Tag Archive: ετυμολογία


Τσίκνα

Τι τελικά είναι η τσίκνα; Ήξερα βέβαια από παλιά ότι είναι η μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται, αλλά την έχω ακούσει να χρησιμοποιείται και για άλλα, όχι τόσο ευχάριστα πράγματα. Για παράδειγμα την έχω ακούσει να αναφέρεται στη μυρωδιά του καμένου κρέατος, της άσχημης φαγητίλας γενικότερα, του καμένου λαδιού κλπ. Μια άλη φορά ένας γνωστός μου Τσιγγάνος μπήκε σε κάποιες δημόσιες τουαλέτες και βγαίνοντας είπε: «Πω ρε φίλε, τσίκνα εκεί μέσα.» Μου φάνηκε πολύ αστείο αυτό, αλά σκέφτηκα ότι μπορεί να το είπε για πλάκα ή να το χρησιμοποιούν κυρίως οι Τσιγγάνοι, γι’αυτό να μην το ξέρουμε. Παρόλα αυτά, ψάχνοντας χθες για την ετυμολογία της λέξης, βρήκα ότι μια τέτοια χρήση όντως υπάρχει. Τσίκνα ως η έντονη οσμή ούρων. Επίσης το slang.gr δίνει μια ακόμα πιο αηδιαστική εκδοχή της λέξης: Τσίκνα, το άκρον άωτον της…

Παρόλα αυτά το Βικιλεξικό δεν καταγράφει καμία από τις παραπάνω ερμηνείες, ίσως επειδή είναι πολύ αργκό και χρησιμοποιούνται σπάνια. Δίνει μόνο την κυρίαρχη ερμηνεία, δηλαδή τη μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται ή καίγεται. Δίνει όμως ακόμα και την ετυμολογία της λέξης, κι αυτό ήταν που με εξέπληξε περισσότερο. Η λέξη δεν είναι δάνειο, αν και φαίνεται για τέτοιο. Δεν είναι ούτε τούρκικη, ούτε αλβανική, ούτε αράβικη, ούτε ιταλική, ούτε σλάβικη, ούτε εβραϊκή, ούτε περσική, ούτε αρμένικη ούτε τίποτα. Είναι αρχαία ελληνική! Προέρχεται από τη λέξη «κνίσα», και με αντιμετάθεση έγινε τσίκνα, όπως η φούχτα έγινε χούφτα. Η κνίσα χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, όπως πληροφορεί και το Βικιλεξικό και θα συναντήσεται σε αρκετά άρθρα, αλλά σπάνια. Είναι καταχωρημένη στο Λεξικό της Αρχαίάς Ελληνικής Γλώσσης των Λίντελ και Σκοτ. Η λέξη αυτή συναντάται πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, όπου περιγράφει τον καπνό και τη μυρωδιά από τα θυσιαζόμενα ζώα που ψήνονται. Άρα τελικά πρώτη σημασία της λέξης ήταν η γνωστή, η μυρωδιά δηλαδή του ψημένου κρέατος, κι επίσης το ότι μόνο η τσίκνα πήγαινε στους θεούς, ενώ το κρέας το έτρωγαν οι θνητοί, τελικά ισχύει.

Οπότε την Τσικνοπέμπτη γιορτάζουμε την οσμή του κρέατος κι όχι των ούρων!

Η έρευνα για την προέλευση ενός ονόματος ανέκαθεν μου άρεζε. Γιατί να λέμε κάτι όπως το λέμε και γιατί όχι αλλιώς, και τι πορεία ακολούθησε μια λέξη για να φτάσει στην παρούσα χρήση της; Γρήγορα όμως Κατάλαβα ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για το τι σημαίνουν τα πράγματα, αρκεί να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αμερικάνικου τύπου αυτήν νοοτροπία, η ετυμολογία δεν παίζει κανένα ρόλο. Ίσως να σχετίζεται με τη σημερινή νοοτροπία που λέει ότι το παρελθόν δεν έχει καμία σημασία, αλλά ίσως να υπερβάλω.

Έτσι το όνομα του Μεγάρου Μαξίμου μου ήταν για καιρό ανεξήγητο. Πώς γίνεται η πρωθυπουργική έδρα της χώρας μας να έχει λατινικό όνομα; Maximus είναι ο μέγιστος στα λατινικά. Γιατί δεν το λέγανε «Μέγαρο Μεγίστου»; Συμβολίζει την ξενοκρατία; Ή μήπως το έβαλαν οι Έλληνες που τους έδερνε το σύμπλεγμα κατωτερότητας για να φανούν Ευρωπαίοι; Αλλά, ακόμα κι αν ήθελαν να δείξουν Ευρωπαίοι, θα έφταναν σε τέτοιο σημείο οι καθαρευουσιάνοι, που τόσο πολύ επιμελούνταν την ελληνική γλώσσα; Βρήκα τελικα σήμερα ότι έκανα δύο μεγάλ αλάθη: Το Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε χτιστεί για κυβερνητικούς σκοπούς, και το όνομά του είναι ανθρώπινο επώνυμο, το οποίο σίγουρα έχει κάποια σχέση με τα λατινικά.

Η Βικιπαίδεια έχει τη λεπτομερή ιστορία του κτιρίου. Το μέγαρο έγινε πρωθυπουργική έδρα μόλις το 1982, έπειτα από πρωτοβουλία του υπουργού προεδρίας – υπήρχε και τέτοια θέση τότε – Μένιου Κουτσογιώργου, με πρώτο πρωθυπουργό στο γραφείο τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χτίστηκε το 1912. Αρχικά, το 1856, ήταν μια ακατοίκητη περιοχή με χωράφια. Γειτνίαζε με τα Ανάκτορα, τα οποία έγιναν η Βουλή αργότερα, και ανήκε στους αδελφούς Άγγελο και Αργύρη Καραγιάννη. Το κτίριο χτίστηκε στη θέση εκείνη το 1912, η οποία πλέον βρισκόταν στην οδό Ηρόδου Αττικού 19 για λογαριασμό του εφοπλιστή Αλέξανδρου Μιχαλινού, και σχεδιαστής ήταν ο αρχιτέκτων Αναστάσιος Χέλμης. Το 1916 η χήρα του Μιχαλινού Ειρήνη, το γένος Μανούση, η οποία εντωμεταξύ είχε παντρευτεί τον Δημήτριο Μάξιμο – δεν πρόλαβε καν να το χαρεί το μέγαρο ο μακαρίτης, πέθανε/τον έφαγε αυτή κι αμέσως πήρε άλλον -, πούλησε την οικία στο Λεονίδα Εμπειρίκο. Το 1921 ξαναγόρασε το ημιτελές μέγαρο – ούτε να το ολοκληρώσει πρόλαβε ο εφοπλιστής. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, η οικογένεια Μαξίμου εγκαταστάθηκε σ’αυτό. Κατά την Κατοχή, οι Γερμανικές αρχές χρησιμοποιήσαν το κτίριο ως οικεία του Γερμανού ναυάρχου του Αιγαίου, και για μικρό διάστημα μετά την απελευθέρωση έμεινε εκεί ο πρέσβης τον ΗΠΑ. Δε μας πληροφόρησε για το πού έμενε ο Μάξιμος εκείνη την εποχή. Ο Μάξιμος διετέλεσε πρωθυπουργός σε πολυκομματική κυβέρνηση συνασπισμού από τον Ιανουάριο του 1947 έως τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα και φιλότεχνος. Είχε στολίσει τους τοίχους του μεγάρου με πολύτιμους ζωγραφικούς πίνακες. Το 1952 το Ελληνικό Δημόσιο αγόρασε το μέγαρο από το Μάξιμο στην τιμή των 5,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Αν και κυβερνητική επιτροπή το ίχε εκτιμήσει στα 11 δισεκατομμύρια, ο ιδιοκτήτης του το προσέφερε με τη μισή τιμή, μαζι με την επίπλωση και τους ακριβούς πίνακες. Η κυβέρνηση, ως ένδειξη τιμής, διατήρησε το όνομα του προκατόχου του, και γι’αυτό λέγεται Μέγαρο Μαξίμου.
Στην περίοδο της Χούντας, στο μέγαρο έμενε ο αντιβασιλέας, Γεώργιος Ζωιτάκης, ο οποίος είχε οριστεί να μένει εκέι από τον Παπαδοπουλο μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα – δεν το γνώριζα αυτό καν. Έμενε με τη χωριατοπούλα όπως την λένε σύζυγό του Παγόνα, η οποία ωστόσο παραπονιόταν για την κεντρική θέση της κατοικίας. «Τι τα θέλαμε τα μέγαρα; Δεν επιτρέπεται ούτε κοτέτσι να φτιάξεις».

Και τελικά το 1982 έγινε η πρωθυπουργική έδρα. Προηγούμένως ο πρωθυπουργός είχε το γραφείοτ ου στο Κοινοβούλιο, όπου υπάρχει ακόμα. Οπότε ούτε με συμπλέγματα κατωτερότητας ούτε με ξενοκρατία σχέση έχει το όνομα του Μεγάρου Μαξίμου.

Η τύχη κάποτε μας οδηγεί σε πράγματα πολύ χρήσιμα άσχετα με το αρχικό μας ερώτημα. Κάτι τέτοιο έγινε και μ’εμένα σήμερα. Άνοιξα το πρωί το γκουγκλ, κι έψαξα για το πώς λειτουργεί το Ebay. Εκεί πωλείται σχεδόν οτιδήποτε, από κάτι αμύθητης αξίας και μοναδικό έως κάτι κυριολεκτικά για πέταμα, με εξαίρεση ορισμένα προϊόντα που νομίζω μπορούν πάραυτα να βρεθούν σε ιστοσελίδες όπως το Silkroad ή το Agora. Κάπου θα μας χρειαστεί το Ebay, δε θα βάλω καμιά φορά τον πατέρα μου να μου παραγγείλει κάτι; Αλλά δε θα πρέπει πρώτα να ξέρω πώς πάνω-κάτω δουλεύει, γιατί όλο αυτό το διάστημα σπάνια το έχω ψάξει και όσες φορές μπήκα μου φάνηκε δύσκολο;
Η πρώτη σελίδα που μου εμφανίστηκε ήταν το ipedia.gr, μία κλασική σελίδα ερωταπαντήσεων. Μέσα εκεί, στις πιο πρόσφατες ερωτήσεις, ένας ρωτούσε τι σημαίνει η λέξη «οίηση». Τη σημείωσα στο μικρονοϊκό μυαλό μου κι έφυγα από κει. Δε μπορούσα να καταλάβω τι σημαίνει, επειδή δεν την είχα ξανακούσει. Πάντως το γεγονός ότι γραφόταν με «οι» δήλωνε πως είχε αρχαία προέλευση. Τι να ήταν; Να είχε σχέση με την «οιν», το πρόβατο στα αρχαία εληνικά, ή με το «ίεμι», που σημαίνει ρίχνω, κάτι σαν να λέμε πτώση. Όμως δε θυμόμουν αυτό το ρήμα να είχε καμία μεταπτωτική φάση του με «ο». Οπότε τι άλλο να σήμαινε;
Έψαξα στα διαδικτυακά λεξικά, στο βικιλεξικό, στο λεξικό Μπαμπινιώτη και αλλού. Τελικά η λέξη «οίηση» είναι αρχαία ελληνική «οίησις», και σημαίνει γνώμη, από το ρήμα «οίομαι», νομίζω, το οποίο ως τώρα οιόμουν πως δεν έχει παράγωγα στα νέα ελληνικά. Σήμερα η λέξη δηλώνει τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό κάποιου, την έπαρση ή την αλαζονία, π.χ. άνθρωπος μικρών δυνατοτήτων, αλλά με μεγάλη οίηση.
Οπότε μάθαμε και μια καινούργια λέξη σήμερα. Αυτή η εληνική γλώσσα μάλλον δε θα σταματήσει ποτέ να μ’εκπλήσσει με τον πλούτο σπάνιων και περιεκτικών λέξεων που διαθέτει.
Όμως σίγουρα δεν την έχω ακούσει ποτέ; Αν είναι τόσο σπάνια, μπορεί και να μην την άκουσα ποτέ, αλλλά αμφιβάλλω. Μέσα στα 21 χρόνια ζωήςμου, που σε λίγες ώρες κλείνω, σίγουρα θα την έχω ακούση έστω μια φορά, αλλά δε θα της έχω δώσει σημασία. Μπορεί να νόμισα, αν την άκουσα, πως τα δύο «ι» είναι απλώς η τονισμένη συλλαβή της λέξης «ίση» για έμφαση.

Λίγο άσχετο με το προηγούμενο θέμα, αλλά έχω βρει επιτέλους ένα καλό βίντεο του ύμνου του Ισλαμικού Κράτους – ΙΚΙΛ, ΙΚ, ISIL, ISIS, Is, μπορείτε να το πείτε όπως θέλετε, με την αγγλική μετάφραση. Με τα ξίφη, με τα πάντα. Τα μόνα που κατάλαβα απ’το πρωτότυπο είναι οι πλέον διεθνείς αραβικές λέξεις του ισλάμ, του Μωάμεθ και της τζιχάντ.

Αρία φυλή = η λευκή φυλή, η ινδοευρωπαϊκή φυλή, ή, κατά ναζιστική ερμηνεία, η ινδοευρωπαϊκή αλλά μάλλον η γερμανική φυλή που πρέπει να κυριαρχήσει σ’όλες τις υπόλοιπες γιατί είναι ανώτερη κατά κάποιον τρόπο. Η αλήθεια όμως είναι ότι αρχικά Άριοι αυτοαποκαλούνταν κυρίως λαοί που θα θεωρούνταν απ’τους Ναζί το αντίθετο από Άριοι.

Ο όρος Άριοι σχετίζεται κυρίως με τον ασιατικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Δε λέω για Ινδοευρωπαίους, γιατί σ’εκεινες τις περιοχές η ινδοευρωπαϊκή φυλή έχει αναμειχθεί υπερβολικά με τοπικές φυλές όπως Δραβίδες ή Μογγόλους, αν και αυτή ήταν η φυλή που κατέκτησε μια εποχή εκείνες τις περιοχές και διέδωσε τη γλώσσα της. Ο όρος άρια (arya) λοιπόν συναντάται για πρώτη φορά στα σανσκριτικά, και ήταν το εθνώνυμο αρχικά του ινδοευροπαϊκού φύλου που κατέβηκε στην Ινδία πριν 4.000 χρόνια περίπου και λάτρευε τους βεδικούς θεούς, τα αντίστοιχα του ινδοευρωπαϊκού πανθέου, σύντομα κατέληξε όμως να σημαίνει τον ενάρετο ή τον ευγενή, στις πράξεις κι όχι στην καταγωγή. Στα αρχαία ινδικά έπη Ραμαγιάνα και Μαχαμπαράτα οι ήρωες που κάνουν ευγενείς ή ανώτερες πράξεις αποκαλούνται άρια, ενώ παρόμοια χρήση συναντάται και στα θρησκευτικά κείμενα του ινδουισμού, του βουδισμού και του τζαϊνισμού. Ευγενείς αρχικά θεωρούνταν μόνο οι Ινδοευρωπαίοι, οι οποίοι κατέβηκαν στην Ινδία με εχθρικές διαθέσεις, κατέλυσαν τον πολιτισμό του Ινδού των πιο πρωτόγονων Δραβίδων, κι εγκαθίδρυσαν τη θρησκεία του ινδουισμού με ινδοευρωπαϊκά και γηγενή στοιχεία. Κατά τη θρησκεία αυτήν ο πληθυσμός χωριζόταν σε κάστες ή βάρνα (χρώματα), τα ανώτερα των οποίων όπωςοι θέσεις των βραχμάνων και των εξουσιαστών κατείχαν οι λευκοί Ινδοευρωπαίοι, ενώ τα κατώτερα οι Δραβίδες χειρώνακτες. Παρά την απομόνωση των καστών, κάποια επιμιξία έγινε, αλλά ακόμα ως σήμερα οι απόγονοι των ανώτερων καστών είναι λευκότεροι και διατηρούν περισσότερα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Οι κάτοικοι της βόρειας Ινδίας επίσης, η οποία στα σανσκριτικά λεγόταν αριαβάτρα (κατοικία των Αρίων) και ήταν το σπουδαιότερο κέντρο επιρροής της ινδοευρωπαϊκής φυλής, έχει πληθυσμο με περισσότερα ευρωπαϊκά στοιχεία. Με επέκταση απ’τον αρχικό εθνικό χαρακτήρα λοιπόν, προήλθε η σημασία ως ευγενής, αν και στην πραγματικότητα οι περισσότεροι τέτοιοι θεωρούμενοι ευγενείς εξακολουθούσαν να είναι ινδοευρωπαϊκής καταγωγής.

Παρόμοια χρήση είχε ο όρος και στους γειτονικούς Πέρσες, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν και συνεχίζουν ν’αυτοαποκαλούνται Άριοι. Στα αβεστανικά ή αρχαία περσικά ο λαός τους ονομαζόταν «Αρίγια», ενώ στις νεότερες ερμηνείες των αβεστανικών ζωροαστρικών βιβλίων ο όρος «άιρια» δηλώνει τον σεβαστό. Ο όρος πάντως εδώ κράτησε κυρίως την εθνική του σημασία. Η λέξη «Ιράν» άλλωστε σημαίνει τη γη των Αρίων. Το όνομα αυτό για τη χώρα χρησιμοποιούταν από την αρχαιότητα, αλλά γνωστότερος μας είναι ο όρος «Περσία», από το Παρς του νότιου Ιράν, τον οποίον χρησιμοποιούσαν περισσότερο οι Αρχαίοι Έλληνες. Οι Αρχαίοι Έλληνες ωστόσο όταν αναφέρονταν στους Πέρσες συνήθως ανέφεραν διάφορες φυλές, όπως Πέρσες, Μήδους, Κάριους, κλπ, όχι ένα λαό. Κατά την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή όμως γίνεται ευρεία στα ελληνικά και στα λατινικά η χρήση του όρου «Αριανοί» ή «Αρειανοί» για τον περσικό λαό, και «Αριανή» ή «Αρειανή» για την περιοχή τους. Σήμερα, εκτός από τη χώρα, ορισμένες φυλές διατηρούν ονόματα όπως Αλλάνι ή Ιρ που σχετίζονται ετυμολογικά με τους Αρίους.

Τέλος η γνωστή εθνότητα ινδικής καταγωγής που εξαπλώθηκε κατά το Μεσαίωνα στην Ευρώπη, οι Τσιγγάνοι, οι οποίοι φυλετικά είναι μείξη Ινδοευρωπαίων και Δραβίδων, έχουν μια φυλή που την ονομάζουνν «Αρλία» ή «Αρλίορα». Έχει άραγε κάποια σχέση με τους Άριους; Ίσως να έχει. Το συγκεκριμένο έθνος κατά μια θεωρία περιπλανώμενοι απόβλητοι κι εγκληματίες των κατώτερων καστών, εκδιώχθηκε απ’την Ινδία, οπότε ουδεμία σχέση έχει με τους άρια των επών. Εναλλακτικά θα μπορούσαν να είχαν πάρει το όνομα από τη διέλευσή τους από το Ιράν.

Παρά τις απόψεις των Ναζί, κανένας λαός στην Ευρώπη δεν έχει αποκληθεί ποτέ Άριος, στην καταγεγραμμένη ιστορία τουλάχιστον. Η λέξη προφανώς έχει πρωτοΪνδοευρωπαϊκή ρίζα, πιθανόν επίσης χρησιμοποιήθηκε ως εθνώνυμο ήδη απ’τον ινδοευρωπαϊκό λαό της Ασίας που μιλούσε την πρωτοΪνδοάρια γλώσσα, αλλά η αρχική της σημασία θα πρέπει νά’ταν άλλοι. Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί για την ετυμολόγηση του όρου, όπως η σύνδεσή του με το ελληνικό «άριστος», «αριθμός», «αρμονία (η δασεία «h» μπήκε λόγω σύγχυσης με κάτι άλλο αργότερα)», και με το λατινικό «ars γεν. artis», την τέχνη. Κατ’αυτήν την ερμηνεία Άριοι είναι οι καλοί τεχνήτες ή οι μάστορες. Σύμφωνα με άλλη υπόθεση, η λέξη σχετίζεται με το «αρόω-ώ» = οργώνω, και παρόμοιες λέξεις που έχουν να κάνουν με την καλλιέργεια της γης, επομένως οι Άριοι είναι οι γεωργοί. Όποια κι αν είναι η ερμηνεία, το σίγουρο είναι ότι ο όρος συνδέθηκε από νωρίς στενά με την ευγένεια και την ανωτερότητα των λαών που τον χρησιμοποιούσαν.

Στην Ευρώπη η ιδέα των Αρίων ως Ινδοευρωπαίων εμφανίστηκε μόλις κατά τον 19ο αι., οπότε γίνονταν προσπάθειες εύρεσης του όρου σε ευρωπαϊκά έθνη, όπωςοι Ιρλανδοί. Όταν όμως έγινε φανερό πως δε χρησιμοποιήθηκεποτέ ο όρος στην Ευρώπη, έγινε μια άλλη ερμηνεία από ορισμένους υπερεθνικιστές, ότι δηλαδή ο παλαιότερος κλάδος των Αρίων κατέφυγε στην Ασία, διατηρώντας σήμερα όμως μόνο το όνομα, κι όχι τη φυλετική καθαρότητα. Υπεύθυνοι για την αρχική διάδοση της ιδέας της Αρίας φυλής ήταν ο Γάλλος Κώμης ντε Γκομπινώ (Comte de Gobineau) και ο Άγγλος Χιούστο Στιούαρτ Τσάμπερλαιν (Houston Stewart Chamberlain), οι οποίοι υποστήριζαν ότι οι λευκοί Ινδοευρωπαίοι ή Άριοι ήταν οι υπεύθυνοι για την πρόοδο του ανθρώπου και επομένως η ανώτερη φυλή. Η ιδέα απορροφήθηκε κι εξαπλώθηκε γρήγορα στο γερμανικό εθνικισμό του νεοσύστατου γερμανικού κράτους, όπου καθαροί Άριοι νοούνταν τα ξανθά και λευκά μέλη της γερμανικής ή νορδικής φυλής. Παράλληλα με την ανάπτυξη του γερμανικού εθνικισμού αναπτύχθηκαν και διάφορες
μυστικιστικές θεωρίες,
από το 1890 έως το 1930, με κυρίαρχη την αριοσοφία με σπουδαιότερους εκπροσώπους τον Γκουίντο φον Λιστ (Guido von List) και τον Γιοργκ Λαντς φον Λίμπενφελς (Jorg Lanz von Liebenfels), οι οποίες αναμείγνυαν στοιχεία γερμανικού εθνικισμού, γερμανικού παγανισμού, ανατολικών θρησκειών και διάφορων άλλων παραδόσεων για να φτιάξουν μια πίστη που θεωρούσε τους Γερμανούς ως την ανώτερη φυλή σε κοσμολογικό, πέρα από ανθρώπινο επίπεδο. Ο ναζισμός έπειτα υιοθέτησε πολλά στοιχεία αυτών των αντιλήψεων, αν κι ο ίδιος ο Χίτλερ ήταν αρκετά δύσπιστος όσον αφορά τις μυστικιστικές θεωρίες, τουλάχιστον επίσημα. Στη Ναζιστική Γερμανία Άριοι ήταν οι λευκοί Ινδοευρωπαίοι κάτοικοι, πλέον όχι μόνο οι της νορδικής φυλής διότι μεγάλος πληθυσμός της Γερμανίας δεν παρουσίαζε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ενώ μη Άριοι ήταν οι Εβραίοι, οι Τσιγγάνοι και λοιπά στοιχεία που έπρεπε να εκδιωχθούν ή να εξοντωθούν για την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της Άριας Φυλής.

Μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά της θηριωδίες των Γερμανών, ο όρος «Άριοι» άρχισε να χάνει έδαφος, ώσπου σήμερα δε χρησιμοποιείται επισήμως για να χαρακτηρίσει τους Ινδοευρωπαίους. Η μόνη σημερινή χρήση είναι στον κλάδο των ινδοάριων γλωσσών, δηλαδή του ινδοευρωπαϊκού κλάδου που ομιλείται στην κεντρική και νότια Ασία.

Πηγές:
ετυμολογία του «Άριος»
οι Άριοι ως ευγενείς στην ινδική παράδοση
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τους Αρίους
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την αριοσοφία

Σημείωση: Ο όρος «Άριος» δε θα πρέπει να συγχέεται με το «άρειος», το επίθετο που αναφέρεται στο θεό Άρη, π.χ. Άρειος Πάγος, και κατ’επέκτασιν πολεμικός. Κατά τις αποδεκτότερες ετυμολογήσεις, ο Άρης δεν έχει καμία σχέση με την Άρια φυλή. Η χρήση του γίνεται κυρίως για να υποδηλώσει την πολεμική διάθεση των Αρίων, συνήθως σε νεοναζιστικό περιεχόμενο.

Πάντως οι εθνικιστές του 19ου αι., οι Ναζί και όσοι γενικότερα υποστηρίζουν πως οι Άριοι ήταν η ανώτερη και δυναμικότερη πολεμική φυλή δεν έχουν και απόλυτο άδικο. Από τα παραπάνω, αλλά και από πάμπολλα άλλα παραδείγματα, όπως την κάθοδο των ελληνικών φύλων στην Ελλάδα, τον Τρωικό Πόλεμο, την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον επεκτατισμό των
Αρχαίων Γερμανών στην Ευρώπη,
την επέκταση των Ρωμαίων, κλπ, διαφαίνεται ότι οι πρωτόγονοι Ινδοευρωπαίοι ήταν μια ομάδα άγριων πολεμικών λαών που κάθε φορά που συναντούσαν δυσκολίες στον τόπο διαμονής τους, έκαναν επιδρομές στις γειτονικές περιοχές, πλιατσικολογούσαν κι έπειτα επιζητούσαν τον έλεγχο των ντόπιων. Αυτή η συμπεριφορά μπορούμε να πούμε πως διατηρήθηκε έως και πολύ αργότερα, αν όχι ως σήμερα, κι έτσι βλέπουμε τα ίδια στις σταυροφορίες, στην αποικιοκρατία, στους Παγκοσμίους Πολέμους κλπ. Σύμφωνα μ’αυτήν την άποψη οι Άριοι ήταν οι υπεύθυνη για την πρόοδο του κόσμου, αν νοήσουμε την πρόοδο ως αλλαγή έπειτα από ταραχές. Φυσικά και άλλα έθνη επεκτάθηκαν, πολέμησαν τους γείτονές τους και ίδρυσαν αποικίες, αλλά η Ευρώπη το έκανε αυτό στο μέγιστο βαθμό σε όλη την ιστορία της. Δεύτεροι μετά τους Ευρωπαίους ίσως είναι οι Άραβες, οι οποίοι επεκτάθηκαν για τη διάδοση του ισλάμ, και αναμφίβολα και για υλικές προσκτήσεις.

Παρόλο που τα πράγματα είναι σχεδον ξεκάθαρα, μερικοί ακραίοι εξακολουθούν να κάνουν μια συζήτηση που δε φτάνει ουσιαστικά σε κάποιο συμπέρασμα, αλλά ενισχύει ακόμα περισσότερο τις απόψεις των δύο άκρων. Από τη μία λοιπόν έχουμε αυτούς που καταδικάζουν το χριστιανισμό και μόνον αυτόν για όλες τις σεξουαλικές καταπιέσης της σύγχρονης κοινωνίας, αντιτείνοντας πως οι Αρχαίοι δήθεν είχαν πλήρη ελευθερία στη σεξουαλική τους ζωή, πράγμα εντελώς λανθασμένο, μιας κι εκεί
υπήρχε αρκετή καταπίεση,
από την άλλη έχουμε ορισμένους, πιθανόν ακραίους εθνικιστές και σκληροπυρηνικούς αντιομοφυλόφιλους που υποστηρίζουν ότι ουδέποτε υπήρξε ομοφυλοφιλία ή παιδεραστία στην αρχαιότητα, αυτά είναι βεβιασμένα συμπεράσματα από λανθασμένη ερμηνεία των κειμένων ορισμένων ξένων και φαύλων που θέλουν να δυσφημίσουν την ιστορία μας, θέλοντας κάπως να δείξουν πως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν ηθικά τέλειοι, τουλάχιστον σύμφωνα με την ηθική όπως νοείται απ’αυτούς. Δεν είναι όμως σωστό να αξιολογούμε μια κοινωνία με τα σημερινά μας ηθικά μέτρα και σταθμά, γιατί τότε θα καταλήξουμε σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Η αλήθεια είναι ότι η παιδεραστία όχι μόνο υπήρχε, αλλ’ήταν διαδεδομένη σ’όλη σχεδόν την Ελλάδα. Η
παιδεραστία
δε θα πρέπει να συγχέεται με τις σημερινές έννοιες της παιδοφιλίας και της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Στην πραγματικότητα ο βιασμός ή η κακοποίηση κάποιου νέου ήταν κάτι το κατακριτέο στη θεωρία τουλάχιστον, γιατί σχεδον καμία αναφορά δεν έχουμε για τέτοιο γεγονός στην πράξη, υποδηλώνοντας πως ήταν σπανιότατο. Η παιδεραστία ήταν στενή πνευματική κυρίως σχέση μεταξύ δασκάλου (εραστή, φιλήτορα ή εισπνήλα (εμπνευστή στην Κρήτη)) και εφήβου μαθητή (ερωμένου ή εραμένου σ’άλλες περιοχές), συνήθως από τα 12 έως τα 17, όπου ο μαθητής θαύμαζε τις ικανότητες και την αρετή του δασκάλου του και πολλές φορές η σχέση κατέληγε και σε σαρκική ένωση. Μετά την ενηλικίωση, συνήθως έπαυε η σαρκική σχέση αλλ’η φιλία παρέμενε ισχυρή. Η ανοχή της σαρκικής παιδεραστίας ποίκιλε ανά περιοχή, από γενική αποδοχή της στην Κρήτη, την Κόρινθο και τον υπόλοιπο δωρικό κόσμο εκτός της σκληροπυρηνικής Σπάρτης, η οποία δεχόταν μόνο το πνευματικό μέρος, έως ενδιάμεση αποδοχή στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι συγγραφείς, απ’τους οποίους άλλωστε έχουμε τα περισσότερα διασωσμένα αρχαιοελληνικά κείμενα, αναγνώριζαν την ύπαρξη της παιδεραστίας, αν και συχνά τόνιζαν τη μεγαλύτερη αξία του πνευματικού της μέρους. Το σαρκικό κομμάτι ήταν πιο συγκεκαλυμμένο με λιγότερες αναφορές, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι το περιφρονούσαν όχι ως πράξη καθ’εαυτή, αλλά ως λογική, ότι δηλαδή η παιδεραστία έχει σκοπό την διαπαιδαγώγηση του νέου παρά την ικανοποίηση του δασκάλου. Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης κι ο Σωκράτης. Ο ρήτορας Αισχύνης επίσης στο λόγο του «Κατά Τιμάρχου» όπου ένας πολίτης κατηγορείται για πορνεία στη νεαρή του ηλικία, καταδικάζει την παιδεραστία ως κάτι το ατιμωτικό για το νέο. Ωστόσο έχουμε και συγγραφείς που εκθειάζουν τα σώματα των γυμνών νεανιών, όπως ο γνωστός ποιητής Πίνδαρος και ο Αθηναίο νομοθέτης Σόλων, ο οποίος πάραυτα θέσπισε αυστηρούς νόμους για τέτοιου είδους σχέσεις. Μήπως αυτό αντανακλά εσωτερικές συγκρούσεις του; Τέλος δε μπορούμε ν’αγνοήσουμε τις απεικονίσεις των αττικών αγγείων με παιδεραστικές σκηνές, είτε αποπλάνησης είτε σεξουαλικής πράξης.

Υπήρχε ωστόσο και η σκοτεινή πλευρά. Εκτός από τις γυναίκες πόρνες, υπήρχαν και άντρες πόρνοι, άτομα κατώτερων κοινωνικών τάξεων, ξένοι, δούλοι, ή κι ευνούχοι, οι οποίοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με αντάλλαγμα χρηματικό ποσό. Αυτοί περιφρονούνταν από τους καθώς πρέπει πολίτες, και μολονότι η πράξη μ’αυτούς αποδοκιμαζόταν αντίθετα με τη συναλλαγή με κανονικές πόρνες, ήταν κάτι το ανεκτό. Υπήρχαν ακόμα ενήλικες που αποπλανούσαν νέους απ’τα γυμναστήρια και τις παλέστρες για να ικανοποιηθούν σεξουαλικά. Αυτοί χαρακτηρίζονταν παιδομανείς, παρά παιδεραστές. Κατά την ελληνιστίκή εποχή το φαινόμενο της παιδεραστίας είχε μειωθεί, ενώ κατά τη ρωμαϊκή, οι πλούσιοι ισχυρή άντρες μπορούσαν να εξαναγκάζουν σεξουαλικά άλλους κατώτερους ή δούλους, ενώ ο παιδευτικός σκοπός της παιδεραστίας άρχισε να εκφυλίζεται. Ακόμα όμως κι ως παιδευτική σχέση, η παιδεραστία αντανακλά σ’εμάς ολοφάνερα το τότε ανδροκρατούμενο σύστημα, με την απόλυτη κοινωνική κυριαρχία των ενήλικων αντρών-πολιτών πάνω στους εφήβους, στις γυναίκες, στους μη πολίτες και στους δούλους.

Παιδεραστία
υπήρξε και σ’άλλους πολιτισμούς,
όπως στο Μινωικό, σ’αυτούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, στους Κελτικούς, στον Αιγυπτιακό, στον αρχαίο ιαπωνικό, καθώς και σε φυλές της Νέας Γουινέας για παρόμοιους σκοπούς. Ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμαπαγόρευσαν την πρακτική αυτήν, με αρκετά αυστηρούς νόμους κάποτε. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος για παράδειγμα προέβλεπε κάψιμο στην πυρά για τους παραπτωματίες, ενώ οι Βησιγότθοι της Ισπανίας, αφού εκπολιτίστηκαν και εκχριστιανίστηκαν, προέβλεπαν ευνουχισμό και στους δύο, μεταφορά στην επισκοπή κι έπειτα φυλάκιση. Βλέπετε στα παραπάνω το πνεύμα της συγχώρεσης του χριστιανισμού, ή απλώς εγώ δεν το βρίσκω; Σήμερα η παιδεραστία αναγνωρίζεται όπως θά’πρεπε, μια συγκεκαλυμμένη σχέση δηλαδή κυριαρχίας, γι’αυτό πιστεύω πως αντιμετωπίζεται αρνητικά. Ίσως υπάρχουν εξαιρέσεις όσον αφορά την κυριαρχία, αλλά γενικά τέτοιου τύπου ειναι μια σχέση μ’ένα μεγάλο άντρα να γαμεί ένα αγοράκι όποτε θέλει κι αυτό να συμφωνεί θεωρώντας το τιμητικό.

Οι ακραίοι εθνικιστές-αρχαιολάτρες-αντιομοφυλόφιλοι λοιπόν θέλουν να μας δείξουν όχι μόνο ότι δεν υπήρχε παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα κι απλώς κάποιοι κακοήθεις δεν ερμηνεύουν σωστά τα κείμενα, αλλ’επίσης ότι η ίδια η λέξη δεν έχει καμία σχέση με τον έρωτα, αλλά με τη διαπαιδαγώγηση. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι η λέξη «παιδεραστία» προέρχεται από το «παις» και το ρήμα «εράω-ώ», απαρέμφατο «εράν», που δε σημαίνει ερωτεύομαι, αλλά καθοδηγώ! Εξού λένε και το «ερωτώ» η «ερώτηση», κλπ. Αυτό, αν και μου φάνηκε τόσο εξόφθαλμα παράλογο, δε μπόρεσα να το αγνοήσω και γι’αυτό έψαξα σε διαδικτυακά λεξικά για τις ρίζες και του «εράω» και του «ερωτώ», μήπως και υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να σχετίζονται τελικά μεταξύ τους, άρα η άποψη των ακραίων να δικαιολογείται κάπως. Έψαξα λοιπόν και σε ελληνικά και σε αγγλικά λεξικά, επειδή τα τελευταία αναφέρουν περισσότερο την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ετυμολογία. Αυτά που βρήκα όμως επιβεβαίωσαν την αρχική μου διαίσθηση, ότι οι δύο αυτές λέξεις δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Το ρήμα
«εράω-ώ»
είναι αρχαίο ελληνικό ρήμα που σημαίνει επιθυμώ σφόδρα, ερωτεύομαι. Στην ιωνική διάλεκτο συναντάται ως «ερέω» (οι Ίωνες έβαζαν ε αντί του α συχνά). Η
προέλευσή του είναι άγνωστη.
Από το ρήμα αυτό λοιπόν παράγονται οι λέξεις «έρως», «εραστής», «ερώμενος», «ερωτικός», «εραστός», κατάληλλος για να γίνει αντικείμενο έρωτα δηλαδή, «εράσμιος», η μούσα Ερατώ κλπ, ενώ η παθητική του μορφή είναι «έραμαι» ή «ερώμαι». Ουδεμία σχέση έχει με την ερώτηση ή την καθοδήγηση. Εάν είχε, θα περιμέναμε στα αρχαιότερα κείμενα τουλάχιστον, όπου το ρήμα θα ήταν πιο κοντά στην αρχική του σημασία, να σήμαινε αυτό το πράγμα. Όμως ούτε στον Όμηρο ούτε πουθενά αλλού βρίσκουμε τέτοια σημασία. Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή για παράδειγμα, η οποία είναι γραμμένοι σε πιο αρχαΐζουσα και λογοτεχνική γλώσσα από την καθομιλουμένη αττική διάλεκτο, όταν η Ισμήνη προσπαθεί να μεταπείσει την Αντιγόνη για την πράξη που σχεδίαζε και θά’φερνε τη θανατική καταδίκη της, της λέει «τ’αμήχανα εράς», ότι δηλαδή «αγαπάς τ’αδύνατα», όχι «καθοδηγείς τ’αδύνατα». Για το «ερωτώ» δυσκολεύτηκα περισσότερο σε ελληνικά λεξικά, κι έτσι έψαξα και στ’αγγλικά.
Το «ερωτώ» λοιπόν, η «ερώτηση», ο «ρήτωρ», το «ρητό» και τα λοιπά προέρχονται από το ρήμα
«είρω»,
που αρχικά χρησιμοποιούταν και στον ενεστώτα αντί του «λέγω», αργότερα όμως έτεινε να χρησιμοποιείται μόνο ο μέλλοντας, ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος ως χρόνοι του «λέγω». Το ρήμα λοιπόν αυτό προέρχεταιαπό την πρωτοϊνδοευρωπαΪκή ρίζα *FΕΡ- (*WER-), που σημαίνει λέω, εξού και το λατινικό «verbum» = ρήμα, λόγος, το αγγλικό δάνειο «verb) = ρήμα, και το αγγλικό «word» = λέξη. Το πρωτοΪνδοευρωπαΪκό w συνέχιζε να προφέρεται στην ελληνική γλώσσα, όπου γραμματικά συμβολιζόταν ως
δίγαμμα
(F), ένα γράμμα μεταξύ του ε και του ζ το οποίο χρησιμοποιήθηκε απ’τους λατίνους για την παράσταση του δικού τους φ. Η προφορά του ανάμεσα σε φωνίεντα σταμάτησε νωρίς, ενώ η προφορά του στην αρχή των λέξεων παρέμεινε σ’αρκετές διαλέκτους, αν και στην αττική όχι, όπου μπορει ν’άφηνε μια δασεία (h) ή τίποτα. Λίγα απομεινάρια του έχουμε ως σήμερα, με λέξεις όπως άοπλος, αόρατος ή άεργος (αργότερα ομαλοποιήθηκε κι έγινε άνεργος), να υποδηλώνουν ένα υποθετικό σύμφωνο ανάμεσα στο συνθετικό και τη λέξη. Επίσης η
τσακωνική
λέξη «βάννε», που σημαίνει το αρνί από το «αμνός (προφορά wαμνός)», είναι η μόνη σημερινή που διατηρει την προφορά του w ως σύμφώνου. Η τσακωνική διάλεκτος είναι η μόνη νεοελληνική διάλεκτος που προέρχεται από την αρχαία δωρική κι όχι απ’την ελληνιστική κοινή.
Το ρήμα «λέγω»
προέρχεται
από την πρωτοΪνδοευρωπαΪκή ρίζα «*ΛΕΓ- (*LEG-)», όπως και το λατινικο «legere» = διαβάζω, και αρχικά σήμαινε κανονίζω, τάσσω, ταιριάζω, διαλέγω, και λέω με την έννοια όμως του κανονίζω. Ήδη ομως τον 5ο αιώνα π.Χ. η σημασία του είχε αλλάξει, με την αρχική σημασία να παραμένει ακόμα σε σύνθετες λέξεις όπως «εκλέγω», «συλλέγω», κλπ.

Το κακό παράγινε με τους συγκεκριμένους ηθικολόγους ας πούμε αρχαιολάτρες, με το ετυμολογικό τους λάθος χωμένο ακόμα και στο
άρθρο της βικιπαίδειας για τις γενετήσιες σχέσεις στην Αρχαία Ελλάδα,
όπου αναφέρεται ότι η παιδεραστία προέρχεται από το «παις» και το «εράν = καθοδηγώ, διαπαιδαγωγώ». Αυτό θα πρέπει να διορθωθεί οπωσδήποτε.

Η μόνη χρήση αυτού του ψευδοετυμολογικού κατασκευάσματος θα μπορούσε νά’ναι στην απολογία ενός σύγχρονου παιδόφιλου/παιδεραστή, ο οποίος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως δεν έβλαπτε τα παιδιά, αλλά τα καθοδηγούσε στο σωστό δρόμο!