Tag Archive: λουλούδια


Malva silvestris σε ανθοφορία

Οι μολόχες είναι από τα κοινότερα αγριόχορτα της ελληνικής χλωρίδας, αλλά και από τα ομορφότερα. Τουλάχιστον σε αντίθεση με τα περισσότερα, που είτε έχουν αφανή άνθη που επικονιάζονται με τον άνεμο, είτε μικρά άνθη που ανοίγουν μόνο για λίγες ώρες, οι μολόχες ανθίζουν συνεχόμενα και τα άνθη τους είναι φανταχτερά. Η μολόχα έχει ιστορικά αρκετές χρήσεις και είναι επίσης αρκετά θρεπτική. Τα φυτά αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τα γεράνια (συνήθως γένος Pelargonium και όχι Geranium), τα οποία μοιάζουν ελαφρώς στο φύλλωμα. Λόγω της σύγχυσης αυτής, οι μολόχες συχνά αποκαλούνται και αγριομολόχες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι πλεονασμός.

Οι μολόχες αποτελούν το γένος Malva της οικογένειας Malvaceae της τάξης Malvales. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει αρκετά παρόμοιας μορφολογίας είδη, όπως οι δεντρομολόχες του γένους Althaea. Το γένος Malva περιλαμβάνει 30 είδη, με εξάπλωση στις εύκρατες, τις υποτροπικές και τις τροπικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ενώ μερικά είδη έχουν εισαχθεί στη Βόρεια Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 30 είδη, εκ των οποίων 7 είναι αυτοφυή στη χώρα μας: Malva cretica, M. moschata, M. silvestris, M. neglecta, M. parviflora, M. Pussila και M. Aegyptia. Κοινότερα είναι τα M. silvestris (μαλάχη η αγρία), M. neglecta (μαλάχη η αμελημένη), ενώ η κρητική μαλάχη (M. cretica), είναι, όπως λεέι και το όνομά της, ενδημική της Κρήτης.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του φυτού είναι «μαλάχη», ενώ το λατινικό «malva”. Στα γαλλικά έγινε «mauve”, εξού και το χρώμα μοβ ή μωβ, το γράφει ο κάθένας όπως θέλει. Στα αρχαία αγγλικά η λέξη εισήχθη από τα λατινικά ως «malwe”,, και σήμερα στα αγγλικά λέγεται «mallow”. Η λέξη, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων φυτών της Μεσογείου, είναι μη ινδοευρωπαϊκή και πιθανότατα προέρχεται από κάποια χαμένη γλώσσα της Μεσογείου, όπως τη γλώσσα των Πελασγών, άρα δεν έχει σχέση με το «μαλακός», «μαλακτικός» κλπ όπως λέγεται.

Οι μολόχες είναι συνήθως ποώδη φυτά, αλ΄λα με τη μεταφορά κάποιων μελών του γένους Lavatera στη Malva, υπάρχουν και κάποια ψηλότερα φυτά. Γενικα΄έχουν θαμνώδη μορφή με έντονα μονοποδιακή ανάπτυξη, δηλαδή ο κεντρικός βλαστός είναι αρκετά κυρίαρχος. Ο κεντρικός βλαστός παράγει διακλαδώσεις, περισσότερες προς τη βάση του φυτού. Οι βλαστοί είναι κυλινδρικοί, με ελαφρώς χνουδωτή επιφάνεια,, ο φλοιός τους είναι σκληρός και ο χυμός είναι ελαφρώς βλενώδης. Τα συνήθως μακρύμισχα, παλαμοσχιδή και ελαφρώς χνουδωτά φύλλα φύονται εναλλάξ. Τα άνθη φύονται μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων, και είναι περισσότερα προς τις κορυφές των βλαστών, όπου τα φύλλα είναι μικρότερα κι έτσι φαίνονται περισσότερο, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμα στους επικονιαςτές. Κυμαίνονται σε διάμετρο από 5 χιλιοστά μέχρι 5 εκατοστά, κι έχουν 5 ροζ, μοβ ή λευκά πέταλα. Τα φυτά ανθίζουν καθόλη την περίοδο ανάπτυξης. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες, οι οποίες περιέχουν πολυάριθμους σπόρους. Το κοινότερο είδος μολόχας στην Ελλάδα, η M. silvestris, μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο και έχει μοβ άνθη διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Η M. neglecta είναι αρκετά κοντότερη, με πιο στρογγυλεμένα φύλλα. Άλλα είδη, όπως η M. preissiana της νότιας Αυστραλίας, μπορούν να φτάσουν τα 3 μέτρα σε ύψος. Τα περισσότερα μέλη του γένους είναι μονοετή, αλ΄λα υπάρχουν και μερικά βραχύβια πολυετή, όπως η μοσχομολόχα (M. Moschata).

Η μολόχα έχει μεγάλη ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Στην αρχαιότητα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Ησίοδο. Σύμφωνα με βυζαντινούς σχολιαστές του, την εποχή εκείνη έφτιαχναν έναν θρεπτικό πολτό από μολόχα κι άλλα φυτά. Στην Αρχαία Ελλάδα το φυτό καλλιεργούταν στους κήπους μαζί με τα άλλα λαχανικά. Αναφέρεται επίσης από τον Πυθαγόρα, και κατά τους πυθαγόριους ήταν ιερό φυτό, επειδή τα άνθη της κοιτάζουν πάντα τον ουρανό. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας συνιστούσε να αποφεύγεται η μολόχα, επειδή είναι η πρώτη αγγελιοφόρος της συμπάθειας του Ουρανού προς τη Γαία. Η μολόχα επίσης αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Πλάτωνα, όπου ο Αθήναιος την επαινεί ως «λεαντικόν αρτυρίας». Ο Ιπποκράτης επίσης τη χρησιμοποιούσε εκτενώς στη φαρμακευτική του. Παρασκεύαζε κατάπλασμα από κρασί και μολόχα κατά των οιδημάτων και των φλεγμονών, τη συνιστούσε για γυναικολογικά προβλήματα, κι επίσης παρασκεύαζε κολπικά υπόθετα για να διευκολύνει τον τοκετό και να μετριάσει τους πόνους – σημειωτέον ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, η φαρμεκευτική αντιμετώπιση των πόνων του τοκετού ήταν αμαρτία, γιατί αυτή ήταν η τιμωρία της Εύας σύμφωνα με τον ιουδαιοχριστιανικό μύθο! Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «παύει τας οδύνας». Ο Δίφιλος ο Σίφνιος έγραψε ότι βοηθά σε περιπτώσεις ερεθισμού των νεφρών και της κύστεως. Ακόμα χρησιμοποιούταν ως αποχρεμπτικό και καθαρτικό, ενώ από τα άνθη της παρασκευαζόταν αφέψημα για παθήσεις του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Η μολόχα επίσης πιστευόταν ότι σταματά την πείνα και τη δίψα. Ο γνωστός μυστικιστής Κρητικός \Επιμενίδης, ο οποίος υποτίθεται ότι κοιμήθηκε μέσα σ’ένα σπήλαιο για 57 χρόνια, όταν ξύπνησε βρέθηκε σε έναν καινούργιο κόσμο, και για να μην πεινά και διψά, έτρωγε μόνο μολόχα και βολβούς. Γι’αυτό και η μολόχα περιλαμβανόταν συχνά σε μυήσεις διάφορων μυστηριακών λατρειών στην Αρχαία Ελλάδα. Το φυτό ήταν επίσης αγαπητό από τους Ρωμαίους, όπου δεν έλειπε από κανε΄να τραπέζι. Ο Κικέρων και ο Οράτιος μας αναφέρουν για τις ανακουφιστικές του ιδιότητες. Ο Οράτιος, θέλοντας να δείξει πόσο λιτή ήταν η διατροφή του, έγραψε χαρακτηριστικά: «Me pascunt olivae, / me cichorea levesque malvae» («Όσον αφορά εμένα, με τρέφουν ελιές, αντίδια και μολόχες»). Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα τη μέρα δε θα μας βρει καμία αρρώστια. Αργότερα, ο Καρλομάγνος είχε διατάξει να καλιεργείτε μολόχα σε όλους τους αυτοκρατορικούς κήπους για τις ιδιότητές της. Οι Φελάχοι, οι αγρότες της Αιγύπτου, που ζούσαν κυρίως με χόρτα, έφτιαχναν ένα φαγητό από ρίζες μολόχας, της οποίες, αφού έβραζαν, τις τηγάνιζαν μαζί με κρεμμύδια. Ο Βυζαντινός συγγραφέα Συμεών Σηθ αναφέρει ότι η μολόχα αντιμετωπίζει τη δυσκοιλιότητα. Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου, η μολόχα είναι το βότανο που θεραπεύει τα νοσήματα των νεφρών, τα ηπατικά νοσήματα, τις πληγές, τις φλεγμονές, καθώς και τα «κρυφά πάθη» των γυναικών. Στο βυζαντινό σύγγραμμα Περί Χυμών, Βρωμάτων και Πομάτων, η μολόχα θεωρούταν εύπεπτη και δυναμωτική τροφή. Πιστευόταν ότι απαλλάσσει το σώμα από τις αρρώστιες και τα θεραπεύει όλα εξαιτίας της ήπιας καθαρτικής της δράσης. Στα νεότερα χρόνια η μολόχα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ευρέως και ως τροφή και ως φάρμακο για παρόμοιες παθήσεις. Τα φύλλα της βράζονταν σαν χόρτα ή προσθέτονταν σε φαγητά με όσπρια, ρύζι ή κρέας. Τα νεαρά μαλακά φύλλα τρώγονταν ωμά αντι για μαρούλι. Με τα φύλλα της επίσης παραδοσιακά τυλίγονται ντολμαδάκια, ιδίως στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η συνταγή είναι η ίδια με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, απλά αντί για αμπελόφυλλα χρησιμοποιούνται μεγάλα φύλλα μολόχας. Το φαγητό αυτό εντούτοις δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού παρόμοια ντολμαδάκια παρασκευάζονται και στην Τουρκία. Όσοι τα έχουν δοκιμάσει λένε ότι υπολείπονται γευστικά, άρα ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η δημοτικότητα της μολόχας έπεσε τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους μας, έχουμε πολύ περισσότερες και γευστικότερες επιλογές σήμερα. Οι καρποί της λέγονταν «ψωμάκια» τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά όταν έπαιζαν έξω και τα έτρωγαν. Το αφέψημα από τα άνθη της, γνωστά ως μολοχάνθη ή μολοχάνθια, εφαρμοζόταν κατά των ίδιων περίπου παθήσεων όπως και τους προηγούμενους αιώνες. Το αφέψημα επίσης μαζί με χαμομήλι και με λίγο μέλι καταπράυνε τον πονόλαιμο, ενώ το ποδόλουτρο στο αφέψημα μαλάκωνε τους κάλους, ξεκούραζε τα κουρασμένα πόδια και ανακούφιζε από οιδήματα, όπως αυτά έπειτα από στραμπούλιγμα ή κάταγμα. Ο χυμός των τριμμένων φύλλων της καταλάγιαζε το τσούκνισμα της τσουκνίδας, και το κατάπλασμα των φύλλων της απάλυνε τον πόνο από τα τσιμπήματα των εντόμων. Γενικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια, χωρίς ωστόσο όλες αυτές οι θαυματουργές ιδιότητες να υποστηρίζονται από αυστηρές επιστημονικές μελέτες. Ίσως να ήταν κάπως θρεπτικότερο ως τροφή σχετικά με άλλα έτσι κι αλλιώς θρεπτικά φτωχά χορταρικά, αλλά ως φάρμακο σίγουρα υπερεκτιμήθηκε.

Το φυτό είναι πολύ θρεπτικό και μη τοξικό, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για κατοικίδια, όπως κουνέλια, καθώς και για φυτοφάγα ή παμφάγα ερπετά όπωος ιγκουάνες, χελώνες στεριάς και νερού, γενειοφόρους δράκους κλπ, ή φυτοφάγα ασπόνδυλα όπως γιγάντια σαλιγκάρια. Και το κουνέλι μου και ο δράκος μου το τρώνε πολύ – είναι στην πραγματικότητα από τα αγαπημένα τους χόρτα.

Ως ζιζάνιο, το φυτό δεν είναι επικίνδυνο. Αποτελείται από έναν μονο βλαστό και μια κατακόρυφη ρίζα, οπότε αν δεν τω θέλετε κάπου μπορείτε απλώς να το ξεριζώσετε. Δεν επεκτείνεται με ριζώματα ή στολώνια. Αντίθετα συχνά μπορεί να είναι ωφέλιμο, αφού τα άνθη του προσελκύουν μέλισσες και άλλους επικονιαστές, μπορεί να φαγωθεί ή να ταϊστεί στα παραπάνω ζώα. Επίσης τα μικ΄ρα μοβ άνθη του είναι πολύ όμορφα. Σπάνια καλλιεργείται, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί για καλλωπιστικούς σκοπούς. Συχνά προτιμάται το είδος M. moschata, ένα κοντό, περίπου στα 60 εκ, βραχύβιο πολυετές με πολλά ροζ άνθη, το οποίο έχει και μία ολόλευκη ποικιλία. Παρά το όνομά της, δεν έχει ιδιαίτερα έντονη οσμή, αν και τα άνθη της μυρίζουν ωραία από πολύ κοντινή απόσταση. Ως ζιζάνια, δεν είναι δύσκολα στη φροντίδα. Απλώς σπέρνετε τους σπόρους την τελική τους τοποθεσία την άνοιξη, προτιμότερα σε εμπλουτισμένο με οργανική ύλη χώμα για βέλτιστη ανάπτυξη, και έκτοτε το φυτό θα διαιωνίζεται από τους δικούς του σπόρους που ρίχνει. Η εμπορι΄κη αξία της μολόχας είναι περιορισμένη. Το είδος M. verticillata (μαλάχη η σπονδυλωτή), γνωστό στα κινέζικα ως «ντονγκ χαν τσάι» και στα κορεάτικα ως «άουκ», καλλιεργείται σε μικρή εμπορική κλίμακα στην Κίνα, όπου το αφέψημά του πιστεύεται ότι καθαρίζει το παχύ έντερο και βοηθά στην απώλεια βάρους.

Έτσι, από θείο φυτό που μπορεί να κρατήσει κάποιον στη ζωή χωρίς να πεινά και να διψά και να θωρακίσει από κάθε είδους κακό, η μολόχα κατέληξε σήμερα να είναι ένα απλό ζιζάνιο, συχνά ανεπιθύμητο, καλλωπιστικό και τροφή μηδαμινής αξίας, και τροφή για σαύρες και κουνέλια. Δε λεώ ότι η αξία της χάθηκε εντελώς, ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, αλλά σίγουρα ξεριζώθηκε από τον Όλυμπο και φυτεύθηκε στις παραμελημένες γωνιές της αυλής μας, πίσω από το σκουριασμένο σκουπιδοντενεκέ, ανάμεσα σε δύο πλάκες ενός πεζοδρομίου, ή στη γωνία ενός παραμελημένου πάρκινγκ, όπως το φυτό της φωτογραφίας. Όπως είπα και παραπάνω, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερες επιλογές να φάμε και η ταπεινή και μάλλον άγευστη μολόχα δε μας κινεί το ενδιαφέρον πια. Και ως προς τη φαρμακευτική της χρήση, δε φαίνεται να έχει κάποια σπουδαία ιδιότητα. Αν είχε, να είστε σίγουροι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα την είχαν εκμεταλλευτεί. Συγγνώμη που δε σας τη ρομαντικοποίησα όπως συνηθίζεται στους κύκλους των βοτανολατρών στο Διαδίκτυο.

Πηγές:
μολόχα – Βικιπαίδεια
γένος Malva – αγγλική Wikipedia
Βότανα και Υγεία – μολόχα
ντολμάδες με φύλλα μολόχας
καλλιέργεια της Malva moschata

Advertisements

Ενημέρωση 15/4/2016: Τα φυτά αναγνωρίστηκαν. Το πρώτο είναι χείρανθος ο χείριος (Erysium cheiri), πρώην Cheiranthes cheiri, ένα διετές ή βραχύβιο πολυετές λαχανοειδές (οικογένεια Brassicaceae), το οποίο είναι αυτοφυές, αλλά καλλιεργείται για τα άνθη του. Το δεύτερο είναι αγριοζοχός (Eurospermum picrides), που λέγεται έτσι όχι επειδή ο κανονικός ζοχός είναι ήμερος, απλώς επειδή αυτό σκεπάζεται από αγκάθια και σκληρές τρίχες. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των αστεριδών (Asteracaea), μαζί με το ζοχοό, το ραδίκι, το μαρούλι, τις μαργαρίτες κλπ.

Αυτά είναι τα πρώτα άγνωστα είδη για το 2016. Περιμένω τα σχόλια σας με το όνομα του είδους.

άγνωστο καλλωπιστικό σε ανθοφορία

Το πρώτο το βρήκα το Μάρτιο στο εξοχικό του πατέρα μου στη Γερακινή της Χαλκιδικής. Βρισκόταν στο φράχτη του δικού μας σπιτιού με γειτονικό. Ήταν περίπου ενάμισι μέτρο ψηλό ή και παραπάνω, μ’αυτά τα παράξενα τετραπέταλα λουλούδια. Ποώδες. Σίγουρα θα βρίσκεται αρκετά χρόνια εκεί. Πώς λεέγεται;

άγνωστο αγριόχορτο

Το δεύτερο είναι ένα κοινό, αν κι όχι πανταχού παρόν, ζιζάνιο. Μοιάζει με το ζοχό, αλλά έχει χνουδωτά φύλλα πολύ λιγότερο σχισμένα, και σχετικά κυλινδρικό βλαστό με αγκαθάκια. Το συγκεκριμε΄νο φυτό είχε συμπτυγμε΄νη ταξιανθία στην κορυφή, και λίγα φύλλα του λείπουν, επειδή τα έκοψα για τη Λίμπο την κουνέλα μου. Αργότερα το έκοψα όλο για το κουνέλι, αφήνοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι μήπως και ξαναπετάξει. Τα κουνέλια το τρώνε. Τι να είναι;

Περιμένω τα σχόλιά σαςσ.

Σταπέλιες

η Orbea variegata μου με άνθος

Οι περίεργοι, γωνιώδεις βλαστοί τους, καθώς και τα μοναδικά άνθη τους με το ιδιαίτερο σχήμα, χρώμα, υφή και οσμή, έχουν κάνει τις σταπέλιες απαραίτητο στοιχείο κάθε συλλογής παχυφύτων. Υπάρχουν επίσης και σοβαροί συλλέκτες εξειδικευμένοι στα φυτά της συγκεκριμένης ομάδας, οι οποίοι προσπαθούν να συγκεντρώσουν όλα τα είδη, αλά και τις αναρίθμητες φυσικές και τεχνητές ποικιλίες τους. Δεν έχουν την επονομασία «οι ορχιδέες των παχυφύτων» χωρίς λόγο. Όπως και με άλλα παχύφυτα, οι σταπέλιες συχνά συγχέονται με τους κάκτους, αλλά η ομοιότητά τους είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης υπό τις ίδιες εξελικτικές πιέσεις (ξηρό, θερμό και άνυδρο περιβάλλον) παρά άμεσης συγγένειας. Οι δύο αυτές ομάδες παχυφύτων βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες ανθοφόρων φυτών, με τους κάκτους κοντύτερα στα γαρύφαλλα και τις σταπέλιες κοντύτερα στις πικροδάφνες. Εκτός αυτού, οι κάκτοι είναι κατά κύριο λόγο αμερικανική οικογένεια, ενώ οι σταπέλιες περιορίζονται απποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο. Οι κάκτοι επίσης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτεροι ποικιλομορφία ως προς τη μορφολογία, τον τρόπο ανάπτυξης και τα κλίματα όπου ευδοκιμούν.

Το όνομά τους το έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής συστηματικής ταξινόμησης, προς τιμήν του Ολλανδού βοτανολόγου και γιατρού του 15ου αι. Γιοχάνες βαν Στάπελ (Johannes van Stapel). Οι σταπέλιες αποτελούν τη φυλή Stapeliae, της υποοικογένειας Asclepiadoidea, της οικογένειας Apocynaceae, της τάξης Gentianales. Στα ασκληπιαδοειδή ανήκουν αγριόχορτα όπως οι ασκληπιάδες, αλλά και παχύφυτα σταπελιοειδούς χαρακτήρα όπως οι κηροπηγίες (γένος Ceropegia). Μέχρι πρότινος, οι ασκληπιάδες ταξινομούνταν σε δική τους οικογένεια, τους ασκληπιίδες (Asclepiadaceae), αλλά πρόσφατα οι οικογένειά τους υπήχθη στους αποκυνίδες (Apocynaceae). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν πολλά καλλωπιστικά φυτά με πλατιά φύλλα, επιδεικτικά άνθη και τοξικό γάλα, όπως η πικροδάφνη, η αλαμάντα, το φούλι, το ρυγχόσπερμα, και παχύφυτα όπως το παχυπόδιο (γένος Pachypodium), το αδένιο (γένος Adenium) και η αδένια (γένος Adenia). Οι σταπέλιες ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές, και ορισμένα είδη είναι εδώδιμα. Τα γένη της φυλής των σταπελιών είναι: Angolluma, Baynesia, Caralluma, Desmidorchis, Duvalia, Echidnopsis, Edithcolea, Frerea, Hoodia, Huernia, Huerniopsis, Larryleachia, Notechidnopsis, Orbea, Orbeopsis, Piaranthus,’stapelia, Stapelianthus, Stapeliopsis, Tavaresia, Tridentea, Tromotriche και Whitesloanea. Στα αγγλικά το κοινό τους όνομα είναι «stapeliads (σταπελιάδες)», αλλ’αυτή η κατάληξη δε δικαιολογείται ετυμολογικά. Προφανώς προήλθε από σύγχυση με τις ασκληπιάδες. Οι σταπέλιες απαντούν στην Αφρική, στην Αραβική Χερσόνησο και στην υπόλοιπη Ασία μέχρι και την Ινδική Χερσόνησο. Το είδος Caralluma europaea είναι το μόνο ευρωπαϊκό είδος, με εξάπλωση στην ακραία νότια Ιβηρική Χερσόνησο. Κέντρα ποικιλότητας, δηλαδή περιοχές με μεγάλο αριθμό ειδών και πολλές ενδημικές και μικροενδημικές μορφές, είναι η βορειοανατολική Αφρική, η νότια Αφρική, η Υεμένη και το νησί Σοκότρα ανοιχτά της Υεμένης, και οι ξηρές περιοχές της Ινδίας, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Νεπάλ και της Βυρμανίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη κατάγονται από τη νοτιοαφρικανική περιοχή, αλλά μπορούν να βρεθούν είδη από κάθε περιοχή. Οι σταπέλιες φύονται σε ξηρές τοποθεσίες, είτε σε αμμώδες χώμα, είτε ανάμεσα σε πέτρες ή κάτω από την ελαφρά ημισκιά ψηλότερων θάμνων.

Όλες οι σταπέλιες είναι παχύφυτα, με σαρκώδεις βλαστούς όπου αποθηκεύεται το νερό. Οι βλαστοί κυμαίνονται σε ύψος από 2,5 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα και είναι γωνιώδεις, συνήθως τετραγωνισμένοι, αν και υπάρχουν είδη με έξι ακμές, και ορισμένα του γένους Hoodia μπορεί να έχουν πάνω από 30. Πάνω στις ακμές βρίσκονται τα φύματα, μικρά εξογκώματα που κανονικά θα έφεραν τα φύλλα. Τα φυτά αυτά είναι λειτουργικά άφυλλα, με υπολειμματικα μόνο φύλλα. Συνήθως υπάρχουν δύο παραφυλλικά δόντια, μικρά δόντια που αντιστοιχούν στα παράφυλλα άλλων φυτών, ελασματώδεις προεξοχές εκατέροθεν της βάσης του μίσχου του φύλλου. Επίσης κατά την ανάπτυξη συνήθως σχηματίζεται το υπόλειμμα του κυρίως φύλλου, το οποίο είναι ένα μικρό δόντι και πέφτει σύντομα μετά την εμφάνισή του, αν και κάποια είδη του νοτιοαφρικανικού γένους Tridentea το διατηρούν, εξού και το όνομά του. Το ινδικο είδος Frerea indica είναι η μόνη σταπέλια που παράγει κανονικά, μακρόστενα φύλλα, και μόνο κατά τη βροχερή περίοδο. Οι βλαστοί μπορεί να είναι λείοι ή χνουδωτοί, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, Ενώ σε πολλά είδη μπορεί να έχουν μοβ ή ερυθρές περιοχές και κηλίδες, οι οποίες είναι εμφανέστερες στο έντονο ηλιακό φως (το φυτό παράγει ανθοκυανίνες για να προστατευτεί). Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, αλλά συνήθως είναι εξαπλούμενοι ή έρποντες, και μπορεί να ριζώσουν στην επαφή τους με το έδαφος. Το ριζικό σύστημα των φυτών αυτών είναι ρηχό, όπως και σε πολλά άλλα παχύφυτα, ώστε ν’απορροφά γρήγορα το νερό της βροχής πριν εξατμιστεί από τη ζέστη.

Το πλέον οιδοποιό στοιχείο όμως των φυτών αυτών είναι τα άνθη τους. Τα άνθη κυμαίνονται σε διάμετρο από 2 χιλιοστά σε αρκετά είδη των γενών Echidnopsis και Pseudolithos, μέχρι τα 41 εκατοστά ή και περισσότερο στη γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea), η οποία έχει το μεγαλύτερο άνθος από κάθε άλλο παχύφυτο. Τα άνθη φύονται προς τη βάση του βλαστού στα μεγανθή και στη μέση ή προς τις κορυφές στα μικρανθή είδη, μονήρη, κατά μικρές ομάδες ή μικρές ταξιανθίες. Τα άνθη των φυτών αυτών έχουν δισκοειδές, αστεροειδές σχήμα, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Αποτελούνται από 5 σέπαλα και 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, όπως και σ’όλα τα μέλη της οικογένειας. Σπάνια εμφανίζονται φυτά που από μετάλλαξη έχουν λιγότερα πέταλα από σύμφυση δύο ή και περισσότερων, έχουν περισσότερα ή είναι ημίδιπλα. Κατά τ’άλλα τα άνθη τω σταπελιοειδών αποκλίνουν πολύ από τα κοινά άνθη. Οι βάσεις των πετάλων μαζί με τις αναπαραγωγικές δομές στο κέντρο του άνθους είνα συνενωμένες σε μια πολύπλοκη δομή, το δίσκο ή δακτύλιο (annulus). Τα άνθη δεν είναι λεπτά και μαλακά όπως αυτά των περισσότερων φυτών· ανταυτού είναι σκληρά, δύσκαμπτα, με δερματώδη και συχνά με σαρκώδη πέταλα, θυμίζοντας περισσότερο φύλλα παχυφύτου. Τα πέταλα δεν είναι λεία κι απαλά, αλλά χνουδωτά και κάποιες φορές αυλακωτά, ενώ πολλά είδη φέρουν μακρύτερες τρίχες στις άκρες των πετάλων τους, οι οποίες δονούνται με τον άνεμο (δονητικές τρίχες). Τα χρώματά τους δεν είναι τα καθαρά κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί κλπ των γνωστών λουλουδιών, αλλά θαμπές αποχρώσεις του καφέ, του καφεκόκκινου, του μπεζ, του μοβ και του ροζ. Τέλος η οσμή τους δεν είναι η γλυκιά οσμή των αγαπητών μας λουλουδιών, αλλά αυτή ενός πτώματος σε αποσύνθεση. Οι σταπέλιες χρησιμοποιούν τις μύγες για την επικονίασή τους, κι επειδή τα φυτά που χρησιμοποιούν τέτοιους επικονιαστές δεν τους ανταμοίβουν με νέκταρ, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνήθως δεν τρώνε, θα πρέπει να στήσουν την απάτη τους όσο το δυνατόν καλύτερα, γι’αυτό και το σχήμα, το χρώμα, η υφή και η οσμή των ανθέων των σταπελιοειδών πλησιάζουν όσο γίνεται τη μορφή ενός νεκρού ζώου σε αποσύνθεση. Η απάτη είναι τόσο αληθοφανείς, που σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε μεγάλα άνθη, οι μύγες γεννούν τα αυγά τους στη στεφάνη του άνθους, αλλά φυσικά οι προνύμφες πεθαίνουν από ασιτία. Η στρατηγική αυτή είναι αρκετά επιτυχημένη, αφού και μια νοτιοαφρικανική ορχιδέα, το είδος Satyrium pumilum μιμείται τις σταπέλιες αναδίδοντας οσμή πτώματος, και, όπως και οι περισσότερες ορχιδέες, εξαπατά τους επικονιαστές της. Πολλά άλα φυτά προσελκύουν μύγες με παρόμοιες οσμές σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως το φιδόχορτο στην Ελλάδα για παράδειγμα, μέλος της οικογένειας των αροειδών με πολλά άλλα μυιόφιλα είδη. Τα διάφορα είδη σταπέλιας διαφέρουν ως προς την οσμή και τη μορφή των ανθέων, κι έτσι προσελκύουν συγκεκριμένα είδη επικονιαστών, ενώ μερικά είναι εξειδικευμένα σ’ένα μόνο είδος. Κάποια είδη πλησιάζουν την οσμή του πτώματος περισότερο από άλλα. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως το είδος Caralluma plicatiflora της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, το οποίο μυρίζει σαν κοπριά καμήλας, προσελκύοντας τις πιο κοπροφάγες μύγες. Άλλα είδη χρησιμοποιούν μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες και σκαθάρια ως επικονιαστές, π.χ. τα είδη Stapelia erectiflora και S. flavopurpurea αναδίδουν γλυκή οσμή για την προσέλκυση των μελισσών, αλλά η συντριπτική πλειονότητα χρησιμοποιεί τις μύγες. Τέλος υπάρχουν και λίγα είδη που παράγουν νέκταρ.

Το σύστημα επικονίασης των φυτών αυτών είναι μοναδικό. Αντί να απελευθερώνουν κόκους γύρης, οι οποίοι μεταφέρονται παθητικά με τα έντομα σε άλλα άνθη, συσκευάζουν τη γύρη τους σε συσσωματώματα, τα γυρεοσώματα (pollinia), τα οποία εναποτίθενται ολόκληρα από τα έντομα στα άνθη αποδέκτες. Όλα τα ασκληπιαδοειδή χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, αλλά οι σταπέλιες το έχουν εξελίξει στον υπέρτατο βαθμό. Το pollinium είναι μέρος μίας μεγαλύτερης δομής, της συσκευής επικονίασης, η οποία αποτελεί προϊόν έκκρισης των κυττάρων του ανθήρα. Η συσκευή αποτελείται από ένα κεντρικό σωμάτιο (corpuscle), το οποίο φέρει δύο μεταφορείς βραχίονες (translator arms) ή ουρίδια (caudicles), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με το σωμάτιο είτε απευθείας, είτε με τη βοήθεια ενός φτερού του ουριδίου. Στις απολήξεις των ουριδίων βρίσκονται τα pollinia. Στα υπόλοιπα ασκληπιαδοειδή, μεταξύ του ουριδίου και του pollinium παρεμβάλλεται ακόμα ΄μια δομή, το retinaculum. Το έντομο, καθώς επισκέπτεται ένα άνθος, παγιδεύει ένα μέρος του σώματός του (κάποιο πόδι ή κεραία αν είναι μικρό, ένα τριχίδιο αν είναι μεγαλύτερο) στο κενό που αφήνουν τα φτερά των ανθήρων, και με τις κινήσεις που κάνει προσπαθώντας ν’απελευθερωθεί, αποσπά έναν μηχανισμό επικονίασης, τον οποίο εναποθέτει σε άλλο άνθος του ίδιου είδους με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας τη διαδικασία της επικονίασης. Στις υπόλοιπες ασκληπιάδες, το σφαιρικό pollinium μπορεί να τοποθετηθεί στο άνοιγμα χωρίς κάποιον προσανατολισμό, αλλά στις σταπέλιες η μορφή του pollinium και της σχισμής είναι τέτοια, ώστε αυτό να μπορεί να μπει μόνο από συγκεκριμένη πλευρά, σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ορισμένα γένη ωστόσο, όπως η Hoodia, δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το διαφορετικό σχήμα του pollinium και τη σχισμής σε κάθε είδος, καθώς και οι διαφορές στη μορφολογία των ανθέων, άρα και στους επικονιαστές τους οποίους προσελκύουν, είναι οι κύριοι φραγμοί κατά του υβριδισμού των ειδών στη φύση, παρά οι γενετικές διαφορές, αφού υβρίδια φαινομενικά ασύμβατων ειδών μπορούν να παραχθούν με τεχνητή επικονίαση. Υπάρχουν ωστόσο και γένη με συμβατά κλειδιά και κλειδαριές, τα οποία υβριδίζονται και στη φύση. Σύντομα λοιπόν μετά την τοποθέτηση του pollinium στην κλειδαριά, το πρώτο απορροφά νερό από το άνθος και διογκώνεται, ώστε να μείνει στη θέση του, και στη συνέχεια βλαστάνουν όλα τα νημάτια της γύρης, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της επικονίασης. Παρόμοιος μηχανισμός επικονίασης με pollinia έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα στις ορχιδέες (οικογένεια Orchidaceae), ομάδα φυτών με μεγάλη εξειδίκευση στους επικονιαστές, αν και η μικροανατομία του συστήματος διαφέρει. Η στρατηγική αυτή μπορεί να εξελιχθεί μόνο σε φυτά με εξειδικευμένους επικονιαστές, όπου η πιθανότητα στοχευμένης μεταφοράς της γύρης σε άλλο άνθος του ίδιου είδους είναι μεγάλη. Μεγάλο πλεονέκτημα΄της είναι η μαζική γονιμοποίηση όλων των ωαρίων ενός άνθους από τη γύρη ενός μόνο άλλου. Το μειονέκτημά της είναι ωστόσο ότι, αν το pollinium χαθεί, όλες οι πιθανότητες γονιμοποίησης ενός ανθήρα, μιας ομάδας ανθήρων ή ενός άνθους ανάλογα με το είδος μηδενίζονται.

Μετά την επιτυχεί γονιμοποίηση, το άνθος μαραίνεται δίνοντας τη θέση του μερικές φορές σ’έναν, αλλ΄ασυνήθως σε δύο επιμήκεις καρπούς. Επειδή συνήθως βγαίνουν διπλοί κι έχουν τημορφή κεράτων, ένα κοινό αφρικάανς όνομα για τις σταπέλιες είναι «bockhorings», δηλαδή κέρατα αντηλόπης. Οι καρποί αυτοί είναι κάψες και κατά την ωριμότητα ξηραίνονται και διαρηγνύονται, απελευθερώνοντας πολλούς μικρούς σπόρους, οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο χάρη στην κόμη, μία μικρή τούφα τριχών που φέρουν. Λίγοι βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν, κι ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν. Οι περισσότεροι βλαστάνουν στην ημισκιά μεγαλύτερων θάμνων. Κάποια είδη ξεφεύγουν από την καταπιεστική αυτήν τυραννία με τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, ενώ άλλαπαραμένουν εκεί, προστατευμένα από το σκληρό ήλιο της ερήμου. Οι σταπέλιες είναι σπάνιες στα οικοσυστήματα όπου ζουν, και, ασυνήθιστα για παχύφυτα, είναι εξαιρετικά βραχύβιες, με τις περισσότερες να ζουν στη φύση το πολύ μία δεκαετία. Μικροί πληθυσμοί τους σε μια περιοχή μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστούν χωρίς προφανή λόγο, κι αλλού να εμφανιστούν άλλοι.

Η χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Το είδος Carallum adscendens, με εξάπλωση από την Ινδία μέχρι το αφρικανικό Σαχέλ, τρώγεται στην Ινδία ως λαχανικό, είτε φρέσκο είτε σε τουρσί, ενώ χρησιμοποιείται από τους ταξιδιώτες και τους κυνηγούς για να μετριάζουν τη πείνα και τη δίψα στο δρόμο. Θεωρείται επίσης φαγητό πείνας. Στη νότια Αφρική, τα είδη Orbea lugardii και O. maculata τρώγονται ως λαχανικά, κι έχουν γεύση μαρουλιού. Σπανιότερα τρώγεται και η O. namaquensis, η οποία είναι πολύ πικρή. Οι σταπέλιες έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης και στην ιατρική, για τη θεραπεία πραγματικών ή και περισσότερο μαγικών παθήσεων. Για παράδειγμα οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Hoodia gordoni για να μετριάσουν την δίψα τους στα ταξίδια – άλλωστε περιέχει πολύ νερό -, ίσως και για να κόψουν την όρεξη, αλλά και για τη θεραπεία της δυσπεψίας, των στομαχικών κραμπών, των αιμορροΐδων, του διαβήτη και μικρών μολύνσεων. Οι Ζουλού της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Stapelia gigantea για τη θεραπεία της υστερίας. Μακράν όμως η μεγαλύτερη χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι στην κηπουρική.

Οι σταπέλιες καλλιεργούνται ευρέως παγκοσμίως για τα μοναδικά γνωρίσματά τους. Υπάρχει τεράστια διαθέσιμη γκάμα ειδών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικόβαθμο΄δυσκολίας, με κάποια είδη το ίδιο εύκολα μ’άλλα κοινά παχύφυτα κι άλλα που εκνευρίζουν ακόμα και τους πλέον πεπειραμένους καλλιεργητές. Γενικά, οι σταπέλιες που κατάγονται από περιοχές με σταθερή βροχερή περίοδο είναι ευκολότερες από τις πιο τροπικές αλλά ξηροφυτικές. Οι περισσότερες χνουδωτές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Οι ανάγκες τους είναι παρόμοιες μ’αυτές άλλων παχυφύτων, δηλαδή ζεστό και φωτεινό περιβάλλον κατά την περίοδο ανάπτυξης, χώμα με καλή αποστράγγιση και πλήρης ανάπαυλα το χειμώνα. Το εδαφικό μίγμα για τα είδη από μέρη με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά το 1/3 από άμμο, το 1/3 από φυλλόχωμακαι το 1/3 από κοινό χώμα κήπου. Τα πιο ξηροφυτικά είδη θα χρειαστούν μίγμα που στραγγίζει αμέσως, με πολύ λιγότερη οργανική ύλη, ενώ αρκετοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν εντελώς ανόργανο μίγμα για τα πλέον ευπαθή ξηροφυτικά είδη, για την αποφυγή της μυκητικής σήψης των ριζών. Για ορισμένα είδη, των οποίων οι βλαστοί δεν αγγίζουν απευθείας το χώμα, αλλά στέλνουν τις ρίζες τους ανάμεσα στα βράχια, θα πρέπει η επιφάνεια της γλάστρας να στρωθεί με κάποιο ανόργανο υλικό όπως περλίτη ή χαλίκια, για να μη σαπίσουν. Οι γλάστρες για τις σταπέλιες μπορούν να είναι ρηχές, αφού τα φυτά αυτά δεν έχουν βαθύ ριζικο σύστημα και περισσότερο απλώνονται παρά αναπτύσσονται καθ’ύψος, και οπωσδήποτε θα πρέπει να έχουν αρκετές τρύπες αποστράγγισης. Είδη που κρέμονται καλά μπορούν να φυτευτούν σε κρεμαστά καλάθια και οι βλαστοί τους ν’αφήνονται να πέφτουν προς τα κάτω, ώστε τα άνθη τους να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση. Ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και την κλιματική ζώνη, ορισμένα είδη μπορούν να φυτευτούν σε κήπους ή βραχόκηπους, ενώ ευκολα καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Στους κήπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εδαφοκάλυψη μπροστά από ψηλότερα φυτά, και ακόμα και οι στείροι βλαστοί των πιο πολύχρωμων ειδών είναι εντυπωσιακοί στο βραχόκηπο. Τα είδη που κατάγονται από περιβάλλοντα με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει να ποτίζονται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, αρκει το χώμα να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα, ενώ τα πιο ξηροφυτικά είδη θα πρέπει να ποτίζονται αραιότερα. Γενικά, το λιγότερο πότισμα είναι καλύτερο από το περισσότερο. Όλα τα είδη θα πρέπει να λιπαίνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης ελαφρά, και τα ξηροφυτικά ακομα ελαφρότερα. Οι σταπέλιες ευδοκιμούν στον απευθείας ήλιο, αλλά επειδή πολά είδη αναπτύσσονται κάτω από τη ημισκιά ψηλότερων φυτών, καλύτερα να δέχονται περισσότερο τον πρωινό και τον απογευματινό ήλιο, παρά το μεσημεριανό. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται εύκολα με μοσχεύματα, τα οποία κόβονται κατά την περίοδο ανάπτυξης για βέλτιστα αποτελέσματα. Όπως και με τους κάκτους, το μόσχευμα θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώσει αφού κοπείπριν φυτευτεί, γιατί αλλιώς θα σαπίσει. Αντίθετα με τους κάκτους, ο χρόνος ξήρανσης είναι λιγότερος, συνήθως μια βδομάδα. Μετά το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί ρηχά στο έδαφος, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σαπίσει, κι αν υπάρχει πρόβλημα στήριξης, μπορεί να στηριχθεί με βότσαλα, ξυλάκια ή και με λίγο ανασηκωμένο χώμα. Όπως και με τους κάκτους, δε θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά μέχρι να ριζώσει – τα ξηρόφυτα ριζώνουν μόνο όταν πρέπει να ψάξουν νερό. Σύντομα μετά τη ριζοβολία θα ξεκινήσει η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης και με σπόρο, αλλά είναι πολύ ψιλός και πετάει αμέσως, γι’αυτο θα πρέπει να συλλεγεί μόλις ανοίξει η κάψα, ή, καλύτερα, η κάψα να περιβληθεί με διχτάκι πριν ωριμάσει ώστε όλοι οι σπόροι να πέσου μέσα. Οι σπόροι χρειάζονται μέτριες προς υψηλές θερμοκρασίες και καλά αποστραγγιζόμενο αλλά ελαφρώς υγρό χώμα για τη βλάστηση και τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία, αλλά και η μεγάλη πυκνότητά τους μπορούν να οδηγήσουν σε μυκητική σήψη. Για να υπάρχουν σπόροι όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η επικονίαση. Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω θα γονιμοποιηθούν φυσικά από τα έντομα, αλλά αυτά που ζουν σε μόνιμα κλειστό θερμοκήπιο χωρίς πρόσβαση σεέντομα ή εξειδικευμένα είδη με επικονιαστές που μπορεί να μην υπάρχουν στην περιοχή θα πρέπει να επικονιαστούν τεχνητά, δηλαδή με χειροκίνητη μεταφορά ενός μηχανισμού επικονίασης από ένα άνθος στην κλειδαριά ενός άλλου. Η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη από την τεχνητή επικονίαση των τυπικών ανθέωνμε του βουρτσάκι, απαιτώντας χειρουργική ακρίβεια, μικρολαβίδα και μικροσκόπιο. Η μέθοδος αυτή ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολλά ενδιαφέροντα υβρίδια, τα οποία μετά μπορούν να διαιωνιστούν με μοσχεύματα. Οι περισσότερες σταπέλιες δεν αντέχουν την παγωνιά, αν και λίγα εύκρατα είδη της Νότιας Αφρικής μπορούννα επιβιώσουν σε ελαφριές παγωνιές συντομης διάρκειας αν είναι στεγνά, οπότε χρειάζονται προστασία. Τα πιο ξηροφυτικά είδη έχουν πρόβλημα επιβίωσης σε χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμα κι αν διατηρούνται στεγνά και το θερμόμετρο δεν πέφτει ποτέ κάτω από το μηδέν, επειδή ο μεταβολισμός τους είναι αφύσικα χαμηλός, και οι άμυνές τους κατά των ασθενειών πεσμένες, κι έτσι σαπίζουν εύκολα από μύκητες. Τα συγκεκριμένα είδη δε θα πρέπει να εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών αν γίνεται, και καλύτερα να διατηρούνται σε ακόμα υψηλότερες. Μεγαλύτεροι εχθροί των σταπελιών είναι οι μύκητες, οι οποίοι μπορούν να τις σαπίσουν ταχύτατα. Απόέντομα, σημαντικκότεροι εχθροί είναι τα κοκκοειδή, τα οποία προσβάλλουν τους βλαστούς, συχνά καλύπτοντάς τους ολόκληρους, και οι αλευρώδεις, οι οποίοι προσβάλλουν τις ρίζες και τους πολύ πυκνούς βλαστούς. Σπανιότερα τις επιτίθενται οι αφίδες, οι κάμπιες και το ρυγχωτό σκαθάρι Paramecops stapeliae, είδος εξειδικευμένο να τρώει σταπέλιες, το οποίο τρέφεται τρυπώντας τους βλαστούς και απομυζώντας το χυμό τους. Είναι αρκετά σπάνιο, αλλά μπορεί να προξενήσει σοβαρές ζημιές σε συλλογές όποτε εμφανίζεται. Τα έντομα μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διάφορα εντομοκτόνα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ενώ για τους μύκητες η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. Προληπτικά, π.χ. για σπορόφυτα ή γιαμοσχεύματα σπάνιων ειδών μπορούν να χρησιμοποιηθούν μυκητοκτόνα, αλλά μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα απαιτείται άμεση δράση. Τα πράσινα μέρη του φυτού μπορούν να κοπούν λίγο ψηλότερα από το σημείο της σήψης, και να φυτευθούν σε νέες γλάστρες με νέο, αποστειρωμένο χώμα. Παρακάτω θα παρουσιάσω τρία συγκεκριμένα είδη τα οποία έχω, είχα ή θα ήθελα ν’αποκτήσω.

Το πρώτο είδος που έχω ακόμα είναι αυτό της φωτογραφίας. Είναι μια ποικιλόχρωμη σταπέλια ή όρμπεα (Orbea variegata), το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος της ομάδας. Το γένος Orbea περιλαμβάνει περίπου 56 είδη σε Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, με ισάριθμα είδη στο βόρειο και το νότιο Ημισφαίριο. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό orbis, δηλαδή κύκλος, αναφερόμενο στον εμφανή δακτύλιο στο κέντρο του άνθους. Η O. variegata είναι το ευκολότερο είδος σταπέλιας. Καλλιεργείται σαμ κάθε παχύφυτο, και ανέχεται λάθη που θα σκότωναν αμέσως τα ευπαθέστερα είδη. Είναι η παλαιότερη σταπέλια σε καλλιέργεια, με πολλές ποικιλίες και υβρίδια, κάποια των οποίων αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστά είδη στο παρελθόν. Κατάγεται απο΄το δυτικό Ακρωτήριο, μια περιοχή με χειμερινή βροχερή περίοδο, όπου φύεται κοντά στην ακτή. Δεν είναι πολύ ψηλό φυτό, με ύψος όχιπερισσότερο των 15 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι λείοι, τετραγωνισμένοι, με κανονικά φύματα, πράσινοι με χαρακτηριστικές μοβ περιοχές που γίνονται εντονότερες στο έντονο ηλιακό φως, και διακλαδίζονται προς τη βάση τους. Το φυτό απλώνεται στο έδαφος και ριζώνει σε σημεία επαφής με αυτό. Τα άνθη του φύονται προς τις κορυφές των βλαστών, έχουν διάμετρο 5 εκ και το τυπικό αστεροειδές σχήμα, με πέταλα καφέ προς μοβ και ανοιχτότερο κίτρινο δακτύλιο. Περίοδος ανάπτυξής του είναι ο χειμώνας και η άνοιξη, αλλά σε ψυχρότερα κλίματα όπως εδώ, το χειμώνα αδρανοποιείται κι αναπτύσσεται την άνοιξη μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι οδηγίες καλλιέργειας για τα ευκολότερα είδη παραπάνω ισχύουν και γι’αυτό το είδος. Δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα· καλλιεργείται και πολλαπλασιάζεται απροβλημάτιστα. Χάρη στην ανθεκτικότητά του, το φυτό ξέφυγε από την καλλιέργεια κι εξαπλώθηκε στη νότι Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο
Το δικό μου φυτό το πήρα το Μάιο του 2014 από την ανθοέκθεση. Ήμουν τυχερός, κι επαναλαμβάνω πολύ τυχερός, που πέτυχα πωλητή που γνώριζε τις επιστημονικές ονομασίες των φυτών που πουλούσε και μπορούσε να δώσει σωστές συμβουλές για τη φροντίδα τους. Ήταν άλλωστε όλα από δικό του φυτώριο. Στον πάγκο του είχε κάκτους, άλλα παχύφυτα και σαρκοφάγα φυτά. Του ζήτησα σταπέλια και μου έδωσε το μόνο είδος που είχε εκεί, το οποίο μου ταυτοποίησε ως Stapelia variegata, αν και ψάχνοντας βρήκα ότι αναταξινομήθηκε σε Orbea variegata. Ήταν ένα μικρό, παράξενο παχύφυτο με τετράγωνους βλαστούς σ’ένα μικροσκοπικό γλαστράκι όπως και τα υπόλοιπα, γεμάτο ρίζα. Λίγες μέρες μετά την αγορά του, το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερο, όπου αμέσως ξεκίνησε την ανάπτυξη, προφανώς για ν’αναπληρώσει το χαμένο χρόνο στο μικρό γλαστράκι. Σταμάτησε ν’αναπτύσσεται κατά τα μέσα του Ιουνίου, και για το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε στάσιμο. Από τα τέλη του Αυγούστου όμως άρχισε να πετάει παντού νέους βλαστούς ως προετοιμασία για την ανθοφορία, αλλά εγώ δεν το γνώριζα ακόμα. Ο καλλιεργητής μου είπε πως θα άνθιζε τον Αύγουστο, αλλά μάλλον πήγε πίσω εξαιτίας της μικρής γλάστρας όπου βρισκοόταν, και άνθισε το Σεπτέμβριο. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου λοιπόν πρόσεξα δύο μικρά μπιμπικάκια στην άκρη ενός μικρού, φαινομενικά ασήμαντου βλαστού, και υποψιάστηκα ότι μπορεί να ήταν μπουμπούκια, αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σε λίγες μέρες όμως οι ελπίδες μου επιβεβαιώθηκαν, επειδή οι κόκκοι αυτοί βρίσκονταν πάνω σε μικρούς ποδίσκους, που τότε ήταν σαν νήματα ακόμα. Σιγά-σιγά μεγάλωναν, και από το σχεδόν σφαιρικό σχήμα, αφού έφτασαν το 1 εκ σε ύψος πήραν το τυπικό κωδονοειδές σχήμα. Τότε νόμιζα πως σταμάτησε η ανάπτυξή τους, αλλά διαψεύστηκα. Το ένα συνέχιζε να μεγαλώνει, και μετά το 1,5 εκ άρχισε να αυξάνεται σε πλάτος. Τις μέρες πριν ανοίξει είχε πάρει δισκοειδές σχήμα και είχε φτάσει σε μέγεθος δίευρου ή και περισσότερο, δηλαδή 2 εκ και κάτι. Το μόνο που έμεινε από το πρώην κωδονοειδές σχήμα του ήτα μια μυτούλα στη μέση. Ο ποδίσκος του είχε μεγαλώσει επίσης και σε μήκος (γύρω στα 4 εκ) και σε πάχος, και το άνθος κρεμόταν επικίνδυνα, αλλά τελικά δεν έπαθε τίποτα. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου λοιπόν, η μυτούλα αυτή άρχισε ν’ανοίγει. Την επόμενη μέρα, 20 Σεπτεμβρίου, το άνθος είχε ανοίξει, αν και τα πέταλα γύριζαν ακόμα προς τα πάνω. Νομίζοντας ότι αυτό ήταν το κανονικό άνθος του φυτού, απογοητεύτηκα, διότι δε μύριζε καθόλου. Είχε μόνο μια πολύ ελαφριά οσμή χαλασμένου ψαριού. Το βράδυ το πήγα στα ζώα μου για να δω τις αντιδράσεις τους. Η κουνέλα μου η Λίμπο, αφού πήγε να δοκιμάσει μια κορυφή του φυτού και την άφησε αμέσως, μάλλον επειδή ήταν πικρό, μύρισε το άνθος και πήγε πίσω. Το λοφιοφόρο μου γκέκο ο Βαρώνος το πλησίασε, και άρχισε να το μυρίζει και να βγάζει τη γλώσσα του με ιδιαίτερη προσήλωση. Απόρησα τότε αν το είδος είναι πτωματοφάγο στη φύση – κανονικά τρώει έντομα, νέκταρ και ώριμα φρούτα. Από την άλλη ίσως απλώς το άνθος να μύριζε σαν φρούτα που αρχίζουν να σαπίζουν ή απλώς το γκέκο να παραξενεύτηκε από τη μυρωδιά, και να κάθισε λίγο παραπάνω εκεί για να το εξερευνήσει. Την επόμενη μέρα λοιπόν διαψεύστηκα για ακόμα μια φορά. Το άνθος τώρα είχε ανοίξει εντελώς, και ανέδιδε έντονη μυρωδιά σαπίλας. Ήταν κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα, περισσότερο προς το δεύτερο, πάραυτα η μυρωδιά ήταν ελάχιστα αισθητή μετά την απόσταση των 10 εκατοστών. Το ξαναπήγα στα ζώα. Η κουνέλα το μύρισε και πήγε πίσω αμέσως, και το γκέκο, αφού το μύρισε λίγο, γύρισε απότομα το κεφάλι του αλλού. Σε επόμενες δοκιμές γύριζε το κεφάλι του αλλού, και μετά πήγαινε πίσω. Οπότε τελικά δεν είναι πτωματοφάγο. Οι αμίνες της αποσύνθεσης, όπως η σηψίνη και η πτωμαΐνη, που παράγουν κι αυτά τα φυτά, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στα ζώα και σε μικρές ακο΄μα συγκεντρώσεις. Για τα πτωματοφάγα είδη δρουν ως ισχυρά ελκτικά, ενώ για τα περισσότερα μη πτωματοφάγα είδη δρουν ως σήμα κινδύνου, αφού θα μπορούσαν να υποδηλώνουν νεκρό μέλος του είδους από ασθένεια ή εχθρό ή αλλοιωμένη τροφή. Αντιδράσεις αποφυγής προς αυτές τις ουσίες έχουν καταγραφεί σε ζώα από μικρά ασπόνδυλα και ψάρια όπως ζεβρόψαρα, μέχρι μεγάλα θηλαστικά και φυσικά τον άνθρωπο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου λοιπόν, φωτογράφισα το άνθος. Στις 25 του μηνός άρχισε να μαραίνεται, αλλά δεν το άφησα να πέσει· το έκοψα για να βρω το σημείο που παράγονται οι ουσίες αυτές. έσπασα το κεντρικό συνενωμένο μέρος, που ήταν πολύ χυμώδες, και το χέρι μου μύριζε σαν το άνθος για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μετά μύριζε απλώς σαν χυμός φυτού. Κάπου εκεί μέσα θα παράγονται οι ουσίες αυτές, αλλά σε πολύ μικρές ποσότητες. Δεν έχει μελετηθεί ο τρόποςπαραγωγής τους, αλλά πιθανότατα θα παράγονται από τη λύση αμινοξέων σε κάποια κύτταρα. Άλλωστε τέτοιες ουσίες υπάρχουν σε μικροποσότητες σε ζωντανούς ιστούς. Στον άνθρωπο, μπορούν να βρεθούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ούρα, αλλά και στο σπέρμα, όπου μαζί με τη σπερμίνη και τη σπερμιδίνη, δύο άλλες αμίνες, συμβάλλουν στη συμπίεση του dna. Δηλαδή ουσιαστικά γεννιόμαστε από τις πτωμαΐνες. Μη νομίζετε λοιπόν ότι τα άνθη της σταπέλιας είναι σάπια ή βρώμικα. Αν πιάσετε ακόμα και το πιο δύσοσμο άνθος και μυρίσετε αμέσως μετά το χέρι σας, δε θα μυρίζει απολύτως τίποτα. Απλώς η μύτη μας είναι υπερευαίσθητη σε μικροσυγκεντρώσεις αυτών των ουσιών, κι έτσι μας δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότοι κάτι σαπίζει. Όσο το άνθος ήταν πάνω στο φυτό, είχα προσέξει ότι μύριζε εντονότερα την ημέρα, αλλά σχεδόν καθόλου τη νύκτα. Προφανώς παράγει τις περισσότερες ουσίες τις ώρες που κυκλοφορούν οι επικονιαστές του, για να μη δαπανά άσκοπα ενέργεια. Επίσης δεν πρόσεξα καμία μύγα στο άνθος. Ίσως το άνθος να ήταν μικρό και οι μύγες λίγες στην περιοχή, οπότε δε μπόρεσαν να το εντοπίσουν, ίσως απλώς να ήλθαν, αλλά εγώ να μην ήμουν μπροστά. Έκανε εκείνες της μέρες κρύο, αλλα τη μέρα είχε ήλιο και η θερμοκρασία ανέβαινε αρκετά, κι εκτός αυτού υπάρχουν και μύγες που πετάνε και σε πιο κρύο καιρό με την παραμικρή ένδειξη πτώματος.
Μετά λοιπόν την ανθοφορία, ήρθε ο χειμώνας κι επρόκειτο να μεταφυτεύσω το φυτό. Το έβγαλα από το γλαστράκι του επειδή το χρειαζόμουν, και το μισοφύτεψα σε μια ζαρντινιέρα προσωρινά. Τελικά άλλη γλάστρα δεν έψαξα, κι έτσι το φυτόπέρασε το χειμώνα έξω, σχεδόν γυμνόριζο. Αν και η θέση του ήταν αρκετά προστατευμένη από αέρηδες και δυνατά κρύα, σίγουρα θα πέρασε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι αφυδατώθηκε, αλλά ξαναδιογκώθηκε αμέσως μόλις το φύτεψα σε μεγαλύτερο γλαστράκι την άνοιξη. Κάποιες κορυφές ξεράθηκαν και τις έκοψα, και λίγοι βλαστοί άργησαν να επανυδατωθούν, αλλά γενικά το φυτό επανυδατώθηκε αμέσως κι άρχισε την νανάπτυξη. Διπλασιάστηκε σε μέγεθος και σταμάτησε την ανάπτυξη στις αρχές του Ιουνίου. Η ταλαιπωρία αυτή ωστόσο το πήγε λίγο πίσω, αφού το μπουμπούκι του το έβγαλε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, κι ακόμα είναι λιγότερο από 1 εκατοστό. Άσχετα αν ανθίσει ή όχι, αυτόν το χειμώνα θα πρέπει να το μεταφυτεύσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα που θα του πάει γι’αι αρκετά χρόνια. Την άνοιξη επίσης θα πρέπει να κόψω ένα μόσχευμα για να το αναπαραγάγω, γιατί ο πατέρας μου μου το ζητάει. Κάτι έχουμε μετα πτωματικά φυτά Έχουμε αλοκάσιες, τώρα αυτό, και σίγουρα θα μαζέψουμε κι άλλα.

Το δεύτερο φυτό, ου ήμουν ασυμπτωτικά κοντά στο να έχω, αλλά το έχασα ήταν η χούντια του Γκόρντον (Hoodia gordoni). Το φυτό αυτό περιγράφηκε το 1775 από τον Robert Jacob Gordon, και αρχικά ταξινομήθηκε στο γένος Stapelia. Σήμερα το γένος Hoodia περιλαμβάνει περίπου 20 είδη. Το είδος του ενδιαφέροντος απαντά στο βορειοανατολικό μέρος του δυτικού Ακρωτηρίου και στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, και στα νότια της Ναμίμπια. Οι θερμοκρασίες στο φυσικό του περιβάλλον κυμαίνονται μεταξύ -3 και 40 βαθμών,οπότε το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, στις άμμους της Καλαχάρι και κάτω από την ημισκιά άλλων θάμνων. Αρχικά το φυτό αποτελείται από έναν μόνο βλαστό, στη συνέχεια όμως διακλαδίζεται στη βάση του. Ένα ώριμο φυτό μπορεί να έχει 50 κλαδιά και να ζυγίζει 30 κιλά, ενώ αυτά που αναπτύσσονται σε καλές συνθήκες μπορούν να φτάσουν το 1 μέτρο. Οι βλαστοί του είναι γωνιώδεις και αγκαθωτοί, επειδή τα φύματά του είναι σκληρά και μυτερά. Τα άνθη εμφανίζονται κοντά ή πάνω στην κορυφή, έχουν διάμετρο 75 χιλιοστών και είναι πιο χωανοειδή σε σχέση μ’αυτά άλλων σταπελιών, μοιάζοντας με άνθη πετούνιας. Ποικίλουν σε χρωματισμούς από ξανθό έως σκούρο καφέ, και, όπως οι περισσότερες σταπέλιες, μυρίζουν σάπιο κρέας. Μετά την ανθοφορία παράγεται ένα ζευγάρι καρπών. Εκτός από bockhorings, το φυτό λέγεται και ghaap στα αφρικάανς, από το βουσμανικό khoba.
Το φυτό ίσως να σας είναι γνωστό ως φυσικό βοήθημα στην απώλεια βάρους. Ο όλος τσαρλατανισμός ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αι. όταν, με βάση την παραδοσιακή χρήση του από τους Βουσμάνους για τη μείωση της πείνας και της δίψας στην έρημο, το Νοτιοαφρικανικο Συμβούλιο για την Επιστημονική και Βιομηχανική Έρευνα (CSIR), αναζητώντας κάποια ενεργή ουσία στο φυτό, απομόνωσε το 1977 τη γλυκοζίδη p57, η οποίαμείωσε σημαντικά την όρεξη στους αρουραίους έπειτα από ενδοεγκεφαλική ένεση. Δεν υπάρχουν ωστόσο αποδείξεις ότι κάνει το ίδιο σε ζώα ή ανθρώπους από διά στόματος χορήγηση. Το CSIR πατεντάρησε την ουσία το 1996. /εν συνεχεία παραχώρησε την άδεια στη βρετανική εταιρεία Phytopharm, η οποίασυνεργάστηκε με την Pfizer για να απομονώσουν απ’το φυτό κι άλλα τυχόν χρήσιμα συστατικά, αλλά και να βρουν τρόπους σύνθεσής τους. Η Pfizer τελικά απέσυρε τα δικαιώματα το 2002. Ο καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντισον στου Ουινσκόνσιν Paul Hudson ανέφερε ότι, για να παραχωρήσει η Pfizer τόσο εύκολα τα δικαιώματα γιακάτι το οποίο έχει να κάνει με την παχυσαρκία, πάει να πει ότι το σκεύασμα δεν έχει αποτέλεσμα. Η Pfizer ανακοίνωσε το 2002 ότι σταματά την έρευνα πάνω στο p57, επειδή ήταν δύσκολο στη σύνθεση. Ο Jasjid Bindra, αρχηγός ερευνητής για τη χούντια στην Pfizer, ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι το σκεύασμα επιβάρυνε το ήπαρ από άλλες ουσίες που δε μπορούσαν εύκολα ν’αφαιρεθούν από αυτό, συμπληρώνοντας ότι απαιτούνται πολλοί έλεγχοι ακόμα μέχρις ότου εγκριθεί το σκεύασμα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, και ότι ως τότε όσοι κάνουν δίαιτα θα πρέπει να προσέχουν. Εντωμεταξύ οι Βουσμάνοι ή Σαν των περιοχών όπου φύεται το φυτό αυτό θεώρησαν το πατεντάρισμα ενός παραδοσιακού βοτάνου βιοπειρατεία από τους Λευκούς κατακτητές, και μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, το CSIR συμφώνησε οι Βουσμάνοι να λαμβάνουν ένα ποσοστό των κερδών από τη διαφήμιση της χούντια (πόσο;). Σήμερα το φυτό αυτό προστατεύεται στη Νότια Αφρική, και μόνο άτομα και λίγες εταιρείες με ειδική άδεια επιτρέπεται να το συλλέγουν. Δεν ξέρω όμως αν πράγματι ο νόμος εφαρμόζεται, ή διεφθαρμένοι αστυνομικοί αφήνουν τον καθένα να κάνει ό,τι θε΄λει με λίγο μπαγιόκο στην τσέπη. Τελικά πολύς χαμός για το τίποτα. Ένα σπάνιο φυτό οδηγήθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης από μία υπόθεση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Ή, για να το πω πιο δραματικά, οι αφρώδεις, χοντροί μακντοναλτσοφάγοι της Δύσης σχεδόν εξαφάνισαν ένα μικρό, έως τότε σχεδόν άγνωστο φυτό της αφρικανικής ερήμου. Αυτό θα πει παγκοσμιοποίηση.
Όλοι οι σπόροι της H. gordoni που διατίθενται στο εμπόριο για καλλιέργεια προέρχονται από καλλιεργούμενα φυτά, οπότε δεν επηρεάζονται οι άγριοι πληθυσμοί. Εγώ είχα πάρει τους δικούς μου σπόρους πέρσι το φθινόπωρο από τη γερμανική σελίδα εξωτικών σπόρων. Ήταν τρεις, και τους έσπειρα αμέσως σε αμμώδες χώμα, σ’ένα γλαστράκι στον ήλιο. Φύτρωσαν σε λιγότερο από μια βδομάδα, τρεις μικροί, κοντόχοντροι κι ανοιχτοπράσινοι βλαστοί με δύο μικρές, ίσως ακ΄κομα μαζεμένες κοτυληδόνες στην κορυφή. Και μετά ήρθε ο αέρας και τα κατέστρεψε όλα. Ίσως έπρεπε να μοιράσω τα φυτά σε διαφορετικά γλαστράκια για να σώσω κανένα, αλλά δεν το έκανα επειδή δεν πρόβλεψα τόσο ακραίο καιρό. Θα μπορούσα επίσης να έχω τις γλάστρες σε μέρος χωρίς τόσο αέρα, αλλά το μέρος με τον περισσότερο αέρα στο μπαλκόνι μου είναι κι αυτό με τις περισσότερες ώρες ήλιου. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να λύσω αυτά τα προβλήματα.
Η χούντια καλλιεργείται όπως οι πιο ξηροφυτικές σταπέλιες. Χρειάζεται ήλιο, χώμα με λίγη οργανική ύλη και καλή αποστράγγιση, αραιά ποτίσματα και λίγη σχετικά λίπανση. Αντέχει τις χαμηλες θερμοκρασίες και τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Ιδιαιτερότητα όμως αυτού του φυτού είναι ότι σπάνια τα μοσχεύματά του δημιουργούν κάλο, εκείνη την αδιαφοροποίητη μάζα κυττάρων στο σημείοκκοπής που επαναδιαφοροποιείται σε ρίζες, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μ’αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατος, άρα μονο με σπόρο. Οι σπόροι χρειάζονται υγροό αλλά ελαφρύ χώμα. Η ανεπαρκής αποστράγγιση και η μεγάλυ πυκνότητα φυτών μπορούν να οδηγήσουν γρήγορα στη μυκητική σήψη, γι’αυτό θα πρέπει τέτοιες καταστάσεις ν’αποφεύγονται. Τα νεαρά φυτά θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σ’ένα χρόνο, οπότε θα έχουν ψηλώσει αρκετά, και σε 3 χρόνια θα είναι ήδη 25 εκ ψηλά με 10 κλαδιά. Στη φύση το φυτό δε ζει περισσότερο από 15 χρόνια, αλλά σε καλλιέργεια μπορεί να ζήσειπάνω από 25 χρόνια.

Το τρίτο φυτό που δεν έχω, αλά ακόμα ψάχνω, είναι φυσικά η γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea). Θεωρείται η βασίλισσα των σταπελιοειδών, και ό,τι δεν έχει σε χρώματα το έχει σε μέγεθος και μυρωδιά. Το άθος της έχει αποχρώσεις του καφέ και του ροζ, μπορεί να ξεπεράσει τα 40 εκ και μυρίζει ακριβώς σαν πτώμα. Παρά το τεράστιο μέγεθος των λουλουδιών, το φυτό είναι αρκετά κοντό, με βλαστούς ύψους το πολύ 20 εκ. Όπως οιπερισσότερες σταπέλιες όμως, το φυτό εξαπλώνεται στο έδαφος, και μεγάλα άτομα του είδους αυτού στη φύση μπορούν να φτάσουν τα 1-2 μέτρα σε πλάτος. Οι βλαστοί έχουν πλάτος 3 εκ, είναι χνουδωτοί, τετραγωνισμένοι, πράσινοι με κοκκινωπές περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες στο άμεσο ηλιακό φως. Είναι η σταπέλια με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον άξονα βορρά-νότου, ευρισκόμενη σε Ζάμπια, Μαλάουι, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική, όπου φύεται σε ξηρές περιοχές, σε πετρώδη μέρη ή κάτω από την ημισκιά ψηλότερων θάμνων. Καλλιεργείται όπως τα ξηροφυτικά είδη, από τα οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των ευκολότερων. Δε σαπίζει με το παραμικρο΄λάθος, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή με το πότισμα, την αποστράγγιση και τις χειμερινές θερμοκρασίες, οι οποίες προτείνεται τουλάχιστον να μην πέφτουν κάτω από 10 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα και δεν είναι καθόλου δυσεύρετο. Το μόνο που με ανησυχεί μ’αυτό το φυτό είναι ότι μπορεί ν’ανθίσει στο κατακαλόκαιρο, ενώ το σπίτι είναι άδειο, και να θορυβηθούν οι γείτονες.

Τώρα που γνωρίσατε τις σταπέλιες, μπορείτε να καταλάβετε γιατί είναι τόσο συλλεκτικά φυτά. Ίσως κάποιοι από σας να σκέφτεστε να προσθέσετε ένα τέτοιο φυτό στη συλλογή σας· ίσως κάποιοι να σκέφτεστε να ξεκινήσετε μια συλλογή από τα όμορφα και ιδιαίτερα αυτά φυτά· ίσως άλλοι να ψάχνετε τέτοιο φυτό, ιδίως κάποιο μεγανθές είδος, για να τρομάξετε τους γείτονες ή να το δώσετε δώρο σε κάποιον ανυποψίαστο. Να θυμάστε όμως, ότι όσοι δεν αντιλαμβάνονται τη μαγεία της εξέλιξης και της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να εκτιμήσουν τις σταπέλιες.

Πηγές:
άρθρο στην αγγλική Wiipedia για τη φυλή Stapeliae
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Stapelia gigantea
το γένος Stapelia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Stapelia
το γένος Orbea στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Orbea
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hoodia
το γένος Hoodia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Hoodia gordoni
το είδος H. gordoni στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
η επικονίαση των σταπελιοειδών

ποικιλία μέσου ύψους

Πρόκειται για το γνωστότερο καλλιεργούμενο καλλωπιστικό φασκόμηλο. Δε θα πρέπει να συγχέεται με τη φλόγα (γένος Phlox), ένα γένος πολυετώ κυρίως φυτών, με γνωστότερο αντιπρόσωπό του το μόνο μονοετές μέλος του, που αποκαλείται λανθασμένα και βιολέτα. Η φωτιά είναι ένα απ’τα κοινότερα καλοκαιρινά λουλούδια, με το έντονο κόκκινο χρώμα της να χτυπάει από μακριά, και φυτεύεται σε μεγάλους αριθμούς σε κήπους, παρτέρια και μεγάλες ζαρντινιέρες για ένα θεαματικό αποτέλεσμα. Οι ταξιανθίες της διαρκούν πολύ, οπότε φαίνεται ανθισμένη όλο το καλοκαίρι.

Το επιστημονικό της όνομα είναι Salvia splendens (λαμπρό φασκόμηλο), κι αυτό αντανακλά επακριβώς την αλήθεια. Το φυτό παράγει τις κοινές για την οικογένεια των χειλανθών σταχυοειδείς ταξιανθίες, με έντονα κόκκινα βράκτια και άνθη, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το έντονο πράσινο του φυλλώματος. Σήμερα ωστόσο κυκλοφορούν πορτοκαλί, μοβ, κίτρινες ή λευκανθείς ποικιλίες, αν και δύσκολα μπορει να τις βρει κανείς. Τα άνθη έχουν μακριά πέταλα και, όπως πολλά αμερικανικά λουλούδια με κόκκινο χρώμα και σωληνωτή δομή, χρησιμοποιεί κυρίως τα πουλιά κολιμπρί για την επικονίασή του. Οι ταξιανθίες, οπως και σ’άλλα χειλανθή, ωριμάζουν από κάτω προς τα πάνω, οπότε συχνά μία μπορεί να’χει ήδη ξερές κάψουλες στη βάση, ενώ στην κορυφή τα άνθη της να μην έχουν ανοίξει ακόμα. Βλαστιτικά το φυτό είναι όπως πολλά άλλα φασκομηλοειδή και χειλανθή, με ποώδεις τετραγωνικούς βλαστούς και ωοειδή οδοντωτά αντίθετα φύλλα. Κατάγεται από τη Βραζιλία, όπου μπορεί να βρεθεί σε υψόμετρα 2000-3000 μέτρων, όπου εξαιτίας του τροπικού κλίματος η θερμοκρασίες παραμένουν σχετικά υψηλές όλο το χρόνο. Η άγρια μορφή φτάνει τα 1,3 μέτρα, με πολύ ψηλότερα φυτά κατ’εξαίρεσιν, έως και τα 8 μέτρα, αλλ’όμως οι περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες είναι κάτω του ενός μέτρου, με πολύ δημοφιλείς τις νάνες που δεν ξεπερνούν τα 20 εκατοστά. Το φυτό, που στη φύση είναι σπάνιο, πρωτοπεριγράφκε το 1822.

Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Αν και βραχύβιο πολυετές στη φύση, στην εύκρατη ζώνη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ετήσιο. Ως τροπικό, οι σπόροι του θα βλαστήσουν σε ψηλότερες θερμοκρασίες σε ελαφρύ έδαφος. Τα μικρά φυτά, είτε από σπόρο είτε έτοιμα αγορασμένα, θα πρέπει να φυτευθούν την άνοιξη σε καλά σκαμμένο έδαφος τουλάχιστον στα 20 εκ. εμπλουτισμένο με πλούσιο κομπόστ. Ένα φωσφορικό λίπασμα θα ενισχύσει την ανάπτυξη των ριζών, ενώ λίπανση μπορεί να χρειαστεί αργότερα το καλοκαίρι για ενδυνάμωση.Στα δοχεία το φυτό θα πρέπει να λιπαίνεται λίγο συχνότερα. Σε σχέση μ’άλλα ετήσια ανθοφόρα, είναι ανθεκτικότερο στην ξηρασία. Οι ξερές ταξιανθίες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για την επίσπευση της δημιουργίας νέων. Έχω καλλιεργήσει τη νάνα ποικιλία του φυτού μερικές φορές, κι έχω να πω πως είναι απ’τα πιο εύκολα καλοκαιρινά λουλούδια. Το μόνο πρόβλημα με την ποικιλία αυτήν, όπως και μ’άλλες νάνες ετήσιων ή ποωδών πολυετών, είναι πως ανθίζουν πολύ νωρίς, ξοδεύοντας όλη την ενέργεια εκεί, κι έπειτα η νέα ανάπτυξη και ανθοφορία είναι πολύ πιο αδύναμες. Ο νανισμός προέρχεται από μια μετάλλαξη που επισπεύδει την αναπαραγωγική ωρίμανση πολύ πριν ολοκληρωθεί η σωματική, κάτι σαν τη
Νεοτενία,
οπότε το φυτό είναι λογικό να εξαντληθεί στο τέλος. Είναι σαν ένα παιδάκι ν’αρχίζει ν’αναπαράγεται απ’τα 5 του σε υπερβολικούς ρυθμούς. Δε θα γεράσει γρήγορα μετά;

Δεν έχω βρει κάτι σχετικό με τις παραδοσιακές χρήσεις αυτού του φυτού. Ίσως δεν είναι γνωστές, εάν ιδίως στα μέρη όπου φύεται σήμερα δεν υπάρχουν ιθαγενείς. Όσο κι αν σας φανεί παράξενο, η Βραζιλία είναι χώρα εποίκων (όχι μεταναστών όπως έλεγε κάποιος έξυπνος που διάβασα, εντάξει, ήρθαν μετανάστες αργότερα αλλά οι πρώτοι εγκαταστάθηκαν με τη βία), κυρίως ευρωπαΪκής και αφρικανικής καταγωγής, με πολλούς μιγάδες. Ελάχιστες φυλές Ινδιάνων παραμένουν κι αυτές σε υπανάπτυκτα κι απομακρυσμένα μέρη του Αμαζονίου. Το φυτό περιέχει το αλκαλοειδές σπλενδιδίνη, το οποίο υποτίθεται πως του δίνει ελαφριές παραισθησιογόνες ιδιότητες καρτά μερικούς, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Υποτίθεται πως το φασκόμηλο αυτό έχει παρόμοια δράση με το αποδεδειγμένα παραισθησιογόνο είδος Salvia divinorum, και οι χρήστες του δηλώνουν ηρεμιστική δράση και ελαφριές διαστρεβλώσεις των αισθήσεων με το κάπνισμά του ή την κατανάλωση μεγάλου αριθμού φύλλων, αλλά αυτό θα μπορούσε να’ναι αποτέλεσμα Πλακέμπο Ή της δράσης του καπνού. Τα κουνέλια πάντως το τρώνε κανονικά, ενώ ο χυμός του μυρίζει κάτι ανάμεσα σε φασκόμηλο και πιπέρι. Δεν είναι σχεδόν καθόλου πικρό απ’ό,τι έχω δοκιμάσει, άρα πιθανότατα δεν περιέχει τίποτα σημαντικό. Τα αλκαλοειδή κανονικά έχουν έντονη πικρή γεύση για να προστατεύσουν το φυτό από εχθρούς. Εάν ωστόσο ο εχθρός δε πτοηθεί απ’τη γεύση και φάει, αρχίζουν στον οργανισμό του τα συμπτώματα της κατανάλωσης, διαφορετικά ανάλογα με κάθε αλκαλοειδές, άλλα επικίνδυνα για τη ζωη΄κι άλλα απλώς ενοχλητικά. Έτσι το χορτοφάγο δε θα τολμήσει να ξαναφάει επόμενη φορά το φυτό που του προκάλεσε τόσο πρόβλημα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη φωτιά
καλλιέργεια φωτιάς
Είναι η φωτιά ψυχοενεργή;

Φέρνω και πάλι στο ιστολόγιο, όπως και πολλές άλλες φορέ στο παρελθόν, μερικά ακόμα άγνωστα είδη φυτών για αναγνώριση.

Το πρώτο είναι κάποιο σύνθετο (μαργαριτοειδές) καλλωπιστικό, Μάλλον όχι και πολύ διαδεδομένο μιας και δεν το έχω βρει σε πολλά σπίτια. Προφανώς είναι πολυετές, αφού ξαναφυτρώνει στο ίδιο σημείο κάθε χρόνο. Είναι θαμνώδες φτάνοντας κοντά στο ένα μέτρο, με σκληρούς όρθιους βλαστούς. Τα φύλλα του εκφύονται εναλλάξ, είναι λεπτά, λογχοειδή, οδοντωτά, σκουροπράσινα και χνουδωτά. Τα χαμηλότερα φύλλα έχουν μίσχο και είναι μεγαλύτερα, αν κι αυτήν την εποχή τα περισσότερα χαμηλά φύλλα έχουν ξεραθεί, χωρίς όμως να πέφτουν πάντα όλα. Ψηλότερα τα φύλλα μικραίνουν και χάνουν το μίσχο τους. Κοντά στις κορυφές το φυτό διακλαδίζεται σε λεπτότερους βλαστούς με μικρότερα φύλλα, που καταλήγουν σε στρογγυλεμένα κεφαλάκια διαμέτρου 1,5-2 εκατοστών περίπου, με μοβ «πέταλα» και καφέ κέντρο. Προσελκύει πολλές μέλισσες και έχει βαριά και παράξενη μυρωδιά. Τι να είναι;

Το δεύτερο είναι ένα άλλο παράξενο καλλωπιστικό που έχω συναντήσει σποραδικά σε διάφορα μέρη. Έχει τετραγωνικούς βλαστούς όπως τα χειλανθή, που καλύπτονται με αραιές σκληρές τρίχες ή αγκαθάκια. Τα φύλλα του είναι οδοντωτά και τριχωτά. Στις κορυφές εμφανίζονται σφιχτές ταξιανθίες με ροζ άνθη, οι οποίες μετά τη γονιμοποιήση μεταλλάσσονται σε σφιχτές ταξικαρπίες από πράσινους άγουρους και πολύ σκληρούς σφαιρικούς καρπούς, οι οποίοι ωριμάζουν σε μοβ μαλακούς και πέφτουν. Δεν πιστεύω να τρώγονται. Πολλοί θάμνοι παράγουν μικρούς και σαρκώδεις καρπούς, οι οποίοι όμως είναι δηλητηριώδεις για τα θηλαστικά, επειδή τα συγκεκριμένα φυτά έχουν εξελιχθεί να χρησιμοποιούν τα πουλιά για τη διασπορά των σπόρων τους, αφού είναι λιγότερο πιθανό να τους καταστρέψουν όπως τα θηλαστικά όταν τους μασούν, κι έτσι προσπαθούν ν’αποτρέψουν τα τελευταία. Κι αυτό το φυτό έχει βαριά μυρωδιά, κάτι ανάμεσα σε ρίγανη και ευκάλυπτο.

Το τρίτο είναι ένα γνωστό καλάμι. Φυτρώνει κοντά στα ποτάμια, και φτάνει τα δύο μέτρα. Αυτήν την εποχή κάνει σπόρους και οι βλαστοί αρχίζουν να ξεραίνονται, αλλά το ρίζωμα, που είναι κυλινδρικό και πετάει στους κόμπους του βλαστούς, είναι πολυετές. Η διάμετρος των υπέργειων βλαστών δύσκολα φτάνει τα 2 εκατοστά. Έχει φύλλα πριονωτά και τα στάχυα του είναι σκούρα και χνουδωτά. Είναι Arundo donax, Phragmites australis ή τίποτα απ’τα δυο;

Το τέταρτο είναι άγριο μονοετές, σχετικά διαδεδομένο και μοναδικό. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο σύνθετο από τη δομή των καρπών του. Μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο με σκληρούς βλαστούς που διακλαδίζονται αραιά, με φύλλα παλαμοειδή κι εναλλάξ. Την ανθοφορία δεν την έχω προσέξει, αλλά όταν ωριμάζουν οι σπόροι, τα κεφάλια με τους καρπούς γίνονται κολλητικές μπάλες, επικίννδυνες για τα μαλλιά των ανθρώπων και των μικρών θηλαστικών. Αρχικά πράσινες, μόλις ωριμάσουν και ξεραθούν γίνονται καφέ και διαλύονται πιο εύκολα, οπότε ξεραίνεται και το φυτό. Κάθε μπάλα έχει πάνω της πολλά τριγωνικά αχένια, το καθένα εκ των οποίων φέρει αυτές τςι μακριές αγκιστρωτές τρίχες. Τα λένε και καρφίτσες ή τσουτσόκια. Ποιο όμως είναι το κανονικό τους όνομα;

Το πέμπτο είναι επίσης γνωστό καλλωπιστικό μαργαριτοειδές. Υπάρχει σε διάφορα χρώματα, και τα φύλλα του είναι λεπτά, σαν χάρτινα.

Περιμένω σχόλια των αναγνωρίσεων.

Α, και μια ποικιλία τριανταφυλλιάς που μ’άρεσε πολύ.

Έχει άνθη ακριβώς σαν της
άγριας,
αλλά ανθίζει όλο το καλοκαίρι όπως οι γνωστές μας ήμερες.

Επίσης να ενημερώσω πως θα πρέπει να ελέγχετε καλά ακόμα και σαλιγκάρια που βρίσκετε κολλημένα πάνω σε επιφάνειες, γιατί μπορεί να μην είναι ζωντανά. Χθες βρήκα πάνω σ’ένα δέντρο ένα μεγάλο στρόγγυλο σαλιγκάρι, αλλά μόλις το ξεκόλλησα συνειδητοποίησα προς αηδία μου πως ήταν ένα αποσυντιθέμενο πτώμα που βρωμούσε σαν σάπια γαρίδα. Γι’αυτό προσοχή με τα μαλάκια. Το συγκεκριμένο σαλιγκάρι ωστόσο δεν προοριζόταν για κατανάλωση.

Κατιφές

κατιφέδες

Αυτό το λουλούδι, με τη μακρόχρονη ιστορία του στους μεσοαμερικανικούς πολιτισμούς, σήμερα στολίζει τα σπίτια, τους κήπους και τα παρτέρια όλου του κόσμου με τα έντονα πορτοκαλί και κίτρινα χρώματά του, που το κάνουν ξεχωριστό από μακριά. Οι ουσίες επίσης που παράγει το καθιστούν ωφέλιμο για τα γειτονικά φυτά, αφού απωθούν πολλούς βλαβερούς οργανισμούς.

Ο κοινός κατιφές, με επιστημονική ονομασία Tagetes erecta (ταγέτης ο όρθιος) είναι το πλέον διαδεδομένο είδος του γένους του. Το γένος του ταγέτη, που ανήκει στην οικογένεια των σύνθετων (μαργαριτοειδή) και πήρε το όνομά του απ’το μυθικό ετρούσκο προφήτη Τάγη, ο οποίος δίδαξε τη μαντική τέχνη στους Ετρούσκους, που αργότερα μεταλαπάδευσαν στους Ρωμαίους, περιλαμβάνει 56 είδη ιθαγενή της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Το είδος του ενδιαφέροντος μπορεί να βρεθεί αυτοφυές σε μια ζώνη που εκτείνεται απ’το Μεξικό ως τη μέση της Κεντρικής Αμερικής, ενώ με τη βοήθεια του ανθρώπου έχει εξαπλωθεί σε περιοχές της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς και σε εύκρατα κλίματα, εφόσον είναι μονοετές και οι σπόροι του μπορούν να παραμένουν αδρανείς το χειμώνα στο έδαφος. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί άγριο στις πολιτείες Σαν Λουίς Ποτόσι, Τσιάπας, Πολιτεία του Μεξικού, Πουέμπλα, Σιναλόα, Τλαξκάλα, και Βερακρούζ. Όταν εγώ πρωτοάκουσα πολύ παλιά τη λέξη «κατιφές» νόμιζα πως έχει να κάνει με τον καφέ. Η
Ετυμολογία
Της ωστόσο ανάγεται στην αραβική λέξη «κατίφα», που σημαίνει βελούδο και πέρασε στα ελληνικά μέσω της τουρκικής παραλλαγής «καντίφ». Εξαιτίας της αρκετά παλιάς εισαγωγής του φυτού αυτού στον υπόλοιπο κόσμο, κάθε γλώσσα έχει πλέον δημιουργήσει το δικό της όνομα γι’αυτό, ώστε σήμερα η σύνδεσή του με το Μεξικό έχει σχεδόν χαθεί. Στα ΤαΪλανδικά λέγεται «ντάορουανγκ», δηλαδή φωτεινό αστέρι. Στα αγγλικά λέγεται «marigold”, το χρυσάφι της Παναγίας, που αρχικά αναφερόταν στην καλέντουλα, συχνά με προσδιοριστικά όπως μεξικανική, αζτεκική, ή, λανθασμένα, αφρικανική. Στα ισπανικά λέγεται σεμπασούτσιλ (cempasuchil), μια παραφθορά του αρχικού νάουατλ ονόματος σεμποουαλξότσιτλ (cempohualxochitl), από το “cempohualli” (πρώτο μέτρημα, το 20 στο μεσοαμερικανικο εικοσαδικό σύστημα) και «xochitl» άνθος, που μπορεί ν’αποδοθεί ως εικοσαλούλουδο ή εικοσανθές, μάλλον από τα πολλά «πέταλά» του.

Το άγριο φυτό φτάνει τα 50-100 εκ. σε ύψος. έχει όρθιους και σκληρούς βλαστούς με αραιά, λεπτά, σκουροπράσινα και πτεροειδή φύλλα με επιμήκη και οδοντωτά φυλλάρια. Όπως όλα τα σύνθετα, παράγει
κεφαλιοειδείς ταξιανθίες,
που δίνουν την εντύπωση ενός άνθους. Στο συγκεκριμένο γένος όλη η βάση της ταξιανθίας είναι επιμήκης και σωληνωτή προς τα πάνω, με μακριά και συνενωμένα βράκτια να δημιουργούν έναν ψευδοκάλυκα και ανθίδια στενόμακρα, ώστε το «άνθος» να έχει την όψη γαρύφαλλου. Όπως και σε πολλά άλλα σύνθετα, τα πέταλλα των περιφερειακών ανθιδίων είναι κανονικά ανεπτυγμένα ώστε να δίνουν πιστότερα την εικόνα άνθους. Προφανώς τα επικονιαστικά έντομα αντιδρούν καλύτερα σ’αυτό το σχήμα, γι’αυτό τα περισσότερα σύνθετα έχουν εξελιχθεί να μιμούνται το άνθος όσο καλύτερα γίνεται. Τα κεφάλια είναι συνήθως κίτρινα ή πορτοκαλί, με τα πιο σκούρα νά’χουν και καφετί τόνους. Όλο το φυτό έχει βαριά μυρωδιά, που μου φαίνεται κάπως σαν μείξη αόριστου μυρωδικού φυτού, μέντας και φαρμάκου.

Το φυτό αυτό έχει αρκετές καλλιεργούμενες ποικιλίες, με διαφορές κυρίως στο ύψος και στο κεφάλι, άλλες δηλαδή είναι ψηλές κι άλλες κοντές (οι νάνες ψηλώνουν μόλις στα 20-25 εκ.), ενώ άλες έχουν κανονικό κι άλλες ενισχυμένο κεφάλι. Αρκετές ποικιλίες επίσης είναι υβρίδια μ’άλλα είδη του γένους, με κυριαρχία ωστόσο του T. Erecta. Το είδος T. patula καλλιεργείται επίσης ως καλλωπιστικό. Επομένως υπάρχουν κατιφέδες γιαοποιαδήποτε θέση. Οι κοντοί μπορούν αν φυτευτούν για εδαφοκάλυψη ή σε χαμηλά δοχεία, ενώ οι ψηλότεροι σεν συγκεκριμένα σημεία για έμφαση. Η καλλιέργειά τους είναι εύκολη. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα καλό έδαφος, κανονικό πότισμα και ήλιο για ν’ανθοφορούν όλο το καλοκαίρι, ωστόσο η λίγο παραπάνω φροντίδα δε θα τους βλάψει. Καλό είναι το έδαφος πριν τη φύτευση νά’χει λιπανθεί. Εάν μεταφυτευθούν από γλαστράκια, ίσως δεν αναπτυχθούν για τις επόμενες δύο βδομάδες μέχρι να αναπτύξουν καλό ριζικό σύστημα, οπότε ένα λίπασμα με περισσότερο φώσφορο θα βοηθήσει σ’αυτό. Το υπερβολικό άζωτο θα προκαλέσει έντονη, αλλά αδύναμη ανάπτυξη, χωρίς πολλή ανθοφορία. Προτείνεται μια ακόμα λίπανση μέσα στο καλοκαίρι για ενδυνάμωση, ενώ στα δοχεία, όπου το έδαφος ξεπλένεται γρηγορότερα, η λίπανση μπορεί να γίνεται και μηνιαία. Η αφαίρεση των ξεραμένων κεφαλιών θα παρατείνει την ανθοφορία λίγο παραπάνω, αλλά τα τελευταία το φθινόπωρο δε θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, για νά’χουμε σπόρο. Οι σπόροι βρίσκονται σε αχένια, όπως σ’όλα τα σύνθετα, μέσα στον ψευδοκάλυκα του ξερού κεφαλιού. Συνήθως η ανθοφορία ξεκινά από αργά την άνοιξη μέχρι τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, αν και σε πολύ ζεστά καλοκαίρια μπορεί να παύσει προσωρινά. Παρόλα αυτά το φυητό είναι ανθεκτικό και μπορεί να επιβιώσει ακόμα και σε παραμελημένες τοποθεσίες για χρόνια, γι’αυτό ίσως είναι και ένα απ’τα καταλληλότερα λουλούδια για
Μπάλες σπόρων.
Ο κατιφές σπάνια προσβάλλεται από ασθένειες, εξαιτίας του μεγάλου χημικού του οπλοστασίου. Στην πραγματικότητα κοντά σε άλλα φυτά δρα προστατευτικά. Δίπλα σε σολανοειδή όπως ντομάτες,
Πατάτες,
Μελιτζάνες ή πιπεριές, αλλά και
φράουλες,
προφυλάσσει από το νηματώδη σκώληκα Platylenchus penetrans, ενώ προσελκύει τους ωφέλιμους επικονιαστές με τη συνεχή ανθοφορία του. Επίσης τα κουνέλια και ταάλλα χορτοφάγα δεν τον τρώνε εύκολα.

Φαρμακευτικά το φυτό είχε ευρεία χρήση στην Προκολομβιανή Αμερική. Οι Νάουατλ του Μεξικού έπιναν το τσάι του για πονοδόντους, στομαχικά ενοχλήματα, παράσιτα του εντέρου, προβλήματα στην κύστη και στο ήπαρ. Οι Τσερόκι το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν το δέρμα κι επίσης έβγαζαν απ’αυτό κίτρινη βαφή. Σημερινές μελέτες βρίσκουν αντιοξειδωτική κι ελαφριά αναλγητική δράση για το εκχύλισμα αυτού του φυτού. Το φυτό περιέχει θειοφένια, θειούχες ενώσεις που αποδεδειγμένα δρουν κατά πολλών ειδών βακτηριδίων, και ίσως γι’αυτό χρησιμοποιείται απ’τους ιθαγενείς της Ονδούρας για το πλήσιμο των πτωμάτων. Χρησιμοποιείται ακόμα μάλλον για τον ίδιο λόγο ως μπαχαρικό στα φαγητά, αν και τη θέση αυτήν την έχει περισσότερο το δυνατότερο συγγενικό είδος T. lucida ή μεξικανικό εστραγκόν, παρομοίων ιδιοτήτων με το γνήσιο. Είναι ένα ψηλό φηυτό στο ένα μέτρο με μικρά κίτρινα άνθη. Τα πέταλα του κατιφέ μπαίνουν ακόμα για χρώμα και γεύση στις σαλάτες και στις σούπες. Τα
Καροτενοειδή
Είναι οι ενώσεις που δίνουν στα πέταλα αυτό το κίτρινο και πορτοκαλί χρώμα, και γι’αυτό έχουνχρησιμοπιηθεί, είτε σε σκόνη είτε σε εκχύισμα, για να δίνουν χρώμα στις κότες και στους κρόκους των αυγών τους, εάν το καλαμπόκι της τροφής τους δεν είναι έντονα χρωματισμένο. Το αιθέριο έλαιο του φυτού χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία για την προσθήκη οσμής μήλου, αν και γι’αυτόν το σκοπό κυρίως χρησιμοποιείται ο μικρανθής κατιφές (T. Minuta), ένα ψηλό φυτό 2 μέτρων με μικρά κεφαλάκια της νότιας Νότιας Αμερικής.

Ο κατιφές είχε κι έχει ακόμα συμβολική σημασία στο Μεξικό. Για τους Αζτέκους και τους λοιπούς ιθαγενείς του κεντρικού Μεξικού, το σεμποουαλξότσιτλ ήταν το άνθος των νεκρών. Μ’αυτό στόλιζαν τους νεκρούς, τις νεκρώσιμες τελετές και τους τάφους. Όταν κατέφθασαν οι Ισπανοί κατακτητές, προσπάθησαν να εκρι΄ζώσουν το παγανιστικό αυτό έθιμο χωρίς μεγάλη επιτυχία. Το άνθος, αν και μισητό αρχικά στους Ισπανούς, γρήγορα μεταφέρθηκε, όπως και πολλά άλλα αμερικανικά φυτά, από Ισπανούς εμπόρους σ’όλον τον κόσμο, όπου γρήγορα έχασε τη σύνδεσή του με το θάνατο. Στη σημερινή Ημέρα των Νεκρών του Μεξικού, που γιορτάζεται στις 2 Νοεμβρίου, οι Μεξικανοί εξακολουθούν να στολίζουν τους τάφους των νεκρών προσφιλών τους προσώπων και τους οικιακούς τους βωμούς μ’αυτό το φυτό, εξού και το δεύτερο ισπανικό όνομά του, «flor de muertos», δηλαδή άνθος των νεκρών. Ο κατιφές έχει επίσης λατρευτικές χρήσεις στο Νεπάλ.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia γιατον κατιφέ
καλλιέργεια κατιφέ
συλλογή σπόρου από κατιφέ
η ιστορία διάδοσης του κατιφέ
μελέτες για τις αντιοξειδωτικές και αναλγητικές ιδιότητες του κατιφέ

Σελόζια

Η νεαρή σελόζια πριν φυτευθεί στη θέση της.

Γύρω στις 28 Μαΐου προσέθεσα αυτό το φυτό στη συλλογή μου ως καλλωπιστικό πολύχρωμο μονοετές, το οποίο σύντομα μετά τη φωτογράφηση φύτεψα στη ζαρντινιέρα των ανθισμένων μονοετών, όπου οι
Πανσέδες
Ήδη απ’τους τρεις, οι δύο έχουν πεθάνει κι ο ένας ζει ακόμα εξασθενημένος, με καχεκτικά άνθη, λίγα ακόμα μικροσκοπικά μπουμπούκια και κιτρινισμένα φύλλα. Βρίσκεται εκεί απ’το Νοέμβριο, και τον κρατάω για να δω πόσο θα μπορούσε να ζήσει στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλιώς θα τον τάιζα στην
Κουνέλα μου.

Η σελόζια, σελόσια ή κηλόσια (από το αρχαιοελληνικό κήλος = καμένος, αναφερόμενο στις πύρινες ταξιανθίες) κανονικά δεν είναι μονοετές φυτό, αλλά βραχύβιο τροπικό πολυετές, που στο κλίμα μας συνήθως παγώνει το χειμώνα, όπως και οι πετούνιες, τα χωνάκια, οι ντομάτες και οι πιπεριές. Στην πραγματικότητα είναι μια μορφή καλλωπιστικού βλίτου, με άνθη έντονου χρώματος. Το γένος Celosia περιλαμβάνει περί τα 6 είδη, και είναι άμεσα συγγενικό με το γένος του αμάραντου (Amaranthus), τα βλίτα, με τα οποία έχει πολλές ομοιότητες. Τα βλιτοειδή ταξινομούνται σε ιδιαίτερη οικογένεια, τους αμαραντίδες (amaranthaceae), της πολυπληθούς τάξης των καρυοφυλλωδών (caryophyllales), μαζί με τα
Γαρύφαλλα,
Αρκετά σαρκοφάγα φυτά όπως η διωναία και πολλά άλλα φυτά. Όταν πρωτοείδα αυτό το φυτό πέρσι, πριν μάθω το όνομά του, κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για βλίτο. Έχει την ίδια μορφολογία, με σκληρούς κι ανθεκτικούς βλαστούς, φύλλα σκληρά κι οδοντωτά, αν και στο συγκεκριμένο είδος είναι πιο μακριά απ’των γνωστών βλίτω και λεπτά πριονωτά, και κυματοειδείς ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Στις σελόζιες, τα μικροσκοπικά άνθη έχουν κόκκινο, πορτοκαλί, ρόδινο ή και κίτρινο χρώμα σ’όλες τις αποχρώσεις, ενώ στα κοινότερα είδη βλίτου είναι πράσινα.

Οι σπόροι της σελόζιας είναι μικροσκοπικοί, και χίλιοι αυτών έχουν βάρος μόλις ενός γραμαρίου. Φυτρώνουν ευκολα και τα φυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ευδοκιμούν και στον ήλιο και στην ημισκιά, με μέτρια λίπανση. Οι ταξιανθίες διαρκούν για 8-10 εβδομάδες, και μόλις ξεραθούν η κοπή τους ευνοεί τη γρηγορότερη ανάπτυξη νέων, παρά τη δαπάνη της ενέργειας στη δημιουργία σπόρων. Τα κοινότερα καλλιεργούμενα είδη είναι η Celosia spicata, η C. cristata (αρκετά δημοφιλής στην Άπω Ανατολή) και η C. argenta (αργυρή σελόζια), με πλατύτερα φύλλα απ’τις δύο προηγούμενες. Εγώ δεν ξέρω ποιο είδος έχω, μπορεί να’ναι και υβρίδιο, πάντως το σίγουρο είναι πως δεν είναι το τελευταίο.

Το γένος κατάγεται πιθανόν από την Αφρική, αν και μερικά είδη παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στην Ινδία και την Ινδονησία, και δεν είναι γνωστό αν έφτασαν εκεί πολύ παλιά ή με τη βοήθεια του ανθρώπου. Εκτός απ’την καλλωπιστική τους αξία, είναι εδώδιμα κι έχουν φαρμακευτικές χρήσεις. Η C. argenta είναι ιδιαίτερα δημοφιλές φυλλώδες λαχανικό των τροπικών περιοχών, και στην Αφρική είναι γνωστό ως το σπανάκι του Λάγος, επειδή τρώγεται πολύ στη Νιγηρία κι έχει γεύση σπανακιού. Ως σχεδόν ζιζάνιο που μπορεί ν’αναπτυχθεί σχεδόν παντού, η καλλιέργεια του φυτού αυτού εξαπλώθηκε σ’όλη την Αφρική αλλά και στα υπόλοιπα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι νεαροί βλαστοί, τα φρέσκα φύλλα και οι νεαρές ταξιανθίες γίνονται σαλάτες ή σούπες με γεύση σπανακιού. Εδώ συνήθως τρώμε το βλίτο. Στα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής στο φυτό έχουν προσδωθεί διάφορες φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως κατά των προβλημάτων στο δέρμα, στα μάτια, στα δόντια και κατά της ταινίας κι άλλων παρασίτων. Οι σπόροι έχουν παρόμοια θρεπτική αξία με το σιτάρι και χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατό του στην Αφρική, στην Ινδία και σ’άλλες περιοχές.

Αν και το συγκεκριμένο φυτό που έχω μου φαίνεται πολύ μικρό, πιστεύω πως μέσα στο καλοκαίρι θα μεγαλώσει για ν’ανθίσει και περισσότερο. Κύρια πηγή μου είναι η
αγγλική Wikipedia.

Αφήνω λίγο κατά μέρος τις δημοσιεύσεις για το ξεσκέπασμα της Εκκλησίας κι ασχολούμαι για λίγο με τα φυτά, τα οποία έχω παραμελήσει. Όπως λοιπόν και με το τελευταίο μου άρθρο για τα φυτά, εκείνο για την αναγνώριση
Μιας φτέρης,
Όπου σημειωτέον ότι κανείς δε μου αναγνώρισε το είδος ως τώρα, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ένα άγνωστό μου είδος που χρειάζεται αναγνώριση. Το συγκεκριμένο είναι ένα κρινοειδές κονδυλώδες μονοκοτυλήδονο που καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα τουλάχιστον.

Το συγκεκριμένο φυτό της φωτογραφίας είναι του πατέρα μου, το οποίο ήταν πριν κάποια χρόνια στην κατοχή μου, προερχόμενο από έναν κονδυλίσκο μιας συστάδας τέτοιων φυτών στο έκτο γυμνάσιο Θεσσαλονίκης οπου φοιτούσα τότε, κλεμμένο όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου το 2006, δηλαδή ηλικίας περίπου 7 ετών. Σήμερα η συστάδα αυτή δεν υπάρχει. Ο κονδυλίσκος, μολονότι είχε λιγοστές ρίζες και μήκος περίπου ενάμισι εκατοστού με τρία λεπτά φύλλα, τα οποία θυμάμαι πως είχα κόψει για να περιοριστεί η διαπνοή, αλλά παρόλα αυτά επιβίωσε και μεγάλωσε. Αφού είχα το φυτό σε μια βαθιά γλάστρα για 2 χρόνια περίπου, τό’δωσα στον πατέρα μου διότι ήθελα να διαθέσω το χώρο σ’άλλα είδη. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε ηλικία ανθοφορίας, γιατί τότε σίγουρα δε θα του το έδινα ολόκληρο. Άνθισε μετά από μια χρονιά στον πατέρα μου, δηλαδή στα 4 του χρόνια. Εκεί ήταν για τα υπόλοιπα χρόνια σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα, όπου είχε κατεβάσει ρίζες κι αποκτήσει το φυσικό του ύψος. Πέρσι το κυπαρισσάκι που βρισκόταν στην ίδια ζαρντινιέρα μεταφυτεύθηκε σε κανονική κυλινδρική γλάστρα, και μαζί μετακινήθηκε κι αυτό σε μια σχετικά πλατιά και ρηχή, όπου έγινε κοντότερο, αλλά όπως φάνηκε φέτος ανθοφορεί κανονικά. Το φυτό αυτό τό’χω συναντήσει πολλές φορές, κυρίως στο έδαφος. Δε γνωρίζω αν υπάρχουν ποικιλίες του είδους, γνωρίζω μόνο για το συγκεκριμένο πως ανθίζει με λευκά άνθη.

Είναι κονδυλώδες φυτό, όχι
Βολβώδες.
Το υπόγειιο τμήμα του βλαστού είναι κυλινδρικός και συμ[παγής σκούρος καφέ κόνδυλος (μήπως πρωτοβολβός;), στα 10 εκατοστά το πολύ, απ’όπου προέρχονται μακριές και σκληρές ρίζες – μερικές απ’αυτές φτάνουν και τα 40 εκατοστά όπως είδα απ’το δικό μου φυτό που μεταφύτευσα. Ο κόνδυλος είναι σχεδόν παράλληλος με το έδαφος, όχι κάθετος, κι έτσι το υπέργειο μέρος εκφύεται με μια γωνία. Οι κόνδυλοι με στολώνια παράγουν νέους δίπλα τους, οδηγώντας στο τέλος στη δημιουργία συστάδας αυτού του φυτού. Πάνω απ’τον κόνδυλο ο βλαστός είναι πεπλατυσμένος, στο υπόγειο μέρος που δεν εκτίθεται στο φως λευκός, στο υπέργειο ανοιχτοπράσινος, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα, που με κοντινή εξέταση είναι εναλλάξ όπως στα περισσότερα μονοκοτυλήδονα, αλλά φαίνονται στην ίδια ευθεία γιατί προσανατολίζονται στο ίδιο επίπεδο, σαν μια μεγάλη παλάμη. Κι άλλα παρόμοιας οικολογίας μονοκοτυλήδονα έχουν αυτήν ή παρόμοια διάταξη, π.χ. ο νάρκισσος. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται μικροσκοπικά στο κέντρο αυτής της παλάμης, κι επιμηκύνονται έπειτα γρήγορα. Τα φύλλα είναι μακριά, ινώδη, ανοιχτοπράσινα, αν και σκουρότερα απ’το υπέργειο τμήμα του βλαστού, δερματώδη και σκληρά, λεία με έντονες παράλληλες γραμμώσεις, λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, και στη βάση τους είναι σκληρότερα και κοίλα αν κάποιος τα κόψει και τα’ανοίξει, πολύ λιγότερο απ’αυτά του
Κρεμμυδιού
όμως. Υπολογίζω το ύψος του φυτού στα 20-60 εκατοστά. Όπως είπα και παραπάνω, δε γνωρίζω για άλλες ποικιλίες, αλλά η συγκεκριμένη μορφή βγάζει τέτοια εποχή κάθε άνοιξη έναν ισχυρό βλαστό απ’τη μέση της παλάμης με τρία ωοειδή μπουμπούκια αρκετά πάνω απ’τα φύλλα, που ανοίγουν για περίπου δυο μέρες το καθένα. Τα άνθη είναι κρινοειδή όπως σ’όλα τα κρίνα και τους μονοκοτυλήδονους βολβούς, με 6 τέπαλα (μη διακριτά σέπαλα από πέταλα), λευκά, τριγωνικά, και στα ανοιχτά άνθη γυρισμένα προς τα πίσω, 6 στήμονες κι έναν τριπλό στύλο στη μέση. Κατά τα’άλλα το άνθος έχει μικρό κάλυκα, απ’όπου τα τέπαλα βγαίνουν συνενωμένα σ’ένα σωλήνα κι ανοίγουν λίγο πιο πάνω. Συνήθως κόβουμε τον ανθοφόρο βλαστό μετά τη μάρανσή των ανθέων, γι’αυτό δεν ξέρω για τις κάψες και τους σπόρους. Το χειμώνα, στο κλίμα της Θεσσαλονίκης, μερικά φύλλα ξεραίνονται, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα ξεραίνεται όλο το υπέργειο μέρος. Φύλλα μπορεί επίσης να ξεραθούν κατά την ανάπτυξη του φυτού. Αποξηραμένα τα φύλλα μένουν αρκετό καιρό στο φυτό, μιας και είναι ινώδη και ισχυρά. Όσον αφορά την καλλιέργεια, έχω συναντήσει το φυτό σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε αργιλώδες κοκκινόχωμα ή συμπιεσμένο χώμα, στον ήλιο και στη σκιά, αν και στη σκιά τα φύλλα γίνονται πιο λεπτά και γυρίζουν προς το φως. Πολαπλασιάζεται με διαίρεση της συστάδας όπως θά’χεται καταλάβει. Παραμελημένο αναπτύσσεται κανονικότατα, μιας και τό’χω συναντήσει και σε εγκαταλελειμμένα σπίτια για χρόνια. Στον πατέρα μου το φυτό είχε προσβληθεί μια άνοιξη από αφίδες του γειτονικού κυπαρισσιού, αλλ’ήταν λίγες και αντιμετωπίστηκαν εύκολα.

Τι φυτό θα μπορούσε να’ναι αυτό; Κρίνος δεν είναι, γιατί έχει τη συγκεκριμένη διάταξη φύλλων. Ημεροκαλλίς (γένος hemerocallis) δεν είναι όπως νόμιζα, γιατί εκεί η διάταξη των φύλλων περιγράφεται ως δύο αντίθετες παλάμες, κι επίσης έως τώρα δεν έχει δημιουργηθεί εντελώς λευκή ποικιλία. Ασφόδελος δεν είναι, γιατί τότε θά’πρεπε να είχε ταξιανθία διακλαδιστή. Τι μπορεί να’ναι; Όποιος γνωρίζει παρακαλώ να κάνει σχόλιο.

Ιαπωνικό αγιόκλημα (Lonicera japonicum), από τα πιο ευρέως καλλιεργούμενα είδη, από wikipedia.

Πρόκειται για ένα από τα πλέον καλλιεργούμενα καλλωπιστικά αναρριχητικά εξαιτίας της τεράστιας ανθεκτικότητάς του και των μοσχοβολιστών ανθέων του. Ένα τέτοιο φυτό προστέθηκε αρκετά πρόσφατα στη συλλογή μου, στιςαρχές του Απριλίου φέτος και το κύριο σχόλιο πού έχω να κάνω γι’αυτό είναι ότι μεγαλώνει ταχύτατα.

Το αγιόκλημα δεν είναι μόνο ένα ή λίγα είδη, είναι ένα μεγάλο γένος (γένος Lonicera) 180 περίπου ειδών, εκ των οποίων τα 100 απαντούν στην Κίνα. Από τα υπόλοιπα πάλι τα περισσότερα ενδημούν στην Ασία, ενώ υπάρχουν και είδη στις υπόλοιπες ηπείρους του Βορείου Ημισφαιρίου. Το γένος Lonicera ανήκει στην οικογένεια των αιγοφυλλιδών, προφανώς επειδή το προτιμούν οι κατσίκες, και στην τάξη των διψακωδών. Το αγιόκλημα λέγεται επίσης και αιγόκλημα, μάλλον γι’αυτό το λόγο, επειδη το τρώνε οι κατσίκες, ενώ αγιόκλημα μάλλον έγινε από αναγραμματισμ΄΄ό. Λέγεται επίσης και μπιρμπιλιά, εξαιτίας των πολλών μικρών σφαιρικών καρπών που παράγει.
Τα είδη του γένους είναι είτε θάμνοι με λεπτά κλαδιά είτε αναρριχητικά, σχεδόν όλα φυλλοβόλα, με αντίθετα ωοειδή φύλλα, έντονα αρωματικά άνθη στις μασχάλες των φύλλων λευκά, κίτρινα ή και πορτοκαλί και χωανοειδή με εξέχοντες λεπτούς στήμονες, που δίνουν καρπούς μικρές σφαιρικές ράγες διαμέτρου 1 εκατοστού, χρώματος μπλε, ιώδους ή κόκκινου με πολυάριθμους σπόρους. Οι καρποί των περισσοτέρων ειδών είναι ελαφρώς τοξικοίγια τον άνθρωπο, όχι όμως για τα πουλιά, αν και αυτός του γαλάζιου αγιοκλήματος (Lonicera caerulia), που λέγεται έτσι λόγω του χρώματος του καρπού του και απαντά σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο στα πολύ βόρεια γεωγραφικά πλάτη, είναι γλυκός και τρώγεται. Το νέκταρ όλων των ειδών μπορεί να καταναλωθεί, φυσικά μόνο για τη γεύση του γιατί δεν υπάρχει μεγάλη ποσότητα. Στην κινέζικη ιατρική το φυτό χρησιμοποιείται για το βήχα.

Εδώ κυρίως θ’ασχοληθώ με τα αναρριχητικά είδη, μιας κι αυτά είναι τα κοινότερα σε καλλιέργεια. Δύο δηλαδή είδη είναι τα πιο κοινά: το κοινό ευρωπαΐκό αγιόκλημα (Lonicera periclymenum) και το ιαπωνικό (L. japonicum), το πλέον κοινό το οποίο έχω κι εγώ. Ως αναρριχητικά αναπτύσσονται ταχύτατα και μπορούν να φτάσουν σε ύψος έως και τα 10 μέτρα στα κατάλληλα στηρίγματα. Αυτό είναι άλλωστε το μεγάλο πλεονέκτημα των αναρριχητικών φυτών – μπορούν να εξαπλώνονται χωρίς να δαπανούν μεγάλη ενέργεια ισχυροποιώντας τους βλαστούς ή τις ρίζες τους. Έχουν άλλα φυτά και στηρίγματα χάρη στα οποία επεκτείνονται. Τα κοινά αναρριχητικά είδη λοιπόν έχουν πολύ μακριούς κι ευλύγιστους βλαστούς με αντίθετα ωοειδή και χνουδωτά φύλλα, όλα γυρισμένα σ’ένα επίπεδο άσχετα με την αρχική κατεύθυνση των μίσχων τους για την καλύτερη συλλογή του φωτός. Οι κορυφές των βλαστών είναι λεπτές, χνουδωτές κι ευλύγιστες, και μπορούν να πιαστούν απ’οπουδήποτε αν μεινουν στο ίδιο σημείο για λίγες μέρες (πρόσφατη δική μου παρατήρηση). Ο κορμός ή οι κορμοί και τα χοντρά κλαδιά του φυτού είναι ξυλώδη, πάλι όμως σχετικά ευλύγιστα, με κυλινδρική δομή, σε σημεία κατά μήκος διογκώσεις που αντιστοιχούν στους κόμπους και λείο ανοιχτό καφέ φλοιό που βγαίνει σε λωρίδες. Ο παχύτερος κορμός που έχω συναντήσει τον έχω υπολογίσει στα 5 εκατοστά διάμετρο, θα υπάρχουν όμως και μεγαλύτεροι. Το φυτό ευτυχώς δεν κάνει παραφυάδες μακριά από τον κεντρικό κορμό του, άρα όσον αφορά την επέκτασή του στο έδαφος είναι μειωμένη. Οι ρίζες του είναι πολύ ισχυρές, όπως κατάλαβα ο ίδιος προσπαθώντας να μεταφυτεύσω το αγιόκλημά μου από την αρχική του γλάστρα, όπου μάλλον θά’χε παραμείνει καιρό και είχαν πιαστεί καλά απ΄΄ο τα ανοίγματα του πυθμένα, στη δική μου, με τις κεντρικές πάχους όσο σχεδόν και οι βασικοί κορμοί.
Τα άνθη μυρίζουν πάρα πολύ ωραία, κάπως σαν γιασεμί και βανίλια, εντονότερα το βράδυ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι όταν ένα μεγάλο φυτό είναι ανθισμένο το καλοκαίρι, ένα δροσερό βράδυ που δε φυσάει πολύ. Μπορεί να γεμίσει μια μικρή αυλή με το άρωμά του. Η οσμή προσελκύει τις νυκτόβιες πεταλούδες, τους επικονιαστές του. Στο ευρωπαΐκό είδος τα άνθη είναι κίτρινα εξαρχής, ενώ στο ιαπωνικό αρχικά λευκά και μετά κιτρινίζουν. Εδώ στη Θεσσαλονίκη ανθίζει από Μάιο έως Οκτώβριο, σε πιο ορεινό ή ψυχρό κλίμα όμως μπορεί ν’αρχίσει την ανθοφορία πιο αργά (Πύργοι Κοζάνης το χωριό μου υψόμ. 800 μ. αρχίζει τον Ιούνιο και τελειώνει λίγο πιο νωρίς), και σε πιο νότιο και θερμό λογικά νωρίτερα.

Απ’ό,τι καταλάβατε, το φυτό αυτό είναι στην ουσία ένα ζιζάνιο στη στρατηγική, το ίδιο όμως και στις καλλιεργητικές του ανάγκες. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ανάγκη. Ζει σχεδόν παντού, σ’όλα τα εδάφη, από αργιλώδη έως αμώδη, αν και το προτιμώμενό του είναι βαθύ, μέτριο και πλούσιο σε οργανική ύλη, σε διάφορα ph, με ιδανικά κανονικό πότισμα και λίπανση, και πολύ ήλιο ή ημισκιά. Καλύπτει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα μέρη στα οποία βρίσκεται όπως πέργκολες, δέντρα, κάγκελα κ.ά. Γι’αυτό το λόγο θα χρειάζεται επειγόντως κλάδεμα, για να μην πνίξει όλον τον τόπο, που καλύτερα να γίνεται το χειμώνα. Τότε το φυτό θά’χει ρίξει τα φύλα του, και θα μοιάζει με μία μάζα περιπεπλεγμένων ξερών κλαδιών. Κόψτε τότε πολλά – κορυφές, υπερβολικά μακριά κλαδιά, κλαδιά στην περιφέρεια με επιθετικές διαθέσεις κ.ά. Στην πραγματικότητα δε θα πειράξει αν κοψετε και λίγο παραπάνω. Το φυτό θα επανέλθει αμέσως την άνοιξη, και θ’ανθίσει όπως πριν. Αντίθετα τα περισσότερα θαμνώδη είδη δημιουργούν τα μπουμπούκια τους στο ξύλο της προηγούμενης χρονιάς, έτσι εκεί το κλάδεμα χρειάζεται προσοχή, εκεί όμως η ανάπτυξη είναι σαφώς μικρότερη. Μη δοκιμάζετε να κόψετε τα κλαδιά με τα χέρια σας, γιατί μάλλον θα σας σπάσει ο φλοιός αφήνοντας ένα κεντρικό μέρος που καλύπτεται από γλοιώδη χυμό άρα δύσκολο να πιάσετε κι επίσης πανίσχυρο, που όσο και να το τεντώσετε δύσκολα σπάει. Έτσι καλύτερα κόψτε το με ψαλίδι, και θα γίνει αμέσως. Εξαίρεση αποτελούν οι φρέσκες κορυφές και τα νεαρά κλαδιά αν κοπούν απότομα από το σημείο εκκίνησής τους, που σπάνε πιο εύκολα.

Λόγω της επιθετικότατής του τάσης, το ιαπωνικό είδος έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες που έχει εισαχθεί, με αρνητικές συνήθως συνέπειες για το οικοσύστημα, εκτοπίζοντας πολλά ιθαγενή είδη. Σοβαρότερο πρόβλημα αποτελεί στις ΗΠΑ, όμως και η Αργετινή, η Βραζιλία, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία κι άλλες χώρες προσπαθούν να το καταπολεμήσουν. Η καταπολέμησή του είναι πολύ δύσκολη, αφού εξαπλώνεται ταχύτατα χάρη στους μικρούς καρπούς του με τους πολλούς σπόρους κι ακόμα η χρήση ζιζανιοκτόνων δεν ενδείκνυται για τα φυσικά περιβάλλοντα. Αποτελεί ωστόσο άριστη τροφή για άγρια φυτοφάγα ζώα όπως ελάφια, λαγούς, χελώνες κ.ά., αλλά και για κατσίκια και λοιπά φυτοφάγα, και για τα κουνέλια, τα οποία κατά την εμπειρία μου το τρώνε πολύ. Εάν έχετε λοιπόν κουνελάκια κι ένα μεγάλο τέτοιο φυτό, μπορείτε να τους κόβετε και να δίνετε.

Το φυτό προστέθηκε στη συλλογή μου στις αρχές του Απριλίου, από κάποια αναρριχητικά φυτά που είχαν έρθει για φύτευση στη Σχολή Τυφλών. Το αντικατέστησα μ’ένα των
γιούκα
μου, αφού άλλωστε έχω πολλά και δεν τα θέλω όλα. Αρχικά έπρεπε να κόψω τα περισσότερα μακριά κλαδιά, αφού είχαν σπάσει ή πατηθεί κατά τη μεταφορά. Έπειτα το μεταφύτευσα σε μεγάλη γλάστρα, κι από τότε άρχισε τρελή ανάπτυξη. Είδη είχε λίγα πράσινα μάτια και φυλλαράκια (τα μάτια του είδους αυτού είναι πολύ μικρά) και με την επιστροφή μου από τις διακοπές του Πάσχα μερικά κλαδιά είχαν ξεπεράσει τα 10 εκατοστά. Τώρα ππου γράφω το θέμα πολλά έχουν ξεπεράσει το μέτρο και πριν τέσσερις μέρες παρατήρησα τα πρώτα άνθη, λευκά αρχικά κι αργότερα κίτρινα, σύμφωνα με το ιαπωνικό είδος. Ακόμα είναι λίγα για να μυρίζουν σε απόσταση, όμως τα μπουμπούκια που αναμένονται ν’ανοίξουν είναι πολλά. Το φυτό λοιπόν πιάνεται απ’όπου βρει – φύλλα γιούκα, ψεκαστήρια, τοίχους κ.ά. Αναμένεται να στηριχθεί σε πέργκολα στον τοίχο, η οποία θα καρφωθεί σε λίγες μέρες.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Lonicera
άρθρο της αγγλικής ςικιπεδια για το είδος Lonicera japonica
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το είδος Lonicera periclymenum
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το είδος Lonicera caerulia
αγιόκλημα πληροφορίες στο valentine.gr
καλλιέργεια αναρριχητικών αγιοκλημάτων
θαμνώδη αγιοκλήματα

μακρύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας (Primula vulgaris)

βραχύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας

Primula veris

Όλες οι φωτογραφίες από την αγγλική Wikipedia.

Από τα πρώτα αγριολούλουδα της άνοιξης, εξού και το λατινογενές όνομά τους «πρίμουλα», υποκοριστικό του «prima», πρώτη. Από εκει προέρχεται και το αγγλικό τους όνομα «primrose», μέσω του γαλλικού «primerose» από το λατινικό «prima rosa», δηλαδή πρώτο ρόδο. Το γένος Primula, που ανήκει στην οικογένεια των ηρανθωδών και στην τάξη των ερεικωδών, στην τάξη που περιλαμβάνει επίσης τα
κυκλάμινα
και τα ερείκια, περιέχει περί τα 425 είδη με τεράστια ποικιλομορφία σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο, με λίγα στο νότιο. Είναι χαμηλά ποώδη, τα περισσότερα πολυετή, φυτά υγρών και δροσερών κυρίως περιοχών.

Τα περισσότερα φυτά του γένους έχουν ένα ρόδακα πλατιών επιμήκων φύλλων στη βάση από το κέντρο του οποίου βγαίνει ένας ή παραπάνω βλαστοί με το άνθος ή την ταξιανθία. Από τα ποιο κοινά είδη είναι η κοινή πρίμουλα (P. vulgaris), αγγλικά «primrose», που λανθασμένα οι Βρετανοί συχνά τη λένε αγγλική, έχει όμως τεράστια εξάπλωση και ως τη χώρα μας, μ’ένα άνθος ανά στέλεχος, και η εαρινή ή πολυανθής, αγγλικά cowslip (κοπριά αγελάδας, γιατί φυτρώνει συχνά κοντά), με μια μεγάλη ταξιανθία 10-30 ανθέων ανά στέλεχος. Τα άνθη των προαναφερθέντων ειδών είναι συνήθως κίτρινα, αν και σπάνια μπορούν να βρεθούν και λευκές, ρόδινες και ερυθρές ποικιλίες, ενώ οι καλλιεργημένες μορφές είναι σαφώς πολύ ποικιλομορφότερες. Αναφέρω την αγγλία περισσότερο γιατί εκεί τα φυτά αυτά είναι ιδιαίτερα άφθονα λόγω κρύου και βροχερού κλίματος, και ως εκ τούτου από εκεί ξεκίνησε η συστηματική επιλεκτική αναπαραγωγή και καλλιέργειά τους. Από εκεί πρωτοπαρήχθησαν πολύχρωμες, διπλές, και μακρότερης ανθοφορίας ποικιλίες. Ομοίως και με τους πανσέδες που εξευγενίστηκαν εκεί, κι αυτό μάλιστα καταγράφεται απ’το Δαρβίνο. Στην Ελλάδα οι πανσέδες ευδοκιμούν καλά το φθινόπωρο, το χειμώνα και την άνοιξη, όμως το καλοκαίρι δυσανασχετούν. Το ίδιο και οι πρίμουλες, οι οποίες όμως και στη φύση έχουν τελειώσει την ανθοφορία τους πολύ πριν το καλοκαίρι, κι έτσι δεν υπάρχει διακοπή εκείνη την εποχή.

Για να καλλιεργηθούν χρειάζονται ημισκιερό ή σκιερό περιβάλλον με υγρασία και τακτικό πότισμα. Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, ο οποίος είναι υπερβολικά λεπτός και θα πρέπει να σπαρεί σε προστατευμένο περιβάλλον με υγρασία και υγρο χώμα, καλύτερα μείγμα κοινού χώματος, άμμου και τύρφης κατά ίσα μέρη. Εάν αφεθούν μόνες τους θα εξαπλώνονται περισσότερο κάθε χρονιά από τους σπόρους που πέφτουν. Τα μονοετ΄΄η είδη θα χρειαστούν σπορά ή φύτευση νέων φυτών κάθε χρόνο. Μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και μύκητες σε υγρές κλειστές συνθήκες.

Τα άνθη της πρίμουλας επίσης τρώγονται σε σαλάτες, γλυκά και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαρμελάδων και οινοπνευματωδών ποτών. Τα φύλλα της τρώγονται ως λαχανικό, κυρίως στην Ισπανία.

Γιατί όμως λουλούδι του Δαρβίνου; Διότι έχει εξελιχθεί κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο, που μελέτησε εκτενώς ο Δαρβίνος κι ενίσχυσε τη θεωρία του. Η πρίμουλες έχουν δύο ειδών άνθη. Το ένα έχει ψηλό στύλο που εξέχει σαν καρφίτσα και κοντούς στήμονες (μακρύστυλο), ενώ το άλλο έχει το αντίθετο, κοντό στύλο και ψηλούς στήμονες (βραχύστυλο). Αυτή η διαφορά ονομάζεται ετεροστυλία, και η παραγωγή κάθε παραλλαγής είναι χαρακτηριστικό του κάθε φυτού, ένα φυτό δηλαδή θα παράγει μόνο άνθη της μίας των δύο παραλλαγών. Αυτό κέντρισε την περιέργεια του Δαρβίνου, ο οποίος το μελέτησε περαιτέρω. Αρχικά θεώρησε πως αυτό είναι ο πρόδρομος της εξέλιξης σε δίοικο φυτό, δηλαδή τα κοντότερα όργανα κάθε άνθους ίσως ήταν εκφυλισμένα και κάποτε θα έπαυαν να λειτουργούν, ώστε το είδος να μείνει με δύο ξεχωριστά φύλλα, για ν’αποφεύγεται η αυτογονιμοποίηση, επιζήμια για τη γενετική ποικιλομορφία. Ανακάλυψε όμως κάτι εκπληκτικότερο, που κι αυτό εξελίχθηκε για τη διατήρηση της γενετικής ποικιλομορφίας. Παρατήρησε ότι όχι μόνο η αυτογονιμοποίηση ενός άνθους ήταν αδύνατη, αλλά και οι προσπάθειες γονιμοποίησης μεταξύ ανθέων της ίδιας μορφής σε διαφορετικά φυτά αποτύγχαναν. Απεναντίας οι γονιμοποιήσεις μεταξύ φυτών με τις διαφορετικές ανθικές παραλλαγές ήταν επιτυχημένες. Έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η πρίμουλα έχει εξελίξει έναν μοναδικό τρόπο διατήρησης της γενετικής ποικιλομορφίας, πάνω στην οποία μπορεί έπειτα να δράσει η φυσική επιλογή. Τα άνθη θα πρέπει υποχρεωτικά να γονιμοποιηθούν από φυτό της άλλης παραλλαγής, κι έτσι είναι αδύνατο να γονιμοποιήσουν τον εαυτό τους ή γειτονικό άνθος στο ίδιο φυτό. Εάν το καλοσκεφτούμε, είναι σαν νά’χουμε τέσσερα ξεχωριστά φύλα. Το ίδιο χαρακτηριστικό έχει εξελιχθει ανεξάρτητα και σ’άλλες οικογένειες ανθοφορων φυτών.

Πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον του Δαρβίνου, όλη η οικογένεια φαίνεται να είχε αγάπη προς αυτά τα λουλούδια. Τα παιδιά του Δαρβίνου αρέσκονταν να φτιάχνουν περιδέρεα μ’αυτά, πλέκοντας μεταξύ τους τους στύλους της μακρύστυλης παραλλαγής.

Όσον αφορά τον τρόπο κληρονομικότητας των ανθικών παραλλαγών, ακόμα δεν έχω βρει τίποτα.

Πηγές:
Ελληνικά:
πρίμουλα: πληροφορίες
καλλιέργεια μονοετών ποικιλιών πρίμουλας
Αγγλικά:
καλλιέργεια πριμουλας: της κοινής πολυετούς
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula vulgaris
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula veris

Ενημέρωση 23/2/2013: Τις τελευταίες μέρες έχω προσθέσει μια πρίμουλα στη φυτική συλλογή μου πειραματικά. Είναι πορτοκαλί ποικιλία με κίτρινο κέντρο άνθους, χωρίς μακριούς στύλους. Απ’ό,τι μου είπαν, θα συνεχίζει ν’ανθίζει μέχρι τις ζέστες, αλλά δεν ξέρω αν είναι μονοετές είδος ή πολυετές. Μάλλον θά’ναι το κοινότερο πολυετές.

Η νέα μου πρίμουλα στην κρεμαστή ζαρντινιέρα, τα άλλα φυτά δίπλα είναι πανσέδες.