Tag Archive: κατοικίδια


Αυτή είναι η Λίμπο, η κουνέλα μου (Oryctolagus cuniculus), που πλησιάζει τα έξι χρόνια ζωής. Είναι νάνος, γύρω στα 1.200 γραμμάρια, με λευκή γούνα, μαύρο γύρω από τα μάτια, καφέ αυτιά και μικρές καφέ περιοχές στην πλάτη, με μια γραμμή που σχηματίζει τον αριθμό 2. Έχω πολύ καιρό να δημοσιεύσω νέα της μετά από το πρώτο άρθρο και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν με τις αναπαραγωγές της και μερικά σποραδικά μετά, όπου ανέβαζα λίγα βίντεο. Στην παρούσα δημοσίευση θα σας παραθέσω μερικά βίντεο της κουνέλας μου καθώς επιδίδεται σε καθημερινές δραστηριότητες, αλλά και κάποια πιο ιδιαίτερα. Προσπαθώ να απαθανατίσω διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της, για να την θυμάμαι καλά αφού την χάσω, γιατί, ό,τι και αν κάνουμε, είναι ένα μικρό θηλαστικό που δε θα ζήσει για πάντα. Απολαύστε λοιπόν τις δραστηριότητες της Λίμπο στα παρακάτω βίντεο από το κανάλι μου στο Youtube.

Στο πρώτο βίντεο βγαίνει μια βόλτα, μια τυπική μέρα ενασχόλησης με τη Λίμπο, αν και συνήθως την βγάζω πιο αργά το βράδυ. Αρχικά είναι επιφυλακτική με την κάμερα, αλλά μετά συνηθίζει. Βγάζω κι εγώ περιοδικά το κεφάλι μου πίσω από την κάμερα για να βλέπει ότι είμαι εκεί.

Εδώ παίζει με μια γεμάτη σακούλα. Την είχα προσωρινά στο δωμάτιο, οπότε δεν την γνωρίζει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είχε μέσα, νομίζω βιβλία, πάντως πτώμα δεν είχε.

Το παρακάτω είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που έχω παρατηρήσει στο κουνέλι μου. Μια μέρα, χωρίς προφανή λόγο, άρχισε να δαγκώνει και να τραβάει το καπάκι από το στοπ της πόρτας του δωματίου μου. Μόλις το έβγαλα, το κυνηγούσε και το έπιανε σαν σκύλος. Δε θυμάμαι να άφησα τροφή εκεί, για να μυρίζει σαν φαγητό. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα κουνέλια μας, αναπόφευκτο είναι, μέσα σε τόσα χρόνια, να τύχει να τα φοβίσουμε άθελα μας. Στο βίντεο αυτό, που είναι από συμβάν στις αρχές του καλοκαιριού, η Λίμπο έχει τρομάξει πολύ, και γι’αυτό μένει ακίνητη και πιεσμένη στο έδαφος, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με το έδαφος και να αποφύγει έτσι τους εχθρούς της. Μετά από λίγο επανήλθε, αλλά ηρέμησε εντελώς την επόμενη μέρα. Παλαιότερα, όταν ήταν νεότερη, έδειχνε τη δυσαρέσκεια ή την ενόχλησή της με κάτι με ένα γρύλλισμα ή μια επιθετική κίνηση, αλλά όσο μεγαλώνει προτιμά πιο παθητικές αντιδράσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα δε θυμώνει, κάτι που μπορείτε να διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε να την χαϊδέψετε ενώ δε σας ξέρει. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να ενοχλείται από σχεδόν οτιδήποτε.

Το παρακάτω το τράβηξα πέρσι το φθινόπωρο, όταν είχε ιδιαίτερη απώλεια γούνας, όταν της καθάριζα τη γούνα με προσοχή.

Στα παρακάτω βίντεο η Λίμπο είτε τρώει είτε πίνει νερό. Πίνει νερό από μπουκάλι ή από μπολ, και τρώει άχυρα, πέλετ, χόρτα, φύλλα, λουλούδια και καρότο.









Εδώ τρώει δύο ιδιαίτερα αρχαία και σπάνια φυτά της συλλογής μου, φύλλο από γίνκγο (Ginkgo biloba) και κλαδάκι από αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla).

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Προσφέρω στη Λίμπο ένα τριαντάφυλλο, αφού ξέρω ότι θα το εκτιμήσει περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, αφού είναι κουνέλα…

Ενημέρωση 19/1/2017: Ένα ωραίο βίντεο που παίζει έξω στο μπαλκόνι με τα χιόνια στις 10 Ιανουαρίου, όταν η Αριάδνη χτύπησε έντονα τη Θεσσαλονίκη και είχαμε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες. Ήταν η μόνη φορά μετά το 1963 με ολικό παγετό που διήρκησε για πέντε ημέρες. Μαζί δείχνω και κάποια φυτά που χτυπήθηκαν από την παγωνιά – είναι αυτά που περιγράφονται ως ανθεκτικά σε ελαφριές παγωνιές, αλά τελικά η παγωνιά δεν ήταν ελαφριά. Τα υπόλοιπα είτε την αντέχουν χωρίς πρόβλημα, είτε τα έχω μέσα, πάλι χωρίς πρόβλημα.

Advertisements
Pogona vitticeps 4/11/2015

Πριν από περίπου ένα χρόνο, μια μικρή και γλυκιά φολιδωτή ύπαρξη ήρθε κοντά μας. Προστέθηκε στη συλλογή μου ένας γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps). Είναι θηλυκό, και πλέον τριών ετών. Αυτές οι συμπαθητικές σαύρες των ερήμων της Αυστραλίας είναι από τα καλύτερα ερπετά που μπορεί να έχει κάποιος: Είναι ήρεμες, άνετες με τους ανθρώπους, δεν κρύβονται, εύκολες στη φροντίδα και διασκεδαστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τα περισσότερο διατηρούμενα κι εκτρεφόμενα ερπετά στην αιχμαλωσία. Το όνομά τους το πήραν από τα μαλακά αγκάθια που έχουν στο λαιμό τους, τα οποία θυμίζουν γένια. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσω το είδος, αλλά και θα καταθέσω τις δικές μου εμπειρίες, οπότε αναγκαστικά θα είναι λίγο μεγάλο, χωριζόμενο σε τέσσερις ενότητες – ταξινομική και εξελικτική θέση, περιγραφή και ζωή στη φύση, φροντίδα στην αιχμαλωσία και προσωπικές εμπειρίες, ενώ στο τέλος θα παραθέσω τις πηγές και τους εξωτερικούς συνδέσμους. Αν δηλαδή θέλετε να διαβάσετε μόνο ένα συγκεκριμένο μέρος μπορείτε να μεταβείτε απευθείας εκεί, αν κι εγώ θα σας πρότεινα να διαβάσετε το άρθρο στην ολότητά του.

Αναμπέλα Pogona vitticeps 28/4/2016. Επειδή χάθηκαν οι παλαιότερες φωτογραφίες, όλες οι επόμενες φωτογραφίες του άρθρου είναι του 2016.

Ταξινόμηση και εξέλιξη

Εκτός από το δράκο του Κομόντο (Varanus comodoensis), ο οποίος ακριβέστερα θα έπρεπε να λέγεται βαράνος του Κομόντο, αλλά λέγεται δράκος εξαιτίας της εντύπωσης που προκάλεσε στους πρώτους Δυτικούς εξερευνητές που τον συνάντησαν με το επιβλητικό του μέγεθος, δράκοι έχει καθιερωθεί ν’αποκαλούνται τα μέλη της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae). Το όνομα ίσως να προέρχεται από το νοτιοανατολικοασιατικό γένος Draco, τα μέλη του οποίου μπορούν να ανεμοπορούν χάρη σε πλευρικές προεκτάσεις του σώματός τους. Ίσως επίσης να προήλθε από τα είδη της Αυστραλίας, τα οποία οι Αυστραλοί αποκαλούν όλα δράκους, ίσως εξαιτίας της παράξενής τους εμφάνισης με τα διάφορα λοφία, αγκάθια, προγούλια κι άλλους στολισμούς που φέρουν. Ίσως ακόμα να συνηγορεί σ’αυτό και η αγάπη τους για τον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες, παραπέμποντας στους μυθικούς πύρινους δράκους. Το όνομα «αγαμίδες» δεν ξέρω από πού προέρχεται, ούτε μπόρεσα να βρω την ετυμολογία του ως τώρα, αλλά σίγουρα δεν έχει σχέση με τον Αγαμήδη της μυθολογίας, ούτε φαίνεται οι σαύρες αυτές να είναι φανατικοί υπέρμαχοι της αγαμίας, αν και θα μπορούσε ο επιστήμονας που τους έδωσε αυτό το όνομα να ήταν πουριτανός και να πίστευε κάτι τέτοιο.
Εμβόλιμη ενημέρωση 5/5/2016: Τελικά ουδεμία σχέση με την αγαμία έχει η λέξη, αλλά ανταυτού προέρχεται από το «αγκάμα» της γλώσσας των Καρίβων της Καραϊβικής, που αναφερόταν σε άλλη σαύρα, ίσως στο λειοκέφαλο (γένος Leiocephalus).

Οι αγαμίδες ανήκουν στον κλάδο των ιγκουανίων (Iguania), μία ομάδα σαυρών στην οποία όλες είναι ημερόβιοι κυνηγοί ενέδρας, που συνήθως σταθμεύονται σε ανυψωμένα μέρη, ενώ μερικά είδη είναι φυτοφάγα. Εξαιτίας αυτού του τρόπου ζωής, έχουν κάποια κινά χαρακτηριστικά. Επειδή θα πρέπει να μένουν ακίνητες και μη αντιληπτές από θηράματα και εχθρούς, είναι πλήρως παραλλαγμένες στο μικροπεριβάλλον όπου ζουν. Επειδή κάθε κίνηση μπορεί να τις προδώσει, δε βγάζουν τη γλώσσα τους τόσο συχνά όσο άλλα φολιδωτά ερπετά για να ανιχνεύσουν το χώρο τους, πράγμα που άλλωστε δεν τις χρειάζεται, αφού είναι στατικές κι αυτό δε θα βοηθήσει στην ανεύρεση τροφής. Εντοπίζουν την τροφή κυρίως με την όραση. Και τέλος, επειδή τα σημεία με αρκετή τροφή και δυνατότητες σωστής θερμορρύθμισης είναι λίγα σε σχέση με τον υπόλοιπο χώρο, έχουν αναπτύξει έντονα ένστικτα προστασίας της περιοχής τους. Τα αρσενικά δεν ανέχονται άλλα αρσενικά στην επικράτειά τους, η οποία περιλαμβάνει τις επικράτειες αρκετών θηλυκών. Η γονιμότητά τους είναι μεγάλη, επει΄δη και η θνησιμότητά τους είναι υψηλή. Τα ιγκουάνια είναι ο ένας υποκλάδος στο μεγαλύτερο κλάδο των τοξικοφόρων (Toxicofera), με το δεύτερο εκείνον που περιλαμβάνει τις ανγκουοειδείς σαύρες (βαράνοι, τέρατα του Τζίλα, άποδες σαύρες κλπ), αλλά και τα φίδια. Ο πρόγονος αυτών των ζώων ήταν δηλητηριώδης, αλλά οι τοξίνες ατόνησαν στους απογόνους, με επανεξέλιξή τους σε ορισμένα φίδια και σαύρες αργότερα. Τα ιγκουάνια εξακολουθούν να παράγουν μικροποσότητες τοξινών – στο γενειοφόρο δράκο Pogona barbata για παράδειγμα έχουν βρεθεί μικροί δηλητηριώδεις αδένες και στις δύο γνάθους ([ προγονικη κατάσταση (τα φίδια έπειτα ανέπτυξαν τους πάνω και οι ιοβόλες σαύρες τους κάτω)], αλλά αυτές έχουν κυρίως αντιμικροβιακή δράση. Οι αγαμίδες, μαζί με τους χαμαιλεοντίδες (Chamaeleonidae), απαρτίζουν τον κλάδο των ακροδόντων (Acrodonta), ο οποίος απαντά στον Παλαιό Κόσμο, ενώ τα υπόλοιπα πλευρόδοντα ιγκουάνια στο Νέο Κόσμο και στη Μαδαγασκάρη. Σύμφωνα με πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα, τα ακρόδοντα εξελίχθηκαν κι αυτά στην Αμερική, και μετανάστευσαν στον Παλαιό Κόσμο κατά το Κρητιδικό. Επίσης, πριν τη μεγάλη εξαφάνιση του τέλους του Κρητιδικού πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, η οποία σκότωσε και τους δεινοσαύρους, υπήρχαν πλευρόδοντα ιγκουάνια και στον Παλαιό Κόσμο. Οι χαμαιλέοντες πιθανότατα εξελίχθηκαν από προγόνους όμοιους με τους σημερινούς αγαμίδες. Οι αγαμίδες χωρίζονται σε τέσσερις υποοικογένειες: Leiolepidinae, Agaminae, Draconinae, και Amphibolurinae. Εξαπλώνονται στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία, όπου τα περισσότερα είδη ζουν σε θερμές περιοχές. Το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου μπορούν να βρεθούν αγαμίδες είναι η Ελλάδα, όπου απαντά το κροκοδειλάκι ή αστερωτός δράκος (Stellagama stellio), στα νησιά και στην Κεντρική Μακεδονία.

Στην Αυστραλία επικρατεί η υποοικογένεια των αμφιβολουρινών, αν και σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ίσως πολλά γένη, συμπεριλαμβανομένου και του γένους Pogona, να ανήκουν στους αγαμίνες, στην οποία περίπτωση ο αποικισμός της Αυστραλίας από δράκους θα έπρεπενα είχε γίνει δύο φορές. Τα πρώτα απολιθώματα δράκων χρονολογούνται πριν 24 εκατομμύρια χρόνια, αν και πιθανότατα να είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα. Οι πρώτοι δράκοι ζούσαν σε υγρά δάση και έμοιαζαν με το σημερινο΄αυστραλιανό νερόδρακο (Intellagama lesueri), του οποίου συγγενής ζει στην Ασία, ο κινέζικος νερόδρακος (Physignathus cocincinus). Με την ξήρανση της Αυστραλίας που ξεκίνησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια ωστόσο, οι δράκοι επεκτάθηκαν στις ξηρές περιοχές, όπου εξελίχθηκαν σε θαυμαστή ποικιλία ειδών. Αν και σήμεραεξακολουθούν να υπάρχουν είδη των τροπικών δασών, οι περισσότεροι αυστραλιανοί δράκοι ζουν στις ξηρότερες περιοχές. Εκεί κάτέχουν όλα τα άκρα και όλες τις ενδιάμεσες θέσεις, από μικρές σαύρες όπως των γενών Diporifera, Tympanocryptis και Ctenophorus, που ζουν συνήθως ένα χρόνο, έως τους πιο μεγαλόσωμους γενειοφόρους δράκους και το χλαμυδόσαυρο (Chlamydosaurus kingii), κι από παμφάγους και γενικευτές κυνηγούς όπως οι γενειοφόροι δράκοι έως τον αγκαθωτό διάβολο (Moloch horridus), ο οποίος τρέφεται αποκλειστικά με μυρμήγκια και τερμίτες.

Οι γενειοφόροι δράκοι στη φύση

Τα οκτώ είδη των γενειοφόρων δράκων απαρτίζουν το γένος Pogona, το όνομα του οποίου προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «πώγων», που σημαίνει γενειάδα ή πιγούνι, γι’αυτό και οι δράκοι αυτοί αποκαλούνται σπανιότερα και πώγωνες ή πωγωνίες. Μέχρι το 1982, ταξινομούνταν στο γένος Amphibolurus, το οποίο διασπάστηκε σε πολά μικρότερα, αν και μέχρι και τη δεκαετία του 1990 ορισμένες πηγές συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την παλαία ταξινόμηση. Τα είδη είναι τα εξής: Pogona barbata, P. vitticeps, P. henrylawsoni, P. microlepidota, P. mitchelli, P. minima, P. minor, και P. nullarbor. Εξαπλώνονται σε όλη σχεδόν την Ηπειρωτική Αυστραλία και είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, δηλαδή σε μία περιοχή απαντά μόνο ένα είδος, αν και στην αιχμαλωσία τα είδη υβριδίζονται. Η P. barbata απαντά κυρίως στις ανατολικές ακτές της Αυστραλίας, και είναι το μεγαλύτερο είδος, ολικού μήκους 60 εκ και μήκους σώματος 25 εκ. Είναι λιγότερο στιβαρό από άλλα είδη, χρώματος γκριζωπού με τα μεγαλύτερα γένια του γένους, σειρές πλευρικών αγκαθιών που περνούν πάνω από τα μπροστινά άκρα, και κίτρινο εσωτερικό στόματος, ώστε να τρομάζει τους εχθρούς. Ζει σε υγρότερες περιοχές, όπως δάση και είναι πιο κρυπτικό σε σχέση με άλλα είδη. Το είδος P. vitticeps μπορεί να βρεθεί στα ενδότερα της ανατολικής Αυστραλίας μέχρι τις ερήμους του κέντρου. Είναι μικρότερο, με σύνηθες ολικό μήκος τα 50 εκ και μήκος σώματος τα 20 εκ, και θεωρείται το πιο ποικιλόμορφο είδος στο χρωματισμό. Τα υπόλοιπα είδη δεν είναι μεγαλύτερα από 30 εκ, με μήκος σώματος 14-17 εκ. Η P. henrylawsoni ζει στις Πεδιάδες του Μαύρου Χώματος του έσω Κουίνσλαντ, έχει τα μικρότερα γένια του γένους και είναι πιο εδαφόβια. Όταν απειλείται, τρέχει και κρύβεται στις σχισμές της ξερής γης. Ο δράκος αυτός κυκλοφορέι και με άλλα συνώνυμα όπως P. rankini ή P. brevis, εξαιτίας της ταραχώδους του ταξινομικής ιστορίας, μιας ιστορίας διαμάχης μεταξύ επιστημόνων. Το είδος, αν και γνωστό από παλιά, περιγράφηκε επίσημα το 1985 από τους Wells και Wellington. Ο Wells αρχικά σχεδίαζε να τον ονομάσει P. greeri, αλλά το απέριψε ύστερα από αίτημα του Allen Greer, ο οποίος τότε δούλευε στο Αυστραλιανό Μουσείο. Πολλοί ζωολόγοι ωστόσο απεύθυναν αίτημα στη Διεθνή Επιτροπή Ζωολογικής Ονοματολογίας (ICZN), ζητώντας την παύση αναγνώρισης περαιτέρω νέων ονομάτων από τους εν λόγω επιστήμονες, διότι συνήθιζαν να περιγράφουν είδη από ελλειπείς περιγραφές, μόνο και μόνο για να προβληθεί το όνομά τους (ταξινομικός βανδαλισμός). Το αίτημα απορρίθφηκε, αλλά συμφωνήθηκε τα νεά ονόματα απ’αυτούς να εξετάζονται κατά περίπτωση. Το συγκεκριμένο όνομα θεωρήθηκε έγκυρο, αν κι αρκετοί συγγραφείς, αγνοώντας την απόφαση, χρησιμοποιούσαν το εναλλακτικό όνομα P. brevis. Το όνομα P. rankini ήταν ανεπίσημη ονομασία που χρησιμοποιήθηκε και απορρίφθηκε από τον Wells το 1978, αλλά διέρευσε κι έγινε γνωστό. Τελευταία αμφισβήτηση στην εγκυρότητα του ονόματος ήρθε από τον G. J. Whitten το 1994, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι περιγραφές του νέου είδους προήλθαν από νεαρά P. vitticeps, μολονότι οι επιστήμονες τόνισαν τις διαφορές μεταξύ των δύο ειδών. Σήμερα το όνομα θεωρείται έγκυρο. Στο Κίμπερλεϊ λοιπόν της ακραίας βορειοδυτικής Αυστραλίας ζει η P. microlepidota, η οποία μοιάζει πολύ με μικρή P. barbata. Νοτιότερα, στην Πιλμπάρα και ενδότερα προς τη Μεγάλη Αμμώδη Έρημο της Βόρειας Επικράτειας απαντά η P. mitchelli, της οποίας εξέχον χαρακτηριστικό είναι η σειρά μικρών ανασηκωμένων φολίδων κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ίσως απομεινάρι του ραχιαίου λοφίου άλλων αγαμιδών. Στην υπόλοιπη Δυτική Αυστραλία απαντά το είδος P. minor, ο μικρότερος γενειοφόρος δράκος, ο οποίος μπορεί να βρεθεί από ανοιχτά δάση και θαμνότοπους μέχρι τις πιο σκληρές ερήμους. Δυτικότερα, στο βορειοδυτικό και στο δυτικό νησί Ουάλαμπι βρίσκεται το είδος P. minima, το οποίο ξεχωρίζει από την P. minor από τα μακρύτερά του άκρα και ουρά. Στο παρελθόν, τα είδη P. minima και P. michelli συμψηφίζονταν στο είδος P. minor από πολλούς συγγραφείς. Τέλος, στην Πεδιάδα του Νουλάρμπορ της Δυτικής και Νότιας Αυστραλίας ενδημεί το είδος P. nullarbor.

Το είδος του ενδιαφέροντος είναι ο γενειοφόρος δράκος της κεντρικής Αυστραλίας, επιστημονική ονομασία Pogona vitticeps, αν και τα περισσότερα ισχύουν και για τα υπόλοιπα είδη. Στα αγγλικά λέγεται central ήcentralian bearded dragon, ή απλώς bearded dragon. Λανθασμένα οι γενειοφόροι δράκοι αποκαλούνται και frilled dragons, frilly dragons ή frilly lizards, από σύγχυση με τον χλαμυδόσαυρο που έχει το ίδιο όνομα. Μία σπανιότερη ονομασία του είναι Jew lizard, δηλαδή σαύρα Εβραίος, ίσως από τη γενιάδα της. Το όνομά της στις διάφορες γλώσσες των Αβοριγίνων διαφέρει, για παράδειγμα λεγόταν Νγκάρανγκ από τους Αβορίγινες του Σίδνεϋ.

Μορφολογικά, το είδος είναι ένας τυπικός γενειοφόρος δράκος, δηλαδή μια αγκαθωτή σαύρα με πλατύ, γεροδεμένο σώμα και γένια στο λαιμό. Το σχήμα αυτό της πλατιάς αγκαθωτής σαύρας είναι κοινό σε ιγκουάνια ξερών περιοχών. Το μήκος τους κυμαίνεται μεταξύ 35 και 60 εκ, με συνηθέστερα τα 40-55 εκ, και το βάρος τους μεταξύ 300-500 γρ. Το κεφάλι είναι τριγωνικό, όπως σ’όλους τους αγαμίδες, με τα δύο μάτια στις πλευρές και ψηλά, ώστε να ελέγχουν ευρεία περιοχή και ν’ανιχνεύουν παράλληλα άνωθεν απειλές. Τα ρουθούνια βρίσκονται στην άκρη του ρύγχους. Το στόμα είναι αρκετά μεγάλο, με μεγάλη, μυώδη γλώσσα και κυνοδοντόμορφα μπροστινά δόντια στην κάτω γνάθο, όπως σε πολλούς δράκους. Τα τύμπανα των αυτιών βρίσκονται πιο πίσω στο κεφάλι, και είναι προστατευμένα σε ακουστικούς πόρους. Πίσω από το μέτωπο και τα πλευρικά μάτια διακρίνεται μια γκριζωπή κηλίδα, η οποία ψηλαφίζεται σαν βαθούλωμα στο κεφάλι. Αυτός είναι ο βρεγματικός οφθαλμός, που υπάρχει σε σχεδόν όλες τις ημερόβιες σαύρες και σε άλλα σπονδυλωτά, και ρυθμίζει την έκθεση στον ήλιο και τη θερμορρύθμιση, αλλά και βοηθά στον προσανατολισμό και στην αντίληψη απειλών που έρχονται από πάνω. Ο λαιμός είναι κοντός, και οπως σ’όλους τους αγαμίδες, αποτελείται από 6 αυχενικούς σπονδύλους. Το σώμα είναι πεπλατυσμένο. Σε σχέση με το πλατύ σώμα, η μέση και η λεκάνη είναι αρκετά στενές. Τα τέσσερα άκρα είναι καλά ανεπτυγμένα, πενταδάκτυλα με γαμψά νύχια για την αναρρίχηση, και τα πίσω είναι ελαφρώς μακρύτερα και μυωδέστερα από τα μπροστά. Η ουρά είναι παχιά στη βάση, και λεπταίνει προς το τέλος. Η βάση της ουράς, όπως και η κοιλιακή χώρα, είναι οι κύριες αποθήκες λίπους του ζώου. Όπως σ’όλους τους αγαμίδες, η ουρά δεν αναγεννάται αν αποκοπεί. Λίγο μετά τη λεκάνη, στο κάτω μέρος της βάσης της ουράς, βρίσκεται η αμάρα, η κοινή έξοδος του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα ερπετά και σε άλλα σπονδυλωτά, η οποία είναι μια εγκάρσια σχισμή. Μπροστά από αυτήν και στο εσωτερικό των μηρών υπάρχει σειρά πόρων, εμφανέστερων στα αρσενικά, οι προπρωκτικοί και μηριαίοι πόροι αντίστοιχα. Παλαιότερα πιστευόταν ότι εκκρίνουν φερομόνες για την αναγνώριση του είδους, αλλά λίγες ενδείξεις υπήρχαν γι’αυτό, αφού το δέρμα των ερπετών δεν έχει πολλούς αδένες. Πιθανότατα συγκεντρώνουν μικροσωματίδια αππό την επιφάνεια της σαύρας, τα οποία αποθέτουν στο υπόστρωμα ως αναγνωριστικά.

Η φολίδωση των γενειοφόρων δράκων διαφέρει στις διάφορες επιφάνειες του σώματος. Όπως και σε όλα τα ερπετά, περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στο περιβάλλον, όπως η ράχη, καλύπτονται από μεγαλύτερες και σκληρότερες φολίδες, ενώ περιοχές όπου χρειάζεται ευκαμψία, όπως οι αρθρώσεις, καλύπτονται από μικρότερες και μαλακότερες. Στο κεφάλι οι περισσότερες φολίδες είναι μη επικαλυπτόμενες. Στα χείλη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς και στο περισσότερο του σώματος, στα άκρα και στην ουρά, οι φολίδες είναι επάλληλες, δηλαδή η κάθε μία καλύπτει την επόμενη, σαν λέπια. Στην περιοχή κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, οι φολίδες είναι σκληρές και κοντές, και παρόμοιες είναι επίσης στη λεκάνη και στην αρχή της ουράς. Οι φολίδες αυξάνουν σε μέγεθος προς τις πλευρές του σώματος. Είναι διατεταγμένες σε γραμμές, το οποίο είναι εμφανέστερο στην ουρά. Στην κάτω πλευρά του σώματος οι φολίδες είναι μικρότερες και πιο λείες. Ακανθώδεις φολίδες υπάρχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γύρω από τους ακουστικούς πόρους, και για προστασία και για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους πτερυγίου, σε μικρές ομάδες στον αυχένα, κατά μήκος των πλευρών του σώματος, λιγότερο στις πλευρές της βάσης της ουράς και βέβαια στα γένια. Τα γένια είναι ουσιαστικά ένας θήλακας δέρματος στο λαιμό, τον οποίο διαστέλλει το ζώο με τη βοήθεια των κεράτων του υοειδούς οστού. Το δέρμα του θήλακα είναι σκούρο και μπορεί να σκουρύνει περαιτέρω, κι όταν φουσκώνει τα γένια, αυτά σηκώνονται κι έτσι φαίνονται μαύρα. Όπως και στους περισσότερους αγαμίδες, το δέρμα στο περισσότερο του σώματος είναι σχετικά χαλαρό, και δημιουργεί πτυχώσεις στις πλευρές του σώματος, όπου βρίσκονται και τα πλευρικά αγκάθια. Ο χρωματισμός του υπόλοιπου ζώου ποικίλει – είναι το πιο ποικιλόχρωμο είδος του γένους. Υπάρχουν ανοιχτά καφέ ή κιτρινωπά, κοκκινωπά και γκριζωπά άτομα, ανάλογα με την απόχρωση του υποστρώματος της κάθε περιοχής. Σπάνια είναι μονόχρωμα, και τα περισσότερα άτομα έχουν διάφορα σχέδια. Vitticeps σημαίνει ζωνοκέφαλος, εξαιτίας των ζωνών που πολλά άτομα έχουν στο κεφάλι, κυρίως κοντά στα χείλη, αλλά επίσης μπορούν να έχουν σκουρότερες ζώνες στην ουρά, σκουρότερες γραμμές και περιοχές σε όλο το σώμα, και διαφορετική απόχρωση σε διάφορα μέρη του σώματος, όπως πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και άκρα. Η κάτω πλευρά είναι λευκή, αν και σε αρκετά άτομα μπορεί να ενταθεί ένα δίκτυο γραμμών, ιδίως όταν ενοχλούνται ή στρεσάρονται από κάτι (stress lines). Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν περιορισμένη ικανότητα χρωματικής αλλαγής, και σε μία πρόσφατη μελέτη βρέθηκε ότι η χρωματική μεταβολή ακολουθεί τον ημερήσιο κύκλο, κι εξαρτάται τόσο από το ενδογενές βιολογικό ρολόι, όσο και από την εξωτερική φωτοπερίοδο. Έντεκα σαύρες τοποθετήθηκαν είτε σε κανονική φωτοπερίοδο 12 ωρών φωτός κι άλλου τόσου σκότους, είτε σε 6 ώρες φωτός και 18 σκότους και στο αντίστροφο, αλλά και σε απόλυτο σκοτάδι. Ακόμα και στο σκοτάδι ο χρωματισμός μεταβαλλόταν με την ίδια εικοσιτετράωρη περιοδικότητα. Το χρώμα τους είναι σκοτεινότερο το πρωί, ώστε ν’απορροφούν ευκολότερα την ηλιακή ακτινοβολία, και στην πορεία της ημέρας γίνεται πιο ανακλαστικό, ώστε να την αντανακλούν, κατάσταση που παραμένει και κατά τη νύκτα μέχρι το επόμενο πρωί. Όπως όλες οι σαύρες, οι γενειοφόροι δράκοι αλλάζουν περιοδικά το δέρμα τους, συχνότερα όταν βρίσκονται στην ανάπτυξη και αραιότερα όταν έχουν ενηλικιωθεί, μπορεί και μια φορά ετησίως. Η έκδυση συνήθως ξεκινά από το κεφάλι, και προχωρά στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα γίνεται γκρίζο, εύθραυστο κι αποσπάται εύκολα όταν ο δράκος ξύνεται ή τρίβεται πάνω σε αντικείμενα. Κάποιες φορές μπορεί να φάει λίγο από το παλιό του δέρμα. Όταν βρίσκεται σε έκδυση και πρόκειται να αφαιρέσει μεγάλη ποσότητα δέρματος, συνήθως κινείται προς δροσερότερες και υγρότερες περιοχές, ώστε να μαλακώσει το δέρμα από την υγρασία και να αποκολληθεί ευκολότερα. Μία έκδυση διαρκεί πολλές μέρες, έως κι έναν μήνα ή και περισσότερο.

Χάρη στο πλατύ τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να παραλλάσσονται στις επιφάνειες όπου βρίσκονται, και να γίνονται ένα μ’αυτές από κάποια απόσταση. Το σχήμα τους επίσης τους βοηθά ν’αγκαλιάζουν τις επιφάνειες όπου βρίσκονται και να ασφαλίζονται καλύτεραεκεί. Όταν λιάζονται, οι γενειοφόροι δράκοι πλαταίνουν πολύ το σώμα τους και το προσανατολίζουν προς μια ευνοϊκή γωνία ως προς τις ακτίνες του ηλίου, ώστε ν’απορροφήσουν την ηλιακή ακτινοβολία αποτελεσματικότερα. Αφού έχουν φτάσει σε επιθυμητή θερμοκρασία, παίρνουν πάλι ένα πιο κανονικό σχήμα. Πλαταίνουν επίσης το σώμα τους όταν ξαπλώνουν και κοιμούνται, ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτοί. Παρά το φαινομενικκά χοντρό τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι είναι επιδέξιοι αναρριχητές σε πλατιές, τραχιές επιφάνειες, και συχνά σκαρφαλώνουν σε ύψος λίγων μέτρων για να λιαστούν. Μπορούν επίσης και να σκαρφαλώσουν σε λεπτότερα στηρίγματα, όπως κλαδιά, αλλά τότε πρέπει να λεπτύνουν το σώμα τους, να βάλουν τα άκρα τους κάτω από αυτό και να κινηθούν προσεκτικά, μια δυσκολότερη και πιο χρονοβόρα διαδικασία. Αν και η ουρά τους δεν είναι συλληπτήρια, έχει αρκετή ευκινησία ώστε να τους βοηθά στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Οι γενειοφόροι δράκοι βαδίζουν με μέτρια ταχύτητα, αν και μπορούν να τρέξουν αν χρειαστέι, αλλά δεν είναι οι γρηγορότερες σαύρες. Όταν βαδίζουν, ανασηκώνονται αρκετά από το έδαφος, σέρνοντας μόνο τη μέση της ουράς τους. Όταν όμως τρέχουν ή κυνηγούν έντομα, σηκώνουν όλη την ουρά από το έδαφος,ώστε να αυξηθεί η ταχύτητά τους. Συνήθως περπατούν κανονικά, αλλά όταν χώνονται σε χαμηλή τρύπα ή αν οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές για το μεταβολισμό τους, έρπουν. Μπορούν επίσης να πηδήξουν σε μικρή απόσταση, δίνοντας ώθηση με τα πίσω τους πόδια. Είναι επίσης και καλοί κολυμβητές και παρόλο που σπάνια συναντούν πολύ νερό, κολυμπούν βάζοντας συχνά το κεφάλι μέσα στο νερό. Μπορούν ακόμα να σκάψουν σύραγγες στο χώμα για να κρυφτούν, να γεννήσουν τα αυγά τους ή να πέσουν σε νάρκη. Επειδή το κέντρο βάρους τους βρίσκεται προς τη μέση του σώματος, δε μπορούν να σηκωθούν στα δύο τρέχοντας όπως άλλες σαύρες. Γενικώς δε σηκώνονται ποτέ στα δύο, ούτε στατικές. Αν θελήσουν να σηκωθούν, στηρίζονται όσο πιο ψηλά μπορούν στα μπροστινά τους πόδια και σηκώνουν το κεφάλι ψηλά. Τα πόδια τους χρησιμεύουν μόνο στη μετακίνηση, και μ’αυτά δε χειρίζονται αντικείμενα. Ο μεγαλύτερος χειρισμός που μπορούν να κάνουν είναι να σπρώξουν με τα μπροστινά τους πόδια κάτι από το κεφάλι τους ή από δίπλα τους, ή να σπρώξουν κάτι με το κεφάλι τους.

Οξύτερη αίσθησή τους είναι η όραση, με την οποία εντοπίζουν γρήγορα τροφή, εχθρούς και ομοειδείς. Οι αγαμίδες ίσως να έχουν την οξύτερη όραση από όλες τις σαύρες. Σε μια μελέτη για παράδειγμα, οι δράκοι P. henrylawsoni είχαν ήδη προετοιμαστεί κι άρχισαν να προφυλάγονται από πιθανούς εχθρούς ενώ οι ερευνητές βρίσκονταν ακόμα 30 μέτρα μακριά. Όπως οι περισσότερες σαύρες και τα πουλιά, έχουν τετραχρωματική όραση, δηλαδή μπορούν να δουν και τα χαμηλότερα φάσματα της υπεριώδους ακτινοβολίας α. Τα πλευρικά μάτια τους δίνουν πλήρεις εικόνες, ενώ το βρεγματικό μπορεί ν’αντιλαμβάνεται μόνο φως και σκιές, και έτσι τα ειδοποιεί για σκιές που πλησιάζουν από πάνω, όπως για παράδειγμα αρπακτικά πουλιά. Όπως και άλλες πλήρως ημερόβιες σαύρες, ο αμφιβληστροειδείς τους φέρει μόνο κωνία, οπότε στο σκοτάδι δε βλέπουν σχεδόν καθόλου. Έχουν το ίδιο πρόβλημα με άλλα ζώα που έχουν μάτια στις πλευρές του κεφαλιού, δηλαδή δυσκολεύονται ν’αντιληφθούν τις αποστάσεις, για τον υπολογισμό των οποίων χρησιμοποιούν την παράλλαξη των αντικειμένων. Η ακοή τους είναι επίσης αρκετά ανεπτυγμένη, κι ακούουν τις χαμηλότερες και τις μέσες συχνότητες που ακούμε κι εμείς. Η όσφρησή τους δεν είναι πολύ καλή, αλά σε σχέση με πλήρως εντομοφάγους δράκους είναι πιο ανεπτυγμένη και μπορούν να ξεχωρίσουν τροφές με αυτήν. Έχει βρεθεί ΄΄οτι οι σαύρες κυνηγοί ενέδρας, στους οποίους η όσφρηση δε χρειάζεται πολύ, όταν εξελίσσονται να περιλαμβάνουν και φυτικές τροφές στο διαιτολόγιό τους, ενισχύουν την όσφρησή τους, ώστε να ανιχνεύουν τοξικές ουσίες στα φυτά. Η όσφρηση των γενειοφόρων δράκων λειτουργεί σε κοντινή απόσταση και δεν είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση της τροφής, γι’αυτό και συχνά μπερδεύονται και προσπαθούν να φάνε αντικείμενα που μοιάζουν με τροφή. Για τη γεύση λίγα είναι γνωστά, είναι γνωστό όμως ότι οι δράκοι έχουν προτιμήσεις, για παράδειγμα προς γλυκύτερα λαχανικά όπως καρότα. Από την άλλη, η κακή γεύση δεν τους πτοεί και τόσο, αφού μπορούν να φάνε οποιοδήποτε έντομο, εκτός απ’αυτά με καυστικές εκκρίσεις ή αιχμηρά σημεία, και γι’αυτό μπορεί να φάνε εύκολα κάτι τοξικό. Η όσφρηση του ινιδορινικού οργάνου ή οργάνου του Γιάκομπσον, το οποίο είναι ανεπτυγμένο σε άλλες σαύρες και στα φίδια, δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη στους δράκους. Χρησιμεύει κυρίως στον έλεγχο της περιοχής για οσμητικά ίχνη ομοειδών. Τα φολιδωτά ερπετά μεταφέρουν πληροφορίες σ’αυτό βγάζοντας τη γλώσσα τους, αλλά οι δράκοι το κάνουν αυτό κυρίως όταν εξερευνούν μια νέα περιοχή. Το δέρμα των γενειοφόρων δράκων επενδύεται με νευρικές απολήξεις, περισσότερες προς το κεφάλι, οπότε μπορούν ν’αντιληφθούν το περιβάλλον τους και διά της αφής. Πιο ευαίσθητο μέρος είναι το ρύγχος τους.

Οι γενειοφόροι δράκοι ζουν σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από ανοιχτά δάση με αρκετά δέντρα αλλά και ηλιόλουστες περιοχές μεταξύ τους, μέχρι τις πιο σκληρές και αφιλόξενες βραχώδεις ερήμους της Κεντρικής Αυστραλίας. Σε αραιοκατοικημένες περιοχές στα σημεία εξάπλωσης των δράκων, οι τελευταίοι δε διστάζουν να κατοικήσουν εκεί, όπου συχνά βρίσκονται να λιάζονται σε πετρότοιχους και πασσάλους περιφράξεων, να μπαίνουν σε αυλές, να μαζεύονται κάτω από λαμαρίνες για να ζεσταθούν ή να βγαίνουν και να λιάζονται ή να περνούν το δρόμο, όπου πολλοί κάθε χρόνο βρίσκουν το θάνατο από διερχόμενα οχήματα. Οι Αυστραλοί αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τους μικρούς άκακους δράκους, και φυσικά δεν τους καταδιώκουν, ενώ αντίθετα συχνά τους ενθαρρύνουν να πλησιάσουν στην περιοχή, σε αντίθεση με αυτό που μπορεί να γινόταν σε κάποια καθυστερημένη χώρα της Λεκάνης της Μεσογείου. Συχνότερα ο άνθρωπος συναντά την εξάπλωση του P. barbata, λιγότερο συχνά του P. vitticeps, και ακόμα σπανιότερα του P. henrylawsonni, του P. minor, και σπανιότατα των άλλων ειδών. Οι γενειοφόροι δράκοι είναι πολύ εύκολοι στην παρατήρηση, αφού ο πληθυσμός τους είναι μεγάλος και αρέσκονται να παραμένουν σε εκτεθημένες περιοχές, όπου φαίνονται. Είναι επίσης εύκολο να πιαστούν, αφού δεν έχουν εξελιχθεί με τον άνθρωπο και γι’αυτό δεν έχουν έντονο φόβο εναντίον του. Με λίγο τρέξιμο πιάνονται, ενώ πολλοί έχουν πιάσει P. vitticeps εύκολα ενώ λιάζονται, και ακόμα ευκολότερα όταν βρίσκονται σε στενά μέρη, όπως πάνω σε πασσάλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δράκοι το πολύ να προσπαθήσουν να προστατευτούν πηγαίνοντας προς τα πίσω, ή ρίχνουν απλώς στον άνθρωπο ένα απορημένο βλέμμα. Για το λόγο ότι πιάνονται εύκολα, οι Αβορίγινες τους έτρωγαν, και συνήθως έστελναν τα παιδιά να τους πιάσουν. Υπάρχουν κάποιες βραχογραφίες που δείχνουν παιδιά να κυνηγούν ή να παίζουν με γενειοφόρους δράκους. Οι γενειοφόροι δράκοι υπήρξαν πρωταγωνιστές σε διάφορες ιστορίες της ονειρικής εποχής, της εποχής δηλα΄δη που τα πνεύματα ονειρεύτηκαν και δημιούργησαν τον κόσμο, αλλά δεν έχω βρει κάποια σχετική που να είναι εύκολα προσβάσιμη στο Διαδίκτυο. Πίστευαν επίσης ότι μπορούν να προβλέψουν τον καιρό μ’αυτούς. Στη Νότια Αυστραλία για παράδειγμα, πίστευαν ότι αν ο γενειοφόρος δράκος κρατά το κεφάλι του ψηλά, θα βρέξει.

Οι γενειοφόροι δράκοι λοιπόν περνούν αρκετό από το χρόνο τους σκαρφαλωμένη σε ψηλά σημεία, όπως κορμούς και χοντρά κλαδιά δέντρων, είτε όρθιων είτε πεσμένων, ή σε βράχια, όπου λιάζονται ή περιμένουν τροφή. Λιάζονται ακίνητοι για πολλές ώρες της ημέρας, αλλάζοντας θέσεις όταν έχουν ζεσταθεί αρκετά. Όταν θερμαίνονται, πλαταίνουν το σώμα τους και προσπαθούν να προσανατολίζονται κάθετα ως προς τις ακτίνες του ήλιου. Όταν έχουν θερμανθεί ικανοποιητικά, δε φεύγουν αμέσως στη σκιά, αλλά μπορεί να μαζέψουν το σώμα τους, να προσανατολιστούν παράλληλα με τις ακτίνες του ήλιου για να δέχονται λιγότερη ακτινοβολία, να ανασηκωθούν ή να μετακινηθούν κάπου ψηλότερα όπου φυσάει λίγο για να δροσιστούν, κι όταν η θερμοκρασία ανέβει ακόμα περισσότερο, ανοίγουν το στόμα τους, ώστε να μειώσουν τη θερμοκρασία του εγκεφάλου με την εξάτμιση του νερού, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα να ζεσταθεί ακόμα περισσότερο. Όταν έχει υπερβολική ζέστη έπειτα, αποσύρονται στη σκιά, που μπορεί να είναι ένα μέρος του ψηλού σημείου που δε βλέπει ο ήλιος, ή μέσα στη βλάστηση ή σε μία τρύπα, είτε φυσική είτε φτιαγμένη απ’αυτούς. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για την προτιμώμενη θερμοκρασία του γενειοφόρου δράκου. Σε μία μελέτη έλεγεότι γενικώς οι αγαμίδες της Αυστραλίας διατηρούν θερμοκρασίες μεταξύ 34-38 βαθμών Κελσίου όταν δραστηριοποιούνται. Αλλού έλεγε ότι οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούν θερμοκρασία 37-38 βαθμών, ενώ αλλού μόνο 33. Σύμφωνα ωστόσο με μια μελέτη που διάβασα, η προτιμώμενη θερμοκρασία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την εποχή, την ηλικία, την αναπαραγωγική κατάσταση, τη θερμική ποιότητα του περιβάλλοντος κλπ, οπότε δεν υπάρχει μία και μοναδική προτιμώμενη θερμοκρασία για όλα τα ζώα και για όλες τις περιστάσεις. Όποια κι αν είναι η προτιμώμενη θερμοκρασία τους, οι γενειοφόροι δράκοι, όπως κι άλλες παρόμοιες σαύρες, είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, και μετακινούμενοι από ήλιο σε σκιά και το αντίστροφο κατορθώνουν να διατηρούν τη θερμοκρασία τους σταθερή, με ελάχιστες αποκλίσεις, όπως ενός ομοιόθερμου ζώου, τουλάχιστον κατά τις ώρες της ημέρας που δραστηριοποιούνται. Όπως όλα τα ερπετά, ο καρδιακός τους ρυθμός αυξάνεται όταν θερμαίνονται, και μειώνεται όταν ψύχονται (καρδιακή υστέρηση), άρα ο ρυθμός πρόσληψης θερμότητας είναι ταχύτερος από το ρυθμό απώλειας. Καταστάσεις που μειώνουν το μεταβολισμο΄, όπως η υποξία και η αφυδάτωση, μειώνουν και την προτιμώμενη θερμοκρασία. Μπορούν ωστόσο να λειτουργήσουν ικανοποιητικά και σε θερμοκρασίες χαμηλότερες από την προτιμώμενη, την οποία συχνά δε μπορούν να φτάσουν αν ο καιρός είναι άστατος, τους απειλούν οι εχθροί ή βρίσκονται σε αντιπαραθέσεις με ομοειδείς τους. Δεν έχουν ωστόσο τη θερμική προσαρμοστικότητα πιο εύκρατων ειδών σαύρας, και σε θερμοκρασίες κάτω των 27 σταματούν να τρώνε και ο μεταβολισμός τους πέφτει αρκετά. Το βράδυ η θερμοκρασία τους εξομοιώνεται με την περιβαλλοντική. Τη νύχτα κοιμούνται είτε κρυμμένοι είτε εκτεθημένοι στις επιφάνειες όπου λιάζονται, καμουφλαρισμένοι με το πλατύ τους σώμα. Συχνά στην αιχμαλωσία τα ζώα αυτά μπορεί να μην κρυφτούν το βράδυ, κι επίσης στη φύση οι P. barbata έχουν βρεθεί να κοιμούνται πάνω στα δέντρα, όπου καταλήγουν βορά του πύθωνα γόμα (Aspidites ramsayi). Γενειοφόροι δράκοι μπορούν να βρεθούν όλο το χρόνο, αλλά οι εποχές με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε οι μέτριες θερμοκρασίες ευνοούν την ολοήμερη δραστηριότητα. Την άνοιξη είναι πιο δραστήριοι, γιατί τότε είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Αποφεύγουν τις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες, και δύσκολα για παράδειγμα εμφανίζονται όταν η θερμοκρασία φτάσει τους 40 βαθμούς, οπότε δραστηριοποιουνται κυρίως πρωί και απόγευμα, και μπορεί για αρκετές μέρες να μην εμφανιστούν καν, παραμένοντας κρυμμένη σε μία κατάσταση σχεδόν θερινής νάρκης. Το χειμώνα, όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές και η τροφή λιγοστή, πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Οι χειμερινές θερμοκρασίες ποικίλουν στη μεγάλη ζώνη εξάπλωσης του είδους, με νοτιότερες περιοχές να έχουν ελαφριές παγωνίες και θερμοκρασίες υπό του μηδενός και πιο τροπικές περιοχές να έχουν χειμώνες των 15-19 βαθμών. Τα ζώα ωστόσο αυτά αδρανοποιούνται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, και ήδη στους 22 βαθμούς έχουν σχεδόν ναρκωθεί, ενώ κάτω από τους 16 δυσκολεύονται πολύ να κινηθούν. Το χειμώνα λοιπόν τον περνούν σε σύραγγες που σκάβουν υποπαράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, συνήθως κάτω από στέρεα αντικείμενα όπως πέτρες. Αν οι θερμοκρασια ανεβεί αρκετά, μπορεί να διακόψουν τη νάρκη παροδικά και να λιαστούν. Όπως και με άλλα ερπετά, όταν η θερμοκρασία τους είναι χαμηλή και δυσκολεύονται να τρέξουν, προσπαθούν περισσότερο να τρομάξουν τον εχθρό που τους πλησιάζει φουσκώνοντας τα γένια τους και ανοίγοντας το στόμα τους, γι’αυτό και οι παρατηρητές τους βρίσκουν θυμωμένους τότε.

Μετά τη νάρκη, ξεκινά η περίοδος αναπαραγωγής, η οποία διαρκεί περίπου τέσσερις μήνες. Τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη δραστηριότητα και οι περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Τα αρσενικά δημιουργούν περιοχές, τις οποίες εποπτεύουν από ψηλά σημεία για εισβολείς. Συχνά ξεσπούν μάχες, συνήθως μεταξύ αρσενικών, με τα δύο ζώα να κυνηγούν το ένα το ΄΄αλλο σε κύκλους προσπαθώντας να δαγκώσουν την ουρά του άλλου· ενίοτε μπορεί αυτό να εξελιχθεί σε κάτι σκληρότερο. Των μαχών προηγούνται επιδείξεις δύναμης, όπως φούσκωμα τον γενιών και φούσκωμα, πλάγιασμα και ανύψωση όλου του σώματος για να δείξουν μεγαλύτεροι. Οι δράκοι αναγνωρίζουν την παρουσία κάποιου άλλου στην περιοχή τους από τα ίχνη που άφησαν οι πόροι του, αλλά η άμεση επικοινωνία είναι οπτική. Επικοινωνούν κυρίως με νεύματα του κεφαλιού, τα οποία μπορεί να δηλώνουν κυριαρχία, ενόχληση και επιθετική διάθεση ή να είναι ένας απλός χαιρετισμός, ανάλογα με την ένταση που γίνονται. Τα αρσενικά κουνούν έντονα το κεφάλι και φουσκώνουν τα γένια τους όταν αντιμετωπίζουν εισβολέα στην περιοχή τους. Η κυκλική κίνηση του μπροστινού ποδιού στον αέρα είναι ένδειξη υποταγής, και γίνεται κυρίως από δράκους μικρότερου μεγέθους, χαμένους μαχών και θηλυκά. Συνηθίζουν επίσης να το κάνουν οι δράκοι μικρής ηλικίας, οι οποίοι μ’αυτο΄ίσως να σηματοδοτούν σε μεγαλύτερους ότι είναι μέλη του είδους τους για να μη φαγωθούν, γιατί ο κανιβαλισμός προς τα μικρά είναι συχνό φαινόμενο στο είδος αυτό. Πολλές όμως άλλες σαύρες εκτελούν την ίδια συμπεριφορά όταν αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε εχθρό, σηματοδοτώντας του ότι έχουν αρκετή δύναμη ώστε να του ξεφύγουν, άρα ίσως αυτή να είναι η λειτουργία του στους μικρούς γενειοφόρους δράκους. Όταν λοιπόν ένα αρσενικό πρόκειται να εντυπωσιάσει ένα θηλυκό, κάνει μμια υπερβολική επίδειξη κουνώντας έντονα το κεφάλι του, συχνά ανεβοκατεβάζοντας ολόκληρο το μπροστινό μέρος του σώματος μαζί με τα μπροστινά άκρα. Το θηλυκό, αν είναι δεκτικό, απαντά μ’ένα ήπιο κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύεται από το σήκωμα του μπροστινού ποδιού, αλλά αν δεν ενδώσει αμεσως, το αρσενικό εξακολουθεί να το παρενοχλεί. Το ζευγάρωμα είναι μια σύντομη και βίαιη διαδικασία, με το αρσενικό ν’ανεβαίνει πάνω στο θηλυκό και να το δαγκώνει στον αυχένα για να το ακινητοποιήσει, και το θηλυκό να σηκώνει ελαφρώς την ουρά για να επιτελεστεί η γονιμοποίηση.

Έναν περίπου μήνα μετά τη γονιμοποίηση γίνεται η ωοτοκία. Το θηλυκό έχει ήδη φουσκώσει με αυγά, και ψάχνει ένα με΄ρος να τα αποθέσει. Η συμπεριφορά του αλλάζει κάποιες μέρες πριν την ωοτοκία, και μπορεί να τρώει λιγότερο ή να παραμένει σε υψηλότερη θερμοκρα΄σια, ώστε να επισπευστεί η ανάπτυξη των αυγών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και νυκτόβια συμπεριφορά για εκέινο το διάστημα σε θηλυκά αρκετών αυστραλιανών αγαμιδών, συμπεριλαμβανομένων και μελών του γένους Pogona, τα οποία, τις θερμές νύχτες με πανσέληνο, οπότε βλέπουν καλύτερα, ξαπλώνουν πάνω σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες, όπως ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στην κατάσταση αυτήν είναι πολύ ευάλωτα, αφού αντιδρούν πολύ αργά και συχνά κοιμούνται εκεί που βρίσκονται, κι έτσι μπορούν να πιαστούν πολύ εύκολα από έναν άνθρωπο, και προφανώς το ίδιο από κάποιον άλλον θηρευτή. Το θηλυκό λοιπόν σκάβει μία τρύπα όση περίπου και το μήκος του σε μαλακό χώμα, στο τέλος της οποίας δημιουργεί έναν θαλαμίσκο. Έπειτα γυρίζει και εισέρχεται ανάποδα μέσα στην τρύπα, όπου αποθέτει τα αυγά. Η όλη διαδικασία διαρκέι αρκετές ώρες, ίσως και περισσότερο από μέρα. Γεννούν περίπου 16-24 αυγά, και συχνά ακόμα περισσότερα, με ρεκόρ τα 35 αυγά σε μια γέννα. Ο αριθμός των αυγών εξαρτάται από το μέγεθος, την υγεία, τη σωματική κατάσταση και τις πρότερες γέννες του θηλυκού. Αφου τα γεννήσουν, τα σκεπάζουν προσεκτικά με χώμα και στη συνέχεια τα επιτηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι γνωστό από ζώα στην αιχμαλωσία ότι θα μείνουν για λίγες μέρες κοντά στη φωλιά, προσπαθώντας ν’απωθήσουν τους εχθρούς, αν και δεν είναι γνωστό για πόσο καιρό, επειδή τα αυγά συνήθως μεταφέρονται αλλού για επώαση. Τα θηλυκά φουσκώνουν τα γένια τους ή προσπαθούν να δαγκώσουν τον εισβολέα, αλλά οι άμυνές τους είναι πενιχρές. Επίσης ξαναθάβουν τα αυγά αν τα δουν ξεσκέπαστα. Κατά την ωοτοκία δύσκολα αποσπώνται από εξωτερικά ερεθίσματα. Πολλά στοιχεία της ωοτοκίας, όπως και σε άλα ζώα, φαίνεται να είναι τυποποιημένες σειρές δράσης, οι οποίες εκτελούνται οπωσδήποτε. Για παράδειγμα αν ένας γενειοφόρος δράκος μετακινηθεί αλλού πριν προλάβει να θάψει τα αυγά, θα συνεχίζει να κάνει κινήσεις σαν να σκεπάζει κάτι με χώμα. Μόλις έχουν γεννηθεί τα πρώτα αυγά, οι ωοθήκες του θηλυκού αρχίζουν ήδη να ετοιμάζουν τη δεύτερη γέννα. Οι γενειοφόροι δράκοι γεννούν πολλές φορές το χρόνο με μία μόνο γονιμοποίηση, οι οποίες μπορεί να είναι 2-3 στη φύση, ενώ στην αιχμαλωσία μπορεί να είναι περισσότερες, με ρεκόρ τις 9, αλλά το σύνηθες είναι 2-4. Η έλλειψη τροφής ή η μείωση της φωτοπεριόδου σηματοδοτούν το τέλος της ωοτοκίας. Τα αυγά επωάζονται για περίπου δύο μήνες, κι έπειτα εκκολάπτονται οι νεοσσοί, οι οποίοι έχουν μήκος μόλις 7-10 εκ και ζυγίζουν μόλις 2 γρ. Είναι μικρογραφίες των γονέων τους και μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα μετά την άνοδό τους στην επιφάνεια. Στη φύση είναι πολύ κρυπτικοί, και σπανιότατα συναντώνται από άνθρωπο. Μέσα σε πε΄ριπου ενάμισι χρόνο έχουν σχεδόν φτάσει το ενήλικο μέγεθος. Ο καθορισμός του φύλου στο γενειοφόρο δράκο είναι γενετικός, με το χρωμοσωμικό σύστημα φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό είναι το ετερογαμετικο΄φύλο. Βρέθηκε ωστόσο από μελέτη του 2015, ότι σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, γενετικά αρσενικά έμβρυα P. vitticeps μετατρέπονται σε θηλυκά, όντας η πρώτη περίπτωση ερπετού και αμνιωτού γενικότερα που μπορεί ν’αλλάξει φύλο αφού αυτό έχει καθοριστεί – η ιδιοτητα αυτή υπάρχει σε κάποια ψάρια και αμφίβια. Αν αυτά τα ομογαμετικά θηλυκά μετά ζευγαρώσουν με κανονικά αρσενικά, οι απόγονοί τους έχουν θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, αφού πλέον το φυλοδιαφοροποιό χρωμόσωμα έχει εξαφανιστεί από τη γραμμή. Ίσως έτσι να εξελίχθηκαν κι άλλες περιπτώσεις θερμοεξαρτώμενου καθορισμού φύλου στα ερπετά. Αρκετοί κινδυνολόγοι επικαλέστηκαν αυτό το εύρημα για να εφιστήσουν την προσοχή στην κλιματική αλλαγή, παρόλα αυτά το είδος αυτό είναι πολύ σκληρό κι έχει βιώσει πολλές κλιματικές αλλαγές στην ιστορία του για να επηρεαστεί από την τυχόν παρούσα. Το είδος αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς και ζει λίγο για ερπετό. Στην αιχμαλωσία καλά φροντισμένα άτομα ζουν 7-12 χρόνια, με περιπτώσεις ρεκόρ που πλησιάζουν και ξεπερνούν τα 20 χρόνια. Θηλυκά τα οποία αναπαράγονται σε υπερβολικούς ρυθμούς μπορεί να ζήσουν αρκετά λιγότερο. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για τη διάρκεια ζωής του στη φύση, αλά συνήθως αναφέρονται τα 3-5 χρόνια.

Η ιστορία της ζωής του γενειοφόρου δράκου, με σχετικά γρήγορη ανάπτυξη και ωρίμανση, συχνή αναπαραγωγή με πολλούς και μικρούς απογόνους και μικρή διάρκεια ζωής, υποδηλώνει ένα ζώο που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις από τους εχθρούς του. Πράγματι οι γενειοφόροι δράκοι αντιμετωπίζουν πολλούς εχθρούς για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Τα αρπακτικά πουλιά, τα φίδια, και πύθωνες και ιοβόλα, οι βαράνοι και τα σαρκοφάγα θηλαστικά όπως τα κουόλ, τα ντίνγκο και πιο πρόσφατα οι γάτες και η αλεπούδες, όλα τρώνε γενειοφόρους δράκους. Στο παρελθόν αντιμετώπιζαν τον άνθρωπο, καθώς και σαρκοφάγα που εξαφανίστηκαν από την ηπειρωτική Αυστραλία ή γενικώς από την Αυστραλία, όπως η θηλακίνη και ο διάβολος της Τασμανίας. Οι νεοσσοί προφανώς αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερους εχθρούς, ακόμα και μεγάλα ασπόνδυλα. Παρά τις συνεχείς απειλές ωστόσο, ο πληθυσμός του είδους είναι συνήθως πολύ υψηλός. Οι γενειοφόροι δράκοι βασίζονται περισσότερο στο καμουφλάζ παρά στην ταχύτητά τους για να διαφύγουν των εχθρών τους. Μόλις όμως αντιληφθούν ότι έχουν αποκαλυφθεί, προσπαθούν είτε να ξεφύγουν είτε να απωθήσουν τον εχθρό τουλάχιστον προσωρινά, ώστε να έχουν χρόνο να ξεφύγουν. Αν για παράδειγμα ένα αρπακτικό πουλί κατευθύνεται κατά πάνω τους, από το οποίο έχουν λίγες άμυνες, προσπαθούν να τρέξουν στην πλησιέστερη κρυψώνα. Για να τρομάξουν τον εχθρό επιστρατεύουν διάφορες άμυνες. Αν το αγκαθωτό τους σώμα δεν τους απωθήσει, φουσκώνουν τα γένια τους, σηκώνονται ψηλά και φουσκώνουν και πλαταίνουν όλο το σώμα τους, ώστε να φανούν μεγαλύτεροι. Μπορεί επίσης ν’ανοίξουν διάπλατα το στόμα τους. Αν ο εχθρός πλησιάσει αρκετά κοντά, εκβάλλουν απότομα αέρα κάνοντας έναν ασθενή συριγμό, ο οποίος είναι και ο μόνος ήχος που παράγουν. Σπάνια μπορεί να πηδήξουν προς το μέρος του εχθρού ή και να τον δαγκώσουν. Άλλες φορές οι άμυνές τους επιτυγχάνουν, αλλά συχνά αποτυγχάνουν κι έτσι οι δράκοι τρώγονται. Πέρα από τους φυσικούς εχθρούς, έχουν ν’αντιμετωπίσουν ανθρώπινες απειλές όπως τα αυτοκίνητα στους δρόμους, την ανάπτυξη νέων περιοχών και την επακόλουθη απώλεια του ενδιαιτήματός τους, και ίσως κι άλλες απειλές. Ίσως να επηρεάζονται από τα γεωργικά δηλητήρια για παράδειγμα, αλλά οι επιπτώσεις τους δεν είναι απολύτως γνωστές. Μία μελέτη που αναζητούσε τα αποτελέσματα του μονοφθορικού νατρίου, ενός μεταβολικού δηλητηρίου που χρησιμοποιείται για τη θανάτωση ανεπιθύμητων θηλαστικών (η Αυστραλία είναι από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες χώρες που εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί και επιμένει σ’αυτό) βρήκε μικρές επιπτώσεις στους γενειοφόρους δράκους, όπως έχει βρεθεί και για άλλα εκτόθερμα.

Όλες οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γενειοφόρι δράκοι είναι ευκαιριακοί κυνηγοί μικρών ζώων, οι οποίοι τρώνε ό,τι είναι διαθέσιμο κάθε εποχή. Το σκληρό τους φυσικό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει την πολυτέλεια της επιλογής, κι έτσι καταναλώνουν θηράματα από μεγέθους μυρμηγκιού μέχρι ποντικιού. Περιμένουν καμουφλαρισμένοι κάπου σε ενέδρα, και όταν ένα θήραμα πλησιάσει αρκετά κοντά, το συλλαμβάνουν με την κολλώδη γλώσσα τους, το μασούν λίγο και στη συνέχεια το καταπίνουν ολόκληρο. Τρώνε μεγάλη ποικιλία εντόμων όπως ακρίδες, γρύλλους, σκαθάρια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, τερμίτες, μυρμήγκια, κατσαρίδες, προνύμφες, αλλά και άλλα ασπόνδυλα όπως σαρανταποδαρούσες και αράχνες. Αν βρεθεί η ευκαιρία, θα φάνε και μικ΄ρα σπονδυλωτά όπως μικρές σαύρες, σαν τους μικρούς δράκους του γένους Ctenophorus. Στην αιχμαλωσία έχουν φάει επίσης μικρά σπονδυλωτά κάθε είδους, όπως βατράχους, μικρά φίδια και μικρά θηλαστικά, και πιθανότατα να τα τρώνε και στη φύση αν τα βρουν και μπορούν να τα πιάσουν. Συμπληρωματικά τρέφονται και με φυτική ύλη, όπως φύλλα, άνθη, και ίσως και καρπούς και σπόρους όπως δείχνουν τα περιττώματά τους, τα οποία συχνά περιέχουν τους τελευταίους. Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην κεντρική Αυστραλία το 2015, όπου εξετάστηκε το περιεχόμενο του στομάχου 14 σαυρών, η ζωική τροφή αποτελούσε το 61% της ξηρής ύλης, ενώ η φυτική μόλις το 16%. Από τις ζωικές τροφές, το μισό περίπου της ξηρής ύλης και το 95 των θηραμάτων αποτελούσαν τα φτερωτά άτομα των τερμιτών του γένους Drepanotermes, γιατί την περίοδο που έγινε η μελέτη ξαφνικά έβρεξε, αναγκάζοντας τους τερμίτες να βγουν μαζικά στην επιφάνεια, από τους οποίους έτρωγαν όλες οι σαύρες της περιοχής. Το ποσοστό της διατροφής σε πρωτεΐνη ήταν υψηλό, γύρω στο 41-50% της ξηρής ύλης, με το κύριο λιπαρό οξύ το C18:1n9c, το οποίο καταλάμβανε το 51-56% των συνολικών λιπαρών, με τα πολυακόρεστα λιπαρά, κυρίως n3 και n6 ν’αποτελούν το 6-8% των λιπαρών. Το 2% του ξηρού γαστρικού περιεχομένου των δράκων της συγκεκριμένης μελέτης αποτελούσε άπεπτη ύλη, την οποία ίσως είχαν καταπιεί κατά λάθος, αλλά πιθανότατα να την είχαν φάει επίτηδες για να προσλάβουν ασβέστιο, αφού ήταν κυρίως θραύσματα οστών. Συχνά οι σαύρες αυτές καταναλώνουν υπόστρωμα και πετραδάκια, πιθανόν για την πρόσληψη ασβεστίου κι άλλων μετάλλων. Όταν υπάρχει πολύ τροφή, οι γενειοφόρι δράκοι τρώνε όσο μπορούν, κι αποθηκεύουν το λίπος στη βάση της ουράς, και στη συνέχεια στην κοιλιά, το οποίο θα χρησιμοποιήσουν όταν η τροφή είναι λιγοστή. Το περισσότερο από το νερό που χρειάζονται το λαμβάνουν μέσω της τροφής ή από μεταβολικές διαδικασίες, και σπάνια συναντούν πόσιμο νερό. Πίνουν όπως και οι περισσότερες σαύρες, μαζεύοντας σταγονίδια από υγρές επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Συνήθως δεν αναγνωρίζουν το στάσιμο νερό ως πόσιμο. Έχουν επίσης παρατηρηθεί να στέκονται με το πίσω μέρος σηκωμένο ψηλότερα κατά τις καλοκαιρινές καταιγίδες, απ’όπου το νερό ρέει προς το στόμα τους και το πίνουν. Πολλοί αγαμίδες έχουν συγκεκριμένες περιοχές αφόδευσης, και το ίδιο κάνουν και οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία – οπότε το ίδιο θα κάνουν και στη φύση -, αφοδεύοντας σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο μακριά από τον τόπο όπου λιάζονται και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους, προφανώς για ν’αποφύγουν την επαναμόλυνση από παράσιτα, τις μύγες και την προσέλκυση των εχθρών. Όπως σ’όλα τα ερπετά και τα πουλιά, τα περιττώματά τους απότελούνται από ένα καφέ μέρος, το κυρίως περίττωμα, και ένα λευκό, το οποίο είναι το ουρικό οξύ. Εξοικονομούν το νερό που πίνουν και παράγουν λίγα υγρά ούρα, μόνο όταν η διατροφή τους είναι πλούσια σε νερό και δεν το χρειάζονται.

Το φυσικό τους περιβάλλον είναι σκληρό. Αν και οι αυστραλιανές έρημοι δεν είναι οι ξηρότερες του κόσμου, το κλίμα της Αυστραλίας είναι ασταθές, και μπορεί να υπάρχουν χρονιές με ασυνήθιστα μεγάλη βροχόπτωση, και χρονιές με ξηρασία. Οι ενήλικες γενειοφόροι δράκοι είναι πολλοί ανθεκτικοί σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, αν και το ίδιο δεν ισχύει για τα μικρότερα άτομα, τα οποία θα πρέπει να τρέφονται συνεχώς για σωστή ανάπτυξη. Σε πολύ δύσκολες χρονιές πιθανόν η αναπαραγωγή τους να αποτυγχάνει. Επίσης έχουν να αντιμετωπίσουνν το πρόβλημα των πυρκαγιών, αφού πολλά οικοσυστήματα της Αυστραλίας εξαρτώνται από περιοδικές φωτιές. Οι φωτιές αυτές είναι κυρίως χαμηλής έντασης και καίνε τα ξερά, αφήνοντας και άκαυστες περιοχές. Δεν είναι γνωστές οι επιπτώσεις της φωτιάς στους γενειοφόρους δράκους, αλλά ανεκδοτολογικά έχει παρατηρηθεί μεγάλος αριθμός σαυρών σε πρόσφατα καμμένες περιοχές, αν κι αυτό δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αποτέλεσμα της φωτιάς που τους έχει κάνει πιο ορατούς ή της άφιξης νέων ζώων. Μπορεί επίσης να είναι σύμπτωση, αν ο παρατηρητής έτυχε να τις συναντήσει σε περίοδο αναπαραγωγής.

Ανεκδοτολογικά ήταν γνωστό ότι οι γενειοφόροι δράκοι έχουν αρκετά υψηλή νοημοσύνη. Αυτό εντούτοις δε μελετήθηκε επιστημονικα μέχρι μία μελέτη του 2014. Στη μελέτη αυτήν αποδείχθηκε ότι τα ζώα αυτά μπορούν να μάθουν μιμούμενα άλλα μέλη του είδους τους. Ένας γενειοφόρος δράκος εκπαιδεύτηκε να ανοίγει ένα πορτάκι, πίσω από το οποίο υπήρχαν αλευροσκούληκα. Έπειτα οι ερευνητές έδειξαν στην πρώτη ομάδα δράκων το βίντεο στο οποίο ο εκπαιδευμένος δράκος άνοιγε το πορτάκι, και στη δεύτερη το πορτάκι ν’ανοίγει από μόνο του. Όλοι οι δράκοι της πρώτης ομάδας κατόρθωσαν να ανοίξουν το πορτάκι για να φάνε τα αλευροσκούληκα, ενώ κανένας δράκος της δεύτερης δεν μπόρεσε να το κάνει. Αυτό υποδηλώνει ότι οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να μάθουν μιμούμενοι τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους τους, και δεν αντιγράφουν απλώς μια συμπεριφορά χωρίς σκοπό, μία αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Μέχρι τότε πιστευόταν ότι μόνο κάποια πουλιά και θηλαστικά έχουν αυτήν την ικανότητα, αν και κάτι παρόμοιο, μολονότι ποιο απλό, είχε διαπιστωθεί στις κοκκινοπόδαρες χελώνες (Chelonoidis carbonaria) παλαιότερα. Εντούτοις οι δράκοι αυτοί δεν είναι τα εξυπνότερα ερπετά. Υπάρχουν σκίγκοι, βαράνοι και κροκοδείλια που έχουν αρκετά υψηλότερη νοημοσύνη.

Οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία

Οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τις πλέον διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία, όπου διατηρούνται κυρίως ως κατοικίδια σε όλον τον κόσμο. Η χαρακτηριστική εμφάνιση, το μεγάλο, αλλά όχι τεράστιο μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι ευκολία στη διατήρηση, στη διατροφή και στην αναπαραγωγή, τις έκαναν αμε΄σως πολύ δημοφιλείς. Εξαιτίας του ήρεμου χαρακτήρα και του μικρού φόβου για τον άνθρωπο, οι γενειοφόροι δράκοι χρησιμοποιούνται κατά κόρον από προγράμματα που αποσκοπούν να φέρουν το κοινό πιο κοντά στα ερπετά. Πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή σχέση με τα ερπετά έχουν αλλάξει γνώμη αφού συνάντησαν γενειοφόρο δράκο. Παρόλα αυτά υπάρχουν κι αυτοί που αντιπαθούν τις σαύρες αυτές, αλλά είναι συνήθως οι ίδιοι που έχουν κι άλλες αναχρονιστικές, σχεδόν δεισιδαιμονικές απόψεις για τα ερπετά, όπως ότι όλα είναι βδελυρά και πονηρά όντα, τα φίδια είναι εσκεμμένα κακά κλπ. Επίσης, χάρη στην τάση του να μην κρύβεται συχνά, το είδος δεν απουσιάζει από ερπετοσυλλογές ζωολογικών κήπων, ενυδρείων και ερπεταρίων. Σε κάθε ζωολογικό κήπο που έχω επισκεφθεί τους έχω συναντήσει. Εκτός αυτού, επειδή είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, χρησιμεύουν ως ζώα μελέτης στο εργαστήριο, κυρίως όσον αφορά τη θερμορρύθμιση στα εκτόθερμα υπό διάφορες συνθήκες. Έχει βρεθεί για παράδειγμα, ότι παρότι τα ενδόθερμα και τα εκτόθερμα ζώα παράγουν και διατηρούν τη θερμότητά τους με διαφορετικούς τρόπους, ο εγκεφαλικός έλεγχος από τον υποθάλαμο είναι παρόμοιος. Έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης σε μελέτες πάνω στην εμβρυακή ανάπτυξη, στην έκδυση, στη διατροφή κλπ.

Η αρχική ιστορία των γενειοφόρων δράκων στην αιχμαλωσία είναι ασαφής. Σήμερα διατηρούνται εκτός Αυστραλίας δύο κυρίως είδη, ο κοινός (P. vitticeps) και ο μικρότερος του Χένρι και του Λόσον (P. henrylawsoni), ο οποίος είναι πολύ σπανιότερος, ενώ εντός Αυστραλίας κοινός είναι και ο μεγάλος ή βαρβάτος γενειοφόρος δράκος (P. barbata). Λέγεται ότι στο παρελθόν η P. barbata διατηρούταν σε πολές συλλογές εκτός Αυστραλίας, αλλά στη συνέχεια κέρδισε η P. vitticeps τον ανταγωνισμό και η πρώτη εξαφανίστηκε, ενώ επίσης λέγεται ότι ορισμένες γιγάντιες γραμμές δράκων, όπως οι γερμανικοί γίγαντες (german giants), που μπορούν να φτάσουν τα 60 εκ, αποτελούν υβρίδια της vitticeps με την barbata. Από την άλλη, πολλοί πληθυσμοί P. vitticeps ταυτοποιούνταν λανθασμε΄να ως P. barbata στο παρελθόν, οπότε πιθανότατα αρκετά μεγάλα άτομα του πρώτου είδους να συγχέονταν με τον μεγαλύτερο συγγενή. Άρα πιθανότατα η P. barbata δεν εγκατέλειψε ποτέ το Νότιο Ημισφαίριο. Οι πρώτοι γενειοφόροι δράκοι εισήχθησαν στη Γερμανία μέσα στη δεκαετία του 1970, ίσως παράνομα, γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η Αυστραλία είχε απαγορεύσει την εξαγωγή πανίδας πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, π.χ. για επιστημονική έρευνα, Λέγεται επίσης ότι οι πρώτοι εκτροφείς δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τον ταπεινό γενειοφόρο δράκο, τον οποίον χρησιμοποιούσαν ως τροφή για βαράνους, αλά αυτό δε μπορώ να το εξακριβώσω. Ανακαλύφθηκε εντούτοις γρήγορα ότι το είδος αυτό αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς κι ότι είναι εύκολο, κι έτσι εξαπλώθηκε στην Ευρώπη. Στις συλλογές των ΗΠΑ έκανε δειλά-δειλά την πρώτη του εμφάνιση τη δεκαετία του 1990, κι έκτοτε η δημοφιλία του αυξανόταν, ώστε σήμερα να θεωρείται η κοινότερη κατοικίδια σαύρα στη χώρα αυτή. Οι αμερικανικές γραμμές είναι λιγότερες από τις ευρωπαϊκές, γι’αυτό κι εκεί παρουσιάζονται περισσότερα γενετικά προβλήματα. Τα είδη P. vitticeps και P. barbata εισήχθησαν επίσης στη Νέα Ζηλανδία, η οποία αργότερα έκλεισε τις εισαγωγές εξωτικών ζώων, αλλά οι πληθυσμοί τους εκεί είναι αυτάρκεις. Οι εκτροφείς εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν περισσότερο να διατηρήσουν το ειδος ζωντανό και να το αναπαραγάγουν, παρά να κρατήσουν καθαρές τις διάφορες τοπικές παραλλαγές (localities), γι’αυτό και οι διάφορες τοπικές παραλλαγές αναμίχθηκαν. Πάραυτα, εξακολουθούν να υπάρχουν ζώα με διαφορετικούς χρωματισμούς, όπως κιτρινωπά και πορτοκαλωπά, τα οποία με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν παραγάγει μορφικά έντονων χρωμάτων. Άλλες γραμμές έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για να χάσουν τα αγκάθια τους ή να μικρύνουν τις φολίδες τους. Τα leatherback έχουν ασυνήθιστα λεία ράχη, με μικροσκοπικές φολίδες, ενώ τα translucent έχουν επίσης σχεδόν διάφανο δέρμα. Υπάρχουν και τα scaleless, τα οποία εντούτοις έχουν πάλι κάποιες μικ΄ρες φολίδες. Τα ζώα αυτά είναι ευάλωτα σε τραυματισμούς και δε θα μπορούσαν να ζήσουν στη φύση. Γενικώς το είδος δεν εμφανίζει συνέπειες από την κλειστή αναπαραγωγή, ωστόσο αρκετές κλειστές γραμμές έχουν μεγαλύτερη συχνότητα προβλημάτων υγείας και μικρότερο τελικό μέγεθος. Γενειοφόροι δράκοι πωλούνται παντού, αλλ’αυτο΄δε σημαίνει ότι όλοι οι πωλητές είναι καλοί. Γενικώς τα ζώα από τα περισσότερα pet shops, είτε συνοικιακά είτε αλυσίδων, δεν φροντίζονται σωστά. Καλύτερη είναι η αγορά ζώου από εκτροφέα απευθείας ή από κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπως το feeders.gr. Επίσης συχνά ανεβαίνουν αγγελίες απ’όσους θέλουν να δώσουν το ζώο τους για οποιονδήποτε λόγο, αλλά αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί ενδέχεται ο προκάτοχος να μη φρόντιζε σωστά το ζώο του και αυτο΄να πάσχει από πολλαπλά προβλήματα υγείας. Τέλος τα πολύ μικρά σε ηλικία ζώα δεν προτείνονται για να ξεκινήσει κάποιος, επειδή είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Τα μεγαλύτερα πάλι θα χρειαστούν λίγη παραπάνω φροντίδα, επειδή είναι στην ανάπτυξη, αλλά είναι ευκολότερα, ενώ τα ενήλικα είναι τα πλέον εύκολα.

Οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούνται συνήθως σε τερράρια, τα ειδικά κλουβια δηλαδή για ερπετά. Τα ενυδρεία δεν είναι κατάλληλα, γιατί έχουν αρκετό ύψος κι όχι ικανοποιητικό πλάτος, κι επίσης ανοίγουν από πάνω, θέση άβολη για το τάισμα, τον καθαρισμό και το χειρισμό. Καλύτερα είναι τα τερράρια που ανοίγουν από μπροστά, που μπορεί να είναι έιτε ιδιοκατασκευές είτε αγορασμένα έτοιμα. Το τερράριο μπορεί να είναι κατασκευασμένο από διάφορα υλικά, και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Το γυαλί για παράδειγμα είναι πλήρως διαφανές, εύκολο στο καθάρισμα και όμορφο, αλά είναι πολύ βαρύ και αγώγιμο στη θερμότητα, οπότε δε μονώνει το τερράριο. Το πλέξι γκλας είναι αρκετά ελαφρύτερο από το γυαλί και πιο μονωτικό, αλλά γρατσουνιέται εύκολα και είναι λιγότερο διαφανές. Το ξύλο είναι άριστος μονωτής, αλά αν δεν είναι βαμμένο σωστά μπορεί να τραβήξει υγρασία και να φουσκώσει, αν κι αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα στους ξηρούς χώρους των γενειοφόρων δράκων. Επίσης είναι πιο δύσκολο στο καθάρισμα από άλα υλικά εξαιτίας των πόρων. Καλύτερα ξύλαείναι τα κόντρα πλακέ θαλάσσης ή η μελαμίνη. Το μέταλλο είναι επίσης αγώγιμο στη θερμότητα και μπορεί να σκουριάσει, ανάλογα με τον τύπο. Ένα τερράριο μπορεί να είναι φτιαγμένο από διάφορα υλικά, για παράδειγμα μπροστά τζάμι και όλο το υπόλοιπο ξύλο, ή μεγάλο μέρος του ξύλο και κάποιες πλευρές τζάμι, ή μεταλλικός σκελετός με τζάμια και ξύλο, κλπ. Εάν οι θερμοκρασίες είναι σταθερά υψηλές, οι γενειοφόρι δράκοι μπορούν να ζήσουν και σε σίτινα κλουβιά (flexarium ή συρμάτινα κλουβιά, αλά αυτά είναι για ελάχιστες περιπτώσεις και υπάρχει κίνδυνος τα πόδια τους να πιαστούν στα ανοίγματα. Το τερράριο ιδανικά θα πρέππει να έχει μήκος δύο φορές το ολικό μήκος της σαύρας και πλάτος μία φορά το ολικο΄μήκος, και το ύψος καλό είναι να είναι αρκετό, όσο περίπου και το πλάτος. Αυτό σημαίνει ότι για έναν δράκο των 50 εκατοστών θα χρειαστεί τερράριο διαστάσεων 100χ50χ50 εκατοστών. Τα ζώα μπορούν να ζήσουν σε οριακά μικρότερους χώρους, αν κι αυτο΄δεν προτείνεται, και φυσικά οι μεγαλύτεροι δε βλάπτουν, αν και για τα πολύ μικρά άτομα προτείνεται ένας μικρότερος χώρος για να ελέγχονται οι συνθήκε ςκαλύτερα και να βρίσκουν την τροφή τους ευκολότερα. Το υπόστρωμα, το υλικό δηλαδή που τοποθετείται στον πυθμένα, μπορεί να είναι από διάφορα υλικά και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Πολλοί βάζουν άμμο, πιστεύοντας λανθασμένα ότι οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από αμμώδεις ερήμους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι όταν ζουν σε αμμώδη περιβάλλοντα, συνήθως είναι σκαρφαλωμένοι ψηλά και πατούν σε στέρεες επιφάνειες. Η άμμος αφενός τους δυσκολεύει στην κίνηση κι αφετέρου καθαρίζεται πολύ δύσκολα, αφού μικροσωματίδια ακαθαρσιών μπορεί να παραμείνουν, κι επίσης δημιουργέι αρκετή σκόνη όταν ταράζεται και είναι βαριά. Μόνο οι σαύρες με κροσσωτά δάκτυλα είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση στην άμμο, και οι συγκεκριμένοι δράκοι δεν τα έχουν. Ένα πιο φυσικό υπόστρωμα είναι μίγμα άμμου και χώματος, αν και είναι βαρύ και δεν είναι απαραίτητο για την ευζωία του δράκου. Ως υπόστρωμα επίσης χρησιμοποιείται και πλαστικός χορτοτάπιτας, παρόλο που ο δράκος δεν κατάγεται από χορταριασμένες περιοχές. Είναι εύκολος στο καθάρισμα, καιτο λερωμένο μέρος μπορεί ν’αντικατασταθεί με ένα καθαρό. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί κεραμίδι, το οποίο στρώνεται στον πυθμε΄να και καθαρίζεται επί τόπου. Γίνεται και να μην έχουν καθόλου υπόστρωμα αν ο πυθμένας καθαρίζεται πολύ εύκολα, αλλά αν η επιφάνεια είναι ολισθηρή αυτο΄δεν προτείνεται, ιδίως αν βρίσκονται στην ανάπτυξη, οπότε αυτό μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στα πόδια τους. Υποστρώματα από φυτικά παραπροϊόντα όπως σπασμένος φλοιός καρυδιού ή προϊόντα καλαμποκιού είναι ακατάλληλα, γιατί δύσκολα περνούν από το πεπτικό σύστημα αν καταποθούν, προκαλώντας ενσφηνώσεις, και κάποια, όπως ο βλαστός του καλαμποκιού ή τα πέλετ τριφυλλιού, μουχλιάζουν γρήγορα. Αρκετοί ωστόσο χρησιμοποιούν μη αρωματικά πριονίδια όπως λεύκας (aspen) χωρίς πρόβλημα, αν και η τροφή θα πρέπει να δίνεται με μεγαλύτερη προσοχή. Το πλέον χρησιμοποιούμενο υπόστρωμα ωστόσο είναι το χαρτί, όπως η εφημερίδα, το χασαπόχαρτο κλπ, το οποίο είναι ελαφρύ, εύκολο στο καθάρισμα, φθηνό ή και δωρεάν. Το μόνο του αρνητικό είναι η κακή του εμφάνιση, αλλά το τερράριο μπορέι να ομορφύνει με διάφορα άλλα πράγματα. Το χαρτί μπορεί να είναι οποιουδήποτε τύπου, αρκεί να μην είναι ολισθηρό. Το τερράριο θα πρέπει επίσης να έχει διάφορες διακοσμήσεις, ώστε ο δράκος να σκαρφαλώνει, να εξερευνά και να κρύβεται. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βράχοι ή ξύλα, αλά αν το υπόστρωμα είναι εκσκάψιμο θα πρέπει πρώτα να τοποθετηθούν τα αντικείμενα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος καταπλάκωσης του ζώου αν αυτο τα υπονομεύσει. Τα κλαδιά θα πρέπει να έχουν το πλάτος του δράκου, και μερικά μπορέι να είναι πλατύτερα; ή και λίγο λεπτότερα, αλά τα πολύ λεπτά δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επειδή οι δράκοι δεν τα προτιμούν. Μπορούν να τοποθετηθούν διάφορα κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις, ώστε να εκμεταλλευθούν όλον τον όγκο του τερραρίου. Επίσης προαιρετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια κρυψώνα, που μπορεί να είναι ξύλινη κατασκευή, σπασμένη γλάστρα, έτοιμη αγορασμένη σπηλιά ή κάτι παρόμοιο, με κατάλληλο μέγεθος – λίγο μικρότερη από το δράκο αρκεί – και στενή είσοδο, στην οποία το ζώο θα κρύβεται. Η κρυψώνα δεν είναι απαραίτητη, και ο δράκος μπορεί να κρυφτεί απλώς πίσω από κάποιο ξύλο ή σε μία γωνία, αλλά προτείνεται. Όλες οι διακοσμήσεις θα πρέπει να είναι γερά τοποθετημένες, και να μην υπάρχει κίνδυνος πτώσεις τους. Αρκετοί κολλούν για ομορφία στον πίσω τοίχο του τερραρίου, αν είναι διαφανής, ένα background που δείχνει φυσικά τοπία, κι αν είναι αρκετά αληθοφανές ο δράκος μπορέι να προσπαθήσει να το σκαρφαλώσει! Ο ψηλότερος βράχος ή ξύλο μπορέι να χρησιμεύσει ως σημείο λιασήματος, όπου ο δράκος θα ανεβαίνει για να λιάζεται. Πάνω από εκέινο το σημείο θα βρίσκονται οι λαμπτήρες που θα προσομοιώνουν τον ήλιο. Σε πολύ μεγάλα τερράρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και λάμπες υδραργύρου, οι οποίες εντούτοις παράγουν πολλή θερμότητα και υπεριώδη ακτινοβολία, άρα δεν είναι κατάλληλες για κατασκευές συνηθών μεγεθών, οπότε στην περίπτωση αυτήν θα χρειαστούν δύο λαμπτήρες. Ο ένας λαμπτήρας θα είναι η λάμπα θέρμανσης, η οποία θ’ανεβάζει τη θερμοκρασία σε κατάλληλα για το δράκο επίπεδα. Οι προτεινόμενες τιμές διαφέρουν από άρθρο σε άρθρο, με άλλους να προτείνουν θερμοκρασίες μεταξύ 35-37 βαθμών κι άλλους μεταξύ 38-40 βαθμών, ενώ σε λίγα άρθρα η προτεινόμενη θερμοκρασία είναι μόλις 32 βαθμοί. Καλύτερο είναι η θερμοκρασία να είναι λίγο υψηλότερη από την προτιμώμενη του δράκου, δηλαδή μεταξύ 38-40 βαθμών, ώστε το ζώο ν’ανεβάζει τη θερμοκρασία του γρήγορα. Τα Wat της λάμπας εξαρτώνται από την απόσταση απότο σημείο λιασήματος και την εξωτερική θερμοκρασία, και συνήθως οι λάμπες που χρησιμοποιούνται είναι από 40 και άνω. Το καλοκαίρι, αν οι θερμοκρασίες βρίσκονται κοντά στην προτιμώμενη ζώνη του δράκου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ασθενέστερη ή και καθόλου λάμπα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η θερμοκρασία του υπόλοιπου χώρου θα διατηρείται υψηλή από τη λάμπα, με ιδανικές τιμές τους 25-30 βαθμούς, αλλά αν η περιβαλλοντική θερμοκρασία είναι χαμηλή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιπλέον μία θερμαντική πλάκα στον πυθμένα του τερραρίου, ή μια κεραμική λάμπα, η οποία μπορεί να παραμένει αναμμένη και το βράδυ. Νυχτερινές θερμοκρασίες μέχρι και τους 18 βαθμούς δεν αποτελούν πρόβλημα. Εάν η θερμοκρασία του σημείου λιασήματος είναι αρκετά υψηλή, ο θερμοστάτης δεν είναι απαραίτητος, αν και αν υπάρχει ρυθμίζει τη θερμοκρασία πολύ ευκολότερα και χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους. Κλάσης ανώτερος είναι ένας ροοστάτης από έναν θερμοστάτη, ο οποίος απλώς αυξομειώνει την ένταση του ρεύματος και δεν αναβοσβήνει τη λάμπα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινές λευκές λάμπες πυράκτωσης, οι οποίες προσφέρουν και φως, κόκκινες λάμπες υπερύθρων, οι οποίες μπορεί να έχουν έντονο κόκκινο φως, αλλά θερμαίνουν άριστα το χώρο, ή κεραμικές λάμπες, οι οποίες δεν παράγουν φως, αλά επίσης θερμαίνουν άριστα. Οι τελευταίες επιδή υπερθερμαίνονται θα πρέπει να βιδώνονται σε κεραμικό ντουί, γιατί το πλαστικό ενδέχεται να λιώσει, όπως προτέινεται άλλωστε και για τις υπόλοιπες. Συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας της λάμπας, επειδή ο δράκος δύσκολα από μόνος του θ’αγγίξει την καυτή επιφάνεια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αν η λάμπα είναι αρκετά κοντά ή είναι κεραμική και βρίσκεται κοντά, καλό είναι να είναι προφυλαγμένη με κάποιο πλέγμα. Ο δεύτερος λαμπτήρας θα είναι αυτός της υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι ένας λαμπτήρας φθορισμού, του οποίου το γυαλί είναι ειδικά κατασκευασμένο, ώστε να επιτρέπει το πέρασμα της υπεριώδους ακτινοβολίας β (uvb), η οποία συμβάλει στη σύνθεση της βιταμίνης d3 από την προβιταμίνη της που υπάρχει στο δέρμα,η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου, αφού χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο από το πεπτικό σύστημα. Η ωφέλιμη ακτινοβολία έχει μήκος κύματος μεταξύ 290- και 320 νανομέτρων, κι εκπέμπεται απ’αυτές τις λάμπες. Υπάρχουν δύο ειδών τέτοιοι λαμπτήρες, σωληνωτοί και βιδωτοί. Οι βιδωτοί είναι πιο βολικοί, αφού βιδώνουν σε ντουί για κοινέ ςλάμπες, αλά παράγουν συγκεντρωμένη ακτινοβολία σε μία εστία, και γι’αυτο΄δε θα πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά στο ζώο. Οι σωληνωτοί διαχέουν την ακτινοβολία σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Οι λάμπες αυτές θα πρέπει να τοποθετούνται στην απόσταση που προτείνει ο κατασκευαστής, δηλαδή γύρω στα 20-30 εκατοστά μακριά, γιατί ηδάλλως, αν είναι πολύ μακριά, η ακτινοβολία εξασθενεί, ενώ αν είναι πολύ κοντά μπορεί να βλάψει τα μάτια του ζώου, το οποίο, αν και ζώο του ήλιου που εκτίθεται σε αρκετή υπεριώδη ακτινοβολία, δε μπορεί ν’ανταπεξέλθει σε τόσο υψηλά επίπεδα. Μία λάμπα απόδωσης στο 10% του φάσματος είναι κατάλληλη γι’αυτό το ερημόβιο ειδος. Η απόδοση των λαμπτήρων αυτών σε ακτινοβολία φθίνει με το χρόνο, και προτείνεται οι λάμπες αυτές ν’αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο, ακόμα κι αν εξακολουθούν να φωτοβολούν. Η λάμπα φθορισμού επίσης θα είναι η κυριότερη πηγή φωτός στο τερράριο. Ο γενικότερος χώρος επίσης θα πρέπει να είναι αρκετά φωτεινός, γιατί οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από φωτεινό περιβάλλον και εκδηλώνουν σωστή συμπεριφορά μόνο υπό έντονο φως. Τα φώτα θα πρέπει να συνδεθούν με χρονοδιακόπτη, ώστε ν’ανάβουν και να σβήνουν σε σταθερές ώρες κάθε με΄ρα. Η σταθερή φωτοπερίοδος είναι δώδεκα ώρες φως, αλλά καλό είναι αυτή να ποικίλει ανάλογα με τις εποχές, με 14 ώρες φως το καλοκαίρι και 10 το χειμώνα. Για να μη διαταράσσεται ο ημερήσιος κύκλος τους, το βράδυ θα πρέπει να έχουν σκοτάδι. Αν η παροχή σκότους είναι αδύνατη, το τερράριο θα πρέπει να σκεπαστεί με κάτι αδιαφανές, όπως ένα σκούρο πανί.

Σε κατάλληλα κλίματα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να στεγαστούν και σε εξωτερικο΄χώρο για μεγάλο μέρος ή και ολόκληρο το έτος. Η εξωτερική στέγαση παρέχει περισσότερο χώρο και άφθονο φυσικό ηλιακό φως. Εντούτοις μεγάλα μειονεκτήματα είναι η πιθανότητα απώλειας του δράκου από απόδραση, αρπακτικά ή ακόμα κι από ανθρώπους που μπορέι να τον κλέψουν – γίνεται κι αυτό! Γι’αυτό η περίφραξη θα πρέπει να θαφτεί στο χώμα για 30 εκατοστά, προτιμότερα βαθύτερα, και ο χώρος να σκεπαστεί από πάνω με κάποιο πλέγμα, αν κι όχι πολύ ψιλή σίτα, επειδή θα κόψει αρκετό από το ηλιακό φως. Μπορούν να διατηρηθούν επίσης σε κατάλληλα διαμορφωμένα θερμοκήπια με ειδικό γυαλί που επιτρέπει την είσοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας ή με παράθυρα που θ’ανοίγουν γι’αυτόν το σκοπό. Ο εξωτερικός χώρος μπορεί να διαμορφωθεί με βράχια, κλαδιά κι άλλα σημεια στα οποία ο δράκος θα σκαρφαλώνει και θα λιάζεται. Πρόβλημα αποτελούν τα πουλιά και τα αεροπλάνα, τα οποία ίσως να τον τρομάζουν. Σε περιοχές της Αυστραλίας όπου ζει ή σε παρόμοιες κλιματικές ζώνες ανά τον κόσμο όπως στη νότια Καλιφόρνια, οι δράκοι αφήνονται να περάσουν το χειμώνα έξω. Συνήθως έχουν μια γωνία κάτω από μια πέτρα ή κορμό που σκάβουν και πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Ακόμα όμως και αν στεγάζεται έξω στα κλίματα που ζει, δεν έχει την επιλογή να πάει όπου θέλει, γι’αυτό θα πρέπει να προφυλάσσεται από την υπερβολική υγρασία. Θα πρέπει να υπάρχουν μόνιμα στεγνές, στεγασμένες περιοχές για τη βροχή, το χώμα να έχει καλή αποστράγγιση και να μη φυτεύονται πολά πλατύφυλλα φυτά στο χώρο του. Στην Ελλάδα ο και΄ρος είναι αρκετά άστατος την άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, με εξαίρεση ίσως κάποια νησιά και κάποιες περιοχές της Κρήτης. Στην Κύπρο ίσως να είναι δυνατό, όπου άλλωστε διατηρούν κροκοδείλια κι άλα τροπικά είδη μονίμως σε εξωτερικό χώρο χωρίς πρόβλημα. Οι περισσότεροι κάτοχοι εντούτοις έχουν ένα βασικό εσωτερικο τερράριο, και βγάζουν το δράκο έξω υπό επιτήρηση κατά τις ηλιόλουστες μέρες, ή τον τοποθετούν σ’ένα φλεξάριουμ με αρκετό μέρος του στη σκιά, ώστε το ζώο να θερμορρυθμίζεται, γιατί ακόμα κι ένα ζώο της σκληρής ερήμου μπορεί να υπερθερμανθεί αν δε μπορέι να διαφύγει στη δροσιά.

Η διατροφή του είδους είναι πολύ εύκολη. Το είδος είναι παμφάγο, αν και τείνι προς την εντομοφαγία. Όπως όλα τα παμφάγα ερπετά, στα αρχικά στάδια της ζωής του, οπότε έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε πρωτεΐνη, τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με ζωική ύλη, ενώ μεγαλώνοντας αρχίζει να εντάσσει και φυτά στο διαιτολόγιό του. Αν και συχνά αναφέρεται ότι η διατροφή ενός ενήλικου γενειοφόρου δράκου αποτελείται κατά 70% φυτά, αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια επιστημονική μελέτη. Απεναντίας, όσες μελέτες έχουν γίνει καταδεικνύουν ότι τα ζώα αυτά είναι κυρίως εντομοφάγα. Μπορεί αν δεν υπάρχουν έντομα να τρέφονται κυρίως με φυτά, αλά υπό κανονικες συνθήκες προτιμούν τα έντομα. Άλλωστε οι περισσότεροι κάτοχοι γενειοφόρων δράκων γρήγορα διαπιστώνουν ότι το ζώο τους προτιμά περισσότερο τα έντομα και μειώνουν την προσφορά φυτικών τροφών, αν και δυστυχώς το αποδίδουν σε κακομαθημενισμό. Από έντομα μπορούν να δοθούν όλα τα διαθέσιμα στο εμπόριο είδη ως τροφή, όπως γρύλλοι (Gryllus bimaculatus και Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς (Shelfordella tartara), άλλα είδη κατσαρίδων, αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) και τα σκαθάρια τους, Μελοσκούληκα (Galleria melonella) και οι πεταλούδες τους, γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio) και τα σκαθάρια τους, προνύμφες μαύρης μύγας στρατιώτη ή phoenix worms (Hermetia illucens) και οι μύγες τους, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina και τα σκαθάρια τους, μεταξοσκώληκες (Bombix mori) και οι πεταλούδες τους, και διάφορα άλλα. Μπορούν επίσης να συλλεχθούν έντομα από τη φύση τα οποία θα προσφέρουν ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία, όπως ακρίδες, γρύλλοι, τζιτζίκια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, αλογάκια της Παναγίας, χρυσομπάμπουρες, κάμπιες, καθώς και σαλιγκάρια και σκουλήκια, αλά θα πρέπει να προέρχονται από περιοχή χωρίς συχνή χρήση φαρμάκων. Επίσης ορισμένα έντομα είναι τοξικά ή ερεθιστικά. Οι τριχωτές κάμπιες, κι αυτές που τρέφονται από τοξικά φυτά όπως ντατούρα θα πρέπει ν’αποφεύγονται, ενώ όσες τρέφονται από ασφαλή φυτά είναι εντάξει. Ένα ακόμα πολύ τοξικό έντομο είναι η πυγολαμπίδα, η οποία ακόμα και μία μπορεί να σκοτώσει έναν ενήλικο γενειοφόρο δράκο. Οι δράκοι δεν την αναγνωρίζουν ως επικίνδυνοι, ίσως επειδή δεν την συναντούν στο θυσικό τους περιβάλλον. Οι λουσιβουφαγίνες που έχει επιφέρουν θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες, και το ζώο πεθαίνει έπειτα από πολές ώρες αγωνίας. Τα περιστατικά σημειώθηκαν στις ΗΠΑ έπειτα από κατανάλωση πυγολαμπιδών του γένους Photinus, αλλά θα μπορούσαν να ισχύουν και για τα δικά μας είδη. Μην το διακινδυνεύσετε! Οι δράκοι μπορούν επίσης αραιά να φάνε και σπονδυλωτά όπως μικρά ποντικάκια, προτιμότερα αποψυγμένα παρά ζωντανά, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η συλλογή σπονδυλωτών από τη φύση δεν προτείνεται, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μόλυνσης με παράσιτα. Από φυτικές τροφές μπορούν να φάνε φύλλα, άνθη, λαχανικά και καρπούς. Φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι, ρόκα, αντίδι, λαχανίδες κι άλλα λαχανοειδή, φύλλα καρότου, μαϊντανός, σέλινο, φύλλα από ραπανάκι, ψιλοκομμένα λαχανικά όπως πιπεριά, κολοκύθι, καρότο, μπιζέλια, φασολάκια, αγριόχορτα όπως ραδίκι ή πικραλίδα, ζοχός, μολόχα ή αγριομολόχα, αλσήνη ή στελλάρια, περδικάκι, κολλιτσίδα, γλιστρίδα ή αντράκλα, και φύλλα από καλλωπιστικά μονοετή, θάμνους ή δέντρα όπως πανσές, γεράνι, νεροκάρδαμο, φύλλα μουριάς, αμπελόφυλλα, φύλλα και άνθη ιβίσκου, φύλλα και άνθη τριανταφυλλιάς, όλα είναι κατάλληλα. Γενικώς όσα πλατύφυλλα φυτά είναι κατάλληλα για ιγκουάνες, χερσαίες χελώνες και κουνέλια είναι κατάλληλα και για γενειοφόρους δράκους. Κάποια λαχανικά, όπως το σπανάκι, περιέχουν αρκετοό οξαλικο΄οξύ που δεσμεύει το ασβέστιο, και γι’αυτο΄θα πρέπει να δίνονται αραιά ή και καθόλου. Τα φρούτα θα πρέπει να ταΐζονται σε μικρές ποσότητες, και μπορεί να είναι οτιδήποτε, εκτός από το αβοκάντο, το οποίο θεωρείται τοξικό (δεν έχουν όλες οι ποικιλίες τοξίνες, αλλά ίσως να έχουν κι επίσης είναι υπερβολικά λιπαρό, οπότε δεν προτέινεται). Τέλος μία ακόμα καλή φυτική τροφή είναι οι βλαστοί φραγκοσυκιάς, ξεφλουδισμένοι χωρίς αγκάθια και κομμένοι κομματάκια, οι οποίοι έχουν αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 70/1, αν και δεν τους τρώνε όλοι οι δράκοι. Το ασβέστιο είναι υψίστης σημασίας στη διατροφή των δράκων, και για να γίνεται σωστά η απορρόφησή του θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία δύο προς ένα με το φώσφορο. Τα περισσότερα από τα παραπάνω φυτά είναι πλούσια σε ασβέστιο, αλά τα έντομα συνήθως δεν είναι, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το πασπάλισμα είναι απαράιτητο για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά, και μπορεί να μη γίνεται σε κάθε γεύμα στα ενήλικα αρσενικά ή στα θηλυκά που δεν αναπαράγονται. Πολλοί δράκοι δε δέχονται πασπαλισμένα φυτά, οπότε το πασπάλισμά τους δεν είναι απαραίτητο. Πολλά ζώα μπορούν επίσης να φάνε καθαρό ασβέστιο, όπως κομματάκια κόκκαλου σουπιάς. Ορισμένα ασπόνδυλα, όπως οι μεταξοσκώληκες, τα phoenix worms και τα σαλιγκάρια είναι αρκετά υψηλά σε ασβέστιο και δε χρειάζονται επιπλέον συμπλήρωση. Η ποικιλία τροφών είναι το καλύτερο, με εναλλαγές στα έντομα, τα οποία με τη σειρά τους θα πρέπει να έχουν τραφεί καλά, και στα φυτά, τα οποία θα πρέπει να είναι φρέσκα και καλής ποιότητας. Υπάρχουν επίσης και έτοιμες τροφές για γενειοφόρους δράκους, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διερευνηθεί από ουδέτερους ερευνητές, οπότε καλύτερα να χρησιμοποιούνται σπάνια ή και ποτέ, ή μόνο ως λύση έκτακτης ανάγκης. Με μια τέτοια διατροφή λοιπόν, οι απόψεις διίστανται αν χρειάζεται συμπλήρωση με πολυβιταμίνες, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι δε χρειάζεται αν υπάρχει ποικιλία τροφής και με άλλους να θεωρούν ότι μια φορά το μήνα λίγο συμπλήρωμα δε βλάπτει. Μεγάλη συζήτηση γίνεται επίσης και για τη συμπλήρωση με βιταμίνη d3, ιδίως για μικρούς δράκους ή δράκους που δεν εκτίθενται στο ηλιακό φως, αλλά στην πραγματικότητα το συμπλήρωμα είναι άχρηστο, αφού σύμφωνα με μια μελέτη, όπου μετρήθηκε η συγκέντρωση της βιταμίνης αυτής στο αίμα νεαρών γενειοφόρων δράκων που εκτίθεντο σε υπεριώδη ακτινοβολία για διάφορους χρόνους ή λάμβαναν συμπλήρωμα σε διάφορες δόσεις, βρήκε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης ήταν υπερπολλαπλάσια στα ζώα που εκτίθεντο στην ακτινοβολία, οπότε το συμπλήρωμα από μόνο του είναι αναποτελεσματικό. Βρέθηκε επίσης ότι δύο ώρες έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία των ειδικών λαμπτήρων είναι αρκετές για τη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων βιταμίνης d3 στους αναπτυσσόμενους γενειοφόρους δράκους. Άρα οι γενειοφόροι δράκοι λειτουργούν περισσότερο όπως τα ημερόβια φυτοφάγα (ιγκουάνες, χελώνες, ουρομάστιγες), στο ότι αξιοποιούν πολύ περισσότερο τη d3 που συνθέτουν από το ηλιακό φως, παρά όπως τα σαρκοφάγα, τα οποία τηναξιοποιούν το ίδιο αποτελεσματικά αν προέρχεται από την τροφή. Μεγάλη συζήτηση γίνεται ακόμα και για το μέγεθος των θηραμάτων, τα οποία θα πρέπει υποτίθεται να είναι όσο η απόσταση μεταξύ των ματιών του ζώου, για να μην πάθει ενσφήνωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο οι ενήλικοι γενειοφόρι δράκοι μασούν καλά την τροφή τους και μπορούν να φάνε αρκετά μεγαλύτερα θηράματα, αν κι όχι μεγαλύτερα από το κεφάλι τους – αν είναι στενόμακρα και λεπτά δεν πειράζει κι αν είναι λίγο μακρύτερα. Τα μικρότερα άτομα ίσως να χρειάζονται περισσότερα και μικρότερα έντομα για λόγους ευπεψίας, αν και είναι δύσκολο να πάθουν ενσφήνωση μόνο από έντομα. Συνήθως συμβάλει σ’αυτο η χρόνια χαμηλής έντασης αφυδάτωση και η κατάποση άπεπτων υλικών. Επίσης οι δράκοι τεμαχίζουν με ευκολία τα φύλλα, οπότε δεν υπάρχει η πιθανότητα να πνιγούν από μεγάλα κομμάτια, όπως λανθασμένα λέγεται, αν και για τα μικρά, τα οποία άλλωστε δεν τρώνε συχνά φύλλα, καλό είναι να δίνονται ψιλοκομμένα. Η τροφή μπορεί να προσφέρετε σε μπολ, και τα ευκίνητα έντομα όπως οι ακρίδες ή οι γρύλλοι μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρίζουν στο χώρο για να τα κυνηγήσει ο δράκος, παρόλα αυτά μπορεί να κρυφτούν προσωρινά σε κάποια γωνία. Αν ο δράκος έχει αφήσει κάποιους γρύλλους, καλό είναι να απομακρύνονται, γιατί ενδέχεται να τσιμπολογήσουν το δράκο αν δεν υπάρχει άλλη τροφή (οι ακρίδες ή οι κατσαρίδες δεν το κάνουν αυτό). Εναλλακτικά, μπορεί να τοποθετηθεί στο τερράριο ένα κκομματάκι λαχανικού όπως πατάτα ή καρότο για να τρώνε από εκεί. Αρκετοί δράκοι μαθαίνουν επίσης να τρώνε νεκρά θηράματα από λαβίδα, όπως κατεψυγμένα ποντίκια ή κονσερβοποιημένα έντομα, τα οποία μπορούν να δίνονται περιστασιακά. Μία σωστή διατροφή και λίγος ψεκασμός ή στάξιμο νερού μπροστά στο δράκο κάθε λίγες μέρες καλύπτουν τις ανάγκες του είδους σε νερό. Πολλοί βάζουν μπολ νερού στο χώρο του ζώου, αλλά στην πραγματικότητα αυτο σπάνια πίνει από εκέι. Η συχνότητα του ταΐσματος ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και τον τύπο της τροφής, με τα μικρά να χρειάζονται καθημερινό τάισμα, και τα μεγαλύτερα και τα ενήλικα κάθε 2-3 μέρες εάν τρέφονται κυρίως με έντομα, αλλά γίνεται να τρώνε και κάθε μέρα αν τρέφονται με πολλά φυτά. Οι σαύρες αυτές μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τροφή και νερό, αν κι αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να τις υποβάλουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Δράκοι έχουν χαθεί και βρεθεί μετά από 4 μήνες για παράδειγμα, και μολονότι ήταν εντελώς αφυδατωμένοι, επανήλθαν στα φυσιολογικά μετά από λίγη παραπάνω φροντίδα. Η συχνότητα της αφόδευσης εξαρτάται από τη συχνότητα σίτησης, αλλά και από τη θερμοκρασία. Γενικώς μια συχνότητα 1-7 ημερών θεωρείται φυσιολογική, κι αν ο δράκος δε δείχνει σημάδια ενόχλησης ή ανορεξίας, που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ενσφήνωση, ακομα και μεγαλύτερος χρόνος δεν είναι πρόβλημα, συνήθως ωστόσο αφοδεύουν κάθε 2-3 μέρες. Τα περιττώματα είναι πιο στερεά εάν το ζώο τρέφεται κυρίως με έντομα και πιο υγρά αν τρέφεται με φυτά, και μπορεί να είναι ακόμα υδαρέστερα αν τρέφεται με φρούτα ή πολύ υδαρή έντομα, όπως μεταξοσκώληκες. Μυρίζουν ελαφρώς από κοντά, αλά απομακρύνονται εύκολα. Οι ενήλικοι γενειοφόροι δράκοι επιλέγουν μία γωνία στο τερράριο όπου αφοδεύουν, οπότε δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από την τοπική αλλαγή του υποστρώματος. Είναι καθαρά ζώα και δεν πλησιάζουν την περιοχή, εάν το περίττωμα δεν απομακρυνθεί. Σπάνια τα πατούν, κι αυτό μονο αν ο χώρος είναι πολύ στενός και δεν έχουν πού να πα΄νε, ή το τερράριο είναι βρώμικο και παραμελημένο. Σπάνια αφοδεύουν εκτός της γωνίας τους, αλλά μπορεί να τύχει. Σε περίπτωση που αφοδεύσουν πάνω στο σημείο λιασήματος, προτιμούν να μείνουν σε χαμηλότερη θερμοκρασία παρά να λιαστούν εκεί. Τα περιττώματα από ανεπιθύμητες περιοχές μπορούν να σκουπιστούν μ’ένα πανί, και μετά η περιοχή να καθαριστεί με λευκο ξίδι, κι αν χρειάζεται απολύμανση μπορέι να χρησιμοποιηθεί διάλυμα χλωρίνης. Τα ίχνη των καθαριστικών θα πρέπει ν’απομακρυνθούν με νερό, ώστε να μην ενοχληθεί ο δράκος. Αντίθετα, οι νεαροί γενειοφόροι δράκοι που δεν έχουν ακόμα κάποια οριοθετημένη περιοχή, μπορεί ν’αφοδεύσουν οπουδήποτε.

Η χειμερία νάρκη είναι ένα ακόμα αμφιλεγόμενο θέμα, με άλλους να υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητη για τη ευζωία του ζώο κι άλλους ότι είναι προαιρετική, ή ακομα και ανεπιθύμητη. Εγώ είμαι υπέρ της νάρκης, αφού αυτό έκαναν τα ζώα αυτά εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, και η προσπάθειά μας να τους αλάξουμε το βιολογικό ρολόι ίσως να τα βλάπτει περισσότερο απ’όσο ωφελεί. Είναι γνωστό ότι η εποχιακή πτώση του μεταβολισμού παρατείνει τη ζωή πολών εκτόθερμων, και ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στα ερπετά. Παρόλα αυτά δεν είναι όλοι οι δράκοι το ίδιο ευαίσθητη στις εποχιακές μεταβολές, και ίσως αυτό ν’αντανακκλά τις περιοχές απ’όπου κατάγονται οι πρόγονοί τους, με τους απογόνους των ζώων των βορειότερων και τροπικότερων περιοχών να είναι λιγότερο πιθανό να πέσουν σε νάρκη. Γενικώς όμως εάν στο τερράριο η φωτοπερίοδος μειωθεί και τα ζώα μπορούν ν’αντιληφθούν τις φθίνουσες θερμοκρασίες, θ’αρχίζουν από το φθινόπωρο να ετοιμάζονται για νάρκη. Μπορέι να τρώνε λιγότερο και μόνο τις αγαπημένες τους τροφές, μπορεί να κοιμούνται νωρίτερα και να λιάζονται λιγότερο. Τελικά θα κρυφτούνσ την τρύπα τους, και θα κάνουν μέρες να βγουν. Πολλοί αφήνουν τα φώτα αναμμένα όλο το χειμώνα, αλλά στην πραγματικότητα ο δράκος που κοιμάται δεν τα χρειάζεται και είναι πολύ απίθανο να βγει να λιαστεί. Εάν ωστόσο κοιμάται σε θερμοκρασίες δωματίου, μπορεί να κάνει διακεκομμένη νάρκη, όπου μπορεί περιοδικά να εμφανίζεται, ενώ αν τα φώτα παραμένουν αναμμένα μπορεί μερικές φορές να λιάζεται ή να φάει και λίγο. Εναλλακτικά μπορεί να περάσει από βαθιά νάρκη, όπου μετακινείται μαζί με το τερράριο σε μέρος με χαμηλότερες θερμοκρασίες, ή τοποθετείται σε κουτί γεμάτο με χαρτιά σε χώρο με χαμηλές θερμοκρασίες. Πριν τη βαθιά νάρκη, το πεπτικό του σύστημα θα πρέπει να έχει αδειάσει από κάθε τροφή, γιατί η μεν τροφή στο στομάχι μπορεί να σαπίσει δημιουργώντας πολλά προβλήματα, τα δε περιττώματα μπορεί να στεγνώσουν και να είναι δυσκολότερη η αποβολή τους την επόμενη άνοιξη. Αν οι θερμοκρασίες στο χώρο μεταβάλλονται αρκετά, το κουτί μπορέι να μονωθεί με φελιζόλ. Η θερμοκρασία μένει μεταξύ 5 και 15 βαθμών, και το ζώο δεν κινείται σχεδόν καθόλου σ’αυτήν την κατάσταση. Λίγε ςμέρες με υψηλότερη θερμοκρασία δε θα βλάψουν, αλλά οι θερμοκρασίες υπό του μηδενός θα σκοτώσουν το ζώο, ή θα του προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα. Να θυμάστε ότι οι δράκοι κατάγονται από περιοχές με ηπιότερο χειμώνα από το δικό μας. Οι περιοδικοί έλεγχοι του δράκου προτείνονται, στο οποίο διάστημα θα του δίνεται λίγο νερό με σταγόνες στη μουσούδα του, τις οποίες αν διψάει θα πιει. Το μπάνιο σε χλιαρό νερό για ζώο που είναι σε βαθιά νάρκη το ξυπνάει και το στρεσάρει άσκοπα και είναι εν τέλει άχρηστο. Η νάρκη διαρκεί 2-5 μήνες, με τα θηλυκά να κοιμούνται λιγότερο από τα αρσενικά, επει΄δη εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστότερες μέρες του φθινοπώρου για τη συσώρευση λίπους για την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο. Τα ζώα επίσης μικρότερα του ενός έτους δεν προτείνεται να πέσουν σε νάρκη, αλλά να συνεχίζουν να τρέφονται κανονικά για να μεγαλώσουν. Στη φύση, τα μικρόσωμα ερπετά, επειδή θερμαίνονται πιο γρήγορα, εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστές μέρες του φθινοπώρου και του χειμώνα, οπότε κοιμούνται πολύ λιγότερο. Άλλωστε οι δράκοι κάτω των 7 μηνών από μόνοι τους δεν ετοιμάζονται για νάρκη. Την άνοιξη οι δράκοι θ’αρχίσουν να ξυπνούν από μόνοι τους, αλλιώς μπορούν ν’αφυπνιστούν τεχνητά. Μετά μπορούν ν’ανάψουν πάλι τα φώτα, και η φροντίδα συνεχίζεται όπως πρώτα. Αν και δε θα έχουν χάσει αισθητά βάρος κατά τη νάρκη, η όρεξή τους αυξάνεται υπερβολικά, και στα πρώτα γεύματα θα τρώνε μεγάλες ποσότητες. Τότε θα είναι έτοιμοι για αναπαραγω΄γη.

Επειδή η αναπαραγωγή του είδους είναι εύκολη, δε σημαίνει ότι ο καθένας θα πρέπει να την επιχειρήσει. Σε χώρες του εξωτερικού όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ υπα΄ρχει υπερπληθυσμός στους γενειοφόρους δράκους, όπως και σε άλλα κοινότερα κατοικίδια ζώα γι’αυτόν το λόγο, γιατί ο καθένας θέλει ν’αναπαραγάγει το ζώο του μόνο και μόνο για να δει πώς είναι η διαδικασία, με αποτέλεσμα πολλά ζώα να παραμελούνται και τα μη μορφικά μικρά να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Μόνο εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι θα μπορεί να βρει σωστούς αποδέκτες για τα μικρά θα πρέπει να σκεφτεί την αναπαραγωγή του είδους. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 30 αυγά, και 3-5 φορές το χρόνο. Αν και δεν είναι υποχρεωτικό να επωάσει κανείς όλα τα αυγά, τότε δεν υπάρχει λόγος υποβολής του θηλυκού στο στρες της όλης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το πλατύτερό τους κεφάλικαι τα μεγαλύτερά τους γένια, καθώς κι από τους εμφανέστερους πόρους, αλλά στο μέγεθος είναι παρόμοια. Ο πιο ασφαλής τρόπος διαχωρισμού τους ωστόσο είναι από τα γεννητικά όργανα. Εάν σηκωθεί η ουρά 90 μοίρες πάνω από το ζώο, στα αρσενικά θα φανούν δύο φουσκώματα πίσω από την αμάρα, τα οποία είναι οι θήλακες των ημιπεών, ενώ στα θηλυκά υπάρχει ένα κεντρικό μικρό φούσκωμα. Ο διαχωρισμός του φύλου μ’αυτόν τον τρόπο είναι δυνατός μετά τους 6 μήνες. Αν και τα ζώα μπορεί ν’αναπαραχθούν και χωρίς νάρκη, και δεν είναι σπάνιο το ζευγάρωμα οποιαδήποτε εποχή του έτους, η νάρκη δίνει μεγαλύτερη επιτυχία. Μετά τη νάρκη, κι αφούτα ζώα τρέφονται κανονικά, μπορεί το αρσενικό να συναντηθεί με το θηλυκό. Σχε΄δον σίγουρα θα ζευγαρώσουν, και μπορούν ν’αφεθούν να ζευγαρώσουν κι άλες φορές, προσέχοντας μόνο μην αρχίζουν να μαλώνουν. Η μόνιμη στέγαση άνω του ενός δράκου δεν προτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Δύο αρσενικά είναι σίγουρο ότι θα μαλώσουν για την κυριαρχία, ή ο υποτακτικός θα δέχεται συνεχώς εκφοβισμό και δε θα μπορεί να τραφεί και να θερμορρυθμιστεί, εκτός κι αν ο χώρος είναι τεράστιος και μπορούν και τα δύο να εγκαθιδρύσουν τις περιοχές τους, ένα ζευγάρι σίγουρα θα αναπαραχθεί, ενώ το αρσενικό μπορεί να παρενοχλεί υπερβολικά το θηλυκό – αυτό λύνεται αν υπάρχουν περισσότερα θηλυκά, αλλά τότε θα υπάρχουν και περισσότεροι απόγονοι -, ενώ δύο θηλυκά σε αρκετό χώρο συχνά συμβιώνουν, αν κι όχι πάντοτε. Εάν λοιπόν όλα πάνε καλά, το θηλυκό θ’αρχίζει να φουσκώνει και μετά από 30-40 μέρες θα είναι έτοιμο να γεννήσει τα αυγά του. Μερικά θηλυκά φουσκώνουν τόσο πολύ που τα αυγά είναι ορατά, ενώ με προσοχή μπορούν να ψηλαφιστούν σαν μικρά μπαλάκια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να τρέφεται με αρκετά έντομα και να δέχεται άφθονο ασβέστιο. Λίγες μέρες πριν γεννήσει, μπορεί να σταματήσει να τρώει και να γίνει ανήσυχο, σκάβοντας στις γωνίες και ψάχνοντας την κατάλληλη θέση για να κάνει φωλιά. Εάν δεν υπάρχει χώρος ωοτοκίας στο τερράριο, το θηλυκό θα πρέπει να μεταφερθεί σε δοχείο με νοτισμένο χώμα βάθους τουλάχιστον 20 εκατοστών, όπου η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 27 βαθμούς, στο οποίο θα σκάψει. Αφού γεννήσει με την ησυχία του και σκεπάσει τη φωλιά, μπορεί ν’απομακρυνθεί και τα αυγά να μεταφερθούν σε κάποιο δοχείο με περλίτη ή βερμικουλίτη (τα καλύτερα μέσα επώασης) αναμεμιγμένο με ίση ποσότητα νερού κατά βάρος. Τα αυγά δε θα πρέπει να μετακινηθούν κατά τη μεταφορά, και για τη διασφάλιση της σωστής θέσης, μπορούν να μαρκαριστούν στην κορυφή με κάποιον μη τοξικό μαρκαδόρο. Έπειτα η γέννα θα πρέπει να μεταφερθέι σε ήδη ρυθμισμένο γύρω στους 29 βαθμούς εκκολαπτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι είτε ιδιοκατασκευής είτε έτοιμος, όπου θα εκκολαφθούν σε 55-70 ημέρες. Θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών θα σκοτώσουν τα έμβρυα. Καλύτερο είναι ωστόσο να μην επωάζονται στο ανώτερο θερμικό όριο, διότι μπορεί να εκκολαφθούν νωρίτερα, αλλά θα έχουν κάψει επιπλέον ενέργεια λόγω του γενικώς υψηλότερου μεταβολισμού, κι έτσι θα γεννηθούν μικρότερα. Τα αυγά θα πρέπει να τοποθετηθούν σε απόσταση λίγων εκατοστών μεταξύ τους, επειδή κατά την επώαση θα τραβήξουν νερό και θα διογκωθούν. Αν ένα αυγο μουχλιάσει λίγο, δε σημαίνει ότι σάπισε, και η μούχλα μπορεί να τριφτεί ελαφρώς. Αν ωστόσο μουχλιάσει κι αρχίζει να μυρίζει άσχημα σημαίνει ότι σάπισε και πρέπει να απομακρυνθεί. Τα αγονιμοποίητα αυγά, τα οποία επίσης θα πρέπει να απομακρυνθούν γιατι θα σαπίσουν, κιτρινίζουν σε λίγες μέρες, και συνήθως είναι μικρότερα. Για τη διαπίστωση της γονιμότητας ενός αυγού αν έχετε αμφιβολία, μπορείτε να το τοποθετήσετε μπροστά από μία δυνατή πηγή φωτός σε σκοτεινό χώρο, κι αν διαφανούν αιμοφόρα αγγεία είναι γόνιμο. Κατά την εκκόλαψη, τα μικρά συνήθως εκκολάπτονται συγχρόνως. Μπορεί να μείνουν αρκετές ώρες με τη μυτούλα τους έξω από το αυγό, αλλά στη συνέχεια θα βγουν. Επειδή το είδος γεννά πολλά αυγά, είναι φυσιολογικό κάποια αυγά να χαλάσουν και κάποια μικρά να μη βγουν ποτέ από το αυγό. Τα μικρά είναι πιο ευαίσθητα κι αφυδατώνονται εύκολα, γι’αυτο θα πρέπει αρχικά να μεταφερθούν σε χώρο με υψηλότερη υγρασία, όπου το υπόστρωμα θα είναι ελαφρώς νοτισμένα χαρτιά. Αρχικά θα τρέφονται από τα απομεινάρια του λεκηθικού τους σάκου, ο οποίος μπορεί να είναι ορατός σε μερικά, αλά μέσα σε λίγες μέρες έως μια εβδομάδα θ’αρχίζουν να τρώνε μικρά έντομα, κι έκτοτε η όρεξή τους θα είναι ασταμάτητη. Μπορούν να φάνε 20-30 μικρά έντομα, όπως νεογέννητους γρύλλους ή κατσαρίδες, δύο ή και τρεις φορές την ημέρα κάθε ημέρα. Για να υποστηριχθεί αυτός ο υψηλός μεταβολισμός, χρειάζονται μία θερμή περιοχή στους 40 βαθμούς, καθώς και την λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας και συμπλήρωση ασβεστίου στην τροφή. Αρκετοί τους προσφέρουν και φυτικές τροφές εξαρχής, αν και σε τέτοια ηλικία δεν τις τρώνε, και ίσως να μη μπορούν ακόμα να τις χωνέψουν κιόλας. Το καλύτερο είναι ωστόσο να τις φάνε όσο το δυνατον νωρίτερα, ώστε να τις συνηθίσουν. Το διάστημα αυτό είναι αρκετά κρίσιμο για την ανάπτυξή τους, και ακόμα και αρκετές μέρες χωρίς σωστή διατροφή και φωτισμό μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία τους. Το τερράριο θα πρέπει να είναι απλό, ώστε να καθαρίζεται εύκολα. Όσο μεγαλώνουν τα μικρά, θα πρέπει να διασπώνται σε μικρότερες ομάδες, ιδίως αν παρατηρηθούν ανισότητες. Πάντοτε θα υπάρχουν αυτά που μεγαλώνουν με βραδύτερους ρυθμούς και χάνουν στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα. Αυτά σε εξαιρετικές περιπτώσεις ίσως να χρειαστούν τάισμα ξεχωριστά από τα άλλα. Συχνά τα δρακάκια θα μαζεύονται όλα κάτω από τη λάμπα. Έγινε μια μελέτη για να διαπιστωθεί αν αυτό είναι αποτέλεσμα συνεργασίας για τη διατήρηση της θερμότητας ή ανταγωνισμού, και βρέθηκε πως είναι απλώς αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Επίσης κατά το τάισμα, μέσα στην ανακατωσούρα από τα πολλά μικρά έντομα και τα δρακάκια που τρέχουν, δεν είναι σπάνιο ένα μικρό να μπερδευτεί και να κόψει κάποιο δάκτυλο ή το άκρο της ουράς ενός άλλου. Οι πληγές αυτές κλείνουν αμέσως σ’αυτήν την ηλικία, και γι’αυτό είναι σύνηθες κάποιος δράκος να μην έχει την άκρη της ουράς του ή κάποιο δάκτυλο. Στους δύο μήνες, όταν τα μικ΄ρα έχουν φτάσει τα 15 εκατοστά, θα είναι έτοιμα για πώληση. Μέχρι τον ενάμισι χρόνο θα μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ στους επόμενους μήνες θα μεγαλώνουν βραδύτερα και θα γεμίζουν. Εντωμεταξύ το θηλυκο θα συνεχίζει να γεννά κι άλλα αυγά. Η καλή του διατροφή κατά την ανάπτυξη των αυγών και αμέσως μετά την ωοτοκία επιβάλλεται. Η τελευταία της γέννα ξεχωρίζει, γιατί περιέχει αρκετά αγονιμοποίητα αυγά.

Με τη σωστή φροντίδα, οι γενειοφόρι δράκοι σπάνια υποφέρουν από προβλήματα υγείας. Οι κακές συνθήκες ωστόσο, αν κι όχι μόνο αυτές, μπορούν να οδηγήσουν σε αριθμό προβλημάτων. Η μεταβολική νόσος των οστών (mbd) είναι η συχνότερη ασθένεια σε δράκους που δε λαμβάνουν ικανό ασβέστιο, υπεριώδη ακτινοβολία, και τα δύο ή η θερμοκρασία τους είναι αρκετά χαμηλή εμποδίζοντας τη σύνθεση της βιταμίνης d3. Λέγεται και δευτερογενής διατροφικός υπερπαραθυραιοειδισμός. Οι παραθυραιοειδείς αδένες βρίσκονται πλευρικά του θυραιοειδούς κι ελέγχουν τα ποσά του ασβεστίου στο αίμα. Αν το ασβέστιο είναι αρκετά χαμηλό, εκκρίνουν την παραθυραιοειδική ορμόνη, η οποία εκλύει ασβέστιο από το σκελε΄το, ο οποίος σταδιακά αδυνατίζει. Τα πρώτα συμπτώματα είναι σπογγώδης κάτω γνάθος και οίδημα στα πόδια και στα δάχτυλα, και έπειτα προχωρούν σε γενικευμένα μαλακά οστά, σοβαρά προβλήματα στην κίνηση, τρόμο, ευπάθεια σε κατάγματα, ακόμα και της σπονδυλικής στήλης, αδυναμία και τελικά θάνατο. Στα αρχικά στάδια η νόσος αντιστρέφεται, αλλά οι τυχόν παραμορφώσεις που προκάλεσε, όπως στραβά δάχτυλα και ουρά, θα παραμείνουν. Τα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πολύ ευπαθή, ενώ τα ενήλικα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παροδικές ελλείψεις με τα αποθέματά τους. Σε μία μελέτη όπου μετρήθηκαν τα ποσά του ασβεστίου και της βιταμίνης d3 στο αίμα ενήλικων θηλυκών γενειοφόρων δράκων που είχαν εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία κι έτρωγαν σωστά για 6 μήνες, βρέθηκε ότι τα ποσά, αν κι έφθιναν σταδιακά, δεν έπεσαν εκτός των φυσιολογικών ορίων στο πέρας των 83 ημερών της μελέτης, όπου τα ζώα λάμβαναν διατροφή χαμηλή σε d3 και δε δέχονταν υπεριώδες φως. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμελούμε τους δράκους μας, απλώς ότι η uvb δεν είναι επιτακτική ανάγκη σε ένα μεγαλωμένο δράκο, δηλαδή αν καεί η λάμπα κι αντικατασταθεί μετά από μια βδομάδα, το ζώο δε θα πάθει τίποτα. Η εντερική ενσφήνωση είναι ένα ακόμα κοινό πρόβλημα, και πολλά αίτια συμβάλλουν σ’αυτό. Σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα σκληρά έντομα ή κάποιο μικρό ξένο σώμα που μπορεί να κατάπιε ένας υγιής γενειοφόρος δράκος, αφού οι σαύρες αυτές συχνά καταπίνουν χαλικάκια κι άλλα σκληρά υλικά για να προσλάβουν ασβέστιο κι άλα μεταλλικά στοιχεία. Συνήθως θα πρέπει να υπάρχει χρόνια ήπια αφυδάτωση, κι ο δράκος να καταπίνει χρονίως κάτι που δε μπορεί να χωνέψει, όπως ακατάληλα υποστρώματα, π.χ. σπασμένα τσόφλια καρυδιού, φλοιούς δέντρων κλπ, ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο. Τα υλικά αυτά φράζουν το έντερο, εμποδίζοντας τη μετακίνηση των τροφών. Σε ελαφριές περιπτώσεις, με ένα χλιαρό μπάνιο και μάλαξη στην κοιλιά το πρόβλημα μπορεί να διορθωθεί, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, αλλιώς το ζώο θα οδηγηθεί στο θάνατο. Συνήθως με την ενσφήνωση το ζώο σταματά να τρώει και εμφανίζει μια μελανιά στο σημείο της ενσφήνωσης. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η δυσέκδυση, συνήθως από χαμηλή υγρασία. Αν και μια κανονική υγρασία της τάξης του 30-40’% είναι κατάλληλη γι’αυτό το είδος, όταν βρίσκεται σε έκδυση χρειάζεται ελαφρώς πιο αυξημένη υγρασία, ώστε το παλιό δέρμα ν’αποκολληθεί απροβλημάτιστα. Ως ξηρόβιο είδος, δε χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα ελαφρύ ψέκασμα, αν και πολλοί κάνουν μπάνιο το δράκο τους σε ρηχό νερό, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Παρόλα αυτά σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, ιδίως σε νεαρά και αναπτυσσόμενα ζώα, το παλιό δέρμα μπορεί να μείνει στις άκρες των δακτύλων ήτ ης ουράς, το οποίο με τον καιρό θα συρρικνωθεί, θα διακόψει την κυκλοφορία και τελικά θα οδηγήσει στη νέκρωση και στην πτώση του μέλους. Ένα ακόμα αρκετά κοινό, αλλά λίγο αναγνωρισμένο πρόβλημα είναι η περιοδοντική νόσος, η οποία προκαλείται καθαρά από ακατάλληλη τροφή. Πολλοί κάτοχοι γενειοφόρων δράκων, φοβούμενοι ότι τα ζώα τους θα πάθουν ενσφήνωση από σκληρές τροφές, δεν τους ταΐζουν τέτοιες τροφές στις οποίες είναι προσαρμοσμένοι, με αποτέλεσμα να μαζεύεται υλικό στη μέσα πλευρά της οδοντοστοιχίας, το οποίο οδηγεί σε μολύνσεις, οι οποίες μπορούν να διαβρώσουν τη γνάθο, να αναγκάσουν το ζώο να σταματήσει να τρώει, και τελικά να οδηγήσουν σε σηψαιμία και θάνατο. Κανονικά η οδοντοστοιχία καθαρίζεταιμε τη μάσηση σκληρών τροφών, όπως ινωδών φυτών και σκληρών εντόμων. Η πάθηση διορθώνεται, αλλά μπορεί να υποτροπιάσει. Η παχυσαρκία είναι ένα ακόμα ελάχιστα αναγνωρισμένο πρόβλημα, και φέρνει τα ίδια προβλήματα που φέρνει και στους ανθρώπους. Η σωματική άσκηση δεν ωφελεί τα ερπετά, αφού έχουν πολύ χαμηλότερη αερόβια ικανότητα και έτσι δε μπορούν ν’ασκηθούν παρατεταμένα. Η μόνη λύση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι η μείωση της πρόσληψης τροφής, ώστε ν’αναγκαστει΄το ζώο να κάψει το λίπος του. Ίσως η έλλειψη σωστών εποχιακών κύκλων με χειμερία νάρκη να είναι μια των αιτιών που οδηγεί στην παχυσαρκία, αφού το ζώο συγκεντρώνει λίπος για το χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Οι δράκοι μπορούν επίσης να πάθουν διάφορες αμυχές, μικροτραυματισμούς αλά και κατάγματα οστών από ατυχήματα κατά τη δραστηριότητά τους, τα οποία συνήθως αντιμετωπίζονται. Κάποιο νύχι τους επίσης μπορει΄να βγει αν προσπαθήσουν να σκαρφαλώσουν μια σίτα για παράδειγμα και δυσκολευτούν να το ξεμπλέξουν. Επίσης μπορεί να μολυνθούν από ενδοπαράσιτ αόπως σκουλήκια του εντέρου και πρωτόζωα, τα οποία εμφανίζονται στα περιττώματα, τα οποία μπορεί να έχουν διαφορετική σύσταση – συνήθως είναι πιο υγρά και μυρίζουν άσχημα (συχνότερο με τα πρωτόζωα). Γι[‘αυτό η καραντίνα είναι σημαντική για όλα τα νεοφερμένα ζώα μιας συλλογής. Τα παράσιτ αωστόσο αντιμετωπίζονται με τα κατάλληλα φάρμακα. Δύο άλλες λοιμώδεις ασθένειες που καταστρέφουν τις συλλογές είναι ο αδενοϊός των αγαμιδών και ο κίτρινος μύκητας. Ο ιός προσβάλλει όλους τους δράκους, προκαλώντας συστημικά συμπτώματα στα περισότερα οργανικά συστήματα (καχεξία, νευρολογικά προβλήματα κλπ), κατάπτωση και θάνατο. Όσοι δεν πεθαίνουν μπορεί να παραμείνουν με χρόνια συμπτώματα, ενώ αρκετοί είναι ασυμπτωματικοί φορείς. Δεν είναι ακόμα απολύτως γνωστός ο τρόπος μετάδοσης της νόσου, αλλά μάλλον γίνεται με άμεση επαφή. Θεραπεία δεν υπάρχει. Ο κίτρινος μύκητας είναι το ανάμορφο του είδους Chrysosporium. Εμφανίζεται αρχικά ως κίτρινες δυσχρωμίες στο δέρμα, κι έπειτα εξαπλώνεται, αλλοιώνοντας το δέρμα του ζώου και οδηγώντας τελικά στο θάνατο. Η θεραπεία συνήθως αποτυγχάνει, και στις περιπτώσεις που εντοπίζεται νωρίς μπορεί να χρειαστεί ο ακρωτηριασμός κάποιου προσβεβλημένου μέλους, για να μην εξαπλωθεί ο μύκητας αλλού. Οι δύο αυτές ασθένειες πλήττουν προς το παρόν μόνο αμερικανικές συλλογές, οπότε δε μας επηρεάζουν. Οι δράκοι σπάνια παθαίνουν αναπνευστικές λοιμώξεις, αλλά μπορεί να πάθουν αν βιώσουν απότομες θερμοκρασιακές μεταβολές, υψηλή υγρασία και το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι πεσμένο. Η φωτοκερατοεπιπεφυκίτιδα προξενείται από έκθεση σε αφύσικα υψηλά ποσά υπεριώδους ακτινοβολίας, συνήθως από πολύ δυνατές λάμπες. Αντιμετωπίζεται, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μείνουν μόνιμες βλάβες. Η δυστοκία είναι σπάνια σ’αυτό το είδος, και τα θηλυκά συνήθως θα σκορπίσουν τα αυγά τους αν δεν έχουν τόπο να τα γεννήσουν, π.χ. σε συνθήκες παραμέλησης, αν και συμβαίνει να τα κατακρατούν με ολέθρια αποτελέσματα. Εκτός από τα επίκτητα προβλήματα, οι δράκοι μπορεί να γεννηθούν με κάποια πάθηση, είτε γενετική είτε από ατυχήματα στην επώαση. Μπορεί να γεννηθούν μικρά που δε μεγαλώνουν και πεθαίνουν, μικρά με νευρολογικά προβλήματα, προβλήματα σταμάτια, στα πόδια, περισσότερα ή λιγότερα δάχτυλα, κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις καταστάσεις αντιμετωπίζονται, ενώ για άλλες προτείνεται η ευθανασία. Ζώα με τέτοιες παθήσεις δε θα πρέπει ν’αναπαράγονται. Εκτός από τις εκ γενετής παθήσεις, κοινές στο είδος είναι και οι παθήσεις της τρίτης ηλικίας, αφού είναι ένα σχετικά βραχύβιο ερπετό με εμφανή κατάπτωση στα γεράματα, σε αντίθεση με άλλα μακρόβια π.χ. οι χελώνες που δείχνουν να μη γεράζουν καθόλου. Οι γέρικοι δράκοι κινούνται λιγότερο, μπορεί να τρώνε λιγότερο και ν’αδυνατίζουν, δυσκολεύονται να σκαρφαλώσουν, και τελικά κάτι τους σκοτώνει. Έχουν περιγραφεί πεπτικά, οφθαλμικά, καρδιαγγειακά προβλήματα, αλλά και πολλοί καρκίνοι, όπως του οισοφάγου, του παγκρέατος, του δέρματος, λευχαιμία κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις αντιμετωπίζονται, ενώ άλλες όχι. Ένας κτηνίατρος εξειδικευμένος για ερπετά βοηθά σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να μην πάθει τίποτα ο δράκος, αλλά είναι αναγκαίο να ξέρετε έναν όπου θα μπορείτε να τον πάτε αν υπάρχει πρόβλημα.

Ένας υγιής γενειοφόρος δράκος που έχει προσαρμοστεί στο περιβάλλον του θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανονικά. Θα περνά αρκετές ώρες της ημέρας ακίνητος, είτε να λιάζεται είτε να ξεκουράζεται κάπου αλλού. Δεν είναι υπερβολικά δραστήριο είδος, αλλά θα πρέπει να δραστηριοποιείται κάποιες φορές μέσα στην ημέρα. Όταν δραστηριοποιείται κινείται αρκετά, σκαρφαλώνει, μπορεί και να πηδάει από το ένα μέρος στο άλλο μερικές φορές. Θα πρέπει να είναι παρατηρητικός και να προσέχει τα πάντα. Αν προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο τζάμι για να φύγει, μπορεί κάτι να μην είναι σωστο στο χώρο του ή να στρεσάρεται από το είδωλό του – ιδίως τα αρσενικά -, γι’αυτό και προτιμότερα δε θα πρέπει όλο το τερράριο να είναι διαφανές και να μη χτυπούν τα φώτα απευθείας στο τζάμι. Παρόλα αυτά αν το κάνει σπάνια δεν είναι πρόβλημα. Μπορεί να κοιμάται είτε χωμένος κάπου, είτε πλακέ πάνω σε κάποιο κλαδί, κι αυτο΄είναι φυσιολογικό. Οι δράκοι γρήγορα μαθαίνουν ότι οι κάτοχοί τους τους παρέχουν τροφή, και μπορεί να πλησιάζουν στην πόρτα του τερραρίου όταν κάποιος έρχεται. Μπορούν να μάθουν ακόμα και το όνομά τους, αν το συνδυάσουν με τροφή. Ξεχωρίζουν τα άτομα που τους φροντίζουν, με τα οποία νιώθουν πιο ασφαλείς, αλλά υπάρχουν και άτομα που νιώθουν το ίδιο άνετα με όλους. Ανέχονται το χειρισμό περισσότερο ίσως από κα΄θε άλλη σαύρα, και δε φοβούνται εύκολα, ακομα κι αν μετακινηθούν προσωρινά αλλού, σε άγνωστο μέρος. Ο φόβος τους είναι τόσο μικρός που τρώνε ενώ κάποιος τους έχει πάνω στο χέρι του. Όπως και με τα περισσότερα μικρά ζώα εντούτοις, καλύτερο είναι το ίδιο το ζώο να πιαστει πάνω μας παρά εμείς να το περιορίζουμε. Καλό είναι να μην τον πλησιάζουμε από ψηλά, γιατί ίσως τότε τρομάξει, αφού οι περισσότεροι θηρευτές του επιτίθενται έτσι, αλλά να τον πλησιάζουμε ήρεμα από το πλάι. Πάντοτε κρατάμε το δράκο υποστηρίζοντας όλο το σώμα του, γιατί αλλιώς μπορεί να νιώσει φόβο και να τιναχτεί, προσπαθώντας να ξεφύγει. Ο δράκος μπορεί επίσης να αφεθεί να κάνει τη βόλτα του έξω στον ήλιο, ή σε κάποιον εσωτερικό χώρο αν οι θερμοκρασίες είναι κατάλληλες. Συχνά τον βγάζουν έξω για αρκετή ώρα, παρότι η θερμοκρασία δεν είναι η σωστή. Εάν υπάρχουν όμως κατάλληλα θερμές περιοχές, είτε από τον ήλιο είτε από κάποια λάμπα, δεν πειράζει αν βρίσκεται ε΄ξω ακόμα και σε κάπως χαμηλότερες θερμοκρασίες. Θα πρέπει ωστόσο να επιτηρείται, επειδή μπορεί να πάει σε κάποιο ανεπιθύμητο μέρος, να κρυφτεί και να χαθεί προσωρινά, ή να προσπαθήσει να φάει κάτι που δεν τρώγεται. Οι δράκοι συχνά συγχέουν μη εδώδιμα αντικείμενα με τροφές από το σχήμα, για παράδειγμα μπορέι να προσπαθήσουν να φάνε λωρίδες χαρτιού επειδή μοιάζουν με φύλλα, κορδόνια επει΄δη μοιάζουν με σκουλήκια, ή να προσπαθήσουν να επιτεθούν σε κινούμενους στόχους, επειδή μοιάζουν με έντομα. Viral έχουν γίνει δύο βίντεο στο Youtube, όπου στο ένα ένας γενειοφόρος δράκος παίζει Ant Crusher σε μια οθόνη αφής, όπου πετυχαίνει όλα τα μυρμήγκια, και στο άλλο, ένας άλλος δράκος προσπαθεί να φαέι ένα σταφύλι, το οποίο του ξεγλιστρά, νομίζει ότι είναι ζωντανό και του επιτίθεται επανειλημμένα. Κυνηγούν επίσης τη δέσμη του φωτός ενός laser. Και οι γάτες το κάνουν αυτό, οπότε δε σημαίνει ότι οι δράκοι είναι χαζοί. Απλώς δεν αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες καταστάσεις στο φυσικό τους περιβάλλον.

Το ότι δέχονται το χειρισμό ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι πάνινα κουκλάκια που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορεί να μη δείχνουν έντονα την ενόχλησή τους, αλλά αν προσπαθούν να πάνε προς τα πίσω, πιάνονται γερά από κάπου ή τινάζονται όταν τα σηκώνουμε σημαίνει ότι θέλουν την ησυχία τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φουσκώσουν τα γένια τους ή να μας κουνήσουν το κεφάλι τους. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να μένουν στην ησυχια τους. Οι γενειοφόροι δράκοι σπανιότατα γίνονται επιθετικοί, αλά μπορεί να γίνουν, ιδίως νεοφερμένα ή άτομα με τα οποία δεν ασχολήθηκε κανείς. Αν και είναι εκ φύσεως ήρεμοι – σχεδόν παθολογικά ήρεμοι όπως τους αποκαλώ εγώ -, ίσως επειδή δεν έχουν ν’αντιμετωπίσουν τόσο μεγαλόσωμους εχθρούς στη φύση και δε μας αναγνωρίζουν ως απειλή, μπορεί σπάνια να δαγκώσουν. Έχουν αρκετά δυνατο΄δάγκωμα, αλλά σπανιότατα το χρησιμοποιούν στην πλήρη του δύναμη αμυντικά, συνήθως απλώς τσιμπάνε προειδοποιητικά. Επίσης μπορεί να μπερδέψουν κάποιο δάχτυλο με τροφή, ιδίως αν τρώνε πάρα πολλά μικρά έντομα, ή σπάνια ο κάτοχος αλληλεπιδρά με το δράκο εκτός από το τάισμα. Τότε μπορεί να το χτυπήσουν με τη γλώσσα τους και να το δαγκώσουν στιγμιαία, αλλά θα το αφήσουν αμέσως. Οι δράκοι δε μας θεωρούν μέλη του είδους τους, γι’αυτό και συνήθως δεν προστατεύουν την περιοχή τους από εμας, αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνήσει μαζί τους, μιμούμενοι τα κουνήματα του κεφαλιού και τα σηκώματα του χεριού με το χέρι τους. Όσες όμως φορές εγώ το δοκίμασα απέτυχα. Ο χειρισμός είναι και η κατάλληλη στιγμή για τον εντοπισμό προβλημάτων πάνω στο σώμα του ζώου. Γενικώ ςτο σώμα τους δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά αν λερωθούν από οτιδήποτε μπορείτε να τους κάνετε ένα μπάνιο με χλιαρό νερό σ’ένα λεκανάκι , ή να τους τρίψετε τοπικά. Έχουν αδιαπέραστο δέρμα και το σαπούνι δεν τους βλάπτει. Το παλιό δέρμα δε θα πρέπει ν’αφαιρείται συνήθως, γιατί ο δράκος θα το βγάλει μόνος του, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος αφαίρεσής του αρκετά νωρίς, πριν να είναι έτοιμο. Επίσης τα νύχια του, αν έχουν μεγαλώσει υπερβολικά και δυσχεραίνουν την κίνησή του, μπορούν να κοπούν, και όπως με όλα τα ζώα, θα πρέπει να κοπούν στην άκρη τους μόνο με ψαλιδάκι ή ειδικό νυχοκόπτη, ώστε να μην τραυματιστεί κάποιο αιμοφόρο αγγείο. Γι’αυτο΄θα πρέπει να υπάρχουν επιφάνειες αναρρίχησης όπου θα μπορεί να τροχίζει τα νύχια του.

Η δική μου εμπειρία

Γνώριζα το είδος ονομαστικά εδώ και πολλά χρόνια. Το θυμάμαι από παιδικά βιβλία, όπου αναφερόταν ως σαύρα της Αυστραλίας, Παρόλα αυτά δεν ήξερα περισσότερα για το είδος. Νομίζα ότι είχε τεράστιο μέγεθος και μεγάλα γένια. Αργότερα, όταν πρωτοδιάβασα για αυτές τις σαύρες σε ιστοσελίδες για ερπετά, κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Ότι δηλαδή είναι μικρές σχετικά σαύρες που ζουν στις ερήμους και τρώνε πολύ. Όταν τις πρωτοείδα σε βίντεο του Youtube απογοητεύτηκα όμως λίγο, γιατί μου φάνηκαν αρκετά μικρές και σαν να μην έκαναν τίποτα. Ήταν απλώς βίντεο κατόχων που έδειχναν τους δράκους τους, οι οποίοι δεν έκαναν κάτι το ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή, γι’αυτο΄είχα τέτια αρχική εντύπωση. Ζωντανό γενειοφόρο δράκο συνάντησα κι έπιασα για πρώτη φορά πριν 5 χρόνια περίπου στην έκθεση Insectopia της Θεσσαλονίκης, η οποία τότε βρισκόταν σ’ένα περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης, αλά τώρα δε λειτουργέι πια. Στην έκθεση αυτήν υπήρχαν κυρίως ασπόνδυλα, αλλά εκτίθεντο και λίγα ερπετά. Ο γενειοφόρος δράκος έλειπε εκείνη τη στιγμή από το τερράριό του, το οποίο ήταν ανοιχτό, κι αργότερα πετύχαμε έναν από τους υπεύθυνους της έκθεσης να τον κρατά και να τον δείχνει στον κόσμο. Τον έδωσε και σ’εμένα, και εντυπωσιάστηκα από το παράξενο πλατύ του σώμα, το δέρμα του που μου θύμησε χελώνα ξηράς και την ήρεμη στάση του. Ήταν ζεστός, επειδή ήταν ήδη θερμασμένος από τη λάμπα του. Αργότερα το feeders.gr, ένα μοναδικό pet shop με εξειδίκευση στα ερπετά, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι για τα ζώα μου, είχε φέρει ένα γενειοφόρο δράκο, νομίζω στις αρχές του 2014. Ήταν από μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece, όπου είμαι γραμμένος, την οποία θα μπορούσα να προλάβω εγώ, αλλά τελικά δεν έκανα καμία κίνηση. Ήταν τότε ένας μικρός θηλυκός γενειοφ΄όρος δράκος, τον οποίο είχα ταΐσει με φύλλα ζοχού από το χέρι μου. Όταν μεγάλωσε, μπήκε σε ένα πολύ μεγαλύτερο ξύλινο τερράριο με περισσότερα κλαδιά κι έναν ακόμα δράκο, ο οποίος υποτίθεται θα την γονιμοποιούσε, αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν θηλυκό. Τα θυμάμαι και τα δύο μαζί, να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και να λιάζονται το ένα πάνω στο άλλο ή σχεδόν πάνω στο άλλο. Το ένα θα ήταν το πιο κυρίαρχο της περιοχής και θα έπαιρνε την ψηλότερη θέση, αλλά υπήρχε αρκετός χώρος και ζέστη και για τα δύο. Είχαν τα κεφαλάκια τους στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, και ήταν ζεστά και χαρούμενα. Τελικά έδωσαν το δεύτερο θηλυκο, και κράτησαν το αρχικό, το οποίο έχουν και τώρα ως μέλος της συλλογής, δηλαδή δε διατίθεται προς πώληση. Υπάρχουν άλλοι δράκοι που διατίθενται. Έπειτα προσπάθησαν να το ζευγαρώσουν με αρσενικό, αλλά δε γονιμοποιήθηκε, ίσως από την έλλειψη νάρκης και στα δύο. Είναι ένα σχετικά μικρό, πολύ στρουμπουλό δρακάκι με ουρά κομμένη προς το τέλος, και ίσως και καμένη. Είναι πολύ ήσυχο, και θυμάμαι ότι ακόμα κι αν το έβγαζα και το κρατούσα πάνω στην παλάμη μου έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα άνετα. Παρόλα αυτά, τυχαίνει μερικές φορές να μη θέλει να το ενοχλούν, οποτε τινάζεται προς τα πίσω ή και κλωτσάει με το πίσω πόδι αν της πιάσεις το κεφάλι! Έχει τύχει επίσης να δαγκώσει στιγμιαία αν περιμένει φαγητό. Από τότε αποφάσισα ότι ο γενειοφόρος δράκος είναι από τα καλύτερα ερπετά. Παρόλα αυτά, νόμιζα πως θα αντιμετώπιζα αρκετές δυσκολίες με το μέγεθός τους και με την εγκατάσταση των λαμπτήρων.

Η ευκαιρία μου δόθηκε το Νοέμβριο του 2014, οπότε ένα μέλος του φόρουμ ανέβασε αγγελία όπου πουλούσε έναν θηλυκό γενειοφόρο δράκο δύο ετών, επειδή θα έφευγε στο στρατό και δεν είχε κάπου να τον δώσει. Ήταν σχετικά μικρός, στα 35 εκατοστά, αρκετά γεμάτος, τρεφόταν με λαχανικά κι έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, και γενικώς φαινόταν υγιής. Μετά από λίγη σκέψη, αποφάσισα να επικοινωνήσω με τον κάτοχο για περαιτέρω πληροφορίες, και τελικά αποφάσισα να τον πάρω. Επειδή όμως δεν είχα έτοιμο το τερράριό του και χειμώνιαζε, ζήτησα από τον κάτοχό του να τον βάλει σε νάρκη. Αν και φοβήθηκε αρκετά επειδή δεν είχε πρότερη εμπειρία, στις 21 Νοεμβρίου του έβαλε ασθενέστερη λάμπα και σταμάτησε να τον ταΐζει, μέχρι ν’αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου του. Ο δράκος από μο΄νος του μετά απέφευγε τη ζέστη, και παρέμενε στα δροσερά σημεία. Περιήλθε στην κατοχή μου στις 30 Νοεμβρίου, οπότε τον πήρα σ’ένα μικρό χάρτινο κουτί, όπου ήταν και η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας του. Ήταν όπως μου τον περιέγραφε, υγιής, και με τη μεζούρα ήταν ακριβώς 35 εκατοστά. Το άκρο της ουράς του ήταν λίγο κομμένο στο τέλος, προφανώς αποτέλεσμα κανιβαλισμού όταν ήταν μικρή, και η αριστερή σειρά πλευρικών αγκαθιών διακοπτόταν περίπου στη μέση, με λίγο κοντότερες φολίδες, πιθανόν γενετικό ή επωαστικό ελάττωμα. Ευθύς τον έβαλα σ’ένα κουτί Ικέα με κάποιες τρύπες μήκους 33 εκατοστών περίπου, το οποίο είχα γεμίσει με λωρίδες χαρτιού μπρέιλ για να κοιμηθεί. Εκεί πέρασε τους επόμενους τρεις μήνες, συνήθως σε μια γωνία με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τοίχωμα. Περιοδικά τον έβγαζα για να του δώσω νερό, αλά δεν έπινε πάντα. Ήταν παγωμένος και δεν έκανε καμία εκούσια κίνηση, πέρα από κανένα συρτό βήμα αν τον ενοχλούσα αρκετά. Κάποιες φορές φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι, και τον αναποδογύριζα για να δω αν ζει και γυρίσει. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο γύριζε. Το όνομά της ήταν προκαθορισμένο από πριν, Αναμπέλα. Για κάποιον λόγο, πιστεύω πως αυτο΄το όνομα ταιριάζει σε θηλυκό γενειοφόρο δράκο ή κάποια παρόμοια σαύρα. Έτσι είχα προτείνει να ονοματιστεί και ο δράκος του Feeders, αλλά ο Fogo την έβαλε Ζίνα, απορρίπτοντας πλήρως την πρότασή μου. Εντελώς συμπτωματικά, ο προκάτοχός της την έλεγε Μπέλα, κι εγώ χρησιμοποιώ και τα δύο ονόματα εναλλάξ. Το μόνο πρόβλημα είναι το πώς γράφεται το όνομα, γιατί το έχω βρει και στους τέσσερις πιθανούς συνδυασμούς. Τελικά, για να μην υπάρχει σύγχυση, αποφάσισα αυθαίρετα ότι με ελληνικούς χαρακτήρες θα το γράφω με ένα ν και ένα λ, ενώ με λατινικούς με δύο n και δύο l, αν και συχνά το έχω γράψει και με μονά σύμφωνα. Με την Άναμπελ του θρίλερ δεν έχει καμία σχέση, την οποία άλλωστε δεν γνώριζα όταν την ονοματοδότησα. Επίσης την λέω χαϊδευτικά Μπελίτσα, Άναμπελ, Μικρή Μπλουπ, Λιμπίτσα, μπαλίτσα, Μπελού, Λου, Στρουμπουλίνα κλπ. Έτσι απέκτησα και το τρίτο μου ζώο και το δεύτερό μου ερπετό, μετά το κουνέλι τη Λίμπο, και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) το Βαρώνο.

Ενώ λοιπόν η Μπέλα κοιμόταν, η τύχη της δούλευε. Κατασκευάζαμε το τερράριό της, μία κατασκευή με πυθμένα και σκελετό από κόντρα πλακέ θαλάσσης με πλέξι γκλας για τζάμια και από τις τέσσερις πλευρές, συρόμενες πόρτες μπροστά, στις οποίες προσάρμοσα ειδική κλειδαριά από το Feeders κι από πάνω σίτα. Ανοίξαμε τρύπα στο πίσω ξύλο και βιδώσαμε μια θέση για τη λάμπα uvb, ενώ αφήσαμε και μια τρίγωνη οπή πίσω αριστέρα για τη θερμαντική λάμπα, η οποία βρισκόταν σε φωτιστικό που βίδωνε στο ξύλο. Η κατασκευή του τερραρίου ήταν χειρότερα απο΄της Άρτας το Γεφύρι, αφού κάναμε πάνω από δύο μήνες να το φτιάξουμε με τον πατέρα μου. Δε βρίσκαμε κάποιο συγκεκριμένο υλικό, το αναβάλαμε κλπ. Χρησιμοποιήσαμε και ξυλόκολλα καί πλήθος βιδών, και νομίζω πως το κατασκευάσαμε πολύ πιο σταθερό απ&’ό,τι χρειάζεται, πραγματικό overengineering. Οι διαστάσεις του είναι 65χ45χ45, ιδανικές για το δράκο των 35 εκατοστών, αλλά ίσως να είναι λίγο μικρό για το σημερινό του μέγεθος, αν και δεν πρόκειται να το αλλάξω, αφού υπάρχουν αρκετά κλαδιά και στοιχεία που αυξάνουν το διαθέσιμο χώρο, συχνά τον βγάζω έξω, και ο δράκος δε φαίνεται να έχει πρόβλημα με το περιβάλλον του. Εσωτερικά τοποθετήσαμε τρία κλαδιά, ένα μεγάλο κλαδί δάφνης από κάτω δεξιά έως πάνω αριστερά, το οποίο στο τέλος είναι επίπεδο και χρησιμεύει ως σημείο λιασήματος, ένα κοντότερο κλαδί δάφνης από πίσω δεξιά που στηρίζεται στο μεγάλο κλαδί, κι ένα κομμάτι θαλασσόξυλο από κάτω αριστερά που στηρίζεται κι αυτό στο μεγάλο κλαδί. Είχα κι ακόμα ένα μικρό θαλασσόξυλο στη μέση που στηρίζόταν ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ, έπεφτε και τελικά το έβγαλα. Τώρα έχω ένα κλαδί ιβίσκου, το οποίο θα τοποθετήσω μπροστά αριστέρά προς πάνω δεξιά, ώστε να εκμεταλλευτώ κι εκείνη τη γωνία. Φτιάξαμε επίσης μια κρυψώνα, η οποία είναι μία ορθογώνια χαμηλή ξύλινη κατασκευή 32χ25χ9 περίπου, με ένα άνοιγμα αριστερά, και καταλαμβάνει το χώρο πίσω κι αριστερά. Μέσα στο τερράριο έχω βάλει κι ένα πήλινο μπολ από γιαούρτι για τροφή ή νερό, αλλά σπάνια το χρησιμοποιώ. Ως υπόστρωμα έχω χαρτόνι ως βάση και 4-5 στρώσεις χαρτιού μπρέιλ από πάνω, με ένα ή δύο φύλλα χαρτιού επίσης πάνω στην κρυψώνα.

Ο προκάτοχός του το είχε λοιπόν σε ένα γυάλινο τερράριο με υπόστρωμα άμμου κι ένα κλαδί για να σκαρφαλώνει και να λιάζεται. Υπήρχε λάμπα uvb και θερμαντική, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία μόλις στους 32 βαθμούς, παρόλα αυτά την έβγαζε συχνά έξω στον ήλιο. Υπήρχε ακόμα και κόκκινη θερμαντική λάμπα νυκτός (φωτεινές λάμπες για το βράδυ δεν προτείνονται). Δε χρησιμοποιούσε χρονοδιακόπτη ή θερμοστάτη. Την τάιζε χόρτα και λαχανικά, αλλά και διάφορα έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία έπαιρναν τα κατάλληλα συμπληρώματα. Ο δράκος ήταν υγιής, πολύ ήσυχος, και συχνά τον έπαιρνε πάνω του όταν έβγαινε έξω, δεμένο με ειδικό λουράκι για να μη φύγει κατά λάθος. Πολλά πράγματα άλλαξαν ωστόσο μόλις τον πήρα εγώ. Τον αγόρασε από κοινό pet shop το Δεκέμβριο του 2012, όταν ήταν μόλις δύο μηνών, οπότε θα κλείνει χρόνο κάθε Οκτώβριο. Φέτος οπότε έκλεισε τα τρία της χρόνια.

Στα μέσα του Φεβρουαρίου λοιπόν είχε λίγο ζεστο΄καιρό, και ο δράκος πήγε να ξυπνήσει, αλά αμέσως μετά οι θερμοκρασίες έπεσαν πάλι και κοιμήθηκε. Τον ξύπνησα στις 2 Μαρτίου του 2015, ενώ είχε ήδη αρχίσει να ξυπνά, αφού άρχισε να γαντζώνεται με τα νυχάκια του από μόνη της όταν την σήκωνα. Την έβγαλα έξω στον ήλιο το απόγευμα, ενώ φυσούσε, και τότε συνέβη και το πρώτο κακό: Κάποιο πουλί έκανε κύκλους από πάνω της, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι στόχευε αυτήν ή ήθελε να την φάει, πάντως φοβήθηκα. Πιο αργά την έβαλα σ’ένα πιάτο γλάστρας με λίγο χλιαρό νερό για ενυδάτωση, αλλά δυσαρεστήθηκε. Δεν ήπιε καθόλου νερό, αλλά σήκωσε ψηλά το κεφάλι και την ουρά της για να μη βρέχεται τόσο. Μετά φαινόταν να έχει αρκετή αδυναμία, και κινούταν με τρόμο. Το βράδυ την έβαλα μέσα στο νέο της χώρο, αλλά από τα κλαδιά κατέβηκε κάτω. Η επόμενη μέρα όμως ήταν εφιαλτική γι'αυτήν. Μόλις κατάλαβε ότι βρίσκεται σ’ένα εντελώς νέο περιβάλλον, χωρίς κάτι οικείο κοντά της, πανικοβλήθηκε. Δεν ανέβαινε στη λάμπα της να ζεσταθεί, αλλά έτρεχε από τη μία άκρη του τερραρίου στην άλλη, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στις γωνίες ή στο τζάμι. Μόλις εγώ έκανα απότομες κινήσεις, προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο τζάμι, ενώ μαύριζε λίγο τα γένια της. Τελικά την ανέβασα πάνω στη λάμπα, φοβούμενος ότι δεν ξέρει το δρόμο, αλλά αργότερα κατέβηκε. Άφησε αρκετό σχεδόν άοσμο υγρό, που μάλλον θα ήταν τα πρώτα ούρα που κρατούσε κατά τη νάρκη. Το απόγευμα την ξανανέβασα και της έδωσα λίγο μαρούλι, το οποίο πήγε να δοκιμάσει, αλλά δεν το έφαγε. Φοβόμουν ότι το τερράριο δεν ήταν σωστό και ο δράκος θα ήταν για πάντα έτσι, αλά διαψεύστηκα, αφού την επόμενη μέρα είχε κιόλας συνηθίσει και ήταν ήρεμη. Τελικά είχε δίκιο ο προκάτοχος που μου έλεγε ότι δεν την ενοχλεί τίποτα. Λιαζόταν ήσυχα κάτω από τη λάμπα της, κι έφαγε και το πρώτο της γεύμα – έναν γεωσκώληκα, έξι προνύμφες σκαθαριού Pachnoda, καθώς και μία που ΄μόλις είχε κανει κουκούλι και δεν πρόλαβε να μεταμορφωθεί, λίγα φύλλα από ραπανάκι, λίγο μαρούλι και σχεδόν ένα άνθος πανσέ. Έτρωγε ακόμα αργά, επειδή η θερμοκρασία της δεν ήταν η κατάλληλη. Αφόδευσε τη μεθεπόμενη μέρα κι άρχισε να τρώει κανονικά έκτοτε. Επειδή δεν είχα πολλά έντομα, της έδινα κυρίως χόρτα. Έδινα ό,τι πλατύφυλλο έδινα στην κουνέλα μου, όπως ζοχό, μολόχα, νεαρή κολλιτσίδα, αλσήνη, περδικάκι, άνθη πανσέ, φύλλα από ραπανάκι, μαρούλι, κι όταν άρχισαν να βγαίνουν, φύλλα ιβίσκου και φύλλα μουριάς. Η Μπέλα τα έτρωγε όλα, κόβοντας προσεκτικά τα φύλλα από βλαστούς. Έδινα επίσης και κατσαρίδες Αργεντινής, τις οποίες άρπαζε αμέσως, και μια φορά της έδωσα και μια μικρή πλατιά κατσαρίδα Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), η οποία ήταν η τελευταία μου. Της είχα αγοράσει από το Feeders γεωσκώληκες κι επίσης προσπάθησα να της δώσω σαλιγκάρια, και οι δύο τροφές με αρκετό νερό και ασβέστιο, αλλά δεν τα δεχόταν, μάλλον επειδή ήταν βλενώδη, αν και μετά από αρκετούς μήνες άρχισε να τα δέχεται. Μόλις μάσησε λίγο το πρώτο σαλιγκάρι το έφτυσε αμέσως. Στις 23 Απριλίου λοιπόν ήρθαν τα πολά έντομα. Της πήρα από το Feeders 10 ακρίδες στο στάδιο αμέσως πριν την ενηλικίωση, δηλαδή με μαζεμένα ακόμα φτερά, τις οποίες έφαγε όλες. Έφαγε επίσης 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, και 8 ή και παραπάνω γιγάντια αλευροσκούληκα. Έτρωγε πραγματικά χωρίς σταματιμό!

Την επόμενη με΄ρα, επειδή είχε φουσκώσει υπερβολικά, έφαγε μόνο ένα αλευροσκούληκο. Γενικώς για τα επόμενα ταΐσματα έτρωγε υπερβολικά, αλλά μετά η κατανάλωση τροφής επανήλθε στο φυσιολογικό. Αφόδευε κάθε 1-3 ημέρες στη γωνία της. Μόνο δύο φορές αφόδευσε στο σημείο λιασήματος, τη μία ένα μικρό περίττωμα και την άλλη ένα μεγαλύτερο ανάμεσα στα δύο ξύλα, και και τις δύο φορές δεν είχε ανέβει να ζεσταθεί. Δύο φορές τότε είχε αφοδεύσει και στο μπολ της. Τώρα έτρωγε γιγάντια και κανονικά αλευροσκούληκα, γρύλλους, κατσαρίδες Αργεντινής, φύλλα ιβίσκου και μουριάς, λίγο μαρούλι, κομματάκια καρότου κλπ. Επίσης άρχισε να τρώει σαλιγκάρια και γεωσκώληκες, τα οποία έδινα σπάνια. Οι μέρες γίνονταν καλύτερες, και μπορούσα να την βγάζω στον ήλιο καθημερινά.

Στις 15 Μαΐου, ξεκίνησε η πρώτη της έκδυση. Αντί όμως να ξεκινήσει από το κεφάλι όπως είναι το σύνηθες, ξεκίνησε από το μηρό του πίσω αριστερού ποδιού. Αρχικά το δέρμα από πάνω φούσκωσε, και είχε υφή σαν να ήταν έτοιμο ν’ανοίξει. Από εκεί σταδιακά η σαύρα άρχιζε ν’αλλάζει δέρμα στο υπόλοιπο πόδι, στη μέση, στην πλάτη, στο άλλο πίσω πόδι, στην ουρά, στην κοιλιά, και στο μπροστινό μέρος του σώματος. Η έκδυση τελείωσε περίπου στις 18 Ιουνίου, αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε άλλη, πάλι από το ίδιο σημείο, η οποία ήταν κάπως πιο αποσπασματική. Δεν βρήκα ποτέ δέρμα από τη μουσούδα της, το οποίο μάλλον θα είχε φάει, αλλά τα υπόλοιπα κομμάτια τα έβρισκα όλα. Παρόλο που δεν προτείνεται, εγώ την βοηθούσα ν’απελευθερωθεί από το παλιό της δέρμα τραβώντας προσεκτι΄κα το παλιό και ξερο΄. Το ξερό δέρμα κρεμόταν από πάνω της σαν σχισμένα ρούχα, και κάπως έπρεπε να το βγάλει. Σερνόταν κάτω για να ξεκολλήσει το δέρμα απ’την κοιλιά, και μια φορά την πέτυχα να ξύνεται με το πίσω πόδι στα πλευρά για να βγάλει το δέρμα από εκεί, σαν το κουνέλι μου. Όταν επρόκειτο ν’αλλάξει πολυ δέρμα, έτεινε να προτιμά χαμηλότερες θερμοκρασίες. Τότε της έριχνα λίγο νερό για να μαλακώσει το δέρμα, πράγμα που γινόταν σχεδόν αμέσως. Οι παρεκτροπές αυτές από την σωστή θερμοκρασία είχαν άμεση επιπτωση στον κύκλο της αφόδευσης, που έπαιρνε ως και 5 ημέρες.

Μεταξύ 27 Ιουνίου και 3 Ιουλίου, έλειπα διακοπές στην Κρήτη, και άφησα το δράκο μόνο του. Μόλις γύρισα κι άναψα το φως του δωματίου το βράδυ, ο δράκος άρχισε να κινείται αμέσως. Σκέφτηκα ότι θα πεινούσε και τον έβγαλα έξω για να του δώσω λίγα αλευροσκούληκα, τα οποία έφαγε. Την επόμενη μέρα έφαγε άλλα 45 αλευροσκούληκα, και γέμισε την κοιλιά του. Ωστόσο μια αλλαγή άρχισε να συντελείται. Η λάμπα πλέον ήταν πολύ ισχυροί για το καλοκαίρι, και οι 37 βαθμοί είχαν γίνει 46, με αποτέλεσμα ο δράκος να μην λιάζεται ακριβώς κάτω από την λάμπα, αλλά να μένει πιο πίσω. Τις επόμενες μέρες όλο και λιγότερο ανέβαινε στη λάμπα, και τελικά κρύφτηκε στην τρύπα του, βγαίνοντας μόνο πρωί κι απόγευμα, και λίγο αργότερα καθόλου. Αντικατέστησα τη λάμπα με μια των 25 w, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία στους 42 βαθμούς, αλλά πάλι δεν βγήκε. Η περιβαλλοντική θερμοκρασία ήταν 32-34 βαθμοί τη μέρα και 29-32 βαθμοί τη νύχτα. Μόλις τον έβγαζα έξω στον ήλιο, δεν άντεχε τις καυτές επιφάνειες για πάνω από ένα λεπτό, κι αφού ζεσταινόταν λίγο, έτρεχε στη σκιά. Ήταν αρκετά ληθαργική και δεν είχε διάθεση να κινηθεί μέσα στο μεσημέρι. Παρόλα αυτά η όρεξή της παρέμενε υψηλή. Έβγαινε από την τρύπα κυρίως για να αφοδεύσει, το οποίο γίνόταν περίπου κάθε εβδομάδα, αλλά μπορεί και παραπάνω, όπως κάθε 12-15 ημέρες. Επειδή τα κρατούσε πολύ καιρό, το ουρικό της οξύ στερεοποιούταν, σαν λευκός κύλινδρος των 2,5 εκατοστών, σαν κιμωλία. Τον Αύγουστο την άφησα στην κατάσταση που βρισκόταν για 21 μέρες για να φύγω, κι έφαγε μόνο δύο μικρές κι αφυδατωμένες αργεντινές κατσαρίδες στο μεσοδιάστημα.

Έως τις 10 του Σεπτέμβρη, η Μπέλα δεν καταλάβαινε και πολλά μέσα στην τρύπα της. Έτσι, όταν οι θερμοκρασιες έπεσαν, παρέμεινε παγωμένη εκεί μέσα. Σιγά-σιγά άρχισε όμως να βγαίνει μόνη της, αφού πρώτα την έβγαζα εγώ από φόβο ότι έχει πρόβλημα. Έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα και κατσαρίδες, κι αφόδευε συντομότερα, κάθε 5 ημέρες. Προσπαθούσα επίσης να την παχύνω λίγο με Pachnoda και μελοσκούληκα.

Το διάστημα εκείνο μου φάνηκε ότι η Αναμπέλα γέμισε και μεγάλωσε. Την μέτρησα με τη μεζούρα και ήταν 40 εκατοστά. Με την καλή μου φροντίδα λοιπόν, είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Το μόνο κακό από το παρατεταμένο διάστημα αδράνειας ήταν τα νύχια της, τα οποία είχαν μεγαλώσει πολύ.

Δεν πρόλαβε όμως να προσαρμοστεί στις χαμηλότερες θερμοκρασίες, επειδή αυτές έπεσαν ακόμα περισσότερο κι άρχισε η αιτιμασία για τη νάρκη. Έμενε μονίμως στην τρύπα της, κι εγώ αναγκαζόμουν να την βγάζω και να φράζω την τρύπα, ώστε να λιάζεται συχνότερα, πράγμα που όμως δεν έκανε. Ο μεταβολισμός της εντούτοις συνεχώς έπεφτε. Αφού ζεσταινόταν λίγο, κατέβαινε και έμπαινε στην τρύπα της, όπου έσκαβε στα χαρτιά σαν να προσπαθούσε ν’ανοίξει λαγούμι για να κοιμηθεί.

Στις 5 Νοεμβρίου, έφαγε το τελευταίο της γεύμα για το 2015, μία προνύμφη Pachnoda. Στο βίντεο που την έχω βγάλει, εκτός της κατανάλωσης του pachnoda, η Μπέλα κάνει βόλτες, αφοδεύει, σκαρφαλωνει, τρέχει κλπ.

τις επόμενες μέρες συνέχιζα να την βγάζω στον ήλιο, όπου λιαζόταν, ζεσταινόταν κι έκανε τις βόλτες της. Δεν έτρωγε όμως τίποτα, και μόλις της έβαζα τροφή μπροστά της, άλλαζε ευθύς πορεία.

Σιγά-σιγά όμως η δραστηριότητά της μειώθηκε και στις 21 Νοεμβρίου, όπως και πέρυσι, μππήκε επίσημα στη χειμέρια νάρκη, οπότε έσβησα τα φώτα, ΄γέμισα τη φωλιά της λωρίδες χαρτιού, και την άφησα ήσυχη. Μόνο δύο φορές την ξύπνησα, στις 9 και στις 22 Δεκεμβρίου, για να της δώσω νερό, αλλά δεν ήπιε πολύ. Έδειχνε ενοχλημένη και φούσκωνε το σώμα της. Παρακάτω έχωομαδοποιημένες κάποιες παρατηρήσεις για τη Μπέλα και το είδος γενικότερα.

Pogona vitticeps 28/4/2016

Μία καλή ιδιότητά τους είναι ότι τρώνε πολύ. Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν φαινομενικά απύθμενο στομάχι, και καταναλώνουν αρκετή τροφή σε κάθε τάισμα. Πάντοτε υπάρχει λίγος χώρος για ακόμα μια μπουκίτσα, σε αντίθεση με το λοφιοφόρο γκέκο για παράδειγμα, που άπαξ και γεμίσει το στομάχι του δε θα ξαναφάει αν δεν αδειάσει, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις – οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και συναντά αγαπημένη τροφή που έχει να φάει καιρό. Έτσι, ακόμα κι αν σκάσει στο φαγητο΄ο γενειοφόρος δράκος, συνήθως μπορώ να του δώσω ένα ακόμα εντομάκι. Οι ποσότητες που μπορεί να φάει είναι αρκετά μεγάλες: έχω μετρήσει να τρώει σε ένα γεύμα 45 αλευροσκούληκα, 22 γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms, 35 phoenix worms, 25 γρύλλους, αλλά από μεγάλα έντομα όπως ενήλικες ακρίδες και κατσαρίδες Αργεντινής γεμίζει το στομάχι του με 5-6. Αν έχει φάει υπερβολικά, μπορεί να μην πειράξει καθόλου ένα μεγάλο έντομο, αλλά μπορεί να φάει κάποιο μικρότερο, που χωράει στο στομάχι. Η όσφρηση παίζει κάποιον ρόλο στην όρεξη, αφού όταν έχει ήδη χορτάσει και ζουλίξω ένα superworm και το βάλω κοντά στη μύτη του, ώστε να μυρίσει τους χυμούς του, είναι πιο πιθανό να το φάει. Το ίδιο ισχύει και με τα φυτά, αλλά λιγότερο, αν δηλαδή πιέσω το φύλλο ενός ζοχού ή κάποιου άλλου αγαπημένου φύλλου είναι λίγο πιο πιθανό να το φάει. Προτιμά τα έντομα περισσότερο από τα φυτά, και η ποσότητα των τελευταίων που θα καταναλώσει σε ένα γεύμα είναι πολύ μικρότερη των εντόμων, απλώς φαίνεται πολύ επειδή έχουν μεγαλύτερο όγκο. Γι’αυτό προσπαθώ ακκομα και σε γεύματα με φυτά να περιλαμβάνω αρκετά έντομα. Αν θέλω να φάει περισσότερα φύλλα από έντομα, πρώτα δίνω τα φύλλα, και μετά τα έντομα. Αν δε θέλει να φάει φύλλα κάνω πως τα παίρνω μακριά, ή την σπρώχνω λίγο προς αυτά, και μπορεί να φάει. Άλλες φορές που πήγε να τα πάρει ο αέρας βιάστηκε κι έφαγε μερικά. Είναι ένας κανονικός κυνηγός ενέδρας όπως τον περιγράφουν τα βιβλία, που δεν σπαταλά αχρείαστα ενέργεια. Αν για παράδειγμα ένα έντομο έρχεται προς το μέρος του, περιμένει να έρθει κοντά και μετά το πιάνει, και μόνο αν απομακρύνεται απ’αυτόν τρέχει να το πιάσει. Όλα τα έντομα και τα υπόλοιπα κινούμενα τα πιάνει αποκλειστικά με τη γλώσσα του, η οποία μπορεί να ξεσκαλώσει κάθε έντομο, ακόμα και τα μεγαλύτερα κι αυτά που έχουν σκαρφαλώσει κάπου ή είναι γαντζωμένα ανάποδα από κάποιο αντικείμενο. Μπορεί να του ξεγλιστρήσει κάποιο έντομο αν βρίσκεται πάνω σε ολισθηρή επιφάνεια όπως μάρμαρο και είναι λείο όπως ένα αλευροσκούληκο, αλλά σπάνια. Μπορεί ακόμα και να πιάσει τροφή από την επιφάνεια του νερού, αφού μια φορά που έριξα δύο superworms στο μπολ που είχα γεμίσει νερό, τα έπιασε χωρίς δυσκολία. Παρόλα αυτά δυσκολεύεται να ξεκολήσει πιο γλοιώδεις και ελαστικές τροφές, όπως τα σαλιγκάρια ή τα σκουλήκια, τα οποία, αν δεν τα πιάσει μετά από μερικά χτυπήματα, συνήθως τα αφήνει ή και αρχίζει να τα αποφεύγει. Ίσως να μην είναι η φυσική του τροφή – σίγουρα θα σπανίζουν στις ξερές περιοχές που ζει -, γι’αυτό δυσκολεύεται. Επίσης αν είναι πολύ βλενώδη θα τα αφήσει. Αφού λοιπόν στοχεύσει το έντομο, αστραπιαία εκτινάσσει τη γλώσσα του, το πιάνει, το βάζει στο στόμα του και το μασάει γρήγορα. Μασάει τα σκληρά έντομα πολύ περισσότερο από τα μαλακά. Για παράδειγμα ένα μικρό αλευροσκούληκο θα το φάει αμέσως, ενώ ένα σκαθάρι Pachnoda θα το μασάει αρκετή ώρα, και ακόυγεται σαν να τρώει πατατάκι (χρατς χρατς χρατς). Όταν συναντά πολλά μικρά έντομα, με μικρές χειρουργικές κινήσεις τα μαζεύει όλα. Δε φαίνεται εντούτοις να έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, την ικανότητα δηλαδή να συμπεραίνει ότι αν ένα αντικείμενο εξαφανιστεί, εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλά ζώα μπορούν να καταλάβουν ότι κάτι σταθερό που δε βλέππουν υπάρχει, αλλά αυτό το μαθαίνουν από μνήμης. Σχετικά λίγα μπορούν να καταλάβουν ότι όταν ένα αντικειμενο εμφανίζεται στιγμιαία και χάνεται, μπορεί να είναι ακόμα εκεί. Αν ένα έντομο δηλαδή φύγει από το οπτικό του παιδίο, παύει ν’ασχολείται. Εξαίρεση όμως αποτελεί η αντίδρασή του στα πολλά έντομα που χάνονται συγχρόνως, περιστατικό που έχει συμβεί δύο φορές, μέσα στο τερράριό του. Την πρώτη του έριξα αρκετές κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara). Είναι πολύ γρήγορες, και ήταν η πρώτη φορά που αστόχησε, τουλάχιστον για όσο την είχα εγώ. Η κατσαρίδα έφυγε, και το ίδιο έκαναν κι όλες οι υπόλοιπες. Ο δράκος τότε παρέμεινε στη μέση του χώρου με το κεφάλι τεντωμένο, έτοιμος ν’αντιδράσει ακαριαία. Με την παραμικρή κίνηση έκανε μικρά, νευρικά βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Τελικά άρχισαν να ξαναβγαίνουν και τις μάζεψε όλες. Τη δεύτερη φορά είχα αφήσει γρύλλους, όμως τώρα δεν αστόχησε, αλλά έπιασε τον έναν και οι άλλοι κρύφτηκαν. Πάλι περίμενε με τις αισθήσεις του οξυμένες, κι ό,τι έβγαινε το άρπαζε. Όπως έχει παρατηρηθεί και μ’άλλα εντομοφάγα, ωφελείται από την ποικιλία τροφών και τρώει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό νέα έντομα. Παρόλα αυτά αν είναι αρκετά μεγάλα έχει επιφυλάξεις, και τα παρατηρεί για λίγο παραπάνω. Μία λιβελούλα που του έδωσα την έφαγε αφού πέταξε λίγο, ενώ μια τεράστια κάμπια σφίγγα (hornworm) την παρατηρούσε ακόμα περισσότερο. Μετά γύρισε, την χτύπησε με τη γλώσσα του, αλλά έκανε λάθος υπολογισμό και δεν τη σήκωσε. Με την δεύτερη προσπάθεια ωστόσο την έπιασε και την έφαγε. Δείτε πώς κυνηγά κατσαρίδες Αργεντινής:

Τα φυτά τα τρώει διαφορετικά από τα έντομα. Στην περίπτωση αυτήν δε χρειάζεται να βιαστεί, κι απλώς τα πλησιάζει, τα παίρνει με το στόμα του και τα μασά πιο αργά, μετακινώντας τα προς το πίσω μέρος του στόματος. Όταν έχει πάρει αρκετά μεγάλη μπουκιά, μ’ένα δάγκωμα ακριβείας την αποκόπτει από το υπόλοιπο φυτό. Το ποσό που θα κόψει εξαρτάται από τη σκληρότητα του φύλλου. Από ένα αμπελόφυλο θα κόψει μόνο μια γωνία, επειδή είναι σκληρό, από ένα μαρουλόφυλλο μεγαλύτερο κκομμάτι, κι ένα φύλλο αγκουριάς θα το φάει ολόκληρο, ακόμα κι αν είναι μεγαλύτερο από το κεφάλι του, γιατί είναι πολύ εύκαμπτο κι ελαφρύ και διπλώνεται. Κόβει με εκπληκτική ακρίβεια τα ελάσματα των φύλλων, αφήνοντας μόνο τους μίσχους ή τα σκληρότερα μέρη του φύλλου. Μπορεί επίσης ν’αφήσει λίγα χιλιοστά ελάσματος πάνω στο μίσχο. Τα άνθη συνήθως τα τρώει ολόκληρα, αν και μπορεί ν’αφήσει τον κάλυκα μερικές φορές. Δεν ξέρω κατά πόσο το είδος είναι προσαρμοσμένο να τρώει αγρωστώδη χόρτα, επειδή είναι πολύ ινώδη και μόνο εξειδικευμένα φυτοφάγα σ’αυτά τα τρώνε, αλλά σπάνια του έχω δώσει λίγα φύλλα και μερικές φορές τα έφαγε. Γενικώς οι προτιμήσεις του στα πλατύφυλλα αγριόχορτα και φύλλα συμπίπτουν μ’αυτές της κκουνέλας μου. Και τα δύο τρώνε πολύ μαρούλι, πικραλίδα, ζοχό, περδικάκι, μολόχα, αλσήνη, πανσέ, ιβίσκο, λίγο λιγότερο αμπελόφυλλα και λιγότερο μουρόφυλλα, τα οποία περιέχουν και γάλα. Παρόλα αυτά δε συγκινείται από τις γλυκές οσμές των λουλουδιών των εσπεριδοειδών ή της ψευδακακίας, τα οποία τρώει αμέσως η κουνέλα, ούτε φαίνεται να προτιμα ιδιαίτερα τα μυρωδικά φυτά, όπως τα φύλλα των εσπεριδοειδών, το βασιλικο΄ή το γεράνι, από τα οποία τρώει μόνο λίγο. Ίσως να τα ξεχωρίζει με την όσφρηση και να μην τα δέχεται. Από την άλλη, το χρώμα παίζει αρκετό ρόλο, γι’αυτό τρώει εύκολα άνθη ιβίσκου ή πετούνιας, και τα λαμπερά σκαθάρια Pachnoda. Ίσως η εμφάνιση της τροφής να είναι στους αγαμίδες ότι η οσμή και η γεύση είναι σ’εμάς και στα περισσότερα θηλαστικά. Παρόλα αυτά δεν την κατάφερα ποτέ να φάει φρούτα, ούτε καν ολοκόκκινες ζουμερές φράουλες, αν κι άλλοι δράκοι τρώνε. Ούτε επίσης έχει φάει πολλά λαχανικά, εκτός από κάποιες λεπτές φέτες καρότου σπάνια. Άλλη φορά δοκίμασα να του δώσω κολοκυθόσπορους, μήπως και τους φάει, αλλά δεν τους άγγιξε. Ο δράκος φανερώνει αισθητά τις προτιμήσεις του, κι όπως έχει στα φυτά, έχει και στα έντομα. Για παράδειγμα προτιμά τις ακρίδες και τις κατσαρίδες Αργεντινής από τα αλευροσκούληκα. Μια φορά περίπου σηκώθηκε στα δύο για να πιάσει μια ακρίδα! Τα αγαπημένα φαγητά μπορεί να τα φάει ακόμα κι αν είναι χορτάτη. Οι προτιμήσεις των διάφορων δράκων δεν είναι ωστόσο οι ίδιες. Ο δράκος στο feeders.gr τρελαίνεται για τα χωανοειδή άνθη της κάμψης (Campsis radicans), αλά η δική μου δεν τα έχει φάει σχεδόν ποτέ. Και όσον αφορά το ασβέστιο, πλέον σπάνια πασπαλίζω τα έντομα, αφού τρώει και σκέτο ασβέστιο. Της δίνω σπασμένο κόκκαλο σουπιάς ή όστρακο σαλιγκαριού, κι αρκετές φορές το τρώει. Επίσης δοκιμάζει και μερικές φορές καταπίνει χαλικάκια κατά τις περιπλανήσεις της. Την τροφή σπάνια την βάζω στο μπολ, συνήθως μόνο όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω. Συνήθως τα έντομα τα αφήνω μπροστά της ή αν είναι κινητικά ελεύθερα, και τα φυτά σε μια γωνία, ενώ συχνά την ταΐζω εκτός τερραρίου.

Το είδος έχει εκπληκτική ικανότητα διαχωρισμού των ζωικών από τις φυτικές τροφές. Ποτέ δεν τρώει ακίνητα έντομα, ούτε επιτίθεται σε κινούμενα φυτά σαν να ήταν έντομα. Μερικοί δράκοι τους οποίους οι κατοχοί τους μαθαίνουν από μικρούς να τρώνε χόρτα κινώντας τα σαν έντομα μπορεί να μπερδεύονται, αλλά γενικά τα ξεχωρίζουν. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω την Αναμπέλα με κινούμενα χόρτα. Μπορει να πάρει ένα κομμάτι αν αρχίζουν τα χόρτα να φεύγουν από μπροστά της, αλλά δε θα το κυνηγήσει σαν έντομο. Ομοίως δεν έφαγε ακίνητο έντομο ποτέ, αν και σ’αυτήν την περίπτωση είναι ευκολότερο να την κοροϊδέψω κουνώντας ένα νεκρό έντομο. Αυτό πιάνει ακόμα και για ζωικές τροφές με διαφορετικό σχήμα, όπως με σαλιγκάρια που είναι μέσα στο κέλυφός τους, οπότε θα πρέπει να έχει κάποιον τρόπο που τα ξεχωρίζει. Πιστεύω πως είναι περισσότερο θέμα σχήματος παρά μυρωδιάς. Έντομα που έχει κόψει κι αφήσει δε θα τα φάει, εκτός κι αν κινούνται. Τυχαίνει μερικές φορές να της πέσει ένα κομματάκι από κάποιο μακρύ superworm καθώς το μασάει, αλλά δε θα το αγγίξει. Αν όμως εγώ το κινήσω έστω και απειροελάχιστα, θα το φάει αμέσως. Όπως και σχεδόν όλες οι εντομοφάγες σαύρες, επιτίθεται μόνο σε κινούμενους στόχους. Τώρα που λέω για εξαπάτηση, είναι πολύ δύσκολο να κοροϊδέψω τη Μπέλα γενικώς. Πλέον ξέρει ότι μέσα στα διαφανή κουτάκια υπάρχουν έντομα, και τρέχει προς το μέρος τους να φάει. Αν για παράδειγμα την ταΐζω έντομα κάτω, κι έχω ένα κουτί πιο πέρα, μόλις το αντιληφθεί θα τρέξει εκεί που έχει τα περισσότερα, κι αν γίνει αυτό, είναι δύσκολο να το κρύψω, αφού και πίσω μου αν το βάλω θα το ακολουθήσει αμέσως. Μόλις όμως συναντά ένα τέτοιο μαγικό κουτί τρελαίνεται. Απ’ό,τι φαίνεται, δεν έχει πλήρη αντίληψη των διαφανών φραγμών και προσπαθεί επανειλημμένα να πιάσει έντομα έξω από το πλαστικό. Την έχω μάθει ν’ανεβάζει το κεφάλι της για να τρώει από πάνω, αλλά όταν πεινάει θα το ξεχάσει. Όταν τρώει από ένα κουτί, βρίσκεται σε απόλυτη χαρά. Τρώει τα πάντα και όσο πιο πολλά μπορεί. Τα ρεκόρ κατανάλωσης εντόμων που ανέφερα παραπάνω τότε γίνονταν. Μερικές φορές μπορεί να πάρει μαζί με το έντομο και υλικό που δεν τρώγεται, το οποίο φτύνει αμέσως. Πιθανότατα έχει τέτοια αντίδραση στο φαγητό, επειδή στην έρημο δεν έχει πάντοτε τροφή, αφού τη μία μέρα μπορεί να έχει παντού έντομα επειδή έβρεξε, ενώ την επόμενη να μην έχει απολύτως τίποτα, και η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί για έναν μήνα για παράδειγμα.

Επειδή η κοιλιά τους είναι πλατιά και οι κοιλιακοί τους λεπτοί, μπορείτ εεύκολα να εκτιμήσετε την κατάστασή τους, ώστε να καταλάβετε αν έχουν φάει καλά ή η τροφή έχει ήδη μεταβεί στο έντερο. Εγώ ψηλαφίζω κάποια σκληρά μέρη στην δεξιά πλευρά της κοιλιάς προς τα μπροστά, όπου βρίσκεται το στομάχι, τα οποία είναι οι τροφές. Όταν αυτά είναι πολλά, σημαίνει ότι ο δράκος έχει φάει καλά. Αν υπάρχει μια μπάλα προς τη μέση της κοιλιάς, σημαίνει ότι η τροφή έχει ήδη εισέλθει στο έντερο. Όταν είναι πιο πίσω έχει ήδη γίνει κόπρανα και βαίνει προς αποβολή, αλλά εκεί είναι δύσκολο να ψηλαφιστεί. Απλώς μπορώ να καταλάβω ότι έχεσε, αν προηγουμένως ήταν λίγο πρησμένη, και μετά ξεφούσκωσε, κι αυτό μόνο για μεγάλα περιττώματα. Όταν τρώει έχω προσέξει ότι λιάζεται περισσότερο για να χωνέψει, αλλά αυτό φαίνεται περισσότερο σε ψυχρότερες μέρες, αφού γενικά λιάζεται πολύ. Συνήθως παίρνει πάνω από 24 ώρες για να φύγει η τροφή από το στομάχι. Η γωνία της αφόδευσης βρίσκεται μπροστά και δεξιά. Όταν τα έχει κάνει, φεύγει συνήθως στην αντίθετη πλευρά, και συνήθως κατάλαβα ότι αφόδευσε, επειδή έχει ανακατέψει όλα τα χαρτιά από εκεί, ενώ άλλες φορές ανεβαίνει και λιάζεται. Έπειτα αλλάζω το χαρτί, και όσες στρώσεις από κάτω έχουν λίγη υγρασία, συνήθως 3-4, και το αντικαθιστώ. Μπορεί επίσης ν’αφοδεύσει έξω, όπου έχει επιλέξει ως επί το πλείστον τρεις περιοχές, τη μια δίπλα στο σιφώνι, την άλλη κοντά στην πόρτα και την άλλη κοντά στον καυστήρα του αερίου, κάτω από τον οποίο κρύβεται ή σκαρφαλώνει στους σωλήνες του. Συνήθως την προλαβαίνω και βάζω χαρτιά στο σημείο που θα τα κάνει, κι έτσι αλλάζω χαρτιά στο τερράριο σπανιότερα. Όταν πρόκειται ν’αφοδεύσει, μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, να τρέχει από τη μία μεριά στην άλλη, να μη θέλει να τη σηκώνω, και να φουσκώνει την κοιλιά της επειδή σφίγγεται. Μετά πηγαίνει σ’ένα σημείο, ανοίγει τα πίσω της πόδια, σηκώνει την ουρά, ανοίγει την αμάρα κι αποβάλλει το περίττωμα. Μετά απ’αυτό διπλώνει προσεκτικά την ουρά στο πλάι και πηγαίνει πιο πέρα. Δεν έχει πατήσει ποτέ τα περιττώματά της. Συνήθως κάνει μόνο μία κουτσουλιά, αλλά έχει τύχει να κάνει δύο, και δύο φορές τρεις.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, δεν έχω να πω πολλά καλά λόγια. Είναι τεμπέλα σε σχέση με άλλους δράκους, και ώρες ώρες πιστεύω πως έχει κάποιο πρόβλημα στο μικρό της κεφαλάκι. Ο δράκος στο Feeders για παράδειγμα τρέχει μπροστά όταν τον πλησιάζει κάποιος, μήπως και φάει, αλλά η δική μου αρκείται στο να κοιτάξει προς την κατεύθυνση κάποιου. Είναι όμως πολύ παρατηρητική, προσέχοντας και την παραμικρή κίνηση και αλλαγή γύρω της. Όταν την βγάζω έξω, μπορεί να περπατήσει λίγο και μετά κάθεται κάπου να ξεκουραστεί. Μπορέι να χωθεί κάτω από κάτι ή να μπει σε μία γωνία, απ’όπου θα βγει σε αόριστο χρόνο. Μπορεί δηλαδή να βγει μετά από λίγα δευτερόλεπτα ή μετά από κανένα μισάωρο. Μέσα στο τερράριό της δεν είναι πολύ δραστήρια, αλά όταν είναι ανεβοκατεβαίνει στα κλαδιά, πηδάει πάνω στη φωλιά της ή σε κάποιο κλαδί, χώνεται πίσω από το μπολ, μπαινοβγαίνει στη φωλιά, και σπάνια μπορεί να προσπαθήσει να βγει από το τζάμι της αριστερής πλευράς, ίσως επειδή εκεί χτυπούν τα φώτα και παραξενεύεται από τις αντανακλάσεις. Όταν είναι έξω, συνήθως κάνει βόλτες ως μακριά, και μετά επιστρέφει. Μπορεί επίσης να σκαρφαλώσει σε χαμηλά αντικείμενα, όπως ξύλα και σκούπες, ή να χωθεί πίσω από κάτι. Άλλες φορές προσπαθει ν’ανέβει στους τοίχους, όπου σταματά αφού δε μπορεί να ανεβεί ψλότερα, και κάθεται μισοανεβασμένη. Η αναρριχητηκή ικανότητά της είναι μεγάλη, και μπορεί να γαντζωθεί ακόμα κι από κατακόρυφες επιφάνειες αν έχουν το σωστό ανάγλυφο, αν και δεν το προτιμά επειδή δε νιώθει ασφαλής έτσι. Συνήθως ωστόσο την βγάζω για να λιαστεί, οπότε μένει ακίνητη κάπου, απορροφώντας τις ωφέλιμες ακτίνες του ήλιου. Έχει μερικά σημεία στα οποία προτιμά να λιάζεται, με το καλύτερο αυτό δίπλα στη μπαλκονόπορτα, όπου νιώθει ασφαλής, επειδή τα ιπτάμενα αντικείμενα δεν την ενοχλούν. Υπάρχουν κι άλλες προτιμώμενες περιοχές που συγκεντρώνουν αρκετή θερμότητα. Ακόμα κι όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, πηγαίνει εκεί περιμένοντας τον ήλιο. Άλλες φορές, όταν συννεφιάζει ο καιρός, αλλά ακόμα οι επιφάνειες είναι θερμές, κάθεται εκεί και ζεσταίνεται. Ωστόσο αν αρχίσει να κάνει κρύο, να φυσάει ή να ψυχαλίζει ανησυχεί, πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο και τελικά επιστρέφει μέσα. Όταν λιάζεται, ξαπλώνει κάτω με πεπλατυσμένο σώμα, σαν τηγανάκι, κι αφού έχει ζεσταθεί αρκετά, μαζεύεται λίγο ή πηγαίνει απευθείας στη σκιά, η οποία βρίσκεται δίπλα της. Συχνά στήνω σανίδια διαγώνια, στα οποία την ανεβάζω για να λιαστεί, αν το δάπεδο δεν έχει ακόμα ζεσταθεί αρκετά από τον ήλιο. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, αν δηλαδή βρίσκεται σε ψυχρή επιφάνεια, ανασηκώνεται και πλαταίνει το σώμα της, ώστε να τραβήξει ηλιακή ακτινοβολία χωρίς να ψύχεται από κάτω. Αγαπημένο μέρος της είναι επίσης η περιοχή κάτω από τον καυστήρα, όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται.

Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στις διαβεβαιώσεις όλων ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι αρκετά έξυπνοι. Άλλωστε στα περισσότερα βίντεο κάθονταν σε μια θέση κι έτρωγαν αυτά που είχαν μπροστά τους. Κυνηγούσαν άπιαστες δέσμες λέιζερ, χτυπούσαν τα τζάμια, και το χαρακτηριστικό για το οποίο οι άνθρωποι τους αγαπούν, ότι δηλαδή είναι τόσο ήρεμοι, δεν είναι στην πραγματικότητα δείγμα εξυπνάδας αλλά μάλλον το αντίθετο. Τι να το κάνει το μυαλό ένα ζώο που στήνεται σ’ένα βράχο στον ήλιο και περιμένει να χάψει έντομα; Παρόλα αυτά γρήγορα διαψεύστηκα, όταν είχα το δράκο μου για κάποιο χρονικό διάστημα, οπότε κατάλαβα ότι ήταν πολύ εξυπνότερος απ’ό,τι νόμιζα. Εκτός από τις ικανότητες που έχει στη διάκριση μεταξύ τροφών που ανέφερα παραπάνω, έχει και πολές άλλες ικανότητες. Έχει πολύ καλή αντίληψη του χώρου του, και γνωρίζει πού βρίσκεται το τερράριό του. Ακόμα κι αν φύγει 20 μέτρα μακριά, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως αφού έχει ζεσταθεί καλά έξω ή η θερμοκρασία πέσει, επιστρέφει αμέσως πίσω. Μπορεί ενώ κάθομαι ήσυχος στο δωμάτιο ν’ακούσω κάτι μικρά βήματα, και μόλις κοιτάξω να αντικρίσω τη μικρή Αναμπέλα που επιστρέφει. Θα μπορούσα να της βάλω μια ράμπα για να ανεβαίνει στο τερράριο μόνη της. Ακόμα κι αν κλείσω την πόρτα προς το δωμάτιο περιμένει έξω, συνήθως από τη μεριά που ανοίγει, κι αν μπορεί να την σπρώξει μπαίνει μέσα. Και από το τερράριο θέλησε κάποιες φορές να βγει έξω, ιδίως όταν επιζητούσε την ηλιακή θερμότητα. Μια φορά τον Αύγουστο, όταν κάηκε η λάμπα της, αν και είχε πολλή ζέστη και δε λιαζόταν στη λάμπα, η θερμοκρασία είχε πέσει στους 32 βαθμούς χωρίς αυτήν. Την πρώτη μέρα την βρήκα χωμένη στην τρύπα της, κάτω από τα χαρτιά, ενώ τη δεύτερη είχε βγει με το κεφάλι πάνω στη συρόμενη πόρτα, κοιτώντας προς την εξώπορτα. Επίσης γνωρίζει σε ποια σημεία είναι ασφαλές να πάει και σε ποια όχι. Αποφεύγει πάντοτε το απύθμενο σιφώνι στο μπαλκόνι, και δε σκαρφαλώνει σε επισφαλή ξύλα. Παρόλα αυτά μπορεί να πέσει από κάποιο τραπέζι, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο το κάνει εσκεμμένα λόγω χαμηλού ύψους ή έχει πρόβλημα με τον υπολογισμό των αποστάσεων. Μια άλλη φορά της είχα κάνει την εξής πλάκα: Βρισκόταν στον τοίχο πίσω από την πόρτα, και βλέποντας το μικρό άνοιγμα στους μεντεσέδες της πόρτας, ίσως νόμιζε πως μπορούσε να διαβεί από εκεί, κι έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησε να σκαρφαλώσει. Μετά εγώ απότομα έσπρωξα την πόρτα, κι αφού κοίταξε απορημένα ψηλά, έστριψε αμέσως κι έτρεξε πίσω. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω αυτό, αλλά δεν το ξαναδοκίμασε. Φέτος θα πρέπει να της μάθω το όνομά της. Θα έλεγα πως είναι λίγο λιγότερο έξυπνη από την κουνέλα μου. Για παράδειγμα αυτήν μπορώ εύκολα να την κοροϊδέψω με τροφή, ενώ την κουνέλα όχι πια. Αν για παράδειγμα θέλω να βάλω το κουνέλι πίσω στο κλουβί κι αυτο΄το αντιληφθεί αλλά δε θέλει να μπει μέσα, και προσπαθήσω να το δελεάσω με τροφή, θα πλησιάσει προσεκτικά, θα την πάρει και θα πάει να την φάει αλλού. Το δράκο μπορώ να του ρίχνω τροφή μπροστά του σε διάφορα σημεία, ώστε να συμπληρώσει έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του, αν και για να είμαι ηλικρινής δεν έχω προσπαθήσει να δελεάσω το δράκο με τροφή τόσες φορές όσο το κουνέλι για να είμαι σίγουρος ότι δε θα το καταλάβει. Σε σχέση με λιγότερο έξυπνα ζώα όπως το λοφιοφόρο γκέκο, είναι πιο ευπροσάρμοστη. Αν για παράδειγμα το γκέκο συνδυάσει ένα γεγονός με κάτι κακό, θα δυσκολευτεί να το ξεμάθει, κι αυτό μπορεί να πάρει κι έναν μήνα, ενώ ο δράκος εξετάζει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αν για παράδειγμα την πιάσω κατά λάθος κάπως άσχημα κι ενοχληθεί, δε σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα την πιάσω έτσι θα δυσαρεστηθεί. Μπορεί αρχικά να δυσανασχετήσει λίγο, αλλά μετά θα καταλάβει πως δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το γκέκο μπορεί να είναι επιφυλακτικό για μία μέρα από κάτι τέτοιο. Ένα ζώο που ζει σε ένα σκληρό περιβάλλον με ασταθή προσφορά τροφής και πολλούς κινδύνους παντού, θα πρέπει να έχει μυαλο για να επιβιώσει. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι υπάρχουν και εξυπνότεροι δράκοι από την δική μου.

Ξεχωρίζει επίσης τα άτομα, και με εμένα είναι πιο άνετη. Μπορώ να την σηκώσω, να την πειράξω και να την μετακινήσω χωρίς πρόβλημα. Όταν όμως έρχεται άλλος να την πιάσει, συνήθως δεν θέλει. Αν για παράδειγμα την κρατώ εγώ και θέλει ο πατέρας μου να την χαϊδέψει, μπορεί να πάει προς τα πίσω. Επίσης όταν έρχεται ο μικρός μου αδελφός πάει προς τα πίσω, αν κι αυτός γενικώς έχει απειλητική παρουσία, γι’αυτό έχει πρόβλημα. Σαν ντίνγκο μοιάζει. Με άλλους δεν ενοχλείται πολύ. Παρόλα αυτά δεν είναι πάντα καλή μαζί μου. Αν κάνει κρύο ή την πιάσω με κρύα χέρια ενώ λιάζεται, πιάνεται σφιχτά από το στήριγμά της, και αρνείται να μετακινηθεί. Άλλες φορές μπορεί να μη νιώθει τόσο ασφαλής, και να τινάζει το πίσω μέρος της αν την σηκώσω. Συνήθωςαν την κρατήσω καλά, στηρίζοντας όλο το σώμα και το μεγαλύτερο μέρος της ουράς, ηρεμεί. Ηρεμεί ακόμα κι όταν καταλάβει πως την μετακινώ προς κάποιο σημείο λιασήματος. Μπορεί επίσης να πάει λίγο προς τα πίσω αν της πιάσω απροειδοποίητα το κεφάλι ή το τρίτο μάτι, αλλά συνήθως δεν έχει πρόβλημα. Μόνο μια φορά μου είχε φουσκώσει τα γένια, όταν την τράβηξα έξω ενώ χωνόταν πίσω από κάποια πράγματα τις πρώτες μέρες που την είχα. Τότε σηκώθηκε ψηλά, φούσκωσε το σώμα της και φούσκωσε και μαύρισε τα γένια της. Μόλις την μετακίνησα αλλού, ξεφούσκωσε. Είναι τόσο ήσυχη που τρώει συχνά από το χέρι μου, ακόμα κι όταν την κρατάω, εντούτοις συνήθως δεν το κάνει αυτό αν βρίσκεται σε εντελώς ανοίκειο μέρος ή υπάρχουν αρκετά άτομα μπροστά της. Μια φορά την είχα μεταφέρει έξω από το σπίτι σε μικρή απόσταση, τυλιγμένη μέσα σε χαρτιά πηγαίνοντας, αλά την έβαλα πάνω στον ώμο μου γυρίζοντας, πράγμα που την φόβησε, αφού έχωσε το κεφάλι της πίσω από τον αυχένα μου για να μην βλέπει. Από τότε δε θέλω να την ξανακουβαλήσω έτσι. Δε με έχει δαγκώσει ποτέ, εκτός από μια φορά που προσπάθησα να τις βάλω φαΐ στο στόμα χωρίς να θέλει. Τότε γύρισε λίγο στο πλάι και με δάγκωσε, και μολονότι ήταν ασήμαντο, πόνεσα αρκετά. Σκεφτείτε πόσο πονάει ένα κανονικό δάγκωμα! Δε με μπερδεύει με φαγητό, αν και μερικές φορές έχει τύχει, ιδίως αν ο χώρος ήταν ημισκοτεινός ή τις έδινα πολλά μικρά έντομα το ένα πίσω απ’το άλλο. Αντίθετα, ο δράκος του Feeders, τον οποίο δε χειρίζονται πλέον τόσο όσο άλλοτε, κι ανοίγουν το τερράριο κυρίως για να τον ταΐσουν, είναι μαθημένος σ’αυτό και μπορεί να δαγκώσει κανένα δάχτυλο αν του παρουσιαστεί απροειδοποίητα. Όταν κοιμάται δεν την πειράζω, αλλά έχει τύχει να την ξυπνήσω ή να ξυπνήσει μόνη της με το φως. Προσπαθώ να μην ανάβω φως στο μέρος όπου βρίσκεται, αλλά μερικές φορές είναι αναπόφευκτο. Όταν ξυπνάει μπορεί και να φάει λίγα έντομα αν της δώσω, μετά όμως από λίγο πηγαίνει σε μια σκοτεινή γωνία και ξανακοιμάται. Όταν κοιμάται δεν αντιδρά πολύ, κι έτσι μπορώ να την μετακινήσω αρκετά εύκολα.

Υπάρχουν ωστόσο και οι περιπτώσεις που φοβάται πραγματικά. Μεγάλος της φόβος είναι οι μακρινές εωρούμενες σκιές, οι οποίες στη φύση συνήθως σημαίνουν αρπακτικά πουλιά που θα την σηκώσουν από το ζεστό βραχάκι της και θα την φάνε. Πολλοί δράκοι τρομάζουν από τέτοιες σκιές, και μεγάλο πρόβλημα έχουν αυτοί που σπάνια εκτίθενται στον εξωτερικό κόσμο, αν και όλοι σταδιακά συνηθίζουν. Η δική μου αρχικά φοβόταν πολύ τα πουλια που πετούσαν ψηλά και τα αεροπλάνα. Μόλις πλησίαζε ένα, έτρεχε αμέσως σε κάποια σκοτεινή γωνιά, κάτω μου ή πίσω από κάτι, και δεν έβγαινε από εκεί. Σιγά-σιγά ωστόσο άρχισε να εξοικειώνεται, και μολονότι ο φόβος δεν της έφυγε ποτέ, πλέον τα ανέχεται. Εξακολουθεί να τρομάζει αν βρίσκεται σε ανοιχτό ή ξένο χώρο, αλλά όταν βρίσκεται κοντά στην ασφάλεια, απλώς παρατηρεί την απειλή, αν και πάλι μπορέι να τύχει να τρομάξει.

Όπως λέω κι εγώ, αυτή η σαύρα μια μέρα θα μας σώσει, γιατί σίγουρα θα τρομάξει αν το αεροπλάνο που παρατηρεί αρχίζει να χαμηλώνει επικίνδυνα. Το πιο αστείο είχε γίνει ωστόσο τον πρώτο καιρό που την είχα, όταν προσπάθησε να πουλήσει τσαμπουκά σε αεροπλάνα δύο φορές. Και τις δύο αρχικά τρόμαξε, αλλά μετά στάθηκε στραμμένη προς την πλευρά του αεροπλάνου, σηκώθηκε, πλάτυνε πολύ και φούσκωσε το σώμα της και τα γένια της και πιθανόν ήλπιζε ότι το αεροπλάνο θα τρομάξει και θα εξαφανιστεί! Δεν ξέρει ότι η πραγματικότητα είναι αδιάφορη προς τις επυθιμίες του καθενός – αυτό θα πείτε ούτε όλοι οι άνθρωποι το έχουν εμπεδώσει. Δυστυχώς δεν ξανάγινε άλλη φορά αυτό, ώστε να το βιντεοσκοπήσω. Επίσης δε νιώθει άνετα κοντά στα κουνέλια, τα οποία αποφεύγει – μέσα στα κλουβιά τους βρίσκονταν. Τα μικρότερα εντούτοις ζώα τα θεωρει τροφή. Σύντομα αφότου τον πήρα, τον Απρίλιο, έβαλα δοκιμαστικά τον μικρό μου ακομα κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) μέσα σ’ένα πλαστικό κουτί, και αφού τον παρατήρησε για λίγο, προσπάθησε να τον φάει! Φοβάται επιπλέον το νερό, και δύο φορές που την έβαλα σε ρηχό νερό για μπανάκι για τη δυσκοιλιότητα, πετάχτηκε έξω. Αν και γενικώς δεν τη φοβίζουν πολλά πράγματα μέσα στο τερράριό της, όταν γίνονται μεγάλες εργασίες και μετακινήσεις μεγάλων αντικειμένων κοντά σε αυτό, μπορεί να γυρίσει το κεφάλι αλλού μετά από λίγο ή να κρυφτεί.

Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω. Από τη μία σκέφτομαι να την αναπαραγάγω, αλλά από την άλλη ανησυχώ για το πού θα δώσω όλα τα μικρά. Σίγουρα θα πάρουν κάποια μέλη του φόρουμ, ένας ή δύο απ’έξω και το Feeders, αλλά τι θα γίνει αν μου μείνουν; Πολλοί στο φόρουμ έχουν αυτό το είδος, αλλά ελάχιστοι τόλμησαν να το αναπαραγάγουν, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Κι επίσης θα δυσκολευτώ να βρω αρσενικό. Αν δε φέρει το Feeders κανένα κατάλληλης ηλικίας στην κατάλληλη εποχή, δύσκολα θα βρω. Ίσως τελικά να μην την αναπαραγάγω, αν και θα ήθελα όλα τα ζώα που έχω στη συλλογή μου να αναπαραχθούν κάποια στιγμή.

Προσπαθώ να εναρμονίζω τη φροντίδα των ζώων μου σύμφωνα με τα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας. Περνώ αρκετό χρόνο ψάχνοντας για επιστημονικές μελέτες για τα είδη του ενδιαφέροντος και διαβάζοντας άρθρα και βιβλία γι’αυτά. Έχω ψάξει αρκετά για τους γενειοφόρους δράκους, για τους οποίους έχω συλλέξει λίστα πηγών. Μόλις συνάντησα τη μελέτη για τη διατροφή του είδους στη φύση, ενδιαφέρθηκα για περαιτέρω πληροφορίες και απέστειλα ιμέιλ στον Dennis G. Oonincx, ο οποίος επίσης έκανε τις δύο μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό της d3 στους γενειοφόρους δράκους που παραθέτω, ζητώντας τα πλήρη κείμενα, τα οποία μου επισύναψε στην απάντησή του. Ο εν λόγω ερευνητής εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν στην Ολλανδία, όπου διεξάγει έρευνες κυρίως πάνω στη θρεπτική αξία των εντόμων, ενώ επίσης είναι εκτροφέας ερπετών. Εγγράφηκα επίσης στο φόρουμ του beardeddragon.org, το οποίο μπορώ να πω ότι με βοήθησε πολύ.

Πηγές και σύνδεσμοι

οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο feeders.gr
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο anapsid.org
φροντίδα του γενειοφόρου δράκου στο Reptile Cage Plans
η σελίδα του Tosney για τους γενειοφόρους δράκους
beardeddragon.org
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για τους γενειοφόρους δράκους στο Διαδίκτυο. Έχει επίσης μεγάλο και ενεργό φόρουμ.
οι γενειοφόροι δράκοι από μια αυστραλιανή οπτική γωνία
η αναπαραγωγική βιολογία των γενειοφόρων δράκων

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες και κτηνιατρικά άρθρα
σημειώσεις για την εξάπλωση και τις συνήθειες του γενειοφόρου δράκου Pogona henrylawsoni
νυχτερινή θέρμανση και δραστηριότητα σε αρκετά είδη αγαμιδών
ο δράκος P. vitticeps έχει φυλετικά μικροχρωμοσώματα zz/zw
η αναστροφή του φύλου προκαλεί τη γρήγορη μετάβαση από γενετικό σε θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου στην P. vitticeps
η διατροφή των ελεύθερων γενειοφόρων P. vitticeps της Κεντρικής Αυστραλίας
τα αποτελέσματα της συμπλήρωσης με βιταμίνη d3 και της έκθεσης σε ακτινοβολία uvb στην ανάπτυξη και στη συγκέντρωση των μεταβολιτών της d3 στο πλάσμα νεαρών γενειοφόρων δράκων
οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της d3 στο αίμα παραμένουν σταθερές μετά την παύση έκθεσης σε uvb σε ενήλικους θηλυκούς γενειοφόρους δράκους
θερμορρύθμιση και ομαδοποίηση σε νεογέννητους γενειοφόρους δράκους
κοινωνική μάθηση μέσο μίμησης σε ένα ερπετό P. vitticeps
ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού κατά τη θερμορρύθμιση στην P. barbata
τα αποτελέσματα της θερμικής ποιότητας στη θερμορρυθμιστική συμπεριφορά της P. vitticeps
η υποξία προοδευτικά μειώνει το κατώφλι του ανοίγματος του στόματος στην P. vitticeps
θερμορρυθμιστικές συνέπειες της υπεραλάτωσης στην P. vitticeps
διάγνωση και θεραπεία περιοφθαλμικού μυξοσαρκώματος σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
γαστρικό νευροενδοκρινές καρκίνωμα εκφράζον σωματοστατίνη σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
μυελογενής λευχαιμία σε έναν γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
χημειοθεραπεία για λευχαιμία σε γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
προωρηξιακή στάση και δυστοκία σε ωοτόκες σαύρες
γενειοφόρος δράκος με περιοδοντική νόσο
υπερηχογραφική ανατομία στους γενειοφόρους δράκους P. vitticeps
υπολογισμός του χρόνου γαστρεντερικής μετάβασης στην P. vitticeps
τοξίκωση από πυγολαμπίδες σε σαύρες
κυκλική χρωματική μεταβολή στο γενειοφόρο δράκο P. vitticeps υπό διαφορετικές φωτοπεριόδους
η πρώιμη εξέλιξη του συστήματος του δηλητηρίου στα φίδια και τις σαύρες

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 7/4/2016: Ξύπνησα τη Μπέλα στις 16 Φεβρουαρίου, όταν ο καιρός άρχισε να φτιάχνει προσωρινά. Εντωμεταξύ ο δράκος στο feeders.gr είχε ξυπνήσει από πιο νωρίς, αν και δεν πέρασε από πλήρη χειμέρια νάρκη, γιατί ο χώρος του θερμαινόταν. Οι θερμοκρασίες κατά τη νάρκη της Αναμπέλας κυμαίνονταν μεταξύ 9 και 17 βαθμών Κελσίου, με τις συνηθέστερες μεταξύ 12-15 βαθμών. Την ξύπνησα ανάβοντας τις λάμπες, αλλ’επειδή δεν επαρκούσαν για τη θέρμανση του τερραρίου, έβαλα συμπληρωματικά και μια θερμαντική πλάκα 28χ14 εκ πάνω στη φωλιά της, την οποία έχω εκεί ακόμα. Ρύθμισα το χρονοδιακόπτη στις 11,5 ώρες, αν και μετά από λίγες εβδομάδες ανέβασα τη φωτοπερίοδο στις 12. Αν κι αρχικά έλεγα να περιμένω να βγει μόνη της, τελικά την έβγαλα εγώ έξω στον ήλιο, όπως την έβγαζα περιστασιακά κατά τη νάρκη για να τις δώσω λίγο νερό, όπου ζεστάθηκε και μισοξύπνησε. Την ίδια μέρα έφαγε μια μικρή κατσαρίδα Αργεντινής, και δυο μέρες μετά ένα κομματάκι φύλλου μολόχας. Έφαγε μεγάλη ποσότητα πρώτη φορά για φέτος στις 22 Φεβρουαρίου, οπότε κατανάλωσε 38 περίπου προνύμφες στρατιωτόμυγας (Phoenix worms). Αφόδευσε για πρώτη φορά φέτος στις 27 Φεβρουαρίου. Στις επόμενες μέρες, ο μεταβολισμός της έπεσε, γιατί οι εξωτερικές θερμοκρασίες έπεσαν απότομα, και το ίδιο συνέβη και στα ψυχρότερα σημεία του τερραρίου. Τότε παρέμενε για σχεδόν όλη τη μέρα πάνω στη θερμαντική πλάκα, η οποία έφτανε τους 30 βαθμούς, ή κάτω από τη λάμπα, η οποία ζέσταινε το ξύλο από κάτω της στους 34 βαθμούς. Μέχρι περίπου τα μέσα του Μαρτίου, δεν είχε ξυπνήσει εντελώς, αφού περνούσε αρκετό μέρος της ημέρας μέσα στην τρύπα της. Σιγά-σιγά άρχισε να κοιμάται συχνότερα και εκτός αυτής, κι ακόμα κι όταν κοιμόταν μέσα το βράδυ, δεν ξεχνιόταν εκεί την άλλη μέρα, όπως έκανε πριν, κι έβγαινε από το πρωί να λιαστεί. Η όρεξή της επίσης σταθεροποιήθηκε από τις 20 Μαρτίου και μετά. Τώρα τρώει περίπου 25-50 μικρά έντομα κάθε 3-4 μέρες, με λίγα συμπληρωματικά στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των κύριων ταϊσμάτων. Αφοδεύει επίσης κάθε 2-4 μέρες. Μερικές φορές τις δίνω και μερικά μεγαλύτερα έντομα και λίγα λαχανικά. Το διαιτολόγιό της αποτελείται κυρίως από αλευροσκούληκα, τα οποία εκτρέφω εγώ, όσο κι από Phoenix worms, τα οποία αγόρασα σε μεγάλη ποσότητα από εκτροφέα – ευτυχώς υπάρχει ένας σχετικά κοντά. Συμπληρωματικά δίνω και κατσαρίδες Αργεντινής, των οποίων η αποικία που φτιάχνω δεν έχει μεγαλώσει ακόμα πολύ, ακρίδες, superworms και λίγα φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι και ζοχό. Επίσης άρχισε τις τελευταίες μέρες και η αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο στη δεξιά πλευρά της ράχης προς τα πίσω.

Ο καλός καιρός αυτό το διάστημα σημαίνει ότι την βγάζω σχεδόν καθημερινά έξω απ’το τερράριο, για 20 λεπτά έως πάνω από ώρα, οπότε έχει συχνές ευκαιρίες για άσκηση και εξερεύνηση. Έχω εκπλαγεί από το επίπεδο δραστηριότητάς της, η οποία είναι πολύ περιςσότερη απ’όσο νόμιζα. Αν και πάλι όχι τόσο δραστήρια όσο αυτή στο κατάστημα, εξακολουθεί να είναι αρκετά κινητική. Και πέρσι ίσως να ήταν το ίδιο δραστήρια την ίδια εποχή, αλλά εξαιτίας του άστατου καιρού δεν την έβγαζα έξω. Τώρα μόλις την βγάζω, αφού είναι ήδη ζεσταμένη από τη λάμπα, αρχίζει τις βόλτες. Μετά, αν κρυώσει λίγο, μετακινείται σε κάπιο σημείο στο δωμάτιο ή έξω με ήλιο, όπου κάθεται για 10-20 λεπτά, ή και λιγότερο αν είναι αρκετά ζεστή, και μετά ξαναρχίζει τις βόλτες. Τρέχει από το ένα μέρος στο άλλο, σταματά σε διάφορα πράγματα και τα κοιτάζει ή πηγαίνει από πίσω τους, σκαρφαλώνει σε κλούβες, σωλήνες, σκούπες, πόδια καρεκλών κλπ, ξανακατεβαίνει, μπαίνει κάτω από πράγματα, αλλά μετά ξαναβγαίνει, πηγαίνει στον ήλιο, γυρίζει κλπ. Μεταξύ των δραστηριότήτων της παρεμβάλλονται φυσικά και περίοδοι ξεκούρασης. Άλες φορές πάλι μπορεί να καθίσει στον ήλιο για πολλά λεπτά, χωρίς να κινείται, ιδίως μετά από ένα καλό γεύμα, προφανώς για να χωνέψει. Πλέον δε φοβάται σχεδόν καθόλου τα πουλιά και τα λοιπά ιπτάμενα αντικείμενα, από τα οποία έχει τρομάξει μόνο δύο φορές έως τώρα φέτος, αν και πάλι τα κοιτάζει προσεκτικά. Όπως έχω προαναφέρει, ξέρει να γυρίζει στο τερράριο μόνη της, κι όταν έχει περάσει αρκετό χρόνο έξω, επιστρέφει γρήγορα στην βάση του τερραρίιου με το κεφάλι προς τα πάνω, όπου περιμένει να την βάλω μέσα. Αν δεν την βάλω μέσα, θα ξαναφύγει ή θα πάει δίπλα. Τώρα όμως έχει μάθει και να βγαίνει από το τερράριο. Μερικές φορές όταν ανοίγω την εξώπορτα και μένως στο δωμάτιο μπορεί να κατέβει από το σημείο λιασήματος και να έρθει μπροστά στην πόρτα, αλά συνήθως προσπαθεί να ξαναβγεί όταν την βάζω μέσα μετά από βόλτα. Συχνά προσπαθεί να σκαρφαλώσει στα διάφανα τοιχώματα, αλά δείχνει πλέον ιδιαίτερη προτίμηση για τη μπροστινή αριστερή πλευρα΄, την οποία συχνότερα ανοίγω. Εκεί σηκώνεται όρθια και ξύνει επίμονα το τζάμι, μέχρι να ανοίξω την πόρτα. Αρχικά έβγαζε δειλά μόνο το κεφαλάκι της, αλά τώρα βγαίνει μόνη της έξω, κι αν την αφήσω, πέφτει κάτω. Μετά μπορεί να βγει έξω στον ήλιο, ή αμέσως να ξαναγυρίσει πίσω προς το τερράριο. Είναι πολύ έξυπνη τελικά. Αν της βάλω μια ξύλινη ράμπα πιστεύω θα μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει, όταν φυσικά είμαι εκεί και τις έχω ανοίξει την πόρτα. Είναι επίσης δραστήρια και μέσα στο τερράριο, όπου σκαρφαλώνει στα ξύλα, μετακινεί χαρτιά. Μπαίνει στην κρυψώνα και αμέσως βγαίνει,και προσπαθεί να περάσει μέσα απ’τα τζάμια. Μετά από λίγα λεπτά δραστηριότητας, ανεβαίνει και ξαπλώνει πάνω στη θερμαντική πλάκα, και αργότερα στη λάμπα. Η θερμαντική πλάκα ζεσταίνει στους 33 βαθμούς, η λάμπα στους 38, ενώ η γενική θερμοκρασία είναι 22-23 βαθμοί, οπότε μπορεί εύκολα να θερμορρυθμίζεται. Συνήθως πρωί κι απόγευμα κάθεται κάτω από τη λάμπα, ενώ το μεσημέρι, ιδίως αν την έχω βγάλει στον ήλιο προτύτερα κι έχει ζεσταθεί πολύ, προτιμά την ηπιότερη πλάκα. Το βράδυ κοιμάται δίπλα στην τρύπα, πάνω στην πλάκα, στο σημμείο λιασήματος κάτω από τη λάμπα, στην πιο δροσερή γωνία, και σπάνια μέσα στην τρύπα της.

η Αναμπέλα ο γενειοφόρος δράκος στο χέρι μου 28/4/2016

Της κατέβασα ακόμα και το παιχνίδι Ant Crusher στο iPhone μου, ώστε να την μάθω να το παίζει όπως στο γνωστό βίντεο του Αυστραλού. Πρόσφατα επίσης έκανα μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών για αρσενικό, ώστε να την ζευγαρώσω και να κάνει κι αυτή τα δικά της αυγά!

Pogona vitticeps ψήνεται στον ήλιο και κοιτάζει με απορία την κάμερα 31/3/2016
Τα παρακάτω βίντεο είναι από το γενειοφόρο δράκο στο feeders.gr. Στο πρώτο με μπερδεύει με φαγητό και με δαγκώνει λίγο, ενώ στο δεύτερο με κλωτσά με το πίσω πόδι επειδή την ενόχλησα.


.

Ενημέρωση 29/4/2016: Τελικά δεν έγινε η αλλαγή δέρματος. Ήταν απλώς ένα μικρό κομματάκι που άλλαξε, όπως συμβαίνει σχετικά συχνά στις σαύρες αυτές. Η Μπελιτσα παραμένει χαρούμενοι, δραστήρια, και πάνω απ’όλα φαγανή. Τρώει εύκολα 50-70 αλευροσκούληκα ή προνύμφες μύγας κάθε 3 μέρες, ή μπορεί να φάει λίγες κατσαρίδες Αργεντινής. Παρακάτω η φωτογραφία με το τερράριο, όπου έχω προσθέσει ακόμα ένα ξύλο ιβίσκου.

τερράριο του γενειοφόρου δράκου 28/4/2016

Ενημέρωση 2/6/2016: Ο δράκος άρχισε να μπαίνει σε καλοκαιρινό πρόγραμμα. Λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η δραστηριότητά της έχει μειωθεί αρκετά. Λιάζεται κάτω από τη λάμπα λιγότερο, και προτιμά να κάθεται δίπλα σ’αυτήν, ενώ επίσης τις πιο ζεστές ώρες μπορεί να μπαίνει στην τρύπα της για λίγο. Οι θερμοκρασίες στον περιβάλλοντα χώρο κυμαίνονται μεταξύ 27 και 30 βαθμών, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνουν και τους 40 βαθμούς. Επειδή οι θερμοκρασίες είναι καλές, έσβησα και αφαίρεσα εντελ΄λως τη θερμαντική πλάκα. Τρώει αρκετά. Από τις 29 Μαΐου ξεκίνησε η μεγάλη αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο τη βάση της ουράς από δεξιά, το πίσω μέρος του δεξιού μπουτιού και τα χείλη. Τη με΄ρα πριν εκδυθούν τα χείλη, η Αναμπέλα έγλειφε συνεχώς τα χείλη της και δεν ήθελε να φάει. Επίσης έπινε αρκετό νερό. Χθες το δέρμα στα χείλη άλλαξε, κι έτσι ανακουφίστηκε. Τώρα που αλλάζει δέρμα, την ψεκάζω ελαφρά για να μαλακώσει.
Στις 17 Μαΐου συνέβη δυστυχώς ένα ατύχημα, που τελικά αποδείχθηκε μικρό. Πάτησα την ουρά της κατά λάθος. Αυτή βρισκόταν μπροστά στη μπαλκονόπορτα, κι εγώ βιαστικά πέρασα από δίπλα της, σίγουρος ότι θα την προσπεράσω, όμως δεν υπολόγισα σωστά το βήμα μου και την πάτησα με όλο το βάρος μου προς το τέλος της ουράς της. Ευτυχώς το κατάλαβα αμέσως και σήκωσα το πόδι μου σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η Μπέλα σοκαρισμένη σήκωσε το κε΄φαλι ψηλά για να δει τι γίνεται, αλλά δεν κατάλαβε αμέσως τι έγινε. Μετά ήταν απλώς κάπως ενοχλημένη και δεν ήθελε να καθίσει πάνω στο χέρι μου. Την επέστρεψα στο τερράριο αμέσως για να κοιμηθεί ήσυχη, επειδή σουρούπωνε. Τις δύο επόμενες μέρες είχε αρκετά πεσμένη διάθεση, γιατί έτρωγε λίγο, κινούταν πολύ λιγότερο και πιο νωχελικά από το σύνηθες, παρέμενε για ώρα στα ζεστά σημεία, και δε με εμπιστευόταν όταν την σήκωνα, προσπαθώντας να μου ξεφύγει. Την επόμενη μέρα μάλιστα, όταν την έβγαλα έξω για να ελέγξω την ουρά της ενοχλήθηκε αρκετά, και μόλις ξαναμπήκε στο τερράριο έτρεξε αμέσως στη μέση του χώρου κι άρχισε να κουνά γρήγορα και διαδοχικά το κεφάλι της, διακηρύσσοντας ίσως την περιοχή της, μέσα στην οποία δε θα πρέπει να την πειράζω. Εγώ ωστόσο έπρεπε να την ενοχλώ για το καλό της. Αυτό το έκανε δύο φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρή ζημιά η ουρά, αλλά οι μαλακοί ιστοί ίσως να τραυματίστηκαν λίγο, γιατί, αν και δε φαινόταν να πονάει κατά την κίνηση, όταν έμενε για ώρα ακίνητη ή κοιμόταν, κι εγώ της άγγιζα το χτυπημένο σημείο της ουράς, την μάζευε αμέσως, και μπορεί και να ξυπνούσε. Εάν αυτό συνεχιζόταν ή χειροτέρευε, θα την πήγαινα στην κτηνίατρο. Ευτυχώς σε τέσσερις μέρες επανήλθε στα φυσιολογοικά. Πρώτη φορά γίνεται αυτό, και ας ελπίσουμε τελευταία.

Ενημέρωση 25/6/2016: Οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στα ύψη, και η Αναμπέλα πάλι έγινε λιγότερο δραστήρια. Η γενική θερμοκρασία του χώρου της είναι 34-35 βαθμοί, δηλαδή κοντά στην προτιμώμενη θερμοκρασία, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνει και τους 47 βαθμούς. Ίσως να είναι ώρα να αλλάξω λάμπα με μια λιγότερων βατ. Η σαύρα κρύβεται σχεδόν όλη τη με΄ρα στην τρύπα της, ή κάθεται μπροστά από αυτήν, ενώ άλλες φορές μπορεί να ξαπλώνει στη δροσερή πλευρά του τερραρίου ή να κάθεται χαμηλά σε κάποιο κλαδί. Το βράδυ οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 29-33 βαθμών, και συνήθως κοιμάται είτε στο πάτωμα είται σε κάποια αστεία θέση πάνω σε κάποιο κλαδί, αφού πλέον νιώθει τόσο ασφαλής που μπορεί να κοιμάται οπουδήποτε. Την βγάζω έξω, και έπειτα από βραχεία έκθεση στον ήλιο λίγων λεπτών, επιστρέφει στη σκιά, όπου είτε ξαπλώνει για ώρα και μετά κάνει μια μικρή βόλτα, είτε κάνει βόλτα από την αρχή. Μόλις την βάζω πάλι μέσα, συχνά προσπαθεί να βγει για να κάνει ακόμα μία βόλτα. Λόγω ζέστης, το διάστημα αυτό το κατάστημα feeders.gr, απ’όπου προμηθεύομαι τα έντομα δε φέρνει τα νόστιμα και παχυντικά αλευροσκούληκα, superworms και μελοσκούληκα, και η αποικία των αλευροσκούληκών μου είναι ακόμα πολύ μικρή, οπότε αυτά τελείωσαν προσωρινά. Τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας (Phoenix worms), που μπορεί να φάει 30-60 τη φορά, λίγες κατσαρίδες Αργεντινής, και συμπληρωματικά πεταλουδίτσες και βρωμούσες (Palomena prasina) που πιάνω το βράδυ γύρω από τις λάμπες. Οι βρωμούσες, αν και βγάζουν δύσοσμη ουσία για άμυνα, δεν είναι στην πραγματικότητα τοξικές, και σαύρες που δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην οσμή των θηραμάτων όπως οι δράκοι τις τρώνε αμέσως. Άλλα είδη όμως, όπως τα γκέκο, τις αποφεύγουν, κι όσες φορές έδωσα σε γκε΄κο τις άφηναν ήσυχες. Της δίνω επίσης ψιλοκομμένο μαρουλάκι από έτοιμες σαλάτες, καθώς και φύλλα και άνθη ιβίσκου. Για ασβέστιο τρώει θραύσματα από κόκκαλο σουπιάς, όπως πάντα. Ακόμα συνεχίζει την αλλαγή δέρματος, με αλλαγή από διάφορα μέρη του σώματος και τα πόδια. Φέτος έχει παχύνει ακόμα περισσότερο από πέρσι.

Πρόσφατα επίσης έγιναν δύο αρκετά ενδιαφέρουσες μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο είδος. Στην πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο στο ερευνητικό ινστιτούτο Μαξ Πλανκ στη Φρανγκφούρτη της Γερμανίας, διαπιστώθηκε ότι οι γενειοφόροι δράκοι, όπως τα πουλιά και τα θηλαστικά, παρουσιάζουν δύο διαφορετικές φάσεις ύπνου, τον ύπνο ταχείας κίνησης των ματιών (rem) και το βαθύ ύπνο (nrem). Μέχρι τώρα, η ύπαρξη rem ύπνου στα ερπετά ήταν αμφιλεγόμενη, με άλλες μελέτες να την υποστηρίζουν κι άλλες να μην την επιβεβαιώνουν. Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η πρώτη φορά που ο ύπνος rem διαπιστώθηκε ξεκάθαρα σε καποιο ερπετό. Η εγκεφαλική δραστηριότητα εναλλάσσεται μεταξύ rem και βαθέος ύπνου σε πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ’ό,τι στον άνθρωπο ή σε μεγάλα θηλαστικά. Ο ύπνος rem ήταν από καιρό γνωστός στα πουλιά και στα θηλαστικά, και θεωρούταν ότι εξελίχθηκε κατά τη μετάβαση στην ενδοθερμία και κατά τη μεγέθυνση του εγκεφάλου για να υποστηρίξει συνθετότερες υποτίθεται λειτουργίες, αλά πλέον είναι πολύ πιθανό να υπήρχε στον κοινό πρόγονο όλων των αμνιοτών, του κλάδου που περιλαμβάνει τα ερπετά με τα πουλιά και τα θηλαστικά. Στον ύπνο rem επίσης παρατηρούνται και τα όνειρα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, οπότε είναι πολύ πιθανό και οι γενειοφόροι δράκοι να ονειρεύονται, όπως υποθέτουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς της μελέτης. Τι άραγε να ονειρεύεται η μικρή Αναμπέλα; Ίσως ότι έφαγε καλά, ότι έφαγε νόστιμα έντομα, ίσως ότι την πειράξαμε μια μέρα κλπ. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Η άλλη μελέτη, που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στην Αυστραλία, βρήκε ότι διαφορετικές περιοχές του δέρματος του γενειοφόρου δράκου αλλάζουν χρώμα για διαφορετικούς σκοπούς. Είναι γνωστό ότι η ραχιαία επιφάνεια του ζώου αλλάζει χρώμα για τη θερμορρύθμιση, με σκουρότερα χρώματα σε χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να απορροφήσει περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία, και ανοιχτότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ώστε να αντανακλά την περισσότερη ακτινοβολία. Το στήθος και ο λαιμός του δράκου ωστόσο αλλάζουν χρώμα για λόγους κοινωνίκής σήμανσης. Όταν το ζώο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, οι περιοχές αυτές είναι ανοιχτό καφέ ή λευκές, αλλά όταν το ζώο πρέπει να επιδειχθεί σε κάποιο ομοειδές του, οι περιοχές αυτές σκουραίνουν. Αυτό ήταν από καιρό γνωστό από παρατηρήσεις τέτοιων ζώων, απλώς δεν ήταν σίγουρο ότι η χρωματική αλλαγή στις δύο αυτές περιοχές δε συσχετιζόταν. Παρόμοια τοπική χρωματική αλλαγή είναι γνωστή στους χαμαιλέοντες, και πιθανόν να υπάρχει και σε άλλα ιγκουάνια. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ενημέρωση 16/9/2016: Η αλλαγή δέρματος ολοκληρώθηκε προς το τέλος του Ιουλίου, αφού πρώτα έβγαλε μεγάλα κομμάτια από την ράχη και την κοιλιά σε κοντινές μέρες. Οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά υψηλές, κι έτσι περνούσε αρκετό χρόνο μέσα στην τρύπα της και το βράδυ κοιμόταν επίσης μέσα στην τρύπα. Τώρα τον Σεπτέμβριο, που οι θερμοκρασίες έπεσαν κάπως, ξαναέγινε πιο δραστήρια. Συχνά μετακινείται από τον ήλιο στη σκιά και μέσα στο τερράριο περνά πολύ λιγότερο χρόνο μέσα στην τρύπα, και συχνά κοιμάται εκτός. Το καλοκαίρι έτρωγε πολλά αλευροσκούληκα, γιατί η αποικία είχε μεγαλώσει, αλλά τα τελευταία τα κράτησα για τα γκέκο και τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας και κατσαρίδες Αργεντινής, μαζί με σαλάτα, φύλλα μουριάς και φύλλα ιβίσκου. Δεν τρώει τόσο πολύ όσο την άνοιξη, αλά έχει πάρει αρκετό βάρος, και δείχνει πολύ γεμάτη. Παρακάτω έχω διάφορα βίντεο όπου ο δράκος τρώει:



Εδώ τρώει φύλλα ραδικιού και μία χιλιοποδαρούσα, κι αυτή εκκρίνει δύσοσμη ουσία, αλ΄λα δεν επηρεάζει τους γενειοφόρους δράκους.

Εδώ είναι αρκετά ενοχλημένη μαζί μου και μου μαυρίζει τα γένια. Έχει να το κάνει αυτό εδώ και δύο χρόνια, από την πρώτη άνοιξη δηλαδή. Όπως και τότε, πάλι ήθελε να πάει αλλού και δεν την άφηνα, κι επίσης προσπαθούσα να της βάλω τροφή μπροστά χωρίς να θέλει. Αν και τα μαύρισε, δεν έκανε επίδειξη απειλής, δηλαδή δεν τα φούσκωσε. Μετά από ένα λεπ΄το επανήλθαν στο φυσιολογικό, κι έπειτα της έδωσα αποζημίωση με τη μορφή αγαπημένης τροφής (μικρές κατσαρίδες Αργεντινής) και νερού, και όλα καλά.

Τις τελευταίες μέρες κάπου τραυμάτισε το άκρο της ουράς της, και μολονότι έψαχνα το τραύμα, δεν το έβρισκα. Η Μπέλα όμως πονούσε και τραβούσε την ουρά της από εμένα, και αυτό το έβγαλα σε βίντεο. Τελικά μετά από λίγες ώρες σχεδόν σταμάτησε να δείχνει συμπτώματα, και την άλλη μέρα πάλι ήταν καλά. Πιθανότατα την έξυσε λίγο παραπάνω σε κάποια αιχμηρή γωνία καθώς στριφογύριζε. Ο τραυματισμός δεν την επηρέαζε στη μετακίνηση, αφού έτσι κι αλλιώς οι δράκοι κινούνται με το άκρο της ουράς ανασηκωμένο, παρά είχε πρόβλημα μόνο όταν την άγγιζα εκεί.

Κατοικίδια στα κτελ

Τυχαία βρήκα αυτό το άρθρο δημοσιευμένο από ένα μέλος στο
Reptiles Greece
σχετικά με τα νέα δεδομένα για τη μεταφορά κατοικιδίων στα κτελ.

Θα επιτρέπεται στο εξής ημεταφορά μικρών κατοικίδιων ζώων στα ΚΤΕΛ, όπως διατάζει εγκύκλιος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου.

Κατόπιν του θανάτου δεκάδων κατοικίδιων στο χώρο αποσκευών των ΚΤΕΛ, το υπουργείο αποφάσισε να εκδώσει απόφαση που θα επιτρέπει την μεταφορά των μικρών κατοικιδίων στο χώρο επιβατών, όπως επίσης και των μεγαλύτερων που βρίσκονται σε “ειδική αποστολή” (σκύλοι οδηγοί τυφλών κ.α).

Αναλυτικότερα, η σχετική εγκύκλιος αναφέρει τα εξής:

Διευκρινήσεις σχετικά με τις μετακινήσεις ζώων συντροφιάς με τη χρήση λεωφορείων των ΚΤΕΛ Α.Ε., Εγκύκλιος αριθ. 218524/7-4-2004 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων

Ως γνωστόν, με βάση τις διατάξεις της παρ. 1.(ιδ), του άρθρου 15 του ν. 2963/2001 (Α’ 268), που επαναλαμβάνονται και στην υ.α. οικ. Β 36934/2805 «Έκδοση χάρτη υποχρεώσεων προς τον καταναλωτή (Χ.Υ.Κ.) των φορέων παροχής συγκοινωνιακού έργου του Ν. 2963/2001 (Α’ 268)» (Β’ 862/10-7-02), επιτρέπονται οι μεταφορές με λεωφορεία των ΚΤΕΛ Α.Ε. των ζώων συνοδείας αναπήρων καθώς και των μικρών κατοικίδιων που μεταφέρονται με κατάλληλα για το σκοπό αυτό μέσα. Σημειώνεται ότι βάσει των ανωτέρω σχετικών εγγράφων, τα ζώα συντροφιάς που μεταφέρονται με δημόσια μέσα μεταφοράς πρέπει να είναι τοποθετημένα σε κατάλληλο και ασφαλές κλουβί, το οποίο να αναγράφει υποχρεωτικά το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη, την ταχυδρομική διεύθυνση και τηλέφωνο του.

Οι ιδιοκτήτες των ζώων δεν απαλλάσσονται, βέβαια, από τις λοιπές υποχρεώσεις τους, όπως π.χ. την σήμανση και καταγραφή σκύλων, βιβλιάριο υγείας κ.λ.π., που καταγράφονται στο ν. 3170/2003 – Α’ 191, σύμφωνα με το 2ο ως άνω σχετικό.

Προς διευκρίνιση και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων για τη μεταφορά ζώων με λεωφορεία των ΚΤΕΛ Α.Ε., σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

1. Προκειμένου να επιτραπεί η μεταφορά μικρών κατοικίδιων ζώων, αυτά θα πρέπει να συνοδεύονταιυποχρεωτικά από τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο τους. Ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος θα πρέπει να επιδεικνύει το διαβατήριο του ζώου ή το βιβλιάριο υγείας, το οποίο να είναι ενημερωμένο τουλάχιστον κατά την τελευταία διετία.

2. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις της μεταφοράς των ζώων συνοδείας αναπήρων (ουσιαστικά σκύλων συνοδείας τυφλών) καθώς και των μικρών κατοικίδιων, ανάλογα με τον τύπο του λεωφορείου, έχουν ως ακολούθως:

Α. Λεωφορεία Αστικών ΚΤΕΛ: Τα ζώα συνοδείας αναπήρων ανεξαρτήτως μεγέθους καθώς και τα μικρά κατοικίδια ζώα μεταφέρονται εντός ειδικού καλαθιού μεταφοράς με μέγιστες διαστάσεις 50Χ40Χ70 εκατοστά, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα στους συγκοινωνιακούς φορείς αστικών συγκοινωνιών Αθήνας και Θεσσαλονίκης και τοποθετούνται υποχρεωτικά εντός του χώρου επιβατών. Τα ζώα συνοδείας αναπήρων δεν τοποθετούνται σε καλάθι αλλά φέρουν υποχρεωτικά φίμωτρο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.

Β. Λεωφορεία Υπεραστικών ΚΤΕΛ: Στα λεωφορεία που εξυπηρετούν υπεραστικές συγκοινωνίες λόγω του μικρότερου διαθέσιμου χώρου, περιορίζονται οι μέγιστες διαστάσεις του ειδικού καλαθιού μεταφοράς. Έτσι, τα ζώα συνοδείας αναπήρων ανεξαρτήτως μεγέθους και τα μικρά κατοικίδια ζώα, βάρους έως επτά (7) κιλών, που μεταφέρονται εντός ειδικού καλαθιού μεταφοράς διαστάσεων 50Χ40X35 εκατοστά είναι επιτρεπτό να μεταφέρονται με τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ & ΚΤΕΛ Α.Ε. που εξυπηρετούν υπεραστικές συγκοινωνίες και τοποθετούνται υποχρεωτικά εντός του χώρου επιβατών. Τα ζώα αυτά θα τοποθετούνται είτε στο διάδρομο είτε στα κλιμακοστάσια των λεωφορείων, πλησίον σε κάθε περίπτωση του ιδιοκτήτη τους. Τα ζώα συνοδείας αναπήρων, όπως προαναφέρθηκε, δεν τοποθετούνται σε καλάθι αλλά φέρουν υποχρεωτικά φίμωτρο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.

Για λόγους καλύτερης εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού, τα υπεραστικά ΚΤΕΛ & ΚΤΕΛ Α.Ε. είναι επιτρεπτό να περιορίζουν τη μεταφορά των κατοικίδιων ζώων, (α) σε ότι αφορά στον αριθμό σε δύο κατοικίδια ανά λεωφορείο και (β) σε ορισμένα μόνο από τα εξυπηρετούμενα δρομολόγια τα οποία πάντως θα αποτελούν το 30% τουλάχιστον των δρομολογίων κάθε γραμμής (και κατ’ ελάχιστο ένα δρομολόγιο ανά ημέρα), κατανεμημένα σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Εφόσον αποφασιστεί από το οικείο υπεραστικό ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ να γίνει χρήση του ως άνω (β) περιορισμού, θα πρέπει η πληροφορία αυτή να παρέχεται σε κάθε ενδιαφερόμενο ενώ θα πρέπει να έχει αναρτηθεί εμφανώς σχετική ανακοίνωση στους σταθμούς και πρακτορεία του ΚΤΕΛ.

Ο περιορισμός των δρομολογίων θα δύναται να εξυπηρετήσει και τις ανάγκες αλλεργικών κ.λπ. ατόμων που ευλόγως αποφεύγουν το ΑΔΑ: 4Α861-ΒΩΟ συγχρωτισμό με κατοικίδια ζώα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια είναι ενδεδειγμένη η κατάλληλη διευθέτηση των επιβατών εντός του λεωφορείου. Για την περίπτωση αστικών λεωφορείων που είναι ενταγμένα και δρομολογούνται από Υπεραστικά ΚΤΕΛ & ΚΤΕΛ Α.Ε. εφαρμόζονται τα προαναφερθέντα για τα λεωφορεία των Αστικών ΚΤΕΛ.

3. Τα προαναφερόμενα αφορούν, αδιακρίτως, και στα λεωφορεία ιδιοκτησίας των ΚΤΕΛ Α.Ε. και στα λεωφορεία ιδιοκτησίας μετόχων των ΚΤΕΛ Α.Ε. που εξυπηρετούν τις αστικές & υπεραστικές συγκοινωνίες. Σε καμία περίπτωση η μεταφορά των μικρών κατοικίδιων ή κατά μείζονα λόγο αυτών που συνοδεύουν αναπήρους δεν τελεί υπό την κρίση του οδηγού ή / και του ιδιοκτήτη του λεωφορείου ή τη συναίνεση των λοιπών επιβατών.

4. Τονίζεται ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις ρυθμίσεις της εγκυκλίου αυτής, επιβάλλονται, από το οικείο Πειθαρχικό Συμβούλιο του π.δ. 170/2003 (Α’ 140), στις ΚΤΕΛ Α.Ε. οι προβλεπόμενες κυρώσεις της παρ. 3(η) του άρθρου 2 του ίδιου π.δ. και σε περίπτωση υποτροπής αυτές της παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Οι οδηγοί των λεωφορείων που δε συμμορφώνονται με τις ως άνω ρυθμίσεις, υπόκεινται στις πειθαρχικές κυρώσεις του άρθρου 18 του π.δ. 246/2006 (Α’ 261) που επιβάλλονται από τα αρμόδια όργανα των ΚΤΕΛ Α.Ε. & ΚΤΕΛ. Τα συλλογικά όργανα των ΚΤΕΛ Α.Ε. παρακαλούνται για την ενημέρωση των μελών τους ενώ οι ΚΤΕΛ Α.Ε. για την ενημέρωση του προσωπικού και των μετόχων τους.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡ. ΜΠΟΥΡΑΡΑΣ: .Επ.Μ. – Τμ. Αστικών Συγκοινωνιών – Τμ. Υπεραστικών Συγκοινωνιών ΑΔΑ: 4Α861-ΒΩΟ».

το αρθρο το πειρα απο το
econews.gr.

Πιθανότατα όμως ο νόμος αυτός θα μείνει στη θεωρία. Τα κτελ είνα περίπλοκο σύστημα, και κάθε οδηγός έχει διαφορετική άποψη.

Εγώ μετααφέρω το
κουνέλι μου
κανονικά, βάζοντας όμως το κλουβί μεταφοράς σε μια χαρτοσακούλα και καλύπτοντάς το όταν ανεβαίνω στο λεωφορίο με κάποιο ρούχο. Μετά όταν καθίσω στη θέση μου το βγάζω. Την τελευταία φορά όμως που δεν το κάλυψα είχαμε πρόβλημα. Ο οδηγός δεν επέτρεπε να την πάρω μαζί μου πάνω, κι έτσι αναγκάστηκα να τη βάλω κάτω στις αποσκευές μαζί με τα
κουνελάκια της
με πολύ άγχος φυσικά. Όταν φτάσαμε στον προορισμό, ήταν ευτυχώς όλα καλά. Γι’αυτό για καλό και για κακό να κρύβεται τα ζώα σας μπαίνοντας στο λεωφορίο.

συριακό χάμστερ (Mesocricetus auratus, από wikipedia)

Σχεδόν καθημερινά, στις λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιούν οι χρήστες κι έτσι βρίσκουν κι αυτό το ιστολόγιο, βρίσκω αναζητήσεις σχετικές με χάμστερ. Προφανώς βρίσκουν το ιστολόγιο από κάποιες αναφορές που έχω κάνει σ’αυτά όπως
εδώ.
Επειδή λοιπόν τα ζώα αυτά είναι τόσο κοινά κατοικίδια – πολύς κόσμος τα έχει και ψάχνει -, σκέφτηκα να κάνω ένα θέμα γι’αυτά εδώ για να βοηθήσω όσους ψάχνουν. Βρήκα λοιπόν πρόσφατα ένα καλό κι εμπεριστατωμένο άρθρο από
εδώ,
το οποίο καλύπτει όλα όσα αφορούν αυτό το ζώο και τη φροντίδα του στην αιχμαλωσία. Πραγματεύεται τη φροντίδα του χρυσού ή συριακού χάμστερ, Mesocricetus auratus, μιας κι αυτό είναι το πιο κοινό είδος που συναντάται ως κατοικίδιο. Τ’άλλα είδη χάμστερ μπορεί νά’χουν λίγο διαφοροποιημένες απαιτήσεις, αλλά είναι πολύ σπανιότερα. Παρακάτω το κείμενο.

Μετάφραση: Bolko

Η φροντίδα των κατοικιδίων χάμστερ

Ιούλιος/Αύγουστος 1994 τομ. 6 αρ. 4 Προσωπικό Κτηνιατρικής Πρακτικής

Αυτό το πληροφοριακό φυλλάδιο είναι σχεδιασμένο ως μια μέθοδος επικοινωνίας ανάμεσα σε κτηνιάτρους και πελάτες που έχουν ένα χάμστερ. Συζητώνται θέματα διατροφής, στέγασης, αναπαραγωγής, κι ασθενειών των χάμστερ. Εάν έχετε κάποιες ερωτήσεις, απευθυνθείτε στον κτηνίατρό σας να τις απαντήσει.

Εισαγωγή
Τα χάμστερ είναι κοινά οικιακά κατοικίδια. Είναι φθηνά, φιλικά, και πολύ εύκολα στη φροντίδα. Τα χάμστερ είναι τρωκτικά, συχνά αναφερόμενα ως κατοικίδια τσέπης εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους.
Τα χάμστερ είναι κάπως ασυνήθιστα για τρωκτικά, με μεγάλους παρειακούς σάκους και κοντές, χοντρές ουρές. Έχουν κερδίσει σε δημοτικότητα ως κατοικίδια και ζώα έρευνας από τη δεκαετία του 1930. Το φυσικό περιβάλλον του συριακού χάμστερ (χρυσού χάμστερ) εκτείνεται στη Μέση Ανατολή και τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Τη δεκαετία του 1930 μια γέννα οκτώ νεογέννητων χάμστερ πιάστηκε και μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και εκτράφηκε ως ζώα έρευνας. Σχεδόν όλα τα εξημερωμένα χάμστερ πωλούμενα ως κατοικίδια σήμερα είναι οι απόγονοι τρειών επιζώντων αυτής της γέννας. Τα χάμστερ εισήχθησαν πρώτη φορά στις Ηνομένες Πολιτείες το 1938.
Αφότου εξημερώθηκαν, έχουν γίνει κοινές αρκετές ποικιλίες χρώματος και τριχώματος συριακών χάμστερ εξαιτίας της επιλεκτικής αναπαραγωγής. Οι τρεις βασικές ομάδες που υπάρχουν τώρα και είναι δημοφιλείς ως κατοικίδια περιλαμβάνουν: το χρυσό χάμστερ, το χρωματισμένο, κοντότριχο φανταχτερό χάμστερ, και το μακρύτριχο αρκουδάκι χάμστερ. Περιστασιακά, μπορούν να βρεθούν κι άλλα είδη χάμστερ, αλλά είναι πολύ λιγότερο κοινά από το συριακό χάμστερ. Τα μικρότερα, σκούρα καφέ κινέζικα χάμστερ (νάνοι χάμστερ) χρησιμοποιούνται συχνά στη βιοϊατρική έρευνα και κάποιες φορές αποκτώνται ως κατοικίδια. Αυτά τα χάμστερ είναι αναγνωρίσιμα από το μικρό τους μέγεθος, το σκούρο καφέ χρώμα, και τις μαύρες λωρίδες στις ράχες τους. Τα γκρι αρμενικά και τα ευρωπαϊκά χάμστερ είναι άλλα δύο είδη περιστασιακά χρησιμοποιούμενα στην έρευνα, αλλά σπάνια κρατούνται ως κατοικίδια.
Τα χάμστερ είναι μικρά, μαλακά ζώα με καλή ιδιοσυγκρασία. Τείνουν να δραστηριοποιούνται τη νύχτα και αγαπούν να κοιμούνται κατά την ημέρα. Μπορουν να είναι νευρικά αν αφυπνιστούν απότομα, έτσι συμβουλεύετε να’χετε προσοχή όταν τα χειρίζεστε αυτήν την ώρα. Τα χάμστερ αγαπούν να σκάβουν, να κάνουν λαγούμια, και να μασούν.

Διατροφή
Όπως και με κάθε κατοικίδιο, καλής ποιότητας τροφή και καθαρό, φρέσκο νερό θα πρέπει να παρέχονται ανά πάσα στιγμή. Στη φύση, τα χάμστερ τρέφονται με φύλλα, ρίζες, διάφορα φρούτα, κι έντομα. Συνιστώνται σβολοποιημένες τροφές τρωκτικών που περιέχουν 18 με 22°/a πρωτεΐνη για τη σίτιση των χάμστερ στην αιχμαλωσία. Αυτές οι τροφές συνήθως κατεργάζονται ως ξηρά τουβλάκια ή σβόλοι (pellets) σχεδιαζμένες για τρωκτικά. Επίσης παρασκευάζονται και πωλούνται τροφές από σπόρους για χάμστερ, αλλά αυτές οι τροφές θα πρέπει απλά να συμπληρώνουν τη βασική τροφή τρωκτικών ως λιχουδιά. Πολλά χάμστερ προτιμούν τροφές βασισμένες σε ηλιόσπορο παρά σβόλους, αλλ’αυτοί οι σπόροι είναι χαμηλοί σε ασβέστιο και υψηλοί σε λίπος και χοληστερόλη. Όταν ταΐζονται μόνες τους, οι τροφές από σπόρους μπορούν να οδηγήσουν σε παχυσαρκία και δυνητικές ελλείψεις θρεπτικών συστατικών. Άλλα συμπληρώματα στη διατροφή μπορεί να είναι δημιτριακά πρωινού χωρίς ζάχαρη, ζυμαρικά ολικής αλέσεως, τυρί, και φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Εντούτοις, όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να ταΐζονται με μέτρο.
Τα χάμστερ τρώνε περίπου 12 γραμμάρια τροφής καθημερινά και συνήθως καταναλώνουν την περισσότερη απ’αυτήν την τροφή κατά τη νύχτα. Τα χάμστερ συχνά θα μαζεύουν την τροφή τους σε μια γωνία του κλουβιού τους, κάνοντάς τα να φαίνονται ότι τρώνε περισσότερο απ’ό,τι στην πραγματικότητα.
Το νερό θα πρέπει να παρέχεται σε μπουκάλια νερού εξοπλισμένα με σωλήνες ροφών. Αυτή η μέθοδος παροχής νερού βοηθά επίσης στην διατήρηση του νερού ελεύθερο από ρύπανση. Βεβαιωθείτε πάντοτε ότι οι σωλήνες είναι τοποθετημένοι αρκετά χαμηλά για εύκολη πρόσβαση από το χάμστερ.
Η ανεπαρκής κατανάλωση νερού μπορεί να οδηγήσει σε αγονία, χαμηλό σωματικό βάρος, και τελικά θάνατο. Το μέσο χάμστερ πίνει περίπου 10 χιλιοστόλιτρα (ml) νερού ανά 100 γραμμάρια σωματικού βάρους (μέσο μέγεθος ενηλίκου). Αν κι αυτή η ποσότητα είναι μόνο ένα μέρος της όλης ποσότητας του νερού στο μπουκάλι, το μπουκάλι θα πρέπει ν’αδειάζεται, να καθαρίζεται, και να ξαναγεμίζεται με φρέσκο νερό καθημερινά.

Χειρισμός
Τα χάμστερ που είναι συνηθισμένα στο χειρισμό από μικρή ηλικία συνήθως παραμένουν ήρεμα και δαγκώνουν σπάνια. Ένα χάμστερ μπορεί να πιαστεί μαλακά περιβάλλοντάς το με τη χούφτα του ενός ή και των δύο χεριών και κρατώντας το ενάντια στο σώμα σας. Να’χετε κατά νου ότι ακόμα και ήρεμα χάμστερ μπορεί να δαγκώσουν αν αιφνιδιαστούν ή αφυπνιστούν απότομα.
Τα χάμστερ που δε λαμβάνουν πολλή προσοχή και χειρισμό μπορεί να είναι πιο φοβισμένα κι επιθετικά. Οποιοδήποτε ζώο του οποίο η προσωπικότητα δεν είναι πλήρως γνωστή θα πρέπει να πλησιαστεί προσεκτικά. Χρησιμοποιώντας μια μικρή πετσέτα ή γάντια μπορεί να βοηθήσει στο πιάσιμο και στον περιορισμό ένός τέτοιου κατοικιδίου. Μια άλλη μέθοδος πιασίματος περιλαμβάνει την ενθάρρυνση του ζώου να μπει σ’ένα δοχείο όπως μια κονσέρβα ή ένας σωλήνας το οποίο μετά μπορεί να μετακινηθεί απ’το κλουβί. Όταν βγει απ’το κλουβί, ένα άγριο κατοικίδιο μπορεί να περιοριστεί πιάνοντας αρκετό δέρμα στον τράχηλο του λαιμού. Όταν χειρίζεστε χάμστερ μ’αυτόν τον τρόπο, θα πρέπει να πιαστεί όσο το δυνατόν περισσότερο δέρμα γιατί το δέρμα τους είναι πολύ χαλαρό. Αν πιαστεί ελαφρά, το χάμστερ μπορεί να γυρίσει εύκολα και να δαγκώσει το χειριστή.

Στέγαση

Δομή και υπόστρωμα
Αρκετοί τύποι κλουβιών είναι κατάλληλοι για τη στέγαση μικρών τρωκτικών. Πολλές απ’αυτές τις μονάδες έρχονται εξοπλισμένες με πρόσθετα όπως τροχοί άσκησης, τούνελ, και φωλιές. Τέτοια πρόσθετα, όπως επίσης και ικανοποιητικό βάθος υποστρώματος στο οποίο θα σκάψουν, είναι επιθυμητά για την ψυχολογική υγεία του κατοικιδίου. Τα κλουβιά θα πρέπει να είναι κατασκευασμένα με στρογγυλεμένες γωνίες για ν’αποθαρρύνουν το μάσημα. Τα χάμστερ θα μασήσουν εύκολα μεσ’από ξύλο και λεπτό πλαστικό. Σύρμα, ανοξείδωτο ατσάλι, ανθεκτικό πλαστικό, και γυαλί προτείνονται ως υλικά κατασκευής του κλουβιού. Τα γυάλινα και τα πλαστικά δοχεία, εντούτοις, μπορεί να μειώσουν τον αερισμό και να οδηγήσουν σε προβλήματα με τη θερμοκρασία και την υγρασία.
Η ιδανική διακύμανση θερμοκρασίας για τα χάμστερ είναι ανάμεσα σε 18 και 27 βαθμούς, με τα μικρά να τα πάνε καλύτερα στους 21-24 βαθμούς. Η σχετική υγρασία θα πρέπει να είναι ανάμεσα σε 40% κι 70%. Το γυαλί και το πλαστικό μπορούν να γίνουν κατάλληλα κλουβιά, εφόσον τουλάχιστον η μια πλευρά του κλουβιού είναι ανοιχτή για αερισμό. Το κλουβί θα πρέπει να μην επιτρέπει την απόδραση.
Τα χάμστερ ευημερούν σε κλουβιά με στερεό πυθμένα με βαθύ υπόστρωμα και αρκετό υλικό φωλιάς. Τα ενήλικα χάμστερ χρειάζονται ελάχιστη επιφάνεια 114 τετραγωνικά εκατοστά και ύψος κλουβιού τουλάχιστον 15 εκατοστά. Τα θηλυκά χάμστερ σε αναπαραγωγή χρειάζονται πολύ μεγαλύτερες περιοχές για τη στέγαση αυτών και των μικρών τους πριν τον απογαλακτισμό. Προτιμώνται κύκλοι φωτός των 12 ωρών, αφού τα χάμστερ είναι περισσότερο δραστήρια κατά τη νύχτα.
Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι καθαρό, μη τοξικό, απορροφητικό, σχετικά χωρίς σκόνη κι εύκολα ευρισκόμενο. Το σχισμένο χαρτί ή χαρτομάντιλο και το επεξεργασμένο βότσαλο αραβοσίτου είναι όλα κατάλληλα. Βεβαιωθείτε ότι το πριονίδι και το αλεσμένο βότσαλο αραβοσίτου δεν έχουν μούχλα ή άλλους ρύπους πριν τη χρήση. Μη χρησιμοποιείτε πριονίδι κέδρου ή πριονίδι με άρωμα χλωροφύλλης – αυτά τα υλικά έχουν συσχετιστεί με αναπνευστικές και ηπατικές ασθένειες στα τρωκτικά. Παρέχετε τουλάχιστον 5 εκατοστά στο κλουβί για φυσιολογική σκαπτική συμπεριφορά. Το βαμβάκι και το χαρτομάντιλο είναι άριστα υλικά φωλιάς.
Καλύτερο είναι να στεγάζετε τα χάμστερ μεμονωμένα. Τα ενήλικα θηλυκά χάμστερ τείνουν να είναι πολύ επιθετικά μεταξύ τους και δε θα πρέπει ποτέ να στεγάζονται μαζί. Επιπροσθέτως, τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα κι επιθετικότερα από τα’αρσενικά, έτσι τα’αρσενικά θα χρειαστεί συνήθως να χωριστούν αμέσως μετά το ζευγάρωμα. Τα’αρσενικά μπορεί επίσης να μαλώσουν αν στεγαστούν μαζί, αλλά τείνουν να είναι λιγότερο επιθετικά από τα θηλυκά.
Το κλουβί και τα πρόσθετα του κατοικιδίου σας χάμστερ θα πρέπει να καθαριζονται καλά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Όταν υπάρχουν νεογέννητα, εντούτοις, περιμένετε, μέχρι να φτάσουν τουλάχιστον τις δύο εβδομάδες για να καθαρίσετε το κλουβί. Μπορεί να θέλετε να καθαρίζετε πιο συχνά από μια φορά την εβδομάδα ανάλογα με τον αριθμό των ζώων στο κλουβί, τον τύπο του υλικού υποστρώματος που χρησιμοποιείται, και το σχεδιασμό και μέγεθος του κλουβιού. Είναι καλύτερο να καθαρίζετε ένα κλουβί με ζεστό νερό και ένα μη τοξικό απολυμαντικό ή απορρυπαντικό. Βεβαιωθείτε ότι έχετε ξεπλείνει όλα τα ίχνη του απολυμαντικού ή του απορρυπαντικού. Τα μπουκάλια του νερού και τα πιάτα της τροφής θα πρέπει να καθαρίζονται και ν’απολυμαίνονται καθημερινά.

Αναπαραγωγή
Ο διαχωρισμός του φύλου είναι αρκετά φανερός στα χάμστερ. Τα ενήλικα αρσενικά χάμστερ διαθέτουν μεγάλους εμφανείς όρχεις λίγο κάτω απ’την ουρά τους. Συχνά το μέγεθος των όρχεων είναι ανησυχιτικό όταν πρωτοπαρατηρηθούν και μπορεί να συγχυστούν με όγκους. Επιπλέον, το γενετικοουροποιητικο-πρωκτικό διάστημα είναι πολύ μεγαλύτερο στ’αρσενικά απ’ό,τι στα θηλυκά, κάνοντάς εύκολη τη διαφοροποίηση του φύλου στα νεαρά χάμστερ.
Τα θηλυκά χάμστερ μπορούν ν’αναπαραχθούν σε ηλικία 6-10 εβδομάδων. Τα’αρσενικά χάμστερ μπορούν ν’αναπαραχθούν σε ηλικία 10-14 εβδομάδων. Όταν το θηλυκό φτάνει σε οίστρο, θ’αρχίσει να παίρνει στάση ζευγαρώματος με ταλαντευόμενη ράχη και σώμα τεντωμένο. Όταν χαϊδευτεί πάνω στη ράχη, θα παραμείνει ακίνητη και θα ταλαντεύσει τη ράχη της ακόμα περισσότερο. Μια λεπτή βλένα θα παρατηρηθεί να βγαίνει από το αιδοίο της. Για το ζευγάρωμα, τοποθετήστε το αρσενικό στο κλουβι του θηλυκού περιπου μια ώρα πριν το σκοτάδι. Παρατηρείτε στενά το ζευγάρι γι’αναπαραγωγικη δραστηριότητα ή μάλωμα. Τα θηλυκά μπορεί να είναι πολύ επιθετικά προς τ’αρσενικά και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρούς τραυματισμούς. Στο πρώτο σημάδι επιθετικότητας, χωρίστε τα ζώα, και προσπαθήστε ξανά την επόμενη νύχτα. Αφαιρέστε το αρσενικό ύστερα από ένα επιτυχημένο ζευγάρωμα. Προτείνεται το κλουβί να καθαριστεί δύο εβδομάδες μετά το ζευγάρωμα έτσι ώστε να είναι καθαρό όταν έρθουν τα μικρά.
Ο χρόνος κύησης είναι βραχύς στα χάμστερ, διαρκώντας μόνο 15-16 ημέρες. Λίγο πριν τη γέννα, η αναμένουσα μητέρα θα γίνει ανήσυχη και μπορεί να βγάλει μια μικρή ποσότητα αίματος από το αιδοίο της. Μη χειρίζεστε ή ενοχλείτε την αναμένουσα μητέρα σ’αυτήν την κατάσταση.
Ο αριθμός της τοκετοομάδας κειμαίνεται μεταξύ 5-10 μικρά. Εντούτοις, δεν είναι ασυνήθιστες και μεγαλύτερες γέννες. Τα μικρά γεννιούνται άτριχα με τα μάτια και τα’αυφτιά τους κλειστά. Έχουν ήδη τα μπροστινά τους δόντια, γνωστά ως κοπτήρες. Παρέχετε πολύ υλικό φωλιάς και υπόστρωμα για τη νέα μητέρα και τα μικρά. Αρκετή ποσότητα φρέσκης τροφής και νερού θα πρέπει να είναι διαθέσιμα πριν γεννηθούν τα μικρά. Μην ενοχλείτε τη μητέρα και τα μικρά για κανένα λόγο κατά την πρώτη εβδομάδα μετά τη γέννα. Όταν μια μητέρα χάμστερ αισθάνεται ότι απειλείται, είναι συχνό να σκοτώσει και να κανιβαλίσει τα μικρά της. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να βάλει τα μικρά μέσα στους παρειακούς σάκους της και να τα μεταφέρει μανιωδώς γύρω στο κλουβί, ψάχνοντας ένα ασφαλές μέρος για να κάνει μια φωλιά. Περιστασιακά, τα μικρά θα ασφικτιήσουν ως αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας, ιδίως αν η ενόχληση είανι παρατεταμένη.
Τα νεαρά χάμστερ αρχίζουν να τρώνε στερεά τροφή σε ηλικία 7 με 10 ημερών, αλλά δεν απογαλακτίζονται μέχρι τις 21-25 ημέρες. Παρέχετε τακτικά τροφή στον πυθμένα του κλουβιού για τα μικρά και περιλάβετε επίσης μουσκεμένους, μαλακωμένους σβόλους. Βεβαιωθείτε ότι το μπουκάλι του νερού είναι αρκετά χαμηλό για να το χρησιμοπιήσουν τα απογαλακτισθέντα μικρά κι ότι είναι αρκετά δυνατά για να το χρησιμοποιήσουν. Εάν δεν είναι αρκετά δυνατά, παρέχετε γι’αυτά μια εναλλακτική πηγή νερού.

Ασθένειες και σύνδρομα των χάμστερ

Υγρή ουρά (βακτηριακή ιλεΐτιδα)
Η πιο κοινή βακτηριακή λοίμωξη στα χάμστερ είναι η υγρή ουρά. Η ακριβής αιτία της ασθένειας δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά έχουν αναφερθεί ελοχεύουσες μολύνσεις με βακτήρια Campylobacter. Άλλοι προδιαθετικοί παράγοντες όπως ακατάλληλη διατροφή, ξαφνικές διατροφικές αλλαγές, υπερπληθυσμός, κι άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες ευθύνονται για την πρόκληση της ασθένειας.

Η υγρή ουρά επηρεάζει συνήθως πρόσφατα απογαλακτισμένα χάμστερ μεταξύ ηλικιών των 3-6 εβδομάδων, αλλά τα χάμστερ όλων των ηλικιών είναι επιρρεπή. Αυτή είναι μια κοινή ασθένεια που συναντάται σε πρόσφατα αποκτηθέντα κατοικίδια. Το μακρύτριχο χάμστερ αρκουδάκι φαίνεται να είναι πιο ευπαθές από άλλες ποικιλίες χάμστερ.
Αυτή η ασθένεια συχνά χτυπά με πολύ λίγες προειδοποιήσεις. Ο θάνατος μπορεί να επέλθει μέσα σε 1-7 ημέρες μετά την έναρξη της υδαρής διάρροιας. Άλλα σημεία της ασθένειας περιλαμβάνουν πατημένη γούνα γύρω απ’την ουρά, απεριποίητο τρίχωμα, καμπουριαστή στάση, απώλεια όρεξης, αφυδάτωση, ισχνότητα, κι ευερεθιστότητα. Αίμα απτο ορθό και πρόπτωση του ορθού μπορεί να παρατηρηθεί σε κάοιες προχωρημένες περιπτώσεις. Εάν το χάμστερ σας δείχνει κάποια απ’αυτά τα σημεία, επικοινωνήστε με τον κτηνίατρό σας αμέσως. Ειδικά αντιβιωτικά και υποστηρικτική φροντίδα μπορει να δοκιμαστούν για τη θεραπεία της υγρής ουράς, αλλά δυστυχώς, ο θάνατος επέρχεται σε λίγες μολις μέρες στις περισσότερες περιπτώσεις.
Απώλεια τριχών (αλοπεκία)
Απώλεια τριχών μπορεί να συμβεί για διάφορους λόγους στα χάμστερ και μπορεί να οφείλεται και σε παθολογικές και σε μη παθολογικές καταστάσεις. Συνεχόμενο ξύσιμο στις ταΐστρες ή στις πλευρές του κλουβιού και κούρεμα (μάσημα τριχών απ’άλλα άτομα του κλουβιού) είναι παραδείγματα από μη παθολογικές αιτίες της αλοπεκίας. Προσβολή από δημοδικοειδη ακάραια είναι από τις κοινότερες μολυσματικές αιτίες της κατά τόπους αλοπεκίας και του σκληρού δέρματος στα χάμστερ. Άλλες παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια τριχών περιλαμβάνουν επινεφρικούς όγκους, ανεπάρκεια του θυραιοειδούς, και χρόνια νεφρική πάθηση. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ενώ άλλες δεν είναι.
Ασθένειες της μεγάλης ηλικίας (γηριατρικές παθήσεις)
Τα χάμστερ τείνουν να έχουν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής όταν συγκρίνονται μ’άλλα είδη. Το μέσο προσδόκιμο ζωής για ένα χάμστερ είναι μεταξύ 2-3 χρόνων. Γι’αυτόν το λόγο, διαταραχές της γήρανσης δεν είναι ασυνήθιστες σ’αυτά τα ζώα. Δύο από τις πιο κοινές γηριατρικές ασθένειες των χάμστερ είναι η αμυλοείδωση (απόθεση πρωτεΐνών σε διάφορα όργανα) και καρδιακή θρόμβωση (θρόμβοι αίματος στην καρδιά). Η θεραπεία αυτών των παθήσεων περιλαμβάνει τη διαχείριση των κλινικών σημείων αφού θεραπείες δεν υπάρχουν. Οι περισσότερες γηριατρικές ασθένειες δεν είναι θεραπεύσιμες και συχνά οδηγούν στο θάνατο του χάμστερ.
Η αμυλοείδωση είναι μια πάθηση οπου πρωτεΐνες παραγόμενες από το σώμα αποτίθενται σε διάφορα όργανα, κυρίως το ήπαρ και τα νεφρά. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια συμβαίνει συχνά ως αποτέλεσμα αυτών των πρωτεϊνικών αποθέσεων. Πολλά άλλα όργανα επίσης επηρεάζονται, και οι αλλαγές είναι μη αναστρέψιμες. Σημεία αυτής της πάθησης περιλαμβάνουν πρησμένη κοιλιά, προβλήματα του ουροποιητικού, αφυδάτωση, κακή όρεξη, και σκληρό τρίχωμα. Η υποστηρικτική φροντίδα είναι η μόνη θεραπεία αφού αυτή η πάθηση είναι τελικά τερματική.
Οι θρόμβοι αίματος στην καρδιά συνήθως εμφανίζονται στην αριστερή πλευρά της καρδιάς σε γηραιότερα χάμστερ. Πολύ παράγοντες εμπλέκονται στο σχηματισμό αυτών των θρόμβων συμπεριλαμβανομένων θρομβωτικών διαταραχών, καρδιακής ανεπάρκειας, και κυκλοφορούσας βακτηριακής μόλυνσης.
Πολλές άλλες γηριατρικές ασθένειες εμφανίζονται στα χάμστερ πάνω από την ηλικία του 1 έτους. Ασθένειες του ήπατος και των νεφρών δεν είναι ασυνήθιστες σε μεσήλικά και γηραιότερα χάμστερ. Άλλες κοινώς απαντώμενες παθήσεις είναι στομαχικά έλκη, όγκοι, κι οδοντικές ασθένειες.

Υπάρχει μόνο ένα μικρό λάθος: το ζώο αυτό είναι ασιατικό είδος και δε συναντάται στη νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως λέει. Το ευρωπαϊκό χάμστερ είναι ένα άλλο διαφορετικό είδος, κατά πολύ μεγαλύτερο από το συριακό, που απαντάται όμως σε πολύ βορειότερες περιοχές και σχεδόν ποτέ δε διατηρείται ως κατοικίδιο.

Εκτροφή ποντικών

λευκά εργαστηριακά ποντίκια

Από:
εδώ

Μετάφραση: Bolko

Εκτροφή και αναπαραγωγή ποντικιών ως τροφή για ερπετά

Του Edward M. Craft

Κάποτε κάποια στιγμή κάθε κάτοχος σαρκοφάγου ερπετού θ’αποφασίσει ότι θέλει να προσπαθήσει να εκθρέψει ποντίκια για χρήση ως τροφή. Αν κι αυτό είναι ένας χρήσιμος τρόπος για την επίλυση του προβλήματος της σταθερής παροχής τροφής δεν είναι για τον καθένα. Τα ποντίκια χρειάζονται τόση δουλειά για να εκτραφούν όση και τα ίδια τα ερπετά. Τα ποντίκια επίσης θα πρέπει να ταϊζονται κι αυτό το κόστος θα πρέπει να συνυπολογιστή όταν ζυγίζετε το κόστος της εκτροφής ή της αγοράς τους.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να’χετε κατά νου όταν εκτρέφετε κι αναπαράγετε ποντίκια ως τροφή είναι ότι θα πρέπει να τα μεταχειρίζεστε τόσο καλά όσο και τα ερπετά για τα οποία θ’αποτελέσουν τροφή. Αυτό θα βοηθήσει στην πρόληψη της μετάδοσης ασθενειών και παρασίτων στο ερπετό σας και δεν είναι επίσης απάνθρωπο για το θήραμα. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος για το προσκότωμα των ποντικιών πριν το τάισμα, μειώνει τον κίνδυνο τραυματισμού του ερπετού και είναι πιο ανθρώπινο για το θήραμα.
Η στέγαση μπορεί να επιτευχθεί έχοντας τα ποντίκια σ’ένα ενυδρείο 50 λίτρων. Φθηνά εργαστηριακά κλουβιά σχεδιασμένα ειδικά για ποντίκια μπορούν επίσης ν’αγοραστούν και είναι διαθέσιμα από τα περισσότερα εξειδικευμένα για ερπετά καταστήματα ή από παραγγελία από το Διαδίκτυο. Πριονίδι πεύκου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα ή εφημερίδα. Η εφημερίδα είναι φθηνότερη, αλλά λερώνεται εύκολα και χρειάζεται συχνότερο καθάρισμα. Το πριονίδι κέδρου δε θα πρέπει ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα, αφού είναι γνωστό ότι είναι επιβλαβές για τα ποντίκια. Ένα μπουκάλι νερού θα πρέπει να παρέχεται και μπορεί ν’ασφαλιστεί καλύτερα στο εσωτερικό του κλουβιού με ταινίες από Velcro.
Τα ποντίκια θα πρέπει να ταϊζονται με ποικιλία τροφής όπως τροφή για χάμστερ ή άλλα μικρά τρωκτικά, τροφή εργαστηρίου και λίγη τροφή για σκύλους. Όλα αυτά μπορούν ν’αγοραστούν από τα περισσότερα μεγάλα καταστήματα και καταστήματα κατοικιδίων. Μια σταθερή παροχή τροφής θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε.
Το κλουβί θα μπορεί να στεγάσει 4 θηλυκά προς 1 αρσενικό. Όταν το αρσενκό έχει ζευγαρώσει με το θηλυκό, το θηλυκό θα πρέπει ν’απομακρυνθεί από την ομάδα. Θα περάσουν περίπου 21 μέρες μέχρι το θηλυκό να γεννήσει 5-15 μικρά. Το μέσο μέγεθος γέννας είναι 15 μικρά με κάποια θηλυκά να γεννούν έως και 20 ανάλογα με την ηλικία και τη γενική τους υγεία. Μετά από περίπου 21 μέρες τα μικρά θα πρέπει να έχουν απογαλακτιστεί και θα τρώνε μόνα τους. Το θηλυκό μετά μπορεί να μεταφερθεί στο ομαδικό κλουβί. Σε περίπου 45 μέρες τα μικρά θα έχουν ενηλικιωθεί.
Το καθάρισμα του κλουβιού θα πρέπει να γίνεται 1-2 φορές την εβδομάδα. Πετάξτε το υπόστρωμα και πλείνετε τα κλουβιά με σαπούνι και ένα ελαφρύ διάλυμα χλωρίνης και νερού. Είναι σημαντικό να βεβαιωθείτε ότι το κλουβεί είναι πολύ καλά ξεπλειμένο και στεγνωμένο πριν τοποθετήσετε το υπόστρωμα και τα ποντίκια πίσω. Βεβαιωθείτε ότι το καπάκι του κλουβιού είναι ασφαλισμένο πάντοτε. Τα ελεύθερα ποντίκια δεν είναι μόνο δύσκολο να πιαστούν, αλλά μπορεί ν’αναπαραχθούν μέσα στο σπίτι σας.
Αν και οποιουδήποτε χρώματος ποντίκια είναι καλά, είναι τα λευκά εργαστηριακά ποντίκια που φαίνεται να είναι να είναι τα’ανθεκτικότερα και τείνουν να είναι παραγωγικότερα. Ένα ποντίκι κατά μέσο όρο θα συνεχίσει ν’αναπαράγεται για περίπου 1 χρόνο. Τα θηλυκά θα πρέπει ν’αντικαθίστανται περίπου κάθε χρόνο, ενώ τα’αρσενικά περίπου κάθε ενάμισι.
Η θερμοκρασία είναι πολύ σημαντική και τα ποντίκια θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δωμάτιο όπου η θερμοκρασία είναι περίπου 18-21 βαθμούς. Θερμοκρασίες πάνω από τους 21 τείνουν να μειώνουν την παραγωγικότητά τους, κι αν παραμείνουν σε θερμοκρασίες πάνω από τους 21 βαθμούς για πολύ στο τέλος θα πεθάνουν.
Η υπομονή είναι το κλειδί και ίσως θα πρέπει να πειραματιστείτε λίγο με τη βασική ιδέα για να βρείτε μια μέθοδο η οποία θα είναι και αποτελεσματική και βολική για σας.

Σημείωση: Σ’άλλες πηγές δεν συνίσταται η απομάκρυνση του γονιμοποιημένου θηλυκού από την αποικία, αλλά του αρσενικού. Υπάρχει η πιθανότητα, αν το θηλυκό ενοχληθεί μόλις έχει γεννήσει, να κανιβαλίσει τα μικρά του. Επίσης, αυτή η υψηλή παραγωγικότητα των 15 μικρών και άνω είναι συνηθέστεροι σε τύπους εργαστηριακών ποντικών, παρά σε κοινούς. Γι’αυτό και είναι καλύτερα τα εργαστηριακά. Σύμφωνα με άλλους, δεν απαιτείται αφαίρεση κανενός από μια σταθερή αποικία που δεν ενοχλείται πολύ. Σύμφωνα μ’άλλες πηγές η θερμοκρασιακές τους αντοχές είναι ευρύτερες. Πάντως η θερμοκρασία δε θα πρέπει να παραμένει σχετικά υψηλή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μέθοδοι θανάτωσης των ποντικιών υπάρχουν πολλές όπως πέταγμα σε τοίχω – δεν προτείνεται, αλλά έχει γίνει -, σπάσιμο του αυχένα, ή, το καλύτερο, θανάτωση με διοξείδιο του άνθρακα. Μετά μπορούν να καταψυχθούν για χρήση αργότερα. Αλλιώς μπορούν να προσφερθούν ζωντανά στα ερπετά, αλλά τότε υπάρχει η πιθανότητα το ποντίκι από το φόβο του να επιτεθεί στο ερπετό και να το τραυματίσει.
Οικονομικότερο για ένα ή μια μικρή συλλογή σαρκοφάγων ερπετών (κυρίως φίδια, αλλά και κάποιες μεγάλες σαύρες) είναι η παραγγελία κάποιας ποσότητας έτοιμων κατεψυγμένων ποντικιών, τα οποία μπορούν να διατηρηθούν γι’αρκετό χρονικό διάστημα στην κατάψυξη και δεν πιάνουν πολύ χώρο.
Μια ακόμα πηγή για την εκτροφή ποντικών:
εδώ
Η ορολογία που χρησιμοποιείται για τα έτοιμα κατεψυγμένα είναι η εξής: pinky για το νεογέννητο ροζ ποντικάκι, fuzzy για το μεγαλύτερο που έχει βγάλει χνούδι, hopper για το ακόμα μεγαλύτερο που όμως δεν έχει ενηλικιωθεί, και adult για το ενήλικο.
Εγώ πάντος δε θα μπορούσα να θανατώσω αυτά τα ζεστά και μαλακά ζώα με μουστάκια, ακόμα κι αν ο τρόπος θανάτωσης είναι ανώδυνος. Καλύτερα έτοιμα κατεψυγμένα.

Σημείωση: Οι αρουραίοι είναι διαφορετικά ζώα από τα ποντίκια.

Πηγή:
neo.gr

Κατοικίδια ζώα: Ωφελήματα για την υγεία
Ημερομηνία δημοσίευσης: Παρασκευή, 02 Δεκέμβριος στις 00:15:00 EET
Θέμα: Υγεία

Τα κατοικίδια ζώα συμβάλλουν στην υγεία και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς που αναρρώνουν από σοβαρές ασθένειες.

Ο αριθμός των νοικοκυριών που έχουν κατοικίδια ζώα, αυξάνεται. Σε ορισμένες χώρες το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 50%. Το 90% των ιδιοκτητών κατοικίδιων ζώων, θεωρούν ότι το ζώο τους είναι ένα πολύτιμο μέλος της οικογένειας τους.

Οι επιστημονικές έρευνες έχουν μέχρι σήμερα δείξει ότι η ιδιοκτησία κατοικίδιου ζώου, συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο για καρδιακή πάθηση, χαμηλότερο αριθμό επισκέψεων στο γιατρό και μείωση του κινδύνου για άσθμα και αλλεργίες σε νεαρά παιδιά.

Νεότερες έρευνες δεν επιβεβαίωσαν τα προηγούμενα ευρήματα αλλά βρήκαν ότι οι απουσίες από το σχολείο, παιδιών που έχουν κατοικίδια ζώα, είναι λιγότερες.

Η φροντίδα ενός κατοικίδιου είναι ένα από τα πιο υγιεινά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε. Ακολουθούν μερικά στοιχεία για όλες τις θετικές επιπτώσεις που έχουν τα κατοικίδια στην ανθρώπινη υγεία.

Συχνά μας προτρέπουν να κάνουμε διάφορες δουλειές για χάρη της υγείας μας, ορισμένες περισσότερο πολύπλοκες και ακριβές απ’ ότι άλλες . Παρόλα αυτά ένα από τα πιο υγιεινά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε -απλό, παραδοσιακό και ευχάριστο– είναι να νοιαστούμε για ένα κατοικίδιο.

Οι άνθρωποι απολαμβάνουν τη συντροφιά των ζώων εδώ και χιλιάδες χρόνια. Όταν έχετε σκύλο παρακινείστε να πάτε υγιεινούς περιπάτους. Πρόσφατα, ερευνητές προσπαθούν να ανακαλύψουν αν υπάρχουν συγκεκριμένα οφέλη για την υγεία που να συνδέονται με την κτήση κατοικίδιου, και πώς προκύπτουν τα οφέλη αυτά.

Βρήκαν ότι τα κατοικίδια δεν είναι μόνο πολύτιμα για τη διατήρηση της ευεξίας, αλλά μπορούν να αποτρέψουν συγκεκριμένα προβλήματα υγείας.

Χαμηλώνοντας τα επίπεδα του στρες
Κρατώντας την καρδιά σας υγιή
Κρατώντας τους ηλικιωμένους ενεργούς
Παιδιά και κατοικίδια
Κατοικίδια και γενική υγεία
Χαμηλώνοντας τα επίπεδα του στρες

Το χαΐδεμα ενός κατοικίδιου ή απλώς η παρακολούθηση ενός ενυδρείου μας βοηθάει να χαλαρώσουμε. Ακόμα και η συνύπαρξη με ένα κατοικίδιο έχει ηρεμιστικό αποτέλεσμα. Η χαλάρωση που αισθανόμαστε μπορεί να μετρηθεί και δείχνει χαμηλό καρδιακό παλμό και πτώση στην αρτηριακή πίεση.

Η έρευνα έδειξε ότι αυτή η μείωση είναι ιδιαίτερα αισθητή σε ανθρώπους που υποφέρουν από υψηλή αρτηριακή πίεση. Η μείωση της πίεσης εξαιτίας της ιδιοκτησίας ενός κατοικίδιου είναι ισότιμη με εκείνη που θα είχατε αν ξεκινούσατε μια δίαιτα χαμηλή σε αλάτι ή μειώνοντας το αλκοόλ.

Η ιδιοκτησία κατοικίδιου μπορεί επίσης να μειώσει τον κίνδυνο άσθματος, και μπορεί να μας βοηθήσει να αντεπεξέλθουμε στο θάνατο ενός συντρόφου μιας ζωής.

Κρατώντας την καρδιά σας υγιή

Οι ιδιοκτήτες κατοικίδιων είναι περισσότερο πιθανόν να επιβιώσουν μετά από μία καρδιακή προσβολή απ’ότι οι μη – ιδιοκτήτες.

Γιατί;

Λοιπόν, είναι γεγονός ότι όταν τα κατοικίδια μας βοηθούν να χαλαρώσουμε, η αρτηριακή μας πίεση χαμηλώνει. Στην πραγματικότητα, η έρευνα έδειξε ότι η ιδιοκτησία κατοικίδιου είναι καλύτερη από τα φάρμακα για τη μείωση της υψηλής πίεσης.

Όταν η αμερικανίδα ερευνήτρια Έρικα Φρήντμαν μελέτησε τους ανθρώπους που έχουν υποστεί καρδιακή προσβολή, βρήκε ότι οι ιδιοκτήτες ζώων ήταν περισσότερο πιθανό να επιβιώσουν μιας καρδιακής προσβολής από ότι εκείνοι που δεν ήταν ιδιοκτήτες. Μιας και τόσο οι ιδιοκτήτες σκύλων και γάτων όσο και οι ιδιοκτήτες άλλων ζώων παρουσίασαν καλύτερους δείκτες επιβίωσης, η διαφορά δεν μπορεί να αποδοθεί στην επιπλέον άσκηση που κάνουν οι ιδιοκτήτες σκύλων.

Μολαταύτα, οι άνθρωποι που μένουν μόνοι ή είναι καταθλιπτικοί είναι λιγότερο πιθανό να επιβιώσουν μετά από μια καρδιακή προσβολή, επομένως η ύπαρξη ενός κατοικίδιου μπορεί να παρέχει υποστήριξη μέσω της συντροφικότητας.

Κρατώντας τους ηλικιωμένους ενεργούς

Σε μια καναδική έρευνα που αφορούσε πάνω από 1000 ανθρώπους, η Δρ. Παρμίντα Ράινα βρήκε ότι οι ηλικιωμένοι με κατοικίδια μπορούσαν να ανταποκριθούν καλύτερα στις καθημερινές ασχολίες σε αντίθεση με αυτούς που δεν είχαν κατοικίδια.

Ένα άλλο ερευνητικό σχέδιο ανακάλυψε ότι ένα γκρουπ ηλικιωμένων σε γηροκομεία στους οποίους δόθηκαν παπαγαλάκια αντεπεξήλθαν καλύτερα σε άλλες όψεις της διαδικασίας της γήρανσης.

Παιδιά και κατοικίδια

Τα περισσότερα παιδιά λατρεύουν να έχουν ένα κατοικίδιο και οι επιστήμονες ανακαλύπτουν τα οφέλη.

Τα παιδιά που έχουν κατοικίδια τείνουν να είναι πιο αυτάρκη, πιο κοινωνικά και λιγότερο εγωιστικά από ότι παιδιά χωρίς κατοικίδια. Σε μια γερμανική μελέτη, 90% των γονιών θεώρησαν ότι ο σκύλος τους έπαιξε έναν εκπαιδευτικό ρόλο για τα μικρά παιδιά, και βελτίωσε την ποιότητα ζωής του παιδιού. 80% των παιδιών που ρωτήθηκαν, θεώρησαν το σκύλο τους ως τον έμπιστο φίλος τους.

Οι έφηβοι, επίσης μπορούν να ωφεληθούν. Μια μελέτη νέων ανθρώπων από μεγάλες πόλεις βρήκε ότι εκείνοι που είχαν σκύλους ήταν πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή, και είχαν πιο θετική σχέση με τους ενήλικες. Οι σκύλοι μπορούν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στην πρόληψη της εγκληματικότητας, και στη θεραπεία νέων ανέργων και άλλων όπως ναρκομανών.

Στο παιδικό νοσοκομείο Great Ormond Street Children’s Hospital στο Λονδίνο, οι εβδομαδιαίες επισκέψεις από κατοικίδια βοήθησαν τα παιδιά να ξεπεράσουν την κατάθλιψη που προκαλείται από μεγάλες περιόδους νοσηλείας και δυσάρεστες κλινικές θεραπείες. Η παρουσία ενός σκύλου σε μια τάξη παιδιών με βαριές μαθησιακές δυσκολίες διατήρησε σημαντικά το ενδιαφέρον και την προσοχή τους.

Κατοικίδια και γενική υγεία

Τα κατοικίδια μας παρέχουν συντροφιά και γενικά καλλιεργούν ένα αίσθημα ευεξίας.

Ένα κατοικίδιο μπορεί να ενεργήσει ως κοινωνικό ‘βοήθημα’. Η βόλτα στο πάρκο ή η επίσκεψη στον κτηνίατρο παρέχουν ευκαιρίες να γνωρίσει κανείς άλλους ανθρώπους και να μιλήσει μαζί τους. Μελέτες έδειξαν ότι οι άνθρωποι που βγάζουν βόλτα τον σκύλο τους έχουν πολύ πιο θετικές συναντήσεις από ότι αυτοί που περπατούν μόνοι τους. Ένα κατοικίδιο μπορεί να σπάσει τον πάγο και να είναι θέμα συζήτησης.

Η ιδιοκτησία κατοικίδιου σημαίνει επίσης ότι κάποιος πρέπει να κάνει προσπάθεια να βγει έξω, να αγοράσει φαγητό και παρέχει άσκηση. Η ρουτίνα, η αίσθηση του σκοπού και ένα αίσθημα εκπλήρωσης που υπάρχει όταν κάποιος νοιάζεται για ένα κατοικίδιο δίνει νόημα στις ζωές πολλών απομονωμένων ανθρώπων , και βοηθά να καταπολεμηθεί η κατάθλιψη και η μοναξιά.

Ίσως υπάρχουν και κάποιοι κίνδυνοι από τα κατοικίδια ζώα όπως ο κίνδυνος ασθενειών ή επιθέσεων, αλλά η περίπτωση μετάδοσης ασθενειών είναι πολύ σπάνια και οι επιθέσεις μπορούν σε μεγάλο βαθμό ν’αποφευχθούν, άρα τα οφέλη σαφώς υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.

Απέκτησα κουνέλια

Σημείωση: Μπορεί στην αρχή να γράφω για Ορέστη ή για το Λίμπο, αλλά μετά αποδείχθηκε θηλυκό και τ’όνομά του είναι η Λίμπο.

η Λίμπο 20/2/2011 που τρώει


η Λίμπο το κουνελάκι 9/2/2011: Ήδη έχει μεγαλώσει λίγο από τότε που την πήραμε.


η Λιμπο που ξεκουράζεται.


η Λίμπο στο κλουβί της

Πριν από 4 μέρες, το Σάββατο στις 22 του μηνός, αποκτήσαμε ένα κατοικίδιο κουνέλι. Αρχικά το είχε αγοράσει η μητέρα μου για δώρο στο θείο μου ο οποίος έχει μικρά παιδάκια που το ζητούσαν, αλλά τελικά αποφασίσαμε να το κρατήσουμε. Είναι αρσενικός, περίπου δυόμισι μηνών και η μητέρα μου το ονόμασε Ορέστη, γιατί είναι όνομα που της αρέσει και ήθελε έτσι να βαφτίσει εμένα. Μετά από δύο μέρες μας έδωσαν κάποιοι που εκτρέφουν πολλά ένα κουνελάκι νάνο πάλι αρσενικό και περίπου ίδιας ηλικίας. Αυτόν θέλουν να το δώσουν στα ξαδερφάκια αυτά, όμως μου έχει γίνει το αγαπημένο κουνελάκι.
Και τα δύο είναι άσπρα. Το ένα έχει καφέ αφτιά, λίγο καφε΄στη ράχη και μαύρα μάτια, ενώ ο νάνος ροζ αφτιά και κόκκινα μάτια. Ίσως είναι αλμπινάκι. Η διαφορά μεγέθους δεν είναι πολύ έντονη σ’αυτήν την ηλικία ακόμα, αλλά ο μεγάλος συνήθως επιτίθεται στο νάνο όποτε το βρίσκει, στην αρχή το έκανε περισσότερο. Ίσως όμως ο μεγάλος που μας τον πούλησαν σαν νάνο είναι στην πραγματικότητα διασταύρωση ανάμεσα σε νάνο και κανονικό όπως διάβασα, οπότε δε θα γίνει ούτε τεράστιο κουνέλι, ούτε νανάκι. Τα περισσότερα κουνέλια που πουλάνε στα καταστήματα κατοικιδίων ως νανάκια είναι τέτοια.
Τα κουνελάκια ζουν φυσικά σε ξεχωριστά κλουβιά με ειδικό υπόστρωμα από πέλετσ πριονιδιού από κάτω, ένα πήλινο μπολ φαγητού και ένα μπουκαλάκι νερού. Συνήθως μέσα έχουν και χαρτιά που τους βάζω εγώ για ν’απασχολούνται.
Στην αρχή δεν τα πολυήθελα και ίσως κάπως τα φοβόμουν και τ’απέφευγα όμως σιγά-σιγά άρχισα να τα συμπαθώ όλο και περισσότερο. Τώρα τα έχω αγαπήσει, ιδιαίτερα το νανάκι το οποίο είναι και το πιο φιλικό.
Τα δύο κουνελάκια έχουν διαφορές στο χαρακτήρα τους. Ο Ορέστης, ο μεγάλος, είναι αρκετά νευρικός όταν τον βάζω και το βγάζω από το κλουβί. Μπορεί να τινάζεται και να γρατσουνάει. Όταν τον αφήνω ελεύθερο έξω τρέχει, πηγαίνει παντού και δε θέλει να τον πιάνεις. Μέσα στο κλουβί του όμως αφήνει να το χαϊδέψεις. έχει την τάση ν’αφοδεύει αρκετές φορές όποτε βρίσκεται έξω. Ευτυχώς τα κόπρανα των κουνελιών είναι στερεά και μαζεύονται εύκολα. Την έτοιμη τροφή, που άλλωστε έχει συνηθίσει από τότε που απογαλακτίστηκε, την τρώει αμέσως, ενώ για τα λαχανικά και το τριφύλλι ακόμα κάνει λίγο χρόνο να τ’αναγνωρίσει. Όταν τον πρωτοπήραμε μας φοβόταν πολύ και έτρεμε και όταν το βγάζαμε έτρεχε παντού και πηδούσε πολύ. Τώρα δε φοβάται και έχει κάπως ηρεμήσει. Τα χαρτιά που του δίνω τα σχίζει, τα πετάει με δύναμη, μπαίνει από κάτω και τα μασουλάει, αλλά δεν τρώει πολύ από αυτά. Ο νανούλης είναι πιο ήρεμος, αλλά αυτό μπορεί να είναι σε κάποιο βαθμό ψευδαίσθηση λόγω μικρότερου μεγέθους και άρα λιγότερης δύναμης. Είναι όμως πιο φιλικός και πολλές φορές μένει ήρεμος έξω από το κλουβί του να το χαϊδέψεις. Μπορείς ακόμα και να το σηκώσεις για λίγο π.χ. αν χρειαστεί να τον μεταφέρεις χωρίς πολύ πρόβλημα. Στην αρχή όταν πρωτοήρθε ήταν εντελώς ήρεμος, αλλά τώρα έχει αρχίσει σιγά-σιγά να ξεθαρρεύει και τρέχει πολύ περισσότερο. Έχει ακόμα την κακή τάση να μασάει ό,τι βρει: χαλιά, έπιπλα, χαρτιά κ.ά. Συνήθως δεν αφοδεύει όταν το βγάζω. Είναι πολύ φαγανός και όταν πλησιάζω, έρχεται στην άκρη του κλουβιού, μερικές φορές σηκώνεται και όρθιος και ακολουθεί το χέρι μου με το κεφάλι του, ελπίζοντας ότι θα του ρίξω κάτι να φάει. Τα χαρτιά που του δίνω δεν τα παίζει τόσο πολύ όμως τα τρώει αρκετά. Έχει φάει ως και μισό χαρτί μπρέιλ.
Όταν βρίσκονται και τα δύο μαζί, συνήθως ο Ορέστης κυνηγάει το νάνο. Μερικές φορές έχουν κάτσει δίπλα-δίπλα χωρίς να μαλώνουν. Όταν έχουν κουραστεί από το πολύ τρέξιμο και κυνηγητό, ξαπλώνουν κάτω χωρίς να ενοχλεί το ένα το άλλο. Μια φορά έκανα το λάθος να τα βάλω και τα δύο στο ίδιο κλουβί, για να δω αν αυτό μπορεί να γίνει σε επείγουσες καταστάσεις. Το μεγάλο κυνηγούσε γύρω-γύρω το μικρούλι και και τα δύο έβγαζαν φωνούλες. Τα χώρισα αμέσως. Αργότερα μου είπαν ότι δυο αρσενικά κουνέλια συνήθως δεν τα πάνε καλά, ακόμα και αν είναι στειρωμένα, και ότι υπάρχει η μικρή πιθανότητα το ένα ακόμα και να σκοτώσει το άλλο. όμως συνήθως Δύο στειρωμένα κουνέλια του αντίθετου φύλου συμβιώνουν αρμονικά μεταξύ τους, που αυτός είναι και ο προτιμιτέος συνδυασμός.
Μέσα στα κλουβιά τους περνούν το χρόνο τους είτε ακίνητα είτε κινούμενα ή παίζοντας με τα χαρτιά που τους δίνω. Όταν κοιμούνται ξαπλώνουν τεντωμένα, αλά μπορούν να ξυπνήσουν με τον παραμικρό θόρυβο. Τελικά το «λαγοκοιμάμαι» ισχύει. Έχω επίσης προσέξει ότι όταν ακούνε έναν μακρινό ήχο στρέφουν το αφτί της πλευράς όπου ακούγεται ο ήχος προς τα εκεί. Γενικά προσπαθώ ν’αποφεύγω να τα τρομάζω. Αυτό είναι σημαντικό γιατί τα κουνέλια είναι θηράματα πολλών αρπακτικών ζώων στη φύση και γι’αυτό βρίσκονται συνεχώς σε επιφυλακή. Γι’αυτό το λόγο το τρόμαγμα τους δημιουργεί φόβο και στρες και έτσι η εξημέρωσή τους γίνεται πιο δύσκολη.
Τα ταΐζω κυρίως έτοιμη κουνελοτροφή και άχυρο τριφιλλιού με λαχανικά και αγριόχορτα για ποικιλία. Έχω διαβάσει παντού ότι χρειάζονται πολύ άχυρο για τις απαραίτητες φυτικές ίνες και την ομαλή λειτουργία του εντέρου. Τα λαχανικά θα πρέπει να εντάσσονται σταδιακά στο διαιτολόγιο των νεαρών κουνελιών, γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος ανισορροπίας του πεπτικού συστήματος και διάρροιας.
Έψαξα πολύ στο διαδίκτυο για τα κουνέλια. Ανάμεσα στις πολλές σελίδες που βρήκα είναι και ένα ιστολόγιο για τη
φροντίδα των κατοικιδίων κουνελιώντο οποίο, αν και δεν έχει ανανεωθεί από το 2008, περιέχει όλα τα βασικά για τη σωστή φροντίδα των κουνελιών και πολλά παραπάνω. Έχω βρει και μια
μεγάλη αμερικανική σελίδα.Ενεγράφηκα επίσης σ’ένα
φόρουμ για κουνέλια.
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα κάποιες ενδιαφέρουσες επιστημονικές και λοιπές πληροφορίες για τα κουνέλια. Τα εκτρεφόμενα κουνέλια ανήκουν στο είδος του ευρωπαϊκού κουνελιού, τον ορυκτόλαγο τον κόνικλο (oryctolagus cuniculus). Κόνικλος ήταν το κουνέλι στα αρχαία ενώ cuniculus στα λατινικά. Κατάγονται από την Ιβηρική Χερσόνησο, αλλά αργότερα εξαπλώθηκαν από τον άνθρωπο σχεδόν σ’όλες τις ηπείρους του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Αυστραλίας όπου έχουν προκαλέσει οικολογική ανισορροπία. Παρόλα αυτά, ο αρχικός τους πληθυσμός στην Ιβηρική Χερσόνησο κινδυνεύει με εξαφάνιση.
Το μήκος τους κειμαίνεται από 35-45 εκ. και το βάρος τους από 1,3-2,2 κιλά, αν και με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν δημιουργηθεί ράτσες με πολύ μεγαλύτερες ή και λίγο μικρότερες διαστάσεις. Έχουν ωοειδές σώμα και δυνατά άκρα με νύχια που τα διευκολύνουν στο σκάψιμο. Στα μπροστινά άκρα έχουν 5 δάχτυλα (το ένα είναι ατροφικό), ενώ στα πίσω 4. Τα πίσω άκρα είναι μεγαλύτερα και δυνατότερα από τα μπροστά και χρησιμεύουν στα άλματα. Τα αφτιά τους είναι αρκετά μεγάλα και η ακοή τους οξεία. Η όρασή τους είναι ειδικευμένη στο να βλέπει γύρω και ψηλά. Όλες αυτές είναι προσαρμογές για τον έγκαιρο εντοπισμό και την αποφυγή των πολλών εχθρών τους. Το χρώμα των άγριων ποικίλει από γκρι, καφέ ή μπεζ, ενώ στα εκτρεφόμενα το άσπρο είναι πιο διαδεδομένο. Με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν επιτευχθεί επίσης και πάμπολλοι άλλοι χρωματικοί συνδυασμοί σπάνιοι στη φύση.
Στη φύση ζουν κατά αποικίες σε πολύπλοκα υπόγεια συστήματα συνδεδεμένων λαγουμιών. Δραστηριοποιούνται κυρίως το πρωί και το σούρουπο. Είναι αυστηρά φυτοφάγα ζώα, και η πέψη τους γίνεται κατά ένα μοναδικό τρόπο: Η τροφή του κουνελιού, αφού περάσει από το στομάχι και το λεπτό έντερο όπου πέπτεται ημιτελώς, περνά στο παχύ έντερο όπου διαχωρίζεται στα άχρηστα περιττώματα που αποτελούνται κυρίως από άπεπτες ίνες και στη μισοχωνεμένη τροφή η οποία πέπτεται στο τυφλό έντερο (τη δική μας ατροφική σκωληκοειδή απόφυση). Όταν το κουνέλι είναι ανενόχλητο, κυρίως το βράδυ, αφοδεύει αυτά τα περιττώματα και τα ξανατρώει για να προσλάβει τα εναπομείναντα θρεπτικά συστατικά τα οποία θ’απορροφήσει από το λεπτό έντερο. Οι κοπτήρες του κουνελιού μεγαλώνουν καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, γι’αυτό θα πρέπει να ροκανίζει σκληρά αντικείμενα για να τα κρατά κοφτερά και στο κατάλληλο μήκος. Επειδή η επιγλωττίδα του κουνελιού κλείνει το πίσω μέρος του στόματός του όταν δεν καταπίνει, αναπνέει μόνο από τη μύτη. Τα κουνέλια επίσης δεν μπορούν να κάνουν εμετό. Ο εγκέφαλός τους έχει κατά μέσο όρο 5 εκ. μήκος και 12 γραμμάρια βάρος.
Η πολλή ζέστη μπορεί να τα προκαλέσει θερμοπληξία εύκολα. Ο χειρότερος συνδυασμός είναι ζέστη με υγρασία. Αρχίζουν να δυσφορούν όταν η θερμοκρασία πλησιάζει τους 30 βαθμούς Κελσίου, αλλά αντέχουν κρύο ως και αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν με την κατάλληλη μόνωση. Το περιβάλλον που προτιμούν είναι δροσερό και σχετικά ξηρό.
Τα κουνέλια ωριμάζουν γεννητικά στους 3-8 μήνες της ζωής τους, ανάλογα με το φύλο και τη ράτσα. Συνήθως τα θηλυκά ωριμάζουν νορίτερα από τ’αρσενικά και οι μικρές ράτσες νορίτερα από τις μεγαλύτερες. Η περίοδος αναπαραγωγής διαρκεί περίπου 8 μήνες, από Φεβρουάριο ως Οκτώβριο, μέσα στην οποία το θηλυκό μπορεί να γεννά συνεχόμενα. Τα αρσενικά οριοθετούν περιοχές τις οποίες προστατεύουν από τους εισβολείς. Η εγκυμοσύνη του θηλυκού διαρκεί κατά μέσο όρο 31 ημέρες και γεννά 2-12 μικρά. Τα μικρά στην αρχή είναι τυφλά και γυμνά. Το θηλυκό τα επισκέπτεται μια φορά τη μέρα για να τα θηλάσει. Σε 10 μέρες ανοίγουν τα μάτια τους, σε 2 εβδομάδες μπορούν να φάνε στερεά τροφή και σε 4-6 εβδομάδες απογαλακτίζονται. Συνήθως κάθε ζευγάρωμα είναι επιτυχημένο επειδή, αντίθετα με τα περισσότερα θηλαστικά, τα θηλυκά κουνέλια δεν περνούν από οίστρο, αλλά έχουν ωορηξία μετά το ζευγάρωμα (παρακινούμενη ή επαγόμενη ωορηξία). Ζουν 8-12 χρόνια στην αιχμαλωσία, αλλά στη φύση πολύ λίγότερο, εξαιτίας των θηρευτών.
Τα κουνέλια έχουν προ πολλού (το 1885) μεταφερθεί από τα τρωκτικά στη συγγενική τάξη των λαγόμορφων μαζί με τους λαγούς. Η κύρια διαφορά τους είναι ότι έχουν 4 κοπτήρες στην άνω σιαγόνα, σε αντίθεση με τα τρωκτικά που έχουν μόνο 2. Επομένως, τα κουνέλια και οι λαγοί δεν είναι τρωκτικά αντίθετα μ’αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι γιατί γράφεται και ξαναγράφεται, αλλά κοντινοί συγγενείς τους.
Άρχισαν να εκτρέφονται συστηματικά από τον άνθρωπο από το Μεσαίωνα. Εκτρέφονται κυρίως για το κρέας τους, το οποίο είναι πολύ ελαφρύ και άπαχο, για τη γούνα τους, και κάποιες ποικιλίες όπως τα Αγκύρας (ανγκορά) για το μαλλί τους. Στην ιατρική χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αντισωμάτων για εμβόλια και για έρευνες πάνω στην τοξικολογία του αρσενικού αναπαραγωγικού συστήματος. Κατοικίδια άρχισαν να γίνονται μόλις το 19ο αι. Από τότε, με την επιλεκτική αναπαραγωγή, έχουν παραχθεί πολλές ράτσες με μεγάλη ποικιλία στο μέγεθος, στο σχήμα, στο χρώμα και στο τρίχωμα π.χ. νάνοι. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εκτροφείς κατοικιδίων κουνελιών, ό,τι κουνέλι πωλείται στα καταστήματα κατοικιδίων προέρχεται από το εξωτερικό.
Τα εκτρεφόμενα κουνέλια παρουσιάζουν κάποιες διαφορές σε σχέση με τα άγρια. Εκτός του ότι εμφανίζουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία στην εμφάνιση, είναι πιο ήρεμα στη συμπεριφορά και πολύ περισσότερο γόνιμα από τα άγρια.
Είναι πολύ όμορφα και συμπαθητικά ζώα τα κουνέλια. Εγώ, αν και συνηθισμένος στα ερπετά, τα συμπάθησα και μπορούσα να τα χαϊδέψω, να τα πιάνω και να τα ταΐζω χωρίς πρόβλημα σε μερικές μέρες. Θα πρέπει όμως, πριν αποκτήσετε ένα, να είστε σίγουροι ότι θα του παρέχετε τις συνθήκες που χρειάζεται και την επίσκεψη στον κτηνίατρο αν χρειαστεί. Αντίθετα με την άποψη πολλών, τα κουνέλια δεν είναι σαν τα μικρά θηλαστικά όπως τα χάμστερ και τα ποντίκια. Χρειάζονται τακτική αλληλεπίδραση με τους ιδιοκτήτες τους για να κοινωνικοποιηθούν. Χρειάζονται τουλάχιστον 1-3 ώρες άσκησης εκτός κλουβιού καθημερινά, καθώς και παιχνίδια μέσα στο κλουβί για ν’απασχολούνται. Το κλουβί στο οποίο θα περνούν τον περισσότερο χρόνο τους θα πρέπει να είναι ευρύχωρο και ψηλό τόσο ώστε να μπορούν να σηκωθούν στα δύο χωρίς να χτυπούν το κεφάλι τους πάνω. Κάποιοι ωστόσο τα έχουν ελεύθερα μέσα στο σπίτι χωρίς κλουβί σαν γάτες. Επίσης, μπορούν να εκπαιδευτούν να χρησιμοποιούν κουτί για τις ανάγκες τους. Παρόλα αυτά, δεν είναι ζώα σαν τις γάτες και τους σκύλους. Αν και στα περισσότερα κουνέλια αρέσει το χάιδεμα, σχεδόν κανένα δεν θέλει να το σηκώνουν από το έδαφος ή να το πειράζουν συνέχεια. Ακόμα, δεν είναι όλα τα κουνέλια ήρεμα από την φύση τους. Κάποια μπορεί να φαίνονται φιλικά ήδη από την αρχή, άλλα μπορεί να είναι νευρικά και φοβισμένα, ενώ κάποια άλλα μπορεί να εκδηλώσουν ακόμα και επιθετική συμπεριφορά. Με τη σταδιακή εξημέρωσή όμως σχεδόν όλα προσαρμόζονται και γίνονται ειρηνικά.
Αν νομίζετε ότι μπορείτε να φροντίζετε ένα κουνέλι καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, τότε μπορείτε να αποκτήσετε ένα ή και περισσότερα. Είναι θηλαστικό κάπως πιο διαφορετικό και ιδιαίτερο από τα συνηθισμένα.
Νέα των κουνελιών θα προστίθενται στο τέλος του άρθρου.
Ενημέρωση 30/1/2011: Το νανάκι το πήρε τελικά ο θείος μου που μένει στο Βόλο. Μάλλον όμως θα μας το επιστρέψει πάλι σε λίγους μήνες.
Ενημέρωση 3/3/2011: Ο Ορέστης μ’έχει συνηθίσει αρκετά. Τώρα έρχεται δίπλα μου, μ’αφήνει να το χαϊδέψω και μερικές φορές ανεβαίνει πάνω μου και μου δαγκώνει τα ρούχα και τα μαλλιά. Ακόμα και αν τρομάξει στιγμιαία αν κάνω κάποια απότομη κίνηση, μετά ξαναέρχεται. Έχει μάθει να κάνει τις ανάγκες του μέσα στο κλουβί του. Επίσης τώρα τρώει όλες τις τροφές.
Ενημέρωση 27/3/2011: Περισσότερο τον φωνάζω Λίμπο (από το κουνελίμπο) παρά Ορέστη. Επίσης, πρόσφατα, ο Ορέστης έκοψε το τηλεφωνικό καλώδιο ενός τηλεφώνου. Αν ήταν καλώδιο υψηλής τάσης ίσως πάθαινε ηλεκτροπληξία. Γι’αυτό θα πρέεπιε πάντα ν’ασφαλίζεται τα καλώδια ώστε να μην μπορεί να τα βρει το κουνέλι, ακόμα κι αν φαίνεται ότι δεν δαγκώνει πράγματα. Εγώ συνήθως μαζεύω τα καλώδια ή τα σηκώνω ψηλά για να μην τα φτάσει, αλλά επειδή θεώρησα λανθασμένα ότι το συγκεκριμένο κουνέλι δεν τείνει να μασά αντικείμενα και άρα δε θα τα πειράξει, άφησα το τηλεφωνικό καλώδιο που είναι και χαμηλής τάσης απροστάτευτο. Ακόμα, θα πρέπει να προσέχετε όταν παίζεται με το κουνέλι γιατί, δαγκώνοντας τα ρούχα σας, μπορεί κατά λάθος να δαγκώσει κι εσάς. Εμένα με δάγκωσε λίγο μέσα από τη μπλούζα. Ο νανούλης στο Βόλο είναι καλά.
Ενημέρωση 30/4/2011: Πολλές εξελίξεις. Λίγες μέρες πριν φύγω στο χωριό μου στις 20 Απριλίου, Πύργοι Κοζάνης, για το Πάσχα, ο Ορέστης-Λίμπο είχε γίνει πολύ ήρεμος. Ανέβαινε στον καναπέ όπου καθόμουν και γενικά ερχόταν δίπλα μου. Μετά τη μεταφορά όμως έγινε αρκετά ανήσυχος και επιθετικός. Έβγαζε φωνούλες μόλις πήγαινα να τον πιάσω και προσπαθούσε να δαγκώσει. Είχε σχεδόν παλινδρομήσει στην αρχική του κατάσταση, μόνο που τώρα δεν ήταν τόσο φοβισμένοος όσο άγριος. Τον άφησα να ηρεμήσει και την επόμενη μέρα είχε επανέλθει στα φυσιολογικά. Γι’αυτό όταν μεταφέρετε κάπου αλλού ένα κουνέλι με κλουβί μεταφοράς μην περιμένετε από την πρώτη μέρα να είναι άνετο. Αφήστε του κάποιο χρόνο για να ηρεμήσει.
Το άλλο κουνελάκι που βρίσκεται στο Βόλο και το οποίο τα παιδάκια ονόμασαν Πίπη είναι κι αυτό καλά. Ήταν κι αυτό στο χωριό. Έχει μεγαλώσει περισσότερο από το Λίμπο όμως είναι πιο αδύνατο. Ίσως τελικά ο Λίμπο να είναι πραγματικός νάνος και το άλλο κάτι ενδιάμεσο.
Βρέθηκαν λοιπόν και τα δύο κουνέλια πάλι μαζί. Τώρα οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Ο Πίπης κυνηγούσε κι ανέβαινε πάνω στο Λίμπο. Στην αρχή ο Λίμπο ήταν αρκετά φοβισμένος, αλλά αργότερα η σχέση τους κάπως εξωμαλύνθηκε. Διάβασα ότι αυτή η συμπεριφορά των κουνελιών είναι φυσιολογική: όταν γνωρίζονται δύο κουνέλια, το ισχυρότερο μπορεί να παρενοχλεί το λιγότερο ισχυρό κι αργότερα η σχέση τους εξωμαλύνεται, αν και στην περίπτωση του Πίπη και του Λίμπο, επειδή είναι και τα δύο αστείρωτα αρσενικά, ίσως έχουν πάντα προβλήματα. στις αποικίες τους στη φύση δημιουργούνται ιεραρχίες. Επίσης, τα λιγότερο δυνατά άτομα συχνά καθαρίζουν τα κυριαρχικότερα, αν κι αυτές οι σχέσεις μπορεί ν’αντιστραφούν.
Ήδη αρκετά πριν πάει στο χωριό για το Πάσχα ο Λίμπο είχε συνηθίσει να τρώει διάφορες φρέσκες τροφές. Εκτός από την έτοιμη τροφή και τ’άχυρα, του έδινα και φρέσκα αγρωστώδη (στάχυα) σε μεγάλες ποσότητες, μαϊντανό, κοτσάνια από μπρόκολο, καρότο, βάσεις/κορμούς μαρουλιού, κλαδιά και φύλλα αμπελιού κ.ά. κι από φρούτα κόκκινο μήλο και φράουλα. Στο χωριό το διαιτολόγιό του εμπλουτίστηκε με μεγαλύτερη ποικιλία τροφών όπως φρέσκα κλαδάκια τριανταφυλλιάς και βατομουριάς, κλαδιά με μάτια ή φύλλα αχλαδιάς, μουριάς, αμπελιού, φτελιάς, φουντουκιάς, ιβίσκου και ιτιάς, φύλλα φραουλιάς, ραδίκια, σπανάκι (σε μικρή ποσότητα περιέχει οξαλικό οξύ) και πολλά αγρωστώδη. Και τα δύο κουνέλια έτρωγαν τις ίδιες τροφές. Όταν τα έβγαζα να τρέξουν κάτω στα χόρτα, μπορούσαν να βοσκήσουν ό,τι ήθελαν.
Θα πρέπει κάθε φορά που τα δίνεται κάποιο φυτό να είστε απολύτως σίγουροι ότι είναι ασφαλές. Όλα τα παραπάνω φυτά είναι ασφαλή. Δε θα πρέπει παρόλα αυτά να θεωρείται ένα φυτό ασφαλές γιατί κάποιο μέρος του τρώγεται, π.χ. μπορεί το εσωτερικό της πατάτας ή ο καρπός της ντομάτας να είναι ασφαλή, αλλά το υπόλοιπο φυτό είναι τοξικό. Ομοίως και με τα φρούτα όπως το δαμάσκινο, το ροδάκινο, το βερίκοκο ή το κεράσι, μπορεί η σάρκα του φρούτου να είναι ασφαλής, αλλά το κουκούτσι και τα υπόλοιπα μέρη του δέντρου δεν είναι. Στα κουνέλια αρέσει να μασούν κλαδάκια δέντρων, γι’αυτό θα πρέπει να τους δίνεται μερικά από ασφαλή είδη. Έτσι ακονίζουν και τα δόντια τους. Φρούτα όχι σε μεγάλη πόσότητα, γιατί τα πολλά σάκχαρα μπορεί να προκαλέσουν πεπτική ανισορροπία. Το άχυρο τσουκνίδας, όχι η φρέσκια, είναι πολύ θρεπτικό για τα κουνέλια, αλλά ακόμα δεν το έχω ταΐσει.
Στο χωριό είχαμε πολλά παιδάκια. Τα παιδιά αγαπούσαν πολύ τα κουνελάκια, αλλά πολλές φορές δεν τ’άφηναν σε ησυχία. Τα κυνηγούσαν συνεχώς και φώναζαν δυνατά, με αποτέλεσμα τα ζώα να τρομάζουν, να τρέμουν, να κρύβονται, να μην τρώνε εύκολα και να συμπεριφέρονται νευρικά ή επιθετικά. Όταν τα παιδιά έφευγαν τα κουνέλια επανέρχονταν μετά από λίγο στη φυσιολογική τους κατάσταση. Θα πρέπει να το προσέχετε αυτό. Τα κουνέλια είναι θηράματα πολών αρπακτικών στη φύση και στρεσσάρονται με τους δυνατούς θορύβους, τις βίαιες κινήσεις και την έντονη δραστηριότητα. Χρειάζονται επίσης ένα μέρος όπου θα νιώθουν ασφαλή, το οποίο είναι συνήθως το κλουβί τους. Εκεί δεν είναι καλό να παρεμβαίνετε έντονα όταν το κουνέλι βρίσκεται μέσα.
Δεν παρατήρησα μεγάλη αντίδραση όταν ο Λίμπο μεταφέρθηκε πίσω στη Θεσσαλονίκη. Το κλουβί στο οποίο διέμενε παρέμεινε στο χωριό και εδώ τού’χουμε πάρει ένα άλλο μεγαλύτερο, για να μη χρειάζεται να μεταφέρουμε πολλά πράγματα όταν πηγαινοερχόμαστε.
Ενημέρωση 15/5/2011: Ο Λίμπο τις τελευταίες μέρες άρχισε ν’αλλάζει. Δεν θέλει τόσο πολύ χάιδεμα, έχει γίνει επιφυλακτικός μαζί μου, έχει γίνει κάπως κτητικός της περιοχής του και τείνει να μασάει πολλά πράγματα όπως κουρτίνες, μπουκάλια κ.ά. Τον έχω παρατηρήσει δυο φορές να προσπαθεί να κάνει την κίνηση της συνεύρεσης. Πιθανόν έχει φτάσει σε σεξουαλική ωριμότητα. Αν κι έρχεται δίπλα μου, τώρα δεν θέλει τόσο πολύ να τον πιάνω, αλλά μου δαγκώνει περισσότερο τα ρούχα και τα τραβάει. Χθές με δάγκωσε και μέσ’από τη μπλούζα. Κι άλλες φορές τό’χει κάνει αυτό, αλλά τώρα ήταν η πιο δυνατή. Δαγκώνει περισσότερο μ’εξερευνητική κι επικοινωνιακή διάθεση παρά επιθετική. Τα μικρά τσιμπήματα είναι τρόπος επικοινωνίας τον κουνελιών. Τώρα έχω πάρει περισσότερα μέτρα για την αποφυγή καταστροφής αντικειμένων στο σπίτι, π.χ. σηκώνω τις κουρτίνες, απομακρύνω όλα τα βιβλία και τα μικρά αντικείμενα κ.ά., όταν βγάζω το κουνέλι απ’το κλουβί.
Οι λύσεις στις αλλαγές της συμπεριφοράς του είναι δύο: ή η στείρωση ή μια κουνελίτσα. Η στείρωση είναι σαφώς η καλύτερη επιλογή, αφού μετά τον ευνουχισμό του θα γίνει πιο ήρεμος και προβλέψιμος. Επίσης είναι και καλό για το κουνέλι αφού δε θα στρεσσάρεται από την απουσία θηλυκού. Όμως κοστίζει και οι κτηνίατροι εξειδικευμένοι στα κουνέλια και σε παρόμοια ζώα είναι λίγοι. Η δεύτερη εναλλακτική είναι η χειρότερη για μένα, γιατί, ακόμα κι αν δεν έχω εγώ την κουνέλα, θα πρέπει τακτικά να τον πηγαίνω σε μία. Και ύστερα τι θα γίνει με τους απογόνους; Θέλω να είμαι σίγουρος ότι το μέλλον τους δε θά’ναι το σφάξιμο. Ακόμα, δεν ξέρω αν το ζευγάρωμα θα μειώσει την κακή συμπεριφορά του ή θα την εντείνει.
Τώρα που ζεσταίνει ο καιρός, υπάρχει και ο κίνδυνος της θερμοπληξίας. Τα κουνέλια δυσφορούν σε θερμοκρασίες που πλησιάζουν τους 30 βαθμούς, και αν ανέβουν ακόμα περισσότερο, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο. Έχω παρατηρήσει ότι όταν τον βγάζω έξω στο μπαλκόνι τη μέρα για να πάρει λίγη ηλιακή ακτινοβολία (για τη σύνθεση της βιταμίνης d, απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστιου), μετά από λίγη ώρα μαζεύεται στη σκιά και δεν κινείται. Πάντα έχω ένα μέρος του κλουβιού σε σκιά. Γι’αυτό και τώρα έχω μειώσει κατά πολύ την ώρα που το έχω έξω, και πολλές μέρες δεν τον βγάζω καθόλου.
Συνήθως τον βγάζω με το κλουβί έξω από φόβο μην πέσει κατά λάθος απ’το μπαλκόνι. Αν κι όταν είχα βγάλει στο χωριό και τα δύο κουνέλια στο μπαλκόνι για μια φορά, φαινόταν ότι είχαν αντίληψη του ύψους, όμως για καλό και για κακό δεν τον αφήνω ελεύθερο σε μπαλκόνι.
Επίσης έχω βρει κάποιες ακόμα σελίδες για τα κουνέλια:
Rabbit advocates
αμερικανική σελίδα για κουνέλια και
medirabbit.com
γερμανική σελίδα μ’αγγλική έκδοση για θέματα υγείας των κουνελιών. Και με την ευκαιρία, έχω να γράψω κάποια πράγματα για τις ασθένειές τους.
Γενικά τα κουνέλια, αν φροντίζονται σωστά και προφυλάγονται από ασθένειες, είναι αρκετά ανθεκτικά ζώα. Όμως από κακές συνθήκες ή φροντίδα μπορούν να προκύψουν ασθένειες και διαταραχές. Πολλές απ’αυτές είναι δύσκολο να θεραπευτούν. Παρακάτω οι πιο συχνές απ’αυτές:
Προβλήματα του γαστρεντερικού συστήματος: Τα κουνέλια, ως φυτοφάγα ζώα, είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα από κακή διατροφή. Για παράδειγμα, η ανεπαρκής ποσότηττα φυτικών ινών στη διατροφή μπορεί να προκαλέσει μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα. Επίσης, όταν το κουνέλι γλείφεται/καθαρίζεται, μπορεί να καταπιεί κάποιες τρίχες, οι οποίες θα παραμείνουν στο στομάχι, μιας και τα κουνέλια δεν μπορούν να κάνουν εμετό. Φυσιολογικά με τις πολλές φυτικές ίνες φεύγουν, αλλά μια διατροφή ανεπαρκής σε ίνες μπορεί να προκαλέσει μειωμένη κινητικότητα ή και γαστρεντερική στάση. Συμπτώματα μπορεί να είναι: μικρά κόπρανα, κόπρανα μικρά κι ενωμένα με τρίχες, μειωμένη όρεξη κ.ά. Σε σοβαρές περιπτώσεις ίσως χρειαστεί εγχείρηση για τη διόρθωση του προβλήματος. Γι’αυτό η διατροφή των κουνελιών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά 20% από φυτικές ίνες, π.χ. άχυρο.
Τα φρούτα επίσης σε μεγάλη ποσότητα μπορεί να προκαλέσουν πεπτική ανισορροπία. Τα κουνέλια είναι προσαρμοσμένα να τρέφονται με σκληρές τροφές, φαινομενικά χωρίς μεγάλη θρεπτική αξία. Τροφές πλούσιες σε σάκχαρα όπως τα φρούτα μπορούν να δημιουργήσουν ανισορροπία στα βακτήρια του πεπτικού συστήματος με κύριο σύμπτωμα τη διάρροια. Γενικά η διάρροια στα κουνέλια είναι μια επείγουσα κατάσταση, κι αν παραμεληθεί μπορεί να οδηγήσει ακομα και στο θάνατο.
Προβλήματα στα δόντια: Τα κουνέλια μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα στα δόντια, γιατί τα δόντια τους μεγαλώνουν καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Συνήθως οφείλεται σε μαλακή διατροφή και ανεπαρκή υλικά για μάσημα. Συμπτώματα είναι δυσκολία στο κλείσιμο του στόματος, πολλά σάλια, δυσκολία στη μάσηση ή και φλεγμονή, αν κάποιο δόντι τρίβει μαλακό ιστό. Θεραπεύεται με τρόχισμα των δοντιών από κτηνίατρο. Σπάνια μπορεί να είναι πρόβλημα του κουνελιού, στην οποία περίπτωση το δόντι ή δόντια θα πρέπει να τροχίζονται περιοδικά, ή και ν’αφαιρεθούν εντελώς.
Αναπνευστικές μολύνσεις: Αναπνευστικές μολύνσεις μπορούν να πάθουν τα κουνέλια αν εκτίθενται σε ρεύματα ή κρύο με υγρασία. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήχος κατά την αναπνοή, μύξες, δυσκολία στην αναπνοή κ.ά. Θεραπεύονται δύσκολα. Το σπάνιο φτέρνισμα δεν είναι κάτι ανησυχιτικό και το έχω παρατηρήσει και στο δικό μου κουνέλι.
Πληγές στα πόδια: Τα κλουβιά με συρμάτινο δάπεδο που χρησιμοποιούνται για κουνέλια για ευκολότερο καθάρισμα μπορούν να προκαλέσουν άσχημες πληγές στα πόδια τους, δύσκολες στη θεραπεία, γι’αυτό και είναι ακατάλληλα για κουνέλια.
Προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος: Συνεχές στάξιμο ούρων, αίμα στα ούρα, λίγα ή πολλά ούρα κ.ά., μπορεί να υποδηλώνουν προβλήματα στο ουροποιητικό σύστημα όπως ουρολοιμώξεις ή πέτρες στην ουροδόχο κύστη από διατροφή πολύ πλούσια σε ασβέστιο.
Νευρολογικά συμπτώματα: Γύρισμα του κεφαλιού (στραβολαίμιασμα) ή και σπασμοί, ανισορροπία κι άλλα νευρολογικά συμπτώματα μπορεί να υποδηλώνουν μόλυνση του κεντρικού νευρικού συστήματος από μικροοργανισμούς όπως το προτόζωο encephalitozoon cuniculi ή δηλητήρίαση. Είναι επείγουσα κατάσταση.
Σοβαρά συμπτώματα: Αν τ’αφτιά του κουνελιού είναι κρύα, το κουνέλι είναι ληθαργικό και δεν μπορεί να σηκωθεί και παρουσιάζει παρόμοια σοβαρά συμπτώματα, τότε είναι σίγουρα βαριά άρρωστο και συνήθως πρόκειται να καταλήξει.
Μολυσματικές ασθένειες: Λίγες μολυσματικές ασθένειες προσβάλλουν τα κουνέλια. Απ’αυτές οι πιο επικίνδυνες είναι η μυξωμάτωση και ο καλικιιός (μόνο στην Ευρώπη). Εμβόλια κατά των δύο αυτών ασθενειών χρησιμοποιούνται κάποιες φορές σ’εντατικές μονάδες παραγωγής, όχι όμως στα κατοικίδια κουνέλια, μιας και τέτοιες ασθένειες είναι πολύ σπάνιες. Στην Αυστραλία, όπου ο ιός της μυξωμάτωσης είχε χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του προβλήματος της ανεξέλεγκτης αναπαραγωγής των άγριων κουνελιών, ο εμβολιασμός κατα της ασθένειας αυτής απαγορεύεται για ν’αποφευχθεί η πιθανή απόκτηση ανθεκτικότητας των άγριων πληθυσμών. Απ’αυτές τις δύο ασθένειες καμία δεν μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο.
Στην πραγματικότητα, οι ασθένειες που μπορούν να μεταδοθούν από τα κουνέλια στον άνθρωπο είναι υπερβολικά λίγες και σπάνιες, και μερικές απ’αυτές δεν ενδημούν στην Ελλάδα. Η λύσσα για παράδειγμα προσβάλλει πολύ σπάνια τα κουνέλια, επειδή είναι πολύ πιθανότερο το δάγκωμα ενός λυσσασμένου ζώου να επιφέρει άμεσο θάνατο στο κουνέλι, παρά την ασθένεια. Άλλωστε η νόσος αυτή έχει εξαφανιστεί από την Ελλάδα, με τελευταίο κρούσμα σε σκύλο το 1987. Η τουλαραιμία είναι μια άλλη σοβαρή, αν και θεραπεύσιμη βακτηριακή λοίμωξη, η οποία προσβάλλει σχεδόν πάντοτε τ’ άγρια τρωκτικά και λαγόμορφα. Ενδημεί στην Αμερική και σε κάποια μέρη της Ευρώπης, όχι όμως στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή. Κανένα κρούσμα αυτής της νόσου δεν έχει επιβεβαιωθεί έως τώρα σε άγριο ζώο στην Ελλάδα. Άλλες ασθένειες όπως διάφορα βακτήρια, εντερικοί σκώληκες, δερματικοί μήκυτες, ο μύκητας μικροσπορίδιο (microsporidium) ή και το πρωτόζωο e. cuniculi κ.ά., τα οποία ίσως υπάρχουν σε κάποια κουνέλια, μπορεί να είναι πρόβλημα μόνο για ανοσοκατεσταλμένα άτομα, π.χ. πάσχοντες από aids. Τα κουνέλια επίσης, σε σχέση με τις γάτες και τους σκύλους, προκαλούν πολύ σπανιότερα αλλεργίες.
Γενικά όταν παρατηρείτε κάποιο σύμπτωμα στο κουνέλι σας θα πρέπει να το πάτε σε κτηνίατρο. Δεν είναι όλοι οι κτηνίατροι όμως ειδικευμένοι στα κουνέλια, γι’αυτό και θα πρέπει να ξέρετε κάποιον ειδικευμένο κοντά στην περιοχή σας για να το πάτε. Στο σύνδεσμο προς το φόρουμ που έδωσα κοντά στην αρχή αυτής της δημοσίευσης θα βρείτε εξειδικευμένους κτηνιάτρους.
Όσον αφορά τα προϊόντα των πετσόπ και τα παιχνίδια. Τα περισσότερα προϊόντα, εκτός βέβαια από τα βασικά (κλουβιά, μπουκαλάκια, υποστρώματα, τροφές, άχυρο), είναι άχρηστα. Οι δήθεν θρεπτικές μπάρες δε χρειάζονται πραγματικά, και μπορεί να είναι και παχυντικές. Επίσης ούτε τα παιχνίδια για τα κουνέλια χρειάζονται. Μπορείτε να κατασκευάσετε μόνοι σας πολλά παιχνίδια από κοινά σκουπίδια όπως κυλίνδρους από χαρτιά κουζίνας ή υγείας, γεμισμένους με άχυρα ή άδειους, χαρτοσακούλες, σχισμένα χαρτιά, χαρτοκυβώτια, τσαλακωμένα χαρτόνια, πλαστικές σκληρές σακούλες (προσέχετε μόνο μην τρώει το πλαστικό), ξυλαράκια ή κι από κλαδιά ασφαλών φυτών όπως αμπέλι, μηλιά ή αχλαδιά. Εγώ για παιχνίδια χρησιμοποιώ τσαλακωμένα ή σχισμένα χαρτιά, κυλίνδρους από χαρτιά κουζίνας ή υγείας, κυματιστά διπλωμένα χαρτόνια, βουναλάκια από χαρτιά (τα χαρτιά που μαζεύω για την ανακύκλωση) και κλαδάκια αμπελιού. Στο δωμάτιο που το βγάζω υπάρχει μόνιμα ένα χαρτοκυβώτιο και λίγες πλαστικές σακούλες από χοντρό πλαστικό, κι έως τώρα δεν έχει καταπιεί κανένα κομμάτι. Αν γίνει αυτό θα τις απομακρύνω. Η κατανάλωση λίγου χαρτιού πάντως είναι εντελώς ακίνδυνη. Τα παιχνίδια προσφέρουν μια διέξοδο στη δραστηριότητα του κουνελίου απασχολώντας το μέσα κι έξω απ’το κλουβί για να μη βαριέται κι αποτρέποντας έτσι την καταστροφική συμπεριφορά προς διάφορα αντικείμενα.

Φωνούλες: Έχω παρατηρήσει δύο ειδών ήχους από τα κουνέλια. Τον έναν ήχο το βγάζουν όταν είναι θυμωμένα, φοβούνται, προειδοποιούν για επίθεση, ή, σπάνια, όταν αιφνιδιαστούν και πιαστούν. Ο άλλος ήχος είναι περιοδικός και πολύ χαμηλός, κάτι σαν μου, μου, τον οποίο βγάζουν όταν είναι ήρεμα, τρέχουν έξω και ψάχνουν. Ο Λίμπο τον κάνει όταν τρέχει στο δωμάτιο και με ψάχνει, πάρα πολύ σπάνια μέσα στο κλουβί. Ο Πίπης στο χωριό τον έκανε κι αυτός.
Ενημέρωση 23/5/2011: Σημαντικές εξελίξεις. Ο Λίμπο μας βγήκε κουνελίτσα. Σήμερα γέννησε 4 κουνελάκια! Από χθες είδη έφτιαχνε φωλιά και σήμερα νωρίς το απόγευμα στις 6 και κάτι τα γέννησε. Είναι πολύ μικρά, άτριχα, ροζ, μαλακά, με κεφάλι δυσανάλογο σε σχέση με το σώμα τους, και κινούνται λίγο. Ακόμα δεν έχουν ανοίξει τα ματάκια τους ούτε έβγαλαν δοντάκια. Τώρα το κλουβί βρίσκεται σε μια γωνία του μπαλκονιού χωρίς κίνηση προστατευμένο από τον ήλιο και τη βροχή. Περισσότερα
εδώ.
Ο Πίπης τελικά δεν ανέβαινε πάνω της μόνο για λόγους κυριαρχίας, όπως νόμιζα. Το όνομα θα παραμείνει το ίδιο, απλά το άρθρο άλλαξε. Τελικά είναι πολύ δύσκολος ο διαχωρισμός φύλου σε κουνέλια μικρής ηλικίας. Πιστεύω όμως, ότι επειδή ακριβώς είναι δύσκολος, τα πουλάνε όλα ως αρσενικά, άρα δε γεννάνε, για να τ’αγοράσει ο κόσμος πιο εύκολα.
Ενημέρωση 25/5/2011: Όλα καλά. Τα κουνελάκια είναι όλα ζωντανά και με φουσκωμένες τις κοιλίτσες. Το λέω αυτό γιατί υπάρχει πιθανότητα, κυρίως αν η ηλικία της μητέρας είναι μικρή, να τα παραμελήσει. Σημάδια παραμέλησης είναι οι ζαρωμένη (άδεια) κοιλίτσα και οι συνεχής φωνούλες. Όπως φαίνεται Η Λίμπο τα προσέχει καλά.
Επίσης σήμερα πρώτη φορά την έβγαλα έξω από το κλουβί στο μπαλκόνι. Πείθομαι όλο και περισσότερο ότι δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου κίνδυνος να πέσει. Φαίνεται νά’χει καλή αντίληψη του ύψους. Την είχα αφήσει ακόμα και μόνη της για λίγο. Το πρόβλημα όμως ήταν άλλο. Άρχισε να τρώει από τα φυτά. Δοκίμασε διάφορα όπως κρεμμύδια, κρίνο και ρήγανη, αλλά από κανένα δεν έφαγε μεγάλη ποσότητα. Το φυτό που πραγματικά βόσκησε ήταν ένα από τα πολυτιμότερα και σπανιότερα που έχω, το πολυκόμπι! Το πολυκόμπι (equisetum arvens) είναι ένα πολύ αρχαίο και ξεχωριστό φυτό, η ομάδα του οποίου είχε ήδη εμφανιστεί πριν 475000000 χρόνια, κατά την ύστερη δεβόνιο περίοδο. Το φυτό αυτό λοιπόν το έτρωγε κανονικά, αν και είναι σκληρό και θεωρείται επίσης τοξικό για πολλά ζώα, και δεν μπορούσα να την απομακρύνω εύκολα. Ταΐζοντάς την όμως άχυρα την έκανα να το αφήσει. Έπειτα το ανέβασα ψηλά για να μην το φτάνει. Η σχετικά μικρή ποσότητα που έφαγε δεν της δημιούργησε κανένα πρόβλημα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αν ένα ζώο τρώει από μόνο του μια γνωστή βλαβερή τροφή πρέπει εμείς να το αφήσουμε να την τρώει γιατί στο συγκεκριμένο άτομο φαίνεται να μην έχει αρνητικό αποτέλεσμα. Ευτυχώς δεν μπορεί να φτάσει τις φραουλιές, το δυόσμο και τ’άλλα φαγώσιμα φυτά, γιατί βρίσκονται ψηλά. Έχω διαβάσει για έναν ακίνδυνο τρόπο απώθησης των άγριων κουνελιών από τα φυτά, με τον ψεκασμό διαλύματος πιπεριού πάνω στα φυτά. Θα το εφαρμόσω μάλλον αυτό και στο μπαλκόνι, για να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο στο μέλλον.
Αυτές τις μέρες επίσης έκανα κάποια ενδιαφέροντα πειράματα. Το ένα είχε να κάνει με τον προσανατολισμό των μικρών και το άλλο με τη σεξουαλικότητα της κουνελίτσας. Στο πρώτο, πήρα ένα κουνελάκι στη χούφτα μου και το κρατούσα μακριά από τη φωλιά. Αυτό, επειδή είναι ακόμα τυφλό κι ούτε μπορεί να στηριχθεί, κινούταν κυκλικά χωρίς κάποια σαφή κατεύθυνση, χωρίς να μπορεί να σηκωθεί. Μόλις το πήγα όμως κοντά στη φωλιά μετακινήθηκε προς τ’άλλα κουνέλια, προφανώς από τη μυρωδιά ή τη ζέστη. Στο δεύτερο πείραμα έβαλα το χέρι μου στο πίσω μέρος της ράχης της Λίμπο και το έτρεμα, όπως ένας κούνελος σε συνεύρεση. Παρατήρησα ότι σήκωσε την ουρά της και φανέρωσε τη γεννητική της περιοχή. Το πείραμα αυτό πετύχαινε συνήθως όταν η κουνέλα ήταν ήσυχη, δεν απασχολούταν δηλαδή με κάτι, και αν γινόταν αρκετά γρήγορα, όχι όμως αιφνιδιαστικά. Πιθανόν καταλάβαινε ότι δεν ήταν πραγματικός κούνελος, γιατί αμέσως μετά έφευγε πιο πέρα, κι όταν γινόταν συχνά δεν αντιδρούσε.
Επίσης βρήκα και κάτι ενδιαφέρον στο Διαδίκτυο: Τα κουνέλια είναι από τα λίγα θηλαστικά τα οποία είναι ανθεκτικά στη μόλυνση με παθολογικές πρωτεΐνες prion, οι πρωτεΐνες που προκαλούν θανατηφόρες νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (τρελές αγελάδες) ή τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ στον άνθρωπο.
Τελικά δεν είναι και τόσο εύκολο να βρω νέους ιδιοκτήτες για τα μικρά κουνελάκια. Αρχικά φαίνονταν πολλοί, αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότεροι εξ αυτών δεν μπορούν νά’χουν κουνέλι, είτε γιατί μετακινούνται συνεχώς, είτε γιατί οι γονείς τους δεν αφήνουν, ή γιατί το ξανασκέφτηκαν και δε θέλουν. Πολλοι άλλοι δεν ήθελαν από την αρχή κουνέλι.
Βρήκα και κάποιες ακόμα σελίδες για κουνέλια:
ένα ακόμα ιστολόγιο,
ένα άρθρο,
μια δημοσίευση
και
το άρθρο της βικιπαίδειας για το κουνέλι,
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το άγριο κουνέλι,
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το οικόσιτο κουνέλι,
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το κατοικίδιο κουνέλι
και
το άρθρο της αγγλικής wikipedia για το πρόβλημα των κουνελιών στην ΑυστραλΊΑ.
Ενημέρωση 28/5/2011: Ένα κατοικίδιο κουνέλι μπορεί να είναι
χρήσιμο σε διάφορα πράγματα.
Για παράδειγμα, ανακυκλώνει πολλά φυτικά σκουπίδια και παράγει καλή κοπριά για τα φυτά.
Ενημέρωση 6/6/2011: Έκανα το λάθος να μη ρίξω πιπέρι στα φυτά, πιστεύοντας ότι θα επηρρεάσει αρνητικά το γάλα της, με αποτέλεσμα να φάει απ’όλα. Τελικά όμως ψέκασα και υπήρξε αποτέλεσμα. Απ’αυτπό κατάλαβα ότι
kουνέλια και φυτά δεν πάνε μαζί,
εκτός κι αν λάβετε τα απαραίτητα μέτρα.
Τα κουνελάκια μεγαλώνουν και είναι όλα καλά.
Ενημέρωση 19/6/2011: Όλα πάνε καλά. Με τα νέα μέτρα, δεν υπάρχουν περαιτέρω καταστροφές. Επίσης ένα άρθρο για το
πώς προέκυψε τ’όνομα Λίμπο.
Ενημέρωση 2/8/2011: Πολλές
εξελίξεις
αυτό το διάστημα. Αν και είχα λίγα προβλήματα με τη μάνα μου που δεν πολυθέλει τη Λίμπο, όλα τώρα είναι καλά και η κουνελίτσα θά’ρθει πίσω στο τέλος των διακοπών. Τώρα το καλοκαίρι την έχω στο χωριό μου, για να μην την πηγαινοφέρνω συνεχώς. Τα κουνελάκια της μεγάλωσαν, ανεξαρτητοποίηθηκαν κι άρχισα να δίνω, αλλά τώρα έκανε πάλι άλλα τέσσερα. Μάλλον θα πρέπει να τη στειρώσω το φθινόπωρο, γιατί θα είναι σχεδόν αδύνατο να δώσω τα κουνελάκια. Ήδη με μεγάλη δυσκολία βρίσκω άτομα.
Ενημέρωση 5/9/2011: Άρθρο για
σύσταση και χρήση του γάλακτος της κουνέλας.
Εφόσον όμως έχω ανοίξει σχετική κατηγορία για τα κουνέλια, δε θα ενημέρωνω για κάθε νέο σχετικό άρθρο που βάζω, αφού τώρα όλα αυτά θα βρίσκονται στο ίδιο μέρος. Θα ενημερώνω μόνο γιγια πολύ σημαντικά γεγονότα.

Ενημέρωση 5/7/2013: Η πορεία των κουνελιών μου καλύπτεται από πολλά νέα άρθρα. Γενικώς έχω να πω πως η Λίμπο μου πλέον έχει γίνει η μικρή μου αγάπη, σαν ένα μικρό παιδάκι. Είναι τόσο εξημερωμένη, σαν γατούλα. Ο Πίπης βρίσκεται σε μια κοπέλα, μιας και δε μου φαινόταν σωστό να βγαίνουν βόλτα πότε το ένα και πότε το άλλο για να μη γονιμοποιούνται συνέχεια (η Λίμο έκανε 33 παιδιά). Δεν προτείνω σε κανέναν ν’αναπαράγει τα κουνέλια του, διότι η εύρεση ανθρώπων που πραγματικά θα τ’αγαπούν είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Δυστυχώς δεν έζησαν όλα τα κουνελάκια που γέννησε η μάνα Λίμπο, μερικά πέθαναν μικρά ή λίγο μεγαλύτερα. Αγάπη στα μικρά νεκρά λιμπάκια. Αυτήν τη στιγμή η Λιμπίτσα μου είναι διόμισι χρόνων, ακόμα δηλαδή κάπως μικρή.