Tag Archive: Αυστραλία


Πηγή:
Kosmos Zine

Αβορίγινες: η Σοφία του Ονειροχρόνου
Δημοσιεύθηκε: 22 Monday September @ GTB Daylight Time
Θεματική Ενότητα: Ανθρωπολογία – Εθνολογία

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους φαίνεται ότι ο αρχαιότερος ανθρώπινος πολιτισμός αναπτύχθηκε στην Αυστραλία. Γνωστοί και ως Αβορίγινες ή Αμπορίτζιναλς, οι Ιθαγενείς της Αυστραλίας ξεπροβάλλουν από τα βάθη των αιώνων φέροντας μαζί τους τελετουργικά, δοξασίες και μια κοσμολογία που αντιπροσωπεύει τη βαθύτερη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας.

Οι Αβορίγινες, αυτόχθονες κάτοικοι της χώρας, αναφέρουν την αρχή του Κόσμου ως το «Όνειρο» ή την «Ώρα του Ονείρου». Κατά τη διάρκεια αυτού του Ονειροχρόνου οι Ιθαγενείς πρόγονοί τους δημιούργησαν τα διάφορα στοιχεία του όπως, τα ζώα, το νερό, τα δέντρα, τον ουρανό. Παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μέχρι σήμερα ο τρόπος ζωής τους παραμένει σχεδόν αναλλοίωτος. ΓιΆ αυτό θεωρούνται από τους ανθρωπολόγους πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον προϊστορικό άνθρωπο.

Οι δυνάμεις που δημιούργησαν τον κόσμο τους στην πορεία του χρόνου προσωποποιήθηκαν σε θεές και θεούς που εξέφραζαν τον Ήλιο, τη νύχτα, τα άστρα, τη δικαιοσύνη. Μια ιδιαίτερη παρουσία, ήταν οι Wondjina, που θεωρούνταν από τα πρώτα όντα της «Εποχής του Ονείρου». Ήρθαν από τη θάλασσα και ξεκουράστηκαν πάνω σε βράχους όπου αποτυπώθηκαν οι μορφές τους. Δημιούργησαν τον Κόσμο, έδωσαν το Νόμο που έπρεπε να ακολουθούν οι άνθρωποι. Έφεραν στους ανθρώπους την τεκνοποίηση. Έδωσαν τη βροχή στη Γη. «Η Γη αναπνέει και η εκπνοή της δημιουργεί ατμούς και σύννεφα που φέρνουν βροχή. Φέρνει καρπούς και δημιουργεί ανάπτυξη στα πάντα ώστε να μεγαλώνουν τα δέντρα, το χορτάρι, και να τρέφουν τα ζώα και όλα στη γη». Αυτές οι παρουσίες παριστάνονται σε βραχογραφίες με φωτοστέφανο δίχως στόμα έχοντας ενωμένα μάτια και μύτη.

H Σοφία του Ονειροχρόνου

Η Ιδέα του Ονειροχρόνου αποτελεί την κεντρική ιδέα του πολιτισμού των Ιθαγενών της Αυστραλίας η οποία καθόρισε απόλυτα τα πρότυπα της ζωής τους. Είναι ένας λαός που ζει ανάμεσα στον Ονειροχρόνο και τον αντικειμενικό κόσμο, σε αρμονία με όλα τα πλάσματα της Γης, με τον ίδιο απαράλλακτο τρόπο όπως εκείνον της πρώτης ημέρας της Δημιουργίας. Μέσα από τον Ονειροχρόνο αντλούν επίσης την πλούσια σε δομή και λεξιλόγιο προφορική τους γλώσσα.

Η εξέλιξη της ζωής και του πολιτισμού, σύμφωνα με την αντίληψή τους, αρχίζει με ένα σπόρο που βλασταίνει, κάνει ένα μεγάλο κύκλο άπειρων δυνατοτήτων και επιστρέφει πάλι πίσω στον ίδιο σπόρο, στην αρχική πηγή. Και κάθε φορά που η ζωή αναγεννιέται από τον θάνατο ή την λανθάνουσα κατάσταση στην οποία βρίσκεται, δεν αναπαράγει ποτέ τις μορφές του παρελθόντος αλλά αναπτύσσεται μέσα στο παράδοξο νέων δυνατοτήτων οι οποίες ξεπηδούν από την ίδια απαράλλακτη ουσία, αυτή την ίδια ουσία που συνεχώς αλλάζει και αναγεννιέται.

Ο χορός της γέννησης αρχίζει, τη στιγμή που ο σπόρος σπάζει το κέλυφός του. Ο κύκλος του παρελθόντος απορρίπτεται και η ίδια ουσία αναζητά άλλες δυνατότητες σε νέους κύκλους. Από αυτή την άποψη λοιπόν, ο πολιτισμός των Αβοριγίνων ως ο αρχαιότερος, αποτελεί τον σπόρο των ανθρώπινων κύκλων και το ταξίδι στις παραδόσεις του είναι το ταξίδι στην πιο μακρινή μνήμη της ανθρώπινης φυλής, τη Σοφία του Ονειροχρόνου.

Η Ενότητα του Ονειροχρόνου

Ο Ονειροχρόνος είναι ένας τόπος πέρα από τον χρόνο και το χώρο, μέσα στον οποίο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον υπάρχουν ως ενότητα. Οι αυτόχθονες μπορούν να εισέλθουν σε αυτό το εναλλακτικό σύμπαν μέσω των Ονείρων ή μέσα από μεταβαλλόμενη κατάσταση συνείδησης, αλλά και μέσα από το θάνατο. Ο Ονειροχρόνος θεωρείται ο τελικός προορισμός πριν από τη μετεμψύχωση.

Όλα τα πλάσματα, άστρα, άνθρωποι, έντομα, μοιράζονται την συνείδηση της πρωτογενούς δημιουργικής δύναμης. Κάθε τι που υπάρχει αντανακλά με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο ένα μέρος, μια μορφή, αυτής της κοινής συνείδησης. Στους μύθους και τους θρύλους του Ονειροχρόνου, όλος ο κόσμος παρουσιάζεται ενιαίος. Οι ιστορίες του Ονειροχρόνου προέκτειναν τη συμπαντική και ψυχική συνείδηση όχι μόνο σε κάθε ζωντανό πλάσμα, αλλά και στην ίδια τη Γη, τα αρχέγονα στοιχεία δυνάμεις και αρχές. Η συνειδητοποίηση αυτής της ενότητας ωθεί τους Ιθαγενείς να σέβονται και να λατρεύουν τη Γη, ως μυστήριο της αρχικής δημιουργίας.

Κάθε συστατικό της δημιουργίας πηγάζει από όνειρα, επιθυμίες, έλξεις και απωθήσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή των ανθρώπων. ΓιΆ αυτό η είσοδος στο μεγάλο κόσμο του χώρου, του χρόνου και των συμπαντικών ενεργειών είναι η ίδια με την είσοδο στον εσωτερικό κόσμο της συνείδησης και του ονειρέματος. Επομένως η εξερεύνηση του αχανούς διαστήματος και η γνώση του νοήματος της δημιουργίας βιώνονταν μέσω της εσωτερικής και εξωτερικής γνώσης του εαυτού.

Κάθε φυσικός σχηματισμός και δημιουργία εισάγει ένα κρυμμένο νόημα, εξαιτίας του σχήματος και της συμπεριφοράς του. Η μορφή κάποιου πράγματος είναι το ίδιο το αποτύπωμα της προγονικής συνείδησης που το δημιούργησε και είναι το αποτέλεσμα των ενεργειών που προκλήθηκαν. Αυτές είναι όψεις της δημιουργίας του Ονειροχρόνου που συνθέτουν την εικόνα ενός κόσμου, στην οποία το φυσικό και το μεταφυσικό αλληλοσυνδέονται συμβολικά. Δεν μπορεί να εξετάσει κανείς τον ορατό και τον αόρατο κόσμο ξέχωρα. Έτσι οι γλώσσες των Ιθαγενών που ξεπήδησαν από μια τέτοια αντίληψη του κόσμου ήταν πλούσιες σε μεταφορές που αλληλοσύνδεαν τα φυσικά, ψυχολογικά και πνευματικά επίπεδα εμπειρίας.

Ο Μύθος για την Τέχνη του Χαλαζία

Ένας γέροντας, το τελευταίο μέλος της φυλής του που κατέχει την ικανότητα της κατασκευής αιχμηρών εργαλείων, κόβοντας χαλαζία, διδάσκει σε μερικούς νεότερους την τέχνη του. Οι μικροί κρύσταλλοι χαλαζία που χρησιμοποιούνται σαν κοπίδια και ξύστρες είναι τα μόνα συμπληρωματικά σε μια τεχνολογία που βασίζεται στο ξύλο. Παίρνει τους μαθητευόμενους στο δάσος, σε ένα μέρος όπου γνωρίζει ότι το έδαφος «ετοιμάζει» πέτρες για τον σκοπό αυτό. Υποδεικνύει τα χαρακτηριστικά του εδάφους που το επισκέφτηκαν οι πρόγονοι της φυλής του για γενιές ολόκληρες, προκειμένου να μαζέψουν πέτρες για εργαλεία. Η απαλή αύρα στα φύλλα των ψηλών κομμεόδενδρων μετριάζει τη ζέστη το μεσημεριάτικου ήλιου. Ο γέρος κάθεται οκλαδόν, με τις παραδοσιακές ουλές της λύπης ή του πένθους στο στήθος του. Με τα βαθύσκιωτα μάτια του κλεισμένα περνάει το φαγωμένο μαύρο χέρι του με μια καλαίσθητη ασταθή κίνηση από λιθάρι σε λιθάρι. Σε κάθε πέτρα μουρμουρίζει μία φράση: «Αυτή είναι έγκυος, αλλά δεν είναι έτοιμη ακόμα», «Αυτή θα είναι πολύ καλή στον καιρό της». Τελικά βρίσκει μια πέτρα που την σηκώνει και την κρατά στα δυο του χέρια. ΜΆ ένα έξυπνο χαμόγελο λέει, «Ο πυρόλιθος ζει μέσα σε αυτή την πέτρα από την εποχή του ονείρου…τώρα είναι έτοιμη να γεννηθεί!»

Τα γρήγορα απότομα χτυπήματα με μια άλλη πέτρα θρυμματίζουν τον λίθο και το επιθυμητό εργαλείο ξεπροβάλλει από την πέτρα. Οι νεαροί Ιθαγενείς παρακολουθούν τον γέρο με αφοσίωση καθώς απομακρύνει το πρόσφατα γεννημένο εργαλείο από τη σκοτεινή μήτρα του προγονικού βράχου και το κρατά ψηλά με ικανοποίηση. Και έτσι γεννιέται ένα εργαλείο που οι ρίζες του προέρχονται από τα βάθη του χρόνου για χρήση στο σήμερα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι ανάγκη να σμιλέψει ή να μορφοποιήσει αυτά τα κομμάτια της πέτρας, «γεννήθηκαν τέλεια και έχουν σχεδόν το ίδιο σχήμα με τα αιχμηρά εργαλεία ηλικίας 13.000 ετών που ανακάλυψαν αρχαιολόγοι.

Όλες οι τέχνες έχουν κοινή γλώσσα. Καμία μορφή τέχνης δεν αποτελεί, ξεχωριστό, ανεξάρτητο στοιχείο, είτε πρόκειται για αμμογραφία, βαφή του σώματος, ιερό λίθο, ζωγραφισμένο φλοιό δένδρου, χορό, μουσική, ή άλλη παραδοσιακή μορφή τέχνης.

Μύθοι, ιστορίες, χορός, τραγούδι και τελετουργία είναι τα νήματα για τη σύνθεση του πολύχρωμου τάπητα της Δημιουργίας. Σε αυτόν τον τάπητα συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό οι φυσικοί σχηματισμοί, οι φυσικοί ήχοι και όλα τα παροδικά φαινόμενα της φύσης, τα οποία αποτελούν και αντικείμενο μίμησης μιας εξίσου παροδικής και φευγαλέας τέχνης. Οι θαυμάσιες αμμογραφίες καταστρέφονται μετά την ολοκλήρωση της τελετουργίας, όπως και τα ιερά σύνεργα. Το παροδικό και το φευγαλέο στον παρόντα κόσμο συμπληρώνεται από τη μονιμότητα και τη διάρκεια στον Ονειροχρόνο. Η αντίληψη των γηγενών για την αιωνιότητα, είναι η μονιμότητα ύπαρξης στον Ονειροχρόνο και προσεγγίζεται μέσω της αντίληψης του θανάτου.

Οι Πρόγονοι

Οι Ιθαγενείς, μιλούν για τις δυνάμεις που δημιούργησαν τον κόσμο αποκαλώντας τις «Οι Πρόγονοί μας». Στην μακρινή εποχή της δημιουργίας του κόσμου, την εποχή που ονομάζεται Ονείρεμα, οι Πρόγονοι κινούνταν σε ένα έρημο, αδιαφοροποίητο πεδίο, ίδιο περίπου με εκείνο στο οποίο κινούνται οι Ιθαγενείς, όταν περιπλανιούνται στις αχανείς εκτάσεις της αυστραλιανής ηπείρου. Οι Πρόγονοι ταξίδευαν, κυνηγούσαν, πολεμούσαν και αγαπούσαν διαμορφώνοντας έτσι το άμορφο πεδίο τους σε γήινο τοπίο. Πριν από τα ταξίδια τους κοιμούνταν και ονειρεύονταν τις περιπέτειες της επόμενης μέρας. Με αυτόν τον τρόπο, κινούμενοι από το Ονείρεμα στη δράση δημιούργησαν τα ζώα και τα φυτά, όλα τα φυσικά στοιχεία, τον Ήλιο, τη Σελήνη και τα άστρα. Δημιούργησαν επίσης, τους ανθρώπους, τις φυλές και τις πατριές.

Όλα αυτά δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα από τους Προγόνους, ενώ το κάθε είδος μπορούσε να μεταμορφωθεί σε οποιοδήποτε άλλο. Το φυτό μπορούσε να γίνει ζώο, το ζώο γεωλογικός σχηματισμός, ο γεωλογικός σχηματισμός άντρας ή γυναίκα. Ο ίδιος ο Πρόγονος μπορούσε να έχει μορφή ανθρώπου η ζώου ανάλογα με τις απαιτήσεις των περιπετειών του. Όλα δημιουργούνταν από την ίδια πηγή –το Όνειρο και τις πράξεις των μεγάλων Προγόνων. Όλα τα στάδια, οι φάσεις και οι κύκλοι ήταν παρόντα την ίδια στιγμή στον Ονειροχρόνο. Όταν ο κόσμος απέκτησε μορφή, με όλα τα είδη και τις ποικιλίες των μεταμορφώσεων τους, Εκείνοι αποσύρθηκαν και κρύφτηκαν στη γη, τον ουρανό, τα σύννεφα και τα πλάσματα, αντανακλώντας από εκεί τη δύναμη τους σε όλα τα δημιουργήματα.

Το Ονείρεμα αναφέρεται για να περιγράψει αυτό το σύστημα πεποιθήσεων. Για παράδειγμα, ένας αυτόχθονας Αυστραλός ίσως ισχυριστεί ότι ονειρεύτηκε σαν καγκουρό ή ως καρχαρίας ή σαν μέλισσα ή με οποιοδήποτε ονειρικό συνειρμό που προέρχεται από την πατρίδα τους. Αυτά συμβαίνουν γιατί στον Ονειροχρόνο ολόκληρη η γενιά των Προγόνων υπάρχει σαν Ένας, καταλήγοντας στην ιδέα ότι όλη η παγκόσμια γνώση είναι συσσωρευμένη μέσα από τους Προγόνους μας.

Τα ταξίδια των Προγόνων έγιναν ιστορίες, τελετουργίες, σύμβολα και τελικά αρχέτυπα της ζωής που διαμορφώθηκαν και ακολουθήθηκαν από τους Αβορίγινες επί σειρά χιλιετιών. Για αυτούς κάθε όψη της καθημερινής ζωής αντανακλά τις ιστορίες της δημιουργίας που συνδέονται με τον συγκεκριμένο τόπο στον οποίο στήνουν τον καταυλισμό τους ή τις περιοχές που διασχίζουν ταξιδεύοντας. Κάθε μέρα είναι Μοναδική και βιώνεται ως ανάμνηση της πρώτης ημέρας της Δημιουργίας.

Παρόλο που οι ιστορίες και τα σύμβολα διαφέρουν λίγο από τη μία πατριά στην άλλη, οι ονειρικές ιστορίες είναι κοινές σε όλες τις φυλές των Ιθαγενών σε όλο το πλάτος της αχανούς αυστραλιανής ηπείρου.

Σε αυτές τις ιστορίες οι Πρόγονοι ανέλαβαν δράση, εκτέθηκαν σε κινδύνους, ανακάλυψαν τεχνικές και συμπεριφορές που προκάλεσαν πόνο και χαρά, δημιουργία και καταστροφή, θεραπεία και ασθένεια. Τα μαθήματα της ζωής που ενυπάρχουν στις ιστορίες διαμόρφωσαν αυτό που ονομάζουν οι Ιθαγενείς Νόμο του Ονειροχρόνου και αντανακλάται στην υπέρτατη απλότητα που χαρακτηρίζει τον τρόπο της ζωής τους. Για 150.000 χρόνια, η μυθολογία του Ονειροχρόνου συντήρησε έναν πολιτισμό που επιβίωνε αρμονικά με τη φύση, ρωμαλέο, ζωτικό και χαρούμενο. Και σαν συνέχεια οι Ιθαγενείς θεωρούν σκοπό της ζωής τους να διατηρήσουν τον πλανήτη στην αρχική του αγνότητα.

Τοτεμικό Κοινωνικό Σύστημα

Ο τοτεμισμός, ως βάση της λατρείας των Ιθαγενών της Αυστραλίας, περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, τη φύση και τους θεούς και είναι γενεσιουργός αιτία της τέχνης τους. Ο φυσικός κόσμος διέπεται από τις ίδιες αρχές και πρότυπα, τις ίδιες που ωθούν στον σχηματισμό του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι άνθρωποι, η φύση και οι προγονικές δυνάμεις του Ονειροχρόνου, διαμορφώνουν ένα αλληλοτροφοδοτούμενο πλέγμα σχέσεων από το οποίο απορρέουν η κοινωνική τάξη, οι τελετουργίες και οι μύθοι των Ιθαγενών.

Η φύση δίνει ζωή στην ανθρωπότητα. Μέσα από τον πολιτισμό η ανθρωπότητα δίνει νόημα στη φύση. Φύση και ανθρωπότητα παρέχουν ένα σώμα στην αόρατη ζωή των Δημιουργών του Ονειροχρόνου. Αυτή η παλινδρομική διαδικασία είναι μια ακατάπαυστη ενεργειακή ροή από την πηγή προς όλες τις μορφές και αυτή ακριβώς είναι η ουσία του τοτεμισμού. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας αόρατος ιστός μέσα στον οποίο αυξάνονται, τρέφονται και αντανακλώνται όλα τα είδη αλλά και οι κοινωνίες πάνω στη Γη.

Η ταύτιση με κάποιο τοτέμ σχηματίζει τη βάση των τριών μεγαλύτερων κοινωνικών σχηματισμών στη ζωή των Αβορίγινων: των φυλών, των πατριών και των ομάδων.

Η φυλή, είναι ο μεγαλύτερος κοινωνικός σχηματισμός από 500 μέλη και πάνω, τα οποία έχουν μια κοινή γλώσσα. Η φυλή μοιράζεται έθιμα, νόμους και τελετουργίες που τη διακρίνουν από γειτονικές ομάδες, χωρίς όμως να την διαφοροποιούν πλήρως εξαιτίας των συχνών ανταλλαγών ανάμεσα στις διάφορες ομάδες. Μια φυλή Ιθαγενών δεν είναι κάποια απομονωμένη ομάδα που ζει σε συγκεκριμένη περιοχή με καθορισμένα σύνορα. Συχνά υπάρχουν μετακινήσεις μελών από φυλή σε φυλή τόσο με γάμους, με τελετουργίες όσο και με μοίρασμα κυνηγιού.

Πατριές σχηματίζονται από τη δημιουργία μικρότερων ομάδων μέσα στη φυλή και συνήθως αριθμούν εκατοντάδες είδη μελών. Κάθε πατριά συνδέεται με ένα ιδιαίτερο ζώο και ζει σε περιοχή που θεωρείται «ιερή». Υποχρέωση της πατριάς είναι να διατηρεί στη μνήμη τις ιστορίες που συνδέονται με τα τοτεμικά είδη και να εκτελεί τις ανάλογες τελετουργίες. Κάποια από τις πατριές θεωρείται ότι προέρχεται από τον άνθρωπο-καγκουρό, Πρόγονο του Ονειρέματος. Κάποια άλλη συνδέεται με το άγριο γιάμ, μια τρίτη με το πόσουμ και έτσι καλύπτονται τα βασικά τους αρχέτυπα.

Στην πραγματικότητα το πνεύμα του είδους κατέχει την περιοχή και όχι η πατριά. Το πνεύμα ρέει από τον πνευματικό προς το φυσικό κόσμο σε μια «ιερή» περιοχή.

Η ομάδα είναι η επόμενη κοινωνική διαίρεση με λίγα μέλη που κατασκηνώνουν και κυνηγούν μαζί. Καθώς συχνά οι Ιθαγενείς παντρεύονται μέλη άλλων πατριών, αυτές οι ομάδες συγκεντρώνουν μέλη από διαφορετικές πατριές. Η ομάδα έχει τη δυνατότητα να κυνηγά σε διάφορες περιοχές ζητώντας άδεια από τους υπευθύνους για την περιοχή πρεσβύτερους της πατριάς. Επομένως η πατριά διευθύνει την περιοχή και η ομάδα τη χρησιμοποιεί. Οι αλληλοσυμπληρούμενες λειτουργίες της ομάδας και της πατριάς χαρακτηρίζονται από πολυάριθμες παλινδρομικές διαδικασίες ανταλλαγής, μοιράσματος και αμοιβαίου σεβασμού.

Το τοτεμικό κοινωνικό σύστημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που συγκροτείται από αλληλοεξαρτώμενες σχέσεις και λειτουργίες. Τα μέρη μιας κοινωνίας συνυπάρχουν με αμοιβαίες μεταξύ τους σχέσεις και σαφείς αλληλεπιδράσεις με το σύνολο. Όλες όμως οι υποδιαιρέσεις έχουν διαπερατά σύνορα. Οι Ιθαγενείς ως άτομα και ομάδες δεν ζουν αμυντικά μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Δεν υπάρχουν καθορισμένες αδιαπέραστες θέσεις ατομικά ή κοινωνικά. Οι κανόνες των τοτεμικών σχέσεων προέρχονται από τον ίδιο τον Ονειροχρόνο ως αιώνιοι και αμετάβλητοι νόμοι, οι οποίοι σχηματίζουν μια αόρατη δομή, στην οποία υπάρχει το εμψυχωτικό πνεύμα όλων των ειδών της φύσης.

Ιερή Τέχνη

Παρόλο που οι παραδοσιακές κοινωνίες των Αβορίγινων έχουν κάποιες διαφορές μεταξύ τους, όλες εμφανίζουν σύνθετη δομή, που αντανακλά το σύστημα του σύμπαντος και τη θέση του ανθρώπου εντός του. Επειδή δεν υπάρχει γραπτή γλώσσα, το έργο τέχνης είναι ο φορέας των στοιχείων, ο πλούτος των πληροφοριών από γενιά σε γενιά. Οι «ονειρικές ιστορίες» κατέχουν συχνά κεντρική θέση στην τέχνη, περιγράφοντας τη Δημιουργία, όταν τεράστια μυθικά ζώα περιπλανιούνταν στη Γη, δημιουργώντας τις μορφές της και αποφασίζοντας ποιοι άνθρωποι θα ζούσαν σε κάθε τόπο.

ΓιΆ αυτό και στην κοινωνία των Αβορίγινων η τέχνη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τοτεμικής συνείδησης. Εκφράζεται δε με τρόπο προσωπικό, κοινωνικό, ιερό ή τελετουργικό. Πρωτεύοντα στοιχεία είναι η αρσενική ευθεία, ο θηλυκός κύκλος και οι μυριάδες αλληλεπιδράσεις τους.

Η ιερή τους τέχνη είναι μια διαρκής διαδικασία μετουσίωσης της καθαρής ενέργειας σε μορφή, αποδίδει τη μεταμόρφωση των προγονικών δυνάμεων σε ζώα, των ζώων σε ανθρώπους και των ανθρώπων, μέσω της βαφής του σώματος και των τελετουργικών ενδυμασιών, σε προγονικές υπάρξεις με ζωικές δυνάμεις και ικανότητες.

Η μουσική, ως ιερή τέχνη, ενώνει τη συνείδηση με τους αόρατους νόμους και τα ενεργειακά πρότυπα της φύσης. Θεωρείται ότι αποτελεί μία «γέφυρα» ανάμεσα σε αυτούς και στους Προγόνους, τους ήρωες, τη Γη, τα ζώα που ζουν σε αυτήν και φυσικά τους θεούς τους. Επίσης με μουσική και χορούς συνοδεύεται και η επίκληση για βροχή ή μία θεραπευτική τελετουργία. Το παίξιμο του μουσικού οργάνου ντιτζιρίντου, μιας μακριάς ξύλινης φλογέρας, συμβολίζει την αόρατη παρουσία του πνεύματος του αέρα και είναι πιθανώς το αρχαιότερο μουσικό όργανο πάνω στη Γη. Οι νότες που παράγει, αντιπροσωπεύουν διαφορετικές μορφές της αόρατης ενέργειας, αυτής που εμψυχώνουν οι προγονικές δυνάμεις.

Η προσωπική τέχνη διαμορφώνεται κυρίως από τις γυναίκες. Σχεδιάζουν τις εικόνες τους στην άμμο, τη στιγμή που αφηγούνται ιστορίες για την αγάπη, τον έρωτα, τη γονιμότητα αλλά και για τις περιοχές όπου συλλέγουν την τροφή τους. Μοιρασμένη με τα υπόλοιπα μέλη της φυλής αυτή η δραστηριότητα είναι ένα σημείο χαράς, διασκέδασης και εκπαίδευσης στα καθήκοντα του καταυλισμού.

Ο κοινωνικός συμβολισμός της τέχνης φαίνεται στις τελετουργίες της βαφής του σώματος. Το βάψιμο αντιπροσωπεύει την παρουσίαση της προσωπικής εικονοπλασίας σε συλλογικό επίπεδο. Είναι μια αισθαντική, απτή μορφή κοινωνικής ανταλλαγής των ιστοριών που αφηγούνται τα βαμμένα σώματα. Ιδιαίτερα στις γυναικείες τελετουργίες το σώμα αποδίδει την ιστορία μέσω του χορού, απελευθερώνοντας το συγκινησιακό περιεχόμενο που κρύβεται στις περιπέτειες της αγάπης και στις τραγωδίες της απώλειας.

Αντίληψη για τον Θάνατο

Στη διαδικασία του κύκλου της Δημιουργίας, ο θάνατος για τους Αβορίγινες γίνεται αντιληπτός ως ένα υπέρτατο όσο και αναπόφευκτο θεραπευτικό στάδιο, ως μέσο μετάβασης στον Ονειροχρόνο.

Είναι μια διαδικασία μετουσίωσης όλων των πλασμάτων στην αρχέγονη προγονική μορφή τους με τελικό αποτέλεσμα την αναγέννηση. Είναι ένα βήμα προς το ονείρεμα και τη συναίσθηση, δηλαδή τη συνδυασμένη αντίληψη μιας ενοποιημένης εικόνας του κόσμου, μέσα στην οποία τα περιγράμματα χάνουν την σταθερότητά τους και το ενεργειακό τους περιεχόμενο ενοποιείται στη μία και μοναδική ουσία της ζωής, την πανταχού παρούσα ενέργεια του Ονειροχρόνου.

Τη στιγμή του θανάτου το πνευματικό περιεχόμενο της ατομικής μορφής κατανέμεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα.

Το πρώτο είναι η Τοτεμική Ψυχή που σχετίζεται με τις πηγές ύπαρξης της φυσικής μορφής, όπως είναι ο τόπος της γέννησης, το πνεύμα του ζώου και το είδος των φυτών με τα οποία συγγενεύει.

Η δεύτερη όψη της πνευματικής δύναμης του ατόμου απελευθερώνεται στην Προγονική Ψυχή, την επικράτεια των αιώνιων αρχέτυπων, την ουράνια Γη των Νεκρών. Αυτή η όψη ταξιδεύει στους αστερισμούς σε κάποια ιδιαίτερη περιοχή του ουρανού. Αυτή η ουράνια περιοχή έχει τον αντίστοιχο αστερισμό της και το σημαντικότερο εμπεριέχει ένα ιδιαίτερο πρότυπο αόρατης ενέργειας. Αυτά τα πρότυπα συμβολίζονται στα γεωμετρικά σχέδια που ζωγραφίζονται στην κοιλιακή χώρα του νεκρού, κατά τη διάρκεια του τελετουργικού της ταφής. Τα ίδια σχέδια απεικονίζονται σε κάθε άτομο κατά την στιγμή της πρώτης του μύησης. Στις στιγμές της μύησης και του θανάτου οι παρευρισκόμενοι τραγουδούν το «Είθε το πνεύμα σου να φτάσει στο στομάχι του ουρανού».

Η Τρίτη όψη της ανθρώπινης ψυχής ονομάζεται από τους Ιθαγενείς της Αυστραλίας «Κατεργάρης». Τον Κατεργάρη με διάφορες μορφές και ονόματα τον συναντάμε σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου. Αντιπροσωπεύει την πνευματική πηγή του ατομικοποιημένου εγώ, της Εγωικής Ψυχής. Αυτή η πνευματική δύναμη δεσμεύεται από συγγένειες που είχε το άτομο εν ζωή και είναι εκείνη που μας δεσμεύει με το συγκεκριμένο και το πεπερασμένο, με υπευθυνότητες και σχέσεις της ατομικής μας ύπαρξης. Είναι δυνατόν να προσκολληθεί σε αυτόν τον κόσμο, εξαιτίας της συγκινησιακής της εξάρτησης με τις μορφές του δημιουργημένου κόσμου. Ο Κατεργάρης των Ιθαγενών μοιάζει με τον κατεργάρη της ελληνικής μυθολογίας Ερμή. Ο Ερμής αντιπροσωπεύει εκείνη την δύναμη της πλάνης που μας ωθεί συχνά να εκλαμβάνουμε την εφήμερη ζωή μας ως κάτι διαρκές και μόνιμο, ενώ ταυτόχρονα είναι ο περαματάρης, ο ψυχοπομπός ανάμεσα σε αυτόν και τον άλλο κόσμο.

Η Τοτεμική, η Προγονική και η Εγωική Ψυχή σχηματίζουν την Ψυχική Τριάδα, ευθέως ανάλογη της Κοσμικής Τριάδας, της Αγέννητης Ύπαρξης, της Ζώσας Ύπαρξης και της διαδικασίας του Θανάτου και της Τριάδας της Γήινης τάξης-είδος, τόπος, φυλή. Η Ψυχική Τριάδα είναι η βάση της συνειδησιακής συγχώνευσης που επιτυγχάνεται στις περιοχές του Ονειροχρόνου. Η βασική αιτία της συγχώνευσης νου και ύλης στη συνείδηση των Ιθαγενών είναι η ευθεία αναλογία των Τριάδων σε όλα τα επίπεδα. Το παράξενο είναι ότι αυτή η τριαδική αναλογία είναι πάντα επίκαιρη ως πεδίο έρευνας σήμερα στις επαναστατικές θεωρήσεις της κβαντικής φυσικής. Εν κατακλείδι αυτή η άποψη που εκφράστηκε από τους Αυστραλούς Ιθαγενείς πριν από 100.000 χρόνια είναι το ζητούμενο της σύγχρονης φιλοσοφίας, η οποία στοχεύει στην αντιμετώπιση του νου και της ύλης ως ενιαίας οντότητας.

Το βέβαιο είναι ότι ο θάνατος γιΆ αυτούς δεν είναι τέλος και αποκλεισμός. Αντιμετωπίζεται ως μετατόπιση του κέντρου της συνείδησης προς τον αόρατο κόσμο. Στο φως αυτής της αντίληψης είναι ευκολότερο να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο κινούνται οι μύθοι του Ονειροχρόνου και τη συχνή απουσία μιας λογικής συνέχειας. Το κλειδί βρίσκεται στο Ονείρεμα. Οι Ιθαγενείς ονειρεύονται καθημερινά τον κόσμο. Ζουν εξαιτίας του ονείρου και το βιώνουν μέσα σε αυτό που εμείς αποκαλούμε πραγματικότητα. Είναι ένας τρόπος ζωής εμπνευσμένος από τη γνώση και τη σοφία της ενοποιημένης συνείδησης.

Αυτόν το μαγικό τρόπο ζωής προσπάθησαν και πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να ξεριζώσουν οι Βρετανοί άποικοι, ως εισβολείς, παρεμβαίνοντας στην κοινωνική δομή, στα ήθη και έθιμα, στο δικό τους πολιτισμό. Είναι σαν ένα «ξεκαθάρισμα» των παλαιότερων πολιτισμών που έπρεπε πλήρως να μεταμορφωθούν ή να εξαφανιστούν. Ερχόμενοι σε επαφή με τους ανθρώπους του δυτικού κόσμου, η φυλή Γουρούντζερι των Ιθαγενών, νιώθοντας την αποκοπή τους από το φυσικό τρόπο ζωής και την όλη φιλοσοφία του ονειρέματος αποφάσισαν να διακόψουν το νήμα της συνέχισης της ζωής αρνούμενοι την τεκνοποίηση. Δεν ήθελαν πλέον να συμμετέχουν σε έναν κόσμο που είχε χάσει τις ρίζες του και την επαφή του με την ουσία της ζωής.

Όπως ανέφερε ο Μπέρναμ-Μπέρναμ, Πρεσβύρος αυτής της φυλής σε δήλωσή του για αυτό το θέμα:

Εμείς η φυλή της Θείας Ενότητας των Πραγματικών Ανθρώπων φεύγουμε από τον πλανήτη Γη. Στο χρόνο που μας απομένει επιλέξαμε να ζήσουμε στο ύψιστο επίπεδο Πνευματικής ζωής: αγαμία, ένας τρόπος για να επιδείξουμε σωματική πειθαρχία. Δεν θα κάνουμε άλλα παιδιά. Όταν και το νεότερο μέλος μας θα έχει αποχωρήσει, αυτό θα είναι και το τέλος της άδολης, ανθρώπινης φυλής. Είμαστε αιώνιες υπάρξεις. Υπάρχουν πολλοί τόποι στο σύμπαν όπου μπορούν να ενσαρκωθούν οι ψυχές που πρόκειται να μας ακολουθήσουν. Είμαστε οι απευθείας πρόγονοι των πρώτων υπάρξεων…… …..Έχουμε περάσει τη δοκιμασία επιβίωσης από καταβολής κόσμου, διατηρώντας σταθερά τις πρωταρχικές αξίες και τους νόμους. Η ομαδική μας συνείδηση έχει διατηρήσει τη Γη ενιαία. Τώρα πήραμε την άδεια να φύγουμε….. ….Οι άνθρωποι του κόσμου έχουν αλλάξει και έδιωξαν ένα μέρος της Ψυχής της Γης. Πηγαίνουμε να ενωθούμε μαζί της στον Ουρανό. Αφήνουμε τη Μητέρα Γη σε εσάς. Προσευχόμαστε να αντιληφθείτε τι προκαλεί ο τρόπος ζωής σας στο νερό, στα ζώα, στον αέρα και στον καθένα σας. Προσευχόμαστε να βρείτε λύση στα προβλήματά σας χωρίς να καταστρέψετε αυτό τον κόσμο….

Παρόλα αυτά ο Ονειροχρόνος επιβιώνει μέσα στο χρόνο, από τους μύθους και τις αφηγήσεις των Ιθαγενών. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να κατανοήσουμε τη φύση ενός πολιτισμού που φαίνεται εντελώς διαφορετικός από τον δικό μας, ωστόσο βρίσκεται στη βάση όλων των μεταγενέστερων πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στους ιστορικούς χρόνους.

Για τους Ιθαγενείς της Αυστραλίας η παραβίαση των ιερών σχέσεων ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων και τον τόπο της γέννησής τους είναι προϊόν πνευματικής αποσύνθεσης που διακόπτει τη θεμελιώδη αρμονία πάνω στην οποία στηρίζεται η Δημιουργία.

«Κατοικούμε σε αυτή τη γη πριν την έναρξη του χρόνου. Προερχόμαστε άμεσα από τον Ονειροχρόνο των Δημιουργών Προγόνων μας… Όλοι οι άλλοι άνθρωποι προήλθαν από εμάς. Εκείνοι που καλλιεργούν τη γη κατασκευάζουν κτίρια και διατηρούν ζώα δεν ανήκουν στο πνεύμα αυτής της γης. Πρέπει να φύγουν, γιατί ζουν ενάντια στο Νόμο αυτής της γης».

Βιβλιογραφία

Joanna Lambert, Wise Women of the Dreamtime, Εκδόσεις Inner Tradition Int., 1993

Wally Caruana, Aboriginal Art, Εκδόσεις Thames and Hud Son, 1998

Robert Lawlor, Voices of the First Day, Εκδόσεις Inner Tradition, 1991

Κωνσταντίνου Καλογερόπουλου, Η Σοφία του Ονειροχρόνου, Εκδόσεις Ιάμβλιχος 1999

Marlo Morgan, Το Μήνυμα, Εκδόσεις Διόπτρα, 1995

http://www.kathimerini.gr

http://el.wikipedia.org/

M.M.

Advertisements

Από:
Tromaktiko

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015
Ο άνδρας που έκανε κουπί από τις ΗΠΑ ως την Αυστραλία!

Την επίτευξη του εξαιρετικά δύσκολου στόχου του πανηγύρισε ο 53χρονος John Beeden: έγινε ο πρώτος άνθρωπος που… έφτασε στην Αυστραλία ξεκινώντας από τη Βόρεια Αμερική και διασχίζοντας κωπηλατώντας μόνος του τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ο Βρετανός πάτησε στεριά ύστερα από 209 ημέρες στη θάλασσα, βγαίνοντας στο Cairns του Κουίνσλαντ το Σάββατο. Είχε διανύσει 7400 ναυτικά μίλια από την 1η Ιουνίου που είχε ξεκινήσει το ταξίδι του από το Σαν Φρανσίσκο.

Ο Beeden έχει στο παρελθόν διασχίσει τον Ατλαντικό κωπηλατώντας, κάτι που του πήρε 53 ημέρες, και θεώρησε πως ο Ειρηνικός θα ήταν μια εξαιρετική πρόκληση.

Αρχικά είχε προγραμματίσει να ολοκληρώσει το ταξίδι του το Νοέμβριο αλλά ο καιρός το παράτεινε κατά τρεις μήνες.

«Υπήρχαν στιγμές που πίστευα πως δεν μπορώ άλλο. Όταν ο καιρός με έσπρωχνε εκατοντάδες μίλια πίσω», περιέγραψε ο ίδιος.

Αποκάλυψε πως βρέθηκε πολύ κοντά στο να τα παρατήσει ενώ βρισκόταν σε απόσταση μόλις 54 μιλίων από το λιμάνι του Cairns, τα Χριστούγεννα, επειδή ο καιρός δεν τον άφηνε να προσεγγίσει το στόχο του.

«Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πως ο Ειρηνικός θα ήταν τόσο δύσκολος», εξομολογήθηκε.

Στο διάρκειας 7 μηνών ταξίδι του έχασε πάνω από 11 κιλά παρότι φρόντιζε να καταναλώνει 4000 θερμίδες την ημέρα.

Βέβαια τις 15 ώρες της ημέρας κωπηλατούσε. «Κάθε ημέρα ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Ήταν 10,15, 100 φορές πιο δύσκολο από ό,τι νόμιζα», πρόσθεσε, «δεν ήταν το ρεκόρ που με ενδιέφερε. Διέσχισα τον Ατλαντικό πριν τρία χρόνια και όχι πως ήταν εύκολο αλλά δεν πιέστηκα όσο περίμενα κι έτσι αναζήτησα μια πιο μεγάλη πρόκληση».

Pogona vitticeps 4/11/2015

Πριν από περίπου ένα χρόνο, μια μικρή και γλυκιά φολιδωτή ύπαρξη ήρθε κοντά μας. Προστέθηκε στη συλλογή μου ένας γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps). Είναι θηλυκό, και πλέον τριών ετών. Αυτές οι συμπαθητικές σαύρες των ερήμων της Αυστραλίας είναι από τα καλύτερα ερπετά που μπορεί να έχει κάποιος: Είναι ήρεμες, άνετες με τους ανθρώπους, δεν κρύβονται, εύκολες στη φροντίδα και διασκεδαστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τα περισσότερο διατηρούμενα κι εκτρεφόμενα ερπετά στην αιχμαλωσία. Το όνομά τους το πήραν από τα μαλακά αγκάθια που έχουν στο λαιμό τους, τα οποία θυμίζουν γένια. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσω το είδος, αλλά και θα καταθέσω τις δικές μου εμπειρίες, οπότε αναγκαστικά θα είναι λίγο μεγάλο, χωριζόμενο σε τέσσερις ενότητες – ταξινομική και εξελικτική θέση, περιγραφή και ζωή στη φύση, φροντίδα στην αιχμαλωσία και προσωπικές εμπειρίες, ενώ στο τέλος θα παραθέσω τις πηγές και τους εξωτερικούς συνδέσμους. Αν δηλαδή θέλετε να διαβάσετε μόνο ένα συγκεκριμένο μέρος μπορείτε να μεταβείτε απευθείας εκεί, αν κι εγώ θα σας πρότεινα να διαβάσετε το άρθρο στην ολότητά του.

Αναμπέλα Pogona vitticeps 28/4/2016. Επειδή χάθηκαν οι παλαιότερες φωτογραφίες, όλες οι επόμενες φωτογραφίες του άρθρου είναι του 2016.

Ταξινόμηση και εξέλιξη

Εκτός από το δράκο του Κομόντο (Varanus comodoensis), ο οποίος ακριβέστερα θα έπρεπε να λέγεται βαράνος του Κομόντο, αλλά λέγεται δράκος εξαιτίας της εντύπωσης που προκάλεσε στους πρώτους Δυτικούς εξερευνητές που τον συνάντησαν με το επιβλητικό του μέγεθος, δράκοι έχει καθιερωθεί ν’αποκαλούνται τα μέλη της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae). Το όνομα ίσως να προέρχεται από το νοτιοανατολικοασιατικό γένος Draco, τα μέλη του οποίου μπορούν να ανεμοπορούν χάρη σε πλευρικές προεκτάσεις του σώματός τους. Ίσως επίσης να προήλθε από τα είδη της Αυστραλίας, τα οποία οι Αυστραλοί αποκαλούν όλα δράκους, ίσως εξαιτίας της παράξενής τους εμφάνισης με τα διάφορα λοφία, αγκάθια, προγούλια κι άλλους στολισμούς που φέρουν. Ίσως ακόμα να συνηγορεί σ’αυτό και η αγάπη τους για τον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες, παραπέμποντας στους μυθικούς πύρινους δράκους. Το όνομα «αγαμίδες» δεν ξέρω από πού προέρχεται, ούτε μπόρεσα να βρω την ετυμολογία του ως τώρα, αλλά σίγουρα δεν έχει σχέση με τον Αγαμήδη της μυθολογίας, ούτε φαίνεται οι σαύρες αυτές να είναι φανατικοί υπέρμαχοι της αγαμίας, αν και θα μπορούσε ο επιστήμονας που τους έδωσε αυτό το όνομα να ήταν πουριτανός και να πίστευε κάτι τέτοιο.
Εμβόλιμη ενημέρωση 5/5/2016: Τελικά ουδεμία σχέση με την αγαμία έχει η λέξη, αλλά ανταυτού προέρχεται από το «αγκάμα» της γλώσσας των Καρίβων της Καραϊβικής, που αναφερόταν σε άλλη σαύρα, ίσως στο λειοκέφαλο (γένος Leiocephalus).

Οι αγαμίδες ανήκουν στον κλάδο των ιγκουανίων (Iguania), μία ομάδα σαυρών στην οποία όλες είναι ημερόβιοι κυνηγοί ενέδρας, που συνήθως σταθμεύονται σε ανυψωμένα μέρη, ενώ μερικά είδη είναι φυτοφάγα. Εξαιτίας αυτού του τρόπου ζωής, έχουν κάποια κινά χαρακτηριστικά. Επειδή θα πρέπει να μένουν ακίνητες και μη αντιληπτές από θηράματα και εχθρούς, είναι πλήρως παραλλαγμένες στο μικροπεριβάλλον όπου ζουν. Επειδή κάθε κίνηση μπορεί να τις προδώσει, δε βγάζουν τη γλώσσα τους τόσο συχνά όσο άλλα φολιδωτά ερπετά για να ανιχνεύσουν το χώρο τους, πράγμα που άλλωστε δεν τις χρειάζεται, αφού είναι στατικές κι αυτό δε θα βοηθήσει στην ανεύρεση τροφής. Εντοπίζουν την τροφή κυρίως με την όραση. Και τέλος, επειδή τα σημεία με αρκετή τροφή και δυνατότητες σωστής θερμορρύθμισης είναι λίγα σε σχέση με τον υπόλοιπο χώρο, έχουν αναπτύξει έντονα ένστικτα προστασίας της περιοχής τους. Τα αρσενικά δεν ανέχονται άλλα αρσενικά στην επικράτειά τους, η οποία περιλαμβάνει τις επικράτειες αρκετών θηλυκών. Η γονιμότητά τους είναι μεγάλη, επει΄δη και η θνησιμότητά τους είναι υψηλή. Τα ιγκουάνια είναι ο ένας υποκλάδος στο μεγαλύτερο κλάδο των τοξικοφόρων (Toxicofera), με το δεύτερο εκείνον που περιλαμβάνει τις ανγκουοειδείς σαύρες (βαράνοι, τέρατα του Τζίλα, άποδες σαύρες κλπ), αλλά και τα φίδια. Ο πρόγονος αυτών των ζώων ήταν δηλητηριώδης, αλλά οι τοξίνες ατόνησαν στους απογόνους, με επανεξέλιξή τους σε ορισμένα φίδια και σαύρες αργότερα. Τα ιγκουάνια εξακολουθούν να παράγουν μικροποσότητες τοξινών – στο γενειοφόρο δράκο Pogona barbata για παράδειγμα έχουν βρεθεί μικροί δηλητηριώδεις αδένες και στις δύο γνάθους ([ προγονικη κατάσταση (τα φίδια έπειτα ανέπτυξαν τους πάνω και οι ιοβόλες σαύρες τους κάτω)], αλλά αυτές έχουν κυρίως αντιμικροβιακή δράση. Οι αγαμίδες, μαζί με τους χαμαιλεοντίδες (Chamaeleonidae), απαρτίζουν τον κλάδο των ακροδόντων (Acrodonta), ο οποίος απαντά στον Παλαιό Κόσμο, ενώ τα υπόλοιπα πλευρόδοντα ιγκουάνια στο Νέο Κόσμο και στη Μαδαγασκάρη. Σύμφωνα με πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα, τα ακρόδοντα εξελίχθηκαν κι αυτά στην Αμερική, και μετανάστευσαν στον Παλαιό Κόσμο κατά το Κρητιδικό. Επίσης, πριν τη μεγάλη εξαφάνιση του τέλους του Κρητιδικού πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, η οποία σκότωσε και τους δεινοσαύρους, υπήρχαν πλευρόδοντα ιγκουάνια και στον Παλαιό Κόσμο. Οι χαμαιλέοντες πιθανότατα εξελίχθηκαν από προγόνους όμοιους με τους σημερινούς αγαμίδες. Οι αγαμίδες χωρίζονται σε τέσσερις υποοικογένειες: Leiolepidinae, Agaminae, Draconinae, και Amphibolurinae. Εξαπλώνονται στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία, όπου τα περισσότερα είδη ζουν σε θερμές περιοχές. Το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου μπορούν να βρεθούν αγαμίδες είναι η Ελλάδα, όπου απαντά το κροκοδειλάκι ή αστερωτός δράκος (Stellagama stellio), στα νησιά και στην Κεντρική Μακεδονία.

Στην Αυστραλία επικρατεί η υποοικογένεια των αμφιβολουρινών, αν και σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ίσως πολλά γένη, συμπεριλαμβανομένου και του γένους Pogona, να ανήκουν στους αγαμίνες, στην οποία περίπτωση ο αποικισμός της Αυστραλίας από δράκους θα έπρεπενα είχε γίνει δύο φορές. Τα πρώτα απολιθώματα δράκων χρονολογούνται πριν 24 εκατομμύρια χρόνια, αν και πιθανότατα να είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα. Οι πρώτοι δράκοι ζούσαν σε υγρά δάση και έμοιαζαν με το σημερινο΄αυστραλιανό νερόδρακο (Intellagama lesueri), του οποίου συγγενής ζει στην Ασία, ο κινέζικος νερόδρακος (Physignathus cocincinus). Με την ξήρανση της Αυστραλίας που ξεκίνησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια ωστόσο, οι δράκοι επεκτάθηκαν στις ξηρές περιοχές, όπου εξελίχθηκαν σε θαυμαστή ποικιλία ειδών. Αν και σήμεραεξακολουθούν να υπάρχουν είδη των τροπικών δασών, οι περισσότεροι αυστραλιανοί δράκοι ζουν στις ξηρότερες περιοχές. Εκεί κάτέχουν όλα τα άκρα και όλες τις ενδιάμεσες θέσεις, από μικρές σαύρες όπως των γενών Diporifera, Tympanocryptis και Ctenophorus, που ζουν συνήθως ένα χρόνο, έως τους πιο μεγαλόσωμους γενειοφόρους δράκους και το χλαμυδόσαυρο (Chlamydosaurus kingii), κι από παμφάγους και γενικευτές κυνηγούς όπως οι γενειοφόροι δράκοι έως τον αγκαθωτό διάβολο (Moloch horridus), ο οποίος τρέφεται αποκλειστικά με μυρμήγκια και τερμίτες.

Οι γενειοφόροι δράκοι στη φύση

Τα οκτώ είδη των γενειοφόρων δράκων απαρτίζουν το γένος Pogona, το όνομα του οποίου προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «πώγων», που σημαίνει γενειάδα ή πιγούνι, γι’αυτό και οι δράκοι αυτοί αποκαλούνται σπανιότερα και πώγωνες ή πωγωνίες. Μέχρι το 1982, ταξινομούνταν στο γένος Amphibolurus, το οποίο διασπάστηκε σε πολά μικρότερα, αν και μέχρι και τη δεκαετία του 1990 ορισμένες πηγές συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την παλαία ταξινόμηση. Τα είδη είναι τα εξής: Pogona barbata, P. vitticeps, P. henrylawsoni, P. microlepidota, P. mitchelli, P. minima, P. minor, και P. nullarbor. Εξαπλώνονται σε όλη σχεδόν την Ηπειρωτική Αυστραλία και είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, δηλαδή σε μία περιοχή απαντά μόνο ένα είδος, αν και στην αιχμαλωσία τα είδη υβριδίζονται. Η P. barbata απαντά κυρίως στις ανατολικές ακτές της Αυστραλίας, και είναι το μεγαλύτερο είδος, ολικού μήκους 60 εκ και μήκους σώματος 25 εκ. Είναι λιγότερο στιβαρό από άλλα είδη, χρώματος γκριζωπού με τα μεγαλύτερα γένια του γένους, σειρές πλευρικών αγκαθιών που περνούν πάνω από τα μπροστινά άκρα, και κίτρινο εσωτερικό στόματος, ώστε να τρομάζει τους εχθρούς. Ζει σε υγρότερες περιοχές, όπως δάση και είναι πιο κρυπτικό σε σχέση με άλλα είδη. Το είδος P. vitticeps μπορεί να βρεθεί στα ενδότερα της ανατολικής Αυστραλίας μέχρι τις ερήμους του κέντρου. Είναι μικρότερο, με σύνηθες ολικό μήκος τα 50 εκ και μήκος σώματος τα 20 εκ, και θεωρείται το πιο ποικιλόμορφο είδος στο χρωματισμό. Τα υπόλοιπα είδη δεν είναι μεγαλύτερα από 30 εκ, με μήκος σώματος 14-17 εκ. Η P. henrylawsoni ζει στις Πεδιάδες του Μαύρου Χώματος του έσω Κουίνσλαντ, έχει τα μικρότερα γένια του γένους και είναι πιο εδαφόβια. Όταν απειλείται, τρέχει και κρύβεται στις σχισμές της ξερής γης. Ο δράκος αυτός κυκλοφορέι και με άλλα συνώνυμα όπως P. rankini ή P. brevis, εξαιτίας της ταραχώδους του ταξινομικής ιστορίας, μιας ιστορίας διαμάχης μεταξύ επιστημόνων. Το είδος, αν και γνωστό από παλιά, περιγράφηκε επίσημα το 1985 από τους Wells και Wellington. Ο Wells αρχικά σχεδίαζε να τον ονομάσει P. greeri, αλλά το απέριψε ύστερα από αίτημα του Allen Greer, ο οποίος τότε δούλευε στο Αυστραλιανό Μουσείο. Πολλοί ζωολόγοι ωστόσο απεύθυναν αίτημα στη Διεθνή Επιτροπή Ζωολογικής Ονοματολογίας (ICZN), ζητώντας την παύση αναγνώρισης περαιτέρω νέων ονομάτων από τους εν λόγω επιστήμονες, διότι συνήθιζαν να περιγράφουν είδη από ελλειπείς περιγραφές, μόνο και μόνο για να προβληθεί το όνομά τους (ταξινομικός βανδαλισμός). Το αίτημα απορρίθφηκε, αλλά συμφωνήθηκε τα νεά ονόματα απ’αυτούς να εξετάζονται κατά περίπτωση. Το συγκεκριμένο όνομα θεωρήθηκε έγκυρο, αν κι αρκετοί συγγραφείς, αγνοώντας την απόφαση, χρησιμοποιούσαν το εναλλακτικό όνομα P. brevis. Το όνομα P. rankini ήταν ανεπίσημη ονομασία που χρησιμοποιήθηκε και απορρίφθηκε από τον Wells το 1978, αλλά διέρευσε κι έγινε γνωστό. Τελευταία αμφισβήτηση στην εγκυρότητα του ονόματος ήρθε από τον G. J. Whitten το 1994, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι περιγραφές του νέου είδους προήλθαν από νεαρά P. vitticeps, μολονότι οι επιστήμονες τόνισαν τις διαφορές μεταξύ των δύο ειδών. Σήμερα το όνομα θεωρείται έγκυρο. Στο Κίμπερλεϊ λοιπόν της ακραίας βορειοδυτικής Αυστραλίας ζει η P. microlepidota, η οποία μοιάζει πολύ με μικρή P. barbata. Νοτιότερα, στην Πιλμπάρα και ενδότερα προς τη Μεγάλη Αμμώδη Έρημο της Βόρειας Επικράτειας απαντά η P. mitchelli, της οποίας εξέχον χαρακτηριστικό είναι η σειρά μικρών ανασηκωμένων φολίδων κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ίσως απομεινάρι του ραχιαίου λοφίου άλλων αγαμιδών. Στην υπόλοιπη Δυτική Αυστραλία απαντά το είδος P. minor, ο μικρότερος γενειοφόρος δράκος, ο οποίος μπορεί να βρεθεί από ανοιχτά δάση και θαμνότοπους μέχρι τις πιο σκληρές ερήμους. Δυτικότερα, στο βορειοδυτικό και στο δυτικό νησί Ουάλαμπι βρίσκεται το είδος P. minima, το οποίο ξεχωρίζει από την P. minor από τα μακρύτερά του άκρα και ουρά. Στο παρελθόν, τα είδη P. minima και P. michelli συμψηφίζονταν στο είδος P. minor από πολλούς συγγραφείς. Τέλος, στην Πεδιάδα του Νουλάρμπορ της Δυτικής και Νότιας Αυστραλίας ενδημεί το είδος P. nullarbor.

Το είδος του ενδιαφέροντος είναι ο γενειοφόρος δράκος της κεντρικής Αυστραλίας, επιστημονική ονομασία Pogona vitticeps, αν και τα περισσότερα ισχύουν και για τα υπόλοιπα είδη. Στα αγγλικά λέγεται central ήcentralian bearded dragon, ή απλώς bearded dragon. Λανθασμένα οι γενειοφόροι δράκοι αποκαλούνται και frilled dragons, frilly dragons ή frilly lizards, από σύγχυση με τον χλαμυδόσαυρο που έχει το ίδιο όνομα. Μία σπανιότερη ονομασία του είναι Jew lizard, δηλαδή σαύρα Εβραίος, ίσως από τη γενιάδα της. Το όνομά της στις διάφορες γλώσσες των Αβοριγίνων διαφέρει, για παράδειγμα λεγόταν Νγκάρανγκ από τους Αβορίγινες του Σίδνεϋ.

Μορφολογικά, το είδος είναι ένας τυπικός γενειοφόρος δράκος, δηλαδή μια αγκαθωτή σαύρα με πλατύ, γεροδεμένο σώμα και γένια στο λαιμό. Το σχήμα αυτό της πλατιάς αγκαθωτής σαύρας είναι κοινό σε ιγκουάνια ξερών περιοχών. Το μήκος τους κυμαίνεται μεταξύ 35 και 60 εκ, με συνηθέστερα τα 40-55 εκ, και το βάρος τους μεταξύ 300-500 γρ. Το κεφάλι είναι τριγωνικό, όπως σ’όλους τους αγαμίδες, με τα δύο μάτια στις πλευρές και ψηλά, ώστε να ελέγχουν ευρεία περιοχή και ν’ανιχνεύουν παράλληλα άνωθεν απειλές. Τα ρουθούνια βρίσκονται στην άκρη του ρύγχους. Το στόμα είναι αρκετά μεγάλο, με μεγάλη, μυώδη γλώσσα και κυνοδοντόμορφα μπροστινά δόντια στην κάτω γνάθο, όπως σε πολλούς δράκους. Τα τύμπανα των αυτιών βρίσκονται πιο πίσω στο κεφάλι, και είναι προστατευμένα σε ακουστικούς πόρους. Πίσω από το μέτωπο και τα πλευρικά μάτια διακρίνεται μια γκριζωπή κηλίδα, η οποία ψηλαφίζεται σαν βαθούλωμα στο κεφάλι. Αυτός είναι ο βρεγματικός οφθαλμός, που υπάρχει σε σχεδόν όλες τις ημερόβιες σαύρες και σε άλλα σπονδυλωτά, και ρυθμίζει την έκθεση στον ήλιο και τη θερμορρύθμιση, αλλά και βοηθά στον προσανατολισμό και στην αντίληψη απειλών που έρχονται από πάνω. Ο λαιμός είναι κοντός, και οπως σ’όλους τους αγαμίδες, αποτελείται από 6 αυχενικούς σπονδύλους. Το σώμα είναι πεπλατυσμένο. Σε σχέση με το πλατύ σώμα, η μέση και η λεκάνη είναι αρκετά στενές. Τα τέσσερα άκρα είναι καλά ανεπτυγμένα, πενταδάκτυλα με γαμψά νύχια για την αναρρίχηση, και τα πίσω είναι ελαφρώς μακρύτερα και μυωδέστερα από τα μπροστά. Η ουρά είναι παχιά στη βάση, και λεπταίνει προς το τέλος. Η βάση της ουράς, όπως και η κοιλιακή χώρα, είναι οι κύριες αποθήκες λίπους του ζώου. Όπως σ’όλους τους αγαμίδες, η ουρά δεν αναγεννάται αν αποκοπεί. Λίγο μετά τη λεκάνη, στο κάτω μέρος της βάσης της ουράς, βρίσκεται η αμάρα, η κοινή έξοδος του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα ερπετά και σε άλλα σπονδυλωτά, η οποία είναι μια εγκάρσια σχισμή. Μπροστά από αυτήν και στο εσωτερικό των μηρών υπάρχει σειρά πόρων, εμφανέστερων στα αρσενικά, οι προπρωκτικοί και μηριαίοι πόροι αντίστοιχα. Παλαιότερα πιστευόταν ότι εκκρίνουν φερομόνες για την αναγνώριση του είδους, αλλά λίγες ενδείξεις υπήρχαν γι’αυτό, αφού το δέρμα των ερπετών δεν έχει πολλούς αδένες. Πιθανότατα συγκεντρώνουν μικροσωματίδια αππό την επιφάνεια της σαύρας, τα οποία αποθέτουν στο υπόστρωμα ως αναγνωριστικά.

Η φολίδωση των γενειοφόρων δράκων διαφέρει στις διάφορες επιφάνειες του σώματος. Όπως και σε όλα τα ερπετά, περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στο περιβάλλον, όπως η ράχη, καλύπτονται από μεγαλύτερες και σκληρότερες φολίδες, ενώ περιοχές όπου χρειάζεται ευκαμψία, όπως οι αρθρώσεις, καλύπτονται από μικρότερες και μαλακότερες. Στο κεφάλι οι περισσότερες φολίδες είναι μη επικαλυπτόμενες. Στα χείλη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς και στο περισσότερο του σώματος, στα άκρα και στην ουρά, οι φολίδες είναι επάλληλες, δηλαδή η κάθε μία καλύπτει την επόμενη, σαν λέπια. Στην περιοχή κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, οι φολίδες είναι σκληρές και κοντές, και παρόμοιες είναι επίσης στη λεκάνη και στην αρχή της ουράς. Οι φολίδες αυξάνουν σε μέγεθος προς τις πλευρές του σώματος. Είναι διατεταγμένες σε γραμμές, το οποίο είναι εμφανέστερο στην ουρά. Στην κάτω πλευρά του σώματος οι φολίδες είναι μικρότερες και πιο λείες. Ακανθώδεις φολίδες υπάρχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γύρω από τους ακουστικούς πόρους, και για προστασία και για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους πτερυγίου, σε μικρές ομάδες στον αυχένα, κατά μήκος των πλευρών του σώματος, λιγότερο στις πλευρές της βάσης της ουράς και βέβαια στα γένια. Τα γένια είναι ουσιαστικά ένας θήλακας δέρματος στο λαιμό, τον οποίο διαστέλλει το ζώο με τη βοήθεια των κεράτων του υοειδούς οστού. Το δέρμα του θήλακα είναι σκούρο και μπορεί να σκουρύνει περαιτέρω, κι όταν φουσκώνει τα γένια, αυτά σηκώνονται κι έτσι φαίνονται μαύρα. Όπως και στους περισσότερους αγαμίδες, το δέρμα στο περισσότερο του σώματος είναι σχετικά χαλαρό, και δημιουργεί πτυχώσεις στις πλευρές του σώματος, όπου βρίσκονται και τα πλευρικά αγκάθια. Ο χρωματισμός του υπόλοιπου ζώου ποικίλει – είναι το πιο ποικιλόχρωμο είδος του γένους. Υπάρχουν ανοιχτά καφέ ή κιτρινωπά, κοκκινωπά και γκριζωπά άτομα, ανάλογα με την απόχρωση του υποστρώματος της κάθε περιοχής. Σπάνια είναι μονόχρωμα, και τα περισσότερα άτομα έχουν διάφορα σχέδια. Vitticeps σημαίνει ζωνοκέφαλος, εξαιτίας των ζωνών που πολλά άτομα έχουν στο κεφάλι, κυρίως κοντά στα χείλη, αλλά επίσης μπορούν να έχουν σκουρότερες ζώνες στην ουρά, σκουρότερες γραμμές και περιοχές σε όλο το σώμα, και διαφορετική απόχρωση σε διάφορα μέρη του σώματος, όπως πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και άκρα. Η κάτω πλευρά είναι λευκή, αν και σε αρκετά άτομα μπορεί να ενταθεί ένα δίκτυο γραμμών, ιδίως όταν ενοχλούνται ή στρεσάρονται από κάτι (stress lines). Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν περιορισμένη ικανότητα χρωματικής αλλαγής, και σε μία πρόσφατη μελέτη βρέθηκε ότι η χρωματική μεταβολή ακολουθεί τον ημερήσιο κύκλο, κι εξαρτάται τόσο από το ενδογενές βιολογικό ρολόι, όσο και από την εξωτερική φωτοπερίοδο. Έντεκα σαύρες τοποθετήθηκαν είτε σε κανονική φωτοπερίοδο 12 ωρών φωτός κι άλλου τόσου σκότους, είτε σε 6 ώρες φωτός και 18 σκότους και στο αντίστροφο, αλλά και σε απόλυτο σκοτάδι. Ακόμα και στο σκοτάδι ο χρωματισμός μεταβαλλόταν με την ίδια εικοσιτετράωρη περιοδικότητα. Το χρώμα τους είναι σκοτεινότερο το πρωί, ώστε ν’απορροφούν ευκολότερα την ηλιακή ακτινοβολία, και στην πορεία της ημέρας γίνεται πιο ανακλαστικό, ώστε να την αντανακλούν, κατάσταση που παραμένει και κατά τη νύκτα μέχρι το επόμενο πρωί. Όπως όλες οι σαύρες, οι γενειοφόροι δράκοι αλλάζουν περιοδικά το δέρμα τους, συχνότερα όταν βρίσκονται στην ανάπτυξη και αραιότερα όταν έχουν ενηλικιωθεί, μπορεί και μια φορά ετησίως. Η έκδυση συνήθως ξεκινά από το κεφάλι, και προχωρά στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα γίνεται γκρίζο, εύθραυστο κι αποσπάται εύκολα όταν ο δράκος ξύνεται ή τρίβεται πάνω σε αντικείμενα. Κάποιες φορές μπορεί να φάει λίγο από το παλιό του δέρμα. Όταν βρίσκεται σε έκδυση και πρόκειται να αφαιρέσει μεγάλη ποσότητα δέρματος, συνήθως κινείται προς δροσερότερες και υγρότερες περιοχές, ώστε να μαλακώσει το δέρμα από την υγρασία και να αποκολληθεί ευκολότερα. Μία έκδυση διαρκεί πολλές μέρες, έως κι έναν μήνα ή και περισσότερο.

Χάρη στο πλατύ τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να παραλλάσσονται στις επιφάνειες όπου βρίσκονται, και να γίνονται ένα μ’αυτές από κάποια απόσταση. Το σχήμα τους επίσης τους βοηθά ν’αγκαλιάζουν τις επιφάνειες όπου βρίσκονται και να ασφαλίζονται καλύτεραεκεί. Όταν λιάζονται, οι γενειοφόροι δράκοι πλαταίνουν πολύ το σώμα τους και το προσανατολίζουν προς μια ευνοϊκή γωνία ως προς τις ακτίνες του ηλίου, ώστε ν’απορροφήσουν την ηλιακή ακτινοβολία αποτελεσματικότερα. Αφού έχουν φτάσει σε επιθυμητή θερμοκρασία, παίρνουν πάλι ένα πιο κανονικό σχήμα. Πλαταίνουν επίσης το σώμα τους όταν ξαπλώνουν και κοιμούνται, ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτοί. Παρά το φαινομενικκά χοντρό τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι είναι επιδέξιοι αναρριχητές σε πλατιές, τραχιές επιφάνειες, και συχνά σκαρφαλώνουν σε ύψος λίγων μέτρων για να λιαστούν. Μπορούν επίσης και να σκαρφαλώσουν σε λεπτότερα στηρίγματα, όπως κλαδιά, αλλά τότε πρέπει να λεπτύνουν το σώμα τους, να βάλουν τα άκρα τους κάτω από αυτό και να κινηθούν προσεκτικά, μια δυσκολότερη και πιο χρονοβόρα διαδικασία. Αν και η ουρά τους δεν είναι συλληπτήρια, έχει αρκετή ευκινησία ώστε να τους βοηθά στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Οι γενειοφόροι δράκοι βαδίζουν με μέτρια ταχύτητα, αν και μπορούν να τρέξουν αν χρειαστέι, αλλά δεν είναι οι γρηγορότερες σαύρες. Όταν βαδίζουν, ανασηκώνονται αρκετά από το έδαφος, σέρνοντας μόνο τη μέση της ουράς τους. Όταν όμως τρέχουν ή κυνηγούν έντομα, σηκώνουν όλη την ουρά από το έδαφος,ώστε να αυξηθεί η ταχύτητά τους. Συνήθως περπατούν κανονικά, αλλά όταν χώνονται σε χαμηλή τρύπα ή αν οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές για το μεταβολισμό τους, έρπουν. Μπορούν επίσης να πηδήξουν σε μικρή απόσταση, δίνοντας ώθηση με τα πίσω τους πόδια. Είναι επίσης και καλοί κολυμβητές και παρόλο που σπάνια συναντούν πολύ νερό, κολυμπούν βάζοντας συχνά το κεφάλι μέσα στο νερό. Μπορούν ακόμα να σκάψουν σύραγγες στο χώμα για να κρυφτούν, να γεννήσουν τα αυγά τους ή να πέσουν σε νάρκη. Επειδή το κέντρο βάρους τους βρίσκεται προς τη μέση του σώματος, δε μπορούν να σηκωθούν στα δύο τρέχοντας όπως άλλες σαύρες. Γενικώς δε σηκώνονται ποτέ στα δύο, ούτε στατικές. Αν θελήσουν να σηκωθούν, στηρίζονται όσο πιο ψηλά μπορούν στα μπροστινά τους πόδια και σηκώνουν το κεφάλι ψηλά. Τα πόδια τους χρησιμεύουν μόνο στη μετακίνηση, και μ’αυτά δε χειρίζονται αντικείμενα. Ο μεγαλύτερος χειρισμός που μπορούν να κάνουν είναι να σπρώξουν με τα μπροστινά τους πόδια κάτι από το κεφάλι τους ή από δίπλα τους, ή να σπρώξουν κάτι με το κεφάλι τους.

Οξύτερη αίσθησή τους είναι η όραση, με την οποία εντοπίζουν γρήγορα τροφή, εχθρούς και ομοειδείς. Οι αγαμίδες ίσως να έχουν την οξύτερη όραση από όλες τις σαύρες. Σε μια μελέτη για παράδειγμα, οι δράκοι P. henrylawsoni είχαν ήδη προετοιμαστεί κι άρχισαν να προφυλάγονται από πιθανούς εχθρούς ενώ οι ερευνητές βρίσκονταν ακόμα 30 μέτρα μακριά. Όπως οι περισσότερες σαύρες και τα πουλιά, έχουν τετραχρωματική όραση, δηλαδή μπορούν να δουν και τα χαμηλότερα φάσματα της υπεριώδους ακτινοβολίας α. Τα πλευρικά μάτια τους δίνουν πλήρεις εικόνες, ενώ το βρεγματικό μπορεί ν’αντιλαμβάνεται μόνο φως και σκιές, και έτσι τα ειδοποιεί για σκιές που πλησιάζουν από πάνω, όπως για παράδειγμα αρπακτικά πουλιά. Όπως και άλλες πλήρως ημερόβιες σαύρες, ο αμφιβληστροειδείς τους φέρει μόνο κωνία, οπότε στο σκοτάδι δε βλέπουν σχεδόν καθόλου. Έχουν το ίδιο πρόβλημα με άλλα ζώα που έχουν μάτια στις πλευρές του κεφαλιού, δηλαδή δυσκολεύονται ν’αντιληφθούν τις αποστάσεις, για τον υπολογισμό των οποίων χρησιμοποιούν την παράλλαξη των αντικειμένων. Η ακοή τους είναι επίσης αρκετά ανεπτυγμένη, κι ακούουν τις χαμηλότερες και τις μέσες συχνότητες που ακούμε κι εμείς. Η όσφρησή τους δεν είναι πολύ καλή, αλά σε σχέση με πλήρως εντομοφάγους δράκους είναι πιο ανεπτυγμένη και μπορούν να ξεχωρίσουν τροφές με αυτήν. Έχει βρεθεί ΄΄οτι οι σαύρες κυνηγοί ενέδρας, στους οποίους η όσφρηση δε χρειάζεται πολύ, όταν εξελίσσονται να περιλαμβάνουν και φυτικές τροφές στο διαιτολόγιό τους, ενισχύουν την όσφρησή τους, ώστε να ανιχνεύουν τοξικές ουσίες στα φυτά. Η όσφρηση των γενειοφόρων δράκων λειτουργεί σε κοντινή απόσταση και δεν είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση της τροφής, γι’αυτό και συχνά μπερδεύονται και προσπαθούν να φάνε αντικείμενα που μοιάζουν με τροφή. Για τη γεύση λίγα είναι γνωστά, είναι γνωστό όμως ότι οι δράκοι έχουν προτιμήσεις, για παράδειγμα προς γλυκύτερα λαχανικά όπως καρότα. Από την άλλη, η κακή γεύση δεν τους πτοεί και τόσο, αφού μπορούν να φάνε οποιοδήποτε έντομο, εκτός απ’αυτά με καυστικές εκκρίσεις ή αιχμηρά σημεία, και γι’αυτό μπορεί να φάνε εύκολα κάτι τοξικό. Η όσφρηση του ινιδορινικού οργάνου ή οργάνου του Γιάκομπσον, το οποίο είναι ανεπτυγμένο σε άλλες σαύρες και στα φίδια, δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη στους δράκους. Χρησιμεύει κυρίως στον έλεγχο της περιοχής για οσμητικά ίχνη ομοειδών. Τα φολιδωτά ερπετά μεταφέρουν πληροφορίες σ’αυτό βγάζοντας τη γλώσσα τους, αλλά οι δράκοι το κάνουν αυτό κυρίως όταν εξερευνούν μια νέα περιοχή. Το δέρμα των γενειοφόρων δράκων επενδύεται με νευρικές απολήξεις, περισσότερες προς το κεφάλι, οπότε μπορούν ν’αντιληφθούν το περιβάλλον τους και διά της αφής. Πιο ευαίσθητο μέρος είναι το ρύγχος τους.

Οι γενειοφόροι δράκοι ζουν σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από ανοιχτά δάση με αρκετά δέντρα αλλά και ηλιόλουστες περιοχές μεταξύ τους, μέχρι τις πιο σκληρές και αφιλόξενες βραχώδεις ερήμους της Κεντρικής Αυστραλίας. Σε αραιοκατοικημένες περιοχές στα σημεία εξάπλωσης των δράκων, οι τελευταίοι δε διστάζουν να κατοικήσουν εκεί, όπου συχνά βρίσκονται να λιάζονται σε πετρότοιχους και πασσάλους περιφράξεων, να μπαίνουν σε αυλές, να μαζεύονται κάτω από λαμαρίνες για να ζεσταθούν ή να βγαίνουν και να λιάζονται ή να περνούν το δρόμο, όπου πολλοί κάθε χρόνο βρίσκουν το θάνατο από διερχόμενα οχήματα. Οι Αυστραλοί αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τους μικρούς άκακους δράκους, και φυσικά δεν τους καταδιώκουν, ενώ αντίθετα συχνά τους ενθαρρύνουν να πλησιάσουν στην περιοχή, σε αντίθεση με αυτό που μπορεί να γινόταν σε κάποια καθυστερημένη χώρα της Λεκάνης της Μεσογείου. Συχνότερα ο άνθρωπος συναντά την εξάπλωση του P. barbata, λιγότερο συχνά του P. vitticeps, και ακόμα σπανιότερα του P. henrylawsonni, του P. minor, και σπανιότατα των άλλων ειδών. Οι γενειοφόροι δράκοι είναι πολύ εύκολοι στην παρατήρηση, αφού ο πληθυσμός τους είναι μεγάλος και αρέσκονται να παραμένουν σε εκτεθημένες περιοχές, όπου φαίνονται. Είναι επίσης εύκολο να πιαστούν, αφού δεν έχουν εξελιχθεί με τον άνθρωπο και γι’αυτό δεν έχουν έντονο φόβο εναντίον του. Με λίγο τρέξιμο πιάνονται, ενώ πολλοί έχουν πιάσει P. vitticeps εύκολα ενώ λιάζονται, και ακόμα ευκολότερα όταν βρίσκονται σε στενά μέρη, όπως πάνω σε πασσάλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δράκοι το πολύ να προσπαθήσουν να προστατευτούν πηγαίνοντας προς τα πίσω, ή ρίχνουν απλώς στον άνθρωπο ένα απορημένο βλέμμα. Για το λόγο ότι πιάνονται εύκολα, οι Αβορίγινες τους έτρωγαν, και συνήθως έστελναν τα παιδιά να τους πιάσουν. Υπάρχουν κάποιες βραχογραφίες που δείχνουν παιδιά να κυνηγούν ή να παίζουν με γενειοφόρους δράκους. Οι γενειοφόροι δράκοι υπήρξαν πρωταγωνιστές σε διάφορες ιστορίες της ονειρικής εποχής, της εποχής δηλα΄δη που τα πνεύματα ονειρεύτηκαν και δημιούργησαν τον κόσμο, αλλά δεν έχω βρει κάποια σχετική που να είναι εύκολα προσβάσιμη στο Διαδίκτυο. Πίστευαν επίσης ότι μπορούν να προβλέψουν τον καιρό μ’αυτούς. Στη Νότια Αυστραλία για παράδειγμα, πίστευαν ότι αν ο γενειοφόρος δράκος κρατά το κεφάλι του ψηλά, θα βρέξει.

Οι γενειοφόροι δράκοι λοιπόν περνούν αρκετό από το χρόνο τους σκαρφαλωμένη σε ψηλά σημεία, όπως κορμούς και χοντρά κλαδιά δέντρων, είτε όρθιων είτε πεσμένων, ή σε βράχια, όπου λιάζονται ή περιμένουν τροφή. Λιάζονται ακίνητοι για πολλές ώρες της ημέρας, αλλάζοντας θέσεις όταν έχουν ζεσταθεί αρκετά. Όταν θερμαίνονται, πλαταίνουν το σώμα τους και προσπαθούν να προσανατολίζονται κάθετα ως προς τις ακτίνες του ήλιου. Όταν έχουν θερμανθεί ικανοποιητικά, δε φεύγουν αμέσως στη σκιά, αλλά μπορεί να μαζέψουν το σώμα τους, να προσανατολιστούν παράλληλα με τις ακτίνες του ήλιου για να δέχονται λιγότερη ακτινοβολία, να ανασηκωθούν ή να μετακινηθούν κάπου ψηλότερα όπου φυσάει λίγο για να δροσιστούν, κι όταν η θερμοκρασία ανέβει ακόμα περισσότερο, ανοίγουν το στόμα τους, ώστε να μειώσουν τη θερμοκρασία του εγκεφάλου με την εξάτμιση του νερού, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα να ζεσταθεί ακόμα περισσότερο. Όταν έχει υπερβολική ζέστη έπειτα, αποσύρονται στη σκιά, που μπορεί να είναι ένα μέρος του ψηλού σημείου που δε βλέπει ο ήλιος, ή μέσα στη βλάστηση ή σε μία τρύπα, είτε φυσική είτε φτιαγμένη απ’αυτούς. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για την προτιμώμενη θερμοκρασία του γενειοφόρου δράκου. Σε μία μελέτη έλεγεότι γενικώς οι αγαμίδες της Αυστραλίας διατηρούν θερμοκρασίες μεταξύ 34-38 βαθμών Κελσίου όταν δραστηριοποιούνται. Αλλού έλεγε ότι οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούν θερμοκρασία 37-38 βαθμών, ενώ αλλού μόνο 33. Σύμφωνα ωστόσο με μια μελέτη που διάβασα, η προτιμώμενη θερμοκρασία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την εποχή, την ηλικία, την αναπαραγωγική κατάσταση, τη θερμική ποιότητα του περιβάλλοντος κλπ, οπότε δεν υπάρχει μία και μοναδική προτιμώμενη θερμοκρασία για όλα τα ζώα και για όλες τις περιστάσεις. Όποια κι αν είναι η προτιμώμενη θερμοκρασία τους, οι γενειοφόροι δράκοι, όπως κι άλλες παρόμοιες σαύρες, είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, και μετακινούμενοι από ήλιο σε σκιά και το αντίστροφο κατορθώνουν να διατηρούν τη θερμοκρασία τους σταθερή, με ελάχιστες αποκλίσεις, όπως ενός ομοιόθερμου ζώου, τουλάχιστον κατά τις ώρες της ημέρας που δραστηριοποιούνται. Όπως όλα τα ερπετά, ο καρδιακός τους ρυθμός αυξάνεται όταν θερμαίνονται, και μειώνεται όταν ψύχονται (καρδιακή υστέρηση), άρα ο ρυθμός πρόσληψης θερμότητας είναι ταχύτερος από το ρυθμό απώλειας. Καταστάσεις που μειώνουν το μεταβολισμο΄, όπως η υποξία και η αφυδάτωση, μειώνουν και την προτιμώμενη θερμοκρασία. Μπορούν ωστόσο να λειτουργήσουν ικανοποιητικά και σε θερμοκρασίες χαμηλότερες από την προτιμώμενη, την οποία συχνά δε μπορούν να φτάσουν αν ο καιρός είναι άστατος, τους απειλούν οι εχθροί ή βρίσκονται σε αντιπαραθέσεις με ομοειδείς τους. Δεν έχουν ωστόσο τη θερμική προσαρμοστικότητα πιο εύκρατων ειδών σαύρας, και σε θερμοκρασίες κάτω των 27 σταματούν να τρώνε και ο μεταβολισμός τους πέφτει αρκετά. Το βράδυ η θερμοκρασία τους εξομοιώνεται με την περιβαλλοντική. Τη νύχτα κοιμούνται είτε κρυμμένοι είτε εκτεθημένοι στις επιφάνειες όπου λιάζονται, καμουφλαρισμένοι με το πλατύ τους σώμα. Συχνά στην αιχμαλωσία τα ζώα αυτά μπορεί να μην κρυφτούν το βράδυ, κι επίσης στη φύση οι P. barbata έχουν βρεθεί να κοιμούνται πάνω στα δέντρα, όπου καταλήγουν βορά του πύθωνα γόμα (Aspidites ramsayi). Γενειοφόροι δράκοι μπορούν να βρεθούν όλο το χρόνο, αλλά οι εποχές με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε οι μέτριες θερμοκρασίες ευνοούν την ολοήμερη δραστηριότητα. Την άνοιξη είναι πιο δραστήριοι, γιατί τότε είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Αποφεύγουν τις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες, και δύσκολα για παράδειγμα εμφανίζονται όταν η θερμοκρασία φτάσει τους 40 βαθμούς, οπότε δραστηριοποιουνται κυρίως πρωί και απόγευμα, και μπορεί για αρκετές μέρες να μην εμφανιστούν καν, παραμένοντας κρυμμένη σε μία κατάσταση σχεδόν θερινής νάρκης. Το χειμώνα, όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές και η τροφή λιγοστή, πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Οι χειμερινές θερμοκρασίες ποικίλουν στη μεγάλη ζώνη εξάπλωσης του είδους, με νοτιότερες περιοχές να έχουν ελαφριές παγωνίες και θερμοκρασίες υπό του μηδενός και πιο τροπικές περιοχές να έχουν χειμώνες των 15-19 βαθμών. Τα ζώα ωστόσο αυτά αδρανοποιούνται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, και ήδη στους 22 βαθμούς έχουν σχεδόν ναρκωθεί, ενώ κάτω από τους 16 δυσκολεύονται πολύ να κινηθούν. Το χειμώνα λοιπόν τον περνούν σε σύραγγες που σκάβουν υποπαράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, συνήθως κάτω από στέρεα αντικείμενα όπως πέτρες. Αν οι θερμοκρασια ανεβεί αρκετά, μπορεί να διακόψουν τη νάρκη παροδικά και να λιαστούν. Όπως και με άλλα ερπετά, όταν η θερμοκρασία τους είναι χαμηλή και δυσκολεύονται να τρέξουν, προσπαθούν περισσότερο να τρομάξουν τον εχθρό που τους πλησιάζει φουσκώνοντας τα γένια τους και ανοίγοντας το στόμα τους, γι’αυτό και οι παρατηρητές τους βρίσκουν θυμωμένους τότε.

Μετά τη νάρκη, ξεκινά η περίοδος αναπαραγωγής, η οποία διαρκεί περίπου τέσσερις μήνες. Τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη δραστηριότητα και οι περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Τα αρσενικά δημιουργούν περιοχές, τις οποίες εποπτεύουν από ψηλά σημεία για εισβολείς. Συχνά ξεσπούν μάχες, συνήθως μεταξύ αρσενικών, με τα δύο ζώα να κυνηγούν το ένα το ΄΄αλλο σε κύκλους προσπαθώντας να δαγκώσουν την ουρά του άλλου· ενίοτε μπορεί αυτό να εξελιχθεί σε κάτι σκληρότερο. Των μαχών προηγούνται επιδείξεις δύναμης, όπως φούσκωμα τον γενιών και φούσκωμα, πλάγιασμα και ανύψωση όλου του σώματος για να δείξουν μεγαλύτεροι. Οι δράκοι αναγνωρίζουν την παρουσία κάποιου άλλου στην περιοχή τους από τα ίχνη που άφησαν οι πόροι του, αλλά η άμεση επικοινωνία είναι οπτική. Επικοινωνούν κυρίως με νεύματα του κεφαλιού, τα οποία μπορεί να δηλώνουν κυριαρχία, ενόχληση και επιθετική διάθεση ή να είναι ένας απλός χαιρετισμός, ανάλογα με την ένταση που γίνονται. Τα αρσενικά κουνούν έντονα το κεφάλι και φουσκώνουν τα γένια τους όταν αντιμετωπίζουν εισβολέα στην περιοχή τους. Η κυκλική κίνηση του μπροστινού ποδιού στον αέρα είναι ένδειξη υποταγής, και γίνεται κυρίως από δράκους μικρότερου μεγέθους, χαμένους μαχών και θηλυκά. Συνηθίζουν επίσης να το κάνουν οι δράκοι μικρής ηλικίας, οι οποίοι μ’αυτο΄ίσως να σηματοδοτούν σε μεγαλύτερους ότι είναι μέλη του είδους τους για να μη φαγωθούν, γιατί ο κανιβαλισμός προς τα μικρά είναι συχνό φαινόμενο στο είδος αυτό. Πολλές όμως άλλες σαύρες εκτελούν την ίδια συμπεριφορά όταν αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε εχθρό, σηματοδοτώντας του ότι έχουν αρκετή δύναμη ώστε να του ξεφύγουν, άρα ίσως αυτή να είναι η λειτουργία του στους μικρούς γενειοφόρους δράκους. Όταν λοιπόν ένα αρσενικό πρόκειται να εντυπωσιάσει ένα θηλυκό, κάνει μμια υπερβολική επίδειξη κουνώντας έντονα το κεφάλι του, συχνά ανεβοκατεβάζοντας ολόκληρο το μπροστινό μέρος του σώματος μαζί με τα μπροστινά άκρα. Το θηλυκό, αν είναι δεκτικό, απαντά μ’ένα ήπιο κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύεται από το σήκωμα του μπροστινού ποδιού, αλλά αν δεν ενδώσει αμεσως, το αρσενικό εξακολουθεί να το παρενοχλεί. Το ζευγάρωμα είναι μια σύντομη και βίαιη διαδικασία, με το αρσενικό ν’ανεβαίνει πάνω στο θηλυκό και να το δαγκώνει στον αυχένα για να το ακινητοποιήσει, και το θηλυκό να σηκώνει ελαφρώς την ουρά για να επιτελεστεί η γονιμοποίηση.

Έναν περίπου μήνα μετά τη γονιμοποίηση γίνεται η ωοτοκία. Το θηλυκό έχει ήδη φουσκώσει με αυγά, και ψάχνει ένα με΄ρος να τα αποθέσει. Η συμπεριφορά του αλλάζει κάποιες μέρες πριν την ωοτοκία, και μπορεί να τρώει λιγότερο ή να παραμένει σε υψηλότερη θερμοκρα΄σια, ώστε να επισπευστεί η ανάπτυξη των αυγών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και νυκτόβια συμπεριφορά για εκέινο το διάστημα σε θηλυκά αρκετών αυστραλιανών αγαμιδών, συμπεριλαμβανομένων και μελών του γένους Pogona, τα οποία, τις θερμές νύχτες με πανσέληνο, οπότε βλέπουν καλύτερα, ξαπλώνουν πάνω σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες, όπως ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στην κατάσταση αυτήν είναι πολύ ευάλωτα, αφού αντιδρούν πολύ αργά και συχνά κοιμούνται εκεί που βρίσκονται, κι έτσι μπορούν να πιαστούν πολύ εύκολα από έναν άνθρωπο, και προφανώς το ίδιο από κάποιον άλλον θηρευτή. Το θηλυκό λοιπόν σκάβει μία τρύπα όση περίπου και το μήκος του σε μαλακό χώμα, στο τέλος της οποίας δημιουργεί έναν θαλαμίσκο. Έπειτα γυρίζει και εισέρχεται ανάποδα μέσα στην τρύπα, όπου αποθέτει τα αυγά. Η όλη διαδικασία διαρκέι αρκετές ώρες, ίσως και περισσότερο από μέρα. Γεννούν περίπου 16-24 αυγά, και συχνά ακόμα περισσότερα, με ρεκόρ τα 35 αυγά σε μια γέννα. Ο αριθμός των αυγών εξαρτάται από το μέγεθος, την υγεία, τη σωματική κατάσταση και τις πρότερες γέννες του θηλυκού. Αφου τα γεννήσουν, τα σκεπάζουν προσεκτικά με χώμα και στη συνέχεια τα επιτηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι γνωστό από ζώα στην αιχμαλωσία ότι θα μείνουν για λίγες μέρες κοντά στη φωλιά, προσπαθώντας ν’απωθήσουν τους εχθρούς, αν και δεν είναι γνωστό για πόσο καιρό, επειδή τα αυγά συνήθως μεταφέρονται αλλού για επώαση. Τα θηλυκά φουσκώνουν τα γένια τους ή προσπαθούν να δαγκώσουν τον εισβολέα, αλλά οι άμυνές τους είναι πενιχρές. Επίσης ξαναθάβουν τα αυγά αν τα δουν ξεσκέπαστα. Κατά την ωοτοκία δύσκολα αποσπώνται από εξωτερικά ερεθίσματα. Πολλά στοιχεία της ωοτοκίας, όπως και σε άλα ζώα, φαίνεται να είναι τυποποιημένες σειρές δράσης, οι οποίες εκτελούνται οπωσδήποτε. Για παράδειγμα αν ένας γενειοφόρος δράκος μετακινηθεί αλλού πριν προλάβει να θάψει τα αυγά, θα συνεχίζει να κάνει κινήσεις σαν να σκεπάζει κάτι με χώμα. Μόλις έχουν γεννηθεί τα πρώτα αυγά, οι ωοθήκες του θηλυκού αρχίζουν ήδη να ετοιμάζουν τη δεύτερη γέννα. Οι γενειοφόροι δράκοι γεννούν πολλές φορές το χρόνο με μία μόνο γονιμοποίηση, οι οποίες μπορεί να είναι 2-3 στη φύση, ενώ στην αιχμαλωσία μπορεί να είναι περισσότερες, με ρεκόρ τις 9, αλλά το σύνηθες είναι 2-4. Η έλλειψη τροφής ή η μείωση της φωτοπεριόδου σηματοδοτούν το τέλος της ωοτοκίας. Τα αυγά επωάζονται για περίπου δύο μήνες, κι έπειτα εκκολάπτονται οι νεοσσοί, οι οποίοι έχουν μήκος μόλις 7-10 εκ και ζυγίζουν μόλις 2 γρ. Είναι μικρογραφίες των γονέων τους και μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα μετά την άνοδό τους στην επιφάνεια. Στη φύση είναι πολύ κρυπτικοί, και σπανιότατα συναντώνται από άνθρωπο. Μέσα σε πε΄ριπου ενάμισι χρόνο έχουν σχεδόν φτάσει το ενήλικο μέγεθος. Ο καθορισμός του φύλου στο γενειοφόρο δράκο είναι γενετικός, με το χρωμοσωμικό σύστημα φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό είναι το ετερογαμετικο΄φύλο. Βρέθηκε ωστόσο από μελέτη του 2015, ότι σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, γενετικά αρσενικά έμβρυα P. vitticeps μετατρέπονται σε θηλυκά, όντας η πρώτη περίπτωση ερπετού και αμνιωτού γενικότερα που μπορεί ν’αλλάξει φύλο αφού αυτό έχει καθοριστεί – η ιδιοτητα αυτή υπάρχει σε κάποια ψάρια και αμφίβια. Αν αυτά τα ομογαμετικά θηλυκά μετά ζευγαρώσουν με κανονικά αρσενικά, οι απόγονοί τους έχουν θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, αφού πλέον το φυλοδιαφοροποιό χρωμόσωμα έχει εξαφανιστεί από τη γραμμή. Ίσως έτσι να εξελίχθηκαν κι άλλες περιπτώσεις θερμοεξαρτώμενου καθορισμού φύλου στα ερπετά. Αρκετοί κινδυνολόγοι επικαλέστηκαν αυτό το εύρημα για να εφιστήσουν την προσοχή στην κλιματική αλλαγή, παρόλα αυτά το είδος αυτό είναι πολύ σκληρό κι έχει βιώσει πολλές κλιματικές αλλαγές στην ιστορία του για να επηρεαστεί από την τυχόν παρούσα. Το είδος αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς και ζει λίγο για ερπετό. Στην αιχμαλωσία καλά φροντισμένα άτομα ζουν 7-12 χρόνια, με περιπτώσεις ρεκόρ που πλησιάζουν και ξεπερνούν τα 20 χρόνια. Θηλυκά τα οποία αναπαράγονται σε υπερβολικούς ρυθμούς μπορεί να ζήσουν αρκετά λιγότερο. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για τη διάρκεια ζωής του στη φύση, αλά συνήθως αναφέρονται τα 3-5 χρόνια.

Η ιστορία της ζωής του γενειοφόρου δράκου, με σχετικά γρήγορη ανάπτυξη και ωρίμανση, συχνή αναπαραγωγή με πολλούς και μικρούς απογόνους και μικρή διάρκεια ζωής, υποδηλώνει ένα ζώο που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις από τους εχθρούς του. Πράγματι οι γενειοφόροι δράκοι αντιμετωπίζουν πολλούς εχθρούς για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Τα αρπακτικά πουλιά, τα φίδια, και πύθωνες και ιοβόλα, οι βαράνοι και τα σαρκοφάγα θηλαστικά όπως τα κουόλ, τα ντίνγκο και πιο πρόσφατα οι γάτες και η αλεπούδες, όλα τρώνε γενειοφόρους δράκους. Στο παρελθόν αντιμετώπιζαν τον άνθρωπο, καθώς και σαρκοφάγα που εξαφανίστηκαν από την ηπειρωτική Αυστραλία ή γενικώς από την Αυστραλία, όπως η θηλακίνη και ο διάβολος της Τασμανίας. Οι νεοσσοί προφανώς αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερους εχθρούς, ακόμα και μεγάλα ασπόνδυλα. Παρά τις συνεχείς απειλές ωστόσο, ο πληθυσμός του είδους είναι συνήθως πολύ υψηλός. Οι γενειοφόροι δράκοι βασίζονται περισσότερο στο καμουφλάζ παρά στην ταχύτητά τους για να διαφύγουν των εχθρών τους. Μόλις όμως αντιληφθούν ότι έχουν αποκαλυφθεί, προσπαθούν είτε να ξεφύγουν είτε να απωθήσουν τον εχθρό τουλάχιστον προσωρινά, ώστε να έχουν χρόνο να ξεφύγουν. Αν για παράδειγμα ένα αρπακτικό πουλί κατευθύνεται κατά πάνω τους, από το οποίο έχουν λίγες άμυνες, προσπαθούν να τρέξουν στην πλησιέστερη κρυψώνα. Για να τρομάξουν τον εχθρό επιστρατεύουν διάφορες άμυνες. Αν το αγκαθωτό τους σώμα δεν τους απωθήσει, φουσκώνουν τα γένια τους, σηκώνονται ψηλά και φουσκώνουν και πλαταίνουν όλο το σώμα τους, ώστε να φανούν μεγαλύτεροι. Μπορεί επίσης ν’ανοίξουν διάπλατα το στόμα τους. Αν ο εχθρός πλησιάσει αρκετά κοντά, εκβάλλουν απότομα αέρα κάνοντας έναν ασθενή συριγμό, ο οποίος είναι και ο μόνος ήχος που παράγουν. Σπάνια μπορεί να πηδήξουν προς το μέρος του εχθρού ή και να τον δαγκώσουν. Άλλες φορές οι άμυνές τους επιτυγχάνουν, αλλά συχνά αποτυγχάνουν κι έτσι οι δράκοι τρώγονται. Πέρα από τους φυσικούς εχθρούς, έχουν ν’αντιμετωπίσουν ανθρώπινες απειλές όπως τα αυτοκίνητα στους δρόμους, την ανάπτυξη νέων περιοχών και την επακόλουθη απώλεια του ενδιαιτήματός τους, και ίσως κι άλλες απειλές. Ίσως να επηρεάζονται από τα γεωργικά δηλητήρια για παράδειγμα, αλλά οι επιπτώσεις τους δεν είναι απολύτως γνωστές. Μία μελέτη που αναζητούσε τα αποτελέσματα του μονοφθορικού νατρίου, ενός μεταβολικού δηλητηρίου που χρησιμοποιείται για τη θανάτωση ανεπιθύμητων θηλαστικών (η Αυστραλία είναι από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες χώρες που εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί και επιμένει σ’αυτό) βρήκε μικρές επιπτώσεις στους γενειοφόρους δράκους, όπως έχει βρεθεί και για άλλα εκτόθερμα.

Όλες οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γενειοφόρι δράκοι είναι ευκαιριακοί κυνηγοί μικρών ζώων, οι οποίοι τρώνε ό,τι είναι διαθέσιμο κάθε εποχή. Το σκληρό τους φυσικό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει την πολυτέλεια της επιλογής, κι έτσι καταναλώνουν θηράματα από μεγέθους μυρμηγκιού μέχρι ποντικιού. Περιμένουν καμουφλαρισμένοι κάπου σε ενέδρα, και όταν ένα θήραμα πλησιάσει αρκετά κοντά, το συλλαμβάνουν με την κολλώδη γλώσσα τους, το μασούν λίγο και στη συνέχεια το καταπίνουν ολόκληρο. Τρώνε μεγάλη ποικιλία εντόμων όπως ακρίδες, γρύλλους, σκαθάρια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, τερμίτες, μυρμήγκια, κατσαρίδες, προνύμφες, αλλά και άλλα ασπόνδυλα όπως σαρανταποδαρούσες και αράχνες. Αν βρεθεί η ευκαιρία, θα φάνε και μικ΄ρα σπονδυλωτά όπως μικρές σαύρες, σαν τους μικρούς δράκους του γένους Ctenophorus. Στην αιχμαλωσία έχουν φάει επίσης μικρά σπονδυλωτά κάθε είδους, όπως βατράχους, μικρά φίδια και μικρά θηλαστικά, και πιθανότατα να τα τρώνε και στη φύση αν τα βρουν και μπορούν να τα πιάσουν. Συμπληρωματικά τρέφονται και με φυτική ύλη, όπως φύλλα, άνθη, και ίσως και καρπούς και σπόρους όπως δείχνουν τα περιττώματά τους, τα οποία συχνά περιέχουν τους τελευταίους. Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην κεντρική Αυστραλία το 2015, όπου εξετάστηκε το περιεχόμενο του στομάχου 14 σαυρών, η ζωική τροφή αποτελούσε το 61% της ξηρής ύλης, ενώ η φυτική μόλις το 16%. Από τις ζωικές τροφές, το μισό περίπου της ξηρής ύλης και το 95 των θηραμάτων αποτελούσαν τα φτερωτά άτομα των τερμιτών του γένους Drepanotermes, γιατί την περίοδο που έγινε η μελέτη ξαφνικά έβρεξε, αναγκάζοντας τους τερμίτες να βγουν μαζικά στην επιφάνεια, από τους οποίους έτρωγαν όλες οι σαύρες της περιοχής. Το ποσοστό της διατροφής σε πρωτεΐνη ήταν υψηλό, γύρω στο 41-50% της ξηρής ύλης, με το κύριο λιπαρό οξύ το C18:1n9c, το οποίο καταλάμβανε το 51-56% των συνολικών λιπαρών, με τα πολυακόρεστα λιπαρά, κυρίως n3 και n6 ν’αποτελούν το 6-8% των λιπαρών. Το 2% του ξηρού γαστρικού περιεχομένου των δράκων της συγκεκριμένης μελέτης αποτελούσε άπεπτη ύλη, την οποία ίσως είχαν καταπιεί κατά λάθος, αλλά πιθανότατα να την είχαν φάει επίτηδες για να προσλάβουν ασβέστιο, αφού ήταν κυρίως θραύσματα οστών. Συχνά οι σαύρες αυτές καταναλώνουν υπόστρωμα και πετραδάκια, πιθανόν για την πρόσληψη ασβεστίου κι άλλων μετάλλων. Όταν υπάρχει πολύ τροφή, οι γενειοφόρι δράκοι τρώνε όσο μπορούν, κι αποθηκεύουν το λίπος στη βάση της ουράς, και στη συνέχεια στην κοιλιά, το οποίο θα χρησιμοποιήσουν όταν η τροφή είναι λιγοστή. Το περισσότερο από το νερό που χρειάζονται το λαμβάνουν μέσω της τροφής ή από μεταβολικές διαδικασίες, και σπάνια συναντούν πόσιμο νερό. Πίνουν όπως και οι περισσότερες σαύρες, μαζεύοντας σταγονίδια από υγρές επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Συνήθως δεν αναγνωρίζουν το στάσιμο νερό ως πόσιμο. Έχουν επίσης παρατηρηθεί να στέκονται με το πίσω μέρος σηκωμένο ψηλότερα κατά τις καλοκαιρινές καταιγίδες, απ’όπου το νερό ρέει προς το στόμα τους και το πίνουν. Πολλοί αγαμίδες έχουν συγκεκριμένες περιοχές αφόδευσης, και το ίδιο κάνουν και οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία – οπότε το ίδιο θα κάνουν και στη φύση -, αφοδεύοντας σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο μακριά από τον τόπο όπου λιάζονται και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους, προφανώς για ν’αποφύγουν την επαναμόλυνση από παράσιτα, τις μύγες και την προσέλκυση των εχθρών. Όπως σ’όλα τα ερπετά και τα πουλιά, τα περιττώματά τους απότελούνται από ένα καφέ μέρος, το κυρίως περίττωμα, και ένα λευκό, το οποίο είναι το ουρικό οξύ. Εξοικονομούν το νερό που πίνουν και παράγουν λίγα υγρά ούρα, μόνο όταν η διατροφή τους είναι πλούσια σε νερό και δεν το χρειάζονται.

Το φυσικό τους περιβάλλον είναι σκληρό. Αν και οι αυστραλιανές έρημοι δεν είναι οι ξηρότερες του κόσμου, το κλίμα της Αυστραλίας είναι ασταθές, και μπορεί να υπάρχουν χρονιές με ασυνήθιστα μεγάλη βροχόπτωση, και χρονιές με ξηρασία. Οι ενήλικες γενειοφόροι δράκοι είναι πολλοί ανθεκτικοί σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, αν και το ίδιο δεν ισχύει για τα μικρότερα άτομα, τα οποία θα πρέπει να τρέφονται συνεχώς για σωστή ανάπτυξη. Σε πολύ δύσκολες χρονιές πιθανόν η αναπαραγωγή τους να αποτυγχάνει. Επίσης έχουν να αντιμετωπίσουνν το πρόβλημα των πυρκαγιών, αφού πολλά οικοσυστήματα της Αυστραλίας εξαρτώνται από περιοδικές φωτιές. Οι φωτιές αυτές είναι κυρίως χαμηλής έντασης και καίνε τα ξερά, αφήνοντας και άκαυστες περιοχές. Δεν είναι γνωστές οι επιπτώσεις της φωτιάς στους γενειοφόρους δράκους, αλλά ανεκδοτολογικά έχει παρατηρηθεί μεγάλος αριθμός σαυρών σε πρόσφατα καμμένες περιοχές, αν κι αυτό δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αποτέλεσμα της φωτιάς που τους έχει κάνει πιο ορατούς ή της άφιξης νέων ζώων. Μπορεί επίσης να είναι σύμπτωση, αν ο παρατηρητής έτυχε να τις συναντήσει σε περίοδο αναπαραγωγής.

Ανεκδοτολογικά ήταν γνωστό ότι οι γενειοφόροι δράκοι έχουν αρκετά υψηλή νοημοσύνη. Αυτό εντούτοις δε μελετήθηκε επιστημονικα μέχρι μία μελέτη του 2014. Στη μελέτη αυτήν αποδείχθηκε ότι τα ζώα αυτά μπορούν να μάθουν μιμούμενα άλλα μέλη του είδους τους. Ένας γενειοφόρος δράκος εκπαιδεύτηκε να ανοίγει ένα πορτάκι, πίσω από το οποίο υπήρχαν αλευροσκούληκα. Έπειτα οι ερευνητές έδειξαν στην πρώτη ομάδα δράκων το βίντεο στο οποίο ο εκπαιδευμένος δράκος άνοιγε το πορτάκι, και στη δεύτερη το πορτάκι ν’ανοίγει από μόνο του. Όλοι οι δράκοι της πρώτης ομάδας κατόρθωσαν να ανοίξουν το πορτάκι για να φάνε τα αλευροσκούληκα, ενώ κανένας δράκος της δεύτερης δεν μπόρεσε να το κάνει. Αυτό υποδηλώνει ότι οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να μάθουν μιμούμενοι τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους τους, και δεν αντιγράφουν απλώς μια συμπεριφορά χωρίς σκοπό, μία αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Μέχρι τότε πιστευόταν ότι μόνο κάποια πουλιά και θηλαστικά έχουν αυτήν την ικανότητα, αν και κάτι παρόμοιο, μολονότι ποιο απλό, είχε διαπιστωθεί στις κοκκινοπόδαρες χελώνες (Chelonoidis carbonaria) παλαιότερα. Εντούτοις οι δράκοι αυτοί δεν είναι τα εξυπνότερα ερπετά. Υπάρχουν σκίγκοι, βαράνοι και κροκοδείλια που έχουν αρκετά υψηλότερη νοημοσύνη.

Οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία

Οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τις πλέον διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία, όπου διατηρούνται κυρίως ως κατοικίδια σε όλον τον κόσμο. Η χαρακτηριστική εμφάνιση, το μεγάλο, αλλά όχι τεράστιο μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι ευκολία στη διατήρηση, στη διατροφή και στην αναπαραγωγή, τις έκαναν αμε΄σως πολύ δημοφιλείς. Εξαιτίας του ήρεμου χαρακτήρα και του μικρού φόβου για τον άνθρωπο, οι γενειοφόροι δράκοι χρησιμοποιούνται κατά κόρον από προγράμματα που αποσκοπούν να φέρουν το κοινό πιο κοντά στα ερπετά. Πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή σχέση με τα ερπετά έχουν αλλάξει γνώμη αφού συνάντησαν γενειοφόρο δράκο. Παρόλα αυτά υπάρχουν κι αυτοί που αντιπαθούν τις σαύρες αυτές, αλλά είναι συνήθως οι ίδιοι που έχουν κι άλλες αναχρονιστικές, σχεδόν δεισιδαιμονικές απόψεις για τα ερπετά, όπως ότι όλα είναι βδελυρά και πονηρά όντα, τα φίδια είναι εσκεμμένα κακά κλπ. Επίσης, χάρη στην τάση του να μην κρύβεται συχνά, το είδος δεν απουσιάζει από ερπετοσυλλογές ζωολογικών κήπων, ενυδρείων και ερπεταρίων. Σε κάθε ζωολογικό κήπο που έχω επισκεφθεί τους έχω συναντήσει. Εκτός αυτού, επειδή είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, χρησιμεύουν ως ζώα μελέτης στο εργαστήριο, κυρίως όσον αφορά τη θερμορρύθμιση στα εκτόθερμα υπό διάφορες συνθήκες. Έχει βρεθεί για παράδειγμα, ότι παρότι τα ενδόθερμα και τα εκτόθερμα ζώα παράγουν και διατηρούν τη θερμότητά τους με διαφορετικούς τρόπους, ο εγκεφαλικός έλεγχος από τον υποθάλαμο είναι παρόμοιος. Έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης σε μελέτες πάνω στην εμβρυακή ανάπτυξη, στην έκδυση, στη διατροφή κλπ.

Η αρχική ιστορία των γενειοφόρων δράκων στην αιχμαλωσία είναι ασαφής. Σήμερα διατηρούνται εκτός Αυστραλίας δύο κυρίως είδη, ο κοινός (P. vitticeps) και ο μικρότερος του Χένρι και του Λόσον (P. henrylawsoni), ο οποίος είναι πολύ σπανιότερος, ενώ εντός Αυστραλίας κοινός είναι και ο μεγάλος ή βαρβάτος γενειοφόρος δράκος (P. barbata). Λέγεται ότι στο παρελθόν η P. barbata διατηρούταν σε πολές συλλογές εκτός Αυστραλίας, αλλά στη συνέχεια κέρδισε η P. vitticeps τον ανταγωνισμό και η πρώτη εξαφανίστηκε, ενώ επίσης λέγεται ότι ορισμένες γιγάντιες γραμμές δράκων, όπως οι γερμανικοί γίγαντες (german giants), που μπορούν να φτάσουν τα 60 εκ, αποτελούν υβρίδια της vitticeps με την barbata. Από την άλλη, πολλοί πληθυσμοί P. vitticeps ταυτοποιούνταν λανθασμε΄να ως P. barbata στο παρελθόν, οπότε πιθανότατα αρκετά μεγάλα άτομα του πρώτου είδους να συγχέονταν με τον μεγαλύτερο συγγενή. Άρα πιθανότατα η P. barbata δεν εγκατέλειψε ποτέ το Νότιο Ημισφαίριο. Οι πρώτοι γενειοφόροι δράκοι εισήχθησαν στη Γερμανία μέσα στη δεκαετία του 1970, ίσως παράνομα, γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η Αυστραλία είχε απαγορεύσει την εξαγωγή πανίδας πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, π.χ. για επιστημονική έρευνα, Λέγεται επίσης ότι οι πρώτοι εκτροφείς δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τον ταπεινό γενειοφόρο δράκο, τον οποίον χρησιμοποιούσαν ως τροφή για βαράνους, αλά αυτό δε μπορώ να το εξακριβώσω. Ανακαλύφθηκε εντούτοις γρήγορα ότι το είδος αυτό αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς κι ότι είναι εύκολο, κι έτσι εξαπλώθηκε στην Ευρώπη. Στις συλλογές των ΗΠΑ έκανε δειλά-δειλά την πρώτη του εμφάνιση τη δεκαετία του 1990, κι έκτοτε η δημοφιλία του αυξανόταν, ώστε σήμερα να θεωρείται η κοινότερη κατοικίδια σαύρα στη χώρα αυτή. Οι αμερικανικές γραμμές είναι λιγότερες από τις ευρωπαϊκές, γι’αυτό κι εκεί παρουσιάζονται περισσότερα γενετικά προβλήματα. Τα είδη P. vitticeps και P. barbata εισήχθησαν επίσης στη Νέα Ζηλανδία, η οποία αργότερα έκλεισε τις εισαγωγές εξωτικών ζώων, αλλά οι πληθυσμοί τους εκεί είναι αυτάρκεις. Οι εκτροφείς εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν περισσότερο να διατηρήσουν το ειδος ζωντανό και να το αναπαραγάγουν, παρά να κρατήσουν καθαρές τις διάφορες τοπικές παραλλαγές (localities), γι’αυτό και οι διάφορες τοπικές παραλλαγές αναμίχθηκαν. Πάραυτα, εξακολουθούν να υπάρχουν ζώα με διαφορετικούς χρωματισμούς, όπως κιτρινωπά και πορτοκαλωπά, τα οποία με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν παραγάγει μορφικά έντονων χρωμάτων. Άλλες γραμμές έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για να χάσουν τα αγκάθια τους ή να μικρύνουν τις φολίδες τους. Τα leatherback έχουν ασυνήθιστα λεία ράχη, με μικροσκοπικές φολίδες, ενώ τα translucent έχουν επίσης σχεδόν διάφανο δέρμα. Υπάρχουν και τα scaleless, τα οποία εντούτοις έχουν πάλι κάποιες μικ΄ρες φολίδες. Τα ζώα αυτά είναι ευάλωτα σε τραυματισμούς και δε θα μπορούσαν να ζήσουν στη φύση. Γενικώς το είδος δεν εμφανίζει συνέπειες από την κλειστή αναπαραγωγή, ωστόσο αρκετές κλειστές γραμμές έχουν μεγαλύτερη συχνότητα προβλημάτων υγείας και μικρότερο τελικό μέγεθος. Γενειοφόροι δράκοι πωλούνται παντού, αλλ’αυτο΄δε σημαίνει ότι όλοι οι πωλητές είναι καλοί. Γενικώς τα ζώα από τα περισσότερα pet shops, είτε συνοικιακά είτε αλυσίδων, δεν φροντίζονται σωστά. Καλύτερη είναι η αγορά ζώου από εκτροφέα απευθείας ή από κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπως το feeders.gr. Επίσης συχνά ανεβαίνουν αγγελίες απ’όσους θέλουν να δώσουν το ζώο τους για οποιονδήποτε λόγο, αλλά αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί ενδέχεται ο προκάτοχος να μη φρόντιζε σωστά το ζώο του και αυτο΄να πάσχει από πολλαπλά προβλήματα υγείας. Τέλος τα πολύ μικρά σε ηλικία ζώα δεν προτείνονται για να ξεκινήσει κάποιος, επειδή είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Τα μεγαλύτερα πάλι θα χρειαστούν λίγη παραπάνω φροντίδα, επειδή είναι στην ανάπτυξη, αλλά είναι ευκολότερα, ενώ τα ενήλικα είναι τα πλέον εύκολα.

Οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούνται συνήθως σε τερράρια, τα ειδικά κλουβια δηλαδή για ερπετά. Τα ενυδρεία δεν είναι κατάλληλα, γιατί έχουν αρκετό ύψος κι όχι ικανοποιητικό πλάτος, κι επίσης ανοίγουν από πάνω, θέση άβολη για το τάισμα, τον καθαρισμό και το χειρισμό. Καλύτερα είναι τα τερράρια που ανοίγουν από μπροστά, που μπορεί να είναι έιτε ιδιοκατασκευές είτε αγορασμένα έτοιμα. Το τερράριο μπορεί να είναι κατασκευασμένο από διάφορα υλικά, και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Το γυαλί για παράδειγμα είναι πλήρως διαφανές, εύκολο στο καθάρισμα και όμορφο, αλά είναι πολύ βαρύ και αγώγιμο στη θερμότητα, οπότε δε μονώνει το τερράριο. Το πλέξι γκλας είναι αρκετά ελαφρύτερο από το γυαλί και πιο μονωτικό, αλλά γρατσουνιέται εύκολα και είναι λιγότερο διαφανές. Το ξύλο είναι άριστος μονωτής, αλά αν δεν είναι βαμμένο σωστά μπορεί να τραβήξει υγρασία και να φουσκώσει, αν κι αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα στους ξηρούς χώρους των γενειοφόρων δράκων. Επίσης είναι πιο δύσκολο στο καθάρισμα από άλα υλικά εξαιτίας των πόρων. Καλύτερα ξύλαείναι τα κόντρα πλακέ θαλάσσης ή η μελαμίνη. Το μέταλλο είναι επίσης αγώγιμο στη θερμότητα και μπορεί να σκουριάσει, ανάλογα με τον τύπο. Ένα τερράριο μπορεί να είναι φτιαγμένο από διάφορα υλικά, για παράδειγμα μπροστά τζάμι και όλο το υπόλοιπο ξύλο, ή μεγάλο μέρος του ξύλο και κάποιες πλευρές τζάμι, ή μεταλλικός σκελετός με τζάμια και ξύλο, κλπ. Εάν οι θερμοκρασίες είναι σταθερά υψηλές, οι γενειοφόρι δράκοι μπορούν να ζήσουν και σε σίτινα κλουβιά (flexarium ή συρμάτινα κλουβιά, αλά αυτά είναι για ελάχιστες περιπτώσεις και υπάρχει κίνδυνος τα πόδια τους να πιαστούν στα ανοίγματα. Το τερράριο ιδανικά θα πρέππει να έχει μήκος δύο φορές το ολικό μήκος της σαύρας και πλάτος μία φορά το ολικο΄μήκος, και το ύψος καλό είναι να είναι αρκετό, όσο περίπου και το πλάτος. Αυτό σημαίνει ότι για έναν δράκο των 50 εκατοστών θα χρειαστεί τερράριο διαστάσεων 100χ50χ50 εκατοστών. Τα ζώα μπορούν να ζήσουν σε οριακά μικρότερους χώρους, αν κι αυτο΄δεν προτείνεται, και φυσικά οι μεγαλύτεροι δε βλάπτουν, αν και για τα πολύ μικρά άτομα προτείνεται ένας μικρότερος χώρος για να ελέγχονται οι συνθήκε ςκαλύτερα και να βρίσκουν την τροφή τους ευκολότερα. Το υπόστρωμα, το υλικό δηλαδή που τοποθετείται στον πυθμένα, μπορεί να είναι από διάφορα υλικά και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Πολλοί βάζουν άμμο, πιστεύοντας λανθασμένα ότι οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από αμμώδεις ερήμους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι όταν ζουν σε αμμώδη περιβάλλοντα, συνήθως είναι σκαρφαλωμένοι ψηλά και πατούν σε στέρεες επιφάνειες. Η άμμος αφενός τους δυσκολεύει στην κίνηση κι αφετέρου καθαρίζεται πολύ δύσκολα, αφού μικροσωματίδια ακαθαρσιών μπορεί να παραμείνουν, κι επίσης δημιουργέι αρκετή σκόνη όταν ταράζεται και είναι βαριά. Μόνο οι σαύρες με κροσσωτά δάκτυλα είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση στην άμμο, και οι συγκεκριμένοι δράκοι δεν τα έχουν. Ένα πιο φυσικό υπόστρωμα είναι μίγμα άμμου και χώματος, αν και είναι βαρύ και δεν είναι απαραίτητο για την ευζωία του δράκου. Ως υπόστρωμα επίσης χρησιμοποιείται και πλαστικός χορτοτάπιτας, παρόλο που ο δράκος δεν κατάγεται από χορταριασμένες περιοχές. Είναι εύκολος στο καθάρισμα, καιτο λερωμένο μέρος μπορεί ν’αντικατασταθεί με ένα καθαρό. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί κεραμίδι, το οποίο στρώνεται στον πυθμε΄να και καθαρίζεται επί τόπου. Γίνεται και να μην έχουν καθόλου υπόστρωμα αν ο πυθμένας καθαρίζεται πολύ εύκολα, αλλά αν η επιφάνεια είναι ολισθηρή αυτο΄δεν προτείνεται, ιδίως αν βρίσκονται στην ανάπτυξη, οπότε αυτό μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στα πόδια τους. Υποστρώματα από φυτικά παραπροϊόντα όπως σπασμένος φλοιός καρυδιού ή προϊόντα καλαμποκιού είναι ακατάλληλα, γιατί δύσκολα περνούν από το πεπτικό σύστημα αν καταποθούν, προκαλώντας ενσφηνώσεις, και κάποια, όπως ο βλαστός του καλαμποκιού ή τα πέλετ τριφυλλιού, μουχλιάζουν γρήγορα. Αρκετοί ωστόσο χρησιμοποιούν μη αρωματικά πριονίδια όπως λεύκας (aspen) χωρίς πρόβλημα, αν και η τροφή θα πρέπει να δίνεται με μεγαλύτερη προσοχή. Το πλέον χρησιμοποιούμενο υπόστρωμα ωστόσο είναι το χαρτί, όπως η εφημερίδα, το χασαπόχαρτο κλπ, το οποίο είναι ελαφρύ, εύκολο στο καθάρισμα, φθηνό ή και δωρεάν. Το μόνο του αρνητικό είναι η κακή του εμφάνιση, αλλά το τερράριο μπορέι να ομορφύνει με διάφορα άλλα πράγματα. Το χαρτί μπορεί να είναι οποιουδήποτε τύπου, αρκεί να μην είναι ολισθηρό. Το τερράριο θα πρέπει επίσης να έχει διάφορες διακοσμήσεις, ώστε ο δράκος να σκαρφαλώνει, να εξερευνά και να κρύβεται. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βράχοι ή ξύλα, αλά αν το υπόστρωμα είναι εκσκάψιμο θα πρέπει πρώτα να τοποθετηθούν τα αντικείμενα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος καταπλάκωσης του ζώου αν αυτο τα υπονομεύσει. Τα κλαδιά θα πρέπει να έχουν το πλάτος του δράκου, και μερικά μπορέι να είναι πλατύτερα; ή και λίγο λεπτότερα, αλά τα πολύ λεπτά δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επειδή οι δράκοι δεν τα προτιμούν. Μπορούν να τοποθετηθούν διάφορα κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις, ώστε να εκμεταλλευθούν όλον τον όγκο του τερραρίου. Επίσης προαιρετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια κρυψώνα, που μπορεί να είναι ξύλινη κατασκευή, σπασμένη γλάστρα, έτοιμη αγορασμένη σπηλιά ή κάτι παρόμοιο, με κατάλληλο μέγεθος – λίγο μικρότερη από το δράκο αρκεί – και στενή είσοδο, στην οποία το ζώο θα κρύβεται. Η κρυψώνα δεν είναι απαραίτητη, και ο δράκος μπορεί να κρυφτεί απλώς πίσω από κάποιο ξύλο ή σε μία γωνία, αλλά προτείνεται. Όλες οι διακοσμήσεις θα πρέπει να είναι γερά τοποθετημένες, και να μην υπάρχει κίνδυνος πτώσεις τους. Αρκετοί κολλούν για ομορφία στον πίσω τοίχο του τερραρίου, αν είναι διαφανής, ένα background που δείχνει φυσικά τοπία, κι αν είναι αρκετά αληθοφανές ο δράκος μπορέι να προσπαθήσει να το σκαρφαλώσει! Ο ψηλότερος βράχος ή ξύλο μπορέι να χρησιμεύσει ως σημείο λιασήματος, όπου ο δράκος θα ανεβαίνει για να λιάζεται. Πάνω από εκέινο το σημείο θα βρίσκονται οι λαμπτήρες που θα προσομοιώνουν τον ήλιο. Σε πολύ μεγάλα τερράρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και λάμπες υδραργύρου, οι οποίες εντούτοις παράγουν πολλή θερμότητα και υπεριώδη ακτινοβολία, άρα δεν είναι κατάλληλες για κατασκευές συνηθών μεγεθών, οπότε στην περίπτωση αυτήν θα χρειαστούν δύο λαμπτήρες. Ο ένας λαμπτήρας θα είναι η λάμπα θέρμανσης, η οποία θ’ανεβάζει τη θερμοκρασία σε κατάλληλα για το δράκο επίπεδα. Οι προτεινόμενες τιμές διαφέρουν από άρθρο σε άρθρο, με άλλους να προτείνουν θερμοκρασίες μεταξύ 35-37 βαθμών κι άλλους μεταξύ 38-40 βαθμών, ενώ σε λίγα άρθρα η προτεινόμενη θερμοκρασία είναι μόλις 32 βαθμοί. Καλύτερο είναι η θερμοκρασία να είναι λίγο υψηλότερη από την προτιμώμενη του δράκου, δηλαδή μεταξύ 38-40 βαθμών, ώστε το ζώο ν’ανεβάζει τη θερμοκρασία του γρήγορα. Τα Wat της λάμπας εξαρτώνται από την απόσταση απότο σημείο λιασήματος και την εξωτερική θερμοκρασία, και συνήθως οι λάμπες που χρησιμοποιούνται είναι από 40 και άνω. Το καλοκαίρι, αν οι θερμοκρασίες βρίσκονται κοντά στην προτιμώμενη ζώνη του δράκου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ασθενέστερη ή και καθόλου λάμπα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η θερμοκρασία του υπόλοιπου χώρου θα διατηρείται υψηλή από τη λάμπα, με ιδανικές τιμές τους 25-30 βαθμούς, αλλά αν η περιβαλλοντική θερμοκρασία είναι χαμηλή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιπλέον μία θερμαντική πλάκα στον πυθμένα του τερραρίου, ή μια κεραμική λάμπα, η οποία μπορεί να παραμένει αναμμένη και το βράδυ. Νυχτερινές θερμοκρασίες μέχρι και τους 18 βαθμούς δεν αποτελούν πρόβλημα. Εάν η θερμοκρασία του σημείου λιασήματος είναι αρκετά υψηλή, ο θερμοστάτης δεν είναι απαραίτητος, αν και αν υπάρχει ρυθμίζει τη θερμοκρασία πολύ ευκολότερα και χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους. Κλάσης ανώτερος είναι ένας ροοστάτης από έναν θερμοστάτη, ο οποίος απλώς αυξομειώνει την ένταση του ρεύματος και δεν αναβοσβήνει τη λάμπα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινές λευκές λάμπες πυράκτωσης, οι οποίες προσφέρουν και φως, κόκκινες λάμπες υπερύθρων, οι οποίες μπορεί να έχουν έντονο κόκκινο φως, αλλά θερμαίνουν άριστα το χώρο, ή κεραμικές λάμπες, οι οποίες δεν παράγουν φως, αλά επίσης θερμαίνουν άριστα. Οι τελευταίες επιδή υπερθερμαίνονται θα πρέπει να βιδώνονται σε κεραμικό ντουί, γιατί το πλαστικό ενδέχεται να λιώσει, όπως προτέινεται άλλωστε και για τις υπόλοιπες. Συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας της λάμπας, επειδή ο δράκος δύσκολα από μόνος του θ’αγγίξει την καυτή επιφάνεια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αν η λάμπα είναι αρκετά κοντά ή είναι κεραμική και βρίσκεται κοντά, καλό είναι να είναι προφυλαγμένη με κάποιο πλέγμα. Ο δεύτερος λαμπτήρας θα είναι αυτός της υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι ένας λαμπτήρας φθορισμού, του οποίου το γυαλί είναι ειδικά κατασκευασμένο, ώστε να επιτρέπει το πέρασμα της υπεριώδους ακτινοβολίας β (uvb), η οποία συμβάλει στη σύνθεση της βιταμίνης d3 από την προβιταμίνη της που υπάρχει στο δέρμα,η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου, αφού χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο από το πεπτικό σύστημα. Η ωφέλιμη ακτινοβολία έχει μήκος κύματος μεταξύ 290- και 320 νανομέτρων, κι εκπέμπεται απ’αυτές τις λάμπες. Υπάρχουν δύο ειδών τέτοιοι λαμπτήρες, σωληνωτοί και βιδωτοί. Οι βιδωτοί είναι πιο βολικοί, αφού βιδώνουν σε ντουί για κοινέ ςλάμπες, αλά παράγουν συγκεντρωμένη ακτινοβολία σε μία εστία, και γι’αυτο΄δε θα πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά στο ζώο. Οι σωληνωτοί διαχέουν την ακτινοβολία σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Οι λάμπες αυτές θα πρέπει να τοποθετούνται στην απόσταση που προτείνει ο κατασκευαστής, δηλαδή γύρω στα 20-30 εκατοστά μακριά, γιατί ηδάλλως, αν είναι πολύ μακριά, η ακτινοβολία εξασθενεί, ενώ αν είναι πολύ κοντά μπορεί να βλάψει τα μάτια του ζώου, το οποίο, αν και ζώο του ήλιου που εκτίθεται σε αρκετή υπεριώδη ακτινοβολία, δε μπορεί ν’ανταπεξέλθει σε τόσο υψηλά επίπεδα. Μία λάμπα απόδωσης στο 10% του φάσματος είναι κατάλληλη γι’αυτό το ερημόβιο ειδος. Η απόδοση των λαμπτήρων αυτών σε ακτινοβολία φθίνει με το χρόνο, και προτείνεται οι λάμπες αυτές ν’αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο, ακόμα κι αν εξακολουθούν να φωτοβολούν. Η λάμπα φθορισμού επίσης θα είναι η κυριότερη πηγή φωτός στο τερράριο. Ο γενικότερος χώρος επίσης θα πρέπει να είναι αρκετά φωτεινός, γιατί οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από φωτεινό περιβάλλον και εκδηλώνουν σωστή συμπεριφορά μόνο υπό έντονο φως. Τα φώτα θα πρέπει να συνδεθούν με χρονοδιακόπτη, ώστε ν’ανάβουν και να σβήνουν σε σταθερές ώρες κάθε με΄ρα. Η σταθερή φωτοπερίοδος είναι δώδεκα ώρες φως, αλλά καλό είναι αυτή να ποικίλει ανάλογα με τις εποχές, με 14 ώρες φως το καλοκαίρι και 10 το χειμώνα. Για να μη διαταράσσεται ο ημερήσιος κύκλος τους, το βράδυ θα πρέπει να έχουν σκοτάδι. Αν η παροχή σκότους είναι αδύνατη, το τερράριο θα πρέπει να σκεπαστεί με κάτι αδιαφανές, όπως ένα σκούρο πανί.

Σε κατάλληλα κλίματα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να στεγαστούν και σε εξωτερικο΄χώρο για μεγάλο μέρος ή και ολόκληρο το έτος. Η εξωτερική στέγαση παρέχει περισσότερο χώρο και άφθονο φυσικό ηλιακό φως. Εντούτοις μεγάλα μειονεκτήματα είναι η πιθανότητα απώλειας του δράκου από απόδραση, αρπακτικά ή ακόμα κι από ανθρώπους που μπορέι να τον κλέψουν – γίνεται κι αυτό! Γι’αυτό η περίφραξη θα πρέπει να θαφτεί στο χώμα για 30 εκατοστά, προτιμότερα βαθύτερα, και ο χώρος να σκεπαστεί από πάνω με κάποιο πλέγμα, αν κι όχι πολύ ψιλή σίτα, επειδή θα κόψει αρκετό από το ηλιακό φως. Μπορούν να διατηρηθούν επίσης σε κατάλληλα διαμορφωμένα θερμοκήπια με ειδικό γυαλί που επιτρέπει την είσοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας ή με παράθυρα που θ’ανοίγουν γι’αυτόν το σκοπό. Ο εξωτερικός χώρος μπορεί να διαμορφωθεί με βράχια, κλαδιά κι άλλα σημεια στα οποία ο δράκος θα σκαρφαλώνει και θα λιάζεται. Πρόβλημα αποτελούν τα πουλιά και τα αεροπλάνα, τα οποία ίσως να τον τρομάζουν. Σε περιοχές της Αυστραλίας όπου ζει ή σε παρόμοιες κλιματικές ζώνες ανά τον κόσμο όπως στη νότια Καλιφόρνια, οι δράκοι αφήνονται να περάσουν το χειμώνα έξω. Συνήθως έχουν μια γωνία κάτω από μια πέτρα ή κορμό που σκάβουν και πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Ακόμα όμως και αν στεγάζεται έξω στα κλίματα που ζει, δεν έχει την επιλογή να πάει όπου θέλει, γι’αυτό θα πρέπει να προφυλάσσεται από την υπερβολική υγρασία. Θα πρέπει να υπάρχουν μόνιμα στεγνές, στεγασμένες περιοχές για τη βροχή, το χώμα να έχει καλή αποστράγγιση και να μη φυτεύονται πολά πλατύφυλλα φυτά στο χώρο του. Στην Ελλάδα ο και΄ρος είναι αρκετά άστατος την άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, με εξαίρεση ίσως κάποια νησιά και κάποιες περιοχές της Κρήτης. Στην Κύπρο ίσως να είναι δυνατό, όπου άλλωστε διατηρούν κροκοδείλια κι άλα τροπικά είδη μονίμως σε εξωτερικό χώρο χωρίς πρόβλημα. Οι περισσότεροι κάτοχοι εντούτοις έχουν ένα βασικό εσωτερικο τερράριο, και βγάζουν το δράκο έξω υπό επιτήρηση κατά τις ηλιόλουστες μέρες, ή τον τοποθετούν σ’ένα φλεξάριουμ με αρκετό μέρος του στη σκιά, ώστε το ζώο να θερμορρυθμίζεται, γιατί ακόμα κι ένα ζώο της σκληρής ερήμου μπορεί να υπερθερμανθεί αν δε μπορέι να διαφύγει στη δροσιά.

Η διατροφή του είδους είναι πολύ εύκολη. Το είδος είναι παμφάγο, αν και τείνι προς την εντομοφαγία. Όπως όλα τα παμφάγα ερπετά, στα αρχικά στάδια της ζωής του, οπότε έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε πρωτεΐνη, τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με ζωική ύλη, ενώ μεγαλώνοντας αρχίζει να εντάσσει και φυτά στο διαιτολόγιό του. Αν και συχνά αναφέρεται ότι η διατροφή ενός ενήλικου γενειοφόρου δράκου αποτελείται κατά 70% φυτά, αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια επιστημονική μελέτη. Απεναντίας, όσες μελέτες έχουν γίνει καταδεικνύουν ότι τα ζώα αυτά είναι κυρίως εντομοφάγα. Μπορεί αν δεν υπάρχουν έντομα να τρέφονται κυρίως με φυτά, αλά υπό κανονικες συνθήκες προτιμούν τα έντομα. Άλλωστε οι περισσότεροι κάτοχοι γενειοφόρων δράκων γρήγορα διαπιστώνουν ότι το ζώο τους προτιμά περισσότερο τα έντομα και μειώνουν την προσφορά φυτικών τροφών, αν και δυστυχώς το αποδίδουν σε κακομαθημενισμό. Από έντομα μπορούν να δοθούν όλα τα διαθέσιμα στο εμπόριο είδη ως τροφή, όπως γρύλλοι (Gryllus bimaculatus και Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς (Shelfordella tartara), άλλα είδη κατσαρίδων, αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) και τα σκαθάρια τους, Μελοσκούληκα (Galleria melonella) και οι πεταλούδες τους, γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio) και τα σκαθάρια τους, προνύμφες μαύρης μύγας στρατιώτη ή phoenix worms (Hermetia illucens) και οι μύγες τους, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina και τα σκαθάρια τους, μεταξοσκώληκες (Bombix mori) και οι πεταλούδες τους, και διάφορα άλλα. Μπορούν επίσης να συλλεχθούν έντομα από τη φύση τα οποία θα προσφέρουν ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία, όπως ακρίδες, γρύλλοι, τζιτζίκια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, αλογάκια της Παναγίας, χρυσομπάμπουρες, κάμπιες, καθώς και σαλιγκάρια και σκουλήκια, αλά θα πρέπει να προέρχονται από περιοχή χωρίς συχνή χρήση φαρμάκων. Επίσης ορισμένα έντομα είναι τοξικά ή ερεθιστικά. Οι τριχωτές κάμπιες, κι αυτές που τρέφονται από τοξικά φυτά όπως ντατούρα θα πρέπει ν’αποφεύγονται, ενώ όσες τρέφονται από ασφαλή φυτά είναι εντάξει. Ένα ακόμα πολύ τοξικό έντομο είναι η πυγολαμπίδα, η οποία ακόμα και μία μπορεί να σκοτώσει έναν ενήλικο γενειοφόρο δράκο. Οι δράκοι δεν την αναγνωρίζουν ως επικίνδυνοι, ίσως επειδή δεν την συναντούν στο θυσικό τους περιβάλλον. Οι λουσιβουφαγίνες που έχει επιφέρουν θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες, και το ζώο πεθαίνει έπειτα από πολές ώρες αγωνίας. Τα περιστατικά σημειώθηκαν στις ΗΠΑ έπειτα από κατανάλωση πυγολαμπιδών του γένους Photinus, αλλά θα μπορούσαν να ισχύουν και για τα δικά μας είδη. Μην το διακινδυνεύσετε! Οι δράκοι μπορούν επίσης αραιά να φάνε και σπονδυλωτά όπως μικρά ποντικάκια, προτιμότερα αποψυγμένα παρά ζωντανά, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η συλλογή σπονδυλωτών από τη φύση δεν προτείνεται, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μόλυνσης με παράσιτα. Από φυτικές τροφές μπορούν να φάνε φύλλα, άνθη, λαχανικά και καρπούς. Φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι, ρόκα, αντίδι, λαχανίδες κι άλλα λαχανοειδή, φύλλα καρότου, μαϊντανός, σέλινο, φύλλα από ραπανάκι, ψιλοκομμένα λαχανικά όπως πιπεριά, κολοκύθι, καρότο, μπιζέλια, φασολάκια, αγριόχορτα όπως ραδίκι ή πικραλίδα, ζοχός, μολόχα ή αγριομολόχα, αλσήνη ή στελλάρια, περδικάκι, κολλιτσίδα, γλιστρίδα ή αντράκλα, και φύλλα από καλλωπιστικά μονοετή, θάμνους ή δέντρα όπως πανσές, γεράνι, νεροκάρδαμο, φύλλα μουριάς, αμπελόφυλλα, φύλλα και άνθη ιβίσκου, φύλλα και άνθη τριανταφυλλιάς, όλα είναι κατάλληλα. Γενικώς όσα πλατύφυλλα φυτά είναι κατάλληλα για ιγκουάνες, χερσαίες χελώνες και κουνέλια είναι κατάλληλα και για γενειοφόρους δράκους. Κάποια λαχανικά, όπως το σπανάκι, περιέχουν αρκετοό οξαλικο΄οξύ που δεσμεύει το ασβέστιο, και γι’αυτο΄θα πρέπει να δίνονται αραιά ή και καθόλου. Τα φρούτα θα πρέπει να ταΐζονται σε μικρές ποσότητες, και μπορεί να είναι οτιδήποτε, εκτός από το αβοκάντο, το οποίο θεωρείται τοξικό (δεν έχουν όλες οι ποικιλίες τοξίνες, αλλά ίσως να έχουν κι επίσης είναι υπερβολικά λιπαρό, οπότε δεν προτέινεται). Τέλος μία ακόμα καλή φυτική τροφή είναι οι βλαστοί φραγκοσυκιάς, ξεφλουδισμένοι χωρίς αγκάθια και κομμένοι κομματάκια, οι οποίοι έχουν αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 70/1, αν και δεν τους τρώνε όλοι οι δράκοι. Το ασβέστιο είναι υψίστης σημασίας στη διατροφή των δράκων, και για να γίνεται σωστά η απορρόφησή του θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία δύο προς ένα με το φώσφορο. Τα περισσότερα από τα παραπάνω φυτά είναι πλούσια σε ασβέστιο, αλά τα έντομα συνήθως δεν είναι, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το πασπάλισμα είναι απαράιτητο για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά, και μπορεί να μη γίνεται σε κάθε γεύμα στα ενήλικα αρσενικά ή στα θηλυκά που δεν αναπαράγονται. Πολλοί δράκοι δε δέχονται πασπαλισμένα φυτά, οπότε το πασπάλισμά τους δεν είναι απαραίτητο. Πολλά ζώα μπορούν επίσης να φάνε καθαρό ασβέστιο, όπως κομματάκια κόκκαλου σουπιάς. Ορισμένα ασπόνδυλα, όπως οι μεταξοσκώληκες, τα phoenix worms και τα σαλιγκάρια είναι αρκετά υψηλά σε ασβέστιο και δε χρειάζονται επιπλέον συμπλήρωση. Η ποικιλία τροφών είναι το καλύτερο, με εναλλαγές στα έντομα, τα οποία με τη σειρά τους θα πρέπει να έχουν τραφεί καλά, και στα φυτά, τα οποία θα πρέπει να είναι φρέσκα και καλής ποιότητας. Υπάρχουν επίσης και έτοιμες τροφές για γενειοφόρους δράκους, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διερευνηθεί από ουδέτερους ερευνητές, οπότε καλύτερα να χρησιμοποιούνται σπάνια ή και ποτέ, ή μόνο ως λύση έκτακτης ανάγκης. Με μια τέτοια διατροφή λοιπόν, οι απόψεις διίστανται αν χρειάζεται συμπλήρωση με πολυβιταμίνες, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι δε χρειάζεται αν υπάρχει ποικιλία τροφής και με άλλους να θεωρούν ότι μια φορά το μήνα λίγο συμπλήρωμα δε βλάπτει. Μεγάλη συζήτηση γίνεται επίσης και για τη συμπλήρωση με βιταμίνη d3, ιδίως για μικρούς δράκους ή δράκους που δεν εκτίθενται στο ηλιακό φως, αλλά στην πραγματικότητα το συμπλήρωμα είναι άχρηστο, αφού σύμφωνα με μια μελέτη, όπου μετρήθηκε η συγκέντρωση της βιταμίνης αυτής στο αίμα νεαρών γενειοφόρων δράκων που εκτίθεντο σε υπεριώδη ακτινοβολία για διάφορους χρόνους ή λάμβαναν συμπλήρωμα σε διάφορες δόσεις, βρήκε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης ήταν υπερπολλαπλάσια στα ζώα που εκτίθεντο στην ακτινοβολία, οπότε το συμπλήρωμα από μόνο του είναι αναποτελεσματικό. Βρέθηκε επίσης ότι δύο ώρες έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία των ειδικών λαμπτήρων είναι αρκετές για τη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων βιταμίνης d3 στους αναπτυσσόμενους γενειοφόρους δράκους. Άρα οι γενειοφόροι δράκοι λειτουργούν περισσότερο όπως τα ημερόβια φυτοφάγα (ιγκουάνες, χελώνες, ουρομάστιγες), στο ότι αξιοποιούν πολύ περισσότερο τη d3 που συνθέτουν από το ηλιακό φως, παρά όπως τα σαρκοφάγα, τα οποία τηναξιοποιούν το ίδιο αποτελεσματικά αν προέρχεται από την τροφή. Μεγάλη συζήτηση γίνεται ακόμα και για το μέγεθος των θηραμάτων, τα οποία θα πρέπει υποτίθεται να είναι όσο η απόσταση μεταξύ των ματιών του ζώου, για να μην πάθει ενσφήνωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο οι ενήλικοι γενειοφόρι δράκοι μασούν καλά την τροφή τους και μπορούν να φάνε αρκετά μεγαλύτερα θηράματα, αν κι όχι μεγαλύτερα από το κεφάλι τους – αν είναι στενόμακρα και λεπτά δεν πειράζει κι αν είναι λίγο μακρύτερα. Τα μικρότερα άτομα ίσως να χρειάζονται περισσότερα και μικρότερα έντομα για λόγους ευπεψίας, αν και είναι δύσκολο να πάθουν ενσφήνωση μόνο από έντομα. Συνήθως συμβάλει σ’αυτο η χρόνια χαμηλής έντασης αφυδάτωση και η κατάποση άπεπτων υλικών. Επίσης οι δράκοι τεμαχίζουν με ευκολία τα φύλλα, οπότε δεν υπάρχει η πιθανότητα να πνιγούν από μεγάλα κομμάτια, όπως λανθασμένα λέγεται, αν και για τα μικρά, τα οποία άλλωστε δεν τρώνε συχνά φύλλα, καλό είναι να δίνονται ψιλοκομμένα. Η τροφή μπορεί να προσφέρετε σε μπολ, και τα ευκίνητα έντομα όπως οι ακρίδες ή οι γρύλλοι μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρίζουν στο χώρο για να τα κυνηγήσει ο δράκος, παρόλα αυτά μπορεί να κρυφτούν προσωρινά σε κάποια γωνία. Αν ο δράκος έχει αφήσει κάποιους γρύλλους, καλό είναι να απομακρύνονται, γιατί ενδέχεται να τσιμπολογήσουν το δράκο αν δεν υπάρχει άλλη τροφή (οι ακρίδες ή οι κατσαρίδες δεν το κάνουν αυτό). Εναλλακτικά, μπορεί να τοποθετηθεί στο τερράριο ένα κκομματάκι λαχανικού όπως πατάτα ή καρότο για να τρώνε από εκεί. Αρκετοί δράκοι μαθαίνουν επίσης να τρώνε νεκρά θηράματα από λαβίδα, όπως κατεψυγμένα ποντίκια ή κονσερβοποιημένα έντομα, τα οποία μπορούν να δίνονται περιστασιακά. Μία σωστή διατροφή και λίγος ψεκασμός ή στάξιμο νερού μπροστά στο δράκο κάθε λίγες μέρες καλύπτουν τις ανάγκες του είδους σε νερό. Πολλοί βάζουν μπολ νερού στο χώρο του ζώου, αλλά στην πραγματικότητα αυτο σπάνια πίνει από εκέι. Η συχνότητα του ταΐσματος ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και τον τύπο της τροφής, με τα μικρά να χρειάζονται καθημερινό τάισμα, και τα μεγαλύτερα και τα ενήλικα κάθε 2-3 μέρες εάν τρέφονται κυρίως με έντομα, αλλά γίνεται να τρώνε και κάθε μέρα αν τρέφονται με πολλά φυτά. Οι σαύρες αυτές μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τροφή και νερό, αν κι αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να τις υποβάλουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Δράκοι έχουν χαθεί και βρεθεί μετά από 4 μήνες για παράδειγμα, και μολονότι ήταν εντελώς αφυδατωμένοι, επανήλθαν στα φυσιολογικά μετά από λίγη παραπάνω φροντίδα. Η συχνότητα της αφόδευσης εξαρτάται από τη συχνότητα σίτησης, αλλά και από τη θερμοκρασία. Γενικώς μια συχνότητα 1-7 ημερών θεωρείται φυσιολογική, κι αν ο δράκος δε δείχνει σημάδια ενόχλησης ή ανορεξίας, που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ενσφήνωση, ακομα και μεγαλύτερος χρόνος δεν είναι πρόβλημα, συνήθως ωστόσο αφοδεύουν κάθε 2-3 μέρες. Τα περιττώματα είναι πιο στερεά εάν το ζώο τρέφεται κυρίως με έντομα και πιο υγρά αν τρέφεται με φυτά, και μπορεί να είναι ακόμα υδαρέστερα αν τρέφεται με φρούτα ή πολύ υδαρή έντομα, όπως μεταξοσκώληκες. Μυρίζουν ελαφρώς από κοντά, αλά απομακρύνονται εύκολα. Οι ενήλικοι γενειοφόροι δράκοι επιλέγουν μία γωνία στο τερράριο όπου αφοδεύουν, οπότε δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από την τοπική αλλαγή του υποστρώματος. Είναι καθαρά ζώα και δεν πλησιάζουν την περιοχή, εάν το περίττωμα δεν απομακρυνθεί. Σπάνια τα πατούν, κι αυτό μονο αν ο χώρος είναι πολύ στενός και δεν έχουν πού να πα΄νε, ή το τερράριο είναι βρώμικο και παραμελημένο. Σπάνια αφοδεύουν εκτός της γωνίας τους, αλλά μπορεί να τύχει. Σε περίπτωση που αφοδεύσουν πάνω στο σημείο λιασήματος, προτιμούν να μείνουν σε χαμηλότερη θερμοκρασία παρά να λιαστούν εκεί. Τα περιττώματα από ανεπιθύμητες περιοχές μπορούν να σκουπιστούν μ’ένα πανί, και μετά η περιοχή να καθαριστεί με λευκο ξίδι, κι αν χρειάζεται απολύμανση μπορέι να χρησιμοποιηθεί διάλυμα χλωρίνης. Τα ίχνη των καθαριστικών θα πρέπει ν’απομακρυνθούν με νερό, ώστε να μην ενοχληθεί ο δράκος. Αντίθετα, οι νεαροί γενειοφόροι δράκοι που δεν έχουν ακόμα κάποια οριοθετημένη περιοχή, μπορεί ν’αφοδεύσουν οπουδήποτε.

Η χειμερία νάρκη είναι ένα ακόμα αμφιλεγόμενο θέμα, με άλλους να υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητη για τη ευζωία του ζώο κι άλλους ότι είναι προαιρετική, ή ακομα και ανεπιθύμητη. Εγώ είμαι υπέρ της νάρκης, αφού αυτό έκαναν τα ζώα αυτά εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, και η προσπάθειά μας να τους αλάξουμε το βιολογικό ρολόι ίσως να τα βλάπτει περισσότερο απ’όσο ωφελεί. Είναι γνωστό ότι η εποχιακή πτώση του μεταβολισμού παρατείνει τη ζωή πολών εκτόθερμων, και ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στα ερπετά. Παρόλα αυτά δεν είναι όλοι οι δράκοι το ίδιο ευαίσθητη στις εποχιακές μεταβολές, και ίσως αυτό ν’αντανακκλά τις περιοχές απ’όπου κατάγονται οι πρόγονοί τους, με τους απογόνους των ζώων των βορειότερων και τροπικότερων περιοχών να είναι λιγότερο πιθανό να πέσουν σε νάρκη. Γενικώς όμως εάν στο τερράριο η φωτοπερίοδος μειωθεί και τα ζώα μπορούν ν’αντιληφθούν τις φθίνουσες θερμοκρασίες, θ’αρχίζουν από το φθινόπωρο να ετοιμάζονται για νάρκη. Μπορέι να τρώνε λιγότερο και μόνο τις αγαπημένες τους τροφές, μπορεί να κοιμούνται νωρίτερα και να λιάζονται λιγότερο. Τελικά θα κρυφτούνσ την τρύπα τους, και θα κάνουν μέρες να βγουν. Πολλοί αφήνουν τα φώτα αναμμένα όλο το χειμώνα, αλλά στην πραγματικότητα ο δράκος που κοιμάται δεν τα χρειάζεται και είναι πολύ απίθανο να βγει να λιαστεί. Εάν ωστόσο κοιμάται σε θερμοκρασίες δωματίου, μπορεί να κάνει διακεκομμένη νάρκη, όπου μπορεί περιοδικά να εμφανίζεται, ενώ αν τα φώτα παραμένουν αναμμένα μπορεί μερικές φορές να λιάζεται ή να φάει και λίγο. Εναλλακτικά μπορεί να περάσει από βαθιά νάρκη, όπου μετακινείται μαζί με το τερράριο σε μέρος με χαμηλότερες θερμοκρασίες, ή τοποθετείται σε κουτί γεμάτο με χαρτιά σε χώρο με χαμηλές θερμοκρασίες. Πριν τη βαθιά νάρκη, το πεπτικό του σύστημα θα πρέπει να έχει αδειάσει από κάθε τροφή, γιατί η μεν τροφή στο στομάχι μπορεί να σαπίσει δημιουργώντας πολλά προβλήματα, τα δε περιττώματα μπορεί να στεγνώσουν και να είναι δυσκολότερη η αποβολή τους την επόμενη άνοιξη. Αν οι θερμοκρασίες στο χώρο μεταβάλλονται αρκετά, το κουτί μπορέι να μονωθεί με φελιζόλ. Η θερμοκρασία μένει μεταξύ 5 και 15 βαθμών, και το ζώο δεν κινείται σχεδόν καθόλου σ’αυτήν την κατάσταση. Λίγε ςμέρες με υψηλότερη θερμοκρασία δε θα βλάψουν, αλλά οι θερμοκρασίες υπό του μηδενός θα σκοτώσουν το ζώο, ή θα του προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα. Να θυμάστε ότι οι δράκοι κατάγονται από περιοχές με ηπιότερο χειμώνα από το δικό μας. Οι περιοδικοί έλεγχοι του δράκου προτείνονται, στο οποίο διάστημα θα του δίνεται λίγο νερό με σταγόνες στη μουσούδα του, τις οποίες αν διψάει θα πιει. Το μπάνιο σε χλιαρό νερό για ζώο που είναι σε βαθιά νάρκη το ξυπνάει και το στρεσάρει άσκοπα και είναι εν τέλει άχρηστο. Η νάρκη διαρκεί 2-5 μήνες, με τα θηλυκά να κοιμούνται λιγότερο από τα αρσενικά, επει΄δη εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστότερες μέρες του φθινοπώρου για τη συσώρευση λίπους για την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο. Τα ζώα επίσης μικρότερα του ενός έτους δεν προτείνεται να πέσουν σε νάρκη, αλλά να συνεχίζουν να τρέφονται κανονικά για να μεγαλώσουν. Στη φύση, τα μικρόσωμα ερπετά, επειδή θερμαίνονται πιο γρήγορα, εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστές μέρες του φθινοπώρου και του χειμώνα, οπότε κοιμούνται πολύ λιγότερο. Άλλωστε οι δράκοι κάτω των 7 μηνών από μόνοι τους δεν ετοιμάζονται για νάρκη. Την άνοιξη οι δράκοι θ’αρχίσουν να ξυπνούν από μόνοι τους, αλλιώς μπορούν ν’αφυπνιστούν τεχνητά. Μετά μπορούν ν’ανάψουν πάλι τα φώτα, και η φροντίδα συνεχίζεται όπως πρώτα. Αν και δε θα έχουν χάσει αισθητά βάρος κατά τη νάρκη, η όρεξή τους αυξάνεται υπερβολικά, και στα πρώτα γεύματα θα τρώνε μεγάλες ποσότητες. Τότε θα είναι έτοιμοι για αναπαραγω΄γη.

Επειδή η αναπαραγωγή του είδους είναι εύκολη, δε σημαίνει ότι ο καθένας θα πρέπει να την επιχειρήσει. Σε χώρες του εξωτερικού όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ υπα΄ρχει υπερπληθυσμός στους γενειοφόρους δράκους, όπως και σε άλλα κοινότερα κατοικίδια ζώα γι’αυτόν το λόγο, γιατί ο καθένας θέλει ν’αναπαραγάγει το ζώο του μόνο και μόνο για να δει πώς είναι η διαδικασία, με αποτέλεσμα πολλά ζώα να παραμελούνται και τα μη μορφικά μικρά να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Μόνο εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι θα μπορεί να βρει σωστούς αποδέκτες για τα μικρά θα πρέπει να σκεφτεί την αναπαραγωγή του είδους. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 30 αυγά, και 3-5 φορές το χρόνο. Αν και δεν είναι υποχρεωτικό να επωάσει κανείς όλα τα αυγά, τότε δεν υπάρχει λόγος υποβολής του θηλυκού στο στρες της όλης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το πλατύτερό τους κεφάλικαι τα μεγαλύτερά τους γένια, καθώς κι από τους εμφανέστερους πόρους, αλλά στο μέγεθος είναι παρόμοια. Ο πιο ασφαλής τρόπος διαχωρισμού τους ωστόσο είναι από τα γεννητικά όργανα. Εάν σηκωθεί η ουρά 90 μοίρες πάνω από το ζώο, στα αρσενικά θα φανούν δύο φουσκώματα πίσω από την αμάρα, τα οποία είναι οι θήλακες των ημιπεών, ενώ στα θηλυκά υπάρχει ένα κεντρικό μικρό φούσκωμα. Ο διαχωρισμός του φύλου μ’αυτόν τον τρόπο είναι δυνατός μετά τους 6 μήνες. Αν και τα ζώα μπορεί ν’αναπαραχθούν και χωρίς νάρκη, και δεν είναι σπάνιο το ζευγάρωμα οποιαδήποτε εποχή του έτους, η νάρκη δίνει μεγαλύτερη επιτυχία. Μετά τη νάρκη, κι αφούτα ζώα τρέφονται κανονικά, μπορεί το αρσενικό να συναντηθεί με το θηλυκό. Σχε΄δον σίγουρα θα ζευγαρώσουν, και μπορούν ν’αφεθούν να ζευγαρώσουν κι άλες φορές, προσέχοντας μόνο μην αρχίζουν να μαλώνουν. Η μόνιμη στέγαση άνω του ενός δράκου δεν προτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Δύο αρσενικά είναι σίγουρο ότι θα μαλώσουν για την κυριαρχία, ή ο υποτακτικός θα δέχεται συνεχώς εκφοβισμό και δε θα μπορεί να τραφεί και να θερμορρυθμιστεί, εκτός κι αν ο χώρος είναι τεράστιος και μπορούν και τα δύο να εγκαθιδρύσουν τις περιοχές τους, ένα ζευγάρι σίγουρα θα αναπαραχθεί, ενώ το αρσενικό μπορεί να παρενοχλεί υπερβολικά το θηλυκό – αυτό λύνεται αν υπάρχουν περισσότερα θηλυκά, αλλά τότε θα υπάρχουν και περισσότεροι απόγονοι -, ενώ δύο θηλυκά σε αρκετό χώρο συχνά συμβιώνουν, αν κι όχι πάντοτε. Εάν λοιπόν όλα πάνε καλά, το θηλυκό θ’αρχίζει να φουσκώνει και μετά από 30-40 μέρες θα είναι έτοιμο να γεννήσει τα αυγά του. Μερικά θηλυκά φουσκώνουν τόσο πολύ που τα αυγά είναι ορατά, ενώ με προσοχή μπορούν να ψηλαφιστούν σαν μικρά μπαλάκια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να τρέφεται με αρκετά έντομα και να δέχεται άφθονο ασβέστιο. Λίγες μέρες πριν γεννήσει, μπορεί να σταματήσει να τρώει και να γίνει ανήσυχο, σκάβοντας στις γωνίες και ψάχνοντας την κατάλληλη θέση για να κάνει φωλιά. Εάν δεν υπάρχει χώρος ωοτοκίας στο τερράριο, το θηλυκό θα πρέπει να μεταφερθεί σε δοχείο με νοτισμένο χώμα βάθους τουλάχιστον 20 εκατοστών, όπου η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 27 βαθμούς, στο οποίο θα σκάψει. Αφού γεννήσει με την ησυχία του και σκεπάσει τη φωλιά, μπορεί ν’απομακρυνθεί και τα αυγά να μεταφερθούν σε κάποιο δοχείο με περλίτη ή βερμικουλίτη (τα καλύτερα μέσα επώασης) αναμεμιγμένο με ίση ποσότητα νερού κατά βάρος. Τα αυγά δε θα πρέπει να μετακινηθούν κατά τη μεταφορά, και για τη διασφάλιση της σωστής θέσης, μπορούν να μαρκαριστούν στην κορυφή με κάποιον μη τοξικό μαρκαδόρο. Έπειτα η γέννα θα πρέπει να μεταφερθέι σε ήδη ρυθμισμένο γύρω στους 29 βαθμούς εκκολαπτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι είτε ιδιοκατασκευής είτε έτοιμος, όπου θα εκκολαφθούν σε 55-70 ημέρες. Θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών θα σκοτώσουν τα έμβρυα. Καλύτερο είναι ωστόσο να μην επωάζονται στο ανώτερο θερμικό όριο, διότι μπορεί να εκκολαφθούν νωρίτερα, αλλά θα έχουν κάψει επιπλέον ενέργεια λόγω του γενικώς υψηλότερου μεταβολισμού, κι έτσι θα γεννηθούν μικρότερα. Τα αυγά θα πρέπει να τοποθετηθούν σε απόσταση λίγων εκατοστών μεταξύ τους, επειδή κατά την επώαση θα τραβήξουν νερό και θα διογκωθούν. Αν ένα αυγο μουχλιάσει λίγο, δε σημαίνει ότι σάπισε, και η μούχλα μπορεί να τριφτεί ελαφρώς. Αν ωστόσο μουχλιάσει κι αρχίζει να μυρίζει άσχημα σημαίνει ότι σάπισε και πρέπει να απομακρυνθεί. Τα αγονιμοποίητα αυγά, τα οποία επίσης θα πρέπει να απομακρυνθούν γιατι θα σαπίσουν, κιτρινίζουν σε λίγες μέρες, και συνήθως είναι μικρότερα. Για τη διαπίστωση της γονιμότητας ενός αυγού αν έχετε αμφιβολία, μπορείτε να το τοποθετήσετε μπροστά από μία δυνατή πηγή φωτός σε σκοτεινό χώρο, κι αν διαφανούν αιμοφόρα αγγεία είναι γόνιμο. Κατά την εκκόλαψη, τα μικρά συνήθως εκκολάπτονται συγχρόνως. Μπορεί να μείνουν αρκετές ώρες με τη μυτούλα τους έξω από το αυγό, αλλά στη συνέχεια θα βγουν. Επειδή το είδος γεννά πολλά αυγά, είναι φυσιολογικό κάποια αυγά να χαλάσουν και κάποια μικρά να μη βγουν ποτέ από το αυγό. Τα μικρά είναι πιο ευαίσθητα κι αφυδατώνονται εύκολα, γι’αυτο θα πρέπει αρχικά να μεταφερθούν σε χώρο με υψηλότερη υγρασία, όπου το υπόστρωμα θα είναι ελαφρώς νοτισμένα χαρτιά. Αρχικά θα τρέφονται από τα απομεινάρια του λεκηθικού τους σάκου, ο οποίος μπορεί να είναι ορατός σε μερικά, αλά μέσα σε λίγες μέρες έως μια εβδομάδα θ’αρχίζουν να τρώνε μικρά έντομα, κι έκτοτε η όρεξή τους θα είναι ασταμάτητη. Μπορούν να φάνε 20-30 μικρά έντομα, όπως νεογέννητους γρύλλους ή κατσαρίδες, δύο ή και τρεις φορές την ημέρα κάθε ημέρα. Για να υποστηριχθεί αυτός ο υψηλός μεταβολισμός, χρειάζονται μία θερμή περιοχή στους 40 βαθμούς, καθώς και την λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας και συμπλήρωση ασβεστίου στην τροφή. Αρκετοί τους προσφέρουν και φυτικές τροφές εξαρχής, αν και σε τέτοια ηλικία δεν τις τρώνε, και ίσως να μη μπορούν ακόμα να τις χωνέψουν κιόλας. Το καλύτερο είναι ωστόσο να τις φάνε όσο το δυνατον νωρίτερα, ώστε να τις συνηθίσουν. Το διάστημα αυτό είναι αρκετά κρίσιμο για την ανάπτυξή τους, και ακόμα και αρκετές μέρες χωρίς σωστή διατροφή και φωτισμό μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία τους. Το τερράριο θα πρέπει να είναι απλό, ώστε να καθαρίζεται εύκολα. Όσο μεγαλώνουν τα μικρά, θα πρέπει να διασπώνται σε μικρότερες ομάδες, ιδίως αν παρατηρηθούν ανισότητες. Πάντοτε θα υπάρχουν αυτά που μεγαλώνουν με βραδύτερους ρυθμούς και χάνουν στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα. Αυτά σε εξαιρετικές περιπτώσεις ίσως να χρειαστούν τάισμα ξεχωριστά από τα άλλα. Συχνά τα δρακάκια θα μαζεύονται όλα κάτω από τη λάμπα. Έγινε μια μελέτη για να διαπιστωθεί αν αυτό είναι αποτέλεσμα συνεργασίας για τη διατήρηση της θερμότητας ή ανταγωνισμού, και βρέθηκε πως είναι απλώς αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Επίσης κατά το τάισμα, μέσα στην ανακατωσούρα από τα πολλά μικρά έντομα και τα δρακάκια που τρέχουν, δεν είναι σπάνιο ένα μικρό να μπερδευτεί και να κόψει κάποιο δάκτυλο ή το άκρο της ουράς ενός άλλου. Οι πληγές αυτές κλείνουν αμέσως σ’αυτήν την ηλικία, και γι’αυτό είναι σύνηθες κάποιος δράκος να μην έχει την άκρη της ουράς του ή κάποιο δάκτυλο. Στους δύο μήνες, όταν τα μικ΄ρα έχουν φτάσει τα 15 εκατοστά, θα είναι έτοιμα για πώληση. Μέχρι τον ενάμισι χρόνο θα μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ στους επόμενους μήνες θα μεγαλώνουν βραδύτερα και θα γεμίζουν. Εντωμεταξύ το θηλυκο θα συνεχίζει να γεννά κι άλλα αυγά. Η καλή του διατροφή κατά την ανάπτυξη των αυγών και αμέσως μετά την ωοτοκία επιβάλλεται. Η τελευταία της γέννα ξεχωρίζει, γιατί περιέχει αρκετά αγονιμοποίητα αυγά.

Με τη σωστή φροντίδα, οι γενειοφόρι δράκοι σπάνια υποφέρουν από προβλήματα υγείας. Οι κακές συνθήκες ωστόσο, αν κι όχι μόνο αυτές, μπορούν να οδηγήσουν σε αριθμό προβλημάτων. Η μεταβολική νόσος των οστών (mbd) είναι η συχνότερη ασθένεια σε δράκους που δε λαμβάνουν ικανό ασβέστιο, υπεριώδη ακτινοβολία, και τα δύο ή η θερμοκρασία τους είναι αρκετά χαμηλή εμποδίζοντας τη σύνθεση της βιταμίνης d3. Λέγεται και δευτερογενής διατροφικός υπερπαραθυραιοειδισμός. Οι παραθυραιοειδείς αδένες βρίσκονται πλευρικά του θυραιοειδούς κι ελέγχουν τα ποσά του ασβεστίου στο αίμα. Αν το ασβέστιο είναι αρκετά χαμηλό, εκκρίνουν την παραθυραιοειδική ορμόνη, η οποία εκλύει ασβέστιο από το σκελε΄το, ο οποίος σταδιακά αδυνατίζει. Τα πρώτα συμπτώματα είναι σπογγώδης κάτω γνάθος και οίδημα στα πόδια και στα δάχτυλα, και έπειτα προχωρούν σε γενικευμένα μαλακά οστά, σοβαρά προβλήματα στην κίνηση, τρόμο, ευπάθεια σε κατάγματα, ακόμα και της σπονδυλικής στήλης, αδυναμία και τελικά θάνατο. Στα αρχικά στάδια η νόσος αντιστρέφεται, αλλά οι τυχόν παραμορφώσεις που προκάλεσε, όπως στραβά δάχτυλα και ουρά, θα παραμείνουν. Τα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πολύ ευπαθή, ενώ τα ενήλικα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παροδικές ελλείψεις με τα αποθέματά τους. Σε μία μελέτη όπου μετρήθηκαν τα ποσά του ασβεστίου και της βιταμίνης d3 στο αίμα ενήλικων θηλυκών γενειοφόρων δράκων που είχαν εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία κι έτρωγαν σωστά για 6 μήνες, βρέθηκε ότι τα ποσά, αν κι έφθιναν σταδιακά, δεν έπεσαν εκτός των φυσιολογικών ορίων στο πέρας των 83 ημερών της μελέτης, όπου τα ζώα λάμβαναν διατροφή χαμηλή σε d3 και δε δέχονταν υπεριώδες φως. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμελούμε τους δράκους μας, απλώς ότι η uvb δεν είναι επιτακτική ανάγκη σε ένα μεγαλωμένο δράκο, δηλαδή αν καεί η λάμπα κι αντικατασταθεί μετά από μια βδομάδα, το ζώο δε θα πάθει τίποτα. Η εντερική ενσφήνωση είναι ένα ακόμα κοινό πρόβλημα, και πολλά αίτια συμβάλλουν σ’αυτό. Σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα σκληρά έντομα ή κάποιο μικρό ξένο σώμα που μπορεί να κατάπιε ένας υγιής γενειοφόρος δράκος, αφού οι σαύρες αυτές συχνά καταπίνουν χαλικάκια κι άλλα σκληρά υλικά για να προσλάβουν ασβέστιο κι άλα μεταλλικά στοιχεία. Συνήθως θα πρέπει να υπάρχει χρόνια ήπια αφυδάτωση, κι ο δράκος να καταπίνει χρονίως κάτι που δε μπορεί να χωνέψει, όπως ακατάληλα υποστρώματα, π.χ. σπασμένα τσόφλια καρυδιού, φλοιούς δέντρων κλπ, ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο. Τα υλικά αυτά φράζουν το έντερο, εμποδίζοντας τη μετακίνηση των τροφών. Σε ελαφριές περιπτώσεις, με ένα χλιαρό μπάνιο και μάλαξη στην κοιλιά το πρόβλημα μπορεί να διορθωθεί, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, αλλιώς το ζώο θα οδηγηθεί στο θάνατο. Συνήθως με την ενσφήνωση το ζώο σταματά να τρώει και εμφανίζει μια μελανιά στο σημείο της ενσφήνωσης. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η δυσέκδυση, συνήθως από χαμηλή υγρασία. Αν και μια κανονική υγρασία της τάξης του 30-40’% είναι κατάλληλη γι’αυτό το είδος, όταν βρίσκεται σε έκδυση χρειάζεται ελαφρώς πιο αυξημένη υγρασία, ώστε το παλιό δέρμα ν’αποκολληθεί απροβλημάτιστα. Ως ξηρόβιο είδος, δε χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα ελαφρύ ψέκασμα, αν και πολλοί κάνουν μπάνιο το δράκο τους σε ρηχό νερό, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Παρόλα αυτά σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, ιδίως σε νεαρά και αναπτυσσόμενα ζώα, το παλιό δέρμα μπορεί να μείνει στις άκρες των δακτύλων ήτ ης ουράς, το οποίο με τον καιρό θα συρρικνωθεί, θα διακόψει την κυκλοφορία και τελικά θα οδηγήσει στη νέκρωση και στην πτώση του μέλους. Ένα ακόμα αρκετά κοινό, αλλά λίγο αναγνωρισμένο πρόβλημα είναι η περιοδοντική νόσος, η οποία προκαλείται καθαρά από ακατάλληλη τροφή. Πολλοί κάτοχοι γενειοφόρων δράκων, φοβούμενοι ότι τα ζώα τους θα πάθουν ενσφήνωση από σκληρές τροφές, δεν τους ταΐζουν τέτοιες τροφές στις οποίες είναι προσαρμοσμένοι, με αποτέλεσμα να μαζεύεται υλικό στη μέσα πλευρά της οδοντοστοιχίας, το οποίο οδηγεί σε μολύνσεις, οι οποίες μπορούν να διαβρώσουν τη γνάθο, να αναγκάσουν το ζώο να σταματήσει να τρώει, και τελικά να οδηγήσουν σε σηψαιμία και θάνατο. Κανονικά η οδοντοστοιχία καθαρίζεταιμε τη μάσηση σκληρών τροφών, όπως ινωδών φυτών και σκληρών εντόμων. Η πάθηση διορθώνεται, αλλά μπορεί να υποτροπιάσει. Η παχυσαρκία είναι ένα ακόμα ελάχιστα αναγνωρισμένο πρόβλημα, και φέρνει τα ίδια προβλήματα που φέρνει και στους ανθρώπους. Η σωματική άσκηση δεν ωφελεί τα ερπετά, αφού έχουν πολύ χαμηλότερη αερόβια ικανότητα και έτσι δε μπορούν ν’ασκηθούν παρατεταμένα. Η μόνη λύση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι η μείωση της πρόσληψης τροφής, ώστε ν’αναγκαστει΄το ζώο να κάψει το λίπος του. Ίσως η έλλειψη σωστών εποχιακών κύκλων με χειμερία νάρκη να είναι μια των αιτιών που οδηγεί στην παχυσαρκία, αφού το ζώο συγκεντρώνει λίπος για το χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Οι δράκοι μπορούν επίσης να πάθουν διάφορες αμυχές, μικροτραυματισμούς αλά και κατάγματα οστών από ατυχήματα κατά τη δραστηριότητά τους, τα οποία συνήθως αντιμετωπίζονται. Κάποιο νύχι τους επίσης μπορει΄να βγει αν προσπαθήσουν να σκαρφαλώσουν μια σίτα για παράδειγμα και δυσκολευτούν να το ξεμπλέξουν. Επίσης μπορεί να μολυνθούν από ενδοπαράσιτ αόπως σκουλήκια του εντέρου και πρωτόζωα, τα οποία εμφανίζονται στα περιττώματα, τα οποία μπορεί να έχουν διαφορετική σύσταση – συνήθως είναι πιο υγρά και μυρίζουν άσχημα (συχνότερο με τα πρωτόζωα). Γι[‘αυτό η καραντίνα είναι σημαντική για όλα τα νεοφερμένα ζώα μιας συλλογής. Τα παράσιτ αωστόσο αντιμετωπίζονται με τα κατάλληλα φάρμακα. Δύο άλλες λοιμώδεις ασθένειες που καταστρέφουν τις συλλογές είναι ο αδενοϊός των αγαμιδών και ο κίτρινος μύκητας. Ο ιός προσβάλλει όλους τους δράκους, προκαλώντας συστημικά συμπτώματα στα περισότερα οργανικά συστήματα (καχεξία, νευρολογικά προβλήματα κλπ), κατάπτωση και θάνατο. Όσοι δεν πεθαίνουν μπορεί να παραμείνουν με χρόνια συμπτώματα, ενώ αρκετοί είναι ασυμπτωματικοί φορείς. Δεν είναι ακόμα απολύτως γνωστός ο τρόπος μετάδοσης της νόσου, αλλά μάλλον γίνεται με άμεση επαφή. Θεραπεία δεν υπάρχει. Ο κίτρινος μύκητας είναι το ανάμορφο του είδους Chrysosporium. Εμφανίζεται αρχικά ως κίτρινες δυσχρωμίες στο δέρμα, κι έπειτα εξαπλώνεται, αλλοιώνοντας το δέρμα του ζώου και οδηγώντας τελικά στο θάνατο. Η θεραπεία συνήθως αποτυγχάνει, και στις περιπτώσεις που εντοπίζεται νωρίς μπορεί να χρειαστεί ο ακρωτηριασμός κάποιου προσβεβλημένου μέλους, για να μην εξαπλωθεί ο μύκητας αλλού. Οι δύο αυτές ασθένειες πλήττουν προς το παρόν μόνο αμερικανικές συλλογές, οπότε δε μας επηρεάζουν. Οι δράκοι σπάνια παθαίνουν αναπνευστικές λοιμώξεις, αλλά μπορεί να πάθουν αν βιώσουν απότομες θερμοκρασιακές μεταβολές, υψηλή υγρασία και το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι πεσμένο. Η φωτοκερατοεπιπεφυκίτιδα προξενείται από έκθεση σε αφύσικα υψηλά ποσά υπεριώδους ακτινοβολίας, συνήθως από πολύ δυνατές λάμπες. Αντιμετωπίζεται, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μείνουν μόνιμες βλάβες. Η δυστοκία είναι σπάνια σ’αυτό το είδος, και τα θηλυκά συνήθως θα σκορπίσουν τα αυγά τους αν δεν έχουν τόπο να τα γεννήσουν, π.χ. σε συνθήκες παραμέλησης, αν και συμβαίνει να τα κατακρατούν με ολέθρια αποτελέσματα. Εκτός από τα επίκτητα προβλήματα, οι δράκοι μπορεί να γεννηθούν με κάποια πάθηση, είτε γενετική είτε από ατυχήματα στην επώαση. Μπορεί να γεννηθούν μικρά που δε μεγαλώνουν και πεθαίνουν, μικρά με νευρολογικά προβλήματα, προβλήματα σταμάτια, στα πόδια, περισσότερα ή λιγότερα δάχτυλα, κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις καταστάσεις αντιμετωπίζονται, ενώ για άλλες προτείνεται η ευθανασία. Ζώα με τέτοιες παθήσεις δε θα πρέπει ν’αναπαράγονται. Εκτός από τις εκ γενετής παθήσεις, κοινές στο είδος είναι και οι παθήσεις της τρίτης ηλικίας, αφού είναι ένα σχετικά βραχύβιο ερπετό με εμφανή κατάπτωση στα γεράματα, σε αντίθεση με άλλα μακρόβια π.χ. οι χελώνες που δείχνουν να μη γεράζουν καθόλου. Οι γέρικοι δράκοι κινούνται λιγότερο, μπορεί να τρώνε λιγότερο και ν’αδυνατίζουν, δυσκολεύονται να σκαρφαλώσουν, και τελικά κάτι τους σκοτώνει. Έχουν περιγραφεί πεπτικά, οφθαλμικά, καρδιαγγειακά προβλήματα, αλλά και πολλοί καρκίνοι, όπως του οισοφάγου, του παγκρέατος, του δέρματος, λευχαιμία κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις αντιμετωπίζονται, ενώ άλλες όχι. Ένας κτηνίατρος εξειδικευμένος για ερπετά βοηθά σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να μην πάθει τίποτα ο δράκος, αλλά είναι αναγκαίο να ξέρετε έναν όπου θα μπορείτε να τον πάτε αν υπάρχει πρόβλημα.

Ένας υγιής γενειοφόρος δράκος που έχει προσαρμοστεί στο περιβάλλον του θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανονικά. Θα περνά αρκετές ώρες της ημέρας ακίνητος, είτε να λιάζεται είτε να ξεκουράζεται κάπου αλλού. Δεν είναι υπερβολικά δραστήριο είδος, αλλά θα πρέπει να δραστηριοποιείται κάποιες φορές μέσα στην ημέρα. Όταν δραστηριοποιείται κινείται αρκετά, σκαρφαλώνει, μπορεί και να πηδάει από το ένα μέρος στο άλλο μερικές φορές. Θα πρέπει να είναι παρατηρητικός και να προσέχει τα πάντα. Αν προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο τζάμι για να φύγει, μπορεί κάτι να μην είναι σωστο στο χώρο του ή να στρεσάρεται από το είδωλό του – ιδίως τα αρσενικά -, γι’αυτό και προτιμότερα δε θα πρέπει όλο το τερράριο να είναι διαφανές και να μη χτυπούν τα φώτα απευθείας στο τζάμι. Παρόλα αυτά αν το κάνει σπάνια δεν είναι πρόβλημα. Μπορεί να κοιμάται είτε χωμένος κάπου, είτε πλακέ πάνω σε κάποιο κλαδί, κι αυτο΄είναι φυσιολογικό. Οι δράκοι γρήγορα μαθαίνουν ότι οι κάτοχοί τους τους παρέχουν τροφή, και μπορεί να πλησιάζουν στην πόρτα του τερραρίου όταν κάποιος έρχεται. Μπορούν να μάθουν ακόμα και το όνομά τους, αν το συνδυάσουν με τροφή. Ξεχωρίζουν τα άτομα που τους φροντίζουν, με τα οποία νιώθουν πιο ασφαλείς, αλλά υπάρχουν και άτομα που νιώθουν το ίδιο άνετα με όλους. Ανέχονται το χειρισμό περισσότερο ίσως από κα΄θε άλλη σαύρα, και δε φοβούνται εύκολα, ακομα κι αν μετακινηθούν προσωρινά αλλού, σε άγνωστο μέρος. Ο φόβος τους είναι τόσο μικρός που τρώνε ενώ κάποιος τους έχει πάνω στο χέρι του. Όπως και με τα περισσότερα μικρά ζώα εντούτοις, καλύτερο είναι το ίδιο το ζώο να πιαστει πάνω μας παρά εμείς να το περιορίζουμε. Καλό είναι να μην τον πλησιάζουμε από ψηλά, γιατί ίσως τότε τρομάξει, αφού οι περισσότεροι θηρευτές του επιτίθενται έτσι, αλλά να τον πλησιάζουμε ήρεμα από το πλάι. Πάντοτε κρατάμε το δράκο υποστηρίζοντας όλο το σώμα του, γιατί αλλιώς μπορεί να νιώσει φόβο και να τιναχτεί, προσπαθώντας να ξεφύγει. Ο δράκος μπορεί επίσης να αφεθεί να κάνει τη βόλτα του έξω στον ήλιο, ή σε κάποιον εσωτερικό χώρο αν οι θερμοκρασίες είναι κατάλληλες. Συχνά τον βγάζουν έξω για αρκετή ώρα, παρότι η θερμοκρασία δεν είναι η σωστή. Εάν υπάρχουν όμως κατάλληλα θερμές περιοχές, είτε από τον ήλιο είτε από κάποια λάμπα, δεν πειράζει αν βρίσκεται ε΄ξω ακόμα και σε κάπως χαμηλότερες θερμοκρασίες. Θα πρέπει ωστόσο να επιτηρείται, επειδή μπορεί να πάει σε κάποιο ανεπιθύμητο μέρος, να κρυφτεί και να χαθεί προσωρινά, ή να προσπαθήσει να φάει κάτι που δεν τρώγεται. Οι δράκοι συχνά συγχέουν μη εδώδιμα αντικείμενα με τροφές από το σχήμα, για παράδειγμα μπορέι να προσπαθήσουν να φάνε λωρίδες χαρτιού επειδή μοιάζουν με φύλλα, κορδόνια επει΄δη μοιάζουν με σκουλήκια, ή να προσπαθήσουν να επιτεθούν σε κινούμενους στόχους, επειδή μοιάζουν με έντομα. Viral έχουν γίνει δύο βίντεο στο Youtube, όπου στο ένα ένας γενειοφόρος δράκος παίζει Ant Crusher σε μια οθόνη αφής, όπου πετυχαίνει όλα τα μυρμήγκια, και στο άλλο, ένας άλλος δράκος προσπαθεί να φαέι ένα σταφύλι, το οποίο του ξεγλιστρά, νομίζει ότι είναι ζωντανό και του επιτίθεται επανειλημμένα. Κυνηγούν επίσης τη δέσμη του φωτός ενός laser. Και οι γάτες το κάνουν αυτό, οπότε δε σημαίνει ότι οι δράκοι είναι χαζοί. Απλώς δεν αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες καταστάσεις στο φυσικό τους περιβάλλον.

Το ότι δέχονται το χειρισμό ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι πάνινα κουκλάκια που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορεί να μη δείχνουν έντονα την ενόχλησή τους, αλλά αν προσπαθούν να πάνε προς τα πίσω, πιάνονται γερά από κάπου ή τινάζονται όταν τα σηκώνουμε σημαίνει ότι θέλουν την ησυχία τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φουσκώσουν τα γένια τους ή να μας κουνήσουν το κεφάλι τους. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να μένουν στην ησυχια τους. Οι γενειοφόροι δράκοι σπανιότατα γίνονται επιθετικοί, αλά μπορεί να γίνουν, ιδίως νεοφερμένα ή άτομα με τα οποία δεν ασχολήθηκε κανείς. Αν και είναι εκ φύσεως ήρεμοι – σχεδόν παθολογικά ήρεμοι όπως τους αποκαλώ εγώ -, ίσως επειδή δεν έχουν ν’αντιμετωπίσουν τόσο μεγαλόσωμους εχθρούς στη φύση και δε μας αναγνωρίζουν ως απειλή, μπορεί σπάνια να δαγκώσουν. Έχουν αρκετά δυνατο΄δάγκωμα, αλλά σπανιότατα το χρησιμοποιούν στην πλήρη του δύναμη αμυντικά, συνήθως απλώς τσιμπάνε προειδοποιητικά. Επίσης μπορεί να μπερδέψουν κάποιο δάχτυλο με τροφή, ιδίως αν τρώνε πάρα πολλά μικρά έντομα, ή σπάνια ο κάτοχος αλληλεπιδρά με το δράκο εκτός από το τάισμα. Τότε μπορεί να το χτυπήσουν με τη γλώσσα τους και να το δαγκώσουν στιγμιαία, αλλά θα το αφήσουν αμέσως. Οι δράκοι δε μας θεωρούν μέλη του είδους τους, γι’αυτό και συνήθως δεν προστατεύουν την περιοχή τους από εμας, αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνήσει μαζί τους, μιμούμενοι τα κουνήματα του κεφαλιού και τα σηκώματα του χεριού με το χέρι τους. Όσες όμως φορές εγώ το δοκίμασα απέτυχα. Ο χειρισμός είναι και η κατάλληλη στιγμή για τον εντοπισμό προβλημάτων πάνω στο σώμα του ζώου. Γενικώ ςτο σώμα τους δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά αν λερωθούν από οτιδήποτε μπορείτε να τους κάνετε ένα μπάνιο με χλιαρό νερό σ’ένα λεκανάκι , ή να τους τρίψετε τοπικά. Έχουν αδιαπέραστο δέρμα και το σαπούνι δεν τους βλάπτει. Το παλιό δέρμα δε θα πρέπει ν’αφαιρείται συνήθως, γιατί ο δράκος θα το βγάλει μόνος του, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος αφαίρεσής του αρκετά νωρίς, πριν να είναι έτοιμο. Επίσης τα νύχια του, αν έχουν μεγαλώσει υπερβολικά και δυσχεραίνουν την κίνησή του, μπορούν να κοπούν, και όπως με όλα τα ζώα, θα πρέπει να κοπούν στην άκρη τους μόνο με ψαλιδάκι ή ειδικό νυχοκόπτη, ώστε να μην τραυματιστεί κάποιο αιμοφόρο αγγείο. Γι’αυτο΄θα πρέπει να υπάρχουν επιφάνειες αναρρίχησης όπου θα μπορεί να τροχίζει τα νύχια του.

Η δική μου εμπειρία

Γνώριζα το είδος ονομαστικά εδώ και πολλά χρόνια. Το θυμάμαι από παιδικά βιβλία, όπου αναφερόταν ως σαύρα της Αυστραλίας, Παρόλα αυτά δεν ήξερα περισσότερα για το είδος. Νομίζα ότι είχε τεράστιο μέγεθος και μεγάλα γένια. Αργότερα, όταν πρωτοδιάβασα για αυτές τις σαύρες σε ιστοσελίδες για ερπετά, κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Ότι δηλαδή είναι μικρές σχετικά σαύρες που ζουν στις ερήμους και τρώνε πολύ. Όταν τις πρωτοείδα σε βίντεο του Youtube απογοητεύτηκα όμως λίγο, γιατί μου φάνηκαν αρκετά μικρές και σαν να μην έκαναν τίποτα. Ήταν απλώς βίντεο κατόχων που έδειχναν τους δράκους τους, οι οποίοι δεν έκαναν κάτι το ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή, γι’αυτο΄είχα τέτια αρχική εντύπωση. Ζωντανό γενειοφόρο δράκο συνάντησα κι έπιασα για πρώτη φορά πριν 5 χρόνια περίπου στην έκθεση Insectopia της Θεσσαλονίκης, η οποία τότε βρισκόταν σ’ένα περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης, αλά τώρα δε λειτουργέι πια. Στην έκθεση αυτήν υπήρχαν κυρίως ασπόνδυλα, αλλά εκτίθεντο και λίγα ερπετά. Ο γενειοφόρος δράκος έλειπε εκείνη τη στιγμή από το τερράριό του, το οποίο ήταν ανοιχτό, κι αργότερα πετύχαμε έναν από τους υπεύθυνους της έκθεσης να τον κρατά και να τον δείχνει στον κόσμο. Τον έδωσε και σ’εμένα, και εντυπωσιάστηκα από το παράξενο πλατύ του σώμα, το δέρμα του που μου θύμησε χελώνα ξηράς και την ήρεμη στάση του. Ήταν ζεστός, επειδή ήταν ήδη θερμασμένος από τη λάμπα του. Αργότερα το feeders.gr, ένα μοναδικό pet shop με εξειδίκευση στα ερπετά, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι για τα ζώα μου, είχε φέρει ένα γενειοφόρο δράκο, νομίζω στις αρχές του 2014. Ήταν από μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece, όπου είμαι γραμμένος, την οποία θα μπορούσα να προλάβω εγώ, αλλά τελικά δεν έκανα καμία κίνηση. Ήταν τότε ένας μικρός θηλυκός γενειοφ΄όρος δράκος, τον οποίο είχα ταΐσει με φύλλα ζοχού από το χέρι μου. Όταν μεγάλωσε, μπήκε σε ένα πολύ μεγαλύτερο ξύλινο τερράριο με περισσότερα κλαδιά κι έναν ακόμα δράκο, ο οποίος υποτίθεται θα την γονιμοποιούσε, αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν θηλυκό. Τα θυμάμαι και τα δύο μαζί, να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και να λιάζονται το ένα πάνω στο άλλο ή σχεδόν πάνω στο άλλο. Το ένα θα ήταν το πιο κυρίαρχο της περιοχής και θα έπαιρνε την ψηλότερη θέση, αλλά υπήρχε αρκετός χώρος και ζέστη και για τα δύο. Είχαν τα κεφαλάκια τους στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, και ήταν ζεστά και χαρούμενα. Τελικά έδωσαν το δεύτερο θηλυκο, και κράτησαν το αρχικό, το οποίο έχουν και τώρα ως μέλος της συλλογής, δηλαδή δε διατίθεται προς πώληση. Υπάρχουν άλλοι δράκοι που διατίθενται. Έπειτα προσπάθησαν να το ζευγαρώσουν με αρσενικό, αλλά δε γονιμοποιήθηκε, ίσως από την έλλειψη νάρκης και στα δύο. Είναι ένα σχετικά μικρό, πολύ στρουμπουλό δρακάκι με ουρά κομμένη προς το τέλος, και ίσως και καμένη. Είναι πολύ ήσυχο, και θυμάμαι ότι ακόμα κι αν το έβγαζα και το κρατούσα πάνω στην παλάμη μου έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα άνετα. Παρόλα αυτά, τυχαίνει μερικές φορές να μη θέλει να το ενοχλούν, οποτε τινάζεται προς τα πίσω ή και κλωτσάει με το πίσω πόδι αν της πιάσεις το κεφάλι! Έχει τύχει επίσης να δαγκώσει στιγμιαία αν περιμένει φαγητό. Από τότε αποφάσισα ότι ο γενειοφόρος δράκος είναι από τα καλύτερα ερπετά. Παρόλα αυτά, νόμιζα πως θα αντιμετώπιζα αρκετές δυσκολίες με το μέγεθός τους και με την εγκατάσταση των λαμπτήρων.

Η ευκαιρία μου δόθηκε το Νοέμβριο του 2014, οπότε ένα μέλος του φόρουμ ανέβασε αγγελία όπου πουλούσε έναν θηλυκό γενειοφόρο δράκο δύο ετών, επειδή θα έφευγε στο στρατό και δεν είχε κάπου να τον δώσει. Ήταν σχετικά μικρός, στα 35 εκατοστά, αρκετά γεμάτος, τρεφόταν με λαχανικά κι έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, και γενικώς φαινόταν υγιής. Μετά από λίγη σκέψη, αποφάσισα να επικοινωνήσω με τον κάτοχο για περαιτέρω πληροφορίες, και τελικά αποφάσισα να τον πάρω. Επειδή όμως δεν είχα έτοιμο το τερράριό του και χειμώνιαζε, ζήτησα από τον κάτοχό του να τον βάλει σε νάρκη. Αν και φοβήθηκε αρκετά επειδή δεν είχε πρότερη εμπειρία, στις 21 Νοεμβρίου του έβαλε ασθενέστερη λάμπα και σταμάτησε να τον ταΐζει, μέχρι ν’αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου του. Ο δράκος από μο΄νος του μετά απέφευγε τη ζέστη, και παρέμενε στα δροσερά σημεία. Περιήλθε στην κατοχή μου στις 30 Νοεμβρίου, οπότε τον πήρα σ’ένα μικρό χάρτινο κουτί, όπου ήταν και η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας του. Ήταν όπως μου τον περιέγραφε, υγιής, και με τη μεζούρα ήταν ακριβώς 35 εκατοστά. Το άκρο της ουράς του ήταν λίγο κομμένο στο τέλος, προφανώς αποτέλεσμα κανιβαλισμού όταν ήταν μικρή, και η αριστερή σειρά πλευρικών αγκαθιών διακοπτόταν περίπου στη μέση, με λίγο κοντότερες φολίδες, πιθανόν γενετικό ή επωαστικό ελάττωμα. Ευθύς τον έβαλα σ’ένα κουτί Ικέα με κάποιες τρύπες μήκους 33 εκατοστών περίπου, το οποίο είχα γεμίσει με λωρίδες χαρτιού μπρέιλ για να κοιμηθεί. Εκεί πέρασε τους επόμενους τρεις μήνες, συνήθως σε μια γωνία με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τοίχωμα. Περιοδικά τον έβγαζα για να του δώσω νερό, αλά δεν έπινε πάντα. Ήταν παγωμένος και δεν έκανε καμία εκούσια κίνηση, πέρα από κανένα συρτό βήμα αν τον ενοχλούσα αρκετά. Κάποιες φορές φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι, και τον αναποδογύριζα για να δω αν ζει και γυρίσει. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο γύριζε. Το όνομά της ήταν προκαθορισμένο από πριν, Αναμπέλα. Για κάποιον λόγο, πιστεύω πως αυτο΄το όνομα ταιριάζει σε θηλυκό γενειοφόρο δράκο ή κάποια παρόμοια σαύρα. Έτσι είχα προτείνει να ονοματιστεί και ο δράκος του Feeders, αλλά ο Fogo την έβαλε Ζίνα, απορρίπτοντας πλήρως την πρότασή μου. Εντελώς συμπτωματικά, ο προκάτοχός της την έλεγε Μπέλα, κι εγώ χρησιμοποιώ και τα δύο ονόματα εναλλάξ. Το μόνο πρόβλημα είναι το πώς γράφεται το όνομα, γιατί το έχω βρει και στους τέσσερις πιθανούς συνδυασμούς. Τελικά, για να μην υπάρχει σύγχυση, αποφάσισα αυθαίρετα ότι με ελληνικούς χαρακτήρες θα το γράφω με ένα ν και ένα λ, ενώ με λατινικούς με δύο n και δύο l, αν και συχνά το έχω γράψει και με μονά σύμφωνα. Με την Άναμπελ του θρίλερ δεν έχει καμία σχέση, την οποία άλλωστε δεν γνώριζα όταν την ονοματοδότησα. Επίσης την λέω χαϊδευτικά Μπελίτσα, Άναμπελ, Μικρή Μπλουπ, Λιμπίτσα, μπαλίτσα, Μπελού, Λου, Στρουμπουλίνα κλπ. Έτσι απέκτησα και το τρίτο μου ζώο και το δεύτερό μου ερπετό, μετά το κουνέλι τη Λίμπο, και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) το Βαρώνο.

Ενώ λοιπόν η Μπέλα κοιμόταν, η τύχη της δούλευε. Κατασκευάζαμε το τερράριό της, μία κατασκευή με πυθμένα και σκελετό από κόντρα πλακέ θαλάσσης με πλέξι γκλας για τζάμια και από τις τέσσερις πλευρές, συρόμενες πόρτες μπροστά, στις οποίες προσάρμοσα ειδική κλειδαριά από το Feeders κι από πάνω σίτα. Ανοίξαμε τρύπα στο πίσω ξύλο και βιδώσαμε μια θέση για τη λάμπα uvb, ενώ αφήσαμε και μια τρίγωνη οπή πίσω αριστέρα για τη θερμαντική λάμπα, η οποία βρισκόταν σε φωτιστικό που βίδωνε στο ξύλο. Η κατασκευή του τερραρίου ήταν χειρότερα απο΄της Άρτας το Γεφύρι, αφού κάναμε πάνω από δύο μήνες να το φτιάξουμε με τον πατέρα μου. Δε βρίσκαμε κάποιο συγκεκριμένο υλικό, το αναβάλαμε κλπ. Χρησιμοποιήσαμε και ξυλόκολλα καί πλήθος βιδών, και νομίζω πως το κατασκευάσαμε πολύ πιο σταθερό απ&’ό,τι χρειάζεται, πραγματικό overengineering. Οι διαστάσεις του είναι 65χ45χ45, ιδανικές για το δράκο των 35 εκατοστών, αλλά ίσως να είναι λίγο μικρό για το σημερινό του μέγεθος, αν και δεν πρόκειται να το αλλάξω, αφού υπάρχουν αρκετά κλαδιά και στοιχεία που αυξάνουν το διαθέσιμο χώρο, συχνά τον βγάζω έξω, και ο δράκος δε φαίνεται να έχει πρόβλημα με το περιβάλλον του. Εσωτερικά τοποθετήσαμε τρία κλαδιά, ένα μεγάλο κλαδί δάφνης από κάτω δεξιά έως πάνω αριστερά, το οποίο στο τέλος είναι επίπεδο και χρησιμεύει ως σημείο λιασήματος, ένα κοντότερο κλαδί δάφνης από πίσω δεξιά που στηρίζεται στο μεγάλο κλαδί, κι ένα κομμάτι θαλασσόξυλο από κάτω αριστερά που στηρίζεται κι αυτό στο μεγάλο κλαδί. Είχα κι ακόμα ένα μικρό θαλασσόξυλο στη μέση που στηρίζόταν ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ, έπεφτε και τελικά το έβγαλα. Τώρα έχω ένα κλαδί ιβίσκου, το οποίο θα τοποθετήσω μπροστά αριστέρά προς πάνω δεξιά, ώστε να εκμεταλλευτώ κι εκείνη τη γωνία. Φτιάξαμε επίσης μια κρυψώνα, η οποία είναι μία ορθογώνια χαμηλή ξύλινη κατασκευή 32χ25χ9 περίπου, με ένα άνοιγμα αριστερά, και καταλαμβάνει το χώρο πίσω κι αριστερά. Μέσα στο τερράριο έχω βάλει κι ένα πήλινο μπολ από γιαούρτι για τροφή ή νερό, αλλά σπάνια το χρησιμοποιώ. Ως υπόστρωμα έχω χαρτόνι ως βάση και 4-5 στρώσεις χαρτιού μπρέιλ από πάνω, με ένα ή δύο φύλλα χαρτιού επίσης πάνω στην κρυψώνα.

Ο προκάτοχός του το είχε λοιπόν σε ένα γυάλινο τερράριο με υπόστρωμα άμμου κι ένα κλαδί για να σκαρφαλώνει και να λιάζεται. Υπήρχε λάμπα uvb και θερμαντική, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία μόλις στους 32 βαθμούς, παρόλα αυτά την έβγαζε συχνά έξω στον ήλιο. Υπήρχε ακόμα και κόκκινη θερμαντική λάμπα νυκτός (φωτεινές λάμπες για το βράδυ δεν προτείνονται). Δε χρησιμοποιούσε χρονοδιακόπτη ή θερμοστάτη. Την τάιζε χόρτα και λαχανικά, αλλά και διάφορα έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία έπαιρναν τα κατάλληλα συμπληρώματα. Ο δράκος ήταν υγιής, πολύ ήσυχος, και συχνά τον έπαιρνε πάνω του όταν έβγαινε έξω, δεμένο με ειδικό λουράκι για να μη φύγει κατά λάθος. Πολλά πράγματα άλλαξαν ωστόσο μόλις τον πήρα εγώ. Τον αγόρασε από κοινό pet shop το Δεκέμβριο του 2012, όταν ήταν μόλις δύο μηνών, οπότε θα κλείνει χρόνο κάθε Οκτώβριο. Φέτος οπότε έκλεισε τα τρία της χρόνια.

Στα μέσα του Φεβρουαρίου λοιπόν είχε λίγο ζεστο΄καιρό, και ο δράκος πήγε να ξυπνήσει, αλά αμέσως μετά οι θερμοκρασίες έπεσαν πάλι και κοιμήθηκε. Τον ξύπνησα στις 2 Μαρτίου του 2015, ενώ είχε ήδη αρχίσει να ξυπνά, αφού άρχισε να γαντζώνεται με τα νυχάκια του από μόνη της όταν την σήκωνα. Την έβγαλα έξω στον ήλιο το απόγευμα, ενώ φυσούσε, και τότε συνέβη και το πρώτο κακό: Κάποιο πουλί έκανε κύκλους από πάνω της, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι στόχευε αυτήν ή ήθελε να την φάει, πάντως φοβήθηκα. Πιο αργά την έβαλα σ’ένα πιάτο γλάστρας με λίγο χλιαρό νερό για ενυδάτωση, αλλά δυσαρεστήθηκε. Δεν ήπιε καθόλου νερό, αλλά σήκωσε ψηλά το κεφάλι και την ουρά της για να μη βρέχεται τόσο. Μετά φαινόταν να έχει αρκετή αδυναμία, και κινούταν με τρόμο. Το βράδυ την έβαλα μέσα στο νέο της χώρο, αλλά από τα κλαδιά κατέβηκε κάτω. Η επόμενη μέρα όμως ήταν εφιαλτική γι'αυτήν. Μόλις κατάλαβε ότι βρίσκεται σ’ένα εντελώς νέο περιβάλλον, χωρίς κάτι οικείο κοντά της, πανικοβλήθηκε. Δεν ανέβαινε στη λάμπα της να ζεσταθεί, αλλά έτρεχε από τη μία άκρη του τερραρίου στην άλλη, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στις γωνίες ή στο τζάμι. Μόλις εγώ έκανα απότομες κινήσεις, προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο τζάμι, ενώ μαύριζε λίγο τα γένια της. Τελικά την ανέβασα πάνω στη λάμπα, φοβούμενος ότι δεν ξέρει το δρόμο, αλλά αργότερα κατέβηκε. Άφησε αρκετό σχεδόν άοσμο υγρό, που μάλλον θα ήταν τα πρώτα ούρα που κρατούσε κατά τη νάρκη. Το απόγευμα την ξανανέβασα και της έδωσα λίγο μαρούλι, το οποίο πήγε να δοκιμάσει, αλλά δεν το έφαγε. Φοβόμουν ότι το τερράριο δεν ήταν σωστό και ο δράκος θα ήταν για πάντα έτσι, αλά διαψεύστηκα, αφού την επόμενη μέρα είχε κιόλας συνηθίσει και ήταν ήρεμη. Τελικά είχε δίκιο ο προκάτοχος που μου έλεγε ότι δεν την ενοχλεί τίποτα. Λιαζόταν ήσυχα κάτω από τη λάμπα της, κι έφαγε και το πρώτο της γεύμα – έναν γεωσκώληκα, έξι προνύμφες σκαθαριού Pachnoda, καθώς και μία που ΄μόλις είχε κανει κουκούλι και δεν πρόλαβε να μεταμορφωθεί, λίγα φύλλα από ραπανάκι, λίγο μαρούλι και σχεδόν ένα άνθος πανσέ. Έτρωγε ακόμα αργά, επειδή η θερμοκρασία της δεν ήταν η κατάλληλη. Αφόδευσε τη μεθεπόμενη μέρα κι άρχισε να τρώει κανονικά έκτοτε. Επειδή δεν είχα πολλά έντομα, της έδινα κυρίως χόρτα. Έδινα ό,τι πλατύφυλλο έδινα στην κουνέλα μου, όπως ζοχό, μολόχα, νεαρή κολλιτσίδα, αλσήνη, περδικάκι, άνθη πανσέ, φύλλα από ραπανάκι, μαρούλι, κι όταν άρχισαν να βγαίνουν, φύλλα ιβίσκου και φύλλα μουριάς. Η Μπέλα τα έτρωγε όλα, κόβοντας προσεκτικά τα φύλλα από βλαστούς. Έδινα επίσης και κατσαρίδες Αργεντινής, τις οποίες άρπαζε αμέσως, και μια φορά της έδωσα και μια μικρή πλατιά κατσαρίδα Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), η οποία ήταν η τελευταία μου. Της είχα αγοράσει από το Feeders γεωσκώληκες κι επίσης προσπάθησα να της δώσω σαλιγκάρια, και οι δύο τροφές με αρκετό νερό και ασβέστιο, αλλά δεν τα δεχόταν, μάλλον επειδή ήταν βλενώδη, αν και μετά από αρκετούς μήνες άρχισε να τα δέχεται. Μόλις μάσησε λίγο το πρώτο σαλιγκάρι το έφτυσε αμέσως. Στις 23 Απριλίου λοιπόν ήρθαν τα πολά έντομα. Της πήρα από το Feeders 10 ακρίδες στο στάδιο αμέσως πριν την ενηλικίωση, δηλαδή με μαζεμένα ακόμα φτερά, τις οποίες έφαγε όλες. Έφαγε επίσης 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, και 8 ή και παραπάνω γιγάντια αλευροσκούληκα. Έτρωγε πραγματικά χωρίς σταματιμό!

Την επόμενη με΄ρα, επειδή είχε φουσκώσει υπερβολικά, έφαγε μόνο ένα αλευροσκούληκο. Γενικώς για τα επόμενα ταΐσματα έτρωγε υπερβολικά, αλλά μετά η κατανάλωση τροφής επανήλθε στο φυσιολογικό. Αφόδευε κάθε 1-3 ημέρες στη γωνία της. Μόνο δύο φορές αφόδευσε στο σημείο λιασήματος, τη μία ένα μικρό περίττωμα και την άλλη ένα μεγαλύτερο ανάμεσα στα δύο ξύλα, και και τις δύο φορές δεν είχε ανέβει να ζεσταθεί. Δύο φορές τότε είχε αφοδεύσει και στο μπολ της. Τώρα έτρωγε γιγάντια και κανονικά αλευροσκούληκα, γρύλλους, κατσαρίδες Αργεντινής, φύλλα ιβίσκου και μουριάς, λίγο μαρούλι, κομματάκια καρότου κλπ. Επίσης άρχισε να τρώει σαλιγκάρια και γεωσκώληκες, τα οποία έδινα σπάνια. Οι μέρες γίνονταν καλύτερες, και μπορούσα να την βγάζω στον ήλιο καθημερινά.

Στις 15 Μαΐου, ξεκίνησε η πρώτη της έκδυση. Αντί όμως να ξεκινήσει από το κεφάλι όπως είναι το σύνηθες, ξεκίνησε από το μηρό του πίσω αριστερού ποδιού. Αρχικά το δέρμα από πάνω φούσκωσε, και είχε υφή σαν να ήταν έτοιμο ν’ανοίξει. Από εκεί σταδιακά η σαύρα άρχιζε ν’αλλάζει δέρμα στο υπόλοιπο πόδι, στη μέση, στην πλάτη, στο άλλο πίσω πόδι, στην ουρά, στην κοιλιά, και στο μπροστινό μέρος του σώματος. Η έκδυση τελείωσε περίπου στις 18 Ιουνίου, αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε άλλη, πάλι από το ίδιο σημείο, η οποία ήταν κάπως πιο αποσπασματική. Δεν βρήκα ποτέ δέρμα από τη μουσούδα της, το οποίο μάλλον θα είχε φάει, αλλά τα υπόλοιπα κομμάτια τα έβρισκα όλα. Παρόλο που δεν προτείνεται, εγώ την βοηθούσα ν’απελευθερωθεί από το παλιό της δέρμα τραβώντας προσεκτι΄κα το παλιό και ξερο΄. Το ξερό δέρμα κρεμόταν από πάνω της σαν σχισμένα ρούχα, και κάπως έπρεπε να το βγάλει. Σερνόταν κάτω για να ξεκολλήσει το δέρμα απ’την κοιλιά, και μια φορά την πέτυχα να ξύνεται με το πίσω πόδι στα πλευρά για να βγάλει το δέρμα από εκεί, σαν το κουνέλι μου. Όταν επρόκειτο ν’αλλάξει πολυ δέρμα, έτεινε να προτιμά χαμηλότερες θερμοκρασίες. Τότε της έριχνα λίγο νερό για να μαλακώσει το δέρμα, πράγμα που γινόταν σχεδόν αμέσως. Οι παρεκτροπές αυτές από την σωστή θερμοκρασία είχαν άμεση επιπτωση στον κύκλο της αφόδευσης, που έπαιρνε ως και 5 ημέρες.

Μεταξύ 27 Ιουνίου και 3 Ιουλίου, έλειπα διακοπές στην Κρήτη, και άφησα το δράκο μόνο του. Μόλις γύρισα κι άναψα το φως του δωματίου το βράδυ, ο δράκος άρχισε να κινείται αμέσως. Σκέφτηκα ότι θα πεινούσε και τον έβγαλα έξω για να του δώσω λίγα αλευροσκούληκα, τα οποία έφαγε. Την επόμενη μέρα έφαγε άλλα 45 αλευροσκούληκα, και γέμισε την κοιλιά του. Ωστόσο μια αλλαγή άρχισε να συντελείται. Η λάμπα πλέον ήταν πολύ ισχυροί για το καλοκαίρι, και οι 37 βαθμοί είχαν γίνει 46, με αποτέλεσμα ο δράκος να μην λιάζεται ακριβώς κάτω από την λάμπα, αλλά να μένει πιο πίσω. Τις επόμενες μέρες όλο και λιγότερο ανέβαινε στη λάμπα, και τελικά κρύφτηκε στην τρύπα του, βγαίνοντας μόνο πρωί κι απόγευμα, και λίγο αργότερα καθόλου. Αντικατέστησα τη λάμπα με μια των 25 w, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία στους 42 βαθμούς, αλλά πάλι δεν βγήκε. Η περιβαλλοντική θερμοκρασία ήταν 32-34 βαθμοί τη μέρα και 29-32 βαθμοί τη νύχτα. Μόλις τον έβγαζα έξω στον ήλιο, δεν άντεχε τις καυτές επιφάνειες για πάνω από ένα λεπτό, κι αφού ζεσταινόταν λίγο, έτρεχε στη σκιά. Ήταν αρκετά ληθαργική και δεν είχε διάθεση να κινηθεί μέσα στο μεσημέρι. Παρόλα αυτά η όρεξή της παρέμενε υψηλή. Έβγαινε από την τρύπα κυρίως για να αφοδεύσει, το οποίο γίνόταν περίπου κάθε εβδομάδα, αλλά μπορεί και παραπάνω, όπως κάθε 12-15 ημέρες. Επειδή τα κρατούσε πολύ καιρό, το ουρικό της οξύ στερεοποιούταν, σαν λευκός κύλινδρος των 2,5 εκατοστών, σαν κιμωλία. Τον Αύγουστο την άφησα στην κατάσταση που βρισκόταν για 21 μέρες για να φύγω, κι έφαγε μόνο δύο μικρές κι αφυδατωμένες αργεντινές κατσαρίδες στο μεσοδιάστημα.

Έως τις 10 του Σεπτέμβρη, η Μπέλα δεν καταλάβαινε και πολλά μέσα στην τρύπα της. Έτσι, όταν οι θερμοκρασιες έπεσαν, παρέμεινε παγωμένη εκεί μέσα. Σιγά-σιγά άρχισε όμως να βγαίνει μόνη της, αφού πρώτα την έβγαζα εγώ από φόβο ότι έχει πρόβλημα. Έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα και κατσαρίδες, κι αφόδευε συντομότερα, κάθε 5 ημέρες. Προσπαθούσα επίσης να την παχύνω λίγο με Pachnoda και μελοσκούληκα.

Το διάστημα εκείνο μου φάνηκε ότι η Αναμπέλα γέμισε και μεγάλωσε. Την μέτρησα με τη μεζούρα και ήταν 40 εκατοστά. Με την καλή μου φροντίδα λοιπόν, είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Το μόνο κακό από το παρατεταμένο διάστημα αδράνειας ήταν τα νύχια της, τα οποία είχαν μεγαλώσει πολύ.

Δεν πρόλαβε όμως να προσαρμοστεί στις χαμηλότερες θερμοκρασίες, επειδή αυτές έπεσαν ακόμα περισσότερο κι άρχισε η αιτιμασία για τη νάρκη. Έμενε μονίμως στην τρύπα της, κι εγώ αναγκαζόμουν να την βγάζω και να φράζω την τρύπα, ώστε να λιάζεται συχνότερα, πράγμα που όμως δεν έκανε. Ο μεταβολισμός της εντούτοις συνεχώς έπεφτε. Αφού ζεσταινόταν λίγο, κατέβαινε και έμπαινε στην τρύπα της, όπου έσκαβε στα χαρτιά σαν να προσπαθούσε ν’ανοίξει λαγούμι για να κοιμηθεί.

Στις 5 Νοεμβρίου, έφαγε το τελευταίο της γεύμα για το 2015, μία προνύμφη Pachnoda. Στο βίντεο που την έχω βγάλει, εκτός της κατανάλωσης του pachnoda, η Μπέλα κάνει βόλτες, αφοδεύει, σκαρφαλωνει, τρέχει κλπ.

τις επόμενες μέρες συνέχιζα να την βγάζω στον ήλιο, όπου λιαζόταν, ζεσταινόταν κι έκανε τις βόλτες της. Δεν έτρωγε όμως τίποτα, και μόλις της έβαζα τροφή μπροστά της, άλλαζε ευθύς πορεία.

Σιγά-σιγά όμως η δραστηριότητά της μειώθηκε και στις 21 Νοεμβρίου, όπως και πέρυσι, μππήκε επίσημα στη χειμέρια νάρκη, οπότε έσβησα τα φώτα, ΄γέμισα τη φωλιά της λωρίδες χαρτιού, και την άφησα ήσυχη. Μόνο δύο φορές την ξύπνησα, στις 9 και στις 22 Δεκεμβρίου, για να της δώσω νερό, αλλά δεν ήπιε πολύ. Έδειχνε ενοχλημένη και φούσκωνε το σώμα της. Παρακάτω έχωομαδοποιημένες κάποιες παρατηρήσεις για τη Μπέλα και το είδος γενικότερα.

Pogona vitticeps 28/4/2016

Μία καλή ιδιότητά τους είναι ότι τρώνε πολύ. Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν φαινομενικά απύθμενο στομάχι, και καταναλώνουν αρκετή τροφή σε κάθε τάισμα. Πάντοτε υπάρχει λίγος χώρος για ακόμα μια μπουκίτσα, σε αντίθεση με το λοφιοφόρο γκέκο για παράδειγμα, που άπαξ και γεμίσει το στομάχι του δε θα ξαναφάει αν δεν αδειάσει, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις – οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και συναντά αγαπημένη τροφή που έχει να φάει καιρό. Έτσι, ακόμα κι αν σκάσει στο φαγητο΄ο γενειοφόρος δράκος, συνήθως μπορώ να του δώσω ένα ακόμα εντομάκι. Οι ποσότητες που μπορεί να φάει είναι αρκετά μεγάλες: έχω μετρήσει να τρώει σε ένα γεύμα 45 αλευροσκούληκα, 22 γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms, 35 phoenix worms, 25 γρύλλους, αλλά από μεγάλα έντομα όπως ενήλικες ακρίδες και κατσαρίδες Αργεντινής γεμίζει το στομάχι του με 5-6. Αν έχει φάει υπερβολικά, μπορεί να μην πειράξει καθόλου ένα μεγάλο έντομο, αλλά μπορεί να φάει κάποιο μικρότερο, που χωράει στο στομάχι. Η όσφρηση παίζει κάποιον ρόλο στην όρεξη, αφού όταν έχει ήδη χορτάσει και ζουλίξω ένα superworm και το βάλω κοντά στη μύτη του, ώστε να μυρίσει τους χυμούς του, είναι πιο πιθανό να το φάει. Το ίδιο ισχύει και με τα φυτά, αλλά λιγότερο, αν δηλαδή πιέσω το φύλλο ενός ζοχού ή κάποιου άλλου αγαπημένου φύλλου είναι λίγο πιο πιθανό να το φάει. Προτιμά τα έντομα περισσότερο από τα φυτά, και η ποσότητα των τελευταίων που θα καταναλώσει σε ένα γεύμα είναι πολύ μικρότερη των εντόμων, απλώς φαίνεται πολύ επειδή έχουν μεγαλύτερο όγκο. Γι’αυτό προσπαθώ ακκομα και σε γεύματα με φυτά να περιλαμβάνω αρκετά έντομα. Αν θέλω να φάει περισσότερα φύλλα από έντομα, πρώτα δίνω τα φύλλα, και μετά τα έντομα. Αν δε θέλει να φάει φύλλα κάνω πως τα παίρνω μακριά, ή την σπρώχνω λίγο προς αυτά, και μπορεί να φάει. Άλλες φορές που πήγε να τα πάρει ο αέρας βιάστηκε κι έφαγε μερικά. Είναι ένας κανονικός κυνηγός ενέδρας όπως τον περιγράφουν τα βιβλία, που δεν σπαταλά αχρείαστα ενέργεια. Αν για παράδειγμα ένα έντομο έρχεται προς το μέρος του, περιμένει να έρθει κοντά και μετά το πιάνει, και μόνο αν απομακρύνεται απ’αυτόν τρέχει να το πιάσει. Όλα τα έντομα και τα υπόλοιπα κινούμενα τα πιάνει αποκλειστικά με τη γλώσσα του, η οποία μπορεί να ξεσκαλώσει κάθε έντομο, ακόμα και τα μεγαλύτερα κι αυτά που έχουν σκαρφαλώσει κάπου ή είναι γαντζωμένα ανάποδα από κάποιο αντικείμενο. Μπορεί να του ξεγλιστρήσει κάποιο έντομο αν βρίσκεται πάνω σε ολισθηρή επιφάνεια όπως μάρμαρο και είναι λείο όπως ένα αλευροσκούληκο, αλλά σπάνια. Μπορεί ακόμα και να πιάσει τροφή από την επιφάνεια του νερού, αφού μια φορά που έριξα δύο superworms στο μπολ που είχα γεμίσει νερό, τα έπιασε χωρίς δυσκολία. Παρόλα αυτά δυσκολεύεται να ξεκολήσει πιο γλοιώδεις και ελαστικές τροφές, όπως τα σαλιγκάρια ή τα σκουλήκια, τα οποία, αν δεν τα πιάσει μετά από μερικά χτυπήματα, συνήθως τα αφήνει ή και αρχίζει να τα αποφεύγει. Ίσως να μην είναι η φυσική του τροφή – σίγουρα θα σπανίζουν στις ξερές περιοχές που ζει -, γι’αυτό δυσκολεύεται. Επίσης αν είναι πολύ βλενώδη θα τα αφήσει. Αφού λοιπόν στοχεύσει το έντομο, αστραπιαία εκτινάσσει τη γλώσσα του, το πιάνει, το βάζει στο στόμα του και το μασάει γρήγορα. Μασάει τα σκληρά έντομα πολύ περισσότερο από τα μαλακά. Για παράδειγμα ένα μικρό αλευροσκούληκο θα το φάει αμέσως, ενώ ένα σκαθάρι Pachnoda θα το μασάει αρκετή ώρα, και ακόυγεται σαν να τρώει πατατάκι (χρατς χρατς χρατς). Όταν συναντά πολλά μικρά έντομα, με μικρές χειρουργικές κινήσεις τα μαζεύει όλα. Δε φαίνεται εντούτοις να έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, την ικανότητα δηλαδή να συμπεραίνει ότι αν ένα αντικείμενο εξαφανιστεί, εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλά ζώα μπορούν να καταλάβουν ότι κάτι σταθερό που δε βλέππουν υπάρχει, αλλά αυτό το μαθαίνουν από μνήμης. Σχετικά λίγα μπορούν να καταλάβουν ότι όταν ένα αντικειμενο εμφανίζεται στιγμιαία και χάνεται, μπορεί να είναι ακόμα εκεί. Αν ένα έντομο δηλαδή φύγει από το οπτικό του παιδίο, παύει ν’ασχολείται. Εξαίρεση όμως αποτελεί η αντίδρασή του στα πολλά έντομα που χάνονται συγχρόνως, περιστατικό που έχει συμβεί δύο φορές, μέσα στο τερράριό του. Την πρώτη του έριξα αρκετές κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara). Είναι πολύ γρήγορες, και ήταν η πρώτη φορά που αστόχησε, τουλάχιστον για όσο την είχα εγώ. Η κατσαρίδα έφυγε, και το ίδιο έκαναν κι όλες οι υπόλοιπες. Ο δράκος τότε παρέμεινε στη μέση του χώρου με το κεφάλι τεντωμένο, έτοιμος ν’αντιδράσει ακαριαία. Με την παραμικρή κίνηση έκανε μικρά, νευρικά βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Τελικά άρχισαν να ξαναβγαίνουν και τις μάζεψε όλες. Τη δεύτερη φορά είχα αφήσει γρύλλους, όμως τώρα δεν αστόχησε, αλλά έπιασε τον έναν και οι άλλοι κρύφτηκαν. Πάλι περίμενε με τις αισθήσεις του οξυμένες, κι ό,τι έβγαινε το άρπαζε. Όπως έχει παρατηρηθεί και μ’άλλα εντομοφάγα, ωφελείται από την ποικιλία τροφών και τρώει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό νέα έντομα. Παρόλα αυτά αν είναι αρκετά μεγάλα έχει επιφυλάξεις, και τα παρατηρεί για λίγο παραπάνω. Μία λιβελούλα που του έδωσα την έφαγε αφού πέταξε λίγο, ενώ μια τεράστια κάμπια σφίγγα (hornworm) την παρατηρούσε ακόμα περισσότερο. Μετά γύρισε, την χτύπησε με τη γλώσσα του, αλλά έκανε λάθος υπολογισμό και δεν τη σήκωσε. Με την δεύτερη προσπάθεια ωστόσο την έπιασε και την έφαγε. Δείτε πώς κυνηγά κατσαρίδες Αργεντινής:

Τα φυτά τα τρώει διαφορετικά από τα έντομα. Στην περίπτωση αυτήν δε χρειάζεται να βιαστεί, κι απλώς τα πλησιάζει, τα παίρνει με το στόμα του και τα μασά πιο αργά, μετακινώντας τα προς το πίσω μέρος του στόματος. Όταν έχει πάρει αρκετά μεγάλη μπουκιά, μ’ένα δάγκωμα ακριβείας την αποκόπτει από το υπόλοιπο φυτό. Το ποσό που θα κόψει εξαρτάται από τη σκληρότητα του φύλλου. Από ένα αμπελόφυλο θα κόψει μόνο μια γωνία, επειδή είναι σκληρό, από ένα μαρουλόφυλλο μεγαλύτερο κκομμάτι, κι ένα φύλλο αγκουριάς θα το φάει ολόκληρο, ακόμα κι αν είναι μεγαλύτερο από το κεφάλι του, γιατί είναι πολύ εύκαμπτο κι ελαφρύ και διπλώνεται. Κόβει με εκπληκτική ακρίβεια τα ελάσματα των φύλλων, αφήνοντας μόνο τους μίσχους ή τα σκληρότερα μέρη του φύλλου. Μπορεί επίσης ν’αφήσει λίγα χιλιοστά ελάσματος πάνω στο μίσχο. Τα άνθη συνήθως τα τρώει ολόκληρα, αν και μπορεί ν’αφήσει τον κάλυκα μερικές φορές. Δεν ξέρω κατά πόσο το είδος είναι προσαρμοσμένο να τρώει αγρωστώδη χόρτα, επειδή είναι πολύ ινώδη και μόνο εξειδικευμένα φυτοφάγα σ’αυτά τα τρώνε, αλλά σπάνια του έχω δώσει λίγα φύλλα και μερικές φορές τα έφαγε. Γενικώς οι προτιμήσεις του στα πλατύφυλλα αγριόχορτα και φύλλα συμπίπτουν μ’αυτές της κκουνέλας μου. Και τα δύο τρώνε πολύ μαρούλι, πικραλίδα, ζοχό, περδικάκι, μολόχα, αλσήνη, πανσέ, ιβίσκο, λίγο λιγότερο αμπελόφυλλα και λιγότερο μουρόφυλλα, τα οποία περιέχουν και γάλα. Παρόλα αυτά δε συγκινείται από τις γλυκές οσμές των λουλουδιών των εσπεριδοειδών ή της ψευδακακίας, τα οποία τρώει αμέσως η κουνέλα, ούτε φαίνεται να προτιμα ιδιαίτερα τα μυρωδικά φυτά, όπως τα φύλλα των εσπεριδοειδών, το βασιλικο΄ή το γεράνι, από τα οποία τρώει μόνο λίγο. Ίσως να τα ξεχωρίζει με την όσφρηση και να μην τα δέχεται. Από την άλλη, το χρώμα παίζει αρκετό ρόλο, γι’αυτό τρώει εύκολα άνθη ιβίσκου ή πετούνιας, και τα λαμπερά σκαθάρια Pachnoda. Ίσως η εμφάνιση της τροφής να είναι στους αγαμίδες ότι η οσμή και η γεύση είναι σ’εμάς και στα περισσότερα θηλαστικά. Παρόλα αυτά δεν την κατάφερα ποτέ να φάει φρούτα, ούτε καν ολοκόκκινες ζουμερές φράουλες, αν κι άλλοι δράκοι τρώνε. Ούτε επίσης έχει φάει πολλά λαχανικά, εκτός από κάποιες λεπτές φέτες καρότου σπάνια. Άλλη φορά δοκίμασα να του δώσω κολοκυθόσπορους, μήπως και τους φάει, αλλά δεν τους άγγιξε. Ο δράκος φανερώνει αισθητά τις προτιμήσεις του, κι όπως έχει στα φυτά, έχει και στα έντομα. Για παράδειγμα προτιμά τις ακρίδες και τις κατσαρίδες Αργεντινής από τα αλευροσκούληκα. Μια φορά περίπου σηκώθηκε στα δύο για να πιάσει μια ακρίδα! Τα αγαπημένα φαγητά μπορεί να τα φάει ακόμα κι αν είναι χορτάτη. Οι προτιμήσεις των διάφορων δράκων δεν είναι ωστόσο οι ίδιες. Ο δράκος στο feeders.gr τρελαίνεται για τα χωανοειδή άνθη της κάμψης (Campsis radicans), αλά η δική μου δεν τα έχει φάει σχεδόν ποτέ. Και όσον αφορά το ασβέστιο, πλέον σπάνια πασπαλίζω τα έντομα, αφού τρώει και σκέτο ασβέστιο. Της δίνω σπασμένο κόκκαλο σουπιάς ή όστρακο σαλιγκαριού, κι αρκετές φορές το τρώει. Επίσης δοκιμάζει και μερικές φορές καταπίνει χαλικάκια κατά τις περιπλανήσεις της. Την τροφή σπάνια την βάζω στο μπολ, συνήθως μόνο όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω. Συνήθως τα έντομα τα αφήνω μπροστά της ή αν είναι κινητικά ελεύθερα, και τα φυτά σε μια γωνία, ενώ συχνά την ταΐζω εκτός τερραρίου.

Το είδος έχει εκπληκτική ικανότητα διαχωρισμού των ζωικών από τις φυτικές τροφές. Ποτέ δεν τρώει ακίνητα έντομα, ούτε επιτίθεται σε κινούμενα φυτά σαν να ήταν έντομα. Μερικοί δράκοι τους οποίους οι κατοχοί τους μαθαίνουν από μικρούς να τρώνε χόρτα κινώντας τα σαν έντομα μπορεί να μπερδεύονται, αλλά γενικά τα ξεχωρίζουν. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω την Αναμπέλα με κινούμενα χόρτα. Μπορει να πάρει ένα κομμάτι αν αρχίζουν τα χόρτα να φεύγουν από μπροστά της, αλλά δε θα το κυνηγήσει σαν έντομο. Ομοίως δεν έφαγε ακίνητο έντομο ποτέ, αν και σ’αυτήν την περίπτωση είναι ευκολότερο να την κοροϊδέψω κουνώντας ένα νεκρό έντομο. Αυτό πιάνει ακόμα και για ζωικές τροφές με διαφορετικό σχήμα, όπως με σαλιγκάρια που είναι μέσα στο κέλυφός τους, οπότε θα πρέπει να έχει κάποιον τρόπο που τα ξεχωρίζει. Πιστεύω πως είναι περισσότερο θέμα σχήματος παρά μυρωδιάς. Έντομα που έχει κόψει κι αφήσει δε θα τα φάει, εκτός κι αν κινούνται. Τυχαίνει μερικές φορές να της πέσει ένα κομματάκι από κάποιο μακρύ superworm καθώς το μασάει, αλλά δε θα το αγγίξει. Αν όμως εγώ το κινήσω έστω και απειροελάχιστα, θα το φάει αμέσως. Όπως και σχεδόν όλες οι εντομοφάγες σαύρες, επιτίθεται μόνο σε κινούμενους στόχους. Τώρα που λέω για εξαπάτηση, είναι πολύ δύσκολο να κοροϊδέψω τη Μπέλα γενικώς. Πλέον ξέρει ότι μέσα στα διαφανή κουτάκια υπάρχουν έντομα, και τρέχει προς το μέρος τους να φάει. Αν για παράδειγμα την ταΐζω έντομα κάτω, κι έχω ένα κουτί πιο πέρα, μόλις το αντιληφθεί θα τρέξει εκεί που έχει τα περισσότερα, κι αν γίνει αυτό, είναι δύσκολο να το κρύψω, αφού και πίσω μου αν το βάλω θα το ακολουθήσει αμέσως. Μόλις όμως συναντά ένα τέτοιο μαγικό κουτί τρελαίνεται. Απ’ό,τι φαίνεται, δεν έχει πλήρη αντίληψη των διαφανών φραγμών και προσπαθεί επανειλημμένα να πιάσει έντομα έξω από το πλαστικό. Την έχω μάθει ν’ανεβάζει το κεφάλι της για να τρώει από πάνω, αλλά όταν πεινάει θα το ξεχάσει. Όταν τρώει από ένα κουτί, βρίσκεται σε απόλυτη χαρά. Τρώει τα πάντα και όσο πιο πολλά μπορεί. Τα ρεκόρ κατανάλωσης εντόμων που ανέφερα παραπάνω τότε γίνονταν. Μερικές φορές μπορεί να πάρει μαζί με το έντομο και υλικό που δεν τρώγεται, το οποίο φτύνει αμέσως. Πιθανότατα έχει τέτοια αντίδραση στο φαγητό, επειδή στην έρημο δεν έχει πάντοτε τροφή, αφού τη μία μέρα μπορεί να έχει παντού έντομα επειδή έβρεξε, ενώ την επόμενη να μην έχει απολύτως τίποτα, και η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί για έναν μήνα για παράδειγμα.

Επειδή η κοιλιά τους είναι πλατιά και οι κοιλιακοί τους λεπτοί, μπορείτ εεύκολα να εκτιμήσετε την κατάστασή τους, ώστε να καταλάβετε αν έχουν φάει καλά ή η τροφή έχει ήδη μεταβεί στο έντερο. Εγώ ψηλαφίζω κάποια σκληρά μέρη στην δεξιά πλευρά της κοιλιάς προς τα μπροστά, όπου βρίσκεται το στομάχι, τα οποία είναι οι τροφές. Όταν αυτά είναι πολλά, σημαίνει ότι ο δράκος έχει φάει καλά. Αν υπάρχει μια μπάλα προς τη μέση της κοιλιάς, σημαίνει ότι η τροφή έχει ήδη εισέλθει στο έντερο. Όταν είναι πιο πίσω έχει ήδη γίνει κόπρανα και βαίνει προς αποβολή, αλλά εκεί είναι δύσκολο να ψηλαφιστεί. Απλώς μπορώ να καταλάβω ότι έχεσε, αν προηγουμένως ήταν λίγο πρησμένη, και μετά ξεφούσκωσε, κι αυτό μόνο για μεγάλα περιττώματα. Όταν τρώει έχω προσέξει ότι λιάζεται περισσότερο για να χωνέψει, αλλά αυτό φαίνεται περισσότερο σε ψυχρότερες μέρες, αφού γενικά λιάζεται πολύ. Συνήθως παίρνει πάνω από 24 ώρες για να φύγει η τροφή από το στομάχι. Η γωνία της αφόδευσης βρίσκεται μπροστά και δεξιά. Όταν τα έχει κάνει, φεύγει συνήθως στην αντίθετη πλευρά, και συνήθως κατάλαβα ότι αφόδευσε, επειδή έχει ανακατέψει όλα τα χαρτιά από εκεί, ενώ άλλες φορές ανεβαίνει και λιάζεται. Έπειτα αλλάζω το χαρτί, και όσες στρώσεις από κάτω έχουν λίγη υγρασία, συνήθως 3-4, και το αντικαθιστώ. Μπορεί επίσης ν’αφοδεύσει έξω, όπου έχει επιλέξει ως επί το πλείστον τρεις περιοχές, τη μια δίπλα στο σιφώνι, την άλλη κοντά στην πόρτα και την άλλη κοντά στον καυστήρα του αερίου, κάτω από τον οποίο κρύβεται ή σκαρφαλώνει στους σωλήνες του. Συνήθως την προλαβαίνω και βάζω χαρτιά στο σημείο που θα τα κάνει, κι έτσι αλλάζω χαρτιά στο τερράριο σπανιότερα. Όταν πρόκειται ν’αφοδεύσει, μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, να τρέχει από τη μία μεριά στην άλλη, να μη θέλει να τη σηκώνω, και να φουσκώνει την κοιλιά της επειδή σφίγγεται. Μετά πηγαίνει σ’ένα σημείο, ανοίγει τα πίσω της πόδια, σηκώνει την ουρά, ανοίγει την αμάρα κι αποβάλλει το περίττωμα. Μετά απ’αυτό διπλώνει προσεκτικά την ουρά στο πλάι και πηγαίνει πιο πέρα. Δεν έχει πατήσει ποτέ τα περιττώματά της. Συνήθως κάνει μόνο μία κουτσουλιά, αλλά έχει τύχει να κάνει δύο, και δύο φορές τρεις.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, δεν έχω να πω πολλά καλά λόγια. Είναι τεμπέλα σε σχέση με άλλους δράκους, και ώρες ώρες πιστεύω πως έχει κάποιο πρόβλημα στο μικρό της κεφαλάκι. Ο δράκος στο Feeders για παράδειγμα τρέχει μπροστά όταν τον πλησιάζει κάποιος, μήπως και φάει, αλλά η δική μου αρκείται στο να κοιτάξει προς την κατεύθυνση κάποιου. Είναι όμως πολύ παρατηρητική, προσέχοντας και την παραμικρή κίνηση και αλλαγή γύρω της. Όταν την βγάζω έξω, μπορεί να περπατήσει λίγο και μετά κάθεται κάπου να ξεκουραστεί. Μπορέι να χωθεί κάτω από κάτι ή να μπει σε μία γωνία, απ’όπου θα βγει σε αόριστο χρόνο. Μπορεί δηλαδή να βγει μετά από λίγα δευτερόλεπτα ή μετά από κανένα μισάωρο. Μέσα στο τερράριό της δεν είναι πολύ δραστήρια, αλά όταν είναι ανεβοκατεβαίνει στα κλαδιά, πηδάει πάνω στη φωλιά της ή σε κάποιο κλαδί, χώνεται πίσω από το μπολ, μπαινοβγαίνει στη φωλιά, και σπάνια μπορεί να προσπαθήσει να βγει από το τζάμι της αριστερής πλευράς, ίσως επειδή εκεί χτυπούν τα φώτα και παραξενεύεται από τις αντανακλάσεις. Όταν είναι έξω, συνήθως κάνει βόλτες ως μακριά, και μετά επιστρέφει. Μπορεί επίσης να σκαρφαλώσει σε χαμηλά αντικείμενα, όπως ξύλα και σκούπες, ή να χωθεί πίσω από κάτι. Άλλες φορές προσπαθει ν’ανέβει στους τοίχους, όπου σταματά αφού δε μπορεί να ανεβεί ψλότερα, και κάθεται μισοανεβασμένη. Η αναρριχητηκή ικανότητά της είναι μεγάλη, και μπορεί να γαντζωθεί ακόμα κι από κατακόρυφες επιφάνειες αν έχουν το σωστό ανάγλυφο, αν και δεν το προτιμά επειδή δε νιώθει ασφαλής έτσι. Συνήθως ωστόσο την βγάζω για να λιαστεί, οπότε μένει ακίνητη κάπου, απορροφώντας τις ωφέλιμες ακτίνες του ήλιου. Έχει μερικά σημεία στα οποία προτιμά να λιάζεται, με το καλύτερο αυτό δίπλα στη μπαλκονόπορτα, όπου νιώθει ασφαλής, επειδή τα ιπτάμενα αντικείμενα δεν την ενοχλούν. Υπάρχουν κι άλλες προτιμώμενες περιοχές που συγκεντρώνουν αρκετή θερμότητα. Ακόμα κι όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, πηγαίνει εκεί περιμένοντας τον ήλιο. Άλλες φορές, όταν συννεφιάζει ο καιρός, αλλά ακόμα οι επιφάνειες είναι θερμές, κάθεται εκεί και ζεσταίνεται. Ωστόσο αν αρχίσει να κάνει κρύο, να φυσάει ή να ψυχαλίζει ανησυχεί, πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο και τελικά επιστρέφει μέσα. Όταν λιάζεται, ξαπλώνει κάτω με πεπλατυσμένο σώμα, σαν τηγανάκι, κι αφού έχει ζεσταθεί αρκετά, μαζεύεται λίγο ή πηγαίνει απευθείας στη σκιά, η οποία βρίσκεται δίπλα της. Συχνά στήνω σανίδια διαγώνια, στα οποία την ανεβάζω για να λιαστεί, αν το δάπεδο δεν έχει ακόμα ζεσταθεί αρκετά από τον ήλιο. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, αν δηλαδή βρίσκεται σε ψυχρή επιφάνεια, ανασηκώνεται και πλαταίνει το σώμα της, ώστε να τραβήξει ηλιακή ακτινοβολία χωρίς να ψύχεται από κάτω. Αγαπημένο μέρος της είναι επίσης η περιοχή κάτω από τον καυστήρα, όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται.

Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στις διαβεβαιώσεις όλων ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι αρκετά έξυπνοι. Άλλωστε στα περισσότερα βίντεο κάθονταν σε μια θέση κι έτρωγαν αυτά που είχαν μπροστά τους. Κυνηγούσαν άπιαστες δέσμες λέιζερ, χτυπούσαν τα τζάμια, και το χαρακτηριστικό για το οποίο οι άνθρωποι τους αγαπούν, ότι δηλαδή είναι τόσο ήρεμοι, δεν είναι στην πραγματικότητα δείγμα εξυπνάδας αλλά μάλλον το αντίθετο. Τι να το κάνει το μυαλό ένα ζώο που στήνεται σ’ένα βράχο στον ήλιο και περιμένει να χάψει έντομα; Παρόλα αυτά γρήγορα διαψεύστηκα, όταν είχα το δράκο μου για κάποιο χρονικό διάστημα, οπότε κατάλαβα ότι ήταν πολύ εξυπνότερος απ’ό,τι νόμιζα. Εκτός από τις ικανότητες που έχει στη διάκριση μεταξύ τροφών που ανέφερα παραπάνω, έχει και πολές άλλες ικανότητες. Έχει πολύ καλή αντίληψη του χώρου του, και γνωρίζει πού βρίσκεται το τερράριό του. Ακόμα κι αν φύγει 20 μέτρα μακριά, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως αφού έχει ζεσταθεί καλά έξω ή η θερμοκρασία πέσει, επιστρέφει αμέσως πίσω. Μπορεί ενώ κάθομαι ήσυχος στο δωμάτιο ν’ακούσω κάτι μικρά βήματα, και μόλις κοιτάξω να αντικρίσω τη μικρή Αναμπέλα που επιστρέφει. Θα μπορούσα να της βάλω μια ράμπα για να ανεβαίνει στο τερράριο μόνη της. Ακόμα κι αν κλείσω την πόρτα προς το δωμάτιο περιμένει έξω, συνήθως από τη μεριά που ανοίγει, κι αν μπορεί να την σπρώξει μπαίνει μέσα. Και από το τερράριο θέλησε κάποιες φορές να βγει έξω, ιδίως όταν επιζητούσε την ηλιακή θερμότητα. Μια φορά τον Αύγουστο, όταν κάηκε η λάμπα της, αν και είχε πολλή ζέστη και δε λιαζόταν στη λάμπα, η θερμοκρασία είχε πέσει στους 32 βαθμούς χωρίς αυτήν. Την πρώτη μέρα την βρήκα χωμένη στην τρύπα της, κάτω από τα χαρτιά, ενώ τη δεύτερη είχε βγει με το κεφάλι πάνω στη συρόμενη πόρτα, κοιτώντας προς την εξώπορτα. Επίσης γνωρίζει σε ποια σημεία είναι ασφαλές να πάει και σε ποια όχι. Αποφεύγει πάντοτε το απύθμενο σιφώνι στο μπαλκόνι, και δε σκαρφαλώνει σε επισφαλή ξύλα. Παρόλα αυτά μπορεί να πέσει από κάποιο τραπέζι, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο το κάνει εσκεμμένα λόγω χαμηλού ύψους ή έχει πρόβλημα με τον υπολογισμό των αποστάσεων. Μια άλλη φορά της είχα κάνει την εξής πλάκα: Βρισκόταν στον τοίχο πίσω από την πόρτα, και βλέποντας το μικρό άνοιγμα στους μεντεσέδες της πόρτας, ίσως νόμιζε πως μπορούσε να διαβεί από εκεί, κι έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησε να σκαρφαλώσει. Μετά εγώ απότομα έσπρωξα την πόρτα, κι αφού κοίταξε απορημένα ψηλά, έστριψε αμέσως κι έτρεξε πίσω. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω αυτό, αλλά δεν το ξαναδοκίμασε. Φέτος θα πρέπει να της μάθω το όνομά της. Θα έλεγα πως είναι λίγο λιγότερο έξυπνη από την κουνέλα μου. Για παράδειγμα αυτήν μπορώ εύκολα να την κοροϊδέψω με τροφή, ενώ την κουνέλα όχι πια. Αν για παράδειγμα θέλω να βάλω το κουνέλι πίσω στο κλουβί κι αυτο΄το αντιληφθεί αλλά δε θέλει να μπει μέσα, και προσπαθήσω να το δελεάσω με τροφή, θα πλησιάσει προσεκτικά, θα την πάρει και θα πάει να την φάει αλλού. Το δράκο μπορώ να του ρίχνω τροφή μπροστά του σε διάφορα σημεία, ώστε να συμπληρώσει έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του, αν και για να είμαι ηλικρινής δεν έχω προσπαθήσει να δελεάσω το δράκο με τροφή τόσες φορές όσο το κουνέλι για να είμαι σίγουρος ότι δε θα το καταλάβει. Σε σχέση με λιγότερο έξυπνα ζώα όπως το λοφιοφόρο γκέκο, είναι πιο ευπροσάρμοστη. Αν για παράδειγμα το γκέκο συνδυάσει ένα γεγονός με κάτι κακό, θα δυσκολευτεί να το ξεμάθει, κι αυτό μπορεί να πάρει κι έναν μήνα, ενώ ο δράκος εξετάζει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αν για παράδειγμα την πιάσω κατά λάθος κάπως άσχημα κι ενοχληθεί, δε σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα την πιάσω έτσι θα δυσαρεστηθεί. Μπορεί αρχικά να δυσανασχετήσει λίγο, αλλά μετά θα καταλάβει πως δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το γκέκο μπορεί να είναι επιφυλακτικό για μία μέρα από κάτι τέτοιο. Ένα ζώο που ζει σε ένα σκληρό περιβάλλον με ασταθή προσφορά τροφής και πολλούς κινδύνους παντού, θα πρέπει να έχει μυαλο για να επιβιώσει. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι υπάρχουν και εξυπνότεροι δράκοι από την δική μου.

Ξεχωρίζει επίσης τα άτομα, και με εμένα είναι πιο άνετη. Μπορώ να την σηκώσω, να την πειράξω και να την μετακινήσω χωρίς πρόβλημα. Όταν όμως έρχεται άλλος να την πιάσει, συνήθως δεν θέλει. Αν για παράδειγμα την κρατώ εγώ και θέλει ο πατέρας μου να την χαϊδέψει, μπορεί να πάει προς τα πίσω. Επίσης όταν έρχεται ο μικρός μου αδελφός πάει προς τα πίσω, αν κι αυτός γενικώς έχει απειλητική παρουσία, γι’αυτό έχει πρόβλημα. Σαν ντίνγκο μοιάζει. Με άλλους δεν ενοχλείται πολύ. Παρόλα αυτά δεν είναι πάντα καλή μαζί μου. Αν κάνει κρύο ή την πιάσω με κρύα χέρια ενώ λιάζεται, πιάνεται σφιχτά από το στήριγμά της, και αρνείται να μετακινηθεί. Άλλες φορές μπορεί να μη νιώθει τόσο ασφαλής, και να τινάζει το πίσω μέρος της αν την σηκώσω. Συνήθωςαν την κρατήσω καλά, στηρίζοντας όλο το σώμα και το μεγαλύτερο μέρος της ουράς, ηρεμεί. Ηρεμεί ακόμα κι όταν καταλάβει πως την μετακινώ προς κάποιο σημείο λιασήματος. Μπορεί επίσης να πάει λίγο προς τα πίσω αν της πιάσω απροειδοποίητα το κεφάλι ή το τρίτο μάτι, αλλά συνήθως δεν έχει πρόβλημα. Μόνο μια φορά μου είχε φουσκώσει τα γένια, όταν την τράβηξα έξω ενώ χωνόταν πίσω από κάποια πράγματα τις πρώτες μέρες που την είχα. Τότε σηκώθηκε ψηλά, φούσκωσε το σώμα της και φούσκωσε και μαύρισε τα γένια της. Μόλις την μετακίνησα αλλού, ξεφούσκωσε. Είναι τόσο ήσυχη που τρώει συχνά από το χέρι μου, ακόμα κι όταν την κρατάω, εντούτοις συνήθως δεν το κάνει αυτό αν βρίσκεται σε εντελώς ανοίκειο μέρος ή υπάρχουν αρκετά άτομα μπροστά της. Μια φορά την είχα μεταφέρει έξω από το σπίτι σε μικρή απόσταση, τυλιγμένη μέσα σε χαρτιά πηγαίνοντας, αλά την έβαλα πάνω στον ώμο μου γυρίζοντας, πράγμα που την φόβησε, αφού έχωσε το κεφάλι της πίσω από τον αυχένα μου για να μην βλέπει. Από τότε δε θέλω να την ξανακουβαλήσω έτσι. Δε με έχει δαγκώσει ποτέ, εκτός από μια φορά που προσπάθησα να τις βάλω φαΐ στο στόμα χωρίς να θέλει. Τότε γύρισε λίγο στο πλάι και με δάγκωσε, και μολονότι ήταν ασήμαντο, πόνεσα αρκετά. Σκεφτείτε πόσο πονάει ένα κανονικό δάγκωμα! Δε με μπερδεύει με φαγητό, αν και μερικές φορές έχει τύχει, ιδίως αν ο χώρος ήταν ημισκοτεινός ή τις έδινα πολλά μικρά έντομα το ένα πίσω απ’το άλλο. Αντίθετα, ο δράκος του Feeders, τον οποίο δε χειρίζονται πλέον τόσο όσο άλλοτε, κι ανοίγουν το τερράριο κυρίως για να τον ταΐσουν, είναι μαθημένος σ’αυτό και μπορεί να δαγκώσει κανένα δάχτυλο αν του παρουσιαστεί απροειδοποίητα. Όταν κοιμάται δεν την πειράζω, αλλά έχει τύχει να την ξυπνήσω ή να ξυπνήσει μόνη της με το φως. Προσπαθώ να μην ανάβω φως στο μέρος όπου βρίσκεται, αλλά μερικές φορές είναι αναπόφευκτο. Όταν ξυπνάει μπορεί και να φάει λίγα έντομα αν της δώσω, μετά όμως από λίγο πηγαίνει σε μια σκοτεινή γωνία και ξανακοιμάται. Όταν κοιμάται δεν αντιδρά πολύ, κι έτσι μπορώ να την μετακινήσω αρκετά εύκολα.

Υπάρχουν ωστόσο και οι περιπτώσεις που φοβάται πραγματικά. Μεγάλος της φόβος είναι οι μακρινές εωρούμενες σκιές, οι οποίες στη φύση συνήθως σημαίνουν αρπακτικά πουλιά που θα την σηκώσουν από το ζεστό βραχάκι της και θα την φάνε. Πολλοί δράκοι τρομάζουν από τέτοιες σκιές, και μεγάλο πρόβλημα έχουν αυτοί που σπάνια εκτίθενται στον εξωτερικό κόσμο, αν και όλοι σταδιακά συνηθίζουν. Η δική μου αρχικά φοβόταν πολύ τα πουλια που πετούσαν ψηλά και τα αεροπλάνα. Μόλις πλησίαζε ένα, έτρεχε αμέσως σε κάποια σκοτεινή γωνιά, κάτω μου ή πίσω από κάτι, και δεν έβγαινε από εκεί. Σιγά-σιγά ωστόσο άρχισε να εξοικειώνεται, και μολονότι ο φόβος δεν της έφυγε ποτέ, πλέον τα ανέχεται. Εξακολουθεί να τρομάζει αν βρίσκεται σε ανοιχτό ή ξένο χώρο, αλλά όταν βρίσκεται κοντά στην ασφάλεια, απλώς παρατηρεί την απειλή, αν και πάλι μπορέι να τύχει να τρομάξει.

Όπως λέω κι εγώ, αυτή η σαύρα μια μέρα θα μας σώσει, γιατί σίγουρα θα τρομάξει αν το αεροπλάνο που παρατηρεί αρχίζει να χαμηλώνει επικίνδυνα. Το πιο αστείο είχε γίνει ωστόσο τον πρώτο καιρό που την είχα, όταν προσπάθησε να πουλήσει τσαμπουκά σε αεροπλάνα δύο φορές. Και τις δύο αρχικά τρόμαξε, αλλά μετά στάθηκε στραμμένη προς την πλευρά του αεροπλάνου, σηκώθηκε, πλάτυνε πολύ και φούσκωσε το σώμα της και τα γένια της και πιθανόν ήλπιζε ότι το αεροπλάνο θα τρομάξει και θα εξαφανιστεί! Δεν ξέρει ότι η πραγματικότητα είναι αδιάφορη προς τις επυθιμίες του καθενός – αυτό θα πείτε ούτε όλοι οι άνθρωποι το έχουν εμπεδώσει. Δυστυχώς δεν ξανάγινε άλλη φορά αυτό, ώστε να το βιντεοσκοπήσω. Επίσης δε νιώθει άνετα κοντά στα κουνέλια, τα οποία αποφεύγει – μέσα στα κλουβιά τους βρίσκονταν. Τα μικρότερα εντούτοις ζώα τα θεωρει τροφή. Σύντομα αφότου τον πήρα, τον Απρίλιο, έβαλα δοκιμαστικά τον μικρό μου ακομα κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) μέσα σ’ένα πλαστικό κουτί, και αφού τον παρατήρησε για λίγο, προσπάθησε να τον φάει! Φοβάται επιπλέον το νερό, και δύο φορές που την έβαλα σε ρηχό νερό για μπανάκι για τη δυσκοιλιότητα, πετάχτηκε έξω. Αν και γενικώς δεν τη φοβίζουν πολλά πράγματα μέσα στο τερράριό της, όταν γίνονται μεγάλες εργασίες και μετακινήσεις μεγάλων αντικειμένων κοντά σε αυτό, μπορεί να γυρίσει το κεφάλι αλλού μετά από λίγο ή να κρυφτεί.

Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω. Από τη μία σκέφτομαι να την αναπαραγάγω, αλλά από την άλλη ανησυχώ για το πού θα δώσω όλα τα μικρά. Σίγουρα θα πάρουν κάποια μέλη του φόρουμ, ένας ή δύο απ’έξω και το Feeders, αλλά τι θα γίνει αν μου μείνουν; Πολλοί στο φόρουμ έχουν αυτό το είδος, αλλά ελάχιστοι τόλμησαν να το αναπαραγάγουν, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Κι επίσης θα δυσκολευτώ να βρω αρσενικό. Αν δε φέρει το Feeders κανένα κατάλληλης ηλικίας στην κατάλληλη εποχή, δύσκολα θα βρω. Ίσως τελικά να μην την αναπαραγάγω, αν και θα ήθελα όλα τα ζώα που έχω στη συλλογή μου να αναπαραχθούν κάποια στιγμή.

Προσπαθώ να εναρμονίζω τη φροντίδα των ζώων μου σύμφωνα με τα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας. Περνώ αρκετό χρόνο ψάχνοντας για επιστημονικές μελέτες για τα είδη του ενδιαφέροντος και διαβάζοντας άρθρα και βιβλία γι’αυτά. Έχω ψάξει αρκετά για τους γενειοφόρους δράκους, για τους οποίους έχω συλλέξει λίστα πηγών. Μόλις συνάντησα τη μελέτη για τη διατροφή του είδους στη φύση, ενδιαφέρθηκα για περαιτέρω πληροφορίες και απέστειλα ιμέιλ στον Dennis G. Oonincx, ο οποίος επίσης έκανε τις δύο μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό της d3 στους γενειοφόρους δράκους που παραθέτω, ζητώντας τα πλήρη κείμενα, τα οποία μου επισύναψε στην απάντησή του. Ο εν λόγω ερευνητής εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν στην Ολλανδία, όπου διεξάγει έρευνες κυρίως πάνω στη θρεπτική αξία των εντόμων, ενώ επίσης είναι εκτροφέας ερπετών. Εγγράφηκα επίσης στο φόρουμ του beardeddragon.org, το οποίο μπορώ να πω ότι με βοήθησε πολύ.

Πηγές και σύνδεσμοι

οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο feeders.gr
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο anapsid.org
φροντίδα του γενειοφόρου δράκου στο Reptile Cage Plans
η σελίδα του Tosney για τους γενειοφόρους δράκους
beardeddragon.org
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για τους γενειοφόρους δράκους στο Διαδίκτυο. Έχει επίσης μεγάλο και ενεργό φόρουμ.
οι γενειοφόροι δράκοι από μια αυστραλιανή οπτική γωνία
η αναπαραγωγική βιολογία των γενειοφόρων δράκων

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες και κτηνιατρικά άρθρα
σημειώσεις για την εξάπλωση και τις συνήθειες του γενειοφόρου δράκου Pogona henrylawsoni
νυχτερινή θέρμανση και δραστηριότητα σε αρκετά είδη αγαμιδών
ο δράκος P. vitticeps έχει φυλετικά μικροχρωμοσώματα zz/zw
η αναστροφή του φύλου προκαλεί τη γρήγορη μετάβαση από γενετικό σε θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου στην P. vitticeps
η διατροφή των ελεύθερων γενειοφόρων P. vitticeps της Κεντρικής Αυστραλίας
τα αποτελέσματα της συμπλήρωσης με βιταμίνη d3 και της έκθεσης σε ακτινοβολία uvb στην ανάπτυξη και στη συγκέντρωση των μεταβολιτών της d3 στο πλάσμα νεαρών γενειοφόρων δράκων
οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της d3 στο αίμα παραμένουν σταθερές μετά την παύση έκθεσης σε uvb σε ενήλικους θηλυκούς γενειοφόρους δράκους
θερμορρύθμιση και ομαδοποίηση σε νεογέννητους γενειοφόρους δράκους
κοινωνική μάθηση μέσο μίμησης σε ένα ερπετό P. vitticeps
ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού κατά τη θερμορρύθμιση στην P. barbata
τα αποτελέσματα της θερμικής ποιότητας στη θερμορρυθμιστική συμπεριφορά της P. vitticeps
η υποξία προοδευτικά μειώνει το κατώφλι του ανοίγματος του στόματος στην P. vitticeps
θερμορρυθμιστικές συνέπειες της υπεραλάτωσης στην P. vitticeps
διάγνωση και θεραπεία περιοφθαλμικού μυξοσαρκώματος σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
γαστρικό νευροενδοκρινές καρκίνωμα εκφράζον σωματοστατίνη σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
μυελογενής λευχαιμία σε έναν γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
χημειοθεραπεία για λευχαιμία σε γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
προωρηξιακή στάση και δυστοκία σε ωοτόκες σαύρες
γενειοφόρος δράκος με περιοδοντική νόσο
υπερηχογραφική ανατομία στους γενειοφόρους δράκους P. vitticeps
υπολογισμός του χρόνου γαστρεντερικής μετάβασης στην P. vitticeps
τοξίκωση από πυγολαμπίδες σε σαύρες
κυκλική χρωματική μεταβολή στο γενειοφόρο δράκο P. vitticeps υπό διαφορετικές φωτοπεριόδους
η πρώιμη εξέλιξη του συστήματος του δηλητηρίου στα φίδια και τις σαύρες

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 7/4/2016: Ξύπνησα τη Μπέλα στις 16 Φεβρουαρίου, όταν ο καιρός άρχισε να φτιάχνει προσωρινά. Εντωμεταξύ ο δράκος στο feeders.gr είχε ξυπνήσει από πιο νωρίς, αν και δεν πέρασε από πλήρη χειμέρια νάρκη, γιατί ο χώρος του θερμαινόταν. Οι θερμοκρασίες κατά τη νάρκη της Αναμπέλας κυμαίνονταν μεταξύ 9 και 17 βαθμών Κελσίου, με τις συνηθέστερες μεταξύ 12-15 βαθμών. Την ξύπνησα ανάβοντας τις λάμπες, αλλ’επειδή δεν επαρκούσαν για τη θέρμανση του τερραρίου, έβαλα συμπληρωματικά και μια θερμαντική πλάκα 28χ14 εκ πάνω στη φωλιά της, την οποία έχω εκεί ακόμα. Ρύθμισα το χρονοδιακόπτη στις 11,5 ώρες, αν και μετά από λίγες εβδομάδες ανέβασα τη φωτοπερίοδο στις 12. Αν κι αρχικά έλεγα να περιμένω να βγει μόνη της, τελικά την έβγαλα εγώ έξω στον ήλιο, όπως την έβγαζα περιστασιακά κατά τη νάρκη για να τις δώσω λίγο νερό, όπου ζεστάθηκε και μισοξύπνησε. Την ίδια μέρα έφαγε μια μικρή κατσαρίδα Αργεντινής, και δυο μέρες μετά ένα κομματάκι φύλλου μολόχας. Έφαγε μεγάλη ποσότητα πρώτη φορά για φέτος στις 22 Φεβρουαρίου, οπότε κατανάλωσε 38 περίπου προνύμφες στρατιωτόμυγας (Phoenix worms). Αφόδευσε για πρώτη φορά φέτος στις 27 Φεβρουαρίου. Στις επόμενες μέρες, ο μεταβολισμός της έπεσε, γιατί οι εξωτερικές θερμοκρασίες έπεσαν απότομα, και το ίδιο συνέβη και στα ψυχρότερα σημεία του τερραρίου. Τότε παρέμενε για σχεδόν όλη τη μέρα πάνω στη θερμαντική πλάκα, η οποία έφτανε τους 30 βαθμούς, ή κάτω από τη λάμπα, η οποία ζέσταινε το ξύλο από κάτω της στους 34 βαθμούς. Μέχρι περίπου τα μέσα του Μαρτίου, δεν είχε ξυπνήσει εντελώς, αφού περνούσε αρκετό μέρος της ημέρας μέσα στην τρύπα της. Σιγά-σιγά άρχισε να κοιμάται συχνότερα και εκτός αυτής, κι ακόμα κι όταν κοιμόταν μέσα το βράδυ, δεν ξεχνιόταν εκεί την άλλη μέρα, όπως έκανε πριν, κι έβγαινε από το πρωί να λιαστεί. Η όρεξή της επίσης σταθεροποιήθηκε από τις 20 Μαρτίου και μετά. Τώρα τρώει περίπου 25-50 μικρά έντομα κάθε 3-4 μέρες, με λίγα συμπληρωματικά στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των κύριων ταϊσμάτων. Αφοδεύει επίσης κάθε 2-4 μέρες. Μερικές φορές τις δίνω και μερικά μεγαλύτερα έντομα και λίγα λαχανικά. Το διαιτολόγιό της αποτελείται κυρίως από αλευροσκούληκα, τα οποία εκτρέφω εγώ, όσο κι από Phoenix worms, τα οποία αγόρασα σε μεγάλη ποσότητα από εκτροφέα – ευτυχώς υπάρχει ένας σχετικά κοντά. Συμπληρωματικά δίνω και κατσαρίδες Αργεντινής, των οποίων η αποικία που φτιάχνω δεν έχει μεγαλώσει ακόμα πολύ, ακρίδες, superworms και λίγα φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι και ζοχό. Επίσης άρχισε τις τελευταίες μέρες και η αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο στη δεξιά πλευρά της ράχης προς τα πίσω.

Ο καλός καιρός αυτό το διάστημα σημαίνει ότι την βγάζω σχεδόν καθημερινά έξω απ’το τερράριο, για 20 λεπτά έως πάνω από ώρα, οπότε έχει συχνές ευκαιρίες για άσκηση και εξερεύνηση. Έχω εκπλαγεί από το επίπεδο δραστηριότητάς της, η οποία είναι πολύ περιςσότερη απ’όσο νόμιζα. Αν και πάλι όχι τόσο δραστήρια όσο αυτή στο κατάστημα, εξακολουθεί να είναι αρκετά κινητική. Και πέρσι ίσως να ήταν το ίδιο δραστήρια την ίδια εποχή, αλλά εξαιτίας του άστατου καιρού δεν την έβγαζα έξω. Τώρα μόλις την βγάζω, αφού είναι ήδη ζεσταμένη από τη λάμπα, αρχίζει τις βόλτες. Μετά, αν κρυώσει λίγο, μετακινείται σε κάπιο σημείο στο δωμάτιο ή έξω με ήλιο, όπου κάθεται για 10-20 λεπτά, ή και λιγότερο αν είναι αρκετά ζεστή, και μετά ξαναρχίζει τις βόλτες. Τρέχει από το ένα μέρος στο άλλο, σταματά σε διάφορα πράγματα και τα κοιτάζει ή πηγαίνει από πίσω τους, σκαρφαλώνει σε κλούβες, σωλήνες, σκούπες, πόδια καρεκλών κλπ, ξανακατεβαίνει, μπαίνει κάτω από πράγματα, αλλά μετά ξαναβγαίνει, πηγαίνει στον ήλιο, γυρίζει κλπ. Μεταξύ των δραστηριότήτων της παρεμβάλλονται φυσικά και περίοδοι ξεκούρασης. Άλες φορές πάλι μπορεί να καθίσει στον ήλιο για πολλά λεπτά, χωρίς να κινείται, ιδίως μετά από ένα καλό γεύμα, προφανώς για να χωνέψει. Πλέον δε φοβάται σχεδόν καθόλου τα πουλιά και τα λοιπά ιπτάμενα αντικείμενα, από τα οποία έχει τρομάξει μόνο δύο φορές έως τώρα φέτος, αν και πάλι τα κοιτάζει προσεκτικά. Όπως έχω προαναφέρει, ξέρει να γυρίζει στο τερράριο μόνη της, κι όταν έχει περάσει αρκετό χρόνο έξω, επιστρέφει γρήγορα στην βάση του τερραρίιου με το κεφάλι προς τα πάνω, όπου περιμένει να την βάλω μέσα. Αν δεν την βάλω μέσα, θα ξαναφύγει ή θα πάει δίπλα. Τώρα όμως έχει μάθει και να βγαίνει από το τερράριο. Μερικές φορές όταν ανοίγω την εξώπορτα και μένως στο δωμάτιο μπορεί να κατέβει από το σημείο λιασήματος και να έρθει μπροστά στην πόρτα, αλά συνήθως προσπαθεί να ξαναβγεί όταν την βάζω μέσα μετά από βόλτα. Συχνά προσπαθεί να σκαρφαλώσει στα διάφανα τοιχώματα, αλά δείχνει πλέον ιδιαίτερη προτίμηση για τη μπροστινή αριστερή πλευρα΄, την οποία συχνότερα ανοίγω. Εκεί σηκώνεται όρθια και ξύνει επίμονα το τζάμι, μέχρι να ανοίξω την πόρτα. Αρχικά έβγαζε δειλά μόνο το κεφαλάκι της, αλά τώρα βγαίνει μόνη της έξω, κι αν την αφήσω, πέφτει κάτω. Μετά μπορεί να βγει έξω στον ήλιο, ή αμέσως να ξαναγυρίσει πίσω προς το τερράριο. Είναι πολύ έξυπνη τελικά. Αν της βάλω μια ξύλινη ράμπα πιστεύω θα μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει, όταν φυσικά είμαι εκεί και τις έχω ανοίξει την πόρτα. Είναι επίσης δραστήρια και μέσα στο τερράριο, όπου σκαρφαλώνει στα ξύλα, μετακινεί χαρτιά. Μπαίνει στην κρυψώνα και αμέσως βγαίνει,και προσπαθεί να περάσει μέσα απ’τα τζάμια. Μετά από λίγα λεπτά δραστηριότητας, ανεβαίνει και ξαπλώνει πάνω στη θερμαντική πλάκα, και αργότερα στη λάμπα. Η θερμαντική πλάκα ζεσταίνει στους 33 βαθμούς, η λάμπα στους 38, ενώ η γενική θερμοκρασία είναι 22-23 βαθμοί, οπότε μπορεί εύκολα να θερμορρυθμίζεται. Συνήθως πρωί κι απόγευμα κάθεται κάτω από τη λάμπα, ενώ το μεσημέρι, ιδίως αν την έχω βγάλει στον ήλιο προτύτερα κι έχει ζεσταθεί πολύ, προτιμά την ηπιότερη πλάκα. Το βράδυ κοιμάται δίπλα στην τρύπα, πάνω στην πλάκα, στο σημμείο λιασήματος κάτω από τη λάμπα, στην πιο δροσερή γωνία, και σπάνια μέσα στην τρύπα της.

η Αναμπέλα ο γενειοφόρος δράκος στο χέρι μου 28/4/2016

Της κατέβασα ακόμα και το παιχνίδι Ant Crusher στο iPhone μου, ώστε να την μάθω να το παίζει όπως στο γνωστό βίντεο του Αυστραλού. Πρόσφατα επίσης έκανα μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών για αρσενικό, ώστε να την ζευγαρώσω και να κάνει κι αυτή τα δικά της αυγά!

Pogona vitticeps ψήνεται στον ήλιο και κοιτάζει με απορία την κάμερα 31/3/2016
Τα παρακάτω βίντεο είναι από το γενειοφόρο δράκο στο feeders.gr. Στο πρώτο με μπερδεύει με φαγητό και με δαγκώνει λίγο, ενώ στο δεύτερο με κλωτσά με το πίσω πόδι επειδή την ενόχλησα.


.

Ενημέρωση 29/4/2016: Τελικά δεν έγινε η αλλαγή δέρματος. Ήταν απλώς ένα μικρό κομματάκι που άλλαξε, όπως συμβαίνει σχετικά συχνά στις σαύρες αυτές. Η Μπελιτσα παραμένει χαρούμενοι, δραστήρια, και πάνω απ’όλα φαγανή. Τρώει εύκολα 50-70 αλευροσκούληκα ή προνύμφες μύγας κάθε 3 μέρες, ή μπορεί να φάει λίγες κατσαρίδες Αργεντινής. Παρακάτω η φωτογραφία με το τερράριο, όπου έχω προσθέσει ακόμα ένα ξύλο ιβίσκου.

τερράριο του γενειοφόρου δράκου 28/4/2016

Ενημέρωση 2/6/2016: Ο δράκος άρχισε να μπαίνει σε καλοκαιρινό πρόγραμμα. Λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η δραστηριότητά της έχει μειωθεί αρκετά. Λιάζεται κάτω από τη λάμπα λιγότερο, και προτιμά να κάθεται δίπλα σ’αυτήν, ενώ επίσης τις πιο ζεστές ώρες μπορεί να μπαίνει στην τρύπα της για λίγο. Οι θερμοκρασίες στον περιβάλλοντα χώρο κυμαίνονται μεταξύ 27 και 30 βαθμών, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνουν και τους 40 βαθμούς. Επειδή οι θερμοκρασίες είναι καλές, έσβησα και αφαίρεσα εντελ΄λως τη θερμαντική πλάκα. Τρώει αρκετά. Από τις 29 Μαΐου ξεκίνησε η μεγάλη αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο τη βάση της ουράς από δεξιά, το πίσω μέρος του δεξιού μπουτιού και τα χείλη. Τη με΄ρα πριν εκδυθούν τα χείλη, η Αναμπέλα έγλειφε συνεχώς τα χείλη της και δεν ήθελε να φάει. Επίσης έπινε αρκετό νερό. Χθες το δέρμα στα χείλη άλλαξε, κι έτσι ανακουφίστηκε. Τώρα που αλλάζει δέρμα, την ψεκάζω ελαφρά για να μαλακώσει.
Στις 17 Μαΐου συνέβη δυστυχώς ένα ατύχημα, που τελικά αποδείχθηκε μικρό. Πάτησα την ουρά της κατά λάθος. Αυτή βρισκόταν μπροστά στη μπαλκονόπορτα, κι εγώ βιαστικά πέρασα από δίπλα της, σίγουρος ότι θα την προσπεράσω, όμως δεν υπολόγισα σωστά το βήμα μου και την πάτησα με όλο το βάρος μου προς το τέλος της ουράς της. Ευτυχώς το κατάλαβα αμέσως και σήκωσα το πόδι μου σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η Μπέλα σοκαρισμένη σήκωσε το κε΄φαλι ψηλά για να δει τι γίνεται, αλλά δεν κατάλαβε αμέσως τι έγινε. Μετά ήταν απλώς κάπως ενοχλημένη και δεν ήθελε να καθίσει πάνω στο χέρι μου. Την επέστρεψα στο τερράριο αμέσως για να κοιμηθεί ήσυχη, επειδή σουρούπωνε. Τις δύο επόμενες μέρες είχε αρκετά πεσμένη διάθεση, γιατί έτρωγε λίγο, κινούταν πολύ λιγότερο και πιο νωχελικά από το σύνηθες, παρέμενε για ώρα στα ζεστά σημεία, και δε με εμπιστευόταν όταν την σήκωνα, προσπαθώντας να μου ξεφύγει. Την επόμενη μέρα μάλιστα, όταν την έβγαλα έξω για να ελέγξω την ουρά της ενοχλήθηκε αρκετά, και μόλις ξαναμπήκε στο τερράριο έτρεξε αμέσως στη μέση του χώρου κι άρχισε να κουνά γρήγορα και διαδοχικά το κεφάλι της, διακηρύσσοντας ίσως την περιοχή της, μέσα στην οποία δε θα πρέπει να την πειράζω. Εγώ ωστόσο έπρεπε να την ενοχλώ για το καλό της. Αυτό το έκανε δύο φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρή ζημιά η ουρά, αλλά οι μαλακοί ιστοί ίσως να τραυματίστηκαν λίγο, γιατί, αν και δε φαινόταν να πονάει κατά την κίνηση, όταν έμενε για ώρα ακίνητη ή κοιμόταν, κι εγώ της άγγιζα το χτυπημένο σημείο της ουράς, την μάζευε αμέσως, και μπορεί και να ξυπνούσε. Εάν αυτό συνεχιζόταν ή χειροτέρευε, θα την πήγαινα στην κτηνίατρο. Ευτυχώς σε τέσσερις μέρες επανήλθε στα φυσιολογοικά. Πρώτη φορά γίνεται αυτό, και ας ελπίσουμε τελευταία.

Ενημέρωση 25/6/2016: Οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στα ύψη, και η Αναμπέλα πάλι έγινε λιγότερο δραστήρια. Η γενική θερμοκρασία του χώρου της είναι 34-35 βαθμοί, δηλαδή κοντά στην προτιμώμενη θερμοκρασία, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνει και τους 47 βαθμούς. Ίσως να είναι ώρα να αλλάξω λάμπα με μια λιγότερων βατ. Η σαύρα κρύβεται σχεδόν όλη τη με΄ρα στην τρύπα της, ή κάθεται μπροστά από αυτήν, ενώ άλλες φορές μπορεί να ξαπλώνει στη δροσερή πλευρά του τερραρίου ή να κάθεται χαμηλά σε κάποιο κλαδί. Το βράδυ οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 29-33 βαθμών, και συνήθως κοιμάται είτε στο πάτωμα είται σε κάποια αστεία θέση πάνω σε κάποιο κλαδί, αφού πλέον νιώθει τόσο ασφαλής που μπορεί να κοιμάται οπουδήποτε. Την βγάζω έξω, και έπειτα από βραχεία έκθεση στον ήλιο λίγων λεπτών, επιστρέφει στη σκιά, όπου είτε ξαπλώνει για ώρα και μετά κάνει μια μικρή βόλτα, είτε κάνει βόλτα από την αρχή. Μόλις την βάζω πάλι μέσα, συχνά προσπαθεί να βγει για να κάνει ακόμα μία βόλτα. Λόγω ζέστης, το διάστημα αυτό το κατάστημα feeders.gr, απ’όπου προμηθεύομαι τα έντομα δε φέρνει τα νόστιμα και παχυντικά αλευροσκούληκα, superworms και μελοσκούληκα, και η αποικία των αλευροσκούληκών μου είναι ακόμα πολύ μικρή, οπότε αυτά τελείωσαν προσωρινά. Τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας (Phoenix worms), που μπορεί να φάει 30-60 τη φορά, λίγες κατσαρίδες Αργεντινής, και συμπληρωματικά πεταλουδίτσες και βρωμούσες (Palomena prasina) που πιάνω το βράδυ γύρω από τις λάμπες. Οι βρωμούσες, αν και βγάζουν δύσοσμη ουσία για άμυνα, δεν είναι στην πραγματικότητα τοξικές, και σαύρες που δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην οσμή των θηραμάτων όπως οι δράκοι τις τρώνε αμέσως. Άλλα είδη όμως, όπως τα γκέκο, τις αποφεύγουν, κι όσες φορές έδωσα σε γκε΄κο τις άφηναν ήσυχες. Της δίνω επίσης ψιλοκομμένο μαρουλάκι από έτοιμες σαλάτες, καθώς και φύλλα και άνθη ιβίσκου. Για ασβέστιο τρώει θραύσματα από κόκκαλο σουπιάς, όπως πάντα. Ακόμα συνεχίζει την αλλαγή δέρματος, με αλλαγή από διάφορα μέρη του σώματος και τα πόδια. Φέτος έχει παχύνει ακόμα περισσότερο από πέρσι.

Πρόσφατα επίσης έγιναν δύο αρκετά ενδιαφέρουσες μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο είδος. Στην πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο στο ερευνητικό ινστιτούτο Μαξ Πλανκ στη Φρανγκφούρτη της Γερμανίας, διαπιστώθηκε ότι οι γενειοφόροι δράκοι, όπως τα πουλιά και τα θηλαστικά, παρουσιάζουν δύο διαφορετικές φάσεις ύπνου, τον ύπνο ταχείας κίνησης των ματιών (rem) και το βαθύ ύπνο (nrem). Μέχρι τώρα, η ύπαρξη rem ύπνου στα ερπετά ήταν αμφιλεγόμενη, με άλλες μελέτες να την υποστηρίζουν κι άλλες να μην την επιβεβαιώνουν. Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η πρώτη φορά που ο ύπνος rem διαπιστώθηκε ξεκάθαρα σε καποιο ερπετό. Η εγκεφαλική δραστηριότητα εναλλάσσεται μεταξύ rem και βαθέος ύπνου σε πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ’ό,τι στον άνθρωπο ή σε μεγάλα θηλαστικά. Ο ύπνος rem ήταν από καιρό γνωστός στα πουλιά και στα θηλαστικά, και θεωρούταν ότι εξελίχθηκε κατά τη μετάβαση στην ενδοθερμία και κατά τη μεγέθυνση του εγκεφάλου για να υποστηρίξει συνθετότερες υποτίθεται λειτουργίες, αλά πλέον είναι πολύ πιθανό να υπήρχε στον κοινό πρόγονο όλων των αμνιοτών, του κλάδου που περιλαμβάνει τα ερπετά με τα πουλιά και τα θηλαστικά. Στον ύπνο rem επίσης παρατηρούνται και τα όνειρα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, οπότε είναι πολύ πιθανό και οι γενειοφόροι δράκοι να ονειρεύονται, όπως υποθέτουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς της μελέτης. Τι άραγε να ονειρεύεται η μικρή Αναμπέλα; Ίσως ότι έφαγε καλά, ότι έφαγε νόστιμα έντομα, ίσως ότι την πειράξαμε μια μέρα κλπ. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Η άλλη μελέτη, που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στην Αυστραλία, βρήκε ότι διαφορετικές περιοχές του δέρματος του γενειοφόρου δράκου αλλάζουν χρώμα για διαφορετικούς σκοπούς. Είναι γνωστό ότι η ραχιαία επιφάνεια του ζώου αλλάζει χρώμα για τη θερμορρύθμιση, με σκουρότερα χρώματα σε χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να απορροφήσει περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία, και ανοιχτότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ώστε να αντανακλά την περισσότερη ακτινοβολία. Το στήθος και ο λαιμός του δράκου ωστόσο αλλάζουν χρώμα για λόγους κοινωνίκής σήμανσης. Όταν το ζώο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, οι περιοχές αυτές είναι ανοιχτό καφέ ή λευκές, αλλά όταν το ζώο πρέπει να επιδειχθεί σε κάποιο ομοειδές του, οι περιοχές αυτές σκουραίνουν. Αυτό ήταν από καιρό γνωστό από παρατηρήσεις τέτοιων ζώων, απλώς δεν ήταν σίγουρο ότι η χρωματική αλλαγή στις δύο αυτές περιοχές δε συσχετιζόταν. Παρόμοια τοπική χρωματική αλλαγή είναι γνωστή στους χαμαιλέοντες, και πιθανόν να υπάρχει και σε άλλα ιγκουάνια. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ενημέρωση 16/9/2016: Η αλλαγή δέρματος ολοκληρώθηκε προς το τέλος του Ιουλίου, αφού πρώτα έβγαλε μεγάλα κομμάτια από την ράχη και την κοιλιά σε κοντινές μέρες. Οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά υψηλές, κι έτσι περνούσε αρκετό χρόνο μέσα στην τρύπα της και το βράδυ κοιμόταν επίσης μέσα στην τρύπα. Τώρα τον Σεπτέμβριο, που οι θερμοκρασίες έπεσαν κάπως, ξαναέγινε πιο δραστήρια. Συχνά μετακινείται από τον ήλιο στη σκιά και μέσα στο τερράριο περνά πολύ λιγότερο χρόνο μέσα στην τρύπα, και συχνά κοιμάται εκτός. Το καλοκαίρι έτρωγε πολλά αλευροσκούληκα, γιατί η αποικία είχε μεγαλώσει, αλλά τα τελευταία τα κράτησα για τα γκέκο και τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας και κατσαρίδες Αργεντινής, μαζί με σαλάτα, φύλλα μουριάς και φύλλα ιβίσκου. Δεν τρώει τόσο πολύ όσο την άνοιξη, αλά έχει πάρει αρκετό βάρος, και δείχνει πολύ γεμάτη. Παρακάτω έχω διάφορα βίντεο όπου ο δράκος τρώει:



Εδώ τρώει φύλλα ραδικιού και μία χιλιοποδαρούσα, κι αυτή εκκρίνει δύσοσμη ουσία, αλ΄λα δεν επηρεάζει τους γενειοφόρους δράκους.

Εδώ είναι αρκετά ενοχλημένη μαζί μου και μου μαυρίζει τα γένια. Έχει να το κάνει αυτό εδώ και δύο χρόνια, από την πρώτη άνοιξη δηλαδή. Όπως και τότε, πάλι ήθελε να πάει αλλού και δεν την άφηνα, κι επίσης προσπαθούσα να της βάλω τροφή μπροστά χωρίς να θέλει. Αν και τα μαύρισε, δεν έκανε επίδειξη απειλής, δηλαδή δεν τα φούσκωσε. Μετά από ένα λεπ΄το επανήλθαν στο φυσιολογικό, κι έπειτα της έδωσα αποζημίωση με τη μορφή αγαπημένης τροφής (μικρές κατσαρίδες Αργεντινής) και νερού, και όλα καλά.

Τις τελευταίες μέρες κάπου τραυμάτισε το άκρο της ουράς της, και μολονότι έψαχνα το τραύμα, δεν το έβρισκα. Η Μπέλα όμως πονούσε και τραβούσε την ουρά της από εμένα, και αυτό το έβγαλα σε βίντεο. Τελικά μετά από λίγες ώρες σχεδόν σταμάτησε να δείχνει συμπτώματα, και την άλλη μέρα πάλι ήταν καλά. Πιθανότατα την έξυσε λίγο παραπάνω σε κάποια αιχμηρή γωνία καθώς στριφογύριζε. Ο τραυματισμός δεν την επηρέαζε στη μετακίνηση, αφού έτσι κι αλλιώς οι δράκοι κινούνται με το άκρο της ουράς ανασηκωμένο, παρά είχε πρόβλημα μόνο όταν την άγγιζα εκεί.

Υποτίθεται ότι τα ερπετά δε μπορούν ν’ανταγωνιστούν με τα θηλαστικά. Υποτίθεται ότι μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, ο κόσμος παραδόθηκε στα θηλαστικά, τα οποία γρήγορα εξελίχθηκαν σε πολλά και διάφορα είδη με πολύ εξελιγμένες προσαρμογές για το περιβάλλον τους. Ο μεγάλος τους εγκέφαλος, η ικανότητά τους να φροντίζουν τα μικρά τους, η κοινωνική τους συμπεριφορά, η ενδοθερμία τους ή ό,τι άλλο τα έκανε τα ανώτερα ζώα του πλανήτη. Μέσα απ’αυτά τα ανώτερα ζώα, προήλθαμε κάποτε κι εμείς. Τα πουλιά έχουν κι αυτά μια παράπλευρη θέση στο ανελικτικό, κι όχι εξελικτικό, αυτό έπος. Φούμαρα. Εκτός του ότι η ιστορία αυτή έχει ως κέντρο του κόσμου τα αμνιωτά τετράποδα σπονδυλωτά ζώα, γιατί εκεί ανήκουμε κι εμίς και θεωρεί τους δεινοσαύρους σαν τα σημερινά εκτόθερμα ερπετά, που δεν ήταν, παρουσιάζει εντελώς λανθασμένα την πορεία των θηλαστικών. Για το μεγαλ΄΄υτερο μέρος της εξελικτικής τους πορείας, τα θηλαστικά ήταν μικρά, και δεν είχαν και τόσο μεγάλο εγκέφαλο και εξαιρετικές ικανότητες, και μεγάλη πλειονότητά τους ακόμα έτσι είναι σήμερα. Τα σημερινού τύπου, ας πούμε εξελιγμένα θηλαστικά, που μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά περιβάλλοντα, έχουν μεγάλο εγκέφαλο και ανταγωνίζονται σχεδόν οτιδήποτε του με΄γεθους τους άρχιζαν να εξελίσσονται μόνο κατά τη σταδιακή ψύχρανση του πλανήτη και τις επακόλουθες δύσκολες κι ευμετάβλητες συνθήκες, περίπου πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, αλλά περισσότερο πριν 20 εκατομμύρια χρόνια. Προτύτερα, οι θώκοι των μεγάλων ζώων στο οικοσύστημα μοιράζονταν σχεδόν εξίσου σε μεγάλα θηλαστικά, μεγάλα ερπετά και μεγάλα πουλιά (ουσιαστικά υποομάδα των ερπετών), αν και σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη τα εκτόθερμα ερπετά έφθιναν, αφού είχαν πρόβλημα διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας. Σε θερμότερες όμως περιοχές, όπου τα ερπετά μπορούν να διατηρούν σχετικά σταθερή θερμοκρασία για μεγάλο μέρος της ημέρας, η παρουσιά τους ήταν έντονη. Το ίδιο συνεχίστηκε και σε περιοχές απομονωμένες μέχρι πρόσφατα , όπως η Αυστραλία ή η Νότια Αμερική, όπου επικρατούσαν γιγάντια πουλιά κι ερπετά. Με την έλευση ανταγωνιστικότερων βόρειων θηλαστικών ή του ανθρώπου όμως, πολλά από τα ζώα αυτά εξαφανίζονταν. Στα απομονωμένα νησία επίσης με λίγα ή και καθόλου θηλαστικά, ερπετά, πουλιά ή και αρθρόποδα έπαιρναν τη θέση τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν αυτά τα νησιά τα επισκεπτόταν ο άνθρωπος και πιο ανταγωνιστικά θηλαστικά, πολλά απ’αυτά τα νησιωτικά ζώα εξαφανίζονταν, όχι λόγω ταξινομικής θέσης, αλλ’επειδή είχαν εξελιχθεί σε περιβάλλον χωρίς πολλούς εχθρούς, οπότε και οι άμυνές τους είχαν ατονήσει.
Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιοχές του κόσμου επικρατεί σκληροπυρηνική τυραννία θηλαστικών, που μυρίζουν τα κρυμμε΄να μικρά μέσα από τις τρύπες τους, τις ανοίγουν και τα τρώνε; Όχι, φυσικά. Τα ερπετά διατηρούσαν ισχυρή παρουσία σ’όλες τις θερμές περιοχές από τότε που εμφανίστηκαν. Απλώς εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό, επειδή ζούμε στην εύκρατη ζώνη, η οποία εξαιτίας της ψύχρανσης του πλανήτη στην εποχή που ζούμε είναι πολύ μεγάλη, και τα εκτόθερμα εδώ είναι αρκετά μικρά. Στην τροπική ζώνη ωστόσο, όπως και σε ορισμένες θερμές εύκρατες περιοχές, τα εκτόθερμα έχουν περισσότερο χρόνο δραστηριότητας, μπορούν να διατηρούν ευκολότερα υψηλές θερμοκρασίες, κι έτσι να φτάνουν ευκολότερα σε μεγαλύτερο μέγεθος. Τα μεγάλα ερπετά δεν έλειψαν ποτέ από τις τροπικέςπεριοχές. Τα κροκοδείλια ήταν ανέκαθεν οι θηρευτές των γλυκών νερών και των όχθεων, και στην ξηρά μεγάλοι συσφυγκτήρες αποτελούσαν από παλιά υπολογίσιμη δύναμη. Μεγάλες παμφάγες και σαρκοφάγες σαύρες ήταν και είναι κυρίαρχο μέρος της πανίδας, και μέχρι πρότινος, σε όλες τις ηπείρους υπήρχαν γιγάντιες χερσαίες χορτοφάγες χελώνες, οι οποίες δεν είχαν πολλούς εχθρούς στην ενήλικη ζωή τους, όμως η εξαφάνισή τους συμπίπτει με την έλευση του ανθρώπου, και σήμερα επιβιώνουν λιγα είδη είτε σε άγονα είτε σε απομονωμένα μέρη, όπου δηλαδή ο άνθρωπος δεν έφτασε για να τις φάει όλες. Από τα σαρκοφάγα, οι βαράνοι είναι η πιο εξέχουσα περίπτωση. Είναι σαύρες μεγάλου μεγέθους, με προσαρμογές παρόμοιες μ’αυτές των θηλαστικών για υψηλό μεταβολισμό. Είναι πολύ δραστήριοι, με οξυμένες αισθήσεις και ψάχνουν τροφή με διάφορους τρόπους και σε διάφορα περιβάλλοντα, π.χ. μπορούν εύκολα να ξετρυπώνουν τροφή σαν το παράδειγμα των θηλαστικών παραπάνω. Η νοημοσύνη τους ξεπερνά αυτή των περισσότερων μικρών θηλαστικών, και ίσως κι αρκετών μεγαλύτερων. Είναι πολύ επιτυχημένοι και υπάρχουν παντού όπου ζουν. Μ’αυτούς ασχολήθηκε η παρακάτω μελέτη που βρήκα, η οποία εξετάζει τη βιογεωγραφία τους και προτείνει μια εξήγηση για την απουσία μικρών βαράνων εκτός της αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής.

Η μελέτη αυτή, με τίτλο Βαράνοι, θηλαστικά και η Γραμμή του Ουάλας, που έγινε από τους SAMUEL S. SWEET & ERIC R. PIANKA ΔΙΕΡΕΥΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΕΚ΄ΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΗΣ ΒΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ, ΠΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ Μ’ΑΥΤΑ. ΠΑΡΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ:

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ, ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΩΣ ΣΥΓΚΛΙΝΟΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΜΙΚΡΩΝ ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ. ΣΕ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΜΙΚΡΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΘΩΚΟΥΣ ΠΟΥΣΕ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ, ΤΑ ΚΟΥΝΑΒΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΙΒΕΤΕΣ. Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (>1,3 Μ ΟΛΙΚΟ ΜΗΚΟΣ) ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ, ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ, ΑΛΛΑ Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (<1,2 Μ ΟΜ) ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟΤΟΜΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΑΥΤΗΣ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΔΑΣΙΟΥΡΟΕΙΔΗ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΟΧΙ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ (ΑΥΤΟ ΤΩΡΑ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΗΜΙΑΓΡΙΩΝ ΓΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ). ΕΠΕΙΔΗ ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΑΤΟΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΜΕ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΠΑΡΑ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΕΧΕΙ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΟ ΣΧΗΜΑ. ΕΙΔΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΓΕΝΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΟΜΑ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΛΩΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ, ΕΝΩ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΓΟΝΙΜΑ, ΟΤΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ, ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΑΥΓΑ, ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ, ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ:

Abstract
Although varanid lizards have achieved parity with mammals in many parts of the world, they exploit very different metabolic strategies and sensory mechanisms, and are properly regarded as convergent on the lifestyle of small predatory mammals. In parts of island southeast Asia and in Australia small monitors appear to fill ecological niches occupied by cats, mustelids and viverrids in other parts of the world. Species diversity of large monitor species (>i.3 m TL) does not change across Wallace’s Line, which is the distributional boundary for nearly all small, carnivorous pla¬cental mammals, but the diversity of small monitor species (<i.2 m TL) increases abruptly from this line east. Small monitor species can coexist with dasyurid marsupial carnivores, but appar¬ently not with placental carnivores (this is being tested now with the establishment of feral cats in Australia). Because juveniles of large monitor species can survive in communities with placental carnivores to the west of Wallace's Line, we speculate that predation rather than resource compe¬tition has influenced the observed pattern. Large monitors produce large clutches and their ju¬veniles soon grow out of the vulnerable size range, whereas small monitor species (despite being more fecund, when body size is factored out) produce fewer eggs, are always subject to mamma¬lian predation, and may not be able to coexist over evolutionary time with placental carnivores.

Στην εισαγωγή τους, οι επιστήμονες κάνουν λόγο για τη συνεξέλιξη και των αγώνα δρόμου μεταξύ θηρευτών και θηραμάτων. Οι θηρευτές, τρώγοντας τα λιγότερο ικανά θηράματα, επιλέγουν εμμέσως για ζώα τα οποία μπορούν να τους αντιλαμβάνονται γρηγορότερα και να ξεφεύγουν αποτελεσματικότερα. Μετά οι θηρευτές εξελίσσονται να προλαβαίνουν τα θηράματά τους, και γι’αυτό είναι συνήθως εξυπνότεροι από τα θηράματα, αν κι αυτό μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις αισθήσεις που χρησιμοποιούν, τον τρόπο κυνηγιού – αν είναι κυνηγοί ενέδρας ή μετακινούμενοι -, το αν κυνηγούν ομαδικα ή όχι, κλπ, δίνοντας ως οικείο παράδειγμα τους σκύλους και τις γάτες – οι σκύλοι σίγουρα είναι πιο έξυπνοι από τις γάτες, ακόμα κι αν πολλοί γατόφιλοι διαφωνούν. Έπειτα διερωτώνται αν θα μπορούσαν μικροί σαρκοφάγοι δεινόσαυροι να συνυπάρξουν με σημερινά θηλαστικά, ή γενικώς αν σαρκοφάγα μη θηλαστικά θα μπορούσαν να συνυπάρξουν με σαρκοφάγα θηλαστικά χωρίς πρόβλημα.
Η απάντηση είναι ναι, αφού οι βαράνοι συνυπάρχουν με σαρκοφάγα θηλαστικά. Αν και θεωρούνται κοινώς παρόμοιοι με τα θηλαστικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι ικανότητές τους εξελίχθηκαν ανεξάρτητα, και ότι ο κοινός τους πρόγονος σίγουρα δεν τις είχε. Είναι ημερόβιοι, δραστήριοι και ευκίνητοι κυνηγοί, με καρδιοαναπνευστικές προσαρμογές για υψηλό μεταβολισμό, καλή όραση και όσφρηση. Έχουν ωστόσο ορισμένες διαφορές από τα θηλαστικά, για παράδειγμα η όσφρησή τους είναι ινιδορινική, όπως αυτή των φιδιών, ενώ στα θηλαστικα είναι ρινική κυρίως, με το ινιδορινικό όργανο, σε όσα είδη υπάρχει, κυρίως υπεύθυνο για την ανίχνευση φερομονών. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχουν οι βαράνοι έναντι των θηλαστικων είναι ότι είναι ποικιλόθερμοι, οπότε δε χρειάζεται να δαπανούν σχεδόν όλη τους την ενέργεια για τη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας. Στα κλίματα όπου ζουν η ποικιλοθερμία δεν είναι άλλωστε πρόβλημα, αφού στις ώρες δραστηριότητάς τους διατηρούν θερμοκρασίες όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Ίσως σε περιόδους ασυνήθιστα χαμηλών θερμοκρασιών να έχουν προβλήματα, αλλά αυτά είναι σπάνια γεγονότα στην τροπική ζώνη, κι ακόμα και τότε οι βαράνοι έχουν πλεονέκτημα, αφού μπορούν απλώς να κατεβάσουν το μεταβολισμό τους και να περιμένουν για καλύτερες συνθήκες. Ένα θηλαστικό δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε τόσο μακροχρόνια στέρηση τροφής. Χάρη σ’αυτές τις προσαρμογές, οι βαράνοι έχουν γίνει αντάξιοι ανταγωνιστές των θηλαστικών. Οι πρόγονοί τους ίσως ανταγωνίζονταν επιτυχώς σαρκοφάγα θηλαστικά από το μέσο Κρητιδικό.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες μελετούν τη βιογεωγραφία των βαράνων. Έχουν εξάπλωση σε όλα τα μέρη χαμηλού γεωγραφικού πλάτους του Παλαιού Κόσμου, και μολονότι συνυπάρχουν με τα σαρκοφάγα θηλαστικά, ο αριθμός των ειδών είναι μικρός στις μεγάλες ηπείρους. Όταν γράφτηκε η εργασία αυτή, αναγνωρίζονταν 60 είδη βαράνων, σήμερα όμως αναγνωρίζονται 78, και οι ίδιοι επιστήμονες υπέθεταν ότι πολλά νέα είδη πρόκειται να περιγραφούν στην αυστραλιανή περιοχή, αφού οι πληθυσμοί εκεί δεν ήταν τόσο γνωστοί, και πράγματι σχεδόν όλα τα νέα είδη περιγράφηκαν από εκεί, και αναμένεται η ανακάλυψη νέων. Έτσι,έχουμε 5 είδη στην Αφρική, με το βαράνο της ερήμου (Varanus griseus) να φτάνει ως την κεντρική Ασία, 7 είδη στη νότια ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη νησιωτική ΝΑ Ασία, συμπεριλαμβανομένων των Φιλιππινών και των Ανατολικών Ινδιών, εκ των οποίων 4 είδη είναι κοινά με την ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη Νέα Γουινέα, στο Αρχιπέλαγος Μπίσμαρκ και στα νησιά του Σολομώντα, και 29 είδη στην Αυστραλία, με 5 κοινά με τη Ν. Γουινέα. Τα μισά περίπου από τα αυστραλιανά είδη είναι μικρόσωμα, κι έχουν μεγάλη πυκνότητα. Στη βόρεια Αυστραλία για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχουν συμπατρικά 8-9 είδη βαράνων, σε εξαιρετικές περιπτώσεις 10-11, διαφορετικού μεγέθους, μικροπεριβάλλοντος και συνηθειών.

Μεταξύ ασιατικής και αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής, υπάρχει η διαχωριστική Γραμμή του Ουάλας. Η γραμμή αυτή, που πήρε το όνομά της από το γνωστό βιογεωγράφο και σύγχρονο του Δαρβίνου Άλφρεντ Ράσελ Ουάλας, ο οποίος επίσης ανέπτυξε εξελικτική θεωρία παρόμοια μ’αυτήν του Δαρβίνου, δεν είναι εντελώς νοητή. Είναι μια ζώνη βαθέος νερού, η οποία βρίσκεται στο μεταίχμιο της ασιατικής πλάκας ανατολικά, και της αυστραλιανής και ειρηνικής πλάκας δυτικά. Το σημείο αυτό ποτέ δε γεφυρώθηκε με στεριά, οπότε δρα ως όριο της εξάπλωσης πολλών χερσαίων αρθροπόδων και σπονδυλωτών, διαχωρίζοντας τις κοινότητες της ασίας με βόρεια λαυρασιατικ΄προέλευση απ’αυτές της Αυστραλίας με νότια γκοντβανική προέλευση, και είναι γεωλογικά ενεργή. Μικρά θραύσματα φλοιού και λιθοσφαιρικών πλακών μετακινύνται, στρέφονται και υπάγονται το ένα κάτω απ’το άλλο ή κάτω από τις μεγαλύτερες πλάκες, δημιουργώντας ένα ασταθές γεωλογικό περιβάλλον με δημιουργία κι εξαφάνιση νησιών, αυξομειώσεις της έκτασης ξηράς, ανυψώσεις θαλάσσιου πυθμένα κλπ. Η γεωλογική δραστηριότητα άρχισε πριν από 50 και η δημιουργία νησιών πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε πολλά συμπυκνώθηκαν και δημιουργηθηκε η βόρεια Νέα Γουινέα, ενώ επίσης περίπου εκείνη την εποχή ανυψώθηκε η κεντρική οροσειρά της, και με δυτική μετατόπιση θραυσμάτων πλακών της Αυστραλίας, σχηματίστηκε η Χαλμαχέρα, το Όμπι, το Αρχιπέλαγος Σούλα και το ανατολικό άκρος του Σουλαουέσι. Τα νησιά της περιοχής προέρχονται είτε από ηπειρωτικά θραύσματα, είτε αππό ανυψώσεις βυθού είτε από ηφαιστειακά νησιωτικά τόξα. Οι βαράνοι μπορεί να μετακινήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σ’αυτό΄το περιβάλλον, είτε με μετακίνηση διά ξηράς, είτε με άλματα μεταξύ νησιών, ή και με βικαριανισμό (διαχωρισμός πληθυσμών σε διαφορετικά είδη αφού έχει διασπαστεί ένα ενιαίο τμήμα ξηράς). Για τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά, η διάβαση της ζώνης ήταν πιο δύσκολη, αλλά έχει γίνει. Η ζώνη αυτή ωστόσο δεν είναι απόλυτος φραγμός, αφού πολλές φορές έχουν περάσει είδη και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Οι βαράνοι, και γενικώς τα βαρανόμορφα, έχουν λαυρασιατική προέλευση, οι πρόγονοί τους δηλαδή ζούσαν στη μεσοζωική βόρεια υπερήπειρο Λαυρασία, η οποία περιελάμβανε την Ευρασία και τη Βόρεια Αμερική. Τα πρώτα βαρανόμορφα χρονολογούνται από το ιουρασσικό της Ασίας, ενώ τα πρώτα απολιθώματα μελών του γένους Varanus χρονολογούνται στα 45 εκατομμύρια χρόνια πριν και προέρχονται από την κεντρικη Ασία. Τα απολιθώματα των συγγενών των βαράνων, των ηλοδερμάτων ή τεράτων του Τζίλα, έχουν επίσης λαυρασιατική κατανομή, ενώ το μόνο απολίθωμα λανθανωτοειδούς είναι από το Κρητιδικό της Ασίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη φυλογενετική θεωρία για τους σημερινούς βαράνους, η ομάδα προήλθε απ’την Ασία, κι έπειτα διασπάστηκε στους σημερινούς κλάδους. Ο ένας είναι αυτός που περιλαμβάνει όλα τα αφρικανικά είδη, μαζί με τον V. griseus που φτάνει μέχρι την κεντρική Ασία. Οι επόμενοι είναι αυστραλασιατικοί, με τον πρώτο να περιέχει τα είδη της ασιατικής ενδοχώρας, καθώς κι αυτά των νησιών Σούντα, αν και ο V. salvator πέρασε τη Γραμμή δύο φορές, και αυτά των Φιλιππινών, και το δεύτερο να περιέχει άλλους δύο: Ο ένας περιλαμβάνει το φιλιππινέζικο είδος V. olivaceus και τον κλάδο Euprepiosaurus (ευπρεπιόσαυρος), ο οποίος περιλαμβάνει τα συμπλέγματα των ειδών V. indicus και V. prasinus ενώ ο άλλος αποτελείται από τη μία από τα μεγάλα είδη V. salvadorii, V. komodoensis, V. varius και τον κλάδο Odatria των μικρόσωμων αυστραλιανών ειδών, κι από την άλλη από τα μεγαλύτερα αυστραλιανά είδη βαράνου. Οι βαράνοι δε θα είχαν περάσει τη γραμμή πριν από 50 εκάτ. Χρόνια, αφού τότε η Αυστραλία ήταν πολύ νοτιότερα της Ασίας και δεν υπήρχε ξηρά ανά μεταξύ τους. Πριν 50 εκάτ. Χρόνια, η Αυστραλιανή πλάκα συνάντησε τη ΝΑ Ασία στην περιοχή των σημερινών Φιλιππινών, και δημιουργήθηκε η γεωλογικά ενεργή γραμμή του Ουάλας. Ίσως είχαν δημιουργηθεί νησιωτικά τόξα τότε, τα οποία όμως έπειτα εξαφανίστηκαν ή αφομοιώθηκαν με μεταγενέστερα. Τα σημερινά νησιωτικά συμπλέγματ άρχισαν να σχηματίζονται πριν από 30 εκάτ. Χρόνια, και πιθανόν τότε άρχισαν οι βαράνοι να μετακινούνται προς την Αυστραλία, αφού τα πρώτα απολιθώματα βαράνων στην Αυστραλία χρονολογούνται μεταξύ Ολιγόκαινου και Μειόκαινου, πριν από 24 εκατομμύρια χρόνια. Μέσα σ’αυτά τα 24 εκατομμύρια χρόνια δηλαδή, οι βαρανοί εξελίχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα μεγεθών, φτάνοντας στα ακραία μεγέθη του γένους, με ακραίο μικρότερο το V. sparnus στα 20 εκ και ακραίο μεγαλύτερο τον εξαφανισμένο πια (ίσως ευθύνεται και ο άνθρωπος) V. priscus στα 5 μ, και ίσως να υπήρχαν άτομα των 7 μ. Έτσι από τις Φιλιππίνες πρώτα πέρασε ο κλάδος ο οποίος εξελίχθηκε στο δράκο του Κόμοντο στα Σούντα – αυτό πλέον έχει αποδειχθεί λάθος, αφού ο δράκος του Κόμοντο προήλθε από την Αυστραλία και στους μικρόσωμους βαράνους οδάτρια και στους μεγαλόσωμους της Αυστραλίας, κι αργότερα οι ευπρεπιόσαυροι από τις Φιλιππίνες. Υποείδη του V. salvator πέρασαν πολύ πιο πρόσφατα. Το είδος αυτό΄είναι καλός κολυμβητής, και ίσως πέρασε μέσο θαλάσσης. Μια εναλλακτική θεωρία, ότι δηλαδή οι αυστραλιανοί βαράνοι, καθώς και οι δράκοι (αγαμίδες) προϋπήρχαν στη Γκοντβάνα και είχαν ήδη διασπαστεί από τους ασιατικούς από το Μεσοζωικό, την οποία υποστηρίζει ένας μόνο ερευνητής, χρησιμοποιώντας πιθανόν λανθασμένες μεθόδους μοριακού ρολογιού στο μιτοχονδριακό dna, δεν υποστηρίζεται από τα απολιθωματικα και τα μοριακά δεδομένα. Αν άλλωστε οι βαράνοι προϋπήρχαν στη νότια υπερείπηρο, θά’πρεπε να βρίσκονται και στη Νότια Αμερική, η οποία ήταν κι αυτή μέρος της, απ’όπου απουσιάζουν εντελως ως απολιθώματα. Σήμερα εκεί οι σαυρες τεγκού αντικαθιστούν οικολογικά τους βαράνους.

Ανατολικά λοιπόν της Γραμμής του Ουάλας, υπάρχουν αρκετοί μικροί βαράνοι, ενώ δυτικά σχεδόν κανένας, και οι επιστήμονες κάνουν διάφορες υποθέσεις γι’αυτό το φαινόμενο, τις οποίες μία-μία τις αποκλείουν. Ίσως οι μικροί βαράνοι να μη μπόρεσαν να περάσουν εξαιτίας μειωμένων ικανοτήτων εξάπλωσης, ίσως λόγω αλληλεπίδρασης με τα θηλαστικά. Αν και δε γίνεται ν’αποκλειστεί εντελώς το πρώτο ενδεχόμενο, οι μικρόσωμοι βαράνοι πολλάκις έχουν περάσει από την Αυστραλία σε απομακρυσμένα νησιά, οπότε ίσως να μην είναι και τόσο δύσκολη η μεταφορά τους μακριά. Πιθανόν η αλληλεπίδραση με τα θηλαστικά να περιόρισε την εξάπλωσή τους. Ο ανταγωνισμός με τα μικρά σαρκοφάγα θηλαστικα είναι απίθανος, αφού οι μικροί βαράνοι τρέφονται κυρίως με έντομα και μικρές σαύρες, τροφές που υπάρχουν παντού στο περιβάλλον και σε τεράστιους αριθμούς. Η ύπαρξη πολλών ειδών σαυρών στην Αυστραλία ίσως να είναι ένας ακόμα λόγος που εξελίχθηκαν τόσο πολλοί μικροί βαράνοι εκεί. Από την άλλη, ίσως το κυνήγι των μικρών βαράνων από τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά να εξηγεί την απώλεια μικρών βαράνων δυτικά της γραμμής Ουάλας, ή και ανατολικά όπου υπάρχουν μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά. Στο Σουλαουέσι για παράδειγμα, όπου έφτασε ένα είδος σιβέτας, δεν υπάρχει κανένας μικρός βαράνος. Η υπόθεση αυτή δοκιμάζεται με την ανθρώπινη εισαγωγή μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών στην Αυστραλία και σε πολλά γειτονικά νησιά, για τα οποία ωστόσο δεν είναι γνωστό κατά πόσο τρώνε βαράνους. Στις εύκρατες κι ερημικές περιοχές της Αυστραλίας για παράδειγμα οι γάτες και οι αλεπούδες προτιμούν τα πουλιά και τα θηλαστικά για τροφή, ενώ σε τροπικές περιοχές ίσως οι γάτες να τρέφονται και με μικρούς βαράνους. Σε μία πρόσφατη μελέτη ραδιοϊχνηλάτησης 54 μικρών βαράνων στα βόρεια τροπικά δάση της Αυστραλίας, οι 13 είχαν φαγωθεί από εχθρούς, εκ των οποίων οι 4 πιάστηκαν από ιθαγενή σαρκοφάγα και οι υπόλοιποι 9 από μία μόνο γάτα. Οι γάτες στήνουν ενέδρα στους μικρούς βαράνους όταν κατεβαίνουν από τα δέντρα ακόμα και την ημέρα, ενώ τα ιθαγενή κουόλ, μαρσυποφόρα σαρκοφάγα παρόμοια με τη γάτα, είναι νυκτόβια και δε στήνουν ενέδρες.

Μετά οι επιστήμονες εξηγούν για ποιον λόγο οι μικρότεροι βαράνοι να είναι πιο ευάλωτοι στο κυνήγι από θηλαστικά. Οι μεγάλοι βαράνοι γεννούν πολλά αυγά, τα οποία επωάζονται για περισσότερο χρόνο και πιθανότατα ζουν περισσότερο τα είδη αυτά απ’τους μικρούς, αφήνοντας έτσι πολύ περισσότερους απογόνους για ν’αντισταθμήσουν τις απώλειες. Αντίθετα, οι μικρότεροι βαράνοι γεννούν λιγότερα αυγά, τα οποία εκκολάπτονται σε μικρότερους νεοσσούς, οι οποίοι αναλογικα με το σώμα τους όμως είναι μεγαλύτεροι σε σχέση μ’αυτούς των μεγαλύτερων ειδών. Δηλαδή οι μικροί βαράνοι επενδύουν περισσότεροι ενέργεια σε σχετικα λιγότερα μικρά. Τέτοιες στρατηγικές ακολουθούν συνήθως ζώα σε περιβάλλοντα με λίγους εχθρούς. Υπάρχουν επίσης αυστραλιανά είδη μεγάλων βαράνων με λιγότερα αυγά και μεγαλύτερα μικρά από το σύνηθες, αλλά τα μικρά τους μπορεί να έχουν το μέγεθος ενός ενήλικου μικρόσωμου βαράνου, οπότε δε μπορεί να γίνει σωστή σύγκριση. Έτσι οι μικροί βαράνοι αναγκαστικά γεννούν μικρότερους απογόνους, οπότε δε θα μπορούν να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους σταθερό στο ενδεχόμενο μεγάλης πίεσης από σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Τα μικρά των μεγάλων βαράνων επιβιώνουν χάρη στους μεγάλους αριθμούς τους, στη γρήγορη ανάπτυξή τους και στην κρυπτική συμπεριφορά τους. Όπως παραστατικά μας λένε οι επιστήμονες, συμπεριφέρονται περισσότερο σαν κρυπτικοί σκίγκοι,παρά σαν βαράνοι. Τα μικρά των περισσότερων ειδών ζουν κρυμμένα σε πολύ πυκνή βλάστηση, και σε πολλά μεγάλα είδη διαφέρουν μορφολογικά και συμπεριφορικα από τα ενήλικα άτομα – παρομοίως διαφέρουν και πολλά μικρά μεγάλων ειδών ερπετών, καθώς και πολλοί δεινόσαυροι. Για παράδειγμα, οι νεαροί δράκοι του Κόμοντο είναι δενδρόβιοι και εντομοφάγοι, μοιάζοντας έτσι με πολλά άλλα δενδρόβια είδη, πιθανότατα για ν’αποφύγουν τους κανιβαλιστικούς ενήλικες. Γι’αυτόν το λόγο η εύρεση μικρών βαράνων στη φύση είναι πολύ δύσκολη. Οι δύο επιστήμονες της εργασίας αυτής για παράδειγμα, κάνοντας απολογισμούς σαυρών στην έρημο Βικτόρια της βόρειας Αυστραλίας για πολλούς μήνες, μόνο μια φορά βρήκε ο καθένας νεογέννητο V. tristis.

Οπότε οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ούτε η αδυναμια εξάπλωσης ούτε ο ανταγωνισμός με τα θηλαστικά εξηγούν επαρκώς την απουσία μικρόσωμων βαράνων δυτικά της Γραμμής του Ουάλας. Το πιο πιθανό είναι ότι τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά πιέζουν έντονα τους πληθυσμούς των μικρόσωμων ειδών, τα οποία εκ φύσεως δε μπορούν να γεννήσουν πολλά μικρά και τελικα εξαφανίζονται. Επίσης η ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας μικρών σαυρών στην Αυστραλία ίσως οδήγησε στην ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλία μικρών βαράνων στην ήπειρο αυτήν.

Ολόκληρη τη μελέτη μπορείτε να την βρείτε σε pdf εδώ.

Δεν πιστεύω ότι όλοι οι μικρόσωμοι βαράνοι κινδυνεύουν από τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά σπάνια κυνηγούν βαράνους στις εύκρατες και ερημικές περιοχές της Αυστραλίας, οπότε στα μέρη αυτά η αλληλεπιδράσεις βαράνων και θηλαστικών είναι σπάνιες. Για τις τροπικες περιοχές δεν έχουμε πολλά δεδομένα, αλλά ούτε εκεί πιστέυω τα σαρκοφάγα θηλαστικά να τρέφονται σε μεγάλο βαθμό με βαράνους σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να τους τρώνε συχνά, και σε εξελικτικό χρόνο κάποια είδη ίσως να εξαφανιστούν, αλά σίγουρα όχι όλα. Μετά τα εναπομείναντα ίσως αναπτύξουν αποτελεσματικότερες άμυνες κατά των θηλαστικών. Επίσης, μέσα στην καρδιά της εξάπλωσης των μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών υπάρχει ένας μικρόσωμος βαράνος, που επιβιώνει κανονικότατα. Στην κεντρική Αφρική βρίσκεται ο βαράνος της σαβάνας (V. exanthematicus), ο οποίος συνήθως γίνεται μόνο 80 εκ, τρέφεται με ασπόνδυλα και μικρα σπονδυλωτά, και ζει σ’ένα περιβάλλον γεμάτο με μικρά, δραστήρια σαρκοφάγα θηλαστικά με άγριες διαθέσεις. Αλλά και ο V. griseus δεν είναι μεγαλύτερος, φτάνοντας τα 1,2 μέτρα συνήθως, στο όριο δηλαδή μεταξύ των λεγόμενων μικρόσωμων και μεγαλόσωμων βαράνων, και όχι μόνο δεν επηρεάστηκε αρνητικά από τα θηλαστικά, αλλά έφτασε μέχρι τα ψυχρότερα μέρη της εύκρατης ζώνης στο Καζακστάν, όπου κανένας άλλος βαράνος δεν έχει φτάσει. Αντίθετα ο άνθρωπος τον απειλεί σοβαρά.

Ασιατικός βαράνος του νερού (Varanus salvator salvator), από Wikipedia.

Οι βαράνοι ή βαρανοί αποκαλούνται συχνά οι βασιλιάδες των σαυρών. Είναι συνήθως μεγαλόσωμες, σαρκοφάγες σαύρες με μεγάλη εξάπλωση στην Αφρική, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία. Τα 78 είδη τους αποτελούν το γένος Varanus της μονοτυπικής οικογένειας Varanidae, αλλά ο αριθμός των ειδών συνεχώς αυξάνεται από τη διάσπαση πληθυσμών σε νεά είδη ή και την ανακάλυψη νέων. Η οικογένεια των βαρανιδών έχει ιστορία από το ύστερο Κρητιδικό, και στο παρελθόν είχε περισσότερα γένη, αν και σήμερα μόνο οι βαράνοι απομένουν, οι οποίοι είναι πολύ επιτυχημένοι. Συγγενείς και ίσως πρόγονοί τους είναι οι νεκρόσαυροι, και λίγο μακρινότεροι οι θαλάσσιοι μοσάσαυροι του Κρητιδικού. Ακόμα μακρινότεροι συγγενείς είναι οι άωτοι βαράνοι (οικογένεια Lanthanotidae), τα τέρατα του Τζίλα (οικογένεια Helodermatidae), τα αγκουοειδή όπως το κονάκι (οικογένεια Anguidae), και τα φίδια. Το γένος είναι μοναδικό στο ότι, παρά τις τεράστιες διαφορές στο μέγεθος (από 20 εκ [πρόσφατα ανακαλυμμένος V. sparnus της Αυστραλίας] μέχρι 3 μ [ο δράκος του Κόμοντο V. Comodoensis], αν κι ακόμα μεγαλύτερος ήταν ο εξαφανισμένος αυστραλιανός V. priscus στα 5 ή και 7 μ), τα είδη δε διαφέρουν σημαντικά στη μορφολογία. Γενικώς είναι σαύρες μακρόστενες αλλά γεροδεμένες, με μακρύ λαιμό, μικρό κεφάλι, αρκετά ανεπτυγμένα άκρα και δυνατή, μη αυτοτομήσιμη ουρά. Η γλώσσα τους είναι λεπτή και διχαλωτή όπως αυτή των φιδιών, και χρησιμεύει μόνο στην όσφρηση, όπως και στα φίδια. Όταν δεν την χρησιμοποιούν, παραμένει προστατευμένη μέσα σ’ένα κάλυμμα ιστού. Τα δόντια τους είναι μεγάλα, κωνικά και αιχμηρά, και το κρανίο τους ελαφρώς κινητικό για να μπορούν να καταπίνουν μεγάλα θηράματα, αν και σε περίπτωση που είναι πολύ μεγάλα, συχνά τα τεμαχίζουν με το κεφάλι και τα μπροστινά τους άκρα. Έχουν το τρίτο μάτι (βρεγματικός οφθαλμός) στην κορυφή του κεφαλιού, όπως οι περισσότερες ημερόβιες σαύρες, και στις φολίδες τους φέρουν αισθητήρια βοθρία για την αφή. Στην κοιλιά τους έχουν σκωληκόμορφες οστέινες πλάκες.
Είναι δραστήρια ζώα, που συχνά καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις για εξεύρεση τροφής, και πολλές φορές καταδιώκουν ενεργά τα θηράματά τους. Αυτό απαιτεί υψηλό μεταβολισμό, και σύμφωνα με τις μελέτες που το διερεύνησαν αυτό, οι βαράνοι είναι τα σημερινά ερπετά με τον υψηλότερο μεταβολισμό και αερόβια ικανότητα. Η καρδιά τους είναι λειτουργικά τετράχωρη κατά τη συστολή, διαχωρίζοντας έτσι πλήρως τη συστημική από την πνευμονική κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να έχουν υψηλή συστημική πίεση για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε οξυγόνο χωρίς αυτό να βλάπτει τους πνεύμονες, όμοια με τα πτηνά και τα θηλαστικά. Ο αέρας στους πνεύμονές τους κινείται μονόδρομα, ένα σύστημα που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα και στους αρχόσαυρους (κροκοδείλια, πουλιά και εξαφανισμένοι συγγενείς), και είναι αποτελεσματικότερο απ’αυτό των θηλαστικών. Διατηρούν επίσης υψηλές θερμοκρασίες την ημέρα, όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Τα χαρακτηριστικά αυτά τους έχουν κάνει αντάξιους ανταγωνιστές των σαρκοφάγων θηλαστικών μεσαίου μεγέθους στις περιοχές όπου ζουν. Σε μικρότερα μεγέθη κινδυνεύουν να φαγωθούν από μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά, γι’αυτό ελάχιστοι μικροί Βαρανοί υπάρχουν στην Αφρική και την Ασία, αν και στην Αυστραλία, ελλείψει πολλών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών, πολλοί βαράνοι έχουν εξελίξει μικρότερο μέγεθος και τα αντικαθιστούν οικολογικά. Σχεδόν όλα τα μέλη του γένους είναι σαρκοφάγα, τρώγοντας εύρος τροφών από αυγά, έντομα και σκουλήκια μέχρι ψάρια, τρωκτικά, άλλα ερπετά, μεγάλα ζώα όσο κι ένα βουβάλι και πτώματα. Κάποια δενδρόβια είδη μπορεί να τρώνε και φρούτα συμπληρωματικά, ενώ 3 ασιατικά είδη είναι φρουτοφάγα. Η όρασή τους είναι καλή, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η όσφρησή τους, χάρη στην οποία εύκολα βρίσκουν κρυμμένη ή θαμμένη τροφή. Τα περισσότερα είδη κινούνται στο περιβάλλον όπου εξελίχθηκαν, αλλά μπορεί να κυνηγήσουν και σε διαφορετικά περιβάλλοντα, π.χ. πολλά χερσαία είδη μπορεί να ψάξουν τροφή στο νερό. Είναι ημερόβιοι, αλλά μπορούν να δραστηριοποιηθούν και τη νύχτα κάποιες φορές.
Είναι από τα εξυπνότερα ερπετά, με νοημοσύνη που ξεπερνά αυτήν πολλών θηλαστικών. Διάφορα είδη έχουν βρεθεί ότι λύνουν περίπλοκα προβλήματα για να φτάσουν στην τροφή, έχουν υποτυπώδεις αριθμητικές ικανότητες, παίζουν με αντικείμενα όπως πολλά θηλαστικά κλπ. Ορισμένα είδη εξαπατούν τους γονείς για να κλέψουν τα αυγά τους, όπως ο Varanus albigularis στην Αφρική, όπου ο ένας διώχνει τον κροκόδειλο απ’τη φωλιά κι ο άλλος τρώει τα αυγά, και μετά επιστρέφει και ο πρώτος για να φάει – από τα λίγα ερπετά που κυνηγούν συνεργατικά. Πολλοί δενδρόβιοι βαράνοι χρησιμοποιούν τα μπροστινά τους άκρα για να βγάλουν έντομα από τρύπες, συμπεριφορά σπάνια στις σαύρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι βαράνοι είναι μοναχικοί, αποφεύγοντας την επαφή με άλλα μέλη του είδους τους. Εκτός από το συγκεκριμένο Αφρικανικό είδος, κυνηγούν μόνοι τους, αν και μπορεί να συγκεντρωθούν σε περίπτωση πολλής τροφής, π.χ. αν υπάρχει μεγάλο πτώμα, οπότε τρώνε ανάλογα με το μέγεθός τους, με τους μεγαλύτερους πρώτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μεγαλόσωμοι βαράνοι μπορεί να μαλώσουν, όπως επίσης μαλώνουν αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής για τις περιοχές τους. Όταν μαλώνουν σηκώνονται στα δύο πόδια και σπρώχνονται. Τα θηλυκά σε πολλά είδη σκάβουν περίπλοκες φωλιές, τις οποίες φυλάγουν από εχθρούς, αλλά τα μικρά είναι ανεξάρτητα μόλις γεννηθούν, μένοντας κρυμμένα για τον περισσότερο καιρό μέχρι να μεγαλώσουν, για΄τι έχουν πολλούς εχθρούς, συμπεριλαμβανομένων και μεγαλύτερων μελών του είδους τους. Παρομοίως σηκώνονται στα δύο πόδια και την ουρά για να παρακολουθήσουν το περιβάλλον τους, δίνοντάς τους το αγγλικό όνομα “monitor lizards (σαύρες που παρακολουθούν)». Το όνομα «βαράνος» προέρχεται από το αραβικό «ουαράν» ή «ουαράλ», που προέρχεται από τη σημιτική ρίζα “wrl” αναφερόμενοι σε μεγάλη σαύρα ή δράκο.

Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι τέτοια ζώα συγκέντρωσαν αρκετό μύθο και παράδοση γύρω τους σε διάφορους πολιτισμούς. Εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους, οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων τους ξεχώριζαν από όλες τις υπόλοιπες σαύρες, αντιμετωπίζοντάς τους περισσότερο ως μυθικούς δράκους παρά ως σαύρες. Αλλού σκοτώνονταν ως επικίνδυνα ζώα, αλλού θεωρούνταν κακά πνεύματα και φορείς κακοτυχίας, αλλού λατρεύονταν ή θεοποιούνταν, αλλού ήταν ανεκτοί, χρησιμοποιούνταν στην ιατρική, στη μαγεία και κυνηγούνταν για το κρέας τους. Σήμερα πολλά είδη απειλούνται από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους εξαιτίας της ανθρώπινης ανάπτυξης, αλλά κι από την ανθρώπινη εκμετάλλευση, κυρίως για το δέρμα τους. Άλλα είδη ωστόσο εξακολουθούν ν’ακμάζουν παρά τις πιέσεις, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα είναι. Όπως και τα περισσότερα ερπετά, οι μύθοι που τους περιβάλλουν τους συνδέουν κυρίως με το κακό, καθιστώντας/όντας έτσι σοβαρά εμπόδια για τις προσπάθειες προστασίας τους. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα βιβλίου, το οποίο βρήκα στη σελίδα του Mampam, ενός περιβαλλοντικού ιδρύματος που ασχολείται με την προστασία λιγότερο γνωστών ζώων, όπως είναι οι βαράνοι, αλλά και με την υποστήριξη παραμελημένων κοινοτήτων. Αρχικά ήταν σπασμένο σε πρώτο και δεύτερο μέρος, αλλά εγώ τα συνένωσα.

Μετάφραση: Bolko

Βαράνοι και ανθρωπότητα

Σελίδα 1 από 2

Απόσπασμα από το Ένα Μικρό Βιβλίο για τους Βαράνους © D. Bennett 1995. Viper Press, UK

Η σχέση μας με τους βαράνους φτάνει μέχρι 90.000.000 χρόνια πριν. Για σχεδόν όλο αυτό το διάστημα, αυτοί ήταν οι θηρευτές κι εμείς τα θηράματα. Οι πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις θήρευσης βαράνων από τον άνθρωπο χρονολογούνται περίπου στα 40.000 χρόνια πριν (King 1962). Σήμερα η σχέση της ανθρωπότητας με τους βαράνους είναι περίπλοκη. Είναι αναμφίβολα οι σημαντικότερες από τις σαύρες για την ανθρώπινη φυλή.

Ο βαράνος στην παράδοση και την τέχνη

Οι βαράνοι συχνά λέγεται ότι έδωσαν την έμπνευση για τους μυθικούς δράκους, αλλά πολλά άλλα ζώα διεκδικούν εξίσου την ίδια θέση. Η περιγραφή των μεγάλων όφεων του Καραζάν από το Μάρκο Πόλο εύκολα θα μπορούσε ν’αναφέρεται σε ένα δράκο του Κόμοντο:

«Εδώ υπάρχουν τεράστια φίδια δέκα βήματα σε μήκος και 10 πιθαμές στο πλάτος του σώματος. Στο μπροστινό μέρος δίπλα στο κεφάλι έχουν δύο κοντά πόδια, το καθένα με τρία νύχια σαν αυτά μίας τίγρεως, με μάτια μεγαλύτερα από ένα καρβέλι τεσσάρων πεννών και πολύ λαμπερά. Τα σαγόνια είναι αρκετά πλατιά ώστε να καταπιούν έναν άνθρωπο, τα δόντια είναι μεγάλα και αιχμηρά και η όλη τους εμφάνιση είναι τόσο φοβερή που ούτε άνθρωπος ούτε κανένα άλλο ζώο δε μπορεί να τα πλησιάσει χωρίς τρόμο.»

Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις βαράνων προέρχονται από σπηλαιογραφίες κοντά στο Μπόπαλ που έγιναν πριν από περίπου 10.000 χρόνια (Das 1989). Συχνά εμφανίζονται στην αρχαία και στη σύγχρονη αυστραλιανή τέχνη, αλλά απουσιάζουν εμφανώς από την τέχνη των αρχαίων αιγυπτιακών πολιτισμών. Σύμφωνα με τον Rose (1962) οι βαράνοι συχνά απεικονίζονταν και ταριχεύονταν από τους Αρχαίους Αιγυπτίους. Πάραυτα οι Αιγύπτιοι δεν άρχισαν να ταριχεύουν ερπετά μέχρι τις μεταγενέστερες δυναστείες (πριν περίπου 4.000 χρόνια), όταν σχετίστηκαν με τον ηλιακό θεό Ατούμ, και μια έρευνα για τα μουμιοποιημε΄να ερπετά στο Βρετανικό Μουσειο και σ’αυτό του Καΐρου δεν έχει αποκαλύψει ούτε ένα δείγμα βαράνου (Bennett & Akonnor ms). Ο πιθανότατος λόγος για τον οποίον οι βαρανίδες αποκλείονταν από τη μεταθάνατον ζωή είναι ότι τρώνε τα αυγά και τα μικρά των κροκοδείλων, οι οποίοι, αν και περιφρονούνταν, θεωρούνταν πολύ ιεροί από τους Αρχαίους Αιγυπτίους.

Η παράδοση βρίθει από δεισιδαιμονίες και ανέκδοτα που αφορούν τους βαράνους. Σε κάποια μέρη αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση ή και με φόβο, αλλά πολλοί πολιτισμοί εκτιμούν τις σαύρες και ορισμένοι τις αντιμετωπίζουν με υψηλή ευλάβεια.

Ιστορίες ότι οι βαράνοι είναι ιοβόλοι ή και δηλητηριώδεις αφθονούν στην πρώιμη βιβλιογραφία. Το σάλιο τους θεωρείται δηλητηριώδες στη Βεγγάλη και σε μέρη του Βόρνεο πάντοτε μαγειρεύονται με πιπερόριζα ως προληπτικό μέτρο, διότι αν έχει επιλεγεί για την κατσαρόλα ένα δηλητηριώδες άτομο, το μίγμα θα μαυρίσει (Saha 1983; Auffenberg 1982). Οι Mason & Theobald (στο Gaddow 1901) έχουν ισχυριστεί ότι οι Βυρμανέζοι Καρέν έτρωγαν βαράνους, αλλά πετούσαν τα κεφάλια επειδή τα θεωρούσαν δηλητηριώδη. Ο κρυπτικός τραχύλαιμος βαράνος πιστευόταν ότι είχε τόσο δυνατό δηλητήριο, που μπορούσε να σκοτώσει έναν ελέφαντα (Lekagul 1969). Στη Σρι Λάνκα οι βαράνοι του νερού συνήθως θεωρούνται άνοστοι, ενώ οι βαράνοι της Βεγγάλης τρώγονται με ευχαρίστηση (Deraniyagala 1953). Εντούτοις αν πατήσεις τα περιττώματα των σαυρών μπορεί να βγάλεις εξανθήματα με έλκη στα πόδια σου (de Silva, προσ.επικ.). Η ικανότητα των σαυρών να τρώνε ιοβόλα φίδια αναγνωρίζεται σε πολλούς πολιτισμούς και στην Αυστραλία, στην Αίγυπτο και στην Αλγερία η ανοσία τους συχνά αποδίδεται στη συνήθειά τους να αναζητούν φαρμακευτικά φυτά μόλις δαγκωθούν (Reed 1987, Anderson 1898, Mamir, προς. επικ.).

Οι βαράνοι μπορούν να φέρουν κακή τύχη στους ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Στο Βόρνεο μερικές φορές απεικονίζονται στις ασπίδες των πολεμιστών για να σκορπίσουν τον τρόμο στις καρδίες των αντιπάλων τους. Εάν ένας βαράνος περάσει μπροστά από έναν προελαύνοντα στρατό, μπορεί να επέλθει ανταρσία, εκτός κι αν η μάχη αναβληθεί. Εάν ένας ειδωθεί σ’ένα γάμο, η ένωση θεωρείται αποτυχημένη από την αρχή (Auffenberg 1982). Σε μέρη του Πακιστάν θεωρούταν απαραίτητο να κρατήσεις το στόμα σου καλά κλειστό μπροστά σ’ένα βαράνο· με μια φευγαλέα ματιά των δοντιών σου θα μπορούσε το πνεύμα του ερπετού να μολύνει την ψυχή σου (Minton 1966). Εάν ένας βαράνος έτρεχε ανάμεσα στα πόδια σου στο Καζακστάν, η πιθανότητά σου να κάνεις παιδιά στο μέλλον θεωρούταν μηδενική (Nickolskii 1915). Σε κάποια μέρη της Ταϊλάνδης κάποιοι άνθρωποι δεν τολμούν καν να προφέρουν το όνομα του βαράνου, ενώ άλλοι το χρησιμοποιούν ως προσβολή (Nutphand undated). Στα νοτιότερα, όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο, κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι βγάζουν λέπια και βγάζουν μια μακριά, διχαλωτή γλώσσα. Αυτοί οι «βαρανάνθρωποι» περιπλανώνται ψάχνοντας όχι για κάμπιες και σκαθάρια, αλλά για ζεστή ανθρώπινη σάρκα (Auffenberg 1982).

Πολλοί πολιτισμοί ξεχωρίζουν σαφώς τους καλούς από τους κακούς βαράνους. Γύρω από τους λόφους Γκάρο στην Ινδία, οι βαράνοι του νερού με νεφελώδη σημάδια θεωρούνταν κακά πλάσματα που τραβούσαν τους ανθρώπους κάτω απ’το νερό και τους έπιναν το αίμα. Αυτοί με φωτεινά σχέδια (γνωστοί ως Αρίνγκα) υποτίθεται ότι ήταν φιλικοί και απεικονίζονταν στις θύρες των σπιτιών των εργένηδων των φυλών Άτονγκ και Γκάντσινγκ. Ένα άλλο σόι του Γκάρο, οι Ντάουα, έχουν την ακόλουθη ιστορία για τον ιδρυτή τους.

Όταν κάποτε ο Ντάουα ήταν νεαρός, συνάντησε ένα μωρό αρίνγκα που έτρωγε φύλλα πεπονιάς σ’ένα από τα χωράφια του χωριού. Το έπιασε και το έβαλε σ’ένα κλουβί, ταΐζοντάς το με φρούτα. Κάθε μέρα οι γονείς του βαράνου έρχονταν και επισκέπτονταν το φυλακισμένο παιδί τους, κι όταν ο Ντάουα είδε τα τεράστια αρίνγκα τρομοκρατήθηκε σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τον εκδικηθούν αυτόν ή τους ανθρώπους του όταν περνούσαν το ποτάμι. Έτσι έντυσε το νεαρό βαρανό μ’ένα κίτρινο πανωφόρι, έβαλε σκουλαρίκια στα αυτιά του, τον απελευθέρωσε και υποσχέθηκε στους γονείς του ότι δε θα ξαναπιάσει βαράνους ποτέ, και τους ζήτησε ως αντάλλαγμα να μη φάνε κανέναν από το σόι του αν διαβεβαίωναν την ταυτότητά τους πριν μπουν στο νερό. Το νεαρό αρίνγκα έγινε ο φίλος του Ντάουα, κι όταν μεγάλωσε συνήθιζε να τον περνάει απέναντι απ’το ποτάμι στην πλάτη του. Μέχρι σήμερα οι Γκάρο ποτέ δε σκοτώνουν αρίνγκα, και πάντοτε φωνάζουν «Είμαι γιος του Ντάουα» πριν μπουν στο ποτάμι. Εάν κάποιος πιαστεί κατά λάθος, του δίνονται λίγα σκουλαρίκια ως απολογία κι απελευθερώνεται (Parry 1932).

Σύμφωνα με το θρύλο, τα κανό από φλοιό πρωτοεφευρέθηκαν από τους βαράνους του Μέρτενς, οι οποίοι έπρεπε να μάθουν πώς να σκαρφαλώνουν για να προμηθεύονται τις πρώτες ύλες για τις τέχνες τους (McConnel 1957). Οι εργατικοί και εφευρετικοί βαράνοι έγιναν τεμπέληδες όταν έφτασαν στη νότια Αυστραλία. Εγκατέλειψαν τη γεωργία και επιδόθηκαν στο κυνήγι μικρών κι ανυπεράσπιστων ζώων, καταλήγοντας τελικά να κλέβουν τροφή από τους ακανθόχοιρους αφού τους νάρκωναν με μέλι (Reed 1987).

Στη Μαλάγια πιστευόταν ότι οι βαράνοι του νερού εκκολάπτονταν από αυγά κροκοδείλου, αλλά έμεναν στην ξηρά, ενώ κάποια απ’τα αδέρφια τους έτρεχαν αμέσως στο νερό κι έτσι γίνονταν γνήσιοι κροκόδειλοι (Ridley 1899). Παραδόξως μια παρόμοια πίστη επικρατούσε στην Αίγυπτο, όπου ο βαράνος του Νείλου πιστευόταν ότι ήταν το πρώτο στάδιο στη ζωή ενός κροκοδείλου, και ο Ηρόδοτος (περίπου στο 450 π.Χ. στον Anderson 1898) περιέγραψε τους βαράνους της ερήμου που είδε στη Λιβύη ως χερσαίους κροκοδείλους.

Χρήσεις των βαράνων από τον άνθρωπο

Η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τους βαράνους με διάφορους τρόπους· για τροφή, ως εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων και για την Παρασκευή φαρμάκων και κατεργασμένου δέρματος. Σε κάποια μέρη του κόσμου είναι τεράστιας οικονομικής σημασίας, αλλά σε λίγα μέρη θεωρούνται μάστιγα και γίνονται προσπάθειες αφανισμού τους.

Οι διατροφή πολλών βαράνων τους κάνει ιδανικούς εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων, και η χρήση τους γι’αυτό είναι αναμφίβολα η πιο πολύτιμη ιδιότητά τους. Τρώνε αυγά κροκοδείλου και δηλητηριώδη φίδια, όπως επίσης και τεράστιες ποσότητες επιζήμιων για τις καλλιέργειες καβουριών, σαλιγκαριών, σκαθαριών και ορθόπτερων. Σε πολλά μέρη της Αφρικής και της Ασίας ενθαρρύνονται να κατοικήσουν σε ορυζώνες, άλση κοκοφοινίκων κι άλλες αγροτικές εκτάσεις για να μειώσουν τις βλάβες στη σοδειά (π.χ. Deraniyagala 1931). Ο βαράνος του Ρόζενμπεργκ ίσως να έχει εισαχθεί σε πολλά νησιά της νότιας Αυστραλίας για να μειώσει τον αριθμό των ιοβόλων φιδιών (Κεφάλαιο 5) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέταζε την εισαγωγή του βαράνου των μαγκροβίων σε νησιά του Ειρηνικού γεμάτα με αρουραίους, μέχρι που έγινε προφανής η βέβαιή του προτίμηση για τα καβούρια (Uchida 1967). Οι λίγες μελέτες που διεξήχθησαν σε βαράνους που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές έχουν όλες καταδείξει ότι η διατροφή τους αποτελείται ως επί το πλήστον από ζώα που είναι επιζήμια για τις καλλιέργειες (Auffenberg και αλ 1991, Traeholt 1993, Bennett & Akonnor 1995) και σε πολλές περιοχές η συνήθειά τους να καταναλώνουν πτώματα επιδοκιμάζεται. Όπου οι βαράνοι δεν καταδιώκονται, ζουν κοντά ή και μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ψάχνοντας τροφή γύρω από σκουπιδότοπους και τρώγοντας κάθε είδους σκουπίδι. Είναι κοινό θέαμα σε κάποιες από τις μεγαλύτερες πόλεις της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας και πιθανόν είναι ανεκτοί επειδή βοηθούν στη μείωση της τροφής των αρουραίων, των μυγών και άλλων αστικών παρασίτων.

Η χυμώδης σάρκα των βαράνων έχει εκτιμηθεί εδώ και πολύ καιρό. Είναι πλούσια σε λίπος και μπορεί να ψηθεί στο φούρνο, στη σχάρα, να καπνιστεί και να γίνει σούπα, να μαγειρευτεί σε κάρι ή να τηγανιστεί. Εάν μαγειρευτεί προσεκτικά, είναι τρυφερή και ούτε στο ελάχιστο ινώδης ή σκληρή. Τα καλύτερα κομμάτια είναι το συκώτι, η βάση της ουράς και τα αυγά. Ο Cochran (1930) αναφέρει ότι τα αυγά των βαράνων του νερού θεωρούνταν κατάλληλα για προσφορά στο βασιλιά της Ταϊλάνδης. Οι ακόλουθοι του ισλάμ στην Ασία δεν τρώνε βαράνους, αλλά πολλοί ευσεβείς μουσουλμάνοι στη Δυτική Αφρική τους θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Σε κάποια μέρη των νησιών των Φιλιππίνων, οι βαράνοι είναι σημαντικό στοιχείο της διατροφής και σε πολλά μέρη του κόσμου χρησιμοποιούνται για να επαυξήσουν αξιολύπητα χαμηλά σε πρωτεΐνη γεύματα. Η χρήση τους ως τροφή στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία φαίνεται να είναι πλατιά διαδεδομένη (π.χ. Irvine 1969). Ο βαράνος των μαγκροβίωνέχει εισαχθεί σε πολλά νησιά του Ειρηνικού πολύ πρόσφατα, πιθανόν ως πηγή τροφής (Κεφάλαιο 6).

Μια εκπληκτική σειρά τονωτικών, φαρμάκων και φίλτρων φτιάχνονται από διάφορα μέρη του σώματος του βαράνου (π.χ. Gaddow 1901, Auffenberg 1982, Das 1989 και οι παραπομπές που αναφέρονται εκεί). Το λίπος χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της επιδεινούμενης όρασης και για ποικιλία άλλων παθήσεων (ιδίως της αρθρίτιδας, των ρευματισμών, των αιμορροΐδων και των μυικών πόνων). Χρησιμοποιείται επίσης ως σεξουαλικό λιπαντικό (Saxena 1993). Οι αποξηραμένες χοληδόχοι κύστεις είναι ιδιαίτερα θεραπευτικές, αφού θεραπεύουν τα καρδιακά προβλήματα, την ανικανότητα και την ηπατική ανεπάρκεια, όπως επίσης και πλήθος σοβαρότερων παθήσεων. Στη Βόρεια Αφρική, αποξηραμένα κεφάλια βαράνων πωλούνται για να κονιορτοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία πλήθους εξωτερικών και εσωτερικών βασάνων (Linley, προσ.επικ.). Οι αμνησιακοί στη Σρι Λάνκα κάποιες φορές παρασκευάζουν ένα γεύμα από γλώσσες βαράνων, το οποίο λέγεται ότι επαναφέρει τη μνήμη στην πλήρη της ισχύ (de Silva, προσ.επικ.). Ο Krishnan (1992) αναφέρει ότι ένας άντρας που υπέστη μια σοβαρή πληγή στο μηρό ως αποτέλεσμα της αναμέτρησής του μ’έναν αγριόχοιρο γιατροπορεύτηκε απ’τους φίλους του με τον ακόλουθο τρόπο: Λεπτές φέτες φρέσκιας σάρκας βαράνου της Βεγγάλης τοποθετήθηκαν μέσα στη βαθιά πληγή, η οποία έπειτα δέθηκε με επιδέσμους. Ο άντρας ισχυρίστηκε αργότερα ότι η πληγή είχε επουλωθεί εντελώς σε δέκα μέρες κι άφησε μόνο μια εκπληκτικά μικρή ουλή. Απ’ό,τι γνωρίζω, καμία από τις θεραπευτικές ιδιότητες των βαρανών δεν έχει τεθεί ακόμα υπό σοβαρή επιστημονική εξέταση. Στη Σρι Λάνκα επίσης πιστευόταν ότι ένα μίγμα λίπους και σάρκας του βαράνου του νερού και ανθρώπινου αίματος και τριχών γίνεται πολύ ισχυρό δηλητήριο αν βραστεί, κι ότι μια σταγόνα είναι αρκετή για να σκοτώσει αμέσως έναν εχθρό (Auffenberg 1982). Οι βαράνοι του νερού λεγόταν επίσης ότι συντελούσαν στην Παρασκευή του πλέον προτιμώμενου δηλητηρίου των Σινγκαλέζων ασασίνων, το καμπάρα-τελ. Τα υλικά (φρέσκο δηλητήριο φιδιού, αρσενικό και διάφορα βότανα) ανακατεύονταν με νερό σ’ένα ανθρώπινο κρανίο και τοποθετούνταν σε μια φωτιά, σε τρεις γωνίες της οποίας δεμένοι βαράνοι του νερού τοποθετούνταν στρατηγικά και χτυπούνταν, ώστε οι συριγμοί τους να επιταχύνουν τη διαδικασία του βρασμού και να επαυξήσουν τη δύναμη του αφεψήματος. Ο αφρός από τα χείλη των σαυρών προστιθέταν στο τελευταίο λεπτό, κι όταν στην επιφάνεια εμφανιζόταν ένα ελαιώδες απόβρασμα, το τρομερό φίλτρο ήταν έτοιμο (Morris στο Gaddow 1901).

Σελίδα 2 από 2

Σύμφωνα με τον Das (1988), η φόνευση βαράνων με τσουγκράνες είναι μια μορφή αθλήματος σε μέρη της βορειοανατολικής Ινδίας. Παρομοίως, τα παιδιά σε μέρη της ερήμου Κάρα-Χουμ αντλούν μεγάλη χαρά κυνηγώντας τους βαράνους της Κασπίας και χτυπώντας τους μέχρι θανάτου με τα ρόπαλα. Επειδή οι σαύρες πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδεις, η συμμετοχή και η επιτυχία σ’αυτό το άθλημα θεωρείται πράξη μεγάλης γενναιότητας (προσ. επικ.).

Ο πολυμήχανος και ξακουστός Μαράθι πολεμιστής Κάρνα Σινγκ πέρασε τα τείχη του Φρουρίου του Κέλνα δένοντας ένα σχοινί σ’ένα βαράνο, αφήνοντάς τον να σκαρφαλώσει το τείχος κι ακολουθώντας τον μέχρι πάνω όταν είχε ασφαλιστεί σε μια στενή σχισμή. Από τότε η φυλή του ήταν γνωστή ως Γκορπάντε (από το μαράθι όνομα του βαράνου της Βεγγάλης, γκορπάντ), και κάθε στρατιώτης στο στρατό εκπαιδευόταν στη χρήση τους (Ramakrishna 1983). Λιγότερο ηρωικα άτομα χρησιμοποιούσαν τις σαύρες για να σκαρφαλώσουν τους τοίχους σπιτιών που διαρρήγνυαν (Robinson στο Gaddow 1901).

Ορισμένοι πολιτισμοί λεγόταν ότι άφηναν τους βαράνους να φάνε τους νεκρούς συγγενείς τους κι έτσι κατήργησαν την ανάγκη αποκομιδής των πτωμάτων με ταφή ή καύση. Στο Αρχιπέλαγος Μέργκου, τα πτώματα αφήνονταν σε εκτεθημένες εξέδρες στο δάσος, ενώ στο Μπαλί τα σώματα καλύπτονταν με καλάθια λυγαριάς, τα οποία απέτρεπαν τους σκύλους και τα μαϊμούνια, αλλά άφηναν τους βαράνους να φάνε με την ησυχία τους (Anderson 1889, Auffenberg 1982). Τέτοια δωρεάν και θρεπτικά γεύματα προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς βαράνων του νερού, ο Άντερσον αναφέρει ότι ως και 15 άτομα είχαν παρατηρηθεί «να επιδίδονται σ’ένα μακάβριο γεύμα τέτοιου είδους».

Μακράν η πλέον εξέχουσα χρήση των βαράνων είναι για το δέρμα τους. Τα δέρματα των βαράνων παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεμβρανών τυμπάνων και ασπίδων, αλλά σήμερα έχουν μεγάλη ζήτηση στα πλουσιότερα μέρη του κόσμου για να γίνουν λουριά ρολογιών χειρός, παπούτσια, πορτοφόλια, τσάντες κι άλλα δερμάτινα αγαθά. Τα πανέμορφα σχέδια στις σαύρες σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα των τομαριών τους τις κάνουν την πλέον δημοφιλή οικογένεια σαυρών στην αγορά του δέρματος. Οι περισσότερες πιάνονται στις φτωχότερες χώρες της κεντρικής Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας και πωλούνται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία. Απ’όσο γνωρίζω δεν υπάρχει ζήτηση για κρέας βαράνου στην Ευρώπη, ούτε οι χοληδόχοι κύστεις πωλούνται ευρέως, έτσι η ζήτηση για τα ζώα προέρχεται μόνο από την αγορά της μόδας. Ο αριθμός των ζώων που εμπλέκονται στο εμπόριο είναι τεράστιος και οι αναφερόμενοι αριθμοί μπορεί να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό του πραγματικού εμπορίου. Μέχρι το 1975, δεν υπήρχε κάποια διεθνής προσπάθεια για την παρακολούθηση του αριθμού των δερμάτων σαυρών που αποστέλλονταν από χώρα σε χώρα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε πολλές περιοχές μια ανθηρή εξαγωγική αγορά υπήρχε για σίγουρα πάνω από εκατό χρόνια. Ο Mertens (1942a) εισηγήθηκε ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ωφέλησε τους βαράνους, δίνοντάς τους λίγη ξεκούραση από την εντατική εκμετάλλευση.

Το 1973-74 η μπαγκλαντεσιανή κυβέρνηση εκτίμησε ότι οι εξαγωγές δερμάτων σαύρας άξιζαν πάνω από US$1.300.000 (Gilmour 1984). Το αναφερόμενο εμπόριο σε δέρματα σαύρας από την Ινδία μεταξύ του 1964 και του 1973 ήταν πάνω από 2,5 εκατομμύρια κιλά, υππολογιζόμενης αξίας σχεδόν 15 εκατομμυρίων ρουπιών (Anon 1978). Εντούτοις το εμπόριο που αναφέρθηκε στο CITES κατά το 1975 αντιστοιχούσε σε μόνο 51.239 δέρματα, εκ των οποίων τα 38.478 προέρχονταν από την ινδική υποήπειρο. Το ελάχιστο συνολικό εμπόριο σε δέρματα βαράνων μεταξύ 1975-199* καταδεικνύεται παρακάτω. Η μεγάλη αύξηση στους αριθμούς μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1970 και της αρχής της δεκαετίας του 1980 αντανακλά πιθανότερα βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα του συστήματος αναφοράς παρά μια πραγματική ένδειξη αύξησης της ζήτησης.

Δεν κυνηγούνται όλοι οι βαράνοι για το δέρμα τους, στην πραγματικότητα το βάρος του εμπορίου πλήττει μόνο πέντε ή έξι είδη. Ο βαράνος του νερού (V. salvator) είναι το περισσότερο συλλεγόμενο είδος, με αναφορά εμπορίου σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων δερμάτων μόνο το 1990. Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς δερμάτων βαράνων είναι η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες και η ταϊλάνδη. Τα περισσότερα δέρματα αποστέλλονται μέσω της Σιγκαπούρης και βρίσκουν αγορές σ’όλη την υπόλοιπη ανατολική Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στην Αφρική ο βαράνος του Νείλου είναι το βαρύτερα εκμεταλλευόμενο είδος με μέσο αναφερόμενο εμπόριο άνω των 400.000 δερμάτων μεταξύ 1980 και 1985. Τα περισσότερα δέρματα εξάγονται από τη Νιγηρία, το Σουδάν, το Μάλι και το Καμερούν και πωλούνται στη Γαλλία, στην Ιταλία και στης Η.Π.Α. Αναφέρεται επίσης εμπόριο μεγάλης κλίμακας του V. exanthematicus (δηλ. V.albigularis και V.exanthematicus) με μέσο όρο τα 88.000 δέρματα ν’αποστέλλονται ετησίως μεταξύ του 1980 και του 1985. Τα περισσότερα απ’αυτά τα ζώα προέρχονταν από τη Νιγηρία (V. exanthematicus) και, σε μικρότερο βαθμό, το Μάλι (V. exanthematicus), το Σουδάν (;) και τη Νότια Αφρική (V. albigularis). Η περισσότερη ζήτηση έρχεται από τη Γαλλία, άλλα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ. Το εμπόριο σε δέρματα βαράνων της ερήμου, V. griseus, αναφέρεται συχνά, αλλά σύμφωνα με τον Auffenberg (1982) το δέρμα του είναι πολύ λεπτό για να γίνει καλό προϊόν και θεωρείται πολύ υποδεέστερο υποκατάστατο δερμάτων άλλων βαράνων. Τα περισσότερα δέρματα ζώων που πωλούνται ως V. griseus, πιθανόν ανήκουν στα δύο πλήρως προστατευόμενα είδη V. bengalensis και V. flavescens. Το εμπόριο σ’αυτά τα είδη έχει κηρυχθεί εκτός νόμου από το 1975, αλλά πολλές χώρες, ιδιαίτερα η Ιαπωνία, αγνόησαν την απαγόρευση και συνέχισαν να εισάγουν μεγάλες ποσότητες από τα δέρματά τους μέχρι πολύ πρόσφατα. Μεταξύ του 1983 και του 1986 πωλήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο δέρματα V. bengalensis, κυρίως από την Ινδία, το Μπαγκλαντές και την ταϊλάνδη και σχεδόν όλα εξείχθησαν στην Ιαπωνία. Το εμπόριο σε δέρματα του V. flavescens αριθμούσε σε μέσο όρο σχεδόν 120.000 δέρματα ετησίως μεταξύ του 1983 και του 1986. Σχεδόν όλα τα δέρματα προέρχονταν από την Ινδία και το Μπαγκλαντές και πάλι η Ιαπωνία ήταν μακράν ο μεγαλύτερος καταναλωτής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι αριθμοί που αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν μόνο ολόκληρα δέρματα, και δεν περιλαμβάνουν προϊόντα κατασκευασμένα από βαράνους ή συναλλαγές που αναφέρονται με το βάρος (που συχνά ανέρχονται στις χιλιάδες κιλά το χρόνο). Ούτε περιλαμβάνουν τα πάνω από 1,5 εκατομμύρια δέρματα που κατέγραψαν τα ιαπωνικά τελωνεία μεταξύ του 1983 και του 1987, αλλά δε δηλώθηκαν στο CITES. Επιπλέον τα δέρματα των βαράνων συχνά ταυτοποιούνται λανθασμένα στις επίσημες δηλώσεις, με ασιατικά είδη να εξάγονται από αφρικανικές χώρες και το αντίστροφο. Οι εξαγωγείς θα πρέπει να το βρίσκουν πολύ εύκολο να εξαπατούν τους υπαλλήλους των τελωνείων και του CITES. Κατά τις διερευνήσεις μου, αρκετά τελωνειακά γραφεία σε αρκετές χώρες ζητούσαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα διάφορα είδη, παραδεχόμενα ότι δε μπορούσαν να τα ξεχωρίσουν. Η πιο πρόσφατη αναφορά του παγκοσμίου εμπορίου δερμάτων ερπετών (Jenkins & Broad 1994) περιλαμβάνει μια μόνο φωτογραφία του V. salvator, του συχνότερα απαντώμενου βαράνου στο εμπόριο δερμάτων, ο οποίος είναι σαφώς λάθος ταυτοποιημένος και θά’πρεπε να ταυτοποιηθεί ως V. dumerilii, ένα είδος για το οποίο το εμπόριο δέρματος είναι άγνωστο.

Η εκμετάλλευση των βαράνων έχει παραβλεφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Δυτικούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε θεωρούν τους βαράνους χαδιάρικα ζώα, και ίσως είναι εξαιτίας της απουσίας γούνας που η σφαγή τους δεν προκαλεί τη συμπόνια που επεκτείνεται σε άλλα θύματα του εμπορίου δερμάτινων. Απ’ό,τι είναι γνωστό, ούτε ένας βαράνος δεν έχει εκτραφεί εμπορικά, κι έτσι το εμπόριο βασίζεται εξολοκλήρου σε ζώα πιασμένα από τη φύση. Αναλογιζόμενοι τους τεράστιους αριθμούς των εμπλεκόμενων ζώων και το γεγονός ότι μόνο τα δέρματα των ενηλίκων ή των ημιενηλικών ατόμων είναι κατάλληλα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το εμπόριο τελικα θα εξαντλήσει τους αριθμούς τους στο σημείο που θα εξαφανιστούν σε πολλές περιοχές. Πρόσφατες εξαφανίσεις μεγάλης κλίμακας έχουν πιθανολογηθεί για αρκετούς βαράνους στο Πακιστάν, την Ινδία και το Μπαγκλαντές, αλλά δεν είναι σαφές αν η εξαφάνισή τους οφείλεται περισσότερο στο άμεσο ανθρώπινο κυνήγι ή στην απώλεια του ενδιαιτήματός τους. Μελέτες σε βαρέως εκμεταλλευόμενους πληθυσμούς στη Σουμάτρα κατέδειξαν μία από τις υψηλότερες καταγεγραμμένες βιομάζες κάθε σαύρας στον κόσμο (Erdelen 1988, 1991) και δεν υπάρχουν σαφώς επιβεβαιωμένες περιπτώσεις πληθυσμών βαράνων που αποδεκατίστηκαν οπουδήποτε στην Νοτιοανατολική Ασία ή στην Αφρική από τις δραστηριότητες του εμπορίου δέρματος (π.χ. Buffrenil et al 1994, Shine et al. 1996). Η απώλεια του ενδιαιτήματος, από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για μειώσεις στους αριθμούς των βαράνων σε κάθε χώρα όπου βρίσκονται. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε το εμπόριο δέρματος χωρίς αποστροφή, αλλά η φτώχεια στην Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία είναι πολύ πιο ανυπόφορη. Το ενδεχόμενο οι βαράνοι να γίνουν ένας πολύ προσοδοφόρος και βιώσιμος πόρος θα έχει περάσει απ’το μυαλό πολλών, αλλά δε φαίνεται να έχει γίνει καμία προσπάθεια εκτροφής τους σε εμπορική κλίμακα. Αυτό μπορεί να μη γίνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι ακόμα αφθονούν σε πολλές περιοχές, αλλλά αν η ανθρωπότητα πρόκειται να συνεχίζει να ωφελείται από τους βαράνους στο μακροπρόθεσμο μέλλον, η αναπαραγωγή μεγάλης κλίμακας στην αιχμαλωσια θα είναι υποχρεωτική.

Πολλοί καλοπροαίρετοι αλλά παραπληροφορημένοι άνθρωποι καταδικάζουν την κατανάλωση των βαράνων όχι με γνώμονα τη γεύση, αλλά την ηθική. Θεωρούν ότι η χρήση τους για τροφή ή πράγματι για κάθε σκοπό συμβάλλει στην εξαφάνισή τους, αλλά αδυνατούν να καταλάβουν ότι σχεδόν όλες οι χώρες όπου υπάρχουν βαράνοι είναι αφάνταστα φτωχότερες από οπουδήποτε στη Βόρεια Αμερική ή στην Ευρώπη. Επειδή οι άνθρωποι έχουν πολύ λίγα χρήματα, έχουν πολύ υψηλή βρεφική θνησιμότητα και πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής. Αυτό τους εξαναγκάζει να υιοθετούν μη βιώσιμες οικονομικές πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, στην εξαφάνιση πολλών ζώων και φυτών και σε γη ακατάλληλη για τίποτα εκ΄τος από παραγκουπόλεις και στρατόπεδα προσφύγων. Απ’όλα τα άγρια ζώα, οι βαράνοι είναι μεταξύ των πλέον κατάλληλων για βιώσιμη χρήση. Αναπαράγονται κι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα, και πολλοί είναι το ίδιο ευχαριστημένοι ζώντας σ’ένα παρθένο δάσος, σ’ένα χωράφι καλαμποκιού ή σ’ένα σκουπιδότοπο. Γρήγορα δημιουργούν μεγάλους πληθυσμούς οπουδήποτε υπάρχει επαρκής τροφή και δεν είναι εκλεκτικοί στη διατροφή τους. Το κρέας τους είναι πολύ θρεπτικό και το σημαντικότερο, το δέρμα τους είναι πολύ ακριβό. Η τιμή ενός ζευγαριού παπουτσιών βαράνου στην Ιταλία ή στην Ιαπωνία θα τάιζε μια οικογένεια για ένα χρόνο στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Οι Δυτικοί που αντιλέγουν στη χρήση κάθε δέρματος ζώου εκτος από αγελάδες και πρόβατα συχνά αδυνατούν να καταλάβουν ότι το δικαίωμα στην ύπαρξη ζώων χωρίς οικονομική αξία είναι πιθανό να αμφισβητηθεί όλο και περισσότερο όσο οι πληθυσμοί των φτωχότερων χωρών αυξάνονται.

Χρήσεις του ανθρώπου από τους βαράνους

Η ανθρωπότητα προσφέρει τροφή και στέγη στους βαράνους. Λίγοι μεγάλοι βαράνοι θα φάνε ανθρώπους αν τους δοθεί η ευκαιρία, αλλά οι περισσότεροι πρέπει να αρκεστούν στα θαμμένα πτώματα που εντοπίζουν με την όσφρηση και τα ξεθάβουν. Σε πολλά μέρη του κόσμου είναι αναγκαίο τα νεκροταφεία να προστατεύονται καλά από τους βαράνους, με τη συμπίεση του εδάφους με άργιλο ή κοράλι, ή με την περιβολή της περιοχής με ισχυρό φράκτη (π.χ. Taylor 1963). Μόνο λίγοι, πολύ μεγάλοι δράκοι του Κόμοντο μπορούν να πιάσουν και να φάνε έναν υγιή ενήλικα, αλλά τα μικρά παιδιά δυνητικά θα μπορούσαν να γίνουν θήραμα αριθμού ειδών. Οι βαράνοι έχουν την κακή φήμη ότι κλέβουν ζώα (συνήθως νεαρά κοτόπουλα) από τον άνθρωπο στα περισσότερα μέρη του κόσμου και γι’αυτό συχνά θανατώνονται όταν συναντιούνται από τους αγρότες. Σε κάποιους πολιτισμούς, οι βαράνοι αντιμετωπίζονται περισσότερο με ανοχή παρά ενθαρρύνονται. Τοπικά έθιμα συχνά απαγορεύουν τη θανάτωση των βαράνων για οποιονδήποτε λόγο, αλά η αντικοινωνική τους συμπεριφορά δε μένει απαραίτητα ατιμώρητη. Ο Cisse (1971) θυμάται ότι ένας Σενεγαλέζος που βρήκε ένα βαράνο του Νείλου στο σπίτι του να γευματίζει από τα αυγά του πρωινού του δεν είχε τη δύναμη να σκοτώσει τον εισβολέα, αλλά εκτόνωσε το θυμό του δένοντας το ζώο και δίνοντάς του ένα καλό ξύλο με τη ζώνη πριν το απελευθερώσει, μελανιασμένο αλλά κατά τα’άλλα αβλαβές. Παρέμεινε στην περιοχή, αλά δεν ξαναμπήκε στο σπίτι του ποτέ.

Οι βαράνοι αγαπούν τους βρώμικους κατασκηνωτές και καθαρίζουν μεγάλο μέρος της βρωμιάς τους, όπως αποφάγια, περιττώματα, και, δυστυχώς, πλαστικές σακούλες και άλλα μη φαγώσιμα σκουπίδια που μυρίζουν φαγητό. Σε πολλές περιοχές, φαίνεται να γνωρίζουν τις συνήθειες των παραθεριστών, κι εμφανίζονται σταθερά λίγα λεπτά αφού έχει αναχωρήσει και το τελευταίο τουριστικό λεωφορείο. Λιγότερο ντροπαλά άτομα μπορεί να ζητούν φανερά τροφή από τους ανθρώπους και μπορεί ακόμα και να παρακαλούν για τροφή σαν σκυλιά.

Από τότε που γράφτηκαν τα παραπάνω, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει. Η πιο σημαντική ανακάλυψη είναι ότι πράγματι οι βαράνοι έχουν δηλητήριο, ανακάλυψη που έγινε το 2004. Μαζί με τα δηλητηριώδη λανθανωτοειδή και τέρατα του Τζίλα, τα φίδια, τους ανγκουίδες και τα ιγκουάνια αποτελούν τον κλάδο των τοξικοφόρων, ο μεσοζωικός πρόγονος των οποίων είχε εξελίξει δηλητήριο, οι απόγονοι σχεδόν το έχασαν, και αργότερα κάποιοι κλάδοι το επανεξέλιξαν και το ισχυροποίησαν. Όπως και τα τέρατα του Τζίλα, οι βαράνοι έχουν τους δηλητηριώδεις αδένες στην κάτω γνάθο, και ο μηχανισμός έγχυσης είναι υποτυπώδης. Το δηλητήριό τους δεν είναι πολύ ισχυρό, αλά μπορεί να αποδυναμώσει ή και να σκοτώσει αργά μικρά ζώα που δαγκώθηκαν και ξέφυγαν, οπότε ο βαράνος μπορεί να τα βρει. Το δηλητήριο του δράκου του Κόμοντο μπορεί να σκοτώσει μέσα σε διάστημα ημερών μεγάλα ζώα όπως βουβάλια, οπότε ίσως είναι ισχυρότερο, ή απλώς εγχέεται μεγαλύτερη ποσότητα από το βαθύ δάγκωμα που κάνει. Δεν έχουν καταγραφεί ανθρώπινοι θάνατοι από δάγκωμα βαράνου, εκτός ίσως από μία μόνο περίπτωση που είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας, και ίσως ο βαράνος να την εξασθένησε ακόμα περισσότερο. Το πιο πιθανό είναι να υπάρξει έντονος πόνος, αιμορραγία και φλεγμονή μετά από δάγκωμα βαρανού, κι όχι κάτι σοβαρότερο. Οπότε ίσως οι αναφορές ότι τα δαγκώματα του βαράνου πονάνε πολύ ή επουλώνονται δύσκολα ίσως τελικά να έχουν κάποια βάση στην πραγματικότητα, αλλά όλες οι άλλες πίστεις, ότι για παράδειγμα μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο εύκολα ή και ελέφαντα, ότι το δηλητίριο παραμένει στο κρέας ή στο κεφάλι του ζώου κλπ είναι υπερβολές.

Επίσης ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus) σήμερα έχει ενταχθεί στον πίνακα i της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES), οπότε το εμπόριό του απαγορεύεται εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για επιστημονική έρευνα. Άλλοτε είδος που εκτεινόταν σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και στην κεντρική Ασία μέχρι το Καζακστάν, σήμερα η απώλεια του ενδιαιτήματος και το κυνήγι έχουν μειώσει και κατατμήσει τους πληθυσμούς του.
Ο V. exanthematicus συμψηφίζεται με τον V. albigularis στο άρθρο, γιατί την εποχή που γράφτηκε τα δύο είδη δεν αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστά απ’όλη την επιστημονική κοινότητα. Σήμερα θεωρούνται δύο διαφορετικά είδη.

Ο ακανθόχοιρος που αναφέρεται στο άρθρο πιθανότατα είναι η αυστραλιανή έχιδνα (Tachyglossus aculeatus), ένα αγκαθωτό μικρό θηλαστικό της τάξης των μονοτρημάτων (ωοτόκα θηλαστικά) που έχει συγχυστεί με τον ακανθόχοιρο ή και με τον σκαντζόχοιρο από τους Ευρωπαίους. Τρέφεται με μυρμήγκια και τερμίτες.

Δείτε ως πού μπορέι να φτάσει μια φαινομενικά ανίσχυρη μάνα για να σώσει τα μικρά της! Στο βίντεο αυτό, το οποίο ανέβηκε στο Youtube στις 18 Ιουνίου του 2015 και ήδη έχει κάνει το γύρο του Διαδικτύου, μια μάνα κουνέλα επιτίθεται σ’ένα φίδι το οποίο έχει μπει στη φωλιά κι ετοιμάζεται να φάει τα μικρά. Το βίντεο τραβήχτηκε κάπου στις ανατολικές ΗΠΑ, πιθανόν μέσα σε μια αυλή. Αρχικά φαίνεται το φίδι μέσα στη φωλιά, κουλουριασμένο γύρω από ένα κουνελάκι, το οποίο πρόκειται να φάει. Μία λεπτή, διακεκομμένη φωνή που ακούγεται είναι ο συναγερμός που δίνει ένα άλλο μικρο΄κουνελάκι. Ακούγοντας αυτό΄, η μητέρα έρχεται, και μο΄λις βλέπει το φίδι, το επιτίθεται ξαφνικά δαγκώνοντας το και κλωτσώντας το με τα πίσω πόδια, ενώ το κουνελάκι που φώναξε τρέχει να κρυφτεί. Το φίδι φεύγει, αλλά η κουνέλα δε σταματά να το χτυπά. Στο τέλος, ενώ το φίδι προσπαθεί να κρυφτεί στα χόρτα, η κουνέλα το δαγκώνει ακόμα μια φορά. Τελικά το φίδι ξεφεύγει, παρόλα αυτά, ενώ πολλά σχόλια για το βίντεο αναφέρουν ότι η κουνέλα έσωσε τα μικρά, από τα τρία που είχε, μονο το ένα που έδωσε το συναγερμό και κρύφτηκε σώθηκε, τα άλλα δύο πρόλαβε να τα πνίξει το φίδι. Κάπου στη μέση του βίντεο δύο παιδάκια επευφημούν στα αγγλικά την κουνέλα. Η γλώσσα ωστόσο που μιλούν οι βιντεοσκόποι, οι οποίοι ίσως είναι οι γονείς τους, μοιάζει με ρώσικα, σέρβικα ή κάποια άλλη παρόμοια γλώσσα, και μέσα στις λέξεις αναγνωρίζω το «κουνέλι». Πραγματικά διεθνής λέξη. Δείτε το γνήσιο βίντεο παρακάτω:

Δεν περίμενα σε καμία περίπτωση μια κουνέλα να προστατεύσει τα μικρά της. Νόμιζα ότι τα κουνέλια είναι δειλά ζώα, που τρέχουν να σωθούν με τον παραμικ΄ρο κίνδυνο, και οι μάνες δε μπορούν να κάνουν τίποτα για να βοηθήσουν τα παιδιά τους αν κάτι τους συμβεί, απλώς κάθονται και τα κοιτάνε καθώς τα τρώνε ή φεύγουν. Τελικά το μητρικό ένστικτο νίκησε το φόβο, και η μάνα αυτή έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει τα μικρά της, αν και τελικά έμεινε μόνο με ένα.

Από τα είδη των ζώων καταλαβαίνουμε ότι το συμβάν διαδραματίστηκε σε κάποια ανατολική πολιτεία των ΗΠΑ. Το φίδι είναι ένα μαύρο ποντικόφιδο (Pantherophis alleghaniensis), ένα είδος λαφιάτη, δηλαδή φίδιού μη ιοβόλου και συσφιγκτήρα. Είναι μαύρο και συνήθως γίνεται 1,5 μέτρα, αν και κατεξαίρεσιν μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει τα 2 μέτρα, και τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αλά συχνά εισβάλλει και σε φωλιές πουλιών και θηλαστικών, όπου τρώει τα αυγά και τους νεοσούς και τα νεογνά αντίστοιχα. Μία φωλιά παρέχει έτοιμη άφθονη θρεπτική τροφή χωρίς κάποιον κίνδυνο,΄εκτος από περιπτώσεις σαν κι αυτήν. Πιστεύω πως το φίδι αυτό δε θα πλησιάσει κουνελοφωλιά για μήνες. Το κουνέλι δεν είναι το γνωστό μας ευρωπαϊκό κουνέλι, αλλά το αμερικανικό κουνέλι των ανατολικών περιοχών (Silvilagus floridanus). Τα κουνέλια του γένους Silvilagus απαντώνται στην Αμερική, κι έχουν αρκετές διαφορές από το κοινό. Έχουν γενική μορφολογία κουνελιού, αλλά ο τρόπος ζωής τους είναι ενδιάμεσος σε λαγό και κουνέλι. Είναι κυρίως μοναχικά, αν και μπορέι να δημιουργήσουν χαλαρές ομάδες. Ζουν στην επιφάνεια του εδάφους, και αν χρειαστεί κρύβονται μέσα σε πυκνά χόρτα,κάτω από ξύλα ή σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Τα θηλυκά σε λίγα είδη μόνο σκάβουν τρύπες για να γεννήσουν, συνήθως σκάβουν μια ρηχή φωλιά ανάμεσα στη βλάστηση, την οποία στρώνουν με χόρτα και τρίχες όπως όλα τα κουνέλια. Τα μικρά του γένους γεννιούνται ελαφρώς πιο ανεπτυγμένα απ’αυτά του ευρωπαϊκού, κι ανεξαρτητοποιούνται κι ωριμάζουν αναπαραγωγικά γρηγορότερα. Το κουνέλι των ανατολικών περιοχών έχει καφεκόκκινο χρώμα για καμουφλάζ με το έδαφος, και βάρος 0,8-2 κιλά, με το μέσο όρο στα 1,2 κιλά.

Αυτή δεν είναι ωστόσο η πρώτη περίπτωση όπου αμερικανικό κουνέλι επιτέθηκε σε φίδι. Το 2007, μια παρόμοια περίπτωση βιντεοσκοπήθηκε, και μάλιστα στον τίτλο του βίντεο λέει πως το φίδι ήταν δηλητηριώδες, αν και δεν ξέρω αν αυτό΄ισχύει ή μπήκε για εντυπωσιοθηρικούς λόγους. Όποιος ξέρει περισσότερα ας σχολιάσει.

Τι γίνεται όμως με το ευρωπαϊκό κουνέλι; Είναι το γνωστό μας είδος που ζει σε πολύπλοκα συστήματα λαγουμιών, και γεννά τα μικρά μέσα σε τέτοιες τρύπες. Γεννά αρκετά κουνελάκια, και η θνησιμότητα μέσα στις φωλιές είναι μεγάλη. Άραγε μπορεί να σώσει τα μικρά του, ή απλώς κάθεται και τα βλέπει να πεθαίνουν μπροστά του; Δεν ξέρουμε, γιατί δεν έχει παρατηρηθεί κάτι παρόμοιο, που άλλωστε είναι πολύ σπάνιο – εναλλακτικά μπορέι να έχει παρατηρηθεί και απλώς να μην κυκλοφορέι στο Διαδίκτυο για να το ξέρουμε. Πάντως ούτε αυτό είναι πάντοτε το θύμα, όπως διαισθητικά νομίζουμε.
Το Σεπτέμβριο του 2009, ο Αρμάντο ντελ Μάνσο, ένας Αυστραλός τεχνίτης ατσαλιού, έβρισκε όλο νεκρά φίδια στο γκαζόν της οικίας του κοντά στο Κερνς στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας. Τα φίδια έφεραν δαγκωματιές πάνω τους, και υπέθετε ότι τα σκότωνε ο σκύλος του. Μετά από τρεις εβδομάδες ωστόσο, έγινε ο αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος που έμελλε να τον συγκλονίσει. Δύο κουνέλια επιτέθηκαν σε μήκους 1,5 μέτρου καφέ βασιλικό φίδι (Pseudechis australis), ένα επικίνδυνο ιοβόλο φ΄δι της Αυστραλίας, και, μολονότι το φίδι προσπάθησε να τα δαγκώσει, μέσα σε δύο λεπτά το σκότωσαν. Άτυπη συμπεριφορά από τρελά κουνέλια, ή τακτική επιβίωσης του είδους που δε γνωρίζουμε;
Έως τώρα λοιπόν, υπάρχουν 3 καταγεγραμμένες περιπτώσεις επίθεσης κουνελιού σε φίδι, ή τουλάχιστον 3 προσβάσιμες στο Ίντερνετ. Δεν είναι απίθανο τα κουνέλια να προσπαθήσουν να διώξουν ή και να σκοτώσουν έναν εχθρό αν η ζωή τους βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, και ένα λεπτό φίδι είναι εύκολος στόχος, αφού δεν έχει γούνα, πόδια με νύχια και κοφτερά δόντια για να αμυνθεί αποτελεσματικά. Παρόλα αυτά το δηλητήριο αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, και τα κουνέλια κινδυνεύουν άμεσα αν το φίδι είναι δηλητηριώδες. Επίσης, παρόλο που τα δόντια του φιδιού δεν είναι κοφτερά, τα κουνέλια κινδυνεύουν να δαγκωθούν ανά πάσα στιγμή σε κάποιο λιγότερο προστατευόμενο από γούνα μέρος του σώματός τους, και εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους και του ευαίσθητου σώματός τους, η βλάβη θα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι π.χ. σ’έναν άνθρωπο. Γι’αυτό και δεν πιστεύω ότι η επίθεση κουνελιών σε φίδια είναι σύνηθες φαινόμενο.

Γιατί όμως το βίντεο διαδόθηκε τόσο πλατιά στο Διαδίκτυο; Ήταν ο θαυμασμός των ανθρώπων για την ηρωική μάνα κουνέλα, ή το μίσος για το κακό φίδι; Υποψιάζομαι δυστυχώς το δεύτερο. Θα πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι κανένα ζώο δεν είναι καλό ή κακό. Ο καθένας, σύμφωνα με το νόμο της επιβίωσης, έχει το δίκιο του. Και η κουνέλα έπρεπε να προστατεύσει τα μικρά της, αλλά και το φίδι έπρεπε να τραφεί για να ζήσει.

Πηγή:
Ίδρυμα Ουέστον Α. Πράις

Μετάφραση: Bolko

Αυστραλοί Αβορίγινες: ζώντας από το απόθεμα της γης

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 2000 από τις Σάλι Φάλον και Μέρι Γκ. Ένιγκ, PhD

Απ’όλους τους λαούς που επισκέφθηκε ο Ουέστον Πράις κατά τις ιστορικές του ερευνητικές αποστολές τη δεκαετία του 1930, κανένας δεν του προκάλεσε τόσο δέος όσο οι Αυστραλοί Αβορίγινες, τους οποίους περιέγραψε ως «ζωντανό μουσείο διατηρημένο από την αυγή της ζωικής ζωής στη γη.» Για τον Πράις, οι Αβορίγινες αντιπροσώπευαν το πρώτυπο της ηθικής και σωματικής τελειότητας. Η ικανότητές τους στο κυνήγι, την ιχνηλάτηση και την τροφοσυλλογή ήταν αξεπέραστες. Η κοινωνική τους οργάνωση επέτρεπε τη διδασκαλία των παιδιών από τη νεαρή ηλικία. Μία σειρά μυήσεων για τα αγόρια είχε σχεδιαστεί για να ενσταλάξει και την αφοβία και το σεβασμό για το καλό όλης της φυλής, και το σεβασμό και τη φροντίδα για ένα μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων ανθρώπων, για τους οποίους φυλάσσονταν ειδικές τροφές που ήταν και εύκολες στη συλλογή και στο κυνήγι. Οι φωτογραφίες των Αβοριγίνων στη φυσική τους διατροφή που έβγαλε ο Πράις καταδεικνύουν οδοντοστοιχείες τόσο τέλειες ώστε να κάνουν τον αναγνώστη ν’αναρωτιέται αν αυτοί οι ιθαγενείς φορούσαν ψεύτικα δόντια. Αλλά όπως και όλες οι άλλες πρωτόγονες ομάδες που μελέτησε ο Πράις, οι Αβορίγινες σύντομα υπέκυψαν στο σάπισμα των δοντιών και σε νόσο κάθε τύπου όταν υιοθέτησαν τις “τροφές του σύγχρονου εμπορίου που εκτόπισαν τις προηγούμενες» – λευκό αλεύρι και ζάχαρη, μαρμελάδες, κονσερβοποιημένα τρόφιμα και τσάι. Τα παιδιά που γεννήθηκαν στην επόμενη γενιά εμφάνισαν ανωμαλίες στα οδοντικά τους τόξα με εμφανείς ρινικές δυσμορφίες – σύνδρομα όμοια μ’αυτά που εμφανίζονται στους πολιτισμούς των Λευκών.
Η αυστραλιανή ήπειρος προσφέρει άφθονες τροφές – χερσαία θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, θαλασσινά κι έντομα – συν μίας εκπληκτικής ποικιλίας φυτικών τροφών. Οι συνθήκες ήταν οργιώδεις στις υποτροπικές περιοχές κατά μήκος των ακτών, και υπερβολικά σκληρές στο ερημώδες εσωτερικό. Πάραυτα, οι άνθρωποι των ξηρών περιοχών παρουσίαζαν την ίδια εύρωστη και καλή υγεία όπως και τα αδέρφια τους που ζούσαν στα παραθαλάσσια δάση. Κάθε φυλή διέμενε στη δική της καθορισμένη περιοχή,εκτός από τις συμμετοχές σε ορισμένες θρησκευτικές τελετές ή για το μοίρασμα ιδιαίτερα πλουσιοπάροχων συγκομιδών τροφών όπως όστρακα ή ξηρούς καρπούς. Οι παράκτιες ομάδες έχτιζαν περισσότερο ή λιγότερο μόνιμες κατοικίεςκαι κινούνταν ως ομάδα μόνο για να εκμεταλλευτούν ορισμένες εποχιακές πηγές τροφής. Οι φυλές της ερήμου ήταν πιο περιπλανώμενες; είχαν μεγαλύτερες επικράτειες, και μετακινούνταν σύμφωνα με την τοποθεσία του νερού και των θηραμάτων.
Οι άντρες ήταν υπεύθυνη για το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων,πουλιών και ψαριών. Γενικώς κυνηγούσαν το καγκουρώ σε ομάδες. Μία ομάδα απλωνόταν για να διώξει τα ζώα προς ένα δίχτυ που τέντωναν σ’ένα ξέφωτο του δάσους ή του θαμνότοπου κοντά στην περιοχή που έτρωγαν τα ζώα. Μια άλλη ομάδα κρυβόταν κοντά στα δίχτυα για να πιάσει το θήραμα με ακόντια ή ρόπαλα. Σε ανοιχτή ύπαιθρο, τα ζώα ιχνηλατούνταν κι ακοντίζονταν καθώς ξεκουράζονταν στη σκιά ενός δέντρου κατά το ζεστό μέρος της ημέρας. 11 Μικρότερα μαρσυποφόρα όπως το ουάλαμπι, το παντέμελον, το μπάντικούτ και ο αρουραίος καγκουρώ, κυνηγούνταν επίσης. Στις ξηρές κεντρικές περιοχές, τέτοια μικρά θηράματα έχουν αντικατασταθεί εν μέρει από τα κουνέλια. Η έχιδνα – ο αγκαθωτός μυρμηγκοφάγος – επίσης θηρεύεται για το κρέας της.
Οι Αβορίγινες δεν κυνηγούσαν τη νύχτα, αλλά εξήγαγαν νυκτόβια ζώα όπως πόσουμ και κοάλα – και τα δύο εκλεκτά φαγητά – από τους ημερήσιους τόπους ανάπαυσής τους με διάφορους ιδιοφυείς τρόπους. Οι Αβορίγινες πρώτα θα ανίχνευαν την παρουσία του ζώου από τη μυρωδιά του, τις νυχιές ή τα περιττώματα, και θα επιβεβαίωναν την παρουσία του βάζονταςένα ξυλαράκι ή φοινικόφυλλο με λίγο μέλι μέσα στο κούφιο δέντρο ή κούτσουρο που χρησιμεύει ως κρυψώνα. Αν οι τρίχες κολλούσαν στο μέλι, γνώριζαν ότι το ζώο βρισκόταν εκεί.
Οι νυχτερίδες όπως η ιπτάμενη αλεπού ή ο γκρίζος ανεμοπόρος ήταν τόσο πολυάριθμες σε ορισμένα μέρη που έκλειναν τα αστέρια και το φεγγάρι όταν πετούσαν. Πιάνονταν την ημέρα ενώ κοιμούνταν στους θάμνους. Δύο ή τρεις άνθρωποι που κουβαλούσαν περίπου μία ντουζίνα ρόπαλα θ’ανέβαιναν στα δέντρα που κοιμούνταν οι νυχτερίδες. στεκόμενοι πάνω στα κλαδιά, θα τρόμαζαν τις νυχτερίδες και θα’ριχναν τα ρόπαλα πάνω τους καθώς αυτές πετούσαν μακριά.
Τα ερπετά όπως τα γκοάνα (ιγκουάνες), οι σαύρες, οι βάτραχοι και τα φίδια επίσης είχαν θέση στη διατροφή των Αβοριγίνων, όπως και πουλιά όλων των μεγεθών – εμού, γαλοπούλες, κύκνοι, πάπιες, παπαγάλοι και κακατού. Για να πιάσουν ιπτάμενα πουλιά όπως παπαγάλους, οι Αβορίγινες απλωναν δίχτυα ανάμεσα στα δέντρα. Μπούμερανγκ ρίχνονταν πάνω απ’το κοπάδι. Νομίζοντας ότι αυτά είναι γεράκια, τα πουλιά βουτούσαν προς τα κάτω και πιάνονταν στα δίχτυα. Το καλοκαίρι, οι κυνηγοί θα έπιαναν πάπιες βυθίζοντας τον εαυτό τους μέχρι το λαιμό σε νερόλακους και κρατώντας μικρά κλαδιά για να κρύψουν τα κεφάλια τους. Όταν μία πάπια πλησίαζε, ο κυνηγός θ’άρπαζε τα πόδια της και θα την έπνιγε. Τα ψάρια καμακώνονταν ή δηλητηριάζονταν με την προσθήκη ορισμένων δηλητηριωδών φυτών στο νερό. Όταν ανέβαιναν στην επιφάνεια, μπορούσαν να πιαστούν με το χέρι.
Η μεγάλη πρόκληση για τον Αβορίγινα ήταν να προσλάβει αρκετό διατροφικό λίπος. Ήταν στενή παρατηρητές της φύσης και γνώριζαν πότε ακριβώς ορισμε΄να ζώα ήταν παχύτερα. Για παράδειγμα, τα καγκουρώ ήταν παχιά όταν άνθιζε η ακακία με φύλλο φτέρης, τα πόσουμ όταν η μηλιά ήταν σε άνθηση. Άλλα σημάδια έδειχναν πότε ο ταπιτοπύθωνας, ο αρουραίος καγκουρώ, τα μύδια, τα στρείδια, οι χελώνες και τα χέλια ήταν παχιά και στο καλύτερό τους. 11 Εκτός από περιόδους ξηρασίας ή πείνας, ο Αβορίγινας απέριπτε καγκουρώ που ήταν πολύ αδύνατα – δεν άξιζε να τα κουβαλήσει πίσω στον καταυλισμό. 1 Σε περιόδους αφθονίας τα ζώα σφαγιάζονταν ανηλεώς, και μόνο τα καλύτερα και παχύτερα μέρη των κυνηγιών τρώγονταν, 7 Αγαπημένες τροφές ήταν λίπος από τα έντερα των μαρσυποφόρων και των εμού. 7 Υψηλά κορεσμένο λίπος από το νεφρό του πόσουμ συχνά τρωγόταν ωμό. 5 Το ντούγκονγκ, ένα μεγάλο θαλάσσιο θηλαστικό, ήταν μια άλλη πηγή λίπους διαθέσιμη στους ιθαγενείς στις ακτές.
Άλλες πηγές λίπους περιελάμβαναν αυγά – και πουλιών και ερπετών – και μια μεγάλη ποικιλία εντόμων. Σημαντικότερο μεταξύ αυτών ήταν η κάμπια γουίτσετι, ή η προνύμφη του σκόρου, που βρισκόταν σε σάπιους κορμούς δέντρων. Αυτές οι χυμώδεις λιχουδιές συχνα πάνω από 15 εκατοστά – τρώγονταν και ωμές και μαγειρεμένες. Η περιεκτικότητα της αποξηραμένης κάμπιας σε λίπος είναι ως και 67%. Το πράσινο μυρμήγκι των δέντρων ήταν μια άλλη πηγή πολύτιμου λίπους, με αναλογία λίπους πρωτεΐνης περίπου 12 προς ένα. Μία άλλη σημαντική εποχιακή τροφή σε κάποια μέρη της χώρας ήταν ο σκόρος μπέγκονγκ. Οι σκόροι ρίχνονταν από τις πέτρινες πλαγιές όπου συγκεντρώνονταν σε μεγάλους αριθούς, ή μαζεύονταν με καπνό από σπηλιές ή σχισμές βράχων. Ψήνονταν επί τόπου ή αλέθονταν για μελλοντική χρήση. Οι κοιλιές των σκόρων έχουν το μέγεθος ενός μικρού φιστικιού και είναι πλούσιες σε λίπος.
Ο Ουέστον Πράις σταθερά έβρισκε ότι οι υγειείς πρωτόγονοι κατανάλωναν μία διατροφή που περιέχει τουλάχιστον δέκα φορές περισσότερους λιποδιαλυτούς ενεργοποιητές – βιταμίνες που βρίσκονται μόνο στο ζωικό λίπος – σε σύγκριση με την τυπική αμερικανική διατροφή της εποχής του. Αυτά θα παρέχονταν στη διατροφή των Αβοριγίνων από το ζωικό λίπος, τα όργανα των κυνηγημένων ζώων (ολόκληρο το ζώο καταναλωνόταν, ακόμα και τα εντόσθια) όπως επίσης κι από έντομα, ψάρια και ιδίως οστρακοειδή, συμπεριλαμβανομένων των αστακών, των καβουριών, των καραβίδων, των αστακοκαραβίδων, των σαλιγκαριών, των στρειδιών, των μυδιών, των κυδωνιών, των αυτιών της Αφροδίτης, των χτενιών, των αχινών, και των θαλάσσιων σαλιγκαριών.Τα οστρακοειδή είναι συνήθως 10 φορές πλουσιότερα σε βιταμίνη δ από τα εντόσθια. Τα οστρακοειδή που τρέφονταν με φύκη και τα έντομα που τρέφονταν με πράσινα φυτά θα είχαν επίσης προσφέρει τον παράγοντα Πράις ή τον ενεργοποιητή χ που τώρα πιστεύεται ότι είναι η βιταμίνη κ2, έναν ισχυρό καταλύτη για την απορρόφηση των μετάλλων. 10
Ο παραδοσιακός ρόλος για της γυναίκες Αβορίγινες ήταν αυτός του τροφοσυλλέκτη. Ήταν υπεύθυνες για τη συγκομιδή των εντόμων, των οστρακοειδών και σχεδόν όλων των φυτικών τροφών. Οι περισσότερες περιοχές της Αυστραλίας πρόσφεραν μια αφθονία φυτικών τροφών, ακόμα και οι ξηρές ερημικές περιοχές. Η ανατολική ακτή της Αυστραλίας μόνο υπερηφανεύεται για πάνω από 250 εδώδιμα φυτά συμπεριλαμβανομένων κονδύλων όπως γιαμ και χορτοπατάτες, ριζών φτέρης, καρδιών φοινίκων, οσπρίων, ξηρών καρπών, σπόρων, βλαστών, φύλλων και μιας ευρείας ποικιλίας φρούτων όπως σύκα και μούρα. 9 Κάποιες περιοχές έδιναν ντόπιο κεχρί σε αφθονία. Στην έρημο, η τριωδία παρήγαγε μεγάλες ποσότητες σπόρου σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους.
Μία από τις πιο αξιοσημείωτες πηγές τροφής για τους Αβορ΄γινες της ανατολικής Αυστραλίας ήταν οι αραουκάριες των βουνών Μπούνια. Μια φορά κάθε τρία χρόνια αυτά τα γιγάντια δέντρα παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες κώνων, οι μεγαλύτεροι των οποίων περιείχαν σπόρους μήκους 2,5-4 εκατοστών. Κάθε τρίτο χρόνο, πολλές φυλές θα ταξίδευαν στη γιορτή των μπούνια μπούνια – ήταν από τις λίγες φορές που άνθρωποι επιτρεπόταν να περάσουν τα όρια άλλων φυλών. Η συγκομιδή ήταν τόσο άφθονη πουχ ιλιάδες άνθρωποι μπορούσαν να ζήσουν για εβδομάδες από τους σπόρους. Οι ξηροί καρποί περιγράφονται να έχουν μια νόστιμη γεύση, κάπως σαν κάστανα όταν ψηθούν. 9 Οι ψύχες επίσης αλέθονταν σε αλεύρι και ψήνονταν στις στάχτες σαν πίτα. Οι Αβορίγινες αποθήκευαν τους σπόρους του μπούνια βάζοντάς τους σε μεγάλα καλαμένια καλάθια και θάβοντάς τους σε συγκεκριμένο τύπο λάσπης. Όταν ξεθάβονταν – μετά από αρκετούς μήνες παραμονής στο έδαφος – οι σπόροι είχαν πολύ αποκρουστική οσμή, αλλά πάραυτα ήταν δημοφιλής τροφή. 11
Άλλα δέντρα που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στον πολιτισμό των Αβοριγίνων περιελάμβαναν τις πολλές ποικιλίες της ακακίας, οι οποίες έδιναν άνθη που χρησιμοποιούνταν για την Παρασκευή γλυκών ροφημάτων, κάμπιες που μαζεύονταν από τους κορμούς και τις ρίζες τους και το φλοιό που χρησιμοποιούταν ως δηλητήριο ψαριών. Τα μαγκρόβια δέντρα, που φύονταν σε βάλτους γλυκού νερού ή μπίλαμπονγκ, παρείχαν καρπούς, κι επίσης έκρυβαν σκουλήκια των μαγκροβίων, στρείδια του γλυκού νερού, δίθυρα μαλάκια και καβούρια στα περίπλοκα ριζικά τους συστήματα. Αλάτι συλλεγόταν από τα φύλλα τους. 11 Τα μαστιχόδεντρα ή οι εύκάλυπτοι έκρυβαν κάμπιες, κυψέλες μελισσών, κοάλα και πόσουμ, όπως και εύγευστο έκκριμα εντόμων που λέγεται λερπ. Ακόμα και οι κηκίδες πάνω στους κορμούς τους τρώγονταν. Κάποια άνθη παρείχαν νέκταρ που χρησιμοποιούταν στην Παρασκευή ενός γλυκού ροφήματος που λεγόταν «μπουλ» από μια φυλή Αβοριγίνων. Ο κρεμαστός ευκάλυπτος ήταν μια πλούσια πηγή μάννα, μιας εύθραυστης λευκής ουσίας με ευχάριστη γεύση, η οποία εκρέει απ’το φλοιό. Ως και 20 κιλα μπορούσαν να συλλεγούν απ’τα δέντρα σε μία μέρα. 6 Τα φύλλα του ευκάλυπτου χρησιμοποιούνταν στην Παρασκευή βοτανικών φαρμάκων, ενώ τα κόμμεα χρησιμοποιούνταν για το γέμισμα οδοντικών κοιλοτήτων. 11 Τα άνθη της μελανολεύκας ή του χαρτόφλουδου δέντρου χρησιμοποιούταν για την Παρασκευή γλυκών ροφημάτων. Το πιο σημαντικό ήταν ωστόσο ότι ο φλοιός τους χρησιμοποιούταν για οτιδήποτε από το μαγείρεμα έως την κατασκευή κανό.
Οι ζωικές τροφές συνήθως μαγειρεύονταν, είτε πάνω από ανοιχ΄τη φωτιά είτε αχνίζονταν σε λάκους. Το καγκουρώ, για παράδειγμα, ριχνόταν σε μια φωτιά και καψαλιζόταν για λίγο χρόνο, ώστε η εσωτερική σάρκα να παραμένει πρακτικά ωμή. Άλλες φορές το καγκουρώ τοποθετούταν σε μια μεγάλη τρύπα, περιβαλλόταν από καυτά κάρβουνα και σφραγιζόταν απ’τον αέρα. Κάποτε το φαγητό τυλιγόταν σε φλοιό μελανολεύκας. Η ιπτάμενη νυχτερίδα τυλιγόταν στο φύλλο του αρχοντοφοίνικα για μαγείρεμα. Όταν οι νυχτερίδες είχαν μαγειρευτεί, τα φύλλα ξετυλίγονταν, τραβώντας το δέρμα και τη γούνα συγχρόνως.
Οι φυτικές τροφές χρειάζονταν προσεκτικότερη Παρασκευή μιας και πολλές απ’αυτές ήταν δύσπεπτες ή και δηλητηριώδείς. Οι γυναίκες Αβορίγινες περνούσαν αρκετές ώρες πλένοντας, αλέθοντας, κοπανίζοντας, στραγγίζοντας, τρίβοντας, βράζοντας και μαγειρεύοντας φυτικές τροφές. Το νερό βραζόταν σε σκάφες
από φλοιό ή σε μεγάλα κοχύλια.
Πολύ συχνά, το πρώτο βήμα στη χρονοβόρα διαδικασία της παρασκευής των φυτών ήταν η διαδικασία του “γιάντι», που εκτελούταν απ’τις γυναίκες για να διαχωριστούν οι σπόροι από τους βλαστούς και άλλες προσμίξεις με τις οποίες είχαν συλλεγεί. Η διαδικασία φαίνεται απλή, αλλά είναι, στην πραγματικότητα, υπερβολικά δύσκολη, «απαιτώντας επιδέξιες κινήσεις και αρκετή δεξιοτεχνία.» Οι συλλεχθέντες σπόροι τοποθετούνται σ’ένα επίμηκες ξύλινο πιάτο που λέγεται «κούλαμον», και τα διάφορα αντικειμενα διαφορετικής πυκνότητας ή χαρακτηριστικών διαχωρίζονται μεταξύ τους «με πολύ περίπλοκες και επιδέξιες περιστροφικές κινήσεις και τινάγματα.» 5
Οι ρίζες της φτέρης αποτελούσαν βασικό στοιχείο της διατροφής σε πολλές περιοχές. Ξεθάβονταν, πλένονταν, ψήνονταν σε καυτές στάχτες, και μετά κόβονταν σε τμήματα, κοπανίζονταν ανάμεσα σε δύο στρογγυλές πέτρες και τρώγονταν. Άλλα είδη ρίζας φτέρης στεγνώνονταν στον ήλιο, ψήνονταν ελαφρώς για ν’αφαιρεθούν τα τριχοειδή ριζίδια, και μετά ξεφλουδίζονταν με τα νύχια, ψιλοκόβονταν σ’ένα κούτσουρο για να σπάσουν οι ίνες, ανακατεύονταν με νερό και μ’άλλα συστατικά και στο τέλος ζυμώνονταν σε μια μπάλα για μαγείρεμα. Αυτές οι πίτες από ρίζα φτέρης τρώγονταν με ψάρι, κρέας, καβούρια ή στρείδια. Η χορτοπατάτα είναι μια νόστιμη ινώδης ρίζα που ψηνόταν και μετά κοπανιζόταν ανάμεσα σε δύο στρόγγυλες πέτρες πριν φαγωθεί. Κάποιες τροφές, όπως οι ψευδοβολβοί της ορχιδέας, πρώτα στεγνώνονταν, και μετά αλέθονταν κι ανακατεύονταν με νερό και μαγειρεύονταν. Τα γιαμ ξεθάβονταν μ’ένα ξύλο – κάποιες φορές από βάθος 90 εκατοστών ή και περισσότερο – και παρασκευάζονταν με σύνθλιψη και πλύση στο νερό και μετά μαγείρεμα σε στάχτες. 11
Πολλοί σπόροι τοποθετούνταν σε «σάκους ντίλι” – καλάθια ξεπλήματος – και έμπαιναν σε τρεχούμενο νερό για διάστημα από λίγες ώρες έως πολλές μέρες – μία διαδικασια που χρησίμευε στην αφαίρεση αντιθρεπτικών ουσιών και τοξινών που υπήρχαν σε πολλούς σπόρους και όσπρια. Το φασόλι τους πιρτόκουτου, για παράδειγμα, μουλιαζόταν για 12 ώρες, 6 ενώ το φασόλι του Τζακ μουλιαζόταν για αρκετές μέρες πριν κοπανιστεί, ζυμωθεί σε πίτες και ψηθεί. 11 Οι σπόροι της ζάμιας, ενός αγκαθωτού, φοινικοειδούς φυτού, ξεραίνονταν στον ήλιο, και μετά τοποθετούνταν σε μια ντίλι σακούλα και κρέμονταν σε τρεχούμενο νερό για 4-5 μέρες. Μετά συνθλίβονταν και κοπανίζονταν ανάμεσα σε δύο πλατιές πέτρες και αλέθονταν σε μια ψιλή πάστα. Αυτή η πάστα τυλιγόταν σε φλοιό μελανολεύκας, ψηνόταν κάτω από στάχτες και τρωγόταν ως πίτα. 6 Σπόροι του φοίνικα ανανά συνθλίβονταν σε αλεύρι, και μετά πλένονταν σε τρεχούμενο νερό για μια βδομάδα, μαγειρεύονταν σε καυτά κάρβουνα και τρώγονταν. 11 Τα μαύρα φασόλια μουλιάζονταν στο νερό για 8-10 μέρες και στεγνώνονταν στον ήλιο. Ψήνονταν σε καυτές πέτρες και αλέθονταν σε σκληρό αλεύρι. Όταν αυτό χρειαζόταν για φαγητό, ανακατευόταν με νερό, ζυμωνόταν σε λεπτή πίτα και μετά ξαναψηνόταν σε καυτές πέτρες. 6
Οι ξηροί καρποί του αγκαθωτού φοίνικα πανδάνου, ο οποίος ριζώνει στα βραχώδη ακροτήρια της ανατολικής Αυστραλίας, χρειάζονταν έξι εβδομάδες κατεργασίας για να γίνουν ασφαλείς για κατανάλωση. Μετατρέπονταν σε ένα εύγευστο και θρεπτικό ψωμί από ξηρούς καρπούς το οποίο ήταν επίσης δημοφιλές στους πρώτους Ευρωπαίους αποίκους. 9 Η αυστραλιανή χλωρίδα παρείχε πολλούς νόστιμους και θρεπτικούς καρπούς όλο το χρόνο, ιδίως στις υγρές παράκτιες περιοχές. Κάποιοι απ’αυτούς τρώγονταν ωμοί αμέσως μετά τη συγκομιδή, ενώ άλλοι περνούσαν από επεξεργασία. Το άγριο πορτοκάλι συλλεγόταν λίγο πριν ωριμάσει, και μετά θαβόταν για μια μέρα κατά την οποία γινόταν πολύ γλυκό. Το μήλο του καγκουρώ ωριμαζόταν ομοίως τοποθετώντας το στην άμμο για μια μέρα. 11 Η γεύση ενός είδους άγριου δαμάσκινου βελτιωνόταν μετά από την αποθήκευση ή την ταφή για λίγες μέρες. 6 Ο καρπός του κουάντονγκ, ή του ντόπιου ροδάκινου, θαβόταν για τέσσερις ημέρες. 11 Αποξηραμένα σύκα αλέθονταν σε πίτες και τρώγονταν με μέλι. Ο καρπός των μαγκρόβιων αδειαζόταν, μουλιαζόταν, και πολτοποιούταν μέσα σ’ένα καλάθι. 11
Οι Αβορίγινες επίσης χρησιμοποιούσαν καρπούς όπως οξυφοίνικα και ντόπιο μοσχολέμονο για να παρασκευάσουν δροσιστικά ροφήματα. 11 Ένα όξινο ρόφημα παρασκευαζόταν από τον καρπό του καλαμιού του δικηγόρου συνθλίβοντας τον καρπό σε νερό, και από τον αρτόκαρπο μουλιάζοντάς τον σε νερό. 6 Ορισμένα άνθη πλούσια σε νέκταρ συλλέγονταν νωρίς το πρωί και μουλιάζονταν στο νερό. Αυτό πινόταν φρέσκο κι επίσης αφηνόταν για να ζυμωθεί. 11 Κάποιες φυλές κοπάνιζαν άνθη σ’ένα ξύλινο πιάτο, κι έπειτα στράγγιζαν το νερό σε ένα άλλο πιάτο και το ανακάτευαν με τα σακχαρώδη με΄ρη των μελομυρμηγκιών. Αυτό το μίγμα αφηνόταν να ζυμωθεί για οκτώ με δέκα μέρες και γινόταν ποτό. 6 Τα ξεραμένα φύλλα του ερυθρανθούς τσαγόδεντρού προστίθενταν σε καυτό νερό για να δώσουν ένα ρόφημα σαν τσάι. 6
Φυσικά, το φρέσκο, καθαρό νερό ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των Αβοριγίνων, τόσο στις υποτροπικές παράκτιες περιοχές όσο και στο ξηρό εσωτερικό. Οι Αβορίγινες της ενδοχώρας γνώριζαν πού βρισκόταν το νερό στην έρημο κι εκτός από καιρούς υπερβολικής ξηρασίας έπιναν τεράστιες ποσότητές του. Ερευνητές έχουν βρει ότι,σ ‘ένα απ’τα ξηρότερα ενδιαιτήματα της γης, αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν περίπου δύο φορές περισσότερο νερό ανά μονάδα μάζας από Ευρωπαίους στο ίδιο περιβάλλον. 7 Ένας ενήλικας Αβορίγινας άντρας μπορει να πιει σχεδόν τρία λίτρα νερό σε 35 δευτερόλεπτα. 7 Κατά τους καιρούς ξηρασίας, το νερό μπορεί να προσληφθεί από τους νεροκρατητικούς βατράχους ή από ορισμένα φυτά. 5
Στο παρελθόν, νερόσακοι από δέρμα καγκουρώ χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά αρκετά μεγάλων όγκων νερού. Παραδόξως, αυτοί δε χρησιμοποιούνταν στις πιο ξηρές περιοχές, ίσως επειδή τα καγκουρώ είναι σχετικά σπάνια στην έρημο και τα ζωτικά θρεπτικά συστατικά – ιδίως τα λιποδιαλυτά συστατικά – χάνονται εάν αυτό το ζώο δε μαγειρευτεί στο δέρμα του. 5 Έως κι ένα γαλόνι νερό θα μπορούσε να μεταφερθεί σε ορισμένα μεγάλα φύλλα τυλιγμένα κατά ιδιοφυείς τρόπους.
Καμία μελέτη των Αβοριγίνων λαών δεν αναφέρει για κάποια ειδική Παρασκευή των οστών σε πάστες ή ζωμούς, όπως γίνεται συχνά μεταξύ άλλων παραδοσιακών λαών ανά τον κόσμο. Έχει αναφερθεί ότι οι Αβορίγινες έκαναν ασβέστη καίγοντας κοχύλια σε μια μεγάλη φωτιά την οποία διατηρούσαν για τρεις με τέσσερις μέρες, 3 ο οποίοςπιθανόν χρησιμοποιούταν στην Παρασκευή του φαγητού. Τα έντομα που τρώγονταν ολόκληρα και αλεσμε΄να όπως οι πεταλούδες παρείχαν ασβέστιο, όπως και οι πολλές φυτικές τροφές που προετοιμάζονταν κατάλληλα ώστε να εξουδετερωθεί το φυτικό οξύ, που εμποδίζει την απορρόφηση του ασβεστίου.
Ούτε οι αλμυρές ούτε οι γλυκιές γεύσεις έλειπαν από τη διατροφή των Αβοριγίνων. Αλάτι συλλεγόταν από τα φύλλα του μαγκρόβιου των ποταμών και ήταν διαθέσιμο στις πεδιάδες άλατος στις ερημικές περιοχές. Τα φύλλα του πλούσιου σε νάτριο καρπόβρωτου ψήνονταν και προστίθενταν στη διατροφή. 6 Ορισμένα καλάμια και πάπυροι περιείχαν αρκετή ποσότητα νατρίου, όπως και οι σπόροι της χρυσής γρεβιλέας, κάποια είδη σύκων, το δαμάσκινο νόντα και η άγρια τομάτα. Η άγρια ρίζα του δαυκίου και τα νεροκάστανα περιέχουν περισσότερο από 4450 μικρογραμμάρια νατρίου ανά 100 γραμμάρια. 8 Οι ζωικές τροφές επίσης παρέχουν νάτριο, ιδίως το αίμα και ορισμένα όργανα, ο βαρανός, τα οστρακοειδή, τα σαλιγκάρια και τα σκουλήκια. 8 Οι σππόροι της λιάνας του πιπεριού κοπανίζονταν και χρησιμοποιούνταν ως πιπέρι 6 και κάποια αρωματικά φύλλα χρησιμοποιούνταν επίσης στο μαγείρεμα.
Για γλύκα, οι Αβορίγινες αγαπούσαν το μέλι. Ξεχώριζαν μεταξύ δύο ειδών. Το ένα ήταν λευκό και πολύ γλυκό, και πάντοτε βρισκόταν σε μικρά νεκρά και κούφια δέντρα. Το άλλο ήταν σκούρο, πιο άφθονο και κάπως ξινής γεύσης.11 Στην έρημο, η γλυκιά γεύση προερχόταν από την κατανάλωση των πρησμένων κοιλιών των σακχαρομυρμηγκιών. Τα κόμμεα των δέντρων διαλύονταν στο νερό κι ανακατεύονταν με μέλι για να γίνουν γλυκίσματα για παιδιά.3 Το λερπ, το γλυκό έκκριμα που βρισκόταν σε ορισμένα δέντρα, συλλεγόταν και μασιόταν ή λιωνόταν με ζεστό νερό για να γίνει ζελές και τρωγόταν. 11
Ορισμένοι συγγραφείς έχουν δηλώσει ότι οι Αβορίγινες δεν εξασκούσαν καμία μέθοδο γεωργίας ή εξημέρωσης ζώων. 12 Αυτό δεν ισχύει επακριβώς. Περιστασιακά, ο Αβορίγινας εξημέρωνε το άγριο ντίνγκο μεγαλώνοντας και εκπαιδεύοντας τα σκυλιά από κουτάβια. Αυτά λίγο βοηθούσαν για το κυνήγι του καγκουρώ, αλλά ήταν χρήσιμα για την ιχνηλάτηση και τον εντοπισμό της έχιδνας και του βαρανού.
Αν οι Αβορίγινες δεν εξασκούσαν τη γεωργία καθ’εαυτήν, εκτελούσαν την πρακτική της διαχείρισης της γης, ιδίως με τη χρήση της φωτιάς. Οι εθνοβοτανολόγοι τώρα έχουν ξεκινήσει να εκτιμούν το ζωτικό ρόλο που έπαιξε η φωτιά στην αύξηση της παροχής τροφής των Αβοριγίνων. Οι πρώτοι εξερευνητές συχνά ανέφεραν φωτιές των Αβοριγίνων στη γη. Πολλά από τα σημαντικά φυτά της διατροφής των Αβοριγίνων χρειάζονται συχνή καύση αν είναι να φτάσουν στη μέγιστη παραγωγή. Κάποια ερημόβια φυτά χρειάζονται πιο συχνή καύση απ’άλλα, οδηγώντας σ’ένα μωσαϊκό φυτικών κοινοτήτων σε διαφορετικά στάδια ανάκαμψης μετά από φωτιά. 5
Ακόμα και η πρακτική της αποχής απ’το κυνήγι και την τροφοσυλλογή σε ιερές τοποθεσίες συνέβαλε στην όλη οικολογία του περιβάλλοντος των Αβοριγίνων. Τέτοιες τοποθεσίες λειτουργούσαν ως καταφύγια για την άγρια ζωή ζώων. «Αυτές οι τοποθεσίες θα ήταν ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μίας περιοχής, αφού αμέσως μετά τις ξηρασίες θα λειτουργούσαν ως πηγή φυτών και ζώων που θα επαναποίκιζαν εξαντλημένες περιοχές, εξασφαλίζοντας έτσι μια ταχύτερη ανάκαμψη των βιωτών της οικείας ζώνης.» 5
Ένας άλλος τομέας της διαχείρησης της γης περιελάμβανε τη δημιουργία καταφυγίων για πληθυσμούς εντόμων. Κορμοί βελανιδιάς σπρώχνονταν στα ρυάκια και τα ποτάμια για να προσελκύσουν τις κάμπιες τορέντο. 11 Κάποτε το ξύλο συσσωρευόταν σε ύψος πάνω από μισό μέτρο και σε πλάτος σχεδόν δύο μέτρα. Αυτό θα θεωρούταν έτοιμο για συγκομιδή στο διάστημα ενός έτους. Οι κάμπιες συλλέγονταν από γυναίκες και γέρους άντρες. Οι Αβορίγινες επίσης αποφλοίωναν τους κηρόφλοιους ευκαλύπτους για να κάνουν τους κορμούς τους να σαπίσουν. Λευκές προνύμφες θα τρέφονταν από το σαπισμένο ξύλο και συλλέγονταν για τροφή. 6
Η παραδοσιακή τροφή του Αβορίγινα οπότε παρείχε όλα όσα χρειαζόταν για πλήρη φυσική ανάπτυξη, ανώτερη δύναμη κι αντοχή και γενικά καλή υγεία. Όπως ο Ουέστον Πράις, οι πρώτοι εξερευνητές ανέφεραν ότι οι Αβορίγινες ήταν «καλά σχηματισμένοι΄ τα άκρα τους είναι ίσια και μυώδηη τα σώματά τους όρθια΄ τα κεφάλια τους με καλό σχήμα΄ τα τα χαρακτηριστικά γενικώς είναι καλά τα δόντια κανονικά , λευκά και γερά. Είναι ικανοί να υποστούν μεγάλη κόπωση και στέρηση στις περιπλανήσεις τους, προχωρώντας μαζί για μεγάλες αποστάσεις.» 12 Πολλοί παρατηρητές ανέφεραν για τη μεγάλη τους επιδεξιότητα και όραση, η οποία τους καθιστούσε ικανούς να δουν αστέρια που ο λευκός άνθρωπος μπορεί να δει μόνο με το τηλεσκόπιο, και κινούμενα ζώα σε απόσταση ενός μιλίου, τα οποία ο πολιτισμένος άνθρωπος δε μπορεί να δει καν.
Ένας πρώτος Αυστραλός άποικος ονόματι Φίλιπ Τσάνσι ανέφερε αρκετά παραδείγματα της «ταχύτητας της όρασης και της ευκαμψίας κι ευκινησίας των άκρων και των μυών» στους Αβορίγινες, συμπεριλαμβανόμένου κι ενός Αβορίγινα που στεκόταν ως στόχος για μπάλες του κρίκετ που ρίχνονταν με δύναμη από επαγγελματίες ρίπτες σε απόσταση μόνο δέκα με δεκαπέντε γιαρδών, και πάλι τις απέφευγε επιτυχώς ή της απέκρουε με μια μικρή ασπίδα για τουλάχιστον μισή ώρα.Άλλοι ιθαγενείςέριχναν μπάλες του κρίκετ σε μεγάλες απποστάσεις, και ξεπερνούσαν τους καλύτερους ακροβάτες του τσίρκου πηδώντας από ένα τραμπολίνο σ’έναν κατακόρυφο πάνω από 11 άλογα που στέκονταν δίπλα-δίπλα. 12
Εντούτοις, η μεγάλη ποικιλία ιατρικών υλικών του Αβορίγινα καταδεικνύει ότι δεν ήταν εντελώς ελεύθερος από πο΄νους και οδύνες. Τα αυστραλιανά φυτά του παρείχαν θεραπείες για τη διάρροια, τους βήχες, τα κρυολογήματα, τους ρευματισμούς, τις ωτίτιδες, τον πονόδοντο, τη ναυτεία, τον πονοκέφαλο, τα πονεμένα μάτια, τους πυρετούς, τις δερματικές αλλοιώσεις, τα εξανθήματα, την αιμορραγία της γέννας, τα σπυριά και τα έλκη – όπως και θεραπεία των πληγών, των εγκαυμάτων, των δαγκωμάτων των εντο΄μων και των δηλητηριών των φιδιών. Ο Μακφάρλαν μελέτησε Αβορίγινες που ζούσαν σχεδόν εξολοκλήρου από ντόπιες τροφές στην έρημο, και βρήκε ΄το κάθε μέλος της φυλής να πάσχει από χρόνια επιπεφυκίτιδα. 7
Οι Αβορίγινες επίσης χρησιμοποιούσαν βότανα για αντισύλληψη και στείρωση, επιτρέποντάς τους έτσι να αραιώνουν χρονικά τα παιδιά τους και να προλαμβάνουν τον υπερπληθυσμό.
Η κατάσταση του σύγχρονου Αβορίγινα που έχει εγκαταλείψει τη ντόπια διατροφή του είναι πράγματι λυπηρή. Είναι επιρρεπής στην αύξηση του βάρους, στο διαβήτη, τη φυματίωση, τον αλκοολισμό και, το χειρότερο απ’όλα, την εισπνοή της βενζίνης.
Πολλοί Αβορίγινες αναγνωρίζουν την ανάγκη επιστροφής σε ντόπιες τροφές. Ακούστε την ιστορία της Ντέιζι Κανάρι:
«Πολύ παλιά όταν οι Αβορίγινες ζούσαν από τα καλά και τα υγιειν Συνέχεια

Γεια σας. Έπειτα από ένα μήνα και λίγο επανεμφανίζομαι στο Ιστολόγιο, και παρά τις ανησυχίες που ίσως είχατε, δεν έπαθα τίποτα. Απλώς κάποιες φορές σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα λειτουργίας ενός ιστολογίου, είναι λογικό να απουσιάζω για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο για οποιονδήποτε λογο. Στην προκειμένη περίπτωση είτε δεν είχα χρόνο, είτε, όταν είχα, ένιωθα πως πιεζόμουν και δεν έγραφα άρθρα. Άλλοτε τεμπέλιαζα συνειδητά ωστόσο και δεν έγραφα τίποτα. Τι έγινε, μήπως υπάρχει κάποιο νευροβιολογικό πρόβλημα; Παρόλα αυτά κατά διαστήματα έμπαινα για να ελέγξω τα σχόλια. Με χαρά βλέπω επίσης ότι η επισκεψιμότητά μου είναι καλή, και όλα πάνε όπως και πριν.
Λοιπόν αυτό το διάστημα δεν έγιναν και πάρα πολλά συνταρακτικά πράγματα. Τη δεύτερη βδομάδα του Πάσχα πήγα στη Ρουμανία εκδρομή, αλλα αυτό θα το καλύψω σε επόμενο άρθρο. Στο παρόν άρθρο θέλω απλώς να παρουσιάσω ορισμένες ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες που βρήκα ή επανανακάλυψα στο Διαδίκτυο, που, ως αναμενόμενο, μπορεί να είναι ουδέτερες ή πλήρως βαρετές για άτομα που δεν έχουν παρόμοιες ανησυχίες μ’εμένα.

Why evolution is true

Αυτό το μεγάλο, συχνά ενημερούμενο ιστολόγιο είναι απ’τα πιο γνωστά ιστολογία σχετικά με την εξέλιξη. Δημιουργός του είναι ο Jerry A. Coyne, καθηγητής στο Τμήμα Οικολογίας και Εξέλιξης του Πανεπιστημίου του Σικάγο των ΗΠΑ και μέλος της Επιτροπής Γενετικής και της Επιτροπής Εξελικτικής Βιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Ο Κόιν έλαβε πτυχείο στη Βιολογία από το Κολλέγιο William and Mary, έπειτα κέρδισε το διδακτορικό του πάνω στην εξελικτική βιολογία στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το 1998, εργαζόμενος στο εργαστήριο του Richard Lewontin. Μετά από ένα μεταδιδακτορικό στο εργαστήριο του Timothy Prout στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ντέιβις, ανέλαβε την πρώτη του ακαδημαϊκή θέση ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, και εισήχθει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο το 1996. Η μελέτη του εστιάζει κυρίως στη διαδικασία προέλευσης των ειδών, διακριτών δηλαδή αναπαραγωγικά απομονωμένων ομάδων πληθυσμών, εξετάζοντας την εξέλιξη φραγμών κατά του υβριδισμού μεταξύ αποκλινόντων αλλά συγγενικών πληθυσμών κάνοντας γενετικές αναλύσεις στις φρουτόμυγες του γένους Drosophila (πολύ γνωστό μοντέλο). Έχει εκδώσει ως τώρα περί τις 110 επιστημονικές εργασίες και 80 άλλα άρθρα, κριτικές βιβλίων, και στήλες. Επίσης είχε συγγράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο Speciation (Ειδογένεση) μαζί με τον H. Allen Orr, αν και το έργο που τον έκανε ευρέως διάσημο είναι το ομώνυμο με τον τίτλο του ιστολογίου βιβλίο του (Γιατί η εξέλιξη είναι αλήθεια), όπου αποδεικνύει την ύπαρξη και δράση της εξελικτικής διαδικασίας, αντλώντας πειστήρια από πολλούς επιστημονικούς κλάδους, από τη μοριακή βιολογία μέχρι τη γεωλογία. Το βιβλίο θεωρείται κλασικό πλέον, κι έχει λάβει άπειρες θετικές κριτικές.
Δυστυχώς βρισκόμαστε ακόμα στη θέση που πρέπει συνεχώς ν’αποδεικνύουμε την εξέλιξη, λες και πρόκειται για κάτι το δυσνόητο. Ιδίως στην Αμερική, μια χώρα χωρισμένη σε φιλελεύθερους και θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, οι δεύτεροι, είτε με το θρησκευτικό δημιουργισμό, είτε με τον πιο επιστημονικοφανή εφυή σχεδιασμό, αντιτίθενται έντονα στη θεωρία αυτήν, σαν να επρόκειτο για αστήρικτη υπόθεση, επειδή αντιβαίνει στην πίστη τους. Παρόλο που φαίνεται εύκολη η καταπολέμησή τους, στην πραγματικότητα είναι ένα δύσκολο έως αδύνατο εγχείρημα, αφού, ως συνήθως, αυτοί που νικούν δεν είναι αυτοί που φέρουν την αλήθεια, αλλά αυτοί που υψώνουν περισσότερο τις φωνές τους και κατορθώνουν ν’ακουστούν απ’τους φορείς εξουσίας, γι’αυτό και βλέπουμε συχνά δημιουργιστές να προωθούν τις απόψεις τους στα μμε, και πολλές φορές να έχουν ακραίες απαιτήσεις, όπως το αίτημα για ισοτιμία των πεποιθήσεών τους με την εξελικτική θεωρία στα σχολεία! Στην Ευρώπη γενικά οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτόμυαλοι και δεν έχουν τέτοια προβλήματα, αν και σποραδικά εμφανίζονται κι εδώ. Στην Ελλάδα η διαφωνία αυτή σχεδόν δεν υπάρχει, μολονότι κατά καιρούς η εξέλιξη δέχεται κάποιες επιθέσεις από έντονα θρησκευτικούς κύκλους. Το βιβλίο αυτό λοιπόν πιθανότατα δε στοχεύει σ’αυτήν την ομάδα φανατικών, αφού πολύ δύσκολα θ’άλλαζαν τις απόψεις τους, τόσο δύσκολα που νομίζεις πως εθελοτυφλούν μόνο και μόνο για νά’χουν την ψευδαίσθηση πως ανήκουν σε μια ομάδα που καταπολεμά το κακό, αλλά θα βοηθούσε ήδη κάποιον που αγαπά τη βιολογία και διαβάζει για την εξέλιξη. Μπορείτε να το αγοράσετε από το Διαδίκτυο αν θέλετε.
Εξαιτίας λοιπόν αυτών των φανατικών – οι Αμερικάνοι πολύ εύστοχα τους αποκαλούν «θρησκευτικά καρύδια (religious nuts)”, αφού, όπως και τα καρύδια, αντιστέκονται πολύ σε κάθε πίεση, αλά μόλις σπάσουν, αποδιοργανώνονται πλήρως -, πολλά άρθρα του ιστολογίου έχουν το χαρακτήρα πολεμικής προς τη θρησκεία ή το δημιουργισμό. Επίσης υπάρχουν πολλά άρθρα για την εξέλιξη, διάφορες νέες κι ενδιαφέρουσες επιστημονικές μελέτες, και φωτογραφίες ή άρθρα αναγνωστών. Ακόμα απ’το περιεχόμενο κατάλαβα πως ο συγγραφέας αγαπάει πολύ τις γάτες και προσπαθεί να μάθει πολωνικά. Επειδή είναι αδελφό WordPresss κι αυτό, μπορώ να σχολιάσω πολύ εύκολα κι έχω σχολιάσει λίγες φορές. Επισκεφθείτε το ιστολόγιο εδώ.

Ρώτησε ένα βιολόγο

Η βρετανική σελίδα «Ask a biologist» είχε αρχικά το σκοπό βοηθήματος για μαθητές σχολείου ως προς τις απορίες τους πάνω στη βιολογία, αλλά πλέον μπορεί να υποβάλει οποιοδήποτε βιολογικά σχετιζόμενο ερώτημα οποιοσδήποτε. Αποτελεί μια σύμπραξη ειδικών, κυρίως καθηγητών πανεπιστημίου, σε διάφορους τομείς της βιολογίας, από μοριακοί βιολογία μέχρι παλαιοντολογία. Κάποιοι των ειδικών είναι διαδικτυακά διάσημοι με τα ιστολόγια τους οπως ο Βρετανός Darren Naish με το ιστολόγιό του ζωολογία τετραπόδων, ή ο Αμερικανος Dave Hone με ένα ιστολόγιο για τους αρχόσαυρους. Τα ερωτήματα είναι ταξινομημένα κατά κατηγορία, και η απαντήσεις δίνονται κάτω απ’το ερώτημα με τη μορφή διαλόγου. Τα μόνα μειονεκτήματα είναι η μη ικανότητα απάντησης απ’τον ερωτώντα ή κάποιον άλλον που δεν είναι γραμμένος στους ειδικούς. Μπορείτε να επισκεφθείτε τη σελίδα ή και να ρωτήσετε εδώ.

Μια βιογραφία της αυστραλιανής ηπείρου

Υπάρχει τόπος εξωτικότερος και αρχεγονότερος της Αυστραλίας; Μάλλον ΄΄όχι. Αν και μοναδικά στοιχεία μπορούν να εντοπιστούν σε κάθε μέρος του κόσμου, η Αυστραλία συγκεντρώνει πολλά τέτοια. Όπως το μεγαλύτερο μέρος του φλοιού της γης, έτσι και η Αυστραλία αποτελείται στον πυρήνα της από πανάρχαια πετρώματα ηλικίας 1-2 και πλέον δισεκατομμυρίων ετών, αλλά εξαιτίας της χαμηλής γεωλογικής της δραστηριότητας, μεγάλο μέρος της δεν ανανεώνεται, αλλά διαβρώνεται αφήνοντας εκτεθημένες στην επιφάνεια τεράστιες εκτάσεις παλαιών πετρωμάτων. Η διάβρωση αυτή επίσης την έχει κάνει αρκετά χαμηλή, και με έδαφος φτωχό σε θρεπτικά συστατικά. Το κλίμα της είναι απρόβλεπτο, και μέσα σ’αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο οι ζωντανοί οργανισμοί της έχουν αναπτύξει διάφορες παράξενες προσαρμογές για ν’ανταπεξέλθουν. Οι άνθρωποί της την εποίκησαν πολύ νωρίς μετά την έξοδο του σύγχρονου ανθρώπου από την Αφρική, και διατηρούν ως σήμερα πολιτιστικές παραδόσεις δεκάδων χιλιάδων ετών. Όταν ήταν μέλος της νότιας υπερηπείρου Γκοντβάνας μέχρι 45 εκατομμύρια χρόνια, βίωσε πολλές κλιματικές μεταβολές, κατά τη μετακίνησή της από τον ισημερινό προς τους πόλους και πάλι πίσω. Ως προστατευμένη χερσόνησος της τότε υπερηπείρου, διέσωζε είδη που αλλού εξαφανίζονταν, κάτι που διευκολύνθηκε έπειτα με την απομόνωσή της. Κατά το Καινοζωικό, διαχωρίστηκε από την Ανταρκτική, διασπαζόταν σε νησιά όταν το κλίμα θερμαινόταν και η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε και ενωνόταν με την Τασμανία και τη Νέα Γουινέα (προεκτάσεις της) όταν το κλίμα ψύχραινε και η στάθμη της θάλασσας κατέβαινε, βίωσε την ψύχρανση και ξήρανση του πλανήτη κατά το ύστερο καινοζωικό, δέχτηκε την πρώτη ανθρώπινη επίθεση, έπειτα την επίθεση των Ευρωπαίων, κι ακόμα δεν έχασε το χαρακτήρα της. Άραγε τι θα γίνει με την προβλεπόμενη επανένωση των ηπείρων μετά από 400 εκατομμύρια χρόνια;
Η σελίδα αυτή λοιπόν, με δημιουργό το Mike H. Monroe, πραγματεύεται την πορεία της Αυστραλίας μέσα στο χρόνο εξετάζοντάς την από γεωλογική, κλιματολογική, υδρολογική, βιολογική και ανθρωπολογική σκοπιά. Ο άνθρωπος αυτός πραγματικά έχει κάνει κολοσσιαίο έργο συγκεντρώνοντας τόσο πολύ χρήσιμο υλικό από βιβλια, επιστημονικά άρθρα και κάθε γωνιά του Διαδικτύου για όλους εμάς, και γι’αυτό θα πρέπει να τον συγχαρούμε.
Στη σελίδα αυτήν είχα σκοντάψει κάποτε παλιά, αλά την ξέχασα έπειτα, ώσπου την ανακάλυψα πάλι πρόσφατα. Πέρασα αρκετό χρόνο διαβάζοντας διάφορα άρθρα της, κυρίως όσον αφορά την κατάστασή της στο Παλαιοζωικό, την πανίδα της και τα ήθη και έθιμα των Αβοριγίνων, αν κι έχω διαβάσει άρθρα απ’όλες τις ενότητες. Τα κείμενα είναι ευανάγνωστα και επιστημονικά τεκμηριωμένα με πηγές, και σίγουρα έχουν μεγάλη επισκεψιμότητα. Γι’αυτό το λόγο εξεπλάγην όταν βρήκα ένα άρθρο που ανέλυε την ανεπιστημονική υπόθεση ότι τα μονοτρήματα εξελίχθηκαν από πουλιά που έχασαν την πτήση τους. Τα μονοτρήματα είναι βέβαια γνήσια θηλαστικά, απλώς γεννούν αυγά όπως οι πρόγονοί τους. Το μόνο χαρακτηριστικό που τα κάνει να μοιάζουν με πουλιά είναι το ανεξάρτητα εξελιγμένο έντονα οστεοποιημένο κρανίο τους με το μακρύ ρύγχος, κάθε άλλο στοιχείο ομοιότητας είναι κληρονομημένο από τον κοινό πρόγονο όλων των σημερινών αμνιοτών, και ερπετών/πουλιών και θηλαστικών. Τέτοιες περίεργες εξελικτικές θεωρίες διατυπώνονται κατά καιρούς, και θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το βιολογικό αντίστοιχο των συνομωσιολογικών θεωριών στην ιστορία. Για παράδειγμα, υπάρχει μια θεωρία που υποστηρίζει ότι νέες μορφές εμφανίζονται με υβριδισμό δύο εντελώς διαφορετικών προγονικών ειδών, και μια άλλη που ισχυρίζεται πως πρόγονοι όλων των ζώων ήταν κάτι μικρά, υδρόβια, δίποδα ανθρωποειδή όντα! Φυσικά κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν τις δίνει ιδιαίτερη σημασία, συνήθως τις διαβάζουμε για να γελάμε. Επειδή δεν ανέφερε ξεκάθαρα το άρθρο πως αυτό είναι υππόθεση που δεν υποστηρίζεται από κανέναν σήμερα, θα μπορούσε πολύ εύκολα κάποιος να δεχτεί το περιεχόμενο ως αληθές. Έτσι έστειλα στο διαχειριστεί γρήγορα ένα ιμέιλ εξηγώντας του το πρόβλημα, και μου υποσχέθηκε πως θα το αλλάξει, αφού η σελίδα του χρησιμοποιείται και από μαθητές και φοιτητές για τις εργασίες τους, οπότε θα μπορούσε νά’ναι μεγάλο πρόβλημα αυτό. Σε άλλα άρθρα πάντως της σελίδας για τα μονοτρήματα, δε γίνεται κανένας λόγος γι’αυτήν τη μπαρούφα. Επισκεφθείτε τη σελίδα εδώ.

Listverse (λιστοσύμπαν)

Μια σελίδα για όποιον θέλει να μαθαίνει πληροφορίες σε βολικά λιστάκια αριθμημένων στοιχείων. Το περιεχόμενο είναι περί παντός επιστητού οργανωμένη σε κατηγορίες. Η σελίδα αυτή μπορεί να είναι διασκεδαστική, μπορέι όμως να γίνει και πολύ τρομακτική, αφού πολλές λίστες της αγγίζουν το απόκοσμο, το μακάβριο ή το αστυνομικό, και γίνεται ακόμα τρομακτικότερη από τον τρόπο εμφάνισης των στοιχείων, επειδή δεν μπορείς να ξέρεις εκ των προτέρων αν το επόμενο αντικείμενο της λίστας θα είναι κάτι αβλαβές ή ένα αποσυντεθημένο πτώμα, ένα μουμιοποιημένο παιδάκι χωμένο σε κάποιο μπαούλο ενός εγκαταλελειμένου σπιτιού ή μερικά διασκορπισμένα ανθρώπινα μέλη σε μια χωματερή. Ακόμα χειρότερα είναι το βράδυ, με σβηστά φώτα. Προσοχή: κίνδυνος εθισμού! Επισκεφθείτε τη σελίδα εδώ.

Εξάντας

Το ιστολόγιο αυτό είναι του Χρήστου Γκιόλμα από το Βόλο, πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού για πολλά χρόνια – ξεκίνησε να μπαρκάρει από το 1976 -, ο οποίος έχει γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο με τα πλοία. Θα διαβάσετε ταξιδιωτικές αφηγήσεις και θα δείτε καταπληκτικές φωτογραφίες και βίντεο από τους τόπους που έχει επισκεφθεί. Η ναυτική ζωή ωστόσο δεν είναι ωραία, ακόμα και με τις σημερινές τεχνολογικές ανέσεις, γι’αυτό και συχνά θα δείτε πως συναντά δυσκολίες στην πορεία του. Το ιστολόγιο ενημερώνεται συχνά. Μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ. Το ιστολόγιο το βρήκα εντελώς τυχαία με την εξής αναζήτηση στο γκουγκλ: «πουτάνες λιμάνια». Φυσικα έγινε από ιστορικό ενδιαφέρον και μόνο, μην με παρεξηγήσετε.

Καλή περιήγηση σας εύχομαι!

Ενημέρωση 3/1/2015: Βρήκα αφιέρωμα για τον μπλόγκερ του Εξάντα από την εφημερίδα Το Βήμα του 2011, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Στις 15 Οκτωβρίου, μια αλεπού εμφανίστηκε να τρέχει στην πλατεία του χωριού του Παλαιοκάστρου της Κοζάνης, όπου δάγκωσε ένα μικρό σκυλί. Οι κάτοικοι έπειτα την κυνήγησαν και τη σκότωσαν με πέτρες και ξύλα. Προφανώς επειδή κάποιοι παραξενεύτηκαν απ’την αλλόκοτη συμπεριφορά του ζώου και κάλεσαν τους αρμόδιους, κατέφτασαν στο μέρος σύντομα κλιμάκιο της κτηνιατρικής υπηρεσίας Κοζάνης με τον επικεφαλής της Αναστάσιο Δούρδα, οι οποίοι έλαβαν δείγματα και επιβεβαιώθηκε τελικά ότι
η αλεπού έπασχε από λύσσα.
Πάνω από 10 μέρες μετά το γεγονός,
η περιοχή σε ακτίνα 50 χιλιομέτρων τέθηκε σε καραντίνα,
προφανώς για την καταστολή της τυχόν εξάπλωσης της νόσου. Ο εμβολιασμός όλων των οικόσιτων ζώων είναι απαραίτητος σύμφωνα με τους κτηνιάτρους για το σταμάτημα της εξάπλωσης.

Το περιστατικό αυτό φαίνεται να προκάλεσε μεγάλη ανησυχία, μιας και το τελευταίο κρούσμα λύσσας στην Ελλάδα ήταν το 1987, πριν 25 χρόνια δηλαδή, σε σκύλο σε κρουασγιερόπλοιο απ’την Τουρκία. Οι εγχώριες περιπτώσεις είχαν σταματήσει ακόμα παλαιότερα, ενώ περιπτώσεις σε ανθρώπους είναι άγνωστες για το μεγαλύτερο μέρους του 20ου αιώνα. Η Ελλάδα ως εκ τούτου θεωρήθηκε χώρα ελεύθερη λύσσας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό υγείας, μαζί μ’άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πορτογαλία, οι Σκανδιναβικές χώρες, η Αγγλία, η Ισλανδία κι άλλες χώρες του κόσμου όπως η Ιαπωνία, η ΤαΪβάν, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία κλπ. Για να καταταχθεί μια χώρα ως ελεύθερη λύσσας θα πρέπει να μην έχει σημειώσει κρούσμα για 5 συνεχόμενα χρόνια, επομένως εμείς θα ξαναμπούμε σ’αυτήν την ασφαλή κατηγορία εάν στα 5 επόμενα χρόνια δεν υπάρξει νέο κρούσμα. Κάποιες απ’τις παραπάνω ελεύθερες λύσσας χώρες δεν είχαν ποτέ κρούσματα, λόγω της νησιωτικής τους απομόνωσης. Πλέον η κατάσταση της Ελλάδας άλλαξε έπειτα από έγκαιρη ειδοποίηση του ΠΟΥ.

Η
λύσσα
είναι σοβαρή ιογενείς νευρολογική νόσος. Προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα όλων των θηλαστικών, αλλά είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένη στα σαρκοφάγα και στις νυχτερίδες. Η μόλυνση γίνεται συνήθως μέσω του σάλιου ενός μολυσμένου ζώου, το οποίο συνήθως παρουσιάζει αλλαγές στη συμπεριφορά και θα δαγκώσει οτιδήποτε. Η περίοδος επώασης εξαρτάται από το ποσό του ιού που εναποτέθηκε, το μέγεθος του ζώου, καθώς και την ανθεκτικότητά του, στον άνθρωπο διαρκει συνήθως 1-3 μήνες. Ο ιός στο διάστημα αυτό συμπεριφέρεται πολύ ύπουλα ώστε ν’αποφύγει το ανοσοποιητικό σύστημα, πολλαπλασιαζόμενος αρχικά στον ιστό γύρω απ’το τραύμα και μετακινούμενος προς το τέλος της επώασης μέσω των νεύρων στο κνσ, όπου υπερπολλαπλασιάζεται κι εξαπλώνεται σ’όλο το σώμα. Τότε εμφανίζονται και τα συμπτώματα. Τα πρώτα συμπτώματα είναι γενικά οποιασδήποτε μολυσματικής ασθένειας με πυρετό, κατάπτωση κλπ. Έπειτα όμως αναπτύσσεται οξεία εγκεφαλίτιδα με μυικούς σπασμούς, ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις, φωτοφοβία, ηχοφοβία, υδροφοβία (αποφυγή του νερού λόγω σοβαρών λαρυγγικών σπασμών κατά την κατάποση που τρομάζουν τον ασθενή), σιελόρροια, επιθετικότητα, κατάθλιψη, φόβος, παραισθήσεις, και στο τέλος κώμα και θάνατος από αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια. Μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων ο θάνατος είναι σχεδόν σίγουρος, αν και έχουν καταγραφει ελάχιστες περιπτώσεις που επέζησαν από μόνοι τους ή με υποστήριξη. Το μόνο διάστημα όπου μπορεί να γίνει θεραπεία ειναι κατά το χρόνο επώασης, οπότε μπορούν να ενεθούν αντιλυσσικά εμβόλια ή κι αντιλυσσικός ορός με έτιμα αντισώματα σε συνδυασμο με εμβόλια στον ασθενή, ανάλογα την περίπτωση. Στα ζώα και σε ανθρώπους που εργάζονται σε επικίνδυνα περιβάλλοντα, γίνεται και προληπτικός εμβολιασμός. Παγκόσμια μέρα κατά της λύσσας είναι η 28 Σεπτεμβρίιου.

Αυτή η τρομακτική ασθένεια σκοτώνει περίπου 50.000 ανθρώπους το χρόνο, με τη συντριπτική πλειοψηφία στην Αφρική και στη Νότια Ασία. Έπειτα στη σειρά έρχεται η Νοτιοανατολική Ασία και τα γύρω νησιά (Ινδονησία, Φιλιππίνες κλπ), η Λατινική Αμερική, μετά η Βόρεια Αμερική και στο τέλος η Ευρώπη. Η αυστραλία πρακτικά δεν έχει κρούσματα. Οι δύο τελευταίες ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου λοιπόν αναφέρουν σχεδόν όλα τα κρούσματά τους σε άγρια ζώα, λίγα σε οικόσιτα και σπανιότατα σε ανθρώπους. Η Αμερική λόγω της αχανούς της έκτασης και των πολλών άγριων ζώων αδυνατεί να εξαφανίσει την ασθένεια, ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν γι’αυτόν το σκοπό, κι αρκετές τον έχουν φαιομενικά φτάσει.

Γιατί όμως εγώ, που ως γνωστον φοβάμαι τις σπάνιες ασθένειες και θ’ανησυχούσα πολύ στην εμφάνιση κάποιας τέτοιας, δεν ανησύχησα πολύ γι’αυτήν την περίπτωση; Επειδή απλούστατα δεν πίστεψα ποτέ ότι η λύσσα εξαφανίστηκε απ’την Ελλάδα. Πρώτον η Ελλάδα βρίσκεται σε επικίνδυνη Θέση, με συνορεύουσες τις Νοτιοβαλκανικές χώρες και την Τουρκία όπου η νόσος έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Μάλιστα η περίπτωση της συγκεκριμένης αλεπούς συμπίπτει με μια έξαρση λύσσας στα Σκόπια. Δεύτερον ο εμβολιασμός στα οικόσιτα ζώα συχνά παραλείπεται, ιδίως στα χωριά και στα κυνηγόσκυλα, για τα οποία κυκλοφορεί ο μύθος μεταξύ των κυνηγών ότι χάνουν την οξύτητα της όσφρησής τους με τον εμβολιασμό. Τρίτον, εξαιτίας αυτής της κατάστασης, δε μπορούμε να γνωρίζουμε αν σποραδικά εμφανίζονταν ως τώρα κρούσματα σε άγρια ζώα στη χώρα μας που δεν εντοπίστηκαν ποτέ από ανθρώπους ή σε άγρια ή οικόσιτα ζώα σε απομακρυσμένα χωριά (υπάρχουν δυστυχώς ακόμα τέτοια), όπου οι κάτοικοι αδυνατούν ν’αναφέρουν την περίπτωση, ή σ’άλλες καταστάσεις όπου υπάρχουν άνθρωποι, αλλά είναι πολύ βιαστικοί ή αδιάφοροι για να το αναφέρουν, π.χ. βιαστικοί οδηγοί στο δρόμο με το αυτοκίνητο. Και τέταρτον, ακόμα κι αν ήμασταν πραγματικά ελεύθεροι από λύσσα, πάλι δε θα μπορούσαμε να το αποδείξουμε. Ακόμα και παραδοσιακά ελεύθερες λύσσας χώρες, όπως η Αγγλία, η Ολλανδία, αλλά και η Αυστραλία, αποδείχθηκαν νά’χουν λύσσα στους πληθυσμούς των νυχτερίδων τους. Οι νυχτερίδες είναι πολλές, γρήγορες, ζουν κατά μεγάλες ομάδες αλλ’εξαπλώνονται και παντού, και οι πιο ύπουλοι φορείς της ασθένειας, διότι μπορούν να δαγκώσουν με τα μικροσκοπικά δοντάκια τους έναν άνθρωπο ή ζώο χωρίς να το καταλάβει και χωρίς ν’αφήσουν σημαντική πληγή, κι επίσης δεν τις ελλέγχει σχεδόν κανείς. Γι’αυτό και τα κριτήρια κατάταξης μιας χώρας ελεύθερης λύσσας δεν περιλαμβάνουν τις νυχτερίδες. Οι νυχτερίδες ομως αυτές μπορεί να δαγκώσουν κάποιο χερσαίο ζώο ή άνθρωπο, οδηγώντας σε σποραδικές εμφανίσεις της νόσου. Παρόλα αυτά οι νυχτερίδες ειναι χρησιμότατες για τα οικοσυστήματα όπου ζουν, και δεν πρέπει να ενοχληθούν. Ο μόνος τρόπος προστασίας απ’τη λύσσα είναι ο εμβολιασμός λοιπόν, άσχετα αν η χώρα όπου βρισκόμαστε αναφέρει ή όχι κρούσματα. Γι’αυτό το λόγο λοιπόν δεν ανησύχησα ιδιαίτερα για το πρόσφατο γεγονός.

Εδώ να κλείσω με ειδική αναφορά στην Αυστραλία. Η Αυστραλία λόγω απομόνωσης θεωρούταν ελεύθερη λύσσας, ώσπου το 1996, κατά δειγματοληπτική έρευνα στις νυχτερίδες για την εξάπλωση του ιού χέντρα στις νυχτερίδες, ενός νεοανακαλυφθέντος αυστραλιανού ιού που μπορει να μεταδοθεί και στον άνθρωπο, εντοπίστηκε μια μ’έναν παρόμοιο ιό στη βόρεια Νέα Νότια Ουαλία (πολιτεία της Αυστραλίας που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο ανατολικό μέρος της χώρας), ο οποίος ονομάστηκε
αυστραλιανός ιός της λύσσας των νυχτερι΄δων.
Ο ιός έκτοτε έχει ανιχνευθεί σε αρκετά είδη νυχτερίδας σ’όλη την Αυστραλία, όχι όμως στα διπλανά νησιά, κι έχει σκοτώσει δύο ανθρώπους στο Κουίνσλαντ. Πιθανότατα κατέφθασε στην ήπειρο με την άφιξη των νυχτερίδων εκεί, η οποία είναι γεωλογικά αρκετά πρόσφατη, κι εξελίχθηκε στη συγκεκριμένη ξεχωριστή παραλλαγή. Η περίοδος επώασης είναι συντομότερη απ’την κοινή λύσσα και η διάρκεια των συμπτωμάτων μεγαλύτερη. Θεραπεύεται ωστόσο με τα ίδια εμβόλια κι ορούς όπως η κοινή λύσσα.

Ενημέρωση 18/11/2012: Η κατάσταση δυστυχώς εξελίσσεται χειρότερα από ό,τι έλπιζα, με
δεύτερο κρούσμα
τώρα σε ποιμενικό σε κοπάδι στην Ιεροπηγή της Καστοριάς. Με αφορμή το γεγονός έγινε μεγάλη σύσκεψη στην Καστοριά με συνάντηση των αρμόδιων ομάδων – κτηνιατρικής υπηρεσίας, αστυνομίας, νοσοκομείων, κυνηγετικών συλλόγων, κτηνοτρόφων, καθώς και με τον αντιπεριφερειάρχη της Δυτικής Μακεδονίας. Αυτό στο οποίο κατέληξαν είναι το προφανές, ο εμβολιασμός όλων των σκύλων και των άλλων ζώων στην περιοχή. Αν δε γίνει αυτό, θα καταλήξουμε σαν Σκόπια και Αλβανία. Ο βοσκός της συγκεκριμένης περίπτωσης για παράδειγμα έπρεπε να εμβολίαζε τα σκυλιά του από πριν.

Η μικρή μου ακόμα αραουκάρια 16/6/2012.

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά.

Το φυτό που βλέπετε προστέθηκε στη συλλογή μου στις 7 Μαΐου φέτος. Είναι ιδιαίτερο στην εμφάνιση και στην ανάπτυξη, σχετικά σπάνιο, τέλεια συμμετρικό και αρχέγονο, και γι’αυτούς τους λόγους έγινε γρήγορα απ’τα αγαπημένα και ξεχωριστά μέλη της συλλογής μου. Είναι μια αραουκάρια ή αλλιώς αροκάρια ή αρωκάρια του νησιού Νόρφολκ, με επιστημονικό όνομα Araucaria heterophylla (αραουκάρια η ετερόφυλλος), γνωστή συχνά και με το παλαιότερό της Araucaria excelsa (αραουκάρια η έξοχος), υποτροπικό κωνοφόρο δέντρο του Νοτίου Ημισφαιρίου με αρκετές ιδιαιτερότητες. Μολονότι σήμερα καλλιεργείται σ’όλον τον κόσμο, σχεδόν πουθενά δεν καλλιεργείται ευρέως παρόλη την ομορφιά και τη συμμετρία του, ούτε καν σ’όλα τα τροπικά και υποτροπικά μέρη όπου φυτεύεται στο έδαφος ως ψηλό δέντρο. Δυστυχώς που γίνεται αυτό με αποτέλεσμα αυτό το ιδιαίτερο φυτό να γίνεται σπάνιο, δυσεύρετο κι ακριβό, ενώ άλλα γνωστότερα κι όχι τόσο ιδιαίτερα να κατακλύζουν τον τόπο. Για να γίνει όμως γνωστό αυτό το κωνοφόρο θα πρέπει να εκτίθεται κάπου, να το δει ο κόσμος, ν’ανεβεί η ζήτηση. Αυτό δυστυχώς δε γίνεται, κι έχω από προσωπική εμπειρία να πω πως δυσκολεύτηκα υπερβολικά να βρω το συγκεκριμένο φυτό. Μ’αυτό το θέμα λοιπόν έχω καλύψει όλα τα φυτά της συλλογής μου ως τώρα. Λέω ως τώρα, διότι αναμένονται λίγα ακόμα σπάνια είδη. Φυσικά τα φυτικά είδη στο σύνολό τους δεν εξαντλούνται ποτέ, κι έτσι θα συνεχίζονται να προστίθενται θέματα για αυτήν τη μεγάλη και πολυποίκιλη ομάδα ειδών του πλανήτη μας.

Ας πούμε όμως αρχικά λίγα λόγια για την οικογένεια αυτού του δέντρου. Το είδος αυτό ανήκει στην οικογένεια των αραουκαριιδών (araucariaceae), μια πανάρχαια οικογένεια κωνοφόρων που σήμερα περιορίζεται κυρίως στο Νότιο Ημισφαίριο με κατακερματισμένη εξάπλωση, στο παρελθόν όμως κυριαρχούσε στα περισσότερα μέρη του κόσμου, ώσπου ήρθε η μεγάλη εξ αστεροειδούς καταστροφή πριν 65 εκατομμύρια χρόνια εξαφανίζοντας τους δεινοσαύρους και πολλά άλλα είδη, και περιορίζοντας πολλά άλλα, συμπεριλαμβανομένης αυτής της οικογένειας. Η οικογένεια όμως αυτή των κωνοφόρων παραδόξως δεν εξωθήθηκε από τα ανθοφόρα όπως άλλα κωνοφόρα να ζήσει σε ορεινές ή πολικές περιοχές, αλλά παρέμεινε στην αρχική της οικολογική θέση στα τροπικά δάση. Τρία γένη αναγνωρίζονται σ’αυτήν την οικογένεια: το γένος της αραουκάριας (Araucaria), το γένος της αγαθίδας (Agathis), και το γένος της βολέμιας (Wollemia). Για τη βολέμια είχα αναφέρει παλιά
εδώ.
Είναι το πιο πρόσφατα ανακαλυμμένο είδος κωνοφόρου το 1994 σε κάτι απομονωμένα φαράγγια στη νοτιοανατολική Αυστραλία, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ζωντανό απολίθωμα, αφού πρώτα ανακαλύφθηκε ως απολίθωμα συγγενικού είδους και πιστευόταν πως είχε χαθεί, μέχρι που βρέθηκε. Αν και σήμερα καλλιεργείται παγκοσμίως, αποτέλεσμα στρατηγικής της αυστραλιανής κυβέρνησης για ν’αποτρέψει τους συλλέκτες να βλάψουν τους ελάχιστους άγριους πληθυσμούς, παραμένει σπανιότατο. Οι αγαθίδες (γένους Agathis) είναι ένα άλλο γένος κωνοφόρων σ’αυτήν την οικογένεια, που χαρακτηρίζονται από μεγάλο ύψος, αρκετούς δευτερογενείς κορμούς ψηλά στο φυτό, αραιά και πλατιά φύλλα (ασυνήθιστο για κωνοφόρο), και παχιά ρητίνη. Το είδος Agathis auustralis της Νέας Ζηλανδίας είναι το γνωστότερο και μπορεί να φτάσει τα 80 μέτρα σε ύψος. Τέλος το γένος Araucaria αποτελεί το πρότυπο αυτής της οικογένειας όντας το πιο αναγνωρίσιμο.

Οι αραουκάριες είναι λοιπόν ψηλά δέντρα 30-80 μέτρων με πυραμιδοειδή γενική μορφή και πάντοτε όμοια δομή. Αποτελούνται συνήθως από έναν κεντρικό ευθυτενή κορμό (ορθότροπος βλαστός), ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει το ένα ή και τα δύο μέτρα σε διάμετρο ανάλογα με το είδος, καλύπτεται από φλοιό που σπάει σε μικρά κομμάτια και είναι πολύ ισχυρός. Από τον κορμό ξεκινούν σε κανονικά διαστήματα επίπεδα οριζόντιων κλαδιών (πλαγιότροπη ανάπτυξη), τα κλαδιά πρώτης τάξεως, τα οποία επειδη δεν ξεκινούν από το ίδιο ακριβώς επίπεδο αλλά έχουν ελάχιστες αποκλίσεις στο ύψος χαρακτηρίζονται ψευδοσπόνδυλοι κι όχοι γνήσιοι σπόνδυλοι. Ο αριθμός τους στο ενήλικο δέντρο είναι τυπικός για το κάθε είδος. Τα κλαδιά αυτά διακλαδίζονται πτεροειδώς, με εναλλάξ πλευρικά κλαδιά δεύτερης τάξεως πλαγιότροπης ανάπτυξης, τα οποία σπάνια διακλαδίζονται περαιτέρω σε ελάχιστα είδη. Τα κλαδιά της δεύτερης τάξης δεν αποτελούν το σκελετό του φυτού, αλλά φέρουν αρκετό φύλλωμα αποτελώντας σημαντικά σημεία φωτοσύνθεσης, γι’αυτό δεν είναι μόνιμα ούτε ξυλοποιούνται πολύ, και κάποτε, μπορεί και μετά από πολλά χρόνια, πέφτουν και αντικαθίστανται απ’άλλα όσο το κλαδί αναπτύσσεται. Όσο τα δέντρα αυτά ψηλώνουν, αποβάλλουν φυσιολογικά τα κατώτερα κλαδιά τους δημιουργώντας νέους ψευδοσπόνδυλους στην κορυφή. Η ανάπτυξη αυτών των φυτών είναι ιδιότυπη: Η κορυφή παραμένει αδρανής και μικρή ενώ όσο ο τελευταιος ψευδοσπόνδυλος αναπτύσσεται για κάποιο διάστημα, και μετά ψηλώνει έως ένα σημείο μέχρι να βγάλει στην κορυφή της τα κλαδιά ενός νέου ψευδοσπονδύλου όλα μαζί (συλληπτική διακλάδωση). Σπάνια ένα κλαδί δεύτερης τάξεως μπορεί στο άκρο του να σηκωθεί προς τα πάνω και ν’αναπτυχθεί ως δευτερογενής κορμός πάνω στο δέντρο με τα δικά του οριζόντια κλαδιά. Τα φύλλα των δέντρων αυτών μπορεί να είναι από λογχοειδή κι ελαφρώς επικαλυπτόμενα ως λεπιοειδή κι έντονα επικαλυπτόμενα, με τα περισσότερα είδη νά’χουν τον δεύτερο τύπο, αν και πολλά παρουσιάζουν ετεροφυλλία με τα λογχοειδή φύλλα στη νεαρή τους ηλικία ή σε συνθήκες σκιάς και τα λεπιοειδή αργότερα. Τα φυτά αυτά είναι συνήθως δίοικα, με τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά άτομα, οι οποίοι βρίσκονται στα άκρα μερικών κλαδιών δεύτερης τάξεως ψηλά στο φυτό. Οι αρσενικοί κώνοι είναι κυλινδρικοί από 2 έως 12 εκατοστά με την τυπική δομή αυτών των κώνων, ένας κεντρικός άξονας δηλαδή γύρω απ’τον οποίον βρίσκονται σπειροειδώς πυκνά τα μικροσποριόφυλλα με τους γυρεόσακους στην κάτω πλευρά τους. Οι θηλυκοί είναι χαρακτηριστικοί της οικογένειας και του γένους, σφαιρική ή σχεδόν σφαιρικοί διαμέτρου από 8 έως 30 εκατοστά ανάλογα με το είδος. Οι θηλυκοί κώνοι των κωνοφόρων είναι σύνθετοι, αποτελούμενοι από έναν άξονα γύρω από τον οποίον βρίσκονται διατεταγμένα σπειρωειδώς μικρά φύλλα (βράκτια) στις μασχάλες των οποίων υπάρχουν οι ωοθηκοφόροι βλαστοί (λέπια). Έτσι ήταν η προγονική μορφη του κώνου, η οποία όμως συμπιέστηκε πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη αυτών των φυτών. Τα στοιχεία λοιπόν των αραουκαριοειδών θηλυκών κώνων αποτελούνται από το λέπι με το βράκτιο συνενωμένα σχεδόν ή εντελώς καθ’όλο το μήκος τους. Οι κώνοι διαλύονται κατά την ωρίμανση στα περισσότερα είδη απελευθερώνοντας τους βαριούς σπόρους μαζί μ’ένα κομμάτι από το στοιχείο του κώνου. Οι σπόροι είναι πλούσιοι σε υδατάνθρακες και πρωτεΐνες και στις περιοχές όπου ενδημούν αυτά τα δέντρα τρώγονται συστηματικά. Στα πιο πρωτόγονα είδη οι σπόροι παρουσιάζουν επίγεια βλάστηση, με τις κοτυληδόνες φωτοσυνθετικές στην επιφάνεια του εδάφους. Σε άλλα είδη όμως, η βλάστηση είναι υπόγεια με τις κοτυληδόνες σε αποταμιευτικό ρόλο, οπότε μόνο ο νεαρός βλαστός βγαίνει στην επιφάνεια, ο οποίος, ακόμα κι αν κοπεί ή σπάσει, μπορεί ν’αναγεννηθεί.
Γενικά τα φυτά αυτής της οικογένειας παρουσιάζουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα. Έχουν διάσπαρτα λανθάνοντα μάτια ή αδιαφοροποίητες εστίες κυττάρων, τα οποία ενεργοποιούνται γρήγορα σε κάποια καταστροφή. Σ’όλα τα είδη νέες ορθότροπες κορυφές αναπτύσσονται γρήγορα μετά την καταστροφή της κεντρικής ή μετά το κόψιμο όλου του δέντρου, ενώ σε πολλά είδη, ιδίως αυτά που ζουν σε μέρη που χτυπούν ισχυροί άνεμοι, έχουν τη δυνατότητα ν’αντικαθιστούν τα κλαδιά της πρώτης τάξης αν αυτά σπάσουν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Τέλος σε μερικά είδη, επειδή με τον καιρό τα κλαδιά της πρώτης τάξης μεγαλώνουν ρίχνοντας σιγά-σιγά τα πλευρικά κλαδιά της δεύτερης πλησιέστερα στον κορμό αραιόνοντας έτσι το φυτό, έχουν την ικανότητα να δημιουργούν νέα κλαδιά πρώτης τάξης κοντά στο σημείο των προηγούμενων ώστε να ξαναπυκνώσουν το δέντρο.
Το γένος της αραουκάριας έχει σήμερα κατακερματισμένη εξάπλωση με μικρούς και συνήθως απομονωμένους πληθυσμούς σε δάση, λιβάδια και βουνά, σε Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Νέα Καληδονία, νησί Νόρφολκ, Νέα Γουινέα κι Αυστραλία. Χωρίζεται σε πέντε τμήματα με συνολικά 19 αρτίγονα είδη, εκ των οποίων τα 13 είναι ενδημικά της Νέας Καληδονίας. Το τμήμα εύτακτα (eutacta), αυτά δηλαδή με την καλή τάξη/δομή είναι το αρχαιότερο με σπόρους επίγειας βλάστηςης με τα εξής είδη: Araucaria bernieri, A. columnaris, A. canninghamii, A. heterophylla, A. humboldtensis, A. laubenfelsii, A. luxurians, A. montana, A. muelleri, A. nemorosa, A. rulei, A. schmidii, A. scopulorum, A. subulata όλα της Νέας Καληδονίας εκτός της A. canninghamii της Αυστραλίας και της A. heterophylla του Νόρφολκ. Τα υπόλοιπα τμήματα ανήκουν σ’έναν πιο εξελιγμένο κλάδο με σπόρους υπόγειας βλάστησης. Εδώ έχουμε:
στο τμήμα μεσαία (intermedia) ta είδη A. hunsteinii της Νέας Γουινέας και το εξαφανισμένο A. haasti.
στο τμήμα αραουκάρια (Araucaria) ανήκουν τα είδη: A. araucana και A. angustifolia της Ν. Αμερικής, καθώς και το εξαφανισμένο A. niponensis της Ιαπωνίας.
Στο τμήμα μπούνια (bunya)ανήκουν τα είδδη: A. bidwillii της Αυστραλίας, το οποίο οι ιθαγενείς αποκαλούσαν μπούνια μπούνια, και τα εξαφανισμένα A. brownii, A. mirabilis της Παταγονίας, κι A. sphaerocarpa.
Τέλος μένουν δύο εξαφανισμένα τμήματα, το τμήμα γεζόναι (yezonia) με το ιαπωνικό είδος A. vulgaris, και το τμήμα κάθετη (perpendicula) με το είδος A. desmondii.
Κάποια ωστόσο είδη δε μπορούν να τοποθετηθούν σε κάποιο απ’τα παραπάνω τμήματα. Αυτά ειναι τα: A. fibrosa, A. beipiaoensis, A. nihonjii της Ιαπωνίας, κι A. taieriensis, όλα εξαφανισμένα.
Τέλος υλικό που δε μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα στο σύγχρονο γένος ταξινομείται για λόγους ευκολίας στο συγγενικό εξαφανισμένο αραουκαρίτης (Araucarites).

Το είδος του ενδιαφέροντος, το A. heterophylla, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους του. Είναι ψηλό δέντρο 50-70 μέτρων με διάμετρο κορμού 1,2-2 μέτρα. Ο φλοιός του είναι γκριζοκαφέ και βγαίνει σε μικρά λέπια. Φέρει 4-7 οριζόντια κλαδιά ανά ψευδοσπόνδυλο. Τα φύλλα είναι ανοιχτοπράσινα και σκληρά, στα νεαρά δέντρα μέχρι 2 μέτρων λογχοειδή, λεπτά μήκους 1-1,5 εκατοστών, σχεδόν μη επικαλυπτόμενα, μαλακά αλλά ανθεκτικά, ενώ στα μεγαλύτερα δέντρα λεπιοειδή και περισσότερο επικαλυπτόμενα, μήκους 5-10 χιλιοστών και πλάτους 2-4 χιλιοστών, με ακόμα πιο συμπαγή λεπιοειδή φύλλα στα κωνοφόρα κλαδιά. Οι κώνοι βρίσκονται ψηλά στο δέντρο, οι αρσενικοί μήκους 3-7 εκατοστών και οι θηλυκοί σφαιρικοί ή ελαφρώς πλατύτεροι, μήκους 12 εκατοστών και πλάτους 12-14 εκατοστών, με σπόρους μήκους 2,5-3 εκ. και πλάτους 1,2 εκ.. Τα νεαρά δέντρα είναι πυραμιδοειδή με κλαδιά έως χαμηλά στο έδαφος, ενώ στα μεγαλύτερα άτομα τα χαμηλότερα κλαδιά πέφτουν σταδιακά αφήνοντας αρκετά μέτρα γυμνού κορμού κι έχοντας την κώμη ψηλότερα και φυσικά σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, χάνοντας ίσως κάπως την τέλεια συμμετρία. Τα θηλυκά αρχίζουν να κωνοφορούν από τα 15 τους χρόνια, με περιόδους μεγάλης παραγωγής σπόρων κάθε 4-5 χρόνια, ενώ τα αρσενικά αρχίζουν μετά τα 40. Κατά τη βλάστηση ο σπόρος εμφανίζει στην επιφάνεια τέσσερις ταινιοειδής πράσινες κοτυληδόνες. Όπως όλα τα κωνοφόρα, το φυτό είναι ρητινοφόρο, και η μυρωδιά της ρητίνης εμένα μου μοιάζει περισσότερο μ’αυτήν του πεύκου με κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο.
Η μόνη σημερινή εστία άγριων πληθυσμών βρίσκεται στο νησί Νόρφολκ, όπου όμως η έκταση που καλύπτει πλέον είναι πολύ μικρότερη εξαιτίας των ιστορικών υλοτομήσεων. Κάποτε ενδημούσε και σε βραχονησίδες γύρω από το κεντρικό νησί, τα κουνέλια όμως και οι κατσίκες που εισήχθησαν απ’τους Ευρωπαίους κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά την ιθαγενή βλάστηση εκεί. Επίσης μέχρι το τέλος της πλειστόκαινου περιόδου πριν 12000 χρόνια, το δέντρο ζούσε και στη Νέα Ζηλανδία, αν και τώρα επανήλθε ως καλλωπιστικό. Σήμερα δεν απομένει κανένα δέντρο πάνω από 50 και κάτι μέτρα. Πιθανότατα όλα τα αρχαία δέντρα στο Νόρφολκ έχουν κοπεί. Το ψηλότερο άτομο σήμερα βρίσκεται στο νησί Μάοι της Χαβάης με ύψος 51,8 μ. και διάμετρο κορμού τα 136 εκ. Το γηρεότερο ζωντανό δέντρο είναι το Κούφιο Πεύκο (Hollow Pine) στο Εθνικό Πάρκο του νησιού Νόρφολκ, φυτεμένο ηλικίας 170 ετών και το μεγαλύτερο ζωντανό στο νησί ύψους 43 μέτρων και διαμέτρου κορμού 269 εκ. σύμφωνα με φετινές μετρήσεις. Άλλα μεγάλα δέντρα βρίσκονται στην Αυστραλία (δέντρο διαμέτρου 220 εκ. 140 ετών στη Νέα Νότια Ουαλία κι ένα άλλο 36 μέτρων σύμφωνα με φετινές μετρήσεις), στη Νέα Ζηλανδία (δέντρο 162 ετών ύψους 34,6 μ. και διαμέτρου 317,6 εκ., και δέντρο ύψους 45 μ. και διαμέτρου 190 εκ.) και στη Νότια Αφρική (δέντρο ύψους 44,8 μ. και διαμέτρου 211 εκ. στο Κέιπ Τάουν).

Δε γίνεται όμως χωρίς ν’αναφέρω τίποτα για την πατρίδα αυτού του κωνοφόρου. Το νησί Νόρφολκ (Norfolk Island) λοιπόν είναι ένας απομονωμένος κόσμος 1400 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αυστραλίας στο νότιο Ειρηνικό με ακριβές στίγμα 29°02′S 167°57′E / 29.033°S 167.95°E / -29.033; 167.95.. Έχει έκταση μόλις 34,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με ψηλότερο σημείο το όρος Μπέιτς (Mount Bates) στα 319 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τέταρτο του νισιού. Η υπόλοιπη έκταση είναι πεδινή και κατάλληλη για καλλιέργεια. Δεν υπάρχουν μεγάλες περιοχές γλυκού νερού στο νησί. Το μεγαλύτερο μέρος της ακτογραμμής του νησιού αποτελείται από απόκρυμνες ακτές, με λίγους κόλπους όπως τον Κόλπο της Σφαγής (Slaughtr Bey), τον Κόλπο της Αιμιλίας (Emily Bey) και τον Κόλπο του Καταρράκτη (Cascade Bey). Το κλίμα είναι υποτροπικό ωκεάνιο με βροχές και υψηλή υγρασία όλο το χρόνο, και θερμοκρασίες που σπάνια πέφτουν κάτω απ’τους 10 (χαμηλότερη καταγεγραμμένη στους 6) ή ανεβαίνουν πάνω απ’τους 28 βαθμούς Κελσίου. Το νησί αποτελεί απομεινάρι ενός παλαιού ηφαιστείου, που υπολογίζεται πως ενεργοποιήθηκε για τελευταία φορά πριν 2,3-3 εκατομμύρια χρόνια. Το νησί, μαζί με τη Νέα Καληδονία και τη Νέα Ζηλανδία, αποτελούν υπέργεια μέρη της βυθισμένης ηπείρου Ζηλανδίας, η οποία διασπάστηκε από την Αυστραλία πριν 80 εκατομμύρια χρόνια. Το 10% του νησιού, κυρίως στα νότια, καθώς και οι βραχονησίδες δίπλα του με μεγαλύτερες τη νήσο Φίλιπ (Philip) και τη νήσο Νεπέαν (Nepean), αποτελούν προστατευόμενη περιοχή. Πριν την έλευση των Ευρωπαίων το νησί καλυπτόταν από εκτενή δάση με ψηλότερα δέντρα τις αραουκάριες, αλλά κιαι μ’άλλα ενδημικά όπως ο φοίνικας Rhopalostylis baueri. Από ζώα ενδημικά ήταν κυρίως πουλιά, εκ των οποίων μερικά είδη εξαφανίστηκαν απ’τους Ευρωπαίους, ενώ κάποτε στις ακτές και στις βραχονησίδες φώλιαζαν χιλιάδες θαλασσοπούλια. Σήμερα όλα τα εναπομείναντα φυσικά οικοσυστήματα του νησιού προστατεύονται αυστηρά και παρατηρείται βελτίωση της κατάστασης.

Το νησί ανακαλύφθηκε το 1774 κατά το δεύτερο ταξίδι του Βρετανού θαλασσοπόρου James Cook με το πλοίο HMS Resolution, ο οποίος το ονόμασε προς τιμήν της Δούκισσας της αγγλικής περιοχής Νόρφολκ, συζύγου του έννατου δούκα του Νόρφολκ Edward Howard. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το νησί είχε προηγουμένως αποικιστεί από πολυνήσιους πιθανότατα από τη Νέα Ζηλανδία (Μαορί) κατά τον 14-15ο αι., οι οποίοι όμως μετά από κάποιες γενιές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Γρήγορα αποφασίστηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση να ιδρυθούν εστίες καταδίκων, με τους πρώτους κατάδικους νά’ρχονται το 1788. Λόγω όμως προβλημάτων απόστασης και πρόσβασης, η αποικία έληξε το 1814, αφού οι κατάδικοι θα μπορούσαν να διαμείνουν και στην Αυστραλία. Κατά το 1824 το νησί ξανάνοιξε υποτίθεται για τις σοβαρότερες περιπτώσεις που αλλιώς θα καταδικάζονταν σε θάνατο, όμως στην πραγματικότητα οι περισσότεροι εγκληματίες που έφταναν εκεί είχαν πράξει ελαφρότερα παραπτώματα, ώσπου έκλεισε κι αυτή το 1847. Το 1856 κατέφθασαν από τα νησιά Πίτκερν στο νησί απόγονοι Ταϊτιανών και στασιαστών του πλοίου HMS Bounty, οι οποίοι δημιούργησαν τον πυρήνα των σημερινών κατοίκων του νησιού. Στη συνέχεια ο πληθυσμός εμπλουτίστηκε με την άφιξη λίγων ακόμα αποίκων. Οι κύριες ασχολίες των νησιώτών ήταν η γεωργία, η αλιεία και η φαλαινοθηρία.
Σήμερα ο πληθυσμός του νησιού αριθμεί περί τα 1300 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 2011, με μεγαλύτερο οικισμό το Burnt Pine (Καμμένο Πεύκο), όνομα που μαρτυρεί ολοκάθαρα τις βιαιοπραγίες των Ευρωπαίων κατά των κωνοφόρων του νησιού. Εκεί βρίσκονται όλα τα σημαντικά καταστήματα και υπηρεσίες. Πρωτεύουσα ωστόσο για ιστορικούς λόγους, επειδή εκει ιδρύθηκε η πρώτη αποικία είναι το Κίνγκστον (Kingston), όπου βρίσκονται τα κυβερνητικά κτίρια, η κατοικία του κυβερνήτη, το δικαστήριο, το κτίριο του νομοθετικού σώματος κ.ά. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ζει διασκορπισμένος σε αγροικίες σ’όλο σχεδόν το νησί. Το νησί αποτελεί ιδιαίτερη εξωτερική επαρχία της Αυστραλίας, αυτόνομη σ’όλα τα θέματα εκτός από την εξωτερική άμυνα. Σημερινός κυβερνήτης είναι ο Neil Pope, ο οποίος ανέλαβε φέτος. Για το νησί υπάρχει πρωθυπουργός, καθώς και επιμέρους υπουργοί όπως αυτός του τουρισμού, βιομηχανίας κι ανάπτυξης, υπουργός οικονομικών κι γενικός δικηγόρος συγχρόνως, και υπουργός για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το νομοθετικό σώμα αποτελείται από 9 έδρες που εκλέγονται απ’το λαό κάθε τριετία. Οι τέσσερις εξ αυτών αποτελούν το εκτελεστικό συμβούλιο το οποίο συμβουλεύει τον κυβερνήτη. Η Αυστραλία έχει το δικαίωμα να εξαπλώσει τη νομοθεσία της κατά το δοκούν στο νησί ή και ν’ακυρώνει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί εκεί, ο τόπος ωστόσο στην πράξη παραμένει σχεδόν ανεξάρτητος. Ο κανονισμός για τη σημερινή κατάσταση του νησιού θεσπίστηκε το 1979. Σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς, το νησί έλαβε άδεια ανεξαρτησίας από τη βασίλισσα Βικτορία της Αγγλίας, αλλ’αυτό δεν υποστηρίζεται. Σήμερα η οικονομία του νησιού βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτορφία, στην αλιεία και στον τουρισμό. Το νησί είναι αυτάρκες σε τρόφιμα. Ό,τι δεν παράγεται εκεί, φτάνει με πλοία. Επειδή δεν υπάρχει ασφαλές λιμάνι για μεγάλα πλοία, αυτά σταθμεύουν ανοιχτά του νησιού απ’όπου φορτηγίδες μεταφέρουν λίγα-λίγα τα αγαθά, ένα θέαμα που παρακολουθούν συχνά οι τουρίστες. Το νησί δεν υπάγεται στο φορολογικό σύστημα της Αυστραλίας, επομένως ο πληθυσμός δεν πλήρωνε ως τώρα φόρο εισοδήματος, αλλά παίρνει έσοδα κυρίως από ποσοστώσεις των εισαγόμενων προϊόντων και το φόρο προστιθέμενης αξίας. Θεωρείται επομένως φορολογικός παράδεισος, τόπος δηλαδή όπου αν βασιζόταν μια εταιρεία θ’απέφευγε τη φορολόγηση απ’οποιοδήποτε κράτος. Ωστόσο λόγω οικονομικών προβλημάτων το 2011 ο πληθυσμός αναγκάστηκε να πληρώνει για πρώτη φορά φόρο εισοδήματος.
Ο πληθυσμός του νησιού έχει με τον καιρό δημιουργήσει τη δική του κουλτούρα, ήθη κι έθιμα. Πριν την εποχή της μεγάλης επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο κατά τον 20ο αι. με τον τουρισμό, στο νησί χρησιμοποιούταν ευρέως μια κρεολική γλώσσα βασισμένη στα αγγλικά και στα ταϊτιανά, γνωστή ως νόρφουκ (norfuk). Η γλώσσα αυτή γράφεται όπως ακούγεται, και για παράδειγμα το Norfolk Island λέγεται Norfuk Ailen (Νόρφουκ Άιλεν). Θεωρείται επίσημη γλώσσα στο νησί μαζί με τ’αγγλικά, και πολλά ονόματα και πινακίδες είναι γραμένα και στις δύο γλώσσες, ωστόσο σήμερα λίγοι τη μιλούν, ενώ δεν υπάρχει κάποιο επίσημο σώμα προστασίας της. Ως προσπάθεια διατήρησης, πολλές λέξεις αναφερόμενες σε σύγχρονα θέματα προσαρμόζονται στη γλώσσα αυτήν, αν κι αυτό γίνεται αποσπασματικά κι ανεπίσημα. Οι περισσότεροι των σημερινών κατοίκων του νησιού μπορούν να μετρήσουν τις γενιές τους μέχρι τους πρώτους αποίκους από τα Πίτκερν, οι οποίοι ήταν σχετικά λίγοι. Γι’αυτό το λόγο, επειδή ήταν λίγοι, τα επώνυμα στο νησί είναι λίγα, και για ευκολία η τηλεφωνική υπηρεσία χρησιμοποιεί και τα παρατσούκλια των κατοίκων για αποσαφήνιση, όπως Ταρζάν, Καρότα, Μαρουλόφυλλο κ.ά. Στο νησί επικρατεί φιλική ατμόσφαιρα, αφού τα περισσότερα άτομα γνωρίζονται μεταξύ τους. Μάλιστα στο δρόμο συνηθίζεται να χαιρετιούντια οι οδηγοί, που δοηγούν κατά το βρετανικό τρόπο, σηκώνοντας τον αντίχειρά τους. Η εγκληματικότητα ειναι σπανιότατη κι όσοι φόνοι έχουν διαπραχθεί προέρχονται από ξένους. Η αστυνομία βασίζεται σε αυστραλιανές δυνάμεις με μερικούς εκπαιδευμένους νησιώτες για υποστήριξη. Σημαντικότερη γιορτή είναι η μέρα του Μπάουντι στις 8 Ιουνίου, οπότε γιορτάζεται η έλευση των αποίκων εκ των Πίτκερν την ίδια ημερομηνία του 1856.
Η ζωή στο Νησί δεν είναι τέλεια εντούτοις. Πανεπιστήμια φυσικά για τόσο μικρό πληθυσμό δεν υπάρχουν, άρα οι κάτοικοι θα πρέπει να μετακινηθούν στην Αυστραλία για να σπουδάσουν. Το χειρότερο είναι εντούτοις η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αφού σ’αυτόν τον τομέα η Αυστραλία δεν καλύπτει, με αποτέλεσμα οι σοβαρά πάσχοντες να εγκαταλείπουν το νησί. Η μετακίνηση προς και από το νησί δεν είναι εύκολη υπόθεση ακόμα και για τους Αυστραλιανούς, οι οποίοι θα πρέπει να φέρουν μαζί τους ταυτότητα ή διαβατήριο, ενώ οι ξένοι ταξιδεύουν με διαβατήριο όπως και στην Αυστραλία. Οι μεταφορές γίνονται είτε με πλοίο είτε με αεροπλάνο.

Το εμβληματικό κωνοφόρο του νησιού τράβηξε αμέσως την προσοχή στον Κάπτεν Κουκ, ο οποίος το θεώρησε κατάλληλο για την κατασκευή ιστών για τα πλοία. Όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι το ξύλο του δεν άντεχε τέτοιου είδους πιέσεις, αλλ’ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κόντρα πλακέ, μικρών ξύλινων αντικειμένων και για την ξυλογλυπτική. Οι επιχειρήσεις στο νησί έκλεισαν κατά τα μέσα του 19ου αι., λόγω της μη βιωσιμότητάς τους, αφού πλέον ο μεγαλύτερος αριθμός των δέντρων είχε κοπεί. Μία νέα επιχείρηση άνοιξε στη Χαβάη, η οποία επίσης έκλεισε σύντομα. Σήμερα το δέντρο προστατεύεται μαζί με τα υπόλοιπα είδη του νησιού, αποτελώντας το κατ’εξοχήν σύμβολό του που βρίσκεται στο κέντρο της σημαίας του, και η κύρια χρήση του είναι ως καλλωπιστικό παγκοσμίως. Οι σπόροι του δέντρου αυτού, μολονότι πολύ θρεπτικοί όπως και με τα υπόλοιπα είδη του γένους, δεν τρώγονται διότι κανένας από τους δύο λαούς που αποίκισαν το νησί δεν τους έτρωγε παραδοσιακά, έτσι πιστεύω πως μένουν ανεκμετάλλευτοι.

Το δέντρο σήμερα μπορεί να βρεθεί φυτεμένο σε υποτροπικές και τροπικές περιοχές όπως στα τροπικά μέρη της Αυστραλίας, στα βόρεια της Νέας Ζηλανδίας, στη νότια Καλιφόρνια, Φλόριντα και Χαβάη των ΗΠΑ, στη Νότια Αφρική και πολύ λιγότερο στις άλλες λιγότερο ανεπτυγμένες τροπικές περιοχές. Τα φυτεμένα αυτά δέντρα σπάνια ξεπερνούν τα 20 μέτρα, αν και με τον καιρο μπορούν να γίνουν πολύ ψηλά. Είναι ανθεκτικά στη ζέστη, στην ξηρασία, στο αμμώδες και στο πολυ όξινο έδαφος, στην αλατότητα και στον άνεμο, κάνοντάς τα κατάλληλα για παραλιακές φυτεύσεις. Δεν αντέχουν ωστόσο τους απότομους αμερικανικούς τυφώνες, οπότε οι κορυφές τους σπάνε και το φυτό αποκτά πολλαπλούς κορμούς. Γι’αυτο τό λόγο δεν προτείνονται ή και θεωρούνται παράνομα σε μερικές περιοχές της Φλόριντας. Το πράγμα που δε θ’αντέξουν καθόλου είναι η παγωνιά, αρχίζοντας να εμφανίζουν βλάβες στο φύλλωμα από τη θερμοκρασια των τεσσάρων βαθμών. Γι’αυτό το λόγο το δέντρο στις εύκρατες περιοχές καλλιεργείται πάντοτε σε γλάστρες, ως εσωτερικού χώρου, ως εξωτερικού μόνο για τη θερμή περίοδο, ή στο θερμοκήπιο.

Δεν είναι πολύ δύσκολο φυτό στην καλλιέργεια, ωστόσο έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Να πω όμως απ’την αρχή πως είναι φυτό αρκετά αργής ανάπτυξης, μ’ένα μόνο νέο συνήθως ψευδοσπόνδυλο κλαδιών κάθε χρόνο. Το δέντρο ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών, από βαριά όξινα με τύρφη έως αμμώδη, καλύτερο ωστόσο είναι ένα μέτριο μείγμα με καλή αποστράγγιση. Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά που στεγνώνει η επιφάνεια και τα πρώτα εκατοστά του εδάφους, ενώ το νερό που λιμνάζει στο πιατάκι θα πρέπει ν’αδειάζεται πάντοτε για να αποφευχθεί η σήψη των ριζών. Η λίπανση με ισορροπημένο λίπασμα κάθε 3-4 μήνες κατά την περίοδο ανάπτυξης του φυτού είναι αρκετή. Το φυτό επιβιώνει σ’όλες τις συνήθεις θερμοκρασίες εκτός του πολύ κρύου, παρά το δροσερό κλίμα του τόπου καταγωγής του. Παρά τις υποδείξεις πολλών, το φυτό δεν έχει πρόβημα με τον απευθείας ήλιο, αφου και στη φύση αναπτύσσεται σε ανοιχτές συνθήκες, ωστόσο φυτά που έζησαν για καιρό στη σκιά θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά, με όλο και περισσότερο καιρό έκθεσης τη μέρα, στον ήλιο. Τα δέντρα που ζουν στη σκιά τείνουν νά’χουν σκουρότερο και μαλακότερο φύλλωμα, λεπτότερα και κρεμαστά κλαδιά, αλλά αργή ανάπτυξη, ενώ αυτά που ζουν στον ήλιο σκληρότερο κι ανοιχτότερο φύλλωμα, ισχυρότερη δομή και γρηγορότερη ανάπτυξη. Ένα τέτοιο συμμετρικότατο φυτό φυσικά δε χρειάζεται κλάδεμα, εκτός από τα παλαιότερα επίπεδα κλαδιών που ίσως ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται ή κλαδιά και άκρες που έχουν ξεραθεί από κάποια άλλη αιτία. Το δέντρο ακόμα δεν ανέχεται τις μεταφυτεύσεις, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται κάθε 3-4 χρόνια. Το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά είναι η αδύνατη κατασκευή τους που χρειάζεται στήριξη. Τα νεαρά φυτά έχουν αδύναμο ριζικό σύστημα και λεπτό κορμό που λυγίζιε εύκολα. Γι’αυτό το λόγο οι παραγωγοί συνηθίζουν να θάβουν τον κορμό βαθύτερα σε βαρύ τυρφώδες χώμα και να τον δένουν ανά τακτά διαστήματα σφιχτά σ’ένα καλάμι δίπλα του ακριβώς. Αυτό ίσως όμως επιβραδύνει την ισχυροποίηση του φυτού, το οποίο θα ισχυροποιηθεί αν εκτεθεί στις
συνθήκες που δυναμώνουν τα υπόλιπα δέντρα,
δηλαδή σε λίγο περισσότερο ήλιο και μέτριο άνεμο. Τα δέντρα αυτά σπάνια προσβάλλονται από ασθένειες. Οι καμμένες βελόνες μπορεί να είναι σύμπτωμα έκθεσης του φυτού σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, όπως αυτήν που επικρατή μέσα στα σπίτια το χειμώνα, ιδίως κοντά στα θερμαντικά σώματα. Οι κίτρινες βελόνες που πέφτουν εύκολα μπορεί να είναι σημάδι υπερβολικού ποτίσματος και προβ λήματος στις ρίζες, το οποίο ωστόσο μπορεί να διορθωθεί με τις πρώτες ενδείξεις. Δίνοντας πειραματικά την κορυφούλα ενός χαμηλού και μικρού κλαδιού στην
κουνέλα μου
παρατήρησα πως την έφαγε όλη, επομένως το φυτό θα πρέπει να μένει μακριά από κουνέλια. Ο πολλαπλασιασμός μαζικά γίνεται με σπόρους, επειδή όμως αυτοί είναι δυσεύρετοι, μπορεί να γίνει και με μοσχεύματα (κλαδιά), αν και πιο δύσκολα. Τα πλευρικά κλαδιά δεν προτείνονται διότι δίνουν ακανόνιστα φυτά – αυτό τό’χω διαβάσει παντού, αλλά δε μας δίνεται πουθενά παράδειγμα πώς είναι ένα τέτοιο φυτό -, ιδανικά θεωρούνται τα ορθότροπα κλαδιά της κορυφής ή των δευτερογενών κορμών, τα οποία μπορούν να κοπούν κι έπειτα να φυτευθούν σε υγρό αμμώδες έδαφος σε ζεστό και σκιερό σημείο έως ότου να ριζώσουν, διαδικασία που μπορεί να πάρει κι ένα εξάμηνο, κι έπειτα να μεταφυτευθούν σε κανονικό έδαφος. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν ν’αναπτύσσονται και na γίνονται αντίγραφα του γονέα τους. Οι αραουκάριες αυτές μπορούν να ζήσουν για πάρα πολά χρόνια σε συνθήκες τέτοιας καλλιέργειας όπως περιέγραψα παραπάνω, με δέντροπου διάβασα νά’ναι 25 ετών ή και παραπάνω. Έτσι μπορούν να ξεπεράσουν τα δύο μέτρα, και ίσως χρειαστούν κλάδεμα. Ο κορμός μπορεί να κοπεί ως ένα ύψος, ώστε να ενεργοποιηθει η δημιουργία νέου, και ίσως γίνεται σε μεγάλης ηλικίας και μεγέθους φυτά να κλαδευτεί η ρίζα, σαν δηλαδή ένα τεράστιο
μπονσάι.
Φυτά μεγάλης ηλικίας μπορεί να κωνοφορήσουν. Οι αραουκάριες μπορούν να στολιστούν τα Χριστούγεννα, καλό όμως είναι να μην υπερφορτώνονται.

Από πολύ παλιά ελκυόμουν προς τα αρχαία ή στα παράξενα φυτά. Την αραουκάριά μου θα την έπαιρνα πέρυσι το φθινόπωρο, το είδος A. araucana της Χιλής
από σπόρους από το Διαδίκτυο?
Τελικά τα φυτά ήρθαν, αλλά δε μεγάλωσαν από δικά μου λάθη. Θέλησα να τις μεταφυτεύσω πολύ νωρίς ώστε έσπασα τις ρζούλες τουσς, και η μία που μεγάλωσε με ένα βλαστο 2 εκατοστών, αργότερα χάθηκε. Το φυτό αυτό αντέχει πολύ στο κρύο, αφού φυσικό΄του περιβάλλον είναι οι ψηλές Άνδεις, έχει όμως βραδύτατη ανάπτυξη και δε μπορεί στη ζέστη με την υγρασία του καλοκαιριού της Θεσσαλονίκης, αν κι εγώ θα της παρείχα σημαντική υποστήριξη. Έπειτα δίσταζα να πάρω A. heterophylla επειδή έλεγα πως θά’ταν πολύ μεγάλη για να την κουβαλάω κάθε χειμώνα μέσα. Στην πραγματικότητα όμως αυτή τη μεταφορά θα την κάνω μόνο δυο φορές το χρόνο, με το κόστος σε προσπάθεια ν’αντισταθμίζεται πολλαπλάσια από την ομορφιά του φυτού. Μετά από ψάξιμο σε τρία ανθοπωλεία απέκτησα τελικά μετά από αναμονή τριών εβδομάδων μέχρι νά’ρθει η παραγγελία ένα τέτοιο φυτό στις 7 Μαρτίου. Σ’ένα άλλο ανθοπωλείο που επισκέφθηκα το δέντρο σε λίγο μεγαλύτερο μέγεθος κόστιζε 30 ευρώ και το άφησα αμέσως, ενώ αλλού, παρόλο που είχα παραγγείλει, ένας μήνας πέρασε χωρίς αποτέλεσμα. Το φυτό που πήρα ήταν αρκετά μαλθακό? Τα περισσότερα κλαδιά του, εκτός αυτών της κορυφής, είχαν μαλακό φύλλωμα, ένδειξη σκιάς, ενώ ο κορμός του ήταν λεπτός και δεμένος παντού στο καλάμι δίπλα. Εγώ όμως το προόριζα για τον ήλιο, και μετά από μια βραχεία περίοδο προσαρμογής με λίγες ώρες κάθε μέρα το έβγαλα τελικά σ’ένα ηλιόλουστο μέρος του μπαλκονιού χωρίς πρόβλημα. Ο ανθοπώλης απ’όπου το αγόρασα μου είπε πως δε χρειάζεται μεταφύτευση τουλάχιστον για τον επόμενο χρόνο. Όμως εγώ αγχώθηκα αρκετά που δε βρήκα ρίζες στο διερευνητικό μου σκάψιμο, έτσι αποφάσισα να μεταφυτεύσω το δέντρο σε λίγο μεγαλύητερη γλάστρα. Κάτι είχα ακουμπήσει σαν ελαφρώς χοντρή ρίζα στις τρύπες αποστράγγισης, αλλά δεν ήμουν σίγουρος,έτσι έβγαλα όλο το φυτό κι ανακάλυψα το πλέγμα τον κυρίως λεπτών και λιγότερων δυνατότερων ριζών του να καταλαμβάνει μόλις το 1/4 του ύψους της μπάλας του χώματος, ενώ το υπόλοιπο νά’ναι σκέτο πυκνό τυρφώδες έδαφος, πιθανόν για τη στήριξη του κορμού. Το μεταφύτευσα πολύ προσεκτικά σε μια λίγο μεγαλύτερη γλάστρα με ελαφρύτερο έδαφος, ενώ ξεσκέπασα 6-8 εκατοστά απ’τον κορμό ώστε να του δώσω μια πιο φυσική εμφάνιση, αφου πριν ο πρώτος ψευδοσπόνδυλος βρισκόταν μόλις πάνω απ’την επιφάνεια του εδάφους. Έκοψα επίσης όλες τις ταινίες που έδεναν τον κορμό στο καλάμι, αντικαθιστώντας τες από ένα σπάγκο κάπου στη μέση, ώστε να μπορεί το φυτό να ταλαντεύεται ελαφρά από τον αέρα. Μετά απ’αυτές όλες τις επεμβάσεις όμως φοβόμουν μήπως το φυτό αντιδράσει αρνητικά. Όμως, δύο μήνες μετά, παρατηρώ σημαντική ανάπτυξη: Όλα τα κλαδιά, κυρίως αυτά των ψηλότερων ψευδοσπονδύλων, καθώς κι ο μικρός αρχικά ψευδοσπόνδυλος της κορυφής έχουν αναπτυχθεί σημαντικά, ενώ η αδρανής κορυφή που αρχικά είχε το σχήμα κουμπιού προστατευμένη μέσα στα φύλλα της ψήλωσε, όπως την είδα στις 21 του μηνός, σίγουρα κατά 6 εκατοστά. Το φυτό έχει αναπτυχθεί λίγο από τη μέρα της φωτογράφισης. Πάει πολύ καλά ευρισκόμενο τώρα στον ήλιο και τροφοδοτούμενο όσο λείπω με το
αυτόματο πότισμα,
όπως κι όλη η συλλογή μου. Μόνο ένα πρόβλημα αντιμετώπισα, αυτό του αέρα. Επειδή η γλάστρα είναι μικρή και το φυτό ψηλό΄, πέφτει εύκολα στο δυνατό άνεμο. Για να προλάβω την πτώση όσο λείπω, έβαλα γύρω του γεμάτες με χώμα γλάστρες σχεδόν στο μέγεθος αυτής του φυτού, ώστε νά’χει μεγαλύτερη βάση. Ένα πολύ καλό φυτό που θεωρώ πως θά’πρεπε να είχαν περισσότεροι στα σπίτια τους.

Η ιδέα μου για την αραουκάρια μεταλασσόταν μέσα στα χρόνια. Αρχικά, ακούγοντας για ένα συμμετρικό κωνοφόρο με σκληρό φύλλωμα που μπορεί να ζήσει σ’εσωτερικούς χώρους, νόμιζα πως είναι ένα φυτό που είχα δει λίγες φορές με μεγάλα, σκουροπράσινα κλαδιά με σκληρές βελόνες πλευρικά διατεταγμένες, το οποίο αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν κύκας
(Cycas revoluta),
αρχέγονο κι αυτό αλλά όχι κωνοφόρο, με τα κλαδιά νά’ναι κανονικά τα φύλλα του. Τώρα έχω κι έναν τέτοιο στη συλλογή μου. Έπειτα νόμιζα πως ήταν ένα ψηλό δέντρο σαν έλατο, αλά με πολύ μαλακό φύλλωμα και συμμετρικότατο. Βλέποντας όμως τη νεαρή αραουκάρια της Χιλής στο
Βοτανικό Κήπο της Φλωρεντίας
το 2011 και διάφορες άλλες φωτογραφίες, κατάλαβα πως τα φύλλα της ήταν πιο σκληρά. Τέλος, η ιδέα μου διορθώθηκε πλήρως με τη πρόσφατη γνωριμία μου μ’αυτοό το φυτό. Έχοντας πλέον στο μυαλό μου σωστή την εικόνα αυτού του δέντρου, μπορώ ν’αναγνωρίσω ως αραουκάριες του ίδιου είδους δύο δέντρα που είχα συναντήσει στο παρελθόν, ένα σ’ένα κρεωπωλείο στην οδό Καραϊσκάκη κι ένα στο Μάτζικ Παρκ. Για το πρώτο μου είχε περάσει στιγμιαία η σκέψη μόλις το είδα ότι θα μπορούσε να είναι βολέμια, όμως δεν είχε τις χαρακτηριστικές τέσσερις σειρές φύλλων για να είναι. Το πρόβλημά μου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις αραουκάριες. Σε πολά άγνωστα είδη φυτών βλέπω παράξενα ή κι εξαφανισμένα είδη. Ποιος ξέρει, μήπως νομίζω υποσυνείδητα πως πρόκειται ν’ανακαλύψω κάτι σημαντικό; Για παράδειγμα πρόσφατα,
τον καρπό μιας φλαμουριάς, που δεν είχα ξανασυναντήσει ποτέ, τον πέρασα για φύλλο εξαφανισμένου πτεριδοσπερματόφυτου με τα σπόρια πάνω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για την ετερόφυλλη αραουκάρια
περιγραφή και ρεκόρ του είδους
καλλιέργεια του είδους στο floridata.com
ταυτοποίηση και καλλιέργεια του είδους
πληροφορίες και σημειώσεις για το είδος στο davesgarden.com
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το νησί Νόρφολκ
ο ιστότοπος του νησιού Νόρφολκ
περιγραφή του γένους Araucaria

Ενημέρωση 24/8/2012: Χθες, επιστρέφοντας από διακοπές, παρατήρησα τεράστια πρόοδο στην αραουκάριά μου! Κατ’αρχήν υπήρχε ανάπτυξη σ’όλα τα επίπεδα κλαδιών, με τη μεγαλύτερη στα τρία ανώτερα. Στο τελευταίο μάλιστα τα κλαδιά απλώθηκαν αρκετά και σε μήκος και σε πλάτος με τα πολλά πλευρικά που έχουν, φτάνοντας τις διαστάσεις του αμέσως κατώτερου, το οποίο έχει αναπτυχθεί επίσης, μ’ένα όμως μικρό πρόβλημα, ένα κλαδί του με μικρή απόσταση απ’τον τοίχο ακούμπησε λίγο στον τοίχο και αναπτύχθηκε προς τα πάνω για λίγα εκατοστά, χαλώντας λίγο το γενικό σχήμα. Δεν είχα υπολογίσει για τόσο γρήγορη ανάπτυξη, ώστε να είχα το φυτό πιο μακριά, πιστεύω όμως πως τώρα, που το τοποθέτησα πιο πέρα απ’τον τοίχο, θα συνεχιστεί η ανάπτυξη και πάλι οριζοντίως. Η κορυφή, η οποία όπως είχα πει άρχισε να ψηλώνει το καλοκαίρι, πλέον έχει βάλει 10-12 εκατοστά ύψους και, το πιο εκπληκτικό, στην κορυφή έκανε ένα νέο ψευδοσπόνδυλο πέντε κλαδιών, το καθένα όχι μεγαλύτερο ακόμα από 4 εκατοστά, στενό λίγο στη βάση με πιο φουντωτή κορυφή, απ’όπου θα συνεχίσει η ανάπτυξη και τα κλαδιά δεύτερης τάξεως. Επίσης μου φάνηκε πως κάπως ο κορμός αυξήθηκε σε διάμετρο. Το φυτό όπως φαίνεται πάει πολύ καλά, και μάλλον θα συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό για ενάμισι μήνα ακόμα. Αναμένεται νέα φωτογραφία.

Ενημέρωση 4/9/2012: Τα κλαδάκια έχουν μεγαλώσει αρκετά, φτάνοντας τώρα τα 5-6 εκ., ενώ άρχισαν και τις πλευρικές διακλαδώσεις.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 3/9/2012 με τον ψευδοσπόνδυλο των νεαρών κλαδιών.

Ενημέρωση 18/11/2012: Πριν μια βδομάδα σχεδόν μεταφύτευσα την αραουκάρια σε μεγαλύτερη γλάστρα, γιατί στη μικρή που βρισκόταν έπεφτε αμέσως με τον άνεμο. Βγάζοντάς την είδα πως σχεδόν όλος ο χώρος του χώματος είχε γεμίσει με λεπτές, πυκνές ρίζες, αν και λίγος χώρος έμενε ακόμα προς τα πάνω. Οι χοντρότερες και πιο ξυλώδεις κύριες στηρικτικές ρίζες βρίσκονταν κοντά στον κορμό και στα κάτω μέρη της μπάλας χώματος. Στη γλάστρα ππου βρίσκεται τώρα θά’χει χώρο για αρκετά χρόνια ανάπτυξης. Επίσης τα κλαδιά της κορυφής έχουν μεγαλώσει πολύ.

Η κορυφή της αραουκάριάς μου 18/11/2012 πολύ πλατύτερη.

Ενημέρωση 10/12/2012: Ήρθε η ώρα και η αραουκάρια, μαζί με τα υπόλοιπα ευπαθή φυτά, να μαζευτεί σε προστατευμένο χώρο λόγω ψύχους. Η μετακίνηση έγινε στις 5 Δεκεμβρίου, αφού όμως είχε γίνει κάτι δυσάρεστο. Τις μέρες εκείνες φυσούσαν υπερβολικοί άνεμοι που προξένησαν
μεγάλες καταστροφές στα φυτά.
Η αραουκάρια λοιπόν, επειδή ακόμα δεν είχε πιάσει με τις ρίζες της καλά το νέο χώμα, μετακινήθηκε μαζι με τη ρίζα της μέσα στη γλάστρα, με αποτέλεσμα να την ξαναβγάλω και να την ξαναφυτέψω όρθια, κάτι όχι και τόσο καλό γι’αυτά τα φυτά που μισούν τις ταραχές στις ρίζες τους. Ευτυχώς είναι χειμώνας, και μέχρι την επόμενη άνοιξη το φυτό θά’χει προσαρμοστεί πλήρως. Έως τώρα πάντως δε δείχνει σημάδια στρες. Επίσης κατά τη μεταφύτευση έσπασε ένα μικρό κλαδάκι απ’το χαμηλότερο ψευδοσπόνδυλο, για λίγο έσταζε ρετσίνι, αλλά γρήγορα η πληγή έκλεισε. Δεν πειράζει, άλλωστε η μεγάλη ανάπτυξη γίνεται ψηλότερα, και πιστεύω πως εκείνα τα κλαδιά έτσι κι αλλιώς σύντομα θα ξεραθούν.

Η αραουκάρια στο προσωρινό χειμερινό της περιβάλλον. Σε σχέση με την πρώτη φωτογραφία του άρθρου, έχει αναπτυχθεί αισθητά.

Ενημέρωση 6/7/2013: Είχα κάποια θέματα με τη σταθερότητα, αλλά προσπάθησα να τα λύσω όσο γίνεται. Ο αέρας πριν λίγες βδομάδες ήταν τόσο δυνατός, ώστε έριχνε κάτω την αραουκάρια αρκετές φορές, ακόμα και στη μεγάλη γλάστρα όπου υποτίθεται θά’πρεπε να πιαστεί με τις ρίζες της καλά. Προσπάθησα να τη δέσω καλύτερα στο καλάμι, αλλά το τελευταίο δεν είναι και τόσο μεγάλο για να τοποθετηθεί βαθιά στο χώμα ώστε να μπορεί να στηρίξει το φυτό καλά, και γι’αυτό το βάρος του φυτού το μετακινεί λίγο προς την κατεύθυνση που γέρνει. Τελικά έδεσα το δέντρο στα κάγκελα σε δύο σημεία. Πότε επιτέλους θα μπορεί να στηριχτεί μόνο του;

Η αραουκάρια 6/7/2013.

Η αναπτυσσόμενη κορυφή φωτογραφημένη την ίδια ημερομηνία.

Ενημέρωση 8/8/2013: Ακόμα υπάρχουν προβλήματα στη στήριξη. Μετά από έναν ισχυρό άνεμο τα σχοινιά έφυγαν απ’τα κάγκελα, και πάλι το φυτό γέρνει λίγο προς τη μία μεριά. Θα προσπαθήσω να το ξαναστηρίξω. Εντωμεταξύ απ’την κορυφή αναπτύχθηκε νέος ψευδοσπόνδυλος με 6 κλαδιά.

Η κορυφή 7/8/2013.

Ενημέρωση 12/3/2014: Τα Χριστούγεννα μου έφεραν δώρο άλλες τρεις αραουκάριες, τις οποίες στολίσαμε, φυτεμένες σε μια γλάστρα, η γνωστή κακή πρακτική των ανθοπωλών για να τις κάνουν να φαίνονται πυκνότερες, η οποία όμως βλάπτει σοβαρά αυτά τα ιδιαίτερα φυτά, αφού το καθένα προσπαθεί να επεκτείνει τις ρίζες του στο χώρο του άλλου και τελικά δυσκολεύονται όλα. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και και τα τρία φυτά έχουν την ίδια ηλικία, όπως φαίνεται από τους ψευδοσπονδύλους κλαδιών που έχουν, το ένα είναι πολύ μικρότερο και καχεκτικό, ενώ κανένα τους δεν έχει το μέγεθος που θά’πρεπε να έχει για την ηλικία του σ’ένα σωστο περιβάλλον. Επειδή έχουν πιθανότατα μεγαλώσει σε σκιερό φυτώριο για όλη τους τη ζωή ως τώρα, έχουν λεπτεπίλεπτη δομή με σκουροπράσινα μαλακά φύλλα. Αν και κανονικά αναπτύσσονται οι κορυφές τους το μεσοκαλόκαιρο, στην προκειμένη περίπτωση το μεσαίο σε μέγεθος φυτό είχε ψηλή κορυφή μόλις μου ήρθε, και σύντομα έκανε έναν ψευδοσπόνδυλο τεσσάρων κλαδιών, μια πολύ θετική εξέλιξη από τα τρία του αμέσως προηγούμενου, που δείχνει πόσο ανθεκτικά είναι αυτά τα φυτά ακόμα και σε συνθήκες παραμέλησης, ο οποίος μέσα στο χειμώνα ανάπτύχθηκε σε 4-5 εκατοστά διάμετρο! Το χειμώνα τον πέρασαν έξω σε μια προστατευμένη θέση χωρίς πρόβλημα, επειδή ήταν ελαφρύς, αν και η παλιά μου και αγαπημένη αραουκάρια βρίσκεται στην ασφάλεια του κλιμακοστασίου. Σε λίγο θα πρέπει να την βγάλω κι αυτήν έξω, και να την ξαναστηρίξω, ενώ οπωσδήποτε θα πρέπει να χωρίσω τις τρεις καινούργιες σε ατομικές γλάστρες, και να δώσω τουλάχιστον τις δύο. Δυστυχώς το κλίμα της περιοχής δεν επιτρέπει τη φύτευση καμίας στο έδαφος.

Οι αραουκάριες 11/3/2014.

Ενημέρωση 22/8/2014: Το Μάιο χώρισα τα τρία δέντρα σε ξεχωριστές γλάστρες με καλάμια για τις δύο μεγαλύτερες. Αν και οι ρίζες τους ταράχτηκαν πολύ, αφού πολλές βγήκαν εκ΄τος χώματος και αρκετές λεπτές κόπηκαν, τα φυτά δεν παρουσίασαν ιδιαίτερα προβλήματα πέρα από την ξήρανση ενός κλαδιού του κατώτερου ψευδοσπονδύλου και των δύο. Δεν είχε την ίδια κατάληξη η τρίτη και μικρότερη εντούτοις, η οποία είχε πολύ αδύναμη ρίζα απ’όπου το χώμα έπεσε αμέσως, και ξεράθηκε σε δύο βδομάδες. Την άφησα στη γλάστρα αρκετό καιρό, μήπως και δείξει σημεία ζωής, αλλά τελικά μας είχε αφήσει.
Τις άλλες δύο τις έδωσα στον πατέρα μου, όπου μεγάλωσαν θεαματικά. Η μία, η οποία είχε κάνει έναν ψευδοσπόνδυλο το χειμώνα και πλέον έχει φτάσει σε μεγάλο πλάτος, έκανε ακομα έναν τριών κλαδιών τώρα το καλοκαίρι, ενώ η άλλη έκανε έναν τεσσάρων κλαδιών στην αρχή του καλοκαιριού και τώρα ετοιμάζεται για έναν ακόμα. Πολύ παράξενη συμπεριφορά αυτή, αφού υποτίθεται πως τα φυτά αυτά κάνουν έναν ψευδοσπόνδυλο κάθε χρόνο. Υποθέτω πως προσπαθούν ν’αντισταθμίσουν τη χαμένη ανάπτυξη των προηγούμενων ετών, τώρα που ενεργοποιήθηκαν από τον έντονο ήλιο και το περισσότερο χώμα, προσαρμογή χρήσιμη για το φυσικό τους περιβάλλον, όπου ένα δενδρύλλιο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα ένα κενό που ανοίγει στο δάσος ώστε να προλάβει τους ανταγωνιστές του. Εντωμεταξύ ο κορμός τους έχει δυναμώσει και το νέο φύλλωμα είναι όπως πρέπει, σκληρότερο και πυκνότερο.
Η δική μου αραουκάρια τώρα ετοιμάζεται για ψευδοσπόνδυλο. Πλέον έχω βγάλει εντελώς το καλάμι στήριξης, και την έχω δεμένη από δύο σημεία στα κάγκελα. Γέρνει ελαφρώς, αλά δεν πειράζει, αντίθετα δείχνει μεγαλύτερη και πιο φυσική. Πλέον ο κορμός της έχει παχύνει αρκετά.

ενημέρωση 5/1/2015: Μόλις χθες ξεστολίσαμε την αραουκάρια από τα Χριστούγεννα, και τώρα ξεχειμωνιάζει στο κλιμακοστάσιο όπως πάντα για το κρύο. Ο φετινός της ψευδοσπόνδυλος ήταν 5 κλαδιών κι εμφανίστηκε αρκετά αργότερα από το κανονικό. Ίσως η ενόχληση στις ρίζες της από τις προσθαφαιρέσεις καλαμιών την άνοιξη να την πήγε λίγο πίσω προσωρινά.

Η αραουκάρια σαν νυφούλα στολισμένη 20/12/2014. Αν ήμασταν στο Ύστερο Ιουρασικό, ίσως βλέπαμε συχνότερα τέτοιο θέαμα, όπως άλλωστε και τουατάρα.