Tag Archive: ιστορία


Η ελληνική εκπαιδευτική και όχι μόνο πολιτική είναι γεμάτη παλινωδίες και δυσκολίες στην εφαρμογή των νέων μεταρρυθμίσεων. Η γενική εικόνα που μου δίνει είναι σαν κάθε παράταξη που βγαίνει στην εξουσία το μόνο που φροντίζει να κάνει να είναι να αναιρεί τις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης και να κριτικάρει τους προηγούμενους, χωρίς να υπάρχει ομοφωνία σε βασικά θέματα και έτσι χωρίς να φτάνουμε σε κάτι ώριμο και ουσιαστικό. Αντίθετα, στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, επικρατεί περισσότερο η λογική και ο προσανατολισμός στην πραγματικότητα, και αναγνωρίζεται ότι είναι η απαραίτητη η συμφωνία των διαφόρων πολιτικών παρατάξεων σε ορισμένα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την ευημερία του κράτους. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ιδιαίτερα ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος στις σκανδιναβικές χώρες, το οποίο ευτυχώς ακόμα δουλεύει και η αξία του αναγνωρίζεται και από συντηρητικούς και από φιλελεύθερους. Απλώς διαφωνούν ως προς κάποια μικρά σημεία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραπάνω κωμικοτραγικής κατάστασης στην ελληνική εκπαιδευτική πολιτική είναι το πολυσυζητημένο γλωσσικό ζήτημα, το οποίο πήρε πάνω από 150 χρόνια μέχρι να λυθεί.

Από ό,τι φαίνεται όμως ένας νέος επικός κύκλος ανοίγει, με ζήτημα τώρα το μάθημα των θρησκευτικών. Αν και συζητήσεις γίνονταν από παλαιότερα, τα γεγονότα εντάθηκαν με τις προτάσεις Φίλη το 2016 για τη μετατροπή του μαθήματος από κυρίως ορθόδοξη κατήχηση σε συγκριτική θρησκειολογία. Εντάξει, σε σύγκριση με την πλήρη απόρριψη του μαθήματος, δεν είναι και σπουδαία αλλαγή, και πιθανότατα η διδασκαλία του δε θα άλλαζε σημαντικά στην πράξη, εάν σκεφτούμε ότι πολλοί εκπαιδευτικοί παράλληλα με το βιβλίο θα παρέδιδαν και φωτοτυπίες στα παιδιά με επιπλέον πράγματα. Και όμως, η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν σφοδρή και επιθετική. Έγιναν πολλά έκτροπα, όπως η κατάρα του μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιου να σαπίσει το χέρι του Φίλη. Όταν οι συζητήσεις αυξήθηκαν το Σεπτέμβριο, τα πράγματα εντάθηκαν ακόμα περισσότερο με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να ζητά την απομάκρυνση του Φίλη από τον υπουργικό θώκο. Τελικά καμία αλλαγή δεν έγινε, ο Φίλης αναγκάστηκε να υποχωρήσει, συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο και με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης τον Οκτώβριο, ο Φίλης παύθηκε. Τέλος καλό όλα καλά.

Εντάξει, μπορεί να μη συμφωνώ με όσα έχει κατά καιρούς υποστηρίξει ο Φίλης, π.χ. μείωση της σημασίας της Γενοκτονίας των Ποντίων, αλά σε κάποια πράγματα είναι σωστός. Η θρησκεία δεν έχει θέση σε μία σύγχρονη κοινωνία, και από ό,τι φαίνεται υποστηρίζει με κάθε μέσω τον περιορισμό της επιρροής της. Το Μάρτιο δημοσίευσε άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών, όπου υποστηρίζει ότι οι συνθήκες διαχωρισμού κράτους-Εκκλησία έχουν ωριμάσει, και πως αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση συνταγματικής αναθεώρησης.

Η ενεργή ανάμιξη της Εκκλησίας στην ύλη των θρησκευτικών συνεχίστηκε έντονα και τον Ιούνιο, όταν έπειτα από εισήγηση του μητροπολίτη Ύδρας κ. Εφραίμ στην έκτακτη συνεδρίαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, έγινε αίτημα για αφαίρεση ορισμένων κομματιών της ύλης. Το Υπουργείο Παιδείας συμμορφώθηκε κατά τις υποδείξεις της εκκλησίας και αφαίρεσε τα «επίμαχα» σημεία από την ύλη του Λυκείου. Πρόκειται για το τραγούδι «Umbrella” της Ριάνα, το τραγούδι «Συννεφούλα» του Διονύση Σαββόπουλου, το τραγούδι «Μπαγάσας» του Νικόλα Άσημου, καθώς και μια γελοιογραφία του Economist για τους θρησκευτικούς πολέμους, η οποία απεικόνιζε ένα πεδίο μάχης, ερείπια, νεκρούς και έναν επιζώντα που αναφέρει: «Όλα ξεκίνησαν με μια διαφωνία ποιανού ο Θεός ήταν πιο ειρηνικός, καλοσυνάτος και συγχωρητικός». Επίσης, η Εκκλησία ζήτησε να δηλωθεί σαφώς στους μαθητές της α γυμνασίου ότι η γιόγκα δεν είναι γυμναστική, αλλά θρησκευτική πρακτική. Παράλληλα, η δομή του μαθήματος των θρησκευτικών άλλαξε, με ενσωμάτωση υλικού εκτός του βιβλίου, πολυμέσων, έργων τέχνης, κλπ. Ο προσηλυτισμός από ό,τι φαίνεται εκσυγχρονίζεται. Φυσικά οι παραπάνω παρεμβάσεις της εκκλησίας σε κοσμικό ζήτημα ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων σε όσους δεν επιθυμούν την ενσωμάτωση της εκκλησίας στον κρατικό μηχανισμό. Με επιστολή του στον υπουργό παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, ο Γιάννης Αγγελάκας ζήτησε και με το δίκιο του να αποσυρθεί το τραγούδι των Τρύπες «Γιορτή», στην περίπτωση που εντάσσεται στη διδακτέα ύλη. Όπως δήλωσε: «Δεν θέλω να συμμετέχω σε εκπαιδευτικά πονήματα εάν αυτά χρειάζονται την έγκριση οποιουδήποτε ιερατείου. Ακόμα κι αν με εγκρίνουν αυτοί, δεν τους εγκρίνω εγώ γι’ αυτόν τον ρόλο». Το Υπουργείο Παιδείας απάντησε στις αντιδράσεις λέγοντας ότι οι συζητήσεις με την εκκλησία αφορούσαν τα προγράμματα σπουδών, και όχι το προτεινόμενο διδακτικό υλικό, και ότι όποιες προσθαφαιρέσεις ύλης γίνονται, που είναι κάτι σύνηθες, αποφασίζονται από το επιστημονικό προσωπικό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). Επίσης ενημερώνει ότι τα δύο τραγούδια είχαν ήδη αφαιρεθεί από το 2016, όταν και ξεκίνησαν οι διάλογοι μεταξύ της επιτροπής του ΙΕΠ και της επιτροπής της Εκκλησίας, ενώ το τρίτο, η «Συννεφούλα» ακόμα βρίσκεται στον οδηγό του Λυκείου για τον εκπαιδευτικό.

Μέσα από όλη αυτήν την αναταραχή για το θέμα του μαθήματος των θρησκευτικών, με παράδοξα έντονη ανάμειξη της Εκκλησίας, γεννάται το εξής εύλογο ερώτημα: Με ποια λογική αξιώνει η Εκκλησία να έχει λόγο για τα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολείο;

Ως γνωστόν, η συνεργασία της εκκλησίας με την εκπαίδευση έχει βαθιές ρίζες στην Τουρκοκρατία και ακόμα παλαιότερα, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κοσμική εκπαίδευση με τη σημερινή έννοια τότε δεν υπήρχε, και όλα τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν υπό την άμεση προστασία και έλεγχο της Εκκλησίας. Όμως το πρόβλημα της ανάμιξης της εκκλησίας σε εκπαιδευτικά ζητήματα στο σύγχρονο ελληνικό κράτος έχει πιο πρόσφατη αρχή. Μπορεί η βάση του να βρίσκεται αιώνες πριν, αλλά τα συγκεκριμένα γεγονότα που το διαμόρφωσαν όπως είναι σήμερα ξεκινούν από κινήσεις κατά την περίοδο της Κατοχής.

Όπως πάντοτε, έτσι και τότε η Εκκλησία διάλεξε την πιο σοφή και την πιο ασφαλή τακτική ώστε να επιβιώσει, τη συνεργασία δηλαδή με τον κατακτητή. Δείτε επίσης την επιστολή που έστειλαν τα γλειφτρόνια οι μοναχιοί του Αγίου Όρους στο Χίτλερ, μήπως και σώσουν το κωλαράκι τους. Η κατοχική κυβέρνηση και η Εκκλησία λοιπόν ανταγωνίζονταν για την εύνοια των Γερμανών, προκειμένου να κατοχυρώσουν την ισχύ τους. Και οι δύο θεσμοί θεωρούσαν την γερμανική κατοχή μια παρένθεση, η οποία στο μέλλον θα έφευγε και έτσι θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη διακυβέρνηση του τόπου. Αντίθετα, η σχέση ιδίως της Εκκλησίας με τους Βούλγαρους ή τους Ιταλούς ήταν τεταμένη, αφού οι συγκεκριμένοι προσέβλεπαν σε μόνιμη διαμονή σε ελληνικά εδάφη και αφομοίωση πληθυσμών. Από ό,τι φαίνεται, η Εκκλησία ήταν πιο αποδεκτή. Ως θεσμός προσφιλής στο λαό, λειτουργούσε ως μεσάζοντας του τελευταίου με τους Γερμανούς κατακτητές. Μόνο προς το τέλος του πολέμου το 1944, οπότε, εν όψει της ήττας των Γερμανών, οι δεσμοί της με τους Γερμανούς άρχιζαν να διαρρηγνύονται, η Εκκλησία στράφηκε προς τους Άγγλους και την εξόριστη κυβέρνηση. Κατά τα Δεκεμβριανά, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκινός γίνεται αντιβασιλέας και αναλαμβάνει τις συνεννοήσεις με τους Άγγλους και τις πολιτικές δυνάμεις μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η Ελλάδα και η Κύπρος με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο είναι οι μόνες σύγχρονες Ευρωπαϊκές χώρες που τοποθέτησαν ιερωμένο στην πολιτική εξουσία. Στις επόμενες δεκαετίες και μέχρι τη Μεταπολίτευση, η Εκκλησία έπαιξε ενεργό ρόλο στην πολιτική, υποστηρίζοντας το κράτος των «εθνικοφρόνων» στη αντιμετώπιση του «κομουνιστικού κινδύνου».

Σύμφωνα λοιπόν με τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας του 1943, η Ιερά Σύνοδος δικαιούται να προεγκρίνει τα θρησκευτικά εγχειρίδια των σχολείων καθώς και να προλαμβάνει την ετεροδιδασκαλία. Παρόλο που ο χάρτης αυτός αντικαταστάθηκε το 1977, και έκτοτε κανένα τέτοιο δικαίωμα/υποχρέωση δεν προβλέπεται, η Εκκλησία εξακολουθεί να εμμένει στη ρύθμιση της Κατοχής και την επικαλείται όταν διαφωνεί με την εκπαιδευτική ύλη.

Άρα τώρα γνωρίζετε γιατί η Εκκλησία επιθυμεί να καθορίζει τη διδακτέα ύλη στα σχολεία. Είχε κάποιες ευκαιρίες για θεοκρατία στο παρελθόν, αλλά τις έχασε. Η μόνη οριστική λύση σε αυτό το ζήτημα είναι ο πλήρης διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας. Εάν τότε η Εκκλησία θέλει να φτιάξει τα δικά της εκπαιδευτικά ιδρύματα να το κάνει, αλλά μόνο για τα μέλη της και με δικοί τους χρηματοδότηση.

Advertisements

Πηγή:
voria.gr

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΠΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΦΩΤΟ)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/09/2016, 09:27 | από Voria.gr

Η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» αποκαλύπτει επτά, εν πολλοίς αγνώστους, αρχαιολογικούς θησαυρούς που μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία της πόλης.
της Αλεξίας Καλαϊτζή
Θαμμένα κάτω από πολυκατοικίες, κρυμμένα σε υπόγεια ξενοδοχείων ή ακόμα και παρατημένα σε δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς καμία επιγραφή, βρίσκονται επτά αρχαιολογικοί θησαυροί που αποκαλύπτουν τη μακρά ιστορία της πόλης.

Τα πολύτιμα και σπάνια μνημεία, τα οποία μαρτυρούν το πέρασμα Ρωμαίων, Χριστιανών Μουσουλμάνων και Εβραίων από την πόλη και σηματοδοτούν την πορεία της Θεσσαλονίκης σε διάφορες χρονικές περιόδους, παραμένουν αφανή, ανεκμετάλλευτα και εν πολλοίς άγνωστα για την πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης.
Ένας οικισμός που χρονολογείται 8000 χρόνια πριν, ψήγματα ναών από την περίοδο της παλαιοχριστιανικής περιόδου, εβραϊκοί τάφοι αλλά και πολυτελή ρωμαϊκά λουτρά είναι κάποια από αυτά τα μνημεία, τα οποία άλλοτε ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια ανασκαφών και άλλοτε τυχαία κατά την ανοικοδόμηση κτιρίων, όπως αυτό της Νομικής του ΑΠΘ.
Στην ανάδειξη επτά τέτοιων μνημείων στοχεύει η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» που πραγματοποιείται στην πόλη από σήμερα 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 2 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Στη διάρκεια της δράσης, δίπλα στα επτά μνημεία θα υπάρχουν αφίσες με QR codes τα οποία θα μπορούν να «διαβαστούν» μέσω smartphones ή tablets και τα οποία θα περιέχουν πληροφορίες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ιστορία των αρχαιολογικών τόπων.

Παρά τη σημασία των περισσοτέρων αυτών, τα μνημεία διατηρήθηκαν σε υπόγεια και η πρόσβαση σε αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Δείτε ποιοι είναι οι αρχαιολογικοί αυτοί θησαυροί:
1. Βασιλική Αγίας Σοφίας
Όλοι γνωρίζουν το ναό της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Λίγοι όμως γνωρίζουν πώς κάτω από την εκκλησία που βρίσκεται τώρα σε αυτό το σημείο, προϋπήρχε ένας παλαιότερος ναός ο οποίος που μάλιστα ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον σημερινό. Πρόκειται για μια μεγάλη βασιλική, δηλαδή δημόσιο κτίριο που μετά τον 4ο αιώνα προσαρμόστηκε στις ανάγκες των Χριστιανών, μήκους 115 μέτρων και πλάτους 53, που αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες της παλαιοχριστιανικής περιόδου και χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ.  
Ενδιαφέρον έχει ότι ο μικρότερος σε μήκος σημερινός ναός της Αγίας Σοφίας έχει το ίδιο περίπου πλάτος με την παλαιότερη εκκλησία, και ακολουθεί τους παλαιότερους τοίχους. Στην ανασκαφή που έγινε το 1961 – 62 στην οδό Πρίγκηπος Νικολάου 1, τη σημερινή Αλ. Σβώλου, βρέθηκε μέρος της κόγχης του ιερού, καθώς και τμήματα των θρόνων των ιερέων.
Τα ευρήματα αν και ήταν εντυπωσιακά, διατηρούνται στο υπόγειο πολυκατοικίας. Ένα ακόμη τμήμα της διατηρείται στην αυλή της κρύπτης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η κρύπτη ήταν αρχικά ρωμαϊκό λουτρό («νυμφαίο») που μετατράπηκε σε βαπτιστήριο για τις ανάγκες της παλαιότερης εκκλησίας. Ένας από τους κίονες του βαπτιστηρίου διατηρείται στη θέση του μέχρι σήμερα.
2. Στήλη Όφεων Yilan Mermer
Η στήλη που στέκεται παραμελημένη και κακοπαθημένη στο πεζοδρόμιο στη συμβολή Αγ. Δημητρίου και Σουρή, έξω από τη ΔΕΗ προέρχεται από την εποχή της ‘Υστερης Αρχαιότητας (4ος – 6ος αι. μ. Χ.). Είναι το βάθρο κίονα που στήριζε τον ανδριάντα του αυτοκράτορα και βρισκόταν σχεδόν πάντοτε στην ίδια θέση από τη στιγμή που στήθηκε. Τέτοια μνημεία ήταν πολύ διαδεδομένα σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το συγκεκριμένο αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη στρατηγική σημασία της πόλης αυτή την περίοδο.
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου η στήλη ονομαζόταν “το μάρμαρο του φιδιού”, απηχώντας κάποια λαϊκή δοξασία. Σηματοδοτούσε δε μια πλατεία γνωστή ως “Πλατεία των Όφεων”. Μια σειρά από φωτογραφίες, κυρίως από τις αρχές του 20ού αιώνα, απεικονίζουν τη στήλη πάνω στο ψηλό βαθμιδωτό της κρηπίδωμα να λειτουργεί ως φανοστάτης και δίπλα της να σώζεται μια κρήνη.
Στα 1975 λόγω της διάνοιξης της οδού Αγίου Δημητρίου το μνημείο, μετά από σύντομη ανασκαφή, αποκολλήθηκε από την αρχική του θέση και τοποθετήθηκε πέντε μέτρα βορειότερα, στο σημείο που την συναντάμε και σήμερα.
3. Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης
Ο Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης, αν και αόρατος σήμερα, είναι περιβόητος για τη σφαγή 7000 Θεσσαλονικέων μετά από εντολή του Θεοδοσίου Α΄ το 390 μ. Χ.
Το οικοδόμημα είχε εντυπωσιακό μέγεθος: μήκος περίπου 450μ. και πλάτος 95μ. Χτίστηκε ως μέρος του Γαλεριανού συγκροτήματος και στο βόρειο καμπύλο τμήμα του σχηματίζονταν δώδεκα χώροι που πλαισίωναν την κεντρική είσοδο και χρησίμευαν για τη στάθμευση και εκκίνηση των αρμάτων. Η ανατολική πλευρά του Ιππόδρομου χρησιμοποιούσε το ανατολικό τείχος της πόλης για τη διαμόρφωση των κερκίδων ενώ στη δυτική πλευρά υπήρχε το θεωρείο του αυτοκράτορα. Η είσοδος για τους θεατές των αγώνων υπήρχε στη σφενδόνη, δηλαδή στο νότιο κυκλικό τμήμα του, στα όρια της σημερινής οδού Μητροπόλεως.
Ο στίβος του πρώην Ιππόδρομου με την πάροδο των χρόνων δεν καταλήφθηκε από κτίρια, αλλά μετατράπηκε σε μια μακρόστενη πλατεία που διατηρήθηκε έως τις μέρες μας και πήρε το όνομα του. Η κατασκευή του τοποθετείται στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, ενώ σύμφωνα με τις γραπτές πηγές συνέχισε να λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι τον 7ο αι. μ. Χ.
4. Νεολιθικός οικισμός στη ΔΕΘ
Είθισται η ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης να ξεκινά με την ίδρυσή της το 315 π. Χ. από τον Κάσσανδρο. Στην πραγματικότητα όμως η ιστορία της πόλης πηγαίνει αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν από αυτή την χρονολογία.
Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες για την πρώτη αυτή περίοδο είναι λίγες και σπάνιες και αποτελούνται κυρίως από τυχαία ευρήματα σωστικών ανασκαφών. Ένα τέτοιο τυχαίο εύρημα είναι και ο προϊστορικός οικισμός που εντοπίστηκε στο χώρο της ΔΕΘ το 1992-93 κατά την ανέγερση του Βελλίδειου συνεδριακού κέντρου, και ο οποίος χρονολογείται περίπου 8000 χρόνια πριν.
Σε μία έκταση περίπου 800 τετραγωνικών μέτρων οι αρχαιολόγοι εντόπισαν λάκκους σε διάφορα μεγέθη και σχήματα που χρησιμοποιούνταν ως χώροι για απορρίμματα, ως αποθήκες και ως ημιυπόγειες κατοικίες. Τα ευρήματα ήταν πήλινα αγγεία, εργαλεία από πέτρα και οστό, εργαλεία υφαντικής και κοσμήματα. Ο οικισμός αυτός είναι η αρχαιότερη γνωστή εγκατάσταση ανθρώπων στην περιοχή όπου, πολύ αργότερα, αναπτύχθηκε η πόλη της Θεσσαλονίκης.
5. Ρωμαϊκό λουτρό
Στη λεωφόρο Εγνατία στο ύψος της πλατείας Αντιγονιδών διατηρείται στο υπόγειο του ξενοδοχείου Mandrinο, τμήμα λουτρών των ρωμαϊκών χρόνων. Οι τοίχοι του σώζονται σε ύψος 0,80 μ., αλλά το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι το ψηφιδωτό δάπεδο της αίθουσας του.
Το ψηφιδωτό απεικονίζει παράσταση με τέθριππο αγωνιστικό άρμα ενώ στο μπροστινό μέρος της παράστασης του ψηφιδωτού υπάρχουν τρεις «πίνακες» που απεικονίζουν γυναικεία πορτρέτα. Το μνημείο φέρει ακόμα και μια επιγραφή, η οποία αναφέρεται στα Πύθια, δηλαδή στους αγώνες προς τιμή του Απόλλωνα, που άρχισαν να γίνονται στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ.
Τα ψηφιδωτά αποκολλήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης όπου και εκτίθενται. Χρονολογούνται στον 3ο αι. μ. Χ.
6. Cubiculum (ταφικό κτίσμα)
Στο χώρο ανάμεσα στο κτίριο Διοίκησης του ΑΠΘ και το κτίριο της Νομικής, διατηρείται ένα ιδιαίτερο ταφικό κτίσμα. Πρόκειται για ένα cubiculum. Στη μία του πλευρά είχε κτιστό υπόγειο δρόμο και σχημάτιζε στο εσωτερικό του θαλάμου του τρία αρκοσόλια, δηλαδή θέσεις για την τοποθέτηση σαρκοφάγων. Στους τοίχους του θαλάμου διασώθηκε ζωγραφική διακόσμηση.
Ο τάφος αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της θεμελίωσης του κτιρίου της Νομικής Σχολής τη δεκαετία του 1960. Λίγο δυτικότερα βρέθηκε και δεύτερο ταφικό κτίσμα το οποίο δεν είναι πλέον ορατό. Το μνημείο αυτό αποτελεί μέρος του Εβραϊκού νεκροταφείου της πρώτης κοινότητας των Εβραίων της πόλης. Στην μαρμάρινη πόρτα του υπήρχε μία χαραγμένη μια επιγραφή, η οποία ανέφερε: «Βενιαμής ω κε Δομέτιος» δηλαδή «Βενιαμής ο οποίος [λέγεται] και Δομέτιος».
Από την επιγραφή αυτή, συμπεραίνουν οι ειδικοί ότι όποιος ενταφιάστηκε εκεί ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας. Το μνημείο χρονολογείται στο πρώτο μισό του 4ου αι. μ.Χ.
7. Ναός Σέργιου Πραγαμά
Στην οδό Μπαλταδώρου 8, στο μικρό δρόμο στο κέντρο της πόλης, κρύβεται ένας ακόμα αρχαιολογικός θησαυρός: ο ναός του Σέργιου Πραγαμά. Ο ναός είναι υπόγειος σήμερα και εντοπίστηκε στα 1888 κατά την διάνοιξη φρεάτιου.
Πρόκειται για ένα μικρό λατρευτικό οικοδόμημα που ιδρύθηκε στη θέση Ρωμαϊκού λουτρού. Στον δεξί τοίχο διασώθηκε ψηφιδωτή επιγραφή που αναφέρει τον Σέργιο Πραγαμά. Ο ναός χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ. και αποτελεί ένα από τα πρώτα μνημεία αφιερωμένα στη χριστιανική λατρεία στην πόλη.
Αν και η Αρχαιολογική Υπηρεσία περιέλαβε το ναό στο χωροταξικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης, τελικά το 1970 χτίστηκε οικοδομή και ο ναός διατηρήθηκε σε αρκετά μεγάλο βάθος με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτόν να είναι δύσκολη.
 
«Νομίζω ότι οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν συγκεκριμένα μνημεία αλλά η βιωματική τους σχέση με τους αρχαιολογικούς τόπους της πόλης δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να είναι», δήλωσε στη Voria.gr ο επιστημονικά υπεύθυνος της δράσης και καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Κώστας Κωτσάκης. Στόχος της δράσης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας οι πολίτες να γνωρίσουν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της πόλης και να διαμορφώσουν μια έντονη, ζωντανή σχέση με αυτούς. «Η προστασία των μνημείων εξαρτάται από το ενδιαφέρον μας για αυτά. Αλλιώς μαραίνονται και πεθαίνουν, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους» πρόσθεσε ο καθηγητής.

Η γυναίκα Άραβας

Η κατάσταση με τα εθνώνυμα είναι αρκετά περίπλοκη στην ελληνική γλώσσα. Συχνά έχουμε δύο διαφορετικές λέξεις για ένα εθνώνυμο, ή δύο και περισσότερες καταλήξεις. Αυτό προήλθε αφενός από την συνύπαρξη πολλών εναλλακτικών εθνωνυμικών καταλήξεων ήδη από την αρχαία ελληνική, και αφετέρου από κατάλοιπα της διγλωσσίας, που τόσο πολύ έχει βασανίσει τη γλώσσα μας. Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν διχασμένη σε δύο ποικιλίες, από τη μία η φυσικώς εξελισσόμενη λαϊκή γλώσσα, η οποία ήταν διασπασμένη σε πολλές διαλέκτους, συχνά ήταν μόνο προφορική και γεμάτη από ξένα δάνεια, και από την άλλη η λόγια μορφή της γλώσσας, την οποία οι κατασκευαστές της προσπαθούσαν να την κάνουν να πλησιάζει όσο γίνεται στην αττική διάλεκτο, ή τουλάχιστον σε πιο λόγια ελληνιστική κοινή, η οποία αργότερα έγινε η γνωστή καθαρεύουσα. Όταν η καθαρεύουσα καταργήθηκε, η δημοτική είχε ήδη αλλάξει, δανειζόμενη πολλά στοιχεία της λόγιας γλώσσας και αντικαθιστώντας πολλές παραλλαγμένες ελληνικές ή δάνειες λέξεις με πιο αρχαιοπρεπείς αντίστοιχες. Οι πρώτες πήραν αρνητική σημασία (δείνωση), όπως έγινε με πολλά τουρκικά δάνεια, θεωρήθηκαν πιο παρακατιανές ή σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τελείως. Το ίδιο αντανακλάται και στα εθνώνυμα. Μπορεί ο ναυτικός να έλεγε «Εγγλέζος», αλλά ο καθαρευουσιάνος θα έλεγε «Άγγλος». Στις περισσότερες φορές, επικράτησαν τα λόγια εθνώνυμα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Τουρκάλα, ο Σκοτσέζος και ο Γιαπωνέζος. Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους ωστόσο, έχουν και αρσενική και θηλυκή μορφή, αφού ένα έθνος περιέχει φυσικά και άντρες και γυναίκες (εξαιρούνται μοναστικά τάγματα, η φυλή Μαριάμε του Τέξας που ήταν μόνο άντρες και παρόμοιες περιθωριακές περιπτώσεις), αν και πάλι μπορεί να υπάρχει ασυμφωνία, αφού δεν είναι απαραίτητο τα δύο γένη να ακολουθούν πάντα σταθερούς κανόνες, και έτσι μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. Τούρκος και Τουρκάλα, Αργεντινός και Αργεντίνα (σπάνια Αργεντινή για να μη γίνεται σύγχυση με τη χώρα) κλπ. Ως προς αυτό τουλάχιστον, στην ύπαρξη δηλαδή δύο γενών για κάθε εθνώνυμο, είμαστε συνεπείς. Ωστόσο, υπάρχει ένα νεοελληνικό εθνώνυμο χωρίς θηλυκό• ο Άραβας.

Δεν υπάρχει καθιερωμένος, καθολικά αποδεκτός όρος για τη γυναίκα αραβικής καταγωγής. Σκεφτείτε το λίγο. Πόσες φορές ακούσατε να μιλούν για γυναίκες από την Αραβία και με τι προσδιορισμό; Εξαιτίας του κενού αυτού, ο καθένας χρησιμοποιεί όποια λέξη του ταιριάζει περισσότερο, όπως «Αραβίνα», «Αραβίδα», «Αράβισσα», «Αραβέσα», «Αραβέζα», «Αραβή», «Αραπίνα», «Άραβας» ως θηλυκό, ακόμα και… «γυναίκα Άραβας»! Το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως στις επίσημες μεταφράσεις κειμένων, όπου γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί κάποιος πιο επισημοφανής όρος, με διάφορα περίεργα αποτελέσματα, όπως τη χρήση της δομής «γυναίκα Άραβας».

Έψαξα για το φαινόμενο στο Διαδίκτυο και διαπίστωσα ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ο Νίκος Σαραντάκος πραγματεύτηκε το ζήτημα εδώ και εδώ. Παλαιότερα το 2004, ο Ανδρέας Παπάς, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, στη στήλη Υπογλώσσια στην εφημερίδα Το Βήμα επίσης ασχολήθηκε με το θέμα. Το πρόβλημα έχει επίσης συζητηθεί σε πολλά φόρουμ γλωσσολογικής, μεταφραστικής ή λογοτεχνικής θεματολογίας, όπως εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ακόμα και ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στην πρώτη του έκδοση δεν έδωσε θηλυκό για το «Άραβας», ενώ στη δεύτερη και συστηματικότερη έκδοση έδωσε το «Αράβισσα», δίνοντας ως εναλλακτικό και το «γυναίκα Άραβας».

Πριν όμως αρχίσουμε να αξιολογούμε τις υποψήφιες λέξεις μία προς μία για την καταλληλότητά τους στη σύγχρονη εποχή, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη χρήση του ορισμού για τις γυναίκες αραβικής καταγωγής. Ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, δηλαδή δεν υπήρχε όνομα για της γυναίκες τις Αραβίας παλαιότερα; Όχι. Στην πραγματικότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα είχε γυναικείο εθνώνυμο για τους Άραβες. Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη «Άραψ, Άραβος» ήταν διγενής και μπορούσε να πάρει και το θηλυκό άρθρο. Ίσως από εκεί να προέρχεται η όμοια με το αρσενικό ονομασία που έχουν συχνά οι γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και αποκαλούνται και γυναίκες Άραβες. Στην ελληνιστική εποχή ωστόσο, εμφανίστηκαν και εναλλακτικοί τύποι, όπως «Αραβίς» και «Αράβισσα». Ο τελευταίος τύπος εμφανίζεται και στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Ι΄ώβ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου λέει «Λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν.», όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος. Στο Βυζάντιο πιθανόν θα χρησιμοποιούνταν παρόμοιες ονομασίες, δεν έχω πηγές για αυτήν την περίοδο. Κατά την Τουρκοκρατία, η λέξη για τον Άραβα ήταν «Αράπης», από το τουρκικό «Αράπ» και για τη γυναίκα «Αραπίνα». Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποκαλούσαν τις Αιγύπτιες μουσουλμάνες γυναίκες Αραπίνες. Κι έπειτα, στην πιο πρόσφατη εποχή, δεν έχουμε κανένα όνομα. Γιατί;

Η κυρίαρχη εξήγηση είναι ότι επειδή στον ισλαμικό και κατ’επέκτασιν στον αραβικό κόσμο οι γυναίκες συνήθως ζουν στην απομόνωση, και πρόσβαση σ’αυτές έχει μόνο ο σύζυγος και οι συγγενείς τους, δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες συνάντησης με τους Έλληνες• ούτε αυτές ταξίδευαν στην Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες τις συναντούσαν συχνά όταν ταξίδευαν στην Αραβία. Έτσι, δεν υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα για τις γυναίκες των Αράβων. Αν και σίγουρα αυτό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, η ιστορία μας διαψεύδει, αφού μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καθιερωμένα ονόματα για της γυναίκες της Αραβίας. Τότε γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται περισσότερο στις αλλαγές των σχέσεών μας με τους Άραβες, παρά στην αυστηρή επιτήρηση των γυναικών από τους Άραβες. Στην Αρχαία Ελλάδα, ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή, οι επαφές με τους Άραβες άρχισαν να είναι συχνές. Δεν ξέρω κατά πόσο συναντούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες γυναίκες της Αραβίας, πάντως το διγενές και μονοκατάληκτο εθνώνυμο δε δηλώνει τη μη ύπαρξη των γυναικών, απλώς πολλές τριτόκλιτες λέξεις, κυρίως επίθετα, παρουσιάζουν την ίδια μορφή. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μόνιμη απειλή από τους Άραβες μετά την επέκτασή τους τον 7ο-8ο αι., οι οποίοι απέσπασαν αρκετές μεθόριες περιοχές και την Αίγυπτο. Συχνά βρισκόταν σε πόλεμο, αλλά υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί θα είχαν αρκετά συχνές επαφές με τους Άραβες. Οι στενότερες επαφές μας με αραβικούς πληθυσμούς αναμφίβολα ωστόσο θα έλαβαν χώρα κατά την Οθωμανική Περίοδο, όπου ζούσαμε σε ένα ισλαμικό κράτος, το οποίο στην επικράτειά του περιείχε πολλές σημερινές αραβικές χώρες. Η στενότερη επαφή μας με τους μουσουλμάνους φαίνεται και από το γεγονός ότι δανειστήκαμε την τουρκική εκδοχή του ονόματος για τον Άραβα, και το προσαρμόσαμε σε «Αράπης». Έπειτα, κάποιες δεκαετίες μετά την Επανάσταση, στραφήκαμε προς τη Δύση, κι έτσι αποκοπήκαμε από τον αραβικό πολιτισμό, και πολύ περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς εκτός της δημόσιας σφαίρας, και δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να έχουμε ειδικό όνομα για αυτές. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πραγματικός λόγος για την απουσία θηλυκού εθνωνύμου για της γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και όχι απλώς η απομόνωση στην οποία ζουν αυτές οι γυναίκες, κι αυτό φαίνεται και ως το λογικότερο. Άρα δε φταίνε οι μισογύνηδες Άραβες, όπως οι περισσότεροι αρέσκονται να λένε, αλλά η από μέρους μας απομάκρυνση από τους Άραβες.

Τώρα ας εξετάσουμε μία προς μία τις λέξεις για να δούμε πιες ταιριάζουν περισσότερο και πιες φαίνονται σωστότερες. Απορρίπτουμε εξαρχής το «Αραβέσα/Αραβέζα» και το «Αραπίνα», μια και είναι δάνειες, και ιδίως το δεύτερο δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα σήμερα, μιας και η λέξη «Αράπης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Μαύρο Αφρικανό, συχνά μειωτικά, επειδή η Αραπιά αναφερόταν εκτός από την Αραβία και στη Βόρεια Αφρική, όπου επίσης μιλούν αραβικά, κι έτσι ο όρος επεκτάθηκε για να περιγράψει όλους τους μελαψούς κατοίκους του νότου. Απορρίπτουμε επίσης και το «Αραβή», αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ και το αντίστοιχο αρσενικό δεν είναι Αραβός. Μας έμειναν τα «Αράβισσα» «Αραβίνα» και «Αραβίδα». Τα πρώτα δύο χρησιμοποιούνται πολύ, ιδίως το πρώτο. Ακόμα και το Microsoft Word 2003, στο οποίο γράφω αυτό το κείμενο, δεν το εκλαμβάνει ως λανθασμένο. Μερικοί έχουν πρόβλημα με το «Αράβισσα», γιατί τάχα τους θυμίζει μανάβισσα και παλαιότερες «λαϊκές» λέξεις. Όμως η κατάληξη είναι αρχαία ελληνικοί, τουλάχιστον για όσους αυτό δίνει περισσότερο κύρος σε μια λέξη, και επίσης χρησιμοποιείται σε «αρχοντικές» λέξεις όπως βασίλισσα, πριγκίπισσα, αρχόντισσα κλπ. Επίσης, υπάρχουν ελληνικά επίθετα δηλωτικά της καταγωγής όπως Ηπειρώτισσα, καθώς και εθνώνυμα όπως Κούρδισσα, Κορεάτισσα και το εναλλακτικό Τούρκισσα. Αντίθετα με τα δύο παραπάνω, το «Αραβίδα» παρουσιάζει προβλήματα, επειδή αναφερόταν σε έναν παλιό τύπο πυροβόλου όπλου. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων μιας αναζήτησης στο Google αναφέρονται σ’αυτό το όπλο. Για αυτόν το λόγο, ο Σαραντάκος, ο Παπάς και άλλοι φρονούν ότι η λέξη αυτή δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γυναίκα της Αραβίας. Εγώ ωστόσο διαφωνώ. Περσίδα είναι η γυναίκα από την Περσία, αλλά και το μακρόστενο κάλυμμα που κρεμιέται αντί κουρτίνας στο παράθυρο, και δεν υπάρχει σύγχυση των δύο εννοιών. Στα αγγλικά, Turkey είναι και η Τουρκία και η Γαλοπούλα, και δεν υπάρχει σύγχυση εννοιών. Με την «Αραβίδα» τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα, αφού το όπλο πλέον έχει παροπλιστεί και η λέξη τείνει να χαθεί. Αντί λοιπόν να αφήσουμε μια λέξη να χαθεί, μπορούμε να την επαναχρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο. Επομένως, πάλι τζάμπα την έκραζαν την Άντζελα, όταν έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει αραβικά γιατί δεν είναι Αραβίδα. Τέλος μας έμειναν τα κάπως πιο προβληματικά «Άραβας» και το «γυναίκα Άραβας». Θεωρητικά δεν είναι λάθος, αφού ήδη από την αρχαιότητα το «Άραψ» κάλυπτε και τα δύο γένη. Ωστόσο στη νέα ελληνική δεν έχουμε κανένα θηλυκό εθνώνυμο που να τελειώνει σε –ς, οπότε ακούγεται κάπως παράξενο. Ακόμα και πολλά θηλυκά ονόματα επαγγελμάτων τα οποία για ιστορικούς λόγους είναι όμοια με τα αρσενικά τείνουν τα τελευταία χρόνια να παίρνουν θηλυκές καταλήξεις. Αν το συναντήσω όμως ενταγμένο μέσα σε κείμενο, δε θα παραξενευτώ ιδιαίτερα, π.χ. μία Άραβας πουλούσε χουρμάδες στο τοπικό παζάρι. Αντίθετα, το «γυναίκα Άραβας» μου φαίνεται πολύ πιο τεχνητό και δε μου αρέσει, αν και χρησιμοποιείται. Κάνει τις γυναίκες να φαίνονται ερμαφρόδιτες, κάτι που προ πάντων θα ενοχλούσε πολύ τους ίδιους τους άντρες Άραβες. Εντούτοις μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες Άραβες όταν δεν τις ξεχωρίζει ικανοποιητικά το συγκείμενο, π.χ. οι γυναίκες Άραβες φορούν μπούρκα. Γενικώς το «Άραβας» για γυναίκα δεν το προτιμώ, αλλά ούτε το απορρίπτω καθαρά για ιστορικούς λόγους, μιας και είμαι προσκολλημένος περισσότερο στους αρχαίους τύπους από το Σαραντάκο, και σίγουρα είναι καλύτερο από το «Αραπίνα» ή το «Αραβή».

Προσωπικά στην καθημερινή μου ομιλία χρησιμοποιώ κυρίως το «Αραβίνα», πολύ σπανιότερα το «Αράβισσα», επειδή απλώς δεν το έχω συνηθίσει, αλά πολλές φορές λέω απλώς «γυναίκα της Αραβίας», «γυναίκα Άραβας» ή ακόμα και «γυναίκες των Αράβων», αφού ουσιαστικά τις κατέχουν. Προβλέπω ότι στις επόμενες δεκαετίες θα επικρατήσει το «Αραβίνα» και το «Αράβισσα», ενώ το «Αραβίδα» όχι και τόσο. Το «Άραβας» ή το «γυναίκα Άραβας» θα χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο. Τελικά κι αυτό θα γίνει ένα από τα εθνώνυμά μας με πολλαπλούς τύπους.

Κάθε Αύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, συμβαίνει το εξής ανεξήγητο φαινόμενο. Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου, στην περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας της Λαγγουβάρδας εμφανίζονται φίδια, γι’αυτό και λέγεται και Παναγία Φιδούσα ή Φιδιώτισσα. Η εκκλησία είναι χτισμένη στο βάθος μιας κοιλάδας σε μια κατάφυτη ρεματιά, και τα φίδια εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή του καμπαναριού. Οι κάτοικοι της περιοχής κάθε χρόνο με φανάρια τα ψάχνουν, και τα φέρνουν στην εκκλησία. Αρχικά είναι λιγοστά, αλλά στην παραμονή του Δεκαπενταυγούστου πληθαίνουν αρκετά. Είναι γκρίζα, μέχρι περίπου ένα μέτρο, με σταυρό στο κεφάλι και στο άκρο της γλώσσας, σπινθηροβόλο βλέμμα και βελούδινο δέρμα. Τα φίδια, παρά το αβυσσαλέο μίσος που τρέφουν για τους ανθρώπους, είναι ήρεμα και πειθήνια, σαν αρνάκια. Σκαρφαλώνουν στα στασίδια, στις εικόνες, στο τέμπλο, στα ιερά σκεύη, κινούνται σε όλη την εκκλησία, ανεβαίνουν πάνω στους πιστούς και συχνά οι πιστοί τα πιάνουν και τα βάζουν πάνω τους, χωρίς κανένα πρόβλημα. Και μετά τις 15 του Αυγούστου, τα φίδια φεύγουν ή επιστρέφονται στις φωλιές τους, στις πέτρες του καμπαναριού. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, τόσο ξαφνικά εξαφανίζονται, και δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική εξήγηση γι’αυτό το γεγονός. Όσοι επιχείρησαν να βάλουν ένα τέτοιο φίδι σε μπουκάλι για να το κρατήσουν, αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος μετά τις 40 ημέρες, αν και οι βλαπτικές ενέργειες προς τα φίδια θεωρούνται μεγάλο κακό. Ακόμα και αμαξάδες που πάτησαν στο δρόμο τους τέτοια φίδια είδαν την Παναγία σε όνειρο, η οποία τους τα ζητούσε. Επιπλέον, Γερμανοί φυσιοδίφες που μελέτησαν αυτά τα φίδια δε μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα γνωστό είδος ή οικογένεια. Είναι πραγματικά κάτι το υπερκόσμιο, κάτι που μας θυμίζει τη συνεχή αγαθοεργή παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας. Βοήθειά μας.

Το θαύμα χάρη στο οποίο χτίστηκε η εκκλησία έγινε πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μια μέρα, οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου είδαν μια φωτιά ψηλά στο δάσος, και θορυβήθηκαν επειδή ανησύχησαν ότι θα εξελισσόταν σε πυρκαγιά που θα μπορούσε να κάψει το δάσος και το χωριό. Έτσι ανηφόρησαν προς το βουνό. Εκεί αντίκρισαν ένα ψηλό δέντρο, ένα σχίνο, όλο καμένο ως τη ρίζα, και στη ρίζα του ακουμπησμένη την εικόνα της Παναγιάς, εντελώς άθικτη από τις φλόγες. Συγκινημένοι οι κάτοικοι, αφού προσκύνησαν την εικόνα, την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, για να έχουν και οι υπόλοιποι την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως, και ενώ οι πιστοί πλήθαιναν, η εικόνα έλειπε. Την έψαξαν μήπως κάποιος την είχε κλέψει και βρισκόταν κάπου στο χωριό, αλλά τίποτα. Τελικά βρέθηκε στη ρίζα του καμένου δέντρου, από όπου μεταφέρθηκε ξανά στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Όμως η εικόνα πάντοτε εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν στη ρίζα του καμένου δέντρου, κι αυτό έγινε για τρισεκατομμύρια φορές. Τελικά οι κάτοικοι του χωριού θεώρησαν το γεγονός θέλημα της Παναγίας η εικόνα να βρίσκεται σε εκείνη τη θέση, κι έχτισαν εκκλησία κοντά στο σημείο, όπου τοποθέτησαν την εικόνα. Αργότερα στην περιοχή χτίστηκε γυναικεία μονή, τις οποίας οι μοναχές φρόντιζαν την εικόνα. Όταν μια φορά πειρατές απειλούσαν να λεηλατήσουν τη μονή, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην παναγία, και ευθύς η μονή ζώστηκε από φίδια, τρέποντας τους φοβισμένους πειρατές σε φυγή. Από τότε και κάθε χρόνο, τα φίδια εμφανίζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία, και προμηνύουν μια καλή χρονιά. Μόνο δυο φορές δεν εμφανίστηκαν, το 1940 και το 1956, χρονιές που το νησί πλήγηκε από σεισμούς, ενώ το 1940 επίσης η Ελλάδα δοκιμάστηκε από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Επίσης εμφανίστηκαν και το 1924, όταν ανέκυψε το ζήτημα της χρήσης του νέου ημερολογίου. Τα φίδια εμφανίστηκαν στις νέες ημερομηνίες, λύνοντας το θέμα. Περισσότερα για το φαινόμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Τι έγινε, ρε Μπόλκο, τρελάθηκες; Στράφηκες στον τοτεμισμό και δεν το ξέρουμε; Περιμένετε, μη βγάζετε τόσο γρήγορα συμπεράσματα! Σαφώς και δεν τρελάθηκα. Όλα τα παραπάνω μπορούν να χαρακτηριστούν με τον πιο ευγενικό τρόπο μυθεύματα ή μπαρούφες, και με το λιγότερο ευγενικό πίπες σκαλιστές ή κάτι χειρότερο.

Το μόνο πραγματικό απ’όλη την ιστορία είναι το φίδι, το οποίο φυσικά ανήκει σε πραγματικό και ευρέως διαδεδομένο είδος. Είναι το αγιόφιδο, με επιστημονική ονομασία Telescopus Fallax, διεθνώς γνωστό ως γατόφιδο (Cat snake). Και, παρά τους αντιευρωπαϊκούς ισχυρισμούς για το αντίθετο, το φίδι πρωτοπεριγράφηκε ως Tarbophis fallax από τον όλως τυχαίως Γερμανό Friedrich Ludvig Fleischman το 1831, και ταξινομείται στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae), στην οποία τα περισσότερα είδη φιδιών, και όλα τα ελληνικά εκτός από τις οχιές, το βόα της άμμου και τον τυφλίνο. Είναι κοινό είδος που απαντά σύμφωνα με το Herpetofauna.gr, σε σχεδόν όλη την Ελλάδα (Ηπειρωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Εύβοια, Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ρόδος, Σύμη, Σάμος, Ικαρία, Κάρπαθος, Κύθηρα, Αντικύθηρα, Μήλος, Πολύαιγος, Άνδρος, Σύρος, Τήνος, Μύκονος, Κέα, Σαντορίνη, Χριστιανή, Δήλος, Σέριφος, Κίμωλος, Πάρος, Αντίπαρος, Τούρλο, Αμοργός, Κάσος, Κάλυμνος, Κουφονήσι, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Αίγινα, Αγκίστρι, Σπέτσες, πιθανόν και σε άλλα νησιά). Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος (Telescopus fallax fallax), αλλά απαντούν και μερικά μικροενδημικά υποείδη: (Telescopus fallax intermedius στα Αντικύθηρα, T. f. multisquamatus στο Κουφονήσι της Κρήτης, T. f. palidus Στην Κρήτη, στη Γαύδο, στην Ελάσα, στην Χριστιανή, στη Σαντορίνη και στην Κάσο. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά επίσης στην Κύπρο, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη νότια Βουλγαρία, στην Κροατία, στην παράκτια Σλοβενία συμπεριλαμβανομένων και μερικών αδριατικών νησιών, στην Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στο Ιράκ, στο Ιράν, στη νότια Ρωσία στην περιοχή του Νταγκεστάν στον Καύκασο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν. Οπότε πρόκειται για ένα κοινό είδος. Το φίδι έχει μήκος περίπου ενός μέτρου, συχνά είναι μικρότερο, ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι τα 1,3 μέτρα. Το κεφάλι του είναι πιεσμένο με μάτια που έχουν κάθετες κόρες σαν της γάτας και σαν τις περισσότερες οχιές, οι οποίες διαστέλλονται σε στρογγυλό σχήμα σε συνθήκες χαμηλού φωτός. Το χρώμα του είναι μπεζ/γκρι/καστανό με σκούρες καφέ κηλίδες στη ράχη και μικρότερες στα πλευρά, ενώ οι γραμμές και οι κηλίδες στο κεφάλι του ίσως να μοιάζουν με σταυρό. Όσο για την άκρη της γλώσσας, είναι διχαλωτή όπως σε όλα τα φίδια. Όπως όλοι οι κολουβρίδες, το φίδι αυτό είναι ημερόβιο στις ψυχρότερες εποχές, και γίνεται νυκτόβιο σε θερμό καιρό. Ζει σε πετρώδη μέρη, σε φρύγανα, σε καλλιέργειες, αλλά και σε κήπους, τοίχους και ερείπια σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κυρίως εδαφόβιο είδος, αλλά έχει και αναρριχητικές ικανότητες. Η διατροφή του αποτελείτε κυρίως από σαύρες, αλλά τρώει και μικρά θηλαστικά και νεοσσούς πουλιών. Το όνομα του γένους του, τηλέσκοπος, το πήρε από την τάση του να σηκώνει το μπροστινό μέρος του σώματός του ψηλά για να παρακολουθήσει το περιβάλλον του. Παρά τη μεγάλη του εξάπλωση, θεωρείται κρυπτικό είδος που δύσκολα το συναντά κανείς. Το θηλυκό γεννά 5-9 αυγά που εκκολάπτονται στα μέσα Αυγούστου. Επιπλέον, το είδος είναι δηλητηριώδες. Δηλαδή οι χιλιάδες πιστών κρατούν εν αγνοία τους ένα δηλητηριώδες φίδι. Αυτή η περίπτωση είναι ένα καλό παράδειγμα της μη αναγκαίας συνύπαρξης του δηλητηρίου και του κινδύνου σε ένα φίδι, γιατί οι περισσότεροι πανικοβάλλονται μόλις ακούνε δηλητηριώδες. Όπως όλοι οι ιοβόλοι κολουβρίδες, είναι οπισθόγλυφο, δηλαδή φέρει τα ιοβόλα του δόντια στο πίσω μέρος της άνω γνάθου, και ως εκ τούτου η έγχυση δηλητηρίου στον άνθρωπο με ένα δάγκωμα είναι πολύ δύσκολη. Επίσης το σύστημα έγχυσης του δηλητηρίου είναι πολύ πρωτόγονο στα οπισθόγλυφα, με το φίδι να χρειάζεται αρκετά λεπτά μέχρι να εγχύσει ικανή ποσότητα δηλητηρίου, το οποίο άλλωστε είναι πολύ ασθενές στο συγκεκριμένο είδος, και πιθανότατα επηρεάζει ελάχιστα ή και καθόλου τον άνθρωπο. Αυτά τα φίδια δεν είναι συσφιγκτήρες, αλά πιάνουν το θήραμα με τα σαγόνια τους και προσπαθούν να το κατευθύνουν προς τα πίσω. Όταν το φτάσουν εκεί, το καρφώνουν με τα ιοβόλα δόντια τους και μόλις ακινητοποιηθεί το καταπίνουν. Αυτή η κρυφή παρουσία δηλητηρίου έδωσε στο φίδι το όνομα του είδους του, fallax, δηλαδή απατηλός στα λατινικά. Όταν αυτό το φίδι απειληθεί, μπορεί να κάνει επίδειξη απειλλής ή να συρίξει, αλλά πολύ σπάνια θα δαγκώσει. Περισσότερα για αυτό το φίδι μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ.

Και αυτό είναι ένα βίντεο με το φίδι στο φυσικό του περιβάλλον από το herpetofauna.gr.

Είναι επομένως ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια παράλογη θρησκευτική δοξασία με δυσοσμία απάτης από το παπαδαριό, όπως και με τα διάφορα άλλα θαύματα. Το φίδι, όχι μόνο δεν εμφανίζεται μόνο εκείνες τις μέρες, αλλά είναι ένα από τα κοινότερα φίδια της Ελλάδας κι άλλων περιοχών όπου ζει, αν και δυσεύρετο. Είναι ένας κοινός κολουβρίδης κι εκτός αυτού, είναι και δηλητηριώδες, αν και ακίνδυνο. Όσο για το σχήμα του σταυρού, παρειδωλία λέγεται η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί εικόνες με σημασία από ασαφή σχήματα, ιδίως σε αισθητηριακά δύσκολες συνθήκες, όπως στο ημίφως. Είναι πολύ εύκολο κάποιος πιστός υποσυνείδητα να δει στις γραμμές του κεφαλιού του φιδιού ένα σταυρό, ή μέσα στο ημίφως της εκκλησίας, με το συνεχές τρεμόπεγμα των κεριών, να δει τη διχαλωτή γλώσσα ως σταυρό. Και όσο για τη μη επιθετικότητα των φιδιών, αυτό δεν είναι κανένα θαύμα. Καταρχάς, τα φίδια δεν είναι εξορισμού επιθετικά. Πολλά είδη είναι αρκετά ήρεμα, ακόμα κι αν μόλις έχουν πιαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Και σίγουρα το έντονο στρες της σύλληψης, της μεταφοράς, του πολύ κόσμου και του λιβανιού αναμφίβολα θα κάμπτουν κάθε προσπάθεια άμυνας.

Και τώρα, ας πάμε να αναλύσουμε την ιστορία. Πρώτα όμως θα πρέπει να εξηγήσουμε τα ονόματα. Η Παναγία του Μαρκόπουλου λέγεται και Λαγγουβάρα ή Λαγγουβάρδα, που αναμφίβολα προέρχεται από τους Λογγοβάρδους ή Λομβαρδούς, γερμανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία τον 6ο αι. μ.Χ. Το νησί της Κεφαλονιάς είχε επαφές με τους Λογγοβάρδους σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τον 7ο αι. τα Επτάνησα, μαζί με την Ιταλία ανήκαν στο 11 θέμα του Βυζαντινού κράτους που ονομαζόταν θέμα της Λογγοβαρδίας. Οι διοικητές του νησιού τότε είχαν τον τίτλο «Στρατηγός Κεφαλληνίας και Λογγοβαρδίας». Επίσης, στο τέλος του 8ου αι., οι Λογγοββάρδοι έκαναν επιδρομή στην Κεφαλονιά και την κατέκτησαν. Ο απόηχος της επιρροής των Λομβαρδών παραμένει έως σήμερα, αφού το επώνυμο Λοβέρδος, κοινό στο νησί, είναι παραφθορά του Λομβαρδός. Τέλος η τρίτη ερμηνεία είναι και η πλέον ευφάνταστη, προϊόν νεοελληνικού χωριατισμού και ανώριμου βαλκανικού εθνικισμού, ο οποίος υποδηλώνει σωρεία συμπλεγμάτων κατωτερότητας. Στο Καθαρτήριο του Δάντη, ο γνωστός περιηγητής Μάρκο Πόλο περιγράφεται ως Λομβαρδός. Ορισμένοι Μαρκοπουλιώτες πιστεύουν ότι το Μαρκόπουλο ήταν η πατρίδα του Μάρκο Πόλο! Φυσικά το Μαρκόπουλο δεν έχει καμία σχέση με τον εξερευνητή, αφού, εκτός των άλλων, συνοικίστηκε μόλις το 1450 από Αλβανούς στρατιώτες όπως και τα γειτονικά χωριά, και ίσως έχει σχέση με το Μαρκόπουλο της Αττικής, ενώ από την άλλη ο Μάρκο Πόλο γεννήθηκε περίπου το 1254 στη Βενετία και πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1324 στην ίδια πόλη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Μάρκο Πόλο ήταν πατρινός, με το επίθετο Μαρκόπουλος! Στην πραγματικότητα το «Πόλο» σημαίνει Παύλος στα ενετικά και ουδεμία σχέση έχει με την κατάληξη «-όπουλος». Επειδή απλώς υπάρχει μια μικρή ασάφεια σχετικά με το πότε και πού ακριβώς γεννήθηκε, άρχισαν να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες. Είναι σχεδόν σίγουρο ωστόσο ότι γεννήθηκε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Θεωρώ την πρώτη ερμηνεία ως πιθανότερη, δηλαδή η περιοχή κι έπειτα η εκκλησία και η εικόνα να πήραν το όνομά τους από τότε που η Κεφαλονιά βρισκόταν στην ίδια διοικητική διαίρεση με τη Λομβαρδία κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Και τώρα ας πάμε στα καλύτερα, την ανάλυση του ίδιου του θαύματος. Όπως και σε πολλές θείες αποκαλύψεις, έτσι κι εδώ η φωτιά παίζει σημαίνοντα ρόλο. Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά έως σήμερα, δε σταμάτησε να την φοβάται. Δεν ήξερε ότι είναι απλώς η χημική αντίδραση του οξυγόνου με τα εύφλεκτα υλικά. Η φωτιά φανερωνόταν από τα αποτελέσματά της (φως, θερμότητα, καπνός, στάχτη), και είχε την τρομακτική δύναμη να κατακάψει τα πάντα, η ουσία της όμως ήταν άπιαστη και μη κατανοητή. Δεν ήταν κάτι το υλικό, κάτι το στερεό, κάτι του γνωστού φυσικού κόσμου. Είχε κάτι το υπερκόσμιο. Έτσι το πιο λογικό ήταν οι θείες αποκαλύψεις να συνοδεύονται με την παρουσία της φωτιάς, και συχνά αφύσικης φωτιάς, που είτε δεν καίει είτε καίει επιλεκτικά, όπως για παράδειγμα η Φλεγόμενη Βάτος που συνάντησε ο Μωυσής στην έρημο, μέσα από την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός. Έτσι κι εδώ, ο Θεός ή η Παναγία αποκαλύπτονται με φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το δεύτερο στοιχείο είναι κάτι το κοινότοπο στα θαύματα της Παναγίας σε εικονολατρικές εκδοχές του χριστιανισμού, άφησε την εικόνα της. Μια καινούργια, εντελώς άκαυτη εικόνα. Συνήθως όπου θέλει η Παναγία να της χτιστεί εκκλησία αφήνει και μια εικόνα, και δεν επιτρέπει αυτή να μετακινείται αλλού. Έτσι κι εδώ, μόλις πήγαν την εικόνα στο χωριό, αυτή μετέβη και πάλι στο σημείο που την βρήκαν. Και μόλις την κλείδωσαν, αυτή ξαναδιακτινιζόταν εκεί, άλλοι λένε για τρεις, άλλοι για… τρισεκατομμύρια φορές! Έπειτα, όπως συνήθως γίνεται, στο σημείο εκείνο χτίστηκε εκκλησία, και τοποθετήθηκε η εικόνα εκεί μέσα. Προφανώς η Παναγία θεώρησε την εκκλησία ασφαλέστερη και δε διαμαρτυρήθηκε για να ξαναπάει την εικόνα στο καμένο δέντρο. Έπειτα δίπλα χτίστηκε γυναικείο μοναστήρι, για το οποίο δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ. Όταν το απείλησαν οι πειρατές, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία κι αυτή, όπως πάντα, έκανε το θαύμα της, και έφερε φίδια να κυκλώσουν το μοναστήρι. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση άγαμων γυναικών με φίδια, μιας και τα φίδια είναι το κατεξοχήν αρσενικό ή φαλλικό σύμβολο στις αβρααμικές θρησκείες. Μπορεί να συμβολίζουν τους καταπιεσμένους πόθους των γυναικών. Σύμφωνα όμως με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Παναγία μεταμόρφωσε τις μοναχές σε φίδια για να τις σώσει, κι αυτές κρύφτηκαν στο καμπαναριό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το έθιμο ίσως όμως να έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, σε παλιά οφιολατρικά μυστήρια, και ύστερα μόνο να καλύφθηκε με στοιχεία χριστιανισμού. Είναι γνωστό ότι τα φίδια, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, πρωτοστατούσαν σε πολλές αρχαίες τελετές. Οφιολατρική θεωρείται ότι ήταν η προελληνική θρησκεία, και η μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία δανείστηκε κατά τόπους αρκετά τέτοια στοιχεία και έθιμα. Οφιολατρεία επίσης συναντούμε σε θρησκείες της Μέσης Ανατολής, σε αρχαίες Αιγυπτιακές τελετουργίες, σε ορισμένες γνωστικές σέχτες, στον ινδουισμό, στο βουδισμό, και σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Τα φίδια, με το ασυνήθιστο για ζώο σώμα τους και τον σχεδόν απόκοσμο τρόπο κίνησής τους, συχνά εντάσσονταν σε τέτοιες λατρείες, όπου είτε βρίσκονταν στον έλεγχο του ιεροφάντη, είτε στα χέρια και στο σώμα των πιστών, ή περιφέρονταν στο χώρο. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο παλιότερο τοπικό έθιμο που αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανισμό.

Σήμερα φυσικά ο κόσμος στην Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει με τόση θρησκοληψία τα φίδια, τα οποία έχουν γίνει πια μεγάλος πόλος έλξης τουριστών. Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι ακόμα έχουν την λανθασμένη εντύπωση ότι τα φίδια αυτά σχεδόν θαυματουργά εμφανίζονται εκείνες τις μέρες και μετά εξαφανίζονται, και ότι είναι ασυνήθιστα ήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι όλο το χρόνο εκεί, και αλλού. Απλώς μόνο τότε τα ψάχνουν.

Malva silvestris σε ανθοφορία

Οι μολόχες είναι από τα κοινότερα αγριόχορτα της ελληνικής χλωρίδας, αλλά και από τα ομορφότερα. Τουλάχιστον σε αντίθεση με τα περισσότερα, που είτε έχουν αφανή άνθη που επικονιάζονται με τον άνεμο, είτε μικρά άνθη που ανοίγουν μόνο για λίγες ώρες, οι μολόχες ανθίζουν συνεχόμενα και τα άνθη τους είναι φανταχτερά. Η μολόχα έχει ιστορικά αρκετές χρήσεις και είναι επίσης αρκετά θρεπτική. Τα φυτά αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τα γεράνια (συνήθως γένος Pelargonium και όχι Geranium), τα οποία μοιάζουν ελαφρώς στο φύλλωμα. Λόγω της σύγχυσης αυτής, οι μολόχες συχνά αποκαλούνται και αγριομολόχες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι πλεονασμός.

Οι μολόχες αποτελούν το γένος Malva της οικογένειας Malvaceae της τάξης Malvales. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει αρκετά παρόμοιας μορφολογίας είδη, όπως οι δεντρομολόχες του γένους Althaea. Το γένος Malva περιλαμβάνει 30 είδη, με εξάπλωση στις εύκρατες, τις υποτροπικές και τις τροπικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ενώ μερικά είδη έχουν εισαχθεί στη Βόρεια Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 30 είδη, εκ των οποίων 7 είναι αυτοφυή στη χώρα μας: Malva cretica, M. moschata, M. silvestris, M. neglecta, M. parviflora, M. Pussila και M. Aegyptia. Κοινότερα είναι τα M. silvestris (μαλάχη η αγρία), M. neglecta (μαλάχη η αμελημένη), ενώ η κρητική μαλάχη (M. cretica), είναι, όπως λεέι και το όνομά της, ενδημική της Κρήτης.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του φυτού είναι «μαλάχη», ενώ το λατινικό «malva”. Στα γαλλικά έγινε «mauve”, εξού και το χρώμα μοβ ή μωβ, το γράφει ο κάθένας όπως θέλει. Στα αρχαία αγγλικά η λέξη εισήχθη από τα λατινικά ως «malwe”,, και σήμερα στα αγγλικά λέγεται «mallow”. Η λέξη, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων φυτών της Μεσογείου, είναι μη ινδοευρωπαϊκή και πιθανότατα προέρχεται από κάποια χαμένη γλώσσα της Μεσογείου, όπως τη γλώσσα των Πελασγών, άρα δεν έχει σχέση με το «μαλακός», «μαλακτικός» κλπ όπως λέγεται.

Οι μολόχες είναι συνήθως ποώδη φυτά, αλ΄λα με τη μεταφορά κάποιων μελών του γένους Lavatera στη Malva, υπάρχουν και κάποια ψηλότερα φυτά. Γενικα΄έχουν θαμνώδη μορφή με έντονα μονοποδιακή ανάπτυξη, δηλαδή ο κεντρικός βλαστός είναι αρκετά κυρίαρχος. Ο κεντρικός βλαστός παράγει διακλαδώσεις, περισσότερες προς τη βάση του φυτού. Οι βλαστοί είναι κυλινδρικοί, με ελαφρώς χνουδωτή επιφάνεια,, ο φλοιός τους είναι σκληρός και ο χυμός είναι ελαφρώς βλενώδης. Τα συνήθως μακρύμισχα, παλαμοσχιδή και ελαφρώς χνουδωτά φύλλα φύονται εναλλάξ. Τα άνθη φύονται μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων, και είναι περισσότερα προς τις κορυφές των βλαστών, όπου τα φύλλα είναι μικρότερα κι έτσι φαίνονται περισσότερο, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμα στους επικονιαςτές. Κυμαίνονται σε διάμετρο από 5 χιλιοστά μέχρι 5 εκατοστά, κι έχουν 5 ροζ, μοβ ή λευκά πέταλα. Τα φυτά ανθίζουν καθόλη την περίοδο ανάπτυξης. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες, οι οποίες περιέχουν πολυάριθμους σπόρους. Το κοινότερο είδος μολόχας στην Ελλάδα, η M. silvestris, μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο και έχει μοβ άνθη διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Η M. neglecta είναι αρκετά κοντότερη, με πιο στρογγυλεμένα φύλλα. Άλλα είδη, όπως η M. preissiana της νότιας Αυστραλίας, μπορούν να φτάσουν τα 3 μέτρα σε ύψος. Τα περισσότερα μέλη του γένους είναι μονοετή, αλ΄λα υπάρχουν και μερικά βραχύβια πολυετή, όπως η μοσχομολόχα (M. Moschata).

Η μολόχα έχει μεγάλη ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Στην αρχαιότητα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Ησίοδο. Σύμφωνα με βυζαντινούς σχολιαστές του, την εποχή εκείνη έφτιαχναν έναν θρεπτικό πολτό από μολόχα κι άλλα φυτά. Στην Αρχαία Ελλάδα το φυτό καλλιεργούταν στους κήπους μαζί με τα άλλα λαχανικά. Αναφέρεται επίσης από τον Πυθαγόρα, και κατά τους πυθαγόριους ήταν ιερό φυτό, επειδή τα άνθη της κοιτάζουν πάντα τον ουρανό. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας συνιστούσε να αποφεύγεται η μολόχα, επειδή είναι η πρώτη αγγελιοφόρος της συμπάθειας του Ουρανού προς τη Γαία. Η μολόχα επίσης αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Πλάτωνα, όπου ο Αθήναιος την επαινεί ως «λεαντικόν αρτυρίας». Ο Ιπποκράτης επίσης τη χρησιμοποιούσε εκτενώς στη φαρμακευτική του. Παρασκεύαζε κατάπλασμα από κρασί και μολόχα κατά των οιδημάτων και των φλεγμονών, τη συνιστούσε για γυναικολογικά προβλήματα, κι επίσης παρασκεύαζε κολπικά υπόθετα για να διευκολύνει τον τοκετό και να μετριάσει τους πόνους – σημειωτέον ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, η φαρμεκευτική αντιμετώπιση των πόνων του τοκετού ήταν αμαρτία, γιατί αυτή ήταν η τιμωρία της Εύας σύμφωνα με τον ιουδαιοχριστιανικό μύθο! Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «παύει τας οδύνας». Ο Δίφιλος ο Σίφνιος έγραψε ότι βοηθά σε περιπτώσεις ερεθισμού των νεφρών και της κύστεως. Ακόμα χρησιμοποιούταν ως αποχρεμπτικό και καθαρτικό, ενώ από τα άνθη της παρασκευαζόταν αφέψημα για παθήσεις του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Η μολόχα επίσης πιστευόταν ότι σταματά την πείνα και τη δίψα. Ο γνωστός μυστικιστής Κρητικός \Επιμενίδης, ο οποίος υποτίθεται ότι κοιμήθηκε μέσα σ’ένα σπήλαιο για 57 χρόνια, όταν ξύπνησε βρέθηκε σε έναν καινούργιο κόσμο, και για να μην πεινά και διψά, έτρωγε μόνο μολόχα και βολβούς. Γι’αυτό και η μολόχα περιλαμβανόταν συχνά σε μυήσεις διάφορων μυστηριακών λατρειών στην Αρχαία Ελλάδα. Το φυτό ήταν επίσης αγαπητό από τους Ρωμαίους, όπου δεν έλειπε από κανε΄να τραπέζι. Ο Κικέρων και ο Οράτιος μας αναφέρουν για τις ανακουφιστικές του ιδιότητες. Ο Οράτιος, θέλοντας να δείξει πόσο λιτή ήταν η διατροφή του, έγραψε χαρακτηριστικά: «Me pascunt olivae, / me cichorea levesque malvae» («Όσον αφορά εμένα, με τρέφουν ελιές, αντίδια και μολόχες»). Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα τη μέρα δε θα μας βρει καμία αρρώστια. Αργότερα, ο Καρλομάγνος είχε διατάξει να καλιεργείτε μολόχα σε όλους τους αυτοκρατορικούς κήπους για τις ιδιότητές της. Οι Φελάχοι, οι αγρότες της Αιγύπτου, που ζούσαν κυρίως με χόρτα, έφτιαχναν ένα φαγητό από ρίζες μολόχας, της οποίες, αφού έβραζαν, τις τηγάνιζαν μαζί με κρεμμύδια. Ο Βυζαντινός συγγραφέα Συμεών Σηθ αναφέρει ότι η μολόχα αντιμετωπίζει τη δυσκοιλιότητα. Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου, η μολόχα είναι το βότανο που θεραπεύει τα νοσήματα των νεφρών, τα ηπατικά νοσήματα, τις πληγές, τις φλεγμονές, καθώς και τα «κρυφά πάθη» των γυναικών. Στο βυζαντινό σύγγραμμα Περί Χυμών, Βρωμάτων και Πομάτων, η μολόχα θεωρούταν εύπεπτη και δυναμωτική τροφή. Πιστευόταν ότι απαλλάσσει το σώμα από τις αρρώστιες και τα θεραπεύει όλα εξαιτίας της ήπιας καθαρτικής της δράσης. Στα νεότερα χρόνια η μολόχα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ευρέως και ως τροφή και ως φάρμακο για παρόμοιες παθήσεις. Τα φύλλα της βράζονταν σαν χόρτα ή προσθέτονταν σε φαγητά με όσπρια, ρύζι ή κρέας. Τα νεαρά μαλακά φύλλα τρώγονταν ωμά αντι για μαρούλι. Με τα φύλλα της επίσης παραδοσιακά τυλίγονται ντολμαδάκια, ιδίως στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η συνταγή είναι η ίδια με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, απλά αντί για αμπελόφυλλα χρησιμοποιούνται μεγάλα φύλλα μολόχας. Το φαγητό αυτό εντούτοις δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού παρόμοια ντολμαδάκια παρασκευάζονται και στην Τουρκία. Όσοι τα έχουν δοκιμάσει λένε ότι υπολείπονται γευστικά, άρα ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η δημοτικότητα της μολόχας έπεσε τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους μας, έχουμε πολύ περισσότερες και γευστικότερες επιλογές σήμερα. Οι καρποί της λέγονταν «ψωμάκια» τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά όταν έπαιζαν έξω και τα έτρωγαν. Το αφέψημα από τα άνθη της, γνωστά ως μολοχάνθη ή μολοχάνθια, εφαρμοζόταν κατά των ίδιων περίπου παθήσεων όπως και τους προηγούμενους αιώνες. Το αφέψημα επίσης μαζί με χαμομήλι και με λίγο μέλι καταπράυνε τον πονόλαιμο, ενώ το ποδόλουτρο στο αφέψημα μαλάκωνε τους κάλους, ξεκούραζε τα κουρασμένα πόδια και ανακούφιζε από οιδήματα, όπως αυτά έπειτα από στραμπούλιγμα ή κάταγμα. Ο χυμός των τριμμένων φύλλων της καταλάγιαζε το τσούκνισμα της τσουκνίδας, και το κατάπλασμα των φύλλων της απάλυνε τον πόνο από τα τσιμπήματα των εντόμων. Γενικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια, χωρίς ωστόσο όλες αυτές οι θαυματουργές ιδιότητες να υποστηρίζονται από αυστηρές επιστημονικές μελέτες. Ίσως να ήταν κάπως θρεπτικότερο ως τροφή σχετικά με άλλα έτσι κι αλλιώς θρεπτικά φτωχά χορταρικά, αλλά ως φάρμακο σίγουρα υπερεκτιμήθηκε.

Το φυτό είναι πολύ θρεπτικό και μη τοξικό, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για κατοικίδια, όπως κουνέλια, καθώς και για φυτοφάγα ή παμφάγα ερπετά όπωος ιγκουάνες, χελώνες στεριάς και νερού, γενειοφόρους δράκους κλπ, ή φυτοφάγα ασπόνδυλα όπως γιγάντια σαλιγκάρια. Και το κουνέλι μου και ο δράκος μου το τρώνε πολύ – είναι στην πραγματικότητα από τα αγαπημένα τους χόρτα.

Ως ζιζάνιο, το φυτό δεν είναι επικίνδυνο. Αποτελείται από έναν μονο βλαστό και μια κατακόρυφη ρίζα, οπότε αν δεν τω θέλετε κάπου μπορείτε απλώς να το ξεριζώσετε. Δεν επεκτείνεται με ριζώματα ή στολώνια. Αντίθετα συχνά μπορεί να είναι ωφέλιμο, αφού τα άνθη του προσελκύουν μέλισσες και άλλους επικονιαστές, μπορεί να φαγωθεί ή να ταϊστεί στα παραπάνω ζώα. Επίσης τα μικ΄ρα μοβ άνθη του είναι πολύ όμορφα. Σπάνια καλλιεργείται, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί για καλλωπιστικούς σκοπούς. Συχνά προτιμάται το είδος M. moschata, ένα κοντό, περίπου στα 60 εκ, βραχύβιο πολυετές με πολλά ροζ άνθη, το οποίο έχει και μία ολόλευκη ποικιλία. Παρά το όνομά της, δεν έχει ιδιαίτερα έντονη οσμή, αν και τα άνθη της μυρίζουν ωραία από πολύ κοντινή απόσταση. Ως ζιζάνια, δεν είναι δύσκολα στη φροντίδα. Απλώς σπέρνετε τους σπόρους την τελική τους τοποθεσία την άνοιξη, προτιμότερα σε εμπλουτισμένο με οργανική ύλη χώμα για βέλτιστη ανάπτυξη, και έκτοτε το φυτό θα διαιωνίζεται από τους δικούς του σπόρους που ρίχνει. Η εμπορι΄κη αξία της μολόχας είναι περιορισμένη. Το είδος M. verticillata (μαλάχη η σπονδυλωτή), γνωστό στα κινέζικα ως «ντονγκ χαν τσάι» και στα κορεάτικα ως «άουκ», καλλιεργείται σε μικρή εμπορική κλίμακα στην Κίνα, όπου το αφέψημά του πιστεύεται ότι καθαρίζει το παχύ έντερο και βοηθά στην απώλεια βάρους.

Έτσι, από θείο φυτό που μπορεί να κρατήσει κάποιον στη ζωή χωρίς να πεινά και να διψά και να θωρακίσει από κάθε είδους κακό, η μολόχα κατέληξε σήμερα να είναι ένα απλό ζιζάνιο, συχνά ανεπιθύμητο, καλλωπιστικό και τροφή μηδαμινής αξίας, και τροφή για σαύρες και κουνέλια. Δε λεώ ότι η αξία της χάθηκε εντελώς, ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, αλλά σίγουρα ξεριζώθηκε από τον Όλυμπο και φυτεύθηκε στις παραμελημένες γωνιές της αυλής μας, πίσω από το σκουριασμένο σκουπιδοντενεκέ, ανάμεσα σε δύο πλάκες ενός πεζοδρομίου, ή στη γωνία ενός παραμελημένου πάρκινγκ, όπως το φυτό της φωτογραφίας. Όπως είπα και παραπάνω, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερες επιλογές να φάμε και η ταπεινή και μάλλον άγευστη μολόχα δε μας κινεί το ενδιαφέρον πια. Και ως προς τη φαρμακευτική της χρήση, δε φαίνεται να έχει κάποια σπουδαία ιδιότητα. Αν είχε, να είστε σίγουροι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα την είχαν εκμεταλλευτεί. Συγγνώμη που δε σας τη ρομαντικοποίησα όπως συνηθίζεται στους κύκλους των βοτανολατρών στο Διαδίκτυο.

Πηγές:
μολόχα – Βικιπαίδεια
γένος Malva – αγγλική Wikipedia
Βότανα και Υγεία – μολόχα
ντολμάδες με φύλλα μολόχας
καλλιέργεια της Malva moschata

Από το ιστολόγιο
Πόντος εν’, άστρον φωτεινόν.

Ποντιακές φράσεις και εκφράσεις
Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω Πάτριος Ποντία γη. (Λεωνίδας Ιασονίδης)

Να ξεραίνεται η γούλα μ’ αν ανασπάλλω την πατρίδα μ’, τον Πόντον. (Κώστας Π. Μαυρόπουλος)

Αγνά κι αγνάρα εφάϊσε μας.

Αγνά και εκλεκτά μας τάϊσε.

Μας φιλοξένησε εξαιρετικά.

Αλείφκεται απάν’ ιμ’.

Αλείβεται επάνω μου.

Με περιποιείται για να αποκτήσει την εύνοιά μου.

Άμον αζούλιγον γαρκόν.

Σαν αζούλιχτο μοσχάρι. (Αζούλιχτο = που δεν το έχουν ευνουχίσει.

Για νέο ατίθασο.

Άμον αλεπός.

Σαν αλεπού (αρσενικιά).

Για πανούργο.

Άμον άναλον χαλβάν.

Σαν ανάλατος (άγευστος) χαλβάς.

Για άνθρωπο που δεν έχει χάρη στις εκφράσεις του.

Άμον άρκος.

Σαν αρκούδα.

Για άνθρωπο μεγαλόσωμο και ρωμαλέο ή αγροίκο ή βάρβαρο.

Άμον εγάπεσα να τρώω στύπα.

Σαν να αγάπησα να φάω τουρσί.

Επιθύμησα να φάω τουρσί.

Άμον ζου άλειμμαν έρται απαγκέσ’.

Σαν ζωικό λίπος έρχεται επάνω.

Επιπλέει σαν ζωικό λίπος, για ένοχο που προσποιείται τον αθώο.

Άμον τίζα εκολλίε με.

Σαν τσιμπούρι μου κόλλησε.

Για άνθρωπο ενοχλητικό που δεν απομακρύνεται.

Άμον αστράτευτον μωρόν.

Σαν μωρό που δεν περπάτησε ακόμα.

Για τον άπειρο του κόσμου, τον ανίδεο.

Απάν’ ’ς σ’ αχάντα κάθουμαι.

Επάνω σ’ αγκάθια κάθομαι.

Ανησυχώ πολύ.

Αποζούλ’ το γαρκόν.

Ξεζούλιξε το μοσχάρι.

Η φράση προέρχεται από ενέργεια κατά την οποία αγαθή κοπέλα βλέποντας τους γείτονες να προσκομίζουν τα μοσχάρια στον ειδικό για ζούλιγμα (στρίψιμο των όρχεων για πάχυνση) πήγε και το δικό τους μοσχάρι, μη γνωρίζοντας ότι η δουλειά αυτή έπρεπε να πληρωθεί. Όταν της είπε η μητέρα της ότι δεν είχε λεφτά και κακώς πήγε το μοσχάρι τους για ζούλιγμα, αυτή το πήγε πάλι στον ζουλιχτή και του είπε: Αποζούλ’ το γαρκόν, η μάνα μ’ παράδες ’κ’ έχ’. Δηλαδή ξέστριψε τους όρχεις του μοσχαριού η μάνα μου λεφτά δεν έχει. Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν αναστρέψιμη.

Αποσκεπάουμαι και καταρούμαι.

Βγάζω το καπέλο μου και καταριέμαι.

Όταν καταριέται κάποιος ασκεπής η κατάρα είναι αποτελεσματικότερη.

Αργώς επέμ’νες.

Αργά έμεινες.

Ειρωνικά άργησες να το κάνεις

Άρ’ ’κ’ έχ’ ’ς σο κατζίν ατ’.

Φιλότιμο δεν έχει στο μέτωπό του.

Άσκεμα κρέατα.

Άσχημα κρέατα.

Το αιδοίο. (Γυναικεία γεννητικά όργανα)

Άσκεμον χέριν.

Άσχημο χέρι.

Το αριστερό.

Ας σο στούδι μ’ έν’ το ’κι αγαπίουμε.

Απ’ το κόκαλό μου είναι το ότι δεν αγαπιέμαι.

Απ’ τη φύση μου είναι να μην αγαπιέμαι.

Ατζούπωτο τσουκάλι.

Ανοιχτό τσουκάλι.

Άνθρωπος που δεν κρατά μυστικό.

Αφκά ’ς σα πλάκας-ι-μ’ γράφτ’ ατον.

Κάτω στις πλάκες μου τον γράφω.

Τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

Αφορισμένον αλεύριν.

Αφορισμένο αλεύρι.

Εκείνο που αλέστηκε την Κυριακή, την ώρα της εκκλησίας

Αψύν οξίδιν έν’.

Δυνατό ξύδι είναι.

Είναι οξύθυμος.

Γουρπάν-ι-σ’ να ‘ίνουμε

Θυσία να γίνω για σένα.

Εέντον ανεμοκαλίτζα κι εχάθεν.

Έγινε ανεμοστρόβιλος και χάθηκε

Εκεί ’ς σ’ οσπίτ’ αγουρέαν ’κι μυρίζ’.

Εκείνο το σπίτι αντρίλα δεν μυρίζει.

Σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπάρχει κανένας άντρας.

Εμαρέθαν τα ’μάραντα ’τ’.

Μαράθηκαν τα αμάραντά του.

Μελαγχόλησε.

Ενέλτσεν το χτήνον.

Μούσκεψε η αγελάδα.

Είναι ετοιμόγεννη η αγελάδα κάτι που φαίνεται από τα υγρά που προηγούνται του τοκετού.

Ενέλτσεν το δόντ’ν ατ’.

Μούσκεψε το δόντι του.

Αισθάνεται επιθυμία απολαύσεως, από μεταφορά της έκκρισης περισσοτέρου σάλιου όταν γεννηθεί η επιθυμία για κάτι φαγώσιμο.

Ενέλτσεν να έρται μετ’ εμέν.

Επιθύμησε να έρθει μαζί μου.

Ενέλτσεν ο κώλος ατ’.

Βράχηκε ο κώλος του.

Kατουρήθηκε στον ύπνο του.

Ενοίγαν τα ’μάραντα ’τ’.

Άνθισαν τα αμάραντά του. Αμάραντα = Άνθη του Πόντου.

Συνήλθε από ασθένεια, έγινε εύθυμος.

Επαίρεν άψιμον η τεπέ ατ’.

Πήρε φωτιά η κορυφή του.

Έγινε έξαλλος από θυμό.

Επεκρεμάγα ’ς σην γούλαν ατ’.

Κρεμάστηκα στο λαιμό του.

Στήριξα σ’ αυτόν τις ελπίδες μου.

Επεξέγκα το φαίν ντο έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα προσφέροντας υπηρεσία.

Επεστάθε με το φαίν.

Μου στάθηκε το φαΐ (στο λαιμό).

Επέφυγέ με.

Μου ξέφυγε.

1. Μικρή ποσότητα φαγητού ή ποτού παρεξέκλινε προς τον λάρυγγα και μου προκαλεί βήχα.

2. Μου ξέφυγε χωρίς να το καταλάβω κάποια κουβέντα.

Έρθεν κι επέμνεν.

Ήρθε κι απόμεινε.

Έμεινε άφωνος από έκπληξη.

Έρται τ’ αχούλ’ ’ς σο κιφάλι μ’.

Έρχεται το μυαλό στο κεφάλι μου.

Συνέρχομαι διανοητικώς, παύω να είμαι κατάπληκτος, ή παύω να παρεκτρέπομαι.

Εσέγκεν τον νερόν σ’ αυλάκ’.

Έβαλε το νερό στο αυλάκι.

Πέτυχε αυτό που ήθελε.

Εσπάλτσεν τ’ οσπίτ’ν ατ’.

Έκλεισε το σπίτι του.

Κατάστρεψε την οικογένειά του.

Ευτάει αλεπέσα.

Κάνει πονηριές αλεπούς.

Εφέκε μας χρόνα.

Μας άφησε χρόνια.

Πέθανε.

Έφαεν α κι εκάτσεν κα.

Το έφαγε κι έκατσε κάτω.

Δέχτηκε σιωπηρά και αδιαμαρτύρητα την βρισιά ή την προσβολή που του έγινε.

Έφυγαν τα τοχούμα ’τ’.

Έφυγαν τα σπέρματά του.

Τρομοκρατήθηκε και χλόμιασε.

Εχπαράα κι εχάθα.

Τρόμαξα και χάθηκα.

Τρόμαξα πολύ.

Θα παίρω σε και στέκω αποπαγκαικά.

Θα σε πάρω και θα σταθώ από πάνω προς τα κάτω.

Θα σε δείρω από το κεφάλι μέχρι τα πόδια ή θα σου τα ψάλλω από πάνω μέχρι κάτω.

Κάθ’κα ’ς σον ακάθιστον.

Κάτσε στον ακάθιστο.

Στον ανεπιθύμητο που ψάχνει και δεν βρίσκει να κάτσει

Καλανταρί αγγούρα ψαλαφά.

Πρωτοχρονιάτικα, αγγούρια αναζητά.

Γι αυτόν που ζητά κάτι παράκαιρα.

Κολί’ αχνίδ’.

Αχνίδι (ψαροκόκκαλο) του κώλου.

Ο κόκκυγας της σπονδυλικής στήλης.

Κρούει καλόν τοξάρ’.

Χτυπάει καλό δοξάρι.

Παίζει ωραία λύρα.

Κρούω το χέρι μ’ ’ς σο βαγγέλεν.

Χτυπάω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο.

Ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο.

Να λελεύω σε.

Να σε χαρώ

Να ποδεδίζω σε.

Να πάρω εγώ το κακό σου, να είσαι εσύ καλά.

Να σε χαίρομαι.

Να τρώω τα κάκκαλα σ’.

Να φάω τα αρχίδια σου.

Συνήθως τη φράση αυτή λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια.

Ντο είπαμε να γίν’τανε άλας και νερόν.

Αυτά που είπαμε να γίνουν αλάτι και νερό.

Να ξεχαστούν αυτά που είπαμε όπως διαλύεται το αλάτι στο νερό.

Παρέξ’ τη τραπεζί’.

Μακρυά του τραπεζιού.

Έκφραση ευγενείας κατα την ώρα του φαγητού, όταν πρόκειται να ειπωθεί από κάποιον λέξη ή φράση αισχρή ή άσεμνη.

Πολλά που νουνίζει, πολλά παθάνει.

Αυτός που σκέφτεται πολύ, παθαίνει πολλά.

Τα λόγια ’τ’ επεκρύωσανε με.

Τα λόγια του με κρύωσαν.

Με απογοήτευσε, με αποθάρρυνε.

Τζιρνίαν ’κ’ εβγάλλ’.

Δεν βγάζει τσιμουδιά.

Σιωπά τελείως.

Το κατσί μ’ άσπρον έν’.

Το μέτωπό μου άσπρο (καθαρό) είναι.

Είμαι τίμιος.

Τρανόν αξιναρέαν εδώκεν ατον ο θεός.

Μεγάλη αξιναριά του έδωσε ο θεός.

Τον τιμώρησε σκληρά.

Τρανόν γούλαν έχει.

Μεγάλο λαιμό έχει.

Είναι λαίμαργος.

Τρώγω την καρδία μ’.

Τρώγω την καρδιά μου.

Λυπάμαι κατάκαρδα.

Τσούρωσον την λαλία σ’.

Κλείσε τη λαλιά σου.

Πάψε να μιλάς.

Τ’ ωτία μ’ στέκ’νε τίκια.

Τ’ αυτιά μου στέκουν όρθια.

Εντείνω την ακοή μου για να ακούσω καλά και να μη μου ξεφύγει τίποτα.

Ψέματα ’κι λέει, ’ς σην αλήθειαν ’κ’ ευρίεται.

Ψέματα δεν λέει στην αλήθεια δεν βρίσκεται.

Ειρωνική αντίφαση.

Βρισκόμαστε στο έτος 2016, κι ακόμα απορούμε από το πλήθος και τη σφοδρότητα των επιθέσεων κατά της εξελικτικής θεωρίας και εν γένει κατά της επιστήμης και της αντίληψης του κόσμου η οποία προωθεί από διάφορους σκοταδιστικούς υπερθρησκευτικούς κύκλους σε όλο τον κόσμο, από τις δήθεν πολιτισμένες ΗΠΑ μέχρι την Αγκόλα. Κάθε χρόνο, η Τουρκία μας εκπλήσσει για την οπισθοδρομικότητά της σε τέτοια θέματα. Η Τουρκία έχει μεγάλη αντιδαρβινική παράδοση, με πλέον κραυγαλέα περιστατικά αυτά του 2011 και του 2012.

Η Τουρκία έχει εδώ και χρόνια εγκαταστήσει φίλτρα στο Διαδίκτυο για να περιορίσει την πρόσβαση στην αντίθετη άποψη. Για τα φίλτρα αυτά υπεύθυνη είναι η Τουρκική Αρχή Τεχνολογίας και Επικοινωνιών. Η πρόσβαση χωρίζεται στο επίπεδο για τα παιδιά και στο οικογενειακό επίπεδο, και τα φίλτρα αυτά απαγόρεύουν την πρόσβαση σε πολιτικά ανατρεπτικό περιεχόμενο, στην πορνογραφία και σε σελίδες που προωθούν αξίες αντίθετες σ’αυτές του τουρκικού κράτους. Το 2011 βρέθηκε λοιπόν ότι είχαν λογοκριθεί πολλές εκπαιδευτικές σελίδες σχετικές με την εξέλιξη στο επίπεδο πρόσβασης για τα παιδιά. Η απαγόρευση ήρθη όταν το θέμα επισημάνθηκε, αλλά αυτό γέννησε σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη σχέση του τουρκικού κράτους με την επιστήμη, κάτι που ενισχύθηκε περισσότερο από το γεγονός ότι ιστοσελίδες που αντιτίθεντο στην εξέλιξη δε λογοκρίνονταν, όπως αυτή του γνωστού ισλαμικού δημιουργιστή ιεροκήρυκα Χαρούν Γιαχγιά, κατά κόσμον Αντνάν Οκτάρ, ο οποίος κατέφυγε στα δικαστήρια ζητώντας τη λογοκρισία της σελίδας του Ρίτσαρντ Ντόκινς, μεγάλου εξελικτικού βιολόγου και άθεου. Το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αλλά στη συνέχεια έκανε έφεση. Τελικά, ευτυχώς για την πρόοδο της επιστήμης και του ορθού λόγου, δε δικαιώθηκε.

Το φθινόπωρο του 2012 είχαμε ένα ακόμα σοβαρό περιστατικό, όταν κυκλοφόρησαν δύο σχολικα βιβλία που παρουσίαζαν τον Αϊνστάιν και το Δαρβίνο σαν Εβραίους δαίμονες. Συγκεκριμένα, ο Δαρβίνος είχε δύο ελαττώματα: πρώτον ήταν Εβραίος και δεύτερον μισούσε την εμφάνισή του. Το προτεταμένο του μέτωπο, τη γαμψή του μύτη και την αραιή οδοντοστοιχία του. Επίσης, όταν ήταν μικρός, προτιμούσε να συχνάζει στο ζωολογικό κήπο όπου παρατηρούσε τους χιμπατζήδες, παραμελώντας τα μαθήματά του. Ο Αϊνστάιν από την άλλη ήταν βρώμικος και απεριποίητος, ενώ του άρεζε να τρώει σαπούνι ακόμα κι όταν η Γκεστάπο έβαζε τους Εβραίους στα κρεματόρια για να γίνουν σαπούνι. Και όλα αυτά ενώ ο Δαρβίνος… δεν ήταν Εβραίος! Η Financial Times διακοίνωσε το ντροπιαστικό αυτό γεγονός σε όλο τον κόσμο. Τα βιβλία αυτά φυσικά προκάλεσαν την αντίδραση των συνδικαλιστικών οργανώσεων των Τούρκων δασκάλων, οι οποίοι ζήτησαν την άμεση απόσυρσή τους. Από τη δική του μεριά, το υπουργείο παιδείας της χώρας δήλωσε δημόσια άγνοια για το περιεχόμενό τους. Αυτό ακριβώς που διαβάσατε! Σκεφτείτε οπότε τι τερατολογίες γράφονται εδώ και δεκαετίες στα τουρκικά σχολικά βιβλία για την επιστήμη, για το διαφωτισμό, για τα άλλα θρησκεύματα εκτός του ισλάμ, και ασφαλώς για το ελληνικό έθνος!

Προς τι όμως αυτό το μίσος προς το Δαρβίνο, φταίει ο σκοταδιστής νεοσουλτάνος Ερντογάν, ή μήπως υπάρχει κάποια βαθύτερη αιτία; Μολονότι το πρώτο σίγουρα παίζει μεγάλο ρόλο, δε μπορούμε να παραγνωρίσουμε μία πολύ βαθύτερη αιτία, μία αναφορά στους Τούρκους που εντοπίζεται στα γραφόμενα του ίδιου του Δαρβίνου. Σε μια επιστολή του λοιπόν, η οποία διασώθηκε και αρχειοθετήθηκε από τον γιο του Φραγκίσκο Δαρβίνο, ο φυσιοδίφης εξηγεί τις πιθανές προεκτάσεις της φυσικής επιλογής μεταξύ των ανθρώπινων ομάδων, και σ’ένα σημείο λέει τα εξής:

I could show fight on natural selection having done and doing more for the progress of civilization than you seem inclined to admit. Remember what risk the nations of Europe ran, not so many centuries ago of being overwhelmed by the Turks, and how ridiculous such an idea now is! The more civilised so-called Caucasian races have beaten the Turkish hollow in the struggle for existence. Looking to the world at no very distant date, what an endless number of the lower races will have been eliminated by the higher civilised races throughout the world. (Francis Darwin, The Life and Letters of Charles Darwin, Vol. I, 1888. New York D. Appleton and Company)

Αυτό ήταν στο πρωτότυπο. Σε πρόχειρη δική μου μετάφραση εννοεί:

Θα μπορούσα να αποδείξω ότι η φυσική επιλογή έχει κάνει κι εξακολουθεί να κάνει περισσότερα για την πρόοδο του πολιτισμού απ’ό,τι τείνεις να δέχεσαι. Θυμήσου τι κίνδυνο διέτρεξαν τα έθνη της Ευρώπης, όχι και πολλους αιώνες πριν να συντριβούν από τους Τούρκους, και πόσο γελοία είναι τώρα μια τέτοια ιδέα! Οι πιο πολιτισμένες λεγόμενες καυκάσιες φυλές έχουν κατατροπώσει τους Τούρκους στον αγώνα για ύπαρξη. Σκεπτόμενος τον κόσμο σε όχι και πολύ μακρινή ημερομηνία, πόσο μεγάλος αριθμός των κατώτερων φυλών θα έχουν εξαλειφθεί από τις ανώτερες πολιτισμένες φυλές σε όλο τον κόσμο; (Φραγκίσκος Δαρβίνος, Ο Βίος και οι Επιστολές του Καρόλου Δαρβίνου, τόμος α, 1888.

Βλέπουμε στο απόσπασμα αυτό ότι ο Δαρβίνος δε διαφοροποιείται από τις τυπικές ρατσιστικές απόψεις της εποχής του. Οι Ευρωπαίοι, κρίνοντας από την τεχνολογική τους υπεροχή και τις επιτυχίες στον τομέα της αποικιοκρατίας, και προσπαθώντας να εκλογικεύσουν την εκμετάλλευση των υποτελών λαών ένεκα των χριστιανικών υπολειμματικών ενοχών τους, κατέφευγαν σε τέτοιες ιδεοληψίες. Ο Δαρβίνος στην πραγματικότητα ήταν από τους μετριοπαθέστερους της εποχής του. Η πρόταση στο τέλος του αποσπάσματος, όπου υποτίθεται ο Δαρβίνος πιστεύει ότι μόνο με την εξαφάνιση του τουρκικού έθνους θα μπορέσει να προοδεύσει ο πολιτισμός, είναι μεταγενέστερο κατασκεύασμα των Τούρκων υπερεθνικιστών και των σκληροπυρηνικών αρχαιοελληνιστών, και δεν απαντά στο αρχικό κείμενο. Για αυτόν λοιπόν το λόγο ο Δαρβίνος δαιμονοποιείται στην τουρκία και εκθειάζεται σε αρχαιοεληνιστικούς κύκλους της Ελλάδας.

Φυσικά, οι απόψεις του Δαρβίνου για οποιοδήποτε θέμα δεν αναιρούν την εξελικτική θεωρία, η οποία άλλωστε έχει στηριχθεί κι εμπλουτιστεί περαιτέρω από πάμπολλες μεταγενέστερες μελέτες από πάμπολλους επιστήμονες. Και ο χειρότερος αν είναι ηθικά ο επιστήμων, εάν τα ευρήματά του εξηγούν ικανοποιητικά την πραγματικότητα, θα πρέπει να γίνουν δεκτά. Η σύγχυση των επιστημονικών ευρημάτων με τυχόν ελαττώματα του χαρακτήρα ενός λέγεται επίθεση ad hominem (στον άνθρωπο), και είναι ένα διαχρονικό, βρώμικο και ύπουλο εργαλείο των εμπαθών κάθε παράταξης, που δεν αρμόζει σε σοβαρή επιστημονική συζήτηση.

Από:
Ερεβοκτόνος

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015 Χριστούγεννα: Ένα πατροπαράδοτο… παγανιστικό έθιμο

Αναμφίβολα τα Χριστούγεννα, όπως και το Πάσχα, οι χριστιανοί ζουν τις πιο συγκινητικές στιγμές της πίστης τους. Όμως αποτελούν αυτά πραγματικά γεγονότα ή μοναχά σύμβολα της πίστης; Δυστυχώς μόνον οι μυημένοι, αυτοί δηλαδή που έψαξαν σε βάθος τη θρησκεία αυτή, από τον χριστιανικό γνωστικισμό και παλαιότερα, αναγνωρίζουν το δεύτερο σαν πιθανό. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, έχουν την εντύπωση ότι ζουν μία πραγματική ανάμνηση. Ανάμνηση σε ένα πραγματικό γεγονός!

Πρωταγωνιστές της ιστορίας: η παρθένος Μαρία και ο νεότοκος γιος της Ιησούς.
Εύλογα μπορεί να ρωτήσει κανείς γιατί η γιορτή αυτή άργησε να λατρευτεί τόσο πολύ. Ο λόγος κυρίως είναι πως η γέννηση θεωρούνταν, όχι μόνο τότε αλλά και σήμερα, παγανιστική γιορτή. Οι χριστιανοί γιορτάζανε όταν το τιμώμενο πρόσωπο εγκατέλειπε την εγκόσμια ζωή και επέστρεφε στον Κύριο, τον τόπο του Θεού, όπου η ζωή θεωρείται αιώνια. Η Μαρία άλλωστε μέχρι τον 5ο αιώνα δεν λατρεύτηκε ποτέ! Η Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου το 431 επέτρεψε για πρώτη φορά τη λατρεία της! Ούτε οι «Πράξεις των Αποστολών» την αναφέρουν! Η γέννηση του Ιησού επίσης μέχρι τον 4ο αιώνα αγνοούνταν. Μόνον επί Πάπα Ιουλίου γιορτάστηκε η γέννηση του Ιησού, όταν στην Ανατολή την αγνοούσαν ακόμα. Οι τελευταίοι γιόρταζαν σαν μεγαλύτερη γιορτή μετά το Πάσχα, τα Επιφάνεια στις 6 Ιανουαρίου. Είναι ψέμα ότι γιόρταζαν τα Χριστούγεννα μαζί με τα Επιφάνεια. Αυτό κατόπιν το επινόησαν. Απλά στις 6 Ιανουαρίου είχαν ορίσει οι Γνωστικοί την βάπτιση του Χριστού, στην οποία τους παρουσιάστηκε σαν Υιός του Θεού και κατά τους χριστιανούς αργότερα, σαν Θεοφάνια, δηλαδή του Επιφανέντος Θεού. Με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος γεννήθηκε ο τριαδικός θεός. Γι’ αυτό και όταν αργότερα υιοθέτησαν τη σαρκική του γέννηση, αυτήν την ονόμασαν «δεύτερη γέννηση». Ο δευτερογεννημένος Ιησούς, εδώ ταυτίζεται, όπως θα δούμε πιο κάτω με τον δευτερογεννημένο «Δημήτριο» Διόνυσο Ζαγρέα. Ας σημειωθεί ότι η Αρμενική Εκκλησία γιορτάζει, ακόμα και σήμερα, τα Χριστούγεννα στις 6 Ιανουαρίου!

Τότε, ακόμα νωρίτερα, στην Αίγυπτο, γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο σε συνδυασμό με την υπερχείλιση των υδάτων του Νείλου και στη Μέση Ανατολή τηρούνταν μία ανάλογη γιορτή στην οποία οι θαυμαστές και μυστηριώδεις βρύσες ανάβλυζαν κρασί αντί για νερό! Στην Άνδρο, επίσης, υπήρχε μια πηγή δίπλα από το ναό τού Διονύσου που την παραμονή των επιφανίων έτρεχε νερό που είχε γεύση κρασιού! Ο θρησκευτικός συγκρητισμός ενσωμάτωσε στον χριστιανισμό τον Αγιασμό των Υδάτων και αργότερα επινόησε το πρώτο θαύμα στην Κανά που υποτίθεται ότι ο Ιησούς μετέτρεπε το νερό σε κρασί! Ανάμεσα στο Διόνυσο και τον Ιησού μπορεί να βρει κανείς αρκετούς παραλληλισμούς που δεν δικαιολογούνται με την σύμπτωση.

Όμως, ας επιστρέψουμε στην πρώτη γιορτή των Χριστουγέννων. Ποια ημέρα έπρεπε να υιοθετήσουν, οι Ρωμαίοι, γι’ αυτή την μεγαλειώδη γιορτή; Αναμφίβολα, εκείνη που στη Δύση είχε τη μεγαλύτερη επιρροή! Τότε που γιορταζόταν η γέννηση του Ήλιου, κατά τα τέλη των Σατουρναλίων. Ο Δεκέμβριος ήταν αφιερωμένος στον Κρόνο προς τιμήν του οποίου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια που ξεκινούσαν από τις 17 του μηνός. Πίστευαν ότι στις 25 του μηνός ο Ήλιος αναγεννιέται και παίρνει νέα δύναμη. Γι’ αυτό και γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ήλιου.Τότε δηλαδή που τα γερμανικά και κελτικά φύλα γιόρταζαν το Γιούλ, δηλαδή το χειμερινό ηλιοστάσιο με την επιστροφή του Ήλιου. Από παλαιότερα άλλωστε οι χριστιανοί γιόρταζαν τον Ήλιο δίνοντας το όνομά του στην τιμώμενη μέρα της εβδομάδας. Οι Δυτικοί την ονομάζουν «Μέρα του Ήλιου» (Sun-day) και οι Ορθόδοξοι Κυριακή, μέρα του Κυρίου, για να τιμήσουν τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης! Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, ο οποίος νομιμοποίησε το Χριστιανισμό στη Ρώμη, λάτρευε τον Sol Invictus (Ανίκητος Ήλιος), συγχωνεύοντας τις θεότητες του Μίθρα, του Ήλιου και του Απόλλωνα. Η 25η Δεκεμβρίου, όμως, ήταν η μέρα των μιθραϊκών τελετουργιών, μέρα που οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα!

Ο Μίθρας ήταν Ινδοϊρακινός Θεός που από τον 1ο αιώνα, πριν τη χρονολόγησή μας, έφτασε στη Δύση και η επιρροή του στον λαό, ιδιαίτερα ανάμεσα στον στρατό, η λατρεία του πήρε μεγάλες διαστάσεις (2ο και 3ο αιώνας). Επί Διοκλητιανού έγινε προστάτης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και επί Κωνσταντίνου, με την άνοδο του Χριστιανισμού στην Ανατολή, άρχισε να εξασθενεί. Ο Μίθρας γεννήθηκε σε μια σπηλιά, μέσα από ένα βράχο, και γι αυτό οι σπηλιές λατρεύτηκαν σαν κατοικία του Θεού. Ήταν ο Θεός του Φωτός που ανέτειλε για να δώσει Φως, Αλήθεια και Δικαιοσύνη στον κόσμο. Η σπηλιά δείχνει ότι ο Θεός έρχεται από το σκοτάδι για να ρίξει το Φως του στους ανθρώπους, να τους λυτρώσει δηλαδή από το σκότος.

Όμως και ο Χριστός λατρεύεται σαν «ο φέρων το φως» υποκαθιστώντας τους ηλιακούς θεούς του αρχαίου κόσμου. Στην αρχαιότητα γιόρταζαν την ίδια μέρα τη γέννηση του Θείου Βρέφους, Λικνίτη Διονύσου, στους Δελφούς, του Θείου Βρέφους, Αιώνα, στην Αλεξάνδρεια, του Θείου Βρέφους, Πλούτου, στην Ελευσίνα, που συμβόλιζε τον πλούτο της σοδειάς, με γιορτές, διασκεδάσεις και ξεφαντώματα. Η νύχτα των Χριστουγέννων είναι η ιερότερη μέρα της χρονιάς, επειδή βρίσκεται κοντά στις χειμερινές τροπές του ήλιου. Μετά τη γέννηση «αύξει το φως και Ηλίου γενέθλιον». Ας μη ξεχνάμε πως και ο Δίας σε σπήλαιο της Κρήτης γεννήθηκε και δεν ήταν ο μοναδικός.

Ο Μίθρας αρχικά λατρεύτηκε κυρίως από τους ποιμένες και γι αυτό θεωρήθηκε Ποιμένας των ανθρώπων. Πρόσφερε στον κόσμο βίο πνευματικό, ελπίδα και λύτρωση μετά θάνατον. Οι μύστες καθαίρονταν με το καθαρτήριο νερό και στους οπαδούς τελούσαν ένα είδος βαπτίσματος χρίζοντας το μέτωπο. Έτσι ακριβώς και ο Ιησούς περιέγραφε τον εαυτό του σαν «Καλός Ποιμένας».

Προσωπογραφίες του Χριστού τον δείχνουν να κρατάει τη ράβδο του ποιμένα. Η ράβδος επίσης φαίνεται και στα χέρια του Όσιρι από την αιγυπτιακή τέχνη. Στη λογοτεχνία τα επίθετα του sa και Asar-sa σημαίνουν «ποιμένας» και «Όσιρις ο ποιμένας». Είναι τόσες οι ομοιότητες με τον Χριστιανισμό, που ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (2ος αιώνας) δεν άντεξε και ξέσπασε πως ο Διάβολος αντέγραψε από πριν αυτά που θα πίστευαν οι χριστιανοί μετά!

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, που επέβαλε το Χριστιανισμό έχοντας αρκετούς πολιτικούς σκοπούς (βλέπε «εν τούτω νίκα»), στην προσπάθειά του να σιγάσει τους εορτασμούς του Μίθρα που συνεχίζονταν κρυφά και μετά την επιβολή του Χριστιανισμού, διέταξε το 336 μ.Χ. τον επίσκοπο της Ρώμης, Ιούλιο Α΄, να επιβάλλει την 25η Δεκεμβρίου σαν τη μέρα των Χριστουγέννων. Ο σκοπός του ήταν να «υπεξαιρέσει» τους εορτασμούς των μιθραϊστών και των υπόλοιπων παγανιστών, επειδή δεν μπορούσε να τους σταματήσει με άλλο τρόπο.

Συνεπώς, όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, προσπάθησε να απορροφήσει και να δώσει νέα διάσταση και νέα σημασία σε πανάρχαια λατρευτικά έθιμα και λατρευτικές συνήθειες αιώνων. Πάντως, παρά τις απαγορεύσεις της εκκλησίας για πολλές από τις εκδηλώσεις που τελούνταν στην αντίστοιχη του «Δωδεκαημέρου» (έτσι ονομάζεται το χρονικό διάστημα που περικλείει τις γιορτές των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Θεοφανίων,) περίοδο ή τις νομοθεσίες, αυτές διατηρήθηκαν κυρίως στην ύπαιθρο καθ’ όλη την διάρκεια των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Σε μεταγενέστερη εποχή πολλά από τα έθιμα τους (ανταλλαγή δώρων, γλέντια, χαρτοπαίγνια κ.ο.κ.) μεταβιβάστηκαν στον εορτασμό τής Πρωτοχρονιάς.

Από τη Δύση ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου πέρασε και στην Ανατολή γύρω στο 376. Το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει στην 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης. Τον καιρό του Αγίου Αυγουστίνου (354-430) η ημερομηνία της Γιορτής της Γέννησης είχε καθοριστεί, πάντως ο Αυγουστίνος την παραλείπει από τον κατάλογό του με τις σημαντικές χριστιανικές επετείους.

Η ακριβής χρονολόγηση της ζωής του Ιησού είναι αδύνατη αφού οι υπάρχουσες μαρτυρίες που προέρχονται από την Καινή Διαθήκη χαρακτηρίζονται από χρονολογική ασάφεια και επίσης το αφετηριακό 1 μ.Χ. δεν εναρμονίζεται επακριβώς με τα γενικότερα ιστορικά δεδομένα των χρόνων εκείνων.

Αναρτήθηκε από geo p στις 10:42 π.μ.

Είχα προχθές λοιπόν μια συζήτηση μ’έναν φίλο μου για το αν ξέρει κανέναν με το όνομα Αστερίων. Δεν ήξερε κανέναν, ούτε είχε ακούσει για κανένα. Όσους άλλους ρώτησα, το ίδιο με απάντησαν· στην πραγματικότητα εκπλήσσονταν με το όνομα. Οπότε ο μόνος γνωστός Αστερίων είναι ο Αστερίων Βαλασίδης Κωνσταντίνος, πρώην Αστερίων Βαληνάκης, που μάλλον πρόσθεσε αυτό το όνομα αφού αφυπνίστηκε ως Έλλην. Αν έχετε διαβάσει πολλά θέματα από Εδώ ίσως να τον γνωρίζεται. Είναι εκείνος ο αρχαιοελληνιστής που μετέχει των απόψεων ότι οι Έλληνες ήρθαν από το Σείριο, οι θεοί της μυθολογίας είναι ανώτερες οντότητες με διαστημική τεχνολογία, είχε γίνει ένας πόλεμος στο απότατο παρελθόν μεταξύ των Ελλήνων και των δυνάμεων του σκότους με αρχηγό τους τον Ιεχωβά, με σημερινούς εκπροσώπους τους Εβραιοσιονιστές κλπ. Υποτίθεται ότι ο περισσότερος κκόσμος δεν έχει ακόμα αφυπνιστεί, γι’αυτό και τα χλευάζει αυτά. Υποστηρίζει τον απατεώνα δήθεν εθνοσωτήρα Αρτέμη Σώρα, ο οποίος θα ξεχρεώσει τη χώρα μας, τάζει 20.000 ευρώ στους ψηφοφόρους του αν εκλεγεί και τώρα βρίσκεται στις φυλακής τα σίδερα για συκοφαντική δυσφήμιση. Υποτίθεται ότι με την αυτοσυγκέντρωσή του ταξιδεύει στο διάστημα, οπότε το σώμα του πάλλεται σε ανώτερες συχνότητες, τελικά φωτοβολεί και μέρος του εαυτού του διακτινίζεται σε άλλους γαλαξίες, όπου επικοινωνεί με τους θεούς. Ίσως τότε οι θεοί να του έδωσαν το όνομα Αστερίων. Άλλες φορές κάνει επικλήσεις στους θεούς από πιο γήινους τόπους, κι έπειτα λαμβάνει προφορική, αλλά και… γραπτή ανταπόκριση! Είναι γύρω στα 80 χρονών και ίσως να πάσχει από μαλάκυνση, αλλά παρόλα αυτά ο λόγος του είναι συγκροτημένος και εκλεπτυσμένος. Αλλά σίγουρα δεν είναι αυτός ο πρώτος Αστερίων. Ποιος ήταν ο πρώτος;

Σε μια σύντομη αναζήτηση στο γκουγκλ, δε βρήκα κάτι το χρήσιμο. Αυτό που απλώς διαπίστωσα ήταν ότι το όνομα δεν υπάρχει πουθενά. Αυτό όμως δεν αντανακλά την τρέλα του Βαληνάκη ή καθενός άλλου που πιστεεύει ότι είμαστε από το Σείριο, αλλά την αφελληνιστική δράση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τόσους αιώνες. Στην πραγματικόττητα απ’όλα τα αρχαία Ελληνικά ονόματα, σχετικά λίγα χρησιμοποιούνται σήμερα, συνήθως αυτά των γνωστότερων Αρχαίων, για τα οποία η Εκκλησία μάλιστα κανόνισε νά’χουν κι αυτά τη γιορτή τους, κάνοντάς τα χριστιανικά. Τα υπόλοιπα χάθηκαν. Σε μία γνωστή προτροπή του Πατριαρχείου στα τέλη του 18ου αι. στους ραγιάδες, την εποχή που η εθνική συνείδηση κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος στην ελληνόφωνη μερίδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο πανάγιος πατριάρχης Γρηγόριος αποθαρρύνει την ονοματοδοσία με αρχαία Ελληνικά ονόματα, γιατί, λέει, το ποίμνιο απομακρύνεται από την παράδοση των χριστιανών μαρτύρων. Αυτούς είχαμε για ηγέτες κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία κι αυτούς ευχαριστούμε ακομα και σήμερα. Πόσο βλάκες είμαστε.

Τελικά λοιπόν τον Αστερίωνα τον βρήκα, ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Κρήτης, προκάτοχος του Μίνωα. Ο Αστερίων πήρε την Ευρώπη, η οποία γέννησε το Μίνωα και τα άλλα δύο παιδιά της, Ραδάμανθυ και Σαρπηδόνα, τα οποία ήταν απόγονοι του Διός. Ο μύθος λέει τα εξής: Η Ευρώπη ήταν μια κοπέλα, η οποία μάζευε άνθημε τις φίλες στης στην ακρογιαλιά της Τύρου ή της Σιδώνας. Μόλις την είδε ο Δίας, την ερωτεύτηκε, και για να την αποπλανήσει μεταμορφώθηκε σε λευκό ταύρο. Η Ευρώπη τον πλησίασε, τον χάιδεψε, και βλέποντας ότι είναι ήμερος τον καβάλισε. Τότε ο Δίας έτρεξε αμέσως σαν αστραπή και έφυγε στη θάλασσα, όπουκολύμπησε μέχρι την Κρήτη. Βγήκε στη Γόρτυνα, όπου οι κάτοικοι είχαν έναν ιερό πλάτανο όπου θυσίαζαν. Εκεί, αφού /φανέρωσε στην Ευρώπη ποιος ήταν, την κατέστησε έγκυο με τα τρία παιδιά του. Επίσης της χάρισε τρία δώρα: τον Τάλλω, το χάλκινο γίγνατα που μεταγενέστερα περιπολούσε την Κρήτη, ένα κυνηγόσκυλο που δεν έχανε ποτέ το θήραμά του, κι ένα όπλο που δεν αστοχούσε ποτέ. Λέγεται ότι την χαιρόταν για τρεις ημέρες. Έπειτα την αποκατέστησε παντρεύοντάς την με τον βασιλιά της Κρήτης Αστερίωνα, ο οποίος δεν έκανε ποτέ δικά του παιδιά, αλλά μεγάλωσε αυτά του Διός. Ο Αστερίων ή Αστέριος ή Αστρινός ήταν γιος του Τεκτάμου και της Κρηθέας, κι εγγονός του Έλληνα, του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Η Κρηθέα ήταν κόρη του Κρηθέα. Αστρινός ήταν επίσης κι ένα προσωνύμιο του Δία, που συμβόλιζε την ουράνια βασιλεία του. Ο Αστερίων λοιπόν ήταν ονομαστός τοξοβόλος, σαν τον Υμέναιο, κι αυτός που έδωσε τους πρώτους νόμους στους Κρήτες πριν από το Μίνωα. Αυτή ήταν η κυρίαρχη εκδοχή του μύθου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Αστερίων αποκαλούταν και Κρήτας, γεννήθηκε από το Δία και την νύμφη Ίδη, ή γεννήθηκε απευθείας από τη γη της Κρήτης ως αυτόχθων. Η παραπάνω επίσης είναι η κυρίαρχη εκδοχή του μύθου της Ευρώπης, που εξιστορούν πολλοί Έλληνες και Ρωμαίοι ποιητές όπως ο Ησίοδος, ο Αισχύλος, ο Σιμωνίδης, ο Βακχυλίδης, ο Μόσχος, ο Οβίδιος, ο Νόννος κι άλλοι. Υπάρχουν ωστόσο κι άλλες παραλλαγές. Σύμφωνα λοιπόν με μια τέτοια παραλλαγή, η Ευρώπη ήταν κόρη του Ωκεανού και τις Τηθύος ή της Παρθενόπης, δίδυμη αδελφή της Θράκης και ετεροθαλής αδελφή της Ασίας και της Λιβύης. Στην Ήπειρο έλεγαν ότιο ο Δόδων, από τον οποίο πήρε το όνομά της η Δοδώνη, ήταν γιος της Ευρώπης, όπως και ο Αιακός, γενάρχης των Αιακιδών. Επίσης παιδί της Ευρώπης λέγεται ότι ήταν ο Κάρνος, αγαπημένος του θεού Απόλλωνα. Αδέρφια της, σύμφωνα με διάφορες παραλλαγές, είναι ο Θάσος, ο Κάδμος, ο Ρινέας, ο Σύρος κι άλλοι.

Μετά το θάνατό της λοιπόν, η Ευρώπη θεοποιήθηκε, με το όνομα Ελλωτίς. Σύμφωνα με το μύθο, κάθε χρόνο γινόταν η γιορτή των Ελλωτίων προς τιμήν της, όπου περιφέρονταν τα οστά της στολισμένα με μύρτους (η λειψανολατρεία δεν είναι τελικα μόνο χριστιανικό έθιμο). Ο Ταύρος απαθανατίστηκε στον ομώνυμο αστερισμό. Η λατρεία της Ευρώπης διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στο Πήλιο υπήρχε το λουτρό της Ευρώπης, ενώ μια πόλη στη Θεσσαλία λεγόταν Γυρτών, παραλλαγή της Γόρτυνας. Από τον Όλυμπο πήγαζε ποταμός ου ονομάστηκε Εύρωπος. Γενικώς, η λατρεία της ευρώπης ήταν διαδεδομένη, και κάθε πόλη επιθυμούσε να συνδέεται μ’αυτήν, εξού και οι πολλές παραλλαγές του μύθου. Σύμφωνα τέλος με το Λουκιανό, ο ναός της Αστάρτης στη Σιδώνα ήταν στην πραγματικότητα αφιερωμένος στην Ευρώπη, αν και πιθανότατα αυτό δεν αληθεύει. Από την Ευρώπη πήρε το όνομά της και η γεωγραφική περιοχή της Ευρώπης, που αρχικά αναφερόταν μόνο στην Ηπειρωτική Ελάδα, αλλά μετά τους Περσικούς πολέμους χρησιμοποιήθηκε για όλη την ευρωπαΪκή ήπειρο, τη μία από τις τρεις κηπείρους του κόσμου των Αρχαίων Ελλήνων – τα άλλα δύο είναι η Ασία και η Λιβύη. Οπότε η πρωταρχική Ευρώπη είναι η Ελλάδα και κανένας άλλος τόπος.

Από το βασιλιά Αστερίωνα πήραν το όνομά τους τα Αστερούσια όρη, μια οροσειρά στα νότια της Κρήτης. Αυτός ήταν ο πρώτος Αστερίων. Δεύτερος Αστερίων ήταν το τέρας που έμεινε στην ιστορία με το περιγραφικό του όνομα, ο Μινώταυρος. Ο Μινώταυρος ήταν γιος της Πασιφάης, συζύγου του Μίνωα, και του ταύρου της Κρήτης, και γεννήθηκε ως επακόλουθο της τιμωρίας του Μίνωα. Ο βασιλιάς Μίνωας αντιμετώπισε την αντίσταση του λαού των Κρητών όταν πέθανε ο Αστερίων κι αυτός ήθελε να διαδεχθεί στο θρόνο ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τα αδέρφια του, γι’αυτό ισχυρίστηκε ότι η θέση του έχει οριστεί από τους θεούς, το οποίο μπορούσε ν’αποδείξει. Για να το αποδείξει, είπε ότι θα ζητήσει οτιδήποτε από τους θεούς κι αυτοί θα το δώσουν. θυσίασε τότε στον Ποσειδώνα, και από τη θάλασσα εμφανίστηκε ένας λευκός ταύρος, τον οποίον ο Μίνωας δεσμεύτηκε ότι θα του τον θυσίαζε. Όμως τον κράτησε για την ομορφιά του, κι έτσι θυσίασε έναν άλλον. Ο Ποσειδών όμως δεν εξαπατήθηκε, και τον τιμώρησε κάνοντας τη σύζυγό του να ερωτευτεί τον λευκό ταύρο. Αυτή όμως δε μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος της μαζί του, και γι’αυτό ζήτησε από το Δαίδαλο να φτιάξει ένα ομοίωμα αγελάδας από ξύλα και δέρματα, στο οποίο θα μπορούσε να μπει για να συνευρεθεί. Τελικά έμεινε έγκυος και γέννησε το Μινώταυρο, έναν άνθρωπο με κεφάλι Ταύρου, τον οποίον ύστερα από χρησμό ο Μίνωας έκλεισε στο Λαβύρινθο, που κατασκεύασε ο Δαίδαλος. Ο ταύρος αυτός έμεινε γνωστός ως ο Ταύρος της Κρήτης, και προκαλούσε μεγάλες καταστορ΄φες στο νησί, ώσπου ο Ηρακλής, ως μέρος του 7ου άθλου του, τον έπιασε ζωντανό και τον απομάκρυνε από την Κρήτη. Σε μια λίγο γνωστή εκδοχή του μύθου της Ευρώπης, αυτός ήταν ο ταύρος που μετέφερε την Ευρώπη στην Κρήτη, κι όχι ο Δίας μεταμορφωμένος. Τρίτος Αστερίων ήταν ένας θεός του ομώνυμου ποταμού κοντά στο Άργος, ένας από τους τρεις θεούς ποταμούς που δίκαζαν την υπόθεση της ανάθεσης της προστασίας της πόλης από την Ήρα ή τον Ποσειδώνα, οπότε τελικά προστάτιδα έγινε η Ήρα. Το γεγονός μαρτυρείται στα Διονυσιακά του Νόννου, όπου αναφέρεται ο΄τι οι νεαροί προσέφεραν τούφες των μαλλιών τους στο θεό. Ο Διοσκουρίδης επίσης αποκαλεί το βότανο Silene linifolia αστερίωνα. Σύμφωνα με τον Παυσανία, το βότανο αυτό φύεται στις όχθες του ομώνυμου ποταμού στο Άργος, και προσφερόταν στην Ήρα, για την οποία κατασκευάζονταν γιρλάντες από τα φύλλα του.

πηγή 1
πηγή 2
πηγή 3
πηγή 4

Από:
Ίαμα

ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Γιώργος Παπαδόπουλος

Επίκ. Καθηγητής Φαρμακολογίας Παν/μίου Αθηνών

Δεν είναι δυνατόν να τοποθετήσουμε σε συγκεκριμένο χρόνο την αρχή της Ελληνικής ιατρικής. Αναφορές σε ιατρικές πράξεις υπάρχουν και στις παλαιότερες πηγές που διαθέτουμε (όπως είναι τα Ομηρικά έπη). Σε τέτοια κείμενα, όπως και σε καταγραφές διαφόρων μύθων, περιγράφονται πράξεις που υποτίθεται ότι συνέβαιναν σε πολύ παλαιότερες εποχές. Στα Ομηρικά έπη η χρήση φαρμάκων δεν είναι μόνο γι αυτά που θα ονομάζαμε σήμερα καθαρά ιατρικούς σκοπούς (όπως είναι π.χ. για την ίαση τραυμάτων στην Ιλιάδα). Η Ελένη (στο δ της Οδύσσειας) δίνει το νηπενθές για να απαλύνει τη θλίψη της παρέας που θυμάται το χαμένο Οδυσσέα. Ο Ερμής (στο κ της Οδύσσειας) δίνει στον Οδυσσέα το μώλυ για να αντιμετωπίσει αυτός τα μάγια της Κίρκης. Αξιοσημείωτη είναι η πραγματικά εντυπωσιακή δράση των φαρμάκων, όπως περιγράφεται στα κείμενα αυτά, π.χ. στην ίαση των τραυμάτων, όπως περιγράφεται στο Ε της Ιλιάδας, όταν ο Άρης τραυματίσθηκε από το Διομήδη:

Είπε, και τον Παιήονα φώναξε νάρθει και να τον γιάνει.

Τότε ο Παιήονας απιθώνοντας πά στην πληγή βοτάνια

Μαλαχτικά μεμιάς τον έγιανε·θνητός μαθές δεν ήταν.

Πώς με την πρώτη το συκόγαλο το άσπρο το γάλα πήζει,

Κι ας είναι αριό, κι ως τ’ ανακάτωσες θωρείς το ευτύς πηγμένο·

Όμοια γοργά κι αυτός τον γιάτρεψε τον αντρειωμένον Άρη.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η δράση των φαρμάκων συνδέεται άμεσα με τις υπερφυσικές ιδιότητες είτε αυτών που δίνουν τα φάρμακα (χρειάζεται κάποιος θεός για να ξεριζώσει το μώλυ), είτε αυτών που τα παίρνουν (το φάρμακο γιατρεύει το τραύμα με τόσο θαυμαστό τρόπο γιατί ο τραυματισμένος δεν είναι θνητός).

Αν περάσουμε τώρα στους ιστορικούς χρόνους, μπορούμε, πολύ αδρά, να πούμε ότι υπήρχαν τριών ειδών θεραπευτές ή τριών ειδών ιατρικές δραστηριότητες:

α) ‘Λαϊκοί θεραπευτές’. Τέτοιοι θεραπευτές, που δρουν μέσα στα πλαίσια της λαϊκής παράδοσης, υπάρχουν βέβαια σε όλους τους πολιτισμούς. Στην αρχαία Ελλάδα η δραστηριότητά τους φαίνεται ότι ήταν αρκετά εκτεταμένη. Στην κατηγορία αυτή μπορούμε να συμπεριλάβουμε και τους ανθρώπους που σχετίζονταν με την προμήθεια αυτών που θα ονομάζαμε σήμερα φαρμακευτικά μέσα (και που ήσαν κυρίως βότανα). Αυτοί αναφέρονται με τα ονόματα ριζοτόμοι (= αυτοί που κόβουν ρίζες) και φαρμακοπώλαι. Εκτός από το να διακινούν φυτικά φάρμακα, προμηθεύοντας με αυτά ασθενείς και γιατρούς, έδιναν και οι ίδιοι οδηγίες και εκτελούσαν θεραπείες και μερικοί από αυτούς είχαν σημαντικό κύρος, ακόμα και ανάμεσα στους ‘επιστήμονες’ γιατρούς. Ένας τέτοιος ήταν ο Κρατεύας, o οποίος φαίνεται ότι έζησε κατά τον 1ον αιώνα π.Χ. και ότι έγραψε ένα βιβλίο για βότανα (Ριζοτομικόν), το οποίο δεν έχει διασωθεί, αλλά φαίνεται να επηρέασε σημαντικά άλλους συγγραφείς, όπως το Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο.

β) Ασκληπιεία. Τα Ασκληπιεία ήσαν ιεροί χώροι, αφιερωμένοι στον Ασκληπιό ή σε άλλους θεούς ή ήρωες. Οι άρρωστοι που προσέρχονταν για θεραπεία ακολουθούσαν διαδικασίες που περιλάμβαναν δεήσεις, θυσίες, ακροάσεις μουσικών εκτελέσεων ή θεατρικών παραστάσεων, λουτρά, δίαιτα κλπ. Το τελικό στάδιο ήταν η εγκοίμηση, δηλαδή ο άρρωστος κοιμόταν μέσα σε ειδικό χώρο του Ασκληπιείου και, στον ύπνο του, εμφανιζόταν ο θεός ή κάποια άλλη μορφή που εκτελούσε τη θεραπεία ή έδινε στον άρρωστο θεραπευτικές οδηγίες. Αυτή είναι τουλάχιστον η εικόνα που προκύπτει από τις πληροφορίες που μας δίνουν αρχαίοι συγγραφείς καθώς και από το περιεχόμενο επιγραφών που έχουν σωθεί στους αρχαιολογικούς χώρους των Ασκληπιείων. Πάντως το κύρος των Ασκληπιείων στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ μεγάλο και αναφέρονται πάντα με σεβασμό και θαυμασμό.

γ) ‘Επιστήμονες’ γιατροί. Ονόματα συγκεκριμένων διάσημων γιατρών υπάρχουν ήδη στα Ομηρικά έπη. Σύμφωνα με τους μύθους, ένας τέτοιος γιατρός ήταν και ο Ασκληπιός. Αυτοί όμως που θα μπορούσαμε, με κάποια συνέπεια στην ορολογία, να τους ονομάσουμε ‘επιστήμονες’ γιατρούς αρχίζουν να εμφανίζονται από την εποχή της εμφάνισης της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, δηλ. από τον 6ο (ή και από τον 7ο) αιώνα π.Χ. Αυτή την εποχή εμφανίζονται οι δύο παλαιότερες σχολές ιατρών στην αρχαία Ελλάδα, η σχολή της Κνίδου (παράλια της Μ. Ασίας, απέναντι από την Κω) και η σχολή της Κω. Σ’ αυτή τη δεύτερη ανήκε και ο Ιπποκράτης.

Ο Ιπποκράτης γεννήθηκε στην Κω, πιθανώς το 450 π.Χ.. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και από αυτόν διδάχθηκε την ιατρική τέχνη. Μαζί με τον πατέρα του ανήκε στους Ασκληπιάδες, δηλ. τους γιατρούς που θεωρούσαν πρόγονό τους τον Ασκληπιό. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη και θαυμαζόταν από τους συγχρόνους του. Είναι πιθανόν ότι πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Δεν υπάρχουν περισσότερες βεβαιωμένες λεπτομέρειες για τη ζωή του.

Η Ιπποκρατική συλλογή (corpus hippocraticum) είναι ένα σύνολο κειμένων που αποδίδονται στον Ιπποκράτη τον Κώο. Τα κείμενα αυτά φαίνεται ότι συγκροτήθηκαν σε ενιαίο σώμα (ή συλλογή) στην Αλεξάνδρεια (γύρω στο 280 π.Χ.) – και την εποχή αυτή δόθηκαν στα βιβλία της συλλογής οι τίτλοι, με τους οποίους είναι αυτά γνωστά μέχρι σήμερα. Είναι σήμερα γενικά παραδεκτό ότι τα κείμενα αυτά δεν γράφτηκαν όλα από τον Ιπποκράτη. Διάφοροι μελετητές έχουν προσπαθήσει να καθορίσουν, ποιά είναι τα ‘γνήσια Ιπποκρατικά’ και ποιά όχι, οι προσπάθειές τους όμως αυτές δεν κατέληξαν σε γενικά παραδεκτά αποτελέσματα. Θεωρείται όμως πιθανό, ότι τα περισσότερα από αυτά έχουν γραφεί μεταξύ 420 και 350 π.Χ.. Στην πραγματικότητα, ούτε για ένα από τα έργα αυτά δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα, ότι έχει γραφτεί από τον ίδιο τον Ιπποκράτη. Αντίθετα, είναι μάλλον βέβαιο, ότι δεν έχουν όλα τον ίδιο συγγραφέα. Αρκετές φορές, ένα από αυτά τα κείμενα φαίνεται να αντιμάχεται τις απόψεις που υποστηρίζει ένα άλλο από τα ίδια κείμενα. Για κάποια μάλιστα από αυτά λέγεται ότι απηχούν απόψεις της σχολής της Κνίδου, που θεωρείται, σε κάποιο βαθμό, αντίπαλος της σχολής της Κω. Παρόλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι όλα αυτά τα κείμενα βρίσκονται μέσα σ’ ένα κοινό ‘κλίμα’ ως προς την κοσμοθεωρία τους, ως προς τις βασικές αντιλήψεις για τον κόσμο, τον άνθρωπο, την αρρώστια και τη θεραπεία.

Η Ιπποκρατική συλλογή περιλαμβάνει 60 περίπου έργα που αντιστοιχούν σε πολλά από αυτά που ονομάζουμε σήμερα κλάδους της ιατρικής ή επιστήμες που σχετίζονται με την ιατρική. Βρίσκουμε σ’ αυτήν έργα που αναφέρονται στη δομή και λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, στην πρόκληση των ασθενειών και την περιγραφή της πορείας τους, σε θεραπευτικές μεθόδους, στη χειρουργική, στη γυναικολογία και τη μαιευτική κλπ.

Η θεραπευτική της Ιπποκρατικής συλλογής είναι εξειδικευμένη και παίρνει υπ’ όψιν της όλους τους παράγοντες, στους οποίους βασίζεται και η πρόγνωση (κατάσταση του αρρώστου, ιδιαίτερα κατάσταση των χυμών, πορεία της αρρώστιας, χρόνο της αρχικής εμφάνισης, αλλά και των μεταβολών της, κλιματολογική κατάσταση της περιοχής, επιδράσεις αέρων, υδάτων κλπ.). Η Ιπποκρατική θεραπευτική είναι, κατά κύριον λόγο, διαιτητική, με την ευρύτερη έννοια της λέξης. Η διατροφή του αρρώστου παίζει σημαντικό ρόλο: οι τροφές που πρέπει να παίρνει – κι αυτές που δεν πρέπει να παίρνει – ο άρρωστος, η ποσότητά τους, ο τρόπος παρασκευής τους κλπ. Αλλά στη διαιτητική θεραπεία δεν περιλαμβάνονται μόνον αυτά που αφορούν στις τροφές. Καθορίζονται ακόμα το ποσό και το είδος της κίνησης ή της άσκησης, λουτρά και πλύσεις, ενδεχόμενη αλλαγή κλίματος και τρόπου ζωής κλπ. Ανάλογες οδηγίες δίνονται και στους υγιείς για να διατηρήσουν την υγεία τους. Τα φάρμακα, που είναι βέβαια κυρίως βότανα, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Αξιοσημείωτα συχνή, μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, είναι η χρήση καθαρτικών (και εμετικών) φαρμάκων – κάτι που μπορεί να συσχετισθεί με τη θεωρία των χυμών, μια και τα φάρμακα αυτά μπορούν να διώξουν από τον οργανισμό χυμούς που η υπερβολική παρουσία τους προκαλεί αρρώστιες. Στα ίδια πλαίσια μπορεί να τοποθετηθεί και η εφαρμογή, ως θεραπευτικής μεθόδου, της αφαίμαξης.

Με βάση την αντίληψη για τη ‘θεραπευτική δύναμη της φύσης’, η Ιπποκρατική θεραπευτική χαρακτηρίζεται συχνά από στάση αναμονής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για χορήγηση φαρμάκων ή για αφαιμάξεις. Αναμένει δηλ. ο γιατρός την κατάλληλη χρονική στιγμή στην πορεία της αρρώστιας ή σε σχέση με σημεία από το περιβάλλον (όπως το είδος των ανέμων ή άλλα καιρικά φαινόμενα). Η στάση αυτή κατηγορήθηκε από μεταγενέστερους γιατρούς ως ‘μελέτη θανάτου’, είναι όμως μια στάση που, μαζί με την έμφαση στη διαιτητική θεραπεία, αναβίωνε κάθε τόσο στην ιστορία της ιατρικής – ιδιαίτερα όταν κάποιοι γιατροί έβρισκαν λόγους να αμφιβάλουν σοβαρά για την αξία των μεθόδων θεραπείας που επικρατούσαν στην εποχή τους.

Μετά τον Ιπποκράτη και μετά την εποχή της συγγραφής των Ιπποκρατικών κειμένων, η Ελληνική ιατρική χαρακτηρίζεται από τη διαδοχική εμφάνιση διαφόρων ‘σχολών’. Εμφανίζονται δηλαδή ομάδες γιατρών που υποστηρίζουν διαφορετικές, κάθε φορά, απόψεις για τη φύση του ανθρώπου, για την αρρώστια, για τους τρόπους θεραπείας. Οι κυριότερες από αυτές τις σχολές είναι οι εξής

Δογματικοί

Έτσι ονομάστηκαν γιατροί που υποστήριζαν ή θεωρούνταν ότι ακολουθούν πιστά τις διδασκαλίες του Ιπποκράτη. Χαρακτηριστικό τους είναι η στενή τους σχέση με τη φιλοσοφία και οι προσπάθειές τους για θεωρητική-φιλοσοφική θεμελίωση της Ιπποκρατικής ιατρικής. Πέρα από αυτά δεν υπάρχει πολλή συνοχή ανάμεσα σ’ αυτούς τους γιατρούς και είναι αμφίβολο, αν θα πρέπει να θεωρούνται ως ενιαία σχολή.

Σημαντικότεροι από τους γιατρούς που μπορούν να περιληφθούν σ’ αυτό το χώρο θεωρούνται ο Διοκλής και ο Πραξαγόρας. Ο Διοκλής ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Έδινε ιδιαίτερη σημασία στην υγιεινή και τα βιβλία του περιλαμβάνουν λεπτομερείς οδηγίες για τη διατροφή και τον τρόπο ζωής με σκοπό τη διατήρηση της υγείας και την προφύλαξη από αρρώστιες. Παρόμοιες ήσαν και οι αντιλήψεις του Πραξαγόρα (έζησε γύρω στα 340 π.Χ.), ο οποίος είναι, επιπλέον, ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά το σφυγμό και τη σημασία του στην ιατρική πρακτική.

Ηρόφιλος – Ερασίστρατος

Ο Ηρόφιλος (γύρω στα 300 π.Χ.) και ο Ερασίστρατος (περίπου 330-250 π.Χ.), που έδρασαν την ίδια περίπου εποχή στην Αλεξάνδρεια, αναφέρονται σήμερα στα βιβλία ιστορίας της ιατρικής κυρίως για τις ανατομικές τους μελέτες. Με αυτούς αρχίζει πραγματικά να αναπτύσσεται η Ελληνική ανατομία. Περιέγραψαν, για πρώτη φορά, με αρκετή ακρίβεια διάφορα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος (οφθαλμό, εγκέφαλο, καρδιά, αρτηρίες, έντερο, γεννητικά όργανα κλπ.) και έδωσαν ονόματα σε μέρη τους. Μεταγενέστεροί τους συγγραφείς, όπως ο Ρωμαίος Κέλσος (γύρω στο 40 μ.Χ.) και ο χριστιανός Τερτυλλιανός (γύρω στο 200 μ.Χ.), αναφέρουν ότι ο Ηρόφιλος και ο Ερασίστρατος πραγματοποιούσαν ανατομές σε ζωντανούς ανθρώπους, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να διασταυρωθεί με τη βοήθεια άλλων πηγών. Ανεξάρτητα όμως από τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν, είναι η πρώτη φορά που η ανατομία αποκτάει έναν κεντρικό ρόλο στους τομείς της γνώσης για τον άνθρωπο και της ιατρικής.

Έχουμε όμως να κάνουμε και με μια γενικότερη απομάκρυνση από την Ιπποκρατική παράδοση. Ο Ηρόφιλος εξακολουθεί να δέχεται, σε σημαντικό βαθμό, τις Ιποκρατικές θεωρίες για τους τέσσερες χυμούς. Χρησιμοποιεί όμως τις αφαιμάξεις και τα φάρμακα σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, σε σύγκριση με την Ιπποκρατική ιατρική. Ο Ερασίστρατος διαρρηγνύει εντελώς τους δεσμούς του με την Ιπποκρατική παράδοση. Εδώ έχουμε για πρώτη φορά την εμφάνιση μιας μηχανιστικής εικόνας για τον ανθρώπινο οργανισμό. Για τον Ερασίστρατο τον κύριο ρόλο για τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού και για την εμφάνιση ασθενειών παίζουν τα στερεά μέρη του (η αντίληψη αυτή ονομάσθηκε και στερεοπαθολογία). Η πέψη είναι μια μηχανική διαδικασία λειοτρίβησης των τροφών. Η καρδιά λειτουργεί σαν υδραυλική αντλία με βαλβίδες. Παρόμοιες αντιλήψεις αναπτύσσονται και για τις άλλες λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού.

Εμπειριστές
Οι γιατροί αυτής της σχολής δεν τρέφουν εκτίμηση για τη φιλοσοφία και τις θεωρίες – αποτελούν, θα λέγαμε, τον αντίποδα των δογματικών. Ως βάση της ιατρικής θεωρούν την εμπειρία που αποκτάει ο γιατρός παρακολουθώντας την πορεία της αρρώστιας και τα αποτελέσματα της θεραπείας. Έτσι περιγράφουν και καταγράφουν περιπτώσεις αρρώστων και τα αποτελέσματα των φαρμάκων που δοκιμάζουν σε αυτούς. Αντίθετα, δεν τους ενδιαφέρει η ανατομία, καθώς επικεντρώνεται στο νεκρό σώμα και όχι στο ζωντανό άρρωστο. Η σχολή αυτή αποκτάει επιρροή από το 200 π.Χ. περίπου και σημαντικότερος εκπρόσωπός της θεωρείται ο Ηρακλείδης (αρχές του 1ου αιώνα π.Χ.)

Μεθοδικοί
Η σχολή αυτή αναπτύχθηκε από Έλληνες γιατρούς στη Ρώμη. Ήδη από τον 3ο π.Χ. αιώνα αρχίζουν να πηγαίνουν και να εγκαθίστανται Έλληνες γιατροί στη Ρώμη, εκεί όπου υπήρχε πλούτος και άρχοντες που αναζητούσαν καλούς γιατρούς. Ο πρώτος που αποκτάει μεγάλη φήμη εκεί είναι ο Ασκληπιάδης από την Προύσσα της Μ. Ασίας (γεννήθηκε το 124 π.Χ.). Παρόλο που υπάρχουν πολλά αδιευκρίνιστα σημεία σχετικά με τη βιογραφία και το έργο του, ο Ασκληπιάδης φαίνεται να είχε επηρεασθεί από τον Ερασίστρατο. Είχε μηχανιστικές αντιλήψεις για τον ανθρώπινο οργανισμό, στις οποίες ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα άτομα, με την έννοια που έδινε σ’ αυτά ο Δημόκριτος. Στον οργανισμό υπάρχουν πόροι ή ‘σωλήνες’, μέσα στους οποίους κυκλοφορούν τα άτομα. Όταν οι πόροι είναι στενοί σχετικά με το μέγεθος των ατόμων, τα άτομα δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν κανονικά. Στην αντίθετη περίπτωση, τα άτομα μπορεί να κυκλοφορούν υπερβολικά γρήγορα και να παρατηρείται αυξημένη ‘ρευστότητα’ στον οργανισμό. Και οι δύο αυτές αντίθετες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση ασθενειών.

Ο Ασκληπιάδης επηρέασε τους μεθοδικούς. Αλλά ιδρυτές αυτής της σχολής θεωρούνται ο Θεμίσων (γύρω στο 50 π.Χ.) και ο Θεσσαλός Για τους μεθοδικούς, όλες οι αρρώστιες είναι, με έναν απλουστευτικό τρόπο, αποτέλεσμα της συστολής ή της διαστολής των πόρων. Στην πρώτη περίπτωση (υπερβολική συστολή των πόρων) έδιναν το όνομα ‘status strictus’. Στην άλλη (υπερβολική χαλάρωση των πόρων) το όνομα ‘status laxus’. Δέχονταν ακόμα μια ενδιάμεση κατάσταση, στην οποία άλλοι πόροι ήσαν συσταλμένοι και άλλοι χαλαροί, κι αυτή την ονόμαζαν ‘status mixtus’.

Οι μεθοδικοί δεν ενδιαφέρονταν για την ανατομία και τη φυσιολογία. Την κατάσταση των πόρων την διαπίστωναν από τα συμπτώματα που εμφάνιζε ο άρρωστος. Οι θεραπευτική τους, όπως και του Ασκληπιάδη, έδινε το κύριο βάρος σε φυσικά μέσα και υγιεινοδιαιτητική αγωγή (ρύθμιση της τροφής, λουτρά, μαλάξεις, γυμναστική κλπ.) Ήταν δηλ. μια θεραπευτική που δεν βρισκόταν μακριά από τις Ιπποκρατικές αρχές, παρόλο που εδώ η θεωρητική βάση είναι εντελώς διαφορετική.

Στους μεθοδικούς ανήκει και ο Σωρανός (γύρω στα 100 μ.Χ.), αν και διαφοροποιείται κάπως, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην ανατομία. Ο Σωρανός αναγνωρίζεται γενικότερα για το έργο του στη μαιευτική και τη γυναικολογία.

Πνευματικοί
Το πνεύμα είναι μια έννοια που τη συναντάμε συχνά στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία ήδη από την εποχή των Προσωκρατικών. Το πνεύμα συγγενεύει με τον αέρα ή είναι κάτι που βρίσκεται μέσα στον αέρα και έχει, θα μπορούσαμε να ειπούμε, ζωοποιητιικές ιδιότητες ή ιδιότητες ζωογόνησης των σωματικών και ψυχικών λειτουργιών. Με άλλα λόγια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το πνεύμα είναι ένα είδος λεπτότερης και ανώτερης ύλης. Το πνεύμα αποκτάει, στην εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα σημαντική θέση στη φιλοσοφία στα πλαίσια της σχολής των Στωικών.

Οι ‘πνευματικοί’ γιατροί, που είχαν επηρεασθεί σημαντικά από τους Στωικούς, θεωρούσαν ότι το πνεύμα παίζει κυριαρχικό ρόλο στις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, από το επίπεδο της αδρής σωματικής συγκρότησης μέχρι και τις ψυχικές λειτουργίες και ότι διάφορες διαταραχές του είναι αυτές που προκαλούν τις διάφορες αρρώστιες. Με τον τρόπο αυτό μπορούσε να δομηθεί μια συγκροτημένη θεωρία της ιατρικής, στην οποία μπορούσαν να ενσωματωθούν γνώσεις και αντιλήψεις που προέρχονταν και από άλλες σχολές. Έτσι οι πνευματικοί γιατροί μπορούσαν να χρησιμοποιούν μεθόδους υγιεινοδιαιτητικής αγωγής, αφού το πνεύμα είναι κάτι που υπάρχει παντού, επομένως υπάρχει και στις τροφές. Το πνεύμα όμως υπάρχει και στο περιβάλλον, όπου συμμετέχει σε όλα τα φαινόμενα. Έτσι η έκθεση του ανθρώπου στον ήλιο, τον αέρα κλπ. σημαίνει έκθεσή του σε διάφορες μορφές πνεύματος. Τα φάρμακα πάλι, κατά τους πνευματικούς, ασκούσαν τη δράση τους επηρεάζοντας το πνεύμα του ανθρώπινου οργανισμού. Αφού το πνεύμα υπάρχει σε όλα τα πράγματα και επενεργεί σε όλες τις λειτουργίες και σε όλες τις θεραπευτικές πράξεις, οι πνευματικοί μπορούσαν να ενσωματώνουν θεραπευτικές αντιλήψεις που προέρχονταν από διαφορετικά ιατρικά συστήματα. Έτσι προετοίμαζαν, κατά κάποια έννοια, το δρόμο για τους εκλεκτικούς.

Εκλεκτικοί
Αυτοί που ονομάσθηκαν εκλεκτικοί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ενιαία σχολή, γιατί δεν ακολουθούν συγκεκριμένο σύστημα ή συγκεκριμένη μέθοδο. Αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι ότι παίρνουν, ως προς τις θεωρητικές βάσεις και ως προς τις θεραπευτικές προσεγγίσεις, στοιχεία από διάφορες σχολές – αυτά που θεωρούν περισσότερο αποδεκτά ή περισσότερο χρήσιμα. Στους εκλεκτικούς μπορεί να περιληφθεί και ο Γαληνός – αυτός που θεωρείται γενικά ως ο δεύτερος, μετά τον Ιπποκράτη, μεγάλος γιατρός της αρχαίας Ελλάδας

Μια σημαντική μορφή της περιόδου αυτής είναι ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης. Ήταν Έλληνας από την περιοχή της Ταρσού της Κιλικίας, έζησε το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ και υπηρέτησε ως χειρουργός στο στρατό του Νέρωνα και του Βεσπασιανού. Στο βιβλίο του ‘περί ύλης ιατρικής’ περιγράφονται 950 περίπου φάρμακα, από τα οποία τα 600 είναι φυτικά (τα υπόλοιπα ζωικά ή ορυκτά). Ο Διοσκουρίδης δίνει οδηγίες για την αναγνώριση, συλλογή και διατήρηση των φαρμάκων. Για κάθε φυτό δίνει το όνομα και τα συνώνυμά του, τη βοτανική περιγραφή του, τις θεραπευτικές του ιδιότητες και οδηγίες για την παρασκευή των φαρμάκων. Αξιοσημείωτο είναι ότι περιλαμβάνει και ‘εξωτικά’ φυτά, δηλ. φυτά που προέρχονται από μακρυνές χώρες. Λέγεται ότι γνώσεις για τέτοια φυτά απέκτησε κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του με το Ρωμαϊκό στρατό. Για τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών (και των άλλων φαρμάκων) ο Διοσκουρίδης δεν παραπέμπει σε κάποιο θεωρητικό σχήμα και η προσέγγισή του θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εμπειρική. Είναι μάλλον βέβαιο ότι το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει και συστηματοποιεί γνώσεις που έρχονται από πολύ παλαιότερα, ακόμα και πριν από τα Ιπποκρατικά κείμενα, μαζί με άλλες νεώτερες, στις οποίες ο συγγραφέας δίνει τη δική του έκφραση. Στην πραγματικότητα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, σε αρκετά μεγάλη έκταση, μια συνέχεια ανάμεσα στις γνώσεις και στα κείμενα που αφορούν σε φάρμακα και φαρμακευτικές θεραπείες, είτε αυτά είναι παλαιότερα, είτε μεταγενέστερα του Διοσκουρίδη.

Το βιβλίο του Διοσκουρίδη, που μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο (διασωζόμενο) σύγγραμμα φαρμακολογίας, επηρέασε σημαντικά τους επομένους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους και το Γαληνό. Μετά τη μετάφρασή του στα Λατινικά έγινε, στη Δύση, το κλασσικό σύγγραμμα αναφορικά με τα φάρμακα για πολλούς επόμενους αιώνες. Απετέλεσε ακόμα κύρια πηγή για ιατρικά συγγράμματα, για τα βοτανολόγια της Αναγέννησης και, αργότερα, για τις φαρμακοποιίες.

Ο Γαληνός (περίπου 130-201 μ.Χ.) γεννήθηκε στην Πέργαμο της Μ. Ασίας. Σπούδασε στην Πέργαμο, στη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια ιατρική, φιλοσοφία και ρητορική. Άσκησε την ιατρική, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στη Ρώμη και ήταν προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου καθώς και άλλων αυτοκρατόρων..

Ο Γαληνός διαπραγματεύεται στα έργα του όλους τους τομείς της ιατρικής, όπως υπήρχαν στην εποχή του. Σε μεγάλη έκταση, δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί η προέλευση αυτών που περιλαμβάνονται στα έργα του, τί δηλαδή από αυτά είναι προσωπική του συμβολή και τί έχει πάρει από άλλους. Ο ίδιος δέχεται ότι κύρια πηγή του αποτελεί ο Ιπποκράτης, τον οποίο θεωρεί δάσκαλό του και τον εαυτό του συνεχιστή του έργου του Ιπποκράτη. Άλλωστε αρκετά έργα του είναι, στην πραγματικότητα, σχόλια πάνω σε Ιπποκρατικά έργα. Ο Γαληνός εσυστηματοποίησε τις θεωρίες των τεσσάρων χυμών και των τεσσάρων ποιοτήτων. Οι θεωρίες αυτές αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, τον πυρήνα του θεωρητικού οικοδομήματος του Γαληνού. Το θεωρητικό αυτό οικοδόμημα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τη Ιπποκρατική συλλογή, παρουσιάζεται εξαιρετικά συγκροτημένο και επεξεργασμένο. Ο Γαληνός θέλει, η ιατρική του να έχει στέρεες φιλοσοφικές βάσεις, να έχει λογική δομή, να μην περιέχει αντιφάσεις Η σαφήνεια και η λογική συγκρότηση των έργων του Γαληνού είναι ασφαλώς ένας από τους λόγους που έκαναν να έχει τόσο μεγάλη απήχηση στους μεταγενέστερους.

Από την άλλη μεριά, το έργο του Γαληνού αναφέρεται, σε μεγάλη έκταση, στην εμπειρία, σε εμπειρικά δεδομένα. Σημαντικό ρόλο παίζουν εδώ οι ανατομικές γνώσεις – και πάλι σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ιπποκρατική συλλογή. Ο Γαληνός έκανε πολύ συχνά ανατομές σε ζώα κάθε είδους και περιγράφει με λεπτομέρεια τις παρατηρήσεις του. Τα πειράματα αυτά δεν ήσαν απλώς ανατομικά πειράματα, αλλά είχαν και το χαρακτήρα πειραμάτων φυσιολογίας. Γιατί πολλές φορές έκανε ανατομές σε ζωντανά ζώα και παρατηρούσε και περιέγραφε τις αντιδράσεις τους και τα συμπτώματα που εμφανίζονταν, καθώς επενέβαινε, με διάφορους τρόπους, στα εσωτερικά τους όργανα. Τέτοια πειράματα γίνονταν πολλές φορές μπροστά σε θεατές και προκαλούσαν μεγάλη εντύπωση. Γενικά, η ανατομία του Γαληνού έχει ένα χαρακτήρα λειτουργικής ανατομίας. Δεν αρκείται να περιγράφει το πώς είναι κατασκευασμένο ένα όργανο, αλλά θέλει να δείξει και για ποιό λόγο είναι κατασκευασμένο έτσι και ποιό σκοπό εξυπηρετεί. Το ότι η ανατομία θεμελιώνεται έτσι και φιλοσοφικά είναι ίσως ένας λόγος που κάνει τον Γαληνό να μεταφέρει εύκολα και στον άνθρωπο τις ανατομικές γνώσεις που είχε αποκτήσει από τις ανατομές ζώων. Γίνεται γενικά δεκτό ότι ο Γαληνός δεν έκανε ανατομές σε ανθρώπινα πτώματα.

Παρόλο που θεωρητικά υποστηρίζει τις απόψεις του Ιπποκράτη για τη θεραπευτική δύναμη της φύσης, στη θεραπευτική πρακτική ο Γαληνός χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο τα φάρμακα. Τα φάρμακά του συχνά περιέχουν έναν μεγάλο αριθμό συστατικών (χαρακτηριστικά είναι τα διάφορα σκευάσματα θηριακής)

Ο Γαληνός έμελλε να επηρεάσει, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον γιατρό της αρχαιότητας, την εξέλιξη της ιατρικής στη Δύση, τουλάχιστον μέχρι την Αναγέννηση. Τα βιβλία του μεταφράσθηκαν στα Λατινικά και επικράτησαν ως κλασσικά συγγράμματα στις ιατρικές σχολές της Ευρώπης. Σ’ αυτό συνετέλεσε και το γεγονός, ότι υιοθετήθηκαν από τους Άραβες γιατρούς, οι οποίοι, με τη σειρά τους, επηρέασαν αποφασιστικά τη Μεσαιωνική Δύση.