Tag Archive: αμφίβια


Ceratophrys cranwelli 21/4/2015

Από την Τρίτη, 21 Απριλίου, είμαι ο κάτοχος ενός κερασφόρου βατράχου του Κράνγουελ (Ceratophrys cranwelli). Τον αγόρασα από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων εξειδικευμένο στα ερπετά, στα αμφίβια και σε λοιπά εξωτικά ζώα, όπου μπορείτε να βρείτε προς πώληση τέτοια ζώα καθώς και ό,τι χρειάζεστε για τη διατήρησή τους. Είναι ένα είδος που έψαχνα για καιρό, αλλά είναι σχετικά σπα΄νιο στην Ελλάδα, όχι επειδή είναι σπάνιο στην αιχμαλωσία – είναι από τα κοινότερα αμφίβια -, αλλά απλώς διότι λίγοι Έλληνες έχουν αμφίβια σε σχέση μ’αυτούς που έχουν ερπετά, οι οποίοι πάλι λίγοι είναι. Γενικώς με εντυπωσιάζουν οι τεράστιοι βάτραχοι που μπορούν να φάνε οτιδήποτε, όπως οι συγκεκριμένοι, οι αφρικανικοί πυξικέφαλοι ή οι τεράστιοι φρύνοι, και είχα αποφασίσει ότι θα έπαιρνα κάποιον απ’αυτούς αν τον έβρισκα.
Για τους κερασφόρους βατράχους είχα γράψει παλαιότερα εδώ. Είναι τα 8 είδη που αποτελούν το γένος Ceratophrys (κερατόφρυς), της νοτιοαμερικανικής οικογένειας των κερατοφρυιδών (Ceratophryidae). Η οικογένεια περιλαμβάνει ακόμα δύο γένη, τα Chacophrys και Lepidobatrachus, με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, όπως θωράκιση, χερσαία διαβίωση, ικανότητα κατανάλωσης μεγάλων θηραμάτων και σαρκοφάγους γυρίνους, αν και μερικά είδη είναι υδρόβια, και μερικών οι γυρίνοι διατηρούν την προγονική χορτοφαγία. Όλα τα μέλη του γένους Ceratophrys είναι χερσαίοι, μεγάλοι βάτραχοι, με σχεδόν στρογγυλό σώμα, που έχει πλάτος περίπου όσο και το μήκος τους. Έχουν τεράστιο κεφάλι με στόμα πλατύ όσο και το κεφάλι, και δύο εξέχοντα μάτια ψηλά, από τα οποία το άνω βλέφαρο, όταν είναι ανοιχτά, είναι εξογκωμένο έχοντας την όψη μικρού κεράτου, πιθανόν για να σπάει το περίγραμμα του ζώου για καλύτερο καμουφλάζ. Είναι προσαρμοσμένοι για το σκάψιμο κι έχουν έντονα και ασυνήθιστα για αμφίβια οστεοποιημένο σκελετό, με επιπλέον οστέινες πλάκες κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης συνενωμένες μ’αυτήν, και το δέρμα του κρανίου συνενωμένο με τα βαριά, ανάγλυφα οστά του για περαιτέρω προστασία. Είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί μεγάλων θηραμάτων, με γλώσσα που μπορεί να μεταφέρει βάρος ίσο με τρεις φορές αυτό΄του βατράχου, και ικανότητα κατανάλωσης όσο και το μισό τους σώμα. Επειδή αντιμετωπίζουν μεγάλα, πιθανώς επικίνδυνα θηράματα, κι επειδή οι βάτραχοι αρχικά είχαν δόντια μόνο στην πάνω σιαγόνα, οι κερασφόροι βάτραχοι έχουν εξελίξει οδοντοειδείς αποφύσεις της κάτω σιαγόνας ως υποκατάστατα δοντιών, για να κρατάνε το θήραμα. Παρόμοιες δομές έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε άλλους βατράχους με παρόμοιες διατροφικές συνήθειες. Κατά τις ξηρές περιόδους, θάβονται βαθιά στο έδαφος και πέφτουν σε νάρκη, με μια στρώσει παλιού δέρματος να τους προστατεύει από την αφυδάτωση σαν κουκούλι. Παρόμοια κουκούλια έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε άλους βατράχους που πέφτουν σε νάρκη με τον ίδιο τρόπο. Με την έναρξη της περιόδου των βροχών, οι βάτραχοι ξυπνούν και μεταβαίνουν σε προσωρινές λίμνες, όπου θ’αναπαραχθούν. Τα αρσενικά κωάζουν με έναν απλό τόνο, και κατά την αναπαραγωγική διαδικασία τα θηλυκά γεννούν πολλά αυγά, τα οποία τοποθετούν σε φυτά και άλλα αντικείμενα κάτω απ’το νερό. Οι γυρίνοι είναι σαρκοφάγοι και τρέφονται με οτιδήποτε μικρότερο μπορούν αν πιάσουν, συμπεριλαμβανομένων και μελών του είδους τους. Για ν’αποφύγουν επιθέσεις από άλλους γυρίνους και εχθρούς, οι γυρίνοι του γένους έχουν εξελίξει ηχητική επικοινωνία, κάνοντας τους από τους λίγους γυρίνους που χρησιμοποιούν ήχο. Μεταμορφώνονται γρήγορα, επειδή οι λίμνες όπου ζουν κινδυνεύουν να ξεραθούν, και συνεχίζουν τη ζωή τους ως μικροί μεγαφάγοι βάτραχοι, οι οποίοι μέσα σ’ένα χρόνο περίπου θα έχουν φτάσει σχεδόν στο τελικό τους μέγεθος. Ο δικός μου βάτραχος, ο C. cranwelli, είναι το μικρότερο (μήκους 9-13 εκ), αλά ανθεκτικότερο μέλος του γένους, ο οποίος κατάγεται από το Γκραν Τσάκο της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Βολιβίας. Είναι ένας τόπος που καλύπτεται από αραιά δάση, θαμνότοπους και σαβάνες, με ξηρό υποτροπικό κλίμα. Το είδος έχει τα μικρότερα «κέρατα» του γένους.
Το βάτραχό μου λοιπόν τον πήρα γύρω στα 4 εκατοστά, και πιθανότατα γεννήθηκε και μεταμορφώθηκε φέτος. Είναι φυσιολογικού χρωματισμού, πράσινος με καφέ. Στο εμπόριο κυκλοφορούν επίσης και αλφικοί (albino) C. cranwelli, καθώς και ανοιχτόχρωμοι στο χρώμα της μέντας (mint). Το είδος, όπως και τα συγγενικά C. ornata και C. cornuta, είναι δημοφιλές στην αιχμαλωσία εξαιτίας της μοναδικής του μορφολογίας και συμπεριφοράς, καθώς και της ευκολίας διατήρησής του. Ως αδρανή ζωά, χρειάζονται μικρό χώρο αναλογικά με το μέγεθός τους, υπόστρωμα που σκάβεται εύκολα, αρκετή υγρασία ή ένα μπολ νερού σε περίπτωση που η υγρασία είναι χαμηλή, και θερμοκρασίες δωματίου ή λίγο υψηλότερες για τη δραστήρια περίοδο – κατά τη χειμερία νάρκη η θερμοκρασία και η υγρασία μπορούν να πέσουν χαμηλότερα. Θα κάθονται απλώς σ’ένα σημείο, φεύγοντας από εκέι μονο για να φάνε ή να αφοδεύσουν. Μπορούν να τρώνε τεράστιες ποσότητες τροφής αραιά.
Παρέλαβα το βάτραχο λοιπόν σ’ένα διάφανο πλαστικό κουτί με βρεγμένα χαρτιά, για να διατηρείται η υγρασία. Τον έβγαλα για να δω πώς είναι, και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το τεράστιο σε σχέση με το σώμα του κεφάλι και στόμα, και τα μάτια με τα πεταχτά βλέφαρα. Ήταν πολύ στρουμπουλός, αλλά στην ηλικία αυτήν μοιάζει ακόμα με τους δικούς μας βατράχους και φρύνους, εκ΄τος από τα παραπάνω σημεία. Το δέρμα του ήταν χαλαρό όπως σ’όλους τους βατράχους, αλά στο κεφάλι ήταν πιο σφιγμένο. Ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως η θωράκιση του είδους. Επίσης εντύπωση μου έκανε το μαλα΄κο δέρμα του, το οποίο περίμενα πιο σκληρό και σπυρωτό όπως των φρύνων, αφού είναι είδος που περνά το μεγαλύτερο χρόνο του στην ξηρά και χρειάζεται προστασία. Η ιδιομορφία του είδους ωστόσο ήταν εμφανής απ’την αρχή. Ο βάτραχος αυτός ήταν υπερβολικά αδρανής. Ίσως να μην έχω συναντήσει πιο αδρανές σπονδυλωτό ζώο απ’αυτόν. Καθόταν σε μια γωνία, ακριβώς στην ίδια θε΄ση για ώρες, εντελώς αδιάφορος για το περιβάλλον του. Δεν έδειχνε να παρατηρεί τίποτα. Απλώς όταν περνούσα από μπροστά του απότομα μπορεί να τρόμαζε, να έκανε μερικά πηδήματα προς κάποια γωνία, ή και να προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο πλαστικό, πέφτοντας στο πλάι μετά από λίγο και παρατώντας την προσπάθεια. Όσο όμως ήταν κρυμμένος, δεν τον ένοιαζε τίποτα. Προφανώς ο εγκέφαλός του θα είναι αρκετά μικρότερος σε σχέση με άλλους βατράχους, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς έχουν μικρούς εγκεφάλους. Επειδή λοιπόν το κουτί δε μου φάνηκε αρκετά μεγάλο αναλογικά με το μέγεθός του, αποφάσισα να τον κρατήσω εκεί. Όμως άρχισα ν’ανησυχώ. Πίστευα ότι το είδος είναι τόσο απλό στις ανάγκες του, που θα μπορούσε από΄την πρώτη μέρα να φάει ό,τι του έδινα, όπως δείχνουν και τα βίντεο στο youtube. Όπως είπα, ο εγκέφαλός τους είναι μικρός και το τι υπάρχει γύρω τους δεν τα νοιάζει και πολύ, γι’αυτό πολλοί τα διατηρούν μόνιμα σε υγρά χαρτιά ή και σε ρηχό νερό χωρίς καμία κρυψώνα, αλλά απ’ό,τι έμαθα αργότερα, οι μικροί βάτραχοι στρεσάρονται πιο εύκολα και καλό είναι να έχουν μέρος να κρυφτούν. Του έδωσα λοιπόν από την πρώτη με΄ρα κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), τις οποίες δεν πείραξε. Επειδή με ανησύχησε πολύ αυτό, κι επειδή δεν είχα μεγάλη εμπειρία με το είδος, τον τάις ααναγκαστικά την επόμενη με΄ρα κομμάτια από γεωσκώληκες, τα οποία δε μπόρεσε να δεχτεί όλα. Τα πετούσε έξω με τα μπροστινά του πόδια ή με ανοιγοκλεισίματα του στόματός του. Μετά από λίγες προσπάθειες, σφράγισε το στόμα του εντελώς, και πλέον δεν άνοιγε με τίποτα. Δεν ήταν δύσκολο το άνοιγμα του στόματος του βατράχου όμως, αφού μόλις πίεσα τις δύο πλευρές του κεφαλιού του το άνοιξε, και μου έπιασε το δάχτυλο πολύ δυνατά, απ’όπου δεν έφυγε για λίγα δευτερόλεπτα. Ούτε με φυσήματα ούτε με κουνήματα με άφηνε. Ευτυχώς τώρα είναι μικρός και δεν έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση για να δαγκώνει από μόνος του, γιατί όταν μεγαλώσει ίσως μας δαγκώσει! Το είδος αυτό έχει την τάση να δαγκώνει ό,τι βρίσκεται μπροστά του, είτε επειδή το μπερδεύει με τροφή είτε για να αμυνθεί, αλά μπορέι να πιαστεί από πάνω με ασφάλεια. Στη φύση δε διστάζουν να επιτεθούν σε ζώα πολύ μεγαλύτερά τους – για παράδειγμα μπορούν να δαγκώσουν τα χείλη αλόγων που πίνουν νερό, και να μείνουν κρεμασμένοι για ώρα από εκεί. Κάποια τέ΄τοια περιστατικά οδήγησαν τους κατοίκους των περιοχών να θεωρήσουν τους βατράχους αυτούς επιθετικούς, δηλητηριώδεις, ικανούς να πνίξουν άλογα και με λοιπά εξωφρενικά χαρακτηριστικά. Λίγο η σύνδεση των φρύνων με το δηλητήριο και τις μάγισσες στην Ευρώπη, λίγο η ικανότητά τους να καταπ΄΄ινουν αρκετά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το μέγεθός τους, λίγο οι τυχόν παραδόσεις των Ινδιάνων εκείνων των περιοχών, δεν είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθούν τέτοιες δοξασίες σ’ένα λαό που μισεί τα αμφίβια και τα ερπετά.
Την ίδεια μερά μετά την επιβεβλημένη σίτιση, μετέφερα το βάτραχο σε ελαφρώς μεγαλύτερο κουτί με υγρά χαρτιά κουζίνας για υπόστρωμα. Επάνω έβαλα μερικα ξερά φύλλα φίκου για να κρύβεται από κάτω. Ο βάτραχος χώθηκε με΄σα στα χαρτιά και ηρέμησε. Το τερράριο το τοποθέτησα δίπλα στη λάμπα του γενειοφόρου μου δράκου, για να ζεσταίνεται από τη μια μεριά. Επειδή είχε πολύ φως, έκλεισα την επόμενη μέρα τις δύο πλευρές με χαρτιά μπρέιλ, και κράτησα το μεγαλύτερο ξερό φύλλο φίκου, το οποίο σκέπαζε τη γωνία όπου κρυβόταν. Ο Βάτραχος χωνόταν πίσω δεξιά, αρκετά κοντά στη ζέστη. Δημιουργούσε μια στρόγγυλη τρύπα στο χαρτί όπου καθόταν, και μισοχωνόταν από΄κάτω. Σε 4 μέρες, αφόδευσε. Τα κόπρανά του ήταν κανονικά. Άλλαζα το χαρτί κάθε μία ή δύο μέρες, όποτε άρχιζε να μυρίζει σαν ενυδρείο, για να μη συσωρευθούν πολλές τοξίνες στο χώρο του. Ιδίως σε υπόστρωμα χαρτιού ή σε ρηχό νερό, η αμμωνία από την αποσύνθεση των ούρων και των περιττωμάτων του βατράχου μπορεί να τον σκοτώσει γρήγορα, χωρίς πολλά συμπτώματα. Ένα από τα καλά του χώματος ως υπόστρωμα είναι ότι διαλύει αυτές τις τοξίνες σε πολύ μεγαλύτερη επιφάνεια, και έτσι δε χρειάζεται τόσο συχνά αντικατάσταση. Αν υπάρχουν καθαριστές όπως ισόποδα ή κωλέμβολα στο χώμα, και το χώμα είναι πολύ, ίσως δε χρειαστεί ποτέ αντικατάσταση, αν και ένα τέτοιο στήσιμο δεν είναι τόσο εύκολο γι’αυτούς τους μεγάλους βατράχους, παρά για μικρότερα είδη όπως poison dart frogs. Συνέχιζα λοιπόν να του ρίχνω τροφή, και κάποια από τα έντομα έλειπαν, οπότε μάλλον έτρωγε κάτι. Σε δύο μέρες ξανααφόδευσε αμέσως μόλις άλαξα τα χαρτιά, και τον παρατήρησα να επιστρέφει αμέσως στην κρυψώνα του.
Τελικά μια βδομάδα μετά την απόκτηση του βατράχου, αντικατέστησα το χαρτί με πιο φυσικό υπόστρωμα τύρφης και βρύων είδους σφάγνου, όπου θα μπορούσε να σκάβει. Γέμισα το τερράριο με δύο λίτρα τύρφη, και από πάνω έβαλα λίγες μάζες βρύων. Τα βρύα Sphagnum, τα οποία αγόρασα από΄το κατάστημα απ’όπου πήρα και τον βάτραχο, είναι πακεταρισμένα σε πλαστική συσκευασία, αποξηραμένα και πεπιεσμένα. Από την πλάκα απλώς σπάτε ένα κομμάτι, το βάζετε στο νερό και σε λίγα δευτερόλεπτα διαστέλλεται αρκετά. Τα βρύα είναι κίτρινα, οπότε μάλλον νεκρά, αν και δεν είμαι σίγουρος, μια ςκαι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να αντέξουν σχεδόν πλήρη ξήρανση του σώματός τους χωρίς συνέπειες. Μυρίζουν σαν άχυρο. Και την τύρφη από το ίδιο κατάστημα την πήρα, αλλα΄μπορείτε να την βρείτε επίσης σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες και με μικρότερο κόστος στα περισσότερα φυτώρια. Πρέπει να είναι καθαρή, ουδέτερη τύρφη, χωρίς προσθήκες ή λιπάσματα.
Από τότε ο βάτραχος βρήκε τη χαρά του. Έκανε αμέσως αυτό που έπρεπε, δηλαδή χώθηκε μέσα στο υπόστρωμα. Πλέον είχε την επιλογή να φύγει από τη ζέστη, και πήγε στην αντίθετη πλευρά. Πιθανόν οι θερμορρυθμιστικές ανάγκες αυτών των βατράχων έχουν υπερσυζητηθεί. Από τότε ποτέ δεν ξαναθάφτηκε κοντά στη λάμπα.
Επειδή ανησυχούσα πολύ, τον τάισα πάλι στο στόμα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς κι ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella). Τώρα όμως δεν έφαγε με το ζόρι. Δάγκωσε δυνατά το άκρο του εντόμου, και με λίγες καταπόσεις το εξαφάνιζε. Προφανώς ήθελε να φάει, αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθε αρκετά άνετα για να φάει μόνος του. Την επόμενη μέρα θάφτηκε εντελώς κάτω απ’το έδαφος για ένα εικοσιτετράωρο, και ανησύχησα μήπως πήγαινε για νάρκη, παρότι η θερμοκρασία και η υγρασία ήταν υψηλές. Το απόγευμα της επόμενης μέρας ο βάτραχος ήταν πιο κοντά στην επιφάνεια. Επειδή έβρεχε, ήθελα να δω αν η βροχή ξαφνικά θα του ανέβαζε τη δραστηριότητα, έτσι τον έβγαλα έξω. Μόλις τον έφερα μέσα έφαγε μόνος του δύο κόκκινους δρομείς! Δύο μέρες μετά, έφαγε άλλους δύο. Εκείνη ήταν και η μέρα που τον έχασα. Βγάζοντάς τον λιγο έξω για να αφαιρέσω λίγα βρύα απ’το τερράριο, πήδηξε από το χέρι μου και χάθηκε. Έπρεπε να ψάχνω μισή ώρα στο δωμάτιο, ώσπου τον βρήκα πίσω από κάτι κλούβες με κρασιά, και πάλι προσπαθούσε να φύγει. Από το μέρος που μου έφυγε ως εκεί ήταν τρία μέτρα περίπου, οπότε οι βάτραχοι αυτοί μπορούν να μετακινηθούν σε κάποια απόσταση αν πραγματικά χρειάζεται. Η έγκαιρη εύρεσή του ήταν αναγκαία, μιας και στο ξηρό περιβάλλον του πατώματος υπήρχε ο κίνδυνος ν’αφυδατωθεί και να πεθάνει, εάν έμενε αρκετές ώρες έξω. Τον έβρεξα και τον επέστρεψα πίσω στο μικροπεριβάλλον του.
Πέντε μέρες πριν είχε τεράστια όρεξη, αφού έφαγε 4 κατσαρίδες Αργεντιν΄ής (Blaptica dubia) και 4 γιγάντια αλευροσκούληκα (Zophobas morio). Ένα πέμτπο που έβαλα δεν το έφαγε, και το βρήκα ζωντανό το πρωί της επομένης, το οποίο δόθηκε στο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Από τότε η κοιλιά του είναι υπερβολικά γεμάτη, και ακόμα χωνεύει το τεράστιο γεύμα του. Χθες ωστόσο αφόδευσε και κάπως μου φαίνεται πως ξεφούσκωσε. Έχω την εντύπωση ότι μεγάλωσε λίγο από τότε που τον πήρα.
Η συμπεριφορά του είναι πολύ απλή, μπορώ να την χαρακτηρίσω υπερβολικά απλή, προσιδιάζουσα περισσότερο σε κυνηγετικό αρθρόποδο όπως αράχνη ή σκορπιό παρά σε σπονδυλωτό. Έχει διαλέξει το μπροστινό δεξιό μέρος του χώρου του για μόνιμο στέκι, όπου έχει σκάψει μια τρύπα. Μέχρι πρότινος την ημέρα θαβόταν βαθιά στην τρύπα του, αλά τώρα τελευταία απλώς έχωνε το κάτω μέρος του σώματός του εκεί. Σήμερα για κάποιον λόγο άλλαξε θέση, γιατί τον βρήκα εντελώς θαμμένο πίσω και λίγο δεξιά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό είναι προσωρινο΄ή μόνιμο. Ίσως έγινε διότι του διατάραξα το υπόστρωμα στην τρύπα του, επειδή αφόδευσε εκί. Το βράδυ συνήθως βρίσκεται στην επιφάνεια, είτε μπροστά απ’την τρύπα του, είτε στη μέση του τερραρίου, πιθανότατα περιμένοντας τροφή. Μετακινείται με δύο τρόπους: είτε με άλματα, όπως οι περισσότεροι βάτραχοι, που τα κάνει όταν διανύει μεγαλύτερη απόσταση, όταν βρίσκεται σεανοιχτό χώρο ή θέλει να διαφύγη από μια δυσάρεστη κατάσταση, είτε με βάδιση, όπως πολλοί φρύνοι και στεριανοί βάτραχοι, οπότε μπουσουλάει αργά και με τα τέσσερα πόδια, και συνήθως το κάνει όταν μετακινείται για λίγα εκατοστά μόνο ή σκαρφαλώνει ένα πολύ χαμηλό εμπόδιο. Είναι πολύ δύσκολο να ενοχληθεί αυτός ο βάτραχος. Ακόμα κι αν είμαι δίπλα του, δε θα μετακινηθεί καν. Μπορώ να τον αγγίξω ελαφρώς χωρίς να τον τρομάξω. Μπορώ για παράδειγμα ν’ακουμπήσω το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του και μετά να ρίξω μπροστά του το έντομο, χωρίς να ενοχληθεί. Αν όμως πά ωνα τον σπρόξω ή να τον σηκώσω, θ’αντιδράσει αρνητικά. Μπορεί να στριφογυρίσει στο μέρος όπου βρίσκεται για να ξεφύγει, ή να επιστρέψει στην τρήπα του. Αν είναι στην τρύπα του θα προσπαθήσει να με διώξει κουνώντας τα άκρα του. Αλλιώς, αν τρομάξει αρκετά, μπορεί να πηδήξει, και αν συγκρουστεί με μια γωνία και είναι ακόμα πανικόβλητος, μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει γρήγορα από εκεί. Αν σ’αυτήν την φάση τον αγγίξω ή τον σπρώξω στο πίσω με΄ρος του, θα πηδήξει μπροστά. Έτσι πηδάνε όλοι οι βάτραχοι, αλά ο συγκεκριμένος πρέπει να ενοχληθεί αρκετά για να κουνηθεί. Αν τον σηκώσω ελαφρά, μπορεί να μην αντιδράσει στην αρχή. Αν όμως τον μετακινήσω μακριά ή γρήγορα, μπορέι να προσπαθήσει να φύγει ή να κατουρήσει για άμυνα. Το κατούρημα των βατράχων είναι κυρίως νερό, και σχεδόν άοσμο, διότι τα νεφρά τους δε μπορούν να παραγάγουν ούρα πυκνότερα απ’το νερό. Όταν τον επιστρέψω πίσω, αλλά τον έχω ακόμα στο χέρι μου, συνήθως δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί πανεύκολα να βρεθεί στην ασφαλή τρύπα του, και γι’αυτό δε θα πηδήξει απ’το χέρι μου αν δεν τον σπρώξω, ακόμα κι αν το χώμα βρίσκεται λίγα εκατοστά χαμηλότερα. Όταν τελικά βρεθεί μέσα, μπορεί να πηδήξει λίγο πιο πέρα ή να μείνει στη θέση του. Όσο δύσκολα ενοχλείται τόσο εύκολα ηρεμεί ξανά. Έπειτα γίνεται πάλι απαθής, σαν να μην έγινε τίποτα. Ωστόσο σπάνια τον σηκώνω, κυρίως για να αλλάξω κάτι στο χώρο του. Άλλωστε ο χειρισμός δεν ωφελέι καθόλου τα αμφίβια και θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι απαραίτητο.
Αν και αρχικά δε σκόπευα να του δώσω όνομα, άτυπα τον λέω μπαλίτσα, και αν μας βγει θηλυκό, το οποίο ελπίζω, γιατί είναι λίγο μεγαλύτερο απ’το αρσενικό, θα κρατήσει αυτό το όνομα, αλλιώς πρέπει να του βρω άλλο.
Αυτό που περιμένω τώρα είναι να μεγαλώσει ο βάτραχός μου στο πλήρες του μέγεθος. Τότε θα μπορεί να τρώει και μικρά ψάρια, ποντίκια, μεγάλες κατσαρίδες, ακρίδες, σαλιγκάρια, μεγάλα σκουλήκια, και ότιδήποτε άλο μπορεί να μπουκώσει στο αβυσσαλέο στόμα του. Θεωρητικά θα μπορούσε να φάει το λοφιοφόρο γκέκο μου, μικρά κουνελάκια ή μικρούς γενειοφόρους δράκους, αλά δε θα έρθει ποτέ σε επαφή μ’αυτά για να τα φάει. Θα μείνει κλειδωμένος στο κουτάκι του, και για το καλό του και για το καλό τους!

Ενημέρωση 19/6/2015: Έχουμε νέες εξελίξεις. Όπως είχα πει, στις 14 Μαΐου έφαγε πάρα πολύ, 5 αλευροσκούληκα δηλαδή και 3 κατσαρίδες Αργεντινής. Ένα ακόμα αλευροσκούληκο το βρήκα στην επιφάνεια την επόμενη μέρα (15 Μαΐου) και το έδωσα στο γενειοφόρο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Έκτοτε παρέμενε στρουμπουλός για 5 μέρες, και στις 20 Μαΐου έχεσε. Αμέσως μετά έφαγε ένα μόνο αλευροσκούληκο, κάτι που με ανησύχησε αρκετά, επειδή το είδος του τρώει μεγάλες ποσότητες κανονικά. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να έχει εντερική ενσφήνωση, ίσως από κατάποση των σκληρών και άπεπτων βρύων ή κάποιου σβόλου τύρφης. Στις 21 Μαΐου άλλαξα όλο το υπόστρωμα, αντικαθιστώντας το με κοινό τυρφώδες χώμα και λίγα βρύα μόνο σε μια γωνία, και στον πυθμένα βρήκα 4 αλευροσκούληκα, τα οποία είχα δώσει από τις 20, αλλά δεν τα έφαγε και κρύφτηκαν. Την πρώτη μέρα έμενε θαμμένος μέσα στο υπόστρωμα, όμως τις επόμενες έβγαινε το βράδυ κανονικά στην επιφάνεια, αλλά δεν έτρωγε. Στις 25 Μαΐου του έδωσα 3 αλευροσκούληκα και 4 αργεντινές κατσαρίδες, εκ των οποίων την επόμενη μέρα έβγαλα 3 μισοθαμμένες κατσαρίδες και 2 αλευροσκούληκα. Προφανώς δεν έφαγε κανένα και τα υπόλοιπα κρύφτηκαν στο χώμα. Η κοιλιά του εξακολουθούσε να φαίνεται διογκωμένη, μ’ένα εγκάρσιο, σκληρό, κινητό αντικέιμενο στο πίσω μέρος της. Στις 28 Μαΐου, 8 μέρες χωρίς τροφή, του έδωσα με υποβοηθούμενη σίτιση ένα αλευροσκούληκο, και μου φάνηκε πως φούσκωσε περισσότερο. Κανονικά αντέχει πολύ περισσότερο χωρίς τροφή, αλλά μέλημά μου σ’αυτήν την ηλικία είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάπτυξη, οπότε προσπαθώ να τον ταΐζω τακτικά. Στις 1 Ιουνίου θορυβήθηκα, επειδή το δέρμα του βατράχου μου φάνηκε πιο βλενώδες, αλλά αυτό μπορεί να οφειλόταν και στην υψηλότερη υγρασία. Στις 2 Ιουνίου όμως αποφάσισα να δράσω, ακολουθώντας τη συνήθη μέθοδο θεραπείας ενσφηνώσεων σε βατράχους. Έβαλα το βάτραχο σ’ένα κυπελλάκι από γιαούρτι γεμάτο νερό, τη στάθμη του οποίου προσάρμοσα σε επίπεδο που ο βάτραχος θα ένιωθε άνετα. Στην αρχή ήταν λίγο βαθύτερο το νερό και ο βάτραχος αναγκαζόταν να κολυμπάει, γι’αυτό το μείωσα περισσότερο, και τοποθέτησα το κυπελλάκι κοντά στη λάμπα του δράκου, η οποία μόλις είχε σβήσει, αλλά εξέπεμπε ακόμα πολλή ζέστη. Μετά από 20 λεπτά, δεν είχε γίνει κάτι. Μετά όμως από μια ώρα περίπου, το νερό έγινε καφέ, και μύριζε κάπως, οπότε είχε χέσει. Άδειασα το νερό αμέσως και δεν πρόσεξα αν είχε κάποιο κομμάτι υποστρώματος μέσα. Ο βάτραχος τώρα ήταν πολύ πιο ξεφούσκωτος, και προφανώς ξαλαφρωμένος. Από την επόμενη μέρα μπορούσε να φάει κανονικά. Έφαγε 3 αλευροσκούληκα και 2 κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία αφόδευσε σ’ένα μεγάλο περίττωμα σε 5 μέρες. Το δίδαγμα της όλης υπόθεσης είναι πως, εάν δεν ταΐζεις με λαβίδα, τα βρύα μπορεί να μην είναι και τόσο κατάλληλα ως υπόστρωμα. Αν και επειδή είναι ανθεκτικό το είδος, πιστεύω πως τελικά θα είχε επανέλθει μόνο του.
Το διάστημα αυτό τρώει κατσαρίδες Αργεντινής, και πρόσφατα γρύλλους, ως υποκατάστατο των κατσαρίδων κόκκινων δρομέων που προσωρινά δε βρίσκω. Το καλό και των γρύλλων και των κόκκινων δρομέων είναι ότι είναι πολύ κινητικά έντομα, αν κρυφτούν κρύβονται για λίγο, και δε θάβονται στο υπόστρωμα. Την Τρίτη λοιπόν, 16 Ιουνίου, αγόρασα γρύλλους από το feeders.gr και δοκίμασα να του δώσω μερικούς. Ο βάτραχος είχε βγει στην επιφάνεια πιο νωρίς εκέινη τη μέρα, επειδή είχα βρέξει το υπόστρωμά του αρκετά. Μόλις λοιπόν μετακίνησα το τερράριό του, άνοιξα το καπάκι κι έβαλα χέρι μέσα για να εκτιμήσω την υγρασία του εδάφους, μήπως ήταν υπερβολική που δεν ήταν, επέστρεψε στην τρύπα του κι άρχισε να σκάβει για να κρυφτεί. Γενικά αδιαφορεί με μικρές μετακινήσεις και ανοίγματα του καπακιού, αλλά αν πειράζεις το χώρο του κοντά του για αρκετή ώρα, μπορεί να ενοχληθεί και ν’αρχίζει να ανοίγει τρύπα. Γενικως, όταν δε μπορεί να ξεφύγει ή νομίζει πως δε μπορεί να ξεφύγει – υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο, ή όταν βρίσκεται κοντά ή μέσα στην τρύπα του, προτιμά να σκάψει παρά να πηδήξει πιο πέρα. Σκάβει κινώντας ρυθμικά προς τα έξω και μπροστά τα πίσω πόδια του, και κινώντας παράλληλα τα μπροστινά πόδια εναλλάξ προς τα μπρος για να διώξει το χώμα. Αν και η διαδικασία φαίνεται αργή και δύσκολη, έτσι καταφέρνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να βυθιστεί σχεδόν ολόκληρος μέσα στο χώμα, ιδίως αν είναι μαλακό ή λασπώδες. Κινήσεις σκαψίματος μπορεί να κάνει ακόμα κι όταν είναι στριμωγμένος σε μια γωνία και δυσκολεύεται να ξεφύγει, ή όταν τον κρατάω στην κλειστή χούφτα μου – όταν λέω ότι έχει χαμηλή εγκεφαλική ικανότητα, το εννοώ. Λοιπόν μόλις του έριξα το γρύλλο μπροστά του, πετάχτηκε σαν πύραυλος από την τρύπα του και τον έπιασε! Έπιασε επίσης έναν στη γωνία του χώρου του, κι έναν κατά μήκος του τοιχώματος, με ασυνήθιστα μεγάλα άλματα για το μέγεθος και το είδος του, στα 8-10 εκατοστά. Άλλο δεν ήθελ ένα φάει, ούτε και την επόμενη μέρα. Χθες όμως, την Πέμπτη 18 Ιουνίου, έφαγε 5 γρύλλους και ίσως μια κατσαρίδα Αργεντινής, την οποία τέλος πάντων δε βρήκα πουθενά μετά από λίγη ώρα. Ενώ τη μια στιγμή ήταν μια φαινομενικά άκακη μπαλίτσα, την επόμενη κρατούσε δολοφονικά σφιχτά ένα έντομο στα σαγόνια της.
Σχεδόν πάντοτε πασπαλίζω τα έντομα με την ειδική σκόνη ασβεστίου, ώστε να χτίσει ισχυρό σκελετό, κάτι ακόμα σημαντικότερο τώρα που αναπτύσσεται. Ήδη από τότε που τον πήρα έχει αναπτυχθεί αρκετά, αν και δεν τον έχω μετρήσει επακριβώς. Τον υπολογίζω όμως γύρω στα 6-7 εκατοστά. Σιγά-σιγά θ’αρχίζω να του δίνω δοκιμαστικά και μεγαλύτερα θηράματα, όπως μικρές ακρίδες και μεγαλύτερες κατσαρίδες. Πλέον τον έχω απομακρύνει από τη θερμαντική λάμπα του δράκου, διότι οι περιβαλλοντικές θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές – μπορεί να έχει ως και 32-33 βαθμούς στο δωμάτιο την ημέρα.
Ενημέρωση 10/7/2015: Ο βάτραχος αναβαθμίστηκε. Αν και στις 3 Ιουλίου έφαγε πολλά μικρά αλευροσκούληκα, μετέπειτα άρχισα να δίνω τεράστια έντομα, ίσα περίπου με το κεφάλι του, σύμφωνα με το μέγεθός του. Την Τρίτη στις 6 του μη νός λοιπόν του έδωσα τρεις αρκετά μεγάλες κατσαρίδες Αργεντινής γύρω στα 3-4 εκ, τις οποίες όλες έφαγε. Τη μία έκανε λίγη ώρα να την καταπιεί, την δεύτερη την κατάπιε αμέσως, και για την Τρίτη έκανε την περισσότερη ώρα. Ήταν μεγάλη και την κατάπιε εγκάρσια. Για να τον βοηθήσω, τράβηξα λίγο την άκρη του εντόμου, αλλάμαζί με το έντομο σήκωσα και ολόκληρο το βάτραχο, για να καταλάβετε με πόση δύναμη τα δαγκώνει. Τόσο δυνατά, που τα κάνει δισδιάστατα. Φυσικα ο βάτραχος δεν έχει ανάγκη, και μετά από λίγο, διορθώνοντας λίγο τη θέση της μόνος του, την κατάπιε. Δε θ’αφήσει το έντομο σε καμία περίπτωση πάντως. Ακόμα και που τον ακούμπησα ή μετακίνησα το κουτί του λίγο, μπορεί να πήδηξε πιο πέρα, αλά την τροφή δεν την άφησε απ’το στόμα του. Μετά το λουκούλιο αυτό γεύμα, η κοιλιά του έγινε τεράστια, και για ολόκληρο το επόμενο εικοσιτετράωρο, δε βγήκε καν από το χώμα, γιατί χώνευε.
Χθες στις 9 του μηνός, ενώ η κοιλιά του ακόμα δεν είχε αδειάσει από το κολοσσιαίο εκείνο γεύμα, έφαγεάλλες δύο μεγάλες κατσαρίδες, και τις δύο με ευκολία. Την δεύτερη ωστόσο αρχικά την έπιασε από μια άκρη, και προσπάθησε να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, αλλά πού να ξεφύγεις από έναν τέτοιο δολοφόνο. Είναι εκπληκτικό πώς ένα φαινομενικά τόσο μικρό ζώο μπορεί να φάει τόσο μεγάλα θηράματα. Είναι πραγματικά αδίστακτος.
Έκανα και μια δοκιμή, για να δω αν με μπερδέψει με φαγητό. Τότε που του έδινα τα πολλά αλευροσκούληκα, έβαλα το δάχτυλό μου μπροστά του και το κινούσα αργά, και με δάγκωσε. Πέταξε δηλαδή τη γλώσσα του και μετά με δάγκωσε, αλά γρήγορα με άφησε. Επίσης χθες, όταν η πρώτη κατσαρίδα πέρασε κάτω απ’το κεφάλι του και δεν την έπιασε με τη μία, έβαλα πάλι το δάχτυλο μπροστά του για να την διώξω πάλι έξω, και μου δάγκωσε το δάχτυλο. Τραβώντας το, σήκωσα και το βάτραχο και την κατσαρίδα, η οποία είχε πιαστεί από πίσω του. Μετά τον άφησα κάτω και την έφαγε, σαν να μην έγινε τίποτα. Τόσο λίγο μυαλό έχουν. Έχουν ωστόσο τεράστια όρεξη.
Στο μέγεθος που βρίσκεται τώρα μπορεί άνετα να φάει ως και ψαράκι, μικρή σαύρα ή ένα μεσαίου μεγέθους ποντίκι. Πλέον αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη.

Ενημέρωση 20/8/2015: Ο βάτραχος συνεχίζει να μεγαλώνει και να τρώει τα πάντα. Από τις 24 Ιουλίου, η διατροφή του αναβαθμίστηκε και τρώει και σπονδυλωτά. Νεογέννητους αρουραίους, ψαράκια γκάπι κλπ. Δε δαγκώνει, αλλά αν τον πειράξω λίγο στο στόμα, μπορεί ν’ανοίξει το στόμα του και να δαγκώσει. Το δάγκωμά του ωστόσο δεν είναι τόσο κοφτερό όσο λέγεται. Σίγουρα μπορεί να σχίσει το δέρμα του κάποιος αν τραβήξει απότομα το δάχτυλό του, αλλά αλιώς, αν περιμένει μέχρι να τον αφήσει ο βάτραχος, δε θα πάθει τίποτα. Η πίεση ωστόσο των σαγονιών του είναι τεράστια και η δύναμή του μεγάλη, ώστε άνετα τον σηκώνεις με το ένα δάχτυλο. Συνήθως θα σε αφήσει από μόνος του, ή αν τον πειράξεις λίγο ή προσπαθήσεις να τον σηκώσεις κάποιες φορές. Ανοίγει το στόμα του διάπλατα, και συχνά σπρώχνει το δάχτυλο με τα μπροστινά του πόδια. Το στόμα του είναι ευρύχωρο και πάνω στον ουρανίσκο υπάρχουν λίγα μικρά δόντια, όπως και στους περισσότερους βατράχους. Τώρα μπορεί να φάει 4 ή και 5 μεσαίου μεγέθους κατσαρίδες Αργεντινής, και περίπου τρεις ενήλικες. Μια φορά που πεινούσε πολύ, του έδωσα αρκετές κατσαρίδες. Πρώτα έπιασε τη μία μπροστά του, ενώ μια άλλη βρισκόταν πίσω και δεξιά του, σχεδόν ακίνητη. Μόλις κατάπιε την πρώτη, γύρισε μεθοδικά προς τα δεξιά για να πιάσει την άλλη. Πιθανόν έχει λίγη μνήμη για να θυμάται πού βρίσκεται η τροφή κοντά του. Δείτε τον πώς μεγάλωσε!

Ceratophrys cranwelli 19/08/2015

Ενημέρωση 30/10/2015: Ο βάτραχος έχει μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Από το Σεπτέμβριο άρχισα να του δίνω πρώτα νεογέννητους, και μετά μεγαλύτερους νεαρούς αρουραίους γύρω στα 20 γραμμάρια. Πλέον μπορεί να τρώει τεράστιες ποσότητες τροφής, μέχρι το πλάτος της κοιλιάς του να ξεπεράσει το μήκος του. Τρώει κατσαρίδες Αργεντινής, ακρίδες, γιγάντια αλευροσκούληκα, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina, εσωτερικό σαλιγκαριών, αρουραίους, ψάρια κλπ. Επικεντρώνομαι στα μεγάλα προς τεράστια θηράματα. Πλέον ο βάτραχος άλλωστε αγνοεί τα πολύ μικ΄ρά θηράματα όπως πολύ μικρές κατσαρίδες, αν και δε θα πει όχι σε θηράματα μεσαίου μεγέθους.
Τις καλοκαιρινές Διακοπές τις πέρασε με ευκολία, αφού έχει χαμηλό μεταβολισμό και δε χρειάζεται συνεχώς τάισμα. Ένα καλό τάισμα τον κρατάει για 12 μέρες ή και παραπάνω χωρίς να πεινάσει. Ωστόσο μετά από ένα μικρό διάστημα που έλειπα τον Αύγουστο κι επέστρεψα τον ίδιο μήνα, βρήκα μία ενσφήνωση στο έντερο, που ίσως προήλθε από το χώμα που είχαν πάνω τους οι κατσαρίδες όταν τις έπιανε ή από τα σκληρά μέρη των εντόμων. Όπως και μια φορά παλαιότερα με το ίδιο πρόβλημα, τον έβαλα μέσα σε ρηχό νερό για να το αποβάλει. Η μάζα μαλάκωσε, και μπόρεσα να την μαλάξω λίγο για να σπάσει. Ακολούθησα την ίδια θεραπεία για τρεις μέρες, για μισή ώρα κάθε φορά. Την τελευταία μέρα, αν και τον είχα μαλάξει αρκετά και νόμιζα πως τον είχα στρεσάρει πολύ και δε θα έτρωγε το βράδυ, έκανα τελικά λάθος γιατί το βράδυ βγήκε στην επιφάνεια κανονικότατα κι έφαγε. Ξαλάφρωσε από το βάρος, γι’αυτό. Τις επόμενες μέρες κάθε ίχνος ενσφήνωσης εξαφανίστηκε. Πιστεύω ότι ευθύνονταν οι αυξομειώσεις της υγρασίας του υποστρώματος. Ενώ είχε στο έντερο τροφή ή και λίγο χώμα, το υπόστρωμα μπορεί ννα στέγνωνε λίγο παραπάνω, αφυδατώνοντας λίγο το βάτραχο, ο οποίος τράβηξε όλη την υγρασία από τα περιεχόμενα του πεπτικού του συστήματος, τα οποία μετά δυσκολεύτηκε να περάσει. Επίσης κατά το διάστημα των υψηλών θερινών θερμοκρασιών, που μπορεί να έφταναν τους 34 βαθμούς, κρυβόταν βαθιά στο χώμα, αλλά δεν έπεσε ποτέ σε νάρκη.
Στις αρχές του Οκτωβρίου έφερα τη μεζούρα για αντικειμενική μέτρηση. Ο βάτραχος είχε φτάσει τα 9 εκατοστά, δηλαδή είχε πλέον μπει στο εύρος μεγεθών για τα ενήλικα άτομα του είδους. Τώρα ωστόσο μου φαίνεται μεγαλύτερος, και ίσως να είναι 10 εκατοστά. Η ανάπτυξή του δεν τελείωσε ακόμα, αφού θα μεγαλώσει λίγο λιγότερο και του χρόνου. Πάντως από 4 περίπουο εκατοστά που τον πήρα, τον έφτασα στα 9. Είναι ένας υγιής βάτραχος που λαμβάνει τη σωστή διατροφή, γι’αυτό. Στρουμπουλός, δυνατός, με μεγάλη όρεξη και δυνατό σκελετό με γερό κεφάλι και πλατιές οστέινες πλάκες στη ράχη. Το τερράριό του δεν είναι και τόσο μεγάλο όμως, είναι ένα κουτί 25χ15χ12 όπως το μέτρησα, με πλευρές που στενεύουν προς τα κάτω. Παρόλα αυτά δεν ενοχλεί τον βάτραχο, ο οποίος άλλωστε κάθεται ακίνητος για μέρες σ’ένα σημείο. Ίσως όμως να χρειαστεί να το αλλάξω εξαιτίας μίας μικρής ρωγμής στα πλάγια, η οποία ακόμα δεν είναι αρκετά μεγάλη για να πέφτει χώμα, αλλά θα μπορούσε να γίνει.

Παρακάτω έχω δύο ενδιαφέροντα βίντεο με το βάτραχό μου. Στο πρώτο, που τράβηξα στις 20/10/2015, θέλω να δείξω πόσο δυνατο΄είναι το δάγκωμα αυτού του είδους, το οποίο μπορεί να κυνηγήσει θηράματα κοντά στο μέγεθός του. Τον πειράζω λίγο για να με δαγκώσει, και όταν με δαγκώνει πιάνεται τόσο σφιχτά, που μπορώ να τον σηκώσω στον αέρα μ’ένα δάχτυλο. Όσο και αν τον πείραζα ή προσπαθούσα να τον διώξω, τόσο πιο πολύ πιανόταν με τα σαγόνια του. Και κάτω που τον άφησα ήσυχο δε με άφησε. Είχε πιαστεί από το δάχτυλό μου σαν μανταλάκι. Τελικά τον βρέχω στη βρύση με αρκετό νερό, όπως τον είχα κάνει κι άλλες φορές σε παρόμοιες περιπτώσεις για να με αφήσει, και με άφησε. Στη δεύτερη δοκιμή πείραξα τον βάτραχο, αλλά δεν τον σήκωσα. Και τι έγινε; Προσπάθησε να με φάει! Άρχισε να καταπίνει αργά, αλλά αποφασιστικά τον δείκτη μου. Με έφτασε ως τα απύθμενα βάθη του στομαχιού, και μετά κατάλαβε το λάθος του κι άρχισε να με βγάζει ανοίγοντας το στόμα του και σπρώχνοντάς με μπροστά με τα πρόσθιά του άκρα. Πριν όμως με βγάλει εντελώς, με ξαναδαγκώνει για λίγο. Στην τρίτη φορά απλώς με δάγκωσε λίγο, και μετά με άφησε. Μοναδική εμπειρία. Πράγματι τα ζώα αυτά έχουν πολύ απλό τρόοπο «σκέψης». Αν είναι μικρό και κινούμενο, είναι φαγητό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχικα δάγκωσεγια άμυνα, μετά όμως είδε το δάχτυλο μικρό και κατάλληλο για τροφή, κι άρχισε να καταπίνει. Αν προσέξετε επίσης στο βίντεο, μετά από ένα διάστημα, ο βάτραχος βρίσκεται σ’ένα μεγάλο δίλημμα. Από τη μία συνεχίζει να με καταπίνει κι από την άλλη προσπαθεί να με βγάλει με τα μπροστινά του πόδια. Προφανώς ο μικρός τους εγκέφαλος δε μπορεί να διαχειριστεί δύο αντίθετες καταστάσεις. Ο βάτραχος ήταν πεινασμένος τότε που με έφαγε, κι έχω προσέξιε ότι είναι πιο πιθανό να δαγκώσει αν πεινάει. Στο βίντεο περιγράφω και την εσωτερική του ανατομία καθώς με καταπίνει. Όλο του το σώμα είναι προσαρμοσμένο για την κατάποση τεράστιων θηραμάτων. Το στόμα του είναι ευρύχωρο, η γλώσσα του δυνατή για να πιάνει τα θηράματα, και ο οισοφάγος και το στομάχι μαλακοί, αλλά πολύ διασταλτοί χώροι. Στην πάνω πλευρά του οισοφάγου ψηλαφίζεται ελαφρώς η σπονδυλική στήλη, ενώ στο πίσω μέρος του στομαχιού, το οποίο κατεβαίνει προς τακάτω, ψηλαφίζονται λίγο τα οστά της λεκάνης. Μέσα στο στόμα, πίσω από την πάνω σειρά των δοντιών βρίσκοντια τα μικρά υπερωικά δόντια, και πιο πίσω τα δύο εσωτερικά ρουθούνια. Τα αμφίβια δεν έχουν δευτερογενή ουρανίσκο όπως τα θηλαστκά, οπότε ο ουρανίσκος τους είναι ουσιαστικά το πάτωμα του εγκεφάλου, και τα ρουθούνια ανοίγουν μέσα στο στόμα. Αν είχαμε εμείς αυτήν την ανατομία, το στόμα μας θ’αφυδατωνόταν γρήγορα, δε θα μπορούσαμε ν’αναπνεύσουμε καθώς τρώμε, και όταν ήμασταν συναχωμένοι οι μύξες μας θα έμπαιναν στο στόμα μας. Για τα αμφίβια με το χαμηλότερο μεταβολισμό, αυτό το σχήμα δεν προκαλεί προβλήματα. Λίγο πιο πίσω είναι ο φάρυγγας με το υοειδές οστό, που εξωτερικά πιάνεται σαν μικρή χοόνδρινη σφαίρα, το οποίο υποστηρίζει τη γλώσσα. Η κάτω σιαγόνα έχει δύο μικρές οδοντοειδείς αποφύσεις μπροστά, και κατά τ’άλλα είναι σκέτο οστό. Πρόσεξα ότι όταν καταπίνει τεράστια θηράματα ή το δάχτυλό μου, η κάτω γνάθος λυγίζει ελαφρώς για να προσαρμοστεί στο σχήμα του αντικειμένου προς κατάποση. Ίσως να είναι το μόνο ελαφρώς εύκαμπτο οστό του κρανίου αυτού του βατράχου. Το βίντεο αυτό δεν έχει καμία σχέση με το αποτυχημένο Eaten Alive, είναι αυθεντικό. Ίσως από τα ελάχιστα βίντεο όπου ζώα προσπαθούν κυριολεκτικά να φάνε ανθρώπους. Δείτε το!

Στις 21 Οκτωβρίου λοιπόν, ήρθε και το μεγάλο γεύμα. Ο βάτραχος έφαγε μία μεσαία κατσαρίδα Αργεντινής πριν το βίντεο, και στο βίντεο μια αρσενική του ίδιου είδους, καθώς και δύο αρκετά μεγάλους αρουραίους, τους οποίους προσπάθησα να ταΐσω με τη λαβίδα. Τα έφαγε όλα, και συν άλλες δύο κατσαρίδες μετά το βίντεο.

Ενημέρωση 28/11/2015: Δείτε πώς ο βάτραχος αυτός σκάβει στο χώμα για να κρυφτεί. Αφού έφαγε 6 ακρίδες, χώθηκε στο χώμα για να χωνέψει και για να απομονωθεί ξανά από τον έξωκόσμο. Όπως όλοι οι σκαπτικοί βάτραχοι, σκάβει σπρώχνοντας το χώμα μπροστά με τα άκρα του και περιστρεφόμενος γύρω από τον εαυτό του, ώστε σιγά-σιγά να βιδωθεί στο έδαφος. Το βίντεο το έβγαλα στις 4/11/2015.

Μία μέρα μετά, έφαγε μία ακ΄κομα ακρίδα, μία προνύμφη pachnoda και μια μεσαία κατσαρίδα Αργεντινής, κι αυτό ήταν το τελευταίο του γεύμα για το 2015. Λόγω χαμηλών θερμοκρασιών άργησε να το χωνέψει, αλλά τελικά το αφομοίωσε όλο και σχημάτισε ένα μεγάλο περίττωμα, το οποίο απέβαλε στις 13 του μηνός. Το βράδυ στις 14 έβγαλα όλο το παλιό χώμα, άφησα το βάτραχο μέσα σε ρηχό νερό για ν’απορροφήσει όσο μπορεί, ξέπλυνα το τερράριο και πρόσθεσα νέο, αρκετά στεγνότερο, αν κι όχι εντελώς στεγνό, αργιλώδες χώμα. Μετά επέστρεψα το βάτραχο και τον άφησα για να σκάψει την τρύπα του μόνος του. Την επομένη είχε χαθεί μέσα στο χώμα. Στις 16 του μηνός το μεσημέρι ωστόσο τον εντόπισα στην επιφάνεια στη γωνία, δίπλα στην τρύπα του, αλλά μέσα στην ίδια μέρα ξαναθάφτηκε κι έκτοτε δεν ξαναβγήκε. Τώρα βρίσκεται σε νάρκη περίπου στη μέση του τερραρίου κοντά στον πυθμένα, και δεν υπάρχει κανένα ίχνος του στην επιφάνεια. Εκεί θα παραμείνει μέχρι το Μάρτιο ή και τον Απρίλιο, οπότε θα τον ξυπνήσω.

Ενημέρωση 6/4/2016: Τελικά ήμουν λίγο ανυπόμονος και τον ξύπνησα πολύ νωρίτερα, στις 26 Φεβρουαρίου, τις μέρες δηλαδή που ο καιρός άρχισε να βελτιώνεται προσωρινά. Για όλο το προηγούμενο λοιπόν διάστημα, ο βάτραχος δε βγήκε καθόλου στην επιφάνεια, αν και στις 9 Ιανουαρίου τον έβγαλα για λίγα λεπτά για να τον εξετάσω. Το χώμα τότε είχε ήδη στεγνώσει, κι ο βάτραχος άρχισε να σχηματίζει το κουκούλι του από παλιές στρώσεις δέρματος. Αν και λέγεται κουκούλι, καλύτερα χαρακτηρίζεται ως μεμβράνη, αφού είναι πολύ λεπτό. Πέρασε τη νάρκη του σε θερμοκρασίες μεταξύ 9-17 βαθμών Κελσίου, με συνήθεις θερμοκρασίες μεταξύ 12-15 βαθμών. Γενικώς τον αντιμετώπιζα σαν να μην υπάρχει, αλ΄λα μερικές φορές τον έψαχνα στο χώμα για να δω τι κάνει. Όταν τύχαινε και τον άγγιζα απότομα, συνήθως έβγαζε έναν οξύ και λεπτό ήχο ενόχλησης, και μια συγκεκριμένη φορά το Φεβρουάριο έκανε τέτοιους ήχους αραιά για περίπου μισό λεπτό. Την επόμενη φορά που θα τον έλεγχα, συνήθως θα είχε αλλάξει θέση, πάντα κάτω απ’το χώμα. Προς το τέλος της νάρκης ωστόσο διάλεξε μια συγκεκριμένη θέση την οποία δεν άλαζε. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε να ξεσκεπάζω το βάτραχο σε χειμέρια νάρκη, όπου επίσης τρίβω λίγο το δέρμα του για να ακούσετεότι έχει γίνει σκληρό από την ανάπτυξη του κουκουλιού.

Τον ξύπνησα λοιπόν το βράδυ στις 26 Φεβρουαρίου, σε μία βροχερή μέρα. Αν και η βροχή δεν είναι απαραίτητη για το ξύπνημά του, και μπορεί να ξυπνήσει απλώς με προσθήκη νερού στο υπόστρωμά του, εγώ ήθελα να δω πώς θ’αντιδρούσε στις φυσικές συνθήκες. Έξω οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά χαμηλές, αλ΄λα θα τον είχα εκεί για λίγη ώρα, πριν προλάβει να ψυχθεί το χώμα του. Μέσα σε περίπου δέκα λεπτά ψυχάλας, πριν καλά-καλά προλάβουννα υγρανθούν τα πρώτα εκατοστά του χώματος, ο βάτραχος βγήκε στην επιφάνεια και τον μετέφερα μέσα.
Ceratophrys cranwelli εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από τη νάρκη 26/2/2016
Έπειτα τον έβγαλα από το δοχείο του και τον έβαλα σ’ένα άλλο ρηχό δοχείο με ζεστό νερό, για να αποβάλει ευκολότερα το κουκούλι του και να ενυδατωθεί. Είχε αρκετά ξηρό, ζαρωμένο δέρμα και θαμπά χρώματα. Μόλις όμως μπήκε στο νερό, το δέρμα του μαλάκωσε αμέσως κι άρχισε να σχίζεται. Το κουκούλι αυτό είναι πραγματικά λεπτό, σίγουρα λεπτότερο από χιλιοστό, και μόλις έβγαινε γινόταν σαν μια γλοιώδης ταινία. Έβγαλε αρκετό μόνος του, αλλά βοήθησα λίγο κι εγώ. Το περισσότερο μάλλον το έφαγε. Μετά από λίγο το νερό έγινε κιτρινωπό, και δεν ξέρω αν ήταν απ’τη λάσπη ή αν άδειασε το περιεχόμενο της ουροδόχου κύστεώς του, όπως έπρεπε να κάνει. Το άλλαξα όμως και τον ξαναέβαλα στο νερό για περίπου 15 λεπτά, για να απορροφήσει όσο γίνεται. Μόλις τον έβγαλα, ήταν πάλι στρουμπουλός και με τα έντονα χρώματα που είχε και πριν. Τον τάισα δύο αρσενικές κατσαρίδες Αργεντινής στο σ΄τομα κατευθείαν, αν και δε χρειαζόταν, και τον άφησα στο χώρο του. Αργότερα μέσα στο βράδυ έσκαψε και ξανακρύφτηκε.
Την επόμενη μέρα τον πήρα από το παλιό του δοχείο με τη ρωγμή και τον έβαλα στο καινούργιο του τερράριο, το οποίο έχει διαστάσεις 30χ19χ20. Έπειτα τον τάισα ένα υπερβολικά μεγάλο γεύμα, 5 σαλιγκάρια Helix aspersa μεσαίου μεγέθους με το κέλυφός τους, κι ένα χωρίς. Μετά το τάισμα, ο βάτραχος είχε υπερδιπλασιαστεί σε μέγεθος και έμοιαζε με σακουλάκι γεμάτο βότσαλα. Επειδή οι γενικές θερμοκρασίες ήταν χαμηλές, τον έβαλα σε θερμαντι΄κη πλάκα, η οποία καλύπτει το μισό πυθμένα του δοχείου του και διατηρεί θερμόκρασία 25-28 βαθμών μέσα στο χώμα. Λόγω αυξημένου βάρους από το περισσότερο χώμα, τον πήρα από την παλιά θέση του πάνω στο τερράριο του γενειοφόρου δράκου και τον έβαλα σ’ένα τραπέζι δίπλα. Κατά την νάρκη βρισκόταν μέσα σε ντουλάπι. Κατά τη δεύτερη μέρα άρχισε η πέψη, με σταδιακό φούσκωμα του βατράχου και μείωση του όγκου των οστράκων. Στις επόμενες μέρες τα σαλιγκάρια μειώνονταν σε όγκο προοδευτικά, ώσπου έμειναν κάτι θραύσματα μόνο στη μέση της κοιλιάς κι ένα μισοχωνεμένο όστρακο. Την έννατη μέρα κάθε ίχνος σαλιγκαριού είχε χαθεί, ενώ στη δωδέκατη αφόδευσε. Τελικά το στομάχι του είδους αυτού είναι παντοδύναμο. Το επόμενο γεύμα αποτελούταν από 6 σαλιγκάρια χωρίς το κέλυφος, καθώς και από δύο ακρίδες, 6 superworms και μια κατσαρίδα Αργεντινής. Στο επόμενο γεύμα έδωσα 12 superworms και τρεις κατσαρίδες Αργεντινής, ενώ το τελευταίο γεύμα, που δόθηκε το Σάββατο στις 26 Μαΐου, αποτελούταν από 18 superworms και μία αρσενική κατσαρίδα Αργεντινής, κι ακόμα η τροφή δεν έχει αποβληθεί. Αυτό το Σάββατο πρόκειται να τον ταΐσω κάποιο κατεψυγμένο τρωκτικό, ίσως και έντομα για να κυνηγήσει μόνος του, για΄τι ως τώρα του τα έδινα απευθείας στο στόμα. Παρατήρησα ότι τα σαλιγκάρια, αν και φαινομενι΄κα σκληρά, χωνεύονται ευκολότερα από τα έντομα, γιατί των μεν το όστρακο αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο, που λιώνει στο όξινο στομάχι, των δε ο εξωσκελετός αποτελείται από χιτίνη, η οποία διασπάται πο΄λυ δύσκολα, και αποβάλλεται συνήθως σε μικ΄ρα θραύσματα.
Φέτος επίσης διαπιστώθηκε και το φύλο του, και περίλυπος ανακοινώνω ότι τελικά δεν είναι Μπαλίτσα, αλ΄λα αρσενικό. Το καλό από την όλη υπόθεση είναι ότι τελικά μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρος για το φύλο, αλλά το κακό είναι ότι τελικά δε θα φτάσει στα μεγέθη ρεκόρ που ονειρευόμουν, γιατί τα αρσενικά είναι μικρότερα. Ίσως με καλό τάισμα να φτάσει τα 12 εκ, και πάλι δύσκολα. Ο πατέρας μου τον άκουσε να κωάζει ένα βράδυ στα μέσα του Μαρτίου, και μια φορά λίγες μέρες αργότερα. Και τις δύο φορές κώασε για τρεις φορές. Για να το επιβεβαιώσω, τον ξέθαψα κι εγώ για να εξετάσω τα χαρακτηριστικά του. Πράγματι είχε καφέ στο λαιμό και γαμήλιες βεντούζες στα μπροστινά του πόδια, χαρακτηριστικά των αρσενικών. Χθες επίσης και σήμερα είχα την τύχη να τον ακούσω να κωάζει, και τις δύο φορές το μεσημέρι. Ο ήχος του είναι ένας απλός τόνος, σαν περίεργο κρώξιμο ή ρομποτικός ήχος. Την πρώτη φορά τον έκανε δύο φορές, ενώ σήμερα τέσσερις. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον ηχογραφήσω. Άρα το όνομα αλλάζει, αλλά πάλι πρέπει να είναι παραπλανητικό για να δημιουργεί την ψευδή εντύπωση του άκακου, οπότε είναι Μπαλούλης.

Ενημέρωση 8/4/2016: Τελικά σήμερα την Παρασκευή τον τάισα. Του αγόρασα ένα κατεψυγμένο ενήλικο ποντίκι (Mus musculus) από το feeders.gr, το οποίο έφαγε πολύ εύκολα, αν και δεν το περίμενα. Ήταν αρκετά μικρότερο από τους μικρούς αρουραίους που του έδινα, οπότε την επομενη φορά θα του δώσω είτε δύο ποντίκια είτε πάλι μικρούς αρουραίους. Έφαγε επίσης και τέσσερις κατσαρίδες Αργεντινής, τρεις θηλυκές και μια μικρότερη. Ακόμα δεν έχει πεινάσει τόσο πολύ ώστε να κυνηγά μόνος του, αλλά την επόμενη φορά θα τον αφήσω πεινασμένο λίγο παραπάνω, για να κυνηγήσει.

Ενημέρωση 15/5/2016: Στις παρακάτω φωτογραφίες θα δείτε το βάτραχο όπως είναι τώρα. Νομίζω πως έχει μεγαλώσει και φουσκώσει λίγο. Στην πρώτη είναι ατάιστος, ενώ στη δεύτερη, την οποία τράβηξα χθες στις 15 Μαΐου, τρώει ένα ενήλικο αποψυγμένο ποντίκι, και βρίσκεται στη μέση της διαδικασίας.

Ceratophrys cranwelli 27/4/2016

Ceratophrys cranwelli τρώει ποντίκι 14/5/2016

Ενημέρωση 9/8/2016: Οι υψηλές θερμοκρασίες στις οποίες αναγκαζόταν να βρίσκεται, αφού στο χώρο όπου βρισκόταν μπορούσαν να φτάσουν τους 32 βαθμούς για μερικές μέρες συνεχόμενα, τον κατέβαλαν και από τον Ιούνιο η όρεξή του μειώθηκε, θαβόταν συνεχώς στο χώμα κι άρχισε να δημιουργεί κουκούλι. Έτσι κι εγώ τον βοήθησα αλλάζοντας το χώμα και αφήνοντάς τον να πέσει σε θερινή νάρκη. Στο νέο ξερό χώμα πρώτα άδειασε το περιεχόμενο του εντέρου του με τρία μεγάλα περιττώματα, μετά θάφτηκε και γρήγορα έφτιαξε ένα στεγνό, υδατοστεγές κουκούλι, το οποίο ήταν πολύ παχύτερο απ’αυτό του χειμώνα. Όταν μια φορά τον έβγαλα στην επιφάνεια, μου φάνηκε σαν ζωικό κρεμμύδι έτσι με το παχύ, καφετί κουκούλι του που σχιζόταν σε φύλλα.
Ceratophrys cranwelli σε διαθέριση

Όταν τον άφησα σε μια στέρεη επιφάνεια δίπλα στο τερράριό του ή πα΄νω σε χαρτί, προσπαθούσε με σκαπτικές κινήσεις να ξαναθαφτεί στο υπόστρωμα, κι όταν τον επέστρεψα μέσα ξαναχώθηκε.

Τελικά στα τέλη του Ιουλίου τον ξύπνησα, αφού οι θερμοκρασίες είχαν πέσει λίγο. Έριξα στο χώμα αρκετό νερό, μέχρι να επανυδατωθεί, αλλά αυτός άργησε να βγει στην επιφάνεια. Σύντομα έβγαλε το κουκούλι, που ήταν ανθεκτικό και διαφανές σαν πλαστική σακούλα. Την ίδια μέρα, μόλις έβαλα το δάχτυλό μου μπροστά στη μύτη του, με δάγκωσε λίγο. Τις επόμενες μέρες ή όρεξή του επανήλθε και έτρωγε μεγάλες ποσότητες. Έχω την εντύπωση ότι έχει μεγαλώσει σε σχέση με την άνοιξη.

Advertisements

Από:
Newsbeast

Εντελώς απίθανοι βάτραχοι!
00:18 – Κυριακή, 19 Απριλίου 2015
Όταν η εξέλιξη των αμφίβιων μεθά και δεν ξέρει τι κάνει
Την ώρα που μιλάμε, αναρίθμητα είδη βατράχων και φρύνων του πλανήτη αντιμετωπίζουν μαζικές μειώσεις των πληθυσμών τους και είναι πλέον στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

Οι λόγοι είναι λίγο-πολύ γνωστοί και οι περισσότεροι είναι αποτέλεσμα της δράσης του ανθρώπου, όπως η συρρίκνωση του φυσικού τους περιβάλλοντος και η κλιματική αλλαγή.

Οι χοροπηδηχτοί βάτραχοι αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρά προβλήματα στην επιβίωσή τους και σε κάποια χρόνια πολλά είδη θα είναι παρελθόν. Και μιλάμε για πολλά σπάνια είδη, όπως αυτά δηλαδή που θα δούμε αμέσως, ό,τι πιο περίεργο έχει φτιαχτεί ποτέ σε όρους βατράχου.

Με γουρλωτά μάτια και τρόπο μετακίνησης μέσω μικρών πηδημάτων, το τετράποδο αμφίβιο δεν έχει πάντα την πρασινωπή μορφή με το οποίο το ξέρουμε στον τόπο μας, καθώς ο αναπάντεχος κύκλος της ζωής του καλεί πολλές φορές σε δραστικές μεταμορφώσεις. Κι έτσι καταλήγουμε με αυτά…

Βιετναμέζικος Βάτραχος των Βρύων

Τον λένε Theloderma corticale και επιδεικνύει ένα από τα πιο εντυπωσιακά και αποτελεσματικά καμουφλάζ σε ολόκληρο τον κόσμο των αμφίβιων: το ακανόνιστο σχήμα του δέρματός του και τα πολύχρωμα εξογκώματά του τον κάνουν να μοιάζει με ζωντανή λειχήνα! Για να ολοκληρώσει μάλιστα το μασκάρεμά του σε απλή βλάστηση, δεν έχει κανένα πρόβλημα να το παίξει ψόφιος κοριός όταν τρομάξει από την παρουσία αρπακτικού. Για τέτοιο θέατρο μιλάμε…

Μαρσιποφόρος Βάτραχος

Δεν εμπιστεύονται κανέναν και δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να αφήσουν τα παιδιά τους απροστάτευτα στην πρώτη διαθέσιμη λίμνη, γι’ αυτό και οι βάτραχοι της οικογένειας Hemiphractidae κουβαλούν τα αυγά και τους γυρίνους στην πλάτη τους! Δεν τα αφήνουν από τα μάτια τους και τα προστατεύουν καθ’ όλη τη φάση της ενηλικίωσης με τον ιδιαίτερο αυτό τρόπο…

Φρύνος του Σουρινάμ

Ο φρύνος με το ομολογουμένως παράξενο επιστημονικό όνομα Pipa pipa έχει τον τρόπο του στο να ανατρέφει τα παιδιά του: τα αυγά προστατεύονται μέσα σε μια ειδική σάρκινη κρύπτη στην πλάτη του θηλυκού. Αν και η επώαση των αυγών μέσα στο σώμα του δεν είναι το μόνο περίεργο με τον περιβόητο Φρύνο του Σουρινάμ. Πεπλατυσμένοι, ποικιλόχρωμοι και με εξογκώματα, περνούν άνετα για σαπισμένα φύλλα, την ίδια στιγμή που αντιλαμβάνονται τη λεία τους μέσω των ιδιαίτερων αισθητηρίων οργάνων σε σχήμα αστεριού που βρίσκονται στα ακροδάχτυλά τους. Αποκλειστικά υδάτινοι, μόλις και μετά βίας μπορούν να κινηθούν στη στεριά…

Μοβ Βάτραχος

Όταν ανακαλύφθηκε μόλις το 2003, άφησε άφωνη την επιστημονική κοινότητα, καθώς ο ινδικός αυτός βάτραχος φαίνεται να έχει ακολουθήσει τελείως διαφορετικό εξελικτικό μονοπάτι από κάθε άλλο «αδελφάκι» του. Ο Nasikabatrachus sahyadrensis περνά περισσότερους από 10 μήνες τον χρόνο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και τρέφεται με έντομα που ζουν υπογείως, βγαίνοντας από την κρυψώνα του μόνο και μόνο για να ζευγαρώσει κατά τη σύντομη περίοδο των Μουσώνων…

Χρυσός Φρύνος

Οι φωτογραφίες που απαθανατίζουν τον Bufo periglenes της Κόστα Ρίκα είναι ελάχιστες και δεν πρόκειται να δούμε ποτέ καινούριες, μιας και το είδος εξαφανίστηκε εντελώς αναπάντεχα στη δεκαετία του 1980. Πρωτοανακαλύφθηκε το 1966 και μέχρι το 1987 έμοιαζε ασφαλής, με τους βιολόγους να έχουν καταγράψει περισσότερους από 1.500 να ζευγαρώνουν σε λιμνούλες βρόχινου νερού.

Ένα χρόνο αργότερα όμως, η ίδια ομάδα επιστημόνων μπόρεσε να ξετρυπώσει μόλις έναν Χρυσό Φρύνο και πλέον το είδος αποτελεί παρελθόν (η μελέτη απέδωσε το ξαφνικό του τέλος σε ένα είδος μύκητα που προσβάλλει τα βατράχια, αλλά και στη ραγδαία κλιματική αλλαγή που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου). Όσοι πρόλαβαν πάντως να τον θαυμάσουν, μιλούν για το εκτυφλωτικό χρυσό του χρώμα (ή το ολοζώντανο πορτοκαλί), εντελώς μοναδικό στο ζωικό βασίλειο. Μόνο τα αρσενικά είχαν μάλιστα τον ξεχωριστό χρωματισμό, καθώς τα θηλυκά ήταν πολύχρωμα…

Βάτραχος-Βέλος

Όπως σε όλα τα είδη της φονικής οικογένειας των Oophaga, τα ζωντανά χρώματα του δέρματός τους λειτουργούν ως προειδοποιητικές πινακίδες στους επίδοξους θηρευτές ότι είναι εφοδιασμένα με ένα από τα πιο θανατηφόρα δηλητήρια του κόσμου! Και σαν να μη φτάνει αυτό, συνηθίζουν να καταβροχθίζουν αυγά, αν και δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε, αφού ακόμα και τα πιο επικίνδυνα ζώα έχουν τη γλυκιά πλευρά τους, αφού τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά είναι στοργικότατοι γονείς.

Μετά το ζευγάρωμα, το θηλυκό αποδίδει μόλις 3-5 γονιμοποιημένα αυγά και μεταφέρει κάθε εκκολαπτόμενο γυρίνο σε δική του λιμνούλα, συνήθως μέσα στις κυπελλοειδείς βάσεις φυτών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Η μητέρα κάνει καθημερινά γύρους για να δει και να προστατεύσει τους γυρίνους της και αφήνει μη γονιμοποιημένα αυγά στις λιμνούλες τους ώστε να τραφούν. Την ίδια στιγμή, τα αρσενικά είναι επιφορτισμένα με το καθημερινό κουβάλημα νερού (αποθηκεύεται μέσα στα αναπαραγωγικά όργανά τους) ώστε να μην ξεραθούν οι λιμνούλες και στεγνώσουν τα νεογνά…

Βάτραχος-Χελώνα

Μοναδικό είδος μιας ολόκληρης κατηγορίας, ο Myobatrachus gouldii της Αυστραλίας είναι ακόμα πιο προσαρμοστικός από τον Μοβ Βάτραχο. Κι αυτό γιατί έχει προσαρμοστεί πλήρως σε μια ζωή που παραμοιάζει με του τυφλοπόντικα: σκάβει υπόγεια τούνελ και ορμά σε φωλιές τερμιτών, τις οποίες και ανοίγει τρυπώντας τες με το κωμικά μικρό του κεφάλι, καταβροχθίζοντας στη συνέχεια ό,τι βρεθεί στον δρόμο του. Αντί όμως να γονιμοποιείται στο νερό, όπως όλα τα άλλα είδη του γένους, ο Βάτραχος-Χελώνα αναπαράγεται στα λαγούμια του και τα μικρά του προσπερνούν τη φάση του γυρίνου, παραμένοντας στα αυγά τους μέχρι να πάρουν το γνώριμο σχήμα της ενήλικης ζωής!

Βάτραχος Γαστρικής Αναπαραγωγής

Άλλος ένας βάτραχος που μας έχει αφήσει χρόνους, το γένος Rheobatrachus περιλάμβανε μόλις δύο είδη βατράχων, γηγενών σε ένα μικρό τμήμα της ανατολικής Αυστραλίας. Εξαφανίστηκαν και τα δυο το 1983, παραμένοντας ωστόσο ένα από τα πλέον περίεργα είδη του πλανήτη, μιας και συνήθιζε να δίνει ζωή μέσα από το στόμα του! Ανατομικά ασυνήθιστα για βάτραχοι, τα δύο είδη εξελίχθηκαν διαφορετικά ακολουθώντας ιδιαίτερα εξελικτικά μονοπάτια, εντελώς ασυνήθιστα για αμφίβια, φτάνοντας στο σημείο να υιοθετήσουν μεθόδους αναπαραγωγής που δεν συναντώνται πουθενά αλλού στη Φύση (εκτός από μια χούφτα ειδών ψαριού).

Για μια περίοδο έξι εβδομάδων, το θηλυκό του αφανισμένου Γαστρικά Αναπαραγόμενου Βατράχου φιλοξενούσε στο στομάχι της αυγά και γυρίνους, εξαναγκάζοντας τον οργανισμό της σε δραστικές λειτουργικές αλλαγές: τόσο η πεπτική όσο και η διατροφική λειτουργία έπαυαν ολοκληρωτικά, την ίδια στιγμή που ακόμα και οι πνεύμονες συρρικνώνονταν ώστε να δώσουν χώρο στο ραγδαία αυξανόμενο μέγεθος του στομάχου!

Η απελευθέρωση των νεαρών βατράχων ήταν μάλιστα μια σταδιακή διαδικασία που έπαιρνε αρκετές μέρες, αν και δεν ήταν ασυνήθιστο σε περίπτωση ξαφνικής επίθεσης από θηρευτή να τα απελευθερώνει όλα μαζί σε ένα είδος εμετού, ως μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσει τις ζωές τους. Ο βάτραχος που κυοφορούσε στο στομάχι και γεννούσε από το στόμα έπεσε θύμα της επιδημίας εξωτικών σπόρων (μυκήτων) που εξαπλώθηκε στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αποτέλεσμα της απρόσεκτης απελευθέρωσης στη Φύση μη γηγενών γυρίνων…

Τριχωτός Βάτραχος

Ο Trichobatrachus robustus έχει πάρει το όνομά του από την ομολογουμένως παράξενη συνήθειά του να αναπτύσσει τριχωτούς θύλακες αποκλειστικά κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος. Γεμάτες με μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία, οι τρίχες αυτές πιστεύεται ότι βοηθούν το αρσενικό να εξάγει οξυγόνο από το νερό, στο οποίο και θα παραμείνει για μεγάλες χρονικές περιόδους προστατεύοντας τα βυθισμένα αυγά του.

Την ώρα που αυτό είναι από μόνο του ασυνήθιστο, ο εν λόγω βάτραχος διαθέτει και μια αποκρουστική αμυντική προσαρμογή που δεν συναντάται πουθενά αλλού στο ζωικό βασίλειο: όταν τον αιχμαλωτίσει ο θηρευτής, ο Τριχωτός Βάτραχος σπάει κυριολεκτικά τα κόκαλά του μόνος του και τα πιέζει κάθετα για να βγουν από το δέρμα του, ώστε οι εκτεθειμένες αυτές ακίδες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μικροσκοπικά νύχια, δίνοντάς του έτσι ένα όπλο προστασίας. Μετά τη μάχη και αν επιβιώσει, τα «νύχια» αποσύρονται μέσα στο σώμα και οι πληγές επουλώνονται αξιοσημείωτα γρήγορα. Ένα είδος ζωικού Wolverine δηλαδή!

Ο τεράστιος προϊστορικός Βάτραχος-Διάβολος

Την ώρα που ο Τυραννόσαυρος Ρεξ συνέθλιβε με αδηφάγα όρεξη τα οστά της λείας του εκεί στα τέλη της Κρητιδικής Περιόδου, ένας ακόμα πελώριος θηρευτής έσπερνε τον τρόμο στα βαλτοτόπια του Μεσοζωικού Αιώνα σε μια γωνιά του πλανήτη που εκατομμύρια χρόνια αργότερα ο άνθρωπος αποκάλεσε Μαδαγασκάρη. Με μήκος στα 40 εκατοστά και βάρος στα 4,5 κιλά, ο προϊστορικός αυτός βελζεβούλης (Beelzebufo ampinga) ήταν μεγαλύτερος από κάθε άλλο βάτραχο που πέρασε ποτέ από τη Γη και τρομακτικότερος φυσικά: ο Beelzebufo διέθετε μικρές οστέινες προεξοχές στην πάνω γνάθο του που λειτουργούσαν σαν δόντια και καραδοκούσε στα λασπωμένα βαλτοτόπια της προϊστορίας περιμένοντας καρτερικά να περάσει η λεία του.

Και όταν λέμε λεία, μιλάμε ακόμα και για προσφάτως εκκολαπτόμενα δεινοσαυράκια! Οι παλαιοντολόγοι ανακοίνωσαν τα ευρήματά τους για τον Beelzebufo τον Φεβρουάριο του 2008, πάνω από δεκαετία δηλαδή από τη στιγμή που ανακαλύφθηκαν τα πρώτα απολιθώματά του…

Η Ρουμανία είναι μια πολύ όμορφη χώρα. Ταξίδεψα εκεί τον Απρίλιο για τέσσερις μέρες κι επισκέφθηκα αρκετές πόλεις, μνημεία και ιστορικές τοποθεσίες, αν κι ακόμα δεν ανέβασα σχετικό άρθρο στο Ιστολόγιο. Δυστυχώς στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα πρόλαβα σχετικά λίγα αξιοθέατα. Νά’ταν κι άλλο. Είναι μια χώρα κοντινή μας, που, αντίθετα μ’αυτό που νόμιζα πριν κι αυτό που πιστεύουν οι περισσότερη, θυμίζει πολύ περισσότερο ανεπτυγμένη κεντροευρωπαΪκή παρά βαλκανική, με πολύ καλές υποδομές στις μεγάλες πόλεις τουλάχιστον. Παρόλο που οι άνθρωποι είναι πολύ φτωχότεροι από εμάς εδώ, συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε ανεπτυγμένη χώρα. Αυτά τουλάχιστον ισχύουν για τα μεγάλα αστικά κέντρα και τα πιο μεγάλα και κεντρικά χωριά, δε γνωρίζω τι γίνεται αλλού.
Το κλίμα της είναι πιο κρύο και βροχερό απ’το δικό μας, υποστηρίζοντας τεράστια δάση στα βουνά και στις ακατοίκητες περιοχές. Κυρίως το νοτιοανατολικό τμήμα της πεδιάδα γύρω από το Δούναβη καλλιεργείται εντατικά, το υπόλοιπο καλλιεργείται λιγότερο και είναι αρκετά ορεινό και δασώδες. Από ερπετολογικής πλευράς, η χώρα φιλοξενεί 23 είδη ερπετών, τα 12 εκ των οποίων φτάνουν στο βορειότερο άκρο της εξάπλωσής τους εκεί, και 19 είδη αμφιβίων, τα 9 εκ των οποίων φτάνουν στο βορειότερο άκρο της εξάπλωσής τους εκεί. Τα περισσότερα τά’χει κοινά με την Ελλάδα, αν και υπάρχουν λίγα βορειοευρωπαΪκής και ανατολικοευρωπαΪκής καταγωγής είδη. Όπως και στη χώρα μας, τα ζώα αυτά έχουν γίνει αντικείμενο λαΪκών μύθων και δεισιδαιμονιών, που συνήθως τα συνδέουν με το κακό. Το παρακάτω άρθρο αναφέρει τους 33 γνωστότερους μύθους γύρω από τα ερπετά και τα αμφίβια στη Ρουμανία, πολλοί εκ των οποίων είναι παρόμοιοι μ’αυτούς που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, και πιθανότατα και σ’άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κοινά θέματα αυτών των μύθων είναι η απόδοση δηλητηρίου σε είδη που κανονικά δεν έχουν, ακόμακαι σε σαύρες, η σύνδεση κάποιων ερπετών και αμφιβίων με δερματικές παθήσεις, η σύνδεση των φιδιών με το γάλα, η απόδοση σε διάφορα ερπετά υπερφυσικών, μαγικών ή θεραπευτικών δυνάμεων, και, το χειρότερο απ’όλα, η πεποίθηση ότι τα ζώα αυτά βλάπτουν σκόπιμα τους ανθρώπους. Πολλοί κατηγορούν τη θρησκεία για τη γένεση αυτών των μύθων, με την αρνητική απεικόνηση του όφεως στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά δε συμφωνώ. Μπορεί η θρησκεία να έπαιξε σημαντικό ρόλο στη σύνδεση των ερπετών με το κακό στη συλλογική σκέψη, αλλά τέτοιες δοξασίες προϋπήρχαν σε πολλές περιοχές του κόσμου, απ’όπου και η θρησκεία επηρεάστηκε. Ιδίως σε παραμεσόγειες και σημιτικές περιοχές, η απέχθεια προς τα ερπετά είναι έντονη, βλ. παράδοση, μύθος κι εκμετάλλευση των ερπετών στο Μαρόκο και στην Τυνησία.
Όποια και νά’ναι η πηγή των μύθων αυτών, το γεγονος παραμένει ότι δεν συνάδουν με τον σύγχρονο πολιτισμό και βλάτπουν ζώα και ανθρώπους, πολύ περισσότερο τα πρώτα, τα οποία συχνά θανατώνονται μόνο και μόνο επειδή έχουν συγκεκριμένη εμφάνιση ή ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Ιδανικά θά’πρεπε τέτοιος παραλογισμός να μην έχει επιβιώσει ως σήμερα, όμως ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πράγματα όπως τα παρακάτω. Ευτυχώς το ποσοστό αυτό΄μειώνεται.
Το άρθρο προέρχεται από το ρουμάνικο ιστολόγιο για την προστασία των ερπετών στη φύση Herpetolife.
Το μετέφρασα από τα αγγλικά κάνοντας μόνο δύο διορθώσεις σε τυπογραφικά λάθη επιστημονικών ειδών – το “Sarcoptes scabiei” το έγραφε “Sarcoptes scabiae”, και το “Natrix tessellata” «Natrix tessallata”. Όσα είδη αναφέρονται ονομαστικά στο άρθρο τυχαίνει ν’απαντούν και στην Ελλάδα.

Μετάφραση: Bolko

Οι 33 πιο δημοφιλείς μύθοι και δεισιδαιμονίες για τα ερπετά και τα αμφίβια στη Ρουμανία

11 Μαρτίου 2014

Από τις παλαιότερες εποχές και στο εξής, προτού η επιστήμη αναπτυχθεί αρκετά για να εξηγήσει απλά πράγματα, οι άνθρωποι είχαν προσπαθήσει να εξηγήσουν τέτοια μυστηριώδη και παράξενα πράγματα με τους πιο παράλογους μύθους. Ακόμα κι αν η τεχνολογία και η επιστήμη έχουν αναπτυχθεί, κάποιες απ’αυτές τις δεισιδαιμονίες και τους μύθους γύρω από τα ερπετά και τα αμφίβια υπάρχουν ακόμα σήμερα. Αν δεν έχετε ακούσει γι’αυτούς τους θρύλους ακόμα, θ’ακούσετε γι’αυτούς τώρα. Οι περισσότεροι εξ αυτών συγκεντρώθηκαν από ένα νεαρό άντρα που ενδιαφερόταν για την ερπετολογία, ονόματι Αλεξάντρου Μπουζάτου.

1. Πιστεύεται ότι οι τρίτονες είναι σαύρες του νερού, που είναι εντελώς λάθος, αναλογιζόμενοι πρώτο απ’όλα πως είναι αμφίβια. Στην πραγματικότητα είναι υδρόβιες σαλαμάνδρες, που περνούν τη ζωή τους στο νερό από την άνοιξη μέχρι το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου.
2. Η σαλαμάνδρα της φωτιάς (Salamandra salamandra) είναι ένα χερσαίο αμφίβιο το οποίο μοιάζει με σαύρα, αλλά από εξελικτικής πλευράς είναι συγγενικότερο με τους βατράχους. Το δημοφιλές της όνομα ‘’η σαλαμάνδρα της φωτιάς’’ δημιουργήθηκε από τον ακόλουθο μύθο ‘’αν ριχτεί στη φωτιά δεν καίγεται και δεν βλάπτεται’’. Τέτοια πράγματα είναι εντελώς αναληθή! Μπορεί ν’αντέξει περισσότερο από μία σαύρα μέσα στη φωτιά λόγω της υγρασίας του δέρματος της, αλλά αν μείνει εκεί θα έχει έναν οδυνηρό θάνατο.
3. Ο φρύνος (Bufo viridis), ο οποίος είναι πολύ γνωστός στην παράδοσή μας και σε αρχαίους θρύλους, δεν είναι καθόλου ένοχος για τις ‘’κατηγορίες’’ που του επιρρίπτονται, ότι μεταφέρει και μεταδίδει ψώρα. Η ψώρα είναι μία δερματική νόσος που προκαλείται από ένα μικρό ακάραιο που επιστημονικά λέγεται Sarcoptes scabiei. Αυτό το ακάραιο δεν έχει καμία σχέση με τα αμφίβια. Το κοινό όνομα του είδους προέρχεται από την όψη του δέρματός του που φαίνεται νά’χει σπυριά πάνω του. Το δέρμα του φρύνου εκκρίνει μια τοξική ουσία που χρησιμοποιείται για την άμυνα έναντι των εχθρών.
4. Η ευρωπαΪκή πράσινη σαύρα (Lacerta viridis) είναι μία από τις πιο όμορφες σαύρες στη Ρουμανία, με το σώμα τον ενήλικων αρσενικών να καλύπτεται με σμαραγδένιο πράσινο και ανοιχτό μπλε. Το μέγεθός τους που είναι αρκετά μεγάλο τις κάνει να φαίνονται σαν επιβλητικό είδος. Τέτοια χαρακτηριστικά γέννησαν μυθώδεις δεισιδαιμονίες μεταξύ των διάφορων λαϊκών πίστεων. Κάποιες απ’αυτές τις δεισιδαιμονίες είναι ότι ‘’η ευρωπαϊκη πράσινη σαύρα είναι δηλητηριώδης, επιθετική και σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση μπορεί να πηδήξει στα αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα ή να συρθεί κάτω απ’τα παντελόνια σ’αυτά τα όργανα’’. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα πέρα από ανέριστες δεισιδαιμονίες. Η μόνη πραγματική αλήθεια είναι ότι αν η ευρωπαϊκή πράσινη σαύρα πιαστεί δε θα διστάσει να δαγκώσει, αλλά το δάγκωμά της είναι εντελώς αβλαβές και ασήμαντο για τον άνθρωπο.
5. Ένα άλλο θύμα δεισιδαιμονιών είναι η ελληνική χελώνα (Testudo graeca ibera) που είναι χορτοφάγος και δε θα μπορούσε ποτέ να επιτεθεί σε ένα άλλο είδος. Στην ύπαιθρο της Dobrogea οι άνθρωποι είναι πεπεισμένοι πως αυτά τα αξιοθαύμαστα ζώα επιτίθενται στις κότες τους. Αυτές οι χελώνες συχνά ξεμυτίζουν σε πολιτισμένες περιοχές, σε κήπους ή μικρα βοσκοτόπια και καταλήγουν στις αυλές των ανθρώπων όπου ψάχνουν για τροφή και καταφύγιο. Οι άνθρωποι μετά τις βρίσκουν, συνθλίβουν το καβούκι τους και τις αφήνουν να πεθάνουν μέσα στην αγωνία. Μια άλλη ψευδής πληροφορία μεταξύ των ανθρώπων είναι ότι τα όργανα της ελληνικής χελώνας μπορούν να θεραπεύσουν την κήρωση και να βελτιώσουν τη σεξουαλική ζωή. Ένα πολύ σημαντικό πράγμα για να θυμάστε είναι ότι οι χελώνες είναι δύο ειδών, υδρόβιες και χερσαίες χελώνες. Η ελληνική χελώνα είναι χερσαίο είδος και πολλοί άνθρωποι πιστεύουν λανθασμένα ότι μπορεί να κολυμπήσει. Οι χερσαίες χελώνες συχνά ρίχνονται στο νερό όποτε βρίσκονται κοντά σ’αυτό, επειδή οι άνθρωποι νομίζουν πως αυτό είναι το περιβάλλον τους κι αυτό που πραγματικά γίνεται είναι ότι πνίγονται.
6. Αντίθετα με την ελληνική χελώνα, η ευρωπαΪκή ποταμοχελώνα (emys orbicularis) είναι σαρκοφάγο είδος. Κυνηγά μικρά υδρόβια έντομα, καρκινοειδή, μαλάκια, σκουλήκια, προνύμφες, αλλλά και άρρωστα ψάρια, προσφέροντας έτσι μεγάλη υπηρεσία στα υδρόβια ενδιαιτήματα και την πανίδα προλαμβάνοντας δυνητικές επιδημίες. Δυστυχώς υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου ψαράδες πιάνουν την άτυχη νεροχελώνα στα δίχτυα τους και ο ανταγωνισμός του ανθρώπου έχει μεγαλοποιήσειτη δραστηριότητα του μικρού αυτού ερπετού στο βαθμό ενός πολύ βλαπτικού είδους για την αλιεία. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι βλάπτει άσχημα τα δίχτυα τους. Έτσι, αν οι ψαράδες πιάσουν μια χελώνα, είτε την πετάνε μέσα στη βάρκα και την αφήνουν να πεθάνει από πείνα, είτε την καρφώνουν μ’ένα μαχαίρι και την πετάνε πίσω στο νερό.
7. Το νερόφιδο (Natrix natrix) είναι ο κύριος χαρακτήρας μίας των γνωστότερων προφορικών ιστοριών της Ρουμανίας. Δυστυχώς είναι από τις λίγες ιστορίες που μας κάνουν να βλέπουμε τα φίδια με θετικό τρόπο. Λέγεται ότι το νερόφιδο ζει κρυμμένο μέσα στους τοίχους του σπιτιού και κάτω απ’τα θεμέλια του σπιτιού κι ότι βγαίνει έξω μονο αν βάλεις μια γαβάθα με ζεστό γάλα; Λέγεται πως είναι υπεύθυνο για την τύχη, την ευζωία και την ισορροπία του σπιτιού, και τις καλοκαιρινές νύχτες χτυπάει σαν ρολόι με την ουρά του πάνω στον τοίχο; Δεν κάνει τόσα παιδιά όσες ψυχές είναι στο σπίτι και αν το σκοτώσεις θα βιώνεις κακοτυχία θάνατο και κακά πράγματα και κάποιες φορές το σπίτι μπορεί να πάρει ως και φωτιά.
8. Για το λιμνόφιδο (Natrix tessellata) λέγεται πως είναι ένα φίδι που ζει μέσα ή γύρω απ’το νερό, τρώει ψάρια, αν θέλεις να το πιάσεις θα πρέπει να βάλεις το χέρι σου κάτω απ’το νερο και να το σπρώξεις ολόκληρο με το κεφάλι του κάτω απ’την επιφάνεια, έτσι δε θα σε δαγκώσει, γιατί αν ανοίξει το στόμα του κάτω απ’το νερό θα πνιγεί, και αν το βγάλεις απ’το νερό θα αφήσει μυρωδιά σκόρδου παντού πάνω σου; το λιμνόφιδο τρώει βατράχους και τους καταπίνει με ευχαρήστηση ζωντανούς έτσι για να τους ακούει να κλαίνε με φρίκη; αν κάνει τη φωλιά του δίπλα σε μια λίμνη κάνει πολλά μικρ΄ακαι τρώνε όλα τα ψάρια και τα βατράχια της λίμνης.
9. Υπάρχει επίσης ένας θρύλος για το σαυρομάτη λαφιάτη (Elaphe sauromates) στη νοτιοανατολική Ρουμανία. Σύμφωνα με το μύθο αυτό ο λαφιάτης τρώει μόνο πουλιά και αυγά και τα ψάχνει σε φωλίες και κουφάλες δέντρων; Μπορεί επίσης να καθίσει ακίνητος σ’ένα κλαδί και να υπνωτίσει τα πουλιά που σταματάνε δίπλα του με τα μάτια του και το υπνωτισμένο πουλι πηδάει σιγά-σιγά τραγουδώντας το τελευταίο του τραγούδι έως το θάνατο; Κάποιες φορές ο λαφιάτης μπαίνει στις φωλιές των κοτών και τρώει τα κοτοπουλάκια; Επίσης χώνεται μέσα στις σοφίτες ψάχνοντας για περιστέρια και σπουργίτια. Ένας άλλος θρυλος γι’αυτό το φίδι λέει ότι αν ένα φίδι χωθεί κάτω απ’το έδαφος κρύβεται εκεί για 7 χρόνια, και μετά απ’αυτό το χρονικό διάστημα εμφανίζεται με τη μορφή ενός φτερωτού δράκου.
10. Ο έφιος (Dolichophis caspius) είναι πολύ γνωστό στη ρουμάνικη παράδοση εξαιτίας της παροιμιώδους επιθετικότητάς του. «Σε κυνηγάει και αν το ενοχλήσεις, θα δαγκώσει το σαγόνι σου ή το μάτι σου; Δαγκώνει αγελάδες που βόσκουν από το στόμα ή το μαστάρι τους και κρέμεται από εκεί ρουφώντας γάλα όπως κάνουν τα μοσχάρια. Το μαστάρι της αγελάδας αδυνατίζει και το γάλα γίνεται ξινό ή το μαστάρι μικραίνει πολύ και δε δίνει άλλο γάλα. Ένας άλλος μύθος λέει ότι την εποχή της άνοιξης, όταν ο έφιος αναπαράγεται, συγκεντρώνεται σε μεγάλες μπάλες που παράγουν ένα είδος αφρού που μόλις στερεοποιηθεί λέγεται ιερή πέτρα και είναι πολίτιμη για τις μυστικές της δυνάμεις.
11. Αν και οι οχιές είναι εκπληκτικά είδη, έχουν γίνει το αντικείμενο πολλού φόβου και μίσους στη χώρα μας για πολύ καιρό. Η θρησκεία έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη μετάδοση τέτοιων θρύλων, συσχετίζοντας τις οχιές με δαίμονες ή με το γεγονός ότι οι οχιές έχουν δεχθεί κατάρα απ’το Θεό να πατιούνται και να συνθλίβονται από την Εύα η οποία επίσης έπρεπε να ανέχεται τον πόνο του τοκετού και του δηλητηριώδους δαγκώματός τους στην φτέρνα της. Η απουσία γνώσης για τη ζωή και τις συνήθειες αυτού του υπέροχου πλάσματος έχει αντικατασταθεί με πολυάριθμους θρύλους. Εδώ είναι μερικοί απ’αυτούς: «Λέγεται ότι οι οχιές μπορούν να κεντρίσουν με τη γλώσσα τους, με την άκρη της ουράς τους ή με το κέρατο στο ρύγχος τους και όλα αυτά τα μέρη του σώματος της οχιάς είναι δηλητηριώδη; Μπορούν να πηδήξουν μέχρι και 1,3 εώς 12 μέτρα ψηλά (ανάλογα με την ευπιστεία αυτού που λέει την ιστορία); Οι οχιές μπορούν να σκαρφαλώσουν στις κορυφές των δέντρων κι από εκέι ψηλά μπορούν να πηδήξουν κάτω στα κλαδιά και να δαγκώσουν, ή μπορούν να πηδήξουν και να σε διαπεράσουν όπως ένα ακόντιο; Αν ενοχλήσεις μια οχιά που κάθεται πάνω σ’έναν λόφο θα δαγκώσει την ουρά της και θα κυλήσει στην κατηφόρα σαν τροχός για να σε πιάσει και όταν σε βρει θα πηδήξει και θα σε δαγκώσει. Ο μόνος τρόπος διαφυγής είναι να κρυφτείς ξαφνικά κάτω από ένα δέντρο και η οχιά θα χτυπήσει το δέντρω αντί για σένα; Οι οχιές ζουν μόνο σε ζευγάρια και αν σκοτώσεις τη μία, η άλλη θα σε ψάξει και θα σε δαγκώσει; Οι οχιές γίνονται πολύ μεγάλες, ως και 1,5-2 μέτρα (τα είδη στη Ρουμανία στην πραγματικότητα δεν ξεπερνούν τα 90 εκ).
12. Οι βάτραχοι μπορούν να ζήσουν στην κοιλιά ενός ανθρώπου αν καταποθούν κατά λάθος.
13. Οι σαύρες έχουν δηλητηριώδες δάγκωμα.
14. Οι χελώνες μπορούν να μπαινοβγαίνουν στο καβούκι τους όποτε θέλουν.
15. Τα φίδια δε δαγκώνουν κάτω απ’το νερό.
16. Τα φίδια μπορούν να κεντρίσουν με την άκρη της ουράς τους ή με τη γλώσσα τους.
17. Τα φίδια μπορούν να γητευτούν με ζεστό γάλα.
18. Αν χτυπήσετε θανάσιμα ένα φίδι, δε θα πεθάνει μέχρι τη δύση του ηλίου.
19. Τα φίδια μπορούν να φτάσουν τεράστιες διαστάσεις, μπορούν να γίνουν παχιά όσο μία ρόδα ααυτοκινήτου και μακριά όσο 4-5 ή ακόμα και 10 μέτρα.
20. Όλα τα φίδια είναι δηλητηριώδη.
21. Αν ένα φίδι δε χωθεί κάτω απ’τη γή μέχρι την Ημέρα του Σταυρού θα πρέπει να θανατωθεί γιατί σημαίνει ότι έχει δαγκώσει κάποιον και η γη δεν το δέχεται πλέον.
22. «Αν πάς για πικνίκ θα πρέπει να προσέχεις να μην κοιμηθείς με ανοιχτό το στόμα, γιατί μπορεί ένα φίδι να μπει στο στόμα σου και να διαμείνει στο στομάχι σου. Αν γίνει αυτό θα πρέπει να το δελεάσεις να βγει έξω με μία γαβάθα ζεστού γάλακτος κι ένας επιδέξιος άντρας θα πρέπει να περιμένει το φίδι και να πιάσει το κεφάλι του μόλις βγει έξω; Αν δεν το βγάλεις θα φάει όλη την τροφή που τρως και θα πεθάνεις από ασιτία.
23. Αν ένα φίδι έχει πονοκέφαλο θα έρθει κοντά σ’ένα δρόμο και θα ξαπλώσει στο δρόμο γι ανα πατηθεί.
24. Αν σκοτώσεις ένα φίδι στην πραγματικότητα σκοτώνεις ένα δαίμονα και θα σου συγχωρεθεί μία εκ των αμαρτιών σου.
25. Αν δεις ένα φίδι και δεν το σκοτώσεις θα χάσεις τον ανδρισμό σου.
26. Αυτός που τρώει ένα βραστό φίδι γίνεται νεότερος.
27. Αν ένα φίδι προσπαθεί να φάει ένα βάτραχο και σκοτωθεί με το κλαδί ενός δέντρου που παράγει ξηρούς καρπούς, αυτό το κλαδί μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σταματήσει τη βροχή.
28. Τα φίδια είναι αθάνατα επει΄δη χάνουν το δέρμα τους και κοροϊδεύουν το θάνατο.
29. Οι άνθρωποι μπορούν να καταληφθούν απ’τα φίδια αν τα κοιτάξουν στα μάτια.
30. Τα φίδια είναι κολλώδη, γλοιώδη, υγρά και κρύα.
31. Τα φίδια μπορούν ν’ακούσουν.
32. Τα φίδια μπορούν να υπνωτίσουν ανθρώπους.
33. Αν σκοτώσεις ένα λαφιάτη θα αρρωστήσεις για λίγες μέρες.

Φυσικά όλοι αυτοί οι θρύλοι είναι παράλογοι και εντελώς αναληθείς!

Ορισμένες φορές η ανθρώπινη σκέψη ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του παραλόγου, και καταλήγει να πλέει ακυβέρνητη μέσα στο βαθύ διάστημα της παράνοιας. Δεν έχω τίποτα άλλο να πω.

Αυτό που ήθελα εδώ και καιρό να βρω για να διαβάσω ήταν ένα εμπεριστατωμένο επιστημονικό βιβλίο για τα ερπετά, που όμως έλειπε απ’την ψηφιακή βιβλιοθήκη μου, αλλά σχετικά πρόσφατα βρήκα τελικά ακριβώς αυτό που έψαχνα, ένα μεγάλο δηλαδή επιστημονικό τόμο 700 και πλέον σελίδων για τη βιολογία των ερπετών και των αμφιβίων, τον οποίο διάβασα πριν δύο περίπου εβδομάδες στον ελεύθερό μου χρόνο όσο ήμουν στην κατασκήνωση, μέσα μόλις σε 5 μέρες. Ο τίτλος του είναι «Ερπετολογία: εισαγωγή στη βιολογία των αμφιβίων και των ερπετών», ή στο πρωτότυπο “Herpetology: an introductory biology of amphibians and reptiles”. Εγώ το διάβασα στο πρωτότυπο, δηλαδή στα αγγλικά, κι εφόσον τα γνωρίζω αρκετά καλά, δε συνάντησα προβλήματα. Το βιβλίο γράφεται απ’τους βιολόγους Laurie J. Vitt και Janalee P. Caldwell του τμήματος ζωολογίας Sam Noble του πανεπιστημίου του Norman της Οκλαχόμα. Το βιβλίο εκδίδεται από την Academic Press, παρακλάδι του μεγάλου επιστημονικού εκδοτικού οίκου Elsevier. Η πρώτη έκδοση τυπώθηκε το 1993 από τον George Zug, με πολλές ενημερώσεις και τροποπποιήσεις από τότε. Εγώ διάβασα την Τρίτη του 2009, αλλ’απ’ό,τι βρήκα, έχει βγει και τέταρτη φέτος με ορισμένες σημαντικές αλλαγές.

Το βιβλίο ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να διαβάσω. Ένα σύγγραμμα για τη βιολογία και την οικολογία των ερπετών και των αμφιβίων, οργανωμένο κατά ενότητες, η κάθε μία να εξετάζει διαφορετικό τομέα του θέματος, όπως ταξινόμηση, εξέλιξη, ανατομία, φυσιολογία, αναπαραγωγή, θρέψη, οικολογία, απειλές στη φύση, κλπ. Στο τέλος υπήρχε μια ανασκόπηση των σημερινών κλάδων ερπετών κι αμφιβίων μ’όλες τις οικογένειές τους, και μετά παραπομπές και πηγές. Παραπομπές και πηγές υπήρχαν επίσης μετά από κάθε ενότητα, οι οποίες όλες μαζί μπορεί και να καταλάμβαναν πάνω από 20 σελίδες του βιβλίου. Στο τέλος κάθε ενότητας υπήρχαν ακόμα και λίγες γενικές ερωτήσεις κατανόησης, εφόσον το βιβλίο αυτό χρησιμοποιείται και από πανεπιστημιακούς φοιτητές, ενώ μεγάλες ενότητες που πραγματεύονταν πολλά θέματα είχαν και μία ανακεφαλαιωτική παράγραφο. Κάθε ενότητα εξέταζε συνήθως χωριστά τα αμφίβια και τα ερπετά ως προς το ίδιο στοιχείο, εφόσον οι δύο αυτές ομοταξίες διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, η απόσταση μεταξύ αμφιβίων κι ερπετών θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι μικρότερη απ’αυτήν μεταξύ ερπετών και θηλαστικών, αφού όλες οι συνδετικές μορφές έχουν εξαφανιστεί, αλλά επειδή ιστορικά και οι δύο αυτές ομάδες είχαν θεωρηθεί ως απλά μια ομάδα εκτόθερμων τετράποδων σπονδυλωτών, η παράδοση έμεινε να μελετώνται μαζί. Στην πραγματικότητα τα πουλιά είναι πολύ συγγενικότερα με τα σημερινά ερπετά, κι αυτό το βιβλίο το αναγνωρίζει, αναφέροντάς τα συχνά ως πτηνόμορφα ερπετά (avian reptiles), κι ως εκ τούτου η ερπετολογία θά’πρεπε να είχε απορροφήσει και την ορνιθολογία, αλλά εξαιτίας του ιστορικά αγεφύρωτου διαχωρισμού μεταξύ των δύο αυτών πεδίων, αυτό δε γίνεται. Συχνά λοιπόν το μέρος μιας ενότητας που ασχολούταν με τα αμφίβια ήταν εκτενέστερο απ’αυτό για τα ερπετά, εφόσον τα πρώτα έχουν εξελιχθεί σε πάμπολλες μορφές και εξαιτίας της ιδιόμορφης αναπαραγωγής τους και των δύο σταδίων ζωής, έχουν εξελίξει πολυάριθμες αναπαραγωγικές και αναπτυξιακές στρατηγικές που διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, ακόμα και σε συγγενικά είδη.

Φυσικά, το βιβλίο αυτό ήταν μια σύνοψη παρόλο τον όγκο του, γιατί λογικά είναι αδύνατο να χωρέσουν ομοταξίες χιλιάδων ειδών, με τις χιλιάδες ξεχωριστές περιπτώσεις τους, σε 700 μόνο σελίδες. Παρά τα παραδείγματα που χρησιμοποιούσε, δεν ήταν δυνατόν να καλύψει όλες τις ειδικές περιπτώσεις. Δεν ήταν δυνατόν για παράδειγμα να καλύψει όλες τις περιπτώσεις πρόσληψης τροφής ή
Θερμορρύθμισης,
Εντούτοις σίγουρα πολλές επιπλέον πληροφορίες θα βρίσκονται μέσα στη σωρία των πηγών και παραπομπών. Επίσης δεν κάλυψε με την ίδια λεπτομέρεια κάποιες απ’τις λιγότερο φανερά οικολογικά σχετιζόμενες πλευρές των οργανισμών αυτών όπως τη δομή και τη λειτουγία του ανοσοποιητικού ή του νευρικού συστήματος. Ωστόσο οι ελλείψεις αυτές είναι πρακτικά ασήμαντες σε σχέση με το όλο περιεχόμενο του βιβλίου. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιεί επίσης μπορεί να μπερδέψει πολλούς, αφού μέχρι το επίπεδο της οικογένειας χρησιμοποιεί το παραδοσιακό ιεραρχικό σύστημα, ενώ για μεγαλύτερες ομάδες χρησιμοποιεί την κλαδιστική. Και ασφαλώς ήταν αδύνατο να υπάρχουν πληροφορίες που ανακαλύφθηκαν μετά την έκδοση του βιβλίου. Για παράδειγμα νέα ευρήματα, όπως η ανακάλυψη της αρχαιότερης χελώνας Odontochelys semitestacea, ενός τριαδικού παραθαλάσσιου είδους με στοιχεία πλησιέστερα σε άλλα ερπετά, όπως οδοντοστοιχεία, μακριά ουρά και ατελές κέλυφος, που έγινε γύρω στο τέλος του 2009, δεν αναφέρονται, ούτε και η ανακάλυψη του
Μικρότερου βατράχου του κόσμου
(Paedophryne amouensis) Στη Νέα Γουινέα το 2012, μόλις 7 χιλιοστών. Επίσης στο βιβλίο αυτό οι χελώνες ταξινομούνται κοντά στα αρχοσαύρια (κροκοδείλια, πτερόσαυροι, δεινόσαυροι και πουλιά), θέση όπου τις κατατάσσει η μοριακή βιολογία, μια κατάσταση που ίσως έχει έχει αλλάξει στην επόμενη έκδοση εξαιτίας του συνεχιζόμενου ταξινομικού προβλήματος αυτής της ομάδας ερπετών. Η ταξινόμηση των φολιδωτών (σαύρες και φίδια, τα τελευταία παρακλάδι των σαυρών) τέλος ακολουθεί το παλαιό σύστημα, με τα ιγκουάνια στη βάση του εξελικτικού δέντρου των σαυρών, εξαιτίας της υποτιθέμενης διατήρησης πρωτόγονων χαρακτηριστικών απ’αυτά, και με όλες τις υπόλοιπες ομάδες στον κλάδο των αυταρχόγλωσσων, ώστε όλες οι οικολογικές, ανατομικές, συμπεριφορικές κλπ αναλύσεις να απορρέουν απ’αυτό το κλαδιστικό σχήμα. Στην τέταρτη έκδοση απ’ό,τι διάβασα, η ταξινόμηση των φολιδωτών ακολουθεί το επαναπροσδιορισμένο σχήμα, με τα ιγκουάνια ως μέλος ενός μεγάλου κλάδου φολιδωτών.

Απ’το βιβλίο αυτό έμαθα πολλά πράγματα που πραγματικά δεν ήξερα, και ακόμα μπόρεσα να συνδέσω προηγουμένως σκόρπιες γνώσεις και να λύσω πολλές απορίες. Όπως και να το κάνουμε, η ανάγνωση ενός πλήρους, έγκυρου και επιστημονικά τεκμηριωμένου τόμου πάνω σ’ένα θέμα δε συγκρίνεται με την ανάγνωση διάσπαρτων άρθρων, άλλων επιστημονικών, και άλλων αμφιβόλου ποιότητος. Το βιβλίο αυτό θεωρείται απ’τα βασικότερα ερπετολογικά συγγράματα, αφού περιέχει σχεδόν όλο το απόσταγμα της ερπετολογικής γνώσης οργανωμένο καταλλήλως και γραμμένο με εύκολα κατανοητό τρόπο. Περιττώ να πω πως η ανάγνωσή του επιβάλλεται για όποιον ενδιαφέρεται γι’αυτές τις ομάδες σπονδυλωτών.

Ενημέρωση 18/12/2014: Πρόσφατα τελείωσα την τέταρτη έκδοση του βιβλίου. Η ταξινόμηση και η εξελικτική ανάλυση έχει αλλάξει, με τα ιγκουάνια μέσα παρά στη ρίζα του εξελικτικού δέντρου των φολιδωτών, ενώ νέες πληροφορίες προστέθηκαν σε διάφορα κεφάλαια του βιβλίου. Δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο θέμα των απειλών και της προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ μου φάνηκε πως θέματα οπως η ανατομία, η ανάπτυξη και τα οργανικά συστήματα παρουσιάζονταν κάπως πιο περιληπτικά. Η γνώμη μου για το βιβλίο δεν αλλάζει, είναι πραγματικός θησαυρός.

Πριν τέσσερις μέρες, τη Δευτέρα 15 Απριλίου, επισκέφθηκα το κατάστημα Isle of Eco για ν’αγοράσω γεωσκώληκες κομποστοποίησης κι έντομα για το
Βαρώνο,
Το λοφιοφόρο γκέκο μου (Corelophus ciliatus). Είναι ίσως το πιο εξειδικευμένο κατάστημα της Ελλάδας για σκουλήκια, εξοπλισμό κομποστοποίησης και ζωντανές τροφές για ερπετά, κι αξίζει τη διαφήμισή μας. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία εντόμων, εγώ όμως διάλεξα δύο είδη δοκιμαστικά, αλευροσκούληκα (mealworms) 30-50 περίπου γραμμάρια και 4 κηροσκούληκα ή και μελοσκούληκα (waxworms) πειραματικά. Κανένα απ’τα δύο είδη δεν είναι είδος σκουληκιού, παρά οι προνύμφες σκαθαριού και πεταλούδας αντίστοιχα. Τα έντομα και των δύο ειδών έγιναν λοιπόν με μεγάλο ενθουσιασμό δεκτά από το γκέκο, το οποίο την πρώτη κιόλας μέρα έφαγε τρία κηροσκούληκα και 5 αλευροσκούληκα, και το εναπομείναν κηροσκούληκο, το οποίο ίσως έβαζα στο ψυγείο γι’αργότερα αλλ’άλλαξα γνώμη, την επόμενη μέρα. Άλλα από τότε δε θέλει, γιατί είναι βαρυστομαχιασμένο και θα πρέπει να περάσουν 2-3 μέρες μέχρι να ξαναφάει, αυτήν τη φορά φρουτόκρεμα, κρέας την άλλη βδομάδα πάλι ή και αργότερα, οπότε βίντεο με επίθεση σε έντομο θ’αργήσει. Το είδος είναι κυρίως φρουτοφάγο, και δε θα πρέπει να επιβαρύνεται με πολλά έντομα. Στο ψυγείο λοιπόν τοποθετούνται οι προνύμφες αυτές για να πέσει ο μεταβολισμός τους ώστε να χρησιμοποιηθούν αργότερα, όπου μπορούν να ζήσουν για 4-5 μήνες. Δραστήρια θα πρέπει να τρέφονται με κάτι και αργά ή γρήγορα, σύμφωνα με το αναπτυξιακό τους πρόγραμμα, θα κάνουν κουκούλι και θα μεταμορφωθούν σε τέλεια έντομα. Τα αλευροσκούληκά μου λοιπόν τώρα βρίσκονται εκτός ψυγείου, σ’ένα τάπερ με διάτρητο καπάκι όπου προηγούμένως είχα
Σαλιγκάρια
Για τον ίδιο σκοπό, με ψωμί για να τρώνε και συμπληρωματικά κουνελίνη, και για υγρασία μαρούλι και ζοχό. Συγκεντρώνονται λοιπόν όλα κάτω και γύρο απ’την τροφή και τρώνε, αφήνοντας πίσω μια λεπτή σκόνη ως περιττώματα. Το μόνο μέλημά τους είναι το φαί, όπως και με τα σαλιγκάρια που είχα εκεί πριν, τα οποία εξαφάνιζαν μέσα σε λίγες μέρες ό,τι χόρτα τους έδινα, αφόδευαν κι όταν δεν είχε αρκετή υγρασία σταματούσαν να κινούνται και προσκολλώνταν είτε στα τιχώματα είτε στο καπάκι. Η νοημοσύνη των συγκεκριμένων ζώων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν έχουν συναίσθηση ούτε καν του πού βρίσκονται, αρκεί να υπάρχει πολή τροφή. Αν το καλοσκεφτούμε πάντως, και η δική μας νοημοσύνη δεν ξεφεύγει και τόσο πολύ απ’αυτό το στάδιο, αν αναλογιστούμε πως όλος μας ο πολιτισμός βασίζεται στα περιορισμένα ορυκτά καύσιμα, και λειτουργούμε ωσάν να’ναι ανεξάντλητα.

Με την ευκαιρία λοιπόν θα σας παρουσιάσω πληροφορίες για την εκτροφή των δύο αυτών εντόμων ως τροφή για ερπετά κι όχι μόνο. Για τη δική μου περίπτωση δεν ξέρω αν πρέπει να τα κάνω αποικία, από τη μία ο πληθυσμός τους αρκεί για αποικία, γιατί το γκέκο λίγα θα τρώει κάθε φορά, οπότε ο αριθμός τους φτάνει, αλλά αν κάνω θά’χω πολλά περισσότερα απ’όσα θα θέλω, από την άλλη αν δεν τα ταΐσω όλα γρήγορα (αδύνατον) ή δεν τα ψύξω, κάποια απ’αυτά θα προλάβουν να γίνουν κουκούλια και να μεταμορφωθούν. Το τελευταίο το θεωρώ αρκετά απίθανο, μιας και υπόστρωμα βαθύ για να κρύβονται δεν υπάρχει, και κάθε κουκούλι θα έχει μεγάλη πιθανότητα να φαγωθεί από τους μη μεταμορφωμένους ακόμα ομοίους του.

Τρία αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) 15/4/2013, ίσως δε φαγώθηκαν ακόμα.

Το αλευροσκούληκο (αγγλ. Mealworm) είναι λοιπόν η προνύμφη του μαύρου σκαθαριού των σιτηρών (darkling beetle) Tenebrio molitor της οικογένειας των τενεβριονιδών (tenebrionidae). Τα έντομα αυτά συναντώνται σήμερα παγκοσμίως, και μπορει να προκαλέσουν ζημιές σε αποθηκευμένα σιτηρά ή άλευρα. Κοιτίδα τους θεωρείται η Λεκάνη της Μεσογείου. Ίσως κάποτε όλοι μας να τα έχουμε φάει μαζί με το ψωμί ή τα ζυμαρικά, διότι η εξαφάνιση εντόμων που προσβάλλουν τα σιτηρά είναι σχεδόν αδύνατη, έτσι οι κρατικοί και οι διεθνείς κανονισμοί για την καθαρότητα των τροφίμων προβλέπουν μέχρι ενός συγκεκριμένου ορίου θραύσματα εντόμων σε διάφορα προΪόντα. Στη φύση οι πληθυσμοί αυτού κι άλλων ειδών είναι αρκετά μικρότεροι κι αραιότεροι. Εκεί το έντομο αυτό ζει κάτω από διάφορα αντικείμενα τρεφόμενο με σπόρους, νεαρά σπορόφυτα, ρίζες, νεκρά φυτικά μέρη και νεκρά έντομα κι άλλα ζώα. Το χρησιμοποιούμενο στάδιο της ζωής του είναι η σκωληκόμορφη προνύμφη του ή αλευροσκούληκο, που με κοντινότερη ματιά αποκαλύπτει την εντομοειδή της φύση, με 3 ζεύγη λεπτών ποδιών στο θώρακα και κεφάλι με μάτια, κεραίες και στοματικά εξαρτήματα εντόμου. Είναι κιτρινωπή και στην πάνω πλευρά κυρίως ο θώρακας και τα πιο πίσω τμήματά της είναι σκληρωτοποιημένα με επιπλέον χιτίνη για ενδυνάμωση.

Το αλευροσκούληκο έχει συγκεντρώσει μικτά σχόλια από την κοινότητα των ερπετοχομπιστών, με άλλους να λένε πως πρόκειται για την καλύτερη δυνατή τροφή και άλλους ότι είναι η χειρότερη δυνατή τροφή. Σε σχέση μ’άλλες ζωντανές τροφές ίσως εμφανίζει κάποια αρνητικά στοιχεία, π.χ. το μεγάλο ποσοστό άπεπτου σκληρού εξωσκελετού που ενδεχομένως να το κάνει δύσπεπτο για κάποια είδη ή μικρά ζώα, αλλά από θρεπτικής άποψης στην πραγματικότητα είναι πλούσια τροφή, περιέχοντας πρωτεΐνη κατά 25% και λίπος κατά 12% (οι πηγές γιακάθε πληροφορία αυτού του άρθρου στο τέλος). Πολλοί εκτροφείς ερπετών το χρησιμοποιούν ως βασική τροφή για χρόνια χωρίς κανένα πρόβλημα, με κάποιους εκτροφείς λεοπαρδαλωδών γκέκο (Eublepharis macularius) να το χρησιμοποιούν αποκλειστικά επί γενιές. Μια πρόσφατη μελέτη μάλιστα, μετρώντας την ανάπτυξη νεαρών γκέκο αυτού του είδους με διατροφή είτε αποκλειστικά αλευροσκουλήκων, είτε γρύλλων είτε και των δύο, απέδειξε ότι τα αλευροσκούληκα ενισχύουν περισσότερο την ανάπτυξη σε σχέση με τις άλλες δύο διατροφές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι άλλες δύο ήταν βλαβερές, ωστόσο δεν είναι ακόμα γνωστό αν μια διατροφή αποκλειστικά από αλευροσκούληκα μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας στα ερπετά. Αμφιβάλλω εντούτοις ότι κάποιος χομπίστας ερπετών θα ταΐζει τα ερπετά του με μία μόνο τροφή συνεχόμενα, η ποικιλία πάντοτε ωφελεί (τα φίδια και άλα σπονδυλωτοφάγα σαρκοφάγα εδώ εξαιρούνται). Επίσης τα αλευροσκούληκα έχουν ελαφρώς αυξημένα λιπαρά σε σχέση με άλλα έντομα, οπότε μπορεί να γίνουν παχυντικά. Τέλος κυκλοφορεί ο ανυπόστατος μύθος ότι εάν ένα αλευροσκούληκο δε χωνευθεί σύντομα μετά την κατανάλωση, μπορεί να μασήσει το στομάχι και να διαφύγει, σκοτώνοντας το ερπετό. Αυτό
Έχει αποδειχθεί πειραματικά πως δεν ισχύει.

Τα αλευροσκούληκα λοιπόν δε μπορούν να σκαρφαλώσουν σε λείες επιφάνειες, ούτε να τρέξουν πολύ γρήγορα, μπορούν όμως να σκάψουν ή να χωθούν σε κάποια απροσπέλαστη γωνία, γι’αυτό, εάν το τερράριο είναι πολύπλοκο, πολλοί κάτοχοι ερπετών τα προσφέρουν σ’ένα ρηχό μπολ. Επειδή είναι πιο αργοκίνητα απ’τους γρύλλους, τις μύγες ή τις κατσαρίδες, μπορεί να μην προσελκύουν την προσοχή κάποιων ερπετών αμέσως, ένας λόγος για τον οποίον κάποιοι δεν τα αγαπούν ως Τροφή, αλλά στο τέλος το ερπετό τα αντιλαμβάνεται και επιτίθεται. Στη δική μου περίπτωση ωστόσο και σε πολλές άλλες τα σκουλήκια αυτά τρώγονται σχεδόν αμέσως. Επειδή όμως, όπως τα περισσότερα έντομα, υπολείπονται σε ασβέστιο, πριν την προσφορά τους στα ερπετά θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου ή και πολυβιταμινών αν χρειάζεται. Ένα καλό τάισμα επίσης πριν με βιταμινούχο τροφή όπως λαχανικά και φρούτα (gut loading) μπορεί ν’αυξήσει τη θρεπτική τους αξία. Αλευροσκούληκα τρώνε διάφορα ψάρια, σχεδόν όλα τα αμφίβια, εντομοφάγες σαύρες, τα ελάχιστα εντομοφάγα φίδια που υπάρχουν, νεροχελώνες και παμφάγα χερσαία είδη χελωνών, εντομοφάγα πουλιά, σαρκοφάγα αρθρόποδα όπως ταραντούλες ή σαρκοφάγα έντομα όπως αλογάκια της Παναγίας, και εντομοφάγα θηλαστικά όπως
Σκαντζόχοιροι
Και τρωκτικά. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως δολώματα στο ψάρεμα και ως τροφή για πουλερικά όπως κότες και πάπιες, ή για την προσέλκυσηάγριων ωδικών πτηνών σε σταθμούς σίτισης.

Τα έντομα αυτά είναι απ’τα ευκολότερα στην εκτροφή ή καλλιέργεια. Χρειάζονται απλώς ένα ρηχό και πλατύ δοχείο με υπόστρωμα, το οποίο λειτουργεί συγχρόνως και ως τροφή, και σχεδόν τίποτε άλλο. Το καπάκι στο δοχείο είναι προαιρετικό, γιατί τα έντομα αυτά δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες, κι ως σκαθάρια σπανιότατα πετούν, κι αν υπάρχει θα πρέπει να’ναι διάτρητο ή από σίτα για καλό αερισμό. Το υπόστρωμα μπορεί να είναι 2-10 εκατοστά, ανάλογα με τον αριθμό των εντόμων, την επιφάνεια του δοχείο κλπ, και μπορεί ν’αποτελείται από κάτι σιτηρώδες πλούσιο σε άμυλο όπως πίτυρο, βρώμη, τριμμένη φρυγανιά κλπ. Συμπληρωματικά μπορούν να τοποθετούνται κομμάτια παλιού ψωμιού ή ξηρών ζυμαρικών στην επιφάνεια, ενώ για υγρασία κατάλληλα είναι φρούτα και λαχανικά όπως μαρούλι, χόρτα, καρότο, αγκούρι, μήλο, μπανάνα, και πατάτα ως κάτι πιο αμυηλώδες. Οι υγρές τροφές θα πρέπει ν’αφαιρούνται αν αρχίζουν να μουχλιάζουν, γιατί τότε μπορεί να βλάψουν όλη την αποικία, και για να μη βρέχεται το υπόστρωμα καλό είναι να βρίσκονται πάνω σ’ένα κομμάτι χαρτιού ή κάτι παρόμοιο, αλλά αν είναι μικρά τα κομμάτια συνήθως τρώγονται ολόκληρα γρήγορα και δεν υπάρχουν τέτοια προβλήματα. Όπως όλα τα έντομα, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι ανάλογος της θερμοκρασίας, σε υψηλότερες θερμοκρασίες δηλαδή είναι ταχύτερος. Το πρώτο στάδιο της ζωής του αλευροσκούληκου είναι το αβγό, που γεννιέται απ’το ενήλικο θηλυκό σκαθάρι μήκους 2 χιλιοστών και πλάτος 0,9 χιλιοστών, λευκό που με τη σκόνη γίνεται κιτρινωπό. Το αβγό στις συνήθεις θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς εκκολάπτεται σε 10-12 μέρες σε μια μικροσκοπική προνύμφη, η οποία τρέφεται απ’το υπόστρωμα. Πρακτικά στα πρώτα αυτά στάδια τα έντομα είναι αόρατα, μιας και πολύ δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν μέσα στο υλικό κι αυτό στην πράξη δε χρειάζεται. Όπως σ’όλα τα αρθρόποδα, η ανάπτυξη γίνεται σε στάδια, με αποβολή του παλαιότερου εξωσκελετού κι ανάπτυξη αμέσως μετά, μέχρι τη σκλήρυνση του επόμενου. Η προνύμφη, που παραμένει στο στάδιο αυτό για περίπου 12-54 μέρες, περνά από 9-20 τέτοια στάδια μέχρι να φτάσει στο στάδιο της χρυσαλίδας, νύμφης ή κουκουλιού (pupa), όπου συσπειρώνεται, χάνει το σκληροτοποιημένο θώρακά της και μένει ακίνητη στην επιφάνεια συνήθως του υποστρώματος για περίπου 20 μέρες. Τα στάδια της προνύμφης και της νύμφης μπορούν να επιμηκυνθούν για μήνες εάν τα έντομα ψυχθούν στο ψυγείο ή διαχειμάσουν στη φύση. Η καλύτερη φάση προνύμφης για χρήση είναι η μεγαλύτερη δυνατή, γύρω στα 2 εκατοστά. Ορισμένοι εκτροφείς έχουν χορηγήσει στις προνύμφες τους ορμόνες νεότητας εντόμων ώστε τεχνητά να τις μεγαλώσουν περισσότερο, κάνοντάς τες όμως ανίκανες για αναπαραγωγή, αν και σήμερα είναι διαθέσιμος κι ο μεγαλύτερος συγγενής του αλευροσκούληκου, το Zophobas morio.

Όσο τα κουκούλια αναπτύσσονται, καφετιάζουν περισσότερο, και στο τέλος εκδύονται κι αναδύονται τα ενήλικα σκαθάρια, σχεδόν κρεμώδους χρώματος στην αρχή και μαλακά, έπειτα καφετιάζουν και σκληρωτοποιούνται, και σε 10 μέρες θά’χουν γίνει μαύρα, γυαλιστερά, σκληρά κι έτοιμα για αναπαραγωγή. Τρέχουν πολύ γρήγορα, αλλά σπάνια πετούν και δε σκαρφαλώνουν σε λείες επιφάνειες, οπότε είναι δύσκολο να ξεφύγουν. Κατά την αναπαραγωγική διαδικασία το αρσενικό κυνηγά το θηλυκό μέχρι αυτό να σταματήσει, έπειτα ανεβαίνει πάνω του γυρίζοντας τον αιδοιαγό του (πέος των εντόμων) κάτω απ’το θηλυκό κι αφήνοντας τους σπερματοφόρους σάκους (τα χερσαία αρθρόποδα δεν έχουν το σπέρμα τους σε υγρό, αλλά σε μικρούς στερεούς σάκους). Έχει ακόμα παρατηρηθεί ότι το αρσενικό φυλάγει το θηλυκό για ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά για να μη ζευγαρώσει μ’άλλα αρσενικά, συμπεριφορά πολύ ασυνήθιστη για έντομο. Το θηλυκό λοιπόν έπειτα σκάβει στο υπόστρωμα και γεννά 500 περίπου αβγά, και ο κύκλος επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές. Ο μέσοςο όρος ζωής του σκαθαριού είναι 80 μέρες, και θεωρητικά κι αυτή η φάση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για ερπετά, αλλά είναι σκληρότερη και πολλά είδη δεν την προτιμούν. Ορισμένα είδη, όπως οι γενειοφόροι δράκοι κι άλλα είδη δράκων, σκίγκων και κάποιων ερημόβιων γκέκο όπως οι τερατοσκίγκοι, τρώνε χωρίς πρόβλημα τα σκαθάρια.

Έχουν επινοηθεί διάφορα συστήματα καλλιέργειας αυτών των εντόμων για τον περιορισμό των απωλειών. Ο λόγος είναι διότι τα κουκούια είναι ευάλωτα σε επίθεση και απ’τις προνύμφες και απ’τα σκαθάρια, ενώ επίσης τα αβγά χάνονται κατά το καθάρισμα. Η αποικία δε θα πρέπει να καθαρίζεται συχνά, αφού τα περιττώματα είναι ξηρά και δεν προκαλούν κανένα πρόβλημα, ενώ η αποσύνθεση τω νεκρών εντόμω είναι αμελητέα, με τα έντομα αυτά ν’αποξηραίνονται εύκολα στο ξηρό περιβάλλον της αποικίας. Οι νεκρές προνύμφες και κουκούλια αφυδάτώνονται και μαυρίζουν, οπότε μπορούν ν’αφαιρεθούν προαιρετικά, ενώ τα σκαθάρια μένουν όπως είναι, απλώς ακίνητα κι αποξηραμένα. Υπάρχουν φορές ωστόσο που θα χρειαστεί να καθαριστεί η αποικία για να φύγουν όλα τα άχρηστα περιττώματα και ν’ανανεωθεί όλο το υπόστρωμα, με τον πλέον εύκολο τρόπο το άδειασμα όλης της αποικίας σ’ένα ψιλό κόσκινο, πάνω στο οποίο θα μείνουν μόνο τα έντομα και λίγη τροφή. Στην περίπτωση που η αποικία περιέχει όλες τις φάσεις ανάπτυξης, τα αβγά θα φύγουν μαζί με τα σκουπίδια, γι’αυτό καλό είναι μέρος των σκουπιδιών να κρατηθεί μαζί με νέα τροφή ώστε να εκκολαφθεί ό,τι υπάρχει εάν υπάρχει. Για την εξάλειψη αυτής της δυσκολίας, συχνά γίνεται καλλιέργεια σε δύο δοχεία, ένα για τις προνύμφες κι ένα για τα σκαθάρια. Τα κουκούλια ή όσα νεαρά σκαθάρια επιβιώνουν μεταφέρονται σ’ένα άλλο πανομοιότυπο δοχείο, όπου αναπαράγονται κι έπειτα πεθαίνουν ή ταΐζονται στα ερπετά. Από εκεί έπειτα θα εμφανιστούν οι νέες προνύμφες. Σύμφωνα με μια άλη μέθοδο που διάβασα, τα σκαθάρια κρατούνται μέσα σ’ένα μικρό κουτί επενδεδυμένο με υγρό χαρτί, μαζί με λίγη τροφή για μερικές μέρες με επαναλήψεις της διαδικασίας πολλές φορές, και τα νεαρά αλευροσκούληκα μεταφέρονται προσεκτικά στο δοχείο ανάπτυξης, αν και μου φάνηκε αδικαιολόγητα πολύπλοκη. Επειδή σε ορισμένες περιόδους της αποικίας οι διαθέσιμες προνύμφες θά’ναι λίγες, ενώ άλλοτε παράγονται πολύ περισσότερες απ’όσες θα χρειαστούν για τάισμα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή γι’αναπαραγωγή, καλό είναι αρκετές να ψύχονται για το διάστημα που δεν υπάρχουν μεγάλες διαθέσιμες στην αποικία.

Ο κυριότερος εχθρός των αποικιών αυτών των εντόμων είναι η υγρασία, η οποία μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη δύο επιβλαβών οργανισμών, ακαρέων και μούχλας. Τα ακάρεα είναι μια πολυπληθής ομάδα αραχνοειδών εξελιγμένα να ζουν παντού, και τα συγκεκριμένα που αναπαράγονται στις αποικίες αγαπούν την υγρασία και τη θρεπτική τροφή, και είναι μικροσκοπικά, σαν κινούμενη σκόνη. Δεν παρασιτούν στα αλευροσκούληκα ούτε έχουν σχέση με τα ακάρεα που παρασιτούν στα ερπετά, αλλά αν ο πληθυσμός τους είναι υπερβολικός μπορεί να επιβαρύνουν την αποικία με τον ανταγωνισμό τους. Η μούχλα είναι μύκητες διαφόρων ειδών, κάποιοι εκ τωνν οποίων παράγουν αμυντικές τοξίνες, κι Επειδή είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε αν το συγκεκριμένο είδος μύκητα που προσέβαλε την αποικία δεν είναι βλαβερό, δεν ταΐζουμε τίποτα απ’την αποικία στα ερπετά, αλλά την καταστρέφουμε. Ίσως αν υπάρχει καθαρό μέρος στην αποικία και πολλά υγιή σκουλήκια μπορούμε να τα κρατήσουμε και να συνεχίσουμε από εκεί. Ένα άλλο, πολύ σπανιότερο παράσιτο είναι ο σκόρος των σιτηρών (Plodia interpunctella), μια μικροσκοπική πεταλουδίτσα που ενδέχεται να προσβάλλει ψωμιά κι άλλα δημητριακά στο σπίτι. ΟΙ προνύμφες της είναι μικροσκοπικές, με κύριο ορατό σημείο τους τους μετάξινους ιστούς που υφαίνουν πριν κάνουν κουκούλι. ΟΙ πεταλούδες είναι τριγωνικού γενικού σχήματος και πετούν.

Δύο κηροσκούληκα (Galleria mellonella 15/4/2013, το ίδιο βράδυ φαγώθηκαν.

Το δεύτερο έντομο είναι το κυροσκούληκο ή μελοσκούληκο, προνύμφη της μεγάλης πεταλούδας του κεριού Galleria mellonella. Υπάρχει και η μικρή πεταλούδα του κεριού Achroia grisella, αλλ’αυτή δε χρησιμοποιείται ως ζωντανή τροφή. Οι πεταλούδες αυτές, μαζί με την πεταλούδα των σιτηρών που ανέφερα παραπάνω, είναι οι γνωστότερες της οικογένειας των πυραλιδών (pyralidae). Στη φύση το είδος αυτό ζει στις κυψέλλες των μελισσών τρεφόμενο με κερί και μέλη, και σε μεγάλους αριθμούς γίνεται σοβαρό παράσιτο, εμποδίζοντας την ομαλή λειτουργία τους. Οι προνύμφες τρέφονται κάτω από την επιφάνεια της κηρίθρας, ώστε να μη γίνονται αντιληπτές απ’τις μέλισσες, και πίσω τους αφήνουν μια στοά με μετάξινες ίνες, με τις οποίες προσδένονται στο υλικό. Μία κυψέλη παρασιτίζεται από το έντομο όταν μια ενήλικη θηλυκή πεταλούδα κατεβαίνει κατακόρυφα και γεννά τα αυγά της στην κηρίθρα. Επειδή πρέπει να προσγειωθούν κατακόρυφα, η προφύλαξη των κυψελών είναι εύκολη, καλύπτοντάς την απλώς από πάνω. Το χρησιμοποιούμενο στάδιο εδώ είναι οι προνύμφες ή κάμπιες, που είναι παχιές, με 3 ζεύγη θωρακικών ποδιών κι άλλα 4 ζεύγη παραποδίων ή βοηθητικών άκρων από το 3ο μέχρι το 6ο τμήμα της κοιλιάς, κρεμώδους χρώματος με σκούρο κεφάλι και άκρες ποδιών, μήκους 2-3 εκατοστών. Δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες, κινούνται ασταθώς και δεν έχουν έντονο το ένστικτο της κατεύθυνσης ή του κρυψίματος, γι’αυτό είναι αρκετά εύκολα στη σύλληψη στο τερράριο. Η ίδια μεγάλη ομάδα ερπετών, λοιπών σπονδυλωτών και αρθρόποδων μπορεί να τα φάει, αλά τα συγκεκριμένα έντομα σπάνια χρησιμοποιούνται ως βασική τροφή, διότι περιέχουν πολύ λίπος (γύρω στο 40%) κι επομένως είναι αρκετά παχυντικά, κι εξαιτίας αυτού γίνονται εθιστικά στα ερπετά, όπως σ’εμάς γίνονται τα γλυκά για παράδειγμα. Ωστόσο είναι η ιδανική τροφή για ερπετά που πρέπει να πάρουν βάρος, θηλυκά σε αναπαραγωγή, πριν τη χειμέρια νάρκη, συμπληρωματικά κατά την ανάπτυξη και κατά τη διαδικασία εξημέρωσης ενός φοβισμένου ζώου, το οποίο θα μας συνδυάσει μ’αυτό το εύγευστο φαγητό και θα πλησιάζει πιο εύκολα στο χέρι μας όταν βρισκόμαστε κοντά του. Όπως όλα τα έντομα, και τα κηροσκούληκα θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το καλοτάισμα με κάποια θρεπτική τροφή δε χρειάζεται γιατί τα έντομα αυτά ήδη είναι θρεπτικά, κι άλλωστε σ’αυτό το είδος είναι αδύνατο εξαιτίας των ιδιαίτερών του διατροφικών αναγκών.

Οι ιδιαίτερες αυτές ανάγκες τό’χουν κάνει σχετικά ανεπιθύμητο στην εκτροφή για πολλούς ερπετοχομπίστες, αφού είναι πολύ πιο εύκολη η αγορά μιας συγκεκριμένης ποσότητας, που έτσι κι αλλιώς θα χρησιμοποιείται αραιά. Τα εμπορικά κηροσκούληκα διατίθενται ψυγμένα μέσα σε πριονίδι, όπου μπορούν να ζήσουν έτσι ως και για 5 μήνες χωρίς πρόβλημα. Η εκτροφή τους απ’την άλλη θα πάρει περισσότερο χρόνο, θα χρειαστεί ιδιαίτερο υπόστρωμα, αλά θα δώσει πολλά περισσότερα έντομα. Για το υπόστρωμα έχουν αδικαιολόγητα γραφτεί πολλές και διάφορες πολύπλοκες συνταγές που τό’χουν αναδείξει σε ειδική τέχνη. Τα βασικά του συστατικά στην πραγματικότητα είναι αλεύρι ή πίτυρο και μέλι, στην ποσότητα που θα κάνει το υλικό υγρό, αλλά εύθραυστο αν συμπιεστεί.

Η εκτροφή ξεκινά με την τοποθέτηση μερικών κηροσκουλήκων σ’ένα δοχείο με λίγους πόντους τέτοιου υποστρώματος και μερικά κάθετα κομμάτια χαρτονιού από χαρτοκιβώτια. Επειδή θα βρίσκονται ήδη στα τελευταία στάδια της προνύμφης, σύντομα, σε 2-3 βδομάδες, οι προνύμφες θα υφάνουν ένα κουκούλι στο οποίο θα παραμείνουν για 1-2 βδομάδες, κι έπιτα θα εξέλθουν ως μικρές καφέ πεταλούδες (σκόροι). Το στάδιο του ενήλικου εντόμου σ’αυτό και σε πολλά άλλα είδη μικρής πεταλούδας, π.χ. στους μεταξοσκώληκες, κι άλλων εντόμων έχει απλοποιηθεί μόνο για το σκοπό της αναπαραγωγής, γι’αυτό και οι πεταλούδες αυτές δεν έχουν λειτουργικό πεπτικό σύστημα. Σκοπός τους είναι να ψάξουν το αντίθετο φύλο, να ζευγαρώσουν και να πεθάνουν. Τα θηλυκά γεννούν ως και 1600 αβγά στις ρωγμές του χαρτονιού, όπως θά’καναν στις κηρίθρες στη φύση, και μετά από 4-5 μέρες σε θερμοκρασία γύρω στους 25 βαθμούς τα αβγά εκκολάπτονται. Οι πεταλούδες μπορούν να ταϊστούν σε ζώα που προτιμούν γρήγορα ή ιπτάμενα έντομα, όπως δενδρόβια γκέκο, χαμαιλέοντες, δεντροβατράχους, δενδρόβιες ταραντούλες, αλογάκια της Παναγίας κλπ. Όταν λοιπόν έχουν μεγαλώσει λίγο οι νεαρές προνύμφες, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγαλύτερο δοχείο με νέο υπόστρωμα, όπου θα συνεχίσουν την ανάπτυξη, η οποία γίνεται σε 7 στάδια και διαρκεί 4-6 εβδομάδες. Οι περισσότερες έπειτα μπορούν να ψυχθούν για μελλοντική χρήση αφού έχουν φτάσει το τελικό τους μέγεθος, και λίγες μπορούν να μείνουν για την αναπαραγωγή. Οι προνύμφες από εκτροφή είναι πολύ κινητικότερες από τις αγορασμένες, γιατί οι πρώτες έχουν περισσότερη ενέργεια γιατί τρώνε.Δεν είναι και τόσο δύσκολη η εκτροφή τους τελικά.

Δεν τα τρώνε όμως μόνο τα ερπετά ή τα λοιπά εντομοφάγα ζώα αυτά τα έντομα, μπορεί να τα καταναλώσει και ο άνθρωπος. Και τα δύο παραπάνω είδη, και φυσικά πολλά άλα, θεωρούνται πολύ θρεπτικές τροφές όσον αφορά την πρωτεΐνη και το λίπος που περιέχουν, και γι’αυτό έχουν προταθεί ως κατάλληλες τροφές για φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες. Τα στοιχεία για τη θρεπτική αξία του αλευροσκούληκου παραπάνω τα πήρα από μια τέτοια μελέτη. Μπορεί εμάς να μας φαίνεται σήμερα παράξενη η βρώση εντόμων, αλλά στην πραγματικότητα ιστορικά οι περισσότεροι λαοί έτρωγαν έντομα. Ακόμα και σήμερα, σε τροπικές περιοχές όπως στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική, στην Αυστραλία, στη ΝΑ Ασία, αλλά και στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία, διάφορα έντομα καταναλώνονται συχνά. Αλλά και ιστορικά πολύ περισσότεροι λαοί έτρωγαν έντομα. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για παράδειγμα έτρωγαν τα τζιτζίκια ψητά κανονικά. Κάποτε τα έθιμα αυτά εξαφανίστηκαν απ’την Ελλάδα, ίσως ως συνέπεια της επίδρασης του πολιτισμού της Μέσης Ανατολής, αλλ’αυτό είναι άλλη ιστορία. Γενικώς πάντως σήμερα ο δυτικός πολιτισμός βασίζεται στα ενεργοβόρα εκτρεφόμενα ζώα για την πρωτεΐνη του, γι’αυτό περιφρονεί όλες τις άλλες επιλογές. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι κάτι το τόσο περίεργο να τρώμε έντομα. Ήδη τρώμε τα αρθρόποδα της θάλασσας, τις γαρίδες, τους αστακούς κλπ, θεωρώντας τα μάλιστα τροφές πολυτελείας, κι από στεριανά ασπόνδυλα τρώμε Σαλιγκάρια, Τα οποία επίσης θεωρούμε τροφές πολυτελείας. Τα έντομα στην πραγματικότητα είναι παρόμοιας θρεπτικής αξίας με τα κανονικά κρέατα, με τα πλεονεκτήματα ότι χρειάζονται πολύ λιγότερο χώρο για την καλλιέργειά τους, μπορούν να τραφούν με παραπροΪόντα της γεωργίας και μετατρέπουν πολύ πιο αποτελεσματικά την προσφερόμενη τροφή σε κρέας απ’ό,τι τα εκτρεφόμενα ζώα. Παρόλα αυτά, δε γνωρίζω κάποιο πρόγραμμα καλλιέργειας εντόμων σε αναπτυσσόμενη ή ανεπτυγμένη χώρα ακόμα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Αλευροσκούληκα:
άρθρο για το αλευροσκούληκο στην αγγλική Wikipedia
εκτροφή αλευροσκουλήκων
Των κανονικών και των μεγαλύτερων (Zoophoba morio).
Abigale’s edibles,
Σελίδα για την εκτροφή αλευροσκουλήκω και τη χρήση τους για ανθρώπινη κατανάλωση.
το κίτρινο αλευροσκούληκο ως νέα πηγή πρωτεΐνης
ποικιλομορφία του ρυθμού ανάπτυξης στα αιχμάλωτα είδη: η περίπτωση του λεοπαρδαλώδους γκέκο (pdf)
Κηροσκούληκα:
άρθρο για το κηροσκούληκο στην αγγλική Wikipedia
εκτροφή κηροσκουλήκων
ο κύκλος ζωής του κηροσκούληκου

Ενημέρωση 28/11/2015: Οι ανάγκες μου σε αλευροσκούληκα έχουν αυξηθεί, αφού ταΐζω κι άλλα ζώα. Με τέτοια ταΐζω το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps), ο οποίος μπορεί να φάει έως και 45 τη φορά, κι επίσης τέτοια έτρωγε ο τερατοσκίγκος (Teratoscincus roborowskii) και ο κερασφόρος βάτραχος (Ceratophrys cranwelli), όταν ήταν μικρότερος. Το λοφιοφόρο γκέκο εξακολουθεί να τα τρώει, αλλλά γενικώς προτιμά τα γρηγορότερα έντομα όπως τους γρύλλους και τις κατσαρίδες. Όταν τρώει αλευροσκούληκα, τρώει συνήθως 6-7 τη φορά. Έχω προσέξει ότι αργεί να τα χωνέψει σε σχέση με άλλα έντομα εξαιτίας της σκληρότητάς τους, ιδίως σε χαμηλότερες θερμοκρασίες. Επίσης περιστασιακά του δίνω και ενήλικα σκαθάρια, είτε όπως είναι είτε με κομμένα έλυτρα, για να είναι μαλακότερα, αν και δεν έχει πρόβλημα. Το Isle of Eco ασχολείται με τα περί της κομποστοποίησης. Το κομμάτι που αφορά τα κατοικίδια εξελίχθηκε στο feeders.gr, ένα μεγάλο pet shop με μεγάλη εξειδίκευση στα ερπετά, που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων για τροφή.
Επειδή λοιπόν οι ανάγκες μου έχουν αυξηθεί, προσπαθώ να φτιάξω αποικία. Στα παρακάτω βίντεο θα δείτε την πρόοδο μιας αποικίας, η οποία στο τέλος έβγαλε ελάχιστα σκαθάρια, παρόλο που τα κουκούλια ήταν πολλά. Το ίδιο ακριβώς είχα πάθει και το καλοκαίρι, οπότε είχα pιάσει δίπλα στα έντομα τον πιθανότατο ένοχο, ένα σαμιαμίδι. Σαμιαμίδια (Hemidactylus turcicus) τριγυρνούν στο χώρο όπου εκτρέφω τα έντομα, και ίσως τα τρώνε. Οπότε για να έχω αποικία, θα πρέπει να την καλύψω με σίτα (έως τώρα δεν τις σκέπαζα, αφού τα έντομα δε φεύγουν και ήθελα να έχω πλήρη αερισμό προς αποφυγή παντός κακού). Ήδη έχω δημιουργήσει μία νέα μικρή αποικία, με πολύ πίτουρο και αρκετές προνύμφες. Παρακάτω παραθέτω τα βίντεο:

Προνύμφες και λίγακ ουκούλια, 14/10/2015:

Τα περισσότερα κουκούλια, 5/11/2015:

Προς αναζήτηση των σκαθαριών, 18/11/2015:

Οι ανάγκες μου σε μελοσκούληκα δεν έχουν αυξηθεί πολύ. Πού και πού αγοράζω και δίνω στο λοφιοφόρο γκέκο και στο γενειοφόρο δράκο, αλλά μπορεί να κάνω και μια αποικία απ’αυτά δοκιμαστικά.

Ενημέρωση 28/4/2016: Τελικά έβγαλα περίπου 150 σκαθάρια το Δεκέμβριο, τα οποία έβαλα σε νέο κουτί με πίτουρο, σε θερμοκρασία 24-29 βαθμών, όπου αναπαρήχθησαν και βγήκαν πολλά μικρά. Τάιζα τα σκαθάρια συμπληρωματικά με φρούτα όπως μήλο, αχλάδι ή μπανάνα για ενυδάτωση και βιταμίνες, ενώ για επιπλέον πρωτεΐνη έδινα τροφή ψαριών σε νυφάδες και περιστασιακά κάπιο νεκρό έντομο, όπως προνύμφη σκαθαριού Pachnoda, το οποίο το έκοβα λίγο για να μπορούν να μπουν μέσα και την άλλη μέρα το είχαν αδειάσει όλο. Τα πρώτα μικρά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά το Φεβρουάριο, και μεγάλωσαν πολύ γρήγορα. Πιστεύω πως η συμπληρωματική πρωτεΐνη τα ωφέλησε αρκετά. Ο αριθμός των προνυμφών που έχω τώρα είναι πολύ μεγάλος, κι αργούν να τελειώσουν, ακόμα και με το γενειοφόρο δράκο που τρώει 40-70 τη φορά. Χθες χώρισα τα νέα σκαθάρια, 75 περίπου στον αριθμό, σε καινούργιο κουτί. Είναι τελικά το ευκολότερο έντομο στην εκτροφή. Παρακάτω οι φωτογραφίες εντόμων δικής μου εκτροφής:

προνύμφες και κουκούλια Tenebrio molitor 27/4/2016

σκαθάρια Tenebrio molitor 27/4/2016

Ψάχνοντας για το Μεξικό και τους αρχαίους πολιτισμούς του αυτό το διάστημα, θυμήθηκα ένα πολύ ιδιαίτερο μεξικανικό ζώο που σχεδίαζα ν’αναδείξω έτσι κι αλλιώς σ’ένα άρθρο μου. Είναι το αξόλοτλ ή αξολότλ (axolotl), σχετικά γνωστό παγκοσμίως, στην Ελλάδα όμως σχεδόν άγνωστο. Το όνομά του είναι
Νάουατλ
(γλώσσα των Αζτέκων) και σημαίνει τέρας ή σκύλος του νερού («ατλ» = νερό, «ξόλοτλ» = μεγάλος σκύλος, ο θεός σκύλος ψυχοπομπός σαν τον αιγυπτιακό Άνουβι, αδερφός του εντελώς αντίθετου φωτεινού θεού Κετζαλκόατλ (φτερωτόςόφις)). Ο θεός Ξόλοτλ ή Σόλοτλ (το ξ προφέρεται ως sh) ήταν θεός κυρίως ψυχοπομπός, που βοηθούσε τις ψυχές τω νεκρών να μεταβούν στη Μικτλάν, τον Κάτω Κόσμο. Επίσης ήταν θεός της αστραπής, της κακοτυχίας, της αρρώστιας και της παραμόρφωσης, καθώς και προστάτης του ιερού παιχνιδιού της μπάλας, που είχε σχέση με τον ήλιο και τον Κάτω Κόσμο. Εφόσον όμως μπορούσε να στείλει το κακό στους ανθρώπους, είχε τη δύναμη και να το απομακρύνει, γι’αυτό επικαλούταν σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας, όπως ακριβώς κι ο Άνουβις στην Αρχαία Αίγυπτο. Εικονιζόταν συνήθως ως σκελετός, ως άνθρωπος με κεφάλι σκύλου (όπως ο Άνουβις) ή ως ζώο με παραμορφωμένα κι ανεστραμμμένα πόδια. Δε μου φαίνεται καθόλου τυχαίο πώς δύο άσχετοι μεταξύ τους πολιτισμοί υιοθέτησαν το σκύλο ως σύμβολο θανάτου και ψυχοπομπό. Κι άλλοι πολιτισμοί μπορεί να είχαν παρόμοιους συμβολισμούς. Ακόμα και ο αρχαιοελληνικός, όπου οι θεοί εξανθρωπίστηκαν αρκετά, διατήρησε τον τρικέφαλο Κέρβερο ως φύλακα του Άδη. Στη νεότερη παράδοση αυτό συνεχίστηκε, όπως φαίνεται για παράδειγμα στα βιβλία του Χάρι Πότερ, όπου ο μαύρος σκύλος είναι οιωνός θανάτου. Δεν ξέρω πώς προήλθε αυτός ο συμβολισμός, ίσως όμως επειδή ο σκύλος είναι πιστός στον άνθρωπο και τον ακολουθεί παντού σαν σκιά, το βράδυ παραμένει πάλι κοντά στον άνθρωπο κάπως σαν σκιά, κι επίσης προαισθάνεται το θάνατο του ανθρώπου, να επιλέχθηκε για τέτοιο σύμβολο. Οι άλλοι θεοί λοιπόν αποφάσισαν μια φορά να θυσιάσουν τον Ξόλοτλ (οι Αζτέκοι και οι Μάγια είχαν θέμα με τις θυσίες), και για να το αποφύγει αυτός μετατράπηκε στο ζώο αυτό, απ’όπου προήλθαν τα υπόλοιπα. Οι ισπανοί προσάρμοσαν το όνομα σε «ajolote (αχολότε)». Καλή η μυθολογία με τις ανθρωποθυσίες, αλλ’η εξέλιξη έχει άλα να μας πει για την προέλευση του αξόλοτλ.

αλφικό ή αλμπίνο αρσενικό αξόλοτλ (Ambystoma mexicanum), από axolotl.org

Παρομοιάζεται με ψάρι με πόδια, μικρό τέρας, εξωγήινο πλάσμα ή ζώο βγαλμένο από καρτούν, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια απλή σαλαμάνδρα. Ναι, μια απλή σαλαμάνδρα με μια ιδιαιτερότητα όμως, είναι νεοτενική, δηλαδή διατηρεί νεανικά/προνυμφικά χαρακτηριστικά όπως βράγχια και υδρόβια διαβίωση και κατά την ενηλικίωση. Πολύ ιδιαίτερο είδος, αλλ’όχι το μόνο μ’αυτό το χαρακτηριστικό.

Υπάρχει ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα ορισμών στη βιολογία που περιγράφει την ετεροχρονία, διαφορές δηλαδή στον προγραμματισμό και στη χρονική διάρκεια συγκεκριμένων αναπτυξιακών περιόδων ή στην εμφάνιση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ενός είδους σε σχέση με την προγονική κατάσταση. Μπορεί για παράδειγμα να υπάρχει επιτάχυνση ανάπτυξης, πρόωρη εμφάνιση χαρακτηριστικών της ενηλικίωσης κατά τη νεαρή φάση, ή παιδομόρφωσή ή νεοτενία, από το «νέος» και το «τείνω» διατήρηση παιδικών/νεανικών χαρακτηριστικών κατά την ενηλικίωση. Αυτό αναπτυξιακά μπορει να γίνει με δυο τρόπους, είτε με τη διατήρηση νεανικών χαρακτηριστικών κατά την ενηλικίωση με φυσιολογικού ρυθμού ανάπτυξη, είτε με την έλευση της αναπαραγωγικής ωριμότητας πριν ολοκληρωθεί η σωματική ανάπτυξη (προγένεση). Συχνά οι δύο αυτοί μηχανισμοί συγχέονται, κι εκτός από συγκεκριμένα παραδείγματα όπου είναι φανεροί, χρησιμοποιούνται οι όροι «νεοτενία» ή «παιδομόρφωση» εναλλακτικά, με τον πρώτο κοινότερο. Η
νεοτενία
λοιπόν εμφανίζεται σε πάρα πολλά είδη ή ολόκληρες ταξινομικές ομάδες οργανισμών, και στα είδη με διακριτές μορφολογικά νεαρές κι ενήλικες φάσεις, όπως στις σαλαμάνδρες, είναι κάτι εμφανέστατο. Η νεοτενία μπορεί να εξελιχθεί για πολλούς και διάφορους λόγους ανάλογα με το είδος και το περιβάλλον, ή να’ναι παραπροΪόν μιας άλλης εξελικτικής διαδικασίας. Είναι επίσης ένας μηχανισμός ταχείας εξέλιξης στους οργανισμούς, μιας και η νεαρή μορφή μπορεί νά’χει διαφορετικές περιβαλλοντικές ανάγκες κι έτσι μπορεί να εξελιχθεί ανεξάρτητα σε περιβάλλοντα όπου η ενήλικη μορφή δε θα μπορούσε να επιβιώσει. Μία τεράστια σημερινή ταξινομική ομάδα με νεοτενικούς προγόνους είναι η πολυποικιλότερη συνομοταξία όλων των πολυκύτταρων και ίσως όλω των οργανισμών, τα έντομα, τα οποία αποσχίστηκαν απ’τα μυριάποδα πριν περίπου 430 εκατομμύρια χρόνια. Τα έντομα, αντί να συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους προσθέτοντας στο σώμα τους συνεχώς τμήματα ώστε να γίνουν μακρόστενα σαν σαρανταποδαρούσες, για κάποιον λόγο παρέμειναν σε αρκετά μικρό και καθορισμένο αριθμό τμημάτων κάποιας νεαρής φάσης, οπότε ωρίμασαν γενετικά. Όλοι οι υπόλοιποι απόγονοι συνέχιζαν να εξελίσσονται κατ’αυτό το σωματικό πρότυπο. Σήμερα νεοτενία στα έντομα είναι σπάνια, αλλά παρατηρείται πάλι σε αρκετά είδη, τα οποία ωριμάζουν γεννητικά κατά την προνυμφική τους φάση, είτε στο ένα μόνο είτε και στα δύο φύλα. Επίσης οι πρόγονοι των πιο χερσαίων αμφιβίων στα μέσα της Λιθανθρακοφόρου (περίπου 350 εκατομμύρια χρόνια), προγόνων των πρώτων αμνιωτών ερπετών, ίσως ήταν νεοτενικές, πιο χερσαίες μορφές των ήδη υπαρχόντων βαριών μεγάλων αμφιβίων του νερού. Έντονη νεοτενία επίσης παρατηρείται σ’όσα είδη σπονδυλωτών είναι υπερβολικά μικροσκοπικά, όπως μικροσκοπικά ψάρια,
Μικροσκοπικοί βάτραχοι
Κι άλλα μικρά σπονδυλωτά γύρω στο 1 εκατοστό, με μεγάλο κεφάλι και απλοποιημένο σκελετό με πολλά χόνδρινα μέρη. Τα γκέκο επίσης παρουσιάζουν νεοτενικά στοιχεία, όπως μικρό σώμα, λεπτό και μειωμένο κρανίο, και αταβιστικούς αμφίκοιλους σπονδύλους (σπόνδυλοι σχήματος κλεψύδρας με κοίλο μέρος μπροστά και πίσω, σαν αυτούς των ψαριών, των πρωτόγονων αμφιβίων και των πρώτων ερπετών). Κατά τη συμπίεση του σώματος και του σκελετού για τη βελτιστοποίηση της πτητικής ικανότητας στα πουλιά εμφανίστηκαν επίσης διάφορα νεοτενικά στοιχεία, όπως το στρόγγυλο κρανίο με τα μεγάλα μάτια, ενώ σήμερα, τα πουλιά που έχασαν την ικανότητα πτήσης, έχουν αναλογίες φτερών περισσότερο νεοσού. Γενικά σε όσα ερπετά, πουλιά και θηλαστικά έχουν φυλετικό διμορφισμό, δηλαδή έντονες διαφορές μεταξύ των φύλων, τα θηλυκά παρουσιάζουν περισσότερα νεανικά στοιχεία από τα’αρσενικά, όπως χρωματισμό πλησιέστερο σ’αυτόν των μικρών ή λεπτότερα χαρακτηριστικά. Τέλος η νεοτενία είναι παραπροΪόν, ίσως όμως και ηθελημένο αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις, της διαδικασίας της εξημέρωσης πολλών ζώων. Επιλέγοντας οι άνθρωποι χαρακτηριστικά της νεαρής ηλικίας όπως πειθηνιότητα, ήρεμη συμπεριφορά, μειωμένες αντιδράσεις φόβου επί γενιές στους προγόνους των εξημερωμένων ζώων, τα ζώα αυτά κατέληξαν μαζί μ’αυτά τα στοιχεία να εμφανίζουν και συγκεκριμένα σταθερά σωματικά, όπως ποικιλόχρωμο τρίχωμα, μερικές φορές κρεμαστά αφτιά, αλλά και νεοτενικά χαρακτηριστικά όπως μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, μεγάλα μάτια και σχετικά κοντότερο ρύγχος απ’τους προγόνους (σύνδρομο της εξημέρωσης), υποδηλώνοντας ένα κληρονομούμενο πακέτο χαρακτηριστικών και συμπεριφορών που σχετίζονται με τη νεαρή ηλικία. Το χαρακτηριστικό αυτό ίσως εντάθηκε ηθελημένα κατά τη δημιουργια ακόμα μικρότερων φυλών ζώων, όπως τα μικρόσωμα σκυλιά, των οποίων τα χαρακτηριστικά θυμίζουν νεογέννητους ή κι εμβρυακούς λύκους. Το ίδιο έχει γίνει και σε πολλά άλλα ζώα, όπως στα κουνέλια, με εντονότερο το φαινόμενο στους νάνους. Η
Κουνέλα μου
Για παράδειγμα, ως νάνο κουνέλι λίγο πάνω από ένα κιλό, έχει έντονα νεανικά χαρακτηριστικά όπως βραχύ και χοντρό σώμα, σχετικά κοντά άκρα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αφτιά, μεγάλα μάτια και κοντή μουσούδα. Ο πρώην
Κούνελός μου
Απ’την άλλη, ήταν μεγαλύτερος, κοντά στο ενάμισι κιλό, και είχε πιο μακρόστενο σώμα με μακρύτερα άκρα, κεφάλι πλατύτερο με μακρύτερη μουσούδα και μεγαλύτερα αφτιά, αλλά πάλι ήταν αρκετά νεοτενικός σε σχέση με τα μεγαλύτερα κουνέλια των 5 κιλών για παράδειγμα, που έχουν ακόμα πλατύτερο κεφάλι με μακριά αφτιά και μακριά μουσούδα. Επίσης έχω παρατηρήσει ότι τα μικρά της κουνέλας μου κληρονομούν συνήθως τα πιο ενήλικα χαρακτηριστικά του κούνελου, αν και πάλι υπάρχουν μικρά που διατηρούν την παιδική τους εμφάνιση.

Η νεοτενία ακόμα παρατηρείται έντονα κατά την εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Οι χιμπατζήδες έχουν πιο νεοτενική εμφάνιση από προηγούμενους μεγάλους πιθήκους, ενώ οι μπονόμπο ή οι νάνοι χιμπατζήδες έχουν ακόμα πιο έντονη νεοτενία. Ο πρόγονος του ανθρώπου και του χιμπατζή, που θεωρείται πως ήταν σχεδόν όμοιος με το δεύτερο, είχε έντονα χαρακτηριστικά όπως μακρύ πρόσωπο, έντονα υπερόφρυα τόξα, προγναθισμό, μεγάλους κυνόδοντες και μυώδες σώμα. Σταδιακά τα ενδιάμεσα είδη μέχρι το Homo sapiens γίνονταν όλο και πιο νεοτενικά, πιθανόν ως παραπροΪόν της ανάπτυξης του εγκεφάλου, ο οποίος επίσης θεωρείται νεοτενικο χαρακτηριστικό, μιας και μόνο τα μικρά σπονδυλωτά έχουν τόσο δυσανάλογα μεγάλο εγκέφαλο για το σώμα τους. Έτσι οι σημερινοί άνθρωποι παρουσιάζουν σε σχέση με τους πιθήκους λεπτά νεανικά χαρακτηριστικά όπως λεπτό και πλατύ πρόσωπο με μικρά δόντια, μικρή μύτη, μεγάλο κεφάλι και λιγότερο ισχυρό σώμα, με την εξαίρεση των μακριών άκρων, τα οποία είναι αποτέλεσμα επιταχυμένης ανάπτυξης κι εξελίχθηκαν για μεγαλύτερη ταχύτητα στο τρέξιμο και για αποβολή θερμότητας στην ανοιχτή σαβάνα. Ο βαθμός της νεοτενίας ποικίλει ανά φυλή, με τις πιο εξελιγμένες, δηλαδή αυτές που εμφανίστηκαν πιο πρόσφατα, να την έχουν εντονότερη π.χ. η κίτρινη φυλή έχει λεπτό πρόσωπο, μικρά δόντια και καθόλου υπερόφρυα τόξα, ενώ οι παλαιότερες όπως οι Μαύροι ή οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έχουν πιο έντονα τα προγονικά χαρακτηριστικά. Οι γυναίκες επίσης είναι πιο νεοτενικές σε σχέση με τους άντρες, πιθανόν λόγο σεξουαλικής επιλογής παλαιότερα. Οι άντρες δηλαδή προτιμούσαν γυναίκες με πιο χαριτωμένα και νεανικά χαρακτηριστικά επειδή φαίνονταν γονιμότερες, ή, κατά μια άλλη θεωρία, προτιμούσαν τέτοιες γυναίκες επειδή μπορούσαν να τις υποτάσσουν σεξουαλικά ευκολότερα, εφόσον είναι γνωστό ότι οι γυναίκες είναι οι σκληρότεεροι κριτές όσον αφορά την επιλογή συντρόφου και δεν κάθονται σ’όλους. Γιατί για παράδειγμα στους νεάτερταλ που τα φύλα ήταν πρακτικά ίσα, δεν υπάρχουν σημαντικές σωματικές διαφορές μεταξύ των δύο. Και λέγοντας για επιλεκτικές γυναίκες, σύμφωνα με
Άλλη μελέτη
Οι γυναίκες, αν και συμπαθούν άντρες με νεοτενικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι ίσως διαθέτουν περισσότερα θηλυκά στοιχεία π.χ. διάθεση φροντίδας των παιδιών, δεν τους βρίσκουν ελκυστικούς κατά την ωορηξία, οπότε προσπαθούν να γονιμοποιηθούν από κάποιον πιο αρρενωπό για να δώσουν πολεμικότερα γονίδια στον απόγονό τους. Θέλουν δηλαδή υποσυνείδητα να δημιουργήσουν δύο κάστες ανδρών, τους πατεράδες και τους γαμιάδες για να τις υπηρετούν, το σχέδιό τους όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η νεοτενία θεωρείται πως έδωσε στους ανθρώπους την αυξημένη παιδική ηλικία που είναι απαραίτητη για τη γρήγορη μάθηση μεγάλου όγκου πολιτισμικών πληροφοριών, ενώ αρκετά ψυχολογικά χαρακτηριστικά μας, όπως η διάθεση για παιχνίδι ή γενικότερα για δραστηριότητες που δεν εξυπηρετούν την επιβίωσή μας όπως η τέχνη, η θέληση για γνώση και μάθηση ή και οι ανιμιστικές και θρησκευτιές αντιλήψεις (κάποιος μεγαλύτερος είναι κάπου που θα μας προσέχει) ίσως είναι αποτέλεσμα αυτού του συνδρόμου. Φυσικά δεν είναι όλα ωραία και καλά, όπως βλέπουμε απ’την κατάσταση του κόσμου σήμερα και στο παρελθόν, αφού δρούσαν παράλληλα κι άλλες εξελικτικές πιέσεις που μας οδήγησαν στην ανάπτυξη εχθρικής και βίαιης συμπεριφοράς. Για παράδειγμα οι πρόγονοί μας, μην έχοντας την άφθονη τροφή του δάσους, έπρεπε να κυνηγήσουν μεγάλα ζώα έξω στη σαβάνα κι ανέπτυξαν πιο έντονα άγρια ένστικτα. Επίσης το ανθρώπινο είδος χωριζόταν παραδοσιακά σε ολιγάριθμες αρκετά φυλές, οι οποίες συχνά είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα με γειτονικές οδηγώντας στους πολέμους. Τα χαρακτηριστικά αυτά εντάθηκαν περισσότερο στο πιο ενήλικο και προγονικό αρσενικό φύλο πάντως, παρά στο θηλυκό. Όσον αφορά τις ψυχολογικές μελέτες που έχουν γίνει πάνω στη νεοτενία λοιπόν, το σημαντικότερο που βρέθηκε είναι ότι η φατσούλα ενός νεαρού ζώου, θηλαστικού συνήθως, με τα μεγάλα μάτια και τα μικρά υπόλοιπα χαρακτηριστικά, προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα στα ενήλικα μέλη του ίδιου είδους αλλά κι άλλων, και θεωρείται πως η αντίδραση αυτή εξελίχθηκε ώστε οι γονείς να μπορούν να φροντίζουν καλύτερα τα μικρά τους. Έτσι οι άνθρωποι αγαπούν τα παιδάκια και τα μικρά χαριτωμένα ζώα με τις στρόγγυλες φατσούλες, ενώ χάρη σ’αυτήν τη θετική αντίδραση στα ενήλικα άτομα, εγκαταλελειμμένα ορφανά μικρά έχουν μια μικρή πιθανότητα να υιοθετηθούν από ενήλικα του ίδιου κι άλλου είδους, βλ. Ρωμύλος και Ρέμος και λύκαινα ή
Νεότερες περιπτώσεις
Για το δεύτερο γεγονός. Φυσικά ούτε μ’αυτό το φαινόμενο είναι όλα ωραία και καλά, ένας ειρηνικός κόσμος γεμάτος χαρούμενα στρουμπουλά παιδάκια και κουνελάκια, αφού έχουν εξελιχθεί πολύ ισχυρότερα αντίμετρα, μηχανισμοί που διασφαλίζουν την αποκλειστική διαιώνιση των γονιδίω του γονέα κι όχι ξένων γονέων. Έτσι συχνά άτομα ενός ειδους μπορει να παραμελήσουν ή και να σκοτώσουν ξένα μικρά που θα βρουν, όπως γίνεται στα τρωκτικά και στα κουνέλια, ενώ άλλα ζώα τα σκοτώνουν σχεδόν πάντοτε, όπως τα αρσενικά λιοντάρια όταν νικούν έναν αντίπαλο και κατακτούν τις θηλυκές του. Ακόμα όμως και στα είδη με επιθετικά και αποστασιοποιημένα αρσενικά, τυχαίνει πάλι, ιδίως σε κοινωνικά είδη, να επικρατήσουν σε μεμονωμένες περιπτώσεις τα στοργικά ένστικτα, και το αρσενικό να υιοθετήσει κάποιο ξένο μικρό, π.χ. όπως γίνεται
Στους χιμπατζήδες.
Στους ανθρώπους τα άγρια χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζονται παντού, από τη συνειδητή η ασυνείδητη παραμέληση των υιοθετημένω παιδιών σε σχέση με τα βιολογικά βλ.
φαινόμενο της Σταχτοπούτας
(χρειάζεται δικό του μελλοντικό άρθρο), έως την αδιαφορία για ξένα παιδιά που βασανίζονται ή κακοποιούνται, το φόνο παιδιών του αντίπαλου έθνους στους πολέμους ή την υποδούλωσή τους, κλπ, όπου πάλι δράστες είναι συνήθως οι άντρες. Και γυναίκες φυσικά τυχαίνει να παραμελούν παιδιά, αλλά για κάποιον λόγο οι άνθρωποι το βλέπουν ως ακραία ψυχολογική διαταραχή, ενώ τις ακραίες τυχόν συμπεριφορές των αντρών ως κάτι περισσότερο φυσιολογικό και κατά κάποιον τρόπο δικαιολογημένο, ιδίως σε περίπτωση πολέμου. Αυτό γίνεται διότι οι διαφορέςτης συμπεριφοράς των φύλων έχουν γενετική βάση, άσχετα αν δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, μιας και είναι σταθερές σ’όλους τους γνωστούς πολιτισμούς, και οι προσδοκίες της κοινωνίας για τα άτομα του κάθε φύλου βασίζονται σ’αυτό. Ακόμα κι αυτοί που θεωρούν πως είναι καθαρά πολιτισμικό φαινόμενο, υποσυνείδητα συμπεριφέρονται στο άλλο φύλο κατά το φύλο τους ή τουλάχιστον προσδοκούν από μέλος του κάθε φύλου να συμπεριφερθεί με συγκεκριμένο τρόπο. Λέγοντας για διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, δεν κατηγορώ ακριβώς κανένα φύλο για τις τυχόν άσχημες ενέργειες που μπορεί να διαπράξει, διότι πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από ασυνείδητα ένστικτα με γενετική βάση. Φυσικά μπορούν να καταπιεστούν συνειδητά σε μεγάλο βαθμό, γι’αυτό και δε δικαιολογώ τέτοιες πράξεις, αλλά αν δε γίνει γονιδιακή επιλογή δε θα εξαλειφθούν ποτέ.

Τα αμφίβια λοιπόν, τα οποία παράτησα στις προηγούμενες παραγράφους και ξέφυγα αρκετά, πιθανόν λόγω της αρκετά γρήγορης κι απότομης μετάβασης στην ωριμότερη (όχι ενήλικη, συνήθως τα ζώα ενηλικιώνονται αργότερα) απ’την υδρόβια προνυμφική φάση (ο όρος έχει παρθεί απ’τα έντομα), που απαιτεί συγκεκριμένη ορμονική ενεργοποίηση, παρουσιάζουν συχνά νεοτενία. Στην πραγματικότητα η σημερινή υφομοταξία των αμφιβίων, τα λειαμφίβια (lissamphibia), είναι έντονα νεοτενοποιημένη σε σχέση με τους προγόνους του Παλαιοζωικού, με απλοποιημένο σκελετό με χόνδρινα στοιχεία, μικρά και ποδισκωτά δόντια (όλα τα σημερινά αμφίβια φέρουν ιδιαίτερα δόντια που συνδέονται στη γνάθο με λεπτό ινώδη ποδίσκο), λείο κι απροστάτευτο δέρμα (προγονικά τα αμφίβια είχαν οστέινες πλάκες και φολίδες), και μικρό γενικά μέγεθος. Στο απολιθωματικό αρχείο έχουν βρεθεί αρκετά μέλη της υφομοταξίας των λεποσπόνδυλων (lepospondyli), ίσως η προγονική υφομοταξία της σημερινής, με έντονα νεοτενικά χαρακτηριστικά. Το πλέον κλασικό παράδειγμα είναι ωστόσο η οικογένεια των βραγχιοσαυριδώ (branchiosauridae), μια οικογένεια τεμνοσπόνδυλων (temnospondyli), η πιο πρωτόγονη υφομοταξία των αμφιβίων, τα περισσότερα μέλη της οποίας είχαν σχετικά λεπτό σκελετό και διατηρούσαν τα βράγχια κατά την ενηλικίωση, όπως οι σημερινές νεοτενικές σαλαμάνδρες, γι’αυτό και οι νεοτενικές σαλαμάνδρες αποκαλούνται συχνά και αειβραγχιοφόρες. Όσον αφορά λοιπόν τα σημερινά είδη, μόνο η σαλαμάνδρες (τάξη ουρόδηλα ή κερκοφόρα (urodela ή caudata)) παρουσιάζουν σε διάφορα είδη όλων των οικογενειών νεοτενικά είδη ή πληθυσμούς. Η νεοτενία σ’αυτήν την ομάδα εξελίχθηκε συνήθως σε περιοχές με αφιλόξενο και τραχύ περιβάλλον γύρω από ένα σχετικά ασφαλές σώμα νερού, όπως σε ψηλά βουνά ή οροπέδια. Επίσης σε τέτοια μέρη το ιώδιο, που χρειάζεται για τη μεταμόρφωση, είναι λιγοστό, παράγοντας που ίσως προήγαγε τη νεοτενία. Υπάρχουν υποχρεωτικά και δυνητικά νεοτενικά είδη, με τα δεύτερα να’ναι συνήθως συγγενικά ή και όμοια με τους κανονικά μεταμορφούμενους γειτονικούς πληθυσμούς. Τα υποχρεωτικά νεοτενικά είδη σε μερικές περιπτώσεις έχουν πάρει το δικό τους εξελικτικό δρόμο, όπως οι σιρήνες (οικογένεια sirenidae), υδρόβιες βραγχιοφόρες σαλαμάνδρες των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και του βόρειου Μεξικού με υπολειματικά μόνο μπροστινά άκρα, ή οι αμφιούμες (μονοτυπικό γένος Amphiuma στην οικογένεια amphiumidae), γένος με 3 αμερικανικά είδη σαν χέλια. Λόγω λοιπόν της μειωμένης βαρύτητας στο νερό, τα νεοτενικά είδη συχνά μεγαλώνουν παραπάνω απ’τους χερσαίους συγγενείς τους, με είδη σιρήνας που φτάνουν τα 90 εκατοστά και αμφιούμες πάνω από 1 μέτρο για παράδειγμα. Υπάρχουν επίσης και οι ημινεοτενικές σαλαμάνδρες της οικογένειας των κρυπτοβραγχιδώ (cryptobranchidae), με τα γιγάντια είδη του γένους Andrias στην Άπω Ανατολή και το είδος Cryptobranchus alleganiensis στη Βόρεια Αμερική, τα οποία περνούν από ατελή μεταμόρφωση διατηρώντας τις βραγχιακές σχισμές τους. Οι υπόλοιπες σαλαμάνδρες, όπως είπα, έχουν είδη και πληθυσμούς νεοτενικούς, κι ένα απ’αυτά είναι το αξόλοτλ (ambystoma mexicanum). Στη χώρα μας έχουν παρατηρηθεί νεοτενικά άτομα και των τριτόνων (γένος Triturus) και της ευρωπαϊκής σαλαμάνδρας (Salamandra salamandra), συνήθως σε κρύες ορεινές λίμνες. Τέλος νη νεοτενία έχει εξελιχθεί και στα υποχρεωτικά σπηλαιόβια είδη, όπως ο λίγο γνωστός αλλά μοναδικός ευρωπαΪκός πρωτέας της Σλοβενίας (Proteus anguinus), ένα λευκωπό τυφλό ζώο με εξωτερικά βράγχια, ατροφικά άκρα και μακρύ σαν χέλι, με μόνους ζωντανούς συγγενείς στο αμερικανικό νεοτενικό γένος Necturus (λασποκούταβα). Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, διαπολιτισμικά οι υδρόβιες σαλαμάνδρες αποκαλούνται σκυλιά του νερού. Για παράδειγμα στην Αμερική οι νήκτουροι λέγονται λασποκούταβα (mudpuppies) όπως είπα, ο Cryptobranchus alleganiensis (σκύλος του Διαβόλου (Devil dog)», οι προνυμφικές Ambystoma αποκαλούνται συχνά «σκυλιά του νερού (water dogs)”, το αξόλοτλ σήμαινε σκύλος του νερού και το γένος των πυρρογαστόρων (με πορτοκαλί κοιλιά) τριτόνων της Άπω Ανατολής έχει επιστημονική ονομασία κύνωψ (Cynops). Ίσως από το μεγάλο κεφάλι με τα εξωτερικά βράγχια που πετάγονται σαν πλατιά αφτιά. Άλλα αμερικανικά γένη νεοτενικών σπηλαιόβιων σαλαμανδρών άλλων οικογενειών είναι τα Typhlotriton, Gyrinophilus και Typhlomulge, τυφλά βραγχιοφόρα αλλά με περισσότερο σαλαμανδροειδή εμφάνιση.

Αντίθετα στα άνουρα (τάξη anura), στους βατράχους και τους φρύνους, δεν έχει καταγραφεί περιστατικό νεοτενίας. Το πλησιέστερο πράγμα σ’αυτό είναι ελάχιστοι γυρίνοι του πολύ καλά μελετημένου αφρικανικού υδρόβιου βατράχου
(Xenopus laevis)
Οι οποίοι λόγω έλλειψης θυρεοειδούς συνεχίζουν την ανάπτυξη για χρόνια αντί να μεταμορφωθούν ως
μόνιμοι γυρίνοι,
με κανονική ωρίμανση των γαμετών τους που θα τους επέτρεπε αναπαραγωγή, αλλ’εξαιτίας πιθανής δυσκολίας αποβολής του γενετικού υλικού και απουσίας αναπαραγωγικών συμπεριφορών (δεν ελκύονται προς άτομα του άλλου φύλου, δεν κωάζουν, δε μπορούν να πιαστούν στην κατάλληλη θέση ζευγαρώματος), δε μπορούν να το κάνουν.

Το αξόλοτλ λοιπόν είναι ένα απ’τα μερικά ακόμα νεοτενικά είδη του γένους Ambystoma. Το αμερικανικό γένος αυτό είναι το μόνο της πολύ παλιάς οικογένειας ambystomatidae, με εξάπλωση απ’τον Καναδά έως το Μεξικό. Κάποτε αναγνωριζόταν μόνο ένα είδος, η σαλαμάνδρα τίγρις (Ambystoma tigrinum), με διάφορα υποείδη σε κάθε περιοχή. Αργότερα όμως πολλά απ’τα υποείδη ανυψώθηκαν σε είδη, όπως το A. laterale του κεντρικού Καναδά (βορειότερο είδος σαλαμάνδρας στην Αμερική), το A. mavortium των νοτιοδυτικών ΗΠΑ, το A. maculatum, το A. opacum κ.ά., μιας και οι διαφορές τους ήταν μεγαλύτερες. Το γένος αυτό είναι ένα σύμπλεγμα, ένα σκέτο μπέρδεμα δηλαδή, με πάρα πολλούς πληθυσμούς ελαφρώς διαφορετικούς μεταξύ τους των οποίων οι επικράτειες συχνά συμπίπτουν και γίνεται υβριδισμός, ώστε η διάκριση των ειδών να καταλήγει πολύ δύσκολη. Σήμερα έχουν αναγνωριστεί γύρω στα 30 είδη. Οι σαλαμάνδρες αυτές έχουν χοντρό σώμα με ισχυρά άκρα, μακριά ουρά και μεγάλο κεφάλι με μικρά εξογκωμένα μάτια, και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους υπογείως σε τρύπες που βρίσκουν ή σκάβουν οι ίδιες. Οι προνύμφες των περισσοτέρων είναι μεγάλες και ζουν πολύ σ’αυτό το στάδιο, έως και δύο χρόνια στις νότιες θερμότερες περιοχές, κάτι που φαίνεται να τις προδιαθέτει για νεοτενία. Το είδος με το συντομότερο προνυμφικό στάδιο είναι το καλιφορνιανό A. californiense, το οποίο αναπαράγεται σε μικρές προσωρινές λίμνες και μεταμορφώνεται σε 3 περίπου μήνες. Γενετικά είναι το πιο ξεχωριστό, και θεωρείται ότι εκπροσωπεί την προγονική μορφή ή κάποια πολύ κοντινή συγγενική. Στο Μεξικό κύριο χερσαίο είδος είναι το A. velasci, pου κατά κάποιους επιστήμονες χρειάζεται αναθεώρηση μήπως και αναγνωριστούν περισσότερα κρυπτικά είδη, απ’όπου προήλθαν ανεξάρτητα μεταξύ τους, όπως δείχνουν οι γενετικές μελέτες, το αξόλοτλ και τα’άλλα νεοτενικά είδη του Μεξικού, τα οποία όλα υπολογίζεται πως εξελίχθηκαν με τη δημιουργία μεγάλων ορεινών λιμνών στο τέλος της προσφατότερης παγετώδους περιόδου πριν περίπου 10.000 χρόνια, κάνοντάς τα απ’τα νεότερα είδη του πλανήτη. Άλλα νεοτενικά ειδη είναι η σαλαμάνδρα του Άντερσον (A. Andersoni), ένα βυθόβιο βραχύσομο και καφέ είδος των ρυακιών γύρω απ’τη λίννη Ζακούπα στο Μιτσοάκαν του Μεξικού, η σαλαμάνδρα του Τέιλορ A. taylori της λιμνοθάλασσας Αλτσιτσίκα (ένα από τα ελάχιστα αμφίβια που ζουν σε υφάλμυρο νερό), όπου μπορεί να βρεθει στο βάθος των 30 μέτρων και χαμηλότερα, η σαλαμάνδρα του Ντούμεριλ (A. dumerili) της λίμνης Πατσκάρο, η σαλαμάνδρα της λίμνης Λέρμα (A. lermaensis), κι άλλα. Ένα απ’αυτά είναι και το A. mexicanum, το αξόλοτλ.

Το αξόλοτλ κάποτε ζούσε σε δύο λίμνες κοντά στην πόλη του Μεξικού, αρκετά πλούσια περιβάλλοντα στη μέση ενός σκληρού για αμφίβια βραχώδους κι ορεινού κόσμου, αναμενόμενη κατάσταση για ένα νεοτενικό είδος, στη λίμνη Ξοτσιμίλκο και στη λίμνη Τσάλκο (και τα δύο νάουατλ ονόματα). Σήμερα η Τσάλκο έχει σχεδόν αποξηρανθεί και το αξόλοτλ δεν υπάρχει πλέον εκεί, ενώ ό,τι έμεινε απ’την Ξοτσιμίλκο είναι ένα σύστημα καναλιών και μικρών λιμνών με μολυσμένω από κάθε λογής λύματα νερό, σκουπίδια όπως πλαστικές σακούλες και μπουκάλια, και εισαγόμενα επεκτατικά είδη όπως η αφρικανική τιλάπια και ο κινέζικος κυπρίνος. Η μεξικανική κυβέρνηση απελευθέρωσε τα ψάρια αυτά για τη διατροφή των φτωχών κατοίκων, αλλ’αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι τα είδη αυτά αναπαρήχθησαν σε εκρηκτικό ρυθμό παρά την πίεση των ψαράδων, με καταστροφικές συνέπειες για το οικοσύστημα. Επίσης τα αξόλοτλ ψαρεύονταν παραδοσιακά, ήδη απ’την εποχή τω Αζτέκων, ως τροφή ή θεραπευτικό μέσο. Η γεύση τους αναφέρεται πως είναι σαν τα βατραχοπόδαρα, κάτι ανάμεσα σε ψάρι και κοτόπουλο. Έτσι οι σαλαμάνδρες αυτές έχουν σχεδόν εξαφανιστεί απ’τον τόπο τους, με πρόσφατες επιστημονικές αποστολές να βρίσκουν ελάχιστες ή και καμία. Προτείνονται δύο λύσεις σ’αυτό το πρόβλημα, είτε η ανάπλαση του οικοσυστήματος μέρους τουλάχιστον της εναπομείνασας λίμνης, με μεγάλακόστη κι αβέβαιο αποτέλεσμα, είτε η εισαγωγή σαλαμανδρών σε μια παρθένα λίμνη, με μικρά κόστη και αρκετά αβέβαιο αποτέλεσμα πάλι. Πιστεύω πως η δεύτερη προσέγγιση θά’ναι καλύτερη. Το είδος ωστόσο επιβιώνει κι αναπαράγεται σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς στην αιχμαλωσία, εξαιτίας της χρησιμότητάς του στη βιολογική έρευνα και προσφατότερα στο χόμπι των ενυδρείων. Οι ιδρυτές του αιχμάλωτου πληθυσμού είχαν έρθει στο παρίσι το 1864, και σχεδόν όλοι οι απόγονοιπροέρχονται από εκείνους, αν και ίσως υπάρχει μικρή επιμιξία με νεοτενικές σαλαμάνδρες τίγρεις. Παρά το μεγάλο αιχμάλωτο πληθυσμό ωστόσο, τα άτομα αυτού πιθανότατα δεν είναι κατάληλα για απελευθέρωση στη φύση, μιας και έχουν επιλεγεί επί γενιές για εργαστηριακές συνθήκες, ενώ το χρώμα των περισσότερων δεν προσφέρει πλέον ικανοποιητικό καμουφλάζ στη φύση. Εάν όμως χρειαστεί να γίνει πρόγραμμα αναπαραγωγής σε αιχμαλωσία για τη σωτηρία τω άγριων πληθυσμών με βάση άγρια άτομα, αυτό θεωρειται πως θα επιτύχει διότι το είδος αυτό αναπαράγεται εύκολα σε τεχνητές συνθήκες. Αυτό που πιστεύω εγώ πάντως είναι ότι τελικά δε θα γίνει καμία ενέργεια και το αξόλοτλ θα χαθεί απ’τις λίμνες του Μεξικού. Θα το δείτε σε μερικά χρόνια.

Το αξόλοτλ είναι μεσαία προς μεγάλη σαλαμάνδρα, και η μεγαλύτερη του γένους του, με μήκος από 15 έως σπανιότατα 45 εκατοστά, συνήθως όμως στα 23-30 εκατοστά, και βάρος γύρω στα 150-300 γραμμάρια, αρκετά μεγάλο για σαλαμάνδρα. Έχει πλατύ κεφάλι και μεγάλο στόμα με μικρά δόντια και ακίνητη γλώσσα, μικρά ρουθούνια, μικρά σχετικά μάτια χωρίς βλέφαρα, τέσσερα ζεύγη βραγχιακών σχισμών με χτένια στα όριά τους και τρία ζεύγη εξωτερικών βραγχίων στο λαιμό, αποτελούμενα από ένα κεντρικό στέλεχος και διακλαδώσεις, χοντρό σχετικά σώμα με μακριά ουρά, και τέσσερα λεπτάάκρα με λεπτά δάχτυλα, 4 στα μπροστινά και 5 στα πίσω, όπως σ’όλα τα μέλη του γένους. Ως νεοτενικό είδος, διατηρεί επίσης το κάθετο ουραίο πτερύγιο, που ξεκινά πίσω απ’το κεφάλι και εντείνεται ιδιαίτερα στο πάνω και το κάτω μέρος της ουράς, αλλά και την πλευρική γραμμή, ένα σύστημα αισθητήρων στα πλευρά του σώματος των ψαριών και των προνυμφικών και υδρόβιων αμφιβίων, για την αντίληψη των μεταβολών στη ροή και στην πίεση του νερού, καθώς και για την αντίληψη αχνών ηλεκτρικών πεδίων. Ο σκελετός του είναι λεπτός με αρκετά χόνδρινα στοιχεία στο κεφάλι, στους καρπούς και τους αστραγάλους, όπως και στα στηρίγματα των βραγχιακών σχισμών, ενώ συνολικά έχει 50 σπονδύλους, με τους 30-35 στην ουρά. Παρά τη νεοτενία του όμως, το αξόλοτλ περνά από μια κρυπτική λεγόμενη μεταμόρφωση, αναπτύσσοντας και δύο υποτυπώδεις πνεύμονες τους οποίους χρησιμοποιεί ενίοτε συμπληρωματικά με τα βράγχια και τη δερματική αναπνοή. Όλες οι νεοτενικές σαλαμάνδρες έχουν εξωτερικά βράγχια, διότι το προστατευτικό βραγχιακό επικάλυμμα χάθηκε αρκετά νωρίς κατά την εξέλιξη των αμφιβίων – ήδη πριν 375 εκατομμύρια χρόνια στο ύστερο Δεβόνιο το προαμφίβιο ψάρι
Τικταάλικ
Είχε χάσει το βραγχιακό του επικάλυμμα ώστε ν’αποκτήσει ελεύθερο λαιμό που θα μπορούσε να γυρίζει για να πιάνει θηράματα σε ρηχά νερά ή στα όρια του νερού με την ξηρά. Οι γυρίνοι τω βατράχων ανέπτυξαν ανεξάρτητα σαρκώδες επικάλυμμα, αλλά τα βράγχια των σαλαμανδρών παραμένουν ακάλυπτα και ευάλωτα σε επίθεση. Είναι λεπτές αγγειοφόρες μεμβράνες ιστού με μικρές προεξοχές, τα κρόσια, για αύξηση της επιφάνειας που προσλαμβάνει το οξυγόνο, και μοιάζουν αρκετά με φτερά.

Το φυσικό περιβάλλον του αξόλοτλ είναι στάσιμο και αρκετά ρηχό νερό με λασπώδη πυθμένα και πυκνή υδρόβια βλάστηση, οπου το ζώο κινείται αργά είτε περπατώντας τον πυθμένα (εξού και το άλλο όνομα του μεξικάνικου περιπατητικού ψαριού (Mexican walking fish)), είτε κολυμπώντας αργά πάνω απ’τον πυθμένα, ψάχνοντας για μικρά σκουλήκια, αρθρόποδα, άλλα ασπόνδυλα και μικρά ψάρια, ή και άλλα μικρότερα αξόλοτλ, που αποτελούν την τροφή του. Στον εντοπισμό της τροφής συμβάλλει η όραση με την αντίληψη της κίνησης, αν και γενικά δεν είναι πολύ καλή, ή όσφρηση, ανεπτυγμένη γενικά στις σαλαμάνδρες εξαιτίας της νυκτόβιας δραστηριότητάς τους, και οι δονήσεις του νερού που προσλαμβάνονται απ’την πλευρική γραμμή. Όταν ένα αξόλοτλ επιτίθεται, κλείνει ερμητικά το στόμα του και τις βραγχιακές σχισμές με τα χτένια, αφαιρώντας όλο το νερό που υπάρχει μέσα, και μετά, ανοίγοντας το στόμα απότομα, αναρροφάται λόγο της αρνητικής πίεσης του κενού ό,τι βρίσκεται δίπλα, μαζί με το θήραμα. Σπάνια η σαλαμάνδρα αυτή κινείται με μεγάλη ταχύτητα, συνήθως όταν απειληθεί από έναν εχθρό, δηλαδή οτιδήποτε μεγαλύτερο απ’αυτήν, οπότε κολυμά γρήγορα κι απότομα για να ξεφύγει. Φυσικοί εχθροί είναι μεγάλα ψάρια, παρυδάτια πουλιά όπως εροδιοί και για τα μικρότερα άτομα του είδους, μεγαλύτερα αξόλοτλ. Το νερό της λίμνης του αξόλοτλ προέρχεται από ποταμούς που κατεβαίνουν από χιονισμένες βουνοκορφές, οπότε είναι κρύο, 14-18 βαθμών συνήθως, σπάνια ως τους 20, με πτώση έως και στους 6-8 το χειμώνα, γι’αυτό οι σαλαμάνδρες αυτές δεν ανέχονται υψηλές θερμοκρασίες. Γενικά οι σαλαμάνδρες αγαπούν τη δροσιά, και τα είδη που μπορούν να επιβιώσουν πάνω απ’τους 25 βαθμούς είναι σπάνια και μετρημένα, γι’αυτό στη χώρα μας σαλαμάνδρες μπορούν να βρεθούν είτε σε ψηλά βουνά είιτε, σε ζεστότερα κλίματα, κρυμένες σε δροσερά μικροκλίματα για μεγάλο μέρος του χρόνου.

θηλυκά αξόλοτλ, το ένα μελανοειδές και το άλλο άγριου τύπου με φυσικό χρωματισμό, από axolotl.org

Ο φυσικός χρωματισμός του αξόλοτλ είναι καφέ ή ελεώδεςκαφέ με σκουρότερες κηλίδες συνήθως. Με την επιλεκτική αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία ωστόσο έχουν παραχθεί αλφικά ή αλμπίνα, λευκιστικά, μελανιστικά, αξανθικά άτομα κλπ. Όπως και στα ερπετά, έτσι και τα αμφίβια έχουν τρεις τύπους χρωματικών κυττάρων στο δέρμα, τα
Χρωματοφόρα κύτταρα.
Τα μελανοφόρα (μελανοκύτταρα στα θηλαστικά επειδή δεν υπάρχουν άλλα χρωματοφόρα) περιέχουν τη γνωστή μελανίνη που δίνει το καφέ ή μαύρο, τα ξανθοφόρα περιέχουν καροτενοειδή όπως κίτρινες, πορτοκαλί και κόκκινες χρωστικές κυρίως απ’τη διατροφή, ενώ τα ιριδοφόρα περιέχουν μικροσκοπικούς κρυστάλλους ουρικού οξέος που αντανακλούν φως δίνοντας τη γυαλάδα. Η εμφάνιση κάθε χρωστικής επηρεάζεται από ξεχωριστό γονίδιο, αληλόμορφα του οποίου μπορεί να οδηγήσουν σε φυσιολογική ένταση, μείωση, απώλεια ή υπερτονισμό της. Τα αμπίνα άτομα για παράδειγμα δεν έχουν μελανίνη, ενώ τα ξανθοφόρα είναι ενισχυμένα, δίνοντας ένα ροζοκίτρινο χρώμα με κόκκινα μάτια. Τα μελανιστικά άτομα υπερπαράγουν μελανίνη, έχοντας σχεδόν μαύρο χρώμα, ενώ αυτά που δεν έχουν γυαλάδα είναι ακόμα σκουρότερα. Τα χιονώδη (snow) ή υπεραλμπίνα δεν εμφανίζουν καμία χρωστική, έχοντας ροζ χρώμα με κόκκινα μάτια. Οι χρωματικές ποικιλίες μπορούν να βρεθούν σ’όλους τους δυνατούς συνδυασμούς. Τα λευκιστικά ζώα είναι διαφορετική περίπτωση όμως. Εδώ όλες συνήθως οι χρωστικές λειτουργούν κανονικά, αλλά τα χρωματοφόρα κύτταρα δε μεταναστεύουν απ’τη ραχιαία θέση τους στο ραχιαίο λοφίο του εμβρύου, δημιουργώντας ένα λευκό ζώο με ίσως μια ζώνη σκούρου χρώματος στη ράχη, ενώ τα μάτια έχουν το μαύρο τους χρώμα, διότι προέρχονται από κύτταρα προεκτάσεων του κεντρικού νευρικού συστήματος και είναι ανεξάρτητα του σωματικού χρωματισμού. Τέσσερις είναι οι κοινότερες χρωματικές παραλλαγές: άγριος τύπος (φυσιολογικός χρωματισμός), αλφικό (αλμπίνο), λευκιστικό και μελανοειδές (μελανιστικό).

Λευκιστικό θηλυκό αξόλοτλ, από axolotl.org

Η ιδιότητα του αξόλοτλ που τό’κανε οργανισμό μοντέλο στα εργαστήρια ανά τον κόσμο δεν ήταν ούτε οι χρωματικές του παραλλαγές ούτε η νεοτενία του ούτε τα αρκετά μεγάλα έμβρυα που παρατηρούνται κι επηρεάζονται εύκολα, αν και τα τρία παραπάνω επίσης έχουν μελετηθεί εκτενώς, αλλ’η τεράστια αναγεννητική του ικανότητα. Είναι το μόνο σπονδυλωτό, το μόνο τουλάχιστον γνωστό σπονδυλωτό που μπορεί ν’αναγεννά κομμένα μέρη του σώματος πλήρως λειτουργικά και πολύ εύκολα. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και σε πολλές άλλες σαλαμάνδρες, αλλά στο συγκεκριμένο είδος εκφράζεται στο μέγιστο. Δεν κάνει αυτοτομή όπως οι σαύρες με την ουρά τους για παράδειγμα, δηλαδή προσαρμοσμένη αποκοπή του μέλους σε περίπτωση απειλής, αλλά αν τύχει και κοπεί ξαναβγαίνει. Αναγεννά ολόκληρα άκρα, ουρά, βράγχια, δέρμα,μύες, φακό του ματιού (σε νεαρά στάδια ανάπτυξης), ήπαρ, καρδιά (ως και τη μισή), νωτιαίο μυελό (αν διατμηθεί, θα ξαναενωθεί), ακόμα και μέρη του εγκεφάλου όπως μέρη των ημισφαιρίων. Δεν είναι γνωστό γιατί ακριβώς έχει εξελιχθεί τόσο μεγάλη αναγεννητική ικανότητα, έχει να κάνει πάντως με τη νεοτενία, διότι τυχαία ή πειραματικά μεταμορφωμένα μέλη του είδους σχεδόν χάνουν αυτήν την ικανότητα, ενώ όσο περνά ο χρόνος ο ρυθμός αναγέννησης μειώνεται, αν και κατά τη νεοτενική φάση δε σταματά ποτέ. Στο τραύμα λοιπόν δεν αναπτύσσεται ινώδης συνδετικός ιστός ουλής, αλλά τα κύτταρα της περιοχής μεταδιαφοροποιούνται σε πολυδύναμα δημιουργώντας ένα κάλυμα, το βλάστημα, το οποίο τις επόμενες εβδομάδες θα αναπτυχθεί στο νέο μέλος του σώματος. Αν και ζώο με πολλές κυταρικές διαιρέσεις, η γήρανσή του είναι αργή και οι καρκίνοι σπάνιοι, επειδή μάλλον οι επιδιορθωτικοί μηχανισμοί των κυττάρων είναι πολύ αποτελεσματικοί. Απ’τα γονίδια που εξετάστηκαν, αυτά που έχουν ιδιαίτερες μεταλλάξεις είναι αυτά που σχετίζονται με την επιδιόρθωση των ιστών, την επούλωση και την καρκινογένεση. Συνεχείς μελέτες γίνονται στο αξόλοτλ, αλλ’ως τώρα, απ’ό,τι έχω ψάξει, δεν έχει εφαρμοστει με γενετική μηχανική κάποια απ’τις ιδιότητές του σε θηλαστικά ή σε ανθρώπους. Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του είδους είναι η σχεδόν καθολική του ιστοσυμβατότητα, ιδίως σε εμβρυακή φάση, οπότε μπορεί να δεχτεί μοσχεύματα οποιουδήποτε μέρους του σώματος από οποιοδήποτε άλο άτομο, ζώντας έπειτα κανονικά π.χ. με 5 πόδια ή δύο καρδιές. Κατά τα’άλλα το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλω σπονδυλωτών.

Παραπάνω είχα αναφέρει για τη νεοτενία ως παράγοντα που συνέβαλε στην καθιέρωση του αξόλοτλ ως μοντέλου για μελέτη. Ο λόγος είναι ότι με κατάλληλες μεθόδους η νεοτενική σαλαμάνδρα μπορεί να μεταμορφωθεί σε χερσαίο άτομο με χαρακτηριστικά της σαλαμάνδρας τίγρεως. Το ουραίο πτερύγιο και τα βράγχια ατροφούν και χάνονται, αναπτύσσονται βλέφαρα και γλώσσα, τα άκρα και ο σκελετός ενδυναμώνονται, και το δέρμα παχαίνει κι αποκτά αδένες. Η μεταμόρφωση όμως απαιτεί εκρηκτική έκκριση θυροξίνης απ’το θυρεοειδή αδένα, ο οποίος χρειάζεται ιώδιο κι ενεργοποίηση απ’τη θυρεοειδότροπο ορμόνη της υπόφυσης. Το ιώδιο, αν και χαμηλό στα νερά του φυσικού ενδιαιτήματος του αξόλοτλ, δεν είναι τόσο λίγο ώστε να εμποδίζει τη μεταμόρφωση. Αντίθετα έχει βρεθεί ότι η θυρεοειδότροπη ορμόνη παράγεται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ και οι ιστοί του σώματος είναι λιγότερο ευαίσθητη στη θυροξίνη. Το ζώο είναι δηλαδή στην πραγματικότητα υποθυρεοειδικό. Ενέσεις θυροξίνης ή ιωδίου, καθώς και πτώση της στάθμης του νερού μερικές φορές, έχουν όλα οδηγήσει σε μεταμόρφωση. Τα ζώα που μεταμορφώνονται πριν τη γεννητική ωριμότητα συνήθως έχουν μερικά χρόνια ζωής, περίπου 5 χρόνια, αλλά δεν είναι γνωστό αν μπορούν ν’αναπαραχθούν. Αντίθετα τα άτομα που μεταμορφώνονται μετά τη γεννητική ωριμότητα είναι αδύναμα, και σπάνια ζουν πάνω από 1-2 χρόνια. Η διάρκεια ζωής ενός αξόλοτλ μπορει να ξεπεράσει τα 20 χρόνια, αν και συνήθως ζει 10-15 χρόνια. Το ρεκόρ κατέχει ένα άτομο στο Παρίσι που έζησε 25 χρόνια.

Ως παράξενο είδοςκαι σχετικά εύκολο στη διατήρηση, το αξόλοτλ διατηρείται επίσης κι από χομπίστες ενυδρείων, αμφιβίων ή ερπετών. Αρκετά δημοφιλές είναι στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία και στην Ιαπωνία, ενώ στην Ευρώπη και στην Αμερική είναι σπανιότερο. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και στην Ελλάδα άτομα που το έχουν, όπως κάποια μέλη στην Ελληνική Πύλη για τα Ερπετά
(Reptiles Greece).
Το αξόλοτλ είναι αρκετά εύκολο στη διατήρηση με ένα μεγάλο όμως και βασικό πρόβλημα: η θερμοκρασία του νερού δε θα πρέπει να ξεπεράσει τους 24 βαθμούς Κελσίου. Η θερμοκρασία των 24 βαθμών θεωρείται οριακή, και το ζώο, αν παραμένει έτσι για αρκετές μέρες, μπορεί να δείξει σημεία στρες όπως χλωμά βλενώδη μέρη στο δέρμα και ανορεξία. Άλλα δείγματα στρες, θερμικού ή άλλου, είναι γυρισμένη άκρη ουράς, και ταλαιπωρημένα βράγχια και πτερύγιο. Στις υψηλές θερμοκρασίες ο μεταβολισμός του ζώου ανεβαίνει, απαιτώντας περισσότερη τροφή κι οξυγόνο που μειώνεται στο νερό σε υψηλές θερμοκρασίες, το ανοσοποιητικό σύστημα όμως εξασθενεί λογω του στρες και σε συνδυασμό με το αυξημένο φορτίο οργανικης ύλης του νερού που τρέφει αρκετά βακτήρια, το ζώο είναι ευάλωτο σε μολύνσεις. Σε τέτοιες συνθήκες το νερό θα πρέπει να οξυγονώνεται καλά και να διατηρείται όσο καθαρό γίνεται, με απομάκρυνση όλων των οργανικών υπολειμάτων και συχνότερες αλλαγές νερού, ενώ η θερμοκρασία θα πρέπει να χαμηλωθεί όσο γίνεται. Η κλίμακα 12-24 βαθμών είναι ιδανική για το είδος, επομένως οι συνήθεις θερμοκρασίες δωματίου μεταξύ 18 και 23 βαθμών είναι καλές. Για την προστασία λοιπόν των σαλαμανδρών από την υπερθέρμανση μπορούν να ληφθούν διάφορα μέτρα, όπως η τοποθέτηση του ενυδρείου στο δάπεδο σε κάποια σκιερή γωνία του σπιτιού, η κάλυψη των περισσότερων πλευρών του με μονωτικό φελιζόλ, η τοποθέτηση μικρών ανεμιστήρων ή ψυκτρών κοντά στην επιφάνεια του νερού (θα πρέπει κάθε λίγες μέρες να συμπληρώνεται το νερό που εξατμίζεται), ή η τοποθέτησή του σε κάποιο δροσερό μέρος όπως ένα υπόγειο. Αλλιώς θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ειδικό ακριβό ψυκτικό μηχάνημα για ενυδρεία. Η χρήση εναλλασσόμενων παγοκύστεων ή παγωμένω μπουκαλιών νερού μπορεί να γίνει, αλλά με πολύ προσοχή, διότι οι απότομες πτώσεις και άνοδοι της θερμοκρασίας με τις εναλλαγές των ζεσταμένων με τα επόμενα παγωμένα δοχεία στρεσάρουν το ζώο πολύ περισσότερο από μια σταθερή, αν και υψηλή θερμοκρασία. Οι χαμηλές θερμοκρασίες γύρω στους 10 βαθμούς και λίγο χαμηλότερα κατεβάζουν το μεταβολισμό του αξόλοτλ, οδηγώντας σε μειωμένη όρεξη και κινητικότητα, αλλά δεν του προκαλούν κάποιο πρόβλημα υγείας. Σε δροσερά εύκρατα μέρη μάλιστα τα αμφίβια αυτά μπορούν να διατηρηθούν και σε εξωτερικές λίμνες που μπορεί να παγώσουν επιφανειακά το χειμώνα χωρίς πρόβλημα. Κατά τα’άλλα το αξόλοτλ είναι αρκετά ανθεκτικό στις υπόλοιπες παραμέτρους του νερού, όπως το ph που μπορεί να κυμαίνεται με ασφάλεια μεταξύ του 6,5 και του 8, ή της σκληρότητας που καλό είναι να τείνει προς υψηλή. Το χλώριο, οι χλωραμίνες και η αμμωνία ωστόσο θα πρέπει ν’απομακρύνονται απ’το νερό, γι’αυτό το νερό θα πρέπει να αποχλωριώνεται οπωσδήποτε κατά τις αλλαγές νερού. Περιοδικοί έλεγχοι αμμωνίας, νιτρωδών και νιτρικών, που μπορούν να γίνουν με ειδικά κιτ από καταστήματα ενυδρείω, είναι επίσης κάτι ωφέλιμο για ενυδρεία με φίλτρο. Σε εργαστηριακές συνθήκες για τον ακριβή έλεγχο των αλάτων του νερού χρησιμοποιείται απεσταγμένο νερό με την προσθήκη έπειτα μείγματος αλάτων όπως νατρίου, καλίου, ασβεστίου, μαγνησίου, που λέγεται διάλυμα του Χολτφρέτερ. Παρόμοια μέθοδος εφαρμόζεται και σε είδη ου ζουν σε αρκετά μαλακό νερό με προσθήκη ενυδρειακών αλάτων σε νερό αντίστροφης όσμωσης. Μερικοί κάτοχοι χρησιμοποιούν νερό αντίστροφης όσμωσης και για τα αξόλοτλ, αν και το κανονικό νερό της βρύσης των περισσότερων περιοχών αποχλωριωμένο αρκεί. Συμπτώματα στρες από κακή ποιότητα νερού είναι ταλαιπωρημένα βράγχια και πτερύγιο, ανησυχία και συχνές αναπνοές αέρα, και τελικά κατάπτωση και εμφάνιση μολύνσεων.

Αν και στα εργαστήρια τα αξόλοτλ διατηρούνται συνήθως σε μικρά δοχεία λίγων λίτρων, είτε μόνα τους είτε λίγα μαζί με ολικές αλλαγές νερού και καθάρισμα μετά από κάθε τάισμα, σχεδόν κανείς δε θέλει νά’χει τις σαλαμάνδρες του έτσι. Το ελάχιστο ενυδρείο για ένα ενήλικο άτομο είναι 40 λίτρων, με αύξηση του όγκου κατά 20% ανά επόμενο. Μεγαλύτερη σημασία έχει η επιφάνεια του πυθμένα παρά το βάθος του νερού, το οποίο μπορεί να’ναι και μόνο 15 εκατοστά χωρίς πρόβλημα. Τα αξόλοτλ δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικά ούτε όμως και μοναχικά, γι’αυτό δεν έχουν πρόβλημα συμβίωσης, όταν ιδίως είναι περίπου του ίδιου μεγέθους, γιατί αλιώς ενδέχεται το ένα να τραυματίσει ή να κανιβαλίσει το άλλο. Τα νεαρά άτομα μέχρι το μήκος περίπου των 15 εκατοστών εκδηλώνουν έντονες κανιβαλιστικές τάσεις κόβωντας άκρα, ουρές και βράγχια συγκατοίκων τους, τα οποία έπειτα σχεδόν πάντοτε αναγεννώνται. Σε εργαστηριακές συνθήκες πολλέςπρονύμφες διατηρούνται μαζί σε γυάλες με καθημερινές αλλαγές νερού και καθάρισμα. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να διατηρείται το είδος αυτό μ’άλλα ψάρια και υδρόβια ζώα, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις τα ψάρια τσιμπολογούν τα βράγχια των αξόλοτλ, ενώ τα μικρά ψαράκια καταλήγουν γεύμα τους, αν και κάποιοι έχουν διατηρήσει αξόλοτλ με αργοκίνητα χρυσόψαρα με μεγάλα πτερύγια για κάποιο διάστημα, όχι όμως χωρίς προβλήματα. Το ενυδρείο μπορεί να μην έχει φίλτρο, οπότε θα χρειάζεται σχεδόν ολική αλλαγή νερού στις 24 ώρες μετά από κάθε τάισμα, ή να έχει ένα εσωτερικό ή εξωτερικ΄΄ο, με το κύριο πρόβλημα νά’ναι η ροή του νερού. Τα αξόλοτλ ζουν σε στάσιμο νερό στη φύση και στρεσάρονται έντονα απ’τη ροή του φίλτρου, με συμπτώματα όπως ανησυχία, ανορεξία, βράγχια γυρισμένα προς τα μπροστά και γυρισμένη ουρά. Για να ανακοπεί η ροή ππορεί να τοποθετηθεί ένας βράχος, ένα κομμάτι ενυδρειακό σφουγγάρι ή κάτι άλλο στερεό μπροστά στην έξοδο του φίλτρου, να στραφεί η έξοδος προς το τοίχωμα του ενυδρείου αν γίνεται, ή να προσαρμοστεί στην έξοδο μια κεφαλή ψεκαστήρα ή τουλάχιστον ένας διάτρητος πλαστικός σωλήνας, για να διαχέεται η ροή. Το φίλτρο θα πρέπει ν’αντιστοιχεί στα λίτρα του ενυδρείου ή και σε περισσότερα, διότι τα αξόλοτλ παράγουν περισσότερα απόβλητα απ’τα ψάρια. Μ’ένα καλό φίλτρο, το μόνο που χρειάζεται στο νερό είναι μια αλλαγή 10% κάθε βδομάδα ή αλλιώς μια 20% κάθε δύο βδομάδες.

Στη φύση τα αξόλοτλ δεν έχουν χαλίκια και δεν τα’αναγνωρίζουν ως εκ τούτου εύκολα ως μη βρώσιμα. Θα προσπαθούν συνεχώς να τα καταπιούν, και μολονότι συνήθως τα φτίνουν πάλι κάτω, μερικές φορές τα καταπίνουν με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος ενσφήνωσης και θανάτου.Έχουν καταγραφει περιπτώσεις που γέμισαν την κοιλιά τους σιγά-σιγά με χαλίκια, κι όσα επιβίωσαν τα’απέβαλλαν σταδιακά σε διάστημα μηνών. Αντί για τα χαλίκια μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμμος, την οποία πάλι θα καταπίνουν, αλλά δεν προκαλεί τόσο σοβαρά προβλήματα, ή βότσαλα μεγαλύτερα απ’το κεφάλι του ζώου. Εναλλακτικά το ενυδρείο γίνεται να μην έχει καθόλου υπόστρωμα, κάτι που κάνει και το καθάρισμα ευκολότερο. Οι σαλαμάνδρες δε θα μπορούν να πιαστούν για να περπατήσουν στη λεία επιφάνεια αν δεν υπάρχει κάτι τραχύ όπως βραχάκια, αλλ’αυτό δε φαίνεται να τις στρεσάρει. Στα εργαστήρια οι γυάλες τους είναι εντελώς άδειες, ενώ κάποιοι κάπως πιο ευσυνείδητοι μπορεί να βάλουν ένα κομμάτι σωλήνα pvc για να κρύβονται. Αν και δεν έχουν τόσο πλούσιο συναισθηματικο κόσμο όπως τα θηλαστικά φυσικά, και τα συγκεκριμένα ζώα δε φαίνεται να ενοχλούνται σε εντελώς στείρα περιβάλλοντα, η ύπαρξη διαφόρων στοιχείων περιβαλλοντικού εμπλουτισμού θα δώσει ευκαιρίες για την εκδήλωση πιο πολύπλοκης συμπεριφοράς. Σ’ένα ενυδρείο λοιπόν μπορούν να τοποθετηθούν βραχάκια, πλαστικά ή αληθινά φυτά (τα αληθινά σχίζονται εύκολα όμως εκτος από κάποια σκληρά όπως του γένους Anubias ή τα επιπλέοντα είδη), κομμάτια ξύλου για ενυδρεία, κομμάτια σωλήνα pvc ή πλαγιασμένες γλάστρες για κρυρψώνες, όλα χωρίς αιχμηρές άκρες. Τα αξόλοτλ θα περνούν τον περισσότερο χρόνο τους ακίνητα στο βυθό, τινάζοντας περιοδικά τα βράγχιά τους για να διώξουν το συσσωρευμένο διοξείδιο του άνθρακα της αναπνοής, ενώ άλλες φορές θα κινούνται αργά και μεθοδικά ψάχνοντας για τροφή. Αν και προτιμούν τις σκιερότερες περιοχές, δεν κρύβονται υπερβολικά. Παρατηρούνται ατομικές διαφορές μεταξύ των αξόλοτλ, με άλλα πιο δειλά κι άλλα πιο θαραλέα άτομα, που μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε ξεχωριστές προσωπικότητες. Φυσικά το ενυδρείο δε θα πρέπει να εκτίθεται στον ήλιο, διότι τότε και η θερμοκρασία αυξάνεται και η άλγη πολλαπλασιάζεται, ο μέτριος φωτισός αρκεί. Ο λαμπτήρας φθορισμού θα πρέπει ν’αποφεύγεται όσο γίνεται, διότι ανεβάζει τη θερμοκρασία του νερού κοντά του, εκτός κι αν το ενυδρείο είναι μεγάλο ή υπάρχουν πολλά φυτά.

Το αξόλοτλ τρώει ό,τι χωράει στο στόμα του, όπως γεωσκώληκες, σκουλήκια του νερού όπως Tubifex, blackworm ή αιματοσκούληκα (bloodworm), κανονικά προνύμφες της οικογένειας chironomidae, σαλιγκάρια, μικρές γαρίδες και καραβίδες, έντομα όπως γρύλλους, αλευροσκούληκα, κατσαρίδες και κηροσκούληκα, και μικρά ψάρια, όπως και πολύ μικρά μέλη του είδους του. Με τα ψάρια χρειάζεται προσοχή, διότι μπορεί να μεταφέρουν παράσιτα στα οποία η σαλαμάνδρα δε θα’χει άμυνα. Επίσης τα χρυσόψαρα περιέχουν το ένζυμο της θιαμινάσης, το οποίο διασπά τις βιταμίνες του συμπλέγματος β στον οργανισμό. Το guppy είναι κατάλληλο ψάρι πάντως εάν προέρχεται από υγιεινό περιβάλλον. Επειδή οι σαλαμάνδρες αυτές αναγνωρίζουν και με την όσφρηση την τροφή, δέχονται και ακίνητη τροφή όπως οτιδήποτε απ’τα παραπάνω κατεψυγμένο ή τα πέλετς που χρησιμοποιούνται για το τάισμα της πέστροφας ή του σολομού, τα οποία είναι κατάλληλα ως βάση για νεαρά και ενήλικα άτομα, με συμπληρωματικά τις διάφορες άλλες τροφές. Τα σκουλήκια μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως βάση, αν μπορούν να βρεθούν εύκολα. Τα αξόλοτλ επίσης μπορούν να φάνε άπαχο κρέας, όπως λωρίδες ψαριού, κοτόπουλου, συκωτιού και καρδιάς βοδινού, αλλ’αυτά θα πρέπει να ταΐζονται μόνο περιστασιακά. Οι λιπαρές τροφές οδηγούν με το χρόνο σε ηπατική δυσλειτουργία, ενώ το τάισμα μόνο με έντομα δημιουργεί τα δικά του προβλήματα, όπως έλλειψη ασβεστίου και μπούκωμα του φίλτρου με κομματάκια της χιτίνης του εξωσκελετού τους, η οποία αποβάλλεται σχεδόν άπεπτη. Ένα αξόλοτλ με σωστή διατροφή ωστόσο δε χρειάζεται κανένα διατροφικό συμπλήρωμα. Αν κι ενστικτωδώς τρώνε απ’τον πυθμένα, αρκετά αξόλοτλ μαθαίνουν σιγά-σιγά να τρώνε και επιπλέουσες τροφές, όπως αποξηραμένες γαρίδες ή τα ειδικά μπαστουνάκια για νεροχελώνες. Μπορούν επίσης να συνδυάσουν την έλευση ενός ανθρώπου με τροφή, και να πλησιάζουν στο τζάμι του ενυδρείου όταν κάποιος περνά ή πλησιάζει. Λόγω χαμηλού μεταβολισμού, τα ενήλικα ζώα θα πρέπει να ταΐζονται κάθε 2-3 μέρες περίπου, ενώ υγιή ζώα επιβιώνουν κανονικά ως και μια βδομάδα χωρίς τροφή κι άρα μπορούν να μείνουν για λίγο μόνες τους, π.χ. όταν φεύγει διακοπές αυτός που τα φροντίζει. Τα νεαρά άτομα μέχρι περίπου τα 15 εκατοστά θα πρέπει να τρέφονται καθημερινά για μέγιστη ανάπτυξη. Όπως προανέφερα, κατά τη σίτιση μπορεί να συμβούν ατυχήματα κανιβαλισμού, στα μικρότερα συνήθως άτομα, αλλά αν αυτό γίνεται περιορισμένα δεν είναι αιτία ανηυσχίας. Πλαστικά φυτά και κρυψώνες, καθώς και το σκόρπισμα της τροφής σε διάφορα μέρη ελαχιστοποιούν αυτό το πρόβλημα. Θα πρέπει ν’αφεθούν να φάνε όσο θέλουν για περίπου 15 λεπτά, έπειτα η εναπομείνασα τροφή μπορεί ν’απομακρυνθεί.

Ο κύριος λόγος της ευρείας διάδοσης του είδους αυτού παγκοσμίως είναι η ευκολία αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Στο φυσικό περιβάλλον, εποχή αναπαραγωγής είναι η έναρξη της περιόδου τω βροχών με αύξηση της φωτοπεριόδου αλλά πτώση της θερμοκρασίας κι αύξηση του όγκου του νερού. Στην αιχμαλωσία οι σαλαμάνδρες, όταν βρίσκονται σε κανονικό δωμάτιο κι αντιλαμβάνονται τις μεταβολές της φωτοπεριόδου και της θερμοκρασίας όλο το χρόνο, τείνουν ν’αναπαράγονται στα τέλη του χειμώνα ή στις αρχές της άνοιξης, αν και στην πραγματκότητα αναπαραγωγή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε το χρόνο. Εάν τα ζώα είναι υγιή και οι γαμέτες τους ώριμοι, δε χρειάζεται κάποια υποστήριξη. Κάποιοι κάνουν μια μεγάλη αλλαγή νερού με πιο κρύο νερό για να πυροδοτήσουν τα αναπαραγωγικά ένστικτα, αλλ’αυτό ερεθίζει μόνο το αρσενικό, και το θηλυκό αν δεν έχει ώριμα ωάρια δε θ’αναπαραχθεί. Αντίθετα η σταδιακή μείωση της φωτοπεριόδου κι έπειτα πάλι η σταδιακή αύξησή της με προσθήκη ψυχρότερου νερού προετοιμάζουν σχεδόν πάντοτε και τα δύο φύλα. Οι σαλαμάνδρες αυτές ωριμάζουν γεννητικά στους 18 μήνες συνήθως, με μερικά άτομα στα 2 χρόνια κι άλλα έως και σε 6 μήνες με εντατικό πρόγραμμα διατροφής. Καλό είναι η αναπαραγωγή, ιδίως για τα θηλυκά που θα ξοδέψουν περισσότερη ενέργεια για την παραγωγή των αβγών, να γίνει μετά την ηλικία των 18 μηνών. Τα φύλα διαχωρίζονται μεταξύ τους αφού τα αρσενικά έχουν πρησμένη περιοχή αμάρας, όπου βρίσκοονται οι αδένες παραγωγής του υλικού των σπερματοφόρων σάκων (σάκοιπου περιέχουν το σπέρμα σ’όλες τις σαλαμάνδρες, μόνο οι σιρήνες και τα κρυπτοβράγχια αναπαράγονται με τον προγονικό τρόπο, δηλαδή με εκσπερμάτηση στα ήδη γεννημένα αβγά), ενώ τα θηλυκά έχουν αρκετά στρουμπουλό σώμα εξαιτίας των αβγών, ιδίως κατά την περίοδο της αναπαραγωγής. Άλα ασαφέστερα στοιχεία είναι το μακρύτερο κεφάλι και ουρά του αρσενικού και το πλατύτερο κεφάλι και η κοντότερη ουρά του θηλυκού. Ακόμα κατά τη σεξουαλική ωριμότητα τα ακροδάκτυλα και των δύο φύλων, ακόμα και στα αλφικά άτομα, σκουραίνουν, διότι μάλλον αυτό δεν οφείλεται στη μελανίνη. Σπάνια μπορεί ένα αξόλοτλ να αποβάλλει γεννητικά στοιχεία από μόνο του. Κατά την αναπαραγωγή λοιπόν, το αρσενικό θ’αρχίζει να σπρώχνει το θηλυκό στα σημεία που έχει αποθέσει τους σπερματοφόρους του σάκους, κωνοειδή στοιχεία μ’ένα σάκο σπέρματος στην κορυφή, οι οποίοι δε μπορούν να κολλήσουν στο γυαλί ή στο πλαστικό, γι’αυτό θα πρέπει να υπάρχει κάτι τραχύτερο και επίπεδο, όπως μια επίπεδη πέτρα. Μόλις το θηλυκό φτάσει, το αρσενικό κουνάει την ουρά του μπροστά του στέλνοντας μάλλον αναπαραγωγικές φερομόνες. Αφού το θηλυκό πάρει μέσα του τους σπερματοφόρους με την αμάρα του και γίνει η εσωτερική γονιμοποίηση, θα γεννήσει μεμονωμένα 100-300, κατ’εξαίρεσιν ως 1000 αβγά μερικές ώρες με 2 μέρες μετά, συνήθως όως μια μέρα μετά, προσκολλώντας τα πάνω σε πέτρες, φυλλώματα φυτών, και στις γωνίες του ενυδρείου, ενώ αν δεν υπάρχει τίποτα θα τα ρίξει κάτω στον πυθμένα. Το υδρόβιο βρύο Vesicularia dubiana είναι απ’τα καταλληλότερα φυτά για την ωοαπόθεση. Επειδή τα ενήλικα άτομα τρώνε τα αβγά και θα φάνε έπειτα όσους γυρίνους βρουν, είτε τα αβγά είτε οι γονείς θα πρέπει να μεταφερθούν αλλού. Τα αβγά, αν και φαίνονται μαλακά, μπορούν να μετακινηθούν αρκετά εύκολα με το χέρι εάν αποκολληθούν προσεκτικά απ’το ζελατινώδες νήμα που τα συνδέει με ττην επιφάνεια προσκόλλησης, ενώ αυτά που βρίσκονται πάνω σε μετακινούμενα στοιχεια μπορούν να μεταφερθούν μαζί με το στοιχείο όπου είναι προσκολλημένα. Όσα χάσουν το ζελατινώδες κάλυμμά τους δε θα επιβιώσουν εάν δε βρίσκονται σε αποστειρωμένες συνθήκες. Τα αβγά αλμπίνας μητέρας είναι λευκά, ενώ τα αλμπίνα έμβρυα είναι κι αυτά λευκά. Η εμβρυακή ανάπτυξη μπορει να παρατηρηθει απ’έξω. Ο ρυθμός της εμβρυακής ανάπτυξης εξαρτάται απ’τη θερμοκρασία, με την ταχύτερη δυνατή στους 25 βαθμούς σε 14 ημέρες, ενώ σε χαμηλές θερμοκρασίες παρατεινεται για πολύ, γι’αυτό τα εργαστήρια που αναπαράγουν μαζικά αξόλοτλ μπορεί να τοποθετούν τα αβγά στους 2 βαθμούς, ώστε να μπορέσουν να τα στείλουν τις επόμενες μέρες στο στάδιο ακριβώς που τα ζήτησε ο πελάτης τους. Μετά την εκκόλαψη λοιπόν, οι γυρίνοι έχουν μήκος 1 εκατοστού, είναι ημιδιάφανοι και την πρώτη μέρα τρέφονται με τα υπολείμματα του λεκηθικού σάκου τους, μένοντας ακίνητοι στο βυθό. Όσα αβγά δεν εκκολάφθηκαν μπορούν ν’ανοιχτούν με κάποιο μικρό εργαλείο κι αν ζουν και είναι δυνατοί οι γυρίνοι θα βγουν. Απ’την επόμενη μέρα ωστόσο οι γυρίνοι χρειάζονται επειγόντως τροφή, γιατί αν δε φάνε αμέσως θα καταπιούν φυσαλίδες αέρα, οι οποίες όμως θα φύγουν με το πρώτο τάισμα, και λόγω του γρήγορου μεταβολισμού τους αν μείνουν παραπάνω ατάιστοι θα πεθάνουν. Ακόμα δε μπορούν να κανιβαλίζουν, είναι πολύ μικροί. Οι πρώτες τροφές θα πρέπει να’ναι μόνο ζωντανές, γιατί μόνο η κίνηση διεγείρει αρχικά τους γυρίνους, όπως μικρά οστρακόδερμα του γένους Daphnia και τα γνωστά οστρακόδερμα Artemia salina. Και τα δύο είδη μπορούν να καλλιεργηθούν ξεχωριστά για την παροχή τροφής στα γυρινάκια. Οι γυρίνοι θα πρέπει να ταΐζονται 2 φορές τη μέρα αρχικά, μέχρι οι κοιλίτσες τους να φουσκώσουν καλά, και το νερό θα πρέπει να διατηρείται πολύ καθαρό με τακτικές, έως και καθημερινές αλλαγές, εάν δεν υπάρχει ακόμα φίλτρο. Φίλτρο μπορεί να μπει στο ενυδρείο των γυρίνων, αλά θα πρέπει, εκτός απ’την έξοδο, να προστατεύεται και η είσοδος με κάποια σίτα ή άλλο αντικείμενο ώστε να μη ρουφηχτούν γυρίνοι μέσα. Στο 1,5 εκατοστό θ’αρχίζουν λοιπόν ν’αποκτούν πιο σκούρα χρώματα, ενώ στα 2 αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρόδρομοι τω μπροστινών άκρων, αντίθετα με τα βατράχια, που βγάζουν πρώτα τα πίσω άκρα. Τώρα επίσης οι γυρίνοι μπορούν να φάνε και κομμένα ζωντανά αιματοσκούληκα ή μικροσκοπικά κομμάτια άλλων ειδών σκουληκιών. Στα 3 εκατοστά το χρώμα εντείνεται και τα μπροστινά άκρα έχουν αναπτυχθεί, ενώ στα 4 εμφανίζονται και οι πρόδρομοι των πίσω άκρων. Στα 5 ή και νωρίτερα αναγνωρίζουν και την ακίνητη τροφή, η οποία μπορει να προστεθεί στο διαιτολόγιο, ενώ αρχίζουν και οι κανιβαλιστικές τάσεις. Συνήθως κόβουν άκρα, ουρές και βράγχια άλλων συγκατοίκων, τα οποία σ’αυτή τη νεαρή φάση θ’αναγενώνται γρήγορα, όσο όμως μεγαλώνουν και οξύνονται οι διαφορές στο μέγεθος μεταξύ των καλύτερα και των χειρότερα ταΪσμένων ατόμων, θα υπάρχουν περιπτώσεις και ολικού κανιβαλισμού κατά των μικρότερων ατόμων. Παρατηρούνται μορφολογικές αλλαγές στις κανιβαλιστικές προνύμφες, με πλάτυνση του κεφαλιού και ισχυροποίηση των σαγωνιών, και φυσικά ταχύτερη ανάπτυξη. Εφόσον η γονιδιακή ποικιλότητα του αιχμάλωτου πληθυσμού είναι μικρή κι ο πληθυσμός είναι ουσιαστικά αιμομικτικός, συχνά εμφανίζονται γενετικές ανωμαλίες στους γυρίνους που γενικά προκαλούν μειωμένη ανάπτυυξη, παραμορφώσεις και αδυναμία αναγέννησης μελών. Αυτές οι προνύμφες θα πρέπει ν’αφαιρεθούν ή μπορούν ν’αφεθούν για να κανιβαλιστούν. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης των πίσω άκρων γύρω στα 6 εκατοστά αναπτύσσονται και οι πνεύμονες, και το μικρό αξόλοτλ τώρα είναι μικρογραφία ενός ενηλίκου, αν και με ισχυρότερες κανιβαλιστικές τάσεις. Τώρα μπορεί να τρώει μια φορά τη μέρα με τις ίδιες τροφές όπως ένα ενήλικο, φυσικά μικρότερου μεγέθους και ποσότητας. Ο χρόνος μέχρι την πλήρη ανάπτυξη ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή και τη θερμοκρασία, συνήθως είναι λίγοι μήνες.

προνύμφη αρσενικού αλφικού αξόλοτλ 14 ημερών στα 32 χιλιοστά, από axolotl.org

Πολλοί άνθρωποι για κάποιον λόγο θέλουν να παρακολουθήσουν τη μεταμόρφωση του αξόλοτλ τους και το προσπαθούν με διάφορους τρόπους, αλλ’αυτό δεν είναι σωστό να γίνεται, διότι ταλαιπωρεί υπερβολικά το ζώο και μπορούμε να το θεωρήσουμε κακοποίησή του. Τα αξόλοτλ έχουν προσαρμοστεί να ζουν νεοτενικά, και η μεταμόρφωση, που έτσι κι αλλιώς στρεσάρει ένα αμφίβιο, θα τα προκαλέσει μεγάλο σστρες, με αποτέλεσμα πολλά να πεθαίνουν κατά τη διαδικασία ή σύντομα μετά, ενώ οι σαλαμάνδρες που προκύπτουν ζουν λιγότερο απ’όσο θα ζούσαν ως αξόλοτλ. Για παράδειγμα ως απόπειρα πρόκλησης μεταμόρφωσης το νερό του ενυδρείου ελαττώνεται ώστε το αμφίβιο να αντιληφθεί αποξήρανση του περιβάλλοντος, κάτι που μπορεί να πυροδοτήσει τη μεταμόρφωση σε μερικά άτομα, τα περισσότερα ωστόσο πεθαίνουν τότε. Αλλιώς η μεταμόρφωση επιτυγχάνεται σίγουρα με ένεση ιωδίου ή θυροξίνης, όμως η πρόσβαση σ’αυτά τα φάρμακα και η γνώση των ποσοτήτων είναι δύσκολη. Σπάνια παρατηρείται φυσική τυχαία μεταμόρφωση, με πρώτο σύμπτωμα τη συρρίκνωση των βραγχίων και του ουραίου πτερυγίου, αν και συνήθως αυτό το φαινόμενο προκαλείται από στρες και κακές συνθήκες. Η σαλαμάνδρα θ’ανεβαίνει συχνότερα στην επιφάνεια για να πάρει αέρα, αν και πάλι αυτό μπορεί να’ναι ένδειξη στρες από κακή ποιότητα νερού. Σε περίπτωση που σίγουρα γίνεται μεταμόρφωση, τα βράγχια και το πτερύγιο όσο προχωρά θ’απορροφόνται όλο και περισσότερο, οπότε θα πρέπει να παρασχεθεί μια ξηρά για να βγαίνει η σαλαμάνδρα σιγά-σιγά έξω. Σύντομα θ’αναπτυχθούν τα βλέφαρα, το δέρμα θα πάρει το πάχος και το χρωματισμό της μεταμορφωμένης σαλαμάνδρας, και τελικά το ζώο θα βγαίνει και στη στεριά. Όταν βγαίνει συνεχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να μεταφερθεί σ’ένα περιβάλλον για σαλαμάνδρες τίγρεις και συγγενικά είδη, ένα τερράριο δηλαδή με αρκετό χώμα ή τύρφη βάθους 10 εκατοστών ή και περισσότερο για σκάψιμο, ένα ρηχό μπολ νερού, λίγες κρυψώνες προαιρετικά (οι συγκεκριμένες σαλαμάνδρες σκάβουν έτσι κι αλλιώς στο χώμα και κρύβονται), και υψηλή υγρασία. Σ’αυτό το στάδιο τα ζώα δέχονται μόνο ζωντανή τροφή, όπως γεωσκώληκες, γρύλλους, κατσαρίδες, αλευροσκούληκα κι άλλα έντομα, ενώ η θερμοκρασία δε θα πρέπει να ξεπερνά τους 24-25 βαθμούς. Συχνά πολλά μεταμορφωμένα αξόλοτλ φαίνονται αρχικά καλά, αλλά ξαφνικά αργότερα σταματούν να τρέφονται, αδυνατίζουν και πεθαίνουν. Οι σαλαμάνδρες τίγρεις απ’την άλλη μπορούν να ζήσουν άνετα για 20 χρόνια ή και περισσότερο, και ορισμένα υποείδη τους φτάνουν τα 35 εκατοστά, κάνοντάς τα τις μεγαλύτερες χερσαίες σαλαμάνδρες του κόσμου.

Μεταμορφωμένο αξόλοτλ άγριου τύπου, από axolotl.org

Τα αξόλοτλ γενικά, αν διατηρούνται στις κατάλληλες συνθήκες, δεν πάσχουν από πολλές ασθένειες. Σπάνια για παράδειγμα πλήττονται από θρεπτικές ανισορροπίες εάν τρέφονται με σωστή διατροφή, ενώ αν δεν υπάρχουν χαλίκια να καταπιούν το πεπτικό τους σύστημα δε θ’αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα. Σε περίπτωση ελαφρού ή μέτριου τραυματισμού, αν το ζώο είναι υγιές και το νερό καθαρό, σχεδόν πάντοτε θα επουλωθεί και θ’αναγεννηθεί το τραυματισμένο μέρος. Καλό είναι το ζώο να βρίσκεται απομονωμένο και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μέχρι την επούλωση, ενώ προληπτικά μπορεί να διαλυθεί μία κουταλιά του γλυκού αλάτι ανά δύο λίτρα ή να προστεθεί υψηλότερη απ’το σύνηθες συγκέντρωση διαλύματος του Χολτφρέτερ αν χρησιμοποιείται τέτοιο. Οι συχνότερες παθήσεις σ’αυτά τα ζώα είναι ωστόσο ευκαιριακές μολύνσεις από βακτήρια και μύκητες του περιβάλλοντος σε περιόδους στρες. Κάπως πιο θεραπεύσιμες μολύνσεις είναι αυτές απ’το βακτήριο Chondrococcus columnaris και απ’τον ωομύκητα του γένους Saprolegnia στα πρώτα στάδια, δύο σχεδόν όμοιες οπτικά παθήσεις με κύριο σύμπτωμα την κατάπτωση του ζώου και την εμφάνιση λευκών ή γκριζωπών χνουδωτών αποικιών πάνω στο δέρμα του ζώου. Πρώτο μέτρο σ’αυτές, καθώς και σ’άλλες μολύνσεις ή περιπτώσεις οξέος στρες είναι μια καλή αλλαγή νερού γύρω στο 80%, η απομονωση του ζώου και η τοποθέτησή του ασθενούς σε θερμοκρασίες μεταξύ 5-15 βαθμών, που κατεβάζουν το μεταβολισμό μειώνοντας το στρες και δίνοντας μια ευκαιρία στο ανοσοποιητικό σύστημα, αν και πιο αργά, να καταπολεμήσει την πάθηση. Οι σαλαμάνδρες δηλαδή μπορεί να χρειαστεί να μπουν και στο ψυγείο για την επίτευξη αυτών των θερμοκρασιών. Για την καταπολέμηση λοιπόν αυτών των μολύνσεων έχουν δοκιμαστεί διάφοροι γενικοί τρόποι αντιμετώπισης, όπως η τοποθέτηση του ζώου σε υψηλή συγκέντρωση διαλύματος του Χολτφρέτερ ή αλατόνερο για 10-15 λεπτά δύο φορές τη μέρα – όχι παραπάνω γιατί βλάπτονται τα βράγχια -, με 2-3 κουταλιές της σούπας αλάτι ανά λίτρο, κι αν η μόλυνση δεν υποχωρήσει τότε μπορούν να χορηγηθούν και φάρμακα. Σοβαρότερες μολύνσεις είναι αυτές από το βακτήριο Aeromonas hydrophila, το οποίο προσβάλλει κι άλα αμφίβια προκαλώντας αιμορραγική σηψαιμία με κόκκινες περιοχές στα άρκα και στο σώμα, καθώς κι από βακτήρια των γενώ Proteus, Pseudomonas, Acinetobacter, Mima, και Alcaligenes που μπορούν να μολύνουν διάφορα όργανα και ιστούς. Πέρα απ’τις παραπάνω γενικές μεθόδους σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να χορηγηθούν φάρμακα, όμως δεν είναι όλα τα αντιβιωτικά για ψάρια κατάλληλα για τις σαλαμάνδρες αυτές, μιας και το δέρμα και τα βράγχιά τους είναι αρκετά ευαίσθητα. Ουσίες όπως το μπλε του μεθυλενίου (κυρίως αντιμυκητικό), η μυξαζίνη και η ερυθρομυκίνη (αντιβιωτικά), και η μερβρομίνη (αντισηπτικό, θέλει προσοχή, περιέχει υδράργυρο) έχουν χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια, ενώ το πράσινο του μαλαχίτη και ο θειικός χαλκός είναι τοξικά. Σπάνια οι σαλαμάνδρες μπορεί να μολυνθούν από μονοκύτταρα πρωτόζωα, συνήθως των γενών Hexamita και Opalina από ψάρια πιασμένα απ’τη φύση ή μεγαλωμένα σε ανθυγιεινές συνθήκες, που μπορούν να θεραπευτούν με μετρονιδαζόλη μέσα στην τροφή. Προσβολές από παρασιτικά σκουλήκαι είναι σπανιότατες. Πέρα απ’αυτά τα προβλήματα σπάνια τα αξόλοτλ, όπως κι άλλα υδρόβια αμφίβια, μπορει να παρουσιάσουν οίδημα όλου του σώματος με υπερβολική συγκέντρωση υγρού και επίπλευση, κάτι που μπορεί να προκαλείται από πολλές αιτίες, όπως γενικευμένη βακτηριακή μόλυνση, ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία ή άγνωστο λόγο (ιδιοπαθής κατάσταση). Ανάλογα με την πάθηση, το ζώο μπορεί να επανέλθει μόνο του, να πεθάνει σύντομα μετά το οίδημα ή να ζήσει έτσι και για μήνες. Ένας κτηνίατρος ή ένας πεπειραμένος χομπίστας μπορεί ν’αφαιρέσει το υγρό με μια υποδόρια βελόνα, αλλ’αν το αίτιο του προβλήματος δεν αντιμετωπιστεί, το υγρό μπορεί να ξαναμαζευτεί.

Το αξόλοτλ, όπως συμπεράνατε, είναι μοναδικο ζώο που δυστυχώς απειλείται άμεσα με εξαφάνιση στη φύση. Ευτυχώς όμως στην αιχμαλωσία ο πληθυσμός είναι μεγάλος, άρα το είδος είναι καλά εξασφαλισμένο για όσο καιρό η ανθρωπότητα συνεχίζει να το μελετά και να το διατηρεί, δηλαδή επ’αόριστον εφόσον όλα στον πλανήτη πηγαίνουν καλά. Αν κι όχι το μόνο νεοτενικό είδος σαλαμάνδρας, είναι το γνωστότερο και το πλέον προσβάσιμο στην επιστήμη και στους χομπίστες. Το άρθρο αυτό ίσως είναι το πρώτο μεγάλο άρθρο πάνω σ’αυτό το είδος στο ελληνικό διαδίκτυο. Αν κι έχω βρει σχετικές συζητήσεις σε ελληνικά φόρουμ γι’αυτήν τη σαλαμάνδρα, έως τώρα απ’ό,τι ξέρω δεν έχει δημοσιευθεί κάποιο μεγάλο, εμπεριστατωμένο άρθρο, οπότε μ’αυτό πιστεύω πως συμβάλλω σημαντικά στον εμπλουτισμό του εληνικού διαδικτύου με γνώση. Ίσως ακόμα το κείμενο αυτό να ωθήσει κάποιους απ’τους αναγνώστες στην ενασχόληση τελικά μ’αυτό το είδος. Εγώ αν πάντως το βρω μπορεί εύκολα να το πάρω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το αξόλοτλ
axolotl.org
Η πληρέστερη σελίδα στο διαδίκτυο γι’αυτό το είδος.
καταχώρηση για το αξόλοτλ στο caudata.org
Το caudata.org είναι η μεγαλύτερη διαδικτυακή πηγή για τις σαλαμάνδρες.
φροντίδα του αξόλοτλ στο Exotic Pets
άρθρο φροντίδας για το αξόλοτλ στο theamphibian
Το theamphibian.co.uk είναι μεγάλη βρετανική πηγή για τα αμφίβια.
άρθρο φροντίδας για το αξόλοτλ στο reptilechannel
Το reptilechannel.com είναι αμερικανική σελίδα για ερπετά κι αμφίβια τεράστιου μεγέθους.
Το αξόλοτλ: μια μοναδική επιλογή για το ενυδρείο (άρθρο)
άρθρο για τα αξόλοτλ απ’το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ της Αυστραλίας
καταχώρηση για το αξόλοτλ στην ιστοσελίδα του Ζωολογικού Κήπου του Τορόντο του Καναδά
ambystoma.org
Η μεγαλύτερη και πληρέστερη ιστοσελίδα για την επιστημονική έρευνα πάνω στο αξόλοτλ, καθώς και σ’άλλες σαλαμάνδρες.
καταχώρηση για το αξόλοτλ στο EDGE
Το EDGE (Evolutionarily Distinct and Greatly Endangered), δηλαδή Εξελικτικά Ξεχωριστά και Σοβαρά Απειλούμενα είναι ένας οργανισμός ο οποίος καταγράφει είδη αμφιβίων και θηλαστικώ περισσότερο που θεωρούνται και ιδιαίτερα για κάποιον λόγο και απειλούνται με εξαφάνιση, και προσπαθεί να δράσει για την προστασία τους.
τα αξόλοτλ στο EDGE
Άρθρο σε ιστολόγιο βιολόγου ειδικευμένου στα τετράποδα σπονδυλωτά για το αξόλοτλ και τα συγγενικά του νεοτενικά είδη, καθώς και την κατάστασή τους στη φύση.
καταχώρηση για το αξόλοτλ στην κόκκινη λίστα της IUCN
Η IUCN (International Union for the Conservation of Nature), δηλαδή Διεθνής Ένωση για τη Συντήρηση της Φύσης είναι ο διεθνής οργανισμός που εκδίδει κάθε χρόνο την κόκκινη λίστα των απειλούμενων ειδών, όπου τα είδη εύκολα μπαίνουν αλλά σχεδόν ποτέ δε βγαίνουν, και αξιολογώντας διάφορα κριτήρια για την κατάσταση του κάθε είδους το κατατάσσει σε ανάλογη κατηγορία. Το αξόλοτλ κατατάσσεται ως κρίσιμα κινδυνεύον, δηλαδή πολύ κοντά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση στη φύση.
η αναγεννητική ικανότητα του αξολότλ, δημοσίευση σε ιστολόγιο του Scientific American
Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
μια μικρή αναθεώρηση του αξόλοτλ ως μοντέλο αναγέννησης και έρευνας της γήρανσης
συγκριτική ανάπτυξη της λεκάνης μεταξύ του αξόλοτλ και του αυστραλιανοού πνευμονοφόρου ιχθύος, διατήρηση προγονικών στοιχείων και δημιουργία νέων κατά τη μετάβαση από τα ψάρια στα τετράποδα
ζώνες αναγέννησης στον εγκέφαλο του αξόλοτλ και αναγέννηση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων
αναγέννηση του φακού στο αξόλοτλ, νέα δεδομένα για την αναπτυξιακή πλαστικότητα
αναγέννηση των αρθρώσεων των άκρων στο αξόλοτλ
πρόσθια υπόφυση κι ανάπτυξη το αξόλοτλ
κινηματική κι αποτελεσματικότητα της σταθερής κολύμβησης στα ενήλικα αξόλοτλ
πειραματική πρόκληση ατροφικών και μερικώς παραμορφωμένων άκρων (φωκομελειών) στο εμβρυικό αξόλοτλ
το άκρο του αξόλοτλ, ένα μοντέλο ανάπτυξης των οστών, της αναγέννησης και της επούλωσης καταγμάτων

Το παρακάτω λεξικό προοριζόταν για το ελληνικό φόρουμ των ερπετών
Reptiles Greece,
Όπου είμαι μέλος για καιρό τώρα. Έγινε με τη συνεργασία του ενός Admin, αν και σχεδόν όλο το έργο ήταν δικής μου σύνθεσης. Αφού λοιπόν του το έστειλα, ολοκληρωμένο εδώ και λίγες εβδομάδες, δεν είδα καμία απάντηση, προφανώς επειδή θά’χει αρκετές άλλες δουλειές. Έτσι το δημοσιεύω στο Ιστολόγιο πριν τη δημοσίευσή του στο φόρουμ. Είναι ένα κείμενο που περιέχει δεκάδες όρους της επιστήμης και του χόμπι των ερπετών με τις σημασίες τους. Για κάθε όρο πρώτα υπάρχει ο ελληνικός, έπειτα ο αγγλικός μέσα σε παρένθεση, και μετά το = η ερμηνεία. Ίσως είναι το μεγαλύτερο λεξικό τέτοιου είδους στα ελληνικά, αλλά κι απ’τα μεγαλύτερα γενικότερα στο διαδίκτυο, μιας και για πηγές χρησιμοποιήθηκαν πολλά και διάφορα λεξικά, άρθρα κι επιστημονικά κε΄΄ιμενα. Φυσικά είναι αδύνατον να’ναι πλήρως ολοκληρωμένο, και κάποιοι όροι θα μου διέφυγαν, γι’αυτό καλό είναι να με συμπληρώνετε με όρους που δεν περιλαμβάνω. Περιστασιακά επίσης ίσως ενημερώνω το λεξικό μενέους όρους. Μπορείτε να το συμβουλεύεστε και να το παραθέτετε ελεύθερα.

Ερπετό (reptile) = Κάθε σπονδυλωτό που ανήκει στην ομοταξία των ερπετών (reptilia). Η ομοταξία αυτή εξελίχθηκε από τα αμφίβια πριν περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια, χαρακτιρίζεται από ζώα καλυμμένα με φολίδες, προγονικά ωοτόκα με σχετικά αδιαπέραστα, αμνιωτά αβγά στην ξηρά, και εκτοθερμία από σχεδόν όλα τα σημερινά είδη. Η ομοταξία περιλαμβάνει τα φολιδωτά (τάξη squamata), η οποία περιλαμβάνει τις υποτάξεις των φιδιών (serpentes), των σαυρών (sauria ή lacertilian), και των αμφισβαινών (γεώβια σκωληκομορφα αφανή σαυροειδή ζώα) (amphisbaenia), τα κροκοδείλια (crocodilia), με τους κροκόδειλους, τους αλλιγάτορες κλπ, τις χελώνες (testudines), μ’όλες τις χελώνες, και τα σφηνοδόντια (sphenodontia), μια αρχαία υπολειματική σήμερα ομάδα που περιλαμβάνει τα δύο είδη των τουατάρα στη Νέα Ζηλανδία.
Αμφίβιο (amphibian) = Κάθε σπονδυλωτό που ανήκει στη συνομοταξία των αμφιβίων (amphibia), η προγονική ομοταξία των ερπετών που χαρακτηρίζεται από ζώα με λεπτό δέρμα, ανάπτυξη στα πρώτα στάδια συνήθως μέσα στο νερό με μορφή διαφορετική απ’τη μεταγενέστερη (προνύμφες ή γυρίνοι), και αναπαραγωγή συνήθως με εξωτερική γονιμοποίηση και μικρά ζελατινώδη αυγά σχεδόν δηλαδή όπως αυτή των ψαριών. Η ομάδα εμφανίστηκε πριν 370 εκατομμύρια χρόνια περίπου, αν και η σημερινή υφοομοταξία των λειαμφιβίων (lissamphibia) πριν περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια. Περιλαμβάνει την τάξη των ανούρων (anura), με τους βατράχους και τους φρύνους, των ουρόδηλων ή ουρωτών (urodela ή caudata), με τις σαλαμάνδρες και τους τρίτωνες, και των γυμνοφίονων ή απόδων (gymnophiona ή apoda) των απόδων αμφιβίων, αφανής ομάδα σκωληκόμορφων γεώβιων ειδών των τροπικών περιοχών.
Τρίτωνας (newt) = Ουσιαστικά δε διαφέρει από μια σαλαμάνδρα σε τίποτα πέρα απ’την περισσότερο ή λιγότερο μόνιμη επιστροφή του στο νερό κατά την ενήλικη ζωή του, όπου θ’αναπαράγεται. Οι νεαροί συνήθως χερσαίοι τρίτωνες στ’αγγλικά λέγονται “efts”.
Φρύνος (toad) = Μέλος της οικογένειας των φρυνιδών (bufonidae) ο οποίος δε διαφέρει στην πραγματικότητα από ένα βάτραχο πέραν του ότι ζει κυρίως στην ξηρά, έχει κοντότερα άκρα και τραχύ δέρμα. Κι άλλα είδη ανούρων όμως εκτός της οικογένειας αυτής έχουν εξελίξει παρόμοιες προσαρμογές.
Μεταμόρφωση (metamorphosis) = Η διαδικασία μετατροπής ενός προνυμφικού αμφιβίου ή εντόμου σ’ένα ημιενήλικο άτομο, μ’όλα τα χαρακτηριστικά του ενήλικου οργανισμού. Οι γυρίνοι για παράδειγμα βγάζουν άκρα, χάνουν την ουρά τους, και προσαρμόζουν όλα τα οργανικά τους συστήματα για ζωή ως βάτραχοι.
Νεοτενία (neoteny) = Από το «νέος» και το «τείνω», η διατήρηση νεανικών χαρακτηριστικών ακόμα και κατά την ενηλικίωση, με εντονότερο παράδειγμα αυτό της σαλαμάνδρας αξολότλ, η οποία διατηρεί τα βράγχια της και δε βγαίνει ποτέ απ’το νερό για όλη τη ζωή της.
Φωνητικός σάκος (vocal sack) = Ο σάκος ή σάκοι που διαθέτουν οι αρσενικοί συνήθως βάτραχοι για να παραγάγουν ήχο, τον οποίον χρησιμοποιούν για την προσέλκυση των θηλυκών, το διώξιμο των αντιπάλων κλπ, κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
Περίοδος αναπαραγωγής (breeding seasone) = Η περίοδος του έτους οπότε τα περισσότερα ζώα αναπαράγονται, ο χρόνος των οποίων έχει εξελιχθεί για τη μεγιστοποίηση της επιβίωσης των απογόνων (συνήθως είναι την άνοιξη ώστε οι απόγονοι να’χουν
όλο το καλοκαίρι μπροστά τους για να μεγαλώσουν). Η συμπεριφορά των ερπετών αλλάζει συχνά κατά αυτήν την περίοδο, με μειωμένο ενδιαφέρον στην τροφή, ψάξιμο για θηλυκά, κλπ. Ενώ οι αρσενικές πράσινες ιγκουάνες μπορεί να γίνουν πολύ επιθετικές.
Νεοσσός (hatchling) = Το νεαρό πουλί ή ερπετό που μόλις έχει βγει απ’το αυγό.
Νεαρό άτομο (juvenile) = Όχι εντελώς νεογέννητος νεοσός, ούτε όμως ακομα αρκετά μεγάλο ζώο.
Ημιενήλικο (subadult) = Ζώο στα όρια της ενηλικίωσης, όχι όμως ακόμα γεννητικά ώριμο.
Ενήλικο άτομο (adult) = Ζώο στην πλήρη φάση της ζωής του, ικανό για αναπαραγωγή. Στα ερπετά συχνά η γεννητική ωρίμανση ολοκληρώνεται πριν την πλήρη σωματική ανάπτυξη.
Φυλετικός διμορφισμός (sexual dimorphism) = Η διαφορές μεταξύ των δύο φύλων πέρα απ’τα διαφορετικά αναπαραγωγικά όργανα, όπως στους ανθρώπους για παράδειγμα είναι τα γένια στους άντρες. Συχνά τα διμορφικά ερπετά έχουν αρσενικά μικρότερα αλλά πιο στολισμένα από τα θηλυκά, και θηλυκά πιο γεμάτα για να χωρούν πολλά αυγά. Οι αρσενικές σαύρες διαθέτουν μηριαίους πόρους και μια ημιπεΪκή διόγκωση πίσω απ’την αμάρα, ενώ οι αρσενικές χελώνες έχουν μακρύτερη και παχύτερη ουρά και κοίλο πλάστρο.
Χέλυο (turtle shell) = Το καβούκι της χελώνας, το οποίο αποτελείται από πεπλατυσμένες εκφύσεις των πλευρών από πάνω, των σπονδύλων με μερικές επιπλέον οστέινες πλάκες, και από τις κλείδες, το διακλειδικό οστό και τα γαστρώδη οστά από κάτω. Το άνω τμήμα λέγεται ραχιαίος θυραιός (carapace) και το κάτω κοιλιακός θυραιός ή πλάστρο (plastron). Το πλευρικό σημείο όπου ενώνονται αυτά τα δύο λέγεται γέφυρα (bridge).
Ημιπέος (hemipenis ή hemipene) = Το ένα απ’τα δύο διεισδυτικά αναπαραγωγικά όργανα του αρσενικού της τάξης των φολιδωτών (κυρίως φίδια και σαύρες), το οποίο είναι ανεστραμμένο μέσα στην αμάρα όταν δε χρησιμοποιείται. Στις σαύρες δημιουργούν ορατή διόγκωση πίσω απ’την αμάρα, ενώ στα φίδια δεν είναι ευδιάκριτα. Οι κροκόδειλοι και οι χελώνες έχουν ένα πέος, ενώ το τουατάρα κανένα.
έκταση πέους (fanning) = Η έκταση των ημιπεών ή του πέους εκτός αμάρας προσωρινά, ξεχωριστή κατάσταση απ’την πρόπτωση, αφού εδώ η έκταση είναι ηθελημένη και κρατάει πολύ λιγότερο.
Μηριαίοι πόροι (femoral pores) = Πόροι που παράγουν μια κηρώδη φερομονούχο ουσία, αρκετά έντονοι στους μηρούς των αρσενικών σαυρών, οι οποίοι με την κίνηση του ζώου την αποθέτουν σ’όλες τις επιφάνειες απ’όπου περνά για τη σήμανση της περιοχής.
Αμάρα (cloaca) = Το κοινό άνοιγμα για την έξοδο του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα αμφίβια, στα ερπετά, στα πουλιά και σε μια τάξη πρωτόγονων θηλαστικών, τα μονοτρήματα (monotremata).
Αναγνώριση φύλου (sexing) = Η μέθοδος που χρησιμοποιείτια για το διαχωρισμό του φύλου στα ζώα. Σε περίπτωση που η ηλικία τους είναι μικρή ή ο φυλετικός διμορφισμός μικρός ή ανύπαρκτος, αυτό είναι δύσκολη διαδικασία.
Ανίχνευση του φύλου (probing) = Μέθοδος ανίχνευσης του φύλου στα φίδια με τοποθέτηση ενός εργαλείου/ανιχνευτή σαν βελόνα με αμβλεία άκρη (probe ή probing tool) μέσα στην αμάρα προς την κατεύθυνση της ουράς του υποκειμένου. Συνήθως στα αρσενικά το εργαλείο θα προχωρήσει αρκετά βαθύτερα απ’ό,τι στα θηλυκά, εξαιτίας του μεγαλύτερου χώρου που καταλαμβάνουν τα ημιπέη. Η απόσταση μετράται εξωτερικά από των αριθμό των υποουραίων φολίδων που έχει φτάσει το εργαλείο (συνήθως 8-16 για τα αρσενικά 2-3 ή και περισσότερο για τα θηλυκά).
Εξαγωγή ημιπεών (popping) = Μια άλλη μέθοδος που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση του φύλου στα νεογέννητά φίδια, όπου το περιεχόμενο της αμάρας στρέφεται έξω με πίεση απ’τα δάχτυλα από πίσω στην ουρά και με ταυτόχρονο κράτημα της πρωκτικής φολίδας μπροστά απ’την αμάρα. Τα αρσενικά θα πετάξουν έξω τα ημιπέη τους, ενώ τα θηλυκά δύο μικρά ερυθρά μπαλάκια, τους οσμογόνους αδένες τους, οι οποίοι παράγουν φερομόνη κατά την περίοδο αναπαραγωγής για την προσέλκυση των αρσενικών. Η τεχνική αυτή είναι ακατάλληλη για μεγαλύτερα άτομα, διότι έχουν αρκετή μυική δύναμη ώστε να κρατήσουν το περιεχόμενο της αμάρας μέσα. Και οι δύο τεχνικές θα πρέπει να γίνονται από πεπειραμένο άνθρωπο, διότι αλλιώς η διαδικασίες ενδέχεται να βλάψουν το φίδι.
Υποουραίες φολίδες, πρωκτική φολίδα (subcaudal scales, anal scale etc) = Η ορολογία της φολίδωσης των φιδιών είναι πολυπλοκότατη, και ίσως καλυφθεί σε άλλο άρθρο. Υποουραίες λέγονται οι φολίδες στην κάτω πλευρά της ουράς, ενώ πρωκτική η προστατευτική πλακοειδής φολίδα μπροστά απ’την αμάρα. Η ράχη και οι πλευρές του σώματος έχουν τις ραχιαίες, η κοιλιά της κοιλιακές, ενώ το κεφάλι διαθέτει ολόκληρο λεξικό.
Μόσχος (musk) = Ουσία με άσχημη μυρωδιά που εκκρίνεται απ’τους μοσχογόνους αδένες στην αμάρα ή σε γειτονικές περιοχές από πολλά φίδια και νεροχελώνες όταν απειληθούν από έναν εχθρό.
Οσμογόνοι αδένες (scent glands) = Οι αδένες που παράγουν φερομόνες, κυρίως για αναπαραγωγικούς σκοπούς. Οι μηριαίοι πόροι θα μπορούσαν να θεωρηθούν τέτοιοι αδένες.
Φερομόνη (pheromone) = Ουσία επικοινωνίας των μελών ενός είδους, συχνά χρησιμοποιείται για την σήμανση της αναπαραγωγικής ετοιμότητας των θηλυκών, ή αυτήν της περιοχής των αρσενικών.
Εκσπερμάτιση (ejaculation) = Ο εξακοντισμός του σπέρματος στο αναπαραγωγικό όργανο του θηλυκού. Συχνά οι ιγκουάνες εκσπερματίζουν σε διάφορα αντικείμενα κατά την περίοδο αναπαραγωγής.
Σπερματική πλάκα (sperm plug ή seminal plug) = Σπερματικό υλικό που συσσωρεύεται στα ημιπέη των αρσενικών φολιδωτών κατά την περίοδο αναπαραγωγής, κι αν δε φύγει μόνο του με την ούρηση, την αφόδευση ή με την έκδυση θα πρέπει να εξαχθεί με το χέρι.
Σπερματοφόρος σάκος (spermatophore) = Ο σάκος μέσα στον οποίον περικλείεται το σπέρμα σε πολλές αρσενικές σαλαμάνδρες κι αρθρόποδα.
Εναγκαλισμός (amplexus) = Ο τρόπος ψευδοζευγαρώματος των βατράχων που γίνεται μέσα στο νερό, όπου το αρσενικό πιάνει το θηλυκό πίσω απ’τα μπροστινά άκρα (μασχαλιαίος/axillary) ή μπροστά από τα πίσω (οσφυικός/lumbar). Ψευδοζευγάρωμα γιατί η γονιμοποίηση είναι εξωτερική όπως στα ψάρια, με εκσπερμάτιση πάνω στα ήδη γεννημένα αυγά.
Καθυστερημένη αμφιγονία (amphigonia retardata) = Η ικανότητα των περισσότερων ερπετών, αλλά κι άλλων ζώων, να διατηρούν το σπέρμα του αρσενικού για μήνες έως και χρόνια και μ’αυτό να γονιμοποιούν νέα αυγά τους χωρίς ανάγκη γονιμοποίησης, δίνοντας την ψευδαίσθηση της παρθενογένεσης.
Παρθενογένεση (parthenogenesis) = Η ανάπτυξη εμβρύων από αγονιμοποίητα ωάρια στα θηλυκά αρκετών ζώων, συμπεριρλαμβανομένων λίγων σαυρών και φιδιών, όπως ο δράκος του Κόμοντο ή η νεομεξικανική σαύρα.
Ωορηξία (ovulation) = Η διαίρεση και ωρίμανση των ωαρίων στα θηλυκά ζώα.
Θήλακας (follicle) = Ο μικροσκοπικ΄΄ος άκος που περιέχει το ανώριμο ακόμα ωάριο, που έχει θηλακώδες σχήμα.
Μεταωορηξιακή έκδυση (postovulatory shed) = Η αλλαγή δέρματος που γίνεται σε πολλά φίδια μετά την ωορηξία και μερικές εβδομάδες πριν την ωοτοκία.
Ωοζωοτόκο (ovoviviparous) = Ζώο που διατηρεί τα αβγά μέσα στο σώμα του μέχρι την εκκόλαψη, αλλά δεν τα τρέφει όπως ένα ζωοτόκο ζώο. Μερικά φίδια όπως οι βόες και σαύρες όπως η βορειοευρωπαϊκή σαύρα (Lacerta vivipara) είναι ωοζωοτόκα ζώα. Ζωοτόκα ερπετά είναι σπάνια, αλλά υπάρχουν, όπως πολλές οχιές.
Γυμνοσάλιαγκας (slug) = Το αγονιμοποίητο αυγό ενός βόα συσφιγκτήρα (Boa constrictor), ενός κατ’εξοχήν ωοζωοτόκου ερπετού, το οποίο είναι γλοιώδες στη σύσταση. Το σκληρό κέλυφος άλλωστε δεν είχε λόγο ύπαρξης στα αυγά των ωοζωοτόκων, και συνεπώς χάθηκε.
Δόντι του αυγού (egg tooth) = Μία προεξοχή της γνάθου στην πραγματικότητα, με την οποία οι νεοσοί των ερπετών και των πουλιών σπάνε το αυγό για να βγουν. Πέφτει σύντομα μετά την εκκόλαψη.
Εκκολαπτική μηχανή (incubator) = Το μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την επώαση των αυγών. Για τα ερπετά είναι συνήθως ένα κιβώτιο με υγροκατακρατικό υλικό, μέσα στο οποίο βρίσκονται μισοθαμμένα τα αυγά, σε μια σταθερή θερμοκρασία. Μπορεί επίσης να είναι ένα μεγαλύτερο κιβώτιο με μικρότερα μέσα, όπου βρίσκονται τα αυγά.
Επώαση (incubation) = Το διάστημα της εμβρυικής ανάπτυξης μέσα στο αυγό. Στα περισσότερα ερπετά γίνεται απ’τον ήλιο.
Εκκόλαψη (hatching) = Η στιγμή εξόδου του νεοσού από το αυγό.
Διαφωτισμός ή κέρωμα (transillumination ή candling) = Τεχνική για την εξέταση της γονιμότητας των αυγών, όπου το αυγό τοποθετείται μπροστά από μια λάμπα, ένα κερί, κλπ σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο μερικές μέρες μετά τη γέννησή του, κι αν φανούν αιμοφόρα αγγεία στο ημιδιαφανές εσωτερικό του σημαίνει πως είναι γονιμοποιημένο με αναπτυσσόμενο έμβρυο. Εάν δε φανεί τίποτα δε σημαίνει απαραίτητα πως είναι αγονιμοποίητο. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να γίνει το καλύτερο μια φορά, διότι τα ερπετικά αβγά δεν ανέχονται αναταράξεις.
Σύστημα καθορισμού του φύλου (sex determination system) = Το σύστημα που χρησιμοποιεί ένας οργανισμός για τον καθορισμό του φύλου των απογόνων. Στα θηλαστικά χρησιμοποιούνται τα χρωμοσώματα χ και ψ (x και y), όπου το αρσενικό έχει τα δύο διαφορετικά ενώ το θηλυκό δύο χ. Στα πουλιά και σε πολλά ερπετά χρησιμοποιείται το αντίθετο, το σύστημα χρωμοσωμάτων φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό έχει τα δύο διαφορετικά ενώ το αρσενικό δύο ω. Τέλος οι χελώνες, οι κροκόδειλοι, τα τουατάρα και αρκετά φολιδωτά χρησιμοποιούν το θερμοκρασιοεξαρτώμενο σύστημα καθορισμού του φύλου (temperature-dependent sex determination system), στο οποίο το φύλο του απογόνου καθορίζεται από τη θερμοκρασία στην οποία επωάζεται το αβγό στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, με μερικές θερμοκρασίες να παράγουν μόνο αρσενικά ή θηλυκά, κι άλλες μεικτού φύλου, διαφορετικές ανάλογα με το είδος.
Λεκηθικός σάκος (yolk sack) = Ο σάκος της λεκήθου (κρόκου) στο κέντρο του αυγού που συνεχίζει να τρέφει το νεοσό λίγες μέρες μετά την εκκόλαψή του, οπότε δε χρειάζεται ακόμα εξωτερική θρέψη. Ανάλογα με το είδος και την κατάσταση ανάπτυξης του μικρού, μπορεί να’ναι και ορατός εξωτερικά.
Μεταεκκολαπτική έκδυση (post-hatching shed) = Η έκδυση που γίνεται στα φίδια και στις σαύρες σύντομα μετά την εκκόλαψη. Μετά απ’αυτό το διάστημα ο λεκηθικός σάκος έχει εξαντληθεί, και τα ζώα μπορούν να φάνε κανονικά.
Ενδείξεις 0.0.1, 1.2.3, 2.3, κλπ = Παγκόσμιο σύστημα δήλωσης του αριθμού και του φύλου σε μια ομάδα ζώων, όπου ο πρώτος αριθμός δηλώνει τα αρσενικά, ο δεύτερος τα θηλυκά κι ο τρίτος τα αγνώστου φύλου. Σε περίπτωση που δεν υπάρρχει κάτι απ’τα παραπάνω σε μια ομάδα ζώων, ο αριθμός αντικαθίσταται με 0, ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ζώα αγνώστου φύλου, εκείνος ο αριθμός μπορεί να παραλειφθεί. Για παράδειγμα το Boa constrictor 2.4.3 σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη ομάδα βοών συσφιγκτήρων, τα αρσενικά είναι δύο, τα θηλυκά τέσσερα και τα αγνώστου ακόμα φύλου 3.
Φολίδα ή λέπι (scale) = Η εξωτερική κεράτινη μικροσκοπική πλάκα στην επιδερμίδα του δέρματος ενός ερπετού. Για λόγους σαφήνειας προτιμάται η χρήση της φολίδας γι’αυτές τις δομές, ενώ του λεπιού για τις βαθύτερες δερματικές δομές των ψαριών.
Ασπίδα ή Κεράτινη πλάκα (scute ή horny plate) = Τροποποιημένη πεπλατυσμένη και μεγάλη συνήθως επίπεδη φολίδα που καλύπτει τις οστέινες πλάκες των κροκοδειλίων και των χελωνών.
Οστεόδερμα ή οστέινη πλάκα (osteoderm ή bony plate) = Ή δερματικό οστό, οστέινη πλάκα που βρίσκεται μέσα ή κάτω απ’το δέρμα για επιπλέον προστασία του σώματος, όπως στα κροκοδείλια, σε μερικά οστά του χελύου των χελωνών και σε λίγες σαύρες, όπως σ’αυτές του γένους Heloderma. Συνήθως καλύπτεται από κεράτινη πλάκα.
Έκδυση (ecdysis, shed, molt, slough) = Η διαδικασία αποβολής κι αντικατάστασης της επιδερμίδας ενός ερπετού, η αλλαγή δέρματος. Στα φίδια συνήθως το δέρμα αλλάζει ολόκληρο, στις σαύρες σε μεγάλα κομμάτια ενώ στις χελώνες σε μικρά κομματάκια και σε πολλά είδη αλλάζουν και οι κεράτινες πλάκες του χελύου. Δεν αλλάζει όλο το δέρμα, μόνο η επιδερμική επίστρωση η οποία αποτελείται κυρίως από νεκρά κερατινοποιημένα κύτταρα που δεν αναπτύσσονται. Συνήθως στις μέρες πριν την έκδυση το δέρμα θολώνει λόγω δημιουργίας υγρού ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, ενώ σύντομα πριν τη διαδικασία επανέρχεται στα φυσιολογικά χρώματα. Έπειτα το ζώο ξύνεται σε μια επιφάνεια ώστε να βγάλει το παλιό δέρμα. Στα φίδια οι διαφανείς φολίδες των ματιών μπλεδιάζουν κατά το θόλωμα του δέρματος, με αποτέλεσμα το φίδι να μη βλέπει καλά και να γίνεται πιο νευρικό. Όλα τα σπονδυλωτά με επιδερμίδα την ανανεώνουν τακτικά, ακόμα κι εμείς ρίχνουμε μικροσκοπικά κομματάκια, αλλά συνεχόμενα. Πολλοί βάτραχοι επίσης εκδύουν περιοδικά το δέρμα τους ολόκληρο, σαν σακούλα. Έκδυση λέγεται μια παρόμοια διαδικασία στα αρθρόποδα επίσης, κατά την οποία το ζώο αλλάζει τον εξωσκελετό του για περαιτέρω ανάπτυξη.
Δερματοφαγία (dermatophagy) = Η συμπεριφορά αρκετών γκέκο και βατράχων, τα οποία καταναλώνουν το εκδεδυμένο δέρμα τους ώστε ν’ανακτήσουν τα θρεπτικά συστατικά που έχασαν ή να εξαφανίσουν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξή τους από πιθανούς εχθρούς.
Δακτύλιος (annulus) = Στις χελώνες που οι παλαιές κεράτινες πλάκες δεν αποβάλλονται αλλά συσσωρεύονται ενόσο προστίθενται από κάτω νεότερες, η γραμμή που διακρίνεται στο όριο της περιοχής κάθε πλάκας και ορίζει το σημείο επαφής με την αμέσως νεότερη και μεγαλύτερη από κάτω. Οι γραμμές αυτές μπορούν να δώσουν μια προσέγγιση της ηλικίας του ζώου με λεπτομερή μέτρηση. Παρόμοιες δομές υπάρχουν και στα κροκοδείλια.
Εξωσκελετός (exoskeleton) = Το χιτινώδες κάλυμα του σώματος όλων των αρθροπόδων.
Κύκλος έκδυσης (shed cycle) = Ο κύκλος μεταξύ των εκδύσεων, διαφορετικός για κάθε είδος και ηλικία. Τα αναπτυσσόμενα ζώα εκδύονται συχνότερα απ’τα μεγαλύτερα. Οι ιγκουάνες έχουν συνήθη κύκλο τις 6 εβδομάδες, ενώ τα περισσότερα ενήλικα φίδια τους 6-12 μήνες.
Οφθαλμικό κάλυμμα (eye cup) = Η διαφανής φολίδα που καλύπτει το μάτι των φιδιών και μερικών αβλέφαρων σαυρών.
Λοφίο (crest) = Ένα κάθετο, πεπλατυσμένο κομμάτι ιστού που ρέει κατά μήκος του σώματος του ζώου. Μπορεί να στηρίζεται από σπονδύλους, όπως αυτό των ιγκουανοειδών, ή να’ναι μια σταθερή δερματική δίπλωση, όπως σε πολλά γκέκο. Πολλά ειδη μπορούν να κινούν το λοφίο τους κατά τις επιδείξεις κυριαρχίας ή το χρησιμοποιούν για το σπάσιμο του περιγράμματός τους στο καμουφλάζ.
απόφυση (spur) = Μία συνήθως κεράτινη απόφυση, που ίσως υποστηρίζεται από οστσόο σε πολλά είδη, π.χ. στους μηρούς ορισμένων χελωνών ξηράς, κοντά στην αμάρα σε πολλά γκέκο ή στον αστράγαλο του χαμαιλέοντα της Υεμένης (Chamaeleo calyptratus).
Πρωκτική απόφυση (anal spur) = Ιδιαίτερη περίπτωση απόφυσης στους βόες και τους πύθωνες πλευρικά της αμάρας, απομεινάρι των πίσω άκρων των προγόνων των φιδιών. Τα άκρα αυτά συνδέονται με μια υπολειματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη όμως. Αρσενικά ορισμένων ειδών τα χρησιμοποιούν για το πιάσιμο του θηλυκού κατά το ζευγάρωμα. Τα πιο εξελιγμένα κολουβροειδή φίδια δεν έχουν ούτε αυτά ούτε λεκάνη.
Φύμα (tubercle) = Ένα ανασηκωμένο σημείο στο σώμα ενός ζώου, μια ανασηκωμένη φολίδα όπως το ρινικό κερατάκι της κερασφόρου οχιάς (Vipera ammodytes).
Λειρί (dewlap) = Μία δίπλωση δέρματος στο λαιμό του ζώου που εκτείνεται κατά τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ή τις επιδείξεις κυριαρχίας, χαρακτηριστικό πολλών ιγκουανοειδών.
Κέρατο (horn) = Οστέινη προεξοχή του κρανίου που καλύπτεται από κεράτινη επίστρωση. \Σπάνιο στα ερπετά, αλλά πάλι συναντάται σε μερικούς χαμαιλέοντες κι εξαφανισμένα είδη δεινοσαύρων.
Ράμφος (bick) = Η κεράτινη δομή που περιβάλει το στόμα σε ολιγόδοντα ή νωδά είδη, όπως στις χελώνες και στα πουλιά.
Παρωτοειδείς αδένες (parotoid glands) = Ζεύγος δηλητηριωδών αδένων πίσω και πάνω απ’τα αφτιά σε πολλούς φρύνους και σε μερικές σαλαμάνδρες. Οι παρωτιδικοί αδένες (parotid glands) είναι άλλο πράγμα, δύο μεγάλοι σιελογόνοι αδένες στο στόμα που βρίσκονται κοντά στην περιιοχή των αφτιών.
Χρωματοφόρος (chromatophore) = Κυτταρικό οργανίδιο στα κύτταρα της επιδερμίδας που δίνει χρώμα στο δέρμα του ζώου. Υπάρχουν τριών ειδών: οι μελανοφόροι (melanophores), που βρίσκονται βαθύτερα, περιέχουν μελανίνη και δίνουν το σκούρο χρώμα, οι ξανθοφόροι (xanthophores), που περιέχουν καροτενοειδή κίτρινου ή πορτοκαλί χρώματος, με τις παραλλαγές τους τους ερυθροφόρους (erythrophores), που περιέχουν ερυθρά καροτενοειδή, βρίσκονται στη μέση και δίνουν το ανάλογο χρώμα στο δέρμα, και οι ιριδοφόροι (iridophores), που περιέχουν ανακλαστικούς κρυστάλλους πουρινών όπως γουανίνης στις φολίδες που δίνουν ιριδίζον μπλε χρώμα. Τα θηλαστικά, ως νυκτόβια κατά μεγάλο μέρος της εξέλιξής τους, διατήρησαν μόνο τους μελανοφόρους, ενώ τα πουλιά κι άλλα μεγάλα ερπετά που δεν είχαν ανάγκη καμουφλάζ έχασαν τους ιριδοφόρους, αν και μερικά πουλιά εξέλιιξαν κάτι παρόμοιο αργότερα. Τα ερπετά που αλλάζουν χρώμα λοιπόν έχουν τη δυνατότητα συστολής και διαστολής των χρωματοφόρων ως απόκριση σε ορμονικά, νευρολογικά και περιβαλλοντικά ερεθίσματα, οπότε η διαστολή των χρωματοφόρων ενός τύπου επιφέρει ένταση εκείνου του χρώματος.
Χρωματικό σχέδιο (pattern) = Τα σχέδια διαφορετικών χρωμάτων στην επιφάνεια ενός ερπετού, όπως ρίγες, κηλίδες, στίγματα, δίκτυα, ή άλλα στοιχεία χαρακτηριστικά για κάποιο είδος.
Οντογενετική χρωματική αλλαγή (ontogenetic color change) = Η χρωματική αλλαγή που γίνεται σταθερά κατά την ανάπτυξη ενός οργανισμού, κατά την οντογένεσή του. Σε μερικά φίδια για παράδειγμα, όπως στον πράσινο δεντρόβιο πύθωνα (Morelia viridis) ή στο δεντρόβιο βόα του Ανμαζονίου (Corallus caninus), τα μικρά έχουν ΄[πέντονα αποσηματικά χρώματα με σκοπό την αποθάρρυνση των θηρευτών, τα οποία μέσα σε ένα ή μερικά χρόνια αλλάζουν σταδιακκά στο κρυπτικό χρώμα των ενηλίκων.
Κροσσωτό λοφίο (frill) = Λεπτότερη παραλλαγή του λοφίου, συνήθως ως απλή δερματική δίπλωση με λεπτές, προεξέχουσες φολίδες.
Κρύψη (crypsis) = Το καμουφλάζ, η προσαρμογή ενός ζώου στο περιβάλλον του, που γίνεται με τον αντίστοιχο χρμωατισμό του (πράσινο για πολλή βλάστηση, καφέ με κηλίδες για έδαφος δάσους, γκριζωπό ή καφέ για λιβάδι κλπ), αλλά και με χαρακτηριστικά υφής όπως τραχύ δέρμα για βραχώβια ή δεντρόβια πάνω σε φλοιούς είδη, με κινήσεις όπως λίκνισμα με τον άνεμο για τη μίμηση φύλλων που κινούνται σε μερικές σαύρες, κλπ.
Αποσηματισμός (aposematism) = Το αντίθετο της κρύψης, εδώ ο οργανισμός προσπαθεί με τον έντονο χρωματισμό του να προειδοποιήσει το μέλλοντα θηρευτή για την τοξικότητά του, την άσχημή του γεύσή ή κάποιο άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό, ή απλώς για να μπερδέψει το θηρευτή πως πρόκειται για επικίνδυνο είδος ενώ στην πραγματικότητα το μιμείται. Σύνηθες φαινόμενο στους πολύχρωμους δηλητηριώδεις βατράχους της οικογένειας dendrobatidae, και σποραδικά σε πολλές άλλες ομάδες.
Μίμηση (mimicry) = Η εξέλιξη ενός οργανισμού να μιμείται επιτυχώς κάποιον άλλο επικίνδυνο, κάποιο άλλο είδος ή ένα στοιχείο του περιβάλλοντος, με κύριο παράδειγμα τα αμερικανικά γαλατόφιδα (milksnakes) που με τον έντονο χρωματισμό τους μιμούνται το αποσηματικό δηλητηριώδες κοραλόφιδο (coral snake).
Θανάτωση (thanatosis) = Η τέλεια προσποίηση του νεκρού σε περίπτωση επίθεσης, όχι μόνο με απλή ακινησία. Το νερόφιδο (Natrix natrix) ή το χοιρόρρινο φίδι (Heterodon sp) για παράδειγμα θα γυρίσει ανάποδα ακίνητο με τη γλώσσα έξω και με έκκριση δύσοσμου μόσχου σε περίπτωση που απειληθεί σοβαρά.
σωματική ήχηση (stridulation) = Ο ήχος που παράγεται όχι με τη χρήση αέρα, αλλά με την τριβή κάποιων μερών του σώματος, όπως στον ήχο των γρύλλων ή των τζιτζικιών. Ορισμένα ερπετά, όπως όι κροταλίες και οι οχιές της ερήμου (Cerastes cerastes), έχουν εξελίξει αντί του συρριγμού παρόμοιο σύστημα παραγωγής ήχου, ώστε να μη χάνεται πολύτιμη υγρασία με την έντονη εκπνοή.
Ελάσματα (lamellae) = Δομές στα δάχτυλα των περισσότερων γκέκο που φέρουν μικροσκοπικά τριχίδια τα οποία εκμεταλλεύοντια τις δυνάμεις Βάντερ Βάαλς μεταξύ των μορίων ώστε να προσκολλώνται πάνω στα αντικείμενα. Έτσι τα γκέκο μπορούν να περπατούν ανάποδα και στις οροφές χωρίς να πέφτουν.
Αυτοτομή (autotomy) = Η αποκοπή ενός μέρους του σώματος σε περίπτωση κινδύνου. Συχνότερη είναι η ουραία αυτοτομή (caudal autotomy), η αποκοπή της ουράς σε πολλές σαύρες σε περίπτωση απειλής ή και μεγάλου φόβου. Οι σπόνδυλοι στο σημείο της αυτοτομής έχουν εγκάρσιες μη οστεοποιημένες περιοχές, τα καταγματικά πεδία (fracture plains), διασπονδυλικά (ανάμεσα) ή ενδοσπονδυλικά (στον ίδιο σπόνδυλο), και με απότομη μυική σύσπαση ππανω απ’το σημείο της αυτοτομής αυτά σπάνε κόβοντας την ουρά, η οποία με αντανακλαστικά του νωτιαίου μυελού συνεχίζει να κινείται, ώστε να μπερδέψει τον εχθρό ενώ η σαύρα φεύγει. Τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως μετά την αποκοπή για την ελαχιστοποίηση της αιμοραγίας. Συχνά η ουρά αναγεννάται. Λίγα γκέκο ακόμα αυτοτέμνουν δέρμα, ακόμα κι όλο τους το δέρμα.
Αναγέννηση (regeneration) = Η ανάπλαση ενός μέρους του σώματος αν αυτό καταστραφεί. Στα ερπετά που αυτοτέμνουν την ουρά η αναγέννηση αφορά την ουρά, η οποία ξαναμεγαλώνει, αν και μικρότερη, χόνδρινη κι όχι σπονδυλώδης, πιο δύσκίνητη, θαμπότερη και μη αυτοτομήσιμη. Τα δόντια των ερπετών επίσης αναγεννώνται εύκολα μετά την πτώση τους. Τα νεοτενικά αμφίβια μπορούν ν’αναγεννούν πολύ περισσότερα στοιχεία, όπως άκρα.
Συλληπτήρια ουρά (prehensile tail) = Ουρά ευλύγιστη αρκετά για να πιάνεται από διάφορα σημεία. Πολλά δεντρόβια φίδια έχουν τέτοιες ουρές, αν και τα περισσότερα φίδια μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλο το σώμα τους γι’αυτόν το σκοπό. Στις σαύρες οι χαμαιλέοντες (οικογένεια chamaeleonidae) και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) με τους συγγενείς του αποτελούν εξέχοντα παραδείγματα ζώων με συλληπτήριες ουρές.
Οδοντοειδής απόφυση (odontoid process) = Οστέινη οδοντοειδής προεξοχής στην κάτω γνάθο μεγάλων σαρκοφάγων βατράχων όπως του κερασφόρου βατράχου (Ceratophrys sp) ή του πυξικεφάλου της Αφρικής (Pyxicephalus adspersus), οι οποίες χρησιμεύουν στη σύλληψη της λείας.
Αμαριαία αναπνοή (cloacal breathing) = Η αναπνοή από τους λεπτούς ημιπερατούς ιστούς της αμάρας που παρατηρείται σε μερικές νεροχελώνες συμπληρωματικά με την πνευμονική λειτουργία, ή σχεδόν εξολοκλήρου κατά τη χειμέρια νάρκη. Ορισμένα είδη, όπως ο αυστραλιανος ροοδύτης (Rheodytes leucops), έχουν τη δυνατότητα ν’αντλούν και να εξάγουν νερό απ’την αμάρα τους, κάνοντας ενεργητική αμαριαία αναπνοή. Αυτό το είδος μπορεί να παραμείνει για λίγες μέρες κάτω απ’το νερό αναπνέοντας έτσι με πολύ χαμηλό μεταβολισμό. Πολλές άλλες νεροχελώνες έχουν εξελίξει πιο διαπερατό δέρμα για την πρόσληψη οξυγόνου απ’το νερό, αν κι όχι στον ίδιο βαθμό με τα’αμφίβια.
Θερμοανίχνευση (thermoception) = Η ικανότητα ορισμένων φιδιών, όπως πολλών πυθώνων, βοών και των οχιών και κροταλιών της υποοικογένειας των κροταλινών (crotalinae) να αντιλαμβάνονται αλλαγές στη θερμότητα του περιβάλλοντός τους με όργανα ευαίσθητα στην υπέρυθρη ακτινοβολία, ικανότητα πολύ χρήσιμη στο κυνήγι θηλαστικών το βράδυ. Οι βόες και οι πύθωνες έχουν θερμοανοιχνευτές στα χείλη τους, ενώ τα κροταλιοειδή ένα ζεύγος κάτω από κάθε μάτι, οι οποίοι λειτουργούν ως δεύτερα μάτια, εντοπίζοντας και τις πιο ανεπαίσθητες θερμικές μεταβολές.
Μαγνηταισθησία (magnetoception) = Η ικανότητα πολλών ζώων να εντοπίζουν το γήινο μαγνητικό πεδίο και να προσανατολίζονται σύμφωνα μ’αυτό κατά τις μεγάλες μεταναστεύσεις τους, όπως γίνεται στις θαλάσσιες χελώνες και στα αποδημητικά πτηνά.
Γεώβιο (fossorial) = Ζώο που για μεγάλο μέρος ή για όλη του τη ζωή ζει κρυμμένο στο έδαφος σκάβοντας.
Αναρριχητικό (scansorial) = Ζώο που αναρριχάται σε απόκριμνα μέρη και βράχια, όπως πολλές μεσογειακές μικρές σαύρες. Άλλοι τρόποι ζωής που μπορεί να συναντήσετε είναι δεντρόβιο (arboreal), χερσαίο (terrestrial), υδρόβιο (aquatic), και ημιυδρόβιο ή αμφίβιο (semi-aquatics ή amphibious.
Θερμορρύθμιση (thermoregulation) = Η διαδικασία με την οποία ένας οργανισμός ρυθμίζει τη σωματική του θερμοκρασία. Τα ερπετά, ως εκτόθερμα ζώα, ρυθμίζουν τη θερμοκρασία με τη συμπεριφορά τους (συμπεριφορική θερμορρύθμιση) μετακινούμενα από δροσερά σε θερμά μέρη, όπως κάτω απ’τον ήλιο, σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες ή σε θερμά ρεύματα νερού, και πάλι στα δροσερά μέρη αν υπερθερμανθούν. Τα ερπετά επίσης με διάφορους εσωτερικούς κυκλοφορικούς μηχανισμούς προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν την απώλεια της θερμότητας ακόμα κι αν ο καιρός δεν είναι ευνοΪκός.
Εκτοθερμία (ectothermy) = Η ιδιότητα ενός οργανισμού να λαμβάνει την θερμοκρασία του απ’το περιβάλλον του, παρά από το μεταβολισμό του (ενδοθερμία), όπως στα πουλιά και τα θηλαστικά. Σχεδόν όλα τα σημερινά ερπετά είναι εκτόθερμα.
Γιγαντοθερμία (gigantothermy) = Η ιδιότητα διατήρησης της θερμότητας ενός οργανισμού λόγω μεγάλου μεγέθους. Η δερματοχελώνα (Dermochelys coriacea) είναι το μόνο γιγαντοθερμικό ερπετό, το οποίο ίσως είναι και εν μέρει ενδόθερμο.
Διαχείμαση (brumation) = Η περίοδος χαμηλότερου μεταβολισμού και αδράνειας την οποία περνούν τα ερπετά κατά τη δροσερή περίοδο του έτους. Ακόμα και τα τροπικά είδη περνούν συνήθως ελαφριά από τέτοια κατάσταση. Στα είδη των εύκρατων περιοχών η κατάσταση αυτή γίνεται συχνά χειμέρια νάρκη (hibernation), οπότε τα ερπετά περνούν τον κρύο χειμώνα αδρανή σε ασφαλή και μονωμένα μέρη. Ορισμένα είδη, όπως μερικές νεροχελώνες, μπορούν ν’αντέξουν θερμοκρασίες υπό του μηδενός σ’αυτήν την κατάσταση. Η διαχείμαση είναι απαραίτητη για την ενεργοποίηση της αναπαραγωγικής διαδικασία στα περισσότερα ερπετά στην αιχμαλωσία, ενώ η χειμέρια νάρκη μπορεί νά’ναι ή όχι απαραίτητη ανάλογα με το είδος.
Θερινή νάρκη (aestivation) = Η κατάσταση στην οποία περιέρχονται μερικοί βάτραχοι κι ερπετά θερμών και ξηρών κλιμάτων κατά το θερμότερο και ξηρότερο μέρος του έτους, οπότε πέφτουν σ’ένα είδος νάρκης με χαμηλό μεταβολισμό κρυμμένα περιμένοντας ευνοΪκότερες συνθήκες.
Πλευρική γραμμή (lateral line) = Η γραμμή ευαίσθητη στις πιέσεις και στις κινήσεις του νερού που ξεκινά απ’το πίσω μέρος του κεφαλιού και εκτείνεται ως την ουρά πλευρικά στο ζώο στα ψάρια, στις προνύμφες των αμφιβίων, καθώς και στα ενήλικα άτομα των υδρόβιων ή νεοτενικών μορφών.
Πλευρική αύλακα (costal groove) = Κάθετη αυλάκωση στα πλευρά του σώματος μιας σαλαμάνδρας, κατάλοιπο των μυομερών, τμημμάτων μυών που αντιστοιχούν μ’ένα σπόνδυλο κι ένα ζεύγος πλευρών στα πρωτόγονα σπονδυλωτά.
Αναψιδωτά, διαψιδωτά και συναψιδωτά (anapsida, diapsida και synapsida) = Οι τρεις υφομοταξίες των ερπετών που δημιουργήθηκαν με κριτήριο τα κροταφικα ανοίγματα ή παράθυρα (temporal fenestrae) στο κρανίο. Τα πρώτα ερπετά ήταν αναψιδωτά, δηλαδή με στερεό κρανίο, σύντομα όμως το κρανίο για να ελαφρυνθεί και για την πρόσφυση ισχυρότερων γναθικών μυών εξέλιξε ανοίγματα που δημιουργούσαν αψίδες, και η ομάδα με δύο τέτοια ανοίγματα στην κάθε πλευρά ήταν τα διαψιδωτά, η οποία περιέχει όλα τα σημερινά ερπετά και τα πουλιά, ενώ αυτή με μόνο μία χαμηλά ήταν τα συναψιδωτά, οι πρόγονοι των θηλαστικών. Τα ευρυαψιδωτά (euryapsida), μ’ένα μόνο άνοιγμα ψηλά στο κρανίο θεωρούνταν για ένα διάστημα δική τους ομοταξία, όμως αργότερα διαπιστώθηκε πως ήταν απλή παραλλαγή των διαψιδωτών. Ομοίως ως παραλλαγή των διαψιδωτών θεωρούνται σήμερα από πολλούς επιστήμονες οι χελώνες, οι οποίες μάλλον έχασαν τα ανοίγματα επανερχόμενες σ’ένα αναψιδωτό κρανίο. Στα θηλαστικά το άνοιγμα έκλεισε από μέσα, αλλά παραμένει επιφανειακά (πιάστε το μέρος ανάμεσα στο μάτι και στο αφτί σας).
Διακλειδικό οστο ή πειστέρνο (interclavicular bone ή episternum) = Μικρό οστό μεταξύ των κλειδών στα ερπετά, στα θηλαστικά έχει χαθεί. Στις χελώνες δημιουργεί μέρος του κοιλιακού θυραιού του χελύου.
Γαστρώδη οστά (gastralia) = Σειρά εγκαρσίων οστών που προστατεύουν την κοιλιά αρκετών ερπετών, μετεξέλιξη των κοιλιακών οστέινων πλακών των αρχαίων αμφιβίων. Στα σημερινά αμφίβια δεν υπάρχουν, απ’τους προγόνους των θηλαστικών χάθηκαν νωρίς, ενώ στα ερπετά παραμένουν σήμερα ανεπτυγμένα στα τουατάρα και στα κροκοδείλια, στις χελώνες αποτελούν μέρος του κοιλιακού θυραιού του χελύου, ενώ χόνδρινα κι ατροφικά παραμένουν σε λίγες σαύρες. Οι δεινόσαυροι τα είχαν, αλλά στα πουλιά χάθηκαν για οικονομία χώρου. Λέγονται και πλευρά της κοιλιάς, αν και δεν έχουν σχέση με τα κανονικά πλευρά.
Ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον (vomeronasal organ ή Jakobson’s organ) = Οσφρητικό όργανο που βρίσκεται στον ουρανίσκο μεταξύ της ρινικής και της στοματικής κοιλότητας στα περισσότερα σπονδυλωτά. Ενώ η ρινική κοιλότητα ανιχνεύι οσμητικά σωματίδια διάχυτα στον αέρα, το όργανο αυτό ανιχνεύει τέτοια σωματίδια διάχυτα σε υγρό, κι εξελίχθηκε για τη φερομονική ανίχνευση. Οι πληροφορίες της ρινική όσφρηςη καταλήγουν στον οσφρητικο βολβό του εγκεφάλου, ενώ αυτές του οργάνου του Γιάκομπσον στο βοηθητικό οσφρητικό βολβό. Ζώα με μειωμένη όσφρηση όπως τα πουλιά και τα πρωτεύοντα (κι εμείς) έχουν χάσει αυτό το όργανο. Αντίθετα τα φολιδωτά, όπως τα φίδια κι αρκετές σαύρες, έχουν αναπτύξει το όργανο του Γιάκομπσον στο κύριο οσφρητικο όργανο. Βγάζοντας τη γλώσσα απ’το στόμα και ακουμπώντας την έπειτα στο όργανο αυτό μπορούν να μυρίσουν το περιβάλλον τους. Οι χελώνες επίσης το χρησιμοποιούν, κινώντας το δέρμα του λαιμού τους προς τα μπροστά για να φέρουν αέρα μέσα στη στοματική κοιλότητα. Η διχαλωτή γλώσσα των φιδιών και των βαρανοειδών δίνε στα ζώα αυτά καλύτερη αίσθηση της κατεύθυνσης των οσφρητικών ερεθισμάτων.
βρεγματικός οφθαλμός (parietal eye) = Φωτοευαίσθητο όργανο στην κορυφή του κεφαλιού, χαρακτηριστικό των παλαιότερων σπονδυλωτών, το οποίο σταδιακά υπερσκιάστηκε από τα πλευρικά μάτια. Συνδέεται με τον κωνοειδή αδένα (pineal gland), ο οποίος συμμετέχει στον ημερίσιο κύκλο του οργανισμού. Το μάτι αυτό μετρά τη φωτοπερίοδο και αντιλαμβάνεται τις απότομες εναλλαγές του φωτός, οι οποίες σηματοδοτούν πιθανή έλευση εχθρού και βάζουν τον οργανισμό σε επιφυλακή. Έχει υηποτυπώδη κερατοειδή, φακό κι αμφιβληστροειδή, αλλά το σύστημα φωτοευαισθησίας του είναι πολύ πρωτόγονο. Είναι πολύ ανεπτυγμένο στο τουατάρα, και αρκετά ανεπτυγμένο στις ιγκουανοειδείς σαύρες όπως στις πράσινες ιγκουάνες και στους γενειοφόρους δράκους, όπου διακρίνεται ως λευκή κηλίδα πάνω στο κεφάλι. Διατηρείται επίσης στους σημερινούς βατράχους, αρκετά απλοποιημένο στις σαλαμάνδρες, και σε μερικούς καρχαρίες. Οι αρχόσαυροι (κλάδος ερπετών που περιλαμβάνει τα κροκοδείλια, τους δεινοσαύρους και τα πουλιά), οι χελώνες, τα φίδια, τα γεώβια ερπετά και τα θηλαστικά το’χουν χάσει, διατηρώντας μόνο των κωνοειδή αδένα.
Άνω κοιλιακή ράχη (dorsal ventricular ridge συντ. dvr) = Δομή προς τη μέσα πλευρά των ημισφαιρίων του εγκεφάλου προς τις εγκεφαλικές κοιλίες (κοίλα μέρη), όπου συγκλίνουν αισθητηριακά στοιχεία και γίνονται διάφοροι συνδυασμοί, αντίστοιχο του εγκεφαλικού φλοιού των θηλαστικών στα ερπετά και στα πουλιά. Μπροστά απ’αυτήν τη δομή υπάρχει επίσης ένας μικρός φλοιός (wulst). Όλα τα υπόλοιπα εγκεφαλικά μέρη είναι όμοια μ’αυτά των θηλαστικών.
Ημερήσιος ή περιήμερος ρυθμός (circadian rhythm) = Ο ημερίσιος ρυθμος λειτουργιών ενός οργανισμού που διαρκεί περίπου 24 ώρες, και υπάρχει σχεδόν σ’όλες τις βιολογικές ομάδες του πλανήτη μας. Κατ’αυτόν ρυθμίζεται η ώρα της πρόσληψης τροφής, η ώρα του ύπνου, η ώρα της δραστηριότητας, και για είδη ευαίσθητα στις φωτοπεριοδικές αλλαγές η εποχή της αναπαραγωγής, της χειμέριας νάρκης κλπ.
Φωτοπερίοδος (photoperiod) = Η διάρκεια των ωρών της ημέρας σ’ένα εικοσιτετράωρο, αποφασιστικής σημασίας για τη χρονολογική τοποθέτηση διαφόρων λειτουργιών των οργανισμό.
Δηλητήριο (poison/venom) = Τοξική ουσία ή συνήθως μείγμα ουσιών που παράγεται από έναν οργανισμό για σύλληψη τροφής ή αυτοάμυνα. Στα αγγλικά οι όροι “poison” και «venom” διαφέρουν. Το πρώτο είναι δηλητήριο επαφής ή κατάποσης, π.χ. αυτό πολλών φυτών, μυκήτων κι αμφιβίων, ενώ το δεύτερο εγχέεται ενεργητικά, π.χ. αυτό των μελισσών, των φιδιών, των αραχνών, των σκορπιών και λίγων θηλαστικών.
Τοξικοφόρα (toxicofera) = Μεγάλος κλάδος που εξελίχθηκε νωρίς κατά την εξέλιξη των φολιδωτών και περιλαμβάνει όλα τα φίδια, τις ιγκουανοειδείς σαύρες, τις βαρανοειδείς σαύρες και τις άποδες σαύρες. Θεωρείται πως όλες αυτές οι ομάδες κατάγονται από έναν κοινό δηλητηριώδη πρόγονο, οι απόγονοι του οποίου έχασαν το δηλητήριο και μερικοί αργότερα το ισχυροποίησαν. Όλα τα μέλη αυτής της ομάδας μοιράζονται 7 βασικές τοξίνες, πολύ αδύναμες σε μη δηλητηριώδη είδη, ενώ δηλητηριώδεις αδένες, ακόμα και υπολειματκοί υπάρχουν σε πολλά είδη της ομάδας.
Προτερόγλυφο, οπισθόγλυφο και σωληνόγλυφο (proteroglyph, opisthoglyph και solenoglyph) = Αναφέρεται στην τοποθέτηση και στη δομή των δηλητηριωδών δοντιών στα φίδια. Τα προτερόγλυφα φίδια έχουν μικρά, σωληνωτά δόντια στο μπροστινό άκρο του στόματος (ελαπίδες: κόμπρες, μάμπες κλπ), τα οπισθόγλυφα πίσω (δηλητηριώδεις κολουβρίδες όπως ο σαπίτης, τα περισσότερα ακίνδυνα), ενώ τα σωληνόγλυφα έχουν αρκετά μεγάλα σωληνωτά δόντια μπροστά (οχιές). Τα μη δηλητηριώδη φίδια χωρίς εξειδικευμένα δόντια λέγονται άγλυφα (aglyphic).
Ενδηλητηρίωση (envenomation) = Η έγχυση δηλητηρίου σ’έναν οργανισμό.
Ξηρό δάγκωμα (dry bite) = Δάγκωμα δηλητηριώδους φιδιού χωρίς έγχυση δηλητηρίου, όλα τα δαγκώματα τέτοιων ειδών χωρίς συμπτώματα είναι τέτοιου είδους. Τα δηλητηριώδη φίδια μπορούν να ελέγχουν επακριβώς την ποσότητα του δηλητηρίου που εγχέουν, επομένως μπορούν να μην εγχύσουν και καθόλου.
Αντιοφικός ορός (antivenin, antivenom) = Ορός συνήθως αλόγου ή προβάτου με αντισώματα κατά του δηλητηρίου ενός συγκεκριμένου φιδιού, ο οποίος χορηγείται σε περίπτωση δαγκώματος από φίδι. Για τα ελληνικά φίδια, εκ των οποίων τα περισσότερα δεν είναι ιδιαίτερα τοξικά, δε χορηγείται συχνά λόγω κινδύνου πρόκλησης σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων στον ασθενή.
Δηλητηριωδοειδές (venomoid) = Δηλητηριώδες φίδι το οποίο με χειρουργική επέμβαση έχει χάσει το δηλητήριο ή την ικανότητα έγχυσής του. Έντονα αμφιλεγόμενο θέμα με ηθικές προεκτάσεις για το αν είναι σωστό να τροποποιεί άποιος ένα ζώο για να καλύψει δικές του ανάγκες. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ποτέ ως τώρα.
Δηλητήρια ή καυτά (venoms ή hots) = Τα δηλητηριώδη φίδια στην αγκό του χόμπι.
Ολικό μήκος (total length) = Το μήκος όλου του οργανισμού.
Μήκος ρύγχους-ουράς (snout to tail length συντ. stl) = Το μήκος απ΄΄ο την άκρη του ρύγχους ως το τέλος της ουράς, αφορά κυρίως τις σαύρες.
Μήκος ρύγχους-αμάρας (snout to vent length συντ. svl) = Το μήκος από την άκρη του ρύγχους ως την αμάρα ή τη βάση της ουράς. Αφορά κυρίως σαύρες, μιας κι αυτές είναι που έχουν συνήθως μακριές ουρές.
Ευθύ Μήκος χελύου (straight carapace length συντ. scl ή απλώw cl) = Το ευθύ μήκος από το εμπρος ως το πίσω μέρος του χελύου μιας χελώνας.
Άπλωμα ποδιών (leg span) = Το διαγώνιο μήκος από το μπροστινό πόδι της μίας πλευράς ως την άκρη του πίσω της άλλης μιας αράχνης.
Διάρκεια ζωής (lifespan) = Η μέση διάρκεια ζωής ενός ζώου. Στην αιχμαλωσία γενικά τα ζώα ζουν περισσότερο, λόγο της έλλειψης εχθρών και τις ιατρικής φροντίδας που τους παρέχεται, μερικα ερπετά ωστόσο ζουν λιγότερο από το αναμενόμενο εξαιτίας ασαφώς ακόμα κατανοητών φυσικών συνθηκών ζωής.
Ενυδρείο (aquarium) = Ο χώρος που μιμείται ένα υδάτινο περιβάλλον όπου ζουν υδρόβιοι οργανισμοί. Οι νεροχελώνες επίσης που βγαίνουν απ’το νερό μόνο για να λιαστούν και χρειάζονται μόνο ένα μικρό κομματάκι ξηράς ζουν πρακτικά κι αυτές ζουν σε ενυδρείο.
Τερράριο (terrarium) = Αρχικά ο χώρος που μιμειται ένα χερσαίο περιβάλλον, κατ’επέκτασιν το τεχνητό περιβάλλον όπου ζει ένα χερσαίο ερπετό.
Παλουντάριο (paludarium) = Χώρος που αναπαριστά ένα έλος ή μια όχθη, από το λατινικό «palus”, το έλος. Συνήθως είναι χωρισμένος ο μισός σε ενυδρείο και ο μισός σε ξηρά, με χαρακτηριστικά μικρού οικοσυστήματος όπως σ’ένα vivarium.
Vivarium = Χρησιμοποιείται αντι του τερραρίου μερικές φορές, συνήθως όμως αναφέρεται σε αρκετά καλή μίμιση του φυσικού περιβάλλοντος με δημιουργία ενός μικροοικοσυστήματος με φυσικά υλικά, ξύλα, χώμα, οργανική ύλη, αληθινά φυτά, νερ΄΄ο και ανακύκλωση της ύλης στο εσωτερικό, όπου ζουν διάφορα μκρά ζώα όοπως ασπόνδυλα ή μικροί τροπικοί βάτραχοι. Όλες οι παραπάνω κατασκευές είναι εξωτερικά ή σε μια τουλάχιστον πλευρά γυάλινες ή από διαφανές πλαστικό΄, για την καλύτερη θέαση του περιεχομένου.
Ανοιχτό περιβάλλον (flexarium) = Κατασκευή από στηρίγματα και σίτινα τοιχώματα, κατάλληλη για είδη που χρειάζονται καλό αερισμό όπως οι χαμαιλέοντες. Επίσης σ’αυτά διαβιούν ημερόβια ερπετά που βρίσκονται σε εξωτερικό χώρο το καλοκαίρι.
Επιφάνεια για χελώνες (turtle table) = Πλατύς κι ανοιχτός χώρος κατάλληλος για τη στέγαση χελωνών ξηράς σε εσωτερικό ή σε μικρο εξωτερικό χώρο, ο οποίος παρέχει αρκετό χώρο κι αερισμό.
Φυσικό και απλό περιβάλλον (naturalistic και simplistic setup) = Δύο αντίθετοι πόλοι στη δημιουργία τεχνητού περιβάλλοντος για ένα ερπετό. Στον πρώτο αναπαρίσταται όσο το δυνατόν φυσικότερα το φυσικό περιβάλλον, ενώ στον δεύτερο τοποθετούνται μόνο τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση. Τα περισσότερα περιβάλλοντα βρίσκονται κάπου στη μέση.
Υπόστρωμα (substrate) = Το υλικό που τοποθετείται ως δάπεδο ή έδαφος στο τεχνητό περιβάλλον ενός ζώου, που μπορεί να’ναι κάτι απλό για εύκολο καθάρισμα όπως χαρτί έως κάτι φυσικό όπως ένα φυσικό εδαφικό μείγμα ανάλογο του τόπου καταγωγής του ζώου, με διάφορες ενδιάμεσες επιλογές.
Κρυψώνα (hiding spot) = Σημείο σκοτεινό και αθέατο όπου κρύβεται το ερπετό για ασφάλεια, απαραίτητο.
Θερμή και δροσερή πλευρά (warm και cool side) = Οι πλευρές στις οποίες χωρίζεται θερμοκρασιακά το τερράριο, όπου η μία έχει υψηλότερη θερμοκρασία διατηρούμενη από διάφορα θερμαντικά σώματα, ενώ η άλλη είναι πιο δροσερή, ώστε το είδος να μπορεί να θερμορρυθμίζεται ανεμπόδιστα.
Διαβάθμιση θερμοκρασίας (temperature gradient) = Η διαβάθμιση που υπάρχει στη θερμοκρασία απ’το θερμότερο σημείο του περιβάλλοντος ως το δροσερότερο.
Ζώνη προτιμώμενων σωματικών θερμοκρασιών (preferred body temperature zone) = Το εύρος συνηθών θερμοκρασιών κανονικής λειτουργίας ενός ερπετού, το οποίο θα πρέπει ν’αναπαραχθεί στην αιχμαλωσία αντίστοιχα με το είδος. Ο μέσος όρος αυτών των θερμοκρασιών είναι η προτιμώμενη σωματική θερμοκρασία (preferred body temperature), μια θεωρητική θερμοκρασία τέλειας λειτουργίας του ερπετού. Το ερπετό ωστόσο θα πρέπει να μπορει να θερμορρυθμίζεται και να μεταβάλλει τη θερμοκρασία του ανάλογα με την ώρα της ημέρας, την εποχή και την κατάστασή του, και η διατήρησή του σε μια μόνιμη προτιμώμενη θερμοκρασία επιφέρει μεγάλο στρες και τελικά το θάνατο.
Σημείο λιασήματος (basking spot) = Το θερμότερο σημείο της θερμής πλευράς του τερραρίου, συνήθως μια επίπεδη επιφάνεια κάτω από μια θερμαντική λάμπα για τα ημερόβια ερπετά κι όχι μόνο, το οποίο μιμείται ένα ηλιόλουστο σημείο όπου το ερπετό πηγαίνει και λιάζεται περιοδικά ανεβάζοντας στο μέγιστο τη σωματική του θερμοκρασία. Λέγεται και σημείο λιάσματος, αν και το ουσιαστικό «το λιάσμα» δεν υπάρχει.
Λαμπτήρας πυράκτωσης (incandescent lamp) = Λαμπτήρας που φωτοβολεί μέσω της πυράκτωσης απ’τον ηλεκτρισμό νήματος βολφραμίου παράγοντας επίσης πολλή θερμότητα. Δεν παράγει υπεριώδη ακτινοβολία.
Λαμπτήρας φθορισμού (fluorescent lamp) = Λαμπτήρας που φωτοβολεί από το φθορισμό (διέγερση κι αποδιέγερση των ηλεκτρονίων) αραιού αδρανούς αερίου που περιέχει στο σωλήνα του. Παράγει φως, λίγη θερμότητα και λίγη υπεριώδη ακτινοβολία.
Λαμπτήρας ατμού υδραργύρου (mercury vapor lamp) = Λαμπτήρας που λειτουργεί με υδράργυρο, παράγοντας και θερμότητα, και φως και υπεριώδη ακτινοβολία. Εξαιτίας της υπερβολικής ποσότητας υπεριώδους ακτινοβολίας ου παράγει, μπορεί να’να επικίνδυνος. Καταναλώνει ωστόσο χαμηλά ποσά ενέργειας, και γι’αυτό καλυμμένος με ειδική επίστρωση εξωτερικά χρησιμοποιείται ευρέως ως προβολέας ή ως λαμπτήρας δρόμων.
Λαμπτήρας σποτ (spot lamp) = Λάμπα πυρακτώσεως με αδιαφανείς όλες τις πλευρές τις εκτός από μία, ώστε όλο το φως και η θερμότητα να κατευθύνονται προς τα εκεί.
Θερμαντική λάμπα (heat lamp) = Ειδικά προσαρμοσμένος λαμπτήρας πυράκτωσης με επίστρωση που εμποδίζει την ακτινοβολία όλου του φωτός, π.χ. κόκκινος και με μεγάλη παραγωγή θερμότητας. Μπορεί να’χει ανακλαστήρες πλευρικά και πάνω για την κατεύθυνση της ακτινοβολίας προς τα κάτω.
Κεραμική λάμπα, κεραμικό θερμαντικό σώμα (ceramic heat emitter) = Μη φωτοβόλο θερμαντικό σώμα αποτελούμενο από αντιστάσεις κλεισμένες σε κεραμικό υλικό που μοιάζει πολύ με κανονική λάμπα και βιδώνεται με παρόμοιο τρόπο. Επειδή δεν εκπέμπει φως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για νυχτερινή θέρμανση. Επειδή η θερμοκρασία του ανεβαίνει υπερβολικά όμως θα πρέπει να τοποθετηθεί σε πορσελάνινο ντουί, παρά σε πλαστικό, και να προστατευτεί οπωσδήποτε από το ερπετό με κάλυμμα ή σίτα. Αν και θερμαίνεται πάρα πολύ, η απόσταση ακτινοβόλησης της θερμότητας δεν είναι πολύ μεγάλη, οπότε δεν είναι χρήσιμο θερμαντικό σώμα για μεγάλα τερράρια.
Θερμαντική πλάκα (heat pad ή heat mat) = Λεπτό και επίπεδο θερμαντικό σώμα με αντιστάσεις, το οποίο τοποθετείται κάτω ή στο πλάι του τερραρίου στη θερμή πλευρά για να θερμάνει το έδαφος ή γενικά περιοχή χαμηλού ύψους για φίδια, γεώβια είδη ή συμπληρωματικά οπουδήποτε αλλού.
Θερμαντικό καλώδιο (heat cable) = Σωλήνας αντιστάσεων που μπορεί να βρεθεί σε διάφορα μήκη και να τυλιχτεί, ν’ακολουθήσει γωνίες, κλπ, πιο αποδοτικό απ’τη θερμαντική πλάκα, ιδιαίτερα κατάλληλο για πολαπλά ή μεγάλα τερράρια ή για rack systems.
Σύστημα ραφιών (rack system) = Σύστημα πολλαπλής στέγασης ερπετών, κυρίως φιδιών ή μικρών σαυρών από εκτροφείς, όπου τα ερπετά ζουν σε απλά κουτιά στη σειρά πάνω σε ράφια σε μια συμαζεμένη κατασκευή με κοινή θέρμανση.
Θερμαντικό πάνελ (heat panel) = Πίνακας αντιστάσεων που τοποθετείται ψηλά στοτερράριο για θέρμανση από πάνω αντί θερμαντικών λαμπτήρων, συνήθως σε μεγάλα τερράρια.
Θερμός βράχος (hot rock) = Πλαστικός βράχος με αντίσταση μέσα του η οποία τον θερμαίνει, μαζί και το ερπετό που κάθεται πάνω του. Συχνά αυτά τα σώματα υπερθερμαίνονται ή θερμαίνονται ανόμοια, με αποτέλεσμα την κακή θέρμανση ή την πρόκληση εγκαυμάτων στο ερπετό. Δε συνίσταται η χρήση τους.
Χρονοδιακόπτης (timer) = Συσκευή που μπορεί να ρυθμίζει το χρόνο λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών.
Θερμοστάτης (thermostat) = Συσκευή αναλογική ή ηλεκτρονική που λειτουργεί ως διακόπτης σ’ένα θερμαντικό σώμαανάλογ που το κλείνι όταν φτάσει στη προρρυθμισμένη θερμοκρασία. Οι θερμοστάτες για χρήση σε ερπετά έχουν επιλογές για θερμοκρασίες μέρας, νύχτας κλπ.
Ροοστάτης (rheostat) = Παρόμοιο σύστημα με το θερμοστάτη, εδώ όμως η συσκευή δενν κλείνει, απλώς μειώνεται η έντασή της με τη μείωση της τάσης απ’τη συσκευή.
Θερμόμετρο (thermometer) = Το όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας. Στα τερράρια συνήθως τοποθετούνται δύο, ένα στη θερμή κι ένα στη δροσερή πλευρά περίπου στη μέση, ώστε να μετράται η θερμοκρασία του αέρα, όχι μόνο του υποστρώματος ή η πιθανόν χαμηλότερη των ορίων του περιβάλλοντος. Μπορεί επίσης να τοποθετηθεί ένα στο σημείο λιασήματος κι ένα στη μέση αντί των δύο στις δύο πλευρές.
Φίλτρο (filter) = Μηχάνημα που βασικά αποτελείται από μια αντλία που περνά το νερό του ενυδρείου μέσα από διάφορα υλικά καθαρισμού. Οι λειτουργίες που κάνει είναι 3: ο μηχανικός καθαρισμός, η κατακράτηση δηλαδή των στερεών αποβλήτων στο νερό, ο βιολογικός καθαρισμός, η βιολογική βελτίωση δηλαδή του νερού, και ο χημικός καθαρισμός, η κατακράτηση πιθανόν βλαβερών χημικών ουσιών με τη βοήθεια ενεργού άνθρακα, μια μη απαραίτητη πάντοτε λειτυργία. Από τις 3 αυτές η δεύτερη είναι η σπουδαιότερη.
Κύκλος αζώτου (nitrogen cycle) = Η διαδικασία ανακύκλωσης του αζώτου στο οικοσύστημα, απαραίτητη σε μια μορφή στα ενυδρεία για την αποτοξίνωση του νερού. Αρχικά η αποσύνθεση των αποβλήτων των οργανισμών στο νερό δίνει ως βασικό παραπροΪόν την αμμωνία, η οποία είναι τοξικοί για τους υδρόβιους οργανισμούς. Ορισμένα βακτήρια όμως την μετατρέπουν σε λιγότερο τοξικά νιτρώδη άλατα, τα οποία μετατρέπονται περαιτέρω από άλλα βακτήρια σε νιτρικά άλατα, ωφέλιμα για τα φυτά, τα οποία απομακρύνονται με τις τακτικές αλλαγές του νερού. Τα ωφέλιμα αυτά βακτήρια κατοικούν σε μεγάλους πληθυσμούς στα βιολογικά μέσα του φίλτρου, όπως οι σπόγγοι, οι βιόσφαιρες κι άλλα στοιχεία. Τα παραπάνω είναι απαραίτητα για τη διατήρηση ενός υγιούς ενυδρείου με υδρόβια ή ημιυδρόβια ερπετά κι αμφίβια.
Ph = Το πεχά, σύστημα μέτρησης της αλκαλικότητας και της οξύτητας του νερού. Στο 7 το πεχά είναι ουδέτερο, μέχρι 12 είναι αλκαλικό, ενώ μέχρι 0 όξινο.
Υγρασιόμετρο ή υγρόμετρο (hygrometer) = Το όργανο που μετρά τη σχετική υγρασία του αέρα με ποσοστιαίες μονάδες επί τοις εκατό, χρησιμοποιείται στα τερράρια, ιδίως για είδη που απαιτούν υψηλή υγρασία.
Σύστημα βροχής (drip system) = Αυτοματοποιημένο χρονοδιακοπτόμενο σύστημα ψεκασμού μέσα στο τερράριο για είδη που απαιτούν υψηλή υγρασία ή ενυδατώνονται από το νερό των επιφανειών, όπως οι χαμαιλέοντες.
Κύκλος υγρασίας (humidity cycle) = Ο κύκλος που πρέπει να κάνει η υγρασία στο τερράριο από υψηλή μετά τον ψεκασμό μέχρι αρκετά χαμηλή πριν τον επόμενο. Εκτός του ότι μ’αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται η ανάπτυξη μυκήτων λόγω υπερβολικής υγρασίας, ο κύκλος της υγρασίας μιμείται τις ημερήσιες διακυμάνσεις της ατμοσφαιρικής υγρασίας στη φύση.
Diy = Συντομογραφία του «do it your self”, δηλαδή φτιάξ’το μόνος σου, όρος που χρησιμοποιείται για οποιαδήποτε αυτοσχέδια λύση στη στέγαση, στη θέρμανση, στον εξοπλισμό κλπ των ερπετών.
Συμπαγής λαμπτήρας φθορισμού (compact fluorescent lamp) = Περιεστραμμένος σωληνωτός λαμπτήρας φθορισμού που έχει πάρει συμπαγές στρογγυλο σχήμα και μπορεί να βιδωθεί ως λάμπα πυράκτωσης. Αν και βολικές τέτοιες λάπες υπεριώδους ακτινοβολίας, η έκταση που καλύπτουν αρκεί μόνο για μικρά είδη ερπετών.
Λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (ultraviolet lamp συντ. uv lamp) = Λάμπα εκπομπής υπεριώδους ακτινοβολίας, απαραίτητης για τα ημερόβια ερπετά. Οι λάμπες αυτές είναι συνήθως φθορισμού με λεπτή επίστρωση εξωτερικά που επιτρέπει την ακτινοβολία να περάσει. Πάλι ωστόσο η ακτινοβολία είναι λιγοστή, και δεν είναι επαρκής σε απόσταση περα των 30 περίπου εκατοστών. Η ακτινοβολία των λαμπών αυτών επίσης φιλτράρεται από το γυαλί, το πλαστικό και την πυκνή σίτα. Αν και συνεχίζουν να παράγουν φως για αρκετό καιρό, η ικανότητά τους να παράγουν υπεριώδη ακτινοβολία μειώνεται με το χρόνο, ώστε στους 6-12 μήνες οι περισσότερες χρειάζονται αντικατάσταση, αν και με ανακλαστήρες γύρω τους όπως ένα απλό αλουμινόχαρτο κατά τη φάση εξάντλησής τους η λίγη διαφεύγουσα προς τα πάνω ακτινοβολία μπορεί να κατευθυνθεί προς το ερπετό, αυξάνοντας το χρόνο ζωής τους.Υπάρχει η υπεριώδης ακτινοβολοία α, η β και η c, η οποία τελευταία είναι καταστρεπτική για τη ζωή και φιλτράρεται επαρκώς από το όζον.
Υπεριώδης ακτινοβολία α (uva) = Το μήκος κύματος του φάσματος μεταξύ 400 και 315 νανομέτρων, ακτινοβολία εκπεμπόμενοι απ’όλους τους λαμπτήρες που παράγουν uvb και σε μικρή ποσότητα από τους κοινούς λαμπτήρες φθορισμού, και φυσικά συστατικό της ηλιακής ακτινοβολίας. Πολλά ημερόβια ερπετά και πουλιά βλέπουν σ’αυτό το φάσμα, και θεωρείται πως αυξάνει τη διάθεσή τους, εντείνοντας συμπεριφορές όπως πρόσληψη τροφής, αναπαραγωγή και κοινωνικές δραστηριότητες.
Υπεριώδης ακτινοβολία β (uvb) = Μέρος του φάσματος μεταξύ των 315 και των 200 νανομέτρων, συστατικό του ηλιακού φωτός σε μικρότερη ποσότητα, απαραίτητο για τη σύνθεση της βιταμίνης d3 στο δέρμα η οποία είναι με τη σειρά της απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου. Όλα τα ημερόβια, ίσως και μερικά νυκτόβια ερπετά χρειάζονται πηγή τέτοιας ακτινοβολίας, με εξαίρεση τα φίδια, ενώ πολλοί κάτοχοι διατηρούν απροβλημάτιστα βαρανούς, γκέκο και παρόμοια είδη χωρίς τέτοια ακτινοβολία. |Πολύ έντονη μπορεί να προκαλέσει βλάβες. Αυτή είναι η ακτινοβολία ου προκαλεί το μαύρισμα και τις περισσότερες αρνητικές συνέπειες της υπεριώδους ακτινοβολίας στον άνθρωπο με παρατεταμένη έκθεση, αν και η περιορισμένη έκθεση σ’αυτήν προκαλεί τη σύνθεση της βιταμίνης d3.
Βιταμίνη d3 (vitamine d3) = Ή χολεασβεστοφερόλη είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου στα σπονδυλωτά. Επειδή η υπεριώδης ακτινοβολία δεν επαρκή συχνά στην αιχμαλωσία, θα πρέπει να χορηγείται επιπλέον ως διατροφικό συμπλήρωμα. Τα φυτοφάγα ερπετά ωστόσο, όπως οι ιγκουάνες, δε μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα συμπληρώματα τέτοιας βιταμίνης, χρησιμοποιώντας μόνο την συντεθημένη μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας.
Διατροφικό συμπλήρωμα (dietary supplement) = Οποιοδήποτε πρόσθετο στη διατροφή που έχει σκοππό να επαυξήσει ένα συστατικό που δεν επαρκεί, όπως βιταμίνες, μέταλλα και άλλα ιχνοστοιχεία. Για ερπετά υπάρχουν πολυβιταμινούχα συμπληρώματα, συμπληρώματα ασβεστίου, συμπληρώματα d3, κλπ. Τα συμπληρώματα πασπαλίζονται πάνω στις τροφές των φυτοφάγων, των παμφάγων και των εντομοφάγων ερπετών, ενώ τα φίδια που τρέφονται με ολοκληρωμένη τροφή δεν τα χρειάζονται.
Σκόνη ασβεστίου (calcium dust) = Σκόνη συμπληρώματος διατροφής πλούσια σε ασβέστιο, η οποία πασπαλίζεται πάνω στις τροφές. Μπορεί να περιέχει φώσφορο σε χαμηλές αναλογίες, αν κι αυτός συνήθως βρίσκεται σε αφθονία στα τρόφιμα και είναι ανεπιθύμητος. Πολλές τέτοιες σκόνες περιέχουν επίσης και βιταμίνη d3.
Βιταμίνη α (vitamine a) = Ή ρετινόλη, άλλη μια σημαντική βιταμίνη που συχνά λείπει απ’τη διατροφή των παμφάγων ερπετών. Σημεία υποβιταμίνωσής της είναι συχνότερα στις χελώνες με οφθαλμικά προβλήματα. Μπορει να χορηγηθεί μέσω πολυβιταμινούχου συμπληρώματος, μέσω κρέατος ή καροτενούχων λαχανικών, όπως το καρότο, των οποίων το β καροτένιο μετατρέπεται στον οργανισμό σε βιταμίνη α. Η βιταμίνη αυτή με τη μορφή συμπληρωμάτων είναι πολύ εύκολο να υπερδοσολογηθεί με τοξικά αποτελέσματα.
Κόκκαλο σουπιάς (cuttlebone) = Το μειωμένο εσωτερικοποιημένο όστρακο της σουπιάς το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως ως συμπλήρωμα ασβεστίου για πουλιά και χελώνες, και κονιορτοποιημένο μερικές φορές για σαύρες.
Αναλογία ασβεστίου-φωσφόρου (calcium-phosphorus ratio) = Η αναλογία του ασβεστίου προς το φώσφορο σ’ένα τρόφιμο. Τα περισσότερα ερπετά χρειάζονται τροφές με αναλογία ασβεστίου-φωσφόρου τουλάχιστον 2/1 υπέρ του ασβεστίου για να κρατήσουν τα οστά τους υγιή.
Ενδολεμφικοί σάκοι (endolymphatic sacks) = Ή σάκοι ασβεστίου (calcium sacks), ζεύγος σάκων στο πίσω μέρος του στόματος πολλών γκέκο που αποταμιεύουν ασβέστιο, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής στα θηλυκά για το κέλυφος των αβγών. Είναι τροποποιημένοι ενδολεμφυκοί σάκοι του έσω ωτός.
Αντιθρεπτικά στοιχεία (antinutrients) = Φυτοχημικές ουσίες που εμποδίζουν την απορρόφηση ορισμένων θρεπτικών στοιχείων στον οργανισμό, για παράδειγμα το οξαλικό οξύ στο σπανάκι ή στο παντζάρι εμποδίζει την απορρόφηση του ασβεστίου, ενώ τα λαχανοειδή εμποδιζουν την απορρόφηση του ιωδίου. Τροφές πλούσιες σε αντιθρεπτικά στοιχεία θα πρέπει να περιορίζονται σημαντικά, αν και η περιστασιακή τους χρήση ως μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής δε βλάπτει.
Κατεψυγμένα θηράματα (frozen prey) = Ολόκληρα ζώα κατεψυγμένα ως τροφή για σαρκοφάγα ερπετά, κυρίως φίδια. Συνήθως είναι ποντίκια και αρουραίοι, μεγαλύτερα όμως είδη μπορεί να καταναλώνου μεγαλύτερα ζώα. Τα ποντίκια έχουν τα εξής μεγέθοι: νεογέννητο (pinky), το νεογέννητο ροζ ακόμα ποντικάκι βάρους 0,5-3 γραμμαρίων, το χνουδωτό (fuzzy), αυτ΄΄ο που άρχισε να βγάζει τριχούλες βάρους 3-6 γραμμαρίων, το πηδηχτό (hopper), αυτό που άρχισε να πηδάει και να βγαίνει απ’τη φωλιά βάρους 7-12 γραμμαρίων, και το ενήλικο ποντίκι μέσου βάρους 30 γραμμαρίων, με ενδιάμεσα μεγέθη μέχρι την ενηλικίωση φυσικά. Οι αρουραίοι έχουν τα εξής μεγέθοι: νεογέννητος (pinky) 3-8 γραμμαρίων, χνουδωτός (fuzzy) 9-20 γραμμαρίων, πηδηχτός (hopper) 21-30 γραμμαρίων, και ενήλικος αρουραίος μέσου βάρους 266-360 γραμαρίων, με ενδιάμεσα μεγέθη μέχρι την ενηλικίωση. Μετά το μικροσκοπικό νεογέννητο ποντίκι υπάρχει αντιστοιχεία μεταξύ του βάρους των τροφών, π.χ. ένα χνουδωτό ποντίκι ισούται μ’έναν νεογέννητο αρουραίο, ένα ενήλικο ποντίκι μ’έναν πηδηχτό αρουραίο, κλπ.
Θήραμα (prey, feeder) = Το ζώο που προορίζεται για κατανάλωση από ένα ερπετό, ζωντανό ή προσκοτωμένο και κατεψυγμένο, όπως στην περίπτωση των τρωκτικών συνήθως. Θηράματα μπορούν να θεωρηθούν και τα έντομα ή τα σκουλήκια για τα εντομοφάγα είδη, ή τα ψάρια για τα παμφάγα υδρόβια ή ημιυδρόβια είδη.
Συσφιγκτήρας (constrictor) = Οποιοδήποτε φίδι σκοτώνει τη λεία του με σύσφιξη, από μεγάλη ανακόντα έως ένα μικροσκοπικό corn snake. Ο θάνατος επέρχεται είτε από ασφυξία είτε από καρδιακή ανακοπή λόγω απότομης ανόδου της κυκλοφορικής πίεσης από τη σύσφιξη.
Εκτίναξη (strike) = Ο τρόπος επίθεσης των φιδιών, κατά τον οποίον το ζώο εκτινάσσεται απότομα από μια ακίνητη αλλ’έτοιμη θέση, είτε για σύλληψη λείας είτε για άμυνα. Τα περισσότερα φίδια είναι αρπακτικά ενέδρας, περιμένοντας το θήραμα να περάσει από κοντά τους για να το πιάσουν, υπάρχουν όμως κι αρκετοί δραστήριοι κυνηγοί.
Κάτω σιαγόνια αύλακα (mental groove) = Μία αυλάκωση του δέρματος στη μέση γραμμή της κάτω σιαγόνας που ξεδιπλώνεται καθώς ανοίγουν οι σιαγόνες, όταν το φίδι καταπίνει μεγάλη λεία.
Υποβοηθούμενη σίτιση (assisted feeding) = Το τάισμα σε αδύναμα φίδια με την τοποθέτηση του θηράματος μέσα στο στόμα ώστε αυτά να το καταπιούν.
Επιβεβλημένη σίτιση (force-feeding) = Το τάισμα με το ζόρι ενός φιδιού, με σπρώξιμο του θηράματος μέσα στο λαιμό του και με αντίσταση στις προσπάθειες αποβολής του. Υπερβολικά στρεσογόνος διαδικασία που χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις όπου οποιαδήποτε άλλη μέθοδος ταΐσματος έχει αποτύχει, ώστε το ζώο να επανέλθει λίγο σωματικά για να μπορέσει τελικά να φάει μόνο του.
Γλωττίδα (glottis) = Η προέκταση τις τραχείας προς το στόμα. Στα φίδια είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, ως λεπτός σωλήνας μέσα στο στόμα, η οποία τα επιτρέπει ν’αναπνέουν ενώ καταπίνουν ένα μεγάλο θήραμα.
Καλοτάισμα (gut loading) = Η πρακτική ταΐσματος των θηραμάτων εντόμων με θρεπτικές τροφές, όπως άλευρα και λαχανικά πριν την προσφορά τους στα εντομοφάγα ζώα, ώστε η θρεπτική τους αξία να’ναι μεγαλύτερη.
Πασπάλισμα (sprinkling) = Το πασπάλισμα των εντόμων και των λοιπών ασπονδύλων θηραμάτων με σκόνες ασβεστίου ή πολυβιταμινών ώστε να γίνουν θρεπτικότερα για τους θηρευτές τους.
Δυναμικό τάισμα (power feeding) = Η υπερβολική σίτιση ενός ερπετού ώστε αυτό να μεγαλώσει γρήγορα και να φτάσει ταχύτερα σε αναπαραγωγική ωριμότητα. Θεωρείται κατακριτέα πράξη, μιας και συχνά επιβαρύνει την υγεία του ζώου, του οποιου κανονικά ο μεταβολισμός δε μπορεί να διαχειριστεί τόσα πολλά θρεπτικά στοιχεία και τόσο γρήγορη ανάπτυξη, και συχνά μειώνει τη διάρκεια ζωής του.
Wc = Συντομογραφία του «wild caught”, πιασμένο απ’τη φύση, αναφερόμενο σε ζώα πιασμένα απ’το φυσικό περιβάλλον. Τέτοια ζώα είναι συχνά στρεσαρισμένα, άρρωστα από τις χείριστες συνθήκες και τον υπερπληθυσμό κατά τη μεταφορά και την προσαρμογή τους, αφυδατωμένα και γενικά χρειάζονται αρκετή υποστήριξη για να επανέλθουν, ενώ η εμπορία τους μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πληθυσμών ορισμένων ειδών. Είναι ωστόσο απαραίτητα για το γενετικό εμπλουτισμό του αιχμάλωτου πληθυσμού, ενώ συχνά αποτελούν τη μόνη πηγή ζώων για είδη που δεν έχουν αναπαραχθεί στην αιχμαλωσία. Και φυσικά όλοι οι πληθυσμοί αιχμάλωτων ερπετών προήλθαν από τέτοια ζώα.
Ltc = Συντομογραφία του “long term captive”, δηλαδή του μακροχρόνια αιχμάλωτου, όρος αναφερόμενος για ζώο πρώην wc που έχει προσαρμοστεί και ζήσει πολλά χρόνια στην αιχμαλωσία.
Cb = Συντομογραφία του “captive bred”, δηλαδή γεννημένο στην αιχμαλωσία από αιχμάλωτους γονείς. Τέτοια είναι τα κοινότερα ερπετά του χόμπι, τα οποία είναι πολύ καλύτερα προσαρμοσμένα και διαθέσιμα σε πολλές τεχνητές χρωματικές παραλλαγές.
wf = Συντομογραφία του “wild farmed”, δηλαδή άγριο από φάρμα. Αυτά τα ερπετά προέρχονται από ανοιχτές εκτάσεις σε περιοχές του φυσικού τους κλίματος, όπου εκτρέφονται κυρίως για δέρματα ή κρέας, και μερικά καταλήγουν στην αγο΄ρά κατοικιδίων. Τέτοια είναι οι πράσινες ιγκουάνες (Iguana iguana), οι κοκκινομάγουλες νεροχελώνες (Trachemys scripta elegans), οι αμερικανικοί αλλιγάτορες (Alligator misissipiensis), κλπ. Συχνά τέτοια ζώα αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με τα wc.
Ch = Συντομογραφία του “Captive hatched’, δηλαδή εκκολαμμένο στην αιχμαλωσία. Σ’αυτήν την περίπτωση ξεθάβονται αβγά ή συλλαμβάνονται έγκυες θηλυκές πριν ωοτοκήσουν ή γεννήσουν, των οποίων τα αβγά παίρνονται κι εκκολάπτονται σε κάποιο κλειστό μέρος και τα μικ΄ρα πωλούνται. Οι συνθήκες ζωής τους δεν είναι οι καλύτερες, και συχνά αυτά τα ζώα αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με τα wc ζώα.
Aoa = Συντομογραφία του «alive on arrival”, δηλαδή ζωντανό κατά την άφιξη.
Doa = Το αντίθετο, δηλαδή συντομογραφια του «dead on arrival”, νεκρό κατά την άφιξη. Δυστυχώς τα ερπετά δε συσκευάζονται πάντοτε σωστά για μεγάλες ή επικίνδυνες μεταφορές με αποτέλεσμα να μην επιβιώνουν πάντοτε κατά τη μεταφορά. Αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλο πρόβλημα για τις μαζικές εξαγωγές wc ατόμων, τα οποία συνήθως βρίσκονται τοποθετημένα πάρα πολλά μαζί, σε καταστάσεις ασιτίας και αφυδάτωσης, με αποτέλεσμα την πτώση του ανοσοποιητικού τους συστήματος και την εκδήλωση σοβαρών ασθενειών.
Καταπόνηση ή Στρες (stress) = Η κατάσταση καταπόνησης ενός ζωντανού οργανισμού από κάποια ασθένεια, από κακές περιβαλλοντικές συνθήκες, κλπ, που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα που μπορούν ν’αποβούν ακόμα και μοιραία. Το στρες είναι πολύ ευρύτερη έννοια απ’την ψυχολογική αίσθηση του άγχους, την οποία δεν έχουν όλοι οι οργανισμοί. Στα ζώα όμως με ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα, όπως στα ερπετά, στα πουλιά και στα θηλαστικά, οι περισσότερες στρεσογόνες καταστάσεις προκαλούν άγχος και φόβο.
Ιεραρχία κυριαρχίας (dominance hierarchy) = Κοινωνική δομή κοινή σε πολλά είδη σαύρας, όπου δημιουργείται μια ιεραρχία με βάση την κυριαρχία των ατόμων σύμφωνα με την ικανότητα επιρροής ή καλύτερα εκφοβισμού άλλων, το μέγεθος της περιοχής, το σωματικό μέγεθος, κλπ. Συνήθως ανώτερο είναι το κυρίαρχο αρσενικό το οποίο έχει πρόσβαση στα θηλυκά, ενώ τα κατώτερα αρσενικά δυσκολεύονται πολύ στο ζευγάρωμα και περιορίζονται σε πιο αφανή σημεία της περιοχής. Σε συνθήκες αιχμαλωσίας το κυρίαρχο αρσενικό συχνά μονοπωλεί όλα τα καλά σημεία λιασήματος, τροφής, κλπ με αποτέλεσμα τα κατώτερα ζώ ανα στρεσάρονται, ο οργανισμός τους να καταπέφτει και τελικά να εμφανίζουν διάφορα προβλήματα υγείας. Τα θηλυκά αντιμετωπίζονται πολύ πιο ευνοΪκά.
Εδαφοκτητικότητα (territoriality) = Το κοινότερο σύστημα κατανομής των περιοχών στα ερπετά, όπου τα αρσενικά προστατεύουν συγκεκριμένες περιοχές μέσα στις οποίες έχουν τους απαραίτητους πόρους για την επιβίωσή τους κι αναπαράγονται. Συχνά τα αρσενικά μαλώνουν για το δικαίωμα της περιοχής. Τα θηλυκά μπορεί νά’χουν ή να μην έχουν δικές τους περιοχές, αλλά κι αν έχουν, αυτές είναι πιο χαλαρές και υπό λιγότερη επιτήρηση.
εγκλιματισμός (acclimation) = Η διαδικασία προσαρμογής ενός οργανισμού σε διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Στα ερπετά αναφέρεται συνήθως όταν αλλάζουν χώρο, τερράριο κλπ. Είναι στρεσογόνος κατάσταση όπου το ερπετό μπορεί να μη συμπεριφέρεται κανονικά ή να μην τρέφεται, και γι’αυτό δε θα πρέπει να ενοχλείται μέχρι να προσαρμοστεί πλήρως.
Μεταβολική νόσος των οστών (metabolic bone disease συντ. mbd) = Ομάδα μυοσκελετικών παθήσεων προκαλούμενων από έλλειψη ασβεστίου ή βιταμίνης d3, είτε λόγω έλλειψης ασβεστίου ή βιταμίνης d3 απ’τη διατροφή, είτε λόγω έλλειψης ακτινοβολίας uvb για όσα είδη τη χρειάζονται, ή λόγω χαμηλής θερμοκρασίας για το μεταβολισμό του ασβεστίου ή των βιταμινών. Ο οργανισμός, μην έχοντας το απαιτούμενο ασβέστιο για την καρδιακή, τη μυική και τη νευρική λειτουργία, το παίρνει από τα οστά τα οποία σταδιακά αδυνατίζουν. Αρχικά η νόσος εμφανίζεται με μαλάκωμα της κάτω σιαγόνας, στραβώματα στην ουρά κι αργότερα με στραβώματα της σπονδυλικής στήληςη του σώματος, πρήξιμο των άκρων εξαιτίας οστικής ατροφίας, ευπάθεια σε κατάγματα, και στο τέλος, όταν το ασβέστιο δεν επαρκεί ούτε για τη νευρική και τις άλες λειτουργίες, τρόμος με τετανοειδείς σπασμούς και παράλυση, ιδίως του πίσω μέρους του σώματος. Τα αρχικά στάδια αναστρέφονται σιγά-σιγά με διορθώσεις στη διατροφή και στο περιβάλλον του ζώου. Τα πιο προχωρημένα αναστρέφονται ακόμα πιο δύσκολα, με τις παραμορφώσεις του να μένουν για όλη τη ζωή. Τέλος η επιβίωση από το τρίτο στάδιο είναι πολύ αβέβαιη. Η πάθηση αυτή είναι στην πραγματικότητα διάφορες παθήσεις, π.χ. στα νεαρά αναπτυσσόμενα άτομα πρέπει να λέγεται ραχιτισμός, στα ενήλικα οστεομαλάκυνση, κλπ. Στις χελώνες η πάθηση αυτή λέγεται και μαλακό κέλυφος (soft shell), μολονότι πρόκειται για κατάσταση που επηρεάζει ολ΄΄οκληρο το σκελετό, όχι μόνο το κέλυφος.
Δυσέκδυση (dysecdysis) = Η δυσκολία στην έκδυση ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς υγρασίας, κακής υγείας του ζώου ή προσβολής από εκτοπαράσιτα. Συχνά παλιό δέρμα μένει στα μάτια και στην άκρη της ουράς των φιδιών, ή στα δάκτυλα και στην άκρη της ουράς των σαυρών. Σε ζώα με χρονίως κακή υγεία το παλιό δέρμα συσσωρεύεται σε στρώσεις, κάνοντας το καθάρισμά του επείγον. Ακόμα και το λίγο δέρμα στα δάχτυλα ή στην άκρη της ουράς θα πρέπει ν’αφαιρεθεί ται εξαιτίας της δυνατότητάς του με την ξήρανσή του έπειτα να περισφύξει τα αγγεία διακόπτοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας ξηρή γάγκραινα και πτώση του μέλους.
Νέκρωση (necrosis) = Ο θάνατος ενός ιστού. Όταν βρίσκεται στα άκρα, λέγεται γάγκραινα και μπορεί να είναι είτε υγρή, με κανονική σήψη που ίσως χρειαστεί ακρωτηριασμό, είτε ξηρή, η σταδιακή νέκρωση κι αποξύρανση ενός λεπτού άκρου που οδηγεί στην πτώση του.
έγκαυμα (burn) = Ο θερμικός συνήθως τραυματισμός του σώματος, που μπορεί νά’ναι από ελαφρύς έως σοβαρότατος. Συνήθως τα ερπετά παθαίνουν εγκαύματα όταν κατά λάθος έρχονται σε επαφή με θερμαντικά σώματα.
Φουσκάλα (blister) = Δερματικό πρήξιμο προκαλούμενο από μόλυνση της περιοχής, συνήθως από υπερβολική υγρασία σε συνδυασμό με κάποιον μικροτραυματισμό.
Απόστημα (abscess) = Πρησμένη περιοχή στο δέρμα ή βαθύτερα προκαλούμενη από βακτηριακή συνήθως μόλυνση. Είναι μια κύστη που περιέχει πύον, το οποίο στα ερπετά είναι ξηρό και τυρώδες (caσeous) και δύσκολο στην απομάκρυνση. Τα αποστήματα θα πρέπει ν’ανοίγονται και να καθαρίζονται όποτε υπάρχουν από κάποιον κτηνίατρο, γιατί η μόλυνση μπορεί να εξαπλωθύν προκαλώντας συμπίεση οργάνων, νέες μολύνσεις ή και σηψαιμία. Αρκετές φορές επανέρχονται στο ίδιο ή και σ’άλλα σημεία μετά τον καθαρισμό τους.
Νεοπλασία (neoplasm) = Νέα παθολογική ανάπτυξη σ’έναν οργανισμό από υπερπολλαπλασιασμό κυττάρων όπως στους όγκους. Οι όγκοι μπορεί να είναι είτε καλοήθεις, μη εξαπλούμενοι δηλαδή και μη μεταστατικοί, αν και πάλι μπορεί να πιέσουν όργανα και ν’αποβούν προβληματικοί, είτε κακοήθεις ή καρκινικοί, με μεγάλη επεκτατικότητα στους ιστούς, ικανότητα μετάστασης και θανατηφόρα αποτελέσματα. Σπάνιες παθήσεις στα ερπετά.
Στοματίτιδα ή σήψη στόματος (stomatitis ή mouth rot) = Η μόλυνση του εσωτερικού στόματος με κάποιον μικροοργανισμό, η οποία οδηγεί σε φλεγμονή και συχνά σε στερεό πύον με νέκρωση ιστών, οπότε γίνεται σοβαρή πάθηση.
Αναπνευστική μόλυνση (respiratory infection) = Η μόλυνση του αναπνευστικού συστήματος από κάποιον ιό ή βακτήριο, με συμπτώματα όπως δυσκολία στην αναπνοή, βλένα, θόρυβος κατά την αναπνοή, παράξενο γύρισμα του κεφαλιού, δυσκολία πλευστότητας στις νεροχελώνες, κλπ. Οι ελαφριές μορφές μπορεί να θεραπευτούν με υψηλότερες θερμοκρασίες και καθαρότερο περιβάλλον, όχι όμως πάντοτε. Η σοβαρότερη μορφή είναι η πνευμονία (pneumonia), η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί επείγουσα κατάσταση. Οι ασυνήθιστα χαμηλές θερμοκρασίες ιδίως με υψηλή υγρασία, τα ρεύματα αέρος και το έντονο στρες προδιαθέτουν τα ερπετά για τέτοιες μολύνσεις.
Σήψη κελύφους (shell rot) = Πάθηση στις νεροχελώνες με βαθιά βακτηριακή μόλυνση του κελύφους με πύον και νέκρωση, συνήθως μετά από κάποιον μικροτραυματισμό ιδίως σε μια στρεσαρισμένη χελώνα σε βρώμικο νερό.
Σηψαιμία (septicaemia) = Η επέκταση μιας βακτηριακής μόλυνσης στο αίμα ενός οργανισμού και από εκεί σ’όλα τα όργανα. Σύνηθες εξωτερικο σύμπτωμα είναι τα κοκκινωπά αιματώματα κάτω απ’τις φολίδες ή τις πλάκες του κελύφους στις νεροχελώνες. Η θεραπεία είναι δύσκολη, και πολλά ζώ αδεν επιβιώνουν.
Παράσιτο (parasite) = Κάθε οργανισμός που ζει απομυζώντας τα απαιτούμενα συστατικά για την επιβίωση από έναν άλλον, τον ξενιστή, εις βάρος του δευτέρου. Διακρίνονται σε εκτοπαράσιτα (ectoparasites), οργανισμούς που προσκολλώνται εξωτερικά και συνήθως ρουφούν αίμα όπως τα τσιμπούρια, και σε ενδοπαράσιτα (endoparasites), οργανισμούς που ζουν εσωτερικά και προκαλούν βλάβες, όπως μύκητες, πρωτόζωα ή παρασιτικά σκουλήκια.
Διάρροια (diarrhoea) = Η παραγωγή υγρών κοπράνων, συνήθως έπειτα από ριζική αλλαγή στη διατροφή ή μετά από μόλυνση με βακτήριο ή πρωτόζωο.
Πρωτόζωα (protozoa) = Όλοι οι μη αλγικοί μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί οργανισμοί. Μειοψηφία αυτών προκαλούν ασθένειες, εκ των οποίων αυτοί με ερπετολογικό ενδιαφέρον είναι οι ενδαμοιβάδες (Entamoeba), τα κοκκίδια (Coccidia) και τα κρυπτοσπορίδια (Cryptosporidium). Μπορούν να θεωρηθούν ενδοπαράσιτα.
Εντερικά σκουλήκια (intestinal worms) = Σκωληκόμορφα παράσιτα των ζώων, τα περισσότερα από τις συνομοταξίες των νηματωδών και των πλατυελμύνθων, τα οποία ζουν στα πεπτικά συστήματα των ζώων και σε χαμηλούς αριθμούς δεν προκαλούν συμπτώματα, συχνά όμως λόγω στρες αυξάνονται προκαλώντας αδυνάτισμα στο ζώο, κακή θρέψη κλπ. Τα αβγά τους ή τα ίδια είναι ορατά σε μικροσκοπική εξέταση των κοπράνων και καταπολεμώνται σχετικά εύκολα.
Ενδιάμεσος ξενιστής (intermediate host) = Για να μεγιστοποιήσουν την πιθανότητα μετάδοσής τους, πολλά ενδοπαράσιτα σπονδυλωτών περνούν τις νεαρές φάσεις τους σε άλλους οργανισμούς όπως έντομα και μαλάκια, τα οποία με την κατανάλωσή τους απ’τους στόχους τους μεταδίδουν το παράσιτο.
Δυσκυλιότητα (constipation) = Η δυσκολία στην αφόδευση με σκληρά κόπρανα. Συχνά λόγω δυσκολίας της κινητικότητας του εντέρου.
Ενσφήνωση (impaction) = Η απόφραξη του πεπτικού σωλήνα από κάποιο ξένο σώμα, όπως ένα κομμάτι υποστρώματος ή χαλικιού. Σε περιπτώσεις που το αντικείμενο δε μπορεί να αποβληθεί απ’το ζώο οδηγώντας σε πεπτική δυσλειτουργία, μη πρόσληψης τροφής και τελικά στο θάνατο, θα πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά.
εξέμεση (vomiting) = Η αποβολή διά στόματος χωνεμένης τροφής συνήθως λόγω κάποιου παρασιτικού προβλήματος, η οποία είναι στρεσογόνος για το ζώο και μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση.
Επαναφορά τροφής (regurgitation) = Η αποβολή διά στόματος σύντομα μετά την κατάποση σχετικά άπεπτης ολόκληρης τροφής, συχνά λόγω ακατάλληλης θερμοκρασίας για πέψη, έντονου χειρισμού, υπερβολικής κατανάλωςης τροφής, ή προβλήματος υγείας.
Αφυδάτωση (dehydration) = Η ανεπάρκεια υγρών στο σώμα ενός οργανισμού για τις φυσιολογικές λειτουργίες. Τα ορατά σημάδια εμφανίζονται στα τελικά στάδια με ληθαργικότητα, στεγνό και χαλαρό δέρμα και χλωμούς βλενογόνους. Συχνά το ζώο δεν είναι σε θέση ν’αναπληρώσει τα υγρά του με κανονική πόση νερού, οπότε θα πρέπει να του χορηγηθούν ενέσιμα.
Ασιτία (starvation) = Η έλλειψη θρέψης για μεγάλο χρονικό δειάστημα που προκαλεί αδυνάτισμα, παύση λειτουργίας του πεπτικού συστήματος και τελικά πολαπλή οργανική ανεπάρκεια και θάνατο. Συχνά το ζώο με ασιτία πάσχει και από αφυδάτωση, η οποία θα πρέπει να διορθωθεί πρώτα, και μετά σιγά-σιγά με ευκολοχώνευτες τροφές το ζώο μπορεί να επανέλθει σε μια σχετικά καλή κατάσταση για την κατανάλωση κανονικής τροφής.
Χλωρίδα του εντέρου (gut flora) = Το σύνολο των ωφέλιμων μικροοργανισμών που βοηθούν την πέψη της τροφής στο έντερο ενός σπονδυλωτού.
Νεφρική ανεπάρκεια (kidney failure) = Η κατάπτωση της νεφρικής λειτουργίας έπειτα από υπερβολική πρωτεΐνη σ’ένα μη προσαρμοσμένο είδος ή από ένα νεφροτοξικό φάρμακο. Συχνά οδηγείς το θάνατο.
Ουρικότελο (uricotelic) = Ζώο του οποίου ο μεταβολισμός καταλήγει σε ουρικό οξύ, το οποίο μπορεί να αποβληθεί ως αρκετά ξηρό υλικό (ουρικά άλατα urates). Όλα τα διαψιδωτά έχουν τέτοια ούρα, τα οποία στερεοποιούνται μέσω της απορρόφησης νερού από το παχύ έντερο και αποβάλλονται έπειτα ως πηχτή τσιμεντώδης λευκή ουσία. Αυτό το χαρακτηριστικό επέτρεψε στα ερπετά να εξαπλωθού πολύ κατά την ξηρή τριαδική περίοδο πριν 250 εκατομμύρια χρόνια, εκτοπίζοντας τους προγόνους των θηλαστικών, που απέβαλλαν την πολύ υγρότερη ουρεία όπωςκαι οι χελώνες. Οι υδρόβιοι οργανισμοί αποβάλλουν απλώς αμμωνία.
Ακάρεα (mites) = Μικρά αραχνοειδή της τάξης των ακαρέων (acari) που ζουν σχεδόν παντού, ορισμένα εκ των οποίων είναι εκτοπαράσιτα των ερπετών προκαλώντας σοβαρή ενόχληση ρουφώντας το αίμα σε ευαίσθητες περιοχές όπως κοντά στα μάτια, στο λαιμό, κοντά στην αμάρα κλπ, και μεταδίδοντας πιθανόν ασθένειες από το ένα ζώο στο άλλο. Η καταπολέμησή τους είναι δύσκολη, αλλά δυνατή.
Κρότωνες ή τσιμπούρια (ticks) = Εξειδικευμένη ομάδα των ακαρεοειδών με μεγάλο μέγεθος και αυστηρά παρασιτική ζωή. Προσκολλώνται πάνω στα ερπετά και πρέπει ν’αφαιρούνται αμέσως. Πρόβλημα σε ζώ απου ζουν σε εξωτερικούς χώρους ή είναι wc.
Σύνδρομο χαλαρής ουράς (floppy tail syndrome συντ. fts) = Πάθηση μοναδική στα λοφιοφόρα γκέκο (Correlophus ciliatus), όπου σε μερικά ζώα που αναπαύονται με το κεφάλι προς τα κάτω η ουρά κρέμεται προς τα μπροστά ή στο πλάι, προκαλώντας επιβάρυνση της λεκάνης η οποία μπορεί να παραμορφωθεί, σημαντικό πρόβλημα για τα θηλυκά που πρέπει να περάσουν τα’αβγά τους από εκεί. Η κατάσταση μπορεί να θεραπευτεί με προσθήκη περισσότερων σημείων ανάπαυσης, κι αν αυτό δε λύνει το πρόβλημα, με πρόκληση αυτοτομής της ουράς η οποία δεν αναγεννάται σ’αυτό το είδος.
Πρόπτωση (prolapse) = Η κατάσταση χαλάρωσης και πτώσης προς τα κάτω εσωτερικών οργάνων, ιδίως των στοιχείων της αμάρας όπως του παχέος εντέρου και των ημιπεών, τα οποία μπορεί να κρέμονται έξω με μεγάλες πιθανότητες αφυδάτωσης, τραυματισμού και μόλυνσης των ιστών. Ελαφριές περιπτώσεις θεραπεύονται σχετικά εύκολα, άλλες είναι σοβαρότερες.
Ηπατική λιπίδωση ή λιπώδες ήπαρ (hepatic lipidosis ή fatty liver) = Κατάσταση υπερσυσσώρευσης λίπους στο συκώτι του ζώου με θανατηφόρες συχνά συνέπειες. Κοινό φαινόμενο σε βαρανούς της σαβάνας (Varanus exanthematicus) που τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με παχυντικές τροφές όπως τρωκτικά και δεν έχουν ευκαιρίες δραστηριότητας.
Νόσος εγκλεισμένων σωμάτων (inclusion body disease συντ. ibd) = Σοβαρή ιογενείςπάθηση των φιδιών της οικογένειας των βοϊδών (boidae), και των πυθωνιδών (pythonidae), βόες και πύθωνες δηλαδή. Δεν είναι γνωστή η προέλευση του ιού, πάντως τώρα βρίσκεται παγκοσμίως σε αιχμάλωτους πληθυσμούς. Μεταδίδεται πιθανότατα από σωματικές εκρίσεις και ακάρεα. Στους βόες προκαλεί ανορεξία, ληθαργικότητα και νευρολογικά συμπτώματα όπως δυσκαμψία και σκοτώνει αργά, ενώ στους πίθωνες νευρολογικά κυρίως συμπτώματα με γρήγορη σωματική κατάπτωση με πολλές δευτερογενείς μολύνσεις. Θεραπεία δεν υπάρχει, και η αυτοΐαση είναι πολύ σπάνια. Κατά την εξέταση των μολυσμένων ιστών παρατηρούνται εγκλεισμένα ιοφόρα σώματα, όπως σε πολλές άλλες ιογενείς παθήσεις. Ο ιός είναι ρετροΪός.
Κοίταγμα των αστέρων (star gazing) = Η αυχενική δυσκαμψία λόγω μηνυγκίτιδας ή εγκεφαλίτιδας σ’ένα ερπετό, που το κάνει να στρέφει το κεφάλι του προς τα πάνω σαν αν κοιτάζει τα αστέρια. Σύμπτωμα της μόλυνσης με τον παραπάνω ιό, αλλά και κάθε σοβαρής μολυσματικής νευρολογικής πάθησης.
Δυστοκία (egg binding, dystocia) = Επείγουσα κατάσταση θηλυκών ωοτόκων ερπετών, όπου τα αβγά για διάφορους λόγους π.χ. λόγω δυσμορφιών στη λεκάνη, λόγω υπερβολικού μεγέθους, λόγω μεγάλης ασβεστοποίησης κι άρα σκληρότητας, δε μπορούν να βγουν απ’το σώμα. Τα αβγά μπορεί ν’ασβεστοποιηθούν περαιτέρω δημιουργώντας επιπλέον πρόβλημα, κι αν σπάσουν μπορεί να επιφέρουν σοβαρούς εσωτερικούς τραυματισμούς, εκτεταμένες μολύνσεις, σηψαιμία και θάνατο. Το στρες της μη εύρεσης κατάλληλου μέρους απόθεσης των αβγών συχνά συμβάλλει σ’αυτήν την πάθηση. Σπάνια τα ωοζωοτόκα μπορούν να δυστοκήσουν.
Χειρισμός (handling) = Η διαδικασία σηκώματος και αλληλεπίδρασης ενός ερπετού με τα χέρια.
Άγκιστρο (hook) = Εργαλείο χειρισμού φιδιών, ιδίως επιθετικών ή δηλητηριωδών, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο μ’ένα άγκιστρο στην άκρη όπου κρεμιέται το φίδι. Τα ευκίνητα φίδια μπορούν εύκολα να το σκαρφαλώσουν.
Σωλήνας περιορισμού (restraining tube) = Σωλήνας μέσα στον οποίον τοποθετείται το σώμα ενός δηλητηριώδους ή επιθετικού φιδιού για κοντινότερη εξέταση, π.χ. για χορήγηση θεραπείας, αφαίρεση παραμενόντων οφθαλμικών καλυμμάτων μετά από δυσέκδυση, κλπ.
Σαγονοπερπάτημα (jaw-walking) = Το επίμονο σπρώξιμο με τα εύκαμπτα σαγόνια που μπορεί να κάνουν τα φίδια αν πιεστούν με το κεφάλι σε μια επιφάνεια ώστε τελικά να ξεφύγουν. Ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους κατόχους δηλητηριωδών ειδών, τα οποία έτσι κι αλλιώς πιάνονται με τέτοιους τρόπους, μιας και μπορεί τελικά τα φίδια να ξεγλιστρήσουν με ά΄σχημες συνέπειες.
Λαβίδα (tweezers, forceps, tongs) = Το γνωστό διπλό εργαλείο που πιάνει, με διάφορες χρήσεις στο ερπετοχόμπι. Τα λεπτά τσιμπιδάκια (tweezers) είναι μικρά συρμάτινα εργαλεία, όπως αυτά των φρυδιών, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη σύλληψη ή μετα κίνηση μικρών αντικειμένων, π.χ. μικρών κομματιών δέρματος, μικρών εντόμων κλπ. Οι μεγαλύτερες κοινές λαβίδες (forceps) πιάνουν αντικείμενα μεγαλύτερων διαστάσεων, όπως νεκρά έντομα ή τρωκτικά τα οποία θα προσφερθούν στο ερπετό με τρόπο που θα το κάνει να τα θεωρήσει ζωντανά, ενώ οι μεγάλες λαβίδες (tongs) έχουν πλατιές άκρες και χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση μεγαλύτερων θηραμάτων για μεγαλύτερα φίδια, για τη σύλληψη και το σήκωμα δηλητηριωδών φιδιών, κλπ.
Πιάσιμο απ’την ουρά (tailing) = Το πιάσιμο επίσης στην ουρά εκτός απ’τη χρήση ενός αγκίστρου για μεγάλα και γρήγορα δηλητηριώδη φίδια τα οποία μπορούν να φύγουν απ’το άγκιστρο εύκολα, μέθοδος που απαιτεί πολύ πεπειραμένο χειριστή.
Κουτί παγίδευσης (trap box) = Ειδικά διαμορφωμένη κρυψώνα στο τερράριο ενός δηλητηριώδους φιδιού, η οποία έχει πορτάκι που κλείνει ερμητικά με μοχλό από μέσα αλλά συνήθως γι’ασφάλεια απ’έξω, ώστε ο κάτοχος να μπορεί να παρέμβει στο τερράριο χωρίς να κινδυνεύει.
Μετάλλαξη (mutation) = Τυχαία μεταλλαγή στο γενετικό κώδικα, που μπορεί να μην έχει καμία συνέπεια, ή να’χει ουδέτερες συνέπειες, αρνητικκές ή θετικές.
Δυσμορφία (deformity) = Πρόβλημα στη μορφή του μικρού που συχνά επιφέρει το θάνατο. Προκαλείται ειτε από λανθασμένη θερμοκρασία εώασης, είτε από τυχαίο γεγονός, ή από γενετικό πρόβλημα. Κάποιες δυσμορφίες έχουν μετονομαστεί σε μορφικές παραλλαγές από μεγαλερπετεμπόρους, οι οποίοι τις πουλούν σε πολύ υψηλές τιμές, όπως ζώα χωρίς φολίδες (scaleless) ή χωρίς μάτια (eyeless).
Αξονική διχοτόμηση (axial bifurcation) = Ένας άλλος όρος για την ύπαρξη δύο κεφαλιών σ’ένα σώμα (άξονα). Η δικεφαλία στα ζώα και στους ανθρώπους δεν προέρχεται από γενετικά αίτια, παρά από αναπτυξιακά, όταν δύο έμβρυα βρίσκονται αρκετά κοντά και τύχει το ένα ν’απορροφήση το άλλο νωρίς κατά την ανάπτυξη αφήνοντας το κεφάλι ν’αναπτύσσεται πάνω στο κυρίαρχο σώμα. Παρομοίως σχηματίζονται και τα συνενωμένα δίδυμα. Η δικεφαλία ή και τρικεφαλία έχει καταγραφεί σπάνια, αλλά σε ποικιλία ειδών ερπετών, όπως και τα συνενωμένα δίδυμα.
Μορφικό (morph) = Το ζώο μιας χρωματικής παραλλαγής ανύπαρκτης ή σπανιότατης στη φύση, προΪόν επιλεκτικής αναπαραγωγής. Σχεδόν όλα τα κοινά είδη έχουν μορφικά ζώα σήμερα.
Φυσιολογικό (normal) = Η μορφή που συναντάται συχνότερα στη φύση, ο άγριος τύπος (wild type).
Αποκλίνον (aberrant) = Μορφή που συνήθως δε συναντάται στη φύση ή άτομο είδους ή υποείδους με αποκλίνοντα χαρακτηριστικά για την ομάδα του.
Αλφισμός ή αλμπινισμός (albinism) = Η έλλειψη μελανίνης σ’ένα ζώο που του δίνει λευκωπό χρώμα με κόκκινα μάτια, ή, εάν έχει κι άλλους χρωματοφόρους, ένταση των άλλων χρωμάτων. Πολλά αλμπίνα ζώα δεν αντέχουν στον ήλιο και ίσως έχουν μικροπροβλήματα στην όραση, γενικώς όμως επειδή η κατάσταση δεν επηρεάζει την υγεία τους, θεωρείται περισσότερο ως χρωματική παραλλαγή παρά ως γενετική πάθηση. Λέγεται και αμελανισμός.
Λευκισμός (leucism) = Η μείωση της μελανίνης, αλλ’όχι η παντελής έλλειψή της. Το ζώο είναι ανοιχτόχρωμο, αλλά τα μάτια δεν επηρεάζονται, παραμένοντας κανονικά χρωματισμένα ή γαλάζια.
Μελανισμός (melanism) = Η υπερβολική ένταση της μελανίνης, η οποία μπορεί να κάνει το ζώο σχεδόν μαύρο.
Αξανθισμός ή ανερυθρισμός (axanthism ή anerythrism) = Η απουσία των κιτρινωπών ή των κοκκινωπών χρωμάτων απ’το δέρμα.
Χιονώδες (snow) = Μορφικό ζώου που στερείται οποιουδήποτε χρώματος, κάνοντάς το κατάλευκο.
Υποχρωματισμός (hypopigmentation) = Η μείωση της παραγωγής κάποιου χρώματος, αλλ’όχι η έλλειψή του. Υπάρχουν υπομελανιστικά, υποξανθικά, υπερυθριστικά ή πολυυποχρωματισμένα ζώα.
Επικρατές/υπολειπόμενο (dominant/recessive) = Ορολογία που χρησιμοποιείται για την περιγραφή της κατάστασης έκφρασης δύο αλληλόμορφων (allele = παραλλαγών) του ίδιου γονιδίου. Ένα επικρατές εκφράζεται στον οργανισμό ακόμα κι αν βρίσκεται μόνο μια φορά στο dna του, καλύπτοντας τη δράση του υπολειπόμενου, ενώ το υπολειπόμενο θα πρέπει να βρίσκεται δύο φορές, μία από κάθε γονέα για να εκφραστεί. Σύμφωνα μ’αυτήν τη λογική λειτουργεί όλη η θεωρία της κληρονομικότητας του Μέντελ. Υπάρχουν φυσικά και γονίδια συνυπερέχοντα ή συνεπικρατή (co-dominant), όπου και τα δύο αλληόμορφα εκφράζονται ταυτόχρονα στον ίδιο οργανισμό, ενώ η κληρονομικότητα δεν είναι πάντοτε μεντελιανή, π.χ. μπορεί να τύχει μονογονεϊκή δισωμία (και τα δύο χρωμοσώματα ενός ζεύγους από τον ίδιο γονέα), τυχαίες μεταλλάξεις, επιγενετικές αλλαγές κλπ.
Ετερόζυγο (heterozygous ή het) = Ζώο που κρύβει ένα υπολειπόμενο αλληλόμορφο, το οποίο αν αναπαραχθεί με κάποιο επίσης ετερόζυγο άτομο για το ίδιο αλληλόμορφο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εμφανιστεί το υπολειπόμενο σε πολλούς απογόνους. Για παράδειγμα ένα ζώο μπορεί να’ναι φορέας του υπολειπόμενου αλληλομόρφου του αλφισμού, αν και το ίδιο φαίνεται κανονικό εξωτερικά, όταν όμως ζευγαρώσει μ’έναν παρόμοιο φορέα, μερικοί απόγονοί του θα γεννηθούν αλφικοί. Το αντίθετο είναι ομόζυγο (homozygous), οπότε το ζώο έχει δύο όμοια αλληλόμορφα.
Γονότυπος (genotype) = Το σύνολο των γονιδίων ενός οργανισμού.
Φαινότυπος (phenotype) = Το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, τα οποία, όπως είπαμε, δεν αντιστοιχούν πάντοτε στο γονότυπο, ενώ μπορούν ορισμένα να επηρεαστούν απ’το περιβάλλον.
Καραμελώδες (caramel) = Αλμπίνο ζώο με έντονα ξανθικά στοιχεία, κυρίως για τους βασιλικούς πύθωνες (Python regius), οι οποίοι είναι άλλωστε το ερπετό με τις περισσότερες μορφικές παραλλαγές.
Λεπτόγραμμο (pinstripe) = Ζώο με ρίγες του σώματος πολύ λεπτές, στους βασιλικούς πύθωνες λέγεται αραχνώδες (spider), επειδή το σχέδιο θυμίζει ιστό αράχνης.
Λευκοκήλιδο (piebold) = Ζώο με μεγάλες, αχρωμάτιστες κηλίδες που συνήθως είναι αχρωμάτιστες και λευκές. Σπανιότατα το χαρακτηριστικό εμφανίζεται και σε ανθρώπους.
Κλόουν (clown) = Υπολειπόμενο χαρακτηριστικό που δίνει ζωηρό κίτρινο χρώμα με παράξενους χρωματισμούς στο κεφάλι, μορφικό των βασιλικών πυθώνων κι άλλων ειδών.
Ασχέδιο (patternless) = Χρωματική παραλλαγή όπου ένα ζώο που ως φυσικός τύπος έχει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο το χάνει, διατηρώντας μόνο το βασικό του χρώμα.
Παστέλ (pastel) = Χρωματική παραλλαγή στους βασιλικούς πύθωνες κι άλλα ερπετά με ένταση των ξανθικών χρωμάτων και μεγάλες χρωματικές αντιθέσεις.
Αίνιγμα (enigma) = Μορφική παραλλαγή στα λεοπαρδαλώδη γκέκο (Eublepharis macularius) με έντονη κηλίδωση και λευκή ουρά. Ορισμένα άτομα αυτής της ποικιλίας παρουσιάζουν νευρολογικά προβλήματα.
Γραμμή αίματος (bloodline) = Η οικογενειακή γραμμή που ξεκινά από έναν συγκεκριμένο πρόγονο και περιλαμβάνει όλα τα ενδιάμεσα άτομα μέχρι τα σημερινά.
Αιμομιξία (inbreeding) = Η αναπαραγωγή κοντινών συγγενών, χρησιμοποιείται από εκτροφείς για την ένταση ορισμένων χαρακτηριστικών, αλλά η άκριτη εφαρμογή της μπορεί να επιφέρει αρνητικες συνέπειες στους απογόνους εξαιτίας καταστρεπτικών υπολειπόμενων γονιδίων που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανιστούν έτσι.
Υβρίδιο (hybrid) = Ο απόγονος δύο διαφορετικών μορφικών, υποειδών ή συγγενικών ειδών. Στην τελευταία περίπτωση συχνά είναι στείρος, αν κι όχι πάντοτε.
Διαβαθμός (intergrade) = Άτομο στην οριακή περιοχή της εξάπλωσης δύο υποειδών ή πολύ συγγενικών ειδών, το οποίο λόγω υβριδισμού παρουσιάζει χαρακτηριστικά και των δύο πληθυσμών.
Ερπετοσαφάρι (herping) = Δραστηριότητα που γίνεται συνήθως στη φύση με αναζήτηση, καταμέτρηση ή φωτογράφηση ερπετών. Μπορεί να περιλαμβάνει κι αιχμαλώτηση ερπετών, αν και σε περιοχές όπου τα είδη αυτά προστατεύονται, όπως στη χώρα μας, αυτό είναι πράξη παράνομη. Μορφή του ερπετοσαφαρίου είναι το αλώνισμα δρόμων (road cruising), όπου η αναζήτηση γίνεται μ’ένα αυτοκίνητο αργά κατά μήκος ενός δρόμου και ίσως σε μικρή απόσταση εκατέροθέν του.
Απειλούμενο είδος (endangered species) = Είδος που απειλείται με εξαφάνιση, συνήθως άμεσα ή έμμεσα από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Δεν είναι το ίδιο με το προστατευμένο είδος (protected species), το οποίο μπορεί να προστατεύεται προληπτικά πριν απειληθεί.
Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (Convention on International Trade on Endangered Species συντ. CITES) = Πολυεθνική σύμβαση με προσπάθεια την όσο γίνεται προστασία των απειλούμενων ειδών χλωρίδας και πανίδας από την εμπορική εκμετάλλευση. Εάν ένα ερπετό βρίσκεται υπό καθεστώς CITES, η νόμιμη κατοχή του θα πρέπει να συνοδεύεται με πιστοποιητικό ότι προέρχεται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία.
Ενδιαίτημα (habitat) = Το περιβάλλον όπου ζει ένας οργανισμός και βρίσκει όλους τους απαραίτητους πόρους για την επιβίωσή του.
Μικροενδιαίτημα (microhabitat) = Μικρότερος τομέας του συγκεκριμένου περιβάλλοντος. Για παράδειγμα το ενδιαίτημα ενός ερπετού μπορεί να’ναι ένα λιβάδι, το μικροενδιαίτημά του όμως να’ναι ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους.
Μικροκλίμα (microclimate) = Οι συγκεκριμένες λεπτές κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σ’ένα μικροενδιαίτημα, οι οποίες μπορεί νά’ναι ζωτικής σημασίας για ένα ζώο που το χρησιμοποιεί. Για παράδειγμα σχεδόν όλα τα ερπετά ξηρών ή ερημικών περιοχών περνούν τον περισσότερο χρόνο τους σε δροσερότερα και υγρότερα μικροκλίματα, συνήθως υπογείως, κι αυτά θα πρέπει επίσης να παρέχονται στην αιχμαλωσία.

Υδρόβιο άποδο αμφίβιο Typhlonectes natans, από Wikipedia.

Η σειρά των ασυνήθιστων ενυδρειακών οργανισμών συνεχίζεται, τώρα μ’ένα σπανιότατο υδρόβιο αφίβιο που δεν είναι ούτε σαλαμάνδρα ούτε βάτραχος. Ανήκει αντίθετα στην τάξη των τυφλών, απόδων, ή γυμνοφίονων αμφιβίων (caecilia/apoda/gymnophiona), και μοιάζει πολύ περισσότερο με χέλι, σκουλήκι η φίδι παρά με αμφίβιο. Δε θα πω πολά τώρα γι’αυτήν την ομάδα, διότι είναι αρκετά ιδιαίτερη ώστε να χρειάζεται δικό της άρθρο. Περιιορίζομαι στο να πω πως είναι η λιγότερο μελετημένη ομάδα αμφιβίων, εξαιτίας της κρυπτικής τους φύσης μέσα στο χώμα και τη λάσπη, περιλαμβάνοντας περίπου 150 είδη μέχρι πρόσφατα σε 5, τώρα όμως σε 6 οικογένειες. Είναι σχεδόν η εντελώς τυφλά, χρησιμοποιώντας προεξοχές σαν μουστάκια, καθώς και την αίσθηση της όσφρησης για την εύρεση λείας, η οποία είναι κυρίως μικρά ασπόνδυλα του εδάφους. Έχουν το πιο στερεό κεφάλι απ’όλα τα αμφίβια, για να πιέζουν στο χώμα στο σκάψιμο, ενώ και το μυικό τους σύστημα και το στόμα, το οποίο βρίσκεται κάτω απ’το ρύγχος είναι προσαρμοσμένα γι’αυτόν το σκοπό. Είναι επίσης τα μόνα σημερινά αμφίβια που διατηρούν έστω και υπολειμματικά την επιδερμική κάλυψη των προγονικών αμφιβίων, η οποία ήταν οστέινες φολίδες και πλάκες, με τη μορφή μικροσκοπικών ασβεστωδών φολίδων βυθισμένων στο δέρμα. Για την αναπαραγωγή τους πολλά δεν είναι γνωστά, αν και πολλά είδη φαίνεται να γονιμοποιούν εσωτερικά όπως οι περισσότερες εξελιγμένες σαλαμάνδρες, και να γεννούν μικρά αντί γι’αυγά. Λίγα σχετικά μ’άλλες ομάδες αμφιβίων είδη παράγουν τοξικές ουσίες προς αποτροπή των εχθρών. Έως τώρα, όσα είδη ανακαλύφθηκαν κατάγονται απ’την τροπική ζώνη, αν και δεδομένης της μυστικής τους φύσης δε θα εκπλαγώ αν ακούσω για κάποιο εύκρατο είδος. Μέσα σ’αυτήν την ομάδα υπάρχουν και υδρόβια είδη, τα οποία σπανιότατα πωλούνται προς χομπίστες ενυδρείων. Το παρακάτω είναι άρθρο του
kingsnake.com,
μιας μεγάλης αμερκανικής πύλης για τα ερπετά, σχετικα με τη φροντίδα στο ενυδρείο ενός υδρόβιιο νοτιοαμερικανικού είδους, του Typhlonectes natans.

Μετάφραση: Bolko

Τα άποδα – τα ξεχασμένα αμφίβια
Του Terry Gampper

Μπορεί να τά’χετε δει σε ενυδρεία καταστημάτων κατοικιδίων και πιθανόν να σκεφτήκατε ότι ήταν χέλια ή μεγάλα υδρόβια σκουλήκια. Η ετικέτα στο ενυδρείο θα μπορούσε να τα ταυτοποιεί ως Sicilian worms (σικελικά σκουλήκια, γιατί μοιάζει πολύ με τη λέξη caecilians, το ταξινομικό όνομα της ομάδας), rubber eels (λαστιχόχελα), ή ακόμα και black worms (μαυροσκούληκα). Ο υπάλληλος του καταστήματος κατοικιδίων δεν έχει ιδέα του τι είναι, ώστε προσπερνάτε το ενυδρείο ψάχνοντας για πιο αναγνωρίσιμα πλάσματα όπως βατράχους και σαλαμάνδρες. Εκείνοι που απλώς προσπερνούν μπορεί να μην ξέρουν ότι αυτά είναι απ’τα πιο ασυνήθιστα κι εκπληκτικά πλάσματα στον κόσμο των αμφιβίων. Ώστε τι είναι αυτά τα παράξενα ζώα; Είναι άποδα αμφίβια, η τρίτη ομάδα αμφιβίων – και η ξεχασμένη!

Υπάρχουν πάνω από 150 είδη απόδων παγκοσμίως σε 35 γένη και σε τουλάχιστον 4 οικογένειες. Οι αριθμοί είναι αβέβαιοι διότι αυτά τα ζώα είναι τόσο μυστικά, ώστε πολύ λίγα είναι γνωστά γι’αυτά. Τα άποδα ανήκουν στην τάξη των απόδων (apoda) ή των γυμνοφίονων (gymnophiona). Οι σαλαμάνδρες και οι τρίτονες ανήκουν στην τάξη των κερκοφόρων (caudata), και οι βάτραχοι και οι φρύνοι στην τάξη των ανούρων (anura). Αυτές οι τρεις ομάδες αποτελούν την τάξη των αμφιβίων (amphibia). Οι πέντε οικογένειες των απόδων περιλαμβάνουν:

1. τυφλίδες (caecilidae): βρίσκονται στην Κολομβία (Νότια Αμερική)
2. ιχθυοφιίδες (ichthyophiidae): η εξάπλωσή τους περιλαμβάνει αρκετή απ’τη Νότια Ασία απ’την Ινδία έως την Ινδονησία
3. ρινοτρηματίδες (rhinatrematidae): από την τροπική Νότια Αμερική
4. τυφλονηκτίδες (typhlonectidae): από την Κολομβία και τη Βενεζουέλα (Νότια Αμερική)
5. σκωληκομορφίδες (scolecomorphidae): απ’την τροπική Αφρική

Αν και είδη καθεμίας των οικογενειών συναντώνται περιστασιακά στην αγορά κατοικιδίων, κατά πολύ τα πλέον διαθέσιμα ανήκουν στην οικογένεια των τυφλονηκτιδών. Η εστίαση αυτού του άρθρου θα καλύπτει το υδρόβιο άποδο αμφίβιο.

Οι ψαράδες στα νερά των νοτιοαμερικανικών ποταμών συχνά πιάνουν το υδρόβιο άποδο, Typhlonectes natans (τυφλονήκτης/τυφλός κολυμβητής ο κολυμβητικός). Προτιμούν να ζουν σε καθαρά ρυάκια με βραχώδη βυθό και τείνουν ν’αποφεύγουν τους πιο λασπώδεις, αργοκίνητους παραποτάμους. Επειδή μοιάζουν και συμπεριφέρονται σαν χέλια, συχνά πολλούνται έτσι.

Εξάπλωση: Αυτά τα ζώα ζουν στους ποταμούς της βορειοδυτικής Νότιας Αμερικής. Η εξάπλωσή τους περιλαμβάνει την κεντρική και νότια Βενεζουέλα δυτικά ως την κεντρική Κολομβία.

Μήκος: 50 εκ.

Περιγραφή: Το χρώμα είναι μπλε-μαύρο ή σκούρο γκρι-μαύρο. Το σώμα είναι πλευρικά πεπλατυσμένο και μ’ένα μικρό ουραίο πτερύγιο, συχνά συγχέεται με χέλι. Το στόμα είναι αποτραβηγμένο πίσω από ένα πολύ μακρύ ρύγχος. Το δέρμα είναι χαλαρό δίνοντας μια ρυτιδωμένη εμφάνιση και το χαλαρό δέρμα παρέχει αρκετή επιφάνεια για την απορρόφηση του οξυγόνου απ’το νερό. Οι πνεύμονές τους είναι αρκετά μειωμένοι σε μέγεθος. Η όρασή τους είναι πο΄λύ φτωχή. Το σώμα έχει δυνατούς μύες και το δέρμα είναι πολύ γλοιώδες κάνοντάς τα δύσκολα στο κράτημα. Η παρατήρησή τους στο νερό είναι σκέτη ευχαρίστηση, διότι είναι πολύ χαριτωμένοι κολυμβητές. Κάποτε αυτά τα αμφίβια ταυτοποιούνται ως Typhlonectes compresicauda (πλατύουρος τυφλονήκτης), ένα καφετί χρωματισμένο άποδο απ΄το ποτάμιο σύστημα του Αμαζονίου, το οποίο εισάγεται σπάνια.

Διαθεσιμότητα: Δεν είναι κοινώς διαθέσιμα στα καταστήματα κατοικιδίων.

Φροντίδα στην αιχμαλωσία: Το ενυδρείο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 75 εκατοστά μακρύ γεμάτο με περίπου 37 εκατοστά νερού. Το υπόστρωμα θα πρέπει νά’ναι χαλίκι καλυμμένο με αρκετούς βράχους με λείες άκρες διατεταγμένους κατά τρόπο ώστε να σχηματίζουν σύρραγγες και σπήλαια. Οι βράχοι θα πρέπει να είναι λείοι για να προστατευτεί το ευαίσθητο κι ευάλωτο δέρμα. Το ενυδρείο θα πρέπει να οξυγονώνεται και νά’χει αφθονία υδρόβιων φυτών. Το νερό θα πρέπει να περνά σωστή κατεργασία (αποχλωρίωση, κλπ) και να’ναι υψηλής ποιότητας. Ένα σύστημα διήθησης βραδείας ροής θα κρατά το νερό κρυστάλλινα διαυγές. Ένα σφιχτό καπάκι είναι υποχρεωτικό μιας κι αυτά τα υδρόβια αμφίβια είναι έξυπνοι ειδικοί της απόδρασης. Διατηρήτε τη θερμοκρασία του νερού γύρω στους 27 βαθμούς Κελσίου. Ο φωτισμός θα πρέπει να’ναι χαμηλός. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένας σωλήνας φθορισμού φυσικού φωτός χαμηλών βατ. Οι προτιμώμενες τροφές περιλαμβάνουν υδρόβια σκουλήκια κι έντομα, μικρά ψάρια, και ψιλοκομμένους γεωσκώληκες. Αυτές οι τροφές καταναλώνονται μετά μανίας. Τα υδρόβια άποδα μπορούν να διατηρηθούν με τα περισσότερα τροπικά ψάρια. Έχει σημειωθεί ότι ορισμένα είδη σ’αυτήν την ομάδα μπορούν να διατηρηθούν σε περιβάλλον ημιενυδρείου (που να περιέχει και στεριά). Τα αιχμάλωτα είδη είναι γνωστά να θάβονται στο χώμα κατά τη μέρα και να βγαίνουν έξω το βράδυ στο νερό για να φάνε. Φαίνονται νά’ναι εντελώς ευχαριστημένα να ζουν όμως και σ’ένα πλήρως υδάτινο περιβάλλον.

Αναπαραγωγή: Η γονιμοποίηση είναι εσωτερική και τα είδη στο γένος Typhlonectes γεννούν ζωντανά μικρά, παρόλα αυτά τα μικρά δεν αναπτύσσουν σύνδεση με το τοίχωμα της μήτρας.

Άλλες πληροφορίες: Πολύ λίγα είναι γνωστά για τα άποδα. Υπάρχει μεγάλη έλλειψη πληροφοριών για τη φυσική ιστορία και τη διαχείριση στην αιχμαλωσία γι’αυτά τα αμφίβια. Εάν τό’χετε πάρει στα σοβαρά να διατηρήσετε αυτά τα ζώα, έχετε μια ευκαιρία να συμβάλλεται σπουδαία σττην κατανόηση της διατροφής, της διαχείρισης, της αναπαραγωγής, της ασθένειας και της διάρκειας ζωής αυτών των ζώων στην αιχμαλωσία. Είναι πολύ ανθεκτικά στην αιχμαλωσια και θά’ναι μια ασυνήθιστη προσθήκη για το ενυδρείο σας.

Σίγουρα αν συναντούσα ένα τέτοιο θα τό’παιρνα, εάν φυσικά ή τιμή ήταν προσιτή. Είναι σπανιότατα και μοναδικά ζώα.

Σημείωση: Το είδος έχει μεταφερθεί στην οικογένεια των τυφλιδών (caecilidae), μαζί προφανώς με τα υπόλοιπα μέλη των τυφλονηκτιδών. Πηγή μου η Wikipedia.

Άτομο του είδους Xenopus laevis φυσικής μορφής. Υπάρχουν κι αλφικοί. Από το xenopus.com.

Οι αφρικανικοί υδρόβιοι βάτραχοι ή αφρικανικοί ονυχοφόρι βάτραχοι, που πήραν αυτό το όνομα εξαιτίας των τριών νυχιών που φέρουν στα πίσω άκρα, σπάνιο φαινόμενο στα αμφίβια, είναι ένα αποκλειστικά υδρόβιο είδος βατράχου αρχικά ιθαγενές της Αφρικής, σήμερα όμως εξαπλωμένο και σε μερικά μέρη της Αμερικής και λίγο στην Ευρώπη λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. Είναι ένα απ’τα ευκολότερα στη διατήρηση είδη βατράχου, με ανάγκες περισσότερο ενός ψαριού παρά ενός αμφιβίου. Ίσως οι αναζητήσεις που δέχομαι για υδρόβιους βατράχους ή βατραχάκια ενυδρείου να αφορούν αυτό το είδος και συγγενικά του. Μπορεί να ζήσει σε μικρά ενυδρεία με ποικίλα χαρακτηριστικά νερού, έχει μέτριο μέγεθος, τρώει κι ακίνητη τροφή (οι περισσότεροι βάτραχοι δέχονται μόνο ζωντανή τροφή), κι αναπαράγεται πανεύκολα στην αιχμαλωσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά του, καθώς και τα μεγάλα κι εύκολα παρατηρήσιμα και χειρίσιμα έμβρυά του, τον έχουν κάνει επίσης βασικό οργανισμό μοντέλο, κυρίως για τη μελέτη της εμβρυικής ανάπτυξης και της γενετικής στα επιστημονικά εργαστήρια. Παρακάτω βρίσκεται μεταφρασμένο ένα λεπτομερές άρθρο για τη φυσική ιστορία και τη διατήρηση κι αναπαραγωγή αυτού του βατράχου στην αιχμαλωσία από το
Herp Station.

Μετάφραση: Bolko

Παρουσίαση είδους

Ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος (Xenopus laevis)

Εισαγωγή

Αν κι ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος, Xenopus laevis, συναντάται συχνά στην αιχμαλωσία, λίγες αυθεντικές πληροφορίες για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή του είναι διαθέσιμες για το μη επιστημονικο κοινό. Δεδομένου του γεγονότος ότι αυτός ο βάτραχος είναι γνωστός στην επιστήμη απ’το 19ο αι., μια τόσο εμφανής έλλειψη πληροφοριών είναι πραγματικά εκπληκτική. Είναι επίσης λυπηρό, μιας κι ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος γίνεται ιδανικό κατοικίδιο για πεπειραμένους ερπετοκατόχους και αρχάριους της ομάδας εξίσου, εάν οι μοναδικές του ανάγκες καλυφθούν σωστά.

Ερωτήματα σχετικά με τη σωστή τροφή, στέγαση, φωτισμό, θερμοκρασία, κλπ. Συναντώνται συχνά όχι μόνο στην ομάδα συζήτησης του usenet rec.pets.herp, αλλ’επίσης και σ’άλλα φόρουμ των ερπετοχομπιστών εξίσου. Ευτυχώς, αυτό το κείμενο θα μπορέσει να διαλευκάνει τις βασικές απαιτήσεις του αφρικανικού ονυχοφόρου βατράχου ώστε οι κάτοχοι να μπορούν τελικά να νιώθουν αυτοπεποίθηση ότι οι τρόφιμοί τους λαμβάνουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα.

Υπόβαθρο

Ο αφρικανικός ονυχοφόρος βάτραχος είναι παράδειγμα της άποψης ότι η φύση δημιουργεί εύκολα και διατηρεί μια επιτυχημένη προσαρμογή. Καλά διατηρημένα απολιθώματα ξενοπόδων έχουν βρεθεί απ’το Κρητιδικό, και το είδος laevis δεν απειλείται καθόλου ακόμα και σήμερα. Αντίθετα, το ανθρώπινο εμπόριο έχει βοηθήσει στην εδραίωση βιώσιμων αποικιών αυτών των ανούρων αρκετά έξω απ’την αρχική τους περιοχή, όπως στη Νότια Καλιφόρνια και την Αριζόνα. Για το φαινομενικό σκοπό της παύσης της ανεξέλεγκτης εξάπλωσής τους, νομοθεσία που απαγορεύει την κατοχή τους βρίσκεται σε ισχύ σ’αυτές και πολυάριθμες άλλες περιοχές. Έτσι, τοπικοί κανονισμοί θα πρέπει να συμβουλεύονται πριν παρθεί η απόφαση για τη διατήρηση ξενοπόδων, και δε θα πρέπει αυτοί ν’απελευθερωθούν ποτέ στη φύση πουθενά και υπό καμία περίσταση.

Οι ξενόποδες ταξινομούνται στην οικογένεια των πιπιδών (pipidae), όλα τα μέλη της οποίας είναι εντελώς υδρόβια κι άγλωσσα. Επιπροσθέτως, όλοι οι πιπίδες διαθέτουν έναν αριθμό άλλων εξαιρετικών χαρακτηριστικών: ένα σφηνοειδές σώμα το οποίο είναι οριζοντίως πεπλατυσμένο, μικρά μάτια που κοιτούν προς τα πάνω, μη ορατά τύμπανα, μοναδικό φωνητικό σύστημα που δε χρειάζεται διογκώσιμους φωνητικούς σάκους, καθόλου δόντια, πολύ ολισθηρή επιδερμίδα, κλπ. Ο xenopus laevis είναι ίσως το πιο γνωστό απ’τα 14 είδη του γένους Xenopus. Όλα είναι ιθαγενή μόνο στην Υποσαχάριο Αφρική, όπου είναι κοινώς γνωστά ως πλατάννα. Το όνομα «Xenopus» είναι ελληνικό για περίεργο πόδι, μια εύστοχη περιγραφή για τα τεράστια μεμβρανωμένα, πενταδάκτυλα, τριόνυχα πίσω πόδια τυπικά για την ομάδα. Το «laevis» σημαίνει λείος στα λατινικά. Άλλοι πιπίδες περιλαμβάνουν τους λεγόμενους φρύνους του Σουρινάμ (γένος Pipa) της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, ίσως απ’τα πιο παράξενα στην εμφάνιση άνουρα του κόσμου, όπως και τους μικροσκοπικούς δυτικοαφρικανικούς Hymenochirus και Pseudohymenochirus.

Για να κατανοήσει κανείς πώς διατηρείται ο ξενόποδας, θα πρέπει να καταλάβει πώς ζουν στη φύση. Ο ονυχοφόρος βάτραχος είναι σχεδόν πάντοτε ένα πλάσμα των στάσιμων λιμνών και λάκων που υπάρχουν σε υπόστρωμα παχιάς λάσπης. Οι καλά ανεπτυγμένοι πνεύμονές του τον επιτρέπουν να παίρνει πρακτικά όλο το απαραίτητο οξυγόνο στην επιφάνεια? Πράγματι, χωρίς συνεχή πρόσβαση στον αέρα θα καταρρεύσει γρήγορα. Έτσι, οι ξενόποδες περιπολούν ένα πολύ θολό υγρό περιβάλλον συχνά πνιγμένο σε αποσυντηθέμενη οργανική ύλη. Τα απίστευτα ευαίσθητα ακροδάχτυλά τους, τέσσερα σε κάθε χέρι, και τα πολύπλοκα συστήματα πλευρικών γραμμών τους τους επιτρέπουν να εντοπίζουν ζωντανή λεία εύκολα, ακόμα κι όταν είναι κρυμμένη στη λάσπη και στην οργανική ύλη. Δεδομένων αυτών των αφιλόξενων συνθηκών, εντούτοις, έχουν επίσης εξελίξει την ικανότητα να εντοπίζουν διά οσμής και να καταναλώνουν αποτελεσματικά μη ζωντανές τροφές – μια σπάνια προσαρμογή στα άνουρα και μια που δίνει συχνά στον ξενόποδα σημαντικό πλεονέκτημα όταν τυχαία μεταφυτεύεται σ’άλλα μέρη του κόσμου.

Επειδή ο οικολογικός θώκος του ονυχοφόρου βατράχου τον αποκλείει από το να διατηρεί υλική περιοχή όπως κάνουν πιο χερσαίοι συγγενείς, αυτό το άνουρο συνήθως χρησιμοποιεί στρατηγικές επιβίωσης οι οποίες ελαχιστοποιούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των ενηλίκων μελών του είδους. Για παράδειγμα, τα θηλυκά τείνουν να παραμονεύουν ήσυχα περιοχές πάνω απ’την επιφάνεια του νερού για προσδοκώμενα γεύματα, ενώ τα αρσενικά συχνά προτιμούν να ψάχνουν ενεργητικά για τροφή στο βυθό.

Όταν τα ρηχά του στέκια αποξηραίνονται, όπως παθαίνουν συχνά κατά τα μακρά θερμά καλοκαίρια, ο βάτραχος σκάβει ως και 30 εκατοστά στη λάσπη για να περάσει το καλοκαίρι φτιάχνοντας προσεκτικά τη σύρραγγα ώστε μια οπή για αέρα να παραμένει ανοιχτή. Οι ξενόποδες μπορούν να ξοδέψουν έως και δέκα μήνες σ’αυτήν την αδρανή κατάσταση. Οι αιχμάλωτοι ονυχοφόροι βάτραχοι μπορούν να ζήσουν ως και 15 χρόνια, αλλά οι τυπικές διάρκειες ζωής για τους άγριους ή τους εισαγόμενους ξενόποδες, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που περνούν το καλοκαίρι σε νάρκη, δεν έχουν εξακριβωθεί.

Αν κι οι ονυχοφόροι βάτραχοι δεν είναι γνωστό να’ναι τοξικοί για οποιοδήποτε ζώο, διαθέτουν χημικές άμυνες οι οποίες προσφέρουν προστασία και για εχθρούς και για ασθένειες. Η ελαφριά ιχθυώδης μυρωδιά που εκκρίνουν απωθεί πολλούς σπονδυλωτούς εχθρούς, ιδίως αυτούς που βρίσκονται εκτός της ιθαγενούς περιοχής του ξενόποδα. Επιπροσθέτως, παράγουν οργανικές ενώσεις που λέγονται μαγαϊνίνες οι οποίες έχουν ισχυρή αντιβιωτική, αντιμυκητική, αντιπαρασιτική, και αντιική δράση. Συνεχιζόμενη έρευνα πάνω στις μαγαΪνίνες κι άλλες ουσίες παραγόμενες απ’τον ονυχοφόρο βάτραχο έχει είδη καταλήξει σε κάποια χρήσιμα φαρμακευτικά σκευάσματα, με πολλά περισσότερα σε προετοιμασία.

Ο λείος ξενόπους ήταν το πρώτο σπονδυλωτό που κλονοποιήθηκε επιτυχώς κι έχει ταξιδέψει στο διαστημικό λεωφορείο πολλές φορές.

Γενικές πληροφορίες διατήρησης νεαρών & ενήλικων ονυχοφόρων βατράχων

Το ιδανικό περιβάλλον αιχμαλωσίας του αφρικανικού ονυχοφόρου βατράχου είναι αυτό που μιμείται όσο κοντινότερα γίνεται τις φυσικές συνθήκες υπό τις οποίες φυσιολογικά βρίσκεται το είδος. Τα ακόλουθα θα πρέπει να εφαρμοστούν ως βασικές οδηγίες:

Στέγαση

Αυτά είναι αυστηρώς υδρόβια άνουρα. Τουλάχιστον 5 λίτρα νερού ανά ζώο, με το βάθος όχι περισσότερο από 30 εκατοστά κι όχι λιγότερο από 15. Μη χρησιμοποιείτε απεσταγμένο νερό. Τα μπουκάλια με το νερό της βρύσης θα πρέπει να στέκονται ανοιχτά για τουλάχιστον μια μέρα πριν αδειαστούν στο ενυδρείο για την εξάτμιση του χλωρίου και σχετικών χημικών. Εναλλακτικά, δύο μικροσκοπικοί (όγκου ενός κυβικού χιλιοστού) κρύσταλλοι θειοθειικού νατρίου μπορούν να προστίθενται σε κάθε μπουκάλι 5 λίτρων τουλάχιστον μια μέρα πριν από τη χρήση.

Οι αφρικανικοί ονυχοφόροι βάτραχοι είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένοι για συνθήκες στάσιμου νερού. Αν κι αισθητικά ευχάριστο στον κάτοχο, η μηχανική ή και ηλεκτρική διήθηση πάντοτε προκαλεί αρνητικά αποτελέσματα στους βατράχους. Η σταθερή κίνηση του νερού όσο ελαφρά κι αν είναι γίνεται αντιληπτή απ’το καλά ανεπτυγμένο σύστημα των πλευρικών γραμμών και προκαλεί σοβαρό στρες. Το φαινόμενο είναι ύπουλο και μπορεί να συγκριθεί μ’αυτό που θα γινόταν σ’έναν άνθρωπο εάν αυτός ήταν αναγκασμένος να ζει κάπου όπου τρυπάνια και κομπρεσέρ ήταν σε χρήση για 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.

Το 99% του νερού θα πρέπει ν’αλλάζεται με αντλία, σύφωνα, ή και κάνουλες κάθε 3-4 μέρες, ή οποτεδήποτε γίνεται υπερβολικά θολό. Εάν αμφιβάλλεται για την αλλαγή του νερού, προσπαθήστε να τείνετε προς την πλευρά της καθαριότητας, αν και η υπερβολική λεπτολογία δε χρειάζεται. Σε κάθε αλλαγή νερού χρησιμοποιήστε μια πετσέτα για ν’αφαιρέσετε όποια άλγη και συσσωρευμένο έκκριμα που σχηματίζονται στα τοιχώματα του ενυδρείου, αλλά μη χρησιμοποιείται καθόλου αντιαλγικά ή καθαριστικά για το νερό χημικά πέρα απ’το απειροελάχιστο ποσό θειοθειικού νατρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

Τα μεταλλικά ιόντα είναι τοξικά στους ξενόποδες, μειώνοντας την αντοχή τους στη μόλυνση. Βεβαιωθείτε απολύτως πως δεν υπάρχει μέταλλο κανενός είδους μέσα ή πάνω στο ενυδρείο ή όπου το νερό μπορεί να πεταχτεί και να ξαναστάξει στο ενυδρείο, π.χ. από μια σίτα ή υποδοχή λαμπτήρος. Ποτέ μην καθαρίζετε το ενυδρείο με σαπούνια ή καυστικά ή επιτρέπετε τέτοιες ουσίες να έρθουν σ’επαφή με το νερό. Μη χρησιμοποιείτε εντομοκτόνες ταινίες ή εντομοκτόνα στην περιοχή του ενυδρείου.

Ο ονυχοφόρος βάτραχος είναι αρκετά άνετος σε ασκητικό περιβάλλον, αρκεί αυτό νά’ναι κατάλληλα ευρύχωρο. Μη χρησιμοποιείτε υπόστρωμα μικρών πετρών, αφού αυτές μπορούν να καταποθούν κατά λάθος. Αποφεύγετε τα ζωντανά φυτά, αφού οι βάτραχοι τα ξεριζώνουν γρήγορα. Λίγοι αποστειρωμένοι βράχοι μεσαίου-μεγάλου μεγέθους είναι αρκετή για να σπάσουν τη μονοτονία ενός σκέτου ενυδρείου.

Οι ενήλικες ξενόποδες μπορούν να δέχονται μαλακό χειρισμό, αν και είναι διαβώητα ολισθηροί. Δε θα πρέπει ποτέ να πιάνονται με απόχη, εντούτοις, επειδή τα λεπτά δάχτυλά τους μπορεί καταλάθος να εμπλακούν και ν’ακρωτηριαστούν ακόμα κι από τη λεπτότερη σίτα. Επειδή αφυδατώνονται εύκολα δε θα πρέπει ποτέ να διατηρούνται σε ξηρή κατάσταση για περισσότερο από λίγα λεπτά.

Φωτισμός & θερμοκρασία

Αποφεύγετε τα άκρα. Ειδικότερα, μην εκθέτετε το ενυδρείο καθόλου σε απευθείας ηλιακό φως, πολύ έντονο τεχνητό φως, οι θερμοκρασίες πάνω από 32 βαθμούς Κελσίου ή κάτω από 4. Οι βάτραχοι είναι περισσότερο άνετοι με έμμεσο φωτισμό κατά τις κανονικές ώρες της μέρας και μια κύμανση θερμοκρασιών από 16 έως 27 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή η συνηθισμένη θερμοκρασία εσωτερικών χώρων. Ως βασικός κανόνας, εάν είστε άνετοι στο περιβάλλον όπου βρίσκεται το ενυδρείο, οι ξενόποδες θα’ναι επίσης. Οι ονυχοφόροι βάτραχοι δεν έχουν ειδικές απαιτήσεις σε υπεριώδη ακτινοβολία.

Τροφή

Οι ξενόποδες θα πρέπει να ταΐζονται μια φορά τη μέρα με τόση τροφή όση θα καταναλώσουν σε 15 λεπτά. Αποφεύγετε το υπερβολικο τάισμα? μόνο θολώνει το νερό. Οι ευχαριστημένοι αφρικανικοί βάτραχοι θα πάρουν συχνά τροφή απ’τα δάχτυλα του κατόχου τους. Θα τσιμπήσουν επίσης και τον κάτοχο, αλλά τα νωδά στόματά τους δε μπορούν να προξενήσουν καμία βλάβη. Στη φύση, οι ονυχοφόροι βάτραχοι είναι χαρούμενοι να τρώνε ζωντανά, νεκρά, κι ετοιμοθάνατα αρθρόποδα, κομματάκια οργανικών σκουπιδιών, και χαλαρό υλικό αποσυντεθημένων πτωμάτων διάφορων σπονδυλωτών. Για αιχμάλωτα άτομα, τα μπαστουνάκια reptomin ™ είναι εξαιρετικά ως βασική τροφή, όπως είναι και πολλά άλλα πολύ πρωτεΪνούχα τρόφιμα φτιαγμένα κυρίως για υδρόβιες χελώνες.

Υπάρχουν αρκετές εταιρείες προμήθειας προΪόντων σχετικών με βιολογία (π.χ. Three Rivers Amphibian, Carolina Biological, κλπ.) οι οποίες προσφέρουν ισορροπημένη τροφή φτιαγμένη ειδικά γι’αυτό το άνουρο. Κομμάτια άπαχου βοδινού, έντομα και προνύμφες, τροφή για γάτες και σκύλους, γαρίδες, σκουλήκια, κλπ. Μπορούν επίσης να προσφερθούν. Η διατροφική συμπλήρωση με ασβέστιο ή βιταμίνες δε χρειάζεται εάν χρησιμοποιούνται επαγγελματικά ισορροπημένες έτοιμες τροφές ως διατροφική βάση.

Γυρίνοι

Οι ανοιχτές, ρηχές υδάτινες εκτάσεις οι οποίες είναι η κατοικία του ξενόποδα εξασφαλίζουν ελάχιστη επαφή μεταξύ υγιών προνυμφών βατράχων κι ενηλίκων. Αλλά σε καταστάσεις αιχμαλωσίας αυτά τα δύο θα πρέπει να κρατούνται εντελώς χωριστά? Ακόμα και οι πρόσφατα μεταμορφωμένοι ξενόποδες θα γίνουν γρήγορα γεύμα των αδερφών τους γυρίνων αν υπάρξει η ευκαιρία.

Οι γυρίνοι των ονυχοφόρων βατράχων έχουν μουστάκια σαν γατόψαρα και κολυμπούν με το κεφάλι κάτω. Έχουν κάπως διαφορετικές απαιτήσεις από τα μεταμορφωμένα μέλη του είδους τους. Ειδικότερα, είναι αποκλειστικά διηθητές χωρίς αποξεστικά στοματικά μέρη. Έτσι, αν δεν κυκλοφορεί η τροφή ελεύθερα σε σωματίδια μεγέθους μικρού, δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Για να εξασφαλιστεί ο σωστός βαθμός κυκλοφορίας του υγρού γύρω από κάθε γυρίνο, η ουρές τους δονούνται συνεχώς μ’έναν τρόπο που θυμίζει μια γκρίζα φλόγα να καίει κάτω απ’το νερό.

Άσχετα με το πόσο μεγάλο η μικρό είναι το ενυδρείο, δε θα πρέπει να αναλογούν λιγότερα από 500 χιλιοστόλιτρα νερού ανά γυρίνο. Το κονιορτοποιημένο αυγό είναι ιδανική τροφή, αλλά και οι νυφάδες για τα χρυσόψαρα υπερβολικά λεπτά αλεσμένες με γουδί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικό. Κάθε γυρίνος θα πρέπει να λαμβάνει τόση σκόνη τη μέρα όση για να καλύψει ένα κεφαλαίο γράμμα Ο 14 σημείων. Το υπερβολικό τάισμα των γυρίνων αποτελεί πραγματικο κίνδυνο για τα ζώα, αφού τα βράγχιά τους δε μπορούν να λάβουν το απαιτούμενο οξυγόνο όταν το νερό είναι γεμάτο με σωματιδιακή τροφή. Το 98% του νερού των γυρίνων θα πρέπει ν’αλλάζεται μια φορά τη μέρα, ακόμα κι αν φαίνεται να είναι εντελώς διαυγές. Οι γυρίνοι του ονυχοφόρου βατράχου είναι υπερβολικά λεπτεπίλεπτοι και δε θα πρέπει ν’αγγίζονται ή να πιάνονται με την απόχη. Οι παλλόμενες καρδιές τους και τα κουλουριασμένα ασιμωπά έντερά τους είναι εύκολα ορατά μέσ’από το διαφανές δέρμα. Οι ξενόποδες συχνά παράγουν υψηλό ποσοστό γενετικά προβληματικών απογόνων.

Ζευγάρωμα

Οι ξενόποδες είναι γεννητικά ώριμοι στους 10 μήνες μ’ένα χρόνο. Σ’αυτό το διάστημα ο διαχωρισμός του φύλου είναι εύκολος. Τα αρσενικά φωνούν συχνά κατά τις βραδινές ώρες, έχουν λεία οπίσθια, είναι το ½ του μεγέθους των θηλυκών, σχετικά ισχνοί, κι αναπτύσσουν σκούρες βεντούζες ζευγαρώματος στην κάτω πλευρά των χεριών και του εμπρός μέρους των μπροστινών άκρων τους. Οι θηλυκοί είναι στρουμπουλοί, σχεδόν εντελώς άηχοι, και διαθέτουν μια προέκταση της αμάρας? Κυμαίνονται από 7,5 με 15 εκατοστά απ’το ρύγχος έως την αμάρα. Το ζευγάρωμα μέσω οσφυικού εναγκαλισμού μπορει να λάβει χώρα οποιαδήποτε εποχή, αλλά είναι κοινότερο κατά την άνοιξη? Έως και 4 ζευγαρώματα το χρόνο έχουν αναφερθεί για συμβατά ζευγάρια.

Πολλές ενδιαφέρουσες και προκλητικές τεχνικές έχουν δοκιμαστεί για την ενθάρρυνση του ζευγαρώματος, αλλά τα’αποτελέσματα παραμένουν αμφιλεγόμενα. Ένας παράγοντας είναι ξεκάθαρος, εντούτοις, οι βάτραχοι θα πρέπει να έχουν αρκετά περισσότερο χώρο απ’το σύνηθες. Για 2 αρσενικά και 2 θηλυκά, 25 με 250 λίτρα νερού με βάθος από 20 έως 22,5 εκατοστά αρκούν. Το νερό θα πρέπει να διατηρείται όσο καθαρό γίνεται, και η θερμοκρασία του θα πρέπει να είναι γύρω στους 21 βαθμούς Κελσίου. Το ζευγάρωμα συχνά λαμβάνει χώρα αργά τη νύχτα όταν οι βάτραχοι δεν ανιχνεύουν καμία άλλη δραστηριότητα, ώστε η παρατήρησή του είναι πρόκληση. Τα κολλητικά αυγά ρίχνονται ελεύθερα μεμονωμένα, με εκατοντάδες να εκβάλλονται σε μια περίοδο 3 με 4 ωρών. Μέσα σε προφανώς στενά όρια, η ταχύτητα της μεταμόρφωσης είναι απευθείας ανάλογη της θερμοκρασίας του νερού. Το μέσο διάστημα απ’το αυγό στο βατραχάκι είναι περίπου 6 με 8 εβδομάδες.

Η μεταμόρφωση είναι ένα κρίσιμο γεγονός, αφού ολόκληρο το κυκλοφορικό, το πεπτικό, και το νευρικό σύστημα αναδιοργανώνονται σε βραχύ χρονικό διάστημα. Ο κάτοχος θα πρέπει ν’ανησυχεί ιδιαίτερα για τη ριζική αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες: ενώ οι γυρίνοι του ονυχοφόρου βατράχου θα πρέπει να διηθήσουν, το βραχύ πεπτικό σύστημα των πρόσφατα μεταμορφωμένων νεαρών ατόμων και τον μετέπειτα ενηλίκων μπορεί μόνο να δεχτεί ορατά στερεά τροφή. Για να εξασφαλιστεί ότι προσφέρεται μόνο η κατάλληλη τροφή, τα’ακόλουθα θα πρέπει να τηρηθούν προσεκτικά. Θα παρατηρηθούν μεγάλες μορφολογικές αλλαγές σύντομα μετά την εμφάνιση των μπροστινών άκρων, και οι ενεργητικές δονήσεις της ουράς θα επιβραδυνθούν και τελικά θα σταματήσουν. Κατ’αυτήν την περίοδο, το τάισμα με κονιορτοποιημένη τροφή θα πρέπει να συνεχίζεται ως συνήθως.Εντούτοις, όταν η ουρά αρχίζει εμφανώς να εκφυλίζεται, ο βάτραχος λαμβάνει θρέψη μόνον απ’αυτήν, και το τάισμα δεν είναι απαραίτητο. Σ’αυτό το πολύ βραχύ διάστημα, που διαρκεί κατά μέσο όρο 4-5 μέρες, όταν το ζώο ισορροπεί σ’ένα αναπτυξιακό μετέχμιο μεταξύ γυρίνου και βατράχου, δε μπορεί ν’απορροφηθεί καμία εξωτερική θρέψη. Σύντομα, η ουρά συρρικνώνεται σε τίποτα παρά ένα μικρό πρέμνο. Σ’αυτό το σημείο θα πρέπει να προσφερθεί τροφή για ενήλικες. Το πρώτο κανονικό γεύμα του πρόσφατα μεταμορφωμένου βατράχου θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ορεκτικό, λίγα κομματάκια άπαχου, ωμού βοδινού είναι καλά. Η περίοδος μεταξύ του σχηματισμού των μπροστινών άκρων και της πρώτης αποδοχής στερεάς τροφής είναι περίπου 10 μέρες.

Τα βατραχάκια των ξενοπόδων είναι εύθραυστα πλάσματα αρκετά μικρά για να χωρέσουν σ’ένα μέσο γραμματόσημο? Οι γυρίνοι είναι αρκετά μακρύτεροι. Τα πίσω πόδια τους είναι τόσο διαφανή, ώστε οι μηροί να μπορούν να φανούν καθαρά. Στους επόμενους λίγους μήνες θα εμφανιστεί ο φυσικός χρωματισμός του βατράχου, και τα πόδια τους θα γίνουν αδιαφανή. Απλές φωνήσεις απ’τα αρσενικά μπορεί ν’ακουστούν τόσο σύντομα όσο και λίγοι μήνες μετά τη μεταμόρφωση.

Τελικές σημειώσεις

Αν κι ο ονυχοφόρος βάτραχος μπορεί να συναντηθεί συχνά και στα εργαστήρια και στην αγορά κατοικιδίων, δεν είναι βαρετό ζώο. Ένα εκπληκτικά κοινωνικό κι έξυπνο άνουρο, ο τρόπος ζωής του κρύβει ακόμα πολλά μυστήρια γι’αυτούς που δεν έχουν χάσει την ικανότητα να θαυμάζουν τη φύση. Για παράδειγμα, κανείς δεν ξέρει ακόμα πόσα καλέσματα χρησιμοποιούν οι ξενόποδες ή τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς τέτοιων φωνήσεων.

Μια μερική βιβλιογραφία είναι παραρτημένη σ’αυτό το κείμενο. Αν κι αρκετές πληροφορίες πάνω στον ξενόποδα είναι χωμένες μέσα στην δυσνόητη ακαδημαϊκή φιλολογία, εκείνοι με το χρόνο, την ενέργεια, και τη δύναμη να την ψάξουν θα συναντήσουν πολλές εκπληκτικές πνευματικές λιχουδιές. Ένας επιβεβαιωμένος μακροχρόνιος φανατικός του λείου ξενόποδα, ο συγγραφέας έχει προσπαθήσει με τον καλύτερο τρόπο να δώσει σωστές πληροφορίες για τη διατήρηση του ονυχοφόρου βατράχου σε μια συμπυκνωμένη μορφή. Για να το κατορθώσει αυτό έχει αντλήσει ελεύθερα πληροφορίες από προσωπικές, μαρτυριακές, δημοφιλείς, κι επιστημονικές πηγές. Παρόλα αυτά, αν υπάρχουν λάθη μεγάλα ή μικρά, είναι ευθύνη του συγγραφέα και μόνο, και μετανιώνει πολύ γι’αυτό. Ιδιαίτερες ευχαριστίες δίνονται στους Andy Broome, Tuomas Koivu, και Nathan Tenny για τις πολίτιμες επισημάνσεις, παρατηρήσεις κι ευρυμάθειά τους.

Σχετικές προσθήκες, ανεκδοτολογικά στοιχεία, σχόλια, διορθώσεις, ή κι ερωτήσεις μπορούν να προωθηθούν σ’εμένα μέσω της διεύθυνσης e-mail παρακάτω.

Καλή ερπετολογική αναζήτηση!

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Alper, Joseph. «Frog Factory» _Science 85_ May 1985 pp. 70-74 Anonymous. Frog care literature 1983 (Massapequa, NY: Three Rivers Amphibian, Inc.)
Behler, John L. & King, F. Wayne. _The Audubon Society Field Guide to North American Reptiles and Amphibians_ (New York: Alfred A. Knopf) 1979 pp. 423-424
Breen, John F. _Encyclopedia of Reptiles and Amphibians_ (Neptune City, NJ: TFH Publications) 1974 pp. 442-451
Frank, Norman. «Xenopus The African Clawed Frog» _Reptile & Amphibian Magazine_ Sept./Oct. 1990 pp. 34,36,60
Grenard, Steve. _Medical Herpetology_ (Pottsville, PA: NG Publishing) 1994 pp. 3-13
Halliday, Tim R. & Adler, Kraig eds. _The Encyclopedia of Reptiles and Amphibians_ (New York: Facts On File) 1986 pp. 43-44, 52
Mattison, Chris. _Frogs & Toads of the World_ (New York: Facts On File) 1987 pp. 64-65,152-153
Rose, Walter. _The Reptiles and Amphibians of Southern Africa_ (Cape Town: Maskew Miller) 1950 pp. 23-34

Διασαφηνιστικές σημειώσεις:
1. Άνουρα (anura) είναι η τάξη των αμφιβίων χωρίς ουρά, οι βάτραχοι δηλαδή.
2. Οι πιπίδες έχουν γλώσσα, αλλ’αυτή είναι απλοποιημένη και πλήρως προσκολλημένη στο στοματικό δάπεδο, κάνοντάς τους λειτουργικά άγλωσσους.
3. Η πλευρική γραμμή εξελίχθηκε νωρίς κατά την εξελικτική πορεία των σπονδυλωτών. Είναι μια γραμμή στις πλευρές του ζώου ευαίσθητη στις πιέσεις και τις δονήσεις, πολύ χρήσιμη στο υδάτινο περιβάλλον. Τα ψάρια και οι γυρίνοι την έχουν, ενώ όσα αμφίβια περνούν και την ενήλικη φάση τους στο νερό τη διατηρούν.
4. Τα θηλυκά μέλη του είδους Xenopus laevis έχουν επίσης φωνή, κάτι σπάνιο για τους βατράχους, την οποία χρησιμοποιούν για απάντηση στα αρσενικά που καλούν με δύο παραλλαγές. Η μία παραλλαγή δηλώνει αποδοχή, η άλλη απόρριψη.
5. Ο εναγκαλισμός είναι ο τρόπος ζευγαρώματος των βατράχων. Αν κι οι βάτραχοι γονιμοποιούν τα αυγά εκτός του σώματος, όπως τα περισσότερα αμφίβια και ψάρια, αυτή η στάση έχει εξελιχθεί για την εξασφάλιση της γονιμοποίησης. Στο μασχαλιαίο εναγκαλισμό το αρσενικό αγκαλιάζει το θυλικό πίσω απ’τα μπροστινά άκρα, ενώ στον οσφυικό μπροστά απ’τα πισινά.
6. Η υπεριώδης ακτινοβολία είναι απαραίτητη σε πολλά σπονδυλωτά όπως τα περισσότερα ημερόβια ερπετά για τη μετατροπή της προβιταμίνης d στο δέρμα σε λειτουργική βιταμίνη d, η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου. Τα περισσότερα αμφίβια δεν τη χρειάζονται.
7. Πολλοί δεν τοποθετούν φίλτρο στα ενυδρεία των ξενοπόδων, άλλοι ωστόσο βάζουν ένα μικρό με ελαφρά ροή, ιδίως σε μεγάλα ενυδρεία.
8. Οι ξενόποδες, εκτός του ότι σκάβουν στη γη για να περάσουν το καλοκαίρι στη φύση, μπορούν και να μετακινηθούν στην ξηρά σε υγρό καιρό προς αναζήτηση άλλου υγρότοπου εάν αυτός όπου ζουν έχει υποβαθμιστεί υπερβολικά. Εάν ένας βάτραχος βγει για κάποιον λόγο απ’το νερό σε ξηρό περιβάλλον για πολύ ώρα, το δέρμα του αφυδατώνεται, και με την κίνησή του γεμίζει σκόνη. Ο βάτραχος εξαντλείται κι αν δεν τον προλάβει κανείς θα πεθάνει.
9. Τα είδη του γένους Hymenochirus (υμενόχειορος λέγονται και νάνοι ονυχοφόροι βάταχοι, και είναι επίσης διαθέσιμα στην ενυδρειακή αγορά. Έχουν παρόμοιες περιβαλλοντικές και διατροφικές απαιτήσεις με τους ξενόποδες, αν και είναι κατά πολύ μικρότεροι, συνήθως στα 4-6 εκατοστά. Η άλλη σημαντική διαφορά τους είναι η παρουσία μεμβράνης και στα μπροστινά τους άκρα, εξού και το επιστημονικό τους όνομα, ενώ οι ξενόποδες έχουν τα δάχτυλα των μπροστινών άκρων ελεύθερα για καλύτερο χειρισμό της τροφής. Επίσης το ρύγχος των ξενοπόδων είναι πιο γαμψό και μακρύ, ενώ αυτό των υμενόχειρων πιο στρογγυλεμένο. Οι υμενόχειροι μπορούν να διαχωριστούν απ’τους ξενόποδες με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά από πολύ μικρό μέγεθος, ώστε αυτός που θα πάρει τέτοιους βατράχους να μην ανακατέψει τα είδη κατά λάθος με αρνητικές συνέπειες για τους υμενόχειρους αργότερα. Οι υμενόχειροι μπορούν να ζήσςουν σε κοινωνικό ενυδρείο μ’άλλα ισομεγέθη ψάρια και ζώα. Το πρόβλημά τους σ’αυτές τις συνθήκες είναι ότι τρώνε συνήθως τελευταίοι. Στις περιοχές που απαγορεύονται οι ξενόποδες αυτά τα είδη διατίθενται κανονικά.
10. Για να μην απαγορευθούν οι ξενόποδες και στην ΕΕ, θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε υπεύθυνα, μην ελευθερώνοντας αυτά τα ζώα στο φυσικό περιβάλλον, ιδίως σε θερμότερα μέρη. Θεωρητικά κάθε ευσυνείδητος άνθρωπος δε θ’απελευθέρωνε κανένα ζώο από την αιχμαλωσία στη φύση, για το σημαντικότερο λόγο ότι θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί και ίσως πεθάνει εκείνο το διάστημα από εχθρούς ή ασθένειες.
11. Μερικές επιπλέον ιστοσελίδες για τον ξενόποδα:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λείο ξενόποδα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Xenopus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hymenochirus
xenbase.org,
Η μεγαλύτερη βάση δεδομένων για την επιστημονική μελέτη πάνω στο γένος Xenopus.
Xenopus Express,
προμηθευτής ξενοπόδων και σχετικών προΪόντων και προς ερευνητές και προς χομπίστες. Στέλνει παγκοσμίως.

μεγάλη αρσενική χελώνα Testudo hermanni


μικρός αρσενικός φρύνος B. viridis στο χέρι μου


μεγάλη θηλυκή χελώνα T. hermanni


μια άλλη μεγάλη θηλυκή χελώνα T. hermanni

Όπως και
πέρσι,
έχω βάλει στόχο να καταμετρώ προσεκτικά και να καταγράφω όσα ερπετά και αμφίβια, όπου και όπως κι αν βρίσκονται αυτά, τυχαίνει να βρίσκω κάθε χρόνο. Για το 2011 λοιπόν έχω μια αρκετά πλούσια ποικιλία. Όλα είναι από τους Πύργους Κοζάνης 800 μέτρα υψόμετρο στο Βέρμιο, το χωριό μου, εκτός κι αν επισημάνω διαφορετικά.


Ένας ακόμα από τους συνολικά 38 περίπου Bufo viridis που βρήκα φέτος. Οι πράσινοι φρύνοι έχουν εξάπλωση σ’όλη σχεδόν την Ελλάδα και μπορούνα βρεθούν σε πολλούς τύπους ενδηαιτημάτων. Πολλούς έβρισκα στο δρόμο, άλλους όμως μέσα στην αυλή, ή στα παρτέρια με τα λουλούδια και τα χόρτα όπου τους εντόπιζα με τον ήχο, ή σ’ένα δωματιάκι που βρίσκεται η βρύση του λαστίχου, το οποίο κρατάει και λίγη θερμοκρασία παραπάνω. Οι περισσότεροι ήταν είτε μικροί είτε μεσσαίοι. Στην αυλή έτυχε να πιάνω τους ίδιους δύο αρσενικούς κι ένα θηλυκό επί 5 συνεχόμενες μέρες. Μπορείτε να ξεχωρίσετε τους αρσενικούς από τους θηλυκούς απλώς σφίγγοντάς τους ελαφρά στη μέση – οι αρσενικοί θα βγάλουν φωνούλες, αφού είναι το μόνο φύλο που κωάζει. Οι φρύνοι ζουν κυρίως στη στεριά, πηγαίνοντας στο νερό μόνο για αναπαραγωγη, κι έτσι δεν κινδυνεύουν τόσο, στην ενήλικη φάση τους τουλάχιστον, από τη ρύπανση των υδάτων. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια οι βάτραχοι του νερού έχουν ελαττωθεί υπερβολικά στο ποταμάκι της περιοχής λόγω ρύπανσης, κυρίως από ασυνήδητους και βόθρους.

Ένας ακόμα πάνω στο χέρι μου. Εδώ σίγουρα θά’χετε αναρωτηθεί πώς γίνεται και τους φωτογραφίζω στο χέρι μου χωρίς να μου φεύγουν, και ίσως φτάσετε ν’αμφιβάλλετε μήπως είναι στημένο. Όμως δεν είναι και τόσο δύσκολο όπως φαίνεται. Πέραν του ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που μου πηδούσαν από το χέρι πριν προλάβω να εστιάσω και να τραβήξω, είναι αρκετά χειρίσιμα ζώα που μπορείς να τα κάνεις να κινηθούν κατά συγκεκριμένο τρόπο σχετικά εύκολα. Με την εμπειρία μου κάποιων χρόνων στο πιάσιμό τους, έχω να σας μάθω λίγες τεχνικές με τις οποίες θα επηρεάσετε ένα φρύνο να μείνει ήσυχος. Αυτά δεν τα είχα γράψει
στο παλαιότερο άρθρο μου για τους φρύνους,
όπου θα βρείτε πολλές πληροφορίες γι’αυτά τα ζώα.
Προσέξτε καλά το πλατύ και σχεδόν επίπεδο κεφάλι ενός φρύνου. Βγάλετε θεωρητικά όλο το κάτω μέρος με την κάτω σιαγόνα και μια μικρή φέτα από το εσωτερικό του κατώτερου μέρους του πάνω, είναι όλο το στόμα και ο ουρανίσκος. Βγάλτε τώρα το μπροστινό στενότερο μέρος, είναι το ρύγχος και τα ρουθούνια. Εντάξει, τα βγάλατε. Τώρα πάτε πιο πίσω και βγάλτε τα μεγάλα εξογκωμένα μάτια, αφαιρώντας περίπου τον ίδιο όγκο που φαίνεται έξω και μέσα. Τώρα έμειναν ν’αφαιρέσετε τ’αφτιά, των οποίων τα τύμπανα βρίσκονται ακριβώς πίσω απ’τα μάτια. Αφαιρέστε και λίγο προς τα μέσα. Τώρα έμεινε ένα πλατύ, κεντρικό μέρος. Κόψτε κι από εδώ γύρω-γύρω λίγο. Τι έμεινε; Ένα μικρό, απειροελάχιστα υπερυψωμένο μέρος όπου βρίσκεται ο εγκέφαλος. Όλο το υπόλοιπο κεφάλι είναι στόμα, ρύγχος, αισθητήρια όργανα, και ο οστέινος οπλισμός που τα προστατεύει – αν και τα οστά του ζώου είναι πολύ λεπτά κι εύθραυστα, μπορούν να το προστατεύσουν υπό κανονικές συνθήκες. Τώρα μπορείτε να βγάλετε και το δέρμα, το βρεγματικό οφθαλμό (ένα τρίτο φωτοευαίσθητο όργανο πάνω στο κεφάλι πολλών σπονδυλωτών, και τέλος βγάλτε και τη λεπτή φέτα κρανίου. Αφαιρέστε το λίγο κενό που υπάρχει από κάτω, τις μήνιγγες, και σας έμεινε ένας μικροσκοπικός, μακρόστενος εγκέφαλος. Αυτός ελέγχει τις βασικές λειτουργίες, την κίνηση και τη συμπεριφορά του ζώου.Μπορούμε να πούμε πως είναι το κέντρο της συνειδήσεώς του.
Έτσι λοιπόν, αν πιάσετε το κεφάλι ενός φρύνου ή άλλου βατράχου, θα βρείτε ψηλαφίζοντας στη μέση προς τα πίσω, κάπου ανάμεσα στα μάτια και τα αφτιά, ένα ελαφρώς φουσκωμένο μέρος. Άρα μπορείτε να σκεφτείτε πόσο μικρός είναι ο εγκέφαλός του. Μικρός και κατά πολύ απλότερος σε σχέση μ’εμάς και τα υπόλοιπα θηλαστικά, σε σχέση όμως με λιγότερο εξελιγμένες ομάδες σπονδυλωτών και ομάδες ασπονδύλων είναι αρκετά σύνθετος. Αποτελείται πάνω-κάτω από τα ίδια μέρη με το δικό μας, αν και όχι τόσο διαφοροποιημένα.
Ο τρόπος κίνησής του επομένως θα πρέπει να είναι περιορισμένος και κατά βάση ενστικτώδης. Συγκρίνοντας τον τρόπο κίνησης του φρύνου με το κουνέλι – και τα δύο ζώα κινούνται με άλματα κι έχουν εξελίξει παχύ και κοντό σώμα ως προσαρμογή σ’αυτό -, κατάλαβα ευθύς ότι οι τρόποι κίνησεις και οι πιθανές εναλλακτικές που έχει το δεύτερο είναι πολύ περισσότεροι και πολυπλοκότεροι. Εδώ μιλάω μόνο για κίνηση, γιατί αν έβαζα και τη γενικότερη συμπεριφορά και τη νοημοσύνη το κουνέλι σίγουρα θα ξεπερνούσε το φρύνο κατά πάρα, πάρα πολύ.

Έτσι λοιπόν έχουμε ορισμένες τεχνικές που θα κάνουν το φρύνο να κινηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο:

  • 1 Αν χαϊδέψετε το ζώο κατά μήκος της νοητής μέσης γραμμής απ’το κεφάλι έως πίσω, ή αν το ακουμπήσετε λίγο πίσω, ή αν το σπρώξετε λίγο από πίσω, θα πηδήξει μπροστά.
    2 Αν εκεί που κινείται του υψώσετε ένα εμπόδιο μπροστά του είτε με το χέρι σας είτε με κάτι άλλο πιθανότατα θα γυρίσει επί τόπου και θα διαλέξει άλλο δρόμο. Το ίδιο ίσως γίνει βάζοντας απλά μπροστά στο κεφάλι του ένα δάχτυλο.
    3 Αν τον πιέσετε λίγο στο ρύγχος σπρώχνοντάς τον προς τα πίσω θα τον μπλοκάρετε προσωρινά, και θα μείνει ακίνητος.
    4 Εάν τον αναποδογυρίσετε απότομα μπορεί να μείνει για λίγο εκεί (τονική ακινησία). Συνήθως όμως γυρίζει κανονικά αμέσως, γι’αυτό ίσως χρειαστεί να τον πιέσετε λίγο στη θέση του. Με την αντίδραση αυτή προσποιείται το νεκρό ώστε ο υποτιθέμενος εχθρός να τον αφήσει ήσυχο. Παρόμοια συμπεριφορά έχουν κι άλλα ζώα, όπως οι
    κότες.
    5 Εάν ενώ ο φρύνος κάθετε ήσυχος και ακίνητος περάσετε το χέρι σας ή κάτι άλλο, ή πετάξει ή περάσει κάτι πάνω απ’το κεφάλι του σε κάποιο ύψος, θα τρομάξει στιγμιαία και θα πεταχτεί κατευθείαν. Εκεί βρίσκεται ο βρεγματικός οφθαλμός, που μπορεί ν’αντιληφθεί απότομες εναλλαγές του επιπέδου φωτός, και θα προειδοποιήσει το ζώο για πιθανό εχθρό που έρχεται από πάνω.
    6 Αν εφαρμόσετε τις διάφορες ακινητοποιητικές τεχνικές και τον κρατήσετε στο χέρι σας κάνοντάς το κοίλη χούφτα, πιθανότατα θα μείνει για λίγο ώστε να τον φωτογραφίσετε. Μπορεί αρχικά να σας πηδήξει λίγες φορές, αλλά θα το καταφέρετε στο τέλος. Ίσως κάθεται στο χέρι μας λόγω υψηλότερης θερμοκρασίας εκεί.
    7 Αν το ζουλίξετε παραπάνω, τον τραβήξετε, ή τον σηκώσετε λάθος, π.χ. από κάποιο άκρο, θ’αντιδράσει έντονα προσπαθώντας να φύγει. Αυτό είναι βασανιστικό για το ζώο και δε θα πρέπει να το κάνετε. Αν κι έχει μικρό εγκέφαλο, έχει όλα τα κυκλώματα μέσα που του δίνουν την ικανότητα ν’αντιλαμβάνεται πόνο και φόβο, όπως άλλωστε και κάθε σπονδυλωτό.
    8 Για να τον τεντώσετε, πιάστε τον λίγο απ’τη μέση και απλώστε τα άκρα του προς τα πίσω. Δεν πιάνει πάντα, και συχνά μπορεί να προσπαθεί να επανέλθει με δύναμη, και καλύτερα τότε να τα παρατήσετε.
    9 Όταν το μεταφέρετε, να τον πιάνετε ολόκληρο, όχι μόνο απ’τη μέση για να φοβάται, ή να τον έχετε καλυμμένο και με τα δύο χέρια ώστε να νιώθει ασφαλής και ήσυχος. Γενικά όμως δε θα πρέπει να πιάνετε ένα αμφίβιο για πολύ ώρα γιατί το ζεστό και ξηρό δέρμα μας αφηδατώνει το δικό τους λεπτότερο και υγρό. Επίσης εάν έχετε πιάσει πριν χημικό ή κάτι δηλητηριώδες, μπορεί το ζώο ν’απορροφήσει την ουσία απ’το δέρμα του. Καλύτερα να τον κρατάτε σ’έναν κάδο ή άλλο δοχείο με λίγη υγρασία αν πρόκειται να μείνει για πολλή ώρα.
    10 Για να πιάσετε ένα φρύνο, καπακώστε τον γρήγορα με το χέρι, ή περιμένετε να πάει κοντά σε μια γωνία και μετά πιάστε τον.
    11 Και μην ξεχάσετε να πλήνετε τα χέρια σας μετά, ιδίως αν πρόκειται να φάτε με το χέρι ή να πιάσετε ευαίσθητη περιοχή του σώματος. Οι φρύνοι εκκρίνουν τοξίνες στο δέρμα τους όταν στρεσάρονται, και παρόλο που στο δέρμα είναι αβλαβείς, αν έρθουν σ’επαφή με βλενογόνο μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό.
  • Οι υδρόβιοι βάτραχοι όπως είπα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, με μία όμως απροσδόκητοι εξαίρεση. Είχα πει
    στο παλαιότερο θέμα για τις βομβίνες
    ότι από το ποταμάκι του χωριού έχουν πλέον δυστυχώς εκλείψει. Όμως βρήκαμε μια ομάδα σ’ένα πολύ απομονωμένο μέρος. Μια μέρα τον Αύγουστο λοιπόν, αφού είχα πάει εγώ μ’ένα φίλο μου βόλτα στη γέφυρα Σάνδρεμος, μία βυζαντινή ή οθωμανική διατηρημένη γέφυρα που διασχίζει το ποταμάκι αμέσως βόρεια λίγο έξω απ’το χωριό, ψάχναμε το μέρος. Το ήδη υποβαθμισμένο ποτάμι κόβεται εντελώς λίγο έξω από το χωριό για τους καλοκαιρινούς μήνες για άρδευση, κι έτσι η κοίτη μένει ξερή. Κάπου λοιπόν σε μια γωνία της κοίτης είχε σχηματιστεί μια μικρή λιμνούλα περίπου ένα μέτρο και κάτι σε μήκος, ένα σε πλάτος και πάνω από μισό μέτρο βάθος. Εκεί μέσα ήταν παγιδευμένος σε απελπιστική κατάσταση ένας τεράστιος αριθμός τέτοιων βατράχων (Bombina variegata), από ενήλικες 4 εκατοστών έως και μικρά του ενός ή και λιγότερο. Είχα φωτογραφίσει και τη λιμνούλα και ένα μικρό στο χέρι μου, αλλά καταλάθος τ’αρχεία σβήστηκαν. Τα βατραχάκια αυτά πιθανόν θα τρέφονταν με τα πολλά εντομοειδή που κολυμπούσαν εκεί, δεν είναι όμως απίθανο οι μεγαλύτερι να κανιβάλιζαν τους μικρότερους, μιας και τέτοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί στην αιχμαλωσία.
    Όλα τα βατραχάκια ήταν λοιπόν παγιδευμένα εκεί, με αφιλόξενες εκτάσεις κατάξερου εδάφους και βράχων γύρω τους. Τον Οκτώβριο, που θ’άφηναν το ποτάμι, εάν η λίμνη είχε διατηρηθεί χωρίς μόλυνση ή, ακόμα καλύτερα, ξαναγέμιζε από καμία βροχή, τα βατραχάκαι θα μπορούσαν να σκορπιστούν σ’όλο το μέρος και ίσως κάποια να επιβίωναν. Ακόμαι όμως κι αν μερικά επιβίωσαν, είναι αναγκασμένα ν’αντιμετωπίσουν κι αυτό το καλοκαίρι την ίδια ανθρώπινη μαλακία, και ίσως φέτος δεν ξανασταθούν τόσο τυχερά.


    Μια σχετικά μικρή χελώνα στο χέρι ενός παιδιού. Φέτος βρήκα 58 περίπου χελώνες, εκ των οποίων το ένα
    μικρό χελωνάκι,
    άλλες 4 μικρές, μία αρσενική και μια θηλυκή μικρού μεγέθους, και περίπου 20 αρσενικές και 25 θηλυκές, αλλά και μία μεσαία πατημένη στο δρόμο, (οι καταμέτρησή μου δεν έγινε τόσο λεπτομερείς όπως πέρσι). Εννοείται ότι όλες οι χελώνες της περιοχής είναι του είδους Testudo hermanni.

    Νεροχελώνες δεν υπάρχουν ούτε υπήρχαν στο ποτάμι. Νεροχελώνες του είδους Trachemys sscripta (οι κοινές αμερικανικές νεροχελώνες) μπορούν να βρεθούν σε υδάτινα οικοσυστήματα κοντά σε μέρη με ανθρώπινη δραστηριότητα, αφού κάποιοι ασυνήδητοι αφήνουν τις χελώνες τους εκεί, κι έπειτα αυτές είτε πεθαίνουν είτε καταφέρνουν να ζήσουν και αναπαράγονται σε βάρος των ευρωπαϊκώνειδών με τα οποία ανταγωνίζονται καλύτερα. ΕυρωπαΪκές νεροχελώνες δεν έχω συναντήσει ακόμα. Στον Άρνο ποταμό της Φλωρεντίας που
    επισκέφθηκα φέτος,
    μου είπαν ότι υπήρχαν πολλές νεροχελώνες, προφανώς του αμερικανικού είδους. Το θέμα είναι διεθνές.


    Αυτή τη σαύρα τη βρήκα σ’έναν κουβά κάτω απ’το μπαλκόνι στην αυλή. Προφανώς θα είχε πέσει εκεί μέσα ύστερα από κάποιο ατύχημα, ή μπορεί κάποιο πουλί να την έπιασε και αυτή νά’κοψε την ουρά της για να σωθεί. Κατά τ’άλλα ήταν υγιής. Η ουρά ξαναμεγαλώνει, αλλά απλότερη και διαφορετικού χρώματος και υφής από πριν. Την ξαναβρήκαμε την επόμενη μέρα στα κοντά χόρτα του μέρους όπου την αφήσαμε, προφανώς δε χρειάστηκε να μετακινηθεί πολύ μακριά. Να ήταν ολόκληρη περίπου 3-4 εκατοστά.
    Μη νομίζετε πως με αγαπάει, με ξέρει ή δε με φοβάται για να κάθεται στο χέρι μου. Κάθεται για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους, αφού το χέρι μας είναι ζεστό και τα ερπετά ως γνωστόν χρειάζονται εξωτερικές πηγές θερμοκρασίας για ν’ανεβάσουν το μεταβολισμό τους. Μπορείτε να βάλετε μια μικρή σαύρα στο χέρι σας, κι αυτή θα καθίσει εκεί για λίγο βλέποντάς το σαν μια τεράστια θερμή επιφάνεια. Μπορείτε μάλιστα και να κουνήσετε το χέρι σας αργά χωρίς να τρομάξει. Προσοχή όμως, γιατί αν τρομάξει θα πέσει απ’το χέρι σας και θα εξαφανιστεί. Με μεγαλύτερες σαύρες αυτό, να τις βάλετε δηλαδή στο χέρι σας χωρίς να φεύγουν, φυσικά δε γίνεται. Το είδος μου είναι άγνωστο, πιθανόν κάποια νεογέννητη του γένους Lacerta ή Podarcis. Ας μας διαφωτίσει κάποιος ειδήμων.

    Και το πιο σπάνιο:

    Πρώτη φορά είδα κι έπιασα αβγά ερπετού. Συνολικά ήταν 9 και βρέθηκαν όταν ο θείος μου έσκαβε το παρτέρι με την τσάπα. Δεν είναι σκληρά σαν τ’αβγά της κότας, είναι περισσότερο δερματώδη και ελαφρώς εύπλαστα, αν και πάλι το ερπετό για να ενισχύσει το τσόφλι χρειάζεται αρκετό ασβέστιο. Σίγουρα θα είχαν γεννηθεί από κανένα μεγάλο ειδος όπως αυτά του γένοςυ Lacerta.
    Όλοι φοβήθηκαν μήπως ήταν αβγά φιδιού, ακόμα κι εγώ ανησύχησα μήπως ήταν κάποιο δηλητηριώδες είδος, χωρίς να σκεφτώ προς στιγμήν ότι οι οχιές γεννούν κατευθείαν μικρά και όχι αβγά. Έπρεπε ωστόσο ν’ανοίξω ένα αβγό για να το επιβεβαιώσω, αλλά και κυρίως από δική μου περιέργεια. Έσκασα ένα λοιπόν καθαρά για δειγματοληπτικούς λόγους. Το αβγό δε σπάει όταν ανοίγεται, αλλ’αν τρυπήσει ή σχιστεί σκάει απότομα πετάγοντας έξω όλα τα υγρά. Μέσα λοιπόν στο υγρό βρήκα ένα έμβρυο σαύρας 3,5-4 εκ. μαζί με την ουρά, ίσου μεγέθους με τις μικρότερες νεογέννητες, και σίγουρα σε λίγες μέρες τα αβγά θά’σκαγαν. Έτσι σκότωσα ακούσια μια μικρή αγέννητη σαυρούλα. Ούτε όμως τα υπόλοιπα είχαν καλή τύχη. Τά’θαψα όλα έξω απ’το σπίτι για να μην τα βρει κανείς και να συνεχίζουν ν’αναπτύσσονται κανονικά σ’ένα μέρος με καλό χώμα και πολύ ήλιο. Όμως έκανα το λάθος να το πω σε παιδάκια και μου σκόρπισαν ή μου κατέστρεψαν τα 4. Τελικά το βράδυ τά’φερα μέσα στην αυλή, πλέον μόνο 4. Επίσης δεν είναι σωστό ν’αλλάζουν συνέχεια θέσει τα αβγά των ερπετών, διότι το μικρό μπορεί να συνθλιβεί από το βάρος των υπολοίπων υλικών του αβγού. Την άλλη μέρα βρήκα το ένα λίγο ξεθαμμένο και πλαγιασμένο, και κατάλαβα ότι δεν τό’θαψα σωστά. Τώρα αν τα υπόλοιπα εκκολάφθηκαν είναιάγνωστο.

    Από φίδια βρήκα ένα σχετικά μικρό πατημένο στο δρόμο κοντά στο σπίτι, είχα ακούσει και γι’άλα δύο, όμως δεν ξέρω τι ήταν.

    Προσδοκώ φέτος να βρω ακόμα περισσότερα και ακόμα πιο σπάνιες περιπτώσεις.