Tag Archive: Βόρεια Αμερική


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

Advertisements

Από:
Tromaktiko

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015
Ο άνδρας που έκανε κουπί από τις ΗΠΑ ως την Αυστραλία!

Την επίτευξη του εξαιρετικά δύσκολου στόχου του πανηγύρισε ο 53χρονος John Beeden: έγινε ο πρώτος άνθρωπος που… έφτασε στην Αυστραλία ξεκινώντας από τη Βόρεια Αμερική και διασχίζοντας κωπηλατώντας μόνος του τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ο Βρετανός πάτησε στεριά ύστερα από 209 ημέρες στη θάλασσα, βγαίνοντας στο Cairns του Κουίνσλαντ το Σάββατο. Είχε διανύσει 7400 ναυτικά μίλια από την 1η Ιουνίου που είχε ξεκινήσει το ταξίδι του από το Σαν Φρανσίσκο.

Ο Beeden έχει στο παρελθόν διασχίσει τον Ατλαντικό κωπηλατώντας, κάτι που του πήρε 53 ημέρες, και θεώρησε πως ο Ειρηνικός θα ήταν μια εξαιρετική πρόκληση.

Αρχικά είχε προγραμματίσει να ολοκληρώσει το ταξίδι του το Νοέμβριο αλλά ο καιρός το παράτεινε κατά τρεις μήνες.

«Υπήρχαν στιγμές που πίστευα πως δεν μπορώ άλλο. Όταν ο καιρός με έσπρωχνε εκατοντάδες μίλια πίσω», περιέγραψε ο ίδιος.

Αποκάλυψε πως βρέθηκε πολύ κοντά στο να τα παρατήσει ενώ βρισκόταν σε απόσταση μόλις 54 μιλίων από το λιμάνι του Cairns, τα Χριστούγεννα, επειδή ο καιρός δεν τον άφηνε να προσεγγίσει το στόχο του.

«Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πως ο Ειρηνικός θα ήταν τόσο δύσκολος», εξομολογήθηκε.

Στο διάρκειας 7 μηνών ταξίδι του έχασε πάνω από 11 κιλά παρότι φρόντιζε να καταναλώνει 4000 θερμίδες την ημέρα.

Βέβαια τις 15 ώρες της ημέρας κωπηλατούσε. «Κάθε ημέρα ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Ήταν 10,15, 100 φορές πιο δύσκολο από ό,τι νόμιζα», πρόσθεσε, «δεν ήταν το ρεκόρ που με ενδιέφερε. Διέσχισα τον Ατλαντικό πριν τρία χρόνια και όχι πως ήταν εύκολο αλλά δεν πιέστηκα όσο περίμενα κι έτσι αναζήτησα μια πιο μεγάλη πρόκληση».


O. ornatus ξεδιπλώνεται από στάση ανάπευσης


O. ornatus εν κινήσει


αδρανοποιημένος O. ornatus Αγνοήστε την ημερομηνία, το κινητό είχε απορρυθμιστεί.

Τις χιλιοποδαρούσες τις ξέρω από πολύ παλιά. Στο Χωριό μου τις συναντούσα σε μεγάλους αριθμούς, το βράδυ συνήθως, να κινούνται αργά πάνω σε μεγάλα δέντρα με κουφάλες ή σε υγρούς τοίχους. Ξέρω το σχήμα τους, το χρώμα τους, τη μυρωδιά τους, την τάση να γίνονται μπαλίτσες όταν απειλούνται και την ικανότητά τους να κινούνται για λίγο ακόμα κι αν έχουν κοπεί στη μέση! Έπειτα έμαθα για εξωτικά είδη που μπορούν να γίνουν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μας, όπως το μεγαλύτερο παγκοσμίως αφρικανικό είδος Archispirostreptus gigas, που μπορεί να φτάσει τα 30 εκατοστά και παραπάνω! Γι’αυτό, καθώς και για παρόμοια τροπικά είδη, είχα γράψει παλαιότερα εδώ ένα άρθρο. Από τότε λοιπόν που έμαθα για το συγκεκριμένο είδος, έψαχνα γι’αυτό, γιατί θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να έχω ένα τέτοιο μυριάποδο που θα ήταν πολλαπλάσιο σε μέγεθος των δικών μας. Γενικώς με εντυπωσιάζουν τα γιγάντια αρθρόποδα κα΄θε τάξου. Δυστυχώς όμως ήταν αδύνατον να βρεθεί. Βρήκα ωστόσο ένα άλλο, πάλι αρκετά μεγάλο είδος της ίδιας οικογένειας, το οποίο πρόσθεσα στη συλλογή μου, τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου ή του Τέξας (Orthoporus ornatus).
Θα πρέπει να πω ώμος πρώτα λίγα λόγια επιγραμματικά για τις χιλιοποδαρούσες, σε περίπτωση που το άρθρο μου γι’αυτές σας φαίνεται μεγάλο. Οι χιλιοποδαρούσες είναι η ομοταξία των διπλόποδων στην υποσυνομοταξία των μυριάποδων, κι έλαβαν το όνομα αυτό από το γεγονός ότι τα περισσότερα τμήματα του σώματός τους είναι στην πραγματικότητα συνενωμε΄να ανά δύο (διπλοτμήματα), με αποτέλεσμα κάθε τμήμα να φαίνεται πως έχει δύο ζευγάρια ποδιών. Το χαρακτήρα αυτόν τον μοιράζονται με τα ολιγόποδα, μικρά μυριάποδα του εδάφους, τα οποία είναι και οι πλησιέστεροι συγγενείς τους. Οι πιο γνωστές σαρανταποδαρούσες (χειλόποδα) είναι πιο μακρινοί συγγενείς, και δε θα πρέπει να συγχέονται με τις χιλιοποδαρούσες, γιατί οι μεν είναι γρήγορες, σαρκοφάγες, δηλητηριώδεις και οι μεγαλύτερες επιθετικές, ενώ΄οι δε είναι αργοκίνητες, χορτοφάγες και αβλαβείς, με άμυνα χημικές εκρίσεις που σπάνια επηρεάζουν τον άνθρωπο. Παρά το όνομά τους, καμία χιλιοποδαρούσα δεν έχει χίλια πόδια. Τα διπλόποδα έχουν ιστορία 420 εκατομμυρίων ετών, και ίσως μεγαλύτερη κάνοντάς τα μία από τις πρώτες ομάδες ζώων που αποίκησαν την ξηρά, και σήμερα αριθμούν περί τα 12.000 είδη ταξινομημένα σε 16 τάξεις και 140 οικογένειες, και πιθανότατα υπάρχουν πολλά περισσότερα άγνωστα είδη. Η ομοταξία χωρίζεται στις δύο αρτίγονες υφομοταξίες των πενικιλωτών και των χειλόγναθων. Τα πενικιλωτά (Penicillata) σήμερα περιλαμβάνουν μόνο μία τάξη, τα πολυξενίδια, με χιλιοποδαρούσες πλησιέστερες στην προγονική μορφή, οι οποίες έχουν μαλακό εξωσκελετό και γονιμοποίηση με εξωτερική μεταφορά των σπερματοφόρων σάκων. Τα σημερινά είδη καλύπτονται με τριχίδια, τα οποία σε κάποια είδη αποσπώνται και μπλέκουν τα μυρμήγκια όταν αυτά επιτίθενται στη χιλιοποδαρούσα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρθροπλευριδίων (Arthropleuridea), η οποία περιελάμβανε και το γένος Arthopleura της Λιθανθρακοφόρου με τα μεγαλύτερα χερσαία αρθρόποδα (γύρω στα 2,6 μέτρα) είναι πλησιέστερη στα πενικιλωτά. Τα χειλόγναθα (Chilognatha) έχουν εξωσκελετό ενδυναμωμένο με ανθρακικό ασβέστιο και δευτερογενή αναπαραγωγικά όργανα στα αρσενικά τα οποία μεταφέρουν τους σπερματοφόρους απευθείας στο θηλυκό, και χωρίζονται σε δύο ανθυπομοταξίες, τα πενταζώνια (Pentazonia), με κοντόχοντρο σώμα και ικανότητα πλήρους συσφαιροποίησης σε πολλά είδη, και τα ελμυνθόμορφα (Helminthomorpha), με σκωληκοειδές γενικώς σχήμα, τα οποία είναι και τα πλέον επιτυχημένα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρχιπολύποδων (Archipolypoda), στην οποία ανήκουν πολλές χιλιοποδαρούσες του πρώιμου Παλαιοζωικού, καθώς και τα πρώτα γνωστά ήδη, είναι πλησιέστερη στα χειλόγναθα, οπότε ο διαχωρισμός των δύο αυτών κλάδων θα πρέπει να είχε γίνει πριν τα πρώτα γνωστά απολιθώματα.
Μία τυπική ελμινφόμορφη χιλιοποδαρούσα έχει κυλινδρικό σχήμα, αν και πολλές έχουν εξελίξει παρανώτα, πλάγιες προεκτάσεις του εξωσκελετού που τις δίνουν πιο πεπλατυσμένη μορφή. Το κεφάλι είναι μικ΄ρο με δύο μικρές κεραίες, στοματικά εξαρτήματα που αποτελούνται από γνάθους και γναθοχειλάριο, δύο όργανα Tömösváry , τα οποία βρίσκονται πίσω και πλευρικά των κεραιών και μετρούν την υγρασία, και δύο απλοποιημένα μάτια αποτελούμενα από συγκέντρωση οματιδίων. Το αμέσως επόμενο τμήμα είναι ο αυχένας, ο οποίος είναι άποδος, Ακολουθούν έπειτα τρία απλοτμήματα με ένα ζεύγος ποδιών, όπου στο τρίτο βρίσκεται και το ζεύγος των αναπαραγωγικών οργάνων. Είναι δύο οπές και για τα δύο φύλα, με τα θηλυκά να έχουν εσωτερικά αποδέκτες σπέρματος (αιδοία) και τα αρσενικά σε πολλά είδη πέη που μεταφέρουν το σπέρμα στα γονοπόδια. Πίσω απ’αυτά τα τμήματα, που καλούνται και θώρακας, αν και δεν αντιστοιχούν επακριβώς με το θώρακα των εντόμων, ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα με τα διπλοτμήματα, που καταλήγει στο τέλσον, όπου βρίσκεται και ο πρωκτός. Κάθε διπλοτμήμα φέρει δύο ζεύγη άκρων, αναπνευστικών πόρων πάνω από τα άκρα και οζόπορων πιο πάνω, οι οποίοι εκκρίνουν αμυντικές χημικές ουσίες. Στο έβδομο διπλοτμήμα τα αρσενικά φέρουν ένα ή δύο ζεύγη γονοποδίων, τα οποία παίρνουν τους σπερματοφόρους σάκους από τα αναπαραγωγικά όργανα και τους μεταφέρουν στα αντίστοιχα του θηλυκού, και το σχήμα τους έχει ταξινομική σημασία. Στα πενταζώνια τα πόδια αυτά βρίσκονται στο τέλος του σώματος, γι’αυτό λέγονται και τελοπόδια. Τα πόδια στις χιλιοποδαρούσες βρίσκονται κάτω απ’το σώμα, ώστε να δίνουν περισσότερη δύναμη για το σκάψιμο, και η επιφάνεια του σώματος είναι συνήθως λεία για να γλιστρά στο έδαφος. Εσωτερικά έχουν τη δομή ενός τυπικού αρθροπόδου, με το νευρικό σύστημα στην κάτω πλευρά, την καρδιά στην πάνω και το πεπτικό σύστημα στη μέση, ενώ δύο μαλπιγκιανοί σωληνίσκοι στη μέση του σώματος αποτελούν το ουροποιητικό σύστημα. Το μυικό σύστημα επενδύει μεγάλο μέρος του εσωτερικού του εξωσκελετού και των άκρων. Ο εγκέφαλος, όπως και στα υπόλοιπα αρθρόποδα, είναι μια συνένωση κεφαλικών γαγγλίων και στη συγκεκριμένη περίπτωση πολύ μικρός, εντούτοις, παρά τη φαινομενική απλή συμπεριφορά τους, οι χιλιοποδαρούσες μπορούν να σκάψουν αρκετά περίπλοκες σύραγγες κάτω απ’το έδαφος.
Οι περισσότερες χιλιοποδαρούσες ζουν στο έδαφος, στο στρώμα των πεσμένων φύλλων, κάτω απ’το φλοιό μεγάλων δέντρων, σε σάπιο ξύλο, ή σε υγρές πέτρες και σπήλαια. Μπορεί να συγκεντρωθούν σε μεγάλους αριθμούς και κινούνται αργά. Όταν απειληθούν, συνήθως συσπειρώνονται σφιχτά, προτάσσοντας το σκληρό εξωσκελετό τους προς τα έξω και προστατεύοντας τα πόδια τους μέσα, ενώ μπορεί να εκκρίνουν αμυντικό υγρό που περιέχει δύσοσμες βενζοκινόνες, φαινο΄λες, τερπενοειδή, αλκαλοειδή ή και υδροκυάνιο σε κάποια είδη. Συνήθως έχουν σκούρο κάφε ή μαύρο χρώμα, αν και οι πιο τοξικές μπορεί να προειδοποιούν με πιο έντονα χρώματα. Το είδος Aulacobolus rubropunctatus για παράδειγμα, που εκτινάσσει κυανιούχες ενώσεις, έχει ερυθρά στίγματα. Οι εκρίσεις αυτές συνήθως δεν επηρεάζουν σημαντικά τα σπονδυλωτά πέρα από λίγη ενόχληση ή και ερεθισμό, μπορούν ωστόσο να σκοτώσουν αρκετά σαρκοφάγα έντομα, όπως μυρμήγκια, δηλητηριάζοντάς τα ή καίγοντας τον εξωσκελετό τους.
Το είδος Orthoporus ornatus (στολισμένος ορθόπορος) ανήκει στην οικογένια των σπειροστρεπτιδών (Spirostreptidae) και στην τάξη των σπειροστρεπτιδίων (Spirostreptida), όπως και ο Archispirostreptus gigas. Το γένος του περιλαμβάνει περί τα 80 είδη, που εξαπλώνονται από το νότιο άκρο της Βόρειας Αμερικής μέχρι την Αργεντινή. Το είδος O. ornatus πιθανότατα πρόκειται για σύμπλεγμα, το οποίο μπορεί να διασπαστεί σε περισσότερα είδη στο μέλλον. Αυτό το είδος μαζί με τον Archispirostreptus syriacus της Μέσης Ανατολής, είναι οι μεγαλύτερες χιλιοποδαρούσες που έχουν προσαρμοστεί για ερημική διαβίωση, όπου επιβιώνουν σε υγρά μικροενδιαιτήματα.
Παρά την ευρεία διάδοση του είδους και τις πολλές ονομαστικές αναφορές γι’αυτό στο Διαδίκτυο, με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε ουσιώδεις πληροφορίες, οι οποίες δυστυχώς είναι σκορπισμένες σε πολλά άρθρα. Εγώ τις περισσότερες πληροφορίες για το είδος τις έχω πάρει από επιστημονικές μελέτες, οι οποίες ωστόσο δεν καλύπτουν όλες τις πλευρές του είδους – για παράδειγμα δεν έχω βρει πολλά σχετικά με την αναπαραγωγή, αλλά σε σχέση με άλλες χιλιοποδαρούσες εξακολουθεί να είναι αρκετά μελετημένο είδος, και λόγω της ύπαρξής του στις ΗΠΑ και λόγω της μοναδικής του βιολογίας ως ερημόβιου μυριάποδου.
Το είδος απαντά στην έρημο Σονόρα και Τσιουάουα, και στις ΗΠΑ μπορεί να βρεθεί στις πολιτείες της Αριζόνας, του Νέου Μεξικού και του Τέξας, ενώ στο Μεξικό στις βόρειες περιοχές μέχρι το Σαν Λουίς Ποτοσί. Τα άτομα κυμαίνονται σε μήκος από 7 έως 15 εκατοστά, με συνηθέστερα τα 10 εκατοστά, και στους περισσότερους πληθυσμούς έχουν καφέ χρώμα. Εντυπωσιακότερα είναι τα άτομα του πληθυσμού του Τέξας, με εναλλασσόμενες καφέ και πορτοκαλί ζώνες και μέσο μέγεθος στα 13 εκατοστά, τα οποία είναι αυτά που κυκλοφορούν στο εμπόριο κι έχω κι εγώ. Είναι τυπικές κυλινδρικές χιλιοποδαρούσες χωρίς μεγάλες μακροσκοπικές διαφορές από τις συνήθεις πέρα από το μέγεθος. Το κεφάλι τους είναι μικρό και οι κεραίες βρίσκονται δίπλα στα όργανα Τομοσβάρι. Το αρσενικό ξεχωρίζει απ’το θηλυκό κατά την ενηλικίωση από το κενό που έχει στο έβδομο διπλοτμήμα, όπου βρίσκονται τα μαζεμένα γονοπόδιά του.
Οι χιλιοποδαρούσες αυτές ζουν σε υγρά μικροκλίματα των ερήμων, συνήθως σε μέρη με βλάστηση. Λόγω του αντίξοου κλίματος, στη φύση δραστηριοποιούνται μόνο για τέσσερις μήνες, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο. Όλο το υπόλοιπο έτος το περνούν αδρανοποιημένες υπογείως σε τρύπες που σκάβουν μόνες τους. Είναι καλοί σκαφείς, με ικανότητα σκαφής ακόμα και σε σκληρά αργιλώδη εδάφη, αλλά δε σκάβουν σε κορεσμένο έδαφος. Η τυπική μορφή της σύραγγας είναι ένας σχεδόν κατακόρυφος σωλήνας μ’ένα θάλαμο στον πυθμένα. Η έκδυση του εξωσκελετού προηγείται της ετήσιας δραστηριότητας, οπότε η χιλιοποδαρούσα, κουλουριασμένη αραιά σ’έναν υπόγειο θάλαμο, ανοίγει το μπροστινό μέρος του εξωσκελετού και βγαίνει αργά από μέσα του, τον οποίον έπειτα τρώει για ν’ανακτήσει τα χαμένα θρεπτικά συστατικά και το ασβέστιο. Μετά την έκδυση ο μεταβολισμός της ανεβαίνει και βγαίνει στην επιφάνεια για να τραφεί. Τρέφεται με νεκρή οργανική ύλη και φλοιό από ποικιλία φυτών, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θαμνώδη ερημόβια φυτά όπως εφέδρα (Ephehdra sp), μεσκίτε (Prosopis sp), ρητινώδη θάμνο (Laria tridentata), κάκτους του γένους Opuntia κλπ, ενώ σπανιότερα τρώει και νωπά μέρη φυτών και καρπούς. Τρέφεται επίσης με χώμα, άμμο και χαλικάκια καθώς κινείται, τα οποία βοηθούν στη μετακίνηση των τροφών και μπορεί να περιέχουν οργανική ύλη, καθώς και με τμήματα από νεκρά έντομα περιστασιακά. Το είδος τρέφεται μόνο σε υγρό έδαφος. Όπως κι άλλα φυτοφάγα ζώα, διαθέτει συμβιωτικά βακτήρια στο πεπτικό της σύστημα τα οποία διασπούν την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Η κυτταρίνη και η ημικυτταρίνη διασπώνται στο μέσο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ενώ η πηκτίνη στο πίσω. Ως σαπροφάγο φυτοφάγο επομένως, παίζει μεγάλο ρόλο στην ανακύκλωση της νεκρής φυτικής ύλης στο ερημικό οικοσύστημά του. Το είδος δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί και το απόγευμα, αλλά συχνά κινείται και τη νύχτα, ενώ σε βροχερές μέρες μπορεί να παραμείνει δραστήριο όλη τη μέρα. Κινείται στην επιφάνεια του εδάφους, ή σκαρφαλώνει σε ψυλότερα μέρη και θάμνους. Οι θερμοκρασιακές αντοχές του είδους είναι πολύ μεγάλες, με κανονική δραστηριότητα μέχρι τους 35,5 βαθμούς Κελσίου, οπότε επιστρατεύει θερμορρυθμιστικές συμπεριφορές για ν’αποφύγη την υπερθέρμανση, όπως τη διαφυγή κάτω απ’τη γη, τις πέτρες ή την πυκνή βλάστηση, ή την αναρρίχηση σε ψυλότερους θάμνους και την αλλαγή της στάσης του σώματος εκεί ανάλογα με τη θερμοκρασία. μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτό το κρίσιμο σημείο, η δραστηριότητα ξαναξεκινά. Η αντοχή τουεπίσης στην αφυδάτωση είναι μεγαλύτερη από τα περισσότερα διπλόποδα, ενώ επανυδατώνεται ευκολότερα από άλλα είδη. Έχουν βρεθεί μικροδίαυλοι και μικροπόροι στην εφυμενίδα του που ίσως συνδέονται με αδένες που παράγουν υδατοστεγή λιπίδια όπως στα έντομα, τα οποία αν βρεθούν θα είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις υδατοστεγούς εφυμενίδας στα μυριάποδα. Όπως τα περισσότερα διπλόποδα, δε μπορεί να κλείσει τις τραχείες του, αλλά συγγενικό είδος μπορεί να περιορίσει την απώλια νερού πιέζοντας τα διπλοτμήματα και τους γοφούς των ποδιών ώστε να κλείσουν οι τραχείες όσο γίνεται, οπότε πιθανότατα να το κάνει κι αυτό. Προσλαμβάνει νερό από το έδαφος και την τροφή κατά τη δραστήρια περίοδο, και από το έδαφος κατά την αδρανή περίοδο. Σε περίπτωση ξηρασίας κατά τη δραστήρια περίοδο, κρύβεται κάτω απ’το έδαφος, κι επανεμφανίζεται μετά της βροχές. Για την αναπαραγωγή, πέραν του ότι τα ωάρια ωριμάζουν το φθινόπωρο και τα μικρά εμφανίζονται την άνοιξη, λίγα άλλα έχω βρει. Περιστασιακά το είδος φτάνει σε τεράστιες συγκεντρώσεις, που μπορεί να κατακλύσουν ακόμα και δρόμους, και πιθανολογείται ότι αυτό έχει να κάνει με την αναπαραγωγή του. Το ζευγάρωμα γίνεται όπως σ’όλα τα ελμινθόμορφα, με το αρσενικό και το θηλυκό αντικριστά και το μπροστινό μέρος του σώματός τους σηκωμένο, ώστε να μπορεί το αρσενικό να γονιμοποιήσει το θηλυκό με τα γονοπόδιά του. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες όσον αφορά τα αυγά, αλά πολλές χιλιοποδαρούσες τα προστατεύουν, είτε κάτω από πέτρες, σε θαλαμίσκους στο έδαφος ή μέσα στα περιττώματά τους όπως ο A. gigas. Τα μικρά, όπως σ’όλα τα διπλόποδα, διαφέρουν αρκετά από τα μεγαλύτερα άτομα, με εμφάνιση προνύμφης σκαθαριού. Είναι μικροσκοπικά και λευκωπά με το κεφάλι, τον αυχένα και τα τρία απλοτμήματα όπως στο μεγαλύτερο άτομο, αλλά μετά τα 4 αρχικά διπλοτμήματα είναι άποδα, οπότε είναι εξάποδα. Κατά τις επόμενες διαδοχικές εκδύσεις του εξωσκελετού, πόδια εμφανίζονται στα διπλοτμήματα, και νέα διπλοτμήματα προστίθενται πριν το τέλσον. Προφανώς όπως και σ’άλλες μεγάλες χιλιοποδαρούσες, τα μικκρά χρειάζονται κάποια χρόνια μέχρι ν’αποκτήσουν το τελικό τους μέγεθος. Η διάρκεια ζωής του είδους δίνεται ως πάνω από 10 χρόνια. Στη φύση έχει πολλούς εχθρούς, που το τρώνε παρά τη χημική άμυνά του. Εξαιτίας του ξηρού κλίματος και του μεγάλου τους πληθυσμού, τα κελύφη των νεκρών ατόμων είναι συχνά, τα οποία ασπρίζουν στον ήλιο σαν τα κοχύλια στην παραλία. Δεν έχω βρει πληροφορίες όσον αφορά τους μύθους, τις παραδόσεις ή την παραδοσιακή του χρήση από πληθυσμούς Ινδιάνων της περιοχής, αν και είναι πολύ πιθανό να το χρησιμοποιούσαν στην ιατρική, στη μαγεία κλπ. Η χρήση του ως τροφή είναι απίθανη, γιατί μόνο λίγες αφρικανικές φυλές στη Μπουρκίνα Φάσο έχουν καταγραφεί να τρώνε χιλιοποδαρούσες. Αν και το κρέας τους δεν είναι τοξικό, η αφαίρεση των αμυντικών αδένων χωρίς το περιεχόμενό τους να διαρρεύσει στους ιστούς του αρθροπόδου είναι χρονοβόρα διαδικασία και δεν την κάνει κανείς.
Το είδος αυτό είναι από τα κοινότερα στην αιχμαλωσία είδη χιλιοποδαρουσας, ιδίως στην Αμερική όπου μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα, αφού είναι ντόπιο, ζει σε μεγάλους αριθμούς και δεν απειλείται. Τα περισσότερα άτομα εκεί είναι πιασμένα, γι’αυτό και συχνά ζουν λίγο ακόμα και με καλή φροντίδα, αφού μπορεί να έχουν πιαστεί σε μεγάλη ηλικία. Το είδος κυκλοφορεί σπανιότερα στην Ευρώπη, αλλά δε γνωρίζω για την προέλευση των εν Ευρώπη ατόμων. Ο έμπορος απ’όπου τα πήρα ωστόσο με διαβεβαίωσε πως τα δικά του τουλάχιστον είναι γεννημένα σε αιχμαλωσία. Η αναπαραγωγή του είδους στην αιχμαλωσία είναι παραδόξως δύσκολη, αλλά δυνατή. Το είδος μπορεί να διατηρηθεί με δύο τρόπους, είτε με τον απλό, ο οποίος απλώς το διατηρεί στη ζωή, είτε με τον πιο περίπλοκο, όπου μπορεί να εκτελέσει φυσική συμπεριφορά και ίσως ν’αναπαραχθεί. Στον απλό η χιλιοποδαρούσα ζει σ’ένα χώρο με λίγα εκατοστά υγρής τύρφης, όπου προστίθενται τροφές όπως πεσμένα φύλλα, υπερώριμα φρούτα ή λαχανικά για να φάει, μαζί με συμπλήρωμα ασβεστίου, το οποίο χρειάζεται για τον εξωσκελετό. Στο σύστημα αυτό η χιλιοποδαρούσα τρέφεται, αλλά δυσκολεύεται να σκάψει και ως εκ τούτου μπορεί να έχει προβλήματα με την έκδυση ή την αδρανοποίηση. Μπορεί να διατηρηθεί σε κατάσταση μόνιμης δραστηριότητας για μήνες, και θα συνεχίζει να τρέφεται μέχρι και τους 19 βαθμούς. Στο δεύτερο σύστημα δίνεται μεγάλη έμφαση στο υπόστρωμα. Το υπόστρωμα θα πρέπει να έχει βάθος τουλάχιστον ίσο με το μήκος της μεγαλύτερης χιλιοποδαρούσας, και θα πρέπει να διαστρωματώνεται σε ζώνες. Αν και η δραστηριότητα των μυριαπόδων μπορεί ν’ανακατέψει λίγο το χώμα των ζωνών, δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να τις ομογενοποιήσει. Μέχρι τη μέση περίπου λοιπόν το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι σχετικά ανόργανο, αποτελούμενο κυρίως από ελαφρύ χώμα, άμμο και ίσως χαλικάκια, όπου τα ασπόνδυλα θα κρύβονται, ενώ το υπόλοιπο μισό μπορεί να είναι πιο οργανικό, με αρκετή αναμεμιγμένη τύρφη. Προς την επιφάνεια μπορούν ν’αναμιχθούν πεσμένα φύλλα όπως από βελανιδιά, από πλάτανο, από φλαμουριά, από οπωροφόρα ή άλλα ανθεκτικά φύλλα, όπως επίσης και κομμάτια μισοσαπισμένου ξύλου απ’όπου θα τρώνε. Στην επιφάνεια ή ελαφρώς θαμμένα θα τοποθετούνται και φύλλα διαφόρων άλλων φυτών, μισοσαπισμένα λαχανικά και φρούτα για τροφή, και το όλο δόμημα μπορεί να διακοσμηθεί με κομμάτια ξύλου, όπου οι χιλιοποδαρούσες θα σκαρφαλώνουν για να φαίνονται. Ασβέστιο θα πρέπει να υπάρχει και μέσα στην τροφή και αναμεμιγμένο με το έδαφος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οτιδήποτε, από την ειδική σκόνη που συνήθως χρησιμοποιείται για ερπετά, έως τριμμένο κόκκαλο σουπιάς ή σπασμένα όστρακα ή τσόφλια βρασμένων αυγών. Η μόνη δυσκολία της σε σχέση μ’άλλες χιλιοποδαρούσες έγκυται στο ότι χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία μεταξύ υγρασίας και αερισμού, μιας και είναι ερημόβιο είδος. Η υγρασία του εδάφους θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 70-80%, αλά συγχρόνως η κυκλοφορία του αέρα πρέπει να είναι αρκετά καλή για την αποφυγή ανάπτυξης μυκήτων. Σε περίπτωση που ζει σε στάσιμο αέρα όπως πολλά τροπικά είδη, κινδυνεύει από μυκητίαση, η οποία θα εμφανιστεί ως μαύρα στίγματα στο σώμα της, πόδια που σαπίζουν και πέφτουν και τελικά θάνατος, γι’αυτό χρειάζεται αρκετές τρύπες στο κουτί ή στο τερράριο που ζει. Καθώς ο καιρός χειμωνιάζει και η θερμοκρασία πέφτει, θα σκάψουν σύραγγες στο έδαφος και θα χαθούν. Κατά την εποχή της αδρανοποίησης η υγρασία μπορεί να μειωθεί, αλλά το χώμα δε θα πρέπει να στεγνώσει εντελώς σε καμία περίπτωση. Οι θερμοκρασίες μπορούν να πέσουν, αλλά όχι υπό του μηδενός. Ιδανικά πρέπει να είναι γύρω στους 10-16 βαθμούς. Σε συνθήκες χαμηλής υγρασίας θ’αδρανοποιηθούν ακόμα και σε θερμοκρασίες δωματίου. Εάν χαθούν στο έδαφος ενώ είναι καλοκαίρι, ίσως η υγρασία έχει πέσει αρκετά. Υπάρχει περίπτωση επίσης να κρύφτηκαν για επερχόμενη έκδυση, αφού δεν είναι απαραίτητο ναπαραμένουν αδρανείς πριν την έκδυση όπως στη φύση. Στην περίπτωση αυτήν μην τις ενοχλείτε, αφού η έκδυση είναι μια δύσκολη διαδικασία για κάθε αρθρόποδο. Ζευγαρώματα παρατηρούνται στην αιχμαλωσία, αλλά η επιτυχής αναπαραγωγή είναι σπάνια, και ελάχιστα έχω βρει γι’αυτήν. Αν οι χιλιοποδαρούσες κάνουν τον κύκλο τους ωστόσο οι πιθανότητες για επιτυχή αναπαραγωγή είναι μεγαλύτερες.
Εγώ έπαιρνα τις δικές μου από το feeders.gr, ένα από τα λίγα καταστήματα στην Ελλάδα με εξειδίκευση στα εξωτικά κατοικίδια. Έως τώρα η σχέση μου με το είδος στέφεται με απανωτές αποτυχίες. Την πρώτη την πήρα τον Ιούνιο του περασμένου χρόνου, και θυμάμαι πως ζήτησα την πιο μεγάλη. Ήταν ένα μεγάλο, εντυπωσιακό μυριάποδο στη δραστήρια φάση του, οπότε κινούταν στην επιφάνεια του εδάφους και μάλλον έτρωγε. Ωστόσο κατά τη μετακίνησή του από το κουτί απ’όπου το πήρα, πιάστηκε στην άκρη του και τραυματίστηκε ο εξωσκελετός του κοντά στο κεφάλι. Από την πληγή έτρεξε λίγη αιμολέμφος, το κυκλοφοριακό υγρό των αρθροπόδων, αλλά έκλεισε γρήγορα. Διαβάζοντας για ιστορίες όπου χιλιοποδαρούσες επιβίωσαν μετά από μικροτραυματισμούς, είχα μια μικρή ελπίδα ότι θα επιβιώσει, αλλά τελικά πέθανε σε δύο εβδομάδες. Στο μεσοδιάστημα, αν και μπορούσε να κινηθεί, καθόταν σε μια γωνία με το μπροστινό μέρος του σώματος μαζεμένο. Επειδή ο εξωσκελετός ήταν πολύ λεπτός κι εύπλαστος, προφανώς είχε περάσει λίγος και΄ρος από την έκδυση και δεν πρόλαβε να σκληρύνει καλά. Την επόμενη την πήρα στις 27 Οκτωβρίου. Ήταν λιγότερο δραστήρια απ’την άλη κι έσκαβε στο υπόστρωμα, οπότε μάλλον ετοιμαζόταν για την αδρανοποίηση. Την είχα μέχρι τον Ιανουάριο, οπότε τη μετακίνησα σ’ένα μεγαλύτερο τερράριο που έφτιαξα για δύο χιλιοποδαρούσες. Ήταν ωστόσο αρκετά αφυδατωμένη και αργοκίνητη, και την πήρα από εκεί μήπως πέθαινε και δεν την έβρισκα μετά. Θα μπορούσα ωστόσο να περιμένω μερικές μέρες ώστε να ανακάμψει. Τελικά πέθανε, ή τουλάχιστον σταμάτησε να κινείται και την θεώρησα νεκρή. Την τελευταία την πήρα στα τέλη του Ιανουαρίου. Μου ήρθε τυλιγμένη ανάμεσα σε υγρά χαρτιά σε πλήρη νάρκη, μαζεμένη σε μια πολύ σφιχτή σπείρα (τρίτη φωτογραφία). Την τοποθέτησα στο τερράριό της, όπου μετά από λίγο δραστηριοποιήθηκε και κινήθηκε για αρκετές ώρες, μάλλον επειδή είχε πολύ φως. Τελικά σφηνώθηκε ανάμεσα στο έδαφος και σ’ένα τοίχωμα κι έσκαψε προς τα κάτω. Την επόμενη μέρα, μόνο το πίσω μέρος της φαινόταν, αλλά σύντομα χάθηκε κι αυτό. Τώρα το μόνο ίχνος της είναι μια οπή σαν μυρμηγκότρυπα. Περιοδικά ποτίζω το υπόστρωμα με λίγο νερό, αλλά δεν κάνω κάτι παραπάνω. Σκοπεύω να βάλω ακομα μία. Το τερράριο έχει διαστάσεις 26χ22χ19 στο ύψος της κορυφής, γιατί είναι λίγο στενότερο προς τα κάτω. Είναι γεμισμένο με χώμα μέχρι περίπου τα 12 εκατοστά, το οποίο αποτελείται κατά περίπου 1/3 από ελαφρύ φυτόχωμα, 1/3 από άμμο, και 1/3 από άργιλο, με ανακατεμένα λίγα χαλίκια και τύρφη. Η περισσότερη τύρφη βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια, όπου έχω μισοθάψει ξερά και μισοσαπισμένα φύλλα. Θα βάλω κι ένα κομμάτι ξύλου ή χοντρού φλοιού την άνοιξη επιπλέον για να σκαρφαλώνει, αν όλα βέβαια πάνε καλά.
Στη συμπεριφορά δε διαφέρει σημαντικά από τις δικές μας χιλιοποδαρούσες. Όταν απειλείται συσπειρώνεται, είτε σε διπλή είτε σε επίπεδη σπείρα. Τείνει να συσπειρώνεται συχνότερα σε διπλή, η οποία είναι και η συνήθης στάση ανάπαυσής της. Κατά την αδρανοποίηση παραμένει σ’αυτή τη στάση για καιρο΄, σαν ένα εξωγήινο πλασματάκι ή ένα σπάνιο απολίθωμα του Παλαιοζωικού. Θα μπορούσατε να την βάλετε σ’ένα κυπελλάκι και δε θα μετακινούταν για εβδομάδες. Αν ωστόσο ενοχληθεί αρκετά, μπορεί να ξεδιπλωθεί και ν’αρχίζει να περπατάει, ακόμα και αν είναι σε νάρκη. Οι δραστήριες κινούνται γρηγορότερα από τις αδρανοποιημένες. Δεν πρόλαβα να παρατηρήσω το σκάψιμο της τρύπας, γιατί έγινε σχετικά γρήγορα. Απλώς η χιλιοποδαρούσα πίεσε το μπροστινο΄μέρος της στο υπόστρωμα και στη συνέχεια σιγά-σιγά χάθηκε μέσα του. Όταν περπατάει σε ανοιχτό χώρο πάντοτε πηγαίνει προς το πιο σκοτεινό σημείο, αφού είναι φωτοφοβική. Αν την πιάσετε και από τιςδύο άκρες, θα τραβηχτεί κάνοντας κοιλία στη μέση για ν’απελευθερωθεί. Αν την πιάσεται από τη μέση, θα κάνει ολοένα αυξανόμενουθς κύκλους με το μπροστινό της μέρος μέχρι να βρει το χέρι σας, οπότε θ’αρχίζει να σκαρφαλώνει. Δεν έχει τόσο καλή όραση για να προσανατολιστεί αμέσως, και προφανώς ούτε ανεπτυγμένη σωματαισθησία για να καταλαβαίνει πλήρως τη θέση του σώματός της. Πάντως προσανατολίζεται πολύ καλύτερα από το σκουλήκι. Αν κάνετε το ίδοιο σ’ένα γεωσκώληκα, θα προσπαθεί να επιστρέψει με τυχαίες, μη μετρημένες κινήσεις, κι αν τύχει κι ακουμπήσει μεγάλο μερός του στο χέρι σας, τότε μάλλον θα προσπαθήσει να ανέβει. Αν ακουμπήσει μόνο η άκρη του, θα ξαναπέσει. Επίσης το σκουλήκι μπορεί να πέσει ή να κρεμαστεί από την άκρη του χεριού σας, απ’όπου με μεγάλη δυσκολία και πολλά τινάγματα ίσως γυρίσει πίσω, ενώ η χιλιοποδαρούσα συνήθως αντιλαμβάνεται τα κενά κι επιστρέφει. Αν της αγγίξετε το κεφάλι αλλάζει κατεύθυνση. Αν αρχίζει να πιάνεται απ’το κάτω μέρος του χεριού σας κι αναποδογυρίσετε το χέρι σας, τότε κανονικά θα πρέπι να μπορεί να ανέβει, αν και με δυσκολία. Αν κρέμεται το αναποδογυρισμένο μέρος της και δεν πιάνεται από το χέρι σας, ίσως είναι αδύναμη κι έχει κάποιο πρόβλημα. Αν την βάλετε πάνω σε χαρτί, όλα τα μικρά ποδαράκια της ακούγονται σαν ένας απόκοσμος στρατός μικροσκοπικών εντόμων που έρχεται κατά πάνω σας! Το αμυντικό της υγρό δε μπορεί να βλάψει το ανθρώπινο δέρμα, αν και μπορεί να ερεθίσει ευαίσθητα άτομα, και σίγουρα ερεθίζει τα μάτια ή κομμένο δέρμα. Έχει τύχει να με τσούξει έκκριση από δική μας χιλιοποδαρούσα σε κομμένο χέρι. Γι’αυτό πλένετε τα χέρια σας αφού τις πιάσετε. Γενικώς οι χιλιοποδαρούσες δεν είναι ζώα χειρισμού, αφού μόνο κακό μπορεί να τις κάνει η απομάκρυνση από το μικροπεριβάλλον τους. Άλλωστε δεν έχουν τη νοητική ικανότητα να σας γνωρίσουν ή να δημιουργήσουν μία στοιχειώδη σχέση μαζί σας, ενώ κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να τραυματιστούν όταν είναι εκτός του χώρου τους. Η συμπεριφορά τους δε διαφέρει απ’αυτήν στο φυσικό τους περιβάλλον. Θα πρέπει ν’αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ζώα παρατήρησης, σαν τα ψάρια των ενυδρείων. Ωστόσο κάποιες φορές θα πρέπει να τις πιάσετε, π.χ. εάν χρειαστεί να τις μετακινήσετε. Αν τύχει και κινούνται στην επιφάνεια και καποιος άλλος θέλει να τις δει, δε θα βλάψει αν τις βγάλετε για λίγο, αρκεί να τις κρατάτε προσεκτικά φροντίζοντας μη χτυπήσουν κάπου ή πέσουν. Αν πέσουν από μεγάλο ύψος μάλλον το αποτέλεσμα θα είναι θανατηφόρο. Επίσης αν κοπούν πόδια τους δεν αναγεννώνται, όπως γίνεται σε άλλα αρθρόποδα. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να τις ενοχλείτε αν έχουν κρυφτεί στο έδαφος.
Εύχομαι καλή επιτυχία στον εαυτό μου με το είδος. Θα σας ενημερώνω για νεότερα.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου στην αγγλική Wikipedia
η χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος της Κοιλάδας Λεχάι
χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος ανακάλυψης αμφιβίων και ερπετών
Επιστημονικές μελέτες:
εποχιακές μεταβολές στην ισορροπία του νερού στον Orthoporus ornatus, μία ερημόβια χιλιοποδαρούσα
ο αναπνευστικός μεταβολισμός στον O. ornatus
τροφή, ρυθμοί κατανάλωσης και αφομοίωσής της στον O. ornatus
συμπεριφορική θερμορρύθμιση του O. ornatus σε τρία ερημικά ενδιαιτήματα
δερματική μικροδομή του O. ornatus
παραγωγή σε βιομάζα κατά την τροφοληπτική περίοδο του O. ornatus
ο ρόλος των αερόβιων μικροβιακών πληθυσμών στην πέψη της κυτταρίνης από τις ερημόβιες χιλιοποδαρούσες
νεοϊχνολογία των σκαπτικών χιλιοποδαρούσών: συνδέοντας τη μορφολογία των σημερινών λαγουμιών, την οργανισμική συμπεριφορά και τις ιδιότητες του ιζήματος για την ερμηνεία ηπειρωτικών ιχνοαπολιθωμάτων
νεοϊχνολογία των σπειροβολιδίων
Η μελέτη αυτή έγινε μετά την πρώτη για μέλη συγγενικής τάξης (Spirobolida), και κατέληξε σε παρόμοια αποτελέσματα.
εποχιακές αλλαγές στα αμινοξέα, τις πρωτεΐνες και τα ανόργανα ιόντα της αιμολέμφου του O. ornatus
τρόποι οσμορρύθμισης της αιμολέμφου σε τρία ερημόβια αρθρόποδα

Ενημέρωση 5/4/2015: Προχθές στις 3 του μηνός πρόσθεσα και τη δεύτερη χιλιοποδαρούσα. Είναι λίγο μικρότερη από όσες άλλες είχα, και την πήρα κι αυτήν μέσα σε υγρά χαρτιά, πλήρως συσπειρωμένη σε νάρκη. Στη συνέχεια βρήκα και ξέθαψα και την προηγούμενη, η οποία είχε γίνει επίπεδη σπείρα, ώστε να εμπλουτίσω περισσότερο το χώμα τους, στο οποίο έτριψα τρία σουπιοκόκκαλα για ασβέστιο, και πρόσθεσα λίγη τύρφη ακόμα στην επιφάνεια. Και οι δύο είναι υγιείς και κινούνται κανονικά. Μόλις τις ξανάβαλα μέσα, έκαναν λίγες βόλτες τυχαία, και μετά σταμάτησαν. Την άλλη μέρα που τις είδα η πρώτη είχε ίσα-ίσα μόνο το πίσω μέρος της στην επιφάνεια, ενώ η δεύτερη είχε θαφτεί λιγότερο καλά. Σύντομα η πρώτη χάθηκε εντελώς στο υπόστρωμα, ενώ η δεύτερη κατέβηκε πιο κάτω.
Ενημέρωση 12/8/2016: Ξέχασα να ενημερώσω, αλλά δεν τις έχω πια. Τις έψαξα το Μάιο, η μία δεν υπήρχε καν, η άλλη ήταν πολύ μαλακιά και ίσως να την ενόχλησα στη φάση της έκδυσης. Ίσως να είχαν φτάσει στο όριο ζωής τους, ή απλώς είναι δύσκολο είδος, όπως λέγεται.

Πριν από περίπου 361000000 χρόνια, στην τότε ήπειρο Ευραμερική ή Λαυρωσία, υπήρχε ένας πεδινός ποταμός. Η ήπειρος βρισκόταν κοντά στον ισημερινό και το κλίμα ήταν τροπικό. Ο ποταμός αυτός πλημμύριζε περιοδικά και δημιουργούσε προσορεινές λίμνες και βάλτους. Γύρω από τον ποταμό υπήρχαν δάση αρχαιοφτέρης, ενός ψηλού προγυμνόσπερμου δέντρου. Το άλλο πιο κοινό φυτό ήταν το ρακόφυτο, μία προτόγονη ξυλώδεις φτέρη μαι ακανόνιστη ανάπτυξη που φύτρωνε παντού. Υπήρχαν και άλα φυτά όπως λυκόφυτα και ψηλά και ποώδη είδη, άλλες φτέρες και τα πρώτα γυμνόσπερμα. Επίσης, υπήρχαν και πολλά χερσαία αρθρόποδα όπως μυριάποδα, σκορπιοί, απτερύγωτα έντομα και τριγωνοταρβίδια. Μέσα στον ποταμό και στις λιμνούλες ζούσαν πολλά ψάρια, όπως πλακόδερμοι με πλακωτό κεφάλι και θώρακα, ακανθώδεις ιχθύες, κάποιοι μικροί καρχαρίες, ο λιμνόμις ένα μικρό ακτινοπτερύγιο ψάρι σε πολύ μεγάλους αριθμούς και σαρκοπτερύγιοι. Από τους σαρκοπτερύγιους υπήρχαν πολλά είδη. Υπήρχαν ψάρια μέχρι 4 μέτρα, αλλά και μικρά ψάρια κανονικού μεγέθους. Επίσης, από τους σαρκοπτερύγιους εξελίχθηκαν τα αμφίβια. Τέτοια υπήρχαν πολλά σ’εκείνον τον ποταμό. Είχαν εμφάνιση σαλαμάνδρας με πολλά όμως στοιχεία ψαριού. Όλα αυτά βρέθηκαν απολιθωμένα σε έναν γεωλογικό σχηματισμό από ψαμμίτη και άργιλο, το «red hill» «κόκκινος λόφος» στις Η.Π.Α. Εκεί βρέθηκαν πολλά απολιθώματα από τους τότε οργανισμούς. Όμως τα πιο σημαντικά είναι τα απολιθώματα των αμφιβίων, τα οποία βρέθηκαν σχετικά σε καλή κατάσταση, αλλά και απολιθώματα σαρκοπτερυγίων. Αυτά μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για την εξέλιξη των πρώτων σπονδυλωτών της στεριάς.

Η σελίδα:

εδώ.

Περιέχει πολλές πληροφορίες για την τοποθεσία, την γεωλογική της σύνθεση, υποθέσεις για το κλίμα και τη γεωγραφία κατά τη Δεβόνια εποχή, περιγραφές και πληροφορίες για τους οργανισμούς που ζούσαν εκεί και πληροφορίες για σημαντικά γεγονότα που έγιναν σε εκίνη την εποχή, όπως η εξέλιξη των αμφιβίων, η ανάπτυξη της φυτοφαγίας, τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος της Δεβόνιας περιόδου και άλλα ενδιαφέροντα.