Tag Archive: αφρική


6 νεαρά Achatina fulica
Από το Δεκέμβριο του 2015, αυτά τα μεγάλα εξωτικά μαλάκια ανήκουν στη συλλογή μου. Γνώριζα το είδος αυτό για πολύ καιρό, επειδή το διάβαζα σε άρθρα στο Διαδίκτυο, όπου άκουγα ιστορίες για σαλιγκάρια που φτάνουν έως και 25 ή και 30 εκατοστά, αν κι αυτό αποδείχθηκε η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Έψαχνα λοιπόν να βρω αυτό το είδος, αλλά δε φαινόταν να υπάρχει κάπου στην Ελλάδα. Περιστασιακά κάποια μέλη του φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσαν απογόνους τέτοιων σαλιγκαριών, αλά δε μπήκα στον κόπο να παραγγείλω. Τα συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά στην έκθεση Insectopia που λειτουργούσε πριν μερικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία ήταν γύρω στα 15 εκ. Τελικά το γνωστό κατάστημα κατοικιδίων feeders.gr έφερε πέρυσι ένα ολόκληρο κουτί γεμάτο με πολλά τέτοια μικρά σαλιγκαράκια, και πρόλαβα να πάρω έξι μικρά. Από τότε εξακολουθεί να έχει διαθέσιμα προς πώληση συνεχώς, και κανονικά και albino, άρα εάν θέλετε να αποκτήσετε αυτά τα μαλάκια, μπορείτε να αγοράσετε από εκεί. Τα σαλιγκάρια αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα, ανθεκτικά και μπορούν να φτάσουν εύκολα σε μεγάλο μέγεθος.

Ως σαλιγκάρια, ανήκουν στην ομοταξία των γαστεροπόδων στη συνομοταξία των μαλακίων. Όπως τα περισσότερα χερσαία σαλιγκάρια, ανήκουν διαδοχικά στους κλάδους ετεροβράγχια, ευθύνευρα, πανπνευμονοφόρα, ευπνευμονοφόρα, στυλωματοφόρα, σιγμούρηθρα, στην υπεροικογένεια των αχατινοειδών, στην οικογένεια των αχατινιδών, στην υποοικογένεια των αχατινινών, στο γένος αχατίνη, και στο υπογένος λειαχατίνη. Η λατινική επιστημονική του ονομασία είναι Achatina fulica, κι έχει προταθεί από ορισμένους ερευνητές η αναβίβαση του υπογένους λειαχατίνη (Lissachatina) σε πλήρες γένος, αν και το νέο σχήμα δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως. Η οικογένεια των αχατινιδών (Achatinidae) περιλαμβάνει 200 είδη σε 13 γένη με αρχική εξάπλωση στην Υποσαχάρια Αφρική. Το όνομά της το πήρε από τον αχάτη, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, γι’αυτό λέγονται και αχατοσαλίγκαρα. Το είδος Achatina fulica, μαζί με τα είδη Achatina achatina και Archachatina marginata, αποκαλούνται κοινώς γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια, στα αγγλικά giant African land snails ή gals συντομογραφικά. Τα δύο τελευταία ήταν αρχικά ενδημικά της Δυτικής Αφρικής, ενώ η A. fulica ενδημούσε στην Ανατολική Αφρική, με αρχική κοιτίδα ίσως την Κένυα και την Τανζανία. Σήμερα και τα τρία είδη έχουν μεταφερθεί με τον άνθρωπο σε διάφορες τροπικές περιοχές του κόσμου, αν και η A. fulica είναι το πλέον ανθεκτικό είδος με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, και ως εκ τούτου έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Γι’αυτό άλλωστε είναι και το κοινότερο είδος στην αιχμαλωσία.

Το όστρακο του συγκεκριμένου σαλιγκαριού είναι επίμηκες και κωνικό, με μήκος περίπου διπλάσιο του ύψους του. Σαλιγκάρια με σφαιρικό σχήμα, όπως τα περισσότερα κοινά στη χώρα μας είδη, είναι προσαρμοσμένα για διαβίωση στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ αυτά με κωνικό κέλυφος είναι είτε δενδρόβια είτε ημιυπογειόβια, με την A. fulica να ανήκει στα δεύτερα. Έχει χαρακτηριστικά μεγάλο κατοικίδιο θάλαμο, τον τελικό θάλαμο στον οποίο διαμένει το μαλάκιο, και σχετικά μικρό κώνο με οξεία κορυφή. Ένα ενήλικο σαλιγκάρι έχει 7-9 σπείρες, σπάνια 10. Υπάρχουν και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα άτομα, με συχνότερα ωστόσο τα δεξιόστροφα, όπως άλλωστε και στα περισσότερα σαλιγκάρια. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή, με συνηθέστερο διάφορες αποχρώσεις του καφέ με πιο σκουρόχρωμες δυσδιάκριτες ραβδώσεις κατά μήκος του οστράκου. Ο στυλίσκος, το εσωτερικό κεντρικό μέρος γύρω από το οποίο περιελίσσονται οι σπείρες, είναι ανοιχτό κίτρινο. Το σώμα του σαλιγκαριού έχει γκριζοκαφέ χρώμα, με πιο σκούρο κεφάλι και ένα ελαφρύ δικτυωτό μοτίβο. Στην αιχμαλωσία παράγονται και αλφικά (albino) άτομα, με λευκό σώμα. Πολλές υπερβολές λέγονται και διαδίδονται άκριτα από σελίδα σε σελίδα για το μέγεθος του είδους, όπως ότι εύκολα φτάνει τα 25 ή και τα 30 εκατοστά. Στην πραγματικότητα, κανένα χερσαίο σαλιγκάρι δεν έχει φτάσει τα 30 εκατοστά. Το μεγαλύτερο, η A. achatina, έχει φτάσει το ρεκόρ μέγεθος των 27 εκατοστών με ολικό μήκος του εκτεταμένου σώματος τα 39 εκ, ενώ το αμέσως μικρότερο, η Archachatina marginata, μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά, αλλά συνήθως μένει μικρότερη. Η A. fulica σπανιότατα φτάνει τα 25 εκατοστά, με συχνότερο ακραίο μέγεθος τα 20 εκ. Το τελικό μέγεθός της εξαρτάται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, την ποιότητα της τροφής και την πληθυσμιακή πυκνότητα και είναι μεταξύ 7-20 εκατοστών, με συνηθέστερα μεγέθη μεταξύ 10-15 εκατοστά. Το ολικό μήκος με το εκτεταμένο σώμα μπορεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο, έως και 35 εκατοστά στα πραγματικά γιγάντια άτομα.
Το σώμα τους είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλων σαλιγκαριών. Αποτελείται από τρία μέρη, το κεφάλι, το σπλαχνικό σάκο και το πόδι. Το κεφάλι βρίσκεται μπροστά και φέρει τα δύο ζεύγη κεραιών, το ανώτερο και ψηλότερο με τα μάτια στην κορυφή και οσφρητικούς υποδοχείς, και το κατώτερο με οσφρητική, γευστική και απτική λειτουργία. Οι κεραίες μπορούν να μαζευτούν όταν το ζώο απειλείται, κι επίσης αναγεννώνται αν κοπούν. Υπάρχουν επίσης υποδοχείς αφής σε όλο το σώμα. Το νευρικό σύστημα είναι απλό, με ένα γάγγλιο στο κεφάλι, ένα στο σπλαχνικό σάκο κι ένα στο πόδι, που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το στόμα βρίσκεται λίγο πιο κάτω απ’τις κεραίες, και είναι εξοπλισμένο με το ξύστρο, ένα όργανο σαν γλώσσα με πολλά χιτινώδη δόντια που αντικαθίστανται συνεχώς, με το οποίο το ζώο ροκανίζει την τροφή του. Το μυώδες πόδι βρίσκεται στην κάτω πλευρά του σαλιγκαριού, εξού και το όνομα της ομοταξίας γαστερόποδα, και κινεί το ζώο με κυματοειδείς συσπάσεις που διαδίδονται από μπροστά προς τα πίσω. Παράγει βλέννα, η οποία βοηθά στην ολίσθηση του ζώου και το προστατεύει από τραυματισμούς σε τραχιές ή αιχμηρές επιφάνειες. Βλέννα επίσης παράγεται λιγότερο και στην επιφάνεια του υπόλοιπου σώματος. Ο σπλαχνικός σάκος βρίσκεται μέσα στο κέλυφος, περιέχει όλα τα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, τον πεπτικό αδένα, την καρδιά, το νεφρό, το μανδυακό πνεύμονα και το αναπαραγωγικό σύστημα, και προστατεύεται από το μανδύα. Εξαιτίας της αναστροφής που παθαίνουν τα γαστερόποδα κατά την εμβρυική τους ανάπτυξη ώστε να προσαρμοστούν στο σχήμα του κελύφους, το πίσω μέρος τους γυρίζει 180 μοίρες προς τα εμπρός, κι έτσι ο πρωκτός και τα γεννητικά όργανα βρίσκονται ακριβώς πάνω από το κεφάλι στη μανδυακή κοιλότητα. Από τη δεξιά πλευρά αυτής της κοιλότητας επίσης βρίσκεται ο πνευμόπορος, απ’όπου το σαλιγκάρι αναπνέει. Ο μανδύας ακόμα παράγει ανθρακικό ασβέστιο και κογχιολίνη, με τα οποία το μαλάκιο χτίζει το όστρακό του. Ο μανδύας αποθέτει συνεχώς νέο υλικό στο άνοιγμα του οστράκου, κι έτσι αυτό μεγαλώνει. Για το λόγο αυτό οι άκρες του οστράκου είναι εύθραυστες όσο το σαλιγκάρι είναι στην ανάπτυξη. Μόλις φτάσει στην ενηλικίωση, δημιουργεί ένα προεξέχον χείλος και η ανάπτυξη παύει, οπότε ο ρόλος του μανδύα είναι κυρίως επιδιορθωτικός για το εσωτερικό του κελύφους. Σε ιδανικές συνθήκες, ένα αφρικανικό γιγάντιο σαλιγκάρι μπορεί να φτάσει στην ενηλικίωση μέσα σε έξι μόνο μήνες, ενώ διαφορετικά μπορεί να χρειαστεί πάνω από ένα χρόνο. Η αναπαραγωγική ωριμότητα μπορεί να έρθει πριν την πλήρη ανάπτυξη. Όπως και τα περισσότερα σαλιγκάρια, το είδος είναι ερμαφρόδιτο, αν και δεν αυτογονιμοποιείται, και όπως όλα τα στυλωματοφόρα, το κάθε σαλιγκάρι μπορεί να εκτιμά το μέγεθος και την ηλικία του άλλου πριν το ζευγάρωμα. Πριν ζευγαρώσουν, μπορεί το ένα μαλάκιο να ανέβει πάνω στο άλλο, να σπρωχθούν και στη συνέχεια ζευγαρώνουν, πιέζοντας τις κοιλιές τους και τοποθετώντας το φαλλό τους στη γεννητική κοιλότητα του άλλου. Δύο ενήλικα σαλιγκάρια του ίδιου μεγέθους συνήθως αλληλογονιμοποιούνται, ενώ σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη διαφορά μεγέθους, το ζευγάρωμα είναι μονόπλευρο, με το μικρότερο στο ρόλο του αρσενικού, επειδή η παραγωγή αυγών κοστίζει κι αυτό θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Το σαλιγκάρι γεννά τα αυγά 8-20 ημέρες μετά το ζευγάρωμα, και μπορεί ν’αποθηκεύσει σπέρμα για πολλές ακόμα γέννες, μέχρι και για δύο χρόνια. Τα αυγά είναι λευκοκίτρινα, διαμέτρου 4,5-5,5 χιλιοστών, και τα προστατεύει σε ρηχές φωλιές που σκάβει μέσα στο έδαφος ή ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα. Μπορεί να γεννήσει από 100 έως 500 αυγά τη φορά, με συνήθη αριθμό τα 200, και μπορεί να γεννά σταθερά κάθε δύο μήνες για όλο το χρόνο. Τα αυγά επωάζονται σε θερμοκρασίες πάνω από τους 15 βαθμούς, και σε κατάλληλες συνθήκες, τα μικρά εκκολάπτονται σε 11-15 ημέρες, και είναι αντίγραφα των ενηλίκων. Η γονιμότητά τους φθίνει μετά τα δύο χρόνια ζωής, αν και μπορούν να ζήσουν 5-6 χρόνια στην αιχμαλωσία, με σπάνιες περιπτώσεις να φτάνουν έως και τα 10 χρόνια. Όπως όλα τα χερσαία σαλιγκάρια, δεν έχουν προνυμφική φάση και τα μικρά είναι μικροσκοπικά αντίγραφα των ενηλίκων.
Το σαλιγκάρι αυτό ζει οπουδήποτε υπάρχει το κατάλληλο κλίμα σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως ζούγκλες, φυτεμένα δάση, περιοχές διαταραγμένες από ανθρώπινη δραστηριότητα, παραποτάμιες και ελώδεις περιοχές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αστικά περιβάλλοντα. Ευδοκιμούν καλύτερα σε μόνιμα θερμό και υγρό κλίμα ή σε υγρό κλίμα με μια ξηρή περίοδο για μέρος του έτους, σε χαμηλά υψόμετρα. Δραστηριοποιείται σε θερμοκρασίες μεταξύ 9 και 29 βαθμών Κελσίου. Όταν οι θερμοκρασίες πέσουν χαμηλότερα περιέρχεται σε χειμερία νάρκη, ενώ αν ξεπεράσουν το όριο δραστηριότητας ή το περιβάλλον αρχίζει να ξηραίνεται περιέρχεται σε θερινή νάρκη ή διαθέριση. Κατά την αδρανοποίηση, το σαλιγκάρι θάβεται μέσα στο έδαφος και φράζει το άνοιγμα του οστράκου του με ένα επίφραγμα από ξηρή βλέννα ενδυναμωμένη με ανθρακικό ασβέστιο. Μπορεί να επιβιώσει σε θερμοκρασίες μέχρι και τους 2 βαθμούς Κελσίου, αν και η θνησιμότητα αυξάνεται όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Αντίθετα, ανέχεται τις υψηλές θερμοκρασίες πολύ καλύτερα. Στην περίοδο δραστηριότητας είναι κυρίως νυκτόβιο, και την ημέρα κρύβεται συνήθως θαμμένο μέσα στο έδαφος, αν και μπορεί να προσκολληθεί σε επιφάνειες. Την ημέρα παρατηρείται σε συννεφιασμένο καιρό ή σε περιπτώσεις μεγάλου υπερπληθυσμού. Όπως και με όλα τα σαλιγκάρια, το άμεσο ηλιακό φως μπορεί να τα σκοτώσει. Το είδος αυτό είναι φυτοφάγο και σαπροφάγο, δηλαδή τρέφεται τόσο με ζωντανή όσο και με νεκρή φυτική ύλη. Τα μικρά τρέφονται κυρίως με νεκρή οργανική ύλη και με μονοκύτταρα φύκη, και από πράσινα φυτά προτιμούν κυρίως μαλακά είδη όπως η μπανάνα, ο αρακάς και το παντζάρι. Θεωρείται ότι στη φάση αυτή λαμβάνουν την απαραίτητη χλωρίδα του εντέρου, η οποία διασπά την κυτταρίνη των φυτών, κι επίσης λαμβάνουν αρκετή πρωτεΐνη από τους μικροοργανισμούς που αποσυνθέτουν την οργανική ύλη. Έχει βρεθεί ότι ένα ποσοστό πρωτεΐνης της τάξεως του 18% της διατροφής είναι το ιδανικό για βέλτιστη ανάπτυξη. Μετά τα 5 εκατοστά, προτιμούν κυρίως πράσινη φυτική ύλη, ενώ στην ενηλικίωση τρώνε τόσο χλωρή όσο και σαπισμένη φυτική ύλη. Τρέφονται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς, φλοιό, άνθη, καρπούς, βολβούς, κονδύλους, σπόρους και σπορόφυτα. Επίσης τρέφονται και με μύκητες, λειχήνες, περιττώματα και πτώματα, ενώ έχουν παρατηρηθεί σπάνια να τρώνε ζωντανά μικρότερα σαλιγκάρια ακόμα και του είδους τους και γυμνοσάλιαγκες, αν και δε θεωρούνται σημαντικός εχθρός άλλων γαστεροπόδων. Ως οστρακοφόραμαλάκια, το ασβέστιο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή τους. Η ανάγκη ασβεστίου στα μικρά μέχρι τα 5 εκατοστά είναι πολύ υψηλή, ενώ στη συνέχεια φθίνει και στην ενηλικίωση είναι χαμηλή αλλά σταθερή. Για να προσλάβουν ασβέστιο ροκανίζουν ασβεστούχα πετρώματα, οστά και κελύφη νεκρών σαλιγκαριών. Κύριες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση, η γεύση και η αφή, με τις οποίες εντοπίζουν την τροφή τους. Η όρασή τους περιορίζεται στηνα ντίληψη φωτός και στην ανίχνευση μεγάλων αντικειμένων, που θα μπορούσαν να είναι απειλές.

Το σαλιγκάρι αυτό χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο ως τροφή, ως ζώο εργαστηρίου, ως κατοικίδιο και ως τροφή άλλων ζώων. Παραδοσιακά συλλεγόταν ως τροφή στην Αφρική. Κατά το 19ο και τον 20ο αι. μεταφέρθηκε, είτε τυχαία, π.χ. μαζί με λαχανικά, χώμα, προσκολλημένο σε οχήματα, σε στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, είτε επιτηδευμένα από κυβερνήσεις τροπικών χωρών ως τροφή, στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης και πλέον τρώγεται σχεδόν σε κάθε τόπο όπου βρίσκεται. Είναι το περισσότερο καταναλούμενο είδος στην Κίνα και στην Ταϊβάν, και μεγάλες ποσότητές του εξάγονται προς δυτικες χώρες για να καλυφθεί η ζήτηση που δε μπορεί να καλύψει η εγχώρια παραγωγή. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης δίνεται ως τροφή σε πουλερικά και ψάρια ιχθυοκαλλιεργειών. Στα εργαστήρια χρησιμοποιείται λόγω της εύκολης εύρεσης και αναπαραγωγής τους για να μελετηθούν τα χερσαία γαστερόποδα εν γένει, κι επίσης σ’αυτό δοκιμάζονται πειραματικές μέθοδοι καταπολέμησής του. Το μεγάλο και εντυπωσιακό του μέγεθος το έκαναν αγαπητό στους συλλέκτες κοχυλιών, αλλά κι επίσης στο χόμπι των ασπονδύλων. Σε κάποιες από τις χώρες όπου βρίσκεται έχει εισαχθεί για την εξωτική του εμφάνιση, ενώ εκτρέφεται για πολλά χρόνια σε τερράρια ως κατοικίδιο ή ως τροφή άλλων κοχλιοφάγων ζώων.

Η διατήρησή του στην αιχμαλωσία είναι πολύ εύκολη. Ως κατοικίδιο, θεωρείται ιδανικό για μικρά παιδιά αντί για κάποιο ζώο με πιο περίπλοκες ανάγκες, όπως ένα μικρό θηλαστικό. Είναι ένα ζώο που δε μπορεί να βλάψει κανέναν και μέσω αυτού μπορούν τα παιδιά να μάθουν πολλά πράγματα για τον κύκλο ζωής του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ή γενικώς όπου δεν είναι επιθυμητή η αναπαραγωγή, θα χρειαστείτε μόνο ένα άτομο, αλλιώς γρήγορα θα πρέπει συνεχώς να εξοντώνεται αυγά και μικρά. Εάν ωστόσο σκοπός είναι η αναπαραγωγή, τότε θα χρειαστεί πάνω από ένα. Η δική μου αποικία έχει 6 ιδρυτικά άτομα, αλά μπορεί να ξεκινήσει με λιγότερα ή και με περισσότερα. Τα σαλιγκάρια αυτά μπορούν να στεγαστούν οπουδήποτε, αρκεί ο χώρος να είναι ασφαλής για να μη φύγουν και να υπάρχουν τρύπες εξαερισμού. Χρησιμοποιούνται από τερράρια έως μεγάλα πλαστικά κουτιά αποθήκευσης. Το περιβάλλον θα πρέπει να έχει αρκετό χώρο για να κινούνται άνετα όλα, με ιδανικές διαστάσεις μήκος όσο τρεις φορές το μήκος του μεγαλύτερου σαλιγκαριού, και πλάτος και ύψος μεγαλύτερο από το μήκος του μεγαλύτερου. Τα μαλάκια στρεσάρονται με τον έντονο φωτισμό, γι’αυτό θα πρέπει να βρίσκονται σε σημείο με χαμηλό φωτισμό, ή ακόμα και σε μέρος με σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, με ελάχιστο φως μόνο την ημέρα για να αντιλαμβάνονται τη φωτοπερίοδο. Μέσα στο κουτί θα πρέπει να υπάρχει υπόστρωμα βάθους 5-10 εκατοστών, στο οποίο θα μπορούν να θάβονται. Η τύρφη χρησιμοποιείται συχνά επειδή είναι μαλακή, αλλά είναι όξινη και χωρίς καθόλου μεταλλικά στοιχεία, κι αυτό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη του οστράκου και να εντείνει τις περιπτώσεις κανιβαλισμού. Καλύτερο υπόστρωμα είναι το χώμα, είτε έτοιμο φυτόχωμα χωρίς πρόσθετα λιπάσματα, είτε χώμα από ανακύκλωση από μεταφυτεύσεις γλαστρωμένων φυτών, ή χώμα από τον κήπο ή τη φύση, αρκεί να μην έχει φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα. Τα χαλικάκια και τα υπολείμματα ριζών δεν ενοχλούν. Πέρα από το υπόστρωμα, το τι άλλο θα βάλετε στο χώρο τους εξαρτάται καθαρά από τις αισθητικές σας προτιμήσεις, γιατί τα σαλιγκάρια έχουν πολύ απλές ανάγκες. Τα σαλιγκάρια δεν τα νοιάζει αν βρίσκονται σ’ένα ευρύχωρο τερράριο με κατασκευές από ξύλα, πέτρες και φλοιούς να σκαρφαλώνουν και φυτά που δε μπορούν να φάνε όπως ο κισσός (Hedera helix) πάνω τους, αλλά αν θέλετε μπορείτε να φτιάξετε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σε πιο απλά περιβάλλοντα, μπορείτε να βάλετε λίγα ξύλα για να σκαρφαλώνουν ή και τίποτα, αφού θα σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα του κουτιού τους. Εγώ αρχικά τα είχα στο μικρό πλαστικό κουτάκι που μου τα έδωσαν για τις δύο πρώτες εβδομάδες με χαρτί για υπόστρωμα, όμως επειδή μεγάλωναν τα μετέφερα σ’ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 25χ23χ24, το οποίο έστρωσα με 6 περίπου εκ χώμα. Αρχικά σχεδίαζα να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο κουτί αν μεγάλωναν πολύ, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτό δε θα χρειαστεί, αφού ήδη στα 8-10 εκατοστά μερικά αρχίζουν να δημιουργούν το χείλος της ενηλικίωσης. Πέρα από χώμα, μέσα στο κουτί δεν έχω τίποτα. Όλα τα σαλιγκάρια είναι θαμμένα στο χώμα τη μέρα, σπάνια λίγα προσκολλώνται πάνω στα τοιχώματα ή στις γωνίες, και το βράδυ δραστηριοποιούνται και βόσκουν. Τότε είναι η ώρα που σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα ή και ανάποδα στο καπάκι.
Δείτε το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται.

Τα σαλιγκάρια αυτά ανέχονται μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, αλλά ιδανικές για το μεταβολισμό τους είναι αυτές μεταξύ 18-25 βαθμών Κελσίου, δηλαδή θερμοκρασία δωματίου και λίγο υψηλότερη. Εάν έχετε χαμηλότερες θερμοκρασίες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια απλή θερμαντική πλάκα που θα καλύπτει το μισό ή και λιγότερο από τον πυθμένα του χώρου τους. Οι θερμαντικές λάμπες είναι επικίνδυνες, διότι θα θερμάνουν υπερβολικά το χώρο, μπορεί να τα αφυδατώσουν αν τις πλησιάσουν, και σε περίπτωση που δεν είναι κεραμικές και φωτοβολούν θα τα στρεσάρουν, αφού θα πρέπει να φέγγουν για όλο το εικοσιτετράωρο. Σε χαμηλότερες από τις προτιμώμενες θερμοκρασίες θα τρώνε πολύ λιγότερο, και ίσως να προσπαθήσουν να ναρκωθούν. Στη δική μου περίπτωση μέσα στον Ιανουάριο, ένα από τα σαλιγκάρια μου δημιούργησε επίφραγμα, αλά τελικά βγήκε αμέσως από τη νάρκη. Την εποχή εκείνη έτρωγαν λίγο και συγκεντρώνονταν γύρω από τη ζέστη της πλάκας, μέσα στο χώμα. Εάν οι θερμοκρασίες ξεπεράσουν το προτιμώμενο όριο, αρχικά δε θα έχετε πρόβλημα. Έχω παρατηρήσει ότι μέχρι τους 28 βαθμούς τρέφονται κανονικά. Αν όμως οι θερμοκρασίες παραμείνουν ψηλότερα για μεγάλο χρόνο, η πρόσληψη τροφής μειώνεται σημαντικά, και μπορεί ν’αρχίζουν να αδυνατίζουν. Στην περίπτωση αυτήν, αν δε μπορείτε να τα μεταφέρετε σε δροσερότερο σημείο, το καλύτερο είναι να τα βάλετε σε θερινή νάρκη. Για να το κάνετε αυτό, απλώς αντικαθιστάται το χώμα με πολύ ξηρότερο και τα αφήνετε μέσα όπως πριν, αλλά χωρίς τροφή, και μέσα στις επόμενες μέρες θα αδρανοποιηθούν. Εγώ άργησα να το κάνω αυτό, με αποτέλεσμα δύο σαλιγκάρια να χάσουν βάρος. Αυτό φαίνεται από το μικρότερο βάρος τους όταν τα σηκώνεται, αλλά και από το μεγαλύτερο βάθος που μπορούν να φτάσουν όταν αποτραβιούνται στο καβούκι τους. Τελικά στα τέλη του Ιουνίου άλλαξα το χώμα. Μέσα σε τρεις μέρες, ακόμα και τα δύο μεγαλύτερα και πιο δραστήρια σαλιγκάρια κατέβηκαν στο χώμα και όλα ναρκώθηκαν. Τώρα οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 33 βαθμούς μερικές φορές και αυτά δεν επηρεάζονται καθόλου. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε την κατάσταση της νάρκης.

Το τάισμα είναι το ευκολότερο πράγμα μ’αυτά τα σαλιγκάρια. Μπορούν να φάνε μια μεγάλη γκάμα φυλλωδών λαχανικών, ζιζανίων, φύλλων θάμνων και δέντρων, καρπών και σπόρων. Εγώ επιλέγω τα είδη που θα τα δώσω σύμφωνα με το κατά πόσο τα τρώνε άγρια σαλιγκάρια, κι έτσι έχω μεγάλη επιτυχία. Φυλλώδη λαχανικά όπως το μαρούλι (Lactuca sativa), τα λαχανοειδή [(Brassica oleracea) λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανίδα], η ρόκα (Eruca sativa) και τα φύλλα από το ραπανάκι (Raphanus sativus), αγριόχορτα όπως η πικραλίδα ή ραδίκι (Taraxacum officinale), ο ζοχός (Sonchus oleraceus), η στελλάρια (Stellaria media), το περδικάκι (Parietaria judaica), το λάπατο (Rumex sativus), η μολόχα (Malva silvestris), όλα είναι στόχοι ντόπιων σαλιγκαριών και από τα αγαπημένα της A. Fulica, τα οποία εξαφανίζονται σε λίγες ώρες αφού τα βάλω. Έχω παρατηρήσει ωστόσο ότι τα λεια φεύγουν πιο γρήγορα από τα χνουδωτά αγριόχορτα. Εκτός από τα παραπάνω, τα οποία είναι κατάλληλα και για άλλα φυτοφάγα ζώα, π.χ. κουνέλια, τα δίνω και πιο τοξικά τουλάχιστον για σπονδυλωτά φυτά, τα οποία ωστόσο τρώνε πολύ τα δικά μας σαλιγκάρια, όπως τα φύλλα του βολβού του ιππέαστρου (Hippeastrum), μια ακόμα πολύ καλή και αγαπημένη τροφή, και τα φύλλα του σενεκίου (Senecio angulatum), το οποίο τρώνε αρκετά, αν κι όχι τόσο πολύ όσο τα προηγούμενα. Από λαχανικά δίνω φλούδες κολοκυθιού και αγγουριού (Cucurbita sp και Cucumis sativus), οι οποίες φεύγουν αμέσως, αλλά και κομμάτια καρότου (Daucus carota) και πατάτας (Solanum tuberosum), τα οποία ροκανίζονται αρκετά σε λίγες μέρες. Η πατάτα ιδιαίτερα θεωρείται πολύ θρεπτική τροφή για το συγκεκριμένο είδος. Από φύλλα δέντρων και θάμνων έχω δοκιμάσει πολλά, αλά δεν τα τρώνε όλα με την ίδια όρεξη, επειδή είναι πολύ σκληρότερα από τα φύλλα των χόρτων. Το αμπέλι (Vitis vinifera) και τον ιβίσκο (Hibiscus syriacus) για παράδειγμα μπορεί να τα φάνε, αλλά θα τα ροκανίσουν μέσα σε πολλές μέρες. Τα φύλλα των εσπεριδοειδών (Citrus sp) προτιμώνται περισσότερο, και φροντίζω να τα δίνω συχνά. Αντίθετα, η μουριά φαίνεται να είναι το αγαπημένο τους, και τρώνε τόσο τη μαύρη (Morus nigra), όσο και την άσπρη (Morus alba), με ιδιαίτερη προτίμηση στη δεύτερη, ίσως επειδή έχει μαλακότερα φύλλα. Τα φύλλα της μουριάς περιέχουν αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο, άρα είναι ωφέλιμα. Τα μαλάκια αυτά επίσης μπορούν να φάνε φρούτα, αλλά η συχνή σίτιση μ’αυτά θα οδηγήσει σε υγρά κόπρανα. Αραιά τα δίνω κομμάτια από αχλάδι, μήλο, ροδάκινο, βερίκοκο και μπανάνα. Τέλος υπάρχουν και φυτά τα οποία είτε είναι πολύ σκληρά είτε τοξικά και δε θα τα φάνε καθόλου, όπως ο κισσός, οι αειθαλείς θάμνοι όπως το ευώνυμο, αλλά και γενικώς ασφαλή είδη για φυτοφάγα όπως η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) και το χωνάκι (Campsis radicans). Σκληρά και ινώδη αγρωστώδη φυτά, όπως η αγριάδες, δε θα τα αγγίξουν καθόλου. Το σπανάκι (Spinacia oleracea) επίσης είναι τροφή που τρώνε, αλλά επειδή δεσμεύει το ασβέστιο στα σπονδυλωτά, δεν τους το δίνω. Φροντίζω να έχω τουλάχιστον δύο είδη φυτών σε κάθε τάισμα. Όταν τα ταΐζω, στρώνω τη μισή ή όλη την επιφάνεια του χώρου τους με τα φύλλα, ή αν είναι φλούδες τα αφήνου σε μια γωνία. Σε μία μέρα, θα έχουν μείνει κυρίως βλαστοί και μίσχοι. Δεν είναι απαραίτητο η τροφή να βρίσκεται σε μπολ, όπως πολλοί κάνουν. Αντίθετα όταν βρίσκεται στο χώμα και αφεθεί λίγο να σαπίσει είναι καλύτερη γι’αυτά. Προσθέτω νέα τροφή καθημερινά εάν έχει φαγωθεί όλη, αλλιώς κάθε 2-3 μέρες, και αφαιρώ τα υπολείμματα της παλιάς κάθε 2-3 μέρες. Εάν έχω παραμελήσει το τάισμά τους, τα σαλιγκάρια γίνονται πιο δραστήρια σκαρφαλώνοντας παντού. Αν έχει ησυχία και στήσω αυτί, μπορώ να τα ακούσω να ροκανίζουν σιγά-σιγά την τροφή όταν βόσκουν. Ορισμένοι κάτοχοι τα δίνουν συμπληρωματικά και γατοτροφή, σκυλοτροφή ή ψαροτροφή για επιπλέον πρωτεΐνη, αν κι εγώ δεν τα έχω δώσει ποτέ έως τώρα, πάντως δε βλάπτει η μικρή ποσότητα. Εκτός από την τροφή, απολύτως απαραίτητο είναι και το ασβέστιο. Μπορείτε να ρίχνετε το ασβέστιο σε σκόνη πάνω από την τροφή, αλλά πιο εύκολος τρόπος είναι να τους το παρέχετε ξεχωριστά, οπότε έτσι θα μπορούν να αυτορρυθμίζουν την πρόσληψή τους. Ένα κόκκαλο σουπιάς ή κάποιο ειδικό τούβλο ασβεστίου θα τους καλύψει όλες τις ανάγκες. Τα μικρά έχουν τεράστια όρεξη για ασβέστιο, και θα το εξαφανίζουν συνεχώς, ενώ όσο μεγαλώνουν θα τρώνε λιγότερο. Τα ενήλικα θα πρέπει να έχουν πάντοτε ασβέστιο, ακόμα κι αν τρώνε ελάχιστο κάθε μέρα. Για τα δικά μου χρησιμοποιούσα αρχικά το ¼ του μικρού κοκκάλου σουπιάς, το οποίο άδειαζαν σε 4 περίπου μέρες. Όσο μεγάλωναν χρειάζονταν το μισό, και τώρα τα δίνω σχεδόν ολόκληρο, το οποίο αλλάζω κάθε εβδομάδα ή 10 μέρες. Το τούβλο του ίδιου μεγέθους κρατά περισσότερο, μπορεί και για δύο βδομάδες. Εάν δεν υπάρχει αρκετό ασβέστιο, το όστρακό τους δε θα μεγαλώσει σωστά, ενώ μπορεί να στραφούν στον κανιβαλισμό. Συνήθως δεν τρώνε το κρέας των άλλων, αν και μπορεί μεγαλύτερα άτομα με έλλειψη ασβεστίου να φάνε ολόκληρα πολύ μικρότερα, αν και το σύνηθες είναι τα μικρότερα να ξύνουν το όστρακο κάποιου μεγαλύτερου, αποδυναμώνοντάς το. Επειδή το τραύμα βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά, το σαλιγκάρι δε θα μπορεί να το επιδιορθώσει και έτσι θα μείνει για όλη τη ζωή του. Μια φορά εγώ ξεκόλλησα ένα μικρότερο σαλιγκάρι από ένα μεγαλύτερο, και στο σημείο απ’όπου το έβγαλα υπήρχε ένα μακρόστενο αυλάκι, ίσως ένδειξη κανιβαλισμού. Από τότε βάζω ακόμα περισσότερο ασβέστιο μέσα. Είναι αδύνατο να αφομοιώσουν όλο το ασβέστιο που τρώνε, και γι’αυτό μπορεί να αποβάλλουν άσπρο υλικό στα περιττώματά τους, κάτι φυσιολογικό.
Οι ανάγκες τους σε νερό καλύπτονται από την τροφή τους και την υγρασία του περιβάλλοντος, άρα κανονικά δοχείο νερού δε χρειάζεται. Αρκετοί κάτοχοι βάζουν ένα ρηχό δοχείο νερού, όπου τα σαλιγκάρια πίνουν και ξεπλένονται από χώμα, αλλά αυτό χρειάζεται καθάρισμα κι επίσης μπορεί να πνίξει μικρά σαλιγκαράκια αν γίνει αναπαραγωγή. Εγώ δε βάζω, και δεν έχω κανένα πρόβλημα απ’αυτό. Αν το χώμα τους μένει μόνιμα υγρό κατά την περίοδο δραστηριότητας, δε θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Μπορείτε είτε να τα ψεκάσετε είτε να τα ποτίσετε, με προσοχή όμως γιατί μπορεί να λασπώσετε το χώμα τους. Αν το χώμα τους λασπώσει, δε θα μπορούν να θαφτούν προσωρινά. Μπορείτε να το επαναφέρεται προσθέτοντας νέο ξερό χώμα ή αφήνοντάς το να στεγνώσει για λίγες μέρες. Το χώμα δε θα χρειάζεται κατά τ’άλλα συχνή αντικατάσταση. Τα σαλιγκάρια θα παράγουν συνεχώς μακρόστενα περιττώματα καθώς τρέφονται, αλλά αυτά δε θα πρέπει ν’απομακρύνονται αμέσως, γιατί έχει βρεθεί ότι το υπερβολικά καθαρό περιβάλλον μειώνει την ικανότητα πρόσληψης όλων των θρεπτικών συστατικών, αφού τα σαλιγκάρια αυτά μπορεί να ξαναφάνε τα περιττώματά τους ή την τροφή που σαπίζει για ν’απορροφήσουν αποτελεσματικά όλα τα θρεπτικά συστατικά. Μία μερική αντικατάσταση του επιφανειακού υποστρώματος μια φορά την εβδομάδα είναι αρκετή, αν κι εγώ τα αφήνου και για πάνω από δύο εβδομάδες χωρίς πρόβλημα. Εάν δεν είστε σε θέση να το αντικαταστήσετε άμεσα, μπορείτε απλώς να ρίξετε καινούργιο υπόστρωμα από πάνω, κι έτσι να αραιώσει το παλιό. Πάλι εντούτοις θα χρειαστεί αντικατάσταση στο μέλλον. Τα σαλιγκάρια αυτά, ακόμα κι αν αφεθούν πολύ, δε θα πρέπει να μυρίζουν έντονα. Το περιβάλλον τους θα έχει μια μυρωδιά σαλιγκαριού, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε χώμα, χωνεμένα χόρτα και μυρωδιά μαλακίου που θα την ξέρετε αν έχετε μυρίσει βρασμένα σαλιγκάρια, αλλά όχι κάποια άσχημη μυρωδιά. Αν μυρίζει άσχημα, ελέγξετε μήπως το χώμα είναι πολύ βαθύ και υγρό και έχει αναερόβιες περιοχές, και αν δεν είναι αυτός ο λόγος, ίσως κάποιο σαλιγκάρι σας να έχει ένα ανεπανόρθωτο σοβαρό πρόβλημα.
Εφόσον τα μαλάκια ενηλικιωθούν, η αναπαραγωγή είναι αναπόφευκτη. Εγώ ακόμα δεν είχα αναπαραγωγή, αλά πιστεύω πως από το φθινόπωρο, εφόσον μερικά άρχισαν να ενηλικιώνονται, θα έχω. Το ζευγάρωμα είναι δύσκολο να το παρατηρήσετε, αλλά μπορεί να βρείτε φωλιές ψάχνοντας το υπόστρωμα. Μπορείτε να τις αφήσετε στη θέση τους, όπου διατρέχουν τον κίνδυνο να πατηθούν ή και να φαγωθούν, ή μπορείτε να τις μεταφέρετε σε άλλο μικρό κουτί για επώαση. Ακόμα όμως κι αν δεν τις μεταφέρετε, σίγουρο είναι ότι κάποια αυγά θα εκκολαφθούν. Το κουτί της επώασης θα πρέπει να έχει μικροσκοπικές τρύπες εξαερισμού για να μη φύγουν τα μικρά, και να βρίσκεται σε θερμοκρασίες ιδανικά μεταξύ 20-25 βαθμών. Τα μικρά έχουν όμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή με την υγρασία, διότι αφυδατώνονται πολύ ευκολότερα. Κι από εδώ ξεκινούν τα βάσανα. Φυσικά, θα είναι αδύνατο να τα κρατήσετε όλα, και σκεφτείτε τι θα γίνει αν όλα αυτά τα μικρά αναπαραχθούν επίσης στο μέλλον. Μπορεί αρχικά να πουλάτε ή να δίνετε τους απογόνους αλλού, αλλά σύντομα ο αριθμός τους θα ξεπεράσει την όποια πενιχρή ζήτηση. Μετά τι κάνετε; Αν δεν έχετε να ταΐσετε κάποιο μαλακιοφάγο ζώο ή να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, το μόνο καλό που μπορείτε να κάνετε είναι να τα θανατώνετε όλα. Μπορείτε να σπάσετε τα αυγά και τα μικρά, να τα καταψύξετε για 24 ώρες, να τα εμποτίσετε στη χλωρίνη ή να τα αφήσετε να στεγνώσουν. Μην τα απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση. Σε περίπτωση όμως που έχετε κάποιο ζώο που τα τρώει ή πρόκειται να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, τότε το είδος αυτό είναι το ιδανικό σαλιγκάρι γι’αυτόν το σκοπό, εξαιτίας της ευκολίας στην αναπαραγωγή του. Αν και τα ενήλικα δε τρώγονται σχεδόν από τίποτα, τα μικρότερα τρώγονται από πολλά ζώα. Εντελώς κοχλιοφάγα είδη, όπως οι καϊμανόσαυρες (Dracaena guianensis) και η μαλαισιανή κοχλιοφάγα νεροχελώνα (Malayemys macrocephala) μπορούν να ζήσουν σχεδόν αποκλειστικά μ’αυτήν την τροφή, αλλά και για λιγότερο σπάνια είδη τα οποία τρώνε σαλιγκάρια, αυτή η τροφή μπορεί να αποτελεί μεγάλο μέρος του διαιτολογίου τους. Μπορούν να τα φάνε ζώα όπως σχεδόν όλα τα είδη νεροχελώνας, κάποια χερσαία είδη όπως αυτές των γενών Terapene και Kinixis, οι κυανόγλωσσοι σκίγκοι της Αυστραλίας του γένους Tiliqua, οι κερασφόροι βάτραχοι του γένους Ceratophrys, ο αφρικανικός ταυροβάτραχος (Pyxicephalus adspersus), διάφορες μεγάλες σαλαμάνδρες, μικροί βαράνοι όπως ο βαράνος της σαβάνας (Varanus exanthematicus), οι σαύρες τεγκού του γένους Tupinambis, μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια, σκαντζόχοιροι κ.ά. Πιο εντομοφάγα είδη όπως οι περισσότερες σαύρες, π.χ. γκέκο και δράκοι, καθώς και εντομοφάγοι βάτραχοι μπορεί να μην τα φάνε εύκολα, αλλά θα σας ενημερώσω γι’αυτό όταν το δοκιμάσω. Προς το παρόν πάντως, ο γενειοφόρος μου δράκος (Pogona vitticeps) σπάνια τρώει άγρια σαλιγκάρια (Helix aspersa), και συνήθως τα μικρά, τα οποία δεν τρώει ολόκληρα. Αν δεν τα τρώει σχεδόν κανείς, πάλι θα έχω τον κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) να τα δίνω, κι επίσης θα μπορώ να τα δίνω σε άτομα που ξέρω που έχουν νεροχελώνες. Ξέρω έναν χομπίστα για παράδειγμα που έχει μια σχετικά σπάνια κινέζικη μαλακοχέλυα νεροχελώνα (Pelodiscus sinensis), η οποία θα μπορεί να τα φάει. Τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και ασβέστιο, ακόμα και χωρίς το κέλυφός τους. Για ζώα που τα τρώνε ολόκληρα, αυτό είναι ωφέλιμο, αφού λαμβάνουν μεγάλη ποσότητα ασβεστίου. Το φαινομενικά σκληρό κέλυφος διαλύεται σταδιακά στο όξινο περιβάλλον του στομαχιού και αφομοιώνεται. Ο γενειοφόρος δράκος κάθε φορά εξαφάνιζε κάθε ίχνος κελύφους εντελώς, ενώ όταν μια φορά φέτος είχα δώσει στον κερασφόρο μου βάτραχο 5 μεσαίου μεγέθους κοινά σαλιγκάρια H. Aspersa με το όστρακό τους, μέσα σε 9 μέρες κάθε ίχνος τους είχε εξαφανιστεί. Αντίθετα, μικρά εντομοφάγα αμφίβια με πιο αδύναμο στομάχι μπορεί να μη μπορούν να χωνέψουν όλο το κέλυφος και να το κάνουν εμετό. Θεωρητικά θα μπορούσατε να τα εκτρέφεται και για δική σας κατανάλωση, αλλά με ένα ή δύο μικρά κουτιά μην περιμένετε να βγάζετε τίποτα περισσότερο από μια ντουζίνα κάθε εξάμηνο για να τα τρώτε σαν γκουρμέ.
Παρά διάφορα που λέγονται σε ιστοσελίδες λιγότερο επιστημονικού προσανατολισμού, τα σαλιγκάρια αυτά είναι κυρίως ζώα παρατήρησης κι όχι χειρισμού. Δεν πρόκειται να σας μάθουν ποτέ δηλαδή αν τα σηκώνετε ή τα πειράζεται. Πιθανόν το μόνο που θα καταφέρετε με παρατεταμένο χειρισμό είναι να τα στρεσάρεται. Είναι ωστόσο σημαντικό να ξέρετε πώς θα τα σηκώσετε για να μην τα τραυματίσετε, γιατί αυτό θα χρειαστεί όταν τα μετακινείτε, ελέγχετε το βάρος τους κλπ. Εάν είναι κολλημένα κάπου, μην τα τραβήξετε ποτέ απότομα, γιατί μπορεί να τα τραυματίσετε. Πρώτα σύρετέ τα πάνω στην επιφάνεια και μετά τραβήξτε τα απαλά. Τα αναπτυσσόμενα σαλιγκάρια έχουν εύθραυστο άνοιγμα κελύφους, και γι’αυτό θα πρέπει να προσέχετε περισσότερο με αυτά. Όταν το σαλιγκάρι είναι έξω, το σώμα του προστατεύει αυτήν την περιοχή, αλά όταν μαζεύεται μέσα, η περιοχή είναι απροστάτευτη και σπάει εύκολα. Σε περίπτωση που την σπάσετε κατά λάθος, μην ανησυχείτε, γιατί το μαλάκιο θα επιδιορθώσει αμέσως τη βλάβη. Έχω παρατηρήσει ότι σε μια βδομάδα κάθε ίχνος του σπασίματος θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί το ζώο, κατά την έναρξη της επιδιόρθωσης, πρώτα να λειάνει το άνοιγμα ροκανίζοντάς το, κι αυτό είναι φυσιολογικό. Χειρότερα μπορεί να συμβούν αν το σαλιγκάρι σας πέσει απ’το χέρι. Εγώ το είχα πάθει μια μόνο φορά, όταν μου είχε πέσει το μικρότερο κατά τη μεταφορά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο κουτί. Έσπασε ένα εκατοστό περίπου νέας ανάπτυξης, η οποία όμως αναπληρώθηκε. Μια μικρή πτώση σε μαλακό υλικό μπορεί να μην τα βλάψει, αλλά κάθε πτώση σαλιγκαριού είναι επικίνδυνη και θα πρέπει να την αποφύγετε. Επίσης κάθε φορά που θα σηκώνετε ένα σαλιγκάρι, αυτό θα αποσύρετε μέσα στο καβούκι του κάνοντας έναν υγρό ήχο. Δεν έχουν φωνή, μην ανησυχείτε. Έπειτα, αν το βάλετε πα΄νω στην παλάμη σας, μπορεί σύντομα να βγει και ν’αρχίζει να κινείται. Μπορεί επίσης να σας ξύσει με το ξύστρο, όπως κάνει σε όλες τις επιφάνειες για να διαπιστώσει αν τρώγονται. Μην ανησυχείτε πάλι, δε θα σας φάει! Εμένα ωστόσο δε με έχουν ξύσει ποτέ, αλλά κι εγώ δεν τα έχω κρατήσει ποτέ για πολύ ώρα. Πιστεύω πως το χέρι μας είναι πολύ ζεστό και αφυδατωτικό γι’αυτά τα μαλάκια του χώματος και της βροχής. Η βλέννα τους είναι αραιή και ξεπλένεται εύκολα, οπότε πάλι μην ανησυχείτε.

Η σκοτεινή πλευρά

Το κομμάτι αυτό το άφησα για το τέλος. Όπως ανέφερα στην αρχή, το σαλιγκάρι αυτό έχει πολύ υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό, ανθεκτικότητα σε διάφορες ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, μεγάλο εύρος διατροφικών φυτών, και το με΄γάλο του μέγεθος κατά την ενηλικίωση το προστατεύει από τους περισσότερους εχθρούς, ενώ η κρυπτική του συμπεριφορά και η γρήγορή του ανάπτυξη το κάνουν λιγότερο ευάλωτο ακόμα και σε νεαρή ηλικία. Με λίγα λόγια είναι από τα χειρότερα επεκτατικά είδη στον κόσμο. Έχει επεκταθεί με τη βοήθεια του ανθρώπου στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης, καθώς και σε πιο υποτροπικά κλίματα, ακόμα και σε μέρη με λίγο χιόνι το χειμώνα. Όπως προανέφερα, μεταφέρθηκε είτε σκόπιμα ως τροφή ή για την εμφάνισή του, είτε κατά λάθος μαζί με γεωργικά προϊόντα, φυτά, χώμα, οχήματα, δομικά υλικά, στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, ή από άτομα στην αιχμαλωσία που ξέφυγαν. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αρκετές χώρες εκτός από την Ανατολική Αφρική, όπως στην Ακτή Ελεφαντοστού στα δυτικά, στη Μαδαγασκάρη, στην Ινδία, στο Νεπάλ, στη νότια Κίνα, στην Ταϊλάνδη και σε άλλες χώρες της ΝΑ Ασίας, στη νότια Ιαπωνία, Στα περισσότερα νησιά του Ινδικού (συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μαυρίκιος, Φιλιππίνες, Ανταμάν και Νικομπάρ, Σρι Λάνκα, Χονγκ Κόνγκ, Ταϊβάν, Γκουάμ κλπ), μέχρι και στη Νέα Γουινέα, στα περισσότερα νησιά του Ειρηνικού (Γαλλική Πολυνησία, Σαμόα, Τόγκα, Νέα Καληδονία, Βόρειες Μαριάνες κλπ), μέχρι τη Χαβάη, στη Βραζιλία, στη Βενεζουέλα, στα νησιά της Καραϊβικής, ίσως και σε λίγες εστίες των νότιων ΗΠΑ. Η ικανότητά του να τρώει πολλά είδη φυτών σε συνδυασμό με το μειωμένο αριθμό ή και την παντελή απουσία εχθρών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε πληθυσμιακή έκρηξη. Σε ιδανικές συνθήκες με άφθονη τροφή, η πυκνότητα του σαλιγκαριού αυτού μπορεί να φτάσει έως και τα 150 άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο. Μπορεί να φάει περίπου 500 είδη φυτών χρήσιμα στη γεωργία, με την οικογένεια του λάχανου (Brassicaceae), του φασολιού (Fabaceae) και του κολοκυθιού (Cucurbitaceae) τα πλέον ευάλωτα. Τρώει επίσης μαρούλι, σπανάκι, και σε νεαρή φάση σολανοειδή φυτά όπως ντομάτα, μελιτζάνα κλπ. Η φάση των σπορόφυτων είναι η πιο ευάλωτη, με ποσοστό απώλειας μετά τη μεταφύτευση που μπορεί να φτάσει και στο 100%. Μπορεί επίσης να φάει τροπικά φυτά όπως μπανανιά, νεαρούς κοκοφοίνικες, γκουάβα, παπάγια, καφέ, μουριά, γιαμ, κολοκάσι κλπ. Μερικές φορές επιτίθεται ακόμα και στο ρύζι. Κάποια είδη τα αποφυλώνει εντελώς, ενώ σε άλλα προκαλεί τοπικές βλάβες στους βλαστούς, στα άνθη ή στους καρπούς. Μπορεί επίσης να μεταφέρει ασθένειες από το ε΄να φυτό στο άλλο καθώς τρέφεται. Εκτός από την άμεση δράση του, ζημιώνει επίσης τους αγρότες των περιοχών αναγκάζοντάς τους να δαπανούν ποσά για την καταπολέμησή του ή περιορίζοντάς τους σε καλλιέργεια ανθεκτικών στο σαλιγκάρι φυτών. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης προξενεί μεγάλες καταστροφές σε κήπους και πάρκα. Ο αντίκτυπός του στα άγρια φυτά δεν έχει μελετηθεί τόσο πολύ, αλά είναι αναμενόμενο νησιωτικά φυτά με λιγότερες άμυνες να είναι πιο ευάλωτα. Η A. fulica μπορεί επίσης να εκτοπίσει διάφορα ιθαγενή είδη σαλιγκαριών. Συχνά προκαλεί αισθητικά προβλήματα αφήνοντας γραμμές από σάλιο στους τοίχους ή ροκανίζοντας το τσιμέντο για να λάβει ασβέστιο. Μπορεί να δισχεράνει την πορεία τον αυτοκινήτων στους δρόμους σε μεγάλους πληθυσμούς, όταν πολλά σαλιγκάρια σπάνε και ο δρόμος γλιστράει, και σπάνια το κέλυφός τους μπορεί να σκάσει λάστιχα. Μπορεί να μεταδώσει το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου Angiostrongylus cantonensis εάν καταναλωθεί ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρεμένο, και σπανιότερα με τη βλέννα του. Το παράσιτο αυτό, που παρασιτεί στον πνεύμονα του αρουραίου, έχει σύνθετο κύκλο ζωής. Τα αυγά του φεύγουν με τα περιττώματα του αρουραίου, τα τρώει το σαλιγκάρι, έπειτα το σαλιγκάρι τρώγεται από τον αρουραίο, το παράσιτο μεταναστεύει στο νευρικό σύστημα και μετά στον πνεύμονα, όπου ωριμάζει και αναπαράγεται. Σπάνια μπορεί να μολυνθεί ο άνθρωπος με συμπτώματα εοσινοφιλικής μηνιγγίτιδας. Η A. fulica δεν είναι πιο πιθανό να φέρρει αυτό το παράσιτο από άλλα σαλιγκάρια της περιοχής, απλώς ως μεγαλύτερη, μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα. Το παράσιτο είναι σπάνιο σε εύκρατες περιοχές. Οι πληθυσμοί στην αιχμαλωσία, έχοντας αποκοπεί από τον κύκλο μετάδοσης του παρασίτου, δεν το έχουν, αλλά και τα πιασμένα άτομα από τη φύση μετά από δύο μήνες το χάνουν. Τα άδεια μεγάλα όστρακά τους μπορούν επίσης να γεμίσουν με νερό και να φιλοξενήσουν προνύμφες κουνουπιών, ενώ πολ΄λα όστρακα σε περιορισμένο χώρο μπορούν να αλκαλοποιήσουν το χώμα, επηρεάζοντας την τοπική χλωρίδα. Οι μέθοδοι καταπολέμησης επίσης πολλές φορές οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Η εισαγωγή του κοχλιοφάγου σαλιγκαριού Euglandina rosea και του κοχλιοφάγου πλατυέλμινθα Platydemus manokwari σε πολλά νησιά έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών ενδημικών ειδών, χωρίς μεγάλες επιπτώσεις στην A. fulica. Επίσης τα δηλητήρια που χρησιμοποιούνται κατά της A. fulica δηλητηριάζουν και τα ζώα που την τρώνε πριν πεθάνει, και οι μαζικοί της θάνατοι προκαλούν δυσωδία.
Παρόλο που το σαλιγκάρι αυτό θεωρείται επιζήμιο και επεκτατικό είδος, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ζοφερή όπως φαίνεται. Πολλά από τα παραπάνω έχουν δεχτεί κριτική, αφού στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις της εισαγωγής του σαλιγκαριού μειώνονται με το χρόνο, όπως και με άλλα επεκτατικά είδη. Πράγματι το σαλιγκάρι αυτό μπορεί να φάει ευρεία ποικιλία φυτών, και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ινδονησία, οι αγρότες σταμάτησαν την καλλιέργεια κάποιων σοδειών για μερικά χρόνια μετά την εισαγωγή του είδους, αλλά η κατάσταση αυτή δε διαρκεί για πάντα. Η πληθυσμιακή έκρηξη σύντομα ακολουθείται από κατάπτωση, η οποία ίσως να οφείλεται στη μετάδοση ασθενειών μεταξύ των μαλακίων. Για παράδειγμα, το βακτήριο Aeromonas liquefaciens προςβάλλει και θανατώνει A. fulica στη Χαβάη. Μετά από 20-60 χρόνια από την εισαγωγή, οι πληθυσμοί του σταθεροποιούνται. Το είδος παραμένει επιζήμιο για τη γεωργία και για τους κήπους, όπως κάθε άλλο σαλιγκάρι. Δεύτερον το είδος έχει εχθρούς στο μεγαλύτερο μέρος της εισαγόμενης εξάπλωσής του, όπως πουλιά, βαράνους, αγριόχοιρους, αρουραίους, καβούρια κλπ. Σε πολλά νησιά η εξάπλωσή του εμποδίστηκε από τους ερημίτες και τους χερσαίους κάβουρες που ενδημούσαν εκεί, όπως στο Νησί των Χριστουγέννων, όπου το χερσαίο καβούρι Gecarcoidae natalis κρατούσε τον πληθυσμό του είδους σε χαμηλά επίπεδα, αν και σήμερα απειλείται από εισαγόμενα μυρμήγκια. Επίσης, αν και πράγματι το είδος έχει εκτοπίσει πολλά ιθαγενή σαλιγκάρια στις περιοχές όπου εισήχθη και λίγα έχουν εξαφανιστεί εντελώς, δεν έχει αποδειχθεί ως ο μόνος παράγοντας εξαφάνισής τους. Αντίθετα, οι θηρευτές που εισήχθησαν για την καταπολέμησή του όπως το κοχλιοφάγο σαλιγκάρι Euglandina rosea και ο κοχλιοφάγος πλατυέλμινθας Platydemus Manokwari οδήγησαν πολλά νησιώτικά είδη στην εξαφάνιση, με πιο λυπηρή περίπτωση αυτήν της Γαλλικής Πολυνησίας, όπου η E. rosea εξαφάνισε τα περισσότερα δενδρόβια σαλιγκάρια του γένους Partula του συμπλέγματος. Συχνά τα ευάλωτα νησιωτικά σαλιγκάρια ήταν δενδρόβια, οπότε δεν ανταγωνίζονταν άμεσα με την A. fulica. Επίσης το σαλιγκάρι αυτό αποτελεί θρεπτική τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων στις περιοχές όπου εισήχθη και τα περιστατικά με το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου A. cantonensis δε σημείωσαν αύξηση, παραμένοντας σπάνια. Απλώς οι χώρες οι οποίες προσπαθούν να αποτρέψουν την είσοδο του αφρικανικού σαλιγκαριού αποθαρρύνουν τον κόσμο να τα τρώει, για΄τί έπειτα δε θα επιθυμούν την εξαφάνισή του, όπως οι ΗΠΑ που άλλωστε δεν έχει σπουδαία κοχλιοφαγική παράδοση. Τέλος, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις στις ΗΠΑ, όπου οι εισβολές αντιμετωπίστηκαν εν τη γενέσει τους σε μικ΄ρες περιοχές στη Φλόριντα, η πλήρης εκρίζωση της A. fulica από ένα τόπο όπου έχει εγκαθιδρύσει πληθυσμό χωρίς να επηρεαστούν τα τοπικά γαστερόποδα θεωρείται αδύνατη με σημερινά μέσα. Η συλλογή με το χέρι πάντως είναι καθαρά προσωρινή λύση, αφού πολύ περισσότερα μικρά σαλιγκάρια παραμένουν κρυμμένα κι επίσης τα αυγά τους βρίσκονται στο χώμα. Για την αντιμετώπιση μεγαλύτερων εκτάσεων, χρησιμοποιούνται δηλητήρια, αν και πρόσφατα διερευνώνται λιγότερο τοξικοί τρόποι αντιμετώπισής τους, όπως με απωθητικά φυτά. Για το λόγο των παραπάνω, η εισαγωγή και η κατοχή A. fulica και συγγενικών ειδών στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αλλά και σε μερικές ακόμα χώρες, είναι παράνομη. Κάποιος που έχει τέτοια σαλιγκάρια μπορεί να μπλέξει άσχημα με το νόμο, και τακτικά οι αποσκευές Αφρικανών που καταφθάνουν σ’αυτές τις χώρες ελέγχονται εξονυχιστικά γι’αυτόν τον οστρακοφόρο τρομοκράτη. Εάν σ’αυτό το σημείο αναρωτηθήκατε γιατί ο Καναδάς απαγορεύει αυτό το σαλιγκάρι μιας και δε θα μπορούσε ποτέ να ευδοκιμήσει εκεί, δε μπορώ να σας δώσω καμία απάντηση. Απαγορεύει επίσης και τις εξωτικές κατσαρίδες και σχεδόν κάθε άλλο τροπικό έντομο. Ίσως να προνοεί για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη. Αντίθετα στην Ευρώπη η εμπορία του είδους δεν υπόκειται σε περιορισμούς.

Αν και η προσαρμογή και εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα είναι αρκετά απίθανη – αν μπορούσε να προσαρμοστεί σε παρόμοια κλιματική ζώνη θα το είχε κάνει εδώ και δεκαετίες -, Το καλύτερο είναι να μην το διακινδυνεύσουμε. Οπότε μην απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση αυτό το σαλιγκάρι σε καμία φάση της ζωής του στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον.

Πηγές:
Achatina fulica – Wikipedia,/a>
A. fulica το adw
A. fulica στο Gisd
Pet Snails
Η μεγαλύτερη παγκοσμίως σελίδα για τα κατοικίδια σαλιγκάρια διάφορων ειδών.
οδηγός φροντίδας για γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια

Advertisements

Σταπέλιες

η Orbea variegata μου με άνθος

Οι περίεργοι, γωνιώδεις βλαστοί τους, καθώς και τα μοναδικά άνθη τους με το ιδιαίτερο σχήμα, χρώμα, υφή και οσμή, έχουν κάνει τις σταπέλιες απαραίτητο στοιχείο κάθε συλλογής παχυφύτων. Υπάρχουν επίσης και σοβαροί συλλέκτες εξειδικευμένοι στα φυτά της συγκεκριμένης ομάδας, οι οποίοι προσπαθούν να συγκεντρώσουν όλα τα είδη, αλά και τις αναρίθμητες φυσικές και τεχνητές ποικιλίες τους. Δεν έχουν την επονομασία «οι ορχιδέες των παχυφύτων» χωρίς λόγο. Όπως και με άλλα παχύφυτα, οι σταπέλιες συχνά συγχέονται με τους κάκτους, αλλά η ομοιότητά τους είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης υπό τις ίδιες εξελικτικές πιέσεις (ξηρό, θερμό και άνυδρο περιβάλλον) παρά άμεσης συγγένειας. Οι δύο αυτές ομάδες παχυφύτων βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες ανθοφόρων φυτών, με τους κάκτους κοντύτερα στα γαρύφαλλα και τις σταπέλιες κοντύτερα στις πικροδάφνες. Εκτός αυτού, οι κάκτοι είναι κατά κύριο λόγο αμερικανική οικογένεια, ενώ οι σταπέλιες περιορίζονται απποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο. Οι κάκτοι επίσης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτεροι ποικιλομορφία ως προς τη μορφολογία, τον τρόπο ανάπτυξης και τα κλίματα όπου ευδοκιμούν.

Το όνομά τους το έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής συστηματικής ταξινόμησης, προς τιμήν του Ολλανδού βοτανολόγου και γιατρού του 15ου αι. Γιοχάνες βαν Στάπελ (Johannes van Stapel). Οι σταπέλιες αποτελούν τη φυλή Stapeliae, της υποοικογένειας Asclepiadoidea, της οικογένειας Apocynaceae, της τάξης Gentianales. Στα ασκληπιαδοειδή ανήκουν αγριόχορτα όπως οι ασκληπιάδες, αλλά και παχύφυτα σταπελιοειδούς χαρακτήρα όπως οι κηροπηγίες (γένος Ceropegia). Μέχρι πρότινος, οι ασκληπιάδες ταξινομούνταν σε δική τους οικογένεια, τους ασκληπιίδες (Asclepiadaceae), αλλά πρόσφατα οι οικογένειά τους υπήχθη στους αποκυνίδες (Apocynaceae). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν πολλά καλλωπιστικά φυτά με πλατιά φύλλα, επιδεικτικά άνθη και τοξικό γάλα, όπως η πικροδάφνη, η αλαμάντα, το φούλι, το ρυγχόσπερμα, και παχύφυτα όπως το παχυπόδιο (γένος Pachypodium), το αδένιο (γένος Adenium) και η αδένια (γένος Adenia). Οι σταπέλιες ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές, και ορισμένα είδη είναι εδώδιμα. Τα γένη της φυλής των σταπελιών είναι: Angolluma, Baynesia, Caralluma, Desmidorchis, Duvalia, Echidnopsis, Edithcolea, Frerea, Hoodia, Huernia, Huerniopsis, Larryleachia, Notechidnopsis, Orbea, Orbeopsis, Piaranthus,’stapelia, Stapelianthus, Stapeliopsis, Tavaresia, Tridentea, Tromotriche και Whitesloanea. Στα αγγλικά το κοινό τους όνομα είναι «stapeliads (σταπελιάδες)», αλλ’αυτή η κατάληξη δε δικαιολογείται ετυμολογικά. Προφανώς προήλθε από σύγχυση με τις ασκληπιάδες. Οι σταπέλιες απαντούν στην Αφρική, στην Αραβική Χερσόνησο και στην υπόλοιπη Ασία μέχρι και την Ινδική Χερσόνησο. Το είδος Caralluma europaea είναι το μόνο ευρωπαϊκό είδος, με εξάπλωση στην ακραία νότια Ιβηρική Χερσόνησο. Κέντρα ποικιλότητας, δηλαδή περιοχές με μεγάλο αριθμό ειδών και πολλές ενδημικές και μικροενδημικές μορφές, είναι η βορειοανατολική Αφρική, η νότια Αφρική, η Υεμένη και το νησί Σοκότρα ανοιχτά της Υεμένης, και οι ξηρές περιοχές της Ινδίας, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Νεπάλ και της Βυρμανίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη κατάγονται από τη νοτιοαφρικανική περιοχή, αλλά μπορούν να βρεθούν είδη από κάθε περιοχή. Οι σταπέλιες φύονται σε ξηρές τοποθεσίες, είτε σε αμμώδες χώμα, είτε ανάμεσα σε πέτρες ή κάτω από την ελαφρά ημισκιά ψηλότερων θάμνων.

Όλες οι σταπέλιες είναι παχύφυτα, με σαρκώδεις βλαστούς όπου αποθηκεύεται το νερό. Οι βλαστοί κυμαίνονται σε ύψος από 2,5 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα και είναι γωνιώδεις, συνήθως τετραγωνισμένοι, αν και υπάρχουν είδη με έξι ακμές, και ορισμένα του γένους Hoodia μπορεί να έχουν πάνω από 30. Πάνω στις ακμές βρίσκονται τα φύματα, μικρά εξογκώματα που κανονικά θα έφεραν τα φύλλα. Τα φυτά αυτά είναι λειτουργικά άφυλλα, με υπολειμματικα μόνο φύλλα. Συνήθως υπάρχουν δύο παραφυλλικά δόντια, μικρά δόντια που αντιστοιχούν στα παράφυλλα άλλων φυτών, ελασματώδεις προεξοχές εκατέροθεν της βάσης του μίσχου του φύλλου. Επίσης κατά την ανάπτυξη συνήθως σχηματίζεται το υπόλειμμα του κυρίως φύλλου, το οποίο είναι ένα μικρό δόντι και πέφτει σύντομα μετά την εμφάνισή του, αν και κάποια είδη του νοτιοαφρικανικού γένους Tridentea το διατηρούν, εξού και το όνομά του. Το ινδικο είδος Frerea indica είναι η μόνη σταπέλια που παράγει κανονικά, μακρόστενα φύλλα, και μόνο κατά τη βροχερή περίοδο. Οι βλαστοί μπορεί να είναι λείοι ή χνουδωτοί, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, Ενώ σε πολλά είδη μπορεί να έχουν μοβ ή ερυθρές περιοχές και κηλίδες, οι οποίες είναι εμφανέστερες στο έντονο ηλιακό φως (το φυτό παράγει ανθοκυανίνες για να προστατευτεί). Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, αλλά συνήθως είναι εξαπλούμενοι ή έρποντες, και μπορεί να ριζώσουν στην επαφή τους με το έδαφος. Το ριζικό σύστημα των φυτών αυτών είναι ρηχό, όπως και σε πολλά άλλα παχύφυτα, ώστε ν’απορροφά γρήγορα το νερό της βροχής πριν εξατμιστεί από τη ζέστη.

Το πλέον οιδοποιό στοιχείο όμως των φυτών αυτών είναι τα άνθη τους. Τα άνθη κυμαίνονται σε διάμετρο από 2 χιλιοστά σε αρκετά είδη των γενών Echidnopsis και Pseudolithos, μέχρι τα 41 εκατοστά ή και περισσότερο στη γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea), η οποία έχει το μεγαλύτερο άνθος από κάθε άλλο παχύφυτο. Τα άνθη φύονται προς τη βάση του βλαστού στα μεγανθή και στη μέση ή προς τις κορυφές στα μικρανθή είδη, μονήρη, κατά μικρές ομάδες ή μικρές ταξιανθίες. Τα άνθη των φυτών αυτών έχουν δισκοειδές, αστεροειδές σχήμα, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Αποτελούνται από 5 σέπαλα και 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, όπως και σ’όλα τα μέλη της οικογένειας. Σπάνια εμφανίζονται φυτά που από μετάλλαξη έχουν λιγότερα πέταλα από σύμφυση δύο ή και περισσότερων, έχουν περισσότερα ή είναι ημίδιπλα. Κατά τ’άλλα τα άνθη τω σταπελιοειδών αποκλίνουν πολύ από τα κοινά άνθη. Οι βάσεις των πετάλων μαζί με τις αναπαραγωγικές δομές στο κέντρο του άνθους είνα συνενωμένες σε μια πολύπλοκη δομή, το δίσκο ή δακτύλιο (annulus). Τα άνθη δεν είναι λεπτά και μαλακά όπως αυτά των περισσότερων φυτών· ανταυτού είναι σκληρά, δύσκαμπτα, με δερματώδη και συχνά με σαρκώδη πέταλα, θυμίζοντας περισσότερο φύλλα παχυφύτου. Τα πέταλα δεν είναι λεία κι απαλά, αλλά χνουδωτά και κάποιες φορές αυλακωτά, ενώ πολλά είδη φέρουν μακρύτερες τρίχες στις άκρες των πετάλων τους, οι οποίες δονούνται με τον άνεμο (δονητικές τρίχες). Τα χρώματά τους δεν είναι τα καθαρά κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί κλπ των γνωστών λουλουδιών, αλλά θαμπές αποχρώσεις του καφέ, του καφεκόκκινου, του μπεζ, του μοβ και του ροζ. Τέλος η οσμή τους δεν είναι η γλυκιά οσμή των αγαπητών μας λουλουδιών, αλλά αυτή ενός πτώματος σε αποσύνθεση. Οι σταπέλιες χρησιμοποιούν τις μύγες για την επικονίασή τους, κι επειδή τα φυτά που χρησιμοποιούν τέτοιους επικονιαστές δεν τους ανταμοίβουν με νέκταρ, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνήθως δεν τρώνε, θα πρέπει να στήσουν την απάτη τους όσο το δυνατόν καλύτερα, γι’αυτό και το σχήμα, το χρώμα, η υφή και η οσμή των ανθέων των σταπελιοειδών πλησιάζουν όσο γίνεται τη μορφή ενός νεκρού ζώου σε αποσύνθεση. Η απάτη είναι τόσο αληθοφανείς, που σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε μεγάλα άνθη, οι μύγες γεννούν τα αυγά τους στη στεφάνη του άνθους, αλλά φυσικά οι προνύμφες πεθαίνουν από ασιτία. Η στρατηγική αυτή είναι αρκετά επιτυχημένη, αφού και μια νοτιοαφρικανική ορχιδέα, το είδος Satyrium pumilum μιμείται τις σταπέλιες αναδίδοντας οσμή πτώματος, και, όπως και οι περισσότερες ορχιδέες, εξαπατά τους επικονιαστές της. Πολλά άλα φυτά προσελκύουν μύγες με παρόμοιες οσμές σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως το φιδόχορτο στην Ελλάδα για παράδειγμα, μέλος της οικογένειας των αροειδών με πολλά άλλα μυιόφιλα είδη. Τα διάφορα είδη σταπέλιας διαφέρουν ως προς την οσμή και τη μορφή των ανθέων, κι έτσι προσελκύουν συγκεκριμένα είδη επικονιαστών, ενώ μερικά είναι εξειδικευμένα σ’ένα μόνο είδος. Κάποια είδη πλησιάζουν την οσμή του πτώματος περισότερο από άλλα. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως το είδος Caralluma plicatiflora της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, το οποίο μυρίζει σαν κοπριά καμήλας, προσελκύοντας τις πιο κοπροφάγες μύγες. Άλλα είδη χρησιμοποιούν μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες και σκαθάρια ως επικονιαστές, π.χ. τα είδη Stapelia erectiflora και S. flavopurpurea αναδίδουν γλυκή οσμή για την προσέλκυση των μελισσών, αλλά η συντριπτική πλειονότητα χρησιμοποιεί τις μύγες. Τέλος υπάρχουν και λίγα είδη που παράγουν νέκταρ.

Το σύστημα επικονίασης των φυτών αυτών είναι μοναδικό. Αντί να απελευθερώνουν κόκους γύρης, οι οποίοι μεταφέρονται παθητικά με τα έντομα σε άλλα άνθη, συσκευάζουν τη γύρη τους σε συσσωματώματα, τα γυρεοσώματα (pollinia), τα οποία εναποτίθενται ολόκληρα από τα έντομα στα άνθη αποδέκτες. Όλα τα ασκληπιαδοειδή χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, αλλά οι σταπέλιες το έχουν εξελίξει στον υπέρτατο βαθμό. Το pollinium είναι μέρος μίας μεγαλύτερης δομής, της συσκευής επικονίασης, η οποία αποτελεί προϊόν έκκρισης των κυττάρων του ανθήρα. Η συσκευή αποτελείται από ένα κεντρικό σωμάτιο (corpuscle), το οποίο φέρει δύο μεταφορείς βραχίονες (translator arms) ή ουρίδια (caudicles), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με το σωμάτιο είτε απευθείας, είτε με τη βοήθεια ενός φτερού του ουριδίου. Στις απολήξεις των ουριδίων βρίσκονται τα pollinia. Στα υπόλοιπα ασκληπιαδοειδή, μεταξύ του ουριδίου και του pollinium παρεμβάλλεται ακόμα ΄μια δομή, το retinaculum. Το έντομο, καθώς επισκέπτεται ένα άνθος, παγιδεύει ένα μέρος του σώματός του (κάποιο πόδι ή κεραία αν είναι μικρό, ένα τριχίδιο αν είναι μεγαλύτερο) στο κενό που αφήνουν τα φτερά των ανθήρων, και με τις κινήσεις που κάνει προσπαθώντας ν’απελευθερωθεί, αποσπά έναν μηχανισμό επικονίασης, τον οποίο εναποθέτει σε άλλο άνθος του ίδιου είδους με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας τη διαδικασία της επικονίασης. Στις υπόλοιπες ασκληπιάδες, το σφαιρικό pollinium μπορεί να τοποθετηθεί στο άνοιγμα χωρίς κάποιον προσανατολισμό, αλλά στις σταπέλιες η μορφή του pollinium και της σχισμής είναι τέτοια, ώστε αυτό να μπορεί να μπει μόνο από συγκεκριμένη πλευρά, σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ορισμένα γένη ωστόσο, όπως η Hoodia, δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το διαφορετικό σχήμα του pollinium και τη σχισμής σε κάθε είδος, καθώς και οι διαφορές στη μορφολογία των ανθέων, άρα και στους επικονιαστές τους οποίους προσελκύουν, είναι οι κύριοι φραγμοί κατά του υβριδισμού των ειδών στη φύση, παρά οι γενετικές διαφορές, αφού υβρίδια φαινομενικά ασύμβατων ειδών μπορούν να παραχθούν με τεχνητή επικονίαση. Υπάρχουν ωστόσο και γένη με συμβατά κλειδιά και κλειδαριές, τα οποία υβριδίζονται και στη φύση. Σύντομα λοιπόν μετά την τοποθέτηση του pollinium στην κλειδαριά, το πρώτο απορροφά νερό από το άνθος και διογκώνεται, ώστε να μείνει στη θέση του, και στη συνέχεια βλαστάνουν όλα τα νημάτια της γύρης, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της επικονίασης. Παρόμοιος μηχανισμός επικονίασης με pollinia έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα στις ορχιδέες (οικογένεια Orchidaceae), ομάδα φυτών με μεγάλη εξειδίκευση στους επικονιαστές, αν και η μικροανατομία του συστήματος διαφέρει. Η στρατηγική αυτή μπορεί να εξελιχθεί μόνο σε φυτά με εξειδικευμένους επικονιαστές, όπου η πιθανότητα στοχευμένης μεταφοράς της γύρης σε άλλο άνθος του ίδιου είδους είναι μεγάλη. Μεγάλο πλεονέκτημα΄της είναι η μαζική γονιμοποίηση όλων των ωαρίων ενός άνθους από τη γύρη ενός μόνο άλλου. Το μειονέκτημά της είναι ωστόσο ότι, αν το pollinium χαθεί, όλες οι πιθανότητες γονιμοποίησης ενός ανθήρα, μιας ομάδας ανθήρων ή ενός άνθους ανάλογα με το είδος μηδενίζονται.

Μετά την επιτυχεί γονιμοποίηση, το άνθος μαραίνεται δίνοντας τη θέση του μερικές φορές σ’έναν, αλλ΄ασυνήθως σε δύο επιμήκεις καρπούς. Επειδή συνήθως βγαίνουν διπλοί κι έχουν τημορφή κεράτων, ένα κοινό αφρικάανς όνομα για τις σταπέλιες είναι «bockhorings», δηλαδή κέρατα αντηλόπης. Οι καρποί αυτοί είναι κάψες και κατά την ωριμότητα ξηραίνονται και διαρηγνύονται, απελευθερώνοντας πολλούς μικρούς σπόρους, οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο χάρη στην κόμη, μία μικρή τούφα τριχών που φέρουν. Λίγοι βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν, κι ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν. Οι περισσότεροι βλαστάνουν στην ημισκιά μεγαλύτερων θάμνων. Κάποια είδη ξεφεύγουν από την καταπιεστική αυτήν τυραννία με τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, ενώ άλλαπαραμένουν εκεί, προστατευμένα από το σκληρό ήλιο της ερήμου. Οι σταπέλιες είναι σπάνιες στα οικοσυστήματα όπου ζουν, και, ασυνήθιστα για παχύφυτα, είναι εξαιρετικά βραχύβιες, με τις περισσότερες να ζουν στη φύση το πολύ μία δεκαετία. Μικροί πληθυσμοί τους σε μια περιοχή μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστούν χωρίς προφανή λόγο, κι αλλού να εμφανιστούν άλλοι.

Η χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Το είδος Carallum adscendens, με εξάπλωση από την Ινδία μέχρι το αφρικανικό Σαχέλ, τρώγεται στην Ινδία ως λαχανικό, είτε φρέσκο είτε σε τουρσί, ενώ χρησιμοποιείται από τους ταξιδιώτες και τους κυνηγούς για να μετριάζουν τη πείνα και τη δίψα στο δρόμο. Θεωρείται επίσης φαγητό πείνας. Στη νότια Αφρική, τα είδη Orbea lugardii και O. maculata τρώγονται ως λαχανικά, κι έχουν γεύση μαρουλιού. Σπανιότερα τρώγεται και η O. namaquensis, η οποία είναι πολύ πικρή. Οι σταπέλιες έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης και στην ιατρική, για τη θεραπεία πραγματικών ή και περισσότερο μαγικών παθήσεων. Για παράδειγμα οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Hoodia gordoni για να μετριάσουν την δίψα τους στα ταξίδια – άλλωστε περιέχει πολύ νερό -, ίσως και για να κόψουν την όρεξη, αλλά και για τη θεραπεία της δυσπεψίας, των στομαχικών κραμπών, των αιμορροΐδων, του διαβήτη και μικρών μολύνσεων. Οι Ζουλού της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Stapelia gigantea για τη θεραπεία της υστερίας. Μακράν όμως η μεγαλύτερη χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι στην κηπουρική.

Οι σταπέλιες καλλιεργούνται ευρέως παγκοσμίως για τα μοναδικά γνωρίσματά τους. Υπάρχει τεράστια διαθέσιμη γκάμα ειδών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικόβαθμο΄δυσκολίας, με κάποια είδη το ίδιο εύκολα μ’άλλα κοινά παχύφυτα κι άλλα που εκνευρίζουν ακόμα και τους πλέον πεπειραμένους καλλιεργητές. Γενικά, οι σταπέλιες που κατάγονται από περιοχές με σταθερή βροχερή περίοδο είναι ευκολότερες από τις πιο τροπικές αλλά ξηροφυτικές. Οι περισσότερες χνουδωτές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Οι ανάγκες τους είναι παρόμοιες μ’αυτές άλλων παχυφύτων, δηλαδή ζεστό και φωτεινό περιβάλλον κατά την περίοδο ανάπτυξης, χώμα με καλή αποστράγγιση και πλήρης ανάπαυλα το χειμώνα. Το εδαφικό μίγμα για τα είδη από μέρη με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά το 1/3 από άμμο, το 1/3 από φυλλόχωμακαι το 1/3 από κοινό χώμα κήπου. Τα πιο ξηροφυτικά είδη θα χρειαστούν μίγμα που στραγγίζει αμέσως, με πολύ λιγότερη οργανική ύλη, ενώ αρκετοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν εντελώς ανόργανο μίγμα για τα πλέον ευπαθή ξηροφυτικά είδη, για την αποφυγή της μυκητικής σήψης των ριζών. Για ορισμένα είδη, των οποίων οι βλαστοί δεν αγγίζουν απευθείας το χώμα, αλλά στέλνουν τις ρίζες τους ανάμεσα στα βράχια, θα πρέπει η επιφάνεια της γλάστρας να στρωθεί με κάποιο ανόργανο υλικό όπως περλίτη ή χαλίκια, για να μη σαπίσουν. Οι γλάστρες για τις σταπέλιες μπορούν να είναι ρηχές, αφού τα φυτά αυτά δεν έχουν βαθύ ριζικο σύστημα και περισσότερο απλώνονται παρά αναπτύσσονται καθ’ύψος, και οπωσδήποτε θα πρέπει να έχουν αρκετές τρύπες αποστράγγισης. Είδη που κρέμονται καλά μπορούν να φυτευτούν σε κρεμαστά καλάθια και οι βλαστοί τους ν’αφήνονται να πέφτουν προς τα κάτω, ώστε τα άνθη τους να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση. Ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και την κλιματική ζώνη, ορισμένα είδη μπορούν να φυτευτούν σε κήπους ή βραχόκηπους, ενώ ευκολα καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Στους κήπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εδαφοκάλυψη μπροστά από ψηλότερα φυτά, και ακόμα και οι στείροι βλαστοί των πιο πολύχρωμων ειδών είναι εντυπωσιακοί στο βραχόκηπο. Τα είδη που κατάγονται από περιβάλλοντα με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει να ποτίζονται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, αρκει το χώμα να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα, ενώ τα πιο ξηροφυτικά είδη θα πρέπει να ποτίζονται αραιότερα. Γενικά, το λιγότερο πότισμα είναι καλύτερο από το περισσότερο. Όλα τα είδη θα πρέπει να λιπαίνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης ελαφρά, και τα ξηροφυτικά ακομα ελαφρότερα. Οι σταπέλιες ευδοκιμούν στον απευθείας ήλιο, αλλά επειδή πολά είδη αναπτύσσονται κάτω από τη ημισκιά ψηλότερων φυτών, καλύτερα να δέχονται περισσότερο τον πρωινό και τον απογευματινό ήλιο, παρά το μεσημεριανό. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται εύκολα με μοσχεύματα, τα οποία κόβονται κατά την περίοδο ανάπτυξης για βέλτιστα αποτελέσματα. Όπως και με τους κάκτους, το μόσχευμα θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώσει αφού κοπείπριν φυτευτεί, γιατί αλλιώς θα σαπίσει. Αντίθετα με τους κάκτους, ο χρόνος ξήρανσης είναι λιγότερος, συνήθως μια βδομάδα. Μετά το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί ρηχά στο έδαφος, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σαπίσει, κι αν υπάρχει πρόβλημα στήριξης, μπορεί να στηριχθεί με βότσαλα, ξυλάκια ή και με λίγο ανασηκωμένο χώμα. Όπως και με τους κάκτους, δε θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά μέχρι να ριζώσει – τα ξηρόφυτα ριζώνουν μόνο όταν πρέπει να ψάξουν νερό. Σύντομα μετά τη ριζοβολία θα ξεκινήσει η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης και με σπόρο, αλλά είναι πολύ ψιλός και πετάει αμέσως, γι’αυτο θα πρέπει να συλλεγεί μόλις ανοίξει η κάψα, ή, καλύτερα, η κάψα να περιβληθεί με διχτάκι πριν ωριμάσει ώστε όλοι οι σπόροι να πέσου μέσα. Οι σπόροι χρειάζονται μέτριες προς υψηλές θερμοκρασίες και καλά αποστραγγιζόμενο αλλά ελαφρώς υγρό χώμα για τη βλάστηση και τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία, αλλά και η μεγάλη πυκνότητά τους μπορούν να οδηγήσουν σε μυκητική σήψη. Για να υπάρχουν σπόροι όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η επικονίαση. Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω θα γονιμοποιηθούν φυσικά από τα έντομα, αλλά αυτά που ζουν σε μόνιμα κλειστό θερμοκήπιο χωρίς πρόσβαση σεέντομα ή εξειδικευμένα είδη με επικονιαστές που μπορεί να μην υπάρχουν στην περιοχή θα πρέπει να επικονιαστούν τεχνητά, δηλαδή με χειροκίνητη μεταφορά ενός μηχανισμού επικονίασης από ένα άνθος στην κλειδαριά ενός άλλου. Η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη από την τεχνητή επικονίαση των τυπικών ανθέωνμε του βουρτσάκι, απαιτώντας χειρουργική ακρίβεια, μικρολαβίδα και μικροσκόπιο. Η μέθοδος αυτή ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολλά ενδιαφέροντα υβρίδια, τα οποία μετά μπορούν να διαιωνιστούν με μοσχεύματα. Οι περισσότερες σταπέλιες δεν αντέχουν την παγωνιά, αν και λίγα εύκρατα είδη της Νότιας Αφρικής μπορούννα επιβιώσουν σε ελαφριές παγωνιές συντομης διάρκειας αν είναι στεγνά, οπότε χρειάζονται προστασία. Τα πιο ξηροφυτικά είδη έχουν πρόβλημα επιβίωσης σε χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμα κι αν διατηρούνται στεγνά και το θερμόμετρο δεν πέφτει ποτέ κάτω από το μηδέν, επειδή ο μεταβολισμός τους είναι αφύσικα χαμηλός, και οι άμυνές τους κατά των ασθενειών πεσμένες, κι έτσι σαπίζουν εύκολα από μύκητες. Τα συγκεκριμένα είδη δε θα πρέπει να εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών αν γίνεται, και καλύτερα να διατηρούνται σε ακόμα υψηλότερες. Μεγαλύτεροι εχθροί των σταπελιών είναι οι μύκητες, οι οποίοι μπορούν να τις σαπίσουν ταχύτατα. Απόέντομα, σημαντικκότεροι εχθροί είναι τα κοκκοειδή, τα οποία προσβάλλουν τους βλαστούς, συχνά καλύπτοντάς τους ολόκληρους, και οι αλευρώδεις, οι οποίοι προσβάλλουν τις ρίζες και τους πολύ πυκνούς βλαστούς. Σπανιότερα τις επιτίθενται οι αφίδες, οι κάμπιες και το ρυγχωτό σκαθάρι Paramecops stapeliae, είδος εξειδικευμένο να τρώει σταπέλιες, το οποίο τρέφεται τρυπώντας τους βλαστούς και απομυζώντας το χυμό τους. Είναι αρκετά σπάνιο, αλλά μπορεί να προξενήσει σοβαρές ζημιές σε συλλογές όποτε εμφανίζεται. Τα έντομα μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διάφορα εντομοκτόνα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ενώ για τους μύκητες η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. Προληπτικά, π.χ. για σπορόφυτα ή γιαμοσχεύματα σπάνιων ειδών μπορούν να χρησιμοποιηθούν μυκητοκτόνα, αλλά μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα απαιτείται άμεση δράση. Τα πράσινα μέρη του φυτού μπορούν να κοπούν λίγο ψηλότερα από το σημείο της σήψης, και να φυτευθούν σε νέες γλάστρες με νέο, αποστειρωμένο χώμα. Παρακάτω θα παρουσιάσω τρία συγκεκριμένα είδη τα οποία έχω, είχα ή θα ήθελα ν’αποκτήσω.

Το πρώτο είδος που έχω ακόμα είναι αυτό της φωτογραφίας. Είναι μια ποικιλόχρωμη σταπέλια ή όρμπεα (Orbea variegata), το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος της ομάδας. Το γένος Orbea περιλαμβάνει περίπου 56 είδη σε Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, με ισάριθμα είδη στο βόρειο και το νότιο Ημισφαίριο. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό orbis, δηλαδή κύκλος, αναφερόμενο στον εμφανή δακτύλιο στο κέντρο του άνθους. Η O. variegata είναι το ευκολότερο είδος σταπέλιας. Καλλιεργείται σαμ κάθε παχύφυτο, και ανέχεται λάθη που θα σκότωναν αμέσως τα ευπαθέστερα είδη. Είναι η παλαιότερη σταπέλια σε καλλιέργεια, με πολλές ποικιλίες και υβρίδια, κάποια των οποίων αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστά είδη στο παρελθόν. Κατάγεται απο΄το δυτικό Ακρωτήριο, μια περιοχή με χειμερινή βροχερή περίοδο, όπου φύεται κοντά στην ακτή. Δεν είναι πολύ ψηλό φυτό, με ύψος όχιπερισσότερο των 15 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι λείοι, τετραγωνισμένοι, με κανονικά φύματα, πράσινοι με χαρακτηριστικές μοβ περιοχές που γίνονται εντονότερες στο έντονο ηλιακό φως, και διακλαδίζονται προς τη βάση τους. Το φυτό απλώνεται στο έδαφος και ριζώνει σε σημεία επαφής με αυτό. Τα άνθη του φύονται προς τις κορυφές των βλαστών, έχουν διάμετρο 5 εκ και το τυπικό αστεροειδές σχήμα, με πέταλα καφέ προς μοβ και ανοιχτότερο κίτρινο δακτύλιο. Περίοδος ανάπτυξής του είναι ο χειμώνας και η άνοιξη, αλλά σε ψυχρότερα κλίματα όπως εδώ, το χειμώνα αδρανοποιείται κι αναπτύσσεται την άνοιξη μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι οδηγίες καλλιέργειας για τα ευκολότερα είδη παραπάνω ισχύουν και γι’αυτό το είδος. Δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα· καλλιεργείται και πολλαπλασιάζεται απροβλημάτιστα. Χάρη στην ανθεκτικότητά του, το φυτό ξέφυγε από την καλλιέργεια κι εξαπλώθηκε στη νότι Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο
Το δικό μου φυτό το πήρα το Μάιο του 2014 από την ανθοέκθεση. Ήμουν τυχερός, κι επαναλαμβάνω πολύ τυχερός, που πέτυχα πωλητή που γνώριζε τις επιστημονικές ονομασίες των φυτών που πουλούσε και μπορούσε να δώσει σωστές συμβουλές για τη φροντίδα τους. Ήταν άλλωστε όλα από δικό του φυτώριο. Στον πάγκο του είχε κάκτους, άλλα παχύφυτα και σαρκοφάγα φυτά. Του ζήτησα σταπέλια και μου έδωσε το μόνο είδος που είχε εκεί, το οποίο μου ταυτοποίησε ως Stapelia variegata, αν και ψάχνοντας βρήκα ότι αναταξινομήθηκε σε Orbea variegata. Ήταν ένα μικρό, παράξενο παχύφυτο με τετράγωνους βλαστούς σ’ένα μικροσκοπικό γλαστράκι όπως και τα υπόλοιπα, γεμάτο ρίζα. Λίγες μέρες μετά την αγορά του, το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερο, όπου αμέσως ξεκίνησε την ανάπτυξη, προφανώς για ν’αναπληρώσει το χαμένο χρόνο στο μικρό γλαστράκι. Σταμάτησε ν’αναπτύσσεται κατά τα μέσα του Ιουνίου, και για το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε στάσιμο. Από τα τέλη του Αυγούστου όμως άρχισε να πετάει παντού νέους βλαστούς ως προετοιμασία για την ανθοφορία, αλλά εγώ δεν το γνώριζα ακόμα. Ο καλλιεργητής μου είπε πως θα άνθιζε τον Αύγουστο, αλλά μάλλον πήγε πίσω εξαιτίας της μικρής γλάστρας όπου βρισκοόταν, και άνθισε το Σεπτέμβριο. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου λοιπόν πρόσεξα δύο μικρά μπιμπικάκια στην άκρη ενός μικρού, φαινομενικά ασήμαντου βλαστού, και υποψιάστηκα ότι μπορεί να ήταν μπουμπούκια, αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σε λίγες μέρες όμως οι ελπίδες μου επιβεβαιώθηκαν, επειδή οι κόκκοι αυτοί βρίσκονταν πάνω σε μικρούς ποδίσκους, που τότε ήταν σαν νήματα ακόμα. Σιγά-σιγά μεγάλωναν, και από το σχεδόν σφαιρικό σχήμα, αφού έφτασαν το 1 εκ σε ύψος πήραν το τυπικό κωδονοειδές σχήμα. Τότε νόμιζα πως σταμάτησε η ανάπτυξή τους, αλλά διαψεύστηκα. Το ένα συνέχιζε να μεγαλώνει, και μετά το 1,5 εκ άρχισε να αυξάνεται σε πλάτος. Τις μέρες πριν ανοίξει είχε πάρει δισκοειδές σχήμα και είχε φτάσει σε μέγεθος δίευρου ή και περισσότερο, δηλαδή 2 εκ και κάτι. Το μόνο που έμεινε από το πρώην κωδονοειδές σχήμα του ήτα μια μυτούλα στη μέση. Ο ποδίσκος του είχε μεγαλώσει επίσης και σε μήκος (γύρω στα 4 εκ) και σε πάχος, και το άνθος κρεμόταν επικίνδυνα, αλλά τελικά δεν έπαθε τίποτα. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου λοιπόν, η μυτούλα αυτή άρχισε ν’ανοίγει. Την επόμενη μέρα, 20 Σεπτεμβρίου, το άνθος είχε ανοίξει, αν και τα πέταλα γύριζαν ακόμα προς τα πάνω. Νομίζοντας ότι αυτό ήταν το κανονικό άνθος του φυτού, απογοητεύτηκα, διότι δε μύριζε καθόλου. Είχε μόνο μια πολύ ελαφριά οσμή χαλασμένου ψαριού. Το βράδυ το πήγα στα ζώα μου για να δω τις αντιδράσεις τους. Η κουνέλα μου η Λίμπο, αφού πήγε να δοκιμάσει μια κορυφή του φυτού και την άφησε αμέσως, μάλλον επειδή ήταν πικρό, μύρισε το άνθος και πήγε πίσω. Το λοφιοφόρο μου γκέκο ο Βαρώνος το πλησίασε, και άρχισε να το μυρίζει και να βγάζει τη γλώσσα του με ιδιαίτερη προσήλωση. Απόρησα τότε αν το είδος είναι πτωματοφάγο στη φύση – κανονικά τρώει έντομα, νέκταρ και ώριμα φρούτα. Από την άλλη ίσως απλώς το άνθος να μύριζε σαν φρούτα που αρχίζουν να σαπίζουν ή απλώς το γκέκο να παραξενεύτηκε από τη μυρωδιά, και να κάθισε λίγο παραπάνω εκεί για να το εξερευνήσει. Την επόμενη μέρα λοιπόν διαψεύστηκα για ακόμα μια φορά. Το άνθος τώρα είχε ανοίξει εντελώς, και ανέδιδε έντονη μυρωδιά σαπίλας. Ήταν κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα, περισσότερο προς το δεύτερο, πάραυτα η μυρωδιά ήταν ελάχιστα αισθητή μετά την απόσταση των 10 εκατοστών. Το ξαναπήγα στα ζώα. Η κουνέλα το μύρισε και πήγε πίσω αμέσως, και το γκέκο, αφού το μύρισε λίγο, γύρισε απότομα το κεφάλι του αλλού. Σε επόμενες δοκιμές γύριζε το κεφάλι του αλλού, και μετά πήγαινε πίσω. Οπότε τελικά δεν είναι πτωματοφάγο. Οι αμίνες της αποσύνθεσης, όπως η σηψίνη και η πτωμαΐνη, που παράγουν κι αυτά τα φυτά, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στα ζώα και σε μικρές ακο΄μα συγκεντρώσεις. Για τα πτωματοφάγα είδη δρουν ως ισχυρά ελκτικά, ενώ για τα περισσότερα μη πτωματοφάγα είδη δρουν ως σήμα κινδύνου, αφού θα μπορούσαν να υποδηλώνουν νεκρό μέλος του είδους από ασθένεια ή εχθρό ή αλλοιωμένη τροφή. Αντιδράσεις αποφυγής προς αυτές τις ουσίες έχουν καταγραφεί σε ζώα από μικρά ασπόνδυλα και ψάρια όπως ζεβρόψαρα, μέχρι μεγάλα θηλαστικά και φυσικά τον άνθρωπο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου λοιπόν, φωτογράφισα το άνθος. Στις 25 του μηνός άρχισε να μαραίνεται, αλλά δεν το άφησα να πέσει· το έκοψα για να βρω το σημείο που παράγονται οι ουσίες αυτές. έσπασα το κεντρικό συνενωμένο μέρος, που ήταν πολύ χυμώδες, και το χέρι μου μύριζε σαν το άνθος για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μετά μύριζε απλώς σαν χυμός φυτού. Κάπου εκεί μέσα θα παράγονται οι ουσίες αυτές, αλλά σε πολύ μικρές ποσότητες. Δεν έχει μελετηθεί ο τρόποςπαραγωγής τους, αλλά πιθανότατα θα παράγονται από τη λύση αμινοξέων σε κάποια κύτταρα. Άλλωστε τέτοιες ουσίες υπάρχουν σε μικροποσότητες σε ζωντανούς ιστούς. Στον άνθρωπο, μπορούν να βρεθούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ούρα, αλλά και στο σπέρμα, όπου μαζί με τη σπερμίνη και τη σπερμιδίνη, δύο άλλες αμίνες, συμβάλλουν στη συμπίεση του dna. Δηλαδή ουσιαστικά γεννιόμαστε από τις πτωμαΐνες. Μη νομίζετε λοιπόν ότι τα άνθη της σταπέλιας είναι σάπια ή βρώμικα. Αν πιάσετε ακόμα και το πιο δύσοσμο άνθος και μυρίσετε αμέσως μετά το χέρι σας, δε θα μυρίζει απολύτως τίποτα. Απλώς η μύτη μας είναι υπερευαίσθητη σε μικροσυγκεντρώσεις αυτών των ουσιών, κι έτσι μας δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότοι κάτι σαπίζει. Όσο το άνθος ήταν πάνω στο φυτό, είχα προσέξει ότι μύριζε εντονότερα την ημέρα, αλλά σχεδόν καθόλου τη νύκτα. Προφανώς παράγει τις περισσότερες ουσίες τις ώρες που κυκλοφορούν οι επικονιαστές του, για να μη δαπανά άσκοπα ενέργεια. Επίσης δεν πρόσεξα καμία μύγα στο άνθος. Ίσως το άνθος να ήταν μικρό και οι μύγες λίγες στην περιοχή, οπότε δε μπόρεσαν να το εντοπίσουν, ίσως απλώς να ήλθαν, αλλά εγώ να μην ήμουν μπροστά. Έκανε εκείνες της μέρες κρύο, αλλα τη μέρα είχε ήλιο και η θερμοκρασία ανέβαινε αρκετά, κι εκτός αυτού υπάρχουν και μύγες που πετάνε και σε πιο κρύο καιρό με την παραμικρή ένδειξη πτώματος.
Μετά λοιπόν την ανθοφορία, ήρθε ο χειμώνας κι επρόκειτο να μεταφυτεύσω το φυτό. Το έβγαλα από το γλαστράκι του επειδή το χρειαζόμουν, και το μισοφύτεψα σε μια ζαρντινιέρα προσωρινά. Τελικά άλλη γλάστρα δεν έψαξα, κι έτσι το φυτόπέρασε το χειμώνα έξω, σχεδόν γυμνόριζο. Αν και η θέση του ήταν αρκετά προστατευμένη από αέρηδες και δυνατά κρύα, σίγουρα θα πέρασε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι αφυδατώθηκε, αλλά ξαναδιογκώθηκε αμέσως μόλις το φύτεψα σε μεγαλύτερο γλαστράκι την άνοιξη. Κάποιες κορυφές ξεράθηκαν και τις έκοψα, και λίγοι βλαστοί άργησαν να επανυδατωθούν, αλλά γενικά το φυτό επανυδατώθηκε αμέσως κι άρχισε την νανάπτυξη. Διπλασιάστηκε σε μέγεθος και σταμάτησε την ανάπτυξη στις αρχές του Ιουνίου. Η ταλαιπωρία αυτή ωστόσο το πήγε λίγο πίσω, αφού το μπουμπούκι του το έβγαλε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, κι ακόμα είναι λιγότερο από 1 εκατοστό. Άσχετα αν ανθίσει ή όχι, αυτόν το χειμώνα θα πρέπει να το μεταφυτεύσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα που θα του πάει γι’αι αρκετά χρόνια. Την άνοιξη επίσης θα πρέπει να κόψω ένα μόσχευμα για να το αναπαραγάγω, γιατί ο πατέρας μου μου το ζητάει. Κάτι έχουμε μετα πτωματικά φυτά Έχουμε αλοκάσιες, τώρα αυτό, και σίγουρα θα μαζέψουμε κι άλλα.

Το δεύτερο φυτό, ου ήμουν ασυμπτωτικά κοντά στο να έχω, αλλά το έχασα ήταν η χούντια του Γκόρντον (Hoodia gordoni). Το φυτό αυτό περιγράφηκε το 1775 από τον Robert Jacob Gordon, και αρχικά ταξινομήθηκε στο γένος Stapelia. Σήμερα το γένος Hoodia περιλαμβάνει περίπου 20 είδη. Το είδος του ενδιαφέροντος απαντά στο βορειοανατολικό μέρος του δυτικού Ακρωτηρίου και στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, και στα νότια της Ναμίμπια. Οι θερμοκρασίες στο φυσικό του περιβάλλον κυμαίνονται μεταξύ -3 και 40 βαθμών,οπότε το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, στις άμμους της Καλαχάρι και κάτω από την ημισκιά άλλων θάμνων. Αρχικά το φυτό αποτελείται από έναν μόνο βλαστό, στη συνέχεια όμως διακλαδίζεται στη βάση του. Ένα ώριμο φυτό μπορεί να έχει 50 κλαδιά και να ζυγίζει 30 κιλά, ενώ αυτά που αναπτύσσονται σε καλές συνθήκες μπορούν να φτάσουν το 1 μέτρο. Οι βλαστοί του είναι γωνιώδεις και αγκαθωτοί, επειδή τα φύματά του είναι σκληρά και μυτερά. Τα άνθη εμφανίζονται κοντά ή πάνω στην κορυφή, έχουν διάμετρο 75 χιλιοστών και είναι πιο χωανοειδή σε σχέση μ’αυτά άλλων σταπελιών, μοιάζοντας με άνθη πετούνιας. Ποικίλουν σε χρωματισμούς από ξανθό έως σκούρο καφέ, και, όπως οι περισσότερες σταπέλιες, μυρίζουν σάπιο κρέας. Μετά την ανθοφορία παράγεται ένα ζευγάρι καρπών. Εκτός από bockhorings, το φυτό λέγεται και ghaap στα αφρικάανς, από το βουσμανικό khoba.
Το φυτό ίσως να σας είναι γνωστό ως φυσικό βοήθημα στην απώλεια βάρους. Ο όλος τσαρλατανισμός ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αι. όταν, με βάση την παραδοσιακή χρήση του από τους Βουσμάνους για τη μείωση της πείνας και της δίψας στην έρημο, το Νοτιοαφρικανικο Συμβούλιο για την Επιστημονική και Βιομηχανική Έρευνα (CSIR), αναζητώντας κάποια ενεργή ουσία στο φυτό, απομόνωσε το 1977 τη γλυκοζίδη p57, η οποίαμείωσε σημαντικά την όρεξη στους αρουραίους έπειτα από ενδοεγκεφαλική ένεση. Δεν υπάρχουν ωστόσο αποδείξεις ότι κάνει το ίδιο σε ζώα ή ανθρώπους από διά στόματος χορήγηση. Το CSIR πατεντάρησε την ουσία το 1996. /εν συνεχεία παραχώρησε την άδεια στη βρετανική εταιρεία Phytopharm, η οποίασυνεργάστηκε με την Pfizer για να απομονώσουν απ’το φυτό κι άλλα τυχόν χρήσιμα συστατικά, αλλά και να βρουν τρόπους σύνθεσής τους. Η Pfizer τελικά απέσυρε τα δικαιώματα το 2002. Ο καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντισον στου Ουινσκόνσιν Paul Hudson ανέφερε ότι, για να παραχωρήσει η Pfizer τόσο εύκολα τα δικαιώματα γιακάτι το οποίο έχει να κάνει με την παχυσαρκία, πάει να πει ότι το σκεύασμα δεν έχει αποτέλεσμα. Η Pfizer ανακοίνωσε το 2002 ότι σταματά την έρευνα πάνω στο p57, επειδή ήταν δύσκολο στη σύνθεση. Ο Jasjid Bindra, αρχηγός ερευνητής για τη χούντια στην Pfizer, ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι το σκεύασμα επιβάρυνε το ήπαρ από άλλες ουσίες που δε μπορούσαν εύκολα ν’αφαιρεθούν από αυτό, συμπληρώνοντας ότι απαιτούνται πολλοί έλεγχοι ακόμα μέχρις ότου εγκριθεί το σκεύασμα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, και ότι ως τότε όσοι κάνουν δίαιτα θα πρέπει να προσέχουν. Εντωμεταξύ οι Βουσμάνοι ή Σαν των περιοχών όπου φύεται το φυτό αυτό θεώρησαν το πατεντάρισμα ενός παραδοσιακού βοτάνου βιοπειρατεία από τους Λευκούς κατακτητές, και μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, το CSIR συμφώνησε οι Βουσμάνοι να λαμβάνουν ένα ποσοστό των κερδών από τη διαφήμιση της χούντια (πόσο;). Σήμερα το φυτό αυτό προστατεύεται στη Νότια Αφρική, και μόνο άτομα και λίγες εταιρείες με ειδική άδεια επιτρέπεται να το συλλέγουν. Δεν ξέρω όμως αν πράγματι ο νόμος εφαρμόζεται, ή διεφθαρμένοι αστυνομικοί αφήνουν τον καθένα να κάνει ό,τι θε΄λει με λίγο μπαγιόκο στην τσέπη. Τελικά πολύς χαμός για το τίποτα. Ένα σπάνιο φυτό οδηγήθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης από μία υπόθεση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Ή, για να το πω πιο δραματικά, οι αφρώδεις, χοντροί μακντοναλτσοφάγοι της Δύσης σχεδόν εξαφάνισαν ένα μικρό, έως τότε σχεδόν άγνωστο φυτό της αφρικανικής ερήμου. Αυτό θα πει παγκοσμιοποίηση.
Όλοι οι σπόροι της H. gordoni που διατίθενται στο εμπόριο για καλλιέργεια προέρχονται από καλλιεργούμενα φυτά, οπότε δεν επηρεάζονται οι άγριοι πληθυσμοί. Εγώ είχα πάρει τους δικούς μου σπόρους πέρσι το φθινόπωρο από τη γερμανική σελίδα εξωτικών σπόρων. Ήταν τρεις, και τους έσπειρα αμέσως σε αμμώδες χώμα, σ’ένα γλαστράκι στον ήλιο. Φύτρωσαν σε λιγότερο από μια βδομάδα, τρεις μικροί, κοντόχοντροι κι ανοιχτοπράσινοι βλαστοί με δύο μικρές, ίσως ακ΄κομα μαζεμένες κοτυληδόνες στην κορυφή. Και μετά ήρθε ο αέρας και τα κατέστρεψε όλα. Ίσως έπρεπε να μοιράσω τα φυτά σε διαφορετικά γλαστράκια για να σώσω κανένα, αλλά δεν το έκανα επειδή δεν πρόβλεψα τόσο ακραίο καιρό. Θα μπορούσα επίσης να έχω τις γλάστρες σε μέρος χωρίς τόσο αέρα, αλλά το μέρος με τον περισσότερο αέρα στο μπαλκόνι μου είναι κι αυτό με τις περισσότερες ώρες ήλιου. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να λύσω αυτά τα προβλήματα.
Η χούντια καλλιεργείται όπως οι πιο ξηροφυτικές σταπέλιες. Χρειάζεται ήλιο, χώμα με λίγη οργανική ύλη και καλή αποστράγγιση, αραιά ποτίσματα και λίγη σχετικά λίπανση. Αντέχει τις χαμηλες θερμοκρασίες και τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Ιδιαιτερότητα όμως αυτού του φυτού είναι ότι σπάνια τα μοσχεύματά του δημιουργούν κάλο, εκείνη την αδιαφοροποίητη μάζα κυττάρων στο σημείοκκοπής που επαναδιαφοροποιείται σε ρίζες, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μ’αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατος, άρα μονο με σπόρο. Οι σπόροι χρειάζονται υγροό αλλά ελαφρύ χώμα. Η ανεπαρκής αποστράγγιση και η μεγάλυ πυκνότητα φυτών μπορούν να οδηγήσουν γρήγορα στη μυκητική σήψη, γι’αυτό θα πρέπει τέτοιες καταστάσεις ν’αποφεύγονται. Τα νεαρά φυτά θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σ’ένα χρόνο, οπότε θα έχουν ψηλώσει αρκετά, και σε 3 χρόνια θα είναι ήδη 25 εκ ψηλά με 10 κλαδιά. Στη φύση το φυτό δε ζει περισσότερο από 15 χρόνια, αλλά σε καλλιέργεια μπορεί να ζήσειπάνω από 25 χρόνια.

Το τρίτο φυτό που δεν έχω, αλά ακόμα ψάχνω, είναι φυσικά η γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea). Θεωρείται η βασίλισσα των σταπελιοειδών, και ό,τι δεν έχει σε χρώματα το έχει σε μέγεθος και μυρωδιά. Το άθος της έχει αποχρώσεις του καφέ και του ροζ, μπορεί να ξεπεράσει τα 40 εκ και μυρίζει ακριβώς σαν πτώμα. Παρά το τεράστιο μέγεθος των λουλουδιών, το φυτό είναι αρκετά κοντό, με βλαστούς ύψους το πολύ 20 εκ. Όπως οιπερισσότερες σταπέλιες όμως, το φυτό εξαπλώνεται στο έδαφος, και μεγάλα άτομα του είδους αυτού στη φύση μπορούν να φτάσουν τα 1-2 μέτρα σε πλάτος. Οι βλαστοί έχουν πλάτος 3 εκ, είναι χνουδωτοί, τετραγωνισμένοι, πράσινοι με κοκκινωπές περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες στο άμεσο ηλιακό φως. Είναι η σταπέλια με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον άξονα βορρά-νότου, ευρισκόμενη σε Ζάμπια, Μαλάουι, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική, όπου φύεται σε ξηρές περιοχές, σε πετρώδη μέρη ή κάτω από την ημισκιά ψηλότερων θάμνων. Καλλιεργείται όπως τα ξηροφυτικά είδη, από τα οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των ευκολότερων. Δε σαπίζει με το παραμικρο΄λάθος, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή με το πότισμα, την αποστράγγιση και τις χειμερινές θερμοκρασίες, οι οποίες προτείνεται τουλάχιστον να μην πέφτουν κάτω από 10 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα και δεν είναι καθόλου δυσεύρετο. Το μόνο που με ανησυχεί μ’αυτό το φυτό είναι ότι μπορεί ν’ανθίσει στο κατακαλόκαιρο, ενώ το σπίτι είναι άδειο, και να θορυβηθούν οι γείτονες.

Τώρα που γνωρίσατε τις σταπέλιες, μπορείτε να καταλάβετε γιατί είναι τόσο συλλεκτικά φυτά. Ίσως κάποιοι από σας να σκέφτεστε να προσθέσετε ένα τέτοιο φυτό στη συλλογή σας· ίσως κάποιοι να σκέφτεστε να ξεκινήσετε μια συλλογή από τα όμορφα και ιδιαίτερα αυτά φυτά· ίσως άλλοι να ψάχνετε τέτοιο φυτό, ιδίως κάποιο μεγανθές είδος, για να τρομάξετε τους γείτονες ή να το δώσετε δώρο σε κάποιον ανυποψίαστο. Να θυμάστε όμως, ότι όσοι δεν αντιλαμβάνονται τη μαγεία της εξέλιξης και της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να εκτιμήσουν τις σταπέλιες.

Πηγές:
άρθρο στην αγγλική Wiipedia για τη φυλή Stapeliae
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Stapelia gigantea
το γένος Stapelia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Stapelia
το γένος Orbea στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Orbea
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hoodia
το γένος Hoodia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Hoodia gordoni
το είδος H. gordoni στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
η επικονίαση των σταπελιοειδών

Το σκαθάρι Pachnoda marginata perigrina είναι ένα ακόμα κατάλληλο και θρεπτικό έντομο για τη διατροφή των ζώων μας. Έχει μια αρκετά μεγάλη, θρεπτική προνύμφη, η οποία περιέχει πολύ πρωτεΐνη, και είναι κατάλληλη για όλα τα ζώα που μπορούν να την φάνε. Το ενήλικο σκαθάρι επίσης τρώγεται από μερικά είδη και είναι πολύ όμορφο χάρη στα λαμπερά του χρώματα. Είναι επιπλέον εύκολα έντομα στην εκτροφή και απορώ γιατί ακόμα παραμένουν σχετικά σπάνια στο εμπόριο.

Πρόκειται ουσιαστικά για χρυσομπούμπαρο, σκαθάρι δηλαδή της υποοικογένειας Cetoniinae. Οι χρυσομπούμπαροι, χρυσομπάμπουρες, χρυσόμυγες (έτσι λέγονται και οι πράσινες μύγες όμως), μπάμπουρες, ή χρυσή σκαραβαίοι αποτελούν την υποοικογένεια Cetoniinae της οικογένειας Scarabaeidae. Η άλλη υποοικογένεια της οικογένειας είναι η Scarabaeinae, οι κανονικοί σκαραβαίοι. Αντίθετα με τους σκαραβαίους, που είναι συνήθως μαύροι και τρέφονται με κοπριά, οι χρυσομπούμπαροι έχουν λαμπερά χρώματα και τρέφονται με υλικό από άνθη και καρπούς. Επειδή έχουν μασητικά στοματικά μόρια, κόβουν κομματάκια απ’τα άνθη που επισκέπτονται, και έτσι τα καταστρέφουν, γι’αυτό και στα αγγλικά λέγονται «flower chafers”, δηλαδή πειραχτές των λουλουδιών. Χρυσομπούμπαροι υπάρχουν παντού στην Ελλάδα τους θερμούς μήνες, συνήθως από Μάιο με Ιούλιο, αν και λίγοι ξεχασμένοι μπορούν να βρεθούν σχεδόν όλο το έτος. Εγώέχω προσέξει ότι πολλοί μαζεύονται γύρω από ανθισμένες πασχαλιές, λιγουστρίνια, φωτείνιες, μπόζια/ζαμπούκους, και σε ροδακινιές με ώριμα ροδάκινα. Οι προνύμφες τους είναι εντελώς διαφορετικές όμως, αφού ζουν μέσα στο έδαφος τρεφόμενες με νεκρή οργανική ύλη. Τα εύκρατα είδη συνήθως κάνουν πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρώσουν την ανάπτυξη, και συχνά χρειάζονται μια ψυχρή χειμερινή περίοδο, γι’αυτό δε χρησιμοποιούνται τόσο στην εντομοκαλλιέργεια όσο τα τροπικά είδη.

Το γένος Pachnoda είναι αφρικανικ΄΄ο γένος χρυσομπούμπαρων με 108 είδη, ίσως και περισσότερα. Το κοινό γνώρισμα που ενώνει ΄΄όλα αυτά τα είδη είναι ορισμένοι εσωτερικοί λοβοί στον αιδοιαγό των αρσενικών, το αντίστοιχο του πέους που έχουν πολλά έντομα. Το είδος του ενδιαφέροντος είναι η Pachnoda marginata, ένα κεντροαφρικανικό τροπικό ειδος χρυσομπούμπαρου με 9 υποείδη. Από αυτά, μόνο 3 είναι διαθέσιμα στο εμπόριο: η Pachnoda marginata marginata, με έντονο κόκκινο χρωματισμό, η P. m. Aurantia, με χρυσοπορτοκαλί χρωματισμό, και η P. m. Peregrina, το κοινότερο στο εμπόριο υποείδος κι αυτό που μας ενδιαφέρει, με χρυσοκίτρινη πάνω επιφάνεια, η οποία διακόπτεται από τρεις καφέ κηλίδες, μία στο θώρακα και μία σε κάθε έλυτρο. Ενίοτε οι κηλίδες των ελύτρων είναι μικρές και δυσδιάκριτες. Η κάτω πλευρά του σώματος είναι μαύρη. Το μήκος του κυμαίνεται μεταξύ 2-3 εκατοστών, με συνηθέστερα τα 2-2,5 εκατοστά. Το σκαθάρι είναι τετραγωνισμένο και δε διαφέρει μορφολογικά από τους κοινούς χρυσομπούμπαρους, αν και πρόσεξα πως έχει ελαφρώς μακρύτερα πόδια και κεφάλι. Όπως τα περισσότερα σκαθάρια, είναι πολύ σκληρό, με μόνο μαλακό μέρος το πάνω μέρος της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα σκληρά έλυτρα, τα οποία είναι το πρώτο ζεύγος τροποποιημένων φτερών. Το δεύτερο βρίσκεται από κάτω, και όταν το έντομο πρόκειται να πετάξει, τα ξεδιπλώνει αφού έχει σηκώσει τα έλυτρα ελαφρώς, και απογειώνεται με έναν χαρακτηριστικό, βαθύ βόμβο. Τα σκαθάρια αυτά πετάνε στον ήλιο ή σε οποιαδήποτε πηγή φωτός, όπως μια λάμπα, γι’αυτό αν τα βγάλετε στο χέρι σας κοντά στο φως γρήγορα θα πετάξουν. Η πρώτη τους πτήση είναι συνήθως σύντομη, ενώ γενικώς δεν πετούν γρήγορα, γι’αυτό πιάνονται εύκολα, αλλά αν ξεφύγουν έξω, δε θα τα ξαναβρείτε. Επίσης η μυρωδιά τους είναι όμοια μ’αυτήν των κοινών χρυσομπούμπαρων, κάτι ανάμεσα σε κοπριά και λάδι, κάτι που διαπίστωσα όταν τα έτριψα και τα έφερα κοντά στη μύτη μου.
Οι προνύμφες τους έχουν την τυπική μορφολογία σκαπτικών προνυμφών σκαθαριού, δηλαδή κοντόχοντρες, κυλινδρικές με στενό μπροστινό και πλατύ πίσω με΄ρος, ώστε να εισχωρούν ευκολότερα στο έδαφος. Στο τελευταίο στάδιο πριν τη μεταμόρφωση έχουν μήκος 4-5 εκ και αρκετό πάχος, όσο το μικρό σας δάχτυλο ή και περισσότερο, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορουν να φτάσουν τα 6 εκ, και το χρώμα τους είναι γκριζομπέζ με λευκό κεφάλι. Το κεφάλι τους είναι μικρό, με δύο αναλογικά μεγάλα στοματικά εξαρτήματα σαν δαγκάνες μπροστά, με τα οποία τεμαχίζουν την τροφή τους. Στο θώρακα φέρουν τα συνήθη τρία ζεύγη ποδιών των εντόμων, αλλά εξαιτίας του τρόπου ζωής τους είναι ατροφικά, σαν μικρά εξογκώματα. Η τμημάτωση του σώματος είναι εμφανής, και στις πλευρές υπάρχει μια διαμήκης γραμμή, η οποία αποτελεί το όριο μεταξύ των ραχιαίων και των κοιλιακών σκληροτωμάτων του εξωσκελετού και επιτρέπει την εύκολη συστολή και διαστολή του σώματος ανάλογα με το ποσό της τροφής που καταναλώνεται. Ολόκληρο το σώμα των προνυμφών καλύπτεται από απαλό χνούδι, το οποίο δεν είναι σαν τις σκληρές τρίχες των καμπιών, αλλά θα το παρομοίαζα με το πρώτο χνούδι που βγάζουν τα κουνελάκια όταν αρχίζουν να βγάζουν τρίχωμα. Μεταξύ των τριχών ο εξωσκελετός είναι λείος, γι’αυτό και γυαλίζουν ελαφρώς υπό έντονο φως. Όπως όλες οι προνύμφες σκαθαριού, οι προνύμφες της Pachnoda έχουν καλή κατακόρυφη ευκινησία, αλλά καθόλου πλευρική. Ακόμα και πιο εύκίνητες και μακρόστενες προνύμφες σκαθαριού όπως τα αλευροσκούληκα, όταν στρίβουν δεξιά ή αριστερά, στην πραγματικότητα στρίβουν διαγώνια προς τα κάτω. Με τους κατακόρυφους κυματισμούς λοιπόν η προνύμφη κινείται μέσα στο έδαφος, και με δυσκολία έξω απ’αυτό. Αν την πιάσετε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη, με γρήγορους κατακόρυφους κυματισμούς, οι οποίοι φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν το σώμα, εύκολα μπορεί να ξεφύγει. Σε μαλακή επιφάνεια, όπως η παλάμη σας δύσκολα κινείται, αλλά σε σκληρή επιφάνεια, όπως το πάτωμα, μπορεί να κινηθεί αρκετά καλά, αν και συχνά χάνει την ισορροπία της και πέφτει στο πλάι. Το περιβάλλον στο οποίο κινείται πιο γρήγορα είναι το χώμα. Όντας φωτοφοβική, αν την βάλετε στο χώμα, με ρυθμικές ωθήσεις του σώματος από τους κατακόρυφούς της κυματισμούς, θα εξαφανιστει΄μέσα του σε λίγα δευτερόλεπτα. Όταν αναπαύονται παίρνουν τη στάση των περισσότερων προνυμφών σκαθαριού, φέρνοντας σε επαφή το άκρο της κοιλιάς με το κεφάλι και δημιουργώντας σχήμα μισοφέγγαρου. Από αυτήν την κατάσταση μπορεί ν’αργήσουν να ξεδιπλωθούν ακόμα και όταν ξεθαφτούν. Οι άμυνές τους δεν είναι πολλές, αλλά αν τις κρατήσετε σφιχτά μέσα στη χούφτα σας και δε μπορούν να φύγουν ή τις σφίγγεται για ώρα ανάμεσα στα δάχτυλά σας, μπορεί να γυρίσουν και να δαγκώσουν. Αν και δε θα σας κόψει το δέρμα, το δάγκωμα ποναέι και μπορέι να τρομάξετε. Τα ενήλικα σκαθάρια δεν έχουν κάποια άμυνα πέρα από την πτήση τους και τη σκληρότητά τους.
Όπως όλα τα έντομα και όλα τα αρθρόποδα γενικότερα, οι προνύμφες αναπτύσσονται με διαδοχικές αλλαγές/εκδύσεις του εξωσκελετού τους. Όταν έρθει η ώρα της μεταμόρφωσης, κατασκευάζουν ένα υποσφαιρικό έως ωοειδές κουκούλι 2,5 εκ μήκους από τα περιττώματά τους μαζί με υλικό από τον περιβάλλοντα χώρο, μπαίνουν μέσα εκδύοντας για τελευταία φορά τον εξωσκελετό τους, συσφαιροποιούνται σε μισοφέγγαρο και προσδένονται με νημάτια στα τοιχώματά του. Αυτή είναι και η αυτοκτονία της μικρής στρουμπουλής προνύμφης. Αντίθετα μ’αυτό που νομίζουν πολλοί, τα έντομα σ’αυτήν την κατάσταση δεν τροποποιούν απλώς το σώμα τους, βγάζουν φτερά και όλα είναι εντάξει. Ολόκληρο το προνυμφικό σώμα αποδιοργανώνεται σε μια άμορφη αλλά οργανωμένη σούπα, και ορισμένα κύτταρα αναλαμβάνουν την αναδημιουργία του σώματος του ενήλικου εντόμου, με ελάχιστα γνήσια προνυμφικά μέρη στο ενήλικο. Για τον λόγο αυτόν τα ενήλικα ολομετάβολα έντομα είναι πάντοτε μικρότερα από τις προνύμφες τους. Αυτός που βγαίνει απ’το κουκούλι είναι άλλος. Είναι σαν να σας βάζουν σε κώμα, να σας αναδημιουργούν όλο σας το σώμα και τον εγκέφαλο και να σας ξυπνούν μετά. Είναι μια νέα αρχή. Μετά λοιπόν το πέρας της μεταμόρφωσης, το σκαθάρι ανοίγει το κουκούλι από τη μία πλευρά και βγαίνει έξω στον επικίνδυνο κόσμο, για να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του με την αναπαραγωγή.

Τα σκαθάρια αυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα για να επιβιώσουν ως αποικία. Συνήθως πωλούνται ως μεγάλες προνύμφες, έτοιμες για τάισμα. Με ικανό αριθμό τέτοιων, ο οποίος εξαρτάται από τις ανάγκες του καθενός, μπορεί να δημιουργηθεί μια αποικία. Η αποικία μπορεί να στεγαστεί οπουδήποτε, αρκεί το δοχείο να έχει αρκετό βάθος και επιφάνεια. Άλλοι στεγάζουν τα σκαθάρια και τις προνύμφες μαζί, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος κανιβαλισμού, άλλοι όμως ξεχωριστά για πρακτικούς λόγους, γιατί ο χώρος των σκαθαριών αναγκαστικά δεν είναι γεμάτος από χώμα, οπότε υπάρχει αρκετός ανεκμετάλλευτος χώρος για τις προνύμφες, οι οποίες συνήθως μεταφέρονται σε σκοτεινό δοχείο γεμάτο χώμα. Το καπάκι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της υγρασίας και την αποτροπή εξόδου των σκαθαριών μόλις έχουν μεταμορφωθεί. Αφού λοιπόν έχετε πάρει τις προνύμφες σας, θα πρέπει να τις φτιάξετε το κατάλληλο υπόστρωμα. Προτείνεται υπόστρωμα τουλάχιστον 10 εκ σε βάθος, αν και καλό είναι να είναι περισσότερο. Στο υπόστρωμα αυτό, που μπορεί να είναι τύρφη ή κοινό χώμα, θα πρέπει να αναμιχθούν πολλά ξερά ή μισοσαπισμένα φύλλα, βλαστοί, φλοιοί και σάπιο ξύλο αν βρείτε, από τα οποία οι προνύμφες θα τρώνε. Καλύτερα είναι τα πεσμένα φύλλα από πλατύφυλλα φυλλοβόλα όπως πλάτανο, βελανιδιά, φλαμουριά, οπορωφόρα κλπ. Επίσης τα ξερά με΄ρη από ποώδη φυτά όπως λαχανικά, καλλωπιστικά και ζιζάνια. Δε θα πρέπει ποτέ να βάλετε μέρη από κωνοφόρα. Επίσης συμπληρωματικά μπορείτε να προσθέσετε φλούδες από ριζώδη ή κονδυλώδη λαχανικά όπως καρότο ή πατάτα, ενώ μπορείτε να βάλετε και φρούτα, αλλά μην το παρακάνετε με τα φρούτα, γιατί το σάπισμά τους θα φέρει δυσοσμία, και ίσως φρουτόμυγες ή σκνίπες των μυκήτων. Το υγιές υπόστρωμα μυρίζει φρέσκο χώμα. Κάποιοι ρίχνουν μέσα και γατοτροφή ή φυλλαράκια για ψάρια για πρωτείνη, αλλά αυτό ουσιαστικά δε χρειάζεται καθόλου, αφού οι προνύμφες αυτές, όπως και τα υπόλοιπα σαπροφάγα αρθρόποδα, παίρνουν αρκετή πρωτεΐνη από τα βακτήρια και τους μύκητες που καταναλώνουν μαζί με την αποσυντιθέμενη ύλη, καθώς και από την πλούσια εντερική χλωρίδα, η οποία επίσης διασπά την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Το υπόστρωμα θα πρέπει να διατηρείται πάντοτε υγρό, αλλά ποτέ κορεσμένο. Ακόμα κι αν στεγνώσει η επιφάνεια ή και όλο για λίγο δε θα πεθάνουν, αλλά η σταθερή υγρασία τις διατηρεί σε σταθερό επίπεδο ενυδάτωσης και επιτρέπει την ομαλή αποσύνθεση της οργανικής ύλης. Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα λοιπόν, θ’αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα κουκούλια. Οι προνύμφες κάνουν έναν ήχο σαν ροχαλητό ή γουργούρισμα γάτας όταν φτιάχνουν το κουκούλι, τον οποίο μπορείτε ν’ακούσετε αν στήσετε αυτί πολύ κοντά και έχει απόλυτη ησυχία. Τα περισσότερα κουκούλια βρίσκονται οπουδήποτε στο έδαφος, ενίοτε όμως οι προνύμφες ενσωματώνουν και φύλλα ή κλαδάκια στην κατασκευή, ή τα κατασκευάζουν πάνω στα τοι΄χωματα του χώρου τους. Στην περίπτωση αυτήν, δε θα πρέπει να ξεκολήσετε ό,τι έχουν πάνω τους ή να τα μετακινήσετε, γιατί θα ανοίξουν, επιτρέποντας την είσοδο βακτηρίων στο εσωτερικό, τα οποία θα σαπίσουν το έντομο. Μετά από περίπου 20 μέρες το σκαθάρι θα ανοίξει το κουκούλι από τη μία μεριά, το οποίο θα το βρείτε τρυπημένο και άδειο. Αυτό θα βρίσκεται κάπου μέσα στο χώμα ή στη γωνία του δοχείου. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν όλα τα κουκούλια να εκκολάπτονται.
Το περιβάλλον για τα σκαθάρια είναι διαφορετικό απ’αυτό των προνυμφών. Κι εδώ θέλουμε βαθύ υπόστρωμα με του ίδιου τύπου νεκρή οργανική ύλη, ώστε να υπάρχει άφθονη τροφή για τις νέες προνύμφες, αλά εκτός αυτού χρειάζονται μικρές επιφάνειες για να σκαρφαλώνουν και να κινούνται εκ΄τος χώματος, όπως κομμάτια ξύλου, φλοιού ή φελλού. Το άλλο σημαντικό που χρειάζονται είναι μια πηγή φωτός και θερμότητας. Ίσως αν είναι καλοκαίρι και το φως είναι αρκετό εκεί που βρίσκονται να μην το χρειάζονται, αλλά τις υπόλοιπες εποχές θα χρειαστούν μια μικρή θερμαντική λάμπα για τη μέρα, η οποία θ’ανεβάζει το σημείο κάτω απ’αυτήν στους 30-35 βαθμούς. Καλό είναι στο σημείο εκείνο να βρίσκεται και η τροφή τους. Το υπόλοιπό τερράριο μπορεί να έχει θερμοκρασία δωματίου. Ο χώρος που χρειάζονται δεν είναι μεγάλος, ένα τερράριο 30χ20χ30 είναι ιδανικό για 10 σκαθάρια για παράδειγμα. Η τροφή τους αποτελείται από φρούτα όπως ροδάκινο, βερίκοκο, μήλο, αχλάδι, μπανάνα, σύκο, πορτοκάλι κλπ. Δίνετε ό,τι έχετε και όχι το ίδιο συνεχώς, ώστε να έχουν ποικιλία τροφών κι έτσι να λαμβάνουν όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται. Τον περισσότερο καιρό θα βρίσκονται γύρω απ’την τροφή τους, όπου συνήθως ζευγαρώνουν, και ενίοτε θα τα ακούτε να πετούν ή να κινούνται. Τα ζευγαρώματα αρχίζουν σύντομα μετα τη μεταμόρφωση. Το θηλυκό στη συνέχεια θα σκάβει βαθιά στο υπόστρωμα περιοδικά για να εναποθέσει μεμονωμένα τα αυγά του, τα οποία συνολικά μπορεί να είναι πάνω από 200. Τα σκαθάρια ζουν 2-5 μήνες. Μετά το θάνατο όλων τους, μπορείτε να σκάψετε το υπόστρωμα για να εκτιμήσετε την κατάσταση. Αν όλα έχουν παέι καλά, θα πρέπει να υπάρχουν μικρές προνύμφες διαφορετικών μεγεθών, καθώς και πολλά αυγά. Σε περίπτωση που έχετε ζώο που τρώει τα σκαθάρια, δε χρειάζεται να περιμένετε να πεθάνουν, αλλά απλώς μπορείτε να τα αφήσετε δύο μήνες να αναπαραχθούν και μετά να τα ταΐζεται.
Για τη νεά γενιά θα κατασκευάσεται το ίδιο υπόστρωμα που περιέγραψα παραπάνω και θα τα αφήσετε όλα στην ησυχία τους. Προτείνεται ένα λίτρο χώματος ανά προνύμφη για βέλτιστη ανάπτυξη, οπότε με γνώμονα αυτό μπορείτε να υπολογίσετε το χώρο σας. Όσο οι προνύμφες τρώνε, η τροφή θ’αρχίζει να λιγοστεύει και ν’αντικαθίσταται με μικρούς, συμπαγείς σβόλους, οι οποίοι είναι τα περιττώματά τους. Στο σημείο που σχεδόν όλη η τροφή έχει αντικατασταθεί από περιττώματα, μπορείτε είτε να αλλάξετε το χώμα είτε να συμπληρώσετε με νέο. Το υπόλειμμα της καλλιέργειας των προνυμφών αυτών είναι θρεπτικό κομπόστ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να λιπάνει φυτά, όπως το κομπόστ από γεωσκώληκες. Μην το πετάτε. Σίγουρα δε θα φτάσει για την λίπανση ενός ολόκληρου κήπου, εκ΄τος κι αν έχετε τεράστια εγκατάσταση παραγωγής τέτοιων εντόμων, αλλά για λίγες γλάστρες αρκεί. Οι προνύμφες αναπτύσσονται καλύτερα σε θερμοκρασίες μεταξύ 20-28 βαθμών Κελσίου, και ο χρόνος που μεσολαβεί από το αυγό μέχρι το ενήλικο σκαθάρι είναι περίπου 3-5 μήνες σ’αυτές τις συνθήκες. Η σχέση της ανάπτυξης των προνυμφών με τη θερμοκρασία είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με τη γραμμική έως ενός σημείου φυσικά σχέση άλλων εντόμων. Αν και τροπικές, δεν είναι θερμόφιλες, αφού περνούν όλο το χρόνο τους μέσα στο δροσερό έδαφος. Έτσι μπορεί σε υψηλές θερμοκρασίες να αναπτύσσονται γρηγορότερα, αλλά σπαταλούν και περισσότερη ενέργεια γιατί ο μεταβολισμός τους έχει ανέβει αρκετά, κι έτσι μπορεί να καταλήξουν μικρότερες. Σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες ωστόσο η ανάπτυξή τους επιβραδύνεται υπερβολικά. Δε γνωρίζω αν μπορούν ν’αποθηκευτούν στο ψυγείο για μήνες όπως άλλες προνύμφες, ίσως όμως γίνεται. Μπορούν επίσης ν’αποθηκευτούν σε θερμοκρασία δωματίου μέσα σε τύρφη χωρίς τροφή για αρκετό καιρό, όμως στο μεσοδιάστημα χάνουν βάρος σταδιακά, χάνοντας έτσι και μέρος της θρεπτικής τους αξίας.

Διάφορα εντομοφάγα ζώα τρώνε αυτές τις προνύμφες. Στο στάδιο που πωλούνται, είναι κατάλληλες για μεγαλύτερους θηρευτές όπως γενειοφόρους δράκους και άλλους δράκους, μεγάλα γκέκο και άλλες μεσαίες ή μεγάλες σαύρες, σκίγκους, βαράνους, χελώνες, μεγάλα αμφίβια, ταραντούλες, σκορπιούς, ψάρια ενυδρείων κατάλληλου μεγέθους, και μικρά εντομοφάγα θηλαστικά. Τις μικρότερες τις τρώνε οι περισσότεροι μικρότεροι θηρευτές, αλά τέτοιες θα βρείτε μόνο αν έχετε αποικία με προνύμφες διαφόρων μεγεθών. Τις προνύμφες μπορείτε να τις προσφέρετε σε μπολ, με το χέρι, με λαβίδα, ή να τις ρίξετε κάτω αν το υπόστρωμα δεν είναι χώμα, γιατί αν είναι χώμα ή κάτι που σκάβεται, θα χαθούν αμέσως και το ζώο δε θα μπορέσει να τις βρει. Αν είναι σκίγκος ή βαράνος και μπορεί να ξετρυπώνει κρυμμένη τροφή ίσως τις βρει, αλλά τα υπόλοιπα ερπετά μάλλον δε θα τις βρουν ποτέ. Η σύνθλιψη των σαγωνιών τους με τη λαβίδα πριν το τάισμα προτείνεται για να μη δαγκώσει τυχόν η προνύμφη το θηρευτή, αλλά στην πράξη αυτό δε χρειάζεται, αφού οι αντιδραση του θηρευτή είναι πολύ πιο γρήγορη από κάθε αντίδραση της προνύμφης, η οποία θα έχει σκοτωθεί πολύ πριν προλάβει να γυρίσει. Ίσως όμως για ζώα που δεν κυνηγούν τέτοια έντομα ή έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που τα δυσκολεύει να κυνηγήσουν κανονικά, να χρειαστεί αυτό. Επίσης μπορούν να ταϊστούν οι προνύμφες που μόλις έχουν μπει στο κουκούλι, οι οποίες είναι μαλακές και δεν έχουν αρχίσει να μεταμορφώνονται. Απλώς σπάτε ένα κουκούλι λίγων ημερών, βγάζεττε την προνύμφη που ακόμα κινείται λίγο, και τη δίνετε στο θηρευτή.
Αντίθετα με τις προνύμφες, τα σκαθάρια δεν τυγχάνουν τόσο ευρείας αποδοχής, εξαιτίας της σκληρότητάς τους. Υπάρχουν σαύρες που δε μπορούν να φάνε τόσο μεγάλαέντομα, κι άλλες που δε θα τα φάνε επειδή είναι ογκώδη και σκληρά ή μπορεί να έχουν πεπτικά προβλήματα αν τα φανέ γι’αυτόν το λόγο. Υπάρχουν ωστόσο ερπετά που δεν έχουν πρόβλημα ή και τα τρώνε με ευκολία και ευχαρίστηση. Οι δράκοι είναι τα πιο γνωστά, οι οποίοι τρώνε σκαθάρια σε μεγάλο ποσοστό στη φύση και η οδοντοστοιχία τους είναι προσαρμοσμένη να μασάει σκληρά υλικά. Οι γενειοφόροι δράκοι ιδιαίτερα τα τρώνε πολύ, και ο φόβος ότι τέτοιες τροφές μπορούν να προκαλέσουν ενσφήνωση στο έντερο είναι μύθος. Οι υγιείς γενειοφόροι δράκοι δεν παθαίνουν ενσφήνωση από σκληρά έντομα. Στην πραγματικότητα η κατανάλωση σκληρών τροφών επιβάλλεται, γιατί τα περισσότερα δόντια τους είναι μόνιμα όπως στα θηλαστικά, και οι σκληρές ουσίες βοηθούν στην απομάκρυνση ιχνών τροφής που τυχόν έχουν μείνει, τα οποία θα οδηγήσουν αλλιώς στον πολλαπλασιασμό των βακτιριδίων, την πλάκα και τελικά την περιοδοντική νόσο, η οποία σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί ν’αποβεί μοιραία.
Οι παχιές προνύμφες του είδους επίσης είναι κατάλληλες και για ανθρώπινη κατανάλωση. Πέρα από τη χρήση τους ως τροφή, τα σκαθάρια αυτά μελετώνται εκτενώς στο εργαστήριο όσον αφορά την κινητικότητά τους, τις ουσίες που τα προσελκύουν στην τροφή, την ανάπτυξη κλπ.

Εγώ αγόρασα προνύμφες παχνόδα δύο φορές ως τώρα. Τις αγοράζω από το feeders.gr, το μόνο κατάστημα στην Ελλάδα που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων κι άλων ζωντανών τροφών για ερπετά και άλα εντομοφάγα. Τις δίνει σε κλειστά πλαστικά κουπάκια με τύρφη ανά 10. Τις πρώτες τις πήρα λοιπόν στα μέσα του Φεβρουαρίου, για το γενειοφόρο μου δράκο που είχα πάρει από τον προηγούμενο χρόνο, όμως ήταν σε χειμερία νάρκη. Αρχικά τις είχα χωρίς τροφή, αλλά μετά τις έβαλα ένα κομμάτι καρότο και ένα κομμάτι από ξερό φύλλο από το ιππέαστρο, τα οποία στις επόμενες μέρες άρχιζαν να τρώνε. Όταν τις μέτρησα, βρήκα μια μικρή γύρω στα 2 εκατοστά, την οποία έδωσα στο Βαρώνο, το λοφιοφόρο γκέκο μου στις 21 Φεβρουαρίου, και την έφαγε αμέσως, αν και ήταν λίγο μεγάλη γι’αυτόν. Έφαγε και ένα ακόμα έντομο τότε. Θυμάμαι την ημερομηνία, γιατί το βράδυ της ίδιας μέρας άρχισε να συμπεριφέρεται αναπαραγωγικά και να κάνει τη φωνή του, σηματοδοτώντας την έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου και άρα τον ερχομό της άνοιξης. Ένα γκέκο δε φέρνει την άνοιξη όμως, αφού έξω ακόμα έκανε κρύο, και αν τον έβγαζα έξω θα του κοβόταν η μιλιά αμέσως. Αργότερα έβαλα ακόμα μία προνύμφη στο γκέκο, αλλά ήταν ακόμα μεγαλύτερη και δεν την έφαγε. Έμεινε όμως όλο το βράδυ στο μπολ, και την επόμενη μέρα το είχε γεμίσει με μικρές καφέ μπιλίτσες. Τις υπόλοιπες τις έδωσα στη μικρή Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο, μόλις ξύπνησε. Ξύπνησε στις 2 Μαρτίου, κι έφαγε το πρώτο του γεύμα στις 4 Μαρτίου. Το γεύμα αποτελούταν από ένα γεωσκώληκα, λίγο μαρούλι, φύλλα από ραπανάκι, ένα μοβ άνθος πανσέ, και προνύμφες παχνόδας. Της έδωσα αρχικά έξι, τις οποίες έφαγε αμέσως, δηλαδή όχι ακριβώς αμέσως, επειδή ακόμα οι κινήσεις της ήταν αργές από τη μακρόχρονη νάρκη. Πρώτα τις κοίταζε προσεκτικά, έστιάζε στο στόχο και με μια αστραπιαία κίνηση τις έπιανε με τη γλώσσα της και τις μάσαγε αργά. Μία είχε εντωμεταξύ γίνει κουκούλι (εγώ άκουγα το γουργουρητο τις προηγούμενες μέρες, αλλά νόμιζα ότι απλώς τρώνε), το οποίο σκεφτόμουν να κρατήσω για να δω πώς θα είναι το σκαθάρι, αλλά τελικά αποφάσισα να της το δώσω κι αυτό. Το έσπασα, και από μέσα έβγαλα την πολύ μαλακή προνύμφη. Την έβαλα δεξιά της, και την έσπρωξα λίγο για να κινηθεί. Μόλις την είδε να κινείται, γύρισε δεξιά το κεφάλι της και με συνοπτικές διαδικασίες την έφαγε. Δε σεβάστηκε ούτε καν το κουκούλι! Τέτοιες προνύμφες ξαναπήρα ακόμα μια φορά στα μέσα του Ιουλίου, υποτίθεται για να φτιάξω αποικία. Τις έφτιαξα ένα καλό υπόστρωμα σε μια μικρή φάουνα (πλαστικό κουτί σαν μικρό ενυδρείο ή τερράριο), όπου θάφτηκαν αμέσως. Απ’ό,τι κατάλαβα, οι προνύμφες αυτές δε βγαίνουν στην επιφάνεια του εδάφους ποτέ. Τελικά έδωσα τις δύο στην Αναμπέλα και άφησα τις υπόλοιπες να μεταμορφωθούν. Επειδή δεν τις παρακολουθούσα καθημερινά, μιας και πότε έφευγα σε διακοπές και πότε γύριζα, δεν κράτησα αρχείο ημερομηνιών για το πότε έγινε το πρώτο κουκούλι κλπ. Πάντως στις 2 Αυγούστου, όταν επέστρεψα από τις διακοπές, βρήκα κουκούλια και δύο προνύμφες μετά από πολύ ψάξιμο.

δύο προνύμφες και δύο κουκούλια Pachnoda marginata peregrina

Αργότερα, στις 18 Αυγούστου, όταν πάλι μόλις είχα επιστρέψει από διακοπές, βρήκα ένα κουκούλι ανοιγμένο και μετά από λίγο ψάξιμο το σκαθάρι χωμένο σε ρηχό βάθος στο χώμα.

κάτω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina πάνω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina

Την επόμενη μέρα το έδωσα στην Αναμπέλα, η οποία το έφαγε αμέσως. Τα άλλα υποτίθεται θα τα άφηνα για ν’αναπαραχθούν, αλλά λίγα-λίγα ταΐστηκαν όλα. Για τροφή τους έβαζα ένα μείγμα από βερίκοκο και αχλάδι σε μικ΄ρα καπάκια εμφιαλωμένου νερού, και τα έβρισκα μετά χωμένα μέσα στα καπάκια αυτά να το τρώνε. Οι ποσότητες που έτρωγαν στην πράξη όμως ήταν αμελητέες, σε αντίθεση μ’αυτό που τρώγανε οι προνύμφες, οι οποίες είχαν αδιάσει όλο το χώμα από τα φύλλα και τους βλαστούς που τις έβαλα, εκτός από τα φύλλα της φτέρης του πλατυκερίου, που είναι σκληρά, σπογγώδη, δε σαπίζουν εύκολα κι απ’ό,τι κατάλαβα δεν τα τρώει σχεδόν κανείς. Ένας χρυσομπούμπαρος μου έφυγε, άλλους δύο τους έπιασα αμέσως μόλις απογειώθηκαν, ενώ έναν ακόμα τον έπιασε η Αναμπέλα στον αέρα ενώ απογειωνόταν. Ένας άλλος ήταν ακόμα σε κουκούλι και το έσπασα, νομίζοντας ότι θα βρω σκαθάρι. Δεν είχε όμως μεταμορφωθεί πλήρως, παρά ήταν μια άμορφη, υγρή μάζα που είχε πάρει απλώς το ωοειδές σχήμα του σκαθαριού. Το κούνησα μπροστά στη Μπέλα και το έφαγε ακόμα κι αυτό. Τους υπόλοιπους τους έτρωγε πριν προλάβουν να πετάξουν. Ήτανα πό τα αγαπημένα της έντομα. Μόλις τους έβλεπε, αμέσως εκτίνασσε τη γλώσσα της, τους έπιανε και τους μασούσε για αρκετή ώρα, επειδή είναι σκληροί. Ακουγόταν έντονα κρατς-κρατς-κρατς, σαν να μασάει πατατάκι. Είχα πάρει και τηλέφωνο έναν φίλο μου για να το ακούσει, και το άκουσε. Πιστεύω πως τα λαμπερά τους χρώματα της τραβούσαν την προσοχή αρχικά, και μετά της άρεσαν από το σχήμα τους και τη γεύση τους, που θα ήταν γλυκιά από τα φρούτα που έτρωγαν. Κι έτσι τελικά δεν έμεινε ούτε ένα σκαθάρι για αναπαραγωγή. Δεν πειράζει, θα πάρω αν είναι 20 την επόμενη φορά, και ίσως γλιτώσουν μερικά.

Σημείωση: Συχνά οι προνύμφες αυτές πωλούνται ως Pachnoda butana, με το όνομα δηλαδή άλλου είδους, αλλά αυτό είναι σχεδόν πάντοτε λα΄θος, αφού το κοινότερο είδος είναι η Pachnoda marginata peregrina, σπάνια ωστόσο πωλούνται κι άλλα είδη.

Πηγές:
διατήρηση και αναπαραγωγή της Pachnoda marginata peregrine
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Pachnoda marginata
μετακίνηση της Pachnoda marginata σε τραχύ και λείο έδαφος και ο ρόλος του μυός της επαναφοράς του όνυχος

Ενημέρωση 12/2/2016: Δείτε την αποικία που είχα φτιάξει στα παρακάτω βίντεο. Στο πρώτο δείχνω τις προνύμφες, καθώς και το πρώτο κουκούλι, ενώ στο δεύτερο τα ενήλικα σκαθάρια. Τελικά λόγω χαμηλών γενικών θερμοκρασιών παρά τη θερμαντική πλάκα και λάμπα, στις οποίες οι προνύμφες αναπτύσσονταν, αλλά τα σκαθάρια λίγο έτρωγαν και δεν πετούσαν, την αποσυναρμολόγησα. Θα μπορούσα να θερμάνω περισσότερο το χώρο, π.χ. με δυνατότερη λάμπα, αλλά έκρινα ότι δεν άξιζε για τόσο λίγα έντομα. Ίσως να ξαναφτιάξω μια το καλοκαίρι. Τα νεκρά έντομα τα έφαγαν τα σκαθάρια της αποικίας αλευροσκούληκων που έχω.

Παρεμπιπτόντως, σήμερα είναι Παγκόσμια Ημέρα Δαρβίνου.

Ασιατικός βαράνος του νερού (Varanus salvator salvator), από Wikipedia.

Οι βαράνοι ή βαρανοί αποκαλούνται συχνά οι βασιλιάδες των σαυρών. Είναι συνήθως μεγαλόσωμες, σαρκοφάγες σαύρες με μεγάλη εξάπλωση στην Αφρική, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία. Τα 78 είδη τους αποτελούν το γένος Varanus της μονοτυπικής οικογένειας Varanidae, αλλά ο αριθμός των ειδών συνεχώς αυξάνεται από τη διάσπαση πληθυσμών σε νεά είδη ή και την ανακάλυψη νέων. Η οικογένεια των βαρανιδών έχει ιστορία από το ύστερο Κρητιδικό, και στο παρελθόν είχε περισσότερα γένη, αν και σήμερα μόνο οι βαράνοι απομένουν, οι οποίοι είναι πολύ επιτυχημένοι. Συγγενείς και ίσως πρόγονοί τους είναι οι νεκρόσαυροι, και λίγο μακρινότεροι οι θαλάσσιοι μοσάσαυροι του Κρητιδικού. Ακόμα μακρινότεροι συγγενείς είναι οι άωτοι βαράνοι (οικογένεια Lanthanotidae), τα τέρατα του Τζίλα (οικογένεια Helodermatidae), τα αγκουοειδή όπως το κονάκι (οικογένεια Anguidae), και τα φίδια. Το γένος είναι μοναδικό στο ότι, παρά τις τεράστιες διαφορές στο μέγεθος (από 20 εκ [πρόσφατα ανακαλυμμένος V. sparnus της Αυστραλίας] μέχρι 3 μ [ο δράκος του Κόμοντο V. Comodoensis], αν κι ακόμα μεγαλύτερος ήταν ο εξαφανισμένος αυστραλιανός V. priscus στα 5 ή και 7 μ), τα είδη δε διαφέρουν σημαντικά στη μορφολογία. Γενικώς είναι σαύρες μακρόστενες αλλά γεροδεμένες, με μακρύ λαιμό, μικρό κεφάλι, αρκετά ανεπτυγμένα άκρα και δυνατή, μη αυτοτομήσιμη ουρά. Η γλώσσα τους είναι λεπτή και διχαλωτή όπως αυτή των φιδιών, και χρησιμεύει μόνο στην όσφρηση, όπως και στα φίδια. Όταν δεν την χρησιμοποιούν, παραμένει προστατευμένη μέσα σ’ένα κάλυμμα ιστού. Τα δόντια τους είναι μεγάλα, κωνικά και αιχμηρά, και το κρανίο τους ελαφρώς κινητικό για να μπορούν να καταπίνουν μεγάλα θηράματα, αν και σε περίπτωση που είναι πολύ μεγάλα, συχνά τα τεμαχίζουν με το κεφάλι και τα μπροστινά τους άκρα. Έχουν το τρίτο μάτι (βρεγματικός οφθαλμός) στην κορυφή του κεφαλιού, όπως οι περισσότερες ημερόβιες σαύρες, και στις φολίδες τους φέρουν αισθητήρια βοθρία για την αφή. Στην κοιλιά τους έχουν σκωληκόμορφες οστέινες πλάκες.
Είναι δραστήρια ζώα, που συχνά καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις για εξεύρεση τροφής, και πολλές φορές καταδιώκουν ενεργά τα θηράματά τους. Αυτό απαιτεί υψηλό μεταβολισμό, και σύμφωνα με τις μελέτες που το διερεύνησαν αυτό, οι βαράνοι είναι τα σημερινά ερπετά με τον υψηλότερο μεταβολισμό και αερόβια ικανότητα. Η καρδιά τους είναι λειτουργικά τετράχωρη κατά τη συστολή, διαχωρίζοντας έτσι πλήρως τη συστημική από την πνευμονική κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να έχουν υψηλή συστημική πίεση για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε οξυγόνο χωρίς αυτό να βλάπτει τους πνεύμονες, όμοια με τα πτηνά και τα θηλαστικά. Ο αέρας στους πνεύμονές τους κινείται μονόδρομα, ένα σύστημα που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα και στους αρχόσαυρους (κροκοδείλια, πουλιά και εξαφανισμένοι συγγενείς), και είναι αποτελεσματικότερο απ’αυτό των θηλαστικών. Διατηρούν επίσης υψηλές θερμοκρασίες την ημέρα, όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Τα χαρακτηριστικά αυτά τους έχουν κάνει αντάξιους ανταγωνιστές των σαρκοφάγων θηλαστικών μεσαίου μεγέθους στις περιοχές όπου ζουν. Σε μικρότερα μεγέθη κινδυνεύουν να φαγωθούν από μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά, γι’αυτό ελάχιστοι μικροί Βαρανοί υπάρχουν στην Αφρική και την Ασία, αν και στην Αυστραλία, ελλείψει πολλών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών, πολλοί βαράνοι έχουν εξελίξει μικρότερο μέγεθος και τα αντικαθιστούν οικολογικά. Σχεδόν όλα τα μέλη του γένους είναι σαρκοφάγα, τρώγοντας εύρος τροφών από αυγά, έντομα και σκουλήκια μέχρι ψάρια, τρωκτικά, άλλα ερπετά, μεγάλα ζώα όσο κι ένα βουβάλι και πτώματα. Κάποια δενδρόβια είδη μπορεί να τρώνε και φρούτα συμπληρωματικά, ενώ 3 ασιατικά είδη είναι φρουτοφάγα. Η όρασή τους είναι καλή, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η όσφρησή τους, χάρη στην οποία εύκολα βρίσκουν κρυμμένη ή θαμμένη τροφή. Τα περισσότερα είδη κινούνται στο περιβάλλον όπου εξελίχθηκαν, αλλά μπορεί να κυνηγήσουν και σε διαφορετικά περιβάλλοντα, π.χ. πολλά χερσαία είδη μπορεί να ψάξουν τροφή στο νερό. Είναι ημερόβιοι, αλλά μπορούν να δραστηριοποιηθούν και τη νύχτα κάποιες φορές.
Είναι από τα εξυπνότερα ερπετά, με νοημοσύνη που ξεπερνά αυτήν πολλών θηλαστικών. Διάφορα είδη έχουν βρεθεί ότι λύνουν περίπλοκα προβλήματα για να φτάσουν στην τροφή, έχουν υποτυπώδεις αριθμητικές ικανότητες, παίζουν με αντικείμενα όπως πολλά θηλαστικά κλπ. Ορισμένα είδη εξαπατούν τους γονείς για να κλέψουν τα αυγά τους, όπως ο Varanus albigularis στην Αφρική, όπου ο ένας διώχνει τον κροκόδειλο απ’τη φωλιά κι ο άλλος τρώει τα αυγά, και μετά επιστρέφει και ο πρώτος για να φάει – από τα λίγα ερπετά που κυνηγούν συνεργατικά. Πολλοί δενδρόβιοι βαράνοι χρησιμοποιούν τα μπροστινά τους άκρα για να βγάλουν έντομα από τρύπες, συμπεριφορά σπάνια στις σαύρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι βαράνοι είναι μοναχικοί, αποφεύγοντας την επαφή με άλλα μέλη του είδους τους. Εκτός από το συγκεκριμένο Αφρικανικό είδος, κυνηγούν μόνοι τους, αν και μπορεί να συγκεντρωθούν σε περίπτωση πολλής τροφής, π.χ. αν υπάρχει μεγάλο πτώμα, οπότε τρώνε ανάλογα με το μέγεθός τους, με τους μεγαλύτερους πρώτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μεγαλόσωμοι βαράνοι μπορεί να μαλώσουν, όπως επίσης μαλώνουν αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής για τις περιοχές τους. Όταν μαλώνουν σηκώνονται στα δύο πόδια και σπρώχνονται. Τα θηλυκά σε πολλά είδη σκάβουν περίπλοκες φωλιές, τις οποίες φυλάγουν από εχθρούς, αλλά τα μικρά είναι ανεξάρτητα μόλις γεννηθούν, μένοντας κρυμμένα για τον περισσότερο καιρό μέχρι να μεγαλώσουν, για΄τι έχουν πολλούς εχθρούς, συμπεριλαμβανομένων και μεγαλύτερων μελών του είδους τους. Παρομοίως σηκώνονται στα δύο πόδια και την ουρά για να παρακολουθήσουν το περιβάλλον τους, δίνοντάς τους το αγγλικό όνομα “monitor lizards (σαύρες που παρακολουθούν)». Το όνομα «βαράνος» προέρχεται από το αραβικό «ουαράν» ή «ουαράλ», που προέρχεται από τη σημιτική ρίζα “wrl” αναφερόμενοι σε μεγάλη σαύρα ή δράκο.

Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι τέτοια ζώα συγκέντρωσαν αρκετό μύθο και παράδοση γύρω τους σε διάφορους πολιτισμούς. Εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους, οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων τους ξεχώριζαν από όλες τις υπόλοιπες σαύρες, αντιμετωπίζοντάς τους περισσότερο ως μυθικούς δράκους παρά ως σαύρες. Αλλού σκοτώνονταν ως επικίνδυνα ζώα, αλλού θεωρούνταν κακά πνεύματα και φορείς κακοτυχίας, αλλού λατρεύονταν ή θεοποιούνταν, αλλού ήταν ανεκτοί, χρησιμοποιούνταν στην ιατρική, στη μαγεία και κυνηγούνταν για το κρέας τους. Σήμερα πολλά είδη απειλούνται από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους εξαιτίας της ανθρώπινης ανάπτυξης, αλλά κι από την ανθρώπινη εκμετάλλευση, κυρίως για το δέρμα τους. Άλλα είδη ωστόσο εξακολουθούν ν’ακμάζουν παρά τις πιέσεις, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα είναι. Όπως και τα περισσότερα ερπετά, οι μύθοι που τους περιβάλλουν τους συνδέουν κυρίως με το κακό, καθιστώντας/όντας έτσι σοβαρά εμπόδια για τις προσπάθειες προστασίας τους. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα βιβλίου, το οποίο βρήκα στη σελίδα του Mampam, ενός περιβαλλοντικού ιδρύματος που ασχολείται με την προστασία λιγότερο γνωστών ζώων, όπως είναι οι βαράνοι, αλλά και με την υποστήριξη παραμελημένων κοινοτήτων. Αρχικά ήταν σπασμένο σε πρώτο και δεύτερο μέρος, αλλά εγώ τα συνένωσα.

Μετάφραση: Bolko

Βαράνοι και ανθρωπότητα

Σελίδα 1 από 2

Απόσπασμα από το Ένα Μικρό Βιβλίο για τους Βαράνους © D. Bennett 1995. Viper Press, UK

Η σχέση μας με τους βαράνους φτάνει μέχρι 90.000.000 χρόνια πριν. Για σχεδόν όλο αυτό το διάστημα, αυτοί ήταν οι θηρευτές κι εμείς τα θηράματα. Οι πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις θήρευσης βαράνων από τον άνθρωπο χρονολογούνται περίπου στα 40.000 χρόνια πριν (King 1962). Σήμερα η σχέση της ανθρωπότητας με τους βαράνους είναι περίπλοκη. Είναι αναμφίβολα οι σημαντικότερες από τις σαύρες για την ανθρώπινη φυλή.

Ο βαράνος στην παράδοση και την τέχνη

Οι βαράνοι συχνά λέγεται ότι έδωσαν την έμπνευση για τους μυθικούς δράκους, αλλά πολλά άλλα ζώα διεκδικούν εξίσου την ίδια θέση. Η περιγραφή των μεγάλων όφεων του Καραζάν από το Μάρκο Πόλο εύκολα θα μπορούσε ν’αναφέρεται σε ένα δράκο του Κόμοντο:

«Εδώ υπάρχουν τεράστια φίδια δέκα βήματα σε μήκος και 10 πιθαμές στο πλάτος του σώματος. Στο μπροστινό μέρος δίπλα στο κεφάλι έχουν δύο κοντά πόδια, το καθένα με τρία νύχια σαν αυτά μίας τίγρεως, με μάτια μεγαλύτερα από ένα καρβέλι τεσσάρων πεννών και πολύ λαμπερά. Τα σαγόνια είναι αρκετά πλατιά ώστε να καταπιούν έναν άνθρωπο, τα δόντια είναι μεγάλα και αιχμηρά και η όλη τους εμφάνιση είναι τόσο φοβερή που ούτε άνθρωπος ούτε κανένα άλλο ζώο δε μπορεί να τα πλησιάσει χωρίς τρόμο.»

Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις βαράνων προέρχονται από σπηλαιογραφίες κοντά στο Μπόπαλ που έγιναν πριν από περίπου 10.000 χρόνια (Das 1989). Συχνά εμφανίζονται στην αρχαία και στη σύγχρονη αυστραλιανή τέχνη, αλλά απουσιάζουν εμφανώς από την τέχνη των αρχαίων αιγυπτιακών πολιτισμών. Σύμφωνα με τον Rose (1962) οι βαράνοι συχνά απεικονίζονταν και ταριχεύονταν από τους Αρχαίους Αιγυπτίους. Πάραυτα οι Αιγύπτιοι δεν άρχισαν να ταριχεύουν ερπετά μέχρι τις μεταγενέστερες δυναστείες (πριν περίπου 4.000 χρόνια), όταν σχετίστηκαν με τον ηλιακό θεό Ατούμ, και μια έρευνα για τα μουμιοποιημε΄να ερπετά στο Βρετανικό Μουσειο και σ’αυτό του Καΐρου δεν έχει αποκαλύψει ούτε ένα δείγμα βαράνου (Bennett & Akonnor ms). Ο πιθανότατος λόγος για τον οποίον οι βαρανίδες αποκλείονταν από τη μεταθάνατον ζωή είναι ότι τρώνε τα αυγά και τα μικρά των κροκοδείλων, οι οποίοι, αν και περιφρονούνταν, θεωρούνταν πολύ ιεροί από τους Αρχαίους Αιγυπτίους.

Η παράδοση βρίθει από δεισιδαιμονίες και ανέκδοτα που αφορούν τους βαράνους. Σε κάποια μέρη αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση ή και με φόβο, αλλά πολλοί πολιτισμοί εκτιμούν τις σαύρες και ορισμένοι τις αντιμετωπίζουν με υψηλή ευλάβεια.

Ιστορίες ότι οι βαράνοι είναι ιοβόλοι ή και δηλητηριώδεις αφθονούν στην πρώιμη βιβλιογραφία. Το σάλιο τους θεωρείται δηλητηριώδες στη Βεγγάλη και σε μέρη του Βόρνεο πάντοτε μαγειρεύονται με πιπερόριζα ως προληπτικό μέτρο, διότι αν έχει επιλεγεί για την κατσαρόλα ένα δηλητηριώδες άτομο, το μίγμα θα μαυρίσει (Saha 1983; Auffenberg 1982). Οι Mason & Theobald (στο Gaddow 1901) έχουν ισχυριστεί ότι οι Βυρμανέζοι Καρέν έτρωγαν βαράνους, αλλά πετούσαν τα κεφάλια επειδή τα θεωρούσαν δηλητηριώδη. Ο κρυπτικός τραχύλαιμος βαράνος πιστευόταν ότι είχε τόσο δυνατό δηλητήριο, που μπορούσε να σκοτώσει έναν ελέφαντα (Lekagul 1969). Στη Σρι Λάνκα οι βαράνοι του νερού συνήθως θεωρούνται άνοστοι, ενώ οι βαράνοι της Βεγγάλης τρώγονται με ευχαρίστηση (Deraniyagala 1953). Εντούτοις αν πατήσεις τα περιττώματα των σαυρών μπορεί να βγάλεις εξανθήματα με έλκη στα πόδια σου (de Silva, προσ.επικ.). Η ικανότητα των σαυρών να τρώνε ιοβόλα φίδια αναγνωρίζεται σε πολλούς πολιτισμούς και στην Αυστραλία, στην Αίγυπτο και στην Αλγερία η ανοσία τους συχνά αποδίδεται στη συνήθειά τους να αναζητούν φαρμακευτικά φυτά μόλις δαγκωθούν (Reed 1987, Anderson 1898, Mamir, προς. επικ.).

Οι βαράνοι μπορούν να φέρουν κακή τύχη στους ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Στο Βόρνεο μερικές φορές απεικονίζονται στις ασπίδες των πολεμιστών για να σκορπίσουν τον τρόμο στις καρδίες των αντιπάλων τους. Εάν ένας βαράνος περάσει μπροστά από έναν προελαύνοντα στρατό, μπορεί να επέλθει ανταρσία, εκτός κι αν η μάχη αναβληθεί. Εάν ένας ειδωθεί σ’ένα γάμο, η ένωση θεωρείται αποτυχημένη από την αρχή (Auffenberg 1982). Σε μέρη του Πακιστάν θεωρούταν απαραίτητο να κρατήσεις το στόμα σου καλά κλειστό μπροστά σ’ένα βαράνο· με μια φευγαλέα ματιά των δοντιών σου θα μπορούσε το πνεύμα του ερπετού να μολύνει την ψυχή σου (Minton 1966). Εάν ένας βαράνος έτρεχε ανάμεσα στα πόδια σου στο Καζακστάν, η πιθανότητά σου να κάνεις παιδιά στο μέλλον θεωρούταν μηδενική (Nickolskii 1915). Σε κάποια μέρη της Ταϊλάνδης κάποιοι άνθρωποι δεν τολμούν καν να προφέρουν το όνομα του βαράνου, ενώ άλλοι το χρησιμοποιούν ως προσβολή (Nutphand undated). Στα νοτιότερα, όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο, κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι βγάζουν λέπια και βγάζουν μια μακριά, διχαλωτή γλώσσα. Αυτοί οι «βαρανάνθρωποι» περιπλανώνται ψάχνοντας όχι για κάμπιες και σκαθάρια, αλλά για ζεστή ανθρώπινη σάρκα (Auffenberg 1982).

Πολλοί πολιτισμοί ξεχωρίζουν σαφώς τους καλούς από τους κακούς βαράνους. Γύρω από τους λόφους Γκάρο στην Ινδία, οι βαράνοι του νερού με νεφελώδη σημάδια θεωρούνταν κακά πλάσματα που τραβούσαν τους ανθρώπους κάτω απ’το νερό και τους έπιναν το αίμα. Αυτοί με φωτεινά σχέδια (γνωστοί ως Αρίνγκα) υποτίθεται ότι ήταν φιλικοί και απεικονίζονταν στις θύρες των σπιτιών των εργένηδων των φυλών Άτονγκ και Γκάντσινγκ. Ένα άλλο σόι του Γκάρο, οι Ντάουα, έχουν την ακόλουθη ιστορία για τον ιδρυτή τους.

Όταν κάποτε ο Ντάουα ήταν νεαρός, συνάντησε ένα μωρό αρίνγκα που έτρωγε φύλλα πεπονιάς σ’ένα από τα χωράφια του χωριού. Το έπιασε και το έβαλε σ’ένα κλουβί, ταΐζοντάς το με φρούτα. Κάθε μέρα οι γονείς του βαράνου έρχονταν και επισκέπτονταν το φυλακισμένο παιδί τους, κι όταν ο Ντάουα είδε τα τεράστια αρίνγκα τρομοκρατήθηκε σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τον εκδικηθούν αυτόν ή τους ανθρώπους του όταν περνούσαν το ποτάμι. Έτσι έντυσε το νεαρό βαρανό μ’ένα κίτρινο πανωφόρι, έβαλε σκουλαρίκια στα αυτιά του, τον απελευθέρωσε και υποσχέθηκε στους γονείς του ότι δε θα ξαναπιάσει βαράνους ποτέ, και τους ζήτησε ως αντάλλαγμα να μη φάνε κανέναν από το σόι του αν διαβεβαίωναν την ταυτότητά τους πριν μπουν στο νερό. Το νεαρό αρίνγκα έγινε ο φίλος του Ντάουα, κι όταν μεγάλωσε συνήθιζε να τον περνάει απέναντι απ’το ποτάμι στην πλάτη του. Μέχρι σήμερα οι Γκάρο ποτέ δε σκοτώνουν αρίνγκα, και πάντοτε φωνάζουν «Είμαι γιος του Ντάουα» πριν μπουν στο ποτάμι. Εάν κάποιος πιαστεί κατά λάθος, του δίνονται λίγα σκουλαρίκια ως απολογία κι απελευθερώνεται (Parry 1932).

Σύμφωνα με το θρύλο, τα κανό από φλοιό πρωτοεφευρέθηκαν από τους βαράνους του Μέρτενς, οι οποίοι έπρεπε να μάθουν πώς να σκαρφαλώνουν για να προμηθεύονται τις πρώτες ύλες για τις τέχνες τους (McConnel 1957). Οι εργατικοί και εφευρετικοί βαράνοι έγιναν τεμπέληδες όταν έφτασαν στη νότια Αυστραλία. Εγκατέλειψαν τη γεωργία και επιδόθηκαν στο κυνήγι μικρών κι ανυπεράσπιστων ζώων, καταλήγοντας τελικά να κλέβουν τροφή από τους ακανθόχοιρους αφού τους νάρκωναν με μέλι (Reed 1987).

Στη Μαλάγια πιστευόταν ότι οι βαράνοι του νερού εκκολάπτονταν από αυγά κροκοδείλου, αλλά έμεναν στην ξηρά, ενώ κάποια απ’τα αδέρφια τους έτρεχαν αμέσως στο νερό κι έτσι γίνονταν γνήσιοι κροκόδειλοι (Ridley 1899). Παραδόξως μια παρόμοια πίστη επικρατούσε στην Αίγυπτο, όπου ο βαράνος του Νείλου πιστευόταν ότι ήταν το πρώτο στάδιο στη ζωή ενός κροκοδείλου, και ο Ηρόδοτος (περίπου στο 450 π.Χ. στον Anderson 1898) περιέγραψε τους βαράνους της ερήμου που είδε στη Λιβύη ως χερσαίους κροκοδείλους.

Χρήσεις των βαράνων από τον άνθρωπο

Η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τους βαράνους με διάφορους τρόπους· για τροφή, ως εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων και για την Παρασκευή φαρμάκων και κατεργασμένου δέρματος. Σε κάποια μέρη του κόσμου είναι τεράστιας οικονομικής σημασίας, αλλά σε λίγα μέρη θεωρούνται μάστιγα και γίνονται προσπάθειες αφανισμού τους.

Οι διατροφή πολλών βαράνων τους κάνει ιδανικούς εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων, και η χρήση τους γι’αυτό είναι αναμφίβολα η πιο πολύτιμη ιδιότητά τους. Τρώνε αυγά κροκοδείλου και δηλητηριώδη φίδια, όπως επίσης και τεράστιες ποσότητες επιζήμιων για τις καλλιέργειες καβουριών, σαλιγκαριών, σκαθαριών και ορθόπτερων. Σε πολλά μέρη της Αφρικής και της Ασίας ενθαρρύνονται να κατοικήσουν σε ορυζώνες, άλση κοκοφοινίκων κι άλλες αγροτικές εκτάσεις για να μειώσουν τις βλάβες στη σοδειά (π.χ. Deraniyagala 1931). Ο βαράνος του Ρόζενμπεργκ ίσως να έχει εισαχθεί σε πολλά νησιά της νότιας Αυστραλίας για να μειώσει τον αριθμό των ιοβόλων φιδιών (Κεφάλαιο 5) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέταζε την εισαγωγή του βαράνου των μαγκροβίων σε νησιά του Ειρηνικού γεμάτα με αρουραίους, μέχρι που έγινε προφανής η βέβαιή του προτίμηση για τα καβούρια (Uchida 1967). Οι λίγες μελέτες που διεξήχθησαν σε βαράνους που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές έχουν όλες καταδείξει ότι η διατροφή τους αποτελείται ως επί το πλήστον από ζώα που είναι επιζήμια για τις καλλιέργειες (Auffenberg και αλ 1991, Traeholt 1993, Bennett & Akonnor 1995) και σε πολλές περιοχές η συνήθειά τους να καταναλώνουν πτώματα επιδοκιμάζεται. Όπου οι βαράνοι δεν καταδιώκονται, ζουν κοντά ή και μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ψάχνοντας τροφή γύρω από σκουπιδότοπους και τρώγοντας κάθε είδους σκουπίδι. Είναι κοινό θέαμα σε κάποιες από τις μεγαλύτερες πόλεις της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας και πιθανόν είναι ανεκτοί επειδή βοηθούν στη μείωση της τροφής των αρουραίων, των μυγών και άλλων αστικών παρασίτων.

Η χυμώδης σάρκα των βαράνων έχει εκτιμηθεί εδώ και πολύ καιρό. Είναι πλούσια σε λίπος και μπορεί να ψηθεί στο φούρνο, στη σχάρα, να καπνιστεί και να γίνει σούπα, να μαγειρευτεί σε κάρι ή να τηγανιστεί. Εάν μαγειρευτεί προσεκτικά, είναι τρυφερή και ούτε στο ελάχιστο ινώδης ή σκληρή. Τα καλύτερα κομμάτια είναι το συκώτι, η βάση της ουράς και τα αυγά. Ο Cochran (1930) αναφέρει ότι τα αυγά των βαράνων του νερού θεωρούνταν κατάλληλα για προσφορά στο βασιλιά της Ταϊλάνδης. Οι ακόλουθοι του ισλάμ στην Ασία δεν τρώνε βαράνους, αλλά πολλοί ευσεβείς μουσουλμάνοι στη Δυτική Αφρική τους θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Σε κάποια μέρη των νησιών των Φιλιππίνων, οι βαράνοι είναι σημαντικό στοιχείο της διατροφής και σε πολλά μέρη του κόσμου χρησιμοποιούνται για να επαυξήσουν αξιολύπητα χαμηλά σε πρωτεΐνη γεύματα. Η χρήση τους ως τροφή στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία φαίνεται να είναι πλατιά διαδεδομένη (π.χ. Irvine 1969). Ο βαράνος των μαγκροβίωνέχει εισαχθεί σε πολλά νησιά του Ειρηνικού πολύ πρόσφατα, πιθανόν ως πηγή τροφής (Κεφάλαιο 6).

Μια εκπληκτική σειρά τονωτικών, φαρμάκων και φίλτρων φτιάχνονται από διάφορα μέρη του σώματος του βαράνου (π.χ. Gaddow 1901, Auffenberg 1982, Das 1989 και οι παραπομπές που αναφέρονται εκεί). Το λίπος χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της επιδεινούμενης όρασης και για ποικιλία άλλων παθήσεων (ιδίως της αρθρίτιδας, των ρευματισμών, των αιμορροΐδων και των μυικών πόνων). Χρησιμοποιείται επίσης ως σεξουαλικό λιπαντικό (Saxena 1993). Οι αποξηραμένες χοληδόχοι κύστεις είναι ιδιαίτερα θεραπευτικές, αφού θεραπεύουν τα καρδιακά προβλήματα, την ανικανότητα και την ηπατική ανεπάρκεια, όπως επίσης και πλήθος σοβαρότερων παθήσεων. Στη Βόρεια Αφρική, αποξηραμένα κεφάλια βαράνων πωλούνται για να κονιορτοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία πλήθους εξωτερικών και εσωτερικών βασάνων (Linley, προσ.επικ.). Οι αμνησιακοί στη Σρι Λάνκα κάποιες φορές παρασκευάζουν ένα γεύμα από γλώσσες βαράνων, το οποίο λέγεται ότι επαναφέρει τη μνήμη στην πλήρη της ισχύ (de Silva, προσ.επικ.). Ο Krishnan (1992) αναφέρει ότι ένας άντρας που υπέστη μια σοβαρή πληγή στο μηρό ως αποτέλεσμα της αναμέτρησής του μ’έναν αγριόχοιρο γιατροπορεύτηκε απ’τους φίλους του με τον ακόλουθο τρόπο: Λεπτές φέτες φρέσκιας σάρκας βαράνου της Βεγγάλης τοποθετήθηκαν μέσα στη βαθιά πληγή, η οποία έπειτα δέθηκε με επιδέσμους. Ο άντρας ισχυρίστηκε αργότερα ότι η πληγή είχε επουλωθεί εντελώς σε δέκα μέρες κι άφησε μόνο μια εκπληκτικά μικρή ουλή. Απ’ό,τι γνωρίζω, καμία από τις θεραπευτικές ιδιότητες των βαρανών δεν έχει τεθεί ακόμα υπό σοβαρή επιστημονική εξέταση. Στη Σρι Λάνκα επίσης πιστευόταν ότι ένα μίγμα λίπους και σάρκας του βαράνου του νερού και ανθρώπινου αίματος και τριχών γίνεται πολύ ισχυρό δηλητήριο αν βραστεί, κι ότι μια σταγόνα είναι αρκετή για να σκοτώσει αμέσως έναν εχθρό (Auffenberg 1982). Οι βαράνοι του νερού λεγόταν επίσης ότι συντελούσαν στην Παρασκευή του πλέον προτιμώμενου δηλητηρίου των Σινγκαλέζων ασασίνων, το καμπάρα-τελ. Τα υλικά (φρέσκο δηλητήριο φιδιού, αρσενικό και διάφορα βότανα) ανακατεύονταν με νερό σ’ένα ανθρώπινο κρανίο και τοποθετούνταν σε μια φωτιά, σε τρεις γωνίες της οποίας δεμένοι βαράνοι του νερού τοποθετούνταν στρατηγικά και χτυπούνταν, ώστε οι συριγμοί τους να επιταχύνουν τη διαδικασία του βρασμού και να επαυξήσουν τη δύναμη του αφεψήματος. Ο αφρός από τα χείλη των σαυρών προστιθέταν στο τελευταίο λεπτό, κι όταν στην επιφάνεια εμφανιζόταν ένα ελαιώδες απόβρασμα, το τρομερό φίλτρο ήταν έτοιμο (Morris στο Gaddow 1901).

Σελίδα 2 από 2

Σύμφωνα με τον Das (1988), η φόνευση βαράνων με τσουγκράνες είναι μια μορφή αθλήματος σε μέρη της βορειοανατολικής Ινδίας. Παρομοίως, τα παιδιά σε μέρη της ερήμου Κάρα-Χουμ αντλούν μεγάλη χαρά κυνηγώντας τους βαράνους της Κασπίας και χτυπώντας τους μέχρι θανάτου με τα ρόπαλα. Επειδή οι σαύρες πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδεις, η συμμετοχή και η επιτυχία σ’αυτό το άθλημα θεωρείται πράξη μεγάλης γενναιότητας (προσ. επικ.).

Ο πολυμήχανος και ξακουστός Μαράθι πολεμιστής Κάρνα Σινγκ πέρασε τα τείχη του Φρουρίου του Κέλνα δένοντας ένα σχοινί σ’ένα βαράνο, αφήνοντάς τον να σκαρφαλώσει το τείχος κι ακολουθώντας τον μέχρι πάνω όταν είχε ασφαλιστεί σε μια στενή σχισμή. Από τότε η φυλή του ήταν γνωστή ως Γκορπάντε (από το μαράθι όνομα του βαράνου της Βεγγάλης, γκορπάντ), και κάθε στρατιώτης στο στρατό εκπαιδευόταν στη χρήση τους (Ramakrishna 1983). Λιγότερο ηρωικα άτομα χρησιμοποιούσαν τις σαύρες για να σκαρφαλώσουν τους τοίχους σπιτιών που διαρρήγνυαν (Robinson στο Gaddow 1901).

Ορισμένοι πολιτισμοί λεγόταν ότι άφηναν τους βαράνους να φάνε τους νεκρούς συγγενείς τους κι έτσι κατήργησαν την ανάγκη αποκομιδής των πτωμάτων με ταφή ή καύση. Στο Αρχιπέλαγος Μέργκου, τα πτώματα αφήνονταν σε εκτεθημένες εξέδρες στο δάσος, ενώ στο Μπαλί τα σώματα καλύπτονταν με καλάθια λυγαριάς, τα οποία απέτρεπαν τους σκύλους και τα μαϊμούνια, αλλά άφηναν τους βαράνους να φάνε με την ησυχία τους (Anderson 1889, Auffenberg 1982). Τέτοια δωρεάν και θρεπτικά γεύματα προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς βαράνων του νερού, ο Άντερσον αναφέρει ότι ως και 15 άτομα είχαν παρατηρηθεί «να επιδίδονται σ’ένα μακάβριο γεύμα τέτοιου είδους».

Μακράν η πλέον εξέχουσα χρήση των βαράνων είναι για το δέρμα τους. Τα δέρματα των βαράνων παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεμβρανών τυμπάνων και ασπίδων, αλλά σήμερα έχουν μεγάλη ζήτηση στα πλουσιότερα μέρη του κόσμου για να γίνουν λουριά ρολογιών χειρός, παπούτσια, πορτοφόλια, τσάντες κι άλλα δερμάτινα αγαθά. Τα πανέμορφα σχέδια στις σαύρες σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα των τομαριών τους τις κάνουν την πλέον δημοφιλή οικογένεια σαυρών στην αγορά του δέρματος. Οι περισσότερες πιάνονται στις φτωχότερες χώρες της κεντρικής Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας και πωλούνται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία. Απ’όσο γνωρίζω δεν υπάρχει ζήτηση για κρέας βαράνου στην Ευρώπη, ούτε οι χοληδόχοι κύστεις πωλούνται ευρέως, έτσι η ζήτηση για τα ζώα προέρχεται μόνο από την αγορά της μόδας. Ο αριθμός των ζώων που εμπλέκονται στο εμπόριο είναι τεράστιος και οι αναφερόμενοι αριθμοί μπορεί να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό του πραγματικού εμπορίου. Μέχρι το 1975, δεν υπήρχε κάποια διεθνής προσπάθεια για την παρακολούθηση του αριθμού των δερμάτων σαυρών που αποστέλλονταν από χώρα σε χώρα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε πολλές περιοχές μια ανθηρή εξαγωγική αγορά υπήρχε για σίγουρα πάνω από εκατό χρόνια. Ο Mertens (1942a) εισηγήθηκε ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ωφέλησε τους βαράνους, δίνοντάς τους λίγη ξεκούραση από την εντατική εκμετάλλευση.

Το 1973-74 η μπαγκλαντεσιανή κυβέρνηση εκτίμησε ότι οι εξαγωγές δερμάτων σαύρας άξιζαν πάνω από US$1.300.000 (Gilmour 1984). Το αναφερόμενο εμπόριο σε δέρματα σαύρας από την Ινδία μεταξύ του 1964 και του 1973 ήταν πάνω από 2,5 εκατομμύρια κιλά, υππολογιζόμενης αξίας σχεδόν 15 εκατομμυρίων ρουπιών (Anon 1978). Εντούτοις το εμπόριο που αναφέρθηκε στο CITES κατά το 1975 αντιστοιχούσε σε μόνο 51.239 δέρματα, εκ των οποίων τα 38.478 προέρχονταν από την ινδική υποήπειρο. Το ελάχιστο συνολικό εμπόριο σε δέρματα βαράνων μεταξύ 1975-199* καταδεικνύεται παρακάτω. Η μεγάλη αύξηση στους αριθμούς μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1970 και της αρχής της δεκαετίας του 1980 αντανακλά πιθανότερα βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα του συστήματος αναφοράς παρά μια πραγματική ένδειξη αύξησης της ζήτησης.

Δεν κυνηγούνται όλοι οι βαράνοι για το δέρμα τους, στην πραγματικότητα το βάρος του εμπορίου πλήττει μόνο πέντε ή έξι είδη. Ο βαράνος του νερού (V. salvator) είναι το περισσότερο συλλεγόμενο είδος, με αναφορά εμπορίου σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων δερμάτων μόνο το 1990. Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς δερμάτων βαράνων είναι η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες και η ταϊλάνδη. Τα περισσότερα δέρματα αποστέλλονται μέσω της Σιγκαπούρης και βρίσκουν αγορές σ’όλη την υπόλοιπη ανατολική Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στην Αφρική ο βαράνος του Νείλου είναι το βαρύτερα εκμεταλλευόμενο είδος με μέσο αναφερόμενο εμπόριο άνω των 400.000 δερμάτων μεταξύ 1980 και 1985. Τα περισσότερα δέρματα εξάγονται από τη Νιγηρία, το Σουδάν, το Μάλι και το Καμερούν και πωλούνται στη Γαλλία, στην Ιταλία και στης Η.Π.Α. Αναφέρεται επίσης εμπόριο μεγάλης κλίμακας του V. exanthematicus (δηλ. V.albigularis και V.exanthematicus) με μέσο όρο τα 88.000 δέρματα ν’αποστέλλονται ετησίως μεταξύ του 1980 και του 1985. Τα περισσότερα απ’αυτά τα ζώα προέρχονταν από τη Νιγηρία (V. exanthematicus) και, σε μικρότερο βαθμό, το Μάλι (V. exanthematicus), το Σουδάν (;) και τη Νότια Αφρική (V. albigularis). Η περισσότερη ζήτηση έρχεται από τη Γαλλία, άλλα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ. Το εμπόριο σε δέρματα βαράνων της ερήμου, V. griseus, αναφέρεται συχνά, αλλά σύμφωνα με τον Auffenberg (1982) το δέρμα του είναι πολύ λεπτό για να γίνει καλό προϊόν και θεωρείται πολύ υποδεέστερο υποκατάστατο δερμάτων άλλων βαράνων. Τα περισσότερα δέρματα ζώων που πωλούνται ως V. griseus, πιθανόν ανήκουν στα δύο πλήρως προστατευόμενα είδη V. bengalensis και V. flavescens. Το εμπόριο σ’αυτά τα είδη έχει κηρυχθεί εκτός νόμου από το 1975, αλλά πολλές χώρες, ιδιαίτερα η Ιαπωνία, αγνόησαν την απαγόρευση και συνέχισαν να εισάγουν μεγάλες ποσότητες από τα δέρματά τους μέχρι πολύ πρόσφατα. Μεταξύ του 1983 και του 1986 πωλήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο δέρματα V. bengalensis, κυρίως από την Ινδία, το Μπαγκλαντές και την ταϊλάνδη και σχεδόν όλα εξείχθησαν στην Ιαπωνία. Το εμπόριο σε δέρματα του V. flavescens αριθμούσε σε μέσο όρο σχεδόν 120.000 δέρματα ετησίως μεταξύ του 1983 και του 1986. Σχεδόν όλα τα δέρματα προέρχονταν από την Ινδία και το Μπαγκλαντές και πάλι η Ιαπωνία ήταν μακράν ο μεγαλύτερος καταναλωτής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι αριθμοί που αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν μόνο ολόκληρα δέρματα, και δεν περιλαμβάνουν προϊόντα κατασκευασμένα από βαράνους ή συναλλαγές που αναφέρονται με το βάρος (που συχνά ανέρχονται στις χιλιάδες κιλά το χρόνο). Ούτε περιλαμβάνουν τα πάνω από 1,5 εκατομμύρια δέρματα που κατέγραψαν τα ιαπωνικά τελωνεία μεταξύ του 1983 και του 1987, αλλά δε δηλώθηκαν στο CITES. Επιπλέον τα δέρματα των βαράνων συχνά ταυτοποιούνται λανθασμένα στις επίσημες δηλώσεις, με ασιατικά είδη να εξάγονται από αφρικανικές χώρες και το αντίστροφο. Οι εξαγωγείς θα πρέπει να το βρίσκουν πολύ εύκολο να εξαπατούν τους υπαλλήλους των τελωνείων και του CITES. Κατά τις διερευνήσεις μου, αρκετά τελωνειακά γραφεία σε αρκετές χώρες ζητούσαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα διάφορα είδη, παραδεχόμενα ότι δε μπορούσαν να τα ξεχωρίσουν. Η πιο πρόσφατη αναφορά του παγκοσμίου εμπορίου δερμάτων ερπετών (Jenkins & Broad 1994) περιλαμβάνει μια μόνο φωτογραφία του V. salvator, του συχνότερα απαντώμενου βαράνου στο εμπόριο δερμάτων, ο οποίος είναι σαφώς λάθος ταυτοποιημένος και θά’πρεπε να ταυτοποιηθεί ως V. dumerilii, ένα είδος για το οποίο το εμπόριο δέρματος είναι άγνωστο.

Η εκμετάλλευση των βαράνων έχει παραβλεφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Δυτικούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε θεωρούν τους βαράνους χαδιάρικα ζώα, και ίσως είναι εξαιτίας της απουσίας γούνας που η σφαγή τους δεν προκαλεί τη συμπόνια που επεκτείνεται σε άλλα θύματα του εμπορίου δερμάτινων. Απ’ό,τι είναι γνωστό, ούτε ένας βαράνος δεν έχει εκτραφεί εμπορικά, κι έτσι το εμπόριο βασίζεται εξολοκλήρου σε ζώα πιασμένα από τη φύση. Αναλογιζόμενοι τους τεράστιους αριθμούς των εμπλεκόμενων ζώων και το γεγονός ότι μόνο τα δέρματα των ενηλίκων ή των ημιενηλικών ατόμων είναι κατάλληλα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το εμπόριο τελικα θα εξαντλήσει τους αριθμούς τους στο σημείο που θα εξαφανιστούν σε πολλές περιοχές. Πρόσφατες εξαφανίσεις μεγάλης κλίμακας έχουν πιθανολογηθεί για αρκετούς βαράνους στο Πακιστάν, την Ινδία και το Μπαγκλαντές, αλλά δεν είναι σαφές αν η εξαφάνισή τους οφείλεται περισσότερο στο άμεσο ανθρώπινο κυνήγι ή στην απώλεια του ενδιαιτήματός τους. Μελέτες σε βαρέως εκμεταλλευόμενους πληθυσμούς στη Σουμάτρα κατέδειξαν μία από τις υψηλότερες καταγεγραμμένες βιομάζες κάθε σαύρας στον κόσμο (Erdelen 1988, 1991) και δεν υπάρχουν σαφώς επιβεβαιωμένες περιπτώσεις πληθυσμών βαράνων που αποδεκατίστηκαν οπουδήποτε στην Νοτιοανατολική Ασία ή στην Αφρική από τις δραστηριότητες του εμπορίου δέρματος (π.χ. Buffrenil et al 1994, Shine et al. 1996). Η απώλεια του ενδιαιτήματος, από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για μειώσεις στους αριθμούς των βαράνων σε κάθε χώρα όπου βρίσκονται. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε το εμπόριο δέρματος χωρίς αποστροφή, αλλά η φτώχεια στην Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία είναι πολύ πιο ανυπόφορη. Το ενδεχόμενο οι βαράνοι να γίνουν ένας πολύ προσοδοφόρος και βιώσιμος πόρος θα έχει περάσει απ’το μυαλό πολλών, αλλά δε φαίνεται να έχει γίνει καμία προσπάθεια εκτροφής τους σε εμπορική κλίμακα. Αυτό μπορεί να μη γίνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι ακόμα αφθονούν σε πολλές περιοχές, αλλλά αν η ανθρωπότητα πρόκειται να συνεχίζει να ωφελείται από τους βαράνους στο μακροπρόθεσμο μέλλον, η αναπαραγωγή μεγάλης κλίμακας στην αιχμαλωσια θα είναι υποχρεωτική.

Πολλοί καλοπροαίρετοι αλλά παραπληροφορημένοι άνθρωποι καταδικάζουν την κατανάλωση των βαράνων όχι με γνώμονα τη γεύση, αλλά την ηθική. Θεωρούν ότι η χρήση τους για τροφή ή πράγματι για κάθε σκοπό συμβάλλει στην εξαφάνισή τους, αλλά αδυνατούν να καταλάβουν ότι σχεδόν όλες οι χώρες όπου υπάρχουν βαράνοι είναι αφάνταστα φτωχότερες από οπουδήποτε στη Βόρεια Αμερική ή στην Ευρώπη. Επειδή οι άνθρωποι έχουν πολύ λίγα χρήματα, έχουν πολύ υψηλή βρεφική θνησιμότητα και πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής. Αυτό τους εξαναγκάζει να υιοθετούν μη βιώσιμες οικονομικές πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, στην εξαφάνιση πολλών ζώων και φυτών και σε γη ακατάλληλη για τίποτα εκ΄τος από παραγκουπόλεις και στρατόπεδα προσφύγων. Απ’όλα τα άγρια ζώα, οι βαράνοι είναι μεταξύ των πλέον κατάλληλων για βιώσιμη χρήση. Αναπαράγονται κι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα, και πολλοί είναι το ίδιο ευχαριστημένοι ζώντας σ’ένα παρθένο δάσος, σ’ένα χωράφι καλαμποκιού ή σ’ένα σκουπιδότοπο. Γρήγορα δημιουργούν μεγάλους πληθυσμούς οπουδήποτε υπάρχει επαρκής τροφή και δεν είναι εκλεκτικοί στη διατροφή τους. Το κρέας τους είναι πολύ θρεπτικό και το σημαντικότερο, το δέρμα τους είναι πολύ ακριβό. Η τιμή ενός ζευγαριού παπουτσιών βαράνου στην Ιταλία ή στην Ιαπωνία θα τάιζε μια οικογένεια για ένα χρόνο στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Οι Δυτικοί που αντιλέγουν στη χρήση κάθε δέρματος ζώου εκτος από αγελάδες και πρόβατα συχνά αδυνατούν να καταλάβουν ότι το δικαίωμα στην ύπαρξη ζώων χωρίς οικονομική αξία είναι πιθανό να αμφισβητηθεί όλο και περισσότερο όσο οι πληθυσμοί των φτωχότερων χωρών αυξάνονται.

Χρήσεις του ανθρώπου από τους βαράνους

Η ανθρωπότητα προσφέρει τροφή και στέγη στους βαράνους. Λίγοι μεγάλοι βαράνοι θα φάνε ανθρώπους αν τους δοθεί η ευκαιρία, αλλά οι περισσότεροι πρέπει να αρκεστούν στα θαμμένα πτώματα που εντοπίζουν με την όσφρηση και τα ξεθάβουν. Σε πολλά μέρη του κόσμου είναι αναγκαίο τα νεκροταφεία να προστατεύονται καλά από τους βαράνους, με τη συμπίεση του εδάφους με άργιλο ή κοράλι, ή με την περιβολή της περιοχής με ισχυρό φράκτη (π.χ. Taylor 1963). Μόνο λίγοι, πολύ μεγάλοι δράκοι του Κόμοντο μπορούν να πιάσουν και να φάνε έναν υγιή ενήλικα, αλλά τα μικρά παιδιά δυνητικά θα μπορούσαν να γίνουν θήραμα αριθμού ειδών. Οι βαράνοι έχουν την κακή φήμη ότι κλέβουν ζώα (συνήθως νεαρά κοτόπουλα) από τον άνθρωπο στα περισσότερα μέρη του κόσμου και γι’αυτό συχνά θανατώνονται όταν συναντιούνται από τους αγρότες. Σε κάποιους πολιτισμούς, οι βαράνοι αντιμετωπίζονται περισσότερο με ανοχή παρά ενθαρρύνονται. Τοπικά έθιμα συχνά απαγορεύουν τη θανάτωση των βαράνων για οποιονδήποτε λόγο, αλά η αντικοινωνική τους συμπεριφορά δε μένει απαραίτητα ατιμώρητη. Ο Cisse (1971) θυμάται ότι ένας Σενεγαλέζος που βρήκε ένα βαράνο του Νείλου στο σπίτι του να γευματίζει από τα αυγά του πρωινού του δεν είχε τη δύναμη να σκοτώσει τον εισβολέα, αλλά εκτόνωσε το θυμό του δένοντας το ζώο και δίνοντάς του ένα καλό ξύλο με τη ζώνη πριν το απελευθερώσει, μελανιασμένο αλλά κατά τα’άλλα αβλαβές. Παρέμεινε στην περιοχή, αλά δεν ξαναμπήκε στο σπίτι του ποτέ.

Οι βαράνοι αγαπούν τους βρώμικους κατασκηνωτές και καθαρίζουν μεγάλο μέρος της βρωμιάς τους, όπως αποφάγια, περιττώματα, και, δυστυχώς, πλαστικές σακούλες και άλλα μη φαγώσιμα σκουπίδια που μυρίζουν φαγητό. Σε πολλές περιοχές, φαίνεται να γνωρίζουν τις συνήθειες των παραθεριστών, κι εμφανίζονται σταθερά λίγα λεπτά αφού έχει αναχωρήσει και το τελευταίο τουριστικό λεωφορείο. Λιγότερο ντροπαλά άτομα μπορεί να ζητούν φανερά τροφή από τους ανθρώπους και μπορεί ακόμα και να παρακαλούν για τροφή σαν σκυλιά.

Από τότε που γράφτηκαν τα παραπάνω, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει. Η πιο σημαντική ανακάλυψη είναι ότι πράγματι οι βαράνοι έχουν δηλητήριο, ανακάλυψη που έγινε το 2004. Μαζί με τα δηλητηριώδη λανθανωτοειδή και τέρατα του Τζίλα, τα φίδια, τους ανγκουίδες και τα ιγκουάνια αποτελούν τον κλάδο των τοξικοφόρων, ο μεσοζωικός πρόγονος των οποίων είχε εξελίξει δηλητήριο, οι απόγονοι σχεδόν το έχασαν, και αργότερα κάποιοι κλάδοι το επανεξέλιξαν και το ισχυροποίησαν. Όπως και τα τέρατα του Τζίλα, οι βαράνοι έχουν τους δηλητηριώδεις αδένες στην κάτω γνάθο, και ο μηχανισμός έγχυσης είναι υποτυπώδης. Το δηλητήριό τους δεν είναι πολύ ισχυρό, αλά μπορεί να αποδυναμώσει ή και να σκοτώσει αργά μικρά ζώα που δαγκώθηκαν και ξέφυγαν, οπότε ο βαράνος μπορεί να τα βρει. Το δηλητήριο του δράκου του Κόμοντο μπορεί να σκοτώσει μέσα σε διάστημα ημερών μεγάλα ζώα όπως βουβάλια, οπότε ίσως είναι ισχυρότερο, ή απλώς εγχέεται μεγαλύτερη ποσότητα από το βαθύ δάγκωμα που κάνει. Δεν έχουν καταγραφεί ανθρώπινοι θάνατοι από δάγκωμα βαράνου, εκτός ίσως από μία μόνο περίπτωση που είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας, και ίσως ο βαράνος να την εξασθένησε ακόμα περισσότερο. Το πιο πιθανό είναι να υπάρξει έντονος πόνος, αιμορραγία και φλεγμονή μετά από δάγκωμα βαρανού, κι όχι κάτι σοβαρότερο. Οπότε ίσως οι αναφορές ότι τα δαγκώματα του βαράνου πονάνε πολύ ή επουλώνονται δύσκολα ίσως τελικά να έχουν κάποια βάση στην πραγματικότητα, αλλά όλες οι άλλες πίστεις, ότι για παράδειγμα μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο εύκολα ή και ελέφαντα, ότι το δηλητίριο παραμένει στο κρέας ή στο κεφάλι του ζώου κλπ είναι υπερβολές.

Επίσης ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus) σήμερα έχει ενταχθεί στον πίνακα i της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES), οπότε το εμπόριό του απαγορεύεται εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για επιστημονική έρευνα. Άλλοτε είδος που εκτεινόταν σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και στην κεντρική Ασία μέχρι το Καζακστάν, σήμερα η απώλεια του ενδιαιτήματος και το κυνήγι έχουν μειώσει και κατατμήσει τους πληθυσμούς του.
Ο V. exanthematicus συμψηφίζεται με τον V. albigularis στο άρθρο, γιατί την εποχή που γράφτηκε τα δύο είδη δεν αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστά απ’όλη την επιστημονική κοινότητα. Σήμερα θεωρούνται δύο διαφορετικά είδη.

Ο ακανθόχοιρος που αναφέρεται στο άρθρο πιθανότατα είναι η αυστραλιανή έχιδνα (Tachyglossus aculeatus), ένα αγκαθωτό μικρό θηλαστικό της τάξης των μονοτρημάτων (ωοτόκα θηλαστικά) που έχει συγχυστεί με τον ακανθόχοιρο ή και με τον σκαντζόχοιρο από τους Ευρωπαίους. Τρέφεται με μυρμήγκια και τερμίτες.

Σελόζια

Η νεαρή σελόζια πριν φυτευθεί στη θέση της.

Γύρω στις 28 Μαΐου προσέθεσα αυτό το φυτό στη συλλογή μου ως καλλωπιστικό πολύχρωμο μονοετές, το οποίο σύντομα μετά τη φωτογράφηση φύτεψα στη ζαρντινιέρα των ανθισμένων μονοετών, όπου οι
Πανσέδες
Ήδη απ’τους τρεις, οι δύο έχουν πεθάνει κι ο ένας ζει ακόμα εξασθενημένος, με καχεκτικά άνθη, λίγα ακόμα μικροσκοπικά μπουμπούκια και κιτρινισμένα φύλλα. Βρίσκεται εκεί απ’το Νοέμβριο, και τον κρατάω για να δω πόσο θα μπορούσε να ζήσει στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλιώς θα τον τάιζα στην
Κουνέλα μου.

Η σελόζια, σελόσια ή κηλόσια (από το αρχαιοελληνικό κήλος = καμένος, αναφερόμενο στις πύρινες ταξιανθίες) κανονικά δεν είναι μονοετές φυτό, αλλά βραχύβιο τροπικό πολυετές, που στο κλίμα μας συνήθως παγώνει το χειμώνα, όπως και οι πετούνιες, τα χωνάκια, οι ντομάτες και οι πιπεριές. Στην πραγματικότητα είναι μια μορφή καλλωπιστικού βλίτου, με άνθη έντονου χρώματος. Το γένος Celosia περιλαμβάνει περί τα 6 είδη, και είναι άμεσα συγγενικό με το γένος του αμάραντου (Amaranthus), τα βλίτα, με τα οποία έχει πολλές ομοιότητες. Τα βλιτοειδή ταξινομούνται σε ιδιαίτερη οικογένεια, τους αμαραντίδες (amaranthaceae), της πολυπληθούς τάξης των καρυοφυλλωδών (caryophyllales), μαζί με τα
Γαρύφαλλα,
Αρκετά σαρκοφάγα φυτά όπως η διωναία και πολλά άλλα φυτά. Όταν πρωτοείδα αυτό το φυτό πέρσι, πριν μάθω το όνομά του, κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για βλίτο. Έχει την ίδια μορφολογία, με σκληρούς κι ανθεκτικούς βλαστούς, φύλλα σκληρά κι οδοντωτά, αν και στο συγκεκριμένο είδος είναι πιο μακριά απ’των γνωστών βλίτω και λεπτά πριονωτά, και κυματοειδείς ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Στις σελόζιες, τα μικροσκοπικά άνθη έχουν κόκκινο, πορτοκαλί, ρόδινο ή και κίτρινο χρώμα σ’όλες τις αποχρώσεις, ενώ στα κοινότερα είδη βλίτου είναι πράσινα.

Οι σπόροι της σελόζιας είναι μικροσκοπικοί, και χίλιοι αυτών έχουν βάρος μόλις ενός γραμαρίου. Φυτρώνουν ευκολα και τα φυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ευδοκιμούν και στον ήλιο και στην ημισκιά, με μέτρια λίπανση. Οι ταξιανθίες διαρκούν για 8-10 εβδομάδες, και μόλις ξεραθούν η κοπή τους ευνοεί τη γρηγορότερη ανάπτυξη νέων, παρά τη δαπάνη της ενέργειας στη δημιουργία σπόρων. Τα κοινότερα καλλιεργούμενα είδη είναι η Celosia spicata, η C. cristata (αρκετά δημοφιλής στην Άπω Ανατολή) και η C. argenta (αργυρή σελόζια), με πλατύτερα φύλλα απ’τις δύο προηγούμενες. Εγώ δεν ξέρω ποιο είδος έχω, μπορεί να’ναι και υβρίδιο, πάντως το σίγουρο είναι πως δεν είναι το τελευταίο.

Το γένος κατάγεται πιθανόν από την Αφρική, αν και μερικά είδη παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στην Ινδία και την Ινδονησία, και δεν είναι γνωστό αν έφτασαν εκεί πολύ παλιά ή με τη βοήθεια του ανθρώπου. Εκτός απ’την καλλωπιστική τους αξία, είναι εδώδιμα κι έχουν φαρμακευτικές χρήσεις. Η C. argenta είναι ιδιαίτερα δημοφιλές φυλλώδες λαχανικό των τροπικών περιοχών, και στην Αφρική είναι γνωστό ως το σπανάκι του Λάγος, επειδή τρώγεται πολύ στη Νιγηρία κι έχει γεύση σπανακιού. Ως σχεδόν ζιζάνιο που μπορεί ν’αναπτυχθεί σχεδόν παντού, η καλλιέργεια του φυτού αυτού εξαπλώθηκε σ’όλη την Αφρική αλλά και στα υπόλοιπα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι νεαροί βλαστοί, τα φρέσκα φύλλα και οι νεαρές ταξιανθίες γίνονται σαλάτες ή σούπες με γεύση σπανακιού. Εδώ συνήθως τρώμε το βλίτο. Στα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής στο φυτό έχουν προσδωθεί διάφορες φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως κατά των προβλημάτων στο δέρμα, στα μάτια, στα δόντια και κατά της ταινίας κι άλλων παρασίτων. Οι σπόροι έχουν παρόμοια θρεπτική αξία με το σιτάρι και χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατό του στην Αφρική, στην Ινδία και σ’άλλες περιοχές.

Αν και το συγκεκριμένο φυτό που έχω μου φαίνεται πολύ μικρό, πιστεύω πως μέσα στο καλοκαίρι θα μεγαλώσει για ν’ανθίσει και περισσότερο. Κύρια πηγή μου είναι η
αγγλική Wikipedia.

Πηγή:
defencenet.gr

Ειδικοί επιστήμονες ερεύνησαν τοποθεσία σε μια από τις επαρχίες της Δημοκρατίας του Κονγκό, όπου σύμφωνα με τις φήμες οι ντόπιοι ιθαγενείς ζουν μεγάλο χρονικό διάστημα στα δέντρα αναζητώντας μέλι.

Το αποτέλεσμα των ερευνών των επιστημόνων ήταν η διαπίστωση ότι άνθρωποι από τη φυλή των πυγμαίων «τβα» διαθέτουν μοναδικής διαμόρφωσης πόδια, τα οποία τους επιτρέπουν να μετακινούνται πάνω στα κλαδιά με την ίδια ευκολία, όπως οι χιμπατζήδες. Οι επιστήμονες διευκρίνισαν ότι οι πτέρνες των πυγμαίων μπορούν να κάμπτονται και να διπλώνουν σε γωνία 45 μοιρών, που είναι απίστευτα μεγάλο μέγεθος, καθώς οι πτέρνες του συνηθισμένου ανθρώπου κάμπτονται κατά μέσο όρο μόνο κατά 15 μοίρες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι πυγμαίοι μπορούν να μετακινούνται πάνω στα δέντρα ουσιαστικά όρθιοι.

Και μετά συνεχίζουν να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει εξέλιξη.

Άτομο του είδους Xenopus laevis φυσικής μορφής. Υπάρχουν κι αλφικοί. Από το xenopus.com.

Οι αφρικανικοί υδρόβιοι βάτραχοι ή αφρικανικοί ονυχοφόρι βάτραχοι, που πήραν αυτό το όνομα εξαιτίας των τριών νυχιών που φέρουν στα πίσω άκρα, σπάνιο φαινόμενο στα αμφίβια, είναι ένα αποκλειστικά υδρόβιο είδος βατράχου αρχικά ιθαγενές της Αφρικής, σήμερα όμως εξαπλωμένο και σε μερικά μέρη της Αμερικής και λίγο στην Ευρώπη λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. Είναι ένα απ’τα ευκολότερα στη διατήρηση είδη βατράχου, με ανάγκες περισσότερο ενός ψαριού παρά ενός αμφιβίου. Ίσως οι αναζητήσεις που δέχομαι για υδρόβιους βατράχους ή βατραχάκια ενυδρείου να αφορούν αυτό το είδος και συγγενικά του. Μπορεί να ζήσει σε μικρά ενυδρεία με ποικίλα χαρακτηριστικά νερού, έχει μέτριο μέγεθος, τρώει κι ακίνητη τροφή (οι περισσότεροι βάτραχοι δέχονται μόνο ζωντανή τροφή), κι αναπαράγεται πανεύκολα στην αιχμαλωσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά του, καθώς και τα μεγάλα κι εύκολα παρατηρήσιμα και χειρίσιμα έμβρυά του, τον έχουν κάνει επίσης βασικό οργανισμό μοντέλο, κυρίως για τη μελέτη της εμβρυικής ανάπτυξης και της γενετικής στα επιστημονικά εργαστήρια. Παρακάτω βρίσκεται μεταφρασμένο ένα λεπτομερές άρθρο για τη φυσική ιστορία και τη διατήρηση κι αναπαραγωγή αυτού του βατράχου στην αιχμαλωσία από το
Herp Station.

Μετάφραση: Bolko

Παρουσίαση είδους

Ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος (Xenopus laevis)

Εισαγωγή

Αν κι ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος, Xenopus laevis, συναντάται συχνά στην αιχμαλωσία, λίγες αυθεντικές πληροφορίες για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή του είναι διαθέσιμες για το μη επιστημονικο κοινό. Δεδομένου του γεγονότος ότι αυτός ο βάτραχος είναι γνωστός στην επιστήμη απ’το 19ο αι., μια τόσο εμφανής έλλειψη πληροφοριών είναι πραγματικά εκπληκτική. Είναι επίσης λυπηρό, μιας κι ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος γίνεται ιδανικό κατοικίδιο για πεπειραμένους ερπετοκατόχους και αρχάριους της ομάδας εξίσου, εάν οι μοναδικές του ανάγκες καλυφθούν σωστά.

Ερωτήματα σχετικά με τη σωστή τροφή, στέγαση, φωτισμό, θερμοκρασία, κλπ. Συναντώνται συχνά όχι μόνο στην ομάδα συζήτησης του usenet rec.pets.herp, αλλ’επίσης και σ’άλλα φόρουμ των ερπετοχομπιστών εξίσου. Ευτυχώς, αυτό το κείμενο θα μπορέσει να διαλευκάνει τις βασικές απαιτήσεις του αφρικανικού ονυχοφόρου βατράχου ώστε οι κάτοχοι να μπορούν τελικά να νιώθουν αυτοπεποίθηση ότι οι τρόφιμοί τους λαμβάνουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα.

Υπόβαθρο

Ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος είναι παράδειγμα της άποψης ότι η φύση δημιουργεί εύκολα και διατηρεί μια επιτυχημένη προσαρμογή. Καλά διατηρημένα απολιθώματα ξενοπόδων έχουν βρεθεί απ’το Κρητιδικό, και το είδος laevis δεν απειλείται καθόλου ακόμα και σήμερα. Αντίθετα, το ανθρώπινο εμπόριο έχει βοηθήσει στην εδραίωση βιώσιμων αποικιών αυτών των ανούρων αρκετά έξω απ’την αρχική τους περιοχή, όπως στη Νότια Καλιφόρνια και την Αριζόνα. Για το φαινομενικό σκοπό της παύσης της ανεξέλεγκτης εξάπλωσής τους, νομοθεσία που απαγορεύει την κατοχή τους βρίσκεται σε ισχύ σ’αυτές και πολυάριθμες άλλες περιοχές. Έτσι, τοπικοί κανονισμοί θα πρέπει να συμβουλεύονται πριν παρθεί η απόφαση για τη διατήρηση ξενοπόδων, και δε θα πρέπει αυτοί ν’απελευθερωθούν ποτέ στη φύση πουθενά και υπό καμία περίσταση.

Οι ξενόποδες ταξινομούνται στην οικογένεια των πιπιδών (pipidae), όλα τα μέλη της οποίας είναι εντελώς υδρόβια κι άγλωσσα. Επιπροσθέτως, όλοι οι πιπίδες διαθέτουν έναν αριθμό άλλων εξαιρετικών χαρακτηριστικών: ένα σφηνοειδές σώμα το οποίο είναι οριζοντίως πεπλατυσμένο, μικρά μάτια που κοιτούν προς τα πάνω, μη ορατά τύμπανα, μοναδικό φωνητικό σύστημα που δε χρειάζεται διογκώσιμους φωνητικούς σάκους, καθόλου δόντια, πολύ ολισθηρή επιδερμίδα, κλπ. Ο xenopus laevis είναι ίσως το πιο γνωστό απ’τα 14 είδη του γένους Xenopus. Όλα είναι ιθαγενή μόνο στην Υποσαχάριο Αφρική, όπου είναι κοινώς γνωστά ως πλατάννα. Το όνομα «Xenopus» είναι ελληνικό για περίεργο πόδι, μια εύστοχη περιγραφή για τα τεράστια μεμβρανωμένα, πενταδάκτυλα, τριόνυχα πίσω πόδια τυπικά για την ομάδα. Το «laevis» σημαίνει λείος στα λατινικά. Άλλοι πιπίδες περιλαμβάνουν τους λεγόμενους φρύνους του Σουρινάμ (γένος Pipa) της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, ίσως απ’τα πιο παράξενα στην εμφάνιση άνουρα του κόσμου, όπως και τους μικροσκοπικούς δυτικοαφρικανικούς Hymenochirus και Pseudohymenochirus.

Για να κατανοήσει κανείς πώς διατηρείται ο ξενόποδας, θα πρέπει να καταλάβει πώς ζουν στη φύση. Ο ονυχοφόρος βάτραχος είναι σχεδόν πάντοτε ένα πλάσμα των στάσιμων λιμνών και λάκων που υπάρχουν σε υπόστρωμα παχιάς λάσπης. Οι καλά ανεπτυγμένοι πνεύμονές του τον επιτρέπουν να παίρνει πρακτικά όλο το απαραίτητο οξυγόνο στην επιφάνεια? Πράγματι, χωρίς συνεχή πρόσβαση στον αέρα θα καταρρεύσει γρήγορα. Έτσι, οι ξενόποδες περιπολούν ένα πολύ θολό υγρό περιβάλλον συχνά πνιγμένο σε αποσυντηθέμενη οργανική ύλη. Τα απίστευτα ευαίσθητα ακροδάχτυλά τους, τέσσερα σε κάθε χέρι, και τα πολύπλοκα συστήματα πλευρικών γραμμών τους τους επιτρέπουν να εντοπίζουν ζωντανή λεία εύκολα, ακόμα κι όταν είναι κρυμμένη στη λάσπη και στην οργανική ύλη. Δεδομένων αυτών των αφιλόξενων συνθηκών, εντούτοις, έχουν επίσης εξελίξει την ικανότητα να εντοπίζουν διά οσμής και να καταναλώνουν αποτελεσματικά μη ζωντανές τροφές – μια σπάνια προσαρμογή στα άνουρα και μια που δίνει συχνά στον ξενόποδα σημαντικό πλεονέκτημα όταν τυχαία μεταφυτεύεται σ’άλλα μέρη του κόσμου.

Επειδή ο οικολογικός θώκος του ονυχοφόρου βατράχου τον αποκλείει από το να διατηρεί υλική περιοχή όπως κάνουν πιο χερσαίοι συγγενείς, αυτό το άνουρο συνήθως χρησιμοποιεί στρατηγικές επιβίωσης οι οποίες ελαχιστοποιούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των ενηλίκων μελών του είδους. Για παράδειγμα, τα θηλυκά τείνουν να παραμονεύουν ήσυχα περιοχές πάνω απ’την επιφάνεια του νερού για προσδοκώμενα γεύματα, ενώ τα αρσενικά συχνά προτιμούν να ψάχνουν ενεργητικά για τροφή στο βυθό.

Όταν τα ρηχά του στέκια αποξηραίνονται, όπως παθαίνουν συχνά κατά τα μακρά θερμά καλοκαίρια, ο βάτραχος σκάβει ως και 30 εκατοστά στη λάσπη για να περάσει το καλοκαίρι φτιάχνοντας προσεκτικά τη σύρραγγα ώστε μια οπή για αέρα να παραμένει ανοιχτή. Οι ξενόποδες μπορούν να ξοδέψουν έως και δέκα μήνες σ’αυτήν την αδρανή κατάσταση. Οι αιχμάλωτοι ονυχοφόροι βάτραχοι μπορούν να ζήσουν ως και 15 χρόνια, αλλά οι τυπικές διάρκειες ζωής για τους άγριους ή τους εισαγόμενους ξενόποδες, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που περνούν το καλοκαίρι σε νάρκη, δεν έχουν εξακριβωθεί.

Αν κι οι ονυχοφόροι βάτραχοι δεν είναι γνωστό να’ναι τοξικοί για οποιοδήποτε ζώο, διαθέτουν χημικές άμυνες οι οποίες προσφέρουν προστασία και για εχθρούς και για ασθένειες. Η ελαφριά ιχθυώδης μυρωδιά που εκκρίνουν απωθεί πολλούς σπονδυλωτούς εχθρούς, ιδίως αυτούς που βρίσκονται εκτός της ιθαγενούς περιοχής του ξενόποδα. Επιπροσθέτως, παράγουν οργανικές ενώσεις που λέγονται μαγαϊνίνες οι οποίες έχουν ισχυρή αντιβιωτική, αντιμυκητική, αντιπαρασιτική, και αντιική δράση. Συνεχιζόμενη έρευνα πάνω στις μαγαΪνίνες κι άλλες ουσίες παραγόμενες απ’τον ονυχοφόρο βάτραχο έχει είδη καταλήξει σε κάποια χρήσιμα φαρμακευτικά σκευάσματα, με πολλά περισσότερα σε προετοιμασία.

Ο λείος ξενόπους ήταν το πρώτο σπονδυλωτό που κλονοποιήθηκε επιτυχώς κι έχει ταξιδέψει στο διαστημικό λεωφορείο πολλές φορές.

Γενικές πληροφορίες διατήρησης νεαρών & ενήλικων ονυχοφόρων βατράχων

Το ιδανικό περιβάλλον αιχμαλωσίας του αφρικανικού ονυχοφόρου βατράχου είναι αυτό που μιμείται όσο κοντινότερα γίνεται τις φυσικές συνθήκες υπό τις οποίες φυσιολογικά βρίσκεται το είδος. Τα ακόλουθα θα πρέπει να εφαρμοστούν ως βασικές οδηγίες:

Στέγαση

Αυτά είναι αυστηρώς υδρόβια άνουρα. Τουλάχιστον 5 λίτρα νερού ανά ζώο, με το βάθος όχι περισσότερο από 30 εκατοστά κι όχι λιγότερο από 15. Μη χρησιμοποιείτε απεσταγμένο νερό. Τα μπουκάλια με το νερό της βρύσης θα πρέπει να στέκονται ανοιχτά για τουλάχιστον μια μέρα πριν αδειαστούν στο ενυδρείο για την εξάτμιση του χλωρίου και σχετικών χημικών. Εναλλακτικά, δύο μικροσκοπικοί (όγκου ενός κυβικού χιλιοστού) κρύσταλλοι θειοθειικού νατρίου μπορούν να προστίθενται σε κάθε μπουκάλι 5 λίτρων τουλάχιστον μια μέρα πριν από τη χρήση.

Οι αφρικανικοί ονυχοφόροι βάτραχοι είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένοι για συνθήκες στάσιμου νερού. Αν κι αισθητικά ευχάριστο στον κάτοχο, η μηχανική ή και ηλεκτρική διήθηση πάντοτε προκαλεί αρνητικά αποτελέσματα στους βατράχους. Η σταθερή κίνηση του νερού όσο ελαφρά κι αν είναι γίνεται αντιληπτή απ’το καλά ανεπτυγμένο σύστημα των πλευρικών γραμμών και προκαλεί σοβαρό στρες. Το φαινόμενο είναι ύπουλο και μπορεί να συγκριθεί μ’αυτό που θα γινόταν σ’έναν άνθρωπο εάν αυτός ήταν αναγκασμένος να ζει κάπου όπου τρυπάνια και κομπρεσέρ ήταν σε χρήση για 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.

Το 99% του νερού θα πρέπει ν’αλλάζεται με αντλία, σύφωνα, ή και κάνουλες κάθε 3-4 μέρες, ή οποτεδήποτε γίνεται υπερβολικά θολό. Εάν αμφιβάλλεται για την αλλαγή του νερού, προσπαθήστε να τείνετε προς την πλευρά της καθαριότητας, αν και η υπερβολική λεπτολογία δε χρειάζεται. Σε κάθε αλλαγή νερού χρησιμοποιήστε μια πετσέτα για ν’αφαιρέσετε όποια άλγη και συσσωρευμένο έκκριμα που σχηματίζονται στα τοιχώματα του ενυδρείου, αλλά μη χρησιμοποιείται καθόλου αντιαλγικά ή καθαριστικά για το νερό χημικά πέρα απ’το απειροελάχιστο ποσό θειοθειικού νατρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

Τα μεταλλικά ιόντα είναι τοξικά στους ξενόποδες, μειώνοντας την αντοχή τους στη μόλυνση. Βεβαιωθείτε απολύτως πως δεν υπάρχει μέταλλο κανενός είδους μέσα ή πάνω στο ενυδρείο ή όπου το νερό μπορεί να πεταχτεί και να ξαναστάξει στο ενυδρείο, π.χ. από μια σίτα ή υποδοχή λαμπτήρος. Ποτέ μην καθαρίζετε το ενυδρείο με σαπούνια ή καυστικά ή επιτρέπετε τέτοιες ουσίες να έρθουν σ’επαφή με το νερό. Μη χρησιμοποιείτε εντομοκτόνες ταινίες ή εντομοκτόνα στην περιοχή του ενυδρείου.

Ο ονυχοφόρος βάτραχος είναι αρκετά άνετος σε ασκητικό περιβάλλον, αρκεί αυτό νά’ναι κατάλληλα ευρύχωρο. Μη χρησιμοποιείτε υπόστρωμα μικρών πετρών, αφού αυτές μπορούν να καταποθούν κατά λάθος. Αποφεύγετε τα ζωντανά φυτά, αφού οι βάτραχοι τα ξεριζώνουν γρήγορα. Λίγοι αποστειρωμένοι βράχοι μεσαίου-μεγάλου μεγέθους είναι αρκετή για να σπάσουν τη μονοτονία ενός σκέτου ενυδρείου.

Οι ενήλικες ξενόποδες μπορούν να δέχονται μαλακό χειρισμό, αν και είναι διαβώητα ολισθηροί. Δε θα πρέπει ποτέ να πιάνονται με απόχη, εντούτοις, επειδή τα λεπτά δάχτυλά τους μπορεί καταλάθος να εμπλακούν και ν’ακρωτηριαστούν ακόμα κι από τη λεπτότερη σίτα. Επειδή αφυδατώνονται εύκολα δε θα πρέπει ποτέ να διατηρούνται σε ξηρή κατάσταση για περισσότερο από λίγα λεπτά.

Φωτισμός & θερμοκρασία

Αποφεύγετε τα άκρα. Ειδικότερα, μην εκθέτετε το ενυδρείο καθόλου σε απευθείας ηλιακό φως, πολύ έντονο τεχνητό φως, οι θερμοκρασίες πάνω από 32 βαθμούς Κελσίου ή κάτω από 4. Οι βάτραχοι είναι περισσότερο άνετοι με έμμεσο φωτισμό κατά τις κανονικές ώρες της μέρας και μια κύμανση θερμοκρασιών από 16 έως 27 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή η συνηθισμένη θερμοκρασία εσωτερικών χώρων. Ως βασικός κανόνας, εάν είστε άνετοι στο περιβάλλον όπου βρίσκεται το ενυδρείο, οι ξενόποδες θα’ναι επίσης. Οι ονυχοφόροι βάτραχοι δεν έχουν ειδικές απαιτήσεις σε υπεριώδη ακτινοβολία.

Τροφή

Οι ξενόποδες θα πρέπει να ταΐζονται μια φορά τη μέρα με τόση τροφή όση θα καταναλώσουν σε 15 λεπτά. Αποφεύγετε το υπερβολικο τάισμα? μόνο θολώνει το νερό. Οι ευχαριστημένοι αφρικανικοί βάτραχοι θα πάρουν συχνά τροφή απ’τα δάχτυλα του κατόχου τους. Θα τσιμπήσουν επίσης και τον κάτοχο, αλλά τα νωδά στόματά τους δε μπορούν να προξενήσουν καμία βλάβη. Στη φύση, οι ονυχοφόροι βάτραχοι είναι χαρούμενοι να τρώνε ζωντανά, νεκρά, κι ετοιμοθάνατα αρθρόποδα, κομματάκια οργανικών σκουπιδιών, και χαλαρό υλικό αποσυντεθημένων πτωμάτων διάφορων σπονδυλωτών. Για αιχμάλωτα άτομα, τα μπαστουνάκια reptomin ™ είναι εξαιρετικά ως βασική τροφή, όπως είναι και πολλά άλλα πολύ πρωτεΪνούχα τρόφιμα φτιαγμένα κυρίως για υδρόβιες χελώνες.

Υπάρχουν αρκετές εταιρείες προμήθειας προΪόντων σχετικών με βιολογία (π.χ. Three Rivers Amphibian, Carolina Biological, κλπ.) οι οποίες προσφέρουν ισορροπημένη τροφή φτιαγμένη ειδικά γι’αυτό το άνουρο. Κομμάτια άπαχου βοδινού, έντομα και προνύμφες, τροφή για γάτες και σκύλους, γαρίδες, σκουλήκια, κλπ. Μπορούν επίσης να προσφερθούν. Η διατροφική συμπλήρωση με ασβέστιο ή βιταμίνες δε χρειάζεται εάν χρησιμοποιούνται επαγγελματικά ισορροπημένες έτοιμες τροφές ως διατροφική βάση.

Γυρίνοι

Οι ανοιχτές, ρηχές υδάτινες εκτάσεις οι οποίες είναι η κατοικία του ξενόποδα εξασφαλίζουν ελάχιστη επαφή μεταξύ υγιών προνυμφών βατράχων κι ενηλίκων. Αλλά σε καταστάσεις αιχμαλωσίας αυτά τα δύο θα πρέπει να κρατούνται εντελώς χωριστά? Ακόμα και οι πρόσφατα μεταμορφωμένοι ξενόποδες θα γίνουν γρήγορα γεύμα των αδερφών τους γυρίνων αν υπάρξει η ευκαιρία.

Οι γυρίνοι των ονυχοφόρων βατράχων έχουν μουστάκια σαν γατόψαρα και κολυμπούν με το κεφάλι κάτω. Έχουν κάπως διαφορετικές απαιτήσεις από τα μεταμορφωμένα μέλη του είδους τους. Ειδικότερα, είναι αποκλειστικά διηθητές χωρίς αποξεστικά στοματικά μέρη. Έτσι, αν δεν κυκλοφορεί η τροφή ελεύθερα σε σωματίδια μεγέθους μικρού, δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Για να εξασφαλιστεί ο σωστός βαθμός κυκλοφορίας του υγρού γύρω από κάθε γυρίνο, η ουρές τους δονούνται συνεχώς μ’έναν τρόπο που θυμίζει μια γκρίζα φλόγα να καίει κάτω απ’το νερό.

Άσχετα με το πόσο μεγάλο η μικρό είναι το ενυδρείο, δε θα πρέπει να αναλογούν λιγότερα από 500 χιλιοστόλιτρα νερού ανά γυρίνο. Το κονιορτοποιημένο αυγό είναι ιδανική τροφή, αλλά και οι νυφάδες για τα χρυσόψαρα υπερβολικά λεπτά αλεσμένες με γουδί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικό. Κάθε γυρίνος θα πρέπει να λαμβάνει τόση σκόνη τη μέρα όση για να καλύψει ένα κεφαλαίο γράμμα Ο 14 σημείων. Το υπερβολικό τάισμα των γυρίνων αποτελεί πραγματικο κίνδυνο για τα ζώα, αφού τα βράγχιά τους δε μπορούν να λάβουν το απαιτούμενο οξυγόνο όταν το νερό είναι γεμάτο με σωματιδιακή τροφή. Το 98% του νερού των γυρίνων θα πρέπει ν’αλλάζεται μια φορά τη μέρα, ακόμα κι αν φαίνεται να είναι εντελώς διαυγές. Οι γυρίνοι του ονυχοφόρου βατράχου είναι υπερβολικά λεπτεπίλεπτοι και δε θα πρέπει ν’αγγίζονται ή να πιάνονται με την απόχη. Οι παλλόμενες καρδιές τους και τα κουλουριασμένα ασιμωπά έντερά τους είναι εύκολα ορατά μέσ’από το διαφανές δέρμα. Οι ξενόποδες συχνά παράγουν υψηλό ποσοστό γενετικά προβληματικών απογόνων.

Ζευγάρωμα

Οι ξενόποδες είναι γεννητικά ώριμοι στους 10 μήνες μ’ένα χρόνο. Σ’αυτό το διάστημα ο διαχωρισμός του φύλου είναι εύκολος. Τα αρσενικά φωνούν συχνά κατά τις βραδινές ώρες, έχουν λεία οπίσθια, είναι το ½ του μεγέθους των θηλυκών, σχετικά ισχνοί, κι αναπτύσσουν σκούρες βεντούζες ζευγαρώματος στην κάτω πλευρά των χεριών και του εμπρός μέρους των μπροστινών άκρων τους. Οι θηλυκοί είναι στρουμπουλοί, σχεδόν εντελώς άηχοι, και διαθέτουν μια προέκταση της αμάρας? Κυμαίνονται από 7,5 με 15 εκατοστά απ’το ρύγχος έως την αμάρα. Το ζευγάρωμα μέσω οσφυικού εναγκαλισμού μπορει να λάβει χώρα οποιαδήποτε εποχή, αλλά είναι κοινότερο κατά την άνοιξη? Έως και 4 ζευγαρώματα το χρόνο έχουν αναφερθεί για συμβατά ζευγάρια.

Πολλές ενδιαφέρουσες και προκλητικές τεχνικές έχουν δοκιμαστεί για την ενθάρρυνση του ζευγαρώματος, αλλά τα’αποτελέσματα παραμένουν αμφιλεγόμενα. Ένας παράγοντας είναι ξεκάθαρος, εντούτοις, οι βάτραχοι θα πρέπει να έχουν αρκετά περισσότερο χώρο απ’το σύνηθες. Για 2 αρσενικά και 2 θηλυκά, 25 με 250 λίτρα νερού με βάθος από 20 έως 22,5 εκατοστά αρκούν. Το νερό θα πρέπει να διατηρείται όσο καθαρό γίνεται, και η θερμοκρασία του θα πρέπει να είναι γύρω στους 21 βαθμούς Κελσίου. Το ζευγάρωμα συχνά λαμβάνει χώρα αργά τη νύχτα όταν οι βάτραχοι δεν ανιχνεύουν καμία άλλη δραστηριότητα, ώστε η παρατήρησή του είναι πρόκληση. Τα κολλητικά αυγά ρίχνονται ελεύθερα μεμονωμένα, με εκατοντάδες να εκβάλλονται σε μια περίοδο 3 με 4 ωρών. Μέσα σε προφανώς στενά όρια, η ταχύτητα της μεταμόρφωσης είναι απευθείας ανάλογη της θερμοκρασίας του νερού. Το μέσο διάστημα απ’το αυγό στο βατραχάκι είναι περίπου 6 με 8 εβδομάδες.

Η μεταμόρφωση είναι ένα κρίσιμο γεγονός, αφού ολόκληρο το κυκλοφορικό, το πεπτικό, και το νευρικό σύστημα αναδιοργανώνονται σε βραχύ χρονικό διάστημα. Ο κάτοχος θα πρέπει ν’ανησυχεί ιδιαίτερα για τη ριζική αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες: ενώ οι γυρίνοι του ονυχοφόρου βατράχου θα πρέπει να διηθήσουν, το βραχύ πεπτικό σύστημα των πρόσφατα μεταμορφωμένων νεαρών ατόμων και τον μετέπειτα ενηλίκων μπορεί μόνο να δεχτεί ορατά στερεά τροφή. Για να εξασφαλιστεί ότι προσφέρεται μόνο η κατάλληλη τροφή, τα’ακόλουθα θα πρέπει να τηρηθούν προσεκτικά. Θα παρατηρηθούν μεγάλες μορφολογικές αλλαγές σύντομα μετά την εμφάνιση των μπροστινών άκρων, και οι ενεργητικές δονήσεις της ουράς θα επιβραδυνθούν και τελικά θα σταματήσουν. Κατ’αυτήν την περίοδο, το τάισμα με κονιορτοποιημένη τροφή θα πρέπει να συνεχίζεται ως συνήθως.Εντούτοις, όταν η ουρά αρχίζει εμφανώς να εκφυλίζεται, ο βάτραχος λαμβάνει θρέψη μόνον απ’αυτήν, και το τάισμα δεν είναι απαραίτητο. Σ’αυτό το πολύ βραχύ διάστημα, που διαρκεί κατά μέσο όρο 4-5 μέρες, όταν το ζώο ισορροπεί σ’ένα αναπτυξιακό μετέχμιο μεταξύ γυρίνου και βατράχου, δε μπορεί ν’απορροφηθεί καμία εξωτερική θρέψη. Σύντομα, η ουρά συρρικνώνεται σε τίποτα παρά ένα μικρό πρέμνο. Σ’αυτό το σημείο θα πρέπει να προσφερθεί τροφή για ενήλικες. Το πρώτο κανονικό γεύμα του πρόσφατα μεταμορφωμένου βατράχου θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ορεκτικό, λίγα κομματάκια άπαχου, ωμού βοδινού είναι καλά. Η περίοδος μεταξύ του σχηματισμού των μπροστινών άκρων και της πρώτης αποδοχής στερεάς τροφής είναι περίπου 10 μέρες.

Τα βατραχάκια των ξενοπόδων είναι εύθραυστα πλάσματα αρκετά μικρά για να χωρέσουν σ’ένα μέσο γραμματόσημο? Οι γυρίνοι είναι αρκετά μακρύτεροι. Τα πίσω πόδια τους είναι τόσο διαφανή, ώστε οι μηροί να μπορούν να φανούν καθαρά. Στους επόμενους λίγους μήνες θα εμφανιστεί ο φυσικός χρωματισμός του βατράχου, και τα πόδια τους θα γίνουν αδιαφανή. Απλές φωνήσεις απ’τα αρσενικά μπορεί ν’ακουστούν τόσο σύντομα όσο και λίγοι μήνες μετά τη μεταμόρφωση.

Τελικές σημειώσεις

Αν κι ο ονυχοφόρος βάτραχος μπορεί να συναντηθεί συχνά και στα εργαστήρια και στην αγορά κατοικιδίων, δεν είναι βαρετό ζώο. Ένα εκπληκτικά κοινωνικό κι έξυπνο άνουρο, ο τρόπος ζωής του κρύβει ακόμα πολλά μυστήρια γι’αυτούς που δεν έχουν χάσει την ικανότητα να θαυμάζουν τη φύση. Για παράδειγμα, κανείς δεν ξέρει ακόμα πόσα καλέσματα χρησιμοποιούν οι ξενόποδες ή τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς τέτοιων φωνήσεων.

Μια μερική βιβλιογραφία είναι παραρτημένη σ’αυτό το κείμενο. Αν κι αρκετές πληροφορίες πάνω στον ξενόποδα είναι χωμένες μέσα στην δυσνόητη ακαδημαϊκή φιλολογία, εκείνοι με το χρόνο, την ενέργεια, και τη δύναμη να την ψάξουν θα συναντήσουν πολλές εκπληκτικές πνευματικές λιχουδιές. Ένας επιβεβαιωμένος μακροχρόνιος φανατικός του λείου ξενόποδα, ο συγγραφέας έχει προσπαθήσει με τον καλύτερο τρόπο να δώσει σωστές πληροφορίες για τη διατήρηση του ονυχοφόρου βατράχου σε μια συμπυκνωμένη μορφή. Για να το κατορθώσει αυτό έχει αντλήσει ελεύθερα πληροφορίες από προσωπικές, μαρτυριακές, δημοφιλείς, κι επιστημονικές πηγές. Παρόλα αυτά, αν υπάρχουν λάθη μεγάλα ή μικρά, είναι ευθύνη του συγγραφέα και μόνο, και μετανιώνει πολύ γι’αυτό. Ιδιαίτερες ευχαριστίες δίνονται στους Andy Broome, Tuomas Koivu, και Nathan Tenny για τις πολίτιμες επισημάνσεις, παρατηρήσεις κι ευρυμάθειά τους.

Σχετικές προσθήκες, ανεκδοτολογικά στοιχεία, σχόλια, διορθώσεις, ή κι ερωτήσεις μπορούν να προωθηθούν σ’εμένα μέσω της διεύθυνσης e-mail παρακάτω.

Καλή ερπετολογική αναζήτηση!

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Alper, Joseph. «Frog Factory» _Science 85_ May 1985 pp. 70-74 Anonymous. Frog care literature 1983 (Massapequa, NY: Three Rivers Amphibian, Inc.)
Behler, John L. & King, F. Wayne. _The Audubon Society Field Guide to North American Reptiles and Amphibians_ (New York: Alfred A. Knopf) 1979 pp. 423-424
Breen, John F. _Encyclopedia of Reptiles and Amphibians_ (Neptune City, NJ: TFH Publications) 1974 pp. 442-451
Frank, Norman. «Xenopus The African Clawed Frog» _Reptile & Amphibian Magazine_ Sept./Oct. 1990 pp. 34,36,60
Grenard, Steve. _Medical Herpetology_ (Pottsville, PA: NG Publishing) 1994 pp. 3-13
Halliday, Tim R. & Adler, Kraig eds. _The Encyclopedia of Reptiles and Amphibians_ (New York: Facts On File) 1986 pp. 43-44, 52
Mattison, Chris. _Frogs & Toads of the World_ (New York: Facts On File) 1987 pp. 64-65,152-153
Rose, Walter. _The Reptiles and Amphibians of Southern Africa_ (Cape Town: Maskew Miller) 1950 pp. 23-34

Διασαφηνιστικές σημειώσεις:
1. Άνουρα (anura) είναι η τάξη των αμφιβίων χωρίς ουρά, οι βάτραχοι δηλαδή.
2. Οι πιπίδες έχουν γλώσσα, αλλ’αυτή είναι απλοποιημένη και πλήρως προσκολλημένη στο στοματικό δάπεδο, κάνοντάς τους λειτουργικά άγλωσσους.
3. Η πλευρική γραμμή εξελίχθηκε νωρίς κατά την εξελικτική πορεία των σπονδυλωτών. Είναι μια γραμμή στις πλευρές του ζώου ευαίσθητη στις πιέσεις και τις δονήσεις, πολύ χρήσιμη στο υδάτινο περιβάλλον. Τα ψάρια και οι γυρίνοι την έχουν, ενώ όσα αμφίβια περνούν και την ενήλικη φάση τους στο νερό τη διατηρούν.
4. Τα θηλυκά μέλη του είδους Xenopus laevis έχουν επίσης φωνή, κάτι σπάνιο για τους βατράχους, την οποία χρησιμοποιούν για απάντηση στα αρσενικά που καλούν με δύο παραλλαγές. Η μία παραλλαγή δηλώνει αποδοχή, η άλλη απόρριψη.
5. Ο εναγκαλισμός είναι ο τρόπος ζευγαρώματος των βατράχων. Αν κι οι βάτραχοι γονιμοποιούν τα αυγά εκτός του σώματος, όπως τα περισσότερα αμφίβια και ψάρια, αυτή η στάση έχει εξελιχθεί για την εξασφάλιση της γονιμοποίησης. Στο μασχαλιαίο εναγκαλισμό το αρσενικό αγκαλιάζει το θυλικό πίσω απ’τα μπροστινά άκρα, ενώ στον οσφυικό μπροστά απ’τα πισινά.
6. Η υπεριώδης ακτινοβολία είναι απαραίτητη σε πολλά σπονδυλωτά όπως τα περισσότερα ημερόβια ερπετά για τη μετατροπή της προβιταμίνης d στο δέρμα σε λειτουργική βιταμίνη d, η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου. Τα περισσότερα αμφίβια δεν τη χρειάζονται.
7. Πολλοί δεν τοποθετούν φίλτρο στα ενυδρεία των ξενοπόδων, άλλοι ωστόσο βάζουν ένα μικρό με ελαφρά ροή, ιδίως σε μεγάλα ενυδρεία.
8. Οι ξενόποδες, εκτός του ότι σκάβουν στη γη για να περάσουν το καλοκαίρι στη φύση, μπορούν και να μετακινηθούν στην ξηρά σε υγρό καιρό προς αναζήτηση άλλου υγρότοπου εάν αυτός όπου ζουν έχει υποβαθμιστεί υπερβολικά. Εάν ένας βάτραχος βγει για κάποιον λόγο απ’το νερό σε ξηρό περιβάλλον για πολύ ώρα, το δέρμα του αφυδατώνεται, και με την κίνησή του γεμίζει σκόνη. Ο βάτραχος εξαντλείται κι αν δεν τον προλάβει κανείς θα πεθάνει.
9. Τα είδη του γένους Hymenochirus (υμενόχειορος λέγονται και νάνοι ονυχοφόροι βάταχοι, και είναι επίσης διαθέσιμα στην ενυδρειακή αγορά. Έχουν παρόμοιες περιβαλλοντικές και διατροφικές απαιτήσεις με τους ξενόποδες, αν και είναι κατά πολύ μικρότεροι, συνήθως στα 4-6 εκατοστά. Η άλλη σημαντική διαφορά τους είναι η παρουσία μεμβράνης και στα μπροστινά τους άκρα, εξού και το επιστημονικό τους όνομα, ενώ οι ξενόποδες έχουν τα δάχτυλα των μπροστινών άκρων ελεύθερα για καλύτερο χειρισμό της τροφής. Επίσης το ρύγχος των ξενοπόδων είναι πιο γαμψό και μακρύ, ενώ αυτό των υμενόχειρων πιο στρογγυλεμένο. Οι υμενόχειροι μπορούν να διαχωριστούν απ’τους ξενόποδες με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά από πολύ μικρό μέγεθος, ώστε αυτός που θα πάρει τέτοιους βατράχους να μην ανακατέψει τα είδη κατά λάθος με αρνητικές συνέπειες για τους υμενόχειρους αργότερα. Οι υμενόχειροι μπορούν να ζήσςουν σε κοινωνικό ενυδρείο μ’άλλα ισομεγέθη ψάρια και ζώα. Το πρόβλημά τους σ’αυτές τις συνθήκες είναι ότι τρώνε συνήθως τελευταίοι. Στις περιοχές που απαγορεύονται οι ξενόποδες αυτά τα είδη διατίθενται κανονικά.
10. Για να μην απαγορευθούν οι ξενόποδες και στην ΕΕ, θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε υπεύθυνα, μην ελευθερώνοντας αυτά τα ζώα στο φυσικό περιβάλλον, ιδίως σε θερμότερα μέρη. Θεωρητικά κάθε ευσυνείδητος άνθρωπος δε θ’απελευθέρωνε κανένα ζώο από την αιχμαλωσία στη φύση, για το σημαντικότερο λόγο ότι θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί και ίσως πεθάνει εκείνο το διάστημα από εχθρούς ή ασθένειες.
11. Μερικές επιπλέον ιστοσελίδες για τον ξενόποδα:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λείο ξενόποδα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Xenopus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hymenochirus
xenbase.org,
Η μεγαλύτερη βάση δεδομένων για την επιστημονική μελέτη πάνω στο γένος Xenopus.
Xenopus Express,
προμηθευτής ξενοπόδων και σχετικών προΪόντων και προς ερευνητές και προς χομπίστες. Στέλνει παγκοσμίως.

Αλόη μεγάλης ηλικίας στο σπίτι του πατέρα μου. Τη μεγαλύτερη παραφυάδα μπροστά την έκοψα λίγο αργότερα για να τη φυτέψω στη δική μου συλλογή.

Παντού θ’ακούσουμε – στις διαφημίσεις στην τηλεόραση, σε διαδικτυακές σελίδες, σε καταστήματα καλλυντικών, από άλλους -, για το ένα ή το άλλο σαμπουάν, αφρόλουτρο, ενυδατική κρέμα, αφρό ξυρίσματος, σαπούνι, ή άλλο προϊόν που περιέχει μέσα εκχύλισμα Aloe vera ή κάτι παραπλήσιο, κι ότι το συστατικό αυτό βοηθά πολύ στην ενυδάτωση του δέρματος, στη σύσφιξή του κ.ά. Ας πούμε πως το πρόσωπο το σφίγγει, και κάνει μια πενηντάρα να φαίνεται τριαντάρα κ.ά. Είναι φανερό ότι όλη αυτή η διαφήμιση κι ο υπερτονισμός των ιδιοτήτων αυτού του συστατικού απηχεί στον κόσμο που φοβάται τα πολλά συνθετικά/χημικά προϊόντα που μπήκαν ξαφνικά στη ζωή του, και θεωρεί πως το φυσικό προΪόν είναι σαφώς καλύτερο, υγιεινότερο, και, ας μην ξεχάσουμε, ασφαλέστερο, κι έτσι το αγοράζει αμέσως. Καλύτερα όμως να περνούμε τους ισχυρισμούς κάθε εταιρείας για φυσικά προϊόντα που παρουσιάζονται ως πανάκιες ή ως εντελώς ακίνδυνα, συνάμα όμως θαυματουργά, από αυστηρή εξέταση, γιατί συνήθως δεν είναι τίποτα απ’τα δυο. Και η αλόη δεν είναι εξαίρεση. Εδώ θά’πρεπε κάποιος άλλος αρμόδιος, όπως ο Zyklon b, να συνεχίσει για το ανούσιο του διαχωρισμού φυσικών και χημικών, εγώ όμως θα συνεχίσω με παρουσίαση του ίδιου του φυτού.

Η πασίγνωστη αλόη λοιπόν είναι ένα μονοκοτυλήδονο παχύφυτο της Αφρικής, προσαρμοσμένο να ζει σε ξηρές έως ερημικές συνθήκες. Το γένος της Aloe ανήκει στην τάξη των ασπαραγωδών, στην οικογένεια των ξανθορροΪδών και συγκεκριμένα στην υποοικογένεια των ασφοδελοειδών, υποοικογένεια που περιλαμβάνει και τους ασφόδελους του Άδη, αλλά κι άλλα φυτά με ζελατινώδες εσωτερικό φυλλώματος. Το γένος περιλαμβάνει πε΄ριπου 150 είδη, άλλα χαμηλά κι άλλα σχεδόν δενδρώδη, εκ των οποίων τώρα μας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο, πλέον γνωστό και διαδεδομένο είδος αλόη η γνησία (Aloe vera). Παραδόξως η μεγάλη εξάπλωσή του και η εξίσου μακρά ιστορία χρήσης του δυσκολευει τους επιστήμονες να βρουν τις απαρχές του.

Κοιτίδα του πιθανολογείται η Βόρεια Αφρική, διότι και στις δύο βόρειες άκρες της Σαχάρας, αλλά και στα νότια της Αραβικής Χερσονήσου συναντώνται συγγενικά είδη. Όπως φαίνεται όμως, πραγματικά άγριοι πληθυσμοί γνήσιας αλόης δεν υπάρχουν. Σ’αυτήν την περίπτωση, το είδος μάλλον προήλθε από υβριδισμό δύο πολυ συγγενικών ειδών κάποτε στους αρχαίους χρόνους. Σήμερα, λογω ανθρώπινης δραστηριότητας, το φυτό μπορεί να βρεθεί άγριο στη Βόρεια Αφρική, στην Αραβία, στη Νότια Ευρώπη, στην Ινδία, στην Αυστραλία, στα νησιά της Καραϊβικής και στη Βόρεια Αμερική, σε κατάλληλα θερμά και ξηρά κλίματα με ήπιους χειμώνες. Κατά καιρούς έχει πάρει διάφορα επιστημονικά ονόματα που δεν αντανακλούν την πραγματική προέλευσή του όπως Aloe indica (ινδική αλόη), A. barbadensis (αλόη των Μπαρμπάντος) κ.ά., ωστόσο το A. vera παραμένει σήμερα σε ευρεία χρήση λόγω προτεραιότητας. Συνήθως στην ταξινομική το όνομα που αναγνωριζεται περισσότερο είναι το παλαιότερο έγκυρο όνομα για το κάθε είδος.

Το φυτό στη φύση φύεται σε ανοιχτά χέρσα μέρη ή πλαγιές με αμμώδη ή πετρώδη εδάφη και ξηρό κλίμα. Είναι από τις χαμηλές αλόες φτάνοντας σε ύψος τα 60-100 εκ. με κοντό, σχεδόν αφανή σε φυτά μικρής ηλικίας κορμό και ρόδακα μακριών, όρθιων, σαρκωδών, σκληρών φύλλων με οξεία άκρη και αραιές ακανθώδεις οδοντώσεις στην περιφέρειά τους. Τα φύλλα είναι συνήθως πράσινα ή γκριζοπράσινα, αλλά υπάρχουν και άτομα που φέρουν λευκές κηλίδες ή σχέδια, τα οποία ταξινομούνται μερικές φορές στην άκυρη ποικιλία A. vera var. chinensis (κινέζικη), που όμως δεν υπάρχει διότι αυτή η χρωματική ποικιλομορφία δεν εμφανίζεται σταθερά, κι υπάρχουν φυτά με μεγάλη διαβάθμιση στην εμφάνισή της. Το φυτό έχει ρηχό ριζικό σύστημα με σαρκώδης ρίζες και παράγει πολλές παραφυάδες σε κοντούς ριζωματώδεις βλαστούς υπόγεια από τον κορμό, οι οποίες εμφανίζονται γύρω του. Όπως και τα
γιούκα,
οι αλόες και μερικά ακόμα γένη μονοκοτυλήδονων έχουν δυνατότητα κατά πάχος αύξησης του βλαστού, κάτι ανάλογο της ξυλώδους ανάπτυξης των συμβατικών ξυλωδών φυτών. Την άνοιξη σε φυτά μεγαλύτερης ηλικίας εμφανίζεται μία ταξιανθία στο κέντρο πάνω σε ψηλό στέλεχος ύψους ενός μ. με πολλά, σωληνωτά κίτρινα άνθη διαμέτρου 2-3 εκ.

Το χρησιμοποιούμενο μέρος είναι τα φύλλα του φυτού. Αυτά όπως είπα είναι πολύ χοντρά και σαρκώδη. Αποτελούνται από ένα ινώδες περίβλημα με την επιδερμίδα εξωτερικά, τους αγγειακούς ιστούς, κ.ά. όπως όλα τα φυτά, εσωτερικά όμως το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνεται από μια παχύρρευστη προς ζελατινώδη ουσία (γέλη ή ζελέ), που δεσμεύει το νερό εμποδίζοντας την εξάτμισή του, με κύριους πηκτικούς παράγοντες διάφορους υδατάνθρακες. Εδώ έγκεινται όλες οι υποτιθέμενες θαυματουργές χρήσεις του φυτού. Μια άλλη ουσία λιγότερο γνωστή με φαρμακευτική χρήση είναι η αλοΐνη, μια ανθρακινόνη που βρίσκεται στο καφεκίτρινο γάλα του ινώδους περιβλήματος του φύλλου, που έχει πικρή γεύση και καθαρτικές ιδιότητες. Όταν καταναλώνεται, αυξάνει την περισταλτική κίνηση του πεπτικού σωλήνα και μειώνει συγχρόνως την απορρόφηση του νερού απ’το παχύ έντερο. Σε μεγάλες δόσεις προκαλεί κράμπες του πεπτικού συστήματος με κοιλόπονο και διάρροια, και μπορεί να θεωρηθεί τοξική. Χρησιμοποιείται σε μικρές ποσότητες για πικρή γεύση σε διάφορα αναψυκτικά ή αλκοολούχα, και σε μεγαλύτερες σε σκευάσματα κατά της δυσκοιλιότητας. Στην Αμερική ωστόσο ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων την κατέταξε το 2002 ως αμφίβολα ασφαλή, και πλέον έχει αφαιρεθεί από πολλά προΪόντα εκεί. Για το ζελέ της αλόης ωστόσο τα πράγματα είναι πιο αμφίβολα.

Ο ζελές της αλόης έχει χρησιμοποιηθει ανακουφιστικά εδώ και αιώνες για μικρά εγκαύματα, κοψίματα και τσιμπήματα εντόμων. Ήταν γνωστός στους Αρχαίους Έλληνες, στους Αιγυπτίους, στους Μεσανατολίτες, στους Ινδούς και στους Ρωμαίους. Η επιστημονική έρευνα ωστόσο μας δίνει αμφίβολα αποτελέσματα. Κάποιες μελέτες υποστηρίζουν την επουλωτική ιδιότητα του ζελέ της αλόης, άλλες όμως αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι πληγές στις οποίες τοποθετήθηκε ζελές αλόης επουλώθηκαν βραδύτερα απ’αυτές που θεραπεύθηκαν με συμβατικά μέσα. Παρόλα αυτά οι πλειονότητα των μελετών υποστηρίζουν τη θεραπευτική ικανότητα της αλόης τουλάχιστον για μικρές εκδορές, τσιμπήματα εντόμων και τοπικά εγκαύματα πρώτου ή δευτέρου βαθμού, ενώ ίσως έχει καταπραϋντική δράση κατά της ψωρίασης και μικρών κύστεων. Αντίθετα άλλου είδους βλάβες όπως εγκαύματα από την ηλιακή ακτινοβολία δε φαίνεται να βελτιώνονται από την αλόη. Ο κύριος θεραπευτικός μηχανισμός είναι μάλλον η μονωτική ικανότητα του ζελέ, ο οποίος ενυδατώνει την περιοχή της πληγής και την προστατεύει από περαιτέρω είσοδο μικροοργανισμών. Έρευνα επίσης γίνεται για την εύρεση αντιβακτηριακών ιδιοτήτων στο ζελέ της αλόης. Ως τώρα έχει αποδειχθεί ότι ο ζελές της αλόης δρα κατασταλτικά κατά των βακτηρίων των γενών Streptococcus και Shigella σε εργαστηριακές συνθήκες, όχι όμως κατά αυτών του γένους Xanthomonas. Επιπλέον διενεργούνται πρώιμες έρευνες για την αναζήτηση ιδιοτήτων της αλόης κατά του αυξημένου σακχάρου στο αίμα, κατά της χοληστερίνης και υπέρ της ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος εναντίον καρκινικών κυττάρων.

Η αλόη, με τα μεγάλα γκριζοπράσινα όρθια κι άκαμπτα φύλλα της και την πυκνή της εμφάνιση, έχει αναμφίβολα και καλλωπιστική αξία. Η καλλιέργειά της είναι πανεύκολη κι ακόμα κι αν παραμεληθεί θα επιβιώσει. Συνήθως καλλιεργείται σε γλάστρες ώστε οι συνθήκες της να ελέγχονται καλύτερα και το φυτό να μπορεί να μετακινηθεί αν χρειαστεί. Μπορεί ωστόσο να καλλιεργηθεί και στο έδαφος στις νότιες περιοχές της χώρας, με προσοχή και πιο πάνω, και φυσικά στα τροπικά ξηρά κλίματα. Ως φυτό με σχετικά ρηχό ριζικό σύστημα, χρειάζεται γλάστρα περισσότερο ρηχή και πλατιά παρά ψηλή με αμμώδες, ουδέτερο ή αλκαλικό και άριστα αποστραγγιζόμενο έδαφος. Ευδοκιμεί καλύτερα σε θέση ηλιόλουστη και ζεστή. Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται όπως στα περισσότερα παχύφυτα, δηλαδή κατά την περίοδο ανάπτυξης το φυτό να ποτίζεται καλά και μετά πάλι αφού το χώμα έχει στεγνώσει σε βάθος. Μπορεί να επιβιώσει βδομάδες χωρίς νερό σε ακραίες καταστάσεις. Το χειμώνα θα χρειαστεί λίγο ή και καθόλου πότισμα, μιας και τότε δεν αναπτύσσεται, κι επίσης γιατί τότε θα είναι πιο ευάλωτο στη σήψη και στις βλάβες από την παγωνιά. Το φυτό αντέχει ελαφριές παγωνιές έως και -5 βαθμούς για μικρό χρονικό διάστημα, αρκεί το έδαφός του να παραμένει ξηρό. Σε ψυχρότερα κλίματα θα χρειαστεί μετακίνηση σε δροσερή προστατευμένη θέση. Κατά την περίοδο ανάπτυξης θα χρειαστεί αραιές λιπάνσεις με ισορροπημένο ή χαμηλότερο σε άζωτο λίπασμα. Σπανιότατα μπορεί να προσβληθεί από αφίδες, τετράνυχο, αλευρώδεις ή κοκκοειδή, που μπορούν όμως ν’αντιμετωπιστούν γρήγορα με κάποιο χημικό ή με οικιακό σκεύασμα. Με τον καιρο το φυτό θα γίνει πυκνό με πολλές παραφυάδες. Τότε μπορεί είτε να διαιρεθεί είτε να μεταφυτευθεί σε μεγαλύτερη γλάστρα. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο, αλλά συνήθως γίνεται με παραφυάδες για ευκολία. Μία παραφυάδα, προτιμοτερα μία μεγαλύτερη με λίγα ψηλότερα φύλλα, κόβεται από τη βάση της κοντά στον κορμό κάτω από τη γη και φυτεύεται σε παρόμοιο έδαφος σε ξεχωριστό δοχείο. Είναι σημαντικό να μην ποτίζεται υπερβολικά μέχρι ν’αρχίσει την ανάπτυξη γιατί τότε διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο σήψης, ούτε να βρίσκεται στον ήλιο ή σε ακραίες συνθήκες. Δεν είναι αναγκαίο νά’χει δικές τις ρίζες, μιας και θα κάνει ριζικό σύστημα από μόνη της. Τα φύλλα του φυτού μπορούν να συλλεγούν οποτεδήποτε, με προτιμότερα τα κατώτερα, παλαιότερα και μεγαλύτερα.

Απομυθοποιήθηκε λοιπόν και η αλόη. Δεν είναι πανάκεια. Δεν είναι θαυματουργό βότανο που μπορεί να διώξει ό,τι ατέλεια υπάρχει στο δέρμα και να το κάνει και πάλι νεανικό. Έχει ίσως κάποιες περιορισμένες φαρμακευτικές ιδιότητες, αλλά βέβαια όχι τις δραστικές επιδράσεις όπως διαφημίζεται.

Κύριες πηγές:
άρθρο της Βικιπαίδειας για την αλόη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την αλόη
οι θεραπευτικές ιδιότητες της αλόης
Σημείωση: Στο τελευταίο άρθρο αναφέρονται πολλές ουσίες που περιέχονται στην αλόη σε μικροποσότητες. Είναι σχεδον απίθανο ότι μπορούν να δράσουν στον ανθρώπινο οργανισμό στην ποσότητα που υπάρχουν και με τον τρόπο που συνήθως χορηγείται η αλόη.

Ενημέρωση 22/6/2013: Η αλόη μου έχει μεγαλώσει κάπως από τότε που την πήρα. Αυτή του πατέρα μου άνθισε για πρώτη της φορά το Μάιο για μερικές βδομάδες. Αφού αναπτύχθηκε ένας ψηλός βλαστός με λίγα βράκτια και μια μικρότερη διακλάδωση, με τα μπουμπούκια των ταξιανθιών συμπιεσμένα στις κορυφές, οι ποδίσκοι των μπουμπουκιών άρχισαν να επιμηκύνονται και η ταξιανθίες άνοιξαν κάπως. Τα άνθη μάλλον άνοιγαν το βράδυ, γι’αυτό δεν πρόλαβα κανένα. Το μόνο που πρόλαβα ήταν τα κίτρινα μπουμπούκια έτοιμα ν’ανοίξουν. Παραδόξως δε γονιμοποιήθηκε κανένα άνθος, αλλά όλα έπεφταν την επόμενη μέρα. Η ανθοφορία ξεκίνησε από τη βάση της ταξιανθίας και προχωρούσε προς την κορυφή. Η φωτογραφία τραβήχτηκε προς το τέλος του Μαΐου, σχεδόν στο τέλος της ανθοφορίας. Τώρα ο ανθοφόρος βλαστός έχει ξεραθεί, και είναι κούφιος στο εσωτερικό.

Ενημέρωση 24/1/2016: Η αλόη μου έχει μεγαλώσει αρκετά, με πλατιά, παχιά φύλλα. Αυτή του πατέρα μου ανθίζει κάθε χρόνο από τότε. Δεν ξέρω αν ο ζελές είναι φαρμακευτικός, πάντως σίγουρα βοηθά στην άμυνα κατά των εχθρών. Πριν δυο χρόνια, ένα κουνελάκι της κουνέλας μου πλησίασε την αλόη για να την φάει. Αφού μασούλησε λίγο την άκρη ενός φύλλου, ξαφνικά άρχισε να ρέει ζελές κι αυτό έφυγε πίσω. Ήταν πολύ αστείο! Το ίδιο έπαθε και η κουνέλα μετά από λίγες μέρες. Οπότε ο κολλώδης αυτός ζελές είναι αποτελεσματική άμυνα κατά των μικρών φυτοφάγων. Φέτος πρόκειται να μεταφυτεύσω την αλόη μου, επειδή η γλάστρα της είναι πολύ μικρή πια.

Πηγή:
Αλφαβήτα

Πως προστάτευαν το σώμα τους οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

18/12/2011 – 14:22

ΠΩΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Το αρχαιότερο στρώμα στον κόσμο

Το σπήλαιο Sibudu βρίσκεται στα ανατολικά της Νότιας Αφρικής, εκεί που τα τελευταία οκτώ χρόνια αρχαιολόγοι και ανθρωπολόγοι λένε πως «βρήκαν φλέβα χρυσού». Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και το περίφημο σπήλαιο Μπλόμπος με το αρχαιότερο εργαστήρι ζωγραφικής στον κόσμο.

Στο Sibudu αρχαιολόγοι και ανθρωπολόγοι υποστηρίζουν ότι βρήκαν το αρχαιότερο τεκμήριο «συνειδητής επεξεργασίας φυτικών ινών για κατασκευή στρώματος». Η εξέταση της επεξεργασίας των στρωμάτων μεσολιθικής εποχής αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος γνώριζε ήδη τότε πως να προστατεύει το σώμα του από την υγρασία, την ζέστη και τα διάφορα παράσιτα και ζωύφια.

Εντομοαπωθητικά και παρασιτοκτόνα

Έτσι μόνον μπορεί να ερμηνευθεί ο τρόπος που ‘έπλεκε’ τις ίνες από σπαθόχορτο, βούρλα, βρύα και ένα είδος αρωματικού δαφνόφυλλου. Οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν ότι τα φύλλα αυτά είναι εντομοαπωθητικά και «παρασιτοκτόνα».

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν επίσης ότι τα πρώτα αυτά στρώματα ανανεώνονταν πάνω από τρεις φορές το χρόνο. Η ανανέωση αφορούσε κυρίως τα βρύα και τα δαφνόφυλλα, ενώ ορισμένες φορές το χειμώνα οι ιδιοκτήτες τους ‘έπλεκαν’ και μαλλί ανάμεσα στις φυτικές ίνες.

Τα στρώματα ήταν τοποθετημένα πάντα στο βάθος του σπηλαίου, ενώ επιβεβαιώθηκε ότι κατά διαστήματα τα έκαιγαν. Πρόκειται για παραδοσιακό τρόπο ‘απολύμανσης’ που χρησιμοποιούσαν πολλοί λαοί κατά την ιστορική περίοδο, αλλά σύμφωνα με τους ιστορικούς (Κρίστοφερ Μίλερ, Πανεπιστήμιο Τυβίγγης) την εποχή εκείνη συνιστά καινοτομία: χρησιμοποιείται για πρώτη φορά.

Η καινοτομία αυτή σχετίζεται όμως και με την αλλαγή του κλίματος και την δημογραφική αλλαγή στην Αφρική. Μια διαδικασία που ανάγκασε πριν από 50.000 χρόνια τον Homo Sapiens να μεταναστεύσει στην Ευρώπη και την Ασία.

ΠΗΓΗ: SKAI.GR

ομάδα L. salicola στη φύση


L. lesliei


ανθισμένος λίθοπας


είδος λίθοπα με άνθος που καλύπτει όλο το "κεφάλι"


λίθοπες σε ανάπτυξη


L. hookeri με 2 "κεφάλια" να εμφανίζονται

Όλες οι εικόνες από τη wikipedia.

Με αφορμή την πρόσφατη προσθήκη ενός τέτοι φυτού στη συλλογή μου ύστερα από πολύ διαδικτυακό ψάξιμο, έκανα αυτή τη δημοσίευση γι’αυτά τα μοναδικά και πολύ περίεργα φυτά.
Όπως δηλώνει και το ελληνικό όνομα του γένους τους (γένος Lithops), έχουν όψη λίθου. Το σχήμα τους, η υφή τους, ακόμα και το χρώμα τους τα καμουφλάρουν πολύ καλά στο βραχώδες τους περιβάλλον ενάντια στα φυτοφάγα ζώα. Αυτό το καμουφλάζ είναι τόσο καλό, ώστε και οι ερευνητές συχνά να δυσκολεύονται στον εντοπισμό τους.
Παρόλη όμως την παράξενη τους εμφάνιση, ανήκουν στην οικογένεια των αειζωιδών (aizoaceae), μαζί μ’άλλα πιο «κανονικά» παχύφυτα όπως τα μεσημβριάνθεμα (Mesembrianthemum) κι άλλα μη παχύφυτα. Η συγγένεια όλων αυτών μπορεί να φανεί από τη μορφολογία του άνθους τους και το γεγονός ότι ανοίγει τις φωτεινές ώρες της ημέρας. Έχουν αναγνωριστεί περίπου 37 είδη και 57 υποείδη και ποικιλίες, και περίπου

1000 πληθυσμοί. Κάποια είδη όπως ο L. lesliei απολαμβάνουν μεγάλη εξάπλωση, ενώ άλλα όπως ο L. viridis είναι περιορισμένα σ’ένα μόνο πληθυσμό και δυνητικά απειλούμενα.

Το κύριο «σώμα» ή «κεφάλι» του φυτού έχει σχήμα ανεστραμμένου κώνου με μια σχισμή στη μέση, σκληρή και λεία υφή και καφέ ή γκρίζου βασικού χρώματος με στίγματα, κοιλίδες, γραμμές και λοιπά σχήματα σε σκουρότερες αποχρώσεις ή και κοκκινωπά, δίνοντας την εντύπωση βότσαλου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ζευγάρι τροποποιημένων, σαρκωδών και σχεδόν συνενωμένων φύλλων. Τα φύλλα αυτά αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες νερού ως προσαρμογή στο ξηρό κλίμα του περιβάλλοντός τους κι η πάνω πλευρά τους είναι ημιδιαφανής επιτρέποντας το φως να περάσει για να γίνει η φωτοσύνθεση. Στη σχισμή βρίσκεται το σημείο ανάπτυξης και αναπτύσσονται οι ανθοφόροι οφθαλμοί. Ο βλαστός είναι σχεδόν ανύπαρκτος και η ρίζα πασαλώδης.
Τα φυτά αυτά κατάγονται από τις ερήμους της Νότιας Αφρικής και της Ναμίμπιας, όπου το κλίμα είναι ζεστό και ξηρό με θερινή βροχόπτωση, ενώ οι πληθυσμοί του δυτικού και βορειοδυτικού Ακρωτηρίου δέχονται χειμερινή βροχόπτωση. Η ετήσια βροχόπτωση εντούτοις στις περιοχές αυτές είναι πολύ μικρή, γι’αυτό και τα φυτά έχουν προσαρμοστεί πολύ καλά για την ξηρασία.
Τα φυτά αυτά έχουν σαφή ετήσιο κύκλο. Την άνοιξη, αφού το παλιό ζευγάρι φύλλων έχει αφυδατωθεί εντελώς, το νέο διογκώνεται έως ένα σημείο. Έπειτα συνήθως το φθινόπωρο, αλά μπορεί να είναι από Ιούλιο έως Δεκέμβριο ανάλογα με το είδος, ενώ μπορεί να είναι πριν το θερινό ηλιοστάσιο για τον L. pseudotruncatella ή μετά το χειμερινό για τον L. optica, η σχισμή του φυτού ανοίγει, και σύντομα εμφανίζεται ένα μπουμπούκι και το φυτό ανθίζει. Το άνθος είναι συνήθως λευκό ή κίτρινο, ανάλογα με το είδος, και σε μερικά είδη μπορεί να καλύψει όλο το «κεφάλι». Μετά την ανθοφορία, αν έχει γίνει επικονίαση, σχηματίζεται μια ξηρή κάψα η οποία ωριμάζει σε 9 μήνες ανοίγντας σε βροχερό καιρό κι απελευθερώνοντας τους σπόρους με τη βοήθεια των σταγώνων της βροχής που χτυπάνε πάνω της εκσφενδωνίζοντάς τους μακριά. Η κάψα ξανακλείνει μετά τη βροχή. Παρόμοιο σύστημα διασποράς έχουν ακι τα μεσημβριάνθεμα.
Μετά την ανθοφορία επίσης εμφανίζεται το νέο ζευγάρι φύλλων, το οποίο αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα χρησιμοποιώντας την υγρασία και τα θρεπτικά συστατικά των παλιών φύλλων, ώσπου αυτά αφυδατώνονται την άνοίξη κι ο κύκλος ξεκινά και πάλι απ’την αρχή. Κάποτε μπορεί να εμφανιστούν δύο νέα «κεφάλια», κάτι που αντιστοιχεί σε διακλάδωση σ’ένα «κανονικό» φυτό. Κάποια είδη τείνουν να το κάνουν αυτό συχνότερα από άλλα, κι αυτά που το κάνουν σχηματίζουν με την πάροδο των χρόνων ομάδες «κεφαλιών» με κοινό ριζικό σύστημα. Το ρεκόρ στη φύση είναι 350 κεφάλια του. Γενικά όμως το γεγονός αυτό είναι συχνότερο στο ελεγχόμενο περιβάλλον της καλλιέργειας παρά στο απρόβλεπτο περιβάλλον της φύσης. Τα φυτά αυτά είναι εξαιρετικά μακρόβια.

Η επιτυχής καλλιέργειά τους προϋποθέτει νά’χετε κατά νου το κλίμα του φυσικού τους περιβάλλοντος και τον ετήσιο κύκλο τους. Οι λίθοπες ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστες και ζεστές συνθήκες με καλό αερισμό. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία τους βλάπτει κάνοντάς τους πιο επιρρεπείς σε ασθένειες. Σε χαμηλό φως αδυνατίζουν, πρασινίζουν και γέρνουν προς την πλευρά του περισσότερου φωτός. Τα φυτά αυτά δε θα πρέπει να μεταφέρονται απευθείας στον ήλιο, χωρίς πρότερο σταδιακό εγκλιματισμό, αφού μπορούν να πάθουν έγκαυμα που εμφανίζεται ως μια λευκή κρούστα στην επιφάνεια των φύλλων, το οποίο αν είναι σοβαρό μπορεί να τα σκοτώσει. Το ίδιο με τον εγκλιματισμό ισχύει και για φυτά που παρέμειναν το χειμώνα σε σχετικά σκοτεινό μέρος. Το χειμώνα τα φυτά θα πρέπει να διατηρούνται σε δροσερό ή κρύο φωτεινό και ξηρό μέρος, με ελάχιστη θερμοκρασία τους 4-5 βαθμούς Κελσίου. Αν και υπάρχουν είδη που βιώνουν παγωνιές στο φυσικό τους περιβάλλον, κανένα φυτό δε θα πρέπει ν’αφεθεί απροστάτευτο αν το είδος του δεν είναι γνωστό, αλλά κι αν είναι αυτό δεν προτείνεται. Οι περισσότεροι καλλιεργητές αποφεύγουν να εκθέτουν τους λίθοπες σε παγωνιά.
Το χώμα τους θα πρέπει νά’χει άριστη αποστράγγιση και να είναι πολύ φτωχό σε οργανική ύλη. Ιδανικό μείγμα είναι 2 μέρη ελαφρύ χώμα προς 1 άμμο ή περλίτη κατ’όγκο, ή το έτοιμο χώμα για κάκτους και παχύφυτα. Αν και στη φύση οι λίθοπες είναι σχεδόν θαμμένοι, σε συνθήκες καλλιέργειας τα 3/4 του «κεφαλιού» θα πρέπει να είναι έξω από το χώμα για αποφυγή τυχόν σαπίσματος.
Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο. Θα πρέπει ν’αρχίζει κανονικά από τότε που τα παλιά φύλλα έχουν αφυδατωθεί έως τις μεγάλες ζέστες. Στα ζεστά κλίματα, όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει υπερβολικά, τα φυτά περιέρχονται σε νάρκη και δε χρειάζονται σχεδόν καθόλου νερό, εκτός κι αν μαραθούν λίγο, οπότε χρειάζονται ένα ρηχό πότισμα. Από τα μέσα του καλοκαιριού και όλο το φθινόπωρο το πότισμα συνεχίζεται κανονικά και λίγο περισσότερο από την άνοιξη. Στο διάστημα αυτό το φυτό θ’ανθίσει αν έχει φτάσει στην κατάλληλη ηλικία. Προς το χειμώνα το πότισμα θα πρέπει να μειωθεί μέχρι το χειμώνα να σταματήσει εντελώς. Θα ξαναρχίσει πάλι σταδιακά όταν έχουν αφυδατωθεί τα παλιά φύλλα. Σε περιοχές με ήπιους χειμώνες ωστόσο, ίσως χρειαστεί πολύ λίγο νερό κι αυτήν την περίοδο. Όταν τα φυτά ποτίζονται, θα πρέπει να ποτίζονται καλά και το χώμα ν’αφήνεται να στεγνώσει ανάμεσα στα ποτίσματα. Η υπερβολική υγρασία του εδάφους θα οδηγήσει σε σάπισμα. Επίσης, μια λίπανση με υγρό λίπασμα χαμηλό σε άζωτο ωφελεί κατά την περίοδο ανάπτυξης.
Οι λίθοπες πολλαπλασιάζονται είτε με σπόρο είτε με μοσχεύματα. Μοσχεύματα μπορούν να παρθούν μόνο αν υπάρχει πάνω από ένα «κεφάλι» στο φυτό. Το «κεφάλι» αυτό θα πρέπει να κοπεί και να φυτευθεί σε παρόμοιο χώμα με τα ριζωμένα φυτά την άνοιξη, τότε που αρχίζει το πότισμα. Θα πρέπει ν’αντιμετωπιστεί ως ένα κανονικ΄΄ο φυτό και σύντομα θα ριζώσει. Συνήθως όμως γίνεται αναπαραγωγή με σπόρο. Οι λίθοπες είναι αυτοασύμβατοι, δηλαδή δε μπορούν ν’αυτεπικονιαστούν, γι’αυτό για να καρποφορήσουν θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο φυτά. Αφού έχει ωριμάσει ο καρπός την επόμενη χρονιά συλλέξτε τους σπόρους και σπείρετέ τους σε ελαφρύ χώμα την άνοιξη σε θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς. Για τις πρώτες 1-2 εβδομάδες μέχρι να βλαστήσουν θα πρέπει να είναι καλυμένη με διαφανές υλικό για υψηλή υγρασία, μετά όμως το κάλυμα θα πρέπει ν’αφιαρεθεί για την αποφυγή του σαπίσματος. Τα σπορόφυτα θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σε 6 μήνες-1 χρόνο χρόνο και σε 2-3 χρόνια θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας.
Μολονότι ο λίθοπας είναι ανθεκτικός στα έντομα, διάφορα είδη μπορούν κάποτε να τον προσβάλλουν όπως ο τετράνυχος, ο αλεβρώδεις, τα κοκκοειδή κ.ά., τα οποία μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διαθέσιμα εντομοκτόνα. Η έγκαιρη θεραπεία είναι σημαντική, μιας και το φυτό έχει μόνο δύο φύλλα, αναπτύσσεται αργά και άρα αν κάτι παθογόνο το προσβάλλει, μπορεί να καταστραφεί εύκολα. Επίσης η υπερβολική υγρασία στο έδαφος ή και στο περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε σήψη, η οποία είναι συνήθως θανατηφόρος. Ο μόνος τρόπος διάσωσης αν η σήψη γίνει αντιληπτή νωρίς είναι η αποκοπή τυχόν υγ

    υγιών «κεφαλιών» και η φύτευσή τους ως μοσχεύματα για να ξαναριζώσουν. Το φυτό επίσης δεν είναι τοξικό και μπορεί να καταναλωθεί από ζώα, γι’αυτό τα φυτά θα πρέπει να φυλάγονται μακριά από ζώα που δύναται να τα φάνε. Αν τέλος το «κεφάλι» αποκοπεί απ’τη ρίζα του, μπορεί να διασωθεί φυτεύοντάς το ως μόσχευμα.
    Οι λίθοπες εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους μπορούν να φυτευθούν σε πολύ μικρές γλάστρες. Αν κι έχουν πασαλώδη ρίζα, αυτή είναι αρκετά μικρή κι έτσι ένα δοχείο 7-10 εκ. είναι ιδανικό. Μια αποικία λιθόπων μπορεί να φυτευθεί σ’ένα ρηχό και πλατύ δοχείο κι ανάμεσά τους να τοποθετηθούν βότσαλα για πιο φυσική εμφάνιση.

    Ο πρώτος που περιέγραψε επιστημονικά το λίθοπα ήταν ο Βρετανός εξευρενητής της Νότιας Αφρκής, βοτανολόγος και καλλιτέχνης William John Burcher το 1811, όταν τυχαία βρήκε ένα άτομο παίρνοντας από κάτω ένα παράξενο «βότσαλο», και τ’ονομάσε Mesembrianthemum turbiniforme. Αργότερα οι λίθοπες διαχωρίστηκαν από το γένος του μεσημβριάνθεμου, αλλά έως το 1950 η ταξινομική τους κατάσταση ήταν μπερδεμένη και η καλλιέργειά τους σχεδόν άγνωστη. Σημαντική ήταν η συμβολή του δρ Desmond Cole και της συζύγου του Naureen, οι οποίοι κατέγραψαν σχεδόν όλους τους πληθυσμούς, συστηματοποίησαν την ταξινόμηση και καλλιέργησαν εντατικά τα είδη. Από τότε οι λίθοπες έχουν γίνει αρκετά κοινά και φθηνά φυτά και σήμερα μπορούν να βρεθούν να πωλούνται μαζί με τα υπόλοιπα κακτοειδή σε ανθοπωλία, φυτώρια και ανθοεκθέσεις.

    Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά ήταν έως τώρα μια σκέτη αποτυχία. Η πρώτη φορά που πήρα ένα τέτοιο φυτό ήταν πριν αρκετά χρόνια το Σεπτέμβριο. Τότε δεν είχα ακόμα πολλή εμπειρία από φυτά και μια φορά κατά λάθος το έριξα, βγήκε από το κουπάκι του και τις επόμενες μέρς μαράθηκε (δεν λήξερα πότε χρειάζεται πότισμα). Μετά το ξερίζωσα πιστεύοντας ότι είχε καταστραφεί. Ανοίγοντας από περιέργεια το «κεφάλι» βρήκα βαθιά το μάτι ανάπτυξης του φυτού. Επίσης το εσωτερικό των φύλλων ίναι πράσινο και σπογγώδες, μόνο η επιδερμίδα έχει τα χαρακτηριστικά χρώματα του είδους. Η δεύτερη φορά που πήρα τέτοια φυτό ήταν το Μάιο από την ανθοέκθεση πριν 4 χρόνια. Το φυτό ήταν λίγο ανοιχτό κι από μέσα έβγαινε ένα μπουμπούκι. Επειδή όμως ακολούθησα κατά γράμμα τις πληροφορίες μιας σελίδας που έλεγε ότι οι λίθοπες ανθίζουν το Σεπτέμβριο, πίστεψα πως αντεστράφηκε το βιολογικό ρολόι του συγκεκριμένου κι ανέπτυσσε φύλλα το καλοκαίρι. Τελικά πήγε από έλλειψη ποτίσματος. Πρώτα τα φύλλα μαράθηκαν, μετά ξεράθηκαν εντελώς. Το μπουμπούκι λίγο αργότερα. Και τελευταίο φυτό είναι αυτό που έχω τώρα. Είναι λίγο ανοιχτό, αλλά δε διακρίνω κάτι μέσα. Ακόμα βρίσκεται σε πρόγραμμα ποτίσματος. Θα ενημερώνω για εξελίξεις. Δε γνωρίζω το είδος ούτε του παρόντος φυτού ούτε των δύο προηγούμενων.

    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της αγγλικής wikipedia
    καλλιέργεια λίθοπα 1
    καλλιέργεια λίθοπα 2

    Συγγενικά φυτά είναι και τα
    κωνόφυτα
    με κύριες διαφορές το σχήμα (τα κωνόφυτα είναι συνήθως κωνικά), τον ετήσιο κύκλο (το περιβάλλον των κονοφύτων δέχεται χειμερινή βροχόπτωση) και τη μεγαλύτερη σπανιότητά τους στην καλλιέργεια.