Tag Archive: Μεξικό


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

Project αβοκάντο

Η καλλιέργεια τροπικών παραγωγικών πολυετών φυτών είναι υποτίθεται δύσκολη, επειδή αυτά τα είδη ευδοκιμούν σε συγκεκριμένες συνθήκες, τις οποίες δε θα μπορούμε να παρέχουμε, οπότε και αν προσπαθήσουμε μάλλον θ’αποτύχουμε, ή απλώς δε θα δώσουν καρπό ποτέ. Αυτό στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μύθος. Τα περισσότερα τροπικά φυτά μπορούν να καλλιεργηθούν κι εδώ, και με κάποια επιπλέον φροντίδα μπορούν και να καρποφορήσουν. Απλώς είναι οικονομικά ασύμφορη η καλλιέργειά τους σε εμπορική κλίμακα. Μικρά φυτά όπως το τζίντζερ ή το λεμονόχορτο, από τα οποία το μέρος που συλλέγεται είναι βλαστητικό, καλλιεργούνται εύκολα και δίνουν αρκετή ποσότητα. Κάπια καρποφόρα όπως η γκουάβα, η μπανανιά και ο ανανάς, με κάποια επιπλέον προστασία εύκολα καρποφορούν και στο σπίτι μας, ενώ κάποια άλλα, όπως το μάγκο ή ο κοκοφοίνικας, είναι πολύ δύσκολα και δεν πρόκειται να καρποφορήσουν, εκτός κι αν τοποθετηθούν σε θερμοκήπιο που μπορεί να χωρέσει το τελικό ύψος τους. Το αβοκάντο είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, αφού καλλιεργείται εύκολα, και μετά από κάποια χρόνια, αν οι συνθήκες όπου ζει είναι καλές, μπορεί να καρποφορήσει. Παρόλα αυτά οι περισσότεροι το καλλιεργούμε απλώς ως καλλωπιστικό φυτό, οπότε το αν καρποφορήσει τελικά δεν έχει μεγάλη σημασία. Στο παρόν άρθρο θα σας παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο βλάστησα το σπόρο του αβοκάντο, μία διαδικασία πολύ εύκολη που μπορεί να κάνει ο καθένας. Πρώτα όμως θα πρέπει να κάνω μια εισαγωγή για το δέντρο και τον καρπό του. Αν ενδιαφέρεστε μόνο για τις καλλιεργητικές πληροφορίες, μπορείτε να τα προσπεράσετε, αν κι εγώ δε θα σας πρότεινα να το κάνετε.

Το αβοκάντο λοιπόν, με επιστημονική ονομασία Persea americana, είναι αειθαλές δένδρο που κατάγεται από την Αμερική, όπως δηλώνει και το όνομά του. Το όνομα «περσέα» είναι το αρχαίο ελληνικ΄κο όνομα που έδωσε ο Ιπποκράτης και ο Θεόφραστος σε κάποιο αιγυπτιακό δέντρο με φαρμακευτικές ιδιότητες, του οποίου την ταυτότητα δε γνωρίζουμε πλήρως, αλλά μπορεί να ήταν το είδος Cordia myxa ή κάποιο είδος του γένους Minutops. Το γένος της περσέας περιλαμβάνει 150 είδη, από τα οποία τα 70 απαντούν στις αμερικανικές ηπείρους, η P. indica στις Αζόρες και τις Κανάριες Νήσους και τα υπόλοιπα στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των δαφνιδών (Lauraceae) και sτην τάξη των δαφνωδών (Laurales) στον κλάδο τον μανολιοειδών (magnoliids), έναν αρκετά αρχαίο κλάδο ανθοφόρων φυτών ου εμφανίστηκε πριν το διαχωρισμό των μονοκοτυλήδονων και των δικοτυλήδονων. Τα φυτά αυτά έχουν εμφάνιση δικοτυλήδονου, αλλά τα άνθη τους είναι τριμερή, όπως στα μονοκοτυλήδονα. Άλλα τέτοια φυτά είναι η δάφνη, η κανέλα (και τα δύο στους δαφνίδες), και η μανόλια (στους μανολιίδες). Το γένος του αβοκάντο εξελίχθηκε στο Παλαιόκαινο στη Δυτική Αφρική, απ’όπου μετέβη στη Νότια Αμερική μέσω της Ανταρκτικής, και ανατολικά προς την Ευρασία. Με την ένωση της Νότιας Αμερικής με τη Βόρεια μετέβη και εκεί. Η ξήρανση ωστόσο της Αφρικής και η ψύχρανση πολλών εύκρατων περιοχών κατά τις τελευταίες παγετώδεις περιόδους μείωσαν την εξάπλωση του γένους, και από την Αφρική και την Ευρώπη εξαφανίστηκε εντελώς, με μόνο κατάλοιπο την Persea indica στα ήπια δαφνοδάση της Μακαρονησίας. Νέα είδη ωστόσο εξελίχθηκαν κατά τη συνένωση των δύο Αμερικών.

Το είδος P. americana είχε κάποτε κινδυνεύσει άμεσα με εξαφάνιση, περιορισμένο σε λίγες περιοχές της σημερινής Πουέμπλα του Μεξικού, επειδή δεν υπήρχε ζώο που θα διέσπυρε τους μεγάλους σπόρους του, και όλο το φυτό ήταν αρκετά τοξικό για τα περισσότερα ζώα. Πιθανολογείται ότι κάποια είδη της εξαφανισμένης αμερικανικής μεγαπανίδας, όπως οι γιγάντιοι βραδύποδες, έτρωγαν τους καρπούς και έτσι μετέφεραν τους σπόρους αλλού, όμως τα ζώα αυτά εξαφανίστηκαν από τους πρώτους ανθρώπους της Αμερικής πριν περίπου 13.000 χρόνια, αφήνοντας πολλά φυτά χωρίς φυσικούς μεταφορείς. Ένα ακόμα τέτοιο γνωστό παράδειγμα είναι η ψευδακακία, ένα πολύ κοινό δέντρο εξαιτίας της καλλιέργειας, της οποίας όμως οι κάψες με τους σπόρους δύσκολα ανοίγουν μόνες τους, και πιθανολογείται ότι τη διέσπυραν τα προβοσκιδωτά. Η εξάπλωση του είδους λοιπόν οφείλεται στον άνθρωπο. Οι πρώτες ενδείξεις κατανάλωσης αβοκάντο βρέθηκαν στο σπήλαιο Κοξκάτλαν στην Πουέμπλα του Μεξικού και χρονολογούνται πριν 10.000 χρόνια, ενώ η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5.000 χρόνια, κι έκτοτε εξαπλώθηκε στο υπόλοιπο Μεξικό, αλλά και νοτιότερα στην Αμερική μέχρι της περιοχές του Περού που αργότερα ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία των Ίνκας. Οι Ευρωπαίοι γνώρισαν το φρούτο κατά τα τέλη του 13ου αι. Από τον 18ο αι. και στο εξής, η καλλιέργειά του άρχισε να εξαπλώνεται σε σχεδόν όλο τον τροπικό και τον υποτροπικό κόσμο (στην Ινδονησία το 1750, στη Βραζιλία το 1809, στη Νότια Αφρική και στην Αυστραλία στα τέλη του 19ου αι., και στο Λεβάντε το 1908). Η λέξη αβοκάντο είναι αγγλική παραφθορά της ισπανικής λέξης αγκουακάτε (aguacate), η οποία προέρχεται από τη νάουατλ λέξη για τον καρπό αουάκατλ (ahuacatl). Ευφημιστικά, η λε΄ξη αυτή αναφερόταν και στους όρχεις. Εξαιτίας της ομοιότητας της λέξης με τον αλιγάτορα, το όνομα παρετυμολογήθηκε σε αχλάδι του αλιγάτορα (alligator pear) εξαιτίας της αδρής επιφάνειάς του, αν και δεν είναι πολύ τραχιά στην πραγματικότητα, με την υφή περίπου του πορτοκαλιού. Επίσης, λόγω της ομοιότητας της λέξης με το όνομα για το δικηγόρο σε πολλές ευρωπαΪκές γλώσσες (advocate και οι παραλλαγές του), το όνομα έχει παρετυμολογηθεί σε αχλάδι του δικηγόρου σε πολλές από αυτές. Αποκαλείται επίσης και βουτυρόκαρπος και το δέντρο βουτυρόδεντρο, σπανιότερα στην Ελλάδα, αλλά συχνά στην Ασία.

Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 15 μέτρα. Έχει ωοειδή κόμη και οωειδή προς ελλειπτικά φύλλα, με ελαφρώς οδοντωτό ή ελαφρώς κυματιστό περιθώριο, τα οποία μπορούν να φτάσουν τα 20 εκ σε μήκος, και είναι εναλλάξ διατεταγμένα. Τα άνθη του φύονται σε μικρές ταξιανθίες στις μασχάλες των βλαστών, κι έχουν χρόμα ανοιχτοπράσινο ή κίτρινο. Έχουν 6 τέπαλα, 9 στήμονες και μία ωοθήκη με ένα έμβρυο. Ο καρπός του άγριου τύπου ή κριόλο (criollo) είναι μικρός, λίγο μεγαλύτερος από το σπόρο, σχεδόν ωοειδής, με σκούρο περίβλημα και λιγοστή σάρκα. Στις περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες ωστόσο, συνήθως φτάνει τα 10-20 εκατοστά, το σχήμα του είναι απιοειδές και η φλούδα του είναι πράσινη. Για την αποφυγή της αυτεπικονίασης, το φυτό παρουσιάζει διχογαμία, δηλαδή τα άνθη διαφορετικών ποικιλιών ανοίγουν ως αρσενικά ή θηλυκά σε διαφορετικές ημέρες και ώρες. Τα άνθη της ομάδας α ανοίγουν ως θηλυκά το πρωί της πρώτης ημέρας και κλείνουν αργά το πρωί ή νωρίς το απόγευμα, και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το απόγευμα της επομένης, ενώ τα άνθη της ομάδας β ανοίγουν ως θηλυκά το απόγευμα της πρώτης ημέρας, κλείνουν αργά το απόγευμα και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το πρωί της επομένης. Αυτό το χαρακτηριστικό, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρόνο ωριμότητας του δέντρου, κάνουν δύσκολη την δημιουργία ποικιλιών. Το φυτό ευδοκιμεί σε ανοιχτά, ηλιόλουστα μέρη με υγρό, αλλά καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, και οι περισσότερες ποικιλίες δεν αντέχουν το κρύο, αν και ορισμένες επιβιώνουν μέχρι και τους -7 βαθμούς Κελσίου με ελάχιστη βλάβη στα φύλλα τους.

Ο καρπός του δέντρου είναι μοναδικός στη σύστασή του, αφού περιέχει μεγάλο ποσοστό λίπους, 14 γρ. ανά 100 γρ. Έχει μεγάλη θερμιδική αξία (160 θερμίδες ανά 100 γρ.), οπότε ίσως δεν είναι καλό να το τρώμε σαν το μήλο. Ήταν ωστόσο σπουδαία πηγή λίπους για τους ανθρώπους που δεν κατανάλωναν συχνά λιπαρό κρέας ή ψάρι. Είναι κάτι παρόμοιο με την ελιά, κι αυτή καρπός από δέντρο, αλλά όχι το σύνηθες γλυκό φρούτο. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες, σε σαλάτες, σε γλυκίσματα, ως άλειμμα κλπ. Γνωστότερη χρήση του είναι στη μεξικανική σούπα με αβοκάντο γουακαμόλε (guacamole), παραφθορά τουνάουτλ αουακαμόλι (ahuacamolli). Αν κι εδώ δεν το συνηθίζουμε, στις ΗΠΑ πολλοί τρώνε το αβοκάντο σκέτο ως φρούτο. Μην ξεχνάτε επίσης ότι εκεί τρώνε και τεράστιες ποσότητε ςλιπαρού φιστικοβούτυρου. Πρώτος παραγωγός αβοκάντο παραμένει το Μεξικό, δεύτερος είναι η Δομινικανή Δημοκρατία, τρίτος η Ινδονησία, τέταρτος οι ΗΠΑ, πέμπτος η Κολομβία και οι υπόλοιποι έπονται. Στην Ευρώπη το αβοκάντο εισήχθει μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου άρχισε να καλλιεργείται στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστό, το αβοκάντο καλλιεργείται και στην Κρήτη. Καλλιεργούταν εδώ για αρκετές δεκαετίες, αλλά η καλλιέργειά του γνώρισε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, οπότε αυξήθηκε η ζήτηση του καρπού από τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου εξάγεται το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς. Καλλιεργείται σε περιοχές της Κρήτης με το κατάλληλο κλίμα, όπου επί του παρόντος καταλαμβάνει οπωρώνες με πάνω από 50.000 δέντρα, οι οποίοι συνολικά καλύπτουν 2.500 στρέμματα. Η μέση ετήσια παραγωγή είναι περίπου ένας τόνος ανά στρέμμα, και η παραγωγική ζωή του δέντρου διαρκεί περίπου 35 χρόνια. Πρόβλημα στην επίτευξη σταθερής ετήσιας παραγωγής αποτελεί η παρενιαυτοφορία, η μεγάλη καρποφορία δηλαδή σε ένα χρόνο η οποία ακολουθείται από χαμηλή παραγωγή τον επόμενο, εξαιτίας της εξάντλησης του φυτού, όπως και στα περισσότερα οπωροφόρα δέντρα, αν και με εντατική λίπανση και έλεγχο των ασθενειών αυτό συνήθως προλαμβάνεται. Οι καρποί μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις, χάρη στην ιδιότητά τους να ωριμάζουν τεχνητά, αφού συγκομιστούν λίγο πριν ωριμάσουν και αποθηκευθούν υπό ψύξη, όπως και πολλά άλα φρούτα.

Η τοξικότητα του φυτού οφείλεται στην περσίνη, ένα λιποδιαλυτό τοξικό παραπροΪόν των λιπαρών οξέων ου υπάρχει στο φύλλωμα, στο φλοιό, στη φλούδα του καρπού και στο σπόρο, και μπορεί να μεταφερθεί από το σπόρο στη σάρκα του καρπού σε μνικρές ποσότητες. Η τοξίνη αυτή δηλητηριάζει εύκολα και μπορεί να σκοτώσει πολλά ζώα αν καταναλωθεί σε ικανή ποσότητα. Σκύλοι, γάτες, κατσίκες, αγελάδες, κουνέλια, αρουραίοι, ποντίκια, πουλιά και ψάρια μπορούν να δηλητηριάστούν από το φυτό. Τα συμπτώματα ποικίλουν από είδος σε είδος, όμως συνήθως περιλαμβάνουν γαστρεντερικά και σοβαρά καρδιακά συμπτώματα, με βλάβες στο μυοκάρδιο και επακόλουθο θάνατο. Μητέρες που θηλαζουν μπορεί ναπάθουν μαστίτιδα και η έκκριση γάλακτος να σταματήσει. Στα κουνέλια για παράδειγμα η τοξίνη προκαλεί οίδημα κάτω από το σαγόνι, και καρδιακές αρρυθμίες που οδηγούν στο θάνατο, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις τα θηλυκά που γαλουχούν εμφανίζουν μαστίτιδα και αγαλαξία. Οι σκύλοι και οι γάτες εμφανίζουν έντονη διάρρια και εμετό, και στη συνέχεια καρδιακές ανωμαλίες, ενώ τα άλογα κωλικό και αιφνίδιο θάνατο. Για τον λόγο αυτόν, τα κατοικίδια θα πρέπει να παραμένουν μακριά απ΄το φυτό και το φρούτο, και μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται ώστε τα μεγάλα χορτοφάγα να μην τρώνε το δέντρο. Αν και η σάρκα συνήθως είναι ασφαλής, μπορεί να έχει λίγη τοξίνη από το σπόρο σε ορισμένες ποικιλίες. Ακόμα κι αν είναι ασφαλής, είναι αρκετά λιπαρή για τα χορτοφάγα ζώα, όπως τα κουνέλια, οπότε δε θα πρέπει να ταΐζεται σ’αυτά. Η τοξίνη δε βλάπτει τον άνθρωπο στις συνήθεις δόσεις, αν και ορισμένοι είναι αλλεργικοί σ’αυτήν. Στο φυτό επίσης η τοξίνη αυτή δρα ως ισχυρό αντιμυκητικό.

Πώς όμως το καλλιεργούμε; Η διαδικασία είναι πολύ εύκολη, και απαιτεί μόνο το κουκούτσι, τις κατάλληλες συνθήκες και μέτρια δόση υπομονής. Αν και οι περισσότεροι διαδικτυακοί οδηγοί προτείνουν τη βλάστηση του σπόρου σε νερό, περισσότερο για λόγους ορατότητας, θεωρώντας τη βλάστηση σε χώμα βραδύτερη, στην πραγματικότητα ο χρόνος είναι ο ίδιος, αν συγκρίνω το διάστημα που συνήθως αναφέρεται με τη βλάστηση στο νερό, γύρω στις 2-8 εβδομάδες, με το χρόνο που έκαναν οι δικοί μου να βλαστήσουν στο χώμα, που ήταν κοινοί σπόροι, περίπου 30 ημέρες. Υπολογίστε περίπου ένα μήνα για τη διαδικασία δηλαδή. Κατά τη βλάστηση στο νερό λοιπόν, αφού καθαρίσετε καλά το σπόρο από υπολείμματα καρπού, τα οποία δεν ξεπλένονται τόσο εύκολα, τον διαπερνάτε περίπου στη μέση του κάθετα με 2 έως 4 οδοντογλυφίδες, προσέχοντας μην αφαιρέσετε πολύ από το περίβλημά του, και τον στηρίζετε σ’ένα ποτήρι. Το νερό θα πρέπει πάντοτε να βρέχει την κάτω επιφάνεια του σπόρου, και θα πρέπει ν’αλλάζετε τακτικά, κάθε μία ή δύο μέρες. Αφού ο βλαστός έχει ψηλώσει στα 20 εκατοστά, πορείτε να τον κλαδέψετε στο μισό προαιρετικά, να περιμένετε να ξαναμεγαλώσει και στη συνέχεια να μεταφέρεται το δενδρύλλιο στο χώμα. Ο σπόρος μπορεί επίσης να βλαστήσει τυλιγμένος ανάμεσα σε υγρά χαρτιά, όπου αφού βγάλει ρίζα μπορεί να μεταφερθεί στο χώμα. Κατά τη φύτευση στο χώμα, το ξέπλυμα κάθε ίχνους υπολείμματος καρπού δεν είναι τόσο σημαντικό. Κι εδώ προσέχετε να μην αφαιρέσετε πολύ από το λεπτό κι εύθραυστο περίβλημα του σπόρου, αν και ορισμένοι οδηγοί προτίνουν το χάραγμα του σπόρου για ταχύτερη βλάστηση (υπάρχει όμως πάντα ο κίνδυνος σαπίσματος μ’αυτό) και τον φυτεύετε σε γλάστρα βάθους καλύτερα άνω των 10 εκατοστών για τη σωστή ανάπτυξη της ρίζας, σε πλούσιο, οργανικό χώμα. Ο σπόρος θα πρέπει να βρίσκεται κατά το 1/2, ή καλύτερα κατά τα 2/3 ή τα 3/4 υπογείως, αλλά το επάνω μέρος θα πρέπει να εξέχει. Όπου κι αν γίνει η βλάστηση, ο σπόρος θα πρέπει να τοποθετηθεί στη σωστή θέση, δηλαδή με τη μύτη, απ’όπου θα ξεφυτρώσει ο βλαστός, προς τα πάνω. Οι σπόροι του φυτού έχουν το μέγεθος ενός μεγάλου καρυδιού, είναι σκληροί, συμπαγείς και ωοειδείς, αν και κάποιοι είναι πιο σφαιρικοί. Ακομα και σ’αυτούς όμως είναι εύκολη η εύρεση της κορυφής. Στην κάτω πλευρά (χαλάζια πλευρά) υπάρχει ένα αποτύπωμα, η ουλή που έμεινε από τη σύνδεση του σπόρου με το υπόλοιπο αγγειακό σύστημα του φυτού, και κοντά σ’αυτήν θα εμφανιστεί και η πρώτη ρίζα ή ριζίδιο. Εξαιτίας του μεγέθους τους, της μορφής της βάσης και της κορυφής τους, αλλά και του εύθραυστου περιβλήματός τους, οι σπόροι θυμίζουν βολβούς.

σπόροι αβοκάντο 19/3/2015

Τους δύο αυτούς λοιπόν σπόρους τους πήρα από τα αβοκάντο που η μητέρα μου καθάριζε για μια πεντανόστιμη μερέντα με αβοκάντο που έφτιαχνε. Ακόμα δε μου την έχει ξανακάνει, γιατι υποτίθεται είναι παχυντική. Τους ξέπλυνα από τα λιπαρά υπολείμματα του καρπού, και τους άφησα να στεγνώσουν. Οι σπόροι του αβοκάντο, όπως και άλλων τροπικών δέντρων και των δέντρων των ξηρών καρπών, δεν αδρανοποιούνται για πολύ καιρό, οπότε θα πρέπει να φυτευθούν σύντομα μετά τη συγκομιδή τους. Τους συγκεκριμένους τους άφησα λίγες μέρες σε ένα σκιερό και ξηρό μέρος, τους φωτογράφισα στις 19 Μαρτίου, και στις 20 τους φύτεψα σε ένα πλαστικό γλαστράκι βάθους περίπου 12 εκατοστών και πλάτους 15, με πλούσιο, πρόσφατα αγορασμένο (μεταφύτευα κι άλλα φυτά εκείνο το διάστημα) τυρφώδες χώμα που διατηρούσε την υγρασία. Τους έβαλα σε απόσταση 3 εκατοστών μεταξύ τους, με το ανώτερο ένα τέταρτο να προεξέχει. Κάθε λίγες μέρες έλεγχα την κατάστασή τους, για να βεβαιωθώ ότοι δε σάπιζε κανένας. Μετά τις 15 περιπου μέρες, άρχισαν αν δείχνουν σημεία ζωής. Θυσίασα τον έναν από τους δύο σπόρους, ο οποίος προριζόταν για δενδρύλλιο που θα έδινα στονπατέρα μου, για να δω τι είχε μέσα. Ήταν συμπαγής, λευκός, και μύριζε κάπως σαν αβοκάντο. Δεν είχε τόσο ενδιαφέρον εσωτερικό όπως ο κυκαδόσπορος. Δεν πειράζει, θα σπύρω άλλους. Οπότε παρακολουθούμε τον εναπομείναντα. Είχα φύγει λοιπόν για διακοπές, άρα δε μπορώ να είμαι σίγουρος πότε ακριβώς βλάστησε. Στις 20 Απριλίου πάντως είχε ήδη διαραγεί και στείλει μία μικρή ρίζα από την κάτω πλευρά, η οποία μεγάλωσε περίπου στα 3 εκατοστά στις 23 του μηνός.

σπορόφυτο αβοκάντο με ρίζα 23/4/2015

Η εμφάνιση τουβλαστού δεν άργησε πολύ, και στις 6 Μαΐου ο νεαρός βλαστός είχε φτάσει τα 3 εκατοστά.

σπορόφυτο αβοκάντο με νεαρό βλαστό 6/5/2015

Όπως και τα περισσότερα δέντρα, το αβοκάντο βλαστάνει υπόγεια, δηλαδή οι κοτυληδόνες παραμένουν μέσα στο σπόρο και δρουν ως αποθήκες ενέργειας. Έτσι αν το υπέργειο τμήμα καταστραφεί, το φυτό μπορεί ν’αναγεννηθεί, κι έχει και την ενέργεια για να το κάνει. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι κοτυληδόνες εμφανίζονταν στην επιφάνεια και φωτοσυνέθεταν, όπως σε κάποια ξυλώδη και στα περισσότερα ποώδη φυτά, η προγονική κατάσταση, αν το υπέργειο τμήμα καταστρεφόταν, θα χανόταν όλο το φυτό. Την υπόγεια βλάστηση θα την παρατηρήσετε ευκολότερα σε δέντρα ξηρών καρπών, όπου για παράδειγμα κάτω από καρυδιές ή αμυγδαλιές μπορείτε να βρείτε πολλά σπορόφυτα από καρπούς της προηγούμενης χρονιάς που αποτελούνται από μία πασσαλώδη ρίζα, ένα βλαστό, ίσως και με φύλλα, τα οποία βγαίνουν από έναν ανοιγμένο σπόρο. Ο βλαστός λοιπόν του αβοκάντο συνέχισε να επιμηκύνεται και τα μάτια ν’αποκτούν μεγαλύτερη απόσταση, όμως δεν άνοιξαν αμέσως τα φύλλα. Μόλιςέγινε περίπου 10 εκατοστά, έβγαλε τα πρώτα λιγοστά φύλλα στην κορυφή. Έπειτα μετέφερα το φυτό έξω, όπου οι θερμοκρασίες ήταν σε ιδανικά υψηλά επίπεδα και το ηλιακό φως αρκετό. Έως τώρα, το είχα προστατευμένο μέσα, δίπλα στη μπαλκονόπορτα του δωματίου μου. Σταδιακά, ο βλαστόςάρχισε να ψηλώνει και τα φύλλα της κορυφής να γίνονται μεγαλύτερα. Στις 29 Μαΐου ήταν ένα ψηλόλιγνο βλαστάρι με τα μεγαλύτερα φύλλα γύρω στα 2,5 εκατοστά στην κορυφή.

νεαρό σπορόφυτο αβοκάντο 29/5/2015

Στο στάδιο αυτό, το φυτό ήταν 17-20 εκατοστά, και κλάδεψα το μίσό περίπου με το ψαλίδι. Για να μη γίνουν τα φυτά αυτά ψηλόλιγνα μπαστούνια, προτείνεται το κλάδεμά τους μερικές φορές σύντομα μετά τη βλάστησή τους, ώστε να έχουν αρκετά βασικά κλαδιά. Για να πω την αλήθεια, απογοητεύτηκα λίγο, γιατί αν παρέμενε το φυτό έτσι δε θα ήταν κάτι το σημαντικό. Τελικα όμως έκανα λάθος. Αν και το κλάδεμα δεν έκανε το φυτό τόσο θαμνώδες όσο νόμιζα, δηλαδή το μάτι κοντά στην κορυφή αντικατέστησε τον κεντρικό κορμό και συνέχισε την κατακόρυφη ανάπτυξη, κι ένα ακόμα στη μέση του βλαστού αναπτύχθηκε, τα φύλλα μεγάλωσαν πολύ. Σύντομα είχα ένα φυτό με τεράστια, έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα γύρω στα 12 εκατοστά. Η υφή τους είναι μοναδική, είναι σκληρά, λεία και εύκαμπτα σαν τα πλαστικά φύλλα, αλλά έχουν τη δροσιά των ζωντανών. Η λεία δερματώδης αυτή υφή είναι χαρακτηριστικό των δαφνοειδών κι άλλων φυτών του αρχαίου δαφνοδάσους, ώστε ν’αποβάλλουν αμέσως το ννερό της βροχής. Αυτή είναι μια φωτογραφία από τις 19 Οκτωβρίου.

σπορόφυτο αβοκάντο 19/10/2015

Το φυτό συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι τον Ιούνιο, οπότε σταμάτησε λόγω χαμηλών θερμοκρασιών. Ξαναξεκίνησε την ανάπτυξη το Σεπτέμβριο με την πτώση των θερμοκρασιών και τις πολλές βροχές, αν και με μικρότερα φύλλα. Μέσα στον Οκτώβριο, λόγω περαιτέρω πτώσης των θερμοκρασιών σταμάτησε την ανάπτυξη, οπότε όταν το φωτογράφισα ήταν σε στάσιμη κατάσταση. Με τη μικρή άνοδο της θερμοκρασίας ωστόσο το Νοέμβριο και τώρα το Δεκέμβριο και της αρκετής ηλιοφάνειας που έχουμε, το φυτό ξεγελάστηκε κι άρχισε να ξεδιπλώνει μερικά μικρά φύλλα στην κορυφή του, τα οποία ακόμα είναι λίγων χιλιοστών και δείχνουν στάσιμα. Πιθανότατα το φυτό θα παραμείνει όπως είναι για όλο το χειμώνα, και θα ξαναξεκινήσει την ανάπτυξη την άνοιξη. Εντωμεταξύ ο κορμός έχει παχύνει λίγο. Ο σπόρος παραμένει ακόμα στη θέση του, όμως αναμένεται ν’αποκολληθεί αργότερα, με τη μετέπειτα ανάπτυξη. Όταν βάλει μερικές ακόμα δεκάδες εκατοστών του χρόνου, θα το μεταφυτεύσω σε μεγαλύτερη γλάστρα και μετά θα το ξανακλαδέψω.
Εκτός από την ξήρανση της άκρης λίγων φύλλων το καλοκαίρι, ίσως από τις υψηλές θερμοκρασίες, δεν είχα άλλα προβλήματα. Γενικά το φυτό αυτό δεν είναι πολύ ανθεκτικό σε προβληματικές συνθήκες, και θα δείξει την ενόχλησή του αμέσως. Οι ξερές άκρες στα φύλλα μπορεί να σημαίνουν υπερβολικα ζεστή ή ξηρή ατμόσφαιρα, ή κάψιμο από λίπασμα. Τα κίτρινα φύλλα μπορεί επίσης να σημαίνουν υπερβολικ΄κο πότισμα ή υπερβολικό λίπασμα. Το υπερβολικό πότισμα μπορεί εύκκολα να σαπίσει τις ρίζες του φυτού, γι’αυτό το χώμα θα πρέπει να έχει καλή αποστράγγιση, αλλά πάλι να κρατά κάποια υγρασία, αφού το είδος κατάγεται από περιοχές με συχνές βροχοπτώσεις. Οι αφίδες μπορούν να προσβάλουν το φυτό, απομυζώντας τους χυμούς του. Ο ευκολότερος τρόπος καταπολέμησής τους είναι το χτύπημα του φυτού με το λάστιχο υπό πίεση, ώστε να πέσουν οι περισσότερες, και μετά ο ψεκασμός του με μίγμα τριών μερών νερού με ένα οινόπνευμα, και λίγο απορρυπαντικό πιάτων. Το σαπούνι θα λύσει τις εφυμενίδες των εντόμων και το οινόπνευμα θα τα σκοτώσει. Το αβοκάντο μπορεί να καλλιεργηθεί σε εσωτερικό χώρο, αλλά μόνο σε καλάφωτισμένη περιοχή. Τη θερμή περίοδο του έτους ωφελείται αν βρίσκεται έξω, στον απευθείας ήλιο, ενώ το χειμώνα θα πρέπει να προστατεύεται, ιδίως εάν οι θερμοκρασίες πρόκειται να πέσουν κάτω από το μηδέν. Μπορεί να επιβιώσει ελαφριές παγωνιές, αλλά καλύτερα να μην το ρισκάρετε. Εξαιτίας των μεγάλων φύλλων του και της αραιής του ανάπτυξης, δεν ενδείκνυται γαι μπονσάι. Παρόλα αυτά μπορεί να ζήσει σε γλάστρα για πολλά χρόνια και με το κλάδεμα να διατηρηθεί σε συγκεκριμένο μέγεθος, σαν μεγάλο μπονσάι δηλαδή. Αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το φυτό θ’ανθίσει και θα καρποφορήσει, σε χρόνο που κυμαίνεται από 3 χρόνια έως και 15 μετά τη σπορά, αλλά αν οι συνθήκες δεν είναι οι σωστές, μπορεί και να μην καρποφορήσει ποτέ. Συνήθως καρποφορούν μετά τα 7-10 χρόνια, και για τη μεγιστοποίηση της καρποφορίας καλό είναι να υπάρχει πάνω από ένα δέντρο για επιτυχέστερη επικονίαση. Οι καρποί εντούτοις θα είναι μικρότεροι και κατώτερης ποιότητας σε σχέση με την ποικιλία απ’όπου προήλθε ο σπόρος, γιατί με την γονιμοποίηση έχει επέλθει γενετικός ανασυνδυασμός και όλα τα καλλά γενετικά χαρακτηριστκά της ποικιλίας έχουν αλλοιωθεί. Όπως και με όλα τα οπωροφόρα δέντρα, οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται βλαστητικά, με εμβολιασμό σε σπορόφυτα.

Τώρα που ξέρετε πώς καλλιεργείται το αβοκάντο, μπορείτε να το κάνετε κι εσείς, κι αν έχετε πολλούς σπόρους, να δίνετε δενδρύλλια και σε φίλους σας. Είναι επίσης δραστηριότητα που αγαπούν να κάνουν τα παιδιά, και το γεγονός ότι πρόκειται για εξωτικό, ασυνήθιστο φυτό θα τα συναρπάσει ακόμα περισσότερο. Μεγαλώνοντας θα γίνει ένα όμορφο, ιδιαίτερο δεντράκι, Κι αν δεν καρποφορήσει δεν πειράζει.

Το αβοκάντο δεν είναι το μόνο εξωτικό φυτό που μπορεί να καλλιεργηθεί από σκουπίδια. Στην πραγματικότητα μπορείτε να φτιάξετε έναν μικρό κήπο από τροπικά φυτά κρατώντας τα άχρηστα μέρη από πολλά εξωτικά φρούτα και φυτεύοντάς τα, για παράδειγμα την τούφα φύλλων του ανανά ή το κουκούτσι του μάγκο. Για αυτά, καθώς και για περισσότερα τέτοια είδη, θα γράψω άρθρα προσεχώς.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια γαι το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Persea
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για την περσίνη
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 1
καλλιέργεια αβοκάντο απόσ πόρο 2
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 3
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 4

Έμαθα ότι οι ισπανόφωνοι του Μεξικού, όταν θέλουν να πούνε φιλαράκια, παρέα κλπ λένε «κουάτες», ισπ. «cuates”. Το αρσενικό είναι «cuate” και το θηλυκό «cuata”, πληθ. «cuatas”. Το χρησιμοποιούν όπως ακριβώς εμείς θα λέγαμε φιλαράκια, αλλά σπανιότερα σημαίνει και διδυμάκια. Όπως φαίνεται, είναι από τις λίγες, η μοναδική δηλαδή που ξέρω εγώ, αργκό λέξεις που έχουν μυστικιστικό υπόβαθρο.

Η ετυμολογία ανάγεται στο νάουατλ «coatl”, με ασυνήθιστη διττή ερμηνεία, είτε φίδι είτε δίδυμος. Στην πραγματικότητα πολλές μεξικανοΪσπανικές λέξεις προέρχονται απευθείας απ’αυτήν τη γλώσσα, η οποία ομιλούταν από τους Αζτέκους και σχετιζόμενα φύλα σε μεγάλη περιοχή του σημερινού Μεξικού, οι οποίες όμως έχουν προσαρμοστεί στα ισπανικά και δε διακρίνονται εύκολα, αν και συνήθως όσες τελειώνουν σε –te (από –tl), έχουν πολλά j ή είναι τοπωνύμια που τελειώνουν σε –co, -tlan ή έχουν tl μέσα τους είναι τέτοιες. Λίγες τέτοιες λέξεις έχουν διαδοθεί απ’τα ισπανικά σε πολλές άλλες γλώσες, ώστε σήμερα να θεωρούνται διεθνείς, όπως τομάτα (από tomatl), τσίλι (από chilli), αβοκάντο (από ahacatl = όρχις), σοκολάτα (από zocolatl = πικρό νερό), οσελότος (από ocelotl = ιαγουάρος), αξολότλ (από axolotl = σκύλος του νερού), κογιότ (από coyotl), πεγιότ (από peyotl), κλπ.

Το «coatl” (προφέρεται «κόατλ», με ο μακρό), με το σπανιότερο και παλιότερο τύπο «cohuatl”, είναι το γνωστό συνθετικό σε πολλάονόματα αζτεκικω΄ν και ναουατλικών γενικότερα θεών, ανθρωπωνυμίων και τοπωνυμίων και στα περισσότερα λεξικά αποδίδεται ως όφις. Έτσι έχουμε Quetzalcoatl (Κετσαλκόατλ, ο μεγάλος φτερωτός όφις των μεσοαμερικανικών πολιτισμών), Mixcoatl (Μιξκόατλ ο νεφέλινος όφις που ταυτίζεται με το Γαλαξία και είναι ο θεός του κυνηγιού και των νομάδων), Cihuacoatl (σιουακόατλ, η γυναίκα φίδι του Κάτω Κόσμου), Coatepec (κοατέπεκ, ο τόπος του όρους των φιδιών, τοπωνύμιο), Coatzinco (Κοατσίνκο, ο τόπος του ιερού φιδιού), και πολλά ακόμα που δε θυμάμαι. Επίσης φίδι ήταν το σύμβολο μιας μέρας του μεσοαμερικανικού ημερολογίου, που συνδεόταν με το μεσοαμερικανικό θεό Κετσαλκόατλ. Για αυτόν θα γίνει λόγος παρακάτω, διότι έχει κεντρική σημασία στο συμβολισμό.

Από τα τόσα πολλά ονόματα που το περιέχουν, είναι προφανές ότι το φίδι είχε σπουδαία σημασία στη θρησκεία των νάουατλ φυλών. Στην πραγματικότητα το φίδι είναι ένα απ’τα παλαιότερα και πλέον διαδεδομένα σύμβολα παγκοσμίως, όπως και ο
σταυρός
Ή η σβάστικα, με πάμπολλες σημασίες. Επιστημονικά αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από το ιδιαίτερο σχήμα του, διαφορετικό απ’αυτό άλλων ζώων της ξηράς, από συγκεκριμένες ιδιότητές του π.χ. η ικανότητά του ν’αλλάζει δέρμα ή το δηλητήριο κάποιων ειδών, ή από τον
αρχέγονο φόβο
Που συνήθως εμπνέει στους ανθρώπους. Ίσως τελικά ο φόβος αυτός να’ταν η πρώτη αιτία μυθοποίησης του ζώου αυτού, κι όλα τα υπόλοιπα να κατασκευάστηκαν αργότερα από προσπάθειες ερμηνείας του ζώου αυτού απ’τους πρωτόγονους. Έτσι σε πολλές θρησκείες, και συχνά άσχετες μεταξύ τους, αν και δεν πιστεύω πως υπάρχουν πραγματικά άσχετες θρησκείες, όλες ξεκίνησαν από μία αρχική, το φίδι έχει τη σημασία του κακού ή του εχθρού του καλού, π.χ. ο Κατηραμένος Όφις της εβραϊκής Γένεσης, ο αιγυπτιακός Άποφις που προσπαθεί να καταπιεί τον ήλιο ή ο αρχαιοελληνικός Πύθων, εχθρός του φωτεινού Απόλλωνα. Μια ακόμα μεγάλη τάση στην παγκόσμια μνυθοποίηση του φιδιού είναι η σύνδεσή του με τη σοφία και τη γνώση, κάτι που ίσως μας φαίνεται περίεργο, αφού το φίδι δε φημίζεται για τη νοημοσύνη του. Όπως και σ’άλλες περιπτώσεις όμως, άλλα μπορεί να’ταν τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση, αν και δε θεωρώ απίθανο να υπερεκτίμησαν οι πρωτόγονοι τις ικανότητές του – εδώ υπάρχουν ακόμα σήμερα άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα φίδια κυνηγάνε επίτηδες τους ανθρώπους για να τους δαγκώσουν! Ίσως το απλό και απέριττο σχήμα του, χωρίς άκρα και λοιπά πρόσθετα, να συμβολίζει την απόλυτη γνώση, ίσως πάλι η ακινησία του για πολύ καιρό να υποδηλώνει διαλογισμό, του οποίου σύμβολο ήταν στους απωανατολίτικους λαούς. Κατά μια άλλη υπόθεση, γιατί για τέτοια πράγματα μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνονται, η στενή σχέση του φιδιού με το έδαφος και τα φυτά και τους μύκητες που βρίσκονται πάνω ή μέσα του, του δίνει τη γνώση των φαρμακευτικών, τοξικών ή ενθεογόνων/παραισθησιογόνων ιδιοτήτων τους, ενώ πολλές φορές το δηλητήριο του φιδιού συνδέεται με φαρμακευτικά ή δηλητηριώδη βότανα. Γι’αυτό και συχνά τα φίδια σχετίζονται με την ιατρική, όπως στην περίπτωση του Ασκληπιού, ή φυλάγουν αρχαία μυστικά, όπως στην περίπτωση του Πύθωνα, αλλά και σε πολλούς νεότερους θρύλους με φίδια που φυλάγουν θησαυρούς. Εναλλακτικά, η συμπεριφορά πολλών μεγάλων φιδιών να προστατεύουν την περιοχή τους, η οποία συνήθως βρίσκεται κοντά σε κάποια τρύπα στο έδαφος που μπορεί να’ναι δίπλα σε κάποιον ναό ή άλλο ιερό κτίσμα, μπορεί να’ταν αυτό που έδωσε την εντύπωση πως προσπαθούν να φυλάξουν κάποιο μυστικό.

Ως σύμβολο της σοφίας και της γνώσης λοιπόν, μπορούμε να βρούμε το φίδι σε πολλούς πολιτισμούς, από την Αίγυπτο, την Ελλάδα, την Εγγύς Ανατολή, μέχρι και την Ινδία και τις απωανατολικές χώρες. Συχνά από χθόνιο σύμβολο το φίδι αποκτά φτερά ή γίνεται κατακόρυφο, όπως σε κάποιες σέκτες του
γνωστικισμού,
για να δηλώσει την ουράνια ή την πνευματική γνώση. Στην Άπω Ανατολή παίρνει συχνά τη μορφή του κινέζικου δράκου (λονγκ), με διάφορους συμβολισμούς, με κυριότερους αυτούς της γονιμότητας, της αφθονίας, της ευημερίας, του ουρανού και κατ’επέκτασιν της βασιλικής εξουσίας. Παρόμοιοι ηλιακοί συμβολισμοί απαντώνται και σε διάφορες φυλές Ινδιάνων της Αμερικής, που μπορεί ή όχι να’χουν σχέση με τις ασιατικές πίστεις, απ’όπου άλλωστε προήλθαν αυτοί οι λαοί. Το φίδι επίσης κι εδώ έχει συμβολισμούς γονιμότητας, χθόνιων δυνάμεων αλλά και τη σημασία της πύλης του επίγειου με τον κάτω κόσμο, ιδίως σε φυλές της Νότιας Αμερικής (εδώ δεν υπάρχει σχέση με τον Ασκληπιό;). Δεν παύει ούτε κι εδώ όμως να’χει και την έννοια του κακού. Σε πολλές και διάφορες βορειοαμερικανικές φυλές για παράδειγμα, πιστευόταν ότι το πνεύμα του κροταλία μπορούσε να φέρει ξηρασία, πλημμύρες, φωτιές κι άλλες καταστροφές στους ανθρώπους.

Ως ουράνιο και ηλιακό σύμβολο το συναντούμε σε διάφορες βορειοαμερικανικές φυλές, όπως στους Νάτσες του Μισσισιπή, όπου παρέπεμπε στον ήλιο και κατ’επέκτασιν στον υιό του ήλιου, στον αρχηγό της φυλής δηλαδή – η εξουσία είναι θεΪκή. Στη Μεσοαμερική, στην περιοχή δηλαδή που περιλαμβάνει το Μεξικό, τη Γουατεμάλα και μέχρι περίπου το μέσο της Κεντρικής Αμερικής, όπου αναπτύχθηκαν μεγάλοι πολιτισμοί με συστηματική γεωργία και μεγάλες πόλεις, το φίδι είχε διάφορες σημασίες, όπως γονιμότητα (οι περισσότερες θεότητες της γης είχαν φίδια στις απεικονίσεις τους), βασιλική εξουσία (π.χ. η ζώνη του Ουιτζιλοπότστλι είχε έναν κροταλία), ή γνώση, τον ήλιο κλπ, με τη μορφή του θεού που στα νάουατλ λέγεται Κετσαλκόατλ. Ο φτερωτός αυτός όφις είχε μακρά και διαπολιτισμική ιστορία στη Μεσοαμερική, όπου προφανώς, αφού γεννήθηκε στον πολιτισμό των Ολμέκων, με την πρώτη του απεικόνιση σε μια ολμεκική στήλη του 900 π.Χ., διαδόθηκε σ’όλους τους επόμενους γειτονικούς πολιτισμούς, γι’αυτό συχνά οι μύθοι περί Κετσαλκόατλ τον παρουσιάζουν σαν νά’ρθε από άλλη χώρα με τους ανθρώπους του, ή να ταξίδεψε μακριά, αντίστοιχο με την ελληνοποίηση που κάναμε στους ξενόφερτους θεούς της δικής μας μυθολογίας, που συνήθως γεννιούνται ή ταξιδεύουν μακριά, π.χ. Διόνυσος, Άδονις. Το όνομά του θα’ταν προφανώς ίδιο για όλες τις γλώσσες της περιοχής, αφού και στα γιουκατεκικά μάγια λέγεται «κουκουλκάν», που είναι ταυτόσημης σημασίας με το νάουατλ όνομα. Σε παλαιότερες απεικονήσεις παρουσιαζόταν ως φίδι καλυμμένο με πούπουλα, σιγά-σιγά όμως απέκτησε ανθρώπινη μορφή με τη ζωόμορφη απεικόνιση να διατηρείται μόνο σε σύμβολα και συντομογραφίες. Συνήθως απεικονιζόταν ως γενειοφόρος γέροντας, φορώντας πολλές φορές τη μάσκα του ανέμου.

Ο Κετσαλκόατλ είναι αντίστοιχος του αρχαιοελληνικού Απόλλωνα και Προμηθέα ή του αιγυπτιακού Θωθ
(Ερμής ο Τρισμέγιστος)
Ως ο βασικός εκπολιτιστής θεός. Αυτός έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, το καλαμπόκι, το ημερολόγιο, και όλες τις τέχνες που τον βοήθησαν να επιβιώσει και να ιδρύσει πολιτισμό. Επίσης είναι προστάτης των καλών τεχνών, των γραμμάτων και του ιερατικού λειτουργήματος. Οι δύο ανώτατοι αρχιερείς του κράτους των Αζτέκων άλλωστε έφεραν τον τίτλο του (Quetzalcoatl tlamacazqui), δηλαδή θυσιαστές του Κετσαλκόατλ. Κατά τα’άλλα ωστόσο το ιερατειο του Κετσαλκόατλ ήταν ξεχωριστό απ’αυτά άλλων λατρειών, με διαφορετικά έθιμα. Αναφέρεται σε μεταγενέστερους κώδικες ότι ο θεός αυτός απεχθανόταν τις ανθρωποθυσίες, αλλ’αυτό πιθανότατα αποτελούσε προσπάθεια χριστιανοποίησης του θεού για να γίνει αποδεκτός στους Ισπανούς. Ως ουράνια θεότητα, επίσης ήταν θεός του ανέμου «Ehecatl”, που μπορούσε να φέρει τα σύννεφα της βροχής, επομένως έμμεσα ήταν και θεός της γονιμότητας. Η μέρα του ανέμου στο ιερό ημερολόγιο ήταν υπό τη δική του προστασία. Κέντρο της λατρείας του στην κοιλάδα του Μεξικού ήταν το Cholollan ή ισπανικά Τσολούλα, που σημαίνει καταφύγιο όπου κατέφυγαν οι εναπομείναντες Τολτέκοι από την καταστροφή, όπου κατέφθαναν προσκηνητές απ’όλες τις φυλές της περιοχής. Εκεί υπάρχει ακόμα η μεγαλύτερη πυραμίδα στον κόσμο, χτισμένη διαδοχικά επί γενεές, με βάση μήκους 400 μέτρων, μεγάλο μέρος της οποίας ακόμα είναι θαμμένο κι ανεξερεύνητο. Οι Ισπανοί παρομοίαζαν το κέντρο αυτό με τη Μέκα ή την Ιερουσαλήμ του Παλαιού Κόσμου.

Στη μυθολογία των Αζτέκων, για τους οποίους έχουμε άλλωστε τα περισσότερα στοιχεία, ο Κετσαλκόατλ είναι κεντρικής σημασίας θεός, και συχνά συγχέεται με ιστορικά πρόσωπα. Κατά μια ερμηνεία γεννήθηκε απευθείας από τον πρωταρχικό διττό θεό Ομετέοτλ, κι έλαβε τη δύση με συμβολικό χρώμα το λευκό, όταν οι τέσερις βασικοί θεοί (Τεσκατλιπόκα = καπνισμένοι καθρέφτες, δυσνόητοι) χώρισαν τον κόσμο). Κατά μια άλη εκδοχή, γεννήθηκε από τη θεά Τσιμάλμαν, είτε με πατέρα το Μιξκόατλ, είτε όταν αυτή κατάπιε ένα κομμάτι νεφρίτη – υπάρχουν κι άλλες παρθενικές γεννήσεις στη μυθολογία αυτήν, όπως η γέννηση του Ουιτζιλοπότστλι από μια μπάλα από φτερά, επομένως η χριστιανική περίπτωση απέχει πολύ απ’το να είναι η μοναδική. Γενικώς οι μυθολογίες κάθε θρησκείας έχουν πολλαπλές εκδοχές που αντιφάσκουν, παρόλα αυτά ο πιστός τις θεωρεί όλες αληθείς κι αλληλοσυμπληρούμενες! Ο Κετσαλκόατλ ήταν ο προαιώνιος εχθρός του σκοτεινού Τεσκατλιπόκα, του ακατονόμαστου και πιο μοχθηρού των μεγάλων θεών, που πήρε την εξουσία του βορρά (οι Αζτέκοι απ’το βορρά κατέβηκαν, άρα ήταν τόπος κακού γι’αυτούς), με συμβολικό χρώμα το μαύρο και είχε παρόμοιες ιδιότητες με το χριστιανικό Διάβολο, αφού έβαζε πονηρές σκέψεις στους ανθρώπους, προκαλούσε διχόνοια, άλλαζε απρόσμενα τη μοίρα των ανθρώπων, προστάτευε τους σκοτεινούς μάγους, και εφηύρε τον πόλεμο για να’χουν τροφή οι θεοί, ενώ ο Κετσαλκόατλ ήταν καθαρά αγαθό στοιχείο. Οι δύο αυτές δυνάμεις εναλλάσσονταν συνεχώς στις τέσσερις προηγούμενες δημιουργίες και καταστροφές του κόσμου, με τη σημερινή υπό την επικυριαρχία του Τεσκατλιπόκα, ο οποίος με δόλο πήρε την εξουσια απ’τον Κετσαλκόατλ. Ο Κετσαλκόατλ αρχικά συμμετείχε στη δημιουργία του ανθρώπου, φέρνοντας στο φως απ’τον Κάτω Κόσμο με τη βοήθεια του Ξόλοτλ τα οστά των νεκρών της προηγούμενης εποχής, αναμιγνύοντάς τα με καλαμπόκι και δίνοντας το αίμα του για να τα ζωογονήσει. Επειδή οι θεοί έδιναν συνεχώς το αίμα τους για να συντηρήσουν τον κόσμο, οι άνθρωποι είχαν την υποχρέωση να τους το ανταποδίδουν με τη μορφή των ανθρωποθυσιών. Αργότερα λοιπόν ο σκοτεινός θεός θέλησε να ξαναπάρει την εξουσία του κόσμου, και, σ’ένα μύθο όπου συγχέεται ο Κετσαλκόατλ με τον Τολτέκο βασιλιά του 10ου αι. Ce Acatl Topiltzin Quetzalcoatl (Ένα Καλάμι – χρονολογία γέννησης – ο ευγενής μας Κετσαλκόατλ), ο οποίος είχε αναπτύξει αρκετά την πόλη του (Τόλαν), εμφανίστηκε και τον αποπλάνησε, του’δωσε ποτό να πιεί για να τον ρίξει στις ακολασίες, κι όταν αυτός κατάλαβε την απάτη εγκατέλειψε τον κόσμο, κι από τότε κυριαρχεί η αταξία στο Μεξικό. Κατά ορισμένους μύθους, όταν ο Κετσαλκόατλ έφυγε απ’τον κόσμο, μετέβη στην αφροδίτη, γι’αυτό και ο Εωσφόρος είναι σύμβολό του. Πιθανότατα η ιστορία αυτή νά’ναι μια μυθοποιημένη αφήγηση της πτώσης των Τολτέκων εξαιτίας εισβολών από βαρβαρικές φυλές. Οι Αζτέκοι θαύμαζαν τα επιτευγματα των Τολτέκων, τους οποίους θεωρούσαν εκπολιτιστές τους – πιθανόν τις σφαγές χιλιάδων αιχμαλώτων πολέμου τις θεωρούσαν ανώτερο πολιτισμό! Άλλωστε η λέξη για τον πολιτισμό στη γλώσσα τους ήταν “toltecayotl”, που μπορεί ν’αποδοθεί ως τολτεκότητα ή τολτεκισμός.

Όταν οι Ισπανοί ήρθαν στην Πόλη του Μεξικού ή Τενοτστιτλάν, η υποδοχή τους ήταν αρχικά θερμή. Για να σκιαγραφήσουν αργότερα τους ιθαγενείς ως βλάκες, παγανιστές κλπ, κατασκεύασαν το μύθο ότι οι Ινδιάνοι θεωρούσαν τον Κορτέζ ως τον επιστρέφοντα Κετσαλκόατλ. Παρόλα αυτά κάτι τέτοιο δε μαρτυράται στους πρώτους κώδικες μετά την ισπανική κατάκτηση, ούτε σε κώδικες μη επηρεασμένους από Ισπανούς ή βαθιά προσηλυτισμένους ιθαγενείς. Η λατρεία του Κετσαλκόατλ πάντως ήταν ευρέως διαδεδομένη, και οι Ισπανοί τη χρησιμοποίησαν για να προσηλυτίσουν τους ιθαγενείς. Επειδή ο Κετσαλκόατλ είχε αρκετά κοινά στοιχεία με τον Ιησού Χριστό, οι ιεραπόστολοι τον συνέδεσαν με τον απόστολο Θωμά, ο οποίος κατά την παράδοση πήγε να κηρύξει και πέρα απ’το Γάγγη. Αργότερα οι Μορμόνοι ταύτισαν τον Κετσαλκόατλ με το Χριστό, ο οποίος επισκέφθηκε την Αμερική τις μέρες που ήταν νεκρός, παρότι στην πραγματικότητα Ο Κετσαλκόατλ, με τη γενική μορφή του πουπουλένιου φιδιού, προηγείται του Χριστού σχεδόν μιας χιλιετίας – άλλωστε η μορμονική θρησκεία έχει δομηθεί πάνω σε εξόφθαλμες ιστορικές ανακρίβειες, αυτό δε θα μπορέσουν να ταιριάσουν κάπως;

Ο Κετσαλκόατλ αποτελούσε επίσης το θετικό μέρος ενός δίπολου με το δίδυμο αδερφό του Ξόλοτλ, σκοτεινό θεο ψυχοπομπό με τη μορφή μαύρου σκύλου, αντίστοιχου του αιγυπτιακού Άνουβι. Ήταν επίσης θεός των τεράτων και των δυσμορφιών, των παράξενων ασθενειών, του κεραυνού και προστάτης του ιερού παιχνιδιού της μπάλας, το οποίο πιστευόταν ότι ενώνει τον πάνω με τον κάτω κόσμο, ενώ σύμβολό του ήταν η Αφροδίτη ως αποσπερίτης. Αυτοί οι δύο δεν ήταν εχθροί, αλλά εντελώς αντίθετοι. Από εκει ίσως ξεκίνησε ο συσχετισμός του Κετσαλκόατλ με τους διδύμους. Συχνά στους κώδικες αποκαλείται δίδυμος ή πολύτιμος δίδυμος, από τη μεταφορική ανάλυση του ονόματός του, όπου το πούπουλο μπορέι ν’αποδοθεί κι ως όμορφος ή πολύτιμος, αφού πολλά πολυτελή αντικείμενα στολίζονταν με φανταχτερά πούπουλα. Αλλιώς ίσως προέρχεται από τη μεξικανική δεισιδαιμονία ότι τα φίδια συναντώνται σε ζευγάρια, οπότε αν κανείς βρει φίδι στο δρόμο το ταίρι του παραμονεύει πιο πέρα, κάτι όχι πλήρως αναληθές στην Αμερική όπου τα ζευγάρια των κροταλιών συνήθως παραμένουν μαζί για αρκετές μέρες κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία ενός μεξικολόγου στο Διαδίκτυο, η διττή φύση του φιδιού ανάγεται σε αρκετά διπλά χαρακτηριστικά του σώματός του, όπως στη διχαλωτή γλώσσα του ή στα δύο πέη των αρσενικών, μολονότι αν κάποιος φτάσει σ’αυτό το επίπεδο μπορεί να ισχυριστεί πως οτιδήποτε εξηγεί ένα σύμβολο. Επειδή όμως οι υποθέσεις για την ερμηνεία της θρησκείας δε μπορούν να ελεγχθούν τόσο εύκολα επιστημονικά όπως άλλα πράγματα, άρα θα μπορούσε ο καθένας να πει το κοντο του και το μακρύ του
(βλ. το ιερό μανιτάρι κι ο σταυρός),
θα πρέπει νά’μαστε πιο προσεκτικοί στις θεωρίες που διατυπώνουμε γι’αυτά τα θέματα. Πάλι κοντά και μακριά θα λέγονται, αλλά μέσα σε πιο λογικά πλαίσια. Πέρα από δίδυμος, το «κόατλ» έχει χρησιμοποιηθεί για να καταδείξει μια ομάδα, ιδίως στα ποιητικά κείμενα, όπως «cuahuicoatl”, ομάδα δέντρων, που σημαίνει δάσος. Έτσι η λέξη έφτασε στη σημερινή της σημασία. Μπορει να προήλθε απ’τον ίδιο τον Κετσαλκόατλ, ή ο συμβολισμός νά’ταν πρότερός του. Αν σκεφτούμε πόσο φαντασιακή ήταν αυτή η θρησκεία, με πληθώρα ερμηνειών για κάθε στοιχείο της, όλα υποβοηθούμενα από χρήση παραισθησιογόνων, δε θα μας φανεί και τόσο παράξενη μια τέτοια μεταστροφή νοήματος σε μια λέξη. Από την άλλη υπάρχουν τέτοιες μεταστροφές σε διάφορες άλλες θρησκείες ανά τον κόσμο και χωρίς τη χρήση τέτοιων ουσιών, αν και δε μπορούμε νά’μαστε εντελώς σίγουροι για το τελευταίο. Ίσως πάλι οι ουσίες να μην έχουν άμεση σχέση με τη φαντασιακότητα κάθε θρησκείας.

Πηγές για το μέγα Κετσαλκόατλ:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τον Κετσαλκόατλ
άρθρο της ελληνικής Βικιπαίδειας για τον Κετσαλκόατλ
ο Κετσαλκόατλ
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη Μεγάλη Πυραμίδα του Τσολόλλαν

Παρεμπιπτόντως, σήμερα στο Μεξικό γιορτάζεται η ημέρα των νεκρών. Εορτή με στοιχεία καθολικισμού και παραδόσεων ιθαγενών, αποτελεί μία απ’τις σημαντικότερες θρησκευτικές εορτές του Μεξικού. Οι Μικτέκοι έρχονται απ’τον κόσμο τους στους ανθρώπους, οι άνθρωποι προσφέρουν διάφορα αναθήματα στα πνεύματα, και η μέρα είναι μια καλή αφορμή για επανένωση σκορπισμένων οικογενειών.

Φραγκοσυκιά με καρπούς στο Μαρόκο, από Βικιπαίδεια.

Πρόσφατα έτυχε να φάω φραγκόσυκα, η δεύτερη φορά που θυμάμαι μετά από μια το 2007 το καλοκαίρι,
Όταν ήμουν στη Σικελία.
Είχα πάει την Κυριακή στο εξωχικό του πατέρα μου στη Γερακινή, στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής, όπου υπάρχουν πολλές φραγκοσυκιές δίπλα στη μεγάλη παραλία. Τέτοιους κάκτους έχω συναντήσει σε πολλά άλλα παραθαλάσσια μέρη, αλλά συνήθως όχι στην εποχή που ωριμάζουν οι καρποί τους. Έκοψα τα φρούτα χωρίς ευτυχώς να αγγίξω πολλά αγκάθια του φυτού, τα οποία είναι μικροσκοπικά και διεισδυτικά, και η γεύση τους ήταν πολύ γλυκιά, ας πούμε κάτι μεταξύ αχλαδιού και φράουλας, με πολλούς σπόρους όμως. Στην πραγματικότητα, όλοι οι καρποί των κάκτων τρώγονται.

Οι φραγκοσυκιές είναι τα φυτά του γένους οπουντία (Opuntia), ενός μεγάλου κι επιτυχημένου γένους κάκτων με περίπου 200 είδη. Παλαιότερα το γένος ήταν ακομα μεγαλύτερο, αλλά τώρα τα είδη εκείνα έχουν μετακινηθεί σε δικά τους γένη εξαιτίας σημαντικών διαφορών, για παράδειγμα φυτά του γένους Cylindropuntia έχουν κυλινδρικούς αντί για πεπλατυσμένους βλαστούς και ένας νοτιοαμερικανικός κλάδος τους έχει τοποθετηθεί στο γένος Austrocylindropuntia. Το γένος αυτό, μαζί με τα συγγενικά του, ταξινομείται στην υπεροικογένεια των οπουντιοειδών (opuntioideae), συγγενική αλλά ξεχωριστή απ’τη μεγαλύτερη υπεροικογένεια των κάκτων, τα κακτοειδή (cactoideae). Το γένος εξαπλώνεται από την Περιοχή των Μεγάλων Λιμνών του Καναδά έως την Παταγονία, με τη μεγαλύτερη όμως ποικιλία στο κεντρικό και δυτικό Μεξικό. Το βορειότερο υποείδος είναι η Opuntia fragilis var. fragilis, η οποία έχει βρεθεί κοντά στον ποταμό Μπεατόν στην κεντρική Βρετανική Κολομβ’ία του Καναδά, σε 56° 17’ βόρειο γεωγραφικό πλάτος και 120° 39’ δυτικό γεωγραφικό μήκος. Αναμφίβολα πάντως η σημερινή εξάπλωση του γένους είναι πολύ μεγαλύτερη χάρη σε ανθρώπινες εισαγωγές μερικών ειδών, ιδίως της κοινής φραγκοσυκιάς (Opuntia ficus-indica), σε σχεδόν όλες τις μεσογειακές και ξηρές τροπικές περιοχές του κόσμου κατά τους τελευταίους αιώνες.

Τα ονόματα του φυτού και του καρπού είναι πάρα πολλά. Ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινομικής, ο Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος, έδωσε στο γένος αυτό το όνομα «οπουντία» για την ομοιότητα μ’ένα αινιγματικό φυτό που αναφέρει ο Θεόφραστος, το οποίο φυόταν στον Οπούντα της Λοκρίδας (σημερινή Αταλάντη της Φωκίδας), και ρίζωνε απ’τα φύλλα του όπως η ινδική συκή, η οποία μάλλον θα ήταν κάποιο είδος φίκου της Ινδίας, που μόλις τότε άρχισαν να γίνονται γνωστοί στους Έλληνες, που ριζώνει απ’τα κλαδιά του.Το όνομα του είδους «ινδικο σύκο» είτε έχει να κάνει με την ινδική συκή του Θεόφραστου, είτε, πιθανότερα, δηλώνει την ινδική (τότε δυτικές Ινδίες η Αμερική) προέλευσή του. Στις περισσότερες γλώσσες το όνομα για το φραγκόσυκο δηλώνει ξενόφερτη προέλευση. Στα γαλλικά για παράδειγμα λέγεται «figue de Barbarie”, δηλαδή σύκο της Μπαρμπαριάς (Βερβερίας, Τυνησίας), στα ιταλικά «Fico d’India”, δηλαδή σύκο της Ινδίας, με παραφθορά στο Σικελικό ιδίωμα ως «ficudinnia”, ενώ στα αγγλικά «Indian fig”, δηλαδή ινδικό σύκο, αλλά συχνότερα «prickly pear”, αγκαθωτό αχλάδι. Στα τούρκικα έχει διάφορα ονόματα, όπως «Hint inciri» ινδικό σύκο, «dikenli inciri», αγκαθωτό σύκο και «frenk inciri» φραγκόσυκο. Στα αλβανικά λέγεται «φικ ντέτι», δηλαδή σύκο της θάλασσας, αφού ο μόνος πληθυσμός αυτού του φυτού στην Αλβανία βρίσκεται στα παράλια της νότιας Αδριατικής, δίπλα στα ελληνικά σύνορα. Στα αραβικά λέγεται «σάμπρα» και στα εβραϊκά «τσαμπάρ», λέξεις της ίδιας σημιτικής ρίζας που δηλώνουν φυτό της ερήμου. Η κοινή ελληνική ονομασία «φραγκόσυκο» δηλώνει προέλευση από τους Φράγκους, τους Δυτικοευρωπαίους δηλαδή όπως αποκαλούνταν απ’την εποχή των Σταυροφοριών μέχρι και αρκετές δεκαετίες μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αλλ’υπάρχουν και λιγότερο γνωστά τοπικά ονόματα: «παυλόσυκο» στην Κέρκυρα, «μπαρμπαρόσυκο» στην Κεφαλονιά, «φαραόσυκο» στις Κυκλάδες και «παπουτσόσυκο» στην Κύπρο. Ο κάκτος επίσης λέγεται γλώσσα ή γλώσσα της πεθεράς. Στα ισπανικά ωστόσο η ονομασίες είναι εντελώς διαφορετικές. Ο κάκτος αποκαλείτε «nopal (νοπάλ)», από τη νάουατλ λέξη «nopalli”, ενώ ο καρπός «tuna (τούνα), πληθ. tunas”, είτε από κάποια χαμένη γλώσσα των ιθαγενών της Ισπανιόλας (σήμερα χωρισμένη σε δύο κράτη, Αϊτή και Δομινικανή Δημοκρατία», είτε από το νάουατλ ρήμα «tona”, που σημαίνει φέγγω ή ζεσταίνω, παραπέμποντας στον ηλιακό συμβολισμό του φραγκόσυκου.

Οι κάκτοι αυτού του γένους συνήθως φύονται σε αμμώδη εδάφη κατά κλωνικές αποικίες, των οποίων η εξάπλωση διευκολύνεται από την εύθραυστη δομή των φυτών. Τα φυτά αυτά αποτελούνται από πλεγμένες αλυσίδες κλαδωδών, πεπλατυσμένων δηλαδή βλαστών που λειτουργούν ως φύλλα, με στενές αρθρώσεις ανάμεσά τους, κι έτσι για παράδειγμα αν φυσήξει ισχυρός άνεμος ή περάσει κάποιο μεγάλο ζώο, πολλά τμήματα σπάνε κι έπειτα ριζώνουν στο έδαφος δίνοντας νέα φυτά. Άλλα είδη είναι χαμερπή, ενώ άλλα αποκτούν δενδρώδεις διαστάσεις, εντούτοις τα περισσότερα είναι θαμνώδη. Συνήθως τα παλαιότερα μέρη αποκτούν σκληρό φλοιό και ξυλοποιούνται, ενώ τα κλαδώδη καλύπτονται με παχιά εφυμενίδα για τον περιορισμό της απώλειας του νερού. Οι φραγκοσυκιές φέρουν όλα τα
χαρακτηριστικά των κάκτων.
Όπως όλοι οι κάκτοι, οι βλαστοί τους φέρουν τροποποιημένα κλαδιά, τα περιοχίδια (areoles), τα οποία μοιάζουν με μικρά εξογκώματα, πάνω στα οποία εκφύονται δύο ειδών αγκάθια: Τα μεγάλα, που μπορεί να φτάσουν λίγα εκατοστά, μοιάζουν με καρφιά και προέρχονται από τροποποιημένα φύλλα όπως μ’όλους τους κάκτους, και τις γλοχίδες, μικροσκοπικά αγκαθάκια που αποσπώνται εύκολα και κολλούν στο δέρμα, στα ρούχα και γενικα παντού, και είναι το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά. Οι γλοχίδες είναι τροποποιημένες τρίχες του φυτού, και μπορούν να βρεθούν και σε λίγα ακόμα συγγενικά γένη. Τα άνθη εμφανίζονται στην περιφέρεια των κλαδωδών προς την κορυφή τους, κι όπως αυτά πολλών κάκτων είναι βυθισμένα μέσα στο βλαστό, γι’αυτό κι ο ψευδοκάλυκάς τους, που αργότερα αποτελεί το εξωτερικό μέρος του καρπού, φέρει περιοχίδια με γλοχίδες όπως και οι κανονικοί βλαστοί. Οι ανθήρες τους είναι θιγμοταξικοί, δηλαδή κινούνται γρήγορα προς κάποιο αντικείμενο που τους αγγίζει για ν’αποθέσουν τη γύρη, χαρακτηριστικό που πρωτοπαρατήρησε ο Κάρολος Δαρβίνος και που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σ’άλλα γένη κάκτων. Οι καρποί έχουν γενικό σχήμα σύκου ή αχλαδιού, με στενή βάση και μια περιοχή σαν πόμα απ’την αντίθετη πλευρά, και στο χρώμα συνήθως είναι κόκκινοι, μοβοκόκκινοι, κίτρινοι ή πορτοκαλί. Η O. ficus-indica είναι αρκετά μεγάλο μέλος του γένους, ύψους 3-5 μέτρων με κλαδώδη σαν ρακέτες, μήκους 30-40 εκ. και πλάτους 15-25 εκ. Τα άνθη του μπορεί νά’χουν λευκό, κίτρινο ή κόκκινο χρώμα, και οι ώριμοι καρποί του, που ζυγίζουν μεταξύ 150-400 γραμμαρίων, διαφέρουν στο χρώμα ανάλογα με την ποικιλία. Συνήθως οι ποικιλίες με τους κόκκινους καρπούς έχουν τους μεγαλύτερους και πιο χυμώδεις, αυτές με τους μοβοκόκκινους τους μικρότερους και πιο ινώδεις, κι εκείνες με τους κιτρινοπορτοκαλί τους πιο ξυνούς. Υπάρχουν ακόμα και ποικιλίες στις οποίες ο καρπός παραμένει πράσινος και κατά την ωρίμανση, ενώ άλλες ποικιλίες διαφέρουν ως προς τη γενική μορφολογία, π.χ. φυτά χωρίς αγκάθια, αν κι αυτά΄είναι ιδιαίτερα σπάνια.

Ο κύριος λόγος καλλιέργειας του κάκτου αυτού είναι για τους γλυκείς καρπούς του. Μπορεί στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας να μη μας είναι και πολύ γνωστοί, όμως στα νησιά και στην Πελοπόννησο τρώγονται κατά κόρον. Στην Κέρκυρα επίσης φτιάχνουν λικέρ απ’τον καρπό, αν και παγκοσμίως πιο γνωστά ποτά είναι το λικέρ bajtra (μπάιτρα) που παρασκευάζεται στη Μάλτα και το Tunji spirit στο βρετανικό νησί της Αγίας Ελένης. Στη Μάλτα το φυτό μπορεί να βρεθεί σ’όλη τη χώρα, και ο καρπός καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες. Καταναλώνεται συχνά επίσης στις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ως δροσιστικό. Η χώρα ωστόσο με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είναι το Μεξικό, όπου μπορούμε να πούμε πως το φραγκόσυκο έχει τη θέση που εδώ έχει το μήλο ή το πορτοκάλι. Αν και λίγα φρούτα μπορούν να κοπούν προσεκτικά με το χέρι, αυτό δεν είναι πρακτικό για μεγαλύτερες ποσότητες. Για την αποφυγή των γλοχίδων χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι συγκομιδής, όπως με γάντια κηπουρικής, με ξύλο στην άκρη του οποίου υπάρχει αιχμηρό αντικείμενο, με χρήση ενός κλαδώδους του φυτού ως μαχαιριού, κλπ. Παρόλο που τα φυτά είναι εύθραυστα, αυτό είναι σχετικό, οπότε το τίναγμα δε μπορεί να ρίξει τους καρπούς. Οι καρποί μαζεύονται σ’έναν κουβά ή σακούλα, κι έπειτα θα πρέπει να καθαριστούν απ’τις γλοχίδες. Ο παραδοσιακός τρόπος τω Ινδιάνων όταν δεν είχαν πολύ νερό είναι το τρίψιμο μέσα σε χαλίκια ή το καψάλισμα στη φωτιά. Και σήμερα, όταν θέλουν να φάνε βιαστικά ένα φραγκόσυκο στο Μεξικό, το βάζουν σε μια επιφάνεια και το χαράζουν γρήγορα με το μαχαίρι, ώστε να βγει όλη η φλούδα, αφήνοντας μόνο το εσωτερικό. Συνήθως ωστόσο οι καρποί ρίχνονται σ’ένα δοχείο ή στη σακούλα τους και ανακατεύονται έντονα μέσα σε νερό, ώστε όλα τα αγκαθάκια να ξεκολλήσουν. Έπειτα μπορούν να καταναλωθούν όπως είναι, να ξεφλουδιστούν με μαχαίρι, ή να τοποθετηθούν στο ψυγείο για αργότερα. Συνήθως τρώγονται με τους σπόρους, οι οποίοι είναι λίγο μικρότεροι απ’αυτούς του καρπουζιού, αν κι όσοι έχουν πρόβλημα με την πέψη σπόρων δε θα πρέπει να τους τρώνε σε ποσότητα. Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φραγκόσυκων με τους σπόρους φέρνει δυσκοιλιότητα, ενώ χωρίς είναι μαλακτικά. Πέρα απ’τους καρπούς, κυρίως στο Μεξικό και σε γειτονικές χώρες, τρώγονται και οι νεαροί βλαστοί του φυτού ή nopales (νοπάλες), καθαρισμένοι και ψημένοι, οι οποίοι έχουν γεύση λαχανικού και είναι αρκετά βλενώδεις από το βλενώδη χυμό τους, όπως οι μπάμιες.

Πέρα απ’τους ανθρώπους, ο κάκτος καταναλώνεται κι από πολλά άλλα ζώα. Οι καρποί τρώγονται απ’τα πουλιά, τα οποία έπειτα αφοδεύουν τους σπόρους κάπου αλλού, διασπείροντας το φυτό ακόμα πιο μακριά. Στα νησιά της ΚαραΪβικής οι ιγκουάνες του γένους Cyclura τρώνε συστηματικά το φυτό αυτό, ενώ στα Νησιά Γκαλαπάγκος, όπου ενδημούν έξι είδη φραγκοσυκιάς, οι ιγκουάνες και οι γιγάντιες χελώνες το τρώνε επίσης. Σε όσα νησιά του συμπλέγματος υπάρχουν χελώνες τα φυτά έχουν εξελίξει αρκετά μεγάλο ύψος για να τις αποφεύγουν όσο γίνεται. Στα νησια ωστόσο αυτά οι χελώνες επίσης έχουν εξελιχθεί να’ναι ψηλότερες, ώστε να φτάνουν όσο μπορούν τους κάκτους, γεγονός που πρωτοπαρατήρησε ο Δαρβίνος. Όπου ωστόσο δεν υπάρχουν χελώνες, οι κάκτοι παραμένουν χαμηλοί. Εξαιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας των βλαστών αλλλά και του καρπού σε ασβέστιο, μέταλλο που χρειάζονται σε αυξημένη ποσότητα τα ερπετά, η φραγκοσυκιά είναι κατάλληλη για όλα τα φυτοφάγα και παμφάγα ερπετά σε αιχμαλωσία. Οι ιγκουάνες, οι χερσαίες χελώνες, οι ουρομάστιγες, οι γενειοφόροι δράκοι, οι νεροχελώνες κι άλλα χορτοφάγα ή παμφάγα είδη μπορούν να φάνε τους βλαστούς και τους καρπούς, ενώ παμφάγα είδη που στο φυτικό μέρος της διατροφής τους περιλαμβάνουν κυρίως καρπούς, όπως το
Λοφιοφόρο γκέκο,
Αλλά και άλλα είδη γκέκο και ανολιδών, μπορούν να φάνε τους καρπούς. Για τα είδη που δε μπορούν να κόψουν τόσο σκληρά υλικά, οι βλαστοί θα πρέπει να είναι κομμένοι σε βολικά κομματάκια, ενώ για είδη που δε θα πρέπει να φάνε τους σπόρους, αυτοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν απ’τους καρπούς. Το φυτό επίσης το τρώνε τα κουνέλια, αλλά όχι πάντα. Η
κουνέλα μου
για παράδειγμα, όσες φορές της έχω δώσει, εννοείται χωρίς κανένα αγκαθάκι, έχει δοκιμάσει λίγο κι έπειτα το άφηνε, επειδή ο χυμός ήταν πολύς, γλοιώδης και της λέρωνε τη μυτούλα. Το ίδιο κάνει και για τροφές που πραγματικά της αρέσουν όπως τα γλυκά φρούτα, οπότε μπορείτε να την θεωρήσετε άτυπη περίπτωση. Φραγκοσυκιά επίσης με καψαλισμένα τα αγκαθάκια στη φωτιά ταΐζεται στα βόδια στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ και το Μεξικό, ως πηγή νερού σε ξηρές περιοχές.

Η φραγκοσυκιά έχει ποικίλες άλλες χρήσεις, άλλες συμβατικές κι άλλες λιγότερο γνωστές. Καλλιεργείται για την εκτροφή της κοχενίλας (Dactylopius coccus), ενός παρασιτικού κοκκοειδούς εντόμου προσαρμοσμένο μόνο γι’αυτό το γένος φυτών, το σώμα της οποίας δίνει κόκκινη βαφή. Τα κοκκοειδή είναι απλοποιημένα παρασιτικά ημίπτερα που ζουν σχεδόν ακίνητα πάνω στα φυτά που απομυζούν, με μόνο τα ενήλικα αρσενικά να πετάνε με το μόνο σκοπό της γονιμοποίησης τω ακίνητω θηλυκών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κύκλος της ζωης του εντόμου διαρκεί τρεις μήνες, οπότε το θηλυκό γεννά νύμφες, οι οποίες εγκαθίστανται στο φυτό καλυμμένες με στερεό έκκριμα απομυζώντας. Έπειτα δημιουργούν ένα μετάξινο νήμα, χάρη στο οποίο μεταφέρονται με τον άνεμο σε γειτονικά φυτά, οπότε μεταμορφώνονται σε ενήλικα, απ’τα οποία τα αρσενικά είναι μικροσκοπικά, ιπτάμενα και δεν τρώνε καν, ενώ τα θηλυκά ακίνητα και μυζητικά. Το σώμα μιας θηλυκής κοχενίλας περιέχει 17-24% καρμινικό οξύ ως μέτρο κατά των εχθρών, το οποίο μετά από ανάμειξη με άλατα του αλουμινίου ή του ασβεστίου δίνει μια φυσική κόκκινη χρωστική που ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί ως βαφή, αν και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως χρωστική τροφίμων, με τον κωδικό ε120 (τα περισσότερα ε άλλωστε είναι κοινές ουσίες, όχι κάτι το τρομακτικό που
Θα σας σκοτώσει).
Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, ακόλουθοι ακραίων θρησκειών που απαγορεύουν τα έντομα στη διατροφή, όπως οι ορθόδοξοι Εβραίοι, αποφεύγουν τρόφιμα χρωματισμένα με κοχενίλα. Η φραγκοσυκιά επίσης χρησιμοποιείται ως φράκτης σε χωράφια, ή για να κρατάει τα βόδια σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Στη Μάλτα συχνά την φυτεύουν ως χώρισμα για τις αναβαθμίδες. Ο χυμός της αναμειγνίεται με τη λάσπη για την πήξη τω πλίνθων. Φαρμακευτικά ο χυμός έχει χρησιμοποιηθεί από τους Ινδιάνους του Μεξικού για τη θεραπεία πληγών, φλεγμονών του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος, καθώς και για την ενδυνάμωση των μαλλιών. Ο χυμός της O. streptacantha έχει χρησιμοποιηθεί κατά του διαβήτη, και η δράση του έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Όπως και πολλοί άλλοι κάκτοι, έτσι και οι φραγκοσυκιές παράγουν διάφορα αλκαλοειδή σε μικροποσότητες, όπως κανδικίνη, ορδενίνη και μεσκαλίνη. Η τελευταία είναι παραισθησιογόνος ουσία, παρόλα αυτά στους κάκτους αυτούς είναι ελάχιστη, ώστε ούτε και οι σαμάνοι-χημικοί των Ινδιάνων δεν την είχαν βρει. Εντούτοις ενίοτε η φραγκοσυκιά χρησιμοποιείται ως επιπρόσθετο στοιχείο στην
Αγιαχουάσκα.

Η ιστορία αυτού του φυτού είναι μεγάλη. Προφανώς ο άνθρωπος κατανάλωνε τους καρπούς του από τότε που το ανακάλυψε, δηλαδή πριν αρκετές χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι γνωστή η εποχή της πρώτης καλλιέργειας του φυτού, αλλά πιθανότατα ξεκίνησε κατά τους προ Χριστού αιώνες. Από τη στιγμή ωστόσο που άρχισε η καλλιέργεια, δημιουργήθηκαν αρκετές ποικιλίες και το φυτό εξαπλώθηκε περισσότερο. Μαρτυρίες για τη χρήση του φυτού έχουμε από την πρώτη και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ., τις εποχές δηλαδή των μεγάλων μεσοαμερικανικών πολιτισμών. Οι καρποί και οι νεαροί βλαστοί τρώγονταν, από τους καρπούς παρασκευαζόταν αλκοολούχο ποτό, η καλλιέργεια της κοχενίλας ήταν γνωστή, και η ιατρική χρήση επίσης διαδεδομένη. Οι Μάγια και οι Αζτέκοι έπειτα χρησιμοποίησαν πολύ την ερυθρή βαφή για τη ζωγραφική, τη συγγραφή των κωδίκων, τη βαφή των ενδυμάτων, αλλά και του σώματος. Σε κώδικες των Αζτέκων το φυτό αυτό αναπαριστάται συχνά, ενώ αναφέρεται πως τα προΪόντα του (καρποί, νεαροί βλαστοί, κοχενίλα) ήταν μέσα στα αντικείμενα που ζητούσε το Τενοτστίτλαν ως φόρο από τις υποτελείς πόλεις του. Στη μυθολογία των Αζτέκων το φυτό είχε μεγάλη σημασία. Οι Αζτέκοι, η τελευταία φυλή νάουατλ που κατέβηκε στην κοιλάδα του Μεξικού (Ανάουακ), μετά την αποδημία τους από το μυθικό Άστλαν στο βορρά (πιθανόν θα τους θυσίαζαν άλλοι εκεί, γι’αυτό δεν τους βόλευε), περιπλανιούνταν για 200 χρόνια στην έρημο ψάχνοντας την κατάλληλη περιοχή για να χτίσουν την πόλη τους. Ήταν ορδές αγρίων κι όλες οι πόλεις τους έδιωχναν. Τότε εμφανίστηκε ο θεός Ουιτζιλοπότστλι και έδωσε τοόραμα στους ιερείς να χτίσουν την πόλη τους σ’ένα νησί στη μέση μιας λίμνης, όπου ένας αετός κάθεται πάνω από έναν κάκτο φραγκοσυκιάς, και κατ’άλλους καταβροχθίζει ένα ιερό φίδι, ένα ιερό πουλί ή τίποτα (σκεφτείτε τι έπαιρναν αυτοί οι ιερείς). Τελικά βρήκαν τον οιωνό αυτόν στη μέση της λίμνης Τεξκόκο, όπου έχτισαν γύρω στο 1350 την πόλη τους Τενοτστίτλαν (Tenochtitlan), που σημαίνει χώρα του φραγκόσυκου πάνω στο βράχο, με το μεγάλο ναό στη μέση. Η σκηνή αυτή, μ’έναν αετό πάνω από έναν κάκτο να τρώει ένα φίδι, αναπαριστάται σήμερα στη σημαία και το εθνόσημο του Μεξικού. Στον διαστροφικό πολιτισμό της βίας και του αίματος που αναπτύχθηκε σ’εκείνη την πόλη λοιπόν το φραγκόσυκο απέκτησε μακάβριο συμβολισμό, συμβολίζοντας τις καρδιές που δίνονται ως θυσία στον Ουιτζιλοπότστλι. Όπως, έλεγαν, οι καρποί αυτοί δροσίζουν τους οδοιπόρους στην έρημο, έτσι και οι καρδιές των ανθρώπων δροσίζουν το μέγα Ουιτζιλοπότστλι, ο οποίος έπειτα θα μπορεί να συνεχίζει να κινεί τον ήλιο ομαλά.

Το φυτό ήρθε στην Ευρώπη γύρω στο 1500, σύντομα δηλαδή μετά τις πρώτες ισπανικές κατακτήσεις στην Αμερική, με διαφωνίες ως προς τον πρώτο Ισπανό θαλασσοπόρο που το έφερε. Στην Ελλάδα προφανώς ήρθε αρκετά σύντομα μετά την άφιξή του στην Ευρώπη. Σημαντικός λόγος για την εξάπλωσή του ανά τον κόσμο ήταν η χρήση του καρπού ως αντισκορβουτικού απ’τους ναυτικούς. Μετά την κατάκτηση του Μεξικού το 1521, το φυτό εξαπλώθηκε ακόμα περισσότερο, ενώ η Ισπανία είχε το μονοπώλιο παραγωγής κοχενίλας. Μετά ωστόσο την ανεξαρτησία του Μεξικού το 1821 (συμπτωματικά η ίδια χρονολογία με την Ελληνική Επανάσταση), η γνώση της καλλιέργειας αυτού του εντόμου εξαπλώθηκε, και πλέον το Περού είναι η κύρια χώρα παραγωγής αυτής της βαφής, η οποία είχε εκτοπιστεί εντελώς απ’τα μέσα του 19ου αι. από την ανακάλυψη συνθετικών χρωστικών, αν και τα τελευταία χρόνια γνώρισε επάνοδο εξαιτίας του αυξημένου ενδιαφέροντος προς τα φυσικά προΪόντα. Στην Αυστραλία εισήχθη το είδος O. stricta το 1788 με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την καλλιέργεια κοχενίλας, αλλά και ως φράκτης στα χωράφια. Το φυτό άρχισε να εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα γύρω στα μέσα του 19ου αι., μετατρέποντας τελικά στις αρχές του 20 ου αι. 260.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα αρόσιμης γης σε πυκνή ζούγκλα αυτού του κάκτου, που μπορούσε να φτάσει τα 6 μέτρα. Τα μηχανικά μέσα και τα δηλητήρια δεν είχαν μεγάλη αποτελεσματικότητα,έτσι η κυβέρνηση της Αυστραλίας επιστράτευσε βιολογικά όπλα. Το 1919 εισήχθη η πεταλούδα Cactoblastis cactorum, φυσικός εχθρός των κάκτων του γένους, η οποία μείωσε δραματικά τον πληθυσμό τους. Σημειωτέον ότι το έντομο αυτό είναι ανεπιθύμητο σε άλλες περιοχές του κόσμου. Το έντομο αυτό έχει ως και δικό του άγαλμα στο του Κουίνσλαντ. Προβλήματα με τη φραγκοσυκιά υπήρχαν επίσης στη Νότια Αφρική. Σήμερα το φυτό μπορεί να βρεθεί σε κάθε μεσογειακή και ξηρή τροπική περιοχή, και καλλιεργείται σε κάθε κατάλληλο κλίμα παγκοσμίως.

Η καλλιέργεια του κάκτου αυτού δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Χρειάζεται ήλιο, ζέστη και χώμα με καλή αποστράγκιση. Αντέχει τις ελαφριές παγωνιές του μεσογειακού κλίματος, αλλά δε μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς προστασία σε μεγαλύτερα υψόμετρα ή γεωγραφικά πλάτη. Λίγο παραπάνω πότισμα και λίπανση κατά την περίοδο ανάπτυξης θα ωφελήσουν αυτό τον ασυνήθιστα ταχυαυξή κάκτο. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα, που όπως μ’όλους τους κάκτους, θα πρέπει ν’αφεθούν να στεγνώσουν και να τοποθετηθούν σε ξηρό έδαφος, ώστε να αναγκαστούν να ψάξουν το νερό βγάζοντας ρίζες, οπότε σιγά-σιγά μπορεί ν’αρχίσει το πότισμα. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται επίσης με σπόρο. Το φυτό έχει, πέρα από τα προαναφερθέντα έντομα, λίγους εχθρούς, όπως το μύκητα collecotrichum coccodes και τον ιό του sammons. Όπως και με τους περισσότερους φυτικούς ιούς, η καταπολέμησή του είναι σχεδόν αδύνατη, αλλ’ευτυχώς οι ασθένειες αυτές είναι σπανιότατες. Ένα μόσχευμα φραγκοσυκιάς μπορεί να δώσει καρπό σε μόλις δύο χρόνια, ασυνήθιστα μικρό χρονικό διάστημα για κάκτο. Πέρα από παραγωγικούς σκοπούς, τα φυτά αυτά μπορούν να καλλιεργηθούν ως καλλωπιστικά ή ως ισχυροί φράκτες για ασφάλεια. Διάφορα είδη υπάρχουν με ποικίιλα σχήματα και χρώματα, όπως η O. Microdasys, Ή αλλιώς αυτιά του κουνελιού, ή βορειότερα είδη με αντοχές στην παγωνιά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για το φραγκόσυκο στη Βικιπαίδεια
άρθρο για το γένος Opuntia στην αγγλική Wikipedia
άρθρο για την κοινή φραγκοσυκιά στην αγγλική Wikipedia
ελληνικό φυτώριο παραγωγής φυτών φραγκοσυκιάς
το σύκο που ήρθε απ’αλλού
οι αντιδιαβητικές ιδιότητες της Opuntia streptacantha

Κατιφές

κατιφέδες

Αυτό το λουλούδι, με τη μακρόχρονη ιστορία του στους μεσοαμερικανικούς πολιτισμούς, σήμερα στολίζει τα σπίτια, τους κήπους και τα παρτέρια όλου του κόσμου με τα έντονα πορτοκαλί και κίτρινα χρώματά του, που το κάνουν ξεχωριστό από μακριά. Οι ουσίες επίσης που παράγει το καθιστούν ωφέλιμο για τα γειτονικά φυτά, αφού απωθούν πολλούς βλαβερούς οργανισμούς.

Ο κοινός κατιφές, με επιστημονική ονομασία Tagetes erecta (ταγέτης ο όρθιος) είναι το πλέον διαδεδομένο είδος του γένους του. Το γένος του ταγέτη, που ανήκει στην οικογένεια των σύνθετων (μαργαριτοειδή) και πήρε το όνομά του απ’το μυθικό ετρούσκο προφήτη Τάγη, ο οποίος δίδαξε τη μαντική τέχνη στους Ετρούσκους, που αργότερα μεταλαπάδευσαν στους Ρωμαίους, περιλαμβάνει 56 είδη ιθαγενή της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Το είδος του ενδιαφέροντος μπορεί να βρεθεί αυτοφυές σε μια ζώνη που εκτείνεται απ’το Μεξικό ως τη μέση της Κεντρικής Αμερικής, ενώ με τη βοήθεια του ανθρώπου έχει εξαπλωθεί σε περιοχές της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς και σε εύκρατα κλίματα, εφόσον είναι μονοετές και οι σπόροι του μπορούν να παραμένουν αδρανείς το χειμώνα στο έδαφος. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί άγριο στις πολιτείες Σαν Λουίς Ποτόσι, Τσιάπας, Πολιτεία του Μεξικού, Πουέμπλα, Σιναλόα, Τλαξκάλα, και Βερακρούζ. Όταν εγώ πρωτοάκουσα πολύ παλιά τη λέξη «κατιφές» νόμιζα πως έχει να κάνει με τον καφέ. Η
Ετυμολογία
Της ωστόσο ανάγεται στην αραβική λέξη «κατίφα», που σημαίνει βελούδο και πέρασε στα ελληνικά μέσω της τουρκικής παραλλαγής «καντίφ». Εξαιτίας της αρκετά παλιάς εισαγωγής του φυτού αυτού στον υπόλοιπο κόσμο, κάθε γλώσσα έχει πλέον δημιουργήσει το δικό της όνομα γι’αυτό, ώστε σήμερα η σύνδεσή του με το Μεξικό έχει σχεδόν χαθεί. Στα ΤαΪλανδικά λέγεται «ντάορουανγκ», δηλαδή φωτεινό αστέρι. Στα αγγλικά λέγεται «marigold”, το χρυσάφι της Παναγίας, που αρχικά αναφερόταν στην καλέντουλα, συχνά με προσδιοριστικά όπως μεξικανική, αζτεκική, ή, λανθασμένα, αφρικανική. Στα ισπανικά λέγεται σεμπασούτσιλ (cempasuchil), μια παραφθορά του αρχικού νάουατλ ονόματος σεμποουαλξότσιτλ (cempohualxochitl), από το “cempohualli” (πρώτο μέτρημα, το 20 στο μεσοαμερικανικο εικοσαδικό σύστημα) και «xochitl» άνθος, που μπορεί ν’αποδοθεί ως εικοσαλούλουδο ή εικοσανθές, μάλλον από τα πολλά «πέταλά» του.

Το άγριο φυτό φτάνει τα 50-100 εκ. σε ύψος. έχει όρθιους και σκληρούς βλαστούς με αραιά, λεπτά, σκουροπράσινα και πτεροειδή φύλλα με επιμήκη και οδοντωτά φυλλάρια. Όπως όλα τα σύνθετα, παράγει
κεφαλιοειδείς ταξιανθίες,
που δίνουν την εντύπωση ενός άνθους. Στο συγκεκριμένο γένος όλη η βάση της ταξιανθίας είναι επιμήκης και σωληνωτή προς τα πάνω, με μακριά και συνενωμένα βράκτια να δημιουργούν έναν ψευδοκάλυκα και ανθίδια στενόμακρα, ώστε το «άνθος» να έχει την όψη γαρύφαλλου. Όπως και σε πολλά άλλα σύνθετα, τα πέταλλα των περιφερειακών ανθιδίων είναι κανονικά ανεπτυγμένα ώστε να δίνουν πιστότερα την εικόνα άνθους. Προφανώς τα επικονιαστικά έντομα αντιδρούν καλύτερα σ’αυτό το σχήμα, γι’αυτό τα περισσότερα σύνθετα έχουν εξελιχθεί να μιμούνται το άνθος όσο καλύτερα γίνεται. Τα κεφάλια είναι συνήθως κίτρινα ή πορτοκαλί, με τα πιο σκούρα νά’χουν και καφετί τόνους. Όλο το φυτό έχει βαριά μυρωδιά, που μου φαίνεται κάπως σαν μείξη αόριστου μυρωδικού φυτού, μέντας και φαρμάκου.

Το φυτό αυτό έχει αρκετές καλλιεργούμενες ποικιλίες, με διαφορές κυρίως στο ύψος και στο κεφάλι, άλλες δηλαδή είναι ψηλές κι άλλες κοντές (οι νάνες ψηλώνουν μόλις στα 20-25 εκ.), ενώ άλες έχουν κανονικό κι άλλες ενισχυμένο κεφάλι. Αρκετές ποικιλίες επίσης είναι υβρίδια μ’άλλα είδη του γένους, με κυριαρχία ωστόσο του T. Erecta. Το είδος T. patula καλλιεργείται επίσης ως καλλωπιστικό. Επομένως υπάρχουν κατιφέδες γιαοποιαδήποτε θέση. Οι κοντοί μπορούν αν φυτευτούν για εδαφοκάλυψη ή σε χαμηλά δοχεία, ενώ οι ψηλότεροι σεν συγκεκριμένα σημεία για έμφαση. Η καλλιέργειά τους είναι εύκολη. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα καλό έδαφος, κανονικό πότισμα και ήλιο για ν’ανθοφορούν όλο το καλοκαίρι, ωστόσο η λίγο παραπάνω φροντίδα δε θα τους βλάψει. Καλό είναι το έδαφος πριν τη φύτευση νά’χει λιπανθεί. Εάν μεταφυτευθούν από γλαστράκια, ίσως δεν αναπτυχθούν για τις επόμενες δύο βδομάδες μέχρι να αναπτύξουν καλό ριζικό σύστημα, οπότε ένα λίπασμα με περισσότερο φώσφορο θα βοηθήσει σ’αυτό. Το υπερβολικό άζωτο θα προκαλέσει έντονη, αλλά αδύναμη ανάπτυξη, χωρίς πολλή ανθοφορία. Προτείνεται μια ακόμα λίπανση μέσα στο καλοκαίρι για ενδυνάμωση, ενώ στα δοχεία, όπου το έδαφος ξεπλένεται γρηγορότερα, η λίπανση μπορεί να γίνεται και μηνιαία. Η αφαίρεση των ξεραμένων κεφαλιών θα παρατείνει την ανθοφορία λίγο παραπάνω, αλλά τα τελευταία το φθινόπωρο δε θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, για νά’χουμε σπόρο. Οι σπόροι βρίσκονται σε αχένια, όπως σ’όλα τα σύνθετα, μέσα στον ψευδοκάλυκα του ξερού κεφαλιού. Συνήθως η ανθοφορία ξεκινά από αργά την άνοιξη μέχρι τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, αν και σε πολύ ζεστά καλοκαίρια μπορεί να παύσει προσωρινά. Παρόλα αυτά το φυητό είναι ανθεκτικό και μπορεί να επιβιώσει ακόμα και σε παραμελημένες τοποθεσίες για χρόνια, γι’αυτό ίσως είναι και ένα απ’τα καταλληλότερα λουλούδια για
Μπάλες σπόρων.
Ο κατιφές σπάνια προσβάλλεται από ασθένειες, εξαιτίας του μεγάλου χημικού του οπλοστασίου. Στην πραγματικότητα κοντά σε άλλα φυτά δρα προστατευτικά. Δίπλα σε σολανοειδή όπως ντομάτες,
Πατάτες,
Μελιτζάνες ή πιπεριές, αλλά και
φράουλες,
προφυλάσσει από το νηματώδη σκώληκα Platylenchus penetrans, ενώ προσελκύει τους ωφέλιμους επικονιαστές με τη συνεχή ανθοφορία του. Επίσης τα κουνέλια και ταάλλα χορτοφάγα δεν τον τρώνε εύκολα.

Φαρμακευτικά το φυτό είχε ευρεία χρήση στην Προκολομβιανή Αμερική. Οι Νάουατλ του Μεξικού έπιναν το τσάι του για πονοδόντους, στομαχικά ενοχλήματα, παράσιτα του εντέρου, προβλήματα στην κύστη και στο ήπαρ. Οι Τσερόκι το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν το δέρμα κι επίσης έβγαζαν απ’αυτό κίτρινη βαφή. Σημερινές μελέτες βρίσκουν αντιοξειδωτική κι ελαφριά αναλγητική δράση για το εκχύλισμα αυτού του φυτού. Το φυτό περιέχει θειοφένια, θειούχες ενώσεις που αποδεδειγμένα δρουν κατά πολλών ειδών βακτηριδίων, και ίσως γι’αυτό χρησιμοποιείται απ’τους ιθαγενείς της Ονδούρας για το πλήσιμο των πτωμάτων. Χρησιμοποιείται ακόμα μάλλον για τον ίδιο λόγο ως μπαχαρικό στα φαγητά, αν και τη θέση αυτήν την έχει περισσότερο το δυνατότερο συγγενικό είδος T. lucida ή μεξικανικό εστραγκόν, παρομοίων ιδιοτήτων με το γνήσιο. Είναι ένα ψηλό φηυτό στο ένα μέτρο με μικρά κίτρινα άνθη. Τα πέταλα του κατιφέ μπαίνουν ακόμα για χρώμα και γεύση στις σαλάτες και στις σούπες. Τα
Καροτενοειδή
Είναι οι ενώσεις που δίνουν στα πέταλα αυτό το κίτρινο και πορτοκαλί χρώμα, και γι’αυτό έχουνχρησιμοπιηθεί, είτε σε σκόνη είτε σε εκχύισμα, για να δίνουν χρώμα στις κότες και στους κρόκους των αυγών τους, εάν το καλαμπόκι της τροφής τους δεν είναι έντονα χρωματισμένο. Το αιθέριο έλαιο του φυτού χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία για την προσθήκη οσμής μήλου, αν και γι’αυτόν το σκοπό κυρίως χρησιμοποιείται ο μικρανθής κατιφές (T. Minuta), ένα ψηλό φυτό 2 μέτρων με μικρά κεφαλάκια της νότιας Νότιας Αμερικής.

Ο κατιφές είχε κι έχει ακόμα συμβολική σημασία στο Μεξικό. Για τους Αζτέκους και τους λοιπούς ιθαγενείς του κεντρικού Μεξικού, το σεμποουαλξότσιτλ ήταν το άνθος των νεκρών. Μ’αυτό στόλιζαν τους νεκρούς, τις νεκρώσιμες τελετές και τους τάφους. Όταν κατέφθασαν οι Ισπανοί κατακτητές, προσπάθησαν να εκρι΄ζώσουν το παγανιστικό αυτό έθιμο χωρίς μεγάλη επιτυχία. Το άνθος, αν και μισητό αρχικά στους Ισπανούς, γρήγορα μεταφέρθηκε, όπως και πολλά άλλα αμερικανικά φυτά, από Ισπανούς εμπόρους σ’όλον τον κόσμο, όπου γρήγορα έχασε τη σύνδεσή του με το θάνατο. Στη σημερινή Ημέρα των Νεκρών του Μεξικού, που γιορτάζεται στις 2 Νοεμβρίου, οι Μεξικανοί εξακολουθούν να στολίζουν τους τάφους των νεκρών προσφιλών τους προσώπων και τους οικιακούς τους βωμούς μ’αυτό το φυτό, εξού και το δεύτερο ισπανικό όνομά του, «flor de muertos», δηλαδή άνθος των νεκρών. Ο κατιφές έχει επίσης λατρευτικές χρήσεις στο Νεπάλ.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia γιατον κατιφέ
καλλιέργεια κατιφέ
συλλογή σπόρου από κατιφέ
η ιστορία διάδοσης του κατιφέ
μελέτες για τις αντιοξειδωτικές και αναλγητικές ιδιότητες του κατιφέ

Πηγή:
Νέα Ακρόπολη

Η εκπαίδευση στην προκολομβιανή Αμερική

Η εκπαίδευση είναι η βάση της Αυτοκρατορίας των Ινκα. Οι παραδόσεις λένε ότι ο Θεός Ίντι, λυπημένος, βλέποντας την άθλια κατάσταση των ανθρώπων, φώναξε τα παιδιά του, τον Μάνκο Καπάκ και την Μάμα Όκλο και τους είπε «Είναι ο κατάλληλος καιρός για να δώσουμε στους ανθρώπους τη Φωτιά της Γνώσης και της Αρετής για να τους απελευθερώσουμε από το σκοτάδι και την άγνοια». Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ο σκοπός της Αυτοκρατορίας, του Ταϊουαντισούγιο, είναι η εκπαίδευση και η διαμόρφωση των ανθρώπων.
ΒΡΕΦΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Από μικρά, διαμορφώνονταν τα παιδιά μέσα στην οικογένεια και προσωπικά από τη μητέρα, όποια και να ήταν η κοινωνική της τάξη. Με σκοπό την σκληραγώγηση της ψυχής και του σώματος του παιδιού, από μωρό απέφευγαν να το παίρνουν αγκαλιά, ακόμα και για το θηλασμό, και το έπλεναν με κρύο νερό. Ο Ίνκα Ρόκα (13ος αι.) γράφει: «Οι γονείς πολλές φορές είναι η αιτία να χάνονται τα παιδιά τους και να φθείρονται με κακές συνήθειες, που εκείνοι τους αφήνουν να αποκτούν από την παιδική ηλικία, γιατί μερικοί τα μεγαλώνουν με υπερβολικές ανέσεις και κολακίες και μαλθακότητα και, γοητευμένοι από την ομορφιά και την τρυφερότητα των παιδιών, τα αφήνουν στην δική τους βούληση χωρίς να φροντίζουν τι θα τους συμβεί, όταν θα μεγαλώσουν. Υπάρχουν άλλοι που τα μεγαλώνουν με υπερβολική σκληρότητα και τιμωρίες, που και αυτό τα καταστρέφει, γιατί με τα υπερβολικές ανέσεις εξασθενούν το σώμα και τη ψυχή και με την υπερβολική τιμωρία αδυνατούν την εξυπνάδα ούτως ώστε τα παιδιά να χάνουν την ελπίδα της μάθησης και να μισούν τις διδασκαλίες και έτσι να μην μπορούν ποτέ να γίνουν τίμιοι άνθρωποι. Η τάξη που πρέπει να κρατηθεί είναι να εκπαιδεύονται σ’ενα μέσο όρο, έτσι ώστε να είναι δυνατοί και ενθουσιώδεις στον πόλεμο και σοφοί και διακριτικοί στην ειρήνη».

Το αριστοκρατικό πνεύμα που διαπότιζε όλη την Αυτοκρατορία εκφραζόταν και στην εκπαίδευση. Η ιεραρχικοποίηση της εκπαίδευσης συνιστούσε, ώστε να υπάρχουν Σχολές εσωτερικής διαμόρφωσης για τα παιδιά των ευγενών και μία εξωτερική εκπαίδευση για όλα τα υπόλοιπα παιδιά.

Για τα παιδιά των ευγενών που προορίζονταν να καλύψουν τις ανώτερες πολιτικές, στρατιωτικές, διοικητικές και θρησκευτικές θέσεις στην Αυτοκρατορία, υπήρχαν δύο Σχολές: το Γιακαϊουάσι για τα αγόρια και το Ακλαουάσι για τα κορίτσια.

TO YACHAYWASI

Ήταν «ο Οίκος της Γνώσης», όπου εκπαιδεύονταν τα αγόρια που προορίζονταν για μελλοντικοί κυβερνήτες σ’όλους τους τομείς της Αυτοκρατορίας. Η εκπαίδευσή τους βρισκόταν στα χέρια των Amauta (Αμάουτα), οι Σοφοί, οι Μύστες, που οδηγούσαν τα παιδιά επί 4 χρόνια, ασχολούμενοι με τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους αφού θα ήταν οι μελλοντικοί κυβερνήτες, αναπτύσσοντας τους αρετές όπως: ενθουσιασμός και προσπάθεια για να οδηγούν την Αυτοκρατορία, υπομονή και αντοχή στις εργασίες για να δείξουν τη γενναιοδωρία τους, παρηγοριά και συμπόνια προς τους κατωτέρους, ορθότητα και δικαιοσύνη.

Με σκοπό το δυνάμωμα του σώματος κοιμούνταν στο πάτωμα και περπατούσαν ξυπόλυτοι, ακόμα και ο Πρίγκιπας, ο Διάδοχος, που είχε σκληρότερη εκπαίδευση, αφού έπρεπε να είναι παράδειγμα δικαιοσύνης και ανδρείας.

Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν χωρισμένα σε 4 ομάδες:

· Γλώσσα. Γραμματική, Ρητορική, Ποίηση και Θέατρο.
· Θρησκευτικά. Κοσμογένεση, Θεολογία, Αστρολογία και Αστρονομία.
· Οι Quipus (Κίπους). Αριθμοί, Μαθηματικά, Γεωμετρία, Στατιστική, Οικονομία.
· Ιστορία και Στρατηγική. Γεωγραφία, Πολιτική, Νομική.

Τα κείμενα των μαθημάτων ήταν σε μορφή ποιημάτων, για να διευκολύνουν την εκμάθησή τους και γράφονταν από τους Haravicu ή ποιητές.

Όποιοι συνέχιζαν τη Στρατιωτική Τέχνη είχαν άλλα ειδικά μαθήματα μάχης, κτίσιμο οχυρών, κλπ. Εκείνοι ετοιμάζονταν ειδικά για την Τελετή του Huarachico (Ουαρατσίκο), τη Μύηση του Πολεμιστή. Μερικοί απ’αυτούς γίνονταν Δάσκαλοι των νεοτέρων.

TO ACLLAHUASI

Ήταν η Σχολή των Aclla, οι Επιλεγμένες Γυναίκες. Ένας Ιερέας, ο Apo Panaca επέλεγε κορίτσια απ’όλη την Αυτοκρατορία για να διαμορφωθούν από τις Mamaconas, τις Δασκάλες.

Από τα 4 τους χρόνια μέχρι τα 10 το κύριο μέρος της εκπαίδευσής τους ήταν η εκμάθηση της υφαντουργικής και άλλα βασικά στοιχεία. Στα 10 τους χρόνια μπορούσαν να διαλέξουν ή να επιστρέψουν στα σπίτιά τους ή να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους.

Όσες συνέχιζαν, εκπαιδεύονταν στις αρετές και τις γνώσεις της γυναικείας τους φύσης, για να δώσουν ομορφιά στο σώμα και στην ψυχή τους. Αυτή η περίοδος είχε σαν αποκορύφωση την Τελετή του Quicuchico (Κικουτσίκο), τη Γυναικεία Μύηση.

Τότε, παρουσιάζονταν σαν Ηuamac Allac στον Ίνκα, αφού είχαν τα απαραίτητα προσόντα: είχαν περάσει την Τελετή του Κικουτσίκο, ήταν παρθένες, όμορφες, ανώτατης κοινωνικής τάξης και κυρίως, το είχαν διαλέξει ελεύθερα.

Μερικές επέλεγαν να γίνουν Nustas (Νιούστας), Παρθένες του Ηλίου και να αφιερωθούν στη Λατρεία του Ηλίου, φροντίζοντας την Ιερή Φωτιά και κεντώντας τα ρούχα του Ίνκα ή εκπαιδεύοντας τις νεότερες. Άλλες, επέλεγαν έναν πολιτικό δρόμο, άφηναν το Ναό και παντρεύονταν ευγενείς.

ΟΙ ΑΖΤΕΚΑ (Μεξικό)

Οι Αζτέκα έδιναν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση των παιδιών και ο Βασιλιάς Moctezuma A διέταξε την υποχρεωτική εκπαίδευση. Ο Ισπανός Ιερέας Joseph de Acosta στο έργο του «Φυσική και Ηθική ιστορία των Ινδιών» (1590), λέει σχετικά με την εκπαίδευση στους Αζτέκα: «Τίποτα δεν θαύμασα περισσότερο ούτε μου φάνηκε πιο άξιο επαίνου από τη φροντίδα και την τάξη που είχαν οι Μεξικανοί ως προς την ανατροφή και την εκπαίδευση των παιδιών τους. Γιατί, κατανοώντας ότι στην εκπαίδευση των παιδιών και των νέων βασίζονται όλες οι ελπίδες της πολιτείας (όπως το εξηγεί εκτεταμένα ο Πλάτων στους Νόμους) απομάκρυναν τα παιδιά τους από τις ανέσεις και την ελευθερία, που είναι οι δύο πανούκλες αυτής της ηλικίας, και τα έβαλαν να ασχολούνται με αποτελεσματικές και τίμιες ασκήσεις». Και στο τέλος αυτού του κεφαλαίου εύχεται οι Ισπανικές Αρχές να ακολουθήσουν το παράδειγμα των παλιών χρόνων και να δημιουργήσουν κέντρα εκπαίδευσης, τόσο αποτελεσματικά όσο αυτά που είχαν οι Ινδιάνοι.

Κάθε εκπαίδευση προέρχεται από τον Κετζαλκοάτλ τον ευεργέτη της ανθρωπότητας. Εκείνος έμαθε στους ανθρώπους όλες τις τέχνες αλλά η ουσία της διδασκαλίας του βρίσκεται στην προσευχή και στην πράξεις μετάνοιας. Η μυητική σχολή του Καλμεκάκ ήταν αφιερωμένη στον Κετζαλκοάτλ

Η εκπαίδευση ονομάζεται Tlacahuapahualiztli, που σημαίνει η «Τέχνη της ανατροφής και της εκπαίδευσης των ανθρώπων». Τα πρώτα χρόνια, τα παιδιά εκπαιδεύονταν στο σπίτι και αργότερα πήγαιναν σε σχολές. Υπήρχαν δύο επίπεδα σχολών: Οι Telpochcalli, λαϊκές σχολές που βρίσκονταν στα calpulli ή γειτονιές, και τα Calmecac, σχολές των ναών, όπου εκπαιδεύονταν τα αγόρια των ευγενών. Επίσης υπήρχαν ειδικές σχολές στους ναούς για την εκπαίδευση των κοριτσιών.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η εκπαίδευση προετοιμάζει τους ανθρώπους για τη ζωή και η πρώτη πράξη, όταν γεννιόταν ένα παιδί, ήταν να προσφερθεί στη Θεά του Νερού, για να καθαριστεί, λέγοντας: «Παρακαλούμε, Κυρία, να καθαρίσετε την καρδιά του και τη ζωή του… Μένει στα χέρια σας γιατί μόνο Εσείς είστε άξια της χάρης της κάθαρσης, από την αρχή του κόσμου.»

Οι πρώτοι εκπαιδευτές ήταν οι γονείς και οι γέροι, που δίδασκαν τα παιδιά τους, με συμβουλές, πώς να γίνουν παραδειγματικοί πολίτες. Όμως, η κύρια εκπαίδευση είχε σαν σκοπό τη συνειδητοποίηση της πνευματικής ουσίας του ανθρώπου και ότι η ζωή είναι απλώς ένα πέρασμα. Πραγματικά, όλη η ζωή ήταν μία ετοιμασία για τη Ζωή μετά το θάνατο, για την επιστροφή στο «Σπίτι» και η γέννηση θεωρούταν σαν μία μορφή θανάτου, όπου το πνεύμα του νεογέννητου έμπαινε στο σώμα-τάφο του από το οποίο θα απελευθερωνόταν. Πάνω σ’αυτό μας μιλάνε μερικά ποιήματα:

«Μήπως πραγματικά ζούμε στη γη;
Όχι για πάντα στη γη, εδώ μόνο για λίγο.
Και ας είναι από νεφρίτη, ραγίζει
και ας είναι από χρυσό, σπάει,
και ας είναι από φτερά του κετζάλ, σκίζεται,
όχι για πάντα στη γη, εδώ μόνο για λίγο.»
«Ας θεωρούμε τα πράγματα σαν δανεισμένα, ω φίλοι, μόνο περαστικοί εδώ στη γη, αύριο ή μεθαύριο, όταν θα το επιθυμεί η καρδιά σου, δοτής ζωής, θα πάμε, ω φίλοι, στο Σπίτι Του…»
(Συλλογή Μεξικάνικων Τραγουδιών – Εθνική Βιβλιοθήκη του Μεξικού)

Και στο μόλις γεννημένο παιδί, έλεγαν:

«Παιδί μου, αγαπημένε μου, τρυφερέ να ξέρεις και να καταλάβεις ότι δεν είναι εδώ το σπίτι σου. Αυτό το σπίτι όπου γεννήθηκες δεν είναι παρά μία φωλιά, ένας σταθμός όπου έφτασες, είναι η έξοδος για τον κόσμο,
εδώ γεννιέσαι και ανθίζεις η δική σου γη είναι άλλη.» (Fray Bernardino de Sahagun)

Στα αγόρια μάθαιναν να ψαρεύουν, να καλλιεργούν τη γη, να κυνηγούν, κλπ. Και στα κορίτσια, ήταν οι μητέρες που τα μάθαιναν να υφαίνουν, να καθαρίζουν, να μαγειρεύουν, κλπ. Στην ηλικία των 15 χρόνων όλα τα παιδιά πήγαιναν σε κάποια σχολή.

TO TELPOCHCALLI (Ο Οίκος των Νέων)

Ήταν οι λαϊκές σχολές που υπήρχαν στα calpulli ή γειτονιές (η πόλη της Tenochtitlan είχε 20 calpulli, με μία σχολή στο καθένα). Λειτουργούσε σαν εσώκλειστη σχολή όπου οι νέοι έκαναν διάφορες εργασίες κατά τη διάρκεια της ημέρας (καλλιεργούσαν τη γη, καθάριζαν, επιδιόρθωναν έργα του calpulli, κλπ.) και το βράδυ έκαναν ένα μεγάλο χορό που διαρκούσε μέχρι τα μεσάνυχτα.

Εκεί παρείχαν στους νέους τη βασική μόρφωση: Να μάθουν να μιλάνε σωστά, να εχουν καλή συμπεριφορά, να χορεύουν, να τραγουδάνε και, κυρίως, να ετοιμάζονται για τον πόλεμο, με μία σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση. Γενικά, αυτή η εκπαίδευση είχε σαν σκοπό να δυναμώσει το σώμα και την ψυχή του ανθρώπου και να τον μετατρέψει σ’ένα χρήσιμο μέλος του calpulli.

Παρέμεναν στο Telpochcalli μέχρι να παντρευτούν.

TO CALMECAC

Το Καλμεκάκ σημαίνει «Ο Οίκος όπου το σώμα αναπτύζεται και ανθίζει» και ήταν αφιερωμένο στο Θεό Κετζαλκοάτλ. Εκεί μεταδίδονταν οι διδασκαλίες που ο ίδιος ο Κετζαλκοάτλ είχε δώσει στους ανθρώπους. Ήταν οι σχολές των ναών, μυητικού τύπου, όπου διαμορφώνονταν οι μελλοντικοί αρχηγοί, πολεμιστές, ιερείς και, γενικά, οι σοφοί.

Όταν ο νέος έμπαινε στο Καλμεκάκ, οι γονείς του του έλεγαν: «Κοίτα, παιδί μου, πηγαίνεις όχι για να σε τιμήσουν, όχι για να σε υπακούσουν και να σου δώσουν αξία αλλά για να σε οδηγήσουν. Πρέπει να είσαι ταπεινός και υποβαθμισμένος και ριχμένος. Αν το σώμα σου γίνει ζωηρό και ματαιόδοξο, τιμώρησε το και ταπείνωσε το, κοίτα μην θυμηθείς σαρκικά πράγματα… κοίτα μην υπερβάλεις με το φαγητό, να είσαι μετριοπαθής, να αγαπάς την αποχή και τη νηστεία και να εξασκείσαι σ’αυτά… και επίσης, παιδί μου, πρέπει να προσέχεις να καταλάβεις τα βιβλία του Κυρίου μας, να πλησιάζεις τους σοφούς και τους ικανούς». Ακόμα ο πατέρας έλεγε στα παιδιά του: «Να προσέχετε να γίνεται φίλοι του θεού που βρίσκεται παντού, είναι αόρατος και αψηλάφιστος και οφείλετε να του προσφέρετε την καρδιά και το σώμα σας. Κοιτάξτε μην είστε ματαιόδοξοι μέσα στην καρδιά σας, ούτε να αποθαρρύνεστε, ούτε να λιγοψυχήσετε, αλλά να είστε ταπεινοί μέσα στην καρδιά σας και να έχετε τις ελπίδες σας στο Θεό… Να είστε εν ειρήνη με όλους, με κανέναν να μην χάνετε τη ντροπή σας, με κανέναν να μην είστε ανυπάκουοι. Να σέβεστε όλους… Να είστε ταπεινοί μπροστά σε όλους ό,τι και να λένε για σας. Σωπάστε και ό,τι και να σας κάνουν μην απαντάτε.» (Fray Bernardino de Sahagun, «Γενική Ιστορία των πραγμάτων της Νέας Ισπανίας»)

Η πειθαρχία του Καλμεκάκ ήταν πολύ αυστηρή. Ο Acosta λέει: «Τους συνήθιζαν να κοιμούνται άσχημα και να τρώνε χειρότερα για να συνηθίζουν από παιδιά την εργασία και όχι την εύκοολη ζωή» και «Συνέχεια τους έκαναν παρατηρήσεις για να γίνουν ενάρετοι, να ζουν με αγνότητα, να είναι μετριοπαθείς στο φαγητό, να νηστεύουν, να έχουν ήρεμο και μετριασμένο περπάτημα. Συνήθιζαν να τους δοκιμάζουν σε σκληρές εργασίες και ασκήσεις». Κάθε βράδυ ξυπνούσαν τέσσερες φορές για να προσφέρουν λιβάνι στους Θεούς και να κάνουν θυσίες.

Η αυτοθυσία γινόταν συχνά σε φυσικό επίπεδο, καρφώνοντας αγκάθια στα αυτιά, στα πόδια ή σε άλλα μέρη του σώματος και προσφέροντας το αίμα στους θεούς. Με αυτό το τρόπο εξασκούνταν και αποκτούσαν δύναμη μπροστά στις δυσκολίες.

Στο Καλμεκάκ οι νέοι μάθαιναν γραφή και γλώσσα (μία ιερατική γλώσσα, διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιούσε ο λαός), αστρονομία, αστρολογία και ημερολόγιο, μαντική, ανατομία και ιατρική… σύμφωνα με την κλίση του κάθε παιδιού.

Όλοι μάθαιναν γραφή στο Καλμεκάκ αλλά οι γραφείς είχαν μία ειδική εκπαίδευση. Η λογοτεχνία των Αζτέκα μας έχει αφήσει δείγματα μεγάλης ποιητικής ομορφιάς και βαθιάς φιλοσοφικής ουσίας. Αυτή η καλλιτεχνική εκπαίδευση συμπληρωνόταν με τη μουσική, σε ειδικές σχολές ή «Οίκους Τραγουδιού», ένα είδος ωδείων.

Η ιατρική ήταν πολύ ανεπτυγμένη από τους ιερείς, με σημαντικές γνώσεις ανατομίας, αναισθησιακών και βοτάνων.

Όσον αφορά την αστρονομία και την αστρολογία, οι ιερείς χρησιμοποιούσαν δύο ημερολόγια: ένα θρησκευτικό με 260 μέρες και ένα πολιτικό με 365 μέρες, που συνέπιπταν κάθε 52 χρόνια, όταν γινόταν η ανανέωση της φωτιάς. Κάθε μέρα, και ακόμα κάθε ώρα, είχε έναν θεό προστάτη. Γενικά θεωρούσαν ότι το σύμπαν είχε μία δυναμική τάξη που είχαν δώσει οι θεοί που μ’αυτό το τρόπο επηρέαζαν τους ανθρώπους.

Εκτός όμως από τους ιερείς, το Καλμεκάκ εκπαίδευε και τους πολεμιστές και τους αρχηγούς. Για να τους εκπαιδεύσουν και να τους δοκιμάσουν, τους έστελναν στο πόλεμο για βοηθητικές εργασίες και για να ξεπεράσουν το φόβο. Αργότερα περνούσαν τη μύηση για να εισέλθουν στο Τάγμα των Ιπποτών Ιαγουάρου και Αετού. Μετά από νηστείες και ετοιμασίες επί 40 μέρες, μεταφέρονταν στο Μεγάλο Ναό, όπου γινόταν η τελετή της μύησης. Αυτοί οι Ιππότες ήταν οι υπεύθυνοι για τις τελετές του Ανθισμένου Πόλεμου, την κατάκτηση της καρδιάς μέσα από τη μάχη του δυαδισμού που οδηγεί στην απελευθέρωση και στην ταύτιση με τον Ήλιο.

Οι ιερείς που ασχολούνταν με τις ανώτερες τέχνες και ήταν δάσκαλοι στο Καλμεκάκ ονομάζονταν Tlamatini, που μπορεί να μεταφραστεί σαν «Σοφός» ή «Αυτός που γνωρίζει τα πράγματα». Ο Fray Bernardino de Sahagun μας περιγράφει τον Tlamatini με τα εξής λόγια:

«Ο Σοφός: ένα φως, ένα δαυλό, ένα δυνατό δαυλό που δεν καπνίζει
Ένας τρυπημένος καθρέφτης, ένας καθρέφτης τρυπημένος από τις δύο πλευρές Δικό του είναι το κόκκινο και το μαύρο μελάνι, δικοί του είναι οι κώδικες.

Ο ίδιος είναι η γραφή και η σοφία. Είναι ο δρόμος, αληθινός οδηγός για όλους. Οδηγεί τους ανθρώπους και τα πράγματα, είναι οδηγός στις ανθρώπινες υποθέσεις.

Ο πραγματικός σοφός είναι προσεκτικός (σαν γιατρός) και διαφυλάσσει την παράδοση. Δική του είναι η σοφία που μεταδόθηκε, αυτός τη διδάσκει, ακολουθεί την αλήθεια.

Δάσκαλος της αλήθειας, δεν παύει να κάνει παρατηρήσεις
Κάνει σοφά τα πρόσωπα των άλλων, επιτρέπει στους άλλους να αποκτούν ένα πρόσωπο (προσωπικότητα) και τους ωθεί να το αναπτύξουν Τους ανοίγει τα αυτιά, τους φωτίζει
Είναι δάσκαλος των οδηγών, τους δείχνει το δρόμο τους
Όλοι εξαρτώνται απ’αυτόν Βάζει έναν καθρέφτη μπροστά στους άλλους, τους κάνει φρόνιμους, προσεκτικούς, κάνει να εμφανίζεται μπροστά τους ένα πρόσωπο (προσωπικότητα)

Παρατηρεί τα πράγματα, ρυθμίζει το δρόμο του, αποφασίζει και τακτοποιεί Χρησιμοποιεί το φως του στον κόσμο
Γνωρίζει ό,τι βρίσκεται πάνω μας και την περιοχή των νεκρών
Είναι σοβαρός άνθρωπος. Οποιοσδήποτε παρηγορείται απ’αυτόν, όλοι απ’αυτόν διορθώνονται και όλοι μαθαίνουν
Χάρη σ’αυτόν όλοι κάνουν πιο ανθρώπινη τη θέλησή τους και λαμβάνουν σωστή διδασκαλία.

Παρηγορεί την καρδιά, παρηγορεί τους ανθρώπους, βοηθάει, διορθώνει και θεραπεύει όλους.»

Οι κόρες των ευγενών είχαν μία παράλληλη εκπαίδευση στους ναούς, σε άλλες σχολές. Μάθαιναν θρησκευτικά, καλοούς τρόπους, μουσική, χορό, και άλλα. Η πειθαρχία ήταν πολύ αυστηρή και σ’αυτές τις σχολές και οι ιέρειες τις ξυπνούσαν το βράδυ για να κάνουν διάφορες προσφορές, προσευχές και εργασίες, όπως το να καθαρίσουν το ναό.

Όπως και τα αγόρια, μπορούσαν να μείνουν στο ναό μέχρι την ηλικία του γάμου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

. Asi vivian los Aztecas. Manuel Lucena. Anaya.
. Pensamiento y Religion en el Mexico Antiguo. Lauterre Sejourne. Fondo de Cultura Economica
. Antologia. De Teotihuancan a los Aztecas. Fuentes e interpretaciones historicas. Miguel Leon Portilla. . Universidad Nacional Autonoma de Mexico.
. Arte Precolombino en Mesoamerica. Paul Gendrop. Ed. Trillas.
. Ideal filosofico y politico de los Aztecas. Trabajo Rein Blumenberg
. El Ideal de vida en las Culturas Precolombinas. Trabajo de Horacio Labat.
. La Moral en los Incas. Trabajo de Beatriz Diez Canseco
. Μύθοι και Παραδοσεις της Αρχαίας Αμερικής. Fernand Schwarz. Εκδοσεις Νεα Ακροπολη.
. Αρχαιοι Πολιτισμοί του Περού. Εκδοσεις Νέα Ακρόπολη.

Διασαφηνιστικές σημειώσεις:
1. Οι Ίνκας ως σύστημα πρωτογραφής χρησιμοποιούσαν το κίπου (quipu), έναν πίνακα πάνω στον οποίον περνούσαν σχοινιά που τά’δεναν κόμπους. Ο αριθμός, η διάταξη, αλλά και το χρώμα των κόμπων μπορούσε να συμβολίσει αριθμούς, μαθηματικές γράψεις και γράμματα. Σήμερα, εξαιτίας του αγαθού έργου των Ισπανών, λίγα τέτοια κείμενα έχουν σωθεί και η αποκρυπτογράφησή τους δεν είναι πλήρης. Σε μερικά χωριά χρησιμοποιούνται ακόμα, ως εμπορικά κατάστιχα.
2. Οι Αζτέκοι χρησιμοποιούσαν εικονιστική και ιδεογραφική γραφή πάνω σε κώδικες από δέρμα ή φλοιούς δέντρων, όπου με εικονογραφικά σύμβολα, γραμμές και σπανιότερα ιδεογράμματα ή συλλαβογράμματα έγραφαν κείμενα. Οι μάγια είχαν πλήρες αλφάβητο, με ιδεογράμματα, συλλαβογράμματα, αλλά και εικονογράμματα.
3. Παράξενο που δεν αναφέρεται τίποτα για την εκπαίδευσ στον πολιτισμό τω Μάγια, αν και είναι σίγουρο πως κι αυτοί θα είχαν ένα σύστημα.
4. Το κράτος των Αζτέκων ήταν το πρώτο κράτος παγκοσμίως που επέβαλε υποχρεωτική εκπαίδευση σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου ή κοινωνικής τάξης. Πριν την εισαγωγή στα σχολεία, οι γονείς ήταν υποχρεωμένοι να διδάξουν το παιδί τους, αφού θα περνούσε έπειτα αππό εξετάσεις.
6. Ο Ισπανός φραγκισκανός μοναχός Bernardino de Sahagun (Μπερναρντίνο ντε Σαχαγκούν) έγραψε στο διάστημα 1545-1590, λίγο πριν το θάνατό του, το τεράστιο δωδεκάτομο εθνογραφικό έργο γνωστό ως
Κώδικας της Φλωρεντίας,
εξαιτίας της βιβλιοθήκης όπου κατέληξε, ή «Η Γενική Ιστορία των Πραγμάτων της Νέας Ισπανίας», δηλαδή του αποικιοκρατούμενου Μεξικού. Με τη βοήθεια πολλών ιθαγενών συγγραφέων, πρώην μαθητών του, συνέλεξε στοιχεία ώστε να καλύψει όσα θέματα γινόταν από τη ζωή και τον πολιτισμό των Αζτέκων και των λοιπών Νάουατλ φυλών της περιοχής του Μεξικού πριν και μετά την ισπανική κατάκτηση του 1521. Το κείμενο είναι οργανωμένο κατά το ευρωπαΪκό σύστημα, αλλά είναι γραμένο σαν κώδικας, με πολλές εικόνες και σκίτσα, με κείμενο και στα νάουατλ και στα ισπανικά. Ως φανατικός καθολικός, ο ντε Σαχαγκούν σκοπό είχε με την καταγραφή της ειδωλολατρικής θρησκείας να θεραπεύσει όπως έλεγε τους ιθαγενείς από τη μάστιγα γου Διαβόλου,
σήμερα ωστόσο το έργο αυτό παραμένει από τα λίγα πλήρη εθνογραφικά έργα εκείνης της εποχής. Λίγο πριν το θάνατό του, επειδή υπήρχαν στο βιβλίο πολλές αναφορές στην πρότερη θρησκεία των ιθαγενών, το βιβλίο απαγορεύθηκε από την Ισπανία, αλλά ευτυχώς διασώθηκε. Δυστυχώς οι εθνογράφοι των Μάγια και των Ίνκας ήταν λιγότεροι και πολύ λιγότερο επιμελείς.
5. Τα περισσότερα νάουατλ ποιήματα εκείνης της εποχής προέρχονται από τον ποιητή
Νεσαουαλκόγιοτλ
(το νηστικό κογιότ), 1402-1472, βασιλέα της πόλης του Τεξκόκο δίπλα στην πόλη του Μεξικού ή Τενοτστιτλάν. Τα συνέλεξε αργότερα ο ιστορικός του Τεξκόκο κι απόγονός του της αποικιακής εποχής
Φερνάντο ντε Άλβα Κόρτες Ιξτλιλξότσιτλ.
Το θέμα των περισσοτέρων είναι το εφήμερο της ζωης στη γη, η προσωρινότητα των απολαύσεων κλπ. Παρόλα αυτά, στην πράξη αυτοί οι άνθρωποι δε φάνηκε ν’ακολούθησαν ειρηνική ζωή εξαιτίας αυτών των διαπιστώσεων.
6. Καμία, απολύτως καμία αναφορά στο άρθρο για τις ανθρωποθυσίες των Αζτέκων στους ναούς, τη σχέση αυτών με τους θεούς και τον κόσμο. Ο πολιτισμός αυτός στην πραγματικότητα είχε αναδείξει την ανθρωποθυσία σε απαραίτητη πράξη για τη συνέχιση του κόσμου. Επειδή πίστευαν ότι οι θεοί θυσιάστηκαν κι έδωσαν το αίμα τους για να υπάρξει η ανθρωπότητα, ένιωθαν βαθιά υποχρεωμένοι να δώσουν αυτό το αίμα πίσω για να τους επανατροφοδοτήσουν. Το πολύ παράξενο ήταν ότι τα περισσότερα θύματα, επειδή θεωρούταν ο θάνατος αυτός τιμημένος (ανθισμένος θάνατος), δεν ήθελαν να ξεφήυγουν. Η παράνοια είχε εισχωρήσει παντού! Ο ανθισμένος πόλεμος δεν ήταν κάποια πνευματική διεργασία, ήταν ο τελετουργικός πόλεμος για τη σύλληψη αιχμαλώτων για τις θυσίες. Στο μέλλον θα γίνει ένα άρθρο για τις θυσίες.
7. Με σημερινά κριτήρια, οι μέθοδοι εκπαίδευσης σ’εκείνους τους λαούς, ιδίως στα μικρά παιδάκια, θεωρούνται απάνθρωπες. Τα παιδάκια θα πρέπει να παίζουν και να χαίρονται όπως αυτά θέλουν, γιατί κανονικά μέσω του παιχνιδιού και της άσκησης μαθαίνουν διάφορα πράγματα και η ψυχολογία τους αναπτύσσεται φυσιολογικά. Δεν ήταν ωστόσο μοναδικός σ’αυτούς ο βασανισμός των παιδιών, σχεδόν σ’όλους τους πολιτισμούς όπου οι ενήλικες θεωρούσαν τα παιδιά κατώτερα, οκνηρά, με ανάγκη σοβαρής και σκληρής εκπαίδευσης για να έρθουν στο σωστό δρόμο, τα παιδιά υπέφεραν με τιμωρίες, απαγορεύσεις, καταναγκασμούς, αποστασιοποίηση απ’τους γονείς κλπ, ακόμα και στην
Αρχαία Ελλάδα,
ενώ παρόμοιες πρακτικές συνεχίζονται και σήμερα σε υπανάπτυκτες χώρες.

Ψάχνοντας για το Μεξικό και τους αρχαίους πολιτισμούς του αυτό το διάστημα, θυμήθηκα ένα πολύ ιδιαίτερο μεξικανικό ζώο που σχεδίαζα ν’αναδείξω έτσι κι αλλιώς σ’ένα άρθρο μου. Είναι το αξόλοτλ ή αξολότλ (axolotl), σχετικά γνωστό παγκοσμίως, στην Ελλάδα όμως σχεδόν άγνωστο. Το όνομά του είναι
Νάουατλ
(γλώσσα των Αζτέκων) και σημαίνει τέρας ή σκύλος του νερού («ατλ» = νερό, «ξόλοτλ» = μεγάλος σκύλος, ο θεός σκύλος ψυχοπομπός σαν τον αιγυπτιακό Άνουβι, αδερφός του εντελώς αντίθετου φωτεινού θεού Κετζαλκόατλ (φτερωτόςόφις)). Ο θεός Ξόλοτλ ή Σόλοτλ (το ξ προφέρεται ως sh) ήταν θεός κυρίως ψυχοπομπός, που βοηθούσε τις ψυχές τω νεκρών να μεταβούν στη Μικτλάν, τον Κάτω Κόσμο. Επίσης ήταν θεός της αστραπής, της κακοτυχίας, της αρρώστιας και της παραμόρφωσης, καθώς και προστάτης του ιερού παιχνιδιού της μπάλας, που είχε σχέση με τον ήλιο και τον Κάτω Κόσμο. Εφόσον όμως μπορούσε να στείλει το κακό στους ανθρώπους, είχε τη δύναμη και να το απομακρύνει, γι’αυτό επικαλούταν σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας, όπως ακριβώς κι ο Άνουβις στην Αρχαία Αίγυπτο. Εικονιζόταν συνήθως ως σκελετός, ως άνθρωπος με κεφάλι σκύλου (όπως ο Άνουβις) ή ως ζώο με παραμορφωμένα κι ανεστραμμμένα πόδια. Δε μου φαίνεται καθόλου τυχαίο πώς δύο άσχετοι μεταξύ τους πολιτισμοί υιοθέτησαν το σκύλο ως σύμβολο θανάτου και ψυχοπομπό. Κι άλλοι πολιτισμοί μπορεί να είχαν παρόμοιους συμβολισμούς. Ακόμα και ο αρχαιοελληνικός, όπου οι θεοί εξανθρωπίστηκαν αρκετά, διατήρησε τον τρικέφαλο Κέρβερο ως φύλακα του Άδη. Στη νεότερη παράδοση αυτό συνεχίστηκε, όπως φαίνεται για παράδειγμα στα βιβλία του Χάρι Πότερ, όπου ο μαύρος σκύλος είναι οιωνός θανάτου. Δεν ξέρω πώς προήλθε αυτός ο συμβολισμός, ίσως όμως επειδή ο σκύλος είναι πιστός στον άνθρωπο και τον ακολουθεί παντού σαν σκιά, το βράδυ παραμένει πάλι κοντά στον άνθρωπο κάπως σαν σκιά, κι επίσης προαισθάνεται το θάνατο του ανθρώπου, να επιλέχθηκε για τέτοιο σύμβολο. Οι άλλοι θεοί λοιπόν αποφάσισαν μια φορά να θυσιάσουν τον Ξόλοτλ (οι Αζτέκοι και οι Μάγια είχαν θέμα με τις θυσίες), και για να το αποφύγει αυτός μετατράπηκε στο ζώο αυτό, απ’όπου προήλθαν τα υπόλοιπα. Οι ισπανοί προσάρμοσαν το όνομα σε «ajolote (αχολότε)». Καλή η μυθολογία με τις ανθρωποθυσίες, αλλ’η εξέλιξη έχει άλα να μας πει για την προέλευση του αξόλοτλ.

αλφικό ή αλμπίνο αρσενικό αξόλοτλ (Ambystoma mexicanum), από axolotl.org

Παρομοιάζεται με ψάρι με πόδια, μικρό τέρας, εξωγήινο πλάσμα ή ζώο βγαλμένο από καρτούν, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια απλή σαλαμάνδρα. Ναι, μια απλή σαλαμάνδρα με μια ιδιαιτερότητα όμως, είναι νεοτενική, δηλαδή διατηρεί νεανικά/προνυμφικά χαρακτηριστικά όπως βράγχια και υδρόβια διαβίωση και κατά την ενηλικίωση. Πολύ ιδιαίτερο είδος, αλλ’όχι το μόνο μ’αυτό το χαρακτηριστικό.

Υπάρχει ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα ορισμών στη βιολογία που περιγράφει την ετεροχρονία, διαφορές δηλαδή στον προγραμματισμό και στη χρονική διάρκεια συγκεκριμένων αναπτυξιακών περιόδων ή στην εμφάνιση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ενός είδους σε σχέση με την προγονική κατάσταση. Μπορεί για παράδειγμα να υπάρχει επιτάχυνση ανάπτυξης, πρόωρη εμφάνιση χαρακτηριστικών της ενηλικίωσης κατά τη νεαρή φάση, ή παιδομόρφωσή ή νεοτενία, από το «νέος» και το «τείνω» διατήρηση παιδικών/νεανικών χαρακτηριστικών κατά την ενηλικίωση. Αυτό αναπτυξιακά μπορει να γίνει με δυο τρόπους, είτε με τη διατήρηση νεανικών χαρακτηριστικών κατά την ενηλικίωση με φυσιολογικού ρυθμού ανάπτυξη, είτε με την έλευση της αναπαραγωγικής ωριμότητας πριν ολοκληρωθεί η σωματική ανάπτυξη (προγένεση). Συχνά οι δύο αυτοί μηχανισμοί συγχέονται, κι εκτός από συγκεκριμένα παραδείγματα όπου είναι φανεροί, χρησιμοποιούνται οι όροι «νεοτενία» ή «παιδομόρφωση» εναλλακτικά, με τον πρώτο κοινότερο. Η
νεοτενία
λοιπόν εμφανίζεται σε πάρα πολλά είδη ή ολόκληρες ταξινομικές ομάδες οργανισμών, και στα είδη με διακριτές μορφολογικά νεαρές κι ενήλικες φάσεις, όπως στις σαλαμάνδρες, είναι κάτι εμφανέστατο. Η νεοτενία μπορεί να εξελιχθεί για πολλούς και διάφορους λόγους ανάλογα με το είδος και το περιβάλλον, ή να’ναι παραπροΪόν μιας άλλης εξελικτικής διαδικασίας. Είναι επίσης ένας μηχανισμός ταχείας εξέλιξης στους οργανισμούς, μιας και η νεαρή μορφή μπορεί νά’χει διαφορετικές περιβαλλοντικές ανάγκες κι έτσι μπορεί να εξελιχθεί ανεξάρτητα σε περιβάλλοντα όπου η ενήλικη μορφή δε θα μπορούσε να επιβιώσει. Μία τεράστια σημερινή ταξινομική ομάδα με νεοτενικούς προγόνους είναι η πολυποικιλότερη συνομοταξία όλων των πολυκύτταρων και ίσως όλω των οργανισμών, τα έντομα, τα οποία αποσχίστηκαν απ’τα μυριάποδα πριν περίπου 430 εκατομμύρια χρόνια. Τα έντομα, αντί να συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους προσθέτοντας στο σώμα τους συνεχώς τμήματα ώστε να γίνουν μακρόστενα σαν σαρανταποδαρούσες, για κάποιον λόγο παρέμειναν σε αρκετά μικρό και καθορισμένο αριθμό τμημάτων κάποιας νεαρής φάσης, οπότε ωρίμασαν γενετικά. Όλοι οι υπόλοιποι απόγονοι συνέχιζαν να εξελίσσονται κατ’αυτό το σωματικό πρότυπο. Σήμερα νεοτενία στα έντομα είναι σπάνια, αλλά παρατηρείται πάλι σε αρκετά είδη, τα οποία ωριμάζουν γεννητικά κατά την προνυμφική τους φάση, είτε στο ένα μόνο είτε και στα δύο φύλα. Επίσης οι πρόγονοι των πιο χερσαίων αμφιβίων στα μέσα της Λιθανθρακοφόρου (περίπου 350 εκατομμύρια χρόνια), προγόνων των πρώτων αμνιωτών ερπετών, ίσως ήταν νεοτενικές, πιο χερσαίες μορφές των ήδη υπαρχόντων βαριών μεγάλων αμφιβίων του νερού. Έντονη νεοτενία επίσης παρατηρείται σ’όσα είδη σπονδυλωτών είναι υπερβολικά μικροσκοπικά, όπως μικροσκοπικά ψάρια,
Μικροσκοπικοί βάτραχοι
Κι άλλα μικρά σπονδυλωτά γύρω στο 1 εκατοστό, με μεγάλο κεφάλι και απλοποιημένο σκελετό με πολλά χόνδρινα μέρη. Τα γκέκο επίσης παρουσιάζουν νεοτενικά στοιχεία, όπως μικρό σώμα, λεπτό και μειωμένο κρανίο, και αταβιστικούς αμφίκοιλους σπονδύλους (σπόνδυλοι σχήματος κλεψύδρας με κοίλο μέρος μπροστά και πίσω, σαν αυτούς των ψαριών, των πρωτόγονων αμφιβίων και των πρώτων ερπετών). Κατά τη συμπίεση του σώματος και του σκελετού για τη βελτιστοποίηση της πτητικής ικανότητας στα πουλιά εμφανίστηκαν επίσης διάφορα νεοτενικά στοιχεία, όπως το στρόγγυλο κρανίο με τα μεγάλα μάτια, ενώ σήμερα, τα πουλιά που έχασαν την ικανότητα πτήσης, έχουν αναλογίες φτερών περισσότερο νεοσού. Γενικά σε όσα ερπετά, πουλιά και θηλαστικά έχουν φυλετικό διμορφισμό, δηλαδή έντονες διαφορές μεταξύ των φύλων, τα θηλυκά παρουσιάζουν περισσότερα νεανικά στοιχεία από τα’αρσενικά, όπως χρωματισμό πλησιέστερο σ’αυτόν των μικρών ή λεπτότερα χαρακτηριστικά. Τέλος η νεοτενία είναι παραπροΪόν, ίσως όμως και ηθελημένο αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις, της διαδικασίας της εξημέρωσης πολλών ζώων. Επιλέγοντας οι άνθρωποι χαρακτηριστικά της νεαρής ηλικίας όπως πειθηνιότητα, ήρεμη συμπεριφορά, μειωμένες αντιδράσεις φόβου επί γενιές στους προγόνους των εξημερωμένων ζώων, τα ζώα αυτά κατέληξαν μαζί μ’αυτά τα στοιχεία να εμφανίζουν και συγκεκριμένα σταθερά σωματικά, όπως ποικιλόχρωμο τρίχωμα, μερικές φορές κρεμαστά αφτιά, αλλά και νεοτενικά χαρακτηριστικά όπως μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, μεγάλα μάτια και σχετικά κοντότερο ρύγχος απ’τους προγόνους (σύνδρομο της εξημέρωσης), υποδηλώνοντας ένα κληρονομούμενο πακέτο χαρακτηριστικών και συμπεριφορών που σχετίζονται με τη νεαρή ηλικία. Το χαρακτηριστικό αυτό ίσως εντάθηκε ηθελημένα κατά τη δημιουργια ακόμα μικρότερων φυλών ζώων, όπως τα μικρόσωμα σκυλιά, των οποίων τα χαρακτηριστικά θυμίζουν νεογέννητους ή κι εμβρυακούς λύκους. Το ίδιο έχει γίνει και σε πολλά άλλα ζώα, όπως στα κουνέλια, με εντονότερο το φαινόμενο στους νάνους. Η
Κουνέλα μου
Για παράδειγμα, ως νάνο κουνέλι λίγο πάνω από ένα κιλό, έχει έντονα νεανικά χαρακτηριστικά όπως βραχύ και χοντρό σώμα, σχετικά κοντά άκρα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αφτιά, μεγάλα μάτια και κοντή μουσούδα. Ο πρώην
Κούνελός μου
Απ’την άλλη, ήταν μεγαλύτερος, κοντά στο ενάμισι κιλό, και είχε πιο μακρόστενο σώμα με μακρύτερα άκρα, κεφάλι πλατύτερο με μακρύτερη μουσούδα και μεγαλύτερα αφτιά, αλλά πάλι ήταν αρκετά νεοτενικός σε σχέση με τα μεγαλύτερα κουνέλια των 5 κιλών για παράδειγμα, που έχουν ακόμα πλατύτερο κεφάλι με μακριά αφτιά και μακριά μουσούδα. Επίσης έχω παρατηρήσει ότι τα μικρά της κουνέλας μου κληρονομούν συνήθως τα πιο ενήλικα χαρακτηριστικά του κούνελου, αν και πάλι υπάρχουν μικρά που διατηρούν την παιδική τους εμφάνιση.

Η νεοτενία ακόμα παρατηρείται έντονα κατά την εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Οι χιμπατζήδες έχουν πιο νεοτενική εμφάνιση από προηγούμενους μεγάλους πιθήκους, ενώ οι μπονόμπο ή οι νάνοι χιμπατζήδες έχουν ακόμα πιο έντονη νεοτενία. Ο πρόγονος του ανθρώπου και του χιμπατζή, που θεωρείται πως ήταν σχεδόν όμοιος με το δεύτερο, είχε έντονα χαρακτηριστικά όπως μακρύ πρόσωπο, έντονα υπερόφρυα τόξα, προγναθισμό, μεγάλους κυνόδοντες και μυώδες σώμα. Σταδιακά τα ενδιάμεσα είδη μέχρι το Homo sapiens γίνονταν όλο και πιο νεοτενικά, πιθανόν ως παραπροΪόν της ανάπτυξης του εγκεφάλου, ο οποίος επίσης θεωρείται νεοτενικο χαρακτηριστικό, μιας και μόνο τα μικρά σπονδυλωτά έχουν τόσο δυσανάλογα μεγάλο εγκέφαλο για το σώμα τους. Έτσι οι σημερινοί άνθρωποι παρουσιάζουν σε σχέση με τους πιθήκους λεπτά νεανικά χαρακτηριστικά όπως λεπτό και πλατύ πρόσωπο με μικρά δόντια, μικρή μύτη, μεγάλο κεφάλι και λιγότερο ισχυρό σώμα, με την εξαίρεση των μακριών άκρων, τα οποία είναι αποτέλεσμα επιταχυμένης ανάπτυξης κι εξελίχθηκαν για μεγαλύτερη ταχύτητα στο τρέξιμο και για αποβολή θερμότητας στην ανοιχτή σαβάνα. Ο βαθμός της νεοτενίας ποικίλει ανά φυλή, με τις πιο εξελιγμένες, δηλαδή αυτές που εμφανίστηκαν πιο πρόσφατα, να την έχουν εντονότερη π.χ. η κίτρινη φυλή έχει λεπτό πρόσωπο, μικρά δόντια και καθόλου υπερόφρυα τόξα, ενώ οι παλαιότερες όπως οι Μαύροι ή οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έχουν πιο έντονα τα προγονικά χαρακτηριστικά. Οι γυναίκες επίσης είναι πιο νεοτενικές σε σχέση με τους άντρες, πιθανόν λόγο σεξουαλικής επιλογής παλαιότερα. Οι άντρες δηλαδή προτιμούσαν γυναίκες με πιο χαριτωμένα και νεανικά χαρακτηριστικά επειδή φαίνονταν γονιμότερες, ή, κατά μια άλλη θεωρία, προτιμούσαν τέτοιες γυναίκες επειδή μπορούσαν να τις υποτάσσουν σεξουαλικά ευκολότερα, εφόσον είναι γνωστό ότι οι γυναίκες είναι οι σκληρότεεροι κριτές όσον αφορά την επιλογή συντρόφου και δεν κάθονται σ’όλους. Γιατί για παράδειγμα στους νεάτερταλ που τα φύλα ήταν πρακτικά ίσα, δεν υπάρχουν σημαντικές σωματικές διαφορές μεταξύ των δύο. Και λέγοντας για επιλεκτικές γυναίκες, σύμφωνα με
Άλλη μελέτη
Οι γυναίκες, αν και συμπαθούν άντρες με νεοτενικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι ίσως διαθέτουν περισσότερα θηλυκά στοιχεία π.χ. διάθεση φροντίδας των παιδιών, δεν τους βρίσκουν ελκυστικούς κατά την ωορηξία, οπότε προσπαθούν να γονιμοποιηθούν από κάποιον πιο αρρενωπό για να δώσουν πολεμικότερα γονίδια στον απόγονό τους. Θέλουν δηλαδή υποσυνείδητα να δημιουργήσουν δύο κάστες ανδρών, τους πατεράδες και τους γαμιάδες για να τις υπηρετούν, το σχέδιό τους όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η νεοτενία θεωρείται πως έδωσε στους ανθρώπους την αυξημένη παιδική ηλικία που είναι απαραίτητη για τη γρήγορη μάθηση μεγάλου όγκου πολιτισμικών πληροφοριών, ενώ αρκετά ψυχολογικά χαρακτηριστικά μας, όπως η διάθεση για παιχνίδι ή γενικότερα για δραστηριότητες που δεν εξυπηρετούν την επιβίωσή μας όπως η τέχνη, η θέληση για γνώση και μάθηση ή και οι ανιμιστικές και θρησκευτιές αντιλήψεις (κάποιος μεγαλύτερος είναι κάπου που θα μας προσέχει) ίσως είναι αποτέλεσμα αυτού του συνδρόμου. Φυσικά δεν είναι όλα ωραία και καλά, όπως βλέπουμε απ’την κατάσταση του κόσμου σήμερα και στο παρελθόν, αφού δρούσαν παράλληλα κι άλλες εξελικτικές πιέσεις που μας οδήγησαν στην ανάπτυξη εχθρικής και βίαιης συμπεριφοράς. Για παράδειγμα οι πρόγονοί μας, μην έχοντας την άφθονη τροφή του δάσους, έπρεπε να κυνηγήσουν μεγάλα ζώα έξω στη σαβάνα κι ανέπτυξαν πιο έντονα άγρια ένστικτα. Επίσης το ανθρώπινο είδος χωριζόταν παραδοσιακά σε ολιγάριθμες αρκετά φυλές, οι οποίες συχνά είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα με γειτονικές οδηγώντας στους πολέμους. Τα χαρακτηριστικά αυτά εντάθηκαν περισσότερο στο πιο ενήλικο και προγονικό αρσενικό φύλο πάντως, παρά στο θηλυκό. Όσον αφορά τις ψυχολογικές μελέτες που έχουν γίνει πάνω στη νεοτενία λοιπόν, το σημαντικότερο που βρέθηκε είναι ότι η φατσούλα ενός νεαρού ζώου, θηλαστικού συνήθως, με τα μεγάλα μάτια και τα μικρά υπόλοιπα χαρακτηριστικά, προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα στα ενήλικα μέλη του ίδιου είδους αλλά κι άλλων, και θεωρείται πως η αντίδραση αυτή εξελίχθηκε ώστε οι γονείς να μπορούν να φροντίζουν καλύτερα τα μικρά τους. Έτσι οι άνθρωποι αγαπούν τα παιδάκια και τα μικρά χαριτωμένα ζώα με τις στρόγγυλες φατσούλες, ενώ χάρη σ’αυτήν τη θετική αντίδραση στα ενήλικα άτομα, εγκαταλελειμμένα ορφανά μικρά έχουν μια μικρή πιθανότητα να υιοθετηθούν από ενήλικα του ίδιου κι άλλου είδους, βλ. Ρωμύλος και Ρέμος και λύκαινα ή
Νεότερες περιπτώσεις
Για το δεύτερο γεγονός. Φυσικά ούτε μ’αυτό το φαινόμενο είναι όλα ωραία και καλά, ένας ειρηνικός κόσμος γεμάτος χαρούμενα στρουμπουλά παιδάκια και κουνελάκια, αφού έχουν εξελιχθεί πολύ ισχυρότερα αντίμετρα, μηχανισμοί που διασφαλίζουν την αποκλειστική διαιώνιση των γονιδίω του γονέα κι όχι ξένων γονέων. Έτσι συχνά άτομα ενός ειδους μπορει να παραμελήσουν ή και να σκοτώσουν ξένα μικρά που θα βρουν, όπως γίνεται στα τρωκτικά και στα κουνέλια, ενώ άλλα ζώα τα σκοτώνουν σχεδόν πάντοτε, όπως τα αρσενικά λιοντάρια όταν νικούν έναν αντίπαλο και κατακτούν τις θηλυκές του. Ακόμα όμως και στα είδη με επιθετικά και αποστασιοποιημένα αρσενικά, τυχαίνει πάλι, ιδίως σε κοινωνικά είδη, να επικρατήσουν σε μεμονωμένες περιπτώσεις τα στοργικά ένστικτα, και το αρσενικό να υιοθετήσει κάποιο ξένο μικρό, π.χ. όπως γίνεται
Στους χιμπατζήδες.
Στους ανθρώπους τα άγρια χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζονται παντού, από τη συνειδητή η ασυνείδητη παραμέληση των υιοθετημένω παιδιών σε σχέση με τα βιολογικά βλ.
φαινόμενο της Σταχτοπούτας
(χρειάζεται δικό του μελλοντικό άρθρο), έως την αδιαφορία για ξένα παιδιά που βασανίζονται ή κακοποιούνται, το φόνο παιδιών του αντίπαλου έθνους στους πολέμους ή την υποδούλωσή τους, κλπ, όπου πάλι δράστες είναι συνήθως οι άντρες. Και γυναίκες φυσικά τυχαίνει να παραμελούν παιδιά, αλλά για κάποιον λόγο οι άνθρωποι το βλέπουν ως ακραία ψυχολογική διαταραχή, ενώ τις ακραίες τυχόν συμπεριφορές των αντρών ως κάτι περισσότερο φυσιολογικό και κατά κάποιον τρόπο δικαιολογημένο, ιδίως σε περίπτωση πολέμου. Αυτό γίνεται διότι οι διαφορέςτης συμπεριφοράς των φύλων έχουν γενετική βάση, άσχετα αν δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, μιας και είναι σταθερές σ’όλους τους γνωστούς πολιτισμούς, και οι προσδοκίες της κοινωνίας για τα άτομα του κάθε φύλου βασίζονται σ’αυτό. Ακόμα κι αυτοί που θεωρούν πως είναι καθαρά πολιτισμικό φαινόμενο, υποσυνείδητα συμπεριφέρονται στο άλλο φύλο κατά το φύλο τους ή τουλάχιστον προσδοκούν από μέλος του κάθε φύλου να συμπεριφερθεί με συγκεκριμένο τρόπο. Λέγοντας για διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, δεν κατηγορώ ακριβώς κανένα φύλο για τις τυχόν άσχημες ενέργειες που μπορεί να διαπράξει, διότι πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από ασυνείδητα ένστικτα με γενετική βάση. Φυσικά μπορούν να καταπιεστούν συνειδητά σε μεγάλο βαθμό, γι’αυτό και δε δικαιολογώ τέτοιες πράξεις, αλλά αν δε γίνει γονιδιακή επιλογή δε θα εξαλειφθούν ποτέ.

Τα αμφίβια λοιπόν, τα οποία παράτησα στις προηγούμενες παραγράφους και ξέφυγα αρκετά, πιθανόν λόγω της αρκετά γρήγορης κι απότομης μετάβασης στην ωριμότερη (όχι ενήλικη, συνήθως τα ζώα ενηλικιώνονται αργότερα) απ’την υδρόβια προνυμφική φάση (ο όρος έχει παρθεί απ’τα έντομα), που απαιτεί συγκεκριμένη ορμονική ενεργοποίηση, παρουσιάζουν συχνά νεοτενία. Στην πραγματικότητα η σημερινή υφομοταξία των αμφιβίων, τα λειαμφίβια (lissamphibia), είναι έντονα νεοτενοποιημένη σε σχέση με τους προγόνους του Παλαιοζωικού, με απλοποιημένο σκελετό με χόνδρινα στοιχεία, μικρά και ποδισκωτά δόντια (όλα τα σημερινά αμφίβια φέρουν ιδιαίτερα δόντια που συνδέονται στη γνάθο με λεπτό ινώδη ποδίσκο), λείο κι απροστάτευτο δέρμα (προγονικά τα αμφίβια είχαν οστέινες πλάκες και φολίδες), και μικρό γενικά μέγεθος. Στο απολιθωματικό αρχείο έχουν βρεθεί αρκετά μέλη της υφομοταξίας των λεποσπόνδυλων (lepospondyli), ίσως η προγονική υφομοταξία της σημερινής, με έντονα νεοτενικά χαρακτηριστικά. Το πλέον κλασικό παράδειγμα είναι ωστόσο η οικογένεια των βραγχιοσαυριδώ (branchiosauridae), μια οικογένεια τεμνοσπόνδυλων (temnospondyli), η πιο πρωτόγονη υφομοταξία των αμφιβίων, τα περισσότερα μέλη της οποίας είχαν σχετικά λεπτό σκελετό και διατηρούσαν τα βράγχια κατά την ενηλικίωση, όπως οι σημερινές νεοτενικές σαλαμάνδρες, γι’αυτό και οι νεοτενικές σαλαμάνδρες αποκαλούνται συχνά και αειβραγχιοφόρες. Όσον αφορά λοιπόν τα σημερινά είδη, μόνο η σαλαμάνδρες (τάξη ουρόδηλα ή κερκοφόρα (urodela ή caudata)) παρουσιάζουν σε διάφορα είδη όλων των οικογενειών νεοτενικά είδη ή πληθυσμούς. Η νεοτενία σ’αυτήν την ομάδα εξελίχθηκε συνήθως σε περιοχές με αφιλόξενο και τραχύ περιβάλλον γύρω από ένα σχετικά ασφαλές σώμα νερού, όπως σε ψηλά βουνά ή οροπέδια. Επίσης σε τέτοια μέρη το ιώδιο, που χρειάζεται για τη μεταμόρφωση, είναι λιγοστό, παράγοντας που ίσως προήγαγε τη νεοτενία. Υπάρχουν υποχρεωτικά και δυνητικά νεοτενικά είδη, με τα δεύτερα να’ναι συνήθως συγγενικά ή και όμοια με τους κανονικά μεταμορφούμενους γειτονικούς πληθυσμούς. Τα υποχρεωτικά νεοτενικά είδη σε μερικές περιπτώσεις έχουν πάρει το δικό τους εξελικτικό δρόμο, όπως οι σιρήνες (οικογένεια sirenidae), υδρόβιες βραγχιοφόρες σαλαμάνδρες των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και του βόρειου Μεξικού με υπολειματικά μόνο μπροστινά άκρα, ή οι αμφιούμες (μονοτυπικό γένος Amphiuma στην οικογένεια amphiumidae), γένος με 3 αμερικανικά είδη σαν χέλια. Λόγω λοιπόν της μειωμένης βαρύτητας στο νερό, τα νεοτενικά είδη συχνά μεγαλώνουν παραπάνω απ’τους χερσαίους συγγενείς τους, με είδη σιρήνας που φτάνουν τα 90 εκατοστά και αμφιούμες πάνω από 1 μέτρο για παράδειγμα. Υπάρχουν επίσης και οι ημινεοτενικές σαλαμάνδρες της οικογένειας των κρυπτοβραγχιδώ (cryptobranchidae), με τα γιγάντια είδη του γένους Andrias στην Άπω Ανατολή και το είδος Cryptobranchus alleganiensis στη Βόρεια Αμερική, τα οποία περνούν από ατελή μεταμόρφωση διατηρώντας τις βραγχιακές σχισμές τους. Οι υπόλοιπες σαλαμάνδρες, όπως είπα, έχουν είδη και πληθυσμούς νεοτενικούς, κι ένα απ’αυτά είναι το αξόλοτλ (ambystoma mexicanum). Στη χώρα μας έχουν παρατηρηθεί νεοτενικά άτομα και των τριτόνων (γένος Triturus) και της ευρωπαϊκής σαλαμάνδρας (Salamandra salamandra), συνήθως σε κρύες ορεινές λίμνες. Τέλος νη νεοτενία έχει εξελιχθεί και στα υποχρεωτικά σπηλαιόβια είδη, όπως ο λίγο γνωστός αλλά μοναδικός ευρωπαΪκός πρωτέας της Σλοβενίας (Proteus anguinus), ένα λευκωπό τυφλό ζώο με εξωτερικά βράγχια, ατροφικά άκρα και μακρύ σαν χέλι, με μόνους ζωντανούς συγγενείς στο αμερικανικό νεοτενικό γένος Necturus (λασποκούταβα). Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, διαπολιτισμικά οι υδρόβιες σαλαμάνδρες αποκαλούνται σκυλιά του νερού. Για παράδειγμα στην Αμερική οι νήκτουροι λέγονται λασποκούταβα (mudpuppies) όπως είπα, ο Cryptobranchus alleganiensis (σκύλος του Διαβόλου (Devil dog)», οι προνυμφικές Ambystoma αποκαλούνται συχνά «σκυλιά του νερού (water dogs)”, το αξόλοτλ σήμαινε σκύλος του νερού και το γένος των πυρρογαστόρων (με πορτοκαλί κοιλιά) τριτόνων της Άπω Ανατολής έχει επιστημονική ονομασία κύνωψ (Cynops). Ίσως από το μεγάλο κεφάλι με τα εξωτερικά βράγχια που πετάγονται σαν πλατιά αφτιά. Άλλα αμερικανικά γένη νεοτενικών σπηλαιόβιων σαλαμανδρών άλλων οικογενειών είναι τα Typhlotriton, Gyrinophilus και Typhlomulge, τυφλά βραγχιοφόρα αλλά με περισσότερο σαλαμανδροειδή εμφάνιση.

Αντίθετα στα άνουρα (τάξη anura), στους βατράχους και τους φρύνους, δεν έχει καταγραφεί περιστατικό νεοτενίας. Το πλησιέστερο πράγμα σ’αυτό είναι ελάχιστοι γυρίνοι του πολύ καλά μελετημένου αφρικανικού υδρόβιου βατράχου
(Xenopus laevis)
Οι οποίοι λόγω έλλειψης θυρεοειδούς συνεχίζουν την ανάπτυξη για χρόνια αντί να μεταμορφωθούν ως
μόνιμοι γυρίνοι,
με κανονική ωρίμανση των γαμετών τους που θα τους επέτρεπε αναπαραγωγή, αλλ’εξαιτίας πιθανής δυσκολίας αποβολής του γενετικού υλικού και απουσίας αναπαραγωγικών συμπεριφορών (δεν ελκύονται προς άτομα του άλλου φύλου, δεν κωάζουν, δε μπορούν να πιαστούν στην κατάλληλη θέση ζευγαρώματος), δε μπορούν να το κάνουν.

Το αξόλοτλ λοιπόν είναι ένα απ’τα μερικά ακόμα νεοτενικά είδη του γένους Ambystoma. Το αμερικανικό γένος αυτό είναι το μόνο της πολύ παλιάς οικογένειας ambystomatidae, με εξάπλωση απ’τον Καναδά έως το Μεξικό. Κάποτε αναγνωριζόταν μόνο ένα είδος, η σαλαμάνδρα τίγρις (Ambystoma tigrinum), με διάφορα υποείδη σε κάθε περιοχή. Αργότερα όμως πολλά απ’τα υποείδη ανυψώθηκαν σε είδη, όπως το A. laterale του κεντρικού Καναδά (βορειότερο είδος σαλαμάνδρας στην Αμερική), το A. mavortium των νοτιοδυτικών ΗΠΑ, το A. maculatum, το A. opacum κ.ά., μιας και οι διαφορές τους ήταν μεγαλύτερες. Το γένος αυτό είναι ένα σύμπλεγμα, ένα σκέτο μπέρδεμα δηλαδή, με πάρα πολλούς πληθυσμούς ελαφρώς διαφορετικούς μεταξύ τους των οποίων οι επικράτειες συχνά συμπίπτουν και γίνεται υβριδισμός, ώστε η διάκριση των ειδών να καταλήγει πολύ δύσκολη. Σήμερα έχουν αναγνωριστεί γύρω στα 30 είδη. Οι σαλαμάνδρες αυτές έχουν χοντρό σώμα με ισχυρά άκρα, μακριά ουρά και μεγάλο κεφάλι με μικρά εξογκωμένα μάτια, και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους υπογείως σε τρύπες που βρίσκουν ή σκάβουν οι ίδιες. Οι προνύμφες των περισσοτέρων είναι μεγάλες και ζουν πολύ σ’αυτό το στάδιο, έως και δύο χρόνια στις νότιες θερμότερες περιοχές, κάτι που φαίνεται να τις προδιαθέτει για νεοτενία. Το είδος με το συντομότερο προνυμφικό στάδιο είναι το καλιφορνιανό A. californiense, το οποίο αναπαράγεται σε μικρές προσωρινές λίμνες και μεταμορφώνεται σε 3 περίπου μήνες. Γενετικά είναι το πιο ξεχωριστό, και θεωρείται ότι εκπροσωπεί την προγονική μορφή ή κάποια πολύ κοντινή συγγενική. Στο Μεξικό κύριο χερσαίο είδος είναι το A. velasci, pου κατά κάποιους επιστήμονες χρειάζεται αναθεώρηση μήπως και αναγνωριστούν περισσότερα κρυπτικά είδη, απ’όπου προήλθαν ανεξάρτητα μεταξύ τους, όπως δείχνουν οι γενετικές μελέτες, το αξόλοτλ και τα’άλλα νεοτενικά είδη του Μεξικού, τα οποία όλα υπολογίζεται πως εξελίχθηκαν με τη δημιουργία μεγάλων ορεινών λιμνών στο τέλος της προσφατότερης παγετώδους περιόδου πριν περίπου 10.000 χρόνια, κάνοντάς τα απ’τα νεότερα είδη του πλανήτη. Άλλα νεοτενικά ειδη είναι η σαλαμάνδρα του Άντερσον (A. Andersoni), ένα βυθόβιο βραχύσομο και καφέ είδος των ρυακιών γύρω απ’τη λίννη Ζακούπα στο Μιτσοάκαν του Μεξικού, η σαλαμάνδρα του Τέιλορ A. taylori της λιμνοθάλασσας Αλτσιτσίκα (ένα από τα ελάχιστα αμφίβια που ζουν σε υφάλμυρο νερό), όπου μπορεί να βρεθει στο βάθος των 30 μέτρων και χαμηλότερα, η σαλαμάνδρα του Ντούμεριλ (A. dumerili) της λίμνης Πατσκάρο, η σαλαμάνδρα της λίμνης Λέρμα (A. lermaensis), κι άλλα. Ένα απ’αυτά είναι και το A. mexicanum, το αξόλοτλ.

Το αξόλοτλ κάποτε ζούσε σε δύο λίμνες κοντά στην πόλη του Μεξικού, αρκετά πλούσια περιβάλλοντα στη μέση ενός σκληρού για αμφίβια βραχώδους κι ορεινού κόσμου, αναμενόμενη κατάσταση για ένα νεοτενικό είδος, στη λίμνη Ξοτσιμίλκο και στη λίμνη Τσάλκο (και τα δύο νάουατλ ονόματα). Σήμερα η Τσάλκο έχει σχεδόν αποξηρανθεί και το αξόλοτλ δεν υπάρχει πλέον εκεί, ενώ ό,τι έμεινε απ’την Ξοτσιμίλκο είναι ένα σύστημα καναλιών και μικρών λιμνών με μολυσμένω από κάθε λογής λύματα νερό, σκουπίδια όπως πλαστικές σακούλες και μπουκάλια, και εισαγόμενα επεκτατικά είδη όπως η αφρικανική τιλάπια και ο κινέζικος κυπρίνος. Η μεξικανική κυβέρνηση απελευθέρωσε τα ψάρια αυτά για τη διατροφή των φτωχών κατοίκων, αλλ’αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι τα είδη αυτά αναπαρήχθησαν σε εκρηκτικό ρυθμό παρά την πίεση των ψαράδων, με καταστροφικές συνέπειες για το οικοσύστημα. Επίσης τα αξόλοτλ ψαρεύονταν παραδοσιακά, ήδη απ’την εποχή τω Αζτέκων, ως τροφή ή θεραπευτικό μέσο. Η γεύση τους αναφέρεται πως είναι σαν τα βατραχοπόδαρα, κάτι ανάμεσα σε ψάρι και κοτόπουλο. Έτσι οι σαλαμάνδρες αυτές έχουν σχεδόν εξαφανιστεί απ’τον τόπο τους, με πρόσφατες επιστημονικές αποστολές να βρίσκουν ελάχιστες ή και καμία. Προτείνονται δύο λύσεις σ’αυτό το πρόβλημα, είτε η ανάπλαση του οικοσυστήματος μέρους τουλάχιστον της εναπομείνασας λίμνης, με μεγάλακόστη κι αβέβαιο αποτέλεσμα, είτε η εισαγωγή σαλαμανδρών σε μια παρθένα λίμνη, με μικρά κόστη και αρκετά αβέβαιο αποτέλεσμα πάλι. Πιστεύω πως η δεύτερη προσέγγιση θά’ναι καλύτερη. Το είδος ωστόσο επιβιώνει κι αναπαράγεται σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς στην αιχμαλωσία, εξαιτίας της χρησιμότητάς του στη βιολογική έρευνα και προσφατότερα στο χόμπι των ενυδρείων. Οι ιδρυτές του αιχμάλωτου πληθυσμού είχαν έρθει στο παρίσι το 1864, και σχεδόν όλοι οι απόγονοιπροέρχονται από εκείνους, αν και ίσως υπάρχει μικρή επιμιξία με νεοτενικές σαλαμάνδρες τίγρεις. Παρά το μεγάλο αιχμάλωτο πληθυσμό ωστόσο, τα άτομα αυτού πιθανότατα δεν είναι κατάληλα για απελευθέρωση στη φύση, μιας και έχουν επιλεγεί επί γενιές για εργαστηριακές συνθήκες, ενώ το χρώμα των περισσότερων δεν προσφέρει πλέον ικανοποιητικό καμουφλάζ στη φύση. Εάν όμως χρειαστεί να γίνει πρόγραμμα αναπαραγωγής σε αιχμαλωσία για τη σωτηρία τω άγριων πληθυσμών με βάση άγρια άτομα, αυτό θεωρειται πως θα επιτύχει διότι το είδος αυτό αναπαράγεται εύκολα σε τεχνητές συνθήκες. Αυτό που πιστεύω εγώ πάντως είναι ότι τελικά δε θα γίνει καμία ενέργεια και το αξόλοτλ θα χαθεί απ’τις λίμνες του Μεξικού. Θα το δείτε σε μερικά χρόνια.

Το αξόλοτλ είναι μεσαία προς μεγάλη σαλαμάνδρα, και η μεγαλύτερη του γένους του, με μήκος από 15 έως σπανιότατα 45 εκατοστά, συνήθως όμως στα 23-30 εκατοστά, και βάρος γύρω στα 150-300 γραμμάρια, αρκετά μεγάλο για σαλαμάνδρα. Έχει πλατύ κεφάλι και μεγάλο στόμα με μικρά δόντια και ακίνητη γλώσσα, μικρά ρουθούνια, μικρά σχετικά μάτια χωρίς βλέφαρα, τέσσερα ζεύγη βραγχιακών σχισμών με χτένια στα όριά τους και τρία ζεύγη εξωτερικών βραγχίων στο λαιμό, αποτελούμενα από ένα κεντρικό στέλεχος και διακλαδώσεις, χοντρό σχετικά σώμα με μακριά ουρά, και τέσσερα λεπτάάκρα με λεπτά δάχτυλα, 4 στα μπροστινά και 5 στα πίσω, όπως σ’όλα τα μέλη του γένους. Ως νεοτενικό είδος, διατηρεί επίσης το κάθετο ουραίο πτερύγιο, που ξεκινά πίσω απ’το κεφάλι και εντείνεται ιδιαίτερα στο πάνω και το κάτω μέρος της ουράς, αλλά και την πλευρική γραμμή, ένα σύστημα αισθητήρων στα πλευρά του σώματος των ψαριών και των προνυμφικών και υδρόβιων αμφιβίων, για την αντίληψη των μεταβολών στη ροή και στην πίεση του νερού, καθώς και για την αντίληψη αχνών ηλεκτρικών πεδίων. Ο σκελετός του είναι λεπτός με αρκετά χόνδρινα στοιχεία στο κεφάλι, στους καρπούς και τους αστραγάλους, όπως και στα στηρίγματα των βραγχιακών σχισμών, ενώ συνολικά έχει 50 σπονδύλους, με τους 30-35 στην ουρά. Παρά τη νεοτενία του όμως, το αξόλοτλ περνά από μια κρυπτική λεγόμενη μεταμόρφωση, αναπτύσσοντας και δύο υποτυπώδεις πνεύμονες τους οποίους χρησιμοποιεί ενίοτε συμπληρωματικά με τα βράγχια και τη δερματική αναπνοή. Όλες οι νεοτενικές σαλαμάνδρες έχουν εξωτερικά βράγχια, διότι το προστατευτικό βραγχιακό επικάλυμμα χάθηκε αρκετά νωρίς κατά την εξέλιξη των αμφιβίων – ήδη πριν 375 εκατομμύρια χρόνια στο ύστερο Δεβόνιο το προαμφίβιο ψάρι
Τικταάλικ
Είχε χάσει το βραγχιακό του επικάλυμμα ώστε ν’αποκτήσει ελεύθερο λαιμό που θα μπορούσε να γυρίζει για να πιάνει θηράματα σε ρηχά νερά ή στα όρια του νερού με την ξηρά. Οι γυρίνοι τω βατράχων ανέπτυξαν ανεξάρτητα σαρκώδες επικάλυμμα, αλλά τα βράγχια των σαλαμανδρών παραμένουν ακάλυπτα και ευάλωτα σε επίθεση. Είναι λεπτές αγγειοφόρες μεμβράνες ιστού με μικρές προεξοχές, τα κρόσια, για αύξηση της επιφάνειας που προσλαμβάνει το οξυγόνο, και μοιάζουν αρκετά με φτερά.

Το φυσικό περιβάλλον του αξόλοτλ είναι στάσιμο και αρκετά ρηχό νερό με λασπώδη πυθμένα και πυκνή υδρόβια βλάστηση, οπου το ζώο κινείται αργά είτε περπατώντας τον πυθμένα (εξού και το άλλο όνομα του μεξικάνικου περιπατητικού ψαριού (Mexican walking fish)), είτε κολυμπώντας αργά πάνω απ’τον πυθμένα, ψάχνοντας για μικρά σκουλήκια, αρθρόποδα, άλλα ασπόνδυλα και μικρά ψάρια, ή και άλλα μικρότερα αξόλοτλ, που αποτελούν την τροφή του. Στον εντοπισμό της τροφής συμβάλλει η όραση με την αντίληψη της κίνησης, αν και γενικά δεν είναι πολύ καλή, ή όσφρηση, ανεπτυγμένη γενικά στις σαλαμάνδρες εξαιτίας της νυκτόβιας δραστηριότητάς τους, και οι δονήσεις του νερού που προσλαμβάνονται απ’την πλευρική γραμμή. Όταν ένα αξόλοτλ επιτίθεται, κλείνει ερμητικά το στόμα του και τις βραγχιακές σχισμές με τα χτένια, αφαιρώντας όλο το νερό που υπάρχει μέσα, και μετά, ανοίγοντας το στόμα απότομα, αναρροφάται λόγο της αρνητικής πίεσης του κενού ό,τι βρίσκεται δίπλα, μαζί με το θήραμα. Σπάνια η σαλαμάνδρα αυτή κινείται με μεγάλη ταχύτητα, συνήθως όταν απειληθεί από έναν εχθρό, δηλαδή οτιδήποτε μεγαλύτερο απ’αυτήν, οπότε κολυμά γρήγορα κι απότομα για να ξεφύγει. Φυσικοί εχθροί είναι μεγάλα ψάρια, παρυδάτια πουλιά όπως εροδιοί και για τα μικρότερα άτομα του είδους, μεγαλύτερα αξόλοτλ. Το νερό της λίμνης του αξόλοτλ προέρχεται από ποταμούς που κατεβαίνουν από χιονισμένες βουνοκορφές, οπότε είναι κρύο, 14-18 βαθμών συνήθως, σπάνια ως τους 20, με πτώση έως και στους 6-8 το χειμώνα, γι’αυτό οι σαλαμάνδρες αυτές δεν ανέχονται υψηλές θερμοκρασίες. Γενικά οι σαλαμάνδρες αγαπούν τη δροσιά, και τα είδη που μπορούν να επιβιώσουν πάνω απ’τους 25 βαθμούς είναι σπάνια και μετρημένα, γι’αυτό στη χώρα μας σαλαμάνδρες μπορούν να βρεθούν είτε σε ψηλά βουνά είιτε, σε ζεστότερα κλίματα, κρυμένες σε δροσερά μικροκλίματα για μεγάλο μέρος του χρόνου.

θηλυκά αξόλοτλ, το ένα μελανοειδές και το άλλο άγριου τύπου με φυσικό χρωματισμό, από axolotl.org

Ο φυσικός χρωματισμός του αξόλοτλ είναι καφέ ή ελεώδεςκαφέ με σκουρότερες κηλίδες συνήθως. Με την επιλεκτική αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία ωστόσο έχουν παραχθεί αλφικά ή αλμπίνα, λευκιστικά, μελανιστικά, αξανθικά άτομα κλπ. Όπως και στα ερπετά, έτσι και τα αμφίβια έχουν τρεις τύπους χρωματικών κυττάρων στο δέρμα, τα
Χρωματοφόρα κύτταρα.
Τα μελανοφόρα (μελανοκύτταρα στα θηλαστικά επειδή δεν υπάρχουν άλλα χρωματοφόρα) περιέχουν τη γνωστή μελανίνη που δίνει το καφέ ή μαύρο, τα ξανθοφόρα περιέχουν καροτενοειδή όπως κίτρινες, πορτοκαλί και κόκκινες χρωστικές κυρίως απ’τη διατροφή, ενώ τα ιριδοφόρα περιέχουν μικροσκοπικούς κρυστάλλους ουρικού οξέος που αντανακλούν φως δίνοντας τη γυαλάδα. Η εμφάνιση κάθε χρωστικής επηρεάζεται από ξεχωριστό γονίδιο, αληλόμορφα του οποίου μπορεί να οδηγήσουν σε φυσιολογική ένταση, μείωση, απώλεια ή υπερτονισμό της. Τα αμπίνα άτομα για παράδειγμα δεν έχουν μελανίνη, ενώ τα ξανθοφόρα είναι ενισχυμένα, δίνοντας ένα ροζοκίτρινο χρώμα με κόκκινα μάτια. Τα μελανιστικά άτομα υπερπαράγουν μελανίνη, έχοντας σχεδόν μαύρο χρώμα, ενώ αυτά που δεν έχουν γυαλάδα είναι ακόμα σκουρότερα. Τα χιονώδη (snow) ή υπεραλμπίνα δεν εμφανίζουν καμία χρωστική, έχοντας ροζ χρώμα με κόκκινα μάτια. Οι χρωματικές ποικιλίες μπορούν να βρεθούν σ’όλους τους δυνατούς συνδυασμούς. Τα λευκιστικά ζώα είναι διαφορετική περίπτωση όμως. Εδώ όλες συνήθως οι χρωστικές λειτουργούν κανονικά, αλλά τα χρωματοφόρα κύτταρα δε μεταναστεύουν απ’τη ραχιαία θέση τους στο ραχιαίο λοφίο του εμβρύου, δημιουργώντας ένα λευκό ζώο με ίσως μια ζώνη σκούρου χρώματος στη ράχη, ενώ τα μάτια έχουν το μαύρο τους χρώμα, διότι προέρχονται από κύτταρα προεκτάσεων του κεντρικού νευρικού συστήματος και είναι ανεξάρτητα του σωματικού χρωματισμού. Τέσσερις είναι οι κοινότερες χρωματικές παραλλαγές: άγριος τύπος (φυσιολογικός χρωματισμός), αλφικό (αλμπίνο), λευκιστικό και μελανοειδές (μελανιστικό).

Λευκιστικό θηλυκό αξόλοτλ, από axolotl.org

Η ιδιότητα του αξόλοτλ που τό’κανε οργανισμό μοντέλο στα εργαστήρια ανά τον κόσμο δεν ήταν ούτε οι χρωματικές του παραλλαγές ούτε η νεοτενία του ούτε τα αρκετά μεγάλα έμβρυα που παρατηρούνται κι επηρεάζονται εύκολα, αν και τα τρία παραπάνω επίσης έχουν μελετηθεί εκτενώς, αλλ’η τεράστια αναγεννητική του ικανότητα. Είναι το μόνο σπονδυλωτό, το μόνο τουλάχιστον γνωστό σπονδυλωτό που μπορεί ν’αναγεννά κομμένα μέρη του σώματος πλήρως λειτουργικά και πολύ εύκολα. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και σε πολλές άλλες σαλαμάνδρες, αλλά στο συγκεκριμένο είδος εκφράζεται στο μέγιστο. Δεν κάνει αυτοτομή όπως οι σαύρες με την ουρά τους για παράδειγμα, δηλαδή προσαρμοσμένη αποκοπή του μέλους σε περίπτωση απειλής, αλλά αν τύχει και κοπεί ξαναβγαίνει. Αναγεννά ολόκληρα άκρα, ουρά, βράγχια, δέρμα,μύες, φακό του ματιού (σε νεαρά στάδια ανάπτυξης), ήπαρ, καρδιά (ως και τη μισή), νωτιαίο μυελό (αν διατμηθεί, θα ξαναενωθεί), ακόμα και μέρη του εγκεφάλου όπως μέρη των ημισφαιρίων. Δεν είναι γνωστό γιατί ακριβώς έχει εξελιχθεί τόσο μεγάλη αναγεννητική ικανότητα, έχει να κάνει πάντως με τη νεοτενία, διότι τυχαία ή πειραματικά μεταμορφωμένα μέλη του είδους σχεδόν χάνουν αυτήν την ικανότητα, ενώ όσο περνά ο χρόνος ο ρυθμός αναγέννησης μειώνεται, αν και κατά τη νεοτενική φάση δε σταματά ποτέ. Στο τραύμα λοιπόν δεν αναπτύσσεται ινώδης συνδετικός ιστός ουλής, αλλά τα κύτταρα της περιοχής μεταδιαφοροποιούνται σε πολυδύναμα δημιουργώντας ένα κάλυμα, το βλάστημα, το οποίο τις επόμενες εβδομάδες θα αναπτυχθεί στο νέο μέλος του σώματος. Αν και ζώο με πολλές κυταρικές διαιρέσεις, η γήρανσή του είναι αργή και οι καρκίνοι σπάνιοι, επειδή μάλλον οι επιδιορθωτικοί μηχανισμοί των κυττάρων είναι πολύ αποτελεσματικοί. Απ’τα γονίδια που εξετάστηκαν, αυτά που έχουν ιδιαίτερες μεταλλάξεις είναι αυτά που σχετίζονται με την επιδιόρθωση των ιστών, την επούλωση και την καρκινογένεση. Συνεχείς μελέτες γίνονται στο αξόλοτλ, αλλ’ως τώρα, απ’ό,τι έχω ψάξει, δεν έχει εφαρμοστει με γενετική μηχανική κάποια απ’τις ιδιότητές του σε θηλαστικά ή σε ανθρώπους. Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του είδους είναι η σχεδόν καθολική του ιστοσυμβατότητα, ιδίως σε εμβρυακή φάση, οπότε μπορεί να δεχτεί μοσχεύματα οποιουδήποτε μέρους του σώματος από οποιοδήποτε άλο άτομο, ζώντας έπειτα κανονικά π.χ. με 5 πόδια ή δύο καρδιές. Κατά τα’άλλα το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλω σπονδυλωτών.

Παραπάνω είχα αναφέρει για τη νεοτενία ως παράγοντα που συνέβαλε στην καθιέρωση του αξόλοτλ ως μοντέλου για μελέτη. Ο λόγος είναι ότι με κατάλληλες μεθόδους η νεοτενική σαλαμάνδρα μπορεί να μεταμορφωθεί σε χερσαίο άτομο με χαρακτηριστικά της σαλαμάνδρας τίγρεως. Το ουραίο πτερύγιο και τα βράγχια ατροφούν και χάνονται, αναπτύσσονται βλέφαρα και γλώσσα, τα άκρα και ο σκελετός ενδυναμώνονται, και το δέρμα παχαίνει κι αποκτά αδένες. Η μεταμόρφωση όμως απαιτεί εκρηκτική έκκριση θυροξίνης απ’το θυρεοειδή αδένα, ο οποίος χρειάζεται ιώδιο κι ενεργοποίηση απ’τη θυρεοειδότροπο ορμόνη της υπόφυσης. Το ιώδιο, αν και χαμηλό στα νερά του φυσικού ενδιαιτήματος του αξόλοτλ, δεν είναι τόσο λίγο ώστε να εμποδίζει τη μεταμόρφωση. Αντίθετα έχει βρεθεί ότι η θυρεοειδότροπη ορμόνη παράγεται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ και οι ιστοί του σώματος είναι λιγότερο ευαίσθητη στη θυροξίνη. Το ζώο είναι δηλαδή στην πραγματικότητα υποθυρεοειδικό. Ενέσεις θυροξίνης ή ιωδίου, καθώς και πτώση της στάθμης του νερού μερικές φορές, έχουν όλα οδηγήσει σε μεταμόρφωση. Τα ζώα που μεταμορφώνονται πριν τη γεννητική ωριμότητα συνήθως έχουν μερικά χρόνια ζωής, περίπου 5 χρόνια, αλλά δεν είναι γνωστό αν μπορούν ν’αναπαραχθούν. Αντίθετα τα άτομα που μεταμορφώνονται μετά τη γεννητική ωριμότητα είναι αδύναμα, και σπάνια ζουν πάνω από 1-2 χρόνια. Η διάρκεια ζωής ενός αξόλοτλ μπορει να ξεπεράσει τα 20 χρόνια, αν και συνήθως ζει 10-15 χρόνια. Το ρεκόρ κατέχει ένα άτομο στο Παρίσι που έζησε 25 χρόνια.

Ως παράξενο είδοςκαι σχετικά εύκολο στη διατήρηση, το αξόλοτλ διατηρείται επίσης κι από χομπίστες ενυδρείων, αμφιβίων ή ερπετών. Αρκετά δημοφιλές είναι στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία και στην Ιαπωνία, ενώ στην Ευρώπη και στην Αμερική είναι σπανιότερο. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και στην Ελλάδα άτομα που το έχουν, όπως κάποια μέλη στην Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά
(Reptiles Greece).
Το αξόλοτλ είναι αρκετά εύκολο στη διατήρηση με ένα μεγάλο όμως και βασικό πρόβλημα: η θερμοκρασία του νερού δε θα πρέπει να ξεπεράσει τους 24 βαθμούς Κελσίου. Η θερμοκρασία των 24 βαθμών θεωρείται οριακή, και το ζώο, αν παραμένει έτσι για αρκετές μέρες, μπορεί να δείξει σημεία στρες όπως χλωμά βλενώδη μέρη στο δέρμα και ανορεξία. Άλλα δείγματα στρες, θερμικού ή άλλου, είναι γυρισμένη άκρη ουράς, και ταλαιπωρημένα βράγχια και πτερύγιο. Στις υψηλές θερμοκρασίες ο μεταβολισμός του ζώου ανεβαίνει, απαιτώντας περισσότερη τροφή κι οξυγόνο που μειώνεται στο νερό σε υψηλές θερμοκρασίες, το ανοσοποιητικό σύστημα όμως εξασθενεί λογω του στρες και σε συνδυασμό με το αυξημένο φορτίο οργανικης ύλης του νερού που τρέφει αρκετά βακτήρια, το ζώο είναι ευάλωτο σε μολύνσεις. Σε τέτοιες συνθήκες το νερό θα πρέπει να οξυγονώνεται καλά και να διατηρείται όσο καθαρό γίνεται, με απομάκρυνση όλων των οργανικών υπολειμάτων και συχνότερες αλλαγές νερού, ενώ η θερμοκρασία θα πρέπει να χαμηλωθεί όσο γίνεται. Η κλίμακα 12-24 βαθμών είναι ιδανική για το είδος, επομένως οι συνήθεις θερμοκρασίες δωματίου μεταξύ 18 και 23 βαθμών είναι καλές. Για την προστασία λοιπόν των σαλαμανδρών από την υπερθέρμανση μπορούν να ληφθούν διάφορα μέτρα, όπως η τοποθέτηση του ενυδρείου στο δάπεδο σε κάποια σκιερή γωνία του σπιτιού, η κάλυψη των περισσότερων πλευρών του με μονωτικό φελιζόλ, η τοποθέτηση μικρών ανεμιστήρων ή ψυκτρών κοντά στην επιφάνεια του νερού (θα πρέπει κάθε λίγες μέρες να συμπληρώνεται το νερό που εξατμίζεται), ή η τοποθέτησή του σε κάποιο δροσερό μέρος όπως ένα υπόγειο. Αλλιώς θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ειδικό ακριβό ψυκτικό μηχάνημα για ενυδρεία. Η χρήση εναλλασσόμενων παγοκύστεων ή παγωμένω μπουκαλιών νερού μπορεί να γίνει, αλλά με πολύ προσοχή, διότι οι απότομες πτώσεις και άνοδοι της θερμοκρασίας με τις εναλλαγές των ζεσταμένων με τα επόμενα παγωμένα δοχεία στρεσάρουν το ζώο πολύ περισσότερο από μια σταθερή, αν και υψηλή θερμοκρασία. Οι χαμηλές θερμοκρασίες γύρω στους 10 βαθμούς και λίγο χαμηλότερα κατεβάζουν το μεταβολισμό του αξόλοτλ, οδηγώντας σε μειωμένη όρεξη και κινητικότητα, αλλά δεν του προκαλούν κάποιο πρόβλημα υγείας. Σε δροσερά εύκρατα μέρη μάλιστα τα αμφίβια αυτά μπορούν να διατηρηθούν και σε εξωτερικές λίμνες που μπορεί να παγώσουν επιφανειακά το χειμώνα χωρίς πρόβλημα. Κατά τα’άλλα το αξόλοτλ είναι αρκετά ανθεκτικό στις υπόλοιπες παραμέτρους του νερού, όπως το ph που μπορεί να κυμαίνεται με ασφάλεια μεταξύ του 6,5 και του 8, ή της σκληρότητας που καλό είναι να τείνει προς υψηλή. Το χλώριο, οι χλωραμίνες και η αμμωνία ωστόσο θα πρέπει ν’απομακρύνονται απ’το νερό, γι’αυτό το νερό θα πρέπει να αποχλωριώνεται οπωσδήποτε κατά τις αλλαγές νερού. Περιοδικοί έλεγχοι αμμωνίας, νιτρωδών και νιτρικών, που μπορούν να γίνουν με ειδικά κιτ από καταστήματα ενυδρείω, είναι επίσης κάτι ωφέλιμο για ενυδρεία με φίλτρο. Σε εργαστηριακές συνθήκες για τον ακριβή έλεγχο των αλάτων του νερού χρησιμοποιείται απεσταγμένο νερό με την προσθήκη έπειτα μείγματος αλάτων όπως νατρίου, καλίου, ασβεστίου, μαγνησίου, που λέγεται διάλυμα του Χολτφρέτερ. Παρόμοια μέθοδος εφαρμόζεται και σε είδη ου ζουν σε αρκετά μαλακό νερό με προσθήκη ενυδρειακών αλάτων σε νερό αντίστροφης όσμωσης. Μερικοί κάτοχοι χρησιμοποιούν νερό αντίστροφης όσμωσης και για τα αξόλοτλ, αν και το κανονικό νερό της βρύσης των περισσότερων περιοχών αποχλωριωμένο αρκεί. Συμπτώματα στρες από κακή ποιότητα νερού είναι ταλαιπωρημένα βράγχια και πτερύγιο, ανησυχία και συχνές αναπνοές αέρα, και τελικά κατάπτωση και εμφάνιση μολύνσεων.

Αν και στα εργαστήρια τα αξόλοτλ διατηρούνται συνήθως σε μικρά δοχεία λίγων λίτρων, είτε μόνα τους είτε λίγα μαζί με ολικές αλλαγές νερού και καθάρισμα μετά από κάθε τάισμα, σχεδόν κανείς δε θέλει νά’χει τις σαλαμάνδρες του έτσι. Το ελάχιστο ενυδρείο για ένα ενήλικο άτομο είναι 40 λίτρων, με αύξηση του όγκου κατά 20% ανά επόμενο. Μεγαλύτερη σημασία έχει η επιφάνεια του πυθμένα παρά το βάθος του νερού, το οποίο μπορεί να’ναι και μόνο 15 εκατοστά χωρίς πρόβλημα. Τα αξόλοτλ δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικά ούτε όμως και μοναχικά, γι’αυτό δεν έχουν πρόβλημα συμβίωσης, όταν ιδίως είναι περίπου του ίδιου μεγέθους, γιατί αλιώς ενδέχεται το ένα να τραυματίσει ή να κανιβαλίσει το άλλο. Τα νεαρά άτομα μέχρι το μήκος περίπου των 15 εκατοστών εκδηλώνουν έντονες κανιβαλιστικές τάσεις κόβωντας άκρα, ουρές και βράγχια συγκατοίκων τους, τα οποία έπειτα σχεδόν πάντοτε αναγεννώνται. Σε εργαστηριακές συνθήκες πολλέςπρονύμφες διατηρούνται μαζί σε γυάλες με καθημερινές αλλαγές νερού και καθάρισμα. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να διατηρείται το είδος αυτό μ’άλλα ψάρια και υδρόβια ζώα, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις τα ψάρια τσιμπολογούν τα βράγχια των αξόλοτλ, ενώ τα μικρά ψαράκια καταλήγουν γεύμα τους, αν και κάποιοι έχουν διατηρήσει αξόλοτλ με αργοκίνητα χρυσόψαρα με μεγάλα πτερύγια για κάποιο διάστημα, όχι όμως χωρίς προβλήματα. Το ενυδρείο μπορεί να μην έχει φίλτρο, οπότε θα χρειάζεται σχεδόν ολική αλλαγή νερού στις 24 ώρες μετά από κάθε τάισμα, ή να έχει ένα εσωτερικό ή εξωτερικ΄΄ο, με το κύριο πρόβλημα νά’ναι η ροή του νερού. Τα αξόλοτλ ζουν σε στάσιμο νερό στη φύση και στρεσάρονται έντονα απ’τη ροή του φίλτρου, με συμπτώματα όπως ανησυχία, ανορεξία, βράγχια γυρισμένα προς τα μπροστά και γυρισμένη ουρά. Για να ανακοπεί η ροή ππορεί να τοποθετηθεί ένας βράχος, ένα κομμάτι ενυδρειακό σφουγγάρι ή κάτι άλλο στερεό μπροστά στην έξοδο του φίλτρου, να στραφεί η έξοδος προς το τοίχωμα του ενυδρείου αν γίνεται, ή να προσαρμοστεί στην έξοδο μια κεφαλή ψεκαστήρα ή τουλάχιστον ένας διάτρητος πλαστικός σωλήνας, για να διαχέεται η ροή. Το φίλτρο θα πρέπει ν’αντιστοιχεί στα λίτρα του ενυδρείου ή και σε περισσότερα, διότι τα αξόλοτλ παράγουν περισσότερα απόβλητα απ’τα ψάρια. Μ’ένα καλό φίλτρο, το μόνο που χρειάζεται στο νερό είναι μια αλλαγή 10% κάθε βδομάδα ή αλλιώς μια 20% κάθε δύο βδομάδες.

Στη φύση τα αξόλοτλ δεν έχουν χαλίκια και δεν τα’αναγνωρίζουν ως εκ τούτου εύκολα ως μη βρώσιμα. Θα προσπαθούν συνεχώς να τα καταπιούν, και μολονότι συνήθως τα φτίνουν πάλι κάτω, μερικές φορές τα καταπίνουν με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος ενσφήνωσης και θανάτου.Έχουν καταγραφει περιπτώσεις που γέμισαν την κοιλιά τους σιγά-σιγά με χαλίκια, κι όσα επιβίωσαν τα’απέβαλλαν σταδιακά σε διάστημα μηνών. Αντί για τα χαλίκια μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμμος, την οποία πάλι θα καταπίνουν, αλλά δεν προκαλεί τόσο σοβαρά προβλήματα, ή βότσαλα μεγαλύτερα απ’το κεφάλι του ζώου. Εναλλακτικά το ενυδρείο γίνεται να μην έχει καθόλου υπόστρωμα, κάτι που κάνει και το καθάρισμα ευκολότερο. Οι σαλαμάνδρες δε θα μπορούν να πιαστούν για να περπατήσουν στη λεία επιφάνεια αν δεν υπάρχει κάτι τραχύ όπως βραχάκια, αλλ’αυτό δε φαίνεται να τις στρεσάρει. Στα εργαστήρια οι γυάλες τους είναι εντελώς άδειες, ενώ κάποιοι κάπως πιο ευσυνείδητοι μπορεί να βάλουν ένα κομμάτι σωλήνα pvc για να κρύβονται. Αν και δεν έχουν τόσο πλούσιο συναισθηματικο κόσμο όπως τα θηλαστικά φυσικά, και τα συγκεκριμένα ζώα δε φαίνεται να ενοχλούνται σε εντελώς στείρα περιβάλλοντα, η ύπαρξη διαφόρων στοιχείων περιβαλλοντικού εμπλουτισμού θα δώσει ευκαιρίες για την εκδήλωση πιο πολύπλοκης συμπεριφοράς. Σ’ένα ενυδρείο λοιπόν μπορούν να τοποθετηθούν βραχάκια, πλαστικά ή αληθινά φυτά (τα αληθινά σχίζονται εύκολα όμως εκτος από κάποια σκληρά όπως του γένους Anubias ή τα επιπλέοντα είδη), κομμάτια ξύλου για ενυδρεία, κομμάτια σωλήνα pvc ή πλαγιασμένες γλάστρες για κρυρψώνες, όλα χωρίς αιχμηρές άκρες. Τα αξόλοτλ θα περνούν τον περισσότερο χρόνο τους ακίνητα στο βυθό, τινάζοντας περιοδικά τα βράγχιά τους για να διώξουν το συσσωρευμένο διοξείδιο του άνθρακα της αναπνοής, ενώ άλλες φορές θα κινούνται αργά και μεθοδικά ψάχνοντας για τροφή. Αν και προτιμούν τις σκιερότερες περιοχές, δεν κρύβονται υπερβολικά. Παρατηρούνται ατομικές διαφορές μεταξύ των αξόλοτλ, με άλλα πιο δειλά κι άλλα πιο θαραλέα άτομα, που μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε ξεχωριστές προσωπικότητες. Φυσικά το ενυδρείο δε θα πρέπει να εκτίθεται στον ήλιο, διότι τότε και η θερμοκρασία αυξάνεται και η άλγη πολλαπλασιάζεται, ο μέτριος φωτισός αρκεί. Ο λαμπτήρας φθορισμού θα πρέπει ν’αποφεύγεται όσο γίνεται, διότι ανεβάζει τη θερμοκρασία του νερού κοντά του, εκτός κι αν το ενυδρείο είναι μεγάλο ή υπάρχουν πολλά φυτά.

Το αξόλοτλ τρώει ό,τι χωράει στο στόμα του, όπως γεωσκώληκες, σκουλήκια του νερού όπως Tubifex, blackworm ή αιματοσκούληκα (bloodworm), κανονικά προνύμφες της οικογένειας chironomidae, σαλιγκάρια, μικρές γαρίδες και καραβίδες, έντομα όπως γρύλλους, αλευροσκούληκα, κατσαρίδες και κηροσκούληκα, και μικρά ψάρια, όπως και πολύ μικρά μέλη του είδους του. Με τα ψάρια χρειάζεται προσοχή, διότι μπορεί να μεταφέρουν παράσιτα στα οποία η σαλαμάνδρα δε θα’χει άμυνα. Επίσης τα χρυσόψαρα περιέχουν το ένζυμο της θιαμινάσης, το οποίο διασπά τις βιταμίνες του συμπλέγματος β στον οργανισμό. Το guppy είναι κατάλληλο ψάρι πάντως εάν προέρχεται από υγιεινό περιβάλλον. Επειδή οι σαλαμάνδρες αυτές αναγνωρίζουν και με την όσφρηση την τροφή, δέχονται και ακίνητη τροφή όπως οτιδήποτε απ’τα παραπάνω κατεψυγμένο ή τα πέλετς που χρησιμοποιούνται για το τάισμα της πέστροφας ή του σολομού, τα οποία είναι κατάλληλα ως βάση για νεαρά και ενήλικα άτομα, με συμπληρωματικά τις διάφορες άλλες τροφές. Τα σκουλήκια μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως βάση, αν μπορούν να βρεθούν εύκολα. Τα αξόλοτλ επίσης μπορούν να φάνε άπαχο κρέας, όπως λωρίδες ψαριού, κοτόπουλου, συκωτιού και καρδιάς βοδινού, αλλ’αυτά θα πρέπει να ταΐζονται μόνο περιστασιακά. Οι λιπαρές τροφές οδηγούν με το χρόνο σε ηπατική δυσλειτουργία, ενώ το τάισμα μόνο με έντομα δημιουργεί τα δικά του προβλήματα, όπως έλλειψη ασβεστίου και μπούκωμα του φίλτρου με κομματάκια της χιτίνης του εξωσκελετού τους, η οποία αποβάλλεται σχεδόν άπεπτη. Ένα αξόλοτλ με σωστή διατροφή ωστόσο δε χρειάζεται κανένα διατροφικό συμπλήρωμα. Αν κι ενστικτωδώς τρώνε απ’τον πυθμένα, αρκετά αξόλοτλ μαθαίνουν σιγά-σιγά να τρώνε και επιπλέουσες τροφές, όπως αποξηραμένες γαρίδες ή τα ειδικά μπαστουνάκια για νεροχελώνες. Μπορούν επίσης να συνδυάσουν την έλευση ενός ανθρώπου με τροφή, και να πλησιάζουν στο τζάμι του ενυδρείου όταν κάποιος περνά ή πλησιάζει. Λόγω χαμηλού μεταβολισμού, τα ενήλικα ζώα θα πρέπει να ταΐζονται κάθε 2-3 μέρες περίπου, ενώ υγιή ζώα επιβιώνουν κανονικά ως και μια βδομάδα χωρίς τροφή κι άρα μπορούν να μείνουν για λίγο μόνες τους, π.χ. όταν φεύγει διακοπές αυτός που τα φροντίζει. Τα νεαρά άτομα μέχρι περίπου τα 15 εκατοστά θα πρέπει να τρέφονται καθημερινά για μέγιστη ανάπτυξη. Όπως προανέφερα, κατά τη σίτιση μπορεί να συμβούν ατυχήματα κανιβαλισμού, στα μικρότερα συνήθως άτομα, αλλά αν αυτό γίνεται περιορισμένα δεν είναι αιτία ανηυσχίας. Πλαστικά φυτά και κρυψώνες, καθώς και το σκόρπισμα της τροφής σε διάφορα μέρη ελαχιστοποιούν αυτό το πρόβλημα. Θα πρέπει ν’αφεθούν να φάνε όσο θέλουν για περίπου 15 λεπτά, έπειτα η εναπομείνασα τροφή μπορεί ν’απομακρυνθεί.

Ο κύριος λόγος της ευρείας διάδοσης του είδους αυτού παγκοσμίως είναι η ευκολία αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Στο φυσικό περιβάλλον, εποχή αναπαραγωγής είναι η έναρξη της περιόδου τω βροχών με αύξηση της φωτοπεριόδου αλλά πτώση της θερμοκρασίας κι αύξηση του όγκου του νερού. Στην αιχμαλωσία οι σαλαμάνδρες, όταν βρίσκονται σε κανονικό δωμάτιο κι αντιλαμβάνονται τις μεταβολές της φωτοπεριόδου και της θερμοκρασίας όλο το χρόνο, τείνουν ν’αναπαράγονται στα τέλη του χειμώνα ή στις αρχές της άνοιξης, αν και στην πραγματκότητα αναπαραγωγή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε το χρόνο. Εάν τα ζώα είναι υγιή και οι γαμέτες τους ώριμοι, δε χρειάζεται κάποια υποστήριξη. Κάποιοι κάνουν μια μεγάλη αλλαγή νερού με πιο κρύο νερό για να πυροδοτήσουν τα αναπαραγωγικά ένστικτα, αλλ’αυτό ερεθίζει μόνο το αρσενικό, και το θηλυκό αν δεν έχει ώριμα ωάρια δε θ’αναπαραχθεί. Αντίθετα η σταδιακή μείωση της φωτοπεριόδου κι έπειτα πάλι η σταδιακή αύξησή της με προσθήκη ψυχρότερου νερού προετοιμάζουν σχεδόν πάντοτε και τα δύο φύλα. Οι σαλαμάνδρες αυτές ωριμάζουν γεννητικά στους 18 μήνες συνήθως, με μερικά άτομα στα 2 χρόνια κι άλλα έως και σε 6 μήνες με εντατικό πρόγραμμα διατροφής. Καλό είναι η αναπαραγωγή, ιδίως για τα θηλυκά που θα ξοδέψουν περισσότερη ενέργεια για την παραγωγή των αβγών, να γίνει μετά την ηλικία των 18 μηνών. Τα φύλα διαχωρίζονται μεταξύ τους αφού τα αρσενικά έχουν πρησμένη περιοχή αμάρας, όπου βρίσκοονται οι αδένες παραγωγής του υλικού των σπερματοφόρων σάκων (σάκοιπου περιέχουν το σπέρμα σ’όλες τις σαλαμάνδρες, μόνο οι σιρήνες και τα κρυπτοβράγχια αναπαράγονται με τον προγονικό τρόπο, δηλαδή με εκσπερμάτηση στα ήδη γεννημένα αβγά), ενώ τα θηλυκά έχουν αρκετά στρουμπουλό σώμα εξαιτίας των αβγών, ιδίως κατά την περίοδο της αναπαραγωγής. Άλα ασαφέστερα στοιχεία είναι το μακρύτερο κεφάλι και ουρά του αρσενικού και το πλατύτερο κεφάλι και η κοντότερη ουρά του θηλυκού. Ακόμα κατά τη σεξουαλική ωριμότητα τα ακροδάκτυλα και των δύο φύλων, ακόμα και στα αλφικά άτομα, σκουραίνουν, διότι μάλλον αυτό δεν οφείλεται στη μελανίνη. Σπάνια μπορεί ένα αξόλοτλ να αποβάλλει γεννητικά στοιχεία από μόνο του. Κατά την αναπαραγωγή λοιπόν, το αρσενικό θ’αρχίζει να σπρώχνει το θηλυκό στα σημεία που έχει αποθέσει τους σπερματοφόρους του σάκους, κωνοειδή στοιχεία μ’ένα σάκο σπέρματος στην κορυφή, οι οποίοι δε μπορούν να κολλήσουν στο γυαλί ή στο πλαστικό, γι’αυτό θα πρέπει να υπάρχει κάτι τραχύτερο και επίπεδο, όπως μια επίπεδη πέτρα. Μόλις το θηλυκό φτάσει, το αρσενικό κουνάει την ουρά του μπροστά του στέλνοντας μάλλον αναπαραγωγικές φερομόνες. Αφού το θηλυκό πάρει μέσα του τους σπερματοφόρους με την αμάρα του και γίνει η εσωτερική γονιμοποίηση, θα γεννήσει μεμονωμένα 100-300, κατ’εξαίρεσιν ως 1000 αβγά μερικές ώρες με 2 μέρες μετά, συνήθως όως μια μέρα μετά, προσκολλώντας τα πάνω σε πέτρες, φυλλώματα φυτών, και στις γωνίες του ενυδρείου, ενώ αν δεν υπάρχει τίποτα θα τα ρίξει κάτω στον πυθμένα. Το υδρόβιο βρύο Vesicularia dubiana είναι απ’τα καταλληλότερα φυτά για την ωοαπόθεση. Επειδή τα ενήλικα άτομα τρώνε τα αβγά και θα φάνε έπειτα όσους γυρίνους βρουν, είτε τα αβγά είτε οι γονείς θα πρέπει να μεταφερθούν αλλού. Τα αβγά, αν και φαίνονται μαλακά, μπορούν να μετακινηθούν αρκετά εύκολα με το χέρι εάν αποκολληθούν προσεκτικά απ’το ζελατινώδες νήμα που τα συνδέει με ττην επιφάνεια προσκόλλησης, ενώ αυτά που βρίσκονται πάνω σε μετακινούμενα στοιχεια μπορούν να μεταφερθούν μαζί με το στοιχείο όπου είναι προσκολλημένα. Όσα χάσουν το ζελατινώδες κάλυμμά τους δε θα επιβιώσουν εάν δε βρίσκονται σε αποστειρωμένες συνθήκες. Τα αβγά αλμπίνας μητέρας είναι λευκά, ενώ τα αλμπίνα έμβρυα είναι κι αυτά λευκά. Η εμβρυακή ανάπτυξη μπορει να παρατηρηθει απ’έξω. Ο ρυθμός της εμβρυακής ανάπτυξης εξαρτάται απ’τη θερμοκρασία, με την ταχύτερη δυνατή στους 25 βαθμούς σε 14 ημέρες, ενώ σε χαμηλές θερμοκρασίες παρατεινεται για πολύ, γι’αυτό τα εργαστήρια που αναπαράγουν μαζικά αξόλοτλ μπορεί να τοποθετούν τα αβγά στους 2 βαθμούς, ώστε να μπορέσουν να τα στείλουν τις επόμενες μέρες στο στάδιο ακριβώς που τα ζήτησε ο πελάτης τους. Μετά την εκκόλαψη λοιπόν, οι γυρίνοι έχουν μήκος 1 εκατοστού, είναι ημιδιάφανοι και την πρώτη μέρα τρέφονται με τα υπολείμματα του λεκηθικού σάκου τους, μένοντας ακίνητοι στο βυθό. Όσα αβγά δεν εκκολάφθηκαν μπορούν ν’ανοιχτούν με κάποιο μικρό εργαλείο κι αν ζουν και είναι δυνατοί οι γυρίνοι θα βγουν. Απ’την επόμενη μέρα ωστόσο οι γυρίνοι χρειάζονται επειγόντως τροφή, γιατί αν δε φάνε αμέσως θα καταπιούν φυσαλίδες αέρα, οι οποίες όμως θα φύγουν με το πρώτο τάισμα, και λόγω του γρήγορου μεταβολισμού τους αν μείνουν παραπάνω ατάιστοι θα πεθάνουν. Ακόμα δε μπορούν να κανιβαλίζουν, είναι πολύ μικροί. Οι πρώτες τροφές θα πρέπει να’ναι μόνο ζωντανές, γιατί μόνο η κίνηση διεγείρει αρχικά τους γυρίνους, όπως μικρά οστρακόδερμα του γένους Daphnia και τα γνωστά οστρακόδερμα Artemia salina. Και τα δύο είδη μπορούν να καλλιεργηθούν ξεχωριστά για την παροχή τροφής στα γυρινάκια. Οι γυρίνοι θα πρέπει να ταΐζονται 2 φορές τη μέρα αρχικά, μέχρι οι κοιλίτσες τους να φουσκώσουν καλά, και το νερό θα πρέπει να διατηρείται πολύ καθαρό με τακτικές, έως και καθημερινές αλλαγές, εάν δεν υπάρχει ακόμα φίλτρο. Φίλτρο μπορεί να μπει στο ενυδρείο των γυρίνων, αλά θα πρέπει, εκτός απ’την έξοδο, να προστατεύεται και η είσοδος με κάποια σίτα ή άλλο αντικείμενο ώστε να μη ρουφηχτούν γυρίνοι μέσα. Στο 1,5 εκατοστό θ’αρχίζουν λοιπόν ν’αποκτούν πιο σκούρα χρώματα, ενώ στα 2 αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρόδρομοι τω μπροστινών άκρων, αντίθετα με τα βατράχια, που βγάζουν πρώτα τα πίσω άκρα. Τώρα επίσης οι γυρίνοι μπορούν να φάνε και κομμένα ζωντανά αιματοσκούληκα ή μικροσκοπικά κομμάτια άλλων ειδών σκουληκιών. Στα 3 εκατοστά το χρώμα εντείνεται και τα μπροστινά άκρα έχουν αναπτυχθεί, ενώ στα 4 εμφανίζονται και οι πρόδρομοι των πίσω άκρων. Στα 5 ή και νωρίτερα αναγνωρίζουν και την ακίνητη τροφή, η οποία μπορει να προστεθεί στο διαιτολόγιο, ενώ αρχίζουν και οι κανιβαλιστικές τάσεις. Συνήθως κόβουν άκρα, ουρές και βράγχια άλλων συγκατοίκων, τα οποία σ’αυτή τη νεαρή φάση θ’αναγενώνται γρήγορα, όσο όμως μεγαλώνουν και οξύνονται οι διαφορές στο μέγεθος μεταξύ των καλύτερα και των χειρότερα ταΪσμένων ατόμων, θα υπάρχουν περιπτώσεις και ολικού κανιβαλισμού κατά των μικρότερων ατόμων. Παρατηρούνται μορφολογικές αλλαγές στις κανιβαλιστικές προνύμφες, με πλάτυνση του κεφαλιού και ισχυροποίηση των σαγωνιών, και φυσικά ταχύτερη ανάπτυξη. Εφόσον η γονιδιακή ποικιλότητα του αιχμάλωτου πληθυσμού είναι μικρή κι ο πληθυσμός είναι ουσιαστικά αιμομικτικός, συχνά εμφανίζονται γενετικές ανωμαλίες στους γυρίνους που γενικά προκαλούν μειωμένη ανάπτυυξη, παραμορφώσεις και αδυναμία αναγέννησης μελών. Αυτές οι προνύμφες θα πρέπει ν’αφαιρεθούν ή μπορούν ν’αφεθούν για να κανιβαλιστούν. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης των πίσω άκρων γύρω στα 6 εκατοστά αναπτύσσονται και οι πνεύμονες, και το μικρό αξόλοτλ τώρα είναι μικρογραφία ενός ενηλίκου, αν και με ισχυρότερες κανιβαλιστικές τάσεις. Τώρα μπορεί να τρώει μια φορά τη μέρα με τις ίδιες τροφές όπως ένα ενήλικο, φυσικά μικρότερου μεγέθους και ποσότητας. Ο χρόνος μέχρι την πλήρη ανάπτυξη ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή και τη θερμοκρασία, συνήθως είναι λίγοι μήνες.

προνύμφη αρσενικού αλφικού αξόλοτλ 14 ημερών στα 32 χιλιοστά, από axolotl.org

Πολλοί άνθρωποι για κάποιον λόγο θέλουν να παρακολουθήσουν τη μεταμόρφωση του αξόλοτλ τους και το προσπαθούν με διάφορους τρόπους, αλλ’αυτό δεν είναι σωστό να γίνεται, διότι ταλαιπωρεί υπερβολικά το ζώο και μπορούμε να το θεωρήσουμε κακοποίησή του. Τα αξόλοτλ έχουν προσαρμοστεί να ζουν νεοτενικά, και η μεταμόρφωση, που έτσι κι αλλιώς στρεσάρει ένα αμφίβιο, θα τα προκαλέσει μεγάλο σστρες, με αποτέλεσμα πολλά να πεθαίνουν κατά τη διαδικασία ή σύντομα μετά, ενώ οι σαλαμάνδρες που προκύπτουν ζουν λιγότερο απ’όσο θα ζούσαν ως αξόλοτλ. Για παράδειγμα ως απόπειρα πρόκλησης μεταμόρφωσης το νερό του ενυδρείου ελαττώνεται ώστε το αμφίβιο να αντιληφθεί αποξήρανση του περιβάλλοντος, κάτι που μπορεί να πυροδοτήσει τη μεταμόρφωση σε μερικά άτομα, τα περισσότερα ωστόσο πεθαίνουν τότε. Αλλιώς η μεταμόρφωση επιτυγχάνεται σίγουρα με ένεση ιωδίου ή θυροξίνης, όμως η πρόσβαση σ’αυτά τα φάρμακα και η γνώση των ποσοτήτων είναι δύσκολη. Σπάνια παρατηρείται φυσική τυχαία μεταμόρφωση, με πρώτο σύμπτωμα τη συρρίκνωση των βραγχίων και του ουραίου πτερυγίου, αν και συνήθως αυτό το φαινόμενο προκαλείται από στρες και κακές συνθήκες. Η σαλαμάνδρα θ’ανεβαίνει συχνότερα στην επιφάνεια για να πάρει αέρα, αν και πάλι αυτό μπορεί να’ναι ένδειξη στρες από κακή ποιότητα νερού. Σε περίπτωση που σίγουρα γίνεται μεταμόρφωση, τα βράγχια και το πτερύγιο όσο προχωρά θ’απορροφόνται όλο και περισσότερο, οπότε θα πρέπει να παρασχεθεί μια ξηρά για να βγαίνει η σαλαμάνδρα σιγά-σιγά έξω. Σύντομα θ’αναπτυχθούν τα βλέφαρα, το δέρμα θα πάρει το πάχος και το χρωματισμό της μεταμορφωμένης σαλαμάνδρας, και τελικά το ζώο θα βγαίνει και στη στεριά. Όταν βγαίνει συνεχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να μεταφερθεί σ’ένα περιβάλλον για σαλαμάνδρες τίγρεις και συγγενικά είδη, ένα τερράριο δηλαδή με αρκετό χώμα ή τύρφη βάθους 10 εκατοστών ή και περισσότερο για σκάψιμο, ένα ρηχό μπολ νερού, λίγες κρυψώνες προαιρετικά (οι συγκεκριμένες σαλαμάνδρες σκάβουν έτσι κι αλλιώς στο χώμα και κρύβονται), και υψηλή υγρασία. Σ’αυτό το στάδιο τα ζώα δέχονται μόνο ζωντανή τροφή, όπως γεωσκώληκες, γρύλλους, κατσαρίδες, αλευροσκούληκα κι άλλα έντομα, ενώ η θερμοκρασία δε θα πρέπει να ξεπερνά τους 24-25 βαθμούς. Συχνά πολλά μεταμορφωμένα αξόλοτλ φαίνονται αρχικά καλά, αλλά ξαφνικά αργότερα σταματούν να τρέφονται, αδυνατίζουν και πεθαίνουν. Οι σαλαμάνδρες τίγρεις απ’την άλλη μπορούν να ζήσουν άνετα για 20 χρόνια ή και περισσότερο, και ορισμένα υποείδη τους φτάνουν τα 35 εκατοστά, κάνοντάς τα τις μεγαλύτερες χερσαίες σαλαμάνδρες του κόσμου.

Μεταμορφωμένο αξόλοτλ άγριου τύπου, από axolotl.org

Τα αξόλοτλ γενικά, αν διατηρούνται στις κατάλληλες συνθήκες, δεν πάσχουν από πολλές ασθένειες. Σπάνια για παράδειγμα πλήττονται από θρεπτικές ανισορροπίες εάν τρέφονται με σωστή διατροφή, ενώ αν δεν υπάρχουν χαλίκια να καταπιούν το πεπτικό τους σύστημα δε θ’αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα. Σε περίπτωση ελαφρού ή μέτριου τραυματισμού, αν το ζώο είναι υγιές και το νερό καθαρό, σχεδόν πάντοτε θα επουλωθεί και θ’αναγεννηθεί το τραυματισμένο μέρος. Καλό είναι το ζώο να βρίσκεται απομονωμένο και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μέχρι την επούλωση, ενώ προληπτικά μπορεί να διαλυθεί μία κουταλιά του γλυκού αλάτι ανά δύο λίτρα ή να προστεθεί υψηλότερη απ’το σύνηθες συγκέντρωση διαλύματος του Χολτφρέτερ αν χρησιμοποιείται τέτοιο. Οι συχνότερες παθήσεις σ’αυτά τα ζώα είναι ωστόσο ευκαιριακές μολύνσεις από βακτήρια και μύκητες του περιβάλλοντος σε περιόδους στρες. Κάπως πιο θεραπεύσιμες μολύνσεις είναι αυτές απ’το βακτήριο Chondrococcus columnaris και απ’τον ωομύκητα του γένους Saprolegnia στα πρώτα στάδια, δύο σχεδόν όμοιες οπτικά παθήσεις με κύριο σύμπτωμα την κατάπτωση του ζώου και την εμφάνιση λευκών ή γκριζωπών χνουδωτών αποικιών πάνω στο δέρμα του ζώου. Πρώτο μέτρο σ’αυτές, καθώς και σ’άλλες μολύνσεις ή περιπτώσεις οξέος στρες είναι μια καλή αλλαγή νερού γύρω στο 80%, η απομονωση του ζώου και η τοποθέτησή του ασθενούς σε θερμοκρασίες μεταξύ 5-15 βαθμών, που κατεβάζουν το μεταβολισμό μειώνοντας το στρες και δίνοντας μια ευκαιρία στο ανοσοποιητικό σύστημα, αν και πιο αργά, να καταπολεμήσει την πάθηση. Οι σαλαμάνδρες δηλαδή μπορεί να χρειαστεί να μπουν και στο ψυγείο για την επίτευξη αυτών των θερμοκρασιών. Για την καταπολέμηση λοιπόν αυτών των μολύνσεων έχουν δοκιμαστεί διάφοροι γενικοί τρόποι αντιμετώπισης, όπως η τοποθέτηση του ζώου σε υψηλή συγκέντρωση διαλύματος του Χολτφρέτερ ή αλατόνερο για 10-15 λεπτά δύο φορές τη μέρα – όχι παραπάνω γιατί βλάπτονται τα βράγχια -, με 2-3 κουταλιές της σούπας αλάτι ανά λίτρο, κι αν η μόλυνση δεν υποχωρήσει τότε μπορούν να χορηγηθούν και φάρμακα. Σοβαρότερες μολύνσεις είναι αυτές από το βακτήριο Aeromonas hydrophila, το οποίο προσβάλλει κι άλα αμφίβια προκαλώντας αιμορραγική σηψαιμία με κόκκινες περιοχές στα άρκα και στο σώμα, καθώς κι από βακτήρια των γενώ Proteus, Pseudomonas, Acinetobacter, Mima, και Alcaligenes που μπορούν να μολύνουν διάφορα όργανα και ιστούς. Πέρα απ’τις παραπάνω γενικές μεθόδους σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να χορηγηθούν φάρμακα, όμως δεν είναι όλα τα αντιβιωτικά για ψάρια κατάλληλα για τις σαλαμάνδρες αυτές, μιας και το δέρμα και τα βράγχιά τους είναι αρκετά ευαίσθητα. Ουσίες όπως το μπλε του μεθυλενίου (κυρίως αντιμυκητικό), η μυξαζίνη και η ερυθρομυκίνη (αντιβιωτικά), και η μερβρομίνη (αντισηπτικό, θέλει προσοχή, περιέχει υδράργυρο) έχουν χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια, ενώ το πράσινο του μαλαχίτη και ο θειικός χαλκός είναι τοξικά. Σπάνια οι σαλαμάνδρες μπορεί να μολυνθούν από μονοκύτταρα πρωτόζωα, συνήθως των γενών Hexamita και Opalina από ψάρια πιασμένα απ’τη φύση ή μεγαλωμένα σε ανθυγιεινές συνθήκες, που μπορούν να θεραπευτούν με μετρονιδαζόλη μέσα στην τροφή. Προσβολές από παρασιτικά σκουλήκαι είναι σπανιότατες. Πέρα απ’αυτά τα προβλήματα σπάνια τα αξόλοτλ, όπως κι άλλα υδρόβια αμφίβια, μπορει να παρουσιάσουν οίδημα όλου του σώματος με υπερβολική συγκέντρωση υγρού και επίπλευση, κάτι που μπορεί να προκαλείται από πολλές αιτίες, όπως γενικευμένη βακτηριακή μόλυνση, ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία ή άγνωστο λόγο (ιδιοπαθής κατάσταση). Ανάλογα με την πάθηση, το ζώο μπορεί να επανέλθει μόνο του, να πεθάνει σύντομα μετά το οίδημα ή να ζήσει έτσι και για μήνες. Ένας κτηνίατρος ή ένας πεπειραμένος χομπίστας μπορεί ν’αφαιρέσει το υγρό με μια υποδόρια βελόνα, αλλ’αν το αίτιο του προβλήματος δεν αντιμετωπιστεί, το υγρό μπορεί να ξαναμαζευτεί.

Το αξόλοτλ, όπως συμπεράνατε, είναι μοναδικο ζώο που δυστυχώς απειλείται άμεσα με εξαφάνιση στη φύση. Ευτυχώς όμως στην αιχμαλωσία ο πληθυσμός είναι μεγάλος, άρα το είδος είναι καλά εξασφαλισμένο για όσο καιρό η ανθρωπότητα συνεχίζει να το μελετά και να το διατηρεί, δηλαδή επ’αόριστον εφόσον όλα στον πλανήτη πηγαίνουν καλά. Αν κι όχι το μόνο νεοτενικό είδος σαλαμάνδρας, είναι το γνωστότερο και το πλέον προσβάσιμο στην επιστήμη και στους χομπίστες. Το άρθρο αυτό ίσως είναι το πρώτο μεγάλο άρθρο πάνω σ’αυτό το είδος στο ελληνικό διαδίκτυο. Αν κι έχω βρει σχετικές συζητήσεις σε ελληνικά φόρουμ γι’αυτήν τη σαλαμάνδρα, έως τώρα απ’ό,τι ξέρω δεν έχει δημοσιευθεί κάποιο μεγάλο, εμπεριστατωμένο άρθρο, οπότε μ’αυτό πιστεύω πως συμβάλλω σημαντικά στον εμπλουτισμό του εληνικού διαδικτύου με γνώση. Ίσως ακόμα το κείμενο αυτό να ωθήσει κάποιους απ’τους αναγνώστες στην ενασχόληση τελικά μ’αυτό το είδος. Εγώ αν πάντως το βρω μπορεί εύκολα να το πάρω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το αξόλοτλ
axolotl.org
Η πληρέστερη σελίδα στο διαδίκτυο γι’αυτό το είδος.
καταχώρηση για το αξόλοτλ στο caudata.org
Το caudata.org είναι η μεγαλύτερη διαδικτυακή πηγή για τις σαλαμάνδρες.
φροντίδα του αξόλοτλ στο Exotic Pets
άρθρο φροντίδας για το αξόλοτλ στο theamphibian
Το theamphibian.co.uk είναι μεγάλη βρετανική πηγή για τα αμφίβια.
άρθρο φροντίδας για το αξόλοτλ στο reptilechannel
Το reptilechannel.com είναι αμερικανική σελίδα για ερπετά κι αμφίβια τεράστιου μεγέθους.
Το αξόλοτλ: μια μοναδική επιλογή για το ενυδρείο (άρθρο)
άρθρο για τα αξόλοτλ απ’το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ της Αυστραλίας
καταχώρηση για το αξόλοτλ στην ιστοσελίδα του Ζωολογικού Κήπου του Τορόντο του Καναδά
ambystoma.org
Η μεγαλύτερη και πληρέστερη ιστοσελίδα για την επιστημονική έρευνα πάνω στο αξόλοτλ, καθώς και σ’άλλες σαλαμάνδρες.
καταχώρηση για το αξόλοτλ στο EDGE
Το EDGE (Evolutionarily Distinct and Greatly Endangered), δηλαδή Εξελικτικά Ξεχωριστά και Σοβαρά Απειλούμενα είναι ένας οργανισμός ο οποίος καταγράφει είδη αμφιβίων και θηλαστικώ περισσότερο που θεωρούνται και ιδιαίτερα για κάποιον λόγο και απειλούνται με εξαφάνιση, και προσπαθεί να δράσει για την προστασία τους.
τα αξόλοτλ στο EDGE
Άρθρο σε ιστολόγιο βιολόγου ειδικευμένου στα τετράποδα σπονδυλωτά για το αξόλοτλ και τα συγγενικά του νεοτενικά είδη, καθώς και την κατάστασή τους στη φύση.
καταχώρηση για το αξόλοτλ στην κόκκινη λίστα της IUCN
Η IUCN (International Union for the Conservation of Nature), δηλαδή Διεθνής Ένωση για τη Συντήρηση της Φύσης είναι ο διεθνής οργανισμός που εκδίδει κάθε χρόνο την κόκκινη λίστα των απειλούμενων ειδών, όπου τα είδη εύκολα μπαίνουν αλλά σχεδόν ποτέ δε βγαίνουν, και αξιολογώντας διάφορα κριτήρια για την κατάσταση του κάθε είδους το κατατάσσει σε ανάλογη κατηγορία. Το αξόλοτλ κατατάσσεται ως κρίσιμα κινδυνεύον, δηλαδή πολύ κοντά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση στη φύση.
η αναγεννητική ικανότητα του αξολότλ, δημοσίευση σε ιστολόγιο του Scientific American
Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
μια μικρή αναθεώρηση του αξόλοτλ ως μοντέλο αναγέννησης και έρευνας της γήρανσης
συγκριτική ανάπτυξη της λεκάνης μεταξύ του αξόλοτλ και του αυστραλιανοού πνευμονοφόρου ιχθύος, διατήρηση προγονικών στοιχείων και δημιουργία νέων κατά τη μετάβαση από τα ψάρια στα τετράποδα
ζώνες αναγέννησης στον εγκέφαλο του αξόλοτλ και αναγέννηση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων
αναγέννηση του φακού στο αξόλοτλ, νέα δεδομένα για την αναπτυξιακή πλαστικότητα
αναγέννηση των αρθρώσεων των άκρων στο αξόλοτλ
πρόσθια υπόφυση κι ανάπτυξη το αξόλοτλ
κινηματική κι αποτελεσματικότητα της σταθερής κολύμβησης στα ενήλικα αξόλοτλ
πειραματική πρόκληση ατροφικών και μερικώς παραμορφωμένων άκρων (φωκομελειών) στο εμβρυικό αξόλοτλ
το άκρο του αξόλοτλ, ένα μοντέλο ανάπτυξης των οστών, της αναγέννησης και της επούλωσης καταγμάτων

Τα νάουατλ
(nahuatl)
είναι η γλώσσα των φυλών νάουα του Μεξικού, μία ομάδα εκ των οποίων ήταν οι Μεξίκα που έμειναν γνωστοί στην ιστορία ως Αζτέκοι, από τη μυθική τοποθεσία του Αζτλάν απ’όπου κατάγονταν. Οι Αζτέκοι ίδρυσαν αυτοκρατορία μεταξύ του 15ου και του 16ου αι. που είχε υπό τον έλεγχό της πολλά άλλα κράτη, νάουα κι άλλων φυλών. Ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας τους υπολογίζεται ως και στα 12 εκατομμύρια, με την πρωτεύουσα του Μεξίκο ή Τενοτστιτλάν (σήμερα Πόλη του Μεξικού) να είχε περί τις 200.000. Μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας από τους Ισπανούς κατακτητές, ο πληθυσμός πλήχθηκε έντονα από ευρωπαϊκές ασθένειες, όπως η ευλογιά, με αποτέλεσμα να πεθάνει γύρω στο 80%. Οι εναπομείναντες βρίσκονταν σχεδόν σε καθεστώς δουλείας, αν και οι πρώην ευγενείς για ένα διάστημα κράτησαν εικονικά τους τίτλους τους, ενώ οι Ισπανοί άποικοι, οι οποίοι ήταν κυρίως άντρες, έπαιρναν τις γυναίκες τους με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να μετατραπεί σιγά-σιγά σε μιγάδες. Οι μιγάδες αρχικά δυστυχώς δεν αναγνωρίζονταν ούτε ως μέλη της μίας ούτε της άλλης πολιτισμικής ομάδας, με αποτέλεσμα να έχουν αρνητική αντιμετώπιση, σήμερα όμως αποτελούν πάνω από το 50% του πληθυσμού του Μεξικού. Οι γνήσιοι Νάουα παραμένουν σε σχετικά απομονωμένες περιοχές, ενώ με τη μετανάστευση σήμερα υπάρχουν πολλοί και στις μεγάλες πόλεις. Ο αριθμός τους υπολογίζεται στα 2 εκατομμύρια μαζί μ’αυτούς που δε μιλούν τη γλώσσα, αλλά η κυβέρνηση του Μεξικού μετράει τις εθνωτικές ομάδες σύμφωνα με τη γλώσσα που μιλούν, κι έτσι αυτοί που μιλούν νάουατλ υπολογίζονται περίπου στα 1,5 εκατομύρια.

Η νάουατλ ανήκει στον κλάδο των γιουτοαζτεκικών γλωσσών, ταξινόμηση αντίστοιχη με τον ινδοευρωπαΪκό κλάδο, το σημιτικό, τον τουρκομογγολικό κλπ, που γενικά αντιστοιχεί και σε κάθε φυλή που τον μιλάει. Με την κάθοδο στο Μεξικό από κάποιο μέρος των νότιων σημερινών ΗΠΑ η γλώσσα δέχτηκε επιδράσεις από τα μάγια και τις άλλες γλώσσες που ομιλούνταν εκεί, γινόμενη μέρος της λεγόμενης μεσοαμερικανικής γλωσσικής περιοχής, των οποίων το ανακάτεμα κάνει δύσκολη την ταξινόμησή τους, αν κι η συγκεκριμένη γλώσσα παρέμεινε αρκετά ξεχωριστή ως προσφατότερη. Οι πρώτοι Νάουα κατέβηκαν γύρω στο 500 μ.Χ., ενώ οι Μεξίκα ήρθαν το 1200 μ.Χ., κι έπειτα από πολλές περιπλανήσεις και πολέμους εγκαταστάθηκαν σ’ένα νησί της λίμνης Τεξκόκο (σήμερα έχει σχεδόν αποξηρανθεί), όπου ίδρησαν την πόλη τους. Η γλώσσα τους χαρακτηρίζεται συγκολλητική, με ικανότητα πρόσθεσης προθέσεων, καταλήξεω κλπ που μπορούν ν’αλλάξουν το νόημα μιας λέξης. Συχνά μια λέξη με πολλά τέτοια μορφήματα κι άλλες λέξεις γίνεται ένα μακρινάρι με νόημα σχεδόν ολόκληρης πρότασης. Τα ρήματα κλείνονται και δέχονται αρκετά μορφήματα, ενώ τα ουσιαστικά λιγότερα. Τα επίθετα είναι λίγα και σπάνια, συνήθως για να χαρακτηριστεί ένα άλλο ουσιαστικό ενσωματώνεται σε μια σύνθετη λέξη με το ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, ενώ και τα επιρρήματα, εκτός από λίγα που λειτουργούν κι ως προθέσεις, δεν υπάρχουν και το νόημά τους δημιουργείται με τον παραπάνω τρόπο της σύνδεσης. Τα φωνίεντα χωρίζονται σε μακρά και βραχέα, όπως στα αρχαία ελληνικά, το συμφωνικό σύμπλεγμα «τλ» είναι κοινό, ενώ οι λέξεις τονίζονται συνήθως στην παραλήγουσα. Κάποια σύμφωνα όπως το ρ, το φ, το ντ και το μπ λείπουν, ενώ αυτό που γράφεται ως ξ, π.χ. Μεξικό στην πραγματικότητα προφέρεται ως sh. Το παραδοσιακό σύστημα γραφής των Αζτέκων ήταν ένα μείγμα εικόνων, ιδεογραμμάτων και σπανιότερα φωνογραμμάτων, το οποίο υιοθέτησαν από τους Μάγια. Η γνώση της γραφής περιοριζόταν μόνο στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και στο ιερατείο, όπως στην Αρχαία Αίγυπτο, και χρησιμοποιούταν για την καταγραφή αρχείων, γενεαλογιών, ημερολογιακών πληροφοριών, και ιστοριών, κυρίως ως βοήθημα απομνημόνευσης παρά ως αυθύπαρκτο κείμενο. Με την ισπανική κατάκτηση οι λαοί του Μεξικού υιοθέτησαν και το λατινικό αλφάβητο, το οποίο σιγά-σιγά εκτόπισε το προηγούμενο, όχι τόσο επειδή ήταν τελειότερο, που ήταν (όσον αφορά μόνο τα νάουατλ, οι μάγια είχαν πλήρη γραφή), αλλ’επειδή οι Ισπανοί συνέδεαν το προηγούμενο με την ειδωλολατρεία. Η ορθογραφία της νάουατλ στο λατινικό αλφάβητο βασίζεται στην ισπανική. Στις λίγες δεκαετίες μετά την κατάκτηση γράφτηκαν αρκετά έργα στη γλώσσα αυτή, πολλά ιστορικού περιεχομένου, που ως τις μέρες μας αποτελούν τις κύριες πηγές για τον πολιτισμό των Αζτέκων. Η κυρίαρχη διάλεκτός τότε στην οποία γάφτηκαν όλα τα έργα ήταν αυτή του Τενοτστιτλάν, η οποία αποκλήθηκε από τους μεταγενέστερους κλασική νάουατλ. Οι Ισπανοί διατήρησαν τη χρήση της αρκετά διαδεδομένης αυτής γλώσσας, την οποία χρησιμοποιούσαν στη διοίκηση και στον εκχριστιανισμό, έως ότου ο Κάρολος ο 2ος έβγαλε διάταγμα το 1696 για την αποκλειστκή χρήση της ισπανικής γλώσσας στις αποικίες της Ισπανίας. Έτσι η βούληση ενός μόνο αλαζόνα ανδρός κατέστρεψε ανεπιστρεπτή μια γλώσσα, έναν πολιτισμό και μια λογοτεχνία που μόλις τότε άρχισε να εξελίσσεται. Σύντομα τα γραπτά στη γλώσσα αυτήν μειώθηκαν, κι έπαυσαν εντελώς με το διάταγμα του 1770 για την απαγόρευση όλων των ιθαγενών γλωσσών. Σήμερα η γλώσσα αυτή έχει καταλήξει περιθωριακή, κάτι αντίστοιχο των μειονοτικών γλωσσών στην Ελλάδα, και τίποτα σχεδόν δε γράφεται σ’αυτήν, αν και γίνονται προσπάθειες από Μεξικανούς εθνικιστές για την αναβίωσή της. Είναι σπασμένη σε διάφορες διαλέκτους, αρκετές εκ των οποίων αρκετά παραλλαγμένες και περισσότερο ή λιγότερο ισπανοποιημένες. Τα ισπανικά έχουν υιοθετήσει αρκετές λέξεις της γλώσσας αυτής, ενώ μερικές που έχουν να κάνουν με το Μεξικό και ιδιαίτερα στοιχεία του έχουν υιοθετηθεί διεθνώς, όπως η σοκολάτα (ξοκόλατλ), πικρό νερο κανονικά (προΪόν πολυτελείας για τους Αζτέκους), η ντομάτα (τόματλ), το τσίλι (τσίλι), το αβοκάντο (αάκατλ = όρχις), το πεγιότ (πέγιοτλ), είδος παραισθησιογόνου κάκτου του Μεξικού, το αξόλοτλ ή αξολότλ (αξόλοτλ), τέρας του νερού, υδρόβια σαλαμάνδρα του Μεξικού, το κογιότ (κόγιοτλ), ο οσελότος (οσέλοτλ), το ουλάμα (ολαμαλίστλι), μεσοαμερικανικό παιχνίδι της μπάλας, και φυσικά το ίδιο το όνομα του Μεξικού.

Μέχρι να μαζέψω λοιπόν υλικό για να κάνω την επόμενη δημοσίευσή μου για τους Αζτέκους, θα σας δώσω μερικά τραγούδια σ’αυτήν τη γλώσσα, άλλα με την παραδοσιακή μουσική κι άλλα με σύγχρονα όργανα. Δυστυχώς δεν έχω βρει μεταφράσεις στα περισσότερα για να ξέρω τι λένε, μερικά όμως είναι παραδοσιακά κι έχουν να κάνουν με των πολιτισμό των Αζτέκω και τις τότε λατρεμένες θεότητες.

Μουσική με παραδοσιακά όργανα:

Ένα κομμάτι ροκ:

κομμάτι ενός μέλους της Εκκλησίας τω Αυτοχθόνω Αμερικανών
(πεγιοτισμός)
ως χαιρετισμός του Ήλιου:

ΝαουατλοΪσπανικό χιπ χοπ:

Κι ένα άλλο κομμάτι πεγιοτιστή:

Παραδοσιακός χορός:

ΝαουατλοΪσπανικό τραγούδι προς το θεό Ουιτζιλοπότστλι:

Τραγούδι για την άνοιξη:

Τραγούδι για τη φωτιά:

Τραγούδι για παιδάκια:

Ένα αστείο βίντεο με μικρό παιδάκι που προσπαθεί να μάθει ένα τραγουδάκι:

Σκεφτείτε τώρα τέτοια παιδιά να τα παίρουν οι ιερείς και να τα θυσιάζουν σ’έναν υποτιθέμενο θεό. Αυτά τα μικρά λιμπάκια. Και για να πάρετε μια πρόγευση για το θέμα της επόμενης δημοσίευσης:

Και οι αριθμοί στη γλώσσα αυτήν:

Και βέβαια τα παραπάνω είναι μόνο ένα δείγμα. Υπάρχουν περισσότερα βίντεο στο youtube κι αλλού και για τη μουσική και για τη γλώσσα.

Salvia divinorum μερικές χρήσιμες σελίδες:

sagewisdom.org
Σελίδα που ξεκίνησε από τον κύριο πρώτο επιστήμονα και ανακαλυπτή της δραστικής της ουσίας, σαλβινορίνη α, Daniel Siebert, με πολλές πληροφορίες. Μάλιστα οι
οδηγίες χρήσης της Salvia divinorum έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.

ενότητα για τη Salvia divinorum στο Erowid
Με διάφορα άρθα από επιστήμονες, διαδικτυακές σελίδες, ψυχοναύτες κ.ά. για το φυτό αυτό και τις ιδιότητές του.

άρθρο για τη Salvia divinorum sto fridge.gr
Από τον αγαπητό Zyklon b.

Οι παραπάνω σύνδεσμοι εκτός του πρώτου μπήκαν στο άρθρο στις 9 Ιουνίου του 2012.
Πιστεύω πως αν το φασκόμηλο αυτό χρησιμοποιείται υπεύθυνα και σωστά και δε γίνονται έκτροπα ώστε να γίνει παράνομο, ίσως κάποτε η αξία του ν’αναγνωριστεί επισήμος και να χρησιμοποιείται και θεραπευτικά π.χ. στην ψυχοθεραπεία.