Tag Archive: μικρά νεκρά λιμπάκια


Πλέον, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης με την κουνέλα μου τη Λίμπο, έχουμε αναπτύξει μια βαθύτερη σχέση. Εγώ την βοηθάω σε διάφορα πράγματα, αλλά κι αυτή εμένα. Για παράδειγμα, μου βρίσκει πράγματα που χάνω. Παρόλο όμως που θέλω να λέω ότι μου τα βρίσκει στην πραγματικότητα δε μου τα ψάχνει συνειδητά. Απλώς επειδή έχει μάθει απ’έξω κι ανακατωτά το δωμάτιό μου τόσα χρόνια, ό,τι είναι εκτός θέσης της τραβά την προσοχή. Αν είναι κάποιο χαμένο αντικείμενο κάτω και το βρει, μπορεί να αρχίζει να παίζει μαζί του, κι έτσι να το βρω. Έτσι μια φορά για παράδειγμα μου βρήκε τον αριθμό που έπρεπε να καρφιτσώσω στη μπλούζα μου για να τρέξω στον αγώνα των 5 χιλιομέτρων (ναι, έτρεξα κι εγώ!) στις 10 Οκτωβρίου, στις εκδηλώσεις του Διεθνούς Ημιμαραθωνίου Θεσσαλονίκης. Μου είχε φύγει ο φάκελος κάτω από την καρέκλα μου, και δεν τον έβρισκα. Μόλις όμως έβγαλα την κουνέλα έξω, μετά από λίγο την άκουσα να παίζει μ’ένα χαρτί, κι έτσι τον βρήκα.

Όμως η περιέργειά της αυτή μια μέρα πρόλαβε ένα ατύχημα, αλλα θα μπορούσε και να οδηγήσει σε κάποιο άλλο αν δεν βρισκόμουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 16 Οκτωβρίου 2015, τάιζα το λοφιοφόρο μου γκέκο το Βαρώνο (Correlophus ciliatus) έντομα. Του έδινα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), οι οποίες είναι γρήγορες και μπορεί να κρυφτούν αν δεν τις φάει αμέσως, και μία κατσαρίδα Αργεντινής (Blaptica dubia). Ήθελα και να βιντεοσκοπήσω το γεγονός για το κανάλι μου στο Youtube, αλά τελικά το βίντεο δεν πέτυχε. Μία λοιπόν κατσαρίδα κρύφτηκε με΄σα σε ένα καλάμι μπαμπού του τερραρίου του γκέκο. Έχει γίνει κι άλλες φορές αυτο΄, κι όποτε γίνεται, για να μην περιμένω εγώ ή το γκέκο να βγουν όποτε θέλουν, δηλαδή μπορεί και μετά από μια βδομάδα, Τις τινάζω από μέσα και πέφτουν. Το τερράριο του γκέκο είναι της Exo Terra (από τακαλύτερα τερράρια), ένα κατακόρυφο γυάλινο τερράριο με δίφυλλη πόρτα μπροστά, αλλά κι ένα καπάκι σίτας που μπορεί ν’αφαιρεθεί. Αφαίρεσα λοιπόν το καπάκι, ώστε να σηκώσω το καλάμι ευκολότερα. Σήκωσα το καλάμι, τίναξα το έντομο και τοέριξα μέσα στο μπολ, για να μη φύγει. Μετά όμως, επειδή σχεδόν ποτέ δεν ανοίγω εκείνο το καπάκι, δεν το έκλεισα εντελώς. Ένα άνοιγμα δύο εκατοστών είχε μείνει από μπροστά. Το γκέκο συνέχιζε να κάνει βόλτες για αρκετή ώρα στο χώρο του, αλά μετά σταμάτησα να το ακούω. Πέρασαν αρκετές δεκάδες λεπτών και μου φάνηκε παράξενο αυτό. Έχει τύχει στο παρελθόν να φάει τόσο πολύ ώστε να μη θέλει να κουνηθεί στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν τέτοιο γεύμα. Μετά, γύω στις 2 το πρωί ή και πιο αργά, έβγαλα την κουνελίτσα μου βόλτα. Η μπαλκονόπορτα ήταν λίγο ανοιχτή για να μπαινοβγαίνει, κι έμπαινε λίγο κρύο. Αφού λοιπόν η Λίμπο έκανε τη βόλτα της, μετά πήγε στη γωνία κάτω από το κλουβί του Βαρώνου, όπου κάτι έξυνε. Νομίζοντας πως πειράζει κανένα καλώδιο, πήγα να δω, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Λίγα εκατοστά μπροστά από τη μουσούδα της βρισκόταν ο Βαρώνος. Τον περιμάζεψα αμέσως, και ως πλήρως εξοικιωμένος που είναι, δεν προσπάθησε καν να φύγει. Μέτρησα όλα τα δάχτυλά του, έλεγξα την ουρά, το κεφάλι, τα μάτια και την κοιλιά του, για να δω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί θα μπορούσε να τον είχε δαγκώσει η κουνέλα, αλλά ευτυχώς ήταν άθικτος. Τα ζώα αυτά είχαν να συναντηθούν για περίπου τρία χρόνια. Τότε, ότον τον πρωτοπήρα, από περιέργεια τον έβαλα δίπλα στην κουνέλα μου για να δω τι θα γίνει, και φυσικά αν υπήρχε πρόβλημα θα τον έπαιρνα αμέσως. Είχα καθίσει κάτω και τον είχα βάλει πάνω στο παντελόνι μου, και Μόλις κατάλαβε η Λίμπο πως είναι κάποιο ζώο, άρχισε να τον πιέζει με τη μύτη της και να τον σπρώχνει, κι εκείνος έκανε ευθύς ένα απότομο άλμα στα 40 εκατοστά προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, πέρα από ότι ο Βαρώνος κοιτούσε την κουνέλα όταν έβγαινε για βόλτα, κι αυτή τρόμαζε μερικές φορές όταν αυτός πηδούσε ανάμεσα στα καλάμια του και τις φυλλωσιές του, αυτά τα ζώα δεν είχαν καμία άμεση επαφή για τα επόμενα τρία χρόνια εκτός απο΄τώρα. Μετά λοιπόν από το αρχικό σοκ, άναψα το φως κι έβαλα για λίγο το γκέκο μπροστά στο κουνέλι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Πάλι η Λίμπο έτρεχε πάνω του, κι άρχισε να το σπρώχνει με τη μύτη της, και μια φορά μάλιστα νομίζω πως πήγε να το δαγκώσει. Μόλις το σήκωσα στο χέρι μου ψηλότερα, σηκώθηκε κι αυτή για να το πειράξει. Ως πειστήριο για το γεγονός, έκανα κι ένα μικρό βίντεο.

Τελικά ανέβασα κάτι πολύ πιο ασυνήθιστο και μοναδικό στο Youtube, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ευχάριστο. Στο βίντεο, η Λίμπο η κουνέλα πλησιάζει τρεις φορές με φανερά επιθετικές διαθέσεις το Βαρώνο το λοφιοφόρο γκέκο, ο οποίος φεύγει, αλλά κι εγώ βάζω το χέρι μου για να προλάβω τα χειρότερα. Μετά αμέσως τον παίρνω και τον επιστρέφω στο τερράριό του με κλειστό πάνω καπάκι αυτήν τη φορά. Μόλις είχα προλάβει, συμπτωματικά εντελώς, δύο ατυχήματα. Εάν δεν καταλάβαινα εγκαίρως ότι το καπάκι είχε μείνει ανοιχτό, μπορεί να έχανα το γκέκο, ή μάλλον να δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, γιατί να το χάσω διά παντώς είναι δύσκολο. Αν και δεν είχε διανήσει απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κλουβί του όπως την μέτρησα, θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Μικρή πιθανότητα υπήρχε, αν άνοιγα τη μπαλκονόπορτα να έφευγε έξω και να χανόταν για πάντα, αλλά έκανε κρύο και το θεωρώ απίθανο. Επίσης μικ΄ρη πιθανόττητα είχε να φύγει στο υπόλοιπο σπίτι αν άνοιγα την πόρτα του δωματίου, αν και ο χώρος ήταν ανοιχτός και άγνωστος γι’αυτόν, οπότε θα δίσταζε πολύ. Επίσης υπήρχε μικρή πιθανότητα να περάσεια πέναντι στη ντουλάπα και να χωθεί από πίσω και να μην το βρω εύκολα, ή να σκαρφαλώσει κάπου ψηλά. Το πιο πιθανό ωστόσο θα ήταν να κρυφτεί σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο σε ακτίνα περίπου δύο μέτρων από το τερράριο, το οποίο είναι και η περιοχή του άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, κι έτσι υπήρχε και η πιθανότητα να επιστρέψει και πίσω, εφόσον το καπάκι ήταν ανοιχ΄το. Εάν δεν προλάβαινα την κουνέλα, υπήρχε πιθανότητα να τρομάξει απ’αυτήν και να φύγει κάπου μακριά ή να χωθεί σε κάποιο στενό και δυσπρόσιτο σημείο, ή η κουνέλα να τον τραυματίσει άσχημα. Ήμουν οπότε πολύ τυχερός. Από εκείνη τη μέρα και για τις επόμενες λίγες, ψυχαναγκαστικά έλεγχα το πάνω καπάκι για να είμαι σίγουρος ότι είναι κλειστό. Στα τρία χρόνια που τον έχω ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό, και θα είναι και η τελευταία ελπίζω. Έχει τύχει να το χάσω για δύο ακόμα φορές, αλλά ήταν στην αρχή που, αν και ήρεμο, πάλι τρόμαζε πιο εύκολα επειδή δεν είχε συνηθίσει ακόμα καλά το χώρο κι εμένα και μπορεί να πηδούσε απ’το χέρι μου άνευ προειδοποιήσεως. Έτσι μία φορά πήδηξε κι έτρεξε κάτω από το κρεβάτι μου για δύο μέτρα περίπου μέχρι την άλλη μεριά, αλά εκτός από την απόσταση δεν υπήρχε κάποια άλη δυσκολία να το βρω, επιδή ο χώρος ήταν σχετικά ανοιχτός χωρίς πολλές καλές κρυψώνες. Την άλλη φορά ήταν πάλι στους πρώτους μήνες που το είχα, και ήταν Απρίλιος. Εγώ το είχα πάρει Νοέμβριο, οπότε ήταν η πρώτη του άνοιξη σ’εμένα. Επειδή η θερμοκρασία είχε ανέβει, είχε ανέβει κι ο μεταβολισμός του, κι έτσι ήταν πιο δραστήριο και νευρικό. Όλοπηδούσε κι έτρεχε, κι έτσι, βγάζοντας εγώ κάτι από το τερράριό του και κρατώντας το προσωρινά για να ξέρω πού είναι, πήδξε κι έφυγε. Σήκωσα όλα τα μικρά και μεσαία πράγματα (καρέκκλες, βιβλία κλπ) γύρω από το τερράριο και για ένα τέταρτο έψαχνα, και μετά τον βρήκα στο χείλος του καλαθιού των αχρήστων κάτω από το τερράριο, δηλαδή μπροστά μου! Κι άλλες φορές εκείνο τον καιρό τύχαινε να μου πηδήξει απ’το χέρι, αλλά το έβρισκα αμέσως, οπότε δε μπορώ να πω ότι το έχανα. Έτσι λοιπόν σώθκε το γκέκο μας.

Όσον αφορά την κουνέλα, δεν ξέρω αν στεναχωρέθηκε ή ανακουφίστηκε που πήρα το γκέκο από κοντά της, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Δε θα πρέπει να το πειράξειποτε ξανά. Τα κουνέλια δεν είναι κυνηγετικά ζώα σαν τις γάτες που πειράζουν μικρότερα ζώα από κυνηγετικό ένστικτο – μπορεί να υπάρχουν κι εξαιρέσεις – αλλά προστατεύουνέντονα την περιοχή τους. Δεν είναι τα ειρηνικά ζώα που παρουσιάζονται πάντα. Κουνέλια που δε γνωρίζονται και τυχαίνει το ένα να εισβάλει στην περιοχή του άλλου ια πρώτη φορά μπορεί να μαλώσουν σοβαρά, ενίοτε με θανάσιμους τραυματισμούς. Όπως έλεγε κι ένας Αυστραλός κυνηγός που είχα διαβάσει κάπου στο Διαδίκτυο, συναντούσε συνεχώς κουνέλια γρατσουνισμένα και χτυπημένα, και νόμιζε πως ήταν απο΄συμπλοκές με γάτες, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν από τους ομοίους τους. Έτσι τα κουνέλια μπορεί να γίνουν επιθετικά και προς μικρότερα ζώα που συναντούν στην περιοχή τους. Όπως είπα παραπάνω όμως υπάρχουν κι εξαιρέσεις, και μπορεί ένα κουνέλι να ροκανίσει σιγά-σιγά κι έτσι να φάει ένα μικρό κι αδύναμο ζώο. Κουνέλια έχουν παρατηρηθεί να τρώνε έντομα – και η δική μου είχε φάει -, πουλάκιαπου πέφτουν από τη φωλιά τους, κι άλλα μικρά ζώα. Έψαξα να δω αν γίνεται κουνέλια να φάνε σαύρες, αλλά δε βρήκα κάποιο σχετικό αποτέλεσμα, όμως, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζουμε, σίγουρα γίνεται. Το Συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ ν’αφήνουμε κουνέλια με ζώα πολύ μικρότερά τους μόνα τους. Ίσως να υπάρχουν εξαιρέσεις, και πάλι θα πρέπει να είμαστε εκεί για να τα επιβλέπουμε. Γενικώς δε θα πρέπει ν’αφήνουμε κουνέλια με άλλα ζώα στον ίδιο χώρο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (αν γνωρίζονται κλπ), αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει πολύ περισσότερο το άλλο ζώο από το κουνέλι, παρά το κουνέλι από το άλλο ζώο.

Το πιο ανησυχητικό ωστόσο δεν ήταν ότι η κουνέλα κυνηγούσε το γκέκο, αλλά ότι το γκέκο δεν κατάλαβε οότι κινδυνεύει. Στο βίντεο βαδίζει σε μέτρια ταχύτητα εμφανώς ενοχλημένο, αλλά δεν έχει φοβηθεί πραγματικά. Αν ένιωθε πραγματικά ότι απειλείται από το κουνέλι, θα έτρεχε πολύ γρηγορότερα κάπου μακριά. Είχε τρέξιι έτσι στο παρελθόν μερικές φορές επειδή είχε τρομάξει, και η ταχύτητά του τότε είναι εκπληκτική. Θα μπορούσε να τρέξει διαγώνια μπροστά του και να χωθεί ανάμεσα στη ντουλάπα και τον τοίχο, απ’όπου ούτε εγώ δε θα μπορούσε να το βγάλω εύκολα. Ή θα μπορούσε να τρέξει ως εκεί και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. Αλλιώς,αν η κουνέλα τον είχε στριμώξει σε μια γωνία και δεν προλάβαινε να ανέβει στον τοίχο, θα μπορούσε να γυρίσει και να δαγκώσει την κουνέλα, είτε στιγμιαία για να την ξαφνιάσει, είτε με όλη του τη δύναμη ώστε να την πονέσει και να της πάρει και λίγη γούνα, και στην περίπτωση αυτήν δεν πιστεύω ότι η κουνέλα θα τον ξαναπείραζε ποτέ. Πιστεύω ότι θα τα έκανε αυτά, αλά αφού ήδη είχε δαγκωθεί και πιθανόν τραυματιστεί. Γιατί τότε δεν προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του; Πιστεύώ αφενός επειδή έχει συνηθίσει στο χειρισμό, και δεν ενοχλείται εύκολα όταν το πιάνω, το σπρώχνω ή το σηκώνω, κι αφετέρου στο γεγονός ότι στη πατρίδα του τη Νέα Καληδονία ιστορικά δεν υπήρχαν σαρκοφάγα θηλαστικά, οπότε δεν τα αναγνωρίζει ως απειλή. Ουσιαστικά το δεύτερο οδήγησε στο πρώτο. Το κουνέλι δεν είναι βέβαια σαρκοφάγο, αλλά τώρα λειτούργησε ως τέτοιο. Αν και πριν τρία χρόνια είχε τρομάξει από την κουνέλα, οπότε θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αντιλήφθηκε τώρα τον κίνδυνο επειδή απλώς έχει συνηθίσει στο χειρισμό περισσότερο, πάλι όμως και τότε δεν αντέδρασε ακαριαία και πιστεύω ότι το κουνέλι θα μπορούσε να τον ξαναπειράξει πριν προλάβει να φύγει. Γενικώς σαύες από περιοχές με λίγους εχθρούς τείνουν να ηρεμούν πολύ περισσότερο στην αιχμαλωσία, αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάρτε το γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps) για παράδειγμα, που είναι σχεδόν παθολογικά ήρεμος. Κατάγεται από την Αυστραλία, όπου οι εχθροί είναι λιγότεροι απ’όσους θα υπήρχαν στην Ευρώπη για παράδειγμα, και οι περισσότεροι δεν είναι θηλαστικά. Έτσι ο γενειοφόρος δράκος μπορεί να είναι εντελώς άνετος με ανθρώπους που τον σηκώνουν, τον μεταφέρουν και τον πειράζουν, αλά μπορεί να τρελαθεί αν δει κινούμενη σκιά πάνω απ’το κεφάλι του, η οποία θα μπορούσε να είναι αρπακτικό πουλί. Η Νέα Καληδονία όμως, ως μικρό απομονωμένο νησιωτικό σύμπλεγμα, έχει ακόμα λιγότερους εχθρούς από την Αυστραλία και ποτέ δεν είχε χερσαία θηλαστικά. Μόνο κάποιες νυχτερίδες κατέφθασαν σε γεωλογικά πρόσφατη εποχή, αλά αυτές δεν κυνηγούν σαύρες κι επίσης δεμοιάζουν με τυπικά θηλαστικά ώστε το γκέκο να τα αναγνωρίζει με βάση τη μορφή τους. Δύο είναι οι κύριοι εχθροί του λοφιοφόρου γκέκο στη φύση: ο μπούφος (Tito alba) και το γιγάντιο Νεοκαληδόνιο γκέκο (Rhacodactylus leachianus). Ο μπούφος είναι το ίδιο είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι ένα πολύ επιτυχημένο είδος που έχει κυριεύσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος εχθρός του λοφιοφόρου γκέκο, αφού ως ενδόθερμο έχει μεγαλύτερη ανάγκη για τροφή και άρα θα κυνηγά συχνότερα. Και πάλι δε θα τρέφεται αποκλειστικά με λοφιοφόρα γκέκο, αλλά θα τρώει κι άλλες σαύρες, πουλιά και νυχτερίδες, και πλέον που υπάρχουν και χερσαία θηλαστικά, και μ’αυτά. Το γιγάντιονεοκαληδόνιο γκέκο μπορείπεριστασιακά να τρώει λοφιοφόρα γκέκο, αλλά πάλι όχι πολύ συχνά. Θα τρώει κι άλες σαύρες, πουλάκια, έντομα, νέκτρα και φρούτα. Εκτός αυτού, τα λοφιοφόρα γκέκο σπάνια συναντούν αυτό το είδος, αφού αποφεύγουν το περιβάλλον του, δηλαδή τους χοντρούς κορμούς με κουφάλες, ακριβώς για να μην το συναντήσουν. Μικρός κίνδυνος ίσως να είναι και ο φοβοσκίγκος (Phoboscincus bocorti), ένα είδος γιγάντιου χερσαίου σαρκοφάγου σκίγκου στα 60 εκ που σχεδόν εξαφανίστηκε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα των ιθαγενών από παντού εκ΄τος από μια μικρή περιοχή στη Νήσο των Πεύκων, όπου υπάρχουν και λοφιοφόρα γκέκο. Αυτός έχει οδοντοστοιχία προσαρμοσμένη για σαυροφαγία, αν και δεν είναι ακόμα γνωστό ποιες σαύρες τρώει. Ίσως να τρώει και λοφιοφόρα γκέκο που κατεβαίνουν στο έδαφος, αλλά σπάνια. Ίσως ακόμα περιστασιακά να το κυνηγά ο ανατολικός μπούφος των χόρτων (Tito longimembris) και περιστασιακά τα μικρότερα ημερόβια γεράκια αν τύχει και το συναντήσουν τη μέρα. Επίσης στο παρελθόν, όταν υπήρχαν μεγαλύτερα ζώα στην Νέα Καληδονία πριν τα εξαφανίσουν οι ιθαγενείς, ίσως κάποια απ’αυτά, όπως ο μικρός κροκόδειλος της Ν. Καληδονίας ή το πουλί ντου να το έτρωγαν, αν και όχι πολύ συχνά, επειδή εξειδικεύονταν σε άλλες τροφές. Οπότε το λοφιοφόρο γκέκο είναι ένα είδος με σχετικά μικρή πίεση από εχθρούς, που μάλλον έχει τηνπολυτέλιεα νακάθεται ανάμεσα στα δροσερά πλατιά φύλλα και να τρώει το μέλι του χωρίς να φοβάται κάθε στιγμή μην το φάνε. Τα μικρά του είδους δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ωστόσο, και προφανώς θα τρώγονται από όσα εντομοφάγα ζώα τρώνε ζώα του μεγέθους τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το λοφιοφόρο γκέκο χάνει αρκετά μικρά, επειδή είναι από τα Νεοκαληδόνια γκέκο με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό ρυθμό (6-9 γέννες των δύο αυγών ετησίως, κατ’εξαίρεσιν παραπάνω, σε αντίθεση με είδη όπως Mniarogekko chahoua ή R. leachianus που μπορεί να γεννήσουν 2-3 φορές το χρόνο από δύο αυγά). Συγκρίνετε τώρα αυτό το ειδος με το δικό μας λίγο μικρότερό του Tarentola mauritanica, το οποίο πρέπει να ξεφύγει αρχικά από όλα τα εντομοφάγα και μικροσαρκοφάγα ζώα όσο είναι μικρό, και μετά όταν μεγαλώσει από όλα τα μικρά και μεσαία σαρκοφάγα – διάφορα πουλιά όπως κοράκια, μικρά αρπακτικά, κουκουβάγιες, φίδια, γάτες, νυφίτσες, κουνάβια, σπάνια και από ανθρώπους. Είναι αναμενόμενο αυτό το είδος να έχει πιο ανεπτυγμένες άμυνες κατά των εθχρών από κάποιο νησιωτικό που δεν έχει ν’αντιμετωπίσει τόσες απειλές. Το ίδιο και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκκι (Teratoscincus roborowskii) που έχω, ένα γκέκο λίγο μικρότερο του λοφιοφόρου ιθαγενές του Τουρπάν της Κίνας, μιας σκληρής ερήμου με αρκετούς προφανώς θηρευτές, αφού είναι πολύ νευρικό, ταχύτατο, προσέχει κάθε αλλαγή, κίνηση και θόρυβο, και πολύ δύσκολα πιάνεται.

Οπότε, κάθε φορά που καταφθάνουν σαρκοφάγα θηλαστικά σ’ένα απομονωμένο νησί, είτε από μόνα τους είτε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η έκβαση της αναμέτρησης είναι σχεδόν πάντοτε υπέρ των εισβολέω. Υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, είδη τα οποία προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση σχετικα γρήγορα, αλλά αυτές είναι λίγες και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τα ζώα του νησιού λοιπόν πιάνονται και τρώγονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια από τους εισβολείς, και τα είδη που πάσχουν περισσότερο είναι αυτά με χαμηλό αναπαραγωγικό ρυθμό ή με ελάχιστες άμυνες, όπως τα θαλασσοπούλια. Ακόμα κι αν υπάρχουν είδη που έχουν άμυνες εναντίον εχθρών, αυτές μπορεί να είναι εντελώς ανεπαρκείς προς τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Για παράδειγμα μπορεί ένα ζώο να ακινητοποιείται όταν συναντά εχθρό, και μολονότι αυτό μπορεί να πιάνει για σαρκοφάγα ερπετά ή πουλιά που επιτίθενται κυρίως σε κινούμενους στόχους, δεν κάνει τίποτα στα θηλαστικά που χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο την όσφρηση. Χάρη στην όσφρηση, τα θηλαστικα μπορούν να κυνηγούν εύκολα οποτεδήποτε, αλά και να εισχωρούν σε φωλιές και να τρώνε τα αυγά και τα μικρά. Υπάρχουν φυσικά κι ερπετά που ξετρυπώνουν την τροφή τους με την όσφρηση, αλλά είναι λιγότερα σε μεγαλύτερα μεγέθη και πολλές φορές απουσιάζουν κι αυτά από νησιά. Οι σκίγκοι για παράδειγμα είναι σαύρες που μπορούν να ξετρυπώνουν μικρά έντομα από το χώμα, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ μικροί για να απειλούν σπονδυλωτά. Οι βαράνοι και τα φίδια σε μικρότερο βαθμό μπορούν να κυνηγήσουν κρυμένα θηράματα, και πολλές φορές έχουν προξενήσει κι αυτά εξαφανίσεις όταν εισήχθησαν σε νησιά με ευάλωταείδη. Παρόλα αυτά τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά είναι πιο καταστροφικά, επειδή ως ενδόθερμα πρέπει να τρώνε πολύ περισσότερη τροφή,κι επιπλέον, έχοντας ανταγωνιστεί υπό πολλές αντίξοες συνθήκες στις τεράστιες εκτάσεις του Βορείου Ημισφαιρίου, είναι πολύ εξυπνότερα και μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα και να κυνηγήσουν με πολλούς τρόπους. Χάρη ακριβώς στην ευφυία και το υψηλό επίπεδο δραστηριότητάς τους, έχουν και μια ακόμα πολύ καταστροφική συνήθεια που σχεδόν κανένα άλλο ζώο δεν έχει, σκοτώνουν δηλαδή θηράματα ακόμα κι αν είναι χορτάτα και τα αφήνουν. Επίσης είναι ζώα που συχνά εισάγονται συνειδητά από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους, και συνήθως σε μικρές καταστροφικές ομάδες (αρουραίοι από πλοία, γάτες και μαγκούστες για να τους ελέγχουν, αλεπούδες και κουνάβια για γούνα, κατσίκια, γουρούνια και κουνέλια για τροφή). Τα χορτοφάγα δεν επηρεάζουν άμεσα τα ευάλωτα είδη, αλλά μπορεί ν’αλλάξουν δραστικά το ενδιαίτημά τους ή και να οδηγήσουν στην εξαφάνιση ευάλωτα νησιωτικά φυτά. Σύμφωνα με μία μελέτη, την οποία δε βρίσκω, ο αριθμός των εισαγόμενων σαρκοφάγων θηλαστικών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την πιθανότητα επιβίωσης ενός ευάλωτου είδους, δηλαδή όσο πιο πολλά θηλαστικά υπάρχουν σ’ένα νησιωτικό οικοσύστημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα πράγνατα γι’αυτούς που μένουν εκεί.

Η Νέα Καληδονία λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο σύμπλεγμα έχουν εισαχθεί αρουραίοι, γάτες, γουρούνια κι ελάφια, τα οποία έχουν τροποποιήσει το οικοσύστημα. Τα γουρούνια ανακατεύουν το χώμα και το ριζικό σύστημα των φυτών, και τα ελάφια βοσκούν τη βλάστηση, αν και αυτά δε βρίσκονται τόσο πολύ στα πυκνά τροπικα δάση όπου ζει το λοφιοφόρο γκέκο, οι συγγενείς του και πολλά σπάνια πουλιά. Οι πολυνησιακοί αρουαίοι (Rattus exulans) όμως κυνηγούν διάφορα ζώα. Αυτοί κατέφθασαν πολύ παλιά με τους ιθαγενείς, όπως έτσι μεταφέρθηκαν και σε άλα νησιά, αν και μικρότερες αποστάσεις τις διένησαν μόνοι τους. Σε σχέση με τον κοινό αρουραίο έχουν μικρότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, αλλά δεν έχουν και τόσους εχθρούς. Επίσης είναι πιο σαρκοφάγοι, και τρώνε αυγά, νεοσσούς θαλασσοπουλιών και σαύρες. Σίγουρα στη Νέα Καληδονία θα κατέφθασε και ο κοινός αρουραίος (Rattus norvegicus) με τα καράβια, ο οποίος θα ανταγωνίζεται τον πολυνησιακό. Το άλλο σαρκοφάγο θηλαστικό που εισήχθη στη Νέα Καληδονία είναι οι γάτα, η οποία κυνηγά διάφορα πουλιά και σαύρες, αλλά και αρουραίους. Αν και κανένα νεοκαληδόνιο είδος δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας των θηλαστικών, πολλές φορές οι πληθυσμοί πολλών τοπικά μειώθηκαν, και τα σαρκοφάγα θηλαστικα είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που μαζί με άλλους, όπως η ανθρώπινη ανάπτυξη, δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει κάποια είδη στην εξαφάνιση. Εδώ υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση, το χερσαίο πουλί καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα εξελικτικά μοναδικό γερανόμορφο των ορεινών δασών της Ν. Καληδονίας που σπάνια πετά, φωλιάζει στο έδαφος και γεννά ένα μόνο αυγό το χρόνο, το μικρότερο μέλος μιας ομάδας παρόμοιων πουλιών που εξαφανίστηκαν από τους ιθαγενείς, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα από τους αρουραίους και τις γάτες, τα οποία ληστεύουν τις φωλιές του και ο αναπαραγωγικός του ρυθμός δε μπορεί ν’αντισταθμίσει τις απώλειες. Ενδέχεται το είδος αυτό να εξαφανιστεί στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Σε άλλες περιοχές η κατάσταση είναι χειρότερη. Σε νησιά της Καραϊβικής, του Ινδικού, του Ειρηνικού, αλλά και στη νησιωτική ήπειρο της Αυστραλίας έχουν εξαφανιστεί πολλά γηγενή είδη από σαρκοφάγα θηλαστικά (στην Αυστραλία υπήρχαν σαρκοφάγα μαρσιποφόρα, αλλά τα πλακουντοφόρα αποδείχθηκαν ανταγωνιστικότερα). Τα περισότερα θύματα των θηλαστικών στα νησιά είναι πουλιά, και είναι τόσα πολλά, που δε μπορώ να τα απαριθμήσω. Το ντόντο (Raphus cucullatus) για παράδειγμα του Μαυρικίου, το σύμβολο των ανθρωπογενών εξαφανίσεων, είναι μια τέτοιαι περίπτωση. Αν κι ο άνθρωπος μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς του με το κυνήγι, τη χαριστική βολή την έδωσαν εισαγόμενα θηλαστικά όπως γουρούνια και μαϊμούδες, που κατέστρεφαν τις φωλιές των τελευταίων απομακρυσμένων θηλάκων του είδους. Πολλά άλα πουλιά του Μαυρικίου και γειτονικών νησιών εξαφανίστηκαν επίσης από εισαγόμενα θηλαστκά.

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί επίσης μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση, όπου ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων θηλαστικών έχει χτυπήσει διάφορα ευάλωτα ενδημικά είδη. Όπως και η Νέα Καληδονία, πριν την έλευση του ανθρώπου είχε μερικά μεγάλα μη θηλαστκά ζώα, τα οποία είχαν λίγες άμυνες στον άνθρωπο, ο οποίος τα εξαφάνισε αμέσως. Όσα από τα μικρότερα είχαν βραδεία αναπαραγωγή τα ανέλαβε ο πολυνησιακός αρουραίος, ο οποίος ροκάνιζε τα αυγά και τα μικρά τους. Αν και μέχρι πρότινος πιστευόταν ότι η πανίδα της Νέας Ζηλανδίας είχε εξελιχθεί χωρίς θηλαστικά, πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη θηλαστικών μέχρι τουλάχιστον και πριν 19 εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σεα διαπέραστα δάση και στα βουνά; Τα θηλαστικά ωστόσο αυτά ήταν πρωτόγονα μικρά νυκτόβια εντομοφάγα, και δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των άλλων ζώων, τα οποία προφανώς θα τα ανταγωνίζονταν έντονα, γι’αυτό και δεν εξελίχθηκαν σε άλλες μορφές. Έτσι, χωρίς ανταγωνισμό από σύγχρονου τυπου θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, έντομα και μαλάκια πλήρωσαν τις θέσεις τους στο οικοσύστημα. Για παράδειγμα τα κίβι (γένος Apteryx) είναι μικρά εδαφόβια πουλιά με φτέρωμα σαν γούνα,και ασυνήθιστα καλή όσφρηση, τα οποία αντιστοιχούν οικολογικά σε μικρά παμφάγα θηλαστικά. Το κακάπο (Strigops habroptilus) είναι ένας μεγάλος, χερσαίος φυτοφάγος παπαγάλος, ο οποίος αντιστοιχεί οικολογικά στο λαγό. Τα ουέτα είναι μεγάλες σποροφάγες ακρίδες που οικολογικά αντιστιχούν στα μικρά τρωκτικά. Μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος αυτού λοιπόν κατέρρευσε για ακόμα μία φορά όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν στο σύμπλεγμα με μια νέα ομάδα ανταγωνιστικότατων θηλαστικών. Κοινοί αρουραίοι, μαύροι αρουραίοι (Rattus rattus), γάτες, γουρούνια, κουνάβια, ερμίνες και σκαντζόχοιροι άρχισαν να κατατρώνε τα ενδημικά ζώα που δεν είχαν κατάλληλες άμυνες. Χορτοφάγα όπως άλογα, λαγοί, ουνέλια, κατσίκες, ουάλαμπι και φουντόουρα πόσουμ επίσης έτρωγαν πολλά φυτά και μετέτρεπαν το περιβάλλον. Μερικά πουλιά εξαφανίστηκαν, και πολλά άλλα περιορίστηκαν σε πολύ μικρές περιοχές, δηλαδή οικολογικά έχουν εξαφανιστεί, Αφού δεν συμμετέχουν πολύ στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. Απόκακάπο για παράδειγμα έχουν μείνει μόνο 140 άτομα, και μερικά είδη κίβι απειλούνται άμεσα. Το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών είναι μόλις 5% χωρίς ανθρώπινη υποστήριξη, το οποίο για ένα πουλί που γεννά μόνο ένα τεράστιο αυγό το χρόνο δεν είναι και πολύ. Στην επίθεση όμως αυτήν των σαρκοφάγων θηλαστκών επλήγησαν σοβαρά και τα ερπετά. Η ερπετοπανίδα της Νέας Ζηλανδίας μοιάζει μ’αυτήν της Ν. Καληδονίας, απ’όπου πιθανολογείται ότι πήρε τα περισσότερα είδηη. Και οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν επηρεαστεί αρνητικά. Το μεγαλύτερο γκέκο στον κόσμο, το είδος Hoplodactylus delcorti, που έφτανε τα 60 εκατοστά, πιθανότατα δέχθηκε το πρώτο σοβαρό πλήγμα από τον πολυνησιακό αρουαίο, και μετά από τα άλλα θηλαστικά. Θεωρούταν κακός οιωνός από τους Μαορί, οι οποίοι συχνά το σκότωναν όποτε το έβρισκαν, αν και στην εποχή που κατέφθασαν οι Ευρωπαίοι ήταν υπερβολικά σπάνιο, και ζούσε σε αδιαπέραστα δάση, οπότε ο άνθρωπος δεν ήταν σημαντική απειλή. Πιθανότατα είχε βραδύ αναπαραγωγικό ρυθμό όπως άλλα νεοζηλανδικά γκέκο, τα οποία γενούν 2 μικρά το χρόνο (λόγω χαμηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκαν ως ωοζωοτόκα), οπότε εύκολα εξαφανίστηκε από τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα μεγάλο θύμα της εξαφάνισης ήταν και το τουατάρα (Sphenodon punctatus), ένα μεγάλο αρχαίο σαυρόμορφο ερπετό, το μόνο ζωντανό μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων, το οποίο στην εποχή της έλευσης των Ευρωπαίων σπάνιζε υπερβολικά στα μεγάλα νησιά εξαιτίας του πολυνησιακού αρουραίου, και σύντομα μετά τηνε ισαγωγή τωβ σαρκοφάγωβ θηλαστικώ εξαφανίστηκε εντελώς. Παρέμεινε μόνο σε βραχονησίδες, αν κι εκεί, όπου κατόρθωσαν να φτάσουν αρουραίοι, ο πληθυσμός έπαυσε ν’ανανεώνεται. Αν και μπορεί να δείχνει φαινομενικά υγιής, από πίσω, μέσα στις τρύπες, οι αρουραίοι ροκανίζουν όλα τα αυγά και τα μικρά. Αυτό το σπανιότατο υπεραιωνόβιο ζώο, μοναδικά προσαρμοσμένο στις κλιματολογικές συνθήκες της Ν. Ζηλανδίας, αποδεικνύεται πλέον αποτυχημένο είδος, αφού επιβιώνει χάρη στην ανθρώπινη υποστήριξη. Τα τουατάρα ζουν ανενόχλητα σε βραχονησίδες χωρίς αρουραίους, ενώ σε πολλές άλλες εφαρμόστηκαν προγράμματα εκρίζωσης των αρουραίων για την ασφαλή επανένταξή τους. Χωρίς τον άνθρωπο δηλαδή, σε κάποια μεταγενέστερη γεωλογική περίοδο, όταν αναπόφευκτα κάποια σαρκοφάγα θηλαστικά θα έφταναν στη Ν. Ζηλανδία, το τελευταίο μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων θα χανόταν για πάντα, εκτός κι αν προσαρμοζόταν, πράγμα λίγο δύσκολο, αφού αλλιώς δε θα είχε μείνει ένα μόνο είδος στην πιο απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Εκτός από τα θηλαστικά άλλωστε, θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί και τις σύγχρονου τύπου σαύρες, τις οποίες οι πρόγονοί του δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν κι εξαφανίστηκαν.

Η επιτηδευμένη εξαφάνιση των αρουραίων κι άλλων εισαγόμενων ειδών δεν είναι πλέον κάτι το ασυνήθιστο. Συχνά, για την επαναφορά ενός νησιού, εφαρμόζονται τα λεγόμενα προγράμματα επαναφοράς, τα οποία εμπεριέχουν και την εξαφάνιση των εισαγόμενων ειδών, για να επιβιώσουν τα γηγενή,ώστε υποτίθεται να επανέλθει το οικοσύστημα στην πρότερή του κατάσταση. Τα οικοσυστήματα όμως αλλάζουν, και τα νησιωτικά ιδίως είναι ευάλωτα σε αλαγές και νέα είδη, τα οποία μπορούν να έλθουν και με φυσικό τρόπο, συχνά με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμα όμως κι αν δεν έλθουν νέα είδη σ’ένα απομονωμένονησί, θα έλθουν όταν αυτό παύσει να είναι απομονωμένο μετά από κάποιον γεωλογικό χρόνο, όταν θα έχει δημιουργηθεί νεά ξηρά δίπλα του, η στάθμη της θάλασσας θαέχει πέσει ή θα έχει μετακινηθεί προς κάποια ηπειρωτική μάζα. Έτσι γινόταν κκαι στο παρελθόν σύμφωνα με απολιθωματικα ευρήματα, δηλαδή δημιυργούνταν νησιά, εξελίσσονταν εκεί διάφορα μοναδικά νησιωτικά είδη, τα οποία με λίγες εξαιρέσεις εξαφανίζονταν όταν το νησί ενοωνόταν με την ενδοχώρα. Μήπως τελικά το να βοηθάμε τόσο απειλούμενα είδηι είναι μάταιο, αφού ουσιαστικά προσπαθούμε να κρατήσουμε στη ζωη ένα αποτυχημένο είδος που δε θα μπορούσε να ζήσιι χωρίς εμάς; Μήπως το όλο νταβαντούρι γίνεται για να υπάρχει δουλειά για τους οικολόγους και εφησυχασμός για την πιθανότητα της δικής μας εξαφάνισης; Γιατί δε θα μπορούσε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα να ξαναχτιστεί με πιο ανταγωνιστικά είδη; Αυτό θα κόστιζε και πολύ λιγότερο. Και τέλος, γιατί όλη αυτή η μανία με την προστασία του περιβάλλοντος, την εξαφάνιση εισαγόμενων ειδών κλπ να κυριαρχεί κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες; Οι χώρες αυτές πάσχουν από το σύνδρομο του σωτήρα, μια τάση να θέλουν να διορθώσουν ό,τι ιστορικά κατέστρεψαν. Ενοχές ας πούμε από την αποικιοκρατία;

Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση, το λοφιοφόρο γκέκο, αρχικά το κέντρο της προσοχής του άρθρου, χάθηκε. Άραγε έτσι θα χαθεί στο μέλλον από μια πολύβωη εισβολή νέων ειδών στη Νέα Καληδονία;

Advertisements

Δείτε ως πού μπορέι να φτάσει μια φαινομενικά ανίσχυρη μάνα για να σώσει τα μικρά της! Στο βίντεο αυτό, το οποίο ανέβηκε στο Youtube στις 18 Ιουνίου του 2015 και ήδη έχει κάνει το γύρο του Διαδικτύου, μια μάνα κουνέλα επιτίθεται σ’ένα φίδι το οποίο έχει μπει στη φωλιά κι ετοιμάζεται να φάει τα μικρά. Το βίντεο τραβήχτηκε κάπου στις ανατολικές ΗΠΑ, πιθανόν μέσα σε μια αυλή. Αρχικά φαίνεται το φίδι μέσα στη φωλιά, κουλουριασμένο γύρω από ένα κουνελάκι, το οποίο πρόκειται να φάει. Μία λεπτή, διακεκομμένη φωνή που ακούγεται είναι ο συναγερμός που δίνει ένα άλλο μικρο΄κουνελάκι. Ακούγοντας αυτό΄, η μητέρα έρχεται, και μο΄λις βλέπει το φίδι, το επιτίθεται ξαφνικά δαγκώνοντας το και κλωτσώντας το με τα πίσω πόδια, ενώ το κουνελάκι που φώναξε τρέχει να κρυφτεί. Το φίδι φεύγει, αλλά η κουνέλα δε σταματά να το χτυπά. Στο τέλος, ενώ το φίδι προσπαθεί να κρυφτεί στα χόρτα, η κουνέλα το δαγκώνει ακόμα μια φορά. Τελικά το φίδι ξεφεύγει, παρόλα αυτά, ενώ πολλά σχόλια για το βίντεο αναφέρουν ότι η κουνέλα έσωσε τα μικρά, από τα τρία που είχε, μονο το ένα που έδωσε το συναγερμό και κρύφτηκε σώθηκε, τα άλλα δύο πρόλαβε να τα πνίξει το φίδι. Κάπου στη μέση του βίντεο δύο παιδάκια επευφημούν στα αγγλικά την κουνέλα. Η γλώσσα ωστόσο που μιλούν οι βιντεοσκόποι, οι οποίοι ίσως είναι οι γονείς τους, μοιάζει με ρώσικα, σέρβικα ή κάποια άλλη παρόμοια γλώσσα, και μέσα στις λέξεις αναγνωρίζω το «κουνέλι». Πραγματικά διεθνής λέξη. Δείτε το γνήσιο βίντεο παρακάτω:

Δεν περίμενα σε καμία περίπτωση μια κουνέλα να προστατεύσει τα μικρά της. Νόμιζα ότι τα κουνέλια είναι δειλά ζώα, που τρέχουν να σωθούν με τον παραμικ΄ρο κίνδυνο, και οι μάνες δε μπορούν να κάνουν τίποτα για να βοηθήσουν τα παιδιά τους αν κάτι τους συμβεί, απλώς κάθονται και τα κοιτάνε καθώς τα τρώνε ή φεύγουν. Τελικά το μητρικό ένστικτο νίκησε το φόβο, και η μάνα αυτή έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει τα μικρά της, αν και τελικά έμεινε μόνο με ένα.

Από τα είδη των ζώων καταλαβαίνουμε ότι το συμβάν διαδραματίστηκε σε κάποια ανατολική πολιτεία των ΗΠΑ. Το φίδι είναι ένα μαύρο ποντικόφιδο (Pantherophis alleghaniensis), ένα είδος λαφιάτη, δηλαδή φίδιού μη ιοβόλου και συσφιγκτήρα. Είναι μαύρο και συνήθως γίνεται 1,5 μέτρα, αν και κατεξαίρεσιν μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει τα 2 μέτρα, και τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αλά συχνά εισβάλλει και σε φωλιές πουλιών και θηλαστικών, όπου τρώει τα αυγά και τους νεοσούς και τα νεογνά αντίστοιχα. Μία φωλιά παρέχει έτοιμη άφθονη θρεπτική τροφή χωρίς κάποιον κίνδυνο,΄εκτος από περιπτώσεις σαν κι αυτήν. Πιστεύω πως το φίδι αυτό δε θα πλησιάσει κουνελοφωλιά για μήνες. Το κουνέλι δεν είναι το γνωστό μας ευρωπαϊκό κουνέλι, αλλά το αμερικανικό κουνέλι των ανατολικών περιοχών (Silvilagus floridanus). Τα κουνέλια του γένους Silvilagus απαντώνται στην Αμερική, κι έχουν αρκετές διαφορές από το κοινό. Έχουν γενική μορφολογία κουνελιού, αλλά ο τρόπος ζωής τους είναι ενδιάμεσος σε λαγό και κουνέλι. Είναι κυρίως μοναχικά, αν και μπορέι να δημιουργήσουν χαλαρές ομάδες. Ζουν στην επιφάνεια του εδάφους, και αν χρειαστεί κρύβονται μέσα σε πυκνά χόρτα,κάτω από ξύλα ή σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Τα θηλυκά σε λίγα είδη μόνο σκάβουν τρύπες για να γεννήσουν, συνήθως σκάβουν μια ρηχή φωλιά ανάμεσα στη βλάστηση, την οποία στρώνουν με χόρτα και τρίχες όπως όλα τα κουνέλια. Τα μικρά του γένους γεννιούνται ελαφρώς πιο ανεπτυγμένα απ’αυτά του ευρωπαϊκού, κι ανεξαρτητοποιούνται κι ωριμάζουν αναπαραγωγικά γρηγορότερα. Το κουνέλι των ανατολικών περιοχών έχει καφεκόκκινο χρώμα για καμουφλάζ με το έδαφος, και βάρος 0,8-2 κιλά, με το μέσο όρο στα 1,2 κιλά.

Αυτή δεν είναι ωστόσο η πρώτη περίπτωση όπου αμερικανικό κουνέλι επιτέθηκε σε φίδι. Το 2007, μια παρόμοια περίπτωση βιντεοσκοπήθηκε, και μάλιστα στον τίτλο του βίντεο λέει πως το φίδι ήταν δηλητηριώδες, αν και δεν ξέρω αν αυτό΄ισχύει ή μπήκε για εντυπωσιοθηρικούς λόγους. Όποιος ξέρει περισσότερα ας σχολιάσει.

Τι γίνεται όμως με το ευρωπαϊκό κουνέλι; Είναι το γνωστό μας είδος που ζει σε πολύπλοκα συστήματα λαγουμιών, και γεννά τα μικρά μέσα σε τέτοιες τρύπες. Γεννά αρκετά κουνελάκια, και η θνησιμότητα μέσα στις φωλιές είναι μεγάλη. Άραγε μπορεί να σώσει τα μικρά του, ή απλώς κάθεται και τα βλέπει να πεθαίνουν μπροστά του; Δεν ξέρουμε, γιατί δεν έχει παρατηρηθεί κάτι παρόμοιο, που άλλωστε είναι πολύ σπάνιο – εναλλακτικά μπορέι να έχει παρατηρηθεί και απλώς να μην κυκλοφορέι στο Διαδίκτυο για να το ξέρουμε. Πάντως ούτε αυτό είναι πάντοτε το θύμα, όπως διαισθητικά νομίζουμε.
Το Σεπτέμβριο του 2009, ο Αρμάντο ντελ Μάνσο, ένας Αυστραλός τεχνίτης ατσαλιού, έβρισκε όλο νεκρά φίδια στο γκαζόν της οικίας του κοντά στο Κερνς στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας. Τα φίδια έφεραν δαγκωματιές πάνω τους, και υπέθετε ότι τα σκότωνε ο σκύλος του. Μετά από τρεις εβδομάδες ωστόσο, έγινε ο αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος που έμελλε να τον συγκλονίσει. Δύο κουνέλια επιτέθηκαν σε μήκους 1,5 μέτρου καφέ βασιλικό φίδι (Pseudechis australis), ένα επικίνδυνο ιοβόλο φ΄δι της Αυστραλίας, και, μολονότι το φίδι προσπάθησε να τα δαγκώσει, μέσα σε δύο λεπτά το σκότωσαν. Άτυπη συμπεριφορά από τρελά κουνέλια, ή τακτική επιβίωσης του είδους που δε γνωρίζουμε;
Έως τώρα λοιπόν, υπάρχουν 3 καταγεγραμμένες περιπτώσεις επίθεσης κουνελιού σε φίδι, ή τουλάχιστον 3 προσβάσιμες στο Ίντερνετ. Δεν είναι απίθανο τα κουνέλια να προσπαθήσουν να διώξουν ή και να σκοτώσουν έναν εχθρό αν η ζωή τους βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, και ένα λεπτό φίδι είναι εύκολος στόχος, αφού δεν έχει γούνα, πόδια με νύχια και κοφτερά δόντια για να αμυνθεί αποτελεσματικά. Παρόλα αυτά το δηλητήριο αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, και τα κουνέλια κινδυνεύουν άμεσα αν το φίδι είναι δηλητηριώδες. Επίσης, παρόλο που τα δόντια του φιδιού δεν είναι κοφτερά, τα κουνέλια κινδυνεύουν να δαγκωθούν ανά πάσα στιγμή σε κάποιο λιγότερο προστατευόμενο από γούνα μέρος του σώματός τους, και εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους και του ευαίσθητου σώματός τους, η βλάβη θα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι π.χ. σ’έναν άνθρωπο. Γι’αυτό και δεν πιστεύω ότι η επίθεση κουνελιών σε φίδια είναι σύνηθες φαινόμενο.

Γιατί όμως το βίντεο διαδόθηκε τόσο πλατιά στο Διαδίκτυο; Ήταν ο θαυμασμός των ανθρώπων για την ηρωική μάνα κουνέλα, ή το μίσος για το κακό φίδι; Υποψιάζομαι δυστυχώς το δεύτερο. Θα πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι κανένα ζώο δεν είναι καλό ή κακό. Ο καθένας, σύμφωνα με το νόμο της επιβίωσης, έχει το δίκιο του. Και η κουνέλα έπρεπε να προστατεύσει τα μικρά της, αλλά και το φίδι έπρεπε να τραφεί για να ζήσει.

Το σκεφτόμουν εδώ και καιρό να το ανοίξω, επειδή ήθελα ν’ανεβάζω διάφορα βίντεο που θα ήταν ενδιαφέροντα, αλλά κάθε φορά βαριόμουν να πράξω κι έτσι τα άφηνα για το εγγύς μέλλον, ώσπου βρήκα τους κωδικούς του αδρανούς Gmail λογαριασμού μου, και το Σάββατο στις 22 Φεβρουαρίου, δύο μέρες δηλαδή μετά την Τέταρτη επέτειο του Ιστολογίου μου, Άνοιξα ένα κανάλι στο youtube. Πλέον είμαι κι εγώ μέλος, θεωρητικά τουλάχιστον, σ’αυτήν την απέραντη διαδικτυακή κοινότητα όπου κάθε λογής βίντεο ανεβαίνει και σχολιάζεται, όπου θα μπορούσα κι εγώ να κάνω το ίδιο, αλλά, ως συνήθως, η πραγματικότητα δεν είναι ωραία και καλή.
Λογαριασμό Youtube είχα και στο παρελθόν, προτού αγοραστει από τη Google, και θυμάμαι πως ήταν πολύ εύχρηστος, αν και στην πραγματικότητα τον χρησιμοποίησα ελάχιστα και δεν πρόλαβα να εκμεταλλευτώ όλες τις δυνατότητές του. Ήταν πάντως πολύ προσβάσιμος για άτομα με πρόβλημα όρασης. Η τωρινή κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Εκτός του ότι το ανέβασμα των βίντεο δυσκόλεψε επειδή βασίζεται σε γραφικά, ο χρήστης δε μπορεί να ενημερώσει το προφίλ του απ’το κανάλι του, αλλά θα πρέπει να πάει στο λογαριασμό του Gmail του για ν’αλλάξει πληροφορίες, κάτι που δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο, γιατί υπάρχουν πολλά πεδιά τα οποία θα πρέπει να ελέγξει, και, το χειρότερο, για κάθε πεδίο θα πρέπει ν’ανοίξει μια άλλη σελίδα, πράγμα που παίρνει λίγο χρόνο για να γίνει και μειώνει την προσβασιμότητα της λειτουργίας. Λέγοντας για πεδία, πρόσεξα κάτι αρκετά ανησυχητικό./ Η Google δεν αρκείται μόνο στα απαραίτητα, αλλά ρωτάει πάρα πολλές λεπτομέρειες για το χρήστη, όπως τόπο διαμονής, επάγγελμα, στοιχέια για τον εαυτό, σχολείο όπου φοιτεί ή φοιτούσε κλπ. Φυσικά δεν είναι αναγκαστική η συμπλήρωσή τους, όμως το γεγονός ότι υπάρχουν υποδηλώνει προσπάθεια δημιουργίας βάσης δεδομένων με τα προσωπικά δεδομε΄να των χρηστών. Εντάξει, πιθανότατα δε θα ζημιωθούμε άμεσα από το ηλεκτρονικό φακέλωμα, αλλά θα είναι πολύ ευκολότερο για κάποια μελοντική υπηρεσία νά’χει πρόσβαση στα προσωπικά μας δεδομένα, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για σκοτεινούς σκοπούς. Μην αρχίζετε ν’ανησυχείτε τώρα ότι σας κατασκοπεύουν στο Ίντερνετ, αυτό είναι το μόνο σίγουρο! Σίγουρο είναι επίσης πως δεν έχω μανία καταδιώξεως. Το απλό πράγμα που ήθελα εγώ ήταν ν’άλλαζα το όνομα του καναλιού μου σε «τουατάρα» από το ονοματεπώνυμό μου, το οποίο μάλλον μπήκε ως προεπιλογή εφόσον έδωσα το όνομά μου στα στοιχεία του Γκουγκλ λογαριασμόυ μου.
Πέρα απ’αυτές τις δυσκολίες, συνάντησα μεγάλο πρόβλημα στη λειτουργία των σχολίων, που αντί να γίνεται με εύκολο τρόπο πάλι είναι μια διαδικασία με γραφικά που απαιτεί ποντίκι. Λογαριασμός στο Youtube χωρίς σχόλια δε νοείται για μένα, οπότε αυτό με αγανάκτησε πραγματικά. Και το τελευταίο μου πρόβλημα δεν έχει να κάνει τόσο με το Youtube, αλλά με τη θέση των βίντεο. Πολλές κάμερες κινητών είναι ρυθμισμένες σε πλάγια λήψη, οπότε αν βιντεοσκοπήσεις κάθετα υπάρχει πρόβλημα, γιατί με΄τα στον υπολογιστή το βίντεο εμφανίζεται γυρισμένο στα αριστερά κατά 90 μοίρες. Στο κινητό ής το iPod δε φαίνετια πάντα αυτό. Τα βίντεο δε περιστρέφονται με μια απλή κίνηση όπως οι εικόνες, αλλά χρειάζεται το ανάλογο πρόγραμμα αναπαραγωγής νά’χει την κατάλληλη ρύθμιση, γιατί δεν την έχουν όλα. Για παράδειγμα το Windows Media Player δεν την έχει, έπρεπε γι’αυτό να κατεβάσω το VLC Media Player που την είχε. Εντούτοις η περιστροφή ήταν αδύνατη, επειδή γινόταν κι εδώ με ποντίκι. Το ίδιο και σ’ένα εξειδικευμένο υποτίθεται πρόγραμμα που κατέβασα, το Video Flip and Rotate. Σπατάλησα τρεις μέρες ψάχνοντας για λύση στο πρόβλημα, αλλά δε βρήκα τίποτα και τα παράτησα. Άλλωστε ποιος τυφλός θα παίξει με βίντεο για να’χει το λόγο η εταιρεία να κάνει τον κόπο να προσβασιμοποιήσει τα προγράμματά της; Και μη νομίζεται πως η περιστροφή της κάμερας σε όρθια λήψη είναι τόσο εύκολη. Μπορεί να μπορώ να την ρυθμίσω μια φορά, αλλά μετά πάλι επανέρχεται. Η επιλογή για μόνιμη περιστροφή θα πρέπει να βρίσκεται καπου στα άδυτα του φακέλου των ρυθμίσεων. Καλύτερη εντούτοις ρύθμιση θά’ταν η αυτόματη περιστροφή της κάμερας ανάλογα με τη θέση της, κάτι το οποίο ακόμα δε μπορώ να βρω, αλλά ξέρω πως είναι δυνατό.
Γι’αυτούς τους λόγους, σταμάτησα προσωρινα την ενασχόληση με το λογαριασμό μου, αν και πρέπει να προσπαθήσω επειδή θα ήθελα πολύ να μπορώ ν’ανεβάζω και να σχολιάζω βίντεο χωρίς εμπόδια. Ο λογαριασμός μου είναι
Εδώ.
Και το πρώτο μου βίντεο:

Είναι η Τσίκο, η η κουνέλα του μπαμπά μου, Που προσπαθει να φτιάξει φωλιά. Η μικρή αυτή κουνελίτσα δεν έχει κάνει ποτέ στη ζωή της παιδάκια, και γι’αυτό μερικές φορές κάνει φωλίτσα από μόνη της. Αυτό δεν είναι κάτι καλό. Μετά άραγε τι νομίζει, ότι της έφαγαν τα μικρά της παιδάκια;

Προβλήματα, προβλήματα στη ζωή μας, προβλήματα στις κουνέλες μας, προβλήματα παντού!

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια κουνέλα. Η κουνέλα γνώρισε έναν κούνελο απ’τη φωλιά της κι από τότε έπαιζαν μαζί. Την πρότεινε μια μέρα να κάνουν μπλουπ και συμφώνησε. Για ένα μήνα μετά ένιωθε διαφορετικά, ενώ η κοιλίτσα της είχε φουσκώσει. Ξαφνικά βγήκε έξω απ’την ασφαλή μεγάλη τρύπα για να κάνει φωλιά. Η μικρή κουνέλα ήταν πολύ κουρασμένη όταν τελείωσε την κατασκευή της φωλίτσας της. Για μέρες έσκαβε μια τρύπα στο έδαφος, έπειτα έφερε με κόπο ως εκεί χόρτα και κλαδιά για να στρώσει τον πυθμένα, και στο τέλος την έστρωσε με δικές της τρίχες απ’την κοιλίτσα για νά’ναι ζεστά. Μετά από λίγες μέρες, μπηήκε μέσα και γέννησε τέσσερα κουνελάκια (λιμπάκια), τα καθάρισε, τα θήλασε κι έφυγε. Κάθε μέρα ερχόταν συγκεκριμένη ώρα για να θηλάσει τα μικρά της και να τα δώσει αγάπη. Μπορεί επίσης να ερχόταν όταν τα άκουγε παραπονεμένα και τύχαινε νά’ναι κοντά. Μια μέρα όμως βρήκε τη φωλιά ανακατεμένη, και τα παιδιά της έλειπαν. Όσο κι αν τα έψαχνε, δεν τα βρήκε πουθενά. Κάθε επόμενη φορά που γενούσε, έχανε τα λιμπάκια της. Είχε γίνει μια στεναχωρεμένη μανούλα με εκατό μικρά νεκρά λιμπάκια. Παρόλα αυτά αυτό δε την εμπόδιζε να φτιάχνει την καλύτερη φωλιά για τα παιδιά της. Μια μέρα όπως όλες τις άλλες, καθώς βγήκε απ’τη σύρραγγά της για να βοσκήσει, ήρθε ένα μεγάλο ζώο και την έφαγε. «Μια ακόμα νεκρή κουνέλα,» είπαμε, δεν πειράζει.

Η συμπεριφορά της αυτή έχει ιστορικό εκατομμυρίων ετών. Όλα τα θηλαστικά, μηδενός εξαιρουμένου, φροντίζουν τα μικρά τους. Είτε μόνο από τη μητέρα είτε και από τον πατέρα ή και από άλλα μέλη της οικογένειας ή του ειίδους, είτε για λίγες μέρες είτε για χρόνια, η φροντίδα των μικρών απαντά σ’όλες τις τάξεις των θηλαστικών ως βασικό χαρακτηριστικό τους. Η εξέλιξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς σε κάποιο είδος ζώου προφανώς προσδίδει πολλά πλεονεκτήματα, με το κυριότερο την προστασία των μικρών από διάφορες αιτίες θανάτου κατά τα πρώτα στάδια της ζωής τους, που συνήθως είναι και τα πλέον κρίσιμα για τη μετέπειτα επιβίωσή τους. Η γονεΪκή συμπεριφορά έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορες ομάδες ζώων από έντομα κι αραχνοειδή έως ψάρια, αμφίβια και αμνιωτά, κι αποδείχθηκε πολύ επιτυχής στρατηγική, αφού συνεχίζεται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, παρά τα άμεσα κόστη στους γονείς από την εύρεση τροφής για τα μικρά και γενικότερα από όλες αυτές τις πράξεις που πρέπει να κάνουν οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά τη δική τους επιβίωση.

Δύο κυρίως κλάδοι αμνιωτών, σπονδυλωτών δηλαδή με αμνιωτικό αυγό (ερπετά/πτηνά, θηλαστικά) έχουν εξελίξει γονεϊκή συμπεριφορά, τα θηλαστικά και οι αρχόσαυροι, ενώ επίσης σποραδικά εμφανίζεται και στα φολιδωτά, την τάξη των ερπετών που περιλαμβάνει τα φίδια και τις σαύρες. Οι αρχόσαυροι είναι ο κλάδος εκείνος των ερπετών που περιλαμβάνει τα κροκοδείλια, τους πτερόσαυρους, τους δεινόσαυρους, τα πουλιά και λίγες ακόμα μικρότερες και λιγότερο γνωστές εξαφανισμένες ομάδες. Η γονεΪκή συμπεριφορά σ’αυτόν τον κλάδο φαίνεται να εξελίχθηκε αρκετά νωρίς, μιας και σχεδόν όλα τα μέλη της την παρουσιάζουν. Είναι ωστόσο διαφορετική απ’αυτήν των θηλαστικών. Τα μικρά των περισσοτέρων αρχόσαυρων γενιούνται αρκετά ανεπτυγμένα ώστε να μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα, αλλά διατρέχουν μεγαλύτερες πιθανότητε ςθανάτου αν εγκαταλειφθούν. Σε άλλους κλάδους της ομάδας η μητέρα, οι γονείς ή όποιος τα φροντίζει μπορεί να τα ταΐζει, να τα προστατεύει περισσότερο ή και να δημιουργεί ισχυρότερες σχέσεις μαζί τους, ενώ ορισμένες ομάδες πουλιών και ίσως δεινοσαύρων έχουν εξελιχθεί να γεννούν υπανάπτυκτα και αβοήθητα μικρά, τα οποία χρειάζονται απαραίτητα τη γονεΪκή φροντίδα. Ελάχιστες ομάδες πουλιώ, όπως οι μεγάποδες της Αυστραλίας, έχουν χάσει κάθε ίχνος γονεΪκής φροντίδας, με τα μικρά να είναι πλήρως ανεξάρτητα αμέσως μετά την εκκόλαψή τους.

Τα θηλαστικά ωστόσο αποτελούν μοναδική περίπτωση, όντας η μόνη ομάδα σπονδυλωτών που τρέφει τα μικρά της με ένα ειδικό έκκριμα, το γάλα. Από τους αρχόσαυρους μόνο τα περιστέρια φτάνουν κάπως κοντά σ’αυτήν την κατάσταση, ταΐζοντας τους νεοσούς μ’ένα έκκριμα απ’το λαρύγγι τους, και πάλι όμως τα μικρά τους ζουν και χωρίς την τροφή αυτήν. Τα μικρά των θηλαστικών ωστόσο είναι πλήρως εξαρτημένα τροφικά απ’το γάλα της μητέρας, το οποίο επίσης παρέχει και τα πρώτα τους αντισώματα. Επειδή αρχικά τα θηλαστικά ήταν μικρά, νυκτόβια, κι επομένως τα μικρά τους ακόμα μικρότερα κι ανίκανα να διατηρήσουν σταθερή θερμοκρασία από μόνα τους, προγονικά τα θηλαστικά γεννούν υπανάπτυκτα και αβοήθητα μικρά μέσα σε φωλιές. Ο θηλασμός τα παρέχει συμπυκνωμένα όσα θρεπτικά συστατικά χρειάζονται για τη σωστή ανάπτυξη, κι ακόμα δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια από μέρους τους, οπότε αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένη στρατηγική σίτισης των μικρών. Ορισμένα είδη που ζουν σε ανοιχτά περιβάλλοντα, πρέπει συνέχεια να κινούνται ή είναι θαλάσσια έχουν εξελιχθεί να γεννούν ανεπτυγμένα μικρά, αλλά πάλι αυτά δε μπορούν να ζήσουν χωρίς το γάλα. Σπάνια ομάδες που γεννούν ανεπτυγμένα μικρά εμφάνισαν είδη με δευτερογενώς υπανάπτυκτα μικρά, όπως ο άνθρωπος απ’τα πρωτεύοντα, του οποίου το μικρό δε θα μπορούσε να γεννθεί πιο ανεπτυγμένο εξαιτίας του μεγάλου κεφαλιού του, το οποίο σε μεγαλύτερο στάδιο ανάπτυξης δε θα μπορούσε να περάσει απ’τη γυναικεία λεκάνη. Επειδή λοιπόν οι μητέρες έχουν στενή σχέση με τα μικρά τους, αρκετά νωρίς στην εξέλιξη των θηλαστικών εξελίχθηκε κι ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ μητέρας και μικρών. Η μητέρα συνήθως προστατεύει τα μικρά της, είναι διατεθημένη να περάσει εμπόδια για να τα συναντήσει και τα ψάχνει αν χαθούν, ενώ και τα μικρά προσδοκούν την επαφή με τη μητέρα και σε περίπτωση που δεν τη βιώσουν ποτέ ή είναι προβληματική, θ’αναπτυχθούν ψυχολογικά διαταραγμένα, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για πολύ έξυπνα κι έντονα κοινωνικά είδη όπως τα πρωτεύοντα, αλλά ακόμα και για τα τρωκτικά και προφανώς για όλα τα θηλαστικά.

Επομένως τα θηλαστικά είναι μοναδικά ως προς αυτό το στοιχείο. Αλλά πότε εξελίχθηκε όλο αυτό το σύμπλεγμα συμπεριφορών που έχει να κάνει με τη φροντίδα των μικρών; Τα απολιθώματα σπάνια μας δίνουν τέτοιες πληροφορίες, μιας και είναι υπερβολικά απίθανο μια οικογένεια θηλαστικώ να πεθάνει σε συνθήκες κατάλληλες για απολίθωση. Ωστόσο είμαστε σίγουροι ότι στα πρώτα θηλαστικά, τα οποία εμφανίστηκαν στο ύστερο Τριαδικό πριν 225 εκατομμύρια χρόνια, υπήρχε γονεϊκή συμπεριφορά, σύμφωνα με διάφορα μορφολογικά χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ενδοθερμία σε συνδυασμό με το μικρό τους μέγεθος, διότι είναι αδύνατο ένας μικροσκοπικός ενδόθερμος οργανισμός, όπως το μικρό ενός μικρού θηλαστικού, να ζήσει εκτεθειμένος στο περιβάλλον. Τα θηλαστικά αυτά ωστόσο ξεχωρίζουν απ’τους άμεσους θηλαστικόμορφους προγόνους κυρίως ως προς λεπτομέρειες των γνάθων και των αφτιών, κι όχι σε κάποιο σημαντικό στοιχείο, οπότε μορφολογικά και οι άμεσοι πρόγονοι (θηλαστικόμορφα) είναι παρόμοιοι, άρα κι αυτοί φρόντιζαν τα μικρά τους. Εάν όμως πάμε πιο πίσω στο χρόνο, τα πράγματα δυσκολεύουν έχουμε μπει πια σ’έναν άγνωστο χαμένο κόσμο.

Ο χαμένος κλάδος που οδήγησε στα θηλαστικά έχει μακρά ιστορία, ξεχωριστή απ’αυτόν που οδήγησε στα ερπετά. Αρχικά τα μέλη του θεωρήθηκαν υποομάδα των ερπετών, αργότερα όμως αναταξινομήθηκαν σε δική τους ομοταξία σπονδυλωτών, τα συναψιδωτά. Αυτά διαχωρίστηκαν πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη των αμνιωτών, στο ύστερο Λιθανθρακοφόρο, πριν περίπου 324 εκατομμύρια χρόνια. Αρχικά υπήρχαν μόνο αμφίβια διαφόρων μορφών, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο προσαρμοσμένα για την ξηρά. Μία ομάδα αυτών, οι ανθρακόσαυροι, είχαν αρκετές προσαρμογές για τη στεριά και είχαν κάποια κοινά στοιχεία με τα αμνιωτά. Γύρω στα 330 εκατομμύρια χρόνια πριν, εμφανίστηκαν τα πρώτα αμνιωτά, αρχικά μικρές σαυροειδείς μορφές με αρκετά προγονικά χαρακτηριστικά των αμφιβίων. Το αυγό τους περιβαλλόταν από πολλαπλές μεμβράνες που εμπόδιζαν την εξάτμιση του νερού, ώστε μπορούσε να εναποτεθεί στην ξηρά, ενώ ήταν κι αρκετά μεγαλύτερο, ώστε ο νεοσός νά’χει σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος από ένα γυρίνο. Τα ζώα αυτά ωστόσο είχαν ένα πρόβλημα – ενώ τα αμφίβια με απλό άνοιγμα του στόματος στο νερό, ή τουλάχιστον με απλό δάγκωμα, μπορούσαν να συλάβουν τη λεία τους, στην ξηρά αυτό ήταν πιο δύσκολο, ιδίως για μεγαλύτερα θηράματα. Έτσι βρέθηκαν υπό έντονη εξελικτική πίεση ν’αναπτύξουν καλύτερα σημεία πρόσφυσης των γναθικών μυών. Μία τέτοια εύκολη μεταβολή ήταν η δημιουργία αψιδωτών οπών στην κροταφική περιοχή του κρανίου. Η πρώτη λοιπόν ομάδα που τις εμφάνισε ήταν τα συναψιδωτά, με μια μεγάλη οπή χαμηλά στον κρόταφο, ενώ λίγο αργότερα από έναν άλλο κλάδο πιο ερπετόμορφων αναψιδωτών ή παραερπετών, εξελίχθηκαν και τα διαψιδωτά ή ευερπετά, τα γνήσια ερπετά, με δύο ζεύγη τέτοιων οπών, μια χαμηλά και μία ψηλότερα. Η πρώτη τάξη των συναψιδωτών ήταν τα πελυκοσαύρια, η οποία εξελίχθηκε σε διάφορες μορφές και στο μέσο Πέρμιο έδωσε τα θηριαψιδωτά, μια ακόμα πιο επιτυχημένη τάξη που εκτόπισε τελικά τον πρόγονό της και εξελίχθηκε σε ακόμα περισσότερες μορφές. Τα συναψιδωτά πλήγηκαν σοβαρά από τη μεγάλη Περμοτριαδική Εξαφάνιση πριν 250 εκατομμύρια χρόνια, με λίγους κλάδους στο Τριαδικό, εκ των οποίων ένας, οι κυνόδοντες, ήταν οι πρόδρομοι των θηλαστικών.

Αλλά εδώ η τάξη που μας ενδιαφέρει είναι η πρώτη, τα πελυκοσαύρια. Πρόκειται στην πραγματικότητα για λεγόμενη ταξινομική ομάδα σκουπιδοτενεκέ (wastebasket taxon), όπου ρίχνονται οργανισμοί παρόμοιας εξελικτικής βαθμίδας με παρόμοια μορφολογία, στη συγκεκριμένη περίπτωση διάφορα πρωτόγονα συναψιδωτά του ύστερου Λιθανρακοφόρου μέχρι το μέσο Πέρμιο. Σήμερα η θεώρηση των πελυκοσαύρων ως τάξη τείνει ν’αποφεύγεται στους επιστημονικούς κύκλους, και ανταυτού αναγνωρίζονται αταξινόμητοι κλάδοι μέσα στην ομάδα, αν και για λόγους ευκολίας, εφόσον η ομάδα αυτή είναι αρκετά σαφής, συχνά αναφέρεται ως η τάξη πελυκοσαύρια. Τα πρώτα απολιθώματα της ομάδας αυτής, όπως προανέφερα, προέρχονται από το ύστερο Λιθανθρακοφόρο με το γένος εοθυρίς (Eothyris), το οποίο δε διέφερε σε τίποτα απ’τα πρώτα αμνιωτά πέρα απ’το κροταφικο άνοιγμα. Από εκεί και πέρα οι πελυκόσαυροι χωρίζονται σε δύο κλάδους, τα παλαιότερα και χωρίς απογόνους κασεασαύρια (caseasauria) με τις οικογένειες των εοθυριδών και τω κασεΪδών, και τα νεότερα ευπελυκοσαύρια (eupelycosauria) με τις οικογένειες των βαρανοπιδών, τωνοφιακοντιδών, των εδαφοσαυριδών και των σφηνακοδοντιδών, τα οποία είτε προήλθαν από τα εοθυροειδή είτε από συγγενική ομάδα, και από τους σφηνακοδοντίδες έδωσαν τα θηριαψιδωτά. Όλα ήταν προγονικά σαρκοφάγα, με τα μικρότερα προφανώς εντομοφάγα, ενώ υπήρχαν και ιχθυοφάγες μορφές που έφεραν προσαρμογές για αμφίβια διαβίωση. Αργότερα κατά το Πέρμιο εξελίχθηκαν και φυτοφάγες μορφές στις οικογένειες των κασεϊδών και των εδαφοσαυριδών.

Σημερινό αντίστοιχο αυτών των ζώων δεν υπάρχει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οικολογικά είχαν τη θέση των σημερινών μεσαίων εντομοφάγων, μεσαίων και μεγάλων φυτοφάγων και σαρκοφάγων χερσαίων ερπετών ή θηλαστικών, αν και οι διαφορές μεταξύ εκείνων και των σημερινών ερπετών είναι μεγάλες. Ανατομικά, πέρα απ’το κροταφικό άνοιγμα, ήταν όμοια με τα πρώτα αμνιωτά. Είχαν το τυπικό σαυροειδές σώμα με τη μακριά ουρά και τα τέσσερα κανονικά πενταδάκτυλα άκρα, κοντό λαιμό και κεφάλι κανονικό. Τα δόντια τους ήταν απλά, με μόνα διαφορετικά 2-3 κυνοδοντόμορφα στην αρχή κάθε γναθικού οστού που κληρονόμησαν απ’τους αμφίβιους προγόνους τους και τελικά μεταλάχθηκαν στους άνω κυνόδοντες των θηλαστικών, ενώ τα διαψιδωτά τα έχασαν νωρίς, ώστε όλα τα ερπετά να’ναι προγονικά ομόδοντα (όμοια δόντια σ’όλο το στόμα). Τα μάτια τους ήταν κανονικά και μάλλον είχαν την ίδια καλή όραση με τα ημερόβια ερπετά, σε αντίθεση με τα νυκτόβια θηλαστικά αργότερα, και η όσφρησή τους θεωρείται πως ήταν κανονική. Η ακοή τους ωστόσο περιοριζόταν σε χαμηλές συχνότητες, μιας και τα οστά πίσω απ’τις σιαγόνες, τα οποία μεταδίδουν τον ήχο σε πολλές ομάδες αμνιωτών, ήταν γερά στερεωμένα χωρίς εξειδικεύσεις για τη μετάδοση του ήχου. Στην κορυφή του κρανίου υπήρχε βρεγματικό άνοιγμα για το βρεγματικο οφθαλμό, ένα τρίτο μάτι με κύριο σκοπό τη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού, που έχει απλοποιηθεί στους περισσότερους εξελιγμένους κλάδους σπονδυλωτών, με τα θηλαστικά την πιο ακραία περίπτωση. Το μέγεθος του εγκεφάλου τους υπολογίζεται για τις πρώιμες ομάδες περίπου στα μέτρα των αμφιβίων, ούτε καν δηλαδή των σημερινών ερπετών, επομένως η νοημοσύνη και οι ικανότητές τους θά’ταν αρκετά χαμηλές. Τέλος η τεράστια διαφορά με τα ερπετά ήταν στο δέρμα, και κατ’επέκταση στη φυσιολογία τους όσον αφορά τη διατήρηση του νερού – ήταν ερπετά με δέρμα θηλαστικού. Τα διαψιδωτά (ερπετά και πουλιά κατ’επέκτασην), από νωρίς στην εξέλιξή τους, ανέπτυξαν δέρμα υδατοστεγές με ελάχιστους έως καθόλου αδένες, το οποίο παρέμεινε λεπτό σχεδόν όπως και των αμφιβίων, αλλ’ενισχύθηκε με προστατευτικές φολίδες. Τα συναψιδωτά απ’την άλλη πήραν εντελώς διαφορετικό δρόμο, αυξάνοντας το πάχος της δερμίδας (το αποτελούμενο κυρίως από συνδετικό ιστό στρώμα του δέρματος κάτω απ’την επιδερμίδα), ώστε το δέρμα να γίνει ανθεκτικό, και διατηρώντας σε μικρότερο αριθμό και τροποποιημένους τους επιδερμικούς αδένες των αμφιβίω προγόνω τους για να ιδρώνουν σε υψηλές θερμοκρασίες ή αι για να παράγουν άλλα στοιχεία, π.χ. οσμές για την αναγνώριση του είδους. Στις πρώιμες μορφές υπήρχαν ορθογώνιες κοιλιακές πλάκες όμοιες μ’αυτές των πρώτων αμνιωτών και των τότε αμφιβίων, αντίστοιχες με τα λέπια των ψαριών παρά με τις φολίδες τω ερπετών, οι οποίες όμως αργότερα χάθηκαν εντελώς. Διάφορα είδη έπειτα μπορεί να εξέλισσαν οστέινες πλάκες με κεράτινο κάλυμα (οστεοδέρματα) για προστασία, αλλ’αυτό ποτέ δεν έγινε σταθερό χαρακτηριστικό των συναψιδωτών. Το τρίχωμα εξελίχθηκε πολύ αργότερα. Επομένωςο χαρακτηρισμός των πελυκόσαυρων ως γυμνές σαύρες ισχύει, κι εγώ θα πρόσθετα επίσης ιδρωμένες σαύρες. Οι πελυκόσαυροι ήταν πιθανότατα ποικιλόθερμα ζώα, αν και σε μεταγενέστερες προηγμένες μορφές παρατηρείται τάση για μεγαλύτερο θερμικό έλεγχο, με δύο οικογένειες, τους εδαφοσαυρίδες και τους σφνακοδοντίδες, να εξελίσσουν ανεξάρτητα ψηλό ραχιαίο ιστίο στηριζόμενο στις πολύ ψηλές νευρικές άκανθες της σπονδυλικής στήλης, προφανώς για θερμορρυθμιστικούς σκοπούς, αφού ως λεπτές επιφάνειες θα μπορούσαν εύκολα ν’απορροφήσουν ή ν’αποβάλουν θερμότητα. Δευτερευόντως μπορεί να είχαν και επιδεικτικούς σκοπούς, όπως οι διάφοροι στολισμοί σε σαύρες και πουλιά σήμερα. Από την τελευταία οικογένεια προέρχεται και το πλέον γνωστό γένος πελυκοσαύρων, οι σαρκοβόροι διμετρόδοντες, με το μεγαλύτερο τον πρώιμο Πέρμιο Dimetrodon grandis να φτάνει τα 4 περίπου μέτρα και προφανώς με ικανότητα κατανάλωσης σχεδόν κάθε άλλου χερσαίου σπονδυλωτού της εποχής. Συνήθως ωστόσο το μήκος των πελυκοσαύρω κειμενόταν μεταξύ 0,5-2,5 μέτρων.

Πέρα από τα δεδομένα πάντως που μας δίνουν οι σκελετοί για τον τρόπο ζωής αυτών των ζώων, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα άλλο ίχνος τους. Ελάχιστα ίχνη συναψιδωτών έχουν βρεθεί ως τώρα, κι αυτά κυρίως από το Μεσοζωικό, δηλαδή από πιο πρόσφατη εποχή με περισσότερα επομένως διατηρημένα απολιθώματα. Τουλάχιστον για τους δεινόσαυρους έχουμε πληθώρα απολιθωμάτων και ιχνών, ενώ υπάρχουν και σημερινά ζωντανά μοντέλα με τα οποία μπορούμε να τους συγκρίνουμε, και πάλι μας μένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Για τα παλαιοζωικά συναψιδωτά δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Δεν έχουν σωθεί αυγά, περιττώματα, καλά αποτυπώματα ή πατημασιές, φωλιές, συγκεντρώσεις ατόμων που ίσως δηλώνουν κοινωνική συμπεριφορά, κλπ, υπάρχουν μόνο σκελετοί, συνήθως κακοδιατηρημένοι. Για κάποια ωστόσο πράγματα είμαστε αρκετά βέβαιοι, όπως ότι τα πρώτα συναψιδωτά ήταν ποικιλόθερμα, ήταν ωοτόκα, είχαν πρωτόγονο εγκέφαλο κι επομένως απλή συμπεριφορά. Και σίγουρα τέτοια ζώα θα εναπόθεταν τα αυγά και θα εγκατέλειπαν τη φωλιά όπως τα περισσότερα μη αρχοσαυροειδή ερπετά σήμερα, πόσο μάλλον να φρόντιζαν τα μικρά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η συγκλονιστική ανακάλυψη έγινε το 2007, όταν καθαρίστηκε λεπτομερώς απολιθωματοφόρος πλάκα από πετρώματα πέρμιας ηλικίας της Λεκάνης του Καρού της Νότιας Αφρικής, που είχε συλλεχθεί το 1995 και θεωρούταν πως περιείχε πελυκόσαυρους. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Pub Med το 2007 από τη Jennifer Botha-Brink του Εθνικού Παλαιοντολογικού Μουσείου του Καρού και του τμήματος ζωολογίας και εντομολογίας του Πανεπιστημίου του Μπλέμφονταϊν στο Ελεύθερο Κράτος (περιοχή της Ν. Αφρικής που ιστορικά επρόκειτο ν’ανεξαρτητοποιηθεί), και από το Sean P Modesto του τμήματος βιολογίας του Πανεπιστημίου του Ακρωτηρίου Μπρέτον στο Σίδνεϋ της Νέας Σκοτίας του Καναδά. Πρόκειται για μια απολιθωμένη ομάδα δύο ηλικιακών τάξεων είδους βαρανοποειδούς πελυκόσαυρου ηλικίας περίπου 260 εκατομμυρίων ετών, κοντά δηλαδή στην εποχή εξαφάνισης της όλης ομάδας. ΟΙ βαρανοπίδες (varanopidae), αν και παλιά οικογένεια με αρκετά πρωτόγονα χαρακτηριστικά σε σχέση μ’άλλους πελυκόσαυρους, κατόρθωσε να επιβιώσει περισσότερο από κάθε άλλη έως το μέσο Πέρμιο, ίσως και περισσότερο, κι όπως δηλ΄ώνει το όνομα, τα μέλη της έμοιαζαν με τους σημερινούς βαρανούς (οικογένεια varanidae σαρκοφάγων σαυρών), με λεπτό και μακρύ σώμα, ανεπτυγμένα άκρα και μακριά ουρά, μήκους περίπου 1-2 μέτρων, και προφανώς ήταν εξειδικευμένοι εντομοφάγοι ή θηρευτές μεσαίου μεγέθους τετραπόδων. Έφεραν οστεοδέρματα για προστασία σε κάποια μέρη του σώματός τους. Το εκπληκτικό λοιπόν με τη συγκεκριμένη ομάδα είναι πως αποτελείται από πέντε άτομα, τα τέσσερα εκ των οποίων είναι 50% μικρότερα απ’το πέμπτο, με λιγότερο οστεοποιημένο σκελετό, ενώ το μεγαλύτερο έχει ισχυρότερο σκελετό με διατηρημένα οστεοδέρματα σε εγκάρσιες σειρές πάνω απ’τον αυχένα και την ωμική ζώνη, που πιθανότατα είχαν προστατευτικό ρόλο κατά των εχθρών – προφανώς και τότε, όπως και σήμερα, πολλά σαρκοφάγα στόχευαν το λαιμό του θηράματος. Η ομάδα ήταν θαμμένη σε πηλίτη πιθανότατα παραποτάμιας προέλευσης, αλλά η ταφή τους θά’πρεπε να είχε γίνει πολύ γρήγορα κι ενόσο ήταν ζωντανά, γιατί η διάταξή τους είναι σε ζωντανές στάσεις κι όχι ανακατεμένη όπως θα περιμέναμε αν είχαν αποτεθεί τα πτώματα τυχαία κάπου έπειτα από πλημμύρα. Όλα τα άτομα βρίσκονται με τη ραχιαία πλευρά του σώματος προς τα πάνω, και όλα τα τέσσερα μικρά βρίσκονται σε σχεδόν παράλληλη διάταξη. Όλα κοίταζαν μπροστά, εκτός από ένα, του οποίου το σώμα δε σώθηκε, αλλά ο λαιμός του υπάρχει και φαίνεται πως είχε το κεφαλάκι του στραμμένο προς τα πίσω. Άραγε τρόμαξε και γύρισε για να δει την καταστροφή που ερχόταν κατά πάνω τους; Επίσης όλο το σώμα του ενήλικου ατόμου διακόπτεται κοντά στη μέση, αλλ’υπάρχει μια σειρά αρθρωμένων ουραίων σπονδύλω που ταιριάζει στο μέγεθός του σε θέση που στη ζωή θ’αγκάλιαζε τα μικρά. Γνωρίζουμε ότι ο σκελετός των μικρών ήταν λιγότερο ανεπτυγμένος επειδή τα νευρικά τόξα των σπονδύλων (το κοίλο τμήμα που στεγάζει το νωτιαίο μυελό) δεν είχαν πλήρως συνενωθεί με τα κέντρα (το κύριο σώμα του σπονδύλου) – τα σημερινά θηλαστικά γεννιούνται με συνενωμένους σπονδύλους -, ενώ τα οστά του σώματός τους ήταν λεπτά και συμπιέστηκαν κατά την ταφή.

Εφόσον τέτοιοι συσχετισμοί αμνιωτών σε προσφατότερα απολιθώματα και σήμερα αντανακλούν σχεδόν πάντοτε οικογενειακές ομάδες, οι επιστήμονες είναι σχεδόν σίγουροι πως η ομάδα αυτή ήταν ακριβώς μια τέτοια ομάδα, δηλαδή ένας ενήλικας γονέας, ας πούμε πιθανότατα η μητέρα, με τέσερα μικρά που ήταν αδέρφια. Υποθέτουν ότι πιθανόν ο κύριος ρόλος του γονέα ήταν αν παρέχει προστασία απ’τους εχθρούς, όπως γίνεται σε όσα σημερινά ερπετά εμφανιζουν γονεΪκή συμπεριφορά. Πάντως για να φτάσουν τα μικρά το 50% του τελικού τους μεγέθους και να είναι ακόμα υπανάπτυκτα, σημαίνει πως η προστασία τους απ’το γονέ αήταν μακρόχρονη. ΟΙ επιστήμονες προσπαθούν να παρομοιάσουν αυτήν την περίπτωση με το σημερινό σκίγκο των ερήμων της Αυστραλίας Egernia stokesii, είδος γένους σαυρών με ανεπτυγμένο σύστημα φροντίδας των μικρών για ασυνήθιστα μεγάλο χρόνο, που ζει σε σχισμές βράχω κι άλλες οπές ως οικογενειακές αποικίες. Πάντως όλα αυτά είναι υποθέσεις, και πέρα από το ότι το εν λόγω εξαφανισμένο είδος φρόντιζε και προστάτευε τα μικρά του για μεγάλο χρονικό διάστημα και μετακινούταν μαζί τους, δε γνωρίζουμε τίποτε άλλο.

Το εύρημα αυτό είναι η πρώτη έως τώρα απόδειξη παρουσίας γονεΪκής συμπεριφοράς σε τετράποδα του Παλαιοζωικού. Επόμενα απολιθώματα που μαρτυρούν τέτοια συμπεριφορά έχουμε από διάφορους δεινοσαύρους του Κρητιδικού, αν και σίγουρα θα υπήρχεπολύ πιο πριν, τουλάχιστον σε αρχόσαυρους και θηλαστικόμορφα.

Ολόκληρη η μελέτη, όχι μόνο η περίληψη, μπορεί να βρεθεί στο Pub Med:
Μια συγκέντρωση ‘πελυκοσαύρων’ αναμεμειγμένων ηλικιακών τάξεων από τη Νότια Αφρική: η παλαιότερη μαρτυρία γοννεΪκής συμπεριφοράς στα αμνιωτά;

Η περίληψη λέει:

Περίληψη

Τα ζώντα είδη θηλαστικών, κροκοδείλων και τα περισσότερα είδη πτηνών παρουσιάζουν γονεΪκή φροντίδα, αλλά τα ίχνη αυτής της συμπεριφοράς είναι υπερβολικά σπάνια στο απολιθωματικό αρχείο. Εδώ, παρουσιάζουμε ένα νέο δείγμα βαρανοπίδη πελυκόσαυρου απ’το μέσο Πέρμιο της Νότιας Αφρικής. Το δείγμα είναι μια συγκέντρωση, αποτελούμενη από πέντε αρθρωμένα άτομα διατηρημένα σε αδιατάρακτες, κοντινές, φυσικές στάσεις, με τη ράχη προς τα πάνω σε υποπαράλληλες θέσεις, καταδεικνύοντας ταφή σε στάση ζωής. Υπάρχουν δύο τάξεις μεγέθους. Η μία είναι 50% μεγαλύτερη απ’τις άλλες, είναι καλά οστεοποιημένη, έχει συνενωμένες νευροκεντρικές ραφές και διακρίνεται από ένα κάλυμμα δερμικών οστεώσεων που καλύπτει τις περιοχές του λαιμού και του ώμου. Θεωρούμε αυτό το άτομο ως ενήλικα. Οι εναπομείναντες τέσσερις σκελετοί θεωρείται πως είναι νεαρά άτομα, αφού έχουν περίπου το ίδιο μέγεθος, είναι ατελώς οστεοποιημένοι, έχουν ανοιχτές νευροκεντρικές ραφές και δεν έχουν δερμικές οστεώσεις. Συγκεντρώσεις νεαρών αμνιωτών αποτελούνται συνήθως από αδέρφια. Αρτίγονα (σημερινά) ανάλογα ομάδων ενηλίκων και νεαρών ατόμω ν υποδηλώνουν ότι το ενήλικο άτομο είναι ένας των γονέων, οδηγώντας μας να θεωρήσουμε τη συγκέντρωση ως οικογενειακή ομάδα. Η ύστερη μέση Πέρμια ηλικία της βαρανοποειδούς οικογένειας προηγείται 140 εκατομμύρια χρόνια της προηγουμένως γνωστής απολιθωματικής μαρτυρίας γονεΪκής φροντίδας στα χερσαία σπονδυλωτά.

Πρωτότυπο:

Abstract
Living species of mammals, crocodiles and most species of birds exhibit parental care, but evidence of this behaviour is extremely rare in the fossil record. Here, we present a new specimen of varanopid ‘pelycosaur’ from the Middle Permian of South Africa. The specimen is an aggregation, consisting of five articulated individuals preserved in undisturbed, close, lifelike, dorsal-up, subparallel positions, indicating burial in ‘life position’. Two size classes are represented. One is 50% larger than the others, is well ossified, has fused neurocentral sutures and is distinguished by a coat of dermal ossifications that covers the neck and shoulder regions. We regard this individual to be an adult. The remaining four skeletons are considered to be juveniles as they are approximately the same size, are poorly ossified, have open neurocentral sutures and lack dermal ossifications. Aggregates of juvenile amniotes are usually siblings. Extant analogues of adult and juvenile groupings suggest that the adult is one of the parents, leading us to regard the aggregation as a family group. The Late Middle Permian age of the varanopid family predates the previously known oldest fossil evidence of parental care in terrestrial vertebrates by 140 Myr.

Πόσο νωρίς άραγε εξελίχθηκε η γονεΪκή φροντίδα στα συναψιδωτά; Ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα όλης της ομάδας; Ή μήπως εξελίχθηκε ανεξάρτητα σε κάποιες ομάδες πελυκόσαυρων και θηραψιδωτών και στα προθηλαστικά έπειτα; Δεν ξέρουμε, αλλ’εγώ θεωρώ το δεύτερο πιο πιθανό, εκτός κι αν βρεθούν απολιθώματα που θα με διαψεύσουν.

Διακόπτω λοιπόν τη σειρά των δημοσιεύσεων περί ψυχολογίας για ν’ανακοινώσω τα νέα απ’τα κουνέλια μας, με το σημαντικότερο όλων την όγδοη κατά σειρά γέννα της
κουνέλας μου
της Λίμπο. Ας τα πάρω όμως απ’την αρχή.

Αυτό το διάστημα μένω στο χωριό μου, στους Πύργους της Κοζάνης, ένα χωριό περίπου 850 κατοίκων κοντά στην Πτολεμαΐδα. Κάθε καλοκαίρι έρχομαι για κάποιο διάστημα εδώ. Φυσικά ερχόμενος δε γινόταν να μην πάρω μαζί μου τα κουνέλια, τη Λίμπο και τον κούνελο τον Πίπη, τα οποία έχω στη Θεσσαλονίκη μαζί μου, καθώς και όσα μικρά λιμπάκια δεν είχα δώσει από την
προηγούμενη γέννα.
Τις επόμενες εβδομάδες όλα τα λιμπάκια που έμειναν δόθηκαν με επιτυχή κατάληξη, εκτός από ένα, ένα αρκετά υπανάπτυκτο κουνελάκι – στην προηγούμενη γέννα έκανε 6, εκ των οποίων τα δύο πιο μικρά, το ένα πέθανε στις 4 μέρες, τ’άλλο έμεινε για πάντα μικρότερο -, το οποίο πέθανε μερικές μέρες αφού το έδωσα. Τα υπόλοιπα πάντως είναι καλά, το ένα απ’τα δύο ακόμα καλύτερα, μιας και μαθαίνω συχνά γι’αυτό.

Η Λίμπο ήρθε στο σπίτι μας τον Ιανουάριο του 2011, οπότε προοριζόταν για δώρο για τα παιδάκια του θείου μου, αλλ’έπειτα την αγαπήσαμε και πλέον δε νοούμαι χωρίς τη Λίμπο μου. Τον Πίπη μας τον χάρισαν λίγο μετά την απόκτηση της Λίμπο, κι αν και τους τον δώσαμε, μετά από λίγο δεν τον ήθελαν και τον ξαναπήρα εγώ. Είναι ένας αλμπίνος αρσενικός που έχει, όπως φαίνεται, γονιμοποιήσει την κουνέλα μου για 8 συνεχόμενες φορές. Είναι πολυ ήσυχος και πολύ λιγότερο ντροπαλός απ’τη Λίμπο, η οποία μόλις βρίσκεται σε νέο χώρο ή με αγνώστους κρύβεται γι’αρκετό χρόνο σε μια απροσπέλαστη γωνία. Αν και τον αγάπησα κι αυτόν, είναι λίγο δύσκολο να τα κρατάω και τα δύο, αφού πρέπει να ζουν σε ξεχωριστά κλουβιά για να μη ζευγαρώσουν και να βγαίνουν έξω ξεχωριστά. Θα γινόταν να στείρωνα ένα απ’τα δύο, αν και για τη Λίμπο φοβάμαι, επειδή έχει κάνει πολλά παιδιά κι έχει μεγαλώσει λίγο. Όμως αποφάσισα να τον δώσω σε άνθρωπο που θα τον αγαπάει και θά’ναι δίπλα μου για να ξέρω τι κάνει. Μάλλον ο πατέρας μου θα τον πάρει, και θα δώσει
τη δική του κουνέλα
στη γιαγιά μου, που θέλει ένα κουνέλι, και θα πάρει το δικό μου ηρεμότερο κουνελάκι.

Οι περισσότερες γέννες της κουνέλας μου ήταν προγραμματισμένες, δηλαδή έγιναν σκοπίμως. Μερικές όμως δεν ήταν, όπως η προηγούμενη, την οποία έκαναν τα παιδάκια εν αγνοία μου. Η σημερινή δεν ξέρω πως έγινε, αφού εγώ κρατούσα τη Λίμπο πάντοτε χωριστά και τα παιδάκια δε μου είπαν κάτι, ούτε όμως πήγαν πολύ ν’ανακατέψουν τα κουνέλια, αν και πάλι δεν τα εμπιστεύομαι απολύτως. Γι’αυτό υποθέτω πως ο Πίπης κάπως σηκώθηκε όρθιος στο συρματόπλεγμα, γιατί τον έχω παρατηρήσει να συνουσιάζεται κι έτσι όταν δεν υπάρχει χώρος, και τοποθέτησε το όργανο του απ’την άλλη μεριά για να φτάσει τη Λίμπο που σίγουρα συνεργάστηκε, γιατί πάντα συνεργάζεται αν δεν είναι έγκυος. Υπολογίζω την ημερομηνία της γονιμοποίησης στις 17-18 Ιουλίου, οπότε δε θυμάμαι κάτι αξιοσημείωτο. Τα πρώτα σημάδια της πιθανής εγκυμοσύνης τα παρατήρησα πριν περίπου τρεις βδομάδες, οπότε η κουνέλα μου ήταν λίγο πιο στρουμπουλή, και δεν πολυήθελε να της πειράζω την κοιλιά. Η συνάντησή της με τον Πίπη το επιβεβαίωσε αυτό, γιατί την άλλη μέρα που τά’βαλα μαζί καθόταν σε μια γωνία με κατεβασμένη ουρά σε μη συνεργάσιμο πνεύμα, ενώ την επόμενη μέρα άρχισε να του φέρεται επιθετικά και να τον διώχνει με γρυλλίσματα. Αργότερα κι ο Πίπης σταμάτησε να προσπαθεί. Επειδή όμως δεν ήξερα την ημερομηνία γονιμοποίησης, δε μπορούσα να ξέρω πότε θα γεννήσει, κι αυτό με άγχωνε αρκετά τις τελευταίες μέρες που η Λίμπο φούσκωνε όλο και περισσότερο και γινόταν όλο και πιο επιθετική. Τις τελευταίες 4 μέρες ειδικότερα ήταν ανήσυχη, έτρωγε λιγότερο και πιο αποσπασματικά, κι επίσης δεν ήθελε καθόλου χάδια και πιασήματα, ακόμα και στο κεφαλάκι. Πριν τέσσερις μέρες παρατήρησα επίσης λίγο μάζεμα αχύρων το πρωί προς μεσημέρι στο στόμα για κατασκευή φωλιάς, αλλ’αυτό καθυστέρησε αρκετά. Τις επόμενες μέρες δεν έκανε καμία προσπάθεια κατασκευής φωλιάς, κι έτρωγε ή ανακάτευε όσα άχυρα της έδινα, ώσπου χθες το μεσημέρι, τότε δηλαδή που την επισκέφθηκα κοντά στις 12-30, βρήκα απ’τη δεξιά μεριά στη γωνία του κλουβιού μία άσπρη κουνελίτσα και απ’την αριστερή στη γωνία ένα ακόμα άσπρο σημείο, μια φωλίτσα από άχυρα με το κανονικο βαθούλωμα στη μέση στρωμένο με μαλλάκια απ’την κοιλίτσα της, και μέσα σ’αυτό δύο ζεστά, μικρά, στρουμπουλά, χαρούμενα κουνελάκια! Μόνο δύο όμως. Συνήθως γεννά 4. Πιθαννόν οι αρνητικές για τα κουνέλια υψηλές θερμοκρασίες επηρέασαν τη γονιμότητά της, γιατί και πέρσι το Σεπτέμβριο
στην τρίτη γέννα
έκανε τρία, εκ των οποίων το ένα υπανάπτυκτο κι αδύναμο που πέθανε στις 4 μέρες. Ήταν ωστόσο από τα πιο παράξενα χρωματισμένα κουνελάκια που έχω δει, με άσπρο κεφάλι με μικρές καφέ κηλίδες και υπόλοιπο σώμα σκουρόχρωμο καφέ με διακυμάνσεις. Η κουνέλα μετά τη γέννα ήταν πιο ξεφούσκωτη, μολονότι πάλι στρουμπουλή γιτί την προσέχω αρκετά, και πολλές τρίχες έλειπαν από το στήθος της, τις οποίες χρησιμοποίησε για να στρώσει τη φωλίτσα. Ωστόσο δεν επανήλθε ακόμα στην εντελώς ήρεμη κατάσταση, όχι επειδή έχει κατάλοιπα απ’την εγκυμοσύνη, αλλά γιατί ήταν άγρια το διάστημα της εγκυμοσύνης, και άρα δεν ασχολούμουν τόσο μαζί της. Από τώρα πάντως θ’αρχίσουν οι προηγούμενες λιμποδραστηριότητες, οι βόλτες εκτός κλουβιού και τα υπόλοιπα παιχνίδια με τη Λίμπο.

Όπως είναι αναμενόμενο σε μια γέννα με λίγα μικρά, τα κουνελάκια γεννήθηκαν περισσότερο ανεπτυγμένα. Στην
τέταρτη γέννα
πέρσι το Δεκέμβριο επίσης γέννησε δύο, και τα δύο μεγαλύτερα απ’το σύνηθες και δυνατά. Εδώ όμως μόνο το ένα είναι αρκετά μεγαλύτερο απ’το σύνηθες, ενώ το άλλο είναι απλώς λίγο μεγαλύτερο από έναν κανονικό κουνελάκι σε μια γέννα τεσσάρων. Είναι και τα δύο ωστόσο υγιή, με κανονικά χαρακτηριστικά και κίνηση, και φαίνονται πιο ανεπτυγμένα, με χνούδι ήδη απ’την πρώτη μέρα. Το μεγαλύτερο έχει χνούδι σχεδόν σ’όλο του το σώμα, το μικρότερο λιγότερο. Κι όπως μ’όλα τα κουνελάκια, μόλις τ’ανακατεύω βγάζουν κάτι γλυκιές ψιλές και λίγο βραχνές φωνούλες. Τα μικρά κουνελάκια κάνουν τέτοιες φωνούλες όταν ενοχλούνται, όταν πεινάνε, αλλά κι όταν θηλάζουν ή παίζουν μεταξύ τους χορτάτα. Σήμερα που τα επισκέφθηκα για να τα ελέγξω τα είδα και τα δύο ζεστά και στρουμπουλά, επομένως η φροντίδα απ’τη μάνα είναι καλή.

Είχαμε όμως και γέννες απ’τις αφανείς κουνέλες. Πέρα από τη Λίμπο και τον Πίπη εδώ, έχουμε άλλες δύο μεγάλες κουνέλες, που τις πήρε η γιαγιά για νά’χουντα παιδάκια κουνελάκια πριν έρθω εγώ και φέρω τη Λίμπο μου από γείτονες που τα εκτρέφουν προφανώς για κρέας. Έχω πολλάκις ανακοινώσει ότι δεν τρώω κουνέλια, αλλά και πολλά μέλη της οικογένειάς μου δεν τρώνε επίσης. Ωστόσο αυτά τα κουνέλια θα πρέπει να τους τα επιστ΄ρέψουμε σε λίγο. Και δεν είναι μόνο αυτό, ότι δηλαδή θα σκοτωθούν δύο κουνέλες, αλλά πήγε η γιαγιά μου και τις έβαλε να ζευγαρώσουν με τον κούνελό τους. Αυτούς δε μπορούμε να τους εμποδίσουμε να μην εκτρέφουν κουνέλια, εμείς όμως θα μπορούσαμε να μην το κάνουμε αυτό. Λοιπόν δεν ήμασταν σίγουροι αν έμειναν έγκυοι οι κουνέλες, αν κι εγώ έπιανα κάτι στρουμπουλά σκληρά στοιχεία μέσα στις κοιλίτσες τους. Ώσπου στις 11 αυτού του μήνα γέννησαν και οι δύο. Πρωί-πρωί, στις 8, η θεία μου με σήκωσε για να δω τη γέννα της μιας. Η γιαγιά μου καθαρίζοντας τον κουνελώνα το πρωί με το λλάστιχο έβρεξε κατά λάθος τα μικρά κουνελάκια που μόλις είχαν βγει. Στην αυτοψία μου βρήκα 8 παγωμένα αλλά ζωντανά κουνελάκια, και τα μάζεψα σε μια γωνία με άχυρα από πάνω τους. Το μεσημέρι έπειτα, όταν ξύπνησα επειδή ξανακοιμήθηκα, βρήκα 4 νεκρά, ενώ στη συνέχεια το ένα πέθαινε μετά το άλλο. Δεν είχαμε προετοιμαστεί για να βάλουμε φρωλίτσα, και τα κουνελάκια έμεναν κάτω στο τσιμέντο. Είχα βάλει εγώ λίγα άχυρα, αλλ’η μάνα τα έσπρωχνε. Περίπου στις 6 το απόγευμα έβαλα άχυρα στη δεύτερη κουνέλα για να κάνει φωλιά, μήπως και αποφευχθεί το ίδιο πρόβλημα. Αυτή όμως άρχισε να τα τρώει κι ανοίγοντας την πόρτα βρήκα μέσα 6 μικρά και ζεστά κουνελάκια. Τα βάλαμε μέσα σ’έναν κουτί για φωλίτσα με άχυρα, και δε φάνηκε η κουνέλα να τα πειράζει. Εντωμεταξύ ως το βράδυ πέθαναν απ’το κρύο και την παραμέληση όλα τα μικρά της άλλης, εκτός από ένα, το οποίο έβαλα μαζί με τ’άλλα 6, αν και το βράδυ η κουνέλα αναποδογύρισε το κουτί με αποτέλεσμα να πέσει και να παγώσει. Εκείνο το βράδυ επίσης εκείνη η κουνέλα έφαγε ένα δικό της – κάνουν κανιβαλισμο όταν στρεσάρονται πολύ και δε μπορούν να τα μεγαλώσουν -, όπως μου είπε η γιαγιά που βρήκε λίγα σκορπισμένα μέλη του, ώστε την άλλη μέρα είχαμε μόνο 5. Ο ήλιος ευτυχώς τα ζέστανε λίγο, αλλά το βράδυ ηρθε πάλι και τα πάγωσε χωρίς το προστατευτικό στρώμα μαλλιών, που δεν έριξε καν η μάνα τους. Την άλλη μέρα η γιαγιά μου αφαίρεσε ακόμα ένα παγωμένο, ενώ εγώ το μεσημέρι βρήκα τ’άλλα τρία επίσης παγωμένα, κι ένα απ’αυτά φαγωμένο! Ήταν ολόκληρο, εκτός μιας μικρής τρυπούλας στην κοιλίτσα απ’όπου έβγαινε λίγο εντεράκι. Χάλια… Όταν όμως τελικά χάθηκαν όλα τα κουνελάκια, η κουνέλα συμπεριφερόταν για μια μέρα κάπως αλλιώς. Έμενε μαζεμένη στη γωνία μη θέλοντας παρεμβάσεις. Προφανώς είχε αγχωθεί από την ξαφνική απώλεια των μικρών της. Παρόμοια συμπεριφορά για δύο μέρες είχε και η δικιά μου, όταν για κάποιον ανεξήγητο λόγο χάλασε τη φωλίτσα της τον Φεβρουάριο φέτος στην
πέμπτη γέννα
με αποτέλεσμα τα κουνελάκια της να πεθάνουν απ’το κρύο. Εκεί ωστόσο μπορούσα να την παρακολουθώ από πιο ΄κοντά, και πέρα από μια γενικήαγχωμένη διάθεση πρόσεξα πως κάθε βράδυ πήγαινε στη φωλιά, σαν να τα έψαχνε περιμένοντας να θηλάσουν, κι επίσης ήταν περισσότερο επιθετική.

Η ασπρόμαυρη κουνέλα μάνα της δεύτερης γέννας την επόμενη μέρα 12 Αυγούστου μετά τη γέννα.

Η υποτυπώδης φωλίτσα με τα 5 κουνελάκια την επόμενη μέρα μετά τη γέννα.

Ένα των μικρών στο χέρι μου την ίδια μέρα, μιας ημέρας δηλαδή. Προσέξτε πόσο πιο ανεπτυγμένο φαίνεται σε σχέση με τα τυπικά κουνελάκια.

Ίσως η στρεσογόνος κατάσταση να βρίσκονται οι κουνέλες συνέχεια σ’επαφή μεταξύ τους μ’ένα μόνο συρματόπλεγμα να τις χωρίζει στη μέση, η απουσία απομονωμένου μέρους και υλικών για τη φωλιά ή ακόμα και η απειρία τους στην αναπαραγωγή, γιατί μερικές φορές οι κουνέλες στην πρώτη γέννα παραμελούν τα παιδιά τους, αν κι οχι πάντα – για παράδειγμα η Λίμπο μου
στην πρώτη γέννα
τα πρόσεχε πολύ καλά -, να οδήγησαν στην παραμέληση των μικρών. Από τη μια ίσως πείτε πως ήταν στενάχωρο το γεγονός, για μένα όμως ήταν τύχη. Πέθαναν ας πούμε σχετικά ανώδυνα 14 μικρά κουνελάκια ημερών, σε ηλικίαπου ακόμα δεν καταλαβαίνουν και πολλά, αντί να μεγαλώσουν, να γίνουν πλήρως συνειδητά και να σφαχτούν. Έφυγαν λίγ αμικρά κουνελάκια που αλλιώς κάποιος θα τα χτυπούσε με κάτι ή θα τα έκοβε με το μαχαίρι για να τα σκοτώσει κι έπειτα να τα φάει. Τώρα θα μου πείτε γιατί οι γείτονες αυτοί δεν παράγουν πολλά κουνέλια; Όχι, έχουν μόνο μια κουνέλα, και συχνά παραμελούν να την αναπαραγάγουν. Ακόμα κι αν όμως έβγαζαν παραπάνω κουνέλια, εμείς δε θά’πρεπε να τους βοηθήσουμε σε καμίαπερίπτωση. Τουλάχιστον θα φάνε δύο μόνο κουνέλες από μας, όχι άλλες. Αν μερικά ζούσαν, ίσως προσπαθούσα να τα πάρω μαζί μου πίσω με τη Λίμπο για να τα δώσω στη Θεσσαλονίκη, όπου σίγουρα θά’βρισκα άνθρωπο που θα τ’αγαπούσε. Τώρα όμως ευτυχώς πέθαναν νωρίς όλα, κι άλλα πετάχτηκαν, άλλα τα πήρα εγώ και τά’δωσα στις γάτες, διότι θεωρώ καλύτερο να τα δώσω σε ζώα εξίσου αγαπημένα παρά να τα πετάξω έξω. Αυτό πολύ δύσκολα θα τό’κανα στη Λίμπο μου ΄΄η σ’άλλο μεγάλο κουνέλι? Οι λόγοι είναι καθαρά συναισθηματικοί, αφού εφόσον πέθανε το κουνέλι έχασε τη συνείδησήτου ανεξαρτήτως του μεγέθους του ή του επιπέδου ανάπτυξής του. Για νεογέννητα ή και λίγο μεγαλύταρα όμως κουνελάκια μπορώ να το κάνω αυτό ευκολότερα.

Μορφολογικά τα κουνελάκια των δύο μεγάλων κουνελών ήτα διαφορετικά από το αναμενόμενο. Είχα κατ’αρχήν το μέγεθος ενός αρκετά ανεπτυγμένου μικρού από μικρή γέννα της Λίμπο, κοντά στα 6 εκ., ίσως όμως και μεγαλύτερα. Ο σκελετός τους ήταν πιο ισχυρός, με δυνατότερο κρανίο, μακρύτερο ρύγχος και κάτω σιαγόνα παχύτερη και μακρύτερη μπροστά, σαν να είχαν χαρακτηριστικα λίγο μεγαλύτερου κουνελιού. Αυτο ίσως είναι και το φηυσιολογικό, γιατί τα νανάκια με τα οποία έχω εμπειρία τείνουν να διατηρούν περισσότερα νεαρά χαρακτηριστικά (νεοτενία). Το πολύ παράξενο μ’αυτά ήταν επίσης ότι ήδη απ’την πρώτη μέρα είχαν τα μικρά μπροστινά τους δόντια και λίγο χνούδι στη μουσούδα, μακρύτερο απ’αυτό των ανεπτυγμένων μικρών της Λίμπο. Το χρώμα τους επίσης δεν ήταν ροζ όπως συνήθως, επειδή και οι δυο μάνες είχαν μαύρο πάνω τους (ο πατέρας είναι αλμπίνος). Από τα 8 μικρά της πρώτης, που ήταν κατάμαυρη, τα 6 βγήκαν με μαύρο δεέρμα, ενώ απ’τα 6 τις άλλης που είχε άσπρο με μαύρο, μόνο το ένα ήταν έτσι, ενώ πολλά απ’τ’άλλα είχαν μαύρα στίγματα. Γενικά είχαν όψη περισσότερο ανεπτυγμένου κουνελιού. Άλλωστε αναπτύσσονται και πιο γρήγορα απ’αυτά της Λίμπο μου, αφού έχουν επιλεγεί να μεγαλώνουν γρήγορα για να φαγωθούν και γρήγορα. Ωστόσο στη συμπεριφορά και τις φωνούλες ήταν όμοια με τα λιμπάκια.

Σ’ένα πείραμα που έκανα βάζοντας ένα μικρό στη Λίμπο, κι έπειτα κι άλλα ενώ βρισκόταν στη νευρική της φάση πριν γεννήσει, πρόσεξα πως δεν τα έδινε σημασία. Πήγαινε για λίγο κοντά τους, τ’ακουπούσε με τη μυτούλα και τα μύριζε, κι έπειτα έφευγε σε μια γωνία. Σ’ένα άλλο πείραμα που έκανα βάζοντας ένα ζωντανό κοντά σε γάτα, είδα πως η γάτα το περιτριγύριζε, έκανε κύκλους γύρω του πότε βρισκόμενη κοντά και πότε μακριά, το ακολουθούσε όταν κινούταν και το ακουμπούσε με τη μουσούδα της χωρίς όμως να το βλάπτει. Έπειτα φυσικά το πήρα, για να μη γίνει τίποτα. Όταν ωστόσο της έδινα νεκρό κουνελάκι, δεν υπήρχε κανένας δισταγμός. Το έπιανε, το πήγαινε σε μια γωνία κι άρχιζε αμέσως να το τρώει. Τρώει ολόκληρο το ζωάκι, ακόμα και το δέρμα και τα οστά. Όταν μια άλλη γάτα το πλησιάζει, μουγκρίζει υπόκωφα για να φύγει, αλλ’αυτό δεν πετυχαίνει πάντα αν η άλλη είναι μεγαλύτερη, οπότε έπρεπε να βρίσκομαι εγώ κοντά και να διώχνω τη μεγάλη όσο έτρωγε η μικρή. Μια φορά χόρτασα τη μικρή με τέσερα κουνελάκια, και μετά ανέβηκε σ’ένα μέρος παραφουσκωμένη, γουργούριζε για λίγο και κοιμήθηκε.

Θ’αναρτώνται ενημερώσεις για την ανάπτυξη των μικρών της Λίμπο μας.

Ενημέρωση 28/8/2012: Δυστυχώς πέθαναν και τα δύο μικρά. Δεν ήμουν εκει – πήγα για λίγο στη Χαλκιδική, η κουνέλα έμεινε στο Χωριό – για να ξέρω τι έγινε, αν και τα πρόσεχαν όπως μου είπαν. Ίσως η ζέστη τα επηρέασε αρνητικά. Η κουνέλα πιθανότατα θα ήταν ταραγμένη απ’το γεγονός για λίγο, τώρα όμως φαίνεται και πάλι καλά. Ίσως την ξαναζευγαρώσω με τον Πίπη ακόμα μια φορά.

η Λίμπο στην κατασκευή της φωλιάς 9/9/2011


η Λίμπο αμέσως μετά τη γέννα απάνω στη φωλιά και στα κουνελάκια της την ίδια μέρα


κουνελάκια στη φωλιά 11/9/2011, δύο ημερών


κουνελάκι μόλις 3 ημερών 12/9/2011

Όπως ήταν
αναμενόμενο,
αφού ήταν έγκυος, η Λίμπο μου προχθές στις 9 Σεπτεμβρίου γέννησε τρία κουνελάκια. Είναι η τρίτη της αναπαραγωγή. Ζευγάρωσε με τον Πίπη από τις 8 έως τις 10 Αυγούστου (λίγες φορές κάθε μέρα εννοείται, όχι συνεχόμενα!) Περισσότερα για τον πίπη και την κουνελούλα μου τη Λίμπο,
εδώ.

Η αναπαραγωγή όμως αυτή δεν ήταν τόσο ομαλή όπως τις άλλες φορές. Αντίθετα με τις άλλες δυο φορές, η Λίμπο μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είχε την ησυχία της για να φτιάξει τη φωλιά της κανονικά και να γεννήσει, διότι αναγκαζόταν να μοιράζεται το χώρο της μ’ένα κουνελάκι της προηγούμενης γέννας που δεν είχα προλάβει να δώσω ακόμα, κι αυτό την εμπόδιζε να κατασκευάσει φωλιά, ανακατεύοντας τα χαρτιά και τρώγοντας τα άχυρα, τα δομικά υλικά. Τελικά έδωσα εκείνο το κουνελάκι στον πατέρα μου όπως είχε κανονιστεί, αλλά είχε μείνει μόνο μισή μέρα για την κουνελού να τελειώσει τη φωλιά. Εκείνες τις μέρες ήταν υπερβολικά φουσκωμένη και νόμιζα ότι θά’κανε παραπάνω από τέσσερα, ο συνηθισμένος αριθμός τις προηγούμενες φορές.
Η φωλιά όμως εξαιτίας του πιεσμένου χρόνου δεν έγινε καλή – ήταν πολύ μεγάλη και σκόρπια -, αλλά το βασικό βαθουλωτό μέρος όπου ζουν τα κουνελάκια ήταν καλό.
Το απόγευμα λοιπόν της ίδιας μέρας είδα τη Λίμπο πάνω από το βαθούλωμα της φωλιάς. Ψάχνοντας από κάτω της βρήκα μαλλιά (μ’αυτά στρώνει τη φωλιά πριν γεννήσει για να είναι μαλακά και ζεστά) και κουνελάκια, ή λιμπάκια ή λιμπονάκια όπως τα λέω, επειδή είναι απόγονοι της Λίμπο. Αμέσως μετά η Λίμπο έφυγε απ’τη φωλιά για φαγητό, όπως κάνει πάντοτε μετά από κάθε γέννα. Τα κουνελάκια όμως γεννήθηκαν σκορπισμένα και κρύωσαν λίγο, γι’αυτό φοβήθηκα μήπως η μάνα δε θα τα τάιζε. Συγκέντρωσα όλα τα κουνελάκια στο βαθούλωμα, κι όλα πήγαν καλά. Έως τώρα οι κοιλίτσες τους φουσκώνουν κάθε βράδυ απ’το γάλα της μάνας.
Με παραξένεψε επίσης το γεγονός ότι αντί για 4, τώρα γέννησε 3. Υπέθεσα ότι μπορεί το τέταρτο να γεννήθηκε νεκρό και να τό’φαγε, αλλά δε βρήκα κάποιο ίχνος. Πιθανότατα όμως είτε δεν αναπτύχθηκε εξαιτίας των κακουχιών που πέρασε στο χωριό από τα παιδάκια που την πειραζαν λίγο παραπάνω είτε δε δημιουργήθηκε καν. Πάντως τα 3 που έχω τώρα παραμένουν υγιέστατα. Το πάχος τελικά οφειλόταν σε λίγη παχυσαρκία, γι’αυτό η Λίμπο θα πρέπει ν’αδυνατίσει
Από την επόμενη μέρα και ακόμα καλύτερα απ’τη μεθεπόμενη, μπόρεσα να διακρίνω το χρώμα τους. Τα δύο είναι άσπρα ενώ το ένα γκρι με καφέ. Πάντα στις προηγούμενες γέννες τα 3 έβγαιναν άσπρα με περισσότερο ή λιγότερο έντονα τα χαρακτηριστικά της Λίμπο, και το ένα καφέ με γκρι και περίεργους σχηματισμούς. Αυτήν τη φορά το καφέ είναι διαφορετικό, με άσπρο κεφάλι και σώμα μ’εναλλαγές ανοιχτότερων και σκουρότερων αποχρώσεων του καφέ με γκρι.
Περισσότερα για την αναπαραγωγή των κουνελιών στο
θέμα για την πρώτη γέννα.

Τα κουνέλια αυτά ανεξαρτητοποιούνται σε περίπου 6-8 εβδομάδεςμ οπότε και θα τα δώσω σε ανθρώπους που τα θέλουν. Τις προηγούμενες φορές αυτό ήταν δυσκολότερο, γιατί δεν έβρισκα εύκολα άτομα να τα πάρουν. Τώρα όμως ηζήτηση έχει ανεβεί πολύ, ξεπερνώντας μάλιστα των αριθμό των ήδη υπαρχόντων κουνελιών.

Ενημέρωση 16/9/2011: Το μικρότερο καφέ κουνελάκι πέθανε 4 ημερών στις 13 Σεπτεμβρίου. Φαινόταν κάπως αδύναμο από την προηγούμενη μέρα. Τ’άλλα κουνελάκια το πατούσαν κι ούτε μπορούσε να πιει γάλα από τη Λίμπο. Οι κουνέλες δε θα βοηθήσουν αδύναμα κουνελάκια ή αυτά που βρίσκονται εκτός φωλιάς. Θα καθίσουν πάνω απ’τη φωλιά, κι όποιο θηλάσει. Ήταν το πιο όμορφο κουνελάκι. Έπρεπε να το στεγνώσω και να το κρατήσω.

το νεκρό κουνελάκι


Αν και ήταν το πιο εντυπωσιακό σε χρωματισμό, ένα από τα δύο υγιή κουνελάκια έχει το χρωματισμό και το σχέδιο των καφέ κουνελιών της Λίμπο, αλλά σε πολύ ανοιχτή απόχρωση. Το άλλο έχει πάνω-κάτω τα χαρακτηριστικά της Λίμπο.

τα δύο κουνελάκια


Τα έβαλα στο μπολ φαγητού της Λίμπο για να μη φεύγουν απ’τη θέση τους ενώ τα φωτογράφιζα.

Σκαντζόχοιροι

σκαντζόχοιρος που βρήκαμε φέτος 29/8/2011

Αφορμή της συγγραφής του άρθρου αυτού στάθηκε η εύρεση φέτος ενός σκαντζόχοιρου κοντά στο σπίτι μας, όταν ήμουν για διακοπές στο χωριό μου. Είχα αρκετά χρόνια να δω και να πιάσω τέτοιο ζώο. Οι άλλες δύο φορές που θυμάμαι ήταν πολύ παλιά, ενώ κάθε χρόνο συναντώ πατημένους από αυτοκίνητα. Δυστυχώς το ζώο αυτό είναι ένα από τα συχνότερα θύματα στο δρόμο.

Σε γενικές γραμμές οι σκαντζόχοιροι αντιμετωπίζονται θετικά από τον άνθρωπο, αφού είναι παντελώς αβλαβή μικρά ζώα. Στην πραγματικότητα είναι ωφέλιμα ζώα, επειδή τρέφονται με έντομα, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες που καταστρέφουν τα φυτά. Μάλιστα στη Βρετανία και στη Γερμανία κυρίως πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να προσελκύσουν σκαντζόχοιρους στους κήπους τους ως βιολογικά όπλα κατά των βλαπτικών ασπονδύλων, αφήνοντάς τους τροφή όπως φρούτα και κρέας κι ανοίγοντας μικρές τρύπες στους φράκτες. Ένας σκαντζόχοιρος μπορεί να φάει έως και 200 γραμμάρια εντόμων κάθε νύχτα.

«Εχίνος» ήταν αρχικά το αρχαιοελληνικό όνομα του σκαντζόχοιρου, κι όχι του αχινού. Οι Έλληνες κατεβαίνοντας ως ινδοευρωπαϊκά φύλα από τις στέπες δε γνώριζαν τη θάλασσα, κι έτσι προσάρμοσαν λέξεις για ήδη γνωστά πράγματα και γι’αυτήν. Για παράδειγμα, το πέλαγος έχει να κάνει με την πεδιάδα και κάτι πλατύ, αντίστοιχο του λατινικού planus και του αγγλικού flat, ενώ η θάλασσα είναι προελληνική λέξη, δηλαδή από τους λαούς που ζούσαν στον Ελλαδικό χώρο πριν την κάθοδο των Ινδοευρωπαίων. Οι Ινδοευρωπαίοι ωστόσο γνώριζαν τις λίμνες και τη μετακίνηση στο νερό με σκάφη. Τώρα νομίζω πως ξέφυγα λίγο. Στα λατινικά ο σκαντζόδοιρος ήταν «erinaceus». Την ετυμολογία της σύγχρονης λέξης δεν την έχω ψάξει καλά, αλλά μάλλον θά’ναι χοίρος λόγω του σχήματός του ή του ρύγχους του και σκάντζο- δεν ξέρω. Το αγγλικό «hedgehog» προέρχεται από το «hog»=χοίρος και το «hedge»=θαμνοστοιχεία, επειδή τα ζώα αυτά βρίσκονται συχνά σε θαμνοστοιχείες στη Βρετανία.

Οι σκαντζόχοιροι ανήκουν στην τάξη των εχινόμορφων, στην οικογένεια των εχινιδών, και στην υποοικογένεια των εχινινών. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει επίσης τους γύμνουρους της Νοτιοανατολικής Ασίας, ζώα με παρόμοια εμφάνιση αλλά χωρίς αγκάθια. Η τάξη των σκαντζόχοιρων μαζί μ’αυτήν των μυγαλόμορφων (μυγαλές και τυφλοπόντικες) ήταν παλαιότερα μέρος της απαρχαιωμένης πλέον τάξης των εντομοφάγων θηλαστικών, μία ταξινομική ομάδα που περιελάμβανε διάφορα μικρά πλακουντοφόρα θηλαστικά διαφόρων κλάδων με σχετικά πρωτόγονα χαρακτηριστικά. Οι σκαντζόχοιροι εμφανίστηκαν πριν 15 εκατομμύρια χρόνια, και από τότε έως σήμερα δεν έχουν αλλάξει σημαντικά. Υπάρχουν 17 σημερινά είδη σε Ευρώπη, Αφρική κι Ασία.
Στην Ευρώπη ζουν 3 κύρια είδη ο δυτικοευρωπαϊκός σκαντζόχοιρος (Erinaceus europaeus), ο ανατολικοευρωπαϊκός (E. concolor) και ο ρουμανικός (E. romanicus). Παλαιότερα τα δύο τελευταία είδη απαντούν στη χώρα μας και στο παρελθόν θεωρούνταν υποείδη του E. europaeus, αλλά σήμερα η ταξινόμηση έχει αλλάξει και έχουν ανέβει βαθμίδα σε κανονικό είδος. Και τα 3 αυτά είδη ωστόσο μπορούν να υβριδοποιηθούν. Και τα 3 είδη έχουν παρόμοιες συνήθειες: είναι νυκτόβια, κυρίως εντομοφάγα, ζουν σε περιοχές με πυκνή βλάστηση και πέφτουν σε χειμέρια νάρκη το χειμώνα.

Όλοι τους έχουν χοντρό σώμα με κοντή ουρά, καλύπτονται με αγκάθια κι έχουν την ικανότητα να συσφαιροποιούνται όταν απειλούνται. Τα αγκάθια τους είναι τροποποιημένες τρίχες που καλύπτουν τη ράχη και τις πλευρές τουςκαι, ασυνήθιστο για θηλαστικά, είναι ενισχυμένα με β κερατίνη (οι τρίχες είναι από α-κερατίνη), όπως τα νύχια, τα φτερά των πουλιών και οι φολοίδες των ερπετών. Εσωτερικά είναι σχεδόν κούφια. Το πρόσωπό τους, τα πόδια τους και η κοιλιά τους καλύπτονται από μαλακιά γούνα. Είναι σχετικά μικρά ζώα, συνήθως κάτω από τα 30 εκατοστά, νυκτόβια και παμφάγα τρεφόμενα μ’έντομα, άλλα ασπόνδυλα όπως σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια, μικρά σπονδυλωτά όπως βατράχους και φιδάκια, μανιτάρια, ρίζες και χόρτα, φρούτα και πτώματα. Ζουν σε διάφορα οικοσυστήματα από δάση (κυρίως τα ευωρπαϊκά είδη) έως ερήμους. Εξαιτίας της έλλειψης τροφής το χειμώνα, τα περισσότερα είδη έχουν εξελιχθεί να πέφτουν σε χειμέρια νάρκη, οπότε κρύβονται σε ασφαλές μέρος, ρίχνουν τη θερμοκρασία του σώματός τους και ζουν απ’το απόθεμα λίπους τους. Διάφορα είδη έχουν διαφορετικούς εχθρούς, ανάλογα με το μέρος όπου ζουν και το μέγεθός τους. Τα ευρωπαϊκά είδη για παράδειγμα έχουν λίγους εχθρούς, κυρίως αρπακτικά πουλιά όπως αετούς και κουκουβάγιες, ενώ τα μικρότερα αφρικανικά ερημικά είδη έχουν περισσότερους, όπως σαρκοφάγα θηλαστικά (σκύλους, αλεπούδες κ.ά.) Το μάζεμα σε μπάλα (συσφαιροποίηση) δεν είναι η μόνη στρατηγική άμυνάς τους. Συνήθως θα τρέξουν μακριά όταν ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα πλησιάσει πολύ, ενώ συσφαιροποιούνται συνήθως όταν βρίσκεται κοντά. Γι’αυτό είναι συχνά δύσκολο να πιάσετε σκαντζόχοιρο, εκτός κι αν βρεθείτε κοντά του χωρίς να το καταλάβει και πάλι δεν είναι βέβαιο ότι θα μείνει στη θέση του. Λίγα ερημικά είδη, που έχουν εξελιχθεί να φέρουν λιγότερο βάρος στο σώμα τους, δεν προστατεύονται επαρκώς από τη συσφαιροποίηση γι’αυτό χρησιμοποιούν τ’αγκάθια τους ως επιθετικό όπλο, πέφτοντας πάνω στον εχθρό για να τον χτυπήσουν. Η σκαντζόχοιροι αν και φαίνονται χοντρά ζώα μπορούν να τρέξουν με μεγάλη ταχύτητα και είναι επίσης καλοί αναρριχιτές και κολυμβητές, γι’αυτό και συχνά για να δει κάποιος το σώμα ενός σκαντζόχοιρου ρίχνει την αγκαθωτή μπαλίτσα σε μια λεκάνη νερό για να κολυμπήσει, αν κι αυτό είναι μια τρομακτική εμπειρία για το ζώο. Καλύτερο είναι να τον αφήσετε κάπου, να κάνετε ησυχία και να παρακολουθείτε. Στην αναρρίχηση είναι πολύ καλοί και γρήγοροι, αλλ’επειδή δε βλέπουν καλά έχουν πρόβλημα στο κατέβασμα.
Ένα ακόμα μοναδικό χαρακτηριστικό αυτών των ζώων είναι το οσφρητικό καμουφλάζ που δημιουργούν. Όταν συναντούν ένα νέο αντικείμενο στο περιβάλλοντ ους, το γλείφουν καλά ώστε να πάρουν την οσμή του και μετά σαλιώνουν τ’αγκάθια τους για να μυρίζουν κι αυτοί όπως αυτό.

Υπάρχουν μερικοί μύθοι γι’αυτά τα ζώα κι ένας απ’αυτούς έχει να κάνει με την αναπαραγωγή τους. Λέγεται ότι οι σκαντζόχοιροι είναι τα μόνα ζώα που ζευγαρώνουν πρόσωπο με πρόσωπο, όπως ο άνθρωπος, για να μην τρυπηθούν από τ’αγκάθια τους. Στην πραγματικότητα όμως το ζευγάρωμα γίνεται αλλιώς: Το αρσενικό έχει το πέος του κοντά στη μέση της κοιλιάς και το θηλυκό μπορεί ν’αποκαλύψει το αιδοίο της σηκώνοντας πολύ ψηλά την ουρά, έτσι δεν υπάρχει μεγάλη επαφή μεταξύ τους. Το θηλυκό μετά από μια περίοδο κύησης 40-58 ημερών (ανάλογα με το είδος) γεννά περίπου 3-6 μικρά (τα μικρά είδη λιγότερα τα μεγάλα περισσότερα), τα οποία είναι τυφλά, αλλά βγάζουν αγκάθια μέσα σε 36 ώρες. Στον πρώτο χρόνο αντικαθιστούν τα παλιά μαλακά τους αγκάθια με αυτά του ενηλίκου. Τα αγκάθια τους αν και μπορούν να τρυπήσιουν το ανθρώπινο δέρμα δεν είναι τόσο επικίνδυνα σε σχέση μ’αυτά άλλων αγκαθωτών ζώων κι επίσης αποκολλώνται δύσκολα από το σκαντζόχοιρο, έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα ένα αγκάθι να μείνει μέσα στον άνθρωπο προκαλώντας μόλυνση. Οι σκαντζόχοιροι ζουν 2-10 χρόνια ανάλογα με το είδος. Στην αιχμαλωσία κατά κανόνα ζουν περισσότερο εξαιτίας της απουσίας εχθρών και του ελεγχόμενου περιβάλλοντος.

Από το 1980 περίπου άρχισαν να εκτρέφονται σκαντζόχοιροι ως κατοικίδια ζώα. Ο κοινότερος κατοικίδιος σκαντζόχοιρος είναι ένα γόνιμο υβρίδιο ανάμεσα στον αφρικανικό λευκόκοιλο σκαντζόχοιρο (Atelerix albivnetris) και στον αλγερικό A. algirus, o οποίος λέγεται αφρικανικός πυγμαίος σκαντζόχοιρος. Είναι ένα μικρό ζώο μήκους 15 εκ. Προτιμά θερμοκρασία ανάμεσα σε 22-29 βαθμούς Κελσίου, κι αν και θεωρητικά μπορεί να πέσει σε χειμέρια νάρκη, η παρατεταμένη έκθεσή του στο ψύχλος οδηγεί στο θάνατο. Γι’αυτό για να διατηρείται η θερμοκρασία στα προτιμιτέα επίπεδα το ζώο δε δε θα πρέπει να στεγάζεται σε κανονικό κλουβί όπως τα κοινά θηλαστικά, αλλά σε τερράριο ή αδιαφανές μεγάλο κουτί όπως τα ερπετά, και ίσως μια θερμαντική πλάκα με θερμοστάτη χρειαστεί για τη διατήρηση της ιδανικής θερμοκρασίας. Επειδή είναι δραστήριο ζώο στη φύση, χρειάζεται μεγάλο χώρο και τροχό για ν’ασκείται κι αν είναι δυνατόν πολλαπλά επίπεδα στο περιβάλλον του. Μπορεί να φάει τροφή για γάτες ή νυφίτσες υψηλή σε πρωτεΐνη και χαμηλή σε λίπος, έντομα, φρούτα και λαχανικά, αλλ’όχι γαλακτοκομικά, γιατί είναι δυσανεκτικός στη λακτόζη και μπορούν να κλωνίσουν σοβαρά την υγεία του ή και να τον σκοτώσουν. Παθαίνει διάφορες ασθένειες όπως καρκίνο, ο οποίος συνήθως έχει γρήγορη εξέλιξη και οδηγεί στο θάνατο, καρδιαγγειακά προβλήματα και λιπώδες ήπαρ λόγω κακής διατροφής με πολύ λίπος, και το σύνδρομο του τρεμουλιαστού σκαντζόχοιρου, μια νευροεκφυλιστική πάθηση παρόμοια με τη σκλήρυνση κατά πλάκας, όμως χωρίς ακόμα σαφή αιτιολογία (πιθανόν γενετικό πρόβλημα και ίσως εμπλέκεται κάποιος ιός ή μόλυνση με κάτι άλλο). Η νόσος αυτή προκαλεί προβλήματα στην κινητικότητα του ζώου, αστάθεια και τελικά θάνατο.
Σπανιότερα κρατούνται ως κατοικίδια τα δύο γονικά είδη του πυγμαίου σκαντζόχοιρου, ο αιγυπτιακός μακρώτις σκαντζόχοιρος (Hemiechinus auritus) και ο ινδικός μακρώτις (H. colleris), και σπανιότατα τα ευρωπαϊκά είδη, αν κι αυτά προστατεύονται δια νόμου στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι παράνομη η αιχμαλώτησή τους. Μπορείτε όμως πάλι να τους προσελκύσετε στην αυλή σας προσφέροντάς τους τροφή και κάνοντας το περιβάλλον φιλικότερο προς αυτούς και την τροφή τους.

Αν και ο σκαντζόχοιρος θεωρείται ωφέλιμος, στα οικοσυστήματα που έχει εισαχθεί έχει προκαλέσει προβλήματα όπως στη Νέα Ζηλανδιά και στα νησιά της Σκοτίας τρώγοντας τα ιθαγεννή είδη και μην έχοντας εχθρούς.

Ο δεύτερος μύθος που έχω ακούσει για το σκαντζόχοιρο είναι ότι η κατανάλωση του κρέατός του θεωρείται αμαρτία από την εκκλησία και η ποινή για κάποιον που έφαγε σκαντζόχοιρο είναι να μην κοινωνήσει για 7 χρόνια. Ο λόγος της απαγόρευσης είναι υποτίθεται ότι ζευγαρώνει σαν τον άνθρωπο, αλά κι αυτό είναι μύθος όπως έγραψα παραπάνω. Σήμνερα έψαξα για την απαγόρευση αυτήν. Στην πραγματικότητα η εκκλησία δεν απαγορεύει κανένα είδος τροφής, Αντιθέτως όσες απαγορεύσεις ακούγονται ως σήμερα είναι κατάλοιπα από των νόμων περί
καθαρών κι ακαθάρτων ζώων
που θέσπισε ο ιουδαϊσμός.
Οι τσιγκάνοι λέγεται ότι τρώνε σκαντζόχοιρο. Μάλιστα ένας τσιγκάνος που ξέρω μού»λεγε ότι τους λένε κατσαβούρια και τους κυνηγούν με σκυλιά και μετά τους τρώνε ψητούς, αλλά ο ίδιος δεν τους τρώει επειδή λυπάται ακούγονάς τους να τσιρίζουν όταν σκοτώνονται. Είμαι αρκετά σκεπτικός όμως προς αυτήν την ιστορία.

Οι τσιγκάνοι ακόμα κι αν τους τρώνε δε θ’αποτελούν πολύ σοβαρή απειλή για το είδος. Η καταστροφή των βιοτόπων τους, τα ατυχήματα στο δρόμο με τα οχήματα και τα εντομοκτόνα είναι οι κύριες απειλές για τα ευρωπαϊκά είδη. Τα εντομοκτόνα προκαλούν συσωρευτικά προβλήματα στην υγεία τους, ενώ τα ατυχήματα στο δρόμο είναι αρκετά σοβαρό πρόβλημα. Δεν ξέρουν ότι οι νυκτόβιες συνήθειές τους και το μάζεμα σε μπαλίτσα δενν τους σώζουν απ’αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι κάθε χρόνο συναντούμε πολλές τέτοιες πατημένες μπαλίτσες, μικρά νεκρά λιμπάκια στο δρόμο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της βικιπαίδειας για το σκαντζόχοιρο
σκαντζόχοιρος πληροφορίες στη σελιδα της Κατκαλης
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το σκαντζόχοιρο
άρθρο της αγγλικής βικιπαιδειας για τους οικόσιτους/κατοικίδιους σκαντζόχοιρους
σκαντζόχοιρος σ’ένα ιστολόγιο
ο μύθος της απαγόρευσης του σκαντζόχοιρου από την εκκλησία
άρθρο της αγγλικής βικιπαίδειας για τους Πρωτοϊνδοευρωπαίους

κουνέλια στον κουνελώνα


κουνέλια στον κουνελώνα


ο Πίπης

Αυτό το καλοκαίρι υπήρξαν πολλές νέες εξελίξεις για τα
κουνέλια
μας. Ασ ξεκινήσω όμως απ’την αρχή.
Στις αρχές του καλοκαιριού υπήρξε μια κρίση με τη Λίμπο και τη μάνα μου. Η μάνα μου δήθεν αρχικά είχε ως σκοπό να πάρει το κουνέλι αυτό για δώρο, αλλά επειδή της έδωσαν κι ένα άλλο αυτό το κρατήσαμε για μας. Μετά ομως τον αρχικό ενθουσιασμό άρχισε να μην το πολυθέλει. Έτσι αρχίσαμε νά’χουμε προβλήματα κι εντάσεις. Δεν το ήθελε μέσα στο σπίτι, γιατί, όπως έλεγε, πετούσε χορταράκια γύρω από το κλουβί του (και δύο κομματάκια νά’φευγαν τό’κανε θέμα), μύριζε (λίγο σαν χόρτο όταν πλησιαζεςπολύ κοντά), έτρωγε πράγματα (μια φορά τρύπησε ένα σεντόνι και μια άλλη είχε κόψει το τηλεφωνικό καλώδιο από δική μου αμέλεια, συνήθως μασουλούσε μόνο χαρτί), όταν την άφηνα έξω απ’το κλουβί της έκλεινα ολόκληρο δωμάτιο (φοβόταν ένα τόσο μικρό κουνελάκι;) κ.ά. Τελικά αποφασίσαμε να τη βγάλουμε στο μπαλκόνι, αφού τόσο πολύ δεν την ήθελε μέσα. Όμως εκεί προξένησε πολύ σοβαρότερες ζημιές.
Μου έφαγε σχεδόν όλα τα φυτά!
Τα περισσότερα απ’αυτά ανέκαμψαν, αλά μερικά καταστράφηκαν εντελώς. Χρησιμοποίησα μαύρο πιπέρι ως απωθητικό, αλλά κι αυτό μέσα στο ψεκαστηρι με το νερό και τη ζέστη σάπιζε μετά από λίγες μέρες. Εκείνο το διάστημα μες στο άγχος και την απόγνωσή μου σκέφτηκα να δώσω τη Λιμπούλα μου σε κάποιον άλλον. Τελικά κατάλαβα ότι μόνο αν τη βγάζω έξω υπό παρακολούθηση θα μπορώ να είμαι σίγουρος για τα φυτά μου.
Σύντομα λοιπόν μετά τις εξετάσεις πήγαμε τη Λίμπο με τα
λιμπάκια
της στο χωριό μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, για να μην την πηγαινοφέρνουμε συνεχώς. Τα κουνελάκια της είχαν ανεξαρτητοποιηθεί πλέον κι είχαν μεγαλώσει αρκετά. Έφερε κι ο θείος μου απ’το Βόλο το δικό του αρσενικό κουνέλι, τον Πίπη, ο οποίος είχε γονιμοποιήσει τη Λίμπο το Πάσχα.
Έγινε όμως και κάτι δυσάρεστο. Επειδή είχαμε πολλά κουνέλια, έφτιαξαν έναν κουνελώνα όπου έβαλαν, εκτός από τα δικά μας νανάκια, κι άλλα τέσσερα μεγάλης ράτσας, πιθανότατα για να τα σφάξουν και να τα φάνε. Θά’ταν, σκέφτηκα, πολύ καλύτερο να είχε στειρωθεί η Λίμπο ώστε να μην κάνει καθόλου κουνελάκια, ή, τουλάχιστον να ζευγάρωνε νωρίτερα για να τα έδινα στα παιδιά που μου τα ζητούσαν, έτσι η κατασκευή του κουνελώνα θα έιχε αποφευχθεί. Προσπαθώ ν’αποστασιοποιούμαι από εκείνα τα κουνέλια, αν και πάλι, όσο τα ταΐζεις και τα πιάνεις σε συνηθίζουν και αρχίζεις να τ’αγαπάς. Κατά τη δική μου συνήδηση δε μπορώ να τα φάω. Όλα είναι εν δυνάμει Λιμπο. Όλα μπορούν να γίνουν κατοικίδια, όλα μπορούν να εξημερωθούν, νά’ρχονται δίπλα σου και να τρώνε από το χέρι σου, κι ασφαλώς όλα θα νιώθου τρόμο κι αγωνία όταν σφάζονται. Αλλά όπως είπα προσπαθώ να μην έχω καμία σχέση μ’εκείνα τα κουνελάκια.
Ευτυχώς για τους απογόνους της Λίμπο – όντας νανάκια το μέγεθός τους τα σώζει απ’την κατσαρόλα – θα δοθούν σ’άτομα που θα τα προσφέρουν αγάπη και φροντίδα για το υπόλοιπο της ζωής τους, ή τουλάχιστον αυτό πιστεύω. Ήδη δώσαμε το ένα, έχουμε κανονίσει να δώσουμε ένα άλλο, και μένουν άλλα δύο.
Εντωμεταξύ η Λίμπο ξαναζευγάρωσε με τον Πίπη στις 26 και 27 Ιουνίου, και στις 27 Ιουλίου γέννησε άλλα τέσσερα λιμπάκια. Αντίθετα με την πρώτη γέννα, στην οποία έφτιαξε φωλιά μια μέρα πριν γεννήσει και δεν έτρωγε σχεδόν καθόλου τη μέρα εκείνη και την επόμενη μέχρι να γέννήσει, τώρα άρχισε να φτιάχνει φωλιά ήδη από 4 μέρες πριν κι έτρωγε σχεδόν κανονικά μέχρι να γεννήσει. Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στη γέννα. Το απόγευμα στις 27 Ιουλίου, αφού είχε τελειώσει το στρώσιμο της φωλιάς με μαλλί, κάθισε πάνω, έβγαλε λίγες φωνούλες και αμέσως μετά βγήκε το πρώτο κουνελάκι. Μετά έτρωγε τον ομφάλιο λώρο και τον πλακούντα, μέχρι να βγει το επόμενο, κι έτσι έκανε και για τα υπόλοιπα. Στο τέλος, αφού τά’χε γλείψει καλά όλα, έφυγε κατευθείαν για φαΐ, ενώ αυτά έσκαβαν προς τον πυθμένα της φωλιάς. Παρατήρησα επίσης και το θηλασμό τη δεύτερη μέρα, όπως είχα παρακολουθήσει και μερικούς στην προηγούμενη γέννα. Η κουνέλα στέκεται πάνω απ’τη φωλιά, και τα κουνελάκια αναποδογυρισμένα πιάνουν την κοιλίτσα της με τα μπροστινά άκρα τους και ρουφούν το γάλα από τις θηλές. Μετά το θηλασμό οι κοιλίτσες τους είναι πολύ φουσκωμένες. Σε 2 μέρες έβγαλαν λίγο χνούδι και στις 3 φάνηκε το κανονικό χρώμα τους, τα 3 άσπρα και το ένα γκρι-καφέ, όπως και στην προηγούμενη φορά.

η Λίμπο 23/7/2011 στην κατασκευή της φωλιάς

η Λίμπο εν μέσω της γέννας 27/7/2011

Όσα παιδιά λοιπόν ήταν να πάρουν κουνελάκι, μπορούν να περιμένουν έως ότου αυτά να μεγαλώσουν.
Επίσης έχουν να γίνουν άλλα δύο πράγματα για τη Λίμπο μόλις επιστρέψω οριστικά για το φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο είναι να φτιάξω μια μεγάλη, προτιμότερα διώροφη για να μην πιάνει πολλή επιφάνεια κατασκευή για να στεγάζω τη Λίμπο έξω, αφού δε θα τη βγάζω τόσες ώρες απ’το κκλουβί. Θα πρέπει επίσης να κάνω και μια στείρωση στη Λίμπο, γιατί δε βλέπω να δίνω τα επόμενα κουνελάκια, ούτε θέλω ν’απομονώνω την κουνελίτσα μου από άλλα κουνέλια για να μη ζευγαρώσει στερώντας της την κοινωνική επαφή. Δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεις κάποιον για να δώσεις κουνέλι. Από τους πάνω από 25 που έχω ρωτήσει, μόνο σχεδόν οι 6 ήθελαν. Επιπλέον η στείρωση θά’χει και θετικό αποτέλεσμα στην υγεία της. Οι περισσότερες κουνέλες που δε χρησιμοποιούν το αναπαραγωγικό τους σύστημα συχνά πεθαίνουν στον 6ο χρόνο της ζωής τους από κάποιον καρκίνο του αναπαραγωγικού συστήματος. Φυσιολογικά τα κουνέλια ζουν περίπου 8-10 χρόνια. Για τ’αρσενικά δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αλλά η στείρωση πάλι γίνεται για να γίνουν ηρεμότερα και λιγότερο επιθετικά προς άλλα κουνέλια, αλλά βέβαια και για να μη γονιμοποιήσουν.

Ενημέρωση 30/8/2011: Έχουν δοθεί όλα τα προηγούμενα κουνέλια. Εντωμεταξύ τα καινούργια λιμπάκια έχουν μεγαλώσει αρκετά, αν κι ακόμα δεν έχουν ανεξαρτητοποιηθεί. Πάλι όπως και στην προηγούμενη φορά, τα 3 είναι άσπρα, ενώ το 1 καφέ και γκρι.

η Λίμπο μ'όλα τα λιμπάκια της 7/8/2011


άσπρο και καφέ λιμπάκια που θηλάζουν 10/8/2011

Εντωμεταξύ η Λίμπο ξαναζευγάρωσε με τον Πίπη.

ο Πίπης πάνω στη Λίμπο 9/8/2011

Συνέβησαν όμως και δύο δυσάρεστα γεγονότα. Το καφέ κουνελάκι της παραπάνω φωτογραφίας δε ζει πια. Είχα δυστυχώς τις δύο πρώτες απώλειες στα κουνέλια μου. Το καφέ κι ένα άσπρο πέθαναν, για λόγο τον οποίο δεν έχω ακόμα προσδιορίσει επ’ακριβώς. Πιθανόν ο πολύς θόρυβος, το ζούλιγμα και το πείραγμα από τα παιδάκια που είχαμε, σε συνδυασμό με την παύση του θηλασμού που υποπτεύομαι (αφού κανένα κουνελάκι δεν έχει πιει γάλα) λόγω του στρες που πέρασε και η μάνα τους από το θόρυβο και την αναταραχή που προκαλούσαν τα μικρά παιδάκια, ίσως οδήγησε στην αποδυνάμωσή τους. Τ’άρρωστα κουνελάκια ήταν αδύναμα, ξάπλωναν πολύ κι είχαν μαλακά κόπρανα. Αφού η διατροφή ήταν η ίδια σ’όλα τα κουνέλια, πιστεύω ότι η διαταραχή στο πεπτικό τους σύστημα προκλήθηκε απ’την παύση του θηλασμού.
Μόλις λοιπόν ένα κουνέλι είχε αυτά τα συμπτώματα, το καθαρίζαμε και το πλέναμε, και μετά το τοποθετούσαμε σ’έναν κουβά για υποτιθέμενη ανάκαμψη. Ποτέ όμως δεν ανακτούσε τις δυνάμεις του. Στο θάνατο του πρώτου, του καφέ, έτυχε να βρίσκεται ένας κτηνίατρος φίλος του θείου μου, ο οποίος μας είπε ότι το κουνέλι κατέρρευσε από θερμοπληξία. Τα κουνέλια είναι ευαίσθητα στη ζέστη, κι εκείνη τη μέρα τα παιδάκια το είχαν ταράξει πολύ. Μετά από λίγες μέρες πέθανε και το άλλο, που είχε φάει αρκετό πείραγμα την προηγούμενη μέρα, αν και πιστεύω ότι ο κύριος λόγος είναι η διακοπή του θηλασμού, όπως είπα.
Στο θάνατο του δεύτερου κουνελιού είχα στεναχωρηθεί ιδιαίτερα. Ήμουν σε κατάπτωση επειδή πίστευα ότι δεν προστάτευα τα κουνέλια από τους κινδύνους. Αλλά ό,τι και να έκανα δεν απέτρεπε τα παιδάκια. Ασφάλιζα το κλουβί με διάφορους τρόπους κι αυτά το άνοιγαν, το έκρυβα και το έβρισκαν, τους έλεγα και δεν άκουγαν. Τελικά, για να μη στεναχωριέμαι παραπάνω κρατώντας το κρύο πτώμα του μικρού σπονδυλωτού, αποφάσισα να ωφελήσω τουλάχιστον έναν άλλον οργανισμό, κι έτσι τό’δωσα στις γάτες, οι οποίες το ανέλαβαν μετά χαράς.
Τέλος πάντων τα δύο εναπομείναντα λιμπάκια είναι υγιέστατα, στρουμπουλά, και τρώνε καλά. Θα τα δώσω σε κάποιους απ’αυτούς που μου ζητούσαν, και οι υπόλοιποι θα ικανοποιηθούν με την επόμενη γέννα. Ήδη πιάνω τα κουνελάκια στην κοιλιά της Λίμπο.

Η Λίμπο με τα εναπομείναντα λιμπάκια 27/8/2011. Έχουν κλείσει ακριβώς ένα μήνα και χρειάζονται σχεδόν ακόμα ένα για την πλήρη ανεξαρτητοποίησή τους.

Τώρα πίσω στη Θεσσαλονίκη η Λίμπο έχει βρει και πάλι την ησυχία της. Ούτε παιδάκια, ούτε φωνές, ούτε απότομες κινήσεις, ούτε άγαρμπα ζουλίγματα, ούτε άλλα τρομακτικά ερεθίσματα. Τα κουνέλια στη φύση έχουν πολλούς εχθρούς και γι’αυτό ως κατοικίδια, ιδίως εάν δεν έχουν συνηθίσει, τρομάζουν και στρεσσάρονται εύκολα. Το κουνέλι αυτό έχει συνηθίσει στην ηρεμία, όπως κι εγώ. Αναλογιστείτε από πόσο στρες περνούσε εκείνο το διάστημα.
Ενημέρωση 13/9/2011: Τελικά
γέννησε τρία κουνελάκια.
Έως τώρα όλα πάνε καλά.