Tag Archive: καλλιέργεια


Project αβοκάντο

Η καλλιέργεια τροπικών παραγωγικών πολυετών φυτών είναι υποτίθεται δύσκολη, επειδή αυτά τα είδη ευδοκιμούν σε συγκεκριμένες συνθήκες, τις οποίες δε θα μπορούμε να παρέχουμε, οπότε και αν προσπαθήσουμε μάλλον θ’αποτύχουμε, ή απλώς δε θα δώσουν καρπό ποτέ. Αυτό στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μύθος. Τα περισσότερα τροπικά φυτά μπορούν να καλλιεργηθούν κι εδώ, και με κάποια επιπλέον φροντίδα μπορούν και να καρποφορήσουν. Απλώς είναι οικονομικά ασύμφορη η καλλιέργειά τους σε εμπορική κλίμακα. Μικρά φυτά όπως το τζίντζερ ή το λεμονόχορτο, από τα οποία το μέρος που συλλέγεται είναι βλαστητικό, καλλιεργούνται εύκολα και δίνουν αρκετή ποσότητα. Κάπια καρποφόρα όπως η γκουάβα, η μπανανιά και ο ανανάς, με κάποια επιπλέον προστασία εύκολα καρποφορούν και στο σπίτι μας, ενώ κάποια άλλα, όπως το μάγκο ή ο κοκοφοίνικας, είναι πολύ δύσκολα και δεν πρόκειται να καρποφορήσουν, εκτός κι αν τοποθετηθούν σε θερμοκήπιο που μπορεί να χωρέσει το τελικό ύψος τους. Το αβοκάντο είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, αφού καλλιεργείται εύκολα, και μετά από κάποια χρόνια, αν οι συνθήκες όπου ζει είναι καλές, μπορεί να καρποφορήσει. Παρόλα αυτά οι περισσότεροι το καλλιεργούμε απλώς ως καλλωπιστικό φυτό, οπότε το αν καρποφορήσει τελικά δεν έχει μεγάλη σημασία. Στο παρόν άρθρο θα σας παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο βλάστησα το σπόρο του αβοκάντο, μία διαδικασία πολύ εύκολη που μπορεί να κάνει ο καθένας. Πρώτα όμως θα πρέπει να κάνω μια εισαγωγή για το δέντρο και τον καρπό του. Αν ενδιαφέρεστε μόνο για τις καλλιεργητικές πληροφορίες, μπορείτε να τα προσπεράσετε, αν κι εγώ δε θα σας πρότεινα να το κάνετε.

Το αβοκάντο λοιπόν, με επιστημονική ονομασία Persea americana, είναι αειθαλές δένδρο που κατάγεται από την Αμερική, όπως δηλώνει και το όνομά του. Το όνομα «περσέα» είναι το αρχαίο ελληνικ΄κο όνομα που έδωσε ο Ιπποκράτης και ο Θεόφραστος σε κάποιο αιγυπτιακό δέντρο με φαρμακευτικές ιδιότητες, του οποίου την ταυτότητα δε γνωρίζουμε πλήρως, αλλά μπορεί να ήταν το είδος Cordia myxa ή κάποιο είδος του γένους Minutops. Το γένος της περσέας περιλαμβάνει 150 είδη, από τα οποία τα 70 απαντούν στις αμερικανικές ηπείρους, η P. indica στις Αζόρες και τις Κανάριες Νήσους και τα υπόλοιπα στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των δαφνιδών (Lauraceae) και sτην τάξη των δαφνωδών (Laurales) στον κλάδο τον μανολιοειδών (magnoliids), έναν αρκετά αρχαίο κλάδο ανθοφόρων φυτών ου εμφανίστηκε πριν το διαχωρισμό των μονοκοτυλήδονων και των δικοτυλήδονων. Τα φυτά αυτά έχουν εμφάνιση δικοτυλήδονου, αλλά τα άνθη τους είναι τριμερή, όπως στα μονοκοτυλήδονα. Άλλα τέτοια φυτά είναι η δάφνη, η κανέλα (και τα δύο στους δαφνίδες), και η μανόλια (στους μανολιίδες). Το γένος του αβοκάντο εξελίχθηκε στο Παλαιόκαινο στη Δυτική Αφρική, απ’όπου μετέβη στη Νότια Αμερική μέσω της Ανταρκτικής, και ανατολικά προς την Ευρασία. Με την ένωση της Νότιας Αμερικής με τη Βόρεια μετέβη και εκεί. Η ξήρανση ωστόσο της Αφρικής και η ψύχρανση πολλών εύκρατων περιοχών κατά τις τελευταίες παγετώδεις περιόδους μείωσαν την εξάπλωση του γένους, και από την Αφρική και την Ευρώπη εξαφανίστηκε εντελώς, με μόνο κατάλοιπο την Persea indica στα ήπια δαφνοδάση της Μακαρονησίας. Νέα είδη ωστόσο εξελίχθηκαν κατά τη συνένωση των δύο Αμερικών.

Το είδος P. americana είχε κάποτε κινδυνεύσει άμεσα με εξαφάνιση, περιορισμένο σε λίγες περιοχές της σημερινής Πουέμπλα του Μεξικού, επειδή δεν υπήρχε ζώο που θα διέσπυρε τους μεγάλους σπόρους του, και όλο το φυτό ήταν αρκετά τοξικό για τα περισσότερα ζώα. Πιθανολογείται ότι κάποια είδη της εξαφανισμένης αμερικανικής μεγαπανίδας, όπως οι γιγάντιοι βραδύποδες, έτρωγαν τους καρπούς και έτσι μετέφεραν τους σπόρους αλλού, όμως τα ζώα αυτά εξαφανίστηκαν από τους πρώτους ανθρώπους της Αμερικής πριν περίπου 13.000 χρόνια, αφήνοντας πολλά φυτά χωρίς φυσικούς μεταφορείς. Ένα ακόμα τέτοιο γνωστό παράδειγμα είναι η ψευδακακία, ένα πολύ κοινό δέντρο εξαιτίας της καλλιέργειας, της οποίας όμως οι κάψες με τους σπόρους δύσκολα ανοίγουν μόνες τους, και πιθανολογείται ότι τη διέσπυραν τα προβοσκιδωτά. Η εξάπλωση του είδους λοιπόν οφείλεται στον άνθρωπο. Οι πρώτες ενδείξεις κατανάλωσης αβοκάντο βρέθηκαν στο σπήλαιο Κοξκάτλαν στην Πουέμπλα του Μεξικού και χρονολογούνται πριν 10.000 χρόνια, ενώ η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5.000 χρόνια, κι έκτοτε εξαπλώθηκε στο υπόλοιπο Μεξικό, αλλά και νοτιότερα στην Αμερική μέχρι της περιοχές του Περού που αργότερα ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία των Ίνκας. Οι Ευρωπαίοι γνώρισαν το φρούτο κατά τα τέλη του 13ου αι. Από τον 18ο αι. και στο εξής, η καλλιέργειά του άρχισε να εξαπλώνεται σε σχεδόν όλο τον τροπικό και τον υποτροπικό κόσμο (στην Ινδονησία το 1750, στη Βραζιλία το 1809, στη Νότια Αφρική και στην Αυστραλία στα τέλη του 19ου αι., και στο Λεβάντε το 1908). Η λέξη αβοκάντο είναι αγγλική παραφθορά της ισπανικής λέξης αγκουακάτε (aguacate), η οποία προέρχεται από τη νάουατλ λέξη για τον καρπό αουάκατλ (ahuacatl). Ευφημιστικά, η λε΄ξη αυτή αναφερόταν και στους όρχεις. Εξαιτίας της ομοιότητας της λέξης με τον αλιγάτορα, το όνομα παρετυμολογήθηκε σε αχλάδι του αλιγάτορα (alligator pear) εξαιτίας της αδρής επιφάνειάς του, αν και δεν είναι πολύ τραχιά στην πραγματικότητα, με την υφή περίπου του πορτοκαλιού. Επίσης, λόγω της ομοιότητας της λέξης με το όνομα για το δικηγόρο σε πολλές ευρωπαΪκές γλώσσες (advocate και οι παραλλαγές του), το όνομα έχει παρετυμολογηθεί σε αχλάδι του δικηγόρου σε πολλές από αυτές. Αποκαλείται επίσης και βουτυρόκαρπος και το δέντρο βουτυρόδεντρο, σπανιότερα στην Ελλάδα, αλλά συχνά στην Ασία.

Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 15 μέτρα. Έχει ωοειδή κόμη και οωειδή προς ελλειπτικά φύλλα, με ελαφρώς οδοντωτό ή ελαφρώς κυματιστό περιθώριο, τα οποία μπορούν να φτάσουν τα 20 εκ σε μήκος, και είναι εναλλάξ διατεταγμένα. Τα άνθη του φύονται σε μικρές ταξιανθίες στις μασχάλες των βλαστών, κι έχουν χρόμα ανοιχτοπράσινο ή κίτρινο. Έχουν 6 τέπαλα, 9 στήμονες και μία ωοθήκη με ένα έμβρυο. Ο καρπός του άγριου τύπου ή κριόλο (criollo) είναι μικρός, λίγο μεγαλύτερος από το σπόρο, σχεδόν ωοειδής, με σκούρο περίβλημα και λιγοστή σάρκα. Στις περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες ωστόσο, συνήθως φτάνει τα 10-20 εκατοστά, το σχήμα του είναι απιοειδές και η φλούδα του είναι πράσινη. Για την αποφυγή της αυτεπικονίασης, το φυτό παρουσιάζει διχογαμία, δηλαδή τα άνθη διαφορετικών ποικιλιών ανοίγουν ως αρσενικά ή θηλυκά σε διαφορετικές ημέρες και ώρες. Τα άνθη της ομάδας α ανοίγουν ως θηλυκά το πρωί της πρώτης ημέρας και κλείνουν αργά το πρωί ή νωρίς το απόγευμα, και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το απόγευμα της επομένης, ενώ τα άνθη της ομάδας β ανοίγουν ως θηλυκά το απόγευμα της πρώτης ημέρας, κλείνουν αργά το απόγευμα και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το πρωί της επομένης. Αυτό το χαρακτηριστικό, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρόνο ωριμότητας του δέντρου, κάνουν δύσκολη την δημιουργία ποικιλιών. Το φυτό ευδοκιμεί σε ανοιχτά, ηλιόλουστα μέρη με υγρό, αλλά καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, και οι περισσότερες ποικιλίες δεν αντέχουν το κρύο, αν και ορισμένες επιβιώνουν μέχρι και τους -7 βαθμούς Κελσίου με ελάχιστη βλάβη στα φύλλα τους.

Ο καρπός του δέντρου είναι μοναδικός στη σύστασή του, αφού περιέχει μεγάλο ποσοστό λίπους, 14 γρ. ανά 100 γρ. Έχει μεγάλη θερμιδική αξία (160 θερμίδες ανά 100 γρ.), οπότε ίσως δεν είναι καλό να το τρώμε σαν το μήλο. Ήταν ωστόσο σπουδαία πηγή λίπους για τους ανθρώπους που δεν κατανάλωναν συχνά λιπαρό κρέας ή ψάρι. Είναι κάτι παρόμοιο με την ελιά, κι αυτή καρπός από δέντρο, αλλά όχι το σύνηθες γλυκό φρούτο. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες, σε σαλάτες, σε γλυκίσματα, ως άλειμμα κλπ. Γνωστότερη χρήση του είναι στη μεξικανική σούπα με αβοκάντο γουακαμόλε (guacamole), παραφθορά τουνάουτλ αουακαμόλι (ahuacamolli). Αν κι εδώ δεν το συνηθίζουμε, στις ΗΠΑ πολλοί τρώνε το αβοκάντο σκέτο ως φρούτο. Μην ξεχνάτε επίσης ότι εκεί τρώνε και τεράστιες ποσότητε ςλιπαρού φιστικοβούτυρου. Πρώτος παραγωγός αβοκάντο παραμένει το Μεξικό, δεύτερος είναι η Δομινικανή Δημοκρατία, τρίτος η Ινδονησία, τέταρτος οι ΗΠΑ, πέμπτος η Κολομβία και οι υπόλοιποι έπονται. Στην Ευρώπη το αβοκάντο εισήχθει μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου άρχισε να καλλιεργείται στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστό, το αβοκάντο καλλιεργείται και στην Κρήτη. Καλλιεργούταν εδώ για αρκετές δεκαετίες, αλλά η καλλιέργειά του γνώρισε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, οπότε αυξήθηκε η ζήτηση του καρπού από τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου εξάγεται το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς. Καλλιεργείται σε περιοχές της Κρήτης με το κατάλληλο κλίμα, όπου επί του παρόντος καταλαμβάνει οπωρώνες με πάνω από 50.000 δέντρα, οι οποίοι συνολικά καλύπτουν 2.500 στρέμματα. Η μέση ετήσια παραγωγή είναι περίπου ένας τόνος ανά στρέμμα, και η παραγωγική ζωή του δέντρου διαρκεί περίπου 35 χρόνια. Πρόβλημα στην επίτευξη σταθερής ετήσιας παραγωγής αποτελεί η παρενιαυτοφορία, η μεγάλη καρποφορία δηλαδή σε ένα χρόνο η οποία ακολουθείται από χαμηλή παραγωγή τον επόμενο, εξαιτίας της εξάντλησης του φυτού, όπως και στα περισσότερα οπωροφόρα δέντρα, αν και με εντατική λίπανση και έλεγχο των ασθενειών αυτό συνήθως προλαμβάνεται. Οι καρποί μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις, χάρη στην ιδιότητά τους να ωριμάζουν τεχνητά, αφού συγκομιστούν λίγο πριν ωριμάσουν και αποθηκευθούν υπό ψύξη, όπως και πολλά άλα φρούτα.

Η τοξικότητα του φυτού οφείλεται στην περσίνη, ένα λιποδιαλυτό τοξικό παραπροΪόν των λιπαρών οξέων ου υπάρχει στο φύλλωμα, στο φλοιό, στη φλούδα του καρπού και στο σπόρο, και μπορεί να μεταφερθεί από το σπόρο στη σάρκα του καρπού σε μνικρές ποσότητες. Η τοξίνη αυτή δηλητηριάζει εύκολα και μπορεί να σκοτώσει πολλά ζώα αν καταναλωθεί σε ικανή ποσότητα. Σκύλοι, γάτες, κατσίκες, αγελάδες, κουνέλια, αρουραίοι, ποντίκια, πουλιά και ψάρια μπορούν να δηλητηριάστούν από το φυτό. Τα συμπτώματα ποικίλουν από είδος σε είδος, όμως συνήθως περιλαμβάνουν γαστρεντερικά και σοβαρά καρδιακά συμπτώματα, με βλάβες στο μυοκάρδιο και επακόλουθο θάνατο. Μητέρες που θηλαζουν μπορεί ναπάθουν μαστίτιδα και η έκκριση γάλακτος να σταματήσει. Στα κουνέλια για παράδειγμα η τοξίνη προκαλεί οίδημα κάτω από το σαγόνι, και καρδιακές αρρυθμίες που οδηγούν στο θάνατο, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις τα θηλυκά που γαλουχούν εμφανίζουν μαστίτιδα και αγαλαξία. Οι σκύλοι και οι γάτες εμφανίζουν έντονη διάρρια και εμετό, και στη συνέχεια καρδιακές ανωμαλίες, ενώ τα άλογα κωλικό και αιφνίδιο θάνατο. Για τον λόγο αυτόν, τα κατοικίδια θα πρέπει να παραμένουν μακριά απ΄το φυτό και το φρούτο, και μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται ώστε τα μεγάλα χορτοφάγα να μην τρώνε το δέντρο. Αν και η σάρκα συνήθως είναι ασφαλής, μπορεί να έχει λίγη τοξίνη από το σπόρο σε ορισμένες ποικιλίες. Ακόμα κι αν είναι ασφαλής, είναι αρκετά λιπαρή για τα χορτοφάγα ζώα, όπως τα κουνέλια, οπότε δε θα πρέπει να ταΐζεται σ’αυτά. Η τοξίνη δε βλάπτει τον άνθρωπο στις συνήθεις δόσεις, αν και ορισμένοι είναι αλλεργικοί σ’αυτήν. Στο φυτό επίσης η τοξίνη αυτή δρα ως ισχυρό αντιμυκητικό.

Πώς όμως το καλλιεργούμε; Η διαδικασία είναι πολύ εύκολη, και απαιτεί μόνο το κουκούτσι, τις κατάλληλες συνθήκες και μέτρια δόση υπομονής. Αν και οι περισσότεροι διαδικτυακοί οδηγοί προτείνουν τη βλάστηση του σπόρου σε νερό, περισσότερο για λόγους ορατότητας, θεωρώντας τη βλάστηση σε χώμα βραδύτερη, στην πραγματικότητα ο χρόνος είναι ο ίδιος, αν συγκρίνω το διάστημα που συνήθως αναφέρεται με τη βλάστηση στο νερό, γύρω στις 2-8 εβδομάδες, με το χρόνο που έκαναν οι δικοί μου να βλαστήσουν στο χώμα, που ήταν κοινοί σπόροι, περίπου 30 ημέρες. Υπολογίστε περίπου ένα μήνα για τη διαδικασία δηλαδή. Κατά τη βλάστηση στο νερό λοιπόν, αφού καθαρίσετε καλά το σπόρο από υπολείμματα καρπού, τα οποία δεν ξεπλένονται τόσο εύκολα, τον διαπερνάτε περίπου στη μέση του κάθετα με 2 έως 4 οδοντογλυφίδες, προσέχοντας μην αφαιρέσετε πολύ από το περίβλημά του, και τον στηρίζετε σ’ένα ποτήρι. Το νερό θα πρέπει πάντοτε να βρέχει την κάτω επιφάνεια του σπόρου, και θα πρέπει ν’αλλάζετε τακτικά, κάθε μία ή δύο μέρες. Αφού ο βλαστός έχει ψηλώσει στα 20 εκατοστά, πορείτε να τον κλαδέψετε στο μισό προαιρετικά, να περιμένετε να ξαναμεγαλώσει και στη συνέχεια να μεταφέρεται το δενδρύλλιο στο χώμα. Ο σπόρος μπορεί επίσης να βλαστήσει τυλιγμένος ανάμεσα σε υγρά χαρτιά, όπου αφού βγάλει ρίζα μπορεί να μεταφερθεί στο χώμα. Κατά τη φύτευση στο χώμα, το ξέπλυμα κάθε ίχνους υπολείμματος καρπού δεν είναι τόσο σημαντικό. Κι εδώ προσέχετε να μην αφαιρέσετε πολύ από το λεπτό κι εύθραυστο περίβλημα του σπόρου, αν και ορισμένοι οδηγοί προτίνουν το χάραγμα του σπόρου για ταχύτερη βλάστηση (υπάρχει όμως πάντα ο κίνδυνος σαπίσματος μ’αυτό) και τον φυτεύετε σε γλάστρα βάθους καλύτερα άνω των 10 εκατοστών για τη σωστή ανάπτυξη της ρίζας, σε πλούσιο, οργανικό χώμα. Ο σπόρος θα πρέπει να βρίσκεται κατά το 1/2, ή καλύτερα κατά τα 2/3 ή τα 3/4 υπογείως, αλλά το επάνω μέρος θα πρέπει να εξέχει. Όπου κι αν γίνει η βλάστηση, ο σπόρος θα πρέπει να τοποθετηθεί στη σωστή θέση, δηλαδή με τη μύτη, απ’όπου θα ξεφυτρώσει ο βλαστός, προς τα πάνω. Οι σπόροι του φυτού έχουν το μέγεθος ενός μεγάλου καρυδιού, είναι σκληροί, συμπαγείς και ωοειδείς, αν και κάποιοι είναι πιο σφαιρικοί. Ακομα και σ’αυτούς όμως είναι εύκολη η εύρεση της κορυφής. Στην κάτω πλευρά (χαλάζια πλευρά) υπάρχει ένα αποτύπωμα, η ουλή που έμεινε από τη σύνδεση του σπόρου με το υπόλοιπο αγγειακό σύστημα του φυτού, και κοντά σ’αυτήν θα εμφανιστεί και η πρώτη ρίζα ή ριζίδιο. Εξαιτίας του μεγέθους τους, της μορφής της βάσης και της κορυφής τους, αλλά και του εύθραυστου περιβλήματός τους, οι σπόροι θυμίζουν βολβούς.

σπόροι αβοκάντο 19/3/2015

Τους δύο αυτούς λοιπόν σπόρους τους πήρα από τα αβοκάντο που η μητέρα μου καθάριζε για μια πεντανόστιμη μερέντα με αβοκάντο που έφτιαχνε. Ακόμα δε μου την έχει ξανακάνει, γιατι υποτίθεται είναι παχυντική. Τους ξέπλυνα από τα λιπαρά υπολείμματα του καρπού, και τους άφησα να στεγνώσουν. Οι σπόροι του αβοκάντο, όπως και άλλων τροπικών δέντρων και των δέντρων των ξηρών καρπών, δεν αδρανοποιούνται για πολύ καιρό, οπότε θα πρέπει να φυτευθούν σύντομα μετά τη συγκομιδή τους. Τους συγκεκριμένους τους άφησα λίγες μέρες σε ένα σκιερό και ξηρό μέρος, τους φωτογράφισα στις 19 Μαρτίου, και στις 20 τους φύτεψα σε ένα πλαστικό γλαστράκι βάθους περίπου 12 εκατοστών και πλάτους 15, με πλούσιο, πρόσφατα αγορασμένο (μεταφύτευα κι άλλα φυτά εκείνο το διάστημα) τυρφώδες χώμα που διατηρούσε την υγρασία. Τους έβαλα σε απόσταση 3 εκατοστών μεταξύ τους, με το ανώτερο ένα τέταρτο να προεξέχει. Κάθε λίγες μέρες έλεγχα την κατάστασή τους, για να βεβαιωθώ ότοι δε σάπιζε κανένας. Μετά τις 15 περιπου μέρες, άρχισαν αν δείχνουν σημεία ζωής. Θυσίασα τον έναν από τους δύο σπόρους, ο οποίος προριζόταν για δενδρύλλιο που θα έδινα στονπατέρα μου, για να δω τι είχε μέσα. Ήταν συμπαγής, λευκός, και μύριζε κάπως σαν αβοκάντο. Δεν είχε τόσο ενδιαφέρον εσωτερικό όπως ο κυκαδόσπορος. Δεν πειράζει, θα σπύρω άλλους. Οπότε παρακολουθούμε τον εναπομείναντα. Είχα φύγει λοιπόν για διακοπές, άρα δε μπορώ να είμαι σίγουρος πότε ακριβώς βλάστησε. Στις 20 Απριλίου πάντως είχε ήδη διαραγεί και στείλει μία μικρή ρίζα από την κάτω πλευρά, η οποία μεγάλωσε περίπου στα 3 εκατοστά στις 23 του μηνός.

σπορόφυτο αβοκάντο με ρίζα 23/4/2015

Η εμφάνιση τουβλαστού δεν άργησε πολύ, και στις 6 Μαΐου ο νεαρός βλαστός είχε φτάσει τα 3 εκατοστά.

σπορόφυτο αβοκάντο με νεαρό βλαστό 6/5/2015

Όπως και τα περισσότερα δέντρα, το αβοκάντο βλαστάνει υπόγεια, δηλαδή οι κοτυληδόνες παραμένουν μέσα στο σπόρο και δρουν ως αποθήκες ενέργειας. Έτσι αν το υπέργειο τμήμα καταστραφεί, το φυτό μπορεί ν’αναγεννηθεί, κι έχει και την ενέργεια για να το κάνει. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι κοτυληδόνες εμφανίζονταν στην επιφάνεια και φωτοσυνέθεταν, όπως σε κάποια ξυλώδη και στα περισσότερα ποώδη φυτά, η προγονική κατάσταση, αν το υπέργειο τμήμα καταστρεφόταν, θα χανόταν όλο το φυτό. Την υπόγεια βλάστηση θα την παρατηρήσετε ευκολότερα σε δέντρα ξηρών καρπών, όπου για παράδειγμα κάτω από καρυδιές ή αμυγδαλιές μπορείτε να βρείτε πολλά σπορόφυτα από καρπούς της προηγούμενης χρονιάς που αποτελούνται από μία πασσαλώδη ρίζα, ένα βλαστό, ίσως και με φύλλα, τα οποία βγαίνουν από έναν ανοιγμένο σπόρο. Ο βλαστός λοιπόν του αβοκάντο συνέχισε να επιμηκύνεται και τα μάτια ν’αποκτούν μεγαλύτερη απόσταση, όμως δεν άνοιξαν αμέσως τα φύλλα. Μόλιςέγινε περίπου 10 εκατοστά, έβγαλε τα πρώτα λιγοστά φύλλα στην κορυφή. Έπειτα μετέφερα το φυτό έξω, όπου οι θερμοκρασίες ήταν σε ιδανικά υψηλά επίπεδα και το ηλιακό φως αρκετό. Έως τώρα, το είχα προστατευμένο μέσα, δίπλα στη μπαλκονόπορτα του δωματίου μου. Σταδιακά, ο βλαστόςάρχισε να ψηλώνει και τα φύλλα της κορυφής να γίνονται μεγαλύτερα. Στις 29 Μαΐου ήταν ένα ψηλόλιγνο βλαστάρι με τα μεγαλύτερα φύλλα γύρω στα 2,5 εκατοστά στην κορυφή.

νεαρό σπορόφυτο αβοκάντο 29/5/2015

Στο στάδιο αυτό, το φυτό ήταν 17-20 εκατοστά, και κλάδεψα το μίσό περίπου με το ψαλίδι. Για να μη γίνουν τα φυτά αυτά ψηλόλιγνα μπαστούνια, προτείνεται το κλάδεμά τους μερικές φορές σύντομα μετά τη βλάστησή τους, ώστε να έχουν αρκετά βασικά κλαδιά. Για να πω την αλήθεια, απογοητεύτηκα λίγο, γιατί αν παρέμενε το φυτό έτσι δε θα ήταν κάτι το σημαντικό. Τελικα όμως έκανα λάθος. Αν και το κλάδεμα δεν έκανε το φυτό τόσο θαμνώδες όσο νόμιζα, δηλαδή το μάτι κοντά στην κορυφή αντικατέστησε τον κεντρικό κορμό και συνέχισε την κατακόρυφη ανάπτυξη, κι ένα ακόμα στη μέση του βλαστού αναπτύχθηκε, τα φύλλα μεγάλωσαν πολύ. Σύντομα είχα ένα φυτό με τεράστια, έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα γύρω στα 12 εκατοστά. Η υφή τους είναι μοναδική, είναι σκληρά, λεία και εύκαμπτα σαν τα πλαστικά φύλλα, αλλά έχουν τη δροσιά των ζωντανών. Η λεία δερματώδης αυτή υφή είναι χαρακτηριστικό των δαφνοειδών κι άλλων φυτών του αρχαίου δαφνοδάσους, ώστε ν’αποβάλλουν αμέσως το ννερό της βροχής. Αυτή είναι μια φωτογραφία από τις 19 Οκτωβρίου.

σπορόφυτο αβοκάντο 19/10/2015

Το φυτό συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι τον Ιούνιο, οπότε σταμάτησε λόγω χαμηλών θερμοκρασιών. Ξαναξεκίνησε την ανάπτυξη το Σεπτέμβριο με την πτώση των θερμοκρασιών και τις πολλές βροχές, αν και με μικρότερα φύλλα. Μέσα στον Οκτώβριο, λόγω περαιτέρω πτώσης των θερμοκρασιών σταμάτησε την ανάπτυξη, οπότε όταν το φωτογράφισα ήταν σε στάσιμη κατάσταση. Με τη μικρή άνοδο της θερμοκρασίας ωστόσο το Νοέμβριο και τώρα το Δεκέμβριο και της αρκετής ηλιοφάνειας που έχουμε, το φυτό ξεγελάστηκε κι άρχισε να ξεδιπλώνει μερικά μικρά φύλλα στην κορυφή του, τα οποία ακόμα είναι λίγων χιλιοστών και δείχνουν στάσιμα. Πιθανότατα το φυτό θα παραμείνει όπως είναι για όλο το χειμώνα, και θα ξαναξεκινήσει την ανάπτυξη την άνοιξη. Εντωμεταξύ ο κορμός έχει παχύνει λίγο. Ο σπόρος παραμένει ακόμα στη θέση του, όμως αναμένεται ν’αποκολληθεί αργότερα, με τη μετέπειτα ανάπτυξη. Όταν βάλει μερικές ακόμα δεκάδες εκατοστών του χρόνου, θα το μεταφυτεύσω σε μεγαλύτερη γλάστρα και μετά θα το ξανακλαδέψω.
Εκτός από την ξήρανση της άκρης λίγων φύλλων το καλοκαίρι, ίσως από τις υψηλές θερμοκρασίες, δεν είχα άλλα προβλήματα. Γενικά το φυτό αυτό δεν είναι πολύ ανθεκτικό σε προβληματικές συνθήκες, και θα δείξει την ενόχλησή του αμέσως. Οι ξερές άκρες στα φύλλα μπορεί να σημαίνουν υπερβολικα ζεστή ή ξηρή ατμόσφαιρα, ή κάψιμο από λίπασμα. Τα κίτρινα φύλλα μπορεί επίσης να σημαίνουν υπερβολικ΄κο πότισμα ή υπερβολικό λίπασμα. Το υπερβολικό πότισμα μπορεί εύκκολα να σαπίσει τις ρίζες του φυτού, γι’αυτό το χώμα θα πρέπει να έχει καλή αποστράγγιση, αλλά πάλι να κρατά κάποια υγρασία, αφού το είδος κατάγεται από περιοχές με συχνές βροχοπτώσεις. Οι αφίδες μπορούν να προσβάλουν το φυτό, απομυζώντας τους χυμούς του. Ο ευκολότερος τρόπος καταπολέμησής τους είναι το χτύπημα του φυτού με το λάστιχο υπό πίεση, ώστε να πέσουν οι περισσότερες, και μετά ο ψεκασμός του με μίγμα τριών μερών νερού με ένα οινόπνευμα, και λίγο απορρυπαντικό πιάτων. Το σαπούνι θα λύσει τις εφυμενίδες των εντόμων και το οινόπνευμα θα τα σκοτώσει. Το αβοκάντο μπορεί να καλλιεργηθεί σε εσωτερικό χώρο, αλλά μόνο σε καλάφωτισμένη περιοχή. Τη θερμή περίοδο του έτους ωφελείται αν βρίσκεται έξω, στον απευθείας ήλιο, ενώ το χειμώνα θα πρέπει να προστατεύεται, ιδίως εάν οι θερμοκρασίες πρόκειται να πέσουν κάτω από το μηδέν. Μπορεί να επιβιώσει ελαφριές παγωνιές, αλλά καλύτερα να μην το ρισκάρετε. Εξαιτίας των μεγάλων φύλλων του και της αραιής του ανάπτυξης, δεν ενδείκνυται γαι μπονσάι. Παρόλα αυτά μπορεί να ζήσει σε γλάστρα για πολλά χρόνια και με το κλάδεμα να διατηρηθεί σε συγκεκριμένο μέγεθος, σαν μεγάλο μπονσάι δηλαδή. Αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το φυτό θ’ανθίσει και θα καρποφορήσει, σε χρόνο που κυμαίνεται από 3 χρόνια έως και 15 μετά τη σπορά, αλλά αν οι συνθήκες δεν είναι οι σωστές, μπορεί και να μην καρποφορήσει ποτέ. Συνήθως καρποφορούν μετά τα 7-10 χρόνια, και για τη μεγιστοποίηση της καρποφορίας καλό είναι να υπάρχει πάνω από ένα δέντρο για επιτυχέστερη επικονίαση. Οι καρποί εντούτοις θα είναι μικρότεροι και κατώτερης ποιότητας σε σχέση με την ποικιλία απ’όπου προήλθε ο σπόρος, γιατί με την γονιμοποίηση έχει επέλθει γενετικός ανασυνδυασμός και όλα τα καλλά γενετικά χαρακτηριστκά της ποικιλίας έχουν αλλοιωθεί. Όπως και με όλα τα οπωροφόρα δέντρα, οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται βλαστητικά, με εμβολιασμό σε σπορόφυτα.

Τώρα που ξέρετε πώς καλλιεργείται το αβοκάντο, μπορείτε να το κάνετε κι εσείς, κι αν έχετε πολλούς σπόρους, να δίνετε δενδρύλλια και σε φίλους σας. Είναι επίσης δραστηριότητα που αγαπούν να κάνουν τα παιδιά, και το γεγονός ότι πρόκειται για εξωτικό, ασυνήθιστο φυτό θα τα συναρπάσει ακόμα περισσότερο. Μεγαλώνοντας θα γίνει ένα όμορφο, ιδιαίτερο δεντράκι, Κι αν δεν καρποφορήσει δεν πειράζει.

Το αβοκάντο δεν είναι το μόνο εξωτικό φυτό που μπορεί να καλλιεργηθεί από σκουπίδια. Στην πραγματικότητα μπορείτε να φτιάξετε έναν μικρό κήπο από τροπικά φυτά κρατώντας τα άχρηστα μέρη από πολλά εξωτικά φρούτα και φυτεύοντάς τα, για παράδειγμα την τούφα φύλλων του ανανά ή το κουκούτσι του μάγκο. Για αυτά, καθώς και για περισσότερα τέτοια είδη, θα γράψω άρθρα προσεχώς.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια γαι το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Persea
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για την περσίνη
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 1
καλλιέργεια αβοκάντο απόσ πόρο 2
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 3
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 4

Στις 23 Ιουνίου του 2015, νέα και περίεργα φυτά κατέφθασαν στη συλλογή μου. Τα δύο είδη ήταν κάκτοι, ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (Echinopsis pachanoi), γνωστός και με το παλαιότερο όνομα Trichocereus pachanoi, και το πεγιότ (Lophophora williamsii), και οι δύο κάκτοι με μεγάλη παράδοση σαμανιστικής χρήσης από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Για τους κάκτους αυτούς, καθώς και για τους κάκτους γενικότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Η ενημέρωση για τα νεά φυτά βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Το τρίτο λοιπόν ήταν παχύφυτο, και σίγουρα ένα σπάνιο είδος. Ένα δηλόσπερμα του Μπόσερ (Delosperma bosseranum), ένα παχύκορμο μεσημβριανθεμοειδές που ο καλλιεργητής του το είχε κλαδέψει σε μπονσάι.

Το γένος Delosperma (δηλόσπερμα), από το χαρακτηριστικό του να δηλώνει/εμφανίζει τους σπόρους του όταν οι κάψες βραχούν, προσαρμογή που βοηθά τα φυτά αυτά να σκορπίζουν τους απογόνους τους μόνο στις βροχερές περιόδους, είναι ένα μεγάλο γένος 100 περίπου ειδών της οικογένειας των αειζωιδών (Aizoaceae), παλαιότερο όνομα Mesembrianthemaceae. Η τεράστια αυτή οικογένεια κυρίως Νοτίου Ημισφαιρίου περιλαμβάνει φυτά διαφόρων τύπων, από αγριόχορτα έως πολύ εξειδικευμένα παχύφυτα, όπως ο λίθοπας. Χαρακτηριστικά της οικογένειας είναι τα άνθη με τα λεπτά πέταλα που θυμίζουν λίγο μαργαρίτες – εξού και το όνομά της, ανθεμίδες δηλ. μαργαρίτες της μεσημβρίας (νότου) -, αλλά και τα αντίθετα φύλλα. Το γένος Delosperma απαντά κυρίως στη νότια και την ανατολική Αφρική με είδη επίσης και στα νησιά του Ινδικού, όπως στη Μαδαγασκάρη. Είναι πολύ ανθεκτικά φυτά που φύονται σε ξερά μέρη με έντονη ηλιοφάνεια και υψηλές θερμοκρασίες, σε πολύ άγονο έδαφος, συχνά ανάμεσα σε βράχια. Τα περισσότερα έχουν τη μορφή έρποντος εξαπλούμενου φυτού, ενώ άλλα είναι πιο συμπαγή, με βαθιά ρίζα. Κατά την ανθοφορία, όλο το φυτό καλύπτεται με άνθη, και τα έρποντα είδη μετατρέπονται σε χρωματιστά χαλιά, γι’αυτό και πολλά είδη καλλιεργούνται σε βραχόκηπους γι’αυτό το χαρακτηριστικό.
Το D. bosseranum είναι ενδημικό των ξηρών περιοχών της Μαδαγασκάρης, όπου οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται το καλοκαίρι. Μπορεί να θεωρηθεί παχύκορμο, αν και η διογκωμένη ρίζα του είναι συνήθως κρυμμένοι – παχύκορμα λέγονται συνήθως φυτά όπου το παχύ τους μέρος είναι εκτεθημένο. Έχει μια ανοιχτή καφέ και σκληρή πασσαλώδη, καροτώδη ρίζα διαμέτρου 3 εκ, η οποία μπορεί να στέλνει και μικρά λεπτά πλευρικά ριζίδια. Το φυτό φτάνει τα 15 εκ σε ύψος και τα 30 ή και παραπάνω εκ σε πλάτος. Οι βλαστοί του είναι λεπτοί κι εύκαμπτοι και τα φύλλα μικρά και σχεδόν κυλινδρικά. Τα άνθη είναι λευκά, διαμέτρου 0,5 εκ κι εμφανίζονται κατά τους θερμούς μήνες. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα κι ανθίζει στον πρώτο του χρόνο. Σε δύσκολες περιόδους, το μεγαλύτερο μέρος της υπέργειας ανάπτυξης μπορέι να ξεραθεί, αλλά εύκολα ξαναμεγαλώνει. Δεν έχω βρει κάτι για τη διάρκεια ζωής του, αλλ’εφόσον αναπτύσσεται περισσότερο σαν ζιζάνιο παρά σαν παχύφυτο, ίσως ζει λίγο.
Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Χρειάζεται χώμα ελαφρύ και καλά αποστραγγιζόμενο, ιδανικά αμμώδες με αναμεμειγμένο χαλίκι, το οποίο θα πρέπει να στεγνω΄νει ανάμεσα στα ποτίσματα, τα οποία ωστόσο το καλοκαίρι πρέπει να είναι συχνά, μιας και το φυτό αναπτύσσεται κι αλλιώς κινδυνεύει να μαραθεί και να χάσει το φύλλωμά του. Το χειμώνα, οπότε δεν αναπτύσσεται, μπορέι να ποτίζεται αραιά. Η λίπανση θα πρέπει να είναι αραιή έως μηδαμινή, αφού το φυτό είναι προσαρμοσμένο σε ολιγοτροφικές συνθήκες και το πολύ λίπασμα θα το καταστρέψει. Χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο και τη ζέστη. Για τη δημιουργία μπονσάι, απλώς κόβεται τα περισσότερα κλαδιά και ξεθάβετε λίγο-λίγο τη ρίζα ενόσω το φυτό μεγαλώνει. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται είτε με σπόρο, είτε με μοσχεύματα. Για τη δεύτερη τεχνική δε βρήκα πολλά, και πιθανόν θα γίνεται όπως και σ’άλλα μεσημβριάνθεμα, κόβοντας δηλαδή ένα κλα΄δι και φυτεύοντάς το στο χώμα και ό,τι γίνει. Δεν ξέρω τι ρίζα θα έχει ένα τέτοιο φυτό, ίσως έχει πολλαπλά καρότα, διότι θα έχει βγάλει πάνω από μία κεντρικές ρίζες. Με σπόρο η διαδικασία είναι πολύ εύκολη και γρήγορη. Οι σπόροι, οι οποίοι θα συλλεγούν απ’τις κάψες, θα πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ, καλά αποστραγγιζόμενο μίγμα σε ζεστό μέρος, και μέσα σε μια εβδομάδα περίπου θα φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά αναπτύσσονται γρήγορα και μερικά ανθίζουν ως και στους 3 μήνες, σε ύψος μόλις 8 εκ.
Το δικό μου φυτό ήταν κλαδεμένο μπονσάι, και βρισκόταν σε μια ψηλή ορθογώνια γλάστρα με πολύ ελαφρύ χώμα. Δεν ξέρω αν το κρατήσω μπονσάι ή αν το αφήσω να μεγαλώσει. Προς το παρόν το αφήνω να μεγαλώσει μόνο του όσο θέλει. Ό,τι κι αν κάνω, μπορώ να το ξανακάνω μπονσάι αμέσως. Ακόμα δεν το έχω μεταφυτεύσει, γιατί η γλάστρα του φαίνεται καλή.

Μια αναζήτηση με την επιστημονική ονομασία του είδους στο Διαδίκτυο όμως δε θα σας βγάλει σε ιστοσελείδες για παχύφυτα ή παχύκορμα, αλλά κυρίως σε συζητήσεις σε φόρουμ για ψυχοενεργά και ενθεογόνα. Ο λόγος είναι επειδή το δηλόσπερμα αυτό, όπως και πολλά άλα μεσημβριανθεμοειδή, περιέχει ψυχοδραστικά αλκαλοειδή, με κύριο τη μεσημβρίνη, η οποία έχει ναρκωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Δεν είναι παραισθησιογόνο σε καμία περίπτωση, όπως μερικές φορές λέγεται. Λέγεται ότι περιέχει τρυπταμίνες παρόμοιες με τη διμεθυλοτρυπταμίνη, αλλά, ακόμα κι αν έχει, τα ποσοστά τους θα είναι πολύ μικρά. Το φυτό δεν έχει μελετηθεί καθόλου όσον αφορά την περιεκτικότητά του σε αλκαλοειδή, τις ιδιότητές τους ή τυχόν παραδοσιακές χρήσεις από τους Μαγαδασκαριανούς, γι’αυτό ο καθένας κάνει τις υποθέσεις του. Ωστόσο πιθανόν να μην έχει χρησιμοποιηθεί από τους ιθαγενείς. Φαρμακολογικά, το φυτό μοιάζει με το σκελέτιο ή κάνα (Sceletium tortuosum), ένα ψυχοενεργό μεσημβριανθεμοειδές που χρησιμοποιούσαν οι Οτεντότοι και οι Βουσμάνοι της Νότιας Αφρικής, αλλά και οι Ευρωπαίοι άποικοι, για ιατρικούς λόγους. Όπως αυτό το φυτό, εκ΄τος από τα αλκαλοειδή περιέχει και οξαλικό οξύ, ένα τοξικό μόριο πολλών φυτών που ερεθίζει το πεπτικό σύστημα και μπορέι να συνδεθεί με το ασβέστιο, δημιουργώντας οξαλικό ασβέστιο που μπορει να κάνει πέτρες στο ουροποιητικό μακροπρόθεσμα. Για τη μείωση του οξέος το φυτό υφίσταται ζύμωση, όπως και η κάνα. Μία συνταγή που δίνεται είναι τοποθέτηση του ψιλοκομμένου φυτού σε πλαστική σακούλα (οι Αφρικανοί χρησιμοποιούσαν δερμάτινη) στον ήλιο ή σε ζεστό μέρος γενικά για 8 μέρες, οπότε την Τρίτη πρέπει ν’ανακατευτεί και την όγδοη να αδδειαστεί σ’ένα δίσκο για να στεγνώσει. Όλο το φυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ακο΄μα και η ρίζα, για την οποία λέγεται ότι έχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα. Μετά τη διαδικασία αυτή το φυτό μπορέι να καπνιστεί ή να γίνει ρόφημα, με χαλαρωτικά υποτίθεται αποτελέσματα. Παρόμοιες ιδιότητες έχει και το Delosperma cooperi, το οποίο επίσης καλλιεργείται ευρέως.

Ενημέρωση 14/8/2015: Ρώτησα τον καλλιεργητή για τον πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα, και μου είπε ότι δεν είναι κάτι δύσκολο. Απλώς κόβεις ένα κλαδί κατά την περίοδο ανάπτυξης, και το φυτεύεις σε χώμα καλής αποστράγγισης, όπου θα ριζώσει, και με τον καιρό θα δημιουργήσει κι αυτό την πασσαλώδη ρίζα, αν και θα πάρει περισσότερο χρόνο από ό,τι ένα σπορόφυτο. Επίσης τα άνθη του φυτού είναι αυτογονιμοποιούμενα, οπότε και η παραγωγή σπόρων δεν είναι δύσκολη. Εγώ είχα κάποια μπουμπούκια στο φυτό, το οποίο έχει ψηλώσει λίγο, αρκετές μέρες πριν, αλά έλειπα και δεν πρόλαβα την ανθοφορία, έχω όμως τώρα κάψες, οι οποίες όμως ακόμα δεν έχουν ωριμάσει. Επιπλέον όσον αφορά τη μακροζωία του, ο καλλιεργητής με διαβεβαίωσε ότι ζει πολλά χρόνια. Ίσως να μην είναι υπεραιωνόβιο όπως πολλοί κάκτοι, αλλά σίγουρα ζει περισσότερο από ένα αγριόχορτο.

ποικιλία μέσου ύψους

Πρόκειται για το γνωστότερο καλλιεργούμενο καλλωπιστικό φασκόμηλο. Δε θα πρέπει να συγχέεται με τη φλόγα (γένος Phlox), ένα γένος πολυετώ κυρίως φυτών, με γνωστότερο αντιπρόσωπό του το μόνο μονοετές μέλος του, που αποκαλείται λανθασμένα και βιολέτα. Η φωτιά είναι ένα απ’τα κοινότερα καλοκαιρινά λουλούδια, με το έντονο κόκκινο χρώμα της να χτυπάει από μακριά, και φυτεύεται σε μεγάλους αριθμούς σε κήπους, παρτέρια και μεγάλες ζαρντινιέρες για ένα θεαματικό αποτέλεσμα. Οι ταξιανθίες της διαρκούν πολύ, οπότε φαίνεται ανθισμένη όλο το καλοκαίρι.

Το επιστημονικό της όνομα είναι Salvia splendens (λαμπρό φασκόμηλο), κι αυτό αντανακλά επακριβώς την αλήθεια. Το φυτό παράγει τις κοινές για την οικογένεια των χειλανθών σταχυοειδείς ταξιανθίες, με έντονα κόκκινα βράκτια και άνθη, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το έντονο πράσινο του φυλλώματος. Σήμερα ωστόσο κυκλοφορούν πορτοκαλί, μοβ, κίτρινες ή λευκανθείς ποικιλίες, αν και δύσκολα μπορει να τις βρει κανείς. Τα άνθη έχουν μακριά πέταλα και, όπως πολλά αμερικανικά λουλούδια με κόκκινο χρώμα και σωληνωτή δομή, χρησιμοποιεί κυρίως τα πουλιά κολιμπρί για την επικονίασή του. Οι ταξιανθίες, οπως και σ’άλλα χειλανθή, ωριμάζουν από κάτω προς τα πάνω, οπότε συχνά μία μπορεί να’χει ήδη ξερές κάψουλες στη βάση, ενώ στην κορυφή τα άνθη της να μην έχουν ανοίξει ακόμα. Βλαστιτικά το φυτό είναι όπως πολλά άλλα φασκομηλοειδή και χειλανθή, με ποώδεις τετραγωνικούς βλαστούς και ωοειδή οδοντωτά αντίθετα φύλλα. Κατάγεται από τη Βραζιλία, όπου μπορεί να βρεθεί σε υψόμετρα 2000-3000 μέτρων, όπου εξαιτίας του τροπικού κλίματος η θερμοκρασίες παραμένουν σχετικά υψηλές όλο το χρόνο. Η άγρια μορφή φτάνει τα 1,3 μέτρα, με πολύ ψηλότερα φυτά κατ’εξαίρεσιν, έως και τα 8 μέτρα, αλλ’όμως οι περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες είναι κάτω του ενός μέτρου, με πολύ δημοφιλείς τις νάνες που δεν ξεπερνούν τα 20 εκατοστά. Το φυτό, που στη φύση είναι σπάνιο, πρωτοπεριγράφκε το 1822.

Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Αν και βραχύβιο πολυετές στη φύση, στην εύκρατη ζώνη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ετήσιο. Ως τροπικό, οι σπόροι του θα βλαστήσουν σε ψηλότερες θερμοκρασίες σε ελαφρύ έδαφος. Τα μικρά φυτά, είτε από σπόρο είτε έτοιμα αγορασμένα, θα πρέπει να φυτευθούν την άνοιξη σε καλά σκαμμένο έδαφος τουλάχιστον στα 20 εκ. εμπλουτισμένο με πλούσιο κομπόστ. Ένα φωσφορικό λίπασμα θα ενισχύσει την ανάπτυξη των ριζών, ενώ λίπανση μπορεί να χρειαστεί αργότερα το καλοκαίρι για ενδυνάμωση.Στα δοχεία το φυτό θα πρέπει να λιπαίνεται λίγο συχνότερα. Σε σχέση μ’άλλα ετήσια ανθοφόρα, είναι ανθεκτικότερο στην ξηρασία. Οι ξερές ταξιανθίες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για την επίσπευση της δημιουργίας νέων. Έχω καλλιεργήσει τη νάνα ποικιλία του φυτού μερικές φορές, κι έχω να πω πως είναι απ’τα πιο εύκολα καλοκαιρινά λουλούδια. Το μόνο πρόβλημα με την ποικιλία αυτήν, όπως και μ’άλλες νάνες ετήσιων ή ποωδών πολυετών, είναι πως ανθίζουν πολύ νωρίς, ξοδεύοντας όλη την ενέργεια εκεί, κι έπειτα η νέα ανάπτυξη και ανθοφορία είναι πολύ πιο αδύναμες. Ο νανισμός προέρχεται από μια μετάλλαξη που επισπεύδει την αναπαραγωγική ωρίμανση πολύ πριν ολοκληρωθεί η σωματική, κάτι σαν τη
Νεοτενία,
οπότε το φυτό είναι λογικό να εξαντληθεί στο τέλος. Είναι σαν ένα παιδάκι ν’αρχίζει ν’αναπαράγεται απ’τα 5 του σε υπερβολικούς ρυθμούς. Δε θα γεράσει γρήγορα μετά;

Δεν έχω βρει κάτι σχετικό με τις παραδοσιακές χρήσεις αυτού του φυτού. Ίσως δεν είναι γνωστές, εάν ιδίως στα μέρη όπου φύεται σήμερα δεν υπάρχουν ιθαγενείς. Όσο κι αν σας φανεί παράξενο, η Βραζιλία είναι χώρα εποίκων (όχι μεταναστών όπως έλεγε κάποιος έξυπνος που διάβασα, εντάξει, ήρθαν μετανάστες αργότερα αλλά οι πρώτοι εγκαταστάθηκαν με τη βία), κυρίως ευρωπαΪκής και αφρικανικής καταγωγής, με πολλούς μιγάδες. Ελάχιστες φυλές Ινδιάνων παραμένουν κι αυτές σε υπανάπτυκτα κι απομακρυσμένα μέρη του Αμαζονίου. Το φυτό περιέχει το αλκαλοειδές σπλενδιδίνη, το οποίο υποτίθεται πως του δίνει ελαφριές παραισθησιογόνες ιδιότητες καρτά μερικούς, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Υποτίθεται πως το φασκόμηλο αυτό έχει παρόμοια δράση με το αποδεδειγμένα παραισθησιογόνο είδος Salvia divinorum, και οι χρήστες του δηλώνουν ηρεμιστική δράση και ελαφριές διαστρεβλώσεις των αισθήσεων με το κάπνισμά του ή την κατανάλωση μεγάλου αριθμού φύλλων, αλλά αυτό θα μπορούσε να’ναι αποτέλεσμα Πλακέμπο Ή της δράσης του καπνού. Τα κουνέλια πάντως το τρώνε κανονικά, ενώ ο χυμός του μυρίζει κάτι ανάμεσα σε φασκόμηλο και πιπέρι. Δεν είναι σχεδόν καθόλου πικρό απ’ό,τι έχω δοκιμάσει, άρα πιθανότατα δεν περιέχει τίποτα σημαντικό. Τα αλκαλοειδή κανονικά έχουν έντονη πικρή γεύση για να προστατεύσουν το φυτό από εχθρούς. Εάν ωστόσο ο εχθρός δε πτοηθεί απ’τη γεύση και φάει, αρχίζουν στον οργανισμό του τα συμπτώματα της κατανάλωσης, διαφορετικά ανάλογα με κάθε αλκαλοειδές, άλλα επικίνδυνα για τη ζωη΄κι άλλα απλώς ενοχλητικά. Έτσι το χορτοφάγο δε θα τολμήσει να ξαναφάει επόμενη φορά το φυτό που του προκάλεσε τόσο πρόβλημα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη φωτιά
καλλιέργεια φωτιάς
Είναι η φωτιά ψυχοενεργή;

Πριν τέσσερις μέρες, τη Δευτέρα 15 Απριλίου, επισκέφθηκα το κατάστημα Isle of Eco για ν’αγοράσω γεωσκώληκες κομποστοποίησης κι έντομα για το
Βαρώνο,
Το λοφιοφόρο γκέκο μου (Corelophus ciliatus). Είναι ίσως το πιο εξειδικευμένο κατάστημα της Ελλάδας για σκουλήκια, εξοπλισμό κομποστοποίησης και ζωντανές τροφές για ερπετά, κι αξίζει τη διαφήμισή μας. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία εντόμων, εγώ όμως διάλεξα δύο είδη δοκιμαστικά, αλευροσκούληκα (mealworms) 30-50 περίπου γραμμάρια και 4 κηροσκούληκα ή και μελοσκούληκα (waxworms) πειραματικά. Κανένα απ’τα δύο είδη δεν είναι είδος σκουληκιού, παρά οι προνύμφες σκαθαριού και πεταλούδας αντίστοιχα. Τα έντομα και των δύο ειδών έγιναν λοιπόν με μεγάλο ενθουσιασμό δεκτά από το γκέκο, το οποίο την πρώτη κιόλας μέρα έφαγε τρία κηροσκούληκα και 5 αλευροσκούληκα, και το εναπομείναν κηροσκούληκο, το οποίο ίσως έβαζα στο ψυγείο γι’αργότερα αλλ’άλλαξα γνώμη, την επόμενη μέρα. Άλλα από τότε δε θέλει, γιατί είναι βαρυστομαχιασμένο και θα πρέπει να περάσουν 2-3 μέρες μέχρι να ξαναφάει, αυτήν τη φορά φρουτόκρεμα, κρέας την άλλη βδομάδα πάλι ή και αργότερα, οπότε βίντεο με επίθεση σε έντομο θ’αργήσει. Το είδος είναι κυρίως φρουτοφάγο, και δε θα πρέπει να επιβαρύνεται με πολλά έντομα. Στο ψυγείο λοιπόν τοποθετούνται οι προνύμφες αυτές για να πέσει ο μεταβολισμός τους ώστε να χρησιμοποιηθούν αργότερα, όπου μπορούν να ζήσουν για 4-5 μήνες. Δραστήρια θα πρέπει να τρέφονται με κάτι και αργά ή γρήγορα, σύμφωνα με το αναπτυξιακό τους πρόγραμμα, θα κάνουν κουκούλι και θα μεταμορφωθούν σε τέλεια έντομα. Τα αλευροσκούληκά μου λοιπόν τώρα βρίσκονται εκτός ψυγείου, σ’ένα τάπερ με διάτρητο καπάκι όπου προηγούμένως είχα
Σαλιγκάρια
Για τον ίδιο σκοπό, με ψωμί για να τρώνε και συμπληρωματικά κουνελίνη, και για υγρασία μαρούλι και ζοχό. Συγκεντρώνονται λοιπόν όλα κάτω και γύρο απ’την τροφή και τρώνε, αφήνοντας πίσω μια λεπτή σκόνη ως περιττώματα. Το μόνο μέλημά τους είναι το φαί, όπως και με τα σαλιγκάρια που είχα εκεί πριν, τα οποία εξαφάνιζαν μέσα σε λίγες μέρες ό,τι χόρτα τους έδινα, αφόδευαν κι όταν δεν είχε αρκετή υγρασία σταματούσαν να κινούνται και προσκολλώνταν είτε στα τιχώματα είτε στο καπάκι. Η νοημοσύνη των συγκεκριμένων ζώων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν έχουν συναίσθηση ούτε καν του πού βρίσκονται, αρκεί να υπάρχει πολή τροφή. Αν το καλοσκεφτούμε πάντως, και η δική μας νοημοσύνη δεν ξεφεύγει και τόσο πολύ απ’αυτό το στάδιο, αν αναλογιστούμε πως όλος μας ο πολιτισμός βασίζεται στα περιορισμένα ορυκτά καύσιμα, και λειτουργούμε ωσάν να’ναι ανεξάντλητα.

Με την ευκαιρία λοιπόν θα σας παρουσιάσω πληροφορίες για την εκτροφή των δύο αυτών εντόμων ως τροφή για ερπετά κι όχι μόνο. Για τη δική μου περίπτωση δεν ξέρω αν πρέπει να τα κάνω αποικία, από τη μία ο πληθυσμός τους αρκεί για αποικία, γιατί το γκέκο λίγα θα τρώει κάθε φορά, οπότε ο αριθμός τους φτάνει, αλλά αν κάνω θά’χω πολλά περισσότερα απ’όσα θα θέλω, από την άλλη αν δεν τα ταΐσω όλα γρήγορα (αδύνατον) ή δεν τα ψύξω, κάποια απ’αυτά θα προλάβουν να γίνουν κουκούλια και να μεταμορφωθούν. Το τελευταίο το θεωρώ αρκετά απίθανο, μιας και υπόστρωμα βαθύ για να κρύβονται δεν υπάρχει, και κάθε κουκούλι θα έχει μεγάλη πιθανότητα να φαγωθεί από τους μη μεταμορφωμένους ακόμα ομοίους του.

Τρία αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) 15/4/2013, ίσως δε φαγώθηκαν ακόμα.

Το αλευροσκούληκο (αγγλ. Mealworm) είναι λοιπόν η προνύμφη του μαύρου σκαθαριού των σιτηρών (darkling beetle) Tenebrio molitor της οικογένειας των τενεβριονιδών (tenebrionidae). Τα έντομα αυτά συναντώνται σήμερα παγκοσμίως, και μπορει να προκαλέσουν ζημιές σε αποθηκευμένα σιτηρά ή άλευρα. Κοιτίδα τους θεωρείται η Λεκάνη της Μεσογείου. Ίσως κάποτε όλοι μας να τα έχουμε φάει μαζί με το ψωμί ή τα ζυμαρικά, διότι η εξαφάνιση εντόμων που προσβάλλουν τα σιτηρά είναι σχεδόν αδύνατη, έτσι οι κρατικοί και οι διεθνείς κανονισμοί για την καθαρότητα των τροφίμων προβλέπουν μέχρι ενός συγκεκριμένου ορίου θραύσματα εντόμων σε διάφορα προΪόντα. Στη φύση οι πληθυσμοί αυτού κι άλλων ειδών είναι αρκετά μικρότεροι κι αραιότεροι. Εκεί το έντομο αυτό ζει κάτω από διάφορα αντικείμενα τρεφόμενο με σπόρους, νεαρά σπορόφυτα, ρίζες, νεκρά φυτικά μέρη και νεκρά έντομα κι άλλα ζώα. Το χρησιμοποιούμενο στάδιο της ζωής του είναι η σκωληκόμορφη προνύμφη του ή αλευροσκούληκο, που με κοντινότερη ματιά αποκαλύπτει την εντομοειδή της φύση, με 3 ζεύγη λεπτών ποδιών στο θώρακα και κεφάλι με μάτια, κεραίες και στοματικά εξαρτήματα εντόμου. Είναι κιτρινωπή και στην πάνω πλευρά κυρίως ο θώρακας και τα πιο πίσω τμήματά της είναι σκληρωτοποιημένα με επιπλέον χιτίνη για ενδυνάμωση.

Το αλευροσκούληκο έχει συγκεντρώσει μικτά σχόλια από την κοινότητα των ερπετοχομπιστών, με άλλους να λένε πως πρόκειται για την καλύτερη δυνατή τροφή και άλλους ότι είναι η χειρότερη δυνατή τροφή. Σε σχέση μ’άλλες ζωντανές τροφές ίσως εμφανίζει κάποια αρνητικά στοιχεία, π.χ. το μεγάλο ποσοστό άπεπτου σκληρού εξωσκελετού που ενδεχομένως να το κάνει δύσπεπτο για κάποια είδη ή μικρά ζώα, αλλά από θρεπτικής άποψης στην πραγματικότητα είναι πλούσια τροφή, περιέχοντας πρωτεΐνη κατά 25% και λίπος κατά 12% (οι πηγές γιακάθε πληροφορία αυτού του άρθρου στο τέλος). Πολλοί εκτροφείς ερπετών το χρησιμοποιούν ως βασική τροφή για χρόνια χωρίς κανένα πρόβλημα, με κάποιους εκτροφείς λεοπαρδαλωδών γκέκο (Eublepharis macularius) να το χρησιμοποιούν αποκλειστικά επί γενιές. Μια πρόσφατη μελέτη μάλιστα, μετρώντας την ανάπτυξη νεαρών γκέκο αυτού του είδους με διατροφή είτε αποκλειστικά αλευροσκουλήκων, είτε γρύλλων είτε και των δύο, απέδειξε ότι τα αλευροσκούληκα ενισχύουν περισσότερο την ανάπτυξη σε σχέση με τις άλλες δύο διατροφές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι άλλες δύο ήταν βλαβερές, ωστόσο δεν είναι ακόμα γνωστό αν μια διατροφή αποκλειστικά από αλευροσκούληκα μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας στα ερπετά. Αμφιβάλλω εντούτοις ότι κάποιος χομπίστας ερπετών θα ταΐζει τα ερπετά του με μία μόνο τροφή συνεχόμενα, η ποικιλία πάντοτε ωφελεί (τα φίδια και άλα σπονδυλωτοφάγα σαρκοφάγα εδώ εξαιρούνται). Επίσης τα αλευροσκούληκα έχουν ελαφρώς αυξημένα λιπαρά σε σχέση με άλλα έντομα, οπότε μπορεί να γίνουν παχυντικά. Τέλος κυκλοφορεί ο ανυπόστατος μύθος ότι εάν ένα αλευροσκούληκο δε χωνευθεί σύντομα μετά την κατανάλωση, μπορεί να μασήσει το στομάχι και να διαφύγει, σκοτώνοντας το ερπετό. Αυτό
Έχει αποδειχθεί πειραματικά πως δεν ισχύει.

Τα αλευροσκούληκα λοιπόν δε μπορούν να σκαρφαλώσουν σε λείες επιφάνειες, ούτε να τρέξουν πολύ γρήγορα, μπορούν όμως να σκάψουν ή να χωθούν σε κάποια απροσπέλαστη γωνία, γι’αυτό, εάν το τερράριο είναι πολύπλοκο, πολλοί κάτοχοι ερπετών τα προσφέρουν σ’ένα ρηχό μπολ. Επειδή είναι πιο αργοκίνητα απ’τους γρύλλους, τις μύγες ή τις κατσαρίδες, μπορεί να μην προσελκύουν την προσοχή κάποιων ερπετών αμέσως, ένας λόγος για τον οποίον κάποιοι δεν τα αγαπούν ως Τροφή, αλλά στο τέλος το ερπετό τα αντιλαμβάνεται και επιτίθεται. Στη δική μου περίπτωση ωστόσο και σε πολλές άλλες τα σκουλήκια αυτά τρώγονται σχεδόν αμέσως. Επειδή όμως, όπως τα περισσότερα έντομα, υπολείπονται σε ασβέστιο, πριν την προσφορά τους στα ερπετά θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου ή και πολυβιταμινών αν χρειάζεται. Ένα καλό τάισμα επίσης πριν με βιταμινούχο τροφή όπως λαχανικά και φρούτα (gut loading) μπορεί ν’αυξήσει τη θρεπτική τους αξία. Αλευροσκούληκα τρώνε διάφορα ψάρια, σχεδόν όλα τα αμφίβια, εντομοφάγες σαύρες, τα ελάχιστα εντομοφάγα φίδια που υπάρχουν, νεροχελώνες και παμφάγα χερσαία είδη χελωνών, εντομοφάγα πουλιά, σαρκοφάγα αρθρόποδα όπως ταραντούλες ή σαρκοφάγα έντομα όπως αλογάκια της Παναγίας, και εντομοφάγα θηλαστικά όπως
Σκαντζόχοιροι
Και τρωκτικά. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως δολώματα στο ψάρεμα και ως τροφή για πουλερικά όπως κότες και πάπιες, ή για την προσέλκυσηάγριων ωδικών πτηνών σε σταθμούς σίτισης.

Τα έντομα αυτά είναι απ’τα ευκολότερα στην εκτροφή ή καλλιέργεια. Χρειάζονται απλώς ένα ρηχό και πλατύ δοχείο με υπόστρωμα, το οποίο λειτουργεί συγχρόνως και ως τροφή, και σχεδόν τίποτε άλλο. Το καπάκι στο δοχείο είναι προαιρετικό, γιατί τα έντομα αυτά δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες, κι ως σκαθάρια σπανιότατα πετούν, κι αν υπάρχει θα πρέπει να’ναι διάτρητο ή από σίτα για καλό αερισμό. Το υπόστρωμα μπορεί να είναι 2-10 εκατοστά, ανάλογα με τον αριθμό των εντόμων, την επιφάνεια του δοχείο κλπ, και μπορεί ν’αποτελείται από κάτι σιτηρώδες πλούσιο σε άμυλο όπως πίτυρο, βρώμη, τριμμένη φρυγανιά κλπ. Συμπληρωματικά μπορούν να τοποθετούνται κομμάτια παλιού ψωμιού ή ξηρών ζυμαρικών στην επιφάνεια, ενώ για υγρασία κατάλληλα είναι φρούτα και λαχανικά όπως μαρούλι, χόρτα, καρότο, αγκούρι, μήλο, μπανάνα, και πατάτα ως κάτι πιο αμυηλώδες. Οι υγρές τροφές θα πρέπει ν’αφαιρούνται αν αρχίζουν να μουχλιάζουν, γιατί τότε μπορεί να βλάψουν όλη την αποικία, και για να μη βρέχεται το υπόστρωμα καλό είναι να βρίσκονται πάνω σ’ένα κομμάτι χαρτιού ή κάτι παρόμοιο, αλλά αν είναι μικρά τα κομμάτια συνήθως τρώγονται ολόκληρα γρήγορα και δεν υπάρχουν τέτοια προβλήματα. Όπως όλα τα έντομα, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι ανάλογος της θερμοκρασίας, σε υψηλότερες θερμοκρασίες δηλαδή είναι ταχύτερος. Το πρώτο στάδιο της ζωής του αλευροσκούληκου είναι το αβγό, που γεννιέται απ’το ενήλικο θηλυκό σκαθάρι μήκους 2 χιλιοστών και πλάτος 0,9 χιλιοστών, λευκό που με τη σκόνη γίνεται κιτρινωπό. Το αβγό στις συνήθεις θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς εκκολάπτεται σε 10-12 μέρες σε μια μικροσκοπική προνύμφη, η οποία τρέφεται απ’το υπόστρωμα. Πρακτικά στα πρώτα αυτά στάδια τα έντομα είναι αόρατα, μιας και πολύ δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν μέσα στο υλικό κι αυτό στην πράξη δε χρειάζεται. Όπως σ’όλα τα αρθρόποδα, η ανάπτυξη γίνεται σε στάδια, με αποβολή του παλαιότερου εξωσκελετού κι ανάπτυξη αμέσως μετά, μέχρι τη σκλήρυνση του επόμενου. Η προνύμφη, που παραμένει στο στάδιο αυτό για περίπου 12-54 μέρες, περνά από 9-20 τέτοια στάδια μέχρι να φτάσει στο στάδιο της χρυσαλίδας, νύμφης ή κουκουλιού (pupa), όπου συσπειρώνεται, χάνει το σκληροτοποιημένο θώρακά της και μένει ακίνητη στην επιφάνεια συνήθως του υποστρώματος για περίπου 20 μέρες. Τα στάδια της προνύμφης και της νύμφης μπορούν να επιμηκυνθούν για μήνες εάν τα έντομα ψυχθούν στο ψυγείο ή διαχειμάσουν στη φύση. Η καλύτερη φάση προνύμφης για χρήση είναι η μεγαλύτερη δυνατή, γύρω στα 2 εκατοστά. Ορισμένοι εκτροφείς έχουν χορηγήσει στις προνύμφες τους ορμόνες νεότητας εντόμων ώστε τεχνητά να τις μεγαλώσουν περισσότερο, κάνοντάς τες όμως ανίκανες για αναπαραγωγή, αν και σήμερα είναι διαθέσιμος κι ο μεγαλύτερος συγγενής του αλευροσκούληκου, το Zophobas morio.

Όσο τα κουκούλια αναπτύσσονται, καφετιάζουν περισσότερο, και στο τέλος εκδύονται κι αναδύονται τα ενήλικα σκαθάρια, σχεδόν κρεμώδους χρώματος στην αρχή και μαλακά, έπειτα καφετιάζουν και σκληρωτοποιούνται, και σε 10 μέρες θά’χουν γίνει μαύρα, γυαλιστερά, σκληρά κι έτοιμα για αναπαραγωγή. Τρέχουν πολύ γρήγορα, αλλά σπάνια πετούν και δε σκαρφαλώνουν σε λείες επιφάνειες, οπότε είναι δύσκολο να ξεφύγουν. Κατά την αναπαραγωγική διαδικασία το αρσενικό κυνηγά το θηλυκό μέχρι αυτό να σταματήσει, έπειτα ανεβαίνει πάνω του γυρίζοντας τον αιδοιαγό του (πέος των εντόμων) κάτω απ’το θηλυκό κι αφήνοντας τους σπερματοφόρους σάκους (τα χερσαία αρθρόποδα δεν έχουν το σπέρμα τους σε υγρό, αλλά σε μικρούς στερεούς σάκους). Έχει ακόμα παρατηρηθεί ότι το αρσενικό φυλάγει το θηλυκό για ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά για να μη ζευγαρώσει μ’άλλα αρσενικά, συμπεριφορά πολύ ασυνήθιστη για έντομο. Το θηλυκό λοιπόν έπειτα σκάβει στο υπόστρωμα και γεννά 500 περίπου αβγά, και ο κύκλος επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές. Ο μέσοςο όρος ζωής του σκαθαριού είναι 80 μέρες, και θεωρητικά κι αυτή η φάση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για ερπετά, αλλά είναι σκληρότερη και πολλά είδη δεν την προτιμούν. Ορισμένα είδη, όπως οι γενειοφόροι δράκοι κι άλλα είδη δράκων, σκίγκων και κάποιων ερημόβιων γκέκο όπως οι τερατοσκίγκοι, τρώνε χωρίς πρόβλημα τα σκαθάρια.

Έχουν επινοηθεί διάφορα συστήματα καλλιέργειας αυτών των εντόμων για τον περιορισμό των απωλειών. Ο λόγος είναι διότι τα κουκούια είναι ευάλωτα σε επίθεση και απ’τις προνύμφες και απ’τα σκαθάρια, ενώ επίσης τα αβγά χάνονται κατά το καθάρισμα. Η αποικία δε θα πρέπει να καθαρίζεται συχνά, αφού τα περιττώματα είναι ξηρά και δεν προκαλούν κανένα πρόβλημα, ενώ η αποσύνθεση τω νεκρών εντόμω είναι αμελητέα, με τα έντομα αυτά ν’αποξηραίνονται εύκολα στο ξηρό περιβάλλον της αποικίας. Οι νεκρές προνύμφες και κουκούλια αφυδάτώνονται και μαυρίζουν, οπότε μπορούν ν’αφαιρεθούν προαιρετικά, ενώ τα σκαθάρια μένουν όπως είναι, απλώς ακίνητα κι αποξηραμένα. Υπάρχουν φορές ωστόσο που θα χρειαστεί να καθαριστεί η αποικία για να φύγουν όλα τα άχρηστα περιττώματα και ν’ανανεωθεί όλο το υπόστρωμα, με τον πλέον εύκολο τρόπο το άδειασμα όλης της αποικίας σ’ένα ψιλό κόσκινο, πάνω στο οποίο θα μείνουν μόνο τα έντομα και λίγη τροφή. Στην περίπτωση που η αποικία περιέχει όλες τις φάσεις ανάπτυξης, τα αβγά θα φύγουν μαζί με τα σκουπίδια, γι’αυτό καλό είναι μέρος των σκουπιδιών να κρατηθεί μαζί με νέα τροφή ώστε να εκκολαφθεί ό,τι υπάρχει εάν υπάρχει. Για την εξάλειψη αυτής της δυσκολίας, συχνά γίνεται καλλιέργεια σε δύο δοχεία, ένα για τις προνύμφες κι ένα για τα σκαθάρια. Τα κουκούλια ή όσα νεαρά σκαθάρια επιβιώνουν μεταφέρονται σ’ένα άλλο πανομοιότυπο δοχείο, όπου αναπαράγονται κι έπειτα πεθαίνουν ή ταΐζονται στα ερπετά. Από εκεί έπειτα θα εμφανιστούν οι νέες προνύμφες. Σύμφωνα με μια άλη μέθοδο που διάβασα, τα σκαθάρια κρατούνται μέσα σ’ένα μικρό κουτί επενδεδυμένο με υγρό χαρτί, μαζί με λίγη τροφή για μερικές μέρες με επαναλήψεις της διαδικασίας πολλές φορές, και τα νεαρά αλευροσκούληκα μεταφέρονται προσεκτικά στο δοχείο ανάπτυξης, αν και μου φάνηκε αδικαιολόγητα πολύπλοκη. Επειδή σε ορισμένες περιόδους της αποικίας οι διαθέσιμες προνύμφες θά’ναι λίγες, ενώ άλλοτε παράγονται πολύ περισσότερες απ’όσες θα χρειαστούν για τάισμα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή γι’αναπαραγωγή, καλό είναι αρκετές να ψύχονται για το διάστημα που δεν υπάρχουν μεγάλες διαθέσιμες στην αποικία.

Ο κυριότερος εχθρός των αποικιών αυτών των εντόμων είναι η υγρασία, η οποία μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη δύο επιβλαβών οργανισμών, ακαρέων και μούχλας. Τα ακάρεα είναι μια πολυπληθής ομάδα αραχνοειδών εξελιγμένα να ζουν παντού, και τα συγκεκριμένα που αναπαράγονται στις αποικίες αγαπούν την υγρασία και τη θρεπτική τροφή, και είναι μικροσκοπικά, σαν κινούμενη σκόνη. Δεν παρασιτούν στα αλευροσκούληκα ούτε έχουν σχέση με τα ακάρεα που παρασιτούν στα ερπετά, αλλά αν ο πληθυσμός τους είναι υπερβολικός μπορεί να επιβαρύνουν την αποικία με τον ανταγωνισμό τους. Η μούχλα είναι μύκητες διαφόρων ειδών, κάποιοι εκ τωνν οποίων παράγουν αμυντικές τοξίνες, κι Επειδή είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε αν το συγκεκριμένο είδος μύκητα που προσέβαλε την αποικία δεν είναι βλαβερό, δεν ταΐζουμε τίποτα απ’την αποικία στα ερπετά, αλλά την καταστρέφουμε. Ίσως αν υπάρχει καθαρό μέρος στην αποικία και πολλά υγιή σκουλήκια μπορούμε να τα κρατήσουμε και να συνεχίσουμε από εκεί. Ένα άλλο, πολύ σπανιότερο παράσιτο είναι ο σκόρος των σιτηρών (Plodia interpunctella), μια μικροσκοπική πεταλουδίτσα που ενδέχεται να προσβάλλει ψωμιά κι άλλα δημητριακά στο σπίτι. ΟΙ προνύμφες της είναι μικροσκοπικές, με κύριο ορατό σημείο τους τους μετάξινους ιστούς που υφαίνουν πριν κάνουν κουκούλι. ΟΙ πεταλούδες είναι τριγωνικού γενικού σχήματος και πετούν.

Δύο κηροσκούληκα (Galleria mellonella 15/4/2013, το ίδιο βράδυ φαγώθηκαν.

Το δεύτερο έντομο είναι το κυροσκούληκο ή μελοσκούληκο, προνύμφη της μεγάλης πεταλούδας του κεριού Galleria mellonella. Υπάρχει και η μικρή πεταλούδα του κεριού Achroia grisella, αλλ’αυτή δε χρησιμοποιείται ως ζωντανή τροφή. Οι πεταλούδες αυτές, μαζί με την πεταλούδα των σιτηρών που ανέφερα παραπάνω, είναι οι γνωστότερες της οικογένειας των πυραλιδών (pyralidae). Στη φύση το είδος αυτό ζει στις κυψέλλες των μελισσών τρεφόμενο με κερί και μέλη, και σε μεγάλους αριθμούς γίνεται σοβαρό παράσιτο, εμποδίζοντας την ομαλή λειτουργία τους. Οι προνύμφες τρέφονται κάτω από την επιφάνεια της κηρίθρας, ώστε να μη γίνονται αντιληπτές απ’τις μέλισσες, και πίσω τους αφήνουν μια στοά με μετάξινες ίνες, με τις οποίες προσδένονται στο υλικό. Μία κυψέλη παρασιτίζεται από το έντομο όταν μια ενήλικη θηλυκή πεταλούδα κατεβαίνει κατακόρυφα και γεννά τα αυγά της στην κηρίθρα. Επειδή πρέπει να προσγειωθούν κατακόρυφα, η προφύλαξη των κυψελών είναι εύκολη, καλύπτοντάς την απλώς από πάνω. Το χρησιμοποιούμενο στάδιο εδώ είναι οι προνύμφες ή κάμπιες, που είναι παχιές, με 3 ζεύγη θωρακικών ποδιών κι άλλα 4 ζεύγη παραποδίων ή βοηθητικών άκρων από το 3ο μέχρι το 6ο τμήμα της κοιλιάς, κρεμώδους χρώματος με σκούρο κεφάλι και άκρες ποδιών, μήκους 2-3 εκατοστών. Δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες, κινούνται ασταθώς και δεν έχουν έντονο το ένστικτο της κατεύθυνσης ή του κρυψίματος, γι’αυτό είναι αρκετά εύκολα στη σύλληψη στο τερράριο. Η ίδια μεγάλη ομάδα ερπετών, λοιπών σπονδυλωτών και αρθρόποδων μπορεί να τα φάει, αλά τα συγκεκριμένα έντομα σπάνια χρησιμοποιούνται ως βασική τροφή, διότι περιέχουν πολύ λίπος (γύρω στο 40%) κι επομένως είναι αρκετά παχυντικά, κι εξαιτίας αυτού γίνονται εθιστικά στα ερπετά, όπως σ’εμάς γίνονται τα γλυκά για παράδειγμα. Ωστόσο είναι η ιδανική τροφή για ερπετά που πρέπει να πάρουν βάρος, θηλυκά σε αναπαραγωγή, πριν τη χειμέρια νάρκη, συμπληρωματικά κατά την ανάπτυξη και κατά τη διαδικασία εξημέρωσης ενός φοβισμένου ζώου, το οποίο θα μας συνδυάσει μ’αυτό το εύγευστο φαγητό και θα πλησιάζει πιο εύκολα στο χέρι μας όταν βρισκόμαστε κοντά του. Όπως όλα τα έντομα, και τα κηροσκούληκα θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το καλοτάισμα με κάποια θρεπτική τροφή δε χρειάζεται γιατί τα έντομα αυτά ήδη είναι θρεπτικά, κι άλλωστε σ’αυτό το είδος είναι αδύνατο εξαιτίας των ιδιαίτερών του διατροφικών αναγκών.

Οι ιδιαίτερες αυτές ανάγκες τό’χουν κάνει σχετικά ανεπιθύμητο στην εκτροφή για πολλούς ερπετοχομπίστες, αφού είναι πολύ πιο εύκολη η αγορά μιας συγκεκριμένης ποσότητας, που έτσι κι αλλιώς θα χρησιμοποιείται αραιά. Τα εμπορικά κηροσκούληκα διατίθενται ψυγμένα μέσα σε πριονίδι, όπου μπορούν να ζήσουν έτσι ως και για 5 μήνες χωρίς πρόβλημα. Η εκτροφή τους απ’την άλλη θα πάρει περισσότερο χρόνο, θα χρειαστεί ιδιαίτερο υπόστρωμα, αλά θα δώσει πολλά περισσότερα έντομα. Για το υπόστρωμα έχουν αδικαιολόγητα γραφτεί πολλές και διάφορες πολύπλοκες συνταγές που τό’χουν αναδείξει σε ειδική τέχνη. Τα βασικά του συστατικά στην πραγματικότητα είναι αλεύρι ή πίτυρο και μέλι, στην ποσότητα που θα κάνει το υλικό υγρό, αλλά εύθραυστο αν συμπιεστεί.

Η εκτροφή ξεκινά με την τοποθέτηση μερικών κηροσκουλήκων σ’ένα δοχείο με λίγους πόντους τέτοιου υποστρώματος και μερικά κάθετα κομμάτια χαρτονιού από χαρτοκιβώτια. Επειδή θα βρίσκονται ήδη στα τελευταία στάδια της προνύμφης, σύντομα, σε 2-3 βδομάδες, οι προνύμφες θα υφάνουν ένα κουκούλι στο οποίο θα παραμείνουν για 1-2 βδομάδες, κι έπιτα θα εξέλθουν ως μικρές καφέ πεταλούδες (σκόροι). Το στάδιο του ενήλικου εντόμου σ’αυτό και σε πολλά άλλα είδη μικρής πεταλούδας, π.χ. στους μεταξοσκώληκες, κι άλλων εντόμων έχει απλοποιηθεί μόνο για το σκοπό της αναπαραγωγής, γι’αυτό και οι πεταλούδες αυτές δεν έχουν λειτουργικό πεπτικό σύστημα. Σκοπός τους είναι να ψάξουν το αντίθετο φύλο, να ζευγαρώσουν και να πεθάνουν. Τα θηλυκά γεννούν ως και 1600 αβγά στις ρωγμές του χαρτονιού, όπως θά’καναν στις κηρίθρες στη φύση, και μετά από 4-5 μέρες σε θερμοκρασία γύρω στους 25 βαθμούς τα αβγά εκκολάπτονται. Οι πεταλούδες μπορούν να ταϊστούν σε ζώα που προτιμούν γρήγορα ή ιπτάμενα έντομα, όπως δενδρόβια γκέκο, χαμαιλέοντες, δεντροβατράχους, δενδρόβιες ταραντούλες, αλογάκια της Παναγίας κλπ. Όταν λοιπόν έχουν μεγαλώσει λίγο οι νεαρές προνύμφες, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγαλύτερο δοχείο με νέο υπόστρωμα, όπου θα συνεχίσουν την ανάπτυξη, η οποία γίνεται σε 7 στάδια και διαρκεί 4-6 εβδομάδες. Οι περισσότερες έπειτα μπορούν να ψυχθούν για μελλοντική χρήση αφού έχουν φτάσει το τελικό τους μέγεθος, και λίγες μπορούν να μείνουν για την αναπαραγωγή. Οι προνύμφες από εκτροφή είναι πολύ κινητικότερες από τις αγορασμένες, γιατί οι πρώτες έχουν περισσότερη ενέργεια γιατί τρώνε.Δεν είναι και τόσο δύσκολη η εκτροφή τους τελικά.

Δεν τα τρώνε όμως μόνο τα ερπετά ή τα λοιπά εντομοφάγα ζώα αυτά τα έντομα, μπορεί να τα καταναλώσει και ο άνθρωπος. Και τα δύο παραπάνω είδη, και φυσικά πολλά άλα, θεωρούνται πολύ θρεπτικές τροφές όσον αφορά την πρωτεΐνη και το λίπος που περιέχουν, και γι’αυτό έχουν προταθεί ως κατάλληλες τροφές για φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες. Τα στοιχεία για τη θρεπτική αξία του αλευροσκούληκου παραπάνω τα πήρα από μια τέτοια μελέτη. Μπορεί εμάς να μας φαίνεται σήμερα παράξενη η βρώση εντόμων, αλλά στην πραγματικότητα ιστορικά οι περισσότεροι λαοί έτρωγαν έντομα. Ακόμα και σήμερα, σε τροπικές περιοχές όπως στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική, στην Αυστραλία, στη ΝΑ Ασία, αλλά και στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία, διάφορα έντομα καταναλώνονται συχνά. Αλλά και ιστορικά πολύ περισσότεροι λαοί έτρωγαν έντομα. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για παράδειγμα έτρωγαν τα τζιτζίκια ψητά κανονικά. Κάποτε τα έθιμα αυτά εξαφανίστηκαν απ’την Ελλάδα, ίσως ως συνέπεια της επίδρασης του πολιτισμού της Μέσης Ανατολής, αλλ’αυτό είναι άλλη ιστορία. Γενικώς πάντως σήμερα ο δυτικός πολιτισμός βασίζεται στα ενεργοβόρα εκτρεφόμενα ζώα για την πρωτεΐνη του, γι’αυτό περιφρονεί όλες τις άλλες επιλογές. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι κάτι το τόσο περίεργο να τρώμε έντομα. Ήδη τρώμε τα αρθρόποδα της θάλασσας, τις γαρίδες, τους αστακούς κλπ, θεωρώντας τα μάλιστα τροφές πολυτελείας, κι από στεριανά ασπόνδυλα τρώμε Σαλιγκάρια, Τα οποία επίσης θεωρούμε τροφές πολυτελείας. Τα έντομα στην πραγματικότητα είναι παρόμοιας θρεπτικής αξίας με τα κανονικά κρέατα, με τα πλεονεκτήματα ότι χρειάζονται πολύ λιγότερο χώρο για την καλλιέργειά τους, μπορούν να τραφούν με παραπροΪόντα της γεωργίας και μετατρέπουν πολύ πιο αποτελεσματικά την προσφερόμενη τροφή σε κρέας απ’ό,τι τα εκτρεφόμενα ζώα. Παρόλα αυτά, δε γνωρίζω κάποιο πρόγραμμα καλλιέργειας εντόμων σε αναπτυσσόμενη ή ανεπτυγμένη χώρα ακόμα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Αλευροσκούληκα:
άρθρο για το αλευροσκούληκο στην αγγλική Wikipedia
εκτροφή αλευροσκουλήκων
Των κανονικών και των μεγαλύτερων (Zoophoba morio).
Abigale’s edibles,
Σελίδα για την εκτροφή αλευροσκουλήκω και τη χρήση τους για ανθρώπινη κατανάλωση.
το κίτρινο αλευροσκούληκο ως νέα πηγή πρωτεΐνης
ποικιλομορφία του ρυθμού ανάπτυξης στα αιχμάλωτα είδη: η περίπτωση του λεοπαρδαλώδους γκέκο (pdf)
Κηροσκούληκα:
άρθρο για το κηροσκούληκο στην αγγλική Wikipedia
εκτροφή κηροσκουλήκων
ο κύκλος ζωής του κηροσκούληκου

Ενημέρωση 28/11/2015: Οι ανάγκες μου σε αλευροσκούληκα έχουν αυξηθεί, αφού ταΐζω κι άλλα ζώα. Με τέτοια ταΐζω το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps), ο οποίος μπορεί να φάει έως και 45 τη φορά, κι επίσης τέτοια έτρωγε ο τερατοσκίγκος (Teratoscincus roborowskii) και ο κερασφόρος βάτραχος (Ceratophrys cranwelli), όταν ήταν μικρότερος. Το λοφιοφόρο γκέκο εξακολουθεί να τα τρώει, αλλλά γενικώς προτιμά τα γρηγορότερα έντομα όπως τους γρύλλους και τις κατσαρίδες. Όταν τρώει αλευροσκούληκα, τρώει συνήθως 6-7 τη φορά. Έχω προσέξει ότι αργεί να τα χωνέψει σε σχέση με άλλα έντομα εξαιτίας της σκληρότητάς τους, ιδίως σε χαμηλότερες θερμοκρασίες. Επίσης περιστασιακά του δίνω και ενήλικα σκαθάρια, είτε όπως είναι είτε με κομμένα έλυτρα, για να είναι μαλακότερα, αν και δεν έχει πρόβλημα. Το Isle of Eco ασχολείται με τα περί της κομποστοποίησης. Το κομμάτι που αφορά τα κατοικίδια εξελίχθηκε στο feeders.gr, ένα μεγάλο pet shop με μεγάλη εξειδίκευση στα ερπετά, που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων για τροφή.
Επειδή λοιπόν οι ανάγκες μου έχουν αυξηθεί, προσπαθώ να φτιάξω αποικία. Στα παρακάτω βίντεο θα δείτε την πρόοδο μιας αποικίας, η οποία στο τέλος έβγαλε ελάχιστα σκαθάρια, παρόλο που τα κουκούλια ήταν πολλά. Το ίδιο ακριβώς είχα πάθει και το καλοκαίρι, οπότε είχα pιάσει δίπλα στα έντομα τον πιθανότατο ένοχο, ένα σαμιαμίδι. Σαμιαμίδια (Hemidactylus turcicus) τριγυρνούν στο χώρο όπου εκτρέφω τα έντομα, και ίσως τα τρώνε. Οπότε για να έχω αποικία, θα πρέπει να την καλύψω με σίτα (έως τώρα δεν τις σκέπαζα, αφού τα έντομα δε φεύγουν και ήθελα να έχω πλήρη αερισμό προς αποφυγή παντός κακού). Ήδη έχω δημιουργήσει μία νέα μικρή αποικία, με πολύ πίτουρο και αρκετές προνύμφες. Παρακάτω παραθέτω τα βίντεο:

Προνύμφες και λίγακ ουκούλια, 14/10/2015:

Τα περισσότερα κουκούλια, 5/11/2015:

Προς αναζήτηση των σκαθαριών, 18/11/2015:

Οι ανάγκες μου σε μελοσκούληκα δεν έχουν αυξηθεί πολύ. Πού και πού αγοράζω και δίνω στο λοφιοφόρο γκέκο και στο γενειοφόρο δράκο, αλλά μπορεί να κάνω και μια αποικία απ’αυτά δοκιμαστικά.

Ενημέρωση 28/4/2016: Τελικά έβγαλα περίπου 150 σκαθάρια το Δεκέμβριο, τα οποία έβαλα σε νέο κουτί με πίτουρο, σε θερμοκρασία 24-29 βαθμών, όπου αναπαρήχθησαν και βγήκαν πολλά μικρά. Τάιζα τα σκαθάρια συμπληρωματικά με φρούτα όπως μήλο, αχλάδι ή μπανάνα για ενυδάτωση και βιταμίνες, ενώ για επιπλέον πρωτεΐνη έδινα τροφή ψαριών σε νυφάδες και περιστασιακά κάπιο νεκρό έντομο, όπως προνύμφη σκαθαριού Pachnoda, το οποίο το έκοβα λίγο για να μπορούν να μπουν μέσα και την άλλη μέρα το είχαν αδειάσει όλο. Τα πρώτα μικρά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά το Φεβρουάριο, και μεγάλωσαν πολύ γρήγορα. Πιστεύω πως η συμπληρωματική πρωτεΐνη τα ωφέλησε αρκετά. Ο αριθμός των προνυμφών που έχω τώρα είναι πολύ μεγάλος, κι αργούν να τελειώσουν, ακόμα και με το γενειοφόρο δράκο που τρώει 40-70 τη φορά. Χθες χώρισα τα νέα σκαθάρια, 75 περίπου στον αριθμό, σε καινούργιο κουτί. Είναι τελικά το ευκολότερο έντομο στην εκτροφή. Παρακάτω οι φωτογραφίες εντόμων δικής μου εκτροφής:

προνύμφες και κουκούλια Tenebrio molitor 27/4/2016

σκαθάρια Tenebrio molitor 27/4/2016

Το γλαστράκι με το ωραιόφυλλο στο γραφείο μου λίγο πριν το μεταφυτεύσω, περίπου μια βδομάδα πριν.

Πριν λίγο καιρό, έκανα μια ανακατάταξη σε μια σειρά γλαστρών που είχα στο περβάζι του παραθύρου στο μπαλκόνι. Επειδή περιείχαν φυτά παρόμοιων απαιτήσεω και σχετικά μικρού μεγέθους, τα μεταφύτευσα σε μια μεγαλύτερη ζαρντινιέρα στην ίδια θέση ώστε να χρησιμοποιώ λιγότερα μπεκάκια το καλοκαίρι στο
Αυτόματο πότισμα.
Τα φυτά ήταν ένα
Ιππέαστρο
Και μία
μέντα
που όμως ήταν αρκετά παρηκμασμένη και δεν την κράτησα τελικά. Έτσι έψαξα για φυτά που δε χρειάζονται απαραίτητα έκθεση στον ήλιο για να γεμίσω το κενό, γιατί το σημείο αυτό λίγες ώρες το πιάνει ο ήιος μόνο το απόγευμα και τα περισσότερο ηλιόφιλα φυτά στρέφονται έντονα προς τον ήλιο όταν βρίσκονται σ’εκείνη τη θέση, κι ένα κατάλληλο ήταν το ωραιόφυλλο. Ωραιόφυλο ήθελα να πάρω εδώ και καιρό, επειδή μ’άρεσαν τα έντονα χρωματισμένα του φύλλα, αλλά γενικώς δεν ήταν πρώτη προτεραιότητά μου. Αγόρασα λοιπόν ένα μικρό πρόσφατα, το οποίο βλέπετε στη φωτογραφία πάνω.

Το ωραιόφυλλο είναι πολυετές φυτό, αλλά συχνά στο κλίμα μας το χειμώνα, αν δεν προστατευτεί, παγώνει κι έτσι συμπεριφέρεται στην καλλιέργεια ως μονοετές. Το συγκεκριμένο πιστεύω πως θα επιζήσει επειδή βρίσκεται σε σχετικά προστατευμένη θέση, και γενικά στη Θεσσαλονίκη δεν κάνει πολύ κρύο, αλά πάλι για καλό και για κακό ένα μόσχευμα θα παίρνω κάθε φθινόπωρο. Είναι φυτό της οικογένειας των χειλανθών (lamiaceae), όπως και το
Φασκόμηλο,
ο
Βασιλικός,
Η μέντα, κι άλα, με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της οικογένειας – τετραγωνικοί βλαστοί με αντίθετα οδοντωτά φύλλα, κάλυψη από τριχίδια κι άνθη σε σταχυοειδείς ταξιανθίες πάνω απ’το φύλλωμα με συνενωμένα σέπαλα και πέταλα, χωρισμένα σε δύο χείλη κι οργανωμένα κατά ψευδοσπονδύλους, δηλ. δύο ξεχωριστές ομάδες ανθέων στο ίδιο επίπεδο που δίνουν την εντύπωση ενός σπονδύλου. Το επιστημονικό όνομα του συγκεκριμένου φυτού είναι Solenostemon scutellarioides, παλαιότερα γνωστό ως S. blumei και μια παραλλαγή του ως S. Pumilus, ενώ παλαιότερα άνηκε στο σήμερα διασπασμένο κι ανύπαρκτο γένος Coleus (κωλεός), γι’αυτό και στ’αγγλικά το «coleus” είναι η κοινή ονομασία του φυτού. Εμείς εφηύραμε πιο εύστοχο και περιγραφικό όνομα.

Το φυτό αυτό αρχικά ήταν ιθαγενές των τροπικών περιοχών της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενώ μέλη του ίδιου γένους μπορούν να βρεθούν εκτός από τις τροπικές περιοχές της Ασίας, και στις τροπικές περιοχές της Αφρικής, της Αυστραλίας και πολλών ενδιάμεσων νησιών. Σήμερα ωστόσο το είδος έχει εξαπλωθεί χάρη στον άνθρωπο και σ’άλλα μέρη του κόσμου με κατάλληλο κλίμα, π.χ. στην τροπική Αμερική. Είναι θάμνος ξυλώδης στη βάση ύψους 0,5-1 μέτρου και σχεδόν τόσου πλάτους, ενώ σπανιότερα μπορεί να φτάσει τα 2 μέτρα. Τα τριχίδια που τον καλύπτουν είναι σκληρά και πιο μακριά σε σχέση μ’αυτά άλλων γνωστών φυτών της ίδιας οικογένειας, δίνοντάς του την άλλη αγγλική κοινή ονομασία της ζωγραφισμένης τσουκνίδας (painted nettle), αλλά φυσικά δεν τσιμπάνε. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ωστόσο τα χρωματιστά στο κέντρο φύλλα του, με χρώματα όπως κόκινο, ιώδες, ρόδινο, πορτοκαλί διαφόρων αποχρώσεων. Πάνω στο χρώμα, το σχήμα και τον κυματισμό του φύλλου έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα, σε οποιοδήποτε κλίμα, απλώς όπως είπα στις ψυχρότερες περιοχές θα χρειαστεί προστασία το χειμώνα. Ευδοκιμεί καλύτερα σε υγρό και πλούσιο έδαφος με καλή αποστράγγιση και πολύ φως, αν κι ο υπερβολικός ήλιος μπορεί ν’ατονίσει τα χρώματα ορισμένων ποικιλιών. Μπορεί να κλαδευτεί για πιο στρογγυλό σχήμα. Σε κατάλληλες συνθήκες το φυτό ανθίζει με μικρές ιώδεις ταξιανθίες, οι οποίες όμως ξοδεύουν πολλή ενέργεια απ’το φυτό και γι’αυτό πολλοί καλλιεργητές τις κόβουν. Μετά την άνθιση ή μετά από μερικά χρόνια ανάπτυξης, το φυτό ψηλώνει πολύ κι αραιώνει, οπότε θα χρειαστεί ένα καλό κλάδεμα για την ανανέωσή του. Πολλαπλασιάζεται εύκολα, είτε με σπόρο από τις κάψες που σχηματίζονται μετά τη γονιμοποίηση των ανθέων, ο οποίος για να βλαστήσει χρειάζεται φως κι έτσι θα πρέπει να τοποθετηθεί στην επιφάνεια ελαφρού χώματος, και σε δύο βδομάδες μετά τη βλάστηση τα νέα φυτά θ’αρχίζουν να εμφανίζουν το χρώμα τους, είτε με μοσχεύματα που ριζώνουν εύκολα χωρίς ορμόνη ριζοβολίας, τα οποία μπορούν να τοποθετηθούν είτε πρώτα στο νερό μέχρι να ριζώσουν, είτε απευθείας στο έδαφος.

Το φυτό, όπου καλλιεργήθηκε, γενικώς δεν είχε κάποια άλλη χρήση πέρα από καλλωπιστικό. Οι Ινδιάνοι Μαζατέκοι του Μεξικού ωστόσο υποστηρίζουν ότι το φυτό έχει παραισθησιογόνες ιδιότητες όπως η γηγενής εκεί
Salvia divinorum,
Και το χρησιμοποιούν σαμανικά. Το φυτό αυτό δενέχει μελετηθεί από την επιστήμη διεξοδικά για πιθανές τέτοιες ιδιότητες, που προφανώς δεν έχει. Πιθανότατα όποια αποτελέσματα επέρχονται στους χρήστες του είναι απόρροια του
Φαινομένου placebo,
Η προφανής δράση δηλαδή μιας αδρανούς ουσίας μέσω καθαρά αυθυποβολής. Αυτό μάλλον ισχύει, επειδή συνήθως αναφέρονται πολύ ελαφριά αποτελέσματα έπειτα από κατανάλωση τεραστίων ποσοτήτων φύλλων, π.χ. 80 μεγάλα, ενώ γενικώς οι απόψεις διίστανται, και διάφοροι υποστηρίζουν ότι μπορούν νά’χουν ψυχοενεργά αποτελέσματα από το τσάι πολλών φύλλων ή απ’το χυμό τους, από το κάπνισμά τους, άλλοι επιμένουν ότι μόνο τα φρέσκα έχουν ιδιότητες κι άλλοι ότι τα ξερά. Το θέμα είναι πολύ μπερδεμένο, κι επειδή υπάρχουν τόσες πολλές απόψεις και τα’αποτελέσματα είναι αμφιλεγόμενα, πιθανόν όλος ο χαμός είναι τελικά ένα πλακέμπο. Το φυτό πάντως δε θεωρείται τοξικό αν καταναλωθεί από ζώα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Καλλιέργεια του ωραιόφυλλου
Άρθρο για το ωραιόφυλλο στην αγγλική Wikipedia
Ενότητα για το ωραιόφυλλο στο erowid

Παλαιότερα είχα κάνει μια δημοσίευση για το
Μεσογειακό ή κοινό κυπαρίσσι
(Cupressus sempervirens), το πλέον αναγνωρίσιμο και κοινό κυπαρίσσι στη χώρα μας, ως αυτοφυές κιόλας. Τώρα θα γράψω για τρία άλλα πασίγνωστα είδη ευρείας καλλιέργειας στη χώωρα μας κι αλλού, ας τα πούμε εξωτικά, αν και στην πραγματικότητα έχουν δεκαετίες καλλιέργειας στις περιοχές μας και πλέον θεωρούνται κοινότατα, ενώ κάποια απ’αυτά έχουν προσαρμοστεί και στη φύση. Και τα τρία είδη είναι βορειοαμερικανικής προέλευσης.

Για τα κυπαρίσσια, τη μορφολογία, την εξέλιξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είχα αναφέρει εκτενώς στο άρθρο του μεσογειακού κυπαρισσιού, αν κι εδώ θα κάνω μια μικρή ανακεφαλαίωση. Όλα τα κυπαρίσσια ανήκουν στην οικογένεια των κυπαρισσιδών (cupressaceae), η οποία μπορεί να θεωρηθεί η πιο εξελιγμένη ομάδα κωνοφόρων, εννοώντας η πιο διαφοροποιημένη απ’τους αρχικούς προγόνους, βλ. δέντρα όμοια με
Αραουκάριες.
Η οικογένεια περιλαμβάνει είδη από δέντρα άνω των 100 μέτρων όπως κάποιες σεκόγιες ως μικρούς θάμνους σαν τις
Αρκεύθους.
Όπως σ’όλα τα κωνοφόρα, ο θηλυκός κώνος αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, σπειροειδώς γύρω απ’τον οποίον εκφύονται
συμπλέγματα ενός βρακτίου στη μασχάλη του οποίου βρίσκεται ο ωοθηκοφόρος βλαστός (λέπι). Η προγονική αυτή μορφή παραμένει σε πολλά μέλη της οικογένειας των πεύκων (πευκίδες), αλλά στις περισσότερες άλλες έχει τροποποιηθεί. Στα κυπαρισσοειδή τα λέπια του κώνου είναι συνήθως ασπιδόμορφα, με στενό ποδίσκο δηλαδή και πλατιά κορυφή, σαν ασπίδες με λαβή ή πλατιές ομπρέλες, ενώ το βράκτιο είναι πλήρως συνενωμένο με το λέπι, με μόνο μακροσκοπικά ορατό υπόλειμμά του μια προεξοχή στο κέντρο του λεπιού. Σε πολλά γένη ο κώνος έχει τροποποιηθεί ακόμα περισσότερο, με αντίθετα κι όχι σπειροειδή λέπια ή κι ανά σπονδύλους των τριών (άρκευθοι) ή των τεσσάρων. Το γένος των κυπαρισσιών (Cupressus) είναι λοιπόν απ’τα πιο εξελιγμένα της οικογένειας, με σφαιρικούς συμπαγείς κώνους, που αποκλείνουν αρκετά απ’τους κώνους των κωνοφόρων ώστε λέγονται κυπαρισσόμηλα, αποτελούμενους από αντίθετα ζεύγη λεπιών σε ορθή γωνία το ένα με το επόμενο, με τα τελευταία και μερικές φορές τα πρώτα μικρότερα και στείρα, που έχουν μόνο σκοπό τη διατήρηση του σχήματος του κώνου. Ο αριθμός σπόρων ανά λέπι ποικίλει ανά είδος. Οι κώνοι βρίσκονται στα λεπτά φυλλοφόρα συμπλέγματα κλαδιών, χαρακτηριστικά για τα είδη αυτά, κι ωριμάζουν συνήθως σε περίοδο άνω του ενός χρόνου. Το περισσότερο φωτοσυνθετικό φύλωμα βρίσκεται σ’αυτά τα πολύπλοκα διακλαδιζόμενα συμπλέγματα στις άκρες των κεντρικότερων κλαδιών, με φύλλα κυρίως λεπιοειδή κατά αντίθετα ζεύγη. Μεγαλύτερα φύλλα φέρουν οι κεντρικότεροι βλαστοί. Οι περισσότεροι απ’αυτούς τους μικρούς βλαστούς δεν αναπτύσονται σε μεγάλα κλαδιά, αλλ’όσο μεγαλώνει το φυτό, αναπτύσσονται τα κεντρικά τους κυρίως μέρη, και τα υπόλοιπα, εφόσον βρίσκονται στο σκιερό εσωτερικό του φυτού και δε χρειάζονται πλέον, ξεραίνονται και πέφτουν (κλαδόπτωση). Πολλά κυπαρισοειδή χρησιμοποιούν την κλαδόπτωση αντί για τη φυλλόπτωση όταν ένα μέρος τους ξεραίνεται. Εξαίτίας αυτής της πολύκλαδής ανάπτυξης, τα κυπαρίσσια έχουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα ακόμα κι αν μεγάλο μέρος τους καταστραφεί. Ο φλοιός είναι κοκκινωπός, ινώδης και σχίζεται σε κάθετες λωρίδες και το ξύλο είναι κόκκινο και πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα, γι’αυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική. Όπως όλα τα σημερινά κωνοφόρα, τα φυτά είναι ρητινώδη, γι’αυτό και σχεδόν κανένας οργανισμός δεν εισβάλει στο ξύλο τους. Το μέσο ύψος των δέντρων του γένους είναι τα 20 μέτρα. Στη νεαρή τους φάση, για τον πρώτο χρόνο ή και περισσότερο, τα κυπαρισσάκια έχουν μακριά, βελονοειδή φύλλα όπως οι πρόγονοί τους ως αταβιστικό στοιχείο (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση κατά Ερνστ Χέκελ). Επομένος όταν βλέπετε μικροσκοπικά κυπαρισσάκια με κανονικό φύλλωμα ή και κώνους, είναι σχεδόν σίγουρο πως έχουν αναπαραχθεί με μοσχεύματα (κλαδιά). Τέτοια αναπαραγωγή είναι πιο δύσκολη στα κωνοφόρα σε σχέση μ’αυτήν ανθοφόρων φυτών, αλλά εφαρμόζεται εκτεταμένα για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτω δέντρων. Μπορεί να παίρνει αρκετό χρόνο μέχρι τη ριζοβολία, αλλά το αρχικό μέγεθος του φυτού έπειτα είναι μεγαλύτερο, ενώ αυτός είναι ο μόνος τρόπος διαιώνισης ποικιλιών ή υβριδίων. Τέλος να κάνω μια σημείωση: έχει προταθεί από πολλούς ταξινομιστές τα κυπαρίσσια της Αμερικής να μετακινηθούν σε άλλο γένος, στο γένος Callitropsis, επειδή γενετικά απέχουν περισσότερο απ’τα φυτά του γένους Cupressus. Θα χρησιμοποιώ το ευρύτερο γένος Cupressus για ευκολία, μιας κι αυτό παραμένει ακόμα το περισσότερο χρησιμοποιούμενο στη βιβλιογραφία.

Μεγάλο κυπαρίσσι Αριζόνας στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Μέρος του κορμού του ίδιου δέντρου. Στη γωνία που κάνει ο κορμός κάποτε θα υπήρχε ένα άλλο κλαδί που κόπηκε παλιά. Παρά τη μεγάλη ανθεκτικότητα του ξύλου τω κυπαρισσιών, μία βαθιά τρύπα που δημιουργήθηκε εκεί έχει γίνει η φωλιά μυρμηγκιών από όσο θυμάμαι.

Νεαρό δέντρο του είδους φυτεμένο πριν λίγα χρόνια σ’άλλο μέρος της Σχολής Τυφλών, φτάνει τα 3 μέτρα.

Κλαδί φορτωμένο με κώνους του ίδιου φυτού.

Το πρώτο είδος της ομάδας είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας (επιστημονική ονομασία Cupressus arizonica), που όπως λέει το όνομά του, κατάγεται από την Αριζόνα, αλλά κι από πολλές άλλες πολιτείες των δυτικών ακτών των ΗΠΑ και του Μεξικού. Ευδοκιμεί σε ξηρές περιοχές, συχνά με έντονους ανέμους και ακραίες θερμοκρασιακές αλλαγές και είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και το κρύο. Το δέντρο έχει γεμάτη κωνική προς στηλοειδή μορφή, με ύψος που κυμαίνεται μεταξύ των 10 και 20 μέτρων, αν και συνηθέστερο είναι 12-15 μέτρα, με διάμετρο κορμού έως και τα 50 εκατοστά. Τα λεπτά κλαδιά που φέρουν το γαλαζοπράσινο φύλλωμα είναι κυλινδρικά (σε πολλά είδη είναι πεπλατυσμένα) και διακλαδίζονται τρισδιάστατα, όχι δισδιάστατα όπως το μεσογειακό είδος, με φύλλα μήκους 2-5 χιλιοστών. Οι γκριζοπράσινοι κώνοι έχουν μήκος 15-33 χιλιοστά, με 4-10 λέπια, συνήθως όμως 6-8, και παραμένουν ξηροί και κλειστοί πάνω στο δέντρο αφού έχουν ωριμάσει για χρόνια, μέχρι να πέσουν με κάποιον τρόπο ή θερμανθούν από κάποια πυρκαγιά που θα κάψει το γονέα, συχνό φαινόμενο στις περιοχές καταγωγής του είδους. Οι αφανείς αρσενικοί κώνοι έχουν μήκος 3-5 χιλιοστά κι απελευθερώνουν τη γύρη τους αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Αναγνωρίζονται 5 φυσικές ποικιλίες: Cupressus arizonica var. arizonica (νότια Αριζόνα, νοτιοδυτικό Νέο Μεξικό, νότια ως τα όροι Τσίσος του δυτικού Τέξας και τις πολιτείες Ντουράγγο και Ταμάουλιπας του Μεξικού), C. a. var. glabra (κεντρική Αριζόνα), C. A. var. Montana (δάση βελανιδιάς και πεύκου της Σιέρα Χουαρέζ και του Αγίου Πέτρου του Μάρτυρος της βόρειας Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, απειλούμενη ποικιλία), C. a. var. nivadensis (νότια Καλιφόρνια στις κωμητίείεςΚερν και Τουλάρ), και C. A. var. stephensoni (κωμητεία Σαντιέγκο της νότιας Καλιφόρνιας, απειλούμενη ποικιλία). Η γνωστότερη καλλιεργούμενη ποικιλία είναι η έντονα γλαυκίζουσα var. glabra της Αριζόνας.

Λεμονοκυπάρισσο ποικιλίας γκόλντκρεστ φυτεμένο στο δρόμο, περίπου 3 μέτρα. Το φωτογράφησα βράδυ, χωρίς κίνηση, για να μη νομίζει κανείς ότι στοχεύω κακόβουλα κάτι στο δρόμο. Ευτυχώς απ’τα δέντρα δε χρειάζεται να ζητήσεις άδεια για φωτογράφιση. Βρίσκεται πάντως λίγα μέτρα ανεβαίνοντας στην Καλιδοπούλου μετά τη Βασιλίσσης Όλγας κι αυτό το σπαστικό κίτρινο αυτοκίνητο κανενός παλιοκουμουνιστή δίπλα είναι ό,τι πρέπει για μπουρλότο!

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά του ίδιου δέντρου.

Το δεύτερο είδος είναι το εξίσου γνωστό λεμονοκυπάρισσο ή κυπαρίσσι του ΜόντερεΪ (ε. ο. Cupressus macrocarpa). Στον τόπο αρχικής του εξάπλωσης ο πληθυσμός του δέντρου έχει μμειωθεί, από ένα τεράστιο δάσος που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις των ορεινών περιοχών της δυτικής ακτής των ΗΠΑ, σε δύο μόνο σημεία της κεντρικής ακτής της Καλιφόρνιας, στο σημείο των κυπαρισσιών στην Παραλία των Βοτσάλων και στο σημείο Λόμπος κοντά στην πόλη Καρμέλ. Τα εναπομείναντα κυπαρίσσια μπορεί να’χουν ηλικία πάνω από 2000 χρόνια, συχνά με ύψος που ξεπερνά τα 40 μέτρα και διάμετρο κορμού τα 2,5 μέτρα. Ευδοκιμούν καλύτερα στις ορεινές παραθαλάσσιες περιοχές, όπου το κλίμα είναι ήπιο και υγρό όλο το χρόνο, με ήπιους βροχερούς χειμώνες και δροσερά υγρά καλοκαίρια εξαιτίας της θαλάσσιας ομίχλης. Παρά όμως τις ήπιες καιρικές συνθήκες, η περιοχή του είδους είναι τόπος εκδήλωσης σοβαρών ανεμοθυελλών, οι οποίες συχνά σπάζουν κλαδιά με αποτέλεσμα τα μεγάλα δέντρα νά’χουν ακανόνιστο σχήμα. Με την καλλιέργεια το είδος σήμερα έχει προσαρμοστεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου με υγρό κλίμα, όπως στη Νέα Ζηλανδία, όπου μαζί μ’άλλα κωνοφόρα που καλλιεργούνται για ξυλεία, έχει ξεφύγει στη φύση και συμπεριφέρεται ως επεκτατικό είδος. Το φύλλωμά του είναι έντονο ανοιχτοπράσινο, και βρίσκεται σε φουντωτά τρισδιάστατα συμπλέγματα κυλινδρικών κλαδιών, με φύλλα λεπιοειδή μήκους 2-5 χιλιοστών. Τα νεαρά φυτά για τον πρώτο χρόνο φέρουν το βελονοειδές φύλωμα, μήκους 4-8 χιλιοστών. Οι κώνοι έχουν μήκος 2-4 εκατοστών, με 6-14 λέπια, αρχικά πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφέ. Οι αφανείς αρσενικοί κόνοι είναι μικροσκοπικοί, μήκους 3-5 χιλ. κι απελευθερώνουν γύρη αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Το πλέον αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είδους είναι ωστόσο η κιτρώδεις μυρωδιά του φυλλώματος, αν αυτό τριφτεί έντονα ή κοπεί. Δεν έχει καμία σχέση με το λεμόνι, απλώς ανεξάρτητα εξέλιξε την παραγωγή παρόμοιων ουσιών, όπως και πολλά άλα φυτά, για την απώθηση των εχθρών. Μια πολύ γνωστή, ίσως και η περισσότερο καλλιεργούμενη ως καλλωπιστικό ποικιλία είναι η ‘goldcrest’, με χαρακτηριστικό το φουντωτό της σχήμα με το έντονο κιτρινοπράσινο ημιενήλικο φύλλωμα, που έχει λεπιοειδή βάση αλλά βελονοειδή άκρη, μαλακό και συγχρόνως σκληρό στην υφή όταν είναι φρέσκο, αλλά τραχύ και εύθραυστο όταν ξεραθεί.

Τέλος το τρίτο είδος δεν είναι γνήσιο είδος, αλλά υβρίδιο. Το γνωστό κυπαρίσσι λέιλαντ (ε. ο. Cupressus x leylandii) προήλθε από τη διασταύρωση του λεμονοκυπάρισσου με το κυπαρίσσι Νούτκα (Cupressus nootkatensis) του παγωμένου νησιού Βανκούβερ και της Αλάσκας. Η διασταύρωση ήταν εντελώς τυχαία στη Βρετανία. Το 1845, ο τραπεζίτης του Λίβερπουλ Κρίστοφερ Λέιλαντ αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα, το Λέιτον Χολ του Πάουις στην Ουαλία από την οικογένια των Κόρμπερτ απ’το Σρόπσάιαρ. Το 1847, το πούλησε στον ανιψιό του (μάλλον δεν είχε δικά του παιδιά) Τζον Νέιλορ, ως δώρο για το γάμο του, ο οποίος έπειτα το αναδιαμόρφωσε. Κάλεσε τον κηποτέχνη Έντουαρτ Κεμπ για να σχεδιάσει τους κήπους, μέσα στους οποίους φύτεψε πολλά κωνοφόρα, όπως σεκόγιες, αραουκάριες και τα δύο αυτά είδη κυπαρισσιών αρκετά κοντά μεταξύ τους. Το υβρίδιο πρωτοδημιουργήθηκε το 1888, με γονιμοποίηση των θηλυκών κώνων του νούτκα από γύρη του λεμονοκυπάρισσου. Τον επόμενο χρόνο όμως ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος πέθανε, κληροδοτώντας το στον πρωτότοκο γιο του Κρίστοφερ Τζον Νέιλορ, πλοίαρχο εμπορικού πλοίου. Το 1891 ο Τζον κληρονόμησε όλη τη γη του λέιλαντ από ένα θείο μακρινό πρόγονό του, τα οποία δόθηκαν σ’αυτόν μετά το θάνατο του θείου του Τόμας Λέιλαντ. Μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, άλλαξε το επώνυμό του σε Λέιλαντ και μετακινήθηκε στο Κάστρο Χάγκερστοουν της Νορθουμβρίας (πολύ πλούσια οικογένεια, τυπικοί αριστοκράτες Βρετανοί), όπου συνέχιζε να βελτιώνει το υβρίδιο του δέντρου, κι ονόμασε την πρώτη ποικιλία ‘Haggerstone grey’. Το αγρόκτημα του λέιτον έπειτα έλαβε ο νεότερος αδερφός του Τζον Νέιλορ, ο οποίος, το 1911 δημιούργησε το αντίστροφο υβρίδιο με γύρη κυπαρισσιού νούτκα σε θηλυκούς κώνους λεμονοκυπάρισσου, ονομάζοντάς το ‘Leighton green’. Από τότε το δέντρο έχει δημιουγηθεί πάνω από 20 φορές, αν και σήμερα οι παραγωγοί του προτιμούν να το αναπαράγουν με μοσχεύματα, αφού είναι στείρο. Οι περισσότεροι των πρώτων γεννητόρων του υβριδίου ζουν ακόμα.

Το φυτό παρουσιάζει το φαινόμενο της
Υβριδικής ευρωστίας,
Δηλαδή συνδυάζει τα θετικά στοιχεία των προγόνω του δημιουργώντας μια ανθεκτικότερη μορφή. Συνδυάζει την ανθεκτικότητα στο κρύο του κυπαρισσιού νούτκα με τη γρήγορη ανάπτυξη του λεμονοκυπάρισσου, αν και το υβρίδιο αναπτύσσεται ακόμα γρηγορότερα, βάζοντας περίπου ένα μέτρο το χρόνο. Μέσα σε 15 χρόνια το δέντρο αυτό μπορεί να φτάσει τα 16 μέτρα. Ευδοκιμεί στα περισσότερα εδάφη χωρίς πρόβλημα. Το φύλλωμά του μοιάζει πολύ με του λεμονοκυπάρισσου, αν και είναι σκουρότερο, δε μυρίζει λεμόνι, και είναι δισδιάστατο όπως του μεσογειακού είδους, ενώ από μικρή ηλικία είναι φορτωμένο με κώνους περίπου ενάμισι εκατοστού, αλλ’όπως είπα στείρους. Εάν το φυτό ήταν γόνιμο, θα είχε καταλάβει γρήγορα το φυσικό περιβάλλον, όπου κι αν βρισκόταν. Σπανιότατα ίσως εμφανίζεται κάποιος γόνιμος σπόρος όπως και σ’άλλα υβρίδια, αλά αυτό δε θα πρέπει να γίνει αιτία ανησυχίας για την ασφάλεια του οικοσυστήματος. Παρά την ανθεκτικότητά του πάντως, έχει ρηχό ριζικό σύστημα που το κάνει επιρρεπές σε πτώσει απ’τον άνεμο και στα προβλήματα της ξηρασίας. Σε πολύ θερμά και ξηρά κλίματα δυσκολεύεται να ευδοκιμήσει και υποκύπτει σε διάφορες ασθένειες.

Και τα τρία παραπάνω είδη καλλιεργούνται ευρέως στη χώρα μας σε διάφορες συνθήκες. Το κυπαρίσσι της Αριζόνας είναι ίσως το πιο ανθεκτικό των τριών, μιας και ευδοκιμεί σε υψόμετρα άνω των 800 μέτρων, αλλά και σε ξηρότατα μέρη, και μπορεί ν’αναπαραχθεί, αν και δύσκολα εξαιτίας της ιδιαίτερης αναπαραγωγικής του βιολογίας (το έχω συναντήσει σ’όλα αυτά τα περιβάλλοντα σε μεγάλους αριθμούς, μερικές φορές με μικρά δίπλα στα μεγαλύτερα δέντρα). Το λεμονοκυπάρισσο προτιμα ήπιο κλίμα, επομένως δεν αντέχει ούτε το υπερβολικό κρύο ούτε την υπερβολική ηγρασία, γι’αυτό και δε θα το συναντήσουμε σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Το λέιλαντ αντέχει σχεδόν παντού, εκτός ίσως από την υπερβολική ξηρασία. Καλλιεργούνται όπως κάθε εύκρατο μεγάλο δέντρο, προτιμώντας έδαφος καλής αποστράγγισης και ηλιόλουστη θέση, αλλά κι ανοιχτό χώρο ώστε να ψηλώσουν. Σε γλάστρες επιβιώνουν και κωνοφορούν κανονικά. Ο πατέρας μου για παράδειγμα, εκτός απ’τα δύο τεράστια μεσογειακά κυπαρίσσια που έχει, έχει κι ένα λεμονοκυπάρισσο άγριου τύπου κι ένα κυπαρίσσι Αριζόνας που έχουν ξεπεράσει κι αυτά τα 2 μέτρα σε γλάστρες. Το κυπαρίσσι Αριζόνας κωνοφορεί συνεχώς. Λεμονοκυπάρισσο δεν έχω συναντήσει ποτέ με κώνους. Τα λέιλαντ χρησιμοποιούνται συχνά στη δημιουγία φυσικών φρακτών, όπου φυτεύονται αρκετά κοντά μεταξύ τους και κλαδεύονται σε όμοιο ύψος για να δημιουργήσουν με το χρόνο ένα πυκνό και αδιαπέραστο τείχος, απ’όπου δε φαίνεται τίποτα. Αν κι εντελώς αφύσικη κατάσταση για κωνοφόρα, τα οποία στη φύση ψηλώνουν ακάθεκτα, το συγκεκριμένο είδος την ανέχεται αρκετά και φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα γρήγορα εξαιτίας της ταχείας αύξησής του.

Η ανθεκτικότητα στις ασθένειες ποικίλει ανά είδος. Γενικά τα κωνοφόρα είναι ανθεκτικά στις περισσότερες εντομολογικές και μυκητολογικές παθήσεις, μερικές ωστόσο παραμένουν σοβαρές. Τα κυπαρίσσια για παράδειγμα προσβάλλονται από το μύκητας Seiridium cardinale, προκαλώντας την ξήρανση των κυπαρισσιών, που συχνά είναι θανατηφόρα. Ο μύκητας επιτίθεται σε ζεστό και ξηρό καιρό, όταν το κωνοφόρο βρίσκεται υπό στρες, κι αρχικά νεκρώνει κάποια μέρη του φυλλώματος, οδηγώντας γρήγορα σε νέκρωση μεγάλων περιοχών και τελικά στο θάνατο όλου του δέντρου. Το μεσογειακό κυπαρίσσι θεωρείται μέτρια ανθεκτικό στη νόσο. Το πιο ανθεκτικό απ’τα παραπάνω είδη είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας, που είναι προσαρμοσμένο για ζεστά και ξηρά κλίματα. Το λέιλαντ έχει αρκετά χαμηλή ανθεκτικότητα, ενώ το λεμονοκυπάρισσο έχει τη χαμηλότερη απ’τα παραπάνω είδη. Πολλά λεμονοκυπάρισσα στην Ελλάδα υποκύπτουν στην ασθένεια το καλοκαίρι και ξεραίνονται γρήγορα, και αν οι συνθήκες τους είναι καλές. Γι’αυτό το λόγο θα βρούμε λίγα τέτοια δέντρα μεγάλα είτε στο έδαφος είτε σε γλάστρες. Απ’όσα δέντρα του είδους ξέρω, τα περισσότερα ξεράθηκαν το καλοκαίρι. Ο πατέρας μου είχε παλαιότερα δύο λεμονοκυπάρισσα γκόλντκρεστ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, και τα δύο εκ των οποίων καταστράφηκαν. Το ένα είχε θυμάμαι ξεραθεί στο εσωτερικό, αλλά έπειτα ανέκαμψε, για να ξεραθεί το μεθεπόμενο καλοκαίρι. Παρόλα αυτά η φυσική μορφή του δέντρου ζει ακόμα. Ένα μεγάλο γκόλντκρεστ επίσης είναι φυτεμέννο στο δρόμο κοντά στην περιοχή μου (αυτό των φωτογραφιών παραπάνω), εδώ και μερικά χρόνια, και δε δείχνει κανένα σημάδι ασθένειας. Προφανώς δεν επηρεάζονται όλα τα δέντρα απ’το σειρίδιο. Όταν όμως επηρεαστούν, η πάθηση είναι ανίατη και δε μπορεί να γίνει τίποτα για την ατιμετώπισή της. Άλλοι παθογόνοι που μπορεί να προκαλέσουν ξήρανση είναι μύκητες του γένους Fusarium σε θερμό καιρό και μύκητες του γένους Verticillium σε δροσερό καιρό, αμφότεροι των οποίων μπορούν να επιτεθούν στα κυπαρίσσια, κυρίως στο λέιλαντ και στο λεμονοκυπάρισσο, προκαλώντας ξήρανση εξαιτίας της ανάπτυξής τους μέσα στα αγγεία που τα κλείνει. Η ξήρανση αυτή εμφανίζεται στις κορυφές ή μονόπλευρα σε μερικά μόνο κλαδιά, και παραμένει ως χρόναι ασθένεια σ’αυτά τα δέντρα. Σπάνια θεραπεύεται εντελώς με την απομάκρυνση των ξερών μερών του φυτού, ενώ μεταδίδεται εύκολα στα υγιή με τα αποβληθέντα μέρη, τον άνεμο, ακόμα και το πέρασμα ανάμεσα στα φυτά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι της Αριζόνας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λεμονοκυπάρισσο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι λέιλαντ
αδρομυκώσεις σε καλλιεργούμενα φυτά

Αφήνω λίγο κατά μέρος τις δημοσιεύσεις για το ξεσκέπασμα της Εκκλησίας κι ασχολούμαι για λίγο με τα φυτά, τα οποία έχω παραμελήσει. Όπως λοιπόν και με το τελευταίο μου άρθρο για τα φυτά, εκείνο για την αναγνώριση
Μιας φτέρης,
Όπου σημειωτέον ότι κανείς δε μου αναγνώρισε το είδος ως τώρα, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ένα άγνωστό μου είδος που χρειάζεται αναγνώριση. Το συγκεκριμένο είναι ένα κρινοειδές κονδυλώδες μονοκοτυλήδονο που καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα τουλάχιστον.

Το συγκεκριμένο φυτό της φωτογραφίας είναι του πατέρα μου, το οποίο ήταν πριν κάποια χρόνια στην κατοχή μου, προερχόμενο από έναν κονδυλίσκο μιας συστάδας τέτοιων φυτών στο έκτο γυμνάσιο Θεσσαλονίκης οπου φοιτούσα τότε, κλεμμένο όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου το 2006, δηλαδή ηλικίας περίπου 7 ετών. Σήμερα η συστάδα αυτή δεν υπάρχει. Ο κονδυλίσκος, μολονότι είχε λιγοστές ρίζες και μήκος περίπου ενάμισι εκατοστού με τρία λεπτά φύλλα, τα οποία θυμάμαι πως είχα κόψει για να περιοριστεί η διαπνοή, αλλά παρόλα αυτά επιβίωσε και μεγάλωσε. Αφού είχα το φυτό σε μια βαθιά γλάστρα για 2 χρόνια περίπου, τό’δωσα στον πατέρα μου διότι ήθελα να διαθέσω το χώρο σ’άλλα είδη. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε ηλικία ανθοφορίας, γιατί τότε σίγουρα δε θα του το έδινα ολόκληρο. Άνθισε μετά από μια χρονιά στον πατέρα μου, δηλαδή στα 4 του χρόνια. Εκεί ήταν για τα υπόλοιπα χρόνια σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα, όπου είχε κατεβάσει ρίζες κι αποκτήσει το φυσικό του ύψος. Πέρσι το κυπαρισσάκι που βρισκόταν στην ίδια ζαρντινιέρα μεταφυτεύθηκε σε κανονική κυλινδρική γλάστρα, και μαζί μετακινήθηκε κι αυτό σε μια σχετικά πλατιά και ρηχή, όπου έγινε κοντότερο, αλλά όπως φάνηκε φέτος ανθοφορεί κανονικά. Το φυτό αυτό τό’χω συναντήσει πολλές φορές, κυρίως στο έδαφος. Δε γνωρίζω αν υπάρχουν ποικιλίες του είδους, γνωρίζω μόνο για το συγκεκριμένο πως ανθίζει με λευκά άνθη.

Είναι κονδυλώδες φυτό, όχι
Βολβώδες.
Το υπόγειιο τμήμα του βλαστού είναι κυλινδρικός και συμ[παγής σκούρος καφέ κόνδυλος (μήπως πρωτοβολβός;), στα 10 εκατοστά το πολύ, απ’όπου προέρχονται μακριές και σκληρές ρίζες – μερικές απ’αυτές φτάνουν και τα 40 εκατοστά όπως είδα απ’το δικό μου φυτό που μεταφύτευσα. Ο κόνδυλος είναι σχεδόν παράλληλος με το έδαφος, όχι κάθετος, κι έτσι το υπέργειο μέρος εκφύεται με μια γωνία. Οι κόνδυλοι με στολώνια παράγουν νέους δίπλα τους, οδηγώντας στο τέλος στη δημιουργία συστάδας αυτού του φυτού. Πάνω απ’τον κόνδυλο ο βλαστός είναι πεπλατυσμένος, στο υπόγειο μέρος που δεν εκτίθεται στο φως λευκός, στο υπέργειο ανοιχτοπράσινος, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα, που με κοντινή εξέταση είναι εναλλάξ όπως στα περισσότερα μονοκοτυλήδονα, αλλά φαίνονται στην ίδια ευθεία γιατί προσανατολίζονται στο ίδιο επίπεδο, σαν μια μεγάλη παλάμη. Κι άλλα παρόμοιας οικολογίας μονοκοτυλήδονα έχουν αυτήν ή παρόμοια διάταξη, π.χ. ο νάρκισσος. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται μικροσκοπικά στο κέντρο αυτής της παλάμης, κι επιμηκύνονται έπειτα γρήγορα. Τα φύλλα είναι μακριά, ινώδη, ανοιχτοπράσινα, αν και σκουρότερα απ’το υπέργειο τμήμα του βλαστού, δερματώδη και σκληρά, λεία με έντονες παράλληλες γραμμώσεις, λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, και στη βάση τους είναι σκληρότερα και κοίλα αν κάποιος τα κόψει και τα’ανοίξει, πολύ λιγότερο απ’αυτά του
Κρεμμυδιού
όμως. Υπολογίζω το ύψος του φυτού στα 20-60 εκατοστά. Όπως είπα και παραπάνω, δε γνωρίζω για άλλες ποικιλίες, αλλά η συγκεκριμένη μορφή βγάζει τέτοια εποχή κάθε άνοιξη έναν ισχυρό βλαστό απ’τη μέση της παλάμης με τρία ωοειδή μπουμπούκια αρκετά πάνω απ’τα φύλλα, που ανοίγουν για περίπου δυο μέρες το καθένα. Τα άνθη είναι κρινοειδή όπως σ’όλα τα κρίνα και τους μονοκοτυλήδονους βολβούς, με 6 τέπαλα (μη διακριτά σέπαλα από πέταλα), λευκά, τριγωνικά, και στα ανοιχτά άνθη γυρισμένα προς τα πίσω, 6 στήμονες κι έναν τριπλό στύλο στη μέση. Κατά τα’άλλα το άνθος έχει μικρό κάλυκα, απ’όπου τα τέπαλα βγαίνουν συνενωμένα σ’ένα σωλήνα κι ανοίγουν λίγο πιο πάνω. Συνήθως κόβουμε τον ανθοφόρο βλαστό μετά τη μάρανσή των ανθέων, γι’αυτό δεν ξέρω για τις κάψες και τους σπόρους. Το χειμώνα, στο κλίμα της Θεσσαλονίκης, μερικά φύλλα ξεραίνονται, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα ξεραίνεται όλο το υπέργειο μέρος. Φύλλα μπορεί επίσης να ξεραθούν κατά την ανάπτυξη του φυτού. Αποξηραμένα τα φύλλα μένουν αρκετό καιρό στο φυτό, μιας και είναι ινώδη και ισχυρά. Όσον αφορά την καλλιέργεια, έχω συναντήσει το φυτό σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε αργιλώδες κοκκινόχωμα ή συμπιεσμένο χώμα, στον ήλιο και στη σκιά, αν και στη σκιά τα φύλλα γίνονται πιο λεπτά και γυρίζουν προς το φως. Πολαπλασιάζεται με διαίρεση της συστάδας όπως θά’χεται καταλάβει. Παραμελημένο αναπτύσσεται κανονικότατα, μιας και τό’χω συναντήσει και σε εγκαταλελειμμένα σπίτια για χρόνια. Στον πατέρα μου το φυτό είχε προσβληθεί μια άνοιξη από αφίδες του γειτονικού κυπαρισσιού, αλλ’ήταν λίγες και αντιμετωπίστηκαν εύκολα.

Τι φυτό θα μπορούσε να’ναι αυτό; Κρίνος δεν είναι, γιατί έχει τη συγκεκριμένη διάταξη φύλλων. Ημεροκαλλίς (γένος hemerocallis) δεν είναι όπως νόμιζα, γιατί εκεί η διάταξη των φύλλων περιγράφεται ως δύο αντίθετες παλάμες, κι επίσης έως τώρα δεν έχει δημιουργηθεί εντελώς λευκή ποικιλία. Ασφόδελος δεν είναι, γιατί τότε θά’πρεπε να είχε ταξιανθία διακλαδιστή. Τι μπορεί να’ναι; Όποιος γνωρίζει παρακαλώ να κάνει σχόλιο.

Ολόκληρο το φυτό.

Η βάση μιας συστάδας φύλλων.

Δύο φύλλα από κοντά.

Πριν δύο μέρες, ψάχνοντας για Βασιλικό Να φυτέψω για το καλοκαίρι, βρήκα στο ανθοπωλείο που πήγα και μια φτέρη εύκρατου κλίματος και την πήραν κι αυτήν. Το συγκεκριμένο είδος το’χω συναντήσει παλαιότερα προς πώληση και σ’άλλα καταστήματα, και μια φορά το είχα βρει φυτεμένο σε ζαρντινιέρες έξω. Το είδος αυτό είναι αειθαλές, μιας και όσες φορές το πέτυχα χειμώνα, είχε όλα τα φύλα του, ενώ αντέχει κανονικά στο κλίμα μας, αφού δεν το’χω συναντήσει ποτέ με κάποια προστασία. Ο υπάλληλος από εκεί που το αγόρασα, επειδή ρώτησα αν σίγουρα αντέχει στο κρύο, με διαβεβαίωσε πως είναι πολύ ανθεκτικό είδος και αειθαλές. Καλλιεργείται όπως οι περισσότερες φτέρες, δηλαδή χρειάζεται υγρασία στο έδαφος, αλλά καλή αποστράγγιση, και μέτριο έως έντονο φως, αν κι αυτό το είδος μπορεί να προσαρμοστεί στον ήλιο. Το πρόβλημά μου τώρα είναι η αναγνώριση του ακριβούς είδους. Μπορεί ν’ανήκει στο γένος Dryopteris,Polystichum, πού;

Η φτέρη αυτή μοιάζει αρκετά με την άλλη κοινή σε καλλιέργεια αλλά τροπική φτέρη, τη
νεφρολεπίδα φτέρη,
Τόσο πολύ ώστε αρχικά δυσκολεύτηκα να πειστώ πως επρόκειτο για διαφορετικό είδος, νομίζοντας πως ήταν απλώς μια ποικιλία της προηγούμενης. Αργότερα κατάλαβα όμως τις διαφορές της. Σημαντική της διαφορά είναι ότι είναι πολύ λιγότερο πυκνή, και δε δημιουργεί επιφανειακά ριζώματα. Μπορεί μερικά ριζώματα να σηκώνονται απ’το έδαφος και μετά να ξαναμπαίνουν, αλλ’αυτό γίνεται εξαιτίας του μικρού χώρου της γλάστρας. Τα φύλλα της επίσης, που ξεπερνούν εύκολα τα 60 εκατοστά, είναι πολύ πιο σκληρά και λιγότερο ευλύγιστα, ώστε όταν κάμπτονται σπάνε πιο εύκολα, ενώ οι βάσεις τους είναι χνουδωτές. Τα φυλλάρια μοιάζουν κάπως μ’αυτά τις νεφρολεπίδος φτέρης, όντας κι αυτά εναλλάξ πάνω στο φύλλο, χωρίς μίσχο κι οδοντωτής περιφέρειας, αλλά είναι σκληρότερα, πιο λογχοειδή παρά τριγωνικά, με πιο αμβλεία κορυφή, εντονότερο κεντρικό νεύρο, κι ασύμμετρο σημείο ένωσης του φυλλαρίου με το φύλλο. Όταν επιπλέον είναι ακόμα νεαρά τα φύλλα πριν ξετυλιχτούν, καλύπτονται ολόκληρα από έντονο χνούδι. Οι συστάδες τέλος των φύλλων είναι πιο αραιές μεταξύ τους και πιο συμπαγείς. Όσα ριζώματα φαίνονται στην επιφάνεια είναι λεία και χωρίς τρίχες ή λέπια. Αυτό το διάστημα η φτέρη βρίσκεται σε μια θέση με λίγες ώρες ήλιο τη μέρα στο μπαλκόνι, και θα μεταφυτευθεί σε κανένα μήνα, αφού έχει κάνει ακόμα λίγα φύλλα. Το χώμα της γλάστρας της είναι πολύ ελαφρύ, ένα μίγμα οργανικού χώματος, άμμου και χαλικιών, με διάφορα ξυλαράκια, φυλλαράκια και καρπούς από ακακίες, υποδηλώνοντας ότι μεγάλωσε σε εξωτερικο χώρο, αν και ως επίγειο (μη επιφυτικό) είδος θα μπορούσε να βρίσκεται και σε βαρύτερο χώμα.

Το πρόβλημά μου είναι μόνο η αναγνώριση του είδους. Σίγουρα θα πρόκειται για κοινότατο είδος που όμως είναι δύσκολο να βρω το επιστημονικό όνομά του. Ψάχνοντας σε ελληνικές σελίδες αυτό που βρίσκω είναι η αναφορά αυτού του είδους ως φτέρης εξωτερικού χώρου απλά, αλλ’όχι το επιστημονικό όνομα, ενώ σε ξένες σελίδες δεν ξέρω ακριβώς πώς να την αναζητήσω, γιατί υπάρχουν πάμπολλες αειθαλείς εύκρατες φτέρες, με κατά τόπους άλλα τα κοινά είδη. Τι μπορεί να είναι;

Ενημέρωση 20/2/2014: Η φτέρη είναι πέραν κάθε αμφιβολίας Nephrolepis cordifolia (Νεφρολεπίς η καρδιόφυλλος), ένα τροπικό και υποτροπικό είδος άμεσα συγγενικό με την κοινή νεφρολεπίδα φτέρη, εξού και η ομοιότητα στην εμφάνιση. Το επίθετο «καρδιόφυλλος» το πήρε από την ασύμμετρη βάση των φυλλαρίων, αν και δε μοιάζουν καθόλου με καρδιά, γιατί είναι πολύ μακρύτερα. Τα χνουδωτά νεαρά φύλλα δεν είναι κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συγκεκριμένου είδους, είναι στοιχείο σχεδόν όλων των φτερών, απλώς στη νεφρολεπίδα φτέρη που είχα παλαιότερα, επειδή είχε μικρά φύλλα, δεν ήταν πολύ εμφανές. Όπως κι άλλα μέλη του γένους Nephrolepis, η φτέρη αυτή παράγει πολλά επιφανειακά ριζώματα που φεύγουν αρκετά μακριά απ’το φυτό για να το επεκτείνουν, απλώς η δική μου, τότε που την αγόρασα, δεν είχε ακόμα πολλά. Αργότερα η γλάστρα γέμισε με τέτοια ριζώματα! Είναι σαν λεπτά σχινάκια με χνουδωτές κορυφές, αν κι εδώ να σημειώσω πως το χνούδι της συγκεκριμένης φτέρης δεν είναι πραγματικό χνούδι (τριχώματα), που είναι συνήθως μονοκύτταρες δομές της επιδερμίδας του φυτού, αλλά επιμηκυμένα λέπια, που είναι πολυκύτταρες και παχύτερες προεκτάσεις της επιδερμίδας. Το κύριο διαγνωστικό χαρακτηριστικό ωστόσο του είδους είναι τα άφθονα κονδυλίδια που φέρει στα ριζώματά του, τα οποία εντόπισα όταν το μεταφύτευσα πρώτη φορά. Αυτά είναι σφαιρικές, σκληρές, καφέ και χνουδωτές δομές πάνω στα ριζώματα ποικίλου μεγέθους, από 1 έως 3 εκατοστά, τα οποία αποταμιεύουν νερό, θρεπτικά συστατικά και άμυλο για την ενδυνάμωση του φυτού σε δύσκολες συνθήκες ή την υποστήριξη της αναγέννησης του φυτού ακόμα κι από πολύ μικρά τμήματα ριζώματος χωρίς πολλή αποθηκευμένη ενέργεια. Είναι το ανθεκτικότερο μέλος του γένους, αν κι ως τροπικό δεν αντέχει τις βαριές παγωνιές, επομένως στην Ελλάδα μπορεί να ζήσει χωρίς προστασία μόνο σε θερμές ή παραθαλάσσιες περιοχές. Η φτέρη μου είχε μεγαλώσει πάρα πολύ όλο το καλοκαίρι, κι επειδή δεν ήθελα να την μεταφυτεύσω ξανά – όσο χώρο κι αν της δώσεις θα τον καταλάβει όλον, όπως με κάθε ριζωματώδες φυτό -, τώρα τον Ιανουάριο την έσπασα σε μικρότερα κομμάτια, τα οποία θα δώσω σε διάφορους ή θα φυτέψω κάτω, επειδή όμως ακόμα δε ζέστανε ο καιρός, οι διαιρέσεις δεν αναπτύχθηκαν καθόλου έως τώρα.

νεαρός βλαστός E. arvense μετά από κόψιμο του φυτού


ρίζωμα E. arvense με μάτι, το καλύτερο υλικό για πολλαπλασιασμό.


διακλάδωση υπέργειου βλαστού e. arvense


συστάδα e. arvense από πάνω


συστάδα e. arvense

δομή βλαστού e. arvense


λίγο e. arvense δίπλα σ'ένα ρυάκι


Ρίζωμα με μάτι e. telmatea. Το καταλληλότερο υλικό για πολλαπλασιασμό.


κομμένος βλαστός e. arvense


βλαστός e. telmatea σε φυσικό περιβάλλον


ριζώματα με νεαρούς βλαστούς από E. arvens την άνοιξη


το δικό μου φυτό E. arvens την άνοιξη

Όλες οι φωτογραφίες είναι του 2011.

Από τις φωτογραφίες θα καταλάβατε πως αυτά τα φυτά δεν είναι τα κοινά «χόρτα» που συναντούμε παντού. Η δομή τους και η ανάπτυξή τους είναι εντελώς διαφορετική απ’αυτήν των περισσοτέρων γνωστών φυτών του πλανήτη. Μοιάζουν κάπως με χόρτα, με καλάμια ή και με μικρά κωνοφόρα, αλλά δεν είναι τίποτα απ’αυτά, αλλ’είναι πιο συγγενικά με τις φτέρες. Και πάλι απέχουν αρκετά απ’τις φτέρες όμως για ν’αποκαλούνται έτσι. Αποτελούν μια δική τους ομάδα φυτών. Είναι οι ιππουρίδες ή αλλιώς τα πολυκόμπια, τα φυτά του γένους Equisetum. Μπορούν να χαρακτηριστούν ζωντανά απολιθώματα, όρο που εισήγαγε ο Δαρβίνος, αφού ως γένος έχουν ιστορία περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια, ως ομοταξία πάνω από 375 εκατομμύρια χρόνια, επιβιώνουν σήμερα με παρόμοια μορφή και οικολογία μ’αυτήν των προγόνων και δεν έχουν ζωντανούς κοντινούς συγγενείς.

Η ξεχωριστή δομή αυτών των φυτών έκανε αρχικά τους επιστήμονες να τα κατατάξουν στη δική τους συνομοταξία ή διαίρεση όπως συνηθίζουν να τη λε΄νε οι βοτανολόγοι, τα ιππουριδόφυτα ((equisetophyta) απ’το όνομα του γένους), σφηνόφυτα ((sphenophyta) από το εξαφανισμένο ιππουριδοειδές σφηνόφυλλο) ή αρθρόφυτα ((arthrophyta) από την αρθρωτή εμφάνιση του βλαστού). Οι εξελικτικές σχέσεις των φυτών αυτών δεν ήταν σαφείς εξαιτίας της αρκετά αποκλίνουσας μορφολογίας τους πριν την ευρεία χρήση της γενετικής ανάλυσης. Κατ’άλλους επιστήμονες κατατάσσονταν πιο κοντά στα λυκόφυτα, κατ’άλλους πιο κοντά στα πτεριδόφυτα (φτέρες). Η γενετική ανάλυση τελικά απέδειξε την τελευταία υπόθεση. Σήμερα τα φυτά αυτά ταξινομούνται στη δική τους ομοταξία μέσα στα πτεριδόφυτα, στα ιππουριδόψιδα (equisetopsida). Οι άλλες ομοταξίες των πτεριδοφύτων είναι τα μαρατιόπσιδα (marattiopsida), μια ομάδα πρωτόγονων γιγάντιων τροπικών φτερών γενετικά πιο κοντά στα πολυκόμπια παρά στις κοινές φτέρες, τα πτεριδόψιδα (pteridopsida) ή όλες οι κοινές φτέρες, και τα ψιλωτόψιδα (psilotopsida), μια παράξενη ομάδα που περιλαμβάνει το μικρό λεπτόκλαδο ψιλωτό (Psilotum) και τους συγγενείς του, καθώς και διάφορα φυτά με κονδυλώδη ριζώματα που βγάζουν κάθε χρόνο από ένα μόνο φύλλο στην επιφάνεια, τις οφιογλωσσοειδείς φτέρες. Περισσότερα για την εξέλιξη των πολυκομπιών θ’αναφέρω παρακάτω. Το σημερινό γένος περιλαμβάνει 15 είδη, τα οποία θ’αναφέρω προς το τέλος, αν και σποραδικές αναφορές για διάφορα είδη όσον αφορά κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό θα γίνονται σ’όλο το άρθρο.

Τα ονόματα που έχουν πάρει αυτά τα φυτά είναι ποικίλα, αλλά κυρίως έχουν να κάνουν με ουρά αλόγου, κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό του φυτού, ή με κάποια παραδοσιακή χρήση του. Στα αρχαία ελληνικά το φυτο λεγόταν «ίππουρις, γεν. της ιππουρίδος», δηλαδή αλογοουρά, ενώ στα λατινικά «equisetum” από το «equus”, το άλογο, και το «seta”, δηλαδή τη σκληρή τρίχα. Επομένως το γένος μεταφράζεται ως «ιππότριχα», επειδή η ίππουρις είναι δεσμευμένη μ’ένα άλλο γένος ανθοφόρου φυτού, το Hippuris, εκτός αν ονομάσουμε ιππουρίδα το γένος του πολυκομπιού και ψευδοΪππουρίδα το άλλο. Στα νέα ελληνικά λέγεται ιππουρίδα, αλογοουρά, πολυκόμπι, εκουιζέτο, κονδυλόχορτο, κλπ. Στα ιταλικά, στα γαλλικά και στ’αγγλικά έχει να κάνει πάλι με αλογοουρά (coda de cavalo, queue du cheval, horsetail), ενώ στα γερμανικά λέγεται «zinnkraut”, δηλαδή τσιγκόχορτο, εξαιτίας της χρήσης του ως γυαλιστικό μεταλλικών σκευών. Απ’αυτή τη χρήση έχει επίσης το αγγλικό όνομα «scouring rush”, δηλαδή καλάμι ξυσίματος, ενώ εξαιτίας του δεδαλώδους σχήματος των ριζωμάτων λέγεται και «puzzlegrass” ή «snake grass”, μπερδευόχορτο ή φιδόχορτο. Τέλος οι κοίλοι βλαστοί του τού’χουν δώσει το όνομα σωληνόχορτο «pipegrass”. Γενικά η σύνδεση με την αλογουρά προήλθε απ’την ομοιότητα των φουντωτών διακλαδιστών βλαστών του φυτού με ουρές αλόγου, ενώ η αλογότριχα έχει να κάνει με τα σκληρά και λεπτά κλαδάκια που μοιάζουν με τις σκληρές τρίχες μιας αλογοουράς. Εγώ γνωρίζω και χρησιμοποιώ περισσότερο το όνομα «πολυκόμπι», κι αυτό θα χρησιμοποιώ στο υπόλοιπο άρθρο.

Το γένος έχει σήμερα παγκόσμια εξάπλωση, εκτός από την Ανταρκτική και μέχρι πρόσφατα την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τις οποίες ωστόσο αποίκισε με τη βοήθεια του ανθρώπου το κοινό πολυκόμπι (Equisetum arvense), το οποίο είναι ανεπιθύμητο και απ’τις δύο χώρες, αν κι ακόμα περιορίζεται σε λίγα μέρη χωρίς να προξενεί καταστροφές. Η μεγαλύτερη ποικιλία ειδών υπάρχει στις εύκρατες περιοχές του Βορείου Ημισφαιρίου απ’τον 45ο παράλληλο έως μέσα στον Αρκτικό Κύκλο, όπου μπορούν να βρεθούν τα περισσότερα γνωστά είδη. Οι τροπικές περιοχές έχουν λίγα είδη, ενώ στο Νότιο Ημισφαίριο η ποικιλία μειώνεται, με 2 μόνο είδη στη Νότια Αμερική, το της Μπογκοτά ή των Άνδεων (E. Bogotense) και το γιγάντιο πολυκόμπι (E. Giganteum), κι άλλα 2 στη Νότια Αφρική, το πολύκλαδο πολυκόμπι (E. Ramosissimum) και το κοινό (E. Arvense), αν και το τελευταίο μπορεί νά’φτασε εκεί λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. Στις περιοχές όπου συναντώνται τα είδη αυτού του γένους ωστόσο δεν είναι κοινά παντού? Αλλού μπορει να’ναι τόσο άφθονα ώστε να γίνονται και ζιζάνια, αλλού να υπάρχουν σε περιορισμένους τοπικούς πληθυσμούς, ενώ αλλού να μην υπάρχουν καν.

Όλα τα μέλη του γένους είναι υδρόφιλα, προτιμώντας όχθες ρυακιών, ποταμών, λιμνών, βάλτων κι άλλων υγροτόπων. Ακόμα και τα δύο πιο ανθεκτικά στην ξηρασία είδη, το χειμωνιάτικο πολυκόμπι (E. Hiemale) και το E. arvense, τα οποία μπορούν να βρεθούν να φύονται σε ξηρό έδαφος, στην πραγματικότητα κάπου κάτω τα βαθύτατα ριζώματά τους έχουν βρει μόνιμη πηγή νερού. Επίσης έχω βρει και E. telmateia να φύεται σε φαινομενικά ξηρό μέρος, αλλλά σκάβοντας είδα πως το χώμα ήταν υπερβολικά υγρό, σχεδόν ελώδες. Επειδή λοιπόν οι όχθες των υγροτόπων σπάνια είναι σταθερά περιβάλλοντα, με συνεχείς μετακινήσιες ιζημάτων και έντονο ανταγωνισμό από άλλα ταχέως αναπτυσσόμενα παρυδάτια φυτά, τα πολυκόμπια έχουν εξελίξει στρατηγικές με τις οποίες μπορούν να επιβιώνουν εύκολα σ’αυτές τις περιοχές. Στην πραγματικότητα η εξειδίκευσή τους για τέτοιες περιοχές υπήρχε από πάντοτε κατά την εξελικτική τους ιστορία. Το εκτεταμένο και βαθύτατο σύστημα ριζωμάτων τους τα επιτρέπει λοιπόν να επανέρχονται γρήγορα ύστερα από ακόμα και μεγάλα περιστατικά επιχωμάτωσης ή διάβρωσης, φωτιάς, κοψίματος για κάποιον λόγο, ακόμα και απόθεσης τέφρας από ηφαιστειακή έκρηξη, ενώ η μεγάλη αναγεννητική ικανότητα όλων των μερών του φυτού, περισσότερο όμως των ριζωμάτων, τα επιτρέπει να μετακινούνται αν κοπούν με το ρεύμα ή με το χώμα κάπου αλλού, και το διεισδυτικό ρίζωμά τους τα επιτρέπει να εισβάλλουν σιγά-σιγά σε γειτονικές περιοχές με βλάστηση όπου παραμένουν αραιά μέχρι να βρεθούν οι κατάληλες συνθήκες για τη γρήγορη ανάπτυξή τους. Προτιμούν υγρά αμμώδη ή αργιλώδη εδάφη, ελαφρώς όξινα ως ουδέτερα. Αρκετές φορές τα φυτά αυτά έχουν μεγάλο μέρος του ριζωματικού τους συστήματος και λίγους βλαστούς τους στο νερό, αλλ’ορισμένα είδη όπως το ποταμίσιο πολυκόμπι (E. Fluviatile) είναι προσαρμοσμένα να’ναι ημιυδρόβια ή αναδυόμενα υδρόβια φυτά.

Πριν προχωρήσω στην περιγραφή θα πρέπει να εξηγήσω ορισμένους βοτανικούς όρους τους οποίους θα χρησιμοποιώ συχνά. Η εφυμενίδα είναι η λεπτή κηρώδης ουσία που καλύπτει την επιδερμίδα των υπέργειων μερών του φυτού, η οποία αποτρέπει την εξάτμηση του νερού και την ανταλλαγή των αερίων, γι’αυτό υπάρχουν εξειδικευμένα ανοίγματα, τα στόματα γι’αυτούς τους σκοπούς. Το γόνατο ενός βλαστού είναι το σημείο απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα ή τα νέ ακλαδιά. Το διάστημα μεταξύ των γονάτων είναι το μεσογονάτιο διάστημα. Η στήλη είναι ο τρόπος διάταξης του αγωγού ιστού μέσα στο βλαστό, απ’τον οποίον υπάρχουν δύο τύποι. Το ξύλωμα, που βρίσκεται προς το κέντρο και στα ξυλώδη φυτά είναι το ξύλο, αποτελείται κατά την ωριμότητά του από νεκρά κύτταρα και μεταφέρει νερό απ’τις ρίζες προς τα φύλλα, ενώ το φλοίωμα, που βρίσκεται κάτω απ’το φλοιό, μεταφέρει τα σάκχαρα από τη φωτοσύνθεση όπου χρειάζεται. Η εντεριόνη είναι ο αδιαφοροποίητος παρεγχυματικός ιστός που γεμίζει συχνά το κέντρο των βλαστών. Ο παρεγχυματικός ιστός είναι ιστός αρχαίας προέλευσης, αυτός που αποτελούσε το σώμα των φυτών πριν την εμφάνιση των αγγειωδών φυτών, ο οποίος έπειτα εξελίχθηκε στους υπόλοιπους πιο εξειδικευμένους τύπους ιστού. Στα αγγειώδη φυτά εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς, από την αποθήκευση αμύλου ή σακχάρων στη σάρκα των καρπών έως τη φωτοσύνθεση στα φύλλα και τη σκλήρυνση του φλοιού με ίνες. Το μερίστωμα είναι το σημείο ανάπτυξης ενός φυτού, όπου υπάρχουν πάντοτε αδιαφοροποίητα κύτταρα που διαμορφώνουν τους νέους ιστούς. Επομένως μπορούμε να πούμε πως τα φυτά μ’αυτό το χαρακτηριστικό καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής τους, δηλαδή σχεδόν όλα τα πολυετή, δε γερνούν θεωρητικά ποτέ.

Η δομή αυτών των φυτών είναι ξεχωριστή και τα κάνει αμέσως αναγνωρίσιμα. Αποτελούνται από ριζώματα που παράγουν τους υπέργειους φωτοσυνθετικούς βλαστούς. Επειδή ο βλαστός των ειδών του γένους είναι παρόμοιος, θα τον περιγράψω πρώτα γενικά κι έπειτα θ’αναφέρω ειδικά για τις διαφορετικές προσαρμογές των ριζωμάτων και των υπέργειων βλαστών. Οι βλαστοί των φυτών αυτών λοιπόν είναι επιμήκεις, χωρισμένοι εμφανώς απ’τους κόμπους ή γόνατα σε αρθρωτά τμήματα. Τα μεσογονάτια διαστήματα είναι κυλινδρικά, εξωτερικά αυλακωτά κι εσωτερικά κοίλα σε διάφορα μέρη. Οι εξωτερικές ανασηκωμένες περιοχές λέγονται τρόπιδες και οι αυλακώσεις κοιλάδες. Το κέντρο τους είναι κοίλο, ο κοίλος εντεριόνιος σωλήνας, ο οποίος δημιουργείται απ’την καταστροφή της αρχικής εντεριόνης καθώς ο βλαστός επιμηκύνεται και σταματά σε κάθε γόνατο, το οποίο είναι στέρεο και δημιουργεί διάφραγμα. Κάτω απ’τις τρόπιδες υπάρχουν οι τροπιδικοί σωλήνες, κοίλες περιοχές που προέρχονται απ’την καταστροφή των πρώτων κυττάρων του ξυλώματος, οι οποίοι χρησιμεύουν επίσης στη μεταφορά νερού, ενώ κάτω απ’τις κοιλάδες βρίσκονται οι μικρότεροι κοιλαδικοί σωλήνες, οι οποίοι είναι κοίλα μέρη του φλοιού και χρησιμεύουν στη μεταφορά αέρα προς τα μέρι που βρίσκονται σε αναερόβια στρώματα του εδάφους. Αντίθετα με τον κεντρικό και τους τροπιδικούς σωλήνες, οι κοιλαδικοί σωλήνες συνεχίζονται μετά από κάθε κόμπο. Η στήλη αυτή λέγεται ιππουριδοστήλη και δε συναντάται σε κανένα άλλο φυτό. Αντίθετα η στήλη του γονάτου είναι μια κοινή συφωνοστήλη, με λίγη εντεριόνη στη μέση, γύρω της μια ζώνη ξυλώματος κι ακόμα πιο έξω μια ζώνη φλοιώματος. Μερικά απ’τα ξυλωματικά κύτταρα των γονάτων αυτού του φυτού που ενώνουν τους τροπιδικούς σωλήνες μεταξύ τους μοιάζουν πολύ με τα επίμηκη εξελιγμένα σωληνώδη αγγεία των ανθοφόρων φυτών και λίγων άλλων ομάδων. Όλοι οι βλαστοί διατρέχονται κατά μήκος από σκληρυμένες ίνες του φλοιού και των αγγειωδών περιοχών. Κάθε γόνατο φέρει ένα σπόνδυλο φύλλων, τα οποία είναι απλοποιημένα, μη φωτοσυνθετικά με μια μόνο αγγειακή ίνα, συνενωμένα μεταξύ τους σ’έναν περιγονάτιο κολεό, με μόνο τις άκρες τους ελεύθερες ως δόντια στην κορυφή. Κύριος ρόλος τους έχει γίνει η ισχυροποίηση του βλαστού πάνω απ’το γόνατο και η προστασία των ματιών και του μεριστώματος που βρίσκονται εκεί. Μοναδικά στα αγγειώδη φυτά, το μάτι δε βρίσκεται στη μασχάλη του φύλλου, αλλά εναλλάξ ως προς τα φύλλα, δηλαδή ένα μάτι ανάμεσα σε δύο φύλλα. Κάθε μάτι διαθέτει στον πλησιέστερο προς το βλαστό πόλο του προδρόμους ριζών και στο μακρινότερο πρόδρομο κορυφής βλαστού, και η ανάπτυξη του κάθε μέρους απ’αυτά εξαρτάται απ’τον τύπο του βλαστού, τη θέση του και τις εξωτερικές συνθήκες. Οι τρόπιδες και οι κοιλάδες επίσης εναλλάσσονται σε κάθε γόνατο, δηλαδή ενώ σ’ένα μεσογονάτιο διάστημα υπάρχει μια τρόπιδα με δύο κοιλάδες πλευρικά σε μια ευθεία, μετά το γόνατο στην ίδια ευθεία υπάρχει μια κοιλάδα και δύο τρόπιδες πλευρικά. Αυτό γίνεται γιατί κάθε τρόπιδα οδηγεί σ’ένα φύλλο, όπου απ’τις τρεις κύριες αγγειακές δέσμες που έχει η μία πάει στο φύλλο και οι άλλες δύο τροφοδοτούν τα μάτια πλευρικά αυτού του φύλλου και συνεχίζουν έπειτα στις τρόπιδες δεξιά κι αριστερά του επόμενου μεσογονάτιου διαστήματος. Ένα ακόμα μοναδικό στοιχείο αυτού του φυτού είναι τα διάκενα μεριστώματα που έχει, τα οποία είναι υπεύθυνα για την περισσότερη επιμήκυνση των μεσογονάτιων διαστημάτων, γι’αυτό και τα πλησιέστερα στη βάση μέρη ενός βλαστού είναι μακρύτερα απ’αυτά στην κορυφή. Τα μεριστώματα αυτά όμως δίνουν μόνο μήκος, όχι πλάτος, κι επίσης το φυτό δε μπορεί ν’αυξήσει τη διάμετρο των βλαστών του αφού δεν παράγει ξύλο, ώστε ο μόνος τρόπος να την αυξήσει είναι με ανάπτυξη αργότερα εξ’αρχής παχύτερων τμημάτων βλαστού, έτσι συχνά οι βλαστοί των φυτών αυτών είναι λεπτότεροι στη βάση και χοντρότεροι πιο μακριά. Το διάκενο μερίστωμα δε μπορεί επίσης να παραγάγει νέα κορυφή όπως κάνει παρόμοιο μερίστωμα στα αγρωστώδη, έτσι εάν κοπεί η κορυφή ενός βλαστού θα πρέπει η ανάπτυξη να συνεχίσει μ’άλλους βλαστούς από πιο κάτω. Σε περίπτωση που ο βλαστός είναι υπέργειος κι έχει πολλά λεπτά κλαδιά, απλώς τα κλαδιά αυτά θα αναπτυχθούν περισσότερο, χωρίς κανένα να γυρίζει προς τα πάνω και να παίρνει τη θέση του κεντρικού όπως θα γινόταν στα περισσότερα σπερματόφυτα. Άλλωστε δε μπορούν να παχύνουν σαν το κεντρικό για να μπορούν να τον αντικαταστήσουν επιτυχώς, επομένως αυτή η ικανότητα δεν εξελίχθηκε.

Ο βασικός αυτος βλαστός παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον τύπο του. Τα ριζώματα έχουν πολύ στενότερες κοίλες περιοχές, είναι μαύρα, σκούρα καφέ ή κοκκινοκαφέ, σκληρότερα και πιο εύκαμπτα απ’τους υπέργειους βλαστούς, και στο φλοιό τους αποθηκεύουν άμυλο. Κατά την ανάπτυξή τους μέσα στο έδαφος οι κορυφές τους προστατεύονται απ’τους κολεούς των φύλλων των αμέσως προηγούμενων γονάτων. Τα περισσότερα μάτια αναπτύσσουν μόνο ρίζες, οι οποίες είναι μικρές κι απλές. Όταν γίνεται διακλάδωση, συνήθως ένα, σπανιότερα δύο κι ακόμα σπανιότερα περισσότερα μάτια ενός γονάτου αναπτύσονται αρκετά, γίνονται ωοειδή με οξεία κορυφή, και αναπτύσσονται σε βλαστό παρόμοιας διαμέτρου με το γονικό ρίζωμα. Αυτά μπορούν ν’αναπτυχθούν σε νέο ρίζωμα ή μπορεί, αν βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια, ν’αναπτυχθούν σε κάποιον υπέργειο βλαστό. Όλο το ρίζωμα αποθηκεύει άμυλο για την αδρανή περίοδο του χειμώνα και για τη γρήγορη αναγέννηση του φυτού, αλλ’υπάρχουν και ορισμένες περιοχές του ριζώματος που έχουν τροποποιηθεί σε κονδυλίδια. Τα περισσόττερα κονδυλίδια σχηματίζονται το φθινόπωρο αρκετά βαθιά στο έδαφος, και είναι περιοχές με αρκετά παχιά μεσογονάτια διαστήματα όπου αποθηκεύεται αρκετό άμυλο. Το βάθος των ριζωμάτων ποικίλει, από 4 και μέτρα στο E. arvense και στο E. Telmateia (οι επιστήμονες έβρισκαν και βαθύτερα ρίζωμα, αλλά δεν έσκαψαν παραπάνω), έως πιθανόν λιγότερο στα γιγάντια τροπικά είδη. Θεωρείται ότι πάνω από τα 3/4 της βιομάζας ενός πολυκομπιού αποτελεί το ρίζωμα. Τέλος τα πολυκόμπια είναι τα φυτά με τη συνθετότερη δομή ριζώματος. Αν και η μεγαλύτερη μάζα των ριζωμάτων βρίσκεται σχετικά κοντά στην επιφάνεια (πρώτα 50 εκατοστά για το e. arvense), το ρίζωμα, όπως προανέφερα, συνεχίζεται πολύ βαθύτερα με πολύπλοκη οργάνωση, με στρωματώδεις περιοχές οριζόντιας ανάπτυξης του ριζώματος να ενώνονται με περιοχές κάθετης ανάπτυξης, δίνοντας προφανώς στο φυτό ακόμα μεγαλύτερη στήριξη κι ικανότητα διείσδυσης κι αναγέννησης. Σ’ένα ρίζωμα e. Arvense που σκάφτηκε ως τα δύο μέτρα, βρέθηκαν 5 οριζόντια στρώματα, ενώ παρόμοια δομή βρέθηκε και στο νοτιοαμερικανικό γιγάντιο είδος E. giganteum.

Αντίθετα με τα ριζώματα, οι υπέργειοι βλαστοί έχουν μεγαλύτερης διαμέτρου κοίλες περιοχές, είναι λιγότερο εύκαμπτοι και πιο εύθραυστοι και συνήθως φωτοσυνθέτουν. Το χρώμα τους είναι έντονο ανοιχτό ως σκούρο πράσινο ανάλογα με το είδος και τα επίπεδα φωτός, ενώ οι νεοδημιουργηθήσες απ’το διάκενο μερίστωμα περιοχές στη βάση κάθε μεσογονάτιου διαστήματος είναι λευκότερες. Σε κάποια ειδη, όπως στο ευρασιατικό υποείδος του πολυκομπιού των τελμάτων (E. Telmateia), ολόκληρο το μεσογονάτιο διάστημα του κεντρικού βλαστού είναι σχεδόν λευκό. Οι υπέργειοι βλαστοί κειμαίνονται σε ύψος από τα 3 εκατοστά μέχρι τα 8 μέτρα ανάλογα με το είδος, είναι είτε όρθιοι είτε ελαφρώς κεκλιμένοι, και στηρίζονται μεταξύ τους, ενώ μερικές φορές σχεδόν έρπουν στο έδαφος ή στρέφονται παράξενα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, και σε μερικά είδη αυτός ο τρόπος ανάπτυξης είναι ο συνήθης, όπως στο νάνο πολυκόμπι (E. Scirpoides). Στα διακλαδιζόμενα είδη, τα μάτια αναπτύσσονται σ’ένα σπόνδυλο λεπτών πλευρικών κλαδιών σε κάθε γόνατο, συχνά ακτινωτών και συμμετρικών, τα οποία είναι ίδια με τον κεντρικό βλαστό, αλλά πολύ λεπτότερα και συνεπώς με λιγότερες τρόπιδες, άρα και φύλλα σε κάθε γόνατο. Σε μερικά είδη τα κλαδάκια αυτά μπορούν να διακλαδιστούν περαιτέρω όπως στο E. arvense, ενώ στο πολυκόμπι των δασών (E. silvaticum) κάθε πλευρικό κλαδί φέρει συστηματικά στα γόνατά του έναν ακόμα μικρότερο σπόνδυλο κλαδιών. Το σχήμα αυτό θεωρητικά είναι άπειρο φράκταλ. Στα γενικώς αδιακλάδιστα είδη όπως το E. hiemale οι βλαστοί παράγουν κλαδιά συνήθως μόνο εάν η κορυφή τους κοπεί. Επίσης συχνά τα δόντια των κολεών των φύλλων πέφτουν σε αρκετά είδη. Τα στόματα των φυτών αυτών, που βρίσκονται κυρίως στις κοιλάδες των υπέργειων βλαστών, είναι μοναδικά σ’όλα τα φυτά, έχοντας τα δύο καταφρακτικά κύτταρα, τα οποία κανονικά βρίσκονται στα πλευρά του στόματος και το ανοιγοκλίνουν πιο μέσα, ενώ δύο βοηθητικά κύτταρα, τα οποία βρίσκονται κανονικά πιο μέσα στο στόμα βρίσκονται εξωτερικά, και φέρουν στην εσωτερική τους πλευρά χαρακτηριστικές ανασηκωμένες γραμμές. Επίσης στον υπέργειο βλαστό υπάρχουν υδατοδοί, πόροι απ’όπου μπορεί ν’αποβληθεί το επιπλέον νερό σε συνθήκες υπερβολικής υγρασίας δυσχερείς για τη διαπνοή, προσαρμογή κι άλλων υδρόφιλων φυτών. Μία ακόμα προσαρμογή που έχει αναπτυχθεί και σ’άλλα υδρόφιλα φυτά είναι η μεταφορά αέρα από τους υπέργειους βλαστούς και τα επιφανειακά ριζώματα στα μέρη του φυτού που βρίσκονται σε υδροκορεσμένο κι ανοξικό έδαφος πιο κάτω. Η μεταφορά γίνεται υπό πίεση στους κοιλαδικούς σωλήνες τουφ λοιού, κι από τα είδη που μελετήθηκαν πιο έντονο τέτοιο σύστημα έχει το πολυκόμπι των ελών (E. Paluster) και το E. telmateia, το οποίο όμως, παρά το όνομά του, βρέθηκε σ’άλλη μελέτη νά’ναι το λιγότερο ανθεκτικό στις αναερόβιες συνθήκες είδος του γένους, προτιμώντας τα τρεχούμενα παρά τα στάσιμα νερά, αν και πάλι αρκετά ανθεκτικότερο από τα κοινά πιο χερσαία φυτά. Το πιο ανθεκτικό είναι το E. fluviatile, το οποίο έχει επίσης χάσει την ικανότητα μεταφοράς αέρα, ενώ αυτή η ικανότητα είναι αρκετά μειωμένη στο E. arvense. Τέλος οι υπέργειοι βλαστοί των φυτών αυτού του γένους έχουν στο φλοιό τους αποθέσεις διοξειδίου του πυριτίου το οποίο τα κάνει σχεδόν απρόσβλητα από παθογόνους οργανισμούς και φυτοφάγα. Το πυρίτιιο ενσωματώνεται στα κυτταρικά τοιχώματα με τη βοήθεια του κοινού φυτικού υδατάνθρακα της καλόζης και βρίσκεται παντού, αλλά σε μερικές περιοχές όπως κοντά στις κοιλάδες ή στα πλευρικά κλαδιά βρίσκεται πυκνότερο ως ακανθίδια ή εξογκώματα που μπορούν να φανούν με το μικροσκόπιο. Ως εκ τούτου οι βλαστοί είναι αρκετά σκληροί και τραχείς κατά το τρίψιμο, ενώ τα πλευρικά κλαδιά έχουν επιπλέον εξογκώματα πυριτίου κάνοντάς τα σκληρά κι αποξεστικά. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις πυριτίου βρίσκονται σε αδιακλάδιστα είδη όπως το e. hiemale, με ποσοστό σε ξηρή μάζα των βλαστών 16%, αλλ’όλα τα είδη έχουν αρκετά υψηλά ποσοστά, για παράδειγμα το E. arvense έχει 10% πυρίτιο. Οι υπέργειοι βλαστοί παραμένουν πράσινοι όλο το χρόνο στα τροπικά είδη, ενώ στα εύκρατα παγώνουν κάθε χειμώνα και επανεμφανίζονται νέοι την άνοιξη, με εξαίρεση 4 αειθαλη είδη, το E. hiemale, το E. ramosissimum, το E. laevigatum και το E. scirpoides. Στις περιαρκτικές περιοχές η περίοδος ανάπτυξης είναι πολύ μικρή, έως και 3 μόνο μήνες το καλοκαίρι, κι όλο το υπόλοιπο διάστημα τα αφυτά βρίσκονται ως αδρανή ριζώματα κάτω απ’το έδαφος, τα οποία αντέχουν ως τους -40 βαθμούς ή και χαμηλότερα.

Όπως τα συγγενικά τους φυτά, τα πολυκόμπια αναπαράγονται εγγενώς με σπόρια. Αντίθετα όμως με τα συγγενικά τους φυτά, τα αναπαραγωγικά όργανα είναι οργανωμένα σε κώνους ή στροβίλους στις κορυφές των λεγόμενων γόνιμων βλαστών, ένας σε κάθε βλαστό. Αυτοί οι βλαστοί μπορεί να’ναι ίδιοι με τους μη αναπαραγωγικούς ή στείρους, όπως στο E. hiemale και στα γιγάντια είδη, σχεδόν αδιακλάδιστοι ή ελαφρώς διακλαδιζόμενοι με διακλάδωση μετά την πτώση του κώνου όπως στο E. paluster και στο E. silvaticum, ή βραχύβιοι, μη φωτοσυνθετικοί και εξειδικευμένοι μόνο για το σκοπό της κωνοφορίας, όπως στο E. arvense και στο E. telmateia. Στην τελευταία περίπτωση βγαίνουν νωρίς την άνοιξη, πριν τους πράσινους βλαστούς, είναι κιτρινοκαφέ, παχύτεροι και με μεγαλύτερους κολεούς φύλλων, αλλά πέφτουν σε λίγες εβδομάδες. Οι κώνοι κειμαίνονται από λιγότερο του ενός εκατοστού όπως στο E. scirpoides, έως 2-4 εκατοστά όπως στα περισσότερα είδη, έως 10 εκατοστά ή και περισσότερο στα μεγαλύτερα όπως στο E. telmateia, στο E. hiemale και στα γγιγάντια τροπικά είδη, και μπορεί να’χουν είτε οξεία είται αμβλεία κορυφή. Ο κώνος είναι στην πραγματικότητα ένας τροποποιημένος βλαστός με βραχύτατα μεσογονάτια διαστήματα, στα γόνατα του οποίου φέρει σπονδύλους σποριαγγειοφόρων βλαστών. Οι βλαστοί αυτοί είναι εξαγωνοειδείς κι ασπιδόμορφοι, με σχήμα ασπίδας ή ομπρέλας, δηλαδή με στενή βάση και πλατιά κορυφή, κάτω απ’την οποία βρίσκονται 5-10 σποριαγγεία, τα οποία ανοίγουν για να απελευθερώσουν τα σπόρια. Τα σπόρια είναι σφαιρικά, με λεπτό κυτταρικο τοίχωμα, και φέρουν 4 μοναδικές δομές, τους ελατήρες, ταινιοειδείς αποφύσεις που ξεκινούν απ’το ίδιο σημείο και συστέλλονται ή διαστέλλονται με μεταβολές της υγρασίας (υγροσκοπικοί), ώστε το σπόριο να διασπύρεται ευκολότερα σε υγρό καιρό. Συχνά οι ελατήρες πολλών σπορίων πλέκονται μεταξύ τους, κκάνοντας την επιβίωσή τους ως μάζα πιθανότερη. Τα σπόρια είναι πράσινα, φωτοσυνθετικά και ζουν μόνο γύρω στις 5-17 ημέρες, οπότε θα πρέπει να βρουν γρήγορα κατάλληλες συνθήκες, δηλαδή στρώμα καθαρής λάσπης χωρις ανταγωνισμό από βρύα, άλλα γαμετόφυτα, μονοκύτταρα φύκη κι άλλα μικρά φυτά, για να βλαστήσουν. Επειδή αυτές οι συνθήκες είναι σπάνιες στη φύση και είναι ίδιες για όλα τα είδη του γένους, συχνά βλαστάνουν σπόρια από διάφορα είδη στο ίδιο μέρος και γίνεται υβριδισμός. Τα σπόρια λοιπόν βλαστάνουν σε μικρά πράσινα δισκοειδή γαμετόφυτα διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού, τα οποία αποτελούνται από έναν επίπεδο θαλλό και μερικά επιμήκη κύτταρα που τα κρατούν στο έδαφος, τα ριζωοειδή, όπως στα βρύα και στα γαμετόφυτα άλλων σποριοφόρων φυτών. Όπως σε παρόμοια φυτά, από τα ροπαλοειδή ανθηρίδια παράγονται τα ανθηροζωίδια ή σπερματοζωάρια, τα οποία κολυμπούν με τη βοήθεια μαστιγίων μέσα απ’το υγρό περιβάλλον στα θηλυκά αρχεγόνια, δομές σαν μπουκάλια για να γονιμοποιήσουν το ωάριο που βρίσκεται στη βάση τους, συνήθως από το ένα γαμετόφυτο στο άλλο. Μόλις γίνει η γονιμοποίηση, όπως στα άλλα παρόμοιας αναπαραγωγής φυτά, το έμβρυο αναπτύσσει ένα πόδι που το συνδέει αρχικά παρασιτικά με το γαμετόφυτο, μέχρι να ισχυροποιηθεί εις βάρος του γαμετόφυτου το οποίο τελικά θα πεθάνει. Αρχικά το έμβρυο σχηματίζει δύο πόλους, απ’τους οποίους ο κατώτερους αναπτύσσεται στις πρώτες ρίζες ενώ ο ανώτερος στον πρώτο βλαστό. Σύντομα διακλαδίζονται τα πρώτα ριζώματα, ενώ εάν οι συνθήκες είναι καλές το φυτό μπορει να μεγαλώσει και να γίνει ένα ενήλικο πολυκόμπι. Φυσικά η θνησιμότητα στα πρώτα αυτά στάδια της ζωής είναι πολύ υψηλή. Ο κύριος τρόπος αναπαραγωγής ωστόσο αυτών των φυτών είναι βλαστητικά ή αγενώς με ριζώματα, οπότε τμήματα ριζώματος ή και υπέργειων βλαστών μπορούν ν’αποκοπούν και να βλαστήσουν αλλού με μεταφορά από φυσικά ή τεχνητά αίτια, ή κάποιο άλλωτε μεγάλο φυτό να κατακερματιστεί σε μικρότερα από φυσικά ή τεχνητά αίτια, δημιουργώντας περισσότερα φυτά. Ένα μεγάλο πολυκόμπι, ή αποικία όπως λέγεται συνήθως, επειδή είναι δύσκολη η εύρεση του εάν είναι ένα άτομο ή έχει κατακερματιστεί, είναι ανθεκτικότατο και μπορεί να ζήσει στην περιοχή όπου βρίσκεται για πολλά χρόνια, ακόμα κι επ’αόριστον αφού ανανεώνεται συνεχώς και στην πράξη δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, εφόσον φυσικά οι συνθήκες παραμένουν οι κατάλληλες. Μ’αυτόν τον τρόπο παραμένουν και διαιωνίζονται και τα υβρίδια, τα οποία πιθανότατα είναι σχεδόν πάντοτε στείρα. Όλα τα φυτά του γένους έχουν απλοειδή αριθμό χρωμοσωμάτων 108, και τα περισσότερα είναι διπλοειδή όπως οι περισσότεροι οι πολυκύτταροι οργανισμοί, υπάρχουν όμως και τριπλοειδή και πολυπλοειδή.

Ο ρόλος αυτών των φυτών στο οικοσύστημα δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά, γιατί τα φυτά αυτά θεωρούνται κάτι σαν περιθωριακά και υπολείματα του παρελθόντος. Στην πραγματικότητα όμως παίζουν ενεργό ρόλο στη μείωση της διάβρωσης και στην ανακύκλωση των θρεπτικών συστατικών. Τα εκτεταμένα ριζωματικά τους συστήματα συγκρατούν καλά το έδαφος εμποδίζοντας την έντονη διάβρωση κοντά στο νερό, ενώ η δυνατότητά τους να φέρνουν στην επιφάνεια θρεπτικά στοιχεία όπως φώσφορο και κάλιο και ιχνοστοιχεία απ’το υπέδαφος ωφελή τα γειτονικά φυτά, αφού με την αποσύνθεση των μερών που πέφτουν εμπλουτίζεται το επιφανειακό έδαφος. Όσον αφορά τις σχέσεις τους μ’άλλους οργανισμούς, αυτές είναι λίγες. Οι ρίζες τους μπορούν να συνάψουν
μυκορριζικές σχέσεις
με συμβιωτικούς μύκητες, αλλ’αυτό δεν είναι απαραίτητο και δε γίνεται πάντα, ενώ δεν έχει καταγραφεί καμία σχέση αυτού του φυτού με κάποιο έντομο ή μικροοργανισμό, εξαιτίας μάλλον της πυριτικής του προστατευτικής επίστρωσης. Περιστασιακά το τρώνε τα φυτοφάγα ζώα, κι άλλα το χρησιμοποιούν ως κρυψώνα ή κατασκευάζουν φωλιές απ’αυτό. Όσον αφορά τέλος τον ανταγωνισμό του με τα υπόλοιπα φυτά, τα εύκρατα είδη γενικά τα πάνε πολύ καλά, αφού στις περιοχές που έχουν προλάβει και καταλάβει δε φυτρώνει σχεδόν τίποτα άλλο, ενώ στις παρυφές τους μπορούν να παραμένουν αραιά και σε συνθήκες σκιάς αναπτυσσόμενα αργά μέχρι να γίνει κάποια διαταραχή για να εξαπλωθούν κι άλλο. Αντίθετα τα γιγάντια τροπικά είδη, παρά το μεγάλο και φαινομενικά επιβλητικό μέγεθός τους, θεωρούνται πρώιμοι αποικιστές διαταραγμένων περιοχών, οι οποίοι σιγά-σιγά εκτοπίζονται από τα επόμενα φυτά που τα σκιάζουν και τα ξεπερνούν στην ανάπτυξη.

Το γένος σήμερα περιλαμβάνει 15 είδη, χωρισμένα σε δύο υπογένη ή εξελικτικούς κλάδους, το υπογένος ίππουρις (equisetum) και το υπογένος ιπποχαίτη (Hippochaete). Κύριες διαφορές μεταξύ των υπογενών είναι τα στόματα (επιφανειακά στις ιππουρίδες, βαθουλωμένα στις ιπποχαίτες), η διακλάδωση (συχνή στις ιππουρίδες σπανιότερη στις ιπποχαίτες), η σκληρότητα και η διάρκεια των υπέργειων βλαστών (σκληροί και συνήθως αειθαλείς βλαστοί στις ιπποχαίτες, μαλακότεροι και ετήσιοι συνήθως στις ιππουρίδες), και η εξειδίκευση των κωνοφόρων βλαστών (αδιαφοροποίητοι στις ιπποχαίτες, συχνά διμορφικοί στις ιππουριδες). Τα είδη λοιπόν είναι:
Για το υπογένος Equisetum:
1. E. arvense: το κοινό πολυκόμπι ή το πολυκόμπι των αγρών, το πιο επιτυχημένο είδος όλων, έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση και συχνά θεωρείται ζιζάνιο. Ανθεκτικότατο, ευδοκιμεί από υποτροπικές περιοχές έως και στον αρκτικό κύκλο. Ύψος 60 εκατοστά, πυκνά διακλαδιζόμενο με καφέ φύλλα, με διμορφικούς μη φωτοσυνθετικούς κωνοφόρους βλαστούς νωρίς την άνοιξη.
2. E. pratense: Το πολυκόμπι των λειμώνων, παρομοίων διαστάσεων είδος βορειότερων περιοχών της εύκρατης ζώνης, όχι στην Ελλάδα. Εμφανέστερο διαχωριστικό χαρακτηριστικό του απ’το E. arvense είναι η κάτω διεύθυνση των πλευρικών κλαδιών, ενώ στο δεύτερο τα κλαδιά αναπτύσσονται οριζόντια ή προς τα πάνω.
3. E. telmateia: Το πολυκόμπι των τελμάτων, το μεγαλύτερο είδος του υπογένους, ύψους 1,5-2 μέτρων, κατ’εξαίρεσιν ως και τα 2,5 μέτρα. Διακλαδιζόμενο με πυκνά έντονα πράσινα συμμετρικά κλαδιά και κεντρικούς υπέργειους βλαστούς αρκετά κοίλους και διαμέτρου ως κι 1 εκατοστό ή και παραπάνω, και σχεδόν μαύρα φύλλα. Οι κεντρικοί υπέργειοι βλαστοί του ευρασιατικού υποείδους είναι σχεδόν λευκοί, ενώ του Αμερικανικού πράσινοι. Οι κωνοφόροι βλαστοί διμορφικοί νωρίς την άνοιξη.
4. E. paluster: Το πολυκόμπι των ελών, μοιάζει αρκετά με μια μεγαλύτερη έκδοση του E. arvense, με σκουροπράσινους διακλαδιζόμενους βλαστούς ύψους με δυσκολία ως και το 1 μέτρο, μεγάλης εξάπλωσης κοντά στο νερό. Οι κωνοφόροι βλαστοί ελαφρώς διμορφικοί.
5. E. silvaticum: Το πολυκόμπι των δασών, είδος προσαρμοσμένο συνήθως σε δροσερές κι αρκετά σκιερές περιοχές στις παρυφές των δασών, ύψους 40-50 εκατοστών, με υπέργειους βλαστούς πολύ λεπτούς με κοκκινοκαφέ φύλλα και κωνοφόρους βλαστούς ελαφρώς διμορφικούς. Το βασικό διαχωριστικό χαρακτηριστικό του είναι η περαιτέρω διακλάδωση των πλευρικών του κλαδιών.
6. E. fluviatile: Το ποτάμιο πολυκόμπι, είδος προσαρμοσμένο για υδρόβια ή ημιυδρόβια ζωή, συχνά φυτρώνει μέσα στα ποτάμια. Ύψος μέχρι 1 μέτρο ή και περισσότερο, κεντρικός κοίλος σωλήνας ως και το 80$ της διαμέτρου του βλαστού, σχεδον ανύπαρκτοι κοιλαδικοί σωλήνες και μαύρα ανθεκτικότατα στην ανοξία ριζώματα.
7. E. diffusum: Το διάχυτο πολυκόμπι ή το πολυκόμπι των Ιμαλαΐων, μικρό, περιορισμένο στα Ιμαλάια, λεπτό και με σχεδόν ανύπαρκτο κεντρικό σωλήνα.
8. E. bogotense: Το πολυκόμπι της Μπογκοτά, των Άνδεων ή της Νότιας Αμερικής, το μόνο μέλος του υπογένους προσαρμοσμένο για τροπικές συνθήκες, με εξάπλωση στην Κεντρική και Νότια Αμερική, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα, λεπτό, μικρό και αραιά διακλαδιζόμενο.

Τα υβρίδια του υπογένους είναι: E. X bowmanii από το E. silvaticum και το E. telmateia, E. X dycei από το E. fluviatile και το E. paluster, E. X font-queri από το E. paluster και το E. telmateia, E. X litorale από το E. arvense και το E. fluviatile, E. X Mchaffieae από το E. fluviatile και το E. pratense, E. X mildeanum από το E. pratense και το E. silvaticum, E. X robertsii από το E. arvense και το E. telmateia, E. X rothmaleri από το E. arvense και το E. paluster, E. X willmotii από το E. fluviatile και το E. telmateia.

Το υπογένος ιπποχαίτη περιλαμβάνει:
1. E. hiemale: Το χειμωνιάτικο πολυκόμπι, αρκετές φορές γράφεται και E. hyemale, αν και τα λατινικά δε χρησιμοποιούσαν σχεδον ποτέ το y. Αδιακλάδιστο ύψους 1-1,2 μέτρων με εξάπλωση σ’όλο το Βόρειο Ημισφαίριο, με αρκετά σκληρούς βλαστούς, ανοιχτοπράσινους με γκριζωπά φύλλα.
2. E. laevigatum: Το λείο πολυκόμπι, ύψους ως και 1,5 μέτρων με αρκετά λείους βλαστούς, συνήθως αδιακλάδιστο και αμερικανικής εξάπλωσης. Συχνά οι υπέργειοι βλαστοί του πέφτουν το χειμώνα, ασυνήθιστα γι’αυτό το υπογένος.
3. E. variegatum: Το ποικιλόχρωμο πολυκόμπι, είδος βόρειας περιαρκτικής εξάπλωσης, όχι στη χώρα μας, ύψους 40-80 εκατοστών, συνήθως όμως κοντό, με πρασινομπλέ τραχείς βλαστούς που συχνά συστρέφονται ή έρπουν και μικροσκοπικούς κώνους.
4. E. scirpoides: Το καλαμοειδές ή νάνο πολυκόμπι, είδος περιαρκτικής εξάπλωσης το μικρότερο απ’όλα τα σημερινά είδη με βλαστούς ύψους 4-12 εκατοστών, σπανιότατα ως τα 30 εκατοστά, διάμετρο βλαστών τα 0,5-1 χιλιοστά με 3-6 αυλακώσεις, σχεδόν μαύρα φύλλα, ανοιχτοκαφέ ριζώματα με λεπτές ρίζες και μικροσκοπικούς κώνους γύρω στα 3 χιλιοστά σε ύψος. Συχνά οι βλαστοί έρπουν ή συστρέφονται.
5. E. ramosissimum: Το πολυκλαδότατο πολυκόμπι, με εξάπλωση από τις εύκρατες περιοχές του Βορείου ημισφαιρίου έως όλη την Αφρική, μέχρι το Νότιο άκρο. Αρκετά διακλαδιζόμενο για το υπογένος του, με πυκνά κλαδιά περίπου μέχρι τη μέση των βλαστών, οι οποίοι είναι σκληροί και σκουροπράσινοι. Ορισμένοι πληθυσμοί του ρίχνουν τους υπέργειους βλαστούς το χειμώνα.
6. E. myriochaetum: Το μυριόχαιτο πολυκόμπι, το μεγαλύτερο σήμερινό είδος με ρεκόρ ύψους τα 8 μέτρα, ιθαγενές του Μεξικού και της Κεντρικής Αμερικής, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα, αρκετά σκληρό και έντονα διακλαδιζόμενο.
7. E. giganteum: Το γιγάντιο πολυκόμπι, κι αυτό τεράστιο είδος της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα, με ρεκόρ ύψους τα 5 μέτρα, πιο λείο κι έντονα διακλαδιζόμενο.

Τα υβρίδια αυτού του υπογένους είναι: E. X ferrissii από το E. hiemale και το E. laevigatum, E. x moorei από το E. hiemale και το E. ramosissimum, E. x nelsoni από το E. laevigatum και το E. variegatum, E. x schaffneri από το E. giganteum και το E. myriochaetum, E. x trachydon από το E. hiemale και το E. variegatum.

Η χρήση των φυτών του γένους από τον άνθρωπο είναι αραιή αλλά συνεχής, όπως και το γένος στη φύση και κατά την εξελικτική του ιστορία. Οι υπέργειοι βλαστοί του E. arvense έχουν χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικά από πολύ παλιά ως διουρητικό, τονωτικό και επουλωτικό των πληγών σε τσάι, αν και ανησυχίες για την πιθανή τοξικότητά του έχουν περιορίσει τη χρήση του σήμερα. Σήμερα το πυρίτιο [που περιέχει θεωρείται πως τονώνει το συνδετικό ιστό, την επιδερμίδα, τα μαλλιά και τα νύχια, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικώς. Χρησιμοποιείται επίσης απ’την ομοιοπαθητική. Η μεγάλη σκληρότητα των βλαστών του, η χαμηλή θρεπτική του αξία και η τοξικότητά του σε μεγάλες ποσότητες δεν το έκαναν ποτέ καλή τροφή, αν και οι αρχαίοι Ρωμαίοι και οι Ιάπωνες έτρωγαν τους νεαρούς κωνοφόρους βλαστούς ξεφλουδισμένους προσεκτικά και βρασμένους σαν σπαράγγια, ενώ οι Ινδιάνοι της βορειοδυτικής Βόριεας Αμερικής έτρωγαν τους νεαρούς πράσινους βλαστούς ωμούς. Το πράσινο ζουμί των βλαστών έχει επίσης χρησιμοποιηθεί ως βαφή, ενώ τα μεσογονάτια διαστήματα του E. hiemale ως ανταλλακτικά καλαμιών για κλαρινέτα. Μία σημαντική χρήση των σκληρότερων κυρίως ειδών ήταν ως μέσα ξυσίματος ξύλινων και μεταλλικών αντικειμένων για καθάρισμα. Στην Ιαπωνία ακόμα χρησιμοποιείται έτσι για το γυάλισμα παραδοσιακών ξύλινων αντικειμένων. Το πυρίτιο και οι άλλες ουσίες που περιέχει χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά κι ακόμα στη βιολογική καλλιέργεια ως διάλυμα για την κάλυψη των φυτών για προστασία κατά των μυκήτων και των παθογόνων μικροοργανισμών, πρακτική που φαίνεται νά’χει αποτέλεσμα.

Το πολυκόμπι ωστόσο δεν είναι πάντοτε δεκτό απ’τον άνθρωπο. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βγάλει αποτελέσματα κυρίως για την αντιμετώπισή του ως ζιζάνιο, λιγότερο για τη βοτανική του, κι ακόμα λιγότερο για οτιδήποτε άλλο. Το πολυκόμπι, και ιδιαίτερα το E. arvense, μπορεί να διεισδύσει σε καλλιεργίσιμες εκτάσεις απ’όπου έπειτα η εξάλειψή του είναι σχεδόν αδύνατη. Χάρη στα βαθιά του ριζώματα δεν ξεριζώνεται ποτέ, και το βαθύ όργωμα απλώς το διαταράσσει, δεν το καταστρέφει όμως, και ίσως βοηθά στην αναγέννησή του αλλού από θραύσματα ριζώματος. Το συνεχές κόψιμο των υπέργειων βλαστών επίσης δε φαίνεται να’χει αποτέλεσμα, ακόμα κι αν γίνει 12 φορές το χρόνο σύμφωνα με μια μελέτη. Η χρήση γεωργικού ασβέστη για το ανέβασμα του ph στο έδαφος δίνει κάποια αποτελέσματα, όμως αυτή η πρακτική μπορεί επίσης να βλάψει και κάποια απ’τα καλλιεργούμενα φυτά, και πάλι το πολυκόμπι δεν καταστρέφεται πλήρως. Τέλος η παχιά του εφυμενίδα αποκλείει τα περισσότερα ζιζανιοκτόνα, και γι’αυτό πριν τον ψεκασμό του θα πρέπει οι βλαστοί του να σπαστούν κάπως, ώστε να περάσει περισσότερο φάρμακο μέσα. Η ανθεκτικότητά του στο γνωστό Roundup της Monsanto, στο κοινότερο ζιζανιοκτόνο, είναι αρκετά υψηλή. Στην κτηνοτροφία το πολυκόμπι δηλητηριάζει τα φυτοφάγα ζώα με την παρατεταμένη κατανάλωση, ιδίως τα μη μηρυκαστικά όπως τα άλογα. Τα ζώα συνήθως βοσκώντας το αποφεύγουν εξαιτίας της σκληρότητάς του και της κακής του γεύσεις, όμως ανακατεμένο μέσα στα άχυρα δε θα το καταλάβουν και θα το φάνε. Εκτός απ’τον ερεθισμό στο πεπτικό σύστημα που μπορεί να προκαλέσει το πυρίτιο που περιέχει το φυτό σε μεγάλες ποσότητες, το πολυκόμπι επίσης έχει αλενεργά χημικά όπως το αλκαλοειδές παλουστίνη, το ιππουριδικό οξύ κι άλλες ουσίες που επηρεάζουν πολλαπλά οργανικά συστήματα του ζώου, ενώ η θιαμινάση που περιέχει διασπά τη θιαμίνη (βιταμίνη β1), η οποία ωφελεί το νευρικό σύστημα οδηγώντας σε νευρολογικά συμπτώματα, η κύρια κατάληξη δηλητηρίασης από E. arvense. Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν μετά από εβδομάδες ή και μήνες συνεχούς κατανάλωσης του φυτού. Ο μόνος τρόπος πρόληψης είναι η αποφυγή ανάμειξης του πολυκομπιού μαζί με άλλα χόρτα που πρόκειται να ξεραθούν. Αναφέροντας τα χημικά των φυτών, θα πρέπει να πω πως τα φυτά του γένους είναι τα μόνα μη ανθοφόρα φυτά που παράγουν νικοτίνη σε ιχνώδεις όμως ποσότητες, καθώς κι ότι έχουν πολυφαινόλες και λοιπά αντιοξειδωτικά τα οποία ίσως χρησιμοποιηθούν ως συμπληρώματα.

Ίσως εξαιτίας των δύο παραπάνω αρνητικών πλευρών του φυτού, τα φυτά του γένους καλλιεργούνται αρκετά σπάνια σε σχέση μ’άλλα πτεριδόφυτα. Ακόμα και για μη ψαγμένους με τα φυτά, όπως εμένα, που το καλλιεργούν κυρίως για τη μοναδικότητά του και το ιστορικό κι εξελικτικό του ενδιαφέρον, τα φυτά του γένους αυτού έχουν καλλωπιστική αξία. Είδη μέτριου ύψους όπως το E. arvense και το E. paluster δημιουργούν πράσινες φουντωτές συστάδες με λεπτά κλαδάκια, που με κοντινότερη ματιά αποκαλύπτουν τη συμμετρικότατή τους δομή. Το E. silvaticum, με τις ακόμα λεπτότερες διακλαδώσεις του, γίνεται ακόμα πιο όμορφο σε μια συστάδα. Από τα μεγάλα είδη, το E. telmateia μπορεί να δημιουργήσει ψηλές επιβλητικές συστάδες έντονων πράσινων φουντωτών βλαστών με συμμετρικότατα λεπτά κλαδιά σε κάθε κόμπο, ενώ τα αδιακλάδιστα είδη όπως το E. hiemale, μπορούν να κάνουν παρόμοιες συστάδες με τους γυμνούς και ψηλούς βλαστούς τους, κάπως σαν καλαμιές αλλά στην πραγματικότητα πολύ πιο ξεχωριστά. Τα τροπικά γιγάντια είδη δημιουργούν ακόμα πιο επιβλητικές συστάδες με τη μοναδική δομή αυτού του φυτού, ενώ οι κώνοι των μεγάλων ειδών, όπως του E. telmateia, του E. hiemale και των γιγάντιων τροπικών ειδών έχουν κι αυτή τη διακοσμητική τους αξία ως κάτι το ξεχωριστό και παράξενο. Τα μικρά είδη όπως το E. scirpoides μπορούν να δημιουργήσουν χαλιά από συρματώδεις παράξενους βλαστούς σκληρούς στην υφή. Τέλος όλα τα φυτά του γένους ως μοναδικά κι αρχέγονα σίγουρα θα δίνουν μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα όπου βρίσκονται. Τα είδη που καλλιεργούνται σχετικά συχνότερα είναι το E. hiemale, κυρίως ως φυτό τεχνητών λιμνών, το E. scirpoides, και σπανιότερα όλα τα άλλα. Παραδόξως τα τροπικά γιγάντια είδη, αν κι ενδιαφέροντα κι εύκολα στην καλλιέργεια, δεν έχουν διαδοθεί πουθενά εκτός των βοτανικών κήπων, επειδή μάλλον κανείς δεν τα ξέρει. Όπως όμως έχω πει και για την
Αραουκάρια,
Ένα αρχέγονο και πανέμορφο κωνοφόρο, για να υπάρχει ενδιαφέρον γι’αυτά τα φυτά απ’τον κόσμο θα πρέπει να’χει γίνει και μια διαφήμιση από πριν, ώστε οι άνθρωποι να τα ξέρουν, να εκτίθενται σ’αυτά. Εάν τα πολυκόμπια δεν τα ξέρει κανείς και δεν τα βλέπει κανείς να καλλιεργούνται κάπου, πώς κάποιος θα τα εκτιμήση, πόσο μάλλον να ενδιαφερθεί να τα καλλιεργήσει εάν κιόλας δεν έχει σχέση με παράξενα φυτά; Γι’αυτό και θεωρώ τα φυτά αυτά εξωτικά σε περιβάλλον καλλιέργειας, ακόμα κι αν ζουν άγρια στη χώρα του καλλιεργητή, γιατί είναι παράξενα, σχεδόν αφανή και σπανιότατα καλλιεργούμενα.

Επομένως εάν θέλετε να καλλιεργήσετε ένα τέτοιο φυτό θα πρέπει να ξεκινήσετε με υλικό απ’τη φύση. Όπως είπα όμως πιο πάνω, τα φυτά αυτά μπορεί να’ναι άφθονα σε μια περιοχή, αλλά σε μια άλλη να μην υπάρχουν πουθενά. Στην Ελλάδα συνήθως συναντώνται σε απομονωμένους πληθυσμούς σε δυσπρόσιτες περιοχές κοντά σε ποτάμια, λίμνες κι άλλους υγρότοπους. Εάν λοιπόν δεν ξέρετε κάποιο μέρος για να κόψετε, τότε θα’ναι πολύ δύσκολο να βρείτε τέτοια φυτά εκτός κι αν έχετε καλή τύχη. Σε τέτοια περίπτωση φυσικά δε θά’χετε την πολυτέλεια να επιλέξετε το είδος που προτιμάτε. Αφού έχετε βρει ένα φυτό λοιπόν, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να κάνετε είναι η εύρεση κατάλληλου μέρους και κατάστασης για την αφαίρεση μοσχεύματος ή μοσχευμάτων για μεγαλύτερη επιτυχία ριζώματος, της πρώτης κίνησης προς την επιτυχή καλλιέργεια. Η διαδικασία είναι δυσκολη, διότι τα φυτά αυτά αναπτύσσονται συχνά σε πετρώδη κι αργιλώδη εδάφη, και τα ριζώματα χώνονται ανάμεσα στις πέτρες. Το έδαφος αυτό είναι δύσκολο στο σκάψιμο ακόμα και με τα κατάλληλα εργαλεία, τα οποία μπορούν επίσης να κόψουν τα ριζώματα. Το τράβηγμα των βλαστών και των ριζωμάτων δε συνίσταται σε καμία περίπτωση σε τέτοιο περιβάλλον επειδή σπάνε εύκολα στους κόμπους και τελικά δε βγαινει τίποτα. Ετοιμαστείτε για πολλά αποτυχημένα κοψίματα βλαστών. Θεωρητικά αναφέρεται ότι ευκολότερο είναι το τράβηγμα των ριζωμάτων σε υγρή λάσπη, όπως μετά από πολλή βροχή ή μέσα στα ποτάμια, αλλά κατά την εμπειρία μου η λάσπη είναι πολύ παχιά και βαριά για εύκολο σκάψιμο. Επίσης τα ριζώματα από κορεσμένα μέρη του εδάφους είναι μαλακότερα και πιο επιρρεπή στη σήψη έπειτα. Ευκολότερο είναι το τράβηγμα ή το σκάψιμο με κάποιο εργαλείο σε πλαγιές ή μικρές ανηφόρες με χαλαρό σχετικά χώμα και πέτρες, κι ακόμα ευκολότερο σε μέρη με σκέτο χώμα ή οργανική ύλη, σπάνια περιβάλλοντα σε μέρη που φυτρώνει πολυκόμπι αλλά υπαρκτά. Μία ακόμα δυσκολία κατά τη συλλογή ριζωμάτων είναι και το περιβάλλον του φυτού, για παράδειγμα η συλλογή θα’ναι αρκετά δύσκολη σε απότομες πλαγιές, σε μέρη με αγκάθια κι άλλα φυτά κλπ, επομένως ετοιμαστείτε να λερώσετε ή να χαλάσετε τα ρούχα και τα παπούτσια σας, γι’αυτό να φοράτε παλιά κατά τη διαδικασία. Κατάλληλα μπορούν επίσης να’ναι τμήματα βάσεων υπέργειων βλαστών, υπέργειοι βλαστοί ή και πλευρικά κλαδιά, αν και θα πρέπει να φροντίζονται πολύ περισσότερο αρχικά και η αποτυχία είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τα ριζώματα. Τα κομμένα ριζώματα λοιπόν θα πρέπει νά’χουν μήκος τουλάχιστον 15 εκατοστών και να φέρουν τουλάχιστον ένα ορατό μάτι, και όσο μεγαλύτερα και με περισσότερα μάτια τόσο καλύτερα, και θα πρέπει να τοποθετηθούν αμέσως σ’ένα δοχείο με υγρασία και δροσιά μέχρι να φυτευθούν, κάτι που θα πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν συντομότερα, επειδή τα ριζώματα συνεχίζουν να μεταβολίζουν την αποθηκευμένη τους ενέργεια κανονικά. Μικρότερα κομμάτια ριζώματος έχουν λίγο άμυλο αποθηκευμένο για την υποστήριξη της αρχικής νέας ανάπτυξης, και η επιτυχία τους είναι μικρή. Τα κονδυλ΄΄ιδια έχουν πολύ υψηλο ποσοστό επιτυχίας, αν και το μεγάλο βάθος όπου βρίσκονται κάνει σχεδον αδύνατη την εύρεσή τους. Τέλος καλό είναι το ρίζωμα που θα κοπεί να’χει σχετικά πολλές ρίζες, αν κι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η εποχή της συλλογής προτείνεται να’ναι η αδρανής περίοδος ή νωρίς την άνοιξη πριν την ανάπτυξη του φυτού, αν και μπορεί να είναι οποτεδήποτε.

Τα μοσχεύματα έπειτα θα πρέπει να φυτευθούν οριζόντια ή τουλάχιστον αρκετά οριζόντια ανάλογα με το μέγεθός τους σε γλαστράκια με έδαφος κυρίως αργιλώδες σε βάθος 1-2 εκατοστών απ’την επιφάνεια και σε μόνιμα υγρο περιβάλλον. Πολλοί καλλιεργητές τοποθετούν τα γλαστράκια σε νερό μέχρι το χείλος τους, άλλοι όπως εγώ απλά ποτίζουν συστηματικά. Είναι αναμενόμενο μερικά μοσχεύματα να σαπίσουν, σίγουρα όμως εάν είναι όλα των παραπάνω προδιαγραφών μερικά θα επιβιώσουν και θ’αναπτυχθούν. Σε λίγες μέρες έως και πάνω από 2 εβδομάδες σηκώνεται στην επιφάνεια το πρώτο ματάκι, το οποίο αναπτύσσεται σιγά-σιγά σε πράσινο φωτοσυνθετικό βλαστό με τις διακλαδώσεις του. Έπειτα μπορούν να εμφανιστούν άλλοι δίπλα, αλλά λίγοι. Μετά από λίγο καιρό το φυτό θ’αρχίσει απ’τα λεπτά ριζώματα που έχει στείλει ήδη να εμφανίζει πολλούς λεπτούς υπέργειους βλαστούς, οι οποίοι θα βγαίνουν παχύτεροι με το χρόνο. Το νεαρό φυτό μπορεί να μεταφυτευθεί σε μεγαλύτερη γλάστρα σύντομα μετά την αρχική ανάπτυξη ή αργότερα. Μια γλάστρα διαμέτρου 30 εκατοστών είναι κατάλληλη για τα νεαρά ταχέως αναπτυσσόμενα άτομα, ενώ μια 60 ή και μεγαλύτερη για τα αρκετά μεγάλα. Τα πολυκόμπια επιβιώνουν και σε μικρότερες γλάστρες, ακόμα και τα γιγάντια είδη, αλλά οι βλαστοί τους παραμένουν λεπτοί και κοντοί. Το έδαφος μπορεί να’ναι οτιδήποτε, εκτός από υπερβολικά αλκαλικό ή οργανικό. Καλύτερο είναι ένα μείγμα κοινού χώματος, αργίλου και άμμου σε διάφορες αναλογίες. Η οργανική ύλη θα πρέπει να λείπι απ’το μείγμα ή να περιορίζεται στην επιφάνεια, δι΄΄ότι οι ανοξικές συνθήκες που θα επικρατούν πιο κάτω θα προκαλέσουν αναερόβια αποσύνθεσή της με αρνητικά αποτελέσματα. Η μόνη παράμετρος που θα πρέπει να παραμένει σταθερή στην καλλιέργεια αυτών των φυτών είναι η συνεχής υγρασία του εδάφους, επειδή τα φυτά αυτά δεν αντέχουν καθόλου στην ξηρασία κι ακόμα και η βραχεία ξήρανση μπορεί να τα σκοτώσει γρήγορα. Αυτοποτιζόμενες γλάστρες που έχουν δοχείο που γεμίζει με νερό ή γλάστρες που θα στέκονται σ’ένα δοχείο με νερό βάθους τουλάχιστον 6 εκατοστών θα είναι ιδανικές γι’αυτά τα είδη. Θεωρητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και δοχεία χωρις αποστράγγιση, αλλά δεν προτείνονται εξαιτίας της δυσκολίας ανακύκλωσης του νερού που είναι καλό να γίνεται. Τα φυτά αυτά ευδοκιμούν σε διάφορα επίπεδα φωτισμού, από απευθείας ήλιο ως αρκετή σκιά? Στον ήλιο γίνονται ανοιχτοπράσινα και συμπαγή, ενώ στη σκιά σκουρότερα και πιο λεπτά. Γενικά συνθήκες απευθείας ήλιου ή ημισκιάς είναι ιδανικές, εκτος απ’τα γιγάντια τροπικά είδη που ευδοκιμούν καλύτερα στον έντονο ήλιο. Εξαιτίας των λεπτών βλαστών τους τα φυτά ίσως χρειαστούν προστασία απ’το δυνατό άνεμο. Η λίπανση θα πρέπει να γίνεται πολύ αραιά και με ελαφρύ διάλυμα λιπάσματος, γιατί το πολύ λίπασμα μπορεί να τα σκοτώσει εύκολα. Τα πολυκόμπια είναι τα μόνα φυτά που χρειάζονται το πυρίτιο ως απαραίτητο συστατικό, το οποίο τους το δίνει η άργιλος. Με τον καιρό τα φυτά αυτά θα γίνουν πυκνά και θα γεμίσουν τη γλάστρα με ρίζωμα. Κάποια απ’τα ριζώματα θα βγουν απ’τις τρύπες τις γλάστρας, άλλα θα βγουν στην επιφάνεια όπου είτε θα επιστρέψουν κάτω είτε η κορυφή τους θα γίνει υπέργειος βλαστός, ενώ τα περισσότερα θα συσσωρεύονται στην περιφέρεια και τον πυθμένα της γλάστρας καθώς αναπτύσσονται μακριά απ’το κέντρο του φυτού, οδηγώντας σε συσσώρευση υπέργειων βλαστών στην περιφέρεια και αραίωση στο κέντρο. Τότε το φυτό θα πρέπει ειτε να μεταφυτευθεί, είτε τα ριζώματα να αναδιοργανωθούν, ή να διαιρεθούν, οπότε τα κομμένα τμήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολλαπλασιασμό. Ο πολλαπλασιασμός μπορεί επίσης να γίνει και με σπόρια, τα οποία θα πρέπει να σπαρούν αμέσως μετά τη συλλογή τους σ’ένα δοχείο με αποστειρρωμένο ελαφρύ έδαφος κατάλληλο για σπόρια φτερών καλυμμένο με μια λεπτή στρώση αποστειρωμένης αργιλώδους λάσπης, το οποίο θα πρέπει να διατηρείται μονίμως υγρό και σε έντονο φως ή στον ήλιο. Σύντομα θα βγουν τα γαμετόφυτα, ενώ τα νεαρά φυτά μπορούν να μεταφυτευθούν μόλις φτάσουν λίγα εκατοστά σε ύψος σε μερικούς μήνες. Με τη σωστή καλλιέργεια τα περισσότερα φυτά κωνοφορούν 2-3 χρόνια μετά τη φύτευσή τους. Τα φυτά αυτά μπορούν να καλλιεργηθούν σε οποιοδήποτε εύκρατο κλίμα, αφού αντέχουν τους δρυμύτερους χειμώνες στα βορειότερα όρια της εξάπλωσής τους, με εξαίρεση τα γιγάντια τροπικά που δεν αντέχουν σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός και θα πρέπει να προστατευτούν. Τα δύο αυτά είδη θα ευδοκιμήσουν καλύτερα σε θερμοκήπιο σε κλίματα με λίγη ηλιοφάνεια και δροσερά καλλοκαίρια, ενώ έχουν καλλιεργηθεί και ως φυτά εσωτερικού χώρου με λάμπες από πάνω τους. Αναφέρεται γενικά πως προτιμότερη είναι η καλλιέργεια αυτών των φυτών σε δοχεία, ώστε ν’αποτραπεί η ανεξέλεγκτη εξάπλωσή τους στο έδαφος, αν και μόνο το E. Arvense μπορεί να γίνει πραγματική απειλή, γιατί τα υπ΄΄ολοιπα είδη είναι περισσότερο υδρόφιλα. Όταν καλλιεργούνται στους κήπους λοιπόν, τα πολυκόμπια προληπτικά φυτεύονται σε μεγάλα βαθιά δοχεία θαμμένα στο έδαφος χωρίς τρύπες στον πυθμένα και με το χείλος ψηλότερα απ’την επιφάνεια του εδάφους, ώστε ν’αποτραπεί όσο γίνεται η πιθανή απόδρασή τους. Στους κήπους καλλιεργούνται συχνότερα διπλα σε τεχνητές λίμνες κι άλλα μέρη με νερό.

Πριν κλείσω με τις δικές μου παρατήρήσεις, θα πρέπει να κάνω μια παράγραφο για την εξέλιξη αυτής της ομάδας ειδών. Όπως είπα στην αρχή, τα φυτά αυτά θεωρούνται ζωντανά απολιθώματα χωρίς κοντινούς συγγενείς, με εξελικτική ιστορία πάνω από 370 εκατομμυρίων ετών απ’το ύστερο Δεβόνιο. Οι πρόγονοι των ιππουριδόψιδων πιθανότατα ήταν η ομοταξία των κλαδοξυλόψιδων, μια ετερόκλιτη ομάδα πρωτόγονων πτεριδόφυτων, άλλα ξυλώδη κι άλλα όχι, τα περισσότερα ριζωματώδη με λεπτούς και πολύπλοκα διακλαδιζόμενους υπέργειους βλαστούς, τα οποία ζούσαν κατά τη Δεβόνιο περίοδο και ήταν οι πρόγονοι των φτερών και των υπόλοιπων πτεριδόφυτων. Οι λεπτές ακραίες διακλαδώσεις των κλαδοξυλόψιδων ανεξάρτητα στα πτεριδόψιδα, στα μαρατιόψιδα και στα ψιλωτόψιδα ενώθηκαν με παρεγχυματικό ιστό σε λεπτά φύλλα, οι υπέργειοι βλαστοί δισδιαστατοποιήθηκαν για την καλύτερη συλλογή του φωτός, και έτσι προήλθαν τα φύλλα της φτέρης. Τα ιππουριδόψιδα όμως διατήρησαν τους υπέργειους βλαστούς με τα μικρά φύλλα, τους οποίους αρκετά νωρίς τροποποίησαν στη σημερινή χαρακτηριστική μορφή. Μεταβατικά απολιθώματα απ’τα κλαδοξυλόψιδα στα ιππουριδόψιδα δεν έχουν βρεθεί, αλλά θα βρίσκονται σίγουρα στο ύστερο Δεβόνιο. Το πρώτο μέλος των ιππουριδόψιδων είναι η ψευδοβόρνια (Pseudobornia), ένα δενδρώδες πολυκόμπι που ζούσε σε όχθες ποταμών πριν 375 εκατομμύρια χρόνια και τοποθετήθηκε σε δική του τάξη, τα ψευδοβορνιώδη (pseudoborniales). Ήταν δέντρο ύψους περίπου 10 μέτρων με ξυλώδεις βλαστούς διαμέτρου έως και 60 εκατοστών, με σπονδύλους κλαδιών τα οποία έφεραν σπονδύλους 4 διχοτομητικών και σςχιστών σε πολλά μέρη φύλλων. Δεν είναι γνωστό αν είχε ριζώματα, αλλά προφανώς θα είχε όπως οι πρόγονοί της και τα επόμενα μέλη της ομοταξίας της. Κατά την πρώιμη λιθανθρακοφόρο εμφανίστηκαν οι δύο επόμενες αρκετά γνωστές τάξεις της ομοταξίας, τα ιππουριδώδη (equisetales) και τα σφηνοφυλλώδη (sphenophyllales). Η τελευταία περιλαμβάνει φυτά με γνωστότερο το γένος του σφηνόφυλλου (Sphenophyllum) της οικογένειας των σφηνοφυλλιδών (Sphenophyllaceae), φυτά ποώδη ή ημιξυλώδη προς τις βάσεις τους ημιαναρριχώμενου τρόπου ανάπτυξης με μακριούς βλαστούς που έφεραν σφηνοειδή φύλλα ανά σπονδύλους, στενότερα προς τη βάση και πλατύτερα στο τέλος, αλλά κλαδιά μεμονωμένα. Τα φύλλα σε πολλά είδη είχαν έλικες στις άκρες τους για να πιάνονται. Τα φυτά αυτά ήταν ριζωματώδη και ζούσαν σε τροπικές περιοχές. Η άλλη τάξη έχει τρεις οικογένειες, η επόμενη απόγονος της προηγούμενης: τους αρχαιοκαλαμιτίδες (archaeocalamitaceae), τους καλαμιτίδες (calamitaceae), και τους ιππουριδίδες (equisetaceae), με μια ακόμα συγγενική των τελευταίων, τους φυλλοθηκίδες (Phyllothecaceae). Τα μέλη αυτής της τάξεις έχουν εξελίξει τους χαρακτηριστικούς σωληνωτούς βλαστούς, τη σπονδυλώδη διάταξη των κλαδιών και των φύλλων, τους χαρακτηριστικούς σποριαγγειοφόρους βλαστούς των κώνων και απ’την αρχή της ύπαρξής τους προσαρμόστηκαν σε διαταραγμένα παρυδάτια περιβάλλοντα. Οι αρχαιοκαλαμιτίδες ζούσαν κατά το πρώιμο Λιθανθρακοφόρο, ήταν ψηλά ξυλώδη φυτά με σπονδυλωτά κλαδιά, φύλλα διχοτομητικά και σχιστά, και μεγάλους κώνους με φύλλα εναλλασσόμενα με τους σποριαγγειοφόρους. Η νεότερη οικκογένεια είναι η πιο μελετημένη του παλαιοζωικού, οι καλαμιτίδες με το κύριο γένος τους, τον
Καλαμίτη
(Calamites). Το όνομα αυτό αρχικά δόθηκε σε απολιθώματα των εσωτερικών εκμαγείων του κεντρικού σωλήνα των πλαστών του φυτού – στην παλαιοβοτανική είναι κοινή συνήθεια η τοποθέτηση ενός φυτικού μέρους σ’ένα μορφογένος, επειδή συνήθως τα φυτικά μέρη ενός είδους συναντώνται αποκομένα και διασκορπισμένα, έτσι τα φύλλα του καλαμίτη λέγονται Annullaria αν είναι πλατιά ή Asterophyllites αν είναι στενά, ο κώνος λέγεται Calaμostachys, το εκμαγείο της ρίζας Astromyelon, κλπ. Από τα πολλά απολιθώματα των ανθρακωρυχίων της Λιθανθρακοφόρου που σώθηκαν, έχουμε πολύ καλή εικόνα αυτού του φυτού. Ήταν λοιπόν ένα τεράστιο ξυλώδες ριζωματώδες φυτό με υπέργειους βλαστούς διαμέτρου 20-30 εκατοστών και ύψους έως και 30 μέτρων, οι οποίοι προφανώς σε μεγαλύτερα ύψη θ’αλληλοστηρίζονταν με τα πλευρικά κλαδιά τους όπως κάνουν τα σημερινά είδη, ο καθένας με σπονδύλους πλευρικών κλαδιών τα οποία διακλαδίζονταν περαιτέρω. Τα λεπτότερα ακραία τμήματα των βλαστών ήταν πράσινα με στόματα κι έφεραν φύλλα με τις βάσεις τους συνενωμένες σ’έναν περιγονάτιο κολεό, είτε πλατιά είτε βελονοειδή ανάλογα με το είδος. Οι κώνοι ήταν μεγάλοι, με βράκτια φύλλα εναλλασσόμενα με τους σποριαγγειοφόρους βλαστούς, δηλαδή ανάμεσα σε δύο σπονδύλους σποριαγγειοφόρων βλαστών παρεμβαλλόταν ένας σπόνδυλος προεξεχόντων φύλλων, αν κι αυτό το χαρακτηριστικό χάθηκε αργότερα για τη μείωση του μεγέθους σε μερικά είδη, και οι κώνοι έγιναν όπως οι σημερινοί. Μερικές ιδιαιτερότητες αρκετων καλαμιτών ήταν η μη εναλλαγή των αυλακώσεων μετά από κάθε γόνατο και η προέλευση των ριζών απευθείας απ’το ρίζωμα κι όχι από μάτια του ριζώματος. Οι καλαμίτες φύονταν σε αναχώματα άμμου, όχθες ποταμών και παρόμοιες περιοχές, όχι μέσα στους ανθρακοβάλτους των μεγάλων λυκοφύτων κλασικών της Λιθανθρακοφόρου, και αποτελούσαν μικρό σχετικά ποσοστό της βιομάζας εκείνων των οικοσυστημάτων. Με την έλευση της Πέρμιας περιόδου και τη συνένωση των δύο υπερηπείρων Λαυρασίας και Γκοντβ άνας, το κλίμα άρχισε να ξηραίνεται, οι βάλτοι της Λιθανθρακοφόρου να περιορίζονται, κι ο καλαμίτης να πιέζεται όλο και περισσότερο ώσπου στο τέλος εξαφανίστηκε. Από τότε κανένα άλλο πολυκόμπι δεν έφτασε το μέγεθός του, αν και γιγάντια είδη συνέχιζαν κατά καιρούς να εξελίσσονται. Σχετικά νωρίς όμως κατά την εξέλιξη των καλαμιτιδών, μια ομάδα τους προσαρμόστηκε για ακόμα πιο πιεσμένες συνθήκες σε μικρότερα και κατά βάση ποώδη φυτά, κι έγινε η οικογένεια των ιππουριδιδών που επιβιώνει ως σήμερα.

Συγγενική όμως της οικογένειας των ιππουριδιδών είναι και η πολύ λιγότερο γνωστή οικογένεια των φυλοθηκιδών, με ιστορία απ’τα τέλη της Λιθανθρακοφόρου ως το τέλος της Τριαδικής περιόδου. Την αποτελούσαν φυτά ποώδη με πλατιά συνενωμένα φυλλαράκια σε κάθε κόμπο, με γνωστότερο το πέρμιο γένος φυλλοθήκη (Phyllotheca), με διάμετρο βλαστών τα 2 εκατοστά και ύψος περίπου τα 2 μέτρα. Εξαφανίστηκαν κατά τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος του Τριαδικού, μαζι με τα λίγα σφηνοφυλλώδη που είχαν απομείνει. Οι ιππουριδίδες εμφανίζονται κατά την Πέρμιο περίοδο, πρώτα ως απολιθώματα σκέτων κολεών φύλλων σημερινού τύπου που πιθανότατα ανήκαν σε παρόμοια φυτά, αν και τη βέβαιη εμφάνιση την κάνουν κατά την Τριαδική εποχή. Το κύριο γένος του Μεσοζωικού είναι ο ιππουριδίτης (equisetites), μια ομάδα μεγάλων ποωδών παρυδάτιων φυτών όμοιων κατά βάση με τα σημερινά. Θεωρείται πως πολλά μέλη αυτού του γένους θά’πρεπε να καταταχθούν στο σημερινό γένος, μιας και δεν υπάρχει σημαντική διαφορά πέρα απ’το μεγαλύτερο μέγεθός τους, όχι όμως όλα. Κατά το διάστημα λοιπόν της Τριαδικής περιόδου, οπότε η βλάστηση ακόμα επανερχόταν απ’τη μεγάλη περμοτριαδική εξαφάνιση, τα πολυκόμπια γρήγορα κατέλαβαν τις παραποτάμιες περιοχές όπου αρκετά εξελίχθηκαν σε γίγαντες. Απ’τα σημαντικότερα είναι ο νεοκαλαμίτης (Neocalamites), ένα γιγάντιο πολυκόμπι με βλαστούς διαμέτρου 10 εκατοστών και ύψους 10 μέτρων ή και περισσότερο. Προς το τέλος της Περιόδου εμφανίστηκε ο αμμώβιος ιππουριδίτης (Equisetites arenaceus), ένα άλλο μεγάλο αλλ’αρκετά κοντόχοντρο είδος με βλαστούς διαμέτρου 25 εκατοστών και ύψους 2,5-3 μέτρων, με πολλά μακριά πλευρικά κλαδιά και κώνους ανά τρεις στις κορυφές των βλαστών, έναν στην κορυφή όπως σήμερα κι άλους δύο στο σπόνδυλο αμέσως από κάτω. Το φυτό αυτό χρησιμοποιούσε έναν ιδιότυπο τρόπο αγενούς πολλαπλασιασμού? Έριχνε αρκετά κλαδιά τα οποία γρήγορα ρίζωναν στο έδαφος, γι’αυτό και σε περιοχές με απολιθώματα αυτού του ειδους συχνά διατηρείται ένα στρώμα ριζωμένων κλαδιών κάτω απ’τους μεγάλους βλαστούς. Δεν ήταν όμως όλα τα τριαδικά ιππουριδοειδή τεράστια? Το είδος Spaciinodum collinsonii, φυτό μικρό και διακλαδιζόμενο όμοιας δομής μ’αυτά του σημερινού γένους, ζούσε κατά το μέσο Τριαδικό στην Ανταρκτική, η οποία βρισκόταν και τότε στο Νότιο Πόλο, όπου είχε εξελιχθεί να περνά σε νάρκη τις εξάμηνες πολικές νύχτες. Κατά την επόμενη Ιουρασική εποχή τα παχύτερα πολυκόμπια έφταναν περίπου τα 14 εκατοστά σε διάμετρο. Δεν έχουν βρεθεί ίχνη ξυλώδους ανάπτυξης σ’αυτούς τους χοντρούς βλαστούς, οι οποίοι πιθανότατα ενδυναμώνονταν με λιγνοποίηση των ιστών τους όπως γίνεται στα σημερινά μπαμπού ή κι ελαφρώς σε μεγάλα σημερινά πολυκόμπια όπως το E. hiemale. Το μέγεθος ωστόσο των ιππουριδιδών άρχισε να μειώνεται κατά την Ιουρασική περίοδο, ώσπου στις αρχές της επόμενης Κρητιδικής είχε φτάσει περίπου στα σημερινά επίπεδα. Επίσης με τη γρήγορη επέκταση των ανθοφόρων φυτών η ομάδα αυτή περιορίστηκε σημαντικά ακόμα κι απ’το παραδοσιακό μονοπώλιό της, τις όχθες. Το πρώτο είδος που επίσημα κατατάσσεται στο σημερινό γένος είναι το ύστερο ιουρασικό θερμώδες πολυκόμπι (E. thermale), ένα κοντό το πολύ 12 εκατοστών είδος προσαρμοσμένο για διαβίωση κοντά σε θερμές ηφαιστειακές πηγές στην περιοχή της σημερινής Αργεντινής. Διέθετε χαρακτηριστικά και των δύο υπογενών, όπως τα επιφανειακά στόματα του υπογένους των ιππουρίδων και τους σπάνια διακλαδιζόμενους βλαστούς του υπογένους των ιπποχαιτών. Ο διαχωρισμός στα δύο σημερινά υπογένη έγινε σύντομα κατά το πρώιμο Κρητιδικό. Από τότε ως όλη την επόμεν καινοζωική εποχή τα πολυκόμπια συνεχίζουν να εξελίσσονται πάνω-κάτω κατά τα σημερινά πρότυπα, και παρόλο που εκτοπίστηκαν σημαντικά από τα αθοφόρα φυτά, τα απολιθώματά τους δε χάνονται ποτέ. Κι έτσι φτάσαμε στα σημερινά 15 είδη, εκ των οποίων τα περισσότερα όχι μόνο δεν απειλούνται, αλλ’όπως είπα έχουν μετακινηθεί πέραν της αρχικής τους εξάπλωσης με τη βοήθεια του ανθρώπου. Παράλληλα με τη μακροσκοπική μετάβαση από τους καλαμίτες στα μικρότερα ποώδη πολυκόμπια, έγιναν κι άλλες λεπτές διαφοροποιήσεις, όπως η σταδιακή εξέλιξη των σπορίων από αρχικά ανθεκτικά και σκληρά όπως αυτά στις φτέρες στα λεπτά, ελατηροφόρα κι εφήμερα του σημερινού γένους, όσο η βλαστητική αναπαραγωγή με ριζώματα γινόταν όλο και πιο σημαντική σ’έναν ταραχώδη κι ανταγωνιστικό κόσμο.

Και τώρα προχωρώ στις προσωπικές μου παρατηρήσεις. Τα πολυκόμπια τα γνώρισα διαβάζοντας για τα αρχαία φυτά σε διάφορες ιστοσελίδες. Μια φορά λοιπόν εντελώς τυχαία το καλοκαίρι του 2009, περπατώντας με το φίλο μου σ’ένα χωματόδρομο στο Χωριό μου των Πύργων της Κοζάνης, αυτός μου επισήμανε ένα παράξενο φυτό στα αριστερά μας. Μου έκοψε ένα κομμάτι, το πήρα, κι αμέσως υποψιάστηκα για την ταυτότητά του, αν και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος. Προσπάθησα να ξεριζώσω ένα, αλλά απλώς κοβόταν μ’ένα μικρό μόνο ίχνος ρίζας όπως νόμιζα, κανονικά ήταν ρίζωμα ή μάλλον το υπόγιεο τμήμα του υπέργειου βλαστού που έκοβα. Την επόμενη χρονιά ξαναπεράσαμε από εκεί, αλλά πριν προχωρήσουμε στο μέρος που βρηκαμε την προηγούμενη χρονιά το φυτό ο φίλος μου εντόπισε ένα παρόμοιο στην απότομη όχθη του ρυακιού που περνούσε από εκεί, κι έστειλε ένα παιδάκι να κατέβει και να κόψει. Φέρνοντάς το σ’εμένα πάλι εξεπλάγην απ’την ομοιότητά του μ’αυτό που έπρεπε να είναι, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Αυτήν τη φορά όμως έβγαλα φωτογραφίες, αλλά δε χρειάστηκε τελικά να τις ανεβάσω στο Διαδίκτυο, επειδή έμαθα αμέσως την ταυτότητα των φυτών μέσω αναζήτησης. Το πρώτοτ ελικά ήταν E. arvense, ενώ το δεύτερο και μεγαλύτερο E. Telmateia. Όλες οι παρατηρήσεις μου θά’χουν να κάνουν μ’αυτά τα δύο είδη που γνώρισα. Το φθινόπωρο λοιπόν του 2010 ενδιαφέρθηκα να καλλιεργήσω αυτά τα φυτά, και η προσπάθειά μου ήταν επιτυχής, αλλά γι’αυτό θα γράψω παρακάτω, πρώτα να κάνω μια περιγραφή για τον τρόπο ανάπτυξης αυτών των φυτών.

Τα παρακάτω ισχύουν για όλους τους πληθυσμούς και των δύο ει΄δων που έχω συναντήσει. Τα φυτά αυτά λοιπόν μεγαλώνουν σε μια σχετικά μικρή περιοχή (εξαίρεση ένας πληθυσμός που θα περιγράψω παρακάτω), όπου προς το κέντρο της ή σε πολλές εστίες αποτελείτια μόνο από πολυκόμπι, χωρίς να φυτρώνει τίποτα άλλο. Συνήθως όμως υπάρχουν διασκορπισμένα λίγα φυτά άλλων ειδών, ενώ στα όρια το πολυκόμπι ανακατεύεται με διάφορα άλλα φυτά της περιοχής, ώσπου χάνεται. Οι βλαστοί του πολυκομπιού αλληλοστηρίζονται με τα πλευρικά κλαδιά τους, γιατί αλλιώς λυγίζουν εύκολα, αν και σε πολλές περιπτώσεις μεμονωμένοι βλαστοί στέκονται αρκετά καλά, αν και θα’ναι ευάλωτοι στον αέρα. Πραγματικά όρθιοι βλαστοί είναι σπανιότατοι, οι περισσότεροι έχουν μια ελαφριά έστω κλίση. Στις πλαγιές πολλοί λυγίζουν προς τα κάτω κατευθείαν ή μετά από λίγο, ενώ μερικοί έρπουν στο έδαφος. Βλαστοί πιεσμένοι από κάποιο εμπόδιο όπως μια πέτρα, ένα χοντρό κλαδί ή πολλά πεσμένα μεγάλα φύλλα μπορεί αρχικά να έρπουν στο έδαφος, στο σημείο όμως που ελευθερώνονται στρέφονται απότομα προς τα πάνω, ενώ αυτοί που έπρεπε να περάσουν κάθετα από πολλά πεσμένα ξύλα, φύλλα, κλπ παραμένουν αδιακλάδιστοι για μεγάλο μέρος τους που βρίσκεται σε σκοτεινές και στενές συνθήκες. Οι βλαστοί του πολυκομπιού, όπως όλων των χερσαίων φυτών, στρέφονται προς το φως όταν βρίσκονται στη σκιά. Συχνά σε σκοτεινά μέρη μπορεί μόνο η μία πλευρά να διακλαδιστεί, άλλες φορές παίρνουν δισδιάστατη μορφή διακλαδιζόμενοι μόνο πλευρικά ή με τα κλαδιά τους να στρέφονται προς ένα επίπεδο, για την καλύτερη συλλογή του φωτός. Οι βλαστοί σε περιοχές πρόσφατης εξάπλωσης, αναγέννησης, έπειτα από πολύ κόψιμο ή ανάμεσα σε πολλά άλλα φυτά είναι αρκετά λεπτότεροι. Οι νεαροί υπέργειοι βλαστοί είναι σαν μικροσκοπικές φουντωτές αλογοοουρές ή βούρτσες, με τη βάση γυμνή και το υπόλοιπο μέρος με τα μικρά ακόμα κλαδάκια των συμπτυγμένων κόμπων σχεδόν κολλημένα μεταξύ τους. Από ριζώματα έχω μελετήσει μόνο το πολύ επιφανειακό μέρος, όπου τα περισσότερα είναι διαγώνια ή σχεδόν κάθετα, σπάνια συνάντησα οριζόντια. Συνήθως στο μέρος όπου έπεσε ή κόπηκε ένας υπέργεος βλαστός το ρίζωμα παράγει νέα μάτια από κάτω, οδηγώντας σε μια συστάδα δύο, τριών, τεσσάρων ή και περισότερων υπέργειων βλαστών στο ίδιο σημείο που αντιστοιχεί σ’ένα διακλαδιζόμενο ρίζωμα. Άλλες φορές τα ριζώματα διακλαδίζονται πιο αραιά. Μάτια στα επιφανειακά ριζώματα υπάρχουν λίγα εκατοστά κάτω απ’την επιφάνεια του εδάφους όλες τις εποχές, αν και νωρίς την άνοιξη μειώνονται επειδή τα περισσότερα έχουν αναπτυχθεί στους υπέργειους βλαστούς και τα επόμενα δεν έχουν προλάβει να διογκωθούν. Το πιο παράξενο πάντως μ’αυτά τα φυτά στη φύση είναι η σχεδόν παντελής έλλειψη νεκρών μερών τους, αν και θεωρητικά απ’τους υπέργειους βλαστούς που πέφτουν το χειμώνα κάτι θά’πρεπε να είχε μείνει. Όσο κι αν προσπάθησαν να κάνω το φυτικό ιατροδικαστή ανάμεσα στα ξερά φύλλα, δε βρήκα ίχνη από πολυκόμπι. Μόνο λίγες φορές έτυχε να βρω βάσεις κομμένων βλαστών και λίγα εκατοστά ξερού και σχεδόν διαλυμένου βλαστού ενωμένα με το φυτό. Κατάλαβα όμως γιατί γίνεται αυτό φέτος την άνοιξη, οπότε έκοψα ένα κωνοφόρο κλαδί E. arvense για φωτογράφηση, και τό’βαλα μέσα στη θήκη του υπολογιστή μου. Σε περίπου 4 μέρες είχε γίνει ένα πανάλαφρο, ξερό καιέτοιμο να διαλυθεί κομματάκι. Παρόμοια παθαίνουν και οι βλαστοί και των δύο ειδών που ξέρω όταν ξεραθούν, και προφανώς όλων των ειδών του γένους. Όσο λοιπόν το φυτό είναι ζωντανό και διατηρείται απ’την εσωτερική πίεση του νερού, φαίνεται ισχυρό. Μόλις όμως ξεραθεί, τα πολλά κοίλα μέρη κάνουν το βλαστό να καταρρέει σ’ένα δισδιάστατο, λεπτό και σχεδόν διαλυμένο πράγμα, το οποίο προφανώς στη φύση θα καταστρέφεται αμέσως. Ευτυχώς όμως αυτά τα φυτά ζουν κοντά στο νερό, και πάντοτε κάποια μέρη τους πέφτουν στη λάσπη και στο παρελθόν λίγα σώζονταν ως απολιθώματα, ώστε να γνωρίζουμε σήμερα αρκετά καλά την εξελικτική τους ιστορία. Αλλιώς από μια τέτοια εύθραυστη δομή λίγα πράγματα θα μας είχαν μείνει σήμερα, και η ιστορία αυτών των φυτών θα’μενε ένα αίνιγμα. Τώρα θ’αναφέρω για τους πληθυσμούς, τους οποίους ονομάζω αριθμητικά.

Ο πρώτος πληθυσμός E. arvense που βρήκα είναι ο πληθυσμός 1 γι’αυτό το είδος, απ’το οποίο δεν έχω βρει ως τώρα άλλους. Βρίσκεται στο πλάι ενός χωματόδρομου σε μια πολύ μικρή κατηφόρα που καταλήγει στην όχθη ενός μικρού ρυακιού. Το έδαφος της περιοχής είναι πολύ πετρώδες κι αργιλώδες. Στο ύψωμα πριν την πλαγιά καθώς και στην όχθη οι περισσότεροι βλαστοί είναι όρθιοι, στην πλαγιά όμως πολλοί κρέμονται, και σχετικά λίγοι στέκονται προς τα πάνω για όλο τους το ύψος. Στο κεντρικό μέρος της περιοχής του πληθυσμού δε φυτρώνει τίποτα άλλο, και ο τόπος είναι στο μεγαλύτερο μέρος του κάτω από μια
καρυδιά,
η οποία υποτίθεται πως είναι αληλοπαθητική αναστέλλοντας την ανάπτυξη άλλων φυτών, αλλά μάλλον το πολυκόμπι δεν επηρεάζεται. Προς το ένα όριο της αποικίας οι βλαστοί αραιώνουν κι ανακατεύονται με διάφορα φυτά μέχρι που εξαφανίζονται σχετικά απότομα, από την άλλη όμως μεριά παραμένουν αραιοί αλλά σταθεροί για τις επόμενες δεκάδες μέτρα, μάλλον επειδή από εκείνη τη μεριά η όχθη συνεχίζεται όπως πριν, ενώ απ’την άλλη στενεύει και γίνεται πετρώδεις απότομα. Το ρίζωμα έχει περάσει και στην απέναντι μεριά του χωματόδρομου διαμέτρου σίγουρα 2 μέτρων, όπου λίγοι βλαστοί εμφανίζονται κάθε χρόνο στην όχθη ενός άλλου ρυακιού. Επίσης έχει περάσει το ρυάκι που είναι δίπλα του, κι από την άλλη πλευρά υπάρχει πιο αραιό αλά σε αρκετά μεγάλη έκταση κάτω απ’τη σκιά διάφορων άλλων φυτών. Λίγοι βλαστοί φυτρώνουν στο ρηχό νερό. Μία μικρή συστάδα βρίσκεται επίσης λίγες δεκάδες μέτρα πιο μακριά απ’το ρυάκι κατά μήκος ενός άλλου, υπάρχει μια μικρή συστάδα, πιθανότατα προερχόμενη απ’τον αρχικό πληθυσό που κάποτε έφτασε ως εκεί, ανακατεμένη με διάφορα άλλα φυτά σε αργιλώδες έδαφος με πλούσια οργανική επίστρωση. Τον πληθυσμό αυτόν τον έχω επισκεφθεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον και κάθε εποχή. Το χειμώνα και πολύ νωρίς την άνοιξη δεν υπάρχουν υπέργειοι βλαστοί, όμως τα ριζώματα βρίσκονται στη θέση τους και μπορώ να τα εντοπίσω εύκολα. Νωρίς την άνοιξη το έδαφος γεμίζει με μικρά ματάκια. Ένα μάτι πρόσεξα μια φορά πως ήταν αρκετά μεγαλύτερο, μάλλον κάποιος κωνοφόρος βλαστός. Έχω πετύχει μόνο το τέλος της κωνοφορίας, οπότε οι κωνοφοόροι βλαστοί ήταν ελάχιστοι, αλλά και νωρίτερα θα’ταν πολύ πιο λίγοι από το δάσος των πράσινων έπειτα. Επισκέφθηκα επίσης το μέρος έναν Οκτώβριο μετά από μια μικρή παγωνιά και δε βρήκα σχεδόν τίποτα, παραμόνο λίγους πράσινους βλαστούς σε πιο προστατευμένα μέρη. Μια φορά σκάβοντας βρήκα ένα ρίζωμα που κοντά στην επιφάνεια διακλαδιζόταν σ’ένα παχύτερο τμήμα, που ίσως όπως σκέφτομαι τώρα ήταν κονδυλίδιο, σπάνιο εύρημα. Μετά από πολύ κόψιμο, π.χ. από εμένα που προσπαθούσα να κόψω καλά κομμάτια ριζώματος, οι βλαστοί που ξαναφύτρωναν σ’εκείνο το σημείο ήταν λέπτότεροι και κοντότεροι, αλλ’αυτό ίσως είχε να κάνει και με την εποχή που ήταν αρχές φθινοπώρου, οπότε το φυτό δε θα ξόδευε έτσι κι αλλιώς ενέργεια στην υπέργεια ανάπτυξη προτιμώντας να την αποταμιεύει στα ριζώματα. Φέτος την άνοιξη ο πληθυσμός αυτός δέχτηκε ένα σοβαρό πλήγμα: Το μέρος εκείνο του δρόμου διαπλατύνθηκε για να περνούν καλύτερα τα πολυτελή τρακτέρ των αγροτών, κι αρκετό χώμα αδειάστηκε στην πλαγιά εκείνη. Αρχικά νόμιζα πως το πολυκόμπι είχε καταστραφεί ανεπιστρεπτή, αλλά ο φίλος μου το εντόπισε το καλοκαίρι και μου είπε να πάω, όπου πράγματι υπήρχε στο μεγαλύτερο μέρος της πρώην εξάπλωσής του με σποραδικούς λεπτούς βλαστούς στις επιχωματωμένες περιοχές, υποδηλώνοντας πρόσφατο αποικισμό τους απ’τα ριζώματα. Του χρόνου αναμένω να καλύψει σχεδόν όλο το μέρος ξανά.

Εκείνο το πρώτο κλαδί E. telmateia άνηκε σ’ένα μικρό πληθυσμό σε μια απότομη πλαγιά στο ίδιο ρυάκι στην αρχή όμως αυτού του χωματοδρόμου, που είναι ο πληθυσμός ένα γι’αυτό το είδος. Ο συγκεκριμένος πληθυσμός καλύπτει μια αρκετά μικρή περιοχή, με υπέργειους βλαστούς απ’το χείλος της πλαγιάς ως κάτω στο ποτάμι, περίπου 3 μέτρα απόσταση, αν και πολύ πιο αραιούς και μεγάλους. Σ’ένα μέρος οι βλαστοί αυτοί είναι αρκετά πυκνοί, όπου επίσης ανακατεύονται με τσουκνίδες. Στο υπόλοιπο μέρος το φυτό είναι αρκετά αμιγές, ενώ στο αντίθετο όριο του πληθυσμού οι βλαστοί είναι σχετικά λεπτότεροι κι ανακατεύονται με αγρωστώδη, κλαδιά κι άλλα χόρτα. Εδώ το έδαφος είναι αργιλώδες προς τα πάνω κι αρκετά αμμώδες προς το ποτάμι, και μερικά μέρη είναι αρκετά εύκολα στο σκάψιμο. Μεγάλη διαφορά με το E. arvense είναι ότι σ’αυτό το είδος οι περισσότεροι βλαστοί ακόμα και σ’αυτήν την απόκριμνη πλαγιά στέκονται προς τα πάνω ή λυγίζουν προς τα μπροστά, σπάνια κρέμονται. Οι περισσότεροι βλαστοί φύονται είτε μεμονωμένοι είτε σε μικρές συστάδες, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψα παραπάνω, και δεν υπάρχει συνεχής έκταση μ’αυτό το φυτό. Τα μάτια των ριζωμάτων φαινομενικά είναι βαθύτερα, αυτό επειδή όλο το φυτό είναι μεγαλύτερο και οι υπόγειες βάσεις των υπέργειων βλαστών είναι αναλογικά βαθύτερες. Τα μάτια είναι συνήθως 2 φορές μεγαλύτερα απ’το προηγούμενο είδος, εάν δηλαδή το E. arvense είχε ματάκια μεγέθους καλαμποκιού αυτά έχουν μέγεθος φασολιού, και μερικά, πιθανόν ανερχόμενων μεγάλων βλαστών, έχουν το μέγεθος ξεφλουδισμένου καρυδιού. Μια ιδιαιτερότητα αυτού του είδους που πρωτοπαρατήρησα σ’αυτόν τον πληθυσμό είναι η προέλευση μερικών υπέργειων βλαστών από περιοχή που θα θεωρούταν περισσότερο του υπόγειου μέρους ενός υπέργειου βλαστού παρά του ριζώματος. Επίσης στο είδος αυτό δεν έχω συναντήσει ποτέ περαιτέρω διακλάδωση στα πλευρικά κλαδιά. Μια άλλη φορά βρήκα υπέργειο βλαστό αυτού του πληθυσμού μισοβυθισμένο σε υγρό έδαφος με ξερά χόρτα από πάνω να είχε πετάξει ένα μικρό ρίζωμα 1,5 περίπου εκατοστού σ’έναν κόμππο. Και μιλώντας για ιδιομορφίες των φυτών του γένους, έχω ν’αναφέρω και τις ανωμαλίες που περιστασιακά εμφανίζονται σ’αυτά τα φυτά. Για παράδειγμα έχουν καταγραφεί περιστατικά διχοτομητικής ή τριπλής διακλάδωσης σε υπέργειους βλαστούς με κλαδιά σχεδόν ίσης διαμέτρου με τους γονικούς βλαστούς όπως και στα ριζώματα, μικροί ατροφικοί κώνοι στους πράσινους βλαστούς διμορφικών ειδών, φύλλα σπειροειδώς διατεταγμένα σ’έναν κόμπο, κλπ. Δεν έχω επισκεφθεί τον πληθυσμό εποχές πεέρα από καλοκαίρι, και γενικά δεν τον επισκεπτόμουν συχνά, εξαιτίας της απόκριμνης τοποθεσίας του. Ο πληθυσμός 2 ωστόσο, τον οποίον ανακάλυψα φέτος, είναι πολύ πιο προσβάσιμος και ο μεγαλύτερος που έχω συναντήσει. Βρίσκεται αρκετά μακριά απ’τους προηγούμενους, αν και σε σχεδόν την ίδια ευθεία με τον πληθυσμό 1, στις παρυφές ενός χωραφιού με μηλιές κατά μήκος ενός χωματόδρομου, και απλώνεται ακόμα περισσότερο μετά από ένα ρυάκι που περνά από εκεί. Εδώ το πολυκόμπι καλύπτει αμιγώς μεγάλες περιοχές σαν δάσος ποωδών καλαμιτών. Στις παρυφές του πληθυσμού πολυκόμπι υπήρχε στην αρχή κάθε σειράς του χωραφιού απ’τη μία μεριά, ενώ μικρές ανηφόρες απ’την άλλη ήταν καλυμμένες μ’αυτό. Ένα μέρος σ’εκείνες τις ανηφόρες φέτος το καλοκαίρι που το επισκέφθηκα είχε αρκετά κοντούς βλαστούς, περίπου στο μισό μέτρο ή και λιγότερο, επειδή είχε κοπεί εκείνο το διάστημα, υπήρχαν οι βάσεις των παλιών βλαστών. Λίγο πιο κάτω οι βλαστοί γίνονται αρκετά ψηλοί, και μερικοί με ξεπερνούσαν στο ύψος, δηλαδή είχαν πλησιάσει ή και ξεπεράσει τα 2 μέτρα, γενικά όμως το σύνηθες ύψος ήταν γύρω στα 0,6-1,5 μέτρα. Μερικές κομμένες περιοχές επίσης υπήρχαν πιο κάτω, όπου εμφανίζονταν πολλοί νέοι φουντωτοί βλαστοί δίπλα στις βάσεις των προηγούμενων. Προφανώς εκεί θα υπήρχε υπόγειο νερό, γιατί υπήρχαν και καλάμια πολύ κοντά. Δεν παρατήρησα διαφορά στους βλαστούς που βρισκόταν στον ήλιο απ’αυτούς στη σκιά των δέντρων, αν και μπορεί σ’εκείνα τα σκιερά σημεία να χτυπούσε ο ήλιος άλλες ώρες της μέρας που δεν ήμουν, μάλλον το απόγευμα, όπως υπολογίζω τώρα τη διεύθυνση της δύσης σ’εκείνο το μέρος, αν και πάλι πολύ λιγότερες ώρες απ’ό,τι στις ανοιχτές περιοχές. Η περιοχή δίπλα στο ρυάκι και απ’τις δύο πλευρές καλυπτόταν από σχεδόν αμιγές πολυκόμπι αρκετά μεγάλου ύψους, ενώ παρόμοιες περιοχές συνεχίζονταν σπαστά πιο κάτω. Σε μια πλευρά του δρόμου μάλιστα που είχε μια μικρή κατηφόρα κι έπειτα μια στενόμακρη επίπεδη παράλληλη με το δρόμο περιοχή αμιγούς πολυκομπιού, έτρεξα κι έπεσα μέσα απ’τη χαρά μου για να δω πωως είναι, στριφογύρισα, κολύμπησα εκεί μέσα κι έπειτα ξανασηκώθηκα, και παρά το βάρος μου λίγοι βλαστοί έσπασαν, γιατί ήταν τόσοι πολλοί ώστε μοίραζαν το βάρος μου εξίσου. Δεν προτείνω ωστόσο κάποιος να πέσει μέσα στο πολυκόμπι, επειδή είναι αρκετά σκληρό κι ενοχλητικό στο δέρμα. Ο πληθυσμός αυτός είναι ο μεγαλύτερος που ξέρω, εκτεινόμενος για αρκετές δεκάδες τετραγωνικά μέτρα. Το έδαφος σ’όλη την περιοχή είναι πετρώδες κι αργιλώδες, εκτός από τις περιοχές με πολλά άλλα χόρτα, κάτω απ’τη σκιά μεγάλων δέντρων και κοντά στην όχθη όπου καλύπτεται από μια οργανική επίστρωση. Τέλος ο πληθυσμός 3 βρίσκεται στη Νάουσα κοντά στη |Σχολή του Αριστοτέλους, όπου πάλι ο φίλος μου, που κατάγεται απ’τη Νάουσα, με οδήγησε εκεί πέρσι το φθινόπωρο για να κόψω μερικά ριζώματα που ήθελα. Ήταν μια μέτρια έκταση με αργιλώδες έδαφος επιφανειακά οργανικό, που εξωτερικά φαινόταν αρκετά κανονικό, αλλά σκάβοντας μέσα ήταν σχεδόν ελώδες, αφούάλλωστε έτρεχαν αρκετά ρυάκια δίπλα. Τότε ήταν Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος, κι όλο το μέρος ήταν γεμάτο κοντούς γύρω στα 30-50 εκατοστά βλαστούς κι αρκετούς μικρότερους κι ορισμένους αρκετά λεπτούς, επειδή το φυτό είχε πρόσφατα κοπεί, όπως έδειχναν οι πάρα πολλές βάσεις βλαστών που βρίσκονταν δίπλα στους νέους. Δεν έχω επισκεφθεί το E. telmateia όπως είπα στην εποχή κωνοφορίας ή γενικά άλλες εποχές εκτος του καλοκαιριού, αν και τώρα που γνωρίζω τον προσιτό πληθυσμό 2 θα το κάνω συστηματικά και θα καταγράφω τις παρατηρήσεις μου.

Μόλις κατάλαβα πως είχα τέτοια φυτά σε προσιτή περιοχή αμέσως θέλησα να τα καλλιεργήσω. Διάβασα λοιπόν όσες λίγες πληροφορίες καλλιέργειας που βρήκα στο Διαδίκτυο, που πραγματικά σε σχέση μ’άλλα φυτά είναι ελάχιστες και σποραδικές, και ξεκίνησα την προσπάθεια της συλλογής ριζωμάτων. Προτρέχω όμως εδώ στην περιγραφή του δικού μου τρόπου καλλιέργειας αυτών των φυτών, που είναι και το εύκολο κομμμάτι, και μετά έπονται οι περισσότερες παρατηρήσεις που έχω κάνει πάνω στη συλλογή των ριζωμάτων και στα αρχικά στάδια της καλλιέργειας των μοσχευμάτων. Τα φυτά λοιπόν, και το E. arvense που είχα καλλιεργήσει αρχικά και το E. telmateia που καλλιεργώ τώρα, τά’χω σε μια μεσαίου μεγέθους ψηλή γλάστρα (η ίδια ήταν και στην προηγούμενη φορά) γεμάτη μέχρι πάνω με βαρύ χώμα κάκιστης ποιότητος για σχεδόν οποιοδήποτε άλλο φυτό, κυρίως μείγμα αργίλου και κανονικού χώματος, με λίγη τύρφη στην προηγούμενη καλλιέργεια και λίγη άμμο τώρα. Το κύριο πρόβλημα με τη φυσική άργιλο είναι τα οργανικά κομματάκια κλαδιών και φύλλων που υπάρχουν μέσα, τα οποία θα πρέπει να καθαρίζω όσο μπορώ πριν γεμίσω τη γλάστρα, για να μην αποσυντεθούν αναερόβια έπειτα, και οι σπόροι των αγριόχορτων που φυτρώνουν συνεχώς και με κάνουν να τους κόβω όποτε βγαίνουν. Κατά τα’άλλα το έδαφος αυτό είναι πολύ καλό, επειδή κρατά πολύ νερό και σε συνδυασμό με τις λίγες τρύπες αποστράγγισης της γλάστρας που βρίσκεται, το νερό παραμένει για περισσότερες μέρες, ώστε δε χρειάζεται να ποτίζω καθημερινά ή τόσο συχνά όσο αναφέρεται από άλλους καλλιεργητές. Τις δροσερές εποχές όπως τώρα ένα πότισμα την εβδομάδα ή και σπανιότερα αρκεί. Μια φορά στέγνωσε αρκετά το χώμα κυρίως επιφανειακά, το Πάσχα του 2011 οπότε το E. arvense που είχα έμεινε απότιστο για 5 μέρες, αλλά το φυτο δεν έπαθε τίποτα και το πότισα αμέσως μόλις γύρισα. Γενικά όμως όταν λείπω έχω το
Αυτόματο πότισμα,
Και το νερό δε θα πρέπει νά’ναι μεγάλη αιτία ανησυχίας. Αντίθετα με τις μεθόδους άλλων καλλιεργητών, εγώ δεν έχω τη γλάστρα μου μονίμως μέσα στο νερό, αλλ’αδειάζω το πιατάκι όπως στα υπόλοιπα φυτά. Κατά τα’άλλα η γλάστρα έχει κανονική έκθεση στον ήλιο και το φυτό λιπαίνεται σπάνια. Το πρώτο πολυκόμπι που καλλιέργησα όπως είπα ήταν E. arvense από τον παραπάνω πληθυσμό, το οποίο αναπτύχθηκε από ριζώματα που έκοψα στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 2010, πέρασε ένα χειμώνα, την επόμενη άνοιξη γέμισε όλη τη γλάστρα, αν και λίγο μετά το αραίωσα για να εξετάσω λίγο το ρίζωμα για δειγματοληπτικούς σκοπούς, αλλλά δεν ανησυχούσα, επειδή Λίγο αργότερα το φυτό θα επανερχόταν αμέσως. Το ίδιο ωστόσο δεν ανησύχησα και για την
κουνέλα μου,
την οποία άφηνα ελεύθερη εκεινες τις μέρες στο μπαλκόνι με τα φυτά, η οποία βόσκησε σχεδόν εντελώς το φυτό σε δύο βόλτες της, αφήνοντας μόνο λίγους μικρούς μισούς βλαστούς. Εγώ, με διάθεση να βοηθήσω το φυτό να επανέλθει, έσκαψα το χώμα για να εκθέσω στην επιφάνεια τα ματάκια του ριζώματος μήπω ςκαι οι επόμενοι βλαστοί έβγαιναν πιο γρήγορα με φτιάρι κι έπειτα με το χέρι, όμως αυτό που έκανα στην πραγματικότητα ήταν να κόβω τα εναπομείναντα ριζώματα σε ακόμα μικρότερα κοματάκια, με αποτέλεσμα να σκοτώσω το φυτό. Έπειτα φύτεψα νέα ριζώματα E. arvense, αλλ’ήταν πολύ μικρά και κανένα δεν επιβίωσε, μετά πήρα E. telmateia μερικές φορές, μετά E. arvense το χειμώνα, και τέλος στις αρχές του Σεπτεμβρίου φέτος έκοψα λίγα καλά ριζώματα E. telmateia απ’τον πληθυσμό 2 ταοποία επιβίωσαν. Από τα δύο είδη προτιμώ το E. telmateia ως πολύ πιο όμορφο, πιο φουντωτό, πιο συμμετρικό και πολύ πιο μεγάλο. Και τώρα το δύσκολο κομμάτι, η συλλογή και η υποστήριξη των ριζωμάτων.

Ποτέ δε μου ήταν η συλλογή των ριζωμάτων εύκολη. Το φθινόπωρο του 2010 θυμάμαι, όταν πήγα για πρώτη φορά με μεγάλη αυτοπεποίθηση να κόψω E. arvense, σύντομα απογοητεύτηκα απ’τη δυσκολία ξεριζώματος των ριζωμάτων, τα οποία έσπαγαν αμέσως με το τράβηγμα αντί να βγουν. Ξόδευα μερικές ώρες για λίγες μέρες εκεί μέχρι να βγάλω μερικά κάπως καλά ριζώματα ανάμεσα από σφιχτά πιεσμένες πέτρες, ώσπου τελικά βρήκα ένα ανάχωμα με χαλαρή άργιλο, απ’το οποίο έβγαιναν λίγοι υπέργειοι βλαστοί και με λίγο χτύπημα για να πέσει αρκετό χώμα τράβηξα αρκετά μεγάλα κομμάτια τιζώματος χωρίς δυσκολία. Έπειτα επιτέθηκα στο E. telmateia, όπου είχα καλή τύχη κι εύκολα τράβηξα αρκετά ριζώματα από αμώδες χαλαρό έδαφος, αν και θυσίασα το παντελόνι μου κατεβαίνοντας στην απόκριμνη πλαγιά, το οποίο ευτυχώς ήταν παλιό. Η πλαγιά αυτή δεν είναι πολύ ψηλή, το πολύ 3 μέτρα όπως είπα, και το σημειο απ’όπου κατέβαινα ήταν κάπως λιγότερο απότομο και με πολλά κλαδιά για πιάσιμο. Εκεί η κατάβαση γίνεται με τον κώλο, σε καμία περίπτωση όρθιος. Τις επόμενες φορές άλλοτε έκοβα καλά ριζώματα, άλλοτε μικρά, ανάλογα με το χρόνο που είχα. Όσο πιο πολύ αγχωνόμουν, τόσο χειρότερη ήταν η δουλειά και τόσο μικρά και προβληματικά τα κομμάτια. Γενικά ωστόσο από τον πληθυσμό 1 του E. telmateia έβγαλα αρκετά καλά κομμάτια, αλλά και το χειμώνα απ’το E. arvense, οπότε το χώμα ήταν μονίμως νοτισμένο και μαλακό, μπορούσα να τραβήξω αρκετά καλά κομμάτια ριζώματος. Η προτελευταία συλλογή E. arvense έγινε φέτος τον Ιανουάριο, οπότε έσκαψα λίγα εκατοστά χιόνι, έβγαλα την παγωμένη στρώση πεσμένων φύλλων και με λίγο σκάψιμο πέτυχα ένα καλό επιφανειακό κομμάτι ριζώματος. Η τελευταία έγινε φέτος το φθινόπωρο μαζί με το E. telmateia που καλλιεργώ, το οποίο όμως πέταξα έπειτα προτιμώντας μόνο το E. telmateia, αν και θά’πρεπε να το κρατούσα. Η τέχνη μου είχε βελτιωθεί αρκετά φέτος το φθινόπωρο, οπότε μόνο μετά από μιάμισι μέρα κακών κοπών κατάφερα κι έβγαλα ικανοποιητικό αριθμ΄΄ο κατάλληλων ριζωμάτων, βρίσκοντας ανηφόρες με χαλαρό χώμα και τραβώντας έπειτα από λίγο επιφανειακό σκάψιμο αργά και σταθερά τα ριζώματα, μέχρι να βγει το επιθυμητό μήκος και να το αποσπάσω. Χρειάζεται λίγη προσοχή κατά το τράβηγμα, οπότε δε θα πρέπει να πιάνεται πολύ σφιχτά το ρίζωμα, γιατί υπάρχει κίνδυνος να συμπιεστεί ή ν’αποφλοιωθεί σ’εκείνο το σημείο οδηγώντας σε μειωμένη επιτυχία έπειτα ή και στην αχρήστευσή του. Το απόσταγμα των εμπειριών μου με το κόψιμο μοσχευμάτων ριζώματος βρίσκεται πιο πάνω, στην παράγραφο για τη συλλογή απ’τη φύση. Προτιμώ περισσότερο όπως είπα τις ανηφόρες με χαλαρό έδαφος γι’αυτόν το σκοπό. Μετά το κόψιμο των ριζωμάτων, κόβω όλους τους υπέργειους βλαστούς και τοποθετώ τα ριζώματα τυλιγμένα σε υγρό χαρτί κουζίνας ή υγείας σε μια σακούλα σε σκιερό και δροσερό μέρος μέχρι να τα φυτέψω, το οποίο συνήθως γίνεται μέσα στην ίδια ή την επόμενη μέρα, αν και τα ριζώματα της πρώτης συλλογής περίμεναν σε μια κουφάλα δέντρου με άμμο για 4 μέρες. Οι υπέργειοι βλαστοί δεν αφαιρούνται εξολοκλήρου από άλλους καλλιεργητές, οι οποίοι θεωρούν πως ίσως παρέχουν λίγη φωτοσύνθεση στο ρίζωμα, όμως κατά την εμπειρία μου μόνο επιβαρύνουν το νεαρό φυτό, και γρήγορα ξεραίνονται, ενώ ακόμα και τα υπόγεια τμήματα των υπέργειων βλαστών σαπίζουν κατά την ανάπτυξη του μοσχεύματος του ριζώματος, οπότε ούτε αυτά χρειάζονται. Φυτεύω τα ριζώματα αφού τά’χω μετρήσει, διαλέξει και καθαρίσει από κακώς σχισμένες άκρες σε γλαστράκια διαμέτρου συνήθως 15 εκατοστών με το χώμα που περιέγραψα παραπάνω και ποτίζω έπειτα υπερβολικά. Αρχικά ποτίζω κάθε μέρα, αν κι αν το χώμα παραμένει υγρό αυτό δε χρειάζεται. Φυτεύοντας το ρίζωμα προσέχω το μάτι ή τα μάτια να βρίσκονται 1-2 εκατοστά απ’το έδαφος ώστε οι βλαστοί που θα βγουν από εκεί να βρουν το φως αμέσως για να φωτοσυνθέσουν κα να τροφοδοτήσουν μ’ενέργεια το υπόλοιπο μόσχευμα, ενώ το υπόλοιπο ρίζωμα προςπαθώ να το προσαρμόσω στη γλάστρα, εάν γιαπαράδειγμα είναι πολύ μακρύ το στρίβω γύρω απ’το τοίχωμά της, εάν έχει διακλαδώσεις ή γενικά πολύπλοκο σχήμα θάβω μέρος του βαθύτερα, χωρίς αυτά να επηρεάζουν την επιβίωσή του. Άλλες φορές έχω φυτέψει πάνω από ένα ρίζωμα σε μια γλάστρα. Αν και με τα κατάλληλα ριζώματα και φύτευση η επιβίωση είναι υψηλή, πάντοτε σ’εμένα σάπιζαν μερικά ακόμα κι έτσι. Στην πρώτη φορά είχαν επιβιώσει τα 6 απ’τα 8, ενώ τώρα στην τελευταία τα 2 απ’τα 6. Η διαφορά στην επιβίωση δεν έχει να κάνει με χειρότερη δική μου φροντίδα την τελευταία φορά? απλώς στην αρχή απ’τα 8 τα 3 ήταν E. arvense, τα οποία επιβίωσαν όλα. Το E. arvense αναπτύσσεται πολύ γρηγορότερα κι από πιο μικρά κομμάτια από το E. telmateia. Ενώ για παράδειγμα το E. arvense βγάζει βλαστό σε λίγες μέρες με μια βδομάδα, το E. telmateia θα βγάλει σε 1-2 βδομάδες ή και αργότερα. Το σάπισμα ενός ριζώματος στη γλάστρα που βρίσκεται ένα άλλο υγιές δε φαίνεται να προκαλεί προβλήματα στο δεύτερο κατά την εμπειρία μου. Επίσης μια ακόμα μεγάλη αιτία αποτυχίας είναι το κατά λάθος σπάσιμο της κκορυφής με το άγγιγμα. Συχνά άγγιζα τις πρώτες κορυφές για να δω πώς τα πάνε, κι έτσι έσπασα πολλές, καταστρέφοντας τελικά και το υπόλοιπο ρίζωμα που δεν είχε συνήθως την απαιτούμενη ενέργεια για την παραγωγή νέου βλαστού, ενώ έχει τύχει σε μεγάλα ριζώματα να σπάσω μετά την πρώτη κορυφή και νέες που πήγαν να βγουν. Επομένως θα πρέπει ν’αγγίζουμε ελάχιστα και πολύ μαλακά ή και καθόλου αρχικά τις κορυφές, ούτε όμως και τους νεαρούς βλαστούς, επειδή έχω προσέξει πως τα μέρει που αγγίζονται περισσότερο δεν παράγουν τόσο εύκολα πλευρικά κλαδιά, προφανώς επειδή η τριβή με το χέρι ειδοποιεί το βλαστό πως έξω το περιβάλλον είναι άγριο και τα κλαδάκια που θά’βγαιναν πρόκεται να σπάσουν. Με κατά λάθος σπάσιμο της κορυφούλας έχω σκοτώσει το ρίζωμα E. telmateia πού είχα πάρει απ’τον πληθυσμό 3, το E. arvense που έκοψα φέτος το χειμώνα, το οποίο λόγω απότομης εναλλαγής θερμοκρασίας στο σπίτι ενεργοποιήθηκε αμέσως, βγάζοντας την κορυφή έξω σε δύο μέρες κι επιμηκυνόμενο στα 5 εκατοστά πολύ γρήγορα με λίγα κλαδάκια, και πολλά άλλα. Τα γλαστράκια με τα νεαρά φυτά λοιπόν μπορεί να βρίσκονται είτε στον ήλιο είτε στη σκιά αρχικά χωρις πρόβλημα, αν και προτιμώ να τά’χω με λίγες ώρες ήλιο τη μέρα, επειδή έχω παρατηρήσει πως αναπτύσσονται γρηγορότερα με τον ήλιο, αλλά δε θέλω πάλι να τα στρεσάρω σε τόσο ευαίσθητη φάση με πολλές ώρες έντονου φωτός και ζέστης. Σιγά-σιγά απ’τη μυτούλα θ’αναπτυχθεί ο πρώτος υπέργειος βλαστός που θα διακλαδιστεί, αλλά για τους πρώτους μήνες η ανάπτυξη θα’ναι μικρή, με λίγους ή και καθόλου διπλανούς υπέργειους βλαστούς, αλλά με αρκετή αθέατη ανάπτυξη των ριζωμάτων, ή τουλάχιστον έτσι γίνεται το φθινόπωρο που έχει τύχει να μου επιβιώσουν και τις δύο φορές τα μοσχεύματα. Η έκταση του ριζώματος θα φανεί την επόμενη άνοιξη μόλις όλη η γλάστρα αρχίζει να πετάει παντού λεπτούς βλαστούς. Γι’αυτό κι εγώ, για να βοηθήσω τη γρήγορη εξάπλωση των ριζωμάτων στη γλάστρα, μεταφυτεύω γρήγορα τα νεαρά φυτά από τα γλαστράκια τους σε μεγαλύτερη γλάστρα, συνήθως στον πρώτο μήνα. Η διαδικασία είναι λίγο αγχωτική, επειδή το φυτό δεν έχει κάνει ακόμα πυκνό ριζωματικό σύστημα για να συγκρατεί το χώμα, οπότε αρκετό πέφτει κατά τη μετακίνηση, αν κι αν γίνουν οι διαδικασίες γρήγορα το νεαρό φυτό δεν ενοχλείται και συνεχίζει ν’αναπτύσσεται όπως πριν στο νέο του μεγαλύτεροπεριβάλλον. Εννοείται πως μετά τη μεταφύτευση το φυτό θα πρέπει να ποτιστεί αμέσως πολύ καλά. Ένα άλλο φαινόμενο που έχω παρατηρήσει σ’αυτά τα φυτά είναι η ξήρανση της κορυφής του πρώτου συνήθως υπέργειου βλαστού αφού αυτός έχει αναπτυχθεί καλά, μάλλον επειδή οι ρίζες ακόμα δεν επαρκούν για την υποστήριξή του. Συνήθως ξεραίνεται μόνο η κορυφή, αν και μπορεί να ξεραθεί πιο κάτω, αλλ’αυτό δεν είναι θέμα ανησυχίας διότι μετά από λίγο τα πλευρικά κλαδιά ή και νέοι υπέργειοι βλαστοί θα συνεχίζουν την ανάπτυξη. Επιπλέον έχω παρατηρήσει ότι ακόμα κι αν αυτά τα φυτά δε ρίχνουν προγραμματισμένα τους βλαστούς τους πριν την παγωνιά, όπως κάνουν τα φυλλοβόλα δέντρα, επιβραδύνουν πάραυτα αισθητά την ανάπτυξη με την πτώση της θερμοκρασίας και τη μείωση των ωρών της μέρας καθώς προχωρά το φθινόπωρο, διοχετεύοντας μάλλον την περισσότερη ενέργειά τους στην προετοιμασία του ριζώματος για το χειμώνα. Έχω τέλος δοκιμάσει μια φορά εναλλακτικό τρόπο βλάστησης ενός μοσχεύματος ριζώματος E. telmateia μέσα σε νερό, αλλ’αυτό σάπισε σε μια βδομάδα, μάλλον επειδή δεν οξυγονωνόταν επαρκώς.

Το E. telmateia που καλλιεργώ τώρα το Νοέμβριο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Γενικά:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Equisetum
εισαγωγή στα σφηνόφυτα
τα γιγάντια πολυκόμπια
διάφορα είδη του γένους Equisetum
ο κόσμος του πολυκομπιού
διάλυμα από πολυκόμπι για την προστασία των φυτών

Επιστημονικές μελέτες ενδεικτικά:
Equisetum arvense: φαρμακολογία και φυτοχημεία (pdf)
δομικές και αναλυτικές μελέτες της συσσώρευσης πυριτίου στο Equisetum hiemale
η οικοφυσιολογία της αντοχής στην αλατότητα του Equisetum giganteum στη Νότια Αμερική, μια μελέτη 11 τοποθεσιών που έδιναν διαβάθμιση στρες αλατότητας
το ξύλωμα των φυτών του γένους Equisetum, οι μελέτες ηλεκτρονικής μικροσκοπικής σάρωσης και τα αποτελέσματά τους
φλαβονολικές γλυκοζίδες από το Equisetum myriochaetum (pdf)
Equisetum thermale sp. Nov. (ιππουριδώδη από τις ιουρασικές αποθέσεις θερμών πηγών στο San Agusti της Παταγονίας: ανατομία, παλαιοοικολογία, και συμπερασμένη παλαιοοικοφυσιολογία)
η ανάπτυξη και οι οικολογικές συνέπειες των λανθανόντων ματιών στο υψηλού παλαιογεωγραφικού πλάτους τριαδικό σφηνόφυτο Spaciinodum (equisetaceae)
οι κόνδυλοι και τα θραύσματα του ριζώματος ως μονάδες πολλαπλασιασμού: η ικανότητα βλαστητικής αναπαραγωγής στο Equisetum arvense
η δομή του ριζώματος του Equisetum giganteum
μεγάλης κλίμακας συγκριτική πρωτεΪνωματική ανάλυση των αναπτυσσόμενων ριζωμάτων του αρχαίου αγγειώδους φυτού Equisetum hiemale
η οικοφυσιολογία και η εμβιομηχανική του Equisetum giganteum στη Νότια Αμερική (pdf)
οι ρίζες του Equisetum limosum (E. fluviatile pdf)
η φυλογενετική ποικιλοποίηση του Equisetum (equisetales) όπως συμπεραίνεται από είδη του κατώτερου Κρητιδικού από τη Βρετανική Κολομβία του Καναδά
καταγεγραμμένοι ρυθμοί πιεσμένης ροής αερίων στο γιγάντιο πολυκόμπι, Equisetum telmateia. Αεριζόταν παρομοίως ο λιθανθρακοφόρος καλαμίτης;
ο μηχανικός ρόλος της ενδοδερμίδας στους βλαστούς των φυτών του γένους Equisetum
χαρακτηρισμός των πυριτικών αλάτων στο Equisetum hiemale (pdf)
ανακαλύψεις για τη χημική σύνθεση του Equisetum hiemale με υψηλής ανάλυσης απεικόνιση Raman
τριπλοΪδότητα στο Equisetum του υπογένους Hippochaete (pdf)
οντογένεση των ηθμοστοιχείων στον υπέργειο βλαστό του Equisetum hiemale
η φυσική ιστορία των φυτών του γένους Equisetum στην Κόστα Ρίκα (pdf)
περί ενός διακλαδιζόμενου κώνου του Equisetum maximum (Equisetum telmateia pdf)
τα αποτελέσματα της αλοιφής Equisetum arvense στην επούλωση των δερμικών πληγών στους αρουραίους (pdf)
αναστολή της ανθρώπινης οστεοκλαστογένεσης σε κυτταροκαλλιέργεια από το Equisetum arvense
η ανταλλαγή αερίων μεταξύ του Equisetum limosum (E. fluviatile) και του περιβάλλοντός του
ο κυτταροσκελετός και τα εκριτικά κυστίδια στα ριζικά τριχίδια του Equisetum και του Limnobium και η κυτταροπλασματική ροή στα ριζικά τριχίδια του Equisetum
άρθρα και περιλήψεις άρθρων πάνω στο γένος Equisetum

Ενημερώσεις για το φυτό που καλλιεργώ καθώς και για τους πληθυσμούς στη φύση, αλλά και φωτογραφίες, θα αναρτώνται συνεχώς.

Ενημέρωση 23/3/2013: Το φυτό μου πέταξε τον πρώτο νέο του βλαστό γι’αυτόν το χρόνο. Η μυτούλα είχε εμφανιστεί στα μέσα του Φεβρουαρίου, και τώρα έχει ψηλώσει λίγα εκατοστά με πυκνά κλαδάκια.

Ο νεαρός βλαστός του φυτού 21/3/2013. Ακόμα δεν έχει πετάξει περισσότερους δίπλα, αλλά μέσα στην άνοιξη σίγουρα θα γίνει. Σε σχέση με το E. arvense που είχα παλαιότερα, το συγκεκριμένο είδος αναπτύσσεται πολύ πιο αργά.

Ενημέρωση 2/5/2013: Αυτό το διάστημα είμαι στο Χωριό για το Πάσχα, κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να επισκεφθώ τους δύο κύριους πληθυσμούς και των δύο ειδών για να δω τι γίνεται. Η εποχή της κωνοφορίας έχει περάσει, και τώρα τα φυτά βρίσκονται λίγο πιο μετά απ’την αρχή της φάσης της βλαστητικής ανάπτυξης. Το E. arvense σαφώς αναπτύσσεται γρηγορότερα από το E. telmateia, μιας κι ανακατέλαβε πλήρως μέσα σ’ένα χρόνο το κομμάτι της αποικίας που είχε καταστραφεί από τα σκαπτικά μηχανήματα όταν έγινε η διάνοιξη του δρόμου όπως είχα προαναφέρει. Το E. telmateia αντίθετα, αν κι έχει εμφανιστεί σ’όλη την έκταση που ήταν και πέρσι, ποικίλει ακόμα στο ύψος και στην πυκνότητα των υπέργειων βλαστών ανά τόπο. Στα μέρη όπου έχουν προλάβει να μεγαλώσουν αγριόχορτα όπως αγρωστώδη, ραδίκια κι άλλα ταχυαυξή, οι βλαστοί του είναι ακόμα πολύ κοντοί και πιο αραιοί, συνήθως όμως όχι αδύναμοι ή λεπτοί, οπότε θα ψηλώσουν γρήγορα, ενώ στα μέρη που ήταν αμιγές συνεχίζει νά’ναι έτσι, με αρκετά ψηλότερους βλαστούς σχηματίζοντας ένα πολύ πυκνό, ανοιχτοπράσινο και κάπως αποξεστικό χαλί, αφού ακόμα τα κλαδιά δεν έχουν μακρύνει αρκετά. Επίσης στο ότι όλοι οι περσινοί ξεροί βλαστοί των φυτών αυτών χάνονται δεν ήμουν απολύτως σωστός. Αν και είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν σε μέρη μ’άλλα χόρτα ή φύλλα, στα σημεία όπου η αποικία του E. telmateia ήταν αμιγείς και σε ανοιχτό μέρος, βρήκα πολλούς, ώστε στις παρυφές να δημιουγούν στρώμα όπως αυτό των πεσμένων φύλλων, συνήθως συνδεδεμένους με το υπόλοιπο φυτό κι άλλους πεσμένους κάτω και μερικούς ακόμα ελαφρώς σηκωμένους. Είχαν γκριζοκίτρινο χρώμα και πολλοί διατηρούσαν το σχήμα τους, χωρίς νά’χουν καταρρεύσει, έχοντας πάνω τους φύλλα και συχνά αρκετές απ’τις βάσεις των κλαδιών τους. Σπάγανε εύκολα, αλλά ήταν πιο ανθεκτικοί απ’ό,τι περίμενα. Δε βρήκα πάντως κανένα υπόλειμμα κώνου, που σίγουρα θα υπάρχει, και την επόμενη φορά που θα πάω εκεί θα πρέπει να ξαναψάξω οπωσδήποτε μήπως και βρω κάτι.

Όσον αφορά το E. telmateia που καλλιεργώ, πράγματι αναπτύσσεται πολύ πιο αργά. Μέχρι τα μέσα του Απριλίου ο βλαστός, αν και ψήλωσε πολύ και τα κλαδιά του μεγάλωσαν πάρα πολύ από τον καιρό της φωτογράφησης, δεν είχε κανέναν άλλον υπέργειο βλαστό. Μόλις στα μέσα του Απριλίου βγήκε ο πρώτος, και σε μικρό χρονικό διάστημα έπειτα βγήκαν άλλοι δύο, οι οποίοι τώρα αναπτύσσονται γρηγορότερα. Συγκριτικά το E. arvense άρχιζε να γεμίζει τη γλάστρα με υπέργειους βλαστούς ήδη απ’τις αρχές του Μαρτίου. Η διαφορά του όμως με το E. telmateia ήταν ότι εκείνοι οι βλαστοί, βγαίνοντας από λεπτά νέα ριζώματα ενός μικρής διαμέτρου είδους, ήταν πολύ πιο λεπτοί, ενώ αυτοί, που πάλι βγαίνουν από λεπτά νέα ριζώματα ενός όμως παχύτερου είδους, έχουν τις διαστάσεις μεσαίων βλαστών E. arvense.

Ενημέρωση 9/6/2013: Το πολυκόμπι μου έχει αναπτυχθεί αρκετά, με αρκετούς ακόμα νέους βλαστούς, άλλους μεγαλύτερους κι άλλους μικρότερους. Μερικοί μάλιστα έχουν φτάσει σε αρκετά καλό πάχος κοντά στο μισό εκατοστό, όπως δηλαδή ενός κανονικού E. arvense και το ύψος τους αυξάνεται. Όλοι φέρουν πυκνά και μακριά κλαδάκια, και το φυτό έχει γίνει απροσδόκητα πυκνό για τον πρώτο του χρόνο. Έχει μπροστά του αρκετούς μήνες ανάπτυξης. Η γλάστρα λαμβάνει αρκετές ώρες ήλιο και το χώμα της διατηρείται υγρό, αλλά έχω παρατηρήσει πως το φυτό δε βλάπτεται κι αν τα πρώτα εκατοστά της επιφάνειας στεγνώσουν.

Το φυτό μου 9/6/2013.

Ενημέρωση 8/8/2013: Το πολυκόμπι έπαθε ένα μικρό σοκ στα μέσα του Ιουλίου, οπότε σχεδόν οι μισοί βλαστοί του ξεράθηκαν. Κάποιους τους έκοψα, άλλους τους άφησα για να κάνουν σκιά στο χώμα. Τώρα η γλάστρα του είναι συνδεδεμένη με το αυτόματο πότισμα, το μπεκ του οποίου είναι ρυθμισμένο να ρίχνει λίγο περισσότερο νερό απ’το κανονικό, ώστε να μένει το χώμα πάντοτε υγρό. Παρότι άντεχε και με λιγότερο νερό, σ’εκείνη την κατάσταση προσπαθούσε περισσότερο να διατηρήσει ό,τι είχε, παρά να επεκταθεί. Μπορεί να μην αναπτυσσόταν πολύ επίσης επειδή το καλοκαίρι ίσως αυτά τα φυτά να μειώνουν αισθητά την υπέργεια ανάπτυξη, αφού και στη φύση δε βρίσκω τόσο εύκολα νεαρούς υπέργειους βλαστούς εκείνη την εποχή, εκτός κι αν το φυτό έχει κοπεί πριν και βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης. Πρόσεξα λοιπόν πως με μόνιμα υγρό χώμα η ανάπτυξή του είναι πολύ γρηγορότερη. Σύντομα μετά το αυτόματο πότισμα σε όλα εκείνα τα άδεια σημεία της γλάστρας με τους πρώην μεγάλους βλαστούς, εμφανίστηκαν νέοι, άλλοι χοντρότεροι κι άλλοι λεπτότεροι. Έχω μετρήσει περίπου 12, αλλά μπορεί νά’ναι και περισσότεροι.

Το φυτό μου 7/8/2013.

Ενημέρωση 28/8/2013: Το φυτό σημείωσε μεγάλη ανάπτυξη έως τώρα. Όλες οι άδειες περιοχές της γλάστρας έχουν συμπληρωθεί, και ίσως οι βλαστοί είναι περισσότεροι από πριν. Φυσικά η ανάπτυξη δεν τελείωσε, αφού οι περισσότεροι βλαστοί ψηλώνουν ακόμα, τα μεσοδιαστήματα δεν έχουν επιμηκυνθεί πλήρως, κι ακόμα υπάρχουν μικρότεροι βλαστοί στο κέντρο που δε λαμβάνουν τόσο φως, οι οποίοι μάλλον θ’αναπτυχθούν αργότερα. Πρόσεξα και αυτήν και την προηγούμενη φορά που μεγάλωσε πολύ, πως ακόμα κι αν οι νεαροί βλαστοί φέρουν κλαδιά από τη βάση τους, με την ανάπτυξη το φυτό ρίχνει συνήθως όσα χαμηλότερα κλαδιά δε φωτίζονται επαρκώς.

Το πολυκόμπι στις 26/8/2013.

Ενημέρωση 10/9/2013: Μερικές φωτογραφίες που τράβηξα στα τέλη του Αυγούστου των φυτών στη φύση, καθώς και τμημάτων τους:

Equisetum telmateia:

Απ’αυτό το φυτό πήρα το ρίζωμα που έδωσε το δικό μου. Σε σχέση μ’αυτόν το γίγαντα, που ξεπερνά το ενάμισι μέτρο και καλύπτει τεράστια έκταση, το δικό μου είναι πολύ μικρό.

Τμήμα του υπέργειου βλαστού από κοντά.

Ριζώματα με μάτια (το καλύτερο τμήμα για πολλαπλασιασμό), μαζί με τα κατώτερα μέρη των υπέργειων βλαστών.

Εσωτερικό του βλαστού. Χοντρικά φαίνεται σαν ο βλαστός ν’αποτελείται από δύο σωλήνες ο ένας μέσα στον άλλον, στην πραγματικότητα όμως το εξωτερικό δεν είναι σωλήνας, αλλά χωρίζεται με διαμήκη διαφράγματα και υποδιαφράγματα που δημιουργούν το σύστημα σωληνών του φυτού. Στα διαφράγματα ο κεντρικός σωλήνας σταματά.

Equisetum arvense:

Προσέξτε πως είναι πολυ κοντότερο από το E. telmateia.

Κατώτερο τμήμα υπέργειου βλαστού με κλαδιά, αλλά και με μικρό κομμάτι ριζώματος με μάτι, αρκετά μικρό για εύκολο πολλαπλασιασμό. Αν προσέξετε, τα κλαδιά του δεύτερου είδους είναι πολύ μακρύτερα, κάνοντας το βλαστό να μοιάζει λίγο περισσότερο με αλογοουρά απ’ό,τι το πρώτο είδος – και πάλι θέλει πολύ φαντασία για να το παρομοιάσει έτσι κανείς -, κι επίσης φέρουν συχνότερα δικές τους διακλαδώσεις, που στο E. telmateia είναι σπάνιες, αν κι έχω βρει σε αρκετούς βλαστούς εκείνου του είδους, και στη φύση αλλά και στο φυτό που καλλιεργώ, όπως πρόσεξα μόλις σήμερα. Επίσης το E. arvense είναι πιο ασύμμετρο απ’το E. telmateia, και ιδίως σε συνθήκες χαμηλού φωτός μπορεί πολύ πιο εύκολα να δισδιαστατοποιηθεί, αναπτύσσοντας κλαδιά μόνο σ’ένα επίπεδο για την ελαχιστοποίηση της σκίασης απ’τον εαυτό του.

Ενημέρωση 12/3/2014: Τελικά δεν είναι απαραίτητος ο πλήρης θάνατος των παλαιών βλαστών από κάποια παγωνία για να αναπτυχθούν οι νέοι. Στο μαλακό κλίμα της Θεσσαλονίκης και στο ακόμα μαλακότερο του μπαλκονιού μου, όπου βρίσκεται το φυτό, η διαδικασία αποβολής των παλαιών βλαστών έγινε σταδιακά καθ’όλο το χειμώνα. Παρατήρησα πως η ανάπτυξη σχεδόν σταμάτησε μέσα στον Οκτώβριο, με τον τελευταίο νεαρό βλαστό, ο οποίος όμως ήταν μικρός και λεπτός, εκείνο το μήνα. Έπειτα το φυτό παρέμεινε στατικό για όλο το Νοέμβριο, αν και το ρίζωμα μπορεί ν’αναπτυσσόταν, σίγουρ απάντως αποθήκευε άμυλο για το χειμώνα και ετοίμαζε τα μάτια της άνοιξης. Μέσα στο Νοέμβριο άρχισε η σταδιακή γήρανση των βλαστών, οπότε άρχισαν να χάνουν την ελαστικότητά τους, να σπάνε πιο εύκολα, και οι κορυφές να ξεραίνονται σε πολλούς. Σταδιακά τους επόμενους μήνες ξεραίνονταν μερικοί βλαστοί, αν και πολλούς άλλους τους έκοψα εγώ. Στις 15 Φεβρουαρίου, οπότε άρχισε πάλι η νέα ανάπτυξη με την σχεδόν σύγχρονη εμφάνιση δύο ματιών στην επιφάνεια του΄εδάφους, απέμεναν ακόμα ελάχιστοι ππράσινοι περσινοί βλαστοί,. Τώρα όλη η γλάστρα έχει γεμίσει με νεαρούς, συμπιεσμένους ακόμα βλαστούς και πολλά μάτια. Το απροσδόκητο ωστόσο ήταν η εμφάνιση του πρώτου αναπαραγωγικού κώνου! Επειδή ήταν μικρός ο βλαστός, καφέ και στη γωνία της γλάστρας, κι επειδή ακόμα τα φυτά βρίσκονται σε λήθαργο,και δεν βγαίνω συχνά έξω να τα ελέγξω, τον πρόσεξα μόλις στις 5 του μηνός. Τότε ήταν ακόμα γύρω στα 5 εκατοστά με τον κώνο μικρό και συμπτυγμένο σε μέγεθος φουντουκιού, αλλά στις 9 του μηνός είχε πάρει σχεδόν το τελικό του ύψος των 14 εκατοστών, με τη μεγαλύτερη επιμήκυνση στο προτελευταίο μεσογονάτιο διάστημα.
Είναι τυπικός μη φωτοσυνθετικος αναπαραγωγικός βλαστός του φυτού, όπως αυτός ενός E. arvense. Παχύτερος και πιο λείος απ’τους άλλους, χρώματος ανοιχτού καφέ με σκουρότερα φύλλα, που είναι αρκετά μεγαλύτερα απ’αυτά των φωτοσυνθετικών βλαστών, με τον κυλινδρικό και κιτρινωπό κώνο στην κορυφή μήκους περίπου 4 εκατοστών, με τους σπονδύλους των πολυάριθμων και πυκνών σποριαγγειοφόρων. Ο κωνοφόρος βλαστός πιθανότατα θα πέσει στις επόμενες εβδομάδες.
Το άλλο αξιοσημείωτο με την κωνοφορία είναι η εμφάνιση του βλαστού όχι πριν όπως αναφέρεται στα χαρτιά, αλλά μετά την εμφάνιση των υπέργειων βλαστών. Ίσως είναι αντίδραση του φυτού σε περίπτωση λίγων αποθεμάτων στο ρίζωμα για να περιορίσει τις δαπάνες ενέργειας, αν και δεν πιστεύω να υπήρχε πρόβλημα με τα αποθέματα. Η πρωιμότητα του κώνου αυτού δηλώνει τις καλές συνθήκες υπό τις οποίες ζει το φυτό, άπαξ και η ηλικία κωνοφορίας των φυτών σε καλλιέργεια αναφέρεται τα 2-3 χρόνια, και προφανώς σε δύο χρόνια κωνοφορούν μόνο τα πολύ δυνατά φυτά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως το φυτό κωνοφόρησε στον πρώτο του πρακτικά χρόνο. Έχει περάσει δύο χειμώνες, αλλά στον πρώτο ήταν ακόμα πολύ μικρό. Ίσως η εναλλαγή των εποχών να ενεργοποιεί την κωνοφορία κι όχι μόνο το μέγεθος τελικά. Δυστυχώς τα φυτά του γένους αυτού δεν είναι και τόσο μελετημένα ως προς τέτοιες λεπτομέρειες.
Τα σπόριά του κώνου, ως βραχύβια και φωτοσυνθετικά, προφανώς δε θα βλαστήσουν όπου κι αν πέσουν.

Το φυτό με τον κώνο 11/3/2014.

Ενημέρωση 22/8/2014: Ο κώνος άρχισε να μαραίνεται στις 16 του μηνός από την κορυφή προς τα κάτω, οπότε τον έκοψα. Έπειτα το φυτό αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα γεμίζοντας όλη τη γλάστρα, με αποτέλεσμα να χρειαστει να το μεταφύτεύσω, γιατί σίγουρα το ρίζωμά του θά’πρεπε να επεκταθεί, και πράγματι είχε γεμίσει όλη τη γλάστρα, αρχίζοντας να κάνει κύκλους κατά μήκος της περιμέτρου. Ήταν λίγο στάσιμο μετά τη μεταφύτευση, αλλά σε μια βδομάδα ξεκίνησε και πάλι την ανάπτυξη, με επέκταση του ριζώματος στα τοιχώματα της νέας γλάστρας και παραγωγή νέων υπέργειων βλαστών εκεί. Επειδή το φυτό είχε καταλήξει με πολλούς πυκνούς βλαστούς, άρχισε να ρίχνει όσα εσωτερικά κλαδάκια δεν έπαιρναν φως. Μέχρι τα τέλη του Ιουνίου ήταν καλά, οπότε άρχισαν τα προβλήματα, αφού αποδείχθηκε στην πράξη πως πράγματι αυτό είναι το λιγότερο ανθεκτικό είδος πολυκομπιού σε αναερόβιες συνθήκες, διότι από το πολύ το πότισμα που του έδινα από φόβο μην ξεραθεί το καλοκαίρι, άρχισε να δείχνει συμπτώματα στρες, με ξήρανση πολλών κλαδιών και μαρασμό των περισσότερων νεαρών βλαστών λίγες μέρες μετά την εμφάνισή τους. Τα ριζώματα ωστόσο, τουλάχιστον όσα λίγα έβγαλα απ’την επιφάνεια, δεν έδειχναν σημεία σήψης. Στο τέλος αναγκάστηκα να καθαρίσω το φυτό κόβοντας τους περισσότερους βλαστούς, και τώρα το φυτ΄δείχνει να επανέρχεται σιγά-σιγά με νέες μυτούλες στην επιφάνεια, που όμως δεν ξέρω κατά πόσο θα μεγαλώσουν. Έχω αραιώσει τα ποτίσματα. Το χειμώνα θα πρέπει να βελτιώσω λίγο το χώμα στον πυθμένα της γλάστρας με άμμο, ώστε να κυκλοφορεί το οξυγόνο καλύτερα στα βαθύτερα ριζώματα.

Ενημέρωση 10/7/2015: Τώρα πια δεν έχω πολυκόμπι. Το φυτό συνέχισε να καταπέφτει μέχρι το Νοέμβριο, οπότε και ξεράθηκε για το χειμώνα. Κάθε βλαστός που έβγαζε ξεραινο΄ταν γρήγορα, και όσοι επιβίωναν ήταν πολύ ασθενική. Το Φεβρουάριο άνοιξα περισσότερες τρύπες στον πυθμένα της γλάστρας για καλύτερη αποστ΄ραγγιση. Την άνοιξη άργησε πάρα πολύ να δώσει σημεία ζωής, με τις πρώτες μυτούλες προς τα τέλη του Μαρτίου, παρόλο που ο και΄ρος ήταν καλός. Οι μυτούλες αυτές όμως δεν αναπτύχθηκαν περαιτέρω. Έπειτα απλώς πότιζα το φυτό μέχρι το Μάιο, οπότε το παραμέλησα, αφού δε μεγάλωνε. Στα μέσα του Μαΐου το έσκαψα για να δω τι γίνεται, και προς έκπληξή μου διαπίστωσα ότι τα περισσότερα ριζώματα ήταν ζωντανά. Μερικά είχαν βγάλει υπέργειους βλαστούς, οι οποίοι όμως ήταν πολύ αδύναμοι και λεπτοί, οπότε δε μπόρεσαν να φτάσουν στην επιφάνεια, και πολλά ριζώματα είχαν κάνει κονδυλίδια, τις δομές όπου αποθηκεύουν άμυλο και χρησιμοποιούν στις δύσκολες εποχές. Καταλάβατε πόσο ανθεκτικό είδος είναι. Προφανώς το φυτό περίμενε καλύτερες συνθήκες, αλλά δε μπορούσα να καταλάβω ποιες είναι αυτές. Έκοψα λοιπόν μερικά ριζώματα με κονδυλίδια, τα οποία φύτεψα σε γλαστράκια με παρόμοιο χώμα, και τα περισσότερα άλλα ριζώματα τα πέταξα. Μετά από 2 βδομάδες, κανένα μόσχευμα δεν έδωσε σημεία ζωής, οπότε τα πέταξα κι αυτά. Τώρα αν ξαναβλαστήσει κάποιο κομμάτι απ’αυτά που έμειναν στη γλάστρα καλώς, αλλιώς θα προσπαθήσω να ξεκινήσω με νέο μόσχευμα κι αυτήν τη φορά με ελαφρύτερο και καλύτερα αεριζόμενο χώμα, γιατί υποψιάζομαι ότι το χώμα φταίει για την κατάπτωση του φυτού μου. Μπορεί στη φύση να ζουν σε αργιλώδες χώμα, αλλά σε μια μικρή γλάστρα, με περιορισμένο χώρο και προβλήματα εξαερισμού, ίσως αυτό να μην είναι και η καλύτερη επιλογή.
Παρακάτω η φωτογραφία με τα κονδυλιοφόρα ριζώματα:

Η ενυδρειοπονία στη σημερινή της μορφή είναι ένα σχετικά νέο σύστημα παραγωγής τροφίμων που βασίζεται στις αρχές της ανακύκλωσης της ύλης σ’ένα τεχνητό σχετικά κλειστό οικοσύστημα. Το σύστημα αυτό συνδυάζει την υδροπονία, την καλλιέργεια φυτών δηλαδή με τις ρίζες τους βυθισμένες στο νερό με τα θρεπτικά στοιχεία, και την υδατοκαλλιέργεια, την καλλιέργεια υδρόβιων οργανισμών. Η τεχνική αυτή ανακυκλώνει τα περισσότερα απ’τα υλικά που χρησιμοποιεί, όντας πολύ οικονομική, και χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο στο εξωτερικό, όπου ο σταθμός παραγωγής μπορεί να βρίσκεται κοντά στο σημείο κατανάλωσης, μειώνοντας έτσι και τα καύσιμα μεταφοράς τροφίμων για ακόμα μεγαλύτερη εξοικονόμιση ενέργειας.

Μία μονάδα υδροπονικής μπορεί ν’αποτελείται από ένα μικρό ενυδρείο με προσαρμοσμένη μια υδροπονική πλατφόρμα έως μια τεράστια εμπορική εγκατάσταση, με ενδιάμεσα φυσικά μεγέθη. Οι μικρότερες μονάδες μπορεί να είναι οικιακές, να βρίσκονται σε θερμοκήπια ή και σ’εξωτερικό χώρο, ενώ οι μεγαλύτερες καλύπτουν αρκετή έκταση ή βρίσκονται δίπλα στα μέρη όπου θα καταναλωθούν τα προΪόντα. Μία μέτρια τυπική ενυδρειοπονική μονάδα συνήθως έχει ξεχωριστά τα δοχεία καλλιέργειας φυτών και ψαριών, με μια αντλία να μετακινεί το νερό ανάμεσα στα διάφορα μέρη. Το τμήμα των ψαριών μπορεί να είναι ένα ενυδρείο ή μια μεγαλύτερη δεξαμενή, ενώ τα φυτά βρίσκονται συνήθως σε επιφάνειες υδροπονικης καλλιέργειας με χαλίκι ή παρόμοιο υλικό για τις ρίζες, απ’όπου περνά το νερό. Μπορούν επίσης να βρίσκονται από κάτω ή δίπλα, ώστε να μη χρειάζεται να καίει αντλία για την παροχή νερού σ’αυτά. Στη μονάδα επίσης απαραίτητα είναι φίλτρα κατακράτησης στερεών και βιολογικά φίλτρα, στα οποία θα γίνεται μεγάλο μέρος του κύκλου του αζώτου με τη βοήθεια
ωφελίμων βακτηρίων,
τα οποία θα μετατρέψουν την τοξική για τα ψάρια αμμωνία των αποβλήτων τους σε απαραίτητα για τα φυτά νιτρικά άλατα. Μεγάλο μέρος του καθαρισμού του νερού θα γίνεται επίσης κι απ’τις ρίζες των φυτών. Ίσως ακόμα χρειάζονται και αεραντλίες για την οξυγόνωση του νερού, ενώ αν η μονάδα βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο, επιπλέον φωτισμός, μπορεί και θερμοστάτες ανάλογα με τα είδη που καλλιεργούνται.

Το προτιμιτέο ψάρι για εσωτερικές μονάδες είναι η τιλάπια, κιχλίδα των ποταμών της Αφρικής που φτάνει τα 60 εκ. σε μήκος και βάρος πάνω από 4 κιλά, έχει ταχύτατη ανάπτυξη κι αντέχει υπερβολικά σε συνθήκες υπερπληθυσμού. Το ψάρι αυτό μπορεί να τοποθετηθεί μικρό μόλις λίγα εκατοστά και να μεγαλώσει στο πλήρες του μέγεθος σε λιγότερο από ένα χρόνο. Το είδος εντούτοις αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες 22-28 βαθμών, και γι’αυτό σε μη ελεγχόμενες ή εξωτερικές μονάδες προτιμώνται ψάρια όπως πέστροφες, κυπρίνοι, φαγώσιμα γατόψαρα, ηλιόψαρα, κι ασπόνδυλα όπως καραβίδες ή υδρόβια σαλιγκάρια, ή και χρυσόψαρα εάν δεν πρόκειται τα ψάρια να καταναλωθούν – και τα χρυσόψαρα τρώγονται, αλλά δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Από φυτά μπορεί να καλλιεργηθεί οτιδήποτε αναπτύσσεται και υδροπονικά όπως ντομάτες, πιπεριές, μαρούλια, αγκούρια, κινέζικα λάχανα,
φράουλες,
βασιλικός, ραπανάκια, ακόμα και τριανταφυλλιές ή ινδική κάνναβη (την αναφέρω γιατί καλλιεργείται συχνά υδροπονικά). Σε ελεγχόμενες συνθήκες το σύστημα μπορεί να παράγει όλο το χρόνο.

Το σύστημα είναι εκπληκτικά αυτάρκες, χρησιμοποιώντας κατά εκτιμήσεις μόνο το 2% του νερού μιας συμβατικής καλλιέργειας στο έδαφος. Το νερό δεν ανανεώνεται παρά μόνο εάν πέσει η στάθμη λόγω εξάτμισης ή υπάρξει πρόβλημα. Ωστόσο το σύστημα δεν είναι πλήρως αυτάρκες? Τα ψάρια θα πρέπει να ταΐζονται κανονικά, ενώ ίσως χρειαστεί η σπάνια προσθήκη λιπάσματος για τα φυτά, σιδήρου και λοιπών ιχνοστοιχείων, ή και βάσεων όπως μικρές ποσότητες υδροξειδίου του καλίου στα φίλτρα για την αντιστάθμηση της οξύτητας του νερού. Παρόλα αυτά οι προσθήκες αυτές είναι πολύ μικρές σε σχέση με την παραγωγή του συστήματος. Η φακή του νερού (Lemna minor), ένα μικρό ταχέως πολλαπλασιαζόμενο υδρόβιο φυτό επιφανείας μπορεί να τοποθετηθεί στις δεξαμενές με τα ψάρια ως πηγή τροφής, αν και πάλι δε θα είναι αρκετό. Επίσης για επιπλέον αυτάρκεια τα στερεά απόβλητα που καθαρίζονται απ’τα φίλτρα μπορούν να κομποστοποιηθούν σε μια μονάδα δίπλα με σκουλήκια, ώστε να ξαναχρησιμοποιηθούν στο σύστημα ή αλλού.

Το κύριο μειονέκτημα του όλου συστήματος φυσικά είναι το κόστος του εξοπλισμού. Στην Ελλάδα ακόμα τέτοιες εγκαταστάσεις είναι σπάνιες.

Επιπλέον πληροφορίες για την ενυδρειοπονία μπορείτε να βρείτε σε
ένα ελληνικό ιστολόγιο για την ενυδρειοπονία
σε
έναν λεπτομερεί μεταφρασμένο οδηγό,
καθώς και στο αντίστοιχο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia.