Tag Archive: κουνέλια


Αυτή είναι η Λίμπο, η κουνέλα μου (Oryctolagus cuniculus), που πλησιάζει τα έξι χρόνια ζωής. Είναι νάνος, γύρω στα 1.200 γραμμάρια, με λευκή γούνα, μαύρο γύρω από τα μάτια, καφέ αυτιά και μικρές καφέ περιοχές στην πλάτη, με μια γραμμή που σχηματίζει τον αριθμό 2. Έχω πολύ καιρό να δημοσιεύσω νέα της μετά από το πρώτο άρθρο και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν με τις αναπαραγωγές της και μερικά σποραδικά μετά, όπου ανέβαζα λίγα βίντεο. Στην παρούσα δημοσίευση θα σας παραθέσω μερικά βίντεο της κουνέλας μου καθώς επιδίδεται σε καθημερινές δραστηριότητες, αλλά και κάποια πιο ιδιαίτερα. Προσπαθώ να απαθανατίσω διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της, για να την θυμάμαι καλά αφού την χάσω, γιατί, ό,τι και αν κάνουμε, είναι ένα μικρό θηλαστικό που δε θα ζήσει για πάντα. Απολαύστε λοιπόν τις δραστηριότητες της Λίμπο στα παρακάτω βίντεο από το κανάλι μου στο Youtube.

Στο πρώτο βίντεο βγαίνει μια βόλτα, μια τυπική μέρα ενασχόλησης με τη Λίμπο, αν και συνήθως την βγάζω πιο αργά το βράδυ. Αρχικά είναι επιφυλακτική με την κάμερα, αλλά μετά συνηθίζει. Βγάζω κι εγώ περιοδικά το κεφάλι μου πίσω από την κάμερα για να βλέπει ότι είμαι εκεί.

Εδώ παίζει με μια γεμάτη σακούλα. Την είχα προσωρινά στο δωμάτιο, οπότε δεν την γνωρίζει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είχε μέσα, νομίζω βιβλία, πάντως πτώμα δεν είχε.

Το παρακάτω είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που έχω παρατηρήσει στο κουνέλι μου. Μια μέρα, χωρίς προφανή λόγο, άρχισε να δαγκώνει και να τραβάει το καπάκι από το στοπ της πόρτας του δωματίου μου. Μόλις το έβγαλα, το κυνηγούσε και το έπιανε σαν σκύλος. Δε θυμάμαι να άφησα τροφή εκεί, για να μυρίζει σαν φαγητό. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα κουνέλια μας, αναπόφευκτο είναι, μέσα σε τόσα χρόνια, να τύχει να τα φοβίσουμε άθελα μας. Στο βίντεο αυτό, που είναι από συμβάν στις αρχές του καλοκαιριού, η Λίμπο έχει τρομάξει πολύ, και γι’αυτό μένει ακίνητη και πιεσμένη στο έδαφος, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με το έδαφος και να αποφύγει έτσι τους εχθρούς της. Μετά από λίγο επανήλθε, αλλά ηρέμησε εντελώς την επόμενη μέρα. Παλαιότερα, όταν ήταν νεότερη, έδειχνε τη δυσαρέσκεια ή την ενόχλησή της με κάτι με ένα γρύλλισμα ή μια επιθετική κίνηση, αλλά όσο μεγαλώνει προτιμά πιο παθητικές αντιδράσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα δε θυμώνει, κάτι που μπορείτε να διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε να την χαϊδέψετε ενώ δε σας ξέρει. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να ενοχλείται από σχεδόν οτιδήποτε.

Το παρακάτω το τράβηξα πέρσι το φθινόπωρο, όταν είχε ιδιαίτερη απώλεια γούνας, όταν της καθάριζα τη γούνα με προσοχή.

Στα παρακάτω βίντεο η Λίμπο είτε τρώει είτε πίνει νερό. Πίνει νερό από μπουκάλι ή από μπολ, και τρώει άχυρα, πέλετ, χόρτα, φύλλα, λουλούδια και καρότο.









Εδώ τρώει δύο ιδιαίτερα αρχαία και σπάνια φυτά της συλλογής μου, φύλλο από γίνκγο (Ginkgo biloba) και κλαδάκι από αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla).

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Προσφέρω στη Λίμπο ένα τριαντάφυλλο, αφού ξέρω ότι θα το εκτιμήσει περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, αφού είναι κουνέλα…

Ενημέρωση 19/1/2017: Ένα ωραίο βίντεο που παίζει έξω στο μπαλκόνι με τα χιόνια στις 10 Ιανουαρίου, όταν η Αριάδνη χτύπησε έντονα τη Θεσσαλονίκη και είχαμε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες. Ήταν η μόνη φορά μετά το 1963 με ολικό παγετό που διήρκησε για πέντε ημέρες. Μαζί δείχνω και κάποια φυτά που χτυπήθηκαν από την παγωνιά – είναι αυτά που περιγράφονται ως ανθεκτικά σε ελαφριές παγωνιές, αλά τελικά η παγωνιά δεν ήταν ελαφριά. Τα υπόλοιπα είτε την αντέχουν χωρίς πρόβλημα, είτε τα έχω μέσα, πάλι χωρίς πρόβλημα.

Ενημέρωση 15/4/2016: Τα φυτά αναγνωρίστηκαν. Το πρώτο είναι χείρανθος ο χείριος (Erysium cheiri), πρώην Cheiranthes cheiri, ένα διετές ή βραχύβιο πολυετές λαχανοειδές (οικογένεια Brassicaceae), το οποίο είναι αυτοφυές, αλλά καλλιεργείται για τα άνθη του. Το δεύτερο είναι αγριοζοχός (Eurospermum picrides), που λέγεται έτσι όχι επειδή ο κανονικός ζοχός είναι ήμερος, απλώς επειδή αυτό σκεπάζεται από αγκάθια και σκληρές τρίχες. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των αστεριδών (Asteracaea), μαζί με το ζοχοό, το ραδίκι, το μαρούλι, τις μαργαρίτες κλπ.

Αυτά είναι τα πρώτα άγνωστα είδη για το 2016. Περιμένω τα σχόλια σας με το όνομα του είδους.

άγνωστο καλλωπιστικό σε ανθοφορία

Το πρώτο το βρήκα το Μάρτιο στο εξοχικό του πατέρα μου στη Γερακινή της Χαλκιδικής. Βρισκόταν στο φράχτη του δικού μας σπιτιού με γειτονικό. Ήταν περίπου ενάμισι μέτρο ψηλό ή και παραπάνω, μ’αυτά τα παράξενα τετραπέταλα λουλούδια. Ποώδες. Σίγουρα θα βρίσκεται αρκετά χρόνια εκεί. Πώς λεέγεται;

άγνωστο αγριόχορτο

Το δεύτερο είναι ένα κοινό, αν κι όχι πανταχού παρόν, ζιζάνιο. Μοιάζει με το ζοχό, αλλά έχει χνουδωτά φύλλα πολύ λιγότερο σχισμένα, και σχετικά κυλινδρικό βλαστό με αγκαθάκια. Το συγκεκριμε΄νο φυτό είχε συμπτυγμε΄νη ταξιανθία στην κορυφή, και λίγα φύλλα του λείπουν, επειδή τα έκοψα για τη Λίμπο την κουνέλα μου. Αργότερα το έκοψα όλο για το κουνέλι, αφήνοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι μήπως και ξαναπετάξει. Τα κουνέλια το τρώνε. Τι να είναι;

Περιμένω τα σχόλιά σαςσ.

Η κουνέλα μου η Λίμπο έχει να αναπαραχθεί εδώ και δύο χρόνια και λίγο παραπάνω. Είχε κάνει 33 μικρά, και μετά αποφάσισα να βάλω ένα όριο, γιατί δε θα μπορούσα να τα δώσω όλα. Έτσι έδωσα λοιπόν τον αγαπητό μας κούνελο και έμεινα με την κουνέλα. Όμως τώρα δεν είναι όπως τότε, γιατί έχω έναν αποδέκτη να δώσω τα κουνελάκια. Το feeders.gr θα μπορούσε να τα πάρει. Για όσους δεν το ξέρουν, είναι ένα πετ σοπ με πολύ υψηλά στάνταρ, εξειδικευμένο σε πολλά και διάφορα είδη. Είναι το μόνο πετ σοπ που ξέρω τουλάχιστον, το οποίο φέρνει σωστή τροφή για κουνέλια. Μόνο σ’εκείνο το κατάστημα θα εμπιστευόμουν να δώσω τα μικρά. Το κατάστημα αυτό λοιπόν αρκετά πρόσφατα είχε φέρει έναν ενήλικο κούνελο, γύρω στον ενάμισι χρόνο, λίγο μικρότερο από τη Λίμπο και με παρόμοια χρώματα, δηλαδή λευκό με λίγο καφέ στη ράχη, καφέ αυτιά και μαύρα μάτια. Είχε μακρύτερη αλά αραιότερη γούνα από τη Λίμπο, ήταν πολύ δραστήριος και παρατηρητικός με όλους όσους τον πλησίαζαν, και ποτέ δεν θυμάμαι να ήταν επιθετικός. Γενικώς όλοι οι κούνελοι που ξέρω έτσι είναι. Μπορεί μερικοί να είναι πιο ζωηροί, αλλά όλοι είναι πολύ φιλικοί με τους ανθρώπους, ανοιχτοί προς τους ξένους και δε δαγκώνουν σχεδόν ποτέ, εν αντιθέσει με τις κουνέλες, οι οποίες προστατεύουν το κλουβί τους, αποφεύγουν όσους δεν ξέρουν και συχνά γίνονται πολύ επιθετικές. Η Λίμπο για παράδειγμα εκπροσωπεί μία κατάσταση προς τα άκρα, όπου δε δέχεται κανέναν άλλον εκ΄τος από μένα, θυμώνει εύκολα, και ουκ ολίγες φορές έχει δαγκώσει ξένα άτομα που πήγαν να την χαϊδέψουν χωρίς να είμαι εγώ εκεί.

ο κούνελος στο κλουβί 21/10/2015

Ο κούνελος αυτός λοιπόν ήταν το καλύτερο ταίρι για τη Λίμπο, αφού ταίριαζαν και σε μέγεθος και σε εμφάνιση. Έτσι, μετά από αρκετές αναβολές επειδή δεν ήμουν σίγουρος, πήγα τη Λίμπο στον κούνελο στις 21 Οκτωβρίου του 2015. Από το κουτί μεταφοράς έβγαλα μία φοβισμένη Λίμπο, την οποία έβαλα ευθύς στο κλουβί του κούνελου. Όμως τα πράγματα δεν πήγαν όπως έπρεπε. Μόλις την έβαλα μέσα, ο κούνελος ετοιμάστηκε αμέσως, αλλά η κουνέλα δεν ήταν δεκτική. Αρχικά προσπαθούσε να του ξεφύγει, μετά κάθισε λίγο, μετά παραιτήθηκε κι έμεινε ξαπλωμένη κάτω, χωρις να κάνει τίποτα, και μετά πάλι θύμωνε, χτυπούσε το πόδι της και του ξέφευγε. Ούτε ο κούνελος το έκανε και τόσο καλά, αφούήταν το πρώτο του ζευγάρωμα και πότε ανέβαινε από μπροστά, και πότε από πίσω κανονικά.

Για να μην ενοχλείται παραπάνω η κουνέλα, την έβγαλα, την άφησα για λίγο μόνη, και αφούέφυγα για λίγο για μια δουλειά, επέστρεψα και την ξαναέβαλα μαζί με τον κούνελο. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα, αφού συνεχώς χτυπούσε το πόδι της κι έτρεχε, σκορπίζοντας έτσι τα πέλετ του υποστρώματος παντού.

Έτσι την έβγαλα αμέσως και την πήρα πίσω. Ήταν αρκετά φοβισμένη, αλά μόλις γύρισε στο κλουβί της ηρέμησε. Πρόσεξα ότι το πίσω της μέρος ήταν ελαφρώς διεσταλμένο και υγρό, οπότε ίσως τελικά να είχε γονιμοποιηθεί. Η ελπίδες μου αναπτερώθηκαν στις 24 Οκτωβρίου, οπότε άρχισε η συμπεριφορά της να αλλάζει. Έγινε πιο απόμακρη, προτιμούσε να κρύβεται περισσότερο, έτρωγε περισσότερο κλπ, σημάδια εγκυμοσύνης. Όσο όμως περνούσε ο καιρός δεν φαινόταν να προχωρά αυτό. Μικρά στην κοιλιά της δεν έπιασα, και όταν ήλθαν οι μέρες οπότε θά’πρεπε να γεννήσει, δεν έγινε τίποτα. Περίμενα μέχρι τις 26 Νοεμβρίου, οπότε θα έκλεινε τις 35 ημέρες, το μέγιστο όριο κύησης για τα κουνέλια, και δεν έγινε τίποτα. Άρα δεν εγκυμόνησε καθόλου.

Αλλά γιατί έγινε αυτό; Ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβη κάτι τέτοιο. Πάντοτε η κουνέλα μου ήταν πρόθυμη να ζευγαρώσει. Συνήθως πλησίαζε μόν της τον κούνελο, καθόταν περήφανη με σηκωμένο το κεφάλι, σήκωνε την ουρά της και περίμενε. Άλλες φορές από την χαρά της ανέβαινε αυτή πάνω στον κούνελο. Τώρα όμως είχαμε την αντίθετη κατάσταση. Γιατί; Δεν μπορώ να ξέρω τον ακριβή λόγο, αλλά υποψιάζομαι μερικά πράγματα. Τα κουνέλια δεν έχουν οίστρο όπως πολλά άλλα θηλαστικά, αλλα είναι επαγόμενοι ωορήκτες, δηλαδή έχουν ωορηξία με΄τα το ζευγάρωμα, ώστε να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα γονιμοποίησης. Αν και δεν έχουν οίστρο, έχουν διατηρήσει κάποια υπολείμματα του κύκλου άλλων θηλαστικών, στο γεγονός οτι από τις 14 ημέρες τις 2 δεν είναι τόσο δεκτικά. Μπορεί να πέτυχα μια τέτοια μέρα. Επίσης, αν και δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου που αναπαράγονται μόνο τότε, τείνουν να αναπαράγονται λίγότερο το χειμώνα, δηλαδή όταν οι μέρες μικραίνουν. Η δική μου, όπως και οι υπόλοιπες κουνέλες, είναι πιο δραστήρια και δείχνει να θέλει περισσότερο την άνοιξη, αλλά έχει γονιμοποιηθεί σχεδόν κάθε μήνα του χρόνου. Η άλλη πιθανή αιτία είναι απλώς επειδή μεγάλωσε, οι ορμόνες της έπεσαν και δε μπορέι να αναπαραχθεί. Ακόμα είναι μόνο 5 χρονών, και είχε ανεμογκάστρι την άνοιξη του ίδιου έτους, οπότε δεν πιστεύω να φταίει αυτό. Μπορέι από την άλλη να γονιμοποιήθηκε, αλλά μετά να απορρόφησε τα μικρά, συχνό φαινόμενο στα κουνέλια. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως, ότνα η κουνέλα δείχνει να μην θέλει τον κούνελο ή τα έμβρυα απορροφώνται, προτείνεται η επαναγονιμοποίησή της μετά από μία ή λίγες μέρες, αλλά αυτό δε μπορούσα να το κάνω φυσικά εξαιτίας της απόστασης, γιατί η κουνέλα αναστατώνεται με τις μετακινήσεις.

Το κατάστημα έδωσε τον κούνελο το Νοέμβριο, οπότε δεν έχουμε επιβήτορα τώρα. Αλλά δεν πειράζει. Αν είναι θα την ξαναβάλω με άλλον κούνελο την επόμενη χρονιά και μετά δεν την ξαναβάζω.

Πλέον, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης με την κουνέλα μου τη Λίμπο, έχουμε αναπτύξει μια βαθύτερη σχέση. Εγώ την βοηθάω σε διάφορα πράγματα, αλλά κι αυτή εμένα. Για παράδειγμα, μου βρίσκει πράγματα που χάνω. Παρόλο όμως που θέλω να λέω ότι μου τα βρίσκει στην πραγματικότητα δε μου τα ψάχνει συνειδητά. Απλώς επειδή έχει μάθει απ’έξω κι ανακατωτά το δωμάτιό μου τόσα χρόνια, ό,τι είναι εκτός θέσης της τραβά την προσοχή. Αν είναι κάποιο χαμένο αντικείμενο κάτω και το βρει, μπορεί να αρχίζει να παίζει μαζί του, κι έτσι να το βρω. Έτσι μια φορά για παράδειγμα μου βρήκε τον αριθμό που έπρεπε να καρφιτσώσω στη μπλούζα μου για να τρέξω στον αγώνα των 5 χιλιομέτρων (ναι, έτρεξα κι εγώ!) στις 10 Οκτωβρίου, στις εκδηλώσεις του Διεθνούς Ημιμαραθωνίου Θεσσαλονίκης. Μου είχε φύγει ο φάκελος κάτω από την καρέκλα μου, και δεν τον έβρισκα. Μόλις όμως έβγαλα την κουνέλα έξω, μετά από λίγο την άκουσα να παίζει μ’ένα χαρτί, κι έτσι τον βρήκα.

Όμως η περιέργειά της αυτή μια μέρα πρόλαβε ένα ατύχημα, αλλα θα μπορούσε και να οδηγήσει σε κάποιο άλλο αν δεν βρισκόμουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 16 Οκτωβρίου 2015, τάιζα το λοφιοφόρο μου γκέκο το Βαρώνο (Correlophus ciliatus) έντομα. Του έδινα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), οι οποίες είναι γρήγορες και μπορεί να κρυφτούν αν δεν τις φάει αμέσως, και μία κατσαρίδα Αργεντινής (Blaptica dubia). Ήθελα και να βιντεοσκοπήσω το γεγονός για το κανάλι μου στο Youtube, αλά τελικά το βίντεο δεν πέτυχε. Μία λοιπόν κατσαρίδα κρύφτηκε με΄σα σε ένα καλάμι μπαμπού του τερραρίου του γκέκο. Έχει γίνει κι άλλες φορές αυτο΄, κι όποτε γίνεται, για να μην περιμένω εγώ ή το γκέκο να βγουν όποτε θέλουν, δηλαδή μπορεί και μετά από μια βδομάδα, Τις τινάζω από μέσα και πέφτουν. Το τερράριο του γκέκο είναι της Exo Terra (από τακαλύτερα τερράρια), ένα κατακόρυφο γυάλινο τερράριο με δίφυλλη πόρτα μπροστά, αλλά κι ένα καπάκι σίτας που μπορεί ν’αφαιρεθεί. Αφαίρεσα λοιπόν το καπάκι, ώστε να σηκώσω το καλάμι ευκολότερα. Σήκωσα το καλάμι, τίναξα το έντομο και τοέριξα μέσα στο μπολ, για να μη φύγει. Μετά όμως, επειδή σχεδόν ποτέ δεν ανοίγω εκείνο το καπάκι, δεν το έκλεισα εντελώς. Ένα άνοιγμα δύο εκατοστών είχε μείνει από μπροστά. Το γκέκο συνέχιζε να κάνει βόλτες για αρκετή ώρα στο χώρο του, αλά μετά σταμάτησα να το ακούω. Πέρασαν αρκετές δεκάδες λεπτών και μου φάνηκε παράξενο αυτό. Έχει τύχει στο παρελθόν να φάει τόσο πολύ ώστε να μη θέλει να κουνηθεί στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν τέτοιο γεύμα. Μετά, γύω στις 2 το πρωί ή και πιο αργά, έβγαλα την κουνελίτσα μου βόλτα. Η μπαλκονόπορτα ήταν λίγο ανοιχτή για να μπαινοβγαίνει, κι έμπαινε λίγο κρύο. Αφού λοιπόν η Λίμπο έκανε τη βόλτα της, μετά πήγε στη γωνία κάτω από το κλουβί του Βαρώνου, όπου κάτι έξυνε. Νομίζοντας πως πειράζει κανένα καλώδιο, πήγα να δω, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Λίγα εκατοστά μπροστά από τη μουσούδα της βρισκόταν ο Βαρώνος. Τον περιμάζεψα αμέσως, και ως πλήρως εξοικιωμένος που είναι, δεν προσπάθησε καν να φύγει. Μέτρησα όλα τα δάχτυλά του, έλεγξα την ουρά, το κεφάλι, τα μάτια και την κοιλιά του, για να δω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί θα μπορούσε να τον είχε δαγκώσει η κουνέλα, αλλά ευτυχώς ήταν άθικτος. Τα ζώα αυτά είχαν να συναντηθούν για περίπου τρία χρόνια. Τότε, ότον τον πρωτοπήρα, από περιέργεια τον έβαλα δίπλα στην κουνέλα μου για να δω τι θα γίνει, και φυσικά αν υπήρχε πρόβλημα θα τον έπαιρνα αμέσως. Είχα καθίσει κάτω και τον είχα βάλει πάνω στο παντελόνι μου, και Μόλις κατάλαβε η Λίμπο πως είναι κάποιο ζώο, άρχισε να τον πιέζει με τη μύτη της και να τον σπρώχνει, κι εκείνος έκανε ευθύς ένα απότομο άλμα στα 40 εκατοστά προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, πέρα από ότι ο Βαρώνος κοιτούσε την κουνέλα όταν έβγαινε για βόλτα, κι αυτή τρόμαζε μερικές φορές όταν αυτός πηδούσε ανάμεσα στα καλάμια του και τις φυλλωσιές του, αυτά τα ζώα δεν είχαν καμία άμεση επαφή για τα επόμενα τρία χρόνια εκτός απο΄τώρα. Μετά λοιπόν από το αρχικό σοκ, άναψα το φως κι έβαλα για λίγο το γκέκο μπροστά στο κουνέλι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Πάλι η Λίμπο έτρεχε πάνω του, κι άρχισε να το σπρώχνει με τη μύτη της, και μια φορά μάλιστα νομίζω πως πήγε να το δαγκώσει. Μόλις το σήκωσα στο χέρι μου ψηλότερα, σηκώθηκε κι αυτή για να το πειράξει. Ως πειστήριο για το γεγονός, έκανα κι ένα μικρό βίντεο.

Τελικά ανέβασα κάτι πολύ πιο ασυνήθιστο και μοναδικό στο Youtube, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ευχάριστο. Στο βίντεο, η Λίμπο η κουνέλα πλησιάζει τρεις φορές με φανερά επιθετικές διαθέσεις το Βαρώνο το λοφιοφόρο γκέκο, ο οποίος φεύγει, αλλά κι εγώ βάζω το χέρι μου για να προλάβω τα χειρότερα. Μετά αμέσως τον παίρνω και τον επιστρέφω στο τερράριό του με κλειστό πάνω καπάκι αυτήν τη φορά. Μόλις είχα προλάβει, συμπτωματικά εντελώς, δύο ατυχήματα. Εάν δεν καταλάβαινα εγκαίρως ότι το καπάκι είχε μείνει ανοιχτό, μπορεί να έχανα το γκέκο, ή μάλλον να δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, γιατί να το χάσω διά παντώς είναι δύσκολο. Αν και δεν είχε διανήσει απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κλουβί του όπως την μέτρησα, θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Μικρή πιθανότητα υπήρχε, αν άνοιγα τη μπαλκονόπορτα να έφευγε έξω και να χανόταν για πάντα, αλλά έκανε κρύο και το θεωρώ απίθανο. Επίσης μικ΄ρη πιθανόττητα είχε να φύγει στο υπόλοιπο σπίτι αν άνοιγα την πόρτα του δωματίου, αν και ο χώρος ήταν ανοιχτός και άγνωστος γι’αυτόν, οπότε θα δίσταζε πολύ. Επίσης υπήρχε μικρή πιθανότητα να περάσεια πέναντι στη ντουλάπα και να χωθεί από πίσω και να μην το βρω εύκολα, ή να σκαρφαλώσει κάπου ψηλά. Το πιο πιθανό ωστόσο θα ήταν να κρυφτεί σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο σε ακτίνα περίπου δύο μέτρων από το τερράριο, το οποίο είναι και η περιοχή του άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, κι έτσι υπήρχε και η πιθανότητα να επιστρέψει και πίσω, εφόσον το καπάκι ήταν ανοιχ΄το. Εάν δεν προλάβαινα την κουνέλα, υπήρχε πιθανότητα να τρομάξει απ’αυτήν και να φύγει κάπου μακριά ή να χωθεί σε κάποιο στενό και δυσπρόσιτο σημείο, ή η κουνέλα να τον τραυματίσει άσχημα. Ήμουν οπότε πολύ τυχερός. Από εκείνη τη μέρα και για τις επόμενες λίγες, ψυχαναγκαστικά έλεγχα το πάνω καπάκι για να είμαι σίγουρος ότι είναι κλειστό. Στα τρία χρόνια που τον έχω ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό, και θα είναι και η τελευταία ελπίζω. Έχει τύχει να το χάσω για δύο ακόμα φορές, αλλά ήταν στην αρχή που, αν και ήρεμο, πάλι τρόμαζε πιο εύκολα επειδή δεν είχε συνηθίσει ακόμα καλά το χώρο κι εμένα και μπορεί να πηδούσε απ’το χέρι μου άνευ προειδοποιήσεως. Έτσι μία φορά πήδηξε κι έτρεξε κάτω από το κρεβάτι μου για δύο μέτρα περίπου μέχρι την άλλη μεριά, αλά εκτός από την απόσταση δεν υπήρχε κάποια άλη δυσκολία να το βρω, επιδή ο χώρος ήταν σχετικά ανοιχτός χωρίς πολλές καλές κρυψώνες. Την άλλη φορά ήταν πάλι στους πρώτους μήνες που το είχα, και ήταν Απρίλιος. Εγώ το είχα πάρει Νοέμβριο, οπότε ήταν η πρώτη του άνοιξη σ’εμένα. Επειδή η θερμοκρασία είχε ανέβει, είχε ανέβει κι ο μεταβολισμός του, κι έτσι ήταν πιο δραστήριο και νευρικό. Όλοπηδούσε κι έτρεχε, κι έτσι, βγάζοντας εγώ κάτι από το τερράριό του και κρατώντας το προσωρινά για να ξέρω πού είναι, πήδξε κι έφυγε. Σήκωσα όλα τα μικρά και μεσαία πράγματα (καρέκκλες, βιβλία κλπ) γύρω από το τερράριο και για ένα τέταρτο έψαχνα, και μετά τον βρήκα στο χείλος του καλαθιού των αχρήστων κάτω από το τερράριο, δηλαδή μπροστά μου! Κι άλλες φορές εκείνο τον καιρό τύχαινε να μου πηδήξει απ’το χέρι, αλλά το έβρισκα αμέσως, οπότε δε μπορώ να πω ότι το έχανα. Έτσι λοιπόν σώθκε το γκέκο μας.

Όσον αφορά την κουνέλα, δεν ξέρω αν στεναχωρέθηκε ή ανακουφίστηκε που πήρα το γκέκο από κοντά της, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Δε θα πρέπει να το πειράξειποτε ξανά. Τα κουνέλια δεν είναι κυνηγετικά ζώα σαν τις γάτες που πειράζουν μικρότερα ζώα από κυνηγετικό ένστικτο – μπορεί να υπάρχουν κι εξαιρέσεις – αλλά προστατεύουνέντονα την περιοχή τους. Δεν είναι τα ειρηνικά ζώα που παρουσιάζονται πάντα. Κουνέλια που δε γνωρίζονται και τυχαίνει το ένα να εισβάλει στην περιοχή του άλλου ια πρώτη φορά μπορεί να μαλώσουν σοβαρά, ενίοτε με θανάσιμους τραυματισμούς. Όπως έλεγε κι ένας Αυστραλός κυνηγός που είχα διαβάσει κάπου στο Διαδίκτυο, συναντούσε συνεχώς κουνέλια γρατσουνισμένα και χτυπημένα, και νόμιζε πως ήταν απο΄συμπλοκές με γάτες, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν από τους ομοίους τους. Έτσι τα κουνέλια μπορεί να γίνουν επιθετικά και προς μικρότερα ζώα που συναντούν στην περιοχή τους. Όπως είπα παραπάνω όμως υπάρχουν κι εξαιρέσεις, και μπορεί ένα κουνέλι να ροκανίσει σιγά-σιγά κι έτσι να φάει ένα μικρό κι αδύναμο ζώο. Κουνέλια έχουν παρατηρηθεί να τρώνε έντομα – και η δική μου είχε φάει -, πουλάκιαπου πέφτουν από τη φωλιά τους, κι άλλα μικρά ζώα. Έψαξα να δω αν γίνεται κουνέλια να φάνε σαύρες, αλλά δε βρήκα κάποιο σχετικό αποτέλεσμα, όμως, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζουμε, σίγουρα γίνεται. Το Συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ ν’αφήνουμε κουνέλια με ζώα πολύ μικρότερά τους μόνα τους. Ίσως να υπάρχουν εξαιρέσεις, και πάλι θα πρέπει να είμαστε εκεί για να τα επιβλέπουμε. Γενικώς δε θα πρέπει ν’αφήνουμε κουνέλια με άλλα ζώα στον ίδιο χώρο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (αν γνωρίζονται κλπ), αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει πολύ περισσότερο το άλλο ζώο από το κουνέλι, παρά το κουνέλι από το άλλο ζώο.

Το πιο ανησυχητικό ωστόσο δεν ήταν ότι η κουνέλα κυνηγούσε το γκέκο, αλλά ότι το γκέκο δεν κατάλαβε οότι κινδυνεύει. Στο βίντεο βαδίζει σε μέτρια ταχύτητα εμφανώς ενοχλημένο, αλλά δεν έχει φοβηθεί πραγματικά. Αν ένιωθε πραγματικά ότι απειλείται από το κουνέλι, θα έτρεχε πολύ γρηγορότερα κάπου μακριά. Είχε τρέξιι έτσι στο παρελθόν μερικές φορές επειδή είχε τρομάξει, και η ταχύτητά του τότε είναι εκπληκτική. Θα μπορούσε να τρέξει διαγώνια μπροστά του και να χωθεί ανάμεσα στη ντουλάπα και τον τοίχο, απ’όπου ούτε εγώ δε θα μπορούσε να το βγάλω εύκολα. Ή θα μπορούσε να τρέξει ως εκεί και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. Αλλιώς,αν η κουνέλα τον είχε στριμώξει σε μια γωνία και δεν προλάβαινε να ανέβει στον τοίχο, θα μπορούσε να γυρίσει και να δαγκώσει την κουνέλα, είτε στιγμιαία για να την ξαφνιάσει, είτε με όλη του τη δύναμη ώστε να την πονέσει και να της πάρει και λίγη γούνα, και στην περίπτωση αυτήν δεν πιστεύω ότι η κουνέλα θα τον ξαναπείραζε ποτέ. Πιστεύω ότι θα τα έκανε αυτά, αλά αφού ήδη είχε δαγκωθεί και πιθανόν τραυματιστεί. Γιατί τότε δεν προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του; Πιστεύώ αφενός επειδή έχει συνηθίσει στο χειρισμό, και δεν ενοχλείται εύκολα όταν το πιάνω, το σπρώχνω ή το σηκώνω, κι αφετέρου στο γεγονός ότι στη πατρίδα του τη Νέα Καληδονία ιστορικά δεν υπήρχαν σαρκοφάγα θηλαστικά, οπότε δεν τα αναγνωρίζει ως απειλή. Ουσιαστικά το δεύτερο οδήγησε στο πρώτο. Το κουνέλι δεν είναι βέβαια σαρκοφάγο, αλλά τώρα λειτούργησε ως τέτοιο. Αν και πριν τρία χρόνια είχε τρομάξει από την κουνέλα, οπότε θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αντιλήφθηκε τώρα τον κίνδυνο επειδή απλώς έχει συνηθίσει στο χειρισμό περισσότερο, πάλι όμως και τότε δεν αντέδρασε ακαριαία και πιστεύω ότι το κουνέλι θα μπορούσε να τον ξαναπειράξει πριν προλάβει να φύγει. Γενικώς σαύες από περιοχές με λίγους εχθρούς τείνουν να ηρεμούν πολύ περισσότερο στην αιχμαλωσία, αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάρτε το γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps) για παράδειγμα, που είναι σχεδόν παθολογικά ήρεμος. Κατάγεται από την Αυστραλία, όπου οι εχθροί είναι λιγότεροι απ’όσους θα υπήρχαν στην Ευρώπη για παράδειγμα, και οι περισσότεροι δεν είναι θηλαστικά. Έτσι ο γενειοφόρος δράκος μπορεί να είναι εντελώς άνετος με ανθρώπους που τον σηκώνουν, τον μεταφέρουν και τον πειράζουν, αλά μπορεί να τρελαθεί αν δει κινούμενη σκιά πάνω απ’το κεφάλι του, η οποία θα μπορούσε να είναι αρπακτικό πουλί. Η Νέα Καληδονία όμως, ως μικρό απομονωμένο νησιωτικό σύμπλεγμα, έχει ακόμα λιγότερους εχθρούς από την Αυστραλία και ποτέ δεν είχε χερσαία θηλαστικά. Μόνο κάποιες νυχτερίδες κατέφθασαν σε γεωλογικά πρόσφατη εποχή, αλά αυτές δεν κυνηγούν σαύρες κι επίσης δεμοιάζουν με τυπικά θηλαστικά ώστε το γκέκο να τα αναγνωρίζει με βάση τη μορφή τους. Δύο είναι οι κύριοι εχθροί του λοφιοφόρου γκέκο στη φύση: ο μπούφος (Tito alba) και το γιγάντιο Νεοκαληδόνιο γκέκο (Rhacodactylus leachianus). Ο μπούφος είναι το ίδιο είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι ένα πολύ επιτυχημένο είδος που έχει κυριεύσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος εχθρός του λοφιοφόρου γκέκο, αφού ως ενδόθερμο έχει μεγαλύτερη ανάγκη για τροφή και άρα θα κυνηγά συχνότερα. Και πάλι δε θα τρέφεται αποκλειστικά με λοφιοφόρα γκέκο, αλλά θα τρώει κι άλλες σαύρες, πουλιά και νυχτερίδες, και πλέον που υπάρχουν και χερσαία θηλαστικά, και μ’αυτά. Το γιγάντιονεοκαληδόνιο γκέκο μπορείπεριστασιακά να τρώει λοφιοφόρα γκέκο, αλλά πάλι όχι πολύ συχνά. Θα τρώει κι άλες σαύρες, πουλάκια, έντομα, νέκτρα και φρούτα. Εκτός αυτού, τα λοφιοφόρα γκέκο σπάνια συναντούν αυτό το είδος, αφού αποφεύγουν το περιβάλλον του, δηλαδή τους χοντρούς κορμούς με κουφάλες, ακριβώς για να μην το συναντήσουν. Μικρός κίνδυνος ίσως να είναι και ο φοβοσκίγκος (Phoboscincus bocorti), ένα είδος γιγάντιου χερσαίου σαρκοφάγου σκίγκου στα 60 εκ που σχεδόν εξαφανίστηκε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα των ιθαγενών από παντού εκ΄τος από μια μικρή περιοχή στη Νήσο των Πεύκων, όπου υπάρχουν και λοφιοφόρα γκέκο. Αυτός έχει οδοντοστοιχία προσαρμοσμένη για σαυροφαγία, αν και δεν είναι ακόμα γνωστό ποιες σαύρες τρώει. Ίσως να τρώει και λοφιοφόρα γκέκο που κατεβαίνουν στο έδαφος, αλλά σπάνια. Ίσως ακόμα περιστασιακά να το κυνηγά ο ανατολικός μπούφος των χόρτων (Tito longimembris) και περιστασιακά τα μικρότερα ημερόβια γεράκια αν τύχει και το συναντήσουν τη μέρα. Επίσης στο παρελθόν, όταν υπήρχαν μεγαλύτερα ζώα στην Νέα Καληδονία πριν τα εξαφανίσουν οι ιθαγενείς, ίσως κάποια απ’αυτά, όπως ο μικρός κροκόδειλος της Ν. Καληδονίας ή το πουλί ντου να το έτρωγαν, αν και όχι πολύ συχνά, επειδή εξειδικεύονταν σε άλλες τροφές. Οπότε το λοφιοφόρο γκέκο είναι ένα είδος με σχετικά μικρή πίεση από εχθρούς, που μάλλον έχει τηνπολυτέλιεα νακάθεται ανάμεσα στα δροσερά πλατιά φύλλα και να τρώει το μέλι του χωρίς να φοβάται κάθε στιγμή μην το φάνε. Τα μικρά του είδους δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ωστόσο, και προφανώς θα τρώγονται από όσα εντομοφάγα ζώα τρώνε ζώα του μεγέθους τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το λοφιοφόρο γκέκο χάνει αρκετά μικρά, επειδή είναι από τα Νεοκαληδόνια γκέκο με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό ρυθμό (6-9 γέννες των δύο αυγών ετησίως, κατ’εξαίρεσιν παραπάνω, σε αντίθεση με είδη όπως Mniarogekko chahoua ή R. leachianus που μπορεί να γεννήσουν 2-3 φορές το χρόνο από δύο αυγά). Συγκρίνετε τώρα αυτό το ειδος με το δικό μας λίγο μικρότερό του Tarentola mauritanica, το οποίο πρέπει να ξεφύγει αρχικά από όλα τα εντομοφάγα και μικροσαρκοφάγα ζώα όσο είναι μικρό, και μετά όταν μεγαλώσει από όλα τα μικρά και μεσαία σαρκοφάγα – διάφορα πουλιά όπως κοράκια, μικρά αρπακτικά, κουκουβάγιες, φίδια, γάτες, νυφίτσες, κουνάβια, σπάνια και από ανθρώπους. Είναι αναμενόμενο αυτό το είδος να έχει πιο ανεπτυγμένες άμυνες κατά των εθχρών από κάποιο νησιωτικό που δεν έχει ν’αντιμετωπίσει τόσες απειλές. Το ίδιο και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκκι (Teratoscincus roborowskii) που έχω, ένα γκέκο λίγο μικρότερο του λοφιοφόρου ιθαγενές του Τουρπάν της Κίνας, μιας σκληρής ερήμου με αρκετούς προφανώς θηρευτές, αφού είναι πολύ νευρικό, ταχύτατο, προσέχει κάθε αλλαγή, κίνηση και θόρυβο, και πολύ δύσκολα πιάνεται.

Οπότε, κάθε φορά που καταφθάνουν σαρκοφάγα θηλαστικά σ’ένα απομονωμένο νησί, είτε από μόνα τους είτε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η έκβαση της αναμέτρησης είναι σχεδόν πάντοτε υπέρ των εισβολέω. Υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, είδη τα οποία προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση σχετικα γρήγορα, αλλά αυτές είναι λίγες και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τα ζώα του νησιού λοιπόν πιάνονται και τρώγονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια από τους εισβολείς, και τα είδη που πάσχουν περισσότερο είναι αυτά με χαμηλό αναπαραγωγικό ρυθμό ή με ελάχιστες άμυνες, όπως τα θαλασσοπούλια. Ακόμα κι αν υπάρχουν είδη που έχουν άμυνες εναντίον εχθρών, αυτές μπορεί να είναι εντελώς ανεπαρκείς προς τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Για παράδειγμα μπορεί ένα ζώο να ακινητοποιείται όταν συναντά εχθρό, και μολονότι αυτό μπορεί να πιάνει για σαρκοφάγα ερπετά ή πουλιά που επιτίθενται κυρίως σε κινούμενους στόχους, δεν κάνει τίποτα στα θηλαστικά που χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο την όσφρηση. Χάρη στην όσφρηση, τα θηλαστικα μπορούν να κυνηγούν εύκολα οποτεδήποτε, αλά και να εισχωρούν σε φωλιές και να τρώνε τα αυγά και τα μικρά. Υπάρχουν φυσικά κι ερπετά που ξετρυπώνουν την τροφή τους με την όσφρηση, αλλά είναι λιγότερα σε μεγαλύτερα μεγέθη και πολλές φορές απουσιάζουν κι αυτά από νησιά. Οι σκίγκοι για παράδειγμα είναι σαύρες που μπορούν να ξετρυπώνουν μικρά έντομα από το χώμα, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ μικροί για να απειλούν σπονδυλωτά. Οι βαράνοι και τα φίδια σε μικρότερο βαθμό μπορούν να κυνηγήσουν κρυμένα θηράματα, και πολλές φορές έχουν προξενήσει κι αυτά εξαφανίσεις όταν εισήχθησαν σε νησιά με ευάλωταείδη. Παρόλα αυτά τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά είναι πιο καταστροφικά, επειδή ως ενδόθερμα πρέπει να τρώνε πολύ περισσότερη τροφή,κι επιπλέον, έχοντας ανταγωνιστεί υπό πολλές αντίξοες συνθήκες στις τεράστιες εκτάσεις του Βορείου Ημισφαιρίου, είναι πολύ εξυπνότερα και μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα και να κυνηγήσουν με πολλούς τρόπους. Χάρη ακριβώς στην ευφυία και το υψηλό επίπεδο δραστηριότητάς τους, έχουν και μια ακόμα πολύ καταστροφική συνήθεια που σχεδόν κανένα άλλο ζώο δεν έχει, σκοτώνουν δηλαδή θηράματα ακόμα κι αν είναι χορτάτα και τα αφήνουν. Επίσης είναι ζώα που συχνά εισάγονται συνειδητά από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους, και συνήθως σε μικρές καταστροφικές ομάδες (αρουραίοι από πλοία, γάτες και μαγκούστες για να τους ελέγχουν, αλεπούδες και κουνάβια για γούνα, κατσίκια, γουρούνια και κουνέλια για τροφή). Τα χορτοφάγα δεν επηρεάζουν άμεσα τα ευάλωτα είδη, αλλά μπορεί ν’αλλάξουν δραστικά το ενδιαίτημά τους ή και να οδηγήσουν στην εξαφάνιση ευάλωτα νησιωτικά φυτά. Σύμφωνα με μία μελέτη, την οποία δε βρίσκω, ο αριθμός των εισαγόμενων σαρκοφάγων θηλαστικών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την πιθανότητα επιβίωσης ενός ευάλωτου είδους, δηλαδή όσο πιο πολλά θηλαστικά υπάρχουν σ’ένα νησιωτικό οικοσύστημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα πράγνατα γι’αυτούς που μένουν εκεί.

Η Νέα Καληδονία λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο σύμπλεγμα έχουν εισαχθεί αρουραίοι, γάτες, γουρούνια κι ελάφια, τα οποία έχουν τροποποιήσει το οικοσύστημα. Τα γουρούνια ανακατεύουν το χώμα και το ριζικό σύστημα των φυτών, και τα ελάφια βοσκούν τη βλάστηση, αν και αυτά δε βρίσκονται τόσο πολύ στα πυκνά τροπικα δάση όπου ζει το λοφιοφόρο γκέκο, οι συγγενείς του και πολλά σπάνια πουλιά. Οι πολυνησιακοί αρουαίοι (Rattus exulans) όμως κυνηγούν διάφορα ζώα. Αυτοί κατέφθασαν πολύ παλιά με τους ιθαγενείς, όπως έτσι μεταφέρθηκαν και σε άλα νησιά, αν και μικρότερες αποστάσεις τις διένησαν μόνοι τους. Σε σχέση με τον κοινό αρουραίο έχουν μικρότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, αλλά δεν έχουν και τόσους εχθρούς. Επίσης είναι πιο σαρκοφάγοι, και τρώνε αυγά, νεοσσούς θαλασσοπουλιών και σαύρες. Σίγουρα στη Νέα Καληδονία θα κατέφθασε και ο κοινός αρουραίος (Rattus norvegicus) με τα καράβια, ο οποίος θα ανταγωνίζεται τον πολυνησιακό. Το άλλο σαρκοφάγο θηλαστικό που εισήχθη στη Νέα Καληδονία είναι οι γάτα, η οποία κυνηγά διάφορα πουλιά και σαύρες, αλλά και αρουραίους. Αν και κανένα νεοκαληδόνιο είδος δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας των θηλαστικών, πολλές φορές οι πληθυσμοί πολλών τοπικά μειώθηκαν, και τα σαρκοφάγα θηλαστικα είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που μαζί με άλλους, όπως η ανθρώπινη ανάπτυξη, δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει κάποια είδη στην εξαφάνιση. Εδώ υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση, το χερσαίο πουλί καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα εξελικτικά μοναδικό γερανόμορφο των ορεινών δασών της Ν. Καληδονίας που σπάνια πετά, φωλιάζει στο έδαφος και γεννά ένα μόνο αυγό το χρόνο, το μικρότερο μέλος μιας ομάδας παρόμοιων πουλιών που εξαφανίστηκαν από τους ιθαγενείς, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα από τους αρουραίους και τις γάτες, τα οποία ληστεύουν τις φωλιές του και ο αναπαραγωγικός του ρυθμός δε μπορεί ν’αντισταθμίσει τις απώλειες. Ενδέχεται το είδος αυτό να εξαφανιστεί στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Σε άλλες περιοχές η κατάσταση είναι χειρότερη. Σε νησιά της Καραϊβικής, του Ινδικού, του Ειρηνικού, αλλά και στη νησιωτική ήπειρο της Αυστραλίας έχουν εξαφανιστεί πολλά γηγενή είδη από σαρκοφάγα θηλαστικά (στην Αυστραλία υπήρχαν σαρκοφάγα μαρσυποφόρα, αλλά τα πλακουντοφόρα αποδείχθηκαν ανταγωνιστικότερα). Τα περισότερα θύματα των θηλαστικών στα νησιά είναι πουλιά, και είναι τόσα πολλά, που δε μπορώ να τα απαριθμήσω. Το ντόντο (Raphus cucullatus) για παράδειγμα του Μαυρικίου, το σύμβολο των ανθρωπογενών εξαφανίσεων, είναι μια τέτοιαι περίπτωση. Αν κι ο άνθρωπος μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς του με το κυνήγι, τη χαριστική βολή την έδωσαν εισαγόμενα θηλαστικά όπως γουρούνια και μαϊμούδες, που κατέστρεφαν τις φωλιές των τελευταίων απομακρυσμένων θηλάκων του είδους. Πολλά άλα πουλιά του Μαυρικίου και γειτονικών νησιών εξαφανίστηκαν επίσης από εισαγόμενα θηλαστκά.

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί επίσης μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση, όπου ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων θηλαστικών έχει χτυπήσει διάφορα ευάλωτα ενδημικά είδη. Όπως και η Νέα Καληδονία, πριν την έλευση του ανθρώπου είχε μερικά μεγάλα μη θηλαστκά ζώα, τα οποία είχαν λίγες άμυνες στον άνθρωπο, ο οποίος τα εξαφάνισε αμέσως. Όσα από τα μικρότερα είχαν βραδεία αναπαραγωγή τα ανέλαβε ο πολυνησιακός αρουραίος, ο οποίος ροκάνιζε τα αυγά και τα μικρά τους. Αν και μέχρι πρότινος πιστευόταν ότι η πανίδα της Νέας Ζηλανδίας είχε εξελιχθεί χωρίς θηλαστικά, πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη θηλαστικών μέχρι τουλάχιστον και πριν 19 εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σεα διαπέραστα δάση και στα βουνά; Τα θηλαστικά ωστόσο αυτά ήταν πρωτόγονα μικρά νυκτόβια εντομοφάγα, και δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των άλλων ζώων, τα οποία προφανώς θα τα ανταγωνίζονταν έντονα, γι’αυτό και δεν εξελίχθηκαν σε άλλες μορφές. Έτσι, χωρίς ανταγωνισμό από σύγχρονου τυπου θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, έντομα και μαλάκια πλήρωσαν τις θέσεις τους στο οικοσύστημα. Για παράδειγμα τα κίβι (γένος Apteryx) είναι μικρά εδαφόβια πουλιά με φτέρωμα σαν γούνα,και ασυνήθιστα καλή όσφρηση, τα οποία αντιστοιχούν οικολογικά σε μικρά παμφάγα θηλαστικά. Το κακάπο (Strigops habroptilus) είναι ένας μεγάλος, χερσαίος φυτοφάγος παπαγάλος, ο οποίος αντιστοιχεί οικολογικά στο λαγό. Τα ουέτα είναι μεγάλες σποροφάγες ακρίδες που οικολογικά αντιστιχούν στα μικρά τρωκτικά. Μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος αυτού λοιπόν κατέρρευσε για ακόμα μία φορά όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν στο σύμπλεγμα με μια νέα ομάδα ανταγωνιστικότατων θηλαστικών. Κοινοί αρουραίοι, μαύροι αρουραίοι (Rattus rattus), γάτες, γουρούνια, κουνάβια, ερμίνες και σκαντζόχοιροι άρχισαν να κατατρώνε τα ενδημικά ζώα που δεν είχαν κατάλληλες άμυνες. Χορτοφάγα όπως άλογα, λαγοί, ουνέλια, κατσίκες, ουάλαμπι και φουντόουρα πόσουμ επίσης έτρωγαν πολλά φυτά και μετέτρεπαν το περιβάλλον. Μερικά πουλιά εξαφανίστηκαν, και πολλά άλλα περιορίστηκαν σε πολύ μικρές περιοχές, δηλαδή οικολογικά έχουν εξαφανιστεί, Αφού δεν συμμετέχουν πολύ στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. Απόκακάπο για παράδειγμα έχουν μείνει μόνο 140 άτομα, και μερικά είδη κίβι απειλούνται άμεσα. Το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών είναι μόλις 5% χωρίς ανθρώπινη υποστήριξη, το οποίο για ένα πουλί που γεννά μόνο ένα τεράστιο αυγό το χρόνο δεν είναι και πολύ. Στην επίθεση όμως αυτήν των σαρκοφάγων θηλαστκών επλήγησαν σοβαρά και τα ερπετά. Η ερπετοπανίδα της Νέας Ζηλανδίας μοιάζει μ’αυτήν της Ν. Καληδονίας, απ’όπου πιθανολογείται ότι πήρε τα περισσότερα είδηη. Και οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν επηρεαστεί αρνητικά. Το μεγαλύτερο γκέκο στον κόσμο, το είδος Hoplodactylus delcorti, που έφτανε τα 60 εκατοστά, πιθανότατα δέχθηκε το πρώτο σοβαρό πλήγμα από τον πολυνησιακό αρουαίο, και μετά από τα άλλα θηλαστικά. Θεωρούταν κακός οιωνός από τους Μαορί, οι οποίοι συχνά το σκότωναν όποτε το έβρισκαν, αν και στην εποχή που κατέφθασαν οι Ευρωπαίοι ήταν υπερβολικά σπάνιο, και ζούσε σε αδιαπέραστα δάση, οπότε ο άνθρωπος δεν ήταν σημαντική απειλή. Πιθανότατα είχε βραδύ αναπαραγωγικό ρυθμό όπως άλλα νεοζηλανδικά γκέκο, τα οποία γενούν 2 μικρά το χρόνο (λόγω χαμηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκαν ως ωοζωοτόκα), οπότε εύκολα εξαφανίστηκε από τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα μεγάλο θύμα της εξαφάνισης ήταν και το τουατάρα (Sphenodon punctatus), ένα μεγάλο αρχαίο σαυρόμορφο ερπετό, το μόνο ζωντανό μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων, το οποίο στην εποχή της έλευσης των Ευρωπαίων σπάνιζε υπερβολικά στα μεγάλα νησιά εξαιτίας του πολυνησιακού αρουραίου, και σύντομα μετά τηνε ισαγωγή τωβ σαρκοφάγωβ θηλαστικώ εξαφανίστηκε εντελώς. Παρέμεινε μόνο σε βραχονησίδες, αν κι εκεί, όπου κατόρθωσαν να φτάσουν αρουραίοι, ο πληθυσμός έπαυσε ν’ανανεώνεται. Αν και μπορεί να δείχνει φαινομενικά υγιής, από πίσω, μέσα στις τρύπες, οι αρουραίοι ροκανίζουν όλα τα αυγά και τα μικρά. Αυτό το σπανιότατο υπεραιωνόβιο ζώο, μοναδικά προσαρμοσμένο στις κλιματολογικές συνθήκες της Ν. Ζηλανδίας, αποδεικνύεται πλέον αποτυχημένο είδος, αφού επιβιώνει χάρη στην ανθρώπινη υποστήριξη. Τα τουατάρα ζουν ανενόχλητα σε βραχονησίδες χωρίς αρουραίους, ενώ σε πολλές άλλες εφαρμόστηκαν προγράμματα εκρίζωσης των αρουραίων για την ασφαλή επανένταξή τους. Χωρίς τον άνθρωπο δηλαδή, σε κάποια μεταγενέστερη γεωλογική περίοδο, όταν αναπόφευκτα κάποια σαρκοφάγα θηλαστικά θα έφταναν στη Ν. Ζηλανδία, το τελευταίο μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων θα χανόταν για πάντα, εκτός κι αν προσαρμοζόταν, πράγμα λίγο δύσκολο, αφού αλλιώς δε θα είχε μείνει ένα μόνο είδος στην πιο απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Εκτός από τα θηλαστικά άλλωστε, θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί και τις σύγχρονου τύπου σαύρες, τις οποίες οι πρόγονοί του δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν κι εξαφανίστηκαν.

Η επιτηδευμένη εξαφάνιση των αρουραίων κι άλλων εισαγόμενων ειδών δεν είναι πλέον κάτι το ασυνήθιστο. Συχνά, για την επαναφορά ενός νησιού, εφαρμόζονται τα λεγόμενα προγράμματα επαναφοράς, τα οποία εμπεριέχουν και την εξαφάνιση των εισαγόμενων ειδών, για να επιβιώσουν τα γηγενή,ώστε υποτίθεται να επανέλθει το οικοσύστημα στην πρότερή του κατάσταση. Τα οικοσυστήματα όμως αλλάζουν, και τα νησιωτικά ιδίως είναι ευάλωτα σε αλαγές και νέα είδη, τα οποία μπορούν να έλθουν και με φυσικό τρόπο, συχνά με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμα όμως κι αν δεν έλθουν νέα είδη σ’ένα απομονωμένονησί, θα έλθουν όταν αυτό παύσει να είναι απομονωμένο μετά από κάποιον γεωλογικό χρόνο, όταν θα έχει δημιουργηθεί νεά ξηρά δίπλα του, η στάθμη της θάλασσας θαέχει πέσει ή θα έχει μετακινηθεί προς κάποια ηπειρωτική μάζα. Έτσι γινόταν κκαι στο παρελθόν σύμφωνα με απολιθωματικα ευρήματα, δηλαδή δημιυργούνταν νησιά, εξελίσσονταν εκεί διάφορα μοναδικά νησιωτικά είδη, τα οποία με λίγες εξαιρέσεις εξαφανίζονταν όταν το νησί ενοωνόταν με την ενδοχώρα. Μήπως τελικά το να βοηθάμε τόσο απειλούμενα είδηι είναι μάταιο, αφού ουσιαστικά προσπαθούμε να κρατήσουμε στη ζωη ένα αποτυχημένο είδος που δε θα μπορούσε να ζήσιι χωρίς εμάς; Μήπως το όλο νταβαντούρι γίνεται για να υπάρχει δουλειά για τους οικολόγους και εφησυχασμός για την πιθανότητα της δικής μας εξαφάνισης; Γιατί δε θα μπορούσε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα να ξαναχτιστεί με πιο ανταγωνιστικά είδη; Αυτό θα κόστιζε και πολύ λιγότερο. Και τέλος, γιατί όλη αυτή η μανία με την προστασία του περιβάλλοντος, την εξαφάνιση εισαγόμενων ειδών κλπ να κυριαρχεί κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες; Οι χώρες αυτές πάσχουν από το σύνδρομο του σωτήρα, μια τάση να θέλουν να διορθώσουν ό,τι ιστορικά κατέστρεψαν. Ενοχές ας πούμε από την αποικιοκρατία;

Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση, το λοφιοφόρο γκέκο, αρχικά το κέντρο της προσοχής του άρθρου, χάθηκε. Άραγε έτσι θα χαθεί στο μέλλον από μια πολύβωη εισβολή νέων ειδών στη Νέα Καληδονία;

Ποτέ ξανά κουνελίνη!

Για τα κουνέλια, η σωστή διατροφή είναι το παν. Σωρεία οδοντικών, πεπτικών, ουροποιητικών και δερματικών προβλημάτων θα μπορούσαν να προληφθούν αν τα κουνέλια έτρωγαν την κατάλληλη διατροφή. Ακόμα κι ένα μικ΄ρο ολίσθημα στη σωστή σίτιση του κουνελιού σας μπορεί να επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες στο μέλλον. Τα κουνέλια έχουν ευαίσθητο και εξειδικευμένο πεπτικό σύστημα που δεν ανέχεται τροφές διαφορετικές απ’αυτές για τις οποίες έχει εξελιχθεί σε μεγάλες ποσότητες ή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ως χορτοφάγα, τα κουνέλια χρειάζονται τροφή πλούσια σε φυτικές ίνες. Αντίθετα με μεγάλα χορτοφάγα, λόγω του γρήγορου μεταβολισμού τους και άρα την ανάγκη για πρόσληψη ποιοτικότερης τροφής, δεν χωνεύουν τις περισσότερες ίνες (μόνο το 14% της κυτταρίνης χωνεύεται), αλλά οι ίνες είναι απαραίτητες για την ενεργοποίηση της κινητικότητας του πεπτικού σωλήνα. Αν οι ίνες είναι λιγοστές, όπως σε τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες, ξηρούς καρπούς κλπ, το πεπτικό τους σύστημα επιβραδύνεται, με συνέπειες όπως μικρότερα περιττώματα στην καλύτερη περίπτωση και σοβαρές διαταραχές στη χλωρίδα του εντέρου που μπορούν να οδηγήσουνς το θάνατο στη χειρότερη. Ακόμα σοβαρότερο είναι το ενδεχόμενο της γαστρεντερικής στάσης, οπότε ο πεπτικ΄κός σωλήνας σταματά να περιστέλλεται εντελώς. Οι παθήσεις αυτές σχεδόν πάντοτε αντιμετωπίζονται αν εντοπιστούν έγκαιρα, αλλά το θέμα είναι να τις προλάβουμε.

Το κουνέλι μου λοιπόν, η Λίμπο, άρχισε κι αυτή να έχει προβλήματα με τον πεπτικό της σωλήνα. Αν και παλιά έκανε μεγάλα περιττώματα, στη συνέχεια υπήρχαν περίοδοι που έκανε μικρότερα, ιδίως στις περιόδους αλλαγής τριχώματος, οπότε ήταν συνήθως μπλεγμένα με τρίχες. Αυτό είναι φυσιολογικό ως ένα βαθμό, αφού τα κουνέλια καταπίνουν τις τρίχες που κολλούν στη γλώσσα τους όταν καθαρίζονται. Αντίθετα με την άποψη πολλών, αυτό από μόνο του δεν οδηγεί σε γαστρεντερική στάση, αν και σε συνδυασμό με ελαφρά αφυδάτωση και ανεπαρκή ποσότητα ινών μπορεί να οδηγήσει. Καλό είναι ωστόσο να βουρτσίζετε το τρίχωμα του κουνελιού σας αν υπάρχει πρόβλημα. Εγώ είχα μια βούρτσα, αλλά ήταν λίγο σκληρή και στο τέλος την άφησα, και πλέον δεν ξέρω πού βρίσκεται καν, θα πρέπει όμως να αγοράσω άλλη.
Έτσι λοιπόν η κουνέλα μου είχε συνεχή προβλήματα, ώσπου στις 24 Νοεμβρίου του 2014 το βράδυ τα πράγματα έγιναν σοβαρά. Την βρήκα μαζεμένη στη γωνίτσα της χωρίς καμία διάθεση για φαγητό ή για να με δει, και η κοιλιά της ήταν έντονα πρησμένη. Την σήκωσα με ευκολία σαν μικρό κουκλάκι – στα κουνέλια δεν αρέσει να τα σηκώνουν κανονικά -, και δεν προέβαλε καμία αντίσταση. Το πρόβλημα ήταν πολύ σοβαρό δηλαδή. Δυστυχώς ήταν πολύ αργά η ώρα και δε μπορούσα να την παώ στην κτηνίατρο, αλλά προσπαθούσα να την κάνω να νιώθει άνετα χαϊδεύοντάς την λίγο και μετά αφήνοντάς την ήσυχη. Την επόμενη μέρα έφαγε πολύ λίγο το πρωί, αλλά η κατάστασή της παρέμενε άσχημη. Το απόγευμα την πήγα αμέσως στην κτηνίατρο, όπου της κάναμε ακτινογραφία και διαπιστώσαμε ότι το στομάχι της ήταν πακτωμένο με υλικό, με πολλά σπυριά από καλαμπόκι να φράζουν την έξοδό του. Δεν ξέρουμε αν το πρόβλημα προκλήθηκε από κάποιο ξένο σώμα, όπως ίνες από χαλί, χαρτί κλπ ή από πολλές τρίχες, αλλά σίγουρα οι σπόροι της κουνελίνης, τους οποίους δε μπορούσε να μασήσει η κουνέλα και τους κατάπινε ολόκληρους, επιδείνωσαν σοβαρά το πρόβλημα. Μου συνταγογράφησε Metocloral (το ανθρώπινο αντίστοιχο με την ίδια ουσία είναι το Primperan) για την αύξηση της κινητικότητας του στομαχιού, το οποίο έπρεπε να δίνω σε σιρώπη κάθε 12 ώρες. Την επόμενη μέρα βελτιώθηκε λίγο, αλλλά το βράδυ πάλι χειροτέρεψε. Ήταν κρυμμένη κάτω απ’το κρεβάτι μου, έτριζε δυνατά τα δόντια της από τον υπερβολικό πόνο και γουργούριζε η κοιλιά της, κι εγω δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Από το γουργουρητό της μπορούσα να καταλάβω πού βρίσκεται. Τις επόμενες μέρες όμως βελτιωνόταν συνεχώς, ώσπου μετά από 4 μέρες, τα περιττώματά της ή οι μπιλίτσες της είχαν γίνει μεγάλες όπως παλιά, και τότε η κτηνίατρος μου είπε ότι θα μπορούσα να διακόψω το φάρμακο. Δεν ξέρω τι τελικά δυσκόλεψε τον πεπτικό της σωλήνα, πάντως την πρώτη μέρα της θεραπείας έβγαλε ένα περίεργο μεγάλο περίττωμα, που μπορεί να περιείχε χαρτί ή και μάζα πολλών τριχών. Από τότε τέλος στην κουνελίνη που περιείχε μεγάλα κομμάτια ή σπόρους. Ακόμα κι αν έπαιρνα τέτοια τροφή, αυτά τα κομμάτια τα έβγαζα πριν την δώσω στην κουνέλα.

Για λίγο καιρό λοιπόν μετά τη διακοπή του φαρμάκου, το πεπτικό της σύστημα λειτουργούσε ομαλά, με μεγάλες μπιλίτσες. Όμως αυτές πάλι άρχιζαν να μικραίνουν, ενώ περιοδικά πάλι μαζευόταν στη γωνία της και δεν ήθελε να φάει, αν κι αυτό διαρκούσε για μια ώρα το πολύ. Δοκίμασα να της μειώσω την κουνελίνη, αλλά δεν υπήρχε βελτίωση. Ένα διάστημα στην αρχή του καλοκαιριού της έδινα δυο φορές κουνελίνη, τη βασική της μερίδα το πρωί και λίγο το βράδυ για να την καλοπιάνω, αλλά μετά το ξαναπεριόρισα στη μια φορά, χωρίς αποτέλεσμα. Όταν την πήγα στο Χωριό προσωρινά στα μέσα του Ιουλίου, για να μην ανησυχώ επειδή έφευγα από εδώ κι από κει σε διακοπές και δε μπορούσα πάντα να την παίρνω μαζί μου, ήδη είχε πρόβλημα με την κατάποση τριχών, έτρωγε λίγο, αφόδευε πολλές τρίχες μαζί με τις μπιλίτσες, και η διάθεσή της ήταν πεσμένη. Οι πολύ υψηλες θερμοκρασίες την ανάγκασαν να αραιώσει λίγο το τριχωμά της, κι επίσης της μείωσαν την όρεξη, δυσκολεύοντας το πρόβλημα ακόμα περισσότερο. Μέσα σε τέσσερις με΄ρες όμως επανήλθε, κι άρχισε πάλι να τρώει καλά. Έτρωγε χόρτα, αμπελόφυλλα, φύλλα από διάφορα άλλα φυτά κατάλληλα για κουνέλια, και σκέτη κουνελίνη από μηδική. Όταν όμως πήγα στα μέσα του Αυγούστου να την δω, δεν την έιδα σε τόσο καλή κατάσταση. Την πρώτη μέρα μου φάνηκε καλά, αλλά το βράδυ της επομένης πρόσεξα πως δεν ήθελε να φάει πολύ, η κοιλιά της ήταν κάπως σφιχτή, και όταν την μάλαζα λίγο, πονούσε στη δεξιά μεριά κι έφευγε πιο πέρα. Όταν ρώτησα, έμαθα ότι της έδιναν και σιτάρι μαζί με την κουνελίνη! Απαράδεκτο! Εγώ προσπαθούσα τόσο καιρό να μην της δίνω τέτοια πράγματα, κι ενόσω εγώ έλειπα τις έδιναν. Ναι, σίγουρα της αρέσει. Της αρέσει όμως επειδή είναι παχυντικό, όπως σ’εμάς αρέσουν τα παχυντικά φαγητά, χωρίς απαραίτητα να μας ωφελούν. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να το τρώει. Τα κουνέλια δεν είναι κότες και δεν πρέπει να τρώνε πολλούς σπόρους – λίγο πού και πού μπορεί να μην πειράξει, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Σιτάρι μπορεί να δίνουν στα κουνέλια που προορίζονται για σφάξιμο για πάχυνση, αλλά έτσι κι αλλιώς εκέινα δεν πρόκειται να ζήσλουν πολύ για να βιώσουν τις αρνητικές συνέπειες. Μετά λοιπόν από μια μέρα χωρίς σιτάρι, η κουνέλα μου έγινε καλύτερα.

Μόλις την πήρα μαζί μου πίσω στα τέλη του Αυγούστου, αποφάσισα ότι θα έθετα οριστικό τέλος στην κουνελίνη. Σύντομα αγόρασα μια πολύ καλύτερη τροφή, την Nature της Beaphar. Η Beaphar είναι γερμανική εταιρεία που παράγει εξαιρετικές τροφές για διάφορα κατοικίδια. Την αγόρασα από το feeders.gr, ένα pet shop όπου μπορείτε να βρείτε ό,τι πραγματικά χρειάζεται το ζώο σας, με τροφές και εξοπλισμούς για ευρεία γκάμα ζώων, από σκυλιά και γάτες μέχρι κουνέλια, σαύρες, πουλιά και ψάρια. Στέλνει σ’όλη την Ελλάδα. Η τροφή αυτή λοιπόν δεν περιέχει καθόλου σιτηρά ή τεχνητά σάκχαρα, και όλα τα συστατικά της είναι αναμεμειγμένα ομοιόμορφα μέσα στα μπαστουνάκια, αποτρέποντας την επιλεκτική σίτιση. Τα μπαστουνάκια (Pellets) κατασκευάζονται με την τεχνολογία Cortech (Cordiform technology), δίνοντάς τα διατομή σχήματος καρδιάς, με το αυλάκι στο κέντρο να βοηθά το ευκολότερο δάγκμωμα απ’τα κουνέλια. Περιέχει κατά 65% χόρτο Timothy, το χόρτο Phleum pratense που πωλείται συνήθως και ως άχυρο για κουνέλια, και έχει άλλα 30 είδη βοτάνων και χορταρικών συμπληρωματικά. Είναι κατάληλη για ενήλικα κουνέλια άνω των 10 μηνών, γιατί τα νεαρότερα χρειάζονται πιο πλούσια σε πρωτεΐνη τροφή, όωπς pellets μηδικής για καλύτερη ανάπτυξη. Η δική μου κουνέλα είναι μεγάλη και βρίσκεται σε φάση συντήρησης, αφού δεν αναπαράγεται, οπότε αυτή η τροφή είναι η ιδανική.

Την αγόρασα πριν δυο βδομάδες περίπου, κι άρχισα να την χρησιμοποιώ πριν 10 μέρες περίπου. Αρχικά δηλαδή της έδινα λίγο κουνελίνη, μέχρι που καθάρισα το κλουβί της, οπότε πέταξα στα σκουπίδια την εναπομείνασα κουνελίνη μαζί με το λερωμένο υπόστρωμα. Την πέταξα κανονικότατα στα σκουπίδια, σαν σκουπίδι που είναι, και είπα τελικά «τέλος στην κουνελίνη!». Από τότε και στο εξής χρησιμοποιώ αυτήν την ειδική τροφή. Είχα μια ανησυχία ότι δε θα την έτρωγε η κουνέλα μου, η οποία επαληθεύθηκε εν μέρει. Την πρώτη φορά που της έδωσα ήταν απόγευμα, Η κουνελίτσα έτρεξε στο μπολ της για να την φάει, νομίζοντας ότι πρόκειται για την κουνελίνη που ήξερε, και την έφαγε αμέσως όλη. Όμως μετά κατάλαβε ότι ήταν κάτι πολύ λιτότερο από την παχυντική, νόστιμη κουνελίνη και σταμάτησε να την αντιμετωπίζει με τόσο ενθουσιασμό. Πλέον δε στριφογυρίζει γύρω απ’το μπολ σε πλήρη ανυπομονησία για την κουνελίνη, ούτε μπαινοβγαίνει στο κλουβί, ούτε τραβάει το μπολ προς το μέρος της. Απλώς κοιτάζει ότι της βάζω τροφή μέσα, και μπορεί να πάει κοντά να δει και να μυρίσει, ίσως ελπίζοντας ότι θα είναι κουνελίνη. Όμως δεν είναι ούτε θα είναι ποτέ. Έκανε σαν τρελή για την κουνελίνη, γιατί είχε πολλές θερμίδες, και, όπως και μ’εμάς τους ανθρώπους, αυτές οι τροφές είναι πιο νόστιμες από τις υγιεινές. Πλέον είναι η μόνη φορά που τρώει τα άχυρά της πριν την έτοιμη τροφή. Την τροφή δεν την αφήνει, αλλά θα την φάει σε διάστημα ωρών. Μπορεί να πάρει ένα μπαστουνάκι, να το μασήσει λίγο, να το αφήσει, να πάρει ένα άλλο απ’το μπολ και να το πάει αλλού, να φάει το μισό και να το αφήσει, κι έτσι σιγά-σιγά θα την φάει όλη. Μπορεί αυτό να δυσαρέστησε λίγο τη Λίμπο, αλλά γίνεται για το καλό της. Το καλό αυτό φάνηκε αμέσως. Μέσα σε τρεις μέρες σίτισης μ’αυτήν την τροφή, τα περιττώματά της επανήλθαν στο φυσιολογικό τους μέγεθος, όπως παλιά ή μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Πλέον ήμουν σίγουρος ότι όλα μου τα προβλήματα προκαλούνταν άμεσα ή έμμεσα από την ακατάλληλη τροφή που της έδινα.

Στο σημείο αυτό, ιδίως αν ξέρετε την ιστορία με την κουνέλα μου, μπορεί να παραξενευτείτε κι εσείς πώς έπαθε τόσα προβλήματα, εφόσον η πραγματική ποσότητα της κουνελίνης που έδινα ήταν μικρή. Παλαιότερα μπορεί να έδινα περισσότερο, αλλά εδώ και πολύ καιρό τώρα, σίγουρα για δύο χρόνια, δίνω όσο περίπου χωράει στην παλάμη μου μια φορά τη μέρα συνήθως. Το υπόλοιπο μέρος της διατροφής της αποτελείται από ξερό σανό και φρέσκα λαχανικά και χόρτα, τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες, που υποτίθεται προωθούν την καλή υγεία του πεπτικού συστήματος. Απ’ό,τι φάνηκε όμως, ακόμα και λίγη κακή τροφή σε καθημερινή βάση κατεβάζει επικίνδυνα το συνολικό ποσοστό των ινών στη διατροφή. Κι εμένα μου φάνηκε παράξενο αυτό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Πλέον η διατροφή της Λίμπο αποτελείται κα΄τα 2/3 από σανό, και 1/3 από λαχανικά, φύλλα, άνθη και βλαστούς κατάλληλων φυτών. Τις δροσερότερες εποχές του έτους η αναλογία σανού και φρέσκων χόρτων μπορεί να είναι 50-50%. Η έτοιμη τροφή αποτελεί πολύ μικρό μέρος της διατροφής, πλέον τη μισή μου παλάμη.

Και τη περιέχει αυτή η κουνελίνη και είναι τόσο κακή; Μπορεί να ρωτήσετε με δυσπιστεία. Τα πάντα, εκτός απ’αυτό που χρειάζονται τα κουνέλια, απαντάω εγώ. Η βάση της είναι κυλινδρικά πέλετ μηδικής (άλλο μηδική ή alfalfa κι άλλο τριφύλλι, αν και μπερδεύονται αυτά τα δύο), την ποιότητα των οποίων δε γνωρίζω, και δε θεωρώ απίθανο να περιέχουν και σιτηρά ως πληρωτές. Αυτή η τροφή εμπλουτίζεται στη συνέχεια με διάφορα επιπρόσθετα, όπως αποξηραμένα φρούτα ή καρότα, νιφάδες από άλευρα, και σπόρους και σιτηρά όπως σιτάρι, καλαμπόκι, μπιζέλια, ηλιόσπορους κλπ. Συνήθως έχει και λίγα σκληρά άχυρα για ίνες, αλλά αυτά δεν το σώζουν ούτε στο ελάχιστο. Οι κουνελόφιλοι το λένε και μούσλι κοροϊδευτικά. Αυτό το μείγμα ίσως να είναι κατάλληλο για γουρούνια, αλά σίγουρα όχι για κουνέλια. Τα κουνέλια χρειάζονται κυρίως χόρτο χαμηλό σε υδατάνθρακες και μέτριο προς χαμηλό σε πρωτεΐνες για να είναι υγιή. Μπορεί τα νεαρά κουνέλια, που βρίσκονται ακόμα σε ανάπτυξη, να ανέχονται τέτοια τροφή περισσότερο, όμως πάλι παραμένει βλαβερή και μπορεί να τους προκαλέσει προβλήματα, όπως δυσβίωση της χλωρίδας του εντέρου με μαλακά κόπρανα. Για τα νεαρά πάρτε καλύτερα καθαρά πέλετ μηδικής από κάποια γνωστή μάρκα. Μπορείτε επίσης να τα δίνετε άχυρο Τιμοθέου ή ξερό τριφύλλι ή μηδική, και λαχανικά και χόρτα. Η μηδική δεν προτείνεται ως βασική τροφή για ενήλικα κουνέλια σε συντήρηςη (πάλι προτιμότερη είναι από τα εμπλουτισμένα μείγματα), επειδή περιέχει αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο (τα κουνέλια είναι μοναδικά σε σχέση μ’άλλα ζωά επειδή εξάγουν πολύ εύκολα το ασβέστιο από την τροφή τους και δε χρειάζονται ως εκ τούτου πολύ), οπότε το καταλληλότερο γι’αυτά είναι το άχυρο από χόρτο Τιμοθέου, βρώμη ή κάποιο άλλο αγρωστώδες. Το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής θα πρέπει ν’αποτελεί το σανό, τα λαχανικά και τα φρέσκα χόρτα, ενώ η ξηρά τροφή ένα μικρό μέρος. Μπορείτε να διαλέξετε τροφή οποιασδήποτε μάρκας, αρκεί να περιέχει ίνες κατά 18-22%, πρωτεΐνη κατά 14% περίπου, λιπαρά κατά 1-3%, ασβέστιο κατά 1% και να μην περιέχει καθόλου σιτηρά. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι τροφές αυτές δε βρίσκονται τόσο εύκολα στο εμπόριο όπως οι έτοιμες κουνελίνες των πετ σοπ. Ούτε τα καταστήματα ζωοτροφών θα έχουν πάντοτε αυτό που χρειάζεστε, επειδή οι περισσότερες τέτοιες τροφφές αποσκοπούν στην πάχυνση. Αν ωστόσο αγαπάτε τα κουνέλια σας, θα θέλετε το καλύτερο γι’αυτά, οπότε λίγος παραπάνω κόπος και χρήμα δε θα σας ενοχλήσει. Άλλωστε εφόσον έχετε βρει τελικά το κατάστημα ή τον προμηθευτή της σωστής τροφής, δε θα χρειαστεί να ξαναψάχνετε. Δώστε στα κουνέλια σας αυτό που χρειάζονται για να ζήσουν μια μακρά, ευτυχισμένη ζωή, και αφήστε μια για πάντα πίσω σας τον αργό δολοφόνο που λέγεται κουνελίνη, χωρίς να γυρίσετε για να του ρίξετε ούτε μία αποχαιρετιστήρια ματιά, ακόμα κι αν τον γνωρίζατε χρόνια.

Ενημέρωση 19/10/2015: Τελικά ήταν θέμα χρόνου να την συνηθίσει. Πλέον τρέχει στο μπολ και την τρώει αμέσως. Δεν την τρώει τόσο λαίμαργα όπως την προηγούμενη παχυντική και ακατάλληλη τροφή, αλλά την τρώει πάλι πριν τα χόρτα, ή μαζί μ’αυτά. Επίσης από τότε που άλλαξα τροφή, τα περιττώματά της επανήλθαν στο σωστό τους μέγεθος, κι αυτό δεν άλλαξε ως τώρα. Οπότε είμαι σίγουρος ότι η προηγούμενη τροφή έφταιγε.

Κουνελοχώρα

Χάθηκα λίγο αυτές τις μέρες, επειδή δεν είχα Ίντερνετ, επειδή κάποια καλώδια του ΟΤΕ από μια εκσκαφή σε δρόμο της γειτονιάς μου έπαθαν βλάβη κι έπρεπε να αντικατασταθούν, κάτι που ήταν δύσκολο, γιατί η βλάβη ήταν περίπλοκη. Αυτές τις μέρες λοιπόν έχουν μαζευτεί πολλά άρθρα που πρέπει να δημοσιεύσω, αλλά έχω ένα πρόβλημα: τα περισσότερα συνοδεύονται από πολλές φωτογραφίες που πρέπει ν’ανεβάσω, αλλά το ανέβασμα κάθε μίας θα επιβραδύνει και θα ζεσταίνει εκνευριστικά το προβληματικό υπολογιστάκι μου. Σκέφτομαι αν πρέπει να γράψω πρώτα το άρθρο και μετά να κάνω ξεχωριστό θέμα για τις φωτογραφίες. Μέχρι να έρθουν τα επομενα άρθρα, δείτε έναν περίπατο στην Κουνελοχώρα του Αττικού Ζωολογικού Πάρκου από έναν επισκέπτη. Θα πάω εκεί σε δύο μέρες, οπότε περιμένω να συναντήσω και τη μυθική Κουνελοχώρα. Υπάρχει τελικα΄ή είναι απλώς ένα όνειρο των απανταχού κουνελιών;

Ενημέρωση 2/12/2015: Το φυτό αναγνωρίστηκε ως στελλάρια (Stellaria sp), αν κι ακόμα δε γνωρίζω το ακριβές είδος. Στα ελληνικά λέγεται και αλσήνη.

Είναι ένα από τα κοινότερα χειμωνιάτικα αγριόχορτα. Μεγαλώνει παντού σχεδόν όπου υπάρχει χώμα, και μόνο του και ανακατεμένο με άλλα χόρτα. Σε πλούσιο και υγρό χώμα μεγαλώνει στο μέγιστο, πάνω από μισό μέτρο και με φύλλα σχεδόν τρία εκατοστά, συνήθως όμως είναι μικρότερο. Έχει πολύ λεπτό, σχεδόν λείο καιανοιχτοπράσινο βλαστό με ζεύγη αντίθετων ωοειδών, λεπτών, λείων και έντονων πράσινων φύλλων. Κάποιες φορές μπορεί ο βλαστός να είναι ελαφρώς χνουδωτός, με το χνούδι συνήθως να σχηματίζει μια γραμμή κατά μήκος μίας πλευράς του βλαστού. Ως ποώδες, ξεκινά πολύ λεπτό στη βάση και ελαφρώς παχαίνει ο βλαστός όσο μεγαλώνει. Σπάνια διακλαδίζεται το φυτό αν δεν τραυματιστεί, αν και μπορεί να έχει πολύ μικρές διακλαδώσεις χαμηλά ή μερικές μεγάλεσ στην κορυφή. Τα χαμηλότερα φύλλα έχουν μίσχο με πλατιές προεκτάσεις, στη συνέχεια γίνονται άμισχα και προς στην κορυφή, στις μασχάλες των φύλλων, γίνεται η ανθοφορία. Τα άνθη του μάλλον θα διαρκούν πολύ λίγο και ίσως ανοίγουν μόνο το πρωί, άρα δεν τα έχω προλάβει, αλλά τα μπουμπούκια είναι επιμήκη στις άκρες πολύ λεπτών ποδίσκων. Όταν ωριμάζει ο σπόρος, το χόρτο σκληραίνει, τα φύλλα αρχίζουν να κιτρινίζουν από κάτω προς τα πάνω, και στο τέλος όλο το φυτό ξεραίνεται. Με τον καιρό, το πλέγμα των ξερών χόρτων διαλύεται, ώστε το καλοκαίρι να μη μένει σχεδόν τίποτα. Όταν είναι φρέσκο είναι πολύ δροσερό και με υφή μαρουλιού. Ο βλαστός του σπάει εύκολα, και όπως και με την κολλιτσίδα, η εντεριόνη του βλαστού χωρίζεται απ’το φλοιό. Τα κομμένα φυτά ξαναμεγαλώνουν, αλά με πολύ λεπτότερους βλαστούς. Έχει πολύ ρηχή ρίζα και ξεριζώνεται εύκολα. Βλαστάνει το φθινοπωρο ή το χειμώνα, αλλά περισσότερο μεγαλώνει νωρίς την άνοιξη, και μέσα στον Απρίλιο έχει κλείσει τον κύκλο του. Ωστόσο μερικά φυτά, που είτε είναι σε πυκνή σκιά, είτε φύτρωσαν αργά, ή έτυχε να μη μεγαλώσουν γρήγορα, επιβιώνουν περισσότερο, μέχρι και το καλοκαίρι. Στις παγωνιές μπορεί να μαραθεί λίγο, αλλά επανέρχεται.
Είναι αγαπημένη τροφή των κουνελιών, γι’αυτό δίνω πολύ απ’αυτό στην κουνέλα μου όποτε το βρίσκω. Προτιμά τα φύλλα και τις κορυφές. Ο γενειοφόρος μου δράκος επίσης το τρώει πολύ. Κάποιες φορές το φθινόπωρο τυχαίνει να βρω και κάμπιες πάνω στο χόρτο, τις οποίες δίνω στο γκέκο μου.
Σε κάτι μαρουλοειδές φέρνει. Τι θα μπορούσε να είναι;

καρότα σε ζαρντινιέρα

Είναι το πορτοκαλί μακρόστενο λαχανικό που αγαπούμε όλοι, το τρώμε μέσα σ’όλα τα φαγητά, τριμμένο ή σε κομματάκια στις σαλάτες, ή και ωμό, είτε με τη φλούδα είτε ξεφλουδισμένο, σαν φρούτο, αλλά το δίνουμε με αγάπη και στα κουνελάκια μας. Τα παραπάνω τουλάχιστον ισχύουν για μένα, αλλά πολύ πιθανόν και για πολλούς από τους αναγνώστες μου. Πώς καλλιεργείται όμως; Η καλλιέργειά του στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά υπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες που δεν έχουν άλλα λαχανικά. Πρώτα όμως μία εισαγωγή για το είδος:

Το καρότο ή και καρώτο, με επιστημονική ονομασία Daucus carota (δαύκος ο καρότος), είναι διετές φυτό της οικογένειας των σελινιδώ (apiaceae) ή σκιαδιοφόρω (umbelliferae). Διετές σημαίνει ότι τον πρώτο χρόνο αναπτύσσεται βλαστητικά, ενώ το δεύτερο ανθίζει, καρποφορεί και πεθαίνει, με πλεονέκτημα μεγαλύτερης αποθηκευμένης ενέργειας για μεγαλύτερη τελική ανθοφορία σε σχέση μ’ένα μονοετές, με το μειονέκτημα εντούτοις μεγαλύτερης πιθανότητας θανάτου πριν την αναπαραγωγική ηλικία. Η οικογένεια του καρότου περιλαμβάνει διάφορα άλλα μονοετή, διετή ή σπανιότερα πολυετή φυτά όπως ο μαΪντανός, το σέλινο, ο μάραθος και το δηλητηριώδες κώνειο, που χαρακτηρίζονται από πασσαλώδη ρίζα, μεγάλα σύνθετα φύλλα και άνθη κατά σκιάδια, ταξιανθίες δηλαδή που μοιάζουν με ομπρέλες, μ’όλους τους ποδίσκους των ανθέων να προέρχονται απ’το ίδιο σημείο της κορυφής του ανθοφόρου στελέχους. Συνήθως τα σκιάδια είναι σύνθετα με βράκτια στα γόνατα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι απλοποιημένες εκδοχές των βλαστητικών φύλλων. Η εδώδιμη μορφή του καρότου έχει αρκετές διαφορές απ’την άγρια ώστε να ταξινομείται σε ξεχωριστό υποείδος: το D. c. sativus (ο εδώδιμος). Το κοινότατο αγριοκαρότο του ίδιου είδους μπορεί να βρεθεί σε λιβάδια, διαταραγμένες περιοχές, ξέφωτα και ανοιχτά δάση όλης της Ευρασίας, ενώ έχει εισαχθεί και στη Βόρεια Αμερική. Όπως συμπέρανε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, τα εξημερωμένα είδη πουεπιλέγονται για τον τονισμό ενός συγκεκριμένου μέρους του σώματος χρήσιμου για τον άνθρωπο, δε διαφέρουν τόσο πολύ απ’το άγριο αντίστοιχό τους στα υπόλοιπα μέρη τους, και το φυτό αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Στα υπέργεια μέρη και στα άνθη μοιάζει αρκετά με το ήμερο, αν και λεπτότερο, η ρίζα του όμως είναι λευκή, λεπτότερη και μικρότερη, ενώ μπορεί να φαγωθεί μόνο στους πρώτους μήνες, επειδή μετά πικρίζει εξαιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας σε και γίνεται ινώδης. Το φύλλωμά του επίσης φέρει ουσίες που προκαλούν φυτοφωτοδερματίτιδα σε ευαίσθητα άτομα, ένας παράξενος αμυντικός μηχανισμός κάποιων φυτών κατά τον οποίο όταν το δέρμα ενός ζώου έρχεται σ’επαφή με ορισμένες ουσίες των σπασμένων μερών του, γίνεται υπερευαίσθητο στην υπεριώδη ακτινοβολία.

Τα καρότα ήταν γνωστά στους Αρχαίους Έλληνες μόνο ως άγρια και χρησιμοποιούνταν για φαρμακευτικούς σκοπούς, όπως για τα προβλήματα του πεπτικού συστήματος, ως εμμηναγωγά, ανθελμυνθικά ή διουρητικά. Το ήμερο καρότο πρωτοεμφανίστηκε στην περιοχή του Αφγανιστάν κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ., (επομένως αν και πρωτόγονοι οι Αφγανοί, γνώριζαν από συστηματική καλλιέργεια), και μέσω των Μαυριτανών της Ισπανίας ήρθε στην Ευρώπη το 12ο αι., απ’όπου μέσω των Ισπανών πέρασε στους Ολλανδούς το 17ο αι., οι οποίοι έπειτα δημιούργησαν πολλές καλλιεργούμενες ποικιλίες. Έτσι οι σημερινές ποικιλίες του καρότου χωρίζονται σε δύο κύριες ομάδες: στις ανατολικές, εκείνες που προήλθαν απ’την Ασία με σκληρότερες ρίζες μοβ συνήθως χρώματος, αρκετά σπάνιες σήμερα, και στη μεγάλη πληθώρα των δυτικών, που πρωτοδημιουργήθηκαν με επιλεκτικές αναπαραγωγές στην Ολλανδία και μας είναι οι πιο γνωστές.

Το καρότο φέρει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της οικογένειάς του. Έχει έντονη ευθυτενή πασσαλώδη ρίζα, με λιγοστές λεπτότερες ινώδεις, κοντό, σκληρό, κυλινδρικό και πράσινο υπέργειο βλαστό με φύλλα εναλλάξ, κοντά μεταξύ τους ώστε να φαίνονται σπειροειδώς διατεταγμένα σε μορφή ρόδακα, μεγάλα, μακρύμισχα, διπτεροειδή ή τριπτεροειδή, με πολύ λεπτά τμήματα, καλυμμένα με αραιά και σκληρά τριχίδια. Η ανθοφορία γίνεται στο δεύτερο έτος, όταν εμφανίζεται ένας κεντρικός βλαστός στο φυτό ο οποίος ψηλώνει στα 60-200 εκ., ανάλογα με το φυτό και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Ο βλαστός αποτελεί στην πραγματικότητα ένα τεράστιο σύνθετο σκιάδιο, που διακλαδίζεται τρεις ή και περισσότερες φορές μέχρι τα ανθοφόρα σκιάδια. Πρώτα ανοίγει το σκιάδιο της κορυφής, κι έπειτα τα πλευρικά, ώστε η ανθοφορία στο φυτό να διαρκεί συνολικά 30-50 μέρες περίπου, ενώ σε κάθε σκιάδιο η ωρίμανση προχωρά απ’το περιθώριο στο κέντρο (κεντρομόλος). Τα άνθη είναι μικροσκοπικά, λευκά ή υπόλευκα με 5 πέταλα, 5 σέπαλα στον κάλυκα και 5 στήμονες. Είναι πρώτανδρα, δηλαδή η ωρίμανση των ανθήρω με την αποβολή της γύρης προηγείται της δεκτικότητας των θηλυκών στιγμάτων του ίδιου άνθους, ώστε ν’αποφεύγεται η αυτεπικονίαση. Το νέκταρ προσελκύει πολλούς επικονιαστές, γι’αυτό το ανθισμένο καρότο θεωρείται ωφέλιμο και γι’άλλα ανθοφόρα φυτά δίπλα του. Μετά την ανθοφορία σχηματίζονται οι καρποί, και τα πρώην ημισφαιρικά σκιάδια συστέλλονται σε κοίλο σχήμα, ώστε να σπάσουν και να μεταφερθούν μακριά με τον άνεμο ευκολότερα. Κάθε καρπός είναι χωρισμένος σε δύο ημισφαιρικά αχένια με την επίπεδη πλευρά προς το σημείο επαφής τους, ελαφρώς καλυμμένα με μικρά αγκάθια. Ο σπόρος του καρότου που φυτεύουμε συνήθως είναι ο καρπός ή φέρει μέρη του καρπού, μιας και είναι δύσκολος ο διαχωρισμός τους.

Το βασικό σχήμα της ρίζας ή ριζοκόνδυλου του καρότου είναι κωνικό και μακρόστενο, πάνω στο οποίο έχουν δημιουργηθεί πάμπολλες ποικιλίες, άλλες λεπτότερες, άλλες παχύτερες, άλλες μακρύτερες, ακόμα και σχεδόν σφαιρικές για σκληρά εδάφη. Τα χρώματα επίσης ποικίλουν εκτός από το γνωστό πορτοκαλί σε κίτρινο, κόκκινο, ιώδες ή λευκό. Ο φλοιός της ρίζας, ο οποίος είναι παχύτερος στα καλλιεργούμενα καρότα, αποθηκεύει το νερό, τα θρεπτικά συστατικά, τα σάκχαρα και το β καροτένιο που δίνει το πορτοκαλί χρώμα, με μικρότερο ποσοστό άλλων καροτενοειδών που δίνουν άλλες αποχρώσεις. Ο σκληρότερος και σκουρότερος κύκλος στο κέντρο της τομής μιας ρίζας καρότου είναι το ξύλωμα, ο αγωγός ιστός που μεταφέρει νερό προς τα φύλλα, το οποίο φαίνεται καλύτερα σε ανοιχτόχρωμες ποικιλίες. Η θρεπτική αξία του καρότου είναι μεγάλη. Σε 100 γραμμάρια φρέσκου καρότου περιέχονται: ενέργεια 41 θερμίδες, 9,6 γραμ. υδατανθράκων (σάκχαρα 4,7 γραμ., φυτικές ίνες 2,8 γραμ.), 0,24 γρ. λίπος, 0,93 γρ. πρωτεϊνη, 8285 mg β καροτένιο (77%) και 256 mg λουτεΐνη και ζεαξανθίνη (άλα καροτενοειδή), που αντιστοιχούν σε 835 mg βιταμίνη α (104%), 0,066 mg (6%) θιαμίνη ή βιταμίνη β1, 0,058 mg (5%) ριβοφλαβίνη ή βιταμίνη β2, 0,983 mg (7%) νιασίνη ή βιταμίνη β3, 0,273 mg (5%) παντοθενικό οξύ ή βιταμίνη β5, 0,138 mg (11%) βιταμίνη β6, 19 mg (5%) φυλλικό οξύ ή βιταμίνη β9, 5,7 mg (7%) βιταμίνη c, 0,66 mg (4%) βιταμίνη ε, 33 mg (3%) ασβέστιο, 0,3 mg (2%) σίδηρος, 12 mg (3%) μαγνήσιο, 0,143 mg (7%) μαγγάνιο, 35 mg (5%) φώσφορος, 320 mg (7%) κάλιο, 69 mg (5%) νάτριο, 0,24 mg (3%) ψευδάργυρος, και φθόριο 3,2 μικρογραμμάρια. Απ’ό,τι βλέπουμε δηλαδή, το καρότο είναι αρκετά θρεπτικό σε σχέση μ’άλλα λαχανικά που είναι κυρίως νερό, όπως κολοκύθες, αγκούρια ή συγκεκριμένες υδαρές ποικιλίες μαρουλιού, ωστόσο δεν είναι τροφή που από μόνη της μπορεί να συντηρήσει έναν άνθρωπο, εξαιτίας του σχετικά μικρού ποσοστού υδατανθράκων σε σχέση μ’αυτό που χρειαζόμαστε. Ο μεταβολισμός του β καροτενίου σε βιταμίνη α γίνεται ατελώς στο λεπτό έντερο, και μεγάλο ποσοστό του καροτενίου αποβάλλεται αμεταβόλιστο, οπότε δηλητηρίαση από βιταμίνη α από καρότα είναι αδύνατη. Δυνατή είναι ωστόσο η εναπόθεση καροτενοειδών στο δέρμα (καροτένωση), κάνοντάς το πορτοκαλί, είτε από φαρμακευτική χορήγησή τους για τη θεραπεία ασθενειών που προκαλούν φωτοευαισθησία είτε από την υπερβολική κατανάλωση καρότων. Για να πάθει όμως κάποιος καροτένωση από καρότα θα πρέπει να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες καρότου σταθερά καθημερινά για αρκετό καιρό. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο όπως φαίνεται, μιας και πολλοί καταναλώνουν καρότα για τις σχεδόν υπερφυσικές αποδιδόμενες ιδιότητές τους, ή προς αντικατάσταση πιο «ανθυγιεινών τροφών». Υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις
Εθισμού στα καρότα.
Γενικά κάποιος μπορεί να εθιστεί από οτιδήποτε, υπολογιστές, αυνανισμό, οπότε δε θα πρέπει να μας φαίνεται παράξενο κι αυτό. Τα καροτενοειδή έπειτα, ως λιποδιαλυτές ενώσεις, αργούν να αποβληθούν απ’το στόμα, γι’αυτό η καροτένωση απέρχεται αρκετό καιρό μετά τη διακοπή της λήψης καροτενοειδών, ως και εξάμηνο από χοντρότερα και πιο κερατινωμένα μέρη του δέρματος όπως οι παλάμες και τα πέλματα. Η καροτένωση ωστόσο θεωρείται καλοήθης κατάσταση και δεν προκαλεί κάτι αρνητικό στον οργανισμό. Καροτενοειδή μέσω της διατροφής σε μικροποσότητες πάντως έτσι κι αλλιώς εναποτίθενται στο δέρμα, τα οποία συμβάλλουν στο χρώμα του και το προστατεύουν κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Τα καροτενοειδή γενικότερα είναι διαδεδομένες βιολογικές χρωστικές σε διάφορους ζωντανούς οργανισμούς, κι εκτός από τα κίτρινα και τα πορτοκαλί πολλών φυτικών μερών, χρωματιζουν μύκητες, έντομα, ψάρια, μαλάκια, αμφίβια, ερπετά και πουλιά, όπου συνήθως εισέρχονται μέσω της διατροφής. Τα θηλαστικά, ως ιστορικά νυκτόβια, έχουν απλοποιήσει το σύστημα χρωματισμού τους και τα χρησιμοποιούν πολύ λιγότερο. Στα ερπετά και τα πουλιά ωστόσο είναι πολύ σημαντικό μέρος του χρωματισμού, γι’αυτό κι ο αλμπινισμός σ’αυτά τα ζώα δεν επηρεάζει τα κίτρινα, τα κόκκινα και τα πορτοκαλί. Η περιεκτικότητα καροτενοειδών στη διατροφή επίσης τα επηρεάζει πολύ ευκολότερα, γι’αυτό και οι εκτροφείς πτηνών ταΐζοντας καρότα ή άλλα πλούσια σε καροτενοειδή τρόφιμα στα ζώα τους επιτυγχάνουν πιο ζωηρά χρώματα ή εντονότερο χρώμα του κρόκου των αυγών.

Έχουμε συνδυάσει τα καρότα με τα κουνέλια, αλλά, ως συννήθως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως νομίζουμε. Τα καρότα είναι πράγματι ωφέλιμα για τα κουνέλια, μιας και η σκληρότητά τους τα βοηθά να γυμνάζουν τα σαγόνια τους και να φθείρουν τα δόντια τους, που αναπτύσσονται συνεχώς, και προφανώς είναι πολύ νόστιμα αφού τα προτιμούν πολύ σε σχέση μ’άλλα λαχανικά. Ωστόσο η συχνή κατανάλωση καρότου δεν είναι και τόσο ωφέλιμη, αφού τα σάκχαρα που περιέχονται είναι υψηλότερα σε σχέση με τις συνήθεις τροφές των κουνελιών, κι αυτό ενδέχεται να προκαλέσει διαταραχές στο ευαίσθητο πεπτικό τους σύστημα. Τα φύλλα του καρότου είναι πολύ καταλληλλότερα, όπως κάθε άλλο χόρτο. Τα φύλλα επίσης τρώγονται κι απ’τον άνθρωπο (έχουν γεύση μεταξύ μαϊντανού και καρότου) όταν είναι φρέσκα, αλλά πάλι είναι σκληρά σε σχέση μ’άλλα λαχανικά.

Όσον αφορά την καλλιέργεια, το καρότο θεωρείται λαχανικό της ψυχρής περιόδου, με ιδανική θερμοκρασία ννάπτυξης μεταξύ 15 και 20 βαθμών Κελσίου. Οι χαμηλότερες θερμοκρασίες επιβραδύνουν την ανάπτυξη, ενώ οι υψηλότερες για μεγάλο χρονικό διάστημα ευνοούν την εμφάνιση ασθενειών. Τα καρότα μπορούν να σπαρούν οποιαδήποτε εποχή του χρόνου, εκτός προφανώς απ’το βαρύ χειμώνα, αλλά για τα ήπια κλίματα προτιμάται η σπορά από το τέλος τυ καλοκαιριού ως μέσα στο φθινόπωρο, ενώ για τα ψυχρά από την άνοιξη ως τη μέση του καλοκαιριού. Η θέση για τα καρότα θα πρέπει να εκτίθεται στον ήλιο, αν και το λαχανικό αυτό αντέχει λίγο περισσότερο την ημισκιά από άλλα λαχανικά ρίζας, με χώμα πολύ καλά δουλεμένο, με όσο το δυνατόν λιγότερα χαλίκια, πέτρες ή σβόλους που μπορεί να εμποδίσουν τη καλή ανάπτυξη της ρίζας για βάθος τουλάχιστον 20-30 εκ., και με αρκετή ποσότητα αναμεμειγμένης καλοχωνεμένης κοπριάς ή κομπόστ. Το ph του εδάφους για τη βέλτιστη ανάπτυξη θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 6-6,5, δηλαδή ελαφρώς όξινο. Οι σπόροι θα πρέπει να τοποθετηθούν σε βάθος 0,5-1 εκ., κι αν βρίσκονται σε σειρές αυτές θα πρέπει νά’χουν απόσταση μεταξύ τους 20-25 εκ. Οι σπόροι σε μέσες θερμοκρασίες φυτρώνουν σε 7-10 μέρες, και τα πρώτα φύλλα μετά τις κοτυληδόνες εμφανίζονται στις 14 περίου ημέρες, ενώ το αρχικό ριζίδιο αποκτά ελαφρώς μεγαλύτερο πάχος απ’την αρχή. Σ’εκείνο το στάδιο τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση 7-10 εκ. μεταξύ τους στη σειρά, ή προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αν βρίσκονται σε τετράγωνο. Με αραίωση σε κοντινότερη απόσταση θα μπορούσαν να χωρέσουν περισσότερα καρότα στον ίδιο χώρο, αλλ’έτσι ευνοείται η γρηγορότερη εξάπλωση ασθενειών. Επειδή η ανάπτυξή τους είναι πολύ αργή, τα ζιζάνια προλαβαίνουν κι αναπτύσσονται παντού, γι’αυτό θα χρειάζονται αρκετά προσεκτικά ξεβοτανίσματα, ιδίως στην αρχή. Λίπανση μπορεί να γίνει ελαφριά δύο ακόμα φορές κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης με ισορροπημένο λίπασμα ή πρόσθεση λίγου οργανικού λιπάσματος. Το υπερβολικό άζωτο, όπως σ’όλα τα λαχανικά, προκαλεί πυκνή αλλά αδύναμη ανάπτυξη και αρκετά αδύναμη ρίζα καλυμμένη με πολλές νηματοειδείς (τριχωτή) σ’αυτό το είδος. Μπορεί να χρειαστούν περιοδικά σκαλίσματα για τον αερισμό του χώματος, τα οποία δε θα πρέπει να γίνονται βαθύτερα από 3 εκατοστά, για να μην τραυματιστούν οι ρίζες, και πάλι με πολλή προσοχή. Εάν οι βάσεις των ριζών εκτεθούν στο φως, θα πρασινίσουν (μία απ’τις σπάνιες περιπτώσεις που η ρίζα γίνεται φωτοσυνθετική), το οποίο πρέπει ν’αποφεύγεται, επειδή υποβαθμίζεται η γεύση του καρότου, γι’αυτό κάθε εκτεθημένο καρότο θα πρέπει να σκεπάζεται με χώμα αμέσως. Τα καρότα αργούν να ωριμάσουν σε σχέση μ’άλλα λαχανικά ρίζας, και συνήθως συγκομίζονται σε 3-6 μήνες μετά τη σπορά με απλή εκρίζωση διά χειρός, που μετά από ένα καλό πότισμα θά’ναι πολύ εύκολη στο άλλωστε μαλακό χώμα όπου αυτά βρίσκονται, με μικρότερα αλλά τρυφερότερα καρότα στους πρώτους μήνες και μεγαλύτερα αλλά σκληρότερα αργότερα. Μια διάμετρος 2,5 εκατοστών στη βάση της ρίζας για τις κοινές ποικιλίες είναι καλό μέγεθος για συγκομιδή. Η αφαίρεση του φυλλώματος είναι σημαντική, διότι αλλιώς το νερό, τα θρεπτικά συστατικά και τα σάκχαρα θα συνεχίζουν να μεταφέρονται στα φύλλα (ζωντανά είναι τα καρότα και κάθε φρέσκο λαχανικό, μην το ξεχνάται), με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της γεύσης, της υφής και της θρεπτικής αξίας των καρότων. Τα καρότα έπειτα μπορούν να αποθηκευθούν σε θερμοκρασία 5-10 βαθμών με υγρασία 90-95% ως και για 10 μήνες.Στο ψυγείο συνήθως κρατούν για πολύ καιρό. Σε υψηλότερες θερμοκρασίες με αρκετή υγρασία ενεργοποιούνται και ξεκινούν την ανάπτυξη, με νέα φυλλαράκαι στην κορυφή κι ανάπτυξη λεπτών νηματοειδών ριζών πάνω τους, κάτι που έχω παρακολουθήσει αρκετές φορές. Παλιά τ’αποθήκευαν, όπως κι άλλα ριζώδη λαχανικά, μέσα σε άμμο στο πιο δροσερό μέρος της αποθήκης ή σε κάποιοδ ροσερό μέρος στο έδαφος. Καρότα θα πρέπει ν’αφεθούν για το δεύτερο χρόνο μόνο εάν είναι επιθυμητή η παραγωγή σπόρου, γιατί ως προς την εδωδιμότητά τους θά’ναι εντελώς άχρηστα τότε που η ρίζα θά’χει ξοδέψει όλα τα σάκχαρά της, ώστε να γίνει ινώδης και σκληρή.

Τα καρότα μπορούν να προσβληθούν από τις γνωστές ασθένειες που προσβάλλουν το φύλλωμα άλλων λαχανικών, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως υπάρχουν και σημαντικές ασθένειες που επηρεάζουν τη ρίζα. Από έντομα, η προνύμφη της μύγας του καρότου Psila rosae και η προνύμφη του εντόμου Agriotes lineatus ή σιδηροσκώληκας μπορούν να σκάψουν σύρραγγες μέσα στη ρίζα. Οι νηματώδεις του γένους Heterodera προκαλούν παραμορφώσεις στις ρίzες. Επίσης το βακτήριο Erwinia carotovora και οι μύκητες Sclerotinia sclerotiorum και Alternaria radicicola μπορούν να προκαλέσουν σήψη της ρίζας. Δυστυχώς ο έγκαιρος εντοπισμός τους είναι δύσκολος εξαιτίας της υπόγειας θέσης του προβλήματος, και συχνά, εφόσον εντοπιστούν, δε μπορούν να θεραπευτούν ακόμα και με φάρμακα. Ως προληπτικά μέτρα προτείνονται η μεγαλύτερη απόσταση φύτευσης, ώστε να εμποδίζεται όσο γίνεται η μετάδοση της ασθένειας μεταξύ των καρότων, και η αποφυγή καλλιέργειας σε πολύ θερμό καιρό. Εάν εμφανιστεί κάποια ασθένεια, συχνά το καλύτερο μέτρο αποφυγής της είναι η αμοιψισπορά, η σπορά δηλαδή κάποιου άλλου λαχανικού στον τόπο των καρότων και η σπορά των καρότων κάπου αλλού. Εναλλακτικά, το έδαφος μπορεί να απολυμανθεί με τα ανάλογα χημικά παρασκευάσματα πριν τη σπορά. Τα καρότα επίσης μπορούν να σκάσουν με κάθετες ραγάδες από τη μεγάλη παραμονή στο έδαφος, ιδίως σε συνδυασμό με υψηλότερες θερμοκρασίες και προσωρινές ξηράνσεις, ή να διακλαδιστούν ή να πάρουν παράξενα σχήματα σε έδαφος που δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένο, κάτι που μπορεί να περιοριστεί σε περιπτώσεις υπερβολικά δύσκολου εδάφους με την επιλογή βραχύτερων ποικιλιών.

Το καρότο μπορεί θεωρητικά να καλλιεργηθεί και σε γλάστρα, αρκεί αυτή νά’χει βάθος τουλάχιστον 25-30 εκ. για τις κανονικές ποικιλίες, με παρόμοιες καλλιεργητικές μεθόδους όπως στο έδαφος αλλά σε μικρογραφία, αν κι εδώ η αποστράγγιση είναι σημαντικότερη, ενώ τα προβλήματα τω ζιζανίων συνήθως δεν υπάρχουν.

Η δική μου εμπειρία με τα καρότα ήταν και τις δύο φορές σκέτη αποτυχία. Τα είχα σε γλάστρα, κι επειδή νόμιζα πως αναπτύσσονται γρήγορα όπως άλλα λαχανικά, τα έβγαζα αρκετά νωρίς με αποτέλεσμα να’ναι πολύ μικρές οι ρίζες. Ο πατέρας μου πρόσφατα φύτεψε καρότα σε τεράστια ζαρντινιέρα, τα οποία στον καιρό της συγκομιδής είχαν ρίζες μαλακωμένες και σαπισμένες, προφανώς από κάποια ασθένεια. Ίσως η ασθένεια αυτή να μην εμφανίστηκε στη γλάστρα, αλλά να προήλθε από το πρότερο περιβάλλον των φυτών, γιατί τα καρότα δε σπάρθηκαν εξαρχής στο ίδιο μέρος, αλλά μεταφυτεύτηκαν από κήπο. Σε κήπους έχω συναντήσει περιπτώσεις που το χώμα δεν ήταν καλό, όχι απλώς πετρ΄δες, αλλά και αλίπαστο, και τα καρότα έπαιρναν άσχημα σχήματα ή τραυματίζονταν. Άλλοι ωστόσο παράγουν κανονικά καρότα. Πιθανόν με την κατάλληλη προετοιμασία του εδάφους και την παρακολούθηση της ανάπτυξης και της υγείας των φυτών η καλλιέργειά τους να μην έχει μεγαλύτερη δυσκολία απ’αυτήν άλλω λαχανικών.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το καρότο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το αγριοκαρότο
καλλιέργεια καρότου 1
καλλιέργεια καρότου 2
καλλιέργεια καρότου 3

νεότερη προσθήκη, άνθος μπρουγκμάνσιας, απογόνου του τότε φυτού, 11/10/2016

Προχθές, βγαίνοντας στο μπαλκόνι το βράδυ για να δω τη
Λίμπο
την κουνέλα μου, απρόσμενα είδα κάτι λευκό. Ήταν το πρώτο άνθος της ντατούρας μου, που κανονικά είναι
Μπρουγκμάνσια,
Γένος ξυλωδών συγγενών της
ντατούρας
ιθαγενές της Νότιας Αμερικής, το οποίο έχει διαχωριστεί απ’τις άλλες ντατούρες, αν κι επειδή έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, συχνά την αποκαλώ ντατούρα κι αυτήν. Το μπουμπούκι εκείνο είχε μεγαλώσει αρκετά, αλλά νόμιζα πως δεν ήταν ακόμα η μέρα για ν’ανοίξει. Σε σχέση με πέρσι, που τα τέσσερα πρώτα άνθη άνοιγαν με απόσταση μιας μέρας, τώρα τα υπόλοιπα 3 μπουμπούκια είναι πολύ μικρότερα ακόμα. Το φυτό μάλλον ταλαιπωρείται στη γλάστρα που βρίσκεται, αν και μεσαίου μεγέθους, και γι’αυτό θα πρέπει να το μεταφυτεύσω, αλλά το φθινόπωρο, για να μην του διακόψω ίσως την ανθοφορία. Άκρες νηματοειδών ριζών βγαίνουν απ’τις τρύπες του πυθμένα, ενώ το καλοκαίρι πέρσι, το πρώτο της καλοκαίρι ως μεγάλο φυτό, είχε πάθει πολλά απ’τη ζέστη με πτώση πολλών φύλλων και καταστροφή της καλοκαιρινής ανθοφορίας. Σε όσο πάντως μεγάλη γλάστρα κι αν την βάζω, τελικά θα τη γεμίζει ρίζα, αφού αναπτύσσεται σαν αγριόχορτο και μπορεί να ξεπεράσει τα τρία μέτρα σ’ένα χρόνο, γι’αυτό θα πρέπει περιστασιακά να κλαδεύω και τη ρίζα. Κάθε φθινόπωρο έτσι κι αλλιώς την κλαδεύω μέχρι τη μέση, κάτι που σίγουρα θα νεκρώνει κι αρκετές λεπτές ρίζες που δε λαμβάνουν πλέον την απαιτούμενη τροφή, αλλά αυτό δεν επαρκεί. Εκείνη την εποχή οι ρίζες αποθηκεύουν στο φλοιό τους πολλά θρεπτικά συστατικά, τα οποία απελευθερώνουν την επόμενη άνοιξη οπότε υπάρχει εκρηκτική ανάπτυξη και σε βλαστό και σε ρίζα. Το κόψιμο θα πρέπει να γίνει κάπου στις αρχές του φθινοπώρου.

Το άνθος αυτό, παρά το μικρό μέγεθος του φυτού, ήταν αρκετά μεγάλο. Στην πραγματικότητα κάθε άνθος που είχε το φυτό ήταν περίπου του ίδιου μεγέθους, ακόμα κι αυτό που βγήκε το φθινόπωρο, τρεις μήνες μετά τη βλάστηση του σπόρου της, όταν το φυτό ήταν κοντότερο από 30 εκατοστά. Θεωρητικά τα φυτά αυτά ανθίζουν στον επόμενο χρόνο, και γι’αυτό θυμάμαι πως είχα φοβηθεί μήπως ήταν μονοετές είδος απλής ντατούρας κι όχι μπρουγκμάνσια, αλλά τελικά αποδείχθηκε το δεύτερο. Το άνθος βρισκόταν στη διχάλα δύο κλαδιών, στην κορυφή δηλαδή ενός βλαστού ο οποίος έκανε δύο διακλαδώσεις μετά το σχηματισμό του άνθους για να συνεχίσει η ανάπτυξη, όπως γίνεται πάντα σ’αυτό το είδος. Και οι μικρές δύο διακλαδώσεις είχαν διχοτομηθεί, και στη μία υπήρχε μικρότερο μπουμπουκάκι. Το μήκος του άνθους ήταν γύρω στα 15 εκατοστά, και το πλάτος γύρω στα 8-10. Είχε μακριά πράσινα και χνουδωτά συνενωμένα σέπαλα, ελεύθερα από τα πέταλα σχεδόν σ’όλο το μήκος τους, σχηματίζοντας ένα χαλαρό χιτώνα λίγο πριν τη μέση του άνθους. Ο ύπερος είναι μικρός και σφαιρικός, κρυμμένος στη μέση και κάτω, απ’όπου σχηματίζεται ο καρπός. Τα πέντε μεγάλα και λευκά πέταλα σχημάτιζαν το σωλήνα, το καθένα πλατύ στο ανοιχτό άκρο του με λεπτή οξεία κορυφή, ελαφρώς χνουδωτά απ’έξω και λεία από μέσα, με υφή χαρτιού. Εκτός απ’το κεντρικό νεύρο υπήρχαν και άλλα δύο πλευρικά, ίσως και περισσότερα, απομεινάρια του συστήματος στα κανονικά φύλλα. Στα σέπαλα δε μπορούσα να το δω αυτό, μιας και ήταν πολύ λεπτότερα, και δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να καταστρέψω το άνθος. Οι μακριοί στήμονες ήταν πέντε με κυλινδρικούς ανθήρες γεμάτους ψιλή γύρη, ενώ ο στύλος ήταν ακόμα μακρύτερος στο κέντρο, με πολλαπλό στίγμα που πάλι δεν μπορούσα να εξετάσω. Το άνθος μύριζε λεμόνι, και για να μην το χάσω, αφού την επόμενη μέρα θα μαραινόταν, κάθισα μπροστά του για να το απολαύσω, όπου περιήλθα σε διαλογισμό σχεδόν ψυχοναυτικής φύσεως, αν και δεν έφαγα τίποτα απ’το φυτό αυτό.

Αρχικά καθόμουν κάτω, μπροστά στο άνθος, μυρίζοντάς το, και πρόσεξα πως δεν είχα ούτε το αλλεργικό μπούκωμα ούτε άλλα αρνητικά συμπτώματα που είχα παλαιότερα και ελάχιστα τα εμφάνισα φέτος, αν κι έβηξα λίγες φορές, αυτό όμως ίσως γιατί ο λαιμός μου έχει πρόβλημα. Υποθέτω πως μετά τη
Δεύτερή μου μεταμόσχευση
(κανονικά ημιμεταμόσχευση) Στον κερατοειδή, το ανοσοποιητικό σύστημα, που πριν προσπαθούσε ν’απορρίψει το προηγούμενο μόσχευμα, σταμάτησε να υπερλειτουργεί κι έτσι σταμάτησαν τα αλλεργικά συμπτώματα. Αρχικά το είχα αποδώσει στις κορτιζόνες, αλλά η παύση των συμπτωμάτων συνέχισε κι αφότου έκοψα αυτά τα φάρμακα.

Έπειτα άρχισα να σκέφτομαι για την ιστορία αυτού του φυτού. Το μυαλό μου πρώτα πήγε στο Μεξικό, όπου γινόταν αρκετή χρήση τέτοιων φυτών. Στα
Νάουατλ
Το άνθος λεγόταν «ξότσιτλ» ή «ξοτσίτλ» (κανονικά σχεδόν όλες οι ναουατλικές λέξεις στην παραλήγουσα τονίζονται, τα μάγια τονίζουν στη λήγουσα), και ήταν πολύ σημαντικό σύμβολο που μάλλον συνδεόταν με την άνοιξη και τη γονιμότητα, αφού συχνά αναφερόταν στα ποιήματά τους και με τέτοια στολίζονταν οι ναοί, οι νεκροί, οι γιορτές και οι ευγενείς. Ο Ξοτσιπίλλι ήταν ο πρίγκιπας των λουλουδιών ή ανθισμένος πρίγκιπας, που κατ’επέκτασιν έγινε και ο προστάτης των παραισθησιογόνων φυτών. Από την άλλοι, οι ίδιοι διέπρατταν «ενάρετους» πολέμους (ανθισμένοι πόλεμοι), με μόνο σκοπό να συλλάβουν αιχμαλώτους για τις ανθρωποθυσίες. Ο θάνατος στον πόλεμο ή στη θυσία λεγόταν ανθισμένος θάνατος, ένας πολύ τρομακτικός συνδυασμός λέξεων. Τιμημένος ήταν κι ο θάνατος δηλαδή για τους αιχμαλώτους πολέμου, αφού συνήθως από νάουατλ πόλει ςκατάγονταν κι αυτοί και παρόμοια πράγματα πίστευαν, γι’αυτό οι περισσότεροι δεν ήθελαν να ελευθερωθούν ακόμα κι αν μπορούσαν. Όποιος πάντως έδειχνε φανερά πως φοβόταν να θυσιαστεί, εκτελούταν ατιμωτικά μπροστά στο ναό, οπότε ότι διάθεση κι αν είχε κάποιος την ίδια κατάληξη θά’βρισκε. Μια παρανοΪκή κοινωνία που είχε στήσει ολόκληρη θρησκευτική φιλοσοφία γύρω από το γεγονός των 10.000 θυσιών ετησίως στο μεγάλο ναό της Πόλης του Μεξικού, περί ανταπόδωσης στους θεούς της ζωής την οποία μας δίνουν συνεχώς με τη θυσία τους και τον πόνο τους, που σίγουρα εξυπηρετούσε κάποιον υλιστικό σκοπό. Μπορεί να ήταν για τον έλεγχο του πληθυσμού, αφού η εύφορη κοιλάδα του Μεξικού ήταν αρκετά στενή και ο ανταγωνισμός για την τροφή ήταν μεγάλος, μπορεί να’ταν για τη διατροφική κάλυψη των ευγενών τουλάχιστον με περισσότερη πρωτεΐνη από την ανθρωποφαγία, γιατί ζώα μεγάλα εξημερωμένα δεν υπήρχαν, άλλοι υποστηρίζουν ακόμα κι ότι το έκαναν για ν’αναβιώσουν παλιά ψυχικά τραύματα, αν και το τελευταίο δεν το πιστεύω καθόλου. Αν ήταν έτσι, όλοι οι άνθρωποι έχουν βιώσει οι ίδιοι ή οι πρόγονοί τους σοβαρά τραύματα, αλλά δεν έγιναν πουθενά αλλού θυσίες γι’αυτόν το σκοπό.

Όχι όμως, το φυτό αυτό δεν είναι από το Μεξικό, εκεί ήξεραν τις κοινές ντατούρες, είναι νιοτιοαμερικανικής προέλευσης. Εκεί στα υψίπεδα του Περού μπορούν να βρεθούν πολλά είδη, αλλά και σε χαμηλότερες περιοχές. Το συγκεκριμένο (Brugmansia aurea) κατάγεται από μεσαία υψόμετρα, γι’αυτό αντέχει αρκετά στο κρύο, όχι όμως σε θερμοκρασία υπό του μηδενός. Κι εκεί το φυτό είχε παρόμοιες χρήσεις από τους Ίνκας και διάφορους κοντινούς πολιτισμούς. Θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα διαβάσει τις προάλλες στο Διαδίκτυο, όπου ένας Ισπανός χρονικογράφος ανέφερε κατάπληκτος ότι οι μάντεις στην αυτοκρατορία των Ίνκας ήταν πάρα πολλοί. Σε μία πόλη (δε θυμάμαι όνομα) 5.000 κατοίκω νμάλιστα έφταναν τους 400. Δεν έκαναν καμία δουλειά, παρά προέβλεπαν το μέλλον κι απαντούσαν σε ερωτήματα. Οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορούσε να ζητήσει τη γνώμη τους, κι αυτοί τότε κλείνονταν σε μια καλύβα, όπου συνήθως με τη βοήθεια του ατσούμα, οποιουδήποτε από τα 4-5 γνωστά είδη αρκετά ισχυρών
Παραισθησιογόνων κάκτων του γένους Echinopsis (πρώην Trichocereus),
Ή με τους σπόρους του δέντρου
Anadenanthera,
Σχημάτιζαν το χρησμό τους, και την επόμενη μέρα έβγαιναν έξω για να τον ανακοινώσουν. Σκέφτηκα για την τεράστια μηχανή εξαπάτησης του κόσμου που είχε στηθεί σ’αυτήν και πολλές άλλες πρωτόγονες θρησκείες, την οποία οι απλοί κι όχι μόνο άνθρωποι τη δέχονταν ως αλήθεια. Και η μαντική είχε μεγάλες συνέπειες στις αρχαίες κοινωνίες. Μπορούσε ένας άνθρωπος να σκοτωθεί εάν θεωρούταν μελλοντικός υπαίτιος για κάτι κακό (βλ. την αντίδραση των γονέων του Οιδίποδα), θα μπορούσε μια μάχη να χαθεί, είτε εξαιτίας κάποιου αρνητικού χρησμού από πριν για την έκβασή της είτε εξαιτίας υπερβολικής αυτοπεποίθησης των μαχητών, οι οποίοι, ακούγοντας για θετική έκβαση, ίσως αμελούσαν την ετοιμότητά τους. Και άλλα πολλά τέτοια θα μπορούσε να’φερνε η μαντεία. Γι’αυτό και αργότερα, σε πολλούς προηγμένους πολιτισμούς, όπως στον αρχαιοελληνικό, ίσως κι από τους ίδιους τους ιερείς έγινε μια μικρή διευκρίνιση του τύπου «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», δηλαδή μαζί με τη βοήθεια της Αθηνάς/του Θεού κούνα και το χέρι σου. Εγώ βασικά το εκλαμβάνω, αν ειπώθηκε από ιερέα, ως: «Κούνα κι εσύ το χέρι σου, και ο Θεός σίγουρα θα βοηθήσει», υπαινίσσοντας ότι ο Θεός είναι απαραίτητος για οποιαδήποτε προσπάθεια – χωρίς αυτόν όλα είναι αδύνατα, να μη χάσει ο λαός και την προσκόλληση στο ιερατείο, εναλλακτικά αν λεγόταν από κάποιον σκεπτικιστή «Κούνα κι εσύ το χέρι σου, και οι επικλήσεις στην Αθηνά/Θεό είναι δευτερεύουσας σημασίας», εννοώντας δηλαδή ότι πάνω απ’όλα είναι η προσπάθεια του καθενός, και οι εξ άνωθεν βοήθειες πιθανότατα δενέρχονται, επειδή αυτοί που τις δίνουν μάλλον δεν υπάρχουν. Και βέβαια σχεδόν σ’όλη την ιστορία, ακόμα και στη δεισιδαιμονική Αρχαία Αίγυπτο με τις χιλιάδες θεών και δαιμόνων που εξουσίαζαν τη ζωή, στη Βαβυλώνα με τους θεούς τιμωρούς, στο θυσιαστικό Μεξικό και στις σημερινές μουσουλμανικές φονταμενταλιστικές χώρες, σίγουρα θα υπήρχαν σκεπτικιστές, άνθρωποι που κατά βάθος δεν πίστευαν ακριβώς αυτά που πρέσβευε η θρησκεία τους, αλλά για ευνόητους λόγους δεν το αποκάλυπταν. Σίγουρα στην Αρχαία Αθήνα θα υπήρχαν και κρυπτοάθεοι ή αγνωστικιστές, που όμως εξαιτίας γεγονότων όπως ο φόνος του Σωκράτη δεν τόλμησαν ποτέ να διαδώσουν τις απόψεις τους. Σε λίγο παλαιότερους αιώνες όμως στην Αρχαία Ελλάδα οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι ανοιχτά διακήρυσσαν τις διαφορετικές απόψεις τους συνήθως χωρίς τιμωρία, και το ίδιο έγινε και κατά την ελληνιστική και ρωμαΪκή εποχή, όπου γενικά το κράτος δεν είχε μεγάλη μέριμνα για τη θρησκεία. Μετά ήρθε ο τρισκατάρατος Μεσαίωνας. Οι Αθηναίοι προφανώς κατά τον 5ο αιώνα προσπάθησαν να ενισχύσουν τον τομέα της θρησκείας για νά’χει περισσότερη συνοχή η πόλη. Γι’αυτό και πραγματικές τιμωρίες για αθεΐα δε δίνονταν εύκολα σ’αυτούς που δεν πίστευαν (η δική του Σωκράτη είχε και πολιτική βάση, ήταν μια εξαίρεση), αλλά σ’αυτούς που δεν ακολουθούσαν τις δημόσιες εκδηλώσεις της θρησκείας, γιορτές κλπ, που προωθούσαν την αίσθηση της κοινότητας. Η Αθήνα πάνω απ’όλα ήταν μια κοινότητα, με το συνεχή φόβο ότι κινδύνευε να επικρατήσει η ανυπακοή στους νόμους και το ατομικό συμφέρον και η νεοϊδρυθήσα δημοκρατία να καταρρεύσει. Ένας που δεν πίστευε ωστόσο θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο στόχαστρο πολύ ευκολότερα από κάποιον άλλον, κι όποτε διέπραττε κάποιο αδίκημα, ακόμα και μικρό, θα του προσαπτόταν και η αθεΐα. Συκοφάντες στην Αθήνα υπήρχαν πολλοί, αυτοί που θέλαν να φάνε τις θέσεις των άλλων για ν’αναδειχθούν οι ίδιοι κλπ. Αυτά ήταν τα αρνητικά της άμεσης δημοκρατίας. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί γι’αυτήν, παρά τα λόγια πολλών που διακηρύσσουν πως όλοι είναι ίσοι σε μια δημοκρατική κοινωνία, αξίζουν της ίδιας μεταχείρησης απ’το νόμο κλπ. Όχι, αυτό είναι αδύνατον! Δε μπορούν να λειτουργήσουν όλι με γνώμονα το κοινό συμφέρον όπως επιτάσσει η άμεση δημοκρατία. Σε μια τέτοια κοινωνία, υπήρχαν κι αυτοί οι άνθρωποι, ίσως από κατώτερες και καταπιεσμένες κοινωνικές τάξεις που προσπαθούσαν ν’αναδειχθούν με διάφορους θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους με μόνο μέλημα το προσωπικό συμφέρον. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν μισητοί στους μεγάλους φιλοσόφους της εποχής, όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, που εστίαζαν στην καλλιέργεια της αρετής. Αρετή για να δρουν οι πολίτες σωστά στα θέματα διαχείρησης της πόλης τους, γιατί εκείνο το διάστημα η ΑθηναΪκή δημοκρατία είχε περιέλθει σε κρίση εξαιτίας του Πελοποννησιακού Πολέμου και των πολλών εσωτερικών συγκρούσεων, και πλέον, κατά τους φιλοσόφους αυτούς, η πόλη κυβερνούταν από φαύλους ανθρώπους, επηρεασμένους από τα ήθη των σοφιστών. Είχαν πολύ ρομαντική άποψη για τα παλιά καλά χρόνια της δημοκρατίας, που υποτίθεται έφεραν μεγάλη ανάπτυξη στην Αθήνα. Δεν έπαυσε ωστόσο η ανάπτυξη επειδή μόνο υποβαθμίστηκε ο θεσμός της δημοκρατίας, αλλά κι επειδή όλη η Ελλάδα σπαρασσόταν από ένα συνεχή πόλεμο. Κι επίσης εκείνα τα χρόνια δεν ήταν και τόσο δημοκρατικά όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κατά το χρυσό αιώνα του Περικλή για παράδειγμα, έγιναν πολλά εγκλήματα κατά το δίκαιο του ισχυροτέρου, όπως η μεταφορά του ταμείου της Αθηναϊκής Συμμαχία στην Αθήνα και η εγκαθίδρυση της ΑθηναΪκής Ηγεμονίας, πράγματα που ώθησαν πολλές πόλεις αργότοερα εναντίον της Αθήνας. Επίσης ο Περικλής στην πραγματικότητα ήταν ένας ειρηνικός δικτάτορας με μεγάλη ικανότητα χειρισμού του πλήθους με τρόπο ώστε να πιστεύει πως το ίδιο αποφασίζει για την πόλη. Εμείς τον αποκαλούμε «Χρυσό Αιώνα» επειδή από εκεί μας έμειναν τα περισσότερα μεγάλα καλλιτεχνικά έεγα. Αλλά τα έργα δηλώνουν χρήμα και δύναμη, όχι απαραίτητα αρετή και εγκράτεια. Γι’αυτόν το λόγο, καθώς και για την παρατήρηση ότι η δημοκρατία λειτουργεί με τη δύναμη του απαίδευτου πλήθους, οι μεγάλη φιλόσοφοι απομακρύνθηκαν απ’τη δημοκρατία. Ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης κάπως συγκεκαλυμμένα την επέκριναν, ο Πλάτων ωστόσο σε μεγάλη ηλικία συνέγραψε την πολιτεία, ένα ιδανικό υποτίθεται εναλλακτικό πολίτευμα. Σύμφωνα μ’αυτόν, μια υψηλή τάξη πολύ έξυπνων και ικανών ανθρώπων, που θά’χουν επιλεγεί από μικρή ηλικία και θά’χουν περάσει επιτυχώς τη μακρόχρονη εκπαίδευσή τους, θα μπορούν μετά τα 50 χρόνια να ηγηθούν της πόλης. Ποιος όμως θα κάνει την επιλογή και με τι κριτήρια; Μπορούμε εμίς σήμερ ανα δεχτούμε κάτι τέτοιο; Όχι. Υπάρχει άνθρωπος τέλειος ή τέλειο κράτος; Όχι. Έχουμε αρκετά, προφανώς γονιδιακά λάθη που δύσκολα φεύγουν. Εγώ, γνωρίζοντας κι αυτήν την άποψη του Πλάτωνα, θα προτιμούσα ένα δημοκρατικό κράτος που μπορεί να μη λειτουργούσε τόσο καλά ή γρήγορα από ένα όπου άλλοι, υποτίθεται ειδήμονες, αποφασίζουν για όλους. Το πρόβλημα το γνωρίζει πρώτα απ’όλα αυτός που το έχει, και όχι κάποιος επιλεγμένος σχεδόν ημίθεος στην υψηλότερη θέση του πλατωνικού κράτους.

Έπειτα σκεφτόμουν τη συμβολική αξία του άνθους αυτού του φυτού. Η ανθισμένη ντατούρα συχνά παραλληλίζεται με θελκτική γυναίκα τέλειας εμφάνισης, που κρύβει όμως από πίσω της δηλητήριο και προσπαθεί να σε αποπλανήσει. Σκέφτηκα πως το χωνί αυτό γίνεται ένα τεράστιο στόμα που προσπαθεί να σε καταπιεί, κι απ’αυτήν την εικόνα τραβήχτηκα αμέσως τρομαγμένος πίσω, γιατί ήταν σαν να μου έπιανε το σαγόνι. Ένας ψυχαναλυτής εδώ θα μπορούσε να πει για το συμβολισμό του σωληνοειδούς άνθους αυτού ως γυναικείου αιδοίου, το φόβο του ευνουχισμού κλπ. Ωστόσο εγώ το ερμήνευσα απλώς ως παράδοξη αντίδραση. Από την άλλη ωστόσο, λογικά αν το εξετάσουμε, ο συμβολισμός αυτός είναι πολύ υπερβολικός. Το βήμα από το να δει κάποιος το άνθος στο να αποπλανηθεί και να δοκιμάσει να φάει το φυτό είναι τεράστιο, και δε γίνονται τέτοια πράγματα εύκολα. Απλώς ο φόβος του ανθρώπου γι’αυτό το φυτό είναι παράλογος. Από την άλλη, το άνθος αυτό είναι μαλακό και λευκό, σε πλήρη αντίθεση με το υπόλοιπο φυτό που είναι δύσοσμο. Μάλλον για να το προτιμούν τα έντομα. Είναι λευκ΄΄ο, το χρώμα της αγάπης. Λευκή είναι η αγάπη, όπως και η Λίμπο η κουνέλα μου που είναι αγάπη. Σκέφτηκα πόσα ψυχολογικά σύνδρομα θα μπορούσε να’χει στο υποσυνείδητό του ένας άνθρωπος, με τα οποία θα μπορούσε να παραγάγει ποίηση ή άλλη τέχνη, χωρίς να χρειάζεται η επίκληση ενός θεού, όπως μας έλεγε τάχα ο σχολιαστής Designer στο fridge.gr,
Σε ένα άρθρο,
Όπου ισχυριζόταν ότι μόνο κάποιος ένθεος θα μπορούσε να παραγάγει ή να εκτιμήσει την τέχνη, επειδή η ικανότητα για κάτι τέτοιο «ανώτερο» προέρχεται από το Θεό. Κι όταν εννοούσε Θεό, αναφερόταν αποκλειστικά στο χριστιανικό θεό. Εγώ δε μπορώ να πιστέψω κάτι που δεν αποδεικνύεται, κάτι για το οποίο κάθε πολιτισμός έχει διαφορετική άποψη και μάλιστα κάθε τέτοια άποψη ανακηρύσσεται από τους θιασσώτες της σαν την υπέρτατη και μοναδική αλήθεια. Δεν υπάρχει κάτι πιο αλαζονικό. Το μόνο που με κρατά κάπως στην αποδοχή μιας τέτοιας οντότητας, και πάλι ως περισσότερο αφηρημένης ένοιας σε κατάσταση πιθανότητας, είναι η ύπαρξη της θρησκείας με τη μία μορφή ή την άλλη σ’όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς. Κάποιος άλλος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ότι πολλοί πολιτισμοί ιστορικά έκαναν κι άλλα μεγάλα λάθη, και η θρησκεία δεν είναι εξαίρεση. Μπορεί νά’ναι και σωστός.

Έπειτα προσπάθησα να εξετάσω το άνθος λογικά, εξελικτικά κι όχι συμβολικά. Τα σύμβολα τα φτιάχνουμε εμείς οι άνθρωποι, και είναι καθαρά νοητικά κατασκευάσματα. Για έναν άλλον οργανισμό πιθανότατα δεν είναι τίποτα. Έτσι και το άνθος της ντατούρας έχει πάρει αυτό το σχήμα για να επιτελέσει καλύτερα το σκοπό της αναπαραγωγής. Απ’την κατάσταση των ενωμένων πετάλω που έχουν πολλά συγγενικά σολανοειδή φυτά, η ντατούρα/μπρουγκμάνσια ίσως επιμήκυνε τον ανθικό σωλήνα παραπάνω, ίσως ως προσαρμογή στα έντομα της περιοχής της. Η νυχτερινή άνθιση, το έντονο λευκό χρώμα που κάνει αντίθεση με το φύλλωμα και τα υπόλοιπα στοιχεία προφανώς γύρω, και η έντονη οσμή των ανθέων προσελκύει νυκτόβια έντομα όπως νυχτοπεταλούδες, που μάλλον μπαίνουν μέσα για να βρουν νέκταρ. Καθώς μπαίνουν, πρώτα ακουμπούν στα στίγματα του φυτού, οπότε αν είχαν γύρη από προηγούμενο άνθος θα την άφηναν εκεί, κι έτσι θα γινόταν η διασταυρωτή γονιμοποίηση. Έπειτα το έντομο θα περνούσε από τους ανθήρες τω στημόνω και θα καλυπτόταν με λεπτή γύρη, και στο τέλος αυτού του μακριού ταξιδιού, μέσα στο σωλήνα θα βρει το νέκταρ. Γι’αυτό το άνθος του συγκεκριμένου φυτού έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Με μιας το τρομακτικό αιδοίο των ψυχαναλυτών μιας μοχθηρής δηλητηριώδους γυναίκας καταρρέει, γίνεται ένα τέλεια εξελιγμένο εργαλείο για τη διευκόλυνση της ετερογονιμοποίησης. Για ένα έντομο, το αιδοίο αυτό είναι απλώς ένας δύσκολος σωλήνας με ίγη σκόνη και εμπόδια στην αρχή και γλυκό μελάκι στο τέλος.

Πολλά άλλα άνθη έχουν εξελιχθεί για να διευκολύνουν την ετερογονιμοποίηση. Εκείνη τη στιγμή συμπτωματικά πέρασε ένα έντομο, αλλά ο βόμβος του χάθηκε πέρα απ’το μπαλκόνι. Γιατι δεν πέρασε από κοντά για να έρθει στο άνθος της ντατούρας; Μήπως θα καταλάβαινε πως εγώ ήμουν μπροστά, αν ήμουν ακίνητος; Δεν έχει και το΄σο υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Ή μήπως, κάπως αλλιώς, με την εκπνοή του αέρος ή τις μικροκινήσεις μου για παράδειγμα, θα το αντιλαμβανόταν και θά’φευγε; Κι επίσης αν είχε μπει στο άνθος θα μπορούσα να το πιάσω για το
Βαρώνο,
το λοφιοφόρο μου γκέκο, για να το φάει. Θά’τρωγε πεταλούδα με μελάκι. Μετά όμως σκέφτηκα πώς, ακόμα κι αν ερχόταν το έντομο και μετάφερε γύρη, το αποτέλεσμα θα’ταν ίδιο με την αυτεπικονίαση, αφού άλλα όμοια άνθη στην περιοχή δεν υπάρχουν. Το είδος ωστόσο μπορεί ν’αυτεπικονιαστεί και χωρίς βοήθεια. Θυμήθηκα τις
εκτενέστατες μελέτες του Δαρβίνου
για τους μηχανισμούς που έχουν εξελίξει πολλά φυτά ώστε ν’αποφεύγουν την αυτεπικονίαση, η οποία μειώνει γενικώς τη γενετική ποικιλομορφία στον πληθυσμό και θεωρητικά στο απότερο μέλλον δεν είναι ωφέλιμη, αφού οι μεταλλάξεις περιορίζονται, και σε περίπτωση κρίσης το είδος ίσως δε μπορέσει τόσο εύκολα να προσαρμοστεί κι εξαφανιστεί. Η αυτεπικονίαση ήταν μια μορφή ενδοαναπαραγωγής, αιμομιξίας όπως θα λέγαμε, και η σοβαρότερη μορφή, αφού γίνεται με το γονιδίωμα του ίδιου ερμαφρόδιτου οργανισμού. Ο ανασυνδυασμός του γονιδιώματος μετά τη γονιμοποίηση μπορεί να βγάλει νέους γονιδιακούς συνδυασμούς, και ιδίως στα φυτά, που συχνά είναι πολυπλοειδή (πάνω από ένα ζεύγος χρωμοσωμάτων), αυτό μπορεί να δώσει αρκετή ποικιλία ακόμα και σ’ένα άτομο. Μπορεί επίσης να βγάλει στην επιφάνεια συνδυασμούς αρνητικών υπολειπόμενων γονιδίων που δε θα εμφανίζονταν πιθανότατα με την ετερογονιμοποίηση. Ο Δαρβίνος κατά βάση έκανε αυτά τα πειράματα, που αφορούσαν την ενδοαναπαραγωγή, για Να μελετήσει τις συνέπειές της, γιατί ο ίδιος είχε παντρευτεί την ξαδέρφη του, και φοβόταν μήπως τα παιδιά του θ’αποκτούσαν κάποιο γενετικό πρόβλημα, παραδόξως χρόνια μετά. Μέσα στους φόβους, τα άγχη και τις ανησυχίες ζούσε ο Δαρβίνος. Βρετανός ήταν κι αυτός ευκατάστατης οικογένειας, και δεν ξέφυγε της παράδοσης της οικογενειολαγνείας – ποιος είναι από ποιον πρόγονο, τι έκανε αυτός ο πρόγονος, πόσο χρήμα είχε, από πού κρατάει η σκούφια και τι οικονομική επιφάνεια έχει ο/η μέλλον/μέλλουσα σύζυγος, πού θα χώσουμε τα παιδιά για να κληρονομήσουν τις προηγούμενες θέσεις (σε κανένα πανεπιστήμιο, σε καμιά τράπεζα, σε καμία βιομηχανία, στο στρατό ή στην Εκκλησία). Αυτή η παράδοση συνεχίζεται ακόμα στους Βρετανούς, οι οποίοι γενικά είναι προσκολλημένοι σε κάτι τέτοιες παράξενες αξίες περί καταγωγής και οικογενειακών δέντρων. Λες κι ο πρόγονός σου απαραίτητα σου υπαγορεύει τι θα γίνεις. Στο κάτω-κάτω ωστόσο κι αυτή η αναπαραγωγική στρατηγική μπορεί να πρόκειται για φυσικώς επιλεγμένη συμπεριφορά. Ο Δαρβίνος είναι αρκετά ψυχαναλυμένη περίπτωση μεταθάνατον, και γι’αυτόν έχουν ειπωθεί πολλά. Για παράδειγμα ότι η επιμονή του για την καλή δουλειά – δεν ήταν βιαστικός όταν ετοίμαζε το βιβλίο της εξέλιξης, ήταν όμως πολύ υπομονετικός -, είχε ως βάση τα αρνητικά σχόλια του πατέρα του στα χρόνια της νεότητάς του ότι δεν ήταν ικανός για τίποτα. Άραγε κι εγώ, που συχνά δέχομαι τέτοια σχόλια, επειδή στην πράξη δεν κάνω κάτι σημαντικό, μπορεί να κάνω κάτι μεγάλο στο μέλλον; Αμφιβάλλω πολύ. Ο Δαρβίνος τότε ήδη είχε τη θέληση για μεγάλα πράγματα, αφού στην ηλικία των 22 ταξίδεψε στο Μπιγκλ. Εγώ 19 είμαι, και δεν ξέρω καλά-καλά να σηκώνομαι απ’τον υπολογιστή μου. Τότε όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Τα παιδιά ήταν πολύ πιο αυτόνομα και μόνο η θέληση – εννοείται πως η οικογένεια θά’πρεπε να είχε χρήμα -, αρκούσε για να προχωρήσει κάποιος εκεί όπου ήθελε. Ο Δαρβίνος από σπουδαστής γιατρός, σπουδαστής ιερέας έπειτα, κατέληξε φυσιοδίφης, διαβάζοντας απλώς λίγα βιβλία κι έχοντας σχέση μ’άλλους φυσιοδίφες, χωρίς νά’χει πολλά πτυχία και χαρτιά κι αρχικά χωρίς να πληρώνεται. Σήμερα δε μπορεί να γίνει δεκτός οποιοσδήποτε έτσι. Σήμερα οι φοιτητές των πανεπιστημίων οπουδήποτε είναι πολύ περισσότεροι, και οι θέσεις για επίτιμους ελάχιστες, και μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις. Για τη δική μου περίπτωση, που θα ήθελα ν’ασχοληθώ με τη βιολογική επιστήμη που αγαπώ πολύ, και φορτώνομαι επιπλέον με την αναπηρία μου που θα με δυσκόλευε, τέτοιο μέλλον είναι αδύνατο.

Τελικά πάντως, από το παράδειγμα του Δαρβίνου, καταλαβαίνουμε πως για κανέναν επιστήμονα δεν ξέρουμε για ποιον πραγματικό λόγο κάνει τη δουλειά του. Άλλοι για τα χρήματα ή για την κατάληψη κάποιας υψηλής θέσης. Άλλοι μόνο και μόνο για το Νόμπελ, λες και όλοι οι νομπελίστες έχουν προσφέρει εξίσου. Άλλοι μπορεί για να λύσουν εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις, να ξεπεράσουν τραύματα (Δαρβίνος) ή φόβους, π.χ. το φόβο του θανάτου μέσω της υστεροφμίας. Δεν ξέρουμε κι ούτε θα μάθουμε εάν ο ίδιος ο ερευνητής δεν μας φωτίσει κάπως κατά τη διάρκεια της ζωής του λέγοντας ή γράφοντας κάτι ή γράψει κάτι που θ’αποκαλυφθεί μετά το θάνατό του. Το ίδιο και με τους καλλιτέχνες, που ο κόσμος αρέσκεται να τους ψυχαναλύει, αλλά είναι πολύ γνωστό πως η ερμηνεία των έργων τους συχνά απέχει έτη φωτός απ’το πραγματικό κίνητρο της δημιουργίας τους. Σε περίπτωση που ο καλλιτέχνης είναι ακόμα ζωντανός, με κάποια πιθανή ερμηνεία του έργου του θα διαμαρτυρηθεί, όπως είχε γίνει νομίζω με την Κική Δημουλά της οποίας ποίημα είχε μπει στις Πανελλήνιες και διαφώνησε ως προς την ερμηνεία του, οπότε το θέμα αφαιρέθηκε. Μήπως τελικά κάνει ο καθένας ό,τι κάνει επειδή φοβάται το θάνατο;

Το άνθος όταν μαραθεί θα το δώσω στο κουνέλι, επειδή μυρίζει ωραία, μου πέρασε απ’το μυαλό στιγμιαία. Όχι, αυτό είναι εγκληματικό! Μπορεί το κουνέλι νά’χει το ένζυμο της ατροπινεστεράσης και να μπορεί ως κάποιον βαθμο ν’αποδομήσει την ατροπίνη, αλλά δεν ξέρω τι γίνεται με τη σκοπολαμίνη. Το άνθος θα το κόψω και θα το πετάξω, δε θα το αφήσω να γίνει καρπός, για να ανοίξουν γρηγορότερα τα επόμενα. Πάντως η ντατούρα δεν είναι απρόσβλητη. Μπορεί το κουνέλι να την έχει δοκιμάσει και να την άφησε, κάμπιες ωστόσο πέρσι το φθινόπωρο είχαν καταστρέψει το φύλωμά της, ακυρώνοντας και τη φθινοπωρινή ανθοφορία. Δεν είναι απρόσβλητα αυτά τα χνουδωτά, δύσοσμα και υγρά φύλλα που βρίσκονται πίσω απ’το άνθος. Ωστόσο για όποιο σπονδυλωτό τα φάει οι συνέπειες είναι βαριές. Θυμήθηκα έπειτα όλες τις εμπειρίες χρήσης ντατούρας και μπρουγκμάνσιας που είχα διαβάσει σε διαδικτυακές σελίδες, όπως στο
erowid
με το μαύρο φόντο (κατευθείαν αυτό μου ήρθε στο μυαλό). Άλλοι πήραν ένα άνθος σαν αυτό που είχα μπροστά μου, άλλοι φύλλα, φύλλα και άνθη, ή, το ισχυρότερο, σπόρους. Ισχυρότερα είναι τα άνθη και οι σπόροι, γιατί εκείνα τα μέρη προσπαθεί περισσότερο να προστατεύσει το φυτό από εχθρούς. Κι αφού έφαγαν την πικρή ντατούρα είτε έτσι είτε σε τσάι, ήρθαν διάφορα σοβαρά σωματικά συμπτώματα. Αύξηση της σωματικής θερμοκρασίας, ταχυκαρδία, ξήρανση των βλενογόνων, υπερβολική διαστολή της κόρης των οφθαλμών, φωτοφοβία, προβλήματα στην εστίαση, ανισορροπία, τρέμουλο, αποπροσανατολισμός, δυσκολία στην ούρηση, δυσκολία στην ομιλία, αφού ο λαιμός έχει στεγνώσει. Κι έπειτα έρχονται και τα νοητικά/ψυχολογικά συμπτώματα. Τρομακτικό παραλήρημα, όπου ο χρήστης/ασθενής αποσυνδέεται πλήρως από την πραγματικότητα – μπορεί να μιλάει με ανθρώπους που δε βρίσκονται εκεί, να κάνει πράξεις χωρίς τα αντικείμενα να υπάρχουν, άνθρωποι κι αντικείμενα να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται από το πουθενά, η αίσθηση του τόπου και του χρόνου ν’αλλοιώνεται, κι όλα αυτά με μειωμένη συνείδηση του ατόμου και μικρή μνήμη των γεγονότων έπειτα. Πόσοι πολλοί απ’αυτούς έχουν βρεθεί ημίγυμνοι, γυμνοί, με εμετό στα ρούχα, κρατώντας κάτι να τρέχουν στους δρόμους πιστεύοντας ότι κυνηγιούνται από δαίμονες και πνεύματα, ή άλλοι σε δρόμους και πάρκα πιστεύοντας πως είναι στο σπίτι τους ή πως μιλάνε με κάποιον κοντά τους που δεν υπάρχει ή πως τελειώνει ο κόσμος και θα πεθάνουν. Ακόμα χειρότερα, άλλοι έχουν οδηγήσει αυτοκίνητο! Οι περισσότεροι τέτοιας κατάστασης καταλήγουν στα νοσοκομεία ή στα κρατητήρια προσωρινά, μέχρι να τους παραλάβουν οι γονείς τους, αν και η κατάσταση της υγείας τους συνήθως δεν απειλείται άμεσα, εξαιτίας των περίεργων συμπτωμάτων τους. Συνήθως μετά δε θέλουν να ξαναπάρουν ντατούρα ποτέ, ενώ πολλοί έχουν δυσλειτουργίες και για βδομάδες μετά τη χρήση, ενίοτε και για περισσότερο. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις αυτοακροτηριασμού υπό την επίροια της ντατούρας, χωρίς πλήρη συνείδηση της πράξης από το χρήστη ή και θανάτου σε υπερβολικές δόσεις. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις μόνιμης παραφροσύνης ύστερα από χρήση, αλλά επιστημονικά δεν έχουν εξεταστεί. Ωστόσο άτομα ήδη επιρρεπή στην ψύχωση δεν είναι απίθανο να διαταραχθούν από μια τέτοια κατάσταση. Γι’αυτό και πολλοί σαμάνοι θεωρούσαν το φυτό δαιμονικό, κατάλληλο μονο για πεπειραμένους σαμάνους ή σκοτεινούς μάγους, ικανό να τρελάνει κάποιον. Πολλοί Ινδιάνοι στο Μεξικό έκαναν προσευχές μόλις έβλεπαν ή άγγιζαν ένα τέτοιο φυτό για να προστατευτούν από την αρνητική επίδρασή του. Και στο Μεσαίωνα στην Ευρώπη είχε συνδεθεί με τις μάγισσες, οι οποίες έβαζαν υποτίθεται ένα σκουπόξυλο αλειμμένο με ντατούρα στον κόλπο τους (σύμβολο λαγνείας και πορνείας από τη φιλεύσπλαχνη Εκκλησία), για να πετάξουν και να συναντήσουν το Διάβολο. Αυτές έπιαναν κι έκαιγαν ζωντανές οι καλοί χριστιανοί. Στην πραγματικότητα μάλλον, όποια γυναίκα ήταν όμορφη και δεν καθόταν σε κάποιον υψηλόβαθμο ή ιερέα κατηγορούταν ως μάγισσα και καταδικαζόταν. Τόσο σκοτεινή ήταν η φήμη του. Ντατούρα: η βασίλισσα της σκοτεινής πλευράς όπως είχα διαβάσει στο valentine.gr. Αλλά οι περισσότεροι απ’αυτούς τους χρήστες δεν αξίζουν τη λύπη μας. Οι περισσότεροι απλώς άκουσαν από κάποιον άσχετο ή κάποιον φίλο τους τοξικομανή πως το «χόρτο» αυτό είναι νόμιμο και μαστουρώνει ως και για τρεις μέρες, κι έτρεξαν να το πάρουν χωρίς να ψάξουν συνέπειες, συμπτώματα, πιθανή τοξικότητα κλπ. Είναι αποδιοργανωμένες, μαστουρολάγνες προσωπικότητες με χίλια δυο ψυχολογικά προβλήματα, άλλοι από προβληματικές οικογένειες, άλλοι άστεγοι στο δρόμο, άλλοι σε φτωχές συνοικίες, πολλοί ωστόσο, προς έκπληξή μου διαβάζοντας ιστορίες χρηστών κυρίως από την Αμερική, φοιτητές πανεπιστημίων που είχαν δωσοληψίες με κύκλους ναρκομανών. Νιώθουν πιθανόν ελεύθεροι απ’τους γονείς τους και δοκιμάζουν οτιδήποτε. Όμως αυτή η ψευδής ελευθερία κοστίζει, και ιδιαίτερα βαριά μάλιστα στην περίπτωση της ντατούρας. Έτσι είχε γίνει δυστυχώς και μ’άλλες ουσίες. Τις έπαιρναν οπουδήποτε κι οποτεδήποτε, και μολονότι σπανιότατα είχαν τόσο ακραίες συνέπειες, προκάλεσαν το ενδιαφέρον του νόμου. Τα παραισθησιογόνα, που σε παλαιότερους πολιτισμούς εντάσσονταν σχεδόν στη σφαίρα των θεών, σε πολλούς ακόλουθους του δυτικού πολιτισμού έχουν γίνει απλώς μια ακόμα μέθοδος διαφυγής και «μαστούρας». Στην πραγματικότητα θα μπορούσαν νά’χουν πολύ πιο εποικοδομητικές χρήσεις απ’αυτό, αλλά ο κόσμος δεν αναγνωρίζει τη δύναμή τους και δεν ξέρει να τα χρησιμοποιεί. Μακριά λοιπόν από τη ντατούρα. Μακριά, μακριά, μακριά! Κι αν υπνοβατήσω και πάρω χωρίς να το καταλάβω; Σχεδόν αδύνατον, αντίστοιχο του να υπνοβατήσω και να προσπαθήσω ν’αυτοκτονήσω.

Το βράδυ εκείνο είχε φεγγάρι και τα δύο φωτεινότερα στοιχεία στο μπαλκόνι ήταν το άνθος της ντατούρας και η Λιμπίτσα μου. Και τα δύο σύμβολα ζωής και αγάπης. Το παιδάκι μου ήταν κατάλευκο σαν χαρούμενη χιονομπαλίτσα. Αγάπη, αγάπη στη Λίμπο. Αγάπη στα λιμπάκια της, και σ’όλα τα μικρά νεκρά λιμπάκια που δε μεγάλωσαν. Χάιδεψα την ήρεμη Λιμπίτσα, είδα τη στάθμη στο μπουκαλάκι της, και μπήκα μέσα στο σπίτι.

Ζοχός (Sonchus oleraceus)

Ζοχοί στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης.

Κοινότατο ζιζάνιο σε χωράφια, λιβάδια κι άκρες δρόμων, αλλά πολύ χρήσιμο εδώδιμο φυτό. Ο ζοχός (Sonchus oleraceus = σόγχος ο λαχανώδης) είναι το γνωστότερο είδος του πολυπληθούς γένους του, ενδημικός σ’όλη την Ευρασία. Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαιοελληνική του ονομασία «σόγχος», που παραλλαγμένη χρησιμοποιείται ως σήμερα. Άλες κατά τόπους ονομασίες είναι «ζοχιά» ή «σφογγός». Το γένος Sonchus ανήκει στην οικογένεια των αστεριδών ή συνθέτων, μαζί με τις μαργαρίτες, τις γκαζάνιες, τους ηλιόσπορους, τα γαΪδουράγκαθα και άλλα παρόμοια φυτά, στη φυλή των κιχορίων, μαζί με παρόμοιας μορφολογίας και οικολογίας φυτά όπως το μαρούλι, το ραδίκι και το αντίδι.

Το φυτό είναι ποώδες και μονοετές, ύψους περίπου ενός μέτρου κατά την ωριμότητα. Όλο το φυτό είναι λείο και δροσερό στην υφή, με βλαστό σχεδόν πενταγωνικό με άνιση απόσταση μεταξύ των ακμών, κοίλω και χυμώδη, που κοκκινίζει κοντά στη βάση σε μεγάλα φυτά (κοινό χαρακτηριστικό παρόμοιων ποωδών φυτών, πιθανόν η χλωροφύλλη μειώνεται από εκείνες τις περιοχές κι εμφανίζονται οι ανθοκυανίνες, είτε για προστατευτικούς κατά του ήλιου ή κατά των εχθρών σκοπούς είτε επειδή η φωτοσύνθεση δεν γίνεται τόσο πολύ έτσι κι αλλιώς σ’εκείνα τα μέρη). Τα φύλλα του φυτού μοιάζουν πολύ μ’αυτά χόρτων της ίδιας οικογένειας, μακρόστενα, λεία, οδοντωτά, σχισμένα εναλλάξ σε λοβούς πτεροειδώς και με πλατύ, χυμώδη μίσχο που στη βάση πλαταίνει υπερβολικά σχεδόν αγκαλιάζοντας το βλαστό, και φέρει πλευρικά μεμβρανώδεις προεκτάσεις, χαρακτηριστικό πολλών ποωδών φυτών, μάλλον για την αύξηση της φωτοσυνθετικής επιφάνειας. Τα φυτά φυτρώνουν το φθινόπωρο, το χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη ανάλογα με το κλίμα της κάθε περιοχής, κι αρχικά έχουν βραχύ βλαστό και φύλλα κοντά μεταξύ τους, σχεδόν σχιματίζοντας ρόδακα, όχι όμως τόσο συγκεντρωμένο όπως αυτόν του μαρουλιού ή του ραδικιού για παράδειγμα. Τα φύλλα τότε είναι σχεδόν απλά κι ωοειδή, με μακρύ μίσχο και λίγους πτεροειδείς λοβούς λίγο πριν το κύριο έλασμα του φύλλου. Όσο τα φυτά ψηλώνουν, τα φύλλα γίνονται πιο σύνθετα, κι απ’τις μασχάλες τους συχνά αναπτύσσονται νέες διακλαδώσεις. Προς τα μέσα της άνοιξης αναπτύσσονται τα μάτια των κεφαλιών, αρχικά μικρά και συμπτυγμένα μέσα στις φυλλώδεις κορυφές, τα οποία ωστόσο γρήγορα ανεβαίνουν ψηλότερα απ’το φύλλωμα εξαιτίας της επιμήκυνσης των ποδίσκων τους, σε μικρές ομάδες πάνω σε κυλινδρικούς λεπτούς κοίλους βλαστούς, με αραιά άμισχα και μικρά βράκτια, απ’τις μασχάλες των οποίω πάντοτε εκφύονται μικρότερα ανθοφόρα στελέχη. Τα κλειστά κεφάλια έχουν κωνικό σχήμα, με ορατά τα ακτινωτά μαζεμένα βράκτια της βάσης τους. Αποτελούνται μόνο από ακτινώδη ανθίδια με κίτρινο χρώμα και συνολικά έχουν διάμετρο τα 2 περίπου εκατοστά, αλλ’επειδή ανοίγουν λίγες μόνο ώρες νωρίς το πρωί είναι δύσκολο να τα δει κανείς, ιδίως κάποιος σαν εμένα που δε σηκώνεται ποτέ εκείνες τις ώρες. Για την ιδιαίτερη μορφολογία της κεφαλοειδούς ταξιανθίας που μοιάζει με μονήρες άνθος των φυτών αυτής της οικογένειας, διαβάστε
Εδώ.
Έπειτα σχιματίζονται οι καρποί ενώ το φυτό σιγά-σιγά γίνεται πιο ινώδες και χάνει τα κατώτερά του φύλλα, ώσπου ξεραίνεται ολόκληρο στις αρχές του καλοκαιριού και οι καρποί, ξηρά αχένια (ο καθένας έχει ένα μόνο σπόρο) διασπείρονται από τον ανοιχτό πλέον και ξερό δίσκο του κεφαλιού με τον άνεμο χάρι στους πάππους που φέρουν, θυσσάνους λευκών τριχών από τροποποιημένες απολήξεις των σεπάλων του κάλυκα στην κορυφή τους, χαρακτηριστικώ των καρπών της οικογένειας. Το φυτό εκκρίνει γαλακτώδη ουσία που κολλάει ελαφρώς αν κοπεί, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό από άλλα συγγενικά είδη και δε φαίνεται νά’χει κάποια σημαντική αμυντική δράση, αφού τα περισσότερα ζώα το τρώνε με ευχαρίστηση.

Ο ζοχός είναι πολύ γνωστό εδώδιμο λαχανικό που τρώγεται σε σαλάτες όπου φύεται στον κόσμο. Καλύτερα για βρώση είναι τα νεαρά φυτά ή τα νεαρά φύλλα και οι κορυφές, ακόμα και οι ανώριμοι καρποί, ως τα λιγότερο πικρά μέρη. Ωμό τρώγεται σαν μαρούλι, αλλά είναι πιο πικρό, ενώ με το βράσιμο η πικράδα φεύγει. Εξαιτίας της πικρότητάς του, στα κινέζικα λέγεται «κουτσάι», δηλαδή πικρό λαχανικό. Θρεπτικά είναι παρόμοιο μ’άλλα χόρτα, πλούσιο σε βιταμίνες και μέταλλα και χαμηλό αρκετά σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπη. Είναι μια τροφή δηλαδή που δε θα συντηρήσει ενεργειακά τον ανθρώπινο παμφάγο οργανισμό στις συνήθεις ποσότητες, αλλά θα δώσει απαραίτητες ποσότητες των απαιτούμενων βιταμινών και ιχνοστοιχείων. Η θρεπτική του ανάλυση είναι για 100 γραμμάρια νωπό πλην της υγρασίας που ξεπερνά το 90%: 1,2% πρωτεΐνη, 0,3% λίπος, και 2,4% υδατάνθρακες,,
ενώ για ξηρή μάζα του ίδιου βάρους: 45% υδατάνθρακες, 28% πρωτεΐνη, 22% τέφρα (διάφορα μέταλλα κι άλατα), 5,9% φυτικές ίνες, 4,5% λίπος. Ποσοστά μετάλλων και βιταμινών στο ίδιο βάρος: 1500 mg ασβέστιο, 500 mg φώσφορος, 45,6 mg σίδηρος, μαγνήσιο, κάλιο, νάτριο και ψευδάργυρος σε ιχνώδεις ποσότητες, κι από βιταμίνες a 35 mg, b1 (θιαμίνη) 1,5 mg, b2 (ριβοφλαβίνη) 5 mg, b3 (νιασίνη) 5 mg, b6 καθόλου, c 60 mg.

Όσον αφορά τα φυτοφάγα ζώα, είναι μια άριστη τροφή που την τρώνε πολύ. Τα οπληφόρα που βοσκούν το διαλέγουν πρώτο μεταξύ άλλων πλατύφυλλω κι αγρωστωδών χόρτων, ενώ είναι ιδιαίτερα αρεστό στους λαγούς και στα κουνέλια, εξού κι ένα απ’τα αγγλικά ονόματά του «hare thistle ή hare lettuce», δηλαδή γαϊδουράγκαθο ή μαρούλι του λαγού. Κάθε μέρα την εποχή που φυτρώνουν, μαζεύω μισή περίπου σακούλα για την
Κουνέλα μου,
Η οποία τα παίρνει το βράδυ και μέχρι το πρωι θα τά’χει εξαφανίσει συνήθως. Προτιμά τα φύλλα, τις κορυφές και τα άνθη ή τους άγουρους καρπούς, αφήνοντας εάν υπάρχει αρκετή ποσότητα χόρτου σχεδόν άθικτους τους χοντρούς μίσχους και τους βλαστούς, αν και μερικές φορές μπορεί να τους φάει επειδή τους χρησιμοποιεί ως αντικείμενα μασήματος, γι’αυτό κι εγώ συνήθως της δίνω μόνο φύλλα, κορυφές, ανθοφόρα στελέχη και νεαρούς βλαστούς. Επίσης εφόσον το φυτό περιέχει διπλάσια ποσότητα σβεστίου απ’ό,τι φώσφορο, δηλαδή αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 2/1, είναι ιδανική τροφή και για τα φυτοφάγα ή τα παμφάγα ερπετά όπως ιγκουάνες, χερσαίες και παμφάγες υδρόβιες χελώνες, γενειοφόροι δράκοι, ουρομάστιγοι κλπ, τα οποία χρειάζονται οπωσδήποτε το ασβέστιο στη διατροφή τους για σωστή ανάπτυξη και διατήρηση του σκελετού. Δεν αρκεί όμως μόνο το ασβέστιο, διότι για να μεταβολιστεί απαραίτητη είναι η βιταμίνη d3, η οποία μπορεί να παρασχεθεί με έκθεση σε φυσική υπεριώδη ακτινοβολία του ηλίου ή τεχνητή ειδικού λαμπτήρα (τα συμπληρώματα δεν ενεργούν στα αυστηρά φυτοφάγα είδη, ούτε είναι πλήρως αξιόπιστα για τα παμφάγα).

Εάν έχεται στη περιοχή σας ζοχούς αλλ’ο αριθμός τους είναι μικρός και θέλετε να συγκομίζετε για τη δική σας κατανάλωση ή για κάποιο ζώο, δε χρειάζεται να ξεριζώσετε τα φυτά, απλώς κόψτε τα χαμηλά, αρκεί να μείνουν κόμποι ή λίγα βασικά φύλλα στο φυτό, απ’όπου θ’αναπτυχθούν νέοι βλαστοί, περισσότεροι αλλά λεπτότεροι και κοντότεροι από τον αρχικό, τους οποίους μπορείτε να ξανακόψετε αργότερα. Το φυτό αυτό συχνότερα γίνεται ζιζάνιο παρά καλλιεργείται, αλλά εάν χρειαστεί να καλλιεργηθεί, οι βασικές του ανάγκες είναι ηλιόλουστη θέση και υγρό και πλούσιο έδαφος. Στη φύση σ’αυτές τις συνθήκες έχω παρατηρήσει τα ψηλότερα και παχύτερα φυτά, διάσπαρτα συνήθως με άλα χόρτα ή σε μικρές ομάδες ανάμεσα σ’άλλα χόρτα. Στη σκιά δέντρων ή θάμνων πάλι μπορούν να φτάσουν σε μεγάλο ύψος, αλλά παρουσιάζουν όλα τα συμπτώματα ενός ηλιόφιλου φυτού στη σκιά, με αδύναμη ανάπτυξη, μεγάλα μεσογονάτια διαστήματα, μικρή διακλάδωση και στροφή προς το φως, ενώ σε τέτοια κατάσταση καθυστερούν ν’ανθοφορήσουν, στοιχείο θετικό όταν πρόκειται για την παράταση της συγκομιδής τους και πιο αργά την άνοιξη. Έχω επίσης βρει φυτά ανάμεσα σε πλάκες ή τσιμέντο, σε πετρώδες έδαφος ή σε ξηρότερες περιοχές, αλλά εκεί είναι πολύ πιο μικρά και ταλαιπωρημένα, αν και πάλι κατορθώνουν ν’ανθοφορήσουν. Ως ζιζάνιο δε χρειάζεται κανέναν ψεκασμό με τοξικά Monsanto και λοιπών εταιρειών? Μπορεί να συλλεχθεί για κατανάλωση, ενώ εάν δεν επιθυμεί κανείς να το φάει ή ο πληθυσμός είναι πολύ μεγάλος και δεν έχει κάποιο οπληφόρο που θα το εξαφανίσει, μπορεί να ξεριζωθεί με το χέρι ή να χτυπηθεί με το δρεπάνι, οπότε θα καταστραφεί εύκολα.

Όπως και κάθε φυτό ή χόρτο που γνώρισε ο άνθρωπος, ο ζοχός έχει χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικά παρά τη σχεδόν απουσία ενεργών ουσιών ή κάποιας αποδείξιμης δράσης. Όλοι οι πολιτισμοί έψαχναν φαρμακευτικές ιδιότητες στα φυτά γύρω τους, επειδή μάλλον κάποτε θα είχαν παρατηρήσει κάποιες θετικές αντιδράσεις σε ασθενείς από συγκεκριμένα βότανα. Έτσι οι άνθρωποι πειραματίστηκαν με διάφορα φυτά, ενεργά και μη, τοξικά και ασφαλή, και τα χρησιμοποίησαν για σχεδόν όλες τις παθήσεις. Επειδή δεν υπήρχε μέχρι τους τελευταίους αιώνες συγκροτημένο σύστημα αξιολόγησης των φαρμάκων και καθοδήγησης των πειραματισμών, διάφοροι γιατροί και μάγοι ανά περιοχή χρησιμοποιούσαν τα βότανα σύμφωνα με την κρίση τους ή άλλες πεποιθήσεις, ώστε σήμερα νά’χουμε διάφορες και ενίοτε αντικρουόμενες χρήσεις για τα βότανα ανάλογα με την ιστορική περίοδο ή την περιοχή, και κάποια απ’αυτά πράγματι περιέχουν ενεργές ουσίες, άλλα δεν περιέχουν κάτι σύμφωνω με την υποτιθέμενη θεραπευτική τους χρήση, ενώ άλλα είναι είτε αδρανή ή είτε πολύ επικίνδυνα. Ο ζοχός λοιπόν χρησιμοποιήθηκε όπως και το ραδίκι ως διουρητικό (γιατί όλα τα βότανα είναι διουρητικά; Μήπως γιατί ο ασθενείς έπινε πολύ τσάι;), για την ενδυνάμωση του ήπατος και κατά των μολύνσεων. Επειδή ακόμα εξέκρινε γάλα, ταϊζόταν στις γαλουχούσες γουρούνες για να κατεβάζουν περισσότερο γάλα, εξού και η κοινότερη αγγλική του ονομασία «sow thistle”, δηλαδή γαΪδουράγκαθο της γουρούνας, σύμφωνα με το δόγμα των υπογραφών (doctrine of signatures) που υποστήριζε ότι το σχήμα ή οι ιδιότητες κάθε θεραπευτικού στοιχείου αποκαλύπτουν και το θεραπευτικό σκοπό του. Για παράδειγμα επειδή το κέρας του μονόκερου θυμίζει φαλλό, είναι αφροδισιακό, ή επειδή το καρύδι θυμίζει εγκέφαλο, κάνει καλό στον εγκέφαλο. Ευτυχώς σήμερα υπάρχουν πολύ πιο αξιόπιστοι τρόπη δοκιμής των φαρμάκων και εκτίμησης των αποτελεσμάτων τους σε σχέση μ’ένα
Λακέμπο,
Δηλαδή ψευδοφάρμακο που νομίζει ο ασθενείς πως είναι ενεργό, και λόγω καθαρά αυθυποβολής ίσως εμφανίζει κάποια βελτίωση της κατάστασής του. Εφόσον ένα φάρμακο παρουσιάζει στατιστικά σημαντικότερη δράση από ένα πλακέμπο, τότε θεωρείται ενεργό και ίσως πατενταριστεί από καμία φαρμακευτική εταιρεία για να πωληθεί ευρέως σε ασθενείς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το ζοχό
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το ζοχό