Tag Archive: θηλαστικά


Αυτή είναι η Λίμπο, η κουνέλα μου (Oryctolagus cuniculus), που πλησιάζει τα έξι χρόνια ζωής. Είναι νάνος, γύρω στα 1.200 γραμμάρια, με λευκή γούνα, μαύρο γύρω από τα μάτια, καφέ αυτιά και μικρές καφέ περιοχές στην πλάτη, με μια γραμμή που σχηματίζει τον αριθμό 2. Έχω πολύ καιρό να δημοσιεύσω νέα της μετά από το πρώτο άρθρο και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν με τις αναπαραγωγές της και μερικά σποραδικά μετά, όπου ανέβαζα λίγα βίντεο. Στην παρούσα δημοσίευση θα σας παραθέσω μερικά βίντεο της κουνέλας μου καθώς επιδίδεται σε καθημερινές δραστηριότητες, αλλά και κάποια πιο ιδιαίτερα. Προσπαθώ να απαθανατίσω διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της, για να την θυμάμαι καλά αφού την χάσω, γιατί, ό,τι και αν κάνουμε, είναι ένα μικρό θηλαστικό που δε θα ζήσει για πάντα. Απολαύστε λοιπόν τις δραστηριότητες της Λίμπο στα παρακάτω βίντεο από το κανάλι μου στο Youtube.

Στο πρώτο βίντεο βγαίνει μια βόλτα, μια τυπική μέρα ενασχόλησης με τη Λίμπο, αν και συνήθως την βγάζω πιο αργά το βράδυ. Αρχικά είναι επιφυλακτική με την κάμερα, αλλά μετά συνηθίζει. Βγάζω κι εγώ περιοδικά το κεφάλι μου πίσω από την κάμερα για να βλέπει ότι είμαι εκεί.

Εδώ παίζει με μια γεμάτη σακούλα. Την είχα προσωρινά στο δωμάτιο, οπότε δεν την γνωρίζει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είχε μέσα, νομίζω βιβλία, πάντως πτώμα δεν είχε.

Το παρακάτω είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που έχω παρατηρήσει στο κουνέλι μου. Μια μέρα, χωρίς προφανή λόγο, άρχισε να δαγκώνει και να τραβάει το καπάκι από το στοπ της πόρτας του δωματίου μου. Μόλις το έβγαλα, το κυνηγούσε και το έπιανε σαν σκύλος. Δε θυμάμαι να άφησα τροφή εκεί, για να μυρίζει σαν φαγητό. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα κουνέλια μας, αναπόφευκτο είναι, μέσα σε τόσα χρόνια, να τύχει να τα φοβίσουμε άθελα μας. Στο βίντεο αυτό, που είναι από συμβάν στις αρχές του καλοκαιριού, η Λίμπο έχει τρομάξει πολύ, και γι’αυτό μένει ακίνητη και πιεσμένη στο έδαφος, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με το έδαφος και να αποφύγει έτσι τους εχθρούς της. Μετά από λίγο επανήλθε, αλλά ηρέμησε εντελώς την επόμενη μέρα. Παλαιότερα, όταν ήταν νεότερη, έδειχνε τη δυσαρέσκεια ή την ενόχλησή της με κάτι με ένα γρύλλισμα ή μια επιθετική κίνηση, αλλά όσο μεγαλώνει προτιμά πιο παθητικές αντιδράσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα δε θυμώνει, κάτι που μπορείτε να διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε να την χαϊδέψετε ενώ δε σας ξέρει. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να ενοχλείται από σχεδόν οτιδήποτε.

Το παρακάτω το τράβηξα πέρσι το φθινόπωρο, όταν είχε ιδιαίτερη απώλεια γούνας, όταν της καθάριζα τη γούνα με προσοχή.

Στα παρακάτω βίντεο η Λίμπο είτε τρώει είτε πίνει νερό. Πίνει νερό από μπουκάλι ή από μπολ, και τρώει άχυρα, πέλετ, χόρτα, φύλλα, λουλούδια και καρότο.









Εδώ τρώει δύο ιδιαίτερα αρχαία και σπάνια φυτά της συλλογής μου, φύλλο από γίνκγο (Ginkgo biloba) και κλαδάκι από αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla).

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Προσφέρω στη Λίμπο ένα τριαντάφυλλο, αφού ξέρω ότι θα το εκτιμήσει περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, αφού είναι κουνέλα…

Ενημέρωση 19/1/2017: Ένα ωραίο βίντεο που παίζει έξω στο μπαλκόνι με τα χιόνια στις 10 Ιανουαρίου, όταν η Αριάδνη χτύπησε έντονα τη Θεσσαλονίκη και είχαμε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες. Ήταν η μόνη φορά μετά το 1963 με ολικό παγετό που διήρκησε για πέντε ημέρες. Μαζί δείχνω και κάποια φυτά που χτυπήθηκαν από την παγωνιά – είναι αυτά που περιγράφονται ως ανθεκτικά σε ελαφριές παγωνιές, αλά τελικά η παγωνιά δεν ήταν ελαφριά. Τα υπόλοιπα είτε την αντέχουν χωρίς πρόβλημα, είτε τα έχω μέσα, πάλι χωρίς πρόβλημα.

Όπως είχα πει και στο προηγούμενό μου άρθρο, ο κόσμος μας βρίθει από μικ΄ρα θηλαστικά, τα οποία, εξαιτίας της κρυπτικής τους φύσης, δε γνωρίζουμε καν. Κάποια απ’αυτά είναι πολύ παράξενα, όπως οι ασπάλακες που ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο. Και λογικό είναι στο μέγεθος αυτό, κάποιο να κατέχει το ρεκόρ του μικρότερου θηλαστικού του κόσμου. Αυτό το θηλαστικό λοιπόν ζει και στην Ελλάδα. Ναι, έχουμε δηλαδή το μικρότερο θηλαστικό όχι της Ευρασίας, ούτε του Βόρειου Ημισφαιρίου, αλλά του κόσμου ολόκληρου και δεν το ξέρει κανείς! Όσοι το μαθαίνουν αυτό εκπλήσσονται. Πόσο μικρό είναι, και πώς γίνεται να μην το ξέρουμε;

Πρόκειται για την ετρουσκομυγαλή, με επιστημονική ονομασίαSuncus etruscus (Σούγκος ο ετρουσκικός). Αν και πολλοί τις συγχέουν με ποντίκια εξαιτίας του παρόμοιου μεγέθους, οι μυγαλές ή μυγαλίδες έχουν τόση σχέση με τα ποντίκια όση έχουν και οι τυφλοπόντικες. Και οι δύο αυτές ομάδες θηλαστικών, καθώς και οι σκαντζόχοιροι, ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, που παλαιότερα ήταν μέρος της μεγάλης τάξης των εντομοφάγων, η οποία όμως έπρεπε να διασπαστεί, επειδή τα μέλη της ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους θηλαστικών. Τα εντομοφάγα είναι πρωτόγονου τύπου μικρά, νυκτόβια και εντομοφάγα, αν και στην πραγματικότητα όλα είναι παμφάγα, πλακουντοφόρα θηλαστικά.

Οι μυγαλές είναι τυπικό παράδειγμα του τύπου αυτού. Είναι μικρόσωμες, με κυλινδρικό σώμα, κοντά πόδια, στενό και μακρύ κεφάλι με λεπτό και μυτερό ρύγχος, μικρά μάτια και αυτιά, ανεπτυγμένα μουστάκια και πρωτόγονη οδοντοστοιχία εντομοφάγου, με κοπτήρες σαν καρφιά, ελαφρώς μεγαλύτερους κυνόδοντες και τραπεζίτες που περισσότερο τρυπούν παρά αλέθουν. Η μύτη τους προεξέχει λίγο από το στόμα, δίνοντας την εντύπωση μικρής προβοσκίδας, όπως και στους ασπάλακες. Η γούνα τους είναι κοντή και απαλή και η ουρά μέτρια σε μήκος. Εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους, έχουν πολύ μεγάλη επιφάνεια ως προς τον όγκο τους, κι έτσι χάνουν πολύ εύκολα θερμότητα. Αυτό, σε συνδυασμό με τον υψηλό τους μεταβολισμό, κάνει αδύνατη την αποταμίευση λίπους, έτσι θα πρέπει μονίμως να ψάχνουν για τροφή. Έστω και λίγες ώρες χωρίς τροφή αποβαίνουν μοιραίες. Ψάχνουν λοιπόν τροφή για όλο το χρόνο, και το χειμώνα σκάβουν κάτω από το χιόνι. Η όρασή τους είναι φτωχή, αλλά η όσφρηση και η αφή είναι πολύ ανεπτυγμένες, και αρκετά είδη μπορούν να ηχοεντοπίζουν σαν τις νυχτερίδες, αν και με μικρότερη ακρίβεια. Η μεγαλύτερη δραστηριότητα παρατηρείται τη νύχτα, αλλλά στην πραγματικότητα δραστηριοποιούνται με διαλείψεις για όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ψάχνοντας για τροφή ακόμα και την ημέρα. Μυγαλή σημαίνει ποντικοκούναβο στα αρχαία ελληνικά, κι ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος. Αν και κανονικά τρέφονται κυρίως με μικροσκοπικά έντομα, είναι μόνίμως πεινασμένοι και αδίστακτοι κυνηγοί που μπορούν να επιτεθούν σε έντομο ίσο ή και μεγαλύτερο του μεγέθους τους. Για παράδειγμα μια μυγαλή μπορεί να φάει μια ολόκληρη ακρίδα. Ακόμα μεγαλύτερα είδη μπορεί να φάνε ακόμα και ποντίκια! Τα κουναβοειδή είναι μια ακόμα ομάδα θηλαστικών με παρόμοια αδίστακτη συμπεριφορά. Κοινό και των δύο αυτών ομάδων θηλαστικών, των μυγαλών και των κουναβιών, είναι ο ασυνήθιστα υψηλός μεταβολισμός, ο οποίος τα εξαναγκάζει σε υψηλό επίπεδο δραστηριότητας για την εύρεση τροφής,κι έτσι δεν αφήνουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, ακόμα κι αν το θήραμα είναι μεγαλύτερο από το σώμα τους. Εξαιτίας αυτού του γρήγορου μεταβολισμού, οι μυγαλές ζουν λίγο, συνήθως μόνο ενάμισι ή δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό αναπαράγονται συχνά, συνήθως με 2-10 μικρά τη φορά, τα οποία γεννιούνται τυφλά, γυμνά και υπανάπτυκτα, στην προγονική δηλαδή κατάσταση των νεογνών θηλαστικών, κι ανεξαρτητοποιούνται σε περίπου έναν μήνα. Αξιοσημείωτη συμπεριφορά πολλών μυγαλών είναι η αλυσίδα που σχηματίζουν, όταν πρόκειται η μητέρα να μετακινήσει τα μικρά σε άλλη περιοχή, με τα μικρά να δημιουργούν μια γραμμή πίσω από τη μάνα δαγκώνοντας την ουρά του μπροστινού τους. Ο αναπαραγωγικός τους ρυθμός είναι χαμηλότερος από αυτόν κυρίως φυτοφάγων ζώων όπως των ποντικιών, τα οποία έχουν περισσότερη διαθέσιμη τροφή και πολύ περισσότερους εχθρούς. Οι μυγαλές, αν και μικρές και φαινομενικά ευάλωτες, έχουν οσμογόνους αδένες που εκκρίνουν δύσοσμο υγρό που αποθαρρύνει τα περισσότερα θηλαστικά. Οι γάτες για παράδειγμα μπορεί να τις πιάσουν και μερικές φορές να τις σκοτώσουν, αλλά μετά τις αφήνουν. Παρόλα αυτά τα φ΄δια και οι κουκουβάγιες τις τρώνε χωρίς πρόβλημα. Οι μυγαλές είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που μαρκάρουν με οσμή την περιοχή τους και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο για τα της αναπαραγωγής. Αν ένα ζώο αντιληφθεί την παρουσία άλλου στην περιοχή του θα προσπαθήσει να το διώξει με ήχους, και αν συναντηθούν θα μαλώσουν. Τα ζώα αυτά χρειάζονται μεγάλη έκταση για να ψάξουν τη μικρή και σκορπισμένη τροφή τους, και ένα ακόμα ζώο δίπλα τους είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρά βοήθεια.

Η ετρουσκομυγαλή ανήκει στην οικογένεια Soricidae, στις λευκόδοντες μυγαλές. Όπως προανέφερα, είναι μικροσκοπικό θηλαστικό. Το μέσο μήκος του σώματός της είναι τα 4 εκατοστά, με εύρος από 3 έως 5,2 εκ, ενώ η ουρά προσθέτει επιπλέον 2,4-3,2 εκ. Το μέσο βάρος της είναι 1,8 γραμμάρια, με εύρος από 1,3 γρ έως 2,5 γρ. Το ζώο έχει τυπικό σχήμα μυγαλής, με λεπτό, προβοσκιδοειδές ρύγχος, μεγάλα μουστάκια, αρκετά έντονα αυτιά και λεπτό σώμα. Η γούνα της είναι χρώματος καφέ στη ράχη και στις πλευρές και γκριζωπού στην κοιλιά. Τα άτομα δεν παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά κλίματα, και μπορεί να βρεθεί σε μια μεγάλη ζώνη μεταξύ του 10ου και του 40ου παραλλήλου βόρειο γεωγραφικό πλάτος στην Ευρασία και στη Βόρεια Αφρική. Στην Ευρώπη μπορεί να βρεθεί σε Ελλάδα, Κύπρο, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, Ιταλία, Μάλτα, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Ανδόρα, Γιβραλτάρ και Μονακό. Στη Βόρεια Αφρική μπορεί να βρεθεί σε Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές νοτιότερα σε Αιθιωπία, Νιγηρία και Γουινέα. Απαντά επίσης και στις Κανάριες Νήσους, όπου πιθανότατα εισήχθη από τον άνθρωπο. Στην Αραβική Χερσόνησο το είδος μπορεί να βρεθεί σε χώρες της περιφέρειας όπως σε Συρία, Λίβανο, Ισραήλ, Ιορδανία, Ομάν, Μπαχρέιν, και Υεμένη συμπεριλαμβανομένου του απομακρυσμένου νησιού Σοκότρα. Στην υπόλοιπη Ασία το είδος μπορεί να βρεθεί σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία, Νεπάλ, Βυρμανία, Μπουτάν, Λάος, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, επαρχία Γκένγκμα της Κίνας, Σρι Λάνκα, Μαλαισιανό τμήμα του Βόρνεο και Φιλιππίνες, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Αρμενία, Ουσμπεκιστάν, Κουβέιτ, Μπρουνέι και Ινδονησία. Το είδος σπάνια συναντάται ψηλότερα από τους πρόποδες των βουνών, αν και σε τροπικές περιοχές μπορεί ενίοτε να βρεθεί μέχρι και τα 3.000 με΄τρα υψόμετρο. Αν και το είδος έχει τεράστια εξάπλωση, θεωρείται σπάνιο σε σχέση με άλλα είδη μυγαλής σε όλους τους τόπους όπου απαντάται. Με τόσο μεγάλη εξάπλωση πάντως, είναι απορίας άξιο γιατί ονομάστηκε ετρουσκκομυγαλή. Ίσως τα πρώτα άτομα που περιγράφηκαν επιστημονικά να προήλθαν από την Ιταλία. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά ενδιαιτήματα με θάμνους όπου μπορεί να κρύβεται. Κατοικεί συχνά στον ικότονο μεταξύ λιβαδιού ή θαμνότοπου και δάσους. Αποικίζει επίσης την πυκνή παρυδάτια βλάστηση δίπλα σε ποτάμια και λίμνες, εγκαταλελειμμένους αγρούς ή τα όρια των καλλιεργημένων αγρών, βραχώδεις περιοχές, πετρότοιχους και ερείπια, όπου τρέχει ανάμεσα στις σχισμές και τις τρύπες ψάχνοντας για τροφή. Αποφεύγει τα εντατικά καλλιεργούμενα χωράφια, τους αμμόλοφους και τα πυκνά δάση.

Το είδος δραστηριοποιείται με διαλείμματα καθόλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, παραμένοντας κοντά στη φωλιά την ημέρα και πραγματοποιώντας μεγαλύτερες εξορμήσεις τη νύχτα, με τις μεγαλύτερες κατά την ώρα της αυγής. Οι περίοδοι ανάπαυσης είναι σύντομες, περίπου 30 λεπτά. Όταν το ζώο είναι ξύπνιο, κινείται συνεχώς. Οι κινήσεις του είναι γρήγορες κι έχουν υπολογιστεί στις 722 ανά λεπτό. Ο υπερβολικά υψηλός του μεταβολισμός το αναγκάζει να τρώει 1,5-2 φορές το βάρος του σε τροφή καθημερινά, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του καταλαμβάνει η αναζήτηση τροφής. Όταν δεν αναζητά τροφή, καθαρίζει τη γούνα του. Αναζητά την τροφή του με τη βοήθεια της καλής του όσφρησης και της αφής. Αρκεί ένα μόνο άγγιγμα του μουστακιού με ένα μικρό έντομο για να γυρίσει αμέσως και να το πιάσει. Τρώει ό,τι μικρό ασπόνδυλο μπορεί να βρει, αλλά μπορεί να επιτεθεί και σε ζώα όσο το μέγεθός του, όπως μεγάλα έντομα οπως ακρίδες, μικρά βατράχια, σαύρες και μικρά τρωκτικών. Οι ακρίδες αποτελούν αγαπημένη τροφή, κι αν υπάρχουν πολλές στην περιοχή θα φάει αρκετές. Τα μεγάλα έντομα τα σκοτώνει αμέσως μ’ένα δάγκωμα στο κεφάλι και τα τρώει επιτόπου, ενώ τα μικρά συνήθως τα επιστρέφει στη φωλιά. Προτιμά έντομα με μαλακό κι εύκαμπτο εξωσκελετό, κι έτσι αποφεύγει τα μυρμήγκια όσο γίνεται. Σε δύσκολες συνθήκες, το ζώο πέφτει σε κατάσταση βραχύχρονης νάρκης για την εξοικονόμηση ενέργειας, όπου η θερμοκρασία του πέφτει έως και στους 12 βαθμούς. Επανέρχεται τρεμουλιάζοντας τους μυς του, σε ρυθμό 3.500 δονήσεων το λεπτό (58 το δευτερόλεπτο), το οποίο θερμαίνει το ζώο με ρυθμό 0,83 βαθμούς Κελσίου ανά λεπτό, ο οποίος είναι ο ταχύτερος καταγεγραμμένος ρυθμός αναθέρμανσης κάθε θηλαστικού. Ο καρδιακός του ρυθμός αυξάνεται από τους 100 παλμούς το λεπτό στους κανονικούς για το είδος 800-1500 το λεπτό, ενώ ο αναπνευστικός του ρυθμός αυξάνεται από τις 50 στις 600-800 αναπνοές ανά λεπτό. Ανώτερος καταγεγραμμένος καρδιακός ρυθμός είναι οι 1500 παλμοί ανά λεπτό (25 ανά δευτερόλεπτο). Το είδος δεν είναι προσαρμοσμένο να σκάβει φωλιές, έτσι χρησιμοποιεί κοιλότητες σε πέτρες, αλλά και εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Είναι μοναχικό και κάνει ήχους σαν τερετίσματα για να επισημάνει την περιοχή του. Ζευγαρώνει κυρίως από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο, αν και μπορεί ν’αναπαραχθεί όλο το χρόνο. Το ζευγάρι μπορεί να σχετίζεται για μικρό χρονικό διάστημα γύρω από τη φωλιά και τα μικρά. Μετά από κύηση 27-28 ημερών, γεννιούνται 2-6 υπανάπτυκτα μικρά, βάρους 0,2 γρ. Η μητέρα τους μπορέι να τα μετακινήσει μετά τις 9-10 ημέρες αν ενοχληθεί η φωλιά, οπότε μπορεί να σχηματίσει αλυσίδα. Σχηματίζει αλυσίδα σπανιότερα σχετικά με άλες μυγαλές. Τα μάτια τους ανοίγουν στις 14-16 ημέρες, και απογαλακτίζονται στις 20 ημέρες. Σε τρεις με ΄τέσσερις εβδομάδες, τα μικρά θα έχουν ανεξαρτητοποιηθεί και σύντομα ωριμάζουν γεννητικά. Η διάρκεια ζωής του είδους αυτού υπολογίζεται στα 2 χρόνια, αν και δεν έχουν γίνει ακριβείς μετρήσεις.

Κύριοι εχθροί της μυγαλής αυτής είναι οι κουκουβάγιες. Το είδος σπανιότατα γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο, οπότε δεν κινδυνεύει άμεσα απ’αυτόν. Έμμεση απειλή είναι η γεωργική ανάπτυξη κατάλληλων για το είδος περιοχών, η οποία καταστρέφει τις περιοχές φωλιάσματος και κυνηγιού. Αντίξοες καιρικές συνθήκες επίσης, όπως ασυνήθιστα βαρείς χειμώνες και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, επιδρούν δυσμενώς στους πληθυσμούς του είδους. Παρόλα αυτά το είδος δε θεωρείται ακόμα απειλούμενο, αν και είναι σπάνιο σε πολλές περιοχές.

Η θέση αυτή του μικρότερου θηλαστικού δεν είναι χωρίς άλλους διεκδικητές. Η νυχτερίδα μέλισσα (Crasionycteris thonglongyai), ενός απειλούμενου είδους νυχτερίδας που μπορεί να βρεθεί μονο σε ασβεστολιθικά σπήλαια της δυτικής Ταϊλάνδης και της νοτιοανατολικής Βυρμανίας, έχει μήκος 2,5-3 εκ και βάρος 2 γρ. Έχει επίσης το μικρότερο κρανίο κάθε θηλαστικού. Ως προς το μήκος είναι λίγκο κοντότερη από την ετρουσκομυγαλή, αλλά ως προς το βάρος είναι λίγο βαρύτερη. Επειδή οι συγκρίσεις γίνονται συνήθως με βάση τη μάζα, η ετρουσκομυγαλή βγαίνει ως το μικρότερο θηλαστικό παγκοσμίως. Και ζει και στην Ελλάδα!

Το γένος της ετρουσκομυγαλής ωστόσο περιλαμβάνει και μερικούς γίγαντες. Η ποντικομυγαλή (Suncus murinus) είναι ένα μεγάλο είδος της τροπικής Ασίας που έχει εισαχθεί και σ’άλλες περιοχές του Παλαιού Κόσμου από τον άνθρωπο, το οποίο φτάνει τα 15 εκατοστά σε ολικό μήκος μαζί με την ουρά και τα 50-100 γραμμάρια σε βάρος, κάνοντάς την μία από τις μεγαλύτερες μυγαλές του κόσμου. Το είδος αυτό τρέφεται συχνά με τρωκτικά, γι’αυτό θεωρείται ωφέλιμο, ενώ η άσχημη οσμή και γεύση του το προστατεύουν από τα περισσότερα σαρκοφάγα θηλαστικά.

Εξαιτίας της κρυπτικής της συμπεριφοράς και της σπανιότητάς της σε σχέση με άλλες μυγαλές, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να την εντοπίσετε στο φυσικό της περιβάλλον, ακόμα κι αν ψάξετε με εξειδικευμένο εξοπλισμό. Παρόλα αυτά όποιος την έχει συναντήσει μπορεί να μου το αναφέρει σε σχόλιο. Οπότε θα πρέπει ν’αρκεστείτε σε φωτογραφίες από το Διαδίκτυο ή σε κάποιο διατηρημένο δείγμα σε μουσείο φυσικής ιστορίας, εάν θέλετε να ικανοποιήσετε την περιέργειά σας από κοντά. Αυτό λοιπόν το εκπληκτικό ζώο είναι το μικρότερο θηλαστικό του κόσμου.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ετρουσκομυγαλή
ετρουσκομυγαλπή – Nature Bank
Το ζώο της εβδομάδας: ετρουσκομυγαλίδα

Ασπάλακες

ευρωπαϊκός ασπάλακας (talpa europaea), από Wikipedia

Περιτριγυριζόμαστε από αναρίθμητα μικρά θηλαστικά, τα οποία δε γνωρίζουμε καν. Για παράδειγμα στην Ελλάδα ζει το μικρότερο χερσαίο θηλαστικό του κόσμου, η ετρουσκομυγαλή (Suncus etruscus), αλλά πόσοι το ξέρουν; Εκτός από τα είδη που μας επηρεάζουν άμεσα (ποντίκια, αρουραίοι) ή αυτά που φαίνονται λίγο περισσότερο (σκαντζόχοιροι, σκίουροι, νυφίτσες), δε γνωρίζουμε σχεδόν κανένα μικ΄ρο θηλαστικό, και όσα γνωρίζουμε, τα γνωρίζουμε μόνο ονομαστικά. Υπάρχει λόγος γι’αυτό το φαινόμενο, αφού τα περισσότερα από αυτά είναι νυκτόβια και κρυπτικά, διότι έχουν πολλούς εχθρούς. Και όμως το μεγαλύτερο μέρος της ποικιλότητας της ομοταξίας των θηλαστικών θα βρεθεί σ’αυτά τα μεγέθη, παρά στα γνωστότερά μας μεγαλύτερα. Εδώ θα συναντήσουμε από είδη που πλησιάζουν περισσότερο στα προγονικά θηλαστικά, μέχρι είδη με τις πιο εξωπραγματικές προσαρμογές. Θηλαστικά που κοιμούνται για το μισό χρόνο, θηλαστικά που αναπάράγονται μια φορά στη ζωή τους, θηλαστικά ικανά να αναγεννήσουν μέρη του σώματός τους, ποικιλόθερμα, ιπτάμενα, υπερβολικά ανθεκτικά σε τοξίνες, κλπ. Ο μόνος οικότυπος που λείπει είναι αυτός του θαλάσσιου θηλαστικού, γιατί τότε το σώμα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο για να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία. Κατά τα άλλα υπάρχουν χερσαία, αναρριχητικά, δενδρόβια, ημιυδρόβια και υπογειόβια είδη, με τα οποία τελευταία θα ασχοληθώ στο παρόν άρθρο, και συγκεκριμένα με τους τυφλοπόντικες.

Είναι σχεδόν τυφλοί, αλλά δεν είναι καθόλου πόντικες. Στην πραγματικότητα οι τυφλοπόντικες ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, η οποία παλαιότερα ήταν μέρος της τάξης σκουπιδοντενεκέ των εντομοφάγων, η οποία περιελάμβανε μικρόσωμα, πρωτόγονου τύπου πλακουντοφόρα θηλαστικά χωρίς πολλές καινοτομίες. Η μοριακή έρευνα ωστόσο έδειξε ότι δεν ήταν όλα τα εντομοφάγα ιδιαίτερα κοντινοί συγγενής, και γι’αυτό η τάξη έσπασε. Τα ευλιπότυφλα ανήκουν στον κλάδο των λαυρασιοθηρίων, ο οποίος είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει τα περισσότερα πλακουντοφόρα θηλαστικά, όπως τα σαρκοφάγα, τα οπληφόρα, τα κήτη και τις νυχτερίδες, όχι όμως τα πρωτεύοντα, τα τρωκτικά και τα λαγόμορφα, τα οποία ανήκουν στον κλάδο των υπερπρωτευόντων. Τα λαυρασιοθήρια και τα υπερπρωτεύοντα εντάσσονται με τη σειρά τους στον κλάδο των βορειοευθήριων, ο οποίος είναι ο πλέον επιτυχημένος κλάδος θηλαστικών σήμερα και ίσως ες αεί. Στα ευλιπότυφλα επίσης ανήκουν οι μυγαλές και οι σκαντζόχοιροι. Οι τυφλοπόντικες αποτελούν σχεδόν όλη την οικογένεια των ασπαλακιδών (Talpidae), και θεωρείται ότι εξελίχθηκαν από μυγαλές, οι οποίες προσαρμόστηκαν για υπόγεια διαβίωση, όπου αυξήθηκαν σε μέγεθος και μείωσαν τον αναπαραγωγικό τους ρυθμό, εξαιτίας των λιγότερων εχθρών. Άλλα μέλη της οικογένειας είναι οι ασπαλακομυγαλές, ζώα ενδιάμεσα στους τυφλοπόντικες και τις κανονικές μυγαλές, τα οποία έχουν μορφολογία μυγαλής, αναζητούν τροφή στην επιφάνεια του εδάφους, αλλά διαμένουν σε στοές στο έδαφος. Επίσης εδώ ανήκουν και οι υδρόβιοι τυφλοπόντικες, οι οποίοι επίσης διαμένουν σε στοές, αλλά αναζητούν τροφή κυρίως στο νερό. Η οικογένεια των ασπαλακιδών περιλαμβάνει 46 είδη, εκ των οποίων περίπου τα 30 είναι οι γνήσιοι ασπάλακες.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του ζώου είναι ασπάλαξ, πιθανότατα μη ινδοευρωπαϊκής προέλευσης. Λεγόταν επίσης και σιφνεύς, από το σιφνός ή σιφλός, ο τυφλός. Στα νεά ελληνικά συνήθως αποκαλείται τυφλοπόντικας, αλλά και ασπάλακας. Άλλες τοπικές ονομασίες του είναι τυφλοσπάλακας, τυφλασπάλακας, σπαλάγγι ή σφαλάγγι. Στα λατινικά λέγεται talpa, ομοίως και στα ιταλικά, ενώ στα γαλλικά η λέξη έχει μετατραπεί σε taupe, εξαιτίας της αλλαγής του λ, το οποίο προφερόταν πιο παχύ πριν από σύμφωνα, σε ήχο w στην παλαιότερη μορφή της γλώσσας. Στα αγγλικά λέγεται mole, σύντμηση του παλαιότερου τύπου moldwarp που αργότερα έγινε mouldywarp, ο οποίος μπορεί να βρεθεί και σε άλλες γερμανικές γλώσσες (γερμανικά maulwurf, σκανδιναβικά – Δανικά, Νορβιγικά, Σουηδικά και Ισλανδικά muldvarp, mullvad, moldvarpa), το οποίο αποδίδεται ως χωματορίχτης. Αυτή η σύντμηση στα αγγλικά έκανε τον τυφλοπόντικα ομόηχο με την κρεατοελιά «mole».

Τα ζώα αυτά είναι πολύ μικρά, συνήθως στα 10 εκατοστά, και πλήρως προσαρμοσμένα για υπόγεια διαβίωση. Έχουν πλατύ κεφάλι, γυμνό, σωληνωτό ρύγχος, υποτελικό στόμα, δηλαδή λίγο πιο πίσω από το άκρο του ρύγχους για να προστατεύεται από το χώμα, ατροφικά μάτια, συνήθως καλυμμένα με δέρμα και συχνά με γούνα, ατροφικά πτερύγια αυτιών σαν μια μικρή γραμμή στο δέρμα, μη εμφανή λαιμό, κυλινδρικό σώμα, μεγάλα και μυώδη μπροστινά άκρα για το σκάψιμο, κοντά πίσω άκρα και ατροφική ουρά. Η μορφολογία των μπροστινών άκρων είναι διαφορετική από άλλα θηλαστικά, με τον αγκώνα να κοιτά προς τα πάνω και την παλάμη να στρέφεται προς τα έξω και προς τα πίσω, σαν φτιάρι. Τα μπροστινά άκρα είναι πολύ στιβαρά, και σε ορισμένα είδη ο βραχίονας έχει μεγαλύτερο πλάτος από μήκος για την πρόσφυση πανίσχυρων μυών! Ο σκελετός τους είναι έντονα οστεοποιημένος και συμπαγής, και η οδοντοστοιχία είναι τυπική ενός εντομοφάγου. Η γούνα τους είναι κοντή και μοναδική στα θηλαστικά, αφού δεν έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και μπορεί να μετακινηθεί προς οπουδήποτε, ώστε να μην εμποδίζεται το ζώο όταν κινείται προς τα πίσω στη σύραγγά του. Το χρώμα τους είναι συνήθως καφετί προς γκρι, αλλά επειδή έχει χαλαρώσει η φυσική επιλογή για καμουφλάζ στο σκοτεινό υπόγειο περιβάλλον, υπάρχουν και ζώα με αποκλίνοντες χρωματισμούς, όπως μαύρο ή ανοιχτότερες αποχρώσεις. Το πέος του αρσενικού γυρίζει προς τα πίσω, ώστε να μην ενοχλείται από το χώμα, ενώ όπως και στα υπόλοιπα ευλιπότυφλα και σε κάποια άλλα πρωτόγονα θηλαστικά, οι όρχεις βρίσκονται μέσα στο σώμα. Τα πόδια τους έχουν 5 δάκτυλα το καθε΄να με μεγάλα νύχια, αλλά στα μπροστινά άκρα υπάρχει ένα ακόμα φαινομενικό δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα υπερανεπτυγμένο σησαμοειδές οστό του καρπού, σαν τον αντίχειρα του πάντα, το οποίο βοηθά στο σκάψιμο. Έχουν ταχύ μεταβολισμό, αλλά παράλληλα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του μειωμένου οξυγόνου και των αυξημένων επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα μέσα στις στοές, γι’αυτό η αιμοσφαιρίνη τους έχει εξελιχθεί να δεσμεύει πολύ αποτελεσματικότερα το οξυγόνο απ’ό,τι στα θηλαστικά της επιφάνειας.

Οι τυφλοπόντικες ζουν εξολοκλήρου υπογείως, αν και σπάνια μπορεί να βγουν στην επιφάνεια, ιδίως σε υγρές νύχτες προς αναζήτηση τροφής, ή όταν μικρά ψάχνουν νέο τόπο για να ιδρύσουν την κατοικία τους. Δημιουργούν συστήματα στοών τα οποία συνεχώς επεκτείνουν σκάβοντας. Μέσα στο σκοτεινο΄αυτό περιβάλλον η όραση δεν τους χρησιμεύει, γι’αυτό τα μάτια τους έχουν ατροφήσει, αν κι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται το φως, το οποίο αποφεύγουν. Μπορούν επίσης να ξεχωρίσουν δύο σημεία με βάση τη φωτεινότητα όπως αποδείχθηκε σε πειράματα, ενώ ίσως επίσης να μπορούν ν’αντιληφθούν και μεγάλες σκιές, που θα μπορούσαν να είναι εχθροί. Η ακόη τους επίσης περιορίζεται στις χαμηλότερες συχνότητες, γιατί κυρίως χρειάζεται ν’αντιλαμβάνονται τους κραδασμούς του εδάφους. Οξύτερες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση και η αφή, στην οποία, εκ΄τος από τα μουστάκια του ρύγχους, βοηθούν και παρόμοιες σκληρές τρίχες διάσπαρτες σε όλη τη γούνα και στην ουρά, καθώς και τα όργανα του Άιμερ, μικροί θηλώδεις επιδερμική αισθητήρες στη μύτη του ζώου, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν από το Γερμανό φυσιοδίφη Theodor Eimer το 1871. Ο αμερικανικός αστερόρρινος τυφλοπόντικας (Condylura cristata), ένα ιδιαίτερο είδος που αναζητά τροφή τόσο στο έδαφος όσο και στο νερό, έχει 22 σαρκώδεις προεκτάσεις γύρω από τη μύτη του που μοιάζουν με άστρο, οι οποίες επιστρώνονται από περίπου 25.000 όργανα του Άιμερ κάνοντάς τες υπερευαίσθητες στην αφή. Το αστέρι αυτό καταλαμβάνει δυσανάλογα μεγάλο χώρο στο σωματαισθητικό φλοιό του εγκεφάλου του ζώου, σχεδόν τη μισή επιφάνεια όλου του φλοιού, οπως κι άλλα εξειδικευμένα μέρη του σώματος σε άλλα είδη. Ο ασπάλακας κινεί συνεχώς το αστέρι, το οποίο έχει τόσο μεγάλη ακρίβεια και ανάλυση στην αφή, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως απτική όραση. Όταν αγγίζει κάτι ενδιαφέρον, το εξετάζει αμέσως με τις δύο κατώτερες και μικρότερες ακτίνες, οι οποίες έχουν τη μεγαλύτερη ανάλυση και αντιστοιχούν λειτουργικά στο οξύτερο κέντρο του αμφιβληστροειδούς των πρωτευόντων. Η απτική εξερεύνηση του περιβάλλοντος είναι συνεχής και ταχύτατη, και ο εγκέφαλος μπορεί ν’αποφασίζει μόλις σε 8 χιλιοδευτερόλεπτα αν κάτι τρώγεται ή όχι, αγγίζοντας τα όρια ταχύτητας των νευρώνων. Το είδος αυτό έχει επίσης την ικανότητα να μυρίζει κάτω απ’το νερό, Φυσώντας και αναρροφώντας φυσαλίδες αέρα από τη μύτη του. Η όσφρηση σε όλα τα είδη είναι εξαιρετική, και βρέθηκε τουλάχιστον σε ένα είδος, τον αμερικανικό ανατολικό ασπάλακα (Scalopus aquaticus), ότι έχει τη σπάνια στα θηλαστικά ικανότητα να μυρίζει κατευθυντικά με τα δύο του ρουθούνια, ώστε να βρίσκει γρήγορα την κατεύθυνση της τροφής. Τα φίδδια και άλλα φολιδωτά με διχαλωτή γλώσσα μπορούν εύκολα να μυρίσουν κατευθυντικά, αλλά αυτό θεωρούταν ότι είναι αδύνατο για τη ρινική όσφρηση.

Οι στοές οι οποίες σκάβουν είναι δύο μορφών. οι βαθύτερες, στις οποίες διαμένουν και οι επιφανειακές, στις οποίες αναζητούν τροφή. Οι πρώτες βρίσκονται σε μεγάλο βάθος, περίπου στο ένα μέτρο, συνήθως κοντά στη ρίζα εννός δέντρου, με κεντρικό σημείο ένα θαλαμίσκο που λειτουργεί ως φωλιά, έχει πολλαπλές δαιδαλώδεις εξόδους και συχνά είναι στρωμένος με κλαδάκια και χόρτα από την επιφάνεια. Οι δεύτερες βρίσκονται σχετικά κοντά στην επιφάνεια, και όσες βρίσκονται πολύ κοντά είναι ασταθείς, συχνά καταρρέουν ή καθιστώνται άχρηστες, και ως εκ τούτου το ζώο τις επεκτείνει και τις αναδημιουργεί συνεχώς, τόσο για την εύρεση περισσότερης τροφής όσο και για την επιδιόρθωσή τους. Σκάβει σε πολλά επίπεδα στο χώμα, έως και σε έξι. Η έκταση στην οποία θα σκάψει εξαρτάται από την υγρασία του χώματος και τη διαθεσιμότητα της τροφής. Το σύμπλεγμα των στοών ενός μόνο ζώου μπορεί να καλύψει έκταση έως και 7.000 τετραγωνικών μέτρων, επεκτεινόμενο σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων. Καθώς σκάβει, πετά το χώμα προς τα πίσω με τα πίσω πόδια, αφού το διώξει πρώτα από κάτω του με τα μπροστινά, δημιουργώντας μικρά βουναλάκια στην επιφάνεια, τα οποία προδίδουν τη δραστηριότητά του. Αν κάποιος είναι πολύ τυχερός, μπορεί να δει κάποιο από αυτά τα βουναλάκια να κινείται, υποδηλώνοντας την κίνηση του μικρού θηλαστικού ακριβώς από κάτω του. Τα επιφανειακά αυτά λαγούμια λειτουργούν ως παγίδες σκουληκιών, της κύριας τροφής του. Κάθε φορά που ένα σκουλήκι πέφτει από το γύρω χώμα, ο τυφλοπόντικας το εντοπίζει με τον ήχο, καταφθάνει γρήγορα και το συλλαμβάνει. Συχνά το πιέζει πρώτα με τα μπροστινά του άκρα για να καθαρίσει τον πεπτικό του σωλήνα πριν το φάει. Οι τυφλοπόντικες είναι από τα λίγα δηλητηριώδη θηλαστικά, αφού το σάλιο τους έχει μια παραλυτική τοξίνη που ακινητοποιεί τους γεωσκώληκες με ένα δάγκωμα, κι έτσι μπορούν να τους αποθηκεύουν για αργότερα σε υπόγειους θαλάμους χωρίς να σαπίζουν. Υπάρχουν επίσης αρκετές μυγαλές, καθώς και οι σωληνόδοντες της Καραϊβικής που έχουν τοξίνες, και ίσως η ιδιότητα να είναι προγονική για τα ευλιπότυφλα, και να χάθηκε σε αρκετά είδη αργότερα. Οι τοξίνες αυτές δεν επηρεάζουν τον άνθρωπο. Ένας τυφλοπόντικας τρώει το μισό του βάρος σε τροφή την ημέρα. Η ιδέα ότι τρώει όλο του το βάρος δεν ισχύει, αλλά κατά την κύηση και το θηλασμο΄το θηλυκό μπορεί να φάει περίπου τόσο. Επίσης τρώνε ό,τι σκουλήκι βρίσκουν καθώς σκάβουν. Εκτός από γεωσκώληκες, οι ασπάλακες τρώνε και προνύμφες εντόμων του εδάφους, γυμνοσάλιαγκες και σπανιότερα μικρότερα σπονδυλωτά απ’αυτούς, τα οποία δε μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτά ξεκινούν πρώτα να τα τρώνε απ’την κοιλιακή χώρα. Για παράδειγμα η Talpa europaea στην αιχμαλωσία τρώει συκώτι, γεωσκώληκες, αλευροσκούληκα, μικρούς βατράχους, σπουργιτάκια, ποντίκια και μυγαλές. Τρέφονται επίσης και με φυτική ύλη σε μικρές ποσότητες, όπως σπόρους και νεαρή βλάστηση. Η παρουσία ασπαλάκων σε κάποιο μέρος εξαρτάται περισσότερο από τον πληθυσμό των γεωσκωλήκων παρά από τον τύπο του εδάφους, τη βλάστηση ή το υψόμετρο. Η επίπτωσή τους στον πληθυσμό των γεωσκωλήκων δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά, αλά φαίνεται ότι δεν είναι σημαντική. Οι ασπάλακες είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που αποφεύγουν το ένα το άλλο, και μειώνουν τις αλληλεπιδράσεις τους μόνο στα απολύτως απαραίτητα, δηλαδή μόνο στα της αναπαραγωγής. Κατά τ’άλλα είναι πολύ επιθετικοί μεταξύ τους. Δύο αρσενικά μπορεί να μαλώσουν άγρια κατά την περίοδο αναπαραγωγής αν τύχει και συναντηθούν, το θηλυκό μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό αν δεν είναι δεκτικό ή και στα μικρά εάν δεν έχουν εγκαταλείψει όλα την περιοχή του εγκαίρως μετά την ανεξαρτητοποίησή τους. Ένα ακόμα ζώο στην ίδια περιοχή είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρα΄βοήθεια, αφού η τροφή είναι λίγη και απλωμένη σε μεγάλη έκταση. Τα ζώα συνήθως συναντιούνται τυχαία όταν τα συστήματα των λαγουμιών τους τέμνονται σε κάποιο σημείο, και αντιλαμβάνονται την παρουσία άλλου από ίχνη που αφήνουν οι οσμογόνοι αδένες, των οποίων η θέση και ο αριθμός διαφέρει ανά είδος, αν και γενικά βρίσκονται στην κοιλιά και στο πίσω μέρος του σώματος. Μόνο ο αστερόρρινός τυφλοπόντικας είναι γνωστό ότι μπορεί να μοιραστεί το τούνελ του με άλλο μέλος του είδους του, και ίσως να δημιουργεί αποικίες. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, συνήθως το αρσενικό είναι αυτό που επεκτείνει την επικράτειά του προς αναζήτηση θηλυκών. Ζευγαρώνουν τους μήνες της άνοιξης και γεννούν στις αρχές του καλοκαιριού, συνήθως 2-7 μικρά, τα οποία είναι γυμνά και υπανάπτυκτα. Ξεκινούν να σκάβουν από νωρίς, και τα πρώτα μέρη του σκελετού τους που ισχυροποιούνται είναι τα ακροδάκτυλα των μπροστινων άκρων. Οι τυφλοπόντικες ζουν πολύ για θηλαστικά του μεγέθους τους, συνήθως γύρω στα τέσσερα έτη, σπάνια περισσότερο. Ο σχετικά μειωμένος για μικρό θηλαστικό αναπαραγωγικός τους ρυθμός και η μακροζωία τους είναι προϊόντα της μειωμένης πίεσης από εχθρούς. Αν και έχουν εχθρούς σχεδόν όλα τα σαρκοφάγα ζώα μεγαλύτερα απ’αυτούς, πρώτα πρέπει αυτά να τους βρουν. Μερικές φορές μπορεί τα σκυλιά να τους πιάσουν. Αν πιαστούν από άνθρωπο προσπαθούν να ξεφύγουν, γκρατσουνάνε με τα μπροστινα΄πόδια και τινάζονται. Δύσκολα δαγκώνουν δυνατά με το μακρύ ρύγχος τους και τα λεπτά δόντια τους. Ο Βρετανός βιολόγος Darren Naish μας πληροφορεί ότι είναι ασυνήθιστα δυνατοί για το μέγεθός τους και δύσκολο να περιοριστούν. Μόλις πέσουν από το χέρι, τρέχουν αδέξια παρεκκλίνοντας δεξιά και αριστερά για λίγα μέτρα, και μετά σκάβουν ξανά στο έδαφος. Μας πληροφορεί επίσης ότοι ίσως εξαιτίας των πολλών βακτηρίων από το χώμα όπου ζουν στη γούνα τους, αποσυντίθενται ασυνήθιστα γρήγορα μετά το θάνατό τους. Επειδή ζουν σε προστατευμένο περιβάλλον κάτω από τη γη, είναι πιο πιθανό τα οστά τους να διατηρηθούν μετά το θάνατό τους και ενδεχομένως ν’απολιθωθούν στο μέλλον σε σχέση μ’άλα χερσαία ζώα.

Στην Ελλάδα απαντούν τα είδη Talpa europaea (ευρωπαϊκός ασπάλακας), T. caeca (τυφλός ασπάλακας) και T. stankovici (βαλκανικός ασπάλακας ή ασπάλακας του Στάνκοβιτς). Το πρώτο είναι κοινό στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης με σχετικά μικρή εξάπλωση στην Ελλάδα, το δεύτερο μπορεί επίσης να βρεθεί στα υπόλοιπα Βαλκάνια, σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας και της Γαλλίας και στην Ελβετία, ενώ το τρίτο βρίσκεται σε μεγάλο μέρος των Βαλκανίων (Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο και Σλοβενία), και έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση στην Ελλάδα. Τα δύο πρώτα είδη φτάνουν τα 12 εκ, ενώ η T. stankovici φτάνει τα 16 εκ, με μήκος ουράς τα 3 εκ. Η T. caeca έχει μάτια καλυμμένα με γούνα, ενώ τα άλλα δύο είδη με μεμβράνη. Είναι όλα τους τυπικοί τυφλοπόντικες, που σκάβουν εκτεταμένα συστήματα συράγγων, τρέφονται κυρίως με σκουλλήκια, αλά και με αρθρόποδα και γυμνοσάλιαγκες, και είναι μοναχικοί. Η T. europaea είναι το πλέον μελετημένο είδος – γιατί άραγε; Ζευγαρώνει Μάρτιο με Απρίλιο, η κύηση διαρκεί 4-5 εβδομάδες και γεννά τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου 2-7 μικρά, τα οποία θηλάζει για άλλες 4-5 εβδομάδες, και μέχρι τα τέλη Ιουνίου όλα θα έχουν εγκαταλείψει την περιοχή της μητέρας τους. Τον υπόλοιπο χρόνο είναι αναπαραγωγικά ανενεργός. Στην Ελλάδα οι τυφλοπόντικες μπορούν να βρεθούν σε λιβάδια, εγκαταλελειμμένους αγρούς και ξέφωτα δασών, συνήθως σε μέρη με υψηλότερη υγρασία σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όπου αφθονεί η τροφή τους, όπου μαρτυρούνται από τα μικρά τους βουναλάκια, μέγιστου πλάτους 30 εκ και ύψους 15 εκ. Αντίθετα σε βορειότερες ευρωπαίκές χώρες με βροχερότερο κλίμα μπορούν να βρεθούν οπουδήποτε υπάρχουν σκουλήκια.

Οι ασπάλακες ενθουσίαζαν την ανθρωπότητα από αρχαιοτάτων χρόνων. Επειδή ακριβώς σπάνια κάποιος τους συναντούσε, αναφέρονταν συχνά ως μυστηριώδη ζώα. Μόλις τον 18ο και τον 19ο αιώνα έγιναν γνωστές οι συνήθειές τους! Έως τότε, για παράδειγμα, πιστευόταν ότι ήταν κυρίως φυτοφάγοι, τρώγοντας τις ρίζες των φυτών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες για το ρόλο των ασπαλάκων σε διάφορες θρησκείες. Στο Λεβητικό της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρονται ονομαστικά ως μέλος της ομάδας των οκτώ ακάθαρτων ερπετών, τα οποία βρίσκονταν ένα σκαλί πάνω από το χοιρινό και τα υπόλοιπα ακάθαρτα ζώα που δεν έπρεπε να τρώνε οι Ισραηλίτες. Ίσως όμως να είχε γίνει λάθος στη μετάφραση και η πραγματική έννοια της λέξης να ήταν ασπαλακοαρουραίος, ένα πολύ κοινότερο ζώο στη Μέση Ανατολή. Επίσης η άρχουσα τάξη των Μιξτέκων του Μεξικού επινόησε τον εξής μύθο για να νομιμοποιήσει την τυραννική, δήθεν θεόσταλτη εξουσία της: Υποτίθεται ότι κατά τη δημιουργία της φυλής τους, οι απλοί άνθρωποι προήλθαν από ταπεινούς άσχημους τυφλοπόντικες που βγήκαν μέσα από τη γη, ενώ οι ευγενείς κατέβηκαν από τον ουρανό και τους εκπολίτισαν. Ο ασπάλακας επίσης χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει τον πνευματικά τυφλό άνθρωπο, σημασία της λέξης που δε γνώριζα πριν την ψάξω αυτές τις μέρες, την οποία θα βρείτε σε ως επί το πλείστον κείμενα αριστεροστρεφούς κοπής, δηλαδή τα περισσότερα αποτελε΄σματα της αναζήτησης με τον όρο «ασπάλακες» στο google.

Η ωφελιμότητα ή η βλαπτικότητα του ασπάλακα για τη γεωργία και την κτηνοτροφία είναι σημείο αμφιλεγόμενο. Από τη μία αερίζει το χώμα με το σκάψιμό του, βοηθώντας τις ρίζες, και τρώει τεράστιες ποσότητες βλαπτικών ασπονδύλων όπως κρεμμυδοφάγων και γυμνοσαλιάγκων. Η φυτική ύλη που καταναλώνει είναι αμελητέα, άρα δεν προξενεί ζημιές μ’αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη τρώει και τους ωφέλιμους γεωσκώληκες, μετακινεί νεαρά ή πρόσφατα μεταφυτευμε΄να φυτά, και επιχωματώνει πολύ χαμηλά φυτά. Μπορεί επίσης να επιχωματώσει το κομμένο χορτάρι για τις αγελάδες, αν είναι αποθηκευμένο έξω, το οποίο μετά μπορεί να μουχλιάσει, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις με πολλά βουναλάκια, τα άλογα μπορεί να σκοντάφτουν και να τραυματιστούν. Όπως προανέφερα, η επίπτωσή του στον πληθυσμο΄των γεωσκωλήκων δεν είναι γνωστή. Γενικά σ’έναν βιολογικό κήπο, ο τυφλοπόντικας δεν αποτελεί πρόβλημα. Μπορεί ν’αποτελέσει πρόβλημα σε κάποιον φρεσκοφυτεμένο κήπο ή χωράφι, ή στο γκαζόν, όπου σχηματίζει λοφίσκους φρεσκοσκαμμένου χώματος, ενώ τα επιφανειακά τούνελ του μπορεί να καταρρεύσουν, σχηματίζοντας αυλάκια. Δεν είναι αδύνατη η συνύπαρξη τυφλοπόντικα και γκαζόν, αν κάποιος αφαιρεί τα βουναλάκια που δεν του αρέσουν, αλλά πάλι το χώμα μπορεί να είναι ανώμαλο. Ιστορικά οι τυφλοπόντικες αφαιρούνταν συνήθως με παγίδες, οι οποίες τοποθετούνταν στις στοές που χρησιμοποιούσε το ζώο περισσότερο και το έπιαναν, ή τοποθετούντνα σε με΄ρη όπου θα μπορούσε να περάσει δυνητικά. Οι τυφλοπόντικες είναι αρκετά προσεκτικοί και συχνά αποφεύγουν τις παγίδες, ακόμα κι αυτές με δολώματα. Αρχαία ρωμαϊκά αγγεία, τα οποία γέμιζαν με νερό και έθαβαν στο έδαφος ίσως να ήταν παγίδες για τυφλοπόντικες, οι οποίοι έπεφταν μέσα και πνίγονταν. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν δηλητήρια ή αέρια για τον έλεγχό τους, εντούτοις η χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη εξαιτίας της τοξικότητάς τους. Σήμερα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται δηλητήρια, καθώς και περίπλοκες μηχανικές παγίδες που χτυπούν τον τυφλοπόντικα όταν περνά από κάτω τους, ενώ σπάνια χρησιμοποιείται ως ασφυξιογόνο το καθαρό άζωτο, το οποίο δε βλάπτει το περιβάλλον. Ο τυφλοπόντικας μπορεί με ειδικές παγίδες να πιαστεί ζωντανός και να μετατοπιστεί αλλού, αλλά αυτό δεν εξασφαλίζει την επιβίωσή του, αφού ο νέος τόπος μπορεί να είναι ήδη κατειλημμένος. Εάν αφαιρεθεί ο τυφλοπόντικας, αλλά το σύστημα των στοών παραμείνει άθικτο, είναι πολύ πιθανο΄να το ανακαταλάβει αμέσως κάποιος άλλος από την περιοχή. Η ιδέα ότι θα αναπαραχθούν σε υπερβολικούς ρυθμούςείναι μύθος, αφού είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που προστατεύουν περιοχή μεγάλης έκτασης. Η ψευδαίσθηση αυτή δημιουργείται από το γεγονός ότι σκάβουν ακούραστα παντού προς αναζήτηση τροφής, δημιουργώντας πολλά μικρά βουναλάκια. Στην Ελλάδα τα αρνητικά περιστατικά με τυφλοπόντικες είναι σπάνια, επειδή οι πληθυσμί τους είναι χαμηλοί εξαιτίας του ξηρού κλίματος. Σε γενικές γραμμές ωστόσο οι τυφλοπόντικες παραμένουν απαρατήρητοι και δεν ενοχλούν κανέναν. Σημαντικότερη απειλή είναι ο κατακερματισμός του φυσικού τους περιβάλλοντος. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται με εξαφάνιση, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών. Παρόλα αυτά εξαφανίσεις ειδών ασπάλακα έχουν σημειωθεί μερικές φορές. Ο ρωμαϊκός ασπάλακας (Talpa romana), είδος που κατοικεί στην Κάτω Ιταλία, εξαφανίστηκε από τη Σικελία το 19ο αιώνα, ενώ ο ασπάλακας της Κορσικής (T. tyrrhenica), εξαφανίστηκε στο τέλος του πλειστόκαινο πριν 10.000 χρόνια.

Οι χρήσεις του τυφλοπόντικα από τον άνθρωπο είναι ελάχιστες. Το κρέας του δεν τρώγεται. Ο Βρετανός παλαιοντολόγος William Buckland (1774-1856), στις εκκεντρικότητες του οποίου συγκαταλλεγόταν και η δοκιμή κάθε τύπου κρέατος, αναφέρει ότι το χειρότερο κρέας που έχει δοκιμάσει είναι του τυφλοπόντικα και της πράσινης μύγας. Οι γούνα του χρησιμοποιήθηκε επίσης για κάποιο χρονικό διάστημα, επίσης στη Βρετανία. Τη μόδα ξεκίνησε η Βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Βασιλιά Εδουάρδου του vii του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος βασίλεψε στο σύντομο χρονικό διάστημα 1901-1910. Η βασίλισσα παρήγγειλε ένα φόρεμα από γούνα τυφλοπόντικα, επειδή ήταν βελούδινη και με μοναδική υφή σε σχέση με τις γούνες των χερσαίων ζώων. Έκτοτε άνθισε το επάγγελμα του κυνηγού τυφλοποντίκων (molecatcher), οι οποίοι προσπαθούσαν να πιάσουν όσους περισσότερους τυφλοπόντικες μπορούσαν για τη γούνα τους, αφαιρώντας τους απ’όπου προξενούσαν ζημιές, ιδίως στη Σκοτία εκείνη την εποχή. Το επάγγελμα αυτό ήταν από παλια΄γνωστό στη Βρετανία. Ο ασπαλακοκυνηγός περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο, και τον καλούσε ο αγρότης που είχε πρόβλημα, ο οποίος θα του παρείχε διαμονή και τροφή, και τον πλήρωνε με το κομμάτι. Ο κυνηγός έπειτα θα έβγαζε λίγα περισσότερα χρήματα πουλώντας τις γούνες. Για να γνωστοποιήσουν τα κατορθώματά τους στη γύρω περιοχή, συχνά οι κυνηγοί αυτοί κάρφωναν τα πτώματα των ασπαλάκων σε κάποιο κοντινό συρματόπλεγμα, για να απωθήσουν τους άλλους όπως έλεγαν. Ελάχιστοι τέτοιοι παραδοσιακοί κυνηγοί εξασκούν το επάγγελμά τους ακόμη, αλλά η γούνα του ζώου δεν έχει πλέον εμπορική αξία.

Μπορεί να έχει κανείς τυφλοπόντικα για κατοικίδιο; Το έψαχνα αυτό ένα διάστημα. Απ’ό,τι φαίνεται είναι υπερβολικά δύσκολα ζώα που διατηρούνται στην αιχμαλωσία σπάνια, κυρίως για επιστημονικούς σκοπούς. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Ο τυφλοπόντικας μπορεί να ζήσει σε ένα τερράριο ή σε κάποιο παρόμοιο δοχείο όπου το περιβάλλον θα πρέπει να διαμορφωθεί με γνώμονα τις εξειδικευμένες ανάγκες του είδους. Τα ζώα αυτά νιώθουν ασφαλή εάν μπορούν να νιώσουν το περιβάλλον τους γύρω τους (θιγμοτακτικά). Δεν είναι απαραίτητο να βρίσκονται σε χώμα, αλά μπορούν να κατοικήσουν και σε έτοιμα τούνελ. Πανικοβάλλονται αν εκτεθούν στην επιφάνεια, και αν παραμείνουν εκτεθημένοι, πεθαίνουν από το στρες μέσα σε 1-3 ημέρες. Επειδή οι θερμοκρασίες κάτω από τη γη είναι σταθερότερες απ’ό,τι έξω, δε θα πρέπει να βιώνουν ακραίες θερμοκρασιακές μεταβολές, ούτε να εκτίθενται στο ηλιακό φως. Χρειάζονται σταθερή παροχή μεγάλης ποσότητας τροφής, η οποία θ’αποτελείται ως επί το πλείστον από γεωσκώληκες και έντομα ο΄πως αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα κι άλλες προνύμφες. Έστω και μία μέρα χωρίς τροφή μπορεί να τους σκοτώσει. Επειδή τρώνε πολύ, αφοδεύουν και πολύ, οπότε ο χώρος τους θα χρειάζεται συχνό καθάρισμα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτο΄θα πρέπει να γίνει με τη μικρότερη δυνατή ενόχληση στο ζώο. Οι πληροφορίες που βρήκα αφορούσαν αμερικανικά είδη, τα οποία έχουν στενή σχέση με το νερό, οπότε προαιρετικά μπορεί να κατασκευαστεί περιοχή νερού στο χώρο τους. Αυτό πιθανότατα δεν ισχύει για τα ευρωπαϊκά είδη. Οι ασπάλακες δεν ανέχονται άλλο μέλος του είδους τους στο χώρο τους, και το πιθανότερο είναι ο νεοφερμένος να σκοτωθεί και να κανιβαλιστέι, ή να σκοτωθούν και οι δύο.Τα ενήλικα άτομα που πιάνονται από τη φύση δεν προσαρμόζονται στην αιχμαλωσία σχεδόν ποτέ, αλλά πεθαίνουν αμέσως από στρες. Μεγαλύτερη επιτυχία έχει κανείς με μικρά που μόλις έχουν απογαλακτιστεί. Αυτά σπάνια κυκλοφορούν στην επιφάνεια του εδάφους, ή μπορεί να τα φέρουν γάτες που τα έπιασαν, αν και στη δεύτερη περίπτωση διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο από μόλυνση από το δάγκωμα, και σε συνδυασμο΄με το στρες και το μικρό τους μέγεθος, αυτό σχεδόν σίγουρα θα τα σκοτώσει. Και πάλι το προσδόκιμο ζωής τους, αν δεν πεθάνουν αμέσως, είναι συνήθως λίγοι μήνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο, εάν όλες οι συνθήκες είναι οι σωστές και η διατροφή η κατάλληλη, ζουν την πλήρη διάρκεια ζωής τους. Δεν έχω διαβάσει τίποτα σχετικό με την αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία, η οποία μάλλον θα είναι ακόμα πιο δύσκολη διαδικασία, αλά ίσως να έχει γίνεισ το εργαστήριο και να μην το ξέρω. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ασπάλακες προστατεύονται και η αιχμαλώτισή τους είναι παράνομη.

Ο οικότυπος του πλήρως υπόγειου και συχνά τυφλού ασπονδυλοφάγου θηλαστικού είναι πολύ επιτυχημένος και διαχρονικός, έχοντας εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορους κλάδους θηλαστικών ανά τον κόσμο. Ήδη πριν την εμφάνιση των γνήσιων θηλαστικών, πολλά προθηλαστικά συναψιδωτά είχαν προσαρμογές για την εκσκαφή λαγουμιών. Το πρώτο ασπαλακόμορφο θηλαστικό ήταν ο δοκοσκάπτης (Docofossor brachydactylus), που έζησε πριν 160 εκατομμύρια χρόνια στο Ιουρασικό, και έμοιαζε περισσότερο με τους χρυσούς ασπάλακες της Αφρικής παρά με τους κανονικούς. Ανήκε στην τάξη των δοκόδοντων, η οποία περιελάμβανε επίσης χερσαία, δενδρόβια και ημιυδρόβια είδη, και είναι ακόμα αμφιλεγόμενο αν πρέπει να ταξινομηθεί ως κλάδος των γνήσιων θηλαστικών ή λίγο έξω απ’αυτά. Η οικογένεια των ασπαλακιδών εμφανίστηκε στο ύστερο εόκαινο πριν περίπου 35 εκατομμύρια χρόνια, ενώ το ευρασιατικό γένος Talpa στο μειόκαινο, με τα πρώτα απολιθώματα να χρονολογούνται πριν 23 εκατομμύρια χρόνια. Άλλες δύο ομάδες θηλαστικών, οι χρυσοί ή ξανθοί ασπάλακες (οικογένεια Chrysochloridae) της Νότιας Αφρικής και οι μαρσυποφόροι ασπάλακες (οικογένεια Notoryctidae) της Αυστραλίας έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε παρόμοιο οικότυπο. Η πρώτη ομάδα ανήκει στα αφροθήρια, μια ομάδα θηλαστικών που εξελίχθηκε στην Αφρική και περιλαμβάνει τα τένρεκ, τους ύρακες και τους ελέφαντες, ενώ η δεύτερη στον κλάδο των αυστραλιανών μαρσυποφόρων, δηλαδή αρκετά μακριά από τους τυπικούς ασπάλακες. Αυτές οι δύο ομάδες μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους παρά με τους ευρασιατικούς ασπάλακες, επειδή και οι δύο έχουν πλατιά μύτη η οποία βοηθά στο σκάψιμο, ενώ οι μαρσυποφόροι ασπάλακες και οι περισσότεροι χρυσοχλωρίδες ζουν σε ξηρά ενδιαιτήματα, έχοντας την ικανότητα να κολυμπούν μέσα στην άμμο, ικανότητα κοινή σε αρκετά φίδια και μακροστενες σαύρες της ερήμου, αλλά σπανιότατη στα θηλαστικά. Υπάρχουν επίσης και οι ασπαλακοαρουραίοι (οικογένεια Spalacidae) που είναι υπόγεια, συχνά τυφλά τρωκτικά που ξεχωρίζουν από τους μεγάλους, συνεχώς αναπτυσσόμενους κοπτήρες της τάξης τους, και είναι φυτοφάγοι, τρεφόμενοι με ρίζες και κονδύλους. Γνωστότερο είδος είναι ο γυμνός ασπαλακοαρουραίος (Heterocephalus glaber), ο οποίος είναι γυμνό, αποκλειστικά υπογειόβιο ευκοινωνικό θηλαστικό, σχεδόν ποικιλόθερμο με ασυνήθιστη μακροζωία (συχνά ξεπερνά τα 30 χρόνια), μεγάλη ικανότητα επιδιόρθωσης του dna και εξαιρετική ανθεκτικότητα στον καρκίνο. Υποτίθεται ότι μια μέρα θα μας σώσει, αφού μελετάται για πιθανές θεραπείες κατά του γήρατος και του καρκίνου στον άνθρωπο, αλλά αυτό μάλλον θ’αργήσει. Στην Ελλάδα απαντά το μικρό είδος Nanospalax leucodon, το οποίο επίσης είναι ζώο που δεν ξέρει κανείς. Παρόμοιες προσαρμογές για υπόγεια διαβίωση όπως στιβαρό σώμα, χοντρά άκρα προσαρμοσμένα γιατο σκάψιμο κλπ έχουν επίσης εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε κλάδους εκτός των θηλαστικών, όπως σε πολλά ερπετά, αμφίβια και αρθρόποδα.

Εγώ ασπάλακα δεν έχω συναντήσει ποτέ. Η μόνη φορά που ήρθα σχετικά κοντά σ’αυτό το μικρό παράξενο θηλαστικό ήταν σε μια εκδρομή στη Βάλια Κάλντα στα Γρεβενά πριν λίγα χρόνια, όπου ο ξεναγός μας εφίστησε την προσοχή σε κάτι μικρά βουναλάκια από χώμα σ’ένα ξέφωτο στο δάσος, τα οποία ήταν τα ίχνη ενός τυφλοπόντικα. Ήταν περίπου 15 εκατοστά σε πλάτος, και μάλλον είχαν σκαφτεί πρόσφατα, γιατί δεν είχαν χόρτα πάνω. Έβρεχε όμως εκείνες τις μέρες και η λάσπη είχε στεγνώσει, έτσι ήταν στέρεα. Ήταν τόσ απολλά που τα πατούσαμε παντού! Εάν έχετε εντοπίσει πουθενά ίχνη ασπάλακα, ή έχετε δει ή και πιάσει τον ίδιο, μπορείτε να το γράψετε στα σχόλια, μαζί με την τοποθεσία όπου τον βρήκατε.

Πηγές και σύνδεσμοι
ασπάλακας – Βικιπαίδεια
ασπάλακας – αγγλική Wikipedia
οικογένεια Talpidae – αγγλική Wikipedia
γένος Talpa – αγγλική Wikipedia
Talpa caeca – αγγλική Wikipedia
Talpa europaea – αγγλική Wikipedia
Talpa stankovici – αγγλική Wikipedia
Talpa romana – αγγλική Wikipedia
αστερόρρινος ασπάλακας – αγγλική Wikipedia
το γένος Talpa – Εγκυκλοπαίδεια της Ζωής
Πόσο μεγάλες στοές μπορεί να σκάψει ο ασπάλακας;
<a href="http://www.fdparnonas.gr/theanimalof-the-week_talpa-stankovici/ασπάλακας του Στάνκοβιτς (Talpa stankovici)
Ο τυφλοπόντικας στο χωράφι – Φτιάχνω μόνος μου
η ιστοσελίδα των Βρετανών ασπαλακοκυνηγών
οι ασπάλακες ως κατοικίδια 1
οι ασπάλακες ως κατοικίδια 2
Τα εκπληκτικά όργανα του αστερόρρινου ασπάλακα
η ιστορία των Μιξτέκων
Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες
αναθεώρηση της οικογένειας Talpidae από απολιθώματα ασπαλάκων από την Πολωνία
Το πρόβλημα της όρασης στην οικολογία της Talpa europaea
Παρατηρήσεις πάνω στις κινήσεις των ασπαλάκων T. europaea μετά τον απογαλακτισμό
στερεοσκοπική και σειριακή όσφρηση προς μία οσμητικήπηγή σε ένα θηλαστικό

Πλέον, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης με την κουνέλα μου τη Λίμπο, έχουμε αναπτύξει μια βαθύτερη σχέση. Εγώ την βοηθάω σε διάφορα πράγματα, αλλά κι αυτή εμένα. Για παράδειγμα, μου βρίσκει πράγματα που χάνω. Παρόλο όμως που θέλω να λέω ότι μου τα βρίσκει στην πραγματικότητα δε μου τα ψάχνει συνειδητά. Απλώς επειδή έχει μάθει απ’έξω κι ανακατωτά το δωμάτιό μου τόσα χρόνια, ό,τι είναι εκτός θέσης της τραβά την προσοχή. Αν είναι κάποιο χαμένο αντικείμενο κάτω και το βρει, μπορεί να αρχίζει να παίζει μαζί του, κι έτσι να το βρω. Έτσι μια φορά για παράδειγμα μου βρήκε τον αριθμό που έπρεπε να καρφιτσώσω στη μπλούζα μου για να τρέξω στον αγώνα των 5 χιλιομέτρων (ναι, έτρεξα κι εγώ!) στις 10 Οκτωβρίου, στις εκδηλώσεις του Διεθνούς Ημιμαραθωνίου Θεσσαλονίκης. Μου είχε φύγει ο φάκελος κάτω από την καρέκλα μου, και δεν τον έβρισκα. Μόλις όμως έβγαλα την κουνέλα έξω, μετά από λίγο την άκουσα να παίζει μ’ένα χαρτί, κι έτσι τον βρήκα.

Όμως η περιέργειά της αυτή μια μέρα πρόλαβε ένα ατύχημα, αλλα θα μπορούσε και να οδηγήσει σε κάποιο άλλο αν δεν βρισκόμουν ακριβώς στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 16 Οκτωβρίου 2015, τάιζα το λοφιοφόρο μου γκέκο το Βαρώνο (Correlophus ciliatus) έντομα. Του έδινα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), οι οποίες είναι γρήγορες και μπορεί να κρυφτούν αν δεν τις φάει αμέσως, και μία κατσαρίδα Αργεντινής (Blaptica dubia). Ήθελα και να βιντεοσκοπήσω το γεγονός για το κανάλι μου στο Youtube, αλά τελικά το βίντεο δεν πέτυχε. Μία λοιπόν κατσαρίδα κρύφτηκε με΄σα σε ένα καλάμι μπαμπού του τερραρίου του γκέκο. Έχει γίνει κι άλλες φορές αυτο΄, κι όποτε γίνεται, για να μην περιμένω εγώ ή το γκέκο να βγουν όποτε θέλουν, δηλαδή μπορεί και μετά από μια βδομάδα, Τις τινάζω από μέσα και πέφτουν. Το τερράριο του γκέκο είναι της Exo Terra (από τακαλύτερα τερράρια), ένα κατακόρυφο γυάλινο τερράριο με δίφυλλη πόρτα μπροστά, αλλά κι ένα καπάκι σίτας που μπορεί ν’αφαιρεθεί. Αφαίρεσα λοιπόν το καπάκι, ώστε να σηκώσω το καλάμι ευκολότερα. Σήκωσα το καλάμι, τίναξα το έντομο και τοέριξα μέσα στο μπολ, για να μη φύγει. Μετά όμως, επειδή σχεδόν ποτέ δεν ανοίγω εκείνο το καπάκι, δεν το έκλεισα εντελώς. Ένα άνοιγμα δύο εκατοστών είχε μείνει από μπροστά. Το γκέκο συνέχιζε να κάνει βόλτες για αρκετή ώρα στο χώρο του, αλά μετά σταμάτησα να το ακούω. Πέρασαν αρκετές δεκάδες λεπτών και μου φάνηκε παράξενο αυτό. Έχει τύχει στο παρελθόν να φάει τόσο πολύ ώστε να μη θέλει να κουνηθεί στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν τέτοιο γεύμα. Μετά, γύω στις 2 το πρωί ή και πιο αργά, έβγαλα την κουνελίτσα μου βόλτα. Η μπαλκονόπορτα ήταν λίγο ανοιχτή για να μπαινοβγαίνει, κι έμπαινε λίγο κρύο. Αφού λοιπόν η Λίμπο έκανε τη βόλτα της, μετά πήγε στη γωνία κάτω από το κλουβί του Βαρώνου, όπου κάτι έξυνε. Νομίζοντας πως πειράζει κανένα καλώδιο, πήγα να δω, αλλά αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Λίγα εκατοστά μπροστά από τη μουσούδα της βρισκόταν ο Βαρώνος. Τον περιμάζεψα αμέσως, και ως πλήρως εξοικιωμένος που είναι, δεν προσπάθησε καν να φύγει. Μέτρησα όλα τα δάχτυλά του, έλεγξα την ουρά, το κεφάλι, τα μάτια και την κοιλιά του, για να δω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί θα μπορούσε να τον είχε δαγκώσει η κουνέλα, αλλά ευτυχώς ήταν άθικτος. Τα ζώα αυτά είχαν να συναντηθούν για περίπου τρία χρόνια. Τότε, ότον τον πρωτοπήρα, από περιέργεια τον έβαλα δίπλα στην κουνέλα μου για να δω τι θα γίνει, και φυσικά αν υπήρχε πρόβλημα θα τον έπαιρνα αμέσως. Είχα καθίσει κάτω και τον είχα βάλει πάνω στο παντελόνι μου, και Μόλις κατάλαβε η Λίμπο πως είναι κάποιο ζώο, άρχισε να τον πιέζει με τη μύτη της και να τον σπρώχνει, κι εκείνος έκανε ευθύς ένα απότομο άλμα στα 40 εκατοστά προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, πέρα από ότι ο Βαρώνος κοιτούσε την κουνέλα όταν έβγαινε για βόλτα, κι αυτή τρόμαζε μερικές φορές όταν αυτός πηδούσε ανάμεσα στα καλάμια του και τις φυλλωσιές του, αυτά τα ζώα δεν είχαν καμία άμεση επαφή για τα επόμενα τρία χρόνια εκτός απο΄τώρα. Μετά λοιπόν από το αρχικό σοκ, άναψα το φως κι έβαλα για λίγο το γκέκο μπροστά στο κουνέλι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Πάλι η Λίμπο έτρεχε πάνω του, κι άρχισε να το σπρώχνει με τη μύτη της, και μια φορά μάλιστα νομίζω πως πήγε να το δαγκώσει. Μόλις το σήκωσα στο χέρι μου ψηλότερα, σηκώθηκε κι αυτή για να το πειράξει. Ως πειστήριο για το γεγονός, έκανα κι ένα μικρό βίντεο.

Τελικά ανέβασα κάτι πολύ πιο ασυνήθιστο και μοναδικό στο Youtube, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ευχάριστο. Στο βίντεο, η Λίμπο η κουνέλα πλησιάζει τρεις φορές με φανερά επιθετικές διαθέσεις το Βαρώνο το λοφιοφόρο γκέκο, ο οποίος φεύγει, αλλά κι εγώ βάζω το χέρι μου για να προλάβω τα χειρότερα. Μετά αμέσως τον παίρνω και τον επιστρέφω στο τερράριό του με κλειστό πάνω καπάκι αυτήν τη φορά. Μόλις είχα προλάβει, συμπτωματικά εντελώς, δύο ατυχήματα. Εάν δεν καταλάβαινα εγκαίρως ότι το καπάκι είχε μείνει ανοιχτό, μπορεί να έχανα το γκέκο, ή μάλλον να δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, γιατί να το χάσω διά παντώς είναι δύσκολο. Αν και δεν είχε διανήσει απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κλουβί του όπως την μέτρησα, θα μπορούσε να πάει πιο πέρα. Μικρή πιθανότητα υπήρχε, αν άνοιγα τη μπαλκονόπορτα να έφευγε έξω και να χανόταν για πάντα, αλλά έκανε κρύο και το θεωρώ απίθανο. Επίσης μικ΄ρη πιθανόττητα είχε να φύγει στο υπόλοιπο σπίτι αν άνοιγα την πόρτα του δωματίου, αν και ο χώρος ήταν ανοιχτός και άγνωστος γι’αυτόν, οπότε θα δίσταζε πολύ. Επίσης υπήρχε μικρή πιθανότητα να περάσεια πέναντι στη ντουλάπα και να χωθεί από πίσω και να μην το βρω εύκολα, ή να σκαρφαλώσει κάπου ψηλά. Το πιο πιθανό ωστόσο θα ήταν να κρυφτεί σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο σε ακτίνα περίπου δύο μέτρων από το τερράριο, το οποίο είναι και η περιοχή του άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, κι έτσι υπήρχε και η πιθανότητα να επιστρέψει και πίσω, εφόσον το καπάκι ήταν ανοιχ΄το. Εάν δεν προλάβαινα την κουνέλα, υπήρχε πιθανότητα να τρομάξει απ’αυτήν και να φύγει κάπου μακριά ή να χωθεί σε κάποιο στενό και δυσπρόσιτο σημείο, ή η κουνέλα να τον τραυματίσει άσχημα. Ήμουν οπότε πολύ τυχερός. Από εκείνη τη μέρα και για τις επόμενες λίγες, ψυχαναγκαστικά έλεγχα το πάνω καπάκι για να είμαι σίγουρος ότι είναι κλειστό. Στα τρία χρόνια που τον έχω ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό, και θα είναι και η τελευταία ελπίζω. Έχει τύχει να το χάσω για δύο ακόμα φορές, αλλά ήταν στην αρχή που, αν και ήρεμο, πάλι τρόμαζε πιο εύκολα επειδή δεν είχε συνηθίσει ακόμα καλά το χώρο κι εμένα και μπορεί να πηδούσε απ’το χέρι μου άνευ προειδοποιήσεως. Έτσι μία φορά πήδηξε κι έτρεξε κάτω από το κρεβάτι μου για δύο μέτρα περίπου μέχρι την άλλη μεριά, αλά εκτός από την απόσταση δεν υπήρχε κάποια άλη δυσκολία να το βρω, επιδή ο χώρος ήταν σχετικά ανοιχτός χωρίς πολλές καλές κρυψώνες. Την άλλη φορά ήταν πάλι στους πρώτους μήνες που το είχα, και ήταν Απρίλιος. Εγώ το είχα πάρει Νοέμβριο, οπότε ήταν η πρώτη του άνοιξη σ’εμένα. Επειδή η θερμοκρασία είχε ανέβει, είχε ανέβει κι ο μεταβολισμός του, κι έτσι ήταν πιο δραστήριο και νευρικό. Όλοπηδούσε κι έτρεχε, κι έτσι, βγάζοντας εγώ κάτι από το τερράριό του και κρατώντας το προσωρινά για να ξέρω πού είναι, πήδξε κι έφυγε. Σήκωσα όλα τα μικρά και μεσαία πράγματα (καρέκκλες, βιβλία κλπ) γύρω από το τερράριο και για ένα τέταρτο έψαχνα, και μετά τον βρήκα στο χείλος του καλαθιού των αχρήστων κάτω από το τερράριο, δηλαδή μπροστά μου! Κι άλλες φορές εκείνο τον καιρό τύχαινε να μου πηδήξει απ’το χέρι, αλλά το έβρισκα αμέσως, οπότε δε μπορώ να πω ότι το έχανα. Έτσι λοιπόν σώθκε το γκέκο μας.

Όσον αφορά την κουνέλα, δεν ξέρω αν στεναχωρέθηκε ή ανακουφίστηκε που πήρα το γκέκο από κοντά της, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Δε θα πρέπει να το πειράξειποτε ξανά. Τα κουνέλια δεν είναι κυνηγετικά ζώα σαν τις γάτες που πειράζουν μικρότερα ζώα από κυνηγετικό ένστικτο – μπορεί να υπάρχουν κι εξαιρέσεις – αλλά προστατεύουνέντονα την περιοχή τους. Δεν είναι τα ειρηνικά ζώα που παρουσιάζονται πάντα. Κουνέλια που δε γνωρίζονται και τυχαίνει το ένα να εισβάλει στην περιοχή του άλλου ια πρώτη φορά μπορεί να μαλώσουν σοβαρά, ενίοτε με θανάσιμους τραυματισμούς. Όπως έλεγε κι ένας Αυστραλός κυνηγός που είχα διαβάσει κάπου στο Διαδίκτυο, συναντούσε συνεχώς κουνέλια γρατσουνισμένα και χτυπημένα, και νόμιζε πως ήταν απο΄συμπλοκές με γάτες, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν από τους ομοίους τους. Έτσι τα κουνέλια μπορεί να γίνουν επιθετικά και προς μικρότερα ζώα που συναντούν στην περιοχή τους. Όπως είπα παραπάνω όμως υπάρχουν κι εξαιρέσεις, και μπορεί ένα κουνέλι να ροκανίσει σιγά-σιγά κι έτσι να φάει ένα μικρό κι αδύναμο ζώο. Κουνέλια έχουν παρατηρηθεί να τρώνε έντομα – και η δική μου είχε φάει -, πουλάκιαπου πέφτουν από τη φωλιά τους, κι άλλα μικρά ζώα. Έψαξα να δω αν γίνεται κουνέλια να φάνε σαύρες, αλλά δε βρήκα κάποιο σχετικό αποτέλεσμα, όμως, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζουμε, σίγουρα γίνεται. Το Συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ ν’αφήνουμε κουνέλια με ζώα πολύ μικρότερά τους μόνα τους. Ίσως να υπάρχουν εξαιρέσεις, και πάλι θα πρέπει να είμαστε εκεί για να τα επιβλέπουμε. Γενικώς δε θα πρέπει ν’αφήνουμε κουνέλια με άλλα ζώα στον ίδιο χώρο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (αν γνωρίζονται κλπ), αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει πολύ περισσότερο το άλλο ζώο από το κουνέλι, παρά το κουνέλι από το άλλο ζώο.

Το πιο ανησυχητικό ωστόσο δεν ήταν ότι η κουνέλα κυνηγούσε το γκέκο, αλλά ότι το γκέκο δεν κατάλαβε οότι κινδυνεύει. Στο βίντεο βαδίζει σε μέτρια ταχύτητα εμφανώς ενοχλημένο, αλλά δεν έχει φοβηθεί πραγματικά. Αν ένιωθε πραγματικά ότι απειλείται από το κουνέλι, θα έτρεχε πολύ γρηγορότερα κάπου μακριά. Είχε τρέξιι έτσι στο παρελθόν μερικές φορές επειδή είχε τρομάξει, και η ταχύτητά του τότε είναι εκπληκτική. Θα μπορούσε να τρέξει διαγώνια μπροστά του και να χωθεί ανάμεσα στη ντουλάπα και τον τοίχο, απ’όπου ούτε εγώ δε θα μπορούσε να το βγάλω εύκολα. Ή θα μπορούσε να τρέξει ως εκεί και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. Αλλιώς,αν η κουνέλα τον είχε στριμώξει σε μια γωνία και δεν προλάβαινε να ανέβει στον τοίχο, θα μπορούσε να γυρίσει και να δαγκώσει την κουνέλα, είτε στιγμιαία για να την ξαφνιάσει, είτε με όλη του τη δύναμη ώστε να την πονέσει και να της πάρει και λίγη γούνα, και στην περίπτωση αυτήν δεν πιστεύω ότι η κουνέλα θα τον ξαναπείραζε ποτέ. Πιστεύω ότι θα τα έκανε αυτά, αλά αφού ήδη είχε δαγκωθεί και πιθανόν τραυματιστεί. Γιατί τότε δεν προσπάθησε να προστατεύσει τον εαυτό του; Πιστεύώ αφενός επειδή έχει συνηθίσει στο χειρισμό, και δεν ενοχλείται εύκολα όταν το πιάνω, το σπρώχνω ή το σηκώνω, κι αφετέρου στο γεγονός ότι στη πατρίδα του τη Νέα Καληδονία ιστορικά δεν υπήρχαν σαρκοφάγα θηλαστικά, οπότε δεν τα αναγνωρίζει ως απειλή. Ουσιαστικά το δεύτερο οδήγησε στο πρώτο. Το κουνέλι δεν είναι βέβαια σαρκοφάγο, αλλά τώρα λειτούργησε ως τέτοιο. Αν και πριν τρία χρόνια είχε τρομάξει από την κουνέλα, οπότε θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αντιλήφθηκε τώρα τον κίνδυνο επειδή απλώς έχει συνηθίσει στο χειρισμό περισσότερο, πάλι όμως και τότε δεν αντέδρασε ακαριαία και πιστεύω ότι το κουνέλι θα μπορούσε να τον ξαναπειράξει πριν προλάβει να φύγει. Γενικώς σαύες από περιοχές με λίγους εχθρούς τείνουν να ηρεμούν πολύ περισσότερο στην αιχμαλωσία, αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάρτε το γενειοφόρο δράκο (Pogona vitticeps) για παράδειγμα, που είναι σχεδόν παθολογικά ήρεμος. Κατάγεται από την Αυστραλία, όπου οι εχθροί είναι λιγότεροι απ’όσους θα υπήρχαν στην Ευρώπη για παράδειγμα, και οι περισσότεροι δεν είναι θηλαστικά. Έτσι ο γενειοφόρος δράκος μπορεί να είναι εντελώς άνετος με ανθρώπους που τον σηκώνουν, τον μεταφέρουν και τον πειράζουν, αλά μπορεί να τρελαθεί αν δει κινούμενη σκιά πάνω απ’το κεφάλι του, η οποία θα μπορούσε να είναι αρπακτικό πουλί. Η Νέα Καληδονία όμως, ως μικρό απομονωμένο νησιωτικό σύμπλεγμα, έχει ακόμα λιγότερους εχθρούς από την Αυστραλία και ποτέ δεν είχε χερσαία θηλαστικά. Μόνο κάποιες νυχτερίδες κατέφθασαν σε γεωλογικά πρόσφατη εποχή, αλά αυτές δεν κυνηγούν σαύρες κι επίσης δεμοιάζουν με τυπικά θηλαστικά ώστε το γκέκο να τα αναγνωρίζει με βάση τη μορφή τους. Δύο είναι οι κύριοι εχθροί του λοφιοφόρου γκέκο στη φύση: ο μπούφος (Tito alba) και το γιγάντιο Νεοκαληδόνιο γκέκο (Rhacodactylus leachianus). Ο μπούφος είναι το ίδιο είδος που ζει και στην Ελλάδα, ο οποίος είναι ένα πολύ επιτυχημένο είδος που έχει κυριεύσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος εχθρός του λοφιοφόρου γκέκο, αφού ως ενδόθερμο έχει μεγαλύτερη ανάγκη για τροφή και άρα θα κυνηγά συχνότερα. Και πάλι δε θα τρέφεται αποκλειστικά με λοφιοφόρα γκέκο, αλλά θα τρώει κι άλλες σαύρες, πουλιά και νυχτερίδες, και πλέον που υπάρχουν και χερσαία θηλαστικά, και μ’αυτά. Το γιγάντιονεοκαληδόνιο γκέκο μπορείπεριστασιακά να τρώει λοφιοφόρα γκέκο, αλλά πάλι όχι πολύ συχνά. Θα τρώει κι άλες σαύρες, πουλάκια, έντομα, νέκτρα και φρούτα. Εκτός αυτού, τα λοφιοφόρα γκέκο σπάνια συναντούν αυτό το είδος, αφού αποφεύγουν το περιβάλλον του, δηλαδή τους χοντρούς κορμούς με κουφάλες, ακριβώς για να μην το συναντήσουν. Μικρός κίνδυνος ίσως να είναι και ο φοβοσκίγκος (Phoboscincus bocorti), ένα είδος γιγάντιου χερσαίου σαρκοφάγου σκίγκου στα 60 εκ που σχεδόν εξαφανίστηκε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα των ιθαγενών από παντού εκ΄τος από μια μικρή περιοχή στη Νήσο των Πεύκων, όπου υπάρχουν και λοφιοφόρα γκέκο. Αυτός έχει οδοντοστοιχία προσαρμοσμένη για σαυροφαγία, αν και δεν είναι ακόμα γνωστό ποιες σαύρες τρώει. Ίσως να τρώει και λοφιοφόρα γκέκο που κατεβαίνουν στο έδαφος, αλλά σπάνια. Ίσως ακόμα περιστασιακά να το κυνηγά ο ανατολικός μπούφος των χόρτων (Tito longimembris) και περιστασιακά τα μικρότερα ημερόβια γεράκια αν τύχει και το συναντήσουν τη μέρα. Επίσης στο παρελθόν, όταν υπήρχαν μεγαλύτερα ζώα στην Νέα Καληδονία πριν τα εξαφανίσουν οι ιθαγενείς, ίσως κάποια απ’αυτά, όπως ο μικρός κροκόδειλος της Ν. Καληδονίας ή το πουλί ντου να το έτρωγαν, αν και όχι πολύ συχνά, επειδή εξειδικεύονταν σε άλλες τροφές. Οπότε το λοφιοφόρο γκέκο είναι ένα είδος με σχετικά μικρή πίεση από εχθρούς, που μάλλον έχει τηνπολυτέλιεα νακάθεται ανάμεσα στα δροσερά πλατιά φύλλα και να τρώει το μέλι του χωρίς να φοβάται κάθε στιγμή μην το φάνε. Τα μικρά του είδους δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ωστόσο, και προφανώς θα τρώγονται από όσα εντομοφάγα ζώα τρώνε ζώα του μεγέθους τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το λοφιοφόρο γκέκο χάνει αρκετά μικρά, επειδή είναι από τα Νεοκαληδόνια γκέκο με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό ρυθμό (6-9 γέννες των δύο αυγών ετησίως, κατ’εξαίρεσιν παραπάνω, σε αντίθεση με είδη όπως Mniarogekko chahoua ή R. leachianus που μπορεί να γεννήσουν 2-3 φορές το χρόνο από δύο αυγά). Συγκρίνετε τώρα αυτό το ειδος με το δικό μας λίγο μικρότερό του Tarentola mauritanica, το οποίο πρέπει να ξεφύγει αρχικά από όλα τα εντομοφάγα και μικροσαρκοφάγα ζώα όσο είναι μικρό, και μετά όταν μεγαλώσει από όλα τα μικρά και μεσαία σαρκοφάγα – διάφορα πουλιά όπως κοράκια, μικρά αρπακτικά, κουκουβάγιες, φίδια, γάτες, νυφίτσες, κουνάβια, σπάνια και από ανθρώπους. Είναι αναμενόμενο αυτό το είδος να έχει πιο ανεπτυγμένες άμυνες κατά των εθχρών από κάποιο νησιωτικό που δεν έχει ν’αντιμετωπίσει τόσες απειλές. Το ίδιο και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκκι (Teratoscincus roborowskii) που έχω, ένα γκέκο λίγο μικρότερο του λοφιοφόρου ιθαγενές του Τουρπάν της Κίνας, μιας σκληρής ερήμου με αρκετούς προφανώς θηρευτές, αφού είναι πολύ νευρικό, ταχύτατο, προσέχει κάθε αλλαγή, κίνηση και θόρυβο, και πολύ δύσκολα πιάνεται.

Οπότε, κάθε φορά που καταφθάνουν σαρκοφάγα θηλαστικά σ’ένα απομονωμένο νησί, είτε από μόνα τους είτε χάρη στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η έκβαση της αναμέτρησης είναι σχεδόν πάντοτε υπέρ των εισβολέω. Υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, είδη τα οποία προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση σχετικα γρήγορα, αλλά αυτές είναι λίγες και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τα ζώα του νησιού λοιπόν πιάνονται και τρώγονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια από τους εισβολείς, και τα είδη που πάσχουν περισσότερο είναι αυτά με χαμηλό αναπαραγωγικό ρυθμό ή με ελάχιστες άμυνες, όπως τα θαλασσοπούλια. Ακόμα κι αν υπάρχουν είδη που έχουν άμυνες εναντίον εχθρών, αυτές μπορεί να είναι εντελώς ανεπαρκείς προς τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Για παράδειγμα μπορεί ένα ζώο να ακινητοποιείται όταν συναντά εχθρό, και μολονότι αυτό μπορεί να πιάνει για σαρκοφάγα ερπετά ή πουλιά που επιτίθενται κυρίως σε κινούμενους στόχους, δεν κάνει τίποτα στα θηλαστικά που χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο την όσφρηση. Χάρη στην όσφρηση, τα θηλαστικα μπορούν να κυνηγούν εύκολα οποτεδήποτε, αλά και να εισχωρούν σε φωλιές και να τρώνε τα αυγά και τα μικρά. Υπάρχουν φυσικά κι ερπετά που ξετρυπώνουν την τροφή τους με την όσφρηση, αλλά είναι λιγότερα σε μεγαλύτερα μεγέθη και πολλές φορές απουσιάζουν κι αυτά από νησιά. Οι σκίγκοι για παράδειγμα είναι σαύρες που μπορούν να ξετρυπώνουν μικρά έντομα από το χώμα, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ μικροί για να απειλούν σπονδυλωτά. Οι βαράνοι και τα φίδια σε μικρότερο βαθμό μπορούν να κυνηγήσουν κρυμένα θηράματα, και πολλές φορές έχουν προξενήσει κι αυτά εξαφανίσεις όταν εισήχθησαν σε νησιά με ευάλωταείδη. Παρόλα αυτά τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά είναι πιο καταστροφικά, επειδή ως ενδόθερμα πρέπει να τρώνε πολύ περισσότερη τροφή,κι επιπλέον, έχοντας ανταγωνιστεί υπό πολλές αντίξοες συνθήκες στις τεράστιες εκτάσεις του Βορείου Ημισφαιρίου, είναι πολύ εξυπνότερα και μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα και να κυνηγήσουν με πολλούς τρόπους. Χάρη ακριβώς στην ευφυία και το υψηλό επίπεδο δραστηριότητάς τους, έχουν και μια ακόμα πολύ καταστροφική συνήθεια που σχεδόν κανένα άλλο ζώο δεν έχει, σκοτώνουν δηλαδή θηράματα ακόμα κι αν είναι χορτάτα και τα αφήνουν. Επίσης είναι ζώα που συχνά εισάγονται συνειδητά από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους, και συνήθως σε μικρές καταστροφικές ομάδες (αρουραίοι από πλοία, γάτες και μαγκούστες για να τους ελέγχουν, αλεπούδες και κουνάβια για γούνα, κατσίκια, γουρούνια και κουνέλια για τροφή). Τα χορτοφάγα δεν επηρεάζουν άμεσα τα ευάλωτα είδη, αλλά μπορεί ν’αλλάξουν δραστικά το ενδιαίτημά τους ή και να οδηγήσουν στην εξαφάνιση ευάλωτα νησιωτικά φυτά. Σύμφωνα με μία μελέτη, την οποία δε βρίσκω, ο αριθμός των εισαγόμενων σαρκοφάγων θηλαστικών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την πιθανότητα επιβίωσης ενός ευάλωτου είδους, δηλαδή όσο πιο πολλά θηλαστικά υπάρχουν σ’ένα νησιωτικό οικοσύστημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα πράγνατα γι’αυτούς που μένουν εκεί.

Η Νέα Καληδονία λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο σύμπλεγμα έχουν εισαχθεί αρουραίοι, γάτες, γουρούνια κι ελάφια, τα οποία έχουν τροποποιήσει το οικοσύστημα. Τα γουρούνια ανακατεύουν το χώμα και το ριζικό σύστημα των φυτών, και τα ελάφια βοσκούν τη βλάστηση, αν και αυτά δε βρίσκονται τόσο πολύ στα πυκνά τροπικα δάση όπου ζει το λοφιοφόρο γκέκο, οι συγγενείς του και πολλά σπάνια πουλιά. Οι πολυνησιακοί αρουαίοι (Rattus exulans) όμως κυνηγούν διάφορα ζώα. Αυτοί κατέφθασαν πολύ παλιά με τους ιθαγενείς, όπως έτσι μεταφέρθηκαν και σε άλα νησιά, αν και μικρότερες αποστάσεις τις διένησαν μόνοι τους. Σε σχέση με τον κοινό αρουραίο έχουν μικρότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, αλλά δεν έχουν και τόσους εχθρούς. Επίσης είναι πιο σαρκοφάγοι, και τρώνε αυγά, νεοσσούς θαλασσοπουλιών και σαύρες. Σίγουρα στη Νέα Καληδονία θα κατέφθασε και ο κοινός αρουραίος (Rattus norvegicus) με τα καράβια, ο οποίος θα ανταγωνίζεται τον πολυνησιακό. Το άλλο σαρκοφάγο θηλαστικό που εισήχθη στη Νέα Καληδονία είναι οι γάτα, η οποία κυνηγά διάφορα πουλιά και σαύρες, αλλά και αρουραίους. Αν και κανένα νεοκαληδόνιο είδος δεν εξαφανίστηκε εξαιτίας των θηλαστικών, πολλές φορές οι πληθυσμοί πολλών τοπικά μειώθηκαν, και τα σαρκοφάγα θηλαστικα είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που μαζί με άλλους, όπως η ανθρώπινη ανάπτυξη, δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει κάποια είδη στην εξαφάνιση. Εδώ υπάρχει ωστόσο μία εξαίρεση, το χερσαίο πουλί καγκού (Rhinochetos jubatus), ένα εξελικτικά μοναδικό γερανόμορφο των ορεινών δασών της Ν. Καληδονίας που σπάνια πετά, φωλιάζει στο έδαφος και γεννά ένα μόνο αυγό το χρόνο, το μικρότερο μέλος μιας ομάδας παρόμοιων πουλιών που εξαφανίστηκαν από τους ιθαγενείς, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα από τους αρουραίους και τις γάτες, τα οποία ληστεύουν τις φωλιές του και ο αναπαραγωγικός του ρυθμός δε μπορεί ν’αντισταθμίσει τις απώλειες. Ενδέχεται το είδος αυτό να εξαφανιστεί στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Σε άλλες περιοχές η κατάσταση είναι χειρότερη. Σε νησιά της Καραϊβικής, του Ινδικού, του Ειρηνικού, αλλά και στη νησιωτική ήπειρο της Αυστραλίας έχουν εξαφανιστεί πολλά γηγενή είδη από σαρκοφάγα θηλαστικά (στην Αυστραλία υπήρχαν σαρκοφάγα μαρσυποφόρα, αλλά τα πλακουντοφόρα αποδείχθηκαν ανταγωνιστικότερα). Τα περισότερα θύματα των θηλαστικών στα νησιά είναι πουλιά, και είναι τόσα πολλά, που δε μπορώ να τα απαριθμήσω. Το ντόντο (Raphus cucullatus) για παράδειγμα του Μαυρικίου, το σύμβολο των ανθρωπογενών εξαφανίσεων, είναι μια τέτοιαι περίπτωση. Αν κι ο άνθρωπος μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς του με το κυνήγι, τη χαριστική βολή την έδωσαν εισαγόμενα θηλαστικά όπως γουρούνια και μαϊμούδες, που κατέστρεφαν τις φωλιές των τελευταίων απομακρυσμένων θηλάκων του είδους. Πολλά άλα πουλιά του Μαυρικίου και γειτονικών νησιών εξαφανίστηκαν επίσης από εισαγόμενα θηλαστκά.

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί επίσης μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση, όπου ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων θηλαστικών έχει χτυπήσει διάφορα ευάλωτα ενδημικά είδη. Όπως και η Νέα Καληδονία, πριν την έλευση του ανθρώπου είχε μερικά μεγάλα μη θηλαστκά ζώα, τα οποία είχαν λίγες άμυνες στον άνθρωπο, ο οποίος τα εξαφάνισε αμέσως. Όσα από τα μικρότερα είχαν βραδεία αναπαραγωγή τα ανέλαβε ο πολυνησιακός αρουραίος, ο οποίος ροκάνιζε τα αυγά και τα μικρά τους. Αν και μέχρι πρότινος πιστευόταν ότι η πανίδα της Νέας Ζηλανδίας είχε εξελιχθεί χωρίς θηλαστικά, πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη θηλαστικών μέχρι τουλάχιστον και πριν 19 εκατομμύρια χρόνια. Ή μήπως εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σεα διαπέραστα δάση και στα βουνά; Τα θηλαστικά ωστόσο αυτά ήταν πρωτόγονα μικρά νυκτόβια εντομοφάγα, και δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των άλλων ζώων, τα οποία προφανώς θα τα ανταγωνίζονταν έντονα, γι’αυτό και δεν εξελίχθηκαν σε άλλες μορφές. Έτσι, χωρίς ανταγωνισμό από σύγχρονου τυπου θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, έντομα και μαλάκια πλήρωσαν τις θέσεις τους στο οικοσύστημα. Για παράδειγμα τα κίβι (γένος Apteryx) είναι μικρά εδαφόβια πουλιά με φτέρωμα σαν γούνα,και ασυνήθιστα καλή όσφρηση, τα οποία αντιστοιχούν οικολογικά σε μικρά παμφάγα θηλαστικά. Το κακάπο (Strigops habroptilus) είναι ένας μεγάλος, χερσαίος φυτοφάγος παπαγάλος, ο οποίος αντιστοιχεί οικολογικά στο λαγό. Τα ουέτα είναι μεγάλες σποροφάγες ακρίδες που οικολογικά αντιστιχούν στα μικρά τρωκτικά. Μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος αυτού λοιπόν κατέρρευσε για ακόμα μία φορά όταν οι Ευρωπαίοι ήρθαν στο σύμπλεγμα με μια νέα ομάδα ανταγωνιστικότατων θηλαστικών. Κοινοί αρουραίοι, μαύροι αρουραίοι (Rattus rattus), γάτες, γουρούνια, κουνάβια, ερμίνες και σκαντζόχοιροι άρχισαν να κατατρώνε τα ενδημικά ζώα που δεν είχαν κατάλληλες άμυνες. Χορτοφάγα όπως άλογα, λαγοί, ουνέλια, κατσίκες, ουάλαμπι και φουντόουρα πόσουμ επίσης έτρωγαν πολλά φυτά και μετέτρεπαν το περιβάλλον. Μερικά πουλιά εξαφανίστηκαν, και πολλά άλλα περιορίστηκαν σε πολύ μικρές περιοχές, δηλαδή οικολογικά έχουν εξαφανιστεί, Αφού δεν συμμετέχουν πολύ στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. Απόκακάπο για παράδειγμα έχουν μείνει μόνο 140 άτομα, και μερικά είδη κίβι απειλούνται άμεσα. Το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών είναι μόλις 5% χωρίς ανθρώπινη υποστήριξη, το οποίο για ένα πουλί που γεννά μόνο ένα τεράστιο αυγό το χρόνο δεν είναι και πολύ. Στην επίθεση όμως αυτήν των σαρκοφάγων θηλαστκών επλήγησαν σοβαρά και τα ερπετά. Η ερπετοπανίδα της Νέας Ζηλανδίας μοιάζει μ’αυτήν της Ν. Καληδονίας, απ’όπου πιθανολογείται ότι πήρε τα περισσότερα είδηη. Και οι σκίγκοι και τα γκέκο έχουν επηρεαστεί αρνητικά. Το μεγαλύτερο γκέκο στον κόσμο, το είδος Hoplodactylus delcorti, που έφτανε τα 60 εκατοστά, πιθανότατα δέχθηκε το πρώτο σοβαρό πλήγμα από τον πολυνησιακό αρουαίο, και μετά από τα άλλα θηλαστικά. Θεωρούταν κακός οιωνός από τους Μαορί, οι οποίοι συχνά το σκότωναν όποτε το έβρισκαν, αν και στην εποχή που κατέφθασαν οι Ευρωπαίοι ήταν υπερβολικά σπάνιο, και ζούσε σε αδιαπέραστα δάση, οπότε ο άνθρωπος δεν ήταν σημαντική απειλή. Πιθανότατα είχε βραδύ αναπαραγωγικό ρυθμό όπως άλλα νεοζηλανδικά γκέκο, τα οποία γενούν 2 μικρά το χρόνο (λόγω χαμηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκαν ως ωοζωοτόκα), οπότε εύκολα εξαφανίστηκε από τα σαρκοφάγα θηλαστικά. Ένα μεγάλο θύμα της εξαφάνισης ήταν και το τουατάρα (Sphenodon punctatus), ένα μεγάλο αρχαίο σαυρόμορφο ερπετό, το μόνο ζωντανό μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων, το οποίο στην εποχή της έλευσης των Ευρωπαίων σπάνιζε υπερβολικά στα μεγάλα νησιά εξαιτίας του πολυνησιακού αρουραίου, και σύντομα μετά τηνε ισαγωγή τωβ σαρκοφάγωβ θηλαστικώ εξαφανίστηκε εντελώς. Παρέμεινε μόνο σε βραχονησίδες, αν κι εκεί, όπου κατόρθωσαν να φτάσουν αρουραίοι, ο πληθυσμός έπαυσε ν’ανανεώνεται. Αν και μπορεί να δείχνει φαινομενικά υγιής, από πίσω, μέσα στις τρύπες, οι αρουραίοι ροκανίζουν όλα τα αυγά και τα μικρά. Αυτό το σπανιότατο υπεραιωνόβιο ζώο, μοναδικά προσαρμοσμένο στις κλιματολογικές συνθήκες της Ν. Ζηλανδίας, αποδεικνύεται πλέον αποτυχημένο είδος, αφού επιβιώνει χάρη στην ανθρώπινη υποστήριξη. Τα τουατάρα ζουν ανενόχλητα σε βραχονησίδες χωρίς αρουραίους, ενώ σε πολλές άλλες εφαρμόστηκαν προγράμματα εκρίζωσης των αρουραίων για την ασφαλή επανένταξή τους. Χωρίς τον άνθρωπο δηλαδή, σε κάποια μεταγενέστερη γεωλογική περίοδο, όταν αναπόφευκτα κάποια σαρκοφάγα θηλαστικά θα έφταναν στη Ν. Ζηλανδία, το τελευταίο μέλος της τάξης των ρυγχοκεφαλίων θα χανόταν για πάντα, εκτός κι αν προσαρμοζόταν, πράγμα λίγο δύσκολο, αφού αλλιώς δε θα είχε μείνει ένα μόνο είδος στην πιο απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Εκτός από τα θηλαστικά άλλωστε, θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί και τις σύγχρονου τύπου σαύρες, τις οποίες οι πρόγονοί του δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν κι εξαφανίστηκαν.

Η επιτηδευμένη εξαφάνιση των αρουραίων κι άλλων εισαγόμενων ειδών δεν είναι πλέον κάτι το ασυνήθιστο. Συχνά, για την επαναφορά ενός νησιού, εφαρμόζονται τα λεγόμενα προγράμματα επαναφοράς, τα οποία εμπεριέχουν και την εξαφάνιση των εισαγόμενων ειδών, για να επιβιώσουν τα γηγενή,ώστε υποτίθεται να επανέλθει το οικοσύστημα στην πρότερή του κατάσταση. Τα οικοσυστήματα όμως αλλάζουν, και τα νησιωτικά ιδίως είναι ευάλωτα σε αλαγές και νέα είδη, τα οποία μπορούν να έλθουν και με φυσικό τρόπο, συχνά με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Ακόμα όμως κι αν δεν έλθουν νέα είδη σ’ένα απομονωμένονησί, θα έλθουν όταν αυτό παύσει να είναι απομονωμένο μετά από κάποιον γεωλογικό χρόνο, όταν θα έχει δημιουργηθεί νεά ξηρά δίπλα του, η στάθμη της θάλασσας θαέχει πέσει ή θα έχει μετακινηθεί προς κάποια ηπειρωτική μάζα. Έτσι γινόταν κκαι στο παρελθόν σύμφωνα με απολιθωματικα ευρήματα, δηλαδή δημιυργούνταν νησιά, εξελίσσονταν εκεί διάφορα μοναδικά νησιωτικά είδη, τα οποία με λίγες εξαιρέσεις εξαφανίζονταν όταν το νησί ενοωνόταν με την ενδοχώρα. Μήπως τελικά το να βοηθάμε τόσο απειλούμενα είδηι είναι μάταιο, αφού ουσιαστικά προσπαθούμε να κρατήσουμε στη ζωη ένα αποτυχημένο είδος που δε θα μπορούσε να ζήσιι χωρίς εμάς; Μήπως το όλο νταβαντούρι γίνεται για να υπάρχει δουλειά για τους οικολόγους και εφησυχασμός για την πιθανότητα της δικής μας εξαφάνισης; Γιατί δε θα μπορούσε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα να ξαναχτιστεί με πιο ανταγωνιστικά είδη; Αυτό θα κόστιζε και πολύ λιγότερο. Και τέλος, γιατί όλη αυτή η μανία με την προστασία του περιβάλλοντος, την εξαφάνιση εισαγόμενων ειδών κλπ να κυριαρχεί κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες; Οι χώρες αυτές πάσχουν από το σύνδρομο του σωτήρα, μια τάση να θέλουν να διορθώσουν ό,τι ιστορικά κατέστρεψαν. Ενοχές ας πούμε από την αποικιοκρατία;

Μέσα σε όλη αυτήν τη συζήτηση, το λοφιοφόρο γκέκο, αρχικά το κέντρο της προσοχής του άρθρου, χάθηκε. Άραγε έτσι θα χαθεί στο μέλλον από μια πολύβωη εισβολή νέων ειδών στη Νέα Καληδονία;

Υποτίθεται ότι τα ερπετά δε μπορούν ν’ανταγωνιστούν με τα θηλαστικά. Υποτίθεται ότι μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, ο κόσμος παραδόθηκε στα θηλαστικά, τα οποία γρήγορα εξελίχθηκαν σε πολλά και διάφορα είδη με πολύ εξελιγμένες προσαρμογές για το περιβάλλον τους. Ο μεγάλος τους εγκέφαλος, η ικανότητά τους να φροντίζουν τα μικρά τους, η κοινωνική τους συμπεριφορά, η ενδοθερμία τους ή ό,τι άλλο τα έκανε τα ανώτερα ζώα του πλανήτη. Μέσα απ’αυτά τα ανώτερα ζώα, προήλθαμε κάποτε κι εμείς. Τα πουλιά έχουν κι αυτά μια παράπλευρη θέση στο ανελικτικό, κι όχι εξελικτικό, αυτό έπος. Φούμαρα. Εκτός του ότι η ιστορία αυτή έχει ως κέντρο του κόσμου τα αμνιωτά τετράποδα σπονδυλωτά ζώα, γιατί εκεί ανήκουμε κι εμίς και θεωρεί τους δεινοσαύρους σαν τα σημερινά εκτόθερμα ερπετά, που δεν ήταν, παρουσιάζει εντελώς λανθασμένα την πορεία των θηλαστικών. Για το μεγαλ΄΄υτερο μέρος της εξελικτικής τους πορείας, τα θηλαστικά ήταν μικρά, και δεν είχαν και τόσο μεγάλο εγκέφαλο και εξαιρετικές ικανότητες, και μεγάλη πλειονότητά τους ακόμα έτσι είναι σήμερα. Τα σημερινού τύπου, ας πούμε εξελιγμένα θηλαστικά, που μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά περιβάλλοντα, έχουν μεγάλο εγκέφαλο και ανταγωνίζονται σχεδόν οτιδήποτε του με΄γεθους τους άρχιζαν να εξελίσσονται μόνο κατά τη σταδιακή ψύχρανση του πλανήτη και τις επακόλουθες δύσκολες κι ευμετάβλητες συνθήκες, περίπου πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, αλλά περισσότερο πριν 20 εκατομμύρια χρόνια. Προτύτερα, οι θώκοι των μεγάλων ζώων στο οικοσύστημα μοιράζονταν σχεδόν εξίσου σε μεγάλα θηλαστικά, μεγάλα ερπετά και μεγάλα πουλιά (ουσιαστικά υποομάδα των ερπετών), αν και σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη τα εκτόθερμα ερπετά έφθιναν, αφού είχαν πρόβλημα διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας. Σε θερμότερες όμως περιοχές, όπου τα ερπετά μπορούν να διατηρούν σχετικά σταθερή θερμοκρασία για μεγάλο μέρος της ημέρας, η παρουσιά τους ήταν έντονη. Το ίδιο συνεχίστηκε και σε περιοχές απομονωμένες μέχρι πρόσφατα , όπως η Αυστραλία ή η Νότια Αμερική, όπου επικρατούσαν γιγάντια πουλιά κι ερπετά. Με την έλευση ανταγωνιστικότερων βόρειων θηλαστικών ή του ανθρώπου όμως, πολλά από τα ζώα αυτά εξαφανίζονταν. Στα απομονωμένα νησία επίσης με λίγα ή και καθόλου θηλαστικά, ερπετά, πουλιά ή και αρθρόποδα έπαιρναν τη θέση τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν αυτά τα νησιά τα επισκεπτόταν ο άνθρωπος και πιο ανταγωνιστικά θηλαστικά, πολλά απ’αυτά τα νησιωτικά ζώα εξαφανίζονταν, όχι λόγω ταξινομικής θέσης, αλλ’επειδή είχαν εξελιχθεί σε περιβάλλον χωρίς πολλούς εχθρούς, οπότε και οι άμυνές τους είχαν ατονήσει.
Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιοχές του κόσμου επικρατεί σκληροπυρηνική τυραννία θηλαστικών, που μυρίζουν τα κρυμμε΄να μικρά μέσα από τις τρύπες τους, τις ανοίγουν και τα τρώνε; Όχι, φυσικά. Τα ερπετά διατηρούσαν ισχυρή παρουσία σ’όλες τις θερμές περιοχές από τότε που εμφανίστηκαν. Απλώς εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό, επειδή ζούμε στην εύκρατη ζώνη, η οποία εξαιτίας της ψύχρανσης του πλανήτη στην εποχή που ζούμε είναι πολύ μεγάλη, και τα εκτόθερμα εδώ είναι αρκετά μικρά. Στην τροπική ζώνη ωστόσο, όπως και σε ορισμένες θερμές εύκρατες περιοχές, τα εκτόθερμα έχουν περισσότερο χρόνο δραστηριότητας, μπορούν να διατηρούν ευκολότερα υψηλές θερμοκρασίες, κι έτσι να φτάνουν ευκολότερα σε μεγαλύτερο μέγεθος. Τα μεγάλα ερπετά δεν έλειψαν ποτέ από τις τροπικέςπεριοχές. Τα κροκοδείλια ήταν ανέκαθεν οι θηρευτές των γλυκών νερών και των όχθεων, και στην ξηρά μεγάλοι συσφυγκτήρες αποτελούσαν από παλιά υπολογίσιμη δύναμη. Μεγάλες παμφάγες και σαρκοφάγες σαύρες ήταν και είναι κυρίαρχο μέρος της πανίδας, και μέχρι πρότινος, σε όλες τις ηπείρους υπήρχαν γιγάντιες χερσαίες χορτοφάγες χελώνες, οι οποίες δεν είχαν πολλούς εχθρούς στην ενήλικη ζωή τους, όμως η εξαφάνισή τους συμπίπτει με την έλευση του ανθρώπου, και σήμερα επιβιώνουν λιγα είδη είτε σε άγονα είτε σε απομονωμένα μέρη, όπου δηλαδή ο άνθρωπος δεν έφτασε για να τις φάει όλες. Από τα σαρκοφάγα, οι βαράνοι είναι η πιο εξέχουσα περίπτωση. Είναι σαύρες μεγάλου μεγέθους, με προσαρμογές παρόμοιες μ’αυτές των θηλαστικών για υψηλό μεταβολισμό. Είναι πολύ δραστήριοι, με οξυμένες αισθήσεις και ψάχνουν τροφή με διάφορους τρόπους και σε διάφορα περιβάλλοντα, π.χ. μπορούν εύκολα να ξετρυπώνουν τροφή σαν το παράδειγμα των θηλαστικών παραπάνω. Η νοημοσύνη τους ξεπερνά αυτή των περισσότερων μικρών θηλαστικών, και ίσως κι αρκετών μεγαλύτερων. Είναι πολύ επιτυχημένοι και υπάρχουν παντού όπου ζουν. Μ’αυτούς ασχολήθηκε η παρακάτω μελέτη που βρήκα, η οποία εξετάζει τη βιογεωγραφία τους και προτείνει μια εξήγηση για την απουσία μικρών βαράνων εκτός της αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής.

Η μελέτη αυτή, με τίτλο Βαράνοι, θηλαστικά και η Γραμμή του Ουάλας, που έγινε από τους SAMUEL S. SWEET & ERIC R. PIANKA ΔΙΕΡΕΥΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΕΚ΄ΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΗΣ ΒΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ, ΠΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ Μ’ΑΥΤΑ. ΠΑΡΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ:

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ, ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΩΣ ΣΥΓΚΛΙΝΟΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΜΙΚΡΩΝ ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ. ΣΕ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΜΙΚΡΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΘΩΚΟΥΣ ΠΟΥΣΕ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ, ΤΑ ΚΟΥΝΑΒΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΙΒΕΤΕΣ. Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (>1,3 Μ ΟΛΙΚΟ ΜΗΚΟΣ) ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ, ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ, ΑΛΛΑ Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (<1,2 Μ ΟΜ) ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟΤΟΜΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΑΥΤΗΣ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΔΑΣΙΟΥΡΟΕΙΔΗ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΟΧΙ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ (ΑΥΤΟ ΤΩΡΑ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΗΜΙΑΓΡΙΩΝ ΓΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ). ΕΠΕΙΔΗ ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΑΤΟΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΜΕ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΠΑΡΑ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΕΧΕΙ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΟ ΣΧΗΜΑ. ΕΙΔΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΓΕΝΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΟΜΑ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΛΩΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ, ΕΝΩ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΓΟΝΙΜΑ, ΟΤΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ, ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΑΥΓΑ, ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ, ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ:

Abstract
Although varanid lizards have achieved parity with mammals in many parts of the world, they exploit very different metabolic strategies and sensory mechanisms, and are properly regarded as convergent on the lifestyle of small predatory mammals. In parts of island southeast Asia and in Australia small monitors appear to fill ecological niches occupied by cats, mustelids and viverrids in other parts of the world. Species diversity of large monitor species (>i.3 m TL) does not change across Wallace’s Line, which is the distributional boundary for nearly all small, carnivorous pla¬cental mammals, but the diversity of small monitor species (<i.2 m TL) increases abruptly from this line east. Small monitor species can coexist with dasyurid marsupial carnivores, but appar¬ently not with placental carnivores (this is being tested now with the establishment of feral cats in Australia). Because juveniles of large monitor species can survive in communities with placental carnivores to the west of Wallace's Line, we speculate that predation rather than resource compe¬tition has influenced the observed pattern. Large monitors produce large clutches and their ju¬veniles soon grow out of the vulnerable size range, whereas small monitor species (despite being more fecund, when body size is factored out) produce fewer eggs, are always subject to mamma¬lian predation, and may not be able to coexist over evolutionary time with placental carnivores.

Στην εισαγωγή τους, οι επιστήμονες κάνουν λόγο για τη συνεξέλιξη και των αγώνα δρόμου μεταξύ θηρευτών και θηραμάτων. Οι θηρευτές, τρώγοντας τα λιγότερο ικανά θηράματα, επιλέγουν εμμέσως για ζώα τα οποία μπορούν να τους αντιλαμβάνονται γρηγορότερα και να ξεφεύγουν αποτελεσματικότερα. Μετά οι θηρευτές εξελίσσονται να προλαβαίνουν τα θηράματά τους, και γι’αυτό είναι συνήθως εξυπνότεροι από τα θηράματα, αν κι αυτό μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις αισθήσεις που χρησιμοποιούν, τον τρόπο κυνηγιού – αν είναι κυνηγοί ενέδρας ή μετακινούμενοι -, το αν κυνηγούν ομαδικα ή όχι, κλπ, δίνοντας ως οικείο παράδειγμα τους σκύλους και τις γάτες – οι σκύλοι σίγουρα είναι πιο έξυπνοι από τις γάτες, ακόμα κι αν πολλοί γατόφιλοι διαφωνούν. Έπειτα διερωτώνται αν θα μπορούσαν μικροί σαρκοφάγοι δεινόσαυροι να συνυπάρξουν με σημερινά θηλαστικά, ή γενικώς αν σαρκοφάγα μη θηλαστικά θα μπορούσαν να συνυπάρξουν με σαρκοφάγα θηλαστικά χωρίς πρόβλημα.
Η απάντηση είναι ναι, αφού οι βαράνοι συνυπάρχουν με σαρκοφάγα θηλαστικά. Αν και θεωρούνται κοινώς παρόμοιοι με τα θηλαστικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι ικανότητές τους εξελίχθηκαν ανεξάρτητα, και ότι ο κοινός τους πρόγονος σίγουρα δεν τις είχε. Είναι ημερόβιοι, δραστήριοι και ευκίνητοι κυνηγοί, με καρδιοαναπνευστικές προσαρμογές για υψηλό μεταβολισμό, καλή όραση και όσφρηση. Έχουν ωστόσο ορισμένες διαφορές από τα θηλαστικά, για παράδειγμα η όσφρησή τους είναι ινιδορινική, όπως αυτή των φιδιών, ενώ στα θηλαστικα είναι ρινική κυρίως, με το ινιδορινικό όργανο, σε όσα είδη υπάρχει, κυρίως υπεύθυνο για την ανίχνευση φερομονών. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχουν οι βαράνοι έναντι των θηλαστικων είναι ότι είναι ποικιλόθερμοι, οπότε δε χρειάζεται να δαπανούν σχεδόν όλη τους την ενέργεια για τη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας. Στα κλίματα όπου ζουν η ποικιλοθερμία δεν είναι άλλωστε πρόβλημα, αφού στις ώρες δραστηριότητάς τους διατηρούν θερμοκρασίες όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Ίσως σε περιόδους ασυνήθιστα χαμηλών θερμοκρασιών να έχουν προβλήματα, αλλά αυτά είναι σπάνια γεγονότα στην τροπική ζώνη, κι ακόμα και τότε οι βαράνοι έχουν πλεονέκτημα, αφού μπορούν απλώς να κατεβάσουν το μεταβολισμό τους και να περιμένουν για καλύτερες συνθήκες. Ένα θηλαστικό δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε τόσο μακροχρόνια στέρηση τροφής. Χάρη σ’αυτές τις προσαρμογές, οι βαράνοι έχουν γίνει αντάξιοι ανταγωνιστές των θηλαστικών. Οι πρόγονοί τους ίσως ανταγωνίζονταν επιτυχώς σαρκοφάγα θηλαστικά από το μέσο Κρητιδικό.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες μελετούν τη βιογεωγραφία των βαράνων. Έχουν εξάπλωση σε όλα τα μέρη χαμηλού γεωγραφικού πλάτους του Παλαιού Κόσμου, και μολονότι συνυπάρχουν με τα σαρκοφάγα θηλαστικά, ο αριθμός των ειδών είναι μικρός στις μεγάλες ηπείρους. Όταν γράφτηκε η εργασία αυτή, αναγνωρίζονταν 60 είδη βαράνων, σήμερα όμως αναγνωρίζονται 78, και οι ίδιοι επιστήμονες υπέθεταν ότι πολλά νέα είδη πρόκειται να περιγραφούν στην αυστραλιανή περιοχή, αφού οι πληθυσμοί εκεί δεν ήταν τόσο γνωστοί, και πράγματι σχεδόν όλα τα νέα είδη περιγράφηκαν από εκεί, και αναμένεται η ανακάλυψη νέων. Έτσι,έχουμε 5 είδη στην Αφρική, με το βαράνο της ερήμου (Varanus griseus) να φτάνει ως την κεντρική Ασία, 7 είδη στη νότια ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη νησιωτική ΝΑ Ασία, συμπεριλαμβανομένων των Φιλιππινών και των Ανατολικών Ινδιών, εκ των οποίων 4 είδη είναι κοινά με την ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη Νέα Γουινέα, στο Αρχιπέλαγος Μπίσμαρκ και στα νησιά του Σολομώντα, και 29 είδη στην Αυστραλία, με 5 κοινά με τη Ν. Γουινέα. Τα μισά περίπου από τα αυστραλιανά είδη είναι μικρόσωμα, κι έχουν μεγάλη πυκνότητα. Στη βόρεια Αυστραλία για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχουν συμπατρικά 8-9 είδη βαράνων, σε εξαιρετικές περιπτώσεις 10-11, διαφορετικού μεγέθους, μικροπεριβάλλοντος και συνηθειών.

Μεταξύ ασιατικής και αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής, υπάρχει η διαχωριστική Γραμμή του Ουάλας. Η γραμμή αυτή, που πήρε το όνομά της από το γνωστό βιογεωγράφο και σύγχρονο του Δαρβίνου Άλφρεντ Ράσελ Ουάλας, ο οποίος επίσης ανέπτυξε εξελικτική θεωρία παρόμοια μ’αυτήν του Δαρβίνου, δεν είναι εντελώς νοητή. Είναι μια ζώνη βαθέος νερού, η οποία βρίσκεται στο μεταίχμιο της ασιατικής πλάκας ανατολικά, και της αυστραλιανής και ειρηνικής πλάκας δυτικά. Το σημείο αυτό ποτέ δε γεφυρώθηκε με στεριά, οπότε δρα ως όριο της εξάπλωσης πολλών χερσαίων αρθροπόδων και σπονδυλωτών, διαχωρίζοντας τις κοινότητες της ασίας με βόρεια λαυρασιατικ΄προέλευση απ’αυτές της Αυστραλίας με νότια γκοντβανική προέλευση, και είναι γεωλογικά ενεργή. Μικρά θραύσματα φλοιού και λιθοσφαιρικών πλακών μετακινύνται, στρέφονται και υπάγονται το ένα κάτω απ’το άλλο ή κάτω από τις μεγαλύτερες πλάκες, δημιουργώντας ένα ασταθές γεωλογικό περιβάλλον με δημιουργία κι εξαφάνιση νησιών, αυξομειώσεις της έκτασης ξηράς, ανυψώσεις θαλάσσιου πυθμένα κλπ. Η γεωλογική δραστηριότητα άρχισε πριν από 50 και η δημιουργία νησιών πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε πολλά συμπυκνώθηκαν και δημιουργηθηκε η βόρεια Νέα Γουινέα, ενώ επίσης περίπου εκείνη την εποχή ανυψώθηκε η κεντρική οροσειρά της, και με δυτική μετατόπιση θραυσμάτων πλακών της Αυστραλίας, σχηματίστηκε η Χαλμαχέρα, το Όμπι, το Αρχιπέλαγος Σούλα και το ανατολικό άκρος του Σουλαουέσι. Τα νησιά της περιοχής προέρχονται είτε από ηπειρωτικά θραύσματα, είτε αππό ανυψώσεις βυθού είτε από ηφαιστειακά νησιωτικά τόξα. Οι βαράνοι μπορεί να μετακινήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σ’αυτό΄το περιβάλλον, είτε με μετακίνηση διά ξηράς, είτε με άλματα μεταξύ νησιών, ή και με βικαριανισμό (διαχωρισμός πληθυσμών σε διαφορετικά είδη αφού έχει διασπαστεί ένα ενιαίο τμήμα ξηράς). Για τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά, η διάβαση της ζώνης ήταν πιο δύσκολη, αλλά έχει γίνει. Η ζώνη αυτή ωστόσο δεν είναι απόλυτος φραγμός, αφού πολλές φορές έχουν περάσει είδη και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Οι βαράνοι, και γενικώς τα βαρανόμορφα, έχουν λαυρασιατική προέλευση, οι πρόγονοί τους δηλαδή ζούσαν στη μεσοζωική βόρεια υπερήπειρο Λαυρασία, η οποία περιελάμβανε την Ευρασία και τη Βόρεια Αμερική. Τα πρώτα βαρανόμορφα χρονολογούνται από το ιουρασσικό της Ασίας, ενώ τα πρώτα απολιθώματα μελών του γένους Varanus χρονολογούνται στα 45 εκατομμύρια χρόνια πριν και προέρχονται από την κεντρικη Ασία. Τα απολιθώματα των συγγενών των βαράνων, των ηλοδερμάτων ή τεράτων του Τζίλα, έχουν επίσης λαυρασιατική κατανομή, ενώ το μόνο απολίθωμα λανθανωτοειδούς είναι από το Κρητιδικό της Ασίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη φυλογενετική θεωρία για τους σημερινούς βαράνους, η ομάδα προήλθε απ’την Ασία, κι έπειτα διασπάστηκε στους σημερινούς κλάδους. Ο ένας είναι αυτός που περιλαμβάνει όλα τα αφρικανικά είδη, μαζί με τον V. griseus που φτάνει μέχρι την κεντρική Ασία. Οι επόμενοι είναι αυστραλασιατικοί, με τον πρώτο να περιέχει τα είδη της ασιατικής ενδοχώρας, καθώς κι αυτά των νησιών Σούντα, αν και ο V. salvator πέρασε τη Γραμμή δύο φορές, και αυτά των Φιλιππινών, και το δεύτερο να περιέχει άλλους δύο: Ο ένας περιλαμβάνει το φιλιππινέζικο είδος V. olivaceus και τον κλάδο Euprepiosaurus (ευπρεπιόσαυρος), ο οποίος περιλαμβάνει τα συμπλέγματα των ειδών V. indicus και V. prasinus ενώ ο άλλος αποτελείται από τη μία από τα μεγάλα είδη V. salvadorii, V. komodoensis, V. varius και τον κλάδο Odatria των μικρόσωμων αυστραλιανών ειδών, κι από την άλλη από τα μεγαλύτερα αυστραλιανά είδη βαράνου. Οι βαράνοι δε θα είχαν περάσει τη γραμμή πριν από 50 εκάτ. Χρόνια, αφού τότε η Αυστραλία ήταν πολύ νοτιότερα της Ασίας και δεν υπήρχε ξηρά ανά μεταξύ τους. Πριν 50 εκάτ. Χρόνια, η Αυστραλιανή πλάκα συνάντησε τη ΝΑ Ασία στην περιοχή των σημερινών Φιλιππινών, και δημιουργήθηκε η γεωλογικά ενεργή γραμμή του Ουάλας. Ίσως είχαν δημιουργηθεί νησιωτικά τόξα τότε, τα οποία όμως έπειτα εξαφανίστηκαν ή αφομοιώθηκαν με μεταγενέστερα. Τα σημερινά νησιωτικά συμπλέγματ άρχισαν να σχηματίζονται πριν από 30 εκάτ. Χρόνια, και πιθανόν τότε άρχισαν οι βαράνοι να μετακινούνται προς την Αυστραλία, αφού τα πρώτα απολιθώματα βαράνων στην Αυστραλία χρονολογούνται μεταξύ Ολιγόκαινου και Μειόκαινου, πριν από 24 εκατομμύρια χρόνια. Μέσα σ’αυτά τα 24 εκατομμύρια χρόνια δηλαδή, οι βαρανοί εξελίχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα μεγεθών, φτάνοντας στα ακραία μεγέθη του γένους, με ακραίο μικρότερο το V. sparnus στα 20 εκ και ακραίο μεγαλύτερο τον εξαφανισμένο πια (ίσως ευθύνεται και ο άνθρωπος) V. priscus στα 5 μ, και ίσως να υπήρχαν άτομα των 7 μ. Έτσι από τις Φιλιππίνες πρώτα πέρασε ο κλάδος ο οποίος εξελίχθηκε στο δράκο του Κόμοντο στα Σούντα – αυτό πλέον έχει αποδειχθεί λάθος, αφού ο δράκος του Κόμοντο προήλθε από την Αυστραλία και στους μικρόσωμους βαράνους οδάτρια και στους μεγαλόσωμους της Αυστραλίας, κι αργότερα οι ευπρεπιόσαυροι από τις Φιλιππίνες. Υποείδη του V. salvator πέρασαν πολύ πιο πρόσφατα. Το είδος αυτό΄είναι καλός κολυμβητής, και ίσως πέρασε μέσο θαλάσσης. Μια εναλλακτική θεωρία, ότι δηλαδή οι αυστραλιανοί βαράνοι, καθώς και οι δράκοι (αγαμίδες) προϋπήρχαν στη Γκοντβάνα και είχαν ήδη διασπαστεί από τους ασιατικούς από το Μεσοζωικό, την οποία υποστηρίζει ένας μόνο ερευνητής, χρησιμοποιώντας πιθανόν λανθασμένες μεθόδους μοριακού ρολογιού στο μιτοχονδριακό dna, δεν υποστηρίζεται από τα απολιθωματικα και τα μοριακά δεδομένα. Αν άλλωστε οι βαράνοι προϋπήρχαν στη νότια υπερείπηρο, θά’πρεπε να βρίσκονται και στη Νότια Αμερική, η οποία ήταν κι αυτή μέρος της, απ’όπου απουσιάζουν εντελως ως απολιθώματα. Σήμερα εκεί οι σαυρες τεγκού αντικαθιστούν οικολογικά τους βαράνους.

Ανατολικά λοιπόν της Γραμμής του Ουάλας, υπάρχουν αρκετοί μικροί βαράνοι, ενώ δυτικά σχεδόν κανένας, και οι επιστήμονες κάνουν διάφορες υποθέσεις γι’αυτό το φαινόμενο, τις οποίες μία-μία τις αποκλείουν. Ίσως οι μικροί βαράνοι να μη μπόρεσαν να περάσουν εξαιτίας μειωμένων ικανοτήτων εξάπλωσης, ίσως λόγω αλληλεπίδρασης με τα θηλαστικά. Αν και δε γίνεται ν’αποκλειστεί εντελώς το πρώτο ενδεχόμενο, οι μικρόσωμοι βαράνοι πολλάκις έχουν περάσει από την Αυστραλία σε απομακρυσμένα νησιά, οπότε ίσως να μην είναι και τόσο δύσκολη η μεταφορά τους μακριά. Πιθανόν η αλληλεπίδραση με τα θηλαστικά να περιόρισε την εξάπλωσή τους. Ο ανταγωνισμός με τα μικρά σαρκοφάγα θηλαστικα είναι απίθανος, αφού οι μικροί βαράνοι τρέφονται κυρίως με έντομα και μικρές σαύρες, τροφές που υπάρχουν παντού στο περιβάλλον και σε τεράστιους αριθμούς. Η ύπαρξη πολλών ειδών σαυρών στην Αυστραλία ίσως να είναι ένας ακόμα λόγος που εξελίχθηκαν τόσο πολλοί μικροί βαράνοι εκεί. Από την άλλη, ίσως το κυνήγι των μικρών βαράνων από τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά να εξηγεί την απώλεια μικρών βαράνων δυτικά της γραμμής Ουάλας, ή και ανατολικά όπου υπάρχουν μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά. Στο Σουλαουέσι για παράδειγμα, όπου έφτασε ένα είδος σιβέτας, δεν υπάρχει κανένας μικρός βαράνος. Η υπόθεση αυτή δοκιμάζεται με την ανθρώπινη εισαγωγή μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών στην Αυστραλία και σε πολλά γειτονικά νησιά, για τα οποία ωστόσο δεν είναι γνωστό κατά πόσο τρώνε βαράνους. Στις εύκρατες κι ερημικές περιοχές της Αυστραλίας για παράδειγμα οι γάτες και οι αλεπούδες προτιμούν τα πουλιά και τα θηλαστικά για τροφή, ενώ σε τροπικές περιοχές ίσως οι γάτες να τρέφονται και με μικρούς βαράνους. Σε μία πρόσφατη μελέτη ραδιοϊχνηλάτησης 54 μικρών βαράνων στα βόρεια τροπικά δάση της Αυστραλίας, οι 13 είχαν φαγωθεί από εχθρούς, εκ των οποίων οι 4 πιάστηκαν από ιθαγενή σαρκοφάγα και οι υπόλοιποι 9 από μία μόνο γάτα. Οι γάτες στήνουν ενέδρα στους μικρούς βαράνους όταν κατεβαίνουν από τα δέντρα ακόμα και την ημέρα, ενώ τα ιθαγενή κουόλ, μαρσυποφόρα σαρκοφάγα παρόμοια με τη γάτα, είναι νυκτόβια και δε στήνουν ενέδρες.

Μετά οι επιστήμονες εξηγούν για ποιον λόγο οι μικρότεροι βαράνοι να είναι πιο ευάλωτοι στο κυνήγι από θηλαστικά. Οι μεγάλοι βαράνοι γεννούν πολλά αυγά, τα οποία επωάζονται για περισσότερο χρόνο και πιθανότατα ζουν περισσότερο τα είδη αυτά απ’τους μικρούς, αφήνοντας έτσι πολύ περισσότερους απογόνους για ν’αντισταθμήσουν τις απώλειες. Αντίθετα, οι μικρότεροι βαράνοι γεννούν λιγότερα αυγά, τα οποία εκκολάπτονται σε μικρότερους νεοσσούς, οι οποίοι αναλογικα με το σώμα τους όμως είναι μεγαλύτεροι σε σχέση μ’αυτούς των μεγαλύτερων ειδών. Δηλαδή οι μικροί βαράνοι επενδύουν περισσότεροι ενέργεια σε σχετικα λιγότερα μικρά. Τέτοιες στρατηγικές ακολουθούν συνήθως ζώα σε περιβάλλοντα με λίγους εχθρούς. Υπάρχουν επίσης αυστραλιανά είδη μεγάλων βαράνων με λιγότερα αυγά και μεγαλύτερα μικρά από το σύνηθες, αλλά τα μικρά τους μπορεί να έχουν το μέγεθος ενός ενήλικου μικρόσωμου βαράνου, οπότε δε μπορεί να γίνει σωστή σύγκριση. Έτσι οι μικροί βαράνοι αναγκαστικά γεννούν μικρότερους απογόνους, οπότε δε θα μπορούν να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους σταθερό στο ενδεχόμενο μεγάλης πίεσης από σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Τα μικρά των μεγάλων βαράνων επιβιώνουν χάρη στους μεγάλους αριθμούς τους, στη γρήγορη ανάπτυξή τους και στην κρυπτική συμπεριφορά τους. Όπως παραστατικά μας λένε οι επιστήμονες, συμπεριφέρονται περισσότερο σαν κρυπτικοί σκίγκοι,παρά σαν βαράνοι. Τα μικρά των περισσότερων ειδών ζουν κρυμμένα σε πολύ πυκνή βλάστηση, και σε πολλά μεγάλα είδη διαφέρουν μορφολογικά και συμπεριφορικα από τα ενήλικα άτομα – παρομοίως διαφέρουν και πολλά μικρά μεγάλων ειδών ερπετών, καθώς και πολλοί δεινόσαυροι. Για παράδειγμα, οι νεαροί δράκοι του Κόμοντο είναι δενδρόβιοι και εντομοφάγοι, μοιάζοντας έτσι με πολλά άλλα δενδρόβια είδη, πιθανότατα για ν’αποφύγουν τους κανιβαλιστικούς ενήλικες. Γι’αυτόν το λόγο η εύρεση μικρών βαράνων στη φύση είναι πολύ δύσκολη. Οι δύο επιστήμονες της εργασίας αυτής για παράδειγμα, κάνοντας απολογισμούς σαυρών στην έρημο Βικτόρια της βόρειας Αυστραλίας για πολλούς μήνες, μόνο μια φορά βρήκε ο καθένας νεογέννητο V. tristis.

Οπότε οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ούτε η αδυναμια εξάπλωσης ούτε ο ανταγωνισμός με τα θηλαστικά εξηγούν επαρκώς την απουσία μικρόσωμων βαράνων δυτικά της Γραμμής του Ουάλας. Το πιο πιθανό είναι ότι τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά πιέζουν έντονα τους πληθυσμούς των μικρόσωμων ειδών, τα οποία εκ φύσεως δε μπορούν να γεννήσουν πολλά μικρά και τελικα εξαφανίζονται. Επίσης η ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας μικρών σαυρών στην Αυστραλία ίσως οδήγησε στην ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλία μικρών βαράνων στην ήπειρο αυτήν.

Ολόκληρη τη μελέτη μπορείτε να την βρείτε σε pdf εδώ.

Δεν πιστεύω ότι όλοι οι μικρόσωμοι βαράνοι κινδυνεύουν από τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά σπάνια κυνηγούν βαράνους στις εύκρατες και ερημικές περιοχές της Αυστραλίας, οπότε στα μέρη αυτά η αλληλεπιδράσεις βαράνων και θηλαστικών είναι σπάνιες. Για τις τροπικες περιοχές δεν έχουμε πολλά δεδομένα, αλλά ούτε εκεί πιστέυω τα σαρκοφάγα θηλαστικά να τρέφονται σε μεγάλο βαθμό με βαράνους σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να τους τρώνε συχνά, και σε εξελικτικό χρόνο κάποια είδη ίσως να εξαφανιστούν, αλά σίγουρα όχι όλα. Μετά τα εναπομείναντα ίσως αναπτύξουν αποτελεσματικότερες άμυνες κατά των θηλαστικών. Επίσης, μέσα στην καρδιά της εξάπλωσης των μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών υπάρχει ένας μικρόσωμος βαράνος, που επιβιώνει κανονικότατα. Στην κεντρική Αφρική βρίσκεται ο βαράνος της σαβάνας (V. exanthematicus), ο οποίος συνήθως γίνεται μόνο 80 εκ, τρέφεται με ασπόνδυλα και μικρα σπονδυλωτά, και ζει σ’ένα περιβάλλον γεμάτο με μικρά, δραστήρια σαρκοφάγα θηλαστικά με άγριες διαθέσεις. Αλλά και ο V. griseus δεν είναι μεγαλύτερος, φτάνοντας τα 1,2 μέτρα συνήθως, στο όριο δηλαδή μεταξύ των λεγόμενων μικρόσωμων και μεγαλόσωμων βαράνων, και όχι μόνο δεν επηρεάστηκε αρνητικά από τα θηλαστικά, αλλά έφτασε μέχρι τα ψυχρότερα μέρη της εύκρατης ζώνης στο Καζακστάν, όπου κανένας άλλος βαράνος δεν έχει φτάσει. Αντίθετα ο άνθρωπος τον απειλεί σοβαρά.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια κουνέλα. Η κουνέλα γνώρισε έναν κούνελο απ’τη φωλιά της κι από τότε έπαιζαν μαζί. Την πρότεινε μια μέρα να κάνουν μπλουπ και συμφώνησε. Για ένα μήνα μετά ένιωθε διαφορετικά, ενώ η κοιλίτσα της είχε φουσκώσει. Ξαφνικά βγήκε έξω απ’την ασφαλή μεγάλη τρύπα για να κάνει φωλιά. Η μικρή κουνέλα ήταν πολύ κουρασμένη όταν τελείωσε την κατασκευή της φωλίτσας της. Για μέρες έσκαβε μια τρύπα στο έδαφος, έπειτα έφερε με κόπο ως εκεί χόρτα και κλαδιά για να στρώσει τον πυθμένα, και στο τέλος την έστρωσε με δικές της τρίχες απ’την κοιλίτσα για νά’ναι ζεστά. Μετά από λίγες μέρες, μπηήκε μέσα και γέννησε τέσσερα κουνελάκια (λιμπάκια), τα καθάρισε, τα θήλασε κι έφυγε. Κάθε μέρα ερχόταν συγκεκριμένη ώρα για να θηλάσει τα μικρά της και να τα δώσει αγάπη. Μπορεί επίσης να ερχόταν όταν τα άκουγε παραπονεμένα και τύχαινε νά’ναι κοντά. Μια μέρα όμως βρήκε τη φωλιά ανακατεμένη, και τα παιδιά της έλειπαν. Όσο κι αν τα έψαχνε, δεν τα βρήκε πουθενά. Κάθε επόμενη φορά που γενούσε, έχανε τα λιμπάκια της. Είχε γίνει μια στεναχωρεμένη μανούλα με εκατό μικρά νεκρά λιμπάκια. Παρόλα αυτά αυτό δε την εμπόδιζε να φτιάχνει την καλύτερη φωλιά για τα παιδιά της. Μια μέρα όπως όλες τις άλλες, καθώς βγήκε απ’τη σύρραγγά της για να βοσκήσει, ήρθε ένα μεγάλο ζώο και την έφαγε. «Μια ακόμα νεκρή κουνέλα,» είπαμε, δεν πειράζει.

Η συμπεριφορά της αυτή έχει ιστορικό εκατομμυρίων ετών. Όλα τα θηλαστικά, μηδενός εξαιρουμένου, φροντίζουν τα μικρά τους. Είτε μόνο από τη μητέρα είτε και από τον πατέρα ή και από άλλα μέλη της οικογένειας ή του ειίδους, είτε για λίγες μέρες είτε για χρόνια, η φροντίδα των μικρών απαντά σ’όλες τις τάξεις των θηλαστικών ως βασικό χαρακτηριστικό τους. Η εξέλιξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς σε κάποιο είδος ζώου προφανώς προσδίδει πολλά πλεονεκτήματα, με το κυριότερο την προστασία των μικρών από διάφορες αιτίες θανάτου κατά τα πρώτα στάδια της ζωής τους, που συνήθως είναι και τα πλέον κρίσιμα για τη μετέπειτα επιβίωσή τους. Η γονεΪκή συμπεριφορά έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορες ομάδες ζώων από έντομα κι αραχνοειδή έως ψάρια, αμφίβια και αμνιωτά, κι αποδείχθηκε πολύ επιτυχής στρατηγική, αφού συνεχίζεται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, παρά τα άμεσα κόστη στους γονείς από την εύρεση τροφής για τα μικρά και γενικότερα από όλες αυτές τις πράξεις που πρέπει να κάνουν οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά τη δική τους επιβίωση.

Δύο κυρίως κλάδοι αμνιωτών, σπονδυλωτών δηλαδή με αμνιωτικό αυγό (ερπετά/πτηνά, θηλαστικά) έχουν εξελίξει γονεϊκή συμπεριφορά, τα θηλαστικά και οι αρχόσαυροι, ενώ επίσης σποραδικά εμφανίζεται και στα φολιδωτά, την τάξη των ερπετών που περιλαμβάνει τα φίδια και τις σαύρες. Οι αρχόσαυροι είναι ο κλάδος εκείνος των ερπετών που περιλαμβάνει τα κροκοδείλια, τους πτερόσαυρους, τους δεινόσαυρους, τα πουλιά και λίγες ακόμα μικρότερες και λιγότερο γνωστές εξαφανισμένες ομάδες. Η γονεΪκή συμπεριφορά σ’αυτόν τον κλάδο φαίνεται να εξελίχθηκε αρκετά νωρίς, μιας και σχεδόν όλα τα μέλη της την παρουσιάζουν. Είναι ωστόσο διαφορετική απ’αυτήν των θηλαστικών. Τα μικρά των περισσοτέρων αρχόσαυρων γενιούνται αρκετά ανεπτυγμένα ώστε να μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα, αλλά διατρέχουν μεγαλύτερες πιθανότητε ςθανάτου αν εγκαταλειφθούν. Σε άλλους κλάδους της ομάδας η μητέρα, οι γονείς ή όποιος τα φροντίζει μπορεί να τα ταΐζει, να τα προστατεύει περισσότερο ή και να δημιουργεί ισχυρότερες σχέσεις μαζί τους, ενώ ορισμένες ομάδες πουλιών και ίσως δεινοσαύρων έχουν εξελιχθεί να γεννούν υπανάπτυκτα και αβοήθητα μικρά, τα οποία χρειάζονται απαραίτητα τη γονεΪκή φροντίδα. Ελάχιστες ομάδες πουλιώ, όπως οι μεγάποδες της Αυστραλίας, έχουν χάσει κάθε ίχνος γονεΪκής φροντίδας, με τα μικρά να είναι πλήρως ανεξάρτητα αμέσως μετά την εκκόλαψή τους.

Τα θηλαστικά ωστόσο αποτελούν μοναδική περίπτωση, όντας η μόνη ομάδα σπονδυλωτών που τρέφει τα μικρά της με ένα ειδικό έκκριμα, το γάλα. Από τους αρχόσαυρους μόνο τα περιστέρια φτάνουν κάπως κοντά σ’αυτήν την κατάσταση, ταΐζοντας τους νεοσούς μ’ένα έκκριμα απ’το λαρύγγι τους, και πάλι όμως τα μικρά τους ζουν και χωρίς την τροφή αυτήν. Τα μικρά των θηλαστικών ωστόσο είναι πλήρως εξαρτημένα τροφικά απ’το γάλα της μητέρας, το οποίο επίσης παρέχει και τα πρώτα τους αντισώματα. Επειδή αρχικά τα θηλαστικά ήταν μικρά, νυκτόβια, κι επομένως τα μικρά τους ακόμα μικρότερα κι ανίκανα να διατηρήσουν σταθερή θερμοκρασία από μόνα τους, προγονικά τα θηλαστικά γεννούν υπανάπτυκτα και αβοήθητα μικρά μέσα σε φωλιές. Ο θηλασμός τα παρέχει συμπυκνωμένα όσα θρεπτικά συστατικά χρειάζονται για τη σωστή ανάπτυξη, κι ακόμα δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια από μέρους τους, οπότε αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένη στρατηγική σίτισης των μικρών. Ορισμένα είδη που ζουν σε ανοιχτά περιβάλλοντα, πρέπει συνέχεια να κινούνται ή είναι θαλάσσια έχουν εξελιχθεί να γεννούν ανεπτυγμένα μικρά, αλλά πάλι αυτά δε μπορούν να ζήσουν χωρίς το γάλα. Σπάνια ομάδες που γεννούν ανεπτυγμένα μικρά εμφάνισαν είδη με δευτερογενώς υπανάπτυκτα μικρά, όπως ο άνθρωπος απ’τα πρωτεύοντα, του οποίου το μικρό δε θα μπορούσε να γεννθεί πιο ανεπτυγμένο εξαιτίας του μεγάλου κεφαλιού του, το οποίο σε μεγαλύτερο στάδιο ανάπτυξης δε θα μπορούσε να περάσει απ’τη γυναικεία λεκάνη. Επειδή λοιπόν οι μητέρες έχουν στενή σχέση με τα μικρά τους, αρκετά νωρίς στην εξέλιξη των θηλαστικών εξελίχθηκε κι ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ μητέρας και μικρών. Η μητέρα συνήθως προστατεύει τα μικρά της, είναι διατεθημένη να περάσει εμπόδια για να τα συναντήσει και τα ψάχνει αν χαθούν, ενώ και τα μικρά προσδοκούν την επαφή με τη μητέρα και σε περίπτωση που δεν τη βιώσουν ποτέ ή είναι προβληματική, θ’αναπτυχθούν ψυχολογικά διαταραγμένα, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για πολύ έξυπνα κι έντονα κοινωνικά είδη όπως τα πρωτεύοντα, αλλά ακόμα και για τα τρωκτικά και προφανώς για όλα τα θηλαστικά.

Επομένως τα θηλαστικά είναι μοναδικά ως προς αυτό το στοιχείο. Αλλά πότε εξελίχθηκε όλο αυτό το σύμπλεγμα συμπεριφορών που έχει να κάνει με τη φροντίδα των μικρών; Τα απολιθώματα σπάνια μας δίνουν τέτοιες πληροφορίες, μιας και είναι υπερβολικά απίθανο μια οικογένεια θηλαστικώ να πεθάνει σε συνθήκες κατάλληλες για απολίθωση. Ωστόσο είμαστε σίγουροι ότι στα πρώτα θηλαστικά, τα οποία εμφανίστηκαν στο ύστερο Τριαδικό πριν 225 εκατομμύρια χρόνια, υπήρχε γονεϊκή συμπεριφορά, σύμφωνα με διάφορα μορφολογικά χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ενδοθερμία σε συνδυασμό με το μικρό τους μέγεθος, διότι είναι αδύνατο ένας μικροσκοπικός ενδόθερμος οργανισμός, όπως το μικρό ενός μικρού θηλαστικού, να ζήσει εκτεθημένος στο περιβάλλον. Τα θηλαστικά αυτά ωστόσο ξεχωρίζουν απ’τους άμεσους θηλαστικόμορφους προγόνους κυρίως ως προς λεπτομέρειες των γνάθων και των αφτιών, κι όχι σε κάποιο σημαντικό στοιχείο, οπότε μορφολογικά και οι άμεσοι πρόγονοι (θηλαστικόμορφα) είναι παρόμοιοι, άρα κι αυτοί φρόντιζαν τα μικρά τους. Εάν όμως πάμε πιο πίσω στο χρόνο, τα πράγματα δυσκολεύουν έχουμε μπει πια σ’έναν άγνωστο χαμένο κόσμο.

Ο χαμένος κλάδος που οδήγησε στα θηλαστικά έχει μακρά ιστορία, ξεχωριστή απ’αυτόν που οδήγησε στα ερπετά. Αρχικά τα μέλη του θεωρήθηκαν υποομάδα των ερπετών, αργότερα όμως αναταξινομήθηκαν σε δική τους ομοταξία σπονδυλωτών, τα συναψιδωτά. Αυτά διαχωρίστηκαν πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη των αμνιωτών, στο ύστερο Λιθανθρακοφόρο, πριν περίπου 324 εκατομμύρια χρόνια. Αρχικά υπήρχαν μόνο αμφίβια διαφόρων μορφών, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο προσαρμοσμένα για την ξηρά. Μία ομάδα αυτών, οι ανθρακόσαυροι, είχαν αρκετές προσαρμογές για τη στεριά και είχαν κάποια κοινά στοιχεία με τα αμνιωτά. Γύρω στα 330 εκατομμύρια χρόνια πριν, εμφανίστηκαν τα πρώτα αμνιωτά, αρχικά μικρές σαυροειδείς μορφές με αρκετά προγονικά χαρακτηριστικά των αμφιβίων. Το αυγό τους περιβαλλόταν από πολλαπλές μεμβράνες που εμπόδιζαν την εξάτμιση του νερού, ώστε μπορούσε να εναποτεθεί στην ξηρά, ενώ ήταν κι αρκετά μεγαλύτερο, ώστε ο νεοσός νά’χει σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος από ένα γυρίνο. Τα ζώα αυτά ωστόσο είχαν ένα πρόβλημα – ενώ τα αμφίβια με απλό άνοιγμα του στόματος στο νερό, ή τουλάχιστον με απλό δάγκωμα, μπορούσαν να συλάβουν τη λεία τους, στην ξηρά αυτό ήταν πιο δύσκολο, ιδίως για μεγαλύτερα θηράματα. Έτσι βρέθηκαν υπό έντονη εξελικτική πίεση ν’αναπτύξουν καλύτερα σημεία πρόσφυσης των γναθικών μυών. Μία τέτοια εύκολη μεταβολή ήταν η δημιουργία αψιδωτών οπών στην κροταφική περιοχή του κρανίου. Η πρώτη λοιπόν ομάδα που τις εμφάνισε ήταν τα συναψιδωτά, με μια μεγάλη οπή χαμηλά στον κρόταφο, ενώ λίγο αργότερα από έναν άλλο κλάδο πιο ερπετόμορφων αναψιδωτών ή παραερπετών, εξελίχθηκαν και τα διαψιδωτά ή ευερπετά, τα γνήσια ερπετά, με δύο ζεύγη τέτοιων οπών, μια χαμηλά και μία ψηλότερα. Η πρώτη τάξη των συναψιδωτών ήταν τα πελυκοσαύρια, η οποία εξελίχθηκε σε διάφορες μορφές και στο μέσο Πέρμιο έδωσε τα θηριαψιδωτά, μια ακόμα πιο επιτυχημένη τάξη που εκτόπισε τελικά τον πρόγονό της και εξελίχθηκε σε ακόμα περισσότερες μορφές. Τα συναψιδωτά πλήγηκαν σοβαρά από τη μεγάλη Περμοτριαδική Εξαφάνιση πριν 250 εκατομμύρια χρόνια, με λίγους κλάδους στο Τριαδικό, εκ των οποίων ένας, οι κυνόδοντες, ήταν οι πρόδρομοι των θηλαστικών.

Αλλά εδώ η τάξη που μας ενδιαφέρει είναι η πρώτη, τα πελυκοσαύρια. Πρόκειται στην πραγματικότητα για λεγόμενη ταξινομική ομάδα σκουπιδοτενεκέ (wastebasket taxon), όπου ρίχνονται οργανισμοί παρόμοιας εξελικτικής βαθμίδας με παρόμοια μορφολογία, στη συγκεκριμένη περίπτωση διάφορα πρωτόγονα συναψιδωτά του ύστερου Λιθανρακοφόρου μέχρι το μέσο Πέρμιο. Σήμερα η θεώρηση των πελυκοσαύρων ως τάξη τείνει ν’αποφεύγεται στους επιστημονικούς κύκλους, και ανταυτού αναγνωρίζονται αταξινόμητοι κλάδοι μέσα στην ομάδα, αν και για λόγους ευκολίας, εφόσον η ομάδα αυτή είναι αρκετά σαφής, συχνά αναφέρεται ως η τάξη πελυκοσαύρια. Τα πρώτα απολιθώματα της ομάδας αυτής, όπως προανέφερα, προέρχονται από το ύστερο Λιθανθρακοφόρο με το γένος εοθυρίς (Eothyris), το οποίο δε διέφερε σε τίποτα απ’τα πρώτα αμνιωτά πέρα απ’το κροταφικο άνοιγμα. Από εκεί και πέρα οι πελυκόσαυροι χωρίζονται σε δύο κλάδους, τα παλαιότερα και χωρίς απογόνους κασεασαύρια (caseasauria) με τις οικογένειες των εοθυριδών και τω κασεΪδών, και τα νεότερα ευπελυκοσαύρια (eupelycosauria) με τις οικογένειες των βαρανοπιδών, τωνοφιακοντιδών, των εδαφοσαυριδών και των σφηνακοδοντιδών, τα οποία είτε προήλθαν από τα εοθυροειδή είτε από συγγενική ομάδα, και από τους σφηνακοδοντίδες έδωσαν τα θηριαψιδωτά. Όλα ήταν προγονικά σαρκοφάγα, με τα μικρότερα προφανώς εντομοφάγα, ενώ υπήρχαν και ιχθυοφάγες μορφές που έφεραν προσαρμογές για αμφίβια διαβίωση. Αργότερα κατά το Πέρμιο εξελίχθηκαν και φυτοφάγες μορφές στις οικογένειες των κασεϊδών και των εδαφοσαυριδών.

Σημερινό αντίστοιχο αυτών των ζώων δεν υπάρχει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οικολογικά είχαν τη θέση των σημερινών μεσαίων εντομοφάγων, μεσαίων και μεγάλων φυτοφάγων και σαρκοφάγων χερσαίων ερπετών ή θηλαστικών, αν και οι διαφορές μεταξύ εκείνων και των σημερινών ερπετών είναι μεγάλες. Ανατομικά, πέρα απ’το κροταφικό άνοιγμα, ήταν όμοια με τα πρώτα αμνιωτά. Είχαν το τυπικό σαυροειδές σώμα με τη μακριά ουρά και τα τέσσερα κανονικά πενταδάκτυλα άκρα, κοντό λαιμό και κεφάλι κανονικό. Τα δόντια τους ήταν απλά, με μόνα διαφορετικά 2-3 κυνοδοντόμορφα στην αρχή κάθε γναθικού οστού που κληρονόμησαν απ’τους αμφίβιους προγόνους τους και τελικά μεταλάχθηκαν στους άνω κυνόδοντες των θηλαστικών, ενώ τα διαψιδωτά τα έχασαν νωρίς, ώστε όλα τα ερπετά να’ναι προγονικά ομόδοντα (όμοια δόντια σ’όλο το στόμα). Τα μάτια τους ήταν κανονικά και μάλλον είχαν την ίδια καλή όραση με τα ημερόβια ερπετά, σε αντίθεση με τα νυκτόβια θηλαστικά αργότερα, και η όσφρησή τους θεωρείται πως ήταν κανονική. Η ακοή τους ωστόσο περιοριζόταν σε χαμηλές συχνότητες, μιας και τα οστά πίσω απ’τις σιαγόνες, τα οποία μεταδίδουν τον ήχο σε πολλές ομάδες αμνιωτών, ήταν γερά στερεωμένα χωρίς εξειδικεύσεις για τη μετάδοση του ήχου. Στην κορυφή του κρανίου υπήρχε βρεγματικό άνοιγμα για το βρεγματικο οφθαλμό, ένα τρίτο μάτι με κύριο σκοπό τη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού, που έχει απλοποιηθεί στους περισσότερους εξελιγμένους κλάδους σπονδυλωτών, με τα θηλαστικά την πιο ακραία περίπτωση. Το μέγεθος του εγκεφάλου τους υπολογίζεται για τις πρώιμες ομάδες περίπου στα μέτρα των αμφιβίων, ούτε καν δηλαδή των σημερινών ερπετών, επομένως η νοημοσύνη και οι ικανότητές τους θά’ταν αρκετά χαμηλές. Τέλος η τεράστια διαφορά με τα ερπετά ήταν στο δέρμα, και κατ’επέκταση στη φυσιολογία τους όσον αφορά τη διατήρηση του νερού – ήταν ερπετά με δέρμα θηλαστικού. Τα διαψιδωτά (ερπετά και πουλιά κατ’επέκτασην), από νωρίς στην εξέλιξή τους, ανέπτυξαν δέρμα υδατοστεγές με ελάχιστους έως καθόλου αδένες, το οποίο παρέμεινε λεπτό σχεδόν όπως και των αμφιβίων, αλλ’ενισχύθηκε με προστατευτικές φολίδες. Τα συναψιδωτά απ’την άλλη πήραν εντελώς διαφορετικό δρόμο, αυξάνοντας το πάχος της δερμίδας (το αποτελούμενο κυρίως από συνδετικό ιστό στρώμα του δέρματος κάτω απ’την επιδερμίδα), ώστε το δέρμα να γίνει ανθεκτικό, και διατηρώντας σε μικρότερο αριθμό και τροποποιημένους τους επιδερμικούς αδένες των αμφιβίω προγόνω τους για να ιδρώνουν σε υψηλές θερμοκρασίες ή αι για να παράγουν άλλα στοιχεία, π.χ. οσμές για την αναγνώριση του είδους. Στις πρώιμες μορφές υπήρχαν ορθογώνιες κοιλιακές πλάκες όμοιες μ’αυτές των πρώτων αμνιωτών και των τότε αμφιβίων, αντίστοιχες με τα λέπια των ψαριών παρά με τις φολίδες τω ερπετών, οι οποίες όμως αργότερα χάθηκαν εντελώς. Διάφορα είδη έπειτα μπορεί να εξέλισσαν οστέινες πλάκες με κεράτινο κάλυμα (οστεοδέρματα) για προστασία, αλλ’αυτό ποτέ δεν έγινε σταθερό χαρακτηριστικό των συναψιδωτών. Το τρίχωμα εξελίχθηκε πολύ αργότερα. Επομένωςο χαρακτηρισμός των πελυκόσαυρων ως γυμνές σαύρες ισχύει, κι εγώ θα πρόσθετα επίσης ιδρωμένες σαύρες. Οι πελυκόσαυροι ήταν πιθανότατα ποικιλόθερμα ζώα, αν και σε μεταγενέστερες προηγμένες μορφές παρατηρείται τάση για μεγαλύτερο θερμικό έλεγχο, με δύο οικογένειες, τους εδαφοσαυρίδες και τους σφνακοδοντίδες, να εξελίσσουν ανεξάρτητα ψηλό ραχιαίο ιστίο στηριζόμενο στις πολύ ψηλές νευρικές άκανθες της σπονδυλικής στήλης, προφανώς για θερμορρυθμιστικούς σκοπούς, αφού ως λεπτές επιφάνειες θα μπορούσαν εύκολα ν’απορροφήσουν ή ν’αποβάλουν θερμότητα. Δευτερευόντως μπορεί να είχαν και επιδεικτικούς σκοπούς, όπως οι διάφοροι στολισμοί σε σαύρες και πουλιά σήμερα. Από την τελευταία οικογένεια προέρχεται και το πλέον γνωστό γένος πελυκοσαύρων, οι σαρκοβόροι διμετρόδοντες, με το μεγαλύτερο τον πρώιμο Πέρμιο Dimetrodon grandis να φτάνει τα 4 περίπου μέτρα και προφανώς με ικανότητα κατανάλωσης σχεδόν κάθε άλλου χερσαίου σπονδυλωτού της εποχής. Συνήθως ωστόσο το μήκος των πελυκοσαύρω κειμενόταν μεταξύ 0,5-2,5 μέτρων.

Πέρα από τα δεδομένα πάντως που μας δίνουν οι σκελετοί για τον τρόπο ζωής αυτών των ζώων, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα άλλο ίχνος τους. Ελάχιστα ίχνη συναψιδωτών έχουν βρεθεί ως τώρα, κι αυτά κυρίως από το Μεσοζωικό, δηλαδή από πιο πρόσφατη εποχή με περισσότερα επομένως διατηρημένα απολιθώματα. Τουλάχιστον για τους δεινόσαυρους έχουμε πληθώρα απολιθωμάτων και ιχνών, ενώ υπάρχουν και σημερινά ζωντανά μοντέλα με τα οποία μπορούμε να τους συγκρίνουμε, και πάλι μας μένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Για τα παλαιοζωικά συναψιδωτά δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Δεν έχουν σωθεί αυγά, περιττώματα, καλά αποτυπώματα ή πατημασιές, φωλιές, συγκεντρώσεις ατόμων που ίσως δηλώνουν κοινωνική συμπεριφορά, κλπ, υπάρχουν μόνο σκελετοί, συνήθως κακοδιατηρημένοι. Για κάποια ωστόσο πράγματα είμαστε αρκετά βέβαιοι, όπως ότι τα πρώτα συναψιδωτά ήταν ποικιλόθερμα, ήταν ωοτόκα, είχαν πρωτόγονο εγκέφαλο κι επομένως απλή συμπεριφορά. Και σίγουρα τέτοια ζώα θα εναπόθεταν τα αυγά και θα εγκατέλειπαν τη φωλιά όπως τα περισσότερα μη αρχοσαυροειδή ερπετά σήμερα, πόσο μάλλον να φρόντιζαν τα μικρά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η συγκλονιστική ανακάλυψη έγινε το 2007, όταν καθαρίστηκε λεπτομερώς απολιθωματοφόρος πλάκα από πετρώματα πέρμιας ηλικίας της Λεκάνης του Καρού της Νότιας Αφρικής, που είχε συλλεχθεί το 1995 και θεωρούταν πως περιείχε πελυκόσαυρους. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Pub Med το 2007 από τη Jennifer Botha-Brink του Εθνικού Παλαιοντολογικού Μουσείου του Καρού και του τμήματος ζωολογίας και εντομολογίας του Πανεπιστημίου του Μπλέμφονταϊν στο Ελεύθερο Κράτος (περιοχή της Ν. Αφρικής που ιστορικά επρόκειτο ν’ανεξαρτητοποιηθεί), και από το Sean P Modesto του τμήματος βιολογίας του Πανεπιστημίου του Ακρωτηρίου Μπρέτον στο Σίδνεϋ της Νέας Σκοτίας του Καναδά. Πρόκειται για μια απολιθωμένη ομάδα δύο ηλικιακών τάξεων είδους βαρανοποειδούς πελυκόσαυρου ηλικίας περίπου 260 εκατομμυρίων ετών, κοντά δηλαδή στην εποχή εξαφάνισης της όλης ομάδας. ΟΙ βαρανοπίδες (varanopidae), αν και παλιά οικογένεια με αρκετά πρωτόγονα χαρακτηριστικά σε σχέση μ’άλλους πελυκόσαυρους, κατόρθωσε να επιβιώσει περισσότερο από κάθε άλλη έως το μέσο Πέρμιο, ίσως και περισσότερο, κι όπως δηλ΄ώνει το όνομα, τα μέλη της έμοιαζαν με τους σημερινούς βαρανούς (οικογένεια varanidae σαρκοφάγων σαυρών), με λεπτό και μακρύ σώμα, ανεπτυγμένα άκρα και μακριά ουρά, μήκους περίπου 1-2 μέτρων, και προφανώς ήταν εξειδικευμένοι εντομοφάγοι ή θηρευτές μεσαίου μεγέθους τετραπόδων. Έφεραν οστεοδέρματα για προστασία σε κάποια μέρη του σώματός τους. Το εκπληκτικό λοιπόν με τη συγκεκριμένη ομάδα είναι πως αποτελείται από πέντε άτομα, τα τέσσερα εκ των οποίων είναι 50% μικρότερα απ’το πέμπτο, με λιγότερο οστεοποιημένο σκελετό, ενώ το μεγαλύτερο έχει ισχυρότερο σκελετό με διατηρημένα οστεοδέρματα σε εγκάρσιες σειρές πάνω απ’τον αυχένα και την ωμική ζώνη, που πιθανότατα είχαν προστατευτικό ρόλο κατά των εχθρών – προφανώς και τότε, όπως και σήμερα, πολλά σαρκοφάγα στόχευαν το λαιμό του θηράματος. Η ομάδα ήταν θαμμένη σε πηλίτη πιθανότατα παραποτάμιας προέλευσης, αλλά η ταφή τους θά’πρεπε να είχε γίνει πολύ γρήγορα κι ενόσο ήταν ζωντανά, γιατί η διάταξή τους είναι σε ζωντανές στάσεις κι όχι ανακατεμένη όπως θα περιμέναμε αν είχαν αποτεθεί τα πτώματα τυχαία κάπου έπειτα από πλημμύρα. Όλα τα άτομα βρίσκονται με τη ραχιαία πλευρά του σώματος προς τα πάνω, και όλα τα τέσσερα μικρά βρίσκονται σε σχεδόν παράλληλη διάταξη. Όλα κοίταζαν μπροστά, εκτός από ένα, του οποίου το σώμα δε σώθηκε, αλλά ο λαιμός του υπάρχει και φαίνεται πως είχε το κεφαλάκι του στραμμένο προς τα πίσω. Άραγε τρόμαξε και γύρισε για να δει την καταστροφή που ερχόταν κατά πάνω τους; Επίσης όλο το σώμα του ενήλικου ατόμου διακόπτεται κοντά στη μέση, αλλ’υπάρχει μια σειρά αρθρωμένων ουραίων σπονδύλω που ταιριάζει στο μέγεθός του σε θέση που στη ζωή θ’αγκάλιαζε τα μικρά. Γνωρίζουμε ότι ο σκελετός των μικρών ήταν λιγότερο ανεπτυγμένος επειδή τα νευρικά τόξα των σπονδύλων (το κοίλο τμήμα που στεγάζει το νωτιαίο μυελό) δεν είχαν πλήρως συνενωθεί με τα κέντρα (το κύριο σώμα του σπονδύλου) – τα σημερινά θηλαστικά γεννιούνται με συνενωμένους σπονδύλους -, ενώ τα οστά του σώματός τους ήταν λεπτά και συμπιέστηκαν κατά την ταφή.

Εφόσον τέτοιοι συσχετισμοί αμνιωτών σε προσφατότερα απολιθώματα και σήμερα αντανακλούν σχεδόν πάντοτε οικογενειακές ομάδες, οι επιστήμονες είναι σχεδόν σίγουροι πως η ομάδα αυτή ήταν ακριβώς μια τέτοια ομάδα, δηλαδή ένας ενήλικας γονέας, ας πούμε πιθανότατα η μητέρα, με τέσερα μικρά που ήταν αδέρφια. Υποθέτουν ότι πιθανόν ο κύριος ρόλος του γονέα ήταν αν παρέχει προστασία απ’τους εχθρούς, όπως γίνεται σε όσα σημερινά ερπετά εμφανιζουν γονεΪκή συμπεριφορά. Πάντως για να φτάσουν τα μικρά το 50% του τελικού τους μεγέθους και να είναι ακόμα υπανάπτυκτα, σημαίνει πως η προστασία τους απ’το γονέ αήταν μακρόχρονη. ΟΙ επιστήμονες προσπαθούν να παρομοιάσουν αυτήν την περίπτωση με το σημερινό σκίγκο των ερήμων της Αυστραλίας Egernia stokesii, είδος γένους σαυρών με ανεπτυγμένο σύστημα φροντίδας των μικρών για ασυνήθιστα μεγάλο χρόνο, που ζει σε σχισμές βράχω κι άλλες οπές ως οικογενειακές αποικίες. Πάντως όλα αυτά είναι υποθέσεις, και πέρα από το ότι το εν λόγω εξαφανισμένο είδος φρόντιζε και προστάτευε τα μικρά του για μεγάλο χρονικό διάστημα και μετακινούταν μαζί τους, δε γνωρίζουμε τίποτε άλλο.

Το εύρημα αυτό είναι η πρώτη έως τώρα απόδειξη παρουσίας γονεΪκής συμπεριφοράς σε τετράποδα του Παλαιοζωικού. Επόμενα απολιθώματα που μαρτυρούν τέτοια συμπεριφορά έχουμε από διάφορους δεινοσαύρους του Κρητιδικού, αν και σίγουρα θα υπήρχεπολύ πιο πριν, τουλάχιστον σε αρχόσαυρους και θηλαστικόμορφα.

Ολόκληρη η μελέτη, όχι μόνο η περίληψη, μπορεί να βρεθεί στο Pub Med:
Μια συγκέντρωση ‘πελυκοσαύρων’ αναμεμειγμένων ηλικιακών τάξεων από τη Νότια Αφρική: η παλαιότερη μαρτυρία γοννεΪκής συμπεριφοράς στα αμνιωτά;

Η περίληψη λέει:

Περίληψη

Τα ζώντα είδη θηλαστικών, κροκοδείλων και τα περισσότερα είδη πτηνών παρουσιάζουν γονεΪκή φροντίδα, αλλά τα ίχνη αυτής της συμπεριφοράς είναι υπερβολικά σπάνια στο απολιθωματικό αρχείο. Εδώ, παρουσιάζουμε ένα νέο δείγμα βαρανοπίδη πελυκόσαυρου απ’το μέσο Πέρμιο της Νότιας Αφρικής. Το δείγμα είναι μια συγκέντρωση, αποτελούμενη από πέντε αρθρωμένα άτομα διατηρημένα σε αδιατάρακτες, κοντινές, φυσικές στάσεις, με τη ράχη προς τα πάνω σε υποπαράλληλες θέσεις, καταδεικνύοντας ταφή σε στάση ζωής. Υπάρχουν δύο τάξεις μεγέθους. Η μία είναι 50% μεγαλύτερη απ’τις άλλες, είναι καλά οστεοποιημένη, έχει συνενωμένες νευροκεντρικές ραφές και διακρίνεται από ένα κάλυμμα δερμικών οστεώσεων που καλύπτει τις περιοχές του λαιμού και του ώμου. Θεωρούμε αυτό το άτομο ως ενήλικα. Οι εναπομείναντες τέσσερις σκελετοί θεωρείται πως είναι νεαρά άτομα, αφού έχουν περίπου το ίδιο μέγεθος, είναι ατελώς οστεοποιημένοι, έχουν ανοιχτές νευροκεντρικές ραφές και δεν έχουν δερμικές οστεώσεις. Συγκεντρώσεις νεαρών αμνιωτών αποτελούνται συνήθως από αδέρφια. Αρτίγονα (σημερινά) ανάλογα ομάδων ενηλίκων και νεαρών ατόμω ν υποδηλώνουν ότι το ενήλικο άτομο είναι ένας των γονέων, οδηγώντας μας να θεωρήσουμε τη συγκέντρωση ως οικογενειακή ομάδα. Η ύστερη μέση Πέρμια ηλικία της βαρανοποειδούς οικογένειας προηγείται 140 εκατομμύρια χρόνια της προηγουμένως γνωστής απολιθωματικής μαρτυρίας γονεΪκής φροντίδας στα χερσαία σπονδυλωτά.

Πρωτότυπο:

Abstract
Living species of mammals, crocodiles and most species of birds exhibit parental care, but evidence of this behaviour is extremely rare in the fossil record. Here, we present a new specimen of varanopid ‘pelycosaur’ from the Middle Permian of South Africa. The specimen is an aggregation, consisting of five articulated individuals preserved in undisturbed, close, lifelike, dorsal-up, subparallel positions, indicating burial in ‘life position’. Two size classes are represented. One is 50% larger than the others, is well ossified, has fused neurocentral sutures and is distinguished by a coat of dermal ossifications that covers the neck and shoulder regions. We regard this individual to be an adult. The remaining four skeletons are considered to be juveniles as they are approximately the same size, are poorly ossified, have open neurocentral sutures and lack dermal ossifications. Aggregates of juvenile amniotes are usually siblings. Extant analogues of adult and juvenile groupings suggest that the adult is one of the parents, leading us to regard the aggregation as a family group. The Late Middle Permian age of the varanopid family predates the previously known oldest fossil evidence of parental care in terrestrial vertebrates by 140 Myr.

Πόσο νωρίς άραγε εξελίχθηκε η γονεΪκή φροντίδα στα συναψιδωτά; Ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα όλης της ομάδας; Ή μήπως εξελίχθηκε ανεξάρτητα σε κάποιες ομάδες πελυκόσαυρων και θηραψιδωτών και στα προθηλαστικά έπειτα; Δεν ξέρουμε, αλλ’εγώ θεωρώ το δεύτερο πιο πιθανό, εκτός κι αν βρεθούν απολιθώματα που θα με διαψεύσουν.

Πέρμια κουνέλια

Πρόσφατα έλαβα μια αναζήτηση στα στατιστικά μου με όρους «κουνέλια Πέμριο», κάτι πολύ παράξενο μιας κι εκείνη την εποχή (Πέρμιος περίοδος 290-250 εκάτ. χρόνια πριν) δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα τα θηλαστικά,
αν και οι πρόγονοί τους υπήρχαν.
Αμέσως σκέφτηκα δύο υποθέσεις:
Στην πρώτη περίπτωση ο χρήστης έψαχνε για το αν υπήρχαν κουνέλια εκείνη την εποχή είτε από άγνοια είτε για ν’αποδείξει δήθεν ότι δεν υπάρχει εξέλιξη.
Στη δεύτερη περίπτωση έψαχνε για την ιδέα του
προκάμβριου κουνελιού,
μια κοινότυπη εικόνα που χρησιμοποιείται σε διαφωνίες σχετικά με την εξέλιξη. Ο πρώτος που μίλησε για προκάμβρια κουνέλια ήταν ο βιολόγος J.B.S. Haldane, ο οποίος απάντησε μ’αυτό στυην ερώτηση τι θα τον έκανε να δυσπιστήσει σοβαρά για την εξελικτική θεωρία. Η προκάμβριος εποχή είναι μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια πριν την εμφάνιση των θηλαστικών.

Στο νου μκου επίσης ήρθε ένα παράξενο όνειρο που είδα πριν λίγο καιρό, το οποίο αξίζει να το αναφέρω:
Ήμουν λοιπόν με τον πατέρα μου (νομίζω και μ’άλλους) σ’ένα ανώμαλο και βραχώδες τοπίο, πρώην βιότοπος της Λιθανθρακοφόρου (350-290 εκάτ. χρόνια πριν). Υπήρχαν απότομα βαθουλώματα και ανασηκωμένες περιοχές, που αντιστοιχούσαν σε μέρη με νερό και ξηρά τότε. Το μυαλό μου πήγε πίσω, οπότε είδα λιμνούλες και κανάλια, προφανώς στο δέλτα ενός ποταμού με λασπώδεις όχθες κι ανάμεσά τους νησίδες στεριάς καλυμμένες με πράσινο χόρτο, φτέρες και μεγαλύτερα φυτά που έκαναν σκιά. Μεταπτώσεις ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και τη Λιθανθρακοφόρο έκανα καθ’όλη τη διάρκεια του ονείρου. Πρωχωρώντας βρήκαμε ένα βράχο στον ποίον πάνω ήταν ένα ημικυκλικό αποτύπωμα. Ο πατέρας μου μου εξήγησε ότι επειδή τότε δεν είχε εξελιχθεί ο κωασμός ως φωνητικό κάλεσμα των αμφιβίων, ένα μεγάλο είδος έτριβε τη γλώσσα του στους βράχους περιστρέφοντάς τη δεξιά-αριστερά για την παραγωγή ήχου. Η γλώσσα του ήταν πλατιά, σκληρή και μεγάλη με οδοντοειδείς αποφύσεις στην περιφέρεια. Αμέσως έκανα μια μετάπτωση στο παρελθόν κι άκουσα τον ήχο, κάτι σαν υπόκωφο τρίψιμο σκληρών επιφανειών.
Επίσης μου είπε ότι εκείνη την εποχή άρχισαν να εμφανίζονται τα θηλαστικά, με τα κουνέλια και μια ακόμα ομάδα που δε θυμάμαι ως τα πρώτα και πιο πρωτόγονα, ενώ οι υπόλοιπες 8 τάξεις εμφανίστηκαν κατά την επόμενη Πέρμιο περίοδο. Με μια μετάπτωση ξαναβρέθηκα στο οικοσύστημα της Λιθανθρακοφόρου, όπου είδα δύηο κουνέλια σαν τη Λίμπο να κάθονται πάνω σε μια πράσινη νησίδα, ανάμεσα στις φτέρες. Στην πραγματικότητα οι τάξεις των θηλαστικών δεν είναι μόνο 10.

Ακόμα θαυμάζω το μυαλό μου για αυτήν την τόσο σύνθετη ιστορία που έγινε ουσιαστικά χωρίς συνειδητή καθοδήγηση. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος για ακόμα μια φορά μπορεί να κάνει πολλά απίστευτα πράγματα.

Άλλα τέσσερα όνειρα με παλαιότερες γεωλογικές περιόδους θυμάμαι:
Στο ένα βρισκόμουν στη Λιθανθρακοφόρο σ’ένα μονοπάτι κι από τη μία μου μεριά υπήρχε μια πλαγιά με πέτρες ενώ από την άλλη ένα ποταμάκι με πλατύφυλλα φυτά (δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, τα περισσότερα φυτά είτε είχαν λεπτά και ταινιοειδή φύλλα είτε φύλλα φτέρης). Μετά μπήκα σ’ένα κτίριο με αυτόματη πόρτα σαν αυτήν των σούπερ μάρκτ και μ’έβαλαν να ξαπλώσω σε μια ξύλινη σανίδα πάνω σε μια πισίνα σαν κολυμβητηρίου. Κάθε 10 λεπτά μού’καναν ένεση για να κοιμάμαι προφανώς για να μη σηκωθώ και πάω να ψάξω το χώρο.
Στο άλλο πάλι βρισκόμουν στη Λιθανθρακοφόρο σ’ένα προπέτασμα πάνω από ένα γκρεμό και από κάτω ήταν ένας βάλτος, μακριά η θάλασα κι ένα ηφαίστειο. Φοβόμουν μην πέσει κάτι απ’αυτά που κρατούσα και μολυνθεί με κάποιον μικροοργανισμό εκείνης της εποχής (στην πραγματικότητα μάλλον δε θα υπήρχε). Επειδή τότε υπήρχαν μεγάλες χαμηλές εκτάσεις, στις τροπικές ζώνες είχαν δημιουργηθεί σημαντικά οικοσυστήματα βάλτων (πραγματικό, εκει βασίζεται το όνειρο).
Στο τρίτο όνειρο ήμουν μόνος σ’ένα ξερό δάσος κωνοφόρων της Πέρμιου εποχής και πήγαινα να δω από κοντά το κανάλι λίγων μέτρων ανάμεσα στις δύο υπερηπείρους. Τότε υπήρχαν δύο υπερήπειροι, η Λαυρασία (βορεια) και η Γκοτβάνα (νοτια), οι οποίες ενώθηκαν στην υπερήπειρο Παγκαία (πραγματικό γεγονός). Επομένως σε μια φάση της ιστορίας οι ήπειροι θά’ταν τόσο κοντά ώστε να σχηματίζεται κανάλι ανάμεσά τους. Το δάσος μύριζε ρετσίνι (αν και το ρετσίνι εξελίχθηκε στα κωνοφόρα κατά την επόμενη Τριαδική εποχή).
Στο τελευταίο και πιο πρόσφατο ήμουν πάλι στην Πέρμιο εποχή, με συνεχείς μεταπτώσεις σ’ένα παραθαλάσσιο περιβάλλον αγνώστου περιόδου. Στο πέρμιο δάσος υπήρχαν πυκνά δέντρα, κωνοφόρ ακαι φτέρες, αλλά και διάφορα σαυροειδή ερπετά με μεγάλο κεφάλι κι αρθρόποδα σαν τεράστιες πράσινες αράχνες μήκους 80 εκ. Αυτό το όνειρο δε τον θυμάμαι όμως επ’ακριβώς.

Τι μπορεί να κάνει το μυαλό μας όμως…

Σκαντζόχοιροι

σκαντζόχοιρος που βρήκαμε φέτος 29/8/2011

Αφορμή της συγγραφής του άρθρου αυτού στάθηκε η εύρεση φέτος ενός σκαντζόχοιρου κοντά στο σπίτι μας, όταν ήμουν για διακοπές στο χωριό μου. Είχα αρκετά χρόνια να δω και να πιάσω τέτοιο ζώο. Οι άλλες δύο φορές που θυμάμαι ήταν πολύ παλιά, ενώ κάθε χρόνο συναντώ πατημένους από αυτοκίνητα. Δυστυχώς το ζώο αυτό είναι ένα από τα συχνότερα θύματα στο δρόμο.

Σε γενικές γραμμές οι σκαντζόχοιροι αντιμετωπίζονται θετικά από τον άνθρωπο, αφού είναι παντελώς αβλαβή μικρά ζώα. Στην πραγματικότητα είναι ωφέλιμα ζώα, επειδή τρέφονται με έντομα, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες που καταστρέφουν τα φυτά. Μάλιστα στη Βρετανία και στη Γερμανία κυρίως πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να προσελκύσουν σκαντζόχοιρους στους κήπους τους ως βιολογικά όπλα κατά των βλαπτικών ασπονδύλων, αφήνοντάς τους τροφή όπως φρούτα και κρέας κι ανοίγοντας μικρές τρύπες στους φράκτες. Ένας σκαντζόχοιρος μπορεί να φάει έως και 200 γραμμάρια εντόμων κάθε νύχτα.

«Εχίνος» ήταν αρχικά το αρχαιοελληνικό όνομα του σκαντζόχοιρου, κι όχι του αχινού. Οι Έλληνες κατεβαίνοντας ως ινδοευρωπαϊκά φύλα από τις στέπες δε γνώριζαν τη θάλασσα, κι έτσι προσάρμοσαν λέξεις για ήδη γνωστά πράγματα και γι’αυτήν. Για παράδειγμα, το πέλαγος έχει να κάνει με την πεδιάδα και κάτι πλατύ, αντίστοιχο του λατινικού planus και του αγγλικού flat, ενώ η θάλασσα είναι προελληνική λέξη, δηλαδή από τους λαούς που ζούσαν στον Ελλαδικό χώρο πριν την κάθοδο των Ινδοευρωπαίων. Οι Ινδοευρωπαίοι ωστόσο γνώριζαν τις λίμνες και τη μετακίνηση στο νερό με σκάφη. Τώρα νομίζω πως ξέφυγα λίγο. Στα λατινικά ο σκαντζόδοιρος ήταν «erinaceus». Την ετυμολογία της σύγχρονης λέξης δεν την έχω ψάξει καλά, αλλά μάλλον θά’ναι χοίρος λόγω του σχήματός του ή του ρύγχους του και σκάντζο- δεν ξέρω. Το αγγλικό «hedgehog» προέρχεται από το «hog»=χοίρος και το «hedge»=θαμνοστοιχεία, επειδή τα ζώα αυτά βρίσκονται συχνά σε θαμνοστοιχείες στη Βρετανία.

Οι σκαντζόχοιροι ανήκουν στην τάξη των εχινόμορφων, στην οικογένεια των εχινιδών, και στην υποοικογένεια των εχινινών. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει επίσης τους γύμνουρους της Νοτιοανατολικής Ασίας, ζώα με παρόμοια εμφάνιση αλλά χωρίς αγκάθια. Η τάξη των σκαντζόχοιρων μαζί μ’αυτήν των μυγαλόμορφων (μυγαλές και τυφλοπόντικες) ήταν παλαιότερα μέρος της απαρχαιωμένης πλέον τάξης των εντομοφάγων θηλαστικών, μία ταξινομική ομάδα που περιελάμβανε διάφορα μικρά πλακουντοφόρα θηλαστικά διαφόρων κλάδων με σχετικά πρωτόγονα χαρακτηριστικά. Οι σκαντζόχοιροι εμφανίστηκαν πριν 15 εκατομμύρια χρόνια, και από τότε έως σήμερα δεν έχουν αλλάξει σημαντικά. Υπάρχουν 17 σημερινά είδη σε Ευρώπη, Αφρική κι Ασία.
Στην Ευρώπη ζουν 3 κύρια είδη ο δυτικοευρωπαϊκός σκαντζόχοιρος (Erinaceus europaeus), ο ανατολικοευρωπαϊκός (E. concolor) και ο ρουμανικός (E. romanicus). Παλαιότερα τα δύο τελευταία είδη απαντούν στη χώρα μας και στο παρελθόν θεωρούνταν υποείδη του E. europaeus, αλλά σήμερα η ταξινόμηση έχει αλλάξει και έχουν ανέβει βαθμίδα σε κανονικό είδος. Και τα 3 αυτά είδη ωστόσο μπορούν να υβριδοποιηθούν. Και τα 3 είδη έχουν παρόμοιες συνήθειες: είναι νυκτόβια, κυρίως εντομοφάγα, ζουν σε περιοχές με πυκνή βλάστηση και πέφτουν σε χειμέρια νάρκη το χειμώνα.

Όλοι τους έχουν χοντρό σώμα με κοντή ουρά, καλύπτονται με αγκάθια κι έχουν την ικανότητα να συσφαιροποιούνται όταν απειλούνται. Τα αγκάθια τους είναι τροποποιημένες τρίχες που καλύπτουν τη ράχη και τις πλευρές τουςκαι, ασυνήθιστο για θηλαστικά, είναι ενισχυμένα με β κερατίνη (οι τρίχες είναι από α-κερατίνη), όπως τα νύχια, τα φτερά των πουλιών και οι φολοίδες των ερπετών. Εσωτερικά είναι σχεδόν κούφια. Το πρόσωπό τους, τα πόδια τους και η κοιλιά τους καλύπτονται από μαλακιά γούνα. Είναι σχετικά μικρά ζώα, συνήθως κάτω από τα 30 εκατοστά, νυκτόβια και παμφάγα τρεφόμενα μ’έντομα, άλλα ασπόνδυλα όπως σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια, μικρά σπονδυλωτά όπως βατράχους και φιδάκια, μανιτάρια, ρίζες και χόρτα, φρούτα και πτώματα. Ζουν σε διάφορα οικοσυστήματα από δάση (κυρίως τα ευωρπαϊκά είδη) έως ερήμους. Εξαιτίας της έλλειψης τροφής το χειμώνα, τα περισσότερα είδη έχουν εξελιχθεί να πέφτουν σε χειμέρια νάρκη, οπότε κρύβονται σε ασφαλές μέρος, ρίχνουν τη θερμοκρασία του σώματός τους και ζουν απ’το απόθεμα λίπους τους. Διάφορα είδη έχουν διαφορετικούς εχθρούς, ανάλογα με το μέρος όπου ζουν και το μέγεθός τους. Τα ευρωπαϊκά είδη για παράδειγμα έχουν λίγους εχθρούς, κυρίως αρπακτικά πουλιά όπως αετούς και κουκουβάγιες, ενώ τα μικρότερα αφρικανικά ερημικά είδη έχουν περισσότερους, όπως σαρκοφάγα θηλαστικά (σκύλους, αλεπούδες κ.ά.) Το μάζεμα σε μπάλα (συσφαιροποίηση) δεν είναι η μόνη στρατηγική άμυνάς τους. Συνήθως θα τρέξουν μακριά όταν ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα πλησιάσει πολύ, ενώ συσφαιροποιούνται συνήθως όταν βρίσκεται κοντά. Γι’αυτό είναι συχνά δύσκολο να πιάσετε σκαντζόχοιρο, εκτός κι αν βρεθείτε κοντά του χωρίς να το καταλάβει και πάλι δεν είναι βέβαιο ότι θα μείνει στη θέση του. Λίγα ερημικά είδη, που έχουν εξελιχθεί να φέρουν λιγότερο βάρος στο σώμα τους, δεν προστατεύονται επαρκώς από τη συσφαιροποίηση γι’αυτό χρησιμοποιούν τ’αγκάθια τους ως επιθετικό όπλο, πέφτοντας πάνω στον εχθρό για να τον χτυπήσουν. Η σκαντζόχοιροι αν και φαίνονται χοντρά ζώα μπορούν να τρέξουν με μεγάλη ταχύτητα και είναι επίσης καλοί αναρριχιτές και κολυμβητές, γι’αυτό και συχνά για να δει κάποιος το σώμα ενός σκαντζόχοιρου ρίχνει την αγκαθωτή μπαλίτσα σε μια λεκάνη νερό για να κολυμπήσει, αν κι αυτό είναι μια τρομακτική εμπειρία για το ζώο. Καλύτερο είναι να τον αφήσετε κάπου, να κάνετε ησυχία και να παρακολουθείτε. Στην αναρρίχηση είναι πολύ καλοί και γρήγοροι, αλλ’επειδή δε βλέπουν καλά έχουν πρόβλημα στο κατέβασμα.
Ένα ακόμα μοναδικό χαρακτηριστικό αυτών των ζώων είναι το οσφρητικό καμουφλάζ που δημιουργούν. Όταν συναντούν ένα νέο αντικείμενο στο περιβάλλοντ ους, το γλείφουν καλά ώστε να πάρουν την οσμή του και μετά σαλιώνουν τ’αγκάθια τους για να μυρίζουν κι αυτοί όπως αυτό.

Υπάρχουν μερικοί μύθοι γι’αυτά τα ζώα κι ένας απ’αυτούς έχει να κάνει με την αναπαραγωγή τους. Λέγεται ότι οι σκαντζόχοιροι είναι τα μόνα ζώα που ζευγαρώνουν πρόσωπο με πρόσωπο, όπως ο άνθρωπος, για να μην τρυπηθούν από τ’αγκάθια τους. Στην πραγματικότητα όμως το ζευγάρωμα γίνεται αλλιώς: Το αρσενικό έχει το πέος του κοντά στη μέση της κοιλιάς και το θηλυκό μπορεί ν’αποκαλύψει το αιδοίο της σηκώνοντας πολύ ψηλά την ουρά, έτσι δεν υπάρχει μεγάλη επαφή μεταξύ τους. Το θηλυκό μετά από μια περίοδο κύησης 40-58 ημερών (ανάλογα με το είδος) γεννά περίπου 3-6 μικρά (τα μικρά είδη λιγότερα τα μεγάλα περισσότερα), τα οποία είναι τυφλά, αλλά βγάζουν αγκάθια μέσα σε 36 ώρες. Στον πρώτο χρόνο αντικαθιστούν τα παλιά μαλακά τους αγκάθια με αυτά του ενηλίκου. Τα αγκάθια τους αν και μπορούν να τρυπήσιουν το ανθρώπινο δέρμα δεν είναι τόσο επικίνδυνα σε σχέση μ’αυτά άλλων αγκαθωτών ζώων κι επίσης αποκολλώνται δύσκολα από το σκαντζόχοιρο, έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα ένα αγκάθι να μείνει μέσα στον άνθρωπο προκαλώντας μόλυνση. Οι σκαντζόχοιροι ζουν 2-10 χρόνια ανάλογα με το είδος. Στην αιχμαλωσία κατά κανόνα ζουν περισσότερο εξαιτίας της απουσίας εχθρών και του ελεγχόμενου περιβάλλοντος.

Από το 1980 περίπου άρχισαν να εκτρέφονται σκαντζόχοιροι ως κατοικίδια ζώα. Ο κοινότερος κατοικίδιος σκαντζόχοιρος είναι ένα γόνιμο υβρίδιο ανάμεσα στον αφρικανικό λευκόκοιλο σκαντζόχοιρο (Atelerix albivnetris) και στον αλγερικό A. algirus, o οποίος λέγεται αφρικανικός πυγμαίος σκαντζόχοιρος. Είναι ένα μικρό ζώο μήκους 15 εκ. Προτιμά θερμοκρασία ανάμεσα σε 22-29 βαθμούς Κελσίου, κι αν και θεωρητικά μπορεί να πέσει σε χειμέρια νάρκη, η παρατεταμένη έκθεσή του στο ψύχλος οδηγεί στο θάνατο. Γι’αυτό για να διατηρείται η θερμοκρασία στα προτιμιτέα επίπεδα το ζώο δε δε θα πρέπει να στεγάζεται σε κανονικό κλουβί όπως τα κοινά θηλαστικά, αλλά σε τερράριο ή αδιαφανές μεγάλο κουτί όπως τα ερπετά, και ίσως μια θερμαντική πλάκα με θερμοστάτη χρειαστεί για τη διατήρηση της ιδανικής θερμοκρασίας. Επειδή είναι δραστήριο ζώο στη φύση, χρειάζεται μεγάλο χώρο και τροχό για ν’ασκείται κι αν είναι δυνατόν πολλαπλά επίπεδα στο περιβάλλον του. Μπορεί να φάει τροφή για γάτες ή νυφίτσες υψηλή σε πρωτεΐνη και χαμηλή σε λίπος, έντομα, φρούτα και λαχανικά, αλλ’όχι γαλακτοκομικά, γιατί είναι δυσανεκτικός στη λακτόζη και μπορούν να κλωνίσουν σοβαρά την υγεία του ή και να τον σκοτώσουν. Παθαίνει διάφορες ασθένειες όπως καρκίνο, ο οποίος συνήθως έχει γρήγορη εξέλιξη και οδηγεί στο θάνατο, καρδιαγγειακά προβλήματα και λιπώδες ήπαρ λόγω κακής διατροφής με πολύ λίπος, και το σύνδρομο του τρεμουλιαστού σκαντζόχοιρου, μια νευροεκφυλιστική πάθηση παρόμοια με τη σκλήρυνση κατά πλάκας, όμως χωρίς ακόμα σαφή αιτιολογία (πιθανόν γενετικό πρόβλημα και ίσως εμπλέκεται κάποιος ιός ή μόλυνση με κάτι άλλο). Η νόσος αυτή προκαλεί προβλήματα στην κινητικότητα του ζώου, αστάθεια και τελικά θάνατο.
Σπανιότερα κρατούνται ως κατοικίδια τα δύο γονικά είδη του πυγμαίου σκαντζόχοιρου, ο αιγυπτιακός μακρώτις σκαντζόχοιρος (Hemiechinus auritus) και ο ινδικός μακρώτις (H. colleris), και σπανιότατα τα ευρωπαϊκά είδη, αν κι αυτά προστατεύονται δια νόμου στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι παράνομη η αιχμαλώτησή τους. Μπορείτε όμως πάλι να τους προσελκύσετε στην αυλή σας προσφέροντάς τους τροφή και κάνοντας το περιβάλλον φιλικότερο προς αυτούς και την τροφή τους.

Αν και ο σκαντζόχοιρος θεωρείται ωφέλιμος, στα οικοσυστήματα που έχει εισαχθεί έχει προκαλέσει προβλήματα όπως στη Νέα Ζηλανδιά και στα νησιά της Σκοτίας τρώγοντας τα ιθαγεννή είδη και μην έχοντας εχθρούς.

Ο δεύτερος μύθος που έχω ακούσει για το σκαντζόχοιρο είναι ότι η κατανάλωση του κρέατός του θεωρείται αμαρτία από την εκκλησία και η ποινή για κάποιον που έφαγε σκαντζόχοιρο είναι να μην κοινωνήσει για 7 χρόνια. Ο λόγος της απαγόρευσης είναι υποτίθεται ότι ζευγαρώνει σαν τον άνθρωπο, αλά κι αυτό είναι μύθος όπως έγραψα παραπάνω. Σήμνερα έψαξα για την απαγόρευση αυτήν. Στην πραγματικότητα η εκκλησία δεν απαγορεύει κανένα είδος τροφής, Αντιθέτως όσες απαγορεύσεις ακούγονται ως σήμερα είναι κατάλοιπα από των νόμων περί
καθαρών κι ακαθάρτων ζώων
που θέσπισε ο ιουδαϊσμός.
Οι τσιγκάνοι λέγεται ότι τρώνε σκαντζόχοιρο. Μάλιστα ένας τσιγκάνος που ξέρω μού»λεγε ότι τους λένε κατσαβούρια και τους κυνηγούν με σκυλιά και μετά τους τρώνε ψητούς, αλλά ο ίδιος δεν τους τρώει επειδή λυπάται ακούγονάς τους να τσιρίζουν όταν σκοτώνονται. Είμαι αρκετά σκεπτικός όμως προς αυτήν την ιστορία.

Οι τσιγκάνοι ακόμα κι αν τους τρώνε δε θ’αποτελούν πολύ σοβαρή απειλή για το είδος. Η καταστροφή των βιοτόπων τους, τα ατυχήματα στο δρόμο με τα οχήματα και τα εντομοκτόνα είναι οι κύριες απειλές για τα ευρωπαϊκά είδη. Τα εντομοκτόνα προκαλούν συσωρευτικά προβλήματα στην υγεία τους, ενώ τα ατυχήματα στο δρόμο είναι αρκετά σοβαρό πρόβλημα. Δεν ξέρουν ότι οι νυκτόβιες συνήθειές τους και το μάζεμα σε μπαλίτσα δενν τους σώζουν απ’αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι κάθε χρόνο συναντούμε πολλές τέτοιες πατημένες μπαλίτσες, μικρά νεκρά λιμπάκια στο δρόμο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της βικιπαίδειας για το σκαντζόχοιρο
σκαντζόχοιρος πληροφορίες στη σελιδα της Κατκαλης
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το σκαντζόχοιρο
άρθρο της αγγλικής βικιπαιδειας για τους οικόσιτους/κατοικίδιους σκαντζόχοιρους
σκαντζόχοιρος σ’ένα ιστολόγιο
ο μύθος της απαγόρευσης του σκαντζόχοιρου από την εκκλησία
άρθρο της αγγλικής βικιπαίδειας για τους Πρωτοϊνδοευρωπαίους

συριακό χάμστερ (Mesocricetus auratus, από wikipedia)

Σχεδόν καθημερινά, στις λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιούν οι χρήστες κι έτσι βρίσκουν κι αυτό το ιστολόγιο, βρίσκω αναζητήσεις σχετικές με χάμστερ. Προφανώς βρίσκουν το ιστολόγιο από κάποιες αναφορές που έχω κάνει σ’αυτά όπως
εδώ.
Επειδή λοιπόν τα ζώα αυτά είναι τόσο κοινά κατοικίδια – πολύς κόσμος τα έχει και ψάχνει -, σκέφτηκα να κάνω ένα θέμα γι’αυτά εδώ για να βοηθήσω όσους ψάχνουν. Βρήκα λοιπόν πρόσφατα ένα καλό κι εμπεριστατωμένο άρθρο από
εδώ,
το οποίο καλύπτει όλα όσα αφορούν αυτό το ζώο και τη φροντίδα του στην αιχμαλωσία. Πραγματεύεται τη φροντίδα του χρυσού ή συριακού χάμστερ, Mesocricetus auratus, μιας κι αυτό είναι το πιο κοινό είδος που συναντάται ως κατοικίδιο. Τ’άλλα είδη χάμστερ μπορεί νά’χουν λίγο διαφοροποιημένες απαιτήσεις, αλλά είναι πολύ σπανιότερα. Παρακάτω το κείμενο.

Μετάφραση: Bolko

Η φροντίδα των κατοικιδίων χάμστερ

Ιούλιος/Αύγουστος 1994 τομ. 6 αρ. 4 Προσωπικό Κτηνιατρικής Πρακτικής

Αυτό το πληροφοριακό φυλλάδιο είναι σχεδιασμένο ως μια μέθοδος επικοινωνίας ανάμεσα σε κτηνιάτρους και πελάτες που έχουν ένα χάμστερ. Συζητώνται θέματα διατροφής, στέγασης, αναπαραγωγής, κι ασθενειών των χάμστερ. Εάν έχετε κάποιες ερωτήσεις, απευθυνθείτε στον κτηνίατρό σας να τις απαντήσει.

Εισαγωγή
Τα χάμστερ είναι κοινά οικιακά κατοικίδια. Είναι φθηνά, φιλικά, και πολύ εύκολα στη φροντίδα. Τα χάμστερ είναι τρωκτικά, συχνά αναφερόμενα ως κατοικίδια τσέπης εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους.
Τα χάμστερ είναι κάπως ασυνήθιστα για τρωκτικά, με μεγάλους παρειακούς σάκους και κοντές, χοντρές ουρές. Έχουν κερδίσει σε δημοτικότητα ως κατοικίδια και ζώα έρευνας από τη δεκαετία του 1930. Το φυσικό περιβάλλον του συριακού χάμστερ (χρυσού χάμστερ) εκτείνεται στη Μέση Ανατολή και τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Τη δεκαετία του 1930 μια γέννα οκτώ νεογέννητων χάμστερ πιάστηκε και μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και εκτράφηκε ως ζώα έρευνας. Σχεδόν όλα τα εξημερωμένα χάμστερ πωλούμενα ως κατοικίδια σήμερα είναι οι απόγονοι τρειών επιζώντων αυτής της γέννας. Τα χάμστερ εισήχθησαν πρώτη φορά στις Ηνομένες Πολιτείες το 1938.
Αφότου εξημερώθηκαν, έχουν γίνει κοινές αρκετές ποικιλίες χρώματος και τριχώματος συριακών χάμστερ εξαιτίας της επιλεκτικής αναπαραγωγής. Οι τρεις βασικές ομάδες που υπάρχουν τώρα και είναι δημοφιλείς ως κατοικίδια περιλαμβάνουν: το χρυσό χάμστερ, το χρωματισμένο, κοντότριχο φανταχτερό χάμστερ, και το μακρύτριχο αρκουδάκι χάμστερ. Περιστασιακά, μπορούν να βρεθούν κι άλλα είδη χάμστερ, αλλά είναι πολύ λιγότερο κοινά από το συριακό χάμστερ. Τα μικρότερα, σκούρα καφέ κινέζικα χάμστερ (νάνοι χάμστερ) χρησιμοποιούνται συχνά στη βιοϊατρική έρευνα και κάποιες φορές αποκτώνται ως κατοικίδια. Αυτά τα χάμστερ είναι αναγνωρίσιμα από το μικρό τους μέγεθος, το σκούρο καφέ χρώμα, και τις μαύρες λωρίδες στις ράχες τους. Τα γκρι αρμενικά και τα ευρωπαϊκά χάμστερ είναι άλλα δύο είδη περιστασιακά χρησιμοποιούμενα στην έρευνα, αλλά σπάνια κρατούνται ως κατοικίδια.
Τα χάμστερ είναι μικρά, μαλακά ζώα με καλή ιδιοσυγκρασία. Τείνουν να δραστηριοποιούνται τη νύχτα και αγαπούν να κοιμούνται κατά την ημέρα. Μπορουν να είναι νευρικά αν αφυπνιστούν απότομα, έτσι συμβουλεύετε να’χετε προσοχή όταν τα χειρίζεστε αυτήν την ώρα. Τα χάμστερ αγαπούν να σκάβουν, να κάνουν λαγούμια, και να μασούν.

Διατροφή
Όπως και με κάθε κατοικίδιο, καλής ποιότητας τροφή και καθαρό, φρέσκο νερό θα πρέπει να παρέχονται ανά πάσα στιγμή. Στη φύση, τα χάμστερ τρέφονται με φύλλα, ρίζες, διάφορα φρούτα, κι έντομα. Συνιστώνται σβολοποιημένες τροφές τρωκτικών που περιέχουν 18 με 22°/a πρωτεΐνη για τη σίτιση των χάμστερ στην αιχμαλωσία. Αυτές οι τροφές συνήθως κατεργάζονται ως ξηρά τουβλάκια ή σβόλοι (pellets) σχεδιαζμένες για τρωκτικά. Επίσης παρασκευάζονται και πωλούνται τροφές από σπόρους για χάμστερ, αλλά αυτές οι τροφές θα πρέπει απλά να συμπληρώνουν τη βασική τροφή τρωκτικών ως λιχουδιά. Πολλά χάμστερ προτιμούν τροφές βασισμένες σε ηλιόσπορο παρά σβόλους, αλλ’αυτοί οι σπόροι είναι χαμηλοί σε ασβέστιο και υψηλοί σε λίπος και χοληστερόλη. Όταν ταΐζονται μόνες τους, οι τροφές από σπόρους μπορούν να οδηγήσουν σε παχυσαρκία και δυνητικές ελλείψεις θρεπτικών συστατικών. Άλλα συμπληρώματα στη διατροφή μπορεί να είναι δημιτριακά πρωινού χωρίς ζάχαρη, ζυμαρικά ολικής αλέσεως, τυρί, και φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Εντούτοις, όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να ταΐζονται με μέτρο.
Τα χάμστερ τρώνε περίπου 12 γραμμάρια τροφής καθημερινά και συνήθως καταναλώνουν την περισσότερη απ’αυτήν την τροφή κατά τη νύχτα. Τα χάμστερ συχνά θα μαζεύουν την τροφή τους σε μια γωνία του κλουβιού τους, κάνοντάς τα να φαίνονται ότι τρώνε περισσότερο απ’ό,τι στην πραγματικότητα.
Το νερό θα πρέπει να παρέχεται σε μπουκάλια νερού εξοπλισμένα με σωλήνες ροφών. Αυτή η μέθοδος παροχής νερού βοηθά επίσης στην διατήρηση του νερού ελεύθερο από ρύπανση. Βεβαιωθείτε πάντοτε ότι οι σωλήνες είναι τοποθετημένοι αρκετά χαμηλά για εύκολη πρόσβαση από το χάμστερ.
Η ανεπαρκής κατανάλωση νερού μπορεί να οδηγήσει σε αγονία, χαμηλό σωματικό βάρος, και τελικά θάνατο. Το μέσο χάμστερ πίνει περίπου 10 χιλιοστόλιτρα (ml) νερού ανά 100 γραμμάρια σωματικού βάρους (μέσο μέγεθος ενηλίκου). Αν κι αυτή η ποσότητα είναι μόνο ένα μέρος της όλης ποσότητας του νερού στο μπουκάλι, το μπουκάλι θα πρέπει ν’αδειάζεται, να καθαρίζεται, και να ξαναγεμίζεται με φρέσκο νερό καθημερινά.

Χειρισμός
Τα χάμστερ που είναι συνηθισμένα στο χειρισμό από μικρή ηλικία συνήθως παραμένουν ήρεμα και δαγκώνουν σπάνια. Ένα χάμστερ μπορεί να πιαστεί μαλακά περιβάλλοντάς το με τη χούφτα του ενός ή και των δύο χεριών και κρατώντας το ενάντια στο σώμα σας. Να’χετε κατά νου ότι ακόμα και ήρεμα χάμστερ μπορεί να δαγκώσουν αν αιφνιδιαστούν ή αφυπνιστούν απότομα.
Τα χάμστερ που δε λαμβάνουν πολλή προσοχή και χειρισμό μπορεί να είναι πιο φοβισμένα κι επιθετικά. Οποιοδήποτε ζώο του οποίο η προσωπικότητα δεν είναι πλήρως γνωστή θα πρέπει να πλησιαστεί προσεκτικά. Χρησιμοποιώντας μια μικρή πετσέτα ή γάντια μπορεί να βοηθήσει στο πιάσιμο και στον περιορισμό ένός τέτοιου κατοικιδίου. Μια άλλη μέθοδος πιασίματος περιλαμβάνει την ενθάρρυνση του ζώου να μπει σ’ένα δοχείο όπως μια κονσέρβα ή ένας σωλήνας το οποίο μετά μπορεί να μετακινηθεί απ’το κλουβί. Όταν βγει απ’το κλουβί, ένα άγριο κατοικίδιο μπορεί να περιοριστεί πιάνοντας αρκετό δέρμα στον τράχηλο του λαιμού. Όταν χειρίζεστε χάμστερ μ’αυτόν τον τρόπο, θα πρέπει να πιαστεί όσο το δυνατόν περισσότερο δέρμα γιατί το δέρμα τους είναι πολύ χαλαρό. Αν πιαστεί ελαφρά, το χάμστερ μπορεί να γυρίσει εύκολα και να δαγκώσει το χειριστή.

Στέγαση

Δομή και υπόστρωμα
Αρκετοί τύποι κλουβιών είναι κατάλληλοι για τη στέγαση μικρών τρωκτικών. Πολλές απ’αυτές τις μονάδες έρχονται εξοπλισμένες με πρόσθετα όπως τροχοί άσκησης, τούνελ, και φωλιές. Τέτοια πρόσθετα, όπως επίσης και ικανοποιητικό βάθος υποστρώματος στο οποίο θα σκάψουν, είναι επιθυμητά για την ψυχολογική υγεία του κατοικιδίου. Τα κλουβιά θα πρέπει να είναι κατασκευασμένα με στρογγυλεμένες γωνίες για ν’αποθαρρύνουν το μάσημα. Τα χάμστερ θα μασήσουν εύκολα μεσ’από ξύλο και λεπτό πλαστικό. Σύρμα, ανοξείδωτο ατσάλι, ανθεκτικό πλαστικό, και γυαλί προτείνονται ως υλικά κατασκευής του κλουβιού. Τα γυάλινα και τα πλαστικά δοχεία, εντούτοις, μπορεί να μειώσουν τον αερισμό και να οδηγήσουν σε προβλήματα με τη θερμοκρασία και την υγρασία.
Η ιδανική διακύμανση θερμοκρασίας για τα χάμστερ είναι ανάμεσα σε 18 και 27 βαθμούς, με τα μικρά να τα πάνε καλύτερα στους 21-24 βαθμούς. Η σχετική υγρασία θα πρέπει να είναι ανάμεσα σε 40% κι 70%. Το γυαλί και το πλαστικό μπορούν να γίνουν κατάλληλα κλουβιά, εφόσον τουλάχιστον η μια πλευρά του κλουβιού είναι ανοιχτή για αερισμό. Το κλουβί θα πρέπει να μην επιτρέπει την απόδραση.
Τα χάμστερ ευημερούν σε κλουβιά με στερεό πυθμένα με βαθύ υπόστρωμα και αρκετό υλικό φωλιάς. Τα ενήλικα χάμστερ χρειάζονται ελάχιστη επιφάνεια 114 τετραγωνικά εκατοστά και ύψος κλουβιού τουλάχιστον 15 εκατοστά. Τα θηλυκά χάμστερ σε αναπαραγωγή χρειάζονται πολύ μεγαλύτερες περιοχές για τη στέγαση αυτών και των μικρών τους πριν τον απογαλακτισμό. Προτιμώνται κύκλοι φωτός των 12 ωρών, αφού τα χάμστερ είναι περισσότερο δραστήρια κατά τη νύχτα.
Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι καθαρό, μη τοξικό, απορροφητικό, σχετικά χωρίς σκόνη κι εύκολα ευρισκόμενο. Το σχισμένο χαρτί ή χαρτομάντιλο και το επεξεργασμένο βότσαλο αραβοσίτου είναι όλα κατάλληλα. Βεβαιωθείτε ότι το πριονίδι και το αλεσμένο βότσαλο αραβοσίτου δεν έχουν μούχλα ή άλλους ρύπους πριν τη χρήση. Μη χρησιμοποιείτε πριονίδι κέδρου ή πριονίδι με άρωμα χλωροφύλλης – αυτά τα υλικά έχουν συσχετιστεί με αναπνευστικές και ηπατικές ασθένειες στα τρωκτικά. Παρέχετε τουλάχιστον 5 εκατοστά στο κλουβί για φυσιολογική σκαπτική συμπεριφορά. Το βαμβάκι και το χαρτομάντιλο είναι άριστα υλικά φωλιάς.
Καλύτερο είναι να στεγάζετε τα χάμστερ μεμονωμένα. Τα ενήλικα θηλυκά χάμστερ τείνουν να είναι πολύ επιθετικά μεταξύ τους και δε θα πρέπει ποτέ να στεγάζονται μαζί. Επιπροσθέτως, τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα κι επιθετικότερα από τα’αρσενικά, έτσι τα’αρσενικά θα χρειαστεί συνήθως να χωριστούν αμέσως μετά το ζευγάρωμα. Τα’αρσενικά μπορεί επίσης να μαλώσουν αν στεγαστούν μαζί, αλλά τείνουν να είναι λιγότερο επιθετικά από τα θηλυκά.
Το κλουβί και τα πρόσθετα του κατοικιδίου σας χάμστερ θα πρέπει να καθαριζονται καλά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Όταν υπάρχουν νεογέννητα, εντούτοις, περιμένετε, μέχρι να φτάσουν τουλάχιστον τις δύο εβδομάδες για να καθαρίσετε το κλουβί. Μπορεί να θέλετε να καθαρίζετε πιο συχνά από μια φορά την εβδομάδα ανάλογα με τον αριθμό των ζώων στο κλουβί, τον τύπο του υλικού υποστρώματος που χρησιμοποιείται, και το σχεδιασμό και μέγεθος του κλουβιού. Είναι καλύτερο να καθαρίζετε ένα κλουβί με ζεστό νερό και ένα μη τοξικό απολυμαντικό ή απορρυπαντικό. Βεβαιωθείτε ότι έχετε ξεπλείνει όλα τα ίχνη του απολυμαντικού ή του απορρυπαντικού. Τα μπουκάλια του νερού και τα πιάτα της τροφής θα πρέπει να καθαρίζονται και ν’απολυμαίνονται καθημερινά.

Αναπαραγωγή
Ο διαχωρισμός του φύλου είναι αρκετά φανερός στα χάμστερ. Τα ενήλικα αρσενικά χάμστερ διαθέτουν μεγάλους εμφανείς όρχεις λίγο κάτω απ’την ουρά τους. Συχνά το μέγεθος των όρχεων είναι ανησυχιτικό όταν πρωτοπαρατηρηθούν και μπορεί να συγχυστούν με όγκους. Επιπλέον, το γενετικοουροποιητικο-πρωκτικό διάστημα είναι πολύ μεγαλύτερο στ’αρσενικά απ’ό,τι στα θηλυκά, κάνοντάς εύκολη τη διαφοροποίηση του φύλου στα νεαρά χάμστερ.
Τα θηλυκά χάμστερ μπορούν ν’αναπαραχθούν σε ηλικία 6-10 εβδομάδων. Τα’αρσενικά χάμστερ μπορούν ν’αναπαραχθούν σε ηλικία 10-14 εβδομάδων. Όταν το θηλυκό φτάνει σε οίστρο, θ’αρχίσει να παίρνει στάση ζευγαρώματος με ταλαντευόμενη ράχη και σώμα τεντωμένο. Όταν χαϊδευτεί πάνω στη ράχη, θα παραμείνει ακίνητη και θα ταλαντεύσει τη ράχη της ακόμα περισσότερο. Μια λεπτή βλένα θα παρατηρηθεί να βγαίνει από το αιδοίο της. Για το ζευγάρωμα, τοποθετήστε το αρσενικό στο κλουβι του θηλυκού περιπου μια ώρα πριν το σκοτάδι. Παρατηρείτε στενά το ζευγάρι γι’αναπαραγωγικη δραστηριότητα ή μάλωμα. Τα θηλυκά μπορεί να είναι πολύ επιθετικά προς τ’αρσενικά και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρούς τραυματισμούς. Στο πρώτο σημάδι επιθετικότητας, χωρίστε τα ζώα, και προσπαθήστε ξανά την επόμενη νύχτα. Αφαιρέστε το αρσενικό ύστερα από ένα επιτυχημένο ζευγάρωμα. Προτείνεται το κλουβί να καθαριστεί δύο εβδομάδες μετά το ζευγάρωμα έτσι ώστε να είναι καθαρό όταν έρθουν τα μικρά.
Ο χρόνος κύησης είναι βραχύς στα χάμστερ, διαρκώντας μόνο 15-16 ημέρες. Λίγο πριν τη γέννα, η αναμένουσα μητέρα θα γίνει ανήσυχη και μπορεί να βγάλει μια μικρή ποσότητα αίματος από το αιδοίο της. Μη χειρίζεστε ή ενοχλείτε την αναμένουσα μητέρα σ’αυτήν την κατάσταση.
Ο αριθμός της τοκετοομάδας κειμαίνεται μεταξύ 5-10 μικρά. Εντούτοις, δεν είναι ασυνήθιστες και μεγαλύτερες γέννες. Τα μικρά γεννιούνται άτριχα με τα μάτια και τα’αυφτιά τους κλειστά. Έχουν ήδη τα μπροστινά τους δόντια, γνωστά ως κοπτήρες. Παρέχετε πολύ υλικό φωλιάς και υπόστρωμα για τη νέα μητέρα και τα μικρά. Αρκετή ποσότητα φρέσκης τροφής και νερού θα πρέπει να είναι διαθέσιμα πριν γεννηθούν τα μικρά. Μην ενοχλείτε τη μητέρα και τα μικρά για κανένα λόγο κατά την πρώτη εβδομάδα μετά τη γέννα. Όταν μια μητέρα χάμστερ αισθάνεται ότι απειλείται, είναι συχνό να σκοτώσει και να κανιβαλίσει τα μικρά της. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να βάλει τα μικρά μέσα στους παρειακούς σάκους της και να τα μεταφέρει μανιωδώς γύρω στο κλουβί, ψάχνοντας ένα ασφαλές μέρος για να κάνει μια φωλιά. Περιστασιακά, τα μικρά θα ασφικτιήσουν ως αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας, ιδίως αν η ενόχληση είανι παρατεταμένη.
Τα νεαρά χάμστερ αρχίζουν να τρώνε στερεά τροφή σε ηλικία 7 με 10 ημερών, αλλά δεν απογαλακτίζονται μέχρι τις 21-25 ημέρες. Παρέχετε τακτικά τροφή στον πυθμένα του κλουβιού για τα μικρά και περιλάβετε επίσης μουσκεμένους, μαλακωμένους σβόλους. Βεβαιωθείτε ότι το μπουκάλι του νερού είναι αρκετά χαμηλό για να το χρησιμοπιήσουν τα απογαλακτισθέντα μικρά κι ότι είναι αρκετά δυνατά για να το χρησιμοποιήσουν. Εάν δεν είναι αρκετά δυνατά, παρέχετε γι’αυτά μια εναλλακτική πηγή νερού.

Ασθένειες και σύνδρομα των χάμστερ

Υγρή ουρά (βακτηριακή ιλεΐτιδα)
Η πιο κοινή βακτηριακή λοίμωξη στα χάμστερ είναι η υγρή ουρά. Η ακριβής αιτία της ασθένειας δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά έχουν αναφερθεί ελοχεύουσες μολύνσεις με βακτήρια Campylobacter. Άλλοι προδιαθετικοί παράγοντες όπως ακατάλληλη διατροφή, ξαφνικές διατροφικές αλλαγές, υπερπληθυσμός, κι άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες ευθύνονται για την πρόκληση της ασθένειας.

Η υγρή ουρά επηρεάζει συνήθως πρόσφατα απογαλακτισμένα χάμστερ μεταξύ ηλικιών των 3-6 εβδομάδων, αλλά τα χάμστερ όλων των ηλικιών είναι επιρρεπή. Αυτή είναι μια κοινή ασθένεια που συναντάται σε πρόσφατα αποκτηθέντα κατοικίδια. Το μακρύτριχο χάμστερ αρκουδάκι φαίνεται να είναι πιο ευπαθές από άλλες ποικιλίες χάμστερ.
Αυτή η ασθένεια συχνά χτυπά με πολύ λίγες προειδοποιήσεις. Ο θάνατος μπορεί να επέλθει μέσα σε 1-7 ημέρες μετά την έναρξη της υδαρής διάρροιας. Άλλα σημεία της ασθένειας περιλαμβάνουν πατημένη γούνα γύρω απ’την ουρά, απεριποίητο τρίχωμα, καμπουριαστή στάση, απώλεια όρεξης, αφυδάτωση, ισχνότητα, κι ευερεθιστότητα. Αίμα απτο ορθό και πρόπτωση του ορθού μπορεί να παρατηρηθεί σε κάοιες προχωρημένες περιπτώσεις. Εάν το χάμστερ σας δείχνει κάποια απ’αυτά τα σημεία, επικοινωνήστε με τον κτηνίατρό σας αμέσως. Ειδικά αντιβιωτικά και υποστηρικτική φροντίδα μπορει να δοκιμαστούν για τη θεραπεία της υγρής ουράς, αλλά δυστυχώς, ο θάνατος επέρχεται σε λίγες μολις μέρες στις περισσότερες περιπτώσεις.
Απώλεια τριχών (αλοπεκία)
Απώλεια τριχών μπορεί να συμβεί για διάφορους λόγους στα χάμστερ και μπορεί να οφείλεται και σε παθολογικές και σε μη παθολογικές καταστάσεις. Συνεχόμενο ξύσιμο στις ταΐστρες ή στις πλευρές του κλουβιού και κούρεμα (μάσημα τριχών απ’άλλα άτομα του κλουβιού) είναι παραδείγματα από μη παθολογικές αιτίες της αλοπεκίας. Προσβολή από δημοδικοειδη ακάραια είναι από τις κοινότερες μολυσματικές αιτίες της κατά τόπους αλοπεκίας και του σκληρού δέρματος στα χάμστερ. Άλλες παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια τριχών περιλαμβάνουν επινεφρικούς όγκους, ανεπάρκεια του θυραιοειδούς, και χρόνια νεφρική πάθηση. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ενώ άλλες δεν είναι.
Ασθένειες της μεγάλης ηλικίας (γηριατρικές παθήσεις)
Τα χάμστερ τείνουν να έχουν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής όταν συγκρίνονται μ’άλλα είδη. Το μέσο προσδόκιμο ζωής για ένα χάμστερ είναι μεταξύ 2-3 χρόνων. Γι’αυτόν το λόγο, διαταραχές της γήρανσης δεν είναι ασυνήθιστες σ’αυτά τα ζώα. Δύο από τις πιο κοινές γηριατρικές ασθένειες των χάμστερ είναι η αμυλοείδωση (απόθεση πρωτεΐνών σε διάφορα όργανα) και καρδιακή θρόμβωση (θρόμβοι αίματος στην καρδιά). Η θεραπεία αυτών των παθήσεων περιλαμβάνει τη διαχείριση των κλινικών σημείων αφού θεραπείες δεν υπάρχουν. Οι περισσότερες γηριατρικές ασθένειες δεν είναι θεραπεύσιμες και συχνά οδηγούν στο θάνατο του χάμστερ.
Η αμυλοείδωση είναι μια πάθηση οπου πρωτεΐνες παραγόμενες από το σώμα αποτίθενται σε διάφορα όργανα, κυρίως το ήπαρ και τα νεφρά. Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια συμβαίνει συχνά ως αποτέλεσμα αυτών των πρωτεϊνικών αποθέσεων. Πολλά άλλα όργανα επίσης επηρεάζονται, και οι αλλαγές είναι μη αναστρέψιμες. Σημεία αυτής της πάθησης περιλαμβάνουν πρησμένη κοιλιά, προβλήματα του ουροποιητικού, αφυδάτωση, κακή όρεξη, και σκληρό τρίχωμα. Η υποστηρικτική φροντίδα είναι η μόνη θεραπεία αφού αυτή η πάθηση είναι τελικά τερματική.
Οι θρόμβοι αίματος στην καρδιά συνήθως εμφανίζονται στην αριστερή πλευρά της καρδιάς σε γηραιότερα χάμστερ. Πολύ παράγοντες εμπλέκονται στο σχηματισμό αυτών των θρόμβων συμπεριλαμβανομένων θρομβωτικών διαταραχών, καρδιακής ανεπάρκειας, και κυκλοφορούσας βακτηριακής μόλυνσης.
Πολλές άλλες γηριατρικές ασθένειες εμφανίζονται στα χάμστερ πάνω από την ηλικία του 1 έτους. Ασθένειες του ήπατος και των νεφρών δεν είναι ασυνήθιστες σε μεσήλικά και γηραιότερα χάμστερ. Άλλες κοινώς απαντώμενες παθήσεις είναι στομαχικά έλκη, όγκοι, κι οδοντικές ασθένειες.

Υπάρχει μόνο ένα μικρό λάθος: το ζώο αυτό είναι ασιατικό είδος και δε συναντάται στη νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως λέει. Το ευρωπαϊκό χάμστερ είναι ένα άλλο διαφορετικό είδος, κατά πολύ μεγαλύτερο από το συριακό, που απαντάται όμως σε πολύ βορειότερες περιοχές και σχεδόν ποτέ δε διατηρείται ως κατοικίδιο.

Εκτροφή ποντικών

λευκά εργαστηριακά ποντίκια

Από:
εδώ

Μετάφραση: Bolko

Εκτροφή και αναπαραγωγή ποντικιών ως τροφή για ερπετά

Του Edward M. Craft

Κάποτε κάποια στιγμή κάθε κάτοχος σαρκοφάγου ερπετού θ’αποφασίσει ότι θέλει να προσπαθήσει να εκθρέψει ποντίκια για χρήση ως τροφή. Αν κι αυτό είναι ένας χρήσιμος τρόπος για την επίλυση του προβλήματος της σταθερής παροχής τροφής δεν είναι για τον καθένα. Τα ποντίκια χρειάζονται τόση δουλειά για να εκτραφούν όση και τα ίδια τα ερπετά. Τα ποντίκια επίσης θα πρέπει να ταϊζονται κι αυτό το κόστος θα πρέπει να συνυπολογιστή όταν ζυγίζετε το κόστος της εκτροφής ή της αγοράς τους.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να’χετε κατά νου όταν εκτρέφετε κι αναπαράγετε ποντίκια ως τροφή είναι ότι θα πρέπει να τα μεταχειρίζεστε τόσο καλά όσο και τα ερπετά για τα οποία θ’αποτελέσουν τροφή. Αυτό θα βοηθήσει στην πρόληψη της μετάδοσης ασθενειών και παρασίτων στο ερπετό σας και δεν είναι επίσης απάνθρωπο για το θήραμα. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος για το προσκότωμα των ποντικιών πριν το τάισμα, μειώνει τον κίνδυνο τραυματισμού του ερπετού και είναι πιο ανθρώπινο για το θήραμα.
Η στέγαση μπορεί να επιτευχθεί έχοντας τα ποντίκια σ’ένα ενυδρείο 50 λίτρων. Φθηνά εργαστηριακά κλουβιά σχεδιασμένα ειδικά για ποντίκια μπορούν επίσης ν’αγοραστούν και είναι διαθέσιμα από τα περισσότερα εξειδικευμένα για ερπετά καταστήματα ή από παραγγελία από το Διαδίκτυο. Πριονίδι πεύκου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα ή εφημερίδα. Η εφημερίδα είναι φθηνότερη, αλλά λερώνεται εύκολα και χρειάζεται συχνότερο καθάρισμα. Το πριονίδι κέδρου δε θα πρέπει ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα, αφού είναι γνωστό ότι είναι επιβλαβές για τα ποντίκια. Ένα μπουκάλι νερού θα πρέπει να παρέχεται και μπορεί ν’ασφαλιστεί καλύτερα στο εσωτερικό του κλουβιού με ταινίες από Velcro.
Τα ποντίκια θα πρέπει να ταϊζονται με ποικιλία τροφής όπως τροφή για χάμστερ ή άλλα μικρά τρωκτικά, τροφή εργαστηρίου και λίγη τροφή για σκύλους. Όλα αυτά μπορούν ν’αγοραστούν από τα περισσότερα μεγάλα καταστήματα και καταστήματα κατοικιδίων. Μια σταθερή παροχή τροφής θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε.
Το κλουβί θα μπορεί να στεγάσει 4 θηλυκά προς 1 αρσενικό. Όταν το αρσενκό έχει ζευγαρώσει με το θηλυκό, το θηλυκό θα πρέπει ν’απομακρυνθεί από την ομάδα. Θα περάσουν περίπου 21 μέρες μέχρι το θηλυκό να γεννήσει 5-15 μικρά. Το μέσο μέγεθος γέννας είναι 15 μικρά με κάποια θηλυκά να γεννούν έως και 20 ανάλογα με την ηλικία και τη γενική τους υγεία. Μετά από περίπου 21 μέρες τα μικρά θα πρέπει να έχουν απογαλακτιστεί και θα τρώνε μόνα τους. Το θηλυκό μετά μπορεί να μεταφερθεί στο ομαδικό κλουβί. Σε περίπου 45 μέρες τα μικρά θα έχουν ενηλικιωθεί.
Το καθάρισμα του κλουβιού θα πρέπει να γίνεται 1-2 φορές την εβδομάδα. Πετάξτε το υπόστρωμα και πλείνετε τα κλουβιά με σαπούνι και ένα ελαφρύ διάλυμα χλωρίνης και νερού. Είναι σημαντικό να βεβαιωθείτε ότι το κλουβεί είναι πολύ καλά ξεπλειμένο και στεγνωμένο πριν τοποθετήσετε το υπόστρωμα και τα ποντίκια πίσω. Βεβαιωθείτε ότι το καπάκι του κλουβιού είναι ασφαλισμένο πάντοτε. Τα ελεύθερα ποντίκια δεν είναι μόνο δύσκολο να πιαστούν, αλλά μπορεί ν’αναπαραχθούν μέσα στο σπίτι σας.
Αν και οποιουδήποτε χρώματος ποντίκια είναι καλά, είναι τα λευκά εργαστηριακά ποντίκια που φαίνεται να είναι να είναι τα’ανθεκτικότερα και τείνουν να είναι παραγωγικότερα. Ένα ποντίκι κατά μέσο όρο θα συνεχίσει ν’αναπαράγεται για περίπου 1 χρόνο. Τα θηλυκά θα πρέπει ν’αντικαθίστανται περίπου κάθε χρόνο, ενώ τα’αρσενικά περίπου κάθε ενάμισι.
Η θερμοκρασία είναι πολύ σημαντική και τα ποντίκια θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δωμάτιο όπου η θερμοκρασία είναι περίπου 18-21 βαθμούς. Θερμοκρασίες πάνω από τους 21 τείνουν να μειώνουν την παραγωγικότητά τους, κι αν παραμείνουν σε θερμοκρασίες πάνω από τους 21 βαθμούς για πολύ στο τέλος θα πεθάνουν.
Η υπομονή είναι το κλειδί και ίσως θα πρέπει να πειραματιστείτε λίγο με τη βασική ιδέα για να βρείτε μια μέθοδο η οποία θα είναι και αποτελεσματική και βολική για σας.

Σημείωση: Σ’άλλες πηγές δεν συνίσταται η απομάκρυνση του γονιμοποιημένου θηλυκού από την αποικία, αλλά του αρσενικού. Υπάρχει η πιθανότητα, αν το θηλυκό ενοχληθεί μόλις έχει γεννήσει, να κανιβαλίσει τα μικρά του. Επίσης, αυτή η υψηλή παραγωγικότητα των 15 μικρών και άνω είναι συνηθέστεροι σε τύπους εργαστηριακών ποντικών, παρά σε κοινούς. Γι’αυτό και είναι καλύτερα τα εργαστηριακά. Σύμφωνα με άλλους, δεν απαιτείται αφαίρεση κανενός από μια σταθερή αποικία που δεν ενοχλείται πολύ. Σύμφωνα μ’άλλες πηγές η θερμοκρασιακές τους αντοχές είναι ευρύτερες. Πάντως η θερμοκρασία δε θα πρέπει να παραμένει σχετικά υψηλή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μέθοδοι θανάτωσης των ποντικιών υπάρχουν πολλές όπως πέταγμα σε τοίχω – δεν προτείνεται, αλλά έχει γίνει -, σπάσιμο του αυχένα, ή, το καλύτερο, θανάτωση με διοξείδιο του άνθρακα. Μετά μπορούν να καταψυχθούν για χρήση αργότερα. Αλλιώς μπορούν να προσφερθούν ζωντανά στα ερπετά, αλλά τότε υπάρχει η πιθανότητα το ποντίκι από το φόβο του να επιτεθεί στο ερπετό και να το τραυματίσει.
Οικονομικότερο για ένα ή μια μικρή συλλογή σαρκοφάγων ερπετών (κυρίως φίδια, αλλά και κάποιες μεγάλες σαύρες) είναι η παραγγελία κάποιας ποσότητας έτοιμων κατεψυγμένων ποντικιών, τα οποία μπορούν να διατηρηθούν γι’αρκετό χρονικό διάστημα στην κατάψυξη και δεν πιάνουν πολύ χώρο.
Μια ακόμα πηγή για την εκτροφή ποντικών:
εδώ
Η ορολογία που χρησιμοποιείται για τα έτοιμα κατεψυγμένα είναι η εξής: pinky για το νεογέννητο ροζ ποντικάκι, fuzzy για το μεγαλύτερο που έχει βγάλει χνούδι, hopper για το ακόμα μεγαλύτερο που όμως δεν έχει ενηλικιωθεί, και adult για το ενήλικο.
Εγώ πάντος δε θα μπορούσα να θανατώσω αυτά τα ζεστά και μαλακά ζώα με μουστάκια, ακόμα κι αν ο τρόπος θανάτωσης είναι ανώδυνος. Καλύτερα έτοιμα κατεψυγμένα.

Σημείωση: Οι αρουραίοι είναι διαφορετικά ζώα από τα ποντίκια.