Tag Archive: μονοετή


Ενημέρωση 2/12/2015: Το φυτό αναγνωρίστηκε ως στελλάρια (Stellaria sp), αν κι ακόμα δε γνωρίζω το ακριβές είδος. Στα ελληνικά λέγεται και αλσήνη.

Είναι ένα από τα κοινότερα χειμωνιάτικα αγριόχορτα. Μεγαλώνει παντού σχεδόν όπου υπάρχει χώμα, και μόνο του και ανακατεμένο με άλλα χόρτα. Σε πλούσιο και υγρό χώμα μεγαλώνει στο μέγιστο, πάνω από μισό μέτρο και με φύλλα σχεδόν τρία εκατοστά, συνήθως όμως είναι μικρότερο. Έχει πολύ λεπτό, σχεδόν λείο καιανοιχτοπράσινο βλαστό με ζεύγη αντίθετων ωοειδών, λεπτών, λείων και έντονων πράσινων φύλλων. Κάποιες φορές μπορεί ο βλαστός να είναι ελαφρώς χνουδωτός, με το χνούδι συνήθως να σχηματίζει μια γραμμή κατά μήκος μίας πλευράς του βλαστού. Ως ποώδες, ξεκινά πολύ λεπτό στη βάση και ελαφρώς παχαίνει ο βλαστός όσο μεγαλώνει. Σπάνια διακλαδίζεται το φυτό αν δεν τραυματιστεί, αν και μπορεί να έχει πολύ μικρές διακλαδώσεις χαμηλά ή μερικές μεγάλεσ στην κορυφή. Τα χαμηλότερα φύλλα έχουν μίσχο με πλατιές προεκτάσεις, στη συνέχεια γίνονται άμισχα και προς στην κορυφή, στις μασχάλες των φύλλων, γίνεται η ανθοφορία. Τα άνθη του μάλλον θα διαρκούν πολύ λίγο και ίσως ανοίγουν μόνο το πρωί, άρα δεν τα έχω προλάβει, αλλά τα μπουμπούκια είναι επιμήκη στις άκρες πολύ λεπτών ποδίσκων. Όταν ωριμάζει ο σπόρος, το χόρτο σκληραίνει, τα φύλλα αρχίζουν να κιτρινίζουν από κάτω προς τα πάνω, και στο τέλος όλο το φυτό ξεραίνεται. Με τον καιρό, το πλέγμα των ξερών χόρτων διαλύεται, ώστε το καλοκαίρι να μη μένει σχεδόν τίποτα. Όταν είναι φρέσκο είναι πολύ δροσερό και με υφή μαρουλιού. Ο βλαστός του σπάει εύκολα, και όπως και με την κολλιτσίδα, η εντεριόνη του βλαστού χωρίζεται απ’το φλοιό. Τα κομμένα φυτά ξαναμεγαλώνουν, αλά με πολύ λεπτότερους βλαστούς. Έχει πολύ ρηχή ρίζα και ξεριζώνεται εύκολα. Βλαστάνει το φθινοπωρο ή το χειμώνα, αλλά περισσότερο μεγαλώνει νωρίς την άνοιξη, και μέσα στον Απρίλιο έχει κλείσει τον κύκλο του. Ωστόσο μερικά φυτά, που είτε είναι σε πυκνή σκιά, είτε φύτρωσαν αργά, ή έτυχε να μη μεγαλώσουν γρήγορα, επιβιώνουν περισσότερο, μέχρι και το καλοκαίρι. Στις παγωνιές μπορεί να μαραθεί λίγο, αλλά επανέρχεται.
Είναι αγαπημένη τροφή των κουνελιών, γι’αυτό δίνω πολύ απ’αυτό στην κουνέλα μου όποτε το βρίσκω. Προτιμά τα φύλλα και τις κορυφές. Ο γενειοφόρος μου δράκος επίσης το τρώει πολύ. Κάποιες φορές το φθινόπωρο τυχαίνει να βρω και κάμπιες πάνω στο χόρτο, τις οποίες δίνω στο γκέκο μου.
Σε κάτι μαρουλοειδές φέρνει. Τι θα μπορούσε να είναι;

Σελόζια

Η νεαρή σελόζια πριν φυτευθεί στη θέση της.

Γύρω στις 28 Μαΐου προσέθεσα αυτό το φυτό στη συλλογή μου ως καλλωπιστικό πολύχρωμο μονοετές, το οποίο σύντομα μετά τη φωτογράφηση φύτεψα στη ζαρντινιέρα των ανθισμένων μονοετών, όπου οι
Πανσέδες
Ήδη απ’τους τρεις, οι δύο έχουν πεθάνει κι ο ένας ζει ακόμα εξασθενημένος, με καχεκτικά άνθη, λίγα ακόμα μικροσκοπικά μπουμπούκια και κιτρινισμένα φύλλα. Βρίσκεται εκεί απ’το Νοέμβριο, και τον κρατάω για να δω πόσο θα μπορούσε να ζήσει στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλιώς θα τον τάιζα στην
Κουνέλα μου.

Η σελόζια, σελόσια ή κηλόσια (από το αρχαιοελληνικό κήλος = καμένος, αναφερόμενο στις πύρινες ταξιανθίες) κανονικά δεν είναι μονοετές φυτό, αλλά βραχύβιο τροπικό πολυετές, που στο κλίμα μας συνήθως παγώνει το χειμώνα, όπως και οι πετούνιες, τα χωνάκια, οι ντομάτες και οι πιπεριές. Στην πραγματικότητα είναι μια μορφή καλλωπιστικού βλίτου, με άνθη έντονου χρώματος. Το γένος Celosia περιλαμβάνει περί τα 6 είδη, και είναι άμεσα συγγενικό με το γένος του αμάραντου (Amaranthus), τα βλίτα, με τα οποία έχει πολλές ομοιότητες. Τα βλιτοειδή ταξινομούνται σε ιδιαίτερη οικογένεια, τους αμαραντίδες (amaranthaceae), της πολυπληθούς τάξης των καρυοφυλλωδών (caryophyllales), μαζί με τα
Γαρύφαλλα,
Αρκετά σαρκοφάγα φυτά όπως η διωναία και πολλά άλλα φυτά. Όταν πρωτοείδα αυτό το φυτό πέρσι, πριν μάθω το όνομά του, κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για βλίτο. Έχει την ίδια μορφολογία, με σκληρούς κι ανθεκτικούς βλαστούς, φύλλα σκληρά κι οδοντωτά, αν και στο συγκεκριμένο είδος είναι πιο μακριά απ’των γνωστών βλίτω και λεπτά πριονωτά, και κυματοειδείς ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Στις σελόζιες, τα μικροσκοπικά άνθη έχουν κόκκινο, πορτοκαλί, ρόδινο ή και κίτρινο χρώμα σ’όλες τις αποχρώσεις, ενώ στα κοινότερα είδη βλίτου είναι πράσινα.

Οι σπόροι της σελόζιας είναι μικροσκοπικοί, και χίλιοι αυτών έχουν βάρος μόλις ενός γραμαρίου. Φυτρώνουν ευκολα και τα φυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ευδοκιμούν και στον ήλιο και στην ημισκιά, με μέτρια λίπανση. Οι ταξιανθίες διαρκούν για 8-10 εβδομάδες, και μόλις ξεραθούν η κοπή τους ευνοεί τη γρηγορότερη ανάπτυξη νέων, παρά τη δαπάνη της ενέργειας στη δημιουργία σπόρων. Τα κοινότερα καλλιεργούμενα είδη είναι η Celosia spicata, η C. cristata (αρκετά δημοφιλής στην Άπω Ανατολή) και η C. argenta (αργυρή σελόζια), με πλατύτερα φύλλα απ’τις δύο προηγούμενες. Εγώ δεν ξέρω ποιο είδος έχω, μπορεί να’ναι και υβρίδιο, πάντως το σίγουρο είναι πως δεν είναι το τελευταίο.

Το γένος κατάγεται πιθανόν από την Αφρική, αν και μερικά είδη παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στην Ινδία και την Ινδονησία, και δεν είναι γνωστό αν έφτασαν εκεί πολύ παλιά ή με τη βοήθεια του ανθρώπου. Εκτός απ’την καλλωπιστική τους αξία, είναι εδώδιμα κι έχουν φαρμακευτικές χρήσεις. Η C. argenta είναι ιδιαίτερα δημοφιλές φυλλώδες λαχανικό των τροπικών περιοχών, και στην Αφρική είναι γνωστό ως το σπανάκι του Λάγος, επειδή τρώγεται πολύ στη Νιγηρία κι έχει γεύση σπανακιού. Ως σχεδόν ζιζάνιο που μπορεί ν’αναπτυχθεί σχεδόν παντού, η καλλιέργεια του φυτού αυτού εξαπλώθηκε σ’όλη την Αφρική αλλά και στα υπόλοιπα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι νεαροί βλαστοί, τα φρέσκα φύλλα και οι νεαρές ταξιανθίες γίνονται σαλάτες ή σούπες με γεύση σπανακιού. Εδώ συνήθως τρώμε το βλίτο. Στα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής στο φυτό έχουν προσδωθεί διάφορες φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως κατά των προβλημάτων στο δέρμα, στα μάτια, στα δόντια και κατά της ταινίας κι άλλων παρασίτων. Οι σπόροι έχουν παρόμοια θρεπτική αξία με το σιτάρι και χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατό του στην Αφρική, στην Ινδία και σ’άλλες περιοχές.

Αν και το συγκεκριμένο φυτό που έχω μου φαίνεται πολύ μικρό, πιστεύω πως μέσα στο καλοκαίρι θα μεγαλώσει για ν’ανθίσει και περισσότερο. Κύρια πηγή μου είναι η
αγγλική Wikipedia.

Ενημέρωση 5/10/2015: Το πρώτο αγριόχορτο αναγνωρίστηκε ως σκυλοβρούβα ή σισύμβριο (Sisymbrium irio), και το δεύτερο ως περδικάκι ή ελξίνη (Parietaria officinalis ή P. judaica), μάλλον το πρώτο.

Συχνά συναντώ είδη φυτών που δε γνωρίζω. Αν και προσπαθώ να μάθω το ακριβές είδος για το κάθε φυτό που βρίσκω, αυτό δεν είναι εύκολο πάντοτε, ακόμα και για πολύ κοινά φυτά. Η γνώση του είδους όμως είναι απαραίτητη, γιατί ανοίγει ένα παράθυρο αναζήτησης πέρα απ’τις προσωπικές μου παρατηρήσεις, στο οποίο μπορώ να ψάξω περαιτέρω για το εν λόγω είδος, π.χ. την ταξινόμησή του, την περιγραφή και τη βιολογία του, την ιστορία του, τις χρήσεις του κλπ. Χωρίς το όνομα, και ιδίως το επιστημονικό, τίποτα τέτοιο δε μπορεί να γίνει. Γι’αυτόν το λόγο κατά διαστήματα ανεβάζω εδώ στο Ιστολόγιο φωτογραφίες άγνωστων σ’εμένα φυτών, συνήθως κοινών ειδών. Για πολλές έχω λάβει απαντήσεις, ιδίως για καλλιεργούμενα είδη, αλλ’όχι για όλες. Και τα δύο παρακάτω είδη είναι κοινά αγριόχορτα που σίγουρα θά’ναι γνωστά σε πολλούς.

caption=»

Χόρτα σε άνθιση, κοντά στο τέλος της ζωής τους στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

caption=»

Κορυφή από κοντινότερα.

Το πρώτο χόρτο μοιάζει αρκετά με
Ζοχό
Ή κάποιο άλλο μαρουλοειδές φυτό, περισσότερο όμως επιφανειακά. Είναι μονοετές και την εποχή αυτήν τα φύλλα του γίνονται γαλαζογκριζωπά, ξεραίνονται και πέφτουν, η ανθοφορία έχει τελειώσει κι αρχίζουν να ωριμάζουν οι σπόροι, οπότε πλησιάζει και ο θάνατος. Μονοετή φυτά έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε πολλές οικογένειες, σχεδόν πάντοτε στα ανθοφόρα φυτά από ποώδη πολυετή είδη, σε συνθήκες όπου το περιβάλλον είναι ασταθές, ή δεν ευνοεί το κλίμα όλο το χρόνο την υποστήριξη μικρών ποωδών φυτών, ή οι εχθροί είναι πολλοί, και ο μόνος τρόπος επιβίωσης είναι η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων σπόρων. Τα μονοετή έτσι διοχετεύουν όλη την ενέργειά τους στην αναπαραγωγή, και μην έχοντας επιδιορθωτικούς μηχανισμούς, γεράζουν και ξεραίνονται μετά. Κλείνοντας την παρένθεση, το συγκεκριμένο φυτό λοιπόν φυτρώνει συνήθως μέσα στο φθινόπωρο, το χειμώνα, ή νωρίς την άνοιξη σίγουρα σε πιο κρύα μέρη, κι αρχικά αποτελείται από χαλαρό ρόδακα μακρόστενων λοβωτών φύλλων, κάπως σαν το ζοχό. Αντίθετα όμως απ’το ζοχό, το φυτό είναι σκληρότερο και λιγότερο χυμώδες, Τα φύλλα είναι εξαρχής σχισμένα πτεροειδώς σε λοβούς κι ο βλαστός είναι κυλινδρικός, συμπαγής και ινωδέστερος. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα με πολλές διακλαδώσεις απ’τις μασχάλες των πρώτων αυτών φύλλων με ακόμα πιο λεπτοκομμένα φύλλα, ώσπου στα μέσα της άνοιξης, αφού έχει φτάσει σε μεγάλο ύψος και ρίξει τα κατώτερα φύλα του, ανθίζει με άνθη μικροσκοπικά σε πολύπλοκα διακλαδιζόμενους λεπτούς βλαστούς. Δεν έχω παρατηρήσει αυτούς τους βλαστούς πολύ, για το λόγο ότι είναι πολύ πυκνοί και λεπτοί, τα άνθη πάντως είναι κίτρινα και θ’ανοίγουν λίγα κάθε φορά, εφόσον δεν έχω πετύχει τέτοιο φυτό ολάνθιστο ποτέ. Αν και εξωτερικά μοιάζει με άλλα εδώδιμα χόρτα, ο ζωμός του έχει κάπως πικρή και πιπερώδη μυρωδιά και προφανώς είναι τοξικός, επειδή
Η κουνέλα μου
Δεν το τρώει. Μπορεί να φάει λίγα φύλλα ή κορυφές, ιδίως στη νεαρή φάση του φυτού, αλλά γενικώς εφόσον υπάρχουν κι άλα χόρτα να διαλέξει δεν το πειράζει πολύ. Για το λόγο αυτόν δεν της το μαζεύω, ίσως κάποιο φρέσκο μόνο φύλλο μαζί μ’άλλα χόρτα. Πιθανόν δε θα τρώγεται ούτε απ’τον άνθρωπο.

caption=»

Άγνωστα κολλητικά χόρτα στο μικροσκοπικό χάσμα μεταξύ πλακωστρώτου και τοίχου στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης, φωτογραφημένα πριν περίπου μισό μήνα.

caption=»

Κάποια άλα ομοειδή τους ψηλότερα σε χώμα, φωτογραφημένα πριν περίπου 10 μέρες στην ίδια περιοχή.

Το άλλο χόρτο είναι κοινότατο, πολύ πιο επιτυχημένο όμως, γαιτί φυτρώνει σχεδόν παντού. Σε πετρώδη εδάφη, στην άμμο, σε χαλίκια, στις ρωγμές τοίχων και πεζοδρομίων, και φυσικά και σε πιο πλούσιο χώμα, όπου ψηλώνει περισσότερο. Οι καρποί του είναι πολύ χειρότεροι απ’αυτούς της
Κολλιτσίδας,
Αφού παράγονται πολύ περισσότεροι ανά φυτό και μάλλον τα αγκιστράκαι τους είναι δυνατότερα. Τέτοια μορφολογία καρπών έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορα χαμηλά φυτά για την εκμετάλλευση της γούνας των θηλαστικών ως μεταφορικού μέσου σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Ένα αμέριμνο κουνελάκι για παράδειγμα βόσκει στο λιβάδι με τα χόρτα, όμως όταν φεύγει καταλαβαίνει πως όλη η γούνα του είναι γεμάτη από ενοχλητικά μπιλάκια. Αμέσως προσπαθεί να τα τινάξει, προσπαθεί να τα βγάλει γλείφοντας το τρίχωμά του, κι από αυτά που πέφτουν κάποιο ποσοστό σπόρων επιβιώνει, ώστε την επόμενη χρονιά να φυτρώσουν πολύ περισσότερα, ωφελώντας μεν την εξάπλωση του είδους, ενοχλώντας δε ακόμα περισσότερο τα κουνελάκια. Οι καρποί του εν λόγω φυτού μπορούν λοιπόν να κολήσουν σε ρούχα, κάλτσες, παπούτσια, ακόμα και στις τρίχες των ποδιών αν κανείς φοράει κοντό παντελονάκι το καλοκαίρι, και θεωρητικά παντού. Ακόμα κι αν κάποιος τις τινάξει, κάποιες μπορεί να πέσουν πάλι πάνω του και να κολλήσουν κάπου αλλού.

Ευτυχώς όμως το φυτό είναι ακίνδυνο για το περισσότερο της ζωής του. Φυτρώνει την ίδια εποχή μ’άλα μονοετή, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, με τελικό ύψος που το υπολογίζω στα 30-50 εκατοστά. Ο βλαστός είναι κυλινδρικός και τα φύλλα ωοειδή, με μακρύ μίσχο, λεπτά, ανοιχτοπράσινα, χνουδωτά κι οδοντωτά. Σπάνια κάνει διακλαδώσεις. Τα άνθη εμφανίζονται σε μικρές σφαιροειδείς δομές στις μασχάλες των φύλλων, απ’όπου ωριμάζουν οι καρποί στο τέλος της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού και ξεκολλούν. Η ρίζα τυ είναι μικρή και ξεριζώνεται εύκολα. Μπορεί να βρεθεί είτε σε αμιγείς συστάδες είτε ανακατεμένο μ’άλλα χόρτα. Στην αναπτυσσόμενη φάση του, το μαζεύω για την κουνέλα μου, η οποία το τρώει πολύ, αλλά και κατά την καρποφορία, κόβω λίγες κορυφές που δε φέρουν καρπούς μαζί μ’άλλα χόρτα και φύλλα δέντρων. Τελικά Όλες οι δημοσιεύσεις γμου για αγριόχορτα είναι χρήσιμες και γι’αυτούς που έχουν κουνέλια, αφού γράφω λεπτομερώς τι τρώνε και τι όχι, αλλά και πώς και πότε.

Τι μπορεί να είναι τα παραπάνω; Αν γνωρίζει κανείς, παρακαλώ να σχολιάσει κάτω απ’το θέμα. Δέχομαι και ταυτοποιήσεις κοινής ονομασίας απ’όπου λογικά θα μπορώ να βρω την επιστημονική, εάν φυσικά η κοινή ονομασία είναι ευρέως χρησιμοποιούμενη. Γιατί αλλιώς, αν για παράδειγμα χρησιμοποιείται μόνο σε λίγα χωριά της Ηπείρου, ενώ αλλού αναφέρεται σε κάποιο άλλο είδος, θα υπάρξει ασφαλώς σύγχυση.

Κολλιτσίδα (Galium aparine)

Μέρος συστάδας κολλιτσίδων στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Είναι κοινότατο, και πολύ συχνά ενοχλητικότατο λόγω κολλητικότητας, αγριόχορτο σχεδόν όλων των περιοχών με χόρτα. Η κολλιτσίδα, ή Galium aparine, πήρε το όνομά της εξαιτίας των αγγιστρωτών σκληρών τριχών που φέρει, οι οποίες τη βοηθούν να πιάνεται με τα διπλανά φυτά για στήριξη ή μετά το θάνατό της στα ζώα και στους ανθρώπους για τη μεταφορά των σπόρων της αλλού. Είναι φυτό ενδημικό της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής, κι αν και σήμερα το θεωρούμε απλώς ένα ασήμαντο αγριόχορτο, ιστορικά είχε πολλές και διάφορες χρήσεις.

Η κολιτσίδα μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει το ένα μέτρο σε ύψος, αν και συνήθως δε στέκεται όρθια, παρά έρπει στο έδαφος, πιάνεται με άλλα φυτά, ή, συχνότερα, δημιουργεί πυκνές συστάδες με ομοειδή της που φυτρώνουν κοντά μεταξύ τους. Αυτές οι συστάδες μοιάζουν με βουναλάκια από σκληρά αλληλοπιασμένα χόρτα, που όταν ξεραθούν γίνονται μια μάζα σκληρών, εύθραυστων χόρτων που κολλούν παντού. Όπως τα περισσότερα των μονοετών ποωδών φυτών, που δε χρειάζεται ν’αυξήσουν κατά πάχος το βλαστό τους, η κολλιτσίδα παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα να’ναι πολύ λεπτότερη στη βάση και πιο χοντρή ψηλότερα.Οι βλαστοί της είναι τετραγωνικοί, με τέσσερις έντονες ακμές, ενώ τα αντιλογχωοειδή (λογχοειδή, αλά με το στενότερο μέρος προς τη βάση του φύλλου, όχι στο τέλος) φύλλα της βγαίνουν κατά σπονδύλους των 6-8. Όταν το φυτό φτάσει σε μεγάλο μέγεθος, μπορεί να κάνει λεπτότερες διακλαδώσεις απ’τις μασχάλες μερικών φύλλων. Τα μικροσκοπικά άνθη εμφανίζονται νωρίς ως στα μέσα της άνοιξης στις μασχάλες των φύλλων κοντά στις κορυφές, πάνω σε λεπτούς ποδίσκους, σε ομάδες των 2-3, αστεροειδή και λευκά ή ανοιχτοπράσινα. Οι εξίσου μικροσκοπικοί καρποί είναι σφαιρικοί και περιέχουν 3 σπόρους, ενώ εξωτερικά καλύπτονται με σκληρές κι αγγιστρωτές τρίχες, που συχνά τους δένουν μεταξύ τους πάνω στο φυτό, ώστε να προσκολλώνται στο τρίχωμα των ζώων για να μεταφέρονται μακριά, διασπείροντας το είδος. Οι χαρακτηριστικές για το είδος τρίχες βρίσκονται στις ακμές του βλαστού και στις δύο πλευρές των φύλλων. Μετά την καρποφορία, γύρω στα τέλη της άνοιξης-αρχές καλοκαιριού, τω φυτό ξεραίνεται, με συνολική διάρκεια ζωής κοντά 4 μήνες. Η αντοχή του στο σπάσιμο επίσης αλλάζει με την ηλικία, όπως έχω παρατηρήσει. Όταν είναι μικρό, γύρω στα 10 εκατοστά και οι τρίχες του είναι ακόμα αρκετά μαλακές, κόβεται εύκολα. Αργότερα κόβεται δυσκολότερα, αλλά πάλι δεν είναι δύσκολο το σπάσιμο, και η εντεριόνη (έντερο = ενδότερο, ο κεντρικός παρεγχυματικός σωλήνας του βλαστού πολλών φυτών χωρίζεται εύκολα από τους αγωγούς ιστούς των ακμών εάν ο βλαστος τραβηχτεί ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις. Αργότερα, όταν το φυτό έχει μεγαλώσει αρκετά κι αρχίσει ν’ανθοφορεί, ο βλαστός γίνεται ινώδεις κι αρκετά ανθεκτικός. Όταν όμω ςξεραθεί, σπάει εύκολα και προσκολλάται παντού.

Το φυτό αυτό θεωρείται εδώδιμο, αν και η τραχιά του υφή δεν το κκάνει ελκυστικό σχεδόν σε κανέναν. Θεωρητικά ωστόσο μπορεί να καταναλωθεί ωμό ή βρασμένο πριν ανθίσει, γιατί μετά, όπως είπα, γίνεται πιο ινώδες και σκληρότερο. Ούτε όλα τα ζώα το τρώνε εξίσου. Οι χήνες για παράδειγμα το τρώνε πολύ, ενώ τα κουνέλια, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, συνήθως δεν το θέλουν εξαιτίας των ενοχλητικών τριχών του. Όταν είναι ακόμα νεαρό και τρυφερό, το τρώνε εύκολα, αν και πάλι μερικά μέρη του μπορεί να τα’απορρίψουν. Μεγαλύτερο θα το φάνε μόνο αν δεν υπάρχει κάτι άλλο, και πάλι όχι όλο, ενώ αν υπάρχουν κι άλλα χόρτα, θα το αφήσουν άθικτο. Το άχυρό του δεν το αγγίζουν καθόλου, αν και μπορεί να προσπαθήσουν να δοκιμάσουν αν δεν το’χουν ξανασυναντήσει. Όσον αφορά τα έντομα, το φυτό αυτό παράγει διάφορες αμυντικές ουσίες για να τα’απορρίψει, όχι όμως σε μεγάλη ποσότητα όπως είπα για να βλάψει τα ζώα που το βόσκουν ή για νά’χει κάποια σημαντική φαρμακευτική χρήση. Ως μέλος της οικογένειας του καφέ (rubiaceae), παράγει μικρές ποσότητες του αλκαλοειδούς της καφεΐνης, και περιέχει κι άλλες ενώσεις: από γλυκοζίδες ασπερουλοζιδικό οξύ, 10-δεακετυλοασπερουλοζιδικό οξύ, ασπερουλοζίδη, μονοτροπίνη και αουκουμπίνη, από φαινολικά οξέα παράγωγα ανθρακινών όπως την αλδεΰδη νορδαμνακανθάλη, φλαβονοειδή και κουμαρίνες, κι επίσης κιτρικό οξύ. Η νορδαμνακανθάλη έχει αντισιτιστική (δεν το σκοτώνει, αλλά το εμποδίζει να φάει) δράση στην κάμπια της ανατολικής πεταλούδας των φύλλων (Spodoptera litura), η οποία επιτίθεται σε καλλιεργούμενα φυτά και θεωρητικά η ύπαρξη αυτού του χόρτου ως άγριου δίπλα στις καλλιέργειες την απωθεί.

Άλλες χρήσεις του φυτού είναι φαρμακευτικά ως διουρητικό (μήπως όλα τα βότανα τελικά είναι διουρητικά επειδή είναι διαλυμένα στο νερό), κατά του πρηξίματος των λεμφαδένων, π.χ. στην αμυγδαλίτιδα, ως επουλωτικό σε πληγές, εγκαύματα, τσιμπήματα και δαγκώματα ζώων σαν κατάπλασμα κι ως γενικό αποτοξινωτικό (τι σημαίνει τώρα αυτό;) για ρευματισμούς και λοιπές παθήσεις. Δεν έλειψαν κι αυτοί που το πρότειναν ως αντικαρκινικό, ιδίως για καρκίνους του λεμφικού συστήματος. Η ρίζα του επίσης δίνει με εκχύλιση ερυθρή βαφή, ενώ οι σπόροι του, αν και πολύ πιο αδύναμοι απ’τον καφέ, έχουν συλλεχθεί και χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο του καφέ. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι οι Αρχαίοι Έλληνες βοσκοί χρησιμοποιούσαν τα πλεγμένα φυτά ως πρόχυρο φίλτρο για το γάλα, ενώ το ίδιο αναφέρει κι ο Σουηδός πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινομικής Κάρολος Λινναίος για τη Σουηδία της εποχής του. Στην Ευρώπη ακόμα παλαιότερα, τα φυτά ξερά και συμπιεσμένα χρησιμοποιούνταν για το γέμισμα των στρωμάτων, εξού και η κοινή του αγγλική ονομασία (bedstraw = άχυρο των κρεβατιών).

Σήμερα το φυτό αυτό αντιμετωπίζεται συνήθως ως ζιζάνιο, γιατί μπορεί κι αναπτύσσεται σχεδόν παντού, ενώ σε μεγάλες συστάδες μπορεί να πνίξει μικρότερα φυτά ή να κάνει το πέρασμα από μια περιοχή δύσκολο. Είναι απ’τα ζιζάνια που αντιμετωπίζονται εύκολα όμως, γιατί έχει πολύ αδύναμη ρίζα, και μια μάζα φυτών μπορεί να χτυπηθεί και να κοπεί αρκετά εύκολα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την κολλιτσίδα
φαρμακευτικές ιδιότητες κολλιτσίδας 1
φαρμακευτικές ιδιότητες κολλιτσίδας 2

άνθος


κάψα (καρπός) κοινής παπαρούνας

Πηγή:
Ροδιακή Εφημερίδα

2011
20
Μαϊ
Μήκων η ροιάς

Η Μήκων η ροιάς (Papaver Rhoeas) ανήκει στο γένος Παπάβερ (Papaver) που περιλαμβάνει φυτά δικοτυλήδονα και υπάγεται στην οικογένεια Παπαβερίδες (Papaveraceae). Η οικογένεια Παπαβερίδες περιλαμβάνει περίπου εκατόν (100) διαφορετικά είδη. Πρόκειται για φυτά, κατά κανόνα ποώδη και σπανίως φρυγανώδη.

Το γένος Παπάβερ (Papaver) περιλαμβάνει φυτά καλλωπιστικά, φαρμακευτικά και βιομηχανικά, τα οποία περιέχουν γαλακτώδη χυμό, πλούσιο σε αλκαλοειδή και με ναρκωτική δράση. Το γένος αυτό στην ελληνική βιβλιογραφία και ιδιαίτερα στα σχολικά βιβλία αναφέρεται και με την ονομασία «Μήκων», η οποία έχει προέλευση αρχαιοτάτη.

Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή περί τα δώδεκα (12) είδη, τα οποία είναι γνωστά με το κοινό όνομα παπαρούνα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και τα εξής:

α) Μήκων η ροιάς (Papaver-Rhoea) γνωστή με το κοινό όνομα: παπαρούνα, κόκκινη παπαρούνα, κουτσουνάδα (Κρήτη). Η ονομασία «ροιάς» οφείλεται στο γεγονός ότι φυλλορροούν και πέφτουν πολύ εύκολα τα πέτα του άνθους αυτής.

β) Μήκων η υπνοφόρος (Papaver-somniferum), γνωστή με τα κοινά ονόματα: αφιόνι, μπλε ή πορφυρόχρωμη παπαρούνα, από την οποία παράγεται η μορφίνη (Morphium)

γ) Μήκων το σμηριγγοφόρον (Papaver setigerum), πιθανώς πρόγονος της Μήκονος της υπνοφόρου.

δ) Γλαύκιων φλάβιου (Glaucium Flavium) ή Μήκων η Κερατίτις (Papaver corneum), γνωστή με το κοινό όνομα: κίτρινη παπαρούνα ή παράλιος παπαρούνα, επειδή συχνά απαντά στις παραλίες.

Η Μήκων η ροιάς είναι πόα μονοετής, η οποία φύεται σε όλη την Ελλάδα και στις άλλες παραμεσόγειες χώρες. Έχει βλαστό όρθιο, λεπτό, γλαυκόχρωμο, εσωτερικά κοίλο (ύψους 0,20-0,40 μ. περίπου). Έχει φύλλα μετρίου μεγέθους, επιμήκη, έλλοβα, χρώματος ανοικτού πρασίνου.

Οι ανθοφόροι οφθαλμοί είναι μικρού μεγέθους, ωοειδείς. Τα μεγάλα άνθη είναι εντυπωσιακά, με στεφάνη από τέσσερα ζωηρά κόκκινα πέταλα, που στη βάση (όνυχα) είναι μελανά. Στο ανοιγμένο άνθος λείπει ο κάλυκας, ο οποίος κατά το στάδιο, που το άνθος είναι μπουμπούκι, αποτελείται από δύο κοίλα, τραχέα, λόγω τριχών, σέπαλα, και ο οποίος, καθώς το άνθος ανοίγει, πίπτει.

Χαρακτηριστικός είναι ο ύπερος, ο οποίος αποτελείται από μερικά καρπόφυλλα, συμφυή προς σφαιρική ωοθήκη και επάνω στον οποίοα τα απλωτά και ενωμένα σε δίσκο στίγματα σχηματίζουν ένα είδος πώματος.

Τον περιβάλλον πολυάριθμοι στήμονες, με μικρούς, γκρίζους-ιώδεις ανθήρες. Η ωοθήκη, αφού ωριμάσει, μετασχηματίζεται σε κάψα (κωδία), η οποία είναι πλήρης από πολυάριθμους, μικροσκοπικούς, καστανόμαυρους σπόρους και ανοίγει με πόρους, κάτω από τον στιγματιοφόρο δίσκο της κορυφής.

Η Μήκων η ροιάς φύεται σε ακαλλιέργητους αγρούς, στις άκρες οικοπέδων, δρόμων κ.λπ. Αγαπά γόνιμα εδάφη, που συγκρατούν την υγρασία και καλώς ηλιαζόμενα. Ανθίζει την άνοιξη (Απρίλιο – Μάιο) και εντυπωσιάζει από μακριά με τα ωραία, κόκκινα άνθη της.

Το φυτό ήτο γνωστό στον άνθρωπο από πολύ παλιά και αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Θεόφραστος γράφει: «Έχει δε και η των δένδρων αυτών υγρότης, ώσπερ ελέχθη, διάφορα είδη· η μεν γαρ εστιν οπώδης, ώσπερ η της συκής και της μήκωνος» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1,12,2).

Και αλλού: «Ετέρα δε μήκων ροιάς καλουμένη παρομοία κιχορίω τω αγρίω, δι’ ο και εσθίεται· εν τοις αρουραίοις δε φύεται, μάλιστα εν ταις κριθαίς· άνθος δ’ έχει ερυθρόν, κωδύαν δ’ όσην όνυχα του δακτύλου. Συλλέγεται δε προ του θερισμού των κριθών, εγχλωροτέρα δε μάλλον. Καθαίρει δε κάτω» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9,8,4).

Ο Διοσκουρίδης γράφει σχετικώς τα εξής: «Μήκων ροιάς· ωνόμασται διά το ταχέως το άνθος αποβάλλειν· φύεται δε εν αρούροις ήρος, ότε και συλλέγεται. Έοικε δε τα φύλλα οριγάνω ή ευζώμω ή κιχορίω ή θύμω, υπεσχισμένα, μακρότερα δε και τραχύτερα· καυλόν δε έχει σχοινώδη, όρθιον, τραχύν, ως πήχεως, άνθος φοινικούν, ενίοτε δε λευκόν, όμοιον τω της αγρίας ανεμώνης· κεφαλή δε προμήκης, ήττον μέντοι της ανεμώνης, καρπός πυρρός, ρίζα επιμήκης, υπόλευκος, δακτύλου έχουσα μικρού πάχος, πικρά.

Ταύτης κεφαλάς πέντε ή έξ εν οίνου κυάθοις τρισίν εψήσας, ώστε εις δύο αγαγείν, πότιζε ους αν βούλη υπνώσαι. Του δε σπέρματος, όσον οξύβαφον ποθέν συν μελικράτω κοιλίαν ηπίως μαλάσσει· μείγνυται δε και μελιτώμασι και ιτρίοις προς το αυτό. Τα δε φύλλα συν ταις κωδύαις καταπλασθέντα φλεγμονάς ιάται· και το απόζεμα δε αυτών προσαντληθέν υπνοποιόν εστιν» (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4,63).

Ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει: «Μήκων· η μεν τις εστιν ήμερος και κηπευτή, ής το σπέρμα αρτοποιείται εις την εν υγιεία χρήσιν· και συν μέλιτι δε αντί σησάμης αυτώ χρώνται· καλείται δε θυλακίτις, επίμηκες έχουσα το κεφάλιον και το σπέρμα λευκόν. Η δε τις αγρία, εγκαθημένην έχουσα την κωδύαν, σπέρμα μέλαν, ή δη και πιθίτις ονομάζεται, υπ’ ενίων δε ροιάς και αυτή διά το ρειν εξ αυτής τον οπόν. Τρίτη δε αγριπτέρα και μικροτέρα και φαρμακωδεστέρα τούτων, έχουσα την κωδύαν επιμήκη» (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4,64).

Η Μήκων η ροιάς ή παπαρούνα ή κουτσουνάδα, λαχανεύεται· οι νεαροί και τρυφεροί βλαστοί της και τα φύλλα μαγειρεύονται. Γίνονται λαδερά, μόνα ή με άλλα και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή χορτόπιτας.

Τα σπέρματα του φυτού χρησιμοποιούνται σε αρτοσκευάσματα και γλυκά αντί σησαμιού και είναι πολύ αρωματικά (πρβλ. Mohnkuchenκ, γλυκά με σπόρους παπαρούνας, που παρασκευάζονται στη Γερμανία).

* Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολονάκης
Έφορος Αρχαιοτήτων ε.τ.

Φυτεύονται παντού, σε παρτέρια, περιφράξεις, κήπους και δοχεία για να δώσουν χρώμα την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Ήταν, είναι και μάλλον θα είναι τα πιο δημοφιλή ανθοφόρα καλλωπιστικά φυτά. Η ανάπτυξή τους είναι γρήγορη, η αθοφορία τους σίγουρη κι η διαιώνισή τους εύκολη. Όπως πολλά φυτά έχουν εξελιχθεί να περνούν τη δύσκολη περίοδο του έτους κάπως, αυτά τα φυτά έχουν εξελιχθεί να ζουν μόνο για μια χρονιά (ετήσια ή μονοετή) και ν’αφήνουν μόνο τους σπόρους τους για την επόμενη. Γι’αυτό το λόγο είναι και πολύ εύκολα. Παρακάτω θα παρουσιάσω μερικά από τα πιο κοινά είδη.

Πετούνιες

λευκή πετούνια


ανοιχτή μοβ πετούνια


σκούρη μοβ-φουξ πετούνια


φουξ πετούνια


δίχρωμη πετούνια


Οι πετούνιες (γένους petunia) είναι από τα πλέον κοινώς καλλιεργούμενα ετήσια φυτά. Είναι ποώδη φυτά της οικογένειας των σολανιδών (οικογένεια της ντομάτας, της πιπεριάς, της ντατούρας κι άλλων φυτών) και κατάγονται από την τροπική Αμερική. Στην πραγματικότητα δεν είναι μονοετή, αλλά στο δικό μας εύκρατο κλίμα χωρίς προστασία συνήθως παγώνουν το χειμώνα και γι’αυτό καλλιεργούνται ως μονοετή. Έχουν χνουδωτούς και κολλώδεις βλαστούς και φύλλα κι άνθη σε διάφορα χρώματα όπως λευκό, κόκκινο, ρόδινο, μοβ ή δίχρωμο, και σε διάφορες αποχρώσεις. Υπάρχουν ποικιλίες με μεγάλα άνθη, ποικιλίες με μεσαία (οι πιο κοινές) κι άλλες με μικρά. Άλλες ποικιλίες είναι όρθιες ενώ άλλες έρπουσες ή κρεμαστές. Οι σουρφίνιες είναι μια ποικιλία έρπουσας ή κρεμαστής πετούνιας. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες είναι του είδους petunia x hybrida, δηλαδή υβρίδια μερικών αρχικών άγριων ειδών.
Οι πετούνιες πρέπει να σπαρούν στα τέλη του χειμώνα-αρχές άνοιξης σε μέρος φωτεινό και προστατευμένο από τις παγωνιές. Οι σπόροι θα πρέπει να απλωθούν στην επιφάνεια του χώματος. Χρειάζονται φως για να βλαστήσουν. Όταν μεγαλώσουν λίγο κι ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει, μεταφυτεύστε τις στην οριστική τους θέσει. Έχω παρατηρήσει ότι η μεταφύτευση είναι πιο επιτυχής σε συνεφιασμένο και κρύο καιρό, αλλά σχεδόν πάντα το φυτό θα χρειαστεί λίγο χρόνο να προσαρμοστεί μέχρι ν’αρχίσει και πάλι την ανάπτυξη. Γι’αυτό ίσως καλό είναι να τις σπείρετε λίγο πιο αργά στην οριστική τους θέση και μετά να τις αραιώσετε. Οι έρπουσες ποικιλίες μπορεί να χρειαστούν έως και 60 εκατοστά απόσταση μεταξύ τους. Οι πετούνιες χρειάζονται πλούσιο χώμα, συχνό πότισμα και λίπανση και ήλιο. Κλαδέψτε τις στο μέσον της καλλιεργητικής περιόδου για να πυκνώσουν περισσότερο και έτσι ναπαραγάγουν περισσότερα άνθη. Οι καρποί τους είναι μικρές ωοειδείς ξηρές κάψες που περιέχουν τους σπόρους. Μαζέψτε τους το φθινόπωρο και φυλάξτε τους σε ξηρό μέρος μέχρι να τους ξαναφυτέψετε. Οι πετούνιες ρίχνουν συχνά σπόρο και ξαναβγαίνουν στο ίδιο μέρος την επόμενη χρονιά. Αν υπάρχουν διάφορες ποικιλίες πετούνιας στο ίδιο μέρος, τα φυτά της επόμενςη γενιάς ενδέχεται να υβριδοποιηθούν. Σ’αυτήν την περίπτωση έχω παρατηρήσει τα περισσότερα να έχουν λευκά ή ανοιχτορόδινα άνθη. Οι πετούνιες προσβάλλονται εύκολα από αφίδες.

Άλυσσο

άλυσσο


Το άλυσσο (λobularia maritima παλαιότερα alyssum maritimum) είναι ένα από τα πιο ανθεκτικά ετήσια φυτά. Μπορεί να είναι είτε ετήσιο είτε βραχύβιο πολυετές σπανιότερα. Φύεται άγριο στις μεσογειακές περιοχές συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Τ’όνομά του «άλυσσο», προέρχεται από την πεποίθηση των αρχαίων ότι θεράπευε τη λύσσα. Είναι ένα χαμηλό φυτό, ύψους συνήθως 20 εκ., με μικροσκοπικά οδοντωτά φύλλα και πάρα πολλά, συνήθως λευκά, σπανιότερα μοβ, άνθη που μοσχοβολούν σαν μέλι. Σε πλήρη ανθοφορία το λευκό άλυσσο μοιάζει μ’ένα πυκνό χαλί από χόρτο καλυμμένο με χιόνι που μυρίζει σαν μέλι.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Συνήθως ρίχνει σπόρο στην περιοχή που βρίσκεται και αν φυτευθεί μια φορά, δε θα χρειάζεται συχνά σπορά. Οι σπόροι σπένρονται την άνοιξη. Τα φυτά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα κι ανθίζουν συνεχόμενα το μεγαλύτερο μέρος της ζεστής περιόδου του έτους. Αντέχουν στην ξηρασία, στον έντονο ήλιο και τη ζέστη του καλοκαιριού και στην αλατότητα του εδάφους στις παραθαλάσσιες περιοχές. Αν και προσαρμόζονται σε φτωχότερα εδάφη, θα ωφεληθούν από την οργανική ύλη στο έδαφος και την τακτική λίπανση. Είναι ανθεκτικά στις περισσότερες ασθένειες.

Βιολέτες

βιολέτα δικό μου φυτό 30/4/2011


το ίδιο φυτό 12/5/2011


το ίδιο φυτό στη δεύτερη ανθοφορία μετά το κόψιμο των πρώτων βλαστών 13/6/2011


Αυτό το φυτό το ξέρω σαν βιολέτα, αν και πιθανότατα δεν έχει σχέση με το γένος
Viola,
το γένος των πανσέδων και των πραγματικών βιολετών, αλλά μοιάζει περισσότερο
μ’αυτό το φυτό.
Όποιος γνωρίζει για το είδος να μου κάνει ένα σχόλιο. Δεν ξέρω τίποτα για τον τόπο προέλευσής του ή τη φυσική του ιστορία, αλλά έχω πολύ εμπειρία στην καλλιέργεία του. Όλα μου τα φυτά προέρχονται από ένα μόνο σπόρο, τον οποίον πήρα πριν 3 χρόνια από ένα σπίτι στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης. Αυτό δε θα μπορούσε να θεωρηθεί κλοπή, πρώτον γιατί ο σπόρος θεωρείται δυνητικά ξεχωριστό φυτό από το γονέα του, άρα ουσιαστικά δεν έκανα τίποτα στο γονέα, και δεύτερον γιατί ένας σπόρος θα μπορούσε να μεταφερθεί πολύ εύκολα με τον αέρα και να φυτρώσει έξω από την ιδιόκτητη έκταση των συγκεκριμένων.
Έχω κάνει εκτεταμένες παρατηρήσεις πάνω σ’αυτό το φυτό. Έχω παρατηρήσει ότι αν οι σπόροι σπαρούν το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο), τα φυτά την επόμενη χρονιά σίγουρα θ’ανθίσουν. Μια φορά που είχα δοκιμάσει να σπείρω το Μάρτιο, παρατήρησα ότι τα φυτά αναπτύχθηκαν, αλλά δεν άνθισαν. Μπορεί να ήταν τυχαίο γεγονός ή μπορει τα φυτά να πρέπει πρώτα να περάσουν από μια κρύα περίοδο. Σπέρνω τους σπόρους σκορπίζοντάς τους στην επιφάνεια του χώματος και σκεπάζοντάς τους μετά ελαφρά με λίγο χώμα. Μετά ποτίζω μαλακά. Καλύτερα να σπείρετε στην οριστική θέση, γιατί η μεταφύτευση στρεσσάρει τα φυτά και καθυστερεί την ανάπτυξή τους. Τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση τουλάχιστον 20 εκατοστών μεταξύ τους. Παρά το μικρό τους ύψος, έχουν πολύ βαθύ κι εκτεταμένο ριζικό σύστημα με πολύ σκληρές, διεισδυτικές ρίζες. Σε ψηλές γλάστρες ή στο έδαφος οι ρίζες θα κατεβούν κάτω, ενώ σε μικρές, μακρόστενες και ρηχές ζαρντινιέρες θ’απλωθούν κατά μήκος εμποδίζοντας άλλα φυτά ν’αναπτυχθούν. Μετά μια εβδομάδα από τη σπορά φυτρώνουν και σιγά-σιγά δημιουργούν ένα ρόδακα από μακρόστενα χνουδωτά φύλλα. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, τα φυτά δεν έχουν πρόβλημα στα χιόνια και το κρύο του χειμώνα (λίγο χιόνι στην περίπτωσή μου). Την άνοιξη αναπτύσσονται περισσότερο και στα τέλη του Μαρτίου εμφανίζονται από την κορυφή κι από τις μασχάλες των φύλλων οι ανθοφόροι βλαστοί. Οι βλαστοί αυτοί γρήγορα ψηλώνουν και η ανθοφορία διαρκεί από τα μέσα Απριλίου έως τις αρχές Μαΐου. Τα άνθη είναι συνήθως ιώδη, σε ταξιανθίες βότρεις και μοσχοβολούν έντονα έως και σε κάποια απόσταση, κυρίως το σούρουπο και τη νύχτα. Προς το τέλος της ανθοφορίας μπορείτε να παρατηρήσετε μερικά ανοιχτά άνθη, μερικά ξερά, λίγους σχηματισμένους καρπούς και πολύ λίγα ακόμα μπουμπουκάκια. Το φυτό αυτεπικονιάζεται. Μπορείτε να κόψετε τ’ανθοφόρα στελέχη στο τέλος της ανθοφορίας για να αναγκάσετε το φυτό να παραγάγει νεα, αλλά τα επόμενα άνθη θα είναι λιγοστά, πολύ μικρά, λίγα κι αδύναμα, και πιθανότατα δε θα κάνουν πολύ σπόρο. Οι καρποί του φυτού είναι επιμήκεις κάψες σαν φασολάκια μ’ένα διάφραγμα στο εσωτερικό κατά μήκος τους, στο οποίο βρίσκονται οι σπόροι. Αναπτύσσονται γρήγορα μετά το σχηματισμό τους, αλλά ωριμάζουν και ξεραίνονται αργότερα, περίπου τον Ιούλιο. Μόνο τότε μπορείτε να τους συλλέξετε και ν’αποθηκεύσετε το σπόρο σε ξηρό μέρος μέχρι την επόμενη σπορά. Μετά μπορείτε να ξεριζόσετε τα φυτά. Τα φυτά αυτά είναι ανθεκτικά στην ξηρασία, αλλά προσβάλλονται πολύ εύκολα από αφίδες. Πέρσι έχασα φυτό από αφίδες. Έχω βρει επίσης μεμονωμένα κάμπιες σ’αυτά τα φυτά.
Ενημέρωση 30/10/2011: Ίσως τελικά είναι μονοετής φλόγα (Phlox drummondii).

Σκυλάκια

μοβ σκυλάκι


Τα σκυλάκια (είδους anterinum majus) είναι κι αυτά από τα πιο δημοφιλή «ετήσια» φυτά. Απαντούν αυτοφυή στις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Βάζω το «ετήσια» σε εισαγωγικά γιατί στην πραγματικότητα είναι πολυετή φυτά. Σε ορεινές όμως ή πιο βόρειες περιοχές παγώνουν το χειμώνα. Για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη (η πόλη όπου μένω) είναι πολυετή, ενώ στους Πύργους Κοζάνης (το χωριό μου), με μέσο υψόμετρο τα 800 μέτρα, παγώνουν.
Αποτελούνται από ψηλούς κι άκαμπτους βλαστούς οι οποίοι καλύπτονται από πολλά μαλακά λογχοειδή φύλλα. Τα άνθη τους βγαίνουν κατά στάχεις και μπορεί να είναι μοβ, ρόδινα, λευκά, κίτρινα ή πορτοκαλί και τα πέταλά τους σχηματίζουν δύο χείλη. Οι καρποί είναι ωοειδής κάψες. Τ’όνομά τους, σκυλάκι, οφείλεται στο ότι αν ο λαιμός του άνθους πιεστεί, τα χείλη του ανοίγουν σαν στόμα.
Τα φυτά αυτά είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία, στο φτωχό έδαφος και στις ασθένειες, και στη φύση μπορούν να βρεθούν να φυτρώνουν σε΄σκληρά και πετρώδη εδάφη, ακόμα κι ανάμεσα σε χαλάσματα και τοίχους. Παρόλα αυτά ωφελούνται απο ένα πλούσιο και υγρό χώμα. Σπέρνονται νωρίς την άνοιξη έξω. Ευδοκιμούν σε ηλιόλουστη θέση. Οι σπόροι συλλέγονται από τους καρπούς στο τέλος του καλοκαιριού ή το φθινόπωρο και φυλάγονται σε ξηρό μέρος.

Πανσέδες

πανσές

Επίσης πολύ δημοφιλή διακοσμητικά φυτά, με τη μεγάλη ποικιλία χρωμάτων τους όπως κίτρινο, κόκκινο, μοβ, λευκό και συνδυασμούς, συχνά και με κηλίδες που θυμίζουν πρόσωπο. Όλες αυτές οι ποικιλίες προήλθαν από την άγρια τρίχρωμη βιολέτα (Viola tricolor) με επιλεκτική αναπαραγωγή και υβριδοποιήσεις με συγγενικά είδη.
Τα φυτά είναι κοντά έως 20 εκ. και κανονικά διετή. Τον πρώτο χρόνο αναπτύσσονται κυρίως βλαστητικά ενώ το δεύτερο ανθίζουν και παράγουν σπόρους, αν κι έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες που ανθίζουν απ’τον πρώτο χρόνο. Αναπτύσσονται καλύτερα κυρίως σε δροσερό καιρό, το φθινόπωρο και την άνοιξη, ενώ το χειμώνα το χιόνι και η παγωνιά δεν προκαλούν μεγάλα προβλήματα. Ωστόσο το καλοκαίρι η ανάπτυξη και η ανθοφορία τους σταματά, και σε συνθήκες ζέστης και υγρασίας μπορούν να ασθενήσουν εύκολα και να πεθάνουν.
Προτιμούν ηλιόλουστή ή φωτεινή θέση, πλούσιο έδαφος και συχνό πότισμα και λίπανση για να ευδοκιμήσουν. Αναπαράγονται εύκολα από σπόρο. Το τακτικό κόψιμο των παλιών και ξεών ανθέων θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής κι ανθοφορίας τους. Προσβάλλονται εύκολα από αφίδες (μελίγκρες), μύκητες, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες.
Ενημέρωση 16/6/2012: Οι δικοί μου πανσέδες, που τους είχα αγοράσει τον Οκτώβριο πέρσι, μετά από μήνες συνεχούς ανθοφορίας και λίγης ανάπτυξης προς το τέλος, από τα τέλη Μαΐου άρχισαν να δεινοπαθούν από τη ζέστη. Έκαναν μικρά φύλλα, πολύ μικρά άνθη, και πολλά φύλλα προς τα κάτω στους βλαστούς ξεράθηκαν. Όταν στις αρχές του Ιουνίου σταμάτησαν σχεδόν εντελώς τα νέα μπουμπούκια, τους έκοψα και τους τάισα στα κουνέλια μου, μιας και είναι κατάλληλη τροφή για φυτοφάγα ζώα (τα φυτά δεν είναι τοξικά, θεωρητικά τα άνθη τους μπορούν να φαγωθούν κι από τον άνθρωπο). Τους αντικατέστησα με βίνκες.

Βίνκα

Οι βίνκες μου μία βδομάδα και λίγο μετά τη φύτευσή τους. Τα φυτά αυτά τα γνωρίζω από παλιά, αλλά δεν ήξερα το όνομά τους. Για βίνκες (γένος Vinca) όσα είχα διαβάσει είχαν να κάνουν με πολυετή έρποντα φυτά, αλλ’αυτά είναι μονοετή. Ο ανθοπώλης απ’όππου τ’αγόρασα μου είπε πως δεν κάνουν βαθιές ρίζες ώστε να ενοχλούν τα γειτονικά τους. Και όσες έχω δει είναι αρκετά μικρές. Πιθανόν θα υπάρχει μια νάνα ποικιλία ενός μονοετούς είδους που καλλιεργείται ευρέως.Οι δικές μου είναι η μία λευκή και η άλλη φούξια, βγαίνουν όμως και σε πιο σκούρες μοβ. Είναι λεπτά φυτά με κυλινδρικούς λείους βλαστούς κι αντίθετα, κοντόμισχα, επίμηκη, ελαφρώς οδοντωτά φύλλα. Τα άνθη δε μυρίζουν, έχουν κοντούς στήμονες και πέντε πέταλα, τα οποία ξεκινούν συνενωμένα σε λεπτό μακρύ σωλήνα και ανοίγουν στην κορυφή με επίπεδο δισκοειδές σχήμα. Προέρχονται από επίμηκη μικρά πουμπούκια στις μασχάλες των φύλλων προς τις κορυφές των βλαστών. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των αποκυνιδών, όπου επίσης ανήκει και η πικροδάφνη, το φούλι κι άλλα. Αυτή η οικογένεια, πέρα από τα σωληνωτά άνθη και τους επιμήκεις φασολοειδείς καρπούς, έχει και το χαρακτηριστικό τα μέλη της να είναι τοξικά. Τα συγκεκριμένα φυτά εκκρίνουν γάλα με πικρή μυρωδιά αν τραυματιστούν.