Tag Archive: Αμερική


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

Πηγή:
lifo.gr

Αυτός ο θάλαμος αυνανισμού στo Mανχάταν είναι για όσους «θέλουν να εκτονώσουν το στρες» .Το «GuyFi» διαθέτει laptop, καρέκλα, κουρτίνα για τα αδιάκριτα βλέμματα κι είναι δωρεάν
17.1.2016 | 12:15

ξε η Disneyland του σεξ, συγκεντρώνοντας στους δρόμους γύρω της δεκάδες sex show, sex shop, κινηματογράφους που έπαιζαν «ταινίες
ενηλίκων» αλλά και ιερόδουλες. 

Η εταιρία Hot Octopuss, που φτιάχνει sex toys, φαίνεται πως νοστάλγησε αυτό το συναίσθημα και με το «GuyFi» -το τελευταίο της εγχείρημα- προσπαθεί να το
επαναφέρει.  

Ουσιαστικά πρόκειται για έναν θάλαμο αυνανισμού, με άλλα λόγια ένα ιδιωτικό μέρος, όπου οι άντρες μπορούν -σύμφωνα με την εταιρία- «να πάνε να εκτονωθούν
από το στρες κατά τη διάρκεια μιας πιεστικής μέρας στη δουλειά». Το «GuyFi» βρίσκεται στη μεταξύ 28th street και 5th avenue και περιλαμβάνει καρέκλα, laptop
αλλά και κουρτίνα «προστασίας» από τα αδιάκριτα βλέμματα. 

Ο Adam Lewis, ιδιοκτήτης της εταιρείας εξηγεί τον σκοπό αυτού του «κοινωνικού πειράματος»: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το να δουλεύεις 8ωρο είναι εξαιρετικά
αγχωτικό και για το μυαλό και για το σώμα, ειδικά σε μια πόλη που δεν σταματά ποτέ όπως είναι το Μανχάταν. Είναι πολύ σημαντικό για τους άντρες να φροντίζουν
τον εαυτό τους ώστε να παραμένουν υγιείς. Όλοι έχουμε ακούσει ξανά και ξανά πόσο ευεργετικό είναι ένα διάλειμμα από τη δουλειά. Στην Hot Octopuss συνεχώς
ψάχνουμε νέους τρόπους να βελτιώσουμε την καθημερινή ζωή και νομίζω πως με τον θάλαμο GuyFi το πετύχαμε. Ελπίζουμε οι άντρες στην πόλη να ευχαριστηθούν
τον χώρο που φτιάξαμε και να τον αξιοποιήσουν όπως θέλουν. Είναι εντελώς δωρεάν… το μόνο που θέλουμε είναι να μας ευχαριστήσουν όταν πάρουν προαγωγή!».

Τέτοιους θαλάμους χρειαζόμαστε επειγόντως και στην Ελλάδα. Πρωτίστως να τοποθετηθεί ένας στο κοινοβούλιο – και τα έδρανα ωστόσο αρκούν -, και δευτερευόντως να μπουν στο Μαξίμου, στα υπουργεία και στα δικαστήρια. Σε επόμενο στάδιο του προγράμματος η ευκολία αυτή μπορεί να προωθηθεί και στο γενικό πληθυσμό με τοποθετήσεις τέτοιων θαλάμων στις γωνίες των πεζοδρομίων, όπως και τα καρτοτηλέφωνα. Φαντάζομαι να λέει κάποιος στην κοπέλα του «Κοπελιά, περίμενε, πάω να την παίξω μια στιγμή στο θάλαμο κι επιστρέφω». Παρόλα αυτά οι θάλαμοι για άντρες μόνο είναι κάτι το σεξιστικό, γι’αυτό θα έπρεπε η εταιρέια να μεριμνήσει και για το υπόλοιπο 50% του πληθυσμού. Τελικά αποδείχθηκα προφήτης όταν έλεγα για αίθουσα αυνανισμού εδώ πέρα παλαιότερα.

Το GiFi είναι λογοπαιγνιώδης παραλλαγή του WiFi, επειδή πολλοί τηλεφωνική θάλαμοι στις ΗΠΑ μετατράπηκαν σε θαλάμους ελεύθερης πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Παρόλα αυτά αναρωτιέμαι γιατί δεν ανησυχεί η εταιρεία για το ενδεχόμενο κλοπής του λάπτοπ.

Παρεμπιπτόντως, αναζητώντας το άρθρο για να το δημοσιεύσω, βρήκα τα εξής ενδιαφέροντα:
Συνελήφθη γυναίκα που αυνανιζόταν στο σινεμά με τις Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι
Το συμβάν έγινε στην πόλη της Σιναλόα του Μεξικού, η οποία βρίσκεται κοντά στις ΗΠΑ και πρόσφατα έγινε γνωστή με τη σύλληψη του αρχηγού του Καρτέλ της Σιναλόα ελ Τσάπο (ο Κοντοπύθαρος) Γκούσμαν, αν κι εγώ την ήξερα από παλαιότερα από το sinaloan milk snake (Lampropeltis triungulum sinaloae). Ο Satoshi Kanazawa ίσως τελικά να έχει δίκιο σε αρκετές περιπτώσεις.
Βρήκα επίσης και ένα ακόμα καλό άρθρο για μίαν κάπως ασυνήθιστη διέξοδο διασκέδασης
Γιατί αρέσουν στους άντρες τα πάρτι ομαδικού αυνανισμού
Το άρθρο μιλάει για ιδιότυπα πάρτι, όπου γυμνιστές άντρες περνούν την ώρα τους αυνανιζόμενοι και συζητώντας. Μιλάει για έναν συγκεκριμένο όμιλο στην Αυστραλία, αν και παρόμοια γεγονότα διεξάγονται σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Στην ημιμεσανατολίτικη Ελλάδα αυτό θα ήταν αδιανόητο, ή και αν γινόταν δε θα προσέλκυε αρκετό κόσμο ώστε να λειτουργεί ομαλά, πρόβλημα που έχουν τέτοιοι σύλλογοί ακόμα και στο εξωτερικό. Βλέπε
Η ιστορία και τα προβλήματα του ελληνικού swinging
Και τα δύο παραπάνω άρθρα φυσικά ανήκουν στο ανοιχτόμυαλο και αγαπητό Vice.

Από:
Tromaktiko

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015
Ο άνδρας που έκανε κουπί από τις ΗΠΑ ως την Αυστραλία!

Την επίτευξη του εξαιρετικά δύσκολου στόχου του πανηγύρισε ο 53χρονος John Beeden: έγινε ο πρώτος άνθρωπος που… έφτασε στην Αυστραλία ξεκινώντας από τη Βόρεια Αμερική και διασχίζοντας κωπηλατώντας μόνος του τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ο Βρετανός πάτησε στεριά ύστερα από 209 ημέρες στη θάλασσα, βγαίνοντας στο Cairns του Κουίνσλαντ το Σάββατο. Είχε διανύσει 7400 ναυτικά μίλια από την 1η Ιουνίου που είχε ξεκινήσει το ταξίδι του από το Σαν Φρανσίσκο.

Ο Beeden έχει στο παρελθόν διασχίσει τον Ατλαντικό κωπηλατώντας, κάτι που του πήρε 53 ημέρες, και θεώρησε πως ο Ειρηνικός θα ήταν μια εξαιρετική πρόκληση.

Αρχικά είχε προγραμματίσει να ολοκληρώσει το ταξίδι του το Νοέμβριο αλλά ο καιρός το παράτεινε κατά τρεις μήνες.

«Υπήρχαν στιγμές που πίστευα πως δεν μπορώ άλλο. Όταν ο καιρός με έσπρωχνε εκατοντάδες μίλια πίσω», περιέγραψε ο ίδιος.

Αποκάλυψε πως βρέθηκε πολύ κοντά στο να τα παρατήσει ενώ βρισκόταν σε απόσταση μόλις 54 μιλίων από το λιμάνι του Cairns, τα Χριστούγεννα, επειδή ο καιρός δεν τον άφηνε να προσεγγίσει το στόχο του.

«Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πως ο Ειρηνικός θα ήταν τόσο δύσκολος», εξομολογήθηκε.

Στο διάρκειας 7 μηνών ταξίδι του έχασε πάνω από 11 κιλά παρότι φρόντιζε να καταναλώνει 4000 θερμίδες την ημέρα.

Βέβαια τις 15 ώρες της ημέρας κωπηλατούσε. «Κάθε ημέρα ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Ήταν 10,15, 100 φορές πιο δύσκολο από ό,τι νόμιζα», πρόσθεσε, «δεν ήταν το ρεκόρ που με ενδιέφερε. Διέσχισα τον Ατλαντικό πριν τρία χρόνια και όχι πως ήταν εύκολο αλλά δεν πιέστηκα όσο περίμενα κι έτσι αναζήτησα μια πιο μεγάλη πρόκληση».

Project αβοκάντο

Η καλλιέργεια τροπικών παραγωγικών πολυετών φυτών είναι υποτίθεται δύσκολη, επειδή αυτά τα είδη ευδοκιμούν σε συγκεκριμένες συνθήκες, τις οποίες δε θα μπορούμε να παρέχουμε, οπότε και αν προσπαθήσουμε μάλλον θ’αποτύχουμε, ή απλώς δε θα δώσουν καρπό ποτέ. Αυτό στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μύθος. Τα περισσότερα τροπικά φυτά μπορούν να καλλιεργηθούν κι εδώ, και με κάποια επιπλέον φροντίδα μπορούν και να καρποφορήσουν. Απλώς είναι οικονομικά ασύμφορη η καλλιέργειά τους σε εμπορική κλίμακα. Μικρά φυτά όπως το τζίντζερ ή το λεμονόχορτο, από τα οποία το μέρος που συλλέγεται είναι βλαστητικό, καλλιεργούνται εύκολα και δίνουν αρκετή ποσότητα. Κάπια καρποφόρα όπως η γκουάβα, η μπανανιά και ο ανανάς, με κάποια επιπλέον προστασία εύκολα καρποφορούν και στο σπίτι μας, ενώ κάποια άλλα, όπως το μάγκο ή ο κοκοφοίνικας, είναι πολύ δύσκολα και δεν πρόκειται να καρποφορήσουν, εκτός κι αν τοποθετηθούν σε θερμοκήπιο που μπορεί να χωρέσει το τελικό ύψος τους. Το αβοκάντο είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, αφού καλλιεργείται εύκολα, και μετά από κάποια χρόνια, αν οι συνθήκες όπου ζει είναι καλές, μπορεί να καρποφορήσει. Παρόλα αυτά οι περισσότεροι το καλλιεργούμε απλώς ως καλλωπιστικό φυτό, οπότε το αν καρποφορήσει τελικά δεν έχει μεγάλη σημασία. Στο παρόν άρθρο θα σας παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο βλάστησα το σπόρο του αβοκάντο, μία διαδικασία πολύ εύκολη που μπορεί να κάνει ο καθένας. Πρώτα όμως θα πρέπει να κάνω μια εισαγωγή για το δέντρο και τον καρπό του. Αν ενδιαφέρεστε μόνο για τις καλλιεργητικές πληροφορίες, μπορείτε να τα προσπεράσετε, αν κι εγώ δε θα σας πρότεινα να το κάνετε.

Το αβοκάντο λοιπόν, με επιστημονική ονομασία Persea americana, είναι αειθαλές δένδρο που κατάγεται από την Αμερική, όπως δηλώνει και το όνομά του. Το όνομα «περσέα» είναι το αρχαίο ελληνικ΄κο όνομα που έδωσε ο Ιπποκράτης και ο Θεόφραστος σε κάποιο αιγυπτιακό δέντρο με φαρμακευτικές ιδιότητες, του οποίου την ταυτότητα δε γνωρίζουμε πλήρως, αλλά μπορεί να ήταν το είδος Cordia myxa ή κάποιο είδος του γένους Minutops. Το γένος της περσέας περιλαμβάνει 150 είδη, από τα οποία τα 70 απαντούν στις αμερικανικές ηπείρους, η P. indica στις Αζόρες και τις Κανάριες Νήσους και τα υπόλοιπα στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των δαφνιδών (Lauraceae) και sτην τάξη των δαφνωδών (Laurales) στον κλάδο τον μανολιοειδών (magnoliids), έναν αρκετά αρχαίο κλάδο ανθοφόρων φυτών ου εμφανίστηκε πριν το διαχωρισμό των μονοκοτυλήδονων και των δικοτυλήδονων. Τα φυτά αυτά έχουν εμφάνιση δικοτυλήδονου, αλλά τα άνθη τους είναι τριμερή, όπως στα μονοκοτυλήδονα. Άλλα τέτοια φυτά είναι η δάφνη, η κανέλα (και τα δύο στους δαφνίδες), και η μανόλια (στους μανολιίδες). Το γένος του αβοκάντο εξελίχθηκε στο Παλαιόκαινο στη Δυτική Αφρική, απ’όπου μετέβη στη Νότια Αμερική μέσω της Ανταρκτικής, και ανατολικά προς την Ευρασία. Με την ένωση της Νότιας Αμερικής με τη Βόρεια μετέβη και εκεί. Η ξήρανση ωστόσο της Αφρικής και η ψύχρανση πολλών εύκρατων περιοχών κατά τις τελευταίες παγετώδεις περιόδους μείωσαν την εξάπλωση του γένους, και από την Αφρική και την Ευρώπη εξαφανίστηκε εντελώς, με μόνο κατάλοιπο την Persea indica στα ήπια δαφνοδάση της Μακαρονησίας. Νέα είδη ωστόσο εξελίχθηκαν κατά τη συνένωση των δύο Αμερικών.

Το είδος P. americana είχε κάποτε κινδυνεύσει άμεσα με εξαφάνιση, περιορισμένο σε λίγες περιοχές της σημερινής Πουέμπλα του Μεξικού, επειδή δεν υπήρχε ζώο που θα διέσπυρε τους μεγάλους σπόρους του, και όλο το φυτό ήταν αρκετά τοξικό για τα περισσότερα ζώα. Πιθανολογείται ότι κάποια είδη της εξαφανισμένης αμερικανικής μεγαπανίδας, όπως οι γιγάντιοι βραδύποδες, έτρωγαν τους καρπούς και έτσι μετέφεραν τους σπόρους αλλού, όμως τα ζώα αυτά εξαφανίστηκαν από τους πρώτους ανθρώπους της Αμερικής πριν περίπου 13.000 χρόνια, αφήνοντας πολλά φυτά χωρίς φυσικούς μεταφορείς. Ένα ακόμα τέτοιο γνωστό παράδειγμα είναι η ψευδακακία, ένα πολύ κοινό δέντρο εξαιτίας της καλλιέργειας, της οποίας όμως οι κάψες με τους σπόρους δύσκολα ανοίγουν μόνες τους, και πιθανολογείται ότι τη διέσπυραν τα προβοσκιδωτά. Η εξάπλωση του είδους λοιπόν οφείλεται στον άνθρωπο. Οι πρώτες ενδείξεις κατανάλωσης αβοκάντο βρέθηκαν στο σπήλαιο Κοξκάτλαν στην Πουέμπλα του Μεξικού και χρονολογούνται πριν 10.000 χρόνια, ενώ η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5.000 χρόνια, κι έκτοτε εξαπλώθηκε στο υπόλοιπο Μεξικό, αλλά και νοτιότερα στην Αμερική μέχρι της περιοχές του Περού που αργότερα ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία των Ίνκας. Οι Ευρωπαίοι γνώρισαν το φρούτο κατά τα τέλη του 13ου αι. Από τον 18ο αι. και στο εξής, η καλλιέργειά του άρχισε να εξαπλώνεται σε σχεδόν όλο τον τροπικό και τον υποτροπικό κόσμο (στην Ινδονησία το 1750, στη Βραζιλία το 1809, στη Νότια Αφρική και στην Αυστραλία στα τέλη του 19ου αι., και στο Λεβάντε το 1908). Η λέξη αβοκάντο είναι αγγλική παραφθορά της ισπανικής λέξης αγκουακάτε (aguacate), η οποία προέρχεται από τη νάουατλ λέξη για τον καρπό αουάκατλ (ahuacatl). Ευφημιστικά, η λε΄ξη αυτή αναφερόταν και στους όρχεις. Εξαιτίας της ομοιότητας της λέξης με τον αλιγάτορα, το όνομα παρετυμολογήθηκε σε αχλάδι του αλιγάτορα (alligator pear) εξαιτίας της αδρής επιφάνειάς του, αν και δεν είναι πολύ τραχιά στην πραγματικότητα, με την υφή περίπου του πορτοκαλιού. Επίσης, λόγω της ομοιότητας της λέξης με το όνομα για το δικηγόρο σε πολλές ευρωπαΪκές γλώσσες (advocate και οι παραλλαγές του), το όνομα έχει παρετυμολογηθεί σε αχλάδι του δικηγόρου σε πολλές από αυτές. Αποκαλείται επίσης και βουτυρόκαρπος και το δέντρο βουτυρόδεντρο, σπανιότερα στην Ελλάδα, αλλά συχνά στην Ασία.

Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 15 μέτρα. Έχει ωοειδή κόμη και οωειδή προς ελλειπτικά φύλλα, με ελαφρώς οδοντωτό ή ελαφρώς κυματιστό περιθώριο, τα οποία μπορούν να φτάσουν τα 20 εκ σε μήκος, και είναι εναλλάξ διατεταγμένα. Τα άνθη του φύονται σε μικρές ταξιανθίες στις μασχάλες των βλαστών, κι έχουν χρόμα ανοιχτοπράσινο ή κίτρινο. Έχουν 6 τέπαλα, 9 στήμονες και μία ωοθήκη με ένα έμβρυο. Ο καρπός του άγριου τύπου ή κριόλο (criollo) είναι μικρός, λίγο μεγαλύτερος από το σπόρο, σχεδόν ωοειδής, με σκούρο περίβλημα και λιγοστή σάρκα. Στις περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες ωστόσο, συνήθως φτάνει τα 10-20 εκατοστά, το σχήμα του είναι απιοειδές και η φλούδα του είναι πράσινη. Για την αποφυγή της αυτεπικονίασης, το φυτό παρουσιάζει διχογαμία, δηλαδή τα άνθη διαφορετικών ποικιλιών ανοίγουν ως αρσενικά ή θηλυκά σε διαφορετικές ημέρες και ώρες. Τα άνθη της ομάδας α ανοίγουν ως θηλυκά το πρωί της πρώτης ημέρας και κλείνουν αργά το πρωί ή νωρίς το απόγευμα, και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το απόγευμα της επομένης, ενώ τα άνθη της ομάδας β ανοίγουν ως θηλυκά το απόγευμα της πρώτης ημέρας, κλείνουν αργά το απόγευμα και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το πρωί της επομένης. Αυτό το χαρακτηριστικό, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρόνο ωριμότητας του δέντρου, κάνουν δύσκολη την δημιουργία ποικιλιών. Το φυτό ευδοκιμεί σε ανοιχτά, ηλιόλουστα μέρη με υγρό, αλλά καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, και οι περισσότερες ποικιλίες δεν αντέχουν το κρύο, αν και ορισμένες επιβιώνουν μέχρι και τους -7 βαθμούς Κελσίου με ελάχιστη βλάβη στα φύλλα τους.

Ο καρπός του δέντρου είναι μοναδικός στη σύστασή του, αφού περιέχει μεγάλο ποσοστό λίπους, 14 γρ. ανά 100 γρ. Έχει μεγάλη θερμιδική αξία (160 θερμίδες ανά 100 γρ.), οπότε ίσως δεν είναι καλό να το τρώμε σαν το μήλο. Ήταν ωστόσο σπουδαία πηγή λίπους για τους ανθρώπους που δεν κατανάλωναν συχνά λιπαρό κρέας ή ψάρι. Είναι κάτι παρόμοιο με την ελιά, κι αυτή καρπός από δέντρο, αλλά όχι το σύνηθες γλυκό φρούτο. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες, σε σαλάτες, σε γλυκίσματα, ως άλειμμα κλπ. Γνωστότερη χρήση του είναι στη μεξικανική σούπα με αβοκάντο γουακαμόλε (guacamole), παραφθορά τουνάουτλ αουακαμόλι (ahuacamolli). Αν κι εδώ δεν το συνηθίζουμε, στις ΗΠΑ πολλοί τρώνε το αβοκάντο σκέτο ως φρούτο. Μην ξεχνάτε επίσης ότι εκεί τρώνε και τεράστιες ποσότητε ςλιπαρού φιστικοβούτυρου. Πρώτος παραγωγός αβοκάντο παραμένει το Μεξικό, δεύτερος είναι η Δομινικανή Δημοκρατία, τρίτος η Ινδονησία, τέταρτος οι ΗΠΑ, πέμπτος η Κολομβία και οι υπόλοιποι έπονται. Στην Ευρώπη το αβοκάντο εισήχθει μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου άρχισε να καλλιεργείται στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστό, το αβοκάντο καλλιεργείται και στην Κρήτη. Καλλιεργούταν εδώ για αρκετές δεκαετίες, αλλά η καλλιέργειά του γνώρισε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, οπότε αυξήθηκε η ζήτηση του καρπού από τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου εξάγεται το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς. Καλλιεργείται σε περιοχές της Κρήτης με το κατάλληλο κλίμα, όπου επί του παρόντος καταλαμβάνει οπωρώνες με πάνω από 50.000 δέντρα, οι οποίοι συνολικά καλύπτουν 2.500 στρέμματα. Η μέση ετήσια παραγωγή είναι περίπου ένας τόνος ανά στρέμμα, και η παραγωγική ζωή του δέντρου διαρκεί περίπου 35 χρόνια. Πρόβλημα στην επίτευξη σταθερής ετήσιας παραγωγής αποτελεί η παρενιαυτοφορία, η μεγάλη καρποφορία δηλαδή σε ένα χρόνο η οποία ακολουθείται από χαμηλή παραγωγή τον επόμενο, εξαιτίας της εξάντλησης του φυτού, όπως και στα περισσότερα οπωροφόρα δέντρα, αν και με εντατική λίπανση και έλεγχο των ασθενειών αυτό συνήθως προλαμβάνεται. Οι καρποί μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις, χάρη στην ιδιότητά τους να ωριμάζουν τεχνητά, αφού συγκομιστούν λίγο πριν ωριμάσουν και αποθηκευθούν υπό ψύξη, όπως και πολλά άλα φρούτα.

Η τοξικότητα του φυτού οφείλεται στην περσίνη, ένα λιποδιαλυτό τοξικό παραπροΪόν των λιπαρών οξέων ου υπάρχει στο φύλλωμα, στο φλοιό, στη φλούδα του καρπού και στο σπόρο, και μπορεί να μεταφερθεί από το σπόρο στη σάρκα του καρπού σε μνικρές ποσότητες. Η τοξίνη αυτή δηλητηριάζει εύκολα και μπορεί να σκοτώσει πολλά ζώα αν καταναλωθεί σε ικανή ποσότητα. Σκύλοι, γάτες, κατσίκες, αγελάδες, κουνέλια, αρουραίοι, ποντίκια, πουλιά και ψάρια μπορούν να δηλητηριάστούν από το φυτό. Τα συμπτώματα ποικίλουν από είδος σε είδος, όμως συνήθως περιλαμβάνουν γαστρεντερικά και σοβαρά καρδιακά συμπτώματα, με βλάβες στο μυοκάρδιο και επακόλουθο θάνατο. Μητέρες που θηλαζουν μπορεί ναπάθουν μαστίτιδα και η έκκριση γάλακτος να σταματήσει. Στα κουνέλια για παράδειγμα η τοξίνη προκαλεί οίδημα κάτω από το σαγόνι, και καρδιακές αρρυθμίες που οδηγούν στο θάνατο, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις τα θηλυκά που γαλουχούν εμφανίζουν μαστίτιδα και αγαλαξία. Οι σκύλοι και οι γάτες εμφανίζουν έντονη διάρρια και εμετό, και στη συνέχεια καρδιακές ανωμαλίες, ενώ τα άλογα κωλικό και αιφνίδιο θάνατο. Για τον λόγο αυτόν, τα κατοικίδια θα πρέπει να παραμένουν μακριά απ΄το φυτό και το φρούτο, και μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται ώστε τα μεγάλα χορτοφάγα να μην τρώνε το δέντρο. Αν και η σάρκα συνήθως είναι ασφαλής, μπορεί να έχει λίγη τοξίνη από το σπόρο σε ορισμένες ποικιλίες. Ακόμα κι αν είναι ασφαλής, είναι αρκετά λιπαρή για τα χορτοφάγα ζώα, όπως τα κουνέλια, οπότε δε θα πρέπει να ταΐζεται σ’αυτά. Η τοξίνη δε βλάπτει τον άνθρωπο στις συνήθεις δόσεις, αν και ορισμένοι είναι αλλεργικοί σ’αυτήν. Στο φυτό επίσης η τοξίνη αυτή δρα ως ισχυρό αντιμυκητικό.

Πώς όμως το καλλιεργούμε; Η διαδικασία είναι πολύ εύκολη, και απαιτεί μόνο το κουκούτσι, τις κατάλληλες συνθήκες και μέτρια δόση υπομονής. Αν και οι περισσότεροι διαδικτυακοί οδηγοί προτείνουν τη βλάστηση του σπόρου σε νερό, περισσότερο για λόγους ορατότητας, θεωρώντας τη βλάστηση σε χώμα βραδύτερη, στην πραγματικότητα ο χρόνος είναι ο ίδιος, αν συγκρίνω το διάστημα που συνήθως αναφέρεται με τη βλάστηση στο νερό, γύρω στις 2-8 εβδομάδες, με το χρόνο που έκαναν οι δικοί μου να βλαστήσουν στο χώμα, που ήταν κοινοί σπόροι, περίπου 30 ημέρες. Υπολογίστε περίπου ένα μήνα για τη διαδικασία δηλαδή. Κατά τη βλάστηση στο νερό λοιπόν, αφού καθαρίσετε καλά το σπόρο από υπολείμματα καρπού, τα οποία δεν ξεπλένονται τόσο εύκολα, τον διαπερνάτε περίπου στη μέση του κάθετα με 2 έως 4 οδοντογλυφίδες, προσέχοντας μην αφαιρέσετε πολύ από το περίβλημά του, και τον στηρίζετε σ’ένα ποτήρι. Το νερό θα πρέπει πάντοτε να βρέχει την κάτω επιφάνεια του σπόρου, και θα πρέπει ν’αλλάζετε τακτικά, κάθε μία ή δύο μέρες. Αφού ο βλαστός έχει ψηλώσει στα 20 εκατοστά, πορείτε να τον κλαδέψετε στο μισό προαιρετικά, να περιμένετε να ξαναμεγαλώσει και στη συνέχεια να μεταφέρεται το δενδρύλλιο στο χώμα. Ο σπόρος μπορεί επίσης να βλαστήσει τυλιγμένος ανάμεσα σε υγρά χαρτιά, όπου αφού βγάλει ρίζα μπορεί να μεταφερθεί στο χώμα. Κατά τη φύτευση στο χώμα, το ξέπλυμα κάθε ίχνους υπολείμματος καρπού δεν είναι τόσο σημαντικό. Κι εδώ προσέχετε να μην αφαιρέσετε πολύ από το λεπτό κι εύθραυστο περίβλημα του σπόρου, αν και ορισμένοι οδηγοί προτίνουν το χάραγμα του σπόρου για ταχύτερη βλάστηση (υπάρχει όμως πάντα ο κίνδυνος σαπίσματος μ’αυτό) και τον φυτεύετε σε γλάστρα βάθους καλύτερα άνω των 10 εκατοστών για τη σωστή ανάπτυξη της ρίζας, σε πλούσιο, οργανικό χώμα. Ο σπόρος θα πρέπει να βρίσκεται κατά το 1/2, ή καλύτερα κατά τα 2/3 ή τα 3/4 υπογείως, αλλά το επάνω μέρος θα πρέπει να εξέχει. Όπου κι αν γίνει η βλάστηση, ο σπόρος θα πρέπει να τοποθετηθεί στη σωστή θέση, δηλαδή με τη μύτη, απ’όπου θα ξεφυτρώσει ο βλαστός, προς τα πάνω. Οι σπόροι του φυτού έχουν το μέγεθος ενός μεγάλου καρυδιού, είναι σκληροί, συμπαγείς και ωοειδείς, αν και κάποιοι είναι πιο σφαιρικοί. Ακομα και σ’αυτούς όμως είναι εύκολη η εύρεση της κορυφής. Στην κάτω πλευρά (χαλάζια πλευρά) υπάρχει ένα αποτύπωμα, η ουλή που έμεινε από τη σύνδεση του σπόρου με το υπόλοιπο αγγειακό σύστημα του φυτού, και κοντά σ’αυτήν θα εμφανιστεί και η πρώτη ρίζα ή ριζίδιο. Εξαιτίας του μεγέθους τους, της μορφής της βάσης και της κορυφής τους, αλλά και του εύθραυστου περιβλήματός τους, οι σπόροι θυμίζουν βολβούς.

σπόροι αβοκάντο 19/3/2015

Τους δύο αυτούς λοιπόν σπόρους τους πήρα από τα αβοκάντο που η μητέρα μου καθάριζε για μια πεντανόστιμη μερέντα με αβοκάντο που έφτιαχνε. Ακόμα δε μου την έχει ξανακάνει, γιατι υποτίθεται είναι παχυντική. Τους ξέπλυνα από τα λιπαρά υπολείμματα του καρπού, και τους άφησα να στεγνώσουν. Οι σπόροι του αβοκάντο, όπως και άλλων τροπικών δέντρων και των δέντρων των ξηρών καρπών, δεν αδρανοποιούνται για πολύ καιρό, οπότε θα πρέπει να φυτευθούν σύντομα μετά τη συγκομιδή τους. Τους συγκεκριμένους τους άφησα λίγες μέρες σε ένα σκιερό και ξηρό μέρος, τους φωτογράφισα στις 19 Μαρτίου, και στις 20 τους φύτεψα σε ένα πλαστικό γλαστράκι βάθους περίπου 12 εκατοστών και πλάτους 15, με πλούσιο, πρόσφατα αγορασμένο (μεταφύτευα κι άλλα φυτά εκείνο το διάστημα) τυρφώδες χώμα που διατηρούσε την υγρασία. Τους έβαλα σε απόσταση 3 εκατοστών μεταξύ τους, με το ανώτερο ένα τέταρτο να προεξέχει. Κάθε λίγες μέρες έλεγχα την κατάστασή τους, για να βεβαιωθώ ότοι δε σάπιζε κανένας. Μετά τις 15 περιπου μέρες, άρχισαν αν δείχνουν σημεία ζωής. Θυσίασα τον έναν από τους δύο σπόρους, ο οποίος προριζόταν για δενδρύλλιο που θα έδινα στονπατέρα μου, για να δω τι είχε μέσα. Ήταν συμπαγής, λευκός, και μύριζε κάπως σαν αβοκάντο. Δεν είχε τόσο ενδιαφέρον εσωτερικό όπως ο κυκαδόσπορος. Δεν πειράζει, θα σπύρω άλλους. Οπότε παρακολουθούμε τον εναπομείναντα. Είχα φύγει λοιπόν για διακοπές, άρα δε μπορώ να είμαι σίγουρος πότε ακριβώς βλάστησε. Στις 20 Απριλίου πάντως είχε ήδη διαραγεί και στείλει μία μικρή ρίζα από την κάτω πλευρά, η οποία μεγάλωσε περίπου στα 3 εκατοστά στις 23 του μηνός.

σπορόφυτο αβοκάντο με ρίζα 23/4/2015

Η εμφάνιση τουβλαστού δεν άργησε πολύ, και στις 6 Μαΐου ο νεαρός βλαστός είχε φτάσει τα 3 εκατοστά.

σπορόφυτο αβοκάντο με νεαρό βλαστό 6/5/2015

Όπως και τα περισσότερα δέντρα, το αβοκάντο βλαστάνει υπόγεια, δηλαδή οι κοτυληδόνες παραμένουν μέσα στο σπόρο και δρουν ως αποθήκες ενέργειας. Έτσι αν το υπέργειο τμήμα καταστραφεί, το φυτό μπορεί ν’αναγεννηθεί, κι έχει και την ενέργεια για να το κάνει. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι κοτυληδόνες εμφανίζονταν στην επιφάνεια και φωτοσυνέθεταν, όπως σε κάποια ξυλώδη και στα περισσότερα ποώδη φυτά, η προγονική κατάσταση, αν το υπέργειο τμήμα καταστρεφόταν, θα χανόταν όλο το φυτό. Την υπόγεια βλάστηση θα την παρατηρήσετε ευκολότερα σε δέντρα ξηρών καρπών, όπου για παράδειγμα κάτω από καρυδιές ή αμυγδαλιές μπορείτε να βρείτε πολλά σπορόφυτα από καρπούς της προηγούμενης χρονιάς που αποτελούνται από μία πασσαλώδη ρίζα, ένα βλαστό, ίσως και με φύλλα, τα οποία βγαίνουν από έναν ανοιγμένο σπόρο. Ο βλαστός λοιπόν του αβοκάντο συνέχισε να επιμηκύνεται και τα μάτια ν’αποκτούν μεγαλύτερη απόσταση, όμως δεν άνοιξαν αμέσως τα φύλλα. Μόλιςέγινε περίπου 10 εκατοστά, έβγαλε τα πρώτα λιγοστά φύλλα στην κορυφή. Έπειτα μετέφερα το φυτό έξω, όπου οι θερμοκρασίες ήταν σε ιδανικά υψηλά επίπεδα και το ηλιακό φως αρκετό. Έως τώρα, το είχα προστατευμένο μέσα, δίπλα στη μπαλκονόπορτα του δωματίου μου. Σταδιακά, ο βλαστόςάρχισε να ψηλώνει και τα φύλλα της κορυφής να γίνονται μεγαλύτερα. Στις 29 Μαΐου ήταν ένα ψηλόλιγνο βλαστάρι με τα μεγαλύτερα φύλλα γύρω στα 2,5 εκατοστά στην κορυφή.

νεαρό σπορόφυτο αβοκάντο 29/5/2015

Στο στάδιο αυτό, το φυτό ήταν 17-20 εκατοστά, και κλάδεψα το μίσό περίπου με το ψαλίδι. Για να μη γίνουν τα φυτά αυτά ψηλόλιγνα μπαστούνια, προτείνεται το κλάδεμά τους μερικές φορές σύντομα μετά τη βλάστησή τους, ώστε να έχουν αρκετά βασικά κλαδιά. Για να πω την αλήθεια, απογοητεύτηκα λίγο, γιατί αν παρέμενε το φυτό έτσι δε θα ήταν κάτι το σημαντικό. Τελικα όμως έκανα λάθος. Αν και το κλάδεμα δεν έκανε το φυτό τόσο θαμνώδες όσο νόμιζα, δηλαδή το μάτι κοντά στην κορυφή αντικατέστησε τον κεντρικό κορμό και συνέχισε την κατακόρυφη ανάπτυξη, κι ένα ακόμα στη μέση του βλαστού αναπτύχθηκε, τα φύλλα μεγάλωσαν πολύ. Σύντομα είχα ένα φυτό με τεράστια, έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα γύρω στα 12 εκατοστά. Η υφή τους είναι μοναδική, είναι σκληρά, λεία και εύκαμπτα σαν τα πλαστικά φύλλα, αλλά έχουν τη δροσιά των ζωντανών. Η λεία δερματώδης αυτή υφή είναι χαρακτηριστικό των δαφνοειδών κι άλλων φυτών του αρχαίου δαφνοδάσους, ώστε ν’αποβάλλουν αμέσως το ννερό της βροχής. Αυτή είναι μια φωτογραφία από τις 19 Οκτωβρίου.

σπορόφυτο αβοκάντο 19/10/2015

Το φυτό συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι τον Ιούνιο, οπότε σταμάτησε λόγω χαμηλών θερμοκρασιών. Ξαναξεκίνησε την ανάπτυξη το Σεπτέμβριο με την πτώση των θερμοκρασιών και τις πολλές βροχές, αν και με μικρότερα φύλλα. Μέσα στον Οκτώβριο, λόγω περαιτέρω πτώσης των θερμοκρασιών σταμάτησε την ανάπτυξη, οπότε όταν το φωτογράφισα ήταν σε στάσιμη κατάσταση. Με τη μικρή άνοδο της θερμοκρασίας ωστόσο το Νοέμβριο και τώρα το Δεκέμβριο και της αρκετής ηλιοφάνειας που έχουμε, το φυτό ξεγελάστηκε κι άρχισε να ξεδιπλώνει μερικά μικρά φύλλα στην κορυφή του, τα οποία ακόμα είναι λίγων χιλιοστών και δείχνουν στάσιμα. Πιθανότατα το φυτό θα παραμείνει όπως είναι για όλο το χειμώνα, και θα ξαναξεκινήσει την ανάπτυξη την άνοιξη. Εντωμεταξύ ο κορμός έχει παχύνει λίγο. Ο σπόρος παραμένει ακόμα στη θέση του, όμως αναμένεται ν’αποκολληθεί αργότερα, με τη μετέπειτα ανάπτυξη. Όταν βάλει μερικές ακόμα δεκάδες εκατοστών του χρόνου, θα το μεταφυτεύσω σε μεγαλύτερη γλάστρα και μετά θα το ξανακλαδέψω.
Εκτός από την ξήρανση της άκρης λίγων φύλλων το καλοκαίρι, ίσως από τις υψηλές θερμοκρασίες, δεν είχα άλλα προβλήματα. Γενικά το φυτό αυτό δεν είναι πολύ ανθεκτικό σε προβληματικές συνθήκες, και θα δείξει την ενόχλησή του αμέσως. Οι ξερές άκρες στα φύλλα μπορεί να σημαίνουν υπερβολικα ζεστή ή ξηρή ατμόσφαιρα, ή κάψιμο από λίπασμα. Τα κίτρινα φύλλα μπορεί επίσης να σημαίνουν υπερβολικ΄κο πότισμα ή υπερβολικό λίπασμα. Το υπερβολικό πότισμα μπορεί εύκκολα να σαπίσει τις ρίζες του φυτού, γι’αυτό το χώμα θα πρέπει να έχει καλή αποστράγγιση, αλλά πάλι να κρατά κάποια υγρασία, αφού το είδος κατάγεται από περιοχές με συχνές βροχοπτώσεις. Οι αφίδες μπορούν να προσβάλουν το φυτό, απομυζώντας τους χυμούς του. Ο ευκολότερος τρόπος καταπολέμησής τους είναι το χτύπημα του φυτού με το λάστιχο υπό πίεση, ώστε να πέσουν οι περισσότερες, και μετά ο ψεκασμός του με μίγμα τριών μερών νερού με ένα οινόπνευμα, και λίγο απορρυπαντικό πιάτων. Το σαπούνι θα λύσει τις εφυμενίδες των εντόμων και το οινόπνευμα θα τα σκοτώσει. Το αβοκάντο μπορεί να καλλιεργηθεί σε εσωτερικό χώρο, αλλά μόνο σε καλάφωτισμένη περιοχή. Τη θερμή περίοδο του έτους ωφελείται αν βρίσκεται έξω, στον απευθείας ήλιο, ενώ το χειμώνα θα πρέπει να προστατεύεται, ιδίως εάν οι θερμοκρασίες πρόκειται να πέσουν κάτω από το μηδέν. Μπορεί να επιβιώσει ελαφριές παγωνιές, αλλά καλύτερα να μην το ρισκάρετε. Εξαιτίας των μεγάλων φύλλων του και της αραιής του ανάπτυξης, δεν ενδείκνυται γαι μπονσάι. Παρόλα αυτά μπορεί να ζήσει σε γλάστρα για πολλά χρόνια και με το κλάδεμα να διατηρηθεί σε συγκεκριμένο μέγεθος, σαν μεγάλο μπονσάι δηλαδή. Αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το φυτό θ’ανθίσει και θα καρποφορήσει, σε χρόνο που κυμαίνεται από 3 χρόνια έως και 15 μετά τη σπορά, αλλά αν οι συνθήκες δεν είναι οι σωστές, μπορεί και να μην καρποφορήσει ποτέ. Συνήθως καρποφορούν μετά τα 7-10 χρόνια, και για τη μεγιστοποίηση της καρποφορίας καλό είναι να υπάρχει πάνω από ένα δέντρο για επιτυχέστερη επικονίαση. Οι καρποί εντούτοις θα είναι μικρότεροι και κατώτερης ποιότητας σε σχέση με την ποικιλία απ’όπου προήλθε ο σπόρος, γιατί με την γονιμοποίηση έχει επέλθει γενετικός ανασυνδυασμός και όλα τα καλλά γενετικά χαρακτηριστκά της ποικιλίας έχουν αλλοιωθεί. Όπως και με όλα τα οπωροφόρα δέντρα, οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται βλαστητικά, με εμβολιασμό σε σπορόφυτα.

Τώρα που ξέρετε πώς καλλιεργείται το αβοκάντο, μπορείτε να το κάνετε κι εσείς, κι αν έχετε πολλούς σπόρους, να δίνετε δενδρύλλια και σε φίλους σας. Είναι επίσης δραστηριότητα που αγαπούν να κάνουν τα παιδιά, και το γεγονός ότι πρόκειται για εξωτικό, ασυνήθιστο φυτό θα τα συναρπάσει ακόμα περισσότερο. Μεγαλώνοντας θα γίνει ένα όμορφο, ιδιαίτερο δεντράκι, Κι αν δεν καρποφορήσει δεν πειράζει.

Το αβοκάντο δεν είναι το μόνο εξωτικό φυτό που μπορεί να καλλιεργηθεί από σκουπίδια. Στην πραγματικότητα μπορείτε να φτιάξετε έναν μικρό κήπο από τροπικά φυτά κρατώντας τα άχρηστα μέρη από πολλά εξωτικά φρούτα και φυτεύοντάς τα, για παράδειγμα την τούφα φύλλων του ανανά ή το κουκούτσι του μάγκο. Για αυτά, καθώς και για περισσότερα τέτοια είδη, θα γράψω άρθρα προσεχώς.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια γαι το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Persea
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για την περσίνη
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 1
καλλιέργεια αβοκάντο απόσ πόρο 2
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 3
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 4

Το πρωτοβρήκα στο Vice, είναι πραγματικά πολύ περίεργη περίπτωση, αλλά ακόμα πιο περίεργη είναι η καταδίκη του. Πηγή:
CNN gr

Ομολόγησε διάρρηξη σε ιατρικό μουσείο

Newsroom

Newsroom , CNN Greece

 Ανανεώθηκε 08:29 Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015
Ένας 23χρονος ομολόγησε την ενοχή του χθες για διάρρηξη που έκανε σε ιατρικό μουσείο όπου έκλεψε διατηρημένους ανθρώπινους εγκέφαλους και άλλους ιστούς που μετά πούλησε μέσω του διαδικτύου, είπαν οι αρχές στην πολιτεία Ιντιάνα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ντέιβιντ Τσαρλς, από την Ιντιανάπολις, αποδέχθηκε την ενοχή του σε έξι κατηγορίες που του είχαν απαγγείλει και καταδικάστηκε σε κατ΄οίκον περιορισμό για ένα χρόνο με δύο χρόνια αναστολή.

Ο 23χρονος είχε διαρρήξει το Μουσείο Ιατρικής Ιστορίας της Ιντιάνα αρκετές φορές για να κλέψει δοχεία με εγκέφαλους και άλλους ιστούς, σύμφωνα με το γραφείο του τοπικού εισαγγελέα.

Το μουσείο ήταν κάποτε νοσοκομείο για ψυχασθενείς, που είχε ιδρυθεί το 1848, και αργότερα μετατράπηκε σε μουσείο με αίθουσα νεκροτομής και ανατομίας.

Ο Τσαρλς συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 2013 όταν ένας άντρας από το Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας ο οποίος είχε αγοράσει έξι δοχεία με τμήματα από εγκέφαλους στον διαδικτυακό ιστότοπο eBay για 600 δολάρια (565 ευρώ με σημερινές τιμές) ειδοποίησε την αστυνομία, σύμφωνα με τον φάκελλο της εισαγγελίας.

Πολλά από τα κλοπιμαία ταυτίστηκαν από έρευνα του ίδιου του αγοραστή μέσω του διαδικτύου με κομμάτια που είχαν κλαπεί από το μουσείο. Ο Τσαρλς αναγνωρίστηκε από ένα χαρτί που βρέθηκε στο μουσείο πάνω στο οποίο είχε αφήσει σημάδι με το ματωμένο του δάχτυλο.

Οι αρχές εντόπισαν 80 συνολικά δοχεία με ανθρώπινους ιστούς, σύμφωνα με τον φάκελλο της εισαγγελίας.

Ο Τσαρλς, ο οποίος διατάχθηκε να μην ξαναπλησιάσει το μουσείο, έκλεψε επίσης από εκεί και ένα μηχάνημα ηλεκτροκαρδιογραφήματος, περίπου 10 στηθοσκόπια, μια ζυγαριά μωρών και διάφορα άλλα ιστορικής αξίας κομμάτια.

Σύμφωνα με τις αρχές, ο νεαρός διατάχθηκε επίσης να αποκτήσει και απολυτήριο γυμνασίου ή το αντίστοιχο, ως όρο της καταδίκης του.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το ιστολόγιο αυτό το είχα εντοπίσει παλιά, ψάχνοντας για κάκτους ανθεκτικούς στο κρύο και για το πεγιότ, κι έτυχε να το ξαναβρώ πρόσφατα. Άνοιξε το 2005, και δυστυχώς δεν έχει ενημερωθεί μετά τον Ιανουάριο του 2014, αλλά ελπίζω ότι κάποτε ο συγγραφέας θα ξαναγράψει, επειδή κι άλλες φορές έτυχε να παραμελήσει το ιστολόγιό του. Είναι το ιστολόγιο ενός Δανού καλλιεργητή και συλλέκτη κάκτων, ο οποίος το άνοιξε αρχικά για να πληροφορήσει περί των κάκτων του γένους Lophophora, για τους οποίους δεν υπήρχαν πολλές πληροφορίες στο Διαδίκτυο, επεκτάθηκε ωστόσο και σε άλλλους συγγενικούς μικρούς μεξικανικούς κάκτους, αλλά και στους κάκτους γενικότερα.

Το γένος Lophophora είναι γένος κάκτων των ακραίων νότιων ΗΠΑ και του Μεξικού, που φύονται σε ξερά μέρη, τα οποία δέχονται έντονες βροχοπτώσεις το καλοκαίρι. Είναι μικροί, χαμηλοί ημισφαιρικοί άοπλοι (χωρίς αγκάθια) κάκτοι, με τούφες τριχών σε κάθε αρεόλη. Η ρίζα τους είναι πασσαλώδης και εκτείνεται σε μεγάλο βάθος, ενώ τα περισσότερα είδη και ποικιλίες παράγουν νέες μικρότερες διακλαδώσεις γύρω από το κύριο κεφάλι. Το ερέθισμα για την άνθηση είναι έντονες βροχές μετά από μια μακρόχρονη θερμή και ξηρή περίοδο, οπότε σε συνθήκες καλλιέργειας ανθίζουν εύκολα όταν ενηλικιωθούν. Είναι ωστόσο φυτά βραδύτατης ανάπτυξης, που θα πάρουν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν σ’αυτήν τη φάση – στη φύση μπορεί να κάνουν και 10 χρόνια για ν’ανθίσουν. Παλαιότερα αναγνωρίζονταν δύο είδη, η Lophophora williamsii, το πεγιότ, και η L. diffusa, αν και τώρα πολλές ποικιλίες αυτών των ειδών έχουν αναταξινομηθεί ως είδη, αν κι αυτό αμφισβητείται. Το πεγιότ παράγει πολλά αλκαλοειδή για την άμυνά του, σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η μεσκαλίνη, η οποία είναι σεροτονινεργική ψυχοδηλωτική ουσία με δράση παρόμοια του lsd, προκαλώντας οραματικές καταστάσεις κι εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης. Για τον λόγο αυτόν, το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων – τουλάχιστον πριν από 5.000 χρόνια – από τους Ινδιάνους της περιοχής, και χρησιμοποιείται ως σήμερα για ιερούς σκοπούς από τη φυλή Ουίτσολ του Μεξικού και την Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών στις ΗΠΑ, η οποία είναι η μόνη χώρα όπου το φυτό είναι παράνομο, αν και γι’αυτούς γίνεται εξαίρεση, θεωρητικά τουλάχιστον, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που παρενοχλούνται και διώκονται ποινικά. Το όνομα πεγιότ προέρχεται από το νάουατλ/γλώσσα των Αζτέκων «πέγιοτλ», που σημαίνει κάτι που λάμπει ή ακτινοβολεί. Πολλοί πληθυσμοί στη φύση απειλούνται σοβαρά από την ανθρώπινη ανάπτυξη του ενδιαιτήματός τους και την υπερσυλλογή για νόμιμη ή παράνομη πώληση, αλά και από την καταστρεπτική συγκομιδή τους. Για ν’αναγεννηθούν τα φυτά, θα πρέπει να κοπούν προσεκτικά στο ύψος του χώματο ςή λίγο πιο κάτω, αλλά πολλοί συγκομιστές ξεριζώνουν τα φυτά ή τα κόβουν πολύ βαθιά, με αποτέλεσμα να τα σκοτώνουν. Στο ιστολόγιο θα βρείτε πληροφορίες για το πεγιότ κι άλλες λοφοφόρες, επιστημονική βιβλιογραφία, ιστορική και παροντική χρήση, καθώς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ομάδες που το χρησιμοποιούν ακόμα, απειλές για τα φυτά αυτά, πληροφορίες καλλλιέργειας κλπ. Ο συγγραφέας του ιστολογίου αναφέρει ότι τα καλλιεργεί καθαρά για συλλεκτικούς σκοπούς. Και ψυχοναύτης όμως αν ήταν και τα χρησιμοποιούσε, δε θα το ανακοίνωνε δημόσια στο Διαδίκτυο σ’αυτήν την εποχή καταδίωξης των ψυχεδελικών όπουζ ούμε, εκτός κι αν ήταν μέλος σε κάποια σελίδα τέτοιου περιεχομένου υπό την κάλυψη ενός ψευδωνύμου.

Εκτός από τα πεγιότ, ο καλλιεργητής αυτός διατηρέι μεγάλη ποικιλία κάκτων, κυρίως μικρών βορειοαμερικανικών ειδών όπως από τα γένη Ariocarpus, Obregonia, Echinocereus, κλπ. Έχει συλλέξει πολλές ποικιλίες από διάφορες τοποθεσίες, και γνωρίζει την ακριβή προέλευση της κάθε μίας. Έχει ένα θερμοκήπιο, το οποίο όμως βρίσκεται στο εξοχικό του και το χειμω΄να δεν ελέγχει αξιόπιστα τη θερμοκρασία. Γι’αυτό έχει κι έναν ψυχρό χώρο καλλιεργειας, όπου κάνει δοκιμές για να βρει τις πιο ανθεκτικές στο κρύο ποικιλίες. Έως τώρα έχουν επιβιώσει πολλές ποικιλίες ορεινών περιοχών ή βορειότερου γεωγραφικού πλάτους. Από τα πεγιότ, οι ποικιλίες από το Τρανς-Πέκος του Τέξας έχουν αποδειχθεί οι πιο ανθεκτικές. Παλαιότερα δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα ακόμα και με ευπαθέστερες ποικιλίες, αλλά με τις βαρίες παγωνιές των τελευταίων ετών, οι οποίες του σκότωσαν πολλούς κάκτους και έβλαψαν μόνιμα ακόμα περισσότερους, άρχισε να ψάχνει τα πιο σκληρά είδη. Για να προετοιμάσει τα φυτά για το βαρύ σκανδιναβικό χειμώνα, κόβει όλο το πότισμα μέσα στο Σεπτέμβριο, και δε δίνει καθόλου νερό μέχρι ν’αρχίζουν ν’αναπτύσσονται μέσα στον Απρίλιο. Τα φυτά αφυδατώνονται αρκετά, κι έτσι διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να παγώσουν σε ακραίες θερμοκρασίες που μπορούν να φτάσουν τους -10 ή και τους -15 βαθμούς Κελσίου. Κάπως έτσι θα μεγάλωναν και οι κάκτοι στον Άρη. Το καλοκαίρι ωστόσο τα φυτά αναπτύσσονται καλά, και συχνά ανθοφορούν και καρποφορούν.

Έχει επίσης δοκιμάσει να καλλιεργήσει κάκτους στο μπαλκόνι του ακόμα και το χειμώνα, μια πιο εκτεθημένη περιοχή με βροχές και χιόνια. Τους φυτεύει σε κουτιά φύτευσης με πολύ καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, όπου περνούν το χειμώνα, συχνα καλυμμένη με ολόλευκο χιόνι. Υπήρχαν ωστόσο φορές που φοβήθηκε και προστάτευσε τα φυτά του. Εκτός από τους μικρούς κάκτους, καλλιεργεί και τριχοκηρείς της Νότιας Αμερικής (γένος Trichocereus ή Echinopsis), ψηλούς, επιβλητικούς κάκτους επίσης μεσκαλινούχους με παρόμοιες ιδιότητες με το πεγιότ με ιστο΄ρια χρήσης στη Ν. Αμερική, τους οποίους χρησιμοποιεί κυρίως ως υποκείμενα για να εμβολιάζει βραδυαυξέστερα είδη όπως το πεγιότ, επειδή τους επιταχύνουν σημαντικά την ανάπτυξη. Σε μία σειρά άρθρων του, παρακολουθούσε την εξέλιξη ενός εμβολιασμένου σποροφύτου πεγιότ 50 ημερών, το οποίο πάνω στον Trichocereus pachanoi άνθισε μόλις μέσα σε 2 χρόνια, ενώ με τις δικές του ρίζες μπορέι να έφτανε στην ίδια ηλικία σε διάστημα άνω των 5 ετών. Τα επόμενα χρόνια, ο κάκτος συνέχιζε ν’ανθοφορεί επανειλημμένα και να παράγει διακλαδώσεις. Καλλιεργεί επίσης κάκτους σαγκουάρο (Carnegyia gigantea), το μεγαλύτερο κάκτο της Βόρειας Αμερικής, καθώς και διάφορα ψυχροανθεκτικά είδη φραγκοσυκιάς (γένος Opuntia), και άλλα. Δεν ξέρω αν ασχολείται εμπορικά με τη συλλογή του, πάντως συχνά ανταλάσσει φυτά ή σπόρους με άλλους συλλέκτες κι έχει παρουσιάσει αρκετές άλλες συλλογές στο ιστολόγιό του. Δεν ξέρο πού δουλεύει ή αν η δουλειά του έχει να κα΄νει με φυτά, αλά συχνά ταξιδεύει, και όπως λέει δουλεύει εκέι που πηγαίνει. Έχει ταξιδέψει στην Ινδία, στη Μογγολία και στις ΗΠΑ, όπου επισκέπτεται οποσδήποτε τα πάρκα και τους βοτανικούς κήπους, απ’όπου μας ανεβάζει αρκετές φωτογραφίες φυτών και λουλουδιών.

Εκτός από λεπτομερείς παρατηρήσεις πάνω στα φυτά του, μας δίνει και συμβουλές για επιτυχημένη καλλιέργεια κάκτων όπως για τη δημιουργία του κατάλληλου χώματος, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να στραγγίζει άριστα, για την καλλιέργεια από σπόρο, για τον εμβολιασμό, για την προστασία από τις αντίξοες συνθήκες κλπ.

Το ιστολόγιο είναι πολύ καλό. Μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ.

Δείτε ως πού μπορέι να φτάσει μια φαινομενικά ανίσχυρη μάνα για να σώσει τα μικρά της! Στο βίντεο αυτό, το οποίο ανέβηκε στο Youtube στις 18 Ιουνίου του 2015 και ήδη έχει κάνει το γύρο του Διαδικτύου, μια μάνα κουνέλα επιτίθεται σ’ένα φίδι το οποίο έχει μπει στη φωλιά κι ετοιμάζεται να φάει τα μικρά. Το βίντεο τραβήχτηκε κάπου στις ανατολικές ΗΠΑ, πιθανόν μέσα σε μια αυλή. Αρχικά φαίνεται το φίδι μέσα στη φωλιά, κουλουριασμένο γύρω από ένα κουνελάκι, το οποίο πρόκειται να φάει. Μία λεπτή, διακεκομμένη φωνή που ακούγεται είναι ο συναγερμός που δίνει ένα άλλο μικρο΄κουνελάκι. Ακούγοντας αυτό΄, η μητέρα έρχεται, και μο΄λις βλέπει το φίδι, το επιτίθεται ξαφνικά δαγκώνοντας το και κλωτσώντας το με τα πίσω πόδια, ενώ το κουνελάκι που φώναξε τρέχει να κρυφτεί. Το φίδι φεύγει, αλλά η κουνέλα δε σταματά να το χτυπά. Στο τέλος, ενώ το φίδι προσπαθεί να κρυφτεί στα χόρτα, η κουνέλα το δαγκώνει ακόμα μια φορά. Τελικά το φίδι ξεφεύγει, παρόλα αυτά, ενώ πολλά σχόλια για το βίντεο αναφέρουν ότι η κουνέλα έσωσε τα μικρά, από τα τρία που είχε, μονο το ένα που έδωσε το συναγερμό και κρύφτηκε σώθηκε, τα άλλα δύο πρόλαβε να τα πνίξει το φίδι. Κάπου στη μέση του βίντεο δύο παιδάκια επευφημούν στα αγγλικά την κουνέλα. Η γλώσσα ωστόσο που μιλούν οι βιντεοσκόποι, οι οποίοι ίσως είναι οι γονείς τους, μοιάζει με ρώσικα, σέρβικα ή κάποια άλλη παρόμοια γλώσσα, και μέσα στις λέξεις αναγνωρίζω το «κουνέλι». Πραγματικά διεθνής λέξη. Δείτε το γνήσιο βίντεο παρακάτω:

Δεν περίμενα σε καμία περίπτωση μια κουνέλα να προστατεύσει τα μικρά της. Νόμιζα ότι τα κουνέλια είναι δειλά ζώα, που τρέχουν να σωθούν με τον παραμικ΄ρο κίνδυνο, και οι μάνες δε μπορούν να κάνουν τίποτα για να βοηθήσουν τα παιδιά τους αν κάτι τους συμβεί, απλώς κάθονται και τα κοιτάνε καθώς τα τρώνε ή φεύγουν. Τελικά το μητρικό ένστικτο νίκησε το φόβο, και η μάνα αυτή έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει τα μικρά της, αν και τελικά έμεινε μόνο με ένα.

Από τα είδη των ζώων καταλαβαίνουμε ότι το συμβάν διαδραματίστηκε σε κάποια ανατολική πολιτεία των ΗΠΑ. Το φίδι είναι ένα μαύρο ποντικόφιδο (Pantherophis alleghaniensis), ένα είδος λαφιάτη, δηλαδή φίδιού μη ιοβόλου και συσφιγκτήρα. Είναι μαύρο και συνήθως γίνεται 1,5 μέτρα, αν και κατεξαίρεσιν μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει τα 2 μέτρα, και τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αλά συχνά εισβάλλει και σε φωλιές πουλιών και θηλαστικών, όπου τρώει τα αυγά και τους νεοσούς και τα νεογνά αντίστοιχα. Μία φωλιά παρέχει έτοιμη άφθονη θρεπτική τροφή χωρίς κάποιον κίνδυνο,΄εκτος από περιπτώσεις σαν κι αυτήν. Πιστεύω πως το φίδι αυτό δε θα πλησιάσει κουνελοφωλιά για μήνες. Το κουνέλι δεν είναι το γνωστό μας ευρωπαϊκό κουνέλι, αλλά το αμερικανικό κουνέλι των ανατολικών περιοχών (Silvilagus floridanus). Τα κουνέλια του γένους Silvilagus απαντώνται στην Αμερική, κι έχουν αρκετές διαφορές από το κοινό. Έχουν γενική μορφολογία κουνελιού, αλλά ο τρόπος ζωής τους είναι ενδιάμεσος σε λαγό και κουνέλι. Είναι κυρίως μοναχικά, αν και μπορέι να δημιουργήσουν χαλαρές ομάδες. Ζουν στην επιφάνεια του εδάφους, και αν χρειαστεί κρύβονται μέσα σε πυκνά χόρτα,κάτω από ξύλα ή σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Τα θηλυκά σε λίγα είδη μόνο σκάβουν τρύπες για να γεννήσουν, συνήθως σκάβουν μια ρηχή φωλιά ανάμεσα στη βλάστηση, την οποία στρώνουν με χόρτα και τρίχες όπως όλα τα κουνέλια. Τα μικρά του γένους γεννιούνται ελαφρώς πιο ανεπτυγμένα απ’αυτά του ευρωπαϊκού, κι ανεξαρτητοποιούνται κι ωριμάζουν αναπαραγωγικά γρηγορότερα. Το κουνέλι των ανατολικών περιοχών έχει καφεκόκκινο χρώμα για καμουφλάζ με το έδαφος, και βάρος 0,8-2 κιλά, με το μέσο όρο στα 1,2 κιλά.

Αυτή δεν είναι ωστόσο η πρώτη περίπτωση όπου αμερικανικό κουνέλι επιτέθηκε σε φίδι. Το 2007, μια παρόμοια περίπτωση βιντεοσκοπήθηκε, και μάλιστα στον τίτλο του βίντεο λέει πως το φίδι ήταν δηλητηριώδες, αν και δεν ξέρω αν αυτό΄ισχύει ή μπήκε για εντυπωσιοθηρικούς λόγους. Όποιος ξέρει περισσότερα ας σχολιάσει.

Τι γίνεται όμως με το ευρωπαϊκό κουνέλι; Είναι το γνωστό μας είδος που ζει σε πολύπλοκα συστήματα λαγουμιών, και γεννά τα μικρά μέσα σε τέτοιες τρύπες. Γεννά αρκετά κουνελάκια, και η θνησιμότητα μέσα στις φωλιές είναι μεγάλη. Άραγε μπορεί να σώσει τα μικρά του, ή απλώς κάθεται και τα βλέπει να πεθαίνουν μπροστά του; Δεν ξέρουμε, γιατί δεν έχει παρατηρηθεί κάτι παρόμοιο, που άλλωστε είναι πολύ σπάνιο – εναλλακτικά μπορέι να έχει παρατηρηθεί και απλώς να μην κυκλοφορέι στο Διαδίκτυο για να το ξέρουμε. Πάντως ούτε αυτό είναι πάντοτε το θύμα, όπως διαισθητικά νομίζουμε.
Το Σεπτέμβριο του 2009, ο Αρμάντο ντελ Μάνσο, ένας Αυστραλός τεχνίτης ατσαλιού, έβρισκε όλο νεκρά φίδια στο γκαζόν της οικίας του κοντά στο Κερνς στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας. Τα φίδια έφεραν δαγκωματιές πάνω τους, και υπέθετε ότι τα σκότωνε ο σκύλος του. Μετά από τρεις εβδομάδες ωστόσο, έγινε ο αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος που έμελλε να τον συγκλονίσει. Δύο κουνέλια επιτέθηκαν σε μήκους 1,5 μέτρου καφέ βασιλικό φίδι (Pseudechis australis), ένα επικίνδυνο ιοβόλο φ΄δι της Αυστραλίας, και, μολονότι το φίδι προσπάθησε να τα δαγκώσει, μέσα σε δύο λεπτά το σκότωσαν. Άτυπη συμπεριφορά από τρελά κουνέλια, ή τακτική επιβίωσης του είδους που δε γνωρίζουμε;
Έως τώρα λοιπόν, υπάρχουν 3 καταγεγραμμένες περιπτώσεις επίθεσης κουνελιού σε φίδι, ή τουλάχιστον 3 προσβάσιμες στο Ίντερνετ. Δεν είναι απίθανο τα κουνέλια να προσπαθήσουν να διώξουν ή και να σκοτώσουν έναν εχθρό αν η ζωή τους βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, και ένα λεπτό φίδι είναι εύκολος στόχος, αφού δεν έχει γούνα, πόδια με νύχια και κοφτερά δόντια για να αμυνθεί αποτελεσματικά. Παρόλα αυτά το δηλητήριο αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, και τα κουνέλια κινδυνεύουν άμεσα αν το φίδι είναι δηλητηριώδες. Επίσης, παρόλο που τα δόντια του φιδιού δεν είναι κοφτερά, τα κουνέλια κινδυνεύουν να δαγκωθούν ανά πάσα στιγμή σε κάποιο λιγότερο προστατευόμενο από γούνα μέρος του σώματός τους, και εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους και του ευαίσθητου σώματός τους, η βλάβη θα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι π.χ. σ’έναν άνθρωπο. Γι’αυτό και δεν πιστεύω ότι η επίθεση κουνελιών σε φίδια είναι σύνηθες φαινόμενο.

Γιατί όμως το βίντεο διαδόθηκε τόσο πλατιά στο Διαδίκτυο; Ήταν ο θαυμασμός των ανθρώπων για την ηρωική μάνα κουνέλα, ή το μίσος για το κακό φίδι; Υποψιάζομαι δυστυχώς το δεύτερο. Θα πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι κανένα ζώο δεν είναι καλό ή κακό. Ο καθένας, σύμφωνα με το νόμο της επιβίωσης, έχει το δίκιο του. Και η κουνέλα έπρεπε να προστατεύσει τα μικρά της, αλλά και το φίδι έπρεπε να τραφεί για να ζήσει.

Το σκηνικό της Γέννησης του Φιδιού!

Για εμάς τους λάτρεις των φολιδωτών, πρόσφατα σημειώθηκε μια τεράστια άνοδος στον ανθρώπινο πολιτισμό. Στις 23 Δεκεμβρίου ομάδα σατανιστών τοποθέτησε μπροστά στο Καπιτώλιο, το κυβερνητικό κέντρο της πολιτείας του Μίσιγκαν στο Ντιτρόιτ, ένα χριστουγεννιάτικο έκθεμα που ονόμασε προκλητικά “Snaketivity Scene”, μία παράφραση του «Nativity scene” – σκηνικό Γέννησης του Χριστού -, δηλαδή σκηνικό της Γέννησης του Φιδιού ή Φάτνη της Γέννησης του Φιδιού. Είναι ένα κοκκινόμαυρο φίδι τυλιγμένο πάνω στο σατανιστικό ανάποδο σταυρό, το οποίο προσφέρει στους ανθρώπους ένα βιβλίο με τίτλο «Επανάσταση των Αγγέλων». Το έκθεμα προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, ως αναμενόμενο στη χριστιανόπληκτη Αμερική.
Ο γερουσιαστής Ρικ Τζόουνς, προφανώς κάποιος υπερσυντηριτικός, τοποθέτησε απέναντι ως απάντηση ένα έκθεμα της Γέννησης του Χριστού. Όπως είπε, είναι ευτυχής που εκπροσωπεί το φως κι όχι το σκοτάδι. Δε φοβάται τους φιδανθρώπους, και είναι βέβαιος ότι ούτε κι ο Ιησούς Χριστός θα φοβάται, γι’αυτό τους αγνοεί. Σε συνέντευξή της η εκπρόσωπος του Σατανιστικού Ναού (Satanic Temple) Τζεξ Μπλάκμορ, ανέφερε ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονται με πολλούς τρόπους και θεώρησε προβληματικό η κυβέρνηση των ΗΠΑ να προκρίνει μόνο έναν τρόπο εορτασμού των Χριστουγέννων, ενώ η κοινότητα στο Μίσιγκαν είναι ποικιλόμορφη. Αναφέρει επίσης ότι η ομάδα της δε λατρεύει το Σατανά, αλλά προωθεί την ατομικότητα, τη συμπόνια και απόψεις διαφορετικές των χριστιανικών και συντηρητικών πεποιθήσεων.
Ο κανονισμός στο Καπιτώλιο απαιτεί την αφαίρεση των εκθεμάτων κα΄θε βράδυ. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι ακόμα εκεί τα εκθέματα.
Έψαξα για το Σατανιστικό Ναό λοιπ΄/όν. Η ομάδα αυτή, που έχει και ιστοσελίδα κι έχει τη μορφή εκκλησίας κατά κάποιον τρόπο, νοεί περισσότερο το Σατανά ως σύμβολο παρά ως οντότητα, δίνοντας έμφαση στην επαναστατική παρά στην πονηρή του φύση. Δεν υποστηρίζει το κακό δηλαδή, απλώς απορρίπτει όλες τις θρησκευτικές ή παραδοσιακές αξίες από τη σύγχρονη κοινωνία, υποστηρίζοντας πως οι πίστεις μας θα πρέπει να πλάθονται από τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας. Συμπαθής ομάδα. Σύμφωνα μ’αυτούς, διαφέρουν από τους ανθρωπιστές στο ότι απορρίπτουν την τυραννική εξουσιά και την αυθεντία, τονίζοντας την αξία της προσωπικής επανάστασης του καθενός, που είναι και η ουσία του σατανισμού κατ’αυτούς. Η ομάδα κάνει συχνά δημόσιες εμφανίσεις, και μολονότι αρνείται ότι η σύνδεσή της με το σατανισμό έγινε καθαρά για λόγους δημοσιότητας, κάτι τέτοιο γίνεται στην ουσία.
Ο Σατανιστικός Ναός δε θα πρέπει να συγχυστεί με την πάλι μη δαιμονολατρική Εκκλησία του Σατανά, με ιδρυτή τον Άντον Λεβέι, η οποία προωθεί τον ατομισμό και τον κοινωνικό Δαρβινισμό αποκηρύσσοντας κάθε άλλη ένωση που χρησιμοποιεί το Σατανά ως σύμβολο.
Οι καθ’όλα χριστιανοί Έλληνες βέβαια, που οι περισσότεροί τους κοινωνούν τη Μεγάλη Εβδομάδα και αν, θυμούνται να πάνε στην εκκλησία την Ανάσταση και ίσως τα χριστούγεννα, και δεν τους πειράζει να τρώνε κρέας στις νηστίες ή να κάνουν προγαμιαίο σεξ, αλλά όταν ξαφνικά ακούνε για σατανισμό ανάβουν τα θρησκευτικά τους λαμπάκια κι αρχίζουν να διαμαρτύρονται, πλημμύρισαν το ελληνικό διαδίκτυο με αρνητικές κριτικές. Μερικές δημοσιογραφικές ιστοσελίδες όπως το defencenet,, καθώς και ιστολόγια που αναπαρήγαγαν την είδηση απ’αυτές όπως ο Κόκκινος Ουρανός παρουσιάζουν την όλη είδηση με εντελώς μελανά χρώματα, εντούτοις οι περισσότερες την παρουσιάζουν με ουδέτερο τόνο. Θετικό σχόλιο μάλλον μόνο εδώ έγινε. Εγώ ένα πράγμα έχω να πω: κρίμα που δε γίνονται τέτοια και στην Ελλάδα.

Υγ. Όποιος γνωρίζει με ποιο πραγματικό φίδι μοιάζει αυτό του εκθέματος, παρακαλώ να σχολιάσει.

Πηγή:
Euronews

Μπορεί ένας τυφλός να έχει στην κατοχή του όπλο;

Αυτό είναι το ερώτημα που απασχολεί στις αρχές της Νότιας Ντακότα.

Η πολιτεία σκέφτεται να υιοθετήσει νόμο ανάλογο με αυτόν της γειτονικής Αϊόβα, όπου άνθρωποι με μειωμένη η και καθόλου όραση μπορούν νόμιμα να έχουν όπλο στην κατοχή τους.

Οι υπέρμαχοι του νόμου δηλώνουν ότι βοηθά τους ανθρώπους με προβλήματα όρασης να προσαρμοστούν πιο εύκολα στην κοινωνία.

«Αν είναι νομικά σε θέση να αποκτήσουν όπλο, ο νόμος δεν το απαγορεύει ούτε απαιτεί από εμάς να κάνουμε τεστ οράσεως» δήλωσε ο σερίφης της κομητείας Μινεχάχα, Μάικ Μίλστεντ.

Για να μπορεί να έχει κάποιος όπλο στη Νότια Ντακότα αρκεί μια απλή άδεια. Εκπρόσωποι οργανισμών για τα δικαιώματα των τυφλών δηλώνουν ότι ο νόμος πρέπει να ισχύει για όλους, ανεξαρτήτως από το αν έχουν μειωμένη όραση.

Πάντως δεν είναι πολλοί οι τυφλοί που επιχειρούν να αποκτήσουν όπλο, αφού σύμφωνα με τον σερίφη λίγοι είναι οι κάτοικοι με προβλήματα όρασης που έχουν κάνει αίτηση για άδεια οπλοφορίας.

Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 270 εκατομμύρια όπλα, σε μία χώρα με περισσότερους από 300 εκατομμύρια κατοίκους. Αυτό αναλογεί σε 90 όπλα για κάθε 100 κατοίκους.

Γιατί, ένας τυφλός δεν έχει το δικαίωμα να προστατεύσει τον εαυτό του και με όπλο; Εφόσον το σύνταγμα της χώρας το επιτρέπει, είναι νόμιμο. Αλλά… όταν λένε οι υπέρμαχοι του νόμου ότι η οπλοφορία θα βοηθήσει στην προσαρμογή των τυφλών στην κοινωνία, τι εννοούν ακριβώς; Ότι η προσαρμογή ενός αναπήρου στην κοινωνία αξιολογείται με την ικανότητά του να χρησιμοποιεί όπλο ή να κάνει οτιδήποτε άλλο που θεωρείται απαραίτητο; Όχι, εδώ δε συμφωνώ. Για να γίνει η ένταξη, πρώτο απ’όλα θα πρέπει η υπόλοιπη κοινωνία να δεχτεί τον ανάπηρο με τις ιδιαιτερότητές του και να προσαρμοστεί σ’αυτόν. Οι υποστηρικτές του νόμου αυτού συζητούν το θέμα από εντελώς λανθασμένη θεωρητική βάση, η οποία έχει αποδειχθεί καταστροφική για τη ζωη των αναπήρων για χρόνια, φορτώνοντάς τους με πρακτικά και ψυχολογικά βάρη, σύνδρομα κατωτερότητας κλπ. Αυτή η οπτική θά’πρεπε ν’αλλάξει.

Κατιφές

κατιφέδες

Αυτό το λουλούδι, με τη μακρόχρονη ιστορία του στους μεσοαμερικανικούς πολιτισμούς, σήμερα στολίζει τα σπίτια, τους κήπους και τα παρτέρια όλου του κόσμου με τα έντονα πορτοκαλί και κίτρινα χρώματά του, που το κάνουν ξεχωριστό από μακριά. Οι ουσίες επίσης που παράγει το καθιστούν ωφέλιμο για τα γειτονικά φυτά, αφού απωθούν πολλούς βλαβερούς οργανισμούς.

Ο κοινός κατιφές, με επιστημονική ονομασία Tagetes erecta (ταγέτης ο όρθιος) είναι το πλέον διαδεδομένο είδος του γένους του. Το γένος του ταγέτη, που ανήκει στην οικογένεια των σύνθετων (μαργαριτοειδή) και πήρε το όνομά του απ’το μυθικό ετρούσκο προφήτη Τάγη, ο οποίος δίδαξε τη μαντική τέχνη στους Ετρούσκους, που αργότερα μεταλαπάδευσαν στους Ρωμαίους, περιλαμβάνει 56 είδη ιθαγενή της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Το είδος του ενδιαφέροντος μπορεί να βρεθεί αυτοφυές σε μια ζώνη που εκτείνεται απ’το Μεξικό ως τη μέση της Κεντρικής Αμερικής, ενώ με τη βοήθεια του ανθρώπου έχει εξαπλωθεί σε περιοχές της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς και σε εύκρατα κλίματα, εφόσον είναι μονοετές και οι σπόροι του μπορούν να παραμένουν αδρανείς το χειμώνα στο έδαφος. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί άγριο στις πολιτείες Σαν Λουίς Ποτόσι, Τσιάπας, Πολιτεία του Μεξικού, Πουέμπλα, Σιναλόα, Τλαξκάλα, και Βερακρούζ. Όταν εγώ πρωτοάκουσα πολύ παλιά τη λέξη «κατιφές» νόμιζα πως έχει να κάνει με τον καφέ. Η
Ετυμολογία
Της ωστόσο ανάγεται στην αραβική λέξη «κατίφα», που σημαίνει βελούδο και πέρασε στα ελληνικά μέσω της τουρκικής παραλλαγής «καντίφ». Εξαιτίας της αρκετά παλιάς εισαγωγής του φυτού αυτού στον υπόλοιπο κόσμο, κάθε γλώσσα έχει πλέον δημιουργήσει το δικό της όνομα γι’αυτό, ώστε σήμερα η σύνδεσή του με το Μεξικό έχει σχεδόν χαθεί. Στα ΤαΪλανδικά λέγεται «ντάορουανγκ», δηλαδή φωτεινό αστέρι. Στα αγγλικά λέγεται «marigold”, το χρυσάφι της Παναγίας, που αρχικά αναφερόταν στην καλέντουλα, συχνά με προσδιοριστικά όπως μεξικανική, αζτεκική, ή, λανθασμένα, αφρικανική. Στα ισπανικά λέγεται σεμπασούτσιλ (cempasuchil), μια παραφθορά του αρχικού νάουατλ ονόματος σεμποουαλξότσιτλ (cempohualxochitl), από το “cempohualli” (πρώτο μέτρημα, το 20 στο μεσοαμερικανικο εικοσαδικό σύστημα) και «xochitl» άνθος, που μπορεί ν’αποδοθεί ως εικοσαλούλουδο ή εικοσανθές, μάλλον από τα πολλά «πέταλά» του.

Το άγριο φυτό φτάνει τα 50-100 εκ. σε ύψος. έχει όρθιους και σκληρούς βλαστούς με αραιά, λεπτά, σκουροπράσινα και πτεροειδή φύλλα με επιμήκη και οδοντωτά φυλλάρια. Όπως όλα τα σύνθετα, παράγει
κεφαλιοειδείς ταξιανθίες,
που δίνουν την εντύπωση ενός άνθους. Στο συγκεκριμένο γένος όλη η βάση της ταξιανθίας είναι επιμήκης και σωληνωτή προς τα πάνω, με μακριά και συνενωμένα βράκτια να δημιουργούν έναν ψευδοκάλυκα και ανθίδια στενόμακρα, ώστε το «άνθος» να έχει την όψη γαρύφαλλου. Όπως και σε πολλά άλλα σύνθετα, τα πέταλλα των περιφερειακών ανθιδίων είναι κανονικά ανεπτυγμένα ώστε να δίνουν πιστότερα την εικόνα άνθους. Προφανώς τα επικονιαστικά έντομα αντιδρούν καλύτερα σ’αυτό το σχήμα, γι’αυτό τα περισσότερα σύνθετα έχουν εξελιχθεί να μιμούνται το άνθος όσο καλύτερα γίνεται. Τα κεφάλια είναι συνήθως κίτρινα ή πορτοκαλί, με τα πιο σκούρα νά’χουν και καφετί τόνους. Όλο το φυτό έχει βαριά μυρωδιά, που μου φαίνεται κάπως σαν μείξη αόριστου μυρωδικού φυτού, μέντας και φαρμάκου.

Το φυτό αυτό έχει αρκετές καλλιεργούμενες ποικιλίες, με διαφορές κυρίως στο ύψος και στο κεφάλι, άλλες δηλαδή είναι ψηλές κι άλλες κοντές (οι νάνες ψηλώνουν μόλις στα 20-25 εκ.), ενώ άλες έχουν κανονικό κι άλλες ενισχυμένο κεφάλι. Αρκετές ποικιλίες επίσης είναι υβρίδια μ’άλλα είδη του γένους, με κυριαρχία ωστόσο του T. Erecta. Το είδος T. patula καλλιεργείται επίσης ως καλλωπιστικό. Επομένως υπάρχουν κατιφέδες γιαοποιαδήποτε θέση. Οι κοντοί μπορούν αν φυτευτούν για εδαφοκάλυψη ή σε χαμηλά δοχεία, ενώ οι ψηλότεροι σεν συγκεκριμένα σημεία για έμφαση. Η καλλιέργειά τους είναι εύκολη. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα καλό έδαφος, κανονικό πότισμα και ήλιο για ν’ανθοφορούν όλο το καλοκαίρι, ωστόσο η λίγο παραπάνω φροντίδα δε θα τους βλάψει. Καλό είναι το έδαφος πριν τη φύτευση νά’χει λιπανθεί. Εάν μεταφυτευθούν από γλαστράκια, ίσως δεν αναπτυχθούν για τις επόμενες δύο βδομάδες μέχρι να αναπτύξουν καλό ριζικό σύστημα, οπότε ένα λίπασμα με περισσότερο φώσφορο θα βοηθήσει σ’αυτό. Το υπερβολικό άζωτο θα προκαλέσει έντονη, αλλά αδύναμη ανάπτυξη, χωρίς πολλή ανθοφορία. Προτείνεται μια ακόμα λίπανση μέσα στο καλοκαίρι για ενδυνάμωση, ενώ στα δοχεία, όπου το έδαφος ξεπλένεται γρηγορότερα, η λίπανση μπορεί να γίνεται και μηνιαία. Η αφαίρεση των ξεραμένων κεφαλιών θα παρατείνει την ανθοφορία λίγο παραπάνω, αλλά τα τελευταία το φθινόπωρο δε θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, για νά’χουμε σπόρο. Οι σπόροι βρίσκονται σε αχένια, όπως σ’όλα τα σύνθετα, μέσα στον ψευδοκάλυκα του ξερού κεφαλιού. Συνήθως η ανθοφορία ξεκινά από αργά την άνοιξη μέχρι τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, αν και σε πολύ ζεστά καλοκαίρια μπορεί να παύσει προσωρινά. Παρόλα αυτά το φυητό είναι ανθεκτικό και μπορεί να επιβιώσει ακόμα και σε παραμελημένες τοποθεσίες για χρόνια, γι’αυτό ίσως είναι και ένα απ’τα καταλληλότερα λουλούδια για
Μπάλες σπόρων.
Ο κατιφές σπάνια προσβάλλεται από ασθένειες, εξαιτίας του μεγάλου χημικού του οπλοστασίου. Στην πραγματικότητα κοντά σε άλλα φυτά δρα προστατευτικά. Δίπλα σε σολανοειδή όπως ντομάτες,
Πατάτες,
Μελιτζάνες ή πιπεριές, αλλά και
φράουλες,
προφυλάσσει από το νηματώδη σκώληκα Platylenchus penetrans, ενώ προσελκύει τους ωφέλιμους επικονιαστές με τη συνεχή ανθοφορία του. Επίσης τα κουνέλια και ταάλλα χορτοφάγα δεν τον τρώνε εύκολα.

Φαρμακευτικά το φυτό είχε ευρεία χρήση στην Προκολομβιανή Αμερική. Οι Νάουατλ του Μεξικού έπιναν το τσάι του για πονοδόντους, στομαχικά ενοχλήματα, παράσιτα του εντέρου, προβλήματα στην κύστη και στο ήπαρ. Οι Τσερόκι το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν το δέρμα κι επίσης έβγαζαν απ’αυτό κίτρινη βαφή. Σημερινές μελέτες βρίσκουν αντιοξειδωτική κι ελαφριά αναλγητική δράση για το εκχύλισμα αυτού του φυτού. Το φυτό περιέχει θειοφένια, θειούχες ενώσεις που αποδεδειγμένα δρουν κατά πολλών ειδών βακτηριδίων, και ίσως γι’αυτό χρησιμοποιείται απ’τους ιθαγενείς της Ονδούρας για το πλήσιμο των πτωμάτων. Χρησιμοποιείται ακόμα μάλλον για τον ίδιο λόγο ως μπαχαρικό στα φαγητά, αν και τη θέση αυτήν την έχει περισσότερο το δυνατότερο συγγενικό είδος T. lucida ή μεξικανικό εστραγκόν, παρομοίων ιδιοτήτων με το γνήσιο. Είναι ένα ψηλό φηυτό στο ένα μέτρο με μικρά κίτρινα άνθη. Τα πέταλα του κατιφέ μπαίνουν ακόμα για χρώμα και γεύση στις σαλάτες και στις σούπες. Τα
Καροτενοειδή
Είναι οι ενώσεις που δίνουν στα πέταλα αυτό το κίτρινο και πορτοκαλί χρώμα, και γι’αυτό έχουνχρησιμοπιηθεί, είτε σε σκόνη είτε σε εκχύισμα, για να δίνουν χρώμα στις κότες και στους κρόκους των αυγών τους, εάν το καλαμπόκι της τροφής τους δεν είναι έντονα χρωματισμένο. Το αιθέριο έλαιο του φυτού χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία για την προσθήκη οσμής μήλου, αν και γι’αυτόν το σκοπό κυρίως χρησιμοποιείται ο μικρανθής κατιφές (T. Minuta), ένα ψηλό φυτό 2 μέτρων με μικρά κεφαλάκια της νότιας Νότιας Αμερικής.

Ο κατιφές είχε κι έχει ακόμα συμβολική σημασία στο Μεξικό. Για τους Αζτέκους και τους λοιπούς ιθαγενείς του κεντρικού Μεξικού, το σεμποουαλξότσιτλ ήταν το άνθος των νεκρών. Μ’αυτό στόλιζαν τους νεκρούς, τις νεκρώσιμες τελετές και τους τάφους. Όταν κατέφθασαν οι Ισπανοί κατακτητές, προσπάθησαν να εκρι΄ζώσουν το παγανιστικό αυτό έθιμο χωρίς μεγάλη επιτυχία. Το άνθος, αν και μισητό αρχικά στους Ισπανούς, γρήγορα μεταφέρθηκε, όπως και πολλά άλλα αμερικανικά φυτά, από Ισπανούς εμπόρους σ’όλον τον κόσμο, όπου γρήγορα έχασε τη σύνδεσή του με το θάνατο. Στη σημερινή Ημέρα των Νεκρών του Μεξικού, που γιορτάζεται στις 2 Νοεμβρίου, οι Μεξικανοί εξακολουθούν να στολίζουν τους τάφους των νεκρών προσφιλών τους προσώπων και τους οικιακούς τους βωμούς μ’αυτό το φυτό, εξού και το δεύτερο ισπανικό όνομά του, «flor de muertos», δηλαδή άνθος των νεκρών. Ο κατιφές έχει επίσης λατρευτικές χρήσεις στο Νεπάλ.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia γιατον κατιφέ
καλλιέργεια κατιφέ
συλλογή σπόρου από κατιφέ
η ιστορία διάδοσης του κατιφέ
μελέτες για τις αντιοξειδωτικές και αναλγητικές ιδιότητες του κατιφέ