειστικά με λοφιοφόρα γκέκο, αλλά θα τρώει κι άλλες σαύρες, πουλιά και νυχτερίδες, και πλέον που υπάρχουν και χερσαία θηλαστικά, και μ’αυτά. Το γιγάντιονεοκαληδόνιο γκέκο μπορείπεριστασιακά να τρώει λοφιοφόρα γκέκο, αλλά πάλι όχι πολύ συχνά. Θα τρώει κι άλες σαύρες, πουλάκια, έντομα, νέκτρα και φρούτα. Εκτός αυτού, τα λοφιοφόρα γκέκο σπάνια συναντούν αυτό το είδος, αφού αποφεύγουν το περιβάλλον του, δηλαδή τους χοντρούς κορμούς με κουφάλες, ακριβώς για να μην το συναντήσουν. Μικρός κίνδυνος ίσως να είναι και ο φοβοσκίγκος (Phoboscincus bocorti), ένα είδος γιγάντιου χερσαίου σαρκοφάγου σκίγκου στα 60 εκ που σχεδόν εξαφανίστηκε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα των ιθαγενών από παντού εκ΄τος από μια μικρή περιοχή στη Νήσο των Πεύκων, όπου υπάρχουν και λοφιοφόρα γκέκο. Αυτός έχει οδοντοστοιχία προσαρμοσμένη για σαυροφαγία, αν και δεν είναι ακόμα γνωστό ποιες σαύρες τρώει. Ίσως να τρώει και λοφιοφόρα γκέκο που κατεβαίνουν στο έδαφος, αλλά σπάνια. Ίσως ακόμα περιστασιακά να το κυνηγά ο ανατολικός μπούφος των χόρτων (Tito longimembris) και περιστασιακά τα μικρότερα ημερόβια γεράκια αν τύχει και το συναντήσουν τη μέρα. Επίσης στο παρελθόν, όταν υπήρχαν μεγαλύτερα ζώα στην Νέα Καληδονία πριν τα εξαφανίσουν οι ιθαγενείς, ίσως κάποια απ’αυτά, όπως ο μικρός κροκόδειλος της Ν. Καληδονίας ή το πουλί ντου να το έτρωγαν, αν και όχι πολύ συχνά, επειδή εξειδικεύονταν σε άλλες τροφές. Οπότε το λοφιοφόρο γκέκο είναι ένα είδος με σχετικά μικρή πίεση από εχθρούς, που μάλλον έχει τηνπολυτέλιεα νακάθεται ανάμεσα στα δροσερά πλατιά φύλλα και να τρώει το μέλι του χωρίς να φοβάται κάθε στιγμή μην το φάνε. Τα μικρά του είδους δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ωστόσο, και προφανώς θα τρώγονται από όσα εντομοφάγα ζώα τρώνε ζώα του μεγέθους τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το λοφιοφόρο γκέκο χάνει αρκετά μικρά, επειδή είναι από τα Νεοκαληδόνια γκέκο με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό ρυθμό (6-9 γέννες των δύο αυγών ετησίως, κατ’εξαίρεσιν παραπάνω, σε αντίθεση με είδη όπως Mniarogekko chahoua ή R. leachianus που μπορεί να γεννήσουν 2-3 φορές το χρόνο από δύο αυγά). Συγκρίνετε τώρα αυτό το ειδος με το δικό μας λίγο μικρότερό του Tarentola mauritanica, το οποίο πρέπει να ξεφύγει αρχικά από όλα τα εντομοφάγα και μικροσαρκοφάγα ζώα όσο είναι μικρό, και μετά όταν μεγαλώσει από όλα τα μικρά και μεσαία σαρκοφάγα – διάφορα πουλιά όπως κοράκια, μικρά αρπακτικά, κουκουβάγιες, φίδια, γάτες, νυφίτσες, κουνάβια, σπάνια και από ανθρώπους. Είναι αναμενόμενο αυτό το είδος να έχει πιο ανεπτυγμένες άμυνες κατά των εθχρών από κάποιο νησιωτικό που δεν έχει ν’αντιμετωπίσει τόσες απειλές. Το ίδιο και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκκι (Teratoscincus roborowskii) που έχω, ένα γκέκο λίγο μικρότερο του λοφιοφόρου ιθαγενές του Τουρπάν της Κίνας, μιας σκληρής ερήμου με αρκετούς προφανώς θηρευτές, αφού είναι πολύ νευρικό, ταχύτατο, προσέχει κάθε αλλαγή, κίνηση και θόρυβο, και πολύ δύσκολα πιάνεται.

Οπότε, κάθε φορά που καταφθάνουν σαρκοφάγα θηλαστικά σ’ένα απομονωμένο νησί, είτε από μόνα τους είτε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η έκβαση της αναμέτρησης είναι σχεδόν πάντοτε υπέρ των εισβολέω. Υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, είδη τα οποία προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση σχετικα γρήγορα, αλλά αυτές είναι λίγες και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τα ζώα του νησιού λοιπόν πιάνονται και τρώγονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια από τους εισβολείς, και τα είδη που πάσχουν περισσότερο είναι αυτά με χαμηλό αναπαραγωγικό ρυθμό ή με ελάχιστες άμυνες, όπως τα θαλασσοπούλια. Ακόμα κι αν υπάρχουν είδη που έχουν άμυνες εναντίον εχθρών, αυτές μπορεί να είναι εντελώς ανεπαρκείς προς τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Για παράδειγμα μπορεί ένα ζώο να ακινητοποιείται όταν συναντά εχθρό, και μολονότι αυτό μπορεί να πιάνει για σαρκοφάγα ερπετά ή πουλιά που επιτίθενται κυρίως σε κινούμενους στόχους, δεν κάνει τίποτα στα θηλαστικά που χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο την όσφρηση. Χάρη στην όσφρηση, τα θηλαστικα μπορούν να κυνηγούν εύκολα οποτεδήποτε, αλά και να εισχωρούν σε φωλιές και να τρώνε τα αυγά και τα μικρά. Υπάρχουν φυσικά κι ερπετά που ξετρυπώνουν την τροφή τους με την όσφρηση, αλλά είναι λιγότερα σε μεγαλύτερα μεγέθη και πολλές φορές απουσιάζουν κι αυτά από νησιά. Οι σκίγκοι για παράδειγμα είναι σαύρες που μπορούν να ξετρυπώνουν μικρά έντομα από το χώμα, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ μικροί για να απειλούν σπονδυλωτά. Οι βαράνοι και τα φίδια σε μικρότερο βαθμό μπορούν να κυνηγήσουν κρυμένα θηράματα, και πολλές φορές έχουν προξενήσει κι αυτά εξαφανίσεις όταν εισήχθησαν σε νησιά με ευάλωταείδη. Παρόλα αυτά τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά είναι πιο καταστροφικά, επειδή ως ενδόθερμα πρέπει να τρώνε πολύ περισσότερη τροφή,κι επιπλέον, έχοντας ανταγωνιστεί υπό πολλές αντίξοες συνθήκες στις τεράστιες εκτάσεις του Βορείου Ημισφαιρίου, είναι πολύ εξυπνότερα και μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα και να κυνηγήσουν με πολλούς τρόπους. Χάρη ακριβώς στην ευφυία και το υψηλό επίπεδο δραστηριότητάς τους, έχουν και μια ακόμα πολύ καταστροφική συνήθεια που σχεδόν κανένα άλλο ζώο δεν έχει, σκοτώνουν δηλαδή θηράματα ακόμα κι αν είναι χορτάτα και τα αφήνουν. Επίσης είναι ζώα που συχνά εισάγονται συνειδητά από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους, και συνήθως σε μικρές καταστροφικές ομάδες (αρουραίοι από πλοία, γάτες και μαγκούστες για να τους ελέγχουν, αλεπούδες και κουνάβια για γούνα, κατσίκια, γουρούνια και κουνέλια για τροφή). Τα χορτοφάγα δεν επηρεάζουν άμεσα τα ευάλωτα είδη, αλλά μπορεί ν’αλλάξουν δραστικά το ενδιαίτημά τους ή και να οδηγήσουν στην εξαφάνιση ευάλωτα νησιωτικά φυτά. Σύμφωνα με μία μελέτη, την οποία δε βρίσκω, ο αριθμός των εισαγόμενων σαρκοφάγων θηλαστικών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την πιθανότητα επιβίωσης ενός ευάλωτου είδους, δηλαδή όσο πιο πολλά θηλαστικά υπάρχουν σ’ένα νησιωτικό οικοσύστημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα πράγνατα γι’αυτούς που μένουν εκεί.

Η Νέα Καληδονία λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο σύμπλεγμα έχουν εισαχθεί αρουραίοι, γάτες, γουρούνια κι ελάφια, τα οποία έχουν τροποποιήσει το οικοσύστημα. Τα γουρούνια ανακατεύουν το χώμα και το ριζικό σύστημα των φυτών, και τα ελάφια βοσκούν τη βλάστηση, αν και αυτά δε βρίσκονται τόσο πολύ στα πυκνά τροπικα δάση όπου ζει το λοφιοφόρο γκέκο, οι συγγενείς του και πολλά σπάνια πουλιά. Οι πολυνησιακοί αρουαίοι (Rattus exulans) όμως κυνηγούν διάφορα ζώα. Αυτοί κατέφθασαν πολύ παλιά με τους ιθαγενείς, όπως έτσι μεταφέρθηκαν και σε άλα νησιά, αν και μικρότερες αποστάσεις τις διένησαν μόνοι τους. Σε σχέση με τον κοινό αρουραίο έχουν μικρότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, αλλά δεν έχουν και τόσους εχθρούς. Επίσης είναι πιο σαρκοφάγοι, και τρώνε αυγά, νεοσσούς θαλασσοπουλιών και σαύρες. Σίγουρα στη Νέα Καληδονία θα κατέφθασε και ο κοινός αρουραίος (Rattus norvegicus) με τα καράβια, ο οποίος θα ανταγωνίζεται τον πολυνησιακό. Το άλλο σαρκοφάγο θηλαστικό που εισήχθη στη Νέα Καληδονία είναι οι γάτα, η οποία κυνηγά διάφορα πουλιά και σαύρες, αλλά και αρουραίους. Αν και κανένα νεοκαληδόνιο είδος δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας των θηλαστικών, πολλές φορές οι πληθυσμοί πολλών τοπικά μειώθηκαν, και τα σαρκοφάγα θηλαστικα είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που μαζί με άλλους, όπως η ανθρώπινη ανάπτυξη, δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει κάποια είδη στην εξαφάνιση. Εδώ υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση, το χερσαίο πουλί καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα εξελικτικά μοναδικό γερανόμορφο των ορεινών δασών της Ν. Καληδονίας που σπάνια πετά, φωλιάζει στο έδαφος και γεννά ένα μόνο αυγό το χρόνο, το μικρότερο μέλος μιας ομάδας παρόμοιων πουλιών που εξαφανίστηκαν από τους ιθαγενείς, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα από τους αρουραίους και τις γάτες, τα οποία ληστεύουν τις φωλιές του και ο αναπαραγωγικός του ρυθμός δε μπορεί ν’αντισταθμίσει τις απώλειες. Ενδέχεται το είδος αυτό να εξαφανιστεί στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Σε άλλες περιοχές η κατάσταση είναι χειρότερη. Σε νησιά της Καραϊβικής, του Ινδικού, του Ειρηνικού, αλλά και στη νησιωτική ήπειρο της Αυστραλίας έχουν εξαφανιστεί πολλά γηγενή είδη από σαρκοφάγα θηλαστικά (στην Αυστραλία υπήρχαν σαρκοφάγα μαρσιποφόρα, αλλά τα πλακουντοφόρα αποδείχθηκαν ανταγωνιστικότερα). Τα περισότερα θύματα των θηλαστικών στα νησιά είναι πουλιά, και είναι τόσα πολλά, που δε μπορώ να τα απαριθμήσω. Το ντόντο (Raphus cucullatus) για παράδειγμα του Μαυρικίου, το σύμβολο των ανθρωπογενών εξαφανίσεων, είναι μια τέτοιαι περίπτωση. Αν κι ο άνθρωπος μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς του με το κυνήγι, τη χαριστική βολή την έδωσαν εισαγόμενα θηλαστικά όπως γουρούνια και μαϊμούδες, που κατέστρεφαν τις φωλιές των τελευταίων απομακρυσμένων θηλάκων του είδους. Πολλά άλα πουλιά του Μαυρικίου και γειτονικών νησιών εξαφανίστηκαν επίσης από εισαγόμενα θηλαστκά.

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί επίσης μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση, όπου ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων θηλαστικών έχει χτυπήσει διάφορα ευάλωτα ενδημικά είδη. Όπως και η Νέα Καληδονία, πριν την έλευση του ανθρώπου είχε μερικά μεγάλα μη θηλαστκά ζώα, τα οποία είχαν λίγες άμυνες στον άνθρωπο, ο οποίος τα εξαφάνισε αμέσως. Όσα από τα μικρότερα είχαν βραδεία αναπαραγωγή τα ανέλαβε ο πολυνησιακός αρουραίος, ο οποίος ροκάνιζε τα αυγά και τα μικρά τους. Αν και μέχρι πρότινος πιστευόταν ότι η πανίδα της Νέας Ζηλανδίας είχε εξελιχθεί χωρίς θηλαστικά, πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη θηλαστικών μέχρι τουλάχιστον και πριν 19 εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σεα διαπέραστα δάση και στα βουνά; Τα θηλαστικά ωστόσο αυτά ήταν πρωτόγονα μικρά νυκτόβια εντομοφάγα, και δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των άλλων ζώων, τα οποία προφανώς θα τα ανταγωνίζονταν έντονα, γι’αυτό και δεν εξελίχθηκαν σε άλλες μορφές. Έτσι, χωρίς ανταγωνισμό από σύγχρονου τυπου θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, έντομα και μαλάκια πλήρωσαν τις θέσεις τους στο οικοσύστημα. Για παράδειγμα τα κίβι (γένος Apteryx) είναι μικρά εδαφόβια πουλιά με φτέρωμα σαν γούνα,και ασυνήθιστα καλή όσφρηση, τα οποία αντιστοιχούν οικολογικά σε μικρά παμφάγα θηλαστικά. Το κακάπο (Strigops habroptilus) είναι ένας μεγάλος, χερσαίος φυτοφάγος παπαγάλος, ο οποίος αντιστοιχεί οικολογικά στο λαγό. Τα ουέτα είναι μεγάλες σποροφάγες ακρίδες που οικολογικά αντιστιχούν στα μικρά τρωκτικά. Μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος αυτού λοιπόν κατέρρευσε για ακόμα μία φορά όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν στο σύμπλεγμα με μια νέα ομάδα ανταγωνιστικότατων θηλαστικών. Κοινοί αρουραίοι, μαύροι αρουραίοι (Rattus rattus), γάτες, γουρούνια, κουνάβια, ερμίνες και σκαντζόχοιροι άρχισαν να κατατρώνε τα ενδημικά ζώα που δεν είχαν κατάλληλες άμυνες. Χορτοφάγα όπως άλογα, λαγοί, ουνέλια, κατσίκες, ουάλαμπι και φουντόουρα πόσουμ επίσης έτρωγαν πολλά φυτά και μετέτρεπαν το περιβάλλον. Μερικά πουλιά εξαφανίστηκαν, και πολλά άλλα περιορίστηκαν σε πολύ μικρές περιοχές, δηλαδή οικολογικά έχουν εξαφανιστεί, Αφού δεν συμμετέχουν πολύ στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. Απόκακάπο για παράδειγμα έχουν μείνει μόνο 140 άτομα, και μερικά είδη κίβι απειλούνται άμεσα. Το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών είναι μόλις 5% χωρίς ανθρώπινη υποστήριξη, το οποίο για ένα πουλί που γεννά μόνο ένα τεράστιο αυγό το χρόνο δεν είναι και πολύ. Στην επίθεση όμως αυτήν των σαρκοφάγων θηλαστκών επλήγησαν σοβαρά και τα ερπετά. Η ερπετοπανίδα της Νέας Ζηλανδίας μοιάζει μ’αυτήν της Ν. Καληδονίας, απ’όπου πιθανολογείται ότι πήρε τα περισσότερα είδηη. Και οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν επηρεαστεί αρνητικά. Το μεγαλύτερο γκέκο στον κόσμο, το είδος Hoplodactylus delcorti, που έφτανε τα 60 εκατοστά, πιθανότατα δέχθηκε το πρώτο σοβαρό πλήγμα από τον πολυνησιακό αρουαίο, και μετά από τα άλλα θηλαστικά. Θεωρούταν κακός οιωνός από τους Μαορί, οι οποίοι συχνά το σκότωναν όποτε το έβρισκαν, αν και στην εποχή που κατέφθασαν οι Ευρωπαίοι ήταν υπερβολικά σπάνιο, και ζούσε σε αδιαπέραστα δάση, οπότε ο άνθρωπος δεν ήταν σημαντική απειλή. Πιθανότατα είχε βραδύ αναπαραγωγικό ρυθμό όπως άλλα νεοζηλανδικά γκέκο, τα οποία γενούν 2 μικρά το χρόνο (λόγω χαμηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκαν ως ωοζωοτόκα), οπότε εύκολα εξαφανίστηκε από τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα μεγάλο θύμα της εξαφάνισης ήταν και το τουατάρα (Sphenodon punctatus), ένα μεγάλο αρχαίο σαυρόμορφο ερπετό, το μόνο ζωντανό μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων, το οποίο στην εποχή της έλευσης των Ευρωπαίων σπάνιζε υπερβολικά στα μεγάλα νησιά εξαιτίας του πολυνησιακού αρουραίου, και σύντομα μετά τηνε ισαγωγή τωβ σαρκοφάγωβ θηλαστικώ εξαφανίστηκε εντελώς. Παρέμεινε μόνο σε βραχονησίδες, αν κι εκεί, όπου κατόρθωσαν να φτάσουν αρουραίοι, ο πληθυσμός έπαυσε ν’ανανεώνεται. Αν και μπορεί να δείχνει φαινομενικά υγιής, από πίσω, μέσα στις τρύπες, οι αρουραίοι ροκανίζουν όλα τα αυγά και τα μικρά. Αυτό το σπανιότατο υπεραιωνόβιο ζώο, μοναδικά προσαρμοσμένο στις κλιματολογικές συνθήκες της Ν. Ζηλανδίας, αποδεικνύεται πλέον αποτυχημένο είδος, αφού επιβιώνει χάρη στην ανθρώπινη υποστήριξη. Τα τουατάρα ζουν ανενόχλητα σε βραχονησίδες χωρίς αρουραίους, ενώ σε πολλές άλλες εφαρμόστηκαν προγράμματα εκρίζωσης των αρουραίων για την ασφαλή επανένταξή τους. Χωρίς τον άνθρωπο δηλαδή, σε κάποια μεταγενέστερη γεωλογική περίοδο, όταν αναπόφευκτα κάποια σαρκοφάγα θηλαστικά θα έφταναν στη Ν. Ζηλανδία, το τελευταίο μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων θα χανόταν για πάντα, εκτός κι αν προσαρμοζόταν, πράγμα λίγο δύσκολο, αφού αλλιώς δε θα είχε μείνει ένα μόνο είδος στην πιο απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Εκτός από τα θηλαστικά άλλωστε, θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί και τις σύγχρονου τύπου σαύρες, τις οποίες οι πρόγονοί του δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν κι εξαφανίστηκαν.

Η επιτηδευμένη εξαφάνιση των αρουραίων κι άλλων εισαγόμενων ειδών δεν είναι πλέον κάτι το ασυνήθιστο. Συχνά, για την επαναφορά ενός νησιού, εφαρμόζονται τα λεγόμενα προγράμματα επαναφοράς, τα οποία εμπεριέχουν και την εξαφάνιση των εισαγόμενων ειδών, για να επιβιώσουν τα γηγενή,ώστε υποτίθεται να επανέλθει το οικοσύστημα στην πρότερή του κατάσταση. Τα οικοσυστήματα όμως αλλάζουν, και τα νησιωτικά ιδίως είναι ευάλωτα σε αλαγές και νέα είδη, τα οποία μπορούν να έλθουν και με φυσικό τρόπο, συχνά με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμα όμως κι αν δεν έλθουν νέα είδη σ’ένα απομονωμένονησί, θα έλθουν όταν αυτό παύσει να είναι απομονωμένο μετά από κάποιον γεωλογικό χρόνο, όταν θα έχει δημιουργηθεί νεά ξηρά δίπλα του, η στάθμη της θάλασσας θαέχει πέσει ή θα έχει μετακινηθεί προς κάποια ηπειρωτική μάζα. Έτσι γινόταν κκαι στο παρελθόν σύμφωνα με απολιθωματικα ευρήματα, δηλαδή δημιυργούνταν νησιά, εξελίσσονταν εκεί διάφορα μοναδικά νησιωτικά είδη, τα οποία με λίγες εξαιρέσεις εξαφανίζονταν όταν το νησί ενοωνόταν με την ενδοχώρα. Μήπως τελικά το να βοηθάμε τόσο απειλούμενα είδηι είναι μάταιο, αφού ουσιαστικά προσπαθούμε να κρατήσουμε στη ζωη ένα αποτυχημένο είδος που δε θα μπορούσε να ζήσιι χωρίς εμάς; Μήπως το όλο νταβαντούρι γίνεται για να υπάρχει δουλειά για τους οικολόγους και εφησυχασμός για την πιθανότητα της δικής μας εξαφάνισης; Γιατί δε θα μπορούσε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα να ξαναχτιστεί με πιο ανταγωνιστικά είδη; Αυτό θα κόστιζε και πολύ λιγότερο. Και τέλος, γιατί όλη αυτή η μανία με την προστασία του περιβάλλοντος, την εξαφάνιση εισαγόμενων ειδών κλπ να κυριαρχεί κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες; Οι χώρες αυτές πάσχουν από το σύνδρομο του σωτήρα, μια τάση να θέλουν να διορθώσουν ό,τι ιστορικά κατέστρεψαν. Ενοχές ας πούμε από την αποικιοκρατία;

Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση, το λοφιοφόρο γκέκο, αρχικά το κέντρο της προσοχής του άρθρου, χάθηκε. Άραγε έτσι θα χαθεί στο μέλλον από μια πολύβωη εισβολή νέων ειδών στη Νέα Καληδονία;

Πριν μερικές μέρες, ψάχνοντας στο Γκουγκλ για ιθαγενή φρούτα της νέας Καληδονίας που θα μπορούσε να τρώει το λοφιοφόρο γκέκο στη φύση, μήπως και θα μπορούσα να βρω αντίστοιχά τους που ίσως ωφελήσουν το δικό μου στην αιχμαλωσία, βρήκα στο πρώτο αποτέλεσμα ένα σχετικό άρθρο. Δεν ήταν ωστόσο αυτό που έψαχνα, αλλά ένα άρθρο σε ιστολόγιο, που εξηγούσε την κατάσταση με τα φρούτα στη Νέα Καληδονία. Έλεγε πως επειδή η αγροτική παραγωγή της Νέας Καληδονίας καλύπτει μόνο το 40% των αναγκών του πληθυσμού, είναι απαραίτητη η εισαγωγή προϊόντων από το εξωτερικό. Αν και κάποια τροπικά φρούτα που παράγονται τοπικά όπως καρύδες και μπανάνες είναι φθηνά, τα περισσότερα άλα φρούτα και λαχανικά είναι αρκετά ακριβά, δυσεύρετα, και συχνά φθάνουν ταλαιπωρημένα και χτυπημένα. Γι’αυτό και πολλοί Νεοκαληδόνιοι της πρωτεύουσας κυρίως κλείνουν συμβόλαια με εταιρείες που τους φέρνουν έτοιμα γεύματα σε χαμηλότερο κόστος. Έψαξα περισσότερο στα άρθρα, και ανακάλυψα πως πρόκειται για ιστολόγιο που έχει να κάνει με τη ζωή στη Νέα Καληδονία, ίσως από τις ελάχιστες πηγές στα αγγλικά, αφού, ως γνωστόν, οι Γάλλοι συνηθίζουν να μη γράφουν ή να μιλάνε αγγλικά και η Νέα Καληδονία είναι γαλλική κτήση.
Συγγραφέας του ιστολογίου είναι η Αμερικανογαλλίδα Τζούλι Χάρις (Julie Harris), ένας ζωντανός, ενεργητικός, πολυπράγμων άνθρωπος με αγάπη για τη μάθηση και την εργασία. Όπως περιγράφει τον εαυτό της η ίδια, είναι τρελή για τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και τη μάθηση για τη ζωή. Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σακραμέντο μεταξύ 1984-1988, και για πολλά χρόνια εργάζεται ως ανεξάρτητη σύμβουλος επικοινωνιών. Έχει εμπειρία στο σχεδιασμό ιστοσελίδων, ιστολογίων και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην επιμέλεια κειμένων διαφόρων τύπων, και στην εκπαίδευση κατόχων ιστοσελίδων ή άλλων διαδικτυακών μέσων, επιχειρηματιών κλπ για την προώθηση και καλύτερη επικοινωνία τους στο Διαδίκτυο. Για πολλά χρόνια δουλεύει στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), όπου διαχειρίζεται τον τομέα της κοινωνικής δικτύωσης, εκπαιδεύει μέλη σε στρατηγικές επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης, και επιμελείται κείμενα. Έχει ταξιδέψει στη Νέα Καληδονία με την οικογένειά της δύο φορές, η πρώτη μεταξύ 2005 και 2007 και η τρέχουσα μεταξύ 2012 και 2015.
Στο ιστολόγιό της αναρτώνται άρθρα, πληροφορίες, φωτογραφίες, ειδήσεις, γνώμες, σχόλια, αφηγήσεις κλπ για τη Νέα Καληδονία και τη ζωή στον τόπο αυτόν. Αν και η συγγραφέας ζει στην πρωτεύουσα Νουμέα, έχει επισκεφθεί σχεδόν κάθε τόπο του νησιωτικού συμπλέγματος, κι επειδή της αρέσει το ταξίδι κι επιθυμεί περισσότεροι να επισκέπτονται τον τόπο αυτόν, φροντίζει να δίνει και χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές για επίδοξους τουρίστες ή για όσους έχουν ήδη φτάσει εκεί, καθώς και βοήθεια για όσους ενδιαφέρονται να μείνουν εκεί.
Ο πληθυσμός της Νέας Καληδονίας σύμφωνα με εκτίμηση του 2014 είναι 267.840 κάτοικοι. Σύμφωνα με ανάλυση του 2009, το 40,3% του πληθυσμού είναι ιθαγενείς Κανάκ, το 29,2% Ευρωπαίοι, το 8,7% από τα Νησιά Ουάλις και Φουτούνα, το 2% Ταϊτιανοί, το 1,6 Ινδονήσιοι, το 1% Βιετναμέζοι, το 0,9% Νιβανουάτου, και το υπόλοιπο 16,2% άλλοι. Οι δύο κύριες ομάδες οπότε είναι οι Ευρωπαίοι και οι ιθαγενείς Μελανήσιοι, των οποίων συχνά τα συμφέροντα αντικρούονται. Απ’ό,τι συμπέρανα από το ιστολόγιο, η ζωή για τους Ευρωπαίους δεν διαφέρει σημαντικά απ’αυτήν σε μια δυτική χώρα. Οι περισσότεροι είναι γαλλικής καταγωγής, ζουν συνήθως στις πόλεις ή σε πιο ανεπτυγμένες αγροτικές περιοχές, με μεγαλύτερη συγκέντρωση στα νότια του Νησιού και ασχολούνται με πιο ακριβοπληρωμένα επαγγέλματα. Μπορεί να έχουν κάποια προβλήματα όσον αφορά τις μικρότερες επιλογές εμπορικών προΪόντων, τη δυσκολία μετακίνησης σε άλλα μέρη του κόσμου ή την ανάγκη φοίτησης σε γαλλικά πανεπιστήμια, αφού αυτό της Νέας Καληδονίας δεν έχει πολλές σχολές και μαθήματα, αλλά γενικώς το βιοτικό τους επίπεδο είναι υψηλό και οι περισσότεροι δεν επιθυμούν να εγκαταλείψουν το νησί. Πολλοί Ασιάτες επίσης ακολουθούν παρόμοιο τρόπο ζωής. Η συγγραφέας για παράδειγμα έχει αγαπήσει τη Νέα Καληδονία, θεωρεί πως είναι κατάλληλο μέρος για να μεγαλώνουν τα παιδιά, αφού ζουν και παίζουν όλη τη μέρα έξω, και πιστεύει ότι είναι από τα ομορφότερα μέρη στον κόσμο. Η κατάσταση με τους ιθαγενείς είναι εντελώς διαφορετική ωστόσο. Αρκετοί ζουν στις πόλεις ακολουθώντας μοντέρνο ττρόπο ζωής με ή χωρίς κάποια παραδοσιακά στοιχεία, ενώ πολλοί άλλοι ζουν σε πιο παραδοσιακούς οικισμούς, ακολουθώντας κάποια από τα πατροπαράδοτα έθιμα. Βρίσκονται γενικώς σε χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική θέση από τους Ευρωπαίους, με πολλούς απ’αυτούς ν’ασχολούνται με υποδεέστερα επαγγέλματα όπως εργάτες στα χωράφια ή στα ορυχεία, και μεγάλο ποσοστό τους είναι πάμφτωχο. Πολλοί φτωχοί νέοι, ιδίως στις πόλεις, στρέφονται στον αλκοολισμό και στο έγκλημα. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός τους βρίσκεται στη Βόρεια Επαρχία και στα Νησιά της Πίστης στα ανατολικά, οι οποίες είναι σχετικα λιγότερο ανεπτυγμένες από τη Νότια Επαρχία. Η αποικιοκρατία τους έχει προκαλέσει κρίση ταυτότητας, αφού ενώ πριν ήταν χωρισμένοι σε αυτόνομες φυλές με αρκετές διαφορές μεταξύ τους, και ακολουθούσαν αρκετά διαφορετικό τρόπο ζωής και σύστημα αξιών με μεγάλη έμφαση στη συλλογικότητα, ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με το δυτικό πολιτισμό με την έμφασή του στον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό και το βιομηχανικό σύστημα παραγωγής, οπότε υπήρξε η ανάγκη ένωσής τους σε μια νέα ταυτότητα για μία κοινή και νέα πορεία. Υπάρχουν ρεύματα υπέρ και κατά της ανεξαρτητοποίησης από τη Γαλλία, ενώ πολλοι ιθαγενείς θα επιθυμούσαν ανεξαρτησία, αλλά είναι αβέβαιοι για το μέλλον της χώρας. Δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια από τις τελευταίες εχθροπραξίες μεταξύ Ευρωπαίων και Ιθαγενών, και μολονότι σπάνια σήμερα η διαμάχη καταλήγει σε βία, οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών ομάδων δεν είναι πάντοτε φιλικές και συνεργατικές. Γενικά ωστόσο οι δύο κοινότητες ζουν ξεχωριστά, αγνοώντας ο ένας τον πολιτισμό του άλλου, εκ΄τος κι αν κάποιος γνωρίζει άτομα ή έχει περάσει χρόνο στην άλλη ομάδα, κατάσταση παρόμοια με παρόμοιες τέτοιες χώρες ανά τον πλανήτη, όπως το Ισραήλ και η Νότια Αφρική μετά το Απαρτχάιντ. Η σκοτεινή αυτή πλευρά της Νέας Καληδονίας, την οποία δε γνώριζα καν πριν πιστεύοντας πως οι διαφωνίες είχαν λυθεί εδώ και δεκαετίες, δεν αποσιωπάται στο ιστολόγιο.
Η Νέα Καληδονία βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή της ιστορίας της τα τελευταία χρόνια, η οποία θα κρίνει το μακροπρόθεσμο μέλλον της. Σύντομα θα τεθεί το δημοψήφισμα περί ανεξαρτησίας. Το σύμπλεγμα αυτό πέρασε τα ίδια ταραχώδη γεγονότα με πολλές αποικιοκρατούμενες περιοχές του κόσμου. Το Νησί ιδώθηκε για πρώτη φορά από τον Βρετανό εξερευνητή Τζέιμς Κουκ στις 4 Σεπτεμβρίου του 1774, κατά το δεύτερο ταξίδι του. Το ονόμασε «Νέα Καληδονία», γιατί το βορειοανατολικό τμήμα του του θύμιζε τη Σκοτία, που οι Ρωμαίοι την αποκαλούσαν «Καληδονία (Caledonia)”. Η δυτική ακτή του νησιού προσεγγίστηκε από το Γάλλο εξερευνητή Ζαν-Φρανσουά ντε Γκαλόπ το 1788, σύντομα πριν την εξαφάνισή του. Ο Γάλλος εξερευνητής Μπρουνί Ντεντρεκαστό χαρτογράφησε μεγάλο μέρος του Συμπλέγματος το 1992, και τα Νησιά της Πίστης ανακαλύφθηκαν το 1796. Ο Γάλλος εξερευνητής Ντιρμόν Ντιρβίλ χαρτογράφησε περαιτέρω την περιοχή το 1827, αλλά κατά τ’άλλα οι επαφές των Ευρωπαίων με το Αρχιπέλαγος ήταν ελάχιστες μέχρι το 1840. Εντωμεταξύ οι ιθαγενείς είχαν αποικίσει τα νησιά εδώ και 2.800 χρόνια. Τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα είναι πήλινα αγγεία που ανήκουν στον πολιτισμό των Λαπίτα, οι οποίοι ήταν πιθανότατα οι πρόγονοι των Πολυνησίων κι όχι των Μελανησίων, που είχαν αποικήσει πολλά νησιά του Ειρηνικού εκείνο το διάστημα. Ήταν πολύ καλοί στη ναυσιπλοΐα και γνώριζαν την κατεργασία του πηλού, τέχνη η οποία ξεχάστηκε αργότερα στα περισσότερα μικρά νησιά του Ειρηνικού, γιατί το κατάλληλο χώμα είτε ήταν σπάνιο είτε δεν υπήρχε. Δε γνωρίζουμε ακόμα εάν στη Νέα Καληδονία οι Μελανήσιοι συγχωνεύτηκαν με τους Πολυνήσιους, οι πρώτοι έδιωξαν τους δεύτερους, ή οι πρώτοι κάτοικοι ήταν πράγματι Μελανήσιοι. Σύντομα μετά την άφιξη των ανθρώπων, παρατηρείται απότομη εξαφάνιση όλων των μεγάλων ζώων του Συμπλέγματος – η τελευταία μειολανιοειδής χελώνα, μέλος μιας πανάρχαιας ομάδας χελωνών του Μεσοζωικού, ένας μικρός χερσαίος οπληφόρος κροκόδειλος, απομεινάρι κι αυτός της πανίδας του Νοτίου Ημισφαιρίου του Μεσοζωικού, ένας βαρανός των παράκτιων περιοχών, ένα μεγάλο μεγάποδο πουλί που έμοιαζε με δεινόσαυρο, καθώς και μικρότερα ζώα όπως μεγάλες νυχτερίδες κι αρπακτικά πτηνά -, τα οποία πιθανότατα δεν είχαν αντίληψη του κινδύνου όπως πολλά νησιωτικά ζώα, και οι άνθρωποι τα έφαγαν όλα εξαιτίας έλλειψης κρέατος.
Την εποχή πουκατέφθασαν οι Ευρωπαίοι, οι Μελανήσιοι είχαν πληθυσμό γύρω στους 60.000. Ήταν χωρισμένοι σε πολλές φυλές, η κάθε μία αποτελούμενη από έναν αρχηγό και μερικές εκτεταμένες οικογένειες, με έναν αρχηγό η κάθε μία. Τα μέλη των φυλών εργάζονταν για το κοινό καλό, και δε θεωρούταν σωστό να μείνουν άνθρωποι φτωχοί ή αδικημένοι. Ο σεβασμός στους ηλικιωμένους, καθώς και στα ανώτερα μέλη της ιεραρχίας θεωρούταν υψίστης σημασίας, και οι ρόλοι των φύλων ήταν ξεχωριστοί, με τους άντρες υπεύθυνους για τις περισσότερες εξωτερικές εργασίες, το κηνύγι και το ψάρεμα, την ηγεσία και τον πόλεμο, και τις γυναίκες συνήθως για τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών. Σε μερικές φυλές μάλιστα οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά έμεναν χωριστά απ’τους άντρες, όπως και σε πολλές φυλές της Νέας Γουινέας. Υπήρχαν στεριανές και θαλασσινές φυλές, ανάλογα με τον τόπο που ζούσαν και τα επαγγέλματα που ακολουθούσαν κατά παράδοση τα περισσότερα μέλη τους. Διάφορες φυλές κάθε φορά μπορεί να ήταν είτε σε συμμαχία, είτε σε πόλεμο, και συχνά γινόταν κανιβαλισμός των εχθρών. Σύμφωνα με μια θεωρία, η έλλειψη κρέατος στη διατροφή των ανθρώπων των μικρών νησιών του Ειρηνικού οδήγησε στην εθιμοποίηση του κανιβαλισμού. Ασχολούνταν είτε με τη γεωργία, κυρίως με την καλλιέργεια τάρο και γιαμ, το κυνήγι ή και το ψάρεμα, και ζούσαν σε μικρά χωριά από καλύβες, οι οπίες ήταν πλεκτές από καλάμια και κλαδιά, μ’ένα κεντρικό ξύλο στήριξης, και στις στέγες, ιδίως στα σπίτια των αρχηγών, τοποθετούνταν ξύλινοι οβελίσκοι ως κατοικία των πνευμάτων των προγόνων και για την απώθηση των κακών πνευμάτων. Η θρησκεία τους ήταν κυρίως ανιμιστική και προγονολατρική, με κάθε φυλή νά’χει τα δικά της τοτέμ, που συνήθως ήταν ζώα, στοιχεία του περιβάλλοντος κλπ. Δεν υπήρχε ιερέας, αλλά η κάθε οικογένεια εκτελούσε από μόνη της τα θρησκευτικα της καθήκοντα σε ιερές τοποθεσίες, σε νεκροταφεία κλπ, ενώ κάθε φυλή είχε το μάγο της, τον οποίον συμβουλεύονταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι Νεοκαληδόνιοι Μελανήσιοι ανέπτυξαν πλούσια μυθολογία, η περισσότερη εκ της οποίας έχει καταγραφεί, είτε σε κάποια δική τους γλώσσα είτε στα γαλλικά, αλλά δυστυχώς είναι δύσκολα προσβάσιμη. Οι νεοκαληδονιακές γλώσσες είναι περίπου 28-35, με ορισμένες υπό αμφισβήτηση αν είναι διάλεκτοι ή πλήρεις γλώσσες, κι ανήκουν στον κλάδο των αυστρονησιακών γλωσσών, όπως τα μαλαισιανά και οι πολυνησιακές γλώσσες.
Όλα άλλαξαν από τη δεκαετία του 1840, οπότε οι Ευρωπαίοι άρχισαν να επισκέπτονται το νησί για εμπόριο σανδαλόξυλου. Σύντομα το εμπόριο ξύλου μετατράπηκε σε εμπόριο ιθαγενών, και όπως συνέβη και με τους πληθυσμούς της Νέας Γουινέας, των Νησιών του Σολομώντα και γειτονικών συμπλεγμάτων του νότιου Ειρηνικού, πολλές χιλιάδες ιθαγενών εκτοπίστηκαν από τη Νέα Καληδονία και τα Νησιά της Πίστης για να δουλέψουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας και στα Νησιά Φίτζι. Οι πληθυσμοί αυτοί αποκαλούνταν «Κανάκ» από τους Ευρωπαίους, από το χαβανέζικο «κα νάκα», που σημαίνει άνθρωπος, κι από εκεί προήλθε το σημερινό όνομα των ιθαγενών της Νέας Καληδονίας «Kanak”, το οποίο δηλαδή είναι ένα ευρωπαϊκό εξώνυμο με ρατσιστικές ρίζες που απλώς χρησιμοποιείται επειδή δεν υπήρχε άλλη ενοποιητική ονομασία πριν. Γι’αυτόν το λόγο, αρκετοί προτιμούν να χρησιμοποιούν τον όρο Μελανήσιος, αν και το Κανάκ έχει πλέον εδραιωθεί. Οι Ευρωπαίοι της Νέας Καληδονίας αποκαλούνται συνήθως Καληδόνιοι ή Νεοκαληδόνιοι, ενώ οι Γάλλοι απόγονοι των πρώτων αποίκων λέγονται και «Καλντός (Caldoches)”. Το εμπόριο αυτό λοιπόν δεν έπαυσε μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.
Οι δύο μεγάλες θαλασσοκράτειρες δυνάμεις της εποχής, η Αγγλία και η Γαλλία, έκαναν λοιπόν αγώνα δρόμου για την κατάκτηση του Συμπλέγματος. Όπως είχε γίνει και μ’άλλες παρόμοιες περιοχές με ιθαγενείς, φρόντιζαν να τους προπαγανδίζουν τις βλέψεις τους πρώτα με ιεραποστόλους, πριν προχωρήσουν στα όπλα. Έτσι οι Βρετανοί έστειλαν προτεστάντες ιεραποστόλους της Ιεραποστολικής Εταιρείας του Λονδίνου το 1840, και οι Γάλλοι έκαναν το ίδιο με τους Αδελφούς Μαριστές το 1843. Αν και οι περισσότεροι ιθαγενείς έγιναν επίσημα χριστιανοί (σήμερα το 60% όλων των κατοίκων είναι καθολικοί, το 30% προτεστάντες ευαγγελιστές κλπ κυρίως ιθαγενείς και το υπόλοιπο 10% άλλοι όπως μουσουλμάνι από ασιατικές χώρες, βουδιστές κλπ), εξακολουθούν να τηρούν περισσότερο ή λιγότερο την πατροπαράδοτη θρησκεία. Οι ιθαγενείς ήταν αρχικά εχθρικοί προς τους κατακτητές, με σημαντικότερο γεγονός τη σύλληψη και τον κανιβαλισμό του πληρώματος του αμερικανικού πλοίου Κάτερ από τη φυλή Πούμα το 1849. Τελικά η Γαλλία πρόλαβε τον αγώνα, και στις 24 Σεπτεμβρίου του 1853, ο ναύαρχος Φεβριέ Ντεπουάν υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα γ, ανακήρυξε τη Νέα Καληδονία γαλλικό έδαφος, και η πρωτεύουσα Νουμέα, τότε με το όνομα «Πορτ ντε Φρανς» ιδρύθηκε στις 25 Ιουνίου του 1854. Αρχικά λίγοι αποίκησαν το νησί, αλλά σύντομα, από τη δεκαετία του 1860, η Νέα Καληδονία έγινε αποικία καταδίκων, και μέχρι την παύση της λειτουργίας της το 1897, είχαν σταλεί συνολικά 22.000 κατάδικοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν μέλη της Παρισινής Κομούνας και άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι, οι περισσότεροι των οποίων επέστρεψαν στη Γαλλία μετά από αμνηστεία το 1879-1880. Λίγοι Ευρωπαίοι μετανάστευαν στο νησί. Το 1864 ανακαλύφθηκε νικέλιο στις όχθες του ποταμού Ντιαότ, και με την ίδρυση της Εταιρείας Νικελίου, οι εξόρυξη άρχισε το 1876. Οι Γάλλοι έφερναν εργάτες από γειτονικά νησιά, την Ιαπωνία και την Ινδοκίνα για να δουλέψουν στα ορυχεία, ενώ οι ιθαγενείς αποκλείστηκαν εντελώς απ’την οικονομία, και περιορίστηκαν σε καθορισμένα εδάφη, όπου ζούσαν μέσα στην εξαθλίωση και πέθαιναν από ασθένειες που μετέφεραν οι Ευρωπαίοι, κατάσταση που οδήγησε τους Μελανήσιους σε επανάσταση το 1878, όταν ο αρχηγός Άτα κατόρθωσε να ενώσει πολλές φυλές με σκοπό να διώξουν τους Γάλλους απ’το νησί. Οι Γάλλοι δυσκολεύονταν ν’αντιμετωπίσουν την εξέγερση, ώστε κάλεσαν ενισχύσεις από την Ινδοκίνα, αλλά στο μεταξύ κατορθωσαν να προσεταιριστούν αντίπαλες φυλές και σκότωσαν τον αρχηγό, με αποτέλεσμα το κίνημα να διαλυθεί. Ο ανταρτοπόλεμος στοίχησε τις ζωές 200 Γάλλων και 1.000 Μελανησίων. Το κρανίο του Άτα μεταφέρθηκε στο Παρίσι ως ανθρωπολογικό δείγμα, κι επεστράφη πίσω στους Μελανήσιους μόλις το 2014!
Τον Ιούνιο του 1940, σύντομα μετά την κατάκτηση της Γαλλίας από τους Ναζί, το Γενικό Συμβούλιο της Νέας Καληδονίας ψήφισε υπέρ της Ελεύθερης Γαλλικής κυβέρνησης, αναγκάζοντας το δοσίλογο κυβερνήτη σε φυγή στην Ινδοκίνα το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Το Μάρτιο του 1942, με τη βοήθεια της Αυστραλίας, η Νέα Καληδονία έγινε ναυτική βάση των Συμμαχικών Δυνάμεων, με την έδρα του Αμερικανικού Ναυτικού και Στρατού στη Νουμέα. Ο στόλος που ανάγκασε σε υποχώρηση το Ιαπωνικό Ναυτικό στη Μάχη της Θάλαςςας τον Κοραλίων το Μάιο του 1942 εξόρμησε από τη Νουμέα. Οι Αμερικανοί αριθμούσαν 50.000 άνδρες, όσο δηλαδή και ο πληθυσμός της Νέας Καληδονίας εκείνη την εποχή. Το σύμπλεγμα δεν υπέστη καμία καταστροφή απ’τον πόλεμο, και οι Αμερικανοί ίδρυσαν σχολεία, νοσοκομεία και γενικώς ανέτπυξαν τον τόπο.
Το 1946, η Νέα Καληδονία μετονομάστηκε από γαλλικό εξαρτημένο έδαφος σε γαλλική υπερπόντια κτήση, και όλοι οι κάτοικοι του συμπλέγματος είχαν λάβει τη γαλλική υπηκοότητα έως το 1953. Έκτοτε οι πληθυσμοί των Ευρωπαίων και των Πολυνησίων αυξήθηκαν, εις βάρος των ιθαγενών. Από το 1976 έως το 1988, η Νέα Καληδονία άλλαξε τη νομοθεσία της 5 φορές, προς δυσαρέσκεια των ιθαγενών. Το γεγονός ωστόσο που θα πυροδοτούσε σοβαρές πλέον συζητήσεις περί ανεξαρτησίας ήταν η ομηρία 27 γάλλων χωροφυλάκων και στη συνέχεια ενός εισαγγελέα και 7 παραστρατιωτικών στη Νήσο Ουβέα από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Κανάκ, απαιτώντας συζήτηση με τη γαλλική κυβέρνηση για ανεξαρτησία. Η ομηρία διήρκησε από τις 22 Απριλίου ως τις 5 Μαΐου, οπότε η γαλλική κυβέρνηση έστειλε ειδικές δυνάμεις για την διάσωση των ομήρων, αντιμετωπίζοντας το γεγονός ως τρομοκρατική ενέργεια. Η ομάδα, αν και δε συντονίστηκε καλά, κατόρθωσε να σπύρει τον πανικό στους Κανάκ, οι οποίοι παράτησαν τις θέσεις τους επιτρέποντας στους ομήρους να διαφύγουν. Στην αψιμαχία, σκοτώθηκαν 2 Γάλλοι χωροφύλακες και 19 Κανάκ, με υποψίες ότι οι Γάλλοι τους εκτέλεσαν επίτηδες. Με΄τα το γεγονός αυτό υπεγράφη η συμφωνία του Ματινιόν, ένας συμβιβασμός μεταξύ της πλευράς υπέρ της πίστης στη Γαλλία και αυτής της ανεξαρτησίας, η οποία επικυρώθηκε με δημοψήφισμα και πρόέβλεπε δεκαετή ειρηνική ανάπτυξη, συμφωνία για μη συζήτηση του θέματος της ανεξαρτησίας για το διάστημα εκείνο, υποστήριξη των Κανάκ, αμνηστεία στους συμμετέχοντες στην ομηρεία, παύση των διερευνήσεων για τους θανάτους των ταραχών, και δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης το 1998. Το 1998 υπεγράφη το σύμφωνο της Νουμέας, που προβλέπει σταδιακή μεταφορά εξουσιών από τη Γαλλία στη Νέα Καληδονία για τα επόμενα 20 έτη, με στόχο η επικράτεια να γίνει πλήρως ανεξάρτητη εκτός αππό τους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, του δικαστικού συστήματος και των οικονομικών, οι οποίοι θα εξαρτώνται από τη Γαλλία, και μετά το πέρας του διαστήματος αυτού να μπορεί να γίνει δημοψήφισμα υπέρ της ανεξαρτησίας. Το σχέδιο αυτό απ’ό,τι φαίνεται στην πράξη δεν προχωρά όπως προβλεπόταν, με αρκετή εξάρτηση ακόμα από τη Γαλία. Οι χρονολογίες που δίνονται για το δημοψήφισμα επίσης δεν είναι σταθερές, με γενικόλογες προτάσεις από το 2014 έως το 2018, ενώ το έτος του δημοψηφίσματος μπορεί να παραταθεί ως και το 2020. Απ’ό,τι φαίνεται, οι Γάλλοι δε θέλουν να χάσουν το μικρό αυτό αλλά πλούσιο κομματάκι γης. Υποτίθεται αυτοδιάθεση των εθνών και λοιπές αερολογίες, που ισχύουν μόνο εφόσον συμφωνούν με τα συμφέροντα των ισχυρών, κι αλλιώς θεωρούνται τρομοκρατικά κινήματα, βλ. το γεγονός της ομηρίας παραπάνω, την κατάσταση με την Παλαιστίνη ή το Κουρδιστάν. Νομίζετε πως το ελληνικό κράτος θα υπήρχε αν δε συνέφερε στις Μεγάλες Δυνάμεις η διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Παρόλα αυτά ίσως με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα να είναι δύσκολη η μακροπρόθεσμη διατήρηση της Νέας Καληδονίας και τελικά ν’ανεξαρτητοποιηθεί. Δε θεωρώ ωστόσο διόλου απίθανο κάποιοι διεφθαρμένοι ιθαγενείς να πουλήσουν τα κοιτάσματα της χώρας σε εταιρείες γαλλικών ή άλλων ξένων συμφερόντων για λίγο μπαγιόκο για τις τσέπες τους. Πιστεύω πως μετά την ανεξαρτησία, η Νέα Καληδονία θα γίνει κάτι σαν άλλες παρόμοιες αποικιοκρατούμενες χώρες, δηλαδή θα βυθιστεί στην υπανάπτυξη, συν του ότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θα εγκαταλείψουν το Νησί. Εάν τώρα έχουν εισέλθει με κάποιον τρόπο σε πορεία ανάπτυξης πριν την πλήρη ανεξαρτησία, ίσως τα πράγματα να είναι καλύτερα.
Πολιτικά στην παρουσά φάση η Νέα Καληδονία είναι σχεδόν ανεξάρτητη, με δική της κυβέρνηση και ένα νομοθετικό σώμα 54 ατόμων από τις τρεις επαρχίες του Συμπλέγματος – τη Βόρεια Επαρχία με πρωτεύουσα την Κονέ, τη Νότια Επαρχεία με πρωτεύουσα τη Νουμέα και τα Νησιά της Πίστης με πρωτεύουσα τη Λιφού. Η Γαλλία εκπροσωπείται από έναν ύπατο αρμοστή, ενώ στο γαλλικό κοινοβούλιο η Νέα Καληδονία εκπροσωπείται από 2 διορισθέντες βουλευτές και 2 γερουσιαστές. Υπάρχουν διάφορα κόμματα, με τα κυρίαρχα ν’αντιτίθενται στην ανεξαρτησία, αν και μεγάλη επιρρογή ασκούν και τα υπέρ, που συνασπίζονται υπό το όνομα κανακικό σοσιαλιστικό εθνικοαπελευθεροτικό μέτωπο. Με το νέο σχήμα, αναγνωρίζεται και η εθιμική εξουσία. Όλη η επικράτεια είναι χωρισμένη στις 8 παραδοσιακές εθιμικές περιοχές, οι οποίες χωρίζονται σε 57 φυλαρχίες με τους αρχηγούς τους, οι οποίες με τη σειρά τους χωρίζονται σε 314 φυλές με τους αρχηγούς τους, οι οποίες περιλαμβάνουν 4.000-5.000 οικογένειες με τους αρχηγούς τους. Έχει συσταθεί δεκαεξαμελής εθιμική γερουσία με δύο μέλη από κάθε περιοχή, της οποίας η προεδρία αλλάζει ετησίως ανά περιοχή και έχει εξουσία σε νομοθετικά θέματα που αφορούν την ταυτότητα των Κανάκ, ενώ οι Κανάκ διατηρούν αυτονομία σε θέματα γάμου, υιοθεσίας, κληροδότησης και γεωκτησίας εν μέρει, αλλά σε ποινικά θέματα το εθιμικό δίκαιο επίσημα περιορίζεται, επειδή κάποιες ποινές, όπως η σωματική τιμωρία ή η θανατική ποινή, δεν είναι αποδεκτές από τους Γάλλους. Παρόλα αυτά ανεπίσημα εξακολουθούν να γίνονται, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των ιθαγενών με την αστυνομία. Οι πέντε ευρύτερα ομιλούμενες μελανησιακές γλώσσες έχουν επίσης αναγνωριστεί, αν και δεν έχουν επίσημη θέση, την οποία έχει μόνο η γαλλική.
Όπως προανέφερα, η Νέα Καληδονία είναι πολύ πλούσια γεωλογικά. Ως ξηρά στο μεταίχμιο της Αυστραλιανής Πλάκας με αυτήν του Ειρηνικού, βρίσκεται σε σημείο αλληλεπίδρασης των πλακών, με μεγάλο μέρος των εδαφών της ν’αποτελείται από ανυψωμένο θαλάσσιο βυθό και υπερβασικά πετρώματα του μανδύα – στη Νέα Καληδονία βρίσκεται η μεγαλύτερη εκτεθειμένη έκταση τέτοιων πετρωμάτων στον κόσμο -, πλούσια σε μετάλλα όπως νικέλιο, χρώμιο, σίδηρο, κοβάλτιο, μαγκάνιο, άργυρο, χρυσό, μόλυβδο και χαλκό. Περίπου το 1/3 του Νησιού αποτελείται από τέτοια πετρώματα. Η Νέα Καληδονία διαθέτει το 25% των αποθεμάτων νικελίου του κόσμου, το οποίο είναι και το κύριο εξαγωγικό της προϊόν – το 90% των εξαγωγών, είτε ως μετάλλευμα νικελίου είτε ως σιδηρονικέλιο. Με την πτώση των τιμών του νικελίου κατά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009, η εξόρυξή του μειώθηκε δραματικά, αφού το κόστος παραγωγής ήταν μεγαλύτερο από το κέρδος, με αποτέλεσμα το 2009 οι παγκόσμια προσφορά νικελίου να έχει πέσει κατά 6% σε σχέση με το 2008. Από το δεύτερο μισό του 2009 ωστόσο και μετέπειτα η αγορά ξεκίνησε ν’ανακάμπτει, και πλέον είναι ακμάζουσα και πάλι. Το αεπ της Νέας Καληδονίας είναι το υψηλότερο των Νησιών του Ειρηνικού, ξεπερνώντας κι αυτό της Νέας Ζηλανδίας, αλλά η κατανομή του πλούτου είναι άνιση. Κατά τα’άλλα το νησί είναι φτωχό ή διατηρείται φτωχοποιημένο. Τα αρόσιμα εδάφη είναι λιγοστά, βιομηχανία δεν υπάρχει εκτός από λίγα εργοστάσια μικρής κλίμακας για την κατεργασία τροφίμων, υφασμάτων ή πλαστικών, η οικοδομή είναι μέτρια ανεπτυγμένη, και το 15% του αεπ προέρχεται από οικονομική βοήθεια της Γαλλίας. Τα περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες εισάγονται από τη Γαλλία, άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, την Αυστραλία και ασιατικές χώρες. Το 2011 το εμπορικό ισοζύγιο υπολογίστηκε σε -3,11 δισεκατομμύρια δολάρια! Ενόψει αυτών των δεδομένων, δεν πιστεύω ότι το μέλλον της Νέας Καληδονίας θα είναι καλύτερο μετά την ανεξαρτησία.
Αν δεν είχε το μεγάλο γεωλογικό, βιολογικό, ιστορικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον, η Νέα Καληδονία σίγουρα θά’ταν άγνωστη σχεδόν σ’όλους, επειδή στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρή, με έκταση του όλου συμπλέγματος τα 18,575 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Αποτελείται από το κεντρικό νησί της Νέας Καληδονίας ή της Μεγάλης Γης (Grande Terre), το Αρχιπέλαγος Μπελέπ στα βόρεια, το Νησί των Πεύκων στα νότια, τα Νησιά της Πίστης και αυτά των Μάθιου και Χάντερ στα Ανατολικά και τα Νησιά Τσέστερφιλντ και τους Υφάλους Μπελόνα στα δυτικά. Η Μεγάλη Γη, μαζί με το Νησί των Πεύκων και τα Μπελέπ είναι ηπειρωτικά τμήματα, όντας βόρειες προεκτάσεις της κατά 93% βυθισμένης ηπείρου Ζηλανδίας, του ανατολικότερου θραύσματος της μεσοζωικής νότιας υπερηπείρου Γκοντβάνα, η οποία διαχωρίστηκε μαζί με την Αυστραλία από την Ανταρκτική περίπου πριν 130-85 εκατομμύρια χρόνια, ενώ η ίδια διαχωρίστηκε από την Αυστραλία πριν περίπου 85-60 εκατομμύρια χρόνια. Το ηπειρωτικό αυτό τμήμα είναι πολύ χαμηλό και μακρύ, έκτασης 3.500.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με τη Νέα Ζηλανδία, το Νησί Νόρφολκ που ανήκει πολιτικά στην Αυστραλία και τη Νέα καληδονία ως τα μόνα εκτεθειμένα σημεία της, αν και σε παγετώδεις περιόδους, οπότε η στάθμη της θάλασσας έπεφτε, αποκαλυπτόταν μεγαλύτερο μέρος της. Η Νέα Καληδονία έφτασε κοντά στην παρούσα θέση της πριν περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια, με αρκετές γεωλογικές ανακατατάξεις μέχρι περίπου 1,8 εκατομμύρια χρόνια πριν. Τα υπόλοιπα νησιά είναι πιο πρόσφατα – τα Νησιά της Πίστης είναι κοραλιογενή που αναπτύχθηκαν σε κορυφές βυθισμένων ηφαιστείων του τόξου Βανουάτου ή Νέων Εβρίδων, τα Νησιά του Μάθιου και του Χάντερ είναι ηφαιστειογενή στο νοτιότερο άκρο του τοξου αυτού, και τα Νησιά Τσέστερφιλντ είναι ανυψωμένοι ύφαλοι. Μόνο η Μεγάλη Γη είναι ορεινή, με μια οροσειρά που διασχίζει το νησί κατακόρυφα στο μέσο, με 5 κορυφές άνω των 1,500 μέτρων, με ψηλότερο βουνό το Μον Πανί ύψους 1.628 μέτρων, ενώ υπάρχουν και μικρότερα βουνά και κορυφογραμμέςπρος άλλες κατευθύνσεις. Το νησί είναι μακρόστενο με κατεύθυνση από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, έκτασης 16.372 τετραγωνικών χιλιομέτρων, μήκους μόλις 350 χιλιομέτρων και πλάτους 70 χιλιομέτρων στο πλατύτερο σημειο. Έχει λίγα ποτάμια και λίμνες, με μεγαλύτερο τον ποταμό Ντιαότ, μήκους 100 χιλιομέτρων, ο οποίος έχει λεκάνη απορροής 620 τετραγωνικα χιλιόμετρα και εκβάλλει στα βορειοδυτικά, ακολουθώντας τους δυτικούς πρόποδες του Μον Πανί. Όπως και σ’άλλα παρόμοια τροπικά μέρη με ρηχές θάλασσες, μεγάλο μέρος της Μεγάλης Γης, του Νησιού των Πεύκων και γειτονικών νησιών περικλείονται από έναν κοραλιογενή ύφαλο, το φραγματικό ύφαλο της Νέας Καληδονίας, δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες λιμνοθάλασσες στον κόσμο, έκτασης 24.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το σύμπλεγμα είναι αρκετά απομονωμένο, με απόσταση περίπου 1.200 χιλιομέτρων από την Αυστραλία, 1.500 χμ από τη Νέα Ζηλανδία, 1.800 χμ από τη Νέα Γουινεά και 1.300 χμ από τα Φίτζι. Βρίσκεται στο νότιο άκρο της τροπικής ζώνης, με συντεταγμένες 21Ί30΄ νότιο γεωγραφικό πλάτος και 165Ί30΄ ανατολικό γεωγραφικό μήκος, οπότε το κλίμα είναι τροπικό, αν και μετριάζεται από τους αληγείς νοτιοδυτικούς ανέμους του Ειρηνικού. Οι εποχές είναι κατά βάση δύο, η βροχερή ή το καλοκαίρι με θερμοκρασίες γύρω στους 27-30 βαθμούς Κελσίου, και η ξηρή ή ο χειμώνας, με θερμοκρασίες γύρω στους 20-23 βαθμούς, οι οποίες είναι αντίθετες σε σχέση με τις δικές μας, αφού το Σύμπλεγμα βρίσκεται στο Νότιο Ημισφαίριο. Σπάνια η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30 βαθμούς, και κατά την ξηρή περίοδο μπορεί να πέσει κάτω από τους 15 βαθμούς το βράδυ. Κατά τη βροχερή περίοδο η Νέα Καληδονία πλήττεται από κυκλώνες και τροπικές καταιγίδες, που αν και δεν προξενούν τεράστιες καταστροφές συχνά, πάντοτε αποτελούν κίνδυνο. Μετά από μία τέτοια καταιγίδα του 1994 επανανακαλύφθηκε και το λοφιοφόρο γκέκο, το οποίο θεωρούταν εξαφανισμένο από το 1866! Η οροσειρά ανακόπτει το μεγαλύτερο μέρος των βροχών, που πέφτουν στα ανατολικά και στα υπόλοιπα νησιά, μετατρέποντας το δυτικό τμήμα και μεγάλο μέρος του νότιου, το οποίο καλλιεργείται περισσότερο, σε ένα ημιξηρο ενδιαίτημα με υπομεσογειακό κλίμα, που αρχικά καλυπτόταν με σαβάνα, σκληροφυλλα δάση και θαμνότοπους, αν και με την ανθρώπινη δραστηριότητα τα ενδιαιτήματα αυτά έχουν περιοριστεί. Οι περιοχές στα ανατολικά και στα ψηλότερα υψόμετρα, σχεδόν όλο το Νησί των Πεύκων, καθώς και τα μεγαλύτερα των υπολοίπων νησιών καλύπτονται με πυκνά τροπικα δάση που κρύβουν τεράστια βιοποικιλότητα.
Οι βιολόγοι διαφωνούν με τους γεωλόγους όσον αφορά την αρχαιότητα της Νέας Καληδονίας. Αν και η βάση του συμπλέγματος προέρχεται από τη Ζηλανδία, σύμφωνα με γεωλογικές αναλύσεις μπορεί όλη η Νέα Καληδονία να ήταν βυθισμένη μέχρι 50 ή και 30 εκατομμύρια χρόνια πριν, ή τουλάχιστον ένα μικρό μέρος εμφανίστηκε πριν 50 εκατ. Χρόνια, κι ακολούθησε η ανύψωση περισσότερων τμημάτων πριν 30 εκατ. Χρόνια, και πιθανόν το όλο σύμπλεγμα ξαναβυθίστηκε σχεδόν όλο ή εξολοκλήρου πριν 23 εκατ. Χρόνια. Στην παρούσα φάση η Νέα Καληδονία δεν κινδυνεύει να ξαναβυθιστεί, αφού βρίσκεται σε φάση ανύψωσης. Η προέλευση μεγάλων τμημάτων της από το βυθο της θάλασσας δε μπορεί ν’αμφισβητηθεί, αφού τα υπερβασικά της πετρώματα έχουν υποθαλάσσια προέλευση, αλλά οι βιολόγοι διαφωνούν στο ότι όλη η Νέα Καληδονία είχε βυθιστεί, επειδή πολλά είδη της είναι αρχαιότερα της υποτιθέμενης ανύψωσής της, χωρίς ζωντανούς συγγενείς σε γειτονικές περιοχές που θα δικαιολογούσαν την πρόσφατη διασπορά τους από εκεί. Γι’αυτό έχει προταθεί μια μέση λύση, η θεωρία των μεταπληθυσμών, σύμφωνα με την οποία ποτέ η Νέα Καληδονία δε βυθίστηκε εντελώς, αλλά πάντα υπήρχαν μέρη της πάνω απ’την επιφάνεια της θάλασσας όπου διασώζονταν οι οργανισμοί της, και σε περιόδους ανύψωσης μεγαλύτερων εκτάσεων, την επαναποίκιζαν. Όπως και αν έγιναν τα πράγματα, σήμερα η Νέα Καληδονία λειτουργεί ως κιβωτός όπου έχουν επιβιώσει αλλού εξαφανισμένα είδη, ενώ άλλα έχουν εξελιχθεί σε πλήρη απομόνωση. Αν και υπάρχει επικοινωνία με άλλες περιοχές, με ανταλλαγές αρκετών ειδών, το σύμπλεγμα είναι αρκετά απομονωμένο για τα περισσότερα φυτά και χερσαία ζώα. Η βιοποικιλότητά της είναι υπερβολικά μεγάλη αναλογικά με το μέγεθός της, φαινόμενο που πιθανότατα οφείλεται στα πολλαπλά περιβάλλοντα – από ορεινά δάση έως παραθαλάσσιοι βάλτοι και σαβάνες – που δημιουργεί το πλούσιο ανάγλυφο το οποίο επηρεάζει και το κλίμα, καθώς και στην ποικιλία εδαφών, με αρκετή εξέλιξη νέων φυτικών ειδών στα υπερβασικά εδάφη. Η Χλωρίδα του Συμπλέγματος είναι η πλουσιότερη στον κόσμο, με μεγαλύτερη ποικιλία ειδών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από κάθε άλλον τόπο, ενώ 5 οικογένειες (Amborellaceae, Oncothecaceae, Papracrypyiaceae, Phellinaceae και Strasburgiaceae), 107 γένη και 3.380 είδη ενδημούν στη Νέα Καληδονία και πουθενά αλλού. Υπολογίζεται ότι περίπου το 75% των νεοκαληδόνιων φυτικών ειδών είναι ενδημικά. Πολλά από τα φυτικά είδη της περιοχής είναι αρχαία ή σπάνια, και η χλωρίδα, ιδίως στα πιο δασώδη μέρη, μοιάζει μ’αυτήν του ύστερου Κρητιδικού και του πρώιμου Καινοζωικού. Σε πολλά μέρη του Συμπλέγματος έχει διατηρηθεί το λεγόμενο δαφνοδάσος, μια μορφή υποτροπικού δάσους με αειθαλή λειόφυλλα φυτά, που πριν τις έντονες παγετώδεις περιόδους και την επακόλουθη ψύχρανση και ψύξη του κλίματος, κάλυπτε μεγάλο μέρος του υποτροπικού και θερμού εύκρατου κόσμου. Η μεσόγειος κάποτε καλυπτόταν από΄τέτοια δάση, που σήμερα έχουν επιβιώσει μόνο στις Κανάριες Νήσους και σε προστατευμένες παράκτιες περιοχές. Η δάφνη είναι από τα λίγα φυτά που απέμειναν απ’αυτήν τη χλωρίδα. Η Νέα Καληδονία είναι το τροπικό μέρος με τον μεγαλύτερο αριθμό ειδών κωνοφόρων, ενώ στα περισσότερα τέτοια μέρη τα φυτά αυτά έχουν εκδιωχθεί σε ψυχρότερες τοποθεσίες. Αραουκαριοειδή (το γένος Araucaria μόνο έχει 13 ενδημικά είδη), ποδοκαρποειδή και κυπαρισσοειδή κωνοφόρα μπορούν να βρεθούν στα περισσότερα ενδιαιτήματα του νησιού. Πολλές αραουκάριες έχουν προσαρμοστεί στα υπερβασικά πετρώματα, ενώ άλλα είδη έχουν εξελιχθεί κατά μοναδικό τρόπο, όπως το ημιυδρόβιο κωνοφόρο Falcatifolium taxoides ή το μόνο γνωστό παρασιτικό κωνοφόρο Parasitaxus usta. Η κύκας Cycas seemannii είναι το μόνο κυκαδόφυτο των νησιών, η οποία μπορεί να βρεθεί και σε γειτονικά συμπλέγματα. Στα ανθοφόρα φυτά, η κατανομή των οικογενειών παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αφού το ποσοστό μανολιοειδών και παρόμοιων αρχαίων κλάδων σε σχέση με πιο σύγχρονα μονοκοτυλήδονα ή δικοτυλήδονα είναι μεγαλύτερο από άλα μέρη του κόσμου. Στη Νέα Καληδονία επίσης απαντάται η αμπορέλα (Amborella trichopoda), το μόνο μέλος της τάξης της, απόγονος του αρχαιότερου κλάδου των ανθοφόρων φυτών. Έχει πολλά προγονικα χαρακτηριστικά, όπως στροβιλόμορφα και ελαφρώς διαφοροποιημε΄να άνθη και ξύλο χωρίς ξυλώδεις σωλήνες, σαν αυτό των περισσότερων γυμνόσπερμων. Πολλά άλλα μέλη της χλωρίδας είναι απομεινάρια της χλωρίδας της Γκοντβάνας, όπως το γένος οξιάς Nothofagus, με μέλη στην Αυστραλία, στη Νότια Αμερική και κάποτε στην Ανταρκτική. Φίκοι, φοίνικες, πάνδανοι, αυστραλιανά φυτά όπως γρεβιλέες και μελανολεύκες, και πολλά άλλα είδη επίσης φύονται στον τόπο αυτόν. Ορισμένες σύγχρονες οικογένειες παγκόσμιας εξάπλωσης, όπως τα αγρωστώδη, οι ορχιδέες, τα μπανανοειδή και τα αροειδή, έχουν σχετικά μικρή αντιπροσώπευση στη Νέα Καληδονία. Η ποικιλία σε βρύα, λυκόφυτα και φτέρες είναι επίσης μεγάλη, με αρκετά ενδημικά είδη. Η φτέρη Cyathea intermedia είναι η ψηλότερη δενδρώδης φτέρη στον κόσμο. Η τοξικότητα πολλλών υπερβασικών εδαφών του νησιού έχει εμποδίσει τα περισσότερα εισαγόμενα είδη να εισβάλουν σ’εκείνα τα οικοσυστήματα. Στην πραγματικότητα κάποιες περιοχές είναι τόσο πλούσιες σε βαρέα μέταλλα, που ιθαγενή φυτά έχουν εξελιχθεί να τα υπερσυσωρεύουν σε ρητίνες ή χυμούς ως άμυνα κατά των χορτοφάγων. Στα ξηρότερα και πιο καλλιεργούμενα μέρη ωστόσο, αρκετά εισαγόμενα είδη φυτών έχουν προσαρμοστεί κι εξαπλωθεί στο τοπικό οικοσύστημα. Η υπερβόσκηση και η επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχουν κατακερματίσει επικίνδυνα το σκληρόφυλλο ξηρό δάσος, που κάποτε κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις του ανατολικού τμήματος του Νησιού, ενώ η εξόρυξη νικελί αποτελεί απειλη για πολλά ενδιαιτήματα. Μετά την άφιξη των Ευρωπαίων, έχουν καταγραφει εξαφανίσεις 5 ειδών φυτών, και πολλλά άλλα απειλούνται, περιορισμένα πλέον σε μικρούς πληθυσμούς.
Η θάλασσα επίσης σφύζει από ζωή χάρη στους κοραλιογενείς υφάλους. Στην πραγματικότητα η δραστηριότητα στους υφάλους είναι τόσο μεγάλη, που δημιουργεί θόρυβο, ο οποίος χρησιμεύει ως στοιχείο προσανατολισμού για μικρά πολλών ζωικών οργανισμών ώστε να βρουν εύκολα το περιβάλλον τους. Πολλά μικρά ψάρια, μαλάκια, εχινόδερμα και φύκη είναι ενδημικά, ενώ καρχαρίες, σαλάχια, φάλαινες, η θαλάσσια αγελάδα ντούγκονγκ (Dugong dugon), θαλάσσιες χελώνες και θαλάσσια φίδια συχνάζουν ή αναπαράγονται στα νερά του Συμπλέγματος, και θαλασσοπούλια φωλιάζουν σε ακτές απομονωμένων περιοχών σε τεράστιους αριθμούς. Υπάρχουν ακόμα και ορισμένα αρχαία είδη, όπως ο ενδημικός ναυτίλος Nautilus macromphalus, ένα από τα 4 εναπομείναντα είδη ναυτίλων και τα 6 των ναυτιλοειδών (το άλλο γένος είναι ο Allonautilus), τα μόνα εναπομείναντα οστρακοφόρα κεφαλόποδα μαλάκια, με επίμηκες μακρύ όστρακο χωρισμένο σε διαμερίσματα, στα οποία προσθαφαιρούν αέρα για να ρυθμίζουν την πλευστότητά τους. Η ομάδα εμφανίστηκε στο Παλαιοζωικό, και μετά από μια περίοδο ακμής, έχασε τα περισσότερα είδη της κατά τη μεγάλη Περμοτριαδική Εξαφάνιση πριν 250 εκατ. Χρόνια, έπειτα οι αμμωνίτες εξαπλώθηκαν εις βάρος της, αλά μετά τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος του Κρητιδικού πριν 65 εκατ. Χρόνια και την επακόλουθη εξαφάνιση των αμμωνιτών, ανέκαμψε κάπως, για να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά με την ψύχρανση του κλίματος στις τελευταίες παγετώδεις περιόδους. Επίσης ενδημούν σφουγγάρια των κρητιδικών κλάδων lithistideae και tetractinellideae, το πτεροβράγχιο ημιχορδωτό Cephalodiscus graptolitoides, το οποίο μοιάζει με τους γραπτόλιθους του Παλαιοζωικού, και το γλυφειοειδές δεκάποδο Laurentaeglyphea neocaledonica, το οποίο ανακαλύφθηκε μόλις το 2005, και μαζί με το είδος Neoglyphea inopinata των Φιλιππίνων, αποτελούν τα δύο τελευταία είδη της μεσοζωικής κυρίως υπεροικογένειας των γλυφειοειδών. Πιθανολογείται ότι υπάρχουν πολλά ακόμα άγνωστα είδη στις θάλασσες της Νέας Καληδονίας, τα οποία ίσως ανακαλυφθούν στο μέλλον.
Στην ξηρά και στα γλυκά νερά υπάρχει ακόμα μεγάλη ποικιλία ζώων. Στις λίμνες και στα ποτάμια μπορούν να βρεθούν ασπόνδυλα όπως σφουγγάρια γλυκού νερού και διάφορα μαλάκια και καρκινοειδή, ενώ και τα χερσαία ασπόνδυλα είναι υπερποικίλα. Έως τώρα, έχουν περιγραφεί 200 είδη χερσαίων σαλιγκαριών, με το μεγαλύτερο τον Placostylus fibratus, ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει τα 15 εκατοστά σε μήκος και τα 100 γραμμάρια σε βάρος, και πάνω από 4.000 είδη εντόμων και 200 αραχνών, εκ των οποίων πολλά είναι ενδημικά. Η οικογένεια Brachystichidae είναι η μόνη ενδημική οικογένεια αραχνών σ’ένα μικρό νησί. Υπάρχουν επίσης ενδημικά σκουλήκια, ακάρεα, σκορπιοί κι άλλα μικροασπόνδυλα, και το βέβαιο είναι ότι θα περιγραφούν πολλά περισσότερα στο μέλλον. Στα γλυκά νερά μπορούν να βρεθούν πολλά ψάρια, με πιο αξιοσημείωτο τον νεοκαληδόνιο γαλαξία (Galaxias neocaledonicus), ο οποίος ζει στις λίμνες Λακ αν Ουί και Γκραν Λακ, και είναι το βορειότερο μέλος του γένους του, το οποίο ενδημεί σε νότια μέρη της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας, της Αφρικής και της Ν. Αμερικής. Χερσαια αμφίβια και θηλαστικά δεν υπήρξαν στο Σύμπλεγμα ποτέ, αν και με την έλευση του ανθρώπου κατέφθασαν. Ο μονος βάτραχος σήμερα είναι το είδος Litoria aurea, ενώ από θηλαστικά έχουν εισαχθεί αρουραίοι, ελάφια, γάτες, γουρούνια και σκυλιά, τα οποία βλάπτουν το οικοσύστημα. Το ηλεκτρικό μηρμύγκι Wasmania auropunctata επίσης έχει εισαχθεί, και απειλεί τους πληθυσμούς πολλών ασπονδύλων και μικρών σπονδυλωτών, ιδίως σε σπάνια είδη ή σε μικρές περιοχές. Τα γηγενή θηλαστικά είναι μονο 9 είδη νυχτερίδας – 4 φρουτοφάγες μεγανυχτερίδες και 5 εντομοφάγες μικρονυχτερίδες -, που κατέφφθασαν γεωλογικά πρόσφατα διά αέρος. Χωρίς πολλά θηλαστικά λοιπόν, πουλιά και ερπετά πήραν κάποιους απ’τους ρόλους τους, τα οποία γι’αυτόν το λόγο έχουν εξελιχθεί σε διάφορα ιδιαίτερα είδη. Από τα 100 είδη πουλιών, τα 22 είναι ενδημικά. Μεταξύ αυτών βρίσκεται το καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα γερανόμορφο που ανήκει σε δική του οικογένεια, χωρίς ζώντες κοντινούς συγγενείς. Έχει σχεδόν χάσει την ικανότητα πτήσης του, και σε συνδυασμό με το χαμηλό αναπαραγωγικό του ρυθμό, είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα ακόμα καγκού υπήρχε πριν την έλευση του ανθρώπου, το οποίο εξαφανίστηκε απ’το πολύ κυνήγι. Άλλα ιδιαίτερα πουλιά είναι το μεγαλύτερο περιστέρι παγκοσμίως (Ducula goliath), το περιστέρι Drepanoptila holosericea, τα παπαγαλάκια του γένους Eunymphicus, το παπαγαλάκι Cyanorhamphus saisetti, το οποίο εξελίχθηκε στα υπόλοιπα μέλη του γένους γειτονικών συμπλεγμάτων, και ο νεοκαληδόνιος κόρακας (Corvus monduloides), το εξυπνότερο ζώο του συμπλέγματος, με ικανότητα κατασκευής πολύπλοκων εργαλείων. Μερικά είδη γερακιών, καθώς και ο μπούφος, είναι τα μόνα αρπακτικά των Νησιών.
Το Σύμπλεγμα ακόμα έχει ν’αναδείξει μια τεράστια ποικιλία ερπετών, με τα 60 από τα 70 είδη και τα 11 από τα 23 γένη ενδημικά. Δύο ομάδες σαυρών κυριαρχούν – οι σκίγκοι και τα γκέκο, ενώ τα φίδια είναι μόνο τρία. Ο βόας του Ειρηνικού Candoya bibroni και το τυφλό φίδι των Νησιών της Πίστης (Rhamphotyphlus wileyi) βρίσκονται στα Νησιά της Πίστης, ενώ το παρθενογενετικό τυφλό φίδι Rhamphotyphlops braminus που εισήχθει από τον άνθρωπο έχει βρεθεί στο Νησί των Πεύκων. Οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν τεράστια ποικιλία για το μέγεθος της επικράτειας. Τα γκέκο είναι δύο οικογενειών, οι γκεκονίδες, οι οποίοι κατέφθασαν γεωλογικά πιο πρόσφατα, και ορισμένα είδη ίσως ήρθαν με τον άνθρωπο, και η παλιά αυστραλιανή οικογένεια των διπλοδακτυλιδών, η οποία έχει πολλά ιδιαίτερα είδη, εξειδικευμένα για συγκεκριμένα περιβάλλοντα με περίεργες προσαρμογές και καμουφλάζ. Τα γκέκο αυτά είναι παγκοσμίως γνωστά, επειδή πολλά από τα είδη διατηρούνται και αναπαράγονται ευρέως στην αιχμαλωσία. Αν θυμάστε απ’την αρχή του θέματος, είχα πει πως έχω ένα λοφιοφόρο γκέκο. Το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα είδη, γύρω στα 20 εκατοστά με δύο πλευρικά λοφία που ξεκινούν από το κεφάλι και σταματούν στη λεκάνη. Επανανακαλύφθηκε το 1994, αφού θεωρούταν εξαφανισμένο για 128 χρόνια. Άλλα είδη είναι το γκέκο των Σαρασίνων (Correlophus sarasinorum), λεπτότερο και πιο εδαφόβιο απ’το λοφιοφόρο, το γκέκο των Μπελέπ (Correlophus belepensis), παρόμοιο με το λοφιοφόρο ενδημικό των Μπελέπ, το βρυοφόρο γκέκο ή τσαούα (Mniarogekko chahoua), ένα μεγάλο γκέκο γύρω στα 25 εκατοστά με σχέδια που θυμίζουν φλοιό με βρύα πάνω του για καμουφλάζ στους κορμούς, το ωτιοφόρο γκέκο (Rhacodactylus auriculatus), πιο σαρκοφάγο απ’τα υπόλοιπα με δύο προεξοχές σαν αυτάκια στο κεφάλι του, το γιγάντιο νεοκαληδόνιο γκέκο (R. leachianus), με την ποικιλία της Μεγάλης Γης το μεγαλύτερο γκέκο παγκοσμίως – έως 45 εκ σε μήκος και ως και 700 γραμ σε βάρος -, το τραχύρυγχο γκέκο (R. trachyrynchus), γύρω στα 30 εκ, κάτοικος μεγαλύτερων υψομέτρων και ωοζωοτόκο ως προσαρμογή στο άστατο δροσερό κλίμα, τα 4 είδη του γένους Eurydactylodes, προσαρμοσμένα να ζουν σε πυκνούς θάμνους και λεπτά κλαδιά, τα 12 είδη του γένους Bavayia, που ζουν σε ξηρότερες περιοχές κ.ά. Οι διπλοδακτυλίδες κατέφθασαν πολύ νωρίς ή ανέκαθεν υπήρχαν στο Σύμπλεγμα, και είναι πολύ πιθανό να υπήρχαν εκεί από το πολύ πρώιμο Καινοζωικό ή και το ύστερο Κρητιδικό, απ’όπου στη συνέχεια μετέβησαν κάποια είδη στη Νέα Ζηλανδία, εξελισσόμενα στα εξίσου ιδιαίτερα νεοζηλανδικά γκέκο. Για τους σκίγκους, οι οποίοι ανήκουν στην πολύ διαδεδομένη οικογένεια των λυγοσωμιδών, δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες. Αξιοσημείωτο γένος είναι οι φοβοσκίγκοι (Phoboscincus) με δύο είδη, το P. garnieri της Μεγάλης Γης που φτάνει τα 30 εκ, και το σπανιότατο P. bocourti που έχει απομείνει μονο στο Νηςί των Πεύκων και θεωρούταν εξαφανισμένο μετά την περιγραφή του από ένα δείγμα του 1870, αλλά επανανακαλύφθηκε το 2003. Φτάνει τα 50 εκατοστά και φέρει κυρτά δόντια, υποδηλώνοντας σαρκοφαγικές τάσεις, κάνοντάς το έτσι το μεγαλύτερο χερσαίο σαρκοφάγο ζώο του νησιού μετά την εξαφάνιση των μεγαλύτερων από τους ανθρώπους.
Εκτός από τα ζώα που εξαφάνισαν οι ιθαγενείς μέχρι το 1500, ελάχιστες εξαφανίσεις έγιναν μετέπειτα και στη σύγχρονη εποχή, αν και πολλά είδη έχουν περιορισμένη εξάπλωση κι άλλα απειλούνται σοβαρά. Τα οικοσυστήματα στο δυτικό ξηρό τμήμα του νησιού, όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος ανθρώπινος πληθυσμός, αλλά και πολλά δάση απειλούνται από την υλοτομεία, τη γεωργία, την υπερβόσκηση και τα εισαγόμενα είδη. Πιο συγκεκριμένα τα ηλεκτρικά μηρμύγκια, οι αρουραίοι και τα άγρια σκυλιά, που έχουν εισχωρήσει μέσα στα δάση, αποτελούν τις μεγαλύτερες βιοτικές απειλές. Παρόλα αυτά, μεγαλύτερη απειλή απ’όλες είναι η εξόρυξη νικελίου σε μεγάλη κλίμακα, η οποία αποδασώνει μεγάλες περιοχές, αφήνοντάς τες σαν έρημα χωράφια με μπάζα, τα χώματα που εκτοπίζονται λασπώνουν τα ποτάμια, και η μόλυνση φτάνιε ως τους κοραλιογενείς υφάλους. Αν και η κυβέρνηση της Γαλλίας και της Νέας Καληδονίας προσπαθούν να μειώσουν την καταστροφή, αυτό΄δε φαίνεται να αποδίδει. Λέγεται πως περιβαλλοντικοί εμπειρογνώμονες και μελη περιβαλλοντικών οργανώσεων που πήγαν στο Νησί για να εκτιμήσουν την κατάσταση εξαναγκάστηκαν να φύγουν. Απ’ό,τι φαίνεται, η Γαλλία προσπαθεί να διατηρήσει την καλή της εικόνα μπροστά στους πανόπτες οφθαλμούς της Ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά στις άκρες του κόσμου που δεν παρακολουθεί κανείς, εξακολουθεί να προσπαθεί να μειώσει τα κόστη της εξόρυξης όςο γίνεται, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Κάθε χώρα θα το έκανε αυτό, όχι μονο η Γαλλία. Δυστυχώς όπου δύναται να γίνει μεγάλο και γρήγορο κέρδος και δεν εξετάζει κανείς την παραγωγή μπορεί να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει. Δεν υπάρχουν ηθικές συνειδήσεις και τα λοιπά. Υπάρχουν προστατευόμενες περιοχές στη Νέα Καληδονία, αλλά είναι μικρές κι ασύνδετες μεταξύ τους, με συνολική κάλυψη της επικράτειας μόλις κατά 3%. Πιστεύω πως με΄τα την ανεξαρτητοποίηση η κατάσταση θα γίνει πολύ χειρότερη πάντως.
Τουρισμός υπάρχειστη Νέα Καληδονία, αν και λιγότερο ανεπτυγμένος από τα γειτονικά συμπλέγματα. Το ταξίδι είναι λίγο λιγότερο από 24 ώρες με το αεροπλάνο, σκεφτείτε πόσο με το καράβι! Εκεί υπάρχουν δυνατότητες για όλους, από χουζούρεμα στις παραλίες μέχρι ιστιοπλοΐα, πεζοπορία, ορειβασία κλπ. Πόλος έλξης είναι επίσης και το πολιτιστικό κέντρο Ζαν Μαρί Τζιμπάου, το οποίο αποτελεί το κέντρο της πολιτιστικής ζωής των Κανάκ, στην πρωτεύουσα. Σχεδιάστηκε από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Ρέντζο Πιάνο, με στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των καλύβων των Κανάκ, αν και είναι χτισμένο με μοντέρνα υλικά σε μνημειώδες μέγεθος, κι εγκαινιάστηκε το 1998. Το όνομά του το πήρε από τον πρώην αρχηγό του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Ζαν Μαρί Τζιμπάου, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1989, και είχε το όραμα ίδρυσης ενός τέτοιου κέντρου για την ενοποίηση των Κανάκ. Η έξαλλη συμπεριφορά δεν είναι ανεκτοί από τους αρχηγούς των Κανάκ, και πέρα από συγκεκριμένες κοσμοπολίτικες παραλίες απαγορεύεται. Οπότε όχι γυμνόστηθες, μίνια ή γκέι όργια μπροστά στο απέραντο γαλάζιο του Ειρηνικού. Αυτά είναι για την Ταϊλάνδη, την Καραϊβική και τη Μύκονο. Η επίσκεψη επίσης σε ιερές τοποθεσίες των Κανάκ προϋποθέτει την άδειά τους. Απ’ό,τι έψαξα, σχετικά λίγη Έλληνες έχουν επισκεφθεί το μικρό αυτό΄Σύμπλεγμα στη μέση του πουθενά. Το επισκέπτονται πολλοί Αυστραλοί, ιδίως όσοι θέλουν να βελτιώσουν τα γαλλικά τους. Όπως και σ’άλλες γαλλόφωνες περιοχές, λίγοι μιλούν αγγλικά δυστυχώς. Για κάποιον παράξενο λόγο, πολλά νιόπαντρα ζευγάρια Γιαπωνέζων πηγαίνουν εκεί για μήνα του μέλιτος. Το ταξίδι εκεί είναι όπως προς ευρωπαϊκή χώρα, αλ΄λα με κάποιες διαφορές. Δε χρησιμοποιείται ευρώ εκεί, αλλά το φράγκο Ειρηνικού, με ισοτιμία 1.000 φράγκα για 8 ευρώ. Δεν ξέρω για΄τι οι Γάλλοι έχουν φτιάξει αυτό το σύστημα. Η Νέα Καληδονία είναι 9 ώρες μπροστά απ’τη Γαλλία, άρα 8 ώρες μπροστά απ’την Ελλάδα. Όταν κάποτε πάω εκεί, θα σας πω πως είναι. Θα ήθελα να ταξιδέψω ως εκεί με το ιστιοπλοϊκό, αλλά είναι λίγο δύσκολο αυτό. Α, και ξέχασα τους συνδέσμους για τα ιστολόγια, μετά από αυτήν τη μικρή εισαγωγή, την οποία ετοιμαζα για τέσσερις μέρες, συλλέγοντας πληροφορίες από τα ίδια τα ιστολόγια, τη Βικιπαίδεια, και από σελίδες για τη βιοποικιλότητα, τη δημογραφία και τον πολιτισμό της Νέας Καληδονίας. Εδώ είναι το ιστολόγιο για το διάστημα 2012-2015 και εδώ αυτό για το διάστημα 2005-2007.
Καλή περιήγηση!

Όλοι αγαπούμε το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus), ένα μικρό, στρουμπουλό γκεκάκι με πλατύ κεφαλάκι και περίεργα λοφία στις πλευρές του κεφαλιού, μεγάλα μάτια και αρκετή όρεξη για σκαρφάλωμα και πήδημα. Όμως ποιος το έχει δει στο φυσικό του περιβάλλον; Σχεδόν κανείς. Το γκέκο αυτό, πλέον διαδεδομένο στην αιχμαλωσία, με πληθυσμό που σίγουρα ξεπερνά κατά χιλιάδες αυτόν στη φύση, κατάγεται απ’το μακρινό νησί της Νέας Καληδονίας, έναν απομονωμένο κόσμο 1.210 χιλιόμετρα ανατολικά της Αυστραλίας, στη μέση του Ειρηνικού Ωκεανού, γεωγραφικά κομμάτι της Νέας Ζηλανδίας και γεωπολιτικά κτήση της Γαλλίας/απομεινάρι της αποικιοκρατίας. Η ανακάλυψη έγινε εντελώς τυχαία μετά από μια θύελλα που τα τάραξε και τα εξανάγκασε να βγουν έξω στο φως το 1994, γιατί ως τότε το ειδος πιστευόταν πως είχε εξαφανιστεί μετά την ανακάλυψη και περιγραφή του το 1866. Τότε πιάστηκαν 200 άτομα, τα οποία στάλθηκαν σε Ευρώπη και Αμερική για να ιδρύσουν τους σημερινούς αιχμάλωτους πληθυσμούς. Λέγεται πως λίγα ακόμα εξήχθησαν λίγο αργότερα, αλλά από τότε και στο εξής ο αιχμάλωτος πληθυσμός είναι αυτάρκης. Χάρη στην τεράστια αναπαραγωγική τους ικανότητα, δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς σήμερα αυτές τις σαύρες – μάλιστα μία έφτασε και σ’εμένα.
Μολονότι το γκέκο αυτό είναι απ’τα πλέον διαδεδομένα ερπετά στην αιχμαλωσία, πολύ λίγες επιστημονικές έρευνες στο εργαστήριο έγιναν πάνω σ’αυτό και μόνο πρόσφατα, ενώ ούτε έχει παρατηρηθεί λεπτομερώς στη φύση όπως άλλωστε και τα περισσότερα νεοκαληδονιακά γκέκο μετά την ανακάλυψή του. Ε, εφόσον τέτοια έρευνα θα’χει ελάχιστο αντίκτυπο, δηλαδή δεν πρόκειται να συμβάλει στην προσκόμιση υπερκερδών από κάποια εταιρεία, όπως π.χ. γίνεται με όσες αφορούν την ανάπτυξη ενός φφαρμάκου ή όπλου, κι εκτός αυτού κοστίζει υπερβολικά ένα ταξίδι στη Νέα Καληδονία, κόστος που θα μπορούσε να επενδυθεί στην παρατήρηση ειδών πλησιέστερων στα μεγάλα πανεπιστήμια, δεν υπάρχει και μεγάλο κίνητρο να γίνει, οπότε δε φαίνεται κάποιος φορέας να ρίχνει χρήμα γι’αυτό, τουλάχιστον για το προσεχές μέλλον. Η Νέα Καληδονία ωστόσο είναι πόλος έλξης επιστημόνων για τη βιοποικιλότητά της, και δεν είναι εντελώς απίθανο να γίνουν μελέτες και για τα εν λόγω γκέκο, αν δεν έχουν γίνει, αλλά απλώς επειδή είναι στα γαλλικά να μην τις γνωρίζω. Άσχετα από το αν έχουν γίνει μελέτες, βίντεο που δείχνουν το γκέκο αυτό στο φυσικό του περιβάλλον είναι ανύπαρκτα. Το παρακάτω είναι το πρώτο που βγαίνει στη δημοσιότητα.
Η εταιρεία Exo Terra, γνωστός κατασκευαστής εξοπλισμού για κατοικίδια ερπετά (τερράρια, λάμπες, θερμαντικά μέσα κλπ), έκανε μια αποστολή τον Ιανουάριο – εκεί είναι Νότιο Ημισφαίριο, οπότε αντιστοιχεί στον Ιούλιο – του 2013 με σκοπό να φωτογραφήσει και να βιντεοσκοπήσει το λοφιοφόρο γκέκο στη φύση, οι οποίες πληροφορίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καλύτερή του διατήρηση στην αιχμαλωσία. Τρεις πληθυσμοί υπάρχουν στο νησιωτικό σύμπλεγμα, οι δύο στα νότια του κεντρικού νησιού ή Μεγάλης Γης (Γκραντ Τερ) και ο ένας στο νοτιότερο νησί των πεύκων (Ιλ ντε Πιν), νησί που πήρε τ’όνομά του από τις πολλές αραουκάριες που έχει, που θύμιζαν λίγο πεύκα στους πρώτους αποίκους – καθόλου δε μοιάζουν, ίσως λίγο με έλατα, δεν ξέρω πως τα συσχέτισαν πέραν του ότι είναι και τα δύο κωνοφόρα.
Η ομάδα διάλεξε τον πληθυσμό στο Νησι των Πεύκων, επειδή είναι μικρό νησί με αρκετό κατάλληλο γι’αυτά δάσος, οπότε υπήρχε μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεθούν. Τελικά μετά από αρκετό ψάξιμο η ομάδα εντόπισε μερικά, τα οποία φωτογράφησε και βιντεοσκόπησε. Κινούνταν πάνω σε λεπτότερα κλαδιά και αναρριχώμενα φυτά 1-4 μέτρα από το έδαφος, μακριά από τον ανταγωνισμό των Mniarogekko chahoua και των Rhacodactylus leachianus, που έμεναν ψηλότερα στα χοντρότερα σημεία των δέντρων.
Τα γκέκο, επειδή ήταν λίγα και βιντεοσκοπήθηκαν για λίγο, δε καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο χρόνο στο ντοκιμαντέρ. Η άφιξη, η υποδοχή από τους ιθαγενείς, τοπία εξαίρετης ομορφιάς, καθώς και άλλα είδη σαύρας αποτελούν το περισσότερο της ταινίας. Τα δάση της Νέας Καληδονίας έχουν περιγραφεί με πολλά κοσμητικά επιθετα και θα το διαπιστώσετε όταν τα δείτε. Μεγάλες πράσινες εκτάσεις με διάφορα είδη πλατύφυλλων δέντρων, πανδάνων και φοινίκων, με τις αραουκάριες να ξεπερνούν όλα τα υπόλοιπα σε ύψος και τις εξωτικές φτέρες να χώνονται ανάμεσα σε χαμηλά φυτά ή να γεμίζουν τα κενά. Η χλωρίδα της Νέας Καληδονίας είναι μεταξύ των πιο ξεχωριστών στον κόσμο, με πολλά ενδημικά και παράξενα είδη. Κάποια είδη είναι πάρα πολύ παλιά, όπως αρκετές φτέρες, οι αραουκάριες και ορισμένα ανθοφόρα, ενώ κάποια άλλα είναι πιο πρόσφατα, αλλά εξελίχθηκαν κατά μοναδικό τρόπο στο μακρινό σύμπλεγμα, καταστάσης που προήλθαν από την απομονωσή της από πολύ παλιά. Η Νέα Καληδονία, χάρη στηνα πομόνωσή της λοιπόν, δρα ως κιβωτός διατηρώντας σπάνια ή αλλού εξαφανισμένα είδη φυτών και ζώων, αλλά σίγουρα αυτό δε θα κρατήσει για πάντα. Ακόμα κι αν η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν τα εξαφανίσει όλα, η κλιματική αλλαγή καθώς το σύμπλεγμα μετακινείται προς βορράν, κάποιο τυχαίο καταστροφικό γεγονός που θα πλήξει τα νησία αυτά πολύ βαρύτερα λόγω του μικρού τους μεγέθους, ή η στιγμή της επόμενης επανένωσης τον ηπείρων μετά από 400 εκατομμύρια χρόνια περίπου θα φέρει το τέλος τους. Ασφαλώς κάποια θα επιβιώσουν και θα εξαπλωθούν αλλού, αλλά το βέβαιο είναι πως μέσα σ’αυτά δε θα’ναι το λοφιοφόρο γκέκο. Τα κοκκαλάκια μερικών θα θαφτούν στο έδαφος, κάποια εκ των οποίων μπορεί ν’απολιθωθούν, και ίσως ξανανακαλυφθούν για δεύτερη φορά από μελλοντικές γενιές ή από εξωγήινουςπου θα επισκεφθούν τη γη αφού την έχουμε καταστρέψει εμίς.
Σε καπως πιο βραχυπρόθεσμη κλίμακα, το λοφιοφόρο γκέκο φαίνεται πως δεν απειλείται άμεσα. Τα δάση του ακόμα δεν υλοτομήθηκαν, όπλα μαζικής καταστροφής δε φαίνεται να πέφτουν στο νησί για τις επόμενες δεκαετίες, συλλέκτες δεν έχουν πιάσει ζώα – αν και η συλλογή ακόμα λίγων ίσως θα μπορούσε να γίνει προτού προστατευτεί αυστηρά το είδος για το γενετικό εμπλουτισμό του αιχμάλωτου πληθυσμού -, τουρισμό πολύ δεν έχουν τα νησιά, δεν το τρώνε οι ιθαγενείς κλπ. Παρόλα αυτά είναι απ’τα σπανιότερα γκέκο του συμπλέγματος και έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να επηρεαστεί αρνητικά από οτιδήποτε σε σχέση με πιο πολυάριθμα ειδη, γι’αυτό θά’πρεπε να προστατευτεί. Μία απ’τις άμεσες απειλές του είναι τα ηλεκτρικά ή μικρά πύρινα μυρμήγκια(Wasmania auropunctata), τα οποία μπορού να φάνε ένα γκέκο αν επιτεθούν μαζικά, εχθρός που έχει μειώσει αρκετά τους πληθυσμούς R. leachianus σε μικρότερα νησιά του Συμπλέγματος, αν και η επίδρασή τους στα γκέκο μεγαλύτερων νησιών όπως της Νήσου των Πεύκων ή της Μεγάλης Γης δεν είναι γνωστή, και ίσως δεν είναι τόσο έντονη.
Κάποτε θα ήθελα να ταξιδέψω στη Νέα καληδονία, αλλά χρειάζεται χρόνος, ετοιμασία, και, πάνω απ’όλα, χρήμα. Το ευτύχημα είναι ότι ακομα ανήκει στη Γαλλία, οπότε το ταξίδι θα είναι απλό σαν ένα προς ευρωπαϊκή χώρα. Αν τώρα κερδίσουν στο δημοψήφισμα του 2017 οι Κανάκες και το πάρουν, οι συνθήκες ενδέχεται ν’αλλάξουν ριζικά.

Το τερράριο του γκέκο.

Το γκέκο πάνω σ’ένα χαρτί.

Το γκέκο πάνω στο χέρι μου.

Το γκέκο που φεύγει απ’το χαρτί.

Το ζώο έχει πλέον προσαρμοστεί, τα αρχικά άγχη μου έφυγαν, και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να το παρουσιάσω εδώ στο Ιστολόγιο. Την Κυριακή στις 4 Νοεμβρίου λοιπόν έγινα ο κάτοχος του πρώτου μου ερπετού, ενός crested gecko (λοφιοφόρου γκέκο), Correlophus ciliatus. Εντάξει, δεν είναι το πρώτο μου ερπετό ακριβώς, γιατί πολύ παλιά, με τις τελευταίες το 2005, είχα νεροχελώνες, τις οποίες όμως δεν ήξερα να φροντίζω τότε σωστά με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο θάνατο, και λόγω ντροπής δεν τις μετράω καν. Το συγκεκριμένο ερπετό μου δόθηκε ως δώρω από μέλη του φόρουμ της Ελληνικης Πύλης για τα ερπετά
Reptiles Greece.

Στη σελίδα ήμουν γραμμένος ως Captainhook σχεδόν για δύο χρόνια τώρα, όπου περιστασιακά έμπαινα και έδραφα, και ο κύριος λόγος για τον οποίον γράφηκα εκεί ήταν το ενδιαφέρον μου για τα ερπετά φυσικά. Δε μπορούσα να πάρω ωστόσο ερπετό, εξαιτίας ιδιότυπων λόγων της δικής μου μόνο περίπτωσης ως τώρα. Αρκετά πρόσφατα λοιπόν, το Σεπτέμβριο, μπήκα σ’ένα ακόμα επεισόδιο ενασχόλησης με την Ελληνική Πύλη των ερπετών, οπότε καθαρά κατά τύχη έπεσα σε μια κοντινή ημερομηνία συνάντησης εδώ στη Θεσσαλονίκη. Μη χάνοντας την ευκαιρία όπως όλες τις προηγούμενες φορές
Πήγα κι εγώ.
Έπειτα αποφάσισα να γινω κάπως ας πούμε πιο ενεργός, και κανόνισα
Να επισκεφθώ τη συλλογή του Αντμίν,
Όπου συζητήσαμε επίσης για το ζώο που πιθανόν να έπαιρνα ως πρώτο. Αρχικά ίσως έπαιρνα
Αφρικανικούς υδρόβιους βατράχους
(Xenopus laevis), αφού τέτοιους είχε να μου δώσει, αλλά το θέμα το παραμέλησα έπειτα. Μετά από λίγες μέρες ωστόσο κανόνισαν οι δύο αντμίν της σελίδας, επειδή γνώριζαν την παρουσία μου και τη συνεισφορά μου μερικές φορές στο φόρουμ (έγραφα κι άρθρα), να μου κάνουν δώρο το πρώτο μου ερπετό, κι έτσι ένα μέλος που θα χάριζε τη σαύρα του για λόγο μετακόμισης όπως θυμάμαι τελικά την έδωσε σ’εμένα. Ήρθε λοιπόν το μεσημέρι στις 4 Νοεμβρίου με το ερπετό μέσα στο τερράριό του, το οποίο αμέσως εγκατέστησα στο γραφείο του δωματίου μου, και μ’όλα τα παρελκόμενά του, ακόμα και τα πιο απλά. Ευχαριστώ πολύ όσους βοήθησαν σ’αυτό το θέμα, αλλ’όπως τους είχα πει και στο φόρουμ, δυστυχώς δε μπορώ να τους το ανταποδώσω ακόμα. Η σαύρα γεννήθηκε από εκτροφή άλλου μέλους του φόρουμ περίπου το καλοκαίρι του 2011, και τότε που την πήρα ήταν ένα ημιενήλικο αρσενικό, αν και μπορεί νά’χει φτάσει στην ενηλικίωση.

Έπειτα άρχισε το άγχος για την προσαρμογή του γκέκο. Δεν ήξερα πότε θα φάει και τι θα φάει, και πότε τελικά θα προσαρμοστεί πλήρως. Αρχικά είχα δύο κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia) απ’τον προηγούμενο κάτοχο, τις οποίες τού’δωσα και μετά εξαφανίστηκαν, προφανώς θα τις έφαγε. Είχα και 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, απ’τις οποίες κατάφερα κι έπιασα ζωντανή και έδωσα μόνο τη μία. Επειδή έντομα όμως δε θα’βρισκα εύκολα κι επειδή το είδος αυτό είναι κυρίως φρουτοφάγο στη φύση, ασχολήθηκα περισσότερο με τις φρουτώδεις τροφές του. Έψαξα από νωρίς για φρουτόκρεμα που αποδεδειγμένα τρώει. Αφού έψαξα μια μέρα σχεδόν για μια που δεν περιείχε πορτοκάλι, αφού λένε πως αυτό το είδος δεν ανέχεται τα όξινα φρούτα, αγόρασα τελικά μια με πορτοκάλι σκεπτόμενος πως για τα μωρά θά’χει αφαιρεθεί η υπερβολική οξύτητα. Την τάισα στο γκέκο πειραματικά, και είδα πως την επόμενη μέρα έκανε βαθούλωμα το μπολάκι, προφανώς έφαγε, αλλ’επειδή η σαύρα δε στρουμπούλευε ούτε απ’αυτό το γεύμα ούτε απ’τα έντομα ανησυχούσα, πρήζοντας όλα τα μέλη στο φόρουμ. Οι σαύρες όμως αυτές έχουν μακρόστενα στομάχια και συνήθως δε φαίνονται γεμάτα απ’έξω. Λίγες μέρες μετά έφτιαξα ένα σπιτικό μείγμα μήλου, αχλαδιού και μπανάνας με ασπράδι βρασμένου αβγού για πρωτείνη όλα χτυπημένα στο μπλέντερ, το οποίο κατέψυξα και βγάζω όποτε χρειάζεται, κι επίσης αγόρασα το απαραίτητο ερπετικό διατροφικό συμπλήρωμα ασβεστίου και βιταμίνης d3 για πασπάλισμα στην τροφή. Μέσα σε μια βδομάδα κατάλαβα πως πράγματι έτρωγε, και ρύθμισα το πρόγραμμα ταϊσμάτων κάθε 2-3 μέρες περίπου, άλλωστε οι σαύρες αυτές έχουν χαμηλό μεταβολισμό. Τώρα το μόνο αντικείμενο που έλειπε ήταν μια θερμαντική πλάκα, την οποία αγόρας αλίγο αργότερα καθαρά για λόγους ανάγκης, γιατί στις συνήθεις δροσερές θερμοκρασίες αυτές οι σαύρες λειτουργούν κανονικά, και μάλιστα το καλοκαίρι θα πρέπει να προστατεύονται από την υπερβολική ζέστη.

Και τώρα λίγα λόγια για το είδος, το φυσικό περιβάλλον του και την ιστορία του στην αιχμαλωσία. Το λοφιοφόρο ή βλεφαριδωτό γκέκο (Correlophus ciliatus), ίσως γνωστό με το παλαιότερο και πολύ πιο διαδεδομένο όνομα Rhacodactylus ciliatus, είναι γκέκο (σαμιαμιδοειδές) ενδημικό της Νέας Καληδονίας, ενός συμπλέγματος νησιών βορειοανατολικά της Αυστραλίας, μέρος της παλαιάς ειπήρου της Ζηλανδίας, η οποία κατακερματίστηκε σε Νέα Ζηλανδία, νήσο Νόρφολκ και Νέα Καληδονία πριν περίπου 65 εκατομμύρια χρόνια. Καληδονία λεγόταν παλιά η Σκοτία, άρα το μέρος ονομάστηκε Νέα Σκοτία απ’τους πρώτους εξερευνητές το 18ο αι. Σύντομα μετά το πρόλαβαν οι Γάλλοι, οι οποίοι το κρατούν ως σήμερα ως ημιαυτόνομη επαρχία, η οποία με δημοψήφισμα του 2018 θ’αποφασίσει τελικά για την ανεξαρτησία της. Ο πληθυσμός εκεί αποτελείται από Πολυνήσιους κατά 40%, από Ευρωπαίους κατά 25%, κι από διάφορους άλλους το υπόλοιπο. Είναι τόπος μεγάλης οικολογικής σημασίας, αφού εκεί ενδημούν διάφορα σπάνια είδη που δε θα βρεθούν πουθενά αλλού, αλλ’αυτό δε σημαίνει πως το περιβάλλον του δεν υποβαθμίζεται, κυρίως από την εξόρυξη νικελίου που γίνεται σε μεγάλη κλίμακα στο νησί.

Η κύρια ομάδα γκέκο του νησιού είναι λοιπόν το σύμπλεγμα του ρακοδάκτυλου (Rhacodactylus), από το ράκος = κουρέλι εξαιτίας της κουρελιασμένης εμφάνισης των δακτύλων από τα κολλητικά ελάσματα και τα νυχάκια, ενός γένους που πρόσφατα έσπασε σε πολλά μικρότερα, ένα εκ των οποίων είναι ο κορρέλοφος. Το σύμπλεγμα αυτό ανήκει στη μεγαλύτερη αυστραλασιακή υποοικογένεια των διπλοδακτυλινών (diplodactylinae), η οποία πήρε τ’όνομα εξαιτίας της μεγάλης ευλυγισίας των δακτύλων των μελών της που τα κάνουν να φαίνονται πως έχουν διπλές αρθρώσεις, της οικογένειας των γκεκονιδών (gekkonidae), ή, αν θεωρήσουμε όπως μερικοί ταξινομητές τους γκεκονίδες ως υπεροικογένεια, τότε στην οικογένεια των διπλοδακτυλιδών (diplodactylidae). Τα περισσότερα γκέκο του συμπλέγματος αυτού είναι δεντρόβια, παμφάγα ερπετά που προτιμούν υγρά μέρη, και το λοφιοφόρο γκέκο δεν αποτελεί εξαίρεση.

Το λοφιοφόρο γκέκο μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού της Νέας Καληδονίας ή της Μεγάλης Γης (Grande Terre), καθώς και στο Νησί των Πεύκων από κάτω (Isle de Pines), το οποίο φυσικά δεν πήρε τ’όνομά του από τα πεύκα που σπανίζουν υπερβολικά στο Νότιο Ημισφαίριο, αλλά από τις πολλές
Αραουκάριες
Που φυτρώνουν ή φύτρωναν εκεί, απ’τις οποίες η Νέα Καληδονία έχει 13 ενδημικά είδη, περισσότερα από οπουδήποτε αλλού, όπου μπορεί να βρεθεί σε απομονωμένες περιοχές. Ζει σε υγρά δάση με πυκνή βλάστηση από πυκνά δέντρα, φοίνικες, αναρριχητικά, φτέρες και κωνοφόρα όπως αραουκάριες, σε κλίμα σχετικά μαλακό υποτροπικό, με θερμοκρασίες σπάνια πάνω απ’τους 35 βαθμούς και σπάνια κάτω απ’τους 10, αλλά η διαφορά μεταξύ μέρας και νύχτας είναι αρκετά μεγάλη. Το κλίμα μαλακώνει εξαιτίας των αληγών ανέμων του Ειρηνικού, οι οποίοι επίσης φέρνουν αρκετά σύννεφα στο νησί. Δύο περίοδοι βροχών υπάρχουν σ’αυτό το κλίμα: μια έντονη από τον Ιανουάριο ως το Μάρτιο και μια μικρή Από τον Ιούνιο ως τον Ιούλιο. Είναι δύσκολο να αντιστοιχήσουμε το κλίμα εκείνο με τις εποχές τις εύκρατης ζώνης ή άλλων τροπικών περιοχών εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων των ανέμων του Ειρηνικού. Στο φυσικό του περιβάλλον συναντάται σπανιότερα κάτω, κυρίως βρισκεται σε ψηλούς θάμνους και δέντρα σε ύψος ως και 15 μέτρα απ’το έδαφος, κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές. Έχει διαπιστωθεί με λεπτομερείς παρατηρήσεις ότι το είδος αυτό αποφεύγει τον κορμό των δέντρων και τις κουφάλες, και το ίδιο κάνει και στην αιχμαλωσία αποφεύγοντας τις τραχιές επιφάνειες, προφανώς για ν’αποφύγει τον κύηριο ανταγωνιστή και εχθρό του, το γιγάντιο γκέκο της Νέας Καληδονίας (Rhacodactylus leachianus), το οποίο φτάνει τα 40 εκατοστά, το μεγαλύτερο γκέκο παγκοσμίως μετά το εξαφανισμένο γιγάντιο γκέκο της Νέας Ζηλανδίας (Hoplodactylus delcorti) που έφτανε τα 60 εκατοστά, και ζει πάνω στους κορμούς.

Το λοφιοφόρο γκέκο είναι σαύρα μεσαίου μεγέθους, φτάνοντας σε μήκος τα 20, σπάνια τα 25 εκατοστά μαζί με την ουρά, η οποία αποτελεί λιγότερο του μισού του μήκους της, και βάρους συνήθως στα 40-45 γραμμάρια, εκ των οποίων το 10% αποτελεί η ουρά. Έχουν χαρακτηριστικά πλατύ τριγωνικό κεφάλι με μεγάλα μάτια με χρυσαφιά ίριδα και κάθετη κόρη, όπως στα περισσότερα νυκτόβια ζώα, κι όπως τα περισσότερα γκέκο έχουν αδιαφανή συνενωμένα βλέφαρα, τα οποία πρέπει να καθαρίζουν με τη γλώσσα τους. Το στόμα είναι πολύ μεγάλο αλλά με μικρά κι αδύναμα δόντια. Ο λαιμός είναι πιο στενός, ενώ το σώμα αρκετά γεμάτο αλλά ευλύγιστο, με τέσσερα δυνατά πενταδάκτυλα άκρα, τα οποία στα ακροδάκτυλα φέρουν ελάσματα με κολλητικά τριχίδια, τα οποία φέρουν με τη σειρά τους πολλές μικροσκοπικές σπάτουλες. Η δομή των τριχιδίων των γκέκο με τις σπάτουλες είναι τόσο λεπτή, ώστε εκμεταλλεύονται τις διαμοριακές δυνάμεις βαν ντερ Βάαλς για να προσκολλώνται στα αντικείμενα. Πίσω και πλευρικά της αμάρας, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στα πίσω άκρα, υπάρχουν δδύο μικρές προεξοχές που υπάρχουν σε πολλά γκέκο, οι αμαριαίες προεξοχές, οι οποίες υποστηρίζονται από τα οστά της λεκάνης. Η ουρά είναι κυλινδρική, σχετικά λεπτή και καταλήγει σ’ένα ευλύγιστο άκρο με κολλητική επιφάνεια όπως των άκρων από κάτω, και χρησιμεύει στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Όταν το ζώο απειληθεί σοβαρά, θα κάνει αυτοτομή της ουράς όπως και οι περισσότερες σαύρες, αλλά δε θα την αναγεννήσει ξανά, παρά μόνο ένα μικρό οξύ υπόλειμα. Αυτό δε φαίνεται να δυσκολεύει τη σαύρα, αφού σχεδόν όλα τα ενήλικα άτομα στο φυσικό περιβάλλον που έχουν παρατηρηθεί δεν έχουν ουρές. Το εξέχον χαρακτηριστικό αυτού του είδους είναι ωστόσο τα λοφία του, τα οποία ξεκινούν λίγο πριν και πάνω απ’τα μάτια, συνεχίζουν στο κεφάλι αρκετά έντονα με φολίδες λεπτές σαν βλεφαρίδες, και καταλήγουν ως τη βάση της ουράς είτε έντονα είτε αρκετά εξασθενημένα, τα οποία υπάρχουν για το λόγο του καλύτερου καμουφλάζ, με παρόμοιες προεκτάσεις του δέρματος για τον ίδιο λόγο με παραλλαγές σε συγγενικά είδη. Το φυσικό χρώμα των σαυρών αυτών ποικίλει αρκετά, από καφέ, γκριζωπό, πορτοκαλί, κόκκινο, κιτρινωπό, πρασινοπώ, έως και σχεδόν μαύρο, και με συνδυασμούς όλων των παραπάνω, αν και με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν δημιουργηθεί αρκετά πιο πολύχρωμα μορφικά ζώα, και πολλά με γραμμές ή κηλίδες. Συνήθως τα σκουρότερα μέρη βρίσκονται στα πλευρά και τα εντονότερα στο κεφάλι και στο ραχιαίο μέρος. Τα χρώματα αυτού του γκέκο εντείνονται περισσότερο το βράδυ, όταν το ζώο βρίσκεται σε καλή διάθεση ή πολλή δραστηριότητα, ή μετά από ψέκασμα στην αιχμαλωσία και μάλλον μετά από βροχή στη φύση, ενώ τη μέρα θολώνουν. Τα αρσενικά μπορεί να είναι μεγαλύτερα απ’τα θηλυκά, και ξεχωρίζουν εύκολα από τη μεγάλη ημιπεϊκή διόγκωση που βρίσκεται πίσω απ’την αμάρα.

Η δραστηριότητά τους στη φύση είναι όπως είπα τη νύχτα, οπότε βγαίνουν απ’τις κρυψώνες τους προς αναζήτηση τροφής. Τρέφονται με μικρά έντομα, σαλιγκαράκια και προνύμφες, αλλά μεγάλο ποσοστό της διατροφής τους αποτελείται από υπερώριμα έως σάπια φρούτα, κυρίως συκοειδή, και νέκτρα. Κινούνται γρήγορα όποτε χρειάζεται, και μπορούν να πηδήξουν αρκετά μακριά με τα πισινά τους άκρα. Στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις δεν είναι συνήθως επιθετικά, κι όπως πολλά γκέκο επικοινωνούν κυρίως ηχητικά. Ευτυχώς η συμπεριφορά αυτή διατηρείται σχεδόν ακέραιη στην αιχμαλωσία, οπότε η παρατήρησή τους είναι ενδιαφέρουσα, ιδίως αν στεγάζονται πάνω από ένα.

Το είδος περιγράφηκε επιστημονικά το 1866 από το Γάλλο φυσιοδίφη Guichenot, κι έκτοτε θεωρήθηκε εξαφανισμένο, ώσπου ανακαλύφθηκε τυχαία μετά από θύελλα το 1990. Από τότε οι πληθυσμοί του είναι γνωστοί, και πολλές φορές επιστήμονες τό’χουν μελετήσει στη φύση. Ο πληθυσμός ακόμα δεν απειλείται από την ανθρώπινη επέκταση, αν και είναι μικρός κι απομονωμένος, και άρα πιο ευαίσθητος στις απότομες μεταβολές οποιουδήποτε είδους. Τα τελευταία άτομα πιάστηκαν κι εξήχθησαν απ’τη Νέα Καληδονία το 1994, πριν τη θέσππιση του ισχύοντος νόμου που απαγόρεύει την εξαγωγή των άγριων ειδών της Νέας Καληδονίας. Επομένως όσα ερπετά αυτού του είδους έχουμε στην αιχμαλωσία σήμερα προέρχονται από γενιές αναπαραγωγών στην αιχμαλωσία, άρα το επιχείρημα των οικολόγων ότι δήθεν η κατοχή κατοικίδιων ερπετών επηρεάζει αρνητικά τους άγριους πληθυσμούς τους δεν ισχύει απολύτως καθόλου γι’αυτήν την περίπτωση τουλάχιστον. Η ιδρυτική ομάδα του σημερινού αιχμάλωτου πληθυσμού του είδους ήταν μόνο 200 περίπου άτομα σε ερευνητικούς σταθμούς της Αμερικής, τα οποία ωστόσο αποδείχθηκε πως είχαν μεγάλη γενετική ποικιλομορφία, ώστε σήμερα ακόμα δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές αρνητικές συνέπειες λόγω πιθανής αιμομιξίας, ενώ αντίθετα έχουν παραχθεί και συνεχίζουν να παράγονται πάρα πολλές νέες χρωματικές παραλλαγές. Εξαιτίας της ευκολίας διατήρησης και αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία, το γκέκο αυτό γρήγορα διαδόθκε σ’όλον τον κόσμο, οι αριθμοί του σίγουρα θ’ανέβηκαν στις χιλιάδες και παράλληλα η τιμή του έπεσε σημαντικά. Στην Ελλάδα ένα νεογέννητο κανονικό (μη μορφικό) άτομο για παράδειγμα κοστίζει 50-60 ευρώ, κάτι που θεωρώ κάπως πολύ μιας και το ελαφρώς δυσκολότερο αλλά πολύ πιο διαδεδομένο λεοπαρδαλώδες γκέκο (Eublepharis macularius) kοστίζει μόλις 30 ευρώ. Το λοφιοφόρο γκέκο πάντως κατέληξε να’ναι το δεύτερο δημοφιλέστερο γκέκο μετά το λεοπαρδαλώδες, ένα παλιό αγαπημένο των ερπετόφιλων ανά των κόσμο. Το λοφιοφόρο γκέκο είναι το μόνο είδος ερπετού που διαδόθηκε τόσο εύκολα στα πρόσφατα χρόνια.

Η διατήρηση αυτού του ερπετού είναι πανεύκολη όπως είπα και μπορεί να γίνει από σχεδόν οποιονδήποτε, ακόμα κι από κάποιον που κατά τα’άλλα δεν έχει σχέση με ερπετά. Ως δεντρόβια σαύρα θα χρειαστεί προτιμότερα ψηλότερο από μακρύ τερράριο, με ελάχιστες διαστάσεις 30χ30χ45 για ένα άτομο και με δυσκολία ένα ζευγάρι, αλλά φυσικά μπορεί να’ναι και μεγαλύτερο, όπως 40χ40χ60 για ένα ζευγάρι ή τρίο, ή και περισσότερο. Το περιβάλλον εσωτερικά μπορεί να διαμορφωθεί από πολύ απλά, όπως συνήθως γίνεται στις μεγάλες συλλογές εκτροφέων για εύκολο καθάρισμα, π.χ. με χάρτινους σωλήνες για αναρρίχηση και χάρτινο υπόστρωμα, έως αρκετά φυσικά, με φυσικό ξύλο, φυσικό έδαφος, αληθινά φυτά κλπ, ή κάτι ενδιάμεσο, όπως γίνεται συνήθως. Εμένα θα μ’άρεζε πολύ ένα φυσικό περιβάλλον, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο και θεωρώ αρκετά καλό και το παρόν μου σχήμα. Ως υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί καθαρή τύρφη, όπως είχε και ο προηγούμενος κάτοχος του γκέκο μου, μείγμα τύρφης και χώματος, μείγμα χώματος και άμμου, ή και χαρτιά, αλλά το βασικό είναι σ’όλες τις περιπτώσεις οι κόκκοι του υποστρώματος να’ναι λεπτοί για να μην προκαλέσουν εντερική ενσφήνωση στο ζώο αν καταποθούν. Ακόμα και τα μικρά κομματάκια χαρτιού μπορεί να καταποθούν, όπως διάβασα σε μια πρόσφατη περίπτωση νεογέννητου γκέκο στο φόρουμ, το οποίο ευτυχώς αφόδευσε το χαρτί έπειτα. Από διακοσμήσιες μπορούν να τοποθετηθούν διάφορες, όπως λεία κλαδιά, πλαστικά φυτά με βάση ή βεντουζωμένα στα τιχώματα, ή και χερσαίες κρυψώνες, π.χ. από κομμένες καρύδες ή φλοιούς τις οποίες μπορεί περιστασιακά να χρησιμοποιούν. Σ’ένα σύνηθες ημιφυσικό περιβάλλον τοποθετούνται συχνά ζωντανά φυτά που αντέχουν το κλίμα του τερραρίου, τα οποία παραμένουν μέσα στις γλάστρες τους για ευκολότερο καθάρισμα. Η διακόσμηση θά’ναι καλή εάν υπάρχουν μέρη όπου το γκέκο κρύβεται εντελώς χωρίς να φαίνεται απ’έξω τη μέρα. Αυτό και θα το προστατεύει απ’το φως της μέρας και θα του δίνει αίσθηση ασφάλειας και συνεπώς λιγότερο στρες. Αν και τα γκέκο αυτά πίνουν τις σταγόνες του νερού μετά το ψέκασμα στο τερράριο, το οποίο θα πρέπει να γίνεται περίπου 2 φορές τη μέρα, μια το πρωί και μια καλή το βράδυ, ένα μπολάκι νερού απ’όπου περιστασιακά πίνουν και το οποίο ανέβάζει την υγρασία επίσης είναι καλό. Ο προηγούμενος κάτοχος δεν είχε, εγώ μετά από λίγο όμως έβαλα. Ο ελλειπής ψεκασμός μπορεί να οδηγήσει σε κακή έκδυση ή αφυδάτωση. Η τροφή θα πρέπει επίσης να βρίσκεται σ’ένα μικρό δοχείο ώστε να μη λερώνει το χώρο και το ζώο να την βρίσκει εύκολα, όπως ένα καπάκι μπουκαλιού νερού που χρησιμοποιώ εγώ. Η υγρασία θα πρέπει να κυμαίνεται από 50% έως 80%, το οποίο επιτυγχάνεται παραπάνω από καλά με τους καθημερινούς ψεκασμούς στα συγκεκριμένα διαστήματα της μέρας. Μεταξύ των ψεκασμών ωστόσο η ατμόσφαιρα θα πρέπει να στεγνώνει, για ν’αποτραπεί η ανάπτυξη της μούχλας. Ως νυκτόβιο ζώο, η σαύρα αυτή δε χρειάζεται κάποιον επιπλέον φωτισμό εκτός απ’αυτόν του δωματιου για να καταλαβαίνει τη φωτοπερίοδο, αλλά αν υπάρχουν πολλά φυτά και το περιβαλλοντικό φως δεν αρκεί, θα χρειαστεί μια λάμπα φθορισμού για φυτά. Η χρήση της λάμπας υπεριώδους ακτινοβολίας β, η οποία προκαλεί τη σύνθεση στο δέρμα της βιταμίνης d3, ωφέλιμης για το μεταβολισμό του ασβεστίου στα περισσότερα σπονδυλωτά, που χρειάζεται οπωσδήποτε για τα ημερόβια ερπετά, δεν είναι απαραίτητη γι’αυτές τις νυκτόβιες σαύρες, αν και ορισμένοι κάτοχοι που χρησιμοποιούν μια ελαφριά (περίπου 2% υπεριώδους ακτινοβολίας) για λίγες ώρες τη μέρα αναφέρουν περιστασιακά έξοδο του γκέκο απ’την κρυψώνα για να λιαστεί και ένταση των χρωμάτων, αν και γενεές επί γενεών τέτοιων γκέκο έχουν ζήσει χωρίς αυτήν. Θεωρείται ωστόσο πως ακόμα και τα νυκτόβια ερπετά στη φύση λαμβάνουν λίγη ακτινοβολία απ’τα φυλλώματα όπου κρύβονται ή και βγαίνουν για λίγο να λιαστούν, κι επειδή το δέρμα τους είναι πολύ ευαίσθητο σ’αυτήν την ακτινοβολία, συνήθως λίγα λεπτά έκθεσης τη μέρα αρκούν. Όσον αφορά τη θερμοκρασία, οι σαύρες αυτές είναι απ’τα λίγα ερπετά που λειτουργούν και απαιτούν δροσερό κλίμα. |Αυτό είναι και καλό, εφόσον θερμαντικοί εξοπλισμοί δε χρειάζονται, αλλά και αρνητικό, αφού αυτό σημαίνει πως δε θ’αντέχουν τόσο πολύ στη ζέστη του καλοκαιριού. Η θερμοκρασία δωματίου (22-24 βαθμοί Κελσίου) είναι κατάλληλη, με μια καλή κλίμακα λειτουργικών θερμοκρασιών μεταξύ των 22 και των 27 βαθμών Κελσίου για το περισσότερο του χρόνου, με προσοχή οι θερμοκρασίες να μην ανεβαίνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω απ’τους 30 βαθμούς. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 18-21 χωρίς πρόβλημα. Κατά την προετοιμασία ωστόσο των ενηλίκων για αναπαραγωγή για δύο μήνες το χειμώνα, η θερμοκρασία θα πρέπει να πέσει ακόμα χαμηλότερα, γύρω στους 15-20 βαθμούς, με τις χαμηλότερες της κλίμακας το βράδυ. Σ’αυτήν τη φάση τα ζώα θά’χουν επιβραδυμένο μεταβολισμό, με μειωμένη πρόσληψη τροφής και κινητικότητα, αλλ’αυτό είναι φυσιολογικό και δεν επιβαρύνει την υγεία τους.

Ένα ακόμα θετικό στη διατήρηση αυτών των σαυρών είναι η ευκολία στη διατροφή τους. Εκτός του ότι τρώνε λίγο, τα πράγματα που τρώνε είναι εύκολο να βρεθούν και να παρασκευαστούν – όπως προανέφερα είναι κυρίως φρουτοφάγες. Η βάση της διατροφής μπορεί ν’αποτελείται λοιπόν από έτοιμες φρουτόκρεμες πασπαλισμένες με σκόνη ασβεστίου και d3, ή σπιτικά μείγματα κατάλληλων φρούτων πάλι πασπαλισμένα, ή υπερώριμα αλλά και ψιλοσάπια φρούτα πάλι πασπαλισμένα όποτε βρίσκονται. Όλα τα φρούτα μπορούν να φαγωθούν, εκτός από τα εσπεριδοειδή, και ό,τι άλο ξινό ή άγουρο. Εκτός του ότι δεν ανέχονται τις ξινές γεύσεις, το στόμα τους είναι αρκετά αδύναμο για να κόψει σκληρά φρούτα, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να γλείφουν την επιφάνεια των ζουμερών και πολτοποιημένων φρούτων. Επίσης δε θα πρέπει να τρώνε μέλι, μιας κι αυτό είναι πολύ πηχτό και μπορεί να δυσκολέψει πολύ τις σαύρες κατά την κατάποση, κι επίσης περιέχει υπερβολικά ποσοστά σακχάρων, αν κι αναμεμειγμένο σε μικρή ποσότητα μ’άλλα υλικά δε βλάπτει. Φρούτα υψηλότερα σε ασβέστιο είναι η παπάγια και το μάγκο (περίπου αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 4/1), και το σύκο (2/1), ενώ το χαμηλότερο σε ασβέστιο είναι η μπανάνα (1/3), η οποία ως εκ τούτου θα πρέπει να δίνεται σπάνια ή καλά πασπαλισμένη. Κοινότερα φρούτα όπως το μήλο, το αχλάδι, το πεπόνι, το καρπούζι, η φράουλα, το ακτινίδιο, το ροδάκινο, το δαμάσκινο, το βερίκοκο κλπ έχουν μια ισορροπημένη αναλογία περίπου στο (1/1), τα περισσότερα ερπετά όμως – κι αυτή η σαύρα δεν αποτελεί εξαίρεση – χρειάζονται απαραίτητα αναλογία ασβεστίου φωσφόρου τουλάχιστον 2/1, οπότε κι αυτά τα φρούτα θα πρέπει να πασπαλίζονται. Η σκόνη αυτή ασβεστίου και βιταμίνης d3 είναι λοιπόν απαραίτητη για τη σωστή θρέψη της σαύρας. Θα πρέπει λοιπόν μια πρέζα της να πασπαλίζεται σχεδόν σε κάθε γεύμα και ν’ανακατεύεται με το υλικό, ώστε να ενσωματωθεί. Συμπληρώματα άλλων βιταμινών και μετάλλων πρακτικά δε χρειάζονται, αφού τα γκέκο τα παίρνουν από τη διατροφή. Προσοχή, όταν πρόκειται ν’αγοράσετε σκόνη, να βεβαιωθείτε οπωσδήποτε πως περιέχει και d3 εκτός από ασβέστιο. Η επιπλέον πρωτεΐνη μπορεί να παρασχεθεί με προσθήκη λίγου γιαουρτιού 0% στα σπιτικά μείγματα ή καθαρού ασπραδιού αβγού, χωρίς το λιπαρό κρόκο, ενώ οι φρουτόκρεμες έχουν συνήθως κάποια πρωτεΐνη. Το γιαούρτι είναι το μόνο γαλακτοκομικό προΪόν στο οποίο η λακτόζη στο μεγαλύτερο ποσοστό έχει ζυμωθεί απ’τους μύκητες και τα βακτήρια, με αποτέλεσμα να μην προκαλεί προβλήματα στα περισσότερα ζώα που είναι δυσανεκτικά στη λακτόζη. Φυσικά ο καλύτερος τρόπος είναι με έντομα όπως γρύλλους, κατσαρίδες, αλευροσκούληκα, και σπάνια γιατί είναι πολύ λιπαρά και κηροσκούληκα, τα οποία θα πρέπει νά’ναι πασπαλισμένα με το συμπλήρωμα μιας και είναι χαμηλά σε ασβέστιο και νά’χουν μήκος όσο η διάμετρος του κεφαλιού της σαύρας, η οποία θα τα κυνηγήσει και θα τα καταπιεί ολόκληρα, κάτι που σίγουρα θα ενεργοποιήσει τα κυνηγετικά της ένστικτα και θα της κάνει τη ζωή πιο ενδιαφέρουσα. Η απουσία εντόμων ωστόσο απ’τη διατροφή δε θα βλάψει σε καμία περίπτωση το ζώο. Ένα γεύμα 2-3 εντόμων την εβδομάδα ή και πιο σπάνια αρκεί, θα πρέπει να θυμόμαστε πως το γκέκο αυτό δεν είναι πολύ εντομοφάγο ούτε στη φύση. Τέλος ένα ακόμα καλό με τη διατροφή αυτών των ερπετών είναι η ύπαρξη ενός έτοιμου παρασκευάσματος που περιέχει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία και αποδεδειγμένα είναι πλήρες χωρίς καμία άλη τροφή ή συμπλήρωμα, της διατροφής για λοφιοφόρα γκέκο (crested gecko diet ή cgd) του Ιαπωνεζοαμερικανού εκτροφέα τέτοιων γκέκο Alen Repashi, το οποίο τώρα εμπορεύεται η εταιρεια T-rex, και δυστυχώς σχεδόν ποτέ δεν πωλείται στην Ελλάδα, αλλά μπορεί να παραγγελθει απ’το Διαδίκτυο. Η τροφή αυτή βασίζεται κυρίως στα φρούτα μ’ένα πρωτεΐνικό συμπλήρωμα, με επιπλέον βιταμίνες, μέταλλα κι ασβέστιο, και είναι μια σκόνη που αναμειγνύεται σε αναλογία 1 προς 2 με νερό πριν την προσφορά. Φυσικά οι σαύρες θα εκτιμήσουν λίγο παραπάνω ποικιλία με περιστασιακά φρούτα και λίγα έντομα. Αρκετοί κάτοχοι εναλλάσουν τα φρούτα, τα έντομα και την έτοιμη τροφή για ποικιλία σύμφωνα μ’ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα που φτιάχνουν. Όπως οι περισσότερες σαύρες, έτσι κι αυτό το είδος έχει χαμηλό μεταβολισμό, κι ως ενήλικη θα πρέπει να τρώει 2-3 φορές την εβδομάδα, ενώ μέχρι τους 5 μήνες καθημερινά και μέχρι το χρόνο κάθε 2 μέρες. Η τροφή που δε φαγώθηκε μπορεί να μείνει για μια ακόμα μέρα στο τερράριο χωρίς πρόβλημα, τα έντομα ωστόσο συνίσταται ν’απομακρύνονται αν δεν είναι περιορισμένα κάπου διότι μπορεί να τραυματίσουν τη σαύρα τσιμπολογώντας την, αν κι αμφιβάλλω ότι θα μπορούν να προλάβουν τη συγκεκριμένη, ιδίως πάνω στα κλαδιά. Η σίτιση γίνεται το βράδυ.

Τα γκέκο αυτά αναπαράγονται πολύ εύκολα στην αιχμαλωσία. Μπορούν να διατηρηθούν σε ομάδες για καλύτερη αναπαραγωγή ενός αρσενικού και 2-3 θηλυκών, αλλά κι ως ζευγάρια τα πάνε καλά, αν και μπορεί το αρσενικο να υπερενοχλεί το μόνο θηλυκό που θα υπάρχει τότε. Δύο αρσενικά δε θα πρέπει να στεγάζονται μαζί γιατί μαλώνουν έντονα, ιδίως στην παρουσία θηλυκού. Μαλώματα και μικροεντάσεις μπορεί ωστόσο να συμβούν όμως κάποτε σε οποιοδήποτε σχήμα συμβίωσης, με κόστη όπως δαγκώματα ή και αυτοτομές. Η συγκατοίκηση ωστόσο πάνω από ενός γκέκο σε κατάλληλου μεγέθους χώρο είναι ωφέλιμη και για τις σαύρες, οι οποίες έχουν ευκαιρία κοινωνικής αλληλεπίδρασης, αλλά και για τους παρατηρητές οι οποίοι μπορούν να παρατηρήσουν πιο πολύπλοκη κοινωνική συμπεριφορά, να δουν την αναπαραγωγική διαδικασία και ν’ακούσουν τους ήχους επικοινωνίας.

Το ζευγάρι ή η ομάδα λοιπόν θα πρέπει να διαχειμάσει στην παραπάνω χαμηλή θερμοκρασία για ενάμισι-δύο μήνες, κι έπειτα να βρεθεί μαζι εάν ως τότε τα ζώα έμεναν χωριστά. Το θηλυκό προς αναπαραγωγή δε θα πρέπει να’ναι ελαφρότερο των 35-40 γραμμαρίων, μείον το 10% εάν δεν έχει ουρά, και θα πρέπει να τρώει καλά. Οι δύο ενδολεμφικοί σάκοι στο πίσω μέρος του στόματός του, οι οποίοι αποθηκεύουν ασβέστιο και υπάρχουν σε πολλά γκέκο θα πρέπει να φαίνονται γεμάτοι και να μην αδειάζουν κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας. Εάν λοιπόν αυτές οι προοΫποθέσεις πληρούνται, τα ζώα μπορούν ν’αναπαραχθούν. Σύντομα μετά το ανέβασμα της θερμοκρασίας σε φυσιολογικά επίπεδα, θ’αρχίσουν τα ζευγαρώματα, με το αρσενικό ν’ανεβαίναι πάνω στο θηλυκό, να του πιάνει το λαιμό κι έπειτα να το γονιμοποιεί. Περίπου 30-40 μέρες μετά τη γονιμοποίηση, το θηλυκό θα ψάξει υγρό έδαφος για ν’αποθέσει τα αβγά του, το οποίο θα πρέπει να του παρασχεθεί σ’ένα μικρό σκεύος ως τύρφη, τυρφόχωμα ή αμμόχωμα, όπου αρχικά θα σκάβει δοκιμαστικά. Το σκεύος μπορεί νά’χει μόνο ένα στενο άνοιγμα εισόδου για τη δημιουργία ασφαλούς αισθήματος στη σαύρα κατά τη γέννα. Εάν υπάρχουν φυτά θα γεννήσει μέσα στις γλάστρες, ενώ σε φυσικο υπόστρωμα μπορεί να γενήσει οπουδήποτε, συνήθως όμως κοντά στις ρίζες των φυτών. Όπως σ’όλα τα γκέκο, κάθε φορά γεννιούνται μόνο δύο αβγά, τα οποία στο συγκεκριμένο είδος δε διακρίνονται εύκολα απ’το εξωτερικό του θηλυκού όπως γίνεται π.χ. στο λεοπαρδαλώδες γκέκο. Μια θηλυκιά μπορεί να γενήσει 7 φορές σε διάστημα 4 εβδομάδων ή και λιγότερο, και θα συνεχίζει ν’αναπαράγεται για όλον τον υπόλοιπο χρόνο θεωρητικά χωρίς τέλος. Επειδή όμως αυτό επιβαρύνει υπερβολικά το θηλυκό και μπορεί να βραχύνει τη διάρκεια ζωής του, θα πρέπει κάθε χειμώνα να περνά από χαμηλές θερμοκρασίες ή να χωρίζεται απ’το αρσενικό για ξεκούραση. Ένα θηλυκό μπορεί να κατακρατήσει το σπέρμα του αρσενικού κι επομένως να γεννήσει λίγα ακόμα γονιμοποιημένα αβγά ακόμα και χωρίς αρσενικό. Τα αβγά έχουν μήκος περίπου 2,5 εκατοστών και πλάτος ενός, και ζυγίζουν περίπου 1,5-2 γραμμάρια. Μετά την εναπόθεσή τους θα πρέπει να μεταφερθούν σ’ένα ρηχό δοχείο γεμάτο με υγρό περλίτη, βερμικουλίτη ή κάποιο παρόμοιο και προτιμότερα αποστειρωμένο υλικό για επώαση, όπου θα θαφτούν περίπου μέχρι τη μέση με τον ίδιο προσανατολισμό όπως γεννήθηκαν. Σε περίπτωση που τα αβγά δε βρεθούν, συνήθως εκκολάπτονται μέσα στο τερράριο των ενηλίκων, όπου όμως οι συνθήκες παρακολουθούνται δυσκολότερα, τα μικρά πάντως δεν κινδυνεύουν να φαγωθούν από τα ενήλικα, γιατί το είδος δεν είναι κανιβαλιστικό, αν και μπορεί να στρεσάρονται απ’την παρουσία τους. Με το υπερβολικό νερό, ιδίως προς το τέλος της επώασης, ενδέχεται τα έμβρυα να πνιγούν ενώ με μη αποστειρωμένα υλικά όπως κανονικό χώμα ενδέχεται τα αβγά να μουχλιάσουν, αν και τα αβγά του συγκεκριμένου είδους αντέχουν εκπληκτικά κααλά σε περιπτώσεις ελαφριάς μυκητικής προσβολής. Τα αβγά επωάζονται σε θερμοκρασίες από 22-25 έως και 28 βαθμούς, με ιδανικοτερες αυτές στη μέση της κλίμακας, οι οποίες μπορούν να πέφτουν λίγο το βράδυ χωρίς πρόβλημα, για χρόνο αντιστρόφως ανάλογο της θερμοκρασίας από 60 έως 75 μέρες. Είναι επομένως ερπετό που μπορεί να εκκολαφθεί και σε θερμοκρασία δωματίου. Αν και δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα εάν η θερμοκρασία επηρεάζει το φύλο των απογόνων, πολλοί εκτροφείς έχουν παρατηρήσει μια σταθερή σχέση εκκόλαψης πολύ περισσότερων αρσενικών στα ανώτερα και στα κατώτερα όρια της επιτρεπτής κλίμακας, και ελαφρώς υψηλότερο ποσοστο θηλυκών στη μέση. Θερμοκρασίες πάνω από 32 βαθμούς σκοτώνουν τα έμβρυα. Μετά την εκκόλαψη λοιπόν τα νεαρά σαυράκια θα αλλάξουν το πρώτο δέρμα τους, κι αρχικά θα τρέφονται ακόμα από τα απομεινάρια του λεκηθικού σάκου, ώστε δε θα χρειαστούν τροφή μέχρι περίπου 2-3 μέρες μετά, η οποία είναι η ίδια μ’αυτήν των ενηλίκων με τις ανάλογες προσαρμογές στο μέγεθος φυσικά. Τα μικρά έχουν περίπου 5 εκατοστά ολικό μήκος κι αναπτύσσονται με μέτριο ρυθμό. Μέχρι τα 10 εκατοστά μπορούν να συστεγάζονται, οπότε μετά θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός κατά φύλα. Θα ωριμάσουν γεννητικά σε 14 περίπου μήνες, αν και τα θηλυκά είναι καλό να κρατηθούν λίγο περισότερο πριν αναπαραχθούν για να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο κι άρα να’χουν περισσότεερα αποθέματα για τις καταπονήσεις της αναπαραγωγής. Εξαιτίας της πρόσφατης εισαγωγής του ερπετού αυτού στο χόμπι, η διάρκεια ζωής του δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί, εφόσον πολλά απ’τα πρώτα άτομα ζουν ακόμα, αν και υπολογίζεται στα 15-20 χρόνια με τη σωστή φροντίδα σύμφωνα μ’αυτήν άλλων παρόμοιων γκέκο.

Με σωστή φροντίδα σπάνια εκδηλώνονται προβλήματα υγείας. Το συχνότερο είναι η μεταβολική νόσος των οστών, μια ομάδα παθήσεων προκαλούμενων από έλλειψη ασβεστίου ή βιταμίνης d3 στη διατροφή, ώστε ο οργανισμός του ζώου να παίρνει το απαιτούμενο ασβέστιο για την καρδιακή, τη νευρική λειτουργία κλπ από τα οστά, με αποτέλεσμα αυτά ν’αδυνατίζουν και να παραμορφώνονται. Στα πρώτα στάδια η ουρά ίσως κάμπτεται παράξενα, το σαγόνι μπορεί να φαίνεται πιο μαλακό, αργότερα τα άκρα θα πρηστούν και τα οστά του ζώου θα’ναι επιρρεπέστερα σε κατάγματα, ενώ στο τελικό στάδιο η έλλειψη ασβεστίου μπορεί να επηρεάσει το νευρικο σύστημα προκαλώντας τρόμο και παράλυση. Τα πρώτα στάδια μπορούν ν’αναστραφούν με άμεση διόρθωση της διατροφής χωρίς μόνιμες βλάβες, δυστυχώς όμως οι παραμορφώσεις των επόμενων σταδίων θα παραμείνουν για όλη τη ζωή του ζώου ακόμα και με τη θεραπεία του προβλήματος. Ζώα τελικών σταδίων σπάνια επιβιώνουν. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η παχυσαρκία που προκαλείται από υπερβολικά σακχαρώδεις τροφές όπως οι φρουτόκρεμες. Επίσης ένα μοναδικό πρόβημα σ’αυτό το είδος είναι το σύνδρομο της χαλαρής ουράς (floppy tail syndrome), το οποίο εμφανίζεται σε μερικά ζώα που αναπαύονται ανάποδα στο γυαλί του περιβάλλοντός τους χωρίς να πιάνουν την ουρά τους πουθενά, οπότε πέφτει αυτή προς τα κάτω επιβαρύνοντας και ενίοτε παραμορφώνοντας τα λεκανιαία οστά, κάτι που μπορεί να είναι ιδιαίτερα βλαβερό στα θηλυκά που θα γεννήσουν αβγά. Η μόνη ριζική θεραπεία είναι η πρόκληση αυτοτομής της ουράς. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι εμφάνισης αυτής της πάθησης, ίσως όμως έχει να κάνει μερικές φορές με έλλειψη ασβεστίου ή γενετικά αίτια που προκαλούν μια αρκετά αδύναμη ουρά. Μικροτραυματισμοί μπορούν να προκληθούν από μαλώματα, προσκρούσεις με αιχμηρά αντικείμενα και παρόμοιες αιτίες, και θα πρέπει να φροντίζονται με μπεταντίν ή παρόμοιο αντισηπτικό κι ένα καθαρό περιβάλλον όπου θα επουλωθούν. Σε περίπτωση που μολυνθούν η κατάσταση δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο, μιας και οι εξειδικευμένοι στα ερπετά κτηνίατροι είναι λίγοι στη χώρα μας κι ακόμα λιγότεροι ή πρόθυμοι αυτοί που θα δοκιμάσουν να θεραπεύσουν ένα τόσο μικρό ζώο. Μια αναζήτηση σε ερπετολογικές σελίδες στο Διαδίκτυο θα δώσει απλούς τρόπους προσπάθειας θεραπείας αυτών των καταστάσεων. Το ίδιο όσον αφορά τη δυσκολία θεραπείας ισχύει και γι’άλλες σοβαρότερες καταστάσεις όπως σοβαρή μεταβολική νόσος των οστών, αναπνευστικές μολύνσεις, χρόνια αποστήματα κλπ. Ακόμα η χαμηλή υγρασία μπορρεί θεωρητικά να προκαλέσει προβλήματα στην έκδυση με ξερό παλιό δέρμα να περισφίγγει τα δάχτυλα ή την άκρη της ουράς προκαλώντας διακοπεί της κυκλοφορίας, νέκρωση και τελικά πτώση τους, αν κι αυτό στην περίπτωση του συγκεκριμένου γκέκο που χρειάζεται έτσι κι αλλιώς υψηλή υγρασία για ενυδάτωση δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Όσον αφορά την έκδυση, αυτή είναι αρκετά γρήγορη διαδικασία που γίνεται το βράδυ, οπότε το γκέκο αρχίζει να γλείφει για ν’αποσπάσει τα κομμάτια του παλιού δέρματος κοντά στο ρύγχος, κι έπειτα με τρίψιμο κινείται στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα συνήθως καταναλώνεται ολόκληρο για την ανάκτηση των θρεπτικών συστατικών που περιέχει, και γι’αυτό σχεδόν δεν εντοπίζεται. Τέλος ιδιαίτερη περίπτωση στους τραυματισμούς αποτελεί η αυτοτομή της ουράς, για την οποία δε χρειάζεται καμια σημαντική παρέμβαση πέρα από ένα κάπως καθαρότερο περιβάλλον προσωρινά ώστε ν’αποτραπεί η μικρή πιθανότητα της μόλυνσης, διότι τα αγγεία στο σημείο της αυττοτομής συσπώνται αμέσως σταματώντας την αιμοραγία. Άλλες σαύρες του είδους δε θ’απορρίψουν την ουρά τους ακόμα και σε τρομακτικές καταστάσεις, ενώ μερικές μπορούν να τη ρίξουν φαινομενικά αναίτια, συνήθως όμως πέφτει έπειτα από σφίξιμό της κατά το χειρισμό, κατά κάποιο ατύχημα, ή από επιθέσεις άλλων γκέκο σ’αυτήν, ή σπάνια από απότομο αιφνιδιασμό. Ένα άνουρο γκέκο έχει την ίδια αξία μ’ένα ολόκληρο και μπορεί να λειτουργήσει όπως ακριβώς ένα ολόκληρο, εκτός ότι δε θά’χει την ουρά του για να πιάνεται απ’τα κλαδιά και μ’αυτήν.

Αν και γενικά τα δεντρόβια γκέκο δε ενδείκνυνται για χειρισμό, το συγκεκριμένο είναι κατάλληλο λόγω του δυνατού του σώματος και της ήρεμης συμπεριφοράς, αν και πάλι μερικές φορές μπορεί να πηδήξει εντελώς ξαφνικά. Θα πρέπει να πιάνεται απ’το σώμα, όχι απ’την ουρά, και περισσότερο να τοποθετείται πάνω στα χέρια όπου μπορεί να ψάχνει μόνο του, παρά να πιάνεται σφιχτά. Τέτοιος χειρισμός μπορεί να γίνεται καθημερινά ή πιο σπάνια, το πολύ για 15 λεπτά ώστε να μη στρεσάρεται η σαύρα.

Το δικό μου γκέκο ζει σ’ένα ψηλό τερράριο 30χ30χ45 εκατοστών, με τρία κομμάτια μπαμπού όπως φαίνεται στη φωτογραφία, ένα πυκνόφυλλο πλαστικό φυτό βεντουζωμένο στο πίσω μέρος, ένα άλλο στα δεξιά, ένα κλαδί πλαστικού φυτού που έπειτα πρόσθεσα εγώ προς τα αριστερά και κάτω μπροστά, ένα μπολ νερού, μια μισή καρύδα για χερσαία κρυψώνα στη γωνία πίσω δεξιά, και υπόστρωμα σκληρού χαρτιού. Έναν κύλινδρο χαρτιού κουζίνας που του’βαλα για επιπλέον κρυψώνα παραδόξως δεν τον αγγίζει, μάλλον επειδή προτιμά τις φυλλωσιές. Η αγαπημένη του κρυψώνα είναι ανάμεσα στα φύλλα του πίσω φυτού, αν και περιστασιακά μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στον κύλινδρο και στο φυτό αριστερά ή πιο σπάνια μέσα στην καρύδα, ενώ κανένα 2-3 φορές την έχω πετύχει κάτω από μια μεγάλη δίπλωση που κάνει κάτω το χαρτί. Τη μέρα παρατήρησα ότι σπάνια κινείται, ενώ το βράδυ συχνά το ακούω να κάνει βόλτες, αν κι όχι συνέχεια φυσικά, είναι ερπετό άλλωστε με χαμηλό μεταβολισμό και δε μπορεί να σπαταλά ενέργεια σε άσκοπες κινήσεις. Αν και η θερμαντική πλάκα δε λειτουργεί, το γκέκο έχει δύο περιοχές αυξημένης θερμοκρασίας γι’αρκετές ώρες της ημέρας: το τροφοδοτικό του υπολογιστή που βρίσκεται πάνω στη σίτα του τερραρίου και θερμαίνεται όποτε φορτίζει ο υπολογιστής μου, και το ρούτερ της διαδικτυακής σύνδεσης, που βρίσκεται πίσω και δεξιά στο τερράριο, και είναι αναμένο σχεδόν όλη τη μέρα και νορίς το βράδυ. Το τερράριο ανοίγει μ’ένα δίφυλλο γυάλινο πορτάκι που καταλαμβάνει σχεδόν όλο το μπροστινό του μέρος, καθώς και απ’το σίτινο καπάκι από πάνω, το οποίο ανοίγω μόνο για το καθάρισμα. Ψεκάσματα δέχεται δύο φορές τη μέρα, ένα ελαφρύ το πρωι ή το μεσημέρι κι ένα καλό το βράδυ, μεταξύ των οποίων το τερράριο στεγνώνει πλήρως. Το τάισμα γίνεται μετά από περίοδο νηστίας 2 ή 3 ημερών, οπότε αφήνω μια ποσότητα τροφής σ’ένα καπάκι μπουκαλιού νερού την οποία θα φάει σχεδόν εντελώς μέσα σε δύο μέρες. Πρόσεξα ότι όσο πιο πεινασμένο είναι το γκέκο τόσο πιο πολύ θα φάει, αλλά δεν το αφήνω να πεινάσει πάνω από 3 μέρες. Σήμερα είναι μέρα ταΐσματος. Όταν τρώει στήνω αφτί κι ακούω τον ήχο του γλειψήματος της τροφής του. Μια φορά επίσης το είχα παρατηρήσει να γλείφει τις σταλίτσες μετά από ένα καλό ψέκασμα, με παρόμοιο ήχο. Ο χειρισμός, που ξεκίνησε μια βδομάδα μετά την προσαρμογή, γίνεται συνήθως κάθε 2 μέρες, αν κι έχει τύχει να τον παραμελήσω για 4 μέρες. Στην ουσία γίνεται για να συνηθίσει το ζώο το πιάσιμο κάπως και να μπορώ εγώ να παρατηρώ ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς του από πιο κοντά. Η σαύρα δεν ωφελείται έτσι κι αλλιώς απ’την επαφή μαζί μου, αν και πάλι πιστεύω πως αντιμετωπίζει νέες παραστάσεις και καταστάσεις, που αλλιώς δε θα μπορούσε να συναντήσει στο χώρο της. Ο χειρισμός διαρκεί για λιγότερο από 10 λεπτά κατά τον οποίον γίνονται οι διάφορες παρατηρήσεις, τις οποίες θ’αναλύσω παρακάτω.

Κάθε ζώο λοιπόν το οποίο είναι αρκετά μικρό και στο οποίο μπορώ ν’απλώσω τα χέρια μου γίνεται υποκείμενο διαφόρων παρατηρήσεων και πειραμάτων. Ακόμα και τα παιδάκια δεν είναι εκτός στόχου. Τα πειράματα αυτά έχουν νευρολογικό/ψυχολογικό ενδιαφέρον και δεν προκαλούν προβλήματα στα υποκείμενά τους, συνήθως ωστόσο κάνω απλές, μη παρεμβατικές παρατηρήσεις. Γενικώς έχω παρατηρήσει την κίνηση αυτής της σαύρας, η οποία είναι όπως των περισσότερων άλλων, με σύγχρονη κίνηση των άκρων πρώτα της μια ςπλευράς και μετά της άλλης. Τα άκρα αυτά κολλούν παντού, αν και επανειλημμένα έχω παρατηρήσει πως αν και μπορεί, αποφεύγει να στέκεται ανάποδα σε μια επιφάνεια. Η ουρά χρησιμεύει στο καλύτερο πιάσιμο, στην ομαλότερη κατάβαση από ψηλά και στο κράτημα μιας επιφάνειας. Σχεδόν αντανακλαστικά το άκρο της κάμπτεται και προσκολλάται σε όποιο αντικείμενο την αγγίξει από κάτω. Επίσης δονώντας το δάχτυλό μου κάτω απ’την ουρά, αυτή σφιγκόταν περισσότερο ωσάν να προσπαθούσε να πιαστεί από ένα κλαδί που το κουνούσε ο αέρας. Σε περίπτωση που η σαύρα πιάνεται απ’το σώμα και η ουρά βρίσκεται στον αέρα, θα την φέρει κι αυτήν κοντά της για καλύτερο κράτημα. Δεν κάνει ακροβατικά ωστόσο με την ουρά όπως κρεμάσματα απ’τα κλαδιά, ούτε τη χρησιμοποιεί για άλματα όπως νόμιζα. Τα άλματα τα κάνει με τα πίσω της άκρα, τα οποία αν και μικρά μπορούν να την προωθήσουν κοντά στα 30 εκατοστά. Πηδάει συνήθως σε περιπτώσεις που χρειάζεται γρήγορη κίνηση, π.χ. όταν την πλησιάζω πάλι πίσω στις φυλωσιές του τερραρίου της, όταν τρομάξει απότομα (σπάνιο, η συγκεκριμένη είναι αρκετά ήρεμη), ή, όπως πρόσεξα επανειλημμένα, όταν βρίσκεται σε ανοιχτό χώρο και υπάρχει κάποιο ορατό ψηλό στοιχείο, π.χ. το χέρι μου, δυο φορές το κεφάλι μου (πήδηξε πάνω στη μύτη μου), ένα χαρτί, κλπ. Πριν ένα άλμα συσπιρώνεται με το κεφάλι προς τα πάνω προς στην κατεύθυνση που θέλει να πεταχτεί, αν κι αυτό δεν είναι εμφανές σε περιπτώσεις που ετοιμάζεται να πηδήξει από ψηλά, π.χ. απ’το χέρι σας όταν είστε όρθιοι. Τις έχω κάνει επίσης πειράματα ισορροπίας εκτός από τα παραπάνω με τη χρήση της ουράς, τα οποία δε μπορούν να επαναλειφθούν για ανατομικούς λόγους. Την έχω βάλει να πιαστεί πάνω στον αντίχειρά μου ή σε άλλο δάχτυλο, όπου κουλουριάζεται και πιάνεται μ’όλα της τα άκρα, κι όπως κι αν την γυρίσω δε θα πέσει. Έπειτα, αν το χέρι μείνει σταθερό, θ’αρχίσει να προχωρά πάνω στο χέρι και μετά στη μπλούζα μου, παρά να πηδάει κάπου αλλού. Επίσης όταν σκαρφαλώνει ανυποψίαστη πάνω σ’ένα χαρτί και μετά το γυρίσω προς τα κάτω απότομα, συνήθως δεν προλαβαίνει και πέφτει. Στη φύση πιθανότατα τα πολλά σημεία επαφής στα κλαδιά και στα φύλλα θ’απέτρεπαν αυτήν την κατάληξη. Το είδος γενικώς δε φοβάται καθόλου τα ύψη, αφού είναι εξελιγμένο γι’αυτά, και συμπεριφέρεται εντελώς φυσιολογικά, όπως εμείς στο έδαφος. Τέλος ενδιαφέρουσα ήταν μια έξοδος στο μπαλκόνι που την έκανα ένα μεσημέρι με ήλιο. Η σαύρα απέφευγε πάντοτε τον ήλιο, και παρότι άκουγε ήχους απ’έξω κι έβλεπε τον ήλιο δεν αντέδρασε καθόλου διαφορετικά, όπως λένε για παράδειμα ότι παρατηρούν σε μεγάλα κι εξυπνότερα ερπετά όπως στις πράσινες ιγκουάνες ή στους γενειοφόρους δράκους. Την πήγα κοντά στην αραουκάριά μου και για λίγο την άφησα πάνω της για να δω μήπως έχει κάποια γενετικά καταγεγραμμένη εικόνα για το δέντρο αυτό που βρίσκεται παντού στο φυσικό της περιβάλλον, αλλά δε μου φάνηκε να συγκινείται. Ανάμεσα στα πλατιά και σκιερά φύλλα της μπανανιάς ωστόσο φώλιασε, μάλλον για να κοιμηθεί. Στο χώμα μετακινείται κανονικά, χωρίς κάποια διαφορά. Όλα αυτά μου δείχνουν πως το είδος αυτό δε μπορεί να ξεχωρίσει φυσικό από τεχνητό περιβάλλον και δε δυσανασχετεί καθόλου στο δεύτερο εφόσον οι ανάγκες του καλύπτονται σωστά.

Επίσης έχω κάνει και παρατηρήσεις πάνω στη νοημοσύνη και τις προτιμήσεις αυτού του γκέκο. Αν και ερπετό που λειτουργεί καλά στη δροσιά, δεν έχει πρόβλημα και με λίγη ζέστη, την οποία βρίσκει στα χέρια μου όταν είναι έξω. Συχνά κάθεται τυλιγμένη πάνω στον αντίχειρα ή σ’άλλο δάκτυλό μου ή απλωμένη ακίνητη πάνω στο πάνω μέρος της παλάμης μου, προφανώς για ν’ανεβάσει τη θερμοκρασία της. Συχνά ακόμα, όταν τη μεταφέρω στο τερράριο, διστάζει να μπει μέσα προτιμώντας προφανώς τη θερμότητα των χεριών μου. Όσον αφορά τη νοημοσύνη αυτού του είδους δεν είναι και πολύ υψηλή. Ίσως ακόμα αυτό το είδος και παρομοίου μεγέθους και οικολογίας είδη νάναι μέσα στα χαζότερα ερπετά, αν και σίγουρα θα ξεπερνούν αρκετά φίδια ενέδρας, αδρανείς σαύρες και γεώβια ερπετά στο δείκτη νοημοσύνης. Έως τώρα το γκέκο αυτό δε μού’χει δώσει ενδείξεις ότι με θεωρεί ως ολόκληρο σώμα και ζωντανό. Ανάλογα με τη στάση μου απλώς μπορεί να με θεωρεί ως ακίνητο αντικείμενο, κλαδιά που κουνιούνται ή απειλή. Ενώ δηλαδή τη μεταφέρω απ’το τερράριο στο χέρι μου μπορεί να πιάνεται λίγο περισότερο για να μην πέσει κλπ, μόλις την βάζω στην επιφάνεια των παρατηρήσεων, που είναι το κάτω τέταρτο του κρεβατιού και μένω ακίνητος βάζοντας μπροστά της τροφή, κάποιες φορές πάει και τρώει, σαν να ήταν μόνη της στο περιβάλλον. Ωστόσο η διάρκεια πρόσληψης τροφής σε τέτοια κατάσταση είναι μικρότερη απ’αυτήν που θά’κανε μέσα στο περιβάλλον της, προφανώς επειδή βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο, δε νιώθει τόση ασφάλεια ή αντιλαμβάνεται κάποια κίνηση από μένα και τίθεται σε επιφυλακή. Αρχικά γύριζα το κεφάλι μου από τη μία πλευρά και μόνο την άκουγα που έτρωγε, γιατί υπέθετα πως ίσως τα μάτια ή η αναπνοή την ενοχλούσαν, όμως συμπέρανα πως και στραμμένος προς αυτήν δεν την ενοχλώ καθόλου. Περισσότερη ώρα τρώει εάν είναι καλυμμένη αρκετά καλά με τα χέρια μου, πιθανότατα επειδή νιώθει έτσι περισσότερο ασφαλής. Φυσικά μια απότομη κίνηση από μένα σε τέτοια ήσυχη κατάσταση όπως ένα βήξιμο ή μια αλλαγή θέσεις επειδή πιάστηκα, βάζει τη σαύρα σε επιφυλακή για λίγο, οπότε αρχίζει να φεύγει από εκεί που βρίσκεται και πάει πιο πέρα. Επίσης παρατήρησα αρκετά γρήγορα πως μπορώ να ελέγξω την κίνησή της αρκετά καλά, δείγμα πιστεύω χαμηλής νοημοσύνης. Αν λοιπόν σκουντηθεί ή χαιδευτεί η σαύρα στο πίσω μέρος κινείται προς τα μπροστά, ενώ αν ενοχληθεί από μπροστά θα πάει προς τα πίσω μέχρι να βρει το κατάλληλο σημείο για να στρίψει αλλού, όπως ακριβώς δηλαδή
στους φρύνους,
και σε μεγάλο βαθμό, αλλ’όχι πάντοτε, στις χελώνες, κι ακόμα λιγότερο στα θηλαστικά. Σε πείραμα για να δω αν η σαύρα μπορεί να φοβηθεί με κάποιον τρόπο, γιατί η συγκεκριμένη είναι πολύ ήρεμη κι εξοικιωμένη, την έβαλα πάνω στο χέρι μου και σε σημείο που δεν έβλεπε την γαργαλούσα πολύ ελαφρά. Τις πρώτες φορές πεταγόταν, μετά από 3-4 δοκιμές ωστόσο ή με παρατεταμένη ενόχληση συνήθιζε και σταματούσε να συμπεριφέρεται τρομαγμένα. Πάντως σε καταστάσεις που χρειάζεται κανονικό πιάσιμο και μετακίνηση η σαύρα μπορεί να δυσανασχετήσει προσπαθώντας να φύγει ή ξεφουσκώνοντας απότομα μ’ένα μικρό σφύριγμα, αν κι αυτές οι περιπτώσεις είναι ευτυχώς λίγες. Το φούσκωμα χρησιμοποιείται ως απειλή για τους πιθανούς εχθρούς οι οποίοι ίσως δουν τη σαύρα λίγο μεγαλύτερη και την αφήσουν, ιδίως από τα μη εξοικιωμένα ακόμα μικρά, τα οποία επίσης θ’ανοίξουν το στόμα τους, αν και σε ενδεχόμενο άμεσης απειλης θα τρέξουν μακριά. Επίσης, όπως είπα, το γκέκο δε μπορεί να με ξεχωρίσει ως ολόκληρο σώμα ακόμα και σε επικίνδυνες θεωρητικά καταστάσεις. Για παράδειγμα βάζοντας τα χέρια μου παράλληλα και τη σαύρα στη μέση, κι ενοχλώντας την με το δεξί, κι επαναλαμβάνοντας τη δοκιμή αρκετές φορές και σε διαφορετικές μέρες, πρόσεξα πως η σαύρα θα μετακινηθεί απ’την περιοχή του ενοχλητικού χεριιού και θα πηδήξει όπως κάνει όταν βλέπει κάτι ψηλότερο κι ασφαλέστερο στο εντελώς ακίνητο αριστερό χέρι, χωρίς να μπορεί να καταλάβει πως και το άλλο χέρι ανήκει στο ίδιο σώμα κι επομένως αποτελεί απειλή. Παρόμοιο τρόπο χρησιμοποιούν πολλά δεντρόβια φίδια, που κουνούν την ουρά τους σαν σκουλήκι, ώστε να τραβήξουν την προσοχή μιας σαύρας, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους μένει ακίνητο, και μόλις η σαυρούλα πλησιάσει εκτινάσσονται απευθείας προς τα πίσω και την πιάνουν. Πάντως θα πρέπει νά’χουμε στο μυαλό μας πως ούτε τα φίδια είναι τόσο έξυπνα, αλλά πως αυτή η συμπεριφορά εξελίχθηκε μέσω φυσικής επιλογής και δεν είναι συνειδητή. Ίσως η προσομοίωση ενός εχθρού γι’αυτή τη σαύρα να γινόταν αληθοφανέστερα με κάποιο ανεξάρτητα κινούμενο μικρό σώμα, όπως μια μπαλίτσα ή την ίδια την
κουνέλα μου,
αν και για τη δεύτερη περίπτωση φοβάμαι μην τρομάξει και πηδήξει μακριά.
Τέλος όσον αφορά τη μίμηση κάποιου εντόμου αποτύγχανα πάντοτε. Το πείραμα αυτό περιλαμβάνει την τοποθέτηση της σαύρας στο χέρι με το κινούμενο δάχτυλο, στο άλλο χέρι ή κάτω, και την κίνηση ενός δαχτύλου, κυρίως του αντίχειρα αλλά κι άλλων, σαν σκουλήκι ή έντομο, με παύσεις, εντάσεις και μειώσεις για να φαίνεται πιο αληθεινό. Αρκετά συχνά κατάφερνα έτσι να τραβώ για λίγο την προσοχή της σαύρας, η οποία γύριζε το κεφάλι της προς το κινούμενο αντικείμενο, μετά όμως από λίγο το αγνοούσε και είτε έμενε στη θέση της είτε πήγαινε πιο πέρα. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε κακή μίμηση του εντόμου από εμένα είτε κατανόηση απ’τη σαύρα ότι το πράγμα αυτό είναι πολύ μεγάλο για να φαγωθεί.

Το τερράριο το καθάρισα 2 φορές, και στη δεύτερη έγινε το ατύχημα. Ήταν 25 Νοεμβρίου, οπότε πήρα τη σαύρα κανονικά απ’το τερράριο για να την βάλω στο προσωρινό κουτί φύλαξης. Από υπερβολική μου αυτοπεποίθηση όμως ότι δε θα πηδούσε απ’το χέρι μέχρι να την πάω στο κουτί την είχα πάνω σ’ένα δάχτυλό μου, και στη μέση του δρόμου πήδηξε κάτω εντελώς απότομα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή γύρισα επιτόπου προς τη μεριά που έπεσε και έσκυψα, αλλά κατά το γήυρισμα έπιασα κάτω απ’το πόδι μου την ουρά της με αποτέλεσμα να μου την αφήσει σε μια καλή αυτοτομή και να φύγει. Τη σαύρα τη βρήκα αμέσως στη γωνία σχεδόν κάτω απ’τον καναπέ φοβισμένη κι ακίνητη, ενώ η ουρά συνέχιζε να κινείται για λίγα λεπτά, αν και από την έκπληξή μου δεν κάθισα να την παρατηρήσω. Μετά τις απαραίτητες δουλειές έβαλα τη σαύρα πίσω στο τερράριο, και συνέχισα τη φροντίδα όπως πριν, δηλαδή ψεκασμού στο κανονικό πρόγραμμα, και τάισμα την επόμενη μέρα όπως ήταν κανονισμένο. Αρχικά στεναχωρέθηκα πολύ για το γεγονός, όμως το γεγονός ότι τα περισσότερα μέλη του είδους στη φύση δεν έχουν ουρά και ζουν μια χαρά με παρηγόρησε κάπως. Οι αλλαγές στη συμπεριφορά μετά την αυτοτομή ήταν εκπληκτικά μικρές. Εφόσον όπως είπα δε με καταλαβαίνει ως ολόκληρο σώμα για να με θεωρεί υπεύθυνο της αυτοτομής της, κατά τη μεταφορά της πίσω στο τερράριο συμπεριφερόταν πάνω μου εντελώς κανονικά. Έπειτα όμως το βράδυ που άρχισε να κινείται παρατήρησα πρόβλημα στην ισορροπία, αφού την άκουσα να πέφτει δύο φορές, ενώ έπεσε μια ακόμα φορά πριν τρεις μέρες. Γενικά όμως πιάνεται από παντού πάλι, στα πειράματα ισορροπίας που επανέλαβα λειτουργεί κανονικότατα, ενώ πλέον στο χώρο της κινείται όπως πριν, προτιμά την ίδια κρυψώνα, κλπ. Την επόμενη μέρα μετά τη σωματική αυτή αλλαγή έβαλα το χέρι μέσα για να δω πώς είναι, όχι για να τη χειριστώ, και πρόσεξα πως ακουμπώντας το σημείο της αυτοτομής αυτή το έπαιρνε γρήγορα από εμένα, σημάδι πόνου. Την επόμενη μέρα που υπήρχε και χειρισμός ωστόσο πονούσε ακόμα λιγότερο, αν και πειραματικά σκουντήματα στο πίσω μέρος την έκαναν να πηδά υπερβολικά. Επίσης λύγιζε περισσοτερο το σώμα της προσπαθώντας να πιαστεί από παντού. Μου φαίνεται πως έγινε πιο προσεκτική ως προς το να μην πέσει. Στον τελευταίο χειρισμό ωστόσο συμπεριφερόταν όπως και πριν την αυτοτομή. Πέρα απ’αυτές τις κινητικές μικροαλλαγές που ήταν απαραίτητες για την αναπροσαρμογή του νευρικού συστήματός της σ’ένα νέο ουσιαστικά σώμα, άλλα στοιχεία της συμπεριφοράς της δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Ψυχολογικά για παράδειγμα ήταν κανονικότατη, χωρίς ίχνη φόβου. Ακόμα και τις πτώσεις τις αντιμετώπιζε σαν κανονικά γεγονότα, χωρίς υπερβολικές αντιδράσεις όπως φοβική ακινησία ή κάτι τέτοιο. Μάλιστα την επόμενη μέρα που έφαγε έφαγε πολύ περισσότερο απ’το σύνηθες, προφανώς για ν’ανακτήσει τις δυνάμεις της και παρομοίως πολύ έτρωγε και τις επόμενες φορές. Τώρα αναμένεται να κάνει στη θέση της ουράς μια μικρή απόφυση σαν απλοποιημένη, μικροσκοπική ατροφική ουρά, όχι κάτι παραπάνω. Ακόμα όμως κι αν αναγεννούσε την ουρά όπως τα συγγενικά μέλη του συμπλέγματος του ρακοδακτύλου, αυτή θα ήταν πολύ πιο απλή και αρκετά πιο δυσκίνητη. Το μόνο καλό που θα είχε θά’ταν ότι δε θα μπορούσε να ξανααυτοτομηθεί. Συμπέρασμα απ’το παραπάνω γεγονός: ποτέ δε θα πρέπει νά’μαστε σίγουρη ακόμα και με τα πιο ήρεμα γκέκο. Μπορούν να πηδήξουν απρόβλεπτα οποτεδήποτε, και αυτό θα’ταν πολύ πιο επικίνδυνο αν γινόταν π.χ. πάνω από μια μεγάλη τρύπα ή έξω. Πάντοτε τα κουβαλάμε με κλειστά χέρια. Πάντως η συγκεκριμένη περίπτωση, αν κι ανεπιθύμητη, πιστεύω πως σίγουρα θα γίνόταν τους επόμενους μήνες ή χρόνια ακόμα κι αν είχε προληφθεί τώρα. Ένα ταρακούνημα στο αυτοκίνητο κκατά τη μεταφορά της στο χωριό ότα θα πήγαινα για διακοπές, μία απότομή μου κίνηση κατά το χειρισμό ή τη μεταφορά κατά το καθάρισμα για οποιονδήποτε λόγο, ένα τυχαίο γεγονός θα μπορούσε να προκαλέσει αυτοτομή. Η ουρά τώρα βρίσκεται έξω για αποξήρανση ώστε να μπει στη συλλογή πτωμάτων μου.

Η σαύρα αυτή δε θα μείνει μόνη για πάντα. Προγραμματίζω γι’αυτήν νά’χει απ’την άνοιξη το πολύ και μια κοπέλα, με ή χωρίς ουρά, με την οποία θα μπορεί ν’αναπαράγεται.

Η απόκτηση της σαύρας εντούτοις επέφερε κι ένα μεγάλο συναισθηματικό κόστος. Η μάνα μου δεν την ήθελε καθόλου, οπότε μπορείτε να φανταστείτε πώς μαλώναμε την πρώτη εβδομάδα. Την επόμενη ήμασταν κάπως αποστασιοποιημένοι. Στο θέμα αυτό ίσως έφταιγα κι εγώ εν μέρει, αφού δεν την ενημέρωσα πριν την κίνησή μου ώστε να συνηθίσει το γεγονός, φοβούμενος ακραίες αντιδράσεις. Πάντως κατά βάθος ήξερε πως κάποτε θά’παιρνα ένα ερπετό, αφού τα αγαπούσα τόσο. Τώρα είμαστε καλά, αφού κατάλαβε πως αυτό το ερπετό είναι κάτι περισσότερο από σαν να μην υπάρχει.

Σελίδες για τα λοφιοφόρα γκέκο:
οδηγός φροντίδας για crested gecko στο Reptilesgreece
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λοφιοφόρο γκέκο
η διατήρηση και η αναπαραγωγή του λοφιοφόρου γκέκο
Εξαιρετικό γερμανικό άρθρο (στα αγγλικά) με όλες τις πληροφορίες οργανωμένες, με όλα τα στοιχεία μετρημένα και με πολλές επιστημονικές παραπομπές.
φροντίδα του λοφιοφόρου γκέκο
φύλο φροντίδας του λοφιοφόρου γκέκο
τα λοφιοφόρα γκέκο του jb
Σελίδα Αμερικανού εκτροφέα με πολλές πληροφορίες.
Pangea Reptile
Μεγάλη αμερικανική σελίδα εκτροφέων και πώλησης ερπετοσχετιζόμενων προΪόντων, με μεγάλη εξειδίκευση στα γκέκο του συμπλέγματος. Έχει πολύ μεγάλο φόρουμ.
Moon Valley Reptiles
Αμερικανική σελίδα εκτροφέων κυρίως λοφιοφόρων γκέκο, με πολλά επιμέρους άρθρα για τη φροντίδα τους κι άλλα θέματα.
Φροντίδα και αναπαραγωγή της σαύρας του λοφιοφόρου γκέκο.
Άρθρο στο reptilechannel.com, μια πολύ μεγάλη ερπετική ιστοσελίδα.
rhac-shack
Σελίδα Βρετανού εκτροφέα λοφιοφόρων γκέκο και συγγενικών ειδών του συμπλέγματος με πληθώρα πληροφοριών γι’αυτά τα ζώα.

Ενημέρωση 10/12/2012: Το γκέκο φαίνεται πλέον ακριβώς όπως πριν. Τη μέρα συνήθως κοιμάται ανάμεσα στα φυλλώματα και παραμένει ακίνητο, αν και καμία φορά το ακούω το απόγευμα να κινείται. Το βράδυ μπορεί να κατεβαίνει κάτω, καμιά φορά να πηδάει και να σκαρφαλώνει. Τώρα με το άναμμα της θέρμανσης πρόσεξα αύξηση στην κινητικότητά του. Την τελευταία φορά (πριν δυο μέρες) δεν έφαγε πολύ, αν και η τροφή έμεινε μέσα για τρεις μέρες, γι’αυτό αύριο θα του δώσω την έτοιμη κρέμα μήπως φταίει η έλλειψη ποικιλίας.

Το γκέκο μου πλέον χωρίς την ουρά. Το κεφάλι φαίνεται φωτεινότερο επειδή εκεί χτυπάει περισσότερο φως. Είναι επίσης μαζεμένο επειδή μόλις το ξύπνησα μόνο και μόνο για να το φωτογραφήσω.

Έχω παρατηρήσει ότι όταν έχω ξυπνήσει λίγες φορές τη σαύρα μου, π.χ. αν πρόκειται να καθαρίσω το τερράριο ή για τη φωτογραφία, αυτή παραμένει αδρανείς και κάπως μαζεμένη. Τελευταία φορά που την έβγαλα έξω ήταν πριν τρεις μέρες το βράδυ, οπότε την είχα πάνω στο χέρι μου και την παρατηρούσα. Για λίγο στην αρχή έμενε ήσυχη, μετά όμως που έβηξα εγώ άρχισε να ανησυχεί και να φεύγει. Δεν ξέρω αν ο ήχος ή το τράνταγμα την τρόμαξαν, προφανώς ο συνδυασμός των δύο. Παρόλα αυτά το γκέκο δε φαίνεται να δίνει κάποια σημασία στους συνήθεις μη ενοχλητικούς ήχους, όπως τον υπολογιστή που μιλάει ή την κουνέλα που πίνει νερό, ούτε καν γυρίζει το κεφάλι του. Η τελευταία θα γύριζε το κεφαλάκι ή τα αφτάκια της προς την κατεύθυνση κάθε άγνωστου ή αναπάντεχου ήχου. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει απαραίτητα πως δεν τους προσέχει καθόλου, άλλωστε δε μπορούμε να βρεθούμε στο μυαλό του.

Ενημέρωση 21/12/2012: Χθες, στις 20 του μηνός, έκανα τελικά το πείραμα προσομοίωσης ενός αληθοφανέστερου εχθρού. Έφερα λοιπόν για πρώτη φορά τη σαύρα σε επαφή με την κουνέλα μου, φυσικά η σαύρα είτε ήταν πάνω μου είτε την κρατούσα. Η κουνέλα κατευθείαν από περιέργεια έτρεξε πάνω της κι άρχιζε με τη μυτούλα της να την μυρίζει και να την ψάχνει, με αποτέλεσμα η σαύρα να τρομάξει πρωτοφανώς έντονα και να πηδήξει μακριά. Σε μια δεύτερη δοκιμή έκανε το ίδιο πάλι. Το παράξενο ήταν η μεγάλη επιμονή της κουνέλας μου, η οποία με ακολουθούσε και μ’έσπρωχνε για λίγο αφού είχα σηκώσει τη σαύρα ψηλά κι ετοιμαζόμουν να την βάλω πάλι μέσα, σαν να επρόκειτο να την φάει. Το πείραμα αυτό δε θα επαναληφθεί ποτέ ξανά, αφού ψυχολογικά είναι αγχωτικό και δυνητικά επικίνδυνο για τη σαύρα. Κατά τ’άλλα η σαύρα έχει ηρεμήσει ακόμα πιο πολύ, και κατά το χειρισμό σχεδόν ποτέ δεν πηδάει. Οι κύριες ώρες δραστηριότητάς της είναι αργά το σούρουπο, και λιγότερο το βράδυ, ενώ μερικές φορές που ξυπνάω για λίγο μέσα στη νύχτα κάποτε την ακούω. Συχνά τώρα τελευταία το βράδυ κατεβαίνει κάτω, μάλλον επειδή έχει καταλάβει πως η τροφή βρίσκεται εκεί. Μια φορά πριν λίγες μέρες, επειδή δεν την είχα ταΐσει για 3 μέρες συνεχόμενα, ώστε να ψάξει κι άρα με το επόμενο γεύμα να φάει περισσότερη ποσότητα, την παρατηρούσα να ψάχνει για τροφή κάτω, στις γωνίες και σε παρόμοια μέρη για πολλή ώρα. Οι σαύρες πάντως αυτές μπορούν να συσχετίσουν μια κατάσταση με φαγητό, στην οποία ανταποκρίνονται θετικά. Έχω ακούσει μαρτυρίες μερικών μελών της ελληνικής κοινότητας των ερπετών κι άλλων του εξωτερικού, των οποίων τα λοφιοφόρα γκέκο, μόλις έβλεπαν αυτόν που θα τις τάιζε τη συγκεκριμένη ώρα, ή το κουτί του φαγητού ή τη λαβίδα με την οποία θα προσφέρονταν τα έντομα ή κάτι παρόμοιο σχετικό με την τροφή, θα γύριζαν αμέσως προς τα εκεί ή και θα έτρεχαν προς τα εκεί, ενώ μερικές φορές θα πηδούσαν πάνω στους χειριστές τους, στο σημείο απ’όπου τους φαινόταν πως προέρχεται η τροφή. Και πάλι συσχετίζουν καταστάσεις, όχι συγκεκριμένα άτομα. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα ερπετά μπορούν να κάνουν τέτοιους συσχετισμούς.

Ενημέρωση 7/1/2013: Το γκέκο για τα Χριστούγεννα ήταν στον πατέρα μου, οπότε με το μικρό μου αδερφό, το Σάββα, τον έβγαλαν «Βαρώνο». Ο Βαρώνος είναι καλά, στρουμπουλός και λειτουργεί κανονικά. Ήταν λίγο πιο δραστήριος την πρώτη μέρα που ξαναήρθε σπίτι μέχρι να προσαρμοστεί, στις 4 Ιανουαρίιου, αλλά τώρα είναι όπως πριν. Μου φάνηκε πως μεγάλωσε, αλλά μάλλον είναι ψευδαίσθηση. Το σημείο της ουράς του ωστόσο έχει κάνει μια μικρή προεξοχή – όπως προανέφερα αυτό το είδος αναγεννά μόνο υπόλειμμα ουράς -, και δεν ξέρω πόσο θα μεγαλώσει. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του, έχω κάνει λίγες ακόμα παρατηρήσεις:

Όταν βρίσκεται σ’ένα στενό μέρος, όπως το δάχτυλό μου, και δε θέλει να προχωρήσει αλλά να πηδήξει κάπου αλλού, συνήθως πηγαίνει στην άκρη του στοιχείου, όπου συσπειρώνεται κι εκτινάσσεται απότομα εκεί που θέλει. Ακόμα, αν και γενικά προτιμά να πηδά προς ψηλότερα μέρη, θα πηδήξει και κάπου ανοιχτά προς τα κάτω αν θέλει να φύγει.

Το γκέκο 7/1/2013 πάνω σε χαρτί. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω, αλλά μάλλον θα το κάνω το βράδυ.

Ενημέρωση 16/2/2013: Χθες το γκέκο μου έφαγε για πρώτη φορά έντομο από τότε που το πήρα! Μια μεγάλη μύγα λοιπόν μπήκε στο δωμάτιο το μεσημέρι, κι εγώ, μη χάνοντας την ευκαιρία, έκλεισα την πόρτα για να μη φύγει και μετά την έπιασα στο τζάμι με λίγη προσπάθεια. Έκοψα λίγο το ένα φτερό για να μη μπορεί να πετάξει, ώστε η σαύρα να την πιάσει εύκολα. Μετά ξετρύπωσα τη σαύρα απ’τα φυλλώματα που ήταν χωμένη, πιστεύοντας ότι τότε που την ξύπνησα δε θα είχε όρεξη για φαγητό. Όμως ήμουν λάθος, γιατί μόλις κράτησα τη μύγα με το άλλο μου χέρι ζωντανή και της την έδειχνα και την ακουμπούσα στο ρύγχος της, μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξαφνικά πετάχτηκε, άνοιξε το στόμα της απότομα και μου την άρπαξε απ’το χέρι με εκπληκτική ακρίβεια. Λίγο η μύγα φτερούγιζε μέσα στο στόμα της σαύρας, αλλά σύντομα έκανε κάτι «κρακ κρακ» και μάλλον την συνέθλιψε. Μετά από λίγο κάτι κατέβηκε προς το λαιμό της, μάλλον επειδή την κατάπιε. Για λίγα δευτερόλεπτα μετά τη σύλληψη της μύγας ή όρεξ΄΄η της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε μου άρπαζε το δάχτυλο με την παραμικρή κίνηση. Το δάγκωμα αυτού του κυρίως φρουτοφάγου είδους με τα μικρά δοντάκια όμως δεν πονάει σχεδόν καθόλου, ιδίως όταν είναι ελαφρύ και τραβάς το χέρι αμέσως.

Ενημέρωση 23/2/2013: Παρατηρώ ότι σε σχέση με τον πρώτο καιρό που το είχα, το γκέκο βγαίνει συχνότερα σε ανοιχτά μέρη το βράδυ και εντοπίζεται ευκολότερα. Η κινητικότητά του άλλες φορές αυξάνεται, άλλες μειώνεται, και δε φαίνεται αυτό νά’χει σχέση με την ποσότητα τροφής που τρώει. Αυτές τις μέρες για παράδειγμα δεν είναι πολύ κινητικό, άλλες ανεβοκατέβαινε στο δάπεδο και στα κλαδιά. Φυσικά σε σχέση μ’ένα θηλαστικό υψηλού μεταβολισμού κινείται πολύ λιγότερο, αυτό εννοείται. Μετά το τάισμα της μύγας πρόσεξα πως τρώει περισσότερο. Έφαγε αρκετή απ’την κρέμα που τού’δωσαν την επόμενη μέρα, την οποία άφησα μέσα για τρεις μέρες για να φάει παραπάνω. Μόλις την πήραν την αντικατέστησα μ’άλλη κρεέμα, αν και κανονικά το αφήνω 1-2 νύχτες νηστικό μέχρι να του ξαναδώσω, γιατί άλλωστε έχει χαμηλό μεταβολισμό και δε χρειάζεται να τρώει καθημερινά. Το πρώτο βράδυ δε μου φάνηκε νά’φαγε πολύ, το δεύτερο όμως έφαγε αρκετά καλά. Επίσης έκανε πρωτοφανώς αρκετά μεγάλα περιττώματα, κυλινδρικά ξηρά στοιχεία. Συνήθως κάνει μικρότερα, ενώ τις προηγούμενες μέρες, που δεν πολυέτρωγε και με ανησυχούσε, ΄δεν έβρισκα κανένα. Τέλος έχω να πω πως μπορεί και πίνει κανονικά από μπολ νερού. Τό’χω παρατηρήσει αρκετές φορές, και πιθανόν όλα τα γκέκο του είδους μπορούν να το κάνουν. Ίσως άλλα δενδρόβια είδη να μη μπορούν, αλλά το συγκεκριμένο μπορεί.
Προχθές ακόμα έκανα ένα νέο πείραμα. Έβαλα το γκέκο στην οθόνη του υπολογιστή κινώντας το δείκτη του ποντικιού για να δω αν τονσυγχύσει με έντομο και προσπαθήσει να τον πιάσει. Αρχικά δεν έδωσε πολύ σημασία, έπειτα έβγαζε για λίγο τη γλώσσα του, προφανώς για να μυρίσει τον αέρα, μετά λίγο κουνούσε το κεφαλάκι του, αλλά τελικά τον απέφευγε σαν να τον φοβόταν. Όσο κι αν προσπαθούσα να μιμηθώ το έντομο με την κίνηση του δείκτη του ποντικιού, η σαύρα δε μπερδευόταν. Πιθανόν σ΄’αυτό το νυκτόβιο είδος η όσφρηση παίζει σημαντικό ρόλο για τη σύλληψη της λείας, γιατί άλλα περισσότερο οπτικά είδη όπως οι εξυπνότεροι γενειοφόροι δράκοι και πολλοί βάτραχοι μπερδεύονται με εικόνες σε οθόνη και προσπαθούν να τις πιάσουν.

Το γκέκο στο χέρι μου 23/2/2013.

Μερικά περιττώματα.

Ενημέρωση 13/4/2013: Έχω πολλά νέα από τότε. Μια βδομάδα περίπου από την τελευταία μου ενημέρωση, το γκέκο μου (Βαρώνος) κατάλαβα πως είχε πρόβλημα στην κολλητικότητά του σε λείες επιφάνειες. Δε μπορούσε να σκαρφαλώσει στο κάθετο τζάμι του τερραρίου του, ούτε όμως και σε μια λεία επιφάνεια 45 μοιρών, π.χ. στην τεντωμένη οθόνη του υπολογιστή μου. Γι’αυτό το πράγμα εγώ αγχώθηκα πολύ, και ζήτησα τη συμβουλη του φόρουμ, η οποία ήταν γενικώς πως το ζώο ήταν αδύναμο, γιατί στην τελευταία φωτογραφία φάνηκε λίγο αδυνατισμένο. Γενικώς η δραστηριότητά του είχε μειωθεί, δίσταζε να πηδήξει και βρισκόταν συνήθως το δάπεδο του κλουβιού, επειδή δυσκολευόταν να σκαρφαλώσει. Τελικά σιγά-σιγά έμαθε να σκαρφαλώνει χρησιμοποιώντας τα νύχια του και κάμπτοντας τα μέλη του όποτε χρειαζόταν, αλλά εξακολουθούσε να μη μπορεί να πιαστεί στις λείες επιφάνειες. Φοβόμουν μήπως είχε έλλειψη ασβεστίου, γιατί τύχαινε, ιδίως στην αρχή, να μην πασπάλιζα μερικές φορές τα γεύματά του νομίζοντας πως σκονισμένα δε θα θέλει να τα φάει, και γιατί είχα διαβάσει ότι η αδυναμία προσκόλλησης είναι στα πρώτα συμπτώματα. Παρόλα αυτά η κίνησή του ήταν κανονική και δεν είχε πουθενά στο σκελετό του πρηξήματα ή στραβώματα. Μια βδομάδα περίπου μετά απ’τη διαπίστωση ότι δεν κολλάει, ξαφνικά κολλούσε και πάλι, πιθανότατα λόγω πρόσφατης αλλαγής δέρματος. Σε δύο μέρες όμως άρχισε να γλιστράει και τελικά δε μπορούσε να ξανακολλήσει στις λείες επιφάνειες. Τότε άρχισα να ψάχνω στο Διαδίκτυο για λύσεις, στην περίπτωση που στα πόδια του είχε κολλήσει κάτι, π.χ. ξερή κρέμα ή δέρμα που δεν εκδύθηκε, αν και η υγρασία ήταν αρκετά υψηλή στα ψεκάσματα για να γίνει αυτό, και βρήκα σε φόρουμ του εξωτερικού τη μέθοδο της σάουνας, ένα κουτί δηλαδή με χαρτί ποτισμένο σε χλιαρό νερό. Ξεκίνησα να βάζω το γκέκο σε σάουνα για περίπου 10 μέρες δύο φορές τη μέρα για 15 λεπτά περίπου, μέχρι δηλαδή να κρυώσει το νερό. Δεν παρατήρησα ωστόσο καμία βελτίωση, πέρα από μια αύξηση της κολλητικότητας αμέσως μετά τη σάουνα, προφανώς εξαιτίας της υγρασίας. Παράλληλα ξεκίνησα προσπάθεια να το στρουμπουλέψω, ταΐζοντάς το με ασπόνδυλα για πρωτεΐνη, όπως μύγες,
σαλιγκάρια
και
γυμνοσάλιαγκες.
Τα σαλιγκάρια προέρχονταν από τη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης, ένα σημείο χωρίς φάρμακα κι απόβλητα, κι έπειτα παρέμεναν εντός ενός δοχείου με χόρτο για να φάνε και να καθαρίσουν το πεπτικό τους σύστημα για 3 περίπου μέρες, έπειτα για δύο μέρες έμεναν νηστικά για να φύγουν όλα τα υπολείμματα της τροφής, και μετά στον καταψύκτη. Τις δύο πρώτες φορές που έφαγε σαλιγκάρια τά’πιασε μόνο του, τη μία φορά ήταν σ’ένα κουτί μαζί με δύο μικροσκοπικά, κι όταν πήγα μετά από λίγο να ελέγξω, υπήρχαν θραύσματα μόνο του ενός, ενώ τη δεύτερη φορά του είχα δώσει ένα μεγαλύτερο, κι αργότερα βρήκα μόνο το πάνω σκληρότερο μέρος του κελύφους με λίγα θραύσματα. Αργότερα όμως, επειδή μάλλον προσπαθούσε να τα φάει αλλά προσέκρουε στο σκληρό κέλυφος, δεν τα ήθελε κι αποφάσισα να του τα δίνω χωρίς το κέλυφος στο στόμα. Έκανα σχεδόν force-feeding (επιβεβλημένο τάισμα) τις δύο πρώτες φορές, αλλά μετά του άνοιγα το στόμα και τά’παιρνε μόνο του. Διάλεξα σαλιγκάρια επειδή έχουν αρκετό μυικό ιστό, δηλαδή πρωτεΐνη, κι επειδή το σώμα τους περιέχει πολύ ασβέστιο για τη δημιουργία του κελύφους. Οι γυμνοσάλιαγκες επίσης περιέχουν ασβέστιο, διότι στο εσωτερικό τους διατηρούν ένα υπολειμματικό, ελαφρώς ασβεστώδες όστρακο ως κατάλοιπο των προγόνων. Συνολικά λοιπόν χρησιμοποίησα 12 σαλιγκάρια κι ένα γυμνοσάλιαγκα, ενώ στο τέλος και μια ζωντανή μύγα, την οποία την έπιασε μόνο του. Παρατήρησα λοιπόν εκείνο το διάστημα ότι το σώμα του ζώου στρουμπούλεψε, η κατανάλωση κρέμας ήταν μεγαλύτερη και η αφόδευση περισσότερη. Μια φορά μάλιστα σχεδόν μια βδομάδα πριν, ενώ το είχα να κάθεται πάνω στο δάχτυλό μου και ζεσταινόταν, ένιωσα κάτι υγρό κι έπειτα βγήκε ένα μεγάλο περίττωμα 15χ8 χιλιοστών περίπου που μύριζε κάπως σαν περίττωμα νεροχελώνας εξαιτίας της σαρκοφαγίας. Την επόμενη μέρα έφαγε όλη την κρέμα του, μάλλον γιατί είχε αδειάσει αρκετός χώρος στην κοιλιά του. Στα επόμενα ταΐσματα ως τώρα τρώει σχεδόν όλη την κρέμα ανελλειπώς. Έχω πλέον σταματήσει να ταΐζω μαλάκια, και μάλλον πρόκειται να κάνω αποικία εντόμων για να’χω μια σταθερή πηγή αξιόπιστης και θρεπτικής τροφής.
Όσον αφορά την κολλητικότητα λοιπόν, περίπου στην αρχή του μηνός ένα βράδυ βρήκα το γκέκο αρκετά ληθαργικό και το δέρμα του ήταν σαν χαρτί. Το πρωί της επόμενης μέρας το βρήκα σφιχτά κολλημένο στο τζάμι, μάλλον είχε αλάξει το δέρμα του. Απ’ό,τι κατάλαβα ο κύκλος έκδυσης είναι περίπου ένας μήνας. Για δύο μέρες συνέχιζε να κολλάει καλά, μετά όμως άρχισε να γλιστράει πάλι, εντούτοις μπορεί καλύτερα απ’τον προηγούμενο μήνα να σκαρφαλώνει σε κεκλιμένες επιφάνειες 45 μοιρών. Μέλη του ελληνικού φόρουμ για τα ερπετά με πληροφόρησαν ότι αυτό μπορεί να συμβεί σ’αυτό το είδος, δηλαδή σκόνη κι άλλα σκουπιδάκια να εμποδίζουν την αναρριχητική ικανότητα του γκέκο μέχρι την επόμενη αλλαγή δέρματος. Επομένως, στην επόμενη αλλαγή, θα βγάλω αμέσως το γκέκο απ’το τερράριο, και θα περάσω το τελευταίο από΄΄ο ένα πολύ καλό καθάρισμα συμπεριλαμβανομένου και καθαρισμού αλάτων απ’τα τζάμια λόγω ψεκάσματος με νερό βρύσης, τώρα χρησιμοποιώ μισό-μισό βρύςης κι απεσταγμένο για να τα αποφύγω, ώστε να μειώσω την πιθανότητα προβλημάτων στη κολλητικότητα.

Ενημέρωση 17/4/2013: Προχθές επισκέφθηυκα το κατάστημα Isle of Eco στη Χαριλάου (γνωστό για όσους έχουν σχέση με την ελληνική κοινότητα τω ερπετών) για ν’αγοράσω σκουλήκια κομποστοποίησης κι έντομα για το γκέκο. Από έντομα είχε μεγάλη ποικιλία:
αλευροσκούληκα (mealworms), κηροσκούληκα (waxworms),
κατσαρίδες αργεντινής (Blaptica dubia), και πολλά άλλα. Διάλεξα δοκιμαστικά αλευροσκούληκα και επιπλέον πήρα 4 δοκιμαστικά κηροσκούληκα, τα οποία είναι αρκετά λιπαρά και στρουμπουλευουν το ζώο. Στο σπίτι μετέφερα ττα αλευροσκούληκα σ’ένα μεγαλύτερο τάπερ, όπου τρώνε ψωμί, μαρούλι, ζοχό και κουνελίνη. Από την πρώτη μέρα δοκιμαστικά ήθελα να δώσω στη σαύρα έντομα, για να δω αν θα τα φάει τελικά. Την έβαλα λοιπόν σ’ένα κουτί μαζί μ’ένα κηροσκούληκο, αλλά για αρκετά λεπτά δεν το άγγιξε. Έπειτα έριξα και δύο πιο δραστήρια αλευροσκούληκα, αλλά άρχικά δεν τα πείραζε, αργότερα όμως που την έλεγξα έλειπαν όλα. Το βράδυ έβαλα σ’ένα μπολάκι στο τερράριό της δύο κηροσκούληκα, και φαγώθηκαν και τα δύο, έπειτα δύο αλευροσκούληκα κι έφυγαν κι αυτά, και μετά θέλησα να την βιντεοσκοπήσω. Την έβαλα πάνω σ’ένα χαρτί μ’ένα αλευροσκούληκο, αλλά γρήγορα το έφαγε. Όταν μετά άνοιξα την κάμερα και της έβαλα ακόμα ένα, δεν ήθελε άλλα. Την επόμενη μέρα της έδωσα και το εναπομείναν κηροσκούληκο, που κανονικά θα τό’βαζα στο ψυγείο για αργότερα αλλά άλλαξα γνώμη, το οποίο έφαγε, αλλά τίποτα άλλο δεν ήθελε. Τώρα θα ταϊστεί σε 2-3 μέρες με κρέμα μονο, κρέας πάλι την επόμενη βδομάδα. Η ποσότητα που έφαγε συνολικά δεν ήταν και τόσο μεγάλη, αν σκεφτείτε πως τα αλευροσκούληκα είναι πολύ λεπτά. Σε βάρος μπορεί να’ταν μικρότερη κι από ένα μεσαίο σαλιγκάρι. Πιθανόν ενθουσιάστηκε πολύ απ’τα πολλά έντομα και του άνοιξε η όρεξη.

Φωτογραφία το μεσημέρι 15/4/2013 πριν φάει τον άμπακο.

Ενημέρωση 21/4/2013: Επιπλέον φωτογραφίες από 19/4/2013:

Το γκέκο πάνω στο μανίκι του δεξιού μου χεριού. Φαίνεται έντονα επειδή το υπόβαθρο είναι μαύρο, είναι βράδυ και στο δωμάτιο υπάρχει κιτρινωπής απόχρωσης λαμπτήρας, και επίσης η φωτογραφική μηχανή είχε φλας.

Ένα ολοκληρωμένο περίττωμα που έκανε κατά τη διάρκεια του χειρισμού. Το λευκό κομμάτι είναι τα ουρικά άλατα, τα οποία αποβάλλουν τα ερπετά για την ελαχιστοποίηση της απώλειας νερού. Όλος ο κλάδος των διαψιδωτών (φίδια και σαύρες, κροκόδειλοι και πουλιά, άρα και δεινόσαυροι), αποθηκεύουν αρχικά τα ούρα στην ουροδόχο κύστη, αλλά μετά τα μεταφέρουν στο παχύ έντερο για την απορρόφηση του νερού. Ορισμένα ξηροανθεκτικά είδη δεν έχουν καν ουροδόχο κύστη. Για όσους αναρωτιούνται επειδή έχουν δει παρόμοια στερεά ούρα και στις χερσαίες χελώνες, κι αυτές έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοιο μηχανισμό, εδώ όμως επαναπορροφώντας το νερό από την κύστη κι αποβάλλοντας το στερεότερο υπόλειμμα.

Ενημέρωση 27/4/2013: Απ’τις 23 μέχρι τις 24 του μήνα το γκέκο ήταν κρυμμένο στη χερσαία φωλιά του. Το βράδυ-πρωί όμως της 25 του μηνός, είχε βγει απ’την κρυψώνα του και το άκουγα να τρίβει τη σίτα. Μόλις πήγα να το δω, το βρήκα έκπληκτος στην κορυφή ενός καλαμιού μπαμπού να προσπαθεί να σπρώξει τη σίτα για να βγει. Είχε αλλάξει δέρμα και η κολλητικότητά του επανήλθε, επομένως μπορούσε να σκαρφαλώσει με ευκολία τόσο ψηλά, και μάλλον έλεγχε το καπάκι του τερραρίου μήπως και μπορούσε να ξεφύγει, γιατί μπορεί να ξέχασε από τόσο καιρό που δεν ανέβαινε εκεί πέρα ότι υπήρχε εμπόδιο πάνω. Από τότε δεν ξαναπροσπάθησε να φύγει έτσι. Την επόμενη μέρα καθάρισα καλά το τερράριο κι έξυσα τα περισσότερα άλατα με ξίδι για να φύγουν, ώστε να μη μαζεύουν σκόνη η οποία ίσως δυσχεραίνει την κολλητικότητα του ζώου, και πάλι δεν έφυγαν όλα. Σύντομα αφότου μπήκε στο τερράριο, έκανε το πρώτο του περίττωμα. Η δραστηριότητά του επίσης έχει αυξηθεί σημαντικά, πιθανόν επειδή μεγάλωσε η μέρα κι αυξήθηκε η θερμοκρασία. Χθες μάλιστα πήγε να μου ξεφύγει όταν άνοιξα το πορτάκι για να του βάλω τροφή. Σήμερα έφαγε λίγη κρέμα και 6 αλευροσκούληκα.

Ενημέρωση 13/5/2013: Γενικώς έχει αλλάξει από το χειμώνα. Χάρη στις υψηλότερες θερμοκρασίες, κινείται περισσότερο και έχει γίνει πιο ανήσυχο όταν το πιάνω. Με έχει συνηθίσει, δηλαδή στις περισσότερες των περιπτώσεων δε θα πηδήξει αν περάσω από δίπλα του, όπως τον πρώτο καιρό της προσαρμογής, αλλά αν πάω να το σηκώσω θα θέλει να ξεφύγει. Ακόμα κι αν τό’χω απλώς στο χέρι μου και δεν το πιάνω, θα θέλει να κινηθεί και να ψάξει το μέρος. Πλέον δεν είναι τόσο χειρίσιμο όπως έλεγα πριν, ότι αν το σπρώξω από πίσω θα φύγει μπροστά κι αν το ακουμπήσω μπροστά θα πάει πίσω ή θα στρίψει. Τώρα μόνο αν αιφνιδιαστεί θ’απομακρυνθεί μ’αυτούς τους τρόπους, αλλιώς δεν πηγαίνει ούτε πηδάει όπου θέλω εγώ, αλλά όπου θέλει αυτό. Για παράδειγμα αν το κρατάω στο ένα χέρι συνήθως δε θα πηδήξει στο άλλο το ακίνητο, αλλά κάτω ή σε κάποιο διπλανό αντικείμενο. Μήπως τελικά έχει κάποια αντίληψη πως όλα τα μέλη μου ανήκουν στο ίδιο σώμα; Επίσης δε θέλει καθόλου να μπαστακώνομαι σε κοντινή απόσταση 10 ας πούμε εκατοστών και να το παρατηρώ, με αντιδράσεις φόβου παρόμοιες μ’αυτές του απότομου χειρισμού (μικρό σφύριγμα, γρήγορη αναπνοή, ελαφριά απομάκρυνση), ωστόσο αν παραμείνω για ώρα ακίνητος συνηθίζει. Σε μεγαλύτερη απόσταση 20-40 εκατοστών δεν υπάρχει πρόβλημα. Τα αντανακλαστικά του έχουν επίσης αυξηθεί, π.χ. μόλις λίγο του πιάσω την άκρη του δαχτύλου θα πεταχτεί. Προσπαθώ να μην το σηκώνω, αλλά πρέπει κάθε φορά που το καθαρίζω, που είναι πολύ συχνότερα απ’το χειμώνα, αφού χέζει πολύ, και τα περιττώματα μυρίζουν περισσότερο εξαιτίας της εντομοφαγίας. Τρώει πλέον απ’όλα και σε μεγαλύτερες ποσότητες. Μερικά αλευροσκούληκα έχουν μεταμορφωθεί σε σκαθάρια, κι όσο είναι μαλακά του τα δίνω κι αυτά. Η κολητικότητά του είναι πολύ καλύτερη, και μολονότι λίγο γλιστράει στις λείες επιφάνειες, πάλι κατορθώνει να τις σκαρφαλώσει. Προχθές το είδα κολλημένο πάνω στη μπροστινή πόρτα, μέρος που δεν έχει ανέβει ποτέ ως τώρα, όσες φορές τουλάχιστον τό’χω παρατηρήσει. Του αρέσει ακόμα το βράδυ να κάθεται ψηλά στα ξύλα του και να παρακολουθεί έξω.

Ενημέρωση 26/5/2013: Τού’δωσα δοκιμαστικά βερίκοκο την Παρασκευή 24 Μαΐου, για να δω αν το φάει. Έκοψα ένα μαλακό κι ώριμο κομμάτι, το ξεφλούδισα, τό’βαλα σ’ένα καπάκι μπουκαλιού νερού όπως βάζω την κρέμα, και το πολτοποίησα με τα δάχτυλα, αφού ήταν μικρή ποσότητα. Πολτοποιείται εύκολα και το μόνο στερεό που μπορεί να μείνει είναι μικρά κομματάκια που μπορεί να φάει κανονικά. Πίστευα ότι εφόσον είναι έντονο πορτοκαλί, είναι γλυκό και εύοσμο θα τό’τρωγε αμέσως. Το πασπάλισα με ασβέστιο και τό’βαλα στο τερράριο, και το βράδυ δικαιώθηκα, όταν είδα πως ο Βαρώνος είχε καθαρίσει όλο το καπάκι εκτός από μια γραμμούλα. Είναι φανατικός του βερίκοκου επομένως, άρα το φρούτο αυτό θά’ναι ένα απ’τα βασικά που θα τρώει αυτό το διάστημα. Ομοίως σίγουρα θα τρώει και ώριμο ροδάκινο, νεκταρίνι και δαμάσκινο.

Ενημέρωση 27/5/2013: Τρώει επίσης και κεράσι. Σήμερα ακόμα νομίζω πως άλλαξε δέρμα, αφού η κολλητικότητά του είναι ισχυρότερη. Πλέον για το χειρισμό ακολουθώ άλλο σύστημα, το πιάνω για να του αλλάξω πορεία μόνο εάν πάει κάπου που δε θέλω ή κινδυνεύει να μου ξεφύγει. Κατά τ’άλλα το αφήνω να τριγυρίζει πάνω μου νομίζοντας πως κάνει βόλτα.

Ενημέρωση 31/5/2013: Μερικές σημερινές φωτογραφίες:

Ενημέρωση 13/6/2013: Πολλά και διάφορα έγιναν σ’αυτό το διάστημα. Στις 29 Μαΐου αγόρασα νύμφες κατσαρίδων Αργεντινής (Blaptica dubia) και αλευροσκούληκα για να ταΐζω το γκέκο. Δοκιμαστικά το ξύπνησα τη μέρα και τού’δωσα τη μεγαλύτερη κατσαρίδα 2 εκατοστών, την οποία έφαγε αμέσως. Το βράδυ ωστόσο της μέρας αυτής συνέβη ένα αρκετά ανησυχητικό ατύχημα με το Βαρώνο. Ανοίγοντας την πόρτα του τερραρίου του με σβηστό φως για να τον βάλω στο κουτί όπου του δίνω τα έντομα, αυτός καθόταν στο καλάμι μπροστά απ’την πόρτα, αμέσως όμως μετά πήδηξε δεξιά στο τζάμι για να βγει, και καθώς έκλεινα εγώ το δεξιό φύλο της πόρτας για ν’ανοίξω το αριστερό και να τον πάρω από εκεί, τον έπιασα κατά λάθος ανάμεσα στην πόρτα και στο τοίχωμα. Είχε σφνώσει στην πόρτα κι έκανε βαθιά σφυρίγματα φόβου. Μόλις τον άνοιξα, πήδηξε αμέσως κάτω, αλλά καλύτερα να μου χανόταν στο δωμάτιο παρά να τραυματιζόταν. Ήταν πολύ ανήσυχος αρχικά κι εκείνο το βράδυ τον έβγαλα τέσσερις φορές για να τον εξετάσω αν πηδάει και κινείται καλά. Με φοβόταν υπερβολικά, ενώ μόλις τον άφηνα λίγο να φύγει σταματούσε πιο πέρα και μαζευόταν ακίνητο. Τελικά είναι πολύ πιο θηλαστικό απ’ό,τι νόμιζα. Το βράδυ κάνοντάς τις βόλτες του τον άκουγα να σφυρίζει, με τον ήχο που κάνει όταν αναπνέει βαθιά και γρήγορα σε περίπτωση φόβου και μάλλον πόνου. Εκείνη τη μέρα δεν έφαγε, αλλά η όρεξή του άρχισε να επανέρχεται απ’την επόμενη, τρώγοντας λίγη φρουτόκρεμα. Συνέχιζε να πονάει λίγο στη μέση του για 2-3 μέρες, οπότε όταν τον άγγιζα εκεί έβγαζε σφυριγματάκια και δυο φορές κανονική φωνή, και ήμουν σίγουρος πως είχε σοβαρό πρόβλημα που χρειαζόταν ακτινογραφία, αλλά θα τον πήγαινα σε κτηνίατρο μόνο εφόσον χειροτέρευε, γιατί αλλιώς θα υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να ξοδέψω ένα τεράστιο χρηματικό ποσό μόνο για να βεβαιωθώ πως είναι καλά. Μπορούσε ωστόσο να κινηθεί, να σκαρφαλώσει και να πηδήξει κανονικά, και παρά το πάθημά του δε σταμάτησε να τρέχει ανάμεσα στην πόρτα και στο τοίχωμα κάθε φορά που τον άνοιγα. Για να μην τον μετακινώ σε άλλο δοχείο για έντομα, επειδή πλέον νιώθει ανασφαλής εκεί, σφυρίζοντας, αφοδεύοντας και προσπαθώντας να βγει, του τα δίνω περισσότερο τώρα μέσα στο τερράριο μπροστά του ώστε να τα πιάνει γρήγορα γιατί μπορούν αν κρυφτούν. Η πρώτη του κυνηγετική απογοήτευση έτσι έγινε, όταν ένα αλευροσκούληκο κρύφτηκε κάτω απ’τα χαρτιά και παρά τις τέσσερις επιθέσεις που έκανε δεν κατόρθωσε να το πιάσει.
Σιγά-σιγά άρχισε λοιπόν η κολλητικότητά του να μειώνεται και το γκέκο να καταπέφτει, μένοντας για τη νύχτα στην κρυψώνα εδάφους και σπάνια βγαίνοντας έξω, αν και η όρεξή του παρέμενε κανονική. Την Κυριακή στις 9 Ιουνίου είχε χάσει σχεδόν όλη την κολλητικότητά του, και το δέρμα του έγινε σαν χαρτί, ενώ την επομένη στις 11 Ιουνίου άλλαξε επιτέλους δέρμα και επαναδραστηριοποιήθηκε σχεδόν όπως πριν, αν και η κολλητικότητά του δεν είναι πλήρης, κάτι προσωρινό όμως που θα διορθωθεί με την επόμενη έκδυση. Είχα καθαρίσει όσο γινόταν τα άλατα απ’τα τζάμια (ένα διάστημα πάλι δε χρησιμοποιούσα αποσταγμένο νερό), τα οποία δυσχεραίνουν την κολλητικότητα αμέσως μόλις αντιλήφθηκα πως άλλαξε δέρμα, αλλά μάλλον δεν πρόλαβα να την σώσω.
Για να προσπαθήσω ν’αντιμετωπίσω αυτό το σοβαρό πρόβλημα γράφτηκα στο παγκόσμιο φόρουμ για ρακοδακτυλοειδή γκέκο
Pangea Forums
Για το οποίο έβγαλα και τις παραπάνω φωτογραφίες.
Ανάμεσα στην πόρτα πήγε να πιαστεί ακόμα μια φορά λίγο παλαιότερα, κι από τότε άναβα το φως πριν το βγάλω. Επειδή όμως παρατήρησα ότι το φως το ενοχλεί και μαζεύει το κεφάλι του, μια ενόχληση ακόμα δυσκολότερη εφόσον δεν έχει βλέφαρα, τον άνοιγα και με σβηστό φως, με αποτέλεσμα μια φορά να είχε γίνει το ίδιο ατύχημα. Τώρα τον ανοίγω και με σβηστό φως, προσέχοντας όμως πολύ περισσότερο το κενό ανάμεσα στην πόρτα και στο τοίχωμα του τερραρίιου. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα απ’τη συμπίεσή του σωματικά, ψυχολογικά όμως θά’πρεπε να ήταν μια πολύ τρομακτική εμπειρία γι’αυτό το μικρό και μαλακό ερπετό.

Ενημέρωση 22/6/2013: Τις τελευταίες δύο μέρες ήταν αρκετά αδρανές, και συνήθιζε να κοιμάται στη χερσαία φωλιά του αφού τις προηγούμενες φορές γλιστρούσε κι έπεφτε εύκολα απ’το πίσω πλαστικό φυτό στο οποίο σχεδόν πάντοτε κοιμάται. Τελικά χθες το βράδυ άλαξε δέρμα, και τώρα κολάει κανονικά. Η όρεξή του είναι φυσιολογική. Καμιά φορά γίνεται μετά από κάποιο στρεσογόνο γεγονός το πρόγραμμα εκδύσεω να απορρυθμιστεί, αλλά από τώρα και στο εξής πιστεύω πως δε θα υπάρξει άλλο πρόβλημα.

Ενημέρωση 5/7/2013: Δραστηριοποιείται κανονικά το βράδυ, χρησιμοποιώντας όλο το χώρο στο τερράριο. Περνάει αρκετό χρόνο κρεμασμένο από τη σίτα ψηλά, ενίοτε προσπαθώντας να φύγει. Είναι πάντως πολύ ευκίνητο σε οποιαδήποτε κατάσταση, αφού δύο φορές πρόσφατα το παρατήρησα να πηδάει ανάποδα, δηλαδή με την κοιλιά προς τα πάνω. Και τις δύο φορές καθόταν ακίνητο πάνω στο τζάμι, αλλά ήθελε να μετακινηθεί σ’ένα καλάμι πιο πίσω. Αφού κίνησε το κεφάλι του πρός το στόχο, συσπειρώθηκε ελαφρά και μ’ένα άλμα βρέθηκε ανάποδα κρεμασμένο στο καλάμι. Τρώει πολύ, και μάλιστα δείχνει να έμαθε σε ποια γωνία του τερραρίου βρίσκεται ο φρουτοπολτός, αφού η πρώτη του κίνηση αφού ξυπνήσει και σκαρφαλώσει λίγο στα τοιχώματα είναι να κατέβει εκεί κι ενίοτε να ψάχνει με το κεφαλάκι του ή να το ακουμπάει στα τοιχώματα. Προχθές στις 3 του μήνα έφαγε μια μικρή νύμφη από αλογάκι της Παναγίας στα 2,5 εκ. που βρήκα κατά τύχη, μαζί με δύο αλευροσκούληκα. Είναι το μακρύτερο έντομο που έχει φάει, το παχύτερο ήταν η μεγάλη κατσαρίδα που του είχα δώσει πριν. Έχει επίσης φάει και κάποιες μύγες. Γενικώς τα όσα λέγονται για τους κινδύνους των πιασμένων απ’τη φύση εντόμων αποδεικνύονται υπερβολές, ενώ στην πραγματικότητα τέτοια έντομα είναι πιο θρεπτικά, αφού τρέφονται με διάφορες τροφές. Σήμερα έκανε το εξής απροσδόκητο: αφόδευσε ακριβώς μέσα στο καπάκι με το φρουτοπολτό του, αλλ’ευτυχώς τον είχε φάει σχεδόν όλο. Το κύριο φρούτο του αυτό το διάστημα είναι το βερίκοκο. Η μόνη αλλαγή από την προηγούμενη έκδυση είναι ότι κοιμάται πλέον στη χερσαία κρυψώνα, κι όχι στο πλαστικό φυτό πίσω. Τις δύο πρώτες μέρες αφού παρατήρησα την αλλαγή αυτήν το μετακινούσα στο σύνηθες μέρος, όπου παρέμενε ως το βράδυ κανονικά, αλλά τελικά το άφησα να κοιμάται εκεί που θέλει. Αυτή η μεταστροφή ωστόσο με άγχωνε, και γι’αυτό έκανα μια μικρή αναζήτηση, με την οποία οι ανησυχίες μου κατέπαυσαν. Υπήρχε πιθανότητα το γκέκο να κοιμάται εκεί εξαιτίας της χαμηλότερης υγρασίας, αλλά δεν άλλαξε τίποτα ακόμα κι από τότε που αύξησα τον αριθμό τω ψεκασμάτω τη μέρα σε 3-4. Προφανώς απλώς άλλαξε θέση, ίσως επειδή είναι πιο σκοτεινή την προτιμά. Κατά τ’άλλα είναι μια χαρά, και πλέον όλα τα ίχνη του πρότερου σοκ έχουν χαθεί. Δεν ανησυχεί όταν με βλέπει και τρώει το ίδιο άνετα στο κουτί ταΐσματος εντόμων, αν και συχνά ρίχνω τα έντομα μέσα στο τερράριο. Σε λίγες μέρες πρόκειται ωστόσο να τον δώσω στον πατέρα μου, επειδή θα φύγω διακοπές και δε θα μπορέσω να τον κουβαλήσω μαζί μου.

Ενημέρωση 26/7/2013: Ο Βαρώνος είναι πολύ καλά. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να μετακινηθεί από τον τόπο του. Όσο λιγότερες οι μετακινήσεις και οι αλλαγές για τα ερπετά, τόσο το καλύτερο. Στη φύση πολύ σπάνια αλλάζουν περιβάλλον απότομα χωρίς τη θέλησή τους, οπότε είναι γεγονός που τα στρεσάρει πολύ. Σήμερα λοιπόν έγινε το εξής πράγμα: Όταν άνοιξα την πόρτα του για να του βάλω το βερίκοκό του, αυτός πήγε να βγει έξω και τον βρήκα ήσυχο να κάθεται πάνω στη μέσα μεριά της πόρτας. Τον έβαλα στο χέρι μου, αλλά δεν ήθελε να φύγει, επειδή είχε μείνει λίγο βερίκοκο στα δάχτυλά μου, και το έγλειφε με τη μικρή γλωσσίτσα του.

Ενημέρωση 10/10/2013: Ο Βαρώνος είναι πολύ καλά. Τρώει όλο το φαγητό του και σταθερά κάνει βόλτες το βράδυ. Αποδείχθηκε ιδιαίτερα προσαρμοστικός στις μετακινήσεις το καλοκαίρι. Αν και δεν ταξίδεψε πολύ, δύο φορές χρειάστηκε να μετακινηθεί. Τη μία απλώς άλλαξε σπίτι για λίγες μέρες, όσο εγώ έκανα
τη βόλτα με το σκάφος,
οπότε σε λιγότερο από δύο μέρες αφότου γύρισε ήταν και πάλι καλά – απλώς μόλις ήρθε ήταν λίγο στρεσαρισμένος, έτρεχε πολύ και κρυβόταν αρκετά -, στη δεύτερη ωστόσο μετακίνηση πήγε στο Χωριό μαζί μου. Εκεί ήταν στο δωμάτιό μου, πάνω σε μια ντουλάπα για να μην τον πειράζει κανείς, σε θερμοκρασίες δροσερότερες απ’αυτές που είχε εδώ. τις πρώτες τέσσερις μέρες ήταν πολύ στρεσαρισμένος. Αρχικά έτρεχε σαν τρελός όταν πλησίαζα γρήγορα ή ακουμπούσα το τερράριό του, το οποίο δεν ήταν το κανονικό, αλλά ένα αρκετά μικρότερο διαφανές δοχείο για μικρά ζώα, αργότερα παρέμενε ακίνητο την περισσότερη ώρα σαν να είχε πέσει σε κατάθλιψη, και μετά απ’αυτό το διάστημα άρχισε να επανέρχεται. Έφαγε κανονικά την τέταρτη μέρα, και αφόδευσε τη μεθεπόμενη. Από τότε άρχισε να συνηθίζει το νέο του χώρο και να συμπεριφέρεται κανονικά. Όταν ήταν να του δώσω έντομα, τον έβγαζα και τον έβαζα σ’ένα άλο κουτί για να μην τα χάσει κάτω απ’τα χαρτιά στο τερράριο, οπότε αρχικά ήταν πολύ φοβισμένος και μέσα στο κουτί καθόταν ακίνητος χωρίς να τα τρώι ή προσπαθώντας να φύγει εκτός κι αν έφευγα, αλά μετά από λίγες μέρες έγινε και πάλι άνετος. Μόλις επέστρεψε εδώ προσαρμόστηκε πλήρως σε τρεις μέρες, ενώ άρχιζε να τρώι καλά απ’τη δεύτερη μέρα. Προφανώς θυμόταν το χώρο του. Ευτυχώς το γκέκο μου είναι αρκετά ευπροσάρμοστο, γιατί έχω διαβάσει περιπτώσεις άλλων που έπαιρναν και δύο βδομάδες μέχρι να προσαρμοστούν σε νέο περιβάλλον. Επίσης τα έντομα είχαν τελειώσει στο Χωριό, και μόλις έφερα τα νέα στις αρχές του Σεπτεμβρίου, έχοντας σχεδόν δυο βδομάδες να φάει έντομο, έκανε το ρεκόρ του με 13 αλευροσκούληκα.
Όσον αφορά τα έντομα, έχω ν’αναφέρω μια περίπτωση ιδιαίτερης μάθησης που παρατήρησα σ’αυτό το γκέκο. Στις αρχές του Αυγούστου του είχα δώσει μια μύγα, αλά δεν ήταν καλή. Αφού την έφαγε, για λίγη ώρα σήκωνε επίμονα το κεφάλι του, άνοιγε το στόμα του και ξεφυσούσε, ώσπου την έβγαλε. Το ίδιο βράδυ όμως έφαγε 6 αλευροσκούληκα. Μετά από δύο βδομάδες, όταν του έδωσα δοκιμαστικά μια άλλη μύγα από εντελώς άλο μέρος, την οποία είχα κρατήσει μερικές μέρες με τροφή, αφού την έπιασε και την σκότωσε, την άφησε. Το ίδιο και με επόμενη και με μεθεπόμενη σ’άλες μέρες. Επομένως προφανώς έχει συνδυάσει τη μύγα με κάτι πολύ κακό, και δεν πρόκειται να ξαναγγίξει αυτήν την τροφή ίσως ποτέ. Ιδιότητα χρήσιμη για τη ζωή στη φύση, όπου η γνώση και η μνήμη του τι πρέπει να φαγωθεί και τι όχι είναι ουσιώδης για την επιβίωση. Εγώ τις μύγες ποτέ δεν τις εμπιστευόμουν πολύ ως τροφή. Πετάνε παντού και τρώνε οτιδήποτε, απλώς ήταν τα πιο εύκολα να βρεθούν έντομα για ποικιλία. Τώρα, εφόσον και ο Βαρώνος δε θα τις ξαναφάει, τις αφαιρώ πλήρως από το διαιτολόγιο. Χορτοφάγα ή νεκταροφάγα έντομα θά’ναι πολύ καλύτερα.
Ελάχιστες φορές με έχει δαγκώσει ο Βαρώνος, και η μία ήταν κατά το διάστημα προσαρμογής στο Χωριό. Αφού τον είχα τακτοποιήσει στο τερράριο, πρόσεξα πως το πλαστικό φυτό έπεφτε συνέχεια κάτω κι έπρεπε να το σηκώσω, επειδή έμενε ο περισσότερος χώρος άδειος αλλιώς, άρα να βγάλω το Βαρώνο. Μόλις κατέβασα το τεράριο άρχισε αυτός να τρέχει λες κι επρόκειτο να τον φάνε, και μόλις άνοιξα το καπάκι και τον έβαλα στο χέρι στιγμιαία πήδηξε κι έτρεξε κάτω απ’το κρεβάτι σε μια γωνία του τοίχου. Όταν τον έπιασα γρήγορα για να μη μου ξαναφύγει, με δάγκωσε, και συνέχιζε να προσπαθεί να με δαγκώσει για λίγες ακόμα φορές. Δε μού’κανε ούτε γρατσουνιά, αλλά μου φάνηκε πολύ παράξενο αυτό. Την τέταρτη μέρα που τον ξαναέπιασα ήταν ήρεμος όπως πάντοτε. Η άλη φορά που με δάγκωσε, ή μάλλον με ακούμπησε με τα σαγόνια του, ήταν πρόσφατα. Του είχα λίγα αλευροσκούληκα μπροστά του, κι επειδή καθυστερούσε να επιτεθεί, νόμιζα πως δεν τα έβλεπε και τά’φερα ακόμα πιο κοντά. Αυτός όμως ήδη στόχευε ένα κι έτσι κατά λάθος ακούμπησε το δάχτυλό μου που παρεμβλήθηκε μεταξύ αυτού και του εντόμου, οπότε τραβήχτηκε αμέσως πίσω.
Με τα αλευροσκούληκα είχα ιδιαίτερο θέμα. Όταν τα μετρούσα, μερικά είχαν πέσει στο συρτάρι του γραφείου μου, όπου έτρωγαν σκόνη από ξερά φύλα, και μετά από δύο βδομάδες έκπληκτος ανακάλυψα πως μέσα στο συρτάρι υπήρχαν 5 ενήλικα μαύρα σκαθάρια, μία προνύμφη και μία νύμφη. Τη νύμφη την έσπασα κατά λάθος, αλλά σκότωσα και δύο σκαθάρια. Τα υπόλοιπα σκέφτηκα να του τα δώσω, αλλά πρόσεξα πως έβγαζαν μια μυρωδιά όταν πιέζονταν και σκέφτηκα να ψάξω στο Ίντερνετ για να δω αν είναι τοξικά. Δεν είναι, αν κι εκκρίνουν μια ουσία για νά’χουν κακή γεύση στους εχθρούς. Έτσι τα κούρασα για λίγο, ώστε ν’απελευθερώσουν όλη την ουσία τους, έπειτα έβγαλα τα σκληρά έλυτρα, που πιθανότατα είναι πολύ δύσπεπτα, και του τά’δωσα, οπότε τά’φαγε με ενθουσιασμό. Τα έντομα απ’ό,τι φαίνεται σχεδόν δεν καταλαβαίνουν πως ένα μέλος τους λείπει. Τα σκαθάρια χωρίς τα έλυτρα συνέχιζαν να κινούνται κανονικά, το ίδιο κάνουν και πεταλούδες χωρίς φτερά, που συνεχίζουν να φτερουγίζουν, ενώ αυτό που στην πραγματικότητα κάνουν είναι να χοροπηδούν στο πάτωμα.

Ενημέρωση 3/1/2014: Ο Βαρώνος είναι αρκετά καλά τώρα. Στις 13 Οκτωβρίου, με την απότομη πτώση των θερμοκρασιών, έπεσε απότομα η όρεξή του κι άργισε ανησυχητικά να αφοδεύσει από το τελευταίο γεύμα του με αλευροσκούληκα και ροδάκινο, οπότε φοβήθηκα μήπως έπαθε ενσφήνωση από τα σκληρά αλευροσκούληκα, κάτι ιδιαίτερα απίθανο για ένα υγιές γκέκο, αλλά τελικά, μετά από 9 ημέρες, ξεκίνησε να ξανατρώει. Δοκίμασα διάφορες μεθόδους εκείνο το διάστημα για να τον βοηθήσω να αφοδεύσει, αλλά καμία δεν πέτυχε. Του έκανα μασάζ στην κοιλίτσα, τον έβαζα πάνω στο χέρι μου για να ζεσταθεί, ή τον έβαζα σε ρηχό χλιαρό νερό για να υγρανθεί η αμάρα του. Το τελευταίο περισσότερο κακό παρά καλό του έκανε, αφού τον φόβησε υπερβολικά κι από τότε για αρκετό καιρό δεν ήθελε καθόλου να μπει στο κουτί αυτό, που είναι το ίδιο όπου τον ταΐζω τα έντομα. Κάθε φορά που έμπαινε εκεί προσπαθούσε να φύγει, και μόλις πλησίαζα άρχιζε να τρέχει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Μάλιστα δυο φορές μπήκε νερό στη μύτη του και φτερνίστηκε, αλλά ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα το αναπνευστικό του σύστημα. Το μόνο καλό που μπορεί να του έδωσε αυτό ήταν ότι ήπιε αρκετό νερό. Τελικά αφόδευσε μόνος του μετά από λίγο, και επειδή πήρα εκείνον τον καιρό κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), που είχε καιρό να τις δει, χάρηκε κι άνοιξε η όρεξή του. Μέσα στο Νοέμβριο έβαλα σε λειτουργία και τη θερμαντική πλάκα που έχω για τις ώρες της μέρας, η οποία ζεσταίνει τη χερσαία κρυψώνα του κι ένα μέρος δίπλα της. Παρατήρησα αύξηση της όρεξής του για όλες τις τροφές, της αφόδευσης και της κινητικότητας, αλλά όχι στα καλοκαιρινά επίπεδα κι αυτό είναι φυσιολογικό. Έτσι κι αλλιώς τα ερπετά αυτά πρέπει να καταπέφτουν λίγο το χειμώνα, κι αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο για την αναπαραγωγή τους. Στα τέλη του Οκτωβρίου και στα μέσα του Νοεμβρίουά λλαξε το δέρμα του, με λίγες μέρες κακής κολητικότητας πριν.
Επειδή το μπολ νερού εξατμίζεται γρηγορότερα με τη θερμαντική πλάκα και μπορει να λερώνεται μερικές φορές από περιττώματα που μπορεί να μην εντοπίσω, ενώ το ΄γκέκο μπορεί να πίνει νερό και αλλιώς, το άδειασα εντελώς και πλέον το ζώο ενυδατώνεται μόνο με ψεκάσματα. Μπολ θα χρησιμοποιώ μόνο όταν λείπω και δε μπορώ να ψεκάσω ή κάποιος άλλος΄έχει αναλάβει τη φροντίδα του ζώου, π.χ. τώρα τα Χριστούγεννα που το είχε ο πατέρας μου και δεν ήξερα πόσο ψέκαζε. Γενικώς κάνω δύο ψεκασμούς, έναν αργά το απόγευμα, όταν ξυπνάει, κι έναν άλλον πριν κοιμηθώ, ίσως κι έναν μικρό το πρωί μερικές φορές. Τον παρατηρώ αφού έχω ψεκάσει να ψάχνει με τη μυτούλα του σταγόνες στο τζάμι και να τις γλείφει με τη μεγάλη γλώσσα του. Το ζώο είναι το ίδιο ενυδατωμένο όπως πριν, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την αφόδευση ή την αλλαγή δέρματος.
Το μπολ πλέον το χρησιμοποιώ κυρίως για να βάζω τα έντομα, αν και αρκετές φορές τα ρίχνω έτσι στο χώρο του. Πλέον έχω εντάξει στη διατροφή και τις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς ή red runners (Blatta lateralis), οι οποίες, αν και πιο αδύνατες απ’αυτές της Αργεντινής, είναι πολύ κινητικότερες και του τραβούν την προσοχή, αλλά επίσης μαλακές, εύπεπτες, κι εύκολες στο πασπάλισμα. Αυτές οι κατσαρίδες, επειδή τρέχουν πολύ γρήγορα και δεν κρύβονται πολύ όταν είναι σκοτάδι, μπορώ να τις ρίχνω κατευθείαν στο τερράριο κι αυτός να τις βρίσκει σε λίγο χρόνο. Είναι απ’τις αγαπημένες του τροφές. Την πρώτη φορά που του έδωσα έφαγε 5 στη σειρά, με αποτέλεσμα να βαρυστομαχιάσει για 6 περίπου μέρες! Επ΄΄ισης του έχω δώσει πράσινες κάμπιες, τις οποίες έφαγε με μεγάλη όρεξη. Γενικώς όσες κάμπιες δεν είναι τριχωτές (ερεθίζουν), δεν έχουν έντονα χρώματα (πιθανή τοξικότητα), και τρέφονται από μη τοξικά φυτά είναι κατάλληλες. Μια φορά μέσα στο Νοέμβριο ήθελα να παρατηρήσω την αντίδρασή του σε μερικά διαφορετικά έντομα, γι’αυτό τον έβαλα πάνω σ’ένα χαρτί δίπλα στον υπολογιστή μου και τον παρακολουθούσα. Πρώτα έβαλα την αρκετά αδρανή κάμπια, η οποία του τράβηξε την προσοχή, αφού γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της κι έβγαζε τη γλώσσα του, αλλά επειδή δεν κινούταν πολύ δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να την φάει. Μόλις έβαλα μια κατσαρίδα Αργεντινής, η οποία έσπρωξε την κάμπια κι άρχισε κάπως να κινείται, την άρπαξε αμέσως. Μετά άρπαξε και την κατσαρίδα, όταν αυτή περνούσε κάτω απ’το κεφάλι του, η οποία είχε περάσει πριν μια φορά κάτω απ’το σώμα του χωρίς να της δώσει ιδιαίτερη σημασία. Μετά του έδωσα κι έναν κόκινο δρομέα, αναποδογυρισμένο για να προλάβει να τον πιάσει πρωτού εξαφανιστεί και τρομάξει κανέναν άλλον στο σπίτι. Έκανε κύκλους για να γυρίσει, αλλά προτού προλάβει, ο Βαρώνος τον έπιασε απ’την άκρη της κοιλιάς και μ’ένα σήκωμα του κεφαλιού τον έβαλε στο στόμα ολόκληρο. Μετά πήγε λίγο πιο πέρα, έκανε ένα μεγάλο μακρόστενο περίττωμα και κίνησε να επιστρέψει στο τερράριό του. Όταν είναι πολύ κοντά το τερράριο και μπορεί να το βλέπει, συνήθως θέλει να πηγαίνει προς τα εκεί, αφού εκεί νιώθει ασφαλής.
Επίσης σε καλές μέρες, κι όταν τύχαινε να καθαρίσω το τερράριό του, τον έβγαζα στον ήλιο για να πάρει λίγη βιταμίνη δ με το φυσικό τρόπο, οπότε πρόσεχα ότι το χρώμα του άλλαζε ελαφρώς. Αρχικά καθόταν για λίγο στον ήλιο, αλλά μετά άρχιζε να ενοχλείται και πήγαινε στη σκιά, οπότε τον επέστρεφα πίσω. Γενικά δεν τον βγάζω πολύ έξω, αφού δε φαίνεται να του αρέσει να τον σηκώνω και πιθανότατα ούτε πρόκειται να καταλάβει γιατί, αφού στη φύση τα ζώα αυτά δεν έχουν τέτοιες σχέσεις μ’άλλα μέλη του είδους τους.
Τώρα, που έχει μόνο μια μέρα που ήρθε σπίτι, βρίσκεται στο τερράριο χωρίς τη θερμαντική πλάκα, με αποτέλεσμα να κινείται λιγότερο, αλλά είναι καλά. Οι θερμοκρασίες δεν είναι ακραίες πάντως.

Ενημέρωση 3/5/2014: Είναι καλά. Τρώει και αλλάζει δέρμα κανονικά, και είναι αρκετά στρουμπουλός. Αντιπροχθές τον βρήκα να κοιμάται εκτός της καθιερωμένης φωλιάς του, επειδή είχα κλείσει τα παντζούρια του δωματίου και δεν τον ενόχλησε το φως, και τότε βρήκα την ευκαιρία να τον μετρήσω, επειδή μου φαινόταν μεγάλος. Τον έβγαλα γύρω στα 13 εκατοστά με τη μεζούρα, αλλά μπορεί να είναι ελαφρώς μεγαλύτερος, δηλαδή είναι σε κανονικό μέγεθος προς μεγάλο. Όταν τον μέτρησα ξύπνησε, αλλά μετά πάλι προσπάθησε να κοιμηθεί, κολλώντας επίμονα πάνω στο χαρτί που το είχα και μη θέλοντας να κινηθεί, ενώ μετά έκανε κάτι πολύ παράξενο που με φόβισε πάρα πολύ – κόλλησε τα δύο αριστερά του άκρα μαζί και δέθηκε. Νόμιζα πως είχε επιλειπτική κρίση, αλλά μάλλον ήθελε να μαζευτεί και να κοιμηθεί. Αμέσως μετά τον έβαλα πίσω στην τρύπα του. Μια άλλη φορά θυμάμαι που πάλι είχε κοιμηθεί έξω απ’τη φωλιά του, και μόλις σήκωσα τα παντζούρια βαριεστημένα σύρθηκε μέσα στην τρύπα του, σαν ζαλισμένος. Σίγουρα θα πέρασε μεγάλο φόβο όταν συνειδητοποίησε πως βρίσκεται εκτεθειμένος έξω. Μπορεί να νόμιζε πως ήδη τον είχαν φάει! Γενικά έχει πολύ σταθερό πρόγραμμα πάντως, αλά μερικές φορές έχει τύχει να ξυπνήσει λίγο το μεσημέρι. Μια φορά πρόσφατα θυμάμαι επειδή έκανε αρκετή ζέστη – είχαμε καλοριφέρ και την πλάκα -, οπότε βγήκε απ’τη φωλιά του και κοιμήθηκε ανάμεσα στα πλαστικά φυτά ύστερα από λίγη περιπλάνηση, και μια άλλη εξαιτίας βροχής βγήκε έξω για να δει τι γίνεται, και μετά πάλι κρύφτικε. Πολλοί κάτοχοι αυτού του είδους αναφέρουν παρόμοια περιστατικά σε έντονες βροχές ή καταιγίδες.
Επίσης, επειδή πρόσεξα πως κάθε φορά που τον βγάζω απ’το χώρο του κοιτάζει προς τα εκεί και μόλις βρίσκεται κοντά πηδάει μέσα, τον υπέβαλα σε μια μικρή δοκιμασία: Τον έβαλα να σκαρφαλώσει απ΄΄ο κάτω στο γραφείο και να πάει μόνος του στο τερράριο. Μόλις έφτασε πάνω στο γραφείο λοιπόν και είδε το τερράριο, ευθύς σηκώθηκε και γύρισε το κεφάλι του προς τα εκεί, κοιτάζοντάς το επίμονα. Μετά σιγά-σιγά περπάτησε προς τα εκεί, αλλά μόλις συνάντησε το τζάμι μπερδεύτηκε προς στιγμήν, και σταμάτησε. Μετά σκαρφάλωσε, κάθισε πάνω στο άνοιγμα της πορτούλας για λίγο, και στο τέλος έπιασε ένα πλαστικό φυτο και μπήκε μέσα.
Λέγοντας για φυτά, πρέπει να πω πως αναβάθμισα τη διαρρύθμιση του χώρου του τοποθετώντας ακόμα ένα πλαστικό φυτό με καλή βεντούζα. Δεν πέταξα τελικά όμως το προηγούμενο που του είχε ξεκολλήσει η βεντούζα, γιατί το καινούργιο φυτό αποδείχθηκε μικρό και ο χώρος είχε αδειάσει. Επίσης ένα άλλο πλαστικό φυτό που είχα, πολύ σκληρό για να χώνεται άνετα το γκέκο και δύσκολο στο βεντουζοκόλλημα λόγω βάρους, το έκκοψα στο ένα τρίτο.

Ενημέρωση 5/1/2015: Το γκέκο είναι πολύ καλά. Το περασμένο καλοκαίρι δε χρειάστηκε να μετακινηθεί καθόλου, γιατί έφευγα και επέστρεφα ανά τακτά χρονικά διαστήματα για το περισσότερο καλοκαίρι. Όταν έλειπα γέμιζα το μπολάκι του με νερό για να πίνει, κι όσο ήταν άλλος στο σπίτι συνέχιζε να τον ψεκάζει. Για τροφή άφηνα ένα καπάκι φρουτόκρεμα ως συνήθως, και έντομα όποτε είχα σ’ένα ρηχό δοχείο. Πάνω από 5 μέρες συνεχόμενα δεν έμεινε χωρίς τροφή, εκτός από μία φορά κατά το τέλος του Αυγούστου που είχε φάει αρκετά πριν, και έτσι το σύκο που άφησα στέγνωσε πριν προλάβει να το φάει, οπότε έμεινε μια βδομάδα νηστικό χωρίς πρόβλημα, κι έφαγε κανονικά όταν γύρισα. Μετά στα τέλη του Αυγούστου και για σχεδόν όλο το Σεπτέμβρη παρατήρησα ασυνήθιστη έως τρομακτική αύξηση στην όρεξή του. Όλο το καλοκαίρι και γενικώς την πιο δραστήρια περίοδο του έτους έτρωγε κανονικά κάθε δύο μέρες – συνήθως αφόδευε δύο μέρες μετά την κατανάλωση του γεύματος κι έτρωγε μετά. Τώρα έτρωγε κι αφόδευε κάθε μέρα και μάλιστα κανονικές ποσότητες! Αυτό, απ’ό,τι βρήκα αργότερα, παρατηρείται τη συγκεκριμένη περίοδο σε πολλά νεοκαληδονιακά γκέκο και ο λόγος δεν είναι πλήρως γνωστός, αλλά μόνο υποθέσεις γίνονται. Κατ’άλλους τα γκέκο επανέρχονται από τις στρεσογόνες θερμοκρασίες του καλοκαιριού, κατ’άλλους ετοιμάζονται για το χειμώνα. Πάντως εγώ ακόμα δεν έχω παρατηρήσει κάποια αρνητική επίπτωση των υψηλών καλοκαιρινών θερμοκρασιών όπως ευρέως λέγεται, και την εποχή που ξεκίνησε να τρώει πολύ η θερμοκρασία δεν είχε πέσει από την αρχή. Η θερμαντική πλάκα έμενε αναμμένη για τη μέρα τον Ιούνιο, αν και στην αντίθετη πλευρά απ’τη φωλιά του και σε πολύ μικρότερη επιφάνεια απ’ό,τι το χειμώνα, γιατί αλλιώς θα ενοχλούταν και θα έβγαινε απ’τη φωλιά το μεσημέρι, όταν η θερμοκρασία ανέβαινε υπερβολικά. Συχνά το παρατηρούσα να ξαπλώνει στη θερμή περιοχή πριν τη νυχτερινή του δραστηριότητα, ή μετά από ένα μεγάλο γεύμα. Τον Ιούλιο την έσβησα και την ξαναάναψα στα μέσα του Σεπτέμβρη.
Το σύκο έχει ενταχθεί πλέον στα βασικά του φρούτα, μαζί με το ροδάκινο και το βερίκοκο, αφού τελικά το τρώει με πολύ χα΄ρά, αντίθετα με το 2013 που νόμιζα πως δεν πρόκειται να το φάει ποτέ. Και αντίθετα με τα δύο τελευταία φρούτα, έχει 2,5 φορές περισσότερο ασβέστιο από φώσφορο, πράγμα που σημαίνει πως είναι πολύ θρεπτικό και δε χρειάζεται καν συμπλήρωμα ασβεστίου. Τα μικρά σποράκια συνήθως τα αφήνει στον πυθμένα του καπακιού, και μερικά που καταπίνει περνούν από το πεπτικό του σύστημα χωρίς πρόβλημα, αφού είναι μικροσκοπικά. Στη φύση ίσως λειτουργούν ως διανομείς σπόρων διάφορων φρούτων, όπως γίνεται με πολλές άλλες σαύρες. Αποφεύγω ωστόσο τα σύκα γεμάτα σπόρια, τα οποία ούτε εγώ μπορώ να φάω. Αν τύχει να υπάρχει και λίγη φλούδα στον πολτό, δεν πειράζει. Εδώ στην Ελλάδα είμαστε τυχεροί που έχουμε φρέσκα σύκα, και οι Βόρειοι μας ζηλεύουν γι’αυτό. Στο διεθνές φόρουμ για τα ρακοδακτυλοειδή γκέκο Pangea όπου είμαι γραμμένος, πολλοί μου έλεγαν για το πόσο τυχερός είμαι που έχω πολλά σύκα. Σ’εκείνες τις χώρες, αν θέλουν να δώσουν σύκο στο γκέκο τους, συνήθως καταφεύγουν στη λύση της επανενυδάτωσης αποξηραμένων. Το καλοκαίρι αυτό επίσης τού’δωσα δύο φορές πολτοποιημένη ντομάτα, την οποία έφαγε λίγο, δηλαδή δε φάνηκε να την προτιμά ιδιαίτερα.
Από έντομα τρώει ό,τι έτρωγε και πριν. Οι κατσαρίδες red runners παραμένουν οι αγαπημένες του, τις οποίες κυνηγά με πάθος στο τερράριο. Έχει πηδήξει από ψηλά, έχει πηδήξει αρκετές φορές, έχει κάνει απότομα μεταβολή, έχει χωθεί ανάμεσα στα χαρτιά γι’αυτά τα έντομα. Μία φορά μάλιστα το Νοέμβριο άρπαξε μία που κρατούσα απ’το πόδι απ’το χέρι μου κανονικά, ενώ καθόταν στην κορυφή ενός κλαδιού. Ήταν η δεύτερη φορά που έφαγε απ’το χέρι μου έντομο μετά την πρώτη μύγα που έφαγε το Φεβρουάριο του 2013. Όσον αφορά τις μύγες, δοκιμαστικά του έδωσα μία το Σεπτέμβριο για να δω αν ακόμα θυμάται την αρνητική εμπειρία, αλλά πιθανότατα την ξέχασε στο μεσοδιάστημα, αφού την έφαγε αμέσως. Λίγες ακόμα έφαγε αργότερα, κι έπειτα δεν τού’δωσα παραπάνω. Τα ερπετά είναι ικανά για μακροπρόθεσμες μνήμες, αλλά πιθανόν με τόσους μήνες χωρίς να δει τη συγκεκριμένη τροφή ώστε να του υπενθυμίζεται συνεχώς το κακό που έπαθε, όπως θα γινοταν με κάποιο τοξικό έντομο που θα συναντούσε στη φύση συχνά, το ξέχασε. Από πιασμένα έντομα, οι άτριχες κάμπιες από μη τοξικά φυτά είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο, αφού δεν κινούνται από το φυτό που γεννήθηκαν και εξαιτίας της συνεχούς λήψης τροφής είναι πολύ θρεπτικές. Τέτοιες του δίνω όποτε βρίσκω, και τις τρώει αμέσως. Στις 27 Οκτωβρίου πήρα δοκιμαστικά βασιλικά αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio), προνύμφη σκαθαριού συγγενική με το αλευροσκούληκο, αλλά αρκετά μεγάλη, γύρω στα 4 εκ. Αν κι άλλοι θεωρούν πως τέτοια μεγάλα έντομα είναι επικίνδυνα για τα λοφιοφόρα γκέκο επειδή είναι σκληρά, άλλοι τα ταΐζουν σε τακτική βάση αναφέροντας πως είναι τα αγαπημένα των γκέκο τους. Στη δική μου περίπτωση ωστόσο δεν αποδείχθηκαν καλή επιλογή, Αφού έφαγε μερικά τις πρώτες φορές, και μετά σταμάτησε να τα τρώει. Αν και δεν του προκάλεσαν κανένα πρόβλημα, αφού αφόδευσε κανονικά, ίσως τον βαρυστομάχιαζαν λόγω σχήματος και σκληρότητας κι έτσι σταμάτησα να του δίνω. Οπότε θα παραμείνω στα αλευροσκούληκα, και ίσως του δίνω κι από κανένα μικρό τέτοιο τώρα που έχω το γενειοφόρο δράκο που θα τα τρώει ναι, από τις 30 Νοεμβρίου έχω ένα γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps), για τον οποίον θα σας γράψω αργότερα. Την πρώτη φορά που έφαγε δύο superworms και μια red runner πάντως είχε σίγουρα βαρυστομαχιάσει, αφού είχε μαζευτεί στη θερμαντική του πλάκα για να χωνέψει κι έκανε φωνούλες αν προσπαθούσα να τον κουνήσω, μάλλον γιατί ενοχλούταν πολύ. Πρώτη φορά συνέβη αυτό. Σχεδόν το ίδιο ωστόσο, χωρίς όμως να κάνει φωνούλες, έχει ξαναπάθει κι άλλες φορές μόλις έτρωγε πάρα πολλά ή μεγάλα έντομα ύστερα από καιρό έλλειψής τους, οπότε δε μπορώ να κατηγορήσω το superworm για τη συγκεκριμένη φορά τουλάχιστον. Παρεμπιπτόντως, τώρα που είπα για φωνούλες, πρώτη φορά τον άκουσα να φωνεί από μόνος του – τρεις πολύ αχνές συνεχόμενες φωνούλες – σε μία Βροχή του Σεπτεμβρίου, αφού τον επέστρεψα από έξω που τον έβγαλα για να δει τη βροχή. Επίσης το Δεκέμβρη του πήρα ακόμα μια νέα τροφή, προνύμφες της μύγας Hermetia illucens ή Phoenix worms, μίας μύγας που χρησιμοποιείται εκτενώς στην κομποστοποίηση και σχετικά πρόσφατα άρχισε να πωλείται ως ζωντανή τροφή για ερπετά. Οι προνύμφες είναι κινητικές, γύρω στο 1,5 εκ, με αρκετά δύσθραυστο αλλα΄εύκαμπτο εξωσκελετό και μαλακό εσωτερικό. Ο εξωσκελε΄τος αυτος ενδυναμώνεται με ασβέστιο, δίνοντας στην προνύμφη αναλογία ασβεστίου προς φώσφορο περίπου 1,5 προς ένα, δηλα΄δη αρκετά υψηλή ώστε να μη χρειάζεται συμπλήρωμα, ενώ παράλληλα είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και μέτρια σε λίπος. Είναι μία από τις καλύτερες τροφές για ερπετά, αν και λίγο δυσεύρετη εάν κάποιος δεν εκτρέφει ο ίδιος. Αν και φαίνονται σκληρές, στην πραγματικότητα είναι πολύ εύπεπτη τροφή. Τις πρώτες τις έριξα μέσα στο τερράριο να τις βρει, και μολονότι αρχικά δεν τις έδωσε σημασία, σε λίγο τις έφαγε σχεδόν όλες. Επειδή κρύβονταν κάτω απ’τα χαρτιά και δε μπορούσαν μετά να ξανασκαρφαλώσουν έξω, τις έριχνα από τότε και στο εξής στο μπολάκι του. Άνετα έτρωγε 6-7 τη φορά, αφού ήταν μικρές. Ευτυχώς που τις τρώει, γιατί έχω ακούσει για σαύρες που δεν τις δέχονται.
Ο διάκοσμος του τερραρίου άλλαξε από το καλοκαίρι. Το σκληρό φυτό το πέταξα σύντομα μετά την τελευταία ενημέρωση του άρθρου, ενώ πρόσφατα αγόρασα ένα ακόμα βεντουζωτό φυτό ως αντικατάσταση σ’εκείνο το ασταθές που είχα, το οποίο είχα πετάξει τον Ιούλιο, επειτα από μήνες εκνευριστικής συνεχούς επανατοποθέτησης στη θέση του, ενώ αυτό όλο έπεφτε από τη δραστηριότητα του γκέκο. Όταν όμως το αφαίρεσα, παρατήρησα απότομη μεταστροφή στη συμπεριφορά του γκέκο. Το γκέκο έγινε επιθετικό. Ως τοτε μετρημένες φορές με είχε δαγκώσει, αλά τώρα με δάγκωνε κάθε φορά που το ενοχλούσα τη μέρα ή όταν το επέστρεφα πίσω στο τερράριό του από κάποια αναγκαστική απομάκρυνσή του για ώρα π.χ. για καθάρισμα. Αρχικά απλώς με τσιμπούσε στιγμιαία και μ’άφηνε μετά, όπως έκανε και τις προηγούμενες φορές, αλλά αργότερα αγρίεψε πραγματικά, αφού με δάγκωνε και με κρατούσε για ώρα, τραντάζοντας το κεφάλι του όπως κάνουν όταν μαλώνουν μεταξύ τους. Τη μέρα αν ξυπνούσε, που ξυπνούσε πλέον πολύ εύκολα με τον παραμικρό πιο έντονο από το σύνηθες θόρυβο, με απότομες κινήσεις και σκιές γύρω απ’τη φωλιά του ή και απλώς με το άνοιγμα του χώρου του για αναγκαίες πράξεις όπως την αφαίρεση του άδειου δοχείου τροφής, ήταν έτοιμο να δαγκώσει ανά πάσα στιγμή που το πλησίαζα. Μου ήταν πολύ δύσκολο να το επιστρέψω πίσω στην τρύπα του για να ξανακοιμηθεί αμέσως όπως έκανα συνήθως όταν ξυπνούσε, αφού αν πήγαινα να το σπρώξω από πίσω ή να το πιάσω ελαφρά από πάνω σήκωνε αμέσως το κεφάλι του και με την πρώτη ευκαιρία το γύριζε πλάγια και με δάγκωνε. Κι αν το έβαζα στην τρύπα μετά από λίγο συνήθως ξαναέβγαινε ενοχλημένο έξω, κι αν έκανα το λάθος να έχω το δάχτυλό μου μπροστά στην τρύπα, πεταγόταν και με δάγκωνε. Μετά από αρκετή ώρα επέστρεφε μόνο του στην τρύπα του, αλλά επειδή έχανε ύπνοέτσι παρατήρησα πως σύντομα μετά το απογευματινό του ξύπνημα, ξαναέμπαινε στην τρύπα μάλλον για να κοιμηθεί ακόμα λίγο κι έβγαινε πιο αργά το βράδυ. Σε λίγες μέρες άρχισε να γίνεται επιθετικό και το βράδυ. Παρακολουθούσε ανελλειπώς τις κινήσεις μου στο χώρο του, και συχνά πηδούσε δίπλα στο χέρι μου για να με δαγκώσει αν χρειαστεί, ή πηδούσε πάνω στο χέρι μου και με δάγκωνε. Με δάγκωνε απ’όπου βρισκόταν, ακόμα και πάνω στα ξύλα του, όπου συχνά έπιανε το χέρι μου στον αέρα ενώ συνέχιζε να κρατιέται με τα πίσω πόδια του στο ξύλο. Με παρακολουθούσε ακόμα και πίσω απ’το τζάμι αν πλησίαζα επικίνδυνα κοντά κι αρκετές φορές μου έκανε επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι αν έφερνα το δάχτυλο πολύ κοντά ή το κουνούσα. Το δάγκωμά του δεν πονούσε πολύ, ιδίως όταν ήμουν προετοιμασμένος κι έβαζα το δάχτυλο μπροστά, γιατί σε μέρη με πιο μαλακό δέρμα, που με πετύχαινε μερικές φορές όπως ανάμεσα στα δάχτυλα ή στο πάνω μέρος της παλάμης, μου άφηνε γρατσουνιές και ΄ίσως μου είχε βγάλει λίγο αίμα μια φορά. Για να το διώξω φυσούσα έντονα αέρα, κι αυτό συνήθως το ενοχλούσε και με άφηνε. Μια φορά όμως είχε πιαστεί τόσο δυνατά, που ούτε με νερό δεν έφευγε. Τελικα έβαλα το χέρι μου κάτω και το άφησε γρήγορα για να φύγει λίγο πιο πέρα. Έξω απ’το χώρο του, που δεν ένιωθε την ίδια αυτοπεποίθηση, με δάγκωσε μόνο δύο φορές, κι αυτές στιγμιαία. Δεν έχει πάντως ταχύτατα αντανακλαστικά. Αν και συνήθως μ’έπιανε πριν προλάβω να τραβήξω το χέρι μου, τις φορές που τραβούσα το χέρι μου εγκαίρως και είχε ήδη εκτιναχθεί να με δαγκώσει, από την ορμή του προσέκρουε σε οτιδήποτε υπήρχε μπροστά του, ενώ θα μπορούσε να ανακοψει την πορεία του αμέσως. Επανήλθε στα φυσιολογικά περίπου σ’ένα μήνα. Σιγά-σιγά άρχισε να ηρεμεί το βράδυ, και σιγά-σιγά σταμάτησε να ενοχλείται και να ξυπνά τόσο εύκολα. Αν και συνέχισε να είναι πιο ευερέθιστο την ημέρα για λίγο ακόμα, τελικά ηρέμησε και έγινε ακριβώς όπως πριν. Αν κι άργησα να κάνω τη σύνδεση, το φυτό εκείνο που αφαιρεσα έκανε σκιά στη φωλιά του κι έκλεινε λίγο το πίσω γυαλί του χώρου του, και η απώλειά του πιθανόν του προκαλούσε φόβο, επειδή ξαφνικά ένιωσε ακάλυπτο από παντού. Παρόλα αυτά προσαρμόστηκε στο αρκετά πιο άδειο τερράριό έπειτα κανονικά. Πλέον σκαρφαλώνει αρκετά συχνά στο νέο φυτό που τού’βαλα, αν και τις πρώτες μέρες δεν ανέβαινε. Γενι΄κως έχω παρατηρήσει ότι τα νέα αντικείμενα στο χώρο του μπορέι να μην τα πλησιάζει αμέσως. Αυτό παρατηρείται σε πολλά άλλα μικρά ζώα όπως τρωκτι΄κα, τα οποία έχουν πολλούς εχθρούς και συμπεριφέρονται αρχικά επιφυλακτικά προς νέες αλλαγές στο περιβάλλον τους (νεοφοβία).
Επειδή ανέφερα για τις επιθέσεις πίσω από το τζάμι, έχω να προσθέσω ορισμένες ακόμα παρατηρήσεις μου όσον αφο΄ρα τη σχέση των γκέκο αυτών με το γυαλί, που άλλοτε δείχνουν να καταλαβαίνουν πως είναι εμπόδιο κι άλλοτε όχι. Αν και δε θα προσπαθήσουν να περάσουν μέσα απ’αυτό όπως κάποια άλλα ζώα, μάλλον επειδή σκαρφαλώνουν συνεχώς πάνω του και γνωρίζουν πως είναι στερεό, αλλά και μάλλον επειδή μπορούν να καταλάβουν μικροδιαφορές στη διαφάνεια σε σχέση με τον αέρα λόγω της καλής τους όρασης, αφού το γκέκο μου για παράδειγμα βλέπει αμέσως αν η πόρτα είναι ανοιχτή έστω και λίγο, κι αν θέλει να βγει προσπαθεί να βγει απ’το άνοιγμα μόνο, άλλες φορές φαίνεται να μην καταλαβαίνουν πλήρως πως το γυαλι είναι πραγματικος φραγμός. Για παράδειγμα το δικό μου γκέκο μου έκανε συχνά επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι, όπως κι άλλα υπερβολικά θυμομένα γκέκο απ’ό,τι διάβασα. Γι’αυτό κι εγώ ξεκίνησα να το ενοχλώ επίτηδες με το δάχτυλο, μήπως και καταλάβει πως η πράξη του είναι μάταια. Αρχικά έκανε απανωτές επιθέσεις, αλλά με το πέρασμα των ημερών λιγόστεψαν, και στο τέλος έγιναν υπερβολικά λίγες και σταμάτησαν εντελώς. Ίσως κατάλαβε πως το χτύπημα της μύτης του στο τζάμι δεν είχε αποτέλεσμα. Άλη φορά που έκανε επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι ήταν για τα γιγάντια αλευροσκούληκα. Δοκιμαστικά του έβαζα το έντομο πάνω στο χέρι μου, το οποίο ακουμπούσα κάθετα ως προς το τζάμι, ώστε το έντομο να πλησιάσει πολύ κοντά, και όχι μόνο πεταγόταν να το πιάσει από το έδαφος, αλά και όταν ήταν στα κλαδιά έκανε το ίδιο. Μετά από λίγες μέρες, όταν άρχισαν να μην του αρέσουν τα έντομα αυτά, συνέχιζε να κάνει επιθέσεις από το τζάμι, ενώ όταν τα συναντούσε μπροστά του δεν τα άγγιζε. Προφανώς πίσω από το τζάμι απλώς τα έβλεπε, ενώ μπροστά του τα μύριζε κιόλας και μπορούσε να τα αναγνωρίσει έτσι. Οπότε το γεγονός ότι τα γκέκο είναι αρκετά οπτικοί κυνηγεί, αλ΄λα με ικανότητα χημικής αναγνώρισης των θηραμάτων τους ισχύει. Τελικά σταμάτησε να κανει επιθέσεις απ’το τζάμι στα έντομα αυτά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο κατάλαβε ότι δεν αποδίδουν οι απόπειρες ή απλώς σταμάτησε ν’ασχολείται με έντομα που δεν τρώει. Έως τώρα, δεν έχω παρατηρήσει επιθέσεις πίσω απ’το τζάμι προς κατσαρίδες.
Έχω να αναφέρω ακόμα κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την αποφυγή των δυσάρεστων οσμών και την καθαριότητα. Έχω ένα φυτό Orbea variegata, συγγενικό της σταπέλιας. Όπως και οι περισσότερες σταπέλιες, στων οποίων το γένος ταξινομούταν παλαιότερα, τα άνθη του μυρίζουν σαν πτώμα για να προσελκύουν τις μύγες για επικονίαση, αν κι εμένα μου έμοιαζε περισσότερο με κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα παρά σε σκέτο πτώμα. Το φυτό αυτό λοιπόν άνθισε περίπου μεταξύ 17 και 25 Οκτωβρίου. Όταν πρωτοάνοιξε το άνθος, και μύριζε ελαφρά, έφερα το γκέκο δίπλα του. Κάθισε στη θέση του, οπου το μύριζε επίμονα κι έβγαζε τη γλώσσα του. Απόρησα και σκέφτηκα το ενδεχόμενο να είναι πτωματοφάγο στη φύση και να μην το γνωρίζουμε. Την επόμενη με΄ρα όμως, που το άνθος είχε ξεκινήσει να μυρίζει κανονικά κι έφερα το γκέκο πάλι κοντά, κάθισε πάλι για λίγο, το μύρισε, κι αμέσως γύρισε το κεφάλι του στο πλάι κι άρχισε να φεύγει, κάτι που επανέλαβε πολλές φορές, οπότε είναι σιγουρο πως αποφεύγει τέτοιες μυρωδιές. Οι οσμές πτώματος προκαλούν έντονες αντιδράσεις σε όσα ζώα έχουν μελετηθεί, είτε έλξης σε όσα τρέφονται μ’αυτά είτε αποφυγής στα περισσότερα άλλα. Ένα πτώμα θα μπορούσε να σημαίνει νεκρό μέλος του είδους από κάποια ασθένεια ή εχθρό, οπότε είναι αναμενόμενο να εξελιχθεί μια τέτοια αποφυγή. Την πρώτη μέρα της ανθοφορίας ίσως απλώς η οσμή να μην ήταν αρκετά έντονη ώστε να τον ενοχλήσει, ή μπορεί και να οσμιζόταν ουσίες από το νέκταρ που δε μπορούμε ν’ανιχνεύσουμε εμίς. Οπότε όπως και πολλά άλλα ζώα, δείχνει ν’αποφεύγει μυρωδιές που δηλώνουν αποσύνθεση. Ούτε σάπια φρούτα τρώει, όπως γράφουν πολλά άρθρα, που στην πραγματικότητα βασίζονται σε πολύ ανεπαρκείς πληροφορίες για τη φυσική του διαβίωση. Μπορεί να τρώει υπερώριμα ή τοπικά ελαφρώς σαπισμένα φρούτα, αλλά φρούτα που έχουν αποσυντεθεί εντελώς σίγουρα δεν τρώει. Όσες φορές έχω αφήσει φρούτο για καιρό στο χώρο του, ώστε να καφετιάσει, να γίνει σαν λάσπη και ν’αρχίζει να μυρίζει αλκοόλ από τη ζύμωση, δεν το άγγιξε.
Γενικώς ο Βαρώνος είναι πιο καθαρό ζώο απ’ό,τι νόμιζα. Μόνο 3 φορές τόσο και΄ρο που τον έχω έχει αφοδεύσει μέσα στη φωλιά του, και πάλι δεν είμαι σίγουρος αν πράγματι αφόδευσε στη φωλιά ή απλώς μετακίνησα τη φωλιά πάνω από περιττώματα κατά το καθάρισμα, που βρίσκονταν πίσω απ’τη φωλιά όπου αφοδεύει συχνά. Μια φορά πάντως το καλοκαίρι αρνούταν να μπει στη φωλιά αφού είχε ξυπνήσει, και ανησύχησα γι’αυτό. Όταν ανακάλυψα όμως το περίττωμα μπροστά στην είσοδο της φωλιάς και το απομάκρυνα, μπήκε αμέσως. Αν και δεν έχει συγκεκριμένη γωνία για να τα κάνει όπως κάποια εδαφόβια γκέκο, π.χ. το κηλιδωτό γκέκο (Eublepharis macularius), έχω παρατηρήσει πως προτιμά ορισμένα μέρη από άλλα. Συνήθως αφοδεύει στις γωνίες, δίπλα στα καλάμια, πίσω απ’τη φωλιά, γύρω από το μπολ, και πιο σπάνια μέσα στο μπολ ή πάνω στη φωλιά, ενώ σχεδόν ποτέ δεν έχει αφοδεύσει στην περιοχή μπροστά από τη φωλιά. Όταν το μπολ ήταν γεμάτο νερό, σπάνια αφόδευε εκεί, ενώ στο φαγητό του έχει αφοδεύσει μόνο μια φορά, όπως και στο κάτω μέρος της πόρτας. Στα κλαδιά του ποτέ, όπως και στα πλαστικά φυτά, αν και δύο φορές κάποια υπολείμματα είχαν μείνει σ’ένα πλαστικό φυτό, μάλλον από περίττωμα που προοριζόταν να πέσει κάτω. Στο τζάμι επίσης δεν έχει αφοδεύσει ποτέ, αν και λίγες φορές, περιττώματα που βρίσκονταν στις γωνίες μπορεί να ήταν λίγο κολλημένα στο τζάμι.
Όσον αφορά την κολλητικότητά του, είχα κι εξακολουθώ να έχω λίγα προβλήματα. Τον Ιούνιο είχε κάποια εντονότερα απ’το κανονικό προβλήματα στην κόλληση λίγο πριν την έκδυση, αλλά με την έκδυση επανήλθε. Το πρόβλημα το ξαναέπαθε από τα μέσα του Σεπτεμβρίου και στο εξής.Τότε, άρχισε πάλι να μην κολλάει καλά και να κρύβεται περισσότερο, σημάδι επερχόμενης έκδυσης. Λίγες μέρες μετά το δέρμα του έγινε σαν χαρτί και κρύφτηκε στη φωλιά για να το αλλάξει. Ενώ είχα ψεκάσει προηγουμένως, η υγρασία είχε σχεδόν χαθεί και ξαναψέκασα, αλλά ήταν αργά, γιατί το παλιό δέρμα μάλλον είχε ήδη στεγνώσει και κολλήσει στα δάχτυλά του, κι έτσι ο Βαρώνος μετά την έκδυση είχε σοβαρό πρόβλημα με την κολλητικότητά του. Δε μπορούσε να σκαρφαλώσει στο τζάμι, και πιανόταν με τα νύχια του κατά την αναρρίχηση οπουδήποτε αλλού. Ό,τι και να τον έκανα δεν βοήθησε. Ούτε τα βρεγμένα χαρτιά, ούτε το περπάτημα σε τσιμεντότοιχο για να τριφτεί το παλιό δέρμα, έτσι περίμενα την επόμενη έκδυση. Η επόμενη, που έγινε στις 7 Νοεμβρίου, βελτίωσε αρκετά την κατάσταση. Μπορούσε πάλι να κολλάει στα τζάμια, αν και γλιστρούσε σιγά-σιγά. Την επομένη το έβαλα σε βρεγμένα χαρτιά για να δω αν μαλακώσει τυχόν παλιό δέρμα, και νομίζω πως υπήρξε λίγη ακόμα βελτίωση. Αυτήν και τις επόμενες δύο εκδύσεις τις πέτυχα τη στιγμή που γίνονταν κι έτσι έχω φωτογραφίες. Εκείνη τη φορά, βρήκα το γκέκο μου κολλημένο στο τζάμι με επιδερμίδα σαν χαρτί κι ένα κομμάτι να ξεφλουδίζεται από τη μυτούλα. Φοβήθηκα μήπως διέκοψα τη διαδικασία και δε μπορούσε να ολοκληρωθεί, αλλά αμέσως μετά μπήκε στην τρύπα του και άλλαξε το δέρμα.

Πριν

Μετά

Η επόμενη έκδυση έγινε μόλις 16 μέρες μετά, στις 23 Νοεμβρίου. Πολύ παράξενο που έγιναν τόσο κοντά. Μήπως αναγνωρίζει ο οργανισμός του γκέκο ότι κάτι δεν πάει καλα και προσπαθεί ν’ανανέωσει το δέρμα συντομότερα; Δεν ξέρω. Και πάλι το πέτυχα έτοιμο ν’αλλάζει δέρμα.

Πριν

Μετά

Η τελευταία έκδυση έγινε στις 15 Δεκεμβρίου, 22 μέρες μετά την προηγούμενη. Τότε κατά λάθος ενόχλησα το Βαρώνο κατά τη διαδικασία. Αντικατέστησα μερικά λερωμε΄να χαρτιά του υποστρώματός του, και απόρησα γιατί όλο το βράδυ ήταν χωμένος στην κρυψώνα του. Την σήκωσα και τον πέτυχα εν μέσω της έκδυσης, με το κεφάλι καθαρό από παλιό δέρμα, το οποίο είχε μαζευτεί σαν κολάρο στο λαιμό του, και το υπόλοιπο σώμα καλυμμένο με το παλιό δέρμα, γκριζωπό και σαν χαρτί. Το έβγαλα για να το φωτογραφήσω, και αμέσως το επέστρεψα στην τρύπα του.

Ο Βαρώνος 15/12/2014 εν μέσω έκδυσης. Προσέξτε τη διαφορά μεταξύ του κεφαλιού και του σώματος. Κοιτάζει κάτω. Τι να κάνουμε, δε συνεργάζεται πάντοτε στις φωτογραφίσεις.

Μετά έσβησα το φως κι έστησα αυτί ακίνητος δίπλα στο τερράριο για να ακούσω τη διαδικασία. Τον άκουγα να στριφογυρίζει αρκετές φορές, και μετά να βγάζει τη γλώσσα του και να καταπίνει κάτι, που προφανώς ήταν το παλιό δέρμα του. Πιο αργά το βράδυ εμφανίστηκε φρέσκος και λαμπερός πάλι. Κολλούσε καλύτερα από τις προηγούμενες φορές, αλλά πάλι γλιστρούσε ανεπαίσθητα αν έμενε ακίνητος στο τζάμι, κι όπως και τις προηγούμενες φορές, η κατάσταση χειροτερεύει μέχρι την επόμενη έκδυση. Ακόμα δεν άλλαξε δέρμα, αλλά μπορέι ν’ανέβει στο τζάμι, αν και όχι τόσο καλά όπως στην αρχή. Αυτό που έκανα λίγες μέρες μετά ήταν να ελέγξω τα δάχτυλά του, που ήταν όλα υγιή, με τα νύχια τους. Το πρόβλημα με το παλιό δέρμα δεν είναι ότι δεν κολλάει, επειδή αυτό αντιμετωπίζεται σχετικά εύκολα, αλλά είναι ο κίνδυνος νέκρωσης και πτώσεις των δακτύλων από στιβάδες ξερού παλιού δέρματος που σφίγγουν τα δάχτυλα. Ευτυχώς δεν υπήρξε πρόβλημα.
Ο μόνος υπαίτιος γι’αυτό το πρόβλημα είναι η έλλειψη υγρασίας. Το καπάκι από σίτα, το υπόστρωμα από στεγνό χαρτί και η θερμαντική πλάκα δε βοηθούν στη διατήρησή της εκτός κι αν αρχίζω να αδειάζω μπουκάλια νερού στο τερράριο, που προφανώς κακό θα κάνει. Το μπολ νερού κι αν το γεμίσω δε λύνει το πρόβλημα, αφού το είχα δοκιμάσει για ένα διάστημα και βελτίωση της κολλητικότητας δεν είδα. Ένας τρόπος να λύσω το πρόβλημα είναι να κλείσω με πλαστικό μέρος της σίτας, αλλά αυτό θα φαίνεται πολύ άσχημα. Ένας άλος τρόπος είναι ν’αντικαταστήσω τα χαρτιά με τύρφη ή άλλο υλικό που διατηρεί υγρασία, αλλά εγώ θέλω να βλέπω πόσο αφοδεύει και να καθαρίζω εύκολα, οπότε δε με βολεύει. Αυτό εντούτοις θά’ταν πολύ καλό για ένα μεγαλύτερο τερράριο. Άρα μου μένει η λύση της υγρής κρυψώνας, που χρησιμοποιείται σε πολλά γκέκο. Θα τοποθετήσω ένα κουτί δηλαδή γεμάτο υγρό χώμα ή τύρφη μέσα στο τερράριο με μια τρύπα για να μπαινοβγαίνει, όπου θα βρίσκει υγρασία ανεξαρτήτως με την περιβαλλοντική. Κι επίσης θα μπορεί να σκάψει και να θαφτεί στο χώμα αν θέλει, το οποίο, αν και το κάνουν πολύ σπάνια, μπορούν εντούτοις να το κάνουν, ιδίως αν κάνει ζέστη και θέλουν να δροσιστούν. Μ’αυτήν την προσθήκη πιστεύω πως έχω λύσει μια για πάντα το πρόβλημα.
Τώρα το χειμώνα ο μεταβολισμός του έχει πέσει. Ενώ έτρωγε καθημερινά το Σεπτέμβριο, τώρα τρώει κάθε 4-5 μέρες συνήθως, και κατ’εξαίρεσιν κκάθε 3. Προτιμα φρούτα από έντομα, και σπάνια κυνηγά, ακόμα και τα αγαπημένα του είδη. Από τα μέσα του Δεκεμβρίου έσβησα τη θερμαντική πλάκα εντελώς, έχοντας ημερήσιες θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς και νυχτερινές γύρω στους 17-19, και από τώρα άρχισα να την ξανανάβω σιγά-σιγά για λίγες ώρες το μεσημέρι, με θερμοκρασία γύρω στους 24 στο θερμό σημείο, που είναι κάτω και δίπλα απ’την κρυψώνα. Δραστηριοποιείται κανονικά, αν και κινείται λιγότερο. Πλέον δεν αγχώνομαι όπως τους προηγούμενους χειμώνες, αφού είναι κάτι φυσιολογικό που πρέπει να το περνά ώστε να έχει καλή υγεία και μακροζωία. Ανυπομονώ παρόλα αυτά για την άνοιξη, που θα τον δω και πάλι να καταβροχθίζει τα έντομα!
Την στιγμή αυτήν που γράφω είναι χωμένος μέσα στην τρύπα του, και ίσως ετοιμάζεται για έκδυση.
Ενημέρωση 8/1/2015: Πριν λίγο ολοκλήρωσε την έκδυση, δηλαδή 24 μέρες μετά την προηγούμενη. Γενικώς τις προηγούμενες μέρες κινούταν λιγότερο τρώγοντας λίγο λωτό μόνο, αν και χθες έφαγε δύο κατσαρίδες red runners. Σήμερα βγήκε λίγο το απόγευμακαι μετά ξαναχώθηκε στην κρυψώνα του. Εκεί τον άκουγα να τρίβεται, να ξύνεται και να τρώει κάτι, και μετά από αρκετή ώρα εμφανίστηκε έξω καθαρός και δραστήριος. Μπορούσε και πάλι να σκαρφαλώνει οπουδήποτε, να κρέμεται από τη σίτα ψηλά και να πηδάει. Απ’ό,τι είδα, φαίνεται να κολλάει καλά παντού χωρίς να γλιστράει, αν και λίγο παλιό δέρμα υπήρχε στο αριστερό του λοφίο πάνω από το λαιμό του, το οποίο έβγαλα τραβώντας απλά. Πρώτη φορά το έπαθε αυτό. Αυτές τις μέρες φρόντιζα ν’ανεβάζω την υγρασία με συχνότερους και μεγαλύτερης διάρκειας ψεκασμούς, γι’αυτό ίσως δεν υπήρχε πρόβλημα.

Ενημέρωση 9/1/2015: Τον έβγαλα μερικές καλές φωτογραφίες πάνω στην αραουκάριά μου (Araucaria heterophylla), για το οποίο δέντρο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στον ανάλογο σύνδεσμο προς την αρχή του άρθρου. Αν και το συγκεκριμένο είδος δεν απαντά στην πατρίδα του Βαρώνου, πολλά συγγενικά είδη απαντούν εκεί, επομένως ο Βαρώνος μπορούμε να πούμε πως βρισκόταν πάνω σε φυτό του φυσικού του περιβάλλοντως. Γι’αυτό, αλλά και για την καλή ποιότητά τους, οι φωτογραφίες αυτές πιστεύω πως είναι αρκετά καλές ως αντιπροσωπευτικές του Βαρώνου, κατάλληλες για δημοσίευση σε φόρουμ, προφίλ, ως άβαταρ κλπ. Και χθες έβγαλα μερικές, αλλά στην καλύτερη δεν βρισκόταν στο κέντρο κι έτσι τις έσβησα. Η φωτογράφισή του σε ανοιχτό χώρο δεν είναι εύκολη, αφού με το ένα χέρι πρέπει να κρατάω την κάμερα και με το άλλο να είμαι έτοιμος σε περίπτωση που θέλει να φύγει. Ευτυχώς είναι τόσο ήρεμος που δεν ενοχλούταν σχεδόν από τίποτα. Παρόλα αυτά δεν ήθελε συνέχεια να τον αλλάζω θέσεις, κι έτσι μια φορά που τον ενοχλούσα αρκετά για να τον τοποθετήσω στο ιδανικό σημειο γύρισε το κεφαλάκι του και με δάγκωσε πολύ ελαφρά. Γενικώς του αλλάζω κατευθύνσεις όταμ τον έχω έξω μόνο όποτε είναι απαραίτητο, γι’αυτό ίσως αντέδρασε έτσι. Μετά πάλι ηρέμησε, και τον άφησα να περιπλανηθεί μόνο του ενώ ετοιμαζόμουν να τον βιντεοσκοπήσω. Κινείται με μεγάλη ευκολία ανάμεσα στα κλαδιά του φυτού, και χώνεται ανάμεσά τους σε ανύποπτο χρόνο. Μετά από λίγη ώρα λοιπόν φώνησε! Αν κι ο πατέρας μου μου είχε πει πως το άκουσε μια φορά, ήταν η πρώτη φορά που εγώ άκουσα την πραγματική του φωνή που χρησιμοποιεί στην επικοινωνία, όχι απλώς τις μικ΄ρές φωνούλες που βγάζει όταν ενοχλείται ή πονάει. Ήταν μια σειρά από σύντομες, βραχνές φωνούλες που διήρκησαν γύρω στα 8-10 δευτερόλεπτα, σε χροιά κάτι ανάμεσα σε βάτραχο και πουλάκι. Τό’κανε ακόμα μία φορά, και πάλι λίγο αργότερα, το οποίο τελευταίο πρόλαβα να το βιντεοσκοπήσω, αν κι όχι από την αρχή. Η βιντεοσκόπηση δεν ήταν πάλι εύκολη, αφού έπρεπε να προσέχω πού πηγαίνει και να βρω τα κατάλληλα εισαγωγικά λόγια. Οι φωτογραφίσεις και οι βιντεοσκοπήσεις έγιναν φυσικά σε εσωτερικό χώρο. Γιατί έκανε τη φωνή; Μήπως ένιωθε πως απειλούσα την περιοχή του, μήπως νόμιζε πως υπάρχει θηλυκό κάπου ανάμεσα στα κλαδιά; Ή μήπως επει΄δη η μέρα μεγαλώνει σιγά-σιγά και ξαναμπαίνει στην αναπαραγωγική περίοδο; Δεν ξέρω. Παρακάτω θα δείτε τις φωτογραφίες, το βίντεο θα το δημοσιεύσω αφού το ανεβάσω στο Youtube. Στην πρώτη μας κοιτάζει και στην τελευταία κρέμεται από την άκρη ενός κλαδιού.

Ενημέρωση 16/3/2015: Το γκέκο στη συνέχεια άλλαξε δέρμα στις 28 Ιανουαρίου, στις 17 Φεβρουαρίου και στις 6 Μαρτίου, Απ’ό,τι έχω υπολογίσει δηλαδή αλλάζει δέρμα περίπου κάθε 20-25 μέρες, αν και κάποιες φορές το κάνει συχνότερα. Τρώει κανονικά. Στις 20 Φεβρουαρίου του έδωσα και τη μικρότερη προνύμφη σκαθαριού Pachnoda butana που είχα, την οποία έφαγε. Οι προνύμφες αυτές είναι αρκετά μεγάλες, και προορίζονταν για το δράκο, ο οποίος τις έχει φάει πλέον όλες. Ο δράκος ξύπνησε από τη νάρκη στις 2 του μηνός, και τελικά δε βρίσκεται στο ίδιο μέρος με το γκέκο ώστε να ανησυχώ για το στρες. Του έδινα επίσης και μελοσκούληκα, γιατί μου φάνηκε πως λίγο αδυνάτισε καθώς η θερμοκρασία, άρα και ο μεταβολισμός του ανέβαινε, αλλά όχι η όρεξή του. Έτρωγε 3 μελοσκούληκα τη φορά. Την τελευταία φορά έφαγε αρκετά μεγάλα, γέμισε η κοιλιά του πολύ, και ξανάφαγε μετά από 5 μέρες. Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου λοιπόν, έκανε το εξής παράξενο: Ενώ τον είχα βγάλει έξω και ετοιμαζόμουν να τον βάλω σ’ένα μικρό κουτί για προσωρινή κράτηση, αυτός πιανόταν σφιχτά από το χέρι μου και αρνούταν να κατέβει. Μετά ξαφνικά με δάγκωσε ελαφρά στο δάχτυλο, άρχισε να κουνά δεξιά κι αριστερά το κεφάλι του, και φώνησε. Δηλαδή προσπάθησε να ζευγαρώσει με το χέρι μου! Δεν είναι ασυνήθιστο αρσενικά, και σπανιότερα θηλυκά λοφιοφόρα γκέκο, να τύχει να προσπαθήσουν να ζευγαρώσουν με το χέρι του κατόχου ή κάποιο άλλο αντικείμενο, ιδίως αν είναι μο΄να ή αντιλαμβάνονται άτομο του αντίθετου φύλου κοντά, αλλά σ’εμένα συνέβη πρώτη φορά. Όταν λοιπόν έφερνα το χέρι μου δίπλα στο Βαρώνο, αυτός γύριζε αμέσως το κεφάλι, δάγκωνε και κρατούσε μια πτυχή δέρματος από το δάχτυλό μου, αγκάλιαζε το χέρι μου και μερικές φορές τράνταζε το κεφάλι του ρυθμικα΄δεξιά κι αριστερά. Επειδή το χέρι μου δεν είναι τόσο λεπτό όπως η πλευρά του θηλυκού γκέκο, τα σαγώνια του γλιστρούσαν κι έπρεπε να διορθώνει τη λαβή του κάθε λίγο. Παρατούσε την προσπάθεια ωστόσο με΄σα σε λίγα δευτερόλεπτα, αφού δεν είμαι θηλυκό γκέκο, και δε θα ξαναπροσπαθούσε εκτός κι αν τον άφηνα για λίγο ΄΄ησυχο. Από τις 25 συνολικές προσπάθειες, μόνο τις 4 έκανε φωνή, και πάλι για πολύ λίγο. Το δάγκωμά του δεν έχει σχέση με το επιθετικό δάγκωμα, το οποίο γίνεται με μένος και μπορεί να κα΄νει γρατσουνιές, ενώ αυτό είναι δυνατό αλλά απαλό, περισσότερο για να πιάσει το θηλυκό παρά να το γρατσουνήσει. Εμένα απλως μου έξυσε λίγο το χέρι, γιατί με έπιανε στο ίδιο σημείο κατ’εξακολούθηση. Επίσης το κούνημα του κεφαλιού είναι πιο αργό και μετρημένο από τα έντονα τινάγματα που κάνει όταν είναι σε επιθετική διάθεση κι έχουν σκοπό να πονέσουν ή και να τραυματίσουν τον αντίπαλο. Πιθανόν το μεγάλωμα της μέρας, ίσως και σε συνδυασμό με το καλό γεύμα εκείνης της μέρας, να του ξύπνησαν τα αναπαραγωγικά ένστικτα. Πάντως δεν το ξανάκανε άλλη μέρα. Του υποσχέθηκα όμως ότι του χρόνου θα έχει, ή τουλάχιστον θα συναντήσει, γκεκοκοπέλα. Φωνή ωστόσο έκανε μια ακόμα φορά το Μάρτιο, επειδή ήταν παραγεμισμένος με μελοσκούληκα και τον έσπρωξα λίγο, αλλά αυτό ήταν ο μακρόσυρτος ήχος της ενόχλησης, όχι το επικοινωνιακό κάλεσμα. Προσπάθησα να βιντεοσκοπήσω την απόπειρα ζευγαρώματος, αλλά λίγα βίντεο είναι αρκετά καλής ποιότητας. Μέχρι όμως ν’ανεβάσω το βίντεο στο Youtube, αρκεί η φωτογραφία.

Ο Βαρώνος προσπαθεί να ζευγαρώσει με το χέρι μου 21/2/2015

Τον Ιανουάριο επίσης του πήρα δοκιμαστικά μία έτοιμη τροφή για λοφιοφόρα γκέκο (crested gecko diet) από το feeders.gr. Είναι της Repashy, οπότε από τις καλύτερες που κυκλοφορούν. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αναγράφονται, αποτελείται από 25% πρωτεΐνη, 8% ίνες, 8% υγρασία, 8% μεταλλικά στοιχεία, 1,2% ασβέστιο, και 7% λίπη. Το μίγμα περιλαμβάνει πρωτεΐνη ρυζιού, πρωτεΐνη αρακά, αποξηραμένη μπανάνα, αποξηραμένο μέλι, σταθεροποιημένο πίτυρο ρυζιού, αποξηραμένο χουρμά, άλευρο καρύδας, αποξηραμένο σύκο, αλεσμένο λιναρόσπορο, αποξηραμένο μάγκο, άλευρο μηδικής, μελάσα ζαχαροκάλαμου, λεκιθίνη, αποξηραμένο φύκι κελπ, άλευρο φυκιών, ανθρακικό ασβέστιο, φωσφορικό διασβέστιο, ταυρίνη, αποξηραμένο καρπούζι, κυνόροδα, άνθος ιβίσκου, άνθος καλέντουλας, άνθος κατιφέ, πάπρικα, τουρμερική,κιτρικό κάλιο, αλάτι, προπιονικό κάλιο και σορβικό ασβέστιο (ως συντηρητικά), χηλικό μαγνήσιο με αμινοξέα, χηλικός ψευδάργυρος του υδροξυαναλόγου της μεθειονίνης, χηλικό μαγκάνιο του υδροξυαναλόγου της μεθειονίνης, χηλικό χαλκό του υδροξυαναλόγου της μεθειονίνης, σεληνιούχο μαγιά, και χλωριούχο χολίνη. Ένα μέρος σκόνης αναμιγνύεται με δύο μέρη νερού κατ’όγκο. Αρχικά το μίγμα είναι λασπώδες, αλλά μετά θα πρέπει να πάρει την υφή του κέτσαπ. Μυρίζει πολύ ωραία, σαν φρούτο. Παρόλα αυτά ο Βαρώνος δεν την έτρωγε. Στο πρώτο δοκιμαστικό τάισμα δεν την άγγιξε, κι όταν έβαλα λίγη στη μύτη του για να την γλείψει, πετάχτηκε πίσω, προφανώς ενοχλημένος. Ούτε τη δεύτερη φορά έφαγε. Την Τρίτη ανακάτεψα λίγη στο ροδάκινο, το οποίο έφαγε. Στα επόμενα ταΐσματα, κάθε φορά που είχα ανακατεμένη λίγη με ροδάκινο την έτρωγε, αλλά όταν ήταν σκέτη ή με λίγο φρούτο μέσα λίγο έτρωγε. Όμως πρόσφατα τελείωσαν τα κατεψυγμένα ροδάκινα που αγαπούσε τόσο πολύ, κι έμεινα χωρίς γλυκό φρούτο μέσα στο χειμώνα. Του έδωσα δοκιμαστικά λίγο ακτινίδιο, αλλά ήταν ξινό και δεν το έφαγε. Του έδωσα επίσης μπανάνα, την οποία έφαγε, και μετά ώριμο γλυκο αχλάδι δοκιμαστικά, και είδα πως το τρώει, οπότε το φρούτο που τρέφεται αυτό το διάστημα θα είναι αυτό, και θα του δίνω και ώριμο πατατιασμένο μήλο. Παρόλα αυτά θα πρέπει να τον συνηθίσω και στην έτοιμη τροφή, σε περίπτωση που δε μπορώ να του δώσω φρούτα ή έντομα, αφού είναι αρκετά ισορροπημένη θρεπτικά.
Πρόσφατα επίσης του έδωσα και μία μύγα, την οποία δεν έφαγε. Μάλλον μετά από εκείνο το αρνητικό συμβάν οι μύγες έχουν πέσει πολύ στην εκτίμησή του, και ο μόνος λόγος που τις έφαγε το καλοκαίρι ήταν επειδή είχε καιρό να φάει έντομο. Την συγκεκριμένη την έριξα στο χώρο του με τα φτερά της, και παρότι πετούσε για μέρες, δεν την έφαγε. Ούτε τις μύγες Hermetia illucens από τα Phoenix worms που του είχα δώσει πιο πριν δεν έφαγε, αλλά αυτές ήταν εξαντλημένες και δεν κινούταν πολύ, άρα ίσως φταίει αυτό.

Επειδή λοιπόν το άρθρο έγινε πολύ μεγάλο, παύω τις ενημερώσεις, εκτός και αν βέβαια γίνει κάτι συνταρακτικό. Νέα του γκέκο μου θα μαθαίνετε από νεότερα άρθρα.

Η μικρή μου ακόμα αραουκάρια 16/6/2012.

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά.

Το φυτό που βλέπετε προστέθηκε στη συλλογή μου στις 7 Μαΐου φέτος. Είναι ιδιαίτερο στην εμφάνιση και στην ανάπτυξη, σχετικά σπάνιο, τέλεια συμμετρικό και αρχέγονο, και γι’αυτούς τους λόγους έγινε γρήγορα απ’τα αγαπημένα και ξεχωριστά μέλη της συλλογής μου. Είναι μια αραουκάρια ή αλλιώς αροκάρια ή αρωκάρια του νησιού Νόρφολκ, με επιστημονικό όνομα Araucaria heterophylla (αραουκάρια η ετερόφυλλος), γνωστή συχνά και με το παλαιότερό της Araucaria excelsa (αραουκάρια η έξοχος), υποτροπικό κωνοφόρο δέντρο του Νοτίου Ημισφαιρίου με αρκετές ιδιαιτερότητες. Μολονότι σήμερα καλλιεργείται σ’όλον τον κόσμο, σχεδόν πουθενά δεν καλλιεργείται ευρέως παρόλη την ομορφιά και τη συμμετρία του, ούτε καν σ’όλα τα τροπικά και υποτροπικά μέρη όπου φυτεύεται στο έδαφος ως ψηλό δέντρο. Δυστυχώς που γίνεται αυτό με αποτέλεσμα αυτό το ιδιαίτερο φυτό να γίνεται σπάνιο, δυσεύρετο κι ακριβό, ενώ άλλα γνωστότερα κι όχι τόσο ιδιαίτερα να κατακλύζουν τον τόπο. Για να γίνει όμως γνωστό αυτό το κωνοφόρο θα πρέπει να εκτίθεται κάπου, να το δει ο κόσμος, ν’ανεβεί η ζήτηση. Αυτό δυστυχώς δε γίνεται, κι έχω από προσωπική εμπειρία να πω πως δυσκολεύτηκα υπερβολικά να βρω το συγκεκριμένο φυτό. Μ’αυτό το θέμα λοιπόν έχω καλύψει όλα τα φυτά της συλλογής μου ως τώρα. Λέω ως τώρα, διότι αναμένονται λίγα ακόμα σπάνια είδη. Φυσικά τα φυτικά είδη στο σύνολό τους δεν εξαντλούνται ποτέ, κι έτσι θα συνεχίζονται να προστίθενται θέματα για αυτήν τη μεγάλη και πολυποίκιλη ομάδα ειδών του πλανήτη μας.

Ας πούμε όμως αρχικά λίγα λόγια για την οικογένεια αυτού του δέντρου. Το είδος αυτό ανήκει στην οικογένεια των αραουκαριιδών (araucariaceae), μια πανάρχαια οικογένεια κωνοφόρων που σήμερα περιορίζεται κυρίως στο Νότιο Ημισφαίριο με κατακερματισμένη εξάπλωση, στο παρελθόν όμως κυριαρχούσε στα περισσότερα μέρη του κόσμου, ώσπου ήρθε η μεγάλη εξ αστεροειδούς καταστροφή πριν 65 εκατομμύρια χρόνια εξαφανίζοντας τους δεινοσαύρους και πολλά άλλα είδη, και περιορίζοντας πολλά άλλα, συμπεριλαμβανομένης αυτής της οικογένειας. Η οικογένεια όμως αυτή των κωνοφόρων παραδόξως δεν εξωθήθηκε από τα ανθοφόρα όπως άλλα κωνοφόρα να ζήσει σε ορεινές ή πολικές περιοχές, αλλά παρέμεινε στην αρχική της οικολογική θέση στα τροπικά δάση. Τρία γένη αναγνωρίζονται σ’αυτήν την οικογένεια: το γένος της αραουκάριας (Araucaria), το γένος της αγαθίδας (Agathis), και το γένος της βολέμιας (Wollemia). Για τη βολέμια είχα αναφέρει παλιά
εδώ.
Είναι το πιο πρόσφατα ανακαλυμμένο είδος κωνοφόρου το 1994 σε κάτι απομονωμένα φαράγγια στη νοτιοανατολική Αυστραλία, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ζωντανό απολίθωμα, αφού πρώτα ανακαλύφθηκε ως απολίθωμα συγγενικού είδους και πιστευόταν πως είχε χαθεί, μέχρι που βρέθηκε. Αν και σήμερα καλλιεργείται παγκοσμίως, αποτέλεσμα στρατηγικής της αυστραλιανής κυβέρνησης για ν’αποτρέψει τους συλλέκτες να βλάψουν τους ελάχιστους άγριους πληθυσμούς, παραμένει σπανιότατο. Οι αγαθίδες (γένους Agathis) είναι ένα άλλο γένος κωνοφόρων σ’αυτήν την οικογένεια, που χαρακτηρίζονται από μεγάλο ύψος, αρκετούς δευτερογενείς κορμούς ψηλά στο φυτό, αραιά και πλατιά φύλλα (ασυνήθιστο για κωνοφόρο), και παχιά ρητίνη. Το είδος Agathis auustralis της Νέας Ζηλανδίας είναι το γνωστότερο και μπορεί να φτάσει τα 80 μέτρα σε ύψος. Τέλος το γένος Araucaria αποτελεί το πρότυπο αυτής της οικογένειας όντας το πιο αναγνωρίσιμο.

Οι αραουκάριες είναι λοιπόν ψηλά δέντρα 30-80 μέτρων με πυραμιδοειδή γενική μορφή και πάντοτε όμοια δομή. Αποτελούνται συνήθως από έναν κεντρικό ευθυτενή κορμό (ορθότροπος βλαστός), ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει το ένα ή και τα δύο μέτρα σε διάμετρο ανάλογα με το είδος, καλύπτεται από φλοιό που σπάει σε μικρά κομμάτια και είναι πολύ ισχυρός. Από τον κορμό ξεκινούν σε κανονικά διαστήματα επίπεδα οριζόντιων κλαδιών (πλαγιότροπη ανάπτυξη), τα κλαδιά πρώτης τάξεως, τα οποία επειδη δεν ξεκινούν από το ίδιο ακριβώς επίπεδο αλλά έχουν ελάχιστες αποκλίσεις στο ύψος χαρακτηρίζονται ψευδοσπόνδυλοι κι όχοι γνήσιοι σπόνδυλοι. Ο αριθμός τους στο ενήλικο δέντρο είναι τυπικός για το κάθε είδος. Τα κλαδιά αυτά διακλαδίζονται πτεροειδώς, με εναλλάξ πλευρικά κλαδιά δεύτερης τάξεως πλαγιότροπης ανάπτυξης, τα οποία σπάνια διακλαδίζονται περαιτέρω σε ελάχιστα είδη. Τα κλαδιά της δεύτερης τάξης δεν αποτελούν το σκελετό του φυτού, αλλά φέρουν αρκετό φύλλωμα αποτελώντας σημαντικά σημεία φωτοσύνθεσης, γι’αυτό δεν είναι μόνιμα ούτε ξυλοποιούνται πολύ, και κάποτε, μπορεί και μετά από πολλά χρόνια, πέφτουν και αντικαθίστανται απ’άλλα όσο το κλαδί αναπτύσσεται. Όσο τα δέντρα αυτά ψηλώνουν, αποβάλλουν φυσιολογικά τα κατώτερα κλαδιά τους δημιουργώντας νέους ψευδοσπόνδυλους στην κορυφή. Η ανάπτυξη αυτών των φυτών είναι ιδιότυπη: Η κορυφή παραμένει αδρανής και μικρή ενώ όσο ο τελευταιος ψευδοσπόνδυλος αναπτύσσεται για κάποιο διάστημα, και μετά ψηλώνει έως ένα σημείο μέχρι να βγάλει στην κορυφή της τα κλαδιά ενός νέου ψευδοσπονδύλου όλα μαζί (συλληπτική διακλάδωση). Σπάνια ένα κλαδί δεύτερης τάξεως μπορεί στο άκρο του να σηκωθεί προς τα πάνω και ν’αναπτυχθεί ως δευτερογενής κορμός πάνω στο δέντρο με τα δικά του οριζόντια κλαδιά. Τα φύλλα των δέντρων αυτών μπορεί να είναι από λογχοειδή κι ελαφρώς επικαλυπτόμενα ως λεπιοειδή κι έντονα επικαλυπτόμενα, με τα περισσότερα είδη νά’χουν τον δεύτερο τύπο, αν και πολλά παρουσιάζουν ετεροφυλλία με τα λογχοειδή φύλλα στη νεαρή τους ηλικία ή σε συνθήκες σκιάς και τα λεπιοειδή αργότερα. Τα φυτά αυτά είναι συνήθως δίοικα, με τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά άτομα, οι οποίοι βρίσκονται στα άκρα μερικών κλαδιών δεύτερης τάξεως ψηλά στο φυτό. Οι αρσενικοί κώνοι είναι κυλινδρικοί από 2 έως 12 εκατοστά με την τυπική δομή αυτών των κώνων, ένας κεντρικός άξονας δηλαδή γύρω απ’τον οποίον βρίσκονται σπειροειδώς πυκνά τα μικροσποριόφυλλα με τους γυρεόσακους στην κάτω πλευρά τους. Οι θηλυκοί είναι χαρακτηριστικοί της οικογένειας και του γένους, σφαιρική ή σχεδόν σφαιρικοί διαμέτρου από 8 έως 30 εκατοστά ανάλογα με το είδος. Οι θηλυκοί κώνοι των κωνοφόρων είναι σύνθετοι, αποτελούμενοι από έναν άξονα γύρω από τον οποίον βρίσκονται διατεταγμένα σπειρωειδώς μικρά φύλλα (βράκτια) στις μασχάλες των οποίων υπάρχουν οι ωοθηκοφόροι βλαστοί (λέπια). Έτσι ήταν η προγονική μορφη του κώνου, η οποία όμως συμπιέστηκε πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη αυτών των φυτών. Τα στοιχεία λοιπόν των αραουκαριοειδών θηλυκών κώνων αποτελούνται από το λέπι με το βράκτιο συνενωμένα σχεδόν ή εντελώς καθ’όλο το μήκος τους. Οι κώνοι διαλύονται κατά την ωρίμανση στα περισσότερα είδη απελευθερώνοντας τους βαριούς σπόρους μαζί μ’ένα κομμάτι από το στοιχείο του κώνου. Οι σπόροι είναι πλούσιοι σε υδατάνθρακες και πρωτεΐνες και στις περιοχές όπου ενδημούν αυτά τα δέντρα τρώγονται συστηματικά. Στα πιο πρωτόγονα είδη οι σπόροι παρουσιάζουν επίγεια βλάστηση, με τις κοτυληδόνες φωτοσυνθετικές στην επιφάνεια του εδάφους. Σε άλλα είδη όμως, η βλάστηση είναι υπόγεια με τις κοτυληδόνες σε αποταμιευτικό ρόλο, οπότε μόνο ο νεαρός βλαστός βγαίνει στην επιφάνεια, ο οποίος, ακόμα κι αν κοπεί ή σπάσει, μπορεί ν’αναγεννηθεί.
Γενικά τα φυτά αυτής της οικογένειας παρουσιάζουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα. Έχουν διάσπαρτα λανθάνοντα μάτια ή αδιαφοροποίητες εστίες κυττάρων, τα οποία ενεργοποιούνται γρήγορα σε κάποια καταστροφή. Σ’όλα τα είδη νέες ορθότροπες κορυφές αναπτύσσονται γρήγορα μετά την καταστροφή της κεντρικής ή μετά το κόψιμο όλου του δέντρου, ενώ σε πολλά είδη, ιδίως αυτά που ζουν σε μέρη που χτυπούν ισχυροί άνεμοι, έχουν τη δυνατότητα ν’αντικαθιστούν τα κλαδιά της πρώτης τάξης αν αυτά σπάσουν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Τέλος σε μερικά είδη, επειδή με τον καιρό τα κλαδιά της πρώτης τάξης μεγαλώνουν ρίχνοντας σιγά-σιγά τα πλευρικά κλαδιά της δεύτερης πλησιέστερα στον κορμό αραιόνοντας έτσι το φυτό, έχουν την ικανότητα να δημιουργούν νέα κλαδιά πρώτης τάξης κοντά στο σημείο των προηγούμενων ώστε να ξαναπυκνώσουν το δέντρο.
Το γένος της αραουκάριας έχει σήμερα κατακερματισμένη εξάπλωση με μικρούς και συνήθως απομονωμένους πληθυσμούς σε δάση, λιβάδια και βουνά, σε Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Νέα Καληδονία, νησί Νόρφολκ, Νέα Γουινέα κι Αυστραλία. Χωρίζεται σε πέντε τμήματα με συνολικά 19 αρτίγονα είδη, εκ των οποίων τα 13 είναι ενδημικά της Νέας Καληδονίας. Το τμήμα εύτακτα (eutacta), αυτά δηλαδή με την καλή τάξη/δομή είναι το αρχαιότερο με σπόρους επίγειας βλάστηςης με τα εξής είδη: Araucaria bernieri, A. columnaris, A. canninghamii, A. heterophylla, A. humboldtensis, A. laubenfelsii, A. luxurians, A. montana, A. muelleri, A. nemorosa, A. rulei, A. schmidii, A. scopulorum, A. subulata όλα της Νέας Καληδονίας εκτός της A. canninghamii της Αυστραλίας και της A. heterophylla του Νόρφολκ. Τα υπόλοιπα τμήματα ανήκουν σ’έναν πιο εξελιγμένο κλάδο με σπόρους υπόγειας βλάστησης. Εδώ έχουμε:
στο τμήμα μεσαία (intermedia) ta είδη A. hunsteinii της Νέας Γουινέας και το εξαφανισμένο A. haasti.
στο τμήμα αραουκάρια (Araucaria) ανήκουν τα είδη: A. araucana και A. angustifolia της Ν. Αμερικής, καθώς και το εξαφανισμένο A. niponensis της Ιαπωνίας.
Στο τμήμα μπούνια (bunya)ανήκουν τα είδδη: A. bidwillii της Αυστραλίας, το οποίο οι ιθαγενείς αποκαλούσαν μπούνια μπούνια, και τα εξαφανισμένα A. brownii, A. mirabilis της Παταγονίας, κι A. sphaerocarpa.
Τέλος μένουν δύο εξαφανισμένα τμήματα, το τμήμα γεζόναι (yezonia) με το ιαπωνικό είδος A. vulgaris, και το τμήμα κάθετη (perpendicula) με το είδος A. desmondii.
Κάποια ωστόσο είδη δε μπορούν να τοποθετηθούν σε κάποιο απ’τα παραπάνω τμήματα. Αυτά ειναι τα: A. fibrosa, A. beipiaoensis, A. nihonjii της Ιαπωνίας, κι A. taieriensis, όλα εξαφανισμένα.
Τέλος υλικό που δε μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα στο σύγχρονο γένος ταξινομείται για λόγους ευκολίας στο συγγενικό εξαφανισμένο αραουκαρίτης (Araucarites).

Το είδος του ενδιαφέροντος, το A. heterophylla, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους του. Είναι ψηλό δέντρο 50-70 μέτρων με διάμετρο κορμού 1,2-2 μέτρα. Ο φλοιός του είναι γκριζοκαφέ και βγαίνει σε μικρά λέπια. Φέρει 4-7 οριζόντια κλαδιά ανά ψευδοσπόνδυλο. Τα φύλλα είναι ανοιχτοπράσινα και σκληρά, στα νεαρά δέντρα μέχρι 2 μέτρων λογχοειδή, λεπτά μήκους 1-1,5 εκατοστών, σχεδόν μη επικαλυπτόμενα, μαλακά αλλά ανθεκτικά, ενώ στα μεγαλύτερα δέντρα λεπιοειδή και περισσότερο επικαλυπτόμενα, μήκους 5-10 χιλιοστών και πλάτους 2-4 χιλιοστών, με ακόμα πιο συμπαγή λεπιοειδή φύλλα στα κωνοφόρα κλαδιά. Οι κώνοι βρίσκονται ψηλά στο δέντρο, οι αρσενικοί μήκους 3-7 εκατοστών και οι θηλυκοί σφαιρικοί ή ελαφρώς πλατύτεροι, μήκους 12 εκατοστών και πλάτους 12-14 εκατοστών, με σπόρους μήκους 2,5-3 εκ. και πλάτους 1,2 εκ.. Τα νεαρά δέντρα είναι πυραμιδοειδή με κλαδιά έως χαμηλά στο έδαφος, ενώ στα μεγαλύτερα άτομα τα χαμηλότερα κλαδιά πέφτουν σταδιακά αφήνοντας αρκετά μέτρα γυμνού κορμού κι έχοντας την κώμη ψηλότερα και φυσικά σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, χάνοντας ίσως κάπως την τέλεια συμμετρία. Τα θηλυκά αρχίζουν να κωνοφορούν από τα 15 τους χρόνια, με περιόδους μεγάλης παραγωγής σπόρων κάθε 4-5 χρόνια, ενώ τα αρσενικά αρχίζουν μετά τα 40. Κατά τη βλάστηση ο σπόρος εμφανίζει στην επιφάνεια τέσσερις ταινιοειδής πράσινες κοτυληδόνες. Όπως όλα τα κωνοφόρα, το φυτό είναι ρητινοφόρο, και η μυρωδιά της ρητίνης εμένα μου μοιάζει περισσότερο μ’αυτήν του πεύκου με κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο.
Η μόνη σημερινή εστία άγριων πληθυσμών βρίσκεται στο νησί Νόρφολκ, όπου όμως η έκταση που καλύπτει πλέον είναι πολύ μικρότερη εξαιτίας των ιστορικών υλοτομήσεων. Κάποτε ενδημούσε και σε βραχονησίδες γύρω από το κεντρικό νησί, τα κουνέλια όμως και οι κατσίκες που εισήχθησαν απ’τους Ευρωπαίους κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά την ιθαγενή βλάστηση εκεί. Επίσης μέχρι το τέλος της πλειστόκαινου περιόδου πριν 12000 χρόνια, το δέντρο ζούσε και στη Νέα Ζηλανδία, αν και τώρα επανήλθε ως καλλωπιστικό. Σήμερα δεν απομένει κανένα δέντρο πάνω από 50 και κάτι μέτρα. Πιθανότατα όλα τα αρχαία δέντρα στο Νόρφολκ έχουν κοπεί. Το ψηλότερο άτομο σήμερα βρίσκεται στο νησί Μάοι της Χαβάης με ύψος 51,8 μ. και διάμετρο κορμού τα 136 εκ. Το γηρεότερο ζωντανό δέντρο είναι το Κούφιο Πεύκο (Hollow Pine) στο Εθνικό Πάρκο του νησιού Νόρφολκ, φυτεμένο ηλικίας 170 ετών και το μεγαλύτερο ζωντανό στο νησί ύψους 43 μέτρων και διαμέτρου κορμού 269 εκ. σύμφωνα με φετινές μετρήσεις. Άλλα μεγάλα δέντρα βρίσκονται στην Αυστραλία (δέντρο διαμέτρου 220 εκ. 140 ετών στη Νέα Νότια Ουαλία κι ένα άλλο 36 μέτρων σύμφωνα με φετινές μετρήσεις), στη Νέα Ζηλανδία (δέντρο 162 ετών ύψους 34,6 μ. και διαμέτρου 317,6 εκ., και δέντρο ύψους 45 μ. και διαμέτρου 190 εκ.) και στη Νότια Αφρική (δέντρο ύψους 44,8 μ. και διαμέτρου 211 εκ. στο Κέιπ Τάουν).

Δε γίνεται όμως χωρίς ν’αναφέρω τίποτα για την πατρίδα αυτού του κωνοφόρου. Το νησί Νόρφολκ (Norfolk Island) λοιπόν είναι ένας απομονωμένος κόσμος 1400 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αυστραλίας στο νότιο Ειρηνικό με ακριβές στίγμα 29°02′S 167°57′E / 29.033°S 167.95°E / -29.033; 167.95.. Έχει έκταση μόλις 34,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με ψηλότερο σημείο το όρος Μπέιτς (Mount Bates) στα 319 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τέταρτο του νισιού. Η υπόλοιπη έκταση είναι πεδινή και κατάλληλη για καλλιέργεια. Δεν υπάρχουν μεγάλες περιοχές γλυκού νερού στο νησί. Το μεγαλύτερο μέρος της ακτογραμμής του νησιού αποτελείται από απόκρυμνες ακτές, με λίγους κόλπους όπως τον Κόλπο της Σφαγής (Slaughtr Bey), τον Κόλπο της Αιμιλίας (Emily Bey) και τον Κόλπο του Καταρράκτη (Cascade Bey). Το κλίμα είναι υποτροπικό ωκεάνιο με βροχές και υψηλή υγρασία όλο το χρόνο, και θερμοκρασίες που σπάνια πέφτουν κάτω απ’τους 10 (χαμηλότερη καταγεγραμμένη στους 6) ή ανεβαίνουν πάνω απ’τους 28 βαθμούς Κελσίου. Το νησί αποτελεί απομεινάρι ενός παλαιού ηφαιστείου, που υπολογίζεται πως ενεργοποιήθηκε για τελευταία φορά πριν 2,3-3 εκατομμύρια χρόνια. Το νησί, μαζί με τη Νέα Καληδονία και τη Νέα Ζηλανδία, αποτελούν υπέργεια μέρη της βυθισμένης ηπείρου Ζηλανδίας, η οποία διασπάστηκε από την Αυστραλία πριν 80 εκατομμύρια χρόνια. Το 10% του νησιού, κυρίως στα νότια, καθώς και οι βραχονησίδες δίπλα του με μεγαλύτερες τη νήσο Φίλιπ (Philip) και τη νήσο Νεπέαν (Nepean), αποτελούν προστατευόμενη περιοχή. Πριν την έλευση των Ευρωπαίων το νησί καλυπτόταν από εκτενή δάση με ψηλότερα δέντρα τις αραουκάριες, αλλά κιαι μ’άλλα ενδημικά όπως ο φοίνικας Rhopalostylis baueri. Από ζώα ενδημικά ήταν κυρίως πουλιά, εκ των οποίων μερικά είδη εξαφανίστηκαν απ’τους Ευρωπαίους, ενώ κάποτε στις ακτές και στις βραχονησίδες φώλιαζαν χιλιάδες θαλασσοπούλια. Σήμερα όλα τα εναπομείναντα φυσικά οικοσυστήματα του νησιού προστατεύονται αυστηρά και παρατηρείται βελτίωση της κατάστασης.

Το νησί ανακαλύφθηκε το 1774 κατά το δεύτερο ταξίδι του Βρετανού θαλασσοπόρου James Cook με το πλοίο HMS Resolution, ο οποίος το ονόμασε προς τιμήν της Δούκισσας της αγγλικής περιοχής Νόρφολκ, συζύγου του έννατου δούκα του Νόρφολκ Edward Howard. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το νησί είχε προηγουμένως αποικιστεί από πολυνήσιους πιθανότατα από τη Νέα Ζηλανδία (Μαορί) κατά τον 14-15ο αι., οι οποίοι όμως μετά από κάποιες γενιές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Γρήγορα αποφασίστηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση να ιδρυθούν εστίες καταδίκων, με τους πρώτους κατάδικους νά’ρχονται το 1788. Λόγω όμως προβλημάτων απόστασης και πρόσβασης, η αποικία έληξε το 1814, αφού οι κατάδικοι θα μπορούσαν να διαμείνουν και στην Αυστραλία. Κατά το 1824 το νησί ξανάνοιξε υποτίθεται για τις σοβαρότερες περιπτώσεις που αλλιώς θα καταδικάζονταν σε θάνατο, όμως στην πραγματικότητα οι περισσότεροι εγκληματίες που έφταναν εκεί είχαν πράξει ελαφρότερα παραπτώματα, ώσπου έκλεισε κι αυτή το 1847. Το 1856 κατέφθασαν από τα νησιά Πίτκερν στο νησί απόγονοι Ταϊτιανών και στασιαστών του πλοίου HMS Bounty, οι οποίοι δημιούργησαν τον πυρήνα των σημερινών κατοίκων του νησιού. Στη συνέχεια ο πληθυσμός εμπλουτίστηκε με την άφιξη λίγων ακόμα αποίκων. Οι κύριες ασχολίες των νησιώτών ήταν η γεωργία, η αλιεία και η φαλαινοθηρία.
Σήμερα ο πληθυσμός του νησιού αριθμεί περί τα 1300 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 2011, με μεγαλύτερο οικισμό το Burnt Pine (Καμμένο Πεύκο), όνομα που μαρτυρεί ολοκάθαρα τις βιαιοπραγίες των Ευρωπαίων κατά των κωνοφόρων του νησιού. Εκεί βρίσκονται όλα τα σημαντικά καταστήματα και υπηρεσίες. Πρωτεύουσα ωστόσο για ιστορικούς λόγους, επειδή εκει ιδρύθηκε η πρώτη αποικία είναι το Κίνγκστον (Kingston), όπου βρίσκονται τα κυβερνητικά κτίρια, η κατοικία του κυβερνήτη, το δικαστήριο, το κτίριο του νομοθετικού σώματος κ.ά. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ζει διασκορπισμένος σε αγροικίες σ’όλο σχεδόν το νησί. Το νησί αποτελεί ιδιαίτερη εξωτερική επαρχία της Αυστραλίας, αυτόνομη σ’όλα τα θέματα εκτός από την εξωτερική άμυνα. Σημερινός κυβερνήτης είναι ο Neil Pope, ο οποίος ανέλαβε φέτος. Για το νησί υπάρχει πρωθυπουργός, καθώς και επιμέρους υπουργοί όπως αυτός του τουρισμού, βιομηχανίας κι ανάπτυξης, υπουργός οικονομικών κι γενικός δικηγόρος συγχρόνως, και υπουργός για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το νομοθετικό σώμα αποτελείται από 9 έδρες που εκλέγονται απ’το λαό κάθε τριετία. Οι τέσσερις εξ αυτών αποτελούν το εκτελεστικό συμβούλιο το οποίο συμβουλεύει τον κυβερνήτη. Η Αυστραλία έχει το δικαίωμα να εξαπλώσει τη νομοθεσία της κατά το δοκούν στο νησί ή και ν’ακυρώνει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί εκεί, ο τόπος ωστόσο στην πράξη παραμένει σχεδόν ανεξάρτητος. Ο κανονισμός για τη σημερινή κατάσταση του νησιού θεσπίστηκε το 1979. Σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς, το νησί έλαβε άδεια ανεξαρτησίας από τη βασίλισσα Βικτορία της Αγγλίας, αλλ’αυτό δεν υποστηρίζεται. Σήμερα η οικονομία του νησιού βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτορφία, στην αλιεία και στον τουρισμό. Το νησί είναι αυτάρκες σε τρόφιμα. Ό,τι δεν παράγεται εκεί, φτάνει με πλοία. Επειδή δεν υπάρχει ασφαλές λιμάνι για μεγάλα πλοία, αυτά σταθμεύουν ανοιχτά του νησιού απ’όπου φορτηγίδες μεταφέρουν λίγα-λίγα τα αγαθά, ένα θέαμα που παρακολουθούν συχνά οι τουρίστες. Το νησί δεν υπάγεται στο φορολογικό σύστημα της Αυστραλίας, επομένως ο πληθυσμός δεν πλήρωνε ως τώρα φόρο εισοδήματος, αλλά παίρνει έσοδα κυρίως από ποσοστώσεις των εισαγόμενων προϊόντων και το φόρο προστιθέμενης αξίας. Θεωρείται επομένως φορολογικός παράδεισος, τόπος δηλαδή όπου αν βασιζόταν μια εταιρεία θ’απέφευγε τη φορολόγηση απ’οποιοδήποτε κράτος. Ωστόσο λόγω οικονομικών προβλημάτων το 2011 ο πληθυσμός αναγκάστηκε να πληρώνει για πρώτη φορά φόρο εισοδήματος.
Ο πληθυσμός του νησιού έχει με τον καιρό δημιουργήσει τη δική του κουλτούρα, ήθη κι έθιμα. Πριν την εποχή της μεγάλης επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο κατά τον 20ο αι. με τον τουρισμό, στο νησί χρησιμοποιούταν ευρέως μια κρεολική γλώσσα βασισμένη στα αγγλικά και στα ταϊτιανά, γνωστή ως νόρφουκ (norfuk). Η γλώσσα αυτή γράφεται όπως ακούγεται, και για παράδειγμα το Norfolk Island λέγεται Norfuk Ailen (Νόρφουκ Άιλεν). Θεωρείται επίσημη γλώσσα στο νησί μαζί με τ’αγγλικά, και πολλά ονόματα και πινακίδες είναι γραμένα και στις δύο γλώσσες, ωστόσο σήμερα λίγοι τη μιλούν, ενώ δεν υπάρχει κάποιο επίσημο σώμα προστασίας της. Ως προσπάθεια διατήρησης, πολλές λέξεις αναφερόμενες σε σύγχρονα θέματα προσαρμόζονται στη γλώσσα αυτήν, αν κι αυτό γίνεται αποσπασματικά κι ανεπίσημα. Οι περισσότεροι των σημερινών κατοίκων του νησιού μπορούν να μετρήσουν τις γενιές τους μέχρι τους πρώτους αποίκους από τα Πίτκερν, οι οποίοι ήταν σχετικά λίγοι. Γι’αυτό το λόγο, επειδή ήταν λίγοι, τα επώνυμα στο νησί είναι λίγα, και για ευκολία η τηλεφωνική υπηρεσία χρησιμοποιεί και τα παρατσούκλια των κατοίκων για αποσαφήνιση, όπως Ταρζάν, Καρότα, Μαρουλόφυλλο κ.ά. Στο νησί επικρατεί φιλική ατμόσφαιρα, αφού τα περισσότερα άτομα γνωρίζονται μεταξύ τους. Μάλιστα στο δρόμο συνηθίζεται να χαιρετιούντια οι οδηγοί, που δοηγούν κατά το βρετανικό τρόπο, σηκώνοντας τον αντίχειρά τους. Η εγκληματικότητα ειναι σπανιότατη κι όσοι φόνοι έχουν διαπραχθεί προέρχονται από ξένους. Η αστυνομία βασίζεται σε αυστραλιανές δυνάμεις με μερικούς εκπαιδευμένους νησιώτες για υποστήριξη. Σημαντικότερη γιορτή είναι η μέρα του Μπάουντι στις 8 Ιουνίου, οπότε γιορτάζεται η έλευση των αποίκων εκ των Πίτκερν την ίδια ημερομηνία του 1856.
Η ζωή στο Νησί δεν είναι τέλεια εντούτοις. Πανεπιστήμια φυσικά για τόσο μικρό πληθυσμό δεν υπάρχουν, άρα οι κάτοικοι θα πρέπει να μετακινηθούν στην Αυστραλία για να σπουδάσουν. Το χειρότερο είναι εντούτοις η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αφού σ’αυτόν τον τομέα η Αυστραλία δεν καλύπτει, με αποτέλεσμα οι σοβαρά πάσχοντες να εγκαταλείπουν το νησί. Η μετακίνηση προς και από το νησί δεν είναι εύκολη υπόθεση ακόμα και για τους Αυστραλιανούς, οι οποίοι θα πρέπει να φέρουν μαζί τους ταυτότητα ή διαβατήριο, ενώ οι ξένοι ταξιδεύουν με διαβατήριο όπως και στην Αυστραλία. Οι μεταφορές γίνονται είτε με πλοίο είτε με αεροπλάνο.

Το εμβληματικό κωνοφόρο του νησιού τράβηξε αμέσως την προσοχή στον Κάπτεν Κουκ, ο οποίος το θεώρησε κατάλληλο για την κατασκευή ιστών για τα πλοία. Όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι το ξύλο του δεν άντεχε τέτοιου είδους πιέσεις, αλλ’ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κόντρα πλακέ, μικρών ξύλινων αντικειμένων και για την ξυλογλυπτική. Οι επιχειρήσεις στο νησί έκλεισαν κατά τα μέσα του 19ου αι., λόγω της μη βιωσιμότητάς τους, αφού πλέον ο μεγαλύτερος αριθμός των δέντρων είχε κοπεί. Μία νέα επιχείρηση άνοιξε στη Χαβάη, η οποία επίσης έκλεισε σύντομα. Σήμερα το δέντρο προστατεύεται μαζί με τα υπόλοιπα είδη του νησιού, αποτελώντας το κατ’εξοχήν σύμβολό του που βρίσκεται στο κέντρο της σημαίας του, και η κύρια χρήση του είναι ως καλλωπιστικό παγκοσμίως. Οι σπόροι του δέντρου αυτού, μολονότι πολύ θρεπτικοί όπως και με τα υπόλοιπα είδη του γένους, δεν τρώγονται διότι κανένας από τους δύο λαούς που αποίκισαν το νησί δεν τους έτρωγε παραδοσιακά, έτσι πιστεύω πως μένουν ανεκμετάλλευτοι.

Το δέντρο σήμερα μπορεί να βρεθεί φυτεμένο σε υποτροπικές και τροπικές περιοχές όπως στα τροπικά μέρη της Αυστραλίας, στα βόρεια της Νέας Ζηλανδίας, στη νότια Καλιφόρνια, Φλόριντα και Χαβάη των ΗΠΑ, στη Νότια Αφρική και πολύ λιγότερο στις άλλες λιγότερο ανεπτυγμένες τροπικές περιοχές. Τα φυτεμένα αυτά δέντρα σπάνια ξεπερνούν τα 20 μέτρα, αν και με τον καιρο μπορούν να γίνουν πολύ ψηλά. Είναι ανθεκτικά στη ζέστη, στην ξηρασία, στο αμμώδες και στο πολυ όξινο έδαφος, στην αλατότητα και στον άνεμο, κάνοντάς τα κατάλληλα για παραλιακές φυτεύσεις. Δεν αντέχουν ωστόσο τους απότομους αμερικανικούς τυφώνες, οπότε οι κορυφές τους σπάνε και το φυτό αποκτά πολλαπλούς κορμούς. Γι’αυτο τό λόγο δεν προτείνονται ή και θεωρούνται παράνομα σε μερικές περιοχές της Φλόριντας. Το πράγμα που δε θ’αντέξουν καθόλου είναι η παγωνιά, αρχίζοντας να εμφανίζουν βλάβες στο φύλλωμα από τη θερμοκρασια των τεσσάρων βαθμών. Γι’αυτό το λόγο το δέντρο στις εύκρατες περιοχές καλλιεργείται πάντοτε σε γλάστρες, ως εσωτερικού χώρου, ως εξωτερικού μόνο για τη θερμή περίοδο, ή στο θερμοκήπιο.

Δεν είναι πολύ δύσκολο φυτό στην καλλιέργεια, ωστόσο έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Να πω όμως απ’την αρχή πως είναι φυτό αρκετά αργής ανάπτυξης, μ’ένα μόνο νέο συνήθως ψευδοσπόνδυλο κλαδιών κάθε χρόνο. Το δέντρο ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών, από βαριά όξινα με τύρφη έως αμμώδη, καλύτερο ωστόσο είναι ένα μέτριο μείγμα με καλή αποστράγγιση. Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά που στεγνώνει η επιφάνεια και τα πρώτα εκατοστά του εδάφους, ενώ το νερό που λιμνάζει στο πιατάκι θα πρέπει ν’αδειάζεται πάντοτε για να αποφευχθεί η σήψη των ριζών. Η λίπανση με ισορροπημένο λίπασμα κάθε 3-4 μήνες κατά την περίοδο ανάπτυξης του φυτού είναι αρκετή. Το φυτό επιβιώνει σ’όλες τις συνήθεις θερμοκρασίες εκτός του πολύ κρύου, παρά το δροσερό κλίμα του τόπου καταγωγής του. Παρά τις υποδείξεις πολλών, το φυτό δεν έχει πρόβημα με τον απευθείας ήλιο, αφου και στη φύση αναπτύσσεται σε ανοιχτές συνθήκες, ωστόσο φυτά που έζησαν για καιρό στη σκιά θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά, με όλο και περισσότερο καιρό έκθεσης τη μέρα, στον ήλιο. Τα δέντρα που ζουν στη σκιά τείνουν νά’χουν σκουρότερο και μαλακότερο φύλλωμα, λεπτότερα και κρεμαστά κλαδιά, αλλά αργή ανάπτυξη, ενώ αυτά που ζουν στον ήλιο σκληρότερο κι ανοιχτότερο φύλλωμα, ισχυρότερη δομή και γρηγορότερη ανάπτυξη. Ένα τέτοιο συμμετρικότατο φυτό φυσικά δε χρειάζεται κλάδεμα, εκτός από τα παλαιότερα επίπεδα κλαδιών που ίσως ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται ή κλαδιά και άκρες που έχουν ξεραθεί από κάποια άλλη αιτία. Το δέντρο ακόμα δεν ανέχεται τις μεταφυτεύσεις, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται κάθε 3-4 χρόνια. Το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά είναι η αδύνατη κατασκευή τους που χρειάζεται στήριξη. Τα νεαρά φυτά έχουν αδύναμο ριζικό σύστημα και λεπτό κορμό που λυγίζιε εύκολα. Γι’αυτό το λόγο οι παραγωγοί συνηθίζουν να θάβουν τον κορμό βαθύτερα σε βαρύ τυρφώδες χώμα και να τον δένουν ανά τακτά διαστήματα σφιχτά σ’ένα καλάμι δίπλα του ακριβώς. Αυτό ίσως όμως επιβραδύνει την ισχυροποίηση του φυτού, το οποίο θα ισχυροποιηθεί αν εκτεθεί στις
συνθήκες που δυναμώνουν τα υπόλιπα δέντρα,
δηλαδή σε λίγο περισσότερο ήλιο και μέτριο άνεμο. Τα δέντρα αυτά σπάνια προσβάλλονται από ασθένειες. Οι καμμένες βελόνες μπορεί να είναι σύμπτωμα έκθεσης του φυτού σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, όπως αυτήν που επικρατή μέσα στα σπίτια το χειμώνα, ιδίως κοντά στα θερμαντικά σώματα. Οι κίτρινες βελόνες που πέφτουν εύκολα μπορεί να είναι σημάδι υπερβολικού ποτίσματος και προβ λήματος στις ρίζες, το οποίο ωστόσο μπορεί να διορθωθεί με τις πρώτες ενδείξεις. Δίνοντας πειραματικά την κορυφούλα ενός χαμηλού και μικρού κλαδιού στην
κουνέλα μου
παρατήρησα πως την έφαγε όλη, επομένως το φυτό θα πρέπει να μένει μακριά από κουνέλια. Ο πολλαπλασιασμός μαζικά γίνεται με σπόρους, επειδή όμως αυτοί είναι δυσεύρετοι, μπορεί να γίνει και με μοσχεύματα (κλαδιά), αν και πιο δύσκολα. Τα πλευρικά κλαδιά δεν προτείνονται διότι δίνουν ακανόνιστα φυτά – αυτό τό’χω διαβάσει παντού, αλλά δε μας δίνεται πουθενά παράδειγμα πώς είναι ένα τέτοιο φυτό -, ιδανικά θεωρούνται τα ορθότροπα κλαδιά της κορυφής ή των δευτερογενών κορμών, τα οποία μπορούν να κοπούν κι έπειτα να φυτευθούν σε υγρό αμμώδες έδαφος σε ζεστό και σκιερό σημείο έως ότου να ριζώσουν, διαδικασία που μπορεί να πάρει κι ένα εξάμηνο, κι έπειτα να μεταφυτευθούν σε κανονικό έδαφος. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν ν’αναπτύσσονται και na γίνονται αντίγραφα του γονέα τους. Οι αραουκάριες αυτές μπορούν να ζήσουν για πάρα πολά χρόνια σε συνθήκες τέτοιας καλλιέργειας όπως περιέγραψα παραπάνω, με δέντροπου διάβασα νά’ναι 25 ετών ή και παραπάνω. Έτσι μπορούν να ξεπεράσουν τα δύο μέτρα, και ίσως χρειαστούν κλάδεμα. Ο κορμός μπορεί να κοπεί ως ένα ύψος, ώστε να ενεργοποιηθει η δημιουργία νέου, και ίσως γίνεται σε μεγάλης ηλικίας και μεγέθους φυτά να κλαδευτεί η ρίζα, σαν δηλαδή ένα τεράστιο
μπονσάι.
Φυτά μεγάλης ηλικίας μπορεί να κωνοφορήσουν. Οι αραουκάριες μπορούν να στολιστούν τα Χριστούγεννα, καλό όμως είναι να μην υπερφορτώνονται.

Από πολύ παλιά ελκυόμουν προς τα αρχαία ή στα παράξενα φυτά. Την αραουκάριά μου θα την έπαιρνα πέρυσι το φθινόπωρο, το είδος A. araucana της Χιλής
από σπόρους από το Διαδίκτυο?
Τελικά τα φυτά ήρθαν, αλλά δε μεγάλωσαν από δικά μου λάθη. Θέλησα να τις μεταφυτεύσω πολύ νωρίς ώστε έσπασα τις ρζούλες τουσς, και η μία που μεγάλωσε με ένα βλαστο 2 εκατοστών, αργότερα χάθηκε. Το φυτό αυτό αντέχει πολύ στο κρύο, αφού φυσικό΄του περιβάλλον είναι οι ψηλές Άνδεις, έχει όμως βραδύτατη ανάπτυξη και δε μπορεί στη ζέστη με την υγρασία του καλοκαιριού της Θεσσαλονίκης, αν κι εγώ θα της παρείχα σημαντική υποστήριξη. Έπειτα δίσταζα να πάρω A. heterophylla επειδή έλεγα πως θά’ταν πολύ μεγάλη για να την κουβαλάω κάθε χειμώνα μέσα. Στην πραγματικότητα όμως αυτή τη μεταφορά θα την κάνω μόνο δυο φορές το χρόνο, με το κόστος σε προσπάθεια ν’αντισταθμίζεται πολλαπλάσια από την ομορφιά του φυτού. Μετά από ψάξιμο σε τρία ανθοπωλεία απέκτησα τελικά μετά από αναμονή τριών εβδομάδων μέχρι νά’ρθει η παραγγελία ένα τέτοιο φυτό στις 7 Μαρτίου. Σ’ένα άλλο ανθοπωλείο που επισκέφθηκα το δέντρο σε λίγο μεγαλύτερο μέγεθος κόστιζε 30 ευρώ και το άφησα αμέσως, ενώ αλλού, παρόλο που είχα παραγγείλει, ένας μήνας πέρασε χωρίς αποτέλεσμα. Το φυτό που πήρα ήταν αρκετά μαλθακό? Τα περισσότερα κλαδιά του, εκτός αυτών της κορυφής, είχαν μαλακό φύλλωμα, ένδειξη σκιάς, ενώ ο κορμός του ήταν λεπτός και δεμένος παντού στο καλάμι δίπλα. Εγώ όμως το προόριζα για τον ήλιο, και μετά από μια βραχεία περίοδο προσαρμογής με λίγες ώρες κάθε μέρα το έβγαλα τελικά σ’ένα ηλιόλουστο μέρος του μπαλκονιού χωρίς πρόβλημα. Ο ανθοπώλης απ’όπου το αγόρασα μου είπε πως δε χρειάζεται μεταφύτευση τουλάχιστον για τον επόμενο χρόνο. Όμως εγώ αγχώθηκα αρκετά που δε βρήκα ρίζες στο διερευνητικό μου σκάψιμο, έτσι αποφάσισα να μεταφυτεύσω το δέντρο σε λίγο μεγαλύητερη γλάστρα. Κάτι είχα ακουμπήσει σαν ελαφρώς χοντρή ρίζα στις τρύπες αποστράγγισης, αλλά δεν ήμουν σίγουρος,έτσι έβγαλα όλο το φυτό κι ανακάλυψα το πλέγμα τον κυρίως λεπτών και λιγότερων δυνατότερων ριζών του να καταλαμβάνει μόλις το 1/4 του ύψους της μπάλας του χώματος, ενώ το υπόλοιπο νά’ναι σκέτο πυκνό τυρφώδες έδαφος, πιθανόν για τη στήριξη του κορμού. Το μεταφύτευσα πολύ προσεκτικά σε μια λίγο μεγαλύτερη γλάστρα με ελαφρύτερο έδαφος, ενώ ξεσκέπασα 6-8 εκατοστά απ’τον κορμό ώστε να του δώσω μια πιο φυσική εμφάνιση, αφου πριν ο πρώτος ψευδοσπόνδυλος βρισκόταν μόλις πάνω απ’την επιφάνεια του εδάφους. Έκοψα επίσης όλες τις ταινίες που έδεναν τον κορμό στο καλάμι, αντικαθιστώντας τες από ένα σπάγκο κάπου στη μέση, ώστε να μπορεί το φυτό να ταλαντεύεται ελαφρά από τον αέρα. Μετά απ’αυτές όλες τις επεμβάσεις όμως φοβόμουν μήπως το φυτό αντιδράσει αρνητικά. Όμως, δύο μήνες μετά, παρατηρώ σημαντική ανάπτυξη: Όλα τα κλαδιά, κυρίως αυτά των ψηλότερων ψευδοσπονδύλων, καθώς κι ο μικρός αρχικά ψευδοσπόνδυλος της κορυφής έχουν αναπτυχθεί σημαντικά, ενώ η αδρανής κορυφή που αρχικά είχε το σχήμα κουμπιού προστατευμένη μέσα στα φύλλα της ψήλωσε, όπως την είδα στις 21 του μηνός, σίγουρα κατά 6 εκατοστά. Το φυτό έχει αναπτυχθεί λίγο από τη μέρα της φωτογράφισης. Πάει πολύ καλά ευρισκόμενο τώρα στον ήλιο και τροφοδοτούμενο όσο λείπω με το
αυτόματο πότισμα,
όπως κι όλη η συλλογή μου. Μόνο ένα πρόβλημα αντιμετώπισα, αυτό του αέρα. Επειδή η γλάστρα είναι μικρή και το φυτό ψηλό΄, πέφτει εύκολα στο δυνατό άνεμο. Για να προλάβω την πτώση όσο λείπω, έβαλα γύρω του γεμάτες με χώμα γλάστρες σχεδόν στο μέγεθος αυτής του φυτού, ώστε νά’χει μεγαλύτερη βάση. Ένα πολύ καλό φυτό που θεωρώ πως θά’πρεπε να είχαν περισσότεροι στα σπίτια τους.

Η ιδέα μου για την αραουκάρια μεταλασσόταν μέσα στα χρόνια. Αρχικά, ακούγοντας για ένα συμμετρικό κωνοφόρο με σκληρό φύλλωμα που μπορεί να ζήσει σ’εσωτερικούς χώρους, νόμιζα πως είναι ένα φυτό που είχα δει λίγες φορές με μεγάλα, σκουροπράσινα κλαδιά με σκληρές βελόνες πλευρικά διατεταγμένες, το οποίο αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν κύκας
(Cycas revoluta),
αρχέγονο κι αυτό αλλά όχι κωνοφόρο, με τα κλαδιά νά’ναι κανονικά τα φύλλα του. Τώρα έχω κι έναν τέτοιο στη συλλογή μου. Έπειτα νόμιζα πως ήταν ένα ψηλό δέντρο σαν έλατο, αλά με πολύ μαλακό φύλλωμα και συμμετρικότατο. Βλέποντας όμως τη νεαρή αραουκάρια της Χιλής στο
Βοτανικό Κήπο της Φλωρεντίας
το 2011 και διάφορες άλλες φωτογραφίες, κατάλαβα πως τα φύλλα της ήταν πιο σκληρά. Τέλος, η ιδέα μου διορθώθηκε πλήρως με τη πρόσφατη γνωριμία μου μ’αυτοό το φυτό. Έχοντας πλέον στο μυαλό μου σωστή την εικόνα αυτού του δέντρου, μπορώ ν’αναγνωρίσω ως αραουκάριες του ίδιου είδους δύο δέντρα που είχα συναντήσει στο παρελθόν, ένα σ’ένα κρεωπωλείο στην οδό Καραϊσκάκη κι ένα στο Μάτζικ Παρκ. Για το πρώτο μου είχε περάσει στιγμιαία η σκέψη μόλις το είδα ότι θα μπορούσε να είναι βολέμια, όμως δεν είχε τις χαρακτηριστικές τέσσερις σειρές φύλλων για να είναι. Το πρόβλημά μου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις αραουκάριες. Σε πολά άγνωστα είδη φυτών βλέπω παράξενα ή κι εξαφανισμένα είδη. Ποιος ξέρει, μήπως νομίζω υποσυνείδητα πως πρόκειται ν’ανακαλύψω κάτι σημαντικό; Για παράδειγμα πρόσφατα,
τον καρπό μιας φλαμουριάς, που δεν είχα ξανασυναντήσει ποτέ, τον πέρασα για φύλλο εξαφανισμένου πτεριδοσπερματόφυτου με τα σπόρια πάνω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για την ετερόφυλλη αραουκάρια
περιγραφή και ρεκόρ του είδους
καλλιέργεια του είδους στο floridata.com
ταυτοποίηση και καλλιέργεια του είδους
πληροφορίες και σημειώσεις για το είδος στο davesgarden.com
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το νησί Νόρφολκ
ο ιστότοπος του νησιού Νόρφολκ
περιγραφή του γένους Araucaria

Ενημέρωση 24/8/2012: Χθες, επιστρέφοντας από διακοπές, παρατήρησα τεράστια πρόοδο στην αραουκάριά μου! Κατ’αρχήν υπήρχε ανάπτυξη σ’όλα τα επίπεδα κλαδιών, με τη μεγαλύτερη στα τρία ανώτερα. Στο τελευταίο μάλιστα τα κλαδιά απλώθηκαν αρκετά και σε μήκος και σε πλάτος με τα πολλά πλευρικά που έχουν, φτάνοντας τις διαστάσεις του αμέσως κατώτερου, το οποίο έχει αναπτυχθεί επίσης, μ’ένα όμως μικρό πρόβλημα, ένα κλαδί του με μικρή απόσταση απ’τον τοίχο ακούμπησε λίγο στον τοίχο και αναπτύχθηκε προς τα πάνω για λίγα εκατοστά, χαλώντας λίγο το γενικό σχήμα. Δεν είχα υπολογίσει για τόσο γρήγορη ανάπτυξη, ώστε να είχα το φυτό πιο μακριά, πιστεύω όμως πως τώρα, που το τοποθέτησα πιο πέρα απ’τον τοίχο, θα συνεχιστεί η ανάπτυξη και πάλι οριζοντίως. Η κορυφή, η οποία όπως είχα πει άρχισε να ψηλώνει το καλοκαίρι, πλέον έχει βάλει 10-12 εκατοστά ύψους και, το πιο εκπληκτικό, στην κορυφή έκανε ένα νέο ψευδοσπόνδυλο πέντε κλαδιών, το καθένα όχι μεγαλύτερο ακόμα από 4 εκατοστά, στενό λίγο στη βάση με πιο φουντωτή κορυφή, απ’όπου θα συνεχίσει η ανάπτυξη και τα κλαδιά δεύτερης τάξεως. Επίσης μου φάνηκε πως κάπως ο κορμός αυξήθηκε σε διάμετρο. Το φυτό όπως φαίνεται πάει πολύ καλά, και μάλλον θα συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό για ενάμισι μήνα ακόμα. Αναμένεται νέα φωτογραφία.

Ενημέρωση 4/9/2012: Τα κλαδάκια έχουν μεγαλώσει αρκετά, φτάνοντας τώρα τα 5-6 εκ., ενώ άρχισαν και τις πλευρικές διακλαδώσεις.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 3/9/2012 με τον ψευδοσπόνδυλο των νεαρών κλαδιών.

Ενημέρωση 18/11/2012: Πριν μια βδομάδα σχεδόν μεταφύτευσα την αραουκάρια σε μεγαλύτερη γλάστρα, γιατί στη μικρή που βρισκόταν έπεφτε αμέσως με τον άνεμο. Βγάζοντάς την είδα πως σχεδόν όλος ο χώρος του χώματος είχε γεμίσει με λεπτές, πυκνές ρίζες, αν και λίγος χώρος έμενε ακόμα προς τα πάνω. Οι χοντρότερες και πιο ξυλώδεις κύριες στηρικτικές ρίζες βρίσκονταν κοντά στον κορμό και στα κάτω μέρη της μπάλας χώματος. Στη γλάστρα ππου βρίσκεται τώρα θά’χει χώρο για αρκετά χρόνια ανάπτυξης. Επίσης τα κλαδιά της κορυφής έχουν μεγαλώσει πολύ.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 18/11/2012 πολύ πλατύτερη.

Ενημέρωση 10/12/2012: Ήρθε η ώρα και η αραουκάρια, μαζί με τα υπόλοιπα ευπαθή φυτά, να μαζευτεί σε προστατευμένο χώρο λόγω ψύχους. Η μετακίνηση έγινε στις 5 Δεκεμβρίου, αφού όμως είχε γίνει κάτι δυσάρεστο. Τις μέρες εκείνες φυσούσαν υπερβολικοί άνεμοι που προξένησαν
μεγάλες καταστροφές στα φυτά.
Η αραουκάρια λοιπόν, επειδή ακόμα δεν είχε πιάσει με τις ρίζες της καλά το νέο χώμα, μετακινήθηκε μαζι με τη ρίζα της μέσα στη γλάστρα, με αποτέλεσμα να την ξαναβγάλω και να την ξαναφυτέψω όρθια, κάτι όχι και τόσο καλό γι’αυτά τα φυτά που μισούν τις ταραχές στις ρίζες τους. Ευτυχώς είναι χειμώνας, και μέχρι την επόμενη άνοιξη το φυτό θά’χει προσαρμοστεί πλήρως. Έως τώρα πάντως δε δείχνει σημάδια στρες. Επίσης κατά τη μεταφύτευση έσπασε ένα μικρό κλαδάκι απ’το χαμηλότερο ψευδοσπόνδυλο, για λίγο έσταζε ρετσίνι, αλλά γρήγορα η πληγή έκλεισε. Δεν πειράζει, άλλωστε η μεγάλη ανάπτυξη γίνεται ψηλότερα, και πιστεύω πως εκείνα τα κλαδιά έτσι κι αλλιώς σύντομα θα ξεραθούν.

Η αραουκάρια στο προσωρινό χειμερινό της περιβάλλον. Σε σχέση με την πρώτη φωτογραφία του άρθρου, έχει αναπτυχθεί αισθητά.

Ενημέρωση 6/7/2013: Είχα κάποια θέματα με τη σταθερότητα, αλλά προσπάθησα να τα λύσω όσο γίνεται. Ο αέρας πριν λίγες βδομάδες ήταν τόσο δυνατός, ώστε έριχνε κάτω την αραουκάρια αρκετές φορές, ακόμα και στη μεγάλη γλάστρα όπου υποτίθεται θά’πρεπε να πιαστεί με τις ρίζες της καλά. Προσπάθησα να τη δέσω καλύτερα στο καλάμι, αλλά το τελευταίο δεν είναι και τόσο μεγάλο για να τοποθετηθεί βαθιά στο χώμα ώστε να μπορεί να στηρίξει το φυτό καλά, και γι’αυτό το βάρος του φυτού το μετακινεί λίγο προς την κατεύθυνση που γέρνει. Τελικά έδεσα το δέντρο στα κάγκελα σε δύο σημεία. Πότε επιτέλους θα μπορεί να στηριχτεί μόνο του;

Η αραουκάρια 6/7/2013.

Η αναπτυσσόμενη κορυφή φωτογραφημένη την ίδια ημερομηνία.

Ενημέρωση 8/8/2013: Ακόμα υπάρχουν προβλήματα στη στήριξη. Μετά από έναν ισχυρό άνεμο τα σχοινιά έφυγαν απ’τα κάγκελα, και πάλι το φυτό γέρνει λίγο προς τη μία μεριά. Θα προσπαθήσω να το ξαναστηρίξω. Εντωμεταξύ απ’την κορυφή αναπτύχθηκε νέος ψευδοσπόνδυλος με 6 κλαδιά.

Η κορυφή 7/8/2013.

Ενημέρωση 12/3/2014: Τα Χριστούγεννα μου έφεραν δώρο άλλες τρεις αραουκάριες, τις οποίες στολίσαμε, φυτεμένες σε μια γλάστρα, η γνωστή κακή πρακτική των ανθοπωλών για να τις κάνουν να φαίνονται πυκνότερες, η οποία όμως βλάπτει σοβαρά αυτά τα ιδιαίτερα φυτά, αφού το καθένα προσπαθεί να επεκτείνει τις ρίζες του στο χώρο του άλλου και τελικά δυσκολεύονται όλα. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και και τα τρία φυτά έχουν την ίδια ηλικία, όπως φαίνεται από τους ψευδοσπονδύλους κλαδιών που έχουν, το ένα είναι πολύ μικρότερο και καχεκτικό, ενώ κανένα τους δεν έχει το μέγεθος που θά’πρεπε να έχει για την ηλικία του σ’ένα σωστο περιβάλλον. Επειδή έχουν πιθανότατα μεγαλώσει σε σκιερό φυτώριο για όλη τους τη ζωή ως τώρα, έχουν λεπτεπίλεπτη δομή με σκουροπράσινα μαλακά φύλλα. Αν και κανονικά αναπτύσσονται οι κορυφές τους το μεσοκαλόκαιρο, στην προκειμένη περίπτωση το μεσαίο σε μέγεθος φυτό είχε ψηλή κορυφή μόλις μου ήρθε, και σύντομα έκανε έναν ψευδοσπόνδυλο τεσσάρων κλαδιών, μια πολύ θετική εξέλιξη από τα τρία του αμέσως προηγούμενου, που δείχνει πόσο ανθεκτικά είναι αυτά τα φυτά ακόμα και σε συνθήκες παραμέλησης, ο οποίος μέσα στο χειμώνα ανάπτύχθηκε σε 4-5 εκατοστά διάμετρο! Το χειμώνα τον πέρασαν έξω σε μια προστατευμένη θέση χωρίς πρόβλημα, επειδή ήταν ελαφρύς, αν και η παλιά μου και αγαπημένη αραουκάρια βρίσκεται στην ασφάλεια του κλιμακοστασίου. Σε λίγο θα πρέπει να την βγάλω κι αυτήν έξω, και να την ξαναστηρίξω, ενώ οπωσδήποτε θα πρέπει να χωρίσω τις τρεις καινούργιες σε ατομικές γλάστρες, και να δώσω τουλάχιστον τις δύο. Δυστυχώς το κλίμα της περιοχής δεν επιτρέπει τη φύτευση καμίας στο έδαφος.

Οι αραουκάριες 11/3/2014.

Ενημέρωση 22/8/2014: Το Μάιο χώρισα τα τρία δέντρα σε ξεχωριστές γλάστρες με καλάμια για τις δύο μεγαλύτερες. Αν και οι ρίζες τους ταράχτηκαν πολύ, αφού πολλές βγήκαν εκ΄τος χώματος και αρκετές λεπτές κόπηκαν, τα φυτά δεν παρουσίασαν ιδιαίτερα προβλήματα πέρα από την ξήρανση ενός κλαδιού του κατώτερου ψευδοσπονδύλου και των δύο. Δεν είχε την ίδια κατάληξη η τρίτη και μικρότερη εντούτοις, η οποία είχε πολύ αδύναμη ρίζα απ’όπου το χώμα έπεσε αμέσως, και ξεράθηκε σε δύο βδομάδες. Την άφησα στη γλάστρα αρκετό καιρό, μήπως και δείξει σημεία ζωής, αλλά τελικά μας είχε αφήσει.
Τις άλλες δύο τις έδωσα στον πατέρα μου, όπου μεγάλωσαν θεαματικά. Η μία, η οποία είχε κάνει έναν ψευδοσπόνδυλο το χειμώνα και πλέον έχει φτάσει σε μεγάλο πλάτος, έκανε ακομα έναν τριών κλαδιών τώρα το καλοκαίρι, ενώ η άλλη έκανε έναν τεσσάρων κλαδιών στην αρχή του καλοκαιριού και τώρα ετοιμάζεται για έναν ακόμα. Πολύ παράξενη συμπεριφορά αυτή, αφού υποτίθεται πως τα φυτά αυτά κάνουν έναν ψευδοσπόνδυλο κάθε χρόνο. Υποθέτω πως προσπαθούν ν’αντισταθμίσουν τη χαμένη ανάπτυξη των προηγούμενων ετών, τώρα που ενεργοποιήθηκαν από τον έντονο ήλιο και το περισσότερο χώμα, προσαρμογή χρήσιμη για το φυσικό τους περιβάλλον, όπου ένα δενδρύλλιο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα ένα κενό που ανοίγει στο δάσος ώστε να προλάβει τους ανταγωνιστές του. Εντωμεταξύ ο κορμός τους έχει δυναμώσει και το νέο φύλλωμα είναι όπως πρέπει, σκληρότερο και πυκνότερο.
Η δική μου αραουκάρια τώρα ετοιμάζεται για ψευδοσπόνδυλο. Πλέον έχω βγάλει εντελώς το καλάμι στήριξης, και την έχω δεμένη από δύο σημεία στα κάγκελα. Γέρνει ελαφρώς, αλά δεν πειράζει, αντίθετα δείχνει μεγαλύτερη και πιο φυσική. Πλέον ο κορμός της έχει παχύνει αρκετά.

ενημέρωση 5/1/2015: Μόλις χθες ξεστολίσαμε την αραουκάρια από τα Χριστούγεννα, και τώρα ξεχειμωνιάζει στο κλιμακοστάσιο όπως πάντα για το κρύο. Ο φετινός της ψευδοσπόνδυλος ήταν 5 κλαδιών κι εμφανίστηκε αρκετά αργότερα από το κανονικό. Ίσως η ενόχληση στις ρίζες της από τις προσθαφαιρέσεις καλαμιών την άνοιξη να την πήγε λίγο πίσω προσωρινά.

Η αραουκάρια σαν νυφούλα στολισμένη 20/12/2014. Αν ήμασταν στο Ύστερο Ιουρασικό, ίσως βλέπαμε συχνότερα τέτοιο θέαμα, όπως άλλωστε και τουατάρα.