Tag Archive: κωνοφόρα


κυπαρισσάκι φυσικό μπονσάι 15/5/2016

Δε θυμάμαι πόσο καιρό βρισκόταν το δεντράκι αυτό σ’αυτήν τη γλάστρα. Μπορεί να είναι εδώ για 3, 4 ή και 5 χρόνια. Τα φυτά της γλάστρας είναι ίριδες, της οποίες είχα φέρει εγώ στον πατέρα μου πριν 8 χρόνια περίπου. Πλέον έχουν γεμίσει όλη τη γλάστρα με ένα σύμπλεγμα κονδύλων και ριζών, και χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση οπωσδήποτε. Το κυπαρισσάκι αυτό σίγουρα θα φύτρωσε από σπόρο από τα μεγαλύτερα κυπαρίσσια που υπάρχουν στο μπαλκόνι. Θυμάμαι κι άλλες φορές νεαρά σπορόφυτα με ένα λεπτό βλαστό και λίγα βελονοειδή φύλλα, που μπορεί να ήταν οι κοτυληδόνες τους, που στα κωνοφόρα είναι συχνα΄πάνω από 2, ή τα πρώτα τους φύλλα, τα οποία στα κυπαρίσσια έχουν το προγονι΄κο βελονοειδές σχήμα. Ίσως να ήταν όμως από το κυπαρίσσι Αριζόνας (Cupressus arizonensis), το οποίο τώρα έχει ξεραθεί, κι όχι από τα κανονικά κυπαρίσσια (Cupressus sempervirens), που είναι και το συγκεκριμένο, γιατί φύτρωναν πάντα κάτω από το κυπαρίσσι Αριζόνας. Αν τα τότε σπορόφυτα ήταν από το πρώτο είδος, τότε αυτό είναι το πρώτο σπορόφυτο κυπαρισσιού sempervirens που φύτρωσε, παρά τους εκατοντάδες σπόρους που κάνουν κάθε χρόνο. Γιατί δε φύτρωσαν κι άλλα;

Και παρόλο λοιπόν που είναι το πρώτο τυχερό που επιβίωσε, βρέθηκε αμέσως στην πιο άτυχη θέση· μέσα σ’ένα δάσος από ρίζες και κονδύλους, οι οποίες του έπαιρναν όλα τα θρεπτικά συστατικά και του περιόριζαν ασφυκτικά το χώρο, δυσκολεύτηκε υπερβολικά να μεγαλώσει. Για λίγα χρόνια ήταν κάτω από τη σκιά των φύλλων της ίριδας, και ήταν σαν να μην υπάρχει. Φέτος όμως πρόσεξα κάτι το απροσδόκητο. Αν και σε ύψος λιγότερο των 20 εκατοστών κι ακόμα δισδιάστατο στην ανάπτυξη, έβγαλε λίγους κώνους προς τις κορυφές των κλαδιών! Δηλαδή αν και δεν είχε χώρο να ψηλώσει, ωρίμασε αναπαραγωγικά σε τόσο μικρό ύψος. Ουσιαστικά έγινε ένα φυσικό μπονσάι. Τα κυπαρίσσια αυτά μπορεί να κωνοφορήσουν ακόμα κι από το δεύτερο έτος της ζωής τους μερικές φορές, και οι πρώτοι κώνοι που βγαίνουν είναι συνήθως θηλυκοί, οπότε αυτό ήταν φυσιολογικό. Όμως τα δέντρα του συγκεκριμένου είδους βάζουν 30-60 εκατοστά το χρόνο, οπότε κανονικά τώρα αυτό θα έπρεπε να είναι ψηλότερο του μέτρου.

Το φυτό αυτό είναι άριστο υλικό για μπονσάι και θα ήθελα να το μεταφυτεύσω από το μέρος όπου βρίσκεται σε άλλη γλάστρα γι’αυτόν το σκοπό. Το πρόβλημα είναι ότοι σίγουρα οι ρίζες του θα είναι μπλεγμένες μ’αυτές της ίριδας, άρα θα είναι δύσκολη η απεμπλοκή τους, κι επίσης, ως κωνοφόρο, δυστυχώς στρεσάρεται πολύ ευκολότερα και φοβάμαι μη μου ξεραθεί επειδή θα έχει σίγουρα χάσει αρκετά ριζίδια από τη διαδικασία. Γι’αυτό, για να ελαχιστοποιήσω τις πιθανότητες προβλημάτων, θα το ξεριζώσω το φθινόπωρο ή το χειμώνα. Μετά σκοπεύω να το αφήσω να μεγαλώσει μέχρι να γίνει 30 εκατοστά περίπου και μετά να ξεκινήσω τη διαμόρφωσή του σε μπονσάι. Θα δουλέψω πάνω στον κεντρικό κορμό, ο οποίος δυστυχώς έχει γείρει ελαφρώς. Με τη μεγάλη διακλάδωση που έχει περίπου στη μέση του δεν ξέρω τι θα κάνω. Ίσως θα πρέπει να σιάξω τον κορμό με σύρμα, αλλά απ’ό,τι μου φαίνεται μια ελαφριά κλίση θα την έχει για πάντα. Πληροφορίες για μπονσάι υπάρχουν άλλωστε σε πολλές ιστοσελίδες της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως για παράδειγμα στο tsamisaquarium.gr, με το οποίο πλέον συνεργάζομαι στην αρθρογραφία. Εκεί υπάρχει κι ένα φόρουμ για μπονσάι όπου θα εγγραφώ για να λύσω περαιτέρω απορίες. Από την άλλη, αν το σχέδιο δεν πάει καλά ή αλλάξω γνώμη κατά την ανάπτυξή του, μπορεί να το αφήσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα για να μεγαλώσει περισσότερο. Φυσικά κατά τη διαδικασία της δημιουργίας ή της συντήρησης του μπονσάι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος θανάτου του φυτού. Μπορεί τελικά να μου ξεραθεί αμέσως. Το είδος ωστόσο αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, και μπορεί να ζήσει έως και 1000 χρόνια ή και περισσότερο. Οπότε όσο πιο πολύς καιρός περνά τόσο θα μεγαλώνει η αξία του. Στην Ιαπωνία υπάρχουν μπονσάι αιώνων που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά.

Και τι είναι αυτό το αιθόφυλλο, και πού κολλάει στην όλη ιστορία, η οποία είναι κυρίως οι ανησυχίες σου αν ζήσει το κυπαρισσάκι τελικά ή όχι; Κάτι τέτοιο μπορεί να αναρωτιέστε τώρα. Είναι μακρινή ιστορία. Πριν περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια, μια πολύ μεγάλη καταστροφή έπλληξε τη γη, οδηγώντας στην εξαφάνιση περίπου το 95% της ζωής του Πλανήτη. Η εξαφάνιση δεν έγινε σε μια φάση, αλλά σε αρκετές, οι οποίες διαχωρίζονταν με χιλιάδες χρόνια σταθερότητας. Κύριος υπαίτιος ίσως να ήταν η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα, αλλά ίσως και να συνέπραξε και πτώση αστεροειδούς. Ο σχιματισμός των ηπείρων ήταν επίσης αρκετά άτυχος, επειδή όλες ήταν συνενωμένες στην υπερήπειρο Παγγαία, η οποία είχε μικρή ακτογραμμή, με σχετικά λίγους κόλπους και κλειςτές θάλασσες όπου θα μπορούσε να καταφύγει η θαλάσσια ζωή από τις καταστροφές, και το εσωτερικό της ήταν έρημος. Έτσι οι περιοχές με μεγάλη συγκέντρωσης ζωής χτυπήθηκαν πολύ ευκολότερα. Η εξαφάνιση αυτή δεν άφησε ένα απόλυτο κενό μετά, όπως πολλοί νομίζουν. Απλώς υπερπολλαπλασιάστηκαν λίγα ανθεκτικά είδη, τα οποία κάλυψαν το κενό. Στην ξηρά κυριάρχησαν λίγα είδη αγριόχορτων, τα οποία ήταν ανθεκτικά σε μεταβαλόμενες συνθήκες, όπως σήμερα γίνεται σε μολυσμένα περιβάλλοντα ή σε κάποιο μικρό οικόπεδο σε μια πόλη, όπου το χώρο πρασινίζουν ελάχιστα, αλά πολύ ανθεκτικά αγριόχορτα. Ανθοφόρα φυτά δεν υπήρχαν όμως τότε – οι πρόγονοί τους φυσικά υπήρχαν -, οπότε τα αγριόχορτα ήταν λίγο διαφορετικά: φτέρες, πολυκόμπια, λυκόφυτα – η τελευταία φορά που τα λυκόφυτα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα -, λίγα θαμνώδη πτεριδοσπερματόφυτα και το ποώδες κωνοφόρο αιθόφυλλο (Aithophyllum stipulare). Αν και όλα τα γυμνόσπερμα τότε και τώρα ήταν ξυλώδη, το συγκεκριμένο κωνοφόρο εξελίχθηκε στη μορφή του ζιζανίου, για να εκμεταλλευτεί το ευμετάβλητο αυτό περιβάλλον. Ανήκε στην τάξη Voltziales, η οποία ήταν και η πρώτη τάξη κωνοφόρων, και είχε δέντρα με τη μορφή της αραουκάριας, αλλά χωρίς ρητίνη και με αρκετά διαφορετικούς, απλούστερους κώνους. Η οικογένεια αυτή είχε πληγεί σοβαρά από την καταστροφή, αλ΄λα σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα, μέλη της επιβίωσαν και μέχρι το Κρητιδικό, 120 εκατομμύρια χρόνια μετά ή και αργότερα. Το αιθόφυλλο λοιπόν είχε λεπτό, πλήρως ποώδη βλαςτό με ινώδη φλοιό και κοίλο εσωτερικό, κάπως σαν καλάμι. Έφτανε σε μέγιστο ύψος τα 2 μέτρα, και ανά διαστήματα στον κορμό είχε ψευδοσπονδύλους κλαδιών, σαν την αραουκάρια, τα οποία διακλαδίζονταν πτεροειδώς σε πλευρικά κλαδάκια. Τα φύλλα του ήταν μικ΄ρα και ταινιοειδή. Τα φυτά ήταν μόνοικα, δηλαδή παρήγαγαν τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους στο ίδιο φυτό, οι οποίοι φύονταν στις άκρες όλων των κλαδιών. Το φυτό ήταν μονοκαρπικό, και μετά την κωνοφορία και την ανάπτυξη των σπόρων ξεραινόταν. Δεν ξέρουμε σε πόσα χρόνια ωρίμαζε, αλλά θα μπορούσε να τελειώνει την ανάπτυξή μέσα σ’ένα χρόνο, κάνοντάς το έτσι το μόνο γνωστό μονοετές κωνοφόρο. Και όπως και τα σημερινά ζιζάνια, τα οποία ανθίζουν και αναπαράγονται ακόμα κι αν έχουν φυτρώσει ανάμεσα σε΄δύο πλάκες τσιμέντου και έχουν γίνει μόνο 5 εκατοστά, έτσι κι εκείνο το κωνοφόρο αναπαραγόταν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έχει βρεθεί ταλαιπωρημένο αιθόφυλλο, το οποίο αποτελούταν μόνο από δύο όρθιους βλαστούς των 30 εκατοστών που έβγαιναν από τη ρίζα, ο κάθένας μ’έναν κώνο στην κορυφή. Έτσι, όπως κι εκείνο το κωνοφόρο μπορούσε να κωνοφορήσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έτσι και το συγκεκριμένο κυπαρισσάκι ωρίμασε σε αυτό το περιοριστικό περιβάλλον.

Αν και λιγότερο γνωστά, παρόμοια ποώδη κωνοφόρα είχαν επίσης εξελιχθεί στη Λιθανθρακοφόρο, πριν 300-350 εκατ. Χρόνια πριν, τα οποία κάλυπταν ξηρότερες περιοχές. Πώς να ΄ήταν άραγε τότε;

Ενημέρωση 4/6/2018: Το δεντράκι καταστράφηκε ανεπανόρθωτα από δυνατούς ανέμους τον Ιανουάριο του 2017. Ο κορμός σχίστηκε στη΄μέση, γιατί η μεγάλη διακλάδωση που είχε έσπασε.

Το μικρό κι αναπτυσσόμενο μανιτάρι.

Το μεγάλο μανιτάρι.

Ο πίλος από πάνω.

Ο πίλος από κάτω.

Κομμένοι στύποι.

Ήταν ύχτα, αν και το μέρος που φωτογράφιζα είχε φως και η μηχανή φλας, οπότε δεν έχουν και την καλύτερη ευκρίνεια.

Το παράξενο αυτό μανιτάρι το είχα ξαναπετύχει πέρσι την ίδια εποχή στο ίδιο ακριβώς μέρος, κι από τότε επισκεπτόμουν περιοδικά την τοποθεσία μήπως και το ξαναβρω για να το φωτογραφήσω προς αναγνώριση. Τελικά το βρήκα στις 24 Αυγούστου.

Ο τόπος είναι το χωριό Πύργοι του νομού Κοζάνης, σχεδόν στα 800 μέτρα υψόμετρο. Η ιδιαίτερη τοποθεσία είναι το ένα νεκροταφείο του χωριού (έχει δύο), που βρίσκεται στην επίπεδη αρκετά κορυφή ενός λόφου από αργιλώδες κοκκινόχωμα και ασβεστολιθικά πετρώματα, ο οποίος είναι άγονος και ξερός, και ιδίως το καλοκαίρι το νερό των βροχών αποστραγγίζει γρήγορα. Στην κορυφή υπάρχουν πεύκα, αμυγδαλιές και τα τυπικά
κυπαρίσσια
των νεκρών.

Ο συγκεκριμένος μύκητας φαίνεται να συνδέεται μ’ένα συγκεκριμένο κυπαρίσσι, αφού στο ίδιο ακριβώς δέντρο είχα βρει και το μανιτάρι πέρσι. Βρίσκεται εντός των τοίχων του νεκροταφείου και είναι μεγάλης ηλικίας. Τα μανιτάρια ήταν από κάτω, σε σχετική σκιά με κάποιες ώρες ήλιου τη μέρα, φυτρωμένα όρθια σε χώμα ξερό με αραιά οργανικά στοιχεία (ξερά κλαδάκια και κώνους κυπαρισσιού, ξερά χορταράκια). Φέτος βρήκα τρία: το βλαστό (στύπο) ενός που είχε ήδη πέσει, και τα δύο των φωτογραφιών, ένα αρκετά μεγάλο και ξερό έτοιμο να πέσει κι ένα νεαρό σε ανάπτυξη, τα οποία όμως έκοψα και τα δύο, εφόσον ο μύκητας τα παράγει κάθε χρόνο.

Είναι πολύ παράξενα μανιτάρια όπως είπα. Πρώτο απ’όλα δεν έχουν τα ελάσματα των γνήσιων μανιταριών, οπότε δεν είναι τυπικά μανιτάρια. Όταν έβγαλα το μικρό είχε στη βάση του ένα λευκό ινώδη κωλεό (βόλβα), που δεν είναι πλήρης στην εικόνα γιατί έσπαγε πολύ εύκολα. Ο στύπος στο μεγάλο μπορεί να ξεπερνούσε και τα 30 εκατοστά, στο μικρό ήταν κοντά στα 12, σκληρός στο αναπτυσσόμενο, στο μεγάλο και ξερό κατέρρεε εύκολα. Ήταν ινώδης και σωληνωτός όπως άλλων μανιταριών, γκριζωπός, τραχύς εξωτερικά, και σχιζόταν διαμήκως εύκολα, ενώ εγκάρσια κοβόταν πολύ δύσκολα. Ο πίλος στο μικρό μανιτάρι ήταν απλώς πολύ μικρότερος στο μέγεθος και λίγο πιο θολωτός, δεν ήταν οι άκρες του στραμμένες προς τα μέσα όπως σ’άλλα αναπτυσσόμενα μανιτάρια. Στο μεγάλο θα είχε διάμετρο τα 4-5 εκατοστά, ήταν αρκετά λεπτός, κοκκινοκαφέ και, το πιο παράξενο, καλυπτόταν από ένα υλικό που έσπαγε σε λεπτή σκόνη εύκολα. Το εσωτερικό του μανιταριού μύριζε κάπως παράξενα, και το μικρότερο που ήταν ζωντανό είχε πολύ λιγότερη υγρασία από ένα κανονικό μανιτάρι υγρού περιβάλλοντος. Προφανώς πρόκειται για είδος ξηρού κλίματος που συνάπτει
Μυκοριζικές
Σχέσεις με κωνοφόρα.

Τι θα μπορούσε να είναι; Όποιος γνωρίζει, παρακαλώ να κάνει ένα σχόλιο.

Ενημέρωση 2/9/2013: Λίγες μέρες μετά, ξαναεπισκέφθηκα το μέρος μήπως και βρω άλλα μανιτάρια. Αυτό που βρτήκα όμος ήταν μια πεσμένη φωλιά μικρού πουλιού.

Ξέρει άραγε κανείς πιο πουλί κάνει τέτοιες φωλιές; Έχω βρει κι άλλες φορές.

Παλαιότερα είχα κάνει μια δημοσίευση για το
Μεσογειακό ή κοινό κυπαρίσσι
(Cupressus sempervirens), το πλέον αναγνωρίσιμο και κοινό κυπαρίσσι στη χώρα μας, ως αυτοφυές κιόλας. Τώρα θα γράψω για τρία άλλα πασίγνωστα είδη ευρείας καλλιέργειας στη χώωρα μας κι αλλού, ας τα πούμε εξωτικά, αν και στην πραγματικότητα έχουν δεκαετίες καλλιέργειας στις περιοχές μας και πλέον θεωρούνται κοινότατα, ενώ κάποια απ’αυτά έχουν προσαρμοστεί και στη φύση. Και τα τρία είδη είναι βορειοαμερικανικής προέλευσης.

Για τα κυπαρίσσια, τη μορφολογία, την εξέλιξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είχα αναφέρει εκτενώς στο άρθρο του μεσογειακού κυπαρισσιού, αν κι εδώ θα κάνω μια μικρή ανακεφαλαίωση. Όλα τα κυπαρίσσια ανήκουν στην οικογένεια των κυπαρισσιδών (cupressaceae), η οποία μπορεί να θεωρηθεί η πιο εξελιγμένη ομάδα κωνοφόρων, εννοώντας η πιο διαφοροποιημένη απ’τους αρχικούς προγόνους, βλ. δέντρα όμοια με
Αραουκάριες.
Η οικογένεια περιλαμβάνει είδη από δέντρα άνω των 100 μέτρων όπως κάποιες σεκόγιες ως μικρούς θάμνους σαν τις
Αρκεύθους.
Όπως σ’όλα τα κωνοφόρα, ο θηλυκός κώνος αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, σπειροειδώς γύρω απ’τον οποίον εκφύονται
συμπλέγματα ενός βρακτίου στη μασχάλη του οποίου βρίσκεται ο ωοθηκοφόρος βλαστός (λέπι). Η προγονική αυτή μορφή παραμένει σε πολλά μέλη της οικογένειας των πεύκων (πευκίδες), αλλά στις περισσότερες άλλες έχει τροποποιηθεί. Στα κυπαρισσοειδή τα λέπια του κώνου είναι συνήθως ασπιδόμορφα, με στενό ποδίσκο δηλαδή και πλατιά κορυφή, σαν ασπίδες με λαβή ή πλατιές ομπρέλες, ενώ το βράκτιο είναι πλήρως συνενωμένο με το λέπι, με μόνο μακροσκοπικά ορατό υπόλειμμά του μια προεξοχή στο κέντρο του λεπιού. Σε πολλά γένη ο κώνος έχει τροποποιηθεί ακόμα περισσότερο, με αντίθετα κι όχι σπειροειδή λέπια ή κι ανά σπονδύλους των τριών (άρκευθοι) ή των τεσσάρων. Το γένος των κυπαρισσιών (Cupressus) είναι λοιπόν απ’τα πιο εξελιγμένα της οικογένειας, με σφαιρικούς συμπαγείς κώνους, που αποκλείνουν αρκετά απ’τους κώνους των κωνοφόρων ώστε λέγονται κυπαρισσόμηλα, αποτελούμενους από αντίθετα ζεύγη λεπιών σε ορθή γωνία το ένα με το επόμενο, με τα τελευταία και μερικές φορές τα πρώτα μικρότερα και στείρα, που έχουν μόνο σκοπό τη διατήρηση του σχήματος του κώνου. Ο αριθμός σπόρων ανά λέπι ποικίλει ανά είδος. Οι κώνοι βρίσκονται στα λεπτά φυλλοφόρα συμπλέγματα κλαδιών, χαρακτηριστικά για τα είδη αυτά, κι ωριμάζουν συνήθως σε περίοδο άνω του ενός χρόνου. Το περισσότερο φωτοσυνθετικό φύλωμα βρίσκεται σ’αυτά τα πολύπλοκα διακλαδιζόμενα συμπλέγματα στις άκρες των κεντρικότερων κλαδιών, με φύλλα κυρίως λεπιοειδή κατά αντίθετα ζεύγη. Μεγαλύτερα φύλλα φέρουν οι κεντρικότεροι βλαστοί. Οι περισσότεροι απ’αυτούς τους μικρούς βλαστούς δεν αναπτύσονται σε μεγάλα κλαδιά, αλλ’όσο μεγαλώνει το φυτό, αναπτύσσονται τα κεντρικά τους κυρίως μέρη, και τα υπόλοιπα, εφόσον βρίσκονται στο σκιερό εσωτερικό του φυτού και δε χρειάζονται πλέον, ξεραίνονται και πέφτουν (κλαδόπτωση). Πολλά κυπαρισοειδή χρησιμοποιούν την κλαδόπτωση αντί για τη φυλλόπτωση όταν ένα μέρος τους ξεραίνεται. Εξαίτίας αυτής της πολύκλαδής ανάπτυξης, τα κυπαρίσσια έχουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα ακόμα κι αν μεγάλο μέρος τους καταστραφεί. Ο φλοιός είναι κοκκινωπός, ινώδης και σχίζεται σε κάθετες λωρίδες και το ξύλο είναι κόκκινο και πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα, γι’αυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική. Όπως όλα τα σημερινά κωνοφόρα, τα φυτά είναι ρητινώδη, γι’αυτό και σχεδόν κανένας οργανισμός δεν εισβάλει στο ξύλο τους. Το μέσο ύψος των δέντρων του γένους είναι τα 20 μέτρα. Στη νεαρή τους φάση, για τον πρώτο χρόνο ή και περισσότερο, τα κυπαρισσάκια έχουν μακριά, βελονοειδή φύλλα όπως οι πρόγονοί τους ως αταβιστικό στοιχείο (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση κατά Ερνστ Χέκελ). Επομένος όταν βλέπετε μικροσκοπικά κυπαρισσάκια με κανονικό φύλλωμα ή και κώνους, είναι σχεδόν σίγουρο πως έχουν αναπαραχθεί με μοσχεύματα (κλαδιά). Τέτοια αναπαραγωγή είναι πιο δύσκολη στα κωνοφόρα σε σχέση μ’αυτήν ανθοφόρων φυτών, αλλά εφαρμόζεται εκτεταμένα για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτω δέντρων. Μπορεί να παίρνει αρκετό χρόνο μέχρι τη ριζοβολία, αλλά το αρχικό μέγεθος του φυτού έπειτα είναι μεγαλύτερο, ενώ αυτός είναι ο μόνος τρόπος διαιώνισης ποικιλιών ή υβριδίων. Τέλος να κάνω μια σημείωση: έχει προταθεί από πολλούς ταξινομιστές τα κυπαρίσσια της Αμερικής να μετακινηθούν σε άλλο γένος, στο γένος Callitropsis, επειδή γενετικά απέχουν περισσότερο απ’τα φυτά του γένους Cupressus. Θα χρησιμοποιώ το ευρύτερο γένος Cupressus για ευκολία, μιας κι αυτό παραμένει ακόμα το περισσότερο χρησιμοποιούμενο στη βιβλιογραφία.

Μεγάλο κυπαρίσσι Αριζόνας στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Μέρος του κορμού του ίδιου δέντρου. Στη γωνία που κάνει ο κορμός κάποτε θα υπήρχε ένα άλλο κλαδί που κόπηκε παλιά. Παρά τη μεγάλη ανθεκτικότητα του ξύλου τω κυπαρισσιών, μία βαθιά τρύπα που δημιουργήθηκε εκεί έχει γίνει η φωλιά μυρμηγκιών από όσο θυμάμαι.

Νεαρό δέντρο του είδους φυτεμένο πριν λίγα χρόνια σ’άλλο μέρος της Σχολής Τυφλών, φτάνει τα 3 μέτρα.

Κλαδί φορτωμένο με κώνους του ίδιου φυτού.

Το πρώτο είδος της ομάδας είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας (επιστημονική ονομασία Cupressus arizonica), που όπως λέει το όνομά του, κατάγεται από την Αριζόνα, αλλά κι από πολλές άλλες πολιτείες των δυτικών ακτών των ΗΠΑ και του Μεξικού. Ευδοκιμεί σε ξηρές περιοχές, συχνά με έντονους ανέμους και ακραίες θερμοκρασιακές αλλαγές και είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και το κρύο. Το δέντρο έχει γεμάτη κωνική προς στηλοειδή μορφή, με ύψος που κυμαίνεται μεταξύ των 10 και 20 μέτρων, αν και συνηθέστερο είναι 12-15 μέτρα, με διάμετρο κορμού έως και τα 50 εκατοστά. Τα λεπτά κλαδιά που φέρουν το γαλαζοπράσινο φύλλωμα είναι κυλινδρικά (σε πολλά είδη είναι πεπλατυσμένα) και διακλαδίζονται τρισδιάστατα, όχι δισδιάστατα όπως το μεσογειακό είδος, με φύλλα μήκους 2-5 χιλιοστών. Οι γκριζοπράσινοι κώνοι έχουν μήκος 15-33 χιλιοστά, με 4-10 λέπια, συνήθως όμως 6-8, και παραμένουν ξηροί και κλειστοί πάνω στο δέντρο αφού έχουν ωριμάσει για χρόνια, μέχρι να πέσουν με κάποιον τρόπο ή θερμανθούν από κάποια πυρκαγιά που θα κάψει το γονέα, συχνό φαινόμενο στις περιοχές καταγωγής του είδους. Οι αφανείς αρσενικοί κώνοι έχουν μήκος 3-5 χιλιοστά κι απελευθερώνουν τη γύρη τους αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Αναγνωρίζονται 5 φυσικές ποικιλίες: Cupressus arizonica var. arizonica (νότια Αριζόνα, νοτιοδυτικό Νέο Μεξικό, νότια ως τα όροι Τσίσος του δυτικού Τέξας και τις πολιτείες Ντουράγγο και Ταμάουλιπας του Μεξικού), C. a. var. glabra (κεντρική Αριζόνα), C. A. var. Montana (δάση βελανιδιάς και πεύκου της Σιέρα Χουαρέζ και του Αγίου Πέτρου του Μάρτυρος της βόρειας Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, απειλούμενη ποικιλία), C. a. var. nivadensis (νότια Καλιφόρνια στις κωμητίείεςΚερν και Τουλάρ), και C. A. var. stephensoni (κωμητεία Σαντιέγκο της νότιας Καλιφόρνιας, απειλούμενη ποικιλία). Η γνωστότερη καλλιεργούμενη ποικιλία είναι η έντονα γλαυκίζουσα var. glabra της Αριζόνας.

Λεμονοκυπάρισσο ποικιλίας γκόλντκρεστ φυτεμένο στο δρόμο, περίπου 3 μέτρα. Το φωτογράφησα βράδυ, χωρίς κίνηση, για να μη νομίζει κανείς ότι στοχεύω κακόβουλα κάτι στο δρόμο. Ευτυχώς απ’τα δέντρα δε χρειάζεται να ζητήσεις άδεια για φωτογράφιση. Βρίσκεται πάντως λίγα μέτρα ανεβαίνοντας στην Καλιδοπούλου μετά τη Βασιλίσσης Όλγας κι αυτό το σπαστικό κίτρινο αυτοκίνητο κανενός παλιοκουμουνιστή δίπλα είναι ό,τι πρέπει για μπουρλότο!

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά του ίδιου δέντρου.

Το δεύτερο είδος είναι το εξίσου γνωστό λεμονοκυπάρισσο ή κυπαρίσσι του ΜόντερεΪ (ε. ο. Cupressus macrocarpa). Στον τόπο αρχικής του εξάπλωσης ο πληθυσμός του δέντρου έχει μμειωθεί, από ένα τεράστιο δάσος που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις των ορεινών περιοχών της δυτικής ακτής των ΗΠΑ, σε δύο μόνο σημεία της κεντρικής ακτής της Καλιφόρνιας, στο σημείο των κυπαρισσιών στην Παραλία των Βοτσάλων και στο σημείο Λόμπος κοντά στην πόλη Καρμέλ. Τα εναπομείναντα κυπαρίσσια μπορεί να’χουν ηλικία πάνω από 2000 χρόνια, συχνά με ύψος που ξεπερνά τα 40 μέτρα και διάμετρο κορμού τα 2,5 μέτρα. Ευδοκιμούν καλύτερα στις ορεινές παραθαλάσσιες περιοχές, όπου το κλίμα είναι ήπιο και υγρό όλο το χρόνο, με ήπιους βροχερούς χειμώνες και δροσερά υγρά καλοκαίρια εξαιτίας της θαλάσσιας ομίχλης. Παρά όμως τις ήπιες καιρικές συνθήκες, η περιοχή του είδους είναι τόπος εκδήλωσης σοβαρών ανεμοθυελλών, οι οποίες συχνά σπάζουν κλαδιά με αποτέλεσμα τα μεγάλα δέντρα νά’χουν ακανόνιστο σχήμα. Με την καλλιέργεια το είδος σήμερα έχει προσαρμοστεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου με υγρό κλίμα, όπως στη Νέα Ζηλανδία, όπου μαζί μ’άλλα κωνοφόρα που καλλιεργούνται για ξυλεία, έχει ξεφύγει στη φύση και συμπεριφέρεται ως επεκτατικό είδος. Το φύλλωμά του είναι έντονο ανοιχτοπράσινο, και βρίσκεται σε φουντωτά τρισδιάστατα συμπλέγματα κυλινδρικών κλαδιών, με φύλλα λεπιοειδή μήκους 2-5 χιλιοστών. Τα νεαρά φυτά για τον πρώτο χρόνο φέρουν το βελονοειδές φύλωμα, μήκους 4-8 χιλιοστών. Οι κώνοι έχουν μήκος 2-4 εκατοστών, με 6-14 λέπια, αρχικά πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφέ. Οι αφανείς αρσενικοί κόνοι είναι μικροσκοπικοί, μήκους 3-5 χιλ. κι απελευθερώνουν γύρη αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Το πλέον αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είδους είναι ωστόσο η κιτρώδεις μυρωδιά του φυλλώματος, αν αυτό τριφτεί έντονα ή κοπεί. Δεν έχει καμία σχέση με το λεμόνι, απλώς ανεξάρτητα εξέλιξε την παραγωγή παρόμοιων ουσιών, όπως και πολλά άλα φυτά, για την απώθηση των εχθρών. Μια πολύ γνωστή, ίσως και η περισσότερο καλλιεργούμενη ως καλλωπιστικό ποικιλία είναι η ‘goldcrest’, με χαρακτηριστικό το φουντωτό της σχήμα με το έντονο κιτρινοπράσινο ημιενήλικο φύλλωμα, που έχει λεπιοειδή βάση αλλά βελονοειδή άκρη, μαλακό και συγχρόνως σκληρό στην υφή όταν είναι φρέσκο, αλλά τραχύ και εύθραυστο όταν ξεραθεί.

Τέλος το τρίτο είδος δεν είναι γνήσιο είδος, αλλά υβρίδιο. Το γνωστό κυπαρίσσι λέιλαντ (ε. ο. Cupressus x leylandii) προήλθε από τη διασταύρωση του λεμονοκυπάρισσου με το κυπαρίσσι Νούτκα (Cupressus nootkatensis) του παγωμένου νησιού Βανκούβερ και της Αλάσκας. Η διασταύρωση ήταν εντελώς τυχαία στη Βρετανία. Το 1845, ο τραπεζίτης του Λίβερπουλ Κρίστοφερ Λέιλαντ αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα, το Λέιτον Χολ του Πάουις στην Ουαλία από την οικογένια των Κόρμπερτ απ’το Σρόπσάιαρ. Το 1847, το πούλησε στον ανιψιό του (μάλλον δεν είχε δικά του παιδιά) Τζον Νέιλορ, ως δώρο για το γάμο του, ο οποίος έπειτα το αναδιαμόρφωσε. Κάλεσε τον κηποτέχνη Έντουαρτ Κεμπ για να σχεδιάσει τους κήπους, μέσα στους οποίους φύτεψε πολλά κωνοφόρα, όπως σεκόγιες, αραουκάριες και τα δύο αυτά είδη κυπαρισσιών αρκετά κοντά μεταξύ τους. Το υβρίδιο πρωτοδημιουργήθηκε το 1888, με γονιμοποίηση των θηλυκών κώνων του νούτκα από γύρη του λεμονοκυπάρισσου. Τον επόμενο χρόνο όμως ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος πέθανε, κληροδοτώντας το στον πρωτότοκο γιο του Κρίστοφερ Τζον Νέιλορ, πλοίαρχο εμπορικού πλοίου. Το 1891 ο Τζον κληρονόμησε όλη τη γη του λέιλαντ από ένα θείο μακρινό πρόγονό του, τα οποία δόθηκαν σ’αυτόν μετά το θάνατο του θείου του Τόμας Λέιλαντ. Μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, άλλαξε το επώνυμό του σε Λέιλαντ και μετακινήθηκε στο Κάστρο Χάγκερστοουν της Νορθουμβρίας (πολύ πλούσια οικογένεια, τυπικοί αριστοκράτες Βρετανοί), όπου συνέχιζε να βελτιώνει το υβρίδιο του δέντρου, κι ονόμασε την πρώτη ποικιλία ‘Haggerstone grey’. Το αγρόκτημα του λέιτον έπειτα έλαβε ο νεότερος αδερφός του Τζον Νέιλορ, ο οποίος, το 1911 δημιούργησε το αντίστροφο υβρίδιο με γύρη κυπαρισσιού νούτκα σε θηλυκούς κώνους λεμονοκυπάρισσου, ονομάζοντάς το ‘Leighton green’. Από τότε το δέντρο έχει δημιουγηθεί πάνω από 20 φορές, αν και σήμερα οι παραγωγοί του προτιμούν να το αναπαράγουν με μοσχεύματα, αφού είναι στείρο. Οι περισσότεροι των πρώτων γεννητόρων του υβριδίου ζουν ακόμα.

Το φυτό παρουσιάζει το φαινόμενο της
Υβριδικής ευρωστίας,
Δηλαδή συνδυάζει τα θετικά στοιχεία των προγόνω του δημιουργώντας μια ανθεκτικότερη μορφή. Συνδυάζει την ανθεκτικότητα στο κρύο του κυπαρισσιού νούτκα με τη γρήγορη ανάπτυξη του λεμονοκυπάρισσου, αν και το υβρίδιο αναπτύσσεται ακόμα γρηγορότερα, βάζοντας περίπου ένα μέτρο το χρόνο. Μέσα σε 15 χρόνια το δέντρο αυτό μπορεί να φτάσει τα 16 μέτρα. Ευδοκιμεί στα περισσότερα εδάφη χωρίς πρόβλημα. Το φύλλωμά του μοιάζει πολύ με του λεμονοκυπάρισσου, αν και είναι σκουρότερο, δε μυρίζει λεμόνι, και είναι δισδιάστατο όπως του μεσογειακού είδους, ενώ από μικρή ηλικία είναι φορτωμένο με κώνους περίπου ενάμισι εκατοστού, αλλ’όπως είπα στείρους. Εάν το φυτό ήταν γόνιμο, θα είχε καταλάβει γρήγορα το φυσικό περιβάλλον, όπου κι αν βρισκόταν. Σπανιότατα ίσως εμφανίζεται κάποιος γόνιμος σπόρος όπως και σ’άλλα υβρίδια, αλά αυτό δε θα πρέπει να γίνει αιτία ανησυχίας για την ασφάλεια του οικοσυστήματος. Παρά την ανθεκτικότητά του πάντως, έχει ρηχό ριζικό σύστημα που το κάνει επιρρεπές σε πτώσει απ’τον άνεμο και στα προβλήματα της ξηρασίας. Σε πολύ θερμά και ξηρά κλίματα δυσκολεύεται να ευδοκιμήσει και υποκύπτει σε διάφορες ασθένειες.

Και τα τρία παραπάνω είδη καλλιεργούνται ευρέως στη χώρα μας σε διάφορες συνθήκες. Το κυπαρίσσι της Αριζόνας είναι ίσως το πιο ανθεκτικό των τριών, μιας και ευδοκιμεί σε υψόμετρα άνω των 800 μέτρων, αλλά και σε ξηρότατα μέρη, και μπορεί ν’αναπαραχθεί, αν και δύσκολα εξαιτίας της ιδιαίτερης αναπαραγωγικής του βιολογίας (το έχω συναντήσει σ’όλα αυτά τα περιβάλλοντα σε μεγάλους αριθμούς, μερικές φορές με μικρά δίπλα στα μεγαλύτερα δέντρα). Το λεμονοκυπάρισσο προτιμα ήπιο κλίμα, επομένως δεν αντέχει ούτε το υπερβολικό κρύο ούτε την υπερβολική ηγρασία, γι’αυτό και δε θα το συναντήσουμε σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Το λέιλαντ αντέχει σχεδόν παντού, εκτός ίσως από την υπερβολική ξηρασία. Καλλιεργούνται όπως κάθε εύκρατο μεγάλο δέντρο, προτιμώντας έδαφος καλής αποστράγγισης και ηλιόλουστη θέση, αλλά κι ανοιχτό χώρο ώστε να ψηλώσουν. Σε γλάστρες επιβιώνουν και κωνοφορούν κανονικά. Ο πατέρας μου για παράδειγμα, εκτός απ’τα δύο τεράστια μεσογειακά κυπαρίσσια που έχει, έχει κι ένα λεμονοκυπάρισσο άγριου τύπου κι ένα κυπαρίσσι Αριζόνας που έχουν ξεπεράσει κι αυτά τα 2 μέτρα σε γλάστρες. Το κυπαρίσσι Αριζόνας κωνοφορεί συνεχώς. Λεμονοκυπάρισσο δεν έχω συναντήσει ποτέ με κώνους. Τα λέιλαντ χρησιμοποιούνται συχνά στη δημιουγία φυσικών φρακτών, όπου φυτεύονται αρκετά κοντά μεταξύ τους και κλαδεύονται σε όμοιο ύψος για να δημιουργήσουν με το χρόνο ένα πυκνό και αδιαπέραστο τείχος, απ’όπου δε φαίνεται τίποτα. Αν κι εντελώς αφύσικη κατάσταση για κωνοφόρα, τα οποία στη φύση ψηλώνουν ακάθεκτα, το συγκεκριμένο είδος την ανέχεται αρκετά και φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα γρήγορα εξαιτίας της ταχείας αύξησής του.

Η ανθεκτικότητα στις ασθένειες ποικίλει ανά είδος. Γενικά τα κωνοφόρα είναι ανθεκτικά στις περισσότερες εντομολογικές και μυκητολογικές παθήσεις, μερικές ωστόσο παραμένουν σοβαρές. Τα κυπαρίσσια για παράδειγμα προσβάλλονται από το μύκητας Seiridium cardinale, προκαλώντας την ξήρανση των κυπαρισσιών, που συχνά είναι θανατηφόρα. Ο μύκητας επιτίθεται σε ζεστό και ξηρό καιρό, όταν το κωνοφόρο βρίσκεται υπό στρες, κι αρχικά νεκρώνει κάποια μέρη του φυλλώματος, οδηγώντας γρήγορα σε νέκρωση μεγάλων περιοχών και τελικά στο θάνατο όλου του δέντρου. Το μεσογειακό κυπαρίσσι θεωρείται μέτρια ανθεκτικό στη νόσο. Το πιο ανθεκτικό απ’τα παραπάνω είδη είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας, που είναι προσαρμοσμένο για ζεστά και ξηρά κλίματα. Το λέιλαντ έχει αρκετά χαμηλή ανθεκτικότητα, ενώ το λεμονοκυπάρισσο έχει τη χαμηλότερη απ’τα παραπάνω είδη. Πολλά λεμονοκυπάρισσα στην Ελλάδα υποκύπτουν στην ασθένεια το καλοκαίρι και ξεραίνονται γρήγορα, και αν οι συνθήκες τους είναι καλές. Γι’αυτό το λόγο θα βρούμε λίγα τέτοια δέντρα μεγάλα είτε στο έδαφος είτε σε γλάστρες. Απ’όσα δέντρα του είδους ξέρω, τα περισσότερα ξεράθηκαν το καλοκαίρι. Ο πατέρας μου είχε παλαιότερα δύο λεμονοκυπάρισσα γκόλντκρεστ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, και τα δύο εκ των οποίων καταστράφηκαν. Το ένα είχε θυμάμαι ξεραθεί στο εσωτερικό, αλλά έπειτα ανέκαμψε, για να ξεραθεί το μεθεπόμενο καλοκαίρι. Παρόλα αυτά η φυσική μορφή του δέντρου ζει ακόμα. Ένα μεγάλο γκόλντκρεστ επίσης είναι φυτεμέννο στο δρόμο κοντά στην περιοχή μου (αυτό των φωτογραφιών παραπάνω), εδώ και μερικά χρόνια, και δε δείχνει κανένα σημάδι ασθένειας. Προφανώς δεν επηρεάζονται όλα τα δέντρα απ’το σειρίδιο. Όταν όμως επηρεαστούν, η πάθηση είναι ανίατη και δε μπορεί να γίνει τίποτα για την ατιμετώπισή της. Άλλοι παθογόνοι που μπορεί να προκαλέσουν ξήρανση είναι μύκητες του γένους Fusarium σε θερμό καιρό και μύκητες του γένους Verticillium σε δροσερό καιρό, αμφότεροι των οποίων μπορούν να επιτεθούν στα κυπαρίσσια, κυρίως στο λέιλαντ και στο λεμονοκυπάρισσο, προκαλώντας ξήρανση εξαιτίας της ανάπτυξής τους μέσα στα αγγεία που τα κλείνει. Η ξήρανση αυτή εμφανίζεται στις κορυφές ή μονόπλευρα σε μερικά μόνο κλαδιά, και παραμένει ως χρόναι ασθένεια σ’αυτά τα δέντρα. Σπάνια θεραπεύεται εντελώς με την απομάκρυνση των ξερών μερών του φυτού, ενώ μεταδίδεται εύκολα στα υγιή με τα αποβληθέντα μέρη, τον άνεμο, ακόμα και το πέρασμα ανάμεσα στα φυτά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι της Αριζόνας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λεμονοκυπάρισσο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι λέιλαντ
αδρομυκώσεις σε καλλιεργούμενα φυτά

Η μικρή μου ακόμα αραουκάρια 16/6/2012.

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά.

Το φυτό που βλέπετε προστέθηκε στη συλλογή μου στις 7 Μαΐου φέτος. Είναι ιδιαίτερο στην εμφάνιση και στην ανάπτυξη, σχετικά σπάνιο, τέλεια συμμετρικό και αρχέγονο, και γι’αυτούς τους λόγους έγινε γρήγορα απ’τα αγαπημένα και ξεχωριστά μέλη της συλλογής μου. Είναι μια αραουκάρια ή αλλιώς αροκάρια ή αρωκάρια του νησιού Νόρφολκ, με επιστημονικό όνομα Araucaria heterophylla (αραουκάρια η ετερόφυλλος), γνωστή συχνά και με το παλαιότερό της Araucaria excelsa (αραουκάρια η έξοχος), υποτροπικό κωνοφόρο δέντρο του Νοτίου Ημισφαιρίου με αρκετές ιδιαιτερότητες. Μολονότι σήμερα καλλιεργείται σ’όλον τον κόσμο, σχεδόν πουθενά δεν καλλιεργείται ευρέως παρόλη την ομορφιά και τη συμμετρία του, ούτε καν σ’όλα τα τροπικά και υποτροπικά μέρη όπου φυτεύεται στο έδαφος ως ψηλό δέντρο. Δυστυχώς που γίνεται αυτό με αποτέλεσμα αυτό το ιδιαίτερο φυτό να γίνεται σπάνιο, δυσεύρετο κι ακριβό, ενώ άλλα γνωστότερα κι όχι τόσο ιδιαίτερα να κατακλύζουν τον τόπο. Για να γίνει όμως γνωστό αυτό το κωνοφόρο θα πρέπει να εκτίθεται κάπου, να το δει ο κόσμος, ν’ανεβεί η ζήτηση. Αυτό δυστυχώς δε γίνεται, κι έχω από προσωπική εμπειρία να πω πως δυσκολεύτηκα υπερβολικά να βρω το συγκεκριμένο φυτό. Μ’αυτό το θέμα λοιπόν έχω καλύψει όλα τα φυτά της συλλογής μου ως τώρα. Λέω ως τώρα, διότι αναμένονται λίγα ακόμα σπάνια είδη. Φυσικά τα φυτικά είδη στο σύνολό τους δεν εξαντλούνται ποτέ, κι έτσι θα συνεχίζονται να προστίθενται θέματα για αυτήν τη μεγάλη και πολυποίκιλη ομάδα ειδών του πλανήτη μας.

Ας πούμε όμως αρχικά λίγα λόγια για την οικογένεια αυτού του δέντρου. Το είδος αυτό ανήκει στην οικογένεια των αραουκαριιδών (araucariaceae), μια πανάρχαια οικογένεια κωνοφόρων που σήμερα περιορίζεται κυρίως στο Νότιο Ημισφαίριο με κατακερματισμένη εξάπλωση, στο παρελθόν όμως κυριαρχούσε στα περισσότερα μέρη του κόσμου, ώσπου ήρθε η μεγάλη εξ αστεροειδούς καταστροφή πριν 65 εκατομμύρια χρόνια εξαφανίζοντας τους δεινοσαύρους και πολλά άλλα είδη, και περιορίζοντας πολλά άλλα, συμπεριλαμβανομένης αυτής της οικογένειας. Η οικογένεια όμως αυτή των κωνοφόρων παραδόξως δεν εξωθήθηκε από τα ανθοφόρα όπως άλλα κωνοφόρα να ζήσει σε ορεινές ή πολικές περιοχές, αλλά παρέμεινε στην αρχική της οικολογική θέση στα τροπικά δάση. Τρία γένη αναγνωρίζονται σ’αυτήν την οικογένεια: το γένος της αραουκάριας (Araucaria), το γένος της αγαθίδας (Agathis), και το γένος της βολέμιας (Wollemia). Για τη βολέμια είχα αναφέρει παλιά
εδώ.
Είναι το πιο πρόσφατα ανακαλυμμένο είδος κωνοφόρου το 1994 σε κάτι απομονωμένα φαράγγια στη νοτιοανατολική Αυστραλία, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ζωντανό απολίθωμα, αφού πρώτα ανακαλύφθηκε ως απολίθωμα συγγενικού είδους και πιστευόταν πως είχε χαθεί, μέχρι που βρέθηκε. Αν και σήμερα καλλιεργείται παγκοσμίως, αποτέλεσμα στρατηγικής της αυστραλιανής κυβέρνησης για ν’αποτρέψει τους συλλέκτες να βλάψουν τους ελάχιστους άγριους πληθυσμούς, παραμένει σπανιότατο. Οι αγαθίδες (γένους Agathis) είναι ένα άλλο γένος κωνοφόρων σ’αυτήν την οικογένεια, που χαρακτηρίζονται από μεγάλο ύψος, αρκετούς δευτερογενείς κορμούς ψηλά στο φυτό, αραιά και πλατιά φύλλα (ασυνήθιστο για κωνοφόρο), και παχιά ρητίνη. Το είδος Agathis auustralis της Νέας Ζηλανδίας είναι το γνωστότερο και μπορεί να φτάσει τα 80 μέτρα σε ύψος. Τέλος το γένος Araucaria αποτελεί το πρότυπο αυτής της οικογένειας όντας το πιο αναγνωρίσιμο.

Οι αραουκάριες είναι λοιπόν ψηλά δέντρα 30-80 μέτρων με πυραμιδοειδή γενική μορφή και πάντοτε όμοια δομή. Αποτελούνται συνήθως από έναν κεντρικό ευθυτενή κορμό (ορθότροπος βλαστός), ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει το ένα ή και τα δύο μέτρα σε διάμετρο ανάλογα με το είδος, καλύπτεται από φλοιό που σπάει σε μικρά κομμάτια και είναι πολύ ισχυρός. Από τον κορμό ξεκινούν σε κανονικά διαστήματα επίπεδα οριζόντιων κλαδιών (πλαγιότροπη ανάπτυξη), τα κλαδιά πρώτης τάξεως, τα οποία επειδη δεν ξεκινούν από το ίδιο ακριβώς επίπεδο αλλά έχουν ελάχιστες αποκλίσεις στο ύψος χαρακτηρίζονται ψευδοσπόνδυλοι κι όχοι γνήσιοι σπόνδυλοι. Ο αριθμός τους στο ενήλικο δέντρο είναι τυπικός για το κάθε είδος. Τα κλαδιά αυτά διακλαδίζονται πτεροειδώς, με εναλλάξ πλευρικά κλαδιά δεύτερης τάξεως πλαγιότροπης ανάπτυξης, τα οποία σπάνια διακλαδίζονται περαιτέρω σε ελάχιστα είδη. Τα κλαδιά της δεύτερης τάξης δεν αποτελούν το σκελετό του φυτού, αλλά φέρουν αρκετό φύλλωμα αποτελώντας σημαντικά σημεία φωτοσύνθεσης, γι’αυτό δεν είναι μόνιμα ούτε ξυλοποιούνται πολύ, και κάποτε, μπορεί και μετά από πολλά χρόνια, πέφτουν και αντικαθίστανται απ’άλλα όσο το κλαδί αναπτύσσεται. Όσο τα δέντρα αυτά ψηλώνουν, αποβάλλουν φυσιολογικά τα κατώτερα κλαδιά τους δημιουργώντας νέους ψευδοσπόνδυλους στην κορυφή. Η ανάπτυξη αυτών των φυτών είναι ιδιότυπη: Η κορυφή παραμένει αδρανής και μικρή ενώ όσο ο τελευταιος ψευδοσπόνδυλος αναπτύσσεται για κάποιο διάστημα, και μετά ψηλώνει έως ένα σημείο μέχρι να βγάλει στην κορυφή της τα κλαδιά ενός νέου ψευδοσπονδύλου όλα μαζί (συλληπτική διακλάδωση). Σπάνια ένα κλαδί δεύτερης τάξεως μπορεί στο άκρο του να σηκωθεί προς τα πάνω και ν’αναπτυχθεί ως δευτερογενής κορμός πάνω στο δέντρο με τα δικά του οριζόντια κλαδιά. Τα φύλλα των δέντρων αυτών μπορεί να είναι από λογχοειδή κι ελαφρώς επικαλυπτόμενα ως λεπιοειδή κι έντονα επικαλυπτόμενα, με τα περισσότερα είδη νά’χουν τον δεύτερο τύπο, αν και πολλά παρουσιάζουν ετεροφυλλία με τα λογχοειδή φύλλα στη νεαρή τους ηλικία ή σε συνθήκες σκιάς και τα λεπιοειδή αργότερα. Τα φυτά αυτά είναι συνήθως δίοικα, με τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά άτομα, οι οποίοι βρίσκονται στα άκρα μερικών κλαδιών δεύτερης τάξεως ψηλά στο φυτό. Οι αρσενικοί κώνοι είναι κυλινδρικοί από 2 έως 12 εκατοστά με την τυπική δομή αυτών των κώνων, ένας κεντρικός άξονας δηλαδή γύρω απ’τον οποίον βρίσκονται σπειροειδώς πυκνά τα μικροσποριόφυλλα με τους γυρεόσακους στην κάτω πλευρά τους. Οι θηλυκοί είναι χαρακτηριστικοί της οικογένειας και του γένους, σφαιρική ή σχεδόν σφαιρικοί διαμέτρου από 8 έως 30 εκατοστά ανάλογα με το είδος. Οι θηλυκοί κώνοι των κωνοφόρων είναι σύνθετοι, αποτελούμενοι από έναν άξονα γύρω από τον οποίον βρίσκονται διατεταγμένα σπειρωειδώς μικρά φύλλα (βράκτια) στις μασχάλες των οποίων υπάρχουν οι ωοθηκοφόροι βλαστοί (λέπια). Έτσι ήταν η προγονική μορφη του κώνου, η οποία όμως συμπιέστηκε πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη αυτών των φυτών. Τα στοιχεία λοιπόν των αραουκαριοειδών θηλυκών κώνων αποτελούνται από το λέπι με το βράκτιο συνενωμένα σχεδόν ή εντελώς καθ’όλο το μήκος τους. Οι κώνοι διαλύονται κατά την ωρίμανση στα περισσότερα είδη απελευθερώνοντας τους βαριούς σπόρους μαζί μ’ένα κομμάτι από το στοιχείο του κώνου. Οι σπόροι είναι πλούσιοι σε υδατάνθρακες και πρωτεΐνες και στις περιοχές όπου ενδημούν αυτά τα δέντρα τρώγονται συστηματικά. Στα πιο πρωτόγονα είδη οι σπόροι παρουσιάζουν επίγεια βλάστηση, με τις κοτυληδόνες φωτοσυνθετικές στην επιφάνεια του εδάφους. Σε άλλα είδη όμως, η βλάστηση είναι υπόγεια με τις κοτυληδόνες σε αποταμιευτικό ρόλο, οπότε μόνο ο νεαρός βλαστός βγαίνει στην επιφάνεια, ο οποίος, ακόμα κι αν κοπεί ή σπάσει, μπορεί ν’αναγεννηθεί.
Γενικά τα φυτά αυτής της οικογένειας παρουσιάζουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα. Έχουν διάσπαρτα λανθάνοντα μάτια ή αδιαφοροποίητες εστίες κυττάρων, τα οποία ενεργοποιούνται γρήγορα σε κάποια καταστροφή. Σ’όλα τα είδη νέες ορθότροπες κορυφές αναπτύσσονται γρήγορα μετά την καταστροφή της κεντρικής ή μετά το κόψιμο όλου του δέντρου, ενώ σε πολλά είδη, ιδίως αυτά που ζουν σε μέρη που χτυπούν ισχυροί άνεμοι, έχουν τη δυνατότητα ν’αντικαθιστούν τα κλαδιά της πρώτης τάξης αν αυτά σπάσουν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Τέλος σε μερικά είδη, επειδή με τον καιρό τα κλαδιά της πρώτης τάξης μεγαλώνουν ρίχνοντας σιγά-σιγά τα πλευρικά κλαδιά της δεύτερης πλησιέστερα στον κορμό αραιόνοντας έτσι το φυτό, έχουν την ικανότητα να δημιουργούν νέα κλαδιά πρώτης τάξης κοντά στο σημείο των προηγούμενων ώστε να ξαναπυκνώσουν το δέντρο.
Το γένος της αραουκάριας έχει σήμερα κατακερματισμένη εξάπλωση με μικρούς και συνήθως απομονωμένους πληθυσμούς σε δάση, λιβάδια και βουνά, σε Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Νέα Καληδονία, νησί Νόρφολκ, Νέα Γουινέα κι Αυστραλία. Χωρίζεται σε πέντε τμήματα με συνολικά 19 αρτίγονα είδη, εκ των οποίων τα 13 είναι ενδημικά της Νέας Καληδονίας. Το τμήμα εύτακτα (eutacta), αυτά δηλαδή με την καλή τάξη/δομή είναι το αρχαιότερο με σπόρους επίγειας βλάστηςης με τα εξής είδη: Araucaria bernieri, A. columnaris, A. canninghamii, A. heterophylla, A. humboldtensis, A. laubenfelsii, A. luxurians, A. montana, A. muelleri, A. nemorosa, A. rulei, A. schmidii, A. scopulorum, A. subulata όλα της Νέας Καληδονίας εκτός της A. canninghamii της Αυστραλίας και της A. heterophylla του Νόρφολκ. Τα υπόλοιπα τμήματα ανήκουν σ’έναν πιο εξελιγμένο κλάδο με σπόρους υπόγειας βλάστησης. Εδώ έχουμε:
στο τμήμα μεσαία (intermedia) ta είδη A. hunsteinii της Νέας Γουινέας και το εξαφανισμένο A. haasti.
στο τμήμα αραουκάρια (Araucaria) ανήκουν τα είδη: A. araucana και A. angustifolia της Ν. Αμερικής, καθώς και το εξαφανισμένο A. niponensis της Ιαπωνίας.
Στο τμήμα μπούνια (bunya)ανήκουν τα είδδη: A. bidwillii της Αυστραλίας, το οποίο οι ιθαγενείς αποκαλούσαν μπούνια μπούνια, και τα εξαφανισμένα A. brownii, A. mirabilis της Παταγονίας, κι A. sphaerocarpa.
Τέλος μένουν δύο εξαφανισμένα τμήματα, το τμήμα γεζόναι (yezonia) με το ιαπωνικό είδος A. vulgaris, και το τμήμα κάθετη (perpendicula) με το είδος A. desmondii.
Κάποια ωστόσο είδη δε μπορούν να τοποθετηθούν σε κάποιο απ’τα παραπάνω τμήματα. Αυτά ειναι τα: A. fibrosa, A. beipiaoensis, A. nihonjii της Ιαπωνίας, κι A. taieriensis, όλα εξαφανισμένα.
Τέλος υλικό που δε μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα στο σύγχρονο γένος ταξινομείται για λόγους ευκολίας στο συγγενικό εξαφανισμένο αραουκαρίτης (Araucarites).

Το είδος του ενδιαφέροντος, το A. heterophylla, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους του. Είναι ψηλό δέντρο 50-70 μέτρων με διάμετρο κορμού 1,2-2 μέτρα. Ο φλοιός του είναι γκριζοκαφέ και βγαίνει σε μικρά λέπια. Φέρει 4-7 οριζόντια κλαδιά ανά ψευδοσπόνδυλο. Τα φύλλα είναι ανοιχτοπράσινα και σκληρά, στα νεαρά δέντρα μέχρι 2 μέτρων λογχοειδή, λεπτά μήκους 1-1,5 εκατοστών, σχεδόν μη επικαλυπτόμενα, μαλακά αλλά ανθεκτικά, ενώ στα μεγαλύτερα δέντρα λεπιοειδή και περισσότερο επικαλυπτόμενα, μήκους 5-10 χιλιοστών και πλάτους 2-4 χιλιοστών, με ακόμα πιο συμπαγή λεπιοειδή φύλλα στα κωνοφόρα κλαδιά. Οι κώνοι βρίσκονται ψηλά στο δέντρο, οι αρσενικοί μήκους 3-7 εκατοστών και οι θηλυκοί σφαιρικοί ή ελαφρώς πλατύτεροι, μήκους 12 εκατοστών και πλάτους 12-14 εκατοστών, με σπόρους μήκους 2,5-3 εκ. και πλάτους 1,2 εκ.. Τα νεαρά δέντρα είναι πυραμιδοειδή με κλαδιά έως χαμηλά στο έδαφος, ενώ στα μεγαλύτερα άτομα τα χαμηλότερα κλαδιά πέφτουν σταδιακά αφήνοντας αρκετά μέτρα γυμνού κορμού κι έχοντας την κώμη ψηλότερα και φυσικά σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, χάνοντας ίσως κάπως την τέλεια συμμετρία. Τα θηλυκά αρχίζουν να κωνοφορούν από τα 15 τους χρόνια, με περιόδους μεγάλης παραγωγής σπόρων κάθε 4-5 χρόνια, ενώ τα αρσενικά αρχίζουν μετά τα 40. Κατά τη βλάστηση ο σπόρος εμφανίζει στην επιφάνεια τέσσερις ταινιοειδής πράσινες κοτυληδόνες. Όπως όλα τα κωνοφόρα, το φυτό είναι ρητινοφόρο, και η μυρωδιά της ρητίνης εμένα μου μοιάζει περισσότερο μ’αυτήν του πεύκου με κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο.
Η μόνη σημερινή εστία άγριων πληθυσμών βρίσκεται στο νησί Νόρφολκ, όπου όμως η έκταση που καλύπτει πλέον είναι πολύ μικρότερη εξαιτίας των ιστορικών υλοτομήσεων. Κάποτε ενδημούσε και σε βραχονησίδες γύρω από το κεντρικό νησί, τα κουνέλια όμως και οι κατσίκες που εισήχθησαν απ’τους Ευρωπαίους κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά την ιθαγενή βλάστηση εκεί. Επίσης μέχρι το τέλος της πλειστόκαινου περιόδου πριν 12000 χρόνια, το δέντρο ζούσε και στη Νέα Ζηλανδία, αν και τώρα επανήλθε ως καλλωπιστικό. Σήμερα δεν απομένει κανένα δέντρο πάνω από 50 και κάτι μέτρα. Πιθανότατα όλα τα αρχαία δέντρα στο Νόρφολκ έχουν κοπεί. Το ψηλότερο άτομο σήμερα βρίσκεται στο νησί Μάοι της Χαβάης με ύψος 51,8 μ. και διάμετρο κορμού τα 136 εκ. Το γηρεότερο ζωντανό δέντρο είναι το Κούφιο Πεύκο (Hollow Pine) στο Εθνικό Πάρκο του νησιού Νόρφολκ, φυτεμένο ηλικίας 170 ετών και το μεγαλύτερο ζωντανό στο νησί ύψους 43 μέτρων και διαμέτρου κορμού 269 εκ. σύμφωνα με φετινές μετρήσεις. Άλλα μεγάλα δέντρα βρίσκονται στην Αυστραλία (δέντρο διαμέτρου 220 εκ. 140 ετών στη Νέα Νότια Ουαλία κι ένα άλλο 36 μέτρων σύμφωνα με φετινές μετρήσεις), στη Νέα Ζηλανδία (δέντρο 162 ετών ύψους 34,6 μ. και διαμέτρου 317,6 εκ., και δέντρο ύψους 45 μ. και διαμέτρου 190 εκ.) και στη Νότια Αφρική (δέντρο ύψους 44,8 μ. και διαμέτρου 211 εκ. στο Κέιπ Τάουν).

Δε γίνεται όμως χωρίς ν’αναφέρω τίποτα για την πατρίδα αυτού του κωνοφόρου. Το νησί Νόρφολκ (Norfolk Island) λοιπόν είναι ένας απομονωμένος κόσμος 1400 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αυστραλίας στο νότιο Ειρηνικό με ακριβές στίγμα 29°02′S 167°57′E / 29.033°S 167.95°E / -29.033; 167.95.. Έχει έκταση μόλις 34,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με ψηλότερο σημείο το όρος Μπέιτς (Mount Bates) στα 319 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τέταρτο του νισιού. Η υπόλοιπη έκταση είναι πεδινή και κατάλληλη για καλλιέργεια. Δεν υπάρχουν μεγάλες περιοχές γλυκού νερού στο νησί. Το μεγαλύτερο μέρος της ακτογραμμής του νησιού αποτελείται από απόκρυμνες ακτές, με λίγους κόλπους όπως τον Κόλπο της Σφαγής (Slaughtr Bey), τον Κόλπο της Αιμιλίας (Emily Bey) και τον Κόλπο του Καταρράκτη (Cascade Bey). Το κλίμα είναι υποτροπικό ωκεάνιο με βροχές και υψηλή υγρασία όλο το χρόνο, και θερμοκρασίες που σπάνια πέφτουν κάτω απ’τους 10 (χαμηλότερη καταγεγραμμένη στους 6) ή ανεβαίνουν πάνω απ’τους 28 βαθμούς Κελσίου. Το νησί αποτελεί απομεινάρι ενός παλαιού ηφαιστείου, που υπολογίζεται πως ενεργοποιήθηκε για τελευταία φορά πριν 2,3-3 εκατομμύρια χρόνια. Το νησί, μαζί με τη Νέα Καληδονία και τη Νέα Ζηλανδία, αποτελούν υπέργεια μέρη της βυθισμένης ηπείρου Ζηλανδίας, η οποία διασπάστηκε από την Αυστραλία πριν 80 εκατομμύρια χρόνια. Το 10% του νησιού, κυρίως στα νότια, καθώς και οι βραχονησίδες δίπλα του με μεγαλύτερες τη νήσο Φίλιπ (Philip) και τη νήσο Νεπέαν (Nepean), αποτελούν προστατευόμενη περιοχή. Πριν την έλευση των Ευρωπαίων το νησί καλυπτόταν από εκτενή δάση με ψηλότερα δέντρα τις αραουκάριες, αλλά κιαι μ’άλλα ενδημικά όπως ο φοίνικας Rhopalostylis baueri. Από ζώα ενδημικά ήταν κυρίως πουλιά, εκ των οποίων μερικά είδη εξαφανίστηκαν απ’τους Ευρωπαίους, ενώ κάποτε στις ακτές και στις βραχονησίδες φώλιαζαν χιλιάδες θαλασσοπούλια. Σήμερα όλα τα εναπομείναντα φυσικά οικοσυστήματα του νησιού προστατεύονται αυστηρά και παρατηρείται βελτίωση της κατάστασης.

Το νησί ανακαλύφθηκε το 1774 κατά το δεύτερο ταξίδι του Βρετανού θαλασσοπόρου James Cook με το πλοίο HMS Resolution, ο οποίος το ονόμασε προς τιμήν της Δούκισσας της αγγλικής περιοχής Νόρφολκ, συζύγου του έννατου δούκα του Νόρφολκ Edward Howard. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το νησί είχε προηγουμένως αποικιστεί από πολυνήσιους πιθανότατα από τη Νέα Ζηλανδία (Μαορί) κατά τον 14-15ο αι., οι οποίοι όμως μετά από κάποιες γενιές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Γρήγορα αποφασίστηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση να ιδρυθούν εστίες καταδίκων, με τους πρώτους κατάδικους νά’ρχονται το 1788. Λόγω όμως προβλημάτων απόστασης και πρόσβασης, η αποικία έληξε το 1814, αφού οι κατάδικοι θα μπορούσαν να διαμείνουν και στην Αυστραλία. Κατά το 1824 το νησί ξανάνοιξε υποτίθεται για τις σοβαρότερες περιπτώσεις που αλλιώς θα καταδικάζονταν σε θάνατο, όμως στην πραγματικότητα οι περισσότεροι εγκληματίες που έφταναν εκεί είχαν πράξει ελαφρότερα παραπτώματα, ώσπου έκλεισε κι αυτή το 1847. Το 1856 κατέφθασαν από τα νησιά Πίτκερν στο νησί απόγονοι Ταϊτιανών και στασιαστών του πλοίου HMS Bounty, οι οποίοι δημιούργησαν τον πυρήνα των σημερινών κατοίκων του νησιού. Στη συνέχεια ο πληθυσμός εμπλουτίστηκε με την άφιξη λίγων ακόμα αποίκων. Οι κύριες ασχολίες των νησιώτών ήταν η γεωργία, η αλιεία και η φαλαινοθηρία.
Σήμερα ο πληθυσμός του νησιού αριθμεί περί τα 1300 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 2011, με μεγαλύτερο οικισμό το Burnt Pine (Καμμένο Πεύκο), όνομα που μαρτυρεί ολοκάθαρα τις βιαιοπραγίες των Ευρωπαίων κατά των κωνοφόρων του νησιού. Εκεί βρίσκονται όλα τα σημαντικά καταστήματα και υπηρεσίες. Πρωτεύουσα ωστόσο για ιστορικούς λόγους, επειδή εκει ιδρύθηκε η πρώτη αποικία είναι το Κίνγκστον (Kingston), όπου βρίσκονται τα κυβερνητικά κτίρια, η κατοικία του κυβερνήτη, το δικαστήριο, το κτίριο του νομοθετικού σώματος κ.ά. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ζει διασκορπισμένος σε αγροικίες σ’όλο σχεδόν το νησί. Το νησί αποτελεί ιδιαίτερη εξωτερική επαρχία της Αυστραλίας, αυτόνομη σ’όλα τα θέματα εκτός από την εξωτερική άμυνα. Σημερινός κυβερνήτης είναι ο Neil Pope, ο οποίος ανέλαβε φέτος. Για το νησί υπάρχει πρωθυπουργός, καθώς και επιμέρους υπουργοί όπως αυτός του τουρισμού, βιομηχανίας κι ανάπτυξης, υπουργός οικονομικών κι γενικός δικηγόρος συγχρόνως, και υπουργός για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το νομοθετικό σώμα αποτελείται από 9 έδρες που εκλέγονται απ’το λαό κάθε τριετία. Οι τέσσερις εξ αυτών αποτελούν το εκτελεστικό συμβούλιο το οποίο συμβουλεύει τον κυβερνήτη. Η Αυστραλία έχει το δικαίωμα να εξαπλώσει τη νομοθεσία της κατά το δοκούν στο νησί ή και ν’ακυρώνει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί εκεί, ο τόπος ωστόσο στην πράξη παραμένει σχεδόν ανεξάρτητος. Ο κανονισμός για τη σημερινή κατάσταση του νησιού θεσπίστηκε το 1979. Σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς, το νησί έλαβε άδεια ανεξαρτησίας από τη βασίλισσα Βικτορία της Αγγλίας, αλλ’αυτό δεν υποστηρίζεται. Σήμερα η οικονομία του νησιού βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτορφία, στην αλιεία και στον τουρισμό. Το νησί είναι αυτάρκες σε τρόφιμα. Ό,τι δεν παράγεται εκεί, φτάνει με πλοία. Επειδή δεν υπάρχει ασφαλές λιμάνι για μεγάλα πλοία, αυτά σταθμεύουν ανοιχτά του νησιού απ’όπου φορτηγίδες μεταφέρουν λίγα-λίγα τα αγαθά, ένα θέαμα που παρακολουθούν συχνά οι τουρίστες. Το νησί δεν υπάγεται στο φορολογικό σύστημα της Αυστραλίας, επομένως ο πληθυσμός δεν πλήρωνε ως τώρα φόρο εισοδήματος, αλλά παίρνει έσοδα κυρίως από ποσοστώσεις των εισαγόμενων προϊόντων και το φόρο προστιθέμενης αξίας. Θεωρείται επομένως φορολογικός παράδεισος, τόπος δηλαδή όπου αν βασιζόταν μια εταιρεία θ’απέφευγε τη φορολόγηση απ’οποιοδήποτε κράτος. Ωστόσο λόγω οικονομικών προβλημάτων το 2011 ο πληθυσμός αναγκάστηκε να πληρώνει για πρώτη φορά φόρο εισοδήματος.
Ο πληθυσμός του νησιού έχει με τον καιρό δημιουργήσει τη δική του κουλτούρα, ήθη κι έθιμα. Πριν την εποχή της μεγάλης επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο κατά τον 20ο αι. με τον τουρισμό, στο νησί χρησιμοποιούταν ευρέως μια κρεολική γλώσσα βασισμένη στα αγγλικά και στα ταϊτιανά, γνωστή ως νόρφουκ (norfuk). Η γλώσσα αυτή γράφεται όπως ακούγεται, και για παράδειγμα το Norfolk Island λέγεται Norfuk Ailen (Νόρφουκ Άιλεν). Θεωρείται επίσημη γλώσσα στο νησί μαζί με τ’αγγλικά, και πολλά ονόματα και πινακίδες είναι γραμένα και στις δύο γλώσσες, ωστόσο σήμερα λίγοι τη μιλούν, ενώ δεν υπάρχει κάποιο επίσημο σώμα προστασίας της. Ως προσπάθεια διατήρησης, πολλές λέξεις αναφερόμενες σε σύγχρονα θέματα προσαρμόζονται στη γλώσσα αυτήν, αν κι αυτό γίνεται αποσπασματικά κι ανεπίσημα. Οι περισσότεροι των σημερινών κατοίκων του νησιού μπορούν να μετρήσουν τις γενιές τους μέχρι τους πρώτους αποίκους από τα Πίτκερν, οι οποίοι ήταν σχετικά λίγοι. Γι’αυτό το λόγο, επειδή ήταν λίγοι, τα επώνυμα στο νησί είναι λίγα, και για ευκολία η τηλεφωνική υπηρεσία χρησιμοποιεί και τα παρατσούκλια των κατοίκων για αποσαφήνιση, όπως Ταρζάν, Καρότα, Μαρουλόφυλλο κ.ά. Στο νησί επικρατεί φιλική ατμόσφαιρα, αφού τα περισσότερα άτομα γνωρίζονται μεταξύ τους. Μάλιστα στο δρόμο συνηθίζεται να χαιρετιούντια οι οδηγοί, που δοηγούν κατά το βρετανικό τρόπο, σηκώνοντας τον αντίχειρά τους. Η εγκληματικότητα ειναι σπανιότατη κι όσοι φόνοι έχουν διαπραχθεί προέρχονται από ξένους. Η αστυνομία βασίζεται σε αυστραλιανές δυνάμεις με μερικούς εκπαιδευμένους νησιώτες για υποστήριξη. Σημαντικότερη γιορτή είναι η μέρα του Μπάουντι στις 8 Ιουνίου, οπότε γιορτάζεται η έλευση των αποίκων εκ των Πίτκερν την ίδια ημερομηνία του 1856.
Η ζωή στο Νησί δεν είναι τέλεια εντούτοις. Πανεπιστήμια φυσικά για τόσο μικρό πληθυσμό δεν υπάρχουν, άρα οι κάτοικοι θα πρέπει να μετακινηθούν στην Αυστραλία για να σπουδάσουν. Το χειρότερο είναι εντούτοις η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αφού σ’αυτόν τον τομέα η Αυστραλία δεν καλύπτει, με αποτέλεσμα οι σοβαρά πάσχοντες να εγκαταλείπουν το νησί. Η μετακίνηση προς και από το νησί δεν είναι εύκολη υπόθεση ακόμα και για τους Αυστραλιανούς, οι οποίοι θα πρέπει να φέρουν μαζί τους ταυτότητα ή διαβατήριο, ενώ οι ξένοι ταξιδεύουν με διαβατήριο όπως και στην Αυστραλία. Οι μεταφορές γίνονται είτε με πλοίο είτε με αεροπλάνο.

Το εμβληματικό κωνοφόρο του νησιού τράβηξε αμέσως την προσοχή στον Κάπτεν Κουκ, ο οποίος το θεώρησε κατάλληλο για την κατασκευή ιστών για τα πλοία. Όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι το ξύλο του δεν άντεχε τέτοιου είδους πιέσεις, αλλ’ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κόντρα πλακέ, μικρών ξύλινων αντικειμένων και για την ξυλογλυπτική. Οι επιχειρήσεις στο νησί έκλεισαν κατά τα μέσα του 19ου αι., λόγω της μη βιωσιμότητάς τους, αφού πλέον ο μεγαλύτερος αριθμός των δέντρων είχε κοπεί. Μία νέα επιχείρηση άνοιξε στη Χαβάη, η οποία επίσης έκλεισε σύντομα. Σήμερα το δέντρο προστατεύεται μαζί με τα υπόλοιπα είδη του νησιού, αποτελώντας το κατ’εξοχήν σύμβολό του που βρίσκεται στο κέντρο της σημαίας του, και η κύρια χρήση του είναι ως καλλωπιστικό παγκοσμίως. Οι σπόροι του δέντρου αυτού, μολονότι πολύ θρεπτικοί όπως και με τα υπόλοιπα είδη του γένους, δεν τρώγονται διότι κανένας από τους δύο λαούς που αποίκισαν το νησί δεν τους έτρωγε παραδοσιακά, έτσι πιστεύω πως μένουν ανεκμετάλλευτοι.

Το δέντρο σήμερα μπορεί να βρεθεί φυτεμένο σε υποτροπικές και τροπικές περιοχές όπως στα τροπικά μέρη της Αυστραλίας, στα βόρεια της Νέας Ζηλανδίας, στη νότια Καλιφόρνια, Φλόριντα και Χαβάη των ΗΠΑ, στη Νότια Αφρική και πολύ λιγότερο στις άλλες λιγότερο ανεπτυγμένες τροπικές περιοχές. Τα φυτεμένα αυτά δέντρα σπάνια ξεπερνούν τα 20 μέτρα, αν και με τον καιρο μπορούν να γίνουν πολύ ψηλά. Είναι ανθεκτικά στη ζέστη, στην ξηρασία, στο αμμώδες και στο πολυ όξινο έδαφος, στην αλατότητα και στον άνεμο, κάνοντάς τα κατάλληλα για παραλιακές φυτεύσεις. Δεν αντέχουν ωστόσο τους απότομους αμερικανικούς τυφώνες, οπότε οι κορυφές τους σπάνε και το φυτό αποκτά πολλαπλούς κορμούς. Γι’αυτο τό λόγο δεν προτείνονται ή και θεωρούνται παράνομα σε μερικές περιοχές της Φλόριντας. Το πράγμα που δε θ’αντέξουν καθόλου είναι η παγωνιά, αρχίζοντας να εμφανίζουν βλάβες στο φύλλωμα από τη θερμοκρασια των τεσσάρων βαθμών. Γι’αυτό το λόγο το δέντρο στις εύκρατες περιοχές καλλιεργείται πάντοτε σε γλάστρες, ως εσωτερικού χώρου, ως εξωτερικού μόνο για τη θερμή περίοδο, ή στο θερμοκήπιο.

Δεν είναι πολύ δύσκολο φυτό στην καλλιέργεια, ωστόσο έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Να πω όμως απ’την αρχή πως είναι φυτό αρκετά αργής ανάπτυξης, μ’ένα μόνο νέο συνήθως ψευδοσπόνδυλο κλαδιών κάθε χρόνο. Το δέντρο ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών, από βαριά όξινα με τύρφη έως αμμώδη, καλύτερο ωστόσο είναι ένα μέτριο μείγμα με καλή αποστράγγιση. Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά που στεγνώνει η επιφάνεια και τα πρώτα εκατοστά του εδάφους, ενώ το νερό που λιμνάζει στο πιατάκι θα πρέπει ν’αδειάζεται πάντοτε για να αποφευχθεί η σήψη των ριζών. Η λίπανση με ισορροπημένο λίπασμα κάθε 3-4 μήνες κατά την περίοδο ανάπτυξης του φυτού είναι αρκετή. Το φυτό επιβιώνει σ’όλες τις συνήθεις θερμοκρασίες εκτός του πολύ κρύου, παρά το δροσερό κλίμα του τόπου καταγωγής του. Παρά τις υποδείξεις πολλών, το φυτό δεν έχει πρόβημα με τον απευθείας ήλιο, αφου και στη φύση αναπτύσσεται σε ανοιχτές συνθήκες, ωστόσο φυτά που έζησαν για καιρό στη σκιά θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά, με όλο και περισσότερο καιρό έκθεσης τη μέρα, στον ήλιο. Τα δέντρα που ζουν στη σκιά τείνουν νά’χουν σκουρότερο και μαλακότερο φύλλωμα, λεπτότερα και κρεμαστά κλαδιά, αλλά αργή ανάπτυξη, ενώ αυτά που ζουν στον ήλιο σκληρότερο κι ανοιχτότερο φύλλωμα, ισχυρότερη δομή και γρηγορότερη ανάπτυξη. Ένα τέτοιο συμμετρικότατο φυτό φυσικά δε χρειάζεται κλάδεμα, εκτός από τα παλαιότερα επίπεδα κλαδιών που ίσως ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται ή κλαδιά και άκρες που έχουν ξεραθεί από κάποια άλλη αιτία. Το δέντρο ακόμα δεν ανέχεται τις μεταφυτεύσεις, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται κάθε 3-4 χρόνια. Το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά είναι η αδύνατη κατασκευή τους που χρειάζεται στήριξη. Τα νεαρά φυτά έχουν αδύναμο ριζικό σύστημα και λεπτό κορμό που λυγίζιε εύκολα. Γι’αυτό το λόγο οι παραγωγοί συνηθίζουν να θάβουν τον κορμό βαθύτερα σε βαρύ τυρφώδες χώμα και να τον δένουν ανά τακτά διαστήματα σφιχτά σ’ένα καλάμι δίπλα του ακριβώς. Αυτό ίσως όμως επιβραδύνει την ισχυροποίηση του φυτού, το οποίο θα ισχυροποιηθεί αν εκτεθεί στις
συνθήκες που δυναμώνουν τα υπόλιπα δέντρα,
δηλαδή σε λίγο περισσότερο ήλιο και μέτριο άνεμο. Τα δέντρα αυτά σπάνια προσβάλλονται από ασθένειες. Οι καμμένες βελόνες μπορεί να είναι σύμπτωμα έκθεσης του φυτού σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, όπως αυτήν που επικρατή μέσα στα σπίτια το χειμώνα, ιδίως κοντά στα θερμαντικά σώματα. Οι κίτρινες βελόνες που πέφτουν εύκολα μπορεί να είναι σημάδι υπερβολικού ποτίσματος και προβ λήματος στις ρίζες, το οποίο ωστόσο μπορεί να διορθωθεί με τις πρώτες ενδείξεις. Δίνοντας πειραματικά την κορυφούλα ενός χαμηλού και μικρού κλαδιού στην
κουνέλα μου
παρατήρησα πως την έφαγε όλη, επομένως το φυτό θα πρέπει να μένει μακριά από κουνέλια. Ο πολλαπλασιασμός μαζικά γίνεται με σπόρους, επειδή όμως αυτοί είναι δυσεύρετοι, μπορεί να γίνει και με μοσχεύματα (κλαδιά), αν και πιο δύσκολα. Τα πλευρικά κλαδιά δεν προτείνονται διότι δίνουν ακανόνιστα φυτά – αυτό τό’χω διαβάσει παντού, αλλά δε μας δίνεται πουθενά παράδειγμα πώς είναι ένα τέτοιο φυτό -, ιδανικά θεωρούνται τα ορθότροπα κλαδιά της κορυφής ή των δευτερογενών κορμών, τα οποία μπορούν να κοπούν κι έπειτα να φυτευθούν σε υγρό αμμώδες έδαφος σε ζεστό και σκιερό σημείο έως ότου να ριζώσουν, διαδικασία που μπορεί να πάρει κι ένα εξάμηνο, κι έπειτα να μεταφυτευθούν σε κανονικό έδαφος. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν ν’αναπτύσσονται και na γίνονται αντίγραφα του γονέα τους. Οι αραουκάριες αυτές μπορούν να ζήσουν για πάρα πολά χρόνια σε συνθήκες τέτοιας καλλιέργειας όπως περιέγραψα παραπάνω, με δέντροπου διάβασα νά’ναι 25 ετών ή και παραπάνω. Έτσι μπορούν να ξεπεράσουν τα δύο μέτρα, και ίσως χρειαστούν κλάδεμα. Ο κορμός μπορεί να κοπεί ως ένα ύψος, ώστε να ενεργοποιηθει η δημιουργία νέου, και ίσως γίνεται σε μεγάλης ηλικίας και μεγέθους φυτά να κλαδευτεί η ρίζα, σαν δηλαδή ένα τεράστιο
μπονσάι.
Φυτά μεγάλης ηλικίας μπορεί να κωνοφορήσουν. Οι αραουκάριες μπορούν να στολιστούν τα Χριστούγεννα, καλό όμως είναι να μην υπερφορτώνονται.

Από πολύ παλιά ελκυόμουν προς τα αρχαία ή στα παράξενα φυτά. Την αραουκάριά μου θα την έπαιρνα πέρυσι το φθινόπωρο, το είδος A. araucana της Χιλής
από σπόρους από το Διαδίκτυο?
Τελικά τα φυτά ήρθαν, αλλά δε μεγάλωσαν από δικά μου λάθη. Θέλησα να τις μεταφυτεύσω πολύ νωρίς ώστε έσπασα τις ρζούλες τουσς, και η μία που μεγάλωσε με ένα βλαστο 2 εκατοστών, αργότερα χάθηκε. Το φυτό αυτό αντέχει πολύ στο κρύο, αφού φυσικό΄του περιβάλλον είναι οι ψηλές Άνδεις, έχει όμως βραδύτατη ανάπτυξη και δε μπορεί στη ζέστη με την υγρασία του καλοκαιριού της Θεσσαλονίκης, αν κι εγώ θα της παρείχα σημαντική υποστήριξη. Έπειτα δίσταζα να πάρω A. heterophylla επειδή έλεγα πως θά’ταν πολύ μεγάλη για να την κουβαλάω κάθε χειμώνα μέσα. Στην πραγματικότητα όμως αυτή τη μεταφορά θα την κάνω μόνο δυο φορές το χρόνο, με το κόστος σε προσπάθεια ν’αντισταθμίζεται πολλαπλάσια από την ομορφιά του φυτού. Μετά από ψάξιμο σε τρία ανθοπωλεία απέκτησα τελικά μετά από αναμονή τριών εβδομάδων μέχρι νά’ρθει η παραγγελία ένα τέτοιο φυτό στις 7 Μαρτίου. Σ’ένα άλλο ανθοπωλείο που επισκέφθηκα το δέντρο σε λίγο μεγαλύτερο μέγεθος κόστιζε 30 ευρώ και το άφησα αμέσως, ενώ αλλού, παρόλο που είχα παραγγείλει, ένας μήνας πέρασε χωρίς αποτέλεσμα. Το φυτό που πήρα ήταν αρκετά μαλθακό? Τα περισσότερα κλαδιά του, εκτός αυτών της κορυφής, είχαν μαλακό φύλλωμα, ένδειξη σκιάς, ενώ ο κορμός του ήταν λεπτός και δεμένος παντού στο καλάμι δίπλα. Εγώ όμως το προόριζα για τον ήλιο, και μετά από μια βραχεία περίοδο προσαρμογής με λίγες ώρες κάθε μέρα το έβγαλα τελικά σ’ένα ηλιόλουστο μέρος του μπαλκονιού χωρίς πρόβλημα. Ο ανθοπώλης απ’όπου το αγόρασα μου είπε πως δε χρειάζεται μεταφύτευση τουλάχιστον για τον επόμενο χρόνο. Όμως εγώ αγχώθηκα αρκετά που δε βρήκα ρίζες στο διερευνητικό μου σκάψιμο, έτσι αποφάσισα να μεταφυτεύσω το δέντρο σε λίγο μεγαλύητερη γλάστρα. Κάτι είχα ακουμπήσει σαν ελαφρώς χοντρή ρίζα στις τρύπες αποστράγγισης, αλλά δεν ήμουν σίγουρος,έτσι έβγαλα όλο το φυτό κι ανακάλυψα το πλέγμα τον κυρίως λεπτών και λιγότερων δυνατότερων ριζών του να καταλαμβάνει μόλις το 1/4 του ύψους της μπάλας του χώματος, ενώ το υπόλοιπο νά’ναι σκέτο πυκνό τυρφώδες έδαφος, πιθανόν για τη στήριξη του κορμού. Το μεταφύτευσα πολύ προσεκτικά σε μια λίγο μεγαλύτερη γλάστρα με ελαφρύτερο έδαφος, ενώ ξεσκέπασα 6-8 εκατοστά απ’τον κορμό ώστε να του δώσω μια πιο φυσική εμφάνιση, αφου πριν ο πρώτος ψευδοσπόνδυλος βρισκόταν μόλις πάνω απ’την επιφάνεια του εδάφους. Έκοψα επίσης όλες τις ταινίες που έδεναν τον κορμό στο καλάμι, αντικαθιστώντας τες από ένα σπάγκο κάπου στη μέση, ώστε να μπορεί το φυτό να ταλαντεύεται ελαφρά από τον αέρα. Μετά απ’αυτές όλες τις επεμβάσεις όμως φοβόμουν μήπως το φυτό αντιδράσει αρνητικά. Όμως, δύο μήνες μετά, παρατηρώ σημαντική ανάπτυξη: Όλα τα κλαδιά, κυρίως αυτά των ψηλότερων ψευδοσπονδύλων, καθώς κι ο μικρός αρχικά ψευδοσπόνδυλος της κορυφής έχουν αναπτυχθεί σημαντικά, ενώ η αδρανής κορυφή που αρχικά είχε το σχήμα κουμπιού προστατευμένη μέσα στα φύλλα της ψήλωσε, όπως την είδα στις 21 του μηνός, σίγουρα κατά 6 εκατοστά. Το φυτό έχει αναπτυχθεί λίγο από τη μέρα της φωτογράφισης. Πάει πολύ καλά ευρισκόμενο τώρα στον ήλιο και τροφοδοτούμενο όσο λείπω με το
αυτόματο πότισμα,
όπως κι όλη η συλλογή μου. Μόνο ένα πρόβλημα αντιμετώπισα, αυτό του αέρα. Επειδή η γλάστρα είναι μικρή και το φυτό ψηλό΄, πέφτει εύκολα στο δυνατό άνεμο. Για να προλάβω την πτώση όσο λείπω, έβαλα γύρω του γεμάτες με χώμα γλάστρες σχεδόν στο μέγεθος αυτής του φυτού, ώστε νά’χει μεγαλύτερη βάση. Ένα πολύ καλό φυτό που θεωρώ πως θά’πρεπε να είχαν περισσότεροι στα σπίτια τους.

Η ιδέα μου για την αραουκάρια μεταλασσόταν μέσα στα χρόνια. Αρχικά, ακούγοντας για ένα συμμετρικό κωνοφόρο με σκληρό φύλλωμα που μπορεί να ζήσει σ’εσωτερικούς χώρους, νόμιζα πως είναι ένα φυτό που είχα δει λίγες φορές με μεγάλα, σκουροπράσινα κλαδιά με σκληρές βελόνες πλευρικά διατεταγμένες, το οποίο αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν κύκας
(Cycas revoluta),
αρχέγονο κι αυτό αλλά όχι κωνοφόρο, με τα κλαδιά νά’ναι κανονικά τα φύλλα του. Τώρα έχω κι έναν τέτοιο στη συλλογή μου. Έπειτα νόμιζα πως ήταν ένα ψηλό δέντρο σαν έλατο, αλά με πολύ μαλακό φύλλωμα και συμμετρικότατο. Βλέποντας όμως τη νεαρή αραουκάρια της Χιλής στο
Βοτανικό Κήπο της Φλωρεντίας
το 2011 και διάφορες άλλες φωτογραφίες, κατάλαβα πως τα φύλλα της ήταν πιο σκληρά. Τέλος, η ιδέα μου διορθώθηκε πλήρως με τη πρόσφατη γνωριμία μου μ’αυτοό το φυτό. Έχοντας πλέον στο μυαλό μου σωστή την εικόνα αυτού του δέντρου, μπορώ ν’αναγνωρίσω ως αραουκάριες του ίδιου είδους δύο δέντρα που είχα συναντήσει στο παρελθόν, ένα σ’ένα κρεωπωλείο στην οδό Καραϊσκάκη κι ένα στο Μάτζικ Παρκ. Για το πρώτο μου είχε περάσει στιγμιαία η σκέψη μόλις το είδα ότι θα μπορούσε να είναι βολέμια, όμως δεν είχε τις χαρακτηριστικές τέσσερις σειρές φύλλων για να είναι. Το πρόβλημά μου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις αραουκάριες. Σε πολά άγνωστα είδη φυτών βλέπω παράξενα ή κι εξαφανισμένα είδη. Ποιος ξέρει, μήπως νομίζω υποσυνείδητα πως πρόκειται ν’ανακαλύψω κάτι σημαντικό; Για παράδειγμα πρόσφατα,
τον καρπό μιας φλαμουριάς, που δεν είχα ξανασυναντήσει ποτέ, τον πέρασα για φύλλο εξαφανισμένου πτεριδοσπερματόφυτου με τα σπόρια πάνω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για την ετερόφυλλη αραουκάρια
περιγραφή και ρεκόρ του είδους
καλλιέργεια του είδους στο floridata.com
ταυτοποίηση και καλλιέργεια του είδους
πληροφορίες και σημειώσεις για το είδος στο davesgarden.com
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το νησί Νόρφολκ
ο ιστότοπος του νησιού Νόρφολκ
περιγραφή του γένους Araucaria

Ενημέρωση 24/8/2012: Χθες, επιστρέφοντας από διακοπές, παρατήρησα τεράστια πρόοδο στην αραουκάριά μου! Κατ’αρχήν υπήρχε ανάπτυξη σ’όλα τα επίπεδα κλαδιών, με τη μεγαλύτερη στα τρία ανώτερα. Στο τελευταίο μάλιστα τα κλαδιά απλώθηκαν αρκετά και σε μήκος και σε πλάτος με τα πολλά πλευρικά που έχουν, φτάνοντας τις διαστάσεις του αμέσως κατώτερου, το οποίο έχει αναπτυχθεί επίσης, μ’ένα όμως μικρό πρόβλημα, ένα κλαδί του με μικρή απόσταση απ’τον τοίχο ακούμπησε λίγο στον τοίχο και αναπτύχθηκε προς τα πάνω για λίγα εκατοστά, χαλώντας λίγο το γενικό σχήμα. Δεν είχα υπολογίσει για τόσο γρήγορη ανάπτυξη, ώστε να είχα το φυτό πιο μακριά, πιστεύω όμως πως τώρα, που το τοποθέτησα πιο πέρα απ’τον τοίχο, θα συνεχιστεί η ανάπτυξη και πάλι οριζοντίως. Η κορυφή, η οποία όπως είχα πει άρχισε να ψηλώνει το καλοκαίρι, πλέον έχει βάλει 10-12 εκατοστά ύψους και, το πιο εκπληκτικό, στην κορυφή έκανε ένα νέο ψευδοσπόνδυλο πέντε κλαδιών, το καθένα όχι μεγαλύτερο ακόμα από 4 εκατοστά, στενό λίγο στη βάση με πιο φουντωτή κορυφή, απ’όπου θα συνεχίσει η ανάπτυξη και τα κλαδιά δεύτερης τάξεως. Επίσης μου φάνηκε πως κάπως ο κορμός αυξήθηκε σε διάμετρο. Το φυτό όπως φαίνεται πάει πολύ καλά, και μάλλον θα συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό για ενάμισι μήνα ακόμα. Αναμένεται νέα φωτογραφία.

Ενημέρωση 4/9/2012: Τα κλαδάκια έχουν μεγαλώσει αρκετά, φτάνοντας τώρα τα 5-6 εκ., ενώ άρχισαν και τις πλευρικές διακλαδώσεις.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 3/9/2012 με τον ψευδοσπόνδυλο των νεαρών κλαδιών.

Ενημέρωση 18/11/2012: Πριν μια βδομάδα σχεδόν μεταφύτευσα την αραουκάρια σε μεγαλύτερη γλάστρα, γιατί στη μικρή που βρισκόταν έπεφτε αμέσως με τον άνεμο. Βγάζοντάς την είδα πως σχεδόν όλος ο χώρος του χώματος είχε γεμίσει με λεπτές, πυκνές ρίζες, αν και λίγος χώρος έμενε ακόμα προς τα πάνω. Οι χοντρότερες και πιο ξυλώδεις κύριες στηρικτικές ρίζες βρίσκονταν κοντά στον κορμό και στα κάτω μέρη της μπάλας χώματος. Στη γλάστρα ππου βρίσκεται τώρα θά’χει χώρο για αρκετά χρόνια ανάπτυξης. Επίσης τα κλαδιά της κορυφής έχουν μεγαλώσει πολύ.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 18/11/2012 πολύ πλατύτερη.

Ενημέρωση 10/12/2012: Ήρθε η ώρα και η αραουκάρια, μαζί με τα υπόλοιπα ευπαθή φυτά, να μαζευτεί σε προστατευμένο χώρο λόγω ψύχους. Η μετακίνηση έγινε στις 5 Δεκεμβρίου, αφού όμως είχε γίνει κάτι δυσάρεστο. Τις μέρες εκείνες φυσούσαν υπερβολικοί άνεμοι που προξένησαν
μεγάλες καταστροφές στα φυτά.
Η αραουκάρια λοιπόν, επειδή ακόμα δεν είχε πιάσει με τις ρίζες της καλά το νέο χώμα, μετακινήθηκε μαζι με τη ρίζα της μέσα στη γλάστρα, με αποτέλεσμα να την ξαναβγάλω και να την ξαναφυτέψω όρθια, κάτι όχι και τόσο καλό γι’αυτά τα φυτά που μισούν τις ταραχές στις ρίζες τους. Ευτυχώς είναι χειμώνας, και μέχρι την επόμενη άνοιξη το φυτό θά’χει προσαρμοστεί πλήρως. Έως τώρα πάντως δε δείχνει σημάδια στρες. Επίσης κατά τη μεταφύτευση έσπασε ένα μικρό κλαδάκι απ’το χαμηλότερο ψευδοσπόνδυλο, για λίγο έσταζε ρετσίνι, αλλά γρήγορα η πληγή έκλεισε. Δεν πειράζει, άλλωστε η μεγάλη ανάπτυξη γίνεται ψηλότερα, και πιστεύω πως εκείνα τα κλαδιά έτσι κι αλλιώς σύντομα θα ξεραθούν.

Η αραουκάρια στο προσωρινό χειμερινό της περιβάλλον. Σε σχέση με την πρώτη φωτογραφία του άρθρου, έχει αναπτυχθεί αισθητά.

Ενημέρωση 6/7/2013: Είχα κάποια θέματα με τη σταθερότητα, αλλά προσπάθησα να τα λύσω όσο γίνεται. Ο αέρας πριν λίγες βδομάδες ήταν τόσο δυνατός, ώστε έριχνε κάτω την αραουκάρια αρκετές φορές, ακόμα και στη μεγάλη γλάστρα όπου υποτίθεται θά’πρεπε να πιαστεί με τις ρίζες της καλά. Προσπάθησα να τη δέσω καλύτερα στο καλάμι, αλλά το τελευταίο δεν είναι και τόσο μεγάλο για να τοποθετηθεί βαθιά στο χώμα ώστε να μπορεί να στηρίξει το φυτό καλά, και γι’αυτό το βάρος του φυτού το μετακινεί λίγο προς την κατεύθυνση που γέρνει. Τελικά έδεσα το δέντρο στα κάγκελα σε δύο σημεία. Πότε επιτέλους θα μπορεί να στηριχτεί μόνο του;

Η αραουκάρια 6/7/2013.

Η αναπτυσσόμενη κορυφή φωτογραφημένη την ίδια ημερομηνία.

Ενημέρωση 8/8/2013: Ακόμα υπάρχουν προβλήματα στη στήριξη. Μετά από έναν ισχυρό άνεμο τα σχοινιά έφυγαν απ’τα κάγκελα, και πάλι το φυτό γέρνει λίγο προς τη μία μεριά. Θα προσπαθήσω να το ξαναστηρίξω. Εντωμεταξύ απ’την κορυφή αναπτύχθηκε νέος ψευδοσπόνδυλος με 6 κλαδιά.

Η κορυφή 7/8/2013.

Ενημέρωση 12/3/2014: Τα Χριστούγεννα μου έφεραν δώρο άλλες τρεις αραουκάριες, τις οποίες στολίσαμε, φυτεμένες σε μια γλάστρα, η γνωστή κακή πρακτική των ανθοπωλών για να τις κάνουν να φαίνονται πυκνότερες, η οποία όμως βλάπτει σοβαρά αυτά τα ιδιαίτερα φυτά, αφού το καθένα προσπαθεί να επεκτείνει τις ρίζες του στο χώρο του άλλου και τελικά δυσκολεύονται όλα. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και και τα τρία φυτά έχουν την ίδια ηλικία, όπως φαίνεται από τους ψευδοσπονδύλους κλαδιών που έχουν, το ένα είναι πολύ μικρότερο και καχεκτικό, ενώ κανένα τους δεν έχει το μέγεθος που θά’πρεπε να έχει για την ηλικία του σ’ένα σωστο περιβάλλον. Επειδή έχουν πιθανότατα μεγαλώσει σε σκιερό φυτώριο για όλη τους τη ζωή ως τώρα, έχουν λεπτεπίλεπτη δομή με σκουροπράσινα μαλακά φύλλα. Αν και κανονικά αναπτύσσονται οι κορυφές τους το μεσοκαλόκαιρο, στην προκειμένη περίπτωση το μεσαίο σε μέγεθος φυτό είχε ψηλή κορυφή μόλις μου ήρθε, και σύντομα έκανε έναν ψευδοσπόνδυλο τεσσάρων κλαδιών, μια πολύ θετική εξέλιξη από τα τρία του αμέσως προηγούμενου, που δείχνει πόσο ανθεκτικά είναι αυτά τα φυτά ακόμα και σε συνθήκες παραμέλησης, ο οποίος μέσα στο χειμώνα ανάπτύχθηκε σε 4-5 εκατοστά διάμετρο! Το χειμώνα τον πέρασαν έξω σε μια προστατευμένη θέση χωρίς πρόβλημα, επειδή ήταν ελαφρύς, αν και η παλιά μου και αγαπημένη αραουκάρια βρίσκεται στην ασφάλεια του κλιμακοστασίου. Σε λίγο θα πρέπει να την βγάλω κι αυτήν έξω, και να την ξαναστηρίξω, ενώ οπωσδήποτε θα πρέπει να χωρίσω τις τρεις καινούργιες σε ατομικές γλάστρες, και να δώσω τουλάχιστον τις δύο. Δυστυχώς το κλίμα της περιοχής δεν επιτρέπει τη φύτευση καμίας στο έδαφος.

Οι αραουκάριες 11/3/2014.

Ενημέρωση 22/8/2014: Το Μάιο χώρισα τα τρία δέντρα σε ξεχωριστές γλάστρες με καλάμια για τις δύο μεγαλύτερες. Αν και οι ρίζες τους ταράχτηκαν πολύ, αφού πολλές βγήκαν εκ΄τος χώματος και αρκετές λεπτές κόπηκαν, τα φυτά δεν παρουσίασαν ιδιαίτερα προβλήματα πέρα από την ξήρανση ενός κλαδιού του κατώτερου ψευδοσπονδύλου και των δύο. Δεν είχε την ίδια κατάληξη η τρίτη και μικρότερη εντούτοις, η οποία είχε πολύ αδύναμη ρίζα απ’όπου το χώμα έπεσε αμέσως, και ξεράθηκε σε δύο βδομάδες. Την άφησα στη γλάστρα αρκετό καιρό, μήπως και δείξει σημεία ζωής, αλλά τελικά μας είχε αφήσει.
Τις άλλες δύο τις έδωσα στον πατέρα μου, όπου μεγάλωσαν θεαματικά. Η μία, η οποία είχε κάνει έναν ψευδοσπόνδυλο το χειμώνα και πλέον έχει φτάσει σε μεγάλο πλάτος, έκανε ακομα έναν τριών κλαδιών τώρα το καλοκαίρι, ενώ η άλλη έκανε έναν τεσσάρων κλαδιών στην αρχή του καλοκαιριού και τώρα ετοιμάζεται για έναν ακόμα. Πολύ παράξενη συμπεριφορά αυτή, αφού υποτίθεται πως τα φυτά αυτά κάνουν έναν ψευδοσπόνδυλο κάθε χρόνο. Υποθέτω πως προσπαθούν ν’αντισταθμίσουν τη χαμένη ανάπτυξη των προηγούμενων ετών, τώρα που ενεργοποιήθηκαν από τον έντονο ήλιο και το περισσότερο χώμα, προσαρμογή χρήσιμη για το φυσικό τους περιβάλλον, όπου ένα δενδρύλλιο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα ένα κενό που ανοίγει στο δάσος ώστε να προλάβει τους ανταγωνιστές του. Εντωμεταξύ ο κορμός τους έχει δυναμώσει και το νέο φύλλωμα είναι όπως πρέπει, σκληρότερο και πυκνότερο.
Η δική μου αραουκάρια τώρα ετοιμάζεται για ψευδοσπόνδυλο. Πλέον έχω βγάλει εντελώς το καλάμι στήριξης, και την έχω δεμένη από δύο σημεία στα κάγκελα. Γέρνει ελαφρώς, αλά δεν πειράζει, αντίθετα δείχνει μεγαλύτερη και πιο φυσική. Πλέον ο κορμός της έχει παχύνει αρκετά.

ενημέρωση 5/1/2015: Μόλις χθες ξεστολίσαμε την αραουκάρια από τα Χριστούγεννα, και τώρα ξεχειμωνιάζει στο κλιμακοστάσιο όπως πάντα για το κρύο. Ο φετινός της ψευδοσπόνδυλος ήταν 5 κλαδιών κι εμφανίστηκε αρκετά αργότερα από το κανονικό. Ίσως η ενόχληση στις ρίζες της από τις προσθαφαιρέσεις καλαμιών την άνοιξη να την πήγε λίγο πίσω προσωρινά.

Η αραουκάρια σαν νυφούλα στολισμένη 20/12/2014. Αν ήμασταν στο Ύστερο Ιουρασικό, ίσως βλέπαμε συχνότερα τέτοιο θέαμα, όπως άλλωστε και τουατάρα.

Άρκευθοι

Άρκευθος είδους Juniperus oxycedrus σε ξερή περιοχή τον Αύγουστο του 2011.

Γειτονικό φυτό του ίδιου είδους με κώνους.

Πρόκειται για τα πολύ γνωστά μικρά αγκαθωτά κωνοφόρα που φυτρώνουν σ’όλη την Ελλάδα. Λέγονται και κέδροι, κέδρα, κεδρόνια, ή γιουνίπεροι από το λατινικό όνομα του γένους τους «Juniperus». Δε θα πρέπει να συγχέονται ωστόσο με τους μεγάλους κέδρους (γένους Cedrus), δέντρα της οικογένειας των πευκιδών, μάλλον όμως οι τελευταίοι πήραν τ’όνομά τους με πρότυπο τους πιο γνωστούς στους Αρχαίους Έλληνες κέδρους, δηλαδή τις αρκεύθους.

Οι άρκευθοι είναι γένος 60 περίπου ειδών κυπαρισσοειδών δέντρων ή θάμνων με τεράστια εξάπλωση στο Βόρειο ημισφαίριο. Εδώ στην Ελλάδα έχουμε 6 περίπου είδη, με δύο τα πιο γνωστά για τα οποία θα μιλήσω εκτενέστερα παρακάτω.

Το ένα είναι η κοινή άρκευθος (Juniperus communis). Είναι το ξυλώδες φυτό με τη μεγαλύτερη εξάπλωση, από την Ασία έως τη Βόρεια Αμερική, στις ηπείρους αυτές από τον Αρκτικό κύκλο έως και τον 30ο παράλληλο. Στην Ελλάδα συναντάται στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η μορφή του ποικίλει από θάμνο 2-3 μέτρων έως μικρό δέντρο 10 μέτρων. Έχει τα βελονοειδή φύλλα του κατά σπονδύλους των τριών, με μια λευκή στοματική γραμμή στην πάνω ή μέσα πλευρά τους. Είναι δίοικο φυτό, με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά φυτά. Οι αρσενικοί κώνοι είναι αφανείς 2-3 χιλιοστών και βγαίνουν νωρίς την άνοιξη. Όπως με τα περισσότερα κωνοφόρα, η επικονίαση γίνεται με τον άνεμο. Οι θηλυκοί κώνοι είναι αρχικά πράσινοι κι ωριμάζουν σε 18 μήνες σε σκούρους ιώδεις μαύρους σφαιρικούς καλυμμένους με γυαλιστερό κηρώδες επίχρισμα διαμέτρου 4-12 χιλ. Εξωτερικά μοιάζουν με καρπούς, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κυπαρισσοειδεις κώνους με συνενωμένα και σαρκώδη λέπια. Συνήθως αποτελούνται από έναν σπόνδυλων τριών λεπιών, μπορεί όμως και από δύο, το καθένα μ’ένα σπέρμα, το οποίο διασπείρεται με τα πουλιά που τρώνε τους κώνους και το αφοδεύουν κάπου αλλού, όπως και στα υπόλοιπα είδη του γένους. Το είδος έχει τεράστια ποικιλομορφία σ’όλη την αχανή εξάπλωσή του και ο διαχωρισμός σε ποικιλίες συχνά είναι δύσκολος. Παρόλα αυτά έχουν αναγνωριστει δύο υποείδη: ο J. c. communis στις περισσότερες περιοχές, ψηλότερος με φύλλα μακρύτερα από τους κώνους, και ο J. c. alpina ή αλπική κοινή άρκευθος, που φυτρώνει σε ψηλά βουνά ή πολύ βόρειες περιοχές και είναι χαμηλός θάμνος με κώνους μεγαλύτερους απ’τα φύλλα του.

Το άλλο είδος είναι η κατά πολύ κοινότερη στην Ελλάδα οξύκεδρος άρκευθος (Juniperus oxycedrus). Φύεται σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας έως και τα 1600 μέτρα. Κι αυτό το φυτό παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία στη μορφή, και μπορεί να είναι κοντός θάμνος 2-3 μέτρων ή και χαμηλότερος έως και δέντρο των 10-15 μέτρων. Έχει πολύ πυκνή διακλάδωση με πολλά λεπτά κλαδιά και έντονα οξέα φύλλα, τα οποία έχουν δύο λευκές στοματικές γραμμές στη μέσα ή πάνω πλευρά τους. Κι αυτό το είδος είναι δίοικο, με τους αρσενικούς κώνους των 2-3 χιλ. αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη, που πέφτουν αμέσως μόλις ρίξουν τη γύρη, και τους θηλυκούς που είναι αρχικά πράσινοι και ωριμάζουν σε 18 μήνες σε πορτοκαλοκόκκινους καλυμμένους με γυαλιστερό κηρώδες επίχρισμα διαμέτρου 7-12 χιλιοστών με τα λέπια ανά 1 ή 2 σπονδύλους των τριών, μόνο όμως τα τρία γόνιμα μ’ένα σπόρο. Το ρετσίνι και το ξύλο είναι αρωματικά.

Άλλα είδη που μπορούν να βρεθούν σπανιότερα στην Ελλάδα είναι η νάνα άρκευθος (J. nana) στο Άγιο Όρος και στον Παρνασσό, η κάκοσμη άρκευθος (J. foetidissima), η φοινικική (J. phoenicea), η μακρόκαρπος (J. macrocarpa (με ύψος τα 10μ)) και η υψικάρινος (J. excelsa (με ύψος έως και τα 25 μ. κατ’εξαιρεσιν)). Δεν είναι όλες οι άρκευθοι παρόμοιες με τα δύο κοινά είδη. Το φύλλωμα πολλών για παράδειγμα ακολουθεί το γενικό χαρακτηριστικό των κυπαρισσιδών με βελονοειδή φύλλα σε νεαρή ηλικία, που αργότερα γίνονται λεπιοειδή. Οι κώνοι ωστόσο έχουν παρόμοια δομή και μορφολογία σ’όλα τα είδη.

Τα φυτά του γένους είναι συμμετρικά, πυκνά και συμπαγή, και γι’αυτό χρησιμοποιούνται εκτενώς ως καλλωπιστικά. Τα μόνα αρνητικά που τους βρίσκω είναι η αργή τους ανάπτυξη, που θα είναι πρόβλημα εάν φυτευθούν κάπου που θα χρειαστεί φυτό που πρέπει να μεγαλώσει γρήγορα, και η εχθρική τους αγκαθωτή υφή. Από τα κοινότερα είδη που καλλιεργούνται είναι τα δύο παραπάνω της Ελλάδας, αλλά και αμερικανικά όπως ο J. virginiana και ασιατικά όπως ο J. chinensis. Γενικά τα περισσότερα είδη αντέχουν και ευδοκιμούν στη ζέστη και ξηρασία το καλοκαίρι και στο πολύ κρύο το χειμώνα, και δεν προσβάλλονται εύκολα από ασθένειες. Φυτεύονται σε κήπους, σε σειρές ως πυκνοί μικρού προς μεσαίου μεγέθους φράκτες, και σε δοχεία, όπου αναπτύσσονται πολύ καλά. Είναι επίσης τα καταλληλότερα κωνοφόρα για
μπονσάι,
λόγω του πυκνού τους σχήματος, των πολλών κλαδιών τους με το μικρό φύλλωμα, και της αργής τους ανάπτυξης.
Οι κώνοι έχουν έντονη πικάντικη κι ελαφρώς πικρή γεύση και χρησιμοποιιούνται ως καρίκευμα σε οινοπνευματώδη ποτά όπως στο τζιν και σε σάλτσες, όπου λανθασμένα αποκαλούνται καρποί κέδρου (juniper berries). Το ξύλο των φυτών αυτών είναι εύκολο στην κατεργασία, εξαιρετικά ανθεκτικό στους μύκητες και στα έντομα, κι αρωματικό σε μερικά είδη. Τα περισσότερα είδη είναι πολύ μικρά για να δώσουν ξυλεία μεγάλης ποσότητας, έτσι το ξύλο τους χρησιμοποιείται κυρίως στην κατασκευή μικρών αντικειμένων, όπως μολυβιών κι εργαλείων, μερικά είδη ωστόσο όπως ο J. macrocarpa που φτάνουν τα 10 μέτρα δίνουν αρκετό ξύλο που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία και στις κατασκευές. Μερικά είδη δίνουν αιθέριο έλαιο, με τερπενοειδή κυρίως συστατικά όπως 1 πευκένιο, καδινένιο, καμφένιο, και τερπινεόλη. Θεωρώ το άρωμα αυτών των φυτών από τα καλύτερα των κωνοφόρων. Φαρμακευτικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως διουρητικό και τονωτικό, μεγάλες εντούτοις δόσεις είναι τοξικές.

Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά είναι ελάχιστη. Κάποτε πριν περίπου 4 χρόνια είχα πάρει ως δώρο ένα μικρό τέτοιο φυτό πυραμιδοειδές με πολύ μικρά φύλλα αγνώστου είδους, το οποίο όμως ξεράθηκε γρήγορα με την έλευση του καλοκαιριού, μάλλον επειδή το χώμα του στράγκιζε αμέσως όποιο νερό έριχνα. Παλαιότερα ο πατέρας μου είχε πάρει ένα μικρότερο παρόμοιας κατασκευής από ανθοέκθεση που νομίζαμε αρχικά για ελατάκι, το οποίο όμως παρά το καλό περιβάλλον που του είχαμε προσφέρει δεν αναπτυσσόταν σχεδόν καθόλου για 3 χρόνια ώσπου ξεράθηκε. Έχω δει ωστόσο φυτό ακριβώς το ίδιο με τα δύο παραπάνω σε αυλή που ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο, δυστυχώς όμως δε μπορώ να το φωτογραφήσω γι’αναγνώριση.

Τα φυτά των φωτογραφιών είναι από το χωριό μου, τους Πύργους Κοζάνης, όπου βρίσκομαι αυτό το διάστημα. Αυτά όπως και οι περισσότεροι κέδροι που έχω συναντήσει φύονται σε ξερές πλαγιές ή υψώματα. Το έδαφος εκεί αποττελίται απο ασβεστολιθικούς βράχους και αργιλώδες κοκκινόχωμα, και η βλάστηση είναι χαμηλή, κυρίως αγρωστώδη και λοιπά μονοετή που ξεραίνονται το καλοκαίρι. Τα μέρη αυτά εκτίθενται σε ακραίες συνθήκες – το καλοκαίρι υπερβολική ζέστη με ήλιο τη μέρα, αλλά πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα, την άνοιξη και το φθινόπωρο βροχές που όμως στραγγίζουν γρήγορα λόγω ύψους και κλίσης, και το χειμώνα χιόνι και υπερβολική παγωνιά, μπορει και ως τους -20 βαθμούς, χωρίς προστασία. Επίσης δέχονται τον άνεμο χωρίς εμπόδια όλο το χρόνο. Παρόλα αυτά οι άρκευθοι δε δείχνουν κανένα σημάδι ταλαιπωρίας, αλλ’αντίθετα φαίνονται τέλεια προσαρμοσμένοι γι’αυτά τα μέρη. Τα φυτά έχουν διάφορες μορφές – τα περισσότερα είναι σφαιρικοί ή ελαφρώς θάμνοι ανάμεσα στο ένα μέτρο και λίγο πάνω από ενάμισι, μερικοί είναι ψηλότεροι, πιο πυραμιδοειδείς και μπορεί να ξεπερνούν τα δύο ή και δυόμισι μέτρα, ενώ υπάρχουν και κάποιοι κοντοί κι απλωτοί. Έχω μάλιστα βρει κι ένα νέο μικρό φυτο 10 εκατοστών.
Παρόλα αυτά θυμάμαι μια φορά που βρήκα λίγους κέδρους σε πιο υγρη και δασωμένη περιοχή, σ’ένα ανοιχτό μέρος ενός λόφου με δέντρα, βατομουριές και χόρτα στο χωριό, άρα υπάρχουν και σε πιο ήπια περιβάλλοντα, όμως εμφανώς λιγότεροι. Πρόπερσι επίσης στη Βάλια Κάλντα των Γρεβενών που επισκέφθηκα το καλοκαίρι συνάντησα κέδρους στο δάσος μαζί με πεύκα, φυλλλοβόλα, χόρτα και φτέρες, όμως τότε δε γνώριζα τα είδη και μπορεί να ήταν κάποιο άλλο είδος.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρκευθοι: πληροφορίες, οικολογία και είδη
η άρκευθος J. excelsa απειλούμενο είδος στη Θάσσο
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για το γένος Juniperus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την κοινή άρκευθο (J. communis)
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την οξύκεδρο άρκευθο (J. oxycedrus)

Μεγάλο κυπαρίσσι, από Βικιπαίδεια.

Το δικό μου μικρό ακόμα φυτό. Από πίσω φαίνεται η κρεμασμένη ζαρντινιέρα με τη μικρή
φραουλιά,
τους
πανσέδες,
κι ένα μικρό
νάρκισσο
που δεν θ’ανθίσει φέτος.

Έως τώρα έχω γράψει άρθρο για το κάθε φυτό της συλλογής μου, αλλά μού’μεινε το κυπαρίσσι, ίσως επειδή είναι πολύ κοινό είδος, για το οποίο θ’αναφέρω εδώ.

Όταν λέω για κυπαρίσσι χωρίς προσδιοριστικό θα εννοώ το κοινό μεσογειακό είδος (Cupressus sempervirens (κυπάρισσος ο αειθαλής)), το δέντρο που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για κυπαρίσσι. Το γένος ωστόσο αυτών των κωνοφόρων δέντρων της οικογένειας των κυπαρισσιδών περιλαμβάνει άλλα 15 περίπου είδη, όπως το λεμονοκυπάρισσο (Cupressus macrocarpa), το κυπαρίσσι της Αριζόνας (Cupressus arizonica), το υβρίδιο λέιλαντ που σήμερα βρίσκεται παντού στους κήπους κ.ά., για τα οποία όμως θα κάνω άλλη δημοσίευση στο μέλλον.

Το μεσογειακό κυπαρίσσι ήταν αρχικά ιθαγενές των χωρών της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, μ’έναν απομονωμένο πληθυσμό στο Ιράν. Ήδη όμως από τους ρωμαϊκούς χρόνους εξαπλώθηκε με την καλλιέργεια και στην υπόλοιπη Μεσόγειο, και τώρα έχει εγκλιματιστεί σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θα βρεθεί συχνότερα αυτοφυές στις νότιες περιοχές, στην Κρήτη και στη Ρόδο. Είναι δέντρο μεγάλο, ύψους 20-25 μέτρων πυραμιδοειδούς μορφής, με τα κλαδιά να ξεκινούν από αρκετά χαμηλά. Ο φλοιός είναι λεπτός ινώδης τεφροκόκκινου χρώματος. Οι μικρότερες διακλαδώσεις των κλαδιών του φυτού είναι λεπτές και πυκνές με κάπως πτεροειδές σχήμα, πάνω στις οποίες βρίσκονται τα μικροσκοπικά λεπιοειδή φύλλα. Με κοντινή παρατήρηση φαίνεται ότι διατάσσονται ανά ζεύγη αντίθετα στο βλαστό. Μέσα στο χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη βγαίνουν οι κώνοι. Οι αρσενικοί είναι αφανής, ωοειδείς 2-3 χιλιοστών μήκους, με 2-6 γυρεόσακους ανά μικροσποριόφυλλο. Οι θηλυκοί βγαίνουν κατά μήκος των μεγαλύτερων βλαστών των φυλλοφόρων λεπτών κλαδιών, και κατά την ωριμότητα αποκτούν διάμετρο στα 2-3 εκατοστά. Είναι σφαιρικοί ξυλώδεις με την τυπική μορφολογία των κώνων αυτής της οικογένειας – τα λέπια τους είναι ασπιδοειδή με ποδίσκο που τα ενώνει με τον άξονα του κώνου στο κέντρο και με πλατιά κορυφή, αντίθετης διάταξης στον κεντρικό άξονα του κώνου, με το βράκτιο πλήρως συνενωμένο με το λέπι, αφήνοντας μόνο απομεινάρι ένα μικρό φύμα, όλα συμπαγώς ενωμένα. Στο μέσα μέρος κάθε λεπιού βρίσκονται πολυάριθμοι μικροί σπόροι. Οι κώνοι ωριμάζουν το δεύτερο φθινόπωρο μετά την εμφάνισή τους ανοίγοντας και απελευθερώνοντας τους σπόρους, και μετά πέφτουν. Όταν οι κώνοι δεν έχουν ακόμα ωριμάσει, είναι αανοιχτοπράσινοι, σκληροί και ρητινώδεις. Γενικότερα το δέντρο ως κωνοφόρο είναι ρητινώδες και το ρετσίνι του είναι αρωματικό.

Το ξύλο του κυπαρισσιού είναι κόκκινο κι εύκολο στην κατεργασία. Λόγω της μεγάλης του ανθεκτικότητας στη σήψη, είναι παραδοσιακό ναυπηγικό ξύλο είδη από τους αρχαίους χρόνους. Χρησιμοποιείται επίσης στην οικοδομική, στην επιπλοποιία, στην κατασκευή μικρών ξύλινων αντικειμένων, και στην ξυλογλυπτική.

Η άγρια μορφή του φυτού είναι το λεγόμενο οριζοντιόκλαδο ή θηλυκό κυπαρίσσι (var. horizontalis), με οριζόντιο άπλωμα των κλαδιών και επομένως ανοιχτότερη και αραιότερη εμφάνιση. Η άλλη ποικιλία είναι το ορθόκλαδο ή αρσενικό (var. pyramidalis), με τα κλαδιά πιο όρθια, αποκτώντας έτσι συμπαγή, στενή κι αδιαπέραστη μορφή, όχι τόσο πυραμιδοειδή παρά στηλωειδή. Τα κοινά ονόματα των δύο αυτών βασικών ποικιλιών δεν έχουν να κάνουν με το φύλο του κάθε δέντρου, μιας και το είδος είναι μόνοικο με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους στο ίδιο άτομο. Ίσως απλά το πιο γεμάτο σχήμα της μιας ποικιλίες να παρέπεμπε σε θηλυκό και το πιο στενό της άλλης σε αρσενικό.

Το κυπαρίσσι μπορούμε να το βρούμε παντού – σε αυλές, σε πάρκα, στους δρόμους, σε μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες, στις αυλές εκκλησιών και οπωσδήποτε στα νεκροταφεία, μιας και από αρχαιοτάτων χρόνων είχε συνδεθεί με το θάνατο. Μπορεί ακόμα να κλαδευτεί και ως
μπονσάι.

Το δέντρο ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ζεστό καλοκαίρι, έντονο ήλιο και ξηρά εδάφη. Φυτρώνει σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, αρκεί να μην κατακρατείται υπερβολική υγρασία. |Αντέχει στον άνεμο, στην ξηρασία, στην αλατότητα και στο κρύο. Μπορεί ακόμα να προσαρμοστεί και σε πιο βροχερά κλίματα με δροσερότερα καλοκαίρια και ψυχρότερους χειμώνες απ’τους μεσογειακούς. Δεν προσβάλλεται τόσο εύκολα από μύκητες, π. χ. Seiridium, Fusarium, όπως το λεμονοκυπάρισσο, ωστόσο πάλι μπορεί να προσβληθεί, και σ’εκείνη την περίπτωση συχνά πολλά κλαδιά ξεραίνονται ή καταστρέφεται όλο το φυτό. Επειδή όμως οι αιτίες της ξήρανσης είναι πολλές, καλύτερα να κόψετε ένα άρρωστο κλαδί και να το πάτε στο γεωπόνο για διάγνωση. Μπορεί επίσης να προσβληθεί από αφίδες, οι οποίες δημιουργούν ένα παχύρευστο κολλώδες μελίτωμα που καλύπτει το φύλλωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το φυτό μπορεί να ψεκαστεί με κάποιο εντομοκτόνο, ή μ’ένα αυτοσχέδιο φάρμακο με νερό, οινόπνευμα και σαπούνι. Αυτή τη συνταγή τη διαβάσαμε πριν χρόνια κάπου στο Διαδίκτυο κι από τότε εγώ κι ο πατέρας μου έτσι θεραπεύουμε τα προσβεβλημένα φυτά. Για ένα λίτρο αναμειγνύετε 3 μέρη νερό προς ένα οινόπνευμα, κατά προτίμηση καθαρό, προσθέτετε 1-2 κουταλιές της σούπας απορρυπαντικό πιάτων, ανακινείτε στο ψεκαστήρι, και ψεκάζετε. Μπορεί εδώ να χρησιμοποιηθεί και λιωμένο στερεό σαπούνι, όμως το υγρό είναι βολικότερο. Το οινόπνευμα θα καίει, ενώ το σαπούνι θα λύει τις προστατευτικές εφυμενίδες των εντόμων. Έπειτα ξαναψεκάζετε σε περίπου 10 μέρες αν δε βρέξει. Συνήθως το πρόβλημα εξαφανίζεται με δύο ψεκασμούς, όμως μπορεί να παραμείνουν ίχνη ξερής κόλλας η οποία θα πρέπει ν’απομακρυνθεί με το λάστιχο. Αν το πρόβλημα ωστόσο είναι πολύ εκτενές, πιο γρήγορη λύση θα ήταν ένα ισχυρότερο φάρμακο, όπως το μαλάθειο.

Ο πολλαπλασιασμός του κυπαρισσιού και σχεδόν κάθε κωνοφόρου είναι δύσκολος και χρονοβόρος, γι’αυτό καλύτερα ν’αγοράσετε ένα φυτό από κάποιο φυτώριο, ανθοπωλείο, ή ανθοέκθεση. Ακόμα και στη λαΪκή πουλάνε μερικές φορές. Συνήθως είναι υγιή και φουντωτά, με έναν ή και περισσότερους κεντρικούς κορμούς. Ο μαζικός τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με μοσχεύματα (κλαδιά), τα οποία χρειάζονται ελεγχόμενο περιβάλλον με αμμώδες έδαφος και κατάλληλη θερμοκρασία για να ριζώσουν, και πολύ χρόνο από τη ριζοβολία ως τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’αυτό θα δείτε δεντράκια μικρά, αλλά πυκνά και ίσως με κώνους, ή κι αν δεν έχουν, θα τους κάνουν σύντομα. Εάν ήταν από σπόρο, θα έπαιρναν μερικά χρόνια μέχρι να πάρουν αυτό το σχήμα και να κάνουν κώνους, κι επίσης αρχικά τα φύλλα τους θα ήταν λεπτά βελονοειδή κι όχι λεπιοειδή, αταβιστικό στοιχείο των προγονικών μορφών.

Πέρα από φύτευση ως μοναχικό ή ορόσημο δέντρο, μπορεί να φυτευθεί σε σειρές για να κάνει ανεμοφράκτη, ή σε μικρές ομάδες σαν δάσος. Σε δοχεία τα πάει εξίσου καλά. Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια του πατέρα μου που βρίσκονται σε τεράστιες γλάστρες έχουν ξεπεράσει τα δύο και κάτι μέτρα και παράγουν μεγάλες ποσότητες κώνων. Το ένα απ’τα δύο μεγάλα ήταν εκεί πριν αγοραστεί το σπίτι από τον προηγούμενο κάτοχο, πριν 12 χρόνια, και σίγουρα το δέντρο θα προϋπήρχε εκεί ήδη για κάποια χρόνια. Πλέον το φυτό αυτό έχει αποκτήσει στο μυαλό μας συμβολική αξία. Περιμένω κι εγώ το δικό μου κάποτε να φτάσει σε τέτοιο ύψος.

Το δικό μου φυτό το πρόσθεσα στη συλλογή μου πέρσι το φθινόπωρο, αντί ενός γιούκα. Από γιούκα έχω πολλά και σκοπεύο στο τέλος ν’αφήσω μόνο ένα, αντικαθιστώντας τα υπόλοιπα με διάφορα άλλα φυτά. Είναι πολύ αργά στην ανάπτυξη και όλα τους ομοιόμορφα. Ήταν από τον πατέρα μου, ο οποίος εκτός από τα δύο μεγάλα έχει κι άλλα τέσσερα μικρότερα. Το φυτό είναι φουντωτό, πλέον υγιές, με τρεις κεντρικούς κορμούς, με το μεγαλύτερο στη μέση διαμέτρου περίπου 3 εκατοστών, και τους άλλους δύο λεπτότερους. Για τον πρώτο μήνα ήταν καλά με λίγη ανάπτυξη, μετά όμως άρχισε να ρίχνει λεπτά κλαδάκια από το εσωτερικό του πιθανόν λόγο στρες μεταφύτευσης. Γρήγορα Εμφανίστηκε και το κολλώδες μελίτωμα από τις αφίδες που μάλλον έφερε από πριν αλά λόγω στρες υπερπολλαπλασιάστηκαν, κι έπρεπε να χρησιμοποιώ συνέχεια το αυτοσχέδιο φάρμακο. Προςτο τέλος του χειμώνα η κόλλα εκμηδενίστηκε. Παρατήρησα όμως νωρίς το Μάρτιο λίγη κόλλα κοντά στους κεντρικούς κορμούς, και ψέκασα άλλες δύο φορές. Τώρα δεν έμεινε τίποτα. Όλες οι κορυφές του φυτού άρχισαν δυνατή ανάπτυξη με πολλούς λεπτούς βλαστούς. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν ότι φέτος έβγαλε για πρώτη φορά κώνους! Είναι φυτό περίπου 3-4 χρόνων, και φέτος είναι η πρώτη του φορά, γι’αυτό και είναι λίγοι, διάσπαρτοι, κι όχι σ’όλα τα κλαδιά. Τους πρωτοπαρατήρησα στα μέσα του Μαρτίου, και ήδη τώρα έχουν μεγαλώσει. Το δέντρο πάει καλά.

Όπως είπα πιο πάνω, το δέντρο αυτό έχει συνδεθει με το θάνατο από τα αρχαία χρόνια. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Κυπάρισσος από την Κω, αγαπημένος του Απόλλωνα, σκότωσε κάποτε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι κι άρχισε να θρηνεί τόσο πολύ, ώστε ο Απόλλωνας τον μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο που θα θρηνεί αιώνια, με τα δάκρυά του το ρετσίνι που στάζει. Θεωρείται επίσης ότι το επιβλητικό του σχήμα, το βαθυπράσινο χρώμα του και η ανικανότητα αναγέννησης αν κοπεί απ’τη βάση του οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση. Στην Αρχαία Αθήνα ήταν το μόνο φυτό που μπορούσε να γίνει στεφάνι στα αγάλματα του Πλούτονα. Επίσης με τα κλαδιά του στολίζονταν σπίτια σε πένθος, ενώ καιγόταν ως καθαρτήριο στις καύσεις των νεκρών. Τέλος τα φέρετρα των πρώτων πεσόντων κάθε πολέμου κατασκευάζονταν από το ξύλο του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους «λάρνακας κυπαρισσίνας».

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia
το κυπαρίσσι ως μπονσάι

Ενημέρωση 10/4/2013: Το κυπαρισσάκι μου έχει πολύ περισσότερους κώνους φέτος. Τα χαμηλότερα κλαδιά τα κλάδεψα, και τά’δωσα στα κουνέλια μου να τα φάνε. Πρόσεξα πως τρώνε τα λεπτά κλαδάκια εύκολα, το υπόλοιπο μάλλον λόγω ρετσινιού δεν το θέλουν. Επίσης
έγινε και το άρθρο για τα εξωτικά κυπαρίσσια
(λεμονοκυπάρισσα, κυπαρίσσια Αριζόνας κλπ).

Ενημέρωση 15/5/2016: Δυστυχώς το κυπαρισσάκι μου είχε επαναλαμβανόμενα προβλήματα με το μελίτωμα και ξηράνσεις πολλών κλαδιών, και τελικά ξεράθηκε. Πιθανόν κάποιος μύκητας θα το πρόσβαλε. Πέρσι το φθινόπωρο είχαν νεκρωθεί και οι δύο μικρότεροι κορμοί, τους οποίους έκοψα. Μόνο ο κεντρικός έμεινε με ελάχιστη πρασινάδα στην κορυφή, ο οποίος τελικά ξεράθηκε επίσης. Τα τελευταία χρόνια στο μπαλκόνι του πατέρα μου έχει φυτρώσει και μεγαλώνει στη γλάστρα με τις ίριδες ένα μικρό κυπαρισσάκι από σπόρο, ο οποίος σίγουρα προήλθε από τα μεγαλύτερα δέντρα. Τώρα έχει φτάσει μόλις τα 20 εκατοστά στο δύσκολο εκείνο περιβάλλον, ενώ κανονικά το δέντρο αυτό βάζει 30-60 εκατοστά ύψους το χρόνο, κι όμως έκανε κώνους. Είναι καλό υλικό για μπονσάι, και ίσως το πάρω γι’αυτόν το σκοπό.
Ψάχνοντας για το συγκεκριμένο δέντρο σήμερα, βρήκα κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αναπαραγωγική βιολογία του. Το κυπαρίσσι αυτό παράγει δύο ειδών κώνους. Οι πρώτοι είναι και οι συνηθέστεροι, οι οποίοι ανοίγουν και πέφτουν μόλις ωριμάσουν οι σπόροι και ξεραθούν. Οι δεύτεροι διατηρούνται ζωντανοί πάνω στο φυτό έως και γαι 20 χρόνια. Ανοίγουν όταν αφυδατωθούν, σε αντίθεση με τους κώνους του πεύκου, που ανοίγουν μόλις χάσουν τη ρητίνη τους. Μπορούν να ανοίξουν έως και σε θερμοκρασία 0 βαθμών Κελσίου αν αφυδατωθούν. Οι κώνοι αυτή κάνουν δυνατή τη διασπορά σπόρων σε μεγάλη κλίμακα έπειτα από πυρκαγιά, η οποία είναι συχνή στα μεσογειακά οικοσυστήματα, αλλά και μετά από άλλες καταστροφές. Οι κώνοι αυτοί επίσης την επιβίωση αρκετών σπόρων παρά την πίεση από θηρευτές σπόρων ή παθογόνους οργανισμούς, όπως έντομα και μύκητες αντίστοιχα. Η ωρίμανση του δέντρου αυτού είναι αρκετά γρήγορη. Συχνά ένα κυπαρίσσι μπορεί να κωνοφορήσει μόλις στο δεύτερο χρόνο της ζωής του. Αν και το φυτό είναι μόνοικο κατά την ωριμότητα, μέχρι τα 10 χρόνια συμπεριφέρεται ως δίοικο. Οι πρώτοι κώνοι είναι συνήθως θηλυκοί, ώστε τα δενδρύλλια να μη γονιμοποιηθούν από τον εαυτό τους ή από συνομήλικα, αλά από μεγαλύτερα δέντρα, τα οποία έχουν επιβιώσει από διάφορες δοκιμασίες κι άρα τα γονίδιά τους είναι ισχυρότερα. Μετά, στα τέσσερα χρόνια, τα κυπαρισσάκια μπορούν να παράγουν αρσενικούς κώνους. Μεγαλύτερα δέντρα που βρίσκονται σε στρεσογόνες συνθήκες τείνουν να γίνονται κυρίως αρσενικά, ώστε να ελαχιστοποιούν τις αναπαραγωγικές τους δαπάνες. Αν και η γρήγορη αναπαραγωγική ωρίμανση συνδέεται συνήθως με βραχύβια είδη γρήγορης ανάπτυξης, το συγκεκριμένο δεν ισχύει γι’αυτό το κυπαρίσσι, που μπορεί να ζήσει έως και 1.000 χρόνια ή και περισσότερο. Το γηρεότερο κυπαρίσσι στον κόσμο είναι το δέντρο Σαρβ-ε_Αμπαρκούχ, το Κυπαρίσσι του Αμπαρκούχ στην ομώνυμη επαρχεία του Ιράν, το οποίο προστατεύεται ως φυσικό μνημείο και υπολογίζεται ότι έχει ζήσει πάνω από 4.000 χρόνια, και θεωρείται ιερό από τους ζωροαστριστές. Έχει ύψος 25 μέτρα και περιφέρεια 18 μέτρα. Σήμερα αποτελεί πόλο έλξη τουριστών. Αν κάποτε πάω στο Ιράν δε θα πρέπει να παραλείψω να το επισκεφθώ.

Βολλέμια

Είναι ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο κωνοφόρο δέντρο της αυστραλίας. Το φυτό αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο και όλος ο πληθυσμός του βρίσκεται συγκεντρωμένος σε μικρή περιοχή και κινδυνεύει άμεσα με εξαφάνιση. Στην διεθνή ένωση για την προστασία της φύσης κατατάσσεται ως κρίσιμα κινδυνεύον. Είναι ένα πολύ αρχαίο είδος φυτού, Κοντινοί συγγενείς του υπήρχαν στην εποχή των δεινοσαύρων. Θεωρείται ζωντανό απολίθωμα.

Πληροφορίες:

Ανακάλυψη και φυσικό περιβάλλον:

Η ανακάλυψη του φυτού έγινε τυχαία. Στις ή περίπου στις 10 Σεπτεμβρίου του 1994, από έναν εργαζόμενο στο εθνικό πάρκο Βολλέμι “wollemi” στα Γαλάζια Όρη της Αυστραλίας, σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του Σύδνεϊ, τον David «Δαβίδ» Noble, ο οποίος συνήθιζε να κάνει περιπάτους και αναρριχήσεις σ’εκείνες τις περιοχές. Ο Noble εντόπισε σ’ένα απομονωμένο φαράγκι τα παράξενα δέντρα που του έκαναν πολλή εντύπωση και πήρε δείγματα για επιστημονική εξαίταση. Το είδος ήταν άγνωστο. Γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι ανήκει στους αραουκαριίδες, μία οικογένεια κωνοφόρων 200 εκατομμυρίων ετών παλιά. Το δέντρο πήρε το επιστημονικό όνομα «wollemia nobilis”. Μόνο αυτό το είδος βρίσκεται σ’αυτό το γένος. Συγγενή απολιθώματα έχουν βρεθεί στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδια και στην Ανταρκτική. Τα πιο πρόσφατα έχουν ηλικία 2000000 ετών. Μετά το φυτό εξαφανίστηκε από το απολιθωματικό αρχείο.

Ο πληθυσμός των δέντρων είναι πολύ μικρός. Λιγότερα από 100 ενήλικα και περισσότερα νεαρότερα άτομα υπάρχουν σε τρεις περιοχές, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Σύμφωνα με γενετικές εξαιτάσεις, όλα τα φυτά είναι σχεδόν γενετικά ταυτόσημα. Αυτό σημαίνει ότι το φυτό έχει πολύ μικρή γενετική ποικιλότητα, δεν υπάρχουν μεταλλάξεις, δεν εξελίσσεται, άρα είναι περισότερο ευάλωτο στην εξαφάνιση.

Περιγραφή: Η βολλέμια είναι ένα αειθαλές, κωνοφόρο δένδρο που στο φυσικό του περιβάλλον τα ψηλότερα φτάνουν σε ύψος τα 40 μέτρα με διάμετρο κορμού το 1 μέτρο. Η Κορυφή τους έχει πλάτος 3 μέτρα. Σε συνθήκες καλλιέργειας, έξω από το φυσικό τους περιβάλλον και τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες του φτάνουν σε ύψος έως τα 20 μέτρα. Το φυτό έχει και αρκετά παράξενα χαρακτηριστικά. Ο φλοιός του είναι φυσαλιδωτός και αυτό το στοιχείο περιορίζεται μόνο σ’αυτό το είδος των αραουκαριιδών. Έχει επίσης τη δυνατότητα να πρεμνοβλαστάνει εύκολα από τη βάση του κορμού. Αυτός είναι ο λόγος που τα δέντρα στη φύση φαίνεται να έχουν πολλούς κορμούς με κοινό ριζικό σύστημα. Λόγω αυτής της δυνατότητας, η καταμέτρησή τους και ο υπολογισμός της ηλικίας τους είναι δύσκολος. Το χαρακτηριστικό αυτό προστατεύει τα δέντρα από πυρκαγιές, κεραυνούς και δυνατούς ανέμους, αλλά στο σημερινό τους περιβάλλον δεν υπάρχουν τέτοιες απειλές. Ίσως στο παρελθόν το είδος έπρεπε να τις αντιμετωπίσει. Ο τρόπος διακλάδωσης είναι παρόμοιος με άλλα είδη των αραουκαριιδών. Το φυτό παράγει πλευρικά κλαδία, τα οποία συνήθως δεν διακλαδίζονται περαιτέρω. Το κλαδί, μετά από μερικά χρόνια ανάπτυξης ή θα σταματήσει την ανάπτυξή του, θα ξεραθεί και θα πέσει ολόκληρο, όπως συμβαίνει και σε άλλους αραουκαριίδες ή θα παραγάγει στο τέλος του κώνο, αρσενικό ή θηλυκό και μετά το πέρας της ωρίμανσης του κώνου θα ξεραθεί και θα πέσει. Νέα κλαδιά θα βλαστήσουν από λανθάνοντα μάτια που βρίσκονται στον κύριο κορμό. Σε σπάνιες περιπτώσεις, ένα κλαδι μπορεί να γυρίσει προς τα επάνω και να συμπεριφερθεί ως δευτερεύων κορμός. Τα φύλλα του είναι επίπεδα γραμμωτά, 3-8 εκατοστά σε μήκος και 2-5 χιλιοστά σε πλάτος. Είναι σπιρωειδώς διατεταγμένα στον βλαστό, αλλά οι βάσεις τους γυρίζουν και  τα φύλλα προσανατολίζονται σε επίπεδες σειρές καταμήκος του βλαστού, δύο σε κάθε πλευρά. Αυτός ο σχηματισμός βοηθά το φυτό να χρησιμοποιεί καλύτερα την ηλιακή ακτινοβολία. Τα μάτια των νέων βλαστών προστατεύονται από το κρύο με κηρώδη ουσία. Τα νεαρά φύλλα που εμφανίζονται την άνοιξη και το καλοκαίρι έχουν ανοιχτότερο πράσινο χρώμα από τα παλαιότερα. Οι θηλυκοί κώνοι είναι πράσινοι, 6-12 εκατοστά σε μήκος και 5-10 εκατοστά σε πλάτος. Ωριμάζουν σε 18-20 μήνες μετά την επικονίαση και διαλύονται για να απελευθερώσουν τους σπόρους. Οι αρσενικοί κώνοι είναι λεπτοί, επιμήκεις, κωνικοί 5-11 εκατοστά σε μήκος και 1-2 εκατοστά σε πλάτος. Οι θηλυκοί τείνουν να εμφανίζονται στα ανώτερα κλαδιά του φυτού, ενώ οι αρσενικοί στα κατώτερα. Αυτό το χαρακτηριστικό εξελίχθηκε για να αποφευχθεί όσο δυνατόν περισσότερο η αυτεπικονίαση. Τα θερμά ρεύματα αέρος μεταφέρουν τη γύρη προς τα πάνω και τη διασκορπίζουν σε μεγάλη απόσταση, σε θηλυκούς κώνους άλλων φυτών.  Στη σημερινή κατάσταση όμως, με την σχεδόν μηδενική γενετική ποικιλότητα, αυτεπικονίαση και ετεροεπικονίαση έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

Καλλιέργεια:

Η βολλέμια είναι ένα εξαιρετικά ευπροσάρμοστο κωνοφόρο. Ανέχεται ένα μεγάλο εύρος συνθηκών. Μπορεί να αναπτυχθεί και στον απ’ευθείας ήλιο, αλλά και σε μέτρια σκιά, ανέχεται υψηλές θερμοκρασίες έως 45 βαθμούς Κελσίου και χαμηλές έως -12. Μπορεί να καλλιεργηθεί και σε γλάστρα και στο έδαφος.

Οι καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξή του είναι απ’ευθείας ηλιακό φως, θερμοκρασίες από -5 έως 40 βαθμούς Κελσίου και έδαφος αμμώδες, με καλή αποστράγγιση και ελαφρώς όξινο πη 5.5-6.

Τοποθεσία: Αγαπούν τον απ’ευθείας ήλιο. Αν το φυτό βρίσκεται σε γλάστρα, μπορεί να τοποθετηθεί σε μία ηλιόλουστη θέση στο μπαλκόνι ή σε αυλή ή σε εσωτερικό χώρο κοντά σε παράθυρο. Με λιγότερη ποσότητα φωτός αναπτύσσεται πιο αργά. Τα δέντρα που βρίσκονται στο έδαφος δεν θα πρέπει να φυτευθούν σε σκιερό σημείο.

Πότισμα: Ρυθμίζεται ανάλογα με την εποχή. Περισσότερο στην εποχή της ανάπτυξης και ειδίως το καλοκαίρι, λιγότερο το χειμώνα. Είναι απαραίτητο το χώμα να έχει στεγνώσει έως ένα βάθος μέχρι το επόμενο πότισμα. Δεν θα πρέπει ποτέ να μένει περίσσιο νερό στο πιατάκι, ούτε το χώμα να είναι συνεχώς κορεσμένο, επειδή αυτό θα οδηγήσει σε σήψη των ριζών. Για τα φυτά που βρίσκονται στο έδαφος θα πρέπει να ποτίζονται αρχικά μέχρι να προσαρμοστούν και αρχίσουν να αναπτύσσονται και μετά ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Τα μεγάλα δέντρα θα χρειαστούν πότισμα μόνο σε ξηρασία.

Κλάδεμα: Είναι πολύ ανεκτικά στο κλάδεμα και μπορούν να ξαναβλαστήσουν ακόμα και αν όλος ο κορμός κοπεί. Και οι κορυφές και τα πλευρικά κλαδιά μπορούν να κοπούν για καλύτερο σχήμα. Θα πρέπει να γίνεται καλύτερα το χειμώνα, πριν το φυτό αρχίσει να αναπτύσσεται. Νέα μάτια θα εμφανιστούν λίγο πιο κάτω από το κομμένο σημείο. Τα κλαδιά είναι αρκετά ευλύγιστα  και δεν καταστρέφονται εύκολα στους δυνατούς ανέμους.

Φύτεμα: Το φύτεμα ή η μεταφύτευση του σε μεγαλύτερη γλάστρα καλύτερα να γίνονται την άνοιξη, όταν το φυτό αρχίζει να αναπτύσσεται και οι θερμοκρασίες είναι μέτριες. Η ανάπτυξη των ριζών του δεν είναι υπερβολικά γρήγορη, άρα δε χρειάζεται τακτικές μεταφυτεύσεις.

Λίπανση: Κατά την εποχή της ανάπτυξης με λίπασμα αργής απορρώφησης χαμηλό σε φώσφορο. Το έδαφος της Αυστραλίας είναι φτωχό σε φώσφορο και τα περισσότερα φυτά της έχουν προσαρμοστεί σ’αυτές τις συνθήκες. Λίπανση πιο συχνά για τα φυτά που βρίσκονται σε γλάστρες.

Ασθένειες: Δεν προσβάλλεται από πολλές ασθένειες ή έντομα. Ο χειρότερος εχθρός του είναι ο ωομύκητας phytophthora sinnamomi.

Ανάπτυξη: Τα φυτά σε γλάστρα μπορούν να διατηρηθούν για αόριστο χρονικό διάστημα. Τα φυτά στο έδαφος, αν βρίσκονται στις ιδανικές συνθήκες, μπορούν να μεγαλώσουν πολύ γρήγορα. Ένα νεαρό δένδρο μπορεί να ψηλώνει έως και 50 εκατοστά τα πρώτα χρόνια. Ένα μεγαλύτερο μπορεί να ψηλώνει και κατά 1 μέτρο το χρόνο. Το φυτό μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα. Πολλές παράμετροι επειρεάζουν την ανάπτυξή του. Το λίγο φώς, το λίγο νερό, η έλλειψη θρεπτικών συστατικών και το μικρό μέγεθος γλάστρας μπορούν να την περιορίσουν.

Πολλαπλασιασμός: Είναι δυνατό να πολλαπλασιαστούν από σπόρο, αλλά ο πιο εύκολος τρόπος είναι με μοσχεύματα. Μοσχεύματα βλαστών με το άκρο τους σε φάση ανάπτυξης κόβονται και φυτεύονται σε δοχία με υγρή άμμο. Για να ριζώσουν καλύτερο είναι να χρησιμοποιείται ορμόνη ριζοβολίας. Σε 6 περίπου μήνες, αν έχουν βγάλει ρίζες, θα πρέπει να μεταφερθούν σε δοχία με το τυπικό μείγμα χώματος, αλλά με περισσότερα θρεπτικά στοιχεία, έως ότου να έχουν αναπτυχθεί και δυναμώσει περισσότερο. Μετά μπορούν να φυτευθούν κάπου αλλού. Όπως και με άλλα κωνοφόρα, τα μοσχεύματα που θα ληφθούν από κορυφή θα δόσουν ένα κανονικά αναπτυσσόμενο δέντρο προς τα πάνω, ενώ αυτά που λαμβάνονται από πλευρικούς βλαστούς θα παραγάγουν ένα φυτό που απλώνεται κατά πλάτος με ακανόνιστο σχήμα.

Προστασία:

Λόγω της σπανιότητάς του, του μικρού του βιοτόπου και της αξίας του, το δέντρο αυτό κινδύνευε από παράνομους συλλέκτες. Για να αποφευχθεί η καταστροφή αυτών των τελευταίων δέντρων του είδους, αναπτύχθηκε στην Αυστραλία πρόγραμμα καλλιέργειας και προώθησης αυτού του φυτού παγκοσμίως. Από το 2001 σ’ένα φυτώριο της Αυστραλίας άρχισαν να παράγονται φυτά βολλέμιας. Τα πρώτα που εξήχθησαν στάλθηκαν σε βοτανικούς κήπους για επιστημονικούς σκοπούς. Ο βοτανικός κήπος του πανεπιστημίου της Βιέννης είχε την πρώτη Βολλέμια που ήρθε στην Ευρώπη. Πρώτη φορά η βολλέμια εκτέθηκε σε κοινό στην Ελάδα! Το 2006, την άνοιξη στην 52η ανθοκομική έκθεση της Κηφισιάς, δύο φυτά βολλέμιας εκτέθηκαν, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2006 η διακίνηση και το ελευθερο εμπόριο της βολλέμιας έχει επιτραπεί σε όλον τον κόσμο και μπορεί όποιος θέλει να την αποκτήσει. Παρόλα αυτά, το φυτό παραμένει αρκετά δυσεύρετο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της ελληνικής βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής wikipedia

σελίδα για τη βολλέμια

σελίδα για τη βολλέμια 2

καλλιέργεια

καλλιέργεια 2

πληροφορίες και καλλιέργεια

άρθρο για τη βολλέμια

η βολλέμια στην Ελλάδα

wollemia nobilis