Tag Archive: δέντρα


Μεγάλο δέντρο στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης.

Φύλλωμα χαμηλότερου κλαδιού γειτονικού δέντρου.

Άνθη από Βικιπαίδεια, δεν πρόλαβα να τα φωτογραφίσω εγώ, γι’αυτό.

Το κοινότατο αυτό δέντρο της χώρας μας, που κανονικά δεν είναι αυτοφυές, το αποκαλούμε συχνά ακακία, αν και στην πραγματικότητα δεν ανήκει στο μεγάλο γένος της ακακίας, βρίσκεται όμως στην ίδια οικογένεια των κιυαμιδών (fabaceae), μαζί με τις ακακίες, τις μιμόζες, τα όσπρια και παρόμοια φυτά με ψυχόμορφα άνθη, πτεροειδή φύλλα και συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια στο ριζικό τους σύστημα, και λόγω ομοιότητας με τις γνήσιες ακακίες πήρε το λάθος αυτό όνομα. Η κοινότερη ακακία που μπορεί να βρεθεί στην Ελλάδα αποκαλείται συνήθως γαζία, με επιστημονικό όνομα Acacia farnesiana, κι αυτή εισαγόμενο είδος. Την ψευδακακία έφερε στην Ελλάδα ο Όθωνας, μαζί με όχι και τόσο ωφέλιμα δέντρα όπως η
Βρωμοκαρυδιά
Για καλλωπιστικούς σκοπούς. Αν και δεν αποδείχθηκε τόσο καταστροφική, εντούτοις ορισμένοι ανησυχούν για την επέκτασή της στο ελληνικό οικοσύστημα. Είναι τόσο ανθεκτικό είδος ώστε σήμερα μπορεί να βρεθεί άγριο σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ενώ φυτεύεται συστηματικά σε πάρκα, δενδροστοιχίες, μεγάλους κήπους και παρτέρια πόλεων, διότι αντέχει πολύ στις κακουχίες και στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Το δέντρο κατάγεται απ’τις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, από μια έκταση από την Πενσιλβάνια ως τη βόρεια Γεωργία και δυτικά ως το Αρκάνσας και την Οκλαχόμα, αλλά πλέον μπορεί να βρεθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση της χώρας αυτής. Πέρα από την Ευρώπη έχει εισαχθεί στην Ασία και στη Νότια Αφρική, όπου θεωρείται ανεπιθύμητο εξαιτίας της γρήγορης εξάπλωσής του. Για Αυστραλία δε βρήκα τίποτα, αλλά αν εισαγόταν εκεί σίγουρο είναι πως θα εξαπλωνόταν γρήγορα προκαλώντας προβλήματα. Η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία έφτασε το φυτό δεν ήταν άλλη απ’αυτήν που ίδρυσε της αποικίες στην Αμερική, η Βρετανία δηλαδή, το 1636. Στην Αμερική το δέντρο έχει το κοινό όνομα «black locust”, δηλαδή μαύρη ακρίδα, μια επινόηση των Ιησουιτών ιεραποστόλων που παρομοίαζαν το δέντρο μ’αυτό που υποτίθεται πως συντηρούσε τον Ιωάννη το Βαπτιστή στην έρημο. Εδώ θ’αναρωτηθείτε αν τελικά έτρωγε δέντρο ή ακρίδες αυτός ο ερημίτης. Δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες γι’αυτό, μιας και ορισμένοι σχολιαστές ερμήνευσαν τις ακρίδες ως τις άκρες των βλαστών ενός δέντρου. Εάν ο Ιωάννης έτρωγε τελικά κάτι από δέντρο, αν ο ίδιος υπήρχε, πιθανότατα το δέντρο αυτό νά’ταν η χαρουπιά (Ceratonia siliqua), που ενδημεί στη Μέση Ανατολή.
Το δέντρο είναι πυκνό και ταχείας ανάπτυξης. Συνήθως φτάνει τα 25-30 μέτρα σε ύψος με μέγιστη διάμετρο κορμού τα 80 εκατοστά, αλλά γηραιά δέντρα 50 μέτρων με διάμετρο 1,6 μέτρα δεν είναι άγνωστα. Τα ξυλώδη μέρη του φυτού είναι ανθεκτικά και δύσκαμπτα, με βαθιά αυλακωτό γκριζοκαφέ φλοιό που αποσπάται δύσκολα απ’το δέντρο. Όπως όλα τα φυλλοβόλα της οικογένειας, τα χειμερινά μάτια του συγκεκριμένου είδους είναι γυμνά και μικροσκοπικά, ανά 3-4 σε μικρές κοιλότητες του βλαστού, καλυμμένα μ’ένα λέπι από το υποτείνον φύλλο που έπεσε, χνουδωτό στο εσωτερικό. Κατά το σχηματισμό τους δε φαίνονται, διότι είναι προστατευμένα στο εσωτερικό της ελαφρώς διογκωμένης βάσης του μίσχου τουβ φύλλου. Η ανάπτυξη ξεκινά σχετικά αργά μέσα στην άνοιξη, εδώ στη Θεσσαλονίκη μέσα στον Απρίλιο. Αρχικά η νέα ανάπτυξη καλύπτεται με ψιλό ασιμωπό προστατευτικό χνούδι, το οποίο όμως γρήγορα πέφτει. Οι βλαστοί αρχικά είναι ανοιχτοπράσινοι, καθώς όμως προχωρά το καλοκαίρι και σχηματίζεται το περίδερμα κατά την ξυλοποίησή τους, γίνονται κοκκινοκαφέ. Τα έντονα ανοιχτοπράσινα σύνθετα πτεροειδή φύλλα είναι διατεταγμένα εναλλάξ, μήκους 10-25 εκ. με 9-19 ωοειδή απλά και λεπτά φυλλάρια, μήκους 2-5 εκ. και πλάτους 1,5-3 εκ. Από τα παράφυλλα της βάσης του φύλλου σχηματίζονται δύο σκληρά τριγωνικά και μυτερά αγκάθια, μήκους 1-2 χιλ. ή και ανύπαρκτα στους βλαστούς της κώμης του δέντρου, αλλά ως και 2 εκ. σε έντονα αναπτυσσόμενους βλαστούς της βάσης ή νεαρών δέντρων, προφανώς για μεγαλύτερη προστασία από χορτοφάγα. Τα αγκάθια μπορεί να παραμείνουν στο φλοιό για χρόνια, αλλά σπάζουν εύκολα. Τα άνθη εμφανίζονται μετά τα φύλλα, σε πυκνές κρεμαστές βοτρυοειδείς ταξιανθίες μήκους 8-20 εκ., και είναι επιμήκη ως και τα 2,5 εκ. με 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, πεντασέπαλο συνενωμένο κάλυκα, 10 στήμονες, εκ των οποίων οι 9 είναι συνενωμένοι κι ο ένας ελεύθερος όπως σ’άλλα μέλη της οικογένειας, και εξέχοντα στύλο. Είναι νεκταροφόρα με γλυκό άρωμα που μυρίζει από απόσταση, ώστε να προσελκύουν διάφορους επικονιαστές. Η ανθοφορία γίνεται στο διάστημα Μαΐου-Ιουνίου, και παρόλο που το δέντρο είναι φορτωμένο με άνθη, διαρκεί περίπου 10 ημέρες. Εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε ανθοφορία νωρίς το Μάιο, λίγο πριν τις αγγελικές (Pittosporum japonicum). Τα περισσότερα άνθη μιας ταξιανθίας δε γονιμοποιούνται, αλλά όσα γονιμοποιούνται σχηματίζουν χέδροπες (φασολάκια) πεπλατυσμένους μήκους 5-10 εκατοστών με 4-10 σπόρους μεγέθους και σχήματος φακής, που ωριμάζουν το φθινόπωρο. Πολλοί καρποί παραμένουν στο φυτό και για την επόμενη χρονιά, μπορεί και περισσότερο. Τα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν αργά το φθινόπωρο. Το φυτό δημιουργεί εύκολα παραφυάδες, χάρη στις οποίες αναγεννάται γρήγορα μετά από πυρκαγιά ή υλοτόμηση.
Πέρα απ’την καλλιέργειά του ως καλλωπιστικό, το δέντρο έχει κι άλλες χρήσεις. Τα άνθη του είναι πολύ καλή πηγή μελιού, αν και η παραγωγή δεν είναι σταθερή διότι η ποσότητα της ανθοφορίας μεταβάλλεται κάθε χρόνο. Στη Γαλλία, όπου το δέντρο αυτό έχει εισαχθεί από παλιά, το μέλι αυτό (μέλι ακακίας) παράγεται σε μεγάλες ποσότητες. Τα άνθη επίσης τρώγονται ωμά – έχω φάει κι εγώ -, με γεύση μεταξύ ωμού ρεβυθιού, αφού ανοίκουν στην ίδια οικογένεια, και μελιού απ’το νέκταρ. Γενικά ο χυμός του φυτού έχει μυρωδιά μεταξύ χόρτου και φρέσκου οσπρίου, πιο γλυκιά στα φύλλα και πιο πικρή στους νεαρούς βλαστούς. Το ξύλο του δέντρου είναι κιτρινωπό, πολύ σκληρό και ανθεκτικό στο σάπισμα χάρη στα φλαβονοειδή που περιέχει, και ως εκ τούτου είναι κατάλληλο για την επιπλοποιία, την κατασκευή δαπέδων, περιφράξεων, οικοδομημάτων, αλλά και θεμελιακών ή υπόγειω κατασκευών, ακόμα και σε τόπους με υγρασία, όπου μπορει να διατηρηθεί και για πάνω από 100 χρόνια στο υγρό έδαφος. Η ψευδακακία είναι πλήρως ανανεώσιμη πηγή ξυλίας με μεγάλη αναγεννητική ικανότητα και γρήγορη ανάπτυξη που θα μπορούσε ν’αντικαταστήσει την καταστρεπτική υλοτόμηση για σκληρή ξυλεία στα τροπικά δάση. Το ξύλο της είναι επίσης κατάλληλο για καύση, αφού σιγοκαίει δίνοντας πολλή ζέστη με λίγη φλόγα και καπνό. Πειραματικά ακόμα γίνεται η καλλιέργειά του για βιοκαύσιμο, μιας και ευδοκιμεί σε εδάφη άγονα για άλλες καλλιέργειες και αυξάνει γρήγορα σε βιομάζα. Η καλλιέργειά του σε μεγάλη κλίμακα για ξυλεία στην Αμερική είναι δύσκολη, εξαιτίας της παρουσίας του πολύ δύσκολου στην καταπολέμηση φυσικού εχθρού του, του σκαθαριού Megacyllene robiniae, οι προνύμφες του οποίου σκάβουν μέσα στον κορμό εξασθενώντας σοβαρά το δέντρο. Η ενήλικη φάση του εντόμου τρέφεται στα άνθη του σύνθετου γένους Solidago, σπάνιου εκτός Αμερικής, οπότε το σκαθάρι αυτό δε μπορεί να εξαπλωθεί σ’άλλες ηπείρους.
Ως ψυχανθές, στις ρίζες του φέρει ειδικές δομές, τα φυμάτια, που στεγάζουν συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια του γένους Rhizobium, τα οποία παρέχουν στο φυτό οργανικές ενώσεις του αζώτου απευθίας απ’τον ατμοσφαιρικό αέρα, έτσι το φυτό δεν εξαρτάται από αζωτούχα εδάφ για την ανάπτυξή του. Τα πλούσια σε άζωτο έπειτα αποβληθέντα μέρη του φυτού σαπίζοντας προσφέρουν στο υπόλοιπο οικοσύστημα αυτό το πολύτιμο θρεπτικό συστατικό. Η ανθοφορία του προσελκύει διάφορα είδη επικονιαστικών εντόμων, και το πυκνό φύλλωμα προσφέρει κρυψώνα και περιοχές φωλιάσματος για διάφορα ζώα και πουλιά. Παρόλα αυτά η παρουσία του δεν είναι πάντοτε ωφέλιμη όπου εισάγεται. Η γρήγορή του εξάπλωση μπορεί να εκτοπίσει άλλα φυτικά είδη, εκ των οποίων ορισμένα είναι πολύ σημαντικά για το εκάστοτε οικοσύστημα, και γενικώς ν’αλλοιώσει τον τοπικό χαρακτήρα του οικοσυστήματος, αν κι ακόμα οι πραγματικές του συνέπειες δεν είναι απολύτως γνωστές. Συχνά στην Ελλάδα προτείνεται ως δέντρο για αναδασώσεις, ως περισσότερο ανθεκτικό στην ξηρασία και στη φωτιά, αλλά μ’αυτόν τον τρόπο το αρχικό μεσογειακό δάσος συρρικνώνεται όλο και περισσότερο. Τα φύλλα του φυτού προστατεύονται απ’τα έντομα με πολλά φλαβονοειδή, όπως την ακακετίνη, την απιγένίνη, τη διοσμετίνη, και τη λουτεολίνη. Οι καρποί και οι σπόροι είναι τοξικοί, με κύρια ουσία την τοξαλβουμινοροβίνη, και ως μεταβολίτη τη μη τοξική ροβινίνη, αν και οι τοξίνες απενεργοποιούνται με το μαγείρεμα,
Όπως και μ’άλλα όσπρια,
οπότε θεωρητικά οι καρποί μπορούν να καταναλωθούν. Ο φλοιός και τα φύλλα είναι επίσης τοξικά για κάποια ζώα, όπως τα άλογα. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης ξεκινούν μια ώρα μετά την κατανάλωση στο άλογο, με ανορεξία, κατάπτωση, ακράτεια, κωλικό, αδυναμία και καρδιακή αρρυθμία. Απ’ό,τι έχω καταλάβει ψάχνοντας για διάφορα φυτικά είδη, τα άλογα δηλητηριάζονται εύκολα από πολλά φυτά. Τα κουνέλια ωστόσο, όπως έχω ψάξει, δεν επηρεάζονται απ’τα φύλλα. Εγώ ταΐζω συστηματικά με τέτοια φύλλα τα
Κουνέλια μου,
Σε συνδυασμό όμως με διάφορα άλλα φυτά. Έχωπαρατηρήσει ότι, αν και τρώνε αρκετά γρήγορα τα φυλλάρια και τα άνθη, αφήνουν τους μίσχους, τους βλαστούς, και τους καρπούς, τα οποία μάλλον περιέχουν δύσγευστες ή τοξικές ουσίες γι’αυτά. Η περιεκτικότητα των φύλλων σε πρωτεΐνη είναι υψηλή.
Μέχρι πρόσφατα πίστευα ότι η ψευδακακία, που νόμιζα πως ανήκε στο ίδιο γένος με την ακακία εξαιτίας της παραπλανητικής κοινής ονομασίας της, είναι ενδημικό της Ελλάδας, αφού την έχω βρει σε οποιοδήποτε άγριο μέρος. Στο Χωριό μου για παράδειγμα, στους Πύργους Κοζάνης, το δέντρο αυτό φυτρώνει παντού στις άγονες πλαγιές των ξερών ψηλότερων λόφων από πετρώδες κοκκινόχωμα, μαζί με διάφορα ετήσια και λιγότερα πολυετή ποώδη. Σε λιγο λιγότερο απότομες τοποθεσίες, συναντάται σε ίσους αριθμούς με τη φτελιά ή καραγάτσι (Ulmus minor). Μπορεί να βρεθεί σε όλες τις ηλικίες και τα μεγέθη, και φαίνεται πλήρως ανθεκτικό στην έντονη ζέστη και ξηρασία του καλοκαιριού, αλλά και στα κρύα και τα χιόνια του χειμώνα. Λιγότερα δέντρα υπάρχουν σε υγρότερες περιοχές, όπως κοντά στο ποτάμι. Είναι τόσα πολλά, ώστε παραπλανούν κάποιον εύκολα πως πρόκειται για αυτοφυές είδος. Μπορούμε να πούμε πως έχουν ενταχθεί στο τοπικό οικοσύστημα, ή τουλάχιστον στην παρηκμασμένη και διαταραγμένη μορφή του.
Αν και το γένος Robinia σήμερα είναι, ή μάλλον μέχρι πρόσφατα ήταν, αποκλειστικά βορειοαμερικανικό, υπήρχε και στην Ευρώπη όπως μαρτυρούν απολιθώματα από το Μειόκαινο. Επειδή τα σημερινά ζώα στην Αμερική που το τρώνε είναι λίγα, αν και το φυτό φαίνεται καλά προσαρμοσμένο για εκτεταμένη βόσκηση, πιθανολογείται πως τρωγόταν συστηματικά από τους μαστόδοντες, προβοσκιδωτά ζώα παρόμοια με τα μαμούθ που εξαφανίστηκαν πριν 10.000 χρόνια από τη Β. Αμερική, πιθανότατα με τη συμβολή του ανθρώπου, οι οποίοι επίσης έσπαγαν βοσκώντας όσους καρπούς δεν είχαν ανοίξει και διέσπειραν τους σπόρους μακρύτερα, όπως κάνουν οι αφρικανικοί ελέφαντες με τις ακακίες της σαβάνας. Απ’ό,τι φαίνεται ωστόσο σήμερα, το είδος επιβιώνει κανονικότατα και χωρίς μεταφορείς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ψευδακακία
ακακία και ευκάλυπτος ως βιοκαύσιμα

Ενημέρωση 5/7/2013: μερικές φωτογραφίες.

Άτυπη ανθοφορία που εντόπισα σήμερα. Δεν το περίμενα καθόλου! Η ταξιανθία έπειτα κόπηκε και δόθηκε στην κουνέλα μου, η οποία αγαπά πολύ τέτοιες γλυκιές οσμές και γεύσεις. Έκοψα επίσης και το κλαδί που έφερε την ταξιανθία για την κουνέλα, και μαζί με λίγο ιβίσκο συμπληρώθηκε η βοσκή της για σήμερα το βράδυ.

Νεαρή ταλαιπωρημένη παραφυάδα με ακανθώδη εμφάνιση. Οι φωτογραφίες είναι δέντρων του ίδιου τόπου με τις προηγούμενες.

Παλαιότερα είχα κάνει μια δημοσίευση για το
Μεσογειακό ή κοινό κυπαρίσσι
(Cupressus sempervirens), το πλέον αναγνωρίσιμο και κοινό κυπαρίσσι στη χώρα μας, ως αυτοφυές κιόλας. Τώρα θα γράψω για τρία άλλα πασίγνωστα είδη ευρείας καλλιέργειας στη χώωρα μας κι αλλού, ας τα πούμε εξωτικά, αν και στην πραγματικότητα έχουν δεκαετίες καλλιέργειας στις περιοχές μας και πλέον θεωρούνται κοινότατα, ενώ κάποια απ’αυτά έχουν προσαρμοστεί και στη φύση. Και τα τρία είδη είναι βορειοαμερικανικής προέλευσης.

Για τα κυπαρίσσια, τη μορφολογία, την εξέλιξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είχα αναφέρει εκτενώς στο άρθρο του μεσογειακού κυπαρισσιού, αν κι εδώ θα κάνω μια μικρή ανακεφαλαίωση. Όλα τα κυπαρίσσια ανήκουν στην οικογένεια των κυπαρισσιδών (cupressaceae), η οποία μπορεί να θεωρηθεί η πιο εξελιγμένη ομάδα κωνοφόρων, εννοώντας η πιο διαφοροποιημένη απ’τους αρχικούς προγόνους, βλ. δέντρα όμοια με
Αραουκάριες.
Η οικογένεια περιλαμβάνει είδη από δέντρα άνω των 100 μέτρων όπως κάποιες σεκόγιες ως μικρούς θάμνους σαν τις
Αρκεύθους.
Όπως σ’όλα τα κωνοφόρα, ο θηλυκός κώνος αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, σπειροειδώς γύρω απ’τον οποίον εκφύονται
συμπλέγματα ενός βρακτίου στη μασχάλη του οποίου βρίσκεται ο ωοθηκοφόρος βλαστός (λέπι). Η προγονική αυτή μορφή παραμένει σε πολλά μέλη της οικογένειας των πεύκων (πευκίδες), αλλά στις περισσότερες άλλες έχει τροποποιηθεί. Στα κυπαρισσοειδή τα λέπια του κώνου είναι συνήθως ασπιδόμορφα, με στενό ποδίσκο δηλαδή και πλατιά κορυφή, σαν ασπίδες με λαβή ή πλατιές ομπρέλες, ενώ το βράκτιο είναι πλήρως συνενωμένο με το λέπι, με μόνο μακροσκοπικά ορατό υπόλειμμά του μια προεξοχή στο κέντρο του λεπιού. Σε πολλά γένη ο κώνος έχει τροποποιηθεί ακόμα περισσότερο, με αντίθετα κι όχι σπειροειδή λέπια ή κι ανά σπονδύλους των τριών (άρκευθοι) ή των τεσσάρων. Το γένος των κυπαρισσιών (Cupressus) είναι λοιπόν απ’τα πιο εξελιγμένα της οικογένειας, με σφαιρικούς συμπαγείς κώνους, που αποκλείνουν αρκετά απ’τους κώνους των κωνοφόρων ώστε λέγονται κυπαρισσόμηλα, αποτελούμενους από αντίθετα ζεύγη λεπιών σε ορθή γωνία το ένα με το επόμενο, με τα τελευταία και μερικές φορές τα πρώτα μικρότερα και στείρα, που έχουν μόνο σκοπό τη διατήρηση του σχήματος του κώνου. Ο αριθμός σπόρων ανά λέπι ποικίλει ανά είδος. Οι κώνοι βρίσκονται στα λεπτά φυλλοφόρα συμπλέγματα κλαδιών, χαρακτηριστικά για τα είδη αυτά, κι ωριμάζουν συνήθως σε περίοδο άνω του ενός χρόνου. Το περισσότερο φωτοσυνθετικό φύλωμα βρίσκεται σ’αυτά τα πολύπλοκα διακλαδιζόμενα συμπλέγματα στις άκρες των κεντρικότερων κλαδιών, με φύλλα κυρίως λεπιοειδή κατά αντίθετα ζεύγη. Μεγαλύτερα φύλλα φέρουν οι κεντρικότεροι βλαστοί. Οι περισσότεροι απ’αυτούς τους μικρούς βλαστούς δεν αναπτύσονται σε μεγάλα κλαδιά, αλλ’όσο μεγαλώνει το φυτό, αναπτύσσονται τα κεντρικά τους κυρίως μέρη, και τα υπόλοιπα, εφόσον βρίσκονται στο σκιερό εσωτερικό του φυτού και δε χρειάζονται πλέον, ξεραίνονται και πέφτουν (κλαδόπτωση). Πολλά κυπαρισοειδή χρησιμοποιούν την κλαδόπτωση αντί για τη φυλλόπτωση όταν ένα μέρος τους ξεραίνεται. Εξαίτίας αυτής της πολύκλαδής ανάπτυξης, τα κυπαρίσσια έχουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα ακόμα κι αν μεγάλο μέρος τους καταστραφεί. Ο φλοιός είναι κοκκινωπός, ινώδης και σχίζεται σε κάθετες λωρίδες και το ξύλο είναι κόκκινο και πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα, γι’αυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική. Όπως όλα τα σημερινά κωνοφόρα, τα φυτά είναι ρητινώδη, γι’αυτό και σχεδόν κανένας οργανισμός δεν εισβάλει στο ξύλο τους. Το μέσο ύψος των δέντρων του γένους είναι τα 20 μέτρα. Στη νεαρή τους φάση, για τον πρώτο χρόνο ή και περισσότερο, τα κυπαρισσάκια έχουν μακριά, βελονοειδή φύλλα όπως οι πρόγονοί τους ως αταβιστικό στοιχείο (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση κατά Ερνστ Χέκελ). Επομένος όταν βλέπετε μικροσκοπικά κυπαρισσάκια με κανονικό φύλλωμα ή και κώνους, είναι σχεδόν σίγουρο πως έχουν αναπαραχθεί με μοσχεύματα (κλαδιά). Τέτοια αναπαραγωγή είναι πιο δύσκολη στα κωνοφόρα σε σχέση μ’αυτήν ανθοφόρων φυτών, αλλά εφαρμόζεται εκτεταμένα για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτω δέντρων. Μπορεί να παίρνει αρκετό χρόνο μέχρι τη ριζοβολία, αλλά το αρχικό μέγεθος του φυτού έπειτα είναι μεγαλύτερο, ενώ αυτός είναι ο μόνος τρόπος διαιώνισης ποικιλιών ή υβριδίων. Τέλος να κάνω μια σημείωση: έχει προταθεί από πολλούς ταξινομιστές τα κυπαρίσσια της Αμερικής να μετακινηθούν σε άλλο γένος, στο γένος Callitropsis, επειδή γενετικά απέχουν περισσότερο απ’τα φυτά του γένους Cupressus. Θα χρησιμοποιώ το ευρύτερο γένος Cupressus για ευκολία, μιας κι αυτό παραμένει ακόμα το περισσότερο χρησιμοποιούμενο στη βιβλιογραφία.

Μεγάλο κυπαρίσσι Αριζόνας στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Μέρος του κορμού του ίδιου δέντρου. Στη γωνία που κάνει ο κορμός κάποτε θα υπήρχε ένα άλλο κλαδί που κόπηκε παλιά. Παρά τη μεγάλη ανθεκτικότητα του ξύλου τω κυπαρισσιών, μία βαθιά τρύπα που δημιουργήθηκε εκεί έχει γίνει η φωλιά μυρμηγκιών από όσο θυμάμαι.

Νεαρό δέντρο του είδους φυτεμένο πριν λίγα χρόνια σ’άλλο μέρος της Σχολής Τυφλών, φτάνει τα 3 μέτρα.

Κλαδί φορτωμένο με κώνους του ίδιου φυτού.

Το πρώτο είδος της ομάδας είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας (επιστημονική ονομασία Cupressus arizonica), που όπως λέει το όνομά του, κατάγεται από την Αριζόνα, αλλά κι από πολλές άλλες πολιτείες των δυτικών ακτών των ΗΠΑ και του Μεξικού. Ευδοκιμεί σε ξηρές περιοχές, συχνά με έντονους ανέμους και ακραίες θερμοκρασιακές αλλαγές και είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και το κρύο. Το δέντρο έχει γεμάτη κωνική προς στηλοειδή μορφή, με ύψος που κυμαίνεται μεταξύ των 10 και 20 μέτρων, αν και συνηθέστερο είναι 12-15 μέτρα, με διάμετρο κορμού έως και τα 50 εκατοστά. Τα λεπτά κλαδιά που φέρουν το γαλαζοπράσινο φύλλωμα είναι κυλινδρικά (σε πολλά είδη είναι πεπλατυσμένα) και διακλαδίζονται τρισδιάστατα, όχι δισδιάστατα όπως το μεσογειακό είδος, με φύλλα μήκους 2-5 χιλιοστών. Οι γκριζοπράσινοι κώνοι έχουν μήκος 15-33 χιλιοστά, με 4-10 λέπια, συνήθως όμως 6-8, και παραμένουν ξηροί και κλειστοί πάνω στο δέντρο αφού έχουν ωριμάσει για χρόνια, μέχρι να πέσουν με κάποιον τρόπο ή θερμανθούν από κάποια πυρκαγιά που θα κάψει το γονέα, συχνό φαινόμενο στις περιοχές καταγωγής του είδους. Οι αφανείς αρσενικοί κώνοι έχουν μήκος 3-5 χιλιοστά κι απελευθερώνουν τη γύρη τους αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Αναγνωρίζονται 5 φυσικές ποικιλίες: Cupressus arizonica var. arizonica (νότια Αριζόνα, νοτιοδυτικό Νέο Μεξικό, νότια ως τα όροι Τσίσος του δυτικού Τέξας και τις πολιτείες Ντουράγγο και Ταμάουλιπας του Μεξικού), C. a. var. glabra (κεντρική Αριζόνα), C. A. var. Montana (δάση βελανιδιάς και πεύκου της Σιέρα Χουαρέζ και του Αγίου Πέτρου του Μάρτυρος της βόρειας Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, απειλούμενη ποικιλία), C. a. var. nivadensis (νότια Καλιφόρνια στις κωμητίείεςΚερν και Τουλάρ), και C. A. var. stephensoni (κωμητεία Σαντιέγκο της νότιας Καλιφόρνιας, απειλούμενη ποικιλία). Η γνωστότερη καλλιεργούμενη ποικιλία είναι η έντονα γλαυκίζουσα var. glabra της Αριζόνας.

Λεμονοκυπάρισσο ποικιλίας γκόλντκρεστ φυτεμένο στο δρόμο, περίπου 3 μέτρα. Το φωτογράφησα βράδυ, χωρίς κίνηση, για να μη νομίζει κανείς ότι στοχεύω κακόβουλα κάτι στο δρόμο. Ευτυχώς απ’τα δέντρα δε χρειάζεται να ζητήσεις άδεια για φωτογράφιση. Βρίσκεται πάντως λίγα μέτρα ανεβαίνοντας στην Καλιδοπούλου μετά τη Βασιλίσσης Όλγας κι αυτό το σπαστικό κίτρινο αυτοκίνητο κανενός παλιοκουμουνιστή δίπλα είναι ό,τι πρέπει για μπουρλότο!

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά του ίδιου δέντρου.

Το δεύτερο είδος είναι το εξίσου γνωστό λεμονοκυπάρισσο ή κυπαρίσσι του ΜόντερεΪ (ε. ο. Cupressus macrocarpa). Στον τόπο αρχικής του εξάπλωσης ο πληθυσμός του δέντρου έχει μμειωθεί, από ένα τεράστιο δάσος που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις των ορεινών περιοχών της δυτικής ακτής των ΗΠΑ, σε δύο μόνο σημεία της κεντρικής ακτής της Καλιφόρνιας, στο σημείο των κυπαρισσιών στην Παραλία των Βοτσάλων και στο σημείο Λόμπος κοντά στην πόλη Καρμέλ. Τα εναπομείναντα κυπαρίσσια μπορεί να’χουν ηλικία πάνω από 2000 χρόνια, συχνά με ύψος που ξεπερνά τα 40 μέτρα και διάμετρο κορμού τα 2,5 μέτρα. Ευδοκιμούν καλύτερα στις ορεινές παραθαλάσσιες περιοχές, όπου το κλίμα είναι ήπιο και υγρό όλο το χρόνο, με ήπιους βροχερούς χειμώνες και δροσερά υγρά καλοκαίρια εξαιτίας της θαλάσσιας ομίχλης. Παρά όμως τις ήπιες καιρικές συνθήκες, η περιοχή του είδους είναι τόπος εκδήλωσης σοβαρών ανεμοθυελλών, οι οποίες συχνά σπάζουν κλαδιά με αποτέλεσμα τα μεγάλα δέντρα νά’χουν ακανόνιστο σχήμα. Με την καλλιέργεια το είδος σήμερα έχει προσαρμοστεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου με υγρό κλίμα, όπως στη Νέα Ζηλανδία, όπου μαζί μ’άλλα κωνοφόρα που καλλιεργούνται για ξυλεία, έχει ξεφύγει στη φύση και συμπεριφέρεται ως επεκτατικό είδος. Το φύλλωμά του είναι έντονο ανοιχτοπράσινο, και βρίσκεται σε φουντωτά τρισδιάστατα συμπλέγματα κυλινδρικών κλαδιών, με φύλλα λεπιοειδή μήκους 2-5 χιλιοστών. Τα νεαρά φυτά για τον πρώτο χρόνο φέρουν το βελονοειδές φύλωμα, μήκους 4-8 χιλιοστών. Οι κώνοι έχουν μήκος 2-4 εκατοστών, με 6-14 λέπια, αρχικά πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφέ. Οι αφανείς αρσενικοί κόνοι είναι μικροσκοπικοί, μήκους 3-5 χιλ. κι απελευθερώνουν γύρη αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Το πλέον αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είδους είναι ωστόσο η κιτρώδεις μυρωδιά του φυλλώματος, αν αυτό τριφτεί έντονα ή κοπεί. Δεν έχει καμία σχέση με το λεμόνι, απλώς ανεξάρτητα εξέλιξε την παραγωγή παρόμοιων ουσιών, όπως και πολλά άλα φυτά, για την απώθηση των εχθρών. Μια πολύ γνωστή, ίσως και η περισσότερο καλλιεργούμενη ως καλλωπιστικό ποικιλία είναι η ‘goldcrest’, με χαρακτηριστικό το φουντωτό της σχήμα με το έντονο κιτρινοπράσινο ημιενήλικο φύλλωμα, που έχει λεπιοειδή βάση αλλά βελονοειδή άκρη, μαλακό και συγχρόνως σκληρό στην υφή όταν είναι φρέσκο, αλλά τραχύ και εύθραυστο όταν ξεραθεί.

Τέλος το τρίτο είδος δεν είναι γνήσιο είδος, αλλά υβρίδιο. Το γνωστό κυπαρίσσι λέιλαντ (ε. ο. Cupressus x leylandii) προήλθε από τη διασταύρωση του λεμονοκυπάρισσου με το κυπαρίσσι Νούτκα (Cupressus nootkatensis) του παγωμένου νησιού Βανκούβερ και της Αλάσκας. Η διασταύρωση ήταν εντελώς τυχαία στη Βρετανία. Το 1845, ο τραπεζίτης του Λίβερπουλ Κρίστοφερ Λέιλαντ αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα, το Λέιτον Χολ του Πάουις στην Ουαλία από την οικογένια των Κόρμπερτ απ’το Σρόπσάιαρ. Το 1847, το πούλησε στον ανιψιό του (μάλλον δεν είχε δικά του παιδιά) Τζον Νέιλορ, ως δώρο για το γάμο του, ο οποίος έπειτα το αναδιαμόρφωσε. Κάλεσε τον κηποτέχνη Έντουαρτ Κεμπ για να σχεδιάσει τους κήπους, μέσα στους οποίους φύτεψε πολλά κωνοφόρα, όπως σεκόγιες, αραουκάριες και τα δύο αυτά είδη κυπαρισσιών αρκετά κοντά μεταξύ τους. Το υβρίδιο πρωτοδημιουργήθηκε το 1888, με γονιμοποίηση των θηλυκών κώνων του νούτκα από γύρη του λεμονοκυπάρισσου. Τον επόμενο χρόνο όμως ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος πέθανε, κληροδοτώντας το στον πρωτότοκο γιο του Κρίστοφερ Τζον Νέιλορ, πλοίαρχο εμπορικού πλοίου. Το 1891 ο Τζον κληρονόμησε όλη τη γη του λέιλαντ από ένα θείο μακρινό πρόγονό του, τα οποία δόθηκαν σ’αυτόν μετά το θάνατο του θείου του Τόμας Λέιλαντ. Μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, άλλαξε το επώνυμό του σε Λέιλαντ και μετακινήθηκε στο Κάστρο Χάγκερστοουν της Νορθουμβρίας (πολύ πλούσια οικογένεια, τυπικοί αριστοκράτες Βρετανοί), όπου συνέχιζε να βελτιώνει το υβρίδιο του δέντρου, κι ονόμασε την πρώτη ποικιλία ‘Haggerstone grey’. Το αγρόκτημα του λέιτον έπειτα έλαβε ο νεότερος αδερφός του Τζον Νέιλορ, ο οποίος, το 1911 δημιούργησε το αντίστροφο υβρίδιο με γύρη κυπαρισσιού νούτκα σε θηλυκούς κώνους λεμονοκυπάρισσου, ονομάζοντάς το ‘Leighton green’. Από τότε το δέντρο έχει δημιουγηθεί πάνω από 20 φορές, αν και σήμερα οι παραγωγοί του προτιμούν να το αναπαράγουν με μοσχεύματα, αφού είναι στείρο. Οι περισσότεροι των πρώτων γεννητόρων του υβριδίου ζουν ακόμα.

Το φυτό παρουσιάζει το φαινόμενο της
Υβριδικής ευρωστίας,
Δηλαδή συνδυάζει τα θετικά στοιχεία των προγόνω του δημιουργώντας μια ανθεκτικότερη μορφή. Συνδυάζει την ανθεκτικότητα στο κρύο του κυπαρισσιού νούτκα με τη γρήγορη ανάπτυξη του λεμονοκυπάρισσου, αν και το υβρίδιο αναπτύσσεται ακόμα γρηγορότερα, βάζοντας περίπου ένα μέτρο το χρόνο. Μέσα σε 15 χρόνια το δέντρο αυτό μπορεί να φτάσει τα 16 μέτρα. Ευδοκιμεί στα περισσότερα εδάφη χωρίς πρόβλημα. Το φύλλωμά του μοιάζει πολύ με του λεμονοκυπάρισσου, αν και είναι σκουρότερο, δε μυρίζει λεμόνι, και είναι δισδιάστατο όπως του μεσογειακού είδους, ενώ από μικρή ηλικία είναι φορτωμένο με κώνους περίπου ενάμισι εκατοστού, αλλ’όπως είπα στείρους. Εάν το φυτό ήταν γόνιμο, θα είχε καταλάβει γρήγορα το φυσικό περιβάλλον, όπου κι αν βρισκόταν. Σπανιότατα ίσως εμφανίζεται κάποιος γόνιμος σπόρος όπως και σ’άλλα υβρίδια, αλά αυτό δε θα πρέπει να γίνει αιτία ανησυχίας για την ασφάλεια του οικοσυστήματος. Παρά την ανθεκτικότητά του πάντως, έχει ρηχό ριζικό σύστημα που το κάνει επιρρεπές σε πτώσει απ’τον άνεμο και στα προβλήματα της ξηρασίας. Σε πολύ θερμά και ξηρά κλίματα δυσκολεύεται να ευδοκιμήσει και υποκύπτει σε διάφορες ασθένειες.

Και τα τρία παραπάνω είδη καλλιεργούνται ευρέως στη χώρα μας σε διάφορες συνθήκες. Το κυπαρίσσι της Αριζόνας είναι ίσως το πιο ανθεκτικό των τριών, μιας και ευδοκιμεί σε υψόμετρα άνω των 800 μέτρων, αλλά και σε ξηρότατα μέρη, και μπορεί ν’αναπαραχθεί, αν και δύσκολα εξαιτίας της ιδιαίτερης αναπαραγωγικής του βιολογίας (το έχω συναντήσει σ’όλα αυτά τα περιβάλλοντα σε μεγάλους αριθμούς, μερικές φορές με μικρά δίπλα στα μεγαλύτερα δέντρα). Το λεμονοκυπάρισσο προτιμα ήπιο κλίμα, επομένως δεν αντέχει ούτε το υπερβολικό κρύο ούτε την υπερβολική ηγρασία, γι’αυτό και δε θα το συναντήσουμε σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Το λέιλαντ αντέχει σχεδόν παντού, εκτός ίσως από την υπερβολική ξηρασία. Καλλιεργούνται όπως κάθε εύκρατο μεγάλο δέντρο, προτιμώντας έδαφος καλής αποστράγγισης και ηλιόλουστη θέση, αλλά κι ανοιχτό χώρο ώστε να ψηλώσουν. Σε γλάστρες επιβιώνουν και κωνοφορούν κανονικά. Ο πατέρας μου για παράδειγμα, εκτός απ’τα δύο τεράστια μεσογειακά κυπαρίσσια που έχει, έχει κι ένα λεμονοκυπάρισσο άγριου τύπου κι ένα κυπαρίσσι Αριζόνας που έχουν ξεπεράσει κι αυτά τα 2 μέτρα σε γλάστρες. Το κυπαρίσσι Αριζόνας κωνοφορεί συνεχώς. Λεμονοκυπάρισσο δεν έχω συναντήσει ποτέ με κώνους. Τα λέιλαντ χρησιμοποιούνται συχνά στη δημιουγία φυσικών φρακτών, όπου φυτεύονται αρκετά κοντά μεταξύ τους και κλαδεύονται σε όμοιο ύψος για να δημιουργήσουν με το χρόνο ένα πυκνό και αδιαπέραστο τείχος, απ’όπου δε φαίνεται τίποτα. Αν κι εντελώς αφύσικη κατάσταση για κωνοφόρα, τα οποία στη φύση ψηλώνουν ακάθεκτα, το συγκεκριμένο είδος την ανέχεται αρκετά και φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα γρήγορα εξαιτίας της ταχείας αύξησής του.

Η ανθεκτικότητα στις ασθένειες ποικίλει ανά είδος. Γενικά τα κωνοφόρα είναι ανθεκτικά στις περισσότερες εντομολογικές και μυκητολογικές παθήσεις, μερικές ωστόσο παραμένουν σοβαρές. Τα κυπαρίσσια για παράδειγμα προσβάλλονται από το μύκητας Seiridium cardinale, προκαλώντας την ξήρανση των κυπαρισσιών, που συχνά είναι θανατηφόρα. Ο μύκητας επιτίθεται σε ζεστό και ξηρό καιρό, όταν το κωνοφόρο βρίσκεται υπό στρες, κι αρχικά νεκρώνει κάποια μέρη του φυλλώματος, οδηγώντας γρήγορα σε νέκρωση μεγάλων περιοχών και τελικά στο θάνατο όλου του δέντρου. Το μεσογειακό κυπαρίσσι θεωρείται μέτρια ανθεκτικό στη νόσο. Το πιο ανθεκτικό απ’τα παραπάνω είδη είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας, που είναι προσαρμοσμένο για ζεστά και ξηρά κλίματα. Το λέιλαντ έχει αρκετά χαμηλή ανθεκτικότητα, ενώ το λεμονοκυπάρισσο έχει τη χαμηλότερη απ’τα παραπάνω είδη. Πολλά λεμονοκυπάρισσα στην Ελλάδα υποκύπτουν στην ασθένεια το καλοκαίρι και ξεραίνονται γρήγορα, και αν οι συνθήκες τους είναι καλές. Γι’αυτό το λόγο θα βρούμε λίγα τέτοια δέντρα μεγάλα είτε στο έδαφος είτε σε γλάστρες. Απ’όσα δέντρα του είδους ξέρω, τα περισσότερα ξεράθηκαν το καλοκαίρι. Ο πατέρας μου είχε παλαιότερα δύο λεμονοκυπάρισσα γκόλντκρεστ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, και τα δύο εκ των οποίων καταστράφηκαν. Το ένα είχε θυμάμαι ξεραθεί στο εσωτερικό, αλλά έπειτα ανέκαμψε, για να ξεραθεί το μεθεπόμενο καλοκαίρι. Παρόλα αυτά η φυσική μορφή του δέντρου ζει ακόμα. Ένα μεγάλο γκόλντκρεστ επίσης είναι φυτεμέννο στο δρόμο κοντά στην περιοχή μου (αυτό των φωτογραφιών παραπάνω), εδώ και μερικά χρόνια, και δε δείχνει κανένα σημάδι ασθένειας. Προφανώς δεν επηρεάζονται όλα τα δέντρα απ’το σειρίδιο. Όταν όμως επηρεαστούν, η πάθηση είναι ανίατη και δε μπορεί να γίνει τίποτα για την ατιμετώπισή της. Άλλοι παθογόνοι που μπορεί να προκαλέσουν ξήρανση είναι μύκητες του γένους Fusarium σε θερμό καιρό και μύκητες του γένους Verticillium σε δροσερό καιρό, αμφότεροι των οποίων μπορούν να επιτεθούν στα κυπαρίσσια, κυρίως στο λέιλαντ και στο λεμονοκυπάρισσο, προκαλώντας ξήρανση εξαιτίας της ανάπτυξής τους μέσα στα αγγεία που τα κλείνει. Η ξήρανση αυτή εμφανίζεται στις κορυφές ή μονόπλευρα σε μερικά μόνο κλαδιά, και παραμένει ως χρόναι ασθένεια σ’αυτά τα δέντρα. Σπάνια θεραπεύεται εντελώς με την απομάκρυνση των ξερών μερών του φυτού, ενώ μεταδίδεται εύκολα στα υγειή με τα αποβληθέντα μέρη, τον άνεμο, ακόμα και το πέρασμα ανάμεσα στα φυτά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι της Αριζόνας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λεμονοκυπάρισσο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι λέιλαντ
αδρομυκώσεις σε καλλιεργούμενα φυτά

Άρκευθοι

Άρκευθος είδους Juniperus oxycedrus σε ξερή περιοχή τον Αύγουστο του 2011.

Γειτονικό φυτό του ίδιου είδους με κώνους.

Πρόκειται για τα πολύ γνωστά μικρά αγκαθωτά κωνοφόρα που φυτρώνουν σ’όλη την Ελλάδα. Λέγονται και κέδροι, κέδρα, κεδρόνια, ή γιουνίπεροι από το λατινικό όνομα του γένους τους “Juniperus”. Δε θα πρέπει να συγχέονται ωστόσο με τους μεγάλους κέδρους (γένους Cedrus), δέντρα της οικογένειας των πευκιδών, μάλλον όμως οι τελευταίοι πήραν τ’όνομά τους με πρότυπο τους πιο γνωστούς στους Αρχαίους Έλληνες κέδρους, δηλαδή τις αρκεύθους.

Οι άρκευθοι είναι γένος 60 περίπου ειδών κυπαρισσοειδών δέντρων ή θάμνων με τεράστια εξάπλωση στο Βόρειο ημισφαίριο. Εδώ στην Ελλάδα έχουμε 6 περίπου είδη, με δύο τα πιο γνωστά για τα οποία θα μιλήσω εκτενέστερα παρακάτω.

Το ένα είναι η κοινή άρκευθος (Juniperus communis). Είναι το ξυλώδες φυτό με τη μεγαλύτερη εξάπλωση, από την Ασία έως τη Βόρεια Αμερική, στις ηπείρους αυτές από τον Αρκτικό κύκλο έως και τον 30ο παράλληλο. Στην Ελλάδα συναντάται στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η μορφή του ποικίλει από θάμνο 2-3 μέτρων έως μικρό δέντρο 10 μέτρων. Έχει τα βελονοειδή φύλλα του κατά σπονδύλους των τριών, με μια λευκή στοματική γραμμή στην πάνω ή μέσα πλευρά τους. Είναι δίοικο φυτό, με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά φυτά. Οι αρσενικοί κώνοι είναι αφανείς 2-3 χιλιοστών και βγαίνουν νωρίς την άνοιξη. Όπως με τα περισσότερα κωνοφόρα, η επικονίαση γίνεται με τον άνεμο. Οι θηλυκοί κώνοι είναι αρχικά πράσινοι κι ωριμάζουν σε 18 μήνες σε σκούρους ιώδεις μαύρους σφαιρικούς καλυμμένους με γυαλιστερό κηρώδες επίχρισμα διαμέτρου 4-12 χιλ. Εξωτερικά μοιάζουν με καρπούς, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κυπαρισσοειδεις κώνους με συνενωμένα και σαρκώδη λέπια. Συνήθως αποτελούνται από έναν σπόνδυλων τριών λεπιών, μπορεί όμως και από δύο, το καθένα μ’ένα σπέρμα, το οποίο διασπείρεται με τα πουλιά που τρώνε τους κώνους και το αφοδεύουν κάπου αλλού, όπως και στα υπόλοιπα είδη του γένους. Το είδος έχει τεράστια ποικιλομορφία σ’όλη την αχανή εξάπλωσή του και ο διαχωρισμός σε ποικιλίες συχνά είναι δύσκολος. Παρόλα αυτά έχουν αναγνωριστει δύο υποείδη: ο J. c. communis στις περισσότερες περιοχές, ψηλότερος με φύλλα μακρύτερα από τους κώνους, και ο J. c. alpina ή αλπική κοινή άρκευθος, που φυτρώνει σε ψηλά βουνά ή πολύ βόρειες περιοχές και είναι χαμηλός θάμνος με κώνους μεγαλύτερους απ’τα φύλλα του.

Το άλλο είδος είναι η κατά πολύ κοινότερη στην Ελλάδα οξύκεδρος άρκευθος (Juniperus oxycedrus). Φύεται σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας έως και τα 1600 μέτρα. Κι αυτό το φυτό παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία στη μορφή, και μπορεί να είναι κοντός θάμνος 2-3 μέτρων ή και χαμηλότερος έως και δέντρο των 10-15 μέτρων. Έχει πολύ πυκνή διακλάδωση με πολλά λεπτά κλαδιά και έντονα οξέα φύλλα, τα οποία έχουν δύο λευκές στοματικές γραμμές στη μέσα ή πάνω πλευρά τους. Κι αυτό το είδος είναι δίοικο, με τους αρσενικούς κώνους των 2-3 χιλ. αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη, που πέφτουν αμέσως μόλις ρίξουν τη γύρη, και τους θηλυκούς που είναι αρχικά πράσινοι και ωριμάζουν σε 18 μήνες σε πορτοκαλοκόκκινους καλυμμένους με γυαλιστερό κηρώδες επίχρισμα διαμέτρου 7-12 χιλιοστών με τα λέπια ανά 1 ή 2 σπονδύλους των τριών, μόνο όμως τα τρία γόνιμα μ’ένα σπόρο. Το ρετσίνι και το ξύλο είναι αρωματικά.

Άλλα είδη που μπορούν να βρεθούν σπανιότερα στην Ελλάδα είναι η νάνα άρκευθος (J. nana) στο Άγιο Όρος και στον Παρνασσό, η κάκοσμη άρκευθος (J. foetidissima), η φοινικική (J. phoenicea), η μακρόκαρπος (J. macrocarpa (με ύψος τα 10μ)) και η υψικάρινος (J. excelsa (με ύψος έως και τα 25 μ. κατ’εξαιρεσιν)). Δεν είναι όλες οι άρκευθοι παρόμοιες με τα δύο κοινά είδη. Το φύλλωμα πολλών για παράδειγμα ακολουθεί το γενικό χαρακτηριστικό των κυπαρισσιδών με βελονοειδή φύλλα σε νεαρή ηλικία, που αργότερα γίνονται λεπιοειδή. Οι κώνοι ωστόσο έχουν παρόμοια δομή και μορφολογία σ’όλα τα είδη.

Τα φυτά του γένους είναι συμμετρικά, πυκνά και συμπαγή, και γι’αυτό χρησιμοποιούνται εκτενώς ως καλλωπιστικά. Τα μόνα αρνητικά που τους βρίσκω είναι η αργή τους ανάπτυξη, που θα είναι πρόβλημα εάν φυτευθούν κάπου που θα χρειαστεί φυτό που πρέπει να μεγαλώσει γρήγορα, και η εχθρική τους αγκαθωτή υφή. Από τα κοινότερα είδη που καλλιεργούνται είναι τα δύο παραπάνω της Ελλάδας, αλλά και αμερικανικά όπως ο J. virginiana και ασιατικά όπως ο J. chinensis. Γενικά τα περισσότερα είδη αντέχουν και ευδοκιμούν στη ζέστη και ξηρασία το καλοκαίρι και στο πολύ κρύο το χειμώνα, και δεν προσβάλλονται εύκολα από ασθένειες. Φυτεύονται σε κήπους, σε σειρές ως πυκνοί μικρού προς μεσαίου μεγέθους φράκτες, και σε δοχεία, όπου αναπτύσσονται πολύ καλά. Είναι επίσης τα καταλληλότερα κωνοφόρα για
μπονσάι,
λόγω του πυκνού τους σχήματος, των πολλών κλαδιών τους με το μικρό φύλλωμα, και της αργής τους ανάπτυξης.
Οι κώνοι έχουν έντονη πικάντικη κι ελαφρώς πικρή γεύση και χρησιμοποιιούνται ως καρίκευμα σε οινοπνευματώδη ποτά όπως στο τζιν και σε σάλτσες, όπου λανθασμένα αποκαλούνται καρποί κέδρου (juniper berries). Το ξύλο των φυτών αυτών είναι εύκολο στην κατεργασία, εξαιρετικά ανθεκτικό στους μύκητες και στα έντομα, κι αρωματικό σε μερικά είδη. Τα περισσότερα είδη είναι πολύ μικρά για να δώσουν ξυλεία μεγάλης ποσότητας, έτσι το ξύλο τους χρησιμοποιείται κυρίως στην κατασκευή μικρών αντικειμένων, όπως μολυβιών κι εργαλείων, μερικά είδη ωστόσο όπως ο J. macrocarpa που φτάνουν τα 10 μέτρα δίνουν αρκετό ξύλο που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία και στις κατασκευές. Μερικά είδη δίνουν αιθέριο έλαιο, με τερπενοειδή κυρίως συστατικά όπως 1 πευκένιο, καδινένιο, καμφένιο, και τερπινεόλη. Θεωρώ το άρωμα αυτών των φυτών από τα καλύτερα των κωνοφόρων. Φαρμακευτικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως διουρητικό και τονωτικό, μεγάλες εντούτοις δόσεις είναι τοξικές.

Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά είναι ελάχιστη. Κάποτε πριν περίπου 4 χρόνια είχα πάρει ως δώρο ένα μικρό τέτοιο φυτό πυραμιδοειδές με πολύ μικρά φύλλα αγνώστου είδους, το οποίο όμως ξεράθηκε γρήγορα με την έλευση του καλοκαιριού, μάλλον επειδή το χώμα του στράγκιζε αμέσως όποιο νερό έριχνα. Παλαιότερα ο πατέρας μου είχε πάρει ένα μικρότερο παρόμοιας κατασκευής από ανθοέκθεση που νομίζαμε αρχικά για ελατάκι, το οποίο όμως παρά το καλό περιβάλλον που του είχαμε προσφέρει δεν αναπτυσσόταν σχεδόν καθόλου για 3 χρόνια ώσπου ξεράθηκε. Έχω δει ωστόσο φυτό ακριβώς το ίδιο με τα δύο παραπάνω σε αυλή που ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο, δυστυχώς όμως δε μπορώ να το φωτογραφήσω γι’αναγνώριση.

Τα φυτά των φωτογραφιών είναι από το χωριό μου, τους Πύργους Κοζάνης, όπου βρίσκομαι αυτό το διάστημα. Αυτά όπως και οι περισσότεροι κέδροι που έχω συναντήσει φύονται σε ξερές πλαγιές ή υψώματα. Το έδαφος εκεί αποττελίται απο ασβεστολιθικούς βράχους και αργιλώδες κοκκινόχωμα, και η βλάστηση είναι χαμηλή, κυρίως αγρωστώδη και λοιπά μονοετή που ξεραίνονται το καλοκαίρι. Τα μέρη αυτά εκτίθενται σε ακραίες συνθήκες – το καλοκαίρι υπερβολική ζέστη με ήλιο τη μέρα, αλλά πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα, την άνοιξη και το φθινόπωρο βροχές που όμως στραγγίζουν γρήγορα λόγω ύψους και κλίσης, και το χειμώνα χιόνι και υπερβολική παγωνιά, μπορει και ως τους -20 βαθμούς, χωρίς προστασία. Επίσης δέχονται τον άνεμο χωρίς εμπόδια όλο το χρόνο. Παρόλα αυτά οι άρκευθοι δε δείχνουν κανένα σημάδι ταλαιπωρίας, αλλ’αντίθετα φαίνονται τέλεια προσαρμοσμένοι γι’αυτά τα μέρη. Τα φυτά έχουν διάφορες μορφές – τα περισσότερα είναι σφαιρικοί ή ελαφρώς θάμνοι ανάμεσα στο ένα μέτρο και λίγο πάνω από ενάμισι, μερικοί είναι ψηλότεροι, πιο πυραμιδοειδείς και μπορεί να ξεπερνούν τα δύο ή και δυόμισι μέτρα, ενώ υπάρχουν και κάποιοι κοντοί κι απλωτοί. Έχω μάλιστα βρει κι ένα νέο μικρό φυτο 10 εκατοστών.
Παρόλα αυτά θυμάμαι μια φορά που βρήκα λίγους κέδρους σε πιο υγρη και δασωμένη περιοχή, σ’ένα ανοιχτό μέρος ενός λόφου με δέντρα, βατομουριές και χόρτα στο χωριό, άρα υπάρχουν και σε πιο ήπια περιβάλλοντα, όμως εμφανώς λιγότεροι. Πρόπερσι επίσης στη Βάλια Κάλντα των Γρεβενών που επισκέφθηκα το καλοκαίρι συνάντησα κέδρους στο δάσος μαζί με πεύκα, φυλλλοβόλα, χόρτα και φτέρες, όμως τότε δε γνώριζα τα είδη και μπορεί να ήταν κάποιο άλλο είδος.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρκευθοι: πληροφορίες, οικολογία και είδη
η άρκευθος J. excelsa απειλούμενο είδος στη Θάσσο
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για το γένος Juniperus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την κοινή άρκευθο (J. communis)
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την οξύκεδρο άρκευθο (J. oxycedrus)

Μεγάλο κυπαρίσσι, από Βικιπαίδεια.

Το δικό μου μικρό ακόμα φυτό. Από πίσω φαίνεται η κρεμασμένη ζαρντινιέρα με τη μικρή
φραουλιά,
τους
πανσέδες,
κι ένα μικρό
νάρκισσο
που δε θ’ανθίσει φέτος.

Έως τώρα έχω γράψει άρθρο για το κάθε φυτό της συλλογής μου, αλλά μού’μεινε το κυπαρίσσι, ίσως επειδή είναι πολύ κοινό είδος, για το οποίο θ’αναφέρω εδώ.

Όταν λέω για κυπαρίσσι χωρίς προσδιοριστικό θα εννοώ το κοινό μεσογειακό είδος (Cupressus sempervirens (κυπάρισσος ο αειθαλής)), το δέντρο που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για κυπαρίσσι. Το γένος ωστόσο αυτών των κωνοφόρων δέντρων της οικογένειας των κυπαρισσιδών περιλαμβάνει άλλα 15 περίπου είδη, όπως το λεμονοκυπάρισσο (Cupressus macrocarpa), το κυπαρίσσι της Αριζόνας (Cupressus arizonica), το υβρίδιο λέιλαντ που σήμερα βρίσκεται παντού κ.ά., για τα οποία όμως θα κάνω άλλη δημοσίευση στο μέλλον.

Το μεσογειακό κυπαρίσσι ήταν αρχικά ιθαγενές των χωρών της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, μ’έναν απομονωμένο πληθυσμό στο Ιράν. Ήδη όμως από τους ρωμαϊκούς χρόνους εξαπλώθηκε με την καλλιέργεια και στην υπόλοιπη Μεσόγειο, και τώρα έχει εγκλιματιστεί σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θα βρεθεί συχνότερα αυτοφυές στις νότιες περιοχές, στην Κρήτη και στη Ρόδο. είναι δέντρο μεγάλο, ύψους 20-25 μέτρων πυραμιδοειδούς μορφής, με τα κλαδιά να ξεκινούν από αρκετά χαμηλά. Ο φλοιός είναι λεπτός ινώδης τεφροκόκκινου χρώματος. Οι μικρότερες διακλαδώσεις των κλαδιών του φυτού είναι λεπτές και πυκνές με κάπως πτεροειδές σχήμα, πάνω στις οποίες βρίσκονται τα μικροσκοπικά λεπιοειδή φύλλα. Με κοντινή παρατήρηση φαίνεται ότι διατάσσονται ανά ζεύγη αντίθετα στο βλαστό. Μέσα στο χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη βγαίνουν οι κώνοι. Οι αρσενικοί είναι αφανής, ωοειδείς 2-3 χιλιοστών μήκους, με 2-6 γυρεόσακους ανά μικροσποριόφυλλο. Οι θηλυκοί βγαίνουν κατά μήκος των μεγαλύτερων βλαστών των φυλλοφόρων λεπτών κλαδιών, και κατά την ωριμότητα αποκτούν διάμετρο τα 2-3 εκατοστά. Είναι σφαιρικοί ξυλώδεις με την τυπική μορφολογία των κώνων αυτής της οικογένειας – τα λέπια τους είναι ασπιδοειδή με ποδίσκο που τα ενώνει με τον άξονα του κώνου στο κέντρο και με πλατιά κορυφή, αντίθετης διάταξης στον κεντρικό άξονα του κώνου, με το βράκτιο πλήρως συνενωμένο με το λέπι, αφήνοντας μόνο απομεινάρι ένα μικρό φύμα, όλα συμπαγώς ενωμένα. Στο μέσα μέρος κάθε λεπιού βρίσκονται πολυάριθμοι μικροί σπόροι. Οι κώνοι ωριμάζουν το δεύτερο φθινόπωρο μετά την εμφάνισή τους ανοίγοντας και απελευθερώνοντας τους σπόρους, και μετά πέφτουν. Όταν οι κώνοι δεν έχουν ακόμα ωριμάσει, είναι αανοιχτοπράσινοι, σκληροί και ρητινώδεις. Γενικότερα το δέντρο ως κωνοφόρο είναι ρητινώδες και το ρετσίνι του είναι αρωματικό.

Το ξύλο του κυπαρισσιού είναι κόκκινο κι εύκολο στην κατεργασία. Λόγω της μεγάλης του ανθεκτικότητας στη σήψη, είναι παραδοσιακό ναυπηγικό ξύλο είδη από τους αρχαίους χρόνους. Χρησιμοποιείται επίσης στην οικοδομική, στην επιπλοποιία, στην κατασκευή μικρών ξύλινων αντικειμένων, και στην ξυλογλυπτική.

Η άγρια μορφή του φυτού είναι το λεγόμενο οριζοντιόκλαδο ή θηλυκό κυπαρίσσι (var. horizontalis), με οριζόντιο άπλωμα των κλαδιών και επομένως ανοιχτότερη και αραιότερη εμφάνιση. Η άλλη ποικιλία είναι το ορθόκλαδο ή αρσενικό (var. pyramidalis), με τα κλαδιά πιο όρθια, αποκτώντας έτσι συμπαγή, στενή κι αδιαπέραστη μορφή, όχι τόσο πυραμιδοειδή παρά στηλωειδή. Τα κοινά ονόματα των δύο αυτών βασικών ποικιλιών δεν έχουν να κάνουν με το φύλο του κάθε δέντρου, μιας και το είδος είναι μόνοικο με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους στο ίδιο άτομο.

Το κυπαρίσσι μπορούμε να το βρούμε παντού – σε αυλές, σε πάρκα, στους δρόμους, σε μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες, στις αυλές εκκλησιών και οπωσδήποτε στα νεκροταφεία, μιας και από αρχαιοτάτων χρόνων είχε συνδεθεί με το θάνατο. Μπορεί ακόμα να κλαδευτεί και ως
μπονσάι.

Το δέντρο ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ζεστό καλοκαίρι, έντονο ήλιο και ξηρά εδάφη. Φυτρώνει σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, αρκεί να μην κατακρατείται υπερβολική υγρασία. |Αντέχει στον άνεμο, στην ξηρασία, στην αλατότητα και στο κρύο. Μπορεί ακόμα να προσαρμοστεί και σε πιο βροχερά κλίματα με δροσερότερα καλοκαίρια και ψυχρότερους χειμώνες απ’τους μεσογειακούς. Δεν προσβάλλεται τόσο εύκολα από μύκητες, π. χ. Seiridium, Fusarium, όπως το λεμονοκυπάρισσο, ωστόσο πάλι μπορεί να προσβληθεί, και σ’εκείνη την περίπτωση συχνά πολλά κλαδιά ξεραίνονται ή καταστρέφεται όλο το φυτό. Επειδή όμως οι αιτίες της ξήρανσης είναι πολλές, καλύτερα να κόψετε ένα άρρωστο κλαδί και να το πάτε στο γεωπόνο για διάγνωση. Μπορεί επίσης να προσβληθεί από αφίδες, οι οποίες δημιουργούν ένα παχύρευστο κολλώδες μελίτωμα που καλύπτει το φύλλωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το φυτό μπορεί να ψεκαστεί με κάποιο εντομοκτόνο, ή μ’ένα αυτοσχέδιο φάρμακο με νερό, οινόπνευμα και σαπούνι. Αυτή τη συνταγή τη διαβάσαμε πριν χρόνια κάπου στο Διαδίκτυο κι από τότε εγώ κι ο πατέρας μου έτσι θεραπεύουμε τα προσβεβλημένα φυτά. Για ένα λίτρο αναμειγνύετε 3 μέρη νερό προς ένα οινόπνευμα, κατά προτίμηση καθαρό, προσθέτετε 1-2 κουταλιές της σούπας απορρυπαντικό πιάτων, ανακινείτε στο ψεκαστήρι, και ψεκάζετε. Μπορεί εδώ να χρησιμοποιηθεί και λιωμένο στερεό σαπούνι, όμως το υγρό είναι βολικότερο. Το οινόπνευμα θα καίει, ενώ το σαπούνι θα λύει τις κυτταρικές μεμβράνες των εντόμων. Έπειτα ξαναψεκάζετε σε περίπου 10 μέρες αν δε βρέξει. Συνήθως το πρόβλημα εξαφανίζεται με δύο ψεκασμούς, όμως μπορεί να παραμείνουν ίχνη ξερής κόλλας η οποία θα πρέπει ν’απομακρυνθεί με το λάστιχο. Αν το πρόβλημα ωστόσο είναι πολύ εκτενές, πιο γρήγορη λύση θα ήταν ένα ισχυρότερο φάρμακο, όπως το μαλάθειο.

Ο πολλαπλασιασμός του κυπαρισσιού και σχεδόν κάθε κωνοφόρου είναι δύσκολος και χρονοβόρος, γι’αυτό καλύτερα ν’αγοράσετε ένα φυτό από κάποιο φυτώριο, ανθοπωλείο, ή ανθοέκθεση. Ακόμα και στη λαΪκή πουλάνε μερικές φορές. Συνήθως είναι υγειή και φουντωτά, με έναν ή και περισσότερους κεντρικούς κορμούς. Ο μαζικός τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με μοσχεύματα (κλαδιά), τα οποία χρειάζονται ελεγχόμενο περιβάλλον με αμμώδες έδαφος και κατάλληλη θερμοκρασία για να ριζώσουν, και πολύ χρόνο από τη ριζοβολία ως τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’αυτό θα δείτε δεντράκια μικρά, αλλά πυκνά και ίσως με κώνους, ή κι αν δεν έχουν, θα τους κάνουν σύντομα. Εάν ήταν από σπόρο, θα έπαιρναν μερικά χρόνια μέχρι να πάρουν αυτό το σχήμα και αρκετά ακόμα μέχρι να κάνουν κώνους, κι επίσης αρχικά τα φύλλα τους θά’ταν λεπτά βελονοειδήή κι όχι λεπιοειδή, αταβιστικό στοιχείο των προγονικών μορφών.

Πέρα από φύτευση ως μοναχικό ή ορόσημο δέντρο, μπορεί να φυτευθεί σε σειρές για να κάνει ανεμοφράκτη, ή σε μικρές ομάδες σαν δάσος. Σε δοχεία τα πάει εξίσου καλά. Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια του πατέρα μου που βρίσκονται σε τεράστιες γλάστρες έχουν ξεπεράσει τα δύο και κάτι μέτρα και παράγουν μεγάλες ποσότητες κώνων. Το ένα απ’τα δύο μεγάλα ήταν εκεί πριν αγοραστεί το σπίτι από τον προηγούμενο κάτοχο, πριν 12 χρόνια, και σίγουρα το δέντρο θα προϋπήρχε εκεί ήδη για κάποια χρόνια. Πλέον το φυτό αυτό έχει αποκτήσει στο μυαλό μας συμβολική αξία. Περιμένω κι εγώ το δικό μου κάποτε να φτάσει σε τέτοιο ύψος.

Το δικό μου φυτό το πρόσθεσα στη συλλογή μου πέρσι το φθινόπωρο, αντί ενός γιούκα. Από γιούκα έχω πολλά και σκοπεύο στο τέλος ν’αφήσω μόνο ένα, αντικαθιστώντας τα υπόλοιπα με διάφορα άλλα φυτά. Είναι πολύ αργά στην ανάπτυξη και όλα τους ομοιόμορφα. Ήταν από τον πατέρα μου, ο οποίος εκτός από τα δύο μεγάλα έχει κι άλλα τέσσερα μικρότερα. Το φυτό είναι φουντωτό, πλέον υγειές, με τρεις κεντρικούς κορμούς, με το μεγαλύτερο στη μέση διαμέτρου περίπου 3 εκατοστών, και τους άλλους δύο λεπτότερους. Για τον πρώτο μήνα ήταν καλά με λίγη ανάπτυξη, μετά όμως άρχισε να ρίχνει λεπτά κλαδάκια από το εσωτερικό του πιθανόν λόγο στρες μεταφύτευσης. Γρήγορα Εμφανίστηκε και το κολλώδες μελίτωμα από τις αφίδες που μάλλον έφερε από πριν αλά λόγω στρες υπερπολλαπλασιάστηκαν, κι έπρεπε να χρησιμοποιώ συνέχεια το αυτοσχέδιο φάρμακο. Προςτο τέλος του χειμώνα η κόλλα εκμηδενίστηκε. Παρατήρησα όμως νωρίς το Μάρτιο λίγη κόλλα κοντά στους κεντρικούς κορμούς, και ψέκασα άλλες δύο φορές. Τώρα δεν έμεινε τίποτα. Όλες οι κορυφές του φυτού άρχισαν δυνατή ανάπτυξη με πολλούς λεπτούς βλαστούς. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν ότι φέτος έβγαλε για πρώτη φορά κώνους! Είναι φυτό περίπου 3-4 χρόνων, και φέτος είναι η πρώτη του φορά, γι’αυτό και είναι λίγοι, διάσπαρτοι, κι όχι σ’όλα τα κλαδιά. Τους πρωτοπαρατήρησα στα μέσα του Μαρτίου, και ήδη τώρα έχουν μεγαλώσει. Το δέντρο πάει καλά.

Όπως είπα πιο πάνω, το δέντρο αυτό έχει συνδεθει με το θάνατο από τα αρχαία χρόνια. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Κυπάρισσος από την Κω, αγαπημένος του Απόλλωνα, σκότωσε κάποτε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι κι άρχισε να θρηνεί τόσο πολύ, ώστε ο Απόλλωνας τον μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο που θα θρηνεί αιώνια, με τα δάκρυά του το ρετσίνι που στάζει. Θεωρείται επίσης ότι το επιβλητικό του σχήμα, το βαθυπράσινο χρώμα του και η ανικανότητα αναγέννησης αν κοπεί απ’τη βάση του οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση. Στην Αρχαία Αθήνα ήταν το μόνο φυτό που μπορούσε να γίνει στεφάνι στα αγάλματα του Πλούτονα. Επίσης με τα κλαδιά του στολίζονταν σπίτια σε πένθος, ενώ καιγόταν ως καθαρτήριο στις καύσεις των νεκρών. Τέλος τα φέρετρα των πρώτων πεσόντων κάθε πολέμου κατασκευάζονταν από το ξύλο του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους “λάρνακας κυπαρισσίνας”.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia
το κυπαρίσσι ως μπονσάι

Ενημέρωση 10/4/2013: Το κυπαρισσάκι μου έχει πολύ περισσότερους κώνους φέτος. Τα χαμηλότερα κλαδιά τα κλάδεψα, και τά’δωσα στα κουνέλια μου να τα φάνε. Πρόσεξα πως τρώνε τα λεπτά κλαδάκια εύκολα, το υπόλοιπο μάλλον λόγω ρετσινιού δεν το θέλουν. Επίσης
έγινε και το άρθρο για τα εξωτικά κυπαρίσσια
(λεμονοκυπάρισσα, κυπαρίσσια Αριζόνας κλπ).

νεαρό δέντρο τον Ιούνιο του 2011

Κλαδί του ίδιου φυτού νωρίς το Μάρτιο με εμφανή ουλή φύλλου και μάτι.

Το όνομα και μόνο αυτού του δέντρου προκαλεί αμέσως το άγχος και το μίσος. “Είναι ένα ζιζάνιο που βρωμάει υπερβολικά και τα καλύπτει όλα.”, θά’λεγε κάποιος χαρακτηριστικά. Και πράγματι το κακό του όνομα δικαιολογείται πλήρως. Ας πούμε όμως πρώτα για το είδος, τα χαρακτηριστικά και την οικολογία του, και μετά θα φτάσουμε στα προβλήματα που προξενεί.

Ο αείλανθος καταγόταν αρχικά από την κεντρική και βόρεια Κίνα, την Ταϊβάν και τη Βόρεια Κορέα. Νωρίς κατά τους ιστορικούς χρόνους όμως εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Κίνας, στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα. Το επιστημονικό του όνομα είναι αείλανθος ο υψηλότατος (Ailanthus altissima), και αντίθετα με τα υπόλιπα είδη του γένους του, ευδοκιμεί σε εύκρατα κλίματα. Ανήκει στην οικογένεια των σιμαρουβιδών (Simarubaceae) και στην τάξη των σαπινδωδών “sapindales”, στα δικοτυλήδονα.
Είναι φυλλοβόλο δέντρο ύψους 17-27 μέτρων, με χοντρά κλαδιά και μεγάλα φύλλα. Ο κορμός σε μεγάλα δέντρα μπορεί να φτάσει και το ένα μέτρο σε διάμετρο με γκριζωπό λείο φλοιό που μπορεί να έχει ελαφρές αυλακώσεις σε άτομα μεγάλης ηλικίας. Παρόμοια είναι και τα μεγάλα κλαδιά. Τα λεπτότερα κλαδιά είναι κοκκινοκαφέ και λεία, με εμφανείς τους φακοειδείς πόρους (τα ανοίγματα των ξυλωδών επιφανειών των φυτών που έχουν εξειδικευμένα κύτταρα για την αναπνοή κι άλλες λειτουργίες) με μεγάλα, πτεροειδή έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα που φύονται εναλλάξ, μήκους από 30 εκ. έως και ένα μέτρο με 10-41 ωοειδή ελαφρώς ασύμμετρα ζευγαρωτά φυλλάρια μήκους 5-18 εκ. και πλάτους 2,5-5 εκ., με αδενώδεις τρίχες στη βάση τους συνδεδεμένα στο φύλλο με μικρό μίσχο μήκους 5-12 χιλιοστών. Ο μίσχος του φύλλου είναι κοκκινοπός με διογκωμένη βάση. Το χειμώνα με την πτώση των φύλλων στα κλαδιά μένουν οι χαρακτηριστικές ουλές ή αποτυπώματα των φύλλων ανάποδου τριγωνικού η καρδιοειδούς σχήματος, με το μικρό στρογγυλεμένο χνουδωτό μάτι στο κέντρο της πάνω πλευράς. Στα νεαρά άτομα την άνοιξη συνήθως ανοίγουν περισσότερο το μάτι της κορυφήυς και το αμέσως κατώτερό του. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάνουν το είδος εύκολα αναγνωρίσιμο και κατά την περίοδο ανάπτυξης και το χειμώνα. Τα δέντρα αυτά βγάζουν εύκολα παραφυάδες από μάτια των ριζών τους, και μπορούν έτσι να επανέλθουν εύκολα αν κοπούν. Νεαρά φυτά ή νεαρές παραφυάδες έχουν αραιότερα κλαδιά με πολύ μεγαλύτερα φύλλα. Στην ηλικία αυτή επίσης, μέχρι τα τέσσερα χρόνια η ανάπτυξη είναι ταχύτατη, και το φυτό μπορεί να βάζει 1-2 μέτρα το χρόνο, εξού και η αγγλική ονομασία για το φυτό “tree of heaven”, δέντρο του ουρανού ή του Παραδείσου. Το φυτό των φωτογραφιών είναι ένα τέτοιο νεαρό άτομο. Αργότερα τα κλαδιά πληθύνουν και τα φύλλα λίγο μικραίνουν, η ανάπτυξη ωστόσο παραμένει πάλι εντονότερη σε σχέση μ’άλλα δέντρα. Ο αείλανθος είναι βραχύβιο δέντρο, ζώντας συνήθως 50 χρόνια. Ο κορμός του είναι δύσκαμπτος και ασταθής και μπορεί να σπάσει μ’ένα δυνατό άνεμο. Οι παραφυάδες ωστόσο μπορούν να τον συνεχίσουν. Όλα τα μέρη του φυτού, περισσότερο όμως τα φύλλα, αναδίδουν μια πραγματικά απαίσια μυρωδιά, εξού και τα ονόματα “βρωμοκαρυδιά”, “βρωμούσα” και “βρωμόδεντρο”, σαν κάτι πολύ πικρό, χόρτο και ξηρό καρπό, που παρομοιάζεται με χαλασμένα φυστίκια ή κάσιους, ωστόσο δεν έχω μυρίσει τίποτα απ’τα δύο για να μπορώ να συγκρινω ο ίδιος.
Τα φυτά είναι δίοικα, δηλαδή κάθε φυτό έχει ξεχωριστό φύλο. Τα άνθη βγαίνουν στη νέα ανάπτυξη Απρίλιο με Ιούλιο, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής, εδώ στη Θεσσαλονίκη Μάιο, σε ανθήλες(σύνθετους βότρεις) έως και 50 εκ. Είναι πολύ μικρά, κιτρινοπράσινα ή κοκκινωπά, με 5 ενωμένα σέπαλα και 5 κολητά πέταλα. Τα θηλυκά στον ύπερο έχουν 5 χωριστά καρπόφυλα, το καθένα με μία ωοθήκη, δηλαδή το καθένα θα εξελιχθεί σε ξεχωριστο καρπό μ’ένα σπόρο, με ενωμένους τους στύλους τους και αστεροειδή στίγματα. Τα αρσενικά έχουν 5-10 στήμονες, αλλ’όχι ύπερο, ενώ τα θηλυκά φέρουν και στήμονες αλλά στείρους (στημονοειδή. Ένα αρσενικό δέντρο μπορεί να παραγάγει έως και 3-4 φορές περισσότερα άνθη από ένα θηλυκό, κι επίσης τα άνθη του αρσενικού αναδίδουν σε απόσταση αυτήν την υπερβολικά απαίσια και αποπνικτική μυρωδιά, εξαιρετικά ενοχλητική και ανυπόφορη εκεί που βρίσκονται τέτοια δέντρα, για να προσελκύσουν τους επικονιαστές. Οι καρποί είναι πανάλαφρες κάψουλες 2,5 εκ. σε μήκος κι 1 σε πλάτος, μ’ένα σπέρμα η κάθε μία διαμέτρου 5 χιλιοστών. Είναι κεκαμμένες ώστε να στρυφογυρίζουν ευκολότερα με τον άνεμο κι έτσι να μεταφέρονται μακρύτερα. Μπορούν ακόμα να μεταφέρονται και με τα υδάτινα ρεύματα. Ένα θηλυκό υπολογίζεται ότι μπορεί να παραγάγει 30000 σπόρους ανά κιλό βάρους δέντρου κάθε χρόνο.
Η παραπάνω περιγραφή είναι της κοινής και πλέον σχεδόν παγκοσμίως εξαπλωμένης κινέζικης ποικιλίας (Ailanthus altissima var. altissima). Υπάρχουν άλλες δύηο ποικιλίες: αυτή των υψιπέδων της ΤαΪβάν (A. A. var. tanakai), με κιτρινωπό φλοιό και μικρότερα φύλλα στα 45-60 εκ. με μικρά φυλλάρια που απειλείται, και η A. A. sutchenensis, με κόκκινα κλαδιά. Επίσης έχουν παραχθει και μερικές καλλιεργημένες ποικιλίες γνωστές κυρίως στην Κίνα, όπως η μορφή με τα κόκκινα φύλλα.

Στην κίνα το δέντρο λέγεται “τσόουτσουν”, δηλαδή δύσοσμο δέντρο, και χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό, ως παραδοσιακό φάρμακο για ασθένειες από ψυχασθένεια μέχρι φαλάκρα, και για την ξυλεία του. Από το ξύλο του κατασκευάζονται έπιπλα και ξύλινα σκεύη ατμομαγειρέματος, το αρνητικό του όμως είναι ότι είναι δύσκαμπτο και σπάει όταν στεγνώνει. Επίσης με τα φύλλα του τρέφεται η πεταλούδα Samia cynthia, τις οποίας το μετάξυ είναι φθηνότερο και ισχυρότερο από το κοινό, όμως σκληρό στην υφή και δύσκολο στη βαφή.

Ο αείλανθος ηρθε στην Ευρώπη περίπου το 1740 από το Γάλλο Ηισουίτη Πιερ Νικολά ντ’Ινκαρβίλ, ο οποίος έστειλε λίγους σπόρους από το Πεκίνο στο βοτανολόγο φίλο του Μπερνάρ ντε Ζυσιέ, νομίζοντάς το για το κινέζικο βερνικόδεντρο (Toxicodendron vernicifluum). Ο Ζυσιέ φύτεψε μερικούς σπόρους στη Γαλλία κι έστειλε μερικούς σε Βρετανούς βοτανολόγους μεγάλων κήπων. Γρήγορα το δέντρο εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη ευρώπη, χάρη και στην επιροή που είχαν τότε οι ανατολικές τέχνες. Το 1786 το είδος εισήχθηκαι στις Η.Π.Α. Συνέχισε να είναι δημοφιλές και κατά το 19ο αι., οπότε φυτευόταν ως συχνά στους δρόμους των πόλεων, αν κι από τότε άρχισε να ενοχλεί τους κηπουρούς με την επιθετική του τάση και τη δυσοσμία του. Το πρόβλημα άρχισε από τότε. Στην Ελλάδα ήρθε επί Όθωνος, οπότε φυτεύτηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Κήπο, τώρα Εθνικό.

Και φτάνουμε σήμερα οπότε το είδος έχει γίνει πραγματικό πρόβλημα όπου έχει εγκατασταθεί. Αυτό το δέντρο είναι προσαρμοσμένο να ευδοκιμεί σε διαταραγμένες περιοχές και σε πολλές και διαφορετικές αντίξοες συνθήκες. Στις χώρες προέλευσής του προτιμά τα βαθιά και υγρά πηλώδη εδάφη ήυ τα ασβεστολιθικά, αν και μπορεί στην πράξη να βρεθεί παντού. Συχνά φυτρώνει σε μέρη που άλλα δέντρα δε θα μπορούσαν να ζήσουν. Μπορεί να φυτρώσει ακόμα και ανάμεσα στο τσιμέντο. Για παράδειγμα έχω δει σπορόφυτο αυτού του είδους φυτρωμένο ανάμεσα σε δύο σκαλιά μιας μικρής εκκλησία στο χωριό μου. Στις πόλεις μπορεί να βρεθεί σε εγκαταλελειμμένα οικόπεδα, χαλάσματα, βιομηχανικές και υποβαθμισμένες περιοχές, εξού και το αμερικανικό του όνομα “getto palm” φοίνικας των γκέτο. Το φυτό των φωτογραφιών βρίσκεται στη Σχολή Τυφλών, όπου υπάρχουν σχεδόν παντού όπου έχει έδαφος εκτός από φάτσα κάρτα που προσέχουν, κι επίσης και σ’άλλα εγκαταλελειμμένα μέρη κατά μήκος της Παραλίας.
Το φυτό αντέχει τη ρύπανση με διοξείδιο του θείου και όζον από τα καυσαέρια και τη σκόνη τσιμέντου και λιθανθρακόπισσας. Είναι ανθεκτικότατο στην ξηρασία, χάρη στη μεγάλη υδατοαποθηκευτική ικανότητα του ριζικού του συστήματος. Ευδοκιμεί σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, από ελαφριά έως συμπιεσμένα, χαμηλά σε φώσφορο ή υψηλής αλατότητας, με διακύμανση πh από αλκαλικό έως υπερβολικά όξινο 4,1. Για την τελευταία του αντοχή το φυτό αυτό χρησιμοποιείται για αποκατάσταση μολυσμένων εδαφών ορυχίων.
Πέρα όμως απ’αυτήν τη χρήση, το δέντρο αυτο είναι επικινδυνο οπουδήποτε αλλού. Αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα, και οι ρίζες του μπορούν να σπάσουν σωλήνες κι άλλες υπόγειες κατασκευές που τυχόν βρίσκονται κοντά. Εάν το φυτό κοπεί ξαναβλαστάνει αμέσως με νέες παραφυάδες από το εκτεταμένο του ριζικό σύστημα, μπορεί και σε απόσταση από τον αρχικό κορμό. Αναστέλλει ακόμα την ανάπτυξη των διπλανών φυτών εκρίνοντας την αλληλοπαθητική ουσία αειλανθόνη, η οποία παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στο φλοιό και στις ρίζες. Με μελέτες φάνηκε ότι αυτή η ουσία βλάπτει σοβαρά ή και σκοτώνει τους σπόρους και τα σπορόφυτα κοινών καλλιεργούμενων ποωδών φυτών όπως ο αρακάς και το καλαμπόκι αλλά και άγριων, και τον περισσότερων ανθοφόρων και κωνοφόρων δέντρων, με λίγες εξαιρέσεις. Ωστόσο πληθυσμοί φυτών που έχουν εκτεθεί μακροχρόνια στην ουσία μπορεί να εξελίξουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η τοξίνη αυτή δεν επηρεάζει μέλη του ίδιου είδους. Η αλληλοπάθεια δεν είναι μοναδική σ’αυτό το είδος, και οι
καρυδιές,
πολλά κωνοφόρα αλλά και ο μαΪντανός είναι επίσης αλληλοπαθητικά. Επομένως το δέντρο αυτό είναι πραγματικός κίνδυνος για κάθε εύκρατο οικοσύστημα, και δη μεσογειακό. Παρόλα αυτά το 2000 είχε προταθεί στην Ελλάδα από δήθεν ειδικούς ως κατάλληλο για αναδασώσεις!

Δύο όμως είναι οι κύριοι εχθροί του φυτού: η πλημμύρα και η σκιά. Ο αείλανθος μπορεί να ζει σε πολύ βροχερά μέρη, αλλά δεν ανέχεται το πλημμυρισμένο έδαφος. Στη σκιά η ανάπτυξή του μειώνεται σημαντικά και στο τέλος πνίγεται από τα υπόλοιπα φυτά, ωστόσο σε μία μελέτη βρέθηκε ότι ο αείλανθος μπορεί να εκμεταλλευτεί μικρά φυσικά κενά στην κάλυψη ενός δάσους ώστε να φτάσει αμέσως στο φως.
Το φυτό είναι δηλητηριώδες με λίγους φυσικούς εχθρούς. Μερικές κάμπιες λεπιδοπτέρων, πέρα από το προαναφερθέν μεταξοπαραγωγικό είδος, τρέφονται με τα φύλλα του. Η εξάπλωση του φυτού αυτού στη Βόρεια Αμερική επέκτεινε την εξάπλωση της πεταλούδας Atteva aurea, η οποία τρεφόταν μ’άλλα μέλη της ίδιας οικογένειας της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Η ζημια όμως απ’αυτά τα έντομα είναι αμελητέα.

Η περιοχή με τη μεγαλύτερη εξάπλωση του επιθετικότατου αυτού είδους είναι η Βόρεια Αμερική, όπου μπορεί να βρεθεί σε ξερά βουνά, εγκαταλελειμμένες περιοχές ή πυκνές συστάδες κατά μήκος λεωφόρων. Αμέσως μετά είναι η Νότια Ευρώπη, μετά η Βόρεια, και στο τέλος η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, όπου ευτυχώς ακόμα δεν έχει εξαπλωθεί σημαντικά. Η καταπολέμηση του φυτού αυτού είναι τρομερά δύσκολη, και το απλό κόψιμο δεν αρκεί. Οι παραφυάδες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για χρόνια και ίσως χρειαστεί και η εφαρμογή ζιζανιοκτόνων για την καταστολή του.

Γνωρίζω δύο πληθυσμούς αυτού του φυτού, ο ένας είναι στην περιοχή της Σχολής Τυφλών και της υπόλοιπης Παραλίας όπως είπα, και ο άλλος είναι στο χωριό μου, στους Πύγους Κοζάνης. Γι’αυτους που γνωρίζουν, βρίσκεται στον ξερό λόφο της Αγ. Παρασκευής στη μεσαία γειτονιά. Από εκεί κάθε φορά που περνούσα ξερίζωνα τα σπορόφυτα ή έσπαγα τα μεγαλύτερα (το τελευταίο αναποτελεσματικό), αποφάσισα όμως να τ’αφήσω στην ησυχία τους, μιας κι εκεί δε φυτρώνει σχεδόν κανένα δέντρο λόγω ξηρασίας.

Πηγές για τις πληροφορίες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
άρθρο της βικιπαίδειας.
Πράσινος…εισβολέας

δεντράκι μες'από δέντρο

Τα κλαδάκια στη φωτογραφία που πετάγονται μεσ’από μια σχισμή ενός κορμού είναι μια μικρή φτελιά που έχει φυτρώσει στη σχισμή ενός πολύ παλιού πλατάνου στους Πύργους Κοζάνης, το χωριό μου.
Ο Πλάτανος αυτός είναι σημαντικό ορόσημο του χωριού. Είναι πολύ μεγάλος και χοντρός, με χοντρά χαμηλά κλαδιά στα οποία μπορείς ν’ανέβεις, και βρίσκεται στο παλιό κέντρο του χωριού (τώρα η πλατεία βρίσκεται αλλού). Η ηλικία του υπολογίζεται ως πάνω από 1000 χρόνια. Γύρω απ’το δέντρο ο χώρος είναι περιτοιχισμένος και μέσα υπάρχει μια παιδική χαρά, αλλά ο χώρος αυτός λειτουργεί γενικά ως χώρος συγκέντρωσης. Εκεί εγώ με την παρέα μου μαζευόμαστε πολύ συχνά.
Φτελιές υπάρχουν άφθονες στην περιοχή, και δεν είναι διόλου απίθανο κάποιος σπόρος νά’πεσε στη σχισμή που είχε λίγο χώμα και να φύτρωσε εκεί. Γενικά στις σχισμές και στις κουφάλες του Πλατάνου δε φυτρώνει τίποτα, εκτός από τα μέρη γύρω απ’τις ρίζες όπου μπορούν να βγουν λίγα αγριόχορτα. Το μόνο επίφυτο στο δέντρο είναι βρύα.
Αυτό λοιπόν το γεγονός μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Πρώτη φορά βλέπω δέντρο να φυτρώνει μέσα σ’ένα άλλο δέντρο. Ίσως όμως αυτό γίνεται σπάνια και σ’άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Δεν πιστεύω ότι η φτελιά αυτή θα μεγαλώσει πάρα πολύ, πιθανότατα θα γίνει κάτι σαν φυσικό
μπονσάι
και θα φαίνεται πάντοτε αδύναμη και ασθενική.

καρυδιά, φωτογραφία από τη βικιπαίδεια


Φυτρωμένο καρύδι που βρήκα κάτω από μια καρυδιά. Αν βρισκόταν στις κατάλληλες συνθήκες, ίσως εξελισσόταν σε μεγάλο δέντρο.

Από:
Ιάτωρ

Η ΚΑΡΥΔΙΑ (Juglans regia):
Γράφτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2009 Συγγραφέας: Ελένη ΣάπικαΚλείσιμοΙατρός: Σάπικα Όνομα: Ελένη Σάπικα
Email: info@iator.gr
Site: http://
Βιογραφικό: Πτυχ . Τμήματος χημείας τροφίμων Πανεπιστημίου ΙωαννίνωνΌλες οι δημοσιεύσεις του/της ιατρού στο Ιάτωρ (2)

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΜΕ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η καρυδιά είναι αυτοφυές δέντρο της Ασίας και κατατάσσεται στα φαρμακευτικά φυτά. Αξιοποιούνται σχεδόν όλα τα μέρη της (ρίζα, κορμός, φύλλα, καρποί, άνθη), τόσο για θεραπευτικούς και διατροφικούς σκοπούς, όσο και σε διάφορες βιομηχανίες. Διακρίνεται για την υψηλή διατροφικής της αξία και για τη συμβολή της σε διάφορες ασθένειες.

ABSTRACT
Walnut is native of Asia and it is enlisted to pharmaceutical plants. It is used for medical and food purposes and it is also used in many industries. Its fruit is very famous for its nutrient value and its contribution to many diseases.

1. ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ
Είναι πράγματι εκπληκτικό αν σκεφτεί κανείς ότι υπάρχουν φυτά που περιέχουν ένα ή και περισσότερα δραστικά στοιχεία, τα οποία έχουν την ικανότητα, να προλαμβάνουν, να ανακουφίζουν, ή και να θεραπεύουν ασθένειες.
Τι ήταν άραγε αυτό που οδήγησε τους ανθρώπους στην ανακάλυψη αυτών των φυτών; Οποιαδήποτε και αν είναι η αλήθεια, είναι γεγονός ότι τα φαρμακευτικά φυτά κατέχουν ιδιάζουσα θέση ανάμεσα στους ανθρώπους όλων των λαών και όλων των εποχών.
Τα ενεργά συστατικά των φυτών και οι φαρμακευτικές τους ικανότητες δεν ήταν γνωστά από τα πολύ παλιά χρόνια. Οι άνθρωποι τότε προσπαθούσαν να θεραπευτούν με τον μυστικισμό και τη μαγεία που εφαρμόζονταν στα ιερά του Ασκληπιού και των άλλων θεών, καθώς θεωρούνταν ότι η ιατρική ήταν θεϊκό προνόμιο.
Με το πέρασμα όμως των χρόνων, πολλά φυτά άρχισαν να γίνονται γνωστά για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες.
Ο Ιπποκράτης (460-370 π.Χ.), απάλλαξε την ιατρική από την μυθική λατρεία των θεών. Με σοφία κατέταξε φυτά σε κατηγορίες ανάλογα με τις θεραπευτικές τους ιδιότητες που προσδιόρισε σε διάφορες ασθένειες. Τη θεωρία όμως της θεραπείας με βότανα την χρωστάμε στον Θεόφραστο (372-287 π.Χ.) και στο Διοσκουρίδη (1ος μ.Χ. αιώνας), ο οποίος είχε μελετήσει πάνω από 500 φυτά για τη δράση τους σε ασθένειες του ανθρώπινου σώματος.
Εκτός από τους Έλληνες, και άλλοι λαοί ασχολήθηκαν στην αρχαιότητα με τα φαρμακευτικά φυτά. Οι Κινέζοι, οι Άραβες, οι Ασσΰριοι και οι Σουμέριοι, ένας από τους αρχαιότερους λαούς του κόσμου, γνώριζαν τις θεραπευτικές ιδιότητες 200 περίπου φυτών.
Επίσης, οι κάτοικοι της αρχαίας Αιγύπτου, τα χρησιμοποιούσαν για τη μουμιοποίηση των νεκρών, τις θρησκευτικές τελετές, στην παρασκευή αρωμάτων, καθώς και για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων.
Η χρησιμοποίηση των φαρμακευτικών φυτών συνεχίσθηκε από τότε να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά για να φθάσουμε στο σήμερα, όπου η επιστήμη βρήκε και προσπαθεί να βρει κι άλλα φυτά για τη χρησιμοποίηση τους τόσο στις βιομηχανίες καλλυντικών και τροφίμων, όσο και στην παρασκευή φαρμάκων (1, 2, 3).

2. Η ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Η αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών φυτών εξαρτάται από το είδος της ζωής που κάνουμε και από την διατροφή μας. Δεν έχουν άμεση δράση όπως τα φάρμακα και σκοπός τους είναι να επαναφέρουν τη φυσική ισορροπία των λειτουργιών του σώματος. Η χρήση τους στοχεύει κυρίως στα αίτια που προκαλούν την ασθένεια ή τη δυσλειτουργία του οργανισμού και όχι στην άμεση καταστολή τους.
Τα βότανα χρησιμοποιούνται είτε για εσωτερική χρήση (ροφήματα, φαγητό, σιρόπι, κ.α.), είτε για εξωτερική (κατάπλασμα, εντριβές, κολλύρια, κ.α.). Βοηθούν σε μία σειρά από ασθένειες, όπως λοιμώξεις του αναπνευστικού και του κυκλοφορικού συστήματος, δερματικά προβλήματα, προσβολές από βακτήρια, μύκητες και ιούς, τσιμπήματα εντόμων, αϋπνίες και ένα σωρό άλλες ασθένειες, που μπορούν να γιατρευτούν με τη δύναμη τους.
Στις μέρες μας το 40% των φαρμακευτικών παρασκευασμάτων είναι φυτικής προέλευσης. Παρ’ όλα τα επιστημονικά επιτεύγματα, σήμερα το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού βασίζεται στην θεραπευτική δύναμη των φυτών, ένα από τα οποία είναι η καρυδιά με εκπληκτικές ιδιότητες (1, 2, 4).

3. Η ΚΑΡΥΔΙΑ – ΒΟΤΑΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

3.1. Ονομασία – Καταγωγή
Σύμφωνα με το μύθο, τη «χρυσή εποχή», όταν οι άνθρωποι ζούσαν πάνω στις βελανιδιές, οι θεοί κατοικούσαν στις καρυδιές. Από κει η καρυδιά πήρε το όνομα Juglans που προέρχεται από τις λέξεις «Jovis glans» – βάλανος του Δία. Το δέντρο αυτό ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρονταν με το όνομα «κάρυα» ή «κάρυον».
Σήμερα είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως γιουνγκλανς η βασιλική (Junglans regia), κάρυα η βασιλική, Αγγλική ή Περσική καρυδιά κ.α. Οι καρποί της έχουν πάρει το όνομα τους, κατά τον Πλούταρχο, από το «κάρος», επειδή όσοι κοιμούνται κάτω από αυτήν, εισπνέουν τη βαριά οσμή που εκπέμπεται και πέφτουν σε βαθύ ύπνο.
Η καρυδιά κατάγεται απ’ την Αρμενία και προ παντός την Περσία, όπου βρίσκεται κυρίως σε άγρια κατάσταση. Στην Ασία απαντά στις περιοχές του Καυκάσου, της Κασπίας θάλασσας, της Βιρμανίας, της Ιαπωνίας, στα Βόρεια των Ινδών και στην Κίνα.
Στην Ευρώπη καλλιεργείται από τη Ρωμαϊκή εποχή για τα εδώδιμα καρύδια της και στη χώρα μας βρίσκεται σαν αυτοφυές και καλλιεργούμενο δέντρο σε πολλά μέρη και κυρίως στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τον Τυμφρηστό (5, 6, 7).

3.2. Ταξινόμηση – Ποικιλίες
Η καρυδιά ανήκει στο βασίλειο των φυτών (Βασίλειο: Plantae), στα σπερματόφυτα (Άθροισμα: Spermatophyta), αγγειόσπερμα φυτά (Ομάδα: Angiospermae, Υποάθροισμα: Magnoliophytina), είναι δικοτυλήδονο – απέταλο (Κλάση: Magnoliatae, Υποκλάση: Hamamelidae) και ανήκει στην οικογένεια των Καρυωδών (Jugalndaceae), της τάξης Juglandales και στο γένος Juglans.
Το γένος αυτό αριθμεί 55 περίπου είδη, καθώς και αρκετές ποικιλίες. Από τις ελληνικές οι πιο διαδεδομένες είναι η «Ανδριώτικη», η «Καρπενισιώτικη», η ποικιλία «Σελιτσάνης», τα «Μυτοκάρυδα», τα «Αγιορείτικα», τα «Γυμνοκάρυδα», κ.α.
Από τις ξενικές ποικιλίες οι πιο γνωστές είναι η «Φελτρίνα», το «καρύδι του Σερέντο», η «Παριζιάνικη», η «Φρανκέτ» (Franquette), η «Μαγιέτ» (Mayette), η «Ρίτα» (Rita), η «Proslavski», η «Buccaneer», η Coenen, η Broadview κ.α. (8, 9, 10, 11).

3.3. Μορφολογικά χαρακτηριστικά
Η καρυδιά είναι ένα μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο, μακρόβιο, ύψους 12 – 30 μέτρα, όπου σπάνια φτάνει και τα 60 μέτρα. Είναι δέντρο με ελεύθερη ανάπτυξη, δυνατά κλαδιά και με μεγάλη απλωτή κόμη.
Τα φύλλα της είναι μεγάλα, σύνθετα, χωρισμένα σε πολλά μικρότερα ωοειδή, σκουροπράσινα, κατά ζεύγη, φυλλάρια που έχουν ευχάριστη μυρωδιά.
Τα άνθη της έχουν λευκό χρώμα, είναι μονογενή και παράγουν αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε διαφορετικά άνθη πάνω στο ίδιο όμως δέντρο. Τα αρσενικά άνθη είναι διατεταγμένα κατά κρεμάμενους βότρεις (ίουλους), ενώ τα θηλυκά κατά στάχεις στις άκρες των βλαστών. Ανθίζει τον Απρίλιο – Μάιο.
Ο καρπός της είναι δρύπη, το γνωστό καρύδι, με σχήμα ωοειδές ή σφαιρικό. Το περικάρπιο του, που είναι πράσινο στην αρχή και μετά σκουραίνει όταν ωριμάσει, αποτελείται από ανθεκτική επένδυση, το ενδοκάρπιο, που είναι σκληρό, ξυλώδες και λέγεται κέλυφος (καρυδότσουφλο). Το ενδοκάρπιο αποτελείται από 2 τμήματα και περικλείει το σπέρμα (ψίχα), το οποίο χωρίζεται ως το μέσο σε 4 λοβούς με 4 μεμβρανώδη ημιδιαφράγματα (9, 12, 13).

3.4. Πολλαπλασιασμός – Γονιμοποίηση
Η καρυδιά είναι δέντρο που πολλαπλασιάζεται εγγενώς με σπόρους και αγενώς με μοσχεύματα πολύ εύκολα σε δροσερά μέρη.
Σήμερα στην δενδροκομία γίνεται στρωμάτωση των σπόρων σε κασόνια με ψιλή άμμο, όπου αναπτύσσονται δενδρύλλια. Τα σποριόφυτα φυτεύονται στις μόνιμες θέσεις τους πρόωρα το καλοκαίρι και χρήζουν μερικής προστασίας από το κρύο για τον πρώτο τους χειμώνα.
Η καρυδιά επικονιάζεται με τον αέρα. Η γύρη της μεταφέρεται σε απόσταση περίπου 75 – 90 μέτρα και συνεπώς οι καρυδιές – γονιμοποιητές θα πρέπει να τοποθετούνται στους οπωρώνες σε κάθε 10η σειρά και σε αντίθετη κατεύθυνση από τον άνεμο (14).
3.5. Οι απαιτήσεις της καρυδιάς
Η καρυδιά έχει μεγάλη, υπόγεια βλάστηση και απαιτεί έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, αργιλώδες, θρεπτικό, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό (pH 4.5 έως 8.2). Ευδοκιμεί σε μέτρια υγρό και ζεστό κλίμα, το οποίο βελτιώνεται με τη σκιά των φύλλων της, και σε θέση προφυλαγμένη από ισχυρούς ανέμους. Αντέχει μια ετήσια βροχόπτωση που ανέρχεται στα 31 ως 147 εκατοστά και ετήσια μέση θερμοκρασία 7 με 21.1 °C (όταν βρίσκεται σε λήθαργο αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω των -27 °C, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις). Είναι φωτόφιλο είδος και ευπαθές στους παγετούς κατά την νεαρή του ηλικία (7, 10, 13).

3.6. Καλλιεργητικές φροντίδες
Η καρυδιά έχει ανάγκη από κλάδεμα στη ρίζα, 2 – 3 πόντους κατά το φύτεμα, όπως και στη φούντα, για να σχηματιστεί καλό ριζικό σύστημα. Απαραίτητα είναι τα ποτίσματα και τα σκαλίσματα στο δενδρύλλιο για να αναπτυχθεί γρήγορα. Ο λάκκος ποτίσματος θα πρέπει να είναι σε μικρή απόσταση από τον κορμό, διότι όταν είναι κορεσμένος από νερό ο κορμός προσβάλετε από μύκητες.
Στις εντατικές καλλιέργειες, οι καρυδιές φυτεύονται αρχικά σε αναλογία 13 – 18 δέντρα ανά στρέμμα και αραιώνονται σε 8 – 13 δέντρα, όταν με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται συνωστισμός. Οι ποικιλίες που χρησιμοποιούνται σαν γονιμοποιητές φυτεύονται σε πυκνές σειρές και σε επιλεγμένες αποστάσεις (10, 13, 14, 15).

3.7. Παραγωγή – Αποδόσεις
Η καρυδιά είναι δέντρο που καλλιεργείτε τόσο για τον εδώδιμο καρπό της, όσο και για την εκμετάλλευση του ξύλου της. Οι νεώτερες ποικιλίες καρποφορούν για πρώτη φορά στα 5 με 8 χρόνια και παράγουν περίπου 2.5 τόνους ανά εκτάριο. Οπωρώνες σε σχετικά φτωχά εδάφη, όπως βουνά, παράγουν 1.5 με 2.25 τόνους ανά εκτάριο, ενώ οπωρώνες σε καλά καλλιεργημένες περιοχές παράγουν 6.5 με 7.5 τόνους ανά εκτάριο (10).

3.8. Συλλογή – Συγκομιδή
Τα φύλλα της καρυδιάς συλλέγονται την άνοιξη, τα μπουμπούκια και άνθη τον Μάιο, ο πράσινος εξωτερικός φλοιός τον Ιούλιο, ενώ τα καρύδια στις αρχές του Σεπτέμβρη έως τις αρχές του Νοέμβρη.
Η συγκομιδή των καρπών γίνεται με το τίναγμα των δέντρων με δονητές κορμών ή άκρων ανάλογα με το μέγεθος τους. Τα καρύδια συλλέγονται σε μεγάλα δοχεία και μεταφέρονται σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας, όπου αφαιρείται ο εξωτερικός φλοιός και ξηραίνονται σε στεγνωτήρες με εξαναγκασμένο αέρα στους 38 – 43 οC έως ότου η περιεχόμενη υγρασία φτάσει το 8%. Μπορούν να διατηρηθούν αρκετούς μήνες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος όταν είναι ξερά και για χρόνια όταν καταψυχθούν. Πωλούνται είτε με το περίβλημα μετά από λεύκανση, είτε μόνο η ψίχα.
Τα φύλλα ξηραίνονται είτε σε εξωτερικούς ημισκιερούς χώρους, είτε σε χώρους με ελεγχόμενη θερμοκρασία και υγρασία. Όταν ξεραθούν φυλάγονται με προσοχή για να διατηρείται η οσμή και η γεύση τους. Ο πράσινος φλοιός των καρυδιών με την αποξήρανση του γίνεται λεπτός, ζαρώνει και παίρνει γλυκιά γεύση (7, 13, 14).

4. ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ
Η καρυδιά είναι ένα δέντρο του οποίου όλα τα μέρη είναι χρήσιμα, όπως τα φύλλα, ο πράσινος φλοιός του καρπού, ο φλοιός των μίσχων και των ριζών, η επιδερμίδα της ψίχας, τα καρύδια, τα άνθη, ακόμα και το ξύλο.
Τα φύλλα της έχουν οσμή ισχυρή, αρωματική που γίνεται πιο έντονη όταν τα τρίβει κανείς με τα δάκτυλα του. Η δε γεύση τους είναι υπόπικρη, ρητινώδης και ελαφρά δηκτική. Περιέχουν γιουγκλόνη, γιουγκλαντίνη, από τις πιο σημαντικές ουσίες της καρυδιάς, ταννίνη, ινοσίτη, δεψικές ουσίες, κερκετίνη, καϊμπφερόλη, καφεϊκό οξύ, ίχνη π-κουμαρικού οξέος, ένα αιθέριο έλαιο, μια χρωστική και μια πικρή ουσία.
Οι τανίνες ευνοούν την αποκατάσταση του πνευμονικού παρεγχύματος και μαζί με τον ινοσίτη αποτελούν τονωτικά των μυϊκών ιστών. Η γιουγκλαντίνη που περιέχουν, ένα αλκαλοειδές, είναι καθαρτική και διεγείρει την όρεξη επιδρώντας ευνοϊκά στο στομάχι.
Είναι πλούσια σε βιταμίνη C (σχεδόν 1% του βάρους), καθώς και σε καροτίνη. Λέγεται ότι περιέχουν και ιώδιο. Συγκριτικά με τα φύλλα, τα άνθη της είναι περισσότερο πικρά, ρητινώδη και δηκτικά στη γεύση.
Το σαρκώδες πράσινο περικάρπιο των καρυδιών είναι πλούσιο σε καρπικά οξέα και μεταλλικά στοιχεία. Περιέχει άμυλο, χλωροφύλλη, μηλικό και κιτρικό οξύ, άλατα, ταννίνη, δεψίνη και άλλες ουσίες. Ο χυμός του, διηθούμενος, είναι ανοιχτόχρωμος στην αρχή, όταν όμως έρθει σε επαφή με τον αέρα γίνεται πολύ σκούρος και ταυτόχρονα χάνει την πικρή του γεύση.
Στην επιφάνειά του σχηματίζεται μια μαύρη κρούστα που προέρχεται από την αλλοίωση ενός κυρίου συστατικού της καρυδιάς, της γιουκλόνης, που είναι άγευστη, άοσμη και όταν αποξηρανθεί έχει την όψη Εβραϊκού κατραμιού (Bitume de Jude).
Επίσης, από το περικάρπιο παράγεται ένα αιθέριο κιτρινόχρωμο έλαιο, ινοσίνη και η προαναφερθείσα γιουγκλόνη που η τελευταία στον αέρα μεταβάλλεται σε οξυναφθοκινόνη (oxyjuglone) ή διοξυναφθοκινόνη (dioxynaphtoquinone).
Στην επιδερμίδα του φλοιού περιέχεται και καρυοδεψικό οξύ. Τέλος, το περικάρπιο είναι πλούσιο σε βιταμίνη C.
Η κιτρινόχρωμη επιδερμίδα που περιβάλλει το παρέγχυμα (ψίχα) του καρυδιού έχει γεύση πολύ στυπτική όταν είναι φρέσκια, που τη χάνει όταν ξεραθεί γιατί ελαττώνεται η περιεχόμενη σ’ αυτήν δεψίνη και κάποια ρητινώδης ύλη.
Το παρέγχυμα (ψίχα), είναι λευκού χρώματος, έχει ευχάριστη και γλυκιά γεύση, περιέχει αζωτούχες, λιπαρές και εκχυλισματικές ουσίες, κυτταρίνη, αλβουμίνη, τέφρα και νερό. Από την ψίχα παράγεται με έκθλιψη ένα σημαντικό λιπαρό έλαιο, το καρυδέλαιο, το οποίο περιέχει α-λινολενικό και α – λινολεϊκό οξύ, καθώς επίσης παλμιτικό, στεατικό και ελαϊκό οξύ. Έχει ευχάριστη γλυκιά γεύση και μπορεί να αντικαταστήσει το ελαιόλαδο και το αγνό βούτυρο, παρουσιάζοντας όμως το μειονέκτημα ότι ταγκίζει εύκολα και γρήγορα.
Η ψίχα έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 42%, όταν είναι φρέσκια και 57.12% όταν είναι ξερή.
Τα άγουρα καρύδια είναι μια από τις πλουσιότερες πηγές ασκορβικού οξέος (βιταμίνη C) και χωνεύονται πιο εύκολα άγουρα, διότι όταν ωριμάσουν κιτρινίζουν, ταγκίζουν, ερεθίζουν το λαιμό, προκαλούν βήχα και δυνατούς κωλικούς. Τα καρύδια περιέχουν ασβέστιο, κοβάλτιο, σίδηρο, φωσφόρο, μαγγάνιο, βιταμίνες κ.α.
H καρυδιά είναι δέντρο γνωστό εδώ και πολλά χρόνια για τη φαρμακευτική του δράση, η οποία οφείλεται στα διάφορα συστατικά που περιέχονται τόσο στη ρίζα, τα φύλλα, τον πράσινο φλοιό των καρυδιών όσο και στα ίδια τα καρύδια. Περιέχει κυρίως ναφθοκινόνες, οξέα, φλαβονοειδή, τερπενοειδή, καροτενοειδή, πτητικά έλαια, υδρογονάνθρακες, τανίνες, αλδεΰδες, αλκαλοειδή, βιταμίνες, μέταλλα, ένζυμα, φωσφογλυκερίδια, αμίνες και πρωτεΐνες (Πίνακας 1) (6, 7,12, 13, 14, 16).

6. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ
Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς είναι πολλές και ευεργετικές και οφείλονται στα συστατικά που περιέχει. Ο Γάλλος γιατρός Negrier, το 1841 ασχολήθηκε με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φύλλων της. Θεραπευτικά τα φύλλα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των παθήσεων των ματιών, όπως βλεφαρίτιδα στα παιδιά και της χοιραδώσεως. Το αφέψημα και το έγχυμά τους είναι τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και σταματά τις διαρροϊκές κενώσεις σε τοξικές καταστάσεις.
Οι Boys de Loutry και Costilhes χρησιμοποιούσαν το αφέψημα των φύλλων με μορφή κολπικών πλύσεων κατά των εξελκώσεων του αυχένα της μήτρας, ενώ ο Vidal de Careis κατά της λευκόρροιας. Ο Dubois χρησιμοποιούσε πυκνό αφέψημα φύλλων για τη θεραπεία της τριχόπτωσης, ο Bruguiec για κακοήθη εξανθήματα και ο Vitet για τη θεραπεία της ψωρίασης, του έρπητα, των διαφόρων λειχήνων και των εκζεμάτων.
Επίσης, αφέψημα φύλλων και φλοιού χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία κατά των οξέων αμυγδαλών και κατά του απλού ρινικού κατάρρου. Το αφέψημα των φύλλων κατεβάζει το σάκχαρο των διαβητικών, καθώς στο διάστημα χρησιμοποιήσεως ινσουλίνης μειώνει το σάκχαρο των ούρων και καθαρίζει το αίμα. Χρησιμοποιείται επίσης για εξωτερικές πλύσεις τραυμάτων και τη θεραπεία των δερματικών φλυκταινών. Όταν προστεθεί στο νερό του λουτρού είναι ευεργετικό για τη ραχίτιδα, τη σήψη και την υπερτροφία των οστών, καθώς και για πυώδης πληγές στα νύχια των ποδιών και των χεριών. Ενδείκνυται για την ακμή, τα ιδρωμένα πόδια και για τις χιονίστρες.
Τα φρέσκα φύλλα διώχνουν τα έντομα και προπαντός τους κοριούς.
Ένα απλό έγχυμα φύλλων μπορεί να σκοτώσει ή να απομακρύνει τα μυρμήγκια. Αν αλείψουμε με το έγχυμα αυτό τα άλογα, δεν θα τα πλησιάζουν αλογόμυγες. Επίσης, το βάμμα που φτιάχνεται από τα νωπά φύλλα χρησιμοποιείται εναντίον της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της παθήσεως των αρθρώσεων και της γαστρεντερίτιδας.
Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν τις αντιμυκητιακές και αντισηπτικές τους ιδιότητες.
Τα αποξηραμένα φύλλα, αναμιγμένα με κρασί, χρησιμοποιούνται κατά του ίκτερου. Το γιατρικό των ανθέων συνίσταται για περιόδους μεταβολών, όπως η εμμηνόπαυση.
Το σαρκώδες πράσινο εξωκάρπιο είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο σαν έγχυμα, όπως και το αφέψημα των φύλλων.
Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε τον οπό του φλοιού αυτού αραιωμένο σε στυπτικούς γαργαρισμούς και κατά της πυόρροιας των αμυγδαλών. Συνίσταται ακόμη κατά των διαλειπόντων πυρετών και εξαιτίας της ναφθοκινόνης που περιέχει, του αποδίδεται ενέργεια ερυθραντική επί του δέρματος και θεραπευτική κατά των εκζεμάτων, των κηρίων, των πυοδερματίτιδων, της ψωριάσεως και της φθειριάσεως. Επίσης, αποτελεί τη βάση της «αντιαφροδισιακής πτισάνης του Pollisi» και σε μορφή σκόνης, είναι εκδοριακός, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί των κανθαρίδων. Ο χυμός των φλοιών χρησιμοποιείται με επιτυχία και κατά των κρεατοελιών, ενώ κοπανισμένος (ο φλοιός) βγάζει τους κάλους.
Η λεπτή, κίτρινη μεμβράνη που περιβάλει την ψίχα, σε μορφή σκόνης, αποτελεί θεραπεία για κωλικούς.
Τα καρύδια συνιστώνται στους αδύναμους οργανισμούς, τους φυματικούς, τους σακχαροδιαβητικούς (περιέχουν μικρή ποσότητα υδατανθράκων) και σε πολλές παθήσεις. Το «γλυκό καρυδάκι» είναι αξιοσύστατο για αδύνατους, φυματικούς και αιμοπτοϊκούς, γιατί περιέχει σημαντική ποσότητα δεψικών ουσιών.
Θεωρούνται επίσης, τα κατ’ εξοχήν φάρμακα κατά των δηλητηριάσεων και ως αντίδοτο των ύπουλων ιών και σύμφωνα με τον Hartwell (1967-1971), χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, του ψευδάνθρακα, τους όγκους και ειδικά τον καρκίνο του στήθους, καθώς και για τη θεραπεία τους άσθματος, τον πόνο στην πλάτη, το συφιλιδικό έλκος, τους κωλικούς, την επιπεφυκίτιδα, το βήχα, την καούρα, την εκσπερμάτωση, την ανικανότητα και τους ρευματισμούς.
Είναι εξαιρετικό φάρμακο κατά της υπερπτητικότητας του αίματος.
Η ξερή ψίχα συνίσταται για όλους τους πνευματικά εργαζόμενους καθώς και τους ορειβάτες αθλητές και γενικά τα άτομα που υποβάλλονται σε μεγάλες σωματικές και πνευματικές κοπώσεις.
Το καρυδέλαιο, είναι γνωστό από τον Διοσκουρίδη ως ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο. Το 1916, ο De Surel επιβεβαίωσε τις ανθελμινθικές του ιδιότητες που αυξάνονται με τη συμμετοχή του σκόρδου. Χρησιμοποιείται και ως καθαρτικό. Σταματά επίσης τον πονόδοντο και είναι ευεργετικό στις πληγές και στα χελώνια (6, 7, 12, 13, 16, 17).

7. ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΑ
Το ξύλο της καρυδιάς είναι ανεκτίμητο. Χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία, την ξυλουργική, την ξυλογλυπτική, την οπλοποιία και την τορνευτική. Το ξύλο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα για ρόδες και για σώματα των λεωφορείων.
Ο φλοιός της καρυδιάς και η ρίζα δίνουν ωραία πυρόξανθη ή καστανόχρωμη βαφή για υφάσματα και δέρματα και χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για το βάψιμο των μαλλιών.
Η πράσινη εξωτερική φλούδα της καρυδιάς δίνει πράσινο ωραίο χρώμα που βάφουν τα αυγά της Λαμπρής. Με το φλοιό επίσης του καρπού οι επιπλοποιοί βάφουν το ξύλο των επίπλων με κάρυνο χρώμα. Επίσης, από τον φλοιό παρασκευάζεται ένα τονωτικό και ευστόμαχο ηδύποτο (Ratafia, Ρατάφια).
Το περίφημο λάδι της χρησιμοποιείται εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία της σαπωνοποιίας και της βερνικοποιίας.
Χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την ανάμιξη χρωμάτων με το βερνίκι και ως έλαιο λαμπτήρων. Από 35 κιλά καρυδιών, παράγονται 6 κιλά ξεφλουδισμένα καρύδια, από τα οποία παράγεται 3 κιλά λάδι.
Τα υπολείμματα του καρυδιού, ύστερα από την έκθλιψή τους με την οποία βγαίνει το καρυδέλαιο, είναι πολύ θρεπτικά και χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή.
Ο καρπός της γίνεται ωραιότατο και τονωτικότατο γλυκό που έχει θρεπτική αξία ίση με αυτή του τυριού. Χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες ζαχαρωδών προϊόντων, για αρωματική ουσία και τρώγεται νωπός ή ξηρός, ψημένος ή αλατισμένος.
Με τον άγουρο καρπό της ανακατεμένο, σε αναλογία 2:1, με χυμό από άγουρα σταφύλια ή με καλό ξύδι, μπορεί να παρασκευαστεί ένα επιδόρπιο, ενώ με τα πράσινα φύλλα της καρυδιάς λικέρ.
Από το χυμό της καρυδιάς που είναι άφθονος και διαυγής, ο Γάλλος φαρμακοποιός Banon παρασκεύασε το 1811 ένα άριστο σάκχαρο. Η εργασία της παρασκευής και η αποκρυστάλλωση του σακχάρου του χυμού της καρυδιάς μοιάζει με του σακχάρου του τεύτλου και του καλαμοσάκχαρου (7, 13, 17, 18).

Ενέργεια
Εάν οι αποδόσεις των 7.500 κιλών καρυδιών ανά εκτάριο παρήγαγαν όλο το 65% (63-67%) του λαδιού που περιέχουν, υπάρχει μια πιθανή παραγωγή λαδιού σχεδόν 5000 τόνων το χρόνο, ένας πολύ σημαντικός στόχος, εάν είναι εφικτό.
Μετά από την εξαγωγή της βιταμίνης C και της τανίνης, τα υπολείμματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμη ύλη ή αιθανόλη. Τα κλαδέματα των δέντρων μπορούν να συμβάλουν άλλους 5000 τόνους βιομάζας το χρόνο (17).

8. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ
Τα φύλλα χρησιμοποιούνται παρασκευάζοντας: α) έγχυμα από 15-30 γρ. ψιλοκομμένων φρέσκων φύλλων σε 500 ml νερό με ημερήσια κατανάλωση 2-5 φλιτζάνια, το οποίο χρησιμοποιείται για δερματικά προβλήματα και φλεγμονές των ματιών (πλύσεις), σαν πεπτικό τονωτικό για την ανορεξία.
Χρησιμοποιείται επίσης για το έκζεμα ή για πληγές και εκδορές, β) αφέψημα πρόσφατων και ξερών φύλλων στην ίδια αναλογία, γ) εκχύλισμα, 40-80 εκατοστά του γρ. την ημέρα, δ) αφέψημα και εκχύλισμα εξωτερικής χρήσεως ως λοσιόν (50:1000) για χιονίστρες και κατά των ελκών, ε) σιρόπι με εκχύλιση 35-50 γρ. φύλλων (για ημερησία κατανάλωση), στ) σαν τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και για θεραπεία της διάρροιας μπορούμε να ρίξουμε 2-4 γρ. ξηρά και κονιοποιημένα φύλλα σε 150 γρ. λευκό κρασί και να παραμείνουν 12 ώρες, ζ) κολλύριο από 192 γρ. αφεψήματος φύλλων, 1 γρ. μπελαντόνα και 1 γρ. λάβδανο, η) βάμμα από νωπά φύλλα κατά της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της γαστρεντερίτιδας κ.α., και θ) ως κατάπλασμα για πληγές. Επίσης 100 γρ. φύλλων μπορούν να προστεθούν σε κάθε λουτρό για την καταπολέμηση κυρίως δερματικών παθήσεων.
Από το πράσινο εξωκάρπιο παρασκευάζονται: α) έγχυμα από φρέσκο φλοιό 20 γρ. σε 1 λίτρο νερό, για τη χρόνια διάρροια ή ως τονωτικό για την αναιμία και για την τριχόπτωση με ξέπλυμα των μαλλιών, ενώ σε αναλογία 10 γρ. σε 100 γρ. νερό είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο, β) αφέψημα 32 γρ. φλοιού σε 500 ml νερό, γ) βάμμα με την προσθήκη πράσινων φλοιών σε οινόπνευμα με αναλογία 1:6, 20-30 γρ. τη μέρα και δ) εκχύλισμα με οινόπνευμα.
Από το άγουρο καρύδι παρασκευάζεται α) έλαιο, 2 κουταλιές ελαίου καθημερινά ως συμπληρωματικό της διατροφής, για τις εμμηνορροϊκές διαταραχές ή το ξηρό λεπιδώδες έκζεμα, αλλά και ως κατάπλασμα, β) γλυκό του κουταλιού, και γ) ηδύποτο, όπου μπορούμε να πίνουμε 1 κουταλάκι ημερησίως (πολύ τονωτικό) (5, 6, 7, 13, 19).

9. ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ – ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ
Η καρυδιά και τα προϊόντα της γενικά δεν προκαλούν ιδιαίτερα προβλήματα. Τα φύλλα της μπορεί να είναι επιβλαβή για ευαίσθητα άτομα με αλλεργίες και η γύρη των ανθέων, κοινό αλλεργιογόνο, μπορεί να προκαλέσει πυρετό. Τοξικά προβλήματα στον άνθρωπο δεν έχουν αναφερθεί, παρά μόνο ότι προκαλεί βαθύ ύπνο σε όσους κοιμούνται υπό τον ίσκιο της εξαιτίας της οσμής που εκπέμπει.
Εντούτοις, είναι τοξική σε κάποια φυτά, εξαιτίας της γιουγκλόνης που περιέχει, η οποία είναι η κύρια αλληλοπαθητική χημική που είναι υπεύθυνη για την αναστολή της ανάπτυξης μερικών φυτικών ειδών που φυτρώνουν σε μέρη όπου αυτή βρίσκεται σε μεγάλη συγκέντρωση. Απελευθερώνεται από τις ρίζες της καρυδιάς και επειδή είναι δυσδιάλυτη στο νερό, δεν ταξιδεύει εύκολα στο χώμα, ώστε να είναι γρήγορη η απομάκρυνσή της απ’ αυτό και μπορεί να παραμείνει ενεργή σε αυτό για αρκετά χρόνια αφότου αφαιρεθούν οι καρυδιές. Επηρεάζει κυρίως τις ντομάτες, τις μαύρες σημύδες, το τριφύλλι, τις μηλιές, τα δημητριακά, τα φασόλια, τις πατάτες κ.ά, γι’ αυτό κάποια κηπευτικά είδη δε θα πρέπει να καλλιεργούνται κοντά σε καρυδιές.

10. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ
Το να γνωρίζει κανείς την χρήση των φαρμακευτικών φυτών και να θεραπεύει με τη δύναμη της φύσης, ήταν και εξακολουθεί να είναι εντυπωσιακό από την αρχαιότητα. Αν και υπήρχε πάντα μια διστακτικότητα και αμφιβολία από πολλούς ανθρώπους για τη χρήση τους, κυρίως λόγο άγνοιας, εντούτοις τα φυτά αυτά παίζουν και πάλι σημαντικό ρόλο στη ζωή μας.
Είναι βασικό να αντιληφθεί κανείς ότι τα φαρμακευτικά φυτά μπορούν να είναι και τροφή και φάρμακο μαζί.
Σήμερα οι άνθρωποι, διαπιστώνοντας τις ευεργετικές τους ιδιότητες, τα χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο, είτε με την άμεση χρήση τους, είτε με την παρασκευή φαρμάκων με βάση διάφορα φυτικά συστατικά.
Η καρυδιά είναι ένα δέντρο που μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά στον άνθρωπο με την αξιοποίηση όλων των μερών της και σε συνδυασμό με την επιστήμη να δώσει καλύτερα φάρμακα, μιας και ο φυτικός κόσμος εξακολουθεί ν’ αποτελεί σημαντική πηγή για την ανακάλυψη καινούριων φαρμακευτικών ουσιών, η φύση αποτελεί το μεγαλύτερο φαρμακείο (1, 2, 18).

12. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. http://www.dikaiosnet.gr/dikaios/07Farm_fyta_sel_75_118.doc
2. http://www.likno.gr/about.html
3. http://www.diarlos.gr/samos/herbs/istoriagr.html
4. http://www.etherio.gr/aromatics.html
5. Penelopy Ody, Πλήρης οδηγός φαρμακευτικών βοτάνων, Εκδόσεις Γιαλλέλης, Αθήνα 1994, (σελ. 71).
6. Πρινέα Κ. Ιωάννα, Σφακιανάκης Μ. Ανάργυρος, Βοτανοθεραπευτική, Εκδοτικός Οίκος Κ. Μακρύς, Αθήνα, (σελ. 133-139).
7. Σπύρος Π. Λάμπρος, Τα βότανα και οι θεραπευτικές τους ιδιότητες, Αθήνα 1984, (σελ. 263- 265).
8. http://plants.usda.gov/cgi_bin/plant_profile.cgi?symbol=JURE80
9. Μπαμπαλώνας Δ., Κόκκινη Σ., Συστηματική βοτανική, (σελ. 164, 170)
10. http://www.scs.leeds.ac.uk/cgi_bin/pfaf/arr_html?Jugalns+regia
11. http://bodd.cf.ac.uk/BotDermFolder/BotDermJ/JUGL.html
12. Schauenberg Paul, Paris Ferdinand, Οδηγός των φαρμακευτικών φυτών, Εκδόσεις Μόσχος Γκιούρδας, Αθήνα 1981, (σελ. 202).
13. Ανάσης Σ. Εμμανουήλ, Τα φαρμακευτικά βότανα της Ελλάδας, Αθήνα 1976, (σελ.156-159).
14. http://www.uga.edu/fruit/walnut.htm
15. http://prasino.gr/greek-trees/juglans.htm
16. Ζαχαρόπουλος Μ. Ιγνάτιος, Σύγχρονη πλήρης θεραπευτική με τα βότανα, Εκδόσεις Ψύχαλου, (σελ. 144).
17. http://www.hort.purdue.edu/newcrop/duke_energy/Juglans_regia.html
18. Τρέμπεν Μαρία, Υγεία από το φαρμακείο του Θεού, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2002, (σελ. 38 -39).
19. http://prometheus.telemachos.gr/
schools/usrpages.nsf/0/324dc1375
adcb7e842H256825003d3f6c?
OpenDocument

Βολλέμια

Είναι ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο κωνοφόρο δέντρο της αυστραλίας. Το φυτό αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο και όλος ο πληθυσμός του βρίσκεται συγκεντρωμένος σε μικρή περιοχή και κινδυνεύει άμεσα με εξαφάνιση. Στην διεθνή ένωση για την προστασία της φύσης κατατάσσεται ως κρίσιμα κινδυνεύον. Είναι ένα πολύ αρχαίο είδος φυτού, Κοντινοί συγγενείς του υπήρχαν στην εποχή των δεινοσαύρων. Θεωρείται ζωντανό απολίθωμα.

Πληροφορίες:

Ανακάλυψη και φυσικό περιβάλλον:

Η ανακάλυψη του φυτού έγινε τυχαία. Στις ή περίπου στις 10 Σεπτεμβρίου του 1994, από έναν εργαζόμενο στο εθνικό πάρκο Βολλέμι “wollemi” στα Γαλάζια Όρη της Αυστραλίας, σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του Σύδνεϊ, τον David «Δαβίδ» Noble, ο οποίος συνήθιζε να κάνει περιπάτους και αναρρηχήσεις σ’εκείνες τις περιοχές. Ο Noble εντόπισε σ’ένα απομονωμένο φαράγκι τα παράξενα δέντρα που του έκαναν πολλή εντύπωση και πήρε δείγματα για επιστημονική εξαίταση. Το είδος ήταν άγνωστο. Γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι ανήκει στους αραουκαριίδες, μία οικογένεια κωνοφόρων 200 εκατομμυρίων ετών παλιά. Το δέντρο πήρε το επιστημονικό όνομα «wollemia nobilis”. Μόνο αυτό το είδος βρίσκεται σ’αυτό το γένος. Συγγενή απολιθώματα έχουν βρεθεί στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδια και στην Ανταρκτική. Τα πιο πρόσφατα έχουν ηλικία 2000000 ετών. Μετά το φυτό εξαφανίστηκε από το απολιθωματικό αρχείο.

Ο πληθυσμός των δέντρων είναι πολύ μικρός. Λιγότερα από 100 ενήλικα και περισσότερα νεαρότερα άτομα υπάρχουν σε τρεις περιοχές, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Σύμφωνα με γενετικές εξαιτάσεις, όλα τα φυτά είναι σχεδόν γενετικά ταυτόσημα. Αυτό σημαίνει ότι το φυτό έχει πολύ μικρή γενετική ποικιλότητα, δεν υπάρχουν μεταλλάξεις, δεν εξελίσσεται, άρα είναι περισότερο ευάλωτο στην εξαφάνιση.

Περιγραφή: Η βολλέμια είναι ένα αειθαλές, κωνοφόρο δένδρο που στο φυσικό του περιβάλλον τα ψηλότερα φτάνουν σε ύψος τα 40 μέτρα με διάμετρο κορμού το 1 μέτρο. Η Κορυφή τους έχει πλάτος 3 μέτρα. Σε συνθήκες καλλιέργειας, έξω από το φυσικό τους περιβάλλον και τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες του φτάνουν σε ύψος έως τα 20 μέτρα. Το φυτό έχει και αρκετά παράξενα χαρακτηριστικά. Ο φλοιός του είναι φυσαλιδωτός και αυτό το στοιχείο περιορίζεται μόνο σ’αυτό το είδος των αραουκαριιδών. Έχει επίσης τη δυνατότητα να πρεμνοβλαστάνει εύκολα από τη βάση του κορμού. Αυτός είναι ο λόγος που τα δέντρα στη φύση φαίνεται να έχουν πολλούς κορμούς με κοινό ριζικό σύστημα. Λόγω αυτής της δυνατότητας, η καταμέτρησή τους και ο υπολογισμός της ηλικίας τους είναι δύσκολος. Το χαρακτηριστικό αυτό προστατεύει τα δέντρα από πυρκαγιές, κεραυνούς και δυνατούς ανέμους, αλλά στο σημερινό τους περιβάλλον δεν υπάρχουν τέτοιες απειλές. Ίσως στο παρελθόν το είδος έπρεπε να τις αντιμετωπίσει. Ο τρόπος διακλάδωσης είναι παρόμοιος με άλλα είδη των αραουκαριιδών. Το φυτό παράγει πλευρικά κλαδία, τα οποία συνήθως δεν διακλαδίζονται περαιτέρω. Το κλαδί, μετά από μερικά χρόνια ανάπτυξης ή θα σταματήσει την ανάπτυξή του, θα ξεραθεί και θα πέσει ολόκληρο, όπως συμβαίνει και σε άλλους αραουκαριίδες ή θα παραγάγει στο τέλος του κώνο, αρσενικό ή θηλυκό και μετά το πέρας της ωρίμανσης του κώνου θα ξεραθεί και θα πέσει. Νέα κλαδιά θα βλαστήσουν από λανθάνοντα μάτια που βρίσκονται στον κύριο κορμό. Σε σπάνιες περιπτώσεις, ένα κλαδι μπορεί να γυρίσει προς τα επάνω και να συμπεριφερθεί ως δευτερεύων κορμός. Τα φύλλα του είναι επίπεδα γραμμωτά, 3-8 εκατοστά σε μήκος και 2-5 χιλιοστά σε πλάτος. Είναι σπιρωειδώς διατεταγμένα στον βλαστό, αλλά οι βάσεις τους γυρίζουν και  τα φύλλα προσανατολίζονται σε επίπεδες σειρές καταμήκος του βλαστού, δύο σε κάθε πλευρά. Αυτός ο σχηματισμός βοηθά το φυτό να χρησιμοποιεί καλύτερα την ηλιακή ακτινοβολία. Τα μάτια των νέων βλαστών προστατεύονται από το κρύο με κηρώδη ουσία. Τα νεαρά φύλλα που εμφανίζονται την άνοιξη και το καλοκαίρι έχουν ανοιχτότερο πράσινο χρώμα από τα παλαιότερα. Οι θηλυκοί κώνοι είναι πράσινοι, 6-12 εκατοστά σε μήκος και 5-10 εκατοστά σε πλάτος. Ωριμάζουν σε 18-20 μήνες μετά την επικονίαση και διαλύονται για να απελευθερώσουν τους σπόρους. Οι αρσενικοί κώνοι είναι λεπτοί, επιμήκεις, κωνικοί 5-11 εκατοστά σε μήκος και 1-2 εκατοστά σε πλάτος. Οι θηλυκοί τείνουν να εμφανίζονται στα ανώτερα κλαδιά του φυτού, ενώ οι αρσενικοί στα κατώτερα. Αυτό το χαρακτηριστικό εξελίχθηκε για να αποφευχθεί όσο δυνατόν περισσότερο η αυτεπικονίαση. Τα θερμά ρεύματα αέρος μεταφέρουν τη γύρη προς τα πάνω και τη διασκορπίζουν σε μεγάλη απόσταση, σε θηλυκούς κώνους άλλων φυτών.  Στη σημερινή κατάσταση όμως, με την σχεδόν μηδενική γενετική ποικιλότητα, αυτεπικονίαση και ετεροεπικονίαση έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

Καλλιέργεια:

Η βολλέμια είναι ένα εξαιρετικά ευπροσάρμοστο κωνοφόρο. Ανέχεται ένα μεγάλο εύρος συνθηκών. Μπορεί να αναπτυχθεί και στον απ’ευθείας ήλιο, αλλά και σε μέτρια σκιά, ανέχεται υψηλές θερμοκρασίες έως 45 βαθμούς Κελσίου και χαμηλές έως -12. Μπορεί να καλλιεργηθεί και σε γλάστρα και στο έδαφος.

Οι καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξή του είναι απ’ευθείας ηλιακό φως, θερμοκρασίες από -5 έως 40 βαθμούς Κελσίου και έδαφος αμμώδες, με καλή αποστράγγιση και ελαφρώς όξινο πη 5.5-6.

Τοποθεσία: Αγαπούν τον απ’ευθείας ήλιο. Αν το φυτό βρίσκεται σε γλάστρα, μπορεί να τοποθετηθεί σε μία ηλιόλουστη θέση στο μπαλκόνι ή σε αυλή ή σε εσωτερικό χώρο κοντά σε παράθυρο. Με λιγότερη ποσότητα φωτός αναπτύσσεται πιο αργά. Τα δέντρα που βρίσκονται στο έδαφος δεν θα πρέπει να φυτευθούν σε σκιερό σημείο.

Πότισμα: Ρυθμίζεται ανάλογα με την εποχή. Περισσότερο στην εποχή της ανάπτυξης και ειδίως το καλοκαίρι, λιγότερο το χειμώνα. Είναι απαραίτητο το χώμα να έχει στεγνώσει έως ένα βάθος μέχρι το επόμενο πότισμα. Δεν θα πρέπει ποτέ να μένει περίσσιο νερό στο πιατάκι, ούτε το χώμα να είναι συνεχώς κορεσμένο, επειδή αυτό θα οδηγήσει σε σήψη των ριζών. Για τα φυτά που βρίσκονται στο έδαφος θα πρέπει να ποτίζονται αρχικά μέχρι να προσαρμοστούν και αρχίσουν να αναπτύσσονται και μετά ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Τα μεγάλα δέντρα θα χρειαστούν πότισμα μόνο σε ξηρασία.

Κλάδεμα: Είναι πολύ ανεκτικά στο κλάδεμα και μπορούν να ξαναβλαστήσουν ακόμα και αν όλος ο κορμός κοπεί. Και οι κορυφές και τα πλευρικά κλαδιά μπορούν να κοπούν για καλύτερο σχήμα. Θα πρέπει να γίνεται καλύτερα το χειμώνα, πριν το φυτό αρχίσει να αναπτύσσεται. Νέα μάτια θα εμφανιστούν λίγο πιο κάτω από το κομμένο σημείο. Τα κλαδιά είναι αρκετά ευλύγιστα  και δεν καταστρέφονται εύκολα στους δυνατούς ανέμους.

Φύτεμα: Το φύτεμα ή η μεταφύτευση του σε μεγαλύτερη γλάστρα καλύτερα να γίνονται την άνοιξη, όταν το φυτό αρχίζει να αναπτύσσεται και οι θερμοκρασίες είναι μέτριες. Η ανάπτυξη των ριζών του δεν είναι υπερβολικά γρήγορη, άρα δε χρειάζεται τακτικές μεταφυτεύσεις.

Λίπανση: Κατά την εποχή της ανάπτυξης με λίπασμα αργής απορρώφησης χαμηλό σε φώσφορο. Το έδαφος της Αυστραλίας είναι φτωχό σε φώσφορο και τα περισσότερα φυτά της έχουν προσαρμοστεί σ’αυτές τις συνθήκες. Λίπανση πιο συχνά για τα φυτά που βρίσκονται σε γλάστρες.

Ασθένειες: Δεν προσβάλλεται από πολλές ασθένειες ή έντομα. Ο χειρότερος εχθρός του είναι ο ωομύκητας phytophthora sinnamomi.

Ανάπτυξη: Τα φυτά σε γλάστρα μπορούν να διατηρηθούν για αόριστο χρονικό διάστημα. Τα φυτά στο έδαφος, αν βρίσκονται στις ιδανικές συνθήκες, μπορούν να μεγαλώσουν πολύ γρήγορα. Ένα νεαρό δένδρο μπορεί να ψηλώνει έως και 50 εκατοστά τα πρώτα χρόνια. Ένα μεγαλύτερο μπορεί να ψηλώνει και κατά 1 μέτρο το χρόνο. Το φυτό μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα. Πολλές παράμετροι επειρεάζουν την ανάπτυξή του. Το λίγο φώς, το λίγο νερό, η έλλειψη θρεπτικών συστατικών και το μικρό μέγεθος γλάστρας μπορούν να την περιορίσουν.

Πολλαπλασιασμός: Είναι δυνατό να πολλαπλασιαστούν από σπόρο, αλλά ο πιο εύκολος τρόπος είναι με μοσχεύματα. Μοσχεύματα βλαστών με το άκρο τους σε φάση ανάπτυξης κόβονται και φυτεύονται σε δοχία με υγρή άμμο. Για να ριζώσουν καλύτερο είναι να χρησιμοποιείται ορμόνη ριζοβολίας. Σε 6 περίπου μήνες, αν έχουν βγάλει ρίζες, θα πρέπει να μεταφερθούν σε δοχία με το τυπικό μείγμα χώματος, αλλά με περισσότερα θρεπτικά στοιχεία, έως ότου να έχουν αναπτυχθεί και δυναμώσει περισσότερο. Μετά μπορούν να φυτευθούν κάπου αλλού. Όπως και με άλλα κωνοφόρα, τα μοσχεύματα που θα ληφθούν από κορυφή θα δόσουν ένα κανονικά αναπτυσσόμενο δέντρο προς τα πάνω, ενώ αυτά που λαμβάνονται από πλευρικούς βλαστούς θα παραγάγουν ένα φυτό που απλώνεται κατά πλάτος με ακανόνιστο σχήμα.

Προστασία:

Λόγω της σπανιότητάς του, του μικρού του βιοτόπου και της αξίας του, το δέντρο αυτό κινδύνευε από παράνομους συλλέκτες. Για να αποφευχθεί η καταστροφή αυτών των τελευταίων δέντρων του είδους, αναπτύχθηκε στην Αυστραλία πρόγραμμα καλλιέργειας και προώθησης αυτού του φυτού παγκοσμίως. Από το 2001 σ’ένα φυτώριο της Αυστραλίας άρχισαν να παράγονται φυτά βολλέμιας. Τα πρώτα που εξήχθησαν στάλθηκαν σε βοτανικούς κήπους για επιστημονικούς σκοπούς. Ο βοτανικός κήπος του πανεπιστημίου της Βιέννης είχε την πρώτη Βολλέμια που ήρθε στην Ευρώπη. Πρώτη φορά η βολλέμια εκτέθηκε σε κοινό στην Ελάδα! Το 2006, την άνοιξη στην 52η ανθοκομική έκθεση της Κηφισιάς, δύο φυτά βολλέμιας εκτέθηκαν, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2006 η διακίνηση και το ελευθερο εμπόριο της βολλέμιας έχει επιτραπεί σε όλον τον κόσμο και μπορεί όποιος θέλει να την αποκτήσει. Παρόλα αυτά, το φυτό παραμένει αρκετά δυσεύρετο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της ελληνικής βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής wikipedia

σελίδα για τη βολλέμια

σελίδα για τη βολλέμια 2

καλλιέργεια

καλλιέργεια 2

πληροφορίες και καλλιέργεια

άρθρο για τη βολλέμια

η βολλέμια στην Ελλάδα

wollemia nobilis

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers