Tag Archive: λουλούδια


Κυκλάμινο

Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
γεράνια
ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω «εμπορικά». Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα «εμπορικά» είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
γαρύφαλλο).
Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
όπως για παράδειγμα στο «Κυκλάμινο» που έχει ως εξής: «Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…», ή στο «Μικρό πουλί τριανταφυλλί», που ξεκινάει έτσι: «Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…», και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
ομοιοπαθητική,
ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
εδώ
και
εδώ
τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
δικά μου κουνέλια
έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

Advertisements

Διμορφοθήκη;

άνθος

Πολύ κοινό είδος που φυτεύεται παντού. Το πουλάνε ως «διμορφοθήκη». Υπάρχουν όμως δύο γένη διμορφοθήκης, το γένος Dimorphotheca και το Osteospermum. Αυτά τα είδη, απ’ό,τι διάβασα, υβριδοποιούνται μεταξύ τους και οι περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες είναι υβρίδιά τους. Ποιο άραγε γνωστό είδος ή υβρίδιο να είναι; Όποιος έχει την καλοσύνη ας το αναγνωρίσει.

Το κεφάλι της φωτογραφίας είχε διάμετρο περίπου 3-4 εκ. Πάνω-κάτω τόσο μεγάλα είναι τα κεφάλια αυτών των φυτών, αν κι έχω συναντήσει και μεγαλύτερα. Στα περισσότερα φυτά είνια ροζ ή μοβ. Για όσους δε γνωρίζουν, τα άνθη της οικογένειας των αστεροειδών ή σύνθετων είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι άνθος, αλλά μια τροποποιημένη ταξιανθία (ομάδα ανθέων) που λέγεται κεφάλι και είναι πάνω σ’ένα συμπυκνωμένο βλαστό, και της οποίας τ’άνθη είναι μικροσκοπικά και λέγονται ανθίδια. Στη μέση βρίσκονται τα δισκοειδή ανθίδια, ενώ περιμετρικά τ’ακτινωτά, των οποίων τα πέταλα εκτείνονται προς τα έξω. Τα κεφάλια της διμορφοθήκης κλείνουν κάπως το βράδυ, όπως και σε πολλά συγγενικά είδη.
Το υπόλοιπο φυτό έχει κολλώδη υφή με λεπτούς βλαστούς κι αντίθετα ωοειδή κι οδοντωτά φύλλα με τρίχες, και όλο μυρίζει δύσοσμα, αλλ’ευτυχώς η μυρωδιά δε φεύγει σε απόσταση εκτός κι αν τριφτεί. Έχω παρατηρήσει δύο μορφές: συμπαγή φυτά με πιο χοντρούς βλαστούς, και μεγαλύτερα με λεπτότερους κι ακανονιστοτερους που απλώνονται.
Καλλιεργείται πανεύκολα σε ήλιο ή ημισκιά με κανονικό πότισμα, γι’αυτό άλλωστε θα το βρείτε παντού, το χειμώνα όμως παγώνει χωρίς προστασία. Εγώ είχα ένα τέτοιο φυτό στα πρώτα χρόνια της εμπειρίας μου με τα φυτά, αλλ’επειδή τότε δεν πολυήξερα ακόμα, το άφησα έξω στο κρύο και μου πάγωσε.

άνθος


κάψα (καρπός) κοινής παπαρούνας

Πηγή:
Ροδιακή Εφημερίδα

2011
20
Μαϊ
Μήκων η ροιάς

Η Μήκων η ροιάς (Papaver Rhoeas) ανήκει στο γένος Παπάβερ (Papaver) που περιλαμβάνει φυτά δικοτυλήδονα και υπάγεται στην οικογένεια Παπαβερίδες (Papaveraceae). Η οικογένεια Παπαβερίδες περιλαμβάνει περίπου εκατόν (100) διαφορετικά είδη. Πρόκειται για φυτά, κατά κανόνα ποώδη και σπανίως φρυγανώδη.

Το γένος Παπάβερ (Papaver) περιλαμβάνει φυτά καλλωπιστικά, φαρμακευτικά και βιομηχανικά, τα οποία περιέχουν γαλακτώδη χυμό, πλούσιο σε αλκαλοειδή και με ναρκωτική δράση. Το γένος αυτό στην ελληνική βιβλιογραφία και ιδιαίτερα στα σχολικά βιβλία αναφέρεται και με την ονομασία «Μήκων», η οποία έχει προέλευση αρχαιοτάτη.

Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή περί τα δώδεκα (12) είδη, τα οποία είναι γνωστά με το κοινό όνομα παπαρούνα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και τα εξής:

α) Μήκων η ροιάς (Papaver-Rhoea) γνωστή με το κοινό όνομα: παπαρούνα, κόκκινη παπαρούνα, κουτσουνάδα (Κρήτη). Η ονομασία «ροιάς» οφείλεται στο γεγονός ότι φυλλορροούν και πέφτουν πολύ εύκολα τα πέτα του άνθους αυτής.

β) Μήκων η υπνοφόρος (Papaver-somniferum), γνωστή με τα κοινά ονόματα: αφιόνι, μπλε ή πορφυρόχρωμη παπαρούνα, από την οποία παράγεται η μορφίνη (Morphium)

γ) Μήκων το σμηριγγοφόρον (Papaver setigerum), πιθανώς πρόγονος της Μήκονος της υπνοφόρου.

δ) Γλαύκιων φλάβιου (Glaucium Flavium) ή Μήκων η Κερατίτις (Papaver corneum), γνωστή με το κοινό όνομα: κίτρινη παπαρούνα ή παράλιος παπαρούνα, επειδή συχνά απαντά στις παραλίες.

Η Μήκων η ροιάς είναι πόα μονοετής, η οποία φύεται σε όλη την Ελλάδα και στις άλλες παραμεσόγειες χώρες. Έχει βλαστό όρθιο, λεπτό, γλαυκόχρωμο, εσωτερικά κοίλο (ύψους 0,20-0,40 μ. περίπου). Έχει φύλλα μετρίου μεγέθους, επιμήκη, έλλοβα, χρώματος ανοικτού πρασίνου.

Οι ανθοφόροι οφθαλμοί είναι μικρού μεγέθους, ωοειδείς. Τα μεγάλα άνθη είναι εντυπωσιακά, με στεφάνη από τέσσερα ζωηρά κόκκινα πέταλα, που στη βάση (όνυχα) είναι μελανά. Στο ανοιγμένο άνθος λείπει ο κάλυκας, ο οποίος κατά το στάδιο, που το άνθος είναι μπουμπούκι, αποτελείται από δύο κοίλα, τραχέα, λόγω τριχών, σέπαλα, και ο οποίος, καθώς το άνθος ανοίγει, πίπτει.

Χαρακτηριστικός είναι ο ύπερος, ο οποίος αποτελείται από μερικά καρπόφυλλα, συμφυή προς σφαιρική ωοθήκη και επάνω στον οποίοα τα απλωτά και ενωμένα σε δίσκο στίγματα σχηματίζουν ένα είδος πώματος.

Τον περιβάλλον πολυάριθμοι στήμονες, με μικρούς, γκρίζους-ιώδεις ανθήρες. Η ωοθήκη, αφού ωριμάσει, μετασχηματίζεται σε κάψα (κωδία), η οποία είναι πλήρης από πολυάριθμους, μικροσκοπικούς, καστανόμαυρους σπόρους και ανοίγει με πόρους, κάτω από τον στιγματιοφόρο δίσκο της κορυφής.

Η Μήκων η ροιάς φύεται σε ακαλλιέργητους αγρούς, στις άκρες οικοπέδων, δρόμων κ.λπ. Αγαπά γόνιμα εδάφη, που συγκρατούν την υγρασία και καλώς ηλιαζόμενα. Ανθίζει την άνοιξη (Απρίλιο – Μάιο) και εντυπωσιάζει από μακριά με τα ωραία, κόκκινα άνθη της.

Το φυτό ήτο γνωστό στον άνθρωπο από πολύ παλιά και αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Θεόφραστος γράφει: «Έχει δε και η των δένδρων αυτών υγρότης, ώσπερ ελέχθη, διάφορα είδη· η μεν γαρ εστιν οπώδης, ώσπερ η της συκής και της μήκωνος» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1,12,2).

Και αλλού: «Ετέρα δε μήκων ροιάς καλουμένη παρομοία κιχορίω τω αγρίω, δι’ ο και εσθίεται· εν τοις αρουραίοις δε φύεται, μάλιστα εν ταις κριθαίς· άνθος δ’ έχει ερυθρόν, κωδύαν δ’ όσην όνυχα του δακτύλου. Συλλέγεται δε προ του θερισμού των κριθών, εγχλωροτέρα δε μάλλον. Καθαίρει δε κάτω» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9,8,4).

Ο Διοσκουρίδης γράφει σχετικώς τα εξής: «Μήκων ροιάς· ωνόμασται διά το ταχέως το άνθος αποβάλλειν· φύεται δε εν αρούροις ήρος, ότε και συλλέγεται. Έοικε δε τα φύλλα οριγάνω ή ευζώμω ή κιχορίω ή θύμω, υπεσχισμένα, μακρότερα δε και τραχύτερα· καυλόν δε έχει σχοινώδη, όρθιον, τραχύν, ως πήχεως, άνθος φοινικούν, ενίοτε δε λευκόν, όμοιον τω της αγρίας ανεμώνης· κεφαλή δε προμήκης, ήττον μέντοι της ανεμώνης, καρπός πυρρός, ρίζα επιμήκης, υπόλευκος, δακτύλου έχουσα μικρού πάχος, πικρά.

Ταύτης κεφαλάς πέντε ή έξ εν οίνου κυάθοις τρισίν εψήσας, ώστε εις δύο αγαγείν, πότιζε ους αν βούλη υπνώσαι. Του δε σπέρματος, όσον οξύβαφον ποθέν συν μελικράτω κοιλίαν ηπίως μαλάσσει· μείγνυται δε και μελιτώμασι και ιτρίοις προς το αυτό. Τα δε φύλλα συν ταις κωδύαις καταπλασθέντα φλεγμονάς ιάται· και το απόζεμα δε αυτών προσαντληθέν υπνοποιόν εστιν» (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4,63).

Ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει: «Μήκων· η μεν τις εστιν ήμερος και κηπευτή, ής το σπέρμα αρτοποιείται εις την εν υγιεία χρήσιν· και συν μέλιτι δε αντί σησάμης αυτώ χρώνται· καλείται δε θυλακίτις, επίμηκες έχουσα το κεφάλιον και το σπέρμα λευκόν. Η δε τις αγρία, εγκαθημένην έχουσα την κωδύαν, σπέρμα μέλαν, ή δη και πιθίτις ονομάζεται, υπ’ ενίων δε ροιάς και αυτή διά το ρειν εξ αυτής τον οπόν. Τρίτη δε αγριπτέρα και μικροτέρα και φαρμακωδεστέρα τούτων, έχουσα την κωδύαν επιμήκη» (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4,64).

Η Μήκων η ροιάς ή παπαρούνα ή κουτσουνάδα, λαχανεύεται· οι νεαροί και τρυφεροί βλαστοί της και τα φύλλα μαγειρεύονται. Γίνονται λαδερά, μόνα ή με άλλα και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή χορτόπιτας.

Τα σπέρματα του φυτού χρησιμοποιούνται σε αρτοσκευάσματα και γλυκά αντί σησαμιού και είναι πολύ αρωματικά (πρβλ. Mohnkuchenκ, γλυκά με σπόρους παπαρούνας, που παρασκευάζονται στη Γερμανία).

* Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολονάκης
Έφορος Αρχαιοτήτων ε.τ.

φούξια ποικιλία


δίχρωμη ποικιλία πορτοκαλί και ροζ

Τα βλέπουμε παντού – μικρά φουντωτά φυτά με πάρα πολλά άνθη που ανοίγουν το απόγευμα και γεμίζουν τον τόπο με το άρωμά τους. Είναι τα φυτά που συνήθως αποκαλούνται δειλινά μ’επιστημονική ονομασία (Mirabilis jalapa). Πανέμορφα αλλά και πολύ επιτυχημένα, μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και σε εγκαταλελειμμένες περιοχές.

Τα δειλινά κατάγονται από τις Άνδεις της Νότιας Αμερικής. Μολονότι θεωρούνται από πολλούς ως μονοετή, στην πραγματικότητα είναι πολυετή κονδυλώδη φυτά που επανέρχονται κάθε άνοιξη από τους υπόγειους κονδύλους τους. Είναι το γνωστότερο είδος του γένους Mirabilis της οικογένειας των νυκταγινιδών (nyctaginaceae). Mirabilis στα λατινικά σημαίνει θαυμάσιο, ενώ Jalapa (Χαλάπα) είναι μια πόλη του Μεξικού, αν και στην πραγματικότητα το φυτό δεν είναι ενδημικό εκεί. Ωστόσο το φυτό διαδόθηκε γρήγορα μετά την ανακάλυψή του, η οποία φέρεται ότι έγινε το 1540. Συνηθίζουμε να το λέμε «δειλινό», αφού τα άνθη του ανοίγουν το απόγευμα, ενώ αποκαλείται και «νυχτολούλουδο», αν κι αυτό το όνομα αναφέρεται συνήθως στο φυτό κέστρο, και καλύτερα να χρησιμοποιείται μόνο γι’αυτό το είδος, αφού η ευρεία χρήση του προκαλεί σύγχυση. Σ’άλλες γλώσσες το δειλινό έχει διάφορες παρόμοιες οομασίες. Σε πολλές ινδικές γλώσσες έχει το ίδιο όνομα με το δικό μας, ενώ στα κινέζικα λέγεται «άνθος του μπάνιου» ή «άνθος του βρασίματος του ρυζιού», γιατί αυτές οι δραστηριότητες γίνονται κατά την ώρα που ανοίγουν τα άνθη του. Στα αγγλικά λέγεται «four o’clock (τέσσερις η ώρα)», επειδή σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτυ με περισσότερες βραχύτερες και συννεφιασμένες μέρες ανοίγει νωρίτερα.

Το φυτό είναι ποώδες και κονδυλώδες φτάνοντας σε ύψος συνήθως τα 60 εκ. με ένα μέτρο, συχνά κοντότερο και σπανιότερα ψηλότερο, ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες και τα γενετικά χαρακτηριστικά του κάθε φυτού. Έχει λείους βλαστούς κι αντίθετα πλατιά κι επίμηκη φύλλα. Το φυτό έχει πυκνή και θαμνώδη κατασκευή. Υπογείως δημιουργεί κωνικούς κονδύλους. Τα άνθη του εμφανίζονται κατά ομάδες με κοινή ανθοδόχη στις κορυφές των βλαστών και είναι μικρά, χωανοειδή με 5 πεταλοειδή στοιχεία – στην πραγματικότητα τροποποιημένα σέπαλα – έντονου χρώματος. Το χρώμα μπορεί να ποικίλει από λευκό, κόκκινο, ρόδινο, φουξ, κίτρινο μέχρι και δίχρωμο π.χ. πορτοκαλί με κίτρινο, ενώ σε κάποια φυτά τα άνθη μπορεί ν’αλλάξουν χρώμα ανάλογα με την ηλικία τους ή την ηλικία του φυτού. Τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα από το σούρουπο οπότε ανοίγουν. Κάθε άνθος διαρκεί μόνο για μια νύχτα αλλά το φυτό παράγει μεγάλο αριθμό για όλη τη διάρκεια των τελών της άνοιξης, του καλοκαιριού και των αρχών-μέσων του φθινοπώρου. Το άρωμα προσελκύει ρυγχωτές νυχτοπεταλούδες. Μετά την επικονίαση σχηματίζεται ένας μονόσπερμος καρπός, πράσινος, μαλακός και κούφιος αρχικά, αλλά μαύρος, τραχύς και σκληρός όταν ωριμάσει.

Το φυτό αυτό αναπτύσσεται ταχύτατα, είναι πολύ ανθεκτικό, επομένως η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Πολλαπλασιάζεται κυρίως με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται όταν έχουν ωριμάσςει είτε απευθείας απ’το φυτό, είτε με τίναγμά του, ή αφού έχουν πέσει κάτω, προτιμότερα στα τέλη του καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου οπότε θά’χουν σχηματιστεί πολλοί. Έπειτα σπέρνονται την άνοιξη σε πλούσιο έδαφος σε μικρό βάθος. Θα βλαστήσουν σε 7-14 μέρες, και η ανάπτυξη των φυτών θα είναι πολύ γρήγορη ήδη από την αρχή. Τα φυτά ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις σε σχεδόν οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε φτωχό και αργιλώδες ή και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ανθοφορία χρειάζονται τακτικό πότισμα και μηνιαία λίπανση, αν κι όπως είπα μπορούν ν’αναπτυχθούν και σε συνθήκες σχεδον πλήρους παραμέλησης. Εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας σπόρου που παράγουν και της εύκολης βλάστησής τους, μπορεί να συμπεριφερθούν ως αγριόχορτα, γι’αυτό ίσως χρειαστούν έλεγχο σε περιοχές όπου δεν είναι επιθυμητά. Σε περίπτωση που σπάσουν κατά την περίοδο ανάπτυξης, θα ξαναπετάξουν από τη βάση του βλαστού τους. Σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές μπορεί να παραμένουν πράσινα όλο το χρόνο, ενώ στις θερμές εύκρατες χώρες όπως στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας το υπέργειο τμήμα τους παγώνει κάθε χειμώνα, αλλά ξαναναπτύσσονται από τους κονδύλους. Σε ψυχρότερες περιοχές μπορούν να καλλιεργηθούν είτε ως μονοετή, με ετήσια σπορά, είτε οι κόνδυλοι να ξεθαφτούν και ν’αποθηκευθούν σε δροσερό, ξηρό και αεριζόμενο μέρος π.χ. τυλιγμένοι σε χαρτιά, ώστε να ξαναφυτευθούν την άνοιξη. Η νεαρή ανάπτυξη μπορεί να προσβληθεί από αφίδες.

Το φυτό είχε ή έχει λίγες φαρμακευτικές χρήσεις, κυρίως ως καθαρτικό, διουρητικό και αφροδισιακό. Επίσης τα φύλλα του μπορούν να βραστούν και να φαγωθούν σε περιπτώσεις ανάγκης. Γενικά όμως το φυτό και οι σπόροι του είναι τοξικά. Οι σπόροι χρησιμποιούνται απ’τα παιδιά ως σφαίρες στα φυσοκάλαμα.

Έχω συναντήσει το φυτό αυτό σχεδόν παντού κι επίσης τό’χω καλλιεργήσει, και γι’αυτό έχω ν’αναφέρω κάποιες παρατηρήσεις. Το φυτό αυτό είναι πολύ προσαρμοστικό. Τό’χω βρει σε ξερά μέρη με πετρώδες χώμα, σε παραμελημένα δημόσια παρτέρια, ακόμα και άγριο κοντά σε περιοχές με ανθρώπινη δραστηριότητα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες αυτού του φυτού, για παράδειγμα μια φουξ με ασθενές άρωμα αι μια άλλη πορτοκαλί ή κίτρινο με πορτοκαλί με πολύ έντονο και ωραίο άρωμα. Μαζεύοντας σπόρους από την τελευταί όμως έβγαλα τελικά φουθξ φυτά, λόγω υβριδοποίησης με κοντινές ποικιλίες. Για την καλλιέργεια έχω να πω ότι είναι πολύ εύκολο. Έχω παρατηρήσει ότι οι σπόροι που σπέρονται πολύ ρηχά δε στηρίζιονται καλά γέρνοντας, το οποίο πρόβλοημα μπορεί να λυθεί με λίγο επιπλέον χώμα γύρω από τη βάση του φυτού. Τέλος ο χυμός του φυτού μυρίζει έντονα πικρά, πιθανόν λόγω της τοξικότητάς του. Τα κουνέλια το αποφεύγουν. Το δειλινό είναι ένα από τα αγαπημένα μου φυτά.

Πηγές:
Ελληνικά
δειλινό (καλλιέργεια) στο valentine.gr
φυτοσυμβουλές – δειλινό καλλιέργεια
δειλινό – θέμα συζήτησης σε φόρουμ
Αγγλικά
άρθρο της αγγλικής wikipedia
δειλινό – πληροφορίες και σχόλια στο Davesgarden.com
δειλινό – πληροφορίες και καλλιέργεια στο floridata.com
καλλιεργητικές πληροφορίες
δειλινό – πληροφορίες, καλλιέργεια και χρήσεις

Ενημέρωση 2/9/2013: Κάποιες επιπλέον φωτογραφίες:

ολάνθιστο φυτό


κεφάλι από κοντά

Οι μαργαρίτες είναι από τα κοινότερα και ευκολότερο αναγνωρίσιμα αγριολούλουδα της χώρας μας. Φυτρώνουν σχεδόν παντού και ανθίζουν για μεγάλο διάστημα του χρόνου.
Το ελληνικό τους όνομα είναι ανθεμίδες, ενώ οι μαργαρίτα έχει λατινογενή προέλευση. Ανήκουν στην τεράστια οικογένεια των σύνθετων (compositae) ή αστεριδών (asteraceae), χαρακτηριστικό της οποίας είναι η μορφολογία των ταξιανθιών των μελών της. Στην Ελλάδα πιο συχνά απαντώνται τα είδη Anthemis maritima (ανθεμίδα η θαλάσσια), που όπως δηλώνει και τ’όνομά της είναι μεσογειακό φυτό, και η A. arvensis, η μαργαρίτα των αγρών. Τα φυτά είναι μονοετή και ποώδη, ύψους 20-60 εκ., με διαιρεμένα λεπτά φύλλα και ανθοφόρα κεφάλια στις κορυφές των βλαστών.
Από τα άγρια είδη έχουν δημιουργηθεί διάφορες καλλιεργημένες ποικιλίες με μεγαλύτερα άνθη. Το φυτό των φωτογραφιών αυτού του άρθρου είναι καλλιεργημένο, δεν ξέρω τα είδη προέλευσης. Για να ευδοκιμήσουν χρειάζονται ήλιο, έδαφος με καλή αποστράγγιση και κανονικό πότισμα, κι έτσι θ’ανθίζουν για το μεγαλύτερο διάστημα του καλοκαιριού.

έχω όμως ακόμα ένα πρόβλημα με την ακριβή ονομασία των ειδών. Ένα άλλο κοινό είδος μαργαρίτας είναι η Bellis perennis, ένα φυτό με παρόμοια κεφάλια αλλά διαφορετική κατασκευή. Το είδος αυτό είναι ιθαγεννές στη Δυτική Ευρώπη. Όμως πέρσι, που είχα πάει εκδρομή στη Βάλια Κάλντα των Γρεβενών, ο ξεναγός που μας έδειχνε το μέρος και μας έλεγε για τους ζωντανούς οργανισμούς της περιοχής μας είπε τη μαργαρίτα B. perennis (για την ακρίβεια «μπέλις περενίς», αν και τα λατινικά δεν τονίζονται ποτέ στο τέλος). Υπάρχει αυτό το είδος στην Ελλάδα; άν κάποιος ξέρει παρακαλώ να βοηθήσει.

Το χαρακτηριστικό λοιπόν της οικογένειας των μαργαριτών, όπως είπα, είναι η μορφολογία των ταξιανθιών τους. Τα «άνθη» τους δηλαδή δεν είναι πραγματικά άνθη, αλλά τροποποιημένες βοτρυοειδείς ταξιανθίες και λέγονται κεφάλια ή καλαθίδια. Μία βοτρυοειδής ταξιαθία είναι μία απλή δομή
αποτελούμενη από έναν κεντρικό βλαστό στον οποίον φύονται ποδίσκοι (μικροί βλαστοί) που φέρουν τ’άνθη. Το βασικό αυτό σχέδιο έχει και παραλλαγές, όπως ο στάχυς στον οποίο τα άνθη συνδέονται απευθείας στο βλαστό χωρίς ποδίσκο.

Το κεφάλιο λοιπόν είναι ακόμα μια παραλλαγή. Ο κεντρικός βλαστός της ταξιανθίας είναι συμπυκνωμένος σε μια πλακοειδή δομή, πάνω στον οποίο φύονται τα ανθίδια, το καθένα μ’όλα τα στοιχεία ενός άνθους. Υπάρχουν δύο ειδών ανθίδια: τα δισκοειδή και τα ακτινοειδή. Το πορτοκαλί-κίτρινο μέρος του κεφαλίου της μαργαρίτας καταλαμβάνεται από δισκοειδή, ενώ στην περιφέρεια τα λευκά πεταλοειδή στοιχεία είναι τ’ακτινοειδή. Κάθε λευκή ακτίνα, αν την παρατηρήσετε καλά, αποτελείται από κάποια των πετάλων ενός άνθους που έχουν συνενωθεί. Αν την κόψετε τραβόντας την, αφαιρείτε όλο το ανθίδιο. Οι καρποί αυτών των ταξιανθιών είναι αχένια, δηλαδή ξηροί μονόσπερμοι καρποί. Οι σπόροι του ηλιόσπορου με το τσόφλι για παράδειγμα είναι το καθένα ξεχωριστός καρπός. Σε πολλά είδη ο καρπός διαθέτει ένα θύσσανο λεπτών τριχών στην κορυφή του, οι οποίες προέρχονται από τροποποιημένα στοιχεία του κάλυκα του ανθιδίου, τον πάππο, ο οποίος πήρε το όνομα εξαιτίας της ομοιότητάς του με άσπρα μαλλιά παππού, και βοηθά στη διασπορά του με τον άνεμο. Τα λεπτά λευκά χνούδια στο καρποφόρο κεφάλι ενός ραδικιού ή οι βαμβακώδεις τρίχες στο κεφάλι ενός ξερού γαϊδουράγκαθου είναι τέτοια παραδείγματα. Συχνά αυτές οι ταξιανθίες μπορεί να έχουν στη βάση βράκτια φύλλα (έτσι λέγονται τα φύλλα των ταξιανθιών), τα οποία μπορούν να συγχυστούν με σεπαλα.
Τέλος κάποια φυτά μπορεί να μην έχουν καθόλου ακτινωτά ανθίδια, όπως μερικές μαργαρίτες και τα ραδίκια, ενώ άλλα νά’χουν μόνο ακτινωτά όπως οι
ζοχοί.

Εξαιτίας της ομοιότητας της ταξιανθίας αυτών των φυτών με άνθη, έχουν ονομαστεί και ψευδάνθια, ενώ η οικογένεια που περιέχει αυτά τα φυτά ονομάστηκε σύνθετα (σύνθετο άνθος). Ψευδάνθια ωστόσο δεν έχουν μόνο τα σύνθετα, αλλά σποραδικά εμφανιζονται και σ’άλλες οικογένειες, με διαφορετική όμως μορφή.

Μερικά μέλη αυτής της οικογένειας εκτός από τις μαργαρίτες είναι οι διμορφοθήκες, οι γκαζάνιες, οι αστέρες, τα χαμομήλια, τα γαϊδουράγκαθα, οι αγκυνάρες, οι ηλιόσποροι, τα ραδίκια, τα μαρούλια, οι ζοχοί, τα χρυσάνθεμα, οι κατιφέδες κλπ.

Κύριες πηγές:
άρθρο της βικιπαίδεια για τη μαργαρίτα
και
άρθρο της αγγλικής wikipedia για την οικογένεια των συνθέτων

ανθισμένη γαρυφαλιά

Τα γαρύφαλλα είναι από τα πιο δημοφιλή λουλούδια.
Είναι μεγάλα, μ’έντονα χρώματα κι αρωματικά, και χρησιμοποιούνται συχνά σε διακοσμήσεις και συνθέσεις. Για κάποιον λόγο όμως, δεν καλλιεργούνται τόσο ευρέως όσο άλλα ανθοφόρα φυτά. Δεν ξέρω γιατί, πάντως δεν είναι δύσκολα στην καλλιέργεια. Εδώ θα γράψω για την καλλιέργεια αυτού του φυτού.
Η γαρυφαλλιά είναι ιθαγεννής των μεσογειακών χωρών. Είναι δικοτυλήδωνο, ανήκει στην οικογένεια των καρυοφυλλιδών και στην τάξη των καρυοφυλλωδών. Το επιστημονικό τις όνομα είναι Dianthus caryophyllus (δίανθος ο καρυόφυλλος). Δίανθος σημαίνει το άνθος του Δία. Το φυτό ήταν γνωστο από πολύ παλιά. Τ’όνομά του έχει μεγάλη ιστορία. Το αρχαίο ελληνικό του όνομα ήταν «καρυόφυλλον», το οποίο πέρασε στα λατινικά ως «garofolum», στα βενετικά έγινε «garofolo» και μας€ ξαναήρθε ως αντιδάνειο «γαρύφαλλο». Το γαρύφαλλο επίσης είναι σύμβολο της Ισπανίας.
Είναι πολυετής αειθαλής θάμνος ύψους 45-80 εκ. Η κατασκευή του είναι αραιή, αν και διατηρεί ένα γενικό στρογγυλεμένο σχήμα. Έχουν επίσης δημιουργηθεί κοντότερες και συμπαγέστερες ποικιλίες. Στη βάση βγαίνουν παραφυάδες. Οι κορμοί και τα βασικά κλαδιά ξυλοποιούνται με την ηλικία, και μπορεί να φτάσουν σε αρκετά μεγάλες διαμέτρους μετά από μερικά χρόνια. Οι λεπτότεροι βλαστοί είναι ανοιχτοπράσινοι, λείοι κι ευλύγιστοι. Τα γόνατα (σημεία απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα και οι διακλαδώσεις) είναι λίγο φουσκωμένα (κόμποι). Το φύλλωμα είναι γλαυκοπ΄ράσινο, με εναλλάξ, στενά, γραμμωειδή φύλλα. Τα άνθη εμφανίζονται στις κορυφές των βλαστών, από 1 έως 5, αλλά το συνηθέστερο είναι 3, 1 στην κορυφή και δύο πλευρικά. Έχουν διάμετρο 3-5 εκ., και το άρωμά τους μοιάζει με το ομώνυμο μπαχαρικό. Ο κάλυκάς τους είναι ψηλός και τα πέταλά τους πολύ πυκνά. Το χρώμα του άγριου τύπου ήταν ροζ-μοβ, αλλά έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες, με συνηθέστερα χρώματα το κόκκινο και το ροζ σε διάφορες αποχρώσεις και το λευκό. Κάποιες λιγότερο γνωστές ποικιλίες έχουν κίτρινα, μοβ, δίχρωμα ή και πράσινα γαρύφαλλα. Οι γαρυφαλλιές ανθίζουν από την άνιξη έως τα πρώτα κρύα αργά το φθινόπωρο.
Η καλλιέργεια του φυτού είναι αρκετά εύκολη. Φυτεύεται σε κήπους, συνήθως σε γραμμές ως όρια με απόσταση 30-45 εκ. μεταξύ των φυτών, ή σε δοχεία. Χρειάζεται ήλιο και καλά αποστραγγιζόμενο, ουδέτερο ή ελαφρώς αλκαλικό έδαφος (ph 6,6-7,8 είναι το ιδανικό). Τοέδαφος θα πρέπει να αφήνεται να στραγγίζει καλά ανάμεσα στα ποτίσματα. Τα φυτά που βρίσκονται κάτω στο έδαφος θα πρέπει να φυτευθούν σε μέρος που στραγγίζει γρήγορα τα νερά, για να μην παραμένουν συνεχώς σε υγρό έδαφος σε βροχερό καιρό, ιδίως το χειμώνα. Η αποστράγγιση του εδάφους μπορεί να βελτιωθεί με την προσθήκη άμμου. Συμπτώματα υπερβολικού ποτίσματος είναι κίτρινα φύλλα. Τα φυτά θα πρέπει να λιπαίνονται στην αρχή της περιόδου ανάπτυξης την άνοιξη με ισορροπημένο λίπασμα και κατά την ανθοφορία με λίπασμα χαμηλότερο σε άζωτο.
Τα μαραμένα άνθη θα πρέπει να κόβονται τακτικά για την ενίσχυση της παραγωγής νέων. Οι βλαστοί που ξεφεύγουν πολύ απ’το σχήμα και οι ξεροί πρέπει να κλαδεύονται. Για την ενίσχυση της ανθοφορίας, τα φυτά μπορούν να κλαδευτούν νωρίς την άνοιξη έως περίπου το μισό του μήκους των βλαστών τους, για να κάνουν περισσότερα κλαδιά κι έτσι να πυκνώσουν. Όσο πιο πολές κορυφές υπάρχουν τόσο πιο πολλά άνθη θα βγουν. Κάποιοι αφαιρούν όλα τα μπουμπούκια από ένα βλαστό εκτός από ένα για ενδυνάμωση ενός μόνο άνθους, με αποτέλεσμα το φυτό νά’χει μεγαλύτερα μεν πολύ λιγότερα δε άνθη. Αυτό συνηθίζεται στις εμπορικές καλλιέργειες, όπου προτιμάται ένα μόνο άνθος ανά βλαστό.
Το φυτό πολλαπλασιάζεται και με σπόρο (εγγενώς) και βλαστητικά (αγενώς). Ο σπόρος συλλέγεται από τους ξερούς κάλυκες των παλιών ανθέων και σπέρνεται σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι, και σε προστατευμένο περιβάλλον μπορεί να γίνει και λίγο νωρίτερα για πιο γρήγορη ανθοφορία. Σε 3 περίπου εβδομάδες τα φυτά θα βλαστήσουν και θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας στους 6-9 μήνες, μπορεί και σ’ένα χρόνο αν σπαρούν αργά. Βλαστητικά μπορεί να πολλαπλασιαστεί με καταβολάδες, μοσχεύματα ή διαίρεση. Με καταβολάδες έρος ενός χαμηλού βλαστού λυγίζεται στο χώμα και σταθεροποιείται εκεί. Σε μερικούς μήνες θα ριζώσει και μπορεί ν’αποκοπεί από το μητρικό φυτό. Επίσης, σε φυτά μεγάλης ηλικίας, μπορεί κάποιο χαμηλό κλαδί που ακούμπησε στο χώμα να έχει ριζώσει, μια φυσική καταβολάδα δηλαδή, κι αυτό μπορεί ν’αποκοπεί. Με μοσχεύματα είναι λίγο πιο δύσκολο. Το μόσχευμα θα πρέπει να κοπεί το φθινόπωρο, μετά την ανθοφορία από έναν ψηλό βλαστό. Θα πρέπει νά’χει τουλάχιστον 2 κόμπους, ο ένας, από τον οποίον θα βγουν οι ρίζες, θα πρέπει να βρίσκεται κάτω απο την επιφάνεια του εδάφους, κι ο άλλος πάνω. Το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί σε αμμώδες χώμα και την επόμενη άνοιξη θα δείξει σημάδια ανάπτυξης. Μοσχεύματα μπορούν επίσης να κοπούν νωρίς την άνοιξη, πριν βγούν τα μπουμπούκια και να φυτευθούν σε αμμώδες χώμα μέχρι να ριζώσου. Στη διαίρεση, μία παραφυάδα σκάβεται και χωρίζεται απ’το υπόλοιπο φυτό μ’ένα μαχαίρι μαζί με το ριζικό της σύστημα, ή ολόκληρο το φυτό ξεριζώνεται και μοιράζεται σε κομμάτια. Μετά τα κομμάτια αυτά φυτεύονται κανονικά, χωρίς ιδιαίτερη αρχικη φροντίδα.
Η γαρυφαλλιά είναι ανθεκτικό φυτό και σπάνια θα παρουσιάσει ασθένειες. Μύκητες ωστόσο μπορεί κάποιες φορές να την προσβάλλουν σε υγρές και κλειστές συνθήκες.
Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό δεν ήταν πολύ μεγάλη. Ένα φθινόπωρο αρκετά παλιά αγόρασα από ένα φυτώριο μια μικρή ποικιλία με μικρά, δίχρωμα με ροζ και λευκό άνθη, που μου την είπαν (κινέζικο γαρύφαλλο). Το φυτό αυτό έζησε για λίγο, αλλά το χειμώνα ξεράθηκε. Αργότερα έμαθα ότι υπάρχουν και συγγενικά είδη που είναι μονοετή ή διετή, άρα μπορεί να τέλειωσε η φυσιολογική διάρκεια ζωής του, ή μπορεί και να πέθανε από άλλη αιτία. Αντίθετα μια γαρυφαλλιά κοινής ποικιλίας που έχει ο πατέρας μου είναι ανθεκτικότατη, έχει ζήσει για πολλά χρόνια κι ανθίζει συνεχώς. Η φωτογραφία του άρθρου προέρχεται από εκείνο το φυτό.

Πηγές και ιστοσελιδες:
γαρυφαλλιά πληροφορίες
γαρύφαλλο ετυμολογία
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 1
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 2
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 3
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 4

Γεράνια

caption id=»attachment_2649″ align=»alignnone» width=»225″ caption=»γεράνι»][/caption]

γεράνι, άλλο φυτό


το ίδιο φυτό, άλλη ταξιανθία

Τα προσχεδιασμένα άρθρα για τα φυτά συνεχίζονται. Τώρα θα γράψω για τα γεράνια ή αλλιώς μολόχες, κάποια από τα πιο ευρέως καλλιεργούμενα φυτά στη χώρα μας. Η αντοχή τους στο μεσογειακό κλίμα μας, η προσαρμοστικότητα και οι λίγες τους απαιτήσεις, η συνεχής ανθοφορία και η μεγάλη ποικιλία χρωμάτων έχουν κάνει αυτά τα φυτά δικαιολογημένα τόσο δημοφιλή. Ο λόγος για τον οποίον δεν είναι από τα πολύ αγαπημένα μου φυτά είναι ακριβώς αυτός. Βρίσκονται παντού. Στο παρελθόν ωστόσο τα είχα καλλιεργήσει.
Τα ονόματα που τους δίνουμε είναι λανθασμένα. Μολόχες δεν είναι, η πραγματικές μολόχες είναι φυτά αυτοφυή της χώρας μας του γένους malva. Ούτε γεράνια (γένους geranium) είναι, αλλά ανήκουν στο συγγενικό γένος pelargonium (πελαργόνι), και τα δύο στην οικογένεια των γερανιιδών και στην τάξη των γερανιωδών. Είδη του γένους των γερανιών φύονται και στη χώρα μας, ενώ τα πελαργόνια κατάγονται από τη Νότια Αφρική με παρόμοιο μαλακό μεσογειακό κλίμα. Άλλα γνωστά είδη του γένους είναι η αρμπαρόριζα (pelargonium gravolens), οι μαυρομάτες και οι κρεμαστές μαστιχιές. Το γένος περιλαμβάνει περίπου 200 είδη. Η όλη σύγχυση των κοινών ονομάτων ξεκίνησε ύστερα από τη διάσπαση του γένους geranium του Λινναίου από το βοτανολόγο Charles L’Héritier το 1789. Παρόλα αυτά το λάθος όνομα έμεινε και σήμερα τ’αποκαλούμε ακόμα γεράνια. Το ίδιο έχει γίνει και μ’άλλα είδη που το επιστημονικό τους όνομα έχει αλλάξει, αλλά το κοινό τους όχι, π.χ. η σπιρουλίνα που αναταξινομήθηκε στο γένος αρθροσπίρα, αλλά το εμπορικό της όνομα δεν άλλαξε.
Επειδή έχουν δημιουργηθεί πολλά υβρίδια και ποικιλίες, είναι δύσκολη η διάκριση του είδους στα καλιεργούμενα γεράνια. Όλα ωστόσο έχουν παρόμοια εμφάνιση. Έχουν χοντρούς κι άκαμπτους βλαστούς με λίγες διακλαδώσεις και πυκνά, εναλλάξ, μακρύμισχα πλατιά καρδιοειδή φύλλα με κυματιστή άκρη. Όλο το φυτό είναι χνουδωτό κι αναδίδει ένα άρωμα αν τριφτεί. Τα άνθη βγαίνουν κατά ταξιανθίες ψευδοσκιάδια σε ψηλούς, χνουδωτούς βλαστούς, κι ανάλογα με την ποικιλία μπορεί να είναι κόκκινα, ρόδινα, φουξ, μοβ σε διάφορες αποχρώσεις, ή λευκά. Τα άνθη είναι συνήθως άοσμα. Οι καρποί, αν βγούν, είναι ξηροί κι έχουν πριν ανοίξουν σχήμα ράμφους πουλιού, εξού και τα ονόματα γεράνι (γερανός) ή πελαργόνι (πελαργός). Άλλες ποικιλίες είναι κοντές και συμπαγείς, ενώ άλλες ψηλές. Το φυτό της πρώτης φωτογραφίας του άρθρου είναι μιας συμπαγούς ποικιλίας, ενώ αυτό των άλων δύο μιας ψηλής.
Η καλλιέργειά τους είναι πολύ εύκολη. Τα γεράνια είναι τα ιδανικά φυτά΄για όσους θέλουν πολλά λουλούδια το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου χωρίς πολλή φροντίδα. Ευδοκιμούν σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και στα βαριά αργιλώδη, αρκεί να μην μένουν πάντοτε υγρά. Θα πρέπει ν’αφήνετε το χώμα να στεγνώσει ανάμεσα στα ποτίσματα. Η συνεχής υγρασία θα σαπίσει τις ρίζες τους. Τα γεράνια επίσης χρειάζονται άφθονο ήλιο και ζέστη. Προτιμότερο ειναι να βρίσκονται σε νότιο προσανατολισμό για τη μέγιστη ανθοφορία. Γεράνια που βρίσκονται στη σκιά αναπτύσσονται κι ανθίζουν λιγότερο. Αν και προσαρμόζονται σε φτωχά εδάφη, η λίπανση στην αρχή της ανάπτυξης με ισορροπημένο λίπασμα και κατά την περίοδο ανθοφορίας με λίπασμα χαμηλότερο σε άζωτο ωφελεί. Αντέχουν στον καλοκαιρινό καύσωνα και την ξηρασία, αν κι όσα βρίσκονται σε γλάστρες θα χρειαστούν συχνότερο πότισμα απ’αυτά που βρίσκονται στο έδαφος. Κόβετε τακτικά τις μαραμένες ταξιανθίες για την ενίσχυση της παραγωγής νέων. Τα γεράνια ανθίζουν από τα μέσα της άνοιξης έως τα πρώτα κρύα προς τα τέλη του φθινοπώρου.
Είναι καλύτερο, εάν ζείτε σε ορεινή περιοχή ή στη Βόρεια Ελλάδα, να τα καλλιεργείτε σε δοχείο για να μπορείτε να τα μετακινείτε σε περίπτωση βαριάς παγωνιάς. Στην πεδινή Νότια Ελλάδα και τα νησιά δεν υπάρχει κίνδυνος κι έχω δει συχνά σ’αυτές τις περιοχές γεράνια σε κήπους. Στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας δε χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Μπορούν ν’αντέξουν έως και λίγους βαθμούς υπό του μηδενός χωρίς πρόβλημα. Σε ορεινές ωστόσο ή πολύ κρύες περιοχές, θα πρέπει να μετακινηθούν σ’ένα φωτεινό και προστατευμένο απ’την παγωνιά χώρο το χειμώνα. Μπορεί εκείνο το διάστημα πολλά φύλλα να ξεραθούν, αλλά όσο το φυτό παραμένει πράσινο έστω και λίγο ή έχει χυμούς στους βλαστούς του σίγουρα θα επανέλθει γρήγορα την άνοιξη. Στις πεδινές περιοχές συνήθως όλο το φύλλωμα παραμένει πράσινο. Εγώ αν και δεν τα έδινα κάποια προστασία, σε περιπτώσεις επερχόμενης παγωνιάς τα μετακινούσα σε πιο προστατευμένο μέρος. Έχω επίσης παρατηρήσει ότι μερικές ποικιλίες ίσως είναι λίγο ανθεκτικότερες από άλλες, μολονότι αυτή η διαφορά δε φαίνεται να είναι κάτι σημαντικό.
Ίσως χρειαστούν κάποιες φορές λίγο κλάδεμα για τη διόρθωση του σχήματος ή για πιο πυκνή ανάπτυξη (περισσότερο για ψηλές ποικιλίες). Αφαιρείται επίσης ό,τι ξερό βρίσκετε.
Τα φυτά αυτά είναι από τα πιο εύκολα στον πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα κορυφής. Απλά σπάτε ένα κλαδί, κόβετε τα περισσότερα κατώτερα φύλλα και το φυτεύετε σε υγρό χώμα σε σκιερή θέση μέχρι να δείξει σημάδια ανάπτυξης οπότε το μετακινειτε στον ήλιο. Δε χρειάζεται ορμόνη ριζοβολίας. Κατά την εμπειρία μου, καλύτερα για πολλαπλασιασμό είναι τα κλαδιά με αναπτυσσόμενες κορυφές χωρίς ανθοφόρους βλαστούς. Αν ωστόσο δε βρίσκετε κλαδί χωρίς ανθοφόρους βλαστούς μπορείτε πάλι να το χρησιμοποιήσετε, αφού βεβαιωθείτε ότι έχει μια αναπτυσσόμενη κορυφή και κόψετε τον ανθοφόρο βλαστό. Επιπλέον, αν και προτείνετε ο πολλαπλασιασμός να γίνεται την άνοιξη ή το φθινόπωρο, οπότε το φυτό με τις πιο μέτριες θερμοκρασίες θα προσαρμοστεί ευκολότερα, έχω πολλαπλασιάσει συχνά τέτοια φυτά και το καλοκαίρι. Έχω ακόμα παρατηρήσει ότι τα μικρά ή τα μεσαία κλαδιά πιάνουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα απ’ό,τι τα μεγάλα.
Ένα ακόμα θετικό αυτών των φυτών είναι ότι δεν προσβάλλονται εύκολα από τις περισσότερες ασθένειες. Μπορει να πιάσουν αφίδες (μελίγκρες) από κάποιο γειτονικό φυτό που έχει, αλλά αυτό καταπολεμάτε εύκολα. Τα δικά μου φυτά δεν είχαν ποτέ προβλήματα με ασθένειες.
Συμπερασματικά, τα γεράνια είναι απ΄τα πιο εύκολα καλλωπιστικά φυτά στην καλλιέργεια, και είναι σίγουρο ότι θα σας δίνουν πλούσια ανθοφορία με πολύ χρωμα για τον περισσοτερο χρόνο, για πολά χρόνια.
Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά ξεκίνησε πριν αρκετά χρόνια. Ήταν απο τα πρώτα φυτά που είχα κι αποδείχθηκαν από τα πιο ανθεκτικά. Έκανα αρκετούς πολλαπλασιασμούς τα χρόνια που τα καλλιεργύσα. Ωστόσο είχα και μερικές απώλειες. Μια χρονιά, σε μια απότομη και μικρής διάρκειας παγωνιά, έχασα τρία φυτά, γιατί δεν πρόλαβα να τα προστατεύσω. Επίσης το τελευταίο φυτό, επειδή ήταν πολύ εξασθενημένο μετά από ένα χειμώνα πριν περίπου 3-4 χρόνια, το ξερίζωσα, αν και θυμάμαι ότι ήταν λίγο πράσινο στη βάση του. Τότε ακόμα δεν είχα τόσο μεγάλη εμπειρία με τα φυτά κι όποιο εμφάνιζε σοβαρά συμπτώματα αδυναμίας το ξερίζωνα. Από τότε δεν ξαναφύτεψα τέτοια φυτά, αλλά προτίμησα να βάλω κάτι πιο σπάνιο.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Pelargonium
καλιέργεια γερανιού στο valentine.gr

Ενημέρωση 20/3/2016: Από πέρυσι το φθινόπωρο έχω δυο γεράνια, το ένα μιας κοντής ποικιλίας με κόκκινα άνθη και το άλλο μιας ψηλότερης με πορτοκαλοκόκκινα. Είναι πολύ ανθεκτικά φυτά που ανθίζουν υπό οποιεσδήπότε συνθήκες, και απορώ γιατί δεν τα είχα τόσο καιρό! Άνθιζαν σποραδικά ακόμα και το χειμώνα!

Φυτεύονται παντού, σε παρτέρια, περιφράξεις, κήπους και δοχεία για να δώσουν χρώμα την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Ήταν, είναι και μάλλον θα είναι τα πιο δημοφιλή ανθοφόρα καλλωπιστικά φυτά. Η ανάπτυξή τους είναι γρήγορη, η αθοφορία τους σίγουρη κι η διαιώνισή τους εύκολη. Όπως πολλά φυτά έχουν εξελιχθεί να περνούν τη δύσκολη περίοδο του έτους κάπως, αυτά τα φυτά έχουν εξελιχθεί να ζουν μόνο για μια χρονιά (ετήσια ή μονοετή) και ν’αφήνουν μόνο τους σπόρους τους για την επόμενη. Γι’αυτό το λόγο είναι και πολύ εύκολα. Παρακάτω θα παρουσιάσω μερικά από τα πιο κοινά είδη.

Πετούνιες

λευκή πετούνια


ανοιχτή μοβ πετούνια


σκούρη μοβ-φουξ πετούνια


φουξ πετούνια


δίχρωμη πετούνια


Οι πετούνιες (γένους petunia) είναι από τα πλέον κοινώς καλλιεργούμενα ετήσια φυτά. Είναι ποώδη φυτά της οικογένειας των σολανιδών (οικογένεια της ντομάτας, της πιπεριάς, της ντατούρας κι άλλων φυτών) και κατάγονται από την τροπική Αμερική. Στην πραγματικότητα δεν είναι μονοετή, αλλά στο δικό μας εύκρατο κλίμα χωρίς προστασία συνήθως παγώνουν το χειμώνα και γι’αυτό καλλιεργούνται ως μονοετή. Έχουν χνουδωτούς και κολλώδεις βλαστούς και φύλλα κι άνθη σε διάφορα χρώματα όπως λευκό, κόκκινο, ρόδινο, μοβ ή δίχρωμο, και σε διάφορες αποχρώσεις. Υπάρχουν ποικιλίες με μεγάλα άνθη, ποικιλίες με μεσαία (οι πιο κοινές) κι άλλες με μικρά. Άλλες ποικιλίες είναι όρθιες ενώ άλλες έρπουσες ή κρεμαστές. Οι σουρφίνιες είναι μια ποικιλία έρπουσας ή κρεμαστής πετούνιας. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες είναι του είδους petunia x hybrida, δηλαδή υβρίδια μερικών αρχικών άγριων ειδών.
Οι πετούνιες πρέπει να σπαρούν στα τέλη του χειμώνα-αρχές άνοιξης σε μέρος φωτεινό και προστατευμένο από τις παγωνιές. Οι σπόροι θα πρέπει να απλωθούν στην επιφάνεια του χώματος. Χρειάζονται φως για να βλαστήσουν. Όταν μεγαλώσουν λίγο κι ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει, μεταφυτεύστε τις στην οριστική τους θέσει. Έχω παρατηρήσει ότι η μεταφύτευση είναι πιο επιτυχής σε συνεφιασμένο και κρύο καιρό, αλλά σχεδόν πάντα το φυτό θα χρειαστεί λίγο χρόνο να προσαρμοστεί μέχρι ν’αρχίσει και πάλι την ανάπτυξη. Γι’αυτό ίσως καλό είναι να τις σπείρετε λίγο πιο αργά στην οριστική τους θέση και μετά να τις αραιώσετε. Οι έρπουσες ποικιλίες μπορεί να χρειαστούν έως και 60 εκατοστά απόσταση μεταξύ τους. Οι πετούνιες χρειάζονται πλούσιο χώμα, συχνό πότισμα και λίπανση και ήλιο. Κλαδέψτε τις στο μέσον της καλλιεργητικής περιόδου για να πυκνώσουν περισσότερο και έτσι ναπαραγάγουν περισσότερα άνθη. Οι καρποί τους είναι μικρές ωοειδείς ξηρές κάψες που περιέχουν τους σπόρους. Μαζέψτε τους το φθινόπωρο και φυλάξτε τους σε ξηρό μέρος μέχρι να τους ξαναφυτέψετε. Οι πετούνιες ρίχνουν συχνά σπόρο και ξαναβγαίνουν στο ίδιο μέρος την επόμενη χρονιά. Αν υπάρχουν διάφορες ποικιλίες πετούνιας στο ίδιο μέρος, τα φυτά της επόμενςη γενιάς ενδέχεται να υβριδοποιηθούν. Σ’αυτήν την περίπτωση έχω παρατηρήσει τα περισσότερα να έχουν λευκά ή ανοιχτορόδινα άνθη. Οι πετούνιες προσβάλλονται εύκολα από αφίδες.

Άλυσσο

άλυσσο


Το άλυσσο (λobularia maritima παλαιότερα alyssum maritimum) είναι ένα από τα πιο ανθεκτικά ετήσια φυτά. Μπορεί να είναι είτε ετήσιο είτε βραχύβιο πολυετές σπανιότερα. Φύεται άγριο στις μεσογειακές περιοχές συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Τ’όνομά του «άλυσσο», προέρχεται από την πεποίθηση των αρχαίων ότι θεράπευε τη λύσσα. Είναι ένα χαμηλό φυτό, ύψους συνήθως 20 εκ., με μικροσκοπικά οδοντωτά φύλλα και πάρα πολλά, συνήθως λευκά, σπανιότερα μοβ, άνθη που μοσχοβολούν σαν μέλι. Σε πλήρη ανθοφορία το λευκό άλυσσο μοιάζει μ’ένα πυκνό χαλί από χόρτο καλυμμένο με χιόνι που μυρίζει σαν μέλι.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Συνήθως ρίχνει σπόρο στην περιοχή που βρίσκεται και αν φυτευθεί μια φορά, δε θα χρειάζεται συχνά σπορά. Οι σπόροι σπένρονται την άνοιξη. Τα φυτά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα κι ανθίζουν συνεχόμενα το μεγαλύτερο μέρος της ζεστής περιόδου του έτους. Αντέχουν στην ξηρασία, στον έντονο ήλιο και τη ζέστη του καλοκαιριού και στην αλατότητα του εδάφους στις παραθαλάσσιες περιοχές. Αν και προσαρμόζονται σε φτωχότερα εδάφη, θα ωφεληθούν από την οργανική ύλη στο έδαφος και την τακτική λίπανση. Είναι ανθεκτικά στις περισσότερες ασθένειες.

Βιολέτες

βιολέτα δικό μου φυτό 30/4/2011


το ίδιο φυτό 12/5/2011


το ίδιο φυτό στη δεύτερη ανθοφορία μετά το κόψιμο των πρώτων βλαστών 13/6/2011


Αυτό το φυτό το ξέρω σαν βιολέτα, αν και πιθανότατα δεν έχει σχέση με το γένος
Viola,
το γένος των πανσέδων και των πραγματικών βιολετών, αλλά μοιάζει περισσότερο
μ’αυτό το φυτό.
Όποιος γνωρίζει για το είδος να μου κάνει ένα σχόλιο. Δεν ξέρω τίποτα για τον τόπο προέλευσής του ή τη φυσική του ιστορία, αλλά έχω πολύ εμπειρία στην καλλιέργεία του. Όλα μου τα φυτά προέρχονται από ένα μόνο σπόρο, τον οποίον πήρα πριν 3 χρόνια από ένα σπίτι στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης. Αυτό δε θα μπορούσε να θεωρηθεί κλοπή, πρώτον γιατί ο σπόρος θεωρείται δυνητικά ξεχωριστό φυτό από το γονέα του, άρα ουσιαστικά δεν έκανα τίποτα στο γονέα, και δεύτερον γιατί ένας σπόρος θα μπορούσε να μεταφερθεί πολύ εύκολα με τον αέρα και να φυτρώσει έξω από την ιδιόκτητη έκταση των συγκεκριμένων.
Έχω κάνει εκτεταμένες παρατηρήσεις πάνω σ’αυτό το φυτό. Έχω παρατηρήσει ότι αν οι σπόροι σπαρούν το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο), τα φυτά την επόμενη χρονιά σίγουρα θ’ανθίσουν. Μια φορά που είχα δοκιμάσει να σπείρω το Μάρτιο, παρατήρησα ότι τα φυτά αναπτύχθηκαν, αλλά δεν άνθισαν. Μπορεί να ήταν τυχαίο γεγονός ή μπορει τα φυτά να πρέπει πρώτα να περάσουν από μια κρύα περίοδο. Σπέρνω τους σπόρους σκορπίζοντάς τους στην επιφάνεια του χώματος και σκεπάζοντάς τους μετά ελαφρά με λίγο χώμα. Μετά ποτίζω μαλακά. Καλύτερα να σπείρετε στην οριστική θέση, γιατί η μεταφύτευση στρεσσάρει τα φυτά και καθυστερεί την ανάπτυξή τους. Τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση τουλάχιστον 20 εκατοστών μεταξύ τους. Παρά το μικρό τους ύψος, έχουν πολύ βαθύ κι εκτεταμένο ριζικό σύστημα με πολύ σκληρές, διεισδυτικές ρίζες. Σε ψηλές γλάστρες ή στο έδαφος οι ρίζες θα κατεβούν κάτω, ενώ σε μικρές, μακρόστενες και ρηχές ζαρντινιέρες θ’απλωθούν κατά μήκος εμποδίζοντας άλλα φυτά ν’αναπτυχθούν. Μετά μια εβδομάδα από τη σπορά φυτρώνουν και σιγά-σιγά δημιουργούν ένα ρόδακα από μακρόστενα χνουδωτά φύλλα. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, τα φυτά δεν έχουν πρόβλημα στα χιόνια και το κρύο του χειμώνα (λίγο χιόνι στην περίπτωσή μου). Την άνοιξη αναπτύσσονται περισσότερο και στα τέλη του Μαρτίου εμφανίζονται από την κορυφή κι από τις μασχάλες των φύλλων οι ανθοφόροι βλαστοί. Οι βλαστοί αυτοί γρήγορα ψηλώνουν και η ανθοφορία διαρκεί από τα μέσα Απριλίου έως τις αρχές Μαΐου. Τα άνθη είναι συνήθως ιώδη, σε ταξιανθίες βότρεις και μοσχοβολούν έντονα έως και σε κάποια απόσταση, κυρίως το σούρουπο και τη νύχτα. Προς το τέλος της ανθοφορίας μπορείτε να παρατηρήσετε μερικά ανοιχτά άνθη, μερικά ξερά, λίγους σχηματισμένους καρπούς και πολύ λίγα ακόμα μπουμπουκάκια. Το φυτό αυτεπικονιάζεται. Μπορείτε να κόψετε τ’ανθοφόρα στελέχη στο τέλος της ανθοφορίας για να αναγκάσετε το φυτό να παραγάγει νεα, αλλά τα επόμενα άνθη θα είναι λιγοστά, πολύ μικρά, λίγα κι αδύναμα, και πιθανότατα δε θα κάνουν πολύ σπόρο. Οι καρποί του φυτού είναι επιμήκεις κάψες σαν φασολάκια μ’ένα διάφραγμα στο εσωτερικό κατά μήκος τους, στο οποίο βρίσκονται οι σπόροι. Αναπτύσσονται γρήγορα μετά το σχηματισμό τους, αλλά ωριμάζουν και ξεραίνονται αργότερα, περίπου τον Ιούλιο. Μόνο τότε μπορείτε να τους συλλέξετε και ν’αποθηκεύσετε το σπόρο σε ξηρό μέρος μέχρι την επόμενη σπορά. Μετά μπορείτε να ξεριζόσετε τα φυτά. Τα φυτά αυτά είναι ανθεκτικά στην ξηρασία, αλλά προσβάλλονται πολύ εύκολα από αφίδες. Πέρσι έχασα φυτό από αφίδες. Έχω βρει επίσης μεμονωμένα κάμπιες σ’αυτά τα φυτά.
Ενημέρωση 30/10/2011: Ίσως τελικά είναι μονοετής φλόγα (Phlox drummondii).

Σκυλάκια

μοβ σκυλάκι


Τα σκυλάκια (είδους anterinum majus) είναι κι αυτά από τα πιο δημοφιλή «ετήσια» φυτά. Απαντούν αυτοφυή στις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Βάζω το «ετήσια» σε εισαγωγικά γιατί στην πραγματικότητα είναι πολυετή φυτά. Σε ορεινές όμως ή πιο βόρειες περιοχές παγώνουν το χειμώνα. Για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη (η πόλη όπου μένω) είναι πολυετή, ενώ στους Πύργους Κοζάνης (το χωριό μου), με μέσο υψόμετρο τα 800 μέτρα, παγώνουν.
Αποτελούνται από ψηλούς κι άκαμπτους βλαστούς οι οποίοι καλύπτονται από πολλά μαλακά λογχοειδή φύλλα. Τα άνθη τους βγαίνουν κατά στάχεις και μπορεί να είναι μοβ, ρόδινα, λευκά, κίτρινα ή πορτοκαλί και τα πέταλά τους σχηματίζουν δύο χείλη. Οι καρποί είναι ωοειδής κάψες. Τ’όνομά τους, σκυλάκι, οφείλεται στο ότι αν ο λαιμός του άνθους πιεστεί, τα χείλη του ανοίγουν σαν στόμα.
Τα φυτά αυτά είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία, στο φτωχό έδαφος και στις ασθένειες, και στη φύση μπορούν να βρεθούν να φυτρώνουν σε΄σκληρά και πετρώδη εδάφη, ακόμα κι ανάμεσα σε χαλάσματα και τοίχους. Παρόλα αυτά ωφελούνται απο ένα πλούσιο και υγρό χώμα. Σπέρνονται νωρίς την άνοιξη έξω. Ευδοκιμούν σε ηλιόλουστη θέση. Οι σπόροι συλλέγονται από τους καρπούς στο τέλος του καλοκαιριού ή το φθινόπωρο και φυλάγονται σε ξηρό μέρος.

Πανσέδες

πανσές

Επίσης πολύ δημοφιλή διακοσμητικά φυτά, με τη μεγάλη ποικιλία χρωμάτων τους όπως κίτρινο, κόκκινο, μοβ, λευκό και συνδυασμούς, συχνά και με κηλίδες που θυμίζουν πρόσωπο. Όλες αυτές οι ποικιλίες προήλθαν από την άγρια τρίχρωμη βιολέτα (Viola tricolor) με επιλεκτική αναπαραγωγή και υβριδοποιήσεις με συγγενικά είδη.
Τα φυτά είναι κοντά έως 20 εκ. και κανονικά διετή. Τον πρώτο χρόνο αναπτύσσονται κυρίως βλαστητικά ενώ το δεύτερο ανθίζουν και παράγουν σπόρους, αν κι έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες που ανθίζουν απ’τον πρώτο χρόνο. Αναπτύσσονται καλύτερα κυρίως σε δροσερό καιρό, το φθινόπωρο και την άνοιξη, ενώ το χειμώνα το χιόνι και η παγωνιά δεν προκαλούν μεγάλα προβλήματα. Ωστόσο το καλοκαίρι η ανάπτυξη και η ανθοφορία τους σταματά, και σε συνθήκες ζέστης και υγρασίας μπορούν να ασθενήσουν εύκολα και να πεθάνουν.
Προτιμούν ηλιόλουστή ή φωτεινή θέση, πλούσιο έδαφος και συχνό πότισμα και λίπανση για να ευδοκιμήσουν. Αναπαράγονται εύκολα από σπόρο. Το τακτικό κόψιμο των παλιών και ξεών ανθέων θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής κι ανθοφορίας τους. Προσβάλλονται εύκολα από αφίδες (μελίγκρες), μύκητες, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες.
Ενημέρωση 16/6/2012: Οι δικοί μου πανσέδες, που τους είχα αγοράσει τον Οκτώβριο πέρσι, μετά από μήνες συνεχούς ανθοφορίας και λίγης ανάπτυξης προς το τέλος, από τα τέλη Μαΐου άρχισαν να δεινοπαθούν από τη ζέστη. Έκαναν μικρά φύλλα, πολύ μικρά άνθη, και πολλά φύλλα προς τα κάτω στους βλαστούς ξεράθηκαν. Όταν στις αρχές του Ιουνίου σταμάτησαν σχεδόν εντελώς τα νέα μπουμπούκια, τους έκοψα και τους τάισα στα κουνέλια μου, μιας και είναι κατάλληλη τροφή για φυτοφάγα ζώα (τα φυτά δεν είναι τοξικά, θεωρητικά τα άνθη τους μπορούν να φαγωθούν κι από τον άνθρωπο). Τους αντικατέστησα με βίνκες.

Βίνκα

Οι βίνκες μου μία βδομάδα και λίγο μετά τη φύτευσή τους. Τα φυτά αυτά τα γνωρίζω από παλιά, αλλά δεν ήξερα το όνομά τους. Για βίνκες (γένος Vinca) όσα είχα διαβάσει είχαν να κάνουν με πολυετή έρποντα φυτά, αλλ’αυτά είναι μονοετή. Ο ανθοπώλης απ’όππου τ’αγόρασα μου είπε πως δεν κάνουν βαθιές ρίζες ώστε να ενοχλούν τα γειτονικά τους. Και όσες έχω δει είναι αρκετά μικρές. Πιθανόν θα υπάρχει μια νάνα ποικιλία ενός μονοετούς είδους που καλλιεργείται ευρέως.Οι δικές μου είναι η μία λευκή και η άλλη φούξια, βγαίνουν όμως και σε πιο σκούρες μοβ. Είναι λεπτά φυτά με κυλινδρικούς λείους βλαστούς κι αντίθετα, κοντόμισχα, επίμηκη, ελαφρώς οδοντωτά φύλλα. Τα άνθη δε μυρίζουν, έχουν κοντούς στήμονες και πέντε πέταλα, τα οποία ξεκινούν συνενωμένα σε λεπτό μακρύ σωλήνα και ανοίγουν στην κορυφή με επίπεδο δισκοειδές σχήμα. Προέρχονται από επίμηκη μικρά πουμπούκια στις μασχάλες των φύλλων προς τις κορυφές των βλαστών. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των αποκυνιδών, όπου επίσης ανήκει και η πικροδάφνη, το φούλι κι άλλα. Αυτή η οικογένεια, πέρα από τα σωληνωτά άνθη και τους επιμήκεις φασολοειδείς καρπούς, έχει και το χαρακτηριστικό τα μέλη της να είναι τοξικά. Τα συγκεκριμένα φυτά εκκρίνουν γάλα με πικρή μυρωδιά αν τραυματιστούν.

άνθος νεραγκούλας από δικό μου φυτό

Οι νεραγκούλες (ranunculus asiaticus) είναι φυτά της οικογένειας των βατραχιδιιδών (ranunculaceae), η οποία περιλαμβάνει μερικά άλλα γνωστά λουλούδια όπως οι ανεμόνες και οι παπαρούνες. Η οικογένεια πήρε τ’όνομά της όχι από το σχήμα κάποιου μέλους της, αλλά από το ότι πολλά είδη της συναντώνται δίπλα ή μέσα στο νερό, σαν τους βατράχους. Το γένος ranunculus (βατραχάκι) περιλαμβάνει 400-600 είδη με τεράστια εξάπλωση σε μεγάλο μέρος του κόσμου.
Η νεραγκούλα είναι αυτοφυής της χώρας μας. Γενικότερα μπορεί να βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή και σ’άλλα μέρη της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη νοτιοδυτική Ασία και στη βορειοδυτική Αφρική.Καλλιεργείται ευρέως ως καλλωπιστικό.
Το φυτό δημιουργεί υπογείους κονδύλους για να περάσει τις αντίξοες συνθήκες του θερμού και ξηρού μεσογειακού καλοκαιριού. Με την έλευση των πρώτων βροχών του φθινοπώρου το φυτό ενεργοποιείται και πάλι. Η περίοδος ανάπτυξής του συνεχίζεται έως το χειμώνα και κορυφώνεται την άνοιξη, οπότε ανθίζει. Προς το τέλος της άνοιξης ξεραίνεται για να περιέλθει και πάλι στην καλοκαιρινή κατάσταση νάρκης.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Οι κόνδυλοι, που έχουν σχήμα χταποδιού, φυτεύονται το φθινόπωρο με τα «πόδια» προς τα κάτω, σε απόσταση τουλάχιστον 10 εκ. μεταξύ τους, αφού το χώμα έχει πρώτα σκαφτεί και λιπανθεί. Από την κορυφή θ’αναπτυχθεί ο βλαστός και από κάτω οι ρίζες. Επειδή οι κόνδυλοι στη φάση νάρκης είναι αφυδατωμένοι, για να μη σπάσουν, μπορείτε να τους μουλιάσετε πριν τους φυτέψετε γι’αρκετές ώρες σε κρύο νερό ή να τους φυτέψετε απευθείας στο χώμα με προσοχή. Έπειτα ποτίζεται καλά. Σε αντίθεση με τους
βολβούς,
οι κόνδυλοι της νεραγκούλας πρέπει να φυτευθούν πολύ ρηχότερα, 1-2 εκ. κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.
Λίγες εβδομάδες μετά τη φύτευση, θ’αρχίσουν να βγαίνουν από το έδαφος τα πρώτα φύλλα. Τα πρώτα φύλλα είναι πλατιά, οδοντωτά κι ελαφρά διαιρεμένα σε 3 μέρη, και όσο το φυτό αναπτύσσεται, τα επόμενα φύλλα θα είναι συνήθως διαιρεμένα δια 3 σε περισσότερα τμήματα. Αυτό το έχω παρατηρήσει και σ’άλλα φυτά με σύνθετα φύλλα. Τα φύλλα κοντύτερα στη βάση του βλαστού είναι λιγότερο διαιρεμένα απ’ό,τι αυτά πιο μπροστά. Σ’αυτό το διάστημα το φυτό περιορίζεται στη δημιουργία βασικών φύλλων. Το χειμώνα η ανάπτυξή του μειώνεται λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας. Αν και αντέχει το λίγο χιόνι και τις ελαφριές παγονιές, καταστρέφεται κάτω από τους -10 βαθμούς Κελσίου. Επειδή τα φύλλα του έχουν μακριούς και αρκετά άκαμπτους μίσχους, μπορεί να λυγίσουν από τον αέρα. Αυτό δεν είναι ακόμα μεγάλο πρόβλημα, αλλά όσο το φυτό ψηλώνει ίσως χρειαστεί στήριξη.
Προς τα τέλη του Φεβρουαρίου από τη μέση του φυτού εμφανίζεται ένας πολύ κοντός βλαστός με πυκνά φύλλα και σύντομα μετά απ’αυτό, το πρώτο μπουμπουκάκι. Έπειτα την άνοιξη το φυτό αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό. Ο βλαστός αυτός επιμηκύνεται και αναπτύσσεται περισσότερο, δημιουργούνται λίγες παραφυάδες, διακλαδώσεις και αρκετά μπουμπούκια. Το φυτό φτάνει σε ύψος τα 20-45 εκ. Οι βλαστοί του φυτού είναι σκληροί, ελαφρώς χνουδωτοί και άκαμπτοι, γι’αυτό κινδυνεύουν να λυγήσουν από τον αέρα. Μπορείτε να τους δέσετε σε μικρά στηρίγματα ή, καλύτερα, να έχετε φυτέψει τους κονδύλους από πριν σε μέρος προστατευμένο από τον άνεμο.
Η ανθοφορία αρχίζει περίπου από τα τέλη του Μαρτίου και τελειώνει περίπου στα μέσα του Μαΐου, οπότε και το φυτό ξεραίνεται. Στο διάστημα αυτό παράγονται πολλά άνθη. Για να επιταχύνετε το άνοιγμα των υπόλοιπων μπουμπουκιών, κόβετε τακτικά τα μαραμένα άνθη. Τα άνθη του φυτού βρίσκονται μονά σε ψηλούς, σχεδόν ή εντελώς άφυλλους βλαστούς, με διάμετρο 3-5 εκ. και με ποικιλία χρωμάτων, όπως λευκά, κίτρινα, πορτοκαλί, κόκκινα ή ρόδινα. Υπάρχουν ημίδιπλες και διπλές ποικιλίες. Τα μέρη τους που μοιάζουν με πέταλα, στην πραγματικότητα είναι τροποποιημένα σέπαλα. Φυτά αυτής της οικογένειας έχουν ατροφικά ή και καθόλου πέταλα. Μπορεί ν’αναδίδουν ένα ελαφρύ άρωμα σε μικρή απόσταση από αυτά. Έχω παρατηρήσει ότι σε έντονο φως τ’άνθη ανοίγουν, ενώ σε χαμηλότερο φωτισμό ή τη νύχτα συστέλλονται.
Οι νεραγκούλες ευδοκιμούν σε ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις με ελαφρύ, υγρό και πλούσιο έδαφος. Χρειάζονται περιοδική λίπανση κατά την περίοδο ανάπτυξης, και μία τελευταία φορά πριν ξεραθεί για ενδυνάμωση των κονδύλων.
Περίπου προς τα τέλη της άνοιξης, με την αύξηση της θερμοκρασίας, το φυτό θ’αρχίσει να κιτρινίζει και να ξεραίνεται. Όταν έχει ξεραθεί, ξεριζώστε το, κόψτε τις ρίζες και τους υπέργειους βλαστούς και στεγνώστε για λίγες μέρες τους κονδύλους. Μετά απ’αυτό, αποθηκεύστε τους σε δροσερό και ξηρό μέρος μέχρι το επόμενο φθινόπωρο. Να θυμάστε ότι οι κόνδυλοι αυτου του φυτού φυτεύονται σε πολύ μικρό βάθος και με τα ελεύθερα άκρα προς τα κάτω.
Πολλαπλασιάζεται πιο εύκολα με κονδύλους. Κάθε κόνδυλος θα έχει συνήθως παραγάγει στο τέλος της περιόδου ανάπτυξης μερικούς ακόμα. Με σπόρο γίνεται πολλαπλασιασμός συνήθως για τη δημιουργία νέων ποικιλιών.
Το φυτό αυτό΄μπορεί να προσβληθεί από αφίδες/μελίγκρες και άλλα επιζήμια έντομα, τα οποία καταπολεμώνται με χημικά ή βιολογικά μέσα. Επίσης, οι υγρές συνθήκες με έλλειψη αερισμού μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα με μύκητες.
Το φυτό αυτό, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του γένους του, είναι τοξικό και για τα φυτοφάγα ζώα και για τους ανθρώπους, αν και αν υπάρχει ποικιλία φυτών, είναι σχεδόν απίθανο να καταναλωθεί από κάποιο ζώο. Προκαλεί φουσκάλες και ερεθισμό στους βλενογονους.
Νεραγκούλες άρχισα να καλλιεργώ κι εγώ τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι πολύ όμορφα κι εύκολα φυτά, αλλά έχουν το προαναφερθέν πρόβλημα με τον αέρα. Έως τώρα, δεν είχα κάποιο πρόβλημα με έντομα ή ασθένειες.
Σελίδες:
πληροφορίες στο valentine.gr
πληροφορίες στο phyto.gr
άρθρο της αγγλικής wikipedia