Tag Archive: μικρά θηλαστικά


Αυτή είναι η Λίμπο, η κουνέλα μου (Oryctolagus cuniculus), που πλησιάζει τα έξι χρόνια ζωής. Είναι νάνος, γύρω στα 1.200 γραμμάρια, με λευκή γούνα, μαύρο γύρω από τα μάτια, καφέ αυτιά και μικρές καφέ περιοχές στην πλάτη, με μια γραμμή που σχηματίζει τον αριθμό 2. Έχω πολύ καιρό να δημοσιεύσω νέα της μετά από το πρώτο άρθρο και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν με τις αναπαραγωγές της και μερικά σποραδικά μετά, όπου ανέβαζα λίγα βίντεο. Στην παρούσα δημοσίευση θα σας παραθέσω μερικά βίντεο της κουνέλας μου καθώς επιδίδεται σε καθημερινές δραστηριότητες, αλλά και κάποια πιο ιδιαίτερα. Προσπαθώ να απαθανατίσω διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της, για να την θυμάμαι καλά αφού την χάσω, γιατί, ό,τι και αν κάνουμε, είναι ένα μικρό θηλαστικό που δε θα ζήσει για πάντα. Απολαύστε λοιπόν τις δραστηριότητες της Λίμπο στα παρακάτω βίντεο από το κανάλι μου στο Youtube.

Στο πρώτο βίντεο βγαίνει μια βόλτα, μια τυπική μέρα ενασχόλησης με τη Λίμπο, αν και συνήθως την βγάζω πιο αργά το βράδυ. Αρχικά είναι επιφυλακτική με την κάμερα, αλλά μετά συνηθίζει. Βγάζω κι εγώ περιοδικά το κεφάλι μου πίσω από την κάμερα για να βλέπει ότι είμαι εκεί.

Εδώ παίζει με μια γεμάτη σακούλα. Την είχα προσωρινά στο δωμάτιο, οπότε δεν την γνωρίζει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είχε μέσα, νομίζω βιβλία, πάντως πτώμα δεν είχε.

Το παρακάτω είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που έχω παρατηρήσει στο κουνέλι μου. Μια μέρα, χωρίς προφανή λόγο, άρχισε να δαγκώνει και να τραβάει το καπάκι από το στοπ της πόρτας του δωματίου μου. Μόλις το έβγαλα, το κυνηγούσε και το έπιανε σαν σκύλος. Δε θυμάμαι να άφησα τροφή εκεί, για να μυρίζει σαν φαγητό. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα κουνέλια μας, αναπόφευκτο είναι, μέσα σε τόσα χρόνια, να τύχει να τα φοβίσουμε άθελα μας. Στο βίντεο αυτό, που είναι από συμβάν στις αρχές του καλοκαιριού, η Λίμπο έχει τρομάξει πολύ, και γι’αυτό μένει ακίνητη και πιεσμένη στο έδαφος, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με το έδαφος και να αποφύγει έτσι τους εχθρούς της. Μετά από λίγο επανήλθε, αλλά ηρέμησε εντελώς την επόμενη μέρα. Παλαιότερα, όταν ήταν νεότερη, έδειχνε τη δυσαρέσκεια ή την ενόχλησή της με κάτι με ένα γρύλλισμα ή μια επιθετική κίνηση, αλλά όσο μεγαλώνει προτιμά πιο παθητικές αντιδράσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα δε θυμώνει, κάτι που μπορείτε να διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε να την χαϊδέψετε ενώ δε σας ξέρει. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να ενοχλείται από σχεδόν οτιδήποτε.

Το παρακάτω το τράβηξα πέρσι το φθινόπωρο, όταν είχε ιδιαίτερη απώλεια γούνας, όταν της καθάριζα τη γούνα με προσοχή.

Στα παρακάτω βίντεο η Λίμπο είτε τρώει είτε πίνει νερό. Πίνει νερό από μπουκάλι ή από μπολ, και τρώει άχυρα, πέλετ, χόρτα, φύλλα, λουλούδια και καρότο.









Εδώ τρώει δύο ιδιαίτερα αρχαία και σπάνια φυτά της συλλογής μου, φύλλο από γίνκγο (Ginkgo biloba) και κλαδάκι από αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla).

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Προσφέρω στη Λίμπο ένα τριαντάφυλλο, αφού ξέρω ότι θα το εκτιμήσει περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, αφού είναι κουνέλα…

Ενημέρωση 19/1/2017: Ένα ωραίο βίντεο που παίζει έξω στο μπαλκόνι με τα χιόνια στις 10 Ιανουαρίου, όταν η Αριάδνη χτύπησε έντονα τη Θεσσαλονίκη και είχαμε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες. Ήταν η μόνη φορά μετά το 1963 με ολικό παγετό που διήρκησε για πέντε ημέρες. Μαζί δείχνω και κάποια φυτά που χτυπήθηκαν από την παγωνιά – είναι αυτά που περιγράφονται ως ανθεκτικά σε ελαφριές παγωνιές, αλά τελικά η παγωνιά δεν ήταν ελαφριά. Τα υπόλοιπα είτε την αντέχουν χωρίς πρόβλημα, είτε τα έχω μέσα, πάλι χωρίς πρόβλημα.

Advertisements

Όπως είχα πει και στο προηγούμενό μου άρθρο, ο κόσμος μας βρίθει από μικ΄ρα θηλαστικά, τα οποία, εξαιτίας της κρυπτικής τους φύσης, δε γνωρίζουμε καν. Κάποια απ’αυτά είναι πολύ παράξενα, όπως οι ασπάλακες που ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο. Και λογικό είναι στο μέγεθος αυτό, κάποιο να κατέχει το ρεκόρ του μικρότερου θηλαστικού του κόσμου. Αυτό το θηλαστικό λοιπόν ζει και στην Ελλάδα. Ναι, έχουμε δηλαδή το μικρότερο θηλαστικό όχι της Ευρασίας, ούτε του Βόρειου Ημισφαιρίου, αλλά του κόσμου ολόκληρου και δεν το ξέρει κανείς! Όσοι το μαθαίνουν αυτό εκπλήσσονται. Πόσο μικρό είναι, και πώς γίνεται να μην το ξέρουμε;

Πρόκειται για την ετρουσκομυγαλή, με επιστημονική ονομασίαSuncus etruscus (Σούγκος ο ετρουσκικός). Αν και πολλοί τις συγχέουν με ποντίκια εξαιτίας του παρόμοιου μεγέθους, οι μυγαλές ή μυγαλίδες έχουν τόση σχέση με τα ποντίκια όση έχουν και οι τυφλοπόντικες. Και οι δύο αυτές ομάδες θηλαστικών, καθώς και οι σκαντζόχοιροι, ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, που παλαιότερα ήταν μέρος της μεγάλης τάξης των εντομοφάγων, η οποία όμως έπρεπε να διασπαστεί, επειδή τα μέλη της ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους θηλαστικών. Τα εντομοφάγα είναι πρωτόγονου τύπου μικρά, νυκτόβια και εντομοφάγα, αν και στην πραγματικότητα όλα είναι παμφάγα, πλακουντοφόρα θηλαστικά.

Οι μυγαλές είναι τυπικό παράδειγμα του τύπου αυτού. Είναι μικρόσωμες, με κυλινδρικό σώμα, κοντά πόδια, στενό και μακρύ κεφάλι με λεπτό και μυτερό ρύγχος, μικρά μάτια και αυτιά, ανεπτυγμένα μουστάκια και πρωτόγονη οδοντοστοιχία εντομοφάγου, με κοπτήρες σαν καρφιά, ελαφρώς μεγαλύτερους κυνόδοντες και τραπεζίτες που περισσότερο τρυπούν παρά αλέθουν. Η μύτη τους προεξέχει λίγο από το στόμα, δίνοντας την εντύπωση μικρής προβοσκίδας, όπως και στους ασπάλακες. Η γούνα τους είναι κοντή και απαλή και η ουρά μέτρια σε μήκος. Εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους, έχουν πολύ μεγάλη επιφάνεια ως προς τον όγκο τους, κι έτσι χάνουν πολύ εύκολα θερμότητα. Αυτό, σε συνδυασμό με τον υψηλό τους μεταβολισμό, κάνει αδύνατη την αποταμίευση λίπους, έτσι θα πρέπει μονίμως να ψάχνουν για τροφή. Έστω και λίγες ώρες χωρίς τροφή αποβαίνουν μοιραίες. Ψάχνουν λοιπόν τροφή για όλο το χρόνο, και το χειμώνα σκάβουν κάτω από το χιόνι. Η όρασή τους είναι φτωχή, αλλά η όσφρηση και η αφή είναι πολύ ανεπτυγμένες, και αρκετά είδη μπορούν να ηχοεντοπίζουν σαν τις νυχτερίδες, αν και με μικρότερη ακρίβεια. Η μεγαλύτερη δραστηριότητα παρατηρείται τη νύχτα, αλλλά στην πραγματικότητα δραστηριοποιούνται με διαλείψεις για όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ψάχνοντας για τροφή ακόμα και την ημέρα. Μυγαλή σημαίνει ποντικοκούναβο στα αρχαία ελληνικά, κι ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος. Αν και κανονικά τρέφονται κυρίως με μικροσκοπικά έντομα, είναι μόνίμως πεινασμένοι και αδίστακτοι κυνηγοί που μπορούν να επιτεθούν σε έντομο ίσο ή και μεγαλύτερο του μεγέθους τους. Για παράδειγμα μια μυγαλή μπορεί να φάει μια ολόκληρη ακρίδα. Ακόμα μεγαλύτερα είδη μπορεί να φάνε ακόμα και ποντίκια! Τα κουναβοειδή είναι μια ακόμα ομάδα θηλαστικών με παρόμοια αδίστακτη συμπεριφορά. Κοινό και των δύο αυτών ομάδων θηλαστικών, των μυγαλών και των κουναβιών, είναι ο ασυνήθιστα υψηλός μεταβολισμός, ο οποίος τα εξαναγκάζει σε υψηλό επίπεδο δραστηριότητας για την εύρεση τροφής,κι έτσι δεν αφήνουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, ακόμα κι αν το θήραμα είναι μεγαλύτερο από το σώμα τους. Εξαιτίας αυτού του γρήγορου μεταβολισμού, οι μυγαλές ζουν λίγο, συνήθως μόνο ενάμισι ή δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό αναπαράγονται συχνά, συνήθως με 2-10 μικρά τη φορά, τα οποία γεννιούνται τυφλά, γυμνά και υπανάπτυκτα, στην προγονική δηλαδή κατάσταση των νεογνών θηλαστικών, κι ανεξαρτητοποιούνται σε περίπου έναν μήνα. Αξιοσημείωτη συμπεριφορά πολλών μυγαλών είναι η αλυσίδα που σχηματίζουν, όταν πρόκειται η μητέρα να μετακινήσει τα μικρά σε άλλη περιοχή, με τα μικρά να δημιουργούν μια γραμμή πίσω από τη μάνα δαγκώνοντας την ουρά του μπροστινού τους. Ο αναπαραγωγικός τους ρυθμός είναι χαμηλότερος από αυτόν κυρίως φυτοφάγων ζώων όπως των ποντικιών, τα οποία έχουν περισσότερη διαθέσιμη τροφή και πολύ περισσότερους εχθρούς. Οι μυγαλές, αν και μικρές και φαινομενικά ευάλωτες, έχουν οσμογόνους αδένες που εκκρίνουν δύσοσμο υγρό που αποθαρρύνει τα περισσότερα θηλαστικά. Οι γάτες για παράδειγμα μπορεί να τις πιάσουν και μερικές φορές να τις σκοτώσουν, αλλά μετά τις αφήνουν. Παρόλα αυτά τα φ΄δια και οι κουκουβάγιες τις τρώνε χωρίς πρόβλημα. Οι μυγαλές είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που μαρκάρουν με οσμή την περιοχή τους και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο για τα της αναπαραγωγής. Αν ένα ζώο αντιληφθεί την παρουσία άλλου στην περιοχή του θα προσπαθήσει να το διώξει με ήχους, και αν συναντηθούν θα μαλώσουν. Τα ζώα αυτά χρειάζονται μεγάλη έκταση για να ψάξουν τη μικρή και σκορπισμένη τροφή τους, και ένα ακόμα ζώο δίπλα τους είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρά βοήθεια.

Η ετρουσκομυγαλή ανήκει στην οικογένεια Soricidae, στις λευκόδοντες μυγαλές. Όπως προανέφερα, είναι μικροσκοπικό θηλαστικό. Το μέσο μήκος του σώματός της είναι τα 4 εκατοστά, με εύρος από 3 έως 5,2 εκ, ενώ η ουρά προσθέτει επιπλέον 2,4-3,2 εκ. Το μέσο βάρος της είναι 1,8 γραμμάρια, με εύρος από 1,3 γρ έως 2,5 γρ. Το ζώο έχει τυπικό σχήμα μυγαλής, με λεπτό, προβοσκιδοειδές ρύγχος, μεγάλα μουστάκια, αρκετά έντονα αυτιά και λεπτό σώμα. Η γούνα της είναι χρώματος καφέ στη ράχη και στις πλευρές και γκριζωπού στην κοιλιά. Τα άτομα δεν παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά κλίματα, και μπορεί να βρεθεί σε μια μεγάλη ζώνη μεταξύ του 10ου και του 40ου παραλλήλου βόρειο γεωγραφικό πλάτος στην Ευρασία και στη Βόρεια Αφρική. Στην Ευρώπη μπορεί να βρεθεί σε Ελλάδα, Κύπρο, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, Ιταλία, Μάλτα, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Ανδόρα, Γιβραλτάρ και Μονακό. Στη Βόρεια Αφρική μπορεί να βρεθεί σε Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές νοτιότερα σε Αιθιωπία, Νιγηρία και Γουινέα. Απαντά επίσης και στις Κανάριες Νήσους, όπου πιθανότατα εισήχθη από τον άνθρωπο. Στην Αραβική Χερσόνησο το είδος μπορεί να βρεθεί σε χώρες της περιφέρειας όπως σε Συρία, Λίβανο, Ισραήλ, Ιορδανία, Ομάν, Μπαχρέιν, και Υεμένη συμπεριλαμβανομένου του απομακρυσμένου νησιού Σοκότρα. Στην υπόλοιπη Ασία το είδος μπορεί να βρεθεί σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία, Νεπάλ, Βυρμανία, Μπουτάν, Λάος, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, επαρχία Γκένγκμα της Κίνας, Σρι Λάνκα, Μαλαισιανό τμήμα του Βόρνεο και Φιλιππίνες, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Αρμενία, Ουσμπεκιστάν, Κουβέιτ, Μπρουνέι και Ινδονησία. Το είδος σπάνια συναντάται ψηλότερα από τους πρόποδες των βουνών, αν και σε τροπικές περιοχές μπορεί ενίοτε να βρεθεί μέχρι και τα 3.000 με΄τρα υψόμετρο. Αν και το είδος έχει τεράστια εξάπλωση, θεωρείται σπάνιο σε σχέση με άλλα είδη μυγαλής σε όλους τους τόπους όπου απαντάται. Με τόσο μεγάλη εξάπλωση πάντως, είναι απορίας άξιο γιατί ονομάστηκε ετρουσκκομυγαλή. Ίσως τα πρώτα άτομα που περιγράφηκαν επιστημονικά να προήλθαν από την Ιταλία. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά ενδιαιτήματα με θάμνους όπου μπορεί να κρύβεται. Κατοικεί συχνά στον ικότονο μεταξύ λιβαδιού ή θαμνότοπου και δάσους. Αποικίζει επίσης την πυκνή παρυδάτια βλάστηση δίπλα σε ποτάμια και λίμνες, εγκαταλελειμμένους αγρούς ή τα όρια των καλλιεργημένων αγρών, βραχώδεις περιοχές, πετρότοιχους και ερείπια, όπου τρέχει ανάμεσα στις σχισμές και τις τρύπες ψάχνοντας για τροφή. Αποφεύγει τα εντατικά καλλιεργούμενα χωράφια, τους αμμόλοφους και τα πυκνά δάση.

Το είδος δραστηριοποιείται με διαλείμματα καθόλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, παραμένοντας κοντά στη φωλιά την ημέρα και πραγματοποιώντας μεγαλύτερες εξορμήσεις τη νύχτα, με τις μεγαλύτερες κατά την ώρα της αυγής. Οι περίοδοι ανάπαυσης είναι σύντομες, περίπου 30 λεπτά. Όταν το ζώο είναι ξύπνιο, κινείται συνεχώς. Οι κινήσεις του είναι γρήγορες κι έχουν υπολογιστεί στις 722 ανά λεπτό. Ο υπερβολικά υψηλός του μεταβολισμός το αναγκάζει να τρώει 1,5-2 φορές το βάρος του σε τροφή καθημερινά, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του καταλαμβάνει η αναζήτηση τροφής. Όταν δεν αναζητά τροφή, καθαρίζει τη γούνα του. Αναζητά την τροφή του με τη βοήθεια της καλής του όσφρησης και της αφής. Αρκεί ένα μόνο άγγιγμα του μουστακιού με ένα μικρό έντομο για να γυρίσει αμέσως και να το πιάσει. Τρώει ό,τι μικρό ασπόνδυλο μπορεί να βρει, αλλά μπορεί να επιτεθεί και σε ζώα όσο το μέγεθός του, όπως μεγάλα έντομα οπως ακρίδες, μικρά βατράχια, σαύρες και μικρά τρωκτικών. Οι ακρίδες αποτελούν αγαπημένη τροφή, κι αν υπάρχουν πολλές στην περιοχή θα φάει αρκετές. Τα μεγάλα έντομα τα σκοτώνει αμέσως μ’ένα δάγκωμα στο κεφάλι και τα τρώει επιτόπου, ενώ τα μικρά συνήθως τα επιστρέφει στη φωλιά. Προτιμά έντομα με μαλακό κι εύκαμπτο εξωσκελετό, κι έτσι αποφεύγει τα μυρμήγκια όσο γίνεται. Σε δύσκολες συνθήκες, το ζώο πέφτει σε κατάσταση βραχύχρονης νάρκης για την εξοικονόμηση ενέργειας, όπου η θερμοκρασία του πέφτει έως και στους 12 βαθμούς. Επανέρχεται τρεμουλιάζοντας τους μυς του, σε ρυθμό 3.500 δονήσεων το λεπτό (58 το δευτερόλεπτο), το οποίο θερμαίνει το ζώο με ρυθμό 0,83 βαθμούς Κελσίου ανά λεπτό, ο οποίος είναι ο ταχύτερος καταγεγραμμένος ρυθμός αναθέρμανσης κάθε θηλαστικού. Ο καρδιακός του ρυθμός αυξάνεται από τους 100 παλμούς το λεπτό στους κανονικούς για το είδος 800-1500 το λεπτό, ενώ ο αναπνευστικός του ρυθμός αυξάνεται από τις 50 στις 600-800 αναπνοές ανά λεπτό. Ανώτερος καταγεγραμμένος καρδιακός ρυθμός είναι οι 1500 παλμοί ανά λεπτό (25 ανά δευτερόλεπτο). Το είδος δεν είναι προσαρμοσμένο να σκάβει φωλιές, έτσι χρησιμοποιεί κοιλότητες σε πέτρες, αλλά και εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Είναι μοναχικό και κάνει ήχους σαν τερετίσματα για να επισημάνει την περιοχή του. Ζευγαρώνει κυρίως από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο, αν και μπορεί ν’αναπαραχθεί όλο το χρόνο. Το ζευγάρι μπορεί να σχετίζεται για μικρό χρονικό διάστημα γύρω από τη φωλιά και τα μικρά. Μετά από κύηση 27-28 ημερών, γεννιούνται 2-6 υπανάπτυκτα μικρά, βάρους 0,2 γρ. Η μητέρα τους μπορέι να τα μετακινήσει μετά τις 9-10 ημέρες αν ενοχληθεί η φωλιά, οπότε μπορεί να σχηματίσει αλυσίδα. Σχηματίζει αλυσίδα σπανιότερα σχετικά με άλες μυγαλές. Τα μάτια τους ανοίγουν στις 14-16 ημέρες, και απογαλακτίζονται στις 20 ημέρες. Σε τρεις με ΄τέσσερις εβδομάδες, τα μικρά θα έχουν ανεξαρτητοποιηθεί και σύντομα ωριμάζουν γεννητικά. Η διάρκεια ζωής του είδους αυτού υπολογίζεται στα 2 χρόνια, αν και δεν έχουν γίνει ακριβείς μετρήσεις.

Κύριοι εχθροί της μυγαλής αυτής είναι οι κουκουβάγιες. Το είδος σπανιότατα γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο, οπότε δεν κινδυνεύει άμεσα απ’αυτόν. Έμμεση απειλή είναι η γεωργική ανάπτυξη κατάλληλων για το είδος περιοχών, η οποία καταστρέφει τις περιοχές φωλιάσματος και κυνηγιού. Αντίξοες καιρικές συνθήκες επίσης, όπως ασυνήθιστα βαρείς χειμώνες και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, επιδρούν δυσμενώς στους πληθυσμούς του είδους. Παρόλα αυτά το είδος δε θεωρείται ακόμα απειλούμενο, αν και είναι σπάνιο σε πολλές περιοχές.

Η θέση αυτή του μικρότερου θηλαστικού δεν είναι χωρίς άλλους διεκδικητές. Η νυχτερίδα μέλισσα (Crasionycteris thonglongyai), ενός απειλούμενου είδους νυχτερίδας που μπορεί να βρεθεί μονο σε ασβεστολιθικά σπήλαια της δυτικής Ταϊλάνδης και της νοτιοανατολικής Βυρμανίας, έχει μήκος 2,5-3 εκ και βάρος 2 γρ. Έχει επίσης το μικρότερο κρανίο κάθε θηλαστικού. Ως προς το μήκος είναι λίγκο κοντότερη από την ετρουσκομυγαλή, αλλά ως προς το βάρος είναι λίγο βαρύτερη. Επειδή οι συγκρίσεις γίνονται συνήθως με βάση τη μάζα, η ετρουσκομυγαλή βγαίνει ως το μικρότερο θηλαστικό παγκοσμίως. Και ζει και στην Ελλάδα!

Το γένος της ετρουσκομυγαλής ωστόσο περιλαμβάνει και μερικούς γίγαντες. Η ποντικομυγαλή (Suncus murinus) είναι ένα μεγάλο είδος της τροπικής Ασίας που έχει εισαχθεί και σ’άλλες περιοχές του Παλαιού Κόσμου από τον άνθρωπο, το οποίο φτάνει τα 15 εκατοστά σε ολικό μήκος μαζί με την ουρά και τα 50-100 γραμμάρια σε βάρος, κάνοντάς την μία από τις μεγαλύτερες μυγαλές του κόσμου. Το είδος αυτό τρέφεται συχνά με τρωκτικά, γι’αυτό θεωρείται ωφέλιμο, ενώ η άσχημη οσμή και γεύση του το προστατεύουν από τα περισσότερα σαρκοφάγα θηλαστικά.

Εξαιτίας της κρυπτικής της συμπεριφοράς και της σπανιότητάς της σε σχέση με άλλες μυγαλές, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να την εντοπίσετε στο φυσικό της περιβάλλον, ακόμα κι αν ψάξετε με εξειδικευμένο εξοπλισμό. Παρόλα αυτά όποιος την έχει συναντήσει μπορεί να μου το αναφέρει σε σχόλιο. Οπότε θα πρέπει ν’αρκεστείτε σε φωτογραφίες από το Διαδίκτυο ή σε κάποιο διατηρημένο δείγμα σε μουσείο φυσικής ιστορίας, εάν θέλετε να ικανοποιήσετε την περιέργειά σας από κοντά. Αυτό λοιπόν το εκπληκτικό ζώο είναι το μικρότερο θηλαστικό του κόσμου.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ετρουσκομυγαλή
ετρουσκομυγαλπή – Nature Bank
Το ζώο της εβδομάδας: ετρουσκομυγαλίδα

Ασπάλακες

ευρωπαϊκός ασπάλακας (talpa europaea), από Wikipedia

Περιτριγυριζόμαστε από αναρίθμητα μικρά θηλαστικά, τα οποία δε γνωρίζουμε καν. Για παράδειγμα στην Ελλάδα ζει το μικρότερο χερσαίο θηλαστικό του κόσμου, η ετρουσκομυγαλή (Suncus etruscus), αλλά πόσοι το ξέρουν; Εκτός από τα είδη που μας επηρεάζουν άμεσα (ποντίκια, αρουραίοι) ή αυτά που φαίνονται λίγο περισσότερο (σκαντζόχοιροι, σκίουροι, νυφίτσες), δε γνωρίζουμε σχεδόν κανένα μικ΄ρο θηλαστικό, και όσα γνωρίζουμε, τα γνωρίζουμε μόνο ονομαστικά. Υπάρχει λόγος γι’αυτό το φαινόμενο, αφού τα περισσότερα από αυτά είναι νυκτόβια και κρυπτικά, διότι έχουν πολλούς εχθρούς. Και όμως το μεγαλύτερο μέρος της ποικιλότητας της ομοταξίας των θηλαστικών θα βρεθεί σ’αυτά τα μεγέθη, παρά στα γνωστότερά μας μεγαλύτερα. Εδώ θα συναντήσουμε από είδη που πλησιάζουν περισσότερο στα προγονικά θηλαστικά, μέχρι είδη με τις πιο εξωπραγματικές προσαρμογές. Θηλαστικά που κοιμούνται για το μισό χρόνο, θηλαστικά που αναπάράγονται μια φορά στη ζωή τους, θηλαστικά ικανά να αναγεννήσουν μέρη του σώματός τους, ποικιλόθερμα, ιπτάμενα, υπερβολικά ανθεκτικά σε τοξίνες, κλπ. Ο μόνος οικότυπος που λείπει είναι αυτός του θαλάσσιου θηλαστικού, γιατί τότε το σώμα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο για να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία. Κατά τα άλλα υπάρχουν χερσαία, αναρριχητικά, δενδρόβια, ημιυδρόβια και υπογειόβια είδη, με τα οποία τελευταία θα ασχοληθώ στο παρόν άρθρο, και συγκεκριμένα με τους τυφλοπόντικες.

Είναι σχεδόν τυφλοί, αλλά δεν είναι καθόλου πόντικες. Στην πραγματικότητα οι τυφλοπόντικες ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, η οποία παλαιότερα ήταν μέρος της τάξης σκουπιδοντενεκέ των εντομοφάγων, η οποία περιελάμβανε μικρόσωμα, πρωτόγονου τύπου πλακουντοφόρα θηλαστικά χωρίς πολλές καινοτομίες. Η μοριακή έρευνα ωστόσο έδειξε ότι δεν ήταν όλα τα εντομοφάγα ιδιαίτερα κοντινοί συγγενής, και γι’αυτό η τάξη έσπασε. Τα ευλιπότυφλα ανήκουν στον κλάδο των λαυρασιοθηρίων, ο οποίος είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει τα περισσότερα πλακουντοφόρα θηλαστικά, όπως τα σαρκοφάγα, τα οπληφόρα, τα κήτη και τις νυχτερίδες, όχι όμως τα πρωτεύοντα, τα τρωκτικά και τα λαγόμορφα, τα οποία ανήκουν στον κλάδο των υπερπρωτευόντων. Τα λαυρασιοθήρια και τα υπερπρωτεύοντα εντάσσονται με τη σειρά τους στον κλάδο των βορειοευθήριων, ο οποίος είναι ο πλέον επιτυχημένος κλάδος θηλαστικών σήμερα και ίσως ες αεί. Στα ευλιπότυφλα επίσης ανήκουν οι μυγαλές και οι σκαντζόχοιροι. Οι τυφλοπόντικες αποτελούν σχεδόν όλη την οικογένεια των ασπαλακιδών (Talpidae), και θεωρείται ότι εξελίχθηκαν από μυγαλές, οι οποίες προσαρμόστηκαν για υπόγεια διαβίωση, όπου αυξήθηκαν σε μέγεθος και μείωσαν τον αναπαραγωγικό τους ρυθμό, εξαιτίας των λιγότερων εχθρών. Άλλα μέλη της οικογένειας είναι οι ασπαλακομυγαλές, ζώα ενδιάμεσα στους τυφλοπόντικες και τις κανονικές μυγαλές, τα οποία έχουν μορφολογία μυγαλής, αναζητούν τροφή στην επιφάνεια του εδάφους, αλλά διαμένουν σε στοές στο έδαφος. Επίσης εδώ ανήκουν και οι υδρόβιοι τυφλοπόντικες, οι οποίοι επίσης διαμένουν σε στοές, αλλά αναζητούν τροφή κυρίως στο νερό. Η οικογένεια των ασπαλακιδών περιλαμβάνει 46 είδη, εκ των οποίων περίπου τα 30 είναι οι γνήσιοι ασπάλακες.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του ζώου είναι ασπάλαξ, πιθανότατα μη ινδοευρωπαϊκής προέλευσης. Λεγόταν επίσης και σιφνεύς, από το σιφνός ή σιφλός, ο τυφλός. Στα νεά ελληνικά συνήθως αποκαλείται τυφλοπόντικας, αλλά και ασπάλακας. Άλλες τοπικές ονομασίες του είναι τυφλοσπάλακας, τυφλασπάλακας, σπαλάγγι ή σφαλάγγι. Στα λατινικά λέγεται talpa, ομοίως και στα ιταλικά, ενώ στα γαλλικά η λέξη έχει μετατραπεί σε taupe, εξαιτίας της αλλαγής του λ, το οποίο προφερόταν πιο παχύ πριν από σύμφωνα, σε ήχο w στην παλαιότερη μορφή της γλώσσας. Στα αγγλικά λέγεται mole, σύντμηση του παλαιότερου τύπου moldwarp που αργότερα έγινε mouldywarp, ο οποίος μπορεί να βρεθεί και σε άλλες γερμανικές γλώσσες (γερμανικά maulwurf, σκανδιναβικά – Δανικά, Νορβιγικά, Σουηδικά και Ισλανδικά muldvarp, mullvad, moldvarpa), το οποίο αποδίδεται ως χωματορίχτης. Αυτή η σύντμηση στα αγγλικά έκανε τον τυφλοπόντικα ομόηχο με την κρεατοελιά «mole».

Τα ζώα αυτά είναι πολύ μικρά, συνήθως στα 10 εκατοστά, και πλήρως προσαρμοσμένα για υπόγεια διαβίωση. Έχουν πλατύ κεφάλι, γυμνό, σωληνωτό ρύγχος, υποτελικό στόμα, δηλαδή λίγο πιο πίσω από το άκρο του ρύγχους για να προστατεύεται από το χώμα, ατροφικά μάτια, συνήθως καλυμμένα με δέρμα και συχνά με γούνα, ατροφικά πτερύγια αυτιών σαν μια μικρή γραμμή στο δέρμα, μη εμφανή λαιμό, κυλινδρικό σώμα, μεγάλα και μυώδη μπροστινά άκρα για το σκάψιμο, κοντά πίσω άκρα και ατροφική ουρά. Η μορφολογία των μπροστινών άκρων είναι διαφορετική από άλλα θηλαστικά, με τον αγκώνα να κοιτά προς τα πάνω και την παλάμη να στρέφεται προς τα έξω και προς τα πίσω, σαν φτιάρι. Τα μπροστινά άκρα είναι πολύ στιβαρά, και σε ορισμένα είδη ο βραχίονας έχει μεγαλύτερο πλάτος από μήκος για την πρόσφυση πανίσχυρων μυών! Ο σκελετός τους είναι έντονα οστεοποιημένος και συμπαγής, και η οδοντοστοιχία είναι τυπική ενός εντομοφάγου. Η γούνα τους είναι κοντή και μοναδική στα θηλαστικά, αφού δεν έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και μπορεί να μετακινηθεί προς οπουδήποτε, ώστε να μην εμποδίζεται το ζώο όταν κινείται προς τα πίσω στη σύραγγά του. Το χρώμα τους είναι συνήθως καφετί προς γκρι, αλλά επειδή έχει χαλαρώσει η φυσική επιλογή για καμουφλάζ στο σκοτεινό υπόγειο περιβάλλον, υπάρχουν και ζώα με αποκλίνοντες χρωματισμούς, όπως μαύρο ή ανοιχτότερες αποχρώσεις. Το πέος του αρσενικού γυρίζει προς τα πίσω, ώστε να μην ενοχλείται από το χώμα, ενώ όπως και στα υπόλοιπα ευλιπότυφλα και σε κάποια άλλα πρωτόγονα θηλαστικά, οι όρχεις βρίσκονται μέσα στο σώμα. Τα πόδια τους έχουν 5 δάκτυλα το καθε΄να με μεγάλα νύχια, αλλά στα μπροστινά άκρα υπάρχει ένα ακόμα φαινομενικό δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα υπερανεπτυγμένο σησαμοειδές οστό του καρπού, σαν τον αντίχειρα του πάντα, το οποίο βοηθά στο σκάψιμο. Έχουν ταχύ μεταβολισμό, αλλά παράλληλα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του μειωμένου οξυγόνου και των αυξημένων επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα μέσα στις στοές, γι’αυτό η αιμοσφαιρίνη τους έχει εξελιχθεί να δεσμεύει πολύ αποτελεσματικότερα το οξυγόνο απ’ό,τι στα θηλαστικά της επιφάνειας.

Οι τυφλοπόντικες ζουν εξολοκλήρου υπογείως, αν και σπάνια μπορεί να βγουν στην επιφάνεια, ιδίως σε υγρές νύχτες προς αναζήτηση τροφής, ή όταν μικρά ψάχνουν νέο τόπο για να ιδρύσουν την κατοικία τους. Δημιουργούν συστήματα στοών τα οποία συνεχώς επεκτείνουν σκάβοντας. Μέσα στο σκοτεινο΄αυτό περιβάλλον η όραση δεν τους χρησιμεύει, γι’αυτό τα μάτια τους έχουν ατροφήσει, αν κι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται το φως, το οποίο αποφεύγουν. Μπορούν επίσης να ξεχωρίσουν δύο σημεία με βάση τη φωτεινότητα όπως αποδείχθηκε σε πειράματα, ενώ ίσως επίσης να μπορούν ν’αντιληφθούν και μεγάλες σκιές, που θα μπορούσαν να είναι εχθροί. Η ακόη τους επίσης περιορίζεται στις χαμηλότερες συχνότητες, γιατί κυρίως χρειάζεται ν’αντιλαμβάνονται τους κραδασμούς του εδάφους. Οξύτερες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση και η αφή, στην οποία, εκ΄τος από τα μουστάκια του ρύγχους, βοηθούν και παρόμοιες σκληρές τρίχες διάσπαρτες σε όλη τη γούνα και στην ουρά, καθώς και τα όργανα του Άιμερ, μικροί θηλώδεις επιδερμική αισθητήρες στη μύτη του ζώου, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν από το Γερμανό φυσιοδίφη Theodor Eimer το 1871. Ο αμερικανικός αστερόρρινος τυφλοπόντικας (Condylura cristata), ένα ιδιαίτερο είδος που αναζητά τροφή τόσο στο έδαφος όσο και στο νερό, έχει 22 σαρκώδεις προεκτάσεις γύρω από τη μύτη του που μοιάζουν με άστρο, οι οποίες επιστρώνονται από περίπου 25.000 όργανα του Άιμερ κάνοντάς τες υπερευαίσθητες στην αφή. Το αστέρι αυτό καταλαμβάνει δυσανάλογα μεγάλο χώρο στο σωματαισθητικό φλοιό του εγκεφάλου του ζώου, σχεδόν τη μισή επιφάνεια όλου του φλοιού, οπως κι άλλα εξειδικευμένα μέρη του σώματος σε άλλα είδη. Ο ασπάλακας κινεί συνεχώς το αστέρι, το οποίο έχει τόσο μεγάλη ακρίβεια και ανάλυση στην αφή, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως απτική όραση. Όταν αγγίζει κάτι ενδιαφέρον, το εξετάζει αμέσως με τις δύο κατώτερες και μικρότερες ακτίνες, οι οποίες έχουν τη μεγαλύτερη ανάλυση και αντιστοιχούν λειτουργικά στο οξύτερο κέντρο του αμφιβληστροειδούς των πρωτευόντων. Η απτική εξερεύνηση του περιβάλλοντος είναι συνεχής και ταχύτατη, και ο εγκέφαλος μπορεί ν’αποφασίζει μόλις σε 8 χιλιοδευτερόλεπτα αν κάτι τρώγεται ή όχι, αγγίζοντας τα όρια ταχύτητας των νευρώνων. Το είδος αυτό έχει επίσης την ικανότητα να μυρίζει κάτω απ’το νερό, Φυσώντας και αναρροφώντας φυσαλίδες αέρα από τη μύτη του. Η όσφρηση σε όλα τα είδη είναι εξαιρετική, και βρέθηκε τουλάχιστον σε ένα είδος, τον αμερικανικό ανατολικό ασπάλακα (Scalopus aquaticus), ότι έχει τη σπάνια στα θηλαστικά ικανότητα να μυρίζει κατευθυντικά με τα δύο του ρουθούνια, ώστε να βρίσκει γρήγορα την κατεύθυνση της τροφής. Τα φίδδια και άλλα φολιδωτά με διχαλωτή γλώσσα μπορούν εύκολα να μυρίσουν κατευθυντικά, αλλά αυτό θεωρούταν ότι είναι αδύνατο για τη ρινική όσφρηση.

Οι στοές οι οποίες σκάβουν είναι δύο μορφών. οι βαθύτερες, στις οποίες διαμένουν και οι επιφανειακές, στις οποίες αναζητούν τροφή. Οι πρώτες βρίσκονται σε μεγάλο βάθος, περίπου στο ένα μέτρο, συνήθως κοντά στη ρίζα εννός δέντρου, με κεντρικό σημείο ένα θαλαμίσκο που λειτουργεί ως φωλιά, έχει πολλαπλές δαιδαλώδεις εξόδους και συχνά είναι στρωμένος με κλαδάκια και χόρτα από την επιφάνεια. Οι δεύτερες βρίσκονται σχετικά κοντά στην επιφάνεια, και όσες βρίσκονται πολύ κοντά είναι ασταθείς, συχνά καταρρέουν ή καθιστώνται άχρηστες, και ως εκ τούτου το ζώο τις επεκτείνει και τις αναδημιουργεί συνεχώς, τόσο για την εύρεση περισσότερης τροφής όσο και για την επιδιόρθωσή τους. Σκάβει σε πολλά επίπεδα στο χώμα, έως και σε έξι. Η έκταση στην οποία θα σκάψει εξαρτάται από την υγρασία του χώματος και τη διαθεσιμότητα της τροφής. Το σύμπλεγμα των στοών ενός μόνο ζώου μπορεί να καλύψει έκταση έως και 7.000 τετραγωνικών μέτρων, επεκτεινόμενο σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων. Καθώς σκάβει, πετά το χώμα προς τα πίσω με τα πίσω πόδια, αφού το διώξει πρώτα από κάτω του με τα μπροστινά, δημιουργώντας μικρά βουναλάκια στην επιφάνεια, τα οποία προδίδουν τη δραστηριότητά του. Αν κάποιος είναι πολύ τυχερός, μπορεί να δει κάποιο από αυτά τα βουναλάκια να κινείται, υποδηλώνοντας την κίνηση του μικρού θηλαστικού ακριβώς από κάτω του. Τα επιφανειακά αυτά λαγούμια λειτουργούν ως παγίδες σκουληκιών, της κύριας τροφής του. Κάθε φορά που ένα σκουλήκι πέφτει από το γύρω χώμα, ο τυφλοπόντικας το εντοπίζει με τον ήχο, καταφθάνει γρήγορα και το συλλαμβάνει. Συχνά το πιέζει πρώτα με τα μπροστινά του άκρα για να καθαρίσει τον πεπτικό του σωλήνα πριν το φάει. Οι τυφλοπόντικες είναι από τα λίγα δηλητηριώδη θηλαστικά, αφού το σάλιο τους έχει μια παραλυτική τοξίνη που ακινητοποιεί τους γεωσκώληκες με ένα δάγκωμα, κι έτσι μπορούν να τους αποθηκεύουν για αργότερα σε υπόγειους θαλάμους χωρίς να σαπίζουν. Υπάρχουν επίσης αρκετές μυγαλές, καθώς και οι σωληνόδοντες της Καραϊβικής που έχουν τοξίνες, και ίσως η ιδιότητα να είναι προγονική για τα ευλιπότυφλα, και να χάθηκε σε αρκετά είδη αργότερα. Οι τοξίνες αυτές δεν επηρεάζουν τον άνθρωπο. Ένας τυφλοπόντικας τρώει το μισό του βάρος σε τροφή την ημέρα. Η ιδέα ότι τρώει όλο του το βάρος δεν ισχύει, αλλά κατά την κύηση και το θηλασμο΄το θηλυκό μπορεί να φάει περίπου τόσο. Επίσης τρώνε ό,τι σκουλήκι βρίσκουν καθώς σκάβουν. Εκτός από γεωσκώληκες, οι ασπάλακες τρώνε και προνύμφες εντόμων του εδάφους, γυμνοσάλιαγκες και σπανιότερα μικρότερα σπονδυλωτά απ’αυτούς, τα οποία δε μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτά ξεκινούν πρώτα να τα τρώνε απ’την κοιλιακή χώρα. Για παράδειγμα η Talpa europaea στην αιχμαλωσία τρώει συκώτι, γεωσκώληκες, αλευροσκούληκα, μικρούς βατράχους, σπουργιτάκια, ποντίκια και μυγαλές. Τρέφονται επίσης και με φυτική ύλη σε μικρές ποσότητες, όπως σπόρους και νεαρή βλάστηση. Η παρουσία ασπαλάκων σε κάποιο μέρος εξαρτάται περισσότερο από τον πληθυσμό των γεωσκωλήκων παρά από τον τύπο του εδάφους, τη βλάστηση ή το υψόμετρο. Η επίπτωσή τους στον πληθυσμό των γεωσκωλήκων δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά, αλά φαίνεται ότι δεν είναι σημαντική. Οι ασπάλακες είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που αποφεύγουν το ένα το άλλο, και μειώνουν τις αλληλεπιδράσεις τους μόνο στα απολύτως απαραίτητα, δηλαδή μόνο στα της αναπαραγωγής. Κατά τ’άλλα είναι πολύ επιθετικοί μεταξύ τους. Δύο αρσενικά μπορεί να μαλώσουν άγρια κατά την περίοδο αναπαραγωγής αν τύχει και συναντηθούν, το θηλυκό μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό αν δεν είναι δεκτικό ή και στα μικρά εάν δεν έχουν εγκαταλείψει όλα την περιοχή του εγκαίρως μετά την ανεξαρτητοποίησή τους. Ένα ακόμα ζώο στην ίδια περιοχή είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρα΄βοήθεια, αφού η τροφή είναι λίγη και απλωμένη σε μεγάλη έκταση. Τα ζώα συνήθως συναντιούνται τυχαία όταν τα συστήματα των λαγουμιών τους τέμνονται σε κάποιο σημείο, και αντιλαμβάνονται την παρουσία άλλου από ίχνη που αφήνουν οι οσμογόνοι αδένες, των οποίων η θέση και ο αριθμός διαφέρει ανά είδος, αν και γενικά βρίσκονται στην κοιλιά και στο πίσω μέρος του σώματος. Μόνο ο αστερόρρινός τυφλοπόντικας είναι γνωστό ότι μπορεί να μοιραστεί το τούνελ του με άλλο μέλος του είδους του, και ίσως να δημιουργεί αποικίες. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, συνήθως το αρσενικό είναι αυτό που επεκτείνει την επικράτειά του προς αναζήτηση θηλυκών. Ζευγαρώνουν τους μήνες της άνοιξης και γεννούν στις αρχές του καλοκαιριού, συνήθως 2-7 μικρά, τα οποία είναι γυμνά και υπανάπτυκτα. Ξεκινούν να σκάβουν από νωρίς, και τα πρώτα μέρη του σκελετού τους που ισχυροποιούνται είναι τα ακροδάκτυλα των μπροστινων άκρων. Οι τυφλοπόντικες ζουν πολύ για θηλαστικά του μεγέθους τους, συνήθως γύρω στα τέσσερα έτη, σπάνια περισσότερο. Ο σχετικά μειωμένος για μικρό θηλαστικό αναπαραγωγικός τους ρυθμός και η μακροζωία τους είναι προϊόντα της μειωμένης πίεσης από εχθρούς. Αν και έχουν εχθρούς σχεδόν όλα τα σαρκοφάγα ζώα μεγαλύτερα απ’αυτούς, πρώτα πρέπει αυτά να τους βρουν. Μερικές φορές μπορεί τα σκυλιά να τους πιάσουν. Αν πιαστούν από άνθρωπο προσπαθούν να ξεφύγουν, γκρατσουνάνε με τα μπροστινα΄πόδια και τινάζονται. Δύσκολα δαγκώνουν δυνατά με το μακρύ ρύγχος τους και τα λεπτά δόντια τους. Ο Βρετανός βιολόγος Darren Naish μας πληροφορεί ότι είναι ασυνήθιστα δυνατοί για το μέγεθός τους και δύσκολο να περιοριστούν. Μόλις πέσουν από το χέρι, τρέχουν αδέξια παρεκκλίνοντας δεξιά και αριστερά για λίγα μέτρα, και μετά σκάβουν ξανά στο έδαφος. Μας πληροφορεί επίσης ότοι ίσως εξαιτίας των πολλών βακτηρίων από το χώμα όπου ζουν στη γούνα τους, αποσυντίθενται ασυνήθιστα γρήγορα μετά το θάνατό τους. Επειδή ζουν σε προστατευμένο περιβάλλον κάτω από τη γη, είναι πιο πιθανό τα οστά τους να διατηρηθούν μετά το θάνατό τους και ενδεχομένως ν’απολιθωθούν στο μέλλον σε σχέση μ’άλα χερσαία ζώα.

Στην Ελλάδα απαντούν τα είδη Talpa europaea (ευρωπαϊκός ασπάλακας), T. caeca (τυφλός ασπάλακας) και T. stankovici (βαλκανικός ασπάλακας ή ασπάλακας του Στάνκοβιτς). Το πρώτο είναι κοινό στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης με σχετικά μικρή εξάπλωση στην Ελλάδα, το δεύτερο μπορεί επίσης να βρεθεί στα υπόλοιπα Βαλκάνια, σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας και της Γαλλίας και στην Ελβετία, ενώ το τρίτο βρίσκεται σε μεγάλο μέρος των Βαλκανίων (Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο και Σλοβενία), και έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση στην Ελλάδα. Τα δύο πρώτα είδη φτάνουν τα 12 εκ, ενώ η T. stankovici φτάνει τα 16 εκ, με μήκος ουράς τα 3 εκ. Η T. caeca έχει μάτια καλυμμένα με γούνα, ενώ τα άλλα δύο είδη με μεμβράνη. Είναι όλα τους τυπικοί τυφλοπόντικες, που σκάβουν εκτεταμένα συστήματα συράγγων, τρέφονται κυρίως με σκουλλήκια, αλά και με αρθρόποδα και γυμνοσάλιαγκες, και είναι μοναχικοί. Η T. europaea είναι το πλέον μελετημένο είδος – γιατί άραγε; Ζευγαρώνει Μάρτιο με Απρίλιο, η κύηση διαρκεί 4-5 εβδομάδες και γεννά τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου 2-7 μικρά, τα οποία θηλάζει για άλλες 4-5 εβδομάδες, και μέχρι τα τέλη Ιουνίου όλα θα έχουν εγκαταλείψει την περιοχή της μητέρας τους. Τον υπόλοιπο χρόνο είναι αναπαραγωγικά ανενεργός. Στην Ελλάδα οι τυφλοπόντικες μπορούν να βρεθούν σε λιβάδια, εγκαταλελειμμένους αγρούς και ξέφωτα δασών, συνήθως σε μέρη με υψηλότερη υγρασία σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όπου αφθονεί η τροφή τους, όπου μαρτυρούνται από τα μικρά τους βουναλάκια, μέγιστου πλάτους 30 εκ και ύψους 15 εκ. Αντίθετα σε βορειότερες ευρωπαίκές χώρες με βροχερότερο κλίμα μπορούν να βρεθούν οπουδήποτε υπάρχουν σκουλήκια.

Οι ασπάλακες ενθουσίαζαν την ανθρωπότητα από αρχαιοτάτων χρόνων. Επειδή ακριβώς σπάνια κάποιος τους συναντούσε, αναφέρονταν συχνά ως μυστηριώδη ζώα. Μόλις τον 18ο και τον 19ο αιώνα έγιναν γνωστές οι συνήθειές τους! Έως τότε, για παράδειγμα, πιστευόταν ότι ήταν κυρίως φυτοφάγοι, τρώγοντας τις ρίζες των φυτών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες για το ρόλο των ασπαλάκων σε διάφορες θρησκείες. Στο Λεβητικό της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρονται ονομαστικά ως μέλος της ομάδας των οκτώ ακάθαρτων ερπετών, τα οποία βρίσκονταν ένα σκαλί πάνω από το χοιρινό και τα υπόλοιπα ακάθαρτα ζώα που δεν έπρεπε να τρώνε οι Ισραηλίτες. Ίσως όμως να είχε γίνει λάθος στη μετάφραση και η πραγματική έννοια της λέξης να ήταν ασπαλακοαρουραίος, ένα πολύ κοινότερο ζώο στη Μέση Ανατολή. Επίσης η άρχουσα τάξη των Μιξτέκων του Μεξικού επινόησε τον εξής μύθο για να νομιμοποιήσει την τυραννική, δήθεν θεόσταλτη εξουσία της: Υποτίθεται ότι κατά τη δημιουργία της φυλής τους, οι απλοί άνθρωποι προήλθαν από ταπεινούς άσχημους τυφλοπόντικες που βγήκαν μέσα από τη γη, ενώ οι ευγενείς κατέβηκαν από τον ουρανό και τους εκπολίτισαν. Ο ασπάλακας επίσης χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει τον πνευματικά τυφλό άνθρωπο, σημασία της λέξης που δε γνώριζα πριν την ψάξω αυτές τις μέρες, την οποία θα βρείτε σε ως επί το πλείστον κείμενα αριστεροστρεφούς κοπής, δηλαδή τα περισσότερα αποτελε΄σματα της αναζήτησης με τον όρο «ασπάλακες» στο google.

Η ωφελιμότητα ή η βλαπτικότητα του ασπάλακα για τη γεωργία και την κτηνοτροφία είναι σημείο αμφιλεγόμενο. Από τη μία αερίζει το χώμα με το σκάψιμό του, βοηθώντας τις ρίζες, και τρώει τεράστιες ποσότητες βλαπτικών ασπονδύλων όπως κρεμμυδοφάγων και γυμνοσαλιάγκων. Η φυτική ύλη που καταναλώνει είναι αμελητέα, άρα δεν προξενεί ζημιές μ’αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη τρώει και τους ωφέλιμους γεωσκώληκες, μετακινεί νεαρά ή πρόσφατα μεταφυτευμε΄να φυτά, και επιχωματώνει πολύ χαμηλά φυτά. Μπορεί επίσης να επιχωματώσει το κομμένο χορτάρι για τις αγελάδες, αν είναι αποθηκευμένο έξω, το οποίο μετά μπορεί να μουχλιάσει, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις με πολλά βουναλάκια, τα άλογα μπορεί να σκοντάφτουν και να τραυματιστούν. Όπως προανέφερα, η επίπτωσή του στον πληθυσμο΄των γεωσκωλήκων δεν είναι γνωστή. Γενικά σ’έναν βιολογικό κήπο, ο τυφλοπόντικας δεν αποτελεί πρόβλημα. Μπορεί ν’αποτελέσει πρόβλημα σε κάποιον φρεσκοφυτεμένο κήπο ή χωράφι, ή στο γκαζόν, όπου σχηματίζει λοφίσκους φρεσκοσκαμμένου χώματος, ενώ τα επιφανειακά τούνελ του μπορεί να καταρρεύσουν, σχηματίζοντας αυλάκια. Δεν είναι αδύνατη η συνύπαρξη τυφλοπόντικα και γκαζόν, αν κάποιος αφαιρεί τα βουναλάκια που δεν του αρέσουν, αλλά πάλι το χώμα μπορεί να είναι ανώμαλο. Ιστορικά οι τυφλοπόντικες αφαιρούνταν συνήθως με παγίδες, οι οποίες τοποθετούνταν στις στοές που χρησιμοποιούσε το ζώο περισσότερο και το έπιαναν, ή τοποθετούντνα σε με΄ρη όπου θα μπορούσε να περάσει δυνητικά. Οι τυφλοπόντικες είναι αρκετά προσεκτικοί και συχνά αποφεύγουν τις παγίδες, ακόμα κι αυτές με δολώματα. Αρχαία ρωμαϊκά αγγεία, τα οποία γέμιζαν με νερό και έθαβαν στο έδαφος ίσως να ήταν παγίδες για τυφλοπόντικες, οι οποίοι έπεφταν μέσα και πνίγονταν. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν δηλητήρια ή αέρια για τον έλεγχό τους, εντούτοις η χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη εξαιτίας της τοξικότητάς τους. Σήμερα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται δηλητήρια, καθώς και περίπλοκες μηχανικές παγίδες που χτυπούν τον τυφλοπόντικα όταν περνά από κάτω τους, ενώ σπάνια χρησιμοποιείται ως ασφυξιογόνο το καθαρό άζωτο, το οποίο δε βλάπτει το περιβάλλον. Ο τυφλοπόντικας μπορεί με ειδικές παγίδες να πιαστεί ζωντανός και να μετατοπιστεί αλλού, αλλά αυτό δεν εξασφαλίζει την επιβίωσή του, αφού ο νέος τόπος μπορεί να είναι ήδη κατειλημμένος. Εάν αφαιρεθεί ο τυφλοπόντικας, αλλά το σύστημα των στοών παραμείνει άθικτο, είναι πολύ πιθανο΄να το ανακαταλάβει αμέσως κάποιος άλλος από την περιοχή. Η ιδέα ότι θα αναπαραχθούν σε υπερβολικούς ρυθμούςείναι μύθος, αφού είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που προστατεύουν περιοχή μεγάλης έκτασης. Η ψευδαίσθηση αυτή δημιουργείται από το γεγονός ότι σκάβουν ακούραστα παντού προς αναζήτηση τροφής, δημιουργώντας πολλά μικρά βουναλάκια. Στην Ελλάδα τα αρνητικά περιστατικά με τυφλοπόντικες είναι σπάνια, επειδή οι πληθυσμί τους είναι χαμηλοί εξαιτίας του ξηρού κλίματος. Σε γενικές γραμμές ωστόσο οι τυφλοπόντικες παραμένουν απαρατήρητοι και δεν ενοχλούν κανέναν. Σημαντικότερη απειλή είναι ο κατακερματισμός του φυσικού τους περιβάλλοντος. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται με εξαφάνιση, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών. Παρόλα αυτά εξαφανίσεις ειδών ασπάλακα έχουν σημειωθεί μερικές φορές. Ο ρωμαϊκός ασπάλακας (Talpa romana), είδος που κατοικεί στην Κάτω Ιταλία, εξαφανίστηκε από τη Σικελία το 19ο αιώνα, ενώ ο ασπάλακας της Κορσικής (T. tyrrhenica), εξαφανίστηκε στο τέλος του πλειστόκαινο πριν 10.000 χρόνια.

Οι χρήσεις του τυφλοπόντικα από τον άνθρωπο είναι ελάχιστες. Το κρέας του δεν τρώγεται. Ο Βρετανός παλαιοντολόγος William Buckland (1774-1856), στις εκκεντρικότητες του οποίου συγκαταλλεγόταν και η δοκιμή κάθε τύπου κρέατος, αναφέρει ότι το χειρότερο κρέας που έχει δοκιμάσει είναι του τυφλοπόντικα και της πράσινης μύγας. Οι γούνα του χρησιμοποιήθηκε επίσης για κάποιο χρονικό διάστημα, επίσης στη Βρετανία. Τη μόδα ξεκίνησε η Βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Βασιλιά Εδουάρδου του vii του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος βασίλεψε στο σύντομο χρονικό διάστημα 1901-1910. Η βασίλισσα παρήγγειλε ένα φόρεμα από γούνα τυφλοπόντικα, επειδή ήταν βελούδινη και με μοναδική υφή σε σχέση με τις γούνες των χερσαίων ζώων. Έκτοτε άνθισε το επάγγελμα του κυνηγού τυφλοποντίκων (molecatcher), οι οποίοι προσπαθούσαν να πιάσουν όσους περισσότερους τυφλοπόντικες μπορούσαν για τη γούνα τους, αφαιρώντας τους απ’όπου προξενούσαν ζημιές, ιδίως στη Σκοτία εκείνη την εποχή. Το επάγγελμα αυτό ήταν από παλια΄γνωστό στη Βρετανία. Ο ασπαλακοκυνηγός περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο, και τον καλούσε ο αγρότης που είχε πρόβλημα, ο οποίος θα του παρείχε διαμονή και τροφή, και τον πλήρωνε με το κομμάτι. Ο κυνηγός έπειτα θα έβγαζε λίγα περισσότερα χρήματα πουλώντας τις γούνες. Για να γνωστοποιήσουν τα κατορθώματά τους στη γύρω περιοχή, συχνά οι κυνηγοί αυτοί κάρφωναν τα πτώματα των ασπαλάκων σε κάποιο κοντινό συρματόπλεγμα, για να απωθήσουν τους άλλους όπως έλεγαν. Ελάχιστοι τέτοιοι παραδοσιακοί κυνηγοί εξασκούν το επάγγελμά τους ακόμη, αλλά η γούνα του ζώου δεν έχει πλέον εμπορική αξία.

Μπορεί να έχει κανείς τυφλοπόντικα για κατοικίδιο; Το έψαχνα αυτό ένα διάστημα. Απ’ό,τι φαίνεται είναι υπερβολικά δύσκολα ζώα που διατηρούνται στην αιχμαλωσία σπάνια, κυρίως για επιστημονικούς σκοπούς. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Ο τυφλοπόντικας μπορεί να ζήσει σε ένα τερράριο ή σε κάποιο παρόμοιο δοχείο όπου το περιβάλλον θα πρέπει να διαμορφωθεί με γνώμονα τις εξειδικευμένες ανάγκες του είδους. Τα ζώα αυτά νιώθουν ασφαλή εάν μπορούν να νιώσουν το περιβάλλον τους γύρω τους (θιγμοτακτικά). Δεν είναι απαραίτητο να βρίσκονται σε χώμα, αλά μπορούν να κατοικήσουν και σε έτοιμα τούνελ. Πανικοβάλλονται αν εκτεθούν στην επιφάνεια, και αν παραμείνουν εκτεθημένοι, πεθαίνουν από το στρες μέσα σε 1-3 ημέρες. Επειδή οι θερμοκρασίες κάτω από τη γη είναι σταθερότερες απ’ό,τι έξω, δε θα πρέπει να βιώνουν ακραίες θερμοκρασιακές μεταβολές, ούτε να εκτίθενται στο ηλιακό φως. Χρειάζονται σταθερή παροχή μεγάλης ποσότητας τροφής, η οποία θ’αποτελείται ως επί το πλείστον από γεωσκώληκες και έντομα ο΄πως αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα κι άλλες προνύμφες. Έστω και μία μέρα χωρίς τροφή μπορεί να τους σκοτώσει. Επειδή τρώνε πολύ, αφοδεύουν και πολύ, οπότε ο χώρος τους θα χρειάζεται συχνό καθάρισμα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτο΄θα πρέπει να γίνει με τη μικρότερη δυνατή ενόχληση στο ζώο. Οι πληροφορίες που βρήκα αφορούσαν αμερικανικά είδη, τα οποία έχουν στενή σχέση με το νερό, οπότε προαιρετικά μπορεί να κατασκευαστεί περιοχή νερού στο χώρο τους. Αυτό πιθανότατα δεν ισχύει για τα ευρωπαϊκά είδη. Οι ασπάλακες δεν ανέχονται άλλο μέλος του είδους τους στο χώρο τους, και το πιθανότερο είναι ο νεοφερμένος να σκοτωθεί και να κανιβαλιστέι, ή να σκοτωθούν και οι δύο.Τα ενήλικα άτομα που πιάνονται από τη φύση δεν προσαρμόζονται στην αιχμαλωσία σχεδόν ποτέ, αλλά πεθαίνουν αμέσως από στρες. Μεγαλύτερη επιτυχία έχει κανείς με μικρά που μόλις έχουν απογαλακτιστεί. Αυτά σπάνια κυκλοφορούν στην επιφάνεια του εδάφους, ή μπορεί να τα φέρουν γάτες που τα έπιασαν, αν και στη δεύτερη περίπτωση διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο από μόλυνση από το δάγκωμα, και σε συνδυασμο΄με το στρες και το μικρό τους μέγεθος, αυτό σχεδόν σίγουρα θα τα σκοτώσει. Και πάλι το προσδόκιμο ζωής τους, αν δεν πεθάνουν αμέσως, είναι συνήθως λίγοι μήνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο, εάν όλες οι συνθήκες είναι οι σωστές και η διατροφή η κατάλληλη, ζουν την πλήρη διάρκεια ζωής τους. Δεν έχω διαβάσει τίποτα σχετικό με την αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία, η οποία μάλλον θα είναι ακόμα πιο δύσκολη διαδικασία, αλά ίσως να έχει γίνεισ το εργαστήριο και να μην το ξέρω. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ασπάλακες προστατεύονται και η αιχμαλώτισή τους είναι παράνομη.

Ο οικότυπος του πλήρως υπόγειου και συχνά τυφλού ασπονδυλοφάγου θηλαστικού είναι πολύ επιτυχημένος και διαχρονικός, έχοντας εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορους κλάδους θηλαστικών ανά τον κόσμο. Ήδη πριν την εμφάνιση των γνήσιων θηλαστικών, πολλά προθηλαστικά συναψιδωτά είχαν προσαρμογές για την εκσκαφή λαγουμιών. Το πρώτο ασπαλακόμορφο θηλαστικό ήταν ο δοκοσκάπτης (Docofossor brachydactylus), που έζησε πριν 160 εκατομμύρια χρόνια στο Ιουρασικό, και έμοιαζε περισσότερο με τους χρυσούς ασπάλακες της Αφρικής παρά με τους κανονικούς. Ανήκε στην τάξη των δοκόδοντων, η οποία περιελάμβανε επίσης χερσαία, δενδρόβια και ημιυδρόβια είδη, και είναι ακόμα αμφιλεγόμενο αν πρέπει να ταξινομηθεί ως κλάδος των γνήσιων θηλαστικών ή λίγο έξω απ’αυτά. Η οικογένεια των ασπαλακιδών εμφανίστηκε στο ύστερο εόκαινο πριν περίπου 35 εκατομμύρια χρόνια, ενώ το ευρασιατικό γένος Talpa στο μειόκαινο, με τα πρώτα απολιθώματα να χρονολογούνται πριν 23 εκατομμύρια χρόνια. Άλλες δύο ομάδες θηλαστικών, οι χρυσοί ή ξανθοί ασπάλακες (οικογένεια Chrysochloridae) της Νότιας Αφρικής και οι μαρσυποφόροι ασπάλακες (οικογένεια Notoryctidae) της Αυστραλίας έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε παρόμοιο οικότυπο. Η πρώτη ομάδα ανήκει στα αφροθήρια, μια ομάδα θηλαστικών που εξελίχθηκε στην Αφρική και περιλαμβάνει τα τένρεκ, τους ύρακες και τους ελέφαντες, ενώ η δεύτερη στον κλάδο των αυστραλιανών μαρσυποφόρων, δηλαδή αρκετά μακριά από τους τυπικούς ασπάλακες. Αυτές οι δύο ομάδες μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους παρά με τους ευρασιατικούς ασπάλακες, επειδή και οι δύο έχουν πλατιά μύτη η οποία βοηθά στο σκάψιμο, ενώ οι μαρσυποφόροι ασπάλακες και οι περισσότεροι χρυσοχλωρίδες ζουν σε ξηρά ενδιαιτήματα, έχοντας την ικανότητα να κολυμπούν μέσα στην άμμο, ικανότητα κοινή σε αρκετά φίδια και μακροστενες σαύρες της ερήμου, αλλά σπανιότατη στα θηλαστικά. Υπάρχουν επίσης και οι ασπαλακοαρουραίοι (οικογένεια Spalacidae) που είναι υπόγεια, συχνά τυφλά τρωκτικά που ξεχωρίζουν από τους μεγάλους, συνεχώς αναπτυσσόμενους κοπτήρες της τάξης τους, και είναι φυτοφάγοι, τρεφόμενοι με ρίζες και κονδύλους. Γνωστότερο είδος είναι ο γυμνός ασπαλακοαρουραίος (Heterocephalus glaber), ο οποίος είναι γυμνό, αποκλειστικά υπογειόβιο ευκοινωνικό θηλαστικό, σχεδόν ποικιλόθερμο με ασυνήθιστη μακροζωία (συχνά ξεπερνά τα 30 χρόνια), μεγάλη ικανότητα επιδιόρθωσης του dna και εξαιρετική ανθεκτικότητα στον καρκίνο. Υποτίθεται ότι μια μέρα θα μας σώσει, αφού μελετάται για πιθανές θεραπείες κατά του γήρατος και του καρκίνου στον άνθρωπο, αλλά αυτό μάλλον θ’αργήσει. Στην Ελλάδα απαντά το μικρό είδος Nanospalax leucodon, το οποίο επίσης είναι ζώο που δεν ξέρει κανείς. Παρόμοιες προσαρμογές για υπόγεια διαβίωση όπως στιβαρό σώμα, χοντρά άκρα προσαρμοσμένα γιατο σκάψιμο κλπ έχουν επίσης εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε κλάδους εκτός των θηλαστικών, όπως σε πολλά ερπετά, αμφίβια και αρθρόποδα.

Εγώ ασπάλακα δεν έχω συναντήσει ποτέ. Η μόνη φορά που ήρθα σχετικά κοντά σ’αυτό το μικρό παράξενο θηλαστικό ήταν σε μια εκδρομή στη Βάλια Κάλντα στα Γρεβενά πριν λίγα χρόνια, όπου ο ξεναγός μας εφίστησε την προσοχή σε κάτι μικρά βουναλάκια από χώμα σ’ένα ξέφωτο στο δάσος, τα οποία ήταν τα ίχνη ενός τυφλοπόντικα. Ήταν περίπου 15 εκατοστά σε πλάτος, και μάλλον είχαν σκαφτεί πρόσφατα, γιατί δεν είχαν χόρτα πάνω. Έβρεχε όμως εκείνες τις μέρες και η λάσπη είχε στεγνώσει, έτσι ήταν στέρεα. Ήταν τόσ απολλά που τα πατούσαμε παντού! Εάν έχετε εντοπίσει πουθενά ίχνη ασπάλακα, ή έχετε δει ή και πιάσει τον ίδιο, μπορείτε να το γράψετε στα σχόλια, μαζί με την τοποθεσία όπου τον βρήκατε.

Πηγές και σύνδεσμοι
ασπάλακας – Βικιπαίδεια
ασπάλακας – αγγλική Wikipedia
οικογένεια Talpidae – αγγλική Wikipedia
γένος Talpa – αγγλική Wikipedia
Talpa caeca – αγγλική Wikipedia
Talpa europaea – αγγλική Wikipedia
Talpa stankovici – αγγλική Wikipedia
Talpa romana – αγγλική Wikipedia
αστερόρρινος ασπάλακας – αγγλική Wikipedia
το γένος Talpa – Εγκυκλοπαίδεια της Ζωής
Πόσο μεγάλες στοές μπορεί να σκάψει ο ασπάλακας;
<a href="http://www.fdparnonas.gr/theanimalof-the-week_talpa-stankovici/ασπάλακας του Στάνκοβιτς (Talpa stankovici)
Ο τυφλοπόντικας στο χωράφι – Φτιάχνω μόνος μου
η ιστοσελίδα των Βρετανών ασπαλακοκυνηγών
οι ασπάλακες ως κατοικίδια 1
οι ασπάλακες ως κατοικίδια 2
Τα εκπληκτικά όργανα του αστερόρρινου ασπάλακα
η ιστορία των Μιξτέκων
Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες
αναθεώρηση της οικογένειας Talpidae από απολιθώματα ασπαλάκων από την Πολωνία
Το πρόβλημα της όρασης στην οικολογία της Talpa europaea
Παρατηρήσεις πάνω στις κινήσεις των ασπαλάκων T. europaea μετά τον απογαλακτισμό
στερεοσκοπική και σειριακή όσφρηση προς μία οσμητικήπηγή σε ένα θηλαστικό

Είδος που ανακάλυψα πριν λίγες μέρες στο Διαδίκτυο, αν και γι’αυτό είχα ακούσει και παλαιότερα. Πρόκειται για το μικρότερο τρωκτικό και από τα μικρότερα θηλαστικά παγκοσμίως, με το μικρότερο θηλαστικό τη νυχτερίδα Craseonycteris thonglongyai της ΝΑ Ασίας. Η επιστημονική του ονομασία είναι Mus minutoides, κι ανήκει στο ίδιο γένος με το κοινό ποντίκι Mus musculus. Το είδος αυτό μπορεί να βρεθεί σε ποικίλα περιβάλλοντα σ’όλη βτην Υποσαχάριο Αφρική. Το μήκος τους είναι μόλις 3-8 εκ. με μήκος ουράς τα 2-4 εκ., με τ’αρσενικά ελαφρώς μικρότερα από τα θηλυκά. Το χρώμα τους είναι καφέ κοκκινωπό από πάνω με ανοιχτόχρωμη σχεδόν λευκή κοιλιά. Ένα παράξενο αυτού του είδους είναι ότι μπορούν να βρεθούν και θηλυκά με χψ χρωμοσώματα, ενώ ως γνωστόν σε σχεδόν όλα τα θηλαστικά, τα χχ άτομα είναι πάντοτε θηλυκά και τα χψ πάντοτε αρσενικά.

Στη φύση είναι κοινωνικά ζώα που ζουν κατά αποικίες σε υπόγεια λαγούμια. Συχνά στην είσοδο του λαγμουμιού τους τοποθετούν βότσαλα τα οποία το βράδυ μαζεύουν δροσιά, την οποία γλείφουν για να πιουν νερό. Προτιμότερο περιβάλλον είναι οι ανοιχτές σαβάνες. Το είδος αυτό φυσικά γίνεται θύμα άπειρον εχθρών.

Τα ποντίκια αυτά διατηρούνται ως κατοικίδια. Μου φάνηκαν ενδιαφέρον είδος κι έτσι έψαξα. Η διατήρηση κι αναπαραγωγή τους δεν είναι κάτι πολύ δύσκολο, μολονότι όχι και τόσο απλό όπως στα
κοινά ποντίκια.
Λόγω του μικροσκοπικού τους μεγέθους, μπορούν να στεγαστούν ως αποικία σ’ένα χώρο μέτριου μεγέθους. Ποτέ δε θα πρέπει να ζουν μόνα. Πολλά ποντικάκια σε μικρό μέρος θα μαλώνουν, ιδίως τ’αρσενικά, κι επίσης μπορεί να υπάρξουν προβλήματα στην αναπαραγωγή, όπως γίνεται και σ’άλλα είδη τρωκτικών. Ο χώρος τους θα πρέπει να είναι καλά ασφαλισμένος αφού μπορούν να χωθούν και να ξεφύγουν εύκολα ανάμεσα από μικρές σχισμές, ενώ ακόμα μπορούν να πηδήξουν κάθετα έως και τα 22 εκ. Εάν κάποιο ξεφύγει θά’ναι πολύ δύσκολο να το ξαναπιάσετε. Ιδανικό γι’αυτά τα ποντικάκια είναι ένα τερράριο, μια γυάλα δηλαδή σαν αυτήν που στεγάζονται τα ερπετά, το οποίο εύκολα μπορεί να γίνει με την τροποποίηση ενός ενυδρείου. Ένα τερράριο 15 λίτρων είναι κατάλληλο για ένα ζευγάρι ή τρίο. Εσωτερικά μπορεί να διαμορφωθεί είτε εργαστηριακά, μόνο με τα βασικά, είτε φυσικά, όπως θέλει κανείς. Πάντως από βασικά θα πρέπει να υπάρχει υπόστρωμα όπως πριονίδι (όχι κωνοφόρων, είναι τοξικό), μείγμα χώμα και άμμου, χαρτιά κλπ 10-15 εκ. βαθύ στο οποίο θα σκάβουν, κρυψώνες και περιοχές ασκησεως και απασχολήσεως, όπως κούφια ξύλα, κλαδιά διάφορων οπωροφόρων ή άλλων μη τοξικών δέντρων, πέτρες, άχυρα, χαρτόνια και κύλινδροι χαρτιών υγείας κ.ά., ακόμα και βρύα και φυτά. Οι περισσότεροι τροχοί είναι πολύ μεγάλοι γι’αυτά τα ποντικάκια, αν όμως βρείτε κάποιον μικρό θά’ναι καλό για την άσκησή τους.

Ως νυκτόβια ζώα δε χρειάζονται συμπληρωματικό φωτισμό. Αν και θ’αντέξουν σε λίγο κρύο, αυτό δεν είναι η φυσική τους κατάσταση και οι ιδανικές θερμοκρασίες γι’αυτά είναι θερμοκρασία δωματίου και λίγο παραπάνω. Το περιβάλλον τους θα πρέπει να καθαρίζεται 1-2 φορές το μήνα περίπου.

Τα ποντικάκια αυτά είναι παμφάγα και τρέφονται με σπόρους, καρπούς και λίγο ζωική πρωτεΐνη. Στην αιχμαλωσία μπορούν να τρώνε σπόρους για καναρίνια ή παπαγαλάκια, ειδική τροφή για τρωκτικά ή την τροφή που χρησιμοποιείται για τα ποντίκια εργαστηρίου για βασική τροφή, με αραία συμπληρώματα λίγων εντόμων όπως αλευροσκούληκα ή μύγες, ή λίγης γατοτροφής για πρωτεΐνη, λίγα φρούτα και λαχανικά σε κομματάκια όπως μήλο, σταφύλι, αγκούρι, καρότο, φαργκόσυκο κ.ά., επίσης μπορούν να τρώνε λίγους ηλιόσπορους και λίγο ξερή φρυγανιά ως λιχουδιές. Τροφή θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει στο περιβάλλον σ’ένα μπολ. Τα ποντίκια συχνά μπορούν να παρατηρηθούν να μαζεύουν τροφή στα μάγουλά τους και να τη μεταφέρουν σε κάποιο άλλο σημείο (αποθηκευτική συμπεριφορά), όπως κάνουν και τα
χάμστερ.
Εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους δυσκολεύονται να πιουν από μπουκάλι, εκτός κι αν η μπίλια είναι πραγματικά μικροσκοπική. Τέτοια μπουκάλια με μικρές μπιλίτσες όμως είναι μάλλον δυσεύρετα, γι’αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένα ρηχό μπολ με νερό βάθους έως 1 εκ. με βοτσαλάκια για να βγαίνουν από εκεί εύκολα. Σε βαθύτερο κινδυνεύουν να πνιγούν.

Εάν υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά μαζί σίγουρα θα ζευγαρώσουν και ίσως γίνει αναπαραγωγή. Τ’αρσενικά απ’τα θηλυκά διαχωρίζονται δύσκολα. Κατά κανόνα τα θηλυκά είναι όπως είπα μεγαλύτερα από τ’αρσενικά. Επίσης η γεννητική περιοχή των αρσενικών προεξέχει ελαφρώς περισσότερο. Το θηλυκό μετά από 21 μέρες κύησης γεννά 2-8, συνήθως όμως 3-4 μικρά, τα οποία αποκτούν τρίχωμα στη μία βδομάδα, ανοίγουν τα μάτια τους στις 12 περίπου μέρες, από τις 16-18 μέρες αρχίζουν να βγαίνουν απ’τη φωλιά, και στις 21 μέρες ήδη τρώνε στερεά τροφή κι απογαλακτίζονται. Στις 6 εβδομάδες ωριμάζουν γεννητικά, ενώ ζουν για 1-2 χρόνια, στην αιχμαλωσία εντούτοις έχουν καταγραφεί περιπτώσεις που έζησαν έως και τα 4. Πολλές πληροφορίες για την αναπαραγωγή τους δεν έχω βρει, εκτός απότα παραπάνω και το ότι χρειάζονται μια ήσυχη φωλιά με μαλακό υλικό μέσα. Πιθανόν όπως και στα κοινά ποντίκια, σ’άλλα τρωκτικά αλλά και στα κουνέλια, το θηλυκό μπορεί να κανιβαλίσει τα μικρά του αν νιώθει ότι ενοχλείται ή απειλείται.

Τα ποντίκια αυτά είναι κυρίως ζώα παρακολούθησης, και δε θέλουν πολύ χειρισμό. Είναι γρήγορα κι ευκίνητα και πιάνονται πολύ δύσκολα, ενώ αν πιαστούν μπορεί να προσπαθούν έντονα να ξεφύγουν ή και να δαγκώσουν, μολονότι το δάγκωμά τους είναι αβλαβές. Παντού όπου έχω διαβάσει λέει ότι είναι ζώα παρατήρησης παρά χειρισμού, αμφιβάλλω όμως αν κάποιος καταπιάστηκε ποτέ με την εξημέρωσή αυτών των μικρών, δειλών κι ευαίσθητων ζώων, και πιστεύω ότι εξημερώνονται σε κάποιο βαθμό.

Το είδος αυτό είναι πλέον σπάνιο στην αγορά κατοικιδίων. Οι εκτροφείς δεν το προτιμούν εξαιτίας του πολύ χώρου και χρόνου που παίρνει για την παραγωγή λίγων μόνο μικρών. Επίσης δεν έχει γίνει πολύ γνωστό στον κόσμο, παρόλο που δεν είναι νέο στην αιχμαλωσία, και η ζήτηση άρα μένει μικρή. Οι γενετικές γραμμές στην αιχμαλωσία προς το παρόν είναι λίγες, συχνά παρουσιάζονται προβλήματα λόγω αναπαραγωγής συγγενικών ατόμων, και ίσως το είδος κινδυνεύσει με μείωση της γενετικής ποικιλότητας. Στο φυσικό του περιβάλλον όχι μόνο δεν απειλείται, αλλά είναι άφθονο.

Πηγές:
Από τις παρακάτω σελίδες πήρα τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη συγγραφή του άρθρου. Μερικές απ’αυτές είναι εκτροφέων του εξωτερικού που ίσως πουλάνε τέτοια ζώα.

άρθρο της αγγλικής wikipedia
άρθρο φροντίδας σ’ένα φόρουμ για ερπετά
άρθρο φροντίδας στο heritage pets
άρθρο φροντίδα στο hubpages
άρθρο φροντίδας στο crittery.co.uk
άρθρο φροντίδας στο modernpets
άρθρο φροντίδας στο tcfexotics.com
άρθρο φροντίδασ σε ιστολόγιο για κατοικίδια

Σκαντζόχοιροι

σκαντζόχοιρος που βρήκαμε φέτος 29/8/2011

Αφορμή της συγγραφής του άρθρου αυτού στάθηκε η εύρεση φέτος ενός σκαντζόχοιρου κοντά στο σπίτι μας, όταν ήμουν για διακοπές στο χωριό μου. Είχα αρκετά χρόνια να δω και να πιάσω τέτοιο ζώο. Οι άλλες δύο φορές που θυμάμαι ήταν πολύ παλιά, ενώ κάθε χρόνο συναντώ πατημένους από αυτοκίνητα. Δυστυχώς το ζώο αυτό είναι ένα από τα συχνότερα θύματα στο δρόμο.

Σε γενικές γραμμές οι σκαντζόχοιροι αντιμετωπίζονται θετικά από τον άνθρωπο, αφού είναι παντελώς αβλαβή μικρά ζώα. Στην πραγματικότητα είναι ωφέλιμα ζώα, επειδή τρέφονται με έντομα, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες που καταστρέφουν τα φυτά. Μάλιστα στη Βρετανία και στη Γερμανία κυρίως πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να προσελκύσουν σκαντζόχοιρους στους κήπους τους ως βιολογικά όπλα κατά των βλαπτικών ασπονδύλων, αφήνοντάς τους τροφή όπως φρούτα και κρέας κι ανοίγοντας μικρές τρύπες στους φράκτες. Ένας σκαντζόχοιρος μπορεί να φάει έως και 200 γραμμάρια εντόμων κάθε νύχτα.

«Εχίνος» ήταν αρχικά το αρχαιοελληνικό όνομα του σκαντζόχοιρου, κι όχι του αχινού. Οι Έλληνες κατεβαίνοντας ως ινδοευρωπαϊκά φύλα από τις στέπες δε γνώριζαν τη θάλασσα, κι έτσι προσάρμοσαν λέξεις για ήδη γνωστά πράγματα και γι’αυτήν. Για παράδειγμα, το πέλαγος έχει να κάνει με την πεδιάδα και κάτι πλατύ, αντίστοιχο του λατινικού planus και του αγγλικού flat, ενώ η θάλασσα είναι προελληνική λέξη, δηλαδή από τους λαούς που ζούσαν στον Ελλαδικό χώρο πριν την κάθοδο των Ινδοευρωπαίων. Οι Ινδοευρωπαίοι ωστόσο γνώριζαν τις λίμνες και τη μετακίνηση στο νερό με σκάφη. Τώρα νομίζω πως ξέφυγα λίγο. Στα λατινικά ο σκαντζόδοιρος ήταν «erinaceus». Την ετυμολογία της σύγχρονης λέξης δεν την έχω ψάξει καλά, αλλά μάλλον θά’ναι χοίρος λόγω του σχήματός του ή του ρύγχους του και σκάντζο- δεν ξέρω. Το αγγλικό «hedgehog» προέρχεται από το «hog»=χοίρος και το «hedge»=θαμνοστοιχεία, επειδή τα ζώα αυτά βρίσκονται συχνά σε θαμνοστοιχείες στη Βρετανία.

Οι σκαντζόχοιροι ανήκουν στην τάξη των εχινόμορφων, στην οικογένεια των εχινιδών, και στην υποοικογένεια των εχινινών. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει επίσης τους γύμνουρους της Νοτιοανατολικής Ασίας, ζώα με παρόμοια εμφάνιση αλλά χωρίς αγκάθια. Η τάξη των σκαντζόχοιρων μαζί μ’αυτήν των μυγαλόμορφων (μυγαλές και τυφλοπόντικες) ήταν παλαιότερα μέρος της απαρχαιωμένης πλέον τάξης των εντομοφάγων θηλαστικών, μία ταξινομική ομάδα που περιελάμβανε διάφορα μικρά πλακουντοφόρα θηλαστικά διαφόρων κλάδων με σχετικά πρωτόγονα χαρακτηριστικά. Οι σκαντζόχοιροι εμφανίστηκαν πριν 15 εκατομμύρια χρόνια, και από τότε έως σήμερα δεν έχουν αλλάξει σημαντικά. Υπάρχουν 17 σημερινά είδη σε Ευρώπη, Αφρική κι Ασία.
Στην Ευρώπη ζουν 3 κύρια είδη ο δυτικοευρωπαϊκός σκαντζόχοιρος (Erinaceus europaeus), ο ανατολικοευρωπαϊκός (E. concolor) και ο ρουμανικός (E. romanicus). Παλαιότερα τα δύο τελευταία είδη απαντούν στη χώρα μας και στο παρελθόν θεωρούνταν υποείδη του E. europaeus, αλλά σήμερα η ταξινόμηση έχει αλλάξει και έχουν ανέβει βαθμίδα σε κανονικό είδος. Και τα 3 αυτά είδη ωστόσο μπορούν να υβριδοποιηθούν. Και τα 3 είδη έχουν παρόμοιες συνήθειες: είναι νυκτόβια, κυρίως εντομοφάγα, ζουν σε περιοχές με πυκνή βλάστηση και πέφτουν σε χειμέρια νάρκη το χειμώνα.

Όλοι τους έχουν χοντρό σώμα με κοντή ουρά, καλύπτονται με αγκάθια κι έχουν την ικανότητα να συσφαιροποιούνται όταν απειλούνται. Τα αγκάθια τους είναι τροποποιημένες τρίχες που καλύπτουν τη ράχη και τις πλευρές τουςκαι, ασυνήθιστο για θηλαστικά, είναι ενισχυμένα με β κερατίνη (οι τρίχες είναι από α-κερατίνη), όπως τα νύχια, τα φτερά των πουλιών και οι φολοίδες των ερπετών. Εσωτερικά είναι σχεδόν κούφια. Το πρόσωπό τους, τα πόδια τους και η κοιλιά τους καλύπτονται από μαλακιά γούνα. Είναι σχετικά μικρά ζώα, συνήθως κάτω από τα 30 εκατοστά, νυκτόβια και παμφάγα τρεφόμενα μ’έντομα, άλλα ασπόνδυλα όπως σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια, μικρά σπονδυλωτά όπως βατράχους και φιδάκια, μανιτάρια, ρίζες και χόρτα, φρούτα και πτώματα. Ζουν σε διάφορα οικοσυστήματα από δάση (κυρίως τα ευωρπαϊκά είδη) έως ερήμους. Εξαιτίας της έλλειψης τροφής το χειμώνα, τα περισσότερα είδη έχουν εξελιχθεί να πέφτουν σε χειμέρια νάρκη, οπότε κρύβονται σε ασφαλές μέρος, ρίχνουν τη θερμοκρασία του σώματός τους και ζουν απ’το απόθεμα λίπους τους. Διάφορα είδη έχουν διαφορετικούς εχθρούς, ανάλογα με το μέρος όπου ζουν και το μέγεθός τους. Τα ευρωπαϊκά είδη για παράδειγμα έχουν λίγους εχθρούς, κυρίως αρπακτικά πουλιά όπως αετούς και κουκουβάγιες, ενώ τα μικρότερα αφρικανικά ερημικά είδη έχουν περισσότερους, όπως σαρκοφάγα θηλαστικά (σκύλους, αλεπούδες κ.ά.) Το μάζεμα σε μπάλα (συσφαιροποίηση) δεν είναι η μόνη στρατηγική άμυνάς τους. Συνήθως θα τρέξουν μακριά όταν ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα πλησιάσει πολύ, ενώ συσφαιροποιούνται συνήθως όταν βρίσκεται κοντά. Γι’αυτό είναι συχνά δύσκολο να πιάσετε σκαντζόχοιρο, εκτός κι αν βρεθείτε κοντά του χωρίς να το καταλάβει και πάλι δεν είναι βέβαιο ότι θα μείνει στη θέση του. Λίγα ερημικά είδη, που έχουν εξελιχθεί να φέρουν λιγότερο βάρος στο σώμα τους, δεν προστατεύονται επαρκώς από τη συσφαιροποίηση γι’αυτό χρησιμοποιούν τ’αγκάθια τους ως επιθετικό όπλο, πέφτοντας πάνω στον εχθρό για να τον χτυπήσουν. Η σκαντζόχοιροι αν και φαίνονται χοντρά ζώα μπορούν να τρέξουν με μεγάλη ταχύτητα και είναι επίσης καλοί αναρριχιτές και κολυμβητές, γι’αυτό και συχνά για να δει κάποιος το σώμα ενός σκαντζόχοιρου ρίχνει την αγκαθωτή μπαλίτσα σε μια λεκάνη νερό για να κολυμπήσει, αν κι αυτό είναι μια τρομακτική εμπειρία για το ζώο. Καλύτερο είναι να τον αφήσετε κάπου, να κάνετε ησυχία και να παρακολουθείτε. Στην αναρρίχηση είναι πολύ καλοί και γρήγοροι, αλλ’επειδή δε βλέπουν καλά έχουν πρόβλημα στο κατέβασμα.
Ένα ακόμα μοναδικό χαρακτηριστικό αυτών των ζώων είναι το οσφρητικό καμουφλάζ που δημιουργούν. Όταν συναντούν ένα νέο αντικείμενο στο περιβάλλοντ ους, το γλείφουν καλά ώστε να πάρουν την οσμή του και μετά σαλιώνουν τ’αγκάθια τους για να μυρίζουν κι αυτοί όπως αυτό.

Υπάρχουν μερικοί μύθοι γι’αυτά τα ζώα κι ένας απ’αυτούς έχει να κάνει με την αναπαραγωγή τους. Λέγεται ότι οι σκαντζόχοιροι είναι τα μόνα ζώα που ζευγαρώνουν πρόσωπο με πρόσωπο, όπως ο άνθρωπος, για να μην τρυπηθούν από τ’αγκάθια τους. Στην πραγματικότητα όμως το ζευγάρωμα γίνεται αλλιώς: Το αρσενικό έχει το πέος του κοντά στη μέση της κοιλιάς και το θηλυκό μπορεί ν’αποκαλύψει το αιδοίο της σηκώνοντας πολύ ψηλά την ουρά, έτσι δεν υπάρχει μεγάλη επαφή μεταξύ τους. Το θηλυκό μετά από μια περίοδο κύησης 40-58 ημερών (ανάλογα με το είδος) γεννά περίπου 3-6 μικρά (τα μικρά είδη λιγότερα τα μεγάλα περισσότερα), τα οποία είναι τυφλά, αλλά βγάζουν αγκάθια μέσα σε 36 ώρες. Στον πρώτο χρόνο αντικαθιστούν τα παλιά μαλακά τους αγκάθια με αυτά του ενηλίκου. Τα αγκάθια τους αν και μπορούν να τρυπήσιουν το ανθρώπινο δέρμα δεν είναι τόσο επικίνδυνα σε σχέση μ’αυτά άλλων αγκαθωτών ζώων κι επίσης αποκολλώνται δύσκολα από το σκαντζόχοιρο, έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα ένα αγκάθι να μείνει μέσα στον άνθρωπο προκαλώντας μόλυνση. Οι σκαντζόχοιροι ζουν 2-10 χρόνια ανάλογα με το είδος. Στην αιχμαλωσία κατά κανόνα ζουν περισσότερο εξαιτίας της απουσίας εχθρών και του ελεγχόμενου περιβάλλοντος.

Από το 1980 περίπου άρχισαν να εκτρέφονται σκαντζόχοιροι ως κατοικίδια ζώα. Ο κοινότερος κατοικίδιος σκαντζόχοιρος είναι ένα γόνιμο υβρίδιο ανάμεσα στον αφρικανικό λευκόκοιλο σκαντζόχοιρο (Atelerix albivnetris) και στον αλγερικό A. algirus, o οποίος λέγεται αφρικανικός πυγμαίος σκαντζόχοιρος. Είναι ένα μικρό ζώο μήκους 15 εκ. Προτιμά θερμοκρασία ανάμεσα σε 22-29 βαθμούς Κελσίου, κι αν και θεωρητικά μπορεί να πέσει σε χειμέρια νάρκη, η παρατεταμένη έκθεσή του στο ψύχλος οδηγεί στο θάνατο. Γι’αυτό για να διατηρείται η θερμοκρασία στα προτιμιτέα επίπεδα το ζώο δε δε θα πρέπει να στεγάζεται σε κανονικό κλουβί όπως τα κοινά θηλαστικά, αλλά σε τερράριο ή αδιαφανές μεγάλο κουτί όπως τα ερπετά, και ίσως μια θερμαντική πλάκα με θερμοστάτη χρειαστεί για τη διατήρηση της ιδανικής θερμοκρασίας. Επειδή είναι δραστήριο ζώο στη φύση, χρειάζεται μεγάλο χώρο και τροχό για ν’ασκείται κι αν είναι δυνατόν πολλαπλά επίπεδα στο περιβάλλον του. Μπορεί να φάει τροφή για γάτες ή νυφίτσες υψηλή σε πρωτεΐνη και χαμηλή σε λίπος, έντομα, φρούτα και λαχανικά, αλλ’όχι γαλακτοκομικά, γιατί είναι δυσανεκτικός στη λακτόζη και μπορούν να κλωνίσουν σοβαρά την υγεία του ή και να τον σκοτώσουν. Παθαίνει διάφορες ασθένειες όπως καρκίνο, ο οποίος συνήθως έχει γρήγορη εξέλιξη και οδηγεί στο θάνατο, καρδιαγγειακά προβλήματα και λιπώδες ήπαρ λόγω κακής διατροφής με πολύ λίπος, και το σύνδρομο του τρεμουλιαστού σκαντζόχοιρου, μια νευροεκφυλιστική πάθηση παρόμοια με τη σκλήρυνση κατά πλάκας, όμως χωρίς ακόμα σαφή αιτιολογία (πιθανόν γενετικό πρόβλημα και ίσως εμπλέκεται κάποιος ιός ή μόλυνση με κάτι άλλο). Η νόσος αυτή προκαλεί προβλήματα στην κινητικότητα του ζώου, αστάθεια και τελικά θάνατο.
Σπανιότερα κρατούνται ως κατοικίδια τα δύο γονικά είδη του πυγμαίου σκαντζόχοιρου, ο αιγυπτιακός μακρώτις σκαντζόχοιρος (Hemiechinus auritus) και ο ινδικός μακρώτις (H. colleris), και σπανιότατα τα ευρωπαϊκά είδη, αν κι αυτά προστατεύονται δια νόμου στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι παράνομη η αιχμαλώτησή τους. Μπορείτε όμως πάλι να τους προσελκύσετε στην αυλή σας προσφέροντάς τους τροφή και κάνοντας το περιβάλλον φιλικότερο προς αυτούς και την τροφή τους.

Αν και ο σκαντζόχοιρος θεωρείται ωφέλιμος, στα οικοσυστήματα που έχει εισαχθεί έχει προκαλέσει προβλήματα όπως στη Νέα Ζηλανδιά και στα νησιά της Σκοτίας τρώγοντας τα ιθαγεννή είδη και μην έχοντας εχθρούς.

Ο δεύτερος μύθος που έχω ακούσει για το σκαντζόχοιρο είναι ότι η κατανάλωση του κρέατός του θεωρείται αμαρτία από την εκκλησία και η ποινή για κάποιον που έφαγε σκαντζόχοιρο είναι να μην κοινωνήσει για 7 χρόνια. Ο λόγος της απαγόρευσης είναι υποτίθεται ότι ζευγαρώνει σαν τον άνθρωπο, αλά κι αυτό είναι μύθος όπως έγραψα παραπάνω. Σήμνερα έψαξα για την απαγόρευση αυτήν. Στην πραγματικότητα η εκκλησία δεν απαγορεύει κανένα είδος τροφής, Αντιθέτως όσες απαγορεύσεις ακούγονται ως σήμερα είναι κατάλοιπα από των νόμων περί
καθαρών κι ακαθάρτων ζώων
που θέσπισε ο ιουδαϊσμός.
Οι τσιγκάνοι λέγεται ότι τρώνε σκαντζόχοιρο. Μάλιστα ένας τσιγκάνος που ξέρω μού»λεγε ότι τους λένε κατσαβούρια και τους κυνηγούν με σκυλιά και μετά τους τρώνε ψητούς, αλλά ο ίδιος δεν τους τρώει επειδή λυπάται ακούγονάς τους να τσιρίζουν όταν σκοτώνονται. Είμαι αρκετά σκεπτικός όμως προς αυτήν την ιστορία.

Οι τσιγκάνοι ακόμα κι αν τους τρώνε δε θ’αποτελούν πολύ σοβαρή απειλή για το είδος. Η καταστροφή των βιοτόπων τους, τα ατυχήματα στο δρόμο με τα οχήματα και τα εντομοκτόνα είναι οι κύριες απειλές για τα ευρωπαϊκά είδη. Τα εντομοκτόνα προκαλούν συσωρευτικά προβλήματα στην υγεία τους, ενώ τα ατυχήματα στο δρόμο είναι αρκετά σοβαρό πρόβλημα. Δεν ξέρουν ότι οι νυκτόβιες συνήθειές τους και το μάζεμα σε μπαλίτσα δενν τους σώζουν απ’αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι κάθε χρόνο συναντούμε πολλές τέτοιες πατημένες μπαλίτσες, μικρά νεκρά λιμπάκια στο δρόμο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της βικιπαίδειας για το σκαντζόχοιρο
σκαντζόχοιρος πληροφορίες στη σελιδα της Κατκαλης
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το σκαντζόχοιρο
άρθρο της αγγλικής βικιπαιδειας για τους οικόσιτους/κατοικίδιους σκαντζόχοιρους
σκαντζόχοιρος σ’ένα ιστολόγιο
ο μύθος της απαγόρευσης του σκαντζόχοιρου από την εκκλησία
άρθρο της αγγλικής βικιπαίδειας για τους Πρωτοϊνδοευρωπαίους

συριακό χάμστερ (Mesocricetus auratus, από wikipedia)

Σχεδόν καθημερινά, στις λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιούν οι χρήστες κι έτσι βρίσκουν κι αυτό το ιστολόγιο, βρίσκω αναζητήσεις σχετικές με χάμστερ. Προφανώς βρίσκουν το ιστολόγιο από κάποιες αναφορές που έχω κάνει σ’αυτά όπως
εδώ.
Επειδή λοιπόν τα ζώα αυτά είναι τόσο κοινά κατοικίδια – πολύς κόσμος τα έχει και ψάχνει -, σκέφτηκα να κάνω ένα θέμα γι’αυτά εδώ για να βοηθήσω όσους ψάχνουν. Βρήκα λοιπόν πρόσφατα ένα καλό κι εμπεριστατωμένο άρθρο από
εδώ,
το οποίο καλύπτει όλα όσα αφορούν αυτό το ζώο και τη φροντίδα του στην αιχμαλωσία. Πραγματεύεται τη φροντίδα του χρυσού ή συριακού χάμστερ, Mesocricetus auratus, μιας κι αυτό είναι το πιο κοινό είδος που συναντάται ως κατοικίδιο. Τ’άλλα είδη χάμστερ μπορεί νά’χουν λίγο διαφοροποιημένες απαιτήσεις, αλλά είναι πολύ σπανιότερα. Παρακάτω το κείμενο.

Μετάφραση: Bolko

Η φροντίδα των κατοικιδίων χάμστερ

Ιούλιος/Αύγουστος 1994 τομ. 6 αρ. 4 Προσωπικό Κτηνιατρικής Πρακτικής

Αυτό το πληροφοριακό φυλλάδιο είναι σχεδιασμένο ως μια μέθοδος επικοινωνίας ανάμεσα σε κτηνιάτρους και πελάτες που έχουν ένα χάμστερ. Συζητώνται θέματα διατροφής, στέγασης, αναπαραγωγής, κι ασθενειών των χάμστερ. Εάν έχετε κάποιες ερωτήσεις, απευθυνθείτε στον κτηνίατρό σας να τις απαντήσει.

Εισαγωγή
Τα χάμστερ είναι κοινά οικιακά κατοικίδια. Είναι φθηνά, φιλικά, και πολύ εύκολα στη φροντίδα. Τα χάμστερ είναι τρωκτικά, συχνά αναφερόμενα ως κατοικίδια τσέπης εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους.
Τα χάμστερ είναι κάπως ασυνήθιστα για τρωκτικά, με μεγάλους παρειακούς σάκους και κοντές, χοντρές ουρές. Έχουν κερδίσει σε δημοτικότητα ως κατοικίδια και ζώα έρευνας από τη δεκαετία του 1930. Το φυσικό περιβάλλον του συριακού χάμστερ (χρυσού χάμστερ) εκτείνεται στη Μέση Ανατολή και τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Τη δεκαετία του 1930 μια γέννα οκτώ νεογέννητων χάμστερ πιάστηκε και μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και εκτράφηκε ως ζώα έρευνας. Σχεδόν όλα τα εξημερωμένα χάμστερ πωλούμενα ως κατοικίδια σήμερα είναι οι απόγονοι τρειών επιζώντων αυτής της γέννας. Τα χάμστερ εισήχθησαν πρώτη φορά στις Ηνομένες Πολιτείες το 1938.
Αφότου εξημερώθηκαν, έχουν γίνει κοινές αρκετές ποικιλίες χρώματος και τριχώματος συριακών χάμστερ εξαιτίας της επιλεκτικής αναπαραγωγής. Οι τρεις βασικές ομάδες που υπάρχουν τώρα και είναι δημοφιλείς ως κατοικίδια περιλαμβάνουν: το χρυσό χάμστερ, το χρωματισμένο, κοντότριχο φανταχτερό χάμστερ, και το μακρύτριχο αρκουδάκι χάμστερ. Περιστασιακά, μπορούν να βρεθούν κι άλλα είδη χάμστερ, αλλά είναι πολύ λιγότερο κοινά από το συριακό χάμστερ. Τα μικρότερα, σκούρα καφέ κινέζικα χάμστερ (νάνοι χάμστερ) χρησιμοποιούνται συχνά στη βιοϊατρική έρευνα και κάποιες φορές αποκτώνται ως κατοικίδια. Αυτά τα χάμστερ είναι αναγνωρίσιμα από το μικρό τους μέγεθος, το σκούρο καφέ χρώμα, και τις μαύρες λωρίδες στις ράχες τους. Τα γκρι αρμενικά και τα ευρωπαϊκά χάμστερ είναι άλλα δύο είδη περιστασιακά χρησιμοποιούμενα στην έρευνα, αλλά σπάνια κρατούνται ως κατοικίδια.
Τα χάμστερ είναι μικρά, μαλακά ζώα με καλή ιδιοσυγκρασία. Τείνουν να δραστηριοποιούνται τη νύχτα και αγαπούν να κοιμούνται κατά την ημέρα. Μπορουν να είναι νευρικά αν αφυπνιστούν απότομα, έτσι συμβουλεύετε να’χετε προσοχή όταν τα χειρίζεστε αυτήν την ώρα. Τα χάμστερ αγαπούν να σκάβουν, να κάνουν λαγούμια, και να μασούν.

Διατροφή
Όπως και με κάθε κατοικίδιο, καλής ποιότητας τροφή και καθαρό, φρέσκο νερό θα πρέπει να παρέχονται ανά πάσα στιγμή. Στη φύση, τα χάμστερ τρέφονται με φύλλα, ρίζες, διάφορα φρούτα, κι έντομα. Συνιστώνται σβολοποιημένες τροφές τρωκτικών που περιέχουν 18 με 22°/a πρωτεΐνη για τη σίτιση των χάμστερ στην αιχμαλωσία. Αυτές οι τροφές συνήθως κατεργάζονται ως ξηρά τουβλάκια ή σβόλοι (pellets) σχεδιαζμένες για τρωκτικά. Επίσης παρασκευάζονται και πωλούνται τροφές από σπόρους για χάμστερ, αλλά αυτές οι τροφές θα πρέπει απλά να συμπληρώνουν τη βασική τροφή τρωκτικών ως λιχουδιά. Πολλά χάμστερ προτιμούν τροφές βασισμένες σε ηλιόσπορο παρά σβόλους, αλλ’αυτοί οι σπόροι είναι χαμηλοί σε ασβέστιο και υψηλοί σε λίπος και χοληστερόλη. Όταν ταΐζονται μόνες τους, οι τροφές από σπόρους μπορούν να οδηγήσουν σε παχυσαρκία και δυνητικές ελλείψεις θρεπτικών συστατικών. Άλλα συμπληρώματα στη διατροφή μπορεί να είναι δημιτριακά πρωινού χωρίς ζάχαρη, ζυμαρικά ολικής αλέσεως, τυρί, και φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Εντούτοις, όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να ταΐζονται με μέτρο.
Τα χάμστερ τρώνε περίπου 12 γραμμάρια τροφής καθημερινά και συνήθως καταναλώνουν την περισσότερη απ’αυτήν την τροφή κατά τη νύχτα. Τα χάμστερ συχνά θα μαζεύουν την τροφή τους σε μια γωνία του κλουβιού τους, κάνοντάς τα να φαίνονται ότι τρώνε περισσότερο απ’ό,τι στην πραγματικότητα.
Το νερό θα πρέπει να παρέχεται σε μπουκάλια νερού εξοπλισμένα με σωλήνες ροφών. Αυτή η μέθοδος παροχής νερού βοηθά επίσης στην διατήρηση του νερού ελεύθερο από ρύπανση. Βεβαιωθείτε πάντοτε ότι οι σωλήνες είναι τοποθετημένοι αρκετά χαμηλά για εύκολη πρόσβαση από το χάμστερ.
Η ανεπαρκής κατανάλωση νερού μπορεί να οδηγήσει σε αγονία, χαμηλό σωματικό βάρος, και τελικά θάνατο. Το μέσο χάμστερ πίνει περίπου 10 χιλιοστόλιτρα (ml) νερού ανά 100 γραμμάρια σωματικού βάρους (μέσο μέγεθος ενηλίκου). Αν κι αυτή η ποσότητα είναι μόνο ένα μέρος της όλης ποσότητας του νερού στο μπουκάλι, το μπουκάλι θα πρέπει ν’αδειάζεται, να καθαρίζεται, και να ξαναγεμίζεται με φρέσκο νερό καθημερινά.

Χειρισμός
Τα χάμστερ που είναι συνηθισμένα στο χειρισμό από μικρή ηλικία συνήθως παραμένουν ήρεμα και δαγκώνουν σπάνια. Ένα χάμστερ μπορεί να πιαστεί μαλακά περιβάλλοντάς το με τη χούφτα του ενός ή και των δύο χεριών και κρατώντας το ενάντια στο σώμα σας. Να’χετε κατά νου ότι ακόμα και ήρεμα χάμστερ μπορεί να δαγκώσουν αν αιφνιδιαστούν ή αφυπνιστούν απότομα.
Τα χάμστερ που δε λαμβάνουν πολλή προσοχή και χειρισμό μπορεί να είναι πιο φοβισμένα κι επιθετικά. Οποιοδήποτε ζώο του οποίο η προσωπικότητα δεν είναι πλήρως γνωστή θα πρέπει να πλησιαστεί προσεκτικά. Χρησιμοποιώντας μια μικρή πετσέτα ή γάντια μπορεί να βοηθήσει στο πιάσιμο και στον περιορισμό ένός τέτοιου κατοικιδίου. Μια άλλη μέθοδος πιασίματος περιλαμβάνει την ενθάρρυνση του ζώου να μπει σ’ένα δοχείο όπως μια κονσέρβα ή ένας σωλήνας το οποίο μετά μπορεί να μετακινηθεί απ’το κλουβί. Όταν βγει απ’το κλουβί, ένα άγριο κατοικίδιο μπορεί να περιοριστεί πιάνοντας αρκετό δέρμα στον τράχηλο του λαιμού. Όταν χειρίζεστε χάμστερ μ’αυτόν τον τρόπο, θα πρέπει να πιαστεί όσο το δυνατόν περισσότερο δέρμα γιατί το δέρμα τους είναι πολύ χαλαρό. Αν πιαστεί ελαφρά, το χάμστερ μπορεί να γυρίσει εύκολα και να δαγκώσει το χειριστή.

Στέγαση

Δομή και υπόστρωμα
Αρκετοί τύποι κλουβιών είναι κατάλληλοι για τη στέγαση μικρών τρωκτικών. Πολλές απ’αυτές τις μονάδες έρχονται εξοπλισμένες με πρόσθετα όπως τροχοί άσκησης, τούνελ, και φωλιές. Τέτοια πρόσθετα, όπως επίσης και ικανοποιητικό βάθος υποστρώματος στο οποίο θα σκάψουν, είναι επιθυμητά για την ψυχολογική υγεία του κατοικιδίου. Τα κλουβιά θα πρέπει να είναι κατασκευασμένα με στρογγυλεμένες γωνίες για ν’αποθαρρύνουν το μάσημα. Τα χάμστερ θα μασήσουν εύκολα μεσ’από ξύλο και λεπτό πλαστικό. Σύρμα, ανοξείδωτο ατσάλι, ανθεκτικό πλαστικό, και γυαλί προτείνονται ως υλικά κατασκευής του κλουβιού. Τα γυάλινα και τα πλαστικά δοχεία, εντούτοις, μπορεί να μειώσουν τον αερισμό και να οδηγήσουν σε προβλήματα με τη θερμοκρασία και την υγρασία.
Η ιδανική διακύμανση θερμοκρασίας για τα χάμστερ είναι ανάμεσα σε 18 και 27 βαθμούς, με τα μικρά να τα πάνε καλύτερα στους 21-24 βαθμούς. Η σχετική υγρασία θα πρέπει να είναι ανάμεσα σε 40% κι 70%. Το γυαλί και το πλαστικό μπορούν να γίνουν κατάλληλα κλουβιά, εφόσον τουλάχιστον η μια πλευρά του κλουβιού είναι ανοιχτή για αερισμό. Το κλουβί θα πρέπει να μην επιτρέπει την απόδραση.
Τα χάμστερ ευημερούν σε κλουβιά με στερεό πυθμένα με βαθύ υπόστρωμα και αρκετό υλικό φωλιάς. Τα ενήλικα χάμστερ χρειάζονται ελάχιστη επιφάνεια 114 τετραγωνικά εκατοστά και ύψος κλουβιού τουλάχιστον 15 εκατοστά. Τα θηλυκά χάμστερ σε αναπαραγωγή χρειάζονται πολύ μεγαλύτερες περιοχές για τη στέγαση αυτών και των μικρών τους πριν τον απογαλακτισμό. Προτιμώνται κύκλοι φωτός των 12 ωρών, αφού τα χάμστερ είναι περισσότερο δραστήρια κατά τη νύχτα.
Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι καθαρό, μη τοξικό, απορροφητικό, σχετικά χωρίς σκόνη κι εύκολα ευρισκόμενο. Το σχισμένο χαρτί ή χαρτομάντιλο και το επεξεργασμένο βότσαλο αραβοσίτου είναι όλα κατάλληλα. Βεβαιωθείτε ότι το πριονίδι και το αλεσμένο βότσαλο αραβοσίτου δεν έχουν μούχλα ή άλλους ρύπους πριν τη χρήση. Μη χρησιμοποιείτε πριονίδι κέδρου ή πριονίδι με άρωμα χλωροφύλλης – αυτά τα υλικά έχουν συσχετιστεί με αναπνευστικές και ηπατικές ασθένειες στα τρωκτικά. Παρέχετε τουλάχιστον 5 εκατοστά στο κλουβί για φυσιολογική σκαπτική συμπεριφορά. Το βαμβάκι και το χαρτομάντιλο είναι άριστα υλικά φωλιάς.
Καλύτερο είναι να στεγάζετε τα χάμστερ μεμονωμένα. Τα ενήλικα θηλυκά χάμστερ τείνουν να είναι πολύ επιθετικά μεταξύ τους και δε θα πρέπει ποτέ να στεγάζονται μαζί. Επιπροσθέτως, τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα κι επιθετικότερα από τα’αρσενικά, έτσι τα’αρσενικά θα χρειαστεί συνήθως να χωριστούν αμέσως μετά το ζευγάρωμα. Τα’αρσενικά μπορεί επίσης να μαλώσουν αν στεγαστούν μαζί, αλλά τείνουν να είναι λιγότερο επιθετικά από τα θηλυκά.
Το κλουβί και τα πρόσθετα του κατοικιδίου σας χάμστερ θα πρέπει να καθαριζονται καλά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Όταν υπάρχουν νεογέννητα, εντούτοις, περιμένετε, μέχρι να φτάσουν τουλάχιστον τις δύο εβδομάδες για να καθαρίσετε το κλουβί. Μπορεί να θέλετε να καθαρίζετε πιο συχνά από μια φορά την εβδομάδα ανάλογα με τον αριθμό των ζώων στο κλουβί, τον τύπο του υλικού υποστρώματος που χρησιμοποιείται, και το σχεδιασμό και μέγεθος του κλουβιού. Είναι καλύτερο να καθαρίζετε ένα κλουβί με ζεστό νερό και ένα μη τοξικό απολυμαντικό ή απορρυπαντικό. Βεβαιωθείτε ότι έχετε ξεπλείνει όλα τα ίχνη του απολυμαντικού ή του απορρυπαντικού. Τα μπουκάλια του νερού και τα πιάτα της τροφής θα πρέπει να καθαρίζονται και ν’απολυμαίνονται καθημερινά.

Αναπαραγωγή
Ο διαχωρισμός του φύλου είναι αρκετά φανερός στα χάμστερ. Τα ενήλικα αρσενικά χάμστερ διαθέτουν μεγάλους εμφανείς όρχεις λίγο κάτω απ’την ουρά τους. Συχνά το μέγεθος των όρχεων είναι ανησυχιτικό όταν πρωτοπαρατηρηθούν και μπορεί να συγχυστούν με όγκους. Επιπλέον, το γενετικοουροποιητικο-πρωκτικό διάστημα είναι πολύ μεγαλύτερο στ’αρσενικά απ’ό,τι στα θηλυκά, κάνοντάς εύκολη τη διαφοροποίηση του φύλου στα νεαρά χάμστερ.
Τα θηλυκά χάμστερ μπορούν ν’αναπαραχθούν σε ηλικία 6-10 εβδομάδων. Τα’αρσενικά χάμστερ μπορούν ν’αναπαραχθούν σε ηλικία 10-14 εβδομάδων. Όταν το θηλυκό φτάνει σε οίστρο, θ’αρχίσει να παίρνει στάση ζευγαρώματος με ταλαντευόμενη ράχη και σώμα τεντωμένο. Όταν χαϊδευτεί πάνω στη ράχη, θα παραμείνει ακίνητη και θα ταλαντεύσει τη ράχη της ακόμα περισσότερο. Μια λεπτή βλένα θα παρατηρηθεί να βγαίνει από το αιδοίο της. Για το ζευγάρωμα, τοποθετήστε το αρσενικό στο κλουβι του θηλυκού περιπου μια ώρα πριν το σκοτάδι. Παρατηρείτε στενά το ζευγάρι γι’αναπαραγωγικη δραστηριότητα ή μάλωμα. Τα θηλυκά μπορεί να είναι πολύ επιθετικά προς τ’αρσενικά και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρούς τραυματισμούς. Στο πρώτο σημάδι επιθετικότητας, χωρίστε τα ζώα, και προσπαθήστε ξανά την επόμενη νύχτα. Αφαιρέστε το αρσενικό ύστερα από ένα επιτυχημένο ζευγάρωμα. Προτείνεται το κλουβί να καθαριστεί δύο εβδομάδες μετά το ζευγάρωμα έτσι ώστε να είναι καθαρό όταν έρθουν τα μικρά.
Ο χρόνος κύησης είναι βραχύς στα χάμστερ, διαρκώντας μόνο 15-16 ημέρες. Λίγο πριν τη γέννα, η αναμένουσα μητέρα θα γίνει ανήσυχη και μπορεί να βγάλει μια μικρή ποσότητα αίματος από το αιδοίο της. Μη χειρίζεστε ή ενοχλείτε την αναμένουσα μητέρα σ’αυτήν την κατάσταση.
Ο αριθμός της τοκετοομάδας κειμαίνεται μεταξύ 5-10 μικρά. Εντούτοις, δεν είναι ασυνήθιστες και μεγαλύτερες γέννες. Τα μικρά γεννιούνται άτριχα με τα μάτια και τα’αυφτιά τους κλειστά. Έχουν ήδη τα μπροστινά τους δόντια, γνωστά ως κοπτήρες. Παρέχετε πολύ υλικό φωλιάς και υπόστρωμα για τη νέα μητέρα και τα μικρά. Αρκετή ποσότητα φρέσκης τροφής και νερού θα πρέπει να είναι διαθέσιμα πριν γεννηθούν τα μικρά. Μην ενοχλείτε τη μητέρα και τα μικρά για κανένα λόγο κατά την πρώτη εβδομάδα μετά τη γέννα. Όταν μια μητέρα χάμστερ αισθάνεται ότι απειλείται, είναι συχνό να σκοτώσει και να κανιβαλίσει τα μικρά της. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να βάλει τα μικρά μέσα στους παρειακούς σάκους της και να τα μεταφέρει μανιωδώς γύρω στο κλουβί, ψάχνοντας ένα ασφαλές μέρος για να κάνει μια φωλιά. Περιστασιακά, τα μικρά θα ασφικτιήσουν ως αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας, ιδίως αν η ενόχληση είανι παρατεταμένη.
Τα νεαρά χάμστερ αρχίζουν να τρώνε στερεά τροφή σε ηλικία 7 με 10 ημερών, αλλά δεν απογαλακτίζονται μέχρι τις 21-25 ημέρες. Παρέχετε τακτικά τροφή στον πυθμένα του κλουβιού για τα μικρά και περιλάβετε επίσης μουσκεμένους, μαλακωμένους σβόλους. Βεβαιωθείτε ότι το μπουκάλι του νερού είναι αρκετά χαμηλό για να το χρησιμοπιήσουν τα απογαλακτισθέντα μικρά κι ότι είναι αρκετά δυνατά για να το χρησιμοποιήσουν. Εάν δεν είναι αρκετά δυνατά, παρέχετε γι’αυτά μια εναλλακτική πηγή νερού.

Ασθένειες και σύνδρομα των χάμστερ

Υγρή ουρά (βακτηριακή ιλεΐτιδα)
Η πιο κοινή βακτηριακή λοίμωξη στα χάμστερ είναι η υγρή ουρά. Η ακριβής αιτία της ασθένειας δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά έχουν αναφερθεί ελοχεύουσες μολύνσεις με βακτήρια Campylobacter. Άλλοι προδιαθετικοί παράγοντες όπως ακατάλληλη διατροφή, ξαφνικές διατροφικές αλλαγές, υπερπληθυσμός, κι άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες ευθύνονται για την πρόκληση της ασθένειας.

Η υγρή ουρά επηρεάζει συνήθως πρόσφατα απογαλακτισμένα χάμστερ μεταξύ ηλικιών των 3-6 εβδομάδων, αλλά τα χάμστερ όλων των ηλικιών είναι επιρρεπή. Αυτή είναι μια κοινή ασθένεια που συναντάται σε πρόσφατα αποκτηθέντα κατοικίδια. Το μακρύτριχο χάμστερ αρκουδάκι φαίνεται να είναι πιο ευπαθές από άλλες ποικιλίες χάμστερ.
Αυτή η ασθένεια συχνά χτυπά με πολύ λίγες προειδοποιήσεις. Ο θάνατος μπορεί να επέλθει μέσα σε 1-7 ημέρες μετά την έναρξη της υδαρής διάρροιας. Άλλα σημεία της ασθένειας περιλαμβάνουν πατημένη γούνα γύρω απ’την ουρά, απεριποίητο τρίχωμα, καμπουριαστή στάση, απώλεια όρεξης, αφυδάτωση, ισχνότητα, κι ευερεθιστότητα. Αίμα απτο ορθό και πρόπτωση του ορθού μπορεί να παρατηρηθεί σε κάοιες προχωρημένες περιπτώσεις. Εάν το χάμστερ σας δείχνει κάποια απ’αυτά τα σημεία, επικοινωνήστε με τον κτηνίατρό σας αμέσως. Ειδικά αντιβιωτικά και υποστηρικτική φροντίδα μπορει να δοκιμαστούν για τη θεραπεία της υγρής ουράς, αλλά δυστυχώς, ο θάνατος επέρχεται σε λίγες μολις μέρες στις περισσότερες περιπτώσεις.
Απώλεια τριχών (αλοπεκία)
Απώλεια τριχών μπορεί να συμβεί για διάφορους λόγους στα χάμστερ και μπορεί να οφείλεται και σε παθολογικές και σε μη παθολογικές καταστάσεις. Συνεχόμενο ξύσιμο στις ταΐστρες ή στις πλευρές του κλουβιού και κούρεμα (μάσημα τριχών απ’άλλα άτομα του κλουβιού) είναι παραδείγματα από μη παθολογικές αιτίες της αλοπεκίας. Προσβολή από δημοδικοειδη ακάραια είναι από τις κοινότερες μολυσματικές αιτίες της κατά τόπους αλοπεκίας και του σκληρού δέρματος στα χάμστερ. Άλλες παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια τριχών περιλαμβάνουν επινεφρικούς όγκους, ανεπάρκεια του θυραιοειδούς, και χρόνια νεφρική πάθηση. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ενώ άλλες δεν είναι.
Ασθένειες της μεγάλης ηλικίας (γηριατρικές παθήσεις)
Τα χάμστερ τείνουν να έχουν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής όταν συγκρίνονται μ’άλλα είδη. Το μέσο προσδόκιμο ζωής για ένα χάμστερ είναι μεταξύ 2-3 χρόνων. Γι’αυτόν το λόγο, διαταραχές της γήρανσης δεν είναι ασυνήθιστες σ’αυτά τα ζώα. Δύο από τις πιο κοινές γηριατρικές ασθένειες των χάμστερ είναι η αμυλοείδωση (απόθεση πρωτεΐνών σε διάφορα όργανα) και καρδιακή θρόμβωση (θρόμβοι αίματος στην καρδιά). Η θεραπεία αυτών των παθήσεων περιλαμβάνει τη διαχείριση των κλινικών σημείων αφού θεραπείες δεν υπάρχουν. Οι περισσότερες γηριατρικές ασθένειες δεν είναι θεραπεύσιμες και συχνά οδηγούν στο θάνατο του χάμστερ.
Η αμυλοείδωση είναι μια πάθηση οπου πρωτεΐνες παραγόμενες από το σώμα αποτίθενται σε διάφορα όργανα, κυρίως το ήπαρ και τα νεφρά. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια συμβαίνει συχνά ως αποτέλεσμα αυτών των πρωτεϊνικών αποθέσεων. Πολλά άλλα όργανα επίσης επηρεάζονται, και οι αλλαγές είναι μη αναστρέψιμες. Σημεία αυτής της πάθησης περιλαμβάνουν πρησμένη κοιλιά, προβλήματα του ουροποιητικού, αφυδάτωση, κακή όρεξη, και σκληρό τρίχωμα. Η υποστηρικτική φροντίδα είναι η μόνη θεραπεία αφού αυτή η πάθηση είναι τελικά τερματική.
Οι θρόμβοι αίματος στην καρδιά συνήθως εμφανίζονται στην αριστερή πλευρά της καρδιάς σε γηραιότερα χάμστερ. Πολύ παράγοντες εμπλέκονται στο σχηματισμό αυτών των θρόμβων συμπεριλαμβανομένων θρομβωτικών διαταραχών, καρδιακής ανεπάρκειας, και κυκλοφορούσας βακτηριακής μόλυνσης.
Πολλές άλλες γηριατρικές ασθένειες εμφανίζονται στα χάμστερ πάνω από την ηλικία του 1 έτους. Ασθένειες του ήπατος και των νεφρών δεν είναι ασυνήθιστες σε μεσήλικά και γηραιότερα χάμστερ. Άλλες κοινώς απαντώμενες παθήσεις είναι στομαχικά έλκη, όγκοι, κι οδοντικές ασθένειες.

Υπάρχει μόνο ένα μικρό λάθος: το ζώο αυτό είναι ασιατικό είδος και δε συναντάται στη νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως λέει. Το ευρωπαϊκό χάμστερ είναι ένα άλλο διαφορετικό είδος, κατά πολύ μεγαλύτερο από το συριακό, που απαντάται όμως σε πολύ βορειότερες περιοχές και σχεδόν ποτέ δε διατηρείται ως κατοικίδιο.

Εκτροφή ποντικών

λευκά εργαστηριακά ποντίκια

Από:
εδώ

Μετάφραση: Bolko

Εκτροφή και αναπαραγωγή ποντικιών ως τροφή για ερπετά

Του Edward M. Craft

Κάποτε κάποια στιγμή κάθε κάτοχος σαρκοφάγου ερπετού θ’αποφασίσει ότι θέλει να προσπαθήσει να εκθρέψει ποντίκια για χρήση ως τροφή. Αν κι αυτό είναι ένας χρήσιμος τρόπος για την επίλυση του προβλήματος της σταθερής παροχής τροφής δεν είναι για τον καθένα. Τα ποντίκια χρειάζονται τόση δουλειά για να εκτραφούν όση και τα ίδια τα ερπετά. Τα ποντίκια επίσης θα πρέπει να ταϊζονται κι αυτό το κόστος θα πρέπει να συνυπολογιστή όταν ζυγίζετε το κόστος της εκτροφής ή της αγοράς τους.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να’χετε κατά νου όταν εκτρέφετε κι αναπαράγετε ποντίκια ως τροφή είναι ότι θα πρέπει να τα μεταχειρίζεστε τόσο καλά όσο και τα ερπετά για τα οποία θ’αποτελέσουν τροφή. Αυτό θα βοηθήσει στην πρόληψη της μετάδοσης ασθενειών και παρασίτων στο ερπετό σας και δεν είναι επίσης απάνθρωπο για το θήραμα. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος για το προσκότωμα των ποντικιών πριν το τάισμα, μειώνει τον κίνδυνο τραυματισμού του ερπετού και είναι πιο ανθρώπινο για το θήραμα.
Η στέγαση μπορεί να επιτευχθεί έχοντας τα ποντίκια σ’ένα ενυδρείο 50 λίτρων. Φθηνά εργαστηριακά κλουβιά σχεδιασμένα ειδικά για ποντίκια μπορούν επίσης ν’αγοραστούν και είναι διαθέσιμα από τα περισσότερα εξειδικευμένα για ερπετά καταστήματα ή από παραγγελία από το Διαδίκτυο. Πριονίδι πεύκου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα ή εφημερίδα. Η εφημερίδα είναι φθηνότερη, αλλά λερώνεται εύκολα και χρειάζεται συχνότερο καθάρισμα. Το πριονίδι κέδρου δε θα πρέπει ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα, αφού είναι γνωστό ότι είναι επιβλαβές για τα ποντίκια. Ένα μπουκάλι νερού θα πρέπει να παρέχεται και μπορεί ν’ασφαλιστεί καλύτερα στο εσωτερικό του κλουβιού με ταινίες από Velcro.
Τα ποντίκια θα πρέπει να ταϊζονται με ποικιλία τροφής όπως τροφή για χάμστερ ή άλλα μικρά τρωκτικά, τροφή εργαστηρίου και λίγη τροφή για σκύλους. Όλα αυτά μπορούν ν’αγοραστούν από τα περισσότερα μεγάλα καταστήματα και καταστήματα κατοικιδίων. Μια σταθερή παροχή τροφής θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε.
Το κλουβί θα μπορεί να στεγάσει 4 θηλυκά προς 1 αρσενικό. Όταν το αρσενκό έχει ζευγαρώσει με το θηλυκό, το θηλυκό θα πρέπει ν’απομακρυνθεί από την ομάδα. Θα περάσουν περίπου 21 μέρες μέχρι το θηλυκό να γεννήσει 5-15 μικρά. Το μέσο μέγεθος γέννας είναι 15 μικρά με κάποια θηλυκά να γεννούν έως και 20 ανάλογα με την ηλικία και τη γενική τους υγεία. Μετά από περίπου 21 μέρες τα μικρά θα πρέπει να έχουν απογαλακτιστεί και θα τρώνε μόνα τους. Το θηλυκό μετά μπορεί να μεταφερθεί στο ομαδικό κλουβί. Σε περίπου 45 μέρες τα μικρά θα έχουν ενηλικιωθεί.
Το καθάρισμα του κλουβιού θα πρέπει να γίνεται 1-2 φορές την εβδομάδα. Πετάξτε το υπόστρωμα και πλείνετε τα κλουβιά με σαπούνι και ένα ελαφρύ διάλυμα χλωρίνης και νερού. Είναι σημαντικό να βεβαιωθείτε ότι το κλουβεί είναι πολύ καλά ξεπλειμένο και στεγνωμένο πριν τοποθετήσετε το υπόστρωμα και τα ποντίκια πίσω. Βεβαιωθείτε ότι το καπάκι του κλουβιού είναι ασφαλισμένο πάντοτε. Τα ελεύθερα ποντίκια δεν είναι μόνο δύσκολο να πιαστούν, αλλά μπορεί ν’αναπαραχθούν μέσα στο σπίτι σας.
Αν και οποιουδήποτε χρώματος ποντίκια είναι καλά, είναι τα λευκά εργαστηριακά ποντίκια που φαίνεται να είναι να είναι τα’ανθεκτικότερα και τείνουν να είναι παραγωγικότερα. Ένα ποντίκι κατά μέσο όρο θα συνεχίσει ν’αναπαράγεται για περίπου 1 χρόνο. Τα θηλυκά θα πρέπει ν’αντικαθίστανται περίπου κάθε χρόνο, ενώ τα’αρσενικά περίπου κάθε ενάμισι.
Η θερμοκρασία είναι πολύ σημαντική και τα ποντίκια θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δωμάτιο όπου η θερμοκρασία είναι περίπου 18-21 βαθμούς. Θερμοκρασίες πάνω από τους 21 τείνουν να μειώνουν την παραγωγικότητά τους, κι αν παραμείνουν σε θερμοκρασίες πάνω από τους 21 βαθμούς για πολύ στο τέλος θα πεθάνουν.
Η υπομονή είναι το κλειδί και ίσως θα πρέπει να πειραματιστείτε λίγο με τη βασική ιδέα για να βρείτε μια μέθοδο η οποία θα είναι και αποτελεσματική και βολική για σας.

Σημείωση: Σ’άλλες πηγές δεν συνίσταται η απομάκρυνση του γονιμοποιημένου θηλυκού από την αποικία, αλλά του αρσενικού. Υπάρχει η πιθανότητα, αν το θηλυκό ενοχληθεί μόλις έχει γεννήσει, να κανιβαλίσει τα μικρά του. Επίσης, αυτή η υψηλή παραγωγικότητα των 15 μικρών και άνω είναι συνηθέστεροι σε τύπους εργαστηριακών ποντικών, παρά σε κοινούς. Γι’αυτό και είναι καλύτερα τα εργαστηριακά. Σύμφωνα με άλλους, δεν απαιτείται αφαίρεση κανενός από μια σταθερή αποικία που δεν ενοχλείται πολύ. Σύμφωνα μ’άλλες πηγές η θερμοκρασιακές τους αντοχές είναι ευρύτερες. Πάντως η θερμοκρασία δε θα πρέπει να παραμένει σχετικά υψηλή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μέθοδοι θανάτωσης των ποντικιών υπάρχουν πολλές όπως πέταγμα σε τοίχω – δεν προτείνεται, αλλά έχει γίνει -, σπάσιμο του αυχένα, ή, το καλύτερο, θανάτωση με διοξείδιο του άνθρακα. Μετά μπορούν να καταψυχθούν για χρήση αργότερα. Αλλιώς μπορούν να προσφερθούν ζωντανά στα ερπετά, αλλά τότε υπάρχει η πιθανότητα το ποντίκι από το φόβο του να επιτεθεί στο ερπετό και να το τραυματίσει.
Οικονομικότερο για ένα ή μια μικρή συλλογή σαρκοφάγων ερπετών (κυρίως φίδια, αλλά και κάποιες μεγάλες σαύρες) είναι η παραγγελία κάποιας ποσότητας έτοιμων κατεψυγμένων ποντικιών, τα οποία μπορούν να διατηρηθούν γι’αρκετό χρονικό διάστημα στην κατάψυξη και δεν πιάνουν πολύ χώρο.
Μια ακόμα πηγή για την εκτροφή ποντικών:
εδώ
Η ορολογία που χρησιμοποιείται για τα έτοιμα κατεψυγμένα είναι η εξής: pinky για το νεογέννητο ροζ ποντικάκι, fuzzy για το μεγαλύτερο που έχει βγάλει χνούδι, hopper για το ακόμα μεγαλύτερο που όμως δεν έχει ενηλικιωθεί, και adult για το ενήλικο.
Εγώ πάντος δε θα μπορούσα να θανατώσω αυτά τα ζεστά και μαλακά ζώα με μουστάκια, ακόμα κι αν ο τρόπος θανάτωσης είναι ανώδυνος. Καλύτερα έτοιμα κατεψυγμένα.

Σημείωση: Οι αρουραίοι είναι διαφορετικά ζώα από τα ποντίκια.

Απέκτησα κουνέλια

Σημείωση: Μπορεί στην αρχή να γράφω για Ορέστη ή για το Λίμπο, αλλά μετά αποδείχθηκε θηλυκό και τ’όνομά του είναι η Λίμπο.

η Λίμπο 20/2/2011 που τρώει


η Λίμπο το κουνελάκι 9/2/2011: Ήδη έχει μεγαλώσει λίγο από τότε που την πήραμε.


η Λιμπο που ξεκουράζεται.


η Λίμπο στο κλουβί της

Πριν από 4 μέρες, το Σάββατο στις 22 του μηνός, αποκτήσαμε ένα κατοικίδιο κουνέλι. Αρχικά το είχε αγοράσει η μητέρα μου για δώρο στο θείο μου ο οποίος έχει μικρά παιδάκια που το ζητούσαν, αλλά τελικά αποφασίσαμε να το κρατήσουμε. Είναι αρσενικός, περίπου δυόμισι μηνών και η μητέρα μου το ονόμασε Ορέστη, γιατί είναι όνομα που της αρέσει και ήθελε έτσι να βαφτίσει εμένα. Μετά από δύο μέρες μας έδωσαν κάποιοι που εκτρέφουν πολλά ένα κουνελάκι νάνο πάλι αρσενικό και περίπου ίδιας ηλικίας. Αυτόν θέλουν να το δώσουν στα ξαδερφάκια αυτά, όμως μου έχει γίνει το αγαπημένο κουνελάκι.
Και τα δύο είναι άσπρα. Το ένα έχει καφέ αφτιά, λίγο καφε΄στη ράχη και μαύρα μάτια, ενώ ο νάνος ροζ αφτιά και κόκκινα μάτια. Ίσως είναι αλμπινάκι. Η διαφορά μεγέθους δεν είναι πολύ έντονη σ’αυτήν την ηλικία ακόμα, αλλά ο μεγάλος συνήθως επιτίθεται στο νάνο όποτε το βρίσκει, στην αρχή το έκανε περισσότερο. Ίσως όμως ο μεγάλος που μας τον πούλησαν σαν νάνο είναι στην πραγματικότητα διασταύρωση ανάμεσα σε νάνο και κανονικό όπως διάβασα, οπότε δε θα γίνει ούτε τεράστιο κουνέλι, ούτε νανάκι. Τα περισσότερα κουνέλια που πουλάνε στα καταστήματα κατοικιδίων ως νανάκια είναι τέτοια.
Τα κουνελάκια ζουν φυσικά σε ξεχωριστά κλουβιά με ειδικό υπόστρωμα από πέλετσ πριονιδιού από κάτω, ένα πήλινο μπολ φαγητού και ένα μπουκαλάκι νερού. Συνήθως μέσα έχουν και χαρτιά που τους βάζω εγώ για ν’απασχολούνται.
Στην αρχή δεν τα πολυήθελα και ίσως κάπως τα φοβόμουν και τ’απέφευγα όμως σιγά-σιγά άρχισα να τα συμπαθώ όλο και περισσότερο. Τώρα τα έχω αγαπήσει, ιδιαίτερα το νανάκι το οποίο είναι και το πιο φιλικό.
Τα δύο κουνελάκια έχουν διαφορές στο χαρακτήρα τους. Ο Ορέστης, ο μεγάλος, είναι αρκετά νευρικός όταν τον βάζω και το βγάζω από το κλουβί. Μπορεί να τινάζεται και να γρατσουνάει. Όταν τον αφήνω ελεύθερο έξω τρέχει, πηγαίνει παντού και δε θέλει να τον πιάνεις. Μέσα στο κλουβί του όμως αφήνει να το χαϊδέψεις. έχει την τάση ν’αφοδεύει αρκετές φορές όποτε βρίσκεται έξω. Ευτυχώς τα κόπρανα των κουνελιών είναι στερεά και μαζεύονται εύκολα. Την έτοιμη τροφή, που άλλωστε έχει συνηθίσει από τότε που απογαλακτίστηκε, την τρώει αμέσως, ενώ για τα λαχανικά και το τριφύλλι ακόμα κάνει λίγο χρόνο να τ’αναγνωρίσει. Όταν τον πρωτοπήραμε μας φοβόταν πολύ και έτρεμε και όταν το βγάζαμε έτρεχε παντού και πηδούσε πολύ. Τώρα δε φοβάται και έχει κάπως ηρεμήσει. Τα χαρτιά που του δίνω τα σχίζει, τα πετάει με δύναμη, μπαίνει από κάτω και τα μασουλάει, αλλά δεν τρώει πολύ από αυτά. Ο νανούλης είναι πιο ήρεμος, αλλά αυτό μπορεί να είναι σε κάποιο βαθμό ψευδαίσθηση λόγω μικρότερου μεγέθους και άρα λιγότερης δύναμης. Είναι όμως πιο φιλικός και πολλές φορές μένει ήρεμος έξω από το κλουβί του να το χαϊδέψεις. Μπορείς ακόμα και να το σηκώσεις για λίγο π.χ. αν χρειαστεί να τον μεταφέρεις χωρίς πολύ πρόβλημα. Στην αρχή όταν πρωτοήρθε ήταν εντελώς ήρεμος, αλλά τώρα έχει αρχίσει σιγά-σιγά να ξεθαρρεύει και τρέχει πολύ περισσότερο. Έχει ακόμα την κακή τάση να μασάει ό,τι βρει: χαλιά, έπιπλα, χαρτιά κ.ά. Συνήθως δεν αφοδεύει όταν το βγάζω. Είναι πολύ φαγανός και όταν πλησιάζω, έρχεται στην άκρη του κλουβιού, μερικές φορές σηκώνεται και όρθιος και ακολουθεί το χέρι μου με το κεφάλι του, ελπίζοντας ότι θα του ρίξω κάτι να φάει. Τα χαρτιά που του δίνω δεν τα παίζει τόσο πολύ όμως τα τρώει αρκετά. Έχει φάει ως και μισό χαρτί μπρέιλ.
Όταν βρίσκονται και τα δύο μαζί, συνήθως ο Ορέστης κυνηγάει το νάνο. Μερικές φορές έχουν κάτσει δίπλα-δίπλα χωρίς να μαλώνουν. Όταν έχουν κουραστεί από το πολύ τρέξιμο και κυνηγητό, ξαπλώνουν κάτω χωρίς να ενοχλεί το ένα το άλλο. Μια φορά έκανα το λάθος να τα βάλω και τα δύο στο ίδιο κλουβί, για να δω αν αυτό μπορεί να γίνει σε επείγουσες καταστάσεις. Το μεγάλο κυνηγούσε γύρω-γύρω το μικρούλι και και τα δύο έβγαζαν φωνούλες. Τα χώρισα αμέσως. Αργότερα μου είπαν ότι δυο αρσενικά κουνέλια συνήθως δεν τα πάνε καλά, ακόμα και αν είναι στειρωμένα, και ότι υπάρχει η μικρή πιθανότητα το ένα ακόμα και να σκοτώσει το άλλο. όμως συνήθως Δύο στειρωμένα κουνέλια του αντίθετου φύλου συμβιώνουν αρμονικά μεταξύ τους, που αυτός είναι και ο προτιμιτέος συνδυασμός.
Μέσα στα κλουβιά τους περνούν το χρόνο τους είτε ακίνητα είτε κινούμενα ή παίζοντας με τα χαρτιά που τους δίνω. Όταν κοιμούνται ξαπλώνουν τεντωμένα, αλά μπορούν να ξυπνήσουν με τον παραμικρό θόρυβο. Τελικά το «λαγοκοιμάμαι» ισχύει. Έχω επίσης προσέξει ότι όταν ακούνε έναν μακρινό ήχο στρέφουν το αφτί της πλευράς όπου ακούγεται ο ήχος προς τα εκεί. Γενικά προσπαθώ ν’αποφεύγω να τα τρομάζω. Αυτό είναι σημαντικό γιατί τα κουνέλια είναι θηράματα πολλών αρπακτικών ζώων στη φύση και γι’αυτό βρίσκονται συνεχώς σε επιφυλακή. Γι’αυτό το λόγο το τρόμαγμα τους δημιουργεί φόβο και στρες και έτσι η εξημέρωσή τους γίνεται πιο δύσκολη.
Τα ταΐζω κυρίως έτοιμη κουνελοτροφή και άχυρο τριφιλλιού με λαχανικά και αγριόχορτα για ποικιλία. Έχω διαβάσει παντού ότι χρειάζονται πολύ άχυρο για τις απαραίτητες φυτικές ίνες και την ομαλή λειτουργία του εντέρου. Τα λαχανικά θα πρέπει να εντάσσονται σταδιακά στο διαιτολόγιο των νεαρών κουνελιών, γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος ανισορροπίας του πεπτικού συστήματος και διάρροιας.
Έψαξα πολύ στο διαδίκτυο για τα κουνέλια. Ανάμεσα στις πολλές σελίδες που βρήκα είναι και ένα ιστολόγιο για τη
φροντίδα των κατοικιδίων κουνελιώντο οποίο, αν και δεν έχει ανανεωθεί από το 2008, περιέχει όλα τα βασικά για τη σωστή φροντίδα των κουνελιών και πολλά παραπάνω. Έχω βρει και μια
μεγάλη αμερικανική σελίδα.Ενεγράφηκα επίσης σ’ένα
φόρουμ για κουνέλια.
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα κάποιες ενδιαφέρουσες επιστημονικές και λοιπές πληροφορίες για τα κουνέλια. Τα εκτρεφόμενα κουνέλια ανήκουν στο είδος του ευρωπαϊκού κουνελιού, τον ορυκτόλαγο τον κόνικλο (oryctolagus cuniculus). Κόνικλος ήταν το κουνέλι στα αρχαία ενώ cuniculus στα λατινικά. Κατάγονται από την Ιβηρική Χερσόνησο, αλλά αργότερα εξαπλώθηκαν από τον άνθρωπο σχεδόν σ’όλες τις ηπείρους του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Αυστραλίας όπου έχουν προκαλέσει οικολογική ανισορροπία. Παρόλα αυτά, ο αρχικός τους πληθυσμός στην Ιβηρική Χερσόνησο κινδυνεύει με εξαφάνιση.
Το μήκος τους κειμαίνεται από 35-45 εκ. και το βάρος τους από 1,3-2,2 κιλά, αν και με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν δημιουργηθεί ράτσες με πολύ μεγαλύτερες ή και λίγο μικρότερες διαστάσεις. Έχουν ωοειδές σώμα και δυνατά άκρα με νύχια που τα διευκολύνουν στο σκάψιμο. Στα μπροστινά άκρα έχουν 5 δάχτυλα (το ένα είναι ατροφικό), ενώ στα πίσω 4. Τα πίσω άκρα είναι μεγαλύτερα και δυνατότερα από τα μπροστά και χρησιμεύουν στα άλματα. Τα αφτιά τους είναι αρκετά μεγάλα και η ακοή τους οξεία. Η όρασή τους είναι ειδικευμένη στο να βλέπει γύρω και ψηλά. Όλες αυτές είναι προσαρμογές για τον έγκαιρο εντοπισμό και την αποφυγή των πολλών εχθρών τους. Το χρώμα των άγριων ποικίλει από γκρι, καφέ ή μπεζ, ενώ στα εκτρεφόμενα το άσπρο είναι πιο διαδεδομένο. Με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν επιτευχθεί επίσης και πάμπολλοι άλλοι χρωματικοί συνδυασμοί σπάνιοι στη φύση.
Στη φύση ζουν κατά αποικίες σε πολύπλοκα υπόγεια συστήματα συνδεδεμένων λαγουμιών. Δραστηριοποιούνται κυρίως το πρωί και το σούρουπο. Είναι αυστηρά φυτοφάγα ζώα, και η πέψη τους γίνεται κατά ένα μοναδικό τρόπο: Η τροφή του κουνελιού, αφού περάσει από το στομάχι και το λεπτό έντερο όπου πέπτεται ημιτελώς, περνά στο παχύ έντερο όπου διαχωρίζεται στα άχρηστα περιττώματα που αποτελούνται κυρίως από άπεπτες ίνες και στη μισοχωνεμένη τροφή η οποία πέπτεται στο τυφλό έντερο (τη δική μας ατροφική σκωληκοειδή απόφυση). Όταν το κουνέλι είναι ανενόχλητο, κυρίως το βράδυ, αφοδεύει αυτά τα περιττώματα και τα ξανατρώει για να προσλάβει τα εναπομείναντα θρεπτικά συστατικά τα οποία θ’απορροφήσει από το λεπτό έντερο. Οι κοπτήρες του κουνελιού μεγαλώνουν καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, γι’αυτό θα πρέπει να ροκανίζει σκληρά αντικείμενα για να τα κρατά κοφτερά και στο κατάλληλο μήκος. Επειδή η επιγλωττίδα του κουνελιού κλείνει το πίσω μέρος του στόματός του όταν δεν καταπίνει, αναπνέει μόνο από τη μύτη. Τα κουνέλια επίσης δεν μπορούν να κάνουν εμετό. Ο εγκέφαλός τους έχει κατά μέσο όρο 5 εκ. μήκος και 12 γραμμάρια βάρος.
Η πολλή ζέστη μπορεί να τα προκαλέσει θερμοπληξία εύκολα. Ο χειρότερος συνδυασμός είναι ζέστη με υγρασία. Αρχίζουν να δυσφορούν όταν η θερμοκρασία πλησιάζει τους 30 βαθμούς Κελσίου, αλλά αντέχουν κρύο ως και αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν με την κατάλληλη μόνωση. Το περιβάλλον που προτιμούν είναι δροσερό και σχετικά ξηρό.
Τα κουνέλια ωριμάζουν γεννητικά στους 3-8 μήνες της ζωής τους, ανάλογα με το φύλο και τη ράτσα. Συνήθως τα θηλυκά ωριμάζουν νορίτερα από τ’αρσενικά και οι μικρές ράτσες νορίτερα από τις μεγαλύτερες. Η περίοδος αναπαραγωγής διαρκεί περίπου 8 μήνες, από Φεβρουάριο ως Οκτώβριο, μέσα στην οποία το θηλυκό μπορεί να γεννά συνεχόμενα. Τα αρσενικά οριοθετούν περιοχές τις οποίες προστατεύουν από τους εισβολείς. Η εγκυμοσύνη του θηλυκού διαρκεί κατά μέσο όρο 31 ημέρες και γεννά 2-12 μικρά. Τα μικρά στην αρχή είναι τυφλά και γυμνά. Το θηλυκό τα επισκέπτεται μια φορά τη μέρα για να τα θηλάσει. Σε 10 μέρες ανοίγουν τα μάτια τους, σε 2 εβδομάδες μπορούν να φάνε στερεά τροφή και σε 4-6 εβδομάδες απογαλακτίζονται. Συνήθως κάθε ζευγάρωμα είναι επιτυχημένο επειδή, αντίθετα με τα περισσότερα θηλαστικά, τα θηλυκά κουνέλια δεν περνούν από οίστρο, αλλά έχουν ωορηξία μετά το ζευγάρωμα (παρακινούμενη ή επαγόμενη ωορηξία). Ζουν 8-12 χρόνια στην αιχμαλωσία, αλλά στη φύση πολύ λίγότερο, εξαιτίας των θηρευτών.
Τα κουνέλια έχουν προ πολλού (το 1885) μεταφερθεί από τα τρωκτικά στη συγγενική τάξη των λαγόμορφων μαζί με τους λαγούς. Η κύρια διαφορά τους είναι ότι έχουν 4 κοπτήρες στην άνω σιαγόνα, σε αντίθεση με τα τρωκτικά που έχουν μόνο 2. Επομένως, τα κουνέλια και οι λαγοί δεν είναι τρωκτικά αντίθετα μ’αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι γιατί γράφεται και ξαναγράφεται, αλλά κοντινοί συγγενείς τους.
Άρχισαν να εκτρέφονται συστηματικά από τον άνθρωπο από το Μεσαίωνα. Εκτρέφονται κυρίως για το κρέας τους, το οποίο είναι πολύ ελαφρύ και άπαχο, για τη γούνα τους, και κάποιες ποικιλίες όπως τα Αγκύρας (ανγκορά) για το μαλλί τους. Στην ιατρική χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αντισωμάτων για εμβόλια και για έρευνες πάνω στην τοξικολογία του αρσενικού αναπαραγωγικού συστήματος. Κατοικίδια άρχισαν να γίνονται μόλις το 19ο αι. Από τότε, με την επιλεκτική αναπαραγωγή, έχουν παραχθεί πολλές ράτσες με μεγάλη ποικιλία στο μέγεθος, στο σχήμα, στο χρώμα και στο τρίχωμα π.χ. νάνοι. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εκτροφείς κατοικιδίων κουνελιών, ό,τι κουνέλι πωλείται στα καταστήματα κατοικιδίων προέρχεται από το εξωτερικό.
Τα εκτρεφόμενα κουνέλια παρουσιάζουν κάποιες διαφορές σε σχέση με τα άγρια. Εκτός του ότι εμφανίζουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία στην εμφάνιση, είναι πιο ήρεμα στη συμπεριφορά και πολύ περισσότερο γόνιμα από τα άγρια.
Είναι πολύ όμορφα και συμπαθητικά ζώα τα κουνέλια. Εγώ, αν και συνηθισμένος στα ερπετά, τα συμπάθησα και μπορούσα να τα χαϊδέψω, να τα πιάνω και να τα ταΐζω χωρίς πρόβλημα σε μερικές μέρες. Θα πρέπει όμως, πριν αποκτήσετε ένα, να είστε σίγουροι ότι θα του παρέχετε τις συνθήκες που χρειάζεται και την επίσκεψη στον κτηνίατρο αν χρειαστεί. Αντίθετα με την άποψη πολλών, τα κουνέλια δεν είναι σαν τα μικρά θηλαστικά όπως τα χάμστερ και τα ποντίκια. Χρειάζονται τακτική αλληλεπίδραση με τους ιδιοκτήτες τους για να κοινωνικοποιηθούν. Χρειάζονται τουλάχιστον 1-3 ώρες άσκησης εκτός κλουβιού καθημερινά, καθώς και παιχνίδια μέσα στο κλουβί για ν’απασχολούνται. Το κλουβί στο οποίο θα περνούν τον περισσότερο χρόνο τους θα πρέπει να είναι ευρύχωρο και ψηλό τόσο ώστε να μπορούν να σηκωθούν στα δύο χωρίς να χτυπούν το κεφάλι τους πάνω. Κάποιοι ωστόσο τα έχουν ελεύθερα μέσα στο σπίτι χωρίς κλουβί σαν γάτες. Επίσης, μπορούν να εκπαιδευτούν να χρησιμοποιούν κουτί για τις ανάγκες τους. Παρόλα αυτά, δεν είναι ζώα σαν τις γάτες και τους σκύλους. Αν και στα περισσότερα κουνέλια αρέσει το χάιδεμα, σχεδόν κανένα δεν θέλει να το σηκώνουν από το έδαφος ή να το πειράζουν συνέχεια. Ακόμα, δεν είναι όλα τα κουνέλια ήρεμα από την φύση τους. Κάποια μπορεί να φαίνονται φιλικά ήδη από την αρχή, άλλα μπορεί να είναι νευρικά και φοβισμένα, ενώ κάποια άλλα μπορεί να εκδηλώσουν ακόμα και επιθετική συμπεριφορά. Με τη σταδιακή εξημέρωσή όμως σχεδόν όλα προσαρμόζονται και γίνονται ειρηνικά.
Αν νομίζετε ότι μπορείτε να φροντίζετε ένα κουνέλι καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, τότε μπορείτε να αποκτήσετε ένα ή και περισσότερα. Είναι θηλαστικό κάπως πιο διαφορετικό και ιδιαίτερο από τα συνηθισμένα.
Νέα των κουνελιών θα προστίθενται στο τέλος του άρθρου.
Ενημέρωση 30/1/2011: Το νανάκι το πήρε τελικά ο θείος μου που μένει στο Βόλο. Μάλλον όμως θα μας το επιστρέψει πάλι σε λίγους μήνες.
Ενημέρωση 3/3/2011: Ο Ορέστης μ’έχει συνηθίσει αρκετά. Τώρα έρχεται δίπλα μου, μ’αφήνει να το χαϊδέψω και μερικές φορές ανεβαίνει πάνω μου και μου δαγκώνει τα ρούχα και τα μαλλιά. Ακόμα και αν τρομάξει στιγμιαία αν κάνω κάποια απότομη κίνηση, μετά ξαναέρχεται. Έχει μάθει να κάνει τις ανάγκες του μέσα στο κλουβί του. Επίσης τώρα τρώει όλες τις τροφές.
Ενημέρωση 27/3/2011: Περισσότερο τον φωνάζω Λίμπο (από το κουνελίμπο) παρά Ορέστη. Επίσης, πρόσφατα, ο Ορέστης έκοψε το τηλεφωνικό καλώδιο ενός τηλεφώνου. Αν ήταν καλώδιο υψηλής τάσης ίσως πάθαινε ηλεκτροπληξία. Γι’αυτό θα πρέεπιε πάντα ν’ασφαλίζεται τα καλώδια ώστε να μην μπορεί να τα βρει το κουνέλι, ακόμα κι αν φαίνεται ότι δεν δαγκώνει πράγματα. Εγώ συνήθως μαζεύω τα καλώδια ή τα σηκώνω ψηλά για να μην τα φτάσει, αλλά επειδή θεώρησα λανθασμένα ότι το συγκεκριμένο κουνέλι δεν τείνει να μασά αντικείμενα και άρα δε θα τα πειράξει, άφησα το τηλεφωνικό καλώδιο που είναι και χαμηλής τάσης απροστάτευτο. Ακόμα, θα πρέπει να προσέχετε όταν παίζεται με το κουνέλι γιατί, δαγκώνοντας τα ρούχα σας, μπορεί κατά λάθος να δαγκώσει κι εσάς. Εμένα με δάγκωσε λίγο μέσα από τη μπλούζα. Ο νανούλης στο Βόλο είναι καλά.
Ενημέρωση 30/4/2011: Πολλές εξελίξεις. Λίγες μέρες πριν φύγω στο χωριό μου στις 20 Απριλίου, Πύργοι Κοζάνης, για το Πάσχα, ο Ορέστης-Λίμπο είχε γίνει πολύ ήρεμος. Ανέβαινε στον καναπέ όπου καθόμουν και γενικά ερχόταν δίπλα μου. Μετά τη μεταφορά όμως έγινε αρκετά ανήσυχος και επιθετικός. Έβγαζε φωνούλες μόλις πήγαινα να τον πιάσω και προσπαθούσε να δαγκώσει. Είχε σχεδόν παλινδρομήσει στην αρχική του κατάσταση, μόνο που τώρα δεν ήταν τόσο φοβισμένοος όσο άγριος. Τον άφησα να ηρεμήσει και την επόμενη μέρα είχε επανέλθει στα φυσιολογικά. Γι’αυτό όταν μεταφέρετε κάπου αλλού ένα κουνέλι με κλουβί μεταφοράς μην περιμένετε από την πρώτη μέρα να είναι άνετο. Αφήστε του κάποιο χρόνο για να ηρεμήσει.
Το άλλο κουνελάκι που βρίσκεται στο Βόλο και το οποίο τα παιδάκια ονόμασαν Πίπη είναι κι αυτό καλά. Ήταν κι αυτό στο χωριό. Έχει μεγαλώσει περισσότερο από το Λίμπο όμως είναι πιο αδύνατο. Ίσως τελικά ο Λίμπο να είναι πραγματικός νάνος και το άλλο κάτι ενδιάμεσο.
Βρέθηκαν λοιπόν και τα δύο κουνέλια πάλι μαζί. Τώρα οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Ο Πίπης κυνηγούσε κι ανέβαινε πάνω στο Λίμπο. Στην αρχή ο Λίμπο ήταν αρκετά φοβισμένος, αλλά αργότερα η σχέση τους κάπως εξωμαλύνθηκε. Διάβασα ότι αυτή η συμπεριφορά των κουνελιών είναι φυσιολογική: όταν γνωρίζονται δύο κουνέλια, το ισχυρότερο μπορεί να παρενοχλεί το λιγότερο ισχυρό κι αργότερα η σχέση τους εξωμαλύνεται, αν και στην περίπτωση του Πίπη και του Λίμπο, επειδή είναι και τα δύο αστείρωτα αρσενικά, ίσως έχουν πάντα προβλήματα. στις αποικίες τους στη φύση δημιουργούνται ιεραρχίες. Επίσης, τα λιγότερο δυνατά άτομα συχνά καθαρίζουν τα κυριαρχικότερα, αν κι αυτές οι σχέσεις μπορεί ν’αντιστραφούν.
Ήδη αρκετά πριν πάει στο χωριό για το Πάσχα ο Λίμπο είχε συνηθίσει να τρώει διάφορες φρέσκες τροφές. Εκτός από την έτοιμη τροφή και τ’άχυρα, του έδινα και φρέσκα αγρωστώδη (στάχυα) σε μεγάλες ποσότητες, μαϊντανό, κοτσάνια από μπρόκολο, καρότο, βάσεις/κορμούς μαρουλιού, κλαδιά και φύλλα αμπελιού κ.ά. κι από φρούτα κόκκινο μήλο και φράουλα. Στο χωριό το διαιτολόγιό του εμπλουτίστηκε με μεγαλύτερη ποικιλία τροφών όπως φρέσκα κλαδάκια τριανταφυλλιάς και βατομουριάς, κλαδιά με μάτια ή φύλλα αχλαδιάς, μουριάς, αμπελιού, φτελιάς, φουντουκιάς, ιβίσκου και ιτιάς, φύλλα φραουλιάς, ραδίκια, σπανάκι (σε μικρή ποσότητα περιέχει οξαλικό οξύ) και πολλά αγρωστώδη. Και τα δύο κουνέλια έτρωγαν τις ίδιες τροφές. Όταν τα έβγαζα να τρέξουν κάτω στα χόρτα, μπορούσαν να βοσκήσουν ό,τι ήθελαν.
Θα πρέπει κάθε φορά που τα δίνεται κάποιο φυτό να είστε απολύτως σίγουροι ότι είναι ασφαλές. Όλα τα παραπάνω φυτά είναι ασφαλή. Δε θα πρέπει παρόλα αυτά να θεωρείται ένα φυτό ασφαλές γιατί κάποιο μέρος του τρώγεται, π.χ. μπορεί το εσωτερικό της πατάτας ή ο καρπός της ντομάτας να είναι ασφαλή, αλλά το υπόλοιπο φυτό είναι τοξικό. Ομοίως και με τα φρούτα όπως το δαμάσκινο, το ροδάκινο, το βερίκοκο ή το κεράσι, μπορεί η σάρκα του φρούτου να είναι ασφαλής, αλλά το κουκούτσι και τα υπόλοιπα μέρη του δέντρου δεν είναι. Στα κουνέλια αρέσει να μασούν κλαδάκια δέντρων, γι’αυτό θα πρέπει να τους δίνεται μερικά από ασφαλή είδη. Έτσι ακονίζουν και τα δόντια τους. Φρούτα όχι σε μεγάλη πόσότητα, γιατί τα πολλά σάκχαρα μπορεί να προκαλέσουν πεπτική ανισορροπία. Το άχυρο τσουκνίδας, όχι η φρέσκια, είναι πολύ θρεπτικό για τα κουνέλια, αλλά ακόμα δεν το έχω ταΐσει.
Στο χωριό είχαμε πολλά παιδάκια. Τα παιδιά αγαπούσαν πολύ τα κουνελάκια, αλλά πολλές φορές δεν τ’άφηναν σε ησυχία. Τα κυνηγούσαν συνεχώς και φώναζαν δυνατά, με αποτέλεσμα τα ζώα να τρομάζουν, να τρέμουν, να κρύβονται, να μην τρώνε εύκολα και να συμπεριφέρονται νευρικά ή επιθετικά. Όταν τα παιδιά έφευγαν τα κουνέλια επανέρχονταν μετά από λίγο στη φυσιολογική τους κατάσταση. Θα πρέπει να το προσέχετε αυτό. Τα κουνέλια είναι θηράματα πολών αρπακτικών στη φύση και στρεσσάρονται με τους δυνατούς θορύβους, τις βίαιες κινήσεις και την έντονη δραστηριότητα. Χρειάζονται επίσης ένα μέρος όπου θα νιώθουν ασφαλή, το οποίο είναι συνήθως το κλουβί τους. Εκεί δεν είναι καλό να παρεμβαίνετε έντονα όταν το κουνέλι βρίσκεται μέσα.
Δεν παρατήρησα μεγάλη αντίδραση όταν ο Λίμπο μεταφέρθηκε πίσω στη Θεσσαλονίκη. Το κλουβί στο οποίο διέμενε παρέμεινε στο χωριό και εδώ τού’χουμε πάρει ένα άλλο μεγαλύτερο, για να μη χρειάζεται να μεταφέρουμε πολλά πράγματα όταν πηγαινοερχόμαστε.
Ενημέρωση 15/5/2011: Ο Λίμπο τις τελευταίες μέρες άρχισε ν’αλλάζει. Δεν θέλει τόσο πολύ χάιδεμα, έχει γίνει επιφυλακτικός μαζί μου, έχει γίνει κάπως κτητικός της περιοχής του και τείνει να μασάει πολλά πράγματα όπως κουρτίνες, μπουκάλια κ.ά. Τον έχω παρατηρήσει δυο φορές να προσπαθεί να κάνει την κίνηση της συνεύρεσης. Πιθανόν έχει φτάσει σε σεξουαλική ωριμότητα. Αν κι έρχεται δίπλα μου, τώρα δεν θέλει τόσο πολύ να τον πιάνω, αλλά μου δαγκώνει περισσότερο τα ρούχα και τα τραβάει. Χθές με δάγκωσε και μέσ’από τη μπλούζα. Κι άλλες φορές τό’χει κάνει αυτό, αλλά τώρα ήταν η πιο δυνατή. Δαγκώνει περισσότερο μ’εξερευνητική κι επικοινωνιακή διάθεση παρά επιθετική. Τα μικρά τσιμπήματα είναι τρόπος επικοινωνίας τον κουνελιών. Τώρα έχω πάρει περισσότερα μέτρα για την αποφυγή καταστροφής αντικειμένων στο σπίτι, π.χ. σηκώνω τις κουρτίνες, απομακρύνω όλα τα βιβλία και τα μικρά αντικείμενα κ.ά., όταν βγάζω το κουνέλι απ’το κλουβί.
Οι λύσεις στις αλλαγές της συμπεριφοράς του είναι δύο: ή η στείρωση ή μια κουνελίτσα. Η στείρωση είναι σαφώς η καλύτερη επιλογή, αφού μετά τον ευνουχισμό του θα γίνει πιο ήρεμος και προβλέψιμος. Επίσης είναι και καλό για το κουνέλι αφού δε θα στρεσσάρεται από την απουσία θηλυκού. Όμως κοστίζει και οι κτηνίατροι εξειδικευμένοι στα κουνέλια και σε παρόμοια ζώα είναι λίγοι. Η δεύτερη εναλλακτική είναι η χειρότερη για μένα, γιατί, ακόμα κι αν δεν έχω εγώ την κουνέλα, θα πρέπει τακτικά να τον πηγαίνω σε μία. Και ύστερα τι θα γίνει με τους απογόνους; Θέλω να είμαι σίγουρος ότι το μέλλον τους δε θά’ναι το σφάξιμο. Ακόμα, δεν ξέρω αν το ζευγάρωμα θα μειώσει την κακή συμπεριφορά του ή θα την εντείνει.
Τώρα που ζεσταίνει ο καιρός, υπάρχει και ο κίνδυνος της θερμοπληξίας. Τα κουνέλια δυσφορούν σε θερμοκρασίες που πλησιάζουν τους 30 βαθμούς, και αν ανέβουν ακόμα περισσότερο, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο. Έχω παρατηρήσει ότι όταν τον βγάζω έξω στο μπαλκόνι τη μέρα για να πάρει λίγη ηλιακή ακτινοβολία (για τη σύνθεση της βιταμίνης d, απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστιου), μετά από λίγη ώρα μαζεύεται στη σκιά και δεν κινείται. Πάντα έχω ένα μέρος του κλουβιού σε σκιά. Γι’αυτό και τώρα έχω μειώσει κατά πολύ την ώρα που το έχω έξω, και πολλές μέρες δεν τον βγάζω καθόλου.
Συνήθως τον βγάζω με το κλουβί έξω από φόβο μην πέσει κατά λάθος απ’το μπαλκόνι. Αν κι όταν είχα βγάλει στο χωριό και τα δύο κουνέλια στο μπαλκόνι για μια φορά, φαινόταν ότι είχαν αντίληψη του ύψους, όμως για καλό και για κακό δεν τον αφήνω ελεύθερο σε μπαλκόνι.
Επίσης έχω βρει κάποιες ακόμα σελίδες για τα κουνέλια:
Rabbit advocates
αμερικανική σελίδα για κουνέλια και
medirabbit.com
γερμανική σελίδα μ’αγγλική έκδοση για θέματα υγείας των κουνελιών. Και με την ευκαιρία, έχω να γράψω κάποια πράγματα για τις ασθένειές τους.
Γενικά τα κουνέλια, αν φροντίζονται σωστά και προφυλάγονται από ασθένειες, είναι αρκετά ανθεκτικά ζώα. Όμως από κακές συνθήκες ή φροντίδα μπορούν να προκύψουν ασθένειες και διαταραχές. Πολλές απ’αυτές είναι δύσκολο να θεραπευτούν. Παρακάτω οι πιο συχνές απ’αυτές:
Προβλήματα του γαστρεντερικού συστήματος: Τα κουνέλια, ως φυτοφάγα ζώα, είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα από κακή διατροφή. Για παράδειγμα, η ανεπαρκής ποσότηττα φυτικών ινών στη διατροφή μπορεί να προκαλέσει μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα. Επίσης, όταν το κουνέλι γλείφεται/καθαρίζεται, μπορεί να καταπιεί κάποιες τρίχες, οι οποίες θα παραμείνουν στο στομάχι, μιας και τα κουνέλια δεν μπορούν να κάνουν εμετό. Φυσιολογικά με τις πολλές φυτικές ίνες φεύγουν, αλλά μια διατροφή ανεπαρκής σε ίνες μπορεί να προκαλέσει μειωμένη κινητικότητα ή και γαστρεντερική στάση. Συμπτώματα μπορεί να είναι: μικρά κόπρανα, κόπρανα μικρά κι ενωμένα με τρίχες, μειωμένη όρεξη κ.ά. Σε σοβαρές περιπτώσεις ίσως χρειαστεί εγχείρηση για τη διόρθωση του προβλήματος. Γι’αυτό η διατροφή των κουνελιών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά 20% από φυτικές ίνες, π.χ. άχυρο.
Τα φρούτα επίσης σε μεγάλη ποσότητα μπορεί να προκαλέσουν πεπτική ανισορροπία. Τα κουνέλια είναι προσαρμοσμένα να τρέφονται με σκληρές τροφές, φαινομενικά χωρίς μεγάλη θρεπτική αξία. Τροφές πλούσιες σε σάκχαρα όπως τα φρούτα μπορούν να δημιουργήσουν ανισορροπία στα βακτήρια του πεπτικού συστήματος με κύριο σύμπτωμα τη διάρροια. Γενικά η διάρροια στα κουνέλια είναι μια επείγουσα κατάσταση, κι αν παραμεληθεί μπορεί να οδηγήσει ακομα και στο θάνατο.
Προβλήματα στα δόντια: Τα κουνέλια μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα στα δόντια, γιατί τα δόντια τους μεγαλώνουν καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Συνήθως οφείλεται σε μαλακή διατροφή και ανεπαρκή υλικά για μάσημα. Συμπτώματα είναι δυσκολία στο κλείσιμο του στόματος, πολλά σάλια, δυσκολία στη μάσηση ή και φλεγμονή, αν κάποιο δόντι τρίβει μαλακό ιστό. Θεραπεύεται με τρόχισμα των δοντιών από κτηνίατρο. Σπάνια μπορεί να είναι πρόβλημα του κουνελιού, στην οποία περίπτωση το δόντι ή δόντια θα πρέπει να τροχίζονται περιοδικά, ή και ν’αφαιρεθούν εντελώς.
Αναπνευστικές μολύνσεις: Αναπνευστικές μολύνσεις μπορούν να πάθουν τα κουνέλια αν εκτίθενται σε ρεύματα ή κρύο με υγρασία. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήχος κατά την αναπνοή, μύξες, δυσκολία στην αναπνοή κ.ά. Θεραπεύονται δύσκολα. Το σπάνιο φτέρνισμα δεν είναι κάτι ανησυχιτικό και το έχω παρατηρήσει και στο δικό μου κουνέλι.
Πληγές στα πόδια: Τα κλουβιά με συρμάτινο δάπεδο που χρησιμοποιούνται για κουνέλια για ευκολότερο καθάρισμα μπορούν να προκαλέσουν άσχημες πληγές στα πόδια τους, δύσκολες στη θεραπεία, γι’αυτό και είναι ακατάλληλα για κουνέλια.
Προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος: Συνεχές στάξιμο ούρων, αίμα στα ούρα, λίγα ή πολλά ούρα κ.ά., μπορεί να υποδηλώνουν προβλήματα στο ουροποιητικό σύστημα όπως ουρολοιμώξεις ή πέτρες στην ουροδόχο κύστη από διατροφή πολύ πλούσια σε ασβέστιο.
Νευρολογικά συμπτώματα: Γύρισμα του κεφαλιού (στραβολαίμιασμα) ή και σπασμοί, ανισορροπία κι άλλα νευρολογικά συμπτώματα μπορεί να υποδηλώνουν μόλυνση του κεντρικού νευρικού συστήματος από μικροοργανισμούς όπως το προτόζωο encephalitozoon cuniculi ή δηλητήρίαση. Είναι επείγουσα κατάσταση.
Σοβαρά συμπτώματα: Αν τ’αφτιά του κουνελιού είναι κρύα, το κουνέλι είναι ληθαργικό και δεν μπορεί να σηκωθεί και παρουσιάζει παρόμοια σοβαρά συμπτώματα, τότε είναι σίγουρα βαριά άρρωστο και συνήθως πρόκειται να καταλήξει.
Μολυσματικές ασθένειες: Λίγες μολυσματικές ασθένειες προσβάλλουν τα κουνέλια. Απ’αυτές οι πιο επικίνδυνες είναι η μυξωμάτωση και ο καλικιιός (μόνο στην Ευρώπη). Εμβόλια κατά των δύο αυτών ασθενειών χρησιμοποιούνται κάποιες φορές σ’εντατικές μονάδες παραγωγής, όχι όμως στα κατοικίδια κουνέλια, μιας και τέτοιες ασθένειες είναι πολύ σπάνιες. Στην Αυστραλία, όπου ο ιός της μυξωμάτωσης είχε χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του προβλήματος της ανεξέλεγκτης αναπαραγωγής των άγριων κουνελιών, ο εμβολιασμός κατα της ασθένειας αυτής απαγορεύεται για ν’αποφευχθεί η πιθανή απόκτηση ανθεκτικότητας των άγριων πληθυσμών. Απ’αυτές τις δύο ασθένειες καμία δεν μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο.
Στην πραγματικότητα, οι ασθένειες που μπορούν να μεταδοθούν από τα κουνέλια στον άνθρωπο είναι υπερβολικά λίγες και σπάνιες, και μερικές απ’αυτές δεν ενδημούν στην Ελλάδα. Η λύσσα για παράδειγμα προσβάλλει πολύ σπάνια τα κουνέλια, επειδή είναι πολύ πιθανότερο το δάγκωμα ενός λυσσασμένου ζώου να επιφέρει άμεσο θάνατο στο κουνέλι, παρά την ασθένεια. Άλλωστε η νόσος αυτή έχει εξαφανιστεί από την Ελλάδα, με τελευταίο κρούσμα σε σκύλο το 1987. Η τουλαραιμία είναι μια άλλη σοβαρή, αν και θεραπεύσιμη βακτηριακή λοίμωξη, η οποία προσβάλλει σχεδόν πάντοτε τ’ άγρια τρωκτικά και λαγόμορφα. Ενδημεί στην Αμερική και σε κάποια μέρη της Ευρώπης, όχι όμως στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή. Κανένα κρούσμα αυτής της νόσου δεν έχει επιβεβαιωθεί έως τώρα σε άγριο ζώο στην Ελλάδα. Άλλες ασθένειες όπως διάφορα βακτήρια, εντερικοί σκώληκες, δερματικοί μήκυτες, ο μύκητας μικροσπορίδιο (microsporidium) ή και το πρωτόζωο e. cuniculi κ.ά., τα οποία ίσως υπάρχουν σε κάποια κουνέλια, μπορεί να είναι πρόβλημα μόνο για ανοσοκατεσταλμένα άτομα, π.χ. πάσχοντες από aids. Τα κουνέλια επίσης, σε σχέση με τις γάτες και τους σκύλους, προκαλούν πολύ σπανιότερα αλλεργίες.
Γενικά όταν παρατηρείτε κάποιο σύμπτωμα στο κουνέλι σας θα πρέπει να το πάτε σε κτηνίατρο. Δεν είναι όλοι οι κτηνίατροι όμως ειδικευμένοι στα κουνέλια, γι’αυτό και θα πρέπει να ξέρετε κάποιον ειδικευμένο κοντά στην περιοχή σας για να το πάτε. Στο σύνδεσμο προς το φόρουμ που έδωσα κοντά στην αρχή αυτής της δημοσίευσης θα βρείτε εξειδικευμένους κτηνιάτρους.
Όσον αφορά τα προϊόντα των πετσόπ και τα παιχνίδια. Τα περισσότερα προϊόντα, εκτός βέβαια από τα βασικά (κλουβιά, μπουκαλάκια, υποστρώματα, τροφές, άχυρο), είναι άχρηστα. Οι δήθεν θρεπτικές μπάρες δε χρειάζονται πραγματικά, και μπορεί να είναι και παχυντικές. Επίσης ούτε τα παιχνίδια για τα κουνέλια χρειάζονται. Μπορείτε να κατασκευάσετε μόνοι σας πολλά παιχνίδια από κοινά σκουπίδια όπως κυλίνδρους από χαρτιά κουζίνας ή υγείας, γεμισμένους με άχυρα ή άδειους, χαρτοσακούλες, σχισμένα χαρτιά, χαρτοκυβώτια, τσαλακωμένα χαρτόνια, πλαστικές σκληρές σακούλες (προσέχετε μόνο μην τρώει το πλαστικό), ξυλαράκια ή κι από κλαδιά ασφαλών φυτών όπως αμπέλι, μηλιά ή αχλαδιά. Εγώ για παιχνίδια χρησιμοποιώ τσαλακωμένα ή σχισμένα χαρτιά, κυλίνδρους από χαρτιά κουζίνας ή υγείας, κυματιστά διπλωμένα χαρτόνια, βουναλάκια από χαρτιά (τα χαρτιά που μαζεύω για την ανακύκλωση) και κλαδάκια αμπελιού. Στο δωμάτιο που το βγάζω υπάρχει μόνιμα ένα χαρτοκυβώτιο και λίγες πλαστικές σακούλες από χοντρό πλαστικό, κι έως τώρα δεν έχει καταπιεί κανένα κομμάτι. Αν γίνει αυτό θα τις απομακρύνω. Η κατανάλωση λίγου χαρτιού πάντως είναι εντελώς ακίνδυνη. Τα παιχνίδια προσφέρουν μια διέξοδο στη δραστηριότητα του κουνελίου απασχολώντας το μέσα κι έξω απ’το κλουβί για να μη βαριέται κι αποτρέποντας έτσι την καταστροφική συμπεριφορά προς διάφορα αντικείμενα.

Φωνούλες: Έχω παρατηρήσει δύο ειδών ήχους από τα κουνέλια. Τον έναν ήχο το βγάζουν όταν είναι θυμωμένα, φοβούνται, προειδοποιούν για επίθεση, ή, σπάνια, όταν αιφνιδιαστούν και πιαστούν. Ο άλλος ήχος είναι περιοδικός και πολύ χαμηλός, κάτι σαν μου, μου, τον οποίο βγάζουν όταν είναι ήρεμα, τρέχουν έξω και ψάχνουν. Ο Λίμπο τον κάνει όταν τρέχει στο δωμάτιο και με ψάχνει, πάρα πολύ σπάνια μέσα στο κλουβί. Ο Πίπης στο χωριό τον έκανε κι αυτός.
Ενημέρωση 23/5/2011: Σημαντικές εξελίξεις. Ο Λίμπο μας βγήκε κουνελίτσα. Σήμερα γέννησε 4 κουνελάκια! Από χθες είδη έφτιαχνε φωλιά και σήμερα νωρίς το απόγευμα στις 6 και κάτι τα γέννησε. Είναι πολύ μικρά, άτριχα, ροζ, μαλακά, με κεφάλι δυσανάλογο σε σχέση με το σώμα τους, και κινούνται λίγο. Ακόμα δεν έχουν ανοίξει τα ματάκια τους ούτε έβγαλαν δοντάκια. Τώρα το κλουβί βρίσκεται σε μια γωνία του μπαλκονιού χωρίς κίνηση προστατευμένο από τον ήλιο και τη βροχή. Περισσότερα
εδώ.
Ο Πίπης τελικά δεν ανέβαινε πάνω της μόνο για λόγους κυριαρχίας, όπως νόμιζα. Το όνομα θα παραμείνει το ίδιο, απλά το άρθρο άλλαξε. Τελικά είναι πολύ δύσκολος ο διαχωρισμός φύλου σε κουνέλια μικρής ηλικίας. Πιστεύω όμως, ότι επειδή ακριβώς είναι δύσκολος, τα πουλάνε όλα ως αρσενικά, άρα δε γεννάνε, για να τ’αγοράσει ο κόσμος πιο εύκολα.
Ενημέρωση 25/5/2011: Όλα καλά. Τα κουνελάκια είναι όλα ζωντανά και με φουσκωμένες τις κοιλίτσες. Το λέω αυτό γιατί υπάρχει πιθανότητα, κυρίως αν η ηλικία της μητέρας είναι μικρή, να τα παραμελήσει. Σημάδια παραμέλησης είναι οι ζαρωμένη (άδεια) κοιλίτσα και οι συνεχής φωνούλες. Όπως φαίνεται Η Λίμπο τα προσέχει καλά.
Επίσης σήμερα πρώτη φορά την έβγαλα έξω από το κλουβί στο μπαλκόνι. Πείθομαι όλο και περισσότερο ότι δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου κίνδυνος να πέσει. Φαίνεται νά’χει καλή αντίληψη του ύψους. Την είχα αφήσει ακόμα και μόνη της για λίγο. Το πρόβλημα όμως ήταν άλλο. Άρχισε να τρώει από τα φυτά. Δοκίμασε διάφορα όπως κρεμμύδια, κρίνο και ρήγανη, αλλά από κανένα δεν έφαγε μεγάλη ποσότητα. Το φυτό που πραγματικά βόσκησε ήταν ένα από τα πολυτιμότερα και σπανιότερα που έχω, το πολυκόμπι! Το πολυκόμπι (equisetum arvens) είναι ένα πολύ αρχαίο και ξεχωριστό φυτό, η ομάδα του οποίου είχε ήδη εμφανιστεί πριν 475000000 χρόνια, κατά την ύστερη δεβόνιο περίοδο. Το φυτό αυτό λοιπόν το έτρωγε κανονικά, αν και είναι σκληρό και θεωρείται επίσης τοξικό για πολλά ζώα, και δεν μπορούσα να την απομακρύνω εύκολα. Ταΐζοντάς την όμως άχυρα την έκανα να το αφήσει. Έπειτα το ανέβασα ψηλά για να μην το φτάνει. Η σχετικά μικρή ποσότητα που έφαγε δεν της δημιούργησε κανένα πρόβλημα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αν ένα ζώο τρώει από μόνο του μια γνωστή βλαβερή τροφή πρέπει εμείς να το αφήσουμε να την τρώει γιατί στο συγκεκριμένο άτομο φαίνεται να μην έχει αρνητικό αποτέλεσμα. Ευτυχώς δεν μπορεί να φτάσει τις φραουλιές, το δυόσμο και τ’άλλα φαγώσιμα φυτά, γιατί βρίσκονται ψηλά. Έχω διαβάσει για έναν ακίνδυνο τρόπο απώθησης των άγριων κουνελιών από τα φυτά, με τον ψεκασμό διαλύματος πιπεριού πάνω στα φυτά. Θα το εφαρμόσω μάλλον αυτό και στο μπαλκόνι, για να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο στο μέλλον.
Αυτές τις μέρες επίσης έκανα κάποια ενδιαφέροντα πειράματα. Το ένα είχε να κάνει με τον προσανατολισμό των μικρών και το άλλο με τη σεξουαλικότητα της κουνελίτσας. Στο πρώτο, πήρα ένα κουνελάκι στη χούφτα μου και το κρατούσα μακριά από τη φωλιά. Αυτό, επειδή είναι ακόμα τυφλό κι ούτε μπορεί να στηριχθεί, κινούταν κυκλικά χωρίς κάποια σαφή κατεύθυνση, χωρίς να μπορεί να σηκωθεί. Μόλις το πήγα όμως κοντά στη φωλιά μετακινήθηκε προς τ’άλλα κουνέλια, προφανώς από τη μυρωδιά ή τη ζέστη. Στο δεύτερο πείραμα έβαλα το χέρι μου στο πίσω μέρος της ράχης της Λίμπο και το έτρεμα, όπως ένας κούνελος σε συνεύρεση. Παρατήρησα ότι σήκωσε την ουρά της και φανέρωσε τη γεννητική της περιοχή. Το πείραμα αυτό πετύχαινε συνήθως όταν η κουνέλα ήταν ήσυχη, δεν απασχολούταν δηλαδή με κάτι, και αν γινόταν αρκετά γρήγορα, όχι όμως αιφνιδιαστικά. Πιθανόν καταλάβαινε ότι δεν ήταν πραγματικός κούνελος, γιατί αμέσως μετά έφευγε πιο πέρα, κι όταν γινόταν συχνά δεν αντιδρούσε.
Επίσης βρήκα και κάτι ενδιαφέρον στο Διαδίκτυο: Τα κουνέλια είναι από τα λίγα θηλαστικά τα οποία είναι ανθεκτικά στη μόλυνση με παθολογικές πρωτεΐνες prion, οι πρωτεΐνες που προκαλούν θανατηφόρες νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (τρελές αγελάδες) ή τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ στον άνθρωπο.
Τελικά δεν είναι και τόσο εύκολο να βρω νέους ιδιοκτήτες για τα μικρά κουνελάκια. Αρχικά φαίνονταν πολλοί, αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότεροι εξ αυτών δεν μπορούν νά’χουν κουνέλι, είτε γιατί μετακινούνται συνεχώς, είτε γιατί οι γονείς τους δεν αφήνουν, ή γιατί το ξανασκέφτηκαν και δε θέλουν. Πολλοι άλλοι δεν ήθελαν από την αρχή κουνέλι.
Βρήκα και κάποιες ακόμα σελίδες για κουνέλια:
ένα ακόμα ιστολόγιο,
ένα άρθρο,
μια δημοσίευση
και
το άρθρο της βικιπαίδειας για το κουνέλι,
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το άγριο κουνέλι,
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το οικόσιτο κουνέλι,
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το κατοικίδιο κουνέλι
και
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το πρόβλημα των κουνελιών στην ΑυστραλΊΑ.
Ενημέρωση 28/5/2011: Ένα κατοικίδιο κουνέλι μπορεί να είναι
χρήσιμο σε διάφορα πράγματα.
Για παράδειγμα, ανακυκλώνει πολλά φυτικά σκουπίδια και παράγει καλή κοπριά για τα φυτά.
Ενημέρωση 6/6/2011: Έκανα το λάθος να μη ρίξω πιπέρι στα φυτά, πιστεύοντας ότι θα επηρρεάσει αρνητικά το γάλα της, με αποτέλεσμα να φάει απ’όλα. Τελικά όμως ψέκασα και υπήρξε αποτέλεσμα. Απ’αυτπό κατάλαβα ότι
kουνέλια και φυτά δεν πάνε μαζί,
εκτός κι αν λάβετε τα απαραίτητα μέτρα.
Τα κουνελάκια μεγαλώνουν και είναι όλα καλά.
Ενημέρωση 19/6/2011: Όλα πάνε καλά. Με τα νέα μέτρα, δεν υπάρχουν περαιτέρω καταστροφές. Επίσης ένα άρθρο για το
πώς προέκυψε τ’όνομα Λίμπο.
Ενημέρωση 2/8/2011: Πολλές
εξελίξεις
αυτό το διάστημα. Αν και είχα λίγα προβλήματα με τη μάνα μου που δεν πολυθέλει τη Λίμπο, όλα τώρα είναι καλά και η κουνελίτσα θά’ρθει πίσω στο τέλος των διακοπών. Τώρα το καλοκαίρι την έχω στο χωριό μου, για να μην την πηγαινοφέρνω συνεχώς. Τα κουνελάκια της μεγάλωσαν, ανεξαρτητοποίηθηκαν κι άρχισα να δίνω, αλλά τώρα έκανε πάλι άλλα τέσσερα. Μάλλον θα πρέπει να τη στειρώσω το φθινόπωρο, γιατί θα είναι σχεδόν αδύνατο να δώσω τα κουνελάκια. Ήδη με μεγάλη δυσκολία βρίσκω άτομα.
Ενημέρωση 5/9/2011: Άρθρο για
σύσταση και χρήση του γάλακτος της κουνέλας.
Εφόσον όμως έχω ανοίξει σχετική κατηγορία για τα κουνέλια, δε θα ενημέρωνω για κάθε νέο σχετικό άρθρο που βάζω, αφού τώρα όλα αυτά θα βρίσκονται στο ίδιο μέρος. Θα ενημερώνω μόνο γιγια πολύ σημαντικά γεγονότα.

Ενημέρωση 5/7/2013: Η πορεία των κουνελιών μου καλύπτεται από πολλά νέα άρθρα. Γενικώς έχω να πω πως η Λίμπο μου πλέον έχει γίνει η μικρή μου αγάπη, σαν ένα μικρό παιδάκι. Είναι τόσο εξημερωμένη, σαν γατούλα. Ο Πίπης βρίσκεται σε μια κοπέλα, μιας και δε μου φαινόταν σωστό να βγαίνουν βόλτα πότε το ένα και πότε το άλλο για να μη γονιμοποιούνται συνέχεια (η Λίμο έκανε 33 παιδιά). Δεν προτείνω σε κανέναν ν’αναπαράγει τα κουνέλια του, διότι η εύρεση ανθρώπων που πραγματικά θα τ’αγαπούν είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Δυστυχώς δεν έζησαν όλα τα κουνελάκια που γέννησε η μάνα Λίμπο, μερικά πέθαναν μικρά ή λίγο μεγαλύτερα. Αγάπη στα μικρά νεκρά λιμπάκια. Αυτήν τη στιγμή η Λιμπίτσα μου είναι διόμισι χρόνων, ακόμα δηλαδή κάπως μικρή.