Tag Archive: καλλωπιστικά


Ενημέρωση 15/4/2016: Τα φυτά αναγνωρίστηκαν. Το πρώτο είναι χείρανθος ο χείριος (Erysium cheiri), πρώην Cheiranthes cheiri, ένα διετές ή βραχύβιο πολυετές λαχανοειδές (οικογένεια Brassicaceae), το οποίο είναι αυτοφυές, αλλά καλλιεργείται για τα άνθη του. Το δεύτερο είναι αγριοζοχός (Eurospermum picrides), που λέγεται έτσι όχι επειδή ο κανονικός ζοχός είναι ήμερος, απλώς επειδή αυτό σκεπάζεται από αγκάθια και σκληρές τρίχες. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των αστεριδών (Asteracaea), μαζί με το ζοχοό, το ραδίκι, το μαρούλι, τις μαργαρίτες κλπ.

Αυτά είναι τα πρώτα άγνωστα είδη για το 2016. Περιμένω τα σχόλια σας με το όνομα του είδους.

άγνωστο καλλωπιστικό σε ανθοφορία

Το πρώτο το βρήκα το Μάρτιο στο εξοχικό του πατέρα μου στη Γερακινή της Χαλκιδικής. Βρισκόταν στο φράχτη του δικού μας σπιτιού με γειτονικό. Ήταν περίπου ενάμισι μέτρο ψηλό ή και παραπάνω, μ’αυτά τα παράξενα τετραπέταλα λουλούδια. Ποώδες. Σίγουρα θα βρίσκεται αρκετά χρόνια εκεί. Πώς λεέγεται;

άγνωστο αγριόχορτο

Το δεύτερο είναι ένα κοινό, αν κι όχι πανταχού παρόν, ζιζάνιο. Μοιάζει με το ζοχό, αλλά έχει χνουδωτά φύλλα πολύ λιγότερο σχισμένα, και σχετικά κυλινδρικό βλαστό με αγκαθάκια. Το συγκεκριμε΄νο φυτό είχε συμπτυγμε΄νη ταξιανθία στην κορυφή, και λίγα φύλλα του λείπουν, επειδή τα έκοψα για τη Λίμπο την κουνέλα μου. Αργότερα το έκοψα όλο για το κουνέλι, αφήνοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι μήπως και ξαναπετάξει. Τα κουνέλια το τρώνε. Τι να είναι;

Περιμένω τα σχόλιά σαςσ.

Advertisements

Φέρνω και πάλι στο ιστολόγιο, όπως και πολλές άλλες φορέ στο παρελθόν, μερικά ακόμα άγνωστα είδη φυτών για αναγνώριση.

Το πρώτο είναι κάποιο σύνθετο (μαργαριτοειδές) καλλωπιστικό, Μάλλον όχι και πολύ διαδεδομένο μιας και δεν το έχω βρει σε πολλά σπίτια. Προφανώς είναι πολυετές, αφού ξαναφυτρώνει στο ίδιο σημείο κάθε χρόνο. Είναι θαμνώδες φτάνοντας κοντά στο ένα μέτρο, με σκληρούς όρθιους βλαστούς. Τα φύλλα του εκφύονται εναλλάξ, είναι λεπτά, λογχοειδή, οδοντωτά, σκουροπράσινα και χνουδωτά. Τα χαμηλότερα φύλλα έχουν μίσχο και είναι μεγαλύτερα, αν κι αυτήν την εποχή τα περισσότερα χαμηλά φύλλα έχουν ξεραθεί, χωρίς όμως να πέφτουν πάντα όλα. Ψηλότερα τα φύλλα μικραίνουν και χάνουν το μίσχο τους. Κοντά στις κορυφές το φυτό διακλαδίζεται σε λεπτότερους βλαστούς με μικρότερα φύλλα, που καταλήγουν σε στρογγυλεμένα κεφαλάκια διαμέτρου 1,5-2 εκατοστών περίπου, με μοβ «πέταλα» και καφέ κέντρο. Προσελκύει πολλές μέλισσες και έχει βαριά και παράξενη μυρωδιά. Τι να είναι;

Το δεύτερο είναι ένα άλλο παράξενο καλλωπιστικό που έχω συναντήσει σποραδικά σε διάφορα μέρη. Έχει τετραγωνικούς βλαστούς όπως τα χειλανθή, που καλύπτονται με αραιές σκληρές τρίχες ή αγκαθάκια. Τα φύλλα του είναι οδοντωτά και τριχωτά. Στις κορυφές εμφανίζονται σφιχτές ταξιανθίες με ροζ άνθη, οι οποίες μετά τη γονιμοποιήση μεταλλάσσονται σε σφιχτές ταξικαρπίες από πράσινους άγουρους και πολύ σκληρούς σφαιρικούς καρπούς, οι οποίοι ωριμάζουν σε μοβ μαλακούς και πέφτουν. Δεν πιστεύω να τρώγονται. Πολλοί θάμνοι παράγουν μικρούς και σαρκώδεις καρπούς, οι οποίοι όμως είναι δηλητηριώδεις για τα θηλαστικά, επειδή τα συγκεκριμένα φυτά έχουν εξελιχθεί να χρησιμοποιούν τα πουλιά για τη διασπορά των σπόρων τους, αφού είναι λιγότερο πιθανό να τους καταστρέψουν όπως τα θηλαστικά όταν τους μασούν, κι έτσι προσπαθούν ν’αποτρέψουν τα τελευταία. Κι αυτό το φυτό έχει βαριά μυρωδιά, κάτι ανάμεσα σε ρίγανη και ευκάλυπτο.

Το τρίτο είναι ένα γνωστό καλάμι. Φυτρώνει κοντά στα ποτάμια, και φτάνει τα δύο μέτρα. Αυτήν την εποχή κάνει σπόρους και οι βλαστοί αρχίζουν να ξεραίνονται, αλλά το ρίζωμα, που είναι κυλινδρικό και πετάει στους κόμπους του βλαστούς, είναι πολυετές. Η διάμετρος των υπέργειων βλαστών δύσκολα φτάνει τα 2 εκατοστά. Έχει φύλλα πριονωτά και τα στάχυα του είναι σκούρα και χνουδωτά. Είναι Arundo donax, Phragmites australis ή τίποτα απ’τα δυο;

Το τέταρτο είναι άγριο μονοετές, σχετικά διαδεδομένο και μοναδικό. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο σύνθετο από τη δομή των καρπών του. Μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο με σκληρούς βλαστούς που διακλαδίζονται αραιά, με φύλλα παλαμοειδή κι εναλλάξ. Την ανθοφορία δεν την έχω προσέξει, αλλά όταν ωριμάζουν οι σπόροι, τα κεφάλια με τους καρπούς γίνονται κολλητικές μπάλες, επικίννδυνες για τα μαλλιά των ανθρώπων και των μικρών θηλαστικών. Αρχικά πράσινες, μόλις ωριμάσουν και ξεραθούν γίνονται καφέ και διαλύονται πιο εύκολα, οπότε ξεραίνεται και το φυτό. Κάθε μπάλα έχει πάνω της πολλά τριγωνικά αχένια, το καθένα εκ των οποίων φέρει αυτές τςι μακριές αγκιστρωτές τρίχες. Τα λένε και καρφίτσες ή τσουτσόκια. Ποιο όμως είναι το κανονικό τους όνομα;

Το πέμπτο είναι επίσης γνωστό καλλωπιστικό μαργαριτοειδές. Υπάρχει σε διάφορα χρώματα, και τα φύλλα του είναι λεπτά, σαν χάρτινα.

Περιμένω σχόλια των αναγνωρίσεων.

Α, και μια ποικιλία τριανταφυλλιάς που μ’άρεσε πολύ.

Έχει άνθη ακριβώς σαν της
άγριας,
αλλά ανθίζει όλο το καλοκαίρι όπως οι γνωστές μας ήμερες.

Επίσης να ενημερώσω πως θα πρέπει να ελέγχετε καλά ακόμα και σαλιγκάρια που βρίσκετε κολλημένα πάνω σε επιφάνειες, γιατί μπορεί να μην είναι ζωντανά. Χθες βρήκα πάνω σ’ένα δέντρο ένα μεγάλο στρόγγυλο σαλιγκάρι, αλλά μόλις το ξεκόλλησα συνειδητοποίησα προς αηδία μου πως ήταν ένα αποσυντιθέμενο πτώμα που βρωμούσε σαν σάπια γαρίδα. Γι’αυτό προσοχή με τα μαλάκια. Το συγκεκριμένο σαλιγκάρι ωστόσο δεν προοριζόταν για κατανάλωση.

Σελόζια

Η νεαρή σελόζια πριν φυτευθεί στη θέση της.

Γύρω στις 28 Μαΐου προσέθεσα αυτό το φυτό στη συλλογή μου ως καλλωπιστικό πολύχρωμο μονοετές, το οποίο σύντομα μετά τη φωτογράφηση φύτεψα στη ζαρντινιέρα των ανθισμένων μονοετών, όπου οι
Πανσέδες
Ήδη απ’τους τρεις, οι δύο έχουν πεθάνει κι ο ένας ζει ακόμα εξασθενημένος, με καχεκτικά άνθη, λίγα ακόμα μικροσκοπικά μπουμπούκια και κιτρινισμένα φύλλα. Βρίσκεται εκεί απ’το Νοέμβριο, και τον κρατάω για να δω πόσο θα μπορούσε να ζήσει στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλιώς θα τον τάιζα στην
Κουνέλα μου.

Η σελόζια, σελόσια ή κηλόσια (από το αρχαιοελληνικό κήλος = καμένος, αναφερόμενο στις πύρινες ταξιανθίες) κανονικά δεν είναι μονοετές φυτό, αλλά βραχύβιο τροπικό πολυετές, που στο κλίμα μας συνήθως παγώνει το χειμώνα, όπως και οι πετούνιες, τα χωνάκια, οι ντομάτες και οι πιπεριές. Στην πραγματικότητα είναι μια μορφή καλλωπιστικού βλίτου, με άνθη έντονου χρώματος. Το γένος Celosia περιλαμβάνει περί τα 6 είδη, και είναι άμεσα συγγενικό με το γένος του αμάραντου (Amaranthus), τα βλίτα, με τα οποία έχει πολλές ομοιότητες. Τα βλιτοειδή ταξινομούνται σε ιδιαίτερη οικογένεια, τους αμαραντίδες (amaranthaceae), της πολυπληθούς τάξης των καρυοφυλλωδών (caryophyllales), μαζί με τα
Γαρύφαλλα,
Αρκετά σαρκοφάγα φυτά όπως η διωναία και πολλά άλλα φυτά. Όταν πρωτοείδα αυτό το φυτό πέρσι, πριν μάθω το όνομά του, κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για βλίτο. Έχει την ίδια μορφολογία, με σκληρούς κι ανθεκτικούς βλαστούς, φύλλα σκληρά κι οδοντωτά, αν και στο συγκεκριμένο είδος είναι πιο μακριά απ’των γνωστών βλίτω και λεπτά πριονωτά, και κυματοειδείς ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Στις σελόζιες, τα μικροσκοπικά άνθη έχουν κόκκινο, πορτοκαλί, ρόδινο ή και κίτρινο χρώμα σ’όλες τις αποχρώσεις, ενώ στα κοινότερα είδη βλίτου είναι πράσινα.

Οι σπόροι της σελόζιας είναι μικροσκοπικοί, και χίλιοι αυτών έχουν βάρος μόλις ενός γραμαρίου. Φυτρώνουν ευκολα και τα φυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ευδοκιμούν και στον ήλιο και στην ημισκιά, με μέτρια λίπανση. Οι ταξιανθίες διαρκούν για 8-10 εβδομάδες, και μόλις ξεραθούν η κοπή τους ευνοεί τη γρηγορότερη ανάπτυξη νέων, παρά τη δαπάνη της ενέργειας στη δημιουργία σπόρων. Τα κοινότερα καλλιεργούμενα είδη είναι η Celosia spicata, η C. cristata (αρκετά δημοφιλής στην Άπω Ανατολή) και η C. argenta (αργυρή σελόζια), με πλατύτερα φύλλα απ’τις δύο προηγούμενες. Εγώ δεν ξέρω ποιο είδος έχω, μπορεί να’ναι και υβρίδιο, πάντως το σίγουρο είναι πως δεν είναι το τελευταίο.

Το γένος κατάγεται πιθανόν από την Αφρική, αν και μερικά είδη παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στην Ινδία και την Ινδονησία, και δεν είναι γνωστό αν έφτασαν εκεί πολύ παλιά ή με τη βοήθεια του ανθρώπου. Εκτός απ’την καλλωπιστική τους αξία, είναι εδώδιμα κι έχουν φαρμακευτικές χρήσεις. Η C. argenta είναι ιδιαίτερα δημοφιλές φυλλώδες λαχανικό των τροπικών περιοχών, και στην Αφρική είναι γνωστό ως το σπανάκι του Λάγος, επειδή τρώγεται πολύ στη Νιγηρία κι έχει γεύση σπανακιού. Ως σχεδόν ζιζάνιο που μπορεί ν’αναπτυχθεί σχεδόν παντού, η καλλιέργεια του φυτού αυτού εξαπλώθηκε σ’όλη την Αφρική αλλά και στα υπόλοιπα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι νεαροί βλαστοί, τα φρέσκα φύλλα και οι νεαρές ταξιανθίες γίνονται σαλάτες ή σούπες με γεύση σπανακιού. Εδώ συνήθως τρώμε το βλίτο. Στα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής στο φυτό έχουν προσδωθεί διάφορες φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως κατά των προβλημάτων στο δέρμα, στα μάτια, στα δόντια και κατά της ταινίας κι άλλων παρασίτων. Οι σπόροι έχουν παρόμοια θρεπτική αξία με το σιτάρι και χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατό του στην Αφρική, στην Ινδία και σ’άλλες περιοχές.

Αν και το συγκεκριμένο φυτό που έχω μου φαίνεται πολύ μικρό, πιστεύω πως μέσα στο καλοκαίρι θα μεγαλώσει για ν’ανθίσει και περισσότερο. Κύρια πηγή μου είναι η
αγγλική Wikipedia.

Το γλαστράκι με το ωραιόφυλλο στο γραφείο μου λίγο πριν το μεταφυτεύσω, περίπου μια βδομάδα πριν.

Πριν λίγο καιρό, έκανα μια ανακατάταξη σε μια σειρά γλαστρών που είχα στο περβάζι του παραθύρου στο μπαλκόνι. Επειδή περιείχαν φυτά παρόμοιων απαιτήσεω και σχετικά μικρού μεγέθους, τα μεταφύτευσα σε μια μεγαλύτερη ζαρντινιέρα στην ίδια θέση ώστε να χρησιμοποιώ λιγότερα μπεκάκια το καλοκαίρι στο
Αυτόματο πότισμα.
Τα φυτά ήταν ένα
Ιππέαστρο
Και μία
μέντα
που όμως ήταν αρκετά παρηκμασμένη και δεν την κράτησα τελικά. Έτσι έψαξα για φυτά που δε χρειάζονται απαραίτητα έκθεση στον ήλιο για να γεμίσω το κενό, γιατί το σημείο αυτό λίγες ώρες το πιάνει ο ήιος μόνο το απόγευμα και τα περισσότερο ηλιόφιλα φυτά στρέφονται έντονα προς τον ήλιο όταν βρίσκονται σ’εκείνη τη θέση, κι ένα κατάλληλο ήταν το ωραιόφυλλο. Ωραιόφυλο ήθελα να πάρω εδώ και καιρό, επειδή μ’άρεσαν τα έντονα χρωματισμένα του φύλλα, αλλά γενικώς δεν ήταν πρώτη προτεραιότητά μου. Αγόρασα λοιπόν ένα μικρό πρόσφατα, το οποίο βλέπετε στη φωτογραφία πάνω.

Το ωραιόφυλλο είναι πολυετές φυτό, αλλά συχνά στο κλίμα μας το χειμώνα, αν δεν προστατευτεί, παγώνει κι έτσι συμπεριφέρεται στην καλλιέργεια ως μονοετές. Το συγκεκριμένο πιστεύω πως θα επιζήσει επειδή βρίσκεται σε σχετικά προστατευμένη θέση, και γενικά στη Θεσσαλονίκη δεν κάνει πολύ κρύο, αλά πάλι για καλό και για κακό ένα μόσχευμα θα παίρνω κάθε φθινόπωρο. Είναι φυτό της οικογένειας των χειλανθών (lamiaceae), όπως και το
Φασκόμηλο,
ο
Βασιλικός,
Η μέντα, κι άλα, με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της οικογένειας – τετραγωνικοί βλαστοί με αντίθετα οδοντωτά φύλλα, κάλυψη από τριχίδια κι άνθη σε σταχυοειδείς ταξιανθίες πάνω απ’το φύλλωμα με συνενωμένα σέπαλα και πέταλα, χωρισμένα σε δύο χείλη κι οργανωμένα κατά ψευδοσπονδύλους, δηλ. δύο ξεχωριστές ομάδες ανθέων στο ίδιο επίπεδο που δίνουν την εντύπωση ενός σπονδύλου. Το επιστημονικό όνομα του συγκεκριμένου φυτού είναι Solenostemon scutellarioides, παλαιότερα γνωστό ως S. blumei και μια παραλλαγή του ως S. Pumilus, ενώ παλαιότερα άνηκε στο σήμερα διασπασμένο κι ανύπαρκτο γένος Coleus (κωλεός), γι’αυτό και στ’αγγλικά το «coleus” είναι η κοινή ονομασία του φυτού. Εμείς εφηύραμε πιο εύστοχο και περιγραφικό όνομα.

Το φυτό αυτό αρχικά ήταν ιθαγενές των τροπικών περιοχών της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενώ μέλη του ίδιου γένους μπορούν να βρεθούν εκτός από τις τροπικές περιοχές της Ασίας, και στις τροπικές περιοχές της Αφρικής, της Αυστραλίας και πολλών ενδιάμεσων νησιών. Σήμερα ωστόσο το είδος έχει εξαπλωθεί χάρη στον άνθρωπο και σ’άλλα μέρη του κόσμου με κατάλληλο κλίμα, π.χ. στην τροπική Αμερική. Είναι θάμνος ξυλώδης στη βάση ύψους 0,5-1 μέτρου και σχεδόν τόσου πλάτους, ενώ σπανιότερα μπορεί να φτάσει τα 2 μέτρα. Τα τριχίδια που τον καλύπτουν είναι σκληρά και πιο μακριά σε σχέση μ’αυτά άλλων γνωστών φυτών της ίδιας οικογένειας, δίνοντάς του την άλλη αγγλική κοινή ονομασία της ζωγραφισμένης τσουκνίδας (painted nettle), αλλά φυσικά δεν τσιμπάνε. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ωστόσο τα χρωματιστά στο κέντρο φύλλα του, με χρώματα όπως κόκινο, ιώδες, ρόδινο, πορτοκαλί διαφόρων αποχρώσεων. Πάνω στο χρώμα, το σχήμα και τον κυματισμό του φύλλου έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα, σε οποιοδήποτε κλίμα, απλώς όπως είπα στις ψυχρότερες περιοχές θα χρειαστεί προστασία το χειμώνα. Ευδοκιμεί καλύτερα σε υγρό και πλούσιο έδαφος με καλή αποστράγγιση και πολύ φως, αν κι ο υπερβολικός ήλιος μπορεί ν’ατονίσει τα χρώματα ορισμένων ποικιλιών. Μπορεί να κλαδευτεί για πιο στρογγυλό σχήμα. Σε κατάλληλες συνθήκες το φυτό ανθίζει με μικρές ιώδεις ταξιανθίες, οι οποίες όμως ξοδεύουν πολλή ενέργεια απ’το φυτό και γι’αυτό πολλοί καλλιεργητές τις κόβουν. Μετά την άνθιση ή μετά από μερικά χρόνια ανάπτυξης, το φυτό ψηλώνει πολύ κι αραιώνει, οπότε θα χρειαστεί ένα καλό κλάδεμα για την ανανέωσή του. Πολλαπλασιάζεται εύκολα, είτε με σπόρο από τις κάψες που σχηματίζονται μετά τη γονιμοποίηση των ανθέων, ο οποίος για να βλαστήσει χρειάζεται φως κι έτσι θα πρέπει να τοποθετηθεί στην επιφάνεια ελαφρού χώματος, και σε δύο βδομάδες μετά τη βλάστηση τα νέα φυτά θ’αρχίζουν να εμφανίζουν το χρώμα τους, είτε με μοσχεύματα που ριζώνουν εύκολα χωρίς ορμόνη ριζοβολίας, τα οποία μπορούν να τοποθετηθούν είτε πρώτα στο νερό μέχρι να ριζώσουν, είτε απευθείας στο έδαφος.

Το φυτό, όπου καλλιεργήθηκε, γενικώς δεν είχε κάποια άλλη χρήση πέρα από καλλωπιστικό. Οι Ινδιάνοι Μαζατέκοι του Μεξικού ωστόσο υποστηρίζουν ότι το φυτό έχει παραισθησιογόνες ιδιότητες όπως η γηγενής εκεί
Salvia divinorum,
Και το χρησιμοποιούν σαμανικά. Το φυτό αυτό δενέχει μελετηθεί από την επιστήμη διεξοδικά για πιθανές τέτοιες ιδιότητες, που προφανώς δεν έχει. Πιθανότατα όποια αποτελέσματα επέρχονται στους χρήστες του είναι απόρροια του
Φαινομένου placebo,
Η προφανής δράση δηλαδή μιας αδρανούς ουσίας μέσω καθαρά αυθυποβολής. Αυτό μάλλον ισχύει, επειδή συνήθως αναφέρονται πολύ ελαφριά αποτελέσματα έπειτα από κατανάλωση τεραστίων ποσοτήτων φύλλων, π.χ. 80 μεγάλα, ενώ γενικώς οι απόψεις διίστανται, και διάφοροι υποστηρίζουν ότι μπορούν νά’χουν ψυχοενεργά αποτελέσματα από το τσάι πολλών φύλλων ή απ’το χυμό τους, από το κάπνισμά τους, άλλοι επιμένουν ότι μόνο τα φρέσκα έχουν ιδιότητες κι άλλοι ότι τα ξερά. Το θέμα είναι πολύ μπερδεμένο, κι επειδή υπάρχουν τόσες πολλές απόψεις και τα’αποτελέσματα είναι αμφιλεγόμενα, πιθανόν όλος ο χαμός είναι τελικά ένα πλακέμπο. Το φυτό πάντως δε θεωρείται τοξικό αν καταναλωθεί από ζώα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Καλλιέργεια του ωραιόφυλλου
Άρθρο για το ωραιόφυλλο στην αγγλική Wikipedia
Ενότητα για το ωραιόφυλλο στο erowid

Ολόκληρο το φυτό.

Η βάση μιας συστάδας φύλλων.

Δύο φύλλα από κοντά.

Πριν δύο μέρες, ψάχνοντας για Βασιλικό Να φυτέψω για το καλοκαίρι, βρήκα στο ανθοπωλείο που πήγα και μια φτέρη εύκρατου κλίματος και την πήραν κι αυτήν. Το συγκεκριμένο είδος το’χω συναντήσει παλαιότερα προς πώληση και σ’άλλα καταστήματα, και μια φορά το είχα βρει φυτεμένο σε ζαρντινιέρες έξω. Το είδος αυτό είναι αειθαλές, μιας και όσες φορές το πέτυχα χειμώνα, είχε όλα τα φύλα του, ενώ αντέχει κανονικά στο κλίμα μας, αφού δεν το’χω συναντήσει ποτέ με κάποια προστασία. Ο υπάλληλος από εκεί που το αγόρασα, επειδή ρώτησα αν σίγουρα αντέχει στο κρύο, με διαβεβαίωσε πως είναι πολύ ανθεκτικό είδος και αειθαλές. Καλλιεργείται όπως οι περισσότερες φτέρες, δηλαδή χρειάζεται υγρασία στο έδαφος, αλλά καλή αποστράγγιση, και μέτριο έως έντονο φως, αν κι αυτό το είδος μπορεί να προσαρμοστεί στον ήλιο. Το πρόβλημά μου τώρα είναι η αναγνώριση του ακριβούς είδους. Μπορεί ν’ανήκει στο γένος Dryopteris,Polystichum, πού;

Η φτέρη αυτή μοιάζει αρκετά με την άλλη κοινή σε καλλιέργεια αλλά τροπική φτέρη, τη
νεφρολεπίδα φτέρη,
Τόσο πολύ ώστε αρχικά δυσκολεύτηκα να πειστώ πως επρόκειτο για διαφορετικό είδος, νομίζοντας πως ήταν απλώς μια ποικιλία της προηγούμενης. Αργότερα κατάλαβα όμως τις διαφορές της. Σημαντική της διαφορά είναι ότι είναι πολύ λιγότερο πυκνή, και δε δημιουργεί επιφανειακά ριζώματα. Μπορεί μερικά ριζώματα να σηκώνονται απ’το έδαφος και μετά να ξαναμπαίνουν, αλλ’αυτό γίνεται εξαιτίας του μικρού χώρου της γλάστρας. Τα φύλλα της επίσης, που ξεπερνούν εύκολα τα 60 εκατοστά, είναι πολύ πιο σκληρά και λιγότερο ευλύγιστα, ώστε όταν κάμπτονται σπάνε πιο εύκολα, ενώ οι βάσεις τους είναι χνουδωτές. Τα φυλλάρια μοιάζουν κάπως μ’αυτά τις νεφρολεπίδος φτέρης, όντας κι αυτά εναλλάξ πάνω στο φύλλο, χωρίς μίσχο κι οδοντωτής περιφέρειας, αλλά είναι σκληρότερα, πιο λογχοειδή παρά τριγωνικά, με πιο αμβλεία κορυφή, εντονότερο κεντρικό νεύρο, κι ασύμμετρο σημείο ένωσης του φυλλαρίου με το φύλλο. Όταν επιπλέον είναι ακόμα νεαρά τα φύλλα πριν ξετυλιχτούν, καλύπτονται ολόκληρα από έντονο χνούδι. Οι συστάδες τέλος των φύλλων είναι πιο αραιές μεταξύ τους και πιο συμπαγείς. Όσα ριζώματα φαίνονται στην επιφάνεια είναι λεία και χωρίς τρίχες ή λέπια. Αυτό το διάστημα η φτέρη βρίσκεται σε μια θέση με λίγες ώρες ήλιο τη μέρα στο μπαλκόνι, και θα μεταφυτευθεί σε κανένα μήνα, αφού έχει κάνει ακόμα λίγα φύλλα. Το χώμα της γλάστρας της είναι πολύ ελαφρύ, ένα μίγμα οργανικού χώματος, άμμου και χαλικιών, με διάφορα ξυλαράκια, φυλλαράκια και καρπούς από ακακίες, υποδηλώνοντας ότι μεγάλωσε σε εξωτερικο χώρο, αν και ως επίγειο (μη επιφυτικό) είδος θα μπορούσε να βρίσκεται και σε βαρύτερο χώμα.

Το πρόβλημά μου είναι μόνο η αναγνώριση του είδους. Σίγουρα θα πρόκειται για κοινότατο είδος που όμως είναι δύσκολο να βρω το επιστημονικό όνομά του. Ψάχνοντας σε ελληνικές σελίδες αυτό που βρίσκω είναι η αναφορά αυτού του είδους ως φτέρης εξωτερικού χώρου απλά, αλλ’όχι το επιστημονικό όνομα, ενώ σε ξένες σελίδες δεν ξέρω ακριβώς πώς να την αναζητήσω, γιατί υπάρχουν πάμπολλες αειθαλείς εύκρατες φτέρες, με κατά τόπους άλλα τα κοινά είδη. Τι μπορεί να είναι;

Ενημέρωση 20/2/2014: Η φτέρη είναι πέραν κάθε αμφιβολίας Nephrolepis cordifolia (Νεφρολεπίς η καρδιόφυλλος), ένα τροπικό και υποτροπικό είδος άμεσα συγγενικό με την κοινή νεφρολεπίδα φτέρη, εξού και η ομοιότητα στην εμφάνιση. Το επίθετο «καρδιόφυλλος» το πήρε από την ασύμμετρη βάση των φυλλαρίων, αν και δε μοιάζουν καθόλου με καρδιά, γιατί είναι πολύ μακρύτερα. Τα χνουδωτά νεαρά φύλλα δεν είναι κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συγκεκριμένου είδους, είναι στοιχείο σχεδόν όλων των φτερών, απλώς στη νεφρολεπίδα φτέρη που είχα παλαιότερα, επειδή είχε μικρά φύλλα, δεν ήταν πολύ εμφανές. Όπως κι άλλα μέλη του γένους Nephrolepis, η φτέρη αυτή παράγει πολλά επιφανειακά ριζώματα που φεύγουν αρκετά μακριά απ’το φυτό για να το επεκτείνουν, απλώς η δική μου, τότε που την αγόρασα, δεν είχε ακόμα πολλά. Αργότερα η γλάστρα γέμισε με τέτοια ριζώματα! Είναι σαν λεπτά σχινάκια με χνουδωτές κορυφές, αν κι εδώ να σημειώσω πως το χνούδι της συγκεκριμένης φτέρης δεν είναι πραγματικό χνούδι (τριχώματα), που είναι συνήθως μονοκύτταρες δομές της επιδερμίδας του φυτού, αλλά επιμηκυμένα λέπια, που είναι πολυκύτταρες και παχύτερες προεκτάσεις της επιδερμίδας. Το κύριο διαγνωστικό χαρακτηριστικό ωστόσο του είδους είναι τα άφθονα κονδυλίδια που φέρει στα ριζώματά του, τα οποία εντόπισα όταν το μεταφύτευσα πρώτη φορά. Αυτά είναι σφαιρικές, σκληρές, καφέ και χνουδωτές δομές πάνω στα ριζώματα ποικίλου μεγέθους, από 1 έως 3 εκατοστά, τα οποία αποταμιεύουν νερό, θρεπτικά συστατικά και άμυλο για την ενδυνάμωση του φυτού σε δύσκολες συνθήκες ή την υποστήριξη της αναγέννησης του φυτού ακόμα κι από πολύ μικρά τμήματα ριζώματος χωρίς πολλή αποθηκευμένη ενέργεια. Είναι το ανθεκτικότερο μέλος του γένους, αν κι ως τροπικό δεν αντέχει τις βαριές παγωνιές, επομένως στην Ελλάδα μπορεί να ζήσει χωρίς προστασία μόνο σε θερμές ή παραθαλάσσιες περιοχές. Η φτέρη μου είχε μεγαλώσει πάρα πολύ όλο το καλοκαίρι, κι επειδή δεν ήθελα να την μεταφυτεύσω ξανά – όσο χώρο κι αν της δώσεις θα τον καταλάβει όλον, όπως με κάθε ριζωματώδες φυτό -, τώρα τον Ιανουάριο την έσπασα σε μικρότερα κομμάτια, τα οποία θα δώσω σε διάφορους ή θα φυτέψω κάτω, επειδή όμως ακόμα δε ζέστανε ο καιρός, οι διαιρέσεις δεν αναπτύχθηκαν καθόλου έως τώρα.

Το καλοκαίρι αυτό συνάντησα αρκε΄τα άγνωστα είδη φυτών, τα οποία όμως δεν ειναι σπάνια, απλώς δεν ξέρω τ’όνομά τους ούτε κάποιος άλλος που ήξερα το γνώριζε. Σ’αυτό το θέμα αναρτώ φωτογραφίες τεσσάρων άγνωστων καλλωπιστικών, τα οποία όποιος γνωρίζει μπορεί με σχόλιο να μου δώσει τ’όνομά τους. Μερικά άγνωστα άγρια θ’ακολουθήσουν σε μελλοντική δημοσίευση.

Όλο το φυτό.

Η ταξιανθία.

Ο βλαστός με τα φύλλα.

Το είδος των παραπάνω φωτογραφιών είναι ένα μονοετές πιθανόν σκιαδιοφόρο (apiaceae) που σπάνια θα ξεπεράσει τα 60 εκατοστά σε ύψος. Συνήθως αποτελείται από ένα σκληρό κι εύκαμπτο βλαστό με αραιά μεγάλα πτεροειδή μαλακά φύλλα, μικρή ρίζα κάτω, και μια ταξιανθία σύνθετο σιάδιο στην κορυφή. Οι διακλαδώσεις του σκιαδίου δηλαδή έχουν στις άκρες τους μικρότερα σκιάδια, και στα άκρα εκείνων των διακλαδώσεων βρίσκονται τα μικρά ρόδινα άνθη. Μυρίζει ελαφριά αν τριφτεί, αλλ’όχι ωραία. Φυτρώνει παντού σαν ζιζάνιο. Τα κουνέλια δεν το τρώνε, πιθανόν λόγω άσχημης μυρωδιάς και πιθανής τοξικότητας.

Συστάδα τέτοιων φυτών.

Τμήμα του βλαστού με φύλλα κι άνθος αυτού του φυτού.

Το παραπάνω είδος είναι ακόμα χειρότερο ζιζάνιο απ’το προηγούμενο, αφού μπορεί να φυτρώσει ακόμα και σε μικροσκοπικές ρωγμές στο τσιμέντο και στις πλάκες, όπου αν βρει καλό μέρος μπορεί να γίνει εξίσου ψηλό μ’αυτά που βρίσκονται σε κανονικό έδαφος. Είναι μονοετές θαμνώδες ύψους περίπου 30-50 εκατοστών με κανονικές διακλαδώσεις στις μασχάλες των εναλλάξ οδοντωτών κι οξύληκτων φύλλων του. Όλο το φυτο είναι λείο. Στις κορυφές διακλαδίζεται έντονα σε λεπτά κλαδάκια όπου στην άκρη τους βγαίνουν τα άνθη, όχι σε πραγματική ταξιανθία. Τα άνθη είναι ιώδη-λευκά και πολύ παράξενου σχήματος, με μια παράξενη απόφυση στο ένα πέταλό τους. Μάλλον εξελίχθηκαν σ’αυτό το παράξενο σχήμα για να μπορούν να κρατούν για λίγο το επικονιαστικό έντομο μέσα. Στο ίδιο φυτό μπορούν να βρεθούν και μπουμπούκια, και άνθη και σπόροι, οι οποίοι βρίσκονται σε καρπούς μικροσκοπικές κάψουλες. Το φυτό ανθίζει όλο το καλοκαίρι, επομένως μπορείτε να φανταστείτε πόσους πολλούς σπόρους παράγει. Έχει κάπως πικρή μυρωδιά αν κοπεί, και πρόσεξα πως τα κουνέλια δεν το τρώνε, άρα ίσως είναι και λίγο τοξικό. Τα άνθη του έχουν πολύ λεπτό άρωμα σε πάρα πολύ κοντινή απόσταση.

Μαργαριτοειδές φυτό κάπως σαν καλέντουλα. Δεν ξέρω αν είναι μονοετές ή πολυετές, πάντως ειναι πολύ ανθεκτικό. Έχει στη βάση του μερικά άμισχα τριχωτά οδοντωτά φύλλα, κι από εκει στέλνει ψηλούς βλαστούς που φέρουν τα κεφάλια στις κορυφές τους. Μερικά μεγάλα κεφάλια μπορει να φτάσουν και τα 10 εκατοστά σε διάμετρο μαζί με τα πεταλοειδή στοιχεία τους, αν και συνήθως είναι μικρότερα. Τα πεταλοειδή στοιχεία (ακτινωτά ανθίδια) τους είναι πρτοκαλί στις άκρες και ροδινα προς τη βάση, ενώ το κεφάλι είναι σκούρο κοκκινοκαφέ, στρογγυλεμένο και σκληρό. Όταν ωριμάσουν οι σπόροι, στο βλαστό μένει το κεφάλι εντελώς σφαιρικό αποτελούμενο από πάρα πολλά αχένια με μικρούς σπόρους που αποσυνδέονται εύκολα. Δε μυρίζει ωραία αν τριφτεί, αλλ’εμφανισιακά είναι όμορφο. Επίσης δεν εξαπλώνεται υπερβολικά.

Αυτό είναι ένα μονοκοτυλήδονο παχύφυτο με χαμηλούς βλαστούς που σπάνια ξεπερνούν τα 30 εκατοστά, αρκετά γρήγορη ανάπτυξη και συχνή ανθοφορία. Ολόκληρο είναι σαρκώδες και ινώδες, με πλατιά φύλλα πράσινα από πάνω και μοβ από κάτω. Διακλαδίζεται στις μασχάλες των φύλλων, ενώ τα άνθη του, που είναι πολλά μικροσκοπικά με χοντρούς κάλυκες, βγαίνουν στις κορυφές. Μήπως είναι Haworthia; Δεν ξέρω. Το φυτό αυτό εύκολα γίνεται μικρός θάμνος με πολλούς όρθιους βλαστούς, ενώ αναπαράγεται ΄πανεύκολα με μοσχεύματα. Τα άνθη στην φωτογραφία άρχισαν να μαραίνονται.

Όποιος ξέρει, παρακαλώ ας με διαφωτίσει για ένα ή περισσότερα απ’τα παραπάνω είδη.

Ενημέρωση 18/10/2015: Το είδος έχει αναγνωριστεί ως Alocasia macrorhiza.

βάσεις φύλλων, ταξιανθία και κορμός

φύλλωμα διπλανού όμοιου φυτού

Το παραπάνω φυτό έχει σίγουρα 6-7 χρόνια που έγινε μέρος της συλλογής του πατέρα μου. Είναι αναμφισβήτητα αροειδές, αλλά τι; Μοιάζει να φέρνει περισσότερο προς τα τρία γένη της αλοκάσιας, της κολοκάσιας ή του καλάντιουμ, όλα με κονδυλώδεις βλαστούς και τεράστια φύλλα. Περισσότερο για το δεύτερο, δηλαδή για κολοκάσια μου φαίνεται, διότι ο «μίσχος» του φύλλου του εισέρχεται από κάτω και πιο μπροστά στο έλασμα του φύλλου, όχι το έλασμα του φύλλου να ακολουθεί το μίσχο όπως στα περισσότερα φυτά. Αυτό τουλάχιστον δίνεται ως διαγνωστικό στοιχείο από διάφορες πηγές. Τι να είναι;

Περιγραφή
Έχει κονδυλώδεις υπόγειους συνήθως βλαστούς, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα και οι ρίζες. Οι κόνδυλοι που θυμάμαι γιατί τους είχα βγάλει ο ίδιος ήταν από παραφυάδες μεσαίου μεγέθους όρθιου μακρόστενου κυλινδρικού σχήματος και πολύ συμπαγείς και σκούροι καφέ. Μπορούν όμως σίγουρα να γίνουν πολύ μεγάλοι, αφού οι υπέργειες βάσεις των μεγάλων φυτών μπορούν να φτάσουν τα περίπου 15 εκατοστά σε διάμετρο. Οι κόνδυλοι βγάζουν δίπλα τους νέους ως παραφυάδες, και σιγά-σιγά δημιουργείται μια συστάδα τέτοιων φυτών. Λόγω μικρότερης ηλικίας από τον πρώτο κόνδυλο, είναι μικρότεροι σε μέγεθος με μικρότερα φύλλα και κοντότερο υπέργειο βλαστό. Ο υπέργειος βλαστός θα είναι πιθανόν συνέχεια του κονδύλου εκτός γης, κι αποκαλύπτεται όσο τα παλαιά φύλλα ξεραίνονται, μπορεί νά’χει εγκάρσιες γραμμές από τα σημεία των παλιών φύλλων, μικρά εξογκώματα, είναι ανοιχτός κα΄φε και συμπαγής. Οι ρίζες προφανώς θα είναι πολλές, κι όσες έχω δει βρίξσκονται κοντά στην επιφάνεια της γλα΄στρας ή βγαίνουν επάνω στους κονδύλους. Είναι σαρκώδεις και μακριές. Οι μεγαλύτερες μπορεί νά’χουν διάμετρο 1,5 και πλέον εκατοστών. Τα φύλλα σε κάθε φυτό είναι λίγα. Συνήθως ένας κόνδυλος διατηρεί τρία φύλλα, ενώ σε συνθήκες με πολύ νερό ενδέχεται να διατηρήσει και τέσσερα. Τα φύλλα είναι μέτρια προς ανοιχτότερα πράσινα, λεία και δερματώδη. Έχουν υπερμεγέθεις, σαρκώδεις κολεούς στη βάση τους, οι οποίοι δημιουργούν κοίλωμα στη μέσα μεριά του φύλλου. Αυτό το κοίλωμα συνεχίζεται μέχρι περίπου τη μέση του φύλλου με λεπτότερα τοιχώματα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της βάσης είναι κυλινδρικό και μισχοειδές. Πιο πάνω το κοίλωμα σταματά και το φύλλο γίνεται κυλινδρικό σαν μίσχος, ώσπου στο τέλος εισέρχεται στο έλασμα λίγο πιο μέσα κι από κάτω. Το έλασμα είναι τριγωνικό προς καρδιοειδές με κάπως στρογγυλεμένες τις δύο κάτω άκρες τους και την κορυφή σχεδδόν οξεία, με δικτυωτή νεύρωση όπως και σε πολλά πλατύφυλλα μονοκοτυλήδονα και κυματιστό συνήθως περιθώριο. Συνήθως, όπως είπα, υπάρχουν τρία φύλλα που είναι εναλλάξ μεταξύ τους. Το πρώτο φύλλο βρίσκεται κάτω, μέσα στον κολεό αυτού βρίσκεται το δεύτερο που κοιτά στην αντίθετη διεύθυνση, και μέσα στον κολεό του δεύτερο είναι το τρίτο, που ξανακοιτά στη διεύθυνση του πρώτου. Το κοίλωμα της βάσης του τρίτου φύλλου γεμίζει από το νεαρο τυλιγμένο φύλλο που φέρει. Το νέο αυτό φύλλο σηκώνεται πρώτα από πάνω, έπειτα γρήγορα ολόκληρο και ξετυλίγεται σαν ρολό, αρχικά τρυφερό και μαλακό, μετά γίνεται πιο δερματώδες όπως τα παλαιότερα. Όσο αναπτύσσονται νέα φύλλα, τα πιο κάτω αρχίζουν να κιτρινίζουν, μαλακώνουν, λυγίζουν, και τελικά ξεραίνονται. Είναι δύσκολα στο κόψιμο γιατί είναι ινώδη. Οι κολεοί των παλιών φύλλων γίνονται σαν χαρτί και μπορεί να καλύπτουν τον κορμό. Ανθοφορία έχω παρατηρήσει δύο φορές: πέρισ και φέτος. Βγαίνει ένας γωνιώδης βλαστός, πάντοτε κοντότερος από τα φύλλα, με την ταξιανθία στην κορυφή. Η ταξιανθία είναι, όπως σ’όλα τα αορειδή, σπάδικας, σαρκώδεις στάχυς δηλαδή με απλοποιημένα άνθη, τυλιγμένος από τη σπάθη, ένα τροποποιημένο βράκτιο φύλλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ταξιανθία είναι περίπου 10-12 εκ., με πράσινη σπάθη και σαρκώδη σπάδικα, όχι εντυπωσιακή. Η σπάθη είναι πιο ανοιχτή στην κορυφή, ενώ σχεδόν εντελώς σφιχτή στο κατώτερο σημείο, κι έχει μια περίσφιξη στη μέση σαν κλεψύδρα. Μου φαίνονται ΄πολα αυτά προσαρμογές για την επικονίαση: Από την πιο ανοιχτή κορυφή θα εισέρχονται τα έντομα, κι όταν κατεβαίνουν κάτω από την περίσφιξη θα δυσκολεύονται να φύγουν, ώστε κινούμενα γρήγορα εκεί μέσα να παίρνουν ή να εναποθέτουν περισσότερη γύρη. Έτσι γίνεται και σ’άλλα αροειδή. Η ταξιανθία μυρίζει από πολύ κοντά σαν ξινίλα ή σκουπίδια, όχι ακριβώς σαν πτώμα όπως σ’άλλα αροειδή, πιθανόν για να προσελκύει μύγες και λοιπά σαπροφάγα έντομα. Επειδή μάλλον λείπουν οι επικονιαστές στην περιοχή μας, δε σχηματίζεται καρπός και η ταξιανθία ξεραίνεται με τη σπάθη μέσα στο καλοκαίρι, οπότε σπάει εύκολα. Το φυτό είναι χυμώδες, αρκετά όμως δευτερόλεπτα μετά το κόψιμο νωπών μερών έχω παρατηρήσει πόνο και ξύσιμο στα χέρια μου, πιθανόν λόγω ραφιδίων (μικροβελονών πυριτικών αλάτων πολλών αροειδών για άμυνα) ή άλλων τοξινών. Ξερά τα φύλλα είναι ακίνδυνα, όμως πάλι πιθανότατα παραμένουν τοξικά και δε θα πρέπει να τα δίνουμε σε κανένα ζώο.

Καλλιέργεια
Χρειάζεται ήλιο ή ημισκιά, ζέστη (ιδανικά 20-30 βαθμούς), τακτικά ποτίσματα και λιπάνσης, και πλούσιο έδαφος. Το έδαφος κατά προτίμηση θα πρέπει να είναι οργανικό,αν κι ο πατέρας μου τα έχει σε μίγμα οργανικού με αργιλώδες χωρίς πρόβλημα. Μπορούν να κάνουν τεράστια φύλλα ακόμα και σε αναλογικά μικρές γλάστρες. Όταν όμως οι παραφυάδες γίνουν πολλές ή μεγαλώσουν κι αυτές, ο χώρος για τις ρίζες θα μιεωθεί και το μέγεθος των φύλλων θα είναι μικρότερο. Τότε είτε χρειάζεται διαίρεση του φυτού είτε μεταφύτευση σε μεγαλύτερη γλάστρα. Τα φυτά των φωτογραφιών έχουν ελαφρώς μικρότερα φύλλα από το κανονικό γι’αυτό το λόγο. Το φυτό δεν αντέχει το κρύο, γι’αυτό θα πρέπει να προστατεύεται. Ο πατέρας μου δοκίμασε τρεις τρόπους προστασίας κι αυτούς έχω να συγκρίνω. Στον πρώτο το φυτό μένει μέσα στο σπίτι για τη διάρκεια του χειμώνα. Τότε συνήθως δε χάνονται φύλλα, ούτε όμως υπάρχει ανάπτυξη. Στο δεύτερο μετακινείται σ’ένα δροσερό και λίγο φωτεινό μέρος, όπως στις σκάλες τις πολυκατοικίας. Εκεί χάνει σταδιακά τα περισσότερα φύλλα, αλλά επανέρχεται την άνοιξη. Στον τρίτο μένει έξω όλο το χειμώνα. Αυτό έγινε φέτος, οπότε νομίζω έπεσε η θερμοκρασία έως και τους -3 -4 (για κέντρο Θεσσαλονίκης), κι ένας άλλλος δυσχερυντικός παράγοντας ήταν οι ισχυροί άνεμοι στο μπαλκόνι του πατέρα μου. Τότε τα φυτά πάγωσαν, τα φύλλα τους μαλάκωσαν κι έπεσαν προς τα κάτω, και την άνοιξη επανήλθαν πιο αργά από το αναμενόμενο, καμία όμως παραφυάδα δεν καταστράφηκε. Πιθανόν δηλαδή τα φυτά αυτά μπορούν να περάσουν ελαφριές παγωνιές, αν κι εγώ δε θα το διακινδύνευα. Το φυτό αυτο αναπτύσσεται γρήγορα, ιδίως το καλοκαίρι. Την άνοιξη όμως αργεί σχετικά μ’άλλα φυτά να επανέλθει, βγάζοντας νέα φύλλα συνήθως τον Απρίλιο και παίροντας την κανονική του μορφή το Μάιο, όπως και η
μπανανιά.
Η μπανανιά μου ουσιαστικά άρχισε να παράγει τα κανονικά της φύλλα από το Μάιο και μετά. Πριν έκανε μικρά, ανοιχτοπράσινα και λεπτά φύλλα.

Ιστορία των φυτών
Πήρα τους δύο πρώτους κονδύλους από φίλη της μάνας μου που μένει στην Αθήνα το 2005. Αυτή έχει αρκετά φυτά σε γλάστρες σε μια κλειστή αυλή, όπου ο ήλιος χτυπάει υπερβολικά, όμως ο αέρας και οι ακρέες θερμοκρασίες δε φτάνουν, ιδανικό δηλαδή μέρος για θερμόφιλα τροπικά είδη. Εκεί συνάντησα αυτό το φυτό, νομίζοντας πως είναι μπανανιά και ζήτησα δύο παραφυάδες. Μην έχοντας και πολλή εμπειρία ακόμα στα φυτά, τις πήρε με ρίζες και ένα φύλλο την καθεμία, γιατί αλλιώς υποτίθεται θα ξεραίνονταν. Όμως στη Θεσσαλονίκη της μίας έσπασε το φύλλο και της άλλης μαράθηκε αργότερα. Αρχικά τις είχα σε γλάστρες με μόνιμα υγρό χώμα, μετά έβαλα τη μία στο νερό. Επειδή καμία δεν έδειχνε σημεία ζωής σε δύο εβδομάδες, πέταξα τη μία και την άλλη την έδοσα στον πατέρα μου, ο οποίος την έβαλε σε γλάστρα με καλό ελαφρύ χώμα. Εκεί σε μερικές μέρες θυμάμαι πως έβγαλε το πρώτο της μικρό φύλλο, και το καλοκαίρι έκανε κανονικά μεγάλα φύλλα. Τη δεύτερη χρονιά άρχισε να κάνει παραφυάδες. Στα τρία χρόνια διαίρεσε το φυτό, κι από τότε έχει δύο γλάστρες. Σήμερα τα φυτά έχουν κάνει τεράστιες βάσεις με πολλές παραφυάδες και δεν έχουν δείξει έως τώρα κανένα πρόβλημα. Ίσως απ’τη μεγάλη ανάπτυξή τους να χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση, διότι τα φύλλα δεν είναι τόσο μεγάλα όπως πέρσι και τις προηγούμενες χρονιές.

Μη γνωρίζοντας το όνομα του είδους, το αποκαλούμε συμβατικά (σαν μπανανιά). Τι όμως να είναι στην πραγματικότητα; Όποιος γνωρίζει να κάνει σχόλιο.

Κυκλάμινο

Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
γεράνια
ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω «εμπορικά». Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα «εμπορικά» είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
γαρύφαλλο).
Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
όπως για παράδειγμα στο «Κυκλάμινο» που έχει ως εξής: «Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…», ή στο «Μικρό πουλί τριανταφυλλί», που ξεκινάει έτσι: «Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…», και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
ομοιοπαθητική,
ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
εδώ
και
εδώ
τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
δικά μου κουνέλια
έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

Πρώτη φορά μπήκε φωτογραφία κανονικά στο άρθρο εδώ και λίγους μήνες από μόνη της με τη λειτουργία του ιστολογίου χωρίς να το κάνω χειροκίνητα! Πώς έγινε; Έγινε καμία αλλαγή;

Τέλος πάντων το παραπάνω είδος είναι πολύ κοινός θάμνος που όμως δεν ξέρω το όνομά του. Στη φωτογραφία έχω δύο κλαδάκια: το ένα αριστερά σε ανάπτυξη και το άλλο δεξιά με τους καρπούς. Το θάμνο αυτό το φυτεύουν παντού, και δεν ξεπερνά τα δύο μέτρα συνήθως. Έχει πολύ άναρχη ανάπτυξη με λεπτά, δύσκαμπτα και στρεβλά κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις. Τα φύλλα είναι αειθαλή, δερματώδη γυαλιστερά από πάνω ωοειδή με οξεία άκρη περίπου στα 2-4 εκ., συγκεντρωμένα περισσότερο στις κορυφές των πολλών μικρότερων βλαστών. Επίσης το φυτό φέρει αγκάθια από τροποποιημένους βλαστούς, είναι δηλαδή βλαστοί σκληροί με ακανθώδη κορυφή, μπορεί και με λίγα μικρά φύλλα, σαν τα αγκάθια των εσπεριδοειδών κι όχι σαν αυτά της τριανταφυλλιάς για παράδειγμα που εμφανίζονται στην επιφάνεια του βλαστού ως επιδερμικές προεξοχές. Την άνθιση δεν την έχω προσέξει. Από το φθινόπωρο πάντως σχηματίζει καρπούς, μπιλίτσες που το χειμώνα γίνονται πορτοκαλί και φτάνουν μέγεθος μπιζελιού, σε ταξικαρπίες σαν σκιάδια, με πολλούς ποδίσκους καρπών από ένα σημείο, όπως στη φωτογραφία. Οι καρποί πέφτουν νωρίς την άνοιξη, με ελάχιστους τώρα, οπότε γίνεται η ανάπτυξη, κι όλο το φυτό έχει γεμίσει φρέσκα φύλλα στις κορυφές των βλαστών. Υπάρχουν και λεπτοί βλαστοί έως και 10-12 εκ. με πολύ αραιά μικρά φήυλλα και στενή άκρη, οι οποίοι μάλλον πρόκειται να γίνουν αγκάθια. Αλλά και τα παλαιότερα αγκάθια συνεχίζουν την ανάπτυξη. Τι θάμνος να είναι; Νομίζω πυράκανθος, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Παρακαλώ όποιος έχει την καλοσύνη να μου τον αναγνωρίσει.

Επίσης
φωτογραφίστηκε τελικά το υδρόβιο φυτό.
Η φωτογραφία βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Όποιος λοιπόν το ξέρει ή βρίσκεται πάνω-κάτω στη σωστή αναγνώριση μπορεί να κάνει σχόλιο είτε σ’εκείνο το άθρορ είτε εδώ.

Οι μπανανιές

η μπανανιά μου ακόμα μικρή 30/8/2011

Η παραπάνω φωτογραφία είναι απ’το φυτό μου στις 3 Σεπτεμβρίου. Από τότε οι μικρότεροι βλαστοί έχουν κοπεί, κι ο ψηλότερος έβαλε πέντε ακόμα μεγάλα φύλλα ως το χειμώνα. Τώρα βρίσκεται σε φάση αναμονής στη σκάλατης πολυκατοικίας ώσπου να το ξαναβγάλω μαζι με τ’άλλα ευπαθή φυτά την επόμενη εβδομάδα.

Αυτή η ποικιλία μπανανιάς είναι μια νάνα με τελικό ύψος περίπου κοντά στα δύο μέτρα, με μεγάλα, ωοειδή φύλλα που έχουν μια τεράστια κόκκινη κηλίδα με ακανόνιστα όρια στο μεγαλύτερο μέρος της επάνω επιφάνειάς τους. Τα φύλλα των νεαρών παραφυάδων ή αυτά που βγαίνουν σε λίγο φως είναι πράσινα. Αναπτύσσεται ταχύτατα, και παράγει παραφυάδες συνεχώς. Έως τώρα δεν έχω δει άνθη ή μπανάνες σ’αυτήν την ποικιλία, αλλ’αναμένεται να βγουν πιστεύω σε 1-2 χρόνια με καλή φροντίδα.

Το παραπάνω φυτό έχει πολύπλοκη ιστορία. Προέρχεται απ’το χωριό μου, τους Πύργους Κοζάνης, από ένα σπίτι παππούδων των φίλων μου οι οποίοι το είχαν για 2 χρόνια περίπου, αγορασμένο από τη Νάουσα. Το χειμώνα το έφερναν μέσα στη σκάλα, και την άνοιξη το ξανάβγαζαν στην αυλή. Ζούσε σε μια μικρή γλάστρα με αργιλώδες χώμα και μηδενική αποστράγγιση εκτός από ένα μικρό ράγισμα κάτω, και με τα συνεχή βαριά ποτίσματα που του δίνανε κατέληξε να βρίσκεται σε μια κατάσταση κατάπτωσης. Αρχικά φαινόταν υγιές με πολλά φύλλα και γεμάτο μικρές νέες παραφυάδες, αλλ’όταν ποτιζόταν συχνά τα περισσότερα φύλλα μαραίνονταν και προφανώς πολλές ρίζες θα σάπιζαν. Το χρώμα της ποικιλίας μ’άρεσε πολύ, κι αν και δεν είχα σκοπό να βάλω μπανανιά στη συλλογή μου, τελικά πέρσι τουν Ιούλιο έκοψα με το μαχαίρι ένα κομμάτι υπόγειου κορμού μαζί με λίγες ρίζες και μια μικρή παραφυάδα. Τον έφερα εδώ στη Θεσσαλονίκη αφού τον είχα τυλίξει σε υγρό χαρτί και η παραφυάδα με πολλές ρίζες είχαν σπάσει στο δρόμο. Εδώ τον φύτεψα σε μια γλάστρα με πλούσιο χώμα και χάρη στο
αυτόματο πότισμα
φύτρωσε κι αναπτύχθηκε ενώ εγώ έλειπα. Όταν επέστρεψα για λίγο σε μια βδομάδα, είχε βγάλει δύο επιφανειακά βλασταράκια. Έπειτα από δύο εβδομάδες είχε μεγαλώσει περισσότερο με μικρά πλατιά φύλλα. Ύστερα συνέχισε την ανάπτυξη κανονικά, και στα τέσσερα μεγάλα φύλλα έκανε και το πρώτο κόκκινο. Το Σεπτέμβριο έκοψα τις δύο παραφυάδες για πολλαπλασιασμό στον πατέρα μου, εκ των οποίων η μία έπιασε. Ο πατέρας μου επίσης πήρε και μια μεγάλη, κανονική μπανανιά. Η μπανανιά μου λοιπόν συνέχισε την ανάπτυξη μέχρι τα πρώτα κρύα των μέσων του Οκτωβρίου οπότε άνοιγε σιγά-σιγά το τελευταίο περσινό της φύλλο, πιο ανοιχτόχρωμο απ’τα προηγούμενα. Είχε εντωμεταξύ κάνει και μια μικρή παραφυάδα στη βάση του κορμού. Τέλη νοεμβρίου-αρχές Δεκεμβρίου την έφερα στην προστατευμένη χειμερινή θέση για τα ευπαθή ειδη, κι έκοψα πολλά απ’τα φύλλα της τα οποία έδωσα στα
κουνέλια.
Τα κουνέλια πρόσεξα ότι τιμούν ιδιαιτερα τα φύλλα της μπανανιάς, όχι όμως τη μπανανόφλουδα. Ο χυμός του φυτού μυρίζει σαν μπανανόφλουδα. Όλο το διάστημα του χειμώνα το φυτό έχει κάνει μόνο ένα φύλλο το οποίο άνοιξε μόλις τώρα, πολύ μικρότερο και ανοιχτοπράσινο απ’το λίγο φως και τη χαμηλή θερμοκρασία.

Η μπανανιά δε χρειάζεται ιδιαίτερες συνθήκες για ν’αναπτυχθεί, απλώς ήλιο, ζέστη, πλούσιο έδαφος με κανονική αποστράγγιση, και έντονο πότισμα και λίπανση. Τον αριθμό παραφυάδων που πρέπει να μείνουν το κανονίζει ο καθένας. Εγώ για παράδειγμα θέλω να κρατήσω 3-4. Στις εντατικές καλλιέργειες για φαγητό κρατούν συνήθως δύο, τη μία που θα δώσει τον καρπό της τωρινής χρονιάς και μια άλλη μικρότερη για την επόμενη σοδειά, κι όταν μεγαλώσει και αφού τελειώσει η πρώτη μεγάλη, κρατάν πάλι την επόμενη δεύτερη. Οι μπανανιές επίσης δε θέλουν πολύ αέρα ούτε έντονη δραστηριότητα, διότι τα φύλλα τους είναι λεπτά και σχίζονται εύκολα. Αν για παράδειγμα βάλετε μια μπανανιά εκει που παιδιά παίζουν μπάλα πιθανότατα θα γίνει ταινίες. Από ασθένειες δεν έχω αντιμετωπίσει ακόμα καμία, αλά προφανώς θα προσβάλλεται από τα περισσότερα κοινά έντομα των φυτών, τα οποία αντιμετωπίζονται με το κατάλληλο σκεύασμα.

Η μπανανιά δεν είναι δέντρο, είναι ένα μεγάλο χόρτο. Είναι το μεγαλύτερο ποώδες ανθοφόρο φυτό, εάν εξαιρέσουμε τα εξαπλούμενα ριζωματώδη που μπορούν να καλύψουν τεράστιες εκτάσεις. Είναι μονοκοτυλήδωνο της οικογένειας των μουσιδών και της τάξης των ζιγγιβερωδών, μαζί με τα τζίντζερ, τα πουλιά του Παραδείσου κι άλλα μεγάλα μονοκοτυλήδωνα. Σχεδόν όλες ανήκουν στο γένος Musa (μούσα), από το γιατρό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυγούστου Αντώνιο Μούσα, ή αραβικό «μαούζ», όχι από τις γνωστές μούσες. Η λέξη «μπανάνα» προέρχεται είτε από το αραβικό «μπανάν», το δάχτυλο, είτε από το αφρικανικό ουολόφ «μπανάανα», που ίσως έχει αραβική προέλευση.

Ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινόμησης Κάρολος Λινναίος ταξινόμησε τις μπανάνες σε δυο κύρια ειδη ανάλογα με τη χρήση τους, δίνοντας τα ποιητικά ονόματα Musa sapientium (μούσα των σοφών) για τις γλυκές φαγώσιμες μπανάνες, και Musa paradisiaka (μούσα η παραδεισιακή) για τις αμυλούχες μαγειρευτές. Αν κι εμείς γνωρίζουμε κυρίως τις φαγώσιμες, στις τροπικές χώρες υπάρχουν και πολλές ποικιλίες με σκληρότερους, περισσότερο αμυλώδεις καρπούς που μαγειρεύονται. Αργότερα το σύστημα του Λινναίου απορρίφθηκε με την αναγνώριση ότι όλες οι ήμερες ποικιλίες της μπανάνας προέρχονται από τα δύο άγρια ασιατικά είδη Musa acuminata (μούσα η οξύληκτη) και Musa balbisiana (μούσα η βαλβισιανή). Έτσι έχουμε μια νέα ταξινόμηση με τρεις υποομάδες: στη μία οι ποικιλίες που φέρνουν περισσότερο στο πρώτο είδος, στη δεύτερη αυτές που φέρνουν στο δεύτερο, και στην τρίτη αυτές με στοιχεία και απ’τα δύο. Η καλλιέργεια του φυτού χρονολογείται πριν περίπου 5000 χρόνια στην Νοτιοανατολική Ασία. Γρήγορα εξαπλώθηκε στην Αφρική, και με την έλευση των Ισπανών και στη Λατινική Αμερική. Ανεξάρτητα είχε εξημερωθεί και στη Νέα Γουινέα πριν 5000-8000 χρόνια.

Ο κορμός της μπανανιάς είναι στην πραγματικότητα ένα ψευδοστέλεχος σχηματισμένο από τις σφιχτές βάσεις των φύλλων. Ο πραγματικός βλαστός είναι υπόγειος, πεπλατυσμένος και κονδυλώδεις, και λέγεται κορμός. Ο κορμός αναπτύσσεται περισσότερο κατά πλάτος βγάζοντας νέα μάτια και μακριές, σαρκώδεις ρίζες. Το ψευδοστέλεχος μιας κανονικής μπανανιάς παραγωγής μπορεί να φτάσει τα 6-7,5 μ. σε ύψος με 20 εκ. διάμετρο, ενώ τα φύλλα της μπορεί να γίνουν έως και 2 μ. μακριά και 60 εκ. πλατιά. Σε 8 περίπου μήνες στην τροπική ζώνη (24 μήνες χωρίς παγωνιά στην εύκρατη), το ψευδοστέλεχος θα πετάξει απ’τη μέση συνήθως μία τεράστια ταξιανθία (καρφί) με πολλά βράκτια φύλλα. Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται προς τα κάτω, ενώ τα θηλυκά στην κορυφή. Μετά τη γονιμοποίηση και την ανάπτυξη των καρπών, παράγεται ένα τεράστιο τσαμπί 30-50 κιλών που χωρίζεται σε 3-20 τμήματα (χέρια), το καθένα έως και με 20 καρπούς. Τα τσαμπιά που αγοράζουμε είναι υποδιαιρεμένα τέτοια «χέρια». Οι καρποί των άγριων μπανανών, όπως άλλωστε όλων των σπερματοφύτων, είναι γεμάτοι σπόρια, αλλά στις ήμερες ποικιλίες το χαρακτηριστικό αυτό έχει χαθεί από παλιά (παρθενοκαρπία) με την επιλεκτική αναπαραγωγή. Αυτό από τη μία είναι καλό κάνοντας το φάγωμα ευκολότερο, από την άλλη όμως η χαμηλή γενετική ποικιλότητα χωρίς ανασυνδιασμό και εξέλιξη προδιαθέτει σε μικρή ανθεκτικότητα σε νέες ασθένειες, κι επίσης η δημιουργία νέων ποικιλιών είναι δύσκολη. Για να δημιουργηθεί μια νέα ποικιλία, θα πρέπει να επιλεγούν άτομα με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά από την κοντινότερη σπερματοφόρο ποικιλία, να γίνει η επιλεκτική αναπαραγωγή και μετά πάλι να επιλεγούν τα παρθενόκαρπα άτομα. Οι περισσότερες καλλωπιστικές και λίγες φαγώσιμες ποικιλίες διατηρούν τους σπόρους τους. Μετά την καρποφορία το ψευδοστέλεχος ξεραίνεται, και συνεχίζουν τα επόμενα μικρότερα.

Η μπανάνα είναι φρούτο πλούσιο σε θερμίδες και κάλιο. Προσωπικά είναι ένα απ’τα αγαπημένα μου, μαζί με τη
φράουλα
και λίγα ακόμα. Κόβεται άγουρη στις χώρες παραγωγής και ωριμάζει έπειτα στις χώρες προορισμού. Η
τεχνητή της ωρίμανση
είναι ιδιαίτερα εύκολη.

Η κύρια ποικιλία μπανάνας που καλλιεργείται για ευρεία κατανάλωση είναι η Cavendish. Chiquita είναι μια μεγάλη αμερικανική εταιρεία που τις εμπορεύεται, όχι τ’όνομα της ποικιλίας. Δυστυχώς όμως αυτή η ποικιλία λόγω χαμηλής γενετικής ποικιλότητας απειλείται από ένα θανατηφόρο μήκυτα που ήδη έχει καταστρέψει πολλές καλλιέργειες της Αφρικής και της Αυστραλίας. Αν φτάσει στη Λατινική Αμερική, όπου παράγεται το 99% της παγκόσμιας παραγωγής, θα προκληθεί σοβαρότατη καταστροφή. Πέρα από τη ζημιά στο εμπόριο της μπανάνας παγκοσμίως, 500000 φτωχοί καλλιεργητές υπολογίζεται ότι θα μείνουν άποροι λόγω της απώλειας της καλλιέργειας. Οι επιστήμονες προσπαθούν ήδη να δημιουργήσουν ανθεκτικότερη ποικιλία, χωρίς έως τώρα αποτέλεσμα. Για τη δική μου μπανανιά δεν ξέρω ούτε είδος ούτε ποικιλία και θά’ταν καλό κάποιος να μου την αναγνώριζε.

Είναι γνωστό ότι καλλιεγούνται μπανάνες στα νότια ευνοϊκά κλίματα της χώρας μας, όπως στην Κρήτη και στη Ρόδο. Η καρποφορία τους όμως γίνεται και πιο ψηλά. Έχω δει πολές μπανανιές για παράδειγμα στο Πολύχρονο Χαλκιδικής με τις άγουρες μπανάνες τους. Το πρόβλημα μ’εκείνες τις περιοχές είναι ότι το κρύο έρχεται πριν ωριμάσουν πλήρως οι καρποί κι έτσι χάνονται. Λύση σ’αυτό το πρόβλημα είνια η κάλυψη των φυτών με καλό πλαστικό. Σε ακόμα πιο κρύες περιοχές, για να καρποφορήσει η μπανανιά θα ππρέπει να βρίσκεται είτε σε θερμοκήπιο είτε να μετακινείται εκεί το χειμώνα, κάτι δύσκολο λόγω και των τεράστιων διαστάσεων του φυτού, εκτός κι αν είναι νάνα ποικιλία.

Μολονότι τα περισσότερα είδη μπανανιάς δε θ’αντέξουν σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, υπάρχουν κι εδώ εξαιρέσεις. Από τα ανθεκτικότερα είδη είναι η μπανανιά των Ιμαλαΐων (Musa sikkimensis), ένα φυτό που μπορεί να φτάσει και τα τρία μέτρα σ’ένα χρόνο, ενώ το χειμώνα το υπέργειο μέρος παγώνει αφήνοντας μόνο τα υπόγεια που μπορούν ν’αντέξουν έως και -5 βαθμούς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια μπανανιάς για καρποφορία
καλλωπιστικές ποικιλίες μπανανιάς
η αεπιλή προς τη μπανάν και οι συνέπειες της εξαφάνισης της σημαντικότερης ποικιλίας

Ενημέρωση 15/6/2012: Η μπανανιά μου, ύστερα από περίοδο επανάκαμψης δύο σχεδόν μηνών, μπήκε από τις αρχές του Μαίου στη σταθερή παραγωγή μεγάλων, κοκκινωπών φύλλων.

Η μπανανιά μου 16/6/2012.