Tag Archive: μονοκοτυλήδονα


Θαλάσσια χόρτα

Φύκια. Αυτά τα πράγματα που μπλέκονται πάνω μας όταν κολυμπάμε και μας ενοχλούν αφάνταστα. Δεν ξέρουμε τι είναι, δε μας νοιάζει τι είναι, είναι όμως σίγουρα κάτι απαίσιο. Πολλοί και πολλές ιδίως αντιμετωπίζουν τα φύκια σαν σκατά, αγνοώντας την ποικιλότητά τους και το ρόλο τους στο οικοσύστημα. Άλλωστε μια λέξη υπάρχει που τα καλύπτει όλα, αν και πιστεύω ότι στις ασιατικές χώρες, όπου τα φύκια τρώγονται, θα έχουν διάφορες ιδιαίτερες ονομασίες. Αυτό ισχύει και για άλλες ομάδες ζωντανών οργανισμών με τις οποίες ο άνθρωπος ιστορικά, τουλάχιστον εδώ στους Μεσογειακούς πολιτισμούς, δεν είχε μεγάλη σχέση και τις αντιμετωπίζει περισσότερο ή λιγότερο εχθρικά. Σκεφτείτε για παράδειγμα τι περιλαμβάνει η λέξη ποντίκι, το ζώο που κάποιοι φοβούνται περισσότερο κι από την αρκούδα, και σιχαίνονται περισσότερο και από τη χλέπα τοξικομανούς στο δρόμο. Ποντίκια διαφόρων ειδών, αρουραίους, σκίουρους, μυγαλές, τυφλοπόντικες, καμια φορά και νυφίτσες ή κουνάβια. Για να μην αναφέρω την κατάσταση με τα ερπετά και τα αμφίβια, όπου διάφορα είδη συμπλέκονται άσχημα. Έτσι και με τα φύκια, οι άνθρωποι είχαν μικρή επαφή μα΄ζι τους, και γι’αυτό δεν είχαν την ανάγκη να τα ξεχωρίσουν. Αντίθετα, σχεδόν όλα τα χερσαία αγριόχορτα έχουν ιδιαίτερες λαϊκές ονομασίες, επειδή ήταν μια χρήσιμη ομάδα φυτών για τη διατροφή των ανθρώπων και των ζώων, αλλά και για την ιατρική.

Έτσι, όταν μιλάμε για φύκια, συνήθως δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Και συχνά αναφερόμαστε σε χόρτα σαν ταινίες που είτε είναι ριζωμένα στο βυθό, είτε επιπλέουν στην επιφάνεια ή έχουν ξεβραστεί στην ακτή και ξεραθεί. Πάρετε όμως ένα τέτοιο χόρτο και εξετάστε το από κοντά. Θα προσέξετε ότι είναι σκληρό, έχει παράλληλες γραμμές, κι αν το σχίσετε παράλληλα, σχίζεται εύκολα, αλλά αν προσπαθήσετε να το κόψετε εγκάρσια θα δυσκολευτείτε και το χόρτο θα κάνει ένα χρατς, επειδή κόβονται όλες οι παράλληλες ίνες του. Θυμίζει δηλαδή περισσότερο φύλλο χόρτου της στεριάς, παρά κανονικό φύκι. Και αυτό ακριβώς είναι. Ένα ανθοφόρο μονοκοτυλήδονο φυτό που ζει στη θάλασσα, ένα θαλάσσιο χόρτο.

Αν και κοινή γνώση είναι ότι τα φυτά δε μεγαλώνουν στο αλάτι, αυτό είναι μύθος. Ισχύει μια ακόμα φορά αυτό που είπα παραπάνω, δηλαδή ό,τι δε θεωρεί χρήσιμο ο άνθρωπος το πετάει στην άκρη και δεν ασχολείται μαζί του καν. Στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει μεγάλη ποικιλία αλοφύτων, φυτών δηλαδή που έχουν προσαρμοστεί να ζουν δίπλα στην αλμύρα της θάλασσας. Πολλά άλλα μεσογειακά είδη ανέχονται υψηλότερα επίπεδα αλατότητας από το σύνηθες, αλά τα αλόφυτα είναι εξειδικευμένα για ζωή στο αλάτι. Η ζωή αυτή είναι δύσκολη, γι’αυτό τα περισσότερα αυτά φυτά είναι κοντά, και συχνά συμπεριφέρονται σαν παχύφυτα. Πολλά έχουν όμορφα άνθη ή περίεργα φύλλα, αλά δε θα τα βρείτε αν επισκέπτεστε μόνο τις ανεπτυγμένες παραλίες στο στιλ του σωστού Νεοέλληνα, γιατί εκεί ο χώρος συνεχώς διαταράσσεται και δεν έχουν το χρόνο ν’αναπτυχθούν. Αν όμως επισκεφθείτε ερημικές παραλίες, σίγουρα θα βρείτε. Στην τροπική ζώνη υπάρχουν επίσης και δενδρώδη αλόφυτα, που δημιουργούν τα μεγάλα δάση των μαγκροβίων στις ακτές. Τα δέντρα αυτά έχουν εξειδικευμένο σύστημα, ώστε να εκκρίνουν το επιπλέον αλάτι από υδατοδούς, το οποίο συμπυκνώνετε στα φύλλα, και ιστορικά οι Αβορίγινες το συνέλεγαν για τη μαγειρική. Υπάρχουν επίσης υδρόβια φυτά που ανέχονται υφάλμυρα νερά, αλά κανένα δεν είναι προσαρμοσμένο για πλήρως υποθαλάσσια ζωή, εκ΄τος από τα θαλάσσια χόρτα.

Τα θαλάσσια χόρτα δεν ανήκουν στην ίδια τάξη «Poales” με τα κοινά αγρωστώδη της ξηράς και των γλυκών νερών, αν και επιφανειακά μοιάζουν πολύ. Ανήκουν ανταυτού στην αρχαία τάξη των αλισματωδών (Alismatales), η οποία περιλαμβάνει και τα γνωστά φυτά της οικογένειας Alismataceae, όπως το κοινό άλισμα (Alisma plantago-aquatica), που φυτεύεται συχνά και στα ενυδρεία. Είναι υδρόβια φυτά και πλησιάζουν αρκετά στον πρόγονο των μονοκοτυλήδονων, ο οποίος ήταν υδρόβιος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου ανθοφόρων φυτών υποδηλώνουν υδρόβιες προσαρμογές, όπως οι απλές, ινώδεις ρίζες, οι μη ξυλοποιούμενοι ελαφρείς βλαστοί – οι φοίνικες και λοιπά χοντρά μονοκοτυλήδονα εξέλιξαν την πάχυνση του βλαστού ανεξάρτητα -, τα απλά, άμισχα φύλλα με παράλληλη νεύρωση, όλα είναι προσαρμογές για την υδρόβια ζωή. Ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο γιούκα ή αλόη της ερήμου έχει υδρόβιους προγόνους. Ένας κλάδος αλισματωδών λοιπόν προσαρμόστηκε κατά την εξέλιξή του να ζει στο θαλάσσιο περιβάλλον. Εκεί, χωρίς πολύ ανταγωνισμό, εξαπλώθηκε παγκοσμίως και σήμερα έχουμε τέσσερις οικογένειες: Posidoniaceae, Zosteraceae, Cymodoceaceae, και Ruppiaceae. Η τελευταία πρόσφατα χωρίστηκε από τη Cymodoceaceae, και διαφέρει, επειδή τα μέλη της ζουν σε αλμυρούς βάλτους και υφάλμυρα νερά, όπου συχνά τά άνθη κάποιων ειδών βγαίνουν εκτός επιφανείας και γονιμοποιούνται με τον άνεμο. Όλα τα υπόλοιπα είδη θαλάσσιου χόρτου ζουν αποκλειστικά υποθαλάσσια. Εκτός απ’αυτόν τον μονοφυλετικό κλάδο, η αλισματώδης οικογένια Hydrocharitaceae, έχει τρία είδη τα οποία εξελίχθηκαν ανεξάρτητα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα θαλάσσια χόρτα περιορίζονται στα παράκτια νερά, όπου το φως είναι αρκετό για τη φωτοσύνθεσή τους, και δημιουργούν λειμώνες με τα εκτεταμένα ριζώματά τους. Έχουν παγκόσμια εξάπλωση, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στους τροπικούς, όπου οι λειμώνες μπορεί ν’αποτελούνται από πάνω από ένα είδος, ενώ στις εύκρατες περιοχές οι λειμώνες είναι μονοειδικοί. Η οικογένια Zosteraceae περιέχει τα περισσότερα εύκρατα και αρκετά υποτροπικά είδη, οι οικογένειες Cymodoceaceae και Ruppiaceae περιορίζονται στους τροπικούς και σε υποτροπικά κλίματα, ενώ η οικογένεια Posidoniaceae έχει περίεργη εξάπλωση, στη Μεσόγειο και στη νότια Αυστραλία.

Δεν έχω βρει πληροφορίες για την εποχή πρώτης εμφάνισης των θαλάσσιων χόρτων, μιας και το απολιθωματικό τους αρχείο είναι μικρό, διάβασα ωστόσο μελέτες που ανέφεραν τέτοια φυτά από το μειόκαινο, οπότε η παρουσία τους στη θάλασσα ίσως να είναι παλαιότερη, ίσως και πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια. Όταν εισέβαλαν στη θάλασσα, δημιουρ΄γηθηκε ένα εντελώς νέο οικοσύστημα. Δημιούργησαν πυκνά δίκτυα ριζωμάτων κοντά στις ακτές, τα οποία εμπόδιζαν τη διάβρωση του θαλάσσιου πυθμένα, και πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί κάθε μεγέθους και ταξινομικής θέσης εκμεταλλεύτηκαν τα νέ ααυτά φυτά. Σήμερα τα θαλάσσια χόρτα περιορίζουν σημαντικά τη μεταφορά ιζημάτων, οπότε το νερό θολώνει ίγότερο και τα ίδια καθώς κι άλλοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί, όπως τα συμβιοτικά φύκη των κοραλιών, μπορούν να φωτοσυνθέσουν αποτελεσματικότερα. Επίσης, όπως και με πολλά φύκια, τα φύλλα τους έχουν γίνει επιφάνεια προσκολλησης και ανάπτυξης μικροοργανισμών και μικροφυκών. Πολλά ψάρια και ασπόνδυλα τα χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ άλλα ψάρια και ασπόνδυλα έχουν εξελιχθεί να τα τρώνε, αν και θρεπτικά είναι φτωχή τροφή, όπως και το χόρτο της ξηράς. Από τα μεγάλα ζώα, οι πράσινες χελώνες (Chelonia mydas) τρώνε το χόρτο αυτό ως το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους, ενώ οι θαλάσσιες αγελάδες (τάξη Sirenia) το τρώνε επίσης. Οι μανάτοι (οικογένια Trichechidae) το τρώνε ως μεγάλο ποσοστό της διατροφής, ενώ το ντούγκονγκ (Dugong dugon) τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά απ’αυτό. Τα ζώα αυτά χωνεύουν το δύσπεπτο αυτό υλικό στο παχύ και το τυφλό τους έντερο, όπως πολλά χερσαία χορτοφάγα. Η βόσκησή τους διατηρεί το χόρτο κοντό, το οποίο τότε είναι καλύτερο ενδιαίτημα για τα μικρότερα ζώα από το ψηλό και μπλεγμένο χόρτο. Από τα μεγάλα αυτά ζωά, στα μεσογειακά νερά συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών, κυκλοφορεί μόνο η πράσινη χελώνα, η οποία δεν είναι τόσο γνωστό ότι μας επισκέπτεται, γιατί δε φωλιάζει στις ακτές μας όπως η Caretta caretta.

Τα θαλάσσια χόρτα είναι ριζωματώδη φυτά με έρποντα ριζώματα που μπορούν εύκολα να καλύψουν μεγάλες αποστάσεις, τα οποία στέλνουν κατακόρυφα συνήθως ριζώματα, τα οποία φέρουν το ταινιωτό φύλλωμα. Όπως πολλα υδρόβια φυτά, εφόσον απορροφούν νερό απ’όλο το σώμα τους, δεν έχουν ανάγκη από ρίζες, οι οποίες είναι ατροφικές και χρησιμεύουν μα΄ζι με τα ριζώματα στην αγκύρωση του φυτού, ούτε έχουν εφυμενίδα ή στόματα. Τα άνθη τους είναι απλοποιημένα, χωρίς στεφάνη, και η γύρη νηματώδης. Η επικονίαση είναι υποβρύχια, και ο καρπός είναι συμπαγής και άρρηκτος, με τους σπόρους στο εσωτερικό. Όπου υπάρχουν λειμώνες θαλάσσιου χόρτου, στην ακτή ξεβράζονται μάζες από φύλλα που λέγονται αιγαγρόπιλοι, δηλα΄δη τούφες μαλλιού του αιγάγρου.

Το κατεξοχήν θαλάσσιο χόρτο της μεσογειου είναι η ποσειδωνία (Posidonia oceanica), η οποία απαντάται σ’όλη τη Μεσόγειο και δημιουργεί εκτεταμένους λειμώνες. Δεν ξέρω αν είναι το μόνο είδος θαλάσσιου χόρτου της χώρας μας, αλλά δεν έχω βρει πληροφορίες για το αντίθετο. Οπότε τα χόρτα της φωτογραφίας πιθανότατα ποσειδωνία είναι, αν όμως κάποιος ξέρει καλύτερα ας με διορθώσει. Η ποσειδωνία λοιπόν φύεται σε ρηχά νερά, βάθους 1-35 μέτρων, ανάλογα με τη διαύγεια του νερού. Αποτελείται από ένα περίπλοκο δίκτυο ριζωμάτων, τα βαθύτερα των οποίων βρίσκονται 1,5 μέτρα κάτω από την άμμο. Τα ριζώματα αυτά φέρουν τα κατακόρυφα φυλλοφόρα ριζώματα, με φύλλα στις κορυφές τους σε τούφες, συνήθως ανά 6-7, τα οποία μπορούν να φτάσουν σε μήκος το 1,5 μέτρο, με μέσο πλάτος το 1 εκατοστό, και με 13-17 παράλληλα νεύρα. Είναι ανοιχτοπράσινα, αλλά μπορεί να καφετιάζουν με την ηλικία. Τα εξώτερα φύλλα κάθε τούφας είναι τα παλαιότερα, και συνήθως είναι και τα μακρύτερα. Ο καρπός της επιπλέει, και είναι γνωστός στην Ιταλία με το όνομα «ελιά της θάλασσας (l’oliva di mare)». Το φυτό παρουσιάζει έντονη φαινοτυπική πλαστικότητα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, έτσι η μορφολογία του ποικίλει αρκετά. Όπως και πολλά ριζωματώδη φυτά, η ποσειδωνία αναπτύσσεται προς τα έξω, αφήνοντας στο κέντρο γερασμένους και νεκρούς βλαστούς. Χάρη στο ρίζωμά της, η ποσειδωνία μπορεί να δημιουργεί κλωνικές αποικίες, δηλαδή ομάδες φυτών που προέρχονται από το ίδιο ρίζωμα, που μπορούν να θεωρηθούν ως ένας οργανισμός, αφού γενετικά είναι πανομοιότυπες και ζουν στην ίδια περιοχή. Το αν είναι ένας ολόκληρος οργανισμός συνδεδεμένος με το ρίζωμα ή έχει κατατμηθεί δε μετράει άλλωστε, αφού η διαπίστωση αυτού είναι πολύ δύσκολη. Τέτοιες κλωνικές αποικίες λοιπόν ανανεώνονται και εξαπλώνονται συνεχώς, κι έτσι μπορούν να ζήσουν επαόριστον, συχνά για χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για την ποσειδωνία, μία αποικία της οποίας ίσως έχει ηλικία μεγαλύτερη των 200.000 ετών, σύμφωνα με μελέτη Αυστραλών επιστημόνων. Η μελέτη αυτή του Αυστραλού ερευνητή Carlos M. Duarte και των συνεργατών του από το Πανεπιστήμιο του Περθ της Δυτικής Αυστραλίας,δημοσιεύθηκε στις 1 Φεβρουαρίου του 2012 στο διαδικτυακό επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE. Οι ερευνητές, συγκρίνοντας γενετικά πληθυσμούς ποσειδωνίας από την Ισπανία έως την Κύπρο, βρέθηκαν σ’ένα σημείο μεταξύ των νησιών Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας, όπου το γενετικό υλικό δε διέφερε μεταξύ δύο δειγμάτων που απείχαν μεταξύ τους αρκετά χιλιόμετρα. Διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις, όπως ότι οι δύο πληθυσμοί γεννήθηκαν από ανασυνδυασμό έπειτα από εγγενή αναπαραγωγή που τυχαία οδήγησε στον ίδιο γονότυπο, ότι εξαπλώθηκαν από θραύσματα ριζώματος, ότι εξαπλώθηκαν με κλωνική ανάπτυξη του ριζώματος ή ότι εξαπλώθηκαν και από κλωνική ανάπτυξη και από θραύσματα ριζώματος. Η πρώτη είναι κάτι σχεδόν αδύνατο, η δεύτερη πολύ δύσκολο, η Τρίτη το πιο πιθανό και η τέταρτη αρκετά απίθανο. Εφόσον ήταν πολύ δύσκολο να εξαπλωθεί ένα φυτό τόσο πολύ χάρη στα θραύσματα ριζώματος, τα οποία θά’πρεπε να έχουν μεγάλο ποσοστό επιβίωσης και να διασκορπίζονται ομοιόμορφα, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κύριος μηχανισμός εξάπλωσης ήταν η κλωνική ανάπτυξη, δηλαδή η εξάπλωση του φυτού απλώς με την ανάπτυξη του ριζώματος. Μοντελοποιώντας την ανάπτυξη του φυτού, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κλώνος θα πρέπει να έχει ηλικία μεταξύ 80.000 και 200.000 ετών. Το πρόβλημα είναι ότι μεταξύ 80.000 και 10.000 χρόνων πριν η Γη περνούσε την τελευταία παγετώδη εποχή, και το σημείο εκεινο της θάλασσας ήταν ξηρά. Οπότε, υποθέτουν οι επιστήμονες, ο κλώνος αυτός, ο οποίος πιθανότατα διαχωρίστηκε κατά την πτώση του επιπέδου της θάλασσας και επανενώθηκε αργότερα, ίσως να είναι ακόμα παλαιότερος. Οπότε η ποσειδωνία κατέχει το ρεκόρ του μακροβιότερου οργανισμού στη γη. Στη μελέτη αυτήν επίσης ταυτοποιήθηκαν κι άλλες εκτεταμένες κλωνικές αποικίες, κάποιες έκτασης 15 χιλιομέτρων, οι οποίες ίσως έχουν παρόμοια ηλικία.

Παρά τη μακροζωία και την πλαστικότητά της όμως, η ποσειδωνία απειλείται σοβαρά από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υπερθέρμανση του πλανήτη ΄ίσως να την απειλεί, αλά δεν έχω βρει επιπλέον πληροφορίες γι’αυτό, και αμφιβάλλω για την αλήθεια τους. Επιβεβαιωμένες απειλές είναι ωστόσο η εναπόθεση ιζημάτων, ο ευτροφισμός και ο ανταγωνισμός με φύκια. Τα δίχτυα βυθού, καθώς και διάφορες υποδομές στις ακτές όπως λιμάνια και ξενοδοχεία, οδηγούν σε ανατάραξη των ιζημάτων ή εναπόθεση νέων, τα οποία διαταράσσουν την ανάπτυξη του φυτού, και θολώνοντας το νερό εμποδίζοντας έτσι τη φωτοσύνθεση, και σκεπάζοντας το φύλλωμα. Αν και τα κάθετα ριζώματα και τα όρθια φύλλα του φυτού το προστατεύουν από την υπερβολική εναπόθεση ιζημάτων, η συνεχής υπερβολική εναπόθεση είναι αφύσικη κατάσταση και το φυτό δε μπορεί να την αντιμετωπίσει. Με τον ευτροφισμό από λιπάσματα ή λύματα, έχουμε υπερανάπτυξη των φυκών εις βάρος της ποσειδωνίας, η οποία έχει εξελιχθεί για πιο ολιγοτροφικό περιβάλλον, δε μπορεί να διαχειριστεί αυτήν την υπεραφθονία και πεθαίνει, ενώ τα φύκια μεγαλώνουν υπερβολικά. Για κάποιον λόγο, οι πρωτόγονοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί όπως τα φύκια και τα κυανοβακτήρια αναπτύσσονται εξωφρενικά με αυξήσεις στα θρεπτικά συστατικά, ενώ πιο εξελιγμένα φυτά προσαρμοσμένα για φτωχά περιβάλλοντα απλώς καίγονται. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα μεγαλώνει η πράσινη γλίτσα στο νερό με σαπισμένα υλικά, ενώ ένα σαρκοφάγο φυτό ή ένα επίφυτο καίγονται αμέσως, ακόμα και με λίγο παραπάνω λίπασμα. Η ποσειδωνία επίσης θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί με το φύκι Caulerpa taxifolia, ένα επεκτατικό είδος στη Μεσόγειο που προήλθε από μια ανθεκτική ποικιλία των ενυδρείων, η οποία προέρχεται από κλώνο της Αυστραλίας, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, ιδίως σε ευτροφικό περιβάλλον, όντας επίσης τοξικό. Από την άλλη ωστόσο το φύκι αυτό ίσως να βοηθά την ποσειδωνία μακροπρόθεσμα, αφού απορροφά γρήγορα τα επιπλέον θρεπτικά συστατικα΄και τους ρύπους απ’το νερό. Εξαιτίας της ευαισθησίας της στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, η ποσειδωνία χρησιμεύει ως δείκτης περιβαλλοντικής υγείας, οπότε μετρώνται διάφορες μεταβλητές του φυτού (κατανομή στο χώρο, μορφολογία βλάστησης, βάθος ανάπτυξης, κλπ) για να διαπιστωθεί η γενική υγεία του οικοσυστήματος. Παρά τις απειλές και τη μείωση του πληθυσμού της εντούτοις, η ποσειδωνία δεν απειλείται ακόμα τόσο σοβαρά ώστε να συμπεριληφθεί στα απειλούμενα είδη, γι’αυτό και το IUCN την κατατάσει στη βαθμίδα ελαχίστης ανησυχίας.

Τα θαλάσσια χόρτα δε χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο τόσο όσο τα φύκια, διότι είναι σκληρά, αποσυντίθενται δύσκολα και θρεπτικά είναι φτωχά. Δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ως τροφή ή ζωοτροφή, ενώ η χρήση τους ως λίπασμα είναι περιορισμένη. Έχουν χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα για αμμώδη εδάφη στη Μεσόγειο, όπως στο Ria de Aveira της Πορτογαλίας, όπου χρησιμοποιούνται ακόμα. Καλύπτουν το αμμώδες χώμα ώστε να μη διαβρώνεται και η υγρασία να διατηρείται, και σαπίζουν αργά. Σε πολλές χώρες ωστόσο σήμερα, όπως στην Ιταλία, η αφαίρεση φυτικού υλικού από την παραλία είναι παράνομη, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Είχαν επίσης χρησιμοποιηθει ως γέμισμα για τα στρώματα των στρατιωτών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Γάλλους. Σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως για την κατασκευή επίπλων και ψαθών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες αν είναι κατάλληλα για να τα φάνε τα ζώα όπως κάποια φύκια. Το γένος Ruppia παράγει οξαλικό οξύ για άμυνα κατά των εχθρών, αλλά για τα υπόλοιπα δεν έχω διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Κατασκευάζονται ωστόσο παιχνίδια για κουνέλια από θαλάσσιο χόρτο για να μασάνε και να παίζουν, οπότε είναι ασφαλές.

Τα φυτά της φωτογραφίας τα βρήκα στο εξοχικό του πατέρα μου, στη Γερακινή Χαλκιδικής, αν και μπορούν να βρεθούν σχεδόν σε κάθε παραλία. Τα βρήκα σε βάθος 1,5 μέτρων και λίγο πιο βαθιά, και αυτά της φωτογραφίας ήταν θραύσματα κατακόρυφων ριζωμάτων που είχαν σπρωχθεί απ’το κύμα πιο μπροστά, και πολλά είχαν ήδη ριζώσει κάτω στην άμμο, ενώ το φύλλο τέρμα δεξιά, το οποίο έχω κόψει στη μέση για να φαίνονται και οι δύο επιφάνειές του, ήταν από την επιφάνεια. Πιο βαθιά στην ακτή υπάρχουν μερικές αποικίες αυτού του χόρτου. Τα ριζώματα αυτά, αν προσέξετε, έχουν βολβώδες σχήμα, και από τη μέση τους στέλνουν νέα λεπτά οριζόντια ριζώματα. Το στενό κάτω μέρος ήταν το σημείο σύνδεσης με το υπόλοιπο ρίζωμα. Στην κορυφή είναι όλα τα φύλλα, τα οποία σ’αυτά είναι κοντά. Το φυλλοφόρο μέρος έσπαγε εύκολα απ’τα ριζώματα, αλλά τα ριζώματα κόβονταν πολύ δύσκολα, για΄τι ήταν πολύ σκληρά και συμπαγή, ίσως για να μένουν κάτω στον πυθμένα. Με το νύχι ωστόσο αν τα χαράζεις σιγά-σιγά μπορείς να τα κόψεις. Το εσωτερικό μυρίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσινό και χόρτο, ενώ τα φύλλα μυρίζουν πιο πολύ σαν χόρτα, όπως το γκαζόν.

«Ε, Περιπλανώμενο πώς σε λένε, τότε τα φύκια τι είναι; Μας χάλασες την κοσμοθεωρία!» Φύκια ή φύκη πιο επιστημονικά είναι μια ετερογενής ομάδα φωτοσυνθετικών οργανισμών που δεν είναι εμβρυόφυτα, δηλαδή βρύα ή αγγειώδη φυτά. Ο όρος φύκη καλύπτει όλους τους οργανισμούς της ομάδας, ενώ φύκια συνήθως αποκαλούνται τα μακροσκοπικά, αν κι όχι απαραίτητα πολυκύτταρα, είδη. Η Caulerpa (καυλέρπη – έρπει με τον καυλό/βλαστό) για παράδειγμα, που μοιάζει με κανονικό φυτό με φύλλα και απλώνεται για πολλά μέτρα, είναι στην πραγματικότητα ένας γιγάντιος μονοκύτταρος οργανισμός. Το κύτταρο βέβαια είναι πολυπύρηνο, δεν είναι δυνατό να έχει όλο αυτό το φύκος μόνο έναν πυρήνα! Τα φύκη είναι πολυφυλετική ομάδα με μέλη διαφόρων κλάδων του δέντρου της ζωής, είναι δηλαδή περισότερο περιγραφικός όρος παρά ταξινομική ομάδα. Τα πράσινα και κόκκινα φύκη για παράδειγμα ανήκουν στα αρχεπλαστίδια, μαζί με τα γνήσια φυτά, και κάποια απ’αυτά ήταν οι πρόγονοι των τελευταιών. Οι οργανισμοί αυτοί λέγονται έτσι, επειδή ο μονοκύτταρος πρόγονός τους κάποτε ήταν ο πρώτος ευκαρυωτικός οργανισμός που συνέλαβε ένα κυανοβακτήριο, το οποίο συμβίωσε με το κύτταρο κι έγινε χλωροπλάστης του. Άλλα φύκη, όπως τα καφέ φύκη, ανήκουν στα χρωμοκυψελιδωτά, τα οποία έλαβαν το χλωροπλάστη δευτερογενώς, υποτάσσοντας ένα ευκαρυωτικό αρχεπλαστίδιο, το οποίο στη συνέχεια απλοποιήθηκε σε χλωροπλάστη. Αυτή είναι η περίπλοκη ιστορία των φυκών της θάλασσας. Όσο για τα άλλα με τα ταινιώδη φύλλα, συγγενεύουν περισσότερο με το καλαμπόκι, παρά με τους υπόλοιπους θαλάσσιους φωτοσυνθέτες, Είναι θαλασσινά χόρτα δηλαδή,όχι φύκια.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το θαλάσσιο χόρτο
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία ως δείκτη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ποσειδωνία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Caulerpa taxifolia
συνέπειες της ακραίας μακροζωίας σε κλωνικούς οργανισμούς: χιλιετείς κλώνοι του απειλούμενου θαλάσσιου χόρτου Posidonia oceanica

Advertisements

Αφήνω λίγο κατά μέρος τις δημοσιεύσεις για το ξεσκέπασμα της Εκκλησίας κι ασχολούμαι για λίγο με τα φυτά, τα οποία έχω παραμελήσει. Όπως λοιπόν και με το τελευταίο μου άρθρο για τα φυτά, εκείνο για την αναγνώριση
Μιας φτέρης,
Όπου σημειωτέον ότι κανείς δε μου αναγνώρισε το είδος ως τώρα, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ένα άγνωστό μου είδος που χρειάζεται αναγνώριση. Το συγκεκριμένο είναι ένα κρινοειδές κονδυλώδες μονοκοτυλήδονο που καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα τουλάχιστον.

Το συγκεκριμένο φυτό της φωτογραφίας είναι του πατέρα μου, το οποίο ήταν πριν κάποια χρόνια στην κατοχή μου, προερχόμενο από έναν κονδυλίσκο μιας συστάδας τέτοιων φυτών στο έκτο γυμνάσιο Θεσσαλονίκης οπου φοιτούσα τότε, κλεμμένο όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου το 2006, δηλαδή ηλικίας περίπου 7 ετών. Σήμερα η συστάδα αυτή δεν υπάρχει. Ο κονδυλίσκος, μολονότι είχε λιγοστές ρίζες και μήκος περίπου ενάμισι εκατοστού με τρία λεπτά φύλλα, τα οποία θυμάμαι πως είχα κόψει για να περιοριστεί η διαπνοή, αλλά παρόλα αυτά επιβίωσε και μεγάλωσε. Αφού είχα το φυτό σε μια βαθιά γλάστρα για 2 χρόνια περίπου, τό’δωσα στον πατέρα μου διότι ήθελα να διαθέσω το χώρο σ’άλλα είδη. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε ηλικία ανθοφορίας, γιατί τότε σίγουρα δε θα του το έδινα ολόκληρο. Άνθισε μετά από μια χρονιά στον πατέρα μου, δηλαδή στα 4 του χρόνια. Εκεί ήταν για τα υπόλοιπα χρόνια σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα, όπου είχε κατεβάσει ρίζες κι αποκτήσει το φυσικό του ύψος. Πέρσι το κυπαρισσάκι που βρισκόταν στην ίδια ζαρντινιέρα μεταφυτεύθηκε σε κανονική κυλινδρική γλάστρα, και μαζί μετακινήθηκε κι αυτό σε μια σχετικά πλατιά και ρηχή, όπου έγινε κοντότερο, αλλά όπως φάνηκε φέτος ανθοφορεί κανονικά. Το φυτό αυτό τό’χω συναντήσει πολλές φορές, κυρίως στο έδαφος. Δε γνωρίζω αν υπάρχουν ποικιλίες του είδους, γνωρίζω μόνο για το συγκεκριμένο πως ανθίζει με λευκά άνθη.

Είναι κονδυλώδες φυτό, όχι
Βολβώδες.
Το υπόγειιο τμήμα του βλαστού είναι κυλινδρικός και συμ[παγής σκούρος καφέ κόνδυλος (μήπως πρωτοβολβός;), στα 10 εκατοστά το πολύ, απ’όπου προέρχονται μακριές και σκληρές ρίζες – μερικές απ’αυτές φτάνουν και τα 40 εκατοστά όπως είδα απ’το δικό μου φυτό που μεταφύτευσα. Ο κόνδυλος είναι σχεδόν παράλληλος με το έδαφος, όχι κάθετος, κι έτσι το υπέργειο μέρος εκφύεται με μια γωνία. Οι κόνδυλοι με στολώνια παράγουν νέους δίπλα τους, οδηγώντας στο τέλος στη δημιουργία συστάδας αυτού του φυτού. Πάνω απ’τον κόνδυλο ο βλαστός είναι πεπλατυσμένος, στο υπόγειο μέρος που δεν εκτίθεται στο φως λευκός, στο υπέργειο ανοιχτοπράσινος, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα, που με κοντινή εξέταση είναι εναλλάξ όπως στα περισσότερα μονοκοτυλήδονα, αλλά φαίνονται στην ίδια ευθεία γιατί προσανατολίζονται στο ίδιο επίπεδο, σαν μια μεγάλη παλάμη. Κι άλλα παρόμοιας οικολογίας μονοκοτυλήδονα έχουν αυτήν ή παρόμοια διάταξη, π.χ. ο νάρκισσος. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται μικροσκοπικά στο κέντρο αυτής της παλάμης, κι επιμηκύνονται έπειτα γρήγορα. Τα φύλλα είναι μακριά, ινώδη, ανοιχτοπράσινα, αν και σκουρότερα απ’το υπέργειο τμήμα του βλαστού, δερματώδη και σκληρά, λεία με έντονες παράλληλες γραμμώσεις, λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, και στη βάση τους είναι σκληρότερα και κοίλα αν κάποιος τα κόψει και τα’ανοίξει, πολύ λιγότερο απ’αυτά του
Κρεμμυδιού
όμως. Υπολογίζω το ύψος του φυτού στα 20-60 εκατοστά. Όπως είπα και παραπάνω, δε γνωρίζω για άλλες ποικιλίες, αλλά η συγκεκριμένη μορφή βγάζει τέτοια εποχή κάθε άνοιξη έναν ισχυρό βλαστό απ’τη μέση της παλάμης με τρία ωοειδή μπουμπούκια αρκετά πάνω απ’τα φύλλα, που ανοίγουν για περίπου δυο μέρες το καθένα. Τα άνθη είναι κρινοειδή όπως σ’όλα τα κρίνα και τους μονοκοτυλήδονους βολβούς, με 6 τέπαλα (μη διακριτά σέπαλα από πέταλα), λευκά, τριγωνικά, και στα ανοιχτά άνθη γυρισμένα προς τα πίσω, 6 στήμονες κι έναν τριπλό στύλο στη μέση. Κατά τα’άλλα το άνθος έχει μικρό κάλυκα, απ’όπου τα τέπαλα βγαίνουν συνενωμένα σ’ένα σωλήνα κι ανοίγουν λίγο πιο πάνω. Συνήθως κόβουμε τον ανθοφόρο βλαστό μετά τη μάρανσή των ανθέων, γι’αυτό δεν ξέρω για τις κάψες και τους σπόρους. Το χειμώνα, στο κλίμα της Θεσσαλονίκης, μερικά φύλλα ξεραίνονται, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα ξεραίνεται όλο το υπέργειο μέρος. Φύλλα μπορεί επίσης να ξεραθούν κατά την ανάπτυξη του φυτού. Αποξηραμένα τα φύλλα μένουν αρκετό καιρό στο φυτό, μιας και είναι ινώδη και ισχυρά. Όσον αφορά την καλλιέργεια, έχω συναντήσει το φυτό σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε αργιλώδες κοκκινόχωμα ή συμπιεσμένο χώμα, στον ήλιο και στη σκιά, αν και στη σκιά τα φύλλα γίνονται πιο λεπτά και γυρίζουν προς το φως. Πολαπλασιάζεται με διαίρεση της συστάδας όπως θά’χεται καταλάβει. Παραμελημένο αναπτύσσεται κανονικότατα, μιας και τό’χω συναντήσει και σε εγκαταλελειμμένα σπίτια για χρόνια. Στον πατέρα μου το φυτό είχε προσβληθεί μια άνοιξη από αφίδες του γειτονικού κυπαρισσιού, αλλ’ήταν λίγες και αντιμετωπίστηκαν εύκολα.

Τι φυτό θα μπορούσε να’ναι αυτό; Κρίνος δεν είναι, γιατί έχει τη συγκεκριμένη διάταξη φύλλων. Ημεροκαλλίς (γένος hemerocallis) δεν είναι όπως νόμιζα, γιατί εκεί η διάταξη των φύλλων περιγράφεται ως δύο αντίθετες παλάμες, κι επίσης έως τώρα δεν έχει δημιουργηθεί εντελώς λευκή ποικιλία. Ασφόδελος δεν είναι, γιατί τότε θά’πρεπε να είχε ταξιανθία διακλαδιστή. Τι μπορεί να’ναι; Όποιος γνωρίζει παρακαλώ να κάνει σχόλιο.

Αλόη μεγάλης ηλικίας στο σπίτι του πατέρα μου. Τη μεγαλύτερη παραφυάδα μπροστά την έκοψα λίγο αργότερα για να τη φυτέψω στη δική μου συλλογή.

Παντού θ’ακούσουμε – στις διαφημίσεις στην τηλεόραση, σε διαδικτυακές σελίδες, σε καταστήματα καλλυντικών, από άλλους -, για το ένα ή το άλλο σαμπουάν, αφρόλουτρο, ενυδατική κρέμα, αφρό ξυρίσματος, σαπούνι, ή άλλο προϊόν που περιέχει μέσα εκχύλισμα Aloe vera ή κάτι παραπλήσιο, κι ότι το συστατικό αυτό βοηθά πολύ στην ενυδάτωση του δέρματος, στη σύσφιξή του κ.ά. Ας πούμε πως το πρόσωπο το σφίγγει, και κάνει μια πενηντάρα να φαίνεται τριαντάρα κ.ά. Είναι φανερό ότι όλη αυτή η διαφήμιση κι ο υπερτονισμός των ιδιοτήτων αυτού του συστατικού απηχεί στον κόσμο που φοβάται τα πολλά συνθετικά/χημικά προϊόντα που μπήκαν ξαφνικά στη ζωή του, και θεωρεί πως το φυσικό προΪόν είναι σαφώς καλύτερο, υγιεινότερο, και, ας μην ξεχάσουμε, ασφαλέστερο, κι έτσι το αγοράζει αμέσως. Καλύτερα όμως να περνούμε τους ισχυρισμούς κάθε εταιρείας για φυσικά προϊόντα που παρουσιάζονται ως πανάκιες ή ως εντελώς ακίνδυνα, συνάμα όμως θαυματουργά, από αυστηρή εξέταση, γιατί συνήθως δεν είναι τίποτα απ’τα δυο. Και η αλόη δεν είναι εξαίρεση. Εδώ θά’πρεπε κάποιος άλλος αρμόδιος, όπως ο Zyklon b, να συνεχίσει για το ανούσιο του διαχωρισμού φυσικών και χημικών, εγώ όμως θα συνεχίσω με παρουσίαση του ίδιου του φυτού.

Η πασίγνωστη αλόη λοιπόν είναι ένα μονοκοτυλήδονο παχύφυτο της Αφρικής, προσαρμοσμένο να ζει σε ξηρές έως ερημικές συνθήκες. Το γένος της Aloe ανήκει στην τάξη των ασπαραγωδών, στην οικογένεια των ξανθορροΪδών και συγκεκριμένα στην υποοικογένεια των ασφοδελοειδών, υποοικογένεια που περιλαμβάνει και τους ασφόδελους του Άδη, αλλά κι άλλα φυτά με ζελατινώδες εσωτερικό φυλλώματος. Το γένος περιλαμβάνει πε΄ριπου 150 είδη, άλλα χαμηλά κι άλλα σχεδόν δενδρώδη, εκ των οποίων τώρα μας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο, πλέον γνωστό και διαδεδομένο είδος αλόη η γνησία (Aloe vera). Παραδόξως η μεγάλη εξάπλωσή του και η εξίσου μακρά ιστορία χρήσης του δυσκολευει τους επιστήμονες να βρουν τις απαρχές του.

Κοιτίδα του πιθανολογείται η Βόρεια Αφρική, διότι και στις δύο βόρειες άκρες της Σαχάρας, αλλά και στα νότια της Αραβικής Χερσονήσου συναντώνται συγγενικά είδη. Όπως φαίνεται όμως, πραγματικά άγριοι πληθυσμοί γνήσιας αλόης δεν υπάρχουν. Σ’αυτήν την περίπτωση, το είδος μάλλον προήλθε από υβριδισμό δύο πολυ συγγενικών ειδών κάποτε στους αρχαίους χρόνους. Σήμερα, λογω ανθρώπινης δραστηριότητας, το φυτό μπορεί να βρεθεί άγριο στη Βόρεια Αφρική, στην Αραβία, στη Νότια Ευρώπη, στην Ινδία, στην Αυστραλία, στα νησιά της Καραϊβικής και στη Βόρεια Αμερική, σε κατάλληλα θερμά και ξηρά κλίματα με ήπιους χειμώνες. Κατά καιρούς έχει πάρει διάφορα επιστημονικά ονόματα που δεν αντανακλούν την πραγματική προέλευσή του όπως Aloe indica (ινδική αλόη), A. barbadensis (αλόη των Μπαρμπάντος) κ.ά., ωστόσο το A. vera παραμένει σήμερα σε ευρεία χρήση λόγω προτεραιότητας. Συνήθως στην ταξινομική το όνομα που αναγνωριζεται περισσότερο είναι το παλαιότερο έγκυρο όνομα για το κάθε είδος.

Το φυτό στη φύση φύεται σε ανοιχτά χέρσα μέρη ή πλαγιές με αμμώδη ή πετρώδη εδάφη και ξηρό κλίμα. Είναι από τις χαμηλές αλόες φτάνοντας σε ύψος τα 60-100 εκ. με κοντό, σχεδόν αφανή σε φυτά μικρής ηλικίας κορμό και ρόδακα μακριών, όρθιων, σαρκωδών, σκληρών φύλλων με οξεία άκρη και αραιές ακανθώδεις οδοντώσεις στην περιφέρειά τους. Τα φύλλα είναι συνήθως πράσινα ή γκριζοπράσινα, αλλά υπάρχουν και άτομα που φέρουν λευκές κηλίδες ή σχέδια, τα οποία ταξινομούνται μερικές φορές στην άκυρη ποικιλία A. vera var. chinensis (κινέζικη), που όμως δεν υπάρχει διότι αυτή η χρωματική ποικιλομορφία δεν εμφανίζεται σταθερά, κι υπάρχουν φυτά με μεγάλη διαβάθμιση στην εμφάνισή της. Το φυτό έχει ρηχό ριζικό σύστημα με σαρκώδης ρίζες και παράγει πολλές παραφυάδες σε κοντούς ριζωματώδεις βλαστούς υπόγεια από τον κορμό, οι οποίες εμφανίζονται γύρω του. Όπως και τα
γιούκα,
οι αλόες και μερικά ακόμα γένη μονοκοτυλήδονων έχουν δυνατότητα κατά πάχος αύξησης του βλαστού, κάτι ανάλογο της ξυλώδους ανάπτυξης των συμβατικών ξυλωδών φυτών. Την άνοιξη σε φυτά μεγαλύτερης ηλικίας εμφανίζεται μία ταξιανθία στο κέντρο πάνω σε ψηλό στέλεχος ύψους ενός μ. με πολλά, σωληνωτά κίτρινα άνθη διαμέτρου 2-3 εκ.

Το χρησιμοποιούμενο μέρος είναι τα φύλλα του φυτού. Αυτά όπως είπα είναι πολύ χοντρά και σαρκώδη. Αποτελούνται από ένα ινώδες περίβλημα με την επιδερμίδα εξωτερικά, τους αγγειακούς ιστούς, κ.ά. όπως όλα τα φυτά, εσωτερικά όμως το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνεται από μια παχύρρευστη προς ζελατινώδη ουσία (γέλη ή ζελέ), που δεσμεύει το νερό εμποδίζοντας την εξάτμισή του, με κύριους πηκτικούς παράγοντες διάφορους υδατάνθρακες. Εδώ έγκεινται όλες οι υποτιθέμενες θαυματουργές χρήσεις του φυτού. Μια άλλη ουσία λιγότερο γνωστή με φαρμακευτική χρήση είναι η αλοΐνη, μια ανθρακινόνη που βρίσκεται στο καφεκίτρινο γάλα του ινώδους περιβλήματος του φύλλου, που έχει πικρή γεύση και καθαρτικές ιδιότητες. Όταν καταναλώνεται, αυξάνει την περισταλτική κίνηση του πεπτικού σωλήνα και μειώνει συγχρόνως την απορρόφηση του νερού απ’το παχύ έντερο. Σε μεγάλες δόσεις προκαλεί κράμπες του πεπτικού συστήματος με κοιλόπονο και διάρροια, και μπορεί να θεωρηθεί τοξική. Χρησιμοποιείται σε μικρές ποσότητες για πικρή γεύση σε διάφορα αναψυκτικά ή αλκοολούχα, και σε μεγαλύτερες σε σκευάσματα κατά της δυσκοιλιότητας. Στην Αμερική ωστόσο ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων την κατέταξε το 2002 ως αμφίβολα ασφαλή, και πλέον έχει αφαιρεθεί από πολλά προΪόντα εκεί. Για το ζελέ της αλόης ωστόσο τα πράγματα είναι πιο αμφίβολα.

Ο ζελές της αλόης έχει χρησιμοποιηθει ανακουφιστικά εδώ και αιώνες για μικρά εγκαύματα, κοψίματα και τσιμπήματα εντόμων. Ήταν γνωστός στους Αρχαίους Έλληνες, στους Αιγυπτίους, στους Μεσανατολίτες, στους Ινδούς και στους Ρωμαίους. Η επιστημονική έρευνα ωστόσο μας δίνει αμφίβολα αποτελέσματα. Κάποιες μελέτες υποστηρίζουν την επουλωτική ιδιότητα του ζελέ της αλόης, άλλες όμως αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι πληγές στις οποίες τοποθετήθηκε ζελές αλόης επουλώθηκαν βραδύτερα απ’αυτές που θεραπεύθηκαν με συμβατικά μέσα. Παρόλα αυτά οι πλειονότητα των μελετών υποστηρίζουν τη θεραπευτική ικανότητα της αλόης τουλάχιστον για μικρές εκδορές, τσιμπήματα εντόμων και τοπικά εγκαύματα πρώτου ή δευτέρου βαθμού, ενώ ίσως έχει καταπραϋντική δράση κατά της ψωρίασης και μικρών κύστεων. Αντίθετα άλλου είδους βλάβες όπως εγκαύματα από την ηλιακή ακτινοβολία δε φαίνεται να βελτιώνονται από την αλόη. Ο κύριος θεραπευτικός μηχανισμός είναι μάλλον η μονωτική ικανότητα του ζελέ, ο οποίος ενυδατώνει την περιοχή της πληγής και την προστατεύει από περαιτέρω είσοδο μικροοργανισμών. Έρευνα επίσης γίνεται για την εύρεση αντιβακτηριακών ιδιοτήτων στο ζελέ της αλόης. Ως τώρα έχει αποδειχθεί ότι ο ζελές της αλόης δρα κατασταλτικά κατά των βακτηρίων των γενών Streptococcus και Shigella σε εργαστηριακές συνθήκες, όχι όμως κατά αυτών του γένους Xanthomonas. Επιπλέον διενεργούνται πρώιμες έρευνες για την αναζήτηση ιδιοτήτων της αλόης κατά του αυξημένου σακχάρου στο αίμα, κατά της χοληστερίνης και υπέρ της ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος εναντίον καρκινικών κυττάρων.

Η αλόη, με τα μεγάλα γκριζοπράσινα όρθια κι άκαμπτα φύλλα της και την πυκνή της εμφάνιση, έχει αναμφίβολα και καλλωπιστική αξία. Η καλλιέργειά της είναι πανεύκολη κι ακόμα κι αν παραμεληθεί θα επιβιώσει. Συνήθως καλλιεργείται σε γλάστρες ώστε οι συνθήκες της να ελέγχονται καλύτερα και το φυτό να μπορεί να μετακινηθεί αν χρειαστεί. Μπορεί ωστόσο να καλλιεργηθεί και στο έδαφος στις νότιες περιοχές της χώρας, με προσοχή και πιο πάνω, και φυσικά στα τροπικά ξηρά κλίματα. Ως φυτό με σχετικά ρηχό ριζικό σύστημα, χρειάζεται γλάστρα περισσότερο ρηχή και πλατιά παρά ψηλή με αμμώδες, ουδέτερο ή αλκαλικό και άριστα αποστραγγιζόμενο έδαφος. Ευδοκιμεί καλύτερα σε θέση ηλιόλουστη και ζεστή. Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται όπως στα περισσότερα παχύφυτα, δηλαδή κατά την περίοδο ανάπτυξης το φυτό να ποτίζεται καλά και μετά πάλι αφού το χώμα έχει στεγνώσει σε βάθος. Μπορεί να επιβιώσει βδομάδες χωρίς νερό σε ακραίες καταστάσεις. Το χειμώνα θα χρειαστεί λίγο ή και καθόλου πότισμα, μιας και τότε δεν αναπτύσσεται, κι επίσης γιατί τότε θα είναι πιο ευάλωτο στη σήψη και στις βλάβες από την παγωνιά. Το φυτό αντέχει ελαφριές παγωνιές έως και -5 βαθμούς για μικρό χρονικό διάστημα, αρκεί το έδαφός του να παραμένει ξηρό. Σε ψυχρότερα κλίματα θα χρειαστεί μετακίνηση σε δροσερή προστατευμένη θέση. Κατά την περίοδο ανάπτυξης θα χρειαστεί αραιές λιπάνσεις με ισορροπημένο ή χαμηλότερο σε άζωτο λίπασμα. Σπανιότατα μπορεί να προσβληθεί από αφίδες, τετράνυχο, αλευρώδεις ή κοκκοειδή, που μπορούν όμως ν’αντιμετωπιστούν γρήγορα με κάποιο χημικό ή με οικιακό σκεύασμα. Με τον καιρο το φυτό θα γίνει πυκνό με πολλές παραφυάδες. Τότε μπορεί είτε να διαιρεθεί είτε να μεταφυτευθεί σε μεγαλύτερη γλάστρα. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο, αλλά συνήθως γίνεται με παραφυάδες για ευκολία. Μία παραφυάδα, προτιμοτερα μία μεγαλύτερη με λίγα ψηλότερα φύλλα, κόβεται από τη βάση της κοντά στον κορμό κάτω από τη γη και φυτεύεται σε παρόμοιο έδαφος σε ξεχωριστό δοχείο. Είναι σημαντικό να μην ποτίζεται υπερβολικά μέχρι ν’αρχίσει την ανάπτυξη γιατί τότε διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο σήψης, ούτε να βρίσκεται στον ήλιο ή σε ακραίες συνθήκες. Δεν είναι αναγκαίο νά’χει δικές τις ρίζες, μιας και θα κάνει ριζικό σύστημα από μόνη της. Τα φύλλα του φυτού μπορούν να συλλεγούν οποτεδήποτε, με προτιμότερα τα κατώτερα, παλαιότερα και μεγαλύτερα.

Απομυθοποιήθηκε λοιπόν και η αλόη. Δεν είναι πανάκεια. Δεν είναι θαυματουργό βότανο που μπορεί να διώξει ό,τι ατέλεια υπάρχει στο δέρμα και να το κάνει και πάλι νεανικό. Έχει ίσως κάποιες περιορισμένες φαρμακευτικές ιδιότητες, αλλά βέβαια όχι τις δραστικές επιδράσεις όπως διαφημίζεται.

Κύριες πηγές:
άρθρο της Βικιπαίδειας για την αλόη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την αλόη
οι θεραπευτικές ιδιότητες της αλόης
Σημείωση: Στο τελευταίο άρθρο αναφέρονται πολλές ουσίες που περιέχονται στην αλόη σε μικροποσότητες. Είναι σχεδον απίθανο ότι μπορούν να δράσουν στον ανθρώπινο οργανισμό στην ποσότητα που υπάρχουν και με τον τρόπο που συνήθως χορηγείται η αλόη.

Ενημέρωση 22/6/2013: Η αλόη μου έχει μεγαλώσει κάπως από τότε που την πήρα. Αυτή του πατέρα μου άνθισε για πρώτη της φορά το Μάιο για μερικές βδομάδες. Αφού αναπτύχθηκε ένας ψηλός βλαστός με λίγα βράκτια και μια μικρότερη διακλάδωση, με τα μπουμπούκια των ταξιανθιών συμπιεσμένα στις κορυφές, οι ποδίσκοι των μπουμπουκιών άρχισαν να επιμηκύνονται και η ταξιανθίες άνοιξαν κάπως. Τα άνθη μάλλον άνοιγαν το βράδυ, γι’αυτό δεν πρόλαβα κανένα. Το μόνο που πρόλαβα ήταν τα κίτρινα μπουμπούκια έτοιμα ν’ανοίξουν. Παραδόξως δε γονιμοποιήθηκε κανένα άνθος, αλλά όλα έπεφταν την επόμενη μέρα. Η ανθοφορία ξεκίνησε από τη βάση της ταξιανθίας και προχωρούσε προς την κορυφή. Η φωτογραφία τραβήχτηκε προς το τέλος του Μαΐου, σχεδόν στο τέλος της ανθοφορίας. Τώρα ο ανθοφόρος βλαστός έχει ξεραθεί, και είναι κούφιος στο εσωτερικό.

Ενημέρωση 24/1/2016: Η αλόη μου έχει μεγαλώσει αρκετά, με πλατιά, παχιά φύλλα. Αυτή του πατέρα μου ανθίζει κάθε χρόνο από τότε. Δεν ξέρω αν ο ζελές είναι φαρμακευτικός, πάντως σίγουρα βοηθά στην άμυνα κατά των εχθρών. Πριν δυο χρόνια, ένα κουνελάκι της κουνέλας μου πλησίασε την αλόη για να την φάει. Αφού μασούλησε λίγο την άκρη ενός φύλλου, ξαφνικά άρχισε να ρέει ζελές κι αυτό έφυγε πίσω. Ήταν πολύ αστείο! Το ίδιο έπαθε και η κουνέλα μετά από λίγες μέρες. Οπότε ο κολλώδης αυτός ζελές είναι αποτελεσματική άμυνα κατά των μικρών φυτοφάγων. Φέτος πρόκειται να μεταφυτεύσω την αλόη μου, επειδή η γλάστρα της είναι πολύ μικρή πια.

Ενημέρωση 18/10/2015: Το είδος έχει αναγνωριστεί ως Alocasia macrorhiza.

βάσεις φύλλων, ταξιανθία και κορμός

φύλλωμα διπλανού όμοιου φυτού

Το παραπάνω φυτό έχει σίγουρα 6-7 χρόνια που έγινε μέρος της συλλογής του πατέρα μου. Είναι αναμφισβήτητα αροειδές, αλλά τι; Μοιάζει να φέρνει περισσότερο προς τα τρία γένη της αλοκάσιας, της κολοκάσιας ή του καλάντιουμ, όλα με κονδυλώδεις βλαστούς και τεράστια φύλλα. Περισσότερο για το δεύτερο, δηλαδή για κολοκάσια μου φαίνεται, διότι ο «μίσχος» του φύλλου του εισέρχεται από κάτω και πιο μπροστά στο έλασμα του φύλλου, όχι το έλασμα του φύλλου να ακολουθεί το μίσχο όπως στα περισσότερα φυτά. Αυτό τουλάχιστον δίνεται ως διαγνωστικό στοιχείο από διάφορες πηγές. Τι να είναι;

Περιγραφή
Έχει κονδυλώδεις υπόγειους συνήθως βλαστούς, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα και οι ρίζες. Οι κόνδυλοι που θυμάμαι γιατί τους είχα βγάλει ο ίδιος ήταν από παραφυάδες μεσαίου μεγέθους όρθιου μακρόστενου κυλινδρικού σχήματος και πολύ συμπαγείς και σκούροι καφέ. Μπορούν όμως σίγουρα να γίνουν πολύ μεγάλοι, αφού οι υπέργειες βάσεις των μεγάλων φυτών μπορούν να φτάσουν τα περίπου 15 εκατοστά σε διάμετρο. Οι κόνδυλοι βγάζουν δίπλα τους νέους ως παραφυάδες, και σιγά-σιγά δημιουργείται μια συστάδα τέτοιων φυτών. Λόγω μικρότερης ηλικίας από τον πρώτο κόνδυλο, είναι μικρότεροι σε μέγεθος με μικρότερα φύλλα και κοντότερο υπέργειο βλαστό. Ο υπέργειος βλαστός θα είναι πιθανόν συνέχεια του κονδύλου εκτός γης, κι αποκαλύπτεται όσο τα παλαιά φύλλα ξεραίνονται, μπορεί νά’χει εγκάρσιες γραμμές από τα σημεία των παλιών φύλλων, μικρά εξογκώματα, είναι ανοιχτός κα΄φε και συμπαγής. Οι ρίζες προφανώς θα είναι πολλές, κι όσες έχω δει βρίξσκονται κοντά στην επιφάνεια της γλα΄στρας ή βγαίνουν επάνω στους κονδύλους. Είναι σαρκώδεις και μακριές. Οι μεγαλύτερες μπορεί νά’χουν διάμετρο 1,5 και πλέον εκατοστών. Τα φύλλα σε κάθε φυτό είναι λίγα. Συνήθως ένας κόνδυλος διατηρεί τρία φύλλα, ενώ σε συνθήκες με πολύ νερό ενδέχεται να διατηρήσει και τέσσερα. Τα φύλλα είναι μέτρια προς ανοιχτότερα πράσινα, λεία και δερματώδη. Έχουν υπερμεγέθεις, σαρκώδεις κολεούς στη βάση τους, οι οποίοι δημιουργούν κοίλωμα στη μέσα μεριά του φύλλου. Αυτό το κοίλωμα συνεχίζεται μέχρι περίπου τη μέση του φύλλου με λεπτότερα τοιχώματα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της βάσης είναι κυλινδρικό και μισχοειδές. Πιο πάνω το κοίλωμα σταματά και το φύλλο γίνεται κυλινδρικό σαν μίσχος, ώσπου στο τέλος εισέρχεται στο έλασμα λίγο πιο μέσα κι από κάτω. Το έλασμα είναι τριγωνικό προς καρδιοειδές με κάπως στρογγυλεμένες τις δύο κάτω άκρες τους και την κορυφή σχεδδόν οξεία, με δικτυωτή νεύρωση όπως και σε πολλά πλατύφυλλα μονοκοτυλήδονα και κυματιστό συνήθως περιθώριο. Συνήθως, όπως είπα, υπάρχουν τρία φύλλα που είναι εναλλάξ μεταξύ τους. Το πρώτο φύλλο βρίσκεται κάτω, μέσα στον κολεό αυτού βρίσκεται το δεύτερο που κοιτά στην αντίθετη διεύθυνση, και μέσα στον κολεό του δεύτερο είναι το τρίτο, που ξανακοιτά στη διεύθυνση του πρώτου. Το κοίλωμα της βάσης του τρίτου φύλλου γεμίζει από το νεαρο τυλιγμένο φύλλο που φέρει. Το νέο αυτό φύλλο σηκώνεται πρώτα από πάνω, έπειτα γρήγορα ολόκληρο και ξετυλίγεται σαν ρολό, αρχικά τρυφερό και μαλακό, μετά γίνεται πιο δερματώδες όπως τα παλαιότερα. Όσο αναπτύσσονται νέα φύλλα, τα πιο κάτω αρχίζουν να κιτρινίζουν, μαλακώνουν, λυγίζουν, και τελικά ξεραίνονται. Είναι δύσκολα στο κόψιμο γιατί είναι ινώδη. Οι κολεοί των παλιών φύλλων γίνονται σαν χαρτί και μπορεί να καλύπτουν τον κορμό. Ανθοφορία έχω παρατηρήσει δύο φορές: πέρισ και φέτος. Βγαίνει ένας γωνιώδης βλαστός, πάντοτε κοντότερος από τα φύλλα, με την ταξιανθία στην κορυφή. Η ταξιανθία είναι, όπως σ’όλα τα αορειδή, σπάδικας, σαρκώδεις στάχυς δηλαδή με απλοποιημένα άνθη, τυλιγμένος από τη σπάθη, ένα τροποποιημένο βράκτιο φύλλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ταξιανθία είναι περίπου 10-12 εκ., με πράσινη σπάθη και σαρκώδη σπάδικα, όχι εντυπωσιακή. Η σπάθη είναι πιο ανοιχτή στην κορυφή, ενώ σχεδόν εντελώς σφιχτή στο κατώτερο σημείο, κι έχει μια περίσφιξη στη μέση σαν κλεψύδρα. Μου φαίνονται ΄πολα αυτά προσαρμογές για την επικονίαση: Από την πιο ανοιχτή κορυφή θα εισέρχονται τα έντομα, κι όταν κατεβαίνουν κάτω από την περίσφιξη θα δυσκολεύονται να φύγουν, ώστε κινούμενα γρήγορα εκεί μέσα να παίρνουν ή να εναποθέτουν περισσότερη γύρη. Έτσι γίνεται και σ’άλλα αροειδή. Η ταξιανθία μυρίζει από πολύ κοντά σαν ξινίλα ή σκουπίδια, όχι ακριβώς σαν πτώμα όπως σ’άλλα αροειδή, πιθανόν για να προσελκύει μύγες και λοιπά σαπροφάγα έντομα. Επειδή μάλλον λείπουν οι επικονιαστές στην περιοχή μας, δε σχηματίζεται καρπός και η ταξιανθία ξεραίνεται με τη σπάθη μέσα στο καλοκαίρι, οπότε σπάει εύκολα. Το φυτό είναι χυμώδες, αρκετά όμως δευτερόλεπτα μετά το κόψιμο νωπών μερών έχω παρατηρήσει πόνο και ξύσιμο στα χέρια μου, πιθανόν λόγω ραφιδίων (μικροβελονών πυριτικών αλάτων πολλών αροειδών για άμυνα) ή άλλων τοξινών. Ξερά τα φύλλα είναι ακίνδυνα, όμως πάλι πιθανότατα παραμένουν τοξικά και δε θα πρέπει να τα δίνουμε σε κανένα ζώο.

Καλλιέργεια
Χρειάζεται ήλιο ή ημισκιά, ζέστη (ιδανικά 20-30 βαθμούς), τακτικά ποτίσματα και λιπάνσης, και πλούσιο έδαφος. Το έδαφος κατά προτίμηση θα πρέπει να είναι οργανικό,αν κι ο πατέρας μου τα έχει σε μίγμα οργανικού με αργιλώδες χωρίς πρόβλημα. Μπορούν να κάνουν τεράστια φύλλα ακόμα και σε αναλογικά μικρές γλάστρες. Όταν όμως οι παραφυάδες γίνουν πολλές ή μεγαλώσουν κι αυτές, ο χώρος για τις ρίζες θα μιεωθεί και το μέγεθος των φύλλων θα είναι μικρότερο. Τότε είτε χρειάζεται διαίρεση του φυτού είτε μεταφύτευση σε μεγαλύτερη γλάστρα. Τα φυτά των φωτογραφιών έχουν ελαφρώς μικρότερα φύλλα από το κανονικό γι’αυτό το λόγο. Το φυτό δεν αντέχει το κρύο, γι’αυτό θα πρέπει να προστατεύεται. Ο πατέρας μου δοκίμασε τρεις τρόπους προστασίας κι αυτούς έχω να συγκρίνω. Στον πρώτο το φυτό μένει μέσα στο σπίτι για τη διάρκεια του χειμώνα. Τότε συνήθως δε χάνονται φύλλα, ούτε όμως υπάρχει ανάπτυξη. Στο δεύτερο μετακινείται σ’ένα δροσερό και λίγο φωτεινό μέρος, όπως στις σκάλες τις πολυκατοικίας. Εκεί χάνει σταδιακά τα περισσότερα φύλλα, αλλά επανέρχεται την άνοιξη. Στον τρίτο μένει έξω όλο το χειμώνα. Αυτό έγινε φέτος, οπότε νομίζω έπεσε η θερμοκρασία έως και τους -3 -4 (για κέντρο Θεσσαλονίκης), κι ένας άλλλος δυσχερυντικός παράγοντας ήταν οι ισχυροί άνεμοι στο μπαλκόνι του πατέρα μου. Τότε τα φυτά πάγωσαν, τα φύλλα τους μαλάκωσαν κι έπεσαν προς τα κάτω, και την άνοιξη επανήλθαν πιο αργά από το αναμενόμενο, καμία όμως παραφυάδα δεν καταστράφηκε. Πιθανόν δηλαδή τα φυτά αυτά μπορούν να περάσουν ελαφριές παγωνιές, αν κι εγώ δε θα το διακινδύνευα. Το φυτό αυτο αναπτύσσεται γρήγορα, ιδίως το καλοκαίρι. Την άνοιξη όμως αργεί σχετικά μ’άλλα φυτά να επανέλθει, βγάζοντας νέα φύλλα συνήθως τον Απρίλιο και παίροντας την κανονική του μορφή το Μάιο, όπως και η
μπανανιά.
Η μπανανιά μου ουσιαστικά άρχισε να παράγει τα κανονικά της φύλλα από το Μάιο και μετά. Πριν έκανε μικρά, ανοιχτοπράσινα και λεπτά φύλλα.

Ιστορία των φυτών
Πήρα τους δύο πρώτους κονδύλους από φίλη της μάνας μου που μένει στην Αθήνα το 2005. Αυτή έχει αρκετά φυτά σε γλάστρες σε μια κλειστή αυλή, όπου ο ήλιος χτυπάει υπερβολικά, όμως ο αέρας και οι ακρέες θερμοκρασίες δε φτάνουν, ιδανικό δηλαδή μέρος για θερμόφιλα τροπικά είδη. Εκεί συνάντησα αυτό το φυτό, νομίζοντας πως είναι μπανανιά και ζήτησα δύο παραφυάδες. Μην έχοντας και πολλή εμπειρία ακόμα στα φυτά, τις πήρε με ρίζες και ένα φύλλο την καθεμία, γιατί αλλιώς υποτίθεται θα ξεραίνονταν. Όμως στη Θεσσαλονίκη της μίας έσπασε το φύλλο και της άλλης μαράθηκε αργότερα. Αρχικά τις είχα σε γλάστρες με μόνιμα υγρό χώμα, μετά έβαλα τη μία στο νερό. Επειδή καμία δεν έδειχνε σημεία ζωής σε δύο εβδομάδες, πέταξα τη μία και την άλλη την έδοσα στον πατέρα μου, ο οποίος την έβαλε σε γλάστρα με καλό ελαφρύ χώμα. Εκεί σε μερικές μέρες θυμάμαι πως έβγαλε το πρώτο της μικρό φύλλο, και το καλοκαίρι έκανε κανονικά μεγάλα φύλλα. Τη δεύτερη χρονιά άρχισε να κάνει παραφυάδες. Στα τρία χρόνια διαίρεσε το φυτό, κι από τότε έχει δύο γλάστρες. Σήμερα τα φυτά έχουν κάνει τεράστιες βάσεις με πολλές παραφυάδες και δεν έχουν δείξει έως τώρα κανένα πρόβλημα. Ίσως απ’τη μεγάλη ανάπτυξή τους να χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση, διότι τα φύλλα δεν είναι τόσο μεγάλα όπως πέρσι και τις προηγούμενες χρονιές.

Μη γνωρίζοντας το όνομα του είδους, το αποκαλούμε συμβατικά (σαν μπανανιά). Τι όμως να είναι στην πραγματικότητα; Όποιος γνωρίζει να κάνει σχόλιο.

Γιούκα

τα μεγαλύτερα απ'τα φυτά μου

το μεγαλύτερο

το μικρότερο

τα 2 μεγαλύτερα με έμφαση στο μεσαίο

κορμοί του μεγαλύτερου των φυτών μου

εσωτερικό του κορμού

Γιούκα άλλου είδους, πολύ κοντότερο με παχύτερο χαμηλό κορμό και σκληρά, σκούρα γυαλιστερά αιχμηρότατα φύλλα στο έδαφος στους Πύργους Κοζάνης, χωριό με υψόμετρο τα 800 μέτρα, όπου η θερμοκρασία μπορεί να πέσει ως τους -20 με πολλά χιόνια χωρίς την παραμικρή βλάβη στο φυτό. Αναπτύσσεται αργά κι ανθίζει με λευκή ψηλή ταξιανθία το φθινόπωρο. Προφανώς θα πρόκειται για κάποιο βορειότερο των γνωστών είδος με μεγάλη αντοχή στο ψύχος. Όποιος γνωρίζει το είδος ας μου κάνει σχόλιο.

Τα γιούκα (γένος yucca) είναι ευρέως καλλιεργούμενα φυτά στη χώρα μας και σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Εξαιτίας της εξωτικής τους εμφάνισης και των χαμηλών απαιτήσεών τους, έχουν γίνει πολύ δημοφιλή. Μπορούν να φυτευθούν σε γλάστρες, κυρίως ως φυτά εξωτερικου χώρου ή, αν το κλίμα της περιοχής επιτρέπει, στο έδαφος.
Είναι μονοκοτυλήδονα φυτά της οικογένειας των αγαυιδών (agavaceae) και της τάξης των ασπαραγωδών (asparagales). Είναι συγγενικά με τις αγαύες (αθάνατοι) και παλαιότερα ήταν ταξινομημένα στους λειριίδες, μαζί με τους κρίνους, τις τουλίπες κ.ά.
Κατάγονται από τις θερμές εύκρατες και τροπικές περιοχές των ΗΠΑ, του Μεξικού, της Γουατεμάλας και της Καραϊβικής. Εκεί ζουν σε διάφορα ξηρά περιβάλλοντα, όπως ερήμους, ημιερήμους, ξηρά λιβάδια, ανοιχτά ξηρά δάση, ορεινές περιοχές και παραθαλάσσιες αμμοθήνες.
Στις πρώτες αναφορές για τα φυτά αυτά, τα φυτά αυτά συγχέονταν με τη μανιόκα (manihot esculenta), ένα άσχετο φυτό, της οποίας το όνομα στη γλώσσα των Ινδιάνων Καρίμπ είναι γιούκα, απ’όπου κι ο Κάρολος Λινναίος πήρε τ’όνομα για το γένος αυτό κι έτσι το λάθος έμεινε στην ιστορία. Το όνομα του γένους «γιούκα» είναι θηλυκό, γι’αυτό και το σωστότερο είναι να λέμε «η γιούκα» και όχι «ΤΟ ΓΙΟΎΚΑ», αλλά και αυτός ο τύπος μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Διακρίνονται εύκολα από τη χαρακτηριστική μορφή τους. Τα περισσότερα είδη αποτελούνται από ένα μέτριο ή ψηλό, παχύ κορμό με τραχύ φλοιό και με μερικές διακλαδώσεις, ο οποίος καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από ρόδακες σκληρών, αιχμηρών, συνήθως κρεμαστών, ινωδών φύλλων, που μπορεί να έχουν λεία, πριονωτή ή ινώδη περιφέρεια. Ωστόσο υπάρχουν και είδη με πολύ κοντό ή καθόλου εμφανή κορμό. Τα φυτά στηρίζονται μ’ένα εκτεταμένο ριζικό σύστημα αποτελούμενο από βαθιές, πολύ σκληρές ρίζες. Αν και είναι μονοκοτυλήδονα, έχουν την ικανότητα, όπως και μερικά άλλα, π.χ. οι αγαύες, οι αλόες, οι δράκαινες κ.ά., να αυξάνουν κατά πάχος τους βλαστούς τους. Ο βλαστός εξωτερικά περιβάλλεται από σκληρό, τραχύ φλοιό κι εσωτερικά είναι συμπαγής, ινώδης και αποθηκεύει νερό.
Τα άνθη τους είναι οργανωμένα κατά φόβες σε βλαστούς στην κορυφή των φυτών. Είναι κωδωνόσχημα και συνήθως λευκά. Οι καρποί είναι συνήθως ξηροί και μπορεί να είναι είτε ρηκτοί είτε άρρηκτοι. Μετά από την ανθοφορία, η ανάπτυξη ξεκινά με νέο βλαστό δίπλα από την κορυφή. Λίγα είδη, όπως το yucca peninsularis, είναι μονόκαρπα, δηλαδή πεθαίνουν μετά την ανθοφορία και την καρποφορία. Άνθη συνήθως δεν παρατηρούνται σε συνθήκες καλλιέργειας γιατί τα φυτά θα πρέπει να φτάσουν σε μεγάλη ηλικία για ν’ανθίσουν και πάλι αυτό δε γίνεται πάντα. Σε κλίματα παρόμοια με το φυσικό τους είναι πιο πιθανό ν’ανθίσουν.
Το σύστημα επικονίασης αυτών των φυτών είναι πολύ ειδικευμένο. Πεταλούδες της οικογένειας των προδοξιδών (prodoxidae) μεταφέρουν τη γύρη από τους στήμονες ενός άνθους στο στίγμα ενός άλλου και συγχρόνως γεννούν ένα αβγό. Η προνύμφη τρέφεται από τους σπόρους, αλλά πάντα μένουν αρκετοί για τη διαιώνιση του είδους. Γι’αυτό το λόγο, έξω από τη φυσική τους εξάπλωση η παραγωγή σπόρων είναι δύσκολη, αλλά ο πολλαπλασιασμός πάλι είναι δυνατός.

Τα φυτά αυτά έχουν πολύ λίγες απαιτήσεις όσον αφορά την καλλιέργειά τους. Ευδοκιμούν σε θέση μ’έντονο ήλιο, όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες την ημέρα και καλοκαιρινή ζέστη, αν και μπορούν ν’αναπτυχθούν και σ’ελαφριά ημισκιά. Προτιμούν αμμώδες χώμα με ph από 6,1 (ελαφρώς όξινο) έως 8,5 (αλκαλικό), αν και έχω δει γιούκα ν’αναπτύσσονται αρκετά καλά και σε αργιλώδες χώμα. το πότισμα θα πρέπει να γίνεται μόνο αν το χώμα έχει στεγνώσει καλά από το προηγούμενο. Τα γιούκα είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία. Κατά την περίοδο ανάπτυξης, τα φυτά αυτά θα πρέπει να λιπαίνονται με λίπασμα βραδείας αποδέσμευσης ή περιοδικά με υγρό λίπασμα. Αν το κλίμα της περιοχής σας είναι ξηρό και ζεστό το καλοκαίρι με σχετικά ελαφρύ χειμώνα, μπορείτε να φυτέψετε γιούκα και στο έδαφος. Δεν έχουν πρόβλημα με τον αέρα. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη αντέχουν ελαφρυές παγωνιές για μικρό χρονικό διάστημα, με θερμοκρασίες ανάμεσα στους -4 – -12 βαθμούς, ανάλογα με το είδος. Αν πρόκειται να κάνει παρατεταμένο κρύο, θα πρέπει να μεταφέρετε τα φυτά σε πιο προστατευμένη θέση ή να τα καλύψετε με κάτι. Μερικά είδη αντέχουν σε πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες, π.χ. το yucca glauca μπορεί ν’αντέξει θερμοκρασίες κάτω από τους -20 βαθμούς Κελσίου. Εγώ τη μόνη «καταστροφή» που είχα από παγωνιά ήταν πριν μερικά χρόνια η καταστροφή του μισού φύλλου της κορυφής σ’ένα φυτό.
Επειδή τα φύλλα των φυτών αυτών είναι πλατιά, πάνω τους επικάθεται πολύ σκόνη, γι’αυτό είναι καλό πού και πού να τα βρέχετε ώστε να καθαριστούν. Επίσης, όσο το φυτό αναπτύσσεται, μερικά απ’τα κατώτερα φύλλα μπορεί να ξεραθούν. Εγώ τα κόβω ολόκληρα. Άλλοι τα κόβουν με ψαλίδι από τη βάση τους, ενώ άλλοι τ’αφήνουν ως έχουν. Θα πρέπει ακόμα να προσέχετε πολύ όταν περιποιείστε αυτό το φυτό, γιατί τα φύλλα του είναι ιδιαίτερα αιχμηρά και μπορεί να σας τραυματίσουν. Μερικοί κόβουν τις αιχμηρές άκρες με ψαλίδι, αλλά έτσι καταστρέφεται η φυσική εμφάνιση του φυτού.
Τα γιούκα συχνά καλλιεργούνται και σ’εσωτερικό χώρο, αλλά τότε αποκτούν πιο ασθενική εμφάνιση, ο κορμός τους γίνεται λεπτός και λείος, έχουν μαλακά φύλλα και η ανάπτυξή τους είναι αρκετά αργή. Σε τέτοιες συνθήκες, χρειάζονται ένα πολύ φωτεινό μέρος για να επιβιώσουν.

Εγώ έχω τρία τέτοια υγιή φυτά. Ο κομμένος κορμός της φωτογραφίίς προέρχεται από ένα άλλο, το οποίο ήταν πολύ μικρό και αναπτυσσόταν πολύ αργά. Επειδή είχε μείνει μερικά χρόνια μικρό, έκοψα τα κλαδιά του για να τα δώσω σ’άλους ως φυτά, κι από τότε δεν έβγαλε άλλα ή εγώ ήμουν πολύ ανυπόμονος και το ξεριζωσα. Σκοπεύω στη θέση του να βάλω ένα κωνοφόρο. Απ’ό,τι έψαξα, ανήκουν πιθανότατα στο είδος yucca aloifolia (αλοΐφυλλη γιούκα). Είναι από τα πιο κοινά είδη στην Ελλάδα. Το ύψος του κειμαινεται από 1,5-6 μέτρα μεδιάμετρο κορμού 12 εκ με λίγα κλαδιά. Από τη βάση του φυτού βγαίνουν παρακλάδια. Τα φύλλα του είναι σκληρά, αιχμηρά, πριονωτά, μήκους 60 εκ. Αυτά που βρίσκονται γύρω απ’την κορυφή είναι όρθια, ενώ τα υπόλοιπα κρέμονται. Τα κατώτερα φύλλα ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται και παραμένουν πάνω του. Έχει λευκά άνθη. Η ιδιαιτερότητα αυτού του είδους είναι ότι όταν ένα φυτό γίνει πολύ ψηλό, μπορεί να λυγίσει κάτω και μόλις η κορυφή έρθει σ’επαφή με το έδαφος, ριζώνει και συνεχίζει ν’αναπτύσσεται προς τα πάνω. Άλλα καλλιεργούμενα είδη είναι τα:
Yucca gloriosa (ένδοξη γιούκα): Μοιάζει πολύ με το y. aloifolia, αλλά είναι κοντότερο, έχει λεία αντί πριονωτά φύλλα, τα οποία έχουν γαλαζοπράσινο χρώμα.
Y. rostrata (ραμφωτή γιούκα): Ένα ερημικό είδος με λεπτά, σκληρά φύλλα στις κορυφές των βλαστών που αντέχει πολύ στο κρύο.
Y. guatemalensiσ (γουατεμαλιανή γιούκα): Μπορεί να γίνει έως κι 9 μέτρα. Έχει μαλακές άκρες στα φύλλα του. Ευδοκιμεί σε υγρότερα κλίματα από άλλα είδη, αν κι αυτό αντέχει την ξηρασία. Το καταλληλότερο είδος για εσωτερικό χώρο, αν και καλύτερα αναπτύσσεται έξω.
Y. filamentosa (νηματώδης γιούκα): Ένα είδος χωρίς εμφανή κορμό, με σκληρά φύλλα με νηματώδες περιθώριο. Ανθεκτικόο στο κρύο.
Y. baccata (γιούκα μπανάνα): Ένα είδος με κοντό κορμό και πολύ μακριά, μυτερά φύλλα.
Y. recurvifolia (κρεμόφυλλη γιούκα): Ένα ανθεκτικό είδος με ψηλό κορμό και αραιά, κρεμαστά φύλλα.
Y. glauca (γλαυκή γιούκα): Ένα άλλο γιούκα χωρίς εμφανή κορμό και γαλαζοπράσινα, σκληρά φύλλα, έχει τη βορειότερη εξάπλωση ως την Αλμπέρτα του Καναδά. Πάρα πολύ ανθεκτικό στο κρύο.
Υπάρχουν πολλά άλλα είδη. Από τα παραπάνω, μόνο τα 4 πρώτα είναι αρκετά διαθέσιμα στη χώρα μας. Εκτός από τις φυσικές μορφές τους, έχουν δημιουργηθεί επίσης ανοιχτοχρωμες ή ποικιλίες. Ένα από τα μεγαλύτερα είδη γιούκα είναι η y. brevifolia (βραχύφυλλη γιούκα) των ΗΠΑ, η οποία είναι ένα δέντρο ύψους 15 μέτρων. Μπορεί να σχηματίσει αραιά δάση σ’ερημικές περιοχές. Το μικρότερο είδος είναι το νάνο γιούκα, y. nana, με ύψος μόλις τα 20 εκ.
Τα γιούκα πολαπλασιάζονται με σπόρο ή μοσχεύματα. Σπόρος είναι δύσκολο να παραχθεί έξω από τις περιοχές όπου ενδημεί η συγκεκριμένη οικογένεια πεταλουδών, αν και μπορεί να γίνει με τεχνητ΄΄η επικονίαση. Οι σπόροι θα πρέπει να φυτευθούν σε αμμώδες χώμα σε θρμές συνθήκες και σχεδόν σ’ένα μήνα θα βλαστήσουν. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι δίνει γρήγορα φυτά και τα μειονεκτήματα ότι ο σπόρος είναι δυσέβρετος και τα φυτά παίρνουν λίγα χρόνια για να φτάσουν σ’ένα καλό μέγεθος. Τα γιούκα είναι φυτά αργής ανάτπυξης. Η δεύτερη μέθοδος είναι με μοσχεύματα. Ένα μεγάλο μόσχευμα κορυφής κόβεται από ένα φυτό, αφαιρούνται τα περισσότερα φύλλα και αφήνεται να στεγνώσει για λίγες μέρες. Μετά, μπορεί να φυτευθεί σε ελαφρύ αμμώδες χώμα και σε λίγους μήνες θ’αρχίσει να δημιουργεί ένα καλό ριζικό σύστημα και θ’αρχίζει να δείχνει σημάδια ανάπτυξης. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι γίνεται εύκολα και δίνει φυτά μεγαλύτερου μεγέθους, αλλά το μειονέκτημα είναι ότι παίρνει πολύ χρόνο. Πολλαπλασιασμός γίνεται πιο δύσκολα επίσης και με τμήματα κορμού, τα οποία φυτευονται όπως τα μοσχεύματα κορυφής. Γι’αυτο τα περισσότερα γιούκα των φυτωρίων φαίνεται να έχουν κομμένο «κεντρικό» κορμό και λίγα κλαδιά γύρω του. Δοκίμασα ένα καλοκαίρι πριν λίγα χρόνια εντελώς πειραματικά να πολλαπλασιάσω γιούκα. Έκοψα ένα μικρό κλαδάκι από ένα φυτό, το φύτεψα στην ίδια γλάστρα με το γονικό φυτό, το πότισα και μετά έφυγα για περίπου 2 εβδομάδες. Όταν γύρισα και το έβγαλα, είχε κάνει λίγες ριζούλες.
Τα γιούκα σπάνια προσβάλλονται από έντομοα ή ασθένειες. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοιο πρόβλημα, ούτε έχω ως τώρα δει προσβεβλημένο γιούκα. Ωστόσο, μπορεί να προσβληθούν από κοκκοειδή, τα οποία όμως καταπολεμούνται εύκολα. Μύκητες μπορούν ν’αναπτυχθούν σε υγρές συνθήκες, αλλά αυτό είναι σπάνιο.

Τα γιούκα, αν και δεν είναι από τα πιο αγαπημε΄να μου φυτά, τα θεωρώ πάλι ως αρκετά καλά, πολύ εύκολα κι ανθεκτικά. Τα δύο κύρια μειονεκτήματά τους είναι η αργή τους ανάπτυξη και τα αιχμηρά τους φύλλα, αλλά το μεγαλύτερο πλεονέκτημά τους είναι η ανθεκτικότητά τους και οι λίγες τους απαιτήσεις. Τα προτείνω για όσους θέλουν ένα μεγάλο φυτό χωρίς πολλή φροντίδα. Μπορείτε να το παραμελήσετε κι αυτό θα επιβιώσει.

Εκτός από τη χρήση του ως καλωπιστικό, τό φυτό αυτό έχει κι άλλες χρήσεις. Μερικά είδη χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ινών. Τα άνθη και οι ανθοφόροι βλαστοί μερικών ειδών, σπανιότερα άλλα μέρη τους, τρώγονται. Επειδή το ξηρό υλικό αυτού του φυτού έχει πολύ χαμηλή θερμοκρασία ανάφλεξης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άναμμα φωτιάς με τριβή. Επίσης, έχει και φαρμακευτική χρήση. Πολλά είδη περιέχουν σαπωνίνες, ουσίες που έχουν πικρή γεύση, αφρίζουν στο νερο και λειτουργούν ως φυσικά σαπούνια. Οι σαπωνίνες έχουν αντιπρωτοζωικη και αντιαρθριτική δράση και κατεβάζουν τη χολιστερίνη. Μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε σαπωνίνες έχουν οι ρίζες. Το yucca schidigera περιέχει αρκετά μεγάλες ποσότητες. Οι πολυφαινόλες που υπάρχουν επίσης στο φυτό έχουν αντιοξειδωτική δράση.
Σελίδες:
καλλιέργεια του γιούκα
μερικά είδη γιούκα
άρθρο της αγγλικης wikipedia
δανική σελίδα για γιούκα (αγγλική έκδοση)
εισαγωγή στα γιούκα
yucca aloifolia
φαρμακευτικές ιδιότητες του γιούκα