Tag Archive: Μεσόγειος


Θαλάσσια χόρτα

Φύκια. Αυτά τα πράγματα που μπλέκονται πάνω μας όταν κολυμπάμε και μας ενοχλούν αφάνταστα. Δεν ξέρουμε τι είναι, δε μας νοιάζει τι είναι, είναι όμως σίγουρα κάτι απαίσιο. Πολλοί και πολλές ιδίως αντιμετωπίζουν τα φύκια σαν σκατά, αγνοώντας την ποικιλότητά τους και το ρόλο τους στο οικοσύστημα. Άλλωστε μια λέξη υπάρχει που τα καλύπτει όλα, αν και πιστεύω ότι στις ασιατικές χώρες, όπου τα φύκια τρώγονται, θα έχουν διάφορες ιδιαίτερες ονομασίες. Αυτό ισχύει και για άλλες ομάδες ζωντανών οργανισμών με τις οποίες ο άνθρωπος ιστορικά, τουλάχιστον εδώ στους Μεσογειακούς πολιτισμούς, δεν είχε μεγάλη σχέση και τις αντιμετωπίζει περισσότερο ή λιγότερο εχθρικά. Σκεφτείτε για παράδειγμα τι περιλαμβάνει η λέξη ποντίκι, το ζώο που κάποιοι φοβούνται περισσότερο κι από την αρκούδα, και σιχαίνονται περισσότερο και από τη χλέπα τοξικομανούς στο δρόμο. Ποντίκια διαφόρων ειδών, αρουραίους, σκίουρους, μυγαλές, τυφλοπόντικες, καμια φορά και νυφίτσες ή κουνάβια. Για να μην αναφέρω την κατάσταση με τα ερπετά και τα αμφίβια, όπου διάφορα είδη συμπλέκονται άσχημα. Έτσι και με τα φύκια, οι άνθρωποι είχαν μικρή επαφή μα΄ζι τους, και γι’αυτό δεν είχαν την ανάγκη να τα ξεχωρίσουν. Αντίθετα, σχεδόν όλα τα χερσαία αγριόχορτα έχουν ιδιαίτερες λαϊκές ονομασίες, επειδή ήταν μια χρήσιμη ομάδα φυτών για τη διατροφή των ανθρώπων και των ζώων, αλλά και για την ιατρική.

Έτσι, όταν μιλάμε για φύκια, συνήθως δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Και συχνά αναφερόμαστε σε χόρτα σαν ταινίες που είτε είναι ριζωμένα στο βυθό, είτε επιπλέουν στην επιφάνεια ή έχουν ξεβραστεί στην ακτή και ξεραθεί. Πάρετε όμως ένα τέτοιο χόρτο και εξετάστε το από κοντά. Θα προσέξετε ότι είναι σκληρό, έχει παράλληλες γραμμές, κι αν το σχίσετε παράλληλα, σχίζεται εύκολα, αλλά αν προσπαθήσετε να το κόψετε εγκάρσια θα δυσκολευτείτε και το χόρτο θα κάνει ένα χρατς, επειδή κόβονται όλες οι παράλληλες ίνες του. Θυμίζει δηλαδή περισσότερο φύλλο χόρτου της στεριάς, παρά κανονικό φύκι. Και αυτό ακριβώς είναι. Ένα ανθοφόρο μονοκοτυλήδονο φυτό που ζει στη θάλασσα, ένα θαλάσσιο χόρτο.

Αν και κοινή γνώση είναι ότι τα φυτά δε μεγαλώνουν στο αλάτι, αυτό είναι μύθος. Ισχύει μια ακόμα φορά αυτό που είπα παραπάνω, δηλαδή ό,τι δε θεωρεί χρήσιμο ο άνθρωπος το πετάει στην άκρη και δεν ασχολείται μαζί του καν. Στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει μεγάλη ποικιλία αλοφύτων, φυτών δηλαδή που έχουν προσαρμοστεί να ζουν δίπλα στην αλμύρα της θάλασσας. Πολλά άλλα μεσογειακά είδη ανέχονται υψηλότερα επίπεδα αλατότητας από το σύνηθες, αλά τα αλόφυτα είναι εξειδικευμένα για ζωή στο αλάτι. Η ζωή αυτή είναι δύσκολη, γι’αυτό τα περισσότερα αυτά φυτά είναι κοντά, και συχνά συμπεριφέρονται σαν παχύφυτα. Πολλά έχουν όμορφα άνθη ή περίεργα φύλλα, αλά δε θα τα βρείτε αν επισκέπτεστε μόνο τις ανεπτυγμένες παραλίες στο στιλ του σωστού Νεοέλληνα, γιατί εκεί ο χώρος συνεχώς διαταράσσεται και δεν έχουν το χρόνο ν’αναπτυχθούν. Αν όμως επισκεφθείτε ερημικές παραλίες, σίγουρα θα βρείτε. Στην τροπική ζώνη υπάρχουν επίσης και δενδρώδη αλόφυτα, που δημιουργούν τα μεγάλα δάση των μαγκροβίων στις ακτές. Τα δέντρα αυτά έχουν εξειδικευμένο σύστημα, ώστε να εκκρίνουν το επιπλέον αλάτι από υδατοδούς, το οποίο συμπυκνώνετε στα φύλλα, και ιστορικά οι Αβορίγινες το συνέλεγαν για τη μαγειρική. Υπάρχουν επίσης υδρόβια φυτά που ανέχονται υφάλμυρα νερά, αλά κανένα δεν είναι προσαρμοσμένο για πλήρως υποθαλάσσια ζωή, εκ΄τος από τα θαλάσσια χόρτα.

Τα θαλάσσια χόρτα δεν ανήκουν στην ίδια τάξη «Poales” με τα κοινά αγρωστώδη της ξηράς και των γλυκών νερών, αν και επιφανειακά μοιάζουν πολύ. Ανήκουν ανταυτού στην αρχαία τάξη των αλισματωδών (Alismatales), η οποία περιλαμβάνει και τα γνωστά φυτά της οικογένειας Alismataceae, όπως το κοινό άλισμα (Alisma plantago-aquatica), που φυτεύεται συχνά και στα ενυδρεία. Είναι υδρόβια φυτά και πλησιάζουν αρκετά στον πρόγονο των μονοκοτυλήδονων, ο οποίος ήταν υδρόβιος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου ανθοφόρων φυτών υποδηλώνουν υδρόβιες προσαρμογές, όπως οι απλές, ινώδεις ρίζες, οι μη ξυλοποιούμενοι ελαφρείς βλαστοί – οι φοίνικες και λοιπά χοντρά μονοκοτυλήδονα εξέλιξαν την πάχυνση του βλαστού ανεξάρτητα -, τα απλά, άμισχα φύλλα με παράλληλη νεύρωση, όλα είναι προσαρμογές για την υδρόβια ζωή. Ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο γιούκα ή αλόη της ερήμου έχει υδρόβιους προγόνους. Ένας κλάδος αλισματωδών λοιπόν προσαρμόστηκε κατά την εξέλιξή του να ζει στο θαλάσσιο περιβάλλον. Εκεί, χωρίς πολύ ανταγωνισμό, εξαπλώθηκε παγκοσμίως και σήμερα έχουμε τέσσερις οικογένειες: Posidoniaceae, Zosteraceae, Cymodoceaceae, και Ruppiaceae. Η τελευταία πρόσφατα χωρίστηκε από τη Cymodoceaceae, και διαφέρει, επειδή τα μέλη της ζουν σε αλμυρούς βάλτους και υφάλμυρα νερά, όπου συχνά τά άνθη κάποιων ειδών βγαίνουν εκτός επιφανείας και γονιμοποιούνται με τον άνεμο. Όλα τα υπόλοιπα είδη θαλάσσιου χόρτου ζουν αποκλειστικά υποθαλάσσια. Εκτός απ’αυτόν τον μονοφυλετικό κλάδο, η αλισματώδης οικογένια Hydrocharitaceae, έχει τρία είδη τα οποία εξελίχθηκαν ανεξάρτητα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα θαλάσσια χόρτα περιορίζονται στα παράκτια νερά, όπου το φως είναι αρκετό για τη φωτοσύνθεσή τους, και δημιουργούν λειμώνες με τα εκτεταμένα ριζώματά τους. Έχουν παγκόσμια εξάπλωση, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στους τροπικούς, όπου οι λειμώνες μπορεί ν’αποτελούνται από πάνω από ένα είδος, ενώ στις εύκρατες περιοχές οι λειμώνες είναι μονοειδικοί. Η οικογένια Zosteraceae περιέχει τα περισσότερα εύκρατα και αρκετά υποτροπικά είδη, οι οικογένειες Cymodoceaceae και Ruppiaceae περιορίζονται στους τροπικούς και σε υποτροπικά κλίματα, ενώ η οικογένεια Posidoniaceae έχει περίεργη εξάπλωση, στη Μεσόγειο και στη νότια Αυστραλία.

Δεν έχω βρει πληροφορίες για την εποχή πρώτης εμφάνισης των θαλάσσιων χόρτων, μιας και το απολιθωματικό τους αρχείο είναι μικρό, διάβασα ωστόσο μελέτες που ανέφεραν τέτοια φυτά από το μειόκαινο, οπότε η παρουσία τους στη θάλασσα ίσως να είναι παλαιότερη, ίσως και πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια. Όταν εισέβαλαν στη θάλασσα, δημιουρ΄γηθηκε ένα εντελώς νέο οικοσύστημα. Δημιούργησαν πυκνά δίκτυα ριζωμάτων κοντά στις ακτές, τα οποία εμπόδιζαν τη διάβρωση του θαλάσσιου πυθμένα, και πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί κάθε μεγέθους και ταξινομικής θέσης εκμεταλλεύτηκαν τα νέ ααυτά φυτά. Σήμερα τα θαλάσσια χόρτα περιορίζουν σημαντικά τη μεταφορά ιζημάτων, οπότε το νερό θολώνει ίγότερο και τα ίδια καθώς κι άλλοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί, όπως τα συμβιοτικά φύκη των κοραλιών, μπορούν να φωτοσυνθέσουν αποτελεσματικότερα. Επίσης, όπως και με πολλά φύκια, τα φύλλα τους έχουν γίνει επιφάνεια προσκολλησης και ανάπτυξης μικροοργανισμών και μικροφυκών. Πολλά ψάρια και ασπόνδυλα τα χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ άλλα ψάρια και ασπόνδυλα έχουν εξελιχθεί να τα τρώνε, αν και θρεπτικά είναι φτωχή τροφή, όπως και το χόρτο της ξηράς. Από τα μεγάλα ζώα, οι πράσινες χελώνες (Chelonia mydas) τρώνε το χόρτο αυτό ως το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους, ενώ οι θαλάσσιες αγελάδες (τάξη Sirenia) το τρώνε επίσης. Οι μανάτοι (οικογένια Trichechidae) το τρώνε ως μεγάλο ποσοστό της διατροφής, ενώ το ντούγκονγκ (Dugong dugon) τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά απ’αυτό. Τα ζώα αυτά χωνεύουν το δύσπεπτο αυτό υλικό στο παχύ και το τυφλό τους έντερο, όπως πολλά χερσαία χορτοφάγα. Η βόσκησή τους διατηρεί το χόρτο κοντό, το οποίο τότε είναι καλύτερο ενδιαίτημα για τα μικρότερα ζώα από το ψηλό και μπλεγμένο χόρτο. Από τα μεγάλα αυτά ζωά, στα μεσογειακά νερά συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών, κυκλοφορεί μόνο η πράσινη χελώνα, η οποία δεν είναι τόσο γνωστό ότι μας επισκέπτεται, γιατί δε φωλιάζει στις ακτές μας όπως η Caretta caretta.

Τα θαλάσσια χόρτα είναι ριζωματώδη φυτά με έρποντα ριζώματα που μπορούν εύκολα να καλύψουν μεγάλες αποστάσεις, τα οποία στέλνουν κατακόρυφα συνήθως ριζώματα, τα οποία φέρουν το ταινιωτό φύλλωμα. Όπως πολλα υδρόβια φυτά, εφόσον απορροφούν νερό απ’όλο το σώμα τους, δεν έχουν ανάγκη από ρίζες, οι οποίες είναι ατροφικές και χρησιμεύουν μα΄ζι με τα ριζώματα στην αγκύρωση του φυτού, ούτε έχουν εφυμενίδα ή στόματα. Τα άνθη τους είναι απλοποιημένα, χωρίς στεφάνη, και η γύρη νηματώδης. Η επικονίαση είναι υποβρύχια, και ο καρπός είναι συμπαγής και άρρηκτος, με τους σπόρους στο εσωτερικό. Όπου υπάρχουν λειμώνες θαλάσσιου χόρτου, στην ακτή ξεβράζονται μάζες από φύλλα που λέγονται αιγαγρόπιλοι, δηλα΄δη τούφες μαλλιού του αιγάγρου.

Το κατεξοχήν θαλάσσιο χόρτο της μεσογειου είναι η ποσειδωνία (Posidonia oceanica), η οποία απαντάται σ’όλη τη Μεσόγειο και δημιουργεί εκτεταμένους λειμώνες. Δεν ξέρω αν είναι το μόνο είδος θαλάσσιου χόρτου της χώρας μας, αλλά δεν έχω βρει πληροφορίες για το αντίθετο. Οπότε τα χόρτα της φωτογραφίας πιθανότατα ποσειδωνία είναι, αν όμως κάποιος ξέρει καλύτερα ας με διορθώσει. Η ποσειδωνία λοιπόν φύεται σε ρηχά νερά, βάθους 1-35 μέτρων, ανάλογα με τη διαύγεια του νερού. Αποτελείται από ένα περίπλοκο δίκτυο ριζωμάτων, τα βαθύτερα των οποίων βρίσκονται 1,5 μέτρα κάτω από την άμμο. Τα ριζώματα αυτά φέρουν τα κατακόρυφα φυλλοφόρα ριζώματα, με φύλλα στις κορυφές τους σε τούφες, συνήθως ανά 6-7, τα οποία μπορούν να φτάσουν σε μήκος το 1,5 μέτρο, με μέσο πλάτος το 1 εκατοστό, και με 13-17 παράλληλα νεύρα. Είναι ανοιχτοπράσινα, αλλά μπορεί να καφετιάζουν με την ηλικία. Τα εξώτερα φύλλα κάθε τούφας είναι τα παλαιότερα, και συνήθως είναι και τα μακρύτερα. Ο καρπός της επιπλέει, και είναι γνωστός στην Ιταλία με το όνομα «ελιά της θάλασσας (l’oliva di mare)». Το φυτό παρουσιάζει έντονη φαινοτυπική πλαστικότητα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, έτσι η μορφολογία του ποικίλει αρκετά. Όπως και πολλά ριζωματώδη φυτά, η ποσειδωνία αναπτύσσεται προς τα έξω, αφήνοντας στο κέντρο γερασμένους και νεκρούς βλαστούς. Χάρη στο ρίζωμά της, η ποσειδωνία μπορεί να δημιουργεί κλωνικές αποικίες, δηλαδή ομάδες φυτών που προέρχονται από το ίδιο ρίζωμα, που μπορούν να θεωρηθούν ως ένας οργανισμός, αφού γενετικά είναι πανομοιότυπες και ζουν στην ίδια περιοχή. Το αν είναι ένας ολόκληρος οργανισμός συνδεδεμένος με το ρίζωμα ή έχει κατατμηθεί δε μετράει άλλωστε, αφού η διαπίστωση αυτού είναι πολύ δύσκολη. Τέτοιες κλωνικές αποικίες λοιπόν ανανεώνονται και εξαπλώνονται συνεχώς, κι έτσι μπορούν να ζήσουν επαόριστον, συχνά για χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για την ποσειδωνία, μία αποικία της οποίας ίσως έχει ηλικία μεγαλύτερη των 200.000 ετών, σύμφωνα με μελέτη Αυστραλών επιστημόνων. Η μελέτη αυτή του Αυστραλού ερευνητή Carlos M. Duarte και των συνεργατών του από το Πανεπιστήμιο του Περθ της Δυτικής Αυστραλίας,δημοσιεύθηκε στις 1 Φεβρουαρίου του 2012 στο διαδικτυακό επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE. Οι ερευνητές, συγκρίνοντας γενετικά πληθυσμούς ποσειδωνίας από την Ισπανία έως την Κύπρο, βρέθηκαν σ’ένα σημείο μεταξύ των νησιών Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας, όπου το γενετικό υλικό δε διέφερε μεταξύ δύο δειγμάτων που απείχαν μεταξύ τους αρκετά χιλιόμετρα. Διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις, όπως ότι οι δύο πληθυσμοί γεννήθηκαν από ανασυνδυασμό έπειτα από εγγενή αναπαραγωγή που τυχαία οδήγησε στον ίδιο γονότυπο, ότι εξαπλώθηκαν από θραύσματα ριζώματος, ότι εξαπλώθηκαν με κλωνική ανάπτυξη του ριζώματος ή ότι εξαπλώθηκαν και από κλωνική ανάπτυξη και από θραύσματα ριζώματος. Η πρώτη είναι κάτι σχεδόν αδύνατο, η δεύτερη πολύ δύσκολο, η Τρίτη το πιο πιθανό και η τέταρτη αρκετά απίθανο. Εφόσον ήταν πολύ δύσκολο να εξαπλωθεί ένα φυτό τόσο πολύ χάρη στα θραύσματα ριζώματος, τα οποία θά’πρεπε να έχουν μεγάλο ποσοστό επιβίωσης και να διασκορπίζονται ομοιόμορφα, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κύριος μηχανισμός εξάπλωσης ήταν η κλωνική ανάπτυξη, δηλαδή η εξάπλωση του φυτού απλώς με την ανάπτυξη του ριζώματος. Μοντελοποιώντας την ανάπτυξη του φυτού, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κλώνος θα πρέπει να έχει ηλικία μεταξύ 80.000 και 200.000 ετών. Το πρόβλημα είναι ότι μεταξύ 80.000 και 10.000 χρόνων πριν η Γη περνούσε την τελευταία παγετώδη εποχή, και το σημείο εκεινο της θάλασσας ήταν ξηρά. Οπότε, υποθέτουν οι επιστήμονες, ο κλώνος αυτός, ο οποίος πιθανότατα διαχωρίστηκε κατά την πτώση του επιπέδου της θάλασσας και επανενώθηκε αργότερα, ίσως να είναι ακόμα παλαιότερος. Οπότε η ποσειδωνία κατέχει το ρεκόρ του μακροβιότερου οργανισμού στη γη. Στη μελέτη αυτήν επίσης ταυτοποιήθηκαν κι άλλες εκτεταμένες κλωνικές αποικίες, κάποιες έκτασης 15 χιλιομέτρων, οι οποίες ίσως έχουν παρόμοια ηλικία.

Παρά τη μακροζωία και την πλαστικότητά της όμως, η ποσειδωνία απειλείται σοβαρά από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υπερθέρμανση του πλανήτη ΄ίσως να την απειλεί, αλά δεν έχω βρει επιπλέον πληροφορίες γι’αυτό, και αμφιβάλλω για την αλήθεια τους. Επιβεβαιωμένες απειλές είναι ωστόσο η εναπόθεση ιζημάτων, ο ευτροφισμός και ο ανταγωνισμός με φύκια. Τα δίχτυα βυθού, καθώς και διάφορες υποδομές στις ακτές όπως λιμάνια και ξενοδοχεία, οδηγούν σε ανατάραξη των ιζημάτων ή εναπόθεση νέων, τα οποία διαταράσσουν την ανάπτυξη του φυτού, και θολώνοντας το νερό εμποδίζοντας έτσι τη φωτοσύνθεση, και σκεπάζοντας το φύλλωμα. Αν και τα κάθετα ριζώματα και τα όρθια φύλλα του φυτού το προστατεύουν από την υπερβολική εναπόθεση ιζημάτων, η συνεχής υπερβολική εναπόθεση είναι αφύσικη κατάσταση και το φυτό δε μπορεί να την αντιμετωπίσει. Με τον ευτροφισμό από λιπάσματα ή λύματα, έχουμε υπερανάπτυξη των φυκών εις βάρος της ποσειδωνίας, η οποία έχει εξελιχθεί για πιο ολιγοτροφικό περιβάλλον, δε μπορεί να διαχειριστεί αυτήν την υπεραφθονία και πεθαίνει, ενώ τα φύκια μεγαλώνουν υπερβολικά. Για κάποιον λόγο, οι πρωτόγονοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί όπως τα φύκια και τα κυανοβακτήρια αναπτύσσονται εξωφρενικά με αυξήσεις στα θρεπτικά συστατικά, ενώ πιο εξελιγμένα φυτά προσαρμοσμένα για φτωχά περιβάλλοντα απλώς καίγονται. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα μεγαλώνει η πράσινη γλίτσα στο νερό με σαπισμένα υλικά, ενώ ένα σαρκοφάγο φυτό ή ένα επίφυτο καίγονται αμέσως, ακόμα και με λίγο παραπάνω λίπασμα. Η ποσειδωνία επίσης θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί με το φύκι Caulerpa taxifolia, ένα επεκτατικό είδος στη Μεσόγειο που προήλθε από μια ανθεκτική ποικιλία των ενυδρείων, η οποία προέρχεται από κλώνο της Αυστραλίας, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, ιδίως σε ευτροφικό περιβάλλον, όντας επίσης τοξικό. Από την άλλη ωστόσο το φύκι αυτό ίσως να βοηθά την ποσειδωνία μακροπρόθεσμα, αφού απορροφά γρήγορα τα επιπλέον θρεπτικά συστατικα΄και τους ρύπους απ’το νερό. Εξαιτίας της ευαισθησίας της στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, η ποσειδωνία χρησιμεύει ως δείκτης περιβαλλοντικής υγείας, οπότε μετρώνται διάφορες μεταβλητές του φυτού (κατανομή στο χώρο, μορφολογία βλάστησης, βάθος ανάπτυξης, κλπ) για να διαπιστωθεί η γενική υγεία του οικοσυστήματος. Παρά τις απειλές και τη μείωση του πληθυσμού της εντούτοις, η ποσειδωνία δεν απειλείται ακόμα τόσο σοβαρά ώστε να συμπεριληφθεί στα απειλούμενα είδη, γι’αυτό και το IUCN την κατατάσει στη βαθμίδα ελαχίστης ανησυχίας.

Τα θαλάσσια χόρτα δε χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο τόσο όσο τα φύκια, διότι είναι σκληρά, αποσυντίθενται δύσκολα και θρεπτικά είναι φτωχά. Δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ως τροφή ή ζωοτροφή, ενώ η χρήση τους ως λίπασμα είναι περιορισμένη. Έχουν χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα για αμμώδη εδάφη στη Μεσόγειο, όπως στο Ria de Aveira της Πορτογαλίας, όπου χρησιμοποιούνται ακόμα. Καλύπτουν το αμμώδες χώμα ώστε να μη διαβρώνεται και η υγρασία να διατηρείται, και σαπίζουν αργά. Σε πολλές χώρες ωστόσο σήμερα, όπως στην Ιταλία, η αφαίρεση φυτικού υλικού από την παραλία είναι παράνομη, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Είχαν επίσης χρησιμοποιηθει ως γέμισμα για τα στρώματα των στρατιωτών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Γάλλους. Σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως για την κατασκευή επίπλων και ψαθών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες αν είναι κατάλληλα για να τα φάνε τα ζώα όπως κάποια φύκια. Το γένος Ruppia παράγει οξαλικό οξύ για άμυνα κατά των εχθρών, αλλά για τα υπόλοιπα δεν έχω διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Κατασκευάζονται ωστόσο παιχνίδια για κουνέλια από θαλάσσιο χόρτο για να μασάνε και να παίζουν, οπότε είναι ασφαλές.

Τα φυτά της φωτογραφίας τα βρήκα στο εξοχικό του πατέρα μου, στη Γερακινή Χαλκιδικής, αν και μπορούν να βρεθούν σχεδόν σε κάθε παραλία. Τα βρήκα σε βάθος 1,5 μέτρων και λίγο πιο βαθιά, και αυτά της φωτογραφίας ήταν θραύσματα κατακόρυφων ριζωμάτων που είχαν σπρωχθεί απ’το κύμα πιο μπροστά, και πολλά είχαν ήδη ριζώσει κάτω στην άμμο, ενώ το φύλλο τέρμα δεξιά, το οποίο έχω κόψει στη μέση για να φαίνονται και οι δύο επιφάνειές του, ήταν από την επιφάνεια. Πιο βαθιά στην ακτή υπάρχουν μερικές αποικίες αυτού του χόρτου. Τα ριζώματα αυτά, αν προσέξετε, έχουν βολβώδες σχήμα, και από τη μέση τους στέλνουν νέα λεπτά οριζόντια ριζώματα. Το στενό κάτω μέρος ήταν το σημείο σύνδεσης με το υπόλοιπο ρίζωμα. Στην κορυφή είναι όλα τα φύλλα, τα οποία σ’αυτά είναι κοντά. Το φυλλοφόρο μέρος έσπαγε εύκολα απ’τα ριζώματα, αλλά τα ριζώματα κόβονταν πολύ δύσκολα, για΄τι ήταν πολύ σκληρά και συμπαγή, ίσως για να μένουν κάτω στον πυθμένα. Με το νύχι ωστόσο αν τα χαράζεις σιγά-σιγά μπορείς να τα κόψεις. Το εσωτερικό μυρίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσινό και χόρτο, ενώ τα φύλλα μυρίζουν πιο πολύ σαν χόρτα, όπως το γκαζόν.

«Ε, Περιπλανώμενο πώς σε λένε, τότε τα φύκια τι είναι; Μας χάλασες την κοσμοθεωρία!» Φύκια ή φύκη πιο επιστημονικά είναι μια ετερογενής ομάδα φωτοσυνθετικών οργανισμών που δεν είναι εμβρυόφυτα, δηλαδή βρύα ή αγγειώδη φυτά. Ο όρος φύκη καλύπτει όλους τους οργανισμούς της ομάδας, ενώ φύκια συνήθως αποκαλούνται τα μακροσκοπικά, αν κι όχι απαραίτητα πολυκύτταρα, είδη. Η Caulerpa (καυλέρπη – έρπει με τον καυλό/βλαστό) για παράδειγμα, που μοιάζει με κανονικό φυτό με φύλλα και απλώνεται για πολλά μέτρα, είναι στην πραγματικότητα ένας γιγάντιος μονοκύτταρος οργανισμός. Το κύτταρο βέβαια είναι πολυπύρηνο, δεν είναι δυνατό να έχει όλο αυτό το φύκος μόνο έναν πυρήνα! Τα φύκη είναι πολυφυλετική ομάδα με μέλη διαφόρων κλάδων του δέντρου της ζωής, είναι δηλαδή περισότερο περιγραφικός όρος παρά ταξινομική ομάδα. Τα πράσινα και κόκκινα φύκη για παράδειγμα ανήκουν στα αρχεπλαστίδια, μαζί με τα γνήσια φυτά, και κάποια απ’αυτά ήταν οι πρόγονοι των τελευταιών. Οι οργανισμοί αυτοί λέγονται έτσι, επειδή ο μονοκύτταρος πρόγονός τους κάποτε ήταν ο πρώτος ευκαρυωτικός οργανισμός που συνέλαβε ένα κυανοβακτήριο, το οποίο συμβίωσε με το κύτταρο κι έγινε χλωροπλάστης του. Άλλα φύκη, όπως τα καφέ φύκη, ανήκουν στα χρωμοκυψελιδωτά, τα οποία έλαβαν το χλωροπλάστη δευτερογενώς, υποτάσσοντας ένα ευκαρυωτικό αρχεπλαστίδιο, το οποίο στη συνέχεια απλοποιήθηκε σε χλωροπλάστη. Αυτή είναι η περίπλοκη ιστορία των φυκών της θάλασσας. Όσο για τα άλλα με τα ταινιώδη φύλλα, συγγενεύουν περισσότερο με το καλαμπόκι, παρά με τους υπόλοιπους θαλάσσιους φωτοσυνθέτες, Είναι θαλασσινά χόρτα δηλαδή,όχι φύκια.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το θαλάσσιο χόρτο
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία ως δείκτη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ποσειδωνία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Caulerpa taxifolia
συνέπειες της ακραίας μακροζωίας σε κλωνικούς οργανισμούς: χιλιετείς κλώνοι του απειλούμενου θαλάσσιου χόρτου Posidonia oceanica

Φραγκοσυκιά με καρπούς στο Μαρόκο, από Βικιπαίδεια.

Πρόσφατα έτυχε να φάω φραγκόσυκα, η δεύτερη φορά που θυμάμαι μετά από μια το 2007 το καλοκαίρι,
Όταν ήμουν στη Σικελία.
Είχα πάει την Κυριακή στο εξωχικό του πατέρα μου στη Γερακινή, στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής, όπου υπάρχουν πολλές φραγκοσυκιές δίπλα στη μεγάλη παραλία. Τέτοιους κάκτους έχω συναντήσει σε πολλά άλλα παραθαλάσσια μέρη, αλλά συνήθως όχι στην εποχή που ωριμάζουν οι καρποί τους. Έκοψα τα φρούτα χωρίς ευτυχώς να αγγίξω πολλά αγκάθια του φυτού, τα οποία είναι μικροσκοπικά και διεισδυτικά, και η γεύση τους ήταν πολύ γλυκιά, ας πούμε κάτι μεταξύ αχλαδιού και φράουλας, με πολλούς σπόρους όμως. Στην πραγματικότητα, όλοι οι καρποί των κάκτων τρώγονται.

Οι φραγκοσυκιές είναι τα φυτά του γένους οπουντία (Opuntia), ενός μεγάλου κι επιτυχημένου γένους κάκτων με περίπου 200 είδη. Παλαιότερα το γένος ήταν ακομα μεγαλύτερο, αλλά τώρα τα είδη εκείνα έχουν μετακινηθεί σε δικά τους γένη εξαιτίας σημαντικών διαφορών, για παράδειγμα φυτά του γένους Cylindropuntia έχουν κυλινδρικούς αντί για πεπλατυσμένους βλαστούς και ένας νοτιοαμερικανικός κλάδος τους έχει τοποθετηθεί στο γένος Austrocylindropuntia. Το γένος αυτό, μαζί με τα συγγενικά του, ταξινομείται στην υπεροικογένεια των οπουντιοειδών (opuntioideae), συγγενική αλλά ξεχωριστή απ’τη μεγαλύτερη υπεροικογένεια των κάκτων, τα κακτοειδή (cactoideae). Το γένος εξαπλώνεται από την Περιοχή των Μεγάλων Λιμνών του Καναδά έως την Παταγονία, με τη μεγαλύτερη όμως ποικιλία στο κεντρικό και δυτικό Μεξικό. Το βορειότερο υποείδος είναι η Opuntia fragilis var. fragilis, η οποία έχει βρεθεί κοντά στον ποταμό Μπεατόν στην κεντρική Βρετανική Κολομβ’ία του Καναδά, σε 56° 17’ βόρειο γεωγραφικό πλάτος και 120° 39’ δυτικό γεωγραφικό μήκος. Αναμφίβολα πάντως η σημερινή εξάπλωση του γένους είναι πολύ μεγαλύτερη χάρη σε ανθρώπινες εισαγωγές μερικών ειδών, ιδίως της κοινής φραγκοσυκιάς (Opuntia ficus-indica), σε σχεδόν όλες τις μεσογειακές και ξηρές τροπικές περιοχές του κόσμου κατά τους τελευταίους αιώνες.

Τα ονόματα του φυτού και του καρπού είναι πάρα πολλά. Ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινομικής, ο Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος, έδωσε στο γένος αυτό το όνομα «οπουντία» για την ομοιότητα μ’ένα αινιγματικό φυτό που αναφέρει ο Θεόφραστος, το οποίο φυόταν στον Οπούντα της Λοκρίδας (σημερινή Αταλάντη της Φωκίδας), και ρίζωνε απ’τα φύλλα του όπως η ινδική συκή, η οποία μάλλον θα ήταν κάποιο είδος φίκου της Ινδίας, που μόλις τότε άρχισαν να γίνονται γνωστοί στους Έλληνες, που ριζώνει απ’τα κλαδιά του.Το όνομα του είδους «ινδικο σύκο» είτε έχει να κάνει με την ινδική συκή του Θεόφραστου, είτε, πιθανότερα, δηλώνει την ινδική (τότε δυτικές Ινδίες η Αμερική) προέλευσή του. Στις περισσότερες γλώσσες το όνομα για το φραγκόσυκο δηλώνει ξενόφερτη προέλευση. Στα γαλλικά για παράδειγμα λέγεται «figue de Barbarie”, δηλαδή σύκο της Μπαρμπαριάς (Βερβερίας, Τυνησίας), στα ιταλικά «Fico d’India”, δηλαδή σύκο της Ινδίας, με παραφθορά στο Σικελικό ιδίωμα ως «ficudinnia”, ενώ στα αγγλικά «Indian fig”, δηλαδή ινδικό σύκο, αλλά συχνότερα «prickly pear”, αγκαθωτό αχλάδι. Στα τούρκικα έχει διάφορα ονόματα, όπως «Hint inciri» ινδικό σύκο, «dikenli inciri», αγκαθωτό σύκο και «frenk inciri» φραγκόσυκο. Στα αλβανικά λέγεται «φικ ντέτι», δηλαδή σύκο της θάλασσας, αφού ο μόνος πληθυσμός αυτού του φυτού στην Αλβανία βρίσκεται στα παράλια της νότιας Αδριατικής, δίπλα στα ελληνικά σύνορα. Στα αραβικά λέγεται «σάμπρα» και στα εβραϊκά «τσαμπάρ», λέξεις της ίδιας σημιτικής ρίζας που δηλώνουν φυτό της ερήμου. Η κοινή ελληνική ονομασία «φραγκόσυκο» δηλώνει προέλευση από τους Φράγκους, τους Δυτικοευρωπαίους δηλαδή όπως αποκαλούνταν απ’την εποχή των Σταυροφοριών μέχρι και αρκετές δεκαετίες μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αλλ’υπάρχουν και λιγότερο γνωστά τοπικά ονόματα: «παυλόσυκο» στην Κέρκυρα, «μπαρμπαρόσυκο» στην Κεφαλονιά, «φαραόσυκο» στις Κυκλάδες και «παπουτσόσυκο» στην Κύπρο. Ο κάκτος επίσης λέγεται γλώσσα ή γλώσσα της πεθεράς. Στα ισπανικά ωστόσο η ονομασίες είναι εντελώς διαφορετικές. Ο κάκτος αποκαλείτε «nopal (νοπάλ)», από τη νάουατλ λέξη «nopalli”, ενώ ο καρπός «tuna (τούνα), πληθ. tunas”, είτε από κάποια χαμένη γλώσσα των ιθαγενών της Ισπανιόλας (σήμερα χωρισμένη σε δύο κράτη, Αϊτή και Δομινικανή Δημοκρατία», είτε από το νάουατλ ρήμα «tona”, που σημαίνει φέγγω ή ζεσταίνω, παραπέμποντας στον ηλιακό συμβολισμό του φραγκόσυκου.

Οι κάκτοι αυτού του γένους συνήθως φύονται σε αμμώδη εδάφη κατά κλωνικές αποικίες, των οποίων η εξάπλωση διευκολύνεται από την εύθραυστη δομή των φυτών. Τα φυτά αυτά αποτελούνται από πλεγμένες αλυσίδες κλαδωδών, πεπλατυσμένων δηλαδή βλαστών που λειτουργούν ως φύλλα, με στενές αρθρώσεις ανάμεσά τους, κι έτσι για παράδειγμα αν φυσήξει ισχυρός άνεμος ή περάσει κάποιο μεγάλο ζώο, πολλά τμήματα σπάνε κι έπειτα ριζώνουν στο έδαφος δίνοντας νέα φυτά. Άλλα είδη είναι χαμερπή, ενώ άλλα αποκτούν δενδρώδεις διαστάσεις, εντούτοις τα περισσότερα είναι θαμνώδη. Συνήθως τα παλαιότερα μέρη αποκτούν σκληρό φλοιό και ξυλοποιούνται, ενώ τα κλαδώδη καλύπτονται με παχιά εφυμενίδα για τον περιορισμό της απώλειας του νερού. Οι φραγκοσυκιές φέρουν όλα τα
χαρακτηριστικά των κάκτων.
Όπως όλοι οι κάκτοι, οι βλαστοί τους φέρουν τροποποιημένα κλαδιά, τα περιοχίδια (areoles), τα οποία μοιάζουν με μικρά εξογκώματα, πάνω στα οποία εκφύονται δύο ειδών αγκάθια: Τα μεγάλα, που μπορεί να φτάσουν λίγα εκατοστά, μοιάζουν με καρφιά και προέρχονται από τροποποιημένα φύλλα όπως μ’όλους τους κάκτους, και τις γλοχίδες, μικροσκοπικά αγκαθάκια που αποσπώνται εύκολα και κολλούν στο δέρμα, στα ρούχα και γενικα παντού, και είναι το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά. Οι γλοχίδες είναι τροποποιημένες τρίχες του φυτού, και μπορούν να βρεθούν και σε λίγα ακόμα συγγενικά γένη. Τα άνθη εμφανίζονται στην περιφέρεια των κλαδωδών προς την κορυφή τους, κι όπως αυτά πολλών κάκτων είναι βυθισμένα μέσα στο βλαστό, γι’αυτό κι ο ψευδοκάλυκάς τους, που αργότερα αποτελεί το εξωτερικό μέρος του καρπού, φέρει περιοχίδια με γλοχίδες όπως και οι κανονικοί βλαστοί. Οι ανθήρες τους είναι θιγμοταξικοί, δηλαδή κινούνται γρήγορα προς κάποιο αντικείμενο που τους αγγίζει για ν’αποθέσουν τη γύρη, χαρακτηριστικό που πρωτοπαρατήρησε ο Κάρολος Δαρβίνος και που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σ’άλλα γένη κάκτων. Οι καρποί έχουν γενικό σχήμα σύκου ή αχλαδιού, με στενή βάση και μια περιοχή σαν πόμα απ’την αντίθετη πλευρά, και στο χρώμα συνήθως είναι κόκκινοι, μοβοκόκκινοι, κίτρινοι ή πορτοκαλί. Η O. ficus-indica είναι αρκετά μεγάλο μέλος του γένους, ύψους 3-5 μέτρων με κλαδώδη σαν ρακέτες, μήκους 30-40 εκ. και πλάτους 15-25 εκ. Τα άνθη του μπορεί νά’χουν λευκό, κίτρινο ή κόκκινο χρώμα, και οι ώριμοι καρποί του, που ζυγίζουν μεταξύ 150-400 γραμμαρίων, διαφέρουν στο χρώμα ανάλογα με την ποικιλία. Συνήθως οι ποικιλίες με τους κόκκινους καρπούς έχουν τους μεγαλύτερους και πιο χυμώδεις, αυτές με τους μοβοκόκκινους τους μικρότερους και πιο ινώδεις, κι εκείνες με τους κιτρινοπορτοκαλί τους πιο ξυνούς. Υπάρχουν ακόμα και ποικιλίες στις οποίες ο καρπός παραμένει πράσινος και κατά την ωρίμανση, ενώ άλλες ποικιλίες διαφέρουν ως προς τη γενική μορφολογία, π.χ. φυτά χωρίς αγκάθια, αν κι αυτά΄είναι ιδιαίτερα σπάνια.

Ο κύριος λόγος καλλιέργειας του κάκτου αυτού είναι για τους γλυκείς καρπούς του. Μπορεί στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας να μη μας είναι και πολύ γνωστοί, όμως στα νησιά και στην Πελοπόννησο τρώγονται κατά κόρον. Στην Κέρκυρα επίσης φτιάχνουν λικέρ απ’τον καρπό, αν και παγκοσμίως πιο γνωστά ποτά είναι το λικέρ bajtra (μπάιτρα) που παρασκευάζεται στη Μάλτα και το Tunji spirit στο βρετανικό νησί της Αγίας Ελένης. Στη Μάλτα το φυτό μπορεί να βρεθεί σ’όλη τη χώρα, και ο καρπός καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες. Καταναλώνεται συχνά επίσης στις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ως δροσιστικό. Η χώρα ωστόσο με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είναι το Μεξικό, όπου μπορούμε να πούμε πως το φραγκόσυκο έχει τη θέση που εδώ έχει το μήλο ή το πορτοκάλι. Αν και λίγα φρούτα μπορούν να κοπούν προσεκτικά με το χέρι, αυτό δεν είναι πρακτικό για μεγαλύτερες ποσότητες. Για την αποφυγή των γλοχίδων χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι συγκομιδής, όπως με γάντια κηπουρικής, με ξύλο στην άκρη του οποίου υπάρχει αιχμηρό αντικείμενο, με χρήση ενός κλαδώδους του φυτού ως μαχαιριού, κλπ. Παρόλο που τα φυτά είναι εύθραυστα, αυτό είναι σχετικό, οπότε το τίναγμα δε μπορεί να ρίξει τους καρπούς. Οι καρποί μαζεύονται σ’έναν κουβά ή σακούλα, κι έπειτα θα πρέπει να καθαριστούν απ’τις γλοχίδες. Ο παραδοσιακός τρόπος τω Ινδιάνων όταν δεν είχαν πολύ νερό είναι το τρίψιμο μέσα σε χαλίκια ή το καψάλισμα στη φωτιά. Και σήμερα, όταν θέλουν να φάνε βιαστικά ένα φραγκόσυκο στο Μεξικό, το βάζουν σε μια επιφάνεια και το χαράζουν γρήγορα με το μαχαίρι, ώστε να βγει όλη η φλούδα, αφήνοντας μόνο το εσωτερικό. Συνήθως ωστόσο οι καρποί ρίχνονται σ’ένα δοχείο ή στη σακούλα τους και ανακατεύονται έντονα μέσα σε νερό, ώστε όλα τα αγκαθάκια να ξεκολλήσουν. Έπειτα μπορούν να καταναλωθούν όπως είναι, να ξεφλουδιστούν με μαχαίρι, ή να τοποθετηθούν στο ψυγείο για αργότερα. Συνήθως τρώγονται με τους σπόρους, οι οποίοι είναι λίγο μικρότεροι απ’αυτούς του καρπουζιού, αν κι όσοι έχουν πρόβλημα με την πέψη σπόρων δε θα πρέπει να τους τρώνε σε ποσότητα. Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φραγκόσυκων με τους σπόρους φέρνει δυσκοιλιότητα, ενώ χωρίς είναι μαλακτικά. Πέρα απ’τους καρπούς, κυρίως στο Μεξικό και σε γειτονικές χώρες, τρώγονται και οι νεαροί βλαστοί του φυτού ή nopales (νοπάλες), καθαρισμένοι και ψημένοι, οι οποίοι έχουν γεύση λαχανικού και είναι αρκετά βλενώδεις από το βλενώδη χυμό τους, όπως οι μπάμιες.

Πέρα απ’τους ανθρώπους, ο κάκτος καταναλώνεται κι από πολλά άλλα ζώα. Οι καρποί τρώγονται απ’τα πουλιά, τα οποία έπειτα αφοδεύουν τους σπόρους κάπου αλλού, διασπείροντας το φυτό ακόμα πιο μακριά. Στα νησιά της ΚαραΪβικής οι ιγκουάνες του γένους Cyclura τρώνε συστηματικά το φυτό αυτό, ενώ στα Νησιά Γκαλαπάγκος, όπου ενδημούν έξι είδη φραγκοσυκιάς, οι ιγκουάνες και οι γιγάντιες χελώνες το τρώνε επίσης. Σε όσα νησιά του συμπλέγματος υπάρχουν χελώνες τα φυτά έχουν εξελίξει αρκετά μεγάλο ύψος για να τις αποφεύγουν όσο γίνεται. Στα νησια ωστόσο αυτά οι χελώνες επίσης έχουν εξελιχθεί να’ναι ψηλότερες, ώστε να φτάνουν όσο μπορούν τους κάκτους, γεγονός που πρωτοπαρατήρησε ο Δαρβίνος. Όπου ωστόσο δεν υπάρχουν χελώνες, οι κάκτοι παραμένουν χαμηλοί. Εξαιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας των βλαστών αλλλά και του καρπού σε ασβέστιο, μέταλλο που χρειάζονται σε αυξημένη ποσότητα τα ερπετά, η φραγκοσυκιά είναι κατάλληλη για όλα τα φυτοφάγα και παμφάγα ερπετά σε αιχμαλωσία. Οι ιγκουάνες, οι χερσαίες χελώνες, οι ουρομάστιγες, οι γενειοφόροι δράκοι, οι νεροχελώνες κι άλλα χορτοφάγα ή παμφάγα είδη μπορούν να φάνε τους βλαστούς και τους καρπούς, ενώ παμφάγα είδη που στο φυτικό μέρος της διατροφής τους περιλαμβάνουν κυρίως καρπούς, όπως το
Λοφιοφόρο γκέκο,
Αλλά και άλλα είδη γκέκο και ανολιδών, μπορούν να φάνε τους καρπούς. Για τα είδη που δε μπορούν να κόψουν τόσο σκληρά υλικά, οι βλαστοί θα πρέπει να είναι κομμένοι σε βολικά κομματάκια, ενώ για είδη που δε θα πρέπει να φάνε τους σπόρους, αυτοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν απ’τους καρπούς. Το φυτό επίσης το τρώνε τα κουνέλια, αλλά όχι πάντα. Η
κουνέλα μου
για παράδειγμα, όσες φορές της έχω δώσει, εννοείται χωρίς κανένα αγκαθάκι, έχει δοκιμάσει λίγο κι έπειτα το άφηνε, επειδή ο χυμός ήταν πολύς, γλοιώδης και της λέρωνε τη μυτούλα. Το ίδιο κάνει και για τροφές που πραγματικά της αρέσουν όπως τα γλυκά φρούτα, οπότε μπορείτε να την θεωρήσετε άτυπη περίπτωση. Φραγκοσυκιά επίσης με καψαλισμένα τα αγκαθάκια στη φωτιά ταΐζεται στα βόδια στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ και το Μεξικό, ως πηγή νερού σε ξηρές περιοχές.

Η φραγκοσυκιά έχει ποικίλες άλλες χρήσεις, άλλες συμβατικές κι άλλες λιγότερο γνωστές. Καλλιεργείται για την εκτροφή της κοχενίλας (Dactylopius coccus), ενός παρασιτικού κοκκοειδούς εντόμου προσαρμοσμένο μόνο γι’αυτό το γένος φυτών, το σώμα της οποίας δίνει κόκκινη βαφή. Τα κοκκοειδή είναι απλοποιημένα παρασιτικά ημίπτερα που ζουν σχεδόν ακίνητα πάνω στα φυτά που απομυζούν, με μόνο τα ενήλικα αρσενικά να πετάνε με το μόνο σκοπό της γονιμοποίησης τω ακίνητω θηλυκών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κύκλος της ζωης του εντόμου διαρκεί τρεις μήνες, οπότε το θηλυκό γεννά νύμφες, οι οποίες εγκαθίστανται στο φυτό καλυμμένες με στερεό έκκριμα απομυζώντας. Έπειτα δημιουργούν ένα μετάξινο νήμα, χάρη στο οποίο μεταφέρονται με τον άνεμο σε γειτονικά φυτά, οπότε μεταμορφώνονται σε ενήλικα, απ’τα οποία τα αρσενικά είναι μικροσκοπικά, ιπτάμενα και δεν τρώνε καν, ενώ τα θηλυκά ακίνητα και μυζητικά. Το σώμα μιας θηλυκής κοχενίλας περιέχει 17-24% καρμινικό οξύ ως μέτρο κατά των εχθρών, το οποίο μετά από ανάμειξη με άλατα του αλουμινίου ή του ασβεστίου δίνει μια φυσική κόκκινη χρωστική που ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί ως βαφή, αν και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως χρωστική τροφίμων, με τον κωδικό ε120 (τα περισσότερα ε άλλωστε είναι κοινές ουσίες, όχι κάτι το τρομακτικό που
Θα σας σκοτώσει).
Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, ακόλουθοι ακραίων θρησκειών που απαγορεύουν τα έντομα στη διατροφή, όπως οι ορθόδοξοι Εβραίοι, αποφεύγουν τρόφιμα χρωματισμένα με κοχενίλα. Η φραγκοσυκιά επίσης χρησιμοποιείται ως φράκτης σε χωράφια, ή για να κρατάει τα βόδια σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Στη Μάλτα συχνά την φυτεύουν ως χώρισμα για τις αναβαθμίδες. Ο χυμός της αναμειγνίεται με τη λάσπη για την πήξη τω πλίνθων. Φαρμακευτικά ο χυμός έχει χρησιμοποιηθεί από τους Ινδιάνους του Μεξικού για τη θεραπεία πληγών, φλεγμονών του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος, καθώς και για την ενδυνάμωση των μαλλιών. Ο χυμός της O. streptacantha έχει χρησιμοποιηθεί κατά του διαβήτη, και η δράση του έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Όπως και πολλοί άλλοι κάκτοι, έτσι και οι φραγκοσυκιές παράγουν διάφορα αλκαλοειδή σε μικροποσότητες, όπως κανδικίνη, ορδενίνη και μεσκαλίνη. Η τελευταία είναι παραισθησιογόνος ουσία, παρόλα αυτά στους κάκτους αυτούς είναι ελάχιστη, ώστε ούτε και οι σαμάνοι-χημικοί των Ινδιάνων δεν την είχαν βρει. Εντούτοις ενίοτε η φραγκοσυκιά χρησιμοποιείται ως επιπρόσθετο στοιχείο στην
Αγιαχουάσκα.

Η ιστορία αυτού του φυτού είναι μεγάλη. Προφανώς ο άνθρωπος κατανάλωνε τους καρπούς του από τότε που το ανακάλυψε, δηλαδή πριν αρκετές χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι γνωστή η εποχή της πρώτης καλλιέργειας του φυτού, αλλά πιθανότατα ξεκίνησε κατά τους προ Χριστού αιώνες. Από τη στιγμή ωστόσο που άρχισε η καλλιέργεια, δημιουργήθηκαν αρκετές ποικιλίες και το φυτό εξαπλώθηκε περισσότερο. Μαρτυρίες για τη χρήση του φυτού έχουμε από την πρώτη και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ., τις εποχές δηλαδή των μεγάλων μεσοαμερικανικών πολιτισμών. Οι καρποί και οι νεαροί βλαστοί τρώγονταν, από τους καρπούς παρασκευαζόταν αλκοολούχο ποτό, η καλλιέργεια της κοχενίλας ήταν γνωστή, και η ιατρική χρήση επίσης διαδεδομένη. Οι Μάγια και οι Αζτέκοι έπειτα χρησιμοποίησαν πολύ την ερυθρή βαφή για τη ζωγραφική, τη συγγραφή των κωδίκων, τη βαφή των ενδυμάτων, αλλά και του σώματος. Σε κώδικες των Αζτέκων το φυτό αυτό αναπαριστάται συχνά, ενώ αναφέρεται πως τα προΪόντα του (καρποί, νεαροί βλαστοί, κοχενίλα) ήταν μέσα στα αντικείμενα που ζητούσε το Τενοτστίτλαν ως φόρο από τις υποτελείς πόλεις του. Στη μυθολογία των Αζτέκων το φυτό είχε μεγάλη σημασία. Οι Αζτέκοι, η τελευταία φυλή νάουατλ που κατέβηκε στην κοιλάδα του Μεξικού (Ανάουακ), μετά την αποδημία τους από το μυθικό Άστλαν στο βορρά (πιθανόν θα τους θυσίαζαν άλλοι εκεί, γι’αυτό δεν τους βόλευε), περιπλανιούνταν για 200 χρόνια στην έρημο ψάχνοντας την κατάλληλη περιοχή για να χτίσουν την πόλη τους. Ήταν ορδές αγρίων κι όλες οι πόλεις τους έδιωχναν. Τότε εμφανίστηκε ο θεός Ουιτζιλοπότστλι και έδωσε τοόραμα στους ιερείς να χτίσουν την πόλη τους σ’ένα νησί στη μέση μιας λίμνης, όπου ένας αετός κάθεται πάνω από έναν κάκτο φραγκοσυκιάς, και κατ’άλλους καταβροχθίζει ένα ιερό φίδι, ένα ιερό πουλί ή τίποτα (σκεφτείτε τι έπαιρναν αυτοί οι ιερείς). Τελικά βρήκαν τον οιωνό αυτόν στη μέση της λίμνης Τεξκόκο, όπου έχτισαν γύρω στο 1350 την πόλη τους Τενοτστίτλαν (Tenochtitlan), που σημαίνει χώρα του φραγκόσυκου πάνω στο βράχο, με το μεγάλο ναό στη μέση. Η σκηνή αυτή, μ’έναν αετό πάνω από έναν κάκτο να τρώει ένα φίδι, αναπαριστάται σήμερα στη σημαία και το εθνόσημο του Μεξικού. Στον διαστροφικό πολιτισμό της βίας και του αίματος που αναπτύχθηκε σ’εκείνη την πόλη λοιπόν το φραγκόσυκο απέκτησε μακάβριο συμβολισμό, συμβολίζοντας τις καρδιές που δίνονται ως θυσία στον Ουιτζιλοπότστλι. Όπως, έλεγαν, οι καρποί αυτοί δροσίζουν τους οδοιπόρους στην έρημο, έτσι και οι καρδιές των ανθρώπων δροσίζουν το μέγα Ουιτζιλοπότστλι, ο οποίος έπειτα θα μπορεί να συνεχίζει να κινεί τον ήλιο ομαλά.

Το φυτό ήρθε στην Ευρώπη γύρω στο 1500, σύντομα δηλαδή μετά τις πρώτες ισπανικές κατακτήσεις στην Αμερική, με διαφωνίες ως προς τον πρώτο Ισπανό θαλασσοπόρο που το έφερε. Στην Ελλάδα προφανώς ήρθε αρκετά σύντομα μετά την άφιξή του στην Ευρώπη. Σημαντικός λόγος για την εξάπλωσή του ανά τον κόσμο ήταν η χρήση του καρπού ως αντισκορβουτικού απ’τους ναυτικούς. Μετά την κατάκτηση του Μεξικού το 1521, το φυτό εξαπλώθηκε ακόμα περισσότερο, ενώ η Ισπανία είχε το μονοπώλιο παραγωγής κοχενίλας. Μετά ωστόσο την ανεξαρτησία του Μεξικού το 1821 (συμπτωματικά η ίδια χρονολογία με την Ελληνική Επανάσταση), η γνώση της καλλιέργειας αυτού του εντόμου εξαπλώθηκε, και πλέον το Περού είναι η κύρια χώρα παραγωγής αυτής της βαφής, η οποία είχε εκτοπιστεί εντελώς απ’τα μέσα του 19ου αι. από την ανακάλυψη συνθετικών χρωστικών, αν και τα τελευταία χρόνια γνώρισε επάνοδο εξαιτίας του αυξημένου ενδιαφέροντος προς τα φυσικά προΪόντα. Στην Αυστραλία εισήχθη το είδος O. stricta το 1788 με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την καλλιέργεια κοχενίλας, αλλά και ως φράκτης στα χωράφια. Το φυτό άρχισε να εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα γύρω στα μέσα του 19ου αι., μετατρέποντας τελικά στις αρχές του 20 ου αι. 260.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα αρόσιμης γης σε πυκνή ζούγκλα αυτού του κάκτου, που μπορούσε να φτάσει τα 6 μέτρα. Τα μηχανικά μέσα και τα δηλητήρια δεν είχαν μεγάλη αποτελεσματικότητα,έτσι η κυβέρνηση της Αυστραλίας επιστράτευσε βιολογικά όπλα. Το 1919 εισήχθη η πεταλούδα Cactoblastis cactorum, φυσικός εχθρός των κάκτων του γένους, η οποία μείωσε δραματικά τον πληθυσμό τους. Σημειωτέον ότι το έντομο αυτό είναι ανεπιθύμητο σε άλλες περιοχές του κόσμου. Το έντομο αυτό έχει ως και δικό του άγαλμα στο του Κουίνσλαντ. Προβλήματα με τη φραγκοσυκιά υπήρχαν επίσης στη Νότια Αφρική. Σήμερα το φυτό μπορεί να βρεθεί σε κάθε μεσογειακή και ξηρή τροπική περιοχή, και καλλιεργείται σε κάθε κατάλληλο κλίμα παγκοσμίως.

Η καλλιέργεια του κάκτου αυτού δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Χρειάζεται ήλιο, ζέστη και χώμα με καλή αποστράγκιση. Αντέχει τις ελαφριές παγωνιές του μεσογειακού κλίματος, αλλά δε μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς προστασία σε μεγαλύτερα υψόμετρα ή γεωγραφικά πλάτη. Λίγο παραπάνω πότισμα και λίπανση κατά την περίοδο ανάπτυξης θα ωφελήσουν αυτό τον ασυνήθιστα ταχυαυξή κάκτο. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα, που όπως μ’όλους τους κάκτους, θα πρέπει ν’αφεθούν να στεγνώσουν και να τοποθετηθούν σε ξηρό έδαφος, ώστε να αναγκαστούν να ψάξουν το νερό βγάζοντας ρίζες, οπότε σιγά-σιγά μπορεί ν’αρχίσει το πότισμα. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται επίσης με σπόρο. Το φυτό έχει, πέρα από τα προαναφερθέντα έντομα, λίγους εχθρούς, όπως το μύκητα collecotrichum coccodes και τον ιό του sammons. Όπως και με τους περισσότερους φυτικούς ιούς, η καταπολέμησή του είναι σχεδόν αδύνατη, αλλ’ευτυχώς οι ασθένειες αυτές είναι σπανιότατες. Ένα μόσχευμα φραγκοσυκιάς μπορεί να δώσει καρπό σε μόλις δύο χρόνια, ασυνήθιστα μικρό χρονικό διάστημα για κάκτο. Πέρα από παραγωγικούς σκοπούς, τα φυτά αυτά μπορούν να καλλιεργηθούν ως καλλωπιστικά ή ως ισχυροί φράκτες για ασφάλεια. Διάφορα είδη υπάρχουν με ποικίιλα σχήματα και χρώματα, όπως η O. Microdasys, Ή αλλιώς αυτιά του κουνελιού, ή βορειότερα είδη με αντοχές στην παγωνιά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για το φραγκόσυκο στη Βικιπαίδεια
άρθρο για το γένος Opuntia στην αγγλική Wikipedia
άρθρο για την κοινή φραγκοσυκιά στην αγγλική Wikipedia
ελληνικό φυτώριο παραγωγής φυτών φραγκοσυκιάς
το σύκο που ήρθε απ’αλλού
οι αντιδιαβητικές ιδιότητες της Opuntia streptacantha

λευκή ποικιλία

πολλαπλή ρόδινη ποικιλία

ρόδινη ποικιλία

Είναι κοινότατο φυτό στην Ελλάδα, φυτεμένο παντού – κατά μήκος των εθνικών οδών σε τεράστιες αποστάσεις, σε πάρκα, σε παρτέρια, σε κήπους, σε πρασιές, σε αυλές, σε προαύλια κτιρίων, σε παραλίες, στο δρόμο, σε γλάστρες, σε ζαρντινιέρες κλπ, όπου γεμίζει τον τόπο που βρίσκεται χρώμα και άρωμα με την πανέμορφη καλοκαιρινή ανθοφορία του. Λέγεται και ροδοδάφνη. Το φυτό αυτό είναι αυτοφυές της χώρας μας, ιδίως στα νοτιότερα μέρη, όπου μπορεί να βρεθεί σε ξηρά περιβάλλοντα με υπεδαφική υγρασία ή σε περιοδικά υγρά περιβάλλοντα όπως στις κοίτες χειμάρων. Η ακριβής προέλευσή του δεν είναι γνωστή εξαιτίας της συνεχούς του καλλιέργειας από τους αρχαίους χρόνους, πιθανολογείται όμως πως προήλθε από τη Μέση Ανατολή. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αυτοφυή κατάσταση από το Γιουνάν της νότιας Κίνας και την Ινδία έως το Μαρόκο και την Υβηρική χερσόνησο, ενώ έχει εισαχθεί σε μικρούς αριθμούς υποτροπικές πολιτείες της Αμερικής όπως στην Καλιφόρνια και το Τέξας. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό ωστόσο σ’όλες τις θερμές εύκρατες και υποτροπικές χώρες.

Ανήκει στην τάξη των γενθιανωδώ (gentianales) και στη μεγάλη οικογένεια των αποκυνιδών (apocynaceae), μια κυρίως τροπική οικογένεια φυτών με μέλη που έχουν τοξικούς ή ερεθιστικούς χυμούς, χωανοειδή άνθη με συνενωμένα πέταλα στη βάση τους, επιμήκεις καρπούς και σπόρους με τρίχες που τους βοηθούν στην αερομεταφορά. Η πικροδάφνη φέρει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Ως μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο ίναι αρκετά μεγάλο μέλος της οικογένειας, ύψους 2-6 μέτρων πυκνής δομής, με όρθιους βλαστούς που σε μεγάλα άτομα μπορεί να απλώνονται λίγο περισσότερο. Οι νεαροί βλαστοί καλύπτονται από γλαυκίζον λεπτό χνούδι, ενώ τα γόνατα ή κόμποι απ’όπου προέρχονται τα φύλλα και οι νέες διακλαδώσεις είναι ελαφρώς διογκωμένοι. Οι παλαιότεροι βλαστοί καλύπτονται με λείο γκριζωπό φλοιό, ο οποίος σχίζεται και γίνεται τραχύς όσο ο βλαστός αυξάνει σε διάμετρο όπως σ’όλα τα ξυλώδη φυτά, χωρίς όμως να σπάει σε μεγάλα κομμάτια. Τα φύλλα είναι αειθαλή και διατάσσονται σε σπονδύλους των τριών ή σε ζεύγη σπανιότερα, είναι σκληρά και δερματώδη, γκριζοπράσινα, βραχύμισχα, λογχοειδή με λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, μήκους 5-21 εκ. και πλάτους 1-3,5 εκ. Η ανθοφορία ξεκινά αργά την άνοιξη και συνεχίζεται για όλο το καλοκαίρι μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου, ενώ σε ηπιότερα κλίματα προχωρά περισσότερο μέσα στο φθινόπωρο. Τα άνθη εμφανίζονται σε απλές ομάδες σε άφυλλους αλλά κανονικά διακλαδιζόμενους βλαστούς στην άκρη σχεδόν κάθε βλαστού του φυτού, συνολικά δηλαδή ένας μεγάλος αριθμός, φέρουν 5 πέταλα συνενωμένα ως τη μέση τους περίπου σε μια κυπελοειδή δομή, ενώ οι στήμονες και ο ύπερος βρίσκονται στο εσωτερικό, όπου επίσης υπάρχει το νέκταρ για τα επισκεπτόμενα έντομα επικονιαστές, κι έχουν διάμετρο 2,5-5 εκ. Συνήθως έχουν γλυκιά οσμή, αλλ’όχι πάντοτε. Το κοινότερο φυσικό χρώμα είναι το ρόδινο, αλλά με την καλλιέργεια έχουν παραχθεί άνθη όλων των αποχρώσεων αυτού του χρώματος, καθώς και κόκκινα ή λευκά, ενώ μερικά φυτά είναι διπλά ή πολλαπλά. Οι καρποί είναι κάψες κι εμφανίζονται το φθινόπωρο με τη μορφή ενός σκληρού, κυλινδρικού αλλλά ραβδωτού φασολιού, μήκους 5-23 εκ., οι οποίοι κατά την ωρίμανσή τους, συνήθως το χειμώνα, ανοίγουν για ν’απελευθερώσουν τους μεγέθους φακής χνουδωτούς σπόρους που μεταφέρονται με τον άνεμο μακριά. Τα περιβλήματα λίγων καρπών μπορεί να μείνουν πα΄νω στο φυτό και στην επόμενη χρονιά. Το φυτό εκκρίνει λευκό πικρό γάλα (κόμμι) αν σπάσει, το οποίο βρίσκεται σ’εξειδικευμένο σύστημα σωλήνων του φυτού, και είναι τοξικότατο.

Η τοξικότητα του φυτού αυτού είναι μεγάλη, και κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί αππό τα πιο δηλητηριώδη καλλωπιστικά φυτά, αλλά οι δηλητιριάσεις είναι τόσο σπάνιες, ώστε το φυτό δε θεωρείται γενικά επικίνδυνο, αφού ακόμα κι ένα παιδάκι θα το αφήσει εξαιτίας της πικρής του γεύσεις. Το κόμμι ή γάλα περιέχει καρδιακές γλυκοζίδες όπως την ολεανδρίνη, τη νηριίνη, την ολεανδρογενίνη και τη διγογενίνη, που έχουν παρόμοια δράση μ’αυτές της δαχτυλίθρας (Digitalis sp), προκαλώντας καρδιακές αρρυθμίες και σε μεγάλες δόσεις καρδιακή ανακοπή. Συμπτώματα της δηλητηρίασης περιλαμβάνουν κοιλόπονο, ναυτεία, εμετό, διάρροια με ή χωρίς αίμα, ταχυκαρδία και αρρυθμίες αρχικά, βραδυκαρδία αργότερα, υπόταση, ζάλη, νύστα και αίσθημα κόπωσης, και σε σοβαρές περιπτώσεις σοβαρότερα νευρολογικά συμπτώματα όπως τρόμο, θολή όραση και κώμα, που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Η συνήθης θεραπευτική πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται στην πρόκληση εμετού και στην πλύση στομάχου κι έπειτα σε υποστηρικτική θεραπεία, αλλά σε σοβαρές περιπτώσεις ίσως χρειαστεί προσωρινή βηματοδοσία της καρδιάς για λίγιες μέρες μέχρι το δηλητήριο να μεταβολιστεί ή και ορό κατά διγοξίνης που καλύπτει κι αυτές τις τοξίνες. Επειδή δύσκολα κάποιος άνθρωπος μπορεί να δηλητηριαστεί απ’το φυτό, οι περισσότερες περιπτώσεις προέρχονται από αυτοχορήγηση υποτιθέμενων φαρμακευτικών σκευασμάτων αυτού του φυτού ή απόπειρες αυτοκτονίας. Στην Ινδία ειδικότερα η πικροδάφνη είναι δημοφιλής διέξοδος απ’τον μάταιο τούτο κόσμο για εξαθλιωμένες μερίδες του πληθυσμού. Τα ζώα επίσης δηλητηριάζονται εύκολα, αν και η γεύση του φυτού συνήθως τ’απομακρύνει. Ιδιαίτερα επιρρεπή είναι τα οπληφόρα που βοσκούν, τα σκυλιά και οι γάτες, ενώ τα τρωκτικά και τα πουλιά έχουν υψηλότερη ανθεκτικότητα. Ιδιαίτερα τα άλογα μπορεί να μην ξεχωρίσουν εύκολα το φυτό εάν είναι κομμένες κορυφές ανακατεμένες μαζί μ’άλλα χόρτα, που έχουν και γλυκύτερη γεύση. Συμπτώματα περιλαμβάνουν κωλικό, διάρροια, καρδιακές αρρυθμίες και κατάπτωση σε σοβαρές περιπτώσεις. Μόλις 100 γραμμάρια μπορούν να σκοτώσουν ένα ενήλικο άλογο. Δυο φορές είχε τύχει να βρεθεί πικροδάφνη στην τροφή των
κουνελιών μου,
όταν ήταν χειμώνας και μάζευα χαμηλά χόρτα γι’αυτά. Αν και πετάω τα ξερά φύλλα που τυχόν βρίσκονται μαζί με τα χόρτα, κάποιες φορές μου ξεφεύγουν λίγα κι έτσι βρέθηκε και πικροδάφνη κοντά στα κουνέλια. Και τις δύο φορές την άφησαν εντελώς άθικτη. Από τότε προσέχω κάθε βλαστό και φύλλο πριν δοθεί στα κουνέλια. Τα ξύλα ή τα λεπτά κλαδιά του φυτού επίσης δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για το άναμμα φωτιάς ή το ψήσιμο φαγητού, επειδή οι αναθυμιάσεις τους είναι τοξικές. Το μέλι του φυτού επίσης θεωρείται τοξικό, αν και οι περισσότερες μέλισσες πεθαίνουν από το νέκταρ του.

Το φυτό θεωρείται πολύ εύκολο στην καλλιέργεια. Αναπτύσσεται γρήγορα, αγαπά τον ήλιο και τη ζέστη, αντέχει στην ξηρασία και τις ασθένειες, ευδοκιμεί σε φτωχά εδάφη, κλαδεύεται εύκολα σε σχήματα, γι’αυτό είναι κατάλληλο για τα περισσότερα μέρη της χώρας μας. Δεν επιβιώνει ωστόσο σε θερμοκρασίες κάτω των -10 βαθμών, και σε περιοχές τέτοιες, εάν καλλιεργείται, καλλιεργείται σε θερμοκήπια, ή σε μεγάλες γλάστρες που μετακινούνται σε προστατευμένο μέρος το χειμώνα. Σε μια μεγάλη γλάστρα η ζαρντινιέρα μπορεί επίσης να καλλιεργηθεί οπουδήποτε, φτάνοντας πάλι σε μεγάλο μέγεθος και ανθοφορώντας και καρποφορώντας κανονικά. Εάν το φυτό κλαδευτεί ακόμα και πολύ χαμηλά, σύντομα πετάει νέους βλαστούς από πρώην κόμπους σε ξυλώδη μέρη του και ξαναπυκνώνει γρήγορα. Μπορεί να κλαδευτεί σαν μπάλα, σαν δεντράκι με γυμνό κορμό, σαν φράκτης κλπ. Το φυτό αντέχει αξιοθαύμαστα στην παραμέληση. Έχω βρει καχεκτικές πυκροδάφνες σε ξερά εγκαταλελειμμένα παρτέρια με τσιμεντωμένο χώμα μέσα στη ζέστη, και άλλες σε μικρές γλάστρες σε γωνίες πεζοδρομίων ή σε καφετέριες κι άλλα μαγαζιά με τραπέζια έξω, που όμως ήταν ζωντανές και φαινόταν πως θα μπορούσαν να επανέλθουν με την κατάλληλη φροντίδα. Ειδικά για τις τελευταίες περιπτώσεις έχω συναντήσει αρκετές φορές φυτά των οποίων οι άκρες των φύλλων έλειπαν, όχι επειδή είχαν πρόβλημα, αλλά επειδή οι καταστηματάρχες τά’κοψαν για να μην τσιμπάνε το διερχόμενο κόσμο, όπως κάνουν μερικοί με τα
Γιούκα.
Απαίσια πρακτική και για τις δύο περιπτώσεις που καταστρέφει όλη την εμφάνιση του φυτού, και για το γιούκα ακόμα χειρότερο, αφού αναπτύσσεται πολύ βραδύτερα και τα φύλλα του διαρκούν πολύ. Αν δε θέλει κανείς φυτό που να τσιμπάει, ας φυτέψει άλλο είδος κοντά στα τραπέζια του.

Παρά την τοξικότητά του, το φυτό έχει εχθρούς. Συχνά τα καλλιεργούμενα φυτά κατακλύζονται από αφίδες τους θερμούς μήνες, που απομυζούνν χυμό απ’τις κορυφές και τα νεαρά κυρίως φύλλα, αλλ’ευτυχώς αντιμετωπίζονται εύκολα. Επίσης η προνύμφη της πεταλούδας Syntomeida epilais τρέφεται αποκλειστικά με πικροδάφνη, αποφεύγοντας τις ίνες του φύλλου που φέρουν τους κομμεοφόρους σωλήνες. Οι προνύμφες της πεταλούδας Euploea core επίσης τρέφονται με πικροδάφνη, στην περίπτωση αυτήν όμως το έντομο είναι ανθεκτικό στις τοξίνες και τςι συσσωρεύει για αμυντικούς σκοπούς εναντίον σπονδυλωτών όπως πουλιά, αφού οι άλλοι εχθροί του, αράχνες και σφήκες, δεν επηρεάζονται. Τέλος έχω βρει
Σαλιγκάρια
του είδους Eobania vermiculata σε κατάσταση αδρανοποίησης το καλοκαίρι προσκολλημένα σε βλαστούς πικροδάφνης πολλές φορές, αλλά αμφιβάλλω πως την τρώνε, απλώς τη χρησιμοποιούν ως θέση προσκόλλησης.

Η πικροδάφνη ήταν γνωστή απ’τους αρχαίους χρόνους, κι όλοι οι σημαντικοί γιατροί της αρχαιότητας προειδοποιούσαν για την τοξικότητά της, ωστόσο υπάρχουν αναφορές για ιατρική της χρήση. Ο Θεόφραστος στην πραγματεία του περί φυτών γύρω στο 300 π.Χ. αναφέρει για ένα φυτό καλούμενο ονοθήρα, του οποίου αν η ρίζα χτυπηθεί στο κρασί κάνει το πνεύμα πιο εύθυμο. Η περιγραφή του έχει κάποια στοιχεια της πικροδάφνης, αλλά δεν είμαστε σίγουροι ακόμα για την πραγματική ταυτότητα του φυτού. Οι Άραβες γιατροί του Μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν την πικροδάφνη για τη θεραπεία του καρκίνου (ο καρκίνος ήταν γνωστός από την εποχή του Ιπποκράτη). Σημερινές μελέτες δε βρίσκουν κάποια ωφέλεια της πικροδάφνης κατά του καρκίνου. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την τόνωση της καρδιάς. Σήμερα ωστόσο για την καταπολέμηση των αρρυθμιών χρησιμοποιούνται οι ηπιότερες τοξίνες του όχι άμεσα συγγενικού αλλά χημικά παρόμοιου γένους Digitalis σε μικρές και σταθμισμένες δόσεις. Το φυτό επιπλέον έχει χρησιμοποιηθεί ως εντομοκτόνο, αλλά, όπως προανέφερα, δεν αντιμετωπίζει όλα τα έντομα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για την πικροδάφνη
πικροδάφνη link του μήνα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την πικροδάφνη
δηλητηρίαση πικροδάφνης

Ενημέρωση 21/8/2015: Οι ιστορικές αναφορές σε τοξικό μέλι ίσως αποτελούν υπερβολή ή σύγχυση με άλλα φυτά. Η πικροδάφνη κανονικά δεν παράγει νέκταρ, αλλά κοροϊδεύει τις μέλισσες με την οσμή των λουλουδιών της. Τα έντομα άσκοπα ψάχνουν για νέκταρ, κι έτσι μεταφέρουν τη γύρη απ’το ένα άνθος στο άλλο.

Laudakia stellio stellio, από γερμανική σελίδα.

Laudakia stellio brachydactyla, από βρετανική σελίδα.

Είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά είδη σαύρας της χώρας μας, και πολλοί συχνά άνθρωποι την αιχμαλωτίζουν για να την κρατήσουν. Στην
Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά
υπάρχουν πάντοτε λίγες, αλλά σταθερές τέτοιες περιπτώσεις. Στην πραγματικότητα όμως η αιχμαλώτηση ενδημικών ερπετών είναι παράνομη στην Ελλάδα και στην υπόλειπη ΕυρωπαΪκή Ένωση, και δε θα πρέπει να γίνεται. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δε μπορεί να κρατήσει στην αιχμαλωσία κανείς αυτό το είδος, απλώς η εύρεσή του νόμιμα είναι πολύ δύσκολη. Πολλές ευρωπαΪκές χώρες προμηθεύονται άτομα από τις Μεσανατολίτικες χώρες, όπου δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στη συλλογή τους ακόμα. Και ππάλι όμως το είδος αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο στην αιχμαλωσία. Ίσως τελικά θά’πρεπε να επιτρεπόταν η περιορισμένη συλλογή ατόμων αυτού κι άλλων ευρωπαϊκών ειδών για αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, αλλά τώρα αυτό είναι μεγάλο θέμα και δε θέλω να το ανοίξω εδώ.

Η σαύρα αυτή λοιπόν είναι η μόνη της οικογένειας των αγαμιδών (agamidae), μιας μεγάλης οικογένειας σαυρών του Παλαιού Κόσμου που περιλαμβάνει τους ουρομάστιγες, τους γενειοφόρους δράκους κλπ και είναι συγγενική με τους χαμαιλέοντες και τις ιγκουάνες, που πατά ίσα-ίσα λίγο στην Ευρώπη. Το μόνο μέρος της ειπηρωτικής Ευρώπης όπου μπορεί να βρεθεί είναι μικρό μέρος της Μακεδονίας, από τα νότια του νομού Κιλκίς ως την κεντρική Χαλκιδική, σύμφωνα με την πύλη για την ελληνική ερπετοπανίδα
(herpetofauna.gr
Μεγάλη εξάπλωση επίσης έχει στα νησιά: σε Κέρκυρα, Παξούς, Μύκονο, Δήλο, Ρήνεια, Μικρό Ρεματιάρη, Τήνο, Πάρο, Αντίπαρο, Δεσποτικό, Νάξο, Λέρο, Κω, Νίσυρο, Τήλο, Κάλημνο, Σαμιοπούλα, Χάλκη, Σύμη, Τέλενδο, Καστελόριζο, Φούρνους, Θύμαινα, Ρόδο, Ικαρία, Σάμο, Χίο και Λέσβο, πάλι σύμφωνα με την παραπάνω έγκυρη πηγή. Για τη Ρόδο ειδικά γνωρίζω πως το είδος αυτό μπορεί να βρεθεί εύκολα στην περιοχή του Κάστρου των Ιπποτών με τις πολλές πέτρες, σύμφωνα με αναφορές από την Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά, όπου μπορεί να φωτογραφηθεί εύκολα. Επίσης στην Κέρκυρα και σε περιοχές γύρω απ’τη Θεσσαλονίκη σε κατάλληλα μέρη βρίσκεται. Στην Ελλάδα λοιπόν συναντώνται δύο υποείδη, το φερώνυμο L. s. stellio και το L. s. daani. Στην Κύπρο επίσης ενδημεί ένα ξεχωριστό υποείδος, το L. s. cypriacus. Είναι πεπλατυσμένη σαύρα μήκους περίπου 30 εκατοστών, με το μισό του σώματος την ουρά, η οποία ζει σε πετρώδεις συνήθως περιοχές και τρέχει να κρυφτεί στις σχισμές των βράχων με την παραμικρή απειλή. Συχνά το σώμα της φέρει στίγματα.

Το πιο διαδεδομένο κοινό ελληνικό της όνομα είναι «κροκοδειλάκι», εξαιτίας του ιιδιαίτερου σχήματός της σε σχέση μ’άλλες γνωστές σαύρες. Άλλα παραδοσιακά ονόματα είναι: Σκούτζικας , Σκουτζίκι, Άγαμα, Δράκος, Κασιδιάρης, Κουρκούταβλος, Κουρκουτάς, Κουρκούδιαλος, Κροκάς, κατά herpetofauna.gr. Το «κουρκουτάς» χρησιμοποιείται συχνά στην Κύπρο, κι όπως και τα συγγενικά του ονόματα π.χ. «κουρκούδιαλος», προέρχεται από το «κροκόδειλος». Το «κασιδιάρης» δεν ξέρω τι σήμαινε αρχικά για να χρησιμοποιηθεί γι’αυτό το είδος. Στην Τουρκία λέγεται «χαρντούν» ή «χαρντίμ», στην Ιταλία «stellione», ενώ στα αγγλικά έχει ονόματα όπως στελιόνι (stellion), ζωγραφισμένος αγαμίδης (painted agama), αστερωτός αγαμίδης (starred agama), κηλιδωτός αγαμίδης (spotted agama), ή τραχύδερμος αγαμίδης (rough-skined agama). Η αρχική επιστημονική του ονομασία από τον πατέρα της σύγχρονης συστηματικής ταξινόμησης Κάρολο Λινναίο ήταν Stellio stellio, αλλά σύντομα άλλαξε σε Agama stellio, όνομα που παρέμεινε μέχρι τις πρόσφατες δεκαετίες, οπότε το τεράστιο γένος Agama διασπάστηκε σε πολλά μικρότερα, ένα εκ των οποίων και το Laudakia. Στα λατινικά το «stellio» (από το «stella», αστέρι, πρβλ. «αστήρ») αναφερόταν σε
οποιαδήποτε στικτή σαύρα,
και προφανώς θα χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την περιγραφή των μεσογειακών στικτών ειδών όπως αυτό και το λιακόνι (Chalcides ocellatus), μιας και βορειότερα στην Ευρώπη, απ’όπου κατέβηκαν οι λατίνοι, οι στικτές σαύρες είναι σπάνιες. Τέλος να διασαφηνίσω ότι δε θα πρέπει να μας προκαταλαμβάνει το όνομα της οικογένειας για τις σεξουαλικές ικανότητες των μελών της. Το όνομα αυτό δόθηκε εξαιτίας κάποιων ειδών ου αναπαράγονται παρθενογενετικά, φαινόμενο που παρατηρείται και σε σαύρες άσχετων οικογενειών (στην Ελλάδα το είδος
Darevskia praticola
του παρθενογενετικού γένους Darevskia της οικογένειας lacertidae για παράδειγμα).

Ένα διαδικτυακό άρθρο φροντίδας λοιπόν γι’αυτό το είδος είναι κάτι σπάνιο, αλλ’ευτυχώς υπάρχει, και ίσως είναι το πιο εμπεριστατωμένο άρθρο για το συγκεκριμένο είδος σ’όλο το διαδίκτυο. Το βρήκα στο
cyberlizard,
τη σελίδα ενός Βρετανού ερπετοχομπίστα, ο οποίος με τη σειρά του το συνέθεσε βασισμένος σε διάφορες άλλες πηγές και σποραδικές αναφορές. Μου θυμίζει τον τρόπο με τον οποίον κάποτε συλλέγονταν οι πληροφορίες για την διατήρηση των ερπετών στην αιχμαλωσία, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει το τεράστιο πλεονέκτημα της συσσωρευμένης γνώσης από τα κοινότερα είδη, που ισχύει και γι’αυτό εδώ. Στην πραγματικότητα η σαύρα αυτή δεν είναι δύσκολη στη διατήρηση, ούτε τόσο και στην αναπαραγωγή, αλλά παρόλα αυτά συναντάται σπάνια στο χόμπι.

Μετάφραση: Bolko

Προσθέθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 2002

Το κροκοδειλάκι
Laudakia (agama) stellio
Φυσική ιστορία και φροντίδα

Εισαγωγή

Αυτό το άρθρο βασίζεται σε σημειώσεις που στάλθηκαν σε μια κυρία η οποία είχε αποκτήσει πρόσφατα ένα άτομο L. Stellio, αλλ’ήταν αβέβαιη για τις ανάγκες του στην αιχμαλωσία. Περιλαμβάνονται εδώ για την ωφέλεια άλλων που ενδιαφέρονται γι’αυτήν την ανθεκτική σαύρα.

Ταξινόμηση

Αν και ενίοτε γνωστό ως ευρωπαΪκός αγαμίδης, αυτό είναι κάπως παραπλανητικό αφού υπάρχουν αρκετά υποείδη της L. stellio, μόνο ένα εκ των οποίων βρίσκεται στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Το είδος κατανέμεται ακολούθως:
L. s. stellio (Θεσσαλονίκη, Κυκλάδες (Μύκονος, Δήλος, Πάρος, Αντίπαρος, Νάξος) Σποράδες, Ρόδος, Κέρκυρα), L. s. brachydactyla (βόρεια Σαουδική Αραβία, νότια Ισραήλ, Έρημος του Σινά), L. s. cypriacus (Κύπρος), L. s. daani (Θεσσαλονίκη, πολλά αιγαιακά νησιά), L. s. πιcea (νοτιοδυτική Συρία, νότιος Λίβανος, βόρειο Ισραήλ, νοτιοδυτική Ιορδανία), L. s. vulgaris (βόρεια Αίγυπτος).

Η παλαιότερη βιβλιογραφία αναφέρει αυτό το είδος ως Agama stellio: το γένος Agama ωστόσο μειώθηκε σε μέγεθος λίγα χρόνια πριν και πολλά είδη, συμπεριλαμβανομένου του κροκοδειλακίου, αναταξινομήθηκαν.

Μέγεθος και περιγραφή

Αυτή η σαύρα φτάνει το μέγιστο των 28-30 εκ. σε ολικό μήκος, με τα ενήλικα άτομα να ποικίλουν από 20 έως 30 εκατοστά. Αυτή είναι μια μάλλον πεπλατυσμένη στην εμφάνιση σαύρα με μάλλον τριγωνικό κεφάλι, μεγάλο τύμπανο και λαιμική δίπλωση. Δεν υπάρχει ραχιαίο λοφφίο όπως σε πολλούς άλλους αγαμίδες. Τα αρσενικά μπορούν να διαχωριστούν από τις πεπαχυμένες προπρωκτικές και κοιλιακές φολίδες. Και τα δύο φύλα, αλλά ιδίως το αρσενικό, μπορούν ν’αλλάξουν χρώμα ως αποτέλεσμα αλλαγής στη διάθεση ή ερεθισμού, μια ικανότητα που συναντάται σε πολλούς αγαμίδες.

Στη φύση οι αγαμίδες αυτοί είναι αρκετά δειλοί, αλλ’όταν συνηθίσουν στην αιχμαλωσία γινονται αρκετά ήμεροι και συνηθισμένοι σε μια ρουτίνα. Ο Righetti-Montelongo αναφέρει πώς ένα αιχμάλωτο κροκοδειλάκι συνήθιζε να κάνει ένα είδος τελετουργικού τρεξίματος γύρω στο κλουβί κάθε πρωί σε ορισμένη ώρα, μετά θα έτρωγε, έπειτα από το οποίο δεν επαναλάμβανε αυτό το τελετουργικό για εκείνη τη μέρα.

Περιβάλλον

Στη φύση, άσχετα με την πραγματική τους χώρα, προτιμούν να ζουν σε πετρότοιχους ή μεταξύ βράχων. Οι Monthey και Schuster σημειώνουν ότι σε πληθυσμούς χαμηλής πυκνότητας, οι αγαμίδες μπορεί να δημιουργήσουν δεσμούς ζευγαριών, αλλ’αλλιώς είναι μοναχικοί. Το καταφύγιό τους είναι συνήθως ένας σωρός από πέτρες ή ένα λαγούμι τρωκτικού. Τα κροκοδειλάκια απολαμβάνουν πολύ την ηλιοφάνεια και λιάζονται σε πετρότοιχους, βράχους και κτίρια, κι επίσης σε δέντρα.

Φροντίδα στην αιχμαλωσία

Ένα τερράριο με διάταξη ερήμου είναι ιδανικό γι’αυτούς τους αγαμίδες. Χρησιμοποιήστε άμμο και πέτρες για το υπόστρωμα και μερικούς βράχους για να σκαρφαλώνει η σαύρα/ες, αφού βεβαιωθείτε φυσικά ότι οι βράχοι δε μπορούν να πέσουν πάνω στους τροφίμους. Για καταφύγιο και μέρος για ύπνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα στεγασμένο μέρος σχεδιασμένο γι’αυτόν το σκοπό για ερπετά ή ένα τμήμα φελλού φλοιού. Η θέρμανση κι ο φωτισμος είναι επίσης απαραίτητα γι’αυτές τις αγαμιδοειδείς σαύρες. Κατά τον περισσότερο χρόνο η θερμοκρασία στη ζεστή πλευρά του τερραρίου θα πρέπει να βρίσκεται στους 27-32 βαθμούς με σημείο λιασήματος στους 38 βαθμούς. Ίσως πρέπει να πειραματιστείτε λίγο. Στη φύση πολλές σαύρες σε ερημικές ή ξηρές περιοχές στην πραγματικότητα κρύβονται στη δροσιά των λαγουμιών ή των σχισμών τους, έτσι μια διαβάθμιση θερμοκρασίας με καταφύγια και στις δύο πλευρές είναι απαραίτητη. Τοποθετήστε τη θερμαντική λάμπα σ’ένα χρονοδιακόπτη και δώστε της 12 ώρες τη μέρα. Σε ψυχρότερα κλίματα ή κατά το χειμώνα θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο για την παροχή ελαφράς υποβαθρικής θερμοκρασίας τη νύχτα, αφού έχει σβήσει η θερμαντική λάμπα. Εντούτοις, εάν η θερμοκρασία δωματίου σας χωρίς θερμαστήρες για ερπετά είναι αρκετά ζεστή, τότε μπορεί να μη χρειαστείτε τη θερμαντική πλάκα. Σε μεγάλη έκταση της εξάπλωσης του κροκοδειλακίου, και ασφαλώς σ’αυτές τις ερημικές περιοχές της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που δίνουν τα περισσότερα αιχμάλωτα άτομα πιασμένα από τη φύση, οι υψηλές ημερήσιες θερμοκρασίες πέφτουν σημαντικά τη νύχτα, κι ένα περιβάλλον αιχμαλωσίας θά’πρεπε να το αντανακλά αυτό μέσα στα όρια της ασφάλειας. Ο Righetti-Montelongo προτείνει ότι η θερμοκρασία μπορεί να επιτραπεί να πέσει ως τους 16 αλλ’όχι χαμηλότερα. Θα πρέπει επίσης να παρέχεται υπεριώδες φως, πάλι για 12 ώρες τη μέρα.

Αυτοί οι αγαμίδες είναι εντομοφάγοι. Οι γρύλλοι είναι οι ευκολότεροι στη χρήση ως σταθερή τροφή, αλλ’αυτοί μπορούν να συμπληρωθούν με φρουτόμυγες και το περιστασιακό σερβίρισμα αλευροσκουλήκων εάν ο αγαμίδης είναι αρκετά μεγάλος. Προσπαθήστε να προσφέρετε τροφή κάθε δεύτερη μέρα στο ξεκίνημα, περίπου 6-8 γρύλλους στην αρχή, και προσαρμόστε τους αριθμούς και τη συχνότητα του ταΐσματος σύμφωνα με το πώς αντιδρά ο αγαμίδης. Αν και η Laudakia stellio θα πιει από ένα μπολ νερού, κατάγεται από περιοχές χαμηλής υγρασίας, έτσι θα πρέπει να κρατείται ένα μικρό μπολ νερού στη δροσερή πλευρά του τερραρίου. Κατ’αυτό το διάστημα του χρόνου (Δεκέμβριο-Ιανουάριο) στη φύση πέφτουν σε χειμέρια νάρκη, κι αυτό έχει επίσης αναφερθεί μεταξύ αιχμάλωτων ατόμων. Είναι συνήθως καλή ιδέα να κατεβάσετε τη θερμοκρασία γι’αυτούς τους δύο μήνες όχι περισσότερο από 16 βαθμούς στη θερμή πλευρά και να μειώσετε τη φωτοπερίοδο της υπεριώδους λάμπας από 12 σε 8 ώρες τη μέρα. Ο Righetti-Montelongo προτείνει ότι οι αγαμίδες μπορούν να διατηρηθούν σε θερμοκρασία 10 βαθμών για περίοδο 45-90 ημερών, ενώ άλλα σχόλια που έχω διαβάσει αναφέρουν αυτήν την πτώση στη θερμοκρασία για τουλάχιστον τους μήνες του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου.

Κατ’αυτό το χρονικό διάστημα η σαύρα μπορεί να φαίνεται πολύ αδρανής και να ξοδεύει πολύ χρόνο στο καταφύγιο. Αυτό είναι φυσιολογικό, αλλλά οι κάτοχοι θα πρέπει να παρατηρούν το κατοικίδιό τους για να βεβαιώνονται ότι πίνει. Στο τέλος του Ιανουαρίου η θέρμανση και το υπεριώδες φως θα πρέπει να επανέλθουν πίσω στα φυσιολογικά επίπεδα, τα οποία θα πρέπει να προκαλέσουν επιστροφή σε κανονική δραστηριότητα στην L. stellio. Αυτή η χειμέρια νάρκη είναι μέρος του κύκλου ζωής τους. Πρόσφατα αγορασμένα άτομα, ή τα νεαρά ή τα άρρωστα, μπορεί να μην είναι έτοιμα για χειμέρια νάρκη, στην οποία περίπτωση θα πρέπει να διατηρούνται κανονικά και να επιτραπούν να πέσουν σε νάρκη τον επόμενο Δεκέμβριο.

Αναπαραγωγή

Στη φύση αυτοί οι αγαμίδες αναπαράγονται Μάρτιο-Απρίλιο, με τα θηλυκά να γεννούν τον Ιούνιο και τ’αβγά να εκκολάπτονται Αύγουστο-Σεπτέμβριο. Εάν πρόκειται να δοκιμαστεί αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, τότε η περίοδος της χειμερινής ψύξης που αναφέρθηκε παραπάνω είναι πιθανόν απαραίτητη. Η L. stellio είναι ζώο ωοτόκο, με τα θηλυκά να γενούν μια ομάδα 5-15 αβγών ως και δύο φορές σε μια χρονιά έπειτα από περίοδο εγκυμοσύνης 1-2 μηνών. Οι γέννες του ευρωπαϊκού υποειδους τείνουν να είναι μικρότερες, περίπου 6-8 αβγών (Arnold et al). Ο Righetti-Montelongo προτείνει την παροχή ενός «θαλάμου ωοτοκίας» (ένα πλαστικό κουτί γεμάτο με υγραμένη άμμο για να γεννήσουν μέσα τα θηλυκά), και επώαση των αβγών στους 27-29 βαθμούς, στην οποία θερμοκρασία θα πρέπει να εκκολαφθούν μέσα σε 65-80 μέρες. Φαίνεται πως ως τώρα έχει επιτευχθεί λίγη αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία (τουλάχιστον καθόλου απ’ό,τι έχω ακούσει εγώ), το οποίο είναι κάτι λυπηρό αφού τα εισαγόμενα πιασμένα από τη φύση ζώα δε θα πρέπει να είναι η μόνη, ούτε ακόμα η κύρια, πηγή αυτών των ενδιαφερόντων αγαμιδών.

Βιβλιογραφία

Agamid Lizards, Ulrich Manthey and Norbert Schuster, TFH 1996 (originally published in German, 1992, as Agamen).
Collins Field Guide: Reptiles & Amphibians of Britain & Europe, E N Arnold, J A Burton and D W Ovenden, HarperCollins 1978.
Terrarium and Cage Construction and Care, R D and Patricia Bartlett, Barron’s Pet Series, 1999. Section on L. stellio brachydactyla.
«The Painted Agama, Acrobat Saurian», Carol Righetti-Montelongo, Reptile Hobbyist 2:10.
«Little Wonders», Terry Thatcher, Pet Reptile 37 (Oct 2000) (covers Orange Spotted Agama, L. stellio picea).

Σημειώσεις:
1. Σας φαίνεται παράξενο να χρησιμοποιώ το «αγαμίδης», σαν κάποιο επώνυμο, αντί για «αγαμίδα»; Το σωστό κανονικά είναι το πρώτο. Η κατάλήξεις των οικογενειών των οργανισμών προέρχονται από τις αντίστοιχες των αρχαιοελληνικών, επομένως κάποιο μέλος τους είναι ένας -ίδης, που σε βαθύτερη ανάλυση προέρχεται από το είδος και την ιδέα, αυτός που μοιάζει δηλαδή με το προηγούμενο συνθετικό της λέξης. Όταν οι Αρχαίοι έλεγαν για τον Αγαμέμνονα τον Ατρείδη για παράδειγμα, εννοούσαν αυτόν που μοιάζει με τον πατέρα του τον Ατρέα.
2. Παλαιότερα είχα κάνει ένα ακόμα άρθρο για τη φροντίδα ευρωπαΪκών σαυρών,
αυτών της οικογένειας lacertidae.
Έπονται κι άλα με το λιακώνι, τα μικρά γκέκο και λοιπά ευρωπαΪκά είδη.
3. Στο herpetofauna.gr αναφέρεται επίσης ότι αυτό το είδος, πέρα από έντομα, καταναλώνει και μικρές σαύρες και μικρή ποσότητα φυτικής τροφής. Επομένως, όπως και οι σαύρες τις οικογένειας lacertidae, μπορεί να ταΐζεται περιστασιακά και με λίγα μαλακά φρούτα ή φύλλα, ενώ θα πρέπει οι μικρότερες σαύρες να προστατεύονται απ’αυτό το είδος. Δεν ξέρω αν είναι και κανιβαλιστικό, αλλά καλύτερο να μη στεγάζονται τα πολύ μικρά με τα ενήλικα. Εφόσον όμως μπορει να φάει σπονδυλωτά, θα μπορούσε θεωρητικά να φάει και νεογέννητα ποντικάκια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως κι άλλες τέτοιες σαύρες (τα ποντικάκια είναι παχυντικά ως σταθερή τροφή σε κυρίως εντομοφάγα είδη), π.χ. για ενδυνάμωση εξαντλημένων ατόμων, κατά την αναπαραγωγή στα θηλυκά κλπ.
4. Ο χρόνος της χειμέριας νάρκης θα είναι λογικά μεγαλύτερος για τα υποείδη βορειότερης εξάπλωσης, όπως τα ελληνικά, αν και συνήθως δεν είναι απαραίτητη η ακριβής μίμηση της διάρκειάς του στην αιχμαλωσία.
5. Σύμφωνα
μ’ένα Βρετανό που τις αναπαράγει
(η πηγή της δεύτερης φωτογραφίας), Οι σαύρες αυτές είναι αρκετά δραστήριες και συμπεριφέρονται αρκετά όμοια με τους γνωστούς γενειοφόρους δράκους (Pogona vitticeps). Όπως πολλοί αγαμίδες, χρησιμοποιούν οπτικές επιδείξεις κατά τις εκδηλώσεις αναπαραγωγικού ενδιαφέροντος ή κυριαρχίας, με τα αρσενικά να επιλέγουν ψηλότερα μέρη και να κάνουν κινήσεις του μπροστινού μέρους του σώματός τους. Η συμπεριφορά ποικίλει ανά υποείδος, με την L. s. stellio την πιο νευρική και φοβισμένη και την L. s. brachydactyla την πιο ήσυχη, η οποία, σύμφωνα με την εμπειρία του παραπάνω εκτροφέα, μαθαίνει να σκαρφαλώνει πάνω στο παντελόνι του για τροφή και δε φοβάται να φάει έντομα πάνω στο χέρι του.

Ενημέρωση 20/6/2014: Το είδος πρόσφατα αναταξινομήθηκε σε Stellagama stellio, και μπορεί κκάποια απ’τα υποείδη του να διαχωριστούν σε πλήρη είδη στο μέλλον.

Το ηλίχρυσό μου 18/11/2012.

Το πήρα απ’το ανθοπωλείο της γειτονιάς απ’όπου προμηθεύομαι τις γλάστρες, αρκετό απ’το χώμα, κι έχω πάρει μερικά φυτά, με το όνομα «κάρι». Σκέφτηκα πως θά’ταν το φυτό που δίνει το πολύ νόστιμο εξ Ινδίας κάρι που μπαίνει στο ρύζι, στο κρέας κλπ (μερικούς δεν τους αρέσει καθόλου και δεν ξέρω γιατί), αφού μύριζε ακριβώς το ίδιο, κι ότι αν το μάζευα, το αποξήραινα και το έτριβα σε σκόνη θά’φτιαχνα κάρι. Δεν είναι όμως το αυθεντικό κάρι, αλλά ένα θαμνώδες μυρωδικό φυτό της Μεσογείου με εκπληκτικά όμοια μυρωδιά. Το γνήσιο κάρι είναι μείγμα μπαχαρικών.

Ήταν απ’τα λίγα φυτά για το οποίο έμαθα το επιστημονικό όνομα και λοιπά στοιχεια αφού το αγόρασα. Πέρα απ’τις εμφανέστατες προσαρμογές του για ξηρό περιβάλλον, που θα με βοηθούσαν στην καλλιέργειά του, δεν ήξερα τίποτε άλλο. Απευθύνθηκα λοιπόν στο φυτομάγο συγγραφέα Zyklon b του fridge.gr, ο οποίος με υπέδειξε να ψάξω για το είδος Helichrysum italicum, κι αυτό είναι τελικά.

Το Helichrysum italicum (ιταλικό ηλίχρυσο), δηλαδή χρυσός ήλιος, είναι μεσογειακός αρωματικός θάμνος της οικογένειας των αστεριδών, των φυτών με τα χαρακτηριστικά
μαργαριτοειδή άνθη,
η οποία περιλαμβάνει από μαργαρίτες και ηλιόσπορους έως μαρούλια και ραδίκια. Συγγενικά του συγκεκριμένου είδους είναι άλλοι αρωματικοί μεσογειακοί θάμνοι αυτής της οικογένειας, όπως η γνωστή
λεβαντίνη.
Παρά το όνομά του, το φυτό ενδημεί σ’όλες τις ξηρές και πετρώδεις περιοχές της λεκάνης της Μεσογείου (δηλαδη και στη χώρα μας), όχι μόνο στην Ιταλία, και παρουσιάζει παρόμοιες προσαρμογές. Εδώ φαίνονται καθαρά τα αποτελέσματα της συγκλίνουσας εξέλιξης, της εξέλιξης δηλαδή άσχετων ειδών σε παρόμοιες μορφές ως προσαρμογή στο ίδιο περιβάλλον. Και τα αρωματικά μέλη των αστεριδών λοιπών όπως αυτό και η λεβαντίνη, και τα μεσογειακά αρωματικά των χειλανθών όπως το
δεντρολίβανο,
το
φασκόμηλο
κι άλλα, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ως προσαρμογή στο ξηρό ζεστό κλίμα, στο λίγο νερό και στην ανάγκη απόκρουσης των εχθρών, όπως βαθιές ρίζες, σκληρή δομή, ασιμόγκριζο χρώμα για την αντανάκλαση του υπερβολικού ηλιακού φωτός, χνουδωτό φύλλωμα για τη μείωση της απώλειας νερού και τη δυσκόλευση των εχθρών, κι οπλοστάσιο χημικών ουσιών κατά παθογόνων μικροοργανισμών, εντόμων και μεγαλύτερων ζώων, κάποιες εκ των οποίων τυχαίνει νά’χου φαρμακευτική δράση ή ωραία οσμή.

Το ηλίχρυσο λοιπόν είναι πυκνός θάμνος με γκριζωπά, χνουδωτά, μακρόστενα πυκνά φύλλα εναλλάξ, πυκνή δομή με δύσκαμπτους και ξυλώδεις προς τη βάση βλαστούς, και ύψος ως τα 60 εκ. Τα άνθη του βγαίνουν σε κίτρινα κεφαλάκια το καλοκαίρι, εξού και τ’όνομα χρυσός ήλιος, όπως της λεβαντίνης. Μυρίζει εντονότερα κάρι όταν ταράζεται, όταν φυσάει κι όταν βρέχεται, αν και τα μεσογειακά μυρωδικά δε θα πρέπει να βρέχονται στα φύλλα συχνά. Καλλιεργείται παρομοίως με οικολογικά ανάλογά του, δηλαδή σε ζεστή, ηλιόλουστη θέση με ελαφρύ έδαφος μέτριο σε οργανική ύλη και καλής αποστράγγισης, πότισμα αφού έχει στεγνώσει το έδαφος και αραιή σχετικά λίπανση, ενώ το χειμώνα αντέχει ως τους -12 περίπου βαθμούς Κελσίου. Μπορεί να φυτευθεί μεμονωμένο ή σε κοντές θαμνοστοιχίες όπως με τις λεβαντίνες. Οι κορυφές του μπορούν να κλαδεύονται για τη διατήρηση στρόγγυλου σχήματος, ενω΄ολόκληρο το φυτό μπορεί να κοπεί ως τη βάση του για αναζωογόνηση. Όπως τα περισσότερα μυρωδικά, δεν ταλαιπωρείται συνήθως από ασθένειες. Πολλαπλασιάζεται είτε με σπόρους σε ελαφρύ χώμα την άνοιξη είτε με μοσχεύματα ημιώριμου ξύλου με φλοιό του γονικού κλαδιού το καλοκαίρι .

Τα φύλλα του μπορούν ν’αποξηρανθούν και να χρησιμοποιηθούν σε σαλάτες και σάλτσες ως υποκατάστατο του κάρι, αν και είναι πολύ ελαφρότερα απ’το αυθεντικό. Τα ανθοφόρα κεφάλια του διατηρούν το κίτρινο χρώμα τους κι αποξηραμένα, γι’αυτό χρησιμοποιούνται σε ξηρές ανθοδέσμες. Το έλαιο των ανθέων χρησιμοποιείται ως ταθεροποιητής στην αρωματοποιιία, ενώ φαρμακευτικά έχει χρησιμοποιηθεί ενίοτε ως αντιφλεγμονώδες, αντιμυκητικό, στυπτικό και κατά των εγκαυμάτων και του ερεθισμένου δέρματος, μολονότι καμία απ’τις παραπάνω χρήσεις δεν έχει αποδειχθει επιστημονικώς. Δεδομένου όμως ότι συχνά οι ουσίες στα εθέρια έλαια αυτών των φυτών έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες, ίσως ορισμένες αναφερόμενες ιδιότητές του νά’χουν στην πραγματικοτητα βάση, αν κι αυτό χρειάζεται αναλυτική εργαστηριακή μελέτη, πράγμα λίγο απίθανο για ένα τόσο σπάνια χρησιμοποιούμενο φυτό.

Τώρα δεν ξέρω αν κρατήσω εγώ το φυτό ή αν το δώσω στον πατέρα μου για να το αντικαταστήσω με κάποιο άλλο πιο εξωτικό ή μοναδικό είδος, μιας και η συλλογή μου αποτελείται κυρίως από τέτοια φυτά.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το ηλίχρυσο
ηλίχρυσο στο Plants for a Future
οι φαρμακευτικές ιδιότητες του ηλίχρυσου

Ενημέρωση 19/11/2012: Τελικά το απόγευμα της ίδιας μέρας που έγραψα το άρθρο τό’δωσα στον πατέρα μου, μαζί μ’ένα μόσχευμα
καρπόβρωτου,
επειδή έκοψα ένα κλαδί που ξέφευγε απ’το σχήμα και ήθελα να μην πάει χαμένο. Οι καλά ηλιόλουστες θέσεις στο μπαλκόνι μου δεν είναι και πάρα πολλές, και θα πιαστούν από άλλα είδη, ενώ η θέση του ηλίχρυσου θα καλυφθεί με μια Mimosa pudica την άνοιξη.


Οματιωτή σαύρα (Timon lepidus), η μεγαλύτερη σαύρα με ρεκόρ μήκους τα 90 εκ., ενδημική της νοτιοδυτικής Ευρώπης. Από club100.net.

Τρανόσαυρα (Lacerta trilineata) του υποείδους της Εύβοιας και των βόρειων Κυκλάδων citrovittata στην Ελλάδα. Η μεγαλύτερη σαύρα της χώρας μας. Εντυπωσιακή σαύρα που μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει τα 40 εκ. Από τον ιστότοπο vincenzo.gr.

Αυτή είναι η πρώτη δημοσίευσή μου που αφορά τη φροντίδα των ερπετών στην αιχμαλωσία. Κάποια προηγούμενα άρθρα αφορούσαν αμφίβια, συγκεκριμένα βατράχους. Ο λόγος που δε γράφω πολλά τέτοια άρθρα είναι γιατί ο ίδιος ακόμα δεν έχω κανένα ερπετό και προτιμώ ν’αφήνω το θέμα σε όσους έχουν πρακτική εμπειρία. Παρόλα αυτά θά’πρπεπε ν’ασχολούμουν περισσότερο, μιας και πολύ συχνά λαμβάνω αναζητήσεις γι’αυτά τα ζώα, και περισσότερο για τα δύο πιο εμπορικά αλλά και αδικημένα είδη, τις ιγκουάνες και τις νεροχελώνες. Αδικημένα γιατί «παράγονται» σε μεγάλες ποσότητες, μπορεί να τα πάρει ο οποιοσδή΄ποτε με μικρό κόστος, και συχνά καταλήγουν σε λάθος χέρια με αποτέλεσμα να πεθάνουν από λάθος φροντίδα κι έτσι να δημιουργήσουν λάθος εντύπωση. Σχεδιάζω στο εγγύς μέλλον να κάνω μερικά μεγάλα και καλά θέματα γι’αυτά τα είδη με συνδυασμό πληροφοριών από διάφορες πηγές. Λαμβάνω όμως κι αναζητήσεις για διάφορα άλλα είδη, όπως βατράχους, χελώνες ξηράς και σαύρες αυτής της οικογένειας, για τις οποίες μετέφρασα και το παρακάτω άρθρο. Εδώ έχω ν’αναφέρω πως είμαι μέλος του
Reptiles Greece,
της μεγαλύτερης ελληνικής πύλης για ερπετά. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ρίξει μια ματιά ή και να γραφτεί. Θα με βρείτε ως «Captainhook».

Σαύρες αυτής της οικογένειας είναι αυτές που θα μας έρθουν στο μυαλό με το άκουσμα της λέξης «σαύρα». Είναι πολύ κοινές στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, κι αποτελούν τα 18 από τα 31 είδη σαυρών της χώρας μας. Δείτε όλα τα ελληνικά είδη αναλυτικά
εδώ.
Η οικογένεια των σαυριδών (lacertidae) πέρα απ’την Ευρώπη έχει εξάπλωση και στη δυτική Ασία, τη Βόρεια Αφρική και τη Μακαρονησία, ενώ αρκετά είδη φτάνουν ως την Ανατολική Ασία και κάτω ως τη Νοτιοανατολική ασία, με χαρακτηριστικό είδος της περιοχής τον εξίγραμο ταχυδρόμο
(Takydromus esexlineatus,
από τον οποίο τα 3/4 του 25 εκατοστών σώματος είναι ουρά. Στην Αφρική η εξάπλωση διακόπτεται στα κεντρικά μέρη και συνεχίζει πάλι στα νότια. Οι σαύρες αυτής της οικογένειας χαρακτηρίζονται από κανονικότητα στην κατασκευή τους – συνήθως έχουν κυλινδρικό σώμα και κανονικό κεφάλι, με την ουρά περίπου το μισό ή και παραπάνω του μήκους τους, κανονικές φολίδες και άκρα, και συνήθως δε φέρουν κανένα στολισμό όπως αγκάθια, πλάκες, λοφία, λιριά, προγούλια, κερατάκια ή άλλα. Υπάρχουν κι εξαιρέσεις, όπως το παραπάνω ασιατικό είδος λή ο οφίδοπας
(Ophisops elegans),
είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος έχει διαφανείς βλεφαρίδες μοιάζοντας κάπως με μάτια φιδιού. Οι σαύρες αυτές ζουν σε βραχώδη μέρη με πολλές σχισμές για να κρύβονται, σε λιβάδια με χόρτα ή και σε δάση και σε βουνά, γενικά παντού στις περιοχές όπου ενδημούν. Στην αιχμαλωσία είναι δυστυχώς αρκετά σπάνιες, διότι εκεί κυριαρχούν μόνο λίγα εμπορικά είδη προωθούμενα αρχικά από εκτροφείς των Η.Π.Α., σε βάρος των υπόλοιπων και δη των ευρωπαΪκών. Επίσης η συλλογή ερπετών στην ΕΕ έχει γίνει παράνομη, κι έτσι τα διαθέσιμα ερπετά προέρχονται από λίγους εκτροφείς και είναι συνήθως σπάνια.

Μετά το άρθρο θά’χω μερικές διασαφηνιστικές σημειώσεις, αλλά θα πρέπει να κάνω μία εδώ στην αρχή. Στο άρθρο αναφέρονται οματιωτές σαύρες (eyed lizards), πρασινόσαυρες ή πρασινογουστέρες (green lizards), και τοιχόσαυρες (wall lizards). Οι πρώτες είναι είδη του γένους Timon, με μεγάλες κηλίδες πίσω από τα μάτια τους που μοιάζουν με μάτια (ομάτια), τέτοιο είδος είναι ο
Timon lepidus
της Υβιρικής χερσονήσου, της νότιας Γαλλίας και της βορειοδυτικής Ιταλίας μήκους 30-60 εκ., αλλά κατ’εξαίρεσιν έως και 90, η μεγαλύτερη σαύρα της Ευρώπης και η κοινότερη αυτής της οικογένειας στην αιχμαλωσία. Οι δεύτερες είναι οι μεγάλες, συνήθως αλλ’όχι πάντα πράσινες ή με πράσινο χρώμα σαύρες του γένους Lacerta (στην Ελλάδα
L. viridis
πρασινόσαυρα περίπου 40 εκ.,
L. trilineata
τρανόσαυρα 40 εκ. ή και παραπάνω, και
L. agilis
αμμόσαυρα (κυρίως βορειότερη εξάπλωση) 25 εκ.), ενώ οι τρίτες είναι οι πολυπληθείς μικρότερες περίπου 15-20 εκατοστά που ζουν σε βρα΄χωδη μέρη, τοίχους κ.ά. με μεγαλύτερο γένος το
Podarcis,
με πάρα πολλά είδη και υποείδη στη χώρα μας. Σημειωτέον ότι το γένος αυτό είναι από τα πιο ταχέως εξελισσόμενα, με υποείδη λίγων ειδών ή και ξεχωριστά είδη σε κάθε νησί και νησάκι του Αιγαίου και περίπτωση
παρατηρημένης εξέλιξης.

Το άρθρο προέρχεται από
μια σελίδα
για εξωτικά ζώα γενικότερα. Στο τέλος του άρθρου έχω λίγες διασαφηνιστικές σημειώσεις.

Μετάφραση: Bolko

Σαυρίδες (οματιωτές σαύρες, πρασινόσαυρες & τοιχόσαυρες)

Βιολογία

Οι οματιωτές σαύρες, οι πράσινες σαύρες ή πρασινογουστέρες και οι τοιχόσαυρες είναι όλες σαύρες της οικογένειας γνωστής ως σαυρίδες. Αυτές είναι κυρίως σαύρες μεσαίου μεγέθους που προέρχονται από τον Παλαιό Κόσμο. Οι ουρά είναι περίπου το μισό του ολικού μήκους. Συχνά είναι ελκυστικά χρωματισμένες με αποχρώσεις του γκρίζου, του καφέ και του πράσινου κυρίως. Κάποια απ’τα αρσενικά έχουν επίσης μπλε κηλίδες για να τα κάνουν ακόμα πιο όμορφα. Κάποια από τα ζώα που προσφέρονται ως κατοικίδια θα είναι γεννημένα στην αιχμαλωσία και συνήθως πωλούνται ως νεαρά άτομα.

Στέγαση

Οι σαυρίδες στεγάζονται καλύτερα σ’ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κλουβί. Λόγω του γρήγορου ρυθμού ανάπτυξης και του εξοπλισμού φωτισμού και θέρμανσης που χρειάζονται, πιθανόν τα καταλληλότερα είναι τερράρια κατασκευασμένα γι’αυτόν το σκοπό, με τους τύπους με συρόμενες γυάλινες πόρτες μπροστά να είναι ιδιαίτερα καλοί για την αποφυγή αποδράσεων. Ένα άλλο κλουβί που χρησιμοποιείται συχνά είναι ένα τροποποιημένο ενυδρείο. Χρησιμοποιείται ένα ειδικά προσαρμοσμένο καπάκι για να κρατά μέσα τα ερπετά και να στηρίζει τον εξοπλισμό φωτισμού και θέρμανσης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ως γενική οδηγία, το κλουβί που προτείνεται θα πρέπει να είναι το ελάχιστο 60 εκ. χ 30 εκ. χ 30 εκ. για ένα ζευγάρι μικρών ατόμων, αλλά 120 εκ. χ 45 εκ. χ 45 εκ. για ένα ενήλικο ζευγάρι του μεγαλύτερου τύπου όπως οι οματιωτές σαύρες. Φυσικά, το κλουβί θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο αοφού αυτό θα επέτρεπε χώρο για να μεγαλώσει το ζώο και θά’κανε ευκολότερο για τον κάτοχο να διαχειρίζεται το περιβάλλον. Το κλουβί θα πρέπει να στηθεί κατά τρόπο παρόμοιο με το διάγραμμα παραπάνω (στην πηγή). Θα είναι απαραίτητο να παρέχετε ένα τοπικό θερμό σημείο περίπου στους 40 βαθμούς Κελσίου, ενώ το δροσερότερο μέρος του κλουβιού θα πρέπει να είναι πιο κοντά στους 28 βαθμούς. Το θερμό σημείο μπορεί να γίνει εύκολα εγκαθιστώντας μία λάμπα σημείου λιασήματος. Για να βεβαιώσετε ότι το κλουβί δεν υπερθερμαίνεται, η λάμπα ελέγχεται καλύτερα μ’ένα μειωτικό θερμοστάτη τύπου Habistat. Λευκό και υπεριώδες φώς, από μια λάμπα όπως μία σωληνωτή d3 για ερπετά, μπορεί να χρειαστεί και θα πρέπει να είναι αναμμένη για παρόμοιο διάστημα με τη θερμή περιοχή. Περίπου δεκαέξι ώρες το καλοκαίρι με πτώση στις οκτώ το χειμώνα. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας στη διατήρηση των σαυριδών θα προέλθει από τη καλή διαχείριση του αερισμού. Οι σαύρες χρειάζονται αρκετά χαμηλή υγρασία και δεν αντέχουν συνθήκες στάσιμου αέρος. Η κίνηση νέου αέρα στο κλουβί είναι απαραίτητη. Χρησιμοποιήστε τα ανοδικά ρεύματα προκαλούμενα από την άνοδο του θερμού αέρα για να καθαρίσετε το κλουβί και να φέρετε νέο αέρα μέσα. Ένα ελαφρύ περιστασιακό ψέκασμα μ’ένα ψεκαστήρι χειρός θα παράσχει όποια υγρασία χρειάζεται.

Διαχείριση

Οι σαυρίδες μπορούν να κρατηθούν μεμονωμένα ή σε ομάδες. Φυσικά όσο περισσότερες σαύρες κρατούνται σε κάθε κλουβί, τόσο μεγαλύτερο θα πρέπει νά’ναι αυτό. Τα αρσενικά θα τείνουν να μάχονται όταν φτάσουν στην ωριμότητα και δε θα πρέπει να βρίσκονται στο κλουβί περισσότερα από ένα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχει ποικιλία κρυψώνων και οπτικών φραγμάτων. Προσέχετε την επιθετική συμπεριφορά, ιδίως μεταξύ νεαρών ατόμων. Αυτές οι σαύρες γίνονται αρκετά ήμερες σύντομα, αλλά δεν τους αρέσει πραγματικά ο χειρισμός. Κάποια άτομα είναι λίγο νευρικά και δε θα διστάσουν να δαγκώσουν αν περιοριστούν. Το δάγκωμα, αν κι όχι τόσο επικίνδυνο όσο αυτό ενός κατοικιδίου σκύλου ή γάτας, μπορεί νά’ναι ένα βαρύ τσίμπημα. Τα δόντια είναι, εντούτοις, μικροσκοπικά και δε θα προκαλέσουν τίποτα περισσότερο από μια επιφανειακή πληγή. Οι σαύρες θα στρυφογυρίσουν αν κρατηθούν και θα προσπαθούν να ξεφύγουν. Η ουρά αποκόπτεται εύκολα, και δε θα πρέπει να πιάνεται γερά. Όταν αποκοπεί, παρόλα αυτά, μια νέα ουρά θα μεγαλώσει με τον καιρό. Έτσι για να ανακεφαλεώσουμε: χειρίζεστε τη σαύρα μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο και πάντα κρατάτε το κεφάλι και το σώμα, όχι την ουρά. Ως μια τελευταία προειδοποίηση, προσέχετε τα νύχια, τα οποία μπορεί να είναι αιχμηρά και να γρατσουνίσουν. Με τον καιρό το κλουβί θ’αρχίζει να φαίνεται βρώμικο όσο συσσωρεύονται περιττώματα και υπολείμματα. Μια και ό,τι προτείνεται για το κλουβί καθαρίζεται ή είναι μιας χρήσης, ένα καλό καθάρισμα γίνεται εύκολα. Οκτώ με δέκα εβδομάδες θα ήταν περίπου ο χρόνος που το κλουβί θα μπορούσε να μείνει πριν καθαριστεί εντελώς. Το κλουβί που προτείνεται σ’αυτο το φυλλάδιο είναι πρακτικό και μπορεί να γίνει ώστε να φαίνεται ευχάριστο στο μάτι. Εάν οραματίζεστε ένα πιο φυσικό στήσιμο, θα είναι καλό να περιμένετε μέχρι ν’αποκτηθεί κάποια εμπειρία. Σε όποια περίπτωση, κάποια από τα πολύ πληροφοριακά βιβλία για σαύρες γενικότερα και τους σαυρίδες ειδικότερα θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πηγή.

Τροφή & τάισμα

Έντομα όπως μικροί γρύλλοι και ακρίδες αποτελούν τη βασική τροφή στην αιχμαλωσία. Μπορούν επίσης να ταϊστούν αλευροσκούληκα. Και οι γρύλλοι και τ’αλευροσκούληκα θα πρέπει να πασπαλίζονται με Repton. Εναλλακτικά, τα έντομα που προορίζονται ως τροφή μπορούν να ταϊστούν με ενισχυμμένη τροφή για γρύλλους ή ενισχυμένη τροφή για αλευροσκούληκα αντίστοιχα για να ‘φορτωθεί’ το έντομο με βιταμίνες και μέταλλα, αλλά μην κάνετε και τα δύο. Άλλα έντομα που τρώγονται περιλαμβάνουν τα κηροσκούληκα, αλλ’αυτά καλύτερα να δίνονται περιστασιακά μόνο ως λιχουδιά. Ένα άλλο περιστασιακό γεύμα που μπορεί να είναι δεκτό από τα μεγαλύτερα άτομα είναι οι εμπορικά παρασκευασμένες τροφές για ερπετά βασισμένες στο φρέσκο κρέας ή ένα μικρό κατεψυγμένο τρωκτικό που έχει αποψυχθεί καλά. Με όλες τις τροφές είναι σημαντικό να ισορροπήσετε τα θρεπτικά συστατικά. Αυτές οι σαύρες μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, έτσι η παραμικρή διατροφική έλλειψη γρήγορα θα οδηγήσει σε δυσμορφία. Το ασβέστιο και η σχετιζόμενη βιταμίνη d3 είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Η ζωντανή τροφή τρώγεται μόνο αν ιδωθεί να κινείται και συνήθως δε δεχθεί επίθεση με άλμα και θα πιαστεί με το στόμα. Μία σαύρα μπορεί να φάει έως και δέκα ή και περισσότερα έντομα σ’ένα γεύμα, θα εξαρτηθει από το μέγεθός της. Ταΐζετε τις σαύρες μέρα παρά μέρα με μόνο τόση τροφή όση θα καταναλωθεί εντελώς σε δεκαπέντε λεπτά. Προσπαθειτε να μην αφήνετε υπερβολικά αφάγωτα έντομα στο κλουβί. Εκτός από τη ζωντανή τροφή μπορούν περιστασιακά να προσφερθούν ένα κομμάτι γλυκού φρούτου, φυλλώδες λαχανικό ή σαλάτα. Ένα μικρό πιάτο νερού γεμάτο με φρέσκο νερό θα πρέπει πάντοτε να είναι διαθέσιμο. Οι σαύρε ςθα πίνουν απ’αυτό, αλλά δε θα πρέπει ν’αφεθούν να μπαίνουν σ’αυτό.

Αναπαραγωγή

Οι αρσενικοί σαυρίδες είναι αναλογικά μεγαλύτεροι απ’τους θηλυκούς κι έχουν πλατύτερα κεφάλια. Τα αρσενικά συνήθως είναι φωτεινότερα χρωματισμένα κι έχουν διαφορετικά σχήματα από τα θηλυκά. Άλλα χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν μια πιο βολβώδη βάση στην ουρά κι εμφανείς μηριαίους πόρους. Για ακριβείς πληροφορίες, κοιτάξτε τις λεπτομέρειες του είδους που διατηρείται. Μία περίοδο φλερταρίσματος προηγείται του ζευγαρώματος κι αυτήν την ώρα μπορείτε ν’αναμένετε αρκετή δραστηριότητα. Τα αυγά γεννιούνται μετά το ζευγάρωμα και μπορούν να πάρουν αρκετές εβδομάδες μέχρι να εκκολαφθούν. Η ανάπτυξη ενός ζώου ως την ενηλικίωση στην αιχμαλωσία μπορεί να πάρει μόλις 12 μήνες, αλλά στη φύση μπορούν να περάσουν δύο με πέντε χρόνια. Θα χρειαστεί μια δροσερότερη χειμερινή περίοδος για να προετοιμαστούν οι σαύρες για αναπαραγωγή την επόμενη χρονιά.

Υγεία & ασθένεια

Οι σαυρίδες ζουν για πολλά χρόνια στη φύση, αλλά φαίνονται να ζουν ακόμα περισσότερο στην αιχμαλωσία. Δεν πάσχουν από πολλές ασθένειες και σπάνια χρειάζεται κτηνιατρική θεραπεία. Ένα περιβάλλον και διατροφή όπως αυτού του φυλλαδίου θα αποτρέψει τα περισσότερα προβλήματα. Η πιο συχνά απαντώμενη ασθένεια θα είναι μια μεταβολική διαταραχή των οστών προκαλούμενη από ανεπαρκή βιταμίνη d3 ή ασβέστιο. Καλή πρακτική, υγιεινή και πρώτες βοήθειες πιθανόν θα διορθώσουν τα υπόλοιπα. Αν βρεθεί πραγματική ασθένεια, θα πρέπει, φυσικά, να συμβουλευθείτε έναν κτηνίατρο. Οι κατοικίδιες σαύρες δεν αποτελούν κάποια πραγματική απειλή στην υγεία του ανθρώπου. Όλα τα κανονικά μέτρα υγιεινής σχετικά με τους ανθρώπους και τα ζώα θα πρέπει, εντούτοις, να τηρούνται.

Επιπλέον σημειώσεις:
1 Η θερμοκρασία λιασήματος των 40 βαθμών που προτείνενται, μμολονότι κανονική για τα μεσογειακά είδη, μπορεί να είναι υπερβολική για είδη βορειότερης εξάπλωσης όπως η Lacerta agilis, για την οποία μια θερμοκρασία 35 βαθμών είναι για παράδειγμα αρκετή.
2 Όλα τα σπονδυλωτά έχουν τη δυνατότητα να συνθέτουν βιταμίνη d με τη βοήθεια της υπεριώδους ακτινοβολίας. Για πολλά ημερόβια ερπετά αυτός είναι ο κύριος τρόπος απόκτησης αυτής της βιταμίνης, η οποία συμμετέχει στο μεταβολισμό του ασβεστίου στο σώμα. Ο άνθρωπος συνθέτει τη βιταμίνη και με τη βοήθεια του ήλιου, αλλά τη λαμβάνει επίσης μέσω της διατροφής. Και οι σαύρες μπορούν να την πάρουν μέσω συμπληρωμάτων, αλλά η έκθεση σε τέτοια ακτινοβολία είναι ο ασφαλέστερος τρόπος. Τα αυστηρά φυτοφάγα ερπετά όπως οι ιγκουάνες και οι χερσαίες χελώνες ωστόσο δε μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη μορφή της βιταμίνης των συμπληρωμάτων, κι έτσι γι’αυτά είναι απολύτως απαραίτητη η υπεριώδης ακτινοβολία. Αυτή παρέχεται είτε με έκθεση στον ήλιο είτε με τη χρήση ειδικών λαμπτήρων.
3 Οι μηριαίοι πόροι είναι πόροι του σώματος που βρίσκονται στους μηρούς στις περισσότερες σαύρες, οι οποίοι ίσως εκκρίνουν φερομόνες (χημικές ουσίες επικοινωνίας), κυρίως για αναπαραγωγικούς σκοπούς. Πιθανότατα ο΄μως εναποθέτουν υλικό από άλλα μέρη του σώματος, παρά το παράγουν. Τα αρσενικά φυσικά έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να παραγάγουν αυτές τις ουσίες, και για να δείξουν τη σεξουαλική τους ετοιμότητα και για να οριοθετήσουν τις περιοχές τους, και γι’αυτό έχουν περισσότερους.
4 Η κομμένη ουρα θ’αναγεννηθεί, αλλά ποτέ δε θά’ναι όπως η αρχική. Συνήθως είναι διαφορετικού χρώματος, σκληρότερη και πιο δυσκίνητη, ενώ ο σκελετός της είναι χόνδρινος παρά οστέινος. Γι’αυτό δεν κόβουμε ποτέ την ουρά για πείραμα.
5 Το άρθρο δε μας δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για τη χειμέρια νάρκη και την αναπαραγωγή, γιατί μάλλον οι παράμετροι αυτοί ποικίλουν αρκετά μεταξύ των ειδών.


Origanum vulgare (Ορίγανον τον κοινόν), από τη Βικιπαίδεια.

Το πασίγνωστο μυρωδικό φυτό που χρησιμοποιείται με όλους τους τρόπους σε φαγητά και σαλάτες, είναι ένα φυτό με μεγάλη αξία και φαρμακευτική ισχύ. Γνωστό είδη από τους Αρχαίους Έλληνες, η χρήση του συνεχίζεται από τότε έως σήμερα. Το όνομα ρίγανη (αρχ. ορίγανον) κατ’άλλους προέρχεται από το «όρος» και το «γάνος», τη λαμπρότητα, αυτό δηλαδή που λαμπρύνει το βουνό, κατ’άλλους είναι μιας άγνωστης προέλευσης προελληνική λέξη. Πρόσφατα λοιπόν στις αρχές του Μαΐου αγόρασα ένα τέτοιο φυτό από την ανθοέκθεση.

Το κύριο είδος του ενδιαφέροντος αυτού του άρθρου είναι η κοινή ρίγανη (Origanum vulgare), ενώ για λίγα ακόμα εξέχοντα μέλη του γένους θα κάνω αναφορά στο τέλος. Είναι δικοτυλήδονο φυτό της πολύ γνωσ΄της μας οικογένειας των χειλανθών (lamiaceae ή labiatae), οικογένειας που περιλαμβάνει πολλά παρόμοια μυρωδικά και φαρμακευτικά όπως το
φασκόμηλο,
το
δεντρολίβανο,
το
βασιλικό,
τη
μέντα και το δυόσμο,
κ.ά. Ως μέλος αυτής της οικογένειας, φέρει και τ’αντίστοιχα τυπικά χαρακτηριστικά της – σχεδόν τετραγωνικούς βλαστούς με αντίθετα φύλλα, άνθη σε στάχυα και παραγωγή πολλών φυτοχημικών. Είναι μικρός πολυετής θάμνος ύψους 20-80 εκ. με ανοιχτοπράσινο φύλλωμα (φύλλα ωοειδή 2-4 εκ. μήκους), ξυλώδεις τους παλαιότερους βλαστούς κι εύκαμπτους αλλά ανθεκτικούς τους νεότερους κι άνθη ιώδη διαμέτρου 2-4 χιλ. που βγαίνουν το καλοκαίρι σε μικρά στάχυα στις κορυφές, τα οποία προσελκύουν τις μέλισσες. Οικολογικά θεωρείται φρυγανώδες μεσογειακό φυτό. Φύεται σ’όλη τη Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή, συνήθως σε κλίματα με ξερά και ζεστά καλοκαίρια. Στην Ελλάδα Συναντάται σ’όλα τα μέρη, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και σε υψηλά υψόμετρα, αν και δεν επιβιώνει σε υπερβολικό υψόμετρο. Ευδοκιμεί σε ξερά και πετρώδη εδάφη, αλλά και σε πιο πλούσια μέρη. Αναγνωρίζονται τέσσερα υποείδη:

  • Το Origanum vulgare gracile (το ισχνό), πρώην ξεχωριστό είδος O. tyttanthum, το υποείδος με την ανατολικότερη εξάπλωση από το Κυργιστάν. Έχει πιο γυαλιστερά φύλλα με ρόδινα άνθη και πικάντικη γεύση.
    Το O. v. hirtum (το τριχωτό), ή ελληνική ή ιταλική ρίγανη, έχει ελαφρώς χνουδωτά φύλλα και θεωρείται το καλύτερο στη γεύση. Αποτελεί τη βάση για πολλές ποικιλίες.
    Το O. v. onites, πρώην είδος O. onites, κρητική, τουρκική, ή κοινή ρίγανη, πιο συμπαγές με χνουδωτά φύλλα και με έντονη πικάντικη γεύση.
    Το O. v. syriacum (το συριακό), πρώην είδος O. maru, με εξάπλωση στη Μέση Ανατολή, με μεγαλύτερα και τριχωτότερα φύλλα και γεύση παρόμοια με το ελληνικό. Στα αραβικά λέγεται «ζααντάρ».
  • Φυσικά έχουν δημιουργηθεί με τεχνητή επιλογή και υβριδισμούς διάφορες ποικιλίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά στις αναλογίες των φυτοχημικών, κι άρα στη γεύση, στην ανάπτυξη και στην ανθεκτικότητα. Όπως παρατηρώ πάντως, υπάρχει μια διαβάθμιση στα χαρακτηριστικά των υποειδών σε συνάρτηση με τις κλιματολογικές συνθήκες τις περιοχής τους, ξεκινώντας από το πιο ηπειρωτικό ασιατικό είδος με τα σχεδόν γυαλιστερά φύλλα, περνώντας από το ενδιάμεσο ελληνικό και καταλήγοντας στο κρητικό και τέλος στο συριακό με το έντονο γκριζωπό χνούδι και την έντονη γεύση, η οποία οφείλεται προφανώς στη μεγαλύτερη συγκέντρωση των φυτοχημικών. Αυτό είναι λογικό, διότι οι μορφές που ζουν σε ξηρότερα κλίματα κι αγονότερα εδάφη έχουν μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας από την έλλειψη του νερού (με περισσότερες τρίχες) και σαφώς μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας από φυτοφάγα, έντομα και ασθένειες με τα περισσότερα φυτοχημικά. Ένα φυτό που ζει σε υγρό κλίμα με γόνιμο έδαφος συνήθως μπορεί να επανέλθει γρηγορότερα ύστερα από μια τέτοια επίθεση, ένα φυτό όμως που προσπαθεί να επιβιώσει σ’ένα μέρος που έχει να βρέξει μήνες, το χώμα είναι λιγοστό ανάμεσα σε πέτρες κι ο ήλιος το καλοκαίρι χτυπάει και 45 βαθμούς και παραπάνω στα βραχώδη βουνα που ζει, πιθανόν δε μπορεί. Οι συγκεκριμένες ουσίες των μεσογειακών κι απανταχού βοτάνων γι’αυτό εξελίχθηκαν φυσικά, για ν’αποτρέπουν τα ζώα, τα έντομα, τους μύκητες και τα βακτήρια να τα επιτεθούν, και συνήθως επιτυγχάνουν, αφού πράγματι αυτά τα είδη αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικά στις ασθένειες. Όποια φαρμακευτική ή βλαβερή συνέπεια κάποιας ή αρκετών αυτών των ουσιών είναι η διαφορετική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό μιας ανασταλτικής προς και μικροοργανισμούς του φυτού ουσία, ή επιθυμητής παρενέργειας της ουσίας στα έντομα ή στα άλλα ζώα. Όπως είπε κι ο ίδιος ο Δαρβίνος στην «Καταγωγή των Ειδών», κανένα χαρακτηριστικό ή πράξη ενός είδους δεν υπάρχει για την ωφέλεια ή τη βλάβη κάποιου άλλου, αλλά πρωτίστως για τη δική του επιβίωση. Όποια ωφέλεια ή βλάβη σ’άλλλα είδη είναι κάτι παράπλευρο.

    Ο φυτοχημικός πλούτος της ρίγανης λοιπόν είναι τεράστιος, κι αποτελείται κυρίως από φαινολικά, φλαβονοειδή και τερπενοειδή, τα οποία με το συνδυασμό τους δίνουν τη χαρακτηριστική οσμή και γεύση στο βότανο, και με τις διαφορετικές αναλογίες τους καθορίζουν τα ιδιαίτερα στοιχεία κάθε ποικιλίας και υποείδους. Οι κύριες ουσίες του αιθερίου ελαίου της ρίγανης είναι η καρβακρόλη και η θυμόλη, ενώ σε μικρότερες ποσότητες ανιχνεύονται οι: α-πευκένιο, οξικό λιναλύλιο, καμφένιο, μεθυλκαρβακρόλη, β-δισαβολένιο, 6-μέθυλο-3-επτανόλη, π-κιμένιο, καλεμένιο, π-κιμενική οκτωόλη, β-καρυοφυλλίνη, μυρκένιο, κινεόλη, φελλανδρίνη, cis-δισυδροκαρβόνη, β-πευκένιο, cis-υδροσαβινένιο, σαβινένιο, κυμένιο, σπαρθολερόλη, δεκάνιο, γ-τερπινένιο, γερμακρένιο δ, τερπινενική βουτανόλη, οξική καρβακρόλη, τερπινιολένιο, εξανάλη, λιμονίνη, δια-διυδροκαρβόνη, λιναλοόλη, και ενδεκάνιο. Η τεράστια αυτή ποικιλία και μείξη των φυτοχημικών έχει σίγουρα φαρμακευτικές ιδιότητες. Η έρευνα ακόμα είναι μικρή, όμως από τις γνωστές μελέτες αποδεικνύεται πως η ρίγανη είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό, προστατεύοντας από ελεύθερες ρίζες που προκύπτουν από το μεταβολισμό, αλλά και αντιβακτηριδιακό με αποδεδειγμενη δράση του εκχυλίσματός της κατά της λιστέριας (Listeria monocytogenes), ένα απ’τα πλέον επικίνδυνα βακτήρια τροφικών δηλητηριάσεων. Παραδοσιακά έχει χρησιμοποιηθεί ως αντισπασμωδικό, ευστομαχικό, κατά του βήχα και της δυσπεψίας, εμηναγωγό, τονωτικό, αλλά και κατά της αρτυριοσκλήρυνσης και για την επούλωση των πληγών. Αναφορές στην ιατρική χρήση της ρίγανης έχουμε από τον Ιποκράτη, ο οποίος τη συνέστησε για γαστρεντερικά κι αναπνευστικά προβλήματα, καθώς κι ως επουλωτικό. Θρεπτικά, η ρίγανη είναι υψηλή σε φυτικές ίνες, σε σίδηρο και σε β-καροτένιο, το οποίο στον οργανισμό μεταβολίζεται σε βιταμίνη α.

    Η ευρύτερη χρήση της είναι αναμφίβολα ωστόσο στη μαγειρική. Νοστιμεύει πολύ τα φαγητά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε όταν την έχουν. Μπαίνει σε κρέατα και ψάρια, στη χωριάτικη σαλάτα, στις τηγανητές πατάτες, στις φρυγανιές (από τα αγαπημένα μου ψωμάκια με λάδι και ρίγανη), στα πατατάκια κι αλλού. Η χρήση της δεν περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα, είναι καρύκευμα που χρησιμοποιείται σ’όλη τη Μεσόγειο, από την Τουρκία, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή έως την Ιταλία, τα βορειότερα Βαλκάνια και την Ιβυρική Χερσόνησο. Η χρήση της επίσης εξαπλώθηκε και σε βορειότερες ευρωπαΐκές χώρες, αλλά και στις ΗΠΑ. Η γεύση της είναι χαρακτηριστική: πικάντικη και ίσως με λίγο πικρό τόνο, παρόλα αυτά μπορεί να διαφέρει από ποικιλία σε ποικιλία. Άλλες ποικιλίες είναι πιο γλυκές, άλλες πιο καυτερές.

    Όμως δεν είναι μόνο τα γενετικα που παίζουν ρόλο στην παραγωγή των φυτοχημικών, και το περιβάλλον ασκεί επίσης μεγάλη επίδραση. Όπως είπα, το φυτό παράγει αυτές τις ουσίες για να προστατευθεί από τους εχθρούς. Έτσι, θ’αναμέναμε να τις παρήγαγε περισσότερο σε συνθήκες μεγαλύτερου στρες, κι αυτό ισχύει. Η καλύτερη ποιότητα ρίγανης φύεται σε άγονα, αλκαλικά, ξερά και πετρώδη εδάφη σε ανοιχτές περιοχές, και η καλύτερη εποχή για συλλογή της είναι το καλοκαίρι, όταν το φυτό βρίσκεται σε ανθοφορία. Σ’αυτές τις συνθήκες το ποσοστό αιθεριου ελαίου στο αποξηραμένο φυτό μπορεί να φτάσει και το 7%, ενώ συνήθως κυμαίνεται από το 2% έως το 5%. Ο τρόπος ξήρανσης επίσης επηρεάζει το τελικό προϊόν. Η καλύτερη μέθοδος είναι να τοποθετηθούν τα κλαδιά σε ζεστό αλλά σκιερό ή και σκοτεινό αεριζόμενο ξερό μέρος, είτε απλωμένα αραιά είτε κρεμασμένα σε ματσάκια από ψηλά. Όταν ξεραθούν, μπορούν να τριφτούν και ν’αποθηκευθούν σε αδιαφανές δοχείο ή σε διαφανές αλλά μέσα σε ντουλάπι ή κάπου αλλού σκοτεινά και σταθερά, για να μην υποβαθμιστεί η ποιότητα. Έτσι θα κρατήσει περίπου για ένα χρόνο. Το ίδιο ισχύει σχεδόν για όλα τα μυρωδικά και βότανα.

    Η καλλιέργεια της ρίγανης είναι πολύ εύκολη. Βασικά χρειάζεται ελαφρύ, καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος με προτιμόμενη ζώνη ph από 6.0 (όξινο) έως 8.0 (αρκετά αλκαλικό), μια θέση με όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες ήλιο και ζέστη, πότισμα αραιό ή αφήνοντας το έδαφος πρώτα να στεγνώσει, και λίπανση με ισορροπημένο λίπασμα στην αρχή της περιόδου ανάπτυξης και σπάνια με μικρές ποσότητες κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, κι έτσι θ’αναπτυχθεί πολύ καλά χωρίς προβλήματα. Η σκιά θα μειώσει την ανάπτυξη, οι κλειστές συνθήκες, η υγρασία και η μικρή απόσταση μεταξύ των φυτών μπορεί να οδηγήσουν σε μυκητικκές προσβολές, ενώ η μόνιμη υγρασία του εδάφους οδηγεί σε μυκητική σήψη των ριζών. Το πλούσιο έδαφος ή η υπερβολική λίπανση με άζωτο μπορεί μεν να οδηγήσουν σε εντυπωσιακότερη ανάπτυξη, θα μειώσουν δε τη παραγωγή των φυτοχημικών. Από την άλλη δε χριεάζεται το φυτό να υποβληθεί στις συνθήκες που αντιμετωπίζει συχνά στη φύση, διότι τότε ίσως αναπτυχθεί ελάχιστα. Το χειμώνα αντέχει καλά τις χαμηλές θερμοκρασίες, συνήθως ως και τους -20, αν κι ορισμένες ποικιλίες είναι πιο ευπαθείς, εφόσον το έδαφος αποστραγγίζει άριστα. Αναπτύσσεται εξίσου καλά και στον κήπο και σε δοχεία. Η συλλογή θα πρέπει να γινεται το καλοκαίρι ή πριν ή μόλις το φυτο ανθίσει, κόβοντας τα κλαδιά σχεδόν από τη βάση του φυτού. Σε περιοχές με μεγάλη θερμή περίοδο μπορούν να γίνουν περισσότερες από μία συγκομιδές. Το φυτό πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα ή με διαίρεση μεγαλύτερων σε ηλικία φυτών οποιαδήποτε εποχή. Αυτός ο τρόπος διατηρεί την ποικιλία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γονικού φυτού. Αντίθετα με το σπόρο, εάν ιδίως υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες κοντά, το αποτέλεσμα δε θα είναι σίγουρο ως προς τα χαρακτηριστικά, μπορούμε όμως να είμαστε σίγουροι για σπόρους που προέρχονται αποδεδειγμένα από μία ποικιλία ή είναι αγορασμένοι. Οι σπόροι θα πρέπει να σπαρούν στην αρχή της άνοιξης έξω ή νωρίτερα σε εσωτερικό χώρο, σε μικρά δοχεία με αμμώδες έδαφος, και να καλυφθούν πολύ ελαφρά, διότι χρειάζονται φως για τη βλάστηση. Η βλάστηση και η αρχική τους ανάπτυξη θα είναι αργή. Αρχικά θα κάνουν λίγα φύλλα κοντά στο έδαφος, έπειτ αόμως θ’αρχίσουν την καθ’ύψος ανάπτυξη κανονικά.

    Επειδή η ζήτηση της ρίγανης είναι πολύ μεγάλη, δημιουργήθηκε η ανάγκη εμπορικής της καλλιέργειας. Στην Ελλάδα καλλιεργείται κυρίως στη Μακεδονία, στη Θράκη και στη Θεσσαλία. Τα φυτά τοποθετούνται σε σειρές με απόσταση μεταξύ τους τα 30 εκ. και απόσταση μεταξύ των σειρών τα 50 εκ. Το μόνο που χρειάζονται συνήθως είναι προστασία από τα ζιζάνια, αφού έχουν αρκετά καλή άμυνα προς τους μύκητες και τα έντομα. Η καλλιέργεια μπορεί να είναι είτε αρδευόμενη είτε ξερική. Στην πρώτη περίπτωση η παραγωγή είναι μεγαλύτερη, με 300 κιλά ανά στρέμμα, στη δεύτερη μικρότερη με 90, όμως καλύτερης ποιότητας. Οι ξερικές καλλιέργειες πάλι ίσως χρειαστούν λίγο άρδευση στον πολύ ζεστό καιρό. Οι λιπάνσεις γίνονται κυρίως το χειμώνα ή στην αρχή της άνοιξης. Μία εμπορική καλλιέργεια μπορεί να μείνει αρκετά αποδοτική για περίπου 10 χρόνια. Τον πρώτο χρόνο η παραγωγή δεν είναι πολύ μεγάλη, από το δεύτερο όμως αυξάνεται σημαντικά, ενώ από τον έκτο αρχίζει να πέφτει. Η Ελλάδα εξάγει σ’άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως στη Γερμανία και στις ΗΠΑ.

    Τέλος έχω ν’αναφέρω μερικά ακόμα είδη του γένους. Η ματζουράνα O. majorana είναι ένα επίσης γνωστο μυρωδικό, με γλυκύτερη οσμή και γεύση. Καλλιεργείται και συλλέγεται παρόμοια με τη ρίγανη. Η χρήση της είναι περιορισμένη στην Ελλάδα, στη Μέση ανατολή ωστόσο, στην Ιταλία και στη Γαλλία χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο. Τέλος ένα ακόμα είδος που οφείλων ν’αναφέρω είναι το κρητικό δίκταμο (O. dictamnus), φυτό ενδημικό μόνο στην Κρήτη και πουθενά αλλού. Είναι μικρό θαμνάκι 25-30 εκ. με γκριζωπό φύλλωμα και μικρά ροδινα άνθη που φύεται στ’απόκρυμνα βουνά και φαράγγια της Κρήτης. Η φαρμακευτική του αξία ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, οπότε χρησιμοποιούταν ως επουλωτικο και για τα γαστρεντερικά προβλήματα. Ο Αριστοτέλης μάλιστα μας αναφέρει πως οι τραυματισμένες κατσίκες από βέλος (πιθανόν θα τις κυνηγούσαν κυνηγοί) έτρωγαν δίκταμο και απέβαλαν το βέλος, ενώ το ίδιο μας αναφέρει κι ο Θεόφραστος, ο οποίος επίσης λέει πως το είδος αυτό είναι γηγενές της Κρήτης. Ίσως οι αναφορές για τις επουλωτικές του ιδιότητες να ήταν κάπως υπερβολικές, πάντως είχε χρησιμοποιηθεί γι’αυτόν το σκοπό και σίγουρα θα περιέχει χρήσιμες ουσίες, ακόμα αδιερεύνητες. Στην Κρήτη ονομάζεται έρωντας, δηλαδή έρωτας, εξαιτίας του ερωτικού συμβολισμού του και της χρήσης του ακόμα και σε ερωτικά φίλτρα. Αυτοι που το μάζευαν λέγονταν ερωντάδες, και συχνά διακινδύνευαν τη ζωή τους σκαρφαλώνοντας στις απότομες πλαγιές. Σήμερα το φυτό καλλιεργείται και εντός και εκτός Κρήτης. Οι άγριοι πληθυσμοι ωστόσο απειλούνται, και η κόκκινη λίστα της διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Φύσης το κατατάσσει ως τρωτό.

    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της Βικιπαίδειας για τη ρίγανη
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη ρίγανη
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη ματζουράνα
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το δίκταμο
    τα ωφελήματα στην υγεία της ρίγανης iatronet.gr
    ρίγανη φαρμακευτικές πληροφορίες στο valentine.gr
    ρίγανη, πληροφορίες και συγγενικά είδη
    οι συνθήκες για την καλύτερη άγρια ρίγανη
    εμπορική καλλιέργεια της ρίγανης στο agrohelp.com
    πληροφορίες, ιδιότητες, και καλλιέργεια της ρίγανης
    ρίγανη: ιδιότητες, καλλιέργεια και συμβουλές στο econews.gr
    άρθρο της Βικιπαίδειας για το δίκταμο
    ρίγανη κατά Listeria monocytogenes

    Δάφνη στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης 14/3/2012. Υπολογίζω το φυτό κοντά στα 5 μέτρα.

    Κλαδιά και φύλλωμα του ίδιου φυτού.

    Ανθισμένα κλαδιά του ίδιου φυτού 30/3/2012.

    Ένα από τα χαρακτηριστικά φυτά σύμβολα της Ελλάδας μαζί με την ελιά και το αμπέλι και ίσως μερικά άλλα, αν κι όχι τόσο σημαντικό όπως τα δύο άλλα, είναι και η πολύ γνωστή μας δάφνη ή δάφνη του Απόλλωνα ή βάγια. Προσωπικά είναι ένας από τους αγαπημένους μου θάμνους, και προβλέπεται σύντομα να προσθέσω μία στη συλλογή μου.

    Το επιστημονικό της όνομα είναι «δάφνη η ευγενής (Laurus nobilis)», ανήκει στην οικογένεια των δαφνιδών και στην τάξη των δαφνωδών. Μπορεί να βρεθεί αυτοφυής σε διάφορα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου, και φυσικά στη χώρα μας. Είναι περρισσότερο μικρό δέντρο παρά θάμνος, φτάνοντας το ύψος των 10 μέτρων, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις φτάνει και τα 18 μέτρα. Ο κορμός και τα μεγάλα κλαδιά είναι ισχυρά, κυλινδρικά με σχεδόν λείο φλοιό. Τα κλαδιά του φυτού τείνουν να έχουν όρθια κατεύθυνση. Το φυτό βγάζει συχνά παραφυάδες από τη βάση του, και πολλά άτομα μπορεί νά’χουν πάνω από ένα μεγάλο κορμό. Τα φύλλα είναι πυκνά κι αντίθετα, κοντόμισχα, δερματώδη, λεία και γυαλιστερά, σκουροπράσινου χρώματος, μήκους 6-12 εκ. και πλάτους 2-4 εκ., με οδοντωτό και χαρακτηριστικά κυματιστό όριο, και αρωματικά. Τα άνθη βγαίνουν την άνοιξη ανά ζεύγη πάνω από κάθε φύλο και είναι κιτρινωπά αρωματικά, διαμέτρου ενός εκ., με τα μπουμπούκια πριν ανοίξουν μικρά και στρογγυλά. Το φυτό είναι δίοικο, με τ’αρσενικά και τα θηλυκά άνθη σε διαφορετικά άτομα. Μετά τη γονιμοποίηση στο θηλυκό φυτό σχηματίζονται καρποί δρύπες που ωριμάζουν το φθινόπωρο, ωοειδείς διαμέτρου ενός εκ., μαύρου χρώματος, ελαιώδεις, μ’ένα σπέρμα στη μέση.

    Το φυτό καλλιεργείται εύκολα σε μεσογειακά κλίματα, αλλά και σε πιο βροχερά. Ευδοκιμεί καλά στον απευθείας ήλιο αλλά και στην ημισκιά, για παράδειγμα κοντά σε ψηλότερα δέντρα, και δεν έχει πρόβλημα σε οποιοδήποτε υγρό αλλά καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος,, προτιμά όμως τα ουδέτερα προς αλκαλικά. Αντέχει στην ξηρασία, αλλ’αντίθετα μ’άλλα μεσογειακά φυτά χρειάζεται περισσότερο νερό. Οι απαιτήσεις του σε λίπανση είναι μέτριες. Αντέχει στο κρύο έως και κάτω από -10 βαθμούς Κελσίου, σε ηυπερβολικές παγωνιές των πολύ ορεινών περιοχών ή στις βορειότερες χώρες όμως μπορεί να καταστραφεί. Για παράδειγμα στο χωριό μου, τους Πύργους της Κοζάνης με υψόμετρο τα 800 μέτρα και ελάχιστη ακραία θερμοκρασία τους -20 βαθμούς, υπάρχουν λίγες δάφνες στο λόφο μιας εκκλησίας (Μεταμόρφωση του Σωτήρος για όσους την ξέρουν), που μένουν όμως κοντές με πολλούς ξερούς βλαστούς και καμένα φύλλα. Ίσως σε τόσο ακραίες θερμοκρασίες να τις προστάτευσε κάπως το χιόνι, που είναι γνωστός μονωτής των φυτών. Σ’εκείνη την περίπτωση το φυτό είναι καλύτερο να καλλιεργείται είτε σε θερμοκήπια είτε σε δοχεία που μεταφέρονται μέσα το χειμώνα. Σε μεγάλες γλάστρες το φυτό ευδοκιμεί καλά και μπορεί να φτάσει με το χρόνο τα 2,5 μέτρα. Στο έδαφος φυτεύεται είτε μοναχικά είτε σε σειρές για τη δημιουργία φρακτών. Συνήθως κλαδεύεται ως κοντό δέντρο με σφαιρική ή ωοειδή κόμη και γυμνό κορμό κάτω χωρίς παραφυάδες, μπορεί ν’αφεθεί όμως και όπως είναι.
    Το φυτό μπορεί να πολλαπλασιαστεί με σπόρο, ο οποίος συλλέγεται το φθινώπορο από τους ώριμους καρπούς, πλένεται και φυτεύεται σε υγρή άμμο για περίπου 3-4 μήνες μέχρι να βλαστήσει, και μετά μεταφυτεύεται σε κανονικό χώμα μέχρι να φτάσει ένα καλό μέγεθος για την οριστική του θέσει. Μπορεί επίσης να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά με μοσχεύματα ημιώριμου ξύλου αργά το καλοκαίρι-νωρίς το φθινόπωρο, ή ευκολότερα με καταβολάδες που μπορούν π.χ. να γίνουν το φθινόπωρο και ν’αποκοπούν την άνοιξη, ή διαίρεση των παραφυάδων με πριόνι, καλύτερα τις ψυχρότερες εποχές. Η δάφνη είναι φυτό μάλλον αργης ανάπτυξης και θα πάρει κάποια χρόνια μέχρι να φτάσει σ’ένα καλό ύψος.

    Τα δαφνόφυλλα χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό κυρίως σε όσπρια και σούπες. Μπορούν να συλλεγούν από οποιοδήποτε φυτό οποιαδήποτε εποχή του χρόνου, προτιμότερα όμως είναι τα παλαιότερα φύλλα το καλοκαίρι. Μετά τη συγκομιδή αποξηραίνονται κι έτσι μπορούν να παραμείνουν σε καλή κατάσταση για έναν περίπου χρόνο σ’ένα σκοτεινό, ξερό μέρος με θερμοκρασία δωματίου. Συνήθως μπαίνουν μόνο για γεύση στα φαγητά, και μετά τα φύλλα αφαιρούνται, μην τα καταπιεί κανείς. Σπανιότερα η δάφνη έχει χρησιμοποιηθει κονιορτοποιημένη, και ακόμα σπανιότερα έχουν χρησιμοποιηθεί ως άρτημα οι αποξηραμένοι καρποί, οι οποίοι όμως είναι πολύ ισχυροί και πικροί και τοξικοί σε μεγάλη ποσότητα.

    Η οσμή της δάφνης μου φαίνεται πιο γλυκιά απ’άλλα μυρωδικά όπως η ματζουράνα ή το
    δεντρολίβανο.
    Ίσως μπορώ να πω πως μυρίζει κάπως σαν λάδι ή ευκάλυπτος, με κάποια ιδιαίτερα στοιχεία γι’αυτό το φυτό. Τα φύλλα περιέχουν περίπου 1,3% αιθέριο έλαιο. Απ’αυτο το 45% αποτελεί η κινεόλη ή ευκαλυπτόλη, η ουσία που δίνει τη βασική οσμή, 12% τα τερπένια, 3-4% τα σεσκιτερπένια, 3% η μεθυλευγενόλη, κι άλλα α και β πευκένια, φελλανδρίνη, λιναλοόλη, γερανιόλη, και τερπινεόλη. Ο καρπός του φυτού περιέχει και αιθέρια και λιπαρά έλαια, με περίπου 30% λιπαρά και 1% αιθέρια. Από την πίεσή του βγαίνει το δαφνέλαιο, έντονα αρωματικό πράσινο σε θερμοκρασία δωματίου.

    Παραδοσιακά η δάφνη έχει χρησιμοποιηθεί ως φαρμακευτικό φυτό, ως στυπτικό και επουλωτικό πληγών, ενώ ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται σε μη επιστημονικές μεθόδους εναλλακτικής ιατρικής όπως ως λάδι στο μασάζ για τους ρευματισμούς ή στην αρωματοθεραπεία για τη θεραπεια πόνων και υψηλής πίεσης. Περισσότερο πιστεύω τέτοιες βοτανοθεραπείες με χαμηλά επίπεδα ενεργών ουσιών λειτουργούν ως πλακέμπο για τον ασθενή, πείθοντάς τον ότι δρουν και κάνοντάς τον έτσι να υποβάλλει στο μυαλό του ότι τα συμπτώματα μειώθηκαν. Δε θέλω να πω ότι οι ουσίες αυτών των φυτών δεν έχουν καμία δράση, αφού αυτό έχει εξακριβωθεί από την επιστήμη, για νά’χουν όμως πραγματική και επιβεβαιωμένη δράση σ’έναν άνθρωπο θα πρέπει να μελετηθούν σε πραγματικές συνθήκες και η δόση τους να μετρηθεί επακριβώς. Ωστόσο έχει βρεθεί κι ένα ισχυρότερο συστατικό στη δάφνη, η λαυροσίδη β, η οποία αναστέλλει των πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων του μελανώματος σε υψηλές όμως συγκεντρώσεις.

    Η δάφνη δεν είναι ούτε δικοτυλήδονο, ούτε φυσικά μονοκοτυλήδονο, αλλ’ανήκει σε μια ομάδα παλαιότερη των δύο αυτών, τα μανολιοειδή. Τα μανολιοειδή ή παλαιοδικοτυλήδονα είναι μια ομάδα κάπως πρωτόγονων αγγειόσπερμων ή ανθοφόρων φυτών, από τα οποία εξελίχθηκαν τα ευδικοτυλήδονα ή προσφατότερα δικοτυλήδονα και τα μονοκοτηλύδονα. Τα φυτά αυτά φέρουν τα χαρακτηριστικά των δικοτυληδόνων, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αφού αυτά διατηρούν τα περισσότερα στοιχεία των προγόνων, ενώ τα μονοκοτυλήδονα έχουν πάρει άλλο δρομο (γι’αυτό θα πρέπει να κάνω άλλο θέμα), διαθέτουν όμως χαρακτηριστικά που διατηρήθηκαν στα μονοκοτυλήδονα, όπως τριμερή άνθη (τα μέρη του άνθους είναι ανά τρία ή πολλαπλάσιά του), ενώ τα ευδικοτυλήδονα έχουν τετραμερή ή πενταμερή, μονόκολπη γύρη (ον κόκκος της γύρης φέρει μόνο έναν αύλακα, όχι τρεις όπως στα ευδικοτυλήδονα), κ.ά. Στην ομάδα αυτή ανήκουν τέσσερις τάξεις: τα κανελώδη (η κανέλα δεν ανήκει εδώ, τε περισσότερα φυτά όμως είναι αρωματικά), τα δαφνώδη (εδώ είναι η δάφνη, η κανέλα και παρόμοια φυτά), τα μανολιώδη (μανόλιες), και τα πιπερώδη (πιπέρι, κάβα, όχι όμως πιπεριές, αυτές είναι σολανίδες (ευδικοτυλήδονα)).

    Η δάφνη μαζί με το αρκουδοπούρναρο ή γαλλικά ου (Ilex aquifolium) είναι απομεινάρια ενός παλιού μεσογειακού οικοσυστήματος, του δαφνοδάσους, που πλέον έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Τα δαφνοδάση ήταν υγρά δάση θερμών εύκρατων ή υποτροπικών περιοχών με ομαλή εναλλαγή εποχών και σταθερή βροχόπτωση και υγρασία καθ’όλο το έτος, που απαρτίζονταν από αειθαλή δέντρα δερματώδους και λείου φυλλώματος ώστε να απωθούν γρηγορα το νερό από πάνω τους. Εκεί κυρίαρχα ήταν είδη των δαφνωδών μ’αυτήν τη μορφολογία, αλλά κι άλλα αγγειόσπερμα που την είχαν εξελιξει ανεξάρτηττα
    (συγκλίνουσα εξέλιξη).
    Τα δάση αυτά άρχισαν να υποχωρούν από τη λεκάνι της Μεσογείου με το τέλος της πλειόκαινου περιόδου πριν 2,5 εκατομμύρια χρόνια περίπου, οπότε το κλίμα άρχιζε να ψύχεται και να ξηραίνεται, ενώ τα τελευταία τέτοια δάση εξαφανίστηκαν πριν περίπου 10000 χρόνια. Ίχνη τους ωστόσο μπορούν να βρεθούν στα βουνά της Υβιρικής Χερσονήσου, της Τουρκίας, της Συρίας και του Μαρόκου, ενώ τέτοια δάση έχουν διασωθεί στη Μακαρονησία, ου έχει ηπιότερο κλίμα, με το μεγαλύτερο στη Μαδέρα. Εκεί ζουν άλλα δύο είδη του γένοςυ της δάφνης (Laurus), τα οποία έχουν κοινό πρόγονο με το μεσογειακό. Η μεσογειακή δάφνη ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα κατά τις παγετώδεις περιόδους, οπότε μπορούσε να επιβιώσει μόνο στη στενή λωρίδα των νοτιότερων θερμότερων περιοχών. Μετά την τελευταία παγετώδη περίοδο όμως ανέκτησε αρκετή από την προηγούμενη εξάπλωσή της. Το είδος προς το παρόν δεν απειλείται.

    Σύμφωνα με τη μυθολογία η Δάφνη ήταν νύμφη κόρη της Γαίας και του Λάδωνα ή του Πηνειού. Τη δάφνη ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας, ο οποίος την κυνήγησε στο δάσος. Αυτή δεν τον ήθελε και, κουρασμένη κι απελπισμένη, ζήτησε από τη μητέρα της να τη βοηθήσει κι αυτή την μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο. Ο Απόλλωνας στάθηκε για λίγο κοντά του, κι έκοψε ένα κλαδί με το οποίο στεφανώθηκε. Από τότε έγινε το ιερό του φυτό. Στην αρχαία ελληνική παράδοση η δάφνη συνδέθηκε με τη δόξα, τη νίκη και την υπεροχή, συμβολισμοί που παραμένουν και σήμερα. Με τα κλαδιά της στεφανώνονταν οι νικητές των Πυθίων, των αγώνων στους Δελφούς προς τιμήν του Απόλλωνα. Αργότερα ο συμβολισμός της δάφνςη υιοθετήθηκε κι απ’τους Ρωμαιους οι οποίοι εκτός από αθλητές στεφάνωναν και τους διακεκριμένους λογοτέχνες και ποιητές.

    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της Βικιπαίδειας για το φυτό της δάφνης
    δάφνη φυτό του μήνα στο valentine.gr
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το φυτό της δάφνης
    άρθρο της Βικιπαίδειας γαι τη νύμφη Δάφνη
    Δάφνη και Απόλλωνας από τις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου σ’ελληνική μετάφραση
    Εννοείται πως ο Λατίνος ποιητής πρόσθεσε και κάποια επιπλέον στολίδια στη βασική ιστορία.

    Κυκλάμινο

    Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

    Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
    γεράνια
    ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω «εμπορικά». Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

    Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα «εμπορικά» είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

    Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
    γαρύφαλλο).
    Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

    Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

    Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
    Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
    Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

    Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
    Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

    Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
    Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

    Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
    σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
    όπως για παράδειγμα στο «Κυκλάμινο» που έχει ως εξής: «Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…», ή στο «Μικρό πουλί τριανταφυλλί», που ξεκινάει έτσι: «Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…», και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
    Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
    Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
    ομοιοπαθητική,
    ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

    Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
    εδώ
    και
    εδώ
    τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
    δικά μου κουνέλια
    έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

    Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
    άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
    καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
    Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
    Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

    φασκόμηλο που βάζει νέο φύλλωμα μετά την ανθοφορία τον Ιούνιο

    Είναι ένα από τα γνωστότερα και καλύτερα βότανα, με ιστορία χρήσης πολλών αιώνων, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Πολλές από τις ιδιότητες που του αποδίδονταν παραδοσιακά έχουν επίσης αποδειχθεί και επιστημονικά.

    Το φασκόμηλο (Salvia officinalis) = ελελίσφακος ο φαρμακευτικός είναι ένας αρωματικό θάμνος της εικογένειας των χειλανθών, η οποία περιλαμβάνει επίσης το
    δεντρολίβανο,
    το
    βασιλικό,
    τη ρήγανη και πολλά άλλα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά. Το γένος Salvia είναι το πολυπληθέστερο της οικογένειας, με περίπου 100 είδη. Άλλα γνωστά είδη του γένους είναι το μεσογειακό φασκόμηλο (s. fruticosa), συγγενικό είδος και πιο διαδεδομένο άγριο στη χώρα μας, αλλά όχι ευρέως καλλιεργούμενο, ο Άγιος Γιάννης (S. sclarea), η φωτιά (S. splendens) και το παραισθησιογόνο
    S. divinorum.

    Οι Αρχαίοι Έλληνες το αποκαλούσαν «σφάκο» ή συχνότερα «ελελίσφακο», εξού και το κοινό του όνομα σε πολλά μέρη της Ελλάδα «αλισφακιά» ή «αλιφασκιά». Το «μήλο» στ’όνομά του προέρχεται από τους σφαιρικούς όγκους που παράγονται πολύ συχνότερα στο το συγγενικό είδος S. fruticosa, ως αντίδραση στα παρασιτικά έντομα, τους οποίους οι παλαιότεροι νόμιζαν για καρπό του φυτού. Στα λατινικά λέγεται «salvia», από το ρήμα «salvere», θεραπεύω, απ’όπου η λέξη διαδόθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, π.χ. «salvia» στα ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά (παραμένει), «sauge» στα γαλλικά, «sage» στ’αγγλικά, «Salbei» στα γερμανικά κ.ά.

    Το φυτό είναι ένας κοντός, ξυλώδης, πολυετής θάμνος ύψους 50-60 εκ. με πολυάριθμα κλαδιά και πυκνό φύλλωμα. Το φυτό έχει την τυπική μορφολογία των φυτών του γένους του και πολλών της οικογένειάς του, με τετραγωνικούς βλαστούς κι αντίθετα φύλλα. Μεγάλο μέρος των βλαστών προς τις κορυφές, και πολύ περισσότερο τα φύλλα, καλύπτονται από χνούδι. Τα φύλλα είναι ωοειδή, οδοντωτά, γκριζοπράσινα κι αναδίδουν έντονη και πολύ χαρακτηριστική οσμή. Το φυτό ανθίζει Μάιο-Ιούνιο με ιώδη και σπανιότερα λευκά άνθη σε ταξιανθίες πάνω απ’το φύλλωμα. Περίοδοι έντονης ανάπτυξης είναι η άνοιξη και η εποχή μετά την ανθοφορία και το σχηματισμό των σπόρων. Γενικά όμως το φυτό δεν αναπτύσσεται πολύ γρήγορα.
    Μπορεί να βρεθεί αυτοφυές στη χώρα μας και σε πολλά άλλα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου, σε πετρώδη και ξηρά εδάφη.

    Καλλιεργείται πολύ εύκολα σε οποιοδήποτε έδαφος με καλή αποστράγγιση, σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση. Σε περιοχές με βαλτώδες έδαφος ή με πολλές βροχές, θα πρέπει να φυτεύεται σε ανυψωμένα μέρη ή πλαγιές με αμμώδες χώμα μαζί με φυτά παρόμοιων προτιμήσεων, ενώ σε δοχεία το χώμα θα πρέπει νά’ναι ελαφρύ και να στεγνώνει καλά πριν κάθε πότισμα. Το φυτό αντέχει στην ξηρασία και δεν προσβάλλεται σχεδόν ποτέ από έντομα και ασθένειες, ούτε τρώγεται από ζώα π.χ. κουνέλια, χάρη στη χημική άμυνά του. Το χειμώνα παραμένει αειθαλές και δε χρειάζεται προστασία στο κλίμα της χώρας μας. Κατά την περίοδο ανάπτυξης θα χρειαστεί αραιή λίπανση. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με μοσχεύματα και καταβολάδες την περίοδο ανάπτυξης.

    Όταν το φυτό γίνει αρκετά μεγάλο, μπορεί να κοπεί για αποξήρανση. Κόβονται περίπου τα 2/3-3/4 του φυτού προς το φθινόπωρο, κι αφήνονται σε σκοτεινό, δροσερό και ξηρό μέρος να στεγνώσουν. Κατά την εμπειρία μου το φασκόμηλο αργεί πολύ να στεγνώσει παίρνοντας περίπου 10 μέρες σε θερμοκρασία κοντά στους 20 βαθμούς. Εάν αποξηρανθεί στον ήλιο τα φύλλα καφετιάζουν, συστρέφονται και χάνουν σημαντικό ποσοστό των ενεργών τους συστατικών. Η συγκομιδή θα πρέπει να γίνεται μια φορά ετησίως, όχι συχνότερα, ενώ νεαρά φυτά μέχρι τον πρώτο χρόνο δε θα πρέπει να κόβονται. Στα 5 χρόνια περίπου ο θάμνος μπορεί νά’χει απλωθεί και νά’χει αραιώσει στο εσωτερικό, οπότε κλαδεύεται αυστηρά ή αντικαθίσταται με νεότερα, πιο τρυφερά φυτά.
    Πέρα απ’την τυπική μορφή του φυτού έχουν δημιουργηθεί διάφορες άλλες ποικιλίες, κυρίως για καλλωπιστικούς σκοπούς (με ίδια φαρμεκευτική αξία), όπως με μοβ, κιτρινωπό ή ποικιλόχρωμο φύλλωμα.

    Στην κουζίνα της Μεσογείου, της Μέσης ανατολής και της Ευρώπης το φασκόμηλο χρησιμοποιείται ως μυρωδικό σε ψητά και συστατικό διάφορων σαλτσών, αλλά κι ως συστατικό γέμησης κρεάτων, συνταγών με ζυμαρικά, ακόμα και σουπών, δίνοντας έντονη οσμή και γεύση.

    Το βότανο αυτό έχει σπουδαία ιατρική παράδοση και πάμπολλές χρήσεις. Ιδιαίτερη φήμη ως ιατρικό είχε στην Ευρώπη κατά τη ρωμαϊκή εποχή και καθ’όλο το Μεσαίωνα. Ο Διοσκουρίδης, ο Πλίνιος και ο Γαληνός το προτείνουν ως διουρητικό, αιμοστατικό, εμηναγωγό και τονωτικό. Άλλες παραδοσιακές χρήσεις που είχε ή έχει είναι ως στυπτικό, τοπικό αναισθητικό, αντισπασμωδικό, αντισηπτικό, για τη γονιμότητα των γυναικών, κατά της υπερβολικής εφίδρωσης, της ουλίτιδας και των άλλων φλεγμονών του στόματος, της φαρυγγίτιδας και της αμυγδαλίτιδας, αλλά και καπνιστό κατά του άσθματος. Η συνήθης ωστόσο χρήση του είναι ως αφέψημα ή γαργάρα του αφεψήματος.
    Το φυτό κάποτε αποκτούσε χαρακτήρα πανάκειας και πολλές φορές περιβαλλόταν με μυστικισμό. Οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν βότανο της ζωής, και η συλλογή του απαιτούσε ειδικό τελετουργικό. Στο Μεσαίωνα ήταν συστατικό του ξιδιού των τεσσάρων κλεφτών, το οποίο πιστευόταν ότι έδιωχνε την πανούκλα.

    Πολλές από τις παραδοσιακά αποδιδόμενες ιδιότητές του έχουν αποδειχθεί επιστημονικά. Είναι αποδεδειγμένο ότι έχει αντιφλεγμονώδη, αντιμικροβιακή, πιθανόν αντιμυκητική και αντιική, και οιστρογονομιμητική δράση, ενώ σύμφωνα με κάποιες μελέτες ίσως οξύνει τη μνήμη και τη συγκέντρωση σε υγιή άτομα και έχει αγχολυτικές ιδιότητες. Δοκιμές για την αποτελεσματικότητα κατά της νόσου Αλτσχάιμερ ίσως υποδηλώνουν κάποια αποτελεσματικότητα, αν και θα πρέπει να γίνουν συστηματικότερες μελέτες σ’αυτόν τον τομέα για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητά του. Ακόμα όμως κι αν αποδειχθεί κάπως αποτελεσματικό, θα καταφέρει μόνο ό,τι κάνουν και τα διαθέσιμα φάρμακα, να καλύπτει δηλαδή προσωρινά τα συμπτώματα χωρίς ν’αποτελεί πραγματική θεραπεία.
    Η φαρμακευτική δράση του φυτού οφείλεται στην τεράστια ποικιλία χημικών που περιέχει, τα οποία εξελίχθηκαν ως χημική άμυνα κατά των εντόμων στο σκληρό φυσικό του περιβάλλον. Το φυτό περιέχει φλαβόνες, φαινολικά οξέα, φαινυλπροπανοειδή γλυκοζίδια (π.χ. μαρτυνοσίδη), τριτερπενοειδή και διτερπένια, συμπεριλαμβανομένων φαινολικών, κινοειδωδών, και παράγωγα αβιετάνης και αβιενάνης. Μερικά από τα συστατικά του φυτού είναι η σαλβιγενίνη, η λοπεόλη, η β-σιτοστερόλη, η στιγμαστερόλη, η φυσκιόνη, η καρνοσόλη, η ροσμαδιάλη, η ροσμανόλη, η επιροσμανόλη, η ισοροσμανόλη, η κολουμβαριδιόνη, η ατουντζεσίνη α, η μιλτιρόνη, η σινεόλη, το ουρσολικό οξύ, το καρνοσικό οξύ, και το 12-μεθυλοκαρνοσικό οξύ. Περιέχει επίσης καμφορά και θουγιόνη, τα οποία είναι τοξικά σε υψηλές δόσεις. Η συνιστόμενη ημερίσια δόση φασκόμηλου είναι 4-6 γραμμάρια ξηρών φύλλων.

    Το φασκόμηλο της φωτογραφίας είναι ένα του πατέρα μου ποικιλίας με λευκά άνθη, από το οποίο προήλθε και το δικό μου. Η διαδικασία έγινε ως εξής: Τον περασμένο Οκτώβριο, αφού βρήκα ένα λεπτό υγιές κλαδί προς την περιφέρεια του φυτού, του αφαίρεσα τα φύλλα από τη μέση αφήνοντας μόνο αυτά της κορυφής και το λύγισα στο χώμα. Έθαψα τη μέση του 2 περίπου εκατοστά κάτω και το ασφάλησα μ’ένα βότσαλο για να μη σηκωθεί. Το φυτό φροντιζόταν κανονικά και το Μάρτιο το απέκοψα και είδα ότι είχε κάνει μια χοντρή και βαθιά κεντρική ρίζα με λίγες λεπτότερες. Μεταφύτευσα την καταβολάδα σ’ένα πλαστικό κουπάκι. Την πρώτη βδομάδα δεν έδειχνε σημάδια ανάπτυξης, αλλά γρήγορα πήρε μπρος γεμίζοντας το δοχείο σ’ένα μήνα με ρίζα, οπότε το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερη γλάστρα. Τον Ιούνιο είχε γεμίσει κι αυτή ρίζες κι έτσι το μεταφύτευσα σε μια μεγαλύτερη, που θά’ναι μάλλον η τελική του. Παρόλο που ήταν σχετικά μικρό (30 εκ. ψηλό και λίγο λιγότερο πλατύ), τον Οκτώβριο το έκοψα για τσάι. Σύντομα έβγαλε και πάλι κλαδάκια σ’όλους τους βλαστούς κι άρχισε την ανάπτυξη κανονικά. Το τσάι του έχει έντονη γεύση και δίνει την αίσθηση δυνατού φαρμάκου.

    Πηγές:
    άρθρο της βικιπαίδειας
    άρθρο της αγγλικής wikipedia
    φαρμακολογία του φασκόμηλου
    οι χρήσεις του φασκόμηλου
    το φασκόμηλο στην κουζίνα

    Ενημέρωση 16/6/2012: Το φασκόμηλό μου έχει μεγαλώσει πάρα πολύ έπειτα από την περσινή συγκομιδή. Πέρσι ήταν πυκνό και κάπως ψηλό, και το φθινόπωρο το είχα κόψει στα 3/4 περίπου. Φέτος αναπτύχθηκε πολύ, αρκετά απλωμένο και αραιό, και φαίνεται πως θα μας δώσει αρκετοί ποσότητα υλικού το φθινόπωρο.

    μέρος του φυτού μου 16/6/2012