Tag Archive: αυτοφυή


Malva silvestris σε ανθοφορία

Οι μολόχες είναι από τα κοινότερα αγριόχορτα της ελληνικής χλωρίδας, αλλά και από τα ομορφότερα. Τουλάχιστον σε αντίθεση με τα περισσότερα, που είτε έχουν αφανή άνθη που επικονιάζονται με τον άνεμο, είτε μικρά άνθη που ανοίγουν μόνο για λίγες ώρες, οι μολόχες ανθίζουν συνεχόμενα και τα άνθη τους είναι φανταχτερά. Η μολόχα έχει ιστορικά αρκετές χρήσεις και είναι επίσης αρκετά θρεπτική. Τα φυτά αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τα γεράνια (συνήθως γένος Pelargonium και όχι Geranium), τα οποία μοιάζουν ελαφρώς στο φύλλωμα. Λόγω της σύγχυσης αυτής, οι μολόχες συχνά αποκαλούνται και αγριομολόχες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι πλεονασμός.

Οι μολόχες αποτελούν το γένος Malva της οικογένειας Malvaceae της τάξης Malvales. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει αρκετά παρόμοιας μορφολογίας είδη, όπως οι δεντρομολόχες του γένους Althaea. Το γένος Malva περιλαμβάνει 30 είδη, με εξάπλωση στις εύκρατες, τις υποτροπικές και τις τροπικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ενώ μερικά είδη έχουν εισαχθεί στη Βόρεια Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 30 είδη, εκ των οποίων 7 είναι αυτοφυή στη χώρα μας: Malva cretica, M. moschata, M. silvestris, M. neglecta, M. parviflora, M. Pussila και M. Aegyptia. Κοινότερα είναι τα M. silvestris (μαλάχη η αγρία), M. neglecta (μαλάχη η αμελημένη), ενώ η κρητική μαλάχη (M. cretica), είναι, όπως λεέι και το όνομά της, ενδημική της Κρήτης.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του φυτού είναι «μαλάχη», ενώ το λατινικό «malva”. Στα γαλλικά έγινε «mauve”, εξού και το χρώμα μοβ ή μωβ, το γράφει ο κάθένας όπως θέλει. Στα αρχαία αγγλικά η λέξη εισήχθη από τα λατινικά ως «malwe”,, και σήμερα στα αγγλικά λέγεται «mallow”. Η λέξη, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων φυτών της Μεσογείου, είναι μη ινδοευρωπαϊκή και πιθανότατα προέρχεται από κάποια χαμένη γλώσσα της Μεσογείου, όπως τη γλώσσα των Πελασγών, άρα δεν έχει σχέση με το «μαλακός», «μαλακτικός» κλπ όπως λέγεται.

Οι μολόχες είναι συνήθως ποώδη φυτά, αλ΄λα με τη μεταφορά κάποιων μελών του γένους Lavatera στη Malva, υπάρχουν και κάποια ψηλότερα φυτά. Γενικα΄έχουν θαμνώδη μορφή με έντονα μονοποδιακή ανάπτυξη, δηλαδή ο κεντρικός βλαστός είναι αρκετά κυρίαρχος. Ο κεντρικός βλαστός παράγει διακλαδώσεις, περισσότερες προς τη βάση του φυτού. Οι βλαστοί είναι κυλινδρικοί, με ελαφρώς χνουδωτή επιφάνεια,, ο φλοιός τους είναι σκληρός και ο χυμός είναι ελαφρώς βλενώδης. Τα συνήθως μακρύμισχα, παλαμοσχιδή και ελαφρώς χνουδωτά φύλλα φύονται εναλλάξ. Τα άνθη φύονται μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων, και είναι περισσότερα προς τις κορυφές των βλαστών, όπου τα φύλλα είναι μικρότερα κι έτσι φαίνονται περισσότερο, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμα στους επικονιαςτές. Κυμαίνονται σε διάμετρο από 5 χιλιοστά μέχρι 5 εκατοστά, κι έχουν 5 ροζ, μοβ ή λευκά πέταλα. Τα φυτά ανθίζουν καθόλη την περίοδο ανάπτυξης. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες, οι οποίες περιέχουν πολυάριθμους σπόρους. Το κοινότερο είδος μολόχας στην Ελλάδα, η M. silvestris, μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο και έχει μοβ άνθη διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Η M. neglecta είναι αρκετά κοντότερη, με πιο στρογγυλεμένα φύλλα. Άλλα είδη, όπως η M. preissiana της νότιας Αυστραλίας, μπορούν να φτάσουν τα 3 μέτρα σε ύψος. Τα περισσότερα μέλη του γένους είναι μονοετή, αλ΄λα υπάρχουν και μερικά βραχύβια πολυετή, όπως η μοσχομολόχα (M. Moschata).

Η μολόχα έχει μεγάλη ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Στην αρχαιότητα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Ησίοδο. Σύμφωνα με βυζαντινούς σχολιαστές του, την εποχή εκείνη έφτιαχναν έναν θρεπτικό πολτό από μολόχα κι άλλα φυτά. Στην Αρχαία Ελλάδα το φυτό καλλιεργούταν στους κήπους μαζί με τα άλλα λαχανικά. Αναφέρεται επίσης από τον Πυθαγόρα, και κατά τους πυθαγόριους ήταν ιερό φυτό, επειδή τα άνθη της κοιτάζουν πάντα τον ουρανό. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας συνιστούσε να αποφεύγεται η μολόχα, επειδή είναι η πρώτη αγγελιοφόρος της συμπάθειας του Ουρανού προς τη Γαία. Η μολόχα επίσης αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Πλάτωνα, όπου ο Αθήναιος την επαινεί ως «λεαντικόν αρτυρίας». Ο Ιπποκράτης επίσης τη χρησιμοποιούσε εκτενώς στη φαρμακευτική του. Παρασκεύαζε κατάπλασμα από κρασί και μολόχα κατά των οιδημάτων και των φλεγμονών, τη συνιστούσε για γυναικολογικά προβλήματα, κι επίσης παρασκεύαζε κολπικά υπόθετα για να διευκολύνει τον τοκετό και να μετριάσει τους πόνους – σημειωτέον ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, η φαρμεκευτική αντιμετώπιση των πόνων του τοκετού ήταν αμαρτία, γιατί αυτή ήταν η τιμωρία της Εύας σύμφωνα με τον ιουδαιοχριστιανικό μύθο! Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «παύει τας οδύνας». Ο Δίφιλος ο Σίφνιος έγραψε ότι βοηθά σε περιπτώσεις ερεθισμού των νεφρών και της κύστεως. Ακόμα χρησιμοποιούταν ως αποχρεμπτικό και καθαρτικό, ενώ από τα άνθη της παρασκευαζόταν αφέψημα για παθήσεις του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Η μολόχα επίσης πιστευόταν ότι σταματά την πείνα και τη δίψα. Ο γνωστός μυστικιστής Κρητικός \Επιμενίδης, ο οποίος υποτίθεται ότι κοιμήθηκε μέσα σ’ένα σπήλαιο για 57 χρόνια, όταν ξύπνησε βρέθηκε σε έναν καινούργιο κόσμο, και για να μην πεινά και διψά, έτρωγε μόνο μολόχα και βολβούς. Γι’αυτό και η μολόχα περιλαμβανόταν συχνά σε μυήσεις διάφορων μυστηριακών λατρειών στην Αρχαία Ελλάδα. Το φυτό ήταν επίσης αγαπητό από τους Ρωμαίους, όπου δεν έλειπε από κανε΄να τραπέζι. Ο Κικέρων και ο Οράτιος μας αναφέρουν για τις ανακουφιστικές του ιδιότητες. Ο Οράτιος, θέλοντας να δείξει πόσο λιτή ήταν η διατροφή του, έγραψε χαρακτηριστικά: «Me pascunt olivae, / me cichorea levesque malvae» («Όσον αφορά εμένα, με τρέφουν ελιές, αντίδια και μολόχες»). Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα τη μέρα δε θα μας βρει καμία αρρώστια. Αργότερα, ο Καρλομάγνος είχε διατάξει να καλιεργείτε μολόχα σε όλους τους αυτοκρατορικούς κήπους για τις ιδιότητές της. Οι Φελάχοι, οι αγρότες της Αιγύπτου, που ζούσαν κυρίως με χόρτα, έφτιαχναν ένα φαγητό από ρίζες μολόχας, της οποίες, αφού έβραζαν, τις τηγάνιζαν μαζί με κρεμμύδια. Ο Βυζαντινός συγγραφέα Συμεών Σηθ αναφέρει ότι η μολόχα αντιμετωπίζει τη δυσκοιλιότητα. Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου, η μολόχα είναι το βότανο που θεραπεύει τα νοσήματα των νεφρών, τα ηπατικά νοσήματα, τις πληγές, τις φλεγμονές, καθώς και τα «κρυφά πάθη» των γυναικών. Στο βυζαντινό σύγγραμμα Περί Χυμών, Βρωμάτων και Πομάτων, η μολόχα θεωρούταν εύπεπτη και δυναμωτική τροφή. Πιστευόταν ότι απαλλάσσει το σώμα από τις αρρώστιες και τα θεραπεύει όλα εξαιτίας της ήπιας καθαρτικής της δράσης. Στα νεότερα χρόνια η μολόχα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ευρέως και ως τροφή και ως φάρμακο για παρόμοιες παθήσεις. Τα φύλλα της βράζονταν σαν χόρτα ή προσθέτονταν σε φαγητά με όσπρια, ρύζι ή κρέας. Τα νεαρά μαλακά φύλλα τρώγονταν ωμά αντι για μαρούλι. Με τα φύλλα της επίσης παραδοσιακά τυλίγονται ντολμαδάκια, ιδίως στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η συνταγή είναι η ίδια με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, απλά αντί για αμπελόφυλλα χρησιμοποιούνται μεγάλα φύλλα μολόχας. Το φαγητό αυτό εντούτοις δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού παρόμοια ντολμαδάκια παρασκευάζονται και στην Τουρκία. Όσοι τα έχουν δοκιμάσει λένε ότι υπολείπονται γευστικά, άρα ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η δημοτικότητα της μολόχας έπεσε τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους μας, έχουμε πολύ περισσότερες και γευστικότερες επιλογές σήμερα. Οι καρποί της λέγονταν «ψωμάκια» τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά όταν έπαιζαν έξω και τα έτρωγαν. Το αφέψημα από τα άνθη της, γνωστά ως μολοχάνθη ή μολοχάνθια, εφαρμοζόταν κατά των ίδιων περίπου παθήσεων όπως και τους προηγούμενους αιώνες. Το αφέψημα επίσης μαζί με χαμομήλι και με λίγο μέλι καταπράυνε τον πονόλαιμο, ενώ το ποδόλουτρο στο αφέψημα μαλάκωνε τους κάλους, ξεκούραζε τα κουρασμένα πόδια και ανακούφιζε από οιδήματα, όπως αυτά έπειτα από στραμπούλιγμα ή κάταγμα. Ο χυμός των τριμμένων φύλλων της καταλάγιαζε το τσούκνισμα της τσουκνίδας, και το κατάπλασμα των φύλλων της απάλυνε τον πόνο από τα τσιμπήματα των εντόμων. Γενικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια, χωρίς ωστόσο όλες αυτές οι θαυματουργές ιδιότητες να υποστηρίζονται από αυστηρές επιστημονικές μελέτες. Ίσως να ήταν κάπως θρεπτικότερο ως τροφή σχετικά με άλλα έτσι κι αλλιώς θρεπτικά φτωχά χορταρικά, αλλά ως φάρμακο σίγουρα υπερεκτιμήθηκε.

Το φυτό είναι πολύ θρεπτικό και μη τοξικό, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για κατοικίδια, όπως κουνέλια, καθώς και για φυτοφάγα ή παμφάγα ερπετά όπωος ιγκουάνες, χελώνες στεριάς και νερού, γενειοφόρους δράκους κλπ, ή φυτοφάγα ασπόνδυλα όπως γιγάντια σαλιγκάρια. Και το κουνέλι μου και ο δράκος μου το τρώνε πολύ – είναι στην πραγματικότητα από τα αγαπημένα τους χόρτα.

Ως ζιζάνιο, το φυτό δεν είναι επικίνδυνο. Αποτελείται από έναν μονο βλαστό και μια κατακόρυφη ρίζα, οπότε αν δεν τω θέλετε κάπου μπορείτε απλώς να το ξεριζώσετε. Δεν επεκτείνεται με ριζώματα ή στολώνια. Αντίθετα συχνά μπορεί να είναι ωφέλιμο, αφού τα άνθη του προσελκύουν μέλισσες και άλλους επικονιαστές, μπορεί να φαγωθεί ή να ταϊστεί στα παραπάνω ζώα. Επίσης τα μικ΄ρα μοβ άνθη του είναι πολύ όμορφα. Σπάνια καλλιεργείται, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί για καλλωπιστικούς σκοπούς. Συχνά προτιμάται το είδος M. moschata, ένα κοντό, περίπου στα 60 εκ, βραχύβιο πολυετές με πολλά ροζ άνθη, το οποίο έχει και μία ολόλευκη ποικιλία. Παρά το όνομά της, δεν έχει ιδιαίτερα έντονη οσμή, αν και τα άνθη της μυρίζουν ωραία από πολύ κοντινή απόσταση. Ως ζιζάνια, δεν είναι δύσκολα στη φροντίδα. Απλώς σπέρνετε τους σπόρους την τελική τους τοποθεσία την άνοιξη, προτιμότερα σε εμπλουτισμένο με οργανική ύλη χώμα για βέλτιστη ανάπτυξη, και έκτοτε το φυτό θα διαιωνίζεται από τους δικούς του σπόρους που ρίχνει. Η εμπορι΄κη αξία της μολόχας είναι περιορισμένη. Το είδος M. verticillata (μαλάχη η σπονδυλωτή), γνωστό στα κινέζικα ως «ντονγκ χαν τσάι» και στα κορεάτικα ως «άουκ», καλλιεργείται σε μικρή εμπορική κλίμακα στην Κίνα, όπου το αφέψημά του πιστεύεται ότι καθαρίζει το παχύ έντερο και βοηθά στην απώλεια βάρους.

Έτσι, από θείο φυτό που μπορεί να κρατήσει κάποιον στη ζωή χωρίς να πεινά και να διψά και να θωρακίσει από κάθε είδους κακό, η μολόχα κατέληξε σήμερα να είναι ένα απλό ζιζάνιο, συχνά ανεπιθύμητο, καλλωπιστικό και τροφή μηδαμινής αξίας, και τροφή για σαύρες και κουνέλια. Δε λεώ ότι η αξία της χάθηκε εντελώς, ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, αλλά σίγουρα ξεριζώθηκε από τον Όλυμπο και φυτεύθηκε στις παραμελημένες γωνιές της αυλής μας, πίσω από το σκουριασμένο σκουπιδοντενεκέ, ανάμεσα σε δύο πλάκες ενός πεζοδρομίου, ή στη γωνία ενός παραμελημένου πάρκινγκ, όπως το φυτό της φωτογραφίας. Όπως είπα και παραπάνω, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερες επιλογές να φάμε και η ταπεινή και μάλλον άγευστη μολόχα δε μας κινεί το ενδιαφέρον πια. Και ως προς τη φαρμακευτική της χρήση, δε φαίνεται να έχει κάποια σπουδαία ιδιότητα. Αν είχε, να είστε σίγουροι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα την είχαν εκμεταλλευτεί. Συγγνώμη που δε σας τη ρομαντικοποίησα όπως συνηθίζεται στους κύκλους των βοτανολατρών στο Διαδίκτυο.

Πηγές:
μολόχα – Βικιπαίδεια
γένος Malva – αγγλική Wikipedia
Βότανα και Υγεία – μολόχα
ντολμάδες με φύλλα μολόχας
καλλιέργεια της Malva moschata

Advertisements

Cupressus sempervirenφυσικό μπονσάι 6/5/2016

Δε θυμάμαι πόσο καιρό βρισκόταν το δεντράκι αυτό σ’αυτήν τη γλάστρα. Μπορεί να είναι εδώ για 3, 4 ή και 5 χρόνια. Τα φυτά της γλάστρας είναι ίριδες, της οποίες είχα φέρει εγώ στον πατέρα μου πριν 8 χρόνια περίπου. Πλέον έχουν γεμίσει όλη τη γλάστρα με ένα σύμπλεγμα κονδύλων και ριζών, και χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση οπωσδήποτε. Το κυπαρισσάκι αυτό σίγουρα θα φύτρωσε από σπόρο από τα μεγαλύτερα κυπαρίσσια που υπάρχουν στο μπαλκόνι. Θυμάμαι κι άλλες φορές νεαρά σπορόφυτα με ένα λεπτό βλαστό και λίγα βελονοειδή φύλλα, που μπορεί να ήταν οι κοτυληδόνες τους, που στα κωνοφόρα είναι συχνα΄πάνω από 2, ή τα πρώτα τους φύλλα, τα οποία στα κυπαρίσσια έχουν το προγονι΄κο βελονοειδές σχήμα. Ίσως να ήταν όμως από το κυπαρίσσι Αριζόνας (Cupressus arizonensis), το οποίο τώρα έχει ξεραθεί, κι όχι από τα κανονικά κυπαρίσσια (Cupressus sempervirens), που είναι και το συγκεκριμένο, γιατί φύτρωναν πάντα κάτω από το κυπαρίσσι Αριζόνας. Αν τα τότε σπορόφυτα ήταν από το πρώτο είδος, τότε αυτό είναι το πρώτο σπορόφυτο κυπαρισσιού sempervirens που φύτρωσε, παρά τους εκατοντάδες σπόρους που κάνουν κάθε χρόνο. Γιατί δε φύτρωσαν κι άλλα;

Και παρόλο λοιπόν που είναι το πρώτο τυχερό που επιβίωσε, βρέθηκε αμέσως στην πιο άτυχη θέση· μέσα σ’ένα δάσος από ρίζες και κονδύλους, οι οποίες του έπαιρναν όλα τα θρεπτικά συστατικά και του περιόριζαν ασφυκτικά το χώρο, δυσκολεύτηκε υπερβολικά να μεγαλώσει. Για λίγα χρόνια ήταν κάτω από τη σκιά των φύλλων της ίριδας, και ήταν σαν να μην υπάρχει. Φέτος όμως πρόσεξα κάτι το απροσδόκητο. Αν και σε ύψος λιγότερο των 20 εκατοστών κι ακόμα δισδιάστατο στην ανάπτυξη, έβγαλε λίγους κώνους προς τις κορυφές των κλαδιών! Δηλαδή αν και δεν είχε χώρο να ψηλώσει, ωρίμασε αναπαραγωγικά σε τόσο μικρό ύψος. Ουσιαστικά έγινε ένα φυσικό μπονσάι. Τα κυπαρίσσια αυτά μπορεί να κωνοφορήσουν ακόμα κι από το δεύτερο έτος της ζωής τους μερικές φορές, και οι πρώτοι κώνοι που βγαίνουν είναι συνήθως θηλυκοί, οπότε αυτό ήταν φυσιολογικό. Όμως τα δέντρα του συγκεκριμένου είδους βάζουν 30-60 εκατοστά το χρόνο, οπότε κανονικά τώρα αυτό θα έπρεπε να είναι ψηλότερο του μέτρου.

Το φυτό αυτό είναι άριστο υλικό για μπονσάι και θα ήθελα να το μεταφυτεύσω από το μέρος όπου βρίσκεται σε άλλη γλάστρα γι’αυτόν το σκοπό. Το πρόβλημα είναι ότοι σίγουρα οι ρίζες του θα είναι μπλεγμένες μ’αυτές της ίριδας, άρα θα είναι δύσκολη η απεμπλοκή τους, κι επίσης, ως κωνοφόρο, δυστυχώς στρεσάρεται πολύ ευκολότερα και φοβάμαι μη μου ξεραθεί επειδή θα έχει σίγουρα χάσει αρκετά ριζίδια από τη διαδικασία. Γι’αυτό, για να ελαχιστοποιήσω τις πιθανότητες προβλημάτων, θα το ξεριζώσω το φθινόπωρο ή το χειμώνα. Μετά σκοπεύω να το αφήσω να μεγαλώσει μέχρι να γίνει 30 εκατοστά περίπου και μετά να ξεκινήσω τη διαμόρφωσή του σε μπονσάι. Θα δουλέψω πάνω στον κεντρικό κορμό, ο οποίος δυστυχώς έχει γείρει ελαφρώς. Με τη μεγάλη διακλάδωση που έχει περίπου στη μέση του δεν ξέρω τι θα κάνω. Ίσως θα πρέπει να σιάξω τον κορμό με σύρμα, αλλά απ’ό,τι μου φαίνεται μια ελαφριά κλίση θα την έχει για πάντα. Πληροφορίες για μπονσάι υπάρχουν άλλωστε σε πολλές ιστοσελίδες της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως για παράδειγμα στο tsamisaquarium.gr, με το οποίο πλέον συνεργάζομαι στην αρθρογραφία. Εκεί υπάρχει κι ένα φόρουμ για μπονσάι όπου θα εγγραφώ για να λύσω περαιτέρω απορίες. Από την άλλη, αν το σχέδιο δεν πάει καλά ή αλλάξω γνώμη κατά την ανάπτυξή του, μπορεί να το αφήσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα για να μεγαλώσει περισσότερο. Φυσικά κατά τη διαδικασία της δημιουργίας ή της συντήρησης του μπονσάι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος θανάτου του φυτού. Μπορεί τελικά να μου ξεραθεί αμέσως. Το είδος ωστόσο αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, και μπορεί να ζήσει έως και 1000 χρόνια ή και περισσότερο. Οπότε όσο πιο πολύς καιρός περνά τόσο θα μεγαλώνει η αξία του. Στην Ιαπωνία υπάρχουν μπονσάι αιώνων που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά.

Και τι είναι αυτό το αιθόφυλλο, και πού κολλάει στην όλη ιστορία, η οποία είναι κυρίως οι ανησυχίες σου αν ζήσει τελικά ή όχι; Κάτι τέτοιο μπορεί να αναρωτιέστε τώρα. Είναι μακρινή ιστορία. Πριν περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια, μια πολύ μεγάλη καταστροφή έπλληξε τη γη, οδηγώντας στην εξαφάνιση περίπου το 95% της ζωής του Πλανήτη. Η εξαφάνιση δεν έγινε σε μια φάση, αλλά σε αρκετές, οι οποίες διαχωρίζονταν με χιλιάδες χρόνια σταθερότητας. Κύριος υπαίτιος ίσως να ήταν η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα, αλλά ίσως και να συνέπραξε και πτώση αστεροειδούς. Ο σχιματισμός των ηπείρων ήταν επίσης αρκετά άτυχος, επειδή όλες ήταν συνενωμένες στην υπερήπειρο Παγγαία, η οποία είχε μικρή ακτογραμμή, με σχετικά λίγους κόλπους και κλειςτές θάλασσες όπου θα μπορούσε να καταφύγει η θαλάσσια ζωή από τις καταστροφές, και το εσωτερικό της ήταν έρημος. Έτσι οι περιοχές με μεγάλη συγκέντρωσης ζωής χτυπήθηκαν πολύ ευκολότερα. Η εξαφάνιση αυτή δεν άφησε ένα απόλυτο κενό μετά, όπως πολλοί νομίζουν. Απλώς υπερπολλαπλασιάστηκαν λίγα ανθεκτικά είδη, τα οποία κάλυψαν το κενό. Στην ξηρά κυριάρχησαν λίγα είδη αγριόχορτων, τα οποία ήταν ανθεκτικά σε μεταβαλόμενες συνθήκες, όπως σήμερα γίνεται σε μολυσμένα περιβάλλοντα ή σε κάποιο μικρό οικόπεδο σε μια πόλη, όπου το χώρο πρασινίζουν ελάχιστα, αλά πολύ ανθεκτι΄κα αγριόχορτα. Ανθοφόρα φυτά δεν υπήρχαν όμως τότε – οι πρόγονοί τους φυσικά υπήρχαν -, οπότε τα αγριόχορτα ήταν λίγο διαφορετικά: φτέρες, πολυκόμπια, λυκόφυτα – η τελευταία φορά που τα λυκόφυτα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα -, λίγα θαμνώδη πτεριδοσπερματόφυτα και το ποώδες κωνοφόρο αιθόφυλλο (Aithophyllum stipulare). Αν και όλα τα γυμνόσπερμα τότε και τώρα ήταν ξυλώδη, το συγκεκριμένο κωνοφόρο εξελίχθηκε στη μορφή του ζιζανίου, για να εκμεταλλευτεί το ευμετάβλητο αυτό περιβάλλον. Ανήκε στην τάξη Voltziales, η οποία ήταν και η πρώτη τάξη κωνοφόρων, και είχε δέντρα με τη μορφή της αραουκάριας, αλλά χωρίς ρητίνη και με αρκετά διαφορετικούς, απλούστερους κώνους. Η οικογένεια αυτή είχε πληγεί σοβάρα από την καταστροφή, αλ΄λα σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα, μέλη της επιβίωσαν και μέχρι το Κρητιδικό, 120 εκατομμύρια χρόνια μετά ή και αργότερα. Το αιθόφυλλο λοιπόν είχε λεπτό, πλήρως ποώδη βλαςτό με ινώδη φλοιό και κοίλο εσωτερικό, κάπως σαν καλάμι. Έφτανε σε μέγιστο ύψος τα 2 μέτρα, και ανά διαστήματα στον κορμό είχε ψευδοσπονδύλους κλαδιών, σαν την αραουκάρια, τα οποία διακλαδίζονταν πτεροειδώς σε πλευρικά κλαδάκια. Τα φύλλα του ήταν μικ΄ρα και ταινιοειδή. Τα φυτά ήταν μόνοικα, δηλαδή παρήγαγαν τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους στο ίδιο φυτό, οι οποίοι φύονταν στις άκρες όλων των κλαδιών. Το φυτό ήταν μονοκαρπικό, και μετά την κωνοφορία και την ανάπτυξη των σπόρων ξεραινόταν. Δεν ξέρουμε σε πόσα χρόνια ωρίμαζε, αλλά θα μπορούσε να τελειώνει την ανάπτυξή μέσα σ’ένα χρόνο, κάνοντάς το έτσι το μόνο γνωστό μονοετές κωνοφόρο. Και όπως και τα σημερινά ζιζάνια, τα οποία ανθίζουν και αναπαράγονται ακόμα κι αν έχουν φυτρώσει ανάμεσα σε΄δύο πλάκες τσιμέντου και έχουν γίνει μόνο 5 εκατοστά, έτσι κι εκείνο το κωνοφόρο αναπαραγόταν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έχει βρεθεί ταλαιπωρημένο αιθόφυλλο, το οποίο αποτελούταν μόνο από δύο όρθιους βλαστούς των 30 εκατοστών που έβγαιναν από τη ρίζα, ο κάθένας μ’έναν κώνο στην κορυφή. Έτσι, όπως κι εκείνο το κωνοφόρο μπορούσε να κωνοφορήσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έτσι και το συγκεκριμένο κυπαρισσάκι ωρίμασε σε αυτό το περιοριστικό περιβάλλον.

Αν και λιγότερο γνωστά, παρόμοια ποώδη κωνοφόρα είχαν επίσης εξελιχθεί στη Λιθανθρακοφόρο, πριν 300-350 εκατ. Χρόναι πριν, τα οποία κάλυπταν ξηρότερες περιοχές. Πώς να ΄ήταν άραγε τότε;