Tag Archive: Λίμπο


Αυτή είναι η Λίμπο, η κουνέλα μου (Oryctolagus cuniculus), που πλησιάζει τα έξι χρόνια ζωής. Είναι νάνος, γύρω στα 1.200 γραμμάρια, με λευκή γούνα, μαύρο γύρω από τα μάτια, καφέ αυτιά και μικρές καφέ περιοχές στην πλάτη, με μια γραμμή που σχηματίζει τον αριθμό 2. Έχω πολύ καιρό να δημοσιεύσω νέα της μετά από το πρώτο άρθρο και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν με τις αναπαραγωγές της και μερικά σποραδικά μετά, όπου ανέβαζα λίγα βίντεο. Στην παρούσα δημοσίευση θα σας παραθέσω μερικά βίντεο της κουνέλας μου καθώς επιδίδεται σε καθημερινές δραστηριότητες, αλλά και κάποια πιο ιδιαίτερα. Προσπαθώ να απαθανατίσω διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της, για να την θυμάμαι καλά αφού την χάσω, γιατί, ό,τι και αν κάνουμε, είναι ένα μικρό θηλαστικό που δε θα ζήσει για πάντα. Απολαύστε λοιπόν τις δραστηριότητες της Λίμπο στα παρακάτω βίντεο από το κανάλι μου στο Youtube.

Στο πρώτο βίντεο βγαίνει μια βόλτα, μια τυπική μέρα ενασχόλησης με τη Λίμπο, αν και συνήθως την βγάζω πιο αργά το βράδυ. Αρχικά είναι επιφυλακτική με την κάμερα, αλλά μετά συνηθίζει. Βγάζω κι εγώ περιοδικά το κεφάλι μου πίσω από την κάμερα για να βλέπει ότι είμαι εκεί.

Εδώ παίζει με μια γεμάτη σακούλα. Την είχα προσωρινά στο δωμάτιο, οπότε δεν την γνωρίζει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είχε μέσα, νομίζω βιβλία, πάντως πτώμα δεν είχε.

Το παρακάτω είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που έχω παρατηρήσει στο κουνέλι μου. Μια μέρα, χωρίς προφανή λόγο, άρχισε να δαγκώνει και να τραβάει το καπάκι από το στοπ της πόρτας του δωματίου μου. Μόλις το έβγαλα, το κυνηγούσε και το έπιανε σαν σκύλος. Δε θυμάμαι να άφησα τροφή εκεί, για να μυρίζει σαν φαγητό. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα κουνέλια μας, αναπόφευκτο είναι, μέσα σε τόσα χρόνια, να τύχει να τα φοβίσουμε άθελα μας. Στο βίντεο αυτό, που είναι από συμβάν στις αρχές του καλοκαιριού, η Λίμπο έχει τρομάξει πολύ, και γι’αυτό μένει ακίνητη και πιεσμένη στο έδαφος, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με το έδαφος και να αποφύγει έτσι τους εχθρούς της. Μετά από λίγο επανήλθε, αλλά ηρέμησε εντελώς την επόμενη μέρα. Παλαιότερα, όταν ήταν νεότερη, έδειχνε τη δυσαρέσκεια ή την ενόχλησή της με κάτι με ένα γρύλλισμα ή μια επιθετική κίνηση, αλλά όσο μεγαλώνει προτιμά πιο παθητικές αντιδράσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα δε θυμώνει, κάτι που μπορείτε να διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε να την χαϊδέψετε ενώ δε σας ξέρει. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να ενοχλείται από σχεδόν οτιδήποτε.

Το παρακάτω το τράβηξα πέρσι το φθινόπωρο, όταν είχε ιδιαίτερη απώλεια γούνας, όταν της καθάριζα τη γούνα με προσοχή.

Στα παρακάτω βίντεο η Λίμπο είτε τρώει είτε πίνει νερό. Πίνει νερό από μπουκάλι ή από μπολ, και τρώει άχυρα, πέλετ, χόρτα, φύλλα, λουλούδια και καρότο.









Εδώ τρώει δύο ιδιαίτερα αρχαία και σπάνια φυτά της συλλογής μου, φύλλο από γίνκγο (Ginkgo biloba) και κλαδάκι από αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla).

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Προσφέρω στη Λίμπο ένα τριαντάφυλλο, αφού ξέρω ότι θα το εκτιμήσει περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, αφού είναι κουνέλα…

Ενημέρωση 19/1/2017: Ένα ωραίο βίντεο που παίζει έξω στο μπαλκόνι με τα χιόνια στις 10 Ιανουαρίου, όταν η Αριάδνη χτύπησε έντονα τη Θεσσαλονίκη και είχαμε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες. Ήταν η μόνη φορά μετά το 1963 με ολικό παγετό που διήρκησε για πέντε ημέρες. Μαζί δείχνω και κάποια φυτά που χτυπήθηκαν από την παγωνιά – είναι αυτά που περιγράφονται ως ανθεκτικά σε ελαφριές παγωνιές, αλά τελικά η παγωνιά δεν ήταν ελαφριά. Τα υπόλοιπα είτε την αντέχουν χωρίς πρόβλημα, είτε τα έχω μέσα, πάλι χωρίς πρόβλημα.

Τα πάρκα και τα παρτέρια της Σχολής Τυφλών αποτελούν πηγή τροφοδοσίας για την κουνέλα μου τη Λίμπο. Για τους χειμερινούς και τους ανοιξιάτικους μήνες, φυτρώνει εκεί μια μικρή αλλά σταθε΄ρη ποικιλία αγριόχορτων, τα οποία αποτελούν το 30-50% του διαιτολογίου της Λίμπο εκείνες τις εποχές. Τις υπόλοιπες εποχές, μαζεύω κυρίως φύλλα και άνθη από θάμνους. Το υπόλοιπο της διατροφής της αποτελείται από ξηρά τροφή, σανό και λαχανικά. Της μαζεύω καθημερινά λοιπόν μια σακούλα χόρτα, είτε πολλά είτε λίγα, και φροντίζω να περιλαμβάνω από δύο έως εννέα ξεχωριστά είδη. Τα περισσότερα είναι είδη που θεωρούνται θρεπτικά, οπότε λαμβάνει μια ισορροπημένη διατροφή. Τα βασικά χόρτα που μαζεύω είναι: ένα κοινό πολυετές αγρωστώδες σαν την αγριάδα που δε γνωρίζω πώς λέγεται, αλλά είναι πολύ κοινό και φαγώσιμο, ένα άλλο μονοετές αγρωστώδες σαν το αγριοκρίθαρο, αλλά παχύτερο και χωρίς κολλητικά στάχυα, αγριοκρίθαρο (Hordeum murinum), κολλιτσίδα (Gallium aparine), περδικάκι (Parietaria judaica), αλσήνη (Stellaria media), ζοχό (Sonchus oleraceus), αγριοζοχοό (Eurospermum picrides), πικραλίδα (Taraxacum officinale), μολόχα (Malva silvestris), γλιστρίδα (Portulaca oleracea), αν και η τελευταία είναι κυρίως καλοκαιρινό είδος, όσο κι άλλα είδη. Κάποια απ’αυτά τα πλατύφυλλα καταλήγουν επίσης ως γεύμα του γενειοφόρου μου δράκου (Pogona vitticeps), αν και ποσοστιαία δεν αποτελούν σημαντικό μέρος της διατροφής. Ταΐζουν επίσης την αποικία γιγάντιων αφρικανικών σαλιγκαριών (Achatina fulica) σε μεγάλο μέρος. Τα χόρτα επίσης πάνω μπορεί να έχουν κάμπιες κι άλλα έντομα, τα οποία τρώει ο δράκος και το λοφιοφόρο μου γκέκο (Correlophus ciliatus), αν και αυτά καλύπτουν αμελητέο ποσοστό της διατροφής γιατί τις βρίσκω σπάνια. Τέλος κάποιες περιοχές υποστηρίζουν πληθυσμούς σαλιγκαριών, και τα προϋπάρχοντα Eobania vermiculata και τα δικής μου εισαγωγής Helix aspersa, τα οποία αποτελούν μικρό μέρος της διατροφής του δράκου και μεγαλύτερο αυτής του κερασφόρου βατράχου (Ceratophrys cranwelli). Τα χόρτα ωστόσο είναι πολύ πιο σημαντικά για την κουνέλα, η οποία έχει συνηθίσει να τα τρώει καθημερινά και της παρέχουν πληθώρα θρεπτικών συστατικών και γευστικών εμπειριών. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δε μπορώ να μαζέψω χόρτα απ’τη Σχολή, έχω λίγες ακόμα εναλλακτικές περιοχές, κυρίως όμως για συλλογή φύλλων θάμνων ή δέντρων, και συμπληρώνω επίσης και με λαχανικά όπως μαρούλι, τα οποία όμως είναι χαμηλλότερα σε θρεπτι΄κη αξία. Φυσικά πέρα από τους ίδιους/κουνέλιους σκοπούς, τα χόρτα αυτά στηρίζουν ένα μικρό υποτυπώδες τοπικό οικοσύστημα, μαζί με τα μεγαλύτερα φυτά, τα ασπόνδυλα κλπ.

Άρα μπορείτε να φανταστείτε τι αγανάκτηση ένιωσα όταν όλα αυτά σήμερα χάθηκαν. Αν κι άκουγα χορτοκοπτικά αυτές τις μέρες, δεν έδινα σημασία, διότι ήμουν σίγουρος ότι θ’άφηναν τις πιο παραμελημένες περιοχές ήσυχες. Όμως έκανα μεγάλο λάθος• το μέγεθος της καταστροφής ήταν ανυπολόγιστο, σε κάθε κομματάκι της Σχολής Τυφλών με λίγο χώμα. Εκεί που μέχρι πρότινος υπήρχε πυκνή, ζωηρή πρασινάδα, τώρα είχε απομείνει ένα αξιοθρήνητο στρώμα μαραινόμενης και μισοπεθαμε΄νης φυτικής ύλης. Κανονικά η εποχή κοψίματος των αγριόχορτων είναι Απρίλιο ή Μάιο, αλά το πρόβλημα είναι ότι φέτος έγινε ασυνήθιστα νωρίς, πριν προλάβουν δηλαδή να εκπτυχθούν πλήρως τα φύλλα των φυλλοβόλων θάμνων και δέντρων, της εναλλακτι΄κης τροφής του κουνελιού. Οπότε μέχρι τότε θα πρέπει να την βγάλω με νεραντζόφυλλα, τα οποία, αν και εύγευστα, δε θα είναι τόσο θρεπτικά όσο η ποικιλία πολλών ειδών, τα λίγα χόρτα που μπορώ να μαζέψω από τις γλάστρες ή αλλού, τα αμπελόφυλλα από το μικρό φυτό του πατέρα μου, και θρεπτικά κατώτερο μαρούλι. Ίσως επίσης να επιτεθώ στις τριανταφυλλιές της Σχολής, εφόσον έχουν βγάλει φύλλα νωρίτερα από κάθε άλλο φυλλοβόλο. Αν δεν θέλουν να τους τις κόβω, ας μην ξανακόψουν όλα τα χόρτα.

Τα χόρτα κόβονται τέτοια εποχή, γιατί τότε φτάνουν στο μέγιστο του φουντώματός τους και φαίνονται εντονότερα. Από την πλευρά του κύκλου ζωής των χόρτων όμως, αυτή είναι η πλέον άκαιρη εποχή για το κόψιμό τους, διότι στη φάση αυτή είτε βρίσκονται σε ανθοφορία είτε στις αρχές της καρποφορίας, άρα δεν έχουν προλάβει να ρίξουν σπόρο. Σίγουρα κάπως προλαβαίνουν ν’αναπαραχθούν, γιατί κάθε χρόνο φυτρώνουν περίπου τα ίδια είδη, ίσως από φυτά που ρίχνουν σπόρο νωρίτερα, ίσως από σπόρους που παραμένουν σε νάρκη για χρόνια στο έδαφος, ή και από σπόρους που μεταφέρονται από αλλού με τον αέρα. Εντούτοις, η βίαια αυτή θανάτωση πριν προλάβουν ν’αφήσουν τους απογόνους τους αποδυναμώνει τους πληθυσμούς τους σημαντικά, επιτρέποντας έτσι την επέκταση τοξικών και υπερβολικά ανταγωνιστικών μονοετών ή πολυετών καλοκαιρινών ειδών, όπως ο γερμανός (Solanum elaeagnifolium), τα οποία μεγαλώνουν γρηγορότερα κι έχουν ανθεκτικότερους βλαστούς που στέκονται και μετά την ξήρανσή τους, οι οποίοι δυσχεραίνουν σημαντικά την ανάπτυξη των χειμερινών ειδών, τα οποία σκιάζονται και σταδιακά λιγοστεύουν, ενώ επιπροσθέτως ορισμένα είδη όποως ο γερμανός, παράγουν αλληλοπαθητικά χημικά που αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων φυτών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο πρώην λαχανόκηπος της Σχολής. Πριν τρία χρόνια, ένα κομμάτι γης που καλυπτόταν κυρίως από γερμανό, οργώθηκε για να γίνει λαχανόκηπος. Στο νέο αυτό γόνιμο χώμα, μαζί με τα λαχανικά φύτρωναν και πολλά χειμερινά ζι΄ζάνια κατάλληλα για το κουνέλι. Ο γερμανός παρέμεινε, αλ΄λα σε λίγα μόνο σημεία. Πρόπερσι ο λαχανόκηπος εγκαταλείφθηκε, κι εκ΄τος από λίγες ρόκες που πρόλαβαν να ρίξουν σπόρο, δε φύτρωσαν άλλα λαχανι΄κα από μόνα τους. Η ποσότητα όμως των εδώδιμων αγριόχορτων ήταν τεράστια. Αυτή η κατάσταση έλαβε ένα άσχημο τέλος, όταν όλα αυτά τα πράσινα και τρυφερά χόρτα κόπηκαν στη φάση της ανθοφορίας τους, και το καλοκαίρι αντικαταστάθηκαν πλήρως από γερμανό κι άλλα ανθεκτικά και τοξικά καλοκαιρινά είδη, των οποίον οι βλαστοί στέκονταν μέχρι το χειμώνα, οπότε και κόπηκαν. Φέτος το σημείο είναι σχεδόν γυμνό, εκτός από κάποιες εστίες με αγρωστώδη, περδικάκι και κάτι άλλο πιθανόν τοξικό, όλες από τη μεριά που δεν δούλεψε τόσο εντατικά το χορτοκοπτικό. Ο ζοχός και η στελλάρια, αγαπημένες χυμώδεις τροφές της κουνέλας με τις οποίες γέμιζα σακούλες ολόκληρες, εξαφανίστηκαν εντελώς. Απενναντίας, ο γερμανός φαίνεται να ξεφυτρώνει απ’όλα τα σημεία. Το φυτό αυτό είναι ριζωματώδες, και φαίνεται να ωφελείται από τα χορτοκοπτικά, επειδή τα ριζώματά του σκορπίζονται μακριά κι έτσι εξαπλώνεται. Το ίδιο συμβαίνει, αν και σε λιγότερο βαθμό, και σε άλλα πράσινα μέρη της Σχολής. Αν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί για χρόνια, δε θεωρώ απίθανη την ολότελη εξαφάνιση κάποιων ειδών. Ήδη η μολοχα και ο ζοχός, δύο είδη με σχετικά βραδύτερο ρυθμό ανάπτυξης και ανθοφορίας από άλλα ζιζάνια, που είναι και πολύ θρεπτικά, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.

¨Όπως πάντα, πράττουν χωρίς να αναλογίζονται τις συνέπιες. Οι υπεύθυνοι γνωρίζουν ότι μόνο εγώ αξιοποιώ τα χόρτα, συγκεκριμε΄να για να ταΐζω το κουνέλι μου, κι ότι προτιμώ συγκεκριμένες περιοχές. Αντί λοιπόν να της αφήσουν, τα ισοπεδώνουν όλα. Αυτό δε θα ήθελα να επαναληφθεί στο μέλλον.

Η κουνέλα μου η Λίμπο έχει να αναπαραχθεί εδώ και δύο χρόνια και λίγο παραπάνω. Είχε κάνει 33 μικρά, και μετά αποφάσισα να βάλω ένα όριο, γιατί δε θα μπορούσα να τα δώσω όλα. Έτσι έδωσα λοιπόν τον αγαπητό μας κούνελο και έμεινα με την κουνέλα. Όμως τώρα δεν είναι όπως τότε, γιατί έχω έναν αποδέκτη να δώσω τα κουνελάκια. Το feeders.gr θα μπορούσε να τα πάρει. Για όσους δεν το ξέρουν, είναι ένα πετ σοπ με πολύ υψηλά στάνταρ, εξειδικευμένο σε πολλά και διάφορα είδη. Είναι το μόνο πετ σοπ που ξέρω τουλάχιστον, το οποίο φέρνει σωστή τροφή για κουνέλια. Μόνο σ’εκείνο το κατάστημα θα εμπιστευόμουν να δώσω τα μικρά. Το κατάστημα αυτό λοιπόν αρκετά πρόσφατα είχε φέρει έναν ενήλικο κούνελο, γύρω στον ενάμισι χρόνο, λίγο μικρότερο από τη Λίμπο και με παρόμοια χρώματα, δηλαδή λευκό με λίγο καφέ στη ράχη, καφέ αυτιά και μαύρα μάτια. Είχε μακρύτερη αλά αραιότερη γούνα από τη Λίμπο, ήταν πολύ δραστήριος και παρατηρητικός με όλους όσους τον πλησίαζαν, και ποτέ δεν θυμάμαι να ήταν επιθετικός. Γενικώς όλοι οι κούνελοι που ξέρω έτσι είναι. Μπορεί μερικοί να είναι πιο ζωηροί, αλλά όλοι είναι πολύ φιλικοί με τους ανθρώπους, ανοιχτοί προς τους ξένους και δε δαγκώνουν σχεδόν ποτέ, εν αντιθέσει με τις κουνέλες, οι οποίες προστατεύουν το κλουβί τους, αποφεύγουν όσους δεν ξέρουν και συχνά γίνονται πολύ επιθετικές. Η Λίμπο για παράδειγμα εκπροσωπεί μία κατάσταση προς τα άκρα, όπου δε δέχεται κανέναν άλλον εκ΄τος από μένα, θυμώνει εύκολα, και ουκ ολίγες φορές έχει δαγκώσει ξένα άτομα που πήγαν να την χαϊδέψουν χωρίς να είμαι εγώ εκεί.

ο κούνελος στο κλουβί 21/10/2015

Ο κούνελος αυτός λοιπόν ήταν το καλύτερο ταίρι για τη Λίμπο, αφού ταίριαζαν και σε μέγεθος και σε εμφάνιση. Έτσι, μετά από αρκετές αναβολές επειδή δεν ήμουν σίγουρος, πήγα τη Λίμπο στον κούνελο στις 21 Οκτωβρίου του 2015. Από το κουτί μεταφοράς έβγαλα μία φοβισμένη Λίμπο, την οποία έβαλα ευθύς στο κλουβί του κούνελου. Όμως τα πράγματα δεν πήγαν όπως έπρεπε. Μόλις την έβαλα μέσα, ο κούνελος ετοιμάστηκε αμέσως, αλλά η κουνέλα δεν ήταν δεκτική. Αρχικά προσπαθούσε να του ξεφύγει, μετά κάθισε λίγο, μετά παραιτήθηκε κι έμεινε ξαπλωμένη κάτω, χωρις να κάνει τίποτα, και μετά πάλι θύμωνε, χτυπούσε το πόδι της και του ξέφευγε. Ούτε ο κούνελος το έκανε και τόσο καλά, αφούήταν το πρώτο του ζευγάρωμα και πότε ανέβαινε από μπροστά, και πότε από πίσω κανονικά.

Για να μην ενοχλείται παραπάνω η κουνέλα, την έβγαλα, την άφησα για λίγο μόνη, και αφούέφυγα για λίγο για μια δουλειά, επέστρεψα και την ξαναέβαλα μαζί με τον κούνελο. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα, αφού συνεχώς χτυπούσε το πόδι της κι έτρεχε, σκορπίζοντας έτσι τα πέλετ του υποστρώματος παντού.

Έτσι την έβγαλα αμέσως και την πήρα πίσω. Ήταν αρκετά φοβισμένη, αλά μόλις γύρισε στο κλουβί της ηρέμησε. Πρόσεξα ότι το πίσω της μέρος ήταν ελαφρώς διεσταλμένο και υγρό, οπότε ίσως τελικά να είχε γονιμοποιηθεί. Η ελπίδες μου αναπτερώθηκαν στις 24 Οκτωβρίου, οπότε άρχισε η συμπεριφορά της να αλλάζει. Έγινε πιο απόμακρη, προτιμούσε να κρύβεται περισσότερο, έτρωγε περισσότερο κλπ, σημάδια εγκυμοσύνης. Όσο όμως περνούσε ο καιρός δεν φαινόταν να προχωρά αυτό. Μικρά στην κοιλιά της δεν έπιασα, και όταν ήλθαν οι μέρες οπότε θά’πρεπε να γεννήσει, δεν έγινε τίποτα. Περίμενα μέχρι τις 26 Νοεμβρίου, οπότε θα έκλεινε τις 35 ημέρες, το μέγιστο όριο κύησης για τα κουνέλια, και δεν έγινε τίποτα. Άρα δεν εγκυμόνησε καθόλου.

Αλλά γιατί έγινε αυτό; Ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβη κάτι τέτοιο. Πάντοτε η κουνέλα μου ήταν πρόθυμη να ζευγαρώσει. Συνήθως πλησίαζε μόν της τον κούνελο, καθόταν περήφανη με σηκωμένο το κεφάλι, σήκωνε την ουρά της και περίμενε. Άλλες φορές από την χαρά της ανέβαινε αυτή πάνω στον κούνελο. Τώρα όμως είχαμε την αντίθετη κατάσταση. Γιατί; Δεν μπορώ να ξέρω τον ακριβή λόγο, αλλά υποψιάζομαι μερικά πράγματα. Τα κουνέλια δεν έχουν οίστρο όπως πολλά άλλα θηλαστικά, αλλα είναι επαγόμενοι ωορήκτες, δηλαδή έχουν ωορηξία με΄τα το ζευγάρωμα, ώστε να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα γονιμοποίησης. Αν και δεν έχουν οίστρο, έχουν διατηρήσει κάποια υπολείμματα του κύκλου άλλων θηλαστικών, στο γεγονός οτι από τις 14 ημέρες τις 2 δεν είναι τόσο δεκτικά. Μπορεί να πέτυχα μια τέτοια μέρα. Επίσης, αν και δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου που αναπαράγονται μόνο τότε, τείνουν να αναπαράγονται λίγότερο το χειμώνα, δηλαδή όταν οι μέρες μικραίνουν. Η δική μου, όπως και οι υπόλοιπες κουνέλες, είναι πιο δραστήρια και δείχνει να θέλει περισσότερο την άνοιξη, αλλά έχει γονιμοποιηθεί σχεδόν κάθε μήνα του χρόνου. Η άλλη πιθανή αιτία είναι απλώς επειδή μεγάλωσε, οι ορμόνες της έπεσαν και δε μπορέι να αναπαραχθεί. Ακόμα είναι μόνο 5 χρονών, και είχε ανεμογκάστρι την άνοιξη του ίδιου έτους, οπότε δεν πιστεύω να φταίει αυτό. Μπορέι από την άλλη να γονιμοποιήθηκε, αλλά μετά να απορρόφησε τα μικρά, συχνό φαινόμενο στα κουνέλια. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως, ότνα η κουνέλα δείχνει να μην θέλει τον κούνελο ή τα έμβρυα απορροφώνται, προτείνεται η επαναγονιμοποίησή της μετά από μία ή λίγες μέρες, αλλά αυτό δε μπορούσα να το κάνω φυσικά εξαιτίας της απόστασης, γιατί η κουνέλα αναστατώνεται με τις μετακινήσεις.

Το κατάστημα έδωσε τον κούνελο το Νοέμβριο, οπότε δεν έχουμε επιβήτορα τώρα. Αλλά δεν πειράζει. Αν είναι θα την ξαναβάλω με άλλον κούνελο την επόμενη χρονιά και μετά δεν την ξαναβάζω.

Πλέον, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης με την κουνέλα μου τη Λίμπο, έχουμε αναπτύξει μια βαθύτερη σχέση. Εγώ την βοηθάω σε διάφορα πράγματα, αλλά κι αυτή εμένα. Για παράδειγμα, μου βρίσκει πράγματα που χάνω. Παρόλο όμως που θέλω να λέω ότι μου τα βρίσκει στην πραγματικότητα δε μου τα ψάχνει συνειδητά. Απλώς επειδή έχει μάθει απ’έξω κι ανακατωτά το δωμάτιό μου τόσα χρόνια, ό,τι είναι εκτός θέσης της τραβά την προσοχή. Αν είναι κάποιο χαμένο αντικείμενο κάτω και το βρει, μπορεί να αρχίζει να παίζει μαζί του, κι έτσι να το βρω. Έτσι μια φορά για παράδειγμα μου βρήκε τον αριθμό που έπρεπε να καρφιτσώσω στη μπλούζα μου για να τρέξω στον αγώνα των 5 χιλιομέτρων (ναι, έτρεξα κι εγώ!) στις 10 Οκτωβρίου, στις εκδηλώσεις του Διεθνούς Ημιμαραθωνίου Θεσσαλονίκης. Μου είχε φύγει ο φάκελος κάτω από την καρέκλα μου, και δεν τον έβρισκα. Μόλις όμως έβγαλα την κουνέλα έξω, μετά από λίγο την άκουσα να παίζει μ’ένα χαρτί, κι έτσι τον βρήκα.

Όμως η περιέργειά της αυτή μια μέρα πρόλαβε ένα ατύχημα, αλλα θα μπορούσε και να οδηγήσει σε κάποιο άλλο αν δεν βρισκόμουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 16 Οκτωβρίου 2015, τάιζα το λοφιοφόρο μου γκέκο το Βαρώνο (Correlophus ciliatus) έντομα. Του έδινα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), οι οποίες είναι γρήγορες και μπορεί να κρυφτούν αν δεν τις φάει αμέσως, και μία κατσαρίδα Αργεντινής (Blaptica dubia). Ήθελα και να βιντεοσκοπήσω το γεγονός για το κανάλι μου στο Youtube, αλά τελικά το βίντεο δεν πέτυχε. Μία λοιπόν κατσαρίδα κρύφτηκε με΄σα σε ένα καλάμι μπαμπού του τερραρίου του γκέκο. Έχει γίνει κι άλλες φορές αυτο΄, κι όποτε γίνεται, για να μην περιμένω εγώ ή το γκέκο να βγουν όποτε θέλουν, δηλαδή μπορεί και μετά από μια βδομάδα, Τις τινάζω από μέσα και πέφτουν. Το τερράριο του γκέκο είναι της Exo Terra (από τακαλύτερα τερράρια), ένα κατακόρυφο γυάλινο τερράριο με δίφυλλη πόρτα μπροστά, αλλά κι ένα καπάκι σίτας που μπορεί ν’αφαιρεθεί. Αφαίρεσα λοιπόν το καπάκι, ώστε να σηκώσω το καλάμι ευκολότερα. Σήκωσα το καλάμι, τίναξα το έντομο και τοέριξα μέσα στο μπολ, για να μη φύγει. Μετά όμως, επειδή σχεδόν ποτέ δεν ανοίγω εκείνο το καπάκι, δεν το έκλεισα εντελώς. Ένα άνοιγμα δύο εκατοστών είχε μείνει από μπροστά. Το γκέκο συνέχιζε να κάνει βόλτες για αρκετή ώρα στο χώρο του, αλά μετά σταμάτησα να το ακούω. Πέρασαν αρκετές δεκάδες λεπτών και μου φάνηκε παράξενο αυτό. Έχει τύχει στο παρελθόν να φάει τόσο πολύ ώστε να μη θέλει να κουνηθεί στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν τέτοιο γεύμα. Μετά, γύω στις 2 το πρωί ή και πιο αργά, έβγαλα την κουνελίτσα μου βόλτα. Η μπαλκονόπορτα ήταν λίγο ανοιχτή για να μπαινοβγαίνει, κι έμπαινε λίγο κρύο. Αφού λοιπόν η Λίμπο έκανε τη βόλτα της, μετά πήγε στη γωνία κάτω από το κλουβί του Βαρώνου, όπου κάτι έξυνε. Νομίζοντας πως πειράζει κανένα καλώδιο, πήγα να δω, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Λίγα εκατοστά μπροστά από τη μουσούδα της βρισκόταν ο Βαρώνος. Τον περιμάζεψα αμέσως, και ως πλήρως εξοικιωμένος που είναι, δεν προσπάθησε καν να φύγει. Μέτρησα όλα τα δάχτυλά του, έλεγξα την ουρά, το κεφάλι, τα μάτια και την κοιλιά του, για να δω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί θα μπορούσε να τον είχε δαγκώσει η κουνέλα, αλλά ευτυχώς ήταν άθικτος. Τα ζώα αυτά είχαν να συναντηθούν για περίπου τρία χρόνια. Τότε, ότον τον πρωτοπήρα, από περιέργεια τον έβαλα δίπλα στην κουνέλα μου για να δω τι θα γίνει, και φυσικά αν υπήρχε πρόβλημα θα τον έπαιρνα αμέσως. Είχα καθίσει κάτω και τον είχα βάλει πάνω στο παντελόνι μου, και Μόλις κατάλαβε η Λίμπο πως είναι κάποιο ζώο, άρχισε να τον πιέζει με τη μύτη της και να τον σπρώχνει, κι εκείνος έκανε ευθύς ένα απότομο άλμα στα 40 εκατοστά προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, πέρα από ότι ο Βαρώνος κοιτούσε την κουνέλα όταν έβγαινε για βόλτα, κι αυτή τρόμαζε μερικές φορές όταν αυτός πηδούσε ανάμεσα στα καλάμια του και τις φυλλωσιές του, αυτά τα ζώα δεν είχαν καμία άμεση επαφή για τα επόμενα τρία χρόνια εκτός απο΄τώρα. Μετά λοιπόν από το αρχικό σοκ, άναψα το φως κι έβαλα για λίγο το γκέκο μπροστά στο κουνέλι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Πάλι η Λίμπο έτρεχε πάνω του, κι άρχισε να το σπρώχνει με τη μύτη της, και μια φορά μάλιστα νομίζω πως πήγε να το δαγκώσει. Μόλις το σήκωσα στο χέρι μου ψηλότερα, σηκώθηκε κι αυτή για να το πειράξει. Ως πειστήριο για το γεγονός, έκανα κι ένα μικρό βίντεο.

Τελικά ανέβασα κάτι πολύ πιο ασυνήθιστο και μοναδικό στο Youtube, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ευχάριστο. Στο βίντεο, η Λίμπο η κουνέλα πλησιάζει τρεις φορές με φανερά επιθετικές διαθέσεις το Βαρώνο το λοφιοφόρο γκέκο, ο οποίος φεύγει, αλλά κι εγώ βάζω το χέρι μου για να προλάβω τα χειρότερα. Μετά αμέσως τον παίρνω και τον επιστρέφω στο τερράριό του με κλειστό πάνω καπάκι αυτήν τη φορά. Μόλις είχα προλάβει, συμπτωματικά εντελώς, δύο ατυχήματα. Εάν δεν καταλάβαινα εγκαίρως ότι το καπάκι είχε μείνει ανοιχτό, μπορεί να έχανα το γκέκο, ή μάλλον να δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, γιατί να το χάσω διά παντώς είναι δύσκολο. Αν και δεν είχε διανήσει απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κλουβί του όπως την μέτρησα, θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Μικρή πιθανότητα υπήρχε, αν άνοιγα τη μπαλκονόπορτα να έφευγε έξω και να χανόταν για πάντα, αλλά έκανε κρύο και το θεωρώ απίθανο. Επίσης μικ΄ρη πιθανόττητα είχε να φύγει στο υπόλοιπο σπίτι αν άνοιγα την πόρτα του δωματίου, αν και ο χώρος ήταν ανοιχτός και άγνωστος γι’αυτόν, οπότε θα δίσταζε πολύ. Επίσης υπήρχε μικρή πιθανότητα να περάσεια πέναντι στη ντουλάπα και να χωθεί από πίσω και να μην το βρω εύκολα, ή να σκαρφαλώσει κάπου ψηλά. Το πιο πιθανό ωστόσο θα ήταν να κρυφτεί σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο σε ακτίνα περίπου δύο μέτρων από το τερράριο, το οποίο είναι και η περιοχή του άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, κι έτσι υπήρχε και η πιθανότητα να επιστρέψει και πίσω, εφόσον το καπάκι ήταν ανοιχ΄το. Εάν δεν προλάβαινα την κουνέλα, υπήρχε πιθανότητα να τρομάξει απ’αυτήν και να φύγει κάπου μακριά ή να χωθεί σε κάποιο στενό και δυσπρόσιτο σημείο, ή η κουνέλα να τον τραυματίσει άσχημα. Ήμουν οπότε πολύ τυχερός. Από εκείνη τη μέρα και για τις επόμενες λίγες, ψυχαναγκαστικά έλεγχα το πάνω καπάκι για να είμαι σίγουρος ότι είναι κλειστό. Στα τρία χρόνια που τον έχω ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό, και θα είναι και η τελευταία ελπίζω. Έχει τύχει να το χάσω για δύο ακόμα φορές, αλλά ήταν στην αρχή που, αν και ήρεμο, πάλι τρόμαζε πιο εύκολα επειδή δεν είχε συνηθίσει ακόμα καλά το χώρο κι εμένα και μπορεί να πηδούσε απ’το χέρι μου άνευ προειδοποιήσεως. Έτσι μία φορά πήδηξε κι έτρεξε κάτω από το κρεβάτι μου για δύο μέτρα περίπου μέχρι την άλλη μεριά, αλά εκτός από την απόσταση δεν υπήρχε κάποια άλη δυσκολία να το βρω, επιδή ο χώρος ήταν σχετικά ανοιχτός χωρίς πολλές καλές κρυψώνες. Την άλλη φορά ήταν πάλι στους πρώτους μήνες που το είχα, και ήταν Απρίλιος. Εγώ το είχα πάρει Νοέμβριο, οπότε ήταν η πρώτη του άνοιξη σ’εμένα. Επειδή η θερμοκρασία είχε ανέβει, είχε ανέβει κι ο μεταβολισμός του, κι έτσι ήταν πιο δραστήριο και νευρικό. Όλοπηδούσε κι έτρεχε, κι έτσι, βγάζοντας εγώ κάτι από το τερράριό του και κρατώντας το προσωρινά για να ξέρω πού είναι, πήδξε κι έφυγε. Σήκωσα όλα τα μικρά και μεσαία πράγματα (καρέκκλες, βιβλία κλπ) γύρω από το τερράριο και για ένα τέταρτο έψαχνα, και μετά τον βρήκα στο χείλος του καλαθιού των αχρήστων κάτω από το τερράριο, δηλαδή μπροστά μου! Κι άλλες φορές εκείνο τον καιρό τύχαινε να μου πηδήξει απ’το χέρι, αλλά το έβρισκα αμέσως, οπότε δε μπορώ να πω ότι το έχανα. Έτσι λοιπόν σώθκε το γκέκο μας.

Όσον αφορά την κουνέλα, δεν ξέρω αν στεναχωρέθηκε ή ανακουφίστηκε που πήρα το γκέκο από κοντά της, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Δε θα πρέπει να το πειράξειποτε ξανά. Τα κουνέλια δεν είναι κυνηγετικά ζώα σαν τις γάτες που πειράζουν μικρότερα ζώα από κυνηγετικό ένστικτο – μπορεί να υπάρχουν κι εξαιρέσεις – αλλά προστατεύουνέντονα την περιοχή τους. Δεν είναι τα ειρηνικά ζώα που παρουσιάζονται πάντα. Κουνέλια που δε γνωρίζονται και τυχαίνει το ένα να εισβάλει στην περιοχή του άλλου ια πρώτη φορά μπορεί να μαλώσουν σοβαρά, ενίοτε με θανάσιμους τραυματισμούς. Όπως έλεγε κι ένας Αυστραλός κυνηγός που είχα διαβάσει κάπου στο Διαδίκτυο, συναντούσε συνεχώς κουνέλια γρατσουνισμένα και χτυπημένα, και νόμιζε πως ήταν απο΄συμπλοκές με γάτες, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν από τους ομοίους τους. Έτσι τα κουνέλια μπορεί να γίνουν επιθετικά και προς μικρότερα ζώα που συναντούν στην περιοχή τους. Όπως είπα παραπάνω όμως υπάρχουν κι εξαιρέσεις, και μπορεί ένα κουνέλι να ροκανίσει σιγά-σιγά κι έτσι να φάει ένα μικρό κι αδύναμο ζώο. Κουνέλια έχουν παρατηρηθεί να τρώνε έντομα – και η δική μου είχε φάει -, πουλάκιαπου πέφτουν από τη φωλιά τους, κι άλλα μικρά ζώα. Έψαξα να δω αν γίνεται κουνέλια να φάνε σαύρες, αλλά δε βρήκα κάποιο σχετικό αποτέλεσμα, όμως, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζουμε, σίγουρα γίνεται. Το Συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ ν’αφήνουμε κουνέλια με ζώα πολύ μικρότερά τους μόνα τους. Ίσως να υπάρχουν εξαιρέσεις, και πάλι θα πρέπει να είμαστε εκεί για να τα επιβλέπουμε. Γενικώς δε θα πρέπει ν’αφήνουμε κουνέλια με άλλα ζώα στον ίδιο χώρο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (αν γνωρίζονται κλπ), αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει πολύ περισσότερο το άλλο ζώο από το κουνέλι, παρά το κουνέλι από το άλλο ζώο.

Το πιο ανησυχητικό ωστόσο δεν ήταν ότι η κουνέλα κυνηγούσε το γκέκο, αλλά ότι το γκέκο δεν κατάλαβε οότι κινδυνεύει. Στο βίντεο βαδίζει σε μέτρια ταχύτητα εμφανώς ενοχλημένο, αλλά δεν έχει φοβηθεί πραγματικά. Αν ένιωθε πραγματικά ότι απειλείται από το κουνέλι, θα έτρεχε πολύ γρηγορότερα κάπου μακριά. Είχε τρέξιι έτσι στο παρελθόν μερικές φορές επειδή είχε τρομάξει, και η ταχύτητά του τότε είναι εκπληκτική. Θα μπορούσε να τρέξει διαγώνια μπροστά του και να χωθεί ανάμεσα στη ντουλάπα και τον τοίχο, απ’όπου ούτε εγώ δε θα μπορούσε να το βγάλω εύκολα. Ή θα μπορούσε να τρέξει ως εκεί και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. Αλλιώς,αν η κουνέλα τον είχε στριμώξει σε μια γωνία και δεν προλάβαινε να ανέβει στον τοίχο, θα μπορούσε να γυρίσει και να δαγκώσει την κουνέλα, είτε στιγμιαία για να την ξαφνιάσει, είτε με όλη του τη δύναμη ώστε να την πονέσει και να της πάρει και λίγη γούνα, και στην περίπτωση αυτήν δεν πιστεύω ότι η κουνέλα θα τον ξαναπείραζε ποτέ. Πιστεύω ότι θα τα έκανε αυτά, αλά αφού ήδη είχε δαγκωθεί και πιθανόν τραυματιστεί. Γιατί τότε δεν προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του; Πιστεύώ αφενός επειδή έχει συνηθίσει στο χειρισμό, και δεν ενοχλείται εύκολα όταν το πιάνω, το σπρώχνω ή το σηκώνω, κι αφετέρου στο γεγονός ότι στη πατρίδα του τη Νέα Καληδονία ιστορικά δεν υπήρχαν σαρκοφάγα θηλαστικά, οπότε δεν τα αναγνωρίζει ως απειλή. Ουσιαστικά το δεύτερο οδήγησε στο πρώτο. Το κουνέλι δεν είναι βέβαια σαρκοφάγο, αλλά τώρα λειτούργησε ως τέτοιο. Αν και πριν τρία χρόνια είχε τρομάξει από την κουνέλα, οπότε θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αντιλήφθηκε τώρα τον κίνδυνο επειδή απλώς έχει συνηθίσει στο χειρισμό περισσότερο, πάλι όμως και τότε δεν αντέδρασε ακαριαία και πιστεύω ότι το κουνέλι θα μπορούσε να τον ξαναπειράξει πριν προλάβει να φύγει. Γενικώς σαύες από περιοχές με λίγους εχθρούς τείνουν να ηρεμούν πολύ περισσότερο στην αιχμαλωσία, αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάρτε το γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps) για παράδειγμα, που είναι σχεδόν παθολογικά ήρεμος. Κατάγεται από την Αυστραλία, όπου οι εχθροί είναι λιγότεροι απ’όσους θα υπήρχαν στην Ευρώπη για παράδειγμα, και οι περισσότεροι δεν είναι θηλαστικά. Έτσι ο γενειοφόρος δράκος μπορεί να είναι εντελώς άνετος με ανθρώπους που τον σηκώνουν, τον μεταφέρουν και τον πειράζουν, αλά μπορεί να τρελαθεί αν δει κινούμενη σκιά πάνω απ’το κεφάλι του, η οποία θα μπορούσε να είναι αρπακτικό πουλί. Η Νέα Καληδονία όμως, ως μικρό απομονωμένο νησιωτικό σύμπλεγμα, έχει ακόμα λιγότερους εχθρούς από την Αυστραλία και ποτέ δεν είχε χερσαία θηλαστικά. Μόνο κάποιες νυχτερίδες κατέφθασαν σε γεωλογικά πρόσφατη εποχή, αλά αυτές δεν κυνηγούν σαύρες κι επίσης δεμοιάζουν με τυπικά θηλαστικά ώστε το γκέκο να τα αναγνωρίζει με βάση τη μορφή τους. Δύο είναι οι κύριοι εχθροί του λοφιοφόρου γκέκο στη φύση: ο μπούφος (Tito alba) και το γιγάντιο Νεοκαληδόνιο γκέκο (Rhacodactylus leachianus). Ο μπούφος είναι το ίδιο είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι ένα πολύ επιτυχημένο είδος που έχει κυριεύσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος εχθρός του λοφιοφόρου γκέκο, αφού ως ενδόθερμο έχει μεγαλύτερη ανάγκη για τροφή και άρα θα κυνηγά συχνότερα. Και πάλι δε θα τρέφεται αποκλειστικά με λοφιοφόρα γκέκο, αλλά θα τρώει κι άλλες σαύρες, πουλιά και νυχτερίδες, και πλέον που υπάρχουν και χερσαία θηλαστικά, και μ’αυτά. Το γιγάντιονεοκαληδόνιο γκέκο μπορείπεριστασιακά να τρώει λοφιοφόρα γκέκο, αλλά πάλι όχι πολύ συχνά. Θα τρώει κι άλες σαύρες, πουλάκια, έντομα, νέκτρα και φρούτα. Εκτός αυτού, τα λοφιοφόρα γκέκο σπάνια συναντούν αυτό το είδος, αφού αποφεύγουν το περιβάλλον του, δηλαδή τους χοντρούς κορμούς με κουφάλες, ακριβώς για να μην το συναντήσουν. Μικρός κίνδυνος ίσως να είναι και ο φοβοσκίγκος (Phoboscincus bocorti), ένα είδος γιγάντιου χερσαίου σαρκοφάγου σκίγκου στα 60 εκ που σχεδόν εξαφανίστηκε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα των ιθαγενών από παντού εκ΄τος από μια μικρή περιοχή στη Νήσο των Πεύκων, όπου υπάρχουν και λοφιοφόρα γκέκο. Αυτός έχει οδοντοστοιχία προσαρμοσμένη για σαυροφαγία, αν και δεν είναι ακόμα γνωστό ποιες σαύρες τρώει. Ίσως να τρώει και λοφιοφόρα γκέκο που κατεβαίνουν στο έδαφος, αλλά σπάνια. Ίσως ακόμα περιστασιακά να το κυνηγά ο ανατολικός μπούφος των χόρτων (Tito longimembris) και περιστασιακά τα μικρότερα ημερόβια γεράκια αν τύχει και το συναντήσουν τη μέρα. Επίσης στο παρελθόν, όταν υπήρχαν μεγαλύτερα ζώα στην Νέα Καληδονία πριν τα εξαφανίσουν οι ιθαγενείς, ίσως κάποια απ’αυτά, όπως ο μικρός κροκόδειλος της Ν. Καληδονίας ή το πουλί ντου να το έτρωγαν, αν και όχι πολύ συχνά, επειδή εξειδικεύονταν σε άλλες τροφές. Οπότε το λοφιοφόρο γκέκο είναι ένα είδος με σχετικά μικρή πίεση από εχθρούς, που μάλλον έχει τηνπολυτέλιεα νακάθεται ανάμεσα στα δροσερά πλατιά φύλλα και να τρώει το μέλι του χωρίς να φοβάται κάθε στιγμή μην το φάνε. Τα μικρά του είδους δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ωστόσο, και προφανώς θα τρώγονται από όσα εντομοφάγα ζώα τρώνε ζώα του μεγέθους τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το λοφιοφόρο γκέκο χάνει αρκετά μικρά, επειδή είναι από τα Νεοκαληδόνια γκέκο με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό ρυθμό (6-9 γέννες των δύο αυγών ετησίως, κατ’εξαίρεσιν παραπάνω, σε αντίθεση με είδη όπως Mniarogekko chahoua ή R. leachianus που μπορεί να γεννήσουν 2-3 φορές το χρόνο από δύο αυγά). Συγκρίνετε τώρα αυτό το ειδος με το δικό μας λίγο μικρότερό του Tarentola mauritanica, το οποίο πρέπει να ξεφύγει αρχικά από όλα τα εντομοφάγα και μικροσαρκοφάγα ζώα όσο είναι μικρό, και μετά όταν μεγαλώσει από όλα τα μικρά και μεσαία σαρκοφάγα – διάφορα πουλιά όπως κοράκια, μικρά αρπακτικά, κουκουβάγιες, φίδια, γάτες, νυφίτσες, κουνάβια, σπάνια και από ανθρώπους. Είναι αναμενόμενο αυτό το είδος να έχει πιο ανεπτυγμένες άμυνες κατά των εθχρών από κάποιο νησιωτικό που δεν έχει ν’αντιμετωπίσει τόσες απειλές. Το ίδιο και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκκι (Teratoscincus roborowskii) που έχω, ένα γκέκο λίγο μικρότερο του λοφιοφόρου ιθαγενές του Τουρπάν της Κίνας, μιας σκληρής ερήμου με αρκετούς προφανώς θηρευτές, αφού είναι πολύ νευρικό, ταχύτατο, προσέχει κάθε αλλαγή, κίνηση και θόρυβο, και πολύ δύσκολα πιάνεται.

Οπότε, κάθε φορά που καταφθάνουν σαρκοφάγα θηλαστικά σ’ένα απομονωμένο νησί, είτε από μόνα τους είτε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η έκβαση της αναμέτρησης είναι σχεδόν πάντοτε υπέρ των εισβολέω. Υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, είδη τα οποία προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση σχετικα γρήγορα, αλλά αυτές είναι λίγες και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τα ζώα του νησιού λοιπόν πιάνονται και τρώγονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια από τους εισβολείς, και τα είδη που πάσχουν περισσότερο είναι αυτά με χαμηλό αναπαραγωγικό ρυθμό ή με ελάχιστες άμυνες, όπως τα θαλασσοπούλια. Ακόμα κι αν υπάρχουν είδη που έχουν άμυνες εναντίον εχθρών, αυτές μπορεί να είναι εντελώς ανεπαρκείς προς τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Για παράδειγμα μπορεί ένα ζώο να ακινητοποιείται όταν συναντά εχθρό, και μολονότι αυτό μπορεί να πιάνει για σαρκοφάγα ερπετά ή πουλιά που επιτίθενται κυρίως σε κινούμενους στόχους, δεν κάνει τίποτα στα θηλαστικά που χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο την όσφρηση. Χάρη στην όσφρηση, τα θηλαστικα μπορούν να κυνηγούν εύκολα οποτεδήποτε, αλά και να εισχωρούν σε φωλιές και να τρώνε τα αυγά και τα μικρά. Υπάρχουν φυσικά κι ερπετά που ξετρυπώνουν την τροφή τους με την όσφρηση, αλλά είναι λιγότερα σε μεγαλύτερα μεγέθη και πολλές φορές απουσιάζουν κι αυτά από νησιά. Οι σκίγκοι για παράδειγμα είναι σαύρες που μπορούν να ξετρυπώνουν μικρά έντομα από το χώμα, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ μικροί για να απειλούν σπονδυλωτά. Οι βαράνοι και τα φίδια σε μικρότερο βαθμό μπορούν να κυνηγήσουν κρυμένα θηράματα, και πολλές φορές έχουν προξενήσει κι αυτά εξαφανίσεις όταν εισήχθησαν σε νησιά με ευάλωταείδη. Παρόλα αυτά τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά είναι πιο καταστροφικά, επειδή ως ενδόθερμα πρέπει να τρώνε πολύ περισσότερη τροφή,κι επιπλέον, έχοντας ανταγωνιστεί υπό πολλές αντίξοες συνθήκες στις τεράστιες εκτάσεις του Βορείου Ημισφαιρίου, είναι πολύ εξυπνότερα και μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα και να κυνηγήσουν με πολλούς τρόπους. Χάρη ακριβώς στην ευφυία και το υψηλό επίπεδο δραστηριότητάς τους, έχουν και μια ακόμα πολύ καταστροφική συνήθεια που σχεδόν κανένα άλλο ζώο δεν έχει, σκοτώνουν δηλαδή θηράματα ακόμα κι αν είναι χορτάτα και τα αφήνουν. Επίσης είναι ζώα που συχνά εισάγονται συνειδητά από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους, και συνήθως σε μικρές καταστροφικές ομάδες (αρουραίοι από πλοία, γάτες και μαγκούστες για να τους ελέγχουν, αλεπούδες και κουνάβια για γούνα, κατσίκια, γουρούνια και κουνέλια για τροφή). Τα χορτοφάγα δεν επηρεάζουν άμεσα τα ευάλωτα είδη, αλλά μπορεί ν’αλλάξουν δραστικά το ενδιαίτημά τους ή και να οδηγήσουν στην εξαφάνιση ευάλωτα νησιωτικά φυτά. Σύμφωνα με μία μελέτη, την οποία δε βρίσκω, ο αριθμός των εισαγόμενων σαρκοφάγων θηλαστικών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την πιθανότητα επιβίωσης ενός ευάλωτου είδους, δηλαδή όσο πιο πολλά θηλαστικά υπάρχουν σ’ένα νησιωτικό οικοσύστημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα πράγνατα γι’αυτούς που μένουν εκεί.

Η Νέα Καληδονία λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο σύμπλεγμα έχουν εισαχθεί αρουραίοι, γάτες, γουρούνια κι ελάφια, τα οποία έχουν τροποποιήσει το οικοσύστημα. Τα γουρούνια ανακατεύουν το χώμα και το ριζικό σύστημα των φυτών, και τα ελάφια βοσκούν τη βλάστηση, αν και αυτά δε βρίσκονται τόσο πολύ στα πυκνά τροπικα δάση όπου ζει το λοφιοφόρο γκέκο, οι συγγενείς του και πολλά σπάνια πουλιά. Οι πολυνησιακοί αρουαίοι (Rattus exulans) όμως κυνηγούν διάφορα ζώα. Αυτοί κατέφθασαν πολύ παλιά με τους ιθαγενείς, όπως έτσι μεταφέρθηκαν και σε άλα νησιά, αν και μικρότερες αποστάσεις τις διένησαν μόνοι τους. Σε σχέση με τον κοινό αρουραίο έχουν μικρότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, αλλά δεν έχουν και τόσους εχθρούς. Επίσης είναι πιο σαρκοφάγοι, και τρώνε αυγά, νεοσσούς θαλασσοπουλιών και σαύρες. Σίγουρα στη Νέα Καληδονία θα κατέφθασε και ο κοινός αρουραίος (Rattus norvegicus) με τα καράβια, ο οποίος θα ανταγωνίζεται τον πολυνησιακό. Το άλλο σαρκοφάγο θηλαστικό που εισήχθη στη Νέα Καληδονία είναι οι γάτα, η οποία κυνηγά διάφορα πουλιά και σαύρες, αλλά και αρουραίους. Αν και κανένα νεοκαληδόνιο είδος δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας των θηλαστικών, πολλές φορές οι πληθυσμοί πολλών τοπικά μειώθηκαν, και τα σαρκοφάγα θηλαστικα είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που μαζί με άλλους, όπως η ανθρώπινη ανάπτυξη, δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει κάποια είδη στην εξαφάνιση. Εδώ υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση, το χερσαίο πουλί καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα εξελικτικά μοναδικό γερανόμορφο των ορεινών δασών της Ν. Καληδονίας που σπάνια πετά, φωλιάζει στο έδαφος και γεννά ένα μόνο αυγό το χρόνο, το μικρότερο μέλος μιας ομάδας παρόμοιων πουλιών που εξαφανίστηκαν από τους ιθαγενείς, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα από τους αρουραίους και τις γάτες, τα οποία ληστεύουν τις φωλιές του και ο αναπαραγωγικός του ρυθμός δε μπορεί ν’αντισταθμίσει τις απώλειες. Ενδέχεται το είδος αυτό να εξαφανιστεί στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Σε άλλες περιοχές η κατάσταση είναι χειρότερη. Σε νησιά της Καραϊβικής, του Ινδικού, του Ειρηνικού, αλλά και στη νησιωτική ήπειρο της Αυστραλίας έχουν εξαφανιστεί πολλά γηγενή είδη από σαρκοφάγα θηλαστικά (στην Αυστραλία υπήρχαν σαρκοφάγα μαρσυποφόρα, αλλά τα πλακουντοφόρα αποδείχθηκαν ανταγωνιστικότερα). Τα περισότερα θύματα των θηλαστικών στα νησιά είναι πουλιά, και είναι τόσα πολλά, που δε μπορώ να τα απαριθμήσω. Το ντόντο (Raphus cucullatus) για παράδειγμα του Μαυρικίου, το σύμβολο των ανθρωπογενών εξαφανίσεων, είναι μια τέτοιαι περίπτωση. Αν κι ο άνθρωπος μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς του με το κυνήγι, τη χαριστική βολή την έδωσαν εισαγόμενα θηλαστικά όπως γουρούνια και μαϊμούδες, που κατέστρεφαν τις φωλιές των τελευταίων απομακρυσμένων θηλάκων του είδους. Πολλά άλα πουλιά του Μαυρικίου και γειτονικών νησιών εξαφανίστηκαν επίσης από εισαγόμενα θηλαστκά.

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί επίσης μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση, όπου ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων θηλαστικών έχει χτυπήσει διάφορα ευάλωτα ενδημικά είδη. Όπως και η Νέα Καληδονία, πριν την έλευση του ανθρώπου είχε μερικά μεγάλα μη θηλαστκά ζώα, τα οποία είχαν λίγες άμυνες στον άνθρωπο, ο οποίος τα εξαφάνισε αμέσως. Όσα από τα μικρότερα είχαν βραδεία αναπαραγωγή τα ανέλαβε ο πολυνησιακός αρουραίος, ο οποίος ροκάνιζε τα αυγά και τα μικρά τους. Αν και μέχρι πρότινος πιστευόταν ότι η πανίδα της Νέας Ζηλανδίας είχε εξελιχθεί χωρίς θηλαστικά, πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη θηλαστικών μέχρι τουλάχιστον και πριν 19 εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σεα διαπέραστα δάση και στα βουνά; Τα θηλαστικά ωστόσο αυτά ήταν πρωτόγονα μικρά νυκτόβια εντομοφάγα, και δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των άλλων ζώων, τα οποία προφανώς θα τα ανταγωνίζονταν έντονα, γι’αυτό και δεν εξελίχθηκαν σε άλλες μορφές. Έτσι, χωρίς ανταγωνισμό από σύγχρονου τυπου θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, έντομα και μαλάκια πλήρωσαν τις θέσεις τους στο οικοσύστημα. Για παράδειγμα τα κίβι (γένος Apteryx) είναι μικρά εδαφόβια πουλιά με φτέρωμα σαν γούνα,και ασυνήθιστα καλή όσφρηση, τα οποία αντιστοιχούν οικολογικά σε μικρά παμφάγα θηλαστικά. Το κακάπο (Strigops habroptilus) είναι ένας μεγάλος, χερσαίος φυτοφάγος παπαγάλος, ο οποίος αντιστοιχεί οικολογικά στο λαγό. Τα ουέτα είναι μεγάλες σποροφάγες ακρίδες που οικολογικά αντιστιχούν στα μικρά τρωκτικά. Μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος αυτού λοιπόν κατέρρευσε για ακόμα μία φορά όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν στο σύμπλεγμα με μια νέα ομάδα ανταγωνιστικότατων θηλαστικών. Κοινοί αρουραίοι, μαύροι αρουραίοι (Rattus rattus), γάτες, γουρούνια, κουνάβια, ερμίνες και σκαντζόχοιροι άρχισαν να κατατρώνε τα ενδημικά ζώα που δεν είχαν κατάλληλες άμυνες. Χορτοφάγα όπως άλογα, λαγοί, ουνέλια, κατσίκες, ουάλαμπι και φουντόουρα πόσουμ επίσης έτρωγαν πολλά φυτά και μετέτρεπαν το περιβάλλον. Μερικά πουλιά εξαφανίστηκαν, και πολλά άλλα περιορίστηκαν σε πολύ μικρές περιοχές, δηλαδή οικολογικά έχουν εξαφανιστεί, Αφού δεν συμμετέχουν πολύ στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. Απόκακάπο για παράδειγμα έχουν μείνει μόνο 140 άτομα, και μερικά είδη κίβι απειλούνται άμεσα. Το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών είναι μόλις 5% χωρίς ανθρώπινη υποστήριξη, το οποίο για ένα πουλί που γεννά μόνο ένα τεράστιο αυγό το χρόνο δεν είναι και πολύ. Στην επίθεση όμως αυτήν των σαρκοφάγων θηλαστκών επλήγησαν σοβαρά και τα ερπετά. Η ερπετοπανίδα της Νέας Ζηλανδίας μοιάζει μ’αυτήν της Ν. Καληδονίας, απ’όπου πιθανολογείται ότι πήρε τα περισσότερα είδηη. Και οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν επηρεαστεί αρνητικά. Το μεγαλύτερο γκέκο στον κόσμο, το είδος Hoplodactylus delcorti, που έφτανε τα 60 εκατοστά, πιθανότατα δέχθηκε το πρώτο σοβαρό πλήγμα από τον πολυνησιακό αρουαίο, και μετά από τα άλλα θηλαστικά. Θεωρούταν κακός οιωνός από τους Μαορί, οι οποίοι συχνά το σκότωναν όποτε το έβρισκαν, αν και στην εποχή που κατέφθασαν οι Ευρωπαίοι ήταν υπερβολικά σπάνιο, και ζούσε σε αδιαπέραστα δάση, οπότε ο άνθρωπος δεν ήταν σημαντική απειλή. Πιθανότατα είχε βραδύ αναπαραγωγικό ρυθμό όπως άλλα νεοζηλανδικά γκέκο, τα οποία γενούν 2 μικρά το χρόνο (λόγω χαμηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκαν ως ωοζωοτόκα), οπότε εύκολα εξαφανίστηκε από τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα μεγάλο θύμα της εξαφάνισης ήταν και το τουατάρα (Sphenodon punctatus), ένα μεγάλο αρχαίο σαυρόμορφο ερπετό, το μόνο ζωντανό μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων, το οποίο στην εποχή της έλευσης των Ευρωπαίων σπάνιζε υπερβολικά στα μεγάλα νησιά εξαιτίας του πολυνησιακού αρουραίου, και σύντομα μετά τηνε ισαγωγή τωβ σαρκοφάγωβ θηλαστικώ εξαφανίστηκε εντελώς. Παρέμεινε μόνο σε βραχονησίδες, αν κι εκεί, όπου κατόρθωσαν να φτάσουν αρουραίοι, ο πληθυσμός έπαυσε ν’ανανεώνεται. Αν και μπορεί να δείχνει φαινομενικά υγιής, από πίσω, μέσα στις τρύπες, οι αρουραίοι ροκανίζουν όλα τα αυγά και τα μικρά. Αυτό το σπανιότατο υπεραιωνόβιο ζώο, μοναδικά προσαρμοσμένο στις κλιματολογικές συνθήκες της Ν. Ζηλανδίας, αποδεικνύεται πλέον αποτυχημένο είδος, αφού επιβιώνει χάρη στην ανθρώπινη υποστήριξη. Τα τουατάρα ζουν ανενόχλητα σε βραχονησίδες χωρίς αρουραίους, ενώ σε πολλές άλλες εφαρμόστηκαν προγράμματα εκρίζωσης των αρουραίων για την ασφαλή επανένταξή τους. Χωρίς τον άνθρωπο δηλαδή, σε κάποια μεταγενέστερη γεωλογική περίοδο, όταν αναπόφευκτα κάποια σαρκοφάγα θηλαστικά θα έφταναν στη Ν. Ζηλανδία, το τελευταίο μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων θα χανόταν για πάντα, εκτός κι αν προσαρμοζόταν, πράγμα λίγο δύσκολο, αφού αλλιώς δε θα είχε μείνει ένα μόνο είδος στην πιο απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Εκτός από τα θηλαστικά άλλωστε, θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί και τις σύγχρονου τύπου σαύρες, τις οποίες οι πρόγονοί του δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν κι εξαφανίστηκαν.

Η επιτηδευμένη εξαφάνιση των αρουραίων κι άλλων εισαγόμενων ειδών δεν είναι πλέον κάτι το ασυνήθιστο. Συχνά, για την επαναφορά ενός νησιού, εφαρμόζονται τα λεγόμενα προγράμματα επαναφοράς, τα οποία εμπεριέχουν και την εξαφάνιση των εισαγόμενων ειδών, για να επιβιώσουν τα γηγενή,ώστε υποτίθεται να επανέλθει το οικοσύστημα στην πρότερή του κατάσταση. Τα οικοσυστήματα όμως αλλάζουν, και τα νησιωτικά ιδίως είναι ευάλωτα σε αλαγές και νέα είδη, τα οποία μπορούν να έλθουν και με φυσικό τρόπο, συχνά με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμα όμως κι αν δεν έλθουν νέα είδη σ’ένα απομονωμένονησί, θα έλθουν όταν αυτό παύσει να είναι απομονωμένο μετά από κάποιον γεωλογικό χρόνο, όταν θα έχει δημιουργηθεί νεά ξηρά δίπλα του, η στάθμη της θάλασσας θαέχει πέσει ή θα έχει μετακινηθεί προς κάποια ηπειρωτική μάζα. Έτσι γινόταν κκαι στο παρελθόν σύμφωνα με απολιθωματικα ευρήματα, δηλαδή δημιυργούνταν νησιά, εξελίσσονταν εκεί διάφορα μοναδικά νησιωτικά είδη, τα οποία με λίγες εξαιρέσεις εξαφανίζονταν όταν το νησί ενοωνόταν με την ενδοχώρα. Μήπως τελικά το να βοηθάμε τόσο απειλούμενα είδηι είναι μάταιο, αφού ουσιαστικά προσπαθούμε να κρατήσουμε στη ζωη ένα αποτυχημένο είδος που δε θα μπορούσε να ζήσιι χωρίς εμάς; Μήπως το όλο νταβαντούρι γίνεται για να υπάρχει δουλειά για τους οικολόγους και εφησυχασμός για την πιθανότητα της δικής μας εξαφάνισης; Γιατί δε θα μπορούσε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα να ξαναχτιστεί με πιο ανταγωνιστικά είδη; Αυτό θα κόστιζε και πολύ λιγότερο. Και τέλος, γιατί όλη αυτή η μανία με την προστασία του περιβάλλοντος, την εξαφάνιση εισαγόμενων ειδών κλπ να κυριαρχεί κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες; Οι χώρες αυτές πάσχουν από το σύνδρομο του σωτήρα, μια τάση να θέλουν να διορθώσουν ό,τι ιστορικά κατέστρεψαν. Ενοχές ας πούμε από την αποικιοκρατία;

Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση, το λοφιοφόρο γκέκο, αρχικά το κέντρο της προσοχής του άρθρου, χάθηκε. Άραγε έτσι θα χαθεί στο μέλλον από μια πολύβωη εισβολή νέων ειδών στη Νέα Καληδονία;

Ποτέ ξανά κουνελίνη!

Για τα κουνέλια, η σωστή διατροφή είναι το παν. Σωρεία οδοντικών, πεπτικών, ουροποιητικών και δερματικών προβλημάτων θα μπορούσαν να προληφθούν αν τα κουνέλια έτρωγαν την κατάλληλη διατροφή. Ακόμα κι ένα μικ΄ρο ολίσθημα στη σωστή σίτιση του κουνελιού σας μπορεί να επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες στο μέλλον. Τα κουνέλια έχουν ευαίσθητο και εξειδικευμένο πεπτικό σύστημα που δεν ανέχεται τροφές διαφορετικές απ’αυτές για τις οποίες έχει εξελιχθεί σε μεγάλες ποσότητες ή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ως χορτοφάγα, τα κουνέλια χρειάζονται τροφή πλούσια σε φυτικές ίνες. Αντίθετα με μεγάλα χορτοφάγα, λόγω του γρήγορου μεταβολισμού τους και άρα την ανάγκη για πρόσληψη ποιοτικότερης τροφής, δεν χωνεύουν τις περισσότερες ίνες (μόνο το 14% της κυτταρίνης χωνεύεται), αλλά οι ίνες είναι απαραίτητες για την ενεργοποίηση της κινητικότητας του πεπτικού σωλήνα. Αν οι ίνες είναι λιγοστές, όπως σε τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες, ξηρούς καρπούς κλπ, το πεπτικό τους σύστημα επιβραδύνεται, με συνέπειες όπως μικρότερα περιττώματα στην καλύτερη περίπτωση και σοβαρές διαταραχές στη χλωρίδα του εντέρου που μπορούν να οδηγήσουνς το θάνατο στη χειρότερη. Ακόμα σοβαρότερο είναι το ενδεχόμενο της γαστρεντερικής στάσης, οπότε ο πεπτικ΄κός σωλήνας σταματά να περιστέλλεται εντελώς. Οι παθήσεις αυτές σχεδόν πάντοτε αντιμετωπίζονται αν εντοπιστούν έγκαιρα, αλλά το θέμα είναι να τις προλάβουμε.

Το κουνέλι μου λοιπόν, η Λίμπο, άρχισε κι αυτή να έχει προβλήματα με τον πεπτικό της σωλήνα. Αν και παλιά έκανε μεγάλα περιττώματα, στη συνέχεια υπήρχαν περίοδοι που έκανε μικρότερα, ιδίως στις περιόδους αλλαγής τριχώματος, οπότε ήταν συνήθως μπλεγμένα με τρίχες. Αυτό είναι φυσιολογικό ως ένα βαθμό, αφού τα κουνέλια καταπίνουν τις τρίχες που κολλούν στη γλώσσα τους όταν καθαρίζονται. Αντίθετα με την άποψη πολλών, αυτό από μόνο του δεν οδηγεί σε γαστρεντερική στάση, αν και σε συνδυασμό με ελαφρά αφυδάτωση και ανεπαρκή ποσότητα ινών μπορεί να οδηγήσει. Καλό είναι ωστόσο να βουρτσίζετε το τρίχωμα του κουνελιού σας αν υπάρχει πρόβλημα. Εγώ είχα μια βούρτσα, αλλά ήταν λίγο σκληρή και στο τέλος την άφησα, και πλέον δεν ξέρω πού βρίσκεται καν, θα πρέπει όμως να αγοράσω άλλη.
Έτσι λοιπόν η κουνέλα μου είχε συνεχή προβλήματα, ώσπου στις 24 Νοεμβρίου του 2014 το βράδυ τα πράγματα έγιναν σοβαρά. Την βρήκα μαζεμένη στη γωνίτσα της χωρίς καμία διάθεση για φαγητό ή για να με δει, και η κοιλιά της ήταν έντονα πρησμένη. Την σήκωσα με ευκολία σαν μικρό κουκλάκι – στα κουνέλια δεν αρέσει να τα σηκώνουν κανονικά -, και δεν προέβαλε καμία αντίσταση. Το πρόβλημα ήταν πολύ σοβαρό δηλαδή. Δυστυχώς ήταν πολύ αργά η ώρα και δε μπορούσα να την παώ στην κτηνίατρο, αλλά προσπαθούσα να την κάνω να νιώθει άνετα χαϊδεύοντάς την λίγο και μετά αφήνοντάς την ήσυχη. Την επόμενη μέρα έφαγε πολύ λίγο το πρωί, αλλά η κατάστασή της παρέμενε άσχημη. Το απόγευμα την πήγα αμέσως στην κτηνίατρο, όπου της κάναμε ακτινογραφία και διαπιστώσαμε ότι το στομάχι της ήταν πακτωμένο με υλικό, με πολλά σπυριά από καλαμπόκι να φράζουν την έξοδό του. Δεν ξέρουμε αν το πρόβλημα προκλήθηκε από κάποιο ξένο σώμα, όπως ίνες από χαλί, χαρτί κλπ ή από πολλές τρίχες, αλλά σίγουρα οι σπόροι της κουνελίνης, τους οποίους δε μπορούσε να μασήσει η κουνέλα και τους κατάπινε ολόκληρους, επιδείνωσαν σοβαρά το πρόβλημα. Μου συνταγογράφησε Metocloral (το ανθρώπινο αντίστοιχο με την ίδια ουσία είναι το Primperan) για την αύξηση της κινητικότητας του στομαχιού, το οποίο έπρεπε να δίνω σε σιρώπη κάθε 12 ώρες. Την επόμενη μέρα βελτιώθηκε λίγο, αλλλά το βράδυ πάλι χειροτέρεψε. Ήταν κρυμμένη κάτω απ’το κρεβάτι μου, έτριζε δυνατά τα δόντια της από τον υπερβολικό πόνο και γουργούριζε η κοιλιά της, κι εγω δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Από το γουργουρητό της μπορούσα να καταλάβω πού βρίσκεται. Τις επόμενες μέρες όμως βελτιωνόταν συνεχώς, ώσπου μετά από 4 μέρες, τα περιττώματά της ή οι μπιλίτσες της είχαν γίνει μεγάλες όπως παλιά, και τότε η κτηνίατρος μου είπε ότι θα μπορούσα να διακόψω το φάρμακο. Δεν ξέρω τι τελικά δυσκόλεψε τον πεπτικό της σωλήνα, πάντως την πρώτη μέρα της θεραπείας έβγαλε ένα περίεργο μεγάλο περίττωμα, που μπορεί να περιείχε χαρτί ή και μάζα πολλών τριχών. Από τότε τέλος στην κουνελίνη που περιείχε μεγάλα κομμάτια ή σπόρους. Ακόμα κι αν έπαιρνα τέτοια τροφή, αυτά τα κομμάτια τα έβγαζα πριν την δώσω στην κουνέλα.

Για λίγο καιρό λοιπόν μετά τη διακοπή του φαρμάκου, το πεπτικό της σύστημα λειτουργούσε ομαλά, με μεγάλες μπιλίτσες. Όμως αυτές πάλι άρχιζαν να μικραίνουν, ενώ περιοδικά πάλι μαζευόταν στη γωνία της και δεν ήθελε να φάει, αν κι αυτό διαρκούσε για μια ώρα το πολύ. Δοκίμασα να της μειώσω την κουνελίνη, αλλά δεν υπήρχε βελτίωση. Ένα διάστημα στην αρχή του καλοκαιριού της έδινα δυο φορές κουνελίνη, τη βασική της μερίδα το πρωί και λίγο το βράδυ για να την καλοπιάνω, αλλά μετά το ξαναπεριόρισα στη μια φορά, χωρίς αποτέλεσμα. Όταν την πήγα στο Χωριό προσωρινά στα μέσα του Ιουλίου, για να μην ανησυχώ επειδή έφευγα από εδώ κι από κει σε διακοπές και δε μπορούσα πάντα να την παίρνω μαζί μου, ήδη είχε πρόβλημα με την κατάποση τριχών, έτρωγε λίγο, αφόδευε πολλές τρίχες μαζί με τις μπιλίτσες, και η διάθεσή της ήταν πεσμένη. Οι πολύ υψηλες θερμοκρασίες την ανάγκασαν να αραιώσει λίγο το τριχωμά της, κι επίσης της μείωσαν την όρεξη, δυσκολεύοντας το πρόβλημα ακόμα περισσότερο. Μέσα σε τέσσερις με΄ρες όμως επανήλθε, κι άρχισε πάλι να τρώει καλά. Έτρωγε χόρτα, αμπελόφυλλα, φύλλα από διάφορα άλλα φυτά κατάλληλα για κουνέλια, και σκέτη κουνελίνη από μηδική. Όταν όμως πήγα στα μέσα του Αυγούστου να την δω, δεν την έιδα σε τόσο καλή κατάσταση. Την πρώτη μέρα μου φάνηκε καλά, αλλά το βράδυ της επομένης πρόσεξα πως δεν ήθελε να φάει πολύ, η κοιλιά της ήταν κάπως σφιχτή, και όταν την μάλαζα λίγο, πονούσε στη δεξιά μεριά κι έφευγε πιο πέρα. Όταν ρώτησα, έμαθα ότι της έδιναν και σιτάρι μαζί με την κουνελίνη! Απαράδεκτο! Εγώ προσπαθούσα τόσο καιρό να μην της δίνω τέτοια πράγματα, κι ενόσω εγώ έλειπα τις έδιναν. Ναι, σίγουρα της αρέσει. Της αρέσει όμως επειδή είναι παχυντικό, όπως σ’εμάς αρέσουν τα παχυντικά φαγητά, χωρίς απαραίτητα να μας ωφελούν. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να το τρώει. Τα κουνέλια δεν είναι κότες και δεν πρέπει να τρώνε πολλούς σπόρους – λίγο πού και πού μπορεί να μην πειράξει, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Σιτάρι μπορεί να δίνουν στα κουνέλια που προορίζονται για σφάξιμο για πάχυνση, αλλά έτσι κι αλλιώς εκέινα δεν πρόκειται να ζήσλουν πολύ για να βιώσουν τις αρνητικές συνέπειες. Μετά λοιπόν από μια μέρα χωρίς σιτάρι, η κουνέλα μου έγινε καλύτερα.

Μόλις την πήρα μαζί μου πίσω στα τέλη του Αυγούστου, αποφάσισα ότι θα έθετα οριστικό τέλος στην κουνελίνη. Σύντομα αγόρασα μια πολύ καλύτερη τροφή, την Nature της Beaphar. Η Beaphar είναι γερμανική εταιρεία που παράγει εξαιρετικές τροφές για διάφορα κατοικίδια. Την αγόρασα από το feeders.gr, ένα pet shop όπου μπορείτε να βρείτε ό,τι πραγματικά χρειάζεται το ζώο σας, με τροφές και εξοπλισμούς για ευρεία γκάμα ζώων, από σκυλιά και γάτες μέχρι κουνέλια, σαύρες, πουλιά και ψάρια. Στέλνει σ’όλη την Ελλάδα. Η τροφή αυτή λοιπόν δεν περιέχει καθόλου σιτηρά ή τεχνητά σάκχαρα, και όλα τα συστατικά της είναι αναμεμειγμένα ομοιόμορφα μέσα στα μπαστουνάκια, αποτρέποντας την επιλεκτική σίτιση. Τα μπαστουνάκια (Pellets) κατασκευάζονται με την τεχνολογία Cortech (Cordiform technology), δίνοντάς τα διατομή σχήματος καρδιάς, με το αυλάκι στο κέντρο να βοηθά το ευκολότερο δάγκμωμα απ’τα κουνέλια. Περιέχει κατά 65% χόρτο Timothy, το χόρτο Phleum pratense που πωλείται συνήθως και ως άχυρο για κουνέλια, και έχει άλλα 30 είδη βοτάνων και χορταρικών συμπληρωματικά. Είναι κατάληλη για ενήλικα κουνέλια άνω των 10 μηνών, γιατί τα νεαρότερα χρειάζονται πιο πλούσια σε πρωτεΐνη τροφή, όωπς pellets μηδικής για καλύτερη ανάπτυξη. Η δική μου κουνέλα είναι μεγάλη και βρίσκεται σε φάση συντήρησης, αφού δεν αναπαράγεται, οπότε αυτή η τροφή είναι η ιδανική.

Την αγόρασα πριν δυο βδομάδες περίπου, κι άρχισα να την χρησιμοποιώ πριν 10 μέρες περίπου. Αρχικά δηλαδή της έδινα λίγο κουνελίνη, μέχρι που καθάρισα το κλουβί της, οπότε πέταξα στα σκουπίδια την εναπομείνασα κουνελίνη μαζί με το λερωμένο υπόστρωμα. Την πέταξα κανονικότατα στα σκουπίδια, σαν σκουπίδι που είναι, και είπα τελικά «τέλος στην κουνελίνη!». Από τότε και στο εξής χρησιμοποιώ αυτήν την ειδική τροφή. Είχα μια ανησυχία ότι δε θα την έτρωγε η κουνέλα μου, η οποία επαληθεύθηκε εν μέρει. Την πρώτη φορά που της έδωσα ήταν απόγευμα, Η κουνελίτσα έτρεξε στο μπολ της για να την φάει, νομίζοντας ότι πρόκειται για την κουνελίνη που ήξερε, και την έφαγε αμέσως όλη. Όμως μετά κατάλαβε ότι ήταν κάτι πολύ λιτότερο από την παχυντική, νόστιμη κουνελίνη και σταμάτησε να την αντιμετωπίζει με τόσο ενθουσιασμό. Πλέον δε στριφογυρίζει γύρω απ’το μπολ σε πλήρη ανυπομονησία για την κουνελίνη, ούτε μπαινοβγαίνει στο κλουβί, ούτε τραβάει το μπολ προς το μέρος της. Απλώς κοιτάζει ότι της βάζω τροφή μέσα, και μπορεί να πάει κοντά να δει και να μυρίσει, ίσως ελπίζοντας ότι θα είναι κουνελίνη. Όμως δεν είναι ούτε θα είναι ποτέ. Έκανε σαν τρελή για την κουνελίνη, γιατί είχε πολλές θερμίδες, και, όπως και μ’εμάς τους ανθρώπους, αυτές οι τροφές είναι πιο νόστιμες από τις υγιεινές. Πλέον είναι η μόνη φορά που τρώει τα άχυρά της πριν την έτοιμη τροφή. Την τροφή δεν την αφήνει, αλλά θα την φάει σε διάστημα ωρών. Μπορεί να πάρει ένα μπαστουνάκι, να το μασήσει λίγο, να το αφήσει, να πάρει ένα άλλο απ’το μπολ και να το πάει αλλού, να φάει το μισό και να το αφήσει, κι έτσι σιγά-σιγά θα την φάει όλη. Μπορεί αυτό να δυσαρέστησε λίγο τη Λίμπο, αλλά γίνεται για το καλό της. Το καλό αυτό φάνηκε αμέσως. Μέσα σε τρεις μέρες σίτισης μ’αυτήν την τροφή, τα περιττώματά της επανήλθαν στο φυσιολογικό τους μέγεθος, όπως παλιά ή μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Πλέον ήμουν σίγουρος ότι όλα μου τα προβλήματα προκαλούνταν άμεσα ή έμμεσα από την ακατάλληλη τροφή που της έδινα.

Στο σημείο αυτό, ιδίως αν ξέρετε την ιστορία με την κουνέλα μου, μπορεί να παραξενευτείτε κι εσείς πώς έπαθε τόσα προβλήματα, εφόσον η πραγματική ποσότητα της κουνελίνης που έδινα ήταν μικρή. Παλαιότερα μπορεί να έδινα περισσότερο, αλλά εδώ και πολύ καιρό τώρα, σίγουρα για δύο χρόνια, δίνω όσο περίπου χωράει στην παλάμη μου μια φορά τη μέρα συνήθως. Το υπόλοιπο μέρος της διατροφής της αποτελείται από ξερό σανό και φρέσκα λαχανικά και χόρτα, τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες, που υποτίθεται προωθούν την καλή υγεία του πεπτικού συστήματος. Απ’ό,τι φάνηκε όμως, ακόμα και λίγη κακή τροφή σε καθημερινή βάση κατεβάζει επικίνδυνα το συνολικό ποσοστό των ινών στη διατροφή. Κι εμένα μου φάνηκε παράξενο αυτό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Πλέον η διατροφή της Λίμπο αποτελείται κα΄τα 2/3 από σανό, και 1/3 από λαχανικά, φύλλα, άνθη και βλαστούς κατάλληλων φυτών. Τις δροσερότερες εποχές του έτους η αναλογία σανού και φρέσκων χόρτων μπορεί να είναι 50-50%. Η έτοιμη τροφή αποτελεί πολύ μικρό μέρος της διατροφής, πλέον τη μισή μου παλάμη.

Και τη περιέχει αυτή η κουνελίνη και είναι τόσο κακή; Μπορεί να ρωτήσετε με δυσπιστεία. Τα πάντα, εκτός απ’αυτό που χρειάζονται τα κουνέλια, απαντάω εγώ. Η βάση της είναι κυλινδρικά πέλετ μηδικής (άλλο μηδική ή alfalfa κι άλλο τριφύλλι, αν και μπερδεύονται αυτά τα δύο), την ποιότητα των οποίων δε γνωρίζω, και δε θεωρώ απίθανο να περιέχουν και σιτηρά ως πληρωτές. Αυτή η τροφή εμπλουτίζεται στη συνέχεια με διάφορα επιπρόσθετα, όπως αποξηραμένα φρούτα ή καρότα, νιφάδες από άλευρα, και σπόρους και σιτηρά όπως σιτάρι, καλαμπόκι, μπιζέλια, ηλιόσπορους κλπ. Συνήθως έχει και λίγα σκληρά άχυρα για ίνες, αλλά αυτά δεν το σώζουν ούτε στο ελάχιστο. Οι κουνελόφιλοι το λένε και μούσλι κοροϊδευτικά. Αυτό το μείγμα ίσως να είναι κατάλληλο για γουρούνια, αλά σίγουρα όχι για κουνέλια. Τα κουνέλια χρειάζονται κυρίως χόρτο χαμηλό σε υδατάνθρακες και μέτριο προς χαμηλό σε πρωτεΐνες για να είναι υγιή. Μπορεί τα νεαρά κουνέλια, που βρίσκονται ακόμα σε ανάπτυξη, να ανέχονται τέτοια τροφή περισσότερο, όμως πάλι παραμένει βλαβερή και μπορεί να τους προκαλέσει προβλήματα, όπως δυσβίωση της χλωρίδας του εντέρου με μαλακά κόπρανα. Για τα νεαρά πάρτε καλύτερα καθαρά πέλετ μηδικής από κάποια γνωστή μάρκα. Μπορείτε επίσης να τα δίνετε άχυρο Τιμοθέου ή ξερό τριφύλλι ή μηδική, και λαχανικά και χόρτα. Η μηδική δεν προτείνεται ως βασική τροφή για ενήλικα κουνέλια σε συντήρηςη (πάλι προτιμότερη είναι από τα εμπλουτισμένα μείγματα), επειδή περιέχει αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο (τα κουνέλια είναι μοναδικά σε σχέση μ’άλλα ζωά επειδή εξάγουν πολύ εύκολα το ασβέστιο από την τροφή τους και δε χρειάζονται ως εκ τούτου πολύ), οπότε το καταλληλότερο γι’αυτά είναι το άχυρο από χόρτο Τιμοθέου, βρώμη ή κάποιο άλλο αγρωστώδες. Το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής θα πρέπει ν’αποτελεί το σανό, τα λαχανικά και τα φρέσκα χόρτα, ενώ η ξηρά τροφή ένα μικρό μέρος. Μπορείτε να διαλέξετε τροφή οποιασδήποτε μάρκας, αρκεί να περιέχει ίνες κατά 18-22%, πρωτεΐνη κατά 14% περίπου, λιπαρά κατά 1-3%, ασβέστιο κατά 1% και να μην περιέχει καθόλου σιτηρά. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι τροφές αυτές δε βρίσκονται τόσο εύκολα στο εμπόριο όπως οι έτοιμες κουνελίνες των πετ σοπ. Ούτε τα καταστήματα ζωοτροφών θα έχουν πάντοτε αυτό που χρειάζεστε, επειδή οι περισσότερες τέτοιες τροφφές αποσκοπούν στην πάχυνση. Αν ωστόσο αγαπάτε τα κουνέλια σας, θα θέλετε το καλύτερο γι’αυτά, οπότε λίγος παραπάνω κόπος και χρήμα δε θα σας ενοχλήσει. Άλλωστε εφόσον έχετε βρει τελικά το κατάστημα ή τον προμηθευτή της σωστής τροφής, δε θα χρειαστεί να ξαναψάχνετε. Δώστε στα κουνέλια σας αυτό που χρειάζονται για να ζήσουν μια μακρά, ευτυχισμένη ζωή, και αφήστε μια για πάντα πίσω σας τον αργό δολοφόνο που λέγεται κουνελίνη, χωρίς να γυρίσετε για να του ρίξετε ούτε μία αποχαιρετιστήρια ματιά, ακόμα κι αν τον γνωρίζατε χρόνια.

Ενημέρωση 19/10/2015: Τελικά ήταν θέμα χρόνου να την συνηθίσει. Πλέον τρέχει στο μπολ και την τρώει αμέσως. Δεν την τρώει τόσο λαίμαργα όπως την προηγούμενη παχυντική και ακατάλληλη τροφή, αλλά την τρώει πάλι πριν τα χόρτα, ή μαζί μ’αυτά. Επίσης από τότε που άλλαξα τροφή, τα περιττώματά της επανήλθαν στο σωστό τους μέγεθος, κι αυτό δεν άλλαξε ως τώρα. Οπότε είμαι σίγουρος ότι η προηγούμενη τροφή έφταιγε.

Από:
medicalland.gr

Σώμα-λάστιχο: Γυναίκα κάνει λίμπο κάτω από αυτοκίνητο
2015/06/21 3:38 μμ

Η 22χρονη Shemika Charles μπορεί και δικαιούται να λέει ότι έχει σώμα-λάστιχο. Η νεαρή το 2010 κατέκτησε το παγκόσμιο Ρεκόρ Γκίνες κάνοντας λίμπο σε απόσταση τόση όση είναι το ύψος ενός μπουκαλιού μπίρας και τώρα έσπασε το δικό της ρεκόρ, κάνοντας λίμπο κάτω από ένα αυτοκίνητο. «Το κενό είναι περίπου 23 εκατοστά, αλλά ορισμένα σημεία του αυτοκινήτου είναι πιο χαμηλά από άλλα και χρειάζονται πολλή αυτοσυγκέντρωση και έλεγχος της αναπνοής», εξήγησε η ίδια, τονίζοντας πως θέλει να το ξανακάνει.

Η κοπέλα προπονείται από τα 14 της, ακολουθώντας τα βήματα της μητέρας της, η οποία ήταν χορεύτρια λίμπο για 16 χρόνια. «Διαπίστωσα πως είχα ταλέντο», λέει. Συνέχισε να εξελίσσεται μεγαλώνοντας με προπόνηση περίπου 6 ωρών την ημέρα τα τελευταία 4 χρόνια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που τη βλέπουν εντυπωσιάζονται, αλλά περισσότερο απ” όλους έχει μείνει άφωνος ο χειροπρακτικός της, τον οποίο επισκέπτεται μία φορά την εβδομάδα για να της ευθυγραμμίσει το σώμα.

«Είναι καταπληκτική, σαν τέρας της φύσης!», δηλώνει ο δρ John Przybylak, ο οποίος ταυτόχρονα προειδοποιεί πως είναι αναγκαίο να ακολουθεί το αυστηρό προπονητικό της πρόγραμμα, αλλιώς κινδυνεύει με σοβαρό τραυματισμό.

    Το πρωί της Δευτέρας, 20 Απριλίου, μία μέρα αφότου ξαναπήρα τη Λίμπο στο σπίτι μου απ’τον πατέρα μου, όπου την είχα αφήσει προσωρινά για τις διακοπές του Πάσχα, ξύπνησα με περίεργους ήχους. Άκουγα την κουνέλα μου να κινείται από δω κι από κει ανήσυχη, και συνεχώς να σκάβει. «Χρατς χρατς χρατς χρατς». Μου φάνηκε πολύ παράξενο, μιας και η κουνέλα μου είναι αρκετά τεμπέλα, και τώρα που μεγάλωσε λίγο ακόμα περισσότερο. «Έχει να το κάνει αυτό σχεδόν δύο χρόνια,» σκέφτηκα, «είναι πολύ παράξενο. Μήπως κάνει φωλιά;» Και με την ανησυχία αυτήν σηκώθηκα. Πράγματι η Λίμπο ήταν ανήσυχη, και μόλις τις έδωσα λίγο σανό για να φάει, άρχισε να το μαζεύει στο στόμα της για να κάνει φωλιά. Η κουνέλα μου είχε ανεμογκάστρι! Τελικά την ξέρω πολύ καλά τη Λιμπίτσα μου. Την άφησα λοιπόν λίγο μόνη της για να δω μήπως ηρεμήσει, αλλά αυτή συνέχιζε να ετοιμάζει τη φωλιά. Είχε σκάψει όλο το πριονίδι της αριστερής μπροστινής γωνίας του κλουβιού, κοντά στη γωνία αναγκών της, και τώρα τοποθετούσε τα άχυρα εκεί. Για να την ολοκληρώση, της έδωσα πολλά περισσότερα άχυρα και λωρίδες χαρτιού, κι άρχισε αμέσως τη δουλειά. Τα μετέφερε από τη μέση του κλουβιού όπου τα έβαλα στο σημείο της φωλιάς, τακτοποιώντας τα επιμελώς. Πρόσφατα μία κοπέλα σ’ένα σχόλιό της εδώ με ρώτησε αγχωμένη κάτι σχετικό, για το αν είναι σωστό να αφήσει την ψευδοευγκυμονούσα τριετή κουνέλα της να κάνει τη φωλιά, επειδή της έπαιρνε τα χόρτα κι εκείνη δεν την άφηνε. Φυσικά και είναι σωστό να την αφήσει, διότι οι κουνέλες στη φάση αυτή είναι πολύ αγχωμένες και σε πλήρη υπερένταση, και καλύτερο είναι νά’χουν με κάτι ν’ασχολούνται, παρά να περνούν βασανιστικές ώρες στρες. Σε 6 περίπου ώρες λοιπόν τελείωσε τη φωλιά. Κατά το μεσημέρι άρχισε να την στρώνει και με τρίχωμα, και ήταν η δεύτερη φορά που το παρατήρησα αυτό. Άρχισε να ξύνει τη μυτούλα της στο σώμα της σαν να γλείφεται, αλλά ήταν πολύ πιο επίμονη. Επέμενε κυρίως στους ώμους και στο μπροστινό μέρος της κοιλιάς, και ακουγόταν σαν να βάζει στο στόμα της κάτι. Τελικά κατάλαβα ότι δε γλειφόταν απλώς, αλλά έβγαζε τρίχες από το σώμα της για να στρώσει τη φωλιά. Τις μάζευε στο στόμα της σαν βαμβάκι και πήγαινε και τις πίεζε στο κέντρο της φωλιάς, εκεί που θα γεννιούνταν υποθετικά τα μικρά. Και την αφαίρεση τριχών, αλλά και τη μεταφορά και τακτοποίηση υλικών για τη φωλιά τα βιντεοσκόπησα, και θα τα ανεβάσω αφού έχουν δημοσιευθεί στο Youtube.
    Το απόγευμα η κατασκευαστικές εργασίες τελείωσαν. Τώρα η κουρασμένη Λίμπο ξάπλωνε αρκετή ώρα, και στη συνέχεια έφαγε και ήπιε πολύ νερό. Όπως κι άλλες φορές, η κατασκευή της φωλιάς την κούρασε αρκετά. Το μπροστινό μέρος της κοιλιάς είχε αραιότερο τρίχωμα, ενώ οι θηλές της ήταν επιμηκυμένες και φουσκωμένες, έχοντας προφανώς λίγο γάλα. Δε δοκίμασα να βγάλω το γάλα απ’την κουνέλα. Ευτυχώς οι κουνέλες είναι προσαρμοσμένες για τις συχνές απώλειες μικρών τις πρώτες μέρες μετά τη γέννα, και δεν κατεβάζουν πάρα πολύ γάλα αρχικά, οπότε και ο κίνδυνος μαστίτιδας είναι μικρότερος απ’ό,τι μ’άλλα ζώα. Η φωλιά ήταν από της τελειότερες που έχει φτιάξει. Καταλάμβανε όλο το αριστερό μέρος του κλουβιού, εκτός από την πίσω πλευρά, με τοιχώματα ψηλά όσο και το πηχάκι του κλουβιού, γύρω στα 10 εκατοστά, με καλά συμπιεσμένο και στερεωμένο υλικό, και κοίλωμα αρκετά βαθύ στη μέση για τα μικρά, το οποίο ήταν σαν μικρή τρύπα όπου θα χωρούσε το κεφαλι της κουνέλας, με λίγες τρίχες μέσα. Μόλις έβαζα το χέρι μου στο κέντρο αμέσως ζεσταινόταν, χάρη στη θερμομονωτική ικανότητα της κουνελογούνας. Τη φωλιά την άφησα στο κλουβί για δύο ημέρες, οπότε η κουνέλα ούτε λίγο την πείραξε, σαν να είχε μικρά μέσα. Τι να νόμιζε άραγε, πως γέννησε και της τα φάγανε αμέσως; Ή ότι της τα φάγανε από την κοιλίτσα πριν γεννηθούν, όπως λέω εγώ;

    η κουνέλα μαζεύει υλικά για τη φωλιά 20/4/2015 η ολοκληρωμένη φωλιά

    Το ανεμογκάστρι ή ψευδοκύηση είναι πολύ συχνό φαινόμενο στα κουνέλια. Έχει σημειωθεί σε όλα τα ζώα που έχουν στενή σχέση με τον άνθρωπο κι άρα παρατηρούνται ευκολότερα, καθώς και στον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος ίσως είναι το μονο είδος που εμφανίζει το σύνδρομο και στους άνδρες, εξαιτίας του αυθυποβολικού φαινομένου. Σε παλαιότερες εποχές ή σε κοινωνίες χωρίς την απαραίτητη τεχνολογία για την διάγνωση της εγκυμοσύνης, πολλές γυναίκες πίστευαν ότι εγκυμονούν, εμφανίζοντας όλα τα συμπτώματα, ακόμα και γεννώντας εικονικά ενίοτε. Στα περισσότερα ζώα το σύνδρομο προκαλείται από το ζευγάρωμα μ’ένα στείρο αρσενικό κατά την περίοδο του οίστρου. Τα κουνέλια ωστόσο λειτουργούν διαφορετικά από τα περισσότερα θηλαστικά· είναι προσαρμοσμένα για ταχύτατη αναπαραγωγή, ώστε να εξισορροπούν τις απώλειες απ’τους εχθρούς, έτσι δεν έχουν πλέον κύκλο οίστρου, απλώς στις 14 μέρες τις 12 είναι πιο δεκτικά, ενώ μπορούν να γονιμοποιηθούν οποτεδήποτε, αν και το χειμώνα η αναπαραγωγή είναι μειωμένη. Εκτός αυτού, όπως κι άλλα θηλαστικά, είναι επαγόμενοι ωορήκτες, δηλαδή έχουν ωορηξία μετά τη συνουσία, μεγιστοποιώντας τις πιθανότητες γονιμοποίησης οποτεδήποτε. Το ωχρό σωμάτιο παράγει προγεστερόνη για τη διατήρηση της κύησης για 12 ημέρες, μέχρι τον πλήρη σχιματισμό του πλακούντα. Έτσι, οποιοδήποτε ερέθισμα μπορεί να οδηγήσει σε ωορηξία, προκαλεί ψευδοκύηση. Κουνέλες που βρίσκονται κοντά σε αρσενικά ή και σε θηλυκά σπανιότερα, ή κουνέλες που συστεγάζονται με ευνουχισμένα αρσενικά ή με θηλυκά και ερεθίζονται απ’αυτά, αλά και μόνες κουνέλες, μπορούν να εμφανίσουν ψευδοκύηση. Πολύ σπάνια, συμπτώματα ψευδοκύησης όπως κατασκευή φωλιάς, αλλ’όχι στρώσιμο με γούνα, εμφανίζονται και σε νεαρά ευνουχισμένα αρσενικά, αν και η αιτιολογία τους δεν έχει μελετηθεί. Τα ωχρά σωμάτια των ωαρίων λοιπόν παράγουν προγεστερόνη, η οποία προετοιμάζει τους ιστούς της μήτρας και των μαστικών αδένων. Κατά τη δωδέκατη ημέρα, τα ωχρά σωμάτια ατροφούν, και οι ιστοί της μήτρας και των μαστικών αδένων αρχίζουν να επανέρχονται στη μη αναπαραγωγική κατάσταση. Μεταξύ της 15ης και της 18ης ημέρας, τα οιστρογόνα αυξάνονται σηματοδοτώντας στον εγκέφαλο το τέλος της κύησης, οπότε η κουνέλα ξεκινά τη μητρική συμπεριφορά. Επειδή τα επίπεδα των ορμονών είναι χαμηλότερα απ’αυτά μιας επιτυχούς γονιμοποίησης, τα συμπτώματα συχνά είναι ελαφρότερα. Η ψευδοκύηση μπορεί να γίνει χρόνια κατάστασει σε ορισμένες κουνέλες, προδιαθέτοντάς τες σε επιπλοκές όπως μαστίτιδα ή μόλυνση των γυμνών περιοχών του δέρματος μετά από την αφαίρεση του τριχώματος. Η αποτελεσματικότερη θεραπεία είναι η στείρωση. Πηγή. Η στείρωση επίσης θα προλάβει αναπαραγωγικούς καρκίνους της μεγαλύτερης ηλικίας, όπως του αδενοκαρκινόματος της μήτρας ή των μαστών. Τα κουνέλια ως ταχέως αναπαραγόμενα ζώα με μικρό προσδόκιμο ζωής στη φύση, δεν τέθηκαν υπό φυσική επιλογή να διατηρούν την υγεία τους στα γηρατιά. Εγώ δε στείρωσα τη δική μου κουνέλα, διότι φοβόμουν για την επέμβαση.
    Δεν ξέρω τι ακριβώς προκάλεσε την ψευδοκύηση της κουνέλας μου, αλλά μάλλον η παρουσία της κουνέλας του πατέρα μου δίπλα της στο διάστημα που ήταν εκεί, το οποίο ήταν πάνω από 12 ημέρες, σε συνδυασμό με τους αρκετούς μήνες χωρίς αναπαραγωγή και την αυξημένη της σεξουαλική διάθεση την άνοιξη, οδήγησαν στην ωορηξία. Μπορεί να ήταν και από τίποτα άλλο. Πάντως είναι η πρώτη φορά που πέρασε κάτι τέτοιο η κουνέλα μου. Η κουνέλα του πατέρα μου αντίθετα, που δεν έχει αναπαραχθεί ποτέ, πέρασε από τρεις ψευδοκυήσεις, δύο πέρσι και μία πρόπερσι.

    Ενημέρωση 9/10/2015: Ανέβηκε το πολυαναμενόμενο βίντεο. Στο βίντεο, η Λίμπο μαζεύει τα υλικά και τα τακτοποιεί με προσοχή στη φωλιά. Δουλεύοντας μόνο με τη μουσούδα της, η δουλειά είναι πολύ δύσκολη. Στο τέλος της εγγραφής πηγαίνει στη γωνία, όπου αρχίζει να γλείφεται και να αφαιρεί γούνα για το στρώσιμο της φωλιάς.

    Ενημέρωση 22/7/2016: Φέτος είχαμε άλλα δύο ανεμογκάστρια. Το πρώτο έγινε στις 28 Μαρτίου. Όπως και πέρυσι, το κατάλαβα από το ανήσυχο σκάψιμο που έκανε η κουνέλα, πριν καλά-καλά φτάσω κοντά της. Της έδωσα αρχικά άχυρα, τα οποία άρχισε να μαζεύει, αλλά το μεσημέρι άλλαξε γνώμη και τα έφαγε. Μπορείτε να δείτε και το βίντεο απόπειρας κατασκευής της φωλιάς.

    Το επόμενο έγινε στις 5 Μαΐου. Πάλι η κουνέλα από το πρωί άρχισε να σκάβει και να ψάχνει υλικό. Αρχικά της έδωσα άχυρα, και μετά άφησα στο κλουβί και αρκετές λωρίδες χαρτιού, τα οποία μέχρι το απόγευμα τα είχε κάνει μια πλήρη φωλιά. Στο τέλος έβγαλε και λίγες τρίχες από την κοιλιά της, και μόνο μετά από αυτό άρχισε και πάλι να τρώει πολύ. Δυστυχώς το Youtube μου δε λειτουργούσε προσωρινά, γι’αυτό δεν έχω βίντεο. Την επομένη ωστόσο η κουνέλα χάλασε τη φωλιά, αφού σκέπασε τη μισή, και την έβγαλα από το κλουβί την επόμενη μέρα.

Η Λίμπο Τρίτη 25/11/2014, σε μια μικρή στάση στο γυμναστήριο πριν πάει στη γιατρό, κοιτάζει απορημένα τον κόσμο με σηκωμένο το κεφαλάκι.

Αργά το βράδυ της Κυριακής, στις 23 Νοεμβρίου, όλα ήταν όπως κάθε συνηθισμένη μέρα. Η κουνέλα μου η Λίμπο έκανε χαρούμενη τη βολτίτσα της στο δωμάτιό μου πηδώντας ανέμελη πια από το πάτωμα στο κρεβάτι μου και πάλι κάτω, επειδή τώρα είχα μαλακό χαλί, ενώ πριν υπήρχαν μόνο σκληρά γυαλιστερά πλακάκια που την έκαναν να διστάζει να πηδήξει με το φόβο ότι θα χτυπήσει. Και το πρωί της δευτέρας στις 24 όλα καλά. Έφαγε το πρωινό της κανονικά. Το μεσημέρι της έδωσα λίγο φαγητό, αλλά δεν έδειχνε να πεινάει πολύ, γιατί έτρωγε λίγο και ανόρεκτα. Μετά γύρισε την πλάτη σ’εμένα και μαζεύτηκε στη γωνία που ξεκουράζεται, αλλά δεν έδωσα και πολύ σημασία, γιατί νόμισα πως απλώς ήταν χορτάτη απ’το πρωί και ήθελε να κοιμηθεί. Το απόγευμα, πριν φύγω για το γυμναστήριο, την βρήκα πολύ χαρούμενη. Χτυπούσε τα καγκελάκια του κλουβιού της για να βγει βόλτα, αλλά δεν είχα χρόνο να την βγάλω, και για ν’ασχολείται της έδωσα μια δροσερή και ζουμερή πιπεριά, την οποία άρχισε να τρώει αμέσως. Αλλά όταν γύρισα κάτι δεν πήγαινε καλά. Όπως και το μεσημε΄ρι, μου είχε γυρισμένη την πλάτη, δηλαδή κοίταζε απέναντι από την είσοδο του κλουβιού, και πάλι καθόταν στην ίδια γωνία, με το κεφάλι κατεβασμένο, χωρίς να δείχνει κάποιο ενδιαφέρον στα πολλά φρέσκα χόρτα που της είχα φέρει. Αν και ήμουν πολύ αγχωμένος τότε για να ψάξω καλά το χώρο της, την επόμενη μέρα βρήκα την πιπεριά ελάχιστα φαγωμένη. Η Λίμπο απλώς σηκώθηκε λίγο για να’ρθει κοντά μου, μύρισε τα τρόφιμα και ξαναγύρισε στη θέση της. Κάθε λίγα δεκάλεπτα πήγαινα κοντά της, και την έβλεπα να χειροτερεύει. Πάντα στην ίδια θέση, μπορέι να έκανε κανένα βήμα ενοχλημένη αν πήγαινα να την σηκώσω και να ξαναγύριζε αμέσως πίσω. Αρχικά γύριζε το κεφαλάκι της να με κοιτάξει μόλις πλησίαζα, αλλά μετά δεν είχε τη δύναμη ούτε και γι’αυτό. Ήταν μαζεμένη σαν μια σφιχτή μπαλίτσα με κρύα αυτάκια, κατεβασμένο κεφαλάκι και καμία απολύτως διάθεση, ούτε καν για να φτιάξει το τρίχωμά της όταν της το πείραζα. Στο τέλος την σήκωσα. Δεν προέβαλε σχεδόν καμία αντίσταση, που κανονικά δεν της αρέσει καθόλου να την σηκώνω. Αν και έχει συνηθίσει αρκετά το σήκωμα, ως κουνέλι που είναι, φοβάται να βρίσκεται μακρία απ’το έδαφος, και γι’αυτό την σηκώνω μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Καθόταν λοιπόν σε ημικοματώδη κατάσταση στα χέρια μου, σαν ένα βαριά άρρωστο μικρό παιδάκι. Το στομάχι της ήταν υπερβολικά πρησμένο, σαν σωσήβιο γύρω απ’το σώμα της. Δεν ήξερα αν είχε πυρετό. Την άφησα αμέσως πίσω να ηρεμήσει, και προγραμμάτισα την επόμενη μέρα να την πάω οπωσδήποτε στην κτηνίατρο.
Εκείνο το βράδυ έψαχνα στο Διαδίκτυο για το πιθανό αίτιο των συμπτωμάτων της. Τα περισσότερα αποτελέσματα των αναζητήσεων μου έβγαζαν για τη μειωμένη κινητικότητα του πεπτικού ή τη γαστρεντερική στάση, πολύ κοινές και θανατηφόρες αν δεν αντιμετοπιστούν καταστάσεις στα κουνέλια, αλλά πολύ απίθανο να πλήξουν τη δική μου κουνέλα, αφού τρώει πολλές φυτικές ίνες, ενώ τέτοια προβλήματα εμφανίζονται συνήθως σε κουνέλια με κακή διατροφή. Το πεπτικό σύστημα των κουνελιών, όπως κάθε φυτοφάγου θηλαστικού, πρέπει να μην αδειάζει ποτέ και να υπάρχουν φυτικές ίνες ώστε να κινείται ομαλά. Αν αδειάσει, ή αν η τροφή δεν περιέχει ικανοποιητικό ποσοστό ινών, η κινητικότητά του αρχίζει να μειω΄νεται και στο τέλος σταματά εντελώς. Αν δεν αντιμετοπιστεί είτε με ενυδάτωση είτε με σίτιση και ενυδάτωση ή με φάρμακα ή και με χειρουργική επέμβαση ανάλογα με την περίπτωση, το κουνέλι θα πεθάνει σε μερικές μέρες, συνήθως όχι από ασιτία ή αφυδάτωση, αλλά από τοξίνες που παράγονται από βακτήρια στο τυφλό έντερο, που κανονικά αποτελούν μέρος της χλωρίδας του εντέρου, αλλά τώρα με τη μεγάλη διαταραχή στο πεπτικό σύστημα οι πληθυσμοί άλλων ειδών υπερπολλαπλασιάζονται κι άλλων μειώνονται. Ελαφριές ωστόσο περιπτώσεις μειωμένης γαστρεντερικής κινητικοτητας μπορούν ν’αντιμετωπιστούν και χωρίς κτηνιατρική βοήθεια, απλώς με περισσότερες ίνες και υγρά. Συνήθη προειδοποιητικά συμπτώματα πριν την πλήρη στάση του πεπτικού είναι η μειωμένη όρεξη και τα λίγα, κακοσχηματισμένα και συνήθως πολύ μικρά περιττώματα. Γαστρεντερική στάση μπορεί επίσης να προκληθεί από ενσφήνωση ξένου σώματος στο έντερο, όπως ίνες χαλιού, πλαστικό, κλπ, αν και τα κουνέλια σπάνια καταπίνουν ξένα σώματα. Συχνά η γαστρεντερική στάση διαγιγνώσκεται λανθασμένα ως τριχόμαζα, αλλά τα κουνέλια στην πραγματικότητα δεν παθαίνουν τέτοιο πρόβλημα όπως π.χ. οι γάτες. Τα κουνέλια κανονικά καταπίνουν τρίχες κατά τον καθαρισμό του σώματός τους, αλά τις αποβάλλουν με τα περιττώματά τους. Όταν όμως το πεπτικό σύστημα για οποιονδήποτε λόγο επιβραδύνει την κινητικότητά του, τα μαλακότερα συστατικά της τροφής θα φύγουν πρώτα, αφήνοντας στο στομάχι μια μάζα από σκληρότερα στοιχεία τροφής και τις τρίχες, η οποία, όσο το κουνέλι παραμένει έτσι και δεν ενυδατώνεται, θα αφυδατώνεται με αποτέλεσμα να δυσκολέψει η έξοδός της απ’το στομάχι, δίνοντας την ψευδή εντύπωση τριχόμαζας. Στην περιπτωση αυτή η πρώτη φάση της θεραπείας συνίσταται στην ενυδάτωση του ζώου, ώστε να μαλακώσει η μάζα.
Εγώ φοβόμουν περισσότερο για τις πολλέ ςτρίχες, επειδή εκείνο το διάστημα η κουνέλα μου έριχνε αρκετές τρίχες και πολλέ ςήταν μπλεγμένες με τα περιττώματά της, αν κι αυτό είχε ξαναγίνει στο παρελθόν, αλλά και για την πιθανή κατάποση ενός ξένου σώματος, όπως καποιας ίνας από το χαλί, αν και το συγκεκριμένο χαλί τό’βαζα κάθε χειμώνα που είχα τη Λίμπο χωρίς πρόβλημα. Η γιατρός όμως θα μου έδινε την απάντηση.
Την επόμενη μέρα το πρωί η Λίμπο ήταν λίγο καλύτερα, αφού έφαγε λίγο και μού’γλειψε το χέρι, όπως κάνει συνήθως. Εκείνη τη μέρα επίσης καθάρισα το κλουβί, ώστε να παρακολουθώ την κατάσταση των νέων περιττωμάτων. Το απόγευμα λοιπόν την πήγα στην Αναστασία Κομνηνού, μια εξαιρετική κτηνίατρο με εξειδίκευση στα κουνέλια καθώς και σ’άλα μικρά ή εξωτικά ζώα, όπου την είχα επίσης πάει πριν τρία χρόνια για ένα πρόβλημα στο δόντι της. Ήταν πολύ φοβισμένη στο δρόμο, τόσο που κατούρησε στο κουτί μεταφοράς της, κάτι που πρώτη φορά συνέβη παρόλο που άλλες φορές βρισκόταν στο κουτί αυτό΄για ώρες, αλλά κι όταν την βγάλαμε, δεν ηρέμησε. Το βάρος της ήταν 1.250 γραμμάρια, μικρή διαφορά από τα 1.025 που ήταν την προηγούμενη φορά. Για να διαπιστώσουμε τι έχει, έπρεπε να την κάνουμε ακτινογραφία. Με λίγη προσπάθεια, ακινητοποίησα την κουνέλα μου κρατώντας και τα μπροστά και τα πίσω πόδια, ενώ μ’ένα ξυλαράκι στο λαιμό πίσω απ’το κεφάλι, τοποθέτησα στο ίδιο επίπεδο το κεφάλι της με το σώμα για ν’ακτινογραφηθεί και η οδοντοστοιχία της. Φόβησα πολύ την κουνέλα μου, κι ένιωσα πάρα πολύ άσχημα γι’αυτό, αλλά ήταν για το καλό της. Κι εγώ όταν ήμουν παιδάκι άλλωστε και με πήγαιναν στους γιατρούς φοβόμουν, αλλά ήταν για το καλό μου.
Φάνηκε λοιπόν ότι το στομάχι της ήταν πακτωμένο με υλικό, το οποίο δε μπορούσε να διαφύγει. Δε γνωρίζαμε την αιτία, αλ΄λα η κτηνίατρος μου έδωσε Metocloral, που είναι η κτηνιατρική έκδοση για μικρά ζώα του γνωστού αντιεμετικού Primperan, το οποίο πωλείται στα φαρμακεια σε μορφή χαπιού, με δραστική ουσία τη μετοκλοπραμίδη, η οποία αυξάνει την κινητικότητα του στομάχου, για να χορηγώ διά στόματος μισό ml ανά 8 ώρες. Μέχρι και την Κυριακή της έδινα το φάρμακο, που τελικά δεν ήταν κάτι το δύσκολο όπως φοβόμουν. Απλώς σήκωνα την κουνέλα μου, η οποία γρήγορα συνήθισε τη διαδικασία, και της έβαζα τη σύριγκα στο πλάι του στόματός της, αφού μπροστά έχουν τους μεγάλους κοπτήρες που το κλείνουν, για να πιει. Το σιρωπάκι μύριζε πολύ ωραία και μάλλον ήταν πολύ γλυκό, γιατι το έπινε αμέσως, πραγματικά σαν μικρό παιδάκι.
Μόλις λοιπόν γύρισε πίσω στη φωλίτσα της, κάθισε λίγο να ηρεμήσει, και μετά έκανε τα πρώτα λίγα περιττώματα (μπιλίτσες) μετά τον καθαρισμό του χώρου της, που ήταν μικρά και κακοσχηματισμένά. Ένα ωστόσο ήταν αρκετά μεγάλο με πολύ υλικό μέσα, που ίσως ήταν τρίχες ή καποιο χαρτί που μπορεί να κατάπιε, το οποίο ίσως ήταν το αίτιο του προβλήματος, αλλά μάλλον δεν ήταν, γιατί το στομάχι της δεν είχε στρώσει αμέσως μετά απ’αυτό. Την επόμενη μέρα φαινόταν καλύτερα, και ήπιε πολύ νε΄ρο το πρωί, αλλά το βράδυ υποτροπίασε. Πάλι ήταν μαζεμένη στη γωνία της και δεν έτρωγε. Της άνοιξα το πορτάκι για να βγει βόλτα, αλλά έτρεξε αμέσως σε μια γωνία κάτω απ’το κρεβάτι μου, όπου καθόταν για ώρες μαζεμένη πίσω. Γουργούριζε τόσο πολύ η κοιλιά της, ώστε μπορούσα να την εντοπίσω απ’τον ήχο και μόνο. Πονούσε τόςο πολύ, που έτριζε τα δόντια της. Τα κουνέλια μπορεί να τρίζουν τα δόντια τους απαλά όταν χαίρονται, π.χ. όταν τα χαϊδεύουμε, αλά όταν τα τρίζουν πολύ έντονα και συνήθως δείχνουν σημαδία αρρώστιας είναι εένδειξη σοβαρού πόνου. Ως θηράματα στη φύση, προσπαθούν να κρύβουν όσο γίνεται τα συμπτώματά τους για να μην εντοπιστούν από τους εχθρούς, κι έτσι υποφέρουν στη σιωπή. Σίγουρα αν αυτό το κουνελι ήταν στη φύση τώρα θα καθόταν μαζεμένο μέσα στην τρύπα του. Δε μπορούσα να την βλέπω έτσι. Την πήρα αγκαλιά για να την κάνω λίγο μασάζ στην κοιλιά, για το οποίο διάβασα πως ωφελεί σε περιπτώσεις μειωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας, αλλά πόνεσε, τρόμαξε κι έφυγε απ’τα χέρια μου. Την βρήκα κάτω από το τραπεζάκι στο σαλόνι, απ’όπου την σήκωσα εύκολα, και την επέστρεψα στο δωμάτιό μου. Για λίγο ήταν θυμωμένη, αλλά μετά ηρέμησε και ξαναμπήκε στη φωλιά της. Ευτυχώς λίγο αργότερα άρχισε να γίνεται καλύτερα και να τρώει λίγο. Τις δύο επόμενες μέρες γινόταν όλο και πιο καλά, με μεγαλύτερες μπιλίτσες, καιτο Σαββατοκύριακο θεραπεύτηκε εντελώς, αν και συνέχιζα να της χορηγώ το φάρμακο για προληπτικούς λόγους. Επιτέλους είχε ξαναγίνει ο πρότερος χαρούμενος εαυτός της, και, όπως πριν, δεν έφευγε στιγμή από κοντά μου! Τη Δευτέρα ειδοποίησα την κτηνίατρο για την πλήρη αποθεραπεία της και μου είπε να διακόψω το φάρμακο. Από τότε και στο εξής η κουνέλα μου παραμένει απολύτως υγιής. Είναι πολύ τυχερή, γιατί μ’αυτόν τον «κούνελο» που συνάντησε στη ζωή της, θα ζήσει για πάντα, αφού όποτε υπάρχει πρόβλημα αμέσως θα πηγαίνει για ιατρική εξέταση.
Ακόμα δε μπορώ να καταλάβω τι προκάλεσε το πρόβλημα στην κουνέλα μου. Τίποτα σημαντικό στην φροντίδα της δεν άλλαξε εκίνες τις μέρες, εκτός από μία μικρή αύξηση στην έτοιμη τροφή που έτρωγε, που ίσως ευθύνεται εν μέρει για το πρόβλημα, αφού στην ακτινογραφία πολλά καλαμπόκια και λοιπά σπόρια, που περιέχονται στις τροφές των πετ σοπ και τα κουνέλια δεν τα μασάνε πάντα καλά επειδή είναι πολύ σκληρά, είχαν συγκεντρωθεί στην έξοδο του στομάχου. Για νά’χω το κεφάλι μου ήσυχο λοιπόν, αντικατέστησα αυτήν την εμπλουτισμένη και αφύσικη για τα κουνέλια τροφή με την απλή κουνελίνη σε κυλινδράκια, που αποτελείται από πεπιεσμένο χόρτο και είναι η σωστή έτοιμη τροφή για τα κουνέλια. Έτοιμη τροφή γενικώς δε δίνω πολύ, γιατί ιδίως αυτή η εμπλουτισμένη με τα πολλά αμυλούχα σπόρια που περιέχει είναι πολύ παχυντική, και στο παρελθόν είχε στρουμπουλέψει η Λίμπο μ’αυτήν. Το πρόβλημα είναι η εύρεση της απλής κουνελίνης, η οποία δεν πωλείται δυστυχώς στα πετ σοπ. Θα πρέπει οπότε να παραγγείλω μεγάλο τσουβάλι από κατάστημα ζωοτροφών μάλλον.
Όπιος και να είναι ο λόγος, η κουνέλα πλέον το πέρασε κι ελπίζω να μην το ξαναπάθει ποτέ στο μέλλον. Ίσως ανέκαμπτε από μόνη της με περισσότερα χόρτα στη διατροφή της και μασάζ στην κοιλιά, αφού ήδη απ’το πρωί της δεύτερης μέρας του προβλήματος άρχισε να τρώει από μονη της, αλλά δε ρίσκάρω τίποτα. Καλύτερα να πάει στον κτηνίατρο και ν’αποδειχθεί υγείής, παρά να μείνει ένα τυχόν σοβαρό πρόβλημα αδιάγνωστο και να οδηγηθεί το ζωάκι στο θάνατο. Πιστεύω πως όποιος αγαπά το κατοικίδιό του με την ίδια λογική θα σκέφτεται, εκτός κι αν είναι απολύτως σίγουρος για τη μη σοβαρότητα κάποιου προβλήματος. Ιδίως οι γαστρεντερικές διαταραχές θα πρέπει ν’αντιμετωπίζονται ως επείγοντα περιστατικά στα κουνέλια, γιατί το πεπτικό τους σύστημα είναι πολύ ευαίσθητο και η παραμικ΄ρη παρενόχληση της λειτουργίας του θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην κινητικότητα και στη χλωρίδα του.

Εμπιστοσύνη είναι όταν ένα μικρό, ζεστό, ευάλωτο γούνινο μπαλάκι, μπορεί και εκατό φορές μικρότερό σου, έρχεται δίπλα σου χωρίς να φοβάται καθόλου. Σκουντάει το χέρι σου όταν ξαπλώνεις για να το σηκώσεις ώστε να περάσει από κάτω, χωρίς να φοβάται μην πέσεις και το πλακώσεις. Πλησιάζει στη μύτη σου, χωρίς να φοβάται ότι θα το φας. Σε μυρίζει, σε γλείφει, σε γαργαλάει, ανεβαίνει πάνω σου, χωρίς να φοβάται ότι θα το βλάψεις με οποιονδήποτε τρόπο. Κάθετε δίπλα σου να το χαϊδέψεις κι απολαμβάνει το χάιδεμα χωρίς ν’ανησυχεί. Μπορείς ως και να το χαΪδεύεις απαλά ενώ τρώει ή κοιμάται χωρίς να ενοχλείται! Ενίοτε δε φοβάται ακόμα κι αν το σηκώσεις, γιατί ξέρει πως δε θα το ρίξεις κάτω. Αντί να κοιτάζει κάτω και να προσπαθεί να φύγει όπως άλλα που δεν έχουν συνηθίσει το σήκωμα, σε κοιτάζει και κάθεται ήρεμο στην αγκαλιά σου, αν και περιμένει να ξαναβρεθεί κάτω όσο το συντομότερο δυνατόν. Αφού τα κάνει όλα αυτά, σημαίνει πως σε εμπιστεύεται πλήρως σαν δικό του και δεν περιμένει κανένα κακό από σένα. Είναι σαν να λέει: «Αυτός είναι ένα λιμπάκι σαν εμένα. Μεγαλύτερο και λίγο διαφορετικό, αλά σαν εμένα, δεν κάνει κακό.» Μπορεί άραγε να κάνει κανείς κακό σ’αυτό το μικρό πλασματάκι; Όχι, γιατί αν κάνει, έστω και κάτι φαινομενικά απλό όπως στιγμιαία απότομη συμπεριφορά από βιασύνη ας πούμε, που δε θα μπορέσει αυτό να καταλάβει, θα είναι επιλήψιμη πράξη, όπως αν προέδιδε την εμπιστοσύνη ενός μικρού παιδιού. Τότε το λιμπάκι θα ένιωθε σαν να ήθελε να πει: «Μα εγώ τον αγαπάω, γιατί κάνει έτσι;» Κι αν τύχει να παραφερθεί, θα χρειαστέι οπωσδήποτε να δώσει αποζημίωση έπειτα. Και όμως κάποιοι άνθρωποι βλάπτουν ενσυνείδητα αυτές τις αθώες μπαλίτσες που τους έχουν δώσει την καρδιά τους.
Έτσι αγαπάνε τα κουνέλια μας, κι εμείς τα αγαπάμε ακόμα περισσότερο. Αυτήν τη στιγμή έχω τη Λίμπο βόλτα και τρέχει εδώ δίπλα μου, κάνοντας διάφορα λιμποπράγματα. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να φτάσουν στο σημείο να μας θεωρούν δικούς τους είναι η κατανόηση πάνω απ’όλα της συμπεριφοράς και της ψυχολογίας τους ως μικρών μαλακών θηλαστικών που κινδυνεύουν απ’όλους στη φύση. Αφού κατανοήσουμε αυτό, τότε με επιμονή και υπομονή, ξοδεύοντας αρκετό ποιοτικό χρόνο μαζί τους, θα καταφέρουμε βνα τα κάνουμε φίλους μας.

Πριν λιγότερο από μια ώρα η αγαπημένη μου κουνέλα,
Η Λίμπο,
Γέννησε τρία μικρά στη φωλίτσα της. Αυτήν τη στιγμή τρώει πολύ και πίνει αρκετό νερό για ν’ανακτήσει τις δυνάμεις της, ενώ τα μικρά της βρίσκονται ζεστά μέσα στη φωλίτσα κολλημένα μεταξύ τους και καλοταΪσμένα.

Αυτήν τη φορά δεν ξέρω πραγματικά πως γέννησε η κουνέλα μου. Όπως έχει γίνει και με προηγούμενες εγκυμοσύνες, η γονιμοποίηση δε γινόταν πάντοτε από δικό μου προγραμματισμό. Τώρα για παράδειγμα δεν ήταν κανονισμένο να γονιμοποιηθεί η Λίμπο μου τόσο νωρίς, ήθελα να το κάνω αργότερα. Υπολογίζοντας από σήμερα, 6 Δεκεμβρίου έναν περίπου μήνα πριν, φτάνω στο διάστημα 4-7 Νοεμβρίου, οπότε ίσως έγινε η γονιμοποίηση, αν και δε θυμάμαι εκείνες τις μέρες νά’χα τους δύο γονείς μαζί. Στην πραγματικότητα ήταν αυστηρά χωρισμένοι μέχρι που κατάλαβα πως η κουνέλα μου πράγματι εγκυμονούσε. Ίσως η γιαγιά μου να τά’βαλε να ζευγαρώσουν, μιας και στις 5 του μηνός
είχα δώσει το προηγούμενο μικρό της κουνέλας μου,
ενώ σε λίγο επρόκειτο νά’δινα τον κούνελο, και δεν ήθελε να μείνει απότομα η κουνέλα μου μόνη της.

Το πρώτο σημάδι της πιθανής εγκυμοσύνης εμφανίστηκες στις 19 και 20 Νοεμβρίου, οπότε λίγη ώρα κάθε πρωί η Λίμπο έσκαβε μια μικρή λακουβίτσα στο υππόστρωμά της, για να την παραμελήσει και να ξανακλείσει μετά, περίπου δηλαδή δύο εβδομάδες μετά την πιθανή ημέρα της γονιμοποίησης, κάπως νωρίς. Κάτι είχα υποψιαστεί κι εγώ, αλλά για να το βεβαιώσω έπιασα προσεκτικά στην κοιλιά της Λίμπο, η οποία ήταν λίγο πιο στρουμπουλή απ’το σύνηθες στην οσφυική περιοχή και το όλο κουνέλι μου φαινόταν πιο βαρύ, αν κι αρχικά είχα αρκετές αμφιβολίες γι’αυτό που νόμιζα, μιας και δεν τά’χα βάλει τα κουνέλια μου ποτέ μαζί εκείνο το μήνα. Όσο περνούσαν οι μέρες όμως η Λίμπο βάραινε όλο και περισσότερο, ώσπου κοντά στις 25 ή πάνω-κάτω εκεί, νόμισα πως έπιασα κάτι σκληρό, που πιθανότατα θα’ταν κάποιο μικρό κουνελάκι. Στις 28 του μηνός
Έδωσα τον Πίπη
Τον κούνελο, για το λόγο ότι, αν και τον αγαπούσα πάρα πολύ, δεν ήθελα να μπαίνω στη διαδικασία κάθε φορά να φροντίζω τα δύο κουνέλια πάντοτε χωριστά – να τα ταΐζω χωριστά, να τα βγάζω βολτούλα χωριστά, να τα χαϊδεύω χωριστά, να τα καθαρίζω χωριστά – επειδή φοβόμουν τις γονιμοποιήσεις, αλλά και για να μην στρεσάρω τα δύο κουνέλια που σίγουρα ως κοινωνικά ζώα ένιωθαν τη θέληση να συναντηθούν. Τον Πίπη τον πήρε μια κοπέλα που θα τον αγαπάει, η Λίμπο πάντως η αγαπημένη μου δε φεύγιε από εμένα ποτέ. Για τρεις περίπου φορές πριν δώσω τον Πίπη, τον έβαζα με τη Λίμπο είτε στο κλουβί είτε ελεύθερα στο δωμάτιό μου, μιας και ήμουν πλέον 100% σίγουρος ότι η κουνέλα ήταν έγκυος. Ο Πίπης δεν είχε καν σεξουαλικό ενδιαφέρον, κρίνοντας μάλλον τη μη δεκτική κατάσταση της Λίμπο ή μυρίζοντας κάπως την κατάστασή της με τρόπο που δε μπορούμε να καταλάβουμε εύκολα. Απλώς καθόταν δίπλα της, αλλ’όταν έκανε έστω και την παραμικρή προσπάθεια να πάει λίγο πίσω της, αυτή αμέσως ξεκινούσε να γρυλλίζει και τον απέτρεπε. |Μόνο δύο φορές κινήθηκε επιθετικά εναντίον του Πίπη, συνήθως μαζευόταν σε μια γωνία συσπιρωμένη σαν μπαλίτσα με την ουρά της προς τα κάτω γρυλλίζοντας. Κατά τα’άλλα υπήρχαν στιγμές που η Λίμπο έγλειφε τα μαλλάκια του Πίπη ή που έτρωγαν μαζί, αν και συχνά ο Πίπης της έπαιρνε το φαγητό, με αποτέλεσμα αυτήν να φεύγει πιο πέρα.

Η Λίμπο λοιπόν συνέχιζε να συμπεριφέρεται προς εμένα κανονικά, εκτός απ’τις τελευταίες μέρες, οπότε έγινε κάπως πιο νευρική, είχε επιθετικές τάσεις μόλις έβαζα το χέρι μου στο κλοουβί της χωρίς να πολυξέρει τι κάνω, και ήταν προστατευτική της κοιλιάς της, η οποία είχε φουσκώσει αισθητά και τα μικρά πιάνονταν σχετικά εύκολα. Προχθές, στις 4 του μήνα, ξεκίνησε να φτιάχνει φωλιά από άχυρα και σχισμένα σε λωρίδες από μένα χαρτιά, μέρα που ξέσπασαν επίσης οι
Ισχυροί αάνεμοι
Καθιστώντας αναγκαίο το μάζεμά της στο δωμάτιό μου. Η κοιλιά της είχε φουσκώσει και σφίξει υπερβολικά, με εύκολα ψηλαφιστά τα λιμπάκια, ενώ το γεννητικό όργανό της είχε διασταλεί και πρηστεί κάπως, πιο προτεταμένο και με πιο ανοιχτά χείλη. Το απόγευμα όμως της ίδιας μέρας που κουραζόταν να φτιάξει τη φωλιά, άρχιζε να τρώει λίγ άχυρά της, ώσπου την επόμενη μέρα είχε φάει αρκετή. Σήμερα ξεκίνησε πάλι να την φτιάχνει, οπότε εγώ της έδωσα περισσότερα χαρτιά για να την κάνει. Κατά διαστήματα συνέχιζε να τρώει, αντίθετα μ’άλλες φορές που μπορει ολόκληρη μέρα να μην έτρωγε τίποτα, αφοσιωμένη στη φωλιά της. Περίπου κατά τις 10 η ώρα το βράδυ άρχισε να γίνεται πιο ανήσυχοι καθίμενη στη φωλιά και βγάζοντας λίγα μαλλάκια της από κάτω (έτσι κάνουν οι κουνέλες για να ζεστάνουν τα μικρά τους), αλλά μετά έφευγε για να φάει και να καθίσει να ξεκουραστεί στην άλλη πλευρά. Λίγο μετά που ξαναπήγα τη βρήκα μέσα στη φωλιά, και κατά λάθος την έσπρωξα κι αυτή μ’απάντησε μ’ένα ενοχλημένο μούγκρισμα, αλλά μάλλον δεν ενοχλήθηκε πολύ. Της έβαλα λίγα ακόμα χαρτιά, τα οποία δεν τακτοποίησε, μάλλον επειδή επικεντρωνόταν στο στρώσιμο με μαλλάκια. Τελικά στις 11 και τέταρτο περίπου που ξαναβγήκα στο μπαλκόνι, βρήκα τη Λίμπο να πίνει πολύ νερό κι έπειτα να τρώει, ενώ μέσα από την κάπως άσπρη φωλίτσα ακούγονταν κινήσεις. Και μέσα, στο κέντρο ενός σχετικά ανοιχτού βαθουλώματος με αραιά μαλλάκια, υπήρχαν τρία μικρά, ολοκάθαρα και στεγνά, ζεστά, στρουμπουλά, χαρούμενα κουνελάκια, όλα μαζεμένα μεγαξύ τους πλήρως ικανοποιημένα από το πρωτόγαλα που ήπιαν ή μήπως σοκαρισμένα από τη γέννηση; Τρία κουνελάκια είχε επίσης κάνει
το Σεπτέμβριο του 2011,
αν και το ένα τότε ήταν πολύ αδύναμο και πέθανε 4 ημερών. Αμέσως μετέφερα το κλουβί της Λίμπο στο δωμάτιό μου, μιας και το κάλυμμα της φωλιάς πιθανότατα δεν επαρκούσε για το κρύο έξω. Περίμενα λοιπόν να μού’κανε 4-6 μικρά, αλλά τελικά ήταν 3, ένα λίγο μεγαλύτερο και δύο μεσαία. Τώρα που γράφω αυτήν την πρόταση η Λίμπο πίνει νερό. Μετά τη γέννα λοιπόν της έδωσα επιπλέον άχυρα και κουνελίνη, και τώρα συμπεριφέρεται κανονικά. Το λέω αυτό γιατί μόλις γέννησε και πήγα να την χαΪδέψω αντιδρούσε επιθετικά με τινάγματα, μουγκρίσματα και γρυλλίσματα, αλλά μετά από λίγο ηρέμησε, με τρίξιμο των δοντιών (το σημάδι ευχαρίστησης στα κουνέλια) κατά το χάιδεμα. Ακόμα όμως και σ’αυτήν την κατάσταση, γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε μια φορά που έβαλα το χέρι λίγο πιο επεκτατικά στη φωλιά για να ψάξω μήπως υπήρχε κι ακόμα ένα κουνελάκι που δεν εντόπισα πριν, που τελικά δεν υπήρχε.

Δύο λοιπόν απ’τα κουνελάκια είναι ταγμένα σε ανθρώπους που τα θέλουν, αν και για μόνο ένα απ’αυτά είμαι αρκετά σίγουρος. Ασφαλώς όμως θα βρεθούν άνθρωποι να τα πάρουν. Με τη δέκατη, και ίσως τελευταία γέννα λοιπόν, τα παιδιά της Λίμπο ανέρχονται στα 33, που παρεμπιπτόντως είναι και μυστικιστικός αριθμός (33 τα χρόνια του Χριστού ή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, 33 οι βαθμοί της μασονίας του σκοτικού τύπου, κλπ). Άλλωστε το 33 είναι πολλαπλάσιο του ακόμα ισχυρότερου μαγικού αριθμού 3. Φυσικά τώρα κάνω πολύπλοκους συνηρμούς, ο αριθμός των κουνελιών πιθανότατα δεν έχει καμία σχέση με κάτι μυστικιστικό. Θα ενημερώνω για εξελίξεις.

Ενημέρωση 8/12/2012: Χθες είχα αρκετό άγχος με την κουνέλα μου, η οποία κατά τις 9-10 το βράδυ που θηλάζει συνήθως τα μικρά δεν τα είχε ταΐσει καθόλου. Παρέμεναν ζεστά στη φωλίτσα τους και στεναχωρεμένα, βγάζοντας μικρές φωνούλες καθώς τα ανακάτευα. Προσπαθούσα να παροτρύνω τη Λίμπο να πάει να τα ταΐσει φέρνοντας κοντά της ένα λιμπάκι ή σπρώχνοντάς την προς τη φωλιά, αλλά το μόνο ππου έκανα ήταν να την αναστατώνω περισσότερο. Είχε εκνευριστεί υπερβολικά, έσκαβε κάτω, χαλούσε την άκρη της φωλίτσας, περνούσε πάνω απ’τη φωλίτσα (δεν πατούσε τα μικρά, αυτά τα αποφεύγει), απέφευγε το κουνελάκι μόλις τό’βαζα στην κοιλιά της για γάλα, και είχε αγριέψει αρκετά μαζί μου, δαγκώνοντάς με λίγο μια φορά και προσπαθώντας πολλές άλλες. Έπειτα την έβγαλα να κάνει μια βολτούλα έξω, μήπως και η μείωση του χώρου μέσα στο κλουβί εξαιτίας της φωλιάς την ενοχλούσε. Μπαίνοντας μέσα ήταν πιο ήρεμη, κι εγώ για αποζημίωση της έδωσα λίγη τροφή. Δεν τάιζε ωστόσο τα μικρά της, τα οποία μετά από λίγο έβγαζαν κι από μόνα τους φωνούλες, με αποτέλεσμα να στεναχωριέμαι πολύ γι’αυτά τα ζεστά, μικρά παραπονεμένα λιμπάκια, τα οποία αν δεν τάιζε θα μετατρέπονταν σε μικρά νεκρά λιμπάκια σύντομα. Τελικά στις 2:27 το πρωί μπήκε μόνη της στη φωλιά και τα θήλασε. Έπειτα οι κοιλίτσες τους ήταν φουσκωμένες, αν κι όχι εντελώς όπως θα περίμενα, πάντως τα παιδάκια ηρέμησαν. Σήμερα, επιστρέφοντας κατά τις 11 το βράδυ, τα βρήκα όλα καλοταϊσμένα και πολύ πιο φουσκωμένα. Η σχέση μου με τη Λίμπο έχει αποκατασταθεί πλέον φυσικά. Απ’τα κουνελάκια λοιπόν, που άρχισαν να βγάζουν τριχούλες, το ένα είναι ακόμα ροζ και μάλλον θα γίνει άσπρο, το άλλο έχει λίγες καφέ κηλίδες, ενώ το τρίτο είναι σχεδόν σ’όλο του το σώμα γκριζωπό καφέ. Επομένως έχουμε δύο καφέ κι ένα λευκό.

Ενημέρωση 10/12/2012: Μόλις πριν λίγο, στις 1:17, η Λίμπο μου έδωσε το σημερινό γάλα στα παιδιά της. Ξαφνικά πήδηξε μέσα στη φωλιά, κάθισε πάνω απ’τα λιμπάκια, κι αυτά άρχιζαν να ρουφούν, κάνοντας μικρούς ήχους ρουφήγματος (πικ, πικ, πικ) και βγάζοντας μικρές φωνούλες. Έπειτα από 2 περίπου λεπτά, ένα διάστημα στο οποίο τα κουνελάκαι δε σταμάτησαν να ρουφούν, και πού και πού η Λίμπο άλλαζε θέση, ξαφνικά η Λίμπο πετάχτηκε πάλι έξω απ’τη φωλιά, κι άρχισε να καθαρίζεται έπειτα από τα μαλάκια και τα ύλικά της φωλιάς που είχαν μείνει πάνω της. Ένα μικρό βρέθηκε λίγο πιο έξω απ’τα άλα δύο με το τίναγμα, αλά μετά βρήκε το δρόμο του. Έπειτα, γεμάτα ενέργεια, τα μικρά άρχισαν να σκάβουν τον πυθμένα της φωλιάς, όλα παρατεταγμένα παράλληλα με τα κεφαλάκια τους προς τα μπροστά, χωμένα προς τα κάτω και τα πίσω μέρη τους ανασηκωμένα, έσκαβαν κινώντας εναλλάξ και γρήγορα τα μπροστινά τους άκρα. Ίσως το έκαναν για προετοιμασία των μυών τους, ή είναι μια συμπεριφορά που έχει μείνει απ’τη φύση, όπου θα πρέπει να σκάψουν βαθύτερα για να κρυφτούν, διότι η μάνα κουνέλα δεν καλύπτει τη φωλιά ακριβώς. Πάντοτε μετά το θηλασμό η ενεργητικότητα των μικρών αυξάνεται, και φαίνονται πλήρως χαρούμενα σκάβοντας, ανακατεύοντας τα υλικά της φωλιάς ή παίζοντας, σπρώχνοντας το ένα το άλλο. Επίσης το κεντρικό βαθούλωμα της φωλιάς έχω προσέξει πως είναι πολύ ζεστό. Η θερμοκρασία ανεβαίνει τόσο πολυ, ώστε κι από έξω να πιάσεις το κλουβί σ’εκείνο το σημείο είναι θερμό σαν σώμα καλοριφέρ, κι αυτό χάρη στο θρεπτικότατο γάλα της μάνας κουνέλας που διατηρεί τα κουνελάκια σε πλήρη λειτουργία για 24 ώρες.

Ενημέρωση λίγες ώρες αργότερα μετά το νυχτερινο ύπνο: Τα κουνελάκια πρόσεξα πως έχουν μεγαλώσει αισθητά από τη μέρα γέννησής τους. Είναι όμως ακόμα μόνο 4 ημερών – δεν έχουν ανοίξει ματάκια, αφτάκια, αλλά πρόσεξα πως έβγαλαν τα μπροστινά τους δοντάκια. Εάν κάποιος αναρωτηθεί αν τα κουνέλια έχουν νεογιλά και μόνιμα δόντια όπως οι άνθρωποι και τα υπόλοιπα θηλαστικά, έχουν, αλλά είναι μικροσκοπικά και πέφτουν λίγο πριν ή αμέσως μετά τη γέννηση. ορίστε και μερικές φωτογραφίες:

Όλο το κλουβί με τη Λίμπο που ξαπλώνει τέρμα δεξιά και τη φωλίτσα απ’την άλλη μεριά. Η κουκουνάρα και ο κύλινδρος χαρτιού υγείας είναι για να παίζει η Λίμπο. Φυσικά σχεδόν καθημερινά βγαίνει αρκετή ώρα κι εκτός κλουβιού.

Όλα τα κουνελάκια μαζεμένα στη φωλιά τους.

Ενημέρωση 11/12/2012: χθες τα θήλασε στις 7:20. Σήμερα γύρισα γύρω στις 8 και κάτι, και τα βρήκα ταϊσμένα. Τα μαλλάκια τους μακραίνουν και πυκνώνουν, αυτά μεγαλώνουν κι όλα γενικώς πάνε καλά.

Ενημέρωση 15/12/2012: Σήμερα το πρωί παρατήρησα ότι άρχισαν ν’ανοίγουν τα ματάκια τους. Τα ανοίγουν ακόμα λίγο, κι έπειτα τα κλείνουν πάλι. Τα μαλλάκια τους έχουν μεγαλώσει, αυτά μεγαλώνουν καλά και στρουμπουλεύουν.

Ενημέρωση 17/12/2012: Όλα έχουν κανονικά ανοιχτά τα ματάκια τους, γυρίζουν τα αφτιά τους, και η κίνηση και η ταχύτητά τους άρχισε να βελτιώνεται. Ακόμα δηλαδή τρέμουν και δε στέκονται καλά, ούτε μπορούν να πηδήξουν, αλλά με την όρασή τους μπορούν ν’αποφεύγουν τα εμπόδια. Μπορούν ν’αποφεύγουν το χέρι μου που το βάζω ως εμπόδιο στο δρόμο τους, να έρχονται διπλα μου όταν όλος ο υπόλοιπος χώρος είναι ανοιχτός κι εκτεθημένος, και τώρα βρίσκει το ένα το άλλο σχεδόν αμέσως. Μπορούν επίσης να κατευθυνθούν στη φωλιά τους πολύ πιο εύκολα και γρήγορα, όταν πειραματικά τα βγάζω έξω. Τα μαλλάκια τους μεγαλώνουν και πυκνώνουν.

Ενημέρωση 18/12/2012: Σήμερα τα κουνελάκια έκαναν τα πρώτα άτσαλα και μικρά τους πηδηματάκια. Επίσης είναι η πρώτη φορά που βγαίνουν απ’τη φωλιά μόνα τους, αλλά ξαναμαζεύονται γρήγορα μέσα. Αυτό που κάνουν όταν είναι έξω είναι το γνωστό – ενοχλούν τη μάνα τους για να τα δώσει περισσότερο γάλα. Όλα τα κουνελάκια, όταν καταλαβαίνουν ότι μπορούν να πάνε κοντά στη μάνα τους, το κάνουν αυτό. Χώνονται κάτω απ’την κοιλίτσα της ζητώντας γάλα, κι αυτή συνήθως ενοχλημένη επειδή δεν είναι η ώρα τους φεύγει πιο πέρα. Αυτό μπορεί να συνεχιστεί για περίπου ένα λεπτό, μέχρι να ενδώσει η κουνέλα ή μέχρι τα μικρά να κουραστούν.

Ενημέρωση 21/12/2012: Σήμερα άρχισαν να δοκιμάζουν στερεά τροφή. Ακόμα δηλαδή μόνο την πλησιάζουν, και ίσως παίρνουν κι από ένα μικροσκοπικό κομματάκι. Χθες το βράδυ μου έγλειψαν το χέρι με τις μικροσκοπικές τους γλωσσίτσες όλα μαζί, κι έπειτα άρχισαν να γλείφονται μεταξύ τους, όλα ενωμένα μεταξύ τους για να διατηρούν θερμότητα στη φωλίτσα τους. Φυσικά το ζάλισμα της μάνας για γάλα συνεχίζεται, και θά’χει ακόμα πολύ καιρό που θα γίνεται.

Ενημέρωση 7/1/2013: Τα κουνελάκια έχουν μεγαλώσει πολύ. Στις 24 Δεκεμβρίου άρχισαν να πίνουν νερό, τώρα τρέχουν και τρώνε κανονικά, αν και φυσικά ακόμα χρειάζονται το γάλα. Μπορούν να βγαίνοουν απ’το κλουβί μόνα τους. Το διάστημα ωστόσο αυτο η Λίμπο είναι στον πατέρα μου, εξαιτίας της
εγχείρησης στο μάτι
που είχα κάνει στο τέλος του Δεκεμβρίου, οπότε ίσως δεν ήταν καλό να έχω σκόνη και λοιπά σωματίδια κοντά μου για λίγο. Σε μια βδομάδα θα την ξαναπάρω. Χθες την επισκέφθηκα και μόλις με είδε σηκώθηκε στα δύο. Ήταν πολύ χαρούμενη.

Όλα τα κουνελάκια στο κλουβί 6/1/2013. Η Λίμπο σηκωμένη στα δύο με χαιρετάει, τα υπόλοιπα είναι σκορπισμένα εδώ κι εκεί.

Το μικρότερο κουνελάκι είναι το άσπρο, το οποίο πάντως είναι κι αυτό στρουμπουλό, μαλλιαρό και λειτουργεί όπως και τ’άλλα, οπότε θα μεγαλώσει κανονικά. Το λέω αυτό διότι στην
έβδομη γέννα
με 6, εκτός απ’το μικρότερο που πέθανε στις 4 ημέρες, είχε γεννηθεί ένα πολύ υπανάπτυκτο που ποτέ δεν κατόρθωσε να φτάσει στο επίπεδο των άλλων, και τελικά πέθανε στους 2,5 μήνες.

Ενημέρωση 5/2/2013: Όλα τα κουνελάκια έχουν μεγαλώσει πολύ. Είναι στρουμπουλά και δυνατά, και πλέον μπορώ να τα δώσω. Το καθένα είναι διαφορετικό. Το μεγαλύτερο καφέ είναι στρουμπουλό, με στρογγυλεμένο παιδικό κεφάλι, αρκετά ήσυχο και πλησιάζει τους ανθρώπους εύκολα. Το ελαφρώς μικρότερο, περισσότερο γκριζωπό, έχει πιο μακρόστενη μουσούδα και είναι πιο ζωηρό και γρήγορο, και ίσως είναι κούνελος. Τέλος το ασπρούλη έχει μεγαλώσει κι αυτό αρκετά, αν και πρόσεξα πως δεν έχει κλείσει ακόμα εντελώς η μπροστινή ραφή πίσω από το μέτωπο στο κεφαλάκι του. Νόμιζα πως είχε πρόβλημα στο μυαλό του, επειδή συνήθως έμενε πίσω, π.χ. όταν όλα τα κουνελάκια πήγαιναν να φάνε, αυτό έμενε στη γωνία και μετά από λίγο καταλάβαινε ότι πρέπει να πάει κι αυτό. Όμως παρατηρώντας το καλύτερα μου φαίνεται σχεδόν όπως και τα άλλα. Είναι κι αυτό αρκετά γρήγορο, και του αρέσει να τρέχει. Από τη μεγάλη ταχύτητα γλιστράει πολλές φορές. Περνά περισσότερο χρόνο με τη μάνα του απ’ό,τι τα άλλα, αν κι όλα θέλουν να βρί΄σκονται δίπλα της. Τρομάζει κάπως πιο εύκολα απο τα άλλα. Μπορεί νά’χει μικροδιαφορές από τα άλλα, αλλά γενικά είναι κανονικό κουνέλι. Έχει θηλές και είναι αποδεδειγμένα κουνελίτσα.
Τις μέρες αυτές λοιπόν με τον καλό καιρό τα βγάζω έξω στο μπαλκόνι για να τρέχουν. Την πρώτη φορά χθες τα μικρά έμεναν μέσα στο κλουβί και φοβούνταν πολύ να βγουν έξω, παρότι η Λίμπο είχε ήδη βγει όπως πάντα, σιγά-σιγά το μεγαλύτερο βγήκε, αφού τού’βαλα λίγη κουνελίνη έξω. Τα υπόλοιπα ταράχτηκαν κι άρχισαν να σβουρίζουν στο κλουβί τους, να βγαίνουν στην πορτούλα και μετά να ξαναμαζεύονται, λες κι ο κόσμος τους άλλαξε. Πρώτη φορά ήταν άλλωστε που θά’βγαιναν σ’αυτό το μεγάλο μπαλκόνι (τα είχα ξαναβγάλει φυσικά, αλλ’όχι εκεί). Έπειτα τά’βγαλα εγώ, αλλά φοβούνταν πολύ να φύγουν απ’την περιοχή γύρω απ’το κλουβί τους, και μόλις απομακρύνονταν λίγο γύριζαν πάλι πίσω. Για να μη φοβάται το μικρότερο, το πήγα εγώ στη μανούλα του που καθόταν απ’την άλλη μεριά του μπαλκονιού. Έπειτα δε φοβόταν τόσο να πάει εκεί, αλλά πάλι δεν ένιωθε ασφαλές, και γύριζε στη μέση του δρόμου. Σιγά-σιγά άρχισαν και τα άλλα να φεύγουν, αλλά επέστρεφαν στη μέση του δρόμου. Σε περίπου μισή ώρα όλα τα κουνελάκια άρχισαν να εξερευνούν καλύτερα το νέο μεγάλο χώρο, κι αφού κατάλαβαν ότι είναι κανονικά ασφαλή εκεί μέσα, άρχισαν να τρέχουν και να πηγαίνουν παντού. Σήμερα που ξαναβγήκαν έφυγαν απ’το κλουβί αμέσως μόλις άνοιξε η πόρτα και ξεκίνησαν να τρέχουν στο μπαλκόνι απ’την πρώτη στιγμή, αφού είχαν μάθει το περιβάλλον. Επίσης μπορούν να ξαναμπαίνουν μέσα στο κλουβί όποτε θέλουν, ακόμα και το άσπρο, που νόμιζα ότι λόγω μεγέθους δε θα μπορεί να πηδήξει μέσα. Έξω έχουν να κάνουν διάφορα πράγματα, όπως να παίζουν με το χαρτόνι που σκεπάζει το κλουβί, μ’ένα σκληρό τραπεζομάντιλο, με πλαστικές παντόφλες, άδειες γλάστρες, μπουκαλάκια και ξερά φύλλα, να περνούν από στενά μέρη όπως ανάμεσα σε μεγάλες γλάστρες, πίσω απ’το κλουβί, τις καρέκλες ή το τραπέζι, να τρέχουν, να τρώνε σε μερικά μέρη που τα βάζω φαγητό, να χοροπηδάνε, να με πλησιάζουν, να με σπρώχνουν, ν’ανεβαίνουν πάνω μου κλπ και να ξεκουράζονται. Η Λίμπο γενικά είναι πιο τεμπελούλα και δεν τις αρέσει να τρέχει συνέχεια, προτιμά περισσότερο να τρώει, να κάθεται σε μια γωνία ή νά’ναι δίπλα μου, ενώ τα μικρά είναι υπερδραστήρια και τρέχουν παντού. Το ασπρούλι ιδίως του αρέσει να τρέχει πάνω-κάτω σ’όλο το μπαλκόνι, ενώ και τα άλαθέλουν να τρέχουν και να περνούν από στενά μέρη. Πρώτη φορά είδα κουνελάκια να διαφωνούν χθες, όταν τα δύο καφέ μεγάλα είχαν ένα κομμάτικαρότο, και κάτι έγινε και μάλλον το πήρε το ένα, και το άλλο χτύπησε το πόδι του εκνευρισμένο κι έφυγε. Μετά ήταν πάλι καλά, αλλ’αυτό που έμαθα ήταν ότι ακόμα και τα μικρά κουνελάκια μπορεί να μαλώσουν, έστω και λίγο. Έως τότε νόμιζα ότι σ’αυτήν την ηλικία συμβιώνουν πάντοτε ειρηνικά. Επίσης πρόσεξα πως κανένα δε θέλει να μένει μόνο του για πολλή ώρα εάν υπάρχουν κι άλλα κουνέλια δίπλα. Αν μένει μόνο, συνήθως τα άλλα είναι μακριά και δεν ξέρει πού βρίσκονται για να τα ψάξει, αν και μετά από λίγο θα φύγει απ’τη θέση του για να τα ψάξει. Τα μικρά ψάχνουν πολύ περισσότερο τα υπόλοιπα απ’ό,τι η Λίμπο. Τώρα που τα κουνελάκια είναι μεγάλα και πολλά, πρόσεξα πως δεν ακολουθούν συνέχεια τη μάνα τους. Προτιμούν να βρίσκονται δίπλα της και συχνά ένα απ’αυτά την ακολουθεί για λίγο, αλλά δεν είναι όπως στην προηγούμενη γέννα οπότε το μοναδικό κουνελάκι ήθελε να βρίσκεται συνέχεια κοντά της. Επίσης παρατήρησα ότι μετακινούν την τροφή σε κάποιο άλλο μέρος αν δε θέλουν να φάνε εκει που τους την έβαλα, κάτι γνωστό που κάνουν συχνά, αλλά τώρα πρώτη φορά παρατήρησα τα μικρά λιμπάκια να τη μετακινούν ως και δυο μέτρα από την αρχική της θέση. Τέλος, η φαγανή Λιμπίτσα, επειδή είχα λίγες μέρες να την βγάλω έξω, πρόσεξα πως μόλςι βγήκε δεν κάθισε να φάει πολύ. Έφαγε λίγο, αλλά μετά έκανε βόλτα στο μπαλκόνι χαρούμενη. Μετά γύρισε να ξαναφάει. Επομένως της αρέσει να είναι έξω και να κάνει διάφορα λιμποπράγματα., δεν είναι και τόσο τεμπέλα όσο λέω τελικά.

Φωτογραφίες από χθες 4/2/2013:

Το ένα μεγάλο λιμπάκι.

Το άλλο μεγάλο λιμπάκι που γυρίζει απ’το φακό. Ήταν πολύ δύσκολο να τα φωτογραφίσω όλα, επειδή φοβούνταν τη φωτογραφική μηχανή και έφευγαν συνέχεια πιο πέρα ή γύριζα το κεφάλι απ’την άλλη.

Το μικρότερο λευκό λιμπάκι που μοιάζει πολύ με τη Λίμπο.

Όλα μαζί με τη Λίμπο τρώνε στο κλουβί.

Ενημέρωση 15/2/2013: Την Κυριακή, στις 10 του μηνός έδωσα το ένα κουνελάκι, τελικά το ασπρούλι. Εκεί που είναι είναι καλά, θα συγκατοικεί με ακόμα ένα κουνέλι. Τα άλλα δύο είναι πλέον τεράστια, πλησιάζοντας τη Λίμπο σε μέγεθος. Μια φορά μάλιστα που δεν τά’βλεπα γιατί ήμουν γυρισμένος απ’την άλλη μπέρδεψα το ένα με τη Λίμπο. Είναι στρουμπουλά και πολύ ενεργητικά. Το πρώτο απόγευμα μετά την απουσία του λευκού μικρού κουνελιού κάπως μου φάνηκε να το ψάχνουν, αφού αρχικά, μόλις τά’βγαζα έξω έρχονταν κοντά μου, ίσως ψάχνοντας το άλλο κουνελάκι. Νομίζω λοιπόν και πως και τα δύο εναπομείναντα μικρά είναι θηλυκά. Μεθαύριο θα δώσω ακόμα ένα.

Ενημέρωση 16/2/2013: Σήμερα το πρωι έδωσα και το άλλο κουνελάκι. Ήταν το μεγαλύτερο και θηλυκό.

Ενημέρωση 23/2/2013: Το εναπομείναν λιμπάκι, θηλυκό τελικά σίγουρα κι αυτό, συνεχίζει να μεγαλώνει. Έχει γίνει αρκετά μεγάλο και στρουμπουλό, και πλέον σίγουρα δεν πίνει γάλα. Από την Τετάρτη το βράδυ άρχισα να παρατηρώ ανταγωνιστική συμπεριφορά μεταξύ αυτού και τις Λίμπο. Συχνά τραβάει το καθένα το μπολ της τροφής προς το μέρος του, χτυπάνε τα πόδια τους όταν ενοχλούνται, βγάζουν υπόκωφες ενοχλημένες φωνούλες, η Λίμπο μερικές φορές ανεβαίνει στο λιμπάκι και κάνει κινήσεις συνουσίας (ένδειξη κυριαρχίας και μετά απ’αυτό το λιμπάκι μένει για λίγο ήσυχο, το λιμπάκι τρώει στη γωνία κλπ. Αυτές οι συμπεριφορές έχουν χαμηλή ένταση και γίνονται λίγες φορές τη μέρα. Συνήθως τα δύο κουνέλια βρίσκονται κοντά, το μικρό ακολουθεί τη Λίμπο και η Λίμπο του γλείφει τα μαλλάκια, ιδίως όταν το βγάζω και το ξαναφέρνω κοντά της. Το κουνελάκι είναι πολύ ήσυχο και γλείφει πολύ συχνά το χέρι μου. Όμως μεγαλώνει, σε μερικούς μήνες θα γίνει ενήλικη κουνέλα και θέλει την περιοχή του, που μέσα στο στενό κλουβί είναι αδύνατο να δημιουργηθεί. Μάλλον θέλει νά’χει κι αυτό τη δική του γωνία που θα βάζει τα ούρα του και τα περιττώματά του, ξεχωριστή απ’αυτήν της Λίμπο για να νιώθει πως έχει δικό του χώρο, και τώρα που αυτά ανακατεύονται δυσανασχετεί. Η Λίμπο απ’το μέρος της δε θέλει να παραχωρήσει το δικό της χώρο, γι’αυτο δημιουργούνται τα προβλήματα. Πρώτη φορά έχω κρατήσει τόσο πολύ κουνελάκι απ’τη γέννησή του, αν κι έχει τύχει να κρατήσω μεγαλύτερα κουνέλια στις περιπτώσεις που αυτοί που τα πήραν δεν τα ήθελαν και μου τα επέστρεψαν.

Επίσης, νιώθουν άραγε ζήλια ή κάτι τέτοιο τα κουνέλια; Αρκετές φορές που ασχολούμαι με το μικρό λιμπάκι και με γλείφει, έρχεται γρήγορα και η Λίμπο κοντά μου με διάθεση να το σπρώξει πιο πέρα, μερικές φορές με γλείφει κι αυτή, και μετά πάλι φεύγει. Γιατί να γίνεται αυτό; Γίνεται άραγε κάτι τέτοιο στις κουνελοκοινωνίες όταν κάποιο κουνέλι αφήνει για λίγο το αγαπημένο του κι ασχολείται με κάποιο άλλο;

Και μερικές σημερινές φωτογραφίες:

Το λιμπάκι κάθεται.

Το λιμπάκι τεντωμένο όρθιο δίπλα σε μια γλάστρα. Είναι πολύ περίεργο κουνέλι και συχνά σηκώνεται στα δύο για να δει καλύτερα τι υπάρχει και τι γίνεται. Η συγκεκριμένη βλάστρα βρίσκεται στο περβάζι του παραθύρου έξω στο μπαλκόνι, και μέσα είχα μια
οινοθήρα,
η οποία όμως, μετά από μια μεταφύτευση το φθινόπωρο, εξασθένησε και ξεράθηκε. Πολύ παράξενο, γιατί είναι πολύ ανθεκτικό φυτό, γι’αυτό πιστεύω πως θα ξαναχτυπήσει την άνοιξη. Το περβάζι απέχει 25 εκατοστά περίπου απ’το τραπέζι του μπαλκονιού, όπου είχα βγάλει την προηγούμενη φωτογραφία, και το κουνέλι μπορεί ν’ανεβοκατέβει σ’αυτά τα δύο επίπεδα εύκολα. Η Λίμπο πάντως, ως πιο τεμπελούλα, όταν την ανεβάζω πάνω στο τραπέζι, προτιμά να πηδάει στο περβάζι και να κάθεται εκεί. Φυσικά το λιμπάκι βρισκόταν εδώ για λόγους καλύτερης φωτογράφισης, συνήθως το αφήνω να τρέχει μαζί με τη Λίμπο είτε κάτω στο μπαλκόνι είτε μέσα σε κάποιο δωμάτιο.

Το λιμπάκι κάθεται ήσυχο στη γωνίτσα.

Το λιμπάκι με τη Λίμπο τρώνε ήσυχα στο κλουβί.

Όποιος πάντως είναι από Θεσσαλονίκη και ενδιαφέρεται για κουνέλι, μπορεί να μου κάνει σχόλιο, γιατί το δίνω.

Ενημέρωση 14/3/2013: Χθες, στις 13 του μηνός, έδωσα το λιμπάκι. Στις 6 του μηνός είχε κλείσει τους 3 μήνες και είχε μεγαλώσει και στρουμπουλέψει πολύ, πρώτη φορά που κράτησα κουνέλι από τη γέννησή του για τόσο καιρό. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά με τη μανούλα, που ανέφερα στην προηγούμενη δημοσίευση, μειώθηκε αρκετά, αν και στοιχεία της πάλι εμφανίζονταν περιστασιακά. Λίγες μέρες μετά την ανάρτηση της προηγούμενης ενημέρωσης για παράδειγμα, παρατήρησα κάτι πολύ άσχημο στα κουνελάκια μου: Ένα μεσημέρι η Λίμπο τραβούσε την τροφή απ’το στόμα του μικρού κουνελιού, αν και υπήρχε αρκετή τροφή δίπλα, κι ανέβαινε συχνά πάνω του, πράξη που έγινε για πολύ λίγο και δεν επαναλήφθηκε. Ελάχιστες άλλες φορές έχω παρατηρήσει τέτοια συμπεριφορά στα κουνέλια. Επίσης περιστασιακά συνέχιζε η Λίμπο ν’ανεβαίνει στο λιμπάκι, αλλά το βράδυ προχθές έγινε το αντίθετο, όταν το λιμπάκι βρήκε μια φορά αφηρημένη τη Λίμπο να κοιτάει έξω στα αυτοκίνητα που περνούσαν, κι ανέβηκε στιγμιαία πάνω της κάνοντας τις συγκεκριμένες κινήσεις. Η μεγάλη κουνέλα θύμωσε αμέσως, έφυγε κι ανέβηκε πάνω στο λιμπάκι, το οποίο παραδόξως αντέδρασε θετικά, τεντώνοντας το σώμα του και σηκώνοντας την ουρά του σαν να γονιμοποιούταν από κούνελο. Ακόμα είναι μικρή για ζευγάρωμα, αλλά δύο μόνες κουνέλες στο ίδιο κλουβί κάπως θα πρέπει να ικανοποιηθούν. Το κλουβί γενικά τους ήταν στενό, και μόλις άνοιγα την πορτούλα για βόλτα, έβγαιναν αμέσως. Έξω, οπότε έτρεχαν, έπαιζαν με διάφορα πράγματα, και τον υπόλοιπο χρόνο συνήθιζαν να βρίσκονται κοντά μεταξύ τους, κι ακολουθούσε συνήθως το ένα το άλλο. Μέσα στο κλουβί συχνά καθάριζαν μαζί τα μαλλάκια τους και κάθονταν κοντά. Όσον αφορά το παιχνίδι, πρόσεξα πως το μικρό είχε πολύ μεγαλύτερη διάθεση να παίξει με τις κουκουνάρες που είχε στο κλουβί του και να τρέξει πάνω-κάτω το μπαλκόνι αρκετές φορές σε σχέση με την οκνηρή Λίμπο.

Προχθές το μεσημέρι παρατήρησα επίσης κάτι άλλο ενδιαφέρον που έχω παρατηρήσει σε κουνέλια πολλάκις και παλαιότερα. Η Λίμπο είχε φάει πολύ και ξάπλωσε, και το λιμπάκι, ενώ ήταν δραστήριο εκείνη την ώρα κι έτρεχε απ’το ένα μέρος του κλουβιού στο άλλο, δεν ενοχλούσε καθόλου τη Λίμπο. Αυτό τό’χουν τηρήσει και λιμπάκια από προηγούμενες γέννες. Ακόμα, τα κουνέλια, αν και φοβούνται κάθε απότομη κίνηση, παραμένουν ατάραχα σε ομοειδείς τους που τρέχουν γρήγορα κατά πάνω τους ή πηδάνε από πάνω τους αν είναι στενός ο χώρος (συχνά η Λίμπο ή το λιμπάκι στο κλουβί έπρεπε να υπερπηδήσει το άλλο κουνέλι για να φτάσει κάπου), γιατί ξέρουν ότι δε θα τους κάνουν κακό, προφανώς όταν δε μαλώνουν. Σίγουρο είναι πως τα κουνέλια γνωρίζουν ενστικτωδώς να μην ενοχλούν τους άλλους, ως αποτέλεσμα της εξέλιξης σε κοινωνικό περιβάλλον στη φύση. Μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για μία μορφή πρωτοηθικής.

Το κουνελάκι λοιπόν έφυγε χθες το πρωί προς μία κοπέλα με αγάπη για τα ζώα, η οποία έχει στην κατοχή της κι άλλα κατοικίδια. Λυπήθηκα αρκετά για το γεγονός, γιατί μετά απ’αυτό η Λίμπο θα μένει πιθανότατα μόνη της, χωρίς άλλα λιμπάκια, κουνέλες ή κούνελους για παρέα. Δεν επιθυμώ να την αναπαραγάγω αυτό το διάστημα, σκεπτόμενος πόσο δύσκολο ήταν να χαρίσω τα λιμπάκια της τελευταίας γέννας. Ίσως τη ζευγαρώσω στο μέλλον, π.χ. μετά το καλοκαίρι. Η Λίμπο λοιπόν, όπως ήταν αναμενόμενο, ψάχνει το παιδάκι της, το οποίο τον τελευταίο καιρό μάλλον το θεωρούσε ως μικρότερη σύντροφο κουνέλα. Μόλις γύρισε στο κλουβί το απόγευμα, αρχικά ήταν κάπως πιο δραστήρια, και δεν ξέρω εάν αυτό οφειλόταν στο μεγαλύτερο κι ανετότερο χώρο που της έμεινε ξαφνικά ή σε κάποια ανησυχία για την απώλεια του άλλου κουνελιού, μάλλον θά’ταν το πρώτο, επειδή ακόμα λίγος χρόνος είχε περάσει από το χωρισμό τους, και θα μπορούσε απλώς σ’αυτό το διάστημα το κουνέλι να φύγει για μια βόλτα απ’τη φωλιά. Το βράδυ ωστόσο μου φάνηκε πιο αδρανής, έτρωγε λιγότερο και μασούσε βραδύτερα. Σήμερα αν και βγήκε για βόλτα με την ίδια διάθεση όπως πριν, παραμένει επίμονα στα μέρη που σύχναζε το λιμπάκι, μυρίζοντας το χώρο, κι επίσης όταν μυρίζει τις μπιλίτσες του μικρού συμπεριφέρεται διαφορετικά. Πιστεύω πως σε 1-2 μέρες το άγχος αυτό θα περάσει. Δε θέλω ούτε εγώ να βλέπω τη Λίμπο μου έτσι, αλλά δυστυχώς δε μπορώ να κάνω κάτι σημαντικό για να την βοηθήσω. Κουνέλι δεν είμαι για να επικοινωνήσω μαζί της κανονικά, απλώς μπορώ να είμαι δίπλα της και ν’ασχολούμαι μαζι της όσο γίνεται. Αγαπούν κι αυτά τα μικρά θηλαστικά, και λυπούνται όταν χάνουν την παρέα τους, σαν μικρά παιδάκια. Άλλος ένας λόγος για να μην την ξανααναπαραγάγω.

Ενημέρωση 15/3/2013: Η κουνέλα είναι αρκετά καλύτερα, με πλησιάζει περισσότερες φορές, αν κι ακόμα δε θέλει τόσο πολύ τα χάδια, και αντιδρά πιο έντονα στους ήχους. Στη βολτούλα χθες η συμπεριφορά της ήταν διαφορετική από το σύνηθες. Εκτός του ότι σύχναζε στα μέρη όπου κρυβόταν το λιμπάκι, κινούτα πολύ λιγότερο (με το μικρό πήγαιναν απ’το ένα μέρος στο άλλο), και γρήγορα μπήκε στο κλουβί της, απ’όπου δεν ήθελε να βγει, ενώ πριν με δυσκολία μάζευαν και τα δύο μέσα, ιδίως αν είχαν φάει και είχαν όρεξη για κίνηση. Το βράδυ επίσης ήταν αρκετά ταραγμένη. Κάθε λίγο σηκωνόταν όρθια και κοίταζε πίσω απ’το κλουβί και στη γωνία δεξιά, εκεί που κρυβόταν το λιμπάκι, όταν και τα δύο ήταν κοντά στο κλουβί ή αυτή μέσα, αλλά και αριστερά, κάτω στο δρόμο, όχι όμως μπροστά στον σίγουρο ανοιχτό χώρο. Επίσης αντιδρούσε υπερβολικά στους ήχους, ενώ πριν είχε συνηθίσει τους λίγο πιο έντονους απ’το κανονικό ήχους όπως ένα αυτοκίνητο ή ένα μηχανάκι που περνάει ή ένα σκυλί που γαυγίζει, είτε μη δίνοντάς τους καν σημασία, είτε γυρίζοντας στιγμιαία, τώρα σε κάθε ήχο γύριζε ή και σηκωνόταν στα δύο προς την κατεύθυνσή του. Όταν μάλιστα ήρθε το απορριμματοφόρο, που έτσι κι αλλιώς κάνει αρκετό θόρυβο, η Λίμπο σηκώθηκε στα δύο προς την κατεύθυνσή του με τα αφτάκια της τεντωμένα για ώρα, φοβισμένη. Επίσης δεν ανεχόταν τα χάδια μου, πηγαίνοντας πιο πέρα ή παίρνοντας την φοβισμένη κι αμυντική στάση με το κεφαλάκι σηκωμένο και τα αφτιά προς τα πίσω, όταν την χάιδευα, ενώ δεν έτριβε τα δοντάκια της όπως κάνουν από ευχαρίστηση τα κουνέλια όταν γλείφονται από άλλο κουνέλι ή όταν χαΪδεύονται. Πάντως δεν ήταν τόσο επιθετική ώστε να μουγκρίζει και να θέλει να με δαγκώσει, αν και ήταν έτοιμη και γι’αυτό δε θέλησα άλλο να την ενοχλώ γγια να ηρεμήσει. Όταν έβαλα μια φορά το χέρι μου μπροστά της, μου το έσπρωξε δυνατά με τη μουσούδα της. Αύριο πιστεύω πως θά’χει γίνει σχεδόν καλά, αν όχι εντελώς καλά.