Tag Archive: έρημος


Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Ενημέρωση 28/9/2016: Την Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου, άλλαξε για πρώτη φορά δέρμα στην κατοχή μου. Τις μέρες πριν την έκδυση είχε απλώς πιο θαμπά χρώματα, οι φολίδες του χώριζαν πιο έντονα, και το δέρμα του ζάρωνε όταν διπλωνόταν. Στις 26 Ξαφνικά πήγε κάτω από το υπόστρωμα. Μετά από κάποιες ώρες ξαναβγήκε στην επιφάνεια, και κάτω από τα χαρτιά βρήκα ένα πλήρες φιδοπουκάμισο. Μετά είχε πολύ πιο λαμπερό δέρμα και φωτεινότερα χρώματα. Την ίδια μέρα δοκίμασα να τον ταΐσω, αλά δεν έφαγε. Ήταν η πρώτη φορά που αρνήθηκε γεύμα στην κατοχή μου. Θα ξαναδοκιμάσω σήμερα.

Το Σινά ανέκαθεν ήταν τόπος δοκιμασίας για τους ανθρώπους. Από τους αρχαίους βιβλικούς ήρωες μέχρι τους εμπόρους των πιο πρόσφατων εποχών, η Έρημος του Σινά ήταν το πιο δύσκολο μέρος που χρειάστηκε να περάσουν. Ουδέποτε κατοικήθηκε μόνιμα, αν και η αρχαιολογική έρευνα έχει βρει αποδείξεις για περιορισμένη ποιμενική δραστηριότητα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και την πρώιμη σύγχρονη εποχή. Ποιμένες θα υπήρχαν και στην εποχή του Μωυσή, όπως άλλωστε μαρτυρούν οι Γραφές, αλλά θα ήταν ακόμα λιγότεροι, και δε θα άφησαν κανένα ίχνος. Εκτός από την κτηνοτροφία λοιπόν, που εξασκούταν σπάνια και σε μικρές περιοχές της όλης έκτασης, συχνά περνούσαν από εκεί τα καραβάνια των εμπόρων. Κατά τα άλλα ο τόπος έμενε ακατοίκητος και σχεδόν εξολοκλήρου ανεξερεύνητος για αιώνες. Δεν ήταν μόνο οι αστρονομικά υψηλές θερμοκρασίες και η λειψυδρία του τόπου που πτοούσαν τους ανθρώπους, αλλά και οι συχνές επαφές με μυστηριώδη φαινόμενα, τα οποία τους παρενοχλούσαν ή τους απέτρεπαν εξολοκλήρου τα ταξίδια.

Από αρχαιοτάτων χρόνων υπάρχουν αναφορές, κυρίως σε πιο απόκρυφα κείμενα, για την παρουσία μυστηριωδών όντων της φωτιάς στην Έρημο του Σινά. Τα όντα αυτά μαρτυρούνται σε πλείστα αιγυπτιακά, φοινικικά και λιγότερο μεσοποταμιακά και απόκρυφα ιουδαϊκά κείμενα. Περιγράφονται συνήθως ως γίγαντες με μορφή ερπετού, συνήθως μεγάλης σαύρας, αλά σύμφωνα με ορισμένες περιγραφές και φιδιού. Άλλοι ωστόσο τα περιγράφουν ως γύπες, ενώ ένας μεταγενέστερος συγγραφέας του Ταλμούδ τα περιγράφει ως ακάθαρτους αγριόχοιρους, αν κι αυτό πιθανότατα αντανακλα την άγνοια του συγγραφέα, παρά την πραγματικότητα. Ίσως όμως να έχει και κάποια ψύγματα αλήθειας, αφού σε μια ακόμα κοπτική αναφορά περιγράφονται ως γουρουνόφιδα, οπότε ίσως να είχαν την ικανότητα να παίρνουν και την εμφάνιση χοίρου. Το εξέχον χαρακτηριστικό τους ωστόσο, στο οποίο συμφωνούν όλοι οι συγγραφείς, είναι η ικανότητά τους να εκπνέουν φωτιά. Αυτό τους ταυτίζει με τους δράκους πολλών ιστοριών, των οποίων ίσως να είναι η πραγματική βάση. Οι περιγραφές αντικρούονται, γιατί ελάχιστοι κατόρθωσαν να δουν τους δράκους για πάνω από λίγα δευτερόλεπτα και να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία. Εκτός από τους πολύ φωτισμένους άγιους ανθρώπους, ο καθένας που έβλεπε τέτοιον δράκο για λίγη παραπάνω ώρα ή τον κοίταζε στα μάτια δεχόταν ευθύς ένα κύμα πυρός, το οποίο συνήθως τον εξάχνωνε επί τόπου. Ορισμένες φορές ωστόσο το κύμα ήταν ασθενές, ώστε ο άνθρωπος να υφίσταται σοβαρά εγκαύματα και βαριές βλάβες στο κεντρικό νευρικό σύστημα, οι οποίες των τρέλαιναν, κι έτσι δε μπορούσε να συγκροτήσει τη σκέψη του και να μαρτυρήσει την αλήθεια για τα γεγονότα. Πιθανολογείται ότι εσκεμμένα οι δράκοι άφηναν ελάχιστους μη φωτισμένους ανθρώπους να ζήσουν, αλλά τους τρέλαιναν, ώστε να μην αποκαλύψουν στοιχέια γι’αυτούς, ή τουλάχιστον κι αν αποκάλυπταν, να μην τους πίστευε κανείς. Παραδόξως τα μικρά παιδιά δεν βλάπτονταν από τους δράκους, ίσως επειδή έχουν αγνή ψυχή ακόμα, διότι δεν έχουν προλάβει να κάνουν κακές σκέψεις ή πράξεις.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων με τους δράκους στο Σινά ξεκίνησαν από τότε που ο άνθρωπος πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον τόπο εκείνο. Από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν γνωστό ότι το μέρος αυτό είναι επικίνδυνο, με αφύσικα υψηλές θερμοκρασίες, αυταναφλέξεις και σεισμούς, οι οποίοι σημειώνονται ως σήμερα και δε μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με το μοντέλο των λιθοσφαιρικών πλακών. Υπάρχει δηλα΄δη η υπόνοια ότι είναι τεχνητοί. Σύμφωνα με απόκρυφα εβραϊκά κείμενα λοιπόν, ο Θεός φαίνεται να τιθάσευσε ορισμένους από τους δράκους για να σώσουν τον Ισραήλ κατά την Έξοδο, κι αυτό επιβεβαιώνεται από πολλα βιβλικά γεγονότα. Η αυτόματα φλεγόμενη βάτος, από την οποία μίλησε ο Θεός στον Μωυσή, ίσως να προκλήθηκε από τις πυρογόνες ιδιότητες ενός τέτοιου δράκου που βρισκόταν στην υπηρεσία του Θεού. Ομοίως και η νεφέλη την ημέρα και η στήλη πυρός τη νύκτα, η οποία οδηγούσε τους Ισραηλίτες στο σωστό δρόμο, ήταν πιθανότατα ένας τέτοιος δράκος κι όχι ο ίδιος ο Θεός όπως συγκαλύπτουν τα μεταγενέστερα κείμενα, επειδή ο Θεός είναι πανταχού παρών και μη αντιληπτός. Η διάνοιξη της ερυθράς θάλασσας επίσης πιθανότατα οφείλετο στη δράση πολλών δράκων, οι οποίοι εξάτμισαν το νερό με τη θερμότητά τους. Κι άλλα θαύματα στην έρημο ωστόσο, όπως το μάννα εξ ουρανού, πιθανότατα ήταν το αποτέλεσμα της αγαθοεργού δράσης των δράκων αυτών. Το μάννα ήταν λευκό κι έστρωνε τη γη σαν πάχνη, περιγραφή που ταιριάζει πλήρως με το ουρικό απέκρημα των ερπετών, το οποίο είναι στερεό ουρικό οξύ, και είναι γνωστό ότι οι δράκοι είναι ερπετόμορφα όντα. Παρόλα αυτά, όταν οι Ισραηλίτες παράκουαν τις εντολές του Θεού, τότε τους κατέτρεχαν πύρινα ιπτάμενα φίδια.

Αν και τα απόκρυφα εβραϊκά κείμενα είναι τα πλέον προσβάσιμα σήμερα, στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος όγκος δεδομένων για την ύπαρξη και τη δραστηριότητα αυτών των δράκων καταγράφηκε από τους Αιγυπτίους σε μυστικιστικούς παπύρους, σχεδόν όλοι εκ των οποίων είτε καταστράφηκαν είτε κλειδώθηκαν σε απρόσιτες πτέρυγες μεγάλων βιβλιοθηκών όπως αυτής του Βατικανού ή αυτής της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά. Πιθανολογείται επίσης ότι η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας περιείχε πολλά σχετικά χειρόγραφα, τα οποία καταστράφηκαν από τη φωτιά που την έπληξε, η οποία προκλήθηκε ακριβώς γι’αυτό, για να σβηστέι η απόκρυφη αυτή αλήθεια για πάντα από τα αρχεία του ανθρώπινου γένους. Υπαίτιος για τη συγκάλυψη των γεγονότων θεωρείται η Νέα Τάξη Πραγμάτων, η οποία οργανώνεται από την πανάρχαια κλειστή ομάδα των πεφωτισμένων κι έχει ιστορία άνω των 2.500 ετών. Αν και πολλοί πεπλανημένοι ισχυρίζονται ότι η επάνοδός της στην εξουσία ξεκίνησε τους τελευταίους αιώνες, στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα προς την σημερινή ασφυκτική κατάσταση συντελέστηκε πριν περίπου δύο χιλιετίες, όταν τέθηκαν οι βάσεις για τις τρεις τυραννικές σημερινές μονοθεϊστικές θρησκείες του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και του ισλάμ, των οποίων η σημερινή μορφή αποκλίνει σημαντικά από τη γνήσια τους, ορθή μορφή.

Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν επίσης επαφές μ’αυτά τα υπερκόσμια όντα, οι οποίες είτε έχουν χαθεί εσκεμμένα είτε φυλάσσονται σε απόκρυφες βιβλιοθήκες. Ήδη από προελληνικές εποχές στη Μινωική Κρήτη μαρτυρείτε η επαφή με το Σινά και τους υπερκόσμιούς του κατοίκους, μια ςκι έχουν ανευρεθεί τοιχογραφίες σε ανάκτορα που παρουσιάζουν ασαφούς εμφάνισης όντα να περνούν μέσα από τη φωτιά – οι τοιχογραφίες αυτές φυλάσσονται αυστηρά, με τη δικαιολογία ότι οι επισκέπτες θα τις βλάψουν -, αλλά και λατρευτικά σκεύη από κράματα άγνωστων υλικών, τα οποία ψήθηκαν σε θερμοκρασίες που ήταν αδύνατο να παραγάγει άνθρωπος τότε. Οι συναντήσεις με τους Έλληνες θα πρέπει να ξεκίνησαν από πολύ παλιά, κατά τη Μυκηναϊκή ή ακόμα παλαιότερη εποχή, αφού αναφέρονται ήδη από τα ομηρικά έπη, οι στίχοι όμως των οποίων έχουν αφαιρεθεί από τις ευρέως κυκλοφορούσες εκδόσεις τους. Ο Πυθαγόρας επίσης είχε επαφές μ’αυτά τα όντα, τα οποία αναφέρονται ως τράπελοι, και λέγεται ότι του έδωσαν ανεκτίμητες πληροφορίες για την κατάσταση και την πορεία του ανθρώπινου είδους επί γης. Ο Ηρόδοτος, ο οποίος επισκέφθηκε την Αίγυπτο, πιθανότατα επίσης να επισκέφθηκε και τον τόπο του Σινά, αλλά δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, μια ςκαι οι σχετικές πληροφορίες θα μπορούσαν να είχαν σβηστεί από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους, οι οποίοι έδωσαν τη σημερινή, κατά τα πρότυπα της Νέας Τάξης, μορφή σε όλα τα αρχαιοελληνικά κείμενα. Μεταγενέστερα, κατά την ελληνιστική εποχή, οι αναφορές σπανίζουν, πιθανότατα επειδή οι άνθρωποι δεν ττολμούσαν καν να πατήσουν το πόδι τους στο Σινά. Ο Ιωάννης ωστόσο πιθανότατα να το επισκέφθηκε, εξού και τα οράματα με τη φωτιά του Θεού που κατακαίει τους πάντες στην Αποκάλυψή του. Οδηγός του για την φώτιση ήταν ο προφήτης Ιεζεκιήλ, ο οποίος επίσης τους είχε επισκεφθεί αιώνες πριν. Οι γνωστικοί επίσης τα γνώριζαν, και λέγεται ότι οι πιο μυημένοι μπορούσαν να έρχονται σε άμεση επαφή με τα όντα χωρίς να παθαίνουν κάτι κακό. Συχνά κατάπιναν το πυρ που εξέπνεαν, γι’αυτό και οι αμύητοι τους αποκαλούσαν πυροφάγους από άκρατο θαυμασμό. Επικοινωνούσαν επίσης μαζί τους απευθείας με την σκέψη, χωρίς να μεσολαβέι ο ταπεινός και ανεπαρκής λόγος.

Οι περιγραφές για τη μορφή και τις ενέργειες των δράκων είναι όσες και οι παρατηρητές. Οι περισσότερες των παρατηρήσεων συμφωνούν ωστόσο ότι τα όντα αυτά είναι αρκετά μεγάλου μεγέθους, αν και μπορούν ν’αλλάξουν μορφή ή να μικρύνουν αν υπάρχει η ανάγκη. Μπορούν να κινούνται ταχύτατα μέσο αέρος αλλά και πετρώματος, ενώ σπάνια έχουν παρατηρηθεί να κινούνται στην επιφάνεια της γης σαν άνθρωποι, και ίσως κι αυτές οι αναφόρες να ήταν λανθασμένες, με τους δράκους να επέπλεαν λίγο πάνω από την επιφάνεια της γης. Η ικανότητά τους να διακτινίζονται ήταν επίσης γνωστή, αφού συχνά αναφέρονται να βρίσκονται αρχικά σ’έναν τόπο και μετά να μεταπηδούν σε άλλον σε χρόνο λιγότερο απ’όσο χρειάζεται για έναν άνθρωπο να γυρίσιε το κεφάλι του. Συχνά εμφαίζονταν από πύλες, οι οποίες επικοινωνούσαν με τα έγκατα της γης. Οι πύλες μπορούσαν να είναι πολύ μικρές, όσο και τα μέζεα του ασπάλακος σύμφωνα με τον πάπυρο ενός ανώνυμου αιγύπτιου συγγραφέα, του οποίου το πρωτότυπο χάθηκε, αλλά μεταφράστηκε στα ελληνικά και φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μονής της Αγ. Αικατερίνης του Σινά. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι οι περισσότερες αναφορές είναι ανώνυμες, υποδηλώνοντας ίσως προτροπή εκ των ίδιων των όντων να μην γραφεί το όνομα του φωτισμένου, το οποίο ίσως να οδηγούσε σε θεοποίησή του από τις μάζες και σε επακόλουθη αποπλάνησή τους, αλλά και τυχόν έπαρση στον φωτισμένο από το γεγονο΄ς ότι τον έχουν σαν θεό, το οποίο σίγουρα θα του στερούσε τα προνόμια συνεργασίας με τα όντα. Η επικοινωνία τους και ο συντονισμός τους ήταν υπερανθρώπινα, αφού μόλις ένας δράκος εμφανιζόταν για να ελέγξει τους ανθρώπινους εισβολείς, σε ανύποπτο χρόνο σχημάτιζε ομάδα κρούσης με πολλούς ακόμα. Απ’ό,τι φαίνεται, μετακινούνταν με ιπτάμενα οχήματα, τα οποία ένας αιγύπτιος συγγραφέας, του οποίου ο αρχικός πάπυρος χάθηκε, αλά μεταφράστηκε στα ελληνικά και σώζεται στη Μονή της Αγ. Αικατερίνης, ήταν ωσάν ιπτάμενα πλακούντια. Υπάρχουν τέλος και κάποιες ενδείξεις ότι είχαν την ικανότητα να βρίσκονται σε δύο μέρη συγχρόνως, αν κι αυτό δε μπορεί να εξακριβωθεί, δεδομένου του απρόσιτου των περισσότερων πηγών.

Με την ίδρυση της Μονής της Αγ. Αικατερίνης του Σινά τον 4ο αι., τα πράγματα άλλαξαν. Αρχικά οι κτίστες του μοναστηριού αντιμετώπιζαν σοβαρότατα προβλήματα από τους εκεί διαμένοντες δράκους, οι οποίοι τους συνέχεαν προφανώς με αρνητικά ενεργειακά πεδία προκαλούμενα από την υπερτεχνολογία που χρησιμοποιούσαν. Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις όπου οι δράκοι αντεπιτίθεντο με το υπέρτατο υπερόπλο τους, το πυρ, το οποίο κατέκαιε ολόκληρες στρατιές εργατών που έχτιζαν το μοναστήρι. Τελικά μεσολάβησαν οι πιο άγιοι των ασκητών, και ζήτησαν από τους δράκους να τους παραχωρήσουν εκείνο το κομμάτι γης, το οποίο εν τέλει θα ήταν προς όφελός τους, αφού το μοναστήρι αυτό θα περιόριζε την περισσότερη ανθρώπινη δραστηριότητα γύρω του και θα άφηνε το υπόλοιπο Σινά ήσυχο. Κι έτσι τελικά οι άνθρωποι ήλθαν σε συμφωνία με τους δράκους, και το μοναστήρι χτίστηκε. Το χρονικό των καταστροφών και των όλων διαπραγματεύσεων μαρτυρείται σε κείμενα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού.

Εντούτοις, οι επιθέσεις, ή καλύτερα οι αντεπιθέσεις, από δράκους δε σταμάτησαν. Όσοι ξέφευγαν από μια νοητή γραμμή γύρω από το μοναστήρι, η ακτίνα της οποίας άλλαζε απροειδοποίητα από χρόνο σε χρόνο, αλλά και όσα καραβάνια παρεξέκλιναν από την πορεία τους, έβρισκαν φρικτό θάνατο. Σε σχέση με παλαιότερες εποχές, οι επιζόντες από τέτοιες συναντήσεις ήταν ελάχιστοι. Οι λίγοι οδηγοί καραβανιών που επέζησαν αναφέρουν την ύπαρξη γαλάζιων τεράτων, με κεφάλι όσο τρεις φορές το φορτίο της μεγαλύτερης αρσενικής καμήλας, τα οποία αποκαλούσαν Αμπού Σάιχα (πατέρες του μπλε), και μας πληροφορούν ότι όσοι λοξοδρομούσαν λούζονταν από ένα εκτυφλωτικό γαλάζιο φως και εξαϋλώνονταν. Οι θεάσεις δράκων σχεδόν σταμάτησαν μετάτ ον 10ο αιώνα, αν και ως σήμερα σημειώνονται ανεξήγητες εξαφανίσεις ανθρώπων που επισκέπτονται έρημα μέρη του Σινά, αλλά και ανεξήγητοι σεισμοί. Εκτός αυτού, στο έδαφος του Σινά συχνά ανευρίσκονται δισκοειδείς, υπέρσκληρες δομές με λεία και λαμπερή όψη. Η ανάλυση έχει δείξει ότι αποτελούν κράμα άγνωστων ως τώρα χημικών στοιχείων και αμινοξέων που δεν ευρίσκονται σε γήινους οργανισμούς, οπότε πιθανότατα είναι προϊόντα βιολογικής προέλευσης από τα όντα αυτά, ίσως οι φολίδες που σκεπάζουν το σώμα τους. Επίσης έχουν βρεθεί και μικρές μεταλλικές στήλες με παλλώμενη κορυφή, η οποία θερμαίνεται και φωτοβολεί όταν κάποιος δοκιμάσει να την αγγίξει, ενώ σε κάποιες εστίες η ραδιενέργεια είναι ανεξήγητα υψηλή, τόσο ώστε ν’αποτελεί κίνδυνο για τους ερευνητές. Γύρω από τέτια ευρήματα αφθονούν μικροί, φωτεινοί, αναπηδώντες και παλλώμενοι δείκτες, οι οποίοι αποκαλούνται έτσι διότι σκοπός τους είναι πιθανότατα να αποτρέψουν την ανθρώπινη προσέγγιση στα μέρη αυτά. Τι άραγε κρύβεται πίσω απ’αυτά τα φαινόμενα;

Από όλες τις παραπάνω περιγραφές, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι «δράκοι» αυτοί είναι στην πραγματικότητα μια εξωγήινη φυλή με ανώτερη τεχνολογία, η οποία χρησιμοποιεί το Σινά ως γήινη βάση της. Η επιλογή του Σινά σίγουρα δεν είναι τυχαία, αλλά τον λόγο δε μπορούμε να τον γνωρίζουμε εμείς οι άνθρωποι με τις περιορισμένες μας πνευματικές ικανότητες. Τα όντα αυτά έχουν αναπτύξει υπερτεχνολογίες, με τις οποίες μπορούν να πραγματοποιούν μεγάλων αποστάσεων ταξίδια, και ίσως να εκμεταλλεύονται και τις διαστημικές σκουληκότρυπες για να μεταβαίνουν από το ένα μέρος του σύμπαντος στο άλλο σε σχεδόν μηδενικό χρόνο, αν συμπεράνουμε από την ικανότητά τους να διακτινίζονται. Το πλέον ανησυχητικό για την ανθρωπότητα συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ωστόσο ότι τα όντα αυτά συνειδητά μας αποφεύγουν. Δε φαίνεται να είναι εσκεμμένα εχθρικά προς το ανθρώπινο είδος, προτιμώντας να το αποφύγουν όσο γίνεται, αλλα όταν η συνάντηση είναι αναπόφευκτη, αναγκάζονται να επιστρατεύσουν τα υπερόπλα τους. Το γεγονός ότι δέχονται μόνο μικρά παιδιά και φωτισμένους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν έλθει σε ισορροπία με τον εαυτό τους και όλο το σύμπαν, υποδηλώνει ότι απεχθάνονται τον τρόπο ζωής του ανθρώπινου είδους. Για να αποφύγουν λοιπόν τη διαφθείρουσα επίδραση του ανθρώπου, κάνουν τις βάσεις τους στις πλέον ακατοίκητες περιοχές. Εκτός από το Σινά, παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί στη Σιβηρία, στην Έρημο Ατακάμα, στην Ανταρκτική, καθώς και σε ένα μικρό, απροσδιόριστο σημείο της Κεντρικής Αυστραλίας, το οποίο οι Αβορίγινες αποκαλούσαν Μπουμπιλίρι, δηλαδή ξερή πεδιάδα των οστών. Για το τελευταίο έχουμε λίγα επιπλέον στοιχεία. Ήταν ένα πλατύ μέρος, όπου ούτε ένας κόκκος άμμου δεν εξείχε από την επιφάνεια, οι θερμοκρασίες μπορούσαν να εξαχνώσουν το νερό σε έξι δευτερόλεπτα, και όποιος πήγαινε εκεί, δεν ξαναγύριζε. Συνήθως τα οστά των παραβατών τοποθετούνταν από τα όντα γύρω από τη βάση, ώστε να μην πλησιάσει κανένας άλλος. Επίσης, σύμφωνα με κάποιους απόκρυφους μύθους, εκέι δεν έβρεχε ποτέ. Παρόλα αυτά ίσως οι παραπάνω περιοχές να είναι ελάσσονες βάσεις, αφού η μεγαλύτερη δραστηριότητα έχει διαχρονικά παρατηρηθεί στο Σινά. Επίσης σπάνια παρατηρούνται όντα που συμφωνούν μετις παραπάνω περιγραφές να περιπλανώνται σε διάφορα μέρη του κόσμου, τα οποία ίσως να έδωσαν την έμπνευση για τους διαπολιτισμικούς μυθικούς δράκους που ξερνούν φωτιά. Ίσως να επρόκειτο για ανιχνευτές ή και τους αποστάτες του είδους, οι οποίοι μπορεί να πήγαν να πάρουν μια γεύση της αμαρτωλής ζωής του ξεπεσμένου ανθρώπου. Τους τελευταίους θα τους περίμενε σίγουρα σκληρή τιμωρία στη βάση, ακόμα και η θανατική καταδίκη, αν και πιθανότατα τα όντα αυτά να έχουν ξεπεράσει το στάδιο όπου έχουν δολοφονικές τάσεις αναμεταξύ τους. Τα διάφορα ιπτάμενα οχήματα που παρατηρούνται ωστόσο σε διάφορες περιοχές του πλανήτη δεν είναι απαραίτητο να ανήκουν σε μία και μόνο εξωγήινη φυλή. Το βέβαιο είναι ότι η γη αποτελεί σταθμό δεκάδων, αν όχι εκατοντάδων, ξεχωριστών εξωγήινων ειδών και πολιτισμών.

Αν με παρακολουθείτε ακόμα, σημαίνει ότι περιμένετε με ορθάνοιχτα τα μάτια και το στόμα για περισσότερες αποκαλύψεις. Συγχαρητήρια! Η μωροπιστία σας δε γνωρίζει όρια! Αφού πιστέψατε το παραπάνω, είστε ικανοί να πιστέψετε κάθε θρησκευτικό μύθο, κάθε δήθεν υπερφυσικό φαινόμενο και κάθε θεωρία συνομωσίας. Λίγη κριτική σκέψη δε βλάπτει. Η αλήθεια είναι ότι το Σινά πλέον δεν είναι ανεξερεύνητο, είναι πράγματι σεισμογενές, αλά βρίσκεται στα όρια δύο λιθοσφαιρικών πλακών, πράγματι τα μόνα αρχαιολογικά ευρήματα κτηνοτροφίας χρονολογούνται στις συγκεκριμένες εποχές. Δεν είναι απίθανο να υπήρξαν βοσκοί και στην εποχή του Μωυσή, αλά να ήταν ελάχιστοι ή τα ίχνη τους να μην βρέθηκαν, αλλά η ιστορία του Μωυσή είναι μύθος. Την εποχή της υποτιθέμενης εξόδου η Χαναάν ανήκε στην Αίγυπτο, πολλοί χαναναίοι ταξίδευαν στην Αίγυπτο για να δουλέψουν, όπου εγκαθίδρυαν προσωρινές παροικίες και έπειτα ξαναέφευγαν, κι επίσης η παραμονή τόσων χιλιάδων κόσμου για 40 χρόνια στο Σινά χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος είναι αδύνατη. Τα ιπτάμενα φίδια που περιγράφουν οι Εβραίοι ίσως να βασίζονται στις κόμπρες, οι οποίες ενδημούν στην Αίγυπτο, αλλ’όχι στο Ισραήλ, και οι φουσκωμένη τους κουκούλα ίσως να δίνει την εντύπωση ότι μ’αυτήν μπορούν να πετάξουν. Όλα τα γραπτά του Ηροδότου για την Αίγυπτο σώζονται, και δε διαστρεβλώθηκε ούτε διαγράφηκε εσκεμμένα τίποτα, ενώ γενικώς δεν πιστεύεται ότι άλλαξαν πολλά στοιχεία στα ομηρικά έπη. Είναι γνωστό ότι οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι επιμελήθηκαν τα αρχαία κείμενα και τους έδωσαν την σημερινή μορφή, αλά δεν τα άλλαξαν. Ίσως με τις αντιγραφές να έγιναν κάποια μικρολάθη, αλλά φυσικά δεν υπήρχε καμία συνομωσία για να κρύψουν κάτι. Τέλος δεν υπήρχε κάποια διαχρονική παράδοση σχετική με επαφές με υπερκόσμια όντα στο Σινά, αλλά, όπως και με όλες τις ακατοίκητες ξερές περιοχές, οι άνθρωποι πίστευαν ότι εκεί κατοικούσαν δαίμονες που έβαζαν πειρασμούς στους ανθρώπους, γι’αυτό και οι ασκητές ασκούνταν στην έρημο. Παρόλα αυτά, δράκοι στο Σινά υπάρχουν.

Φυσικά δεν πρόκειται για μυθικά τέρατα που βγάζουν φωτιά, ούτε για ειρηνιστές εξωγήινους που κάνουν ό,τι μπορούν για να μας αποφύγουν, αλλά για μικρές σαύρες. Ο δράκος ή αγαμίδης του Σινά (Pseudotrapelus sinaitus) είναι μέλος της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae), της οποίας τα μέλη αποκαλούνται και δράκοι. Ο δράκος του Σινά με δυσκολία ξεπερνά τα 18 εκατοστά, από τα οποία τα δύο τρία περίπου αποτελεί η λεπτή ουρά. Ζει σε βραχώδεις περιοχές, όπου συχνά λιάζεται στους βράχους, στους οποίους μετακινείται με μεγάλη ευκολία. Τα άκρα του είναι λεπτά και μακριά, ως προσαρμογή για το τρέξιμο, ενώ συνήθως σηκώνει την ουρά του από το έδαφος όταν βαδίζει, για να κερδίζει ταχύτητα. Όπως όλοι οι αγαμίδες, έχει τριγωνικό κεφάλι με αρκετά κοντό ρύγχος, γι’αυτό και τα μάτια βρίσκονται αρκετά μπροστά. Οι ακουστικοί πόροι βρίσκονται πιο πίσω. Οι φολίδες είναι όλες επάλληλες, με ελαφρώς μεγαλύτερες αυτές της ράχης, και ακόμα μεγαλύτερες αυτές τις ουράς. Οι σιναΐτες δράκοι είναι συνήθως καφέ, αλλά τα αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής αποκτούν μπλε κεφάλι και λαιμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορέι όλο το σώμα να γίνει μπλε, δίνοντάς τους το βεδουινικό αραβικό όνομα αμπού σάιχα, δηλαδή πατέρας του μπλε. Τα θηλυκά μπορεί να εμφανίσουν απλώς μια ερυθρή κηλίδα πίσω από τη μασχάλη. Η περίοδος αναπαραγωγής είναι την άνοιξη και το καλοκαίρι, οπότε και τα δύο φύλα προστατεύουν περιοχές. Τα αρσενικά κατακτούν τα ψηλότερα σημεία, όπου με κινήσεις του κεφαλιού, των ματιών και του μπροστινού μέρους του σώματος επικοινωνούν σε θηλυκά και ανταγωνιστές. Το θηλυκό γεννά έπειτα 5-9 αυγά. Το είδος τρέφεται με διάφορα αρθρόποδα, κυρίως μυρμήγκια, αλλά περιλαμβάνει και λίγη φυτική ύλη στη διατροφή του. Εκτίθεται πολλές ώρες της ημέρας στον καυτό ήλιο. Μία αιγυπτιακή μελέτη που έγινε στο νότιο Σινά, η οποία συνέκρινε το δράκο του Σινά με τον συμπατρικό αστερωτό δράκο (Stellagama stellio), βρήκε ότι ο πρώτος είναι πιο ηλιοθερμικός από τον τελευταίο. Στην Ελλάδα, ο αστερωτός δράκος είναι από τις πιο ηλιοθερμικές σαύρες, παραμένοντας έξω στον ήλιο ακόμα και το μεσημέρι. Γι ανα μη μπορεί να αντέξει τη ζέστη του Σινά, σκεφτείτε πόση ζέστη θα κάνει εκεί! Παρόλ’αυτά, και ο δράκος του Σινά αποσύρεται σε σκιερά μέρη αν η θερμοκρασία ανεβεί υπερβολικά.

Παρά το όνομά του όμως, ο δράκος του «Σινά δε ζει μόνο στο Σινά. Απαντά σε μεγάλη περιοχή της βορειοανατολικής Αφρικής και της Μέσης Ανατολής:Λιβύη, Σουδάν, Αίγυπτος, Αιθιωπία, Ερυθραία, Τζιμπουτί, Σαουδική Αραβία, Ομάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Παλαιστίνη, Ισραήλ, Ιορδανία, και Συρία. Η σαύρα είναι γνωστή εξαιτίας του μπλε χρώματος του αρσενικού. Επειδή εκτίθεται σε φωτεινές επιφάνειες, φωτογραφίζεται εύκολα. Σπάνια ωστόσο διατηρείται στην αιχμαλωσία, με τα περισσότερα άτομα πιασμένα από τη φύση. Προφανώς δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση, ίσως επειδή δεν προώθησε κανείς το είδος, και η χαμηλή τιμή των πιασμένων ατόμων δεν κινητοποιεί κάποιον εκτροφέα.

Η συνάντηση ωστόσο ενός δράκου στην Έρημο του Σινά είναι αρκετά εύκολη, αφού το είδος βρίσκεται σε υπεραφθονία. Στην πραγματικότητα, τα πιο πολυάριθμα ζώα του Σινά είναι τα ερπετά, και φίδια και σαύρες. Τα ερπετά και τα πουλιά – τα δεύτερα είναι ουσιαστικά υποομάδα των πρώτων – ουρούν στερεό ουρικό οξύ κι έχουν ελάχιστους δερματικούς αδένες, οπότε μπορούν να εξοικονομήσουν πολύ περισσότερο νερό από τα θηλαστικά, και γι’αυτό έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις ξερές περιοχές. Στο Σινά τα κοινότερα θηλαστικά είναι μικρά τρωκτικά, τα οποία είναι προσαρμοσμένα να εξοικονομούν όσο νερό γίνεται. Σπανιότερα, και μόνο σε περιοχές με ικανή βλάστηση, είναι τα μεγάλα οπληφόρα ξερών περιοχών, όπως γαζέλες, όρυγες και αίγαγροι, ενώ στο παρελθόν στο νότιο Σινά υπήρχαν λεοπαρδάλεις, που τώρα ίσως να έχουν εξαφανιστεί εντελώς. Οι αλεπούδες είναι τα μεγαλύτερα χερσαία θηλαστικά στις περισσότερες περιοχές, οι οποίες ωστόσο δε ζουν παντού. Βασικοί εδαφόβιοι θηρευτές είναι τα φίδια, και εναέριοι τα αρπακτικά πουλιά, όπως οι αετοί και τα γεράκια, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν και κορυφαίοι θηρευτές.

Pogona vitticeps 4/11/2015

Πριν από περίπου ένα χρόνο, μια μικρή και γλυκιά φολιδωτή ύπαρξη ήρθε κοντά μας. Προστέθηκε στη συλλογή μου ένας γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps). Είναι θηλυκό, και πλέον τριών ετών. Αυτές οι συμπαθητικές σαύρες των ερήμων της Αυστραλίας είναι από τα καλύτερα ερπετά που μπορεί να έχει κάποιος: Είναι ήρεμες, άνετες με τους ανθρώπους, δεν κρύβονται, εύκολες στη φροντίδα και διασκεδαστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τα περισσότερο διατηρούμενα κι εκτρεφόμενα ερπετά στην αιχμαλωσία. Το όνομά τους το πήραν από τα μαλακά αγκάθια που έχουν στο λαιμό τους, τα οποία θυμίζουν γένια. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσω το είδος, αλλά και θα καταθέσω τις δικές μου εμπειρίες, οπότε αναγκαστικά θα είναι λίγο μεγάλο, χωριζόμενο σε τέσσερις ενότητες – ταξινομική και εξελικτική θέση, περιγραφή και ζωή στη φύση, φροντίδα στην αιχμαλωσία και προσωπικές εμπειρίες, ενώ στο τέλος θα παραθέσω τις πηγές και τους εξωτερικούς συνδέσμους. Αν δηλαδή θέλετε να διαβάσετε μόνο ένα συγκεκριμένο μέρος μπορείτε να μεταβείτε απευθείας εκεί, αν κι εγώ θα σας πρότεινα να διαβάσετε το άρθρο στην ολότητά του.

Αναμπέλα Pogona vitticeps 28/4/2016. Επειδή χάθηκαν οι παλαιότερες φωτογραφίες, όλες οι επόμενες φωτογραφίες του άρθρου είναι του 2016.

Ταξινόμηση και εξέλιξη

Εκτός από το δράκο του Κομόντο (Varanus comodoensis), ο οποίος ακριβέστερα θα έπρεπε να λέγεται βαράνος του Κομόντο, αλλά λέγεται δράκος εξαιτίας της εντύπωσης που προκάλεσε στους πρώτους Δυτικούς εξερευνητές που τον συνάντησαν με το επιβλητικό του μέγεθος, δράκοι έχει καθιερωθεί ν’αποκαλούνται τα μέλη της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae). Το όνομα ίσως να προέρχεται από το νοτιοανατολικοασιατικό γένος Draco, τα μέλη του οποίου μπορούν να ανεμοπορούν χάρη σε πλευρικές προεκτάσεις του σώματός τους. Ίσως επίσης να προήλθε από τα είδη της Αυστραλίας, τα οποία οι Αυστραλοί αποκαλούν όλα δράκους, ίσως εξαιτίας της παράξενής τους εμφάνισης με τα διάφορα λοφία, αγκάθια, προγούλια κι άλλους στολισμούς που φέρουν. Ίσως ακόμα να συνηγορεί σ’αυτό και η αγάπη τους για τον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες, παραπέμποντας στους μυθικούς πύρινους δράκους. Το όνομα «αγαμίδες» δεν ξέρω από πού προέρχεται, ούτε μπόρεσα να βρω την ετυμολογία του ως τώρα, αλλά σίγουρα δεν έχει σχέση με τον Αγαμήδη της μυθολογίας, ούτε φαίνεται οι σαύρες αυτές να είναι φανατικοί υπέρμαχοι της αγαμίας, αν και θα μπορούσε ο επιστήμονας που τους έδωσε αυτό το όνομα να ήταν πουριτανός και να πίστευε κάτι τέτοιο.
Εμβόλιμη ενημέρωση 5/5/2016: Τελικά ουδεμία σχέση με την αγαμία έχει η λέξη, αλλά ανταυτού προέρχεται από το «αγκάμα» της γλώσσας των Καρίβων της Καραϊβικής, που αναφερόταν σε άλλη σαύρα, ίσως στο λειοκέφαλο (γένος Leiocephalus).

Οι αγαμίδες ανήκουν στον κλάδο των ιγκουανίων (Iguania), μία ομάδα σαυρών στην οποία όλες είναι ημερόβιοι κυνηγοί ενέδρας, που συνήθως σταθμεύονται σε ανυψωμένα μέρη, ενώ μερικά είδη είναι φυτοφάγα. Εξαιτίας αυτού του τρόπου ζωής, έχουν κάποια κινά χαρακτηριστικά. Επειδή θα πρέπει να μένουν ακίνητες και μη αντιληπτές από θηράματα και εχθρούς, είναι πλήρως παραλλαγμένες στο μικροπεριβάλλον όπου ζουν. Επειδή κάθε κίνηση μπορεί να τις προδώσει, δε βγάζουν τη γλώσσα τους τόσο συχνά όσο άλλα φολιδωτά ερπετά για να ανιχνεύσουν το χώρο τους, πράγμα που άλλωστε δεν τις χρειάζεται, αφού είναι στατικές κι αυτό δε θα βοηθήσει στην ανεύρεση τροφής. Εντοπίζουν την τροφή κυρίως με την όραση. Και τέλος, επειδή τα σημεία με αρκετή τροφή και δυνατότητες σωστής θερμορρύθμισης είναι λίγα σε σχέση με τον υπόλοιπο χώρο, έχουν αναπτύξει έντονα ένστικτα προστασίας της περιοχής τους. Τα αρσενικά δεν ανέχονται άλλα αρσενικά στην επικράτειά τους, η οποία περιλαμβάνει τις επικράτειες αρκετών θηλυκών. Η γονιμότητά τους είναι μεγάλη, επει΄δη και η θνησιμότητά τους είναι υψηλή. Τα ιγκουάνια είναι ο ένας υποκλάδος στο μεγαλύτερο κλάδο των τοξικοφόρων (Toxicofera), με το δεύτερο εκείνον που περιλαμβάνει τις ανγκουοειδείς σαύρες (βαράνοι, τέρατα του Τζίλα, άποδες σαύρες κλπ), αλλά και τα φίδια. Ο πρόγονος αυτών των ζώων ήταν δηλητηριώδης, αλλά οι τοξίνες ατόνησαν στους απογόνους, με επανεξέλιξή τους σε ορισμένα φίδια και σαύρες αργότερα. Τα ιγκουάνια εξακολουθούν να παράγουν μικροποσότητες τοξινών – στο γενειοφόρο δράκο Pogona barbata για παράδειγμα έχουν βρεθεί μικροί δηλητηριώδεις αδένες και στις δύο γνάθους ([ προγονικη κατάσταση (τα φίδια έπειτα ανέπτυξαν τους πάνω και οι ιοβόλες σαύρες τους κάτω)], αλλά αυτές έχουν κυρίως αντιμικροβιακή δράση. Οι αγαμίδες, μαζί με τους χαμαιλεοντίδες (Chamaeleonidae), απαρτίζουν τον κλάδο των ακροδόντων (Acrodonta), ο οποίος απαντά στον Παλαιό Κόσμο, ενώ τα υπόλοιπα πλευρόδοντα ιγκουάνια στο Νέο Κόσμο και στη Μαδαγασκάρη. Σύμφωνα με πρόσφατα απολιθωματικά ευρήματα, τα ακρόδοντα εξελίχθηκαν κι αυτά στην Αμερική, και μετανάστευσαν στον Παλαιό Κόσμο κατά το Κρητιδικό. Επίσης, πριν τη μεγάλη εξαφάνιση του τέλους του Κρητιδικού πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, η οποία σκότωσε και τους δεινοσαύρους, υπήρχαν πλευρόδοντα ιγκουάνια και στον Παλαιό Κόσμο. Οι χαμαιλέοντες πιθανότατα εξελίχθηκαν από προγόνους όμοιους με τους σημερινούς αγαμίδες. Οι αγαμίδες χωρίζονται σε τέσσερις υποοικογένειες: Leiolepidinae, Agaminae, Draconinae, και Amphibolurinae. Εξαπλώνονται στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία, όπου τα περισσότερα είδη ζουν σε θερμές περιοχές. Το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου μπορούν να βρεθούν αγαμίδες είναι η Ελλάδα, όπου απαντά το κροκοδειλάκι ή αστερωτός δράκος (Stellagama stellio), στα νησιά και στην Κεντρική Μακεδονία.

Στην Αυστραλία επικρατεί η υποοικογένεια των αμφιβολουρινών, αν και σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, ίσως πολλά γένη, συμπεριλαμβανομένου και του γένους Pogona, να ανήκουν στους αγαμίνες, στην οποία περίπτωση ο αποικισμός της Αυστραλίας από δράκους θα έπρεπενα είχε γίνει δύο φορές. Τα πρώτα απολιθώματα δράκων χρονολογούνται πριν 24 εκατομμύρια χρόνια, αν και πιθανότατα να είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα. Οι πρώτοι δράκοι ζούσαν σε υγρά δάση και έμοιαζαν με το σημερινο΄αυστραλιανό νερόδρακο (Intellagama lesueri), του οποίου συγγενής ζει στην Ασία, ο κινέζικος νερόδρακος (Physignathus cocincinus). Με την ξήρανση της Αυστραλίας που ξεκίνησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια ωστόσο, οι δράκοι επεκτάθηκαν στις ξηρές περιοχές, όπου εξελίχθηκαν σε θαυμαστή ποικιλία ειδών. Αν και σήμεραεξακολουθούν να υπάρχουν είδη των τροπικών δασών, οι περισσότεροι αυστραλιανοί δράκοι ζουν στις ξηρότερες περιοχές. Εκεί κάτέχουν όλα τα άκρα και όλες τις ενδιάμεσες θέσεις, από μικρές σαύρες όπως των γενών Diporifera, Tympanocryptis και Ctenophorus, που ζουν συνήθως ένα χρόνο, έως τους πιο μεγαλόσωμους γενειοφόρους δράκους και το χλαμυδόσαυρο (Chlamydosaurus kingii), κι από παμφάγους και γενικευτές κυνηγούς όπως οι γενειοφόροι δράκοι έως τον αγκαθωτό διάβολο (Moloch horridus), ο οποίος τρέφεται αποκλειστικά με μυρμήγκια και τερμίτες.

Οι γενειοφόροι δράκοι στη φύση

Τα οκτώ είδη των γενειοφόρων δράκων απαρτίζουν το γένος Pogona, το όνομα του οποίου προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «πώγων», που σημαίνει γενειάδα ή πιγούνι, γι’αυτό και οι δράκοι αυτοί αποκαλούνται σπανιότερα και πώγωνες ή πωγωνίες. Μέχρι το 1982, ταξινομούνταν στο γένος Amphibolurus, το οποίο διασπάστηκε σε πολά μικρότερα, αν και μέχρι και τη δεκαετία του 1990 ορισμένες πηγές συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την παλαία ταξινόμηση. Τα είδη είναι τα εξής: Pogona barbata, P. vitticeps, P. henrylawsoni, P. microlepidota, P. mitchelli, P. minima, P. minor, και P. nullarbor. Εξαπλώνονται σε όλη σχεδόν την Ηπειρωτική Αυστραλία και είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, δηλαδή σε μία περιοχή απαντά μόνο ένα είδος, αν και στην αιχμαλωσία τα είδη υβριδίζονται. Η P. barbata απαντά κυρίως στις ανατολικές ακτές της Αυστραλίας, και είναι το μεγαλύτερο είδος, ολικού μήκους 60 εκ και μήκους σώματος 25 εκ. Είναι λιγότερο στιβαρό από άλλα είδη, χρώματος γκριζωπού με τα μεγαλύτερα γένια του γένους, σειρές πλευρικών αγκαθιών που περνούν πάνω από τα μπροστινά άκρα, και κίτρινο εσωτερικό στόματος, ώστε να τρομάζει τους εχθρούς. Ζει σε υγρότερες περιοχές, όπως δάση και είναι πιο κρυπτικό σε σχέση με άλλα είδη. Το είδος P. vitticeps μπορεί να βρεθεί στα ενδότερα της ανατολικής Αυστραλίας μέχρι τις ερήμους του κέντρου. Είναι μικρότερο, με σύνηθες ολικό μήκος τα 50 εκ και μήκος σώματος τα 20 εκ, και θεωρείται το πιο ποικιλόμορφο είδος στο χρωματισμό. Τα υπόλοιπα είδη δεν είναι μεγαλύτερα από 30 εκ, με μήκος σώματος 14-17 εκ. Η P. henrylawsoni ζει στις Πεδιάδες του Μαύρου Χώματος του έσω Κουίνσλαντ, έχει τα μικρότερα γένια του γένους και είναι πιο εδαφόβια. Όταν απειλείται, τρέχει και κρύβεται στις σχισμές της ξερής γης. Ο δράκος αυτός κυκλοφορέι και με άλλα συνώνυμα όπως P. rankini ή P. brevis, εξαιτίας της ταραχώδους του ταξινομικής ιστορίας, μιας ιστορίας διαμάχης μεταξύ επιστημόνων. Το είδος, αν και γνωστό από παλιά, περιγράφηκε επίσημα το 1985 από τους Wells και Wellington. Ο Wells αρχικά σχεδίαζε να τον ονομάσει P. greeri, αλλά το απέριψε ύστερα από αίτημα του Allen Greer, ο οποίος τότε δούλευε στο Αυστραλιανό Μουσείο. Πολλοί ζωολόγοι ωστόσο απεύθυναν αίτημα στη Διεθνή Επιτροπή Ζωολογικής Ονοματολογίας (ICZN), ζητώντας την παύση αναγνώρισης περαιτέρω νέων ονομάτων από τους εν λόγω επιστήμονες, διότι συνήθιζαν να περιγράφουν είδη από ελλειπείς περιγραφές, μόνο και μόνο για να προβληθεί το όνομά τους (ταξινομικός βανδαλισμός). Το αίτημα απορρίθφηκε, αλλά συμφωνήθηκε τα νεά ονόματα απ’αυτούς να εξετάζονται κατά περίπτωση. Το συγκεκριμένο όνομα θεωρήθηκε έγκυρο, αν κι αρκετοί συγγραφείς, αγνοώντας την απόφαση, χρησιμοποιούσαν το εναλλακτικό όνομα P. brevis. Το όνομα P. rankini ήταν ανεπίσημη ονομασία που χρησιμοποιήθηκε και απορρίφθηκε από τον Wells το 1978, αλλά διέρευσε κι έγινε γνωστό. Τελευταία αμφισβήτηση στην εγκυρότητα του ονόματος ήρθε από τον G. J. Whitten το 1994, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι περιγραφές του νέου είδους προήλθαν από νεαρά P. vitticeps, μολονότι οι επιστήμονες τόνισαν τις διαφορές μεταξύ των δύο ειδών. Σήμερα το όνομα θεωρείται έγκυρο. Στο Κίμπερλεϊ λοιπόν της ακραίας βορειοδυτικής Αυστραλίας ζει η P. microlepidota, η οποία μοιάζει πολύ με μικρή P. barbata. Νοτιότερα, στην Πιλμπάρα και ενδότερα προς τη Μεγάλη Αμμώδη Έρημο της Βόρειας Επικράτειας απαντά η P. mitchelli, της οποίας εξέχον χαρακτηριστικό είναι η σειρά μικρών ανασηκωμένων φολίδων κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ίσως απομεινάρι του ραχιαίου λοφίου άλλων αγαμιδών. Στην υπόλοιπη Δυτική Αυστραλία απαντά το είδος P. minor, ο μικρότερος γενειοφόρος δράκος, ο οποίος μπορεί να βρεθεί από ανοιχτά δάση και θαμνότοπους μέχρι τις πιο σκληρές ερήμους. Δυτικότερα, στο βορειοδυτικό και στο δυτικό νησί Ουάλαμπι βρίσκεται το είδος P. minima, το οποίο ξεχωρίζει από την P. minor από τα μακρύτερά του άκρα και ουρά. Στο παρελθόν, τα είδη P. minima και P. michelli συμψηφίζονταν στο είδος P. minor από πολλούς συγγραφείς. Τέλος, στην Πεδιάδα του Νουλάρμπορ της Δυτικής και Νότιας Αυστραλίας ενδημεί το είδος P. nullarbor.

Το είδος του ενδιαφέροντος είναι ο γενειοφόρος δράκος της κεντρικής Αυστραλίας, επιστημονική ονομασία Pogona vitticeps, αν και τα περισσότερα ισχύουν και για τα υπόλοιπα είδη. Στα αγγλικά λέγεται central ήcentralian bearded dragon, ή απλώς bearded dragon. Λανθασμένα οι γενειοφόροι δράκοι αποκαλούνται και frilled dragons, frilly dragons ή frilly lizards, από σύγχυση με τον χλαμυδόσαυρο που έχει το ίδιο όνομα. Μία σπανιότερη ονομασία του είναι Jew lizard, δηλαδή σαύρα Εβραίος, ίσως από τη γενιάδα της. Το όνομά της στις διάφορες γλώσσες των Αβοριγίνων διαφέρει, για παράδειγμα λεγόταν Νγκάρανγκ από τους Αβορίγινες του Σίδνεϋ.

Μορφολογικά, το είδος είναι ένας τυπικός γενειοφόρος δράκος, δηλαδή μια αγκαθωτή σαύρα με πλατύ, γεροδεμένο σώμα και γένια στο λαιμό. Το σχήμα αυτό της πλατιάς αγκαθωτής σαύρας είναι κοινό σε ιγκουάνια ξερών περιοχών. Το μήκος τους κυμαίνεται μεταξύ 35 και 60 εκ, με συνηθέστερα τα 40-55 εκ, και το βάρος τους μεταξύ 300-500 γρ. Το κεφάλι είναι τριγωνικό, όπως σ’όλους τους αγαμίδες, με τα δύο μάτια στις πλευρές και ψηλά, ώστε να ελέγχουν ευρεία περιοχή και ν’ανιχνεύουν παράλληλα άνωθεν απειλές. Τα ρουθούνια βρίσκονται στην άκρη του ρύγχους. Το στόμα είναι αρκετά μεγάλο, με μεγάλη, μυώδη γλώσσα και κυνοδοντόμορφα μπροστινά δόντια στην κάτω γνάθο, όπως σε πολλούς δράκους. Τα τύμπανα των αυτιών βρίσκονται πιο πίσω στο κεφάλι, και είναι προστατευμένα σε ακουστικούς πόρους. Πίσω από το μέτωπο και τα πλευρικά μάτια διακρίνεται μια γκριζωπή κηλίδα, η οποία ψηλαφίζεται σαν βαθούλωμα στο κεφάλι. Αυτός είναι ο βρεγματικός οφθαλμός, που υπάρχει σε σχεδόν όλες τις ημερόβιες σαύρες και σε άλλα σπονδυλωτά, και ρυθμίζει την έκθεση στον ήλιο και τη θερμορρύθμιση, αλλά και βοηθά στον προσανατολισμό και στην αντίληψη απειλών που έρχονται από πάνω. Ο λαιμός είναι κοντός, και οπως σ’όλους τους αγαμίδες, αποτελείται από 6 αυχενικούς σπονδύλους. Το σώμα είναι πεπλατυσμένο. Σε σχέση με το πλατύ σώμα, η μέση και η λεκάνη είναι αρκετά στενές. Τα τέσσερα άκρα είναι καλά ανεπτυγμένα, πενταδάκτυλα με γαμψά νύχια για την αναρρίχηση, και τα πίσω είναι ελαφρώς μακρύτερα και μυωδέστερα από τα μπροστά. Η ουρά είναι παχιά στη βάση, και λεπταίνει προς το τέλος. Η βάση της ουράς, όπως και η κοιλιακή χώρα, είναι οι κύριες αποθήκες λίπους του ζώου. Όπως σ’όλους τους αγαμίδες, η ουρά δεν αναγεννάται αν αποκοπεί. Λίγο μετά τη λεκάνη, στο κάτω μέρος της βάσης της ουράς, βρίσκεται η αμάρα, η κοινή έξοδος του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος στα ερπετά και σε άλλα σπονδυλωτά, η οποία είναι μια εγκάρσια σχισμή. Μπροστά από αυτήν και στο εσωτερικό των μηρών υπάρχει σειρά πόρων, εμφανέστερων στα αρσενικά, οι προπρωκτικοί και μηριαίοι πόροι αντίστοιχα. Παλαιότερα πιστευόταν ότι εκκρίνουν φερομόνες για την αναγνώριση του είδους, αλλά λίγες ενδείξεις υπήρχαν γι’αυτό, αφού το δέρμα των ερπετών δεν έχει πολλούς αδένες. Πιθανότατα συγκεντρώνουν μικροσωματίδια αππό την επιφάνεια της σαύρας, τα οποία αποθέτουν στο υπόστρωμα ως αναγνωριστικά.

Η φολίδωση των γενειοφόρων δράκων διαφέρει στις διάφορες επιφάνειες του σώματος. Όπως και σε όλα τα ερπετά, περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στο περιβάλλον, όπως η ράχη, καλύπτονται από μεγαλύτερες και σκληρότερες φολίδες, ενώ περιοχές όπου χρειάζεται ευκαμψία, όπως οι αρθρώσεις, καλύπτονται από μικρότερες και μαλακότερες. Στο κεφάλι οι περισσότερες φολίδες είναι μη επικαλυπτόμενες. Στα χείλη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς και στο περισσότερο του σώματος, στα άκρα και στην ουρά, οι φολίδες είναι επάλληλες, δηλαδή η κάθε μία καλύπτει την επόμενη, σαν λέπια. Στην περιοχή κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, οι φολίδες είναι σκληρές και κοντές, και παρόμοιες είναι επίσης στη λεκάνη και στην αρχή της ουράς. Οι φολίδες αυξάνουν σε μέγεθος προς τις πλευρές του σώματος. Είναι διατεταγμένες σε γραμμές, το οποίο είναι εμφανέστερο στην ουρά. Στην κάτω πλευρά του σώματος οι φολίδες είναι μικρότερες και πιο λείες. Ακανθώδεις φολίδες υπάρχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γύρω από τους ακουστικούς πόρους, και για προστασία και για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους πτερυγίου, σε μικρές ομάδες στον αυχένα, κατά μήκος των πλευρών του σώματος, λιγότερο στις πλευρές της βάσης της ουράς και βέβαια στα γένια. Τα γένια είναι ουσιαστικά ένας θήλακας δέρματος στο λαιμό, τον οποίο διαστέλλει το ζώο με τη βοήθεια των κεράτων του υοειδούς οστού. Το δέρμα του θήλακα είναι σκούρο και μπορεί να σκουρύνει περαιτέρω, κι όταν φουσκώνει τα γένια, αυτά σηκώνονται κι έτσι φαίνονται μαύρα. Όπως και στους περισσότερους αγαμίδες, το δέρμα στο περισσότερο του σώματος είναι σχετικά χαλαρό, και δημιουργεί πτυχώσεις στις πλευρές του σώματος, όπου βρίσκονται και τα πλευρικά αγκάθια. Ο χρωματισμός του υπόλοιπου ζώου ποικίλει – είναι το πιο ποικιλόχρωμο είδος του γένους. Υπάρχουν ανοιχτά καφέ ή κιτρινωπά, κοκκινωπά και γκριζωπά άτομα, ανάλογα με την απόχρωση του υποστρώματος της κάθε περιοχής. Σπάνια είναι μονόχρωμα, και τα περισσότερα άτομα έχουν διάφορα σχέδια. Vitticeps σημαίνει ζωνοκέφαλος, εξαιτίας των ζωνών που πολλά άτομα έχουν στο κεφάλι, κυρίως κοντά στα χείλη, αλλά επίσης μπορούν να έχουν σκουρότερες ζώνες στην ουρά, σκουρότερες γραμμές και περιοχές σε όλο το σώμα, και διαφορετική απόχρωση σε διάφορα μέρη του σώματος, όπως πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και άκρα. Η κάτω πλευρά είναι λευκή, αν και σε αρκετά άτομα μπορεί να ενταθεί ένα δίκτυο γραμμών, ιδίως όταν ενοχλούνται ή στρεσάρονται από κάτι (stress lines). Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν περιορισμένη ικανότητα χρωματικής αλλαγής, και σε μία πρόσφατη μελέτη βρέθηκε ότι η χρωματική μεταβολή ακολουθεί τον ημερήσιο κύκλο, κι εξαρτάται τόσο από το ενδογενές βιολογικό ρολόι, όσο και από την εξωτερική φωτοπερίοδο. Έντεκα σαύρες τοποθετήθηκαν είτε σε κανονική φωτοπερίοδο 12 ωρών φωτός κι άλλου τόσου σκότους, είτε σε 6 ώρες φωτός και 18 σκότους και στο αντίστροφο, αλλά και σε απόλυτο σκοτάδι. Ακόμα και στο σκοτάδι ο χρωματισμός μεταβαλλόταν με την ίδια εικοσιτετράωρη περιοδικότητα. Το χρώμα τους είναι σκοτεινότερο το πρωί, ώστε ν’απορροφούν ευκολότερα την ηλιακή ακτινοβολία, και στην πορεία της ημέρας γίνεται πιο ανακλαστικό, ώστε να την αντανακλούν, κατάσταση που παραμένει και κατά τη νύκτα μέχρι το επόμενο πρωί. Όπως όλες οι σαύρες, οι γενειοφόροι δράκοι αλλάζουν περιοδικά το δέρμα τους, συχνότερα όταν βρίσκονται στην ανάπτυξη και αραιότερα όταν έχουν ενηλικιωθεί, μπορεί και μια φορά ετησίως. Η έκδυση συνήθως ξεκινά από το κεφάλι, και προχωρά στο υπόλοιπο σώμα. Το παλιό δέρμα γίνεται γκρίζο, εύθραυστο κι αποσπάται εύκολα όταν ο δράκος ξύνεται ή τρίβεται πάνω σε αντικείμενα. Κάποιες φορές μπορεί να φάει λίγο από το παλιό του δέρμα. Όταν βρίσκεται σε έκδυση και πρόκειται να αφαιρέσει μεγάλη ποσότητα δέρματος, συνήθως κινείται προς δροσερότερες και υγρότερες περιοχές, ώστε να μαλακώσει το δέρμα από την υγρασία και να αποκολληθεί ευκολότερα. Μία έκδυση διαρκεί πολλές μέρες, έως κι έναν μήνα ή και περισσότερο.

Χάρη στο πλατύ τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να παραλλάσσονται στις επιφάνειες όπου βρίσκονται, και να γίνονται ένα μ’αυτές από κάποια απόσταση. Το σχήμα τους επίσης τους βοηθά ν’αγκαλιάζουν τις επιφάνειες όπου βρίσκονται και να ασφαλίζονται καλύτεραεκεί. Όταν λιάζονται, οι γενειοφόροι δράκοι πλαταίνουν πολύ το σώμα τους και το προσανατολίζουν προς μια ευνοϊκή γωνία ως προς τις ακτίνες του ηλίου, ώστε ν’απορροφήσουν την ηλιακή ακτινοβολία αποτελεσματικότερα. Αφού έχουν φτάσει σε επιθυμητή θερμοκρασία, παίρνουν πάλι ένα πιο κανονικό σχήμα. Πλαταίνουν επίσης το σώμα τους όταν ξαπλώνουν και κοιμούνται, ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτοί. Παρά το φαινομενικκά χοντρό τους σώμα, οι γενειοφόροι δράκοι είναι επιδέξιοι αναρριχητές σε πλατιές, τραχιές επιφάνειες, και συχνά σκαρφαλώνουν σε ύψος λίγων μέτρων για να λιαστούν. Μπορούν επίσης και να σκαρφαλώσουν σε λεπτότερα στηρίγματα, όπως κλαδιά, αλλά τότε πρέπει να λεπτύνουν το σώμα τους, να βάλουν τα άκρα τους κάτω από αυτό και να κινηθούν προσεκτικά, μια δυσκολότερη και πιο χρονοβόρα διαδικασία. Αν και η ουρά τους δεν είναι συλληπτήρια, έχει αρκετή ευκινησία ώστε να τους βοηθά στην αναρρίχηση και στη στήριξη. Οι γενειοφόροι δράκοι βαδίζουν με μέτρια ταχύτητα, αν και μπορούν να τρέξουν αν χρειαστέι, αλλά δεν είναι οι γρηγορότερες σαύρες. Όταν βαδίζουν, ανασηκώνονται αρκετά από το έδαφος, σέρνοντας μόνο τη μέση της ουράς τους. Όταν όμως τρέχουν ή κυνηγούν έντομα, σηκώνουν όλη την ουρά από το έδαφος,ώστε να αυξηθεί η ταχύτητά τους. Συνήθως περπατούν κανονικά, αλλά όταν χώνονται σε χαμηλή τρύπα ή αν οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές για το μεταβολισμό τους, έρπουν. Μπορούν επίσης να πηδήξουν σε μικρή απόσταση, δίνοντας ώθηση με τα πίσω τους πόδια. Είναι επίσης και καλοί κολυμβητές και παρόλο που σπάνια συναντούν πολύ νερό, κολυμπούν βάζοντας συχνά το κεφάλι μέσα στο νερό. Μπορούν ακόμα να σκάψουν σύραγγες στο χώμα για να κρυφτούν, να γεννήσουν τα αυγά τους ή να πέσουν σε νάρκη. Επειδή το κέντρο βάρους τους βρίσκεται προς τη μέση του σώματος, δε μπορούν να σηκωθούν στα δύο τρέχοντας όπως άλλες σαύρες. Γενικώς δε σηκώνονται ποτέ στα δύο, ούτε στατικές. Αν θελήσουν να σηκωθούν, στηρίζονται όσο πιο ψηλά μπορούν στα μπροστινά τους πόδια και σηκώνουν το κεφάλι ψηλά. Τα πόδια τους χρησιμεύουν μόνο στη μετακίνηση, και μ’αυτά δε χειρίζονται αντικείμενα. Ο μεγαλύτερος χειρισμός που μπορούν να κάνουν είναι να σπρώξουν με τα μπροστινά τους πόδια κάτι από το κεφάλι τους ή από δίπλα τους, ή να σπρώξουν κάτι με το κεφάλι τους.

Οξύτερη αίσθησή τους είναι η όραση, με την οποία εντοπίζουν γρήγορα τροφή, εχθρούς και ομοειδείς. Οι αγαμίδες ίσως να έχουν την οξύτερη όραση από όλες τις σαύρες. Σε μια μελέτη για παράδειγμα, οι δράκοι P. henrylawsoni είχαν ήδη προετοιμαστεί κι άρχισαν να προφυλάγονται από πιθανούς εχθρούς ενώ οι ερευνητές βρίσκονταν ακόμα 30 μέτρα μακριά. Όπως οι περισσότερες σαύρες και τα πουλιά, έχουν τετραχρωματική όραση, δηλαδή μπορούν να δουν και τα χαμηλότερα φάσματα της υπεριώδους ακτινοβολίας α. Τα πλευρικά μάτια τους δίνουν πλήρεις εικόνες, ενώ το βρεγματικό μπορεί ν’αντιλαμβάνεται μόνο φως και σκιές, και έτσι τα ειδοποιεί για σκιές που πλησιάζουν από πάνω, όπως για παράδειγμα αρπακτικά πουλιά. Όπως και άλλες πλήρως ημερόβιες σαύρες, ο αμφιβληστροειδείς τους φέρει μόνο κωνία, οπότε στο σκοτάδι δε βλέπουν σχεδόν καθόλου. Έχουν το ίδιο πρόβλημα με άλλα ζώα που έχουν μάτια στις πλευρές του κεφαλιού, δηλαδή δυσκολεύονται ν’αντιληφθούν τις αποστάσεις, για τον υπολογισμό των οποίων χρησιμοποιούν την παράλλαξη των αντικειμένων. Η ακοή τους είναι επίσης αρκετά ανεπτυγμένη, κι ακούουν τις χαμηλότερες και τις μέσες συχνότητες που ακούμε κι εμείς. Η όσφρησή τους δεν είναι πολύ καλή, αλά σε σχέση με πλήρως εντομοφάγους δράκους είναι πιο ανεπτυγμένη και μπορούν να ξεχωρίσουν τροφές με αυτήν. Έχει βρεθεί ΄΄οτι οι σαύρες κυνηγοί ενέδρας, στους οποίους η όσφρηση δε χρειάζεται πολύ, όταν εξελίσσονται να περιλαμβάνουν και φυτικές τροφές στο διαιτολόγιό τους, ενισχύουν την όσφρησή τους, ώστε να ανιχνεύουν τοξικές ουσίες στα φυτά. Η όσφρηση των γενειοφόρων δράκων λειτουργεί σε κοντινή απόσταση και δεν είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση της τροφής, γι’αυτό και συχνά μπερδεύονται και προσπαθούν να φάνε αντικείμενα που μοιάζουν με τροφή. Για τη γεύση λίγα είναι γνωστά, είναι γνωστό όμως ότι οι δράκοι έχουν προτιμήσεις, για παράδειγμα προς γλυκύτερα λαχανικά όπως καρότα. Από την άλλη, η κακή γεύση δεν τους πτοεί και τόσο, αφού μπορούν να φάνε οποιοδήποτε έντομο, εκτός απ’αυτά με καυστικές εκκρίσεις ή αιχμηρά σημεία, και γι’αυτό μπορεί να φάνε εύκολα κάτι τοξικό. Η όσφρηση του ινιδορινικού οργάνου ή οργάνου του Γιάκομπσον, το οποίο είναι ανεπτυγμένο σε άλλες σαύρες και στα φίδια, δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη στους δράκους. Χρησιμεύει κυρίως στον έλεγχο της περιοχής για οσμητικά ίχνη ομοειδών. Τα φολιδωτά ερπετά μεταφέρουν πληροφορίες σ’αυτό βγάζοντας τη γλώσσα τους, αλλά οι δράκοι το κάνουν αυτό κυρίως όταν εξερευνούν μια νέα περιοχή. Το δέρμα των γενειοφόρων δράκων επενδύεται με νευρικές απολήξεις, περισσότερες προς το κεφάλι, οπότε μπορούν ν’αντιληφθούν το περιβάλλον τους και διά της αφής. Πιο ευαίσθητο μέρος είναι το ρύγχος τους.

Οι γενειοφόροι δράκοι ζουν σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από ανοιχτά δάση με αρκετά δέντρα αλλά και ηλιόλουστες περιοχές μεταξύ τους, μέχρι τις πιο σκληρές και αφιλόξενες βραχώδεις ερήμους της Κεντρικής Αυστραλίας. Σε αραιοκατοικημένες περιοχές στα σημεία εξάπλωσης των δράκων, οι τελευταίοι δε διστάζουν να κατοικήσουν εκεί, όπου συχνά βρίσκονται να λιάζονται σε πετρότοιχους και πασσάλους περιφράξεων, να μπαίνουν σε αυλές, να μαζεύονται κάτω από λαμαρίνες για να ζεσταθούν ή να βγαίνουν και να λιάζονται ή να περνούν το δρόμο, όπου πολλοί κάθε χρόνο βρίσκουν το θάνατο από διερχόμενα οχήματα. Οι Αυστραλοί αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τους μικρούς άκακους δράκους, και φυσικά δεν τους καταδιώκουν, ενώ αντίθετα συχνά τους ενθαρρύνουν να πλησιάσουν στην περιοχή, σε αντίθεση με αυτό που μπορεί να γινόταν σε κάποια καθυστερημένη χώρα της Λεκάνης της Μεσογείου. Συχνότερα ο άνθρωπος συναντά την εξάπλωση του P. barbata, λιγότερο συχνά του P. vitticeps, και ακόμα σπανιότερα του P. henrylawsonni, του P. minor, και σπανιότατα των άλλων ειδών. Οι γενειοφόροι δράκοι είναι πολύ εύκολοι στην παρατήρηση, αφού ο πληθυσμός τους είναι μεγάλος και αρέσκονται να παραμένουν σε εκτεθημένες περιοχές, όπου φαίνονται. Είναι επίσης εύκολο να πιαστούν, αφού δεν έχουν εξελιχθεί με τον άνθρωπο και γι’αυτό δεν έχουν έντονο φόβο εναντίον του. Με λίγο τρέξιμο πιάνονται, ενώ πολλοί έχουν πιάσει P. vitticeps εύκολα ενώ λιάζονται, και ακόμα ευκολότερα όταν βρίσκονται σε στενά μέρη, όπως πάνω σε πασσάλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δράκοι το πολύ να προσπαθήσουν να προστατευτούν πηγαίνοντας προς τα πίσω, ή ρίχνουν απλώς στον άνθρωπο ένα απορημένο βλέμμα. Για το λόγο ότι πιάνονται εύκολα, οι Αβορίγινες τους έτρωγαν, και συνήθως έστελναν τα παιδιά να τους πιάσουν. Υπάρχουν κάποιες βραχογραφίες που δείχνουν παιδιά να κυνηγούν ή να παίζουν με γενειοφόρους δράκους. Οι γενειοφόροι δράκοι υπήρξαν πρωταγωνιστές σε διάφορες ιστορίες της ονειρικής εποχής, της εποχής δηλα΄δη που τα πνεύματα ονειρεύτηκαν και δημιούργησαν τον κόσμο, αλλά δεν έχω βρει κάποια σχετική που να είναι εύκολα προσβάσιμη στο Διαδίκτυο. Πίστευαν επίσης ότι μπορούν να προβλέψουν τον καιρό μ’αυτούς. Στη Νότια Αυστραλία για παράδειγμα, πίστευαν ότι αν ο γενειοφόρος δράκος κρατά το κεφάλι του ψηλά, θα βρέξει.

Οι γενειοφόροι δράκοι λοιπόν περνούν αρκετό από το χρόνο τους σκαρφαλωμένη σε ψηλά σημεία, όπως κορμούς και χοντρά κλαδιά δέντρων, είτε όρθιων είτε πεσμένων, ή σε βράχια, όπου λιάζονται ή περιμένουν τροφή. Λιάζονται ακίνητοι για πολλές ώρες της ημέρας, αλλάζοντας θέσεις όταν έχουν ζεσταθεί αρκετά. Όταν θερμαίνονται, πλαταίνουν το σώμα τους και προσπαθούν να προσανατολίζονται κάθετα ως προς τις ακτίνες του ήλιου. Όταν έχουν θερμανθεί ικανοποιητικά, δε φεύγουν αμέσως στη σκιά, αλλά μπορεί να μαζέψουν το σώμα τους, να προσανατολιστούν παράλληλα με τις ακτίνες του ήλιου για να δέχονται λιγότερη ακτινοβολία, να ανασηκωθούν ή να μετακινηθούν κάπου ψηλότερα όπου φυσάει λίγο για να δροσιστούν, κι όταν η θερμοκρασία ανέβει ακόμα περισσότερο, ανοίγουν το στόμα τους, ώστε να μειώσουν τη θερμοκρασία του εγκεφάλου με την εξάτμιση του νερού, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα να ζεσταθεί ακόμα περισσότερο. Όταν έχει υπερβολική ζέστη έπειτα, αποσύρονται στη σκιά, που μπορεί να είναι ένα μέρος του ψηλού σημείου που δε βλέπει ο ήλιος, ή μέσα στη βλάστηση ή σε μία τρύπα, είτε φυσική είτε φτιαγμένη απ’αυτούς. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για την προτιμώμενη θερμοκρασία του γενειοφόρου δράκου. Σε μία μελέτη έλεγεότι γενικώς οι αγαμίδες της Αυστραλίας διατηρούν θερμοκρασίες μεταξύ 34-38 βαθμών Κελσίου όταν δραστηριοποιούνται. Αλλού έλεγε ότι οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούν θερμοκρασία 37-38 βαθμών, ενώ αλλού μόνο 33. Σύμφωνα ωστόσο με μια μελέτη που διάβασα, η προτιμώμενη θερμοκρασία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την εποχή, την ηλικία, την αναπαραγωγική κατάσταση, τη θερμική ποιότητα του περιβάλλοντος κλπ, οπότε δεν υπάρχει μία και μοναδική προτιμώμενη θερμοκρασία για όλα τα ζώα και για όλες τις περιστάσεις. Όποια κι αν είναι η προτιμώμενη θερμοκρασία τους, οι γενειοφόροι δράκοι, όπως κι άλλες παρόμοιες σαύρες, είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, και μετακινούμενοι από ήλιο σε σκιά και το αντίστροφο κατορθώνουν να διατηρούν τη θερμοκρασία τους σταθερή, με ελάχιστες αποκλίσεις, όπως ενός ομοιόθερμου ζώου, τουλάχιστον κατά τις ώρες της ημέρας που δραστηριοποιούνται. Όπως όλα τα ερπετά, ο καρδιακός τους ρυθμός αυξάνεται όταν θερμαίνονται, και μειώνεται όταν ψύχονται (καρδιακή υστέρηση), άρα ο ρυθμός πρόσληψης θερμότητας είναι ταχύτερος από το ρυθμό απώλειας. Καταστάσεις που μειώνουν το μεταβολισμο΄, όπως η υποξία και η αφυδάτωση, μειώνουν και την προτιμώμενη θερμοκρασία. Μπορούν ωστόσο να λειτουργήσουν ικανοποιητικά και σε θερμοκρασίες χαμηλότερες από την προτιμώμενη, την οποία συχνά δε μπορούν να φτάσουν αν ο καιρός είναι άστατος, τους απειλούν οι εχθροί ή βρίσκονται σε αντιπαραθέσεις με ομοειδείς τους. Δεν έχουν ωστόσο τη θερμική προσαρμοστικότητα πιο εύκρατων ειδών σαύρας, και σε θερμοκρασίες κάτω των 27 σταματούν να τρώνε και ο μεταβολισμός τους πέφτει αρκετά. Το βράδυ η θερμοκρασία τους εξομοιώνεται με την περιβαλλοντική. Τη νύχτα κοιμούνται είτε κρυμμένοι είτε εκτεθημένοι στις επιφάνειες όπου λιάζονται, καμουφλαρισμένοι με το πλατύ τους σώμα. Συχνά στην αιχμαλωσία τα ζώα αυτά μπορεί να μην κρυφτούν το βράδυ, κι επίσης στη φύση οι P. barbata έχουν βρεθεί να κοιμούνται πάνω στα δέντρα, όπου καταλήγουν βορά του πύθωνα γόμα (Aspidites ramsayi). Γενειοφόροι δράκοι μπορούν να βρεθούν όλο το χρόνο, αλλά οι εποχές με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε οι μέτριες θερμοκρασίες ευνοούν την ολοήμερη δραστηριότητα. Την άνοιξη είναι πιο δραστήριοι, γιατί τότε είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Αποφεύγουν τις υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες, και δύσκολα για παράδειγμα εμφανίζονται όταν η θερμοκρασία φτάσει τους 40 βαθμούς, οπότε δραστηριοποιουνται κυρίως πρωί και απόγευμα, και μπορεί για αρκετές μέρες να μην εμφανιστούν καν, παραμένοντας κρυμμένη σε μία κατάσταση σχεδόν θερινής νάρκης. Το χειμώνα, όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές και η τροφή λιγοστή, πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Οι χειμερινές θερμοκρασίες ποικίλουν στη μεγάλη ζώνη εξάπλωσης του είδους, με νοτιότερες περιοχές να έχουν ελαφριές παγωνίες και θερμοκρασίες υπό του μηδενός και πιο τροπικές περιοχές να έχουν χειμώνες των 15-19 βαθμών. Τα ζώα ωστόσο αυτά αδρανοποιούνται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, και ήδη στους 22 βαθμούς έχουν σχεδόν ναρκωθεί, ενώ κάτω από τους 16 δυσκολεύονται πολύ να κινηθούν. Το χειμώνα λοιπόν τον περνούν σε σύραγγες που σκάβουν υποπαράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, συνήθως κάτω από στέρεα αντικείμενα όπως πέτρες. Αν οι θερμοκρασια ανεβεί αρκετά, μπορεί να διακόψουν τη νάρκη παροδικά και να λιαστούν. Όπως και με άλλα ερπετά, όταν η θερμοκρασία τους είναι χαμηλή και δυσκολεύονται να τρέξουν, προσπαθούν περισσότερο να τρομάξουν τον εχθρό που τους πλησιάζει φουσκώνοντας τα γένια τους και ανοίγοντας το στόμα τους, γι’αυτό και οι παρατηρητές τους βρίσκουν θυμωμένους τότε.

Μετά τη νάρκη, ξεκινά η περίοδος αναπαραγωγής, η οποία διαρκεί περίπου τέσσερις μήνες. Τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη δραστηριότητα και οι περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Τα αρσενικά δημιουργούν περιοχές, τις οποίες εποπτεύουν από ψηλά σημεία για εισβολείς. Συχνά ξεσπούν μάχες, συνήθως μεταξύ αρσενικών, με τα δύο ζώα να κυνηγούν το ένα το ΄΄αλλο σε κύκλους προσπαθώντας να δαγκώσουν την ουρά του άλλου· ενίοτε μπορεί αυτό να εξελιχθεί σε κάτι σκληρότερο. Των μαχών προηγούνται επιδείξεις δύναμης, όπως φούσκωμα τον γενιών και φούσκωμα, πλάγιασμα και ανύψωση όλου του σώματος για να δείξουν μεγαλύτεροι. Οι δράκοι αναγνωρίζουν την παρουσία κάποιου άλλου στην περιοχή τους από τα ίχνη που άφησαν οι πόροι του, αλλά η άμεση επικοινωνία είναι οπτική. Επικοινωνούν κυρίως με νεύματα του κεφαλιού, τα οποία μπορεί να δηλώνουν κυριαρχία, ενόχληση και επιθετική διάθεση ή να είναι ένας απλός χαιρετισμός, ανάλογα με την ένταση που γίνονται. Τα αρσενικά κουνούν έντονα το κεφάλι και φουσκώνουν τα γένια τους όταν αντιμετωπίζουν εισβολέα στην περιοχή τους. Η κυκλική κίνηση του μπροστινού ποδιού στον αέρα είναι ένδειξη υποταγής, και γίνεται κυρίως από δράκους μικρότερου μεγέθους, χαμένους μαχών και θηλυκά. Συνηθίζουν επίσης να το κάνουν οι δράκοι μικρής ηλικίας, οι οποίοι μ’αυτο΄ίσως να σηματοδοτούν σε μεγαλύτερους ότι είναι μέλη του είδους τους για να μη φαγωθούν, γιατί ο κανιβαλισμός προς τα μικρά είναι συχνό φαινόμενο στο είδος αυτό. Πολλές όμως άλλες σαύρες εκτελούν την ίδια συμπεριφορά όταν αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε εχθρό, σηματοδοτώντας του ότι έχουν αρκετή δύναμη ώστε να του ξεφύγουν, άρα ίσως αυτή να είναι η λειτουργία του στους μικρούς γενειοφόρους δράκους. Όταν λοιπόν ένα αρσενικό πρόκειται να εντυπωσιάσει ένα θηλυκό, κάνει μμια υπερβολική επίδειξη κουνώντας έντονα το κεφάλι του, συχνά ανεβοκατεβάζοντας ολόκληρο το μπροστινό μέρος του σώματος μαζί με τα μπροστινά άκρα. Το θηλυκό, αν είναι δεκτικό, απαντά μ’ένα ήπιο κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύεται από το σήκωμα του μπροστινού ποδιού, αλλά αν δεν ενδώσει αμεσως, το αρσενικό εξακολουθεί να το παρενοχλεί. Το ζευγάρωμα είναι μια σύντομη και βίαιη διαδικασία, με το αρσενικό ν’ανεβαίνει πάνω στο θηλυκό και να το δαγκώνει στον αυχένα για να το ακινητοποιήσει, και το θηλυκό να σηκώνει ελαφρώς την ουρά για να επιτελεστεί η γονιμοποίηση.

Έναν περίπου μήνα μετά τη γονιμοποίηση γίνεται η ωοτοκία. Το θηλυκό έχει ήδη φουσκώσει με αυγά, και ψάχνει ένα με΄ρος να τα αποθέσει. Η συμπεριφορά του αλλάζει κάποιες μέρες πριν την ωοτοκία, και μπορεί να τρώει λιγότερο ή να παραμένει σε υψηλότερη θερμοκρα΄σια, ώστε να επισπευστεί η ανάπτυξη των αυγών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και νυκτόβια συμπεριφορά για εκέινο το διάστημα σε θηλυκά αρκετών αυστραλιανών αγαμιδών, συμπεριλαμβανομένων και μελών του γένους Pogona, τα οποία, τις θερμές νύχτες με πανσέληνο, οπότε βλέπουν καλύτερα, ξαπλώνουν πάνω σε ήδη ηλιοθερμασμένες επιφάνειες, όπως ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στην κατάσταση αυτήν είναι πολύ ευάλωτα, αφού αντιδρούν πολύ αργά και συχνά κοιμούνται εκεί που βρίσκονται, κι έτσι μπορούν να πιαστούν πολύ εύκολα από έναν άνθρωπο, και προφανώς το ίδιο από κάποιον άλλον θηρευτή. Το θηλυκό λοιπόν σκάβει μία τρύπα όση περίπου και το μήκος του σε μαλακό χώμα, στο τέλος της οποίας δημιουργεί έναν θαλαμίσκο. Έπειτα γυρίζει και εισέρχεται ανάποδα μέσα στην τρύπα, όπου αποθέτει τα αυγά. Η όλη διαδικασία διαρκέι αρκετές ώρες, ίσως και περισσότερο από μέρα. Γεννούν περίπου 16-24 αυγά, και συχνά ακόμα περισσότερα, με ρεκόρ τα 35 αυγά σε μια γέννα. Ο αριθμός των αυγών εξαρτάται από το μέγεθος, την υγεία, τη σωματική κατάσταση και τις πρότερες γέννες του θηλυκού. Αφου τα γεννήσουν, τα σκεπάζουν προσεκτικά με χώμα και στη συνέχεια τα επιτηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι γνωστό από ζώα στην αιχμαλωσία ότι θα μείνουν για λίγες μέρες κοντά στη φωλιά, προσπαθώντας ν’απωθήσουν τους εχθρούς, αν και δεν είναι γνωστό για πόσο καιρό, επειδή τα αυγά συνήθως μεταφέρονται αλλού για επώαση. Τα θηλυκά φουσκώνουν τα γένια τους ή προσπαθούν να δαγκώσουν τον εισβολέα, αλλά οι άμυνές τους είναι πενιχρές. Επίσης ξαναθάβουν τα αυγά αν τα δουν ξεσκέπαστα. Κατά την ωοτοκία δύσκολα αποσπώνται από εξωτερικά ερεθίσματα. Πολλά στοιχεία της ωοτοκίας, όπως και σε άλα ζώα, φαίνεται να είναι τυποποιημένες σειρές δράσης, οι οποίες εκτελούνται οπωσδήποτε. Για παράδειγμα αν ένας γενειοφόρος δράκος μετακινηθεί αλλού πριν προλάβει να θάψει τα αυγά, θα συνεχίζει να κάνει κινήσεις σαν να σκεπάζει κάτι με χώμα. Μόλις έχουν γεννηθεί τα πρώτα αυγά, οι ωοθήκες του θηλυκού αρχίζουν ήδη να ετοιμάζουν τη δεύτερη γέννα. Οι γενειοφόροι δράκοι γεννούν πολλές φορές το χρόνο με μία μόνο γονιμοποίηση, οι οποίες μπορεί να είναι 2-3 στη φύση, ενώ στην αιχμαλωσία μπορεί να είναι περισσότερες, με ρεκόρ τις 9, αλλά το σύνηθες είναι 2-4. Η έλλειψη τροφής ή η μείωση της φωτοπεριόδου σηματοδοτούν το τέλος της ωοτοκίας. Τα αυγά επωάζονται για περίπου δύο μήνες, κι έπειτα εκκολάπτονται οι νεοσσοί, οι οποίοι έχουν μήκος μόλις 7-10 εκ και ζυγίζουν μόλις 2 γρ. Είναι μικρογραφίες των γονέων τους και μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα μετά την άνοδό τους στην επιφάνεια. Στη φύση είναι πολύ κρυπτικοί, και σπανιότατα συναντώνται από άνθρωπο. Μέσα σε πε΄ριπου ενάμισι χρόνο έχουν σχεδόν φτάσει το ενήλικο μέγεθος. Ο καθορισμός του φύλου στο γενειοφόρο δράκο είναι γενετικός, με το χρωμοσωμικό σύστημα φ και ω (w και z), όπου το θηλυκό είναι το ετερογαμετικο΄φύλο. Βρέθηκε ωστόσο από μελέτη του 2015, ότι σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, γενετικά αρσενικά έμβρυα P. vitticeps μετατρέπονται σε θηλυκά, όντας η πρώτη περίπτωση ερπετού και αμνιωτού γενικότερα που μπορεί ν’αλλάξει φύλο αφού αυτό έχει καθοριστεί – η ιδιοτητα αυτή υπάρχει σε κάποια ψάρια και αμφίβια. Αν αυτά τα ομογαμετικά θηλυκά μετά ζευγαρώσουν με κανονικά αρσενικά, οι απόγονοί τους έχουν θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, αφού πλέον το φυλοδιαφοροποιό χρωμόσωμα έχει εξαφανιστεί από τη γραμμή. Ίσως έτσι να εξελίχθηκαν κι άλλες περιπτώσεις θερμοεξαρτώμενου καθορισμού φύλου στα ερπετά. Αρκετοί κινδυνολόγοι επικαλέστηκαν αυτό το εύρημα για να εφιστήσουν την προσοχή στην κλιματική αλλαγή, παρόλα αυτά το είδος αυτό είναι πολύ σκληρό κι έχει βιώσει πολλές κλιματικές αλλαγές στην ιστορία του για να επηρεαστεί από την τυχόν παρούσα. Το είδος αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς και ζει λίγο για ερπετό. Στην αιχμαλωσία καλά φροντισμένα άτομα ζουν 7-12 χρόνια, με περιπτώσεις ρεκόρ που πλησιάζουν και ξεπερνούν τα 20 χρόνια. Θηλυκά τα οποία αναπαράγονται σε υπερβολικούς ρυθμούς μπορεί να ζήσουν αρκετά λιγότερο. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες για τη διάρκεια ζωής του στη φύση, αλά συνήθως αναφέρονται τα 3-5 χρόνια.

Η ιστορία της ζωής του γενειοφόρου δράκου, με σχετικά γρήγορη ανάπτυξη και ωρίμανση, συχνή αναπαραγωγή με πολλούς και μικρούς απογόνους και μικρή διάρκεια ζωής, υποδηλώνει ένα ζώο που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις από τους εχθρούς του. Πράγματι οι γενειοφόροι δράκοι αντιμετωπίζουν πολλούς εχθρούς για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Τα αρπακτικά πουλιά, τα φίδια, και πύθωνες και ιοβόλα, οι βαράνοι και τα σαρκοφάγα θηλαστικά όπως τα κουόλ, τα ντίνγκο και πιο πρόσφατα οι γάτες και η αλεπούδες, όλα τρώνε γενειοφόρους δράκους. Στο παρελθόν αντιμετώπιζαν τον άνθρωπο, καθώς και σαρκοφάγα που εξαφανίστηκαν από την ηπειρωτική Αυστραλία ή γενικώς από την Αυστραλία, όπως η θηλακίνη και ο διάβολος της Τασμανίας. Οι νεοσσοί προφανώς αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερους εχθρούς, ακόμα και μεγάλα ασπόνδυλα. Παρά τις συνεχείς απειλές ωστόσο, ο πληθυσμός του είδους είναι συνήθως πολύ υψηλός. Οι γενειοφόροι δράκοι βασίζονται περισσότερο στο καμουφλάζ παρά στην ταχύτητά τους για να διαφύγουν των εχθρών τους. Μόλις όμως αντιληφθούν ότι έχουν αποκαλυφθεί, προσπαθούν είτε να ξεφύγουν είτε να απωθήσουν τον εχθρό τουλάχιστον προσωρινά, ώστε να έχουν χρόνο να ξεφύγουν. Αν για παράδειγμα ένα αρπακτικό πουλί κατευθύνεται κατά πάνω τους, από το οποίο έχουν λίγες άμυνες, προσπαθούν να τρέξουν στην πλησιέστερη κρυψώνα. Για να τρομάξουν τον εχθρό επιστρατεύουν διάφορες άμυνες. Αν το αγκαθωτό τους σώμα δεν τους απωθήσει, φουσκώνουν τα γένια τους, σηκώνονται ψηλά και φουσκώνουν και πλαταίνουν όλο το σώμα τους, ώστε να φανούν μεγαλύτεροι. Μπορεί επίσης ν’ανοίξουν διάπλατα το στόμα τους. Αν ο εχθρός πλησιάσει αρκετά κοντά, εκβάλλουν απότομα αέρα κάνοντας έναν ασθενή συριγμό, ο οποίος είναι και ο μόνος ήχος που παράγουν. Σπάνια μπορεί να πηδήξουν προς το μέρος του εχθρού ή και να τον δαγκώσουν. Άλλες φορές οι άμυνές τους επιτυγχάνουν, αλλά συχνά αποτυγχάνουν κι έτσι οι δράκοι τρώγονται. Πέρα από τους φυσικούς εχθρούς, έχουν ν’αντιμετωπίσουν ανθρώπινες απειλές όπως τα αυτοκίνητα στους δρόμους, την ανάπτυξη νέων περιοχών και την επακόλουθη απώλεια του ενδιαιτήματός τους, και ίσως κι άλλες απειλές. Ίσως να επηρεάζονται από τα γεωργικά δηλητήρια για παράδειγμα, αλλά οι επιπτώσεις τους δεν είναι απολύτως γνωστές. Μία μελέτη που αναζητούσε τα αποτελέσματα του μονοφθορικού νατρίου, ενός μεταβολικού δηλητηρίου που χρησιμοποιείται για τη θανάτωση ανεπιθύμητων θηλαστικών (η Αυστραλία είναι από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες χώρες που εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί και επιμένει σ’αυτό) βρήκε μικρές επιπτώσεις στους γενειοφόρους δράκους, όπως έχει βρεθεί και για άλλα εκτόθερμα.

Όλες οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γενειοφόρι δράκοι είναι ευκαιριακοί κυνηγοί μικρών ζώων, οι οποίοι τρώνε ό,τι είναι διαθέσιμο κάθε εποχή. Το σκληρό τους φυσικό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει την πολυτέλεια της επιλογής, κι έτσι καταναλώνουν θηράματα από μεγέθους μυρμηγκιού μέχρι ποντικιού. Περιμένουν καμουφλαρισμένοι κάπου σε ενέδρα, και όταν ένα θήραμα πλησιάσει αρκετά κοντά, το συλλαμβάνουν με την κολλώδη γλώσσα τους, το μασούν λίγο και στη συνέχεια το καταπίνουν ολόκληρο. Τρώνε μεγάλη ποικιλία εντόμων όπως ακρίδες, γρύλλους, σκαθάρια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, τερμίτες, μυρμήγκια, κατσαρίδες, προνύμφες, αλλά και άλλα ασπόνδυλα όπως σαρανταποδαρούσες και αράχνες. Αν βρεθεί η ευκαιρία, θα φάνε και μικ΄ρα σπονδυλωτά όπως μικρές σαύρες, σαν τους μικρούς δράκους του γένους Ctenophorus. Στην αιχμαλωσία έχουν φάει επίσης μικρά σπονδυλωτά κάθε είδους, όπως βατράχους, μικρά φίδια και μικρά θηλαστικά, και πιθανότατα να τα τρώνε και στη φύση αν τα βρουν και μπορούν να τα πιάσουν. Συμπληρωματικά τρέφονται και με φυτική ύλη, όπως φύλλα, άνθη, και ίσως και καρπούς και σπόρους όπως δείχνουν τα περιττώματά τους, τα οποία συχνά περιέχουν τους τελευταίους. Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην κεντρική Αυστραλία το 2015, όπου εξετάστηκε το περιεχόμενο του στομάχου 14 σαυρών, η ζωική τροφή αποτελούσε το 61% της ξηρής ύλης, ενώ η φυτική μόλις το 16%. Από τις ζωικές τροφές, το μισό περίπου της ξηρής ύλης και το 95 των θηραμάτων αποτελούσαν τα φτερωτά άτομα των τερμιτών του γένους Drepanotermes, γιατί την περίοδο που έγινε η μελέτη ξαφνικά έβρεξε, αναγκάζοντας τους τερμίτες να βγουν μαζικά στην επιφάνεια, από τους οποίους έτρωγαν όλες οι σαύρες της περιοχής. Το ποσοστό της διατροφής σε πρωτεΐνη ήταν υψηλό, γύρω στο 41-50% της ξηρής ύλης, με το κύριο λιπαρό οξύ το C18:1n9c, το οποίο καταλάμβανε το 51-56% των συνολικών λιπαρών, με τα πολυακόρεστα λιπαρά, κυρίως n3 και n6 ν’αποτελούν το 6-8% των λιπαρών. Το 2% του ξηρού γαστρικού περιεχομένου των δράκων της συγκεκριμένης μελέτης αποτελούσε άπεπτη ύλη, την οποία ίσως είχαν καταπιεί κατά λάθος, αλλά πιθανότατα να την είχαν φάει επίτηδες για να προσλάβουν ασβέστιο, αφού ήταν κυρίως θραύσματα οστών. Συχνά οι σαύρες αυτές καταναλώνουν υπόστρωμα και πετραδάκια, πιθανόν για την πρόσληψη ασβεστίου κι άλλων μετάλλων. Όταν υπάρχει πολύ τροφή, οι γενειοφόρι δράκοι τρώνε όσο μπορούν, κι αποθηκεύουν το λίπος στη βάση της ουράς, και στη συνέχεια στην κοιλιά, το οποίο θα χρησιμοποιήσουν όταν η τροφή είναι λιγοστή. Το περισσότερο από το νερό που χρειάζονται το λαμβάνουν μέσω της τροφής ή από μεταβολικές διαδικασίες, και σπάνια συναντούν πόσιμο νερό. Πίνουν όπως και οι περισσότερες σαύρες, μαζεύοντας σταγονίδια από υγρές επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Συνήθως δεν αναγνωρίζουν το στάσιμο νερό ως πόσιμο. Έχουν επίσης παρατηρηθεί να στέκονται με το πίσω μέρος σηκωμένο ψηλότερα κατά τις καλοκαιρινές καταιγίδες, απ’όπου το νερό ρέει προς το στόμα τους και το πίνουν. Πολλοί αγαμίδες έχουν συγκεκριμένες περιοχές αφόδευσης, και το ίδιο κάνουν και οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία – οπότε το ίδιο θα κάνουν και στη φύση -, αφοδεύοντας σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο μακριά από τον τόπο όπου λιάζονται και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους, προφανώς για ν’αποφύγουν την επαναμόλυνση από παράσιτα, τις μύγες και την προσέλκυση των εχθρών. Όπως σ’όλα τα ερπετά και τα πουλιά, τα περιττώματά τους απότελούνται από ένα καφέ μέρος, το κυρίως περίττωμα, και ένα λευκό, το οποίο είναι το ουρικό οξύ. Εξοικονομούν το νερό που πίνουν και παράγουν λίγα υγρά ούρα, μόνο όταν η διατροφή τους είναι πλούσια σε νερό και δεν το χρειάζονται.

Το φυσικό τους περιβάλλον είναι σκληρό. Αν και οι αυστραλιανές έρημοι δεν είναι οι ξηρότερες του κόσμου, το κλίμα της Αυστραλίας είναι ασταθές, και μπορεί να υπάρχουν χρονιές με ασυνήθιστα μεγάλη βροχόπτωση, και χρονιές με ξηρασία. Οι ενήλικες γενειοφόροι δράκοι είναι πολλοί ανθεκτικοί σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, αν και το ίδιο δεν ισχύει για τα μικρότερα άτομα, τα οποία θα πρέπει να τρέφονται συνεχώς για σωστή ανάπτυξη. Σε πολύ δύσκολες χρονιές πιθανόν η αναπαραγωγή τους να αποτυγχάνει. Επίσης έχουν να αντιμετωπίσουνν το πρόβλημα των πυρκαγιών, αφού πολλά οικοσυστήματα της Αυστραλίας εξαρτώνται από περιοδικές φωτιές. Οι φωτιές αυτές είναι κυρίως χαμηλής έντασης και καίνε τα ξερά, αφήνοντας και άκαυστες περιοχές. Δεν είναι γνωστές οι επιπτώσεις της φωτιάς στους γενειοφόρους δράκους, αλλά ανεκδοτολογικά έχει παρατηρηθεί μεγάλος αριθμός σαυρών σε πρόσφατα καμμένες περιοχές, αν κι αυτό δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αποτέλεσμα της φωτιάς που τους έχει κάνει πιο ορατούς ή της άφιξης νέων ζώων. Μπορεί επίσης να είναι σύμπτωση, αν ο παρατηρητής έτυχε να τις συναντήσει σε περίοδο αναπαραγωγής.

Ανεκδοτολογικά ήταν γνωστό ότι οι γενειοφόροι δράκοι έχουν αρκετά υψηλή νοημοσύνη. Αυτό εντούτοις δε μελετήθηκε επιστημονικα μέχρι μία μελέτη του 2014. Στη μελέτη αυτήν αποδείχθηκε ότι τα ζώα αυτά μπορούν να μάθουν μιμούμενα άλλα μέλη του είδους τους. Ένας γενειοφόρος δράκος εκπαιδεύτηκε να ανοίγει ένα πορτάκι, πίσω από το οποίο υπήρχαν αλευροσκούληκα. Έπειτα οι ερευνητές έδειξαν στην πρώτη ομάδα δράκων το βίντεο στο οποίο ο εκπαιδευμένος δράκος άνοιγε το πορτάκι, και στη δεύτερη το πορτάκι ν’ανοίγει από μόνο του. Όλοι οι δράκοι της πρώτης ομάδας κατόρθωσαν να ανοίξουν το πορτάκι για να φάνε τα αλευροσκούληκα, ενώ κανένας δράκος της δεύτερης δεν μπόρεσε να το κάνει. Αυτό υποδηλώνει ότι οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να μάθουν μιμούμενοι τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους τους, και δεν αντιγράφουν απλώς μια συμπεριφορά χωρίς σκοπό, μία αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Μέχρι τότε πιστευόταν ότι μόνο κάποια πουλιά και θηλαστικά έχουν αυτήν την ικανότητα, αν και κάτι παρόμοιο, μολονότι ποιο απλό, είχε διαπιστωθεί στις κοκκινοπόδαρες χελώνες (Chelonoidis carbonaria) παλαιότερα. Εντούτοις οι δράκοι αυτοί δεν είναι τα εξυπνότερα ερπετά. Υπάρχουν σκίγκοι, βαράνοι και κροκοδείλια που έχουν αρκετά υψηλότερη νοημοσύνη.

Οι γενειοφόροι δράκοι στην αιχμαλωσία

Οι γενειοφόροι δράκοι είναι από τις πλέον διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία, όπου διατηρούνται κυρίως ως κατοικίδια σε όλον τον κόσμο. Η χαρακτηριστική εμφάνιση, το μεγάλο, αλλά όχι τεράστιο μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι ευκολία στη διατήρηση, στη διατροφή και στην αναπαραγωγή, τις έκαναν αμε΄σως πολύ δημοφιλείς. Εξαιτίας του ήρεμου χαρακτήρα και του μικρού φόβου για τον άνθρωπο, οι γενειοφόροι δράκοι χρησιμοποιούνται κατά κόρον από προγράμματα που αποσκοπούν να φέρουν το κοινό πιο κοντά στα ερπετά. Πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν ιδιαίτερα καλή σχέση με τα ερπετά έχουν αλλάξει γνώμη αφού συνάντησαν γενειοφόρο δράκο. Παρόλα αυτά υπάρχουν κι αυτοί που αντιπαθούν τις σαύρες αυτές, αλλά είναι συνήθως οι ίδιοι που έχουν κι άλλες αναχρονιστικές, σχεδόν δεισιδαιμονικές απόψεις για τα ερπετά, όπως ότι όλα είναι βδελυρά και πονηρά όντα, τα φίδια είναι εσκεμμένα κακά κλπ. Επίσης, χάρη στην τάση του να μην κρύβεται συχνά, το είδος δεν απουσιάζει από ερπετοσυλλογές ζωολογικών κήπων, ενυδρείων και ερπεταρίων. Σε κάθε ζωολογικό κήπο που έχω επισκεφθεί τους έχω συναντήσει. Εκτός αυτού, επειδή είναι ακριβείς θερμορρυθμιστές, χρησιμεύουν ως ζώα μελέτης στο εργαστήριο, κυρίως όσον αφορά τη θερμορρύθμιση στα εκτόθερμα υπό διάφορες συνθήκες. Έχει βρεθεί για παράδειγμα, ότι παρότι τα ενδόθερμα και τα εκτόθερμα ζώα παράγουν και διατηρούν τη θερμότητά τους με διαφορετικούς τρόπους, ο εγκεφαλικός έλεγχος από τον υποθάλαμο είναι παρόμοιος. Έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης σε μελέτες πάνω στην εμβρυακή ανάπτυξη, στην έκδυση, στη διατροφή κλπ.

Η αρχική ιστορία των γενειοφόρων δράκων στην αιχμαλωσία είναι ασαφής. Σήμερα διατηρούνται εκτός Αυστραλίας δύο κυρίως είδη, ο κοινός (P. vitticeps) και ο μικρότερος του Χένρι και του Λόσον (P. henrylawsoni), ο οποίος είναι πολύ σπανιότερος, ενώ εντός Αυστραλίας κοινός είναι και ο μεγάλος ή βαρβάτος γενειοφόρος δράκος (P. barbata). Λέγεται ότι στο παρελθόν η P. barbata διατηρούταν σε πολές συλλογές εκτός Αυστραλίας, αλλά στη συνέχεια κέρδισε η P. vitticeps τον ανταγωνισμό και η πρώτη εξαφανίστηκε, ενώ επίσης λέγεται ότι ορισμένες γιγάντιες γραμμές δράκων, όπως οι γερμανικοί γίγαντες (german giants), που μπορούν να φτάσουν τα 60 εκ, αποτελούν υβρίδια της vitticeps με την barbata. Από την άλλη, πολλοί πληθυσμοί P. vitticeps ταυτοποιούνταν λανθασμε΄να ως P. barbata στο παρελθόν, οπότε πιθανότατα αρκετά μεγάλα άτομα του πρώτου είδους να συγχέονταν με τον μεγαλύτερο συγγενή. Άρα πιθανότατα η P. barbata δεν εγκατέλειψε ποτέ το Νότιο Ημισφαίριο. Οι πρώτοι γενειοφόροι δράκοι εισήχθησαν στη Γερμανία μέσα στη δεκαετία του 1970, ίσως παράνομα, γιατί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η Αυστραλία είχε απαγορεύσει την εξαγωγή πανίδας πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, π.χ. για επιστημονική έρευνα, Λέγεται επίσης ότι οι πρώτοι εκτροφείς δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τον ταπεινό γενειοφόρο δράκο, τον οποίον χρησιμοποιούσαν ως τροφή για βαράνους, αλά αυτό δε μπορώ να το εξακριβώσω. Ανακαλύφθηκε εντούτοις γρήγορα ότι το είδος αυτό αναπαράγεται σε ταχείς ρυθμούς κι ότι είναι εύκολο, κι έτσι εξαπλώθηκε στην Ευρώπη. Στις συλλογές των ΗΠΑ έκανε δειλά-δειλά την πρώτη του εμφάνιση τη δεκαετία του 1990, κι έκτοτε η δημοφιλία του αυξανόταν, ώστε σήμερα να θεωρείται η κοινότερη κατοικίδια σαύρα στη χώρα αυτή. Οι αμερικανικές γραμμές είναι λιγότερες από τις ευρωπαϊκές, γι’αυτό κι εκεί παρουσιάζονται περισσότερα γενετικά προβλήματα. Τα είδη P. vitticeps και P. barbata εισήχθησαν επίσης στη Νέα Ζηλανδία, η οποία αργότερα έκλεισε τις εισαγωγές εξωτικών ζώων, αλλά οι πληθυσμοί τους εκεί είναι αυτάρκεις. Οι εκτροφείς εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν περισσότερο να διατηρήσουν το ειδος ζωντανό και να το αναπαραγάγουν, παρά να κρατήσουν καθαρές τις διάφορες τοπικές παραλλαγές (localities), γι’αυτό και οι διάφορες τοπικές παραλλαγές αναμίχθηκαν. Πάραυτα, εξακολουθούν να υπάρχουν ζώα με διαφορετικούς χρωματισμούς, όπως κιτρινωπά και πορτοκαλωπά, τα οποία με την επιλεκτική αναπαραγωγή έχουν παραγάγει μορφικά έντονων χρωμάτων. Άλλες γραμμές έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για να χάσουν τα αγκάθια τους ή να μικρύνουν τις φολίδες τους. Τα leatherback έχουν ασυνήθιστα λεία ράχη, με μικροσκοπικές φολίδες, ενώ τα translucent έχουν επίσης σχεδόν διάφανο δέρμα. Υπάρχουν και τα scaleless, τα οποία εντούτοις έχουν πάλι κάποιες μικ΄ρες φολίδες. Τα ζώα αυτά είναι ευάλωτα σε τραυματισμούς και δε θα μπορούσαν να ζήσουν στη φύση. Γενικώς το είδος δεν εμφανίζει συνέπειες από την κλειστή αναπαραγωγή, ωστόσο αρκετές κλειστές γραμμές έχουν μεγαλύτερη συχνότητα προβλημάτων υγείας και μικρότερο τελικό μέγεθος. Γενειοφόροι δράκοι πωλούνται παντού, αλλ’αυτο΄δε σημαίνει ότι όλοι οι πωλητές είναι καλοί. Γενικώς τα ζώα από τα περισσότερα pet shops, είτε συνοικιακά είτε αλυσίδων, δεν φροντίζονται σωστά. Καλύτερη είναι η αγορά ζώου από εκτροφέα απευθείας ή από κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπως το feeders.gr. Επίσης συχνά ανεβαίνουν αγγελίες απ’όσους θέλουν να δώσουν το ζώο τους για οποιονδήποτε λόγο, αλλά αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί ενδέχεται ο προκάτοχος να μη φρόντιζε σωστά το ζώο του και αυτο΄να πάσχει από πολλαπλά προβλήματα υγείας. Τέλος τα πολύ μικρά σε ηλικία ζώα δεν προτείνονται για να ξεκινήσει κάποιος, επειδή είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Τα μεγαλύτερα πάλι θα χρειαστούν λίγη παραπάνω φροντίδα, επειδή είναι στην ανάπτυξη, αλλά είναι ευκολότερα, ενώ τα ενήλικα είναι τα πλέον εύκολα.

Οι γενειοφόροι δράκοι διατηρούνται συνήθως σε τερράρια, τα ειδικά κλουβια δηλαδή για ερπετά. Τα ενυδρεία δεν είναι κατάλληλα, γιατί έχουν αρκετό ύψος κι όχι ικανοποιητικό πλάτος, κι επίσης ανοίγουν από πάνω, θέση άβολη για το τάισμα, τον καθαρισμό και το χειρισμό. Καλύτερα είναι τα τερράρια που ανοίγουν από μπροστά, που μπορεί να είναι έιτε ιδιοκατασκευές είτε αγορασμένα έτοιμα. Το τερράριο μπορεί να είναι κατασκευασμένο από διάφορα υλικά, και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Το γυαλί για παράδειγμα είναι πλήρως διαφανές, εύκολο στο καθάρισμα και όμορφο, αλά είναι πολύ βαρύ και αγώγιμο στη θερμότητα, οπότε δε μονώνει το τερράριο. Το πλέξι γκλας είναι αρκετά ελαφρύτερο από το γυαλί και πιο μονωτικό, αλλά γρατσουνιέται εύκολα και είναι λιγότερο διαφανές. Το ξύλο είναι άριστος μονωτής, αλά αν δεν είναι βαμμένο σωστά μπορεί να τραβήξει υγρασία και να φουσκώσει, αν κι αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα στους ξηρούς χώρους των γενειοφόρων δράκων. Επίσης είναι πιο δύσκολο στο καθάρισμα από άλα υλικά εξαιτίας των πόρων. Καλύτερα ξύλαείναι τα κόντρα πλακέ θαλάσσης ή η μελαμίνη. Το μέταλλο είναι επίσης αγώγιμο στη θερμότητα και μπορεί να σκουριάσει, ανάλογα με τον τύπο. Ένα τερράριο μπορεί να είναι φτιαγμένο από διάφορα υλικά, για παράδειγμα μπροστά τζάμι και όλο το υπόλοιπο ξύλο, ή μεγάλο μέρος του ξύλο και κάποιες πλευρές τζάμι, ή μεταλλικός σκελετός με τζάμια και ξύλο, κλπ. Εάν οι θερμοκρασίες είναι σταθερά υψηλές, οι γενειοφόρι δράκοι μπορούν να ζήσουν και σε σίτινα κλουβιά (flexarium ή συρμάτινα κλουβιά, αλά αυτά είναι για ελάχιστες περιπτώσεις και υπάρχει κίνδυνος τα πόδια τους να πιαστούν στα ανοίγματα. Το τερράριο ιδανικά θα πρέππει να έχει μήκος δύο φορές το ολικό μήκος της σαύρας και πλάτος μία φορά το ολικο΄μήκος, και το ύψος καλό είναι να είναι αρκετό, όσο περίπου και το πλάτος. Αυτό σημαίνει ότι για έναν δράκο των 50 εκατοστών θα χρειαστεί τερράριο διαστάσεων 100χ50χ50 εκατοστών. Τα ζώα μπορούν να ζήσουν σε οριακά μικρότερους χώρους, αν κι αυτο΄δεν προτείνεται, και φυσικά οι μεγαλύτεροι δε βλάπτουν, αν και για τα πολύ μικρά άτομα προτείνεται ένας μικρότερος χώρος για να ελέγχονται οι συνθήκε ςκαλύτερα και να βρίσκουν την τροφή τους ευκολότερα. Το υπόστρωμα, το υλικό δηλαδή που τοποθετείται στον πυθμένα, μπορεί να είναι από διάφορα υλικά και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Πολλοί βάζουν άμμο, πιστεύοντας λανθασμένα ότι οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από αμμώδεις ερήμους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι όταν ζουν σε αμμώδη περιβάλλοντα, συνήθως είναι σκαρφαλωμένοι ψηλά και πατούν σε στέρεες επιφάνειες. Η άμμος αφενός τους δυσκολεύει στην κίνηση κι αφετέρου καθαρίζεται πολύ δύσκολα, αφού μικροσωματίδια ακαθαρσιών μπορεί να παραμείνουν, κι επίσης δημιουργέι αρκετή σκόνη όταν ταράζεται και είναι βαριά. Μόνο οι σαύρες με κροσσωτά δάκτυλα είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση στην άμμο, και οι συγκεκριμένοι δράκοι δεν τα έχουν. Ένα πιο φυσικό υπόστρωμα είναι μίγμα άμμου και χώματος, αν και είναι βαρύ και δεν είναι απαραίτητο για την ευζωία του δράκου. Ως υπόστρωμα επίσης χρησιμοποιείται και πλαστικός χορτοτάπιτας, παρόλο που ο δράκος δεν κατάγεται από χορταριασμένες περιοχές. Είναι εύκολος στο καθάρισμα, καιτο λερωμένο μέρος μπορεί ν’αντικατασταθεί με ένα καθαρό. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί κεραμίδι, το οποίο στρώνεται στον πυθμε΄να και καθαρίζεται επί τόπου. Γίνεται και να μην έχουν καθόλου υπόστρωμα αν ο πυθμένας καθαρίζεται πολύ εύκολα, αλλά αν η επιφάνεια είναι ολισθηρή αυτο΄δεν προτείνεται, ιδίως αν βρίσκονται στην ανάπτυξη, οπότε αυτό μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στα πόδια τους. Υποστρώματα από φυτικά παραπροϊόντα όπως σπασμένος φλοιός καρυδιού ή προϊόντα καλαμποκιού είναι ακατάλληλα, γιατί δύσκολα περνούν από το πεπτικό σύστημα αν καταποθούν, προκαλώντας ενσφηνώσεις, και κάποια, όπως ο βλαστός του καλαμποκιού ή τα πέλετ τριφυλλιού, μουχλιάζουν γρήγορα. Αρκετοί ωστόσο χρησιμοποιούν μη αρωματικά πριονίδια όπως λεύκας (aspen) χωρίς πρόβλημα, αν και η τροφή θα πρέπει να δίνεται με μεγαλύτερη προσοχή. Το πλέον χρησιμοποιούμενο υπόστρωμα ωστόσο είναι το χαρτί, όπως η εφημερίδα, το χασαπόχαρτο κλπ, το οποίο είναι ελαφρύ, εύκολο στο καθάρισμα, φθηνό ή και δωρεάν. Το μόνο του αρνητικό είναι η κακή του εμφάνιση, αλλά το τερράριο μπορέι να ομορφύνει με διάφορα άλλα πράγματα. Το χαρτί μπορεί να είναι οποιουδήποτε τύπου, αρκεί να μην είναι ολισθηρό. Το τερράριο θα πρέπει επίσης να έχει διάφορες διακοσμήσεις, ώστε ο δράκος να σκαρφαλώνει, να εξερευνά και να κρύβεται. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βράχοι ή ξύλα, αλά αν το υπόστρωμα είναι εκσκάψιμο θα πρέπει πρώτα να τοποθετηθούν τα αντικείμενα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος καταπλάκωσης του ζώου αν αυτο τα υπονομεύσει. Τα κλαδιά θα πρέπει να έχουν το πλάτος του δράκου, και μερικά μπορέι να είναι πλατύτερα; ή και λίγο λεπτότερα, αλά τα πολύ λεπτά δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επειδή οι δράκοι δεν τα προτιμούν. Μπορούν να τοποθετηθούν διάφορα κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις, ώστε να εκμεταλλευθούν όλον τον όγκο του τερραρίου. Επίσης προαιρετικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια κρυψώνα, που μπορεί να είναι ξύλινη κατασκευή, σπασμένη γλάστρα, έτοιμη αγορασμένη σπηλιά ή κάτι παρόμοιο, με κατάλληλο μέγεθος – λίγο μικρότερη από το δράκο αρκεί – και στενή είσοδο, στην οποία το ζώο θα κρύβεται. Η κρυψώνα δεν είναι απαραίτητη, και ο δράκος μπορεί να κρυφτεί απλώς πίσω από κάποιο ξύλο ή σε μία γωνία, αλλά προτείνεται. Όλες οι διακοσμήσεις θα πρέπει να είναι γερά τοποθετημένες, και να μην υπάρχει κίνδυνος πτώσεις τους. Αρκετοί κολλούν για ομορφία στον πίσω τοίχο του τερραρίου, αν είναι διαφανής, ένα background που δείχνει φυσικά τοπία, κι αν είναι αρκετά αληθοφανές ο δράκος μπορέι να προσπαθήσει να το σκαρφαλώσει! Ο ψηλότερος βράχος ή ξύλο μπορέι να χρησιμεύσει ως σημείο λιασήματος, όπου ο δράκος θα ανεβαίνει για να λιάζεται. Πάνω από εκέινο το σημείο θα βρίσκονται οι λαμπτήρες που θα προσομοιώνουν τον ήλιο. Σε πολύ μεγάλα τερράρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και λάμπες υδραργύρου, οι οποίες εντούτοις παράγουν πολλή θερμότητα και υπεριώδη ακτινοβολία, άρα δεν είναι κατάλληλες για κατασκευές συνηθών μεγεθών, οπότε στην περίπτωση αυτήν θα χρειαστούν δύο λαμπτήρες. Ο ένας λαμπτήρας θα είναι η λάμπα θέρμανσης, η οποία θ’ανεβάζει τη θερμοκρασία σε κατάλληλα για το δράκο επίπεδα. Οι προτεινόμενες τιμές διαφέρουν από άρθρο σε άρθρο, με άλλους να προτείνουν θερμοκρασίες μεταξύ 35-37 βαθμών κι άλλους μεταξύ 38-40 βαθμών, ενώ σε λίγα άρθρα η προτεινόμενη θερμοκρασία είναι μόλις 32 βαθμοί. Καλύτερο είναι η θερμοκρασία να είναι λίγο υψηλότερη από την προτιμώμενη του δράκου, δηλαδή μεταξύ 38-40 βαθμών, ώστε το ζώο ν’ανεβάζει τη θερμοκρασία του γρήγορα. Τα Wat της λάμπας εξαρτώνται από την απόσταση απότο σημείο λιασήματος και την εξωτερική θερμοκρασία, και συνήθως οι λάμπες που χρησιμοποιούνται είναι από 40 και άνω. Το καλοκαίρι, αν οι θερμοκρασίες βρίσκονται κοντά στην προτιμώμενη ζώνη του δράκου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ασθενέστερη ή και καθόλου λάμπα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η θερμοκρασία του υπόλοιπου χώρου θα διατηρείται υψηλή από τη λάμπα, με ιδανικές τιμές τους 25-30 βαθμούς, αλλά αν η περιβαλλοντική θερμοκρασία είναι χαμηλή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιπλέον μία θερμαντική πλάκα στον πυθμένα του τερραρίου, ή μια κεραμική λάμπα, η οποία μπορεί να παραμένει αναμμένη και το βράδυ. Νυχτερινές θερμοκρασίες μέχρι και τους 18 βαθμούς δεν αποτελούν πρόβλημα. Εάν η θερμοκρασία του σημείου λιασήματος είναι αρκετά υψηλή, ο θερμοστάτης δεν είναι απαραίτητος, αν και αν υπάρχει ρυθμίζει τη θερμοκρασία πολύ ευκολότερα και χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους. Κλάσης ανώτερος είναι ένας ροοστάτης από έναν θερμοστάτη, ο οποίος απλώς αυξομειώνει την ένταση του ρεύματος και δεν αναβοσβήνει τη λάμπα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινές λευκές λάμπες πυράκτωσης, οι οποίες προσφέρουν και φως, κόκκινες λάμπες υπερύθρων, οι οποίες μπορεί να έχουν έντονο κόκκινο φως, αλλά θερμαίνουν άριστα το χώρο, ή κεραμικές λάμπες, οι οποίες δεν παράγουν φως, αλά επίσης θερμαίνουν άριστα. Οι τελευταίες επιδή υπερθερμαίνονται θα πρέπει να βιδώνονται σε κεραμικό ντουί, γιατί το πλαστικό ενδέχεται να λιώσει, όπως προτέινεται άλλωστε και για τις υπόλοιπες. Συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας της λάμπας, επειδή ο δράκος δύσκολα από μόνος του θ’αγγίξει την καυτή επιφάνεια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αν η λάμπα είναι αρκετά κοντά ή είναι κεραμική και βρίσκεται κοντά, καλό είναι να είναι προφυλαγμένη με κάποιο πλέγμα. Ο δεύτερος λαμπτήρας θα είναι αυτός της υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι ένας λαμπτήρας φθορισμού, του οποίου το γυαλί είναι ειδικά κατασκευασμένο, ώστε να επιτρέπει το πέρασμα της υπεριώδους ακτινοβολίας β (uvb), η οποία συμβάλει στη σύνθεση της βιταμίνης d3 από την προβιταμίνη της που υπάρχει στο δέρμα,η οποία είναι απαραίτητη για το μεταβολισμό του ασβεστίου, αφού χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο από το πεπτικό σύστημα. Η ωφέλιμη ακτινοβολία έχει μήκος κύματος μεταξύ 290- και 320 νανομέτρων, κι εκπέμπεται απ’αυτές τις λάμπες. Υπάρχουν δύο ειδών τέτοιοι λαμπτήρες, σωληνωτοί και βιδωτοί. Οι βιδωτοί είναι πιο βολικοί, αφού βιδώνουν σε ντουί για κοινέ ςλάμπες, αλά παράγουν συγκεντρωμένη ακτινοβολία σε μία εστία, και γι’αυτο΄δε θα πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά στο ζώο. Οι σωληνωτοί διαχέουν την ακτινοβολία σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Οι λάμπες αυτές θα πρέπει να τοποθετούνται στην απόσταση που προτείνει ο κατασκευαστής, δηλαδή γύρω στα 20-30 εκατοστά μακριά, γιατί ηδάλλως, αν είναι πολύ μακριά, η ακτινοβολία εξασθενεί, ενώ αν είναι πολύ κοντά μπορεί να βλάψει τα μάτια του ζώου, το οποίο, αν και ζώο του ήλιου που εκτίθεται σε αρκετή υπεριώδη ακτινοβολία, δε μπορεί ν’ανταπεξέλθει σε τόσο υψηλά επίπεδα. Μία λάμπα απόδωσης στο 10% του φάσματος είναι κατάλληλη γι’αυτό το ερημόβιο ειδος. Η απόδοση των λαμπτήρων αυτών σε ακτινοβολία φθίνει με το χρόνο, και προτείνεται οι λάμπες αυτές ν’αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο, ακόμα κι αν εξακολουθούν να φωτοβολούν. Η λάμπα φθορισμού επίσης θα είναι η κυριότερη πηγή φωτός στο τερράριο. Ο γενικότερος χώρος επίσης θα πρέπει να είναι αρκετά φωτεινός, γιατί οι γενειοφόροι δράκοι κατάγονται από φωτεινό περιβάλλον και εκδηλώνουν σωστή συμπεριφορά μόνο υπό έντονο φως. Τα φώτα θα πρέπει να συνδεθούν με χρονοδιακόπτη, ώστε ν’ανάβουν και να σβήνουν σε σταθερές ώρες κάθε με΄ρα. Η σταθερή φωτοπερίοδος είναι δώδεκα ώρες φως, αλλά καλό είναι αυτή να ποικίλει ανάλογα με τις εποχές, με 14 ώρες φως το καλοκαίρι και 10 το χειμώνα. Για να μη διαταράσσεται ο ημερήσιος κύκλος τους, το βράδυ θα πρέπει να έχουν σκοτάδι. Αν η παροχή σκότους είναι αδύνατη, το τερράριο θα πρέπει να σκεπαστεί με κάτι αδιαφανές, όπως ένα σκούρο πανί.

Σε κατάλληλα κλίματα, οι γενειοφόροι δράκοι μπορούν να στεγαστούν και σε εξωτερικο΄χώρο για μεγάλο μέρος ή και ολόκληρο το έτος. Η εξωτερική στέγαση παρέχει περισσότερο χώρο και άφθονο φυσικό ηλιακό φως. Εντούτοις μεγάλα μειονεκτήματα είναι η πιθανότητα απώλειας του δράκου από απόδραση, αρπακτικά ή ακόμα κι από ανθρώπους που μπορέι να τον κλέψουν – γίνεται κι αυτό! Γι’αυτό η περίφραξη θα πρέπει να θαφτεί στο χώμα για 30 εκατοστά, προτιμότερα βαθύτερα, και ο χώρος να σκεπαστεί από πάνω με κάποιο πλέγμα, αν κι όχι πολύ ψιλή σίτα, επειδή θα κόψει αρκετό από το ηλιακό φως. Μπορούν να διατηρηθούν επίσης σε κατάλληλα διαμορφωμένα θερμοκήπια με ειδικό γυαλί που επιτρέπει την είσοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας ή με παράθυρα που θ’ανοίγουν γι’αυτόν το σκοπό. Ο εξωτερικός χώρος μπορεί να διαμορφωθεί με βράχια, κλαδιά κι άλλα σημεια στα οποία ο δράκος θα σκαρφαλώνει και θα λιάζεται. Πρόβλημα αποτελούν τα πουλιά και τα αεροπλάνα, τα οποία ίσως να τον τρομάζουν. Σε περιοχές της Αυστραλίας όπου ζει ή σε παρόμοιες κλιματικές ζώνες ανά τον κόσμο όπως στη νότια Καλιφόρνια, οι δράκοι αφήνονται να περάσουν το χειμώνα έξω. Συνήθως έχουν μια γωνία κάτω από μια πέτρα ή κορμό που σκάβουν και πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Ακόμα όμως και αν στεγάζεται έξω στα κλίματα που ζει, δεν έχει την επιλογή να πάει όπου θέλει, γι’αυτό θα πρέπει να προφυλάσσεται από την υπερβολική υγρασία. Θα πρέπει να υπάρχουν μόνιμα στεγνές, στεγασμένες περιοχές για τη βροχή, το χώμα να έχει καλή αποστράγγιση και να μη φυτεύονται πολά πλατύφυλλα φυτά στο χώρο του. Στην Ελλάδα ο και΄ρος είναι αρκετά άστατος την άνοιξη και το φθινόπωρο, οπότε κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, με εξαίρεση ίσως κάποια νησιά και κάποιες περιοχές της Κρήτης. Στην Κύπρο ίσως να είναι δυνατό, όπου άλλωστε διατηρούν κροκοδείλια κι άλα τροπικά είδη μονίμως σε εξωτερικό χώρο χωρίς πρόβλημα. Οι περισσότεροι κάτοχοι εντούτοις έχουν ένα βασικό εσωτερικο τερράριο, και βγάζουν το δράκο έξω υπό επιτήρηση κατά τις ηλιόλουστες μέρες, ή τον τοποθετούν σ’ένα φλεξάριουμ με αρκετό μέρος του στη σκιά, ώστε το ζώο να θερμορρυθμίζεται, γιατί ακόμα κι ένα ζώο της σκληρής ερήμου μπορεί να υπερθερμανθεί αν δε μπορέι να διαφύγει στη δροσιά.

Η διατροφή του είδους είναι πολύ εύκολη. Το είδος είναι παμφάγο, αν και τείνι προς την εντομοφαγία. Όπως όλα τα παμφάγα ερπετά, στα αρχικά στάδια της ζωής του, οπότε έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε πρωτεΐνη, τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με ζωική ύλη, ενώ μεγαλώνοντας αρχίζει να εντάσσει και φυτά στο διαιτολόγιό του. Αν και συχνά αναφέρεται ότι η διατροφή ενός ενήλικου γενειοφόρου δράκου αποτελείται κατά 70% φυτά, αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια επιστημονική μελέτη. Απεναντίας, όσες μελέτες έχουν γίνει καταδεικνύουν ότι τα ζώα αυτά είναι κυρίως εντομοφάγα. Μπορεί αν δεν υπάρχουν έντομα να τρέφονται κυρίως με φυτά, αλά υπό κανονικες συνθήκες προτιμούν τα έντομα. Άλλωστε οι περισσότεροι κάτοχοι γενειοφόρων δράκων γρήγορα διαπιστώνουν ότι το ζώο τους προτιμά περισσότερο τα έντομα και μειώνουν την προσφορά φυτικών τροφών, αν και δυστυχώς το αποδίδουν σε κακομαθημενισμό. Από έντομα μπορούν να δοθούν όλα τα διαθέσιμα στο εμπόριο είδη ως τροφή, όπως γρύλλοι (Gryllus bimaculatus και Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς (Shelfordella tartara), άλλα είδη κατσαρίδων, αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) και τα σκαθάρια τους, Μελοσκούληκα (Galleria melonella) και οι πεταλούδες τους, γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms (Zophobas morio) και τα σκαθάρια τους, προνύμφες μαύρης μύγας στρατιώτη ή phoenix worms (Hermetia illucens) και οι μύγες τους, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina και τα σκαθάρια τους, μεταξοσκώληκες (Bombix mori) και οι πεταλούδες τους, και διάφορα άλλα. Μπορούν επίσης να συλλεχθούν έντομα από τη φύση τα οποία θα προσφέρουν ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία, όπως ακρίδες, γρύλλοι, τζιτζίκια, λιβελούλες, πεταλούδες, μύγες, αλογάκια της Παναγίας, χρυσομπάμπουρες, κάμπιες, καθώς και σαλιγκάρια και σκουλήκια, αλά θα πρέπει να προέρχονται από περιοχή χωρίς συχνή χρήση φαρμάκων. Επίσης ορισμένα έντομα είναι τοξικά ή ερεθιστικά. Οι τριχωτές κάμπιες, κι αυτές που τρέφονται από τοξικά φυτά όπως ντατούρα θα πρέπει ν’αποφεύγονται, ενώ όσες τρέφονται από ασφαλή φυτά είναι εντάξει. Ένα ακόμα πολύ τοξικό έντομο είναι η πυγολαμπίδα, η οποία ακόμα και μία μπορεί να σκοτώσει έναν ενήλικο γενειοφόρο δράκο. Οι δράκοι δεν την αναγνωρίζουν ως επικίνδυνοι, ίσως επειδή δεν την συναντούν στο θυσικό τους περιβάλλον. Οι λουσιβουφαγίνες που έχει επιφέρουν θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες, και το ζώο πεθαίνει έπειτα από πολές ώρες αγωνίας. Τα περιστατικά σημειώθηκαν στις ΗΠΑ έπειτα από κατανάλωση πυγολαμπιδών του γένους Photinus, αλλά θα μπορούσαν να ισχύουν και για τα δικά μας είδη. Μην το διακινδυνεύσετε! Οι δράκοι μπορούν επίσης αραιά να φάνε και σπονδυλωτά όπως μικρά ποντικάκια, προτιμότερα αποψυγμένα παρά ζωντανά, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η συλλογή σπονδυλωτών από τη φύση δεν προτείνεται, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μόλυνσης με παράσιτα. Από φυτικές τροφές μπορούν να φάνε φύλλα, άνθη, λαχανικά και καρπούς. Φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι, ρόκα, αντίδι, λαχανίδες κι άλλα λαχανοειδή, φύλλα καρότου, μαϊντανός, σέλινο, φύλλα από ραπανάκι, ψιλοκομμένα λαχανικά όπως πιπεριά, κολοκύθι, καρότο, μπιζέλια, φασολάκια, αγριόχορτα όπως ραδίκι ή πικραλίδα, ζοχός, μολόχα ή αγριομολόχα, αλσήνη ή στελλάρια, περδικάκι, κολλιτσίδα, γλιστρίδα ή αντράκλα, και φύλλα από καλλωπιστικά μονοετή, θάμνους ή δέντρα όπως πανσές, γεράνι, νεροκάρδαμο, φύλλα μουριάς, αμπελόφυλλα, φύλλα και άνθη ιβίσκου, φύλλα και άνθη τριανταφυλλιάς, όλα είναι κατάλληλα. Γενικώς όσα πλατύφυλλα φυτά είναι κατάλληλα για ιγκουάνες, χερσαίες χελώνες και κουνέλια είναι κατάλληλα και για γενειοφόρους δράκους. Κάποια λαχανικά, όπως το σπανάκι, περιέχουν αρκετοό οξαλικο΄οξύ που δεσμεύει το ασβέστιο, και γι’αυτο΄θα πρέπει να δίνονται αραιά ή και καθόλου. Τα φρούτα θα πρέπει να ταΐζονται σε μικρές ποσότητες, και μπορεί να είναι οτιδήποτε, εκτός από το αβοκάντο, το οποίο θεωρείται τοξικό (δεν έχουν όλες οι ποικιλίες τοξίνες, αλλά ίσως να έχουν κι επίσης είναι υπερβολικά λιπαρό, οπότε δεν προτέινεται). Τέλος μία ακόμα καλή φυτική τροφή είναι οι βλαστοί φραγκοσυκιάς, ξεφλουδισμένοι χωρίς αγκάθια και κομμένοι κομματάκια, οι οποίοι έχουν αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 70/1, αν και δεν τους τρώνε όλοι οι δράκοι. Το ασβέστιο είναι υψίστης σημασίας στη διατροφή των δράκων, και για να γίνεται σωστά η απορρόφησή του θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία δύο προς ένα με το φώσφορο. Τα περισσότερα από τα παραπάνω φυτά είναι πλούσια σε ασβέστιο, αλά τα έντομα συνήθως δεν είναι, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το πασπάλισμα είναι απαράιτητο για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά, και μπορεί να μη γίνεται σε κάθε γεύμα στα ενήλικα αρσενικά ή στα θηλυκά που δεν αναπαράγονται. Πολλοί δράκοι δε δέχονται πασπαλισμένα φυτά, οπότε το πασπάλισμά τους δεν είναι απαραίτητο. Πολλά ζώα μπορούν επίσης να φάνε καθαρό ασβέστιο, όπως κομματάκια κόκκαλου σουπιάς. Ορισμένα ασπόνδυλα, όπως οι μεταξοσκώληκες, τα phoenix worms και τα σαλιγκάρια είναι αρκετά υψηλά σε ασβέστιο και δε χρειάζονται επιπλέον συμπλήρωση. Η ποικιλία τροφών είναι το καλύτερο, με εναλλαγές στα έντομα, τα οποία με τη σειρά τους θα πρέπει να έχουν τραφεί καλά, και στα φυτά, τα οποία θα πρέπει να είναι φρέσκα και καλής ποιότητας. Υπάρχουν επίσης και έτοιμες τροφές για γενειοφόρους δράκους, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διερευνηθεί από ουδέτερους ερευνητές, οπότε καλύτερα να χρησιμοποιούνται σπάνια ή και ποτέ, ή μόνο ως λύση έκτακτης ανάγκης. Με μια τέτοια διατροφή λοιπόν, οι απόψεις διίστανται αν χρειάζεται συμπλήρωση με πολυβιταμίνες, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι δε χρειάζεται αν υπάρχει ποικιλία τροφής και με άλλους να θεωρούν ότι μια φορά το μήνα λίγο συμπλήρωμα δε βλάπτει. Μεγάλη συζήτηση γίνεται επίσης και για τη συμπλήρωση με βιταμίνη d3, ιδίως για μικρούς δράκους ή δράκους που δεν εκτίθενται στο ηλιακό φως, αλλά στην πραγματικότητα το συμπλήρωμα είναι άχρηστο, αφού σύμφωνα με μια μελέτη, όπου μετρήθηκε η συγκέντρωση της βιταμίνης αυτής στο αίμα νεαρών γενειοφόρων δράκων που εκτίθεντο σε υπεριώδη ακτινοβολία για διάφορους χρόνους ή λάμβαναν συμπλήρωμα σε διάφορες δόσεις, βρήκε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης ήταν υπερπολλαπλάσια στα ζώα που εκτίθεντο στην ακτινοβολία, οπότε το συμπλήρωμα από μόνο του είναι αναποτελεσματικό. Βρέθηκε επίσης ότι δύο ώρες έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία των ειδικών λαμπτήρων είναι αρκετές για τη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων βιταμίνης d3 στους αναπτυσσόμενους γενειοφόρους δράκους. Άρα οι γενειοφόροι δράκοι λειτουργούν περισσότερο όπως τα ημερόβια φυτοφάγα (ιγκουάνες, χελώνες, ουρομάστιγες), στο ότι αξιοποιούν πολύ περισσότερο τη d3 που συνθέτουν από το ηλιακό φως, παρά όπως τα σαρκοφάγα, τα οποία τηναξιοποιούν το ίδιο αποτελεσματικά αν προέρχεται από την τροφή. Μεγάλη συζήτηση γίνεται ακόμα και για το μέγεθος των θηραμάτων, τα οποία θα πρέπει υποτίθεται να είναι όσο η απόσταση μεταξύ των ματιών του ζώου, για να μην πάθει ενσφήνωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο οι ενήλικοι γενειοφόρι δράκοι μασούν καλά την τροφή τους και μπορούν να φάνε αρκετά μεγαλύτερα θηράματα, αν κι όχι μεγαλύτερα από το κεφάλι τους – αν είναι στενόμακρα και λεπτά δεν πειράζει κι αν είναι λίγο μακρύτερα. Τα μικρότερα άτομα ίσως να χρειάζονται περισσότερα και μικρότερα έντομα για λόγους ευπεψίας, αν και είναι δύσκολο να πάθουν ενσφήνωση μόνο από έντομα. Συνήθως συμβάλει σ’αυτο η χρόνια χαμηλής έντασης αφυδάτωση και η κατάποση άπεπτων υλικών. Επίσης οι δράκοι τεμαχίζουν με ευκολία τα φύλλα, οπότε δεν υπάρχει η πιθανότητα να πνιγούν από μεγάλα κομμάτια, όπως λανθασμένα λέγεται, αν και για τα μικρά, τα οποία άλλωστε δεν τρώνε συχνά φύλλα, καλό είναι να δίνονται ψιλοκομμένα. Η τροφή μπορεί να προσφέρετε σε μπολ, και τα ευκίνητα έντομα όπως οι ακρίδες ή οι γρύλλοι μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρίζουν στο χώρο για να τα κυνηγήσει ο δράκος, παρόλα αυτά μπορεί να κρυφτούν προσωρινά σε κάποια γωνία. Αν ο δράκος έχει αφήσει κάποιους γρύλλους, καλό είναι να απομακρύνονται, γιατί ενδέχεται να τσιμπολογήσουν το δράκο αν δεν υπάρχει άλλη τροφή (οι ακρίδες ή οι κατσαρίδες δεν το κάνουν αυτό). Εναλλακτικά, μπορεί να τοποθετηθεί στο τερράριο ένα κκομματάκι λαχανικού όπως πατάτα ή καρότο για να τρώνε από εκεί. Αρκετοί δράκοι μαθαίνουν επίσης να τρώνε νεκρά θηράματα από λαβίδα, όπως κατεψυγμένα ποντίκια ή κονσερβοποιημένα έντομα, τα οποία μπορούν να δίνονται περιστασιακά. Μία σωστή διατροφή και λίγος ψεκασμός ή στάξιμο νερού μπροστά στο δράκο κάθε λίγες μέρες καλύπτουν τις ανάγκες του είδους σε νερό. Πολλοί βάζουν μπολ νερού στο χώρο του ζώου, αλλά στην πραγματικότητα αυτο σπάνια πίνει από εκέι. Η συχνότητα του ταΐσματος ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και τον τύπο της τροφής, με τα μικρά να χρειάζονται καθημερινό τάισμα, και τα μεγαλύτερα και τα ενήλικα κάθε 2-3 μέρες εάν τρέφονται κυρίως με έντομα, αλλά γίνεται να τρώνε και κάθε μέρα αν τρέφονται με πολλά φυτά. Οι σαύρες αυτές μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τροφή και νερό, αν κι αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να τις υποβάλουμε σε τέτοιες καταστάσεις. Δράκοι έχουν χαθεί και βρεθεί μετά από 4 μήνες για παράδειγμα, και μολονότι ήταν εντελώς αφυδατωμένοι, επανήλθαν στα φυσιολογικά μετά από λίγη παραπάνω φροντίδα. Η συχνότητα της αφόδευσης εξαρτάται από τη συχνότητα σίτησης, αλλά και από τη θερμοκρασία. Γενικώς μια συχνότητα 1-7 ημερών θεωρείται φυσιολογική, κι αν ο δράκος δε δείχνει σημάδια ενόχλησης ή ανορεξίας, που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ενσφήνωση, ακομα και μεγαλύτερος χρόνος δεν είναι πρόβλημα, συνήθως ωστόσο αφοδεύουν κάθε 2-3 μέρες. Τα περιττώματα είναι πιο στερεά εάν το ζώο τρέφεται κυρίως με έντομα και πιο υγρά αν τρέφεται με φυτά, και μπορεί να είναι ακόμα υδαρέστερα αν τρέφεται με φρούτα ή πολύ υδαρή έντομα, όπως μεταξοσκώληκες. Μυρίζουν ελαφρώς από κοντά, αλά απομακρύνονται εύκολα. Οι ενήλικοι γενειοφόροι δράκοι επιλέγουν μία γωνία στο τερράριο όπου αφοδεύουν, οπότε δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από την τοπική αλλαγή του υποστρώματος. Είναι καθαρά ζώα και δεν πλησιάζουν την περιοχή, εάν το περίττωμα δεν απομακρυνθεί. Σπάνια τα πατούν, κι αυτό μονο αν ο χώρος είναι πολύ στενός και δεν έχουν πού να πα΄νε, ή το τερράριο είναι βρώμικο και παραμελημένο. Σπάνια αφοδεύουν εκτός της γωνίας τους, αλλά μπορεί να τύχει. Σε περίπτωση που αφοδεύσουν πάνω στο σημείο λιασήματος, προτιμούν να μείνουν σε χαμηλότερη θερμοκρασία παρά να λιαστούν εκεί. Τα περιττώματα από ανεπιθύμητες περιοχές μπορούν να σκουπιστούν μ’ένα πανί, και μετά η περιοχή να καθαριστεί με λευκο ξίδι, κι αν χρειάζεται απολύμανση μπορέι να χρησιμοποιηθεί διάλυμα χλωρίνης. Τα ίχνη των καθαριστικών θα πρέπει ν’απομακρυνθούν με νερό, ώστε να μην ενοχληθεί ο δράκος. Αντίθετα, οι νεαροί γενειοφόροι δράκοι που δεν έχουν ακόμα κάποια οριοθετημένη περιοχή, μπορεί ν’αφοδεύσουν οπουδήποτε.

Η χειμερία νάρκη είναι ένα ακόμα αμφιλεγόμενο θέμα, με άλλους να υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητη για τη ευζωία του ζώο κι άλλους ότι είναι προαιρετική, ή ακομα και ανεπιθύμητη. Εγώ είμαι υπέρ της νάρκης, αφού αυτό έκαναν τα ζώα αυτά εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, και η προσπάθειά μας να τους αλάξουμε το βιολογικό ρολόι ίσως να τα βλάπτει περισσότερο απ’όσο ωφελεί. Είναι γνωστό ότι η εποχιακή πτώση του μεταβολισμού παρατείνει τη ζωή πολών εκτόθερμων, και ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στα ερπετά. Παρόλα αυτά δεν είναι όλοι οι δράκοι το ίδιο ευαίσθητη στις εποχιακές μεταβολές, και ίσως αυτό ν’αντανακκλά τις περιοχές απ’όπου κατάγονται οι πρόγονοί τους, με τους απογόνους των ζώων των βορειότερων και τροπικότερων περιοχών να είναι λιγότερο πιθανό να πέσουν σε νάρκη. Γενικώς όμως εάν στο τερράριο η φωτοπερίοδος μειωθεί και τα ζώα μπορούν ν’αντιληφθούν τις φθίνουσες θερμοκρασίες, θ’αρχίζουν από το φθινόπωρο να ετοιμάζονται για νάρκη. Μπορέι να τρώνε λιγότερο και μόνο τις αγαπημένες τους τροφές, μπορεί να κοιμούνται νωρίτερα και να λιάζονται λιγότερο. Τελικά θα κρυφτούνσ την τρύπα τους, και θα κάνουν μέρες να βγουν. Πολλοί αφήνουν τα φώτα αναμμένα όλο το χειμώνα, αλλά στην πραγματικότητα ο δράκος που κοιμάται δεν τα χρειάζεται και είναι πολύ απίθανο να βγει να λιαστεί. Εάν ωστόσο κοιμάται σε θερμοκρασίες δωματίου, μπορεί να κάνει διακεκομμένη νάρκη, όπου μπορεί περιοδικά να εμφανίζεται, ενώ αν τα φώτα παραμένουν αναμμένα μπορεί μερικές φορές να λιάζεται ή να φάει και λίγο. Εναλλακτικά μπορεί να περάσει από βαθιά νάρκη, όπου μετακινείται μαζί με το τερράριο σε μέρος με χαμηλότερες θερμοκρασίες, ή τοποθετείται σε κουτί γεμάτο με χαρτιά σε χώρο με χαμηλές θερμοκρασίες. Πριν τη βαθιά νάρκη, το πεπτικό του σύστημα θα πρέπει να έχει αδειάσει από κάθε τροφή, γιατί η μεν τροφή στο στομάχι μπορεί να σαπίσει δημιουργώντας πολλά προβλήματα, τα δε περιττώματα μπορεί να στεγνώσουν και να είναι δυσκολότερη η αποβολή τους την επόμενη άνοιξη. Αν οι θερμοκρασίες στο χώρο μεταβάλλονται αρκετά, το κουτί μπορέι να μονωθεί με φελιζόλ. Η θερμοκρασία μένει μεταξύ 5 και 15 βαθμών, και το ζώο δεν κινείται σχεδόν καθόλου σ’αυτήν την κατάσταση. Λίγε ςμέρες με υψηλότερη θερμοκρασία δε θα βλάψουν, αλλά οι θερμοκρασίες υπό του μηδενός θα σκοτώσουν το ζώο, ή θα του προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα. Να θυμάστε ότι οι δράκοι κατάγονται από περιοχές με ηπιότερο χειμώνα από το δικό μας. Οι περιοδικοί έλεγχοι του δράκου προτείνονται, στο οποίο διάστημα θα του δίνεται λίγο νερό με σταγόνες στη μουσούδα του, τις οποίες αν διψάει θα πιει. Το μπάνιο σε χλιαρό νερό για ζώο που είναι σε βαθιά νάρκη το ξυπνάει και το στρεσάρει άσκοπα και είναι εν τέλει άχρηστο. Η νάρκη διαρκεί 2-5 μήνες, με τα θηλυκά να κοιμούνται λιγότερο από τα αρσενικά, επει΄δη εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστότερες μέρες του φθινοπώρου για τη συσώρευση λίπους για την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο. Τα ζώα επίσης μικρότερα του ενός έτους δεν προτείνεται να πέσουν σε νάρκη, αλλά να συνεχίζουν να τρέφονται κανονικά για να μεγαλώσουν. Στη φύση, τα μικρόσωμα ερπετά, επειδή θερμαίνονται πιο γρήγορα, εκμεταλλεύονται όλες τις ζεστές μέρες του φθινοπώρου και του χειμώνα, οπότε κοιμούνται πολύ λιγότερο. Άλλωστε οι δράκοι κάτω των 7 μηνών από μόνοι τους δεν ετοιμάζονται για νάρκη. Την άνοιξη οι δράκοι θ’αρχίσουν να ξυπνούν από μόνοι τους, αλλιώς μπορούν ν’αφυπνιστούν τεχνητά. Μετά μπορούν ν’ανάψουν πάλι τα φώτα, και η φροντίδα συνεχίζεται όπως πρώτα. Αν και δε θα έχουν χάσει αισθητά βάρος κατά τη νάρκη, η όρεξή τους αυξάνεται υπερβολικά, και στα πρώτα γεύματα θα τρώνε μεγάλες ποσότητες. Τότε θα είναι έτοιμοι για αναπαραγω΄γη.

Επειδή η αναπαραγωγή του είδους είναι εύκολη, δε σημαίνει ότι ο καθένας θα πρέπει να την επιχειρήσει. Σε χώρες του εξωτερικού όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ υπα΄ρχει υπερπληθυσμός στους γενειοφόρους δράκους, όπως και σε άλλα κοινότερα κατοικίδια ζώα γι’αυτόν το λόγο, γιατί ο καθένας θέλει ν’αναπαραγάγει το ζώο του μόνο και μόνο για να δει πώς είναι η διαδικασία, με αποτέλεσμα πολλά ζώα να παραμελούνται και τα μη μορφικά μικρά να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Μόνο εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι θα μπορεί να βρει σωστούς αποδέκτες για τα μικρά θα πρέπει να σκεφτεί την αναπαραγωγή του είδους. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 30 αυγά, και 3-5 φορές το χρόνο. Αν και δεν είναι υποχρεωτικό να επωάσει κανείς όλα τα αυγά, τότε δεν υπάρχει λόγος υποβολής του θηλυκού στο στρες της όλης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το πλατύτερό τους κεφάλικαι τα μεγαλύτερά τους γένια, καθώς κι από τους εμφανέστερους πόρους, αλλά στο μέγεθος είναι παρόμοια. Ο πιο ασφαλής τρόπος διαχωρισμού τους ωστόσο είναι από τα γεννητικά όργανα. Εάν σηκωθεί η ουρά 90 μοίρες πάνω από το ζώο, στα αρσενικά θα φανούν δύο φουσκώματα πίσω από την αμάρα, τα οποία είναι οι θήλακες των ημιπεών, ενώ στα θηλυκά υπάρχει ένα κεντρικό μικρό φούσκωμα. Ο διαχωρισμός του φύλου μ’αυτόν τον τρόπο είναι δυνατός μετά τους 6 μήνες. Αν και τα ζώα μπορεί ν’αναπαραχθούν και χωρίς νάρκη, και δεν είναι σπάνιο το ζευγάρωμα οποιαδήποτε εποχή του έτους, η νάρκη δίνει μεγαλύτερη επιτυχία. Μετά τη νάρκη, κι αφούτα ζώα τρέφονται κανονικά, μπορεί το αρσενικό να συναντηθεί με το θηλυκό. Σχε΄δον σίγουρα θα ζευγαρώσουν, και μπορούν ν’αφεθούν να ζευγαρώσουν κι άλες φορές, προσέχοντας μόνο μην αρχίζουν να μαλώνουν. Η μόνιμη στέγαση άνω του ενός δράκου δεν προτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Δύο αρσενικά είναι σίγουρο ότι θα μαλώσουν για την κυριαρχία, ή ο υποτακτικός θα δέχεται συνεχώς εκφοβισμό και δε θα μπορεί να τραφεί και να θερμορρυθμιστεί, εκτός κι αν ο χώρος είναι τεράστιος και μπορούν και τα δύο να εγκαθιδρύσουν τις περιοχές τους, ένα ζευγάρι σίγουρα θα αναπαραχθεί, ενώ το αρσενικό μπορεί να παρενοχλεί υπερβολικά το θηλυκό – αυτό λύνεται αν υπάρχουν περισσότερα θηλυκά, αλλά τότε θα υπάρχουν και περισσότεροι απόγονοι -, ενώ δύο θηλυκά σε αρκετό χώρο συχνά συμβιώνουν, αν κι όχι πάντοτε. Εάν λοιπόν όλα πάνε καλά, το θηλυκό θ’αρχίζει να φουσκώνει και μετά από 30-40 μέρες θα είναι έτοιμο να γεννήσει τα αυγά του. Μερικά θηλυκά φουσκώνουν τόσο πολύ που τα αυγά είναι ορατά, ενώ με προσοχή μπορούν να ψηλαφιστούν σαν μικρά μπαλάκια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να τρέφεται με αρκετά έντομα και να δέχεται άφθονο ασβέστιο. Λίγες μέρες πριν γεννήσει, μπορεί να σταματήσει να τρώει και να γίνει ανήσυχο, σκάβοντας στις γωνίες και ψάχνοντας την κατάλληλη θέση για να κάνει φωλιά. Εάν δεν υπάρχει χώρος ωοτοκίας στο τερράριο, το θηλυκό θα πρέπει να μεταφερθεί σε δοχείο με νοτισμένο χώμα βάθους τουλάχιστον 20 εκατοστών, όπου η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 27 βαθμούς, στο οποίο θα σκάψει. Αφού γεννήσει με την ησυχία του και σκεπάσει τη φωλιά, μπορεί ν’απομακρυνθεί και τα αυγά να μεταφερθούν σε κάποιο δοχείο με περλίτη ή βερμικουλίτη (τα καλύτερα μέσα επώασης) αναμεμιγμένο με ίση ποσότητα νερού κατά βάρος. Τα αυγά δε θα πρέπει να μετακινηθούν κατά τη μεταφορά, και για τη διασφάλιση της σωστής θέσης, μπορούν να μαρκαριστούν στην κορυφή με κάποιον μη τοξικό μαρκαδόρο. Έπειτα η γέννα θα πρέπει να μεταφερθέι σε ήδη ρυθμισμένο γύρω στους 29 βαθμούς εκκολαπτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι είτε ιδιοκατασκευής είτε έτοιμος, όπου θα εκκολαφθούν σε 55-70 ημέρες. Θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών θα σκοτώσουν τα έμβρυα. Καλύτερο είναι ωστόσο να μην επωάζονται στο ανώτερο θερμικό όριο, διότι μπορεί να εκκολαφθούν νωρίτερα, αλλά θα έχουν κάψει επιπλέον ενέργεια λόγω του γενικώς υψηλότερου μεταβολισμού, κι έτσι θα γεννηθούν μικρότερα. Τα αυγά θα πρέπει να τοποθετηθούν σε απόσταση λίγων εκατοστών μεταξύ τους, επειδή κατά την επώαση θα τραβήξουν νερό και θα διογκωθούν. Αν ένα αυγο μουχλιάσει λίγο, δε σημαίνει ότι σάπισε, και η μούχλα μπορεί να τριφτεί ελαφρώς. Αν ωστόσο μουχλιάσει κι αρχίζει να μυρίζει άσχημα σημαίνει ότι σάπισε και πρέπει να απομακρυνθεί. Τα αγονιμοποίητα αυγά, τα οποία επίσης θα πρέπει να απομακρυνθούν γιατι θα σαπίσουν, κιτρινίζουν σε λίγες μέρες, και συνήθως είναι μικρότερα. Για τη διαπίστωση της γονιμότητας ενός αυγού αν έχετε αμφιβολία, μπορείτε να το τοποθετήσετε μπροστά από μία δυνατή πηγή φωτός σε σκοτεινό χώρο, κι αν διαφανούν αιμοφόρα αγγεία είναι γόνιμο. Κατά την εκκόλαψη, τα μικρά συνήθως εκκολάπτονται συγχρόνως. Μπορεί να μείνουν αρκετές ώρες με τη μυτούλα τους έξω από το αυγό, αλλά στη συνέχεια θα βγουν. Επειδή το είδος γεννά πολλά αυγά, είναι φυσιολογικό κάποια αυγά να χαλάσουν και κάποια μικρά να μη βγουν ποτέ από το αυγό. Τα μικρά είναι πιο ευαίσθητα κι αφυδατώνονται εύκολα, γι’αυτο θα πρέπει αρχικά να μεταφερθούν σε χώρο με υψηλότερη υγρασία, όπου το υπόστρωμα θα είναι ελαφρώς νοτισμένα χαρτιά. Αρχικά θα τρέφονται από τα απομεινάρια του λεκηθικού τους σάκου, ο οποίος μπορεί να είναι ορατός σε μερικά, αλά μέσα σε λίγες μέρες έως μια εβδομάδα θ’αρχίζουν να τρώνε μικρά έντομα, κι έκτοτε η όρεξή τους θα είναι ασταμάτητη. Μπορούν να φάνε 20-30 μικρά έντομα, όπως νεογέννητους γρύλλους ή κατσαρίδες, δύο ή και τρεις φορές την ημέρα κάθε ημέρα. Για να υποστηριχθεί αυτός ο υψηλός μεταβολισμός, χρειάζονται μία θερμή περιοχή στους 40 βαθμούς, καθώς και την λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας και συμπλήρωση ασβεστίου στην τροφή. Αρκετοί τους προσφέρουν και φυτικές τροφές εξαρχής, αν και σε τέτοια ηλικία δεν τις τρώνε, και ίσως να μη μπορούν ακόμα να τις χωνέψουν κιόλας. Το καλύτερο είναι ωστόσο να τις φάνε όσο το δυνατον νωρίτερα, ώστε να τις συνηθίσουν. Το διάστημα αυτό είναι αρκετά κρίσιμο για την ανάπτυξή τους, και ακόμα και αρκετές μέρες χωρίς σωστή διατροφή και φωτισμό μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία τους. Το τερράριο θα πρέπει να είναι απλό, ώστε να καθαρίζεται εύκολα. Όσο μεγαλώνουν τα μικρά, θα πρέπει να διασπώνται σε μικρότερες ομάδες, ιδίως αν παρατηρηθούν ανισότητες. Πάντοτε θα υπάρχουν αυτά που μεγαλώνουν με βραδύτερους ρυθμούς και χάνουν στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα. Αυτά σε εξαιρετικές περιπτώσεις ίσως να χρειαστούν τάισμα ξεχωριστά από τα άλλα. Συχνά τα δρακάκια θα μαζεύονται όλα κάτω από τη λάμπα. Έγινε μια μελέτη για να διαπιστωθεί αν αυτό είναι αποτέλεσμα συνεργασίας για τη διατήρηση της θερμότητας ή ανταγωνισμού, και βρέθηκε πως είναι απλώς αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Επίσης κατά το τάισμα, μέσα στην ανακατωσούρα από τα πολλά μικρά έντομα και τα δρακάκια που τρέχουν, δεν είναι σπάνιο ένα μικρό να μπερδευτεί και να κόψει κάποιο δάκτυλο ή το άκρο της ουράς ενός άλλου. Οι πληγές αυτές κλείνουν αμέσως σ’αυτήν την ηλικία, και γι’αυτό είναι σύνηθες κάποιος δράκος να μην έχει την άκρη της ουράς του ή κάποιο δάκτυλο. Στους δύο μήνες, όταν τα μικ΄ρα έχουν φτάσει τα 15 εκατοστά, θα είναι έτοιμα για πώληση. Μέχρι τον ενάμισι χρόνο θα μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ στους επόμενους μήνες θα μεγαλώνουν βραδύτερα και θα γεμίζουν. Εντωμεταξύ το θηλυκο θα συνεχίζει να γεννά κι άλλα αυγά. Η καλή του διατροφή κατά την ανάπτυξη των αυγών και αμέσως μετά την ωοτοκία επιβάλλεται. Η τελευταία της γέννα ξεχωρίζει, γιατί περιέχει αρκετά αγονιμοποίητα αυγά.

Με τη σωστή φροντίδα, οι γενειοφόρι δράκοι σπάνια υποφέρουν από προβλήματα υγείας. Οι κακές συνθήκες ωστόσο, αν κι όχι μόνο αυτές, μπορούν να οδηγήσουν σε αριθμό προβλημάτων. Η μεταβολική νόσος των οστών (mbd) είναι η συχνότερη ασθένεια σε δράκους που δε λαμβάνουν ικανό ασβέστιο, υπεριώδη ακτινοβολία, και τα δύο ή η θερμοκρασία τους είναι αρκετά χαμηλή εμποδίζοντας τη σύνθεση της βιταμίνης d3. Λέγεται και δευτερογενής διατροφικός υπερπαραθυραιοειδισμός. Οι παραθυραιοειδείς αδένες βρίσκονται πλευρικά του θυραιοειδούς κι ελέγχουν τα ποσά του ασβεστίου στο αίμα. Αν το ασβέστιο είναι αρκετά χαμηλό, εκκρίνουν την παραθυραιοειδική ορμόνη, η οποία εκλύει ασβέστιο από το σκελε΄το, ο οποίος σταδιακά αδυνατίζει. Τα πρώτα συμπτώματα είναι σπογγώδης κάτω γνάθος και οίδημα στα πόδια και στα δάχτυλα, και έπειτα προχωρούν σε γενικευμένα μαλακά οστά, σοβαρά προβλήματα στην κίνηση, τρόμο, ευπάθεια σε κατάγματα, ακόμα και της σπονδυλικής στήλης, αδυναμία και τελικά θάνατο. Στα αρχικά στάδια η νόσος αντιστρέφεται, αλλά οι τυχόν παραμορφώσεις που προκάλεσε, όπως στραβά δάχτυλα και ουρά, θα παραμείνουν. Τα αναπτυσσόμενα ζώα είναι πολύ ευπαθή, ενώ τα ενήλικα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παροδικές ελλείψεις με τα αποθέματά τους. Σε μία μελέτη όπου μετρήθηκαν τα ποσά του ασβεστίου και της βιταμίνης d3 στο αίμα ενήλικων θηλυκών γενειοφόρων δράκων που είχαν εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία κι έτρωγαν σωστά για 6 μήνες, βρέθηκε ότι τα ποσά, αν κι έφθιναν σταδιακά, δεν έπεσαν εκτός των φυσιολογικών ορίων στο πέρας των 83 ημερών της μελέτης, όπου τα ζώα λάμβαναν διατροφή χαμηλή σε d3 και δε δέχονταν υπεριώδες φως. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμελούμε τους δράκους μας, απλώς ότι η uvb δεν είναι επιτακτική ανάγκη σε ένα μεγαλωμένο δράκο, δηλαδή αν καεί η λάμπα κι αντικατασταθεί μετά από μια βδομάδα, το ζώο δε θα πάθει τίποτα. Η εντερική ενσφήνωση είναι ένα ακόμα κοινό πρόβλημα, και πολλά αίτια συμβάλλουν σ’αυτό. Σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα σκληρά έντομα ή κάποιο μικρό ξένο σώμα που μπορεί να κατάπιε ένας υγιής γενειοφόρος δράκος, αφού οι σαύρες αυτές συχνά καταπίνουν χαλικάκια κι άλλα σκληρά υλικά για να προσλάβουν ασβέστιο κι άλα μεταλλικά στοιχεία. Συνήθως θα πρέπει να υπάρχει χρόνια ήπια αφυδάτωση, κι ο δράκος να καταπίνει χρονίως κάτι που δε μπορεί να χωνέψει, όπως ακατάληλα υποστρώματα, π.χ. σπασμένα τσόφλια καρυδιού, φλοιούς δέντρων κλπ, ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο. Τα υλικά αυτά φράζουν το έντερο, εμποδίζοντας τη μετακίνηση των τροφών. Σε ελαφριές περιπτώσεις, με ένα χλιαρό μπάνιο και μάλαξη στην κοιλιά το πρόβλημα μπορεί να διορθωθεί, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, αλλιώς το ζώο θα οδηγηθεί στο θάνατο. Συνήθως με την ενσφήνωση το ζώο σταματά να τρώει και εμφανίζει μια μελανιά στο σημείο της ενσφήνωσης. Ένα άλλο κοινό πρόβλημα είναι η δυσέκδυση, συνήθως από χαμηλή υγρασία. Αν και μια κανονική υγρασία της τάξης του 30-40’% είναι κατάλληλη γι’αυτό το είδος, όταν βρίσκεται σε έκδυση χρειάζεται ελαφρώς πιο αυξημένη υγρασία, ώστε το παλιό δέρμα ν’αποκολληθεί απροβλημάτιστα. Ως ξηρόβιο είδος, δε χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα ελαφρύ ψέκασμα, αν και πολλοί κάνουν μπάνιο το δράκο τους σε ρηχό νερό, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Παρόλα αυτά σε υπερβολικά ξηρή ατμόσφαιρα, ιδίως σε νεαρά και αναπτυσσόμενα ζώα, το παλιό δέρμα μπορεί να μείνει στις άκρες των δακτύλων ήτ ης ουράς, το οποίο με τον καιρό θα συρρικνωθεί, θα διακόψει την κυκλοφορία και τελικά θα οδηγήσει στη νέκρωση και στην πτώση του μέλους. Ένα ακόμα αρκετά κοινό, αλλά λίγο αναγνωρισμένο πρόβλημα είναι η περιοδοντική νόσος, η οποία προκαλείται καθαρά από ακατάλληλη τροφή. Πολλοί κάτοχοι γενειοφόρων δράκων, φοβούμενοι ότι τα ζώα τους θα πάθουν ενσφήνωση από σκληρές τροφές, δεν τους ταΐζουν τέτοιες τροφές στις οποίες είναι προσαρμοσμένοι, με αποτέλεσμα να μαζεύεται υλικό στη μέσα πλευρά της οδοντοστοιχίας, το οποίο οδηγεί σε μολύνσεις, οι οποίες μπορούν να διαβρώσουν τη γνάθο, να αναγκάσουν το ζώο να σταματήσει να τρώει, και τελικά να οδηγήσουν σε σηψαιμία και θάνατο. Κανονικά η οδοντοστοιχία καθαρίζεταιμε τη μάσηση σκληρών τροφών, όπως ινωδών φυτών και σκληρών εντόμων. Η πάθηση διορθώνεται, αλλά μπορεί να υποτροπιάσει. Η παχυσαρκία είναι ένα ακόμα ελάχιστα αναγνωρισμένο πρόβλημα, και φέρνει τα ίδια προβλήματα που φέρνει και στους ανθρώπους. Η σωματική άσκηση δεν ωφελεί τα ερπετά, αφού έχουν πολύ χαμηλότερη αερόβια ικανότητα και έτσι δε μπορούν ν’ασκηθούν παρατεταμένα. Η μόνη λύση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι η μείωση της πρόσληψης τροφής, ώστε ν’αναγκαστει΄το ζώο να κάψει το λίπος του. Ίσως η έλλειψη σωστών εποχιακών κύκλων με χειμερία νάρκη να είναι μια των αιτιών που οδηγεί στην παχυσαρκία, αφού το ζώο συγκεντρώνει λίπος για το χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Οι δράκοι μπορούν επίσης να πάθουν διάφορες αμυχές, μικροτραυματισμούς αλά και κατάγματα οστών από ατυχήματα κατά τη δραστηριότητά τους, τα οποία συνήθως αντιμετωπίζονται. Κάποιο νύχι τους επίσης μπορει΄να βγει αν προσπαθήσουν να σκαρφαλώσουν μια σίτα για παράδειγμα και δυσκολευτούν να το ξεμπλέξουν. Επίσης μπορεί να μολυνθούν από ενδοπαράσιτ αόπως σκουλήκια του εντέρου και πρωτόζωα, τα οποία εμφανίζονται στα περιττώματα, τα οποία μπορεί να έχουν διαφορετική σύσταση – συνήθως είναι πιο υγρά και μυρίζουν άσχημα (συχνότερο με τα πρωτόζωα). Γι[‘αυτό η καραντίνα είναι σημαντική για όλα τα νεοφερμένα ζώα μιας συλλογής. Τα παράσιτ αωστόσο αντιμετωπίζονται με τα κατάλληλα φάρμακα. Δύο άλλες λοιμώδεις ασθένειες που καταστρέφουν τις συλλογές είναι ο αδενοϊός των αγαμιδών και ο κίτρινος μύκητας. Ο ιός προσβάλλει όλους τους δράκους, προκαλώντας συστημικά συμπτώματα στα περισότερα οργανικά συστήματα (καχεξία, νευρολογικά προβλήματα κλπ), κατάπτωση και θάνατο. Όσοι δεν πεθαίνουν μπορεί να παραμείνουν με χρόνια συμπτώματα, ενώ αρκετοί είναι ασυμπτωματικοί φορείς. Δεν είναι ακόμα απολύτως γνωστός ο τρόπος μετάδοσης της νόσου, αλλά μάλλον γίνεται με άμεση επαφή. Θεραπεία δεν υπάρχει. Ο κίτρινος μύκητας είναι το ανάμορφο του είδους Chrysosporium. Εμφανίζεται αρχικά ως κίτρινες δυσχρωμίες στο δέρμα, κι έπειτα εξαπλώνεται, αλλοιώνοντας το δέρμα του ζώου και οδηγώντας τελικά στο θάνατο. Η θεραπεία συνήθως αποτυγχάνει, και στις περιπτώσεις που εντοπίζεται νωρίς μπορεί να χρειαστεί ο ακρωτηριασμός κάποιου προσβεβλημένου μέλους, για να μην εξαπλωθεί ο μύκητας αλλού. Οι δύο αυτές ασθένειες πλήττουν προς το παρόν μόνο αμερικανικές συλλογές, οπότε δε μας επηρεάζουν. Οι δράκοι σπάνια παθαίνουν αναπνευστικές λοιμώξεις, αλλά μπορεί να πάθουν αν βιώσουν απότομες θερμοκρασιακές μεταβολές, υψηλή υγρασία και το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι πεσμένο. Η φωτοκερατοεπιπεφυκίτιδα προξενείται από έκθεση σε αφύσικα υψηλά ποσά υπεριώδους ακτινοβολίας, συνήθως από πολύ δυνατές λάμπες. Αντιμετωπίζεται, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μείνουν μόνιμες βλάβες. Η δυστοκία είναι σπάνια σ’αυτό το είδος, και τα θηλυκά συνήθως θα σκορπίσουν τα αυγά τους αν δεν έχουν τόπο να τα γεννήσουν, π.χ. σε συνθήκες παραμέλησης, αν και συμβαίνει να τα κατακρατούν με ολέθρια αποτελέσματα. Εκτός από τα επίκτητα προβλήματα, οι δράκοι μπορεί να γεννηθούν με κάποια πάθηση, είτε γενετική είτε από ατυχήματα στην επώαση. Μπορεί να γεννηθούν μικρά που δε μεγαλώνουν και πεθαίνουν, μικρά με νευρολογικά προβλήματα, προβλήματα σταμάτια, στα πόδια, περισσότερα ή λιγότερα δάχτυλα, κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις καταστάσεις αντιμετωπίζονται, ενώ για άλλες προτείνεται η ευθανασία. Ζώα με τέτοιες παθήσεις δε θα πρέπει ν’αναπαράγονται. Εκτός από τις εκ γενετής παθήσεις, κοινές στο είδος είναι και οι παθήσεις της τρίτης ηλικίας, αφού είναι ένα σχετικά βραχύβιο ερπετό με εμφανή κατάπτωση στα γεράματα, σε αντίθεση με άλλα μακρόβια π.χ. οι χελώνες που δείχνουν να μη γεράζουν καθόλου. Οι γέρικοι δράκοι κινούνται λιγότερο, μπορεί να τρώνε λιγότερο και ν’αδυνατίζουν, δυσκολεύονται να σκαρφαλώσουν, και τελικά κάτι τους σκοτώνει. Έχουν περιγραφεί πεπτικά, οφθαλμικά, καρδιαγγειακά προβλήματα, αλλά και πολλοί καρκίνοι, όπως του οισοφάγου, του παγκρέατος, του δέρματος, λευχαιμία κλπ. Κάποιες απ’αυτές τις παθήσεις αντιμετωπίζονται, ενώ άλλες όχι. Ένας κτηνίατρος εξειδικευμένος για ερπετά βοηθά σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να μην πάθει τίποτα ο δράκος, αλλά είναι αναγκαίο να ξέρετε έναν όπου θα μπορείτε να τον πάτε αν υπάρχει πρόβλημα.

Ένας υγιής γενειοφόρος δράκος που έχει προσαρμοστεί στο περιβάλλον του θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανονικά. Θα περνά αρκετές ώρες της ημέρας ακίνητος, είτε να λιάζεται είτε να ξεκουράζεται κάπου αλλού. Δεν είναι υπερβολικά δραστήριο είδος, αλλά θα πρέπει να δραστηριοποιείται κάποιες φορές μέσα στην ημέρα. Όταν δραστηριοποιείται κινείται αρκετά, σκαρφαλώνει, μπορεί και να πηδάει από το ένα μέρος στο άλλο μερικές φορές. Θα πρέπει να είναι παρατηρητικός και να προσέχει τα πάντα. Αν προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο τζάμι για να φύγει, μπορεί κάτι να μην είναι σωστο στο χώρο του ή να στρεσάρεται από το είδωλό του – ιδίως τα αρσενικά -, γι’αυτό και προτιμότερα δε θα πρέπει όλο το τερράριο να είναι διαφανές και να μη χτυπούν τα φώτα απευθείας στο τζάμι. Παρόλα αυτά αν το κάνει σπάνια δεν είναι πρόβλημα. Μπορεί να κοιμάται είτε χωμένος κάπου, είτε πλακέ πάνω σε κάποιο κλαδί, κι αυτο΄είναι φυσιολογικό. Οι δράκοι γρήγορα μαθαίνουν ότι οι κάτοχοί τους τους παρέχουν τροφή, και μπορεί να πλησιάζουν στην πόρτα του τερραρίου όταν κάποιος έρχεται. Μπορούν να μάθουν ακόμα και το όνομά τους, αν το συνδυάσουν με τροφή. Ξεχωρίζουν τα άτομα που τους φροντίζουν, με τα οποία νιώθουν πιο ασφαλείς, αλλά υπάρχουν και άτομα που νιώθουν το ίδιο άνετα με όλους. Ανέχονται το χειρισμό περισσότερο ίσως από κα΄θε άλλη σαύρα, και δε φοβούνται εύκολα, ακομα κι αν μετακινηθούν προσωρινά αλλού, σε άγνωστο μέρος. Ο φόβος τους είναι τόσο μικρός που τρώνε ενώ κάποιος τους έχει πάνω στο χέρι του. Όπως και με τα περισσότερα μικρά ζώα εντούτοις, καλύτερο είναι το ίδιο το ζώο να πιαστει πάνω μας παρά εμείς να το περιορίζουμε. Καλό είναι να μην τον πλησιάζουμε από ψηλά, γιατί ίσως τότε τρομάξει, αφού οι περισσότεροι θηρευτές του επιτίθενται έτσι, αλλά να τον πλησιάζουμε ήρεμα από το πλάι. Πάντοτε κρατάμε το δράκο υποστηρίζοντας όλο το σώμα του, γιατί αλλιώς μπορεί να νιώσει φόβο και να τιναχτεί, προσπαθώντας να ξεφύγει. Ο δράκος μπορεί επίσης να αφεθεί να κάνει τη βόλτα του έξω στον ήλιο, ή σε κάποιον εσωτερικό χώρο αν οι θερμοκρασίες είναι κατάλληλες. Συχνά τον βγάζουν έξω για αρκετή ώρα, παρότι η θερμοκρασία δεν είναι η σωστή. Εάν υπάρχουν όμως κατάλληλα θερμές περιοχές, είτε από τον ήλιο είτε από κάποια λάμπα, δεν πειράζει αν βρίσκεται ε΄ξω ακόμα και σε κάπως χαμηλότερες θερμοκρασίες. Θα πρέπει ωστόσο να επιτηρείται, επειδή μπορεί να πάει σε κάποιο ανεπιθύμητο μέρος, να κρυφτεί και να χαθεί προσωρινά, ή να προσπαθήσει να φάει κάτι που δεν τρώγεται. Οι δράκοι συχνά συγχέουν μη εδώδιμα αντικείμενα με τροφές από το σχήμα, για παράδειγμα μπορέι να προσπαθήσουν να φάνε λωρίδες χαρτιού επειδή μοιάζουν με φύλλα, κορδόνια επει΄δη μοιάζουν με σκουλήκια, ή να προσπαθήσουν να επιτεθούν σε κινούμενους στόχους, επειδή μοιάζουν με έντομα. Viral έχουν γίνει δύο βίντεο στο Youtube, όπου στο ένα ένας γενειοφόρος δράκος παίζει Ant Crusher σε μια οθόνη αφής, όπου πετυχαίνει όλα τα μυρμήγκια, και στο άλλο, ένας άλλος δράκος προσπαθεί να φαέι ένα σταφύλι, το οποίο του ξεγλιστρά, νομίζει ότι είναι ζωντανό και του επιτίθεται επανειλημμένα. Κυνηγούν επίσης τη δέσμη του φωτός ενός laser. Και οι γάτες το κάνουν αυτό, οπότε δε σημαίνει ότι οι δράκοι είναι χαζοί. Απλώς δεν αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες καταστάσεις στο φυσικό τους περιβάλλον.

Το ότι δέχονται το χειρισμό ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι πάνινα κουκλάκια που μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορεί να μη δείχνουν έντονα την ενόχλησή τους, αλλά αν προσπαθούν να πάνε προς τα πίσω, πιάνονται γερά από κάπου ή τινάζονται όταν τα σηκώνουμε σημαίνει ότι θέλουν την ησυχία τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φουσκώσουν τα γένια τους ή να μας κουνήσουν το κεφάλι τους. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να μένουν στην ησυχια τους. Οι γενειοφόροι δράκοι σπανιότατα γίνονται επιθετικοί, αλά μπορεί να γίνουν, ιδίως νεοφερμένα ή άτομα με τα οποία δεν ασχολήθηκε κανείς. Αν και είναι εκ φύσεως ήρεμοι – σχεδόν παθολογικά ήρεμοι όπως τους αποκαλώ εγώ -, ίσως επειδή δεν έχουν ν’αντιμετωπίσουν τόσο μεγαλόσωμους εχθρούς στη φύση και δε μας αναγνωρίζουν ως απειλή, μπορεί σπάνια να δαγκώσουν. Έχουν αρκετά δυνατο΄δάγκωμα, αλλά σπανιότατα το χρησιμοποιούν στην πλήρη του δύναμη αμυντικά, συνήθως απλώς τσιμπάνε προειδοποιητικά. Επίσης μπορεί να μπερδέψουν κάποιο δάχτυλο με τροφή, ιδίως αν τρώνε πάρα πολλά μικρά έντομα, ή σπάνια ο κάτοχος αλληλεπιδρά με το δράκο εκτός από το τάισμα. Τότε μπορεί να το χτυπήσουν με τη γλώσσα τους και να το δαγκώσουν στιγμιαία, αλλά θα το αφήσουν αμέσως. Οι δράκοι δε μας θεωρούν μέλη του είδους τους, γι’αυτό και συνήθως δεν προστατεύουν την περιοχή τους από εμας, αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνήσει μαζί τους, μιμούμενοι τα κουνήματα του κεφαλιού και τα σηκώματα του χεριού με το χέρι τους. Όσες όμως φορές εγώ το δοκίμασα απέτυχα. Ο χειρισμός είναι και η κατάλληλη στιγμή για τον εντοπισμό προβλημάτων πάνω στο σώμα του ζώου. Γενικώ ςτο σώμα τους δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά αν λερωθούν από οτιδήποτε μπορείτε να τους κάνετε ένα μπάνιο με χλιαρό νερό σ’ένα λεκανάκι , ή να τους τρίψετε τοπικά. Έχουν αδιαπέραστο δέρμα και το σαπούνι δεν τους βλάπτει. Το παλιό δέρμα δε θα πρέπει ν’αφαιρείται συνήθως, γιατί ο δράκος θα το βγάλει μόνος του, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος αφαίρεσής του αρκετά νωρίς, πριν να είναι έτοιμο. Επίσης τα νύχια του, αν έχουν μεγαλώσει υπερβολικά και δυσχεραίνουν την κίνησή του, μπορούν να κοπούν, και όπως με όλα τα ζώα, θα πρέπει να κοπούν στην άκρη τους μόνο με ψαλιδάκι ή ειδικό νυχοκόπτη, ώστε να μην τραυματιστεί κάποιο αιμοφόρο αγγείο. Γι’αυτο΄θα πρέπει να υπάρχουν επιφάνειες αναρρίχησης όπου θα μπορεί να τροχίζει τα νύχια του.

Η δική μου εμπειρία

Γνώριζα το είδος ονομαστικά εδώ και πολλά χρόνια. Το θυμάμαι από παιδικά βιβλία, όπου αναφερόταν ως σαύρα της Αυστραλίας, Παρόλα αυτά δεν ήξερα περισσότερα για το είδος. Νομίζα ότι είχε τεράστιο μέγεθος και μεγάλα γένια. Αργότερα, όταν πρωτοδιάβασα για αυτές τις σαύρες σε ιστοσελίδες για ερπετά, κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Ότι δηλαδή είναι μικρές σχετικά σαύρες που ζουν στις ερήμους και τρώνε πολύ. Όταν τις πρωτοείδα σε βίντεο του Youtube απογοητεύτηκα όμως λίγο, γιατί μου φάνηκαν αρκετά μικρές και σαν να μην έκαναν τίποτα. Ήταν απλώς βίντεο κατόχων που έδειχναν τους δράκους τους, οι οποίοι δεν έκαναν κάτι το ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή, γι’αυτο΄είχα τέτια αρχική εντύπωση. Ζωντανό γενειοφόρο δράκο συνάντησα κι έπιασα για πρώτη φορά πριν 5 χρόνια περίπου στην έκθεση Insectopia της Θεσσαλονίκης, η οποία τότε βρισκόταν σ’ένα περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης, αλά τώρα δε λειτουργέι πια. Στην έκθεση αυτήν υπήρχαν κυρίως ασπόνδυλα, αλλά εκτίθεντο και λίγα ερπετά. Ο γενειοφόρος δράκος έλειπε εκείνη τη στιγμή από το τερράριό του, το οποίο ήταν ανοιχτό, κι αργότερα πετύχαμε έναν από τους υπεύθυνους της έκθεσης να τον κρατά και να τον δείχνει στον κόσμο. Τον έδωσε και σ’εμένα, και εντυπωσιάστηκα από το παράξενο πλατύ του σώμα, το δέρμα του που μου θύμησε χελώνα ξηράς και την ήρεμη στάση του. Ήταν ζεστός, επειδή ήταν ήδη θερμασμένος από τη λάμπα του. Αργότερα το feeders.gr, ένα μοναδικό pet shop με εξειδίκευση στα ερπετά, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι για τα ζώα μου, είχε φέρει ένα γενειοφόρο δράκο, νομίζω στις αρχές του 2014. Ήταν από μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece, όπου είμαι γραμμένος, την οποία θα μπορούσα να προλάβω εγώ, αλλά τελικά δεν έκανα καμία κίνηση. Ήταν τότε ένας μικρός θηλυκός γενειοφ΄όρος δράκος, τον οποίο είχα ταΐσει με φύλλα ζοχού από το χέρι μου. Όταν μεγάλωσε, μπήκε σε ένα πολύ μεγαλύτερο ξύλινο τερράριο με περισσότερα κλαδιά κι έναν ακόμα δράκο, ο οποίος υποτίθεται θα την γονιμοποιούσε, αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν θηλυκό. Τα θυμάμαι και τα δύο μαζί, να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο και να λιάζονται το ένα πάνω στο άλλο ή σχεδόν πάνω στο άλλο. Το ένα θα ήταν το πιο κυρίαρχο της περιοχής και θα έπαιρνε την ψηλότερη θέση, αλλά υπήρχε αρκετός χώρος και ζέστη και για τα δύο. Είχαν τα κεφαλάκια τους στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, και ήταν ζεστά και χαρούμενα. Τελικά έδωσαν το δεύτερο θηλυκο, και κράτησαν το αρχικό, το οποίο έχουν και τώρα ως μέλος της συλλογής, δηλαδή δε διατίθεται προς πώληση. Υπάρχουν άλλοι δράκοι που διατίθενται. Έπειτα προσπάθησαν να το ζευγαρώσουν με αρσενικό, αλλά δε γονιμοποιήθηκε, ίσως από την έλλειψη νάρκης και στα δύο. Είναι ένα σχετικά μικρό, πολύ στρουμπουλό δρακάκι με ουρά κομμένη προς το τέλος, και ίσως και καμένη. Είναι πολύ ήσυχο, και θυμάμαι ότι ακόμα κι αν το έβγαζα και το κρατούσα πάνω στην παλάμη μου έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα άνετα. Παρόλα αυτά, τυχαίνει μερικές φορές να μη θέλει να το ενοχλούν, οποτε τινάζεται προς τα πίσω ή και κλωτσάει με το πίσω πόδι αν της πιάσεις το κεφάλι! Έχει τύχει επίσης να δαγκώσει στιγμιαία αν περιμένει φαγητό. Από τότε αποφάσισα ότι ο γενειοφόρος δράκος είναι από τα καλύτερα ερπετά. Παρόλα αυτά, νόμιζα πως θα αντιμετώπιζα αρκετές δυσκολίες με το μέγεθός τους και με την εγκατάσταση των λαμπτήρων.

Η ευκαιρία μου δόθηκε το Νοέμβριο του 2014, οπότε ένα μέλος του φόρουμ ανέβασε αγγελία όπου πουλούσε έναν θηλυκό γενειοφόρο δράκο δύο ετών, επειδή θα έφευγε στο στρατό και δεν είχε κάπου να τον δώσει. Ήταν σχετικά μικρός, στα 35 εκατοστά, αρκετά γεμάτος, τρεφόταν με λαχανικά κι έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, και γενικώς φαινόταν υγιής. Μετά από λίγη σκέψη, αποφάσισα να επικοινωνήσω με τον κάτοχο για περαιτέρω πληροφορίες, και τελικά αποφάσισα να τον πάρω. Επειδή όμως δεν είχα έτοιμο το τερράριό του και χειμώνιαζε, ζήτησα από τον κάτοχό του να τον βάλει σε νάρκη. Αν και φοβήθηκε αρκετά επειδή δεν είχε πρότερη εμπειρία, στις 21 Νοεμβρίου του έβαλε ασθενέστερη λάμπα και σταμάτησε να τον ταΐζει, μέχρι ν’αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου του. Ο δράκος από μο΄νος του μετά απέφευγε τη ζέστη, και παρέμενε στα δροσερά σημεία. Περιήλθε στην κατοχή μου στις 30 Νοεμβρίου, οπότε τον πήρα σ’ένα μικρό χάρτινο κουτί, όπου ήταν και η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας του. Ήταν όπως μου τον περιέγραφε, υγιής, και με τη μεζούρα ήταν ακριβώς 35 εκατοστά. Το άκρο της ουράς του ήταν λίγο κομμένο στο τέλος, προφανώς αποτέλεσμα κανιβαλισμού όταν ήταν μικρή, και η αριστερή σειρά πλευρικών αγκαθιών διακοπτόταν περίπου στη μέση, με λίγο κοντότερες φολίδες, πιθανόν γενετικό ή επωαστικό ελάττωμα. Ευθύς τον έβαλα σ’ένα κουτί Ικέα με κάποιες τρύπες μήκους 33 εκατοστών περίπου, το οποίο είχα γεμίσει με λωρίδες χαρτιού μπρέιλ για να κοιμηθεί. Εκεί πέρασε τους επόμενους τρεις μήνες, συνήθως σε μια γωνία με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τοίχωμα. Περιοδικά τον έβγαζα για να του δώσω νερό, αλά δεν έπινε πάντα. Ήταν παγωμένος και δεν έκανε καμία εκούσια κίνηση, πέρα από κανένα συρτό βήμα αν τον ενοχλούσα αρκετά. Κάποιες φορές φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι, και τον αναποδογύριζα για να δω αν ζει και γυρίσει. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο γύριζε. Το όνομά της ήταν προκαθορισμένο από πριν, Αναμπέλα. Για κάποιον λόγο, πιστεύω πως αυτο΄το όνομα ταιριάζει σε θηλυκό γενειοφόρο δράκο ή κάποια παρόμοια σαύρα. Έτσι είχα προτείνει να ονοματιστεί και ο δράκος του Feeders, αλλά ο Fogo την έβαλε Ζίνα, απορρίπτοντας πλήρως την πρότασή μου. Εντελώς συμπτωματικά, ο προκάτοχός της την έλεγε Μπέλα, κι εγώ χρησιμοποιώ και τα δύο ονόματα εναλλάξ. Το μόνο πρόβλημα είναι το πώς γράφεται το όνομα, γιατί το έχω βρει και στους τέσσερις πιθανούς συνδυασμούς. Τελικά, για να μην υπάρχει σύγχυση, αποφάσισα αυθαίρετα ότι με ελληνικούς χαρακτήρες θα το γράφω με ένα ν και ένα λ, ενώ με λατινικούς με δύο n και δύο l, αν και συχνά το έχω γράψει και με μονά σύμφωνα. Με την Άναμπελ του θρίλερ δεν έχει καμία σχέση, την οποία άλλωστε δεν γνώριζα όταν την ονοματοδότησα. Επίσης την λέω χαϊδευτικά Μπελίτσα, Άναμπελ, Μικρή Μπλουπ, Λιμπίτσα, μπαλίτσα, Μπελού, Λου, Στρουμπουλίνα κλπ. Έτσι απέκτησα και το τρίτο μου ζώο και το δεύτερό μου ερπετό, μετά το κουνέλι τη Λίμπο, και το λοφιοφόρο γκέκο (Correlophus ciliatus) το Βαρώνο.

Ενώ λοιπόν η Μπέλα κοιμόταν, η τύχη της δούλευε. Κατασκευάζαμε το τερράριό της, μία κατασκευή με πυθμένα και σκελετό από κόντρα πλακέ θαλάσσης με πλέξι γκλας για τζάμια και από τις τέσσερις πλευρές, συρόμενες πόρτες μπροστά, στις οποίες προσάρμοσα ειδική κλειδαριά από το Feeders κι από πάνω σίτα. Ανοίξαμε τρύπα στο πίσω ξύλο και βιδώσαμε μια θέση για τη λάμπα uvb, ενώ αφήσαμε και μια τρίγωνη οπή πίσω αριστέρα για τη θερμαντική λάμπα, η οποία βρισκόταν σε φωτιστικό που βίδωνε στο ξύλο. Η κατασκευή του τερραρίου ήταν χειρότερα απο΄της Άρτας το Γεφύρι, αφού κάναμε πάνω από δύο μήνες να το φτιάξουμε με τον πατέρα μου. Δε βρίσκαμε κάποιο συγκεκριμένο υλικό, το αναβάλαμε κλπ. Χρησιμοποιήσαμε και ξυλόκολλα καί πλήθος βιδών, και νομίζω πως το κατασκευάσαμε πολύ πιο σταθερό απ&’ό,τι χρειάζεται, πραγματικό overengineering. Οι διαστάσεις του είναι 65χ45χ45, ιδανικές για το δράκο των 35 εκατοστών, αλλά ίσως να είναι λίγο μικρό για το σημερινό του μέγεθος, αν και δεν πρόκειται να το αλλάξω, αφού υπάρχουν αρκετά κλαδιά και στοιχεία που αυξάνουν το διαθέσιμο χώρο, συχνά τον βγάζω έξω, και ο δράκος δε φαίνεται να έχει πρόβλημα με το περιβάλλον του. Εσωτερικά τοποθετήσαμε τρία κλαδιά, ένα μεγάλο κλαδί δάφνης από κάτω δεξιά έως πάνω αριστερά, το οποίο στο τέλος είναι επίπεδο και χρησιμεύει ως σημείο λιασήματος, ένα κοντότερο κλαδί δάφνης από πίσω δεξιά που στηρίζεται στο μεγάλο κλαδί, κι ένα κομμάτι θαλασσόξυλο από κάτω αριστερά που στηρίζεται κι αυτό στο μεγάλο κλαδί. Είχα κι ακόμα ένα μικρό θαλασσόξυλο στη μέση που στηρίζόταν ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ, έπεφτε και τελικά το έβγαλα. Τώρα έχω ένα κλαδί ιβίσκου, το οποίο θα τοποθετήσω μπροστά αριστέρά προς πάνω δεξιά, ώστε να εκμεταλλευτώ κι εκείνη τη γωνία. Φτιάξαμε επίσης μια κρυψώνα, η οποία είναι μία ορθογώνια χαμηλή ξύλινη κατασκευή 32χ25χ9 περίπου, με ένα άνοιγμα αριστερά, και καταλαμβάνει το χώρο πίσω κι αριστερά. Μέσα στο τερράριο έχω βάλει κι ένα πήλινο μπολ από γιαούρτι για τροφή ή νερό, αλλά σπάνια το χρησιμοποιώ. Ως υπόστρωμα έχω χαρτόνι ως βάση και 4-5 στρώσεις χαρτιού μπρέιλ από πάνω, με ένα ή δύο φύλλα χαρτιού επίσης πάνω στην κρυψώνα.

Ο προκάτοχός του το είχε λοιπόν σε ένα γυάλινο τερράριο με υπόστρωμα άμμου κι ένα κλαδί για να σκαρφαλώνει και να λιάζεται. Υπήρχε λάμπα uvb και θερμαντική, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία μόλις στους 32 βαθμούς, παρόλα αυτά την έβγαζε συχνά έξω στον ήλιο. Υπήρχε ακόμα και κόκκινη θερμαντική λάμπα νυκτός (φωτεινές λάμπες για το βράδυ δεν προτείνονται). Δε χρησιμοποιούσε χρονοδιακόπτη ή θερμοστάτη. Την τάιζε χόρτα και λαχανικά, αλλά και διάφορα έντομα, κυρίως κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία έπαιρναν τα κατάλληλα συμπληρώματα. Ο δράκος ήταν υγιής, πολύ ήσυχος, και συχνά τον έπαιρνε πάνω του όταν έβγαινε έξω, δεμένο με ειδικό λουράκι για να μη φύγει κατά λάθος. Πολλά πράγματα άλλαξαν ωστόσο μόλις τον πήρα εγώ. Τον αγόρασε από κοινό pet shop το Δεκέμβριο του 2012, όταν ήταν μόλις δύο μηνών, οπότε θα κλείνει χρόνο κάθε Οκτώβριο. Φέτος οπότε έκλεισε τα τρία της χρόνια.

Στα μέσα του Φεβρουαρίου λοιπόν είχε λίγο ζεστο΄καιρό, και ο δράκος πήγε να ξυπνήσει, αλά αμέσως μετά οι θερμοκρασίες έπεσαν πάλι και κοιμήθηκε. Τον ξύπνησα στις 2 Μαρτίου του 2015, ενώ είχε ήδη αρχίσει να ξυπνά, αφού άρχισε να γαντζώνεται με τα νυχάκια του από μόνη της όταν την σήκωνα. Την έβγαλα έξω στον ήλιο το απόγευμα, ενώ φυσούσε, και τότε συνέβη και το πρώτο κακό: Κάποιο πουλί έκανε κύκλους από πάνω της, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι στόχευε αυτήν ή ήθελε να την φάει, πάντως φοβήθηκα. Πιο αργά την έβαλα σ’ένα πιάτο γλάστρας με λίγο χλιαρό νερό για ενυδάτωση, αλλά δυσαρεστήθηκε. Δεν ήπιε καθόλου νερό, αλλά σήκωσε ψηλά το κεφάλι και την ουρά της για να μη βρέχεται τόσο. Μετά φαινόταν να έχει αρκετή αδυναμία, και κινούταν με τρόμο. Το βράδυ την έβαλα μέσα στο νέο της χώρο, αλλά από τα κλαδιά κατέβηκε κάτω. Η επόμενη μέρα όμως ήταν εφιαλτική γι'αυτήν. Μόλις κατάλαβε ότι βρίσκεται σ’ένα εντελώς νέο περιβάλλον, χωρίς κάτι οικείο κοντά της, πανικοβλήθηκε. Δεν ανέβαινε στη λάμπα της να ζεσταθεί, αλλά έτρεχε από τη μία άκρη του τερραρίου στην άλλη, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στις γωνίες ή στο τζάμι. Μόλις εγώ έκανα απότομες κινήσεις, προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο τζάμι, ενώ μαύριζε λίγο τα γένια της. Τελικά την ανέβασα πάνω στη λάμπα, φοβούμενος ότι δεν ξέρει το δρόμο, αλλά αργότερα κατέβηκε. Άφησε αρκετό σχεδόν άοσμο υγρό, που μάλλον θα ήταν τα πρώτα ούρα που κρατούσε κατά τη νάρκη. Το απόγευμα την ξανανέβασα και της έδωσα λίγο μαρούλι, το οποίο πήγε να δοκιμάσει, αλλά δεν το έφαγε. Φοβόμουν ότι το τερράριο δεν ήταν σωστό και ο δράκος θα ήταν για πάντα έτσι, αλά διαψεύστηκα, αφού την επόμενη μέρα είχε κιόλας συνηθίσει και ήταν ήρεμη. Τελικά είχε δίκιο ο προκάτοχος που μου έλεγε ότι δεν την ενοχλεί τίποτα. Λιαζόταν ήσυχα κάτω από τη λάμπα της, κι έφαγε και το πρώτο της γεύμα – έναν γεωσκώληκα, έξι προνύμφες σκαθαριού Pachnoda, καθώς και μία που ΄μόλις είχε κανει κουκούλι και δεν πρόλαβε να μεταμορφωθεί, λίγα φύλλα από ραπανάκι, λίγο μαρούλι και σχεδόν ένα άνθος πανσέ. Έτρωγε ακόμα αργά, επειδή η θερμοκρασία της δεν ήταν η κατάλληλη. Αφόδευσε τη μεθεπόμενη μέρα κι άρχισε να τρώει κανονικά έκτοτε. Επειδή δεν είχα πολλά έντομα, της έδινα κυρίως χόρτα. Έδινα ό,τι πλατύφυλλο έδινα στην κουνέλα μου, όπως ζοχό, μολόχα, νεαρή κολλιτσίδα, αλσήνη, περδικάκι, άνθη πανσέ, φύλλα από ραπανάκι, μαρούλι, κι όταν άρχισαν να βγαίνουν, φύλλα ιβίσκου και φύλλα μουριάς. Η Μπέλα τα έτρωγε όλα, κόβοντας προσεκτικά τα φύλλα από βλαστούς. Έδινα επίσης και κατσαρίδες Αργεντινής, τις οποίες άρπαζε αμέσως, και μια φορά της έδωσα και μια μικρή πλατιά κατσαρίδα Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), η οποία ήταν η τελευταία μου. Της είχα αγοράσει από το Feeders γεωσκώληκες κι επίσης προσπάθησα να της δώσω σαλιγκάρια, και οι δύο τροφές με αρκετό νερό και ασβέστιο, αλλά δεν τα δεχόταν, μάλλον επειδή ήταν βλενώδη, αν και μετά από αρκετούς μήνες άρχισε να τα δέχεται. Μόλις μάσησε λίγο το πρώτο σαλιγκάρι το έφτυσε αμέσως. Στις 23 Απριλίου λοιπόν ήρθαν τα πολά έντομα. Της πήρα από το Feeders 10 ακρίδες στο στάδιο αμέσως πριν την ενηλικίωση, δηλαδή με μαζεμένα ακόμα φτερά, τις οποίες έφαγε όλες. Έφαγε επίσης 5 κατσαρίδες κόκκινους δρομείς, και 8 ή και παραπάνω γιγάντια αλευροσκούληκα. Έτρωγε πραγματικά χωρίς σταματιμό!

Την επόμενη με΄ρα, επειδή είχε φουσκώσει υπερβολικά, έφαγε μόνο ένα αλευροσκούληκο. Γενικώς για τα επόμενα ταΐσματα έτρωγε υπερβολικά, αλλά μετά η κατανάλωση τροφής επανήλθε στο φυσιολογικό. Αφόδευε κάθε 1-3 ημέρες στη γωνία της. Μόνο δύο φορές αφόδευσε στο σημείο λιασήματος, τη μία ένα μικρό περίττωμα και την άλλη ένα μεγαλύτερο ανάμεσα στα δύο ξύλα, και και τις δύο φορές δεν είχε ανέβει να ζεσταθεί. Δύο φορές τότε είχε αφοδεύσει και στο μπολ της. Τώρα έτρωγε γιγάντια και κανονικά αλευροσκούληκα, γρύλλους, κατσαρίδες Αργεντινής, φύλλα ιβίσκου και μουριάς, λίγο μαρούλι, κομματάκια καρότου κλπ. Επίσης άρχισε να τρώει σαλιγκάρια και γεωσκώληκες, τα οποία έδινα σπάνια. Οι μέρες γίνονταν καλύτερες, και μπορούσα να την βγάζω στον ήλιο καθημερινά.

Στις 15 Μαΐου, ξεκίνησε η πρώτη της έκδυση. Αντί όμως να ξεκινήσει από το κεφάλι όπως είναι το σύνηθες, ξεκίνησε από το μηρό του πίσω αριστερού ποδιού. Αρχικά το δέρμα από πάνω φούσκωσε, και είχε υφή σαν να ήταν έτοιμο ν’ανοίξει. Από εκεί σταδιακά η σαύρα άρχιζε ν’αλλάζει δέρμα στο υπόλοιπο πόδι, στη μέση, στην πλάτη, στο άλλο πίσω πόδι, στην ουρά, στην κοιλιά, και στο μπροστινό μέρος του σώματος. Η έκδυση τελείωσε περίπου στις 18 Ιουνίου, αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε άλλη, πάλι από το ίδιο σημείο, η οποία ήταν κάπως πιο αποσπασματική. Δεν βρήκα ποτέ δέρμα από τη μουσούδα της, το οποίο μάλλον θα είχε φάει, αλλά τα υπόλοιπα κομμάτια τα έβρισκα όλα. Παρόλο που δεν προτείνεται, εγώ την βοηθούσα ν’απελευθερωθεί από το παλιό της δέρμα τραβώντας προσεκτι΄κα το παλιό και ξερο΄. Το ξερό δέρμα κρεμόταν από πάνω της σαν σχισμένα ρούχα, και κάπως έπρεπε να το βγάλει. Σερνόταν κάτω για να ξεκολλήσει το δέρμα απ’την κοιλιά, και μια φορά την πέτυχα να ξύνεται με το πίσω πόδι στα πλευρά για να βγάλει το δέρμα από εκεί, σαν το κουνέλι μου. Όταν επρόκειτο ν’αλλάξει πολυ δέρμα, έτεινε να προτιμά χαμηλότερες θερμοκρασίες. Τότε της έριχνα λίγο νερό για να μαλακώσει το δέρμα, πράγμα που γινόταν σχεδόν αμέσως. Οι παρεκτροπές αυτές από την σωστή θερμοκρασία είχαν άμεση επιπτωση στον κύκλο της αφόδευσης, που έπαιρνε ως και 5 ημέρες.

Μεταξύ 27 Ιουνίου και 3 Ιουλίου, έλειπα διακοπές στην Κρήτη, και άφησα το δράκο μόνο του. Μόλις γύρισα κι άναψα το φως του δωματίου το βράδυ, ο δράκος άρχισε να κινείται αμέσως. Σκέφτηκα ότι θα πεινούσε και τον έβγαλα έξω για να του δώσω λίγα αλευροσκούληκα, τα οποία έφαγε. Την επόμενη μέρα έφαγε άλλα 45 αλευροσκούληκα, και γέμισε την κοιλιά του. Ωστόσο μια αλλαγή άρχισε να συντελείται. Η λάμπα πλέον ήταν πολύ ισχυροί για το καλοκαίρι, και οι 37 βαθμοί είχαν γίνει 46, με αποτέλεσμα ο δράκος να μην λιάζεται ακριβώς κάτω από την λάμπα, αλλά να μένει πιο πίσω. Τις επόμενες μέρες όλο και λιγότερο ανέβαινε στη λάμπα, και τελικά κρύφτηκε στην τρύπα του, βγαίνοντας μόνο πρωί κι απόγευμα, και λίγο αργότερα καθόλου. Αντικατέστησα τη λάμπα με μια των 25 w, η οποία ανέβαζε τη θερμοκρασία στους 42 βαθμούς, αλλά πάλι δεν βγήκε. Η περιβαλλοντική θερμοκρασία ήταν 32-34 βαθμοί τη μέρα και 29-32 βαθμοί τη νύχτα. Μόλις τον έβγαζα έξω στον ήλιο, δεν άντεχε τις καυτές επιφάνειες για πάνω από ένα λεπτό, κι αφού ζεσταινόταν λίγο, έτρεχε στη σκιά. Ήταν αρκετά ληθαργική και δεν είχε διάθεση να κινηθεί μέσα στο μεσημέρι. Παρόλα αυτά η όρεξή της παρέμενε υψηλή. Έβγαινε από την τρύπα κυρίως για να αφοδεύσει, το οποίο γίνόταν περίπου κάθε εβδομάδα, αλλά μπορεί και παραπάνω, όπως κάθε 12-15 ημέρες. Επειδή τα κρατούσε πολύ καιρό, το ουρικό της οξύ στερεοποιούταν, σαν λευκός κύλινδρος των 2,5 εκατοστών, σαν κιμωλία. Τον Αύγουστο την άφησα στην κατάσταση που βρισκόταν για 21 μέρες για να φύγω, κι έφαγε μόνο δύο μικρές κι αφυδατωμένες αργεντινές κατσαρίδες στο μεσοδιάστημα.

Έως τις 10 του Σεπτέμβρη, η Μπέλα δεν καταλάβαινε και πολλά μέσα στην τρύπα της. Έτσι, όταν οι θερμοκρασιες έπεσαν, παρέμεινε παγωμένη εκεί μέσα. Σιγά-σιγά άρχισε όμως να βγαίνει μόνη της, αφού πρώτα την έβγαζα εγώ από φόβο ότι έχει πρόβλημα. Έτρωγε γιγάντια αλευροσκούληκα και κατσαρίδες, κι αφόδευε συντομότερα, κάθε 5 ημέρες. Προσπαθούσα επίσης να την παχύνω λίγο με Pachnoda και μελοσκούληκα.

Το διάστημα εκείνο μου φάνηκε ότι η Αναμπέλα γέμισε και μεγάλωσε. Την μέτρησα με τη μεζούρα και ήταν 40 εκατοστά. Με την καλή μου φροντίδα λοιπόν, είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Το μόνο κακό από το παρατεταμένο διάστημα αδράνειας ήταν τα νύχια της, τα οποία είχαν μεγαλώσει πολύ.

Δεν πρόλαβε όμως να προσαρμοστεί στις χαμηλότερες θερμοκρασίες, επειδή αυτές έπεσαν ακόμα περισσότερο κι άρχισε η αιτιμασία για τη νάρκη. Έμενε μονίμως στην τρύπα της, κι εγώ αναγκαζόμουν να την βγάζω και να φράζω την τρύπα, ώστε να λιάζεται συχνότερα, πράγμα που όμως δεν έκανε. Ο μεταβολισμός της εντούτοις συνεχώς έπεφτε. Αφού ζεσταινόταν λίγο, κατέβαινε και έμπαινε στην τρύπα της, όπου έσκαβε στα χαρτιά σαν να προσπαθούσε ν’ανοίξει λαγούμι για να κοιμηθεί.

Στις 5 Νοεμβρίου, έφαγε το τελευταίο της γεύμα για το 2015, μία προνύμφη Pachnoda. Στο βίντεο που την έχω βγάλει, εκτός της κατανάλωσης του pachnoda, η Μπέλα κάνει βόλτες, αφοδεύει, σκαρφαλωνει, τρέχει κλπ.

τις επόμενες μέρες συνέχιζα να την βγάζω στον ήλιο, όπου λιαζόταν, ζεσταινόταν κι έκανε τις βόλτες της. Δεν έτρωγε όμως τίποτα, και μόλις της έβαζα τροφή μπροστά της, άλλαζε ευθύς πορεία.

Σιγά-σιγά όμως η δραστηριότητά της μειώθηκε και στις 21 Νοεμβρίου, όπως και πέρυσι, μππήκε επίσημα στη χειμέρια νάρκη, οπότε έσβησα τα φώτα, ΄γέμισα τη φωλιά της λωρίδες χαρτιού, και την άφησα ήσυχη. Μόνο δύο φορές την ξύπνησα, στις 9 και στις 22 Δεκεμβρίου, για να της δώσω νερό, αλλά δεν ήπιε πολύ. Έδειχνε ενοχλημένη και φούσκωνε το σώμα της. Παρακάτω έχωομαδοποιημένες κάποιες παρατηρήσεις για τη Μπέλα και το είδος γενικότερα.

Pogona vitticeps 28/4/2016

Μία καλή ιδιότητά τους είναι ότι τρώνε πολύ. Οι γενειοφόροι δράκοι έχουν φαινομενικά απύθμενο στομάχι, και καταναλώνουν αρκετή τροφή σε κάθε τάισμα. Πάντοτε υπάρχει λίγος χώρος για ακόμα μια μπουκίτσα, σε αντίθεση με το λοφιοφόρο γκέκο για παράδειγμα, που άπαξ και γεμίσει το στομάχι του δε θα ξαναφάει αν δεν αδειάσει, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις – οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και συναντά αγαπημένη τροφή που έχει να φάει καιρό. Έτσι, ακόμα κι αν σκάσει στο φαγητο΄ο γενειοφόρος δράκος, συνήθως μπορώ να του δώσω ένα ακόμα εντομάκι. Οι ποσότητες που μπορεί να φάει είναι αρκετά μεγάλες: έχω μετρήσει να τρώει σε ένα γεύμα 45 αλευροσκούληκα, 22 γιγάντια αλευροσκούληκα ή superworms, 35 phoenix worms, 25 γρύλλους, αλλά από μεγάλα έντομα όπως ενήλικες ακρίδες και κατσαρίδες Αργεντινής γεμίζει το στομάχι του με 5-6. Αν έχει φάει υπερβολικά, μπορεί να μην πειράξει καθόλου ένα μεγάλο έντομο, αλλά μπορεί να φάει κάποιο μικρότερο, που χωράει στο στομάχι. Η όσφρηση παίζει κάποιον ρόλο στην όρεξη, αφού όταν έχει ήδη χορτάσει και ζουλίξω ένα superworm και το βάλω κοντά στη μύτη του, ώστε να μυρίσει τους χυμούς του, είναι πιο πιθανό να το φάει. Το ίδιο ισχύει και με τα φυτά, αλλά λιγότερο, αν δηλαδή πιέσω το φύλλο ενός ζοχού ή κάποιου άλλου αγαπημένου φύλλου είναι λίγο πιο πιθανό να το φάει. Προτιμά τα έντομα περισσότερο από τα φυτά, και η ποσότητα των τελευταίων που θα καταναλώσει σε ένα γεύμα είναι πολύ μικρότερη των εντόμων, απλώς φαίνεται πολύ επειδή έχουν μεγαλύτερο όγκο. Γι’αυτό προσπαθώ ακκομα και σε γεύματα με φυτά να περιλαμβάνω αρκετά έντομα. Αν θέλω να φάει περισσότερα φύλλα από έντομα, πρώτα δίνω τα φύλλα, και μετά τα έντομα. Αν δε θέλει να φάει φύλλα κάνω πως τα παίρνω μακριά, ή την σπρώχνω λίγο προς αυτά, και μπορεί να φάει. Άλλες φορές που πήγε να τα πάρει ο αέρας βιάστηκε κι έφαγε μερικά. Είναι ένας κανονικός κυνηγός ενέδρας όπως τον περιγράφουν τα βιβλία, που δεν σπαταλά αχρείαστα ενέργεια. Αν για παράδειγμα ένα έντομο έρχεται προς το μέρος του, περιμένει να έρθει κοντά και μετά το πιάνει, και μόνο αν απομακρύνεται απ’αυτόν τρέχει να το πιάσει. Όλα τα έντομα και τα υπόλοιπα κινούμενα τα πιάνει αποκλειστικά με τη γλώσσα του, η οποία μπορεί να ξεσκαλώσει κάθε έντομο, ακόμα και τα μεγαλύτερα κι αυτά που έχουν σκαρφαλώσει κάπου ή είναι γαντζωμένα ανάποδα από κάποιο αντικείμενο. Μπορεί να του ξεγλιστρήσει κάποιο έντομο αν βρίσκεται πάνω σε ολισθηρή επιφάνεια όπως μάρμαρο και είναι λείο όπως ένα αλευροσκούληκο, αλλά σπάνια. Μπορεί ακόμα και να πιάσει τροφή από την επιφάνεια του νερού, αφού μια φορά που έριξα δύο superworms στο μπολ που είχα γεμίσει νερό, τα έπιασε χωρίς δυσκολία. Παρόλα αυτά δυσκολεύεται να ξεκολήσει πιο γλοιώδεις και ελαστικές τροφές, όπως τα σαλιγκάρια ή τα σκουλήκια, τα οποία, αν δεν τα πιάσει μετά από μερικά χτυπήματα, συνήθως τα αφήνει ή και αρχίζει να τα αποφεύγει. Ίσως να μην είναι η φυσική του τροφή – σίγουρα θα σπανίζουν στις ξερές περιοχές που ζει -, γι’αυτό δυσκολεύεται. Επίσης αν είναι πολύ βλενώδη θα τα αφήσει. Αφού λοιπόν στοχεύσει το έντομο, αστραπιαία εκτινάσσει τη γλώσσα του, το πιάνει, το βάζει στο στόμα του και το μασάει γρήγορα. Μασάει τα σκληρά έντομα πολύ περισσότερο από τα μαλακά. Για παράδειγμα ένα μικρό αλευροσκούληκο θα το φάει αμέσως, ενώ ένα σκαθάρι Pachnoda θα το μασάει αρκετή ώρα, και ακόυγεται σαν να τρώει πατατάκι (χρατς χρατς χρατς). Όταν συναντά πολλά μικρά έντομα, με μικρές χειρουργικές κινήσεις τα μαζεύει όλα. Δε φαίνεται εντούτοις να έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, την ικανότητα δηλαδή να συμπεραίνει ότι αν ένα αντικείμενο εξαφανιστεί, εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλά ζώα μπορούν να καταλάβουν ότι κάτι σταθερό που δε βλέππουν υπάρχει, αλλά αυτό το μαθαίνουν από μνήμης. Σχετικά λίγα μπορούν να καταλάβουν ότι όταν ένα αντικειμενο εμφανίζεται στιγμιαία και χάνεται, μπορεί να είναι ακόμα εκεί. Αν ένα έντομο δηλαδή φύγει από το οπτικό του παιδίο, παύει ν’ασχολείται. Εξαίρεση όμως αποτελεί η αντίδρασή του στα πολλά έντομα που χάνονται συγχρόνως, περιστατικό που έχει συμβεί δύο φορές, μέσα στο τερράριό του. Την πρώτη του έριξα αρκετές κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara). Είναι πολύ γρήγορες, και ήταν η πρώτη φορά που αστόχησε, τουλάχιστον για όσο την είχα εγώ. Η κατσαρίδα έφυγε, και το ίδιο έκαναν κι όλες οι υπόλοιπες. Ο δράκος τότε παρέμεινε στη μέση του χώρου με το κεφάλι τεντωμένο, έτοιμος ν’αντιδράσει ακαριαία. Με την παραμικρή κίνηση έκανε μικρά, νευρικά βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Τελικά άρχισαν να ξαναβγαίνουν και τις μάζεψε όλες. Τη δεύτερη φορά είχα αφήσει γρύλλους, όμως τώρα δεν αστόχησε, αλλά έπιασε τον έναν και οι άλλοι κρύφτηκαν. Πάλι περίμενε με τις αισθήσεις του οξυμένες, κι ό,τι έβγαινε το άρπαζε. Όπως έχει παρατηρηθεί και μ’άλλα εντομοφάγα, ωφελείται από την ποικιλία τροφών και τρώει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό νέα έντομα. Παρόλα αυτά αν είναι αρκετά μεγάλα έχει επιφυλάξεις, και τα παρατηρεί για λίγο παραπάνω. Μία λιβελούλα που του έδωσα την έφαγε αφού πέταξε λίγο, ενώ μια τεράστια κάμπια σφίγγα (hornworm) την παρατηρούσε ακόμα περισσότερο. Μετά γύρισε, την χτύπησε με τη γλώσσα του, αλλά έκανε λάθος υπολογισμό και δεν τη σήκωσε. Με την δεύτερη προσπάθεια ωστόσο την έπιασε και την έφαγε. Δείτε πώς κυνηγά κατσαρίδες Αργεντινής:

Τα φυτά τα τρώει διαφορετικά από τα έντομα. Στην περίπτωση αυτήν δε χρειάζεται να βιαστεί, κι απλώς τα πλησιάζει, τα παίρνει με το στόμα του και τα μασά πιο αργά, μετακινώντας τα προς το πίσω μέρος του στόματος. Όταν έχει πάρει αρκετά μεγάλη μπουκιά, μ’ένα δάγκωμα ακριβείας την αποκόπτει από το υπόλοιπο φυτό. Το ποσό που θα κόψει εξαρτάται από τη σκληρότητα του φύλλου. Από ένα αμπελόφυλο θα κόψει μόνο μια γωνία, επειδή είναι σκληρό, από ένα μαρουλόφυλλο μεγαλύτερο κκομμάτι, κι ένα φύλλο αγκουριάς θα το φάει ολόκληρο, ακόμα κι αν είναι μεγαλύτερο από το κεφάλι του, γιατί είναι πολύ εύκαμπτο κι ελαφρύ και διπλώνεται. Κόβει με εκπληκτική ακρίβεια τα ελάσματα των φύλλων, αφήνοντας μόνο τους μίσχους ή τα σκληρότερα μέρη του φύλλου. Μπορεί επίσης ν’αφήσει λίγα χιλιοστά ελάσματος πάνω στο μίσχο. Τα άνθη συνήθως τα τρώει ολόκληρα, αν και μπορεί ν’αφήσει τον κάλυκα μερικές φορές. Δεν ξέρω κατά πόσο το είδος είναι προσαρμοσμένο να τρώει αγρωστώδη χόρτα, επειδή είναι πολύ ινώδη και μόνο εξειδικευμένα φυτοφάγα σ’αυτά τα τρώνε, αλλά σπάνια του έχω δώσει λίγα φύλλα και μερικές φορές τα έφαγε. Γενικώς οι προτιμήσεις του στα πλατύφυλλα αγριόχορτα και φύλλα συμπίπτουν μ’αυτές της κκουνέλας μου. Και τα δύο τρώνε πολύ μαρούλι, πικραλίδα, ζοχό, περδικάκι, μολόχα, αλσήνη, πανσέ, ιβίσκο, λίγο λιγότερο αμπελόφυλλα και λιγότερο μουρόφυλλα, τα οποία περιέχουν και γάλα. Παρόλα αυτά δε συγκινείται από τις γλυκές οσμές των λουλουδιών των εσπεριδοειδών ή της ψευδακακίας, τα οποία τρώει αμέσως η κουνέλα, ούτε φαίνεται να προτιμα ιδιαίτερα τα μυρωδικά φυτά, όπως τα φύλλα των εσπεριδοειδών, το βασιλικο΄ή το γεράνι, από τα οποία τρώει μόνο λίγο. Ίσως να τα ξεχωρίζει με την όσφρηση και να μην τα δέχεται. Από την άλλη, το χρώμα παίζει αρκετό ρόλο, γι’αυτό τρώει εύκολα άνθη ιβίσκου ή πετούνιας, και τα λαμπερά σκαθάρια Pachnoda. Ίσως η εμφάνιση της τροφής να είναι στους αγαμίδες ότι η οσμή και η γεύση είναι σ’εμάς και στα περισσότερα θηλαστικά. Παρόλα αυτά δεν την κατάφερα ποτέ να φάει φρούτα, ούτε καν ολοκόκκινες ζουμερές φράουλες, αν κι άλλοι δράκοι τρώνε. Ούτε επίσης έχει φάει πολλά λαχανικά, εκτός από κάποιες λεπτές φέτες καρότου σπάνια. Άλλη φορά δοκίμασα να του δώσω κολοκυθόσπορους, μήπως και τους φάει, αλλά δεν τους άγγιξε. Ο δράκος φανερώνει αισθητά τις προτιμήσεις του, κι όπως έχει στα φυτά, έχει και στα έντομα. Για παράδειγμα προτιμά τις ακρίδες και τις κατσαρίδες Αργεντινής από τα αλευροσκούληκα. Μια φορά περίπου σηκώθηκε στα δύο για να πιάσει μια ακρίδα! Τα αγαπημένα φαγητά μπορεί να τα φάει ακόμα κι αν είναι χορτάτη. Οι προτιμήσεις των διάφορων δράκων δεν είναι ωστόσο οι ίδιες. Ο δράκος στο feeders.gr τρελαίνεται για τα χωανοειδή άνθη της κάμψης (Campsis radicans), αλά η δική μου δεν τα έχει φάει σχεδόν ποτέ. Και όσον αφορά το ασβέστιο, πλέον σπάνια πασπαλίζω τα έντομα, αφού τρώει και σκέτο ασβέστιο. Της δίνω σπασμένο κόκκαλο σουπιάς ή όστρακο σαλιγκαριού, κι αρκετές φορές το τρώει. Επίσης δοκιμάζει και μερικές φορές καταπίνει χαλικάκια κατά τις περιπλανήσεις της. Την τροφή σπάνια την βάζω στο μπολ, συνήθως μόνο όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω. Συνήθως τα έντομα τα αφήνω μπροστά της ή αν είναι κινητικά ελεύθερα, και τα φυτά σε μια γωνία, ενώ συχνά την ταΐζω εκτός τερραρίου.

Το είδος έχει εκπληκτική ικανότητα διαχωρισμού των ζωικών από τις φυτικές τροφές. Ποτέ δεν τρώει ακίνητα έντομα, ούτε επιτίθεται σε κινούμενα φυτά σαν να ήταν έντομα. Μερικοί δράκοι τους οποίους οι κατοχοί τους μαθαίνουν από μικρούς να τρώνε χόρτα κινώντας τα σαν έντομα μπορεί να μπερδεύονται, αλλά γενικά τα ξεχωρίζουν. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω την Αναμπέλα με κινούμενα χόρτα. Μπορει να πάρει ένα κομμάτι αν αρχίζουν τα χόρτα να φεύγουν από μπροστά της, αλλά δε θα το κυνηγήσει σαν έντομο. Ομοίως δεν έφαγε ακίνητο έντομο ποτέ, αν και σ’αυτήν την περίπτωση είναι ευκολότερο να την κοροϊδέψω κουνώντας ένα νεκρό έντομο. Αυτό πιάνει ακόμα και για ζωικές τροφές με διαφορετικό σχήμα, όπως με σαλιγκάρια που είναι μέσα στο κέλυφός τους, οπότε θα πρέπει να έχει κάποιον τρόπο που τα ξεχωρίζει. Πιστεύω πως είναι περισσότερο θέμα σχήματος παρά μυρωδιάς. Έντομα που έχει κόψει κι αφήσει δε θα τα φάει, εκτός κι αν κινούνται. Τυχαίνει μερικές φορές να της πέσει ένα κομματάκι από κάποιο μακρύ superworm καθώς το μασάει, αλλά δε θα το αγγίξει. Αν όμως εγώ το κινήσω έστω και απειροελάχιστα, θα το φάει αμέσως. Όπως και σχεδόν όλες οι εντομοφάγες σαύρες, επιτίθεται μόνο σε κινούμενους στόχους. Τώρα που λέω για εξαπάτηση, είναι πολύ δύσκολο να κοροϊδέψω τη Μπέλα γενικώς. Πλέον ξέρει ότι μέσα στα διαφανή κουτάκια υπάρχουν έντομα, και τρέχει προς το μέρος τους να φάει. Αν για παράδειγμα την ταΐζω έντομα κάτω, κι έχω ένα κουτί πιο πέρα, μόλις το αντιληφθεί θα τρέξει εκεί που έχει τα περισσότερα, κι αν γίνει αυτό, είναι δύσκολο να το κρύψω, αφού και πίσω μου αν το βάλω θα το ακολουθήσει αμέσως. Μόλις όμως συναντά ένα τέτοιο μαγικό κουτί τρελαίνεται. Απ’ό,τι φαίνεται, δεν έχει πλήρη αντίληψη των διαφανών φραγμών και προσπαθεί επανειλημμένα να πιάσει έντομα έξω από το πλαστικό. Την έχω μάθει ν’ανεβάζει το κεφάλι της για να τρώει από πάνω, αλλά όταν πεινάει θα το ξεχάσει. Όταν τρώει από ένα κουτί, βρίσκεται σε απόλυτη χαρά. Τρώει τα πάντα και όσο πιο πολλά μπορεί. Τα ρεκόρ κατανάλωσης εντόμων που ανέφερα παραπάνω τότε γίνονταν. Μερικές φορές μπορεί να πάρει μαζί με το έντομο και υλικό που δεν τρώγεται, το οποίο φτύνει αμέσως. Πιθανότατα έχει τέτοια αντίδραση στο φαγητό, επειδή στην έρημο δεν έχει πάντοτε τροφή, αφού τη μία μέρα μπορεί να έχει παντού έντομα επειδή έβρεξε, ενώ την επόμενη να μην έχει απολύτως τίποτα, και η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί για έναν μήνα για παράδειγμα.

Επειδή η κοιλιά τους είναι πλατιά και οι κοιλιακοί τους λεπτοί, μπορείτ εεύκολα να εκτιμήσετε την κατάστασή τους, ώστε να καταλάβετε αν έχουν φάει καλά ή η τροφή έχει ήδη μεταβεί στο έντερο. Εγώ ψηλαφίζω κάποια σκληρά μέρη στην δεξιά πλευρά της κοιλιάς προς τα μπροστά, όπου βρίσκεται το στομάχι, τα οποία είναι οι τροφές. Όταν αυτά είναι πολλά, σημαίνει ότι ο δράκος έχει φάει καλά. Αν υπάρχει μια μπάλα προς τη μέση της κοιλιάς, σημαίνει ότι η τροφή έχει ήδη εισέλθει στο έντερο. Όταν είναι πιο πίσω έχει ήδη γίνει κόπρανα και βαίνει προς αποβολή, αλλά εκεί είναι δύσκολο να ψηλαφιστεί. Απλώς μπορώ να καταλάβω ότι έχεσε, αν προηγουμένως ήταν λίγο πρησμένη, και μετά ξεφούσκωσε, κι αυτό μόνο για μεγάλα περιττώματα. Όταν τρώει έχω προσέξει ότι λιάζεται περισσότερο για να χωνέψει, αλλά αυτό φαίνεται περισσότερο σε ψυχρότερες μέρες, αφού γενικά λιάζεται πολύ. Συνήθως παίρνει πάνω από 24 ώρες για να φύγει η τροφή από το στομάχι. Η γωνία της αφόδευσης βρίσκεται μπροστά και δεξιά. Όταν τα έχει κάνει, φεύγει συνήθως στην αντίθετη πλευρά, και συνήθως κατάλαβα ότι αφόδευσε, επειδή έχει ανακατέψει όλα τα χαρτιά από εκεί, ενώ άλλες φορές ανεβαίνει και λιάζεται. Έπειτα αλλάζω το χαρτί, και όσες στρώσεις από κάτω έχουν λίγη υγρασία, συνήθως 3-4, και το αντικαθιστώ. Μπορεί επίσης ν’αφοδεύσει έξω, όπου έχει επιλέξει ως επί το πλείστον τρεις περιοχές, τη μια δίπλα στο σιφώνι, την άλλη κοντά στην πόρτα και την άλλη κοντά στον καυστήρα του αερίου, κάτω από τον οποίο κρύβεται ή σκαρφαλώνει στους σωλήνες του. Συνήθως την προλαβαίνω και βάζω χαρτιά στο σημείο που θα τα κάνει, κι έτσι αλλάζω χαρτιά στο τερράριο σπανιότερα. Όταν πρόκειται ν’αφοδεύσει, μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, να τρέχει από τη μία μεριά στην άλλη, να μη θέλει να τη σηκώνω, και να φουσκώνει την κοιλιά της επειδή σφίγγεται. Μετά πηγαίνει σ’ένα σημείο, ανοίγει τα πίσω της πόδια, σηκώνει την ουρά, ανοίγει την αμάρα κι αποβάλλει το περίττωμα. Μετά απ’αυτό διπλώνει προσεκτικά την ουρά στο πλάι και πηγαίνει πιο πέρα. Δεν έχει πατήσει ποτέ τα περιττώματά της. Συνήθως κάνει μόνο μία κουτσουλιά, αλλά έχει τύχει να κάνει δύο, και δύο φορές τρεις.

Όσον αφορά τη δραστηριότητά της, δεν έχω να πω πολλά καλά λόγια. Είναι τεμπέλα σε σχέση με άλλους δράκους, και ώρες ώρες πιστεύω πως έχει κάποιο πρόβλημα στο μικρό της κεφαλάκι. Ο δράκος στο Feeders για παράδειγμα τρέχει μπροστά όταν τον πλησιάζει κάποιος, μήπως και φάει, αλλά η δική μου αρκείται στο να κοιτάξει προς την κατεύθυνση κάποιου. Είναι όμως πολύ παρατηρητική, προσέχοντας και την παραμικρή κίνηση και αλλαγή γύρω της. Όταν την βγάζω έξω, μπορεί να περπατήσει λίγο και μετά κάθεται κάπου να ξεκουραστεί. Μπορέι να χωθεί κάτω από κάτι ή να μπει σε μία γωνία, απ’όπου θα βγει σε αόριστο χρόνο. Μπορεί δηλαδή να βγει μετά από λίγα δευτερόλεπτα ή μετά από κανένα μισάωρο. Μέσα στο τερράριό της δεν είναι πολύ δραστήρια, αλά όταν είναι ανεβοκατεβαίνει στα κλαδιά, πηδάει πάνω στη φωλιά της ή σε κάποιο κλαδί, χώνεται πίσω από το μπολ, μπαινοβγαίνει στη φωλιά, και σπάνια μπορεί να προσπαθήσει να βγει από το τζάμι της αριστερής πλευράς, ίσως επειδή εκεί χτυπούν τα φώτα και παραξενεύεται από τις αντανακλάσεις. Όταν είναι έξω, συνήθως κάνει βόλτες ως μακριά, και μετά επιστρέφει. Μπορεί επίσης να σκαρφαλώσει σε χαμηλά αντικείμενα, όπως ξύλα και σκούπες, ή να χωθεί πίσω από κάτι. Άλλες φορές προσπαθει ν’ανέβει στους τοίχους, όπου σταματά αφού δε μπορεί να ανεβεί ψλότερα, και κάθεται μισοανεβασμένη. Η αναρριχητηκή ικανότητά της είναι μεγάλη, και μπορεί να γαντζωθεί ακόμα κι από κατακόρυφες επιφάνειες αν έχουν το σωστό ανάγλυφο, αν και δεν το προτιμά επειδή δε νιώθει ασφαλής έτσι. Συνήθως ωστόσο την βγάζω για να λιαστεί, οπότε μένει ακίνητη κάπου, απορροφώντας τις ωφέλιμες ακτίνες του ήλιου. Έχει μερικά σημεία στα οποία προτιμά να λιάζεται, με το καλύτερο αυτό δίπλα στη μπαλκονόπορτα, όπου νιώθει ασφαλής, επειδή τα ιπτάμενα αντικείμενα δεν την ενοχλούν. Υπάρχουν κι άλλες προτιμώμενες περιοχές που συγκεντρώνουν αρκετή θερμότητα. Ακόμα κι όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, πηγαίνει εκεί περιμένοντας τον ήλιο. Άλλες φορές, όταν συννεφιάζει ο καιρός, αλλά ακόμα οι επιφάνειες είναι θερμές, κάθεται εκεί και ζεσταίνεται. Ωστόσο αν αρχίσει να κάνει κρύο, να φυσάει ή να ψυχαλίζει ανησυχεί, πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο και τελικά επιστρέφει μέσα. Όταν λιάζεται, ξαπλώνει κάτω με πεπλατυσμένο σώμα, σαν τηγανάκι, κι αφού έχει ζεσταθεί αρκετά, μαζεύεται λίγο ή πηγαίνει απευθείας στη σκιά, η οποία βρίσκεται δίπλα της. Συχνά στήνω σανίδια διαγώνια, στα οποία την ανεβάζω για να λιαστεί, αν το δάπεδο δεν έχει ακόμα ζεσταθεί αρκετά από τον ήλιο. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, αν δηλαδή βρίσκεται σε ψυχρή επιφάνεια, ανασηκώνεται και πλαταίνει το σώμα της, ώστε να τραβήξει ηλιακή ακτινοβολία χωρίς να ψύχεται από κάτω. Αγαπημένο μέρος της είναι επίσης η περιοχή κάτω από τον καυστήρα, όπου συνηθίζει να ξεκουράζεται.

Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στις διαβεβαιώσεις όλων ότι οι γενειοφόροι δράκοι είναι αρκετά έξυπνοι. Άλλωστε στα περισσότερα βίντεο κάθονταν σε μια θέση κι έτρωγαν αυτά που είχαν μπροστά τους. Κυνηγούσαν άπιαστες δέσμες λέιζερ, χτυπούσαν τα τζάμια, και το χαρακτηριστικό για το οποίο οι άνθρωποι τους αγαπούν, ότι δηλαδή είναι τόσο ήρεμοι, δεν είναι στην πραγματικότητα δείγμα εξυπνάδας αλλά μάλλον το αντίθετο. Τι να το κάνει το μυαλό ένα ζώο που στήνεται σ’ένα βράχο στον ήλιο και περιμένει να χάψει έντομα; Παρόλα αυτά γρήγορα διαψεύστηκα, όταν είχα το δράκο μου για κάποιο χρονικό διάστημα, οπότε κατάλαβα ότι ήταν πολύ εξυπνότερος απ’ό,τι νόμιζα. Εκτός από τις ικανότητες που έχει στη διάκριση μεταξύ τροφών που ανέφερα παραπάνω, έχει και πολές άλλες ικανότητες. Έχει πολύ καλή αντίληψη του χώρου του, και γνωρίζει πού βρίσκεται το τερράριό του. Ακόμα κι αν φύγει 20 μέτρα μακριά, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως αφού έχει ζεσταθεί καλά έξω ή η θερμοκρασία πέσει, επιστρέφει αμέσως πίσω. Μπορεί ενώ κάθομαι ήσυχος στο δωμάτιο ν’ακούσω κάτι μικρά βήματα, και μόλις κοιτάξω να αντικρίσω τη μικρή Αναμπέλα που επιστρέφει. Θα μπορούσα να της βάλω μια ράμπα για να ανεβαίνει στο τερράριο μόνη της. Ακόμα κι αν κλείσω την πόρτα προς το δωμάτιο περιμένει έξω, συνήθως από τη μεριά που ανοίγει, κι αν μπορεί να την σπρώξει μπαίνει μέσα. Και από το τερράριο θέλησε κάποιες φορές να βγει έξω, ιδίως όταν επιζητούσε την ηλιακή θερμότητα. Μια φορά τον Αύγουστο, όταν κάηκε η λάμπα της, αν και είχε πολλή ζέστη και δε λιαζόταν στη λάμπα, η θερμοκρασία είχε πέσει στους 32 βαθμούς χωρίς αυτήν. Την πρώτη μέρα την βρήκα χωμένη στην τρύπα της, κάτω από τα χαρτιά, ενώ τη δεύτερη είχε βγει με το κεφάλι πάνω στη συρόμενη πόρτα, κοιτώντας προς την εξώπορτα. Επίσης γνωρίζει σε ποια σημεία είναι ασφαλές να πάει και σε ποια όχι. Αποφεύγει πάντοτε το απύθμενο σιφώνι στο μπαλκόνι, και δε σκαρφαλώνει σε επισφαλή ξύλα. Παρόλα αυτά μπορεί να πέσει από κάποιο τραπέζι, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο το κάνει εσκεμμένα λόγω χαμηλού ύψους ή έχει πρόβλημα με τον υπολογισμό των αποστάσεων. Μια άλλη φορά της είχα κάνει την εξής πλάκα: Βρισκόταν στον τοίχο πίσω από την πόρτα, και βλέποντας το μικρό άνοιγμα στους μεντεσέδες της πόρτας, ίσως νόμιζε πως μπορούσε να διαβεί από εκεί, κι έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησε να σκαρφαλώσει. Μετά εγώ απότομα έσπρωξα την πόρτα, κι αφού κοίταξε απορημένα ψηλά, έστριψε αμέσως κι έτρεξε πίσω. Ήθελα να το βιντεοσκοπήσω αυτό, αλλά δεν το ξαναδοκίμασε. Φέτος θα πρέπει να της μάθω το όνομά της. Θα έλεγα πως είναι λίγο λιγότερο έξυπνη από την κουνέλα μου. Για παράδειγμα αυτήν μπορώ εύκολα να την κοροϊδέψω με τροφή, ενώ την κουνέλα όχι πια. Αν για παράδειγμα θέλω να βάλω το κουνέλι πίσω στο κλουβί κι αυτο΄το αντιληφθεί αλλά δε θέλει να μπει μέσα, και προσπαθήσω να το δελεάσω με τροφή, θα πλησιάσει προσεκτικά, θα την πάρει και θα πάει να την φάει αλλού. Το δράκο μπορώ να του ρίχνω τροφή μπροστά του σε διάφορα σημεία, ώστε να συμπληρώσει έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του, αν και για να είμαι ηλικρινής δεν έχω προσπαθήσει να δελεάσω το δράκο με τροφή τόσες φορές όσο το κουνέλι για να είμαι σίγουρος ότι δε θα το καταλάβει. Σε σχέση με λιγότερο έξυπνα ζώα όπως το λοφιοφόρο γκέκο, είναι πιο ευπροσάρμοστη. Αν για παράδειγμα το γκέκο συνδυάσει ένα γεγονός με κάτι κακό, θα δυσκολευτεί να το ξεμάθει, κι αυτό μπορεί να πάρει κι έναν μήνα, ενώ ο δράκος εξετάζει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αν για παράδειγμα την πιάσω κατά λάθος κάπως άσχημα κι ενοχληθεί, δε σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα την πιάσω έτσι θα δυσαρεστηθεί. Μπορεί αρχικά να δυσανασχετήσει λίγο, αλλά μετά θα καταλάβει πως δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το γκέκο μπορεί να είναι επιφυλακτικό για μία μέρα από κάτι τέτοιο. Ένα ζώο που ζει σε ένα σκληρό περιβάλλον με ασταθή προσφορά τροφής και πολλούς κινδύνους παντού, θα πρέπει να έχει μυαλο για να επιβιώσει. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι υπάρχουν και εξυπνότεροι δράκοι από την δική μου.

Ξεχωρίζει επίσης τα άτομα, και με εμένα είναι πιο άνετη. Μπορώ να την σηκώσω, να την πειράξω και να την μετακινήσω χωρίς πρόβλημα. Όταν όμως έρχεται άλλος να την πιάσει, συνήθως δεν θέλει. Αν για παράδειγμα την κρατώ εγώ και θέλει ο πατέρας μου να την χαϊδέψει, μπορεί να πάει προς τα πίσω. Επίσης όταν έρχεται ο μικρός μου αδελφός πάει προς τα πίσω, αν κι αυτός γενικώς έχει απειλητική παρουσία, γι’αυτό έχει πρόβλημα. Σαν ντίνγκο μοιάζει. Με άλλους δεν ενοχλείται πολύ. Παρόλα αυτά δεν είναι πάντα καλή μαζί μου. Αν κάνει κρύο ή την πιάσω με κρύα χέρια ενώ λιάζεται, πιάνεται σφιχτά από το στήριγμά της, και αρνείται να μετακινηθεί. Άλλες φορές μπορεί να μη νιώθει τόσο ασφαλής, και να τινάζει το πίσω μέρος της αν την σηκώσω. Συνήθωςαν την κρατήσω καλά, στηρίζοντας όλο το σώμα και το μεγαλύτερο μέρος της ουράς, ηρεμεί. Ηρεμεί ακόμα κι όταν καταλάβει πως την μετακινώ προς κάποιο σημείο λιασήματος. Μπορεί επίσης να πάει λίγο προς τα πίσω αν της πιάσω απροειδοποίητα το κεφάλι ή το τρίτο μάτι, αλλά συνήθως δεν έχει πρόβλημα. Μόνο μια φορά μου είχε φουσκώσει τα γένια, όταν την τράβηξα έξω ενώ χωνόταν πίσω από κάποια πράγματα τις πρώτες μέρες που την είχα. Τότε σηκώθηκε ψηλά, φούσκωσε το σώμα της και φούσκωσε και μαύρισε τα γένια της. Μόλις την μετακίνησα αλλού, ξεφούσκωσε. Είναι τόσο ήσυχη που τρώει συχνά από το χέρι μου, ακόμα κι όταν την κρατάω, εντούτοις συνήθως δεν το κάνει αυτό αν βρίσκεται σε εντελώς ανοίκειο μέρος ή υπάρχουν αρκετά άτομα μπροστά της. Μια φορά την είχα μεταφέρει έξω από το σπίτι σε μικρή απόσταση, τυλιγμένη μέσα σε χαρτιά πηγαίνοντας, αλά την έβαλα πάνω στον ώμο μου γυρίζοντας, πράγμα που την φόβησε, αφού έχωσε το κεφάλι της πίσω από τον αυχένα μου για να μην βλέπει. Από τότε δε θέλω να την ξανακουβαλήσω έτσι. Δε με έχει δαγκώσει ποτέ, εκτός από μια φορά που προσπάθησα να τις βάλω φαΐ στο στόμα χωρίς να θέλει. Τότε γύρισε λίγο στο πλάι και με δάγκωσε, και μολονότι ήταν ασήμαντο, πόνεσα αρκετά. Σκεφτείτε πόσο πονάει ένα κανονικό δάγκωμα! Δε με μπερδεύει με φαγητό, αν και μερικές φορές έχει τύχει, ιδίως αν ο χώρος ήταν ημισκοτεινός ή τις έδινα πολλά μικρά έντομα το ένα πίσω απ’το άλλο. Αντίθετα, ο δράκος του Feeders, τον οποίο δε χειρίζονται πλέον τόσο όσο άλλοτε, κι ανοίγουν το τερράριο κυρίως για να τον ταΐσουν, είναι μαθημένος σ’αυτό και μπορεί να δαγκώσει κανένα δάχτυλο αν του παρουσιαστεί απροειδοποίητα. Όταν κοιμάται δεν την πειράζω, αλλά έχει τύχει να την ξυπνήσω ή να ξυπνήσει μόνη της με το φως. Προσπαθώ να μην ανάβω φως στο μέρος όπου βρίσκεται, αλλά μερικές φορές είναι αναπόφευκτο. Όταν ξυπνάει μπορεί και να φάει λίγα έντομα αν της δώσω, μετά όμως από λίγο πηγαίνει σε μια σκοτεινή γωνία και ξανακοιμάται. Όταν κοιμάται δεν αντιδρά πολύ, κι έτσι μπορώ να την μετακινήσω αρκετά εύκολα.

Υπάρχουν ωστόσο και οι περιπτώσεις που φοβάται πραγματικά. Μεγάλος της φόβος είναι οι μακρινές εωρούμενες σκιές, οι οποίες στη φύση συνήθως σημαίνουν αρπακτικά πουλιά που θα την σηκώσουν από το ζεστό βραχάκι της και θα την φάνε. Πολλοί δράκοι τρομάζουν από τέτοιες σκιές, και μεγάλο πρόβλημα έχουν αυτοί που σπάνια εκτίθενται στον εξωτερικό κόσμο, αν και όλοι σταδιακά συνηθίζουν. Η δική μου αρχικά φοβόταν πολύ τα πουλια που πετούσαν ψηλά και τα αεροπλάνα. Μόλις πλησίαζε ένα, έτρεχε αμέσως σε κάποια σκοτεινή γωνιά, κάτω μου ή πίσω από κάτι, και δεν έβγαινε από εκεί. Σιγά-σιγά ωστόσο άρχισε να εξοικειώνεται, και μολονότι ο φόβος δεν της έφυγε ποτέ, πλέον τα ανέχεται. Εξακολουθεί να τρομάζει αν βρίσκεται σε ανοιχτό ή ξένο χώρο, αλλά όταν βρίσκεται κοντά στην ασφάλεια, απλώς παρατηρεί την απειλή, αν και πάλι μπορέι να τύχει να τρομάξει.

Όπως λέω κι εγώ, αυτή η σαύρα μια μέρα θα μας σώσει, γιατί σίγουρα θα τρομάξει αν το αεροπλάνο που παρατηρεί αρχίζει να χαμηλώνει επικίνδυνα. Το πιο αστείο είχε γίνει ωστόσο τον πρώτο καιρό που την είχα, όταν προσπάθησε να πουλήσει τσαμπουκά σε αεροπλάνα δύο φορές. Και τις δύο αρχικά τρόμαξε, αλλά μετά στάθηκε στραμμένη προς την πλευρά του αεροπλάνου, σηκώθηκε, πλάτυνε πολύ και φούσκωσε το σώμα της και τα γένια της και πιθανόν ήλπιζε ότι το αεροπλάνο θα τρομάξει και θα εξαφανιστεί! Δεν ξέρει ότι η πραγματικότητα είναι αδιάφορη προς τις επυθιμίες του καθενός – αυτό θα πείτε ούτε όλοι οι άνθρωποι το έχουν εμπεδώσει. Δυστυχώς δεν ξανάγινε άλλη φορά αυτό, ώστε να το βιντεοσκοπήσω. Επίσης δε νιώθει άνετα κοντά στα κουνέλια, τα οποία αποφεύγει – μέσα στα κλουβιά τους βρίσκονταν. Τα μικρότερα εντούτοις ζώα τα θεωρει τροφή. Σύντομα αφότου τον πήρα, τον Απρίλιο, έβαλα δοκιμαστικά τον μικρό μου ακομα κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) μέσα σ’ένα πλαστικό κουτί, και αφού τον παρατήρησε για λίγο, προσπάθησε να τον φάει! Φοβάται επιπλέον το νερό, και δύο φορές που την έβαλα σε ρηχό νερό για μπανάκι για τη δυσκοιλιότητα, πετάχτηκε έξω. Αν και γενικώς δεν τη φοβίζουν πολλά πράγματα μέσα στο τερράριό της, όταν γίνονται μεγάλες εργασίες και μετακινήσεις μεγάλων αντικειμένων κοντά σε αυτό, μπορεί να γυρίσει το κεφάλι αλλού μετά από λίγο ή να κρυφτεί.

Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω. Από τη μία σκέφτομαι να την αναπαραγάγω, αλλά από την άλλη ανησυχώ για το πού θα δώσω όλα τα μικρά. Σίγουρα θα πάρουν κάποια μέλη του φόρουμ, ένας ή δύο απ’έξω και το Feeders, αλλά τι θα γίνει αν μου μείνουν; Πολλοί στο φόρουμ έχουν αυτό το είδος, αλλά ελάχιστοι τόλμησαν να το αναπαραγάγουν, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Κι επίσης θα δυσκολευτώ να βρω αρσενικό. Αν δε φέρει το Feeders κανένα κατάλληλης ηλικίας στην κατάλληλη εποχή, δύσκολα θα βρω. Ίσως τελικά να μην την αναπαραγάγω, αν και θα ήθελα όλα τα ζώα που έχω στη συλλογή μου να αναπαραχθούν κάποια στιγμή.

Προσπαθώ να εναρμονίζω τη φροντίδα των ζώων μου σύμφωνα με τα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας. Περνώ αρκετό χρόνο ψάχνοντας για επιστημονικές μελέτες για τα είδη του ενδιαφέροντος και διαβάζοντας άρθρα και βιβλία γι’αυτά. Έχω ψάξει αρκετά για τους γενειοφόρους δράκους, για τους οποίους έχω συλλέξει λίστα πηγών. Μόλις συνάντησα τη μελέτη για τη διατροφή του είδους στη φύση, ενδιαφέρθηκα για περαιτέρω πληροφορίες και απέστειλα ιμέιλ στον Dennis G. Oonincx, ο οποίος επίσης έκανε τις δύο μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό της d3 στους γενειοφόρους δράκους που παραθέτω, ζητώντας τα πλήρη κείμενα, τα οποία μου επισύναψε στην απάντησή του. Ο εν λόγω ερευνητής εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν στην Ολλανδία, όπου διεξάγει έρευνες κυρίως πάνω στη θρεπτική αξία των εντόμων, ενώ επίσης είναι εκτροφέας ερπετών. Εγγράφηκα επίσης στο φόρουμ του beardeddragon.org, το οποίο μπορώ να πω ότι με βοήθησε πολύ.

Πηγές και σύνδεσμοι

οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο feeders.gr
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γενειοφόρου δράκου στο anapsid.org
φροντίδα του γενειοφόρου δράκου στο Reptile Cage Plans
η σελίδα του Tosney για τους γενειοφόρους δράκους
beardeddragon.org
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για τους γενειοφόρους δράκους στο Διαδίκτυο. Έχει επίσης μεγάλο και ενεργό φόρουμ.
οι γενειοφόροι δράκοι από μια αυστραλιανή οπτική γωνία
η αναπαραγωγική βιολογία των γενειοφόρων δράκων

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες και κτηνιατρικά άρθρα
σημειώσεις για την εξάπλωση και τις συνήθειες του γενειοφόρου δράκου Pogona henrylawsoni
νυχτερινή θέρμανση και δραστηριότητα σε αρκετά είδη αγαμιδών
ο δράκος P. vitticeps έχει φυλετικά μικροχρωμοσώματα zz/zw
η αναστροφή του φύλου προκαλεί τη γρήγορη μετάβαση από γενετικό σε θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου στην P. vitticeps
η διατροφή των ελεύθερων γενειοφόρων P. vitticeps της Κεντρικής Αυστραλίας
τα αποτελέσματα της συμπλήρωσης με βιταμίνη d3 και της έκθεσης σε ακτινοβολία uvb στην ανάπτυξη και στη συγκέντρωση των μεταβολιτών της d3 στο πλάσμα νεαρών γενειοφόρων δράκων
οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της d3 στο αίμα παραμένουν σταθερές μετά την παύση έκθεσης σε uvb σε ενήλικους θηλυκούς γενειοφόρους δράκους
θερμορρύθμιση και ομαδοποίηση σε νεογέννητους γενειοφόρους δράκους
κοινωνική μάθηση μέσο μίμησης σε ένα ερπετό P. vitticeps
ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού κατά τη θερμορρύθμιση στην P. barbata
τα αποτελέσματα της θερμικής ποιότητας στη θερμορρυθμιστική συμπεριφορά της P. vitticeps
η υποξία προοδευτικά μειώνει το κατώφλι του ανοίγματος του στόματος στην P. vitticeps
θερμορρυθμιστικές συνέπειες της υπεραλάτωσης στην P. vitticeps
διάγνωση και θεραπεία περιοφθαλμικού μυξοσαρκώματος σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
γαστρικό νευροενδοκρινές καρκίνωμα εκφράζον σωματοστατίνη σε ένα γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
μυελογενής λευχαιμία σε έναν γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
χημειοθεραπεία για λευχαιμία σε γενειοφόρο δράκο P. vitticeps
προωρηξιακή στάση και δυστοκία σε ωοτόκες σαύρες
γενειοφόρος δράκος με περιοδοντική νόσο
υπερηχογραφική ανατομία στους γενειοφόρους δράκους P. vitticeps
υπολογισμός του χρόνου γαστρεντερικής μετάβασης στην P. vitticeps
τοξίκωση από πυγολαμπίδες σε σαύρες
κυκλική χρωματική μεταβολή στο γενειοφόρο δράκο P. vitticeps υπό διαφορετικές φωτοπεριόδους
η πρώιμη εξέλιξη του συστήματος του δηλητηρίου στα φίδια και τις σαύρες

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 7/4/2016: Ξύπνησα τη Μπέλα στις 16 Φεβρουαρίου, όταν ο καιρός άρχισε να φτιάχνει προσωρινά. Εντωμεταξύ ο δράκος στο feeders.gr είχε ξυπνήσει από πιο νωρίς, αν και δεν πέρασε από πλήρη χειμέρια νάρκη, γιατί ο χώρος του θερμαινόταν. Οι θερμοκρασίες κατά τη νάρκη της Αναμπέλας κυμαίνονταν μεταξύ 9 και 17 βαθμών Κελσίου, με τις συνηθέστερες μεταξύ 12-15 βαθμών. Την ξύπνησα ανάβοντας τις λάμπες, αλλ’επειδή δεν επαρκούσαν για τη θέρμανση του τερραρίου, έβαλα συμπληρωματικά και μια θερμαντική πλάκα 28χ14 εκ πάνω στη φωλιά της, την οποία έχω εκεί ακόμα. Ρύθμισα το χρονοδιακόπτη στις 11,5 ώρες, αν και μετά από λίγες εβδομάδες ανέβασα τη φωτοπερίοδο στις 12. Αν κι αρχικά έλεγα να περιμένω να βγει μόνη της, τελικά την έβγαλα εγώ έξω στον ήλιο, όπως την έβγαζα περιστασιακά κατά τη νάρκη για να τις δώσω λίγο νερό, όπου ζεστάθηκε και μισοξύπνησε. Την ίδια μέρα έφαγε μια μικρή κατσαρίδα Αργεντινής, και δυο μέρες μετά ένα κομματάκι φύλλου μολόχας. Έφαγε μεγάλη ποσότητα πρώτη φορά για φέτος στις 22 Φεβρουαρίου, οπότε κατανάλωσε 38 περίπου προνύμφες στρατιωτόμυγας (Phoenix worms). Αφόδευσε για πρώτη φορά φέτος στις 27 Φεβρουαρίου. Στις επόμενες μέρες, ο μεταβολισμός της έπεσε, γιατί οι εξωτερικές θερμοκρασίες έπεσαν απότομα, και το ίδιο συνέβη και στα ψυχρότερα σημεία του τερραρίου. Τότε παρέμενε για σχεδόν όλη τη μέρα πάνω στη θερμαντική πλάκα, η οποία έφτανε τους 30 βαθμούς, ή κάτω από τη λάμπα, η οποία ζέσταινε το ξύλο από κάτω της στους 34 βαθμούς. Μέχρι περίπου τα μέσα του Μαρτίου, δεν είχε ξυπνήσει εντελώς, αφού περνούσε αρκετό μέρος της ημέρας μέσα στην τρύπα της. Σιγά-σιγά άρχισε να κοιμάται συχνότερα και εκτός αυτής, κι ακόμα κι όταν κοιμόταν μέσα το βράδυ, δεν ξεχνιόταν εκεί την άλλη μέρα, όπως έκανε πριν, κι έβγαινε από το πρωί να λιαστεί. Η όρεξή της επίσης σταθεροποιήθηκε από τις 20 Μαρτίου και μετά. Τώρα τρώει περίπου 25-50 μικρά έντομα κάθε 3-4 μέρες, με λίγα συμπληρωματικά στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των κύριων ταϊσμάτων. Αφοδεύει επίσης κάθε 2-4 μέρες. Μερικές φορές τις δίνω και μερικά μεγαλύτερα έντομα και λίγα λαχανικά. Το διαιτολόγιό της αποτελείται κυρίως από αλευροσκούληκα, τα οποία εκτρέφω εγώ, όσο κι από Phoenix worms, τα οποία αγόρασα σε μεγάλη ποσότητα από εκτροφέα – ευτυχώς υπάρχει ένας σχετικά κοντά. Συμπληρωματικά δίνω και κατσαρίδες Αργεντινής, των οποίων η αποικία που φτιάχνω δεν έχει μεγαλώσει ακόμα πολύ, ακρίδες, superworms και λίγα φυλλώδη λαχανικά όπως μαρούλι και ζοχό. Επίσης άρχισε τις τελευταίες μέρες και η αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο στη δεξιά πλευρά της ράχης προς τα πίσω.

Ο καλός καιρός αυτό το διάστημα σημαίνει ότι την βγάζω σχεδόν καθημερινά έξω απ’το τερράριο, για 20 λεπτά έως πάνω από ώρα, οπότε έχει συχνές ευκαιρίες για άσκηση και εξερεύνηση. Έχω εκπλαγεί από το επίπεδο δραστηριότητάς της, η οποία είναι πολύ περιςσότερη απ’όσο νόμιζα. Αν και πάλι όχι τόσο δραστήρια όσο αυτή στο κατάστημα, εξακολουθεί να είναι αρκετά κινητική. Και πέρσι ίσως να ήταν το ίδιο δραστήρια την ίδια εποχή, αλλά εξαιτίας του άστατου καιρού δεν την έβγαζα έξω. Τώρα μόλις την βγάζω, αφού είναι ήδη ζεσταμένη από τη λάμπα, αρχίζει τις βόλτες. Μετά, αν κρυώσει λίγο, μετακινείται σε κάπιο σημείο στο δωμάτιο ή έξω με ήλιο, όπου κάθεται για 10-20 λεπτά, ή και λιγότερο αν είναι αρκετά ζεστή, και μετά ξαναρχίζει τις βόλτες. Τρέχει από το ένα μέρος στο άλλο, σταματά σε διάφορα πράγματα και τα κοιτάζει ή πηγαίνει από πίσω τους, σκαρφαλώνει σε κλούβες, σωλήνες, σκούπες, πόδια καρεκλών κλπ, ξανακατεβαίνει, μπαίνει κάτω από πράγματα, αλλά μετά ξαναβγαίνει, πηγαίνει στον ήλιο, γυρίζει κλπ. Μεταξύ των δραστηριότήτων της παρεμβάλλονται φυσικά και περίοδοι ξεκούρασης. Άλες φορές πάλι μπορεί να καθίσει στον ήλιο για πολλά λεπτά, χωρίς να κινείται, ιδίως μετά από ένα καλό γεύμα, προφανώς για να χωνέψει. Πλέον δε φοβάται σχεδόν καθόλου τα πουλιά και τα λοιπά ιπτάμενα αντικείμενα, από τα οποία έχει τρομάξει μόνο δύο φορές έως τώρα φέτος, αν και πάλι τα κοιτάζει προσεκτικά. Όπως έχω προαναφέρει, ξέρει να γυρίζει στο τερράριο μόνη της, κι όταν έχει περάσει αρκετό χρόνο έξω, επιστρέφει γρήγορα στην βάση του τερραρίιου με το κεφάλι προς τα πάνω, όπου περιμένει να την βάλω μέσα. Αν δεν την βάλω μέσα, θα ξαναφύγει ή θα πάει δίπλα. Τώρα όμως έχει μάθει και να βγαίνει από το τερράριο. Μερικές φορές όταν ανοίγω την εξώπορτα και μένως στο δωμάτιο μπορεί να κατέβει από το σημείο λιασήματος και να έρθει μπροστά στην πόρτα, αλά συνήθως προσπαθεί να ξαναβγεί όταν την βάζω μέσα μετά από βόλτα. Συχνά προσπαθεί να σκαρφαλώσει στα διάφανα τοιχώματα, αλά δείχνει πλέον ιδιαίτερη προτίμηση για τη μπροστινή αριστερή πλευρα΄, την οποία συχνότερα ανοίγω. Εκεί σηκώνεται όρθια και ξύνει επίμονα το τζάμι, μέχρι να ανοίξω την πόρτα. Αρχικά έβγαζε δειλά μόνο το κεφαλάκι της, αλά τώρα βγαίνει μόνη της έξω, κι αν την αφήσω, πέφτει κάτω. Μετά μπορεί να βγει έξω στον ήλιο, ή αμέσως να ξαναγυρίσει πίσω προς το τερράριο. Είναι πολύ έξυπνη τελικά. Αν της βάλω μια ξύλινη ράμπα πιστεύω θα μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει, όταν φυσικά είμαι εκεί και τις έχω ανοίξει την πόρτα. Είναι επίσης δραστήρια και μέσα στο τερράριο, όπου σκαρφαλώνει στα ξύλα, μετακινεί χαρτιά. Μπαίνει στην κρυψώνα και αμέσως βγαίνει,και προσπαθεί να περάσει μέσα απ’τα τζάμια. Μετά από λίγα λεπτά δραστηριότητας, ανεβαίνει και ξαπλώνει πάνω στη θερμαντική πλάκα, και αργότερα στη λάμπα. Η θερμαντική πλάκα ζεσταίνει στους 33 βαθμούς, η λάμπα στους 38, ενώ η γενική θερμοκρασία είναι 22-23 βαθμοί, οπότε μπορεί εύκολα να θερμορρυθμίζεται. Συνήθως πρωί κι απόγευμα κάθεται κάτω από τη λάμπα, ενώ το μεσημέρι, ιδίως αν την έχω βγάλει στον ήλιο προτύτερα κι έχει ζεσταθεί πολύ, προτιμά την ηπιότερη πλάκα. Το βράδυ κοιμάται δίπλα στην τρύπα, πάνω στην πλάκα, στο σημμείο λιασήματος κάτω από τη λάμπα, στην πιο δροσερή γωνία, και σπάνια μέσα στην τρύπα της.

η Αναμπέλα ο γενειοφόρος δράκος στο χέρι μου 28/4/2016

Της κατέβασα ακόμα και το παιχνίδι Ant Crusher στο iPhone μου, ώστε να την μάθω να το παίζει όπως στο γνωστό βίντεο του Αυστραλού. Πρόσφατα επίσης έκανα μια αγγελία στο φόρουμ των ερπετών για αρσενικό, ώστε να την ζευγαρώσω και να κάνει κι αυτή τα δικά της αυγά!

Pogona vitticeps ψήνεται στον ήλιο και κοιτάζει με απορία την κάμερα 31/3/2016
Τα παρακάτω βίντεο είναι από το γενειοφόρο δράκο στο feeders.gr. Στο πρώτο με μπερδεύει με φαγητό και με δαγκώνει λίγο, ενώ στο δεύτερο με κλωτσά με το πίσω πόδι επειδή την ενόχλησα.


.

Ενημέρωση 29/4/2016: Τελικά δεν έγινε η αλλαγή δέρματος. Ήταν απλώς ένα μικρό κομματάκι που άλλαξε, όπως συμβαίνει σχετικά συχνά στις σαύρες αυτές. Η Μπελιτσα παραμένει χαρούμενοι, δραστήρια, και πάνω απ’όλα φαγανή. Τρώει εύκολα 50-70 αλευροσκούληκα ή προνύμφες μύγας κάθε 3 μέρες, ή μπορεί να φάει λίγες κατσαρίδες Αργεντινής. Παρακάτω η φωτογραφία με το τερράριο, όπου έχω προσθέσει ακόμα ένα ξύλο ιβίσκου.

τερράριο του γενειοφόρου δράκου 28/4/2016

Ενημέρωση 2/6/2016: Ο δράκος άρχισε να μπαίνει σε καλοκαιρινό πρόγραμμα. Λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η δραστηριότητά της έχει μειωθεί αρκετά. Λιάζεται κάτω από τη λάμπα λιγότερο, και προτιμά να κάθεται δίπλα σ’αυτήν, ενώ επίσης τις πιο ζεστές ώρες μπορεί να μπαίνει στην τρύπα της για λίγο. Οι θερμοκρασίες στον περιβάλλοντα χώρο κυμαίνονται μεταξύ 27 και 30 βαθμών, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνουν και τους 40 βαθμούς. Επειδή οι θερμοκρασίες είναι καλές, έσβησα και αφαίρεσα εντελ΄λως τη θερμαντική πλάκα. Τρώει αρκετά. Από τις 29 Μαΐου ξεκίνησε η μεγάλη αλλαγή δέρματος, με πρώτο σημείο τη βάση της ουράς από δεξιά, το πίσω μέρος του δεξιού μπουτιού και τα χείλη. Τη με΄ρα πριν εκδυθούν τα χείλη, η Αναμπέλα έγλειφε συνεχώς τα χείλη της και δεν ήθελε να φάει. Επίσης έπινε αρκετό νερό. Χθες το δέρμα στα χείλη άλλαξε, κι έτσι ανακουφίστηκε. Τώρα που αλλάζει δέρμα, την ψεκάζω ελαφρά για να μαλακώσει.
Στις 17 Μαΐου συνέβη δυστυχώς ένα ατύχημα, που τελικά αποδείχθηκε μικρό. Πάτησα την ουρά της κατά λάθος. Αυτή βρισκόταν μπροστά στη μπαλκονόπορτα, κι εγώ βιαστικά πέρασα από δίπλα της, σίγουρος ότι θα την προσπεράσω, όμως δεν υπολόγισα σωστά το βήμα μου και την πάτησα με όλο το βάρος μου προς το τέλος της ουράς της. Ευτυχώς το κατάλαβα αμέσως και σήκωσα το πόδι μου σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η Μπέλα σοκαρισμένη σήκωσε το κε΄φαλι ψηλά για να δει τι γίνεται, αλλά δεν κατάλαβε αμέσως τι έγινε. Μετά ήταν απλώς κάπως ενοχλημένη και δεν ήθελε να καθίσει πάνω στο χέρι μου. Την επέστρεψα στο τερράριο αμέσως για να κοιμηθεί ήσυχη, επειδή σουρούπωνε. Τις δύο επόμενες μέρες είχε αρκετά πεσμένη διάθεση, γιατί έτρωγε λίγο, κινούταν πολύ λιγότερο και πιο νωχελικά από το σύνηθες, παρέμενε για ώρα στα ζεστά σημεία, και δε με εμπιστευόταν όταν την σήκωνα, προσπαθώντας να μου ξεφύγει. Την επόμενη μέρα μάλιστα, όταν την έβγαλα έξω για να ελέγξω την ουρά της ενοχλήθηκε αρκετά, και μόλις ξαναμπήκε στο τερράριο έτρεξε αμέσως στη μέση του χώρου κι άρχισε να κουνά γρήγορα και διαδοχικά το κεφάλι της, διακηρύσσοντας ίσως την περιοχή της, μέσα στην οποία δε θα πρέπει να την πειράζω. Εγώ ωστόσο έπρεπε να την ενοχλώ για το καλό της. Αυτό το έκανε δύο φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρή ζημιά η ουρά, αλλά οι μαλακοί ιστοί ίσως να τραυματίστηκαν λίγο, γιατί, αν και δε φαινόταν να πονάει κατά την κίνηση, όταν έμενε για ώρα ακίνητη ή κοιμόταν, κι εγώ της άγγιζα το χτυπημένο σημείο της ουράς, την μάζευε αμέσως, και μπορεί και να ξυπνούσε. Εάν αυτό συνεχιζόταν ή χειροτέρευε, θα την πήγαινα στην κτηνίατρο. Ευτυχώς σε τέσσερις μέρες επανήλθε στα φυσιολογοικά. Πρώτη φορά γίνεται αυτό, και ας ελπίσουμε τελευταία.

Ενημέρωση 25/6/2016: Οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στα ύψη, και η Αναμπέλα πάλι έγινε λιγότερο δραστήρια. Η γενική θερμοκρασία του χώρου της είναι 34-35 βαθμοί, δηλαδή κοντά στην προτιμώμενη θερμοκρασία, ενώ κάτω από τη λάμπα φτάνει και τους 47 βαθμούς. Ίσως να είναι ώρα να αλλάξω λάμπα με μια λιγότερων βατ. Η σαύρα κρύβεται σχεδόν όλη τη με΄ρα στην τρύπα της, ή κάθεται μπροστά από αυτήν, ενώ άλλες φορές μπορεί να ξαπλώνει στη δροσερή πλευρά του τερραρίου ή να κάθεται χαμηλά σε κάποιο κλαδί. Το βράδυ οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 29-33 βαθμών, και συνήθως κοιμάται είτε στο πάτωμα είται σε κάποια αστεία θέση πάνω σε κάποιο κλαδί, αφού πλέον νιώθει τόσο ασφαλής που μπορεί να κοιμάται οπουδήποτε. Την βγάζω έξω, και έπειτα από βραχεία έκθεση στον ήλιο λίγων λεπτών, επιστρέφει στη σκιά, όπου είτε ξαπλώνει για ώρα και μετά κάνει μια μικρή βόλτα, είτε κάνει βόλτα από την αρχή. Μόλις την βάζω πάλι μέσα, συχνά προσπαθεί να βγει για να κάνει ακόμα μία βόλτα. Λόγω ζέστης, το διάστημα αυτό το κατάστημα feeders.gr, απ’όπου προμηθεύομαι τα έντομα δε φέρνει τα νόστιμα και παχυντικά αλευροσκούληκα, superworms και μελοσκούληκα, και η αποικία των αλευροσκούληκών μου είναι ακόμα πολύ μικρή, οπότε αυτά τελείωσαν προσωρινά. Τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας (Phoenix worms), που μπορεί να φάει 30-60 τη φορά, λίγες κατσαρίδες Αργεντινής, και συμπληρωματικά πεταλουδίτσες και βρωμούσες (Palomena prasina) που πιάνω το βράδυ γύρω από τις λάμπες. Οι βρωμούσες, αν και βγάζουν δύσοσμη ουσία για άμυνα, δεν είναι στην πραγματικότητα τοξικές, και σαύρες που δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην οσμή των θηραμάτων όπως οι δράκοι τις τρώνε αμέσως. Άλλα είδη όμως, όπως τα γκέκο, τις αποφεύγουν, κι όσες φορές έδωσα σε γκε΄κο τις άφηναν ήσυχες. Της δίνω επίσης ψιλοκομμένο μαρουλάκι από έτοιμες σαλάτες, καθώς και φύλλα και άνθη ιβίσκου. Για ασβέστιο τρώει θραύσματα από κόκκαλο σουπιάς, όπως πάντα. Ακόμα συνεχίζει την αλλαγή δέρματος, με αλλαγή από διάφορα μέρη του σώματος και τα πόδια. Φέτος έχει παχύνει ακόμα περισσότερο από πέρσι.

Πρόσφατα επίσης έγιναν δύο αρκετά ενδιαφέρουσες μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο είδος. Στην πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο στο ερευνητικό ινστιτούτο Μαξ Πλανκ στη Φρανγκφούρτη της Γερμανίας, διαπιστώθηκε ότι οι γενειοφόροι δράκοι, όπως τα πουλιά και τα θηλαστικά, παρουσιάζουν δύο διαφορετικές φάσεις ύπνου, τον ύπνο ταχείας κίνησης των ματιών (rem) και το βαθύ ύπνο (nrem). Μέχρι τώρα, η ύπαρξη rem ύπνου στα ερπετά ήταν αμφιλεγόμενη, με άλλες μελέτες να την υποστηρίζουν κι άλλες να μην την επιβεβαιώνουν. Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η πρώτη φορά που ο ύπνος rem διαπιστώθηκε ξεκάθαρα σε καποιο ερπετό. Η εγκεφαλική δραστηριότητα εναλλάσσεται μεταξύ rem και βαθέος ύπνου σε πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ’ό,τι στον άνθρωπο ή σε μεγάλα θηλαστικά. Ο ύπνος rem ήταν από καιρό γνωστός στα πουλιά και στα θηλαστικά, και θεωρούταν ότι εξελίχθηκε κατά τη μετάβαση στην ενδοθερμία και κατά τη μεγέθυνση του εγκεφάλου για να υποστηρίξει συνθετότερες υποτίθεται λειτουργίες, αλά πλέον είναι πολύ πιθανό να υπήρχε στον κοινό πρόγονο όλων των αμνιοτών, του κλάδου που περιλαμβάνει τα ερπετά με τα πουλιά και τα θηλαστικά. Στον ύπνο rem επίσης παρατηρούνται και τα όνειρα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα, οπότε είναι πολύ πιθανό και οι γενειοφόροι δράκοι να ονειρεύονται, όπως υποθέτουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς της μελέτης. Τι άραγε να ονειρεύεται η μικρή Αναμπέλα; Ίσως ότι έφαγε καλά, ότι έφαγε νόστιμα έντομα, ίσως ότι την πειράξαμε μια μέρα κλπ. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Η άλλη μελέτη, που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στην Αυστραλία, βρήκε ότι διαφορετικές περιοχές του δέρματος του γενειοφόρου δράκου αλλάζουν χρώμα για διαφορετικούς σκοπούς. Είναι γνωστό ότι η ραχιαία επιφάνεια του ζώου αλλάζει χρώμα για τη θερμορρύθμιση, με σκουρότερα χρώματα σε χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να απορροφήσει περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία, και ανοιχτότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ώστε να αντανακλά την περισσότερη ακτινοβολία. Το στήθος και ο λαιμός του δράκου ωστόσο αλλάζουν χρώμα για λόγους κοινωνίκής σήμανσης. Όταν το ζώο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, οι περιοχές αυτές είναι ανοιχτό καφέ ή λευκές, αλλά όταν το ζώο πρέπει να επιδειχθεί σε κάποιο ομοειδές του, οι περιοχές αυτές σκουραίνουν. Αυτό ήταν από καιρό γνωστό από παρατηρήσεις τέτοιων ζώων, απλώς δεν ήταν σίγουρο ότι η χρωματική αλλαγή στις δύο αυτές περιοχές δε συσχετιζόταν. Παρόμοια τοπική χρωματική αλλαγή είναι γνωστή στους χαμαιλέοντες, και πιθανόν να υπάρχει και σε άλλα ιγκουάνια. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ενημέρωση 16/9/2016: Η αλλαγή δέρματος ολοκληρώθηκε προς το τέλος του Ιουλίου, αφού πρώτα έβγαλε μεγάλα κομμάτια από την ράχη και την κοιλιά σε κοντινές μέρες. Οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά υψηλές, κι έτσι περνούσε αρκετό χρόνο μέσα στην τρύπα της και το βράδυ κοιμόταν επίσης μέσα στην τρύπα. Τώρα τον Σεπτέμβριο, που οι θερμοκρασίες έπεσαν κάπως, ξαναέγινε πιο δραστήρια. Συχνά μετακινείται από τον ήλιο στη σκιά και μέσα στο τερράριο περνά πολύ λιγότερο χρόνο μέσα στην τρύπα, και συχνά κοιμάται εκτός. Το καλοκαίρι έτρωγε πολλά αλευροσκούληκα, γιατί η αποικία είχε μεγαλώσει, αλλά τα τελευταία τα κράτησα για τα γκέκο και τώρα τρώει κυρίως προνύμφες μύγας και κατσαρίδες Αργεντινής, μαζί με σαλάτα, φύλλα μουριάς και φύλλα ιβίσκου. Δεν τρώει τόσο πολύ όσο την άνοιξη, αλά έχει πάρει αρκετό βάρος, και δείχνει πολύ γεμάτη. Παρακάτω έχω διάφορα βίντεο όπου ο δράκος τρώει:



Εδώ τρώει φύλλα ραδικιού και μία χιλιοποδαρούσα, κι αυτή εκκρίνει δύσοσμη ουσία, αλ΄λα δεν επηρεάζει τους γενειοφόρους δράκους.

Εδώ είναι αρκετά ενοχλημένη μαζί μου και μου μαυρίζει τα γένια. Έχει να το κάνει αυτό εδώ και δύο χρόνια, από την πρώτη άνοιξη δηλαδή. Όπως και τότε, πάλι ήθελε να πάει αλλού και δεν την άφηνα, κι επίσης προσπαθούσα να της βάλω τροφή μπροστά χωρίς να θέλει. Αν και τα μαύρισε, δεν έκανε επίδειξη απειλής, δηλαδή δεν τα φούσκωσε. Μετά από ένα λεπ΄το επανήλθαν στο φυσιολογικό, κι έπειτα της έδωσα αποζημίωση με τη μορφή αγαπημένης τροφής (μικρές κατσαρίδες Αργεντινής) και νερού, και όλα καλά.

Τις τελευταίες μέρες κάπου τραυμάτισε το άκρο της ουράς της, και μολονότι έψαχνα το τραύμα, δεν το έβρισκα. Η Μπέλα όμως πονούσε και τραβούσε την ουρά της από εμένα, και αυτό το έβγαλα σε βίντεο. Τελικά μετά από λίγες ώρες σχεδόν σταμάτησε να δείχνει συμπτώματα, και την άλλη μέρα πάλι ήταν καλά. Πιθανότατα την έξυσε λίγο παραπάνω σε κάποια αιχμηρή γωνία καθώς στριφογύριζε. Ο τραυματισμός δεν την επηρέαζε στη μετακίνηση, αφού έτσι κι αλλιώς οι δράκοι κινούνται με το άκρο της ουράς ανασηκωμένο, παρά είχε πρόβλημα μόνο όταν την άγγιζα εκεί.

Πηγή:
Ερεβοκτόνος

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Στυλίτες, ασκητές κι ερημίτες

Ο καθαγιασμός και η εμπορευματοποίηση της παραφροσύνης στον Χριστιανισμό και η βιομηχανική παραγωγή «θαυμάτων».
Το προσκύνημα σε πρόσωπα που ζούσαν ακόμη συνέβαινε κατά μίμηση παγανιστικών εθίμων. Παντού στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσείλκυαν το πλήθος άνθρωποι κατειλημμένοι από τον «θεό», κήρυκες και θαυματοποιοί, σοφοί, μάντεις, εξάγγελοι της σωτηρίας, μυσταγωγοί, θεόπνευστοι. Και αυτοί οι ζωντανοί «divi», άνθρωποι προικισμένοι, για τους οποίους πίστευαν ότι ήταν πλήρεις θείου πνεύματος και θείας δύναμης, τους οποίους θεωρούσαν απεσταλμένους του Θεού, κινητοποίησαν ολόκληρα πλήθη. Διότι κατά την ελληνιστική περίοδο του θρησκευτικού συγκρητισμού, οι λαϊκές μάζες αγαπούσαν τους «επίγειους» θεούς, τους «επίγειους» αρωγούς, αυτούς θαύμαζαν οι «divi» ήρθαν να αντικαταστήσουν, ούτως ειπείν, τους φιλοσόφους και τους ποιητές της κλασικής περιόδου.
Στους πιο περίφημους από αυτούς τους ειδωλολάτρες συγκαταλέγεται ένας σύγχρονος της εποχής του Ιησού, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, η βιογραφία του οποίου, γραμμένη από τον Φιλόστρατο, έχει τόσο εκπληκτικές ομοιότητες με τη βιβλική εικόνα του Ιησού, ώστε σε πολλά κομμάτια της διαβάζεται σαν ευαγγελικό κείμενο. Κι ένας ακόμη πιο σκοτεινός εκπρόσωπος αυτού του θεϊκού σιναφιού είναι ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς, ένας κυνικός, ο οποίος αυτοπυρπολείται το 176 μ.Χ. σε μια θεαματική επίδειξη στην Ολυμπία μπροστά στα μάτια πολλών περίεργων περαστικών, αφού προηγουμένως, στη φυλακή, ομολογεί πίστη στον Χριστιανισμό -σύμφωνα με τον Λουκιανό, μόνο και μόνο για να αρπάξει πλούσια δώρα.
Σύμφωνα με τους απολογητές, υπάρχει ωστόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο προσκύνημα σε ζώντες ειδωλολάτρες κι εκείνο σε ζώντες χριστιανούς, μεγάλη διαφορά γενικά ανάμεσα σε κάθε ειδωλολατρικό και χριστιανικό προσκύνημα. Παραδέχονται μεν μια εκπληκτική ομοιότητα όσον αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα, ακόμη και ταυτότητα των προσώπων, αλλά ο ειδωλολάτρης αρωγός ενεργούσε από μόνος του, ο χριστιανός όμως μέσω του Θεού -ο ένας είναι η πηγή, ο άλλος το εργαλείο, η μια βοήθεια έχει μαγικές επιρροές, είναι θεουργική πρακτική, η άλλη είναι γνήσια και πραγματικά θρησκευτική. Ωστόσο λένε ότι ο Χριστός είναι πηγή, όπως ο ειδωλολάτρης ήρωας, αλλά ο Χριστός «αποτελεί εδώ εξαίρεση και δεν συγκρίνεται με άλλους» (Kotting).
Βέβαια, αυτά τα ξέρουμε και δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τέτοιου είδους εξυπνάδες, με παπαδίστικα ψέματα, μπορούμε να αγνοήσουμε τέτοιες δήθεν λόγιες διαφοροποιήσεις, που δεν είναι παρά χονδροειδείς απάτες και διδάσκονται για αιώνες. Όπως και να έχει το πράγμα, από τη μια πλευρά έχουμε να κάνουμε με την επιθυμία να βοηθηθούν, την ικανοποίηση της περιέργειας, την πίστη σε θαύματα· και από την άλλη με την κομπορρήμονα εκκεντρικότητα των επιδειξιών, όπως και με την επιδίωξη να βγάλουν κέρδος από τη δυστυχία, την αποβλάκωση· με λίγα λόγια κάθε φορά το θέμα είναι η ανθρώπινη φτώχεια, η μανία για τα θαύματα και η μπίζνα.

Οι ασκητές διέθεταν μεγάλη δύναμη έλξης. Υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να γίνουν αντικείμενα της περιέργειας των πιστών. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο δίποδο, αυτοί κρύβονταν σαν αγρίμια μέσα στη σπηλιά τους, χώνονταν στη γη σαν τυφλοπόντικες, ώστε μιλούσαν και για «άγιους τυφλοπόντικες». Για πολλούς αρκούσε «η μυρωδιά των ανθρώπων», για να το βάλουν στα πόδια. Και πολλές ασκητείες δεν δημιουργήθηκαν για θαυμαστές, όπως βεβαίως οι «έγκλειστοι» ή οι «βοσκοί».
Άλλοι ασκητές όμως αγαπούσαν τη «δημοσιότητα» και περιβάλλονταν από πλήθος μαθητών. Ο άγιος Απολλώνιος είχε περισσότερους από πεντακόσιους, όπως πιστοποιεί ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ρουφίνος. Άλλοι πάλι έμοιαζαν μάλλον με επιδειξίες της πιο ακραίας μορφής. Ναι μεν κάλυπταν το «αμαρτωλό» μέλος τους, είτε με μακριά μαλλιά, με μακριές γενειάδες, με φύλλα, είτε απλά κλείνοντας γρήγορα σφιχτά τα πόδια, αλλά κατά τα άλλα επιδείκνυαν τον ηρωισμό τους, την ηρωική αυτοθυσία τους στις υπηρεσίες του άγιου εγωισμού, για την επίτευξη του ουράνιου βασιλείου, επιδείκνυαν ανενδοίαστα την ασκητεία τους και κάθε είδος τρέλας που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ύστερα, σε αυτούς τους έρημους τόπους διαδραματίστηκε «ένα πρωτόγνωρο θέατρο, ένα θέατρο στο οποίο ο καθένας δίνει την εντύπωση ότι παίζει έναν αιώνιο ρόλο με ζήλο και οδυνηρή σχολαστικότητα», και το έκαναν με τέτοιο τρόπο, ώστε θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, «να διακρίνεις εδώ τους πραγματικούς τρελούς από τους δήθεν, τους αληθινούς αγίους από τους ψεύτικους…»(Lacarriere).
Όλη αυτή η χριστιανική βλακεία στις έρημους της Αιγύπτου, της Αραβίας, της Συρίας προκαλούσε την περιέργεια των πιστών. Είχε δημιουργηθεί ένα αντίγραφο των «Αγίων Τόπων» (Raymond Ruyer), οιονεί κομμουνιστικές κοινότητες και εκκεντρικοί όλων των ειδών. Κι έτσι άρχισαν να πηγαίνουν προσκυνητές και σε αυτά τα μέρη, καθώς μάλιστα, για πολλούς που ταξίδευαν στους «Αγίους Τόπους», η χώρα των Φαραώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα επισκέπτονται αναρίθμητοι πιστοί, με οποιαδήποτε κίνητρα, αλλού τους πιο γνωστούς αναχωρητές, αλλού τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα, τα μοναστήρια, στο Πίσπιρ, την Αρσινόη, την Οξύρρυγχο, την Αφροδιτόπολη, τη Βαβυλώνα, τη Μέμφιδα κ.ά. Έτσι, πήγαιναν απλοί άνθρωποι, όπως και «άνθρωποι του κόσμου». Ευγενείς, αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, πλούσιες κυρίες, όπως η πλούσια φίλη του Ιερώνυμου, Παύλα. Και η προσκυνήτρια Αιθερία ήταν ανάμεσα τους, και κατόπιν λαμπρές προσωπικότητες της εκκλησιαστικής ιστορίας από Ανατολή και Δύση, ο Παλλάδιος, ο Ιωάννης, ο Κασσιανός ή ο Ρουφίνος της Ακουιληίας. Και φυσικά, μεγάλα ξενοδοχεία κοντά στα μοναστήρια φρόντιζαν κι εδώ για την παρατεταμένη παραμονή των προσκυνητών.
Στα διάφορα είδη ασκητικής τρέλας και ασκητικού θεατρινισμού ανήκαν οι επονομαζόμενοι «ορθοί». Κι αυτό το είδος το οποίο εμφανιζόταν εν μέσω και ενώπιον όλου του κόσμου, μαγνήτιζε τα βλέμματα, προσείλκυε τους ερίεργους, εκείνους τους προσκυνητές οι οποίοι θαύμαζαν τα ανδραγαθήματα των ανθρώπων που στέκονταν όρθιοι, ακίνητοι σαν παλούκια, για ώρες, για ημέρες, ό,τι καιρό κι αν έκανε, μέσα στο λιοπύρι και στην καταρρακτώδη βροχή, με τα χέρια σταυρωμένα ή υψωμένα προς τον ουράνιο Πατέρα, σιωπηλοί, προσευχόμενοι, ψέλνοντας Ο άγιος Ιάκωβος, κατόπιν επίσκοπος της Νίσιβης και διδάσκαλος του εχθρού των Ιουδαίων αγίου Εφραίμ, είχε «για σκέπασμα του μόνο τον ουρανό» και ασκούσε τη «στάση (ορθοστασία)» τόσο απορροφημένος, ώστε κάποτε θάφτηκε ολόκληρος από το χιόνι, δήθεν χωρίς να το καταλάβει. Ένας συνάδελφος αυτού του περίτρανου ορθού, ο Ιωάννης των Σάρδεων, τη νύχτα, στον ύπνο του, κρατιέται όρθιος με σχοινί που έχει περάσει από τις μασχάλες του. Η αγία Δομνίνα, παρομοίως επαγγελματίας ορθή και εκτεθειμένη «στα μάτια όλου του κόσμου», «δεν μιλάει ποτέ», όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός διδάσκαλος Θεοδώρητος, «χωρίς να χύνει δάκρυα, πράγμα που γνωρίζω από ιδία εμπειρία, διότι συχνά έπιανε το χέρι μου και το έβαζε στα μάτια της και το ύγραινε τόσο, ώστε γίνονταν μούσκεμα».
Αλλά ακόμη και αυτοί οι μωροί επισκιάστηκαν από μια ασκητική τρέλα και μια επιδειξιομανία, με μια σκιά που έφτανε σε υψηλότερο, για να μην πούμε σε ύψιστο επίπεδο, αποτελώντας έτσι κυριολεκτικά την κορυφή όλων των ασκητικών ανδραγαθημάτων, από την πρακτική των στυλιτών.
Οι στυλίτες πυροδότησαν ένα μεγάλο κύμα προσκυνητών που δεν τελείωσε ούτε μετά τον θάνατο τους, παρά άνθισε στον τόπο της τόσο φιλόδοξης όσο και ανόητης εκκεντρικότητας τους, η οποία δημιούργησε τέτοιον σάλο ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Στέκονταν πάνω σε στύλους από πέτρα ή ξύλο και φυσικά με τον ένα και μοναδικό σκοπό να απομακρυνθούν από τη γη, από τους ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο που αυτό το, τουλάχιστον από μορφολογική άποψη, αποκορύφωμα των χριστιανικών παραλογισμών άρχισε στη Συρία, όπου ήδη οι ειδωλολάτρες πίστευαν ότι, όσο ψηλότερα στεκόταν ένας άνθρωπος, τόσο καλύτερα μπορούσε να μιλήσει με τους θεούς.
Στυλίτης Συμεών, ο Σύρος «φωτοδότης» – Έρχομαι πιο κοντά σε σένα Θεέ μου…
Ο στυλίτης Συμεών ο πρεσβύτερος, που γεννήθηκε γύρω στα 390 κοντά στη Νικόπολη, αρχίζει τη σταδιοδρομία του ακριβώς όπως και τόσες άλλες μεγάλες προσωπικότητες του Χριστιανισμού, ως βοσκός. Στη μονή της Τελεδά εξιλεώνεται με τέτοια υπερβολή, ώστε οι μοναχοί δεν τον αντέχουν και ζητούν την απομάκρυνσή του. Τώρα, δοξολογεί τον Θεό επί πέντε ημέρες μέσα σε ένα ξεροπήγαδο. Γύρω στο 412, κάπου βόρεια της Αντιόχειας, βάζει να τον εγκλείσουν συνολικά 28 φορές στην περίοδο της νηστείας, χωρίς οποιαδήποτε τροφή. Μετά από αυτό αιωρείται καρφωμένος σε έναν βράχο και παρατηρεί «με τα μάτια της πίστης και του πνεύματος αυτά που υπάρχουν στους ουρανούς»· μια τόσο χρήσιμη δραστηριότητα, ώστε μυριάδες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και πηγαίνουν προσκυνητές στο Συμεών -πράγμα που είναι σίγουρα εξίσου χρήσιμο. Λέγεται ότι του έφερναν δώρα ακόμη και οι ειδωλολάτρες. Αλλά οι πιστοί θέλουν να τον αγγίξουν, θέλουν να αποκτήσουν ένα κουρελάκι από τα ρούχα του, έστω ένα μαλλάκι από την προβιά του. Σκαρφαλώνει σε μια κολώνα, για να σωθεί, αλλά και για να υψωθεί «πνευματικά», για να είναι πιο κοντά στους ουρανούς, κι έτσι γίνεται ο πρώτος χριστιανός στυλίτης.
Ο Συμεών πλησιάζει αρχικά τον Ύψιστο μόνο κατά ένα, ύστερα κατά πέντε, κατά έξι, κατά έντεκα μέτρα -αλλά η παράδοση έχει διακυμάνσεις, όπως συμβαίνει τόσες φορές. Τέλος στέκεται σε ύψος είκοσι ή είκοσι πέντε μέτρων, για περίπου τριάντα χρόνια, «διότι ο πόθος που είχε μέσα του, να υψωθεί στους ουρανούς, είχε σαν αποτέλεσμα να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη γη». Εδώ είναι εκτεθειμένος σε κάθε καταιγίδα, σε κάθε λιοπύρι (πολύ αργότερα διαθέτουν μερικοί στυλίτες κάποια καλύβα, κάποιο στέγαστρο, στο στύλο τους). Γράμματα δεν ήξερε ο άγιος σχεδόν καθόλου, αλλά ήταν αρκετά εύγλωττος, ώστε να κάνει δύο φορές την ημέρα κήρυγμα στους προσκυνητές και να τους αποκαλεί «σκυλιά», κάθε φορά που μάλωναν σχετικά με το πρόσωπό του. Τις μεγάλες γιορτές, άπλωνε όλη νύχτα τα χέρια προς τον Θεό, σύμφωνα με μια άλλη πηγή και όλες τις υπόλοιπες νύχτες, «χωρίς να παίξει καν τα βλέφαρα του». Στεκόταν όρθιος ή έσκυβε μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών, για να προσευχηθεί, «διότι καθώς τρώει μόνο μια φορά την εβδομάδα, η κοιλιά του είναι τόσο επίπεδη που δεν δυσκολεύεται καθόλου να σκύψει». Ο επίσκοπος Θεοδώρητος αναφέρει επίσης ότι αυτές οι «επικύψεις» του Συμεών ήταν τόσες, ώστε πολλοί έμπαιναν στον πειρασμό να τις μετρήσουν. Ένας από τους συνοδούς του μέτρησε μια ημέρα έως και 1.244 «επικύψεις», αλλά ύστερα κουράστηκε να μετράει και τα παράτησε.
Ο «αστέρας» σκέφτηκε επίσης να περάσει τη ζωή του στέκοντας μόνο στο ένα πόδι. Ως εκ τούτου, «ο φωτοδότης του χριστιανικού κόσμου» (Κύριλλος της Σκυθόπολης) έπαθε ακαμψία, τα μέλη του γέμισαν πληγές και οιδήματα, τα οποία γρήγορα σάπισαν. Όπως ισχυρίζεται τουλάχιστον ο μαθητής του Συμεών, Αντώνιος, συντάκτης μίας φανταστικής βιογραφίας του δασκάλου του, ένα χειμώνα ο μηρός του σάπισε τόσο, «ώστε βγήκαν από μέσα πολλά σκουλήκια. Έπεφταν από το σώμα του στις πατούσες του, από τις πατούσες του στον στύλο, από το στύλο στο χώμα. Τότε ο Συμεών διέταξε ένα νεαρό άντρα, ονόματι Αντώνιο, ο οποίος τον υπηρετούσε και είδε και κατέγραψε όλα αυτά, να μαζέψει τα σκουλήκια και να του τα φέρει επάνω. Ύστερα τα έβαλε πάλι στην πληγή του και είπε: «Φάτε λοιπόν αυτά, που σας έδωσε ο Θεός»».
Αν και ολοζώντανος, ο Συμεών θεωρείτο ήδη μάρτυρας. Όντας ζωντανός, ήταν μάλιστα ανώτερος από τους πεθαμένους αγίους. Πολλοί σύγχρονοι της εποχής του τον θεωρούσαν σχεδόν σημαντικότερο από τον Πέτρο και τον Παύλο. Σύμφωνα με τη γνώμη τους, ξεπερνούσε στη νηστεία το Μωυσή, τον Ηλία, ακόμη και τον Ιησού. Ο Συμεών δεν θεράπευε με κουρελάκια από το ρούχο του ή με σάλιο, όχι, η προσευχή του μόνο έκανε θαύματα ακόμη και στις πιο μακρινές περιοχές. Ξερίζωναν μαλλάκια από την προβιά του, έπαιρναν φακές από το γεύμα του, χώμα από το μέρος που στεκόταν. Και στο τέλος, όλα προσφέρονταν, ούτως ειπείν, συσκευασμένα, έτοιμα προς χρήση: Ευλογίες, υγιεινή τροφή, θεραπευτικό λάδι, ευλογημένη σκόνη, «σκόνη της θείας χάριτος»· αρχικά σφραγισμένα με έναν σταυρό, ύστερα με το πορτρέτο του Συμεών, αργότερα και ολόκληρα αγαλματίδια.
Γενικά η σκόνη ήταν ένα «εντελώς φυσικό μέσο ευλογίας», τίποτα το φτηνότερο, τίποτα το πιο πρόχειρο, κι όμως πολύτιμο «ωσάν πολύτιμος λίθος»· ιδιαίτερα αποτελεσματική για τις παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Τη μετέφεραν σε μικρές κάψουλες, περιζήτητη όχι μόνο ως φάρμακο αλλά και ως φυλακτήριο -πουθενά περισσότερο από ό,τι στην Τουρ· αλλά και στα Ευχάιτα παραδείγματος χάρη ή στα μέρη κοντά στον Συμεών. Με αυτό τον τρόπο οι προσκυνητές δεν «εισήγαγαν νέα εποχή» στην ιατρική αλλά «στα προσκυνήματα και τη λαϊκή ευσέβεια» (Kotting). Αργότερα έπαιρναν και σκόνη από τον στύλο του, ώστε τον Μεσαίωνα είχε φθαρεί ολόκληρος· μια απώλεια για τον κόσμο του πολιτισμού
Έτσι ανθούσε η μια και μοναδική αληθινή θρησκεία. Πλήθη χριστιανών πήγαιναν κατά κύματα κοντά του. Πήγαιναν και πολλές γυναίκες, καθώς φαίνεται αρκετές, στις οποίες ο Θεός δεν χάριζε απογόνους. Άλλες πήγαιναν γι’ αυτόν τον λόγο στον άγιο Μηνά ή στη Μένουθη ή, όπως η βασίλισσα των Πάρθων Σίρα, στον άγιο Σέργιο στη Ρουσαφά. Οι ειδωλολάτρισσες προτιμούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις ιδιαίτερα τους Δελφούς και τα Ασκληπιεία. Στον Συμεών αδικούνταν όμως οι γυναίκες, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη μακρά ιστορία του Χριστιανισμού. Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να πλησιάσουν πολύ κοντά τον άγιο. Έπρεπε να μένουν έξω από τη μάνδρα και μπορούσαν να παρουσιάσουν τις παρακλήσεις τους μόνο με διαμεσολαβητή. Λέγεται ότι ο Συμεών αρνήθηκε και στην ίδια του τη μάνα την είσοδο στον περίβολο, ότι και όλη του τη ζωή δεν την κοίταξε, για ασκητικούς λόγους -tota mulier sexus (η γυναίκα δεν είναι παρά γενετήσιο μόριο), μια αρχαία χριστιανική σοφία. Και μετά τον θάνατο του αγίου, απαγορευόταν στις γυναίκες να μπαίνουν στην εκκλησία του προσκυνήματος, όπως πιστοποιεί ο Ευάγριος ο Σχολαστικός.
Αλλά οι απλές γυναίκες έρχονταν σε κοπάδια, όπως και οι απλοί άντρες. Ο επίσκοπος Θεοδώρητος, ο συμπατριώτης του Συμεών, που κάποτε λίγο έλειψε να καταπατηθεί από το πλήθος των θαυμαστών του αγίου, είδε έναν «ανθρώπινο ωκεανό» να κυματίζει στη βάση του στύλου. Δεν έρχονταν μόνο από όλα τα γύρω μέρη της Ανατολής, λέει με υπερηφάνεια ο Θεοδώρητος, Ιουδαίοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Ίβηρες, Αιθίοπες, αλλά και από την άκρη της Δύσης: Ισπανοί, Γαλάτες, Βρετανοί, ακόμη και οι τεχνίτες «της μεγάλης Ρώμης» είχαν στήσει σε όλους τους προθαλάμους των εργαστηρίων τους μικρές εικόνες του Συμεών, «για να διώχνει το κακό και να τους προφυλάσσει».
Ένας-ένας και κατά ομάδες πήγαιναν κοντά του προσκυνητές, για να πάρουν την ευλογία του, τη συμβουλή του, κυρίως όμως για να απαλλαγούν από κάθε είδους ανίατες αρρώστιες. Ιδιαίτερα την εποχή της μεγάλης ξηρασίας ήταν περιζήτητη η προσευχή του, αφού οι Σύροι έρχονταν σε μεγάλες πομπές. Αφού έρχονταν ακόμη και οι ειδωλολάτρες και προσηλυτίζονταν, συνέτριβαν «μπροστά στο μεγάλο φως τα λατρεμένα είδωλα» και απείχαν «από τα όργια της Αφροδίτης» (Θεοδώρητος). Ολόκληρες φυλές λέγεται ότι δέχτηκαν με μιας την «ιερή βάπτιση», οι πιο προσεκτικοί πάντως υπόσχονταν με γραπτό συμβόλαιο την «αγία βάπτιση», σε περίπτωση που η προσευχή του Συμεών έβαζε τέλος στο πρόβλημά τους.«Λάγνοι έρχονταν και σωφρονίζονταν, πόρνες πήγαιναν στο μοναστήρι, Άραβες που δεν γνώριζαν ακόμη ούτε το ψωμί υπηρετούσαν τον Θεό» (Συριακός Βίος Συμεών). Και, καθώς ακόμη και οι απλοί προσκυνητές έβαζαν τον οβολό τους στο καλάθι το οποίο κρεμόταν μόνιμα στη βάση του στύλου, τι να δώριζαν άραγε οι απεσταλμένοι των βασιλέων, οι οποίοι λέγεται ότι εμφανίζονταν συχνά για να πάρουν την ευλογία για λογαριασμό των κυρίων τους, ακόμη και υποδείξεις για το κυβερνητικό έργο.
Από τότε που υπάρχει ο χριστιανικός θεσμός του προσκυνήματος, οι κύκλοι των ιερωμένων επηρέαζαν και επηρεάζουν το παγκόσμιο γίγνεσθαι έως σήμερα. Και στην αρχαιότητα ζητούσαν οι εξουσιαστές συχνά τη συμβουλή προσκυνημάτων ή αναχωρητών. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’, πριν από τις εκστρατείες του εναντίον του Μάξιμου το 388 και εναντίον του Ευγένιου το 394 -την αποφασιστική διάλυση της ειδωλολατρίας-, συμβουλευόταν τον Αιγύπτιο ερημίτη Ιωάννη. Οι ηγεμόνες των Φράγκων Χιλπέριχος και Μεροβαίος απευθύνθηκαν στον τάφο του αγίου Μαρτιίνου της Τουρ (ο διάκονος του Χιλπέριχου απόθεσε πάνω στον τάφο μια δύσκολη ερώτηση του βασιλιά με τη μορφή επιστολής, όπως κι ένα κενό φύλλο χαρτί για την απάντηση! Αλλά σε αυτή τη περίπτωση ο ουρανός τήρησε σιγή τάφου).
Στην περίπτωση του Συμεών όμως είχε και το ίδιο το προσκύνημα πολιτικό παρασκήνιο, πράγμα που συμβαίνει ωστόσο αρκετά συχνά. Αυτό το δείχνει η αναφορά ενός φυλάρχου των Βεδουίνων ο οποίος γράφει: «Γίνονται χριστιανοί, προσαρτώνται στους Ρωμαίους κι επαναστατούν. Όποιος ανηφορίσει κατά εκεί, θα του κόψω το κεφάλι και τα κεφάλια των δικών του».Αλλά τη νύχτα «σε μια οπτασία» -και πόσο ζωντανές ήταν συχνά αυτές οι οπτασίες, αν δεν είναι ως συνήθως φούμαρα-, ο φύλαρχος δέχεται θανατηφόρες απειλές, οπότε τώρα δίνει την άδεια: «Οποιοσδήποτε θέλει να ανηφορίσει επάνω στον αφέντη Συμεών, για να λάβει εκεί τη βάπτιση και να γίνει χριστιανός, ας το κάνει, χωρίς κανένα φόβο. Εάν δεν ήμουν υποτελής στον βασιλιά των Περσών, θα πήγαινα κι εγώ και θα γινόμουν χριστιανός».
Με λίγα λόγια, η επιρροή του αγίου ήταν εξαιρετικά μεγάλη, κι έτσι φυσικά και η προσέλευση των προσκυνητών. Οι μαθητές του Συμεών, όπως λέγεται διακόσιοι και ύστερα ακόμη περισσότεροι, απόκτησαν κελιά· οι απαρχές του μετέπειτα μοναστηριού. Ήδη όσο ζούσε, υπήρχε μια εκκλησία, όπως φαίνεται και βαπτιστήριο, εκτός αυτού καταλύματα, ξενώνες· αφού πολλοί προσκυνητές έμεναν οχτώ ή και δεκατέσσερις ημέρες. Και όταν το 459 ο Συμεών πέθανε σε ηλικία εβδομήντα ετών -εξακόσιοι στρατιώτες από την Αντιόχεια έπρεπε να προστατεύσουν τη σορό από τους Σαρακηνούς και τους πιστούς που ήταν μανιακοί για τα λείψανα-, ο στύλος του συνέχισε να προσελκύει τις μάζες για αιώνες ολόκληρους. Ενώ η σορός του την οποία πήρε ο αυτοκράτορας Λέων για την πρωτεύουσα, δυσαρεστώντας τους Αντιοχείς, προσείλκυε λίγο κόσμο. Όλοι κατέκλυζαν τον στύλο, ο οποίος θεωρείτο πολύτιμο λείψανο και σύντομα απέκτησε γύρω του σύμπλεγμα κτιρίων, πράγμα ασυνήθιστο ακόμη και για τόπους προσκυνήματος. Ιδιαίτερα στις επετείους του, έρχονταν προσκυνητές από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τελούσαν αυτούς τους εορτασμούς «με θεολογικό ζήλο που άγγιζε τα όρια της έκστασης… Η διεύθυνση της εκκλησίας του προσκυνήματος ήξερε να δίνει πλούσια τροφή στη θρησκευτική φαντασία των προσκυνητών με επιτήδεια κόλπα, έτσι ώστε να μένει πολύ ζωντανή η ανάμνηση του μεγάλου αγίου στο λαό» (Kotting). Γύρω στα 560, ο Ευάγριος ο Σχολαστικός είδε στην Αντιόχεια πια μόνο την κάρα του Συμεών που της έλειπαν μερικά δόντια, αφού τα είχαν κλέψει θαυμαστές.
Στον δρόμο που χάραξε ο Συμεών
Αυτή η ορθοστασία στον στύλο για δεκαετίες ήταν τέτοια τρέλα, ώστε συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες χριστιανικής σωτήριας ιστορίας. Από το 460 ο ιερομόναχος Δανιήλ, μαθητής του Συμεών, στεκόταν για περίπου τριάντα τρία χρόνια πάνω σε ένα στύλο στον Ανάπλου. Είχε χειροτονηθεί ιερέας, παρά τη θέληση του, από τον πατριάρχη Γεννάδιο. Τον επισκέφθηκαν μάλιστα ο αυτοκράτορας Λέων, η αυτοκράτειρα Ευδοξία και φυσικά πλήθη προσκυνητών, ακόμη και «αιρετικών» (επειδή τα κόπρανα του ήταν «εξαιρετικά στεγνά», η παράδοση αναφέρει πως ήταν «ίδια με της κατσίκας»). Τα πλούσια δώρα για τον στυλίτη με τους πολλούς θαυμαστές τα εισέπραττε η εκκλησία που υπήρχε δίπλα. Ο Τίτος, ένας αξιωματικός του αυτοκρατορικού παλατιού, εγκατέλειψε τον στρατό και περνώντας σχοινιά κάτω από τις μασχάλες του, αιωρούταν στον αέρα, χωρίς να αγγίζει το έδαφος. Τον 6ο αιώνα ένας πρώην έπαρχος της Κωνσταντινούπολης περνάει σαράντα οχτώ χρόνια πάνω σε στύλο κοντά στην Έδεσσα. Τον 7ο αιώνα ο άγιος Συμεών ο νεότερος σκαρφαλώνει σε ένα στύλο «τόσο μικρός ακόμη, ώστε άλλαξε τα πρώτα του δόντια, όταν ανέβηκε». Στα τριάντα τρία του χρόνια χειροτονείται ιερέας και κάνει τόσα θαύματα, ώστε οι χριστιανοί συρρέουν πάλι κατά μυριάδες, για να δουν τον «νέο Συμεών», και ο λόφος με τον τελευταίο και υψηλότερο στύλο του παίρνει τελικά το όνομα «το Βουνό των Θαυμάτων» (Wunderberg). Το ίδιο διάσημος έγινε ο άγιος Αλύπιος, ο οποίος πέρασε «67 χρόνια πάνω σε έναν στύλο», «τον περισσότερο καιρό όρθιος, τα τελευταία χρόνια ξαπλωμένος» (Θεολογικό και Εκκλησιαστικό Λεξικό)· είναι ένας από τους συχνότερα απεικονιζόμενους ασκητές της Ανατολής σε εικόνες, φρέσκα, βυζαντινές μινιατούρες. Όλοι αυτοί οι τρελοί του Χριστιανισμού είχαν τεράστια προσέλευση κοινού, και οι λαϊκές μάζες τούς πολιορκούσαν. Και εννοείται ότι τα προσκυνήματα συνεχίζονταν και μετά τον θάνατό τους.
Παρά τις κακουχίες, η ζωή στον καθαρό αέρα ωφελούσε, φαίνεται, τους στυλίτες. Αν και γλεντούσαν πάνω στους στύλους τους τον θαυμαστό ασκητικό ιδανικό τους και δεν κρατιόντουσαν να φτάσουν στον Θεό, όσο πιο γρήγορα και όσο πιο κοντά μπορούσαν, ειδικά αυτοί έμελλε να περιμένουν τον περισσότερο χρόνο, τριάντα, πενήντα χρόνια ή και περισσότερο. Ο Συμεών ο πρεσβύτερος έφτασε τα εβδομήντα, ο Δανιήλ τα ογδόντα τέσσερα, ο Αλύπιος τα ενενήντα εννέα, ο Λουκάς, ένας στυλίτης του 9ου αιώνα, τα εκατό χρόνια. Επίσης αυτοί οι άγιοι πέθαιναν από, ούτως ειπείν, φυσικό θάνατο, εάν δεν τους χτυπούσε κεραυνός κατά τις αδιερεύνητες βουλές του Κυρίου, όπως έναν στυλίτη από τη Μεσοποταμία πάνω στον γύψινο στύλο του, ή δεν τους σκότωναν ληστές. Εξάλλου, σε μια τόσο εξαιρετική υπόθεση δεν εκπλήσσουν μάλλον άλλες ιδιαιτερότητες. Παραδείγματος χάρη, η θεολογική λογομαχία ανάμεσα σε έναν καθολικό και ένα μονοφυσίτη στυλίτη, ούτως ειπείν, γείτονες, οι οποίοι αντάλλαζαν ύβρεις από τους στύλους τους, όπως περιγράφει ο Ιωάννης Μόσχος, ένας Ανατολίτης μοναχός, ο οποίος πέθανε το 619 στη Ρώμη. Ή εκείνη η παράξενη συγκέντρωση εκατό στυλιτών που στέκονταν σαν ολόκληρο δάσος από στύλους γύρω από έναν ηγούμενο στη Γεθσημανή της Παλαιστίνης.
Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο πρώτος ασκητής – Ο θεμελιωτής του «υγιούς» μοναχισμού που εξύψωσε την απλυσιά και την αγραμματοσύνη
Γεννήθηκε λοιπόν περί το 250 στην Κομά, κώμη της Αιγύπτου κοντά στην Μέμφιδα, από γονείς εύπορους. Από παιδί ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, ουδεμία όμως έτρεφε κλίση προς τα γράμματα, τα οποία «μαθείν ουκ ηνέσχετο». Αγνοούσε ακόμα και αυτή την γραφή και την ανάγνωση της μητρικής του γλώσσας που ήταν η κοπτική. Την ελληνική γλώσσα την αγνοούσε εντελώς.
Μέχρις εδώ πληροφορούμαστε ότι για να κερδίσει κανείς τον τίτλο «Μέγας», πρέπει να είναι εντελώς αγράμματος. Έτσι εξηγείται η αγραμματοσύνη των καλόγερων ανά τους αιώνες. Κι αν δεν προέκυπτε αργότερα η ανάγκη της ανάγνωσης, για λόγους που εξυπηρετούσαν τις χριστιανικές λειτουργίες, μάλλον θα παρέμενε η τάξη αυτή των μοναχών βουτηγμένη εντελώς στα σκοτάδια της παντελούς αγραμματοσύνης. Καθ’ όλον τον ερημικό βίο του ο Αντώνιος ουδέποτε άλλαξε ένδυμα και ουδέποτε ένιψε το σώμα του ή καν τα πόδια του με νερό! (Βίος κεφ. 47 και 95).
Δεύτερο λοιπόν χάρισμα για να αποκαλεστεί κανείς μέγας είναι η παντελής έλλειψη καθαριότητας! Τόσο δε θαύμασαν οι κατοπινοί άγιοι πατέρες την αρετή αυτή της απλυσιάς του Αντωνίου, ώστε φρόντισαν να την καθιερώσουν δια των θείων διδασκαλιών τους και κυρίως δια του επιχειρήματος ότι είναι κάκιστη χειρονομία το «μπανίζεσθαι τον μοναχόν» ένεκα τη διεγέρσεως του σεξουαλικού ενστίκτου, το οποίον τούτο κατηραμένον ένστικτο «εξανίσταται δια της αφής των χειρών επί του σώματος».
Ο Αντώνιος όχι μόνον ήταν αγράμματος αλλά υποστήριζε και θεωρητικά την αγραμματοσύνη. Διέθετε μάλιστα επιχείρημα ατράνταχτο και αδιάσειστο. Όταν λοιπόν προσήλθαν κάποιοι προς αυτόν και θέλησαν να τον πειράξουν για την αγραμματοσύνη του, τους αποστόμωσε λέγων: «Τι λέγετε, τι είναι πρώτον ο νους ή τα γράμματα και ο νους είναι αίτιον των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου;». Όταν δε αυτοί του απάντησαν ότι προηγείται ο νους κι ότι αυτός είναι εφευρέτης των γραμμάτων, απάντησε: «Εκείνος λοιπόν όστις έχει υγιή νουν δεν έχει ανάγκη των γραμμάτων» (κ. 73).
Σε κάποιον σοφό που ρώτησε πάλι τον Αντώνιο πώς αντέχει την στέρηση της ευχαρίστησης από την ανάγνωση βιβλίων απάντησε: «Το δικό μου βιβλίο, ω φιλόσοφε, είναι η φύση των γεγονότων και μπορώ όταν θέλω να αναγινώσκω τους λόγους του Θεού».
Για να δούμε όμως τι είδους ανθρώπους παράγουν τέτοιες σκοταδιστικές διδασκαλίες. Ένα συνηθισμένο θέμα των ζωγράφων του Μεσαίωνα ήταν οι πειρασμοί του αγίου Αντωνίου. Με τον Αντώνιο εικονίζονταν συνήθως γυναίκες, ως σύμβολο των σαρκικών πειρασμών, και χοίροι, ως προσωποποίηση των δαιμόνων, τους οποίους υπερνίκησε. Από παρεξήγηση λοιπόν του συμβολισμού αυτού ο Αντώνιος θεωρήθηκε προστάτης των χοίρων και γενικώς των ζώων. Επίσης θεωρήθηκε και ως προστάτης κατά διαφόρων επιδημιών, τις οποίες νόμιζαν ότι προκαλούσαν διαβολικές επιδράσεις και μάλιστα της φοβερής πανωλικής επιδημίας, η οποία ονομάζονταν συνήθως «Αντωνιανόν Πυρ», διότι πιστεύονταν ότι θεραπεύονταν δια της επικλήσεως του ονόματος του αγίου αυτού, και εκ εξ αυτού προέκυψε το τάγμα των Αντωνιανών. Ο πρωτοπόρος τώρα της προώθησης του βρόμικου και άπλυτου σώματος Αντώνιος, γίνεται, αυτός ο ίδιος, το αντίδοτο κατά της επιδημίας που προκάλεσε. Ως προς την ανακήρυξη του αγίου ως προστάτη των χοίρων, τελικά, φαίνεται ότι αποδόθηκε μια φυσική δικαιοσύνη. Ποιος άραγε θα μπορούσε να καταλάβει δικαιότερα την θέση αυτή από έναν άνθρωπο που δεν είχε πλυθεί στη ζωή του ούτε μία φορά.
Ο άγιος ζούσε σχεδόν όλη τη ζωή του μέσα σ’ ένα πηγάδι, τρώγοντας αποκλειστικά μουχλιασμένα παξιμάδια. Μέσα εκεί ο Διάβολος του «έστελνε» διάφορους πειρασμούς για να τον δοκιμάσει όπως θηρία, πόρνες, δαίμονες, πουλιά, σκουλήκια, φίδια κ.ά. Ο άγιος όμως κατάφερνε κι «αντιστεκόταν». Απ’ την πείνα και την κακουχία πολλά είναι αυτά που μπορεί κανείς να δει… Τα πάντα όλα που λέει και ο γνωστός μας Αλέφαντος…
Οράματα σαν μελίσσια και χριστιανική παραζάλη θαυμάτων
Στους ασκητές έρχονται τα οράματα, όπως οι μέλισσες στην κυψέλη. Η παράφρων ασκητεία με την οποία κακομεταχειρίζονται σώμα και πνεύμα, η διαρκής νηστεία, οι αγρυπνίες, μια υποβόσκουσα μανία φαντασμάτων, μέσα σε συχνά τρομακτική μοναξιά, τους καθιστούν εκ των προτέρων επιρρεπείς σε «οπτασίες». Όσο περισσότερο αυτοτιμωρούνται, όσο περισσότερο παλεύουν με δαιμόνια, τόσες περισσότερες παραισθήσεις, οπτασίες, ακροάσεις έχουν και τόσο λιγότερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.
Ο άγιος Αντώνιος έχει τόσο συχνά επαφή με υπέργειες ή και υπόγειες δυνάμεις, ώστε ακούει την περίφημη φωνή «άνωθεν», όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε παράσιτο, καθώς, βλέπετε, «έχει συνηθίσει να του μιλάνε έτσι». Και στις ακροάσεις έρχονται να προστεθούν τα οράματα. Κάποτε απειλείται η ίδια του η ανάληψη στους ουρανούς από όλων των ειδών τις αισχρές λάμψεις του αέρα. Μία άλλη φορά βλέπει πώς ένας τρομακτικός δαίμονας που φτάνει μέχρι τα σύννεφα προσπαθεί να σταματήσει άλλες (φτερωτές) ψυχές που ανεβαίνουν αλλά ο Διάβολος δεν κατορθώνει «να νικήσει εκείνους οι οποίοι δεν τον υπάκουσαν».
Ο Αντώνιος «θεράπευσε» εκατοντάδες ανίατους ασθενείς. Κάποτε σε μία θεραπεία παρθένας έβγαιναν διαβολικές εκκρίσεις απ’ τα μάτια, τη μύτη και τ’ αυτιά και μεταμορφώνονταν σε σκουλήκια. Μια άλλη φορά ένας τρομακτικός δαίμονας, που έφθανε μέχρι τα σύννεφα προσπαθούσε να σταματήσει τις ευσεβείς ψυχές πεθαμένων χριστιανών να πηγαίνουν στον Παράδεισο. Ο Αντώνιος προσευχήθηκε και ο δαίμονας διαλύθηκε ως εκ θαύματος. Ο βίος του αγίου Αντωνίου είναι απ’ τους πιο εξωπραγματικούς, γεμάτος από διαβολικές περιπέτειες και οράματα! Φυσικά ο συγγραφέας του βίου του ήταν ο μαθητής του και μεγάλος πλαστογράφος της ιστορίας, ο άγιος Αθανάσιος. «Μ’ όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει μια λαϊκή παροιμία.
Πάρα πολλά στοιχεία της περίφημης κακόφημης βιογραφίας του αγίου Αντωνίου που όπως προαναφέρθηκε γράφτηκε από την πέννα του αγίου πλαστογράφου Αθανάσιου -«ένα έργο παγκόσμιας λογοτεχνίας» (Staats), «ένα βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή όλων των εποχών» (Momigliano), όπως εικάζεται, γενικά το πιο επιτυχημένο παραμύθι με αγίους- επαναλαμβάνονται και σε άλλους βίους αγίων, ανάμεσα τους και πολλά οπτασιακά. Όπως π.χ. ο Αντώνιος βλέπει κατά τον θάνατο του μοναχού Αμμούν (Άμμωνα) να ανεβαίνει η ψυχή του στους ουρανούς, έτσι βλέπει και ο άγιος ηγούμενος Βενέδικτος την ψυχή της αδελφής του, κατά τον θάνατό της, να αιωρείται και να ανεβαίνει στους ουρανούς με τη μορφή περιστεριού. Το κατασκεύασμα του Αλεξανδρινού πατριάρχη έγινε το χριστιανικό μπεστ σέλερ του 4ου αιώνα και αποβλάκωσε την ανθρωπότητα, όπως λίγα άλλα του είδους του, έως και σήμερα.
Και ο Παχώμιος, ο ιδρυτής των κοινοβιακών μοναχών, βλέπει την ανάληψη στους ουρανούς κάποιου δίκαιου ανθρώπου και την πτώση στην κόλαση κάποιου αμαρτωλού. Δύο ανελέητοι άγγελοι τραβάνε τον δεύτερο από το στόμα με ένα άγκιστρο και ύστερα τον καθίζουν πάνω σε «ένα μαύρο νοερό άλογο». Διότι όσο ρεαλιστής (θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε: δικτάτορας) ήταν αυτός ο ιδρυτής οχτώ αντρικών και δύο γυναικείων μοναστηριών, ο συντάκτης ενός μοναχικού κανόνα, ο οποίος δημιούργησε αργότερα σχολή, άλλο τόσο ήταν και «μια αετίσια μορφή η οποία με πνευματικά φτερά πετούσε προς το Ύψιστο», ένας άντρας, «ο οποίος συνομιλούσε με αγγέλους» -μία «εμπειρία που φέρνει ρίγη» (Nigg). Παντού τον προκαλούν ο Σατανάς και οι βοηθοί του. Τον περιτριγυρίζουν με τη μορφή σκύλων που γαβγίζουν, αφουγκράζεται τις συζητήσεις των κακών πνευμάτων, φαντάζεται την παραίσθηση μιας κόρης του Βεελζεβούλ, μίας πανέμορφης γυναίκας, ο ουρανός και ιδιαίτερα η Κόλαση τού αποκαλύπτονται με φρικιαστικές λεπτομέρειες. Με λίγα λόγια, όλα γύρω από τον Παχώμιο είναι γεμάτα με διαβόλους και δαίμονες, προ πάντων φυσικά το δικό του χριστιανικό κεφάλι. Διότι, ενώ ο επιφανής ιδρυτής μοναστηριών οργανώνει έξυπνα και διοικεί αυστηρά, παρ’ όλα αυτά το κρανίο του βγάζει «μεταφυσικούς» καπνούς, οράματα για αγγέλους και δαίμονες, τουλάχιστον έτσι δείχνει.
Διαφόρων ειδών άγιοι του Χριστιανισμού (άγιοι της ερήμου, των σπηλαίων, των πηγαδιών, των κελιών, των τσουβαλιών, των στύλων και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ένας τελείως άρρωστος νους) κάνουνε θαύματα, που θα τα ζήλευαν ακόμα και οι μεγαλύτεροι μάγοι και ταχυδακτυλουργοί όλων των εποχών, ακόμα και ο Κόπερφιλντ, ή ο Χουντίνι, ξεπερνώντας κατά πολύ τον διδάξαντα διδάσκαλό τους Ιησού. Περπατάνε χιλιόμετρα πάνω σε νερά ποταμών, λιμνών, θαλασσών, ή τα διασχίζουν πάνω στην πλάτη κροκοδείλων, δελφινιών ακόμα και φαλαινών, ανασταίνουν νεκρούς, κάνουν καλά ασθενείς και παράλυτους ακόμα και από χιλιόμετρα μακρυά, στείρες γυναίκες μένουν έγκυες μέσω επιφοίτησης, άγγελοι με σάρκα και οστά τρέφουν τους ασκητές της ερήμου, δαίμονες ουρλιάζουν και χτυπιούνται, σύννεφα από ακρίδες εξαφανίζονται με αγιασμό, ο Ήλιος σταματά την πορεία του κατόπιν διαταγής των αγίων, άγια λείψανα μυρίζουν αρώματα και ευωδίες και άλλα απίστευτα και τραγελαφικά. Με μία προσευχή κάνουν το θαλασσινό νερό γλυκό και πόσιμο, με μία κίνησή τους, που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο εκπαιδευμένοι νίντζα, ρίχνουν κάτω ληστές ακινητοποιώντας τους.
Η νέα αυτή τρέλα των θαυμάτων διαδίδεται παντού με αυξανόμενη μανία. Οι ταπεινόφρονες ταχυδακτυλουργοί άγιοι-μοναχοί λατρεύονται σαν οι επί γης θεοί, ή παρομοιάζονται σαν επουράνιοι άγγελοι, οι πιστοί τούς φιλούν τα πόδια, τούς παρακαλούν να τούς βοηθήσουν, ζητούν την συμβουλή τους σε κάθε θέμα και σε θέματα πίστης. Ακόμα και οι χριστιανοί αυτοκράτορες θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερό, να μπορούσαν να τούς είχαν στο τραπέζι τους. Σε αρκετούς έφτιαχναν εκκλησίες εν ζωή ακόμη, ενώ άλλους τους προόριζαν στο να αποκτήσουν τα λείψανά τους μετά θάνατον.
Στον ερημίτη όσιο Ζώσιμο (4 Ιανουαρίου) κάποτε επιτέθηκε ένα λιοντάρι και σκότωσε το μουλάρι του. Ο Ζώσιμος ατάραχος μαγνήτισε με το άγιο βλέμμα του το λιοντάρι και του φόρτωσε όλα τα πράγματα, που κουβαλούσε το μουλάρι του και ταξίδεψε στην Καισάρεια. Σε όλη τη διαδρομή το λιοντάρι κουνούσε την ουρά του και έγλειφε τα χέρια του αγίου αντικαθιστώντας το μουλάρι!
Οι θαυματοποιοί μοναχοί Ιάκωβος της Νισίβης (ο αποκαλούμενος και ως Μωυσής της Μεσοποταμίας, 13 Ιανουαρίου) και ο Ευγένιος ο Αιγύπτιος, ανακάλυψαν από κοινού μία μεγάλη σανίδα της κιβωτού του Νώε, την οποία ξέθαψαν σκάβοντας με τα χέρια και με την βοήθεια ενός χερουβείμ!
Ο όσιος Ιάκωβος ο αναχωρητής (26 Νοεμβρίου) ήταν τόσο εγκρατής, ώστε έκανε ένα μεγάλο θαύμα: «Απέβαλε την ανάγκην της φύσεως, ήτις εβίαζε μεν αυτόν να εκβάλη τα περιττώματα της κοιλίας». Ο άγιος αυτός δεν αφόδευε!
Οι αρχαίοι αυτοί αμόρφωτοι μοναχοί ήταν σε θέση να κάνουν τα πάντα. Με καθαγιασμένο ύδωρ και λάδι θεράπευαν ζώα και ανθρώπους. Έκαναν εξορκισμούς, θεράπευαν σεληνιασμένους, δαιμονισμένους, βασκανίες, παχυσαρκία, υδρωπικία, ουρολοιμώξεις, αιμορροΐδες, τύφλωση, αναπηρία, όλα αυτά με μία απάλειψη, με μία προσευχή, με ένα άγγιγμα. Φρέσκο ψωμί εξ ουρανού πήγαινε μόνο του (delivery) κάθε Κυριακή στην έρημο, πάνω στους στύλους, ή μέσα στα πηγάδια και στις σπηλιές, όπου ζούσαν οι ασκητές για να τους θρέψουν. Εξ ουρανού «delivery» διέθεταν ο όσιος Συμεών ο Θαυμαστορείτης (24 Μαΐου), ο όσιος ιερομάρτυς Έρασμος («ελάμβανε τροφήν δια των κοράκων», 2 Ιουνίου), πολλοί άλλοι, αλλά και η ίδια η Παναγία, την οποία έτρεφε «ξενοπρεπώς» ο Αρχάγγελος («Η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον», Συναξαριστής Εισοδίων της Θεοτόκου).
Οι επιφανέστεροι πατέρες της Εκκλησίας Αθανάσιος, Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Χρυσόστομος υποστήριζαν, ότι όποιος δεν πίστευε στα θαύματα αυτά ήταν πνευματικά διεστραμμένος. Οι πιο γνωστοί πατέρες της εκκλησίας υπερασπίζονταν τέτοια κείμενα ως μαρτυρίες και οι περισσότεροι αρχαίοι θεολόγοι τα θεωρούσαν εντελώς αληθινά. Ποτέ να μην ξεχνάμε επίσης, ότι και με τέτοια σκουπίδια προπαγάνδιζαν τον Χριστιανισμό και με τέτοια σκουπίδια εξαπλώθηκε και εδραιώθηκε η πνευματική και σωματική βαρβαρότητά του.
Με όλα αυτά είμαστε από ώρα χωμένοι βαθιά στο κεφάλαιο του ενός ξεχωριστού είδος μύθου: Το ψεύδος με φωτοστέφανο, την ηθοπλαστική λογοτεχνία, προ πάντων οι ιστορίες των αγίων, οι βίοι των αγίων.
Αυτό το κηφηναριό ο Χριστιανισμός προβάλλει ως πρότυπο στους νέους, ενώ θα έπρεπε να τους προβάλλει ως παραδείγματα προς αποστροφή και αποφυγή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Και τώ όντι, μήπως δεν είδομεν πολλάκις εν τοις προηγουμένοις βιβλίοις τους μοναχούς εγκαταλείποντας τον ερημικόν βίον, πληρούντας τάς οδούς και τάς οικίας των πόλεων, αναμιγνυομένους εις τα πολιτικά πράγματα και άλλως ραδιουργούντας, ακολασταίνοντας; Έν γένει προϊόντος του χρόνου ο θεμελιώδης ασκητικός του βίου τούτου χαρακτήρ κατήντησεν εξαίρεσις. Συνήθως οι μοναχοί διήγον ήδη βίον άνετον και ευπαθή εις μοναστήρια πλούσια γενόμενα διά των πολλών κινητών και ακινήτων αναθημάτων, τα οποία αφιέρωνεν είς αυτά η των ανθρώπων ευλάβεια… Το δεινόν, το μέγα δεινόν, ενέκειτο είς τα κοινώς λεγόμενα μοναστήρια, διότι μυριάδες νέων συνέρρεον κατ’ έτος είς τα ενδιαιτήματα ταύτα της απραγμοσύνης, και ενίοτε της ακολασίας, οι πλείστοι ουχί υπό ζέοντος θρησκευτικού αισθήματος ή άλλης ανάγκης φερόμενοι αλλ’ ελαυνόμενοι υπό της είς την αργίαν και την τρυφήν ροπής» (4ο τόμος, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»).
Ο καθείς από εμάς θα πρέπει ν’ αποβάλλει όλη αυτή την θρησκευτική παραφροσύνη απ’ την ψυχή του. Μετά θ’ ακολουθήσουν και οι Ρωμιοί ταγοί μας, αν κάποτε μπορέσουν κι αυτοί και ξεφύγουν απ’ την δαγκάνα της θρησκείας. Ζούμε σε μία τριτοκοσμική χώρα, που στραγγαλίζει ο,τιδήποτε ελληνικό ή άλλο πολιτισμικό στοιχείο και μας βυθίζει συνεχώς στο απόλυτο σκότος… Ας τελειώσουμε με μία σοφή φράση του φιλόσοφου Επίκουρου: «Είναι αισχρό να ζητάμε από θεούς αυτά, που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας στον εαυτό μας»…

«Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού» (Karlheinz Deschner)

Αυτοί λοιπόν οι παλαβοί ασκητές των ερήμων της Αιγύπτου και της Μέσης Ανατολής που ανέβαιναν πάνω σε στύλους και καβουρντίζονταν από τον ήλιο, φώλιαζαν σε ξεροπήγαδα, αυτομαστιγώνονταν ή ό,τι άλλο έκαναν, εκμεταλλευόμενοι τη μωροπιστία του λαού, έγιναν οι ιδρυτές του λαμπρού πνευματικού οικοδομήματος που αποκλήθηκε χριστιανισμός, το οποίο έμελλε να κατακτήσει τον κόσμο σχεδόν όλο, να εξαφανίσει κάθε είδους λογική και να ενσταλάξει κάθε είδους ενοχή στην ανθρωπότητα για πολλούς αιώνες. Και ξέρετε γιατί ασκήτευαν στην έρημο. Όχι απλώς για να υπερνικήσουν τους πειρασμούς σ’έναν αφιλόξενο τόπο, όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονοι απολογιτές μπας και σώσουν κάτι, αλλά και γιατί εκεί, σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση, πιστευόταν ότι κατοικούν οι δαίμονες. Κυριολεκτικά πίστευαν ότι κατοικούν δαίμονες σε ξερούς και ακατοίκητους τόπους, που στοχεύουν μοναχικούς κι ευάλωτους ανθρώπους. Και η τυραννία του χριστιανισμού των ηλιοψημένων τρελών φτάνει ως τις μέρες μας. Ως πότε θα τον ανεχόμαστε;
Το βιβλίο του Καρλ Ντέσνερ περί της εγκληματικής ιστορίας του χριστιανισμού είναι πολύ ενδιαφέρον, από όσα αποσπάσματα έχω διαβάσει, και μια μέρα θα πρέπει να αρχίσω να το διαβάζω. Το έχω στην ψηφιακή βιβλιοθήκη μου, αλλά στα αγγλικά. Το ιστολόγιο του Ερεβοκτόνου, απ’όσο λίγο το έψαξα, μου φάνηκε επίσης ενδιαφέρον και στο ίδιο μήκος κύματος περίπου μ’εμένα, οπότε θα πρέπει ν’αρχίζω να το παρακολουθώ.

Teratoscincus roborowskii 1/10/2015

Σας καλωσορίζω το πιο πρόσφατο και πιο ιδιαίτερο μέλος της συλλογής μου, τον τερατοσκίγκο (Teratoscincus roborowskii). Όπως και με όλα τα νέα ζώα, περιμένω πρώτα κάποιο διάστημα μέχρις ότου να βεβαιωθώ ότι είναι υγιή και πράγματι θα ζήσουν, και μετά δημοσιεύω το νέο. Είναι το σπανιότερο είδος που έχω προς το παρόν, και από όλα τα ερπετά μου, όλως τυχαίως το μόνο που κατάγεται από το Βόρειο Ημισφαίριο. Ανήκει σ’ένα γένος αρκετά ιδιότυπων γκέκο που αποτελούν στόχο πολλών συλλεκτών, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους.

Αν και η λέξη τερατοσκίγκος παραπέμπει σε κάπιο μυθικό τέρας της ελληνικής ή της μεσανατολικής μυθολογίας, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι κάπως πιο ήπια. Το πρώτο συνθετικό της λέξης ίσως του δόθηκε από τα μεγάλα, γουρλωτά του μάτια, με τα οποία βλέπει καλά στο σκοτάδι, όπως και στα περισσότερα γκέκο. Στα είδη του συγκεκριμένου γένους, τα μάτια είναι αρκετά μεγάλα και έντονα, εξού και η αγγλική ονομασία «frog eyed geckos = βατραχομάτικα γκέκο». Υπάρχει και μια ακόμα ονομασία, «wonder geckos», δηλαδή γκέκο θαύματα, εξαιτίας της μοναδικότητάς τους, η οποία χρησιμοποιείται και σε άλλες ευρωπαΪκές γλώσσες, π.χ. «wundergecko» στα γερμανικά. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους πιθανότατα το πήρανα πό τις ασυνήθιστες για γκέκο επάλληλες πλατιές φολίδες, που θυμίζουν περισσότερο λέπια ψαριού ή σκίγκου (ομάδα κυρίως ημιυπογειόβιων σαυρών με πλατιά λέπια, οστέινες πλάκες και ατροφικά ή καθόλου πόδια, όπου ανήκει και το λιακόνι (Chalcides ocellatus). Είναι γκέκο που ήρθαν σχετικά πρόσφατα στην αιχμαλωσία και στο χόμπι των ερπετών, και μολονότι δεν είναι δυσκολότερα από άλλα είδη παρόμοιας οικολογίας, ακόμα δεν προχώρησαν τόσο πολύ όπως άλλα είδη. Φυσικά το γένος έχει και τους φανατικούς του συλλέκτες, οι οποίοι προσπαθούν να συλέξουν και να εκθρέψουν όλα τα είδη, αλλά γενικώς δεν διαδόθηκε πλατιά στο εμπόριο. Πολλά είδη παραμένουν δυσεύρετα, και μερικα δεν αναπαράγονται στην αιχμαλωσία πολύ συχνά, αν και δεν είναι δύσκολα. Το δικό μου είδος είναι από τα πιο πρόσφατα του γένους με σχετικα λίγες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, οπότε στην Ελλάδα είμαι από τους ελάχιστους που το έχουν. Πιστεύω ότι η σπανιότητα είναι κυρίως θέμα προβληματικού μάρκετινγκ, καθώς κι ανταγωνισμού από τις χαμηλότερες τιμές πιασμένων ατόμων. Επειδή οι εκτροφείς και οι συλλέκτες τα θεωρούν σπάνια είδη που απευθύνουν σε άλλους εκτροφείς και συλλέκτες, διατηρούν τις τιμές υψηλές, ενώ παράλληλα οι τιμές των πιασμένων ζώων είναι αρκετά χαμηλές, τα παίρνει αρκετός κόσμος που δεν ξέρει να τα φροντίσει σωστά και τα χάνει, απογοητεύεται και παύει ν’ασχολείται με τα συγκεκριμένα είδη, κι έτσι δεν αγοράζει εγκυημένα υγιή ζώα από τους εκτροφείς. Αυτό φυσικα΄είναι δική μου υπόθεση, βασισμένη σε όσα έχω διαβάσει για τη διαθεσιμότητα των ειδών του γένους και για παρόμοιες καταστάσεις με άλλα τεχνητώς σπάνια είδη. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η κατάσταση αλλάζει με ορισμένα κοινότερα είδη όπως Teratoscincus scincus ή T. keyserlingii, τα οποία ανοίγονται στο ευρύ κοινό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνουν leopard geckos ποτέ, αλλά σίγουρα θ’ακούγονται όλο και περισσότερο.

Το γένος Teratoscincus λοιπόν μέχρι πρότινος ανήκε στην οικογένεια των Gekkonidae, και λόγω της μοναδικ΄κοτητάς του είχε τοποθετηθεί σε δική του υποοικογένεια, τις Teratoscincinae, η οποία θεωρούταν ότι διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους γκεκονίδες πολύ νωρίς κατά την εξέλιξή τους. Σύμφωνα με πρόσφατες μοριακές αναλύσιις όμως, το γένος αναταξινομείται στη διευρυμένη πλέον οικογένεια Sphaerodactylidae, ως ένας αποκλίνων κλάδος της. Τα γκεκονοειδή γκέκο, δηλαδή τα μέλη της οικογένειας Gekkonidae και των συγγενικών Phyllodactylidae και Sphaerodactylidae, αποκαλούνται και εξελιγμένα γκέκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα. Τα γκέκο ωστόσο αυτά αποδεικνύονται τα πλέον επιτυχημένα, με το 60% όλων των ειδών γκεέκο ν’ανήκει σ’αυτήν την ομάδα. Σημαντικότερή τους καινοτομία είναι τα σκληρά τους αυγά που μπορούν να προσκοληθούν σε στέρεες εναέριες επιφάνειες ή να αποτεθούν σε ξηρά μέρη, απελευθερώνοντάς ττα από την ανάγκη να τα θάβουν μέσα στο χώμα ή να τα τοποθετούν σε υγρά μέρη όπως οι υπόλοιπες σαύρες. Χάρη σ’αυτά τα αυγά, επεκτάθηκαν σε όλους τους οικολογικούς θώκους που θα μπορούσαν να υπάρχουν γκέκο, πέρασαν μεγάλους ωκεανούς και κατόρθωσαν να επιβιώσουν και σε πλήρως ανθρωπογενή περιβάλλοντα (όλα τα σαμιαμίδια των σπιτιών ανήκουν σ’αυτήν την ομάδα). Αντίθετα, τα γκέκο των υπόλοιπων οικογενειών είτε περιορίστηκαν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα είτε δεν εξαπλώθηκαν πολύ από τις ηπείρους όπου εξελίχθηκαν. Το γένος Teratoscincus λοιπόν περιλαμβάνει 7 είδη: Teratoscincus bedriagai, T. keyserlingii, T. microlepis, T. perzewalskii, T. roborowskii, T. scincus και T. toksunicus. Μέχρι πρόσφατα το T. keyserlingii θεωρούταν υποείδος του T. scincus, αλλά πλέον έχιε αναβιβαστεί σε είδος. Τα είδη αυτά ενδημούν στις ερήμους και ημιερήμους της Ασίας, όπου συνήθως ζουν σε αμμώδη ενδιαιτήματα με πέτρες ή αμμόλοφους, λίγη ή καθόλου βλάστηση και σκληρό κλίμα με μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις μεταξύ μέρας και νύχτας και μεταξύ των εποχών. Απαντούν σχεδόν σε όλη την Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικα Εμιράτα και στο Ομάν, ανατολικά έως το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, και βόρεια έως τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν, το Ουσμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, έως τη Μογγολία και την Κίνα. Θεωρείται κλάδος γκοντβανικής προέλευσης, δηλαδή προερχόμενος από την αρχαία υπερήπειρο Γκοντβάνα, ο οποίος εισήλθε στην Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, που στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της Αφρικής, απ’όπου εξαπλώθηκε. Η μεγάλη ορογένεση των Ιμαλαΐων κατά τη σύγκρουση της ινδικής υποηπείρου με την Ασία ανύψωσε το Τιεν Σαν-Παμίρ στην Κεντρική Ασία πριν από 10 εκατομμύρια χρόνια, το οποίο κατακερμάτισε τους πληθυσμούς ανατολικά και δυτικά. Έτσι τα είδη T. perzewalskii και T. roborowskii αποτελούν τον πιο πρόσφατο ανατολικό κλάδο, ο οποίος ξεχωρίζει γενετικά από τα υπόλοιπα.

Μορφολογικά, τα γκέκο του γένους είναι παρόμοια. Όλα είναι μικρού προς μεσαίου μεγέθους γεροδεμένα γκέκο με μεγάλα μάτια, κκοντή ουρά και τη χαρακτηριστική φολίδωση. Το μεγαλύτερο είναι ο T. keyserlingii έως τα 20 εκ, ενώ το μικρότερο είναι ο T. bedriagai στα 11 εκ. Τα χρώματά τους είναι αποχρώσης του γκρίζου και του καφέ, οι οποίες συνήθως εναλλάσσονται ή διασπώνται από σκουρότερα σχέδια και γραμμές, ώστε να παραλλάσσονται στο περιβάλλον τους, ενώ η κάτω πλευρά του σώματος είναι σχεδόν λευκή. Όπως όλα τα γκέκο, έχουν μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, με μεγάλα, εξογκωμένα μάτια με κάθετες κόρες ώστε να βλέπουν καλά στο σκοτάδι. Το ρύγχος τους είναι πολύ κοντό, το όλο κεφάλι ογκώδες, και η κάτω γνάθος ισχυρή, για να σπάνε σκληρές τροφές. Το σώμα είναι κυλινδρικό, ώστε να εισχωρούν εύκολα στις τρύπες τους. Τα άκρα είναι σχετικά κοντά, αλλά πιο όρθια σε σχέση μ’αυτά άλων εδαφόβιων γκέκο, ώστε να δίνουν περισσότερη ταχύτητα. Είναι πενταδάκτυλα, με κοντά δάχτυλα και νύχια, και τα δάχτυλα φέρουν κροσσωτές φολίδες, ώστε το ζώο να βαδίζει με εύκολία πάνω στην άμμο. Διάφορες άλλες αμμόβιες σαύρες έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοια κρόσσια στα δάχτυλα για τη βάδιση στην άμμο, όπως οι τυπικές σαύρες του γένους Acanthodactylus και οι δράκοι του γένους Phrynocephalus. Η ουρα είναι κοντότερη από το σώμα, λεπτή και κυρίως χρησιμοποιείται στην άμυνα κατά των εχθρών, παρά στη μετακίνηση, αν και μπορεί να στραφεί σε διάφορες κατευθύνσεις. Οι φολίδες του κεφαλιού είναι μικρές και κοκκώδεις, όπως άλλων γκέκο, αλλά αυτές του σώματος είνι διαφορετικές. Ενώ τα περισσότερα γκέκο έχουν κοκκώδεις φολίδες στη ράχη και πλακώδεις, ελαφρώς επάλληλες στην κοιλιακή χώρα, ολόκληρο το σώμα των τερατοσκίγκων καλύπτεται από κυκλοειδείς, επάλληλες φολίδες, δηλαδή αλληλοεπικαλυπτόμενες, σαν τα λέπια ενός ψαριού. Οι φολίδες αυτές ρίχνουν την άμμο εύκολα από το ζώο, και χρησιμεύουν και στην άμυνα. Στο επάνω μέρος της ουράς γίνονται ακόμα πλατύτερες και με αδρές άκρες που φέρουν μικρά εξογκώματα, τα οποία τριβόμενα με τις γειτονικές παράγουν έναν ήχο που απωθεί τους εχθρούς. Όπως και πολλάάλα γκέκο, φέρουν ένα ζεύγος εξογκωμάτων/σπιρουνιών στη λεκάνη τους. Οι τερατοσκίγκοι διαθέτουν επίσης και κάποια αταβιστικά στοιχεία σε σχέση με άλλα γκέκο στο σκελετό τους: για παράδειγμα τα δύο μετωπιαία οστά του κρανίου δε συνενώνονται πλήρως κατά την ενηλικίωση, αλλά μία ραφή παραμένει (σε όλα τα υπόλοιπα γκέκο είναι συνενωμένα). Όπως όλα τα γκέκο, τα αρσενικα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά κυρίως από το ημιπεϊκό φούσκωμα στη βάση της ουράς, αλά και από τους προαμαρικούς πόρους, τους οποίους τα θηλυκά δεν έχουν. Επίσης τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, για να δαγκώνουν δυνατότερα τους αντιπάλους τους, όπως σε πολλές σαύρες.

Στο φυσικό τους περιβάλλον, οι τερατοσκίγκοι σκάβουν βαθιά λαγούμια σε αμμώδες έδαφος, όπου κατοικούν. Κι αυτό είναι ένα ακόμα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους, αφού είναι από τα ελάχιστα γκέκο που σκάβουν τρύπες. Τα γκέκο δε φημίζονται για τη σκαπτική τους ικανότητα, αφού η κύρια τάση στην εξέλιξή τους ήταν η σμίκρυνσή τους, η ελάφρυνση του σκελετού και η λέπτυνση των άκρων. Μόνο τα μη γκεκονοειδή σκάβουν για να γεννήσουν τα αυγά τους, και πάλι αδέξια και δύσκολα, και όχι όλα. Τα περισσότερα γκεκονοειδή δε σκάβουν καν, ούτε κατασκευάζουν κάποια φωλιά. Όπωςείπε κι ένας φωτογράφος ερπετών όταν πήγε στη Σαουδική Αραβία, τα γκέκο είναι οι μόνες σαύρες στην έρημο εκείνη που δε σκάβουν τις δικές τους τρύπες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σκαπτικά γκέκο, αλλά είναι λίγα και όλα ερημόβια. Οι τερατοσκίγκοι λοιπόν σκάβουν ευθύγραμμα λαγούμια στο αμμώδες έδαφος, όπου η θερμοκρασία είναι σταθερότερη και η υγρασία υψηλότερη απ’έξω, και εκεί περνούν τον περισσότερο χρόνο τους. Ο τρόπος εκσκαφής τους είναι μοναδικός, και δε γνωρίζω άλλο ζώου που σκάβει έτσι. Σκάβουν χρησιμοποιώντας ένα άκρο τη φορά, χιαστί και διαδοχικά. Πρώτα για παράδειγμα σπρώχνουν το χώμα με το μπροστινό δεξιό άκρο, μετά με το πίσω αριστερό, μετά με το μπροστινό αριστερό, μετά με το πίσω δεξιό κ.ο.κ. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στις 2 Νοεμβρίου, επιστρέφω τον τερατοσκίγκο μου στο τερράριό του αφού τον έβγαλα για να το καθαρίσω, και σκάβει με αυτόν κον τρόπο κάτω από την πέτρα για να κρυφτεί καλύτερα.

Θερμορρυθμίζονται μετακινούμενοι από θερμότερα σε δροσερότερα σημεία της τρύπας τους, και, ως νυκτόβια, εξέρχονται το βράδυ προς αναζήτηση τροφής. Συνήθως ξυπνούν πριν δύση πλήρως ο ήλιος, οπότε μπορεί να λιαστούν σε κάποιον βράχο ή ζεσταίνονται από ήδη θερμασμένες επιφάνειες. Το βράδυ όμως στην έρημο οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, και αναγκαστικά θα πρέπει να κινηθούν σε κρύες συνθήκες. Η αντοχή όλων των ειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες είναι μεγάλη, με τον T. perzewalskii για παράδειγμα να βγαίνει εκτός εδάφους και να ψάχνει τροφή σε θερμοκρασίες 15 βαθμών. Για το είδος T. scincus, επειδή σε τέτοιες θερμοκρασίες η ικανότητα αερόβιου μεταβολισμού μειώνεται, έχει βρεθεί ότι αυξάνει τη διάρκεια της δραστηριότητάς του διακόπτοντάς την με παύσεις, ώστε να ξεκουράζεται, και το ίδιο θα ισχύει και για τα υπόλοιπα είδη. Γενικώς ο μεταβολισμός τους είναι προσαρμοσμένος για χαμηλότερες θερμοκρασίες, και δαπανούν πολύ λιγότερη ενέργεια κατά τη μετακίνησή τους σε χαμηλή θερμοκρασία απ’ό,τι θερμόφιλες ημερόβιες σαύρες (χαμηλό κόστος μετακίνησης). Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι είναι πιο δραστήρια τις μέρες που φέγγει περισσότερο το φεγγάρι, όπως κι άλλα γκέκο, ώστε να βλέπουν καλύτερα τα θηράματα, τα οποία ωστόσο τείνουν να κρύβονται περισσότερο σε τέτοιες συνθήκες. Η τροφή τους αποτελείται από έντομα και άλλα αρθρόποδα, τα οποία συλλαμβάνουν με τα σαγόνια τους, όπως όλα τα γκέκο. Θεωρούνται κυνηγοί ενέδρας. Στο σκληρό τους περιβάλλον η τροφή μπορεί να είναι λιγοστή, γι’αυτό τρώνε μεγάλη ποικιλία θηραμάτων. Μπορούν να καταπιούν φαινομενικά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το κεφάλι τους, και δε διστάζουν να φάνε σκληρά σκαθάρια ή δηλητηριώδη αρθρόποδα όπως αράχνες και σκορπιούς. Στο παρακάτω βίντεο, ένας Teratoscincus keyserlingii στην αιχμαλωσία τρώει ένα σκορπιό.

Συμπληρωματικά κάποια είδη, και πιθανόν όλα, τρέφονται και με καρπούς. Σε μία μελέτης της διατροφής του T. roborowskii για παράδειγμα, βρέθηκε ότι εκτός από αρθρόποδα τρώει και τους καρπούς της κάππαρης (Capparis spinosa), που είναι το ίδιο είδος που φύεται και στην Ελλάδα. Τα περιττώματα των τερατοσκίγκων συχνά περιέχουν σπόρους, και είναι γνωστό ότι περιστασιακά τρώνε φρούτα στην αιχμαλωσία, οπότε πιθανότατα να τρώνε και στη φύση όποτε τα βρίσκουν. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη μέσα στις βαθιές τρύπες τους, και επανεμφανίζονται την άνοιξη. Όπως τα περισσότερα ερπετά, αναπαράγονται αυτήν την εποχή, ώστε τα μικρά τους να έχουν τις μέγιστες πιθανότητες επιβίωσης τη θερμή περίοδο. Σε μελέτες που έγιναν στο Ιράν στο είδος T. bedriagai, βρέθηκε ότι ο αναπαραγωγικός κύκλος του αρσενικού και του θηλυκού είναι σχετιζόμενοι, δηλαδή η σπερματογένεση και η ωογένεση ξεκινούν και σταματούν τον ίδιο χρόνο, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Αυτό το σύστημα παρατηρείται στα περισσότερα ερπετά προβλέψιμων εποχιακών κλιμάτων. Τα αρσενικά προστατεύουν μια περιοχή, απ’όπου διώχνουν άλλα αρσενικά, και ζευγαρώνουν με τα θηλυκά. Σε μία μελέτη που έγινε για τη διερεύνυση της κοινωνικής συμπεριφορά ςτων ειδών του γένους στα είδη T. scincus και T. keyserlingii, η κοινωνική τους συμπεριφορά ήταν παρόμοια με άλα είδη γκέκο, δηλαδή τα αρσενικά ήταν επιθετικά μεταξύ τους, τα θηλυκά συνήθως ήταν ανεκτικά μεταξύ τους, αρσενικά με θηλυκά προσπάθησαν να ζευγαρώσουν και τα ενήλικα άτομα ανέχονταν τα μικρά στην περιοχή τους. Τα θηλυκά στη συνέχεια εναποθέτουν μέσα στην άμμο 1-4 διάδες αυγών, τα οποία γεννούν το καλοκαίρι σε διάστημα λίγων μηνών. Τα αυγάείναι λευκά, σκληρά και εύθραυστα, και μπορούν να επωαστούν σε πλήρως ξηρό περιβ άλλον. Τα μικρά έχουν μήκος περίπου 3 εκατοστά, με παρόμοια μορφολογία με τα ενήλικα. Όπως και πολλά άλα ερημόβια γκέκο, η αμυντικές τους τακτικές διαφέρουν από τα ενήλικα. Τα μικρά έχουν έντονες ζώνες κίτρινου και μαύρου ή καφέ, μιμούμενα κάποιο δηλητηριώδες αρθρόποδο, και όταν απειλούνται από εχθρό σηκώνουν την ουρά ψηλά, σαν σκορπιοί. όταν όμως μεγαλώνουν, οι άμυνά τους αυτή δεν πιάνει, επειδή δεν υπάρχουν επικίνδυνα αρθρόποδα τέτοιου μεγέθους στην περιοχή τους. Τότε σταδιακά το χρώμα τους αλλάζει ώστε να τα παραλλάσσει στο περιβάλλον τους. Η πρώτη τους άμυνα είναι να τρέξουν ή να χωθούν στην τρύπα τους, αφού η ταχύτητά τους είναι μεγάλη. Αν είναι δύσκολο να ξεφύγουν, επιστρατεύουν τις άλλες ασυνήθιστες άμυνές τους. Το σημείο στο οποίο θα επιστρατεύσουν αυτές τις άμυνες ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος του γκέκο. Ο μικρότερος T. scincus για παράδειγμα προτιμά περισσότερο να ξεφεύγει όποτε μπορεί, ενώ ο μεγαλύτερος T. keyserlingii συχνά αντιμετωπίζει τον εχθρό. Αν λοιπόν απειληθούν σοβαρά και δε μπορούν να ξεφύγουν, αρχικά σηκώνουν το κεφάλι και την ουρά τους, ώστε να φανούνμεγαλύτερα. Μπορεί ν’αρχίσουν να δονούν τις πλατιές φολίδες της ουράς τους, οι οποίες παράγουν ήχο σαν συριγμό φιδιού. Αν κυνηγηθούν, τρέχουν δονώντας την ουρά τους και βγάζοντας διάφορους ήχους, που μοιάζουν με γρυλλίσματα και γαυγίσματα. Αν τελικά πιαστούν γερά, φωνούν και κάνουν απότομες συστροφές ώστε ν’αποκολλήσουν τις φολίδες του σώματός τους και να ξεφύγουν. Μπορούν επίσης ν’αυτοτέμουν την ουρά τους σε περίπτωση κινδύνου, η οποία εξακολουθεί να σπαρταρά και να παράγει το συριστικό ήχο, ενώ το γκέκο έχει ξεφύγει. Ουσιαστικα η ουρά χρησιμεύει στην προσέλκυση των εχθρών σ’εκείνο το σημείο αν το γκέκο δε μπορεί να διαφύγει, και γκέκο χωρίς ουρά δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη μετακίνηση σε σχέση μ’αυτά που την έχουν. Έχει βρεθεί ότι έχουν κάποια ελλείμματα στη μέγιστη απόδοση, αλλά η μέγιστη απόδοση των σαυρών στο εργαστήριο σπάνια χρειάζεται στη φύση. Τείνουν ωστόσο να κρύβονται περισσότερο, μέχρι ν’αναγεννηθεί η νεά ουρά. Η αποκόλληση του δέρματος δεν είναι μοναδική στο γένος, αλλά υπάρχει σε πολλά άλα γκεκονοειδή γκέκο, και ίσως είναι προγονικό τους χαρακτηριστικό που κάποια έχασαν αργότερα. Στα είδη που το δέρμα αποκολλάται, η επιδερμίδα συνδέεται χαλαρά με τη δερμίδα, και αν αποκοληθεί και η δερμίδα δεν ανοίξει, δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης, και η νέα επιδερμίδα θ’αναγεννηθεί σταδιακά. Χωρίς την επιδερμίδα του όμως, το ζώο χάνει περισσότερο νερό και είναι πιο ευάλωτο στους τραυματισμούς. Η αυτοτομή της ουράς είναι ενεργητική διαδικασία, αλλά η αποκόλληση της επιδερμίδας είναι πλήρως παθητική διαδικασία, ιδιότητά του δέρματός του. Έτσι ανένα τέτοιο γκέκο χωθεί σ’ένα στενό σημείο και δυσκολεύεται να περάσει, μπορεί να σχίσει μερικές φολίδες στην προσπάθειά του να βγει. Στο παρακάτω βίντεο, που βιντεοσκόπησα λίγες μέρες αφότου τον πήρα, πειράζω λίγο τον τερατοσκίγκο μου για να δείτε τις άμυνες που χρησιμοποιεί και ν’ακούσετε τη φωνή του.

Παρά τις εκπληκτικές του άμυνες, ο τερατοσκίγκος έχει πολλούς εχθρούς. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται από τον άνθρωπο ομως, αφού ζουν σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές. Ο T. bedriagai ζει για παράδειγμα σε αλατούχα εδάφη με αρμυρίκια, δηλαδή σε με΄ρη ακατάλληλα για καλλιέργεια, ενώ ο T. roborowskii ζει σε μία από τις πιο αφιλόξενες ερήμους του κόσμου. Όταν όμως ένα τέτοιο μέρος αναπτύσσεται, ο πληθυσμός των τερατοσκίγκων ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά. Συλλέγονται επίσης και για το εμπόριο κατοικιδίων, αν κι αυτό δεν έχει επηρεάσει σημαντικά τους αριθμούς τους ακόμα. Εξαιτίας των απομονωμένων περιοχών όπου ζουν και της κρυπτικής τους συμπεριφοράς, είναι πολύ σπάνιο άνθρωπος να συναντήσει τερατοσκίγκο στη φύση.

Το είδος T. roborowskii είναι το ανατολικότερης εξάπλωσης γκέκο του γένους. Έχει μήκος 12-15 εκ, σπάνια μεγαλύτερο, και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους που προανέφερα. Σκάβει λαγούμια βάθους περί τα 30 εκ. Παλαιότερα συμψηφιζόταν με τον T. scincus, αλλά πλέον αναγνωρίζεται ομόφωνα ως ξεχωριστό είδος. Λανθασμένα στο εμπόριο αποκαλείται και θιβετιανός τερατοσκίγκος (Tibetan frog eyed gecko), αλλά ουδεμία σχέση έχει με το Θιβέτ, όπου δεν υπάρχει κανένα μέλος του γένους. Το είδος είναι ενδηιμικό του Λεκανοπεδίου του Τουρπάν (Turpan depression), ένα ερημώδες λεκανοπέδιο στη βορειοδυτική Κίνα, για το οποίο δεν έχω βρει ούτε καν το όνομά του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, με χαμηλότερο σημείο την σχεδόν ξερή λίμνη Άιντιγκ στα 154 μ. Είναι το τέταρτο χαμηλότερο σημείο στον κόσμο, μετά τη Νεκρά Θάλασσα, τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και τη λίμνη Άσαλ στο Τζιμπουτί. Υπάρχουν όμως και μερικές οροσειρές που διασχίζουν την περιοχή, με ύψος όχι μεγαλύτερο των 800 μέτρων. Εκτός από τη λίμνη που έχει λίγη βλάστηση γύρω της και τις λίγες περιοχές στα βουνά, όλο το υπόλοιπο λεκανοπέδιο είναι άγονο. Θεωρείται η πιο αφιλόξενη περιοχή όλης της Κίνας, με ελάχιστες ββροχοπτώσεις και ακραίες θερμοκρασίες. Τον Ιούλιο, το θερμότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία ενός εικοσιτετραώρου στην πόλη του Τουρπάν είναι 32,2 βαθμοι Κελσίου, ενώ τον Ιανουάριο, τον ψυχρότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία είναι -7,6 βαθμοί. Η περιοχή ανήκει στην αυτόνομη επαρχία Σίντζγιανκκ των Ουοιγούρων Τούρκων, και, αφού πέρασε πολλά χέρια και περιόδους ανεξαρτησίας, ενσωματώθηκε στην Κίνα. Παλαιότερα ήταν ένας από τους σταθμούς του Δρόμου του Μεταξιού. Τα αρδευτικά έργα, τα οποία είχαν γίνει από την αρχαιότητα και πρόσφατα ενισχύθηκαν με σύγχρονα συστήματα, επέκτειναν την καλλιεργήσιμη ζώνη, όπου καλλιεργούνται κυρίως φρούτα, επειδή λόγω του θερμού κλίματος τα σάκχαρά τους είναι υψηλά. Το τουρπάν παράγει τα γλυκότερα σταφύλια της Κίνας, και το 80% της παραγωγής επιτραπέζιων σταφυλιών προέρχεται από εκεί. Η πόλη του Τουρπάν στο βόρειο τμήμα του λεκανοπεδίου είναι το κύριο κατοικούμενο μέρος του. Από τα άνυδρα μέρη του Τουρπάν λοιπόν κατάγεται και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκι. Το όνμα το πήρε προς τιμήν του Ρώσου εξερευνητή του 19ου αι. Βσεβολόντ Ρομπορόφσκι, προς τιμήν του οποίου έχουν ονομαστεί και άλλα είδη, όπως το μικρό ερημόβιο χάμστερ του Ρομπορόφσκι (Phodopus roborovskii), το οποίο πρώτος ανακάλυψε, και ζει σε κοντινές περιοχές.

Η φροντίδα όλων των μελών του γένους στην αιχμαλωσία είναι παρόμοια. Όλα διαβιούν σε παρόμοιο φυσικό περιβάλλον, και μολονότι η αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες διαφέρει, συνήθως στην αιχμαλωσία δεν τα εκθέτουμε σε ακραίες συνθήκες, οπότε αυτό δεν έχει σημασία. Όπως και με κάθε ζώο, υπάρχουν διάφοροι τρόποι διατήρησής τους, κι εγώ θ’αναφέρω αυτούς που συζητούνται κι εφαρμόζονται περισσότερο. Ως εδαφόβια γκέκο λοιπόν, χρειάζονται περισσότερη επιφάνεια παρά ύψος στο χώρο τους. Οι διαστάσεις του χώρου τους θα πρέπει να είναι στο ελάχιστο μήκος 2,5-3 φορές το ολι΄κο μήκος της σαύρας, και πλάτος 1,5-2 φορές το ολικό μήκος, ο κανόνας δηλαδήγ ια τα εδαφόβια γκέκο, αλλά επειδή είναι μικρόσωμα και δραστήρια, και δεν είναι δύσκολο να τους παράσχουμε περισσότερο χώρο, συνήθως τοποθετούνται σε μεγαλύτερους χώρους. Για κάθενέο γκέκο αυξάνουμε το χώρο κατά 50%. Έτσι ένας χώρος 40χ30 είναι κατάλληλος για ένα γκέκο, 60χ30 για ένα ζευγάρει, 75χ30 για ένα τρίο κ.ο.κ. Το προτιμόμενο δοεχείο γι’αυτά τα γκέκο είναι ένα γυάλινο ή διάφανου πλαστικού τερράριο ή φαουνάριουμ, αν και εκτροφείς με πολλά που θέλουν να εξοικονομήσουν χώρο τα τοποθετούν σε ημιδιαφανή δοχείά σε συστήματα ραφιών (rack systems). Αν και είναι εδαφόβιο, ένα καπάκι θα χρειαστεί, ακόμα κι αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι σωστές και δεν υπάρχει απώλεια θερμοκρασίας, γιατί μπορεί κάτι να μπεισ το χώρο τους ή να τρομάξουν από κάτι και να τρέξουν ή να πηδήξουν. Οι T. roborowskii για παράδειγμα μπορούν να πηδήξουν ως τα 30 εκατοστά κατακόρυφα. Ως αμμόβια ζώα, το καλύτερο υπόστρωμα γι’αυτά είναι κάποιο ελαφρύ μίγμα βασισμένο στην άμμο. Το βάθος και η σύσταση του υποστρώματος καθορίζουν κατά πόσο θα μπορούννα σκάψουν μέσα σ’αυτό, χωρίς να καταρρεύσει το όρυγμα. Αν έχει βάθος μόλις 3-5 εκ, δύσκολα μπορούν να κάνουν τρύπα. Επίσης αν είναι σκέτη άμμος ή άμμος αναμεμειγμένη με λίγο χώμα, πάλι θα είναι δύσκολη η δημιουργία τρύπας, γιατί το υλικό είναι πολύ ελαφρύ και θα καταρρέει συνεχώς. Γι’αυτό σε τέτοιες περιπτώσεις τοποθετούνται κρυψώνες από πλαστικούς σωλήνες, πέτρα κλπ, όπου τα γκέκο μπορούν να χωθούν από κάτω και να δημιουργήσουν το δικό τους τούνελ. Στην περίπτωση αυτήν, όλες οι βαριές πέτρες θα πρέπει να τοποθετούνται στο τερράριο πριν το υπόστρωμα, και όσα αντικείμενα πρόκειται να υποσκάψει το ζώο θα πρέπει να είναι ελαφριά, για να μην το καταπλακώσουν αν πέσουν. Εναλλακτικά, ορισμένοι κάτοχοι έχουν χρησιμοποιήσιε ένα σκληρότερο μίγμα με άμμο και αρκετή άργιλο, το οποίο κρατά κάπως καλύτερα το σχήμα του λαγουμιού, αλλά σκάβεται δυσκολότερα και πάλι όταν στεγνώνει διαλύεται. Τα γκέκο αυτά μπορούν επίσης να ζήσουν σε χώρο χωρίς καθόλου σωματιδιακό υπόστρωμα, απλώς με στρωμένα χαρτιά και κρυψώνες, το οποίο μπορεί να καθαρίζεται ευκολότερα. Παρόλα αυτά και το σύστημα με την άμμο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο καθάρισμα, αφού τείνουν ν’αφοδεύουν σε μία μόνο γωνία, πάντοτε έξω από τις τρύπες τους. Ο τρόπος θέρμανσης εξαρτάται από το βάθος του υποστρώματος. Σε τερράρια με χαρτί ή με ρηχό υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία θερμαντική πλάκα στη μία πλευρά, η οποία θα δημιουργεί ένα θερμότερο σημείο την ημέρα. Σε τερράρια με πολύ βαθύτερο υπόστρωμα, ιδίως αν τα γκέκο δεν έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στον πυθμένα, ο χώρος θα πρέπει να θερμανθεί με μία θερμαντική λάμπα, η οποία θα ανεβάζει τη θερμοκρασία ενός σημείου στους 35-36 βαθμούς, η οποία θα φθίνει σε ανεκτά για τα γκέκο επίπεδα μέσα στο υπόστρωμα. Τα γκέκο επίσιης μπορεί να λιάζονται περιστασιακά κάτω από τη λάμπα το απόγευμα, πριν σβήσει. Αν και προτείνεται συχνά η θερμοκρασία της θερμαντικής πλάκας να είναι γύρω στους 35 βαθμούς, στην πραγματικότητα τα γκέκο αυτά αποφεύγουν τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες στο φυσικ΄κό τους περιβάλλον, οπότε μια θερμοκρασία 31-33 βαθμών στο θερμό σημείο είναι η κατάλληλη, και πάλι δε θα περνούν όλο τους το χρόνο σε τόσο υψηλή θερμοκρασία. Είναι απαραίτητο τα γκέκο να έχουν τρόπο να θερμορρυθμίζονται ενώ είναι κρυμμένα, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνουν στην επιφάνεια, ώστε να νιώθουν ασφαλή. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στη θερμοκρασία του δωματίου (17-25 βαθμοί), αν και υπάρχουν κάτοχοι που διατηρούν τη θερμαντική πλάκα μονίμως αναμμένη, και αφήνουν το γκέκο να επιλέξει τη θερμοκρασία μόνο του. Εκτός από την κατάλληλη θερμοκρασία, θα πρέπει επίσης και να υπάρχει κατάλληλη υγρασία. Αν και τα είδη αυτά κατάγονται από ξηρά κλίματα, βαθιά στις τρύπες τους η υγρασία είναι υψηλότερη, κι αν ζουν μονίμως σε ξηρό περιβάλλον, ενδέχεται ν’αφυδατωθούν ή να έχουν προβλήματα στην έκδυση. Παλιό δέρμα για παράδειγμα μπορεί να παραμείνεισ τις άκρες των δακτύλων και της ουράς, το οποίο αν συσσωρεύεται θα τα περισφίξει, κόβοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τελικά τη νέκρωση και την πτώση τους. Γι’αυτό ένα μέρος του χώρου τους θα πρέπει να έχει υψηλότερη υγρασία. Σε τερράρια χωρίς ή με ρηχό υπόστρωμα,μπορεί να τοποθετηθεί ένα δοχείο όπως ένα μικρό τάπερ γεμισμένο με υγρά βρύα ή τύρφη και με μία είσοδο κομμένη στο πλάι, όπου θα μπορεί να μπαίνει το γκέκο. Σε περιβάλλοντα με βαθύτερο υπόστρωμα, μπορεί αν βρέχεται μία γωνία ή να τοποθετηθεί ένας λεπτός σωλήνας σε μια γωνία, με τον οποίο θα προστίθεται νερό στον πυθμένα, στην οποία περίπτωση η υγρασία του εδάφους είναι πιθανότερο να κρατήσει το σχήμα του τούνελ. Τα γκέκο αυτά σπάνια πίνουν ερό, και το μπολ είναι παντελώς άχρηστο, αφού θα το γεμίσουν με άμμο εύκολα. Ένας ελαφρύς ψεκασμός στο χώρο και στις διακοσμήσεις του τερραρίου κάθε λίγες μέρες θα καλύψει τις ανάγκες τους σε νερό. Τα γκέκο συνήθως φοβούνται το νερό και κρύβονται αν έρθει νερό πάνω τους, αλλά αν διψούν θα πιούν από τις βρεγμένες επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Το περισσότερο νερό ωστόσο το λαμβάνουν από τη διατροφή, η οποία είναι τα συνήθη έντομα που ταΐζονται στις σαύρες: γρύλλοι, κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς, Αργεντινής κι άλλα είδη, μικρές ακρίδες, αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα (σπάνια επειδή είναι παχυντικά), γιγάντια αλευροσκούληκα κλπ. Τα γρήγορα έντομα μπορούν ν’αφεθούν στο χώρο του ζώου, το οποίο στη συνέχεια θα τα πιάσει. Ως αμμόβια ζώα, δεν έχουν πρόβλημα αν καταπιούν και λίγη άμμο κατά το κυνήγι. Οι προνύμφες και όσα γενικώς τείνουν να θάβονται στο χώμα μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, το οποίο θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά αν έχει γεμίσει με άμμο ή υπονομευθεί, γιατί τότε μπορεί να πέσει και τα έντομα να σκορπίσουν. Τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε σκληρά σκαθάρια όπως αυτά των αλευροσκούληκων (Tenebrio molitor), και ορισμένα είδη τρώνε και μικρούς σκορπιούς. Θα πρέπει ωστόσο πρώτα να ψάξετε ποια είδη τους τρώνε αν πρόκειται να τα δώσετε κάποιο πιο επικίνδυνο θήραμα. Για να είναι θρεπτικότερα και ενυδατωμένα, τα έντομα θα πρέπει να έχουν φάει καλά πριν ταΐστουν στα γκέκο, και όπως με όλα τα ερπετά, θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου, το οποίο θα πρέπει να γίνεται σε κάθε τάισμα για τα αναπτυσσόμενα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά, και κάθε λίγα ταΐσματα για τα αρσενικά και τα μη αναπαραγόμενα θηλυκά. Λίγο ασβέστιο μπορεί επίσης να τοποθετηθεί μέσα στοτ ερράριο, με τη μορφή σκόνης ή τριμμένου κόκκαλου σουπιάς σε μια γωνία, από το οποίο θα τρώνε όποτε χρειάζονται. Η συμπλήρωση με βιταμίνες, ιδίως με d3είναι επίσης απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας δεν είναι απαραίτητη, μια και είναι νυκτόβια ζώα και σπάνια εκτίθενται στον ήλιο, αλλά μία χαμηλής έντασης σ’ένα μεγάλο τερράριο, αν θέλετε να την βάλετε, δε βλάπτει.

Το χειμώνα μπορούν να πέσουν σε χειμερία νάρκη για 2-3 μήνες, κάτι που αν και δεν εφαρμόζεται απ’όλους τους κατόχους, είναι μέρος του φυσικού τους κύκλου και σίγουρα ωφέλιμο. Επίσης η φάση αυτή είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή των ζώων αυτών. Κατά τη νάρκη, τα γκέκο διατηρούνται στους 5-15 βαθμούς, οπότε μένουν κρυμμένα και δεν τρώνε. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχεται την κατάστασή τους και να τα δίνεται λίγες σταγόνες νερό στη μύτη, ώστε να πιουν αν θέλουν. Μετά τη νάρκη, οι θερμοκρασίες επιστρέφονται στα κανονικά επίπεδα και τα γκέκο θα ξαναδραστηριοποιηθούν. Στην περίπτωση της αναπαραγωγής, τότε συναντιούνται τα αρσενικα με τα θηλυκά και γίνεται το ζευγάρωμα. Το θηλυκό, όπως σε όλα τα ερπετά, θα πρέπει να έχει συσσωρεύσει αρκετό λίπος για να γεννήσει υγιή αυγά. Κατά την εποχή του ζευγαρώματος τα γκέκο μπορεί να μαλώσουν και κάποιες φολίδες να αποκοληθούν, αλλά όλα τα τραύματα θα επουλωθούν στη συνέχεια. Αν οι καυγάδες ωστόσο είναι πολύ έντονοι, καλό είναι να τα χωρίσετε. Το θηλυκό γεννά τα αυγά μέσα στην άμμο, γι’αυτό είναι δύσκολο να βρεθούν. Μερικές φορές δε βρίσκονται, και τότε μπορεί τα ζώα κατά λάθος να τα σπάσουν ή να εκκολαφθούν, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Τα αυγά είναι πολύ εύθραυστα και θα πρέπει να μετακινούνται με προσοχή. Μετά από επώαση 90 περίπου ημερών σε ξηρή άμμο ή και σκέτο χαρτί, εκκολάπτονται τα μικρά, τα οποία έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς επειδή λόγω μεγέθους αφυδατώνονται πιο εύκολα, η υγρή περιοχή είναι απαραίτητη. Φτάνουν στο πλήρες τους μέγεθος και ωριμάζουν αναπαραγωγικά στα 1,5-2 χρόνια. Επειδή ως ομάδα δεν έχουν μεγάλο ιστορικό στην αιχμαλωσία, δεν γνωρίζουμε πλήρως τη διάρκεια ζωής τους, αλά υπολογίζεται πως ζουν πάνω από 15 χρόνια.

Οι τερατοσκίγκοι είναι γκέκο δραστήρια, που τις νύχτες απασχολούνται με την κατασκευή των λαγουμιών τους. Μετά από ένα διάστημα, αφού έχουν φτιάξει το τερράριο όπως τα βολεύει καλύτερα, μπορεί να σταματήσουν τις πολλές χωματουργικές εργασίες, αλλά παραμένουν δραστήρια. Το βράδυ θα βγαίνουν έξω από την κρυψώνα τους και θα περιμένουν για τροφή. Μπορεί ακομα και να πλησιάζουν προς τον κάτοχό τους, περιμένοντας τροφή. Μερικά τρώνε και από το χέρι. Είναι άγριοι κυνηγοί που τρέχουν κι αρπάζουν ό,τι κινείται. Είναι επίσης περίεργα και παρατηρητικά, προσέχοντας κάθε κίνηση και θόρυβο. Γι’αυτόν το λόγο είναι και νευρικά, και τρομάζουν εύκολα από κάτι που μπορεί να το εκλάβουν ως απειλητικό. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στα τέλη του Οκτωβρίου, φαίνεται ακριβώς αυτό. Μετέφερα το τερράριο του τερατοσκίγκου σε πιο φωτεινό σημείο το βράδυ για να το βιντεοσκοπήσω, κι αυτός αμέσως το κατάλαβε, άρχισε να παρατηρεί το μέρος, σταματώντας κάθε φορά που κινούμουν ή ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητα απ’έξω. Τελικά φοβήθηκε αρκετά και χώθηκε στην τρύπα του, όπου καθάρισε το λίγο χώμα που είχε μείνει.

Επειδή φοβούνται εύκολα και το δέρμα τους σχίζεται, δεν προτείνονται για χειρισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αδύνατος. Αρχικά πορεί να σας ξεφεύγουν, να βγάζουν φωνούλες ή να δαγκώνουν (δεν πονάει), αλλά στην πορεία θα συνηθίσουν και θα μπορείτε να τα κρατάτε για λίγο άφοβα. Το δέρμα τους δε διαλύεται με το παραμικρό. Αρχικά θα πρέπει να τα σηκώνετε πάνω από το χώρο τους ή πάνω από κάποιο άλλο δοχείο, ώστε αν σας ξεφύγουν να πέσουν εκεί, γιατί αλλιώς, αν πέσουν κάτω, θα εξαφανιστούν, και μετά η ανεύρεσή τους είναι πολύ δύσκολη, ιδίως αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιο. Ακόμα όμως κι αν δε μπορείτε να τα πιάνετε πολύ, παραμένουν μοναδικά ζώα. Είναι πολύ ευπροσάρμοστα, και ακόμα και τα πιασμένα από τη φύση άτομα δε δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση, και μετά από σχετικά μικρό χρονικό διάστημα τρέφονται κανονικά και δε διαφέρουν απ’αυτά που γεννήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Ο δικός μου τερατοσκίγκος περιήλθε στην κατοχή μου στη μία Οκτωβρίου του 2015. Τον αγόρασα απότ ο feeders.gr, ένα κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπου μπορείτε να βρείτε ζώα, καθώς και ό,τι χρειάζεστε γι’αυτά. Είναι πιασμένο (το μόνο πιασμένο ζώο που έχω) και είχε και το Feeders ‘όλη την ιστορία του, οπότε ηλικία δε μπορώ να γνωρίζω, αλλ’εφόσον τα περισσότερα ζώα ζουν λιγότερο στη φύση, υποθέτω ότι ακόμα δεν έκλεισε τα 10 χρόνια. Και ήμουν πολύ τυχερός που ήταν θηλυκό, επειδή συνήθως τα θηλυκά σπάνιων ειδών κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα αρσενικά, επειδή μπορούν να αποφέρουν κέρδη με την αναπαραγωγή τους. Από την αρχή φάνηκε ότι το γκέκο αυτό είναι διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα, αφού έτρεχε και δυσκολεύτηκαν να το πιάσουν στο feeders.gr. Στο σπίτι ίχε έτοιμο το χώρο του, ένα φαουνάριουμ μήκους 46 εκ, πλάτους 30 εκ και ύψους 17 εκ, κι αυτό από το Feeders, το οποίο μέσα είχα γεμίσει σχεδόνμέχρι πάνω με υπόστρωμα, γιατί νόμιζα πως θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει πολύ χώμα για καλύτερα, με μίγμα κατά 70% περίπου άμμο και 30% αργιλώδους χώματος. Νόμιζα ότι θα κρατά τις τρύπες, αλλά μόλις στέγνωσε κατέρρεε. Για να μη ρίχνει έξω χώμα όταν σκάβει, είχα κολλήσει στις σειρές των οπών που είχε σε δύο πλευρές το κουτί κολλητικές ταινίες, απ’όπου όμως ανέβαιναν τα έντομα στο καπάκι και δυσκολευόταν να τα πιάσει. Έτσι, με΄τα από λίγες μέρες, μείωσα τη στάθμη του χώματος, αφαίρεσα τις ταινίες, καιτοποθέτησα τις βασικές πέτρες προς τα πίσω, εκεί που ήταν η θερμαντική πλάκα. Έχω τρεις πλατιές πέτρες, μία πίσω στη μέση, στο θερμότερο σημείο, μια πίσω πίσω δεξιά στη γωνία, όπου επίσης περνά αρκετό χρόνο, και μια δεξιά πιο μπροστά, την οποία είχε υποσκάψει παλιά, ξέχασε στη συνέχεια και πρόσφατα ξαναάνοιξε δίοδο προς τα εκεί. Μεταξύ των πετρών υπάρχουν μικρότερες στρογγυλεμένες πέτρες οι οποίες στηρίζονται στον πυθμένα και τις κρατούν. Στην αριστερή πλευρά υπάρχουν επίσης δύο μικρές πέτρες στην επιφάνεια, τις οποίες δεν πειράζει, και πίσω αριστερά βρίσκεται η υγρή γωνία, την οποία περιοδικά βρέχω. Ίσως όμως κι εκεί να βάλω μία ακόμα πλατιά πέτρα για να σκάβεια πό κάτω. Η θερμαντική πλάκα ανεβάζει τη θερμοκρασία στο θερμότερο σημείο στους 33-34 βαθμούς.

Μόλις έφερα λοιπόν τον τερατοσκίγκο σπίτι, άνοιξα το πλαστικό κουτάκι του για να δω πώς είναι από περιέργεια, κι αμέσως το έκλεισα, γιατί θα μου έφευγε. Ήταν πακεταρισμένος με χαρτιά για να προστατεύεταισ το δρόμο, αλλά ήταν πολύ ενεργητικός και ταχύτατος. Οι φολίδες του ήταν πράγματι όπως περιγράφονται. Μετά τον έβαλα στο χώρο του, αλλ’επειδή δεν έσκαψε αμέσως, φοβήθηκα μήπώς δε σκάψει ποτέ, λες και πρέπει ένα μικρό φοβισμένο γκέκο να ξεκινά να σκάβει αμέσως αφού βρέθηκε στο νέο του περιβάλλον σαν να μη συνέβη τίποτα. Το βράδυ όχι μόνο έσκαψε, αλλά είχε υπονομεύσει και ρίξει τις δύο πλατιές πέτρες. Τις επόμενες ημέρες συνέχιζε να ανακατεύει το χώρο του, σηκώνοντας πολύ χώμα στη μια πλευρά και δημιουργώντας μικρές τρύπες κάτω από τις πέτρες, όπου μπορεί να έμενε για λίγες μέρες. Δεν έτρωγε τίποτα, αν και μία μέρα έφαγε δύο αλευροσκούληκα. Και στις 10 Οκτωβρίου συνέβη το ατύχημα. Ήταν η μέρα που έβγαλα τις ταινίες, έβγαλα το μισό χώμα και άλαξα τη διάταξη των πετρών σε πιο μόνιμο σχήμα. Έπιασα λιπόν τον τερατοσκίγκο, και πριν να τον βάλω δίπλα σ’ένα άλλο κουτί, έτρεξε και μού’φυγε. Άλλες φορές τον έβαζα στο κουτί αμέσως, αλλά τώρα επαναπαύθηκα και τον κράτησα στο χέρι μου για λίγο. Μετά τον έψαξα, και μόλις πήγα να τον πιάσω δυο φορές, έφευγε αλλού. Έτρεχε σαν σαμιαμίδι δικό μας, όχι σαν το αργοκίνητο λοφιοφόρο γκέκο που είχα συνηθίσει. Τελικά, αφού βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχαν έξοδοι προς τα έξω, έφυγα, επειδή έπρεπε να τρέξω στον Ημιμαραθώνειο. Μετά αργά το βράδυ πήγα να τον ψάξω, αλλά πάλι μουξέφυγε. Την επομένη κάλεσα ενισχύσεις, τον πατέρα μου και το μικρό μου αδελφό, αλλάπάλι δε μπορούσαμε να τον πιάσουμε. Ο αδελφός μου αποδείχθηκε εντελώς άχρηστος για τη δουλειά, γιατί ενώ του λέγαμε να κοιτάζει πού ακριβώς βρίσκεται, κοίταζε το ταβάνι σαν χαζός. Τελικά το βρήκα την άλλη μέρα, στις 12 του μηνός ολομόναχος χωρίς καμία βοήθεια. Τον κυνήγησα από εκεί που κριβόταν σε μία γωνία, και μετά απότομα με το χέρι μου τον έπιασα, χωρίς να χάσει ούτε μία φολίδα, και τον επέστρεψα στο χώρο του, όπου του έδωσα λίγο νερό που το ήπιε. Τις επόμενες μέρες ξαναανακαίνιζε τη νέα διάταξη πετρών, αλλά πήγε και πίσω. Μετά από το στρεσογόνο αυτό γεγονός, σταμάτησε να τρώει και δεν τον είδα ποτέ έξω από τις τρύπες του. Από φόβο άρχισα να τον ταΐζω με τη μέθοδο της επιβεβλημένης σίτισης (forced feeding), δηλαδή του άνοιγα το στόμα και του έβαζα μέσα το έντομο για να το φάει, κάτι δύσκολο, αφού συνήθως έφευγε. Αν και δεν τον πεντύχαινα έξω από τις τρύπες του, μπορούσα να καταλάβω ότι έβγαινε από τα αποτελέσματα της δράσης του. Λίγο χώμα μπορεί να είχε μετακινηθεί,ενώ στη γωνία μπροστά αριστερά, μπορεί να έβρισκα κανένα περίττωμα. Αυτή είναι η κύρια γωνία αφόδευσής του, κι έχει ακκομα μία μπροστά και προς τη μέση, οπου πηγαίνει αν κρύβεται στη δεξιά τρύπα. Ποτέ δεν έχει αφοδεύσςι μέσα στις τρύπες του. Τα περιττώματα είναι σχετικά ξηρά και απομακρύνονται εύκολα. Στις 5 Νοεμβρίου λοιπόν, κάνοντας ένα βίντεο για το γενειοφόρο μου δράκο, στο τέλος άνοιξα και τοτ ερράριο του τερατοσκίγκου για να δω τι κάνει, και τον βρήκα σε φάση πριν την έκδυση. Το χρώμα του είχε γίνει ανοιχτό γκρι, σαν φάντασμα, και το δέρμα του είχε γίνει σαν χαρτί. Ήδηα πό τις προηγούμενες μέρες άρχισε να γίνεται σαν χαρτί, αλλά νόμιζα πως είχε κάποιο πρόβλημα. Το βράδυ της ίδιας μέρας άλλαξε το δέρμα, και ήταν η χειρότερη έκδυση που έχω δει. Είχε αφαιρέσει μόνο το δέρμα του κορμού, το οποίο βρισκότανα πό κάτω του, χωρίς καν να το έχει φάει. Δεν έβαζε δηλαδή τίποτα στο στόμα του, ούταν καν το ίδιο του το δέρμα. Όπως όλα τα γκέκο, οι τερατοσκίγκοι τρώνε το εκδεδυμένο δέρμα, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τους τυχόν εχθρούς. Το περισσότερο λοιπόν δέρμα του κεφαλιού, τωνάκρων και της ουράς ήταν πάνω του. Με προσεκτικές κινήσεις το αφαίρεσα όλο, εκτός από λίγο στα δάχτυλα, το οποίο με παίδεψε λίγο περισσότερο. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς αλλάζει δέρμα ένας T. roborowskii:

Μετά το άφησα χωρίς τροφή για μια βδομάδα και κάτι. Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό, τώρα άρχισε να τρώει. Ήδη προχθές έφαγε μια αρσενική κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μάλλον θα φάει κι άλλο αφού αλλάξει ξανά δέρμα, γιατί από τις 23 Νοεμβρίου ήταν σχεδόν έτοιμος για έκδυση πάλι. Τώρα που έχει φτιάξει τις τρύπες όπως θεέλι αυτός δε σκάβει πάρα πολύ, κι επίσης κάθεται πολύ περισσότερο αν τον χειριστώ, ενώ παλιά κινδύνευα να τον χάσω μόλις τον έπιανα. Επειδή κάνει κρύο το βράδυ και το γκέκο έχει αδυνατίσει λίγο και θέλω να βάλει βάρος για τη χειμερία νάρκη, του έχω αναμμένη τη θερμαντική πλάκα μονίμως, ώστε ν’ανέβει ο μεταβολισμός του. Κανονικά δε χρειάζεται αυτό. Έχω προσέξιε ότι ακομα και στους 15 βαθμούς τρέχει κανονικά. Όταν ζεσταίνεται, συνήθως επιλέγει το θερμότερο σημείο των 33 βαθμών όταν χωνεύει τροφή ή για λίγες ώρες την ημέρα, αλλιώς συχνάζει στη γωνιακή πέτρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 27-29 βαθμούς.

Περιμένω τώρα να βάλει λίγο βάρος. Αν δε βάλει, δε θα το βάλω σε νάρκη, αλά αν βάλει, θα το κρυώσω το πολύ 3-4 εβδομάδες, τόσο όσο να καταλάβει την αλλαγή των εποχών. Πιστεύωότι μέρος της υποδραστηριότητάς του οφείλεται στον επερχόμενο χειμώνα. Αφού ξυπνήσει, πιστεύω η όρεξή του θα αυξηθεί απότομα. Επειδή είναι υπερανθεκτικό είδος, δε φοβάμαι ότι θα πάθει κάτι σοβαρό. Απότερος σκοπός είναι η εύρεση ενός αρσενικού και η αναπαραγωγή του σπάνιου αυτού είδους. Αν γίνει αυτό, θα είμαι ο μόνος που έχει αναπαραγάγει το είδος στην Ελλάδα.

Το μόνο δύσκολο ζήτημα που μένει είναι αυτό του ονόματος. Θέλω να του δώσω ένα αρχαίο ελληνικό όνομα. Προς το παρόν λέγεται Περσεφόνη, επειδή έχει σχέση και με τον Πάνω και με τον Κάτω Κόσμο. Το όνομα ωστόσο είναι προσωρινό, και δέχομαι κι άλλες προτάσεις στα σχόλια. Αν δε μου έρθει κάποιο καλύτερο όμως θα κρατήσω αυτό.

Πηγές και σύνδεσμοι:β
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Teratoscincus
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το Λεκανοπέδιο του Τουρπάν
οδηγός φροντίδας του T. roborowskii στο feeders.gr
το γένος Teratoscincus στο Gecko Time
οδηγός φροντίδας για T. perzewalskii
οδηγός φροντίδας για T. scincus
η βιοποικιλότητα των ερήμων
Επιστημονικές μελέτες:
μελέτες πάνω στον ημερήσιο ρυθμό δραστηριοότητας, στη διατροφή, στην οικεία ζώνη, στην επιλογή μικροενδιαιτημάτων και στον τρόπο κυνηγιού στο είδος T. roborowskii
βικαριανικά πρότυπα κατακερματισμού στο γένος Teratoscincus προκαλούμενα από την ινδική σύγκρουση, μία μοριακή φυλογενετική ανάλυση
πειραματική εκτίμηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων σε δύο είδη του γένους Teratoscincus
φυλετικός διμορφισμός και διατροφικές συνήθειες στις δάφορες εποχές στο είδος T. roborowskii
ανάλυση της κινητικής δραστηριότητας της νυκτόβιας σαύρας T. scincus υπό διάφορες εντάσεις σεληνόφωτος
τρισδιάστατη κινηματική των πίσω άκρων σε δύο είδη χερσαίων γκέκο
χαρακτηριστικά της οδοντοστοιχίας στις σαύρες του γένους Teratoscincus και σε άλλα γκέκο
κάποια στοιχεία της οικολογίας και της φυσικής ιστορίας του γκέκο T. keyserlingii
η αυτοτομή της ουράς δεν επηρεάζει σημαντικά την κινητικότητα και τη συμπεριφορά κατά των εχθρών σ’ένα δρομεϊκό γκέκο, το είδος T. scincus
το χαμηλό κόστος μετακίνησης αυξάνει την επίδοση σε χαμηλές θερμοκρασίες σε ένα νυκτόβιο γκέκο, στο είδος T. perzewalskii
μορφολογία και λειτουργία των ηχοπαραγωγών φολίδων στην ουρά του T. scincus

Σταπέλιες

η Orbea variegata μου με άνθος

Οι περίεργοι, γωνιώδεις βλαστοί τους, καθώς και τα μοναδικά άνθη τους με το ιδιαίτερο σχήμα, χρώμα, υφή και οσμή, έχουν κάνει τις σταπέλιες απαραίτητο στοιχείο κάθε συλλογής παχυφύτων. Υπάρχουν επίσης και σοβαροί συλλέκτες εξειδικευμένοι στα φυτά της συγκεκριμένης ομάδας, οι οποίοι προσπαθούν να συγκεντρώσουν όλα τα είδη, αλά και τις αναρίθμητες φυσικές και τεχνητές ποικιλίες τους. Δεν έχουν την επονομασία «οι ορχιδέες των παχυφύτων» χωρίς λόγο. Όπως και με άλλα παχύφυτα, οι σταπέλιες συχνά συγχέονται με τους κάκτους, αλλά η ομοιότητά τους είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης υπό τις ίδιες εξελικτικές πιέσεις (ξηρό, θερμό και άνυδρο περιβάλλον) παρά άμεσης συγγένειας. Οι δύο αυτές ομάδες παχυφύτων βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες ανθοφόρων φυτών, με τους κάκτους κοντύτερα στα γαρύφαλλα και τις σταπέλιες κοντύτερα στις πικροδάφνες. Εκτός αυτού, οι κάκτοι είναι κατά κύριο λόγο αμερικανική οικογένεια, ενώ οι σταπέλιες περιορίζονται απποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο. Οι κάκτοι επίσης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτεροι ποικιλομορφία ως προς τη μορφολογία, τον τρόπο ανάπτυξης και τα κλίματα όπου ευδοκιμούν.

Το όνομά τους το έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής συστηματικής ταξινόμησης, προς τιμήν του Ολλανδού βοτανολόγου και γιατρού του 15ου αι. Γιοχάνες βαν Στάπελ (Johannes van Stapel). Οι σταπέλιες αποτελούν τη φυλή Stapeliae, της υποοικογένειας Asclepiadoidea, της οικογένειας Apocynaceae, της τάξης Gentianales. Στα ασκληπιαδοειδή ανήκουν αγριόχορτα όπως οι ασκληπιάδες, αλλά και παχύφυτα σταπελιοειδούς χαρακτήρα όπως οι κηροπηγίες (γένος Ceropegia). Μέχρι πρότινος, οι ασκληπιάδες ταξινομούνταν σε δική τους οικογένεια, τους ασκληπιίδες (Asclepiadaceae), αλλά πρόσφατα οι οικογένειά τους υπήχθη στους αποκυνίδες (Apocynaceae). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν πολλά καλλωπιστικά φυτά με πλατιά φύλλα, επιδεικτικά άνθη και τοξικό γάλα, όπως η πικροδάφνη, η αλαμάντα, το φούλι, το ρυγχόσπερμα, και παχύφυτα όπως το παχυπόδιο (γένος Pachypodium), το αδένιο (γένος Adenium) και η αδένια (γένος Adenia). Οι σταπέλιες ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές, και ορισμένα είδη είναι εδώδιμα. Τα γένη της φυλής των σταπελιών είναι: Angolluma, Baynesia, Caralluma, Desmidorchis, Duvalia, Echidnopsis, Edithcolea, Frerea, Hoodia, Huernia, Huerniopsis, Larryleachia, Notechidnopsis, Orbea, Orbeopsis, Piaranthus,’stapelia, Stapelianthus, Stapeliopsis, Tavaresia, Tridentea, Tromotriche και Whitesloanea. Στα αγγλικά το κοινό τους όνομα είναι «stapeliads (σταπελιάδες)», αλλ’αυτή η κατάληξη δε δικαιολογείται ετυμολογικά. Προφανώς προήλθε από σύγχυση με τις ασκληπιάδες. Οι σταπέλιες απαντούν στην Αφρική, στην Αραβική Χερσόνησο και στην υπόλοιπη Ασία μέχρι και την Ινδική Χερσόνησο. Το είδος Caralluma europaea είναι το μόνο ευρωπαϊκό είδος, με εξάπλωση στην ακραία νότια Ιβηρική Χερσόνησο. Κέντρα ποικιλότητας, δηλαδή περιοχές με μεγάλο αριθμό ειδών και πολλές ενδημικές και μικροενδημικές μορφές, είναι η βορειοανατολική Αφρική, η νότια Αφρική, η Υεμένη και το νησί Σοκότρα ανοιχτά της Υεμένης, και οι ξηρές περιοχές της Ινδίας, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Νεπάλ και της Βυρμανίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη κατάγονται από τη νοτιοαφρικανική περιοχή, αλλά μπορούν να βρεθούν είδη από κάθε περιοχή. Οι σταπέλιες φύονται σε ξηρές τοποθεσίες, είτε σε αμμώδες χώμα, είτε ανάμεσα σε πέτρες ή κάτω από την ελαφρά ημισκιά ψηλότερων θάμνων.

Όλες οι σταπέλιες είναι παχύφυτα, με σαρκώδεις βλαστούς όπου αποθηκεύεται το νερό. Οι βλαστοί κυμαίνονται σε ύψος από 2,5 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα και είναι γωνιώδεις, συνήθως τετραγωνισμένοι, αν και υπάρχουν είδη με έξι ακμές, και ορισμένα του γένους Hoodia μπορεί να έχουν πάνω από 30. Πάνω στις ακμές βρίσκονται τα φύματα, μικρά εξογκώματα που κανονικά θα έφεραν τα φύλλα. Τα φυτά αυτά είναι λειτουργικά άφυλλα, με υπολειμματικα μόνο φύλλα. Συνήθως υπάρχουν δύο παραφυλλικά δόντια, μικρά δόντια που αντιστοιχούν στα παράφυλλα άλλων φυτών, ελασματώδεις προεξοχές εκατέροθεν της βάσης του μίσχου του φύλλου. Επίσης κατά την ανάπτυξη συνήθως σχηματίζεται το υπόλειμμα του κυρίως φύλλου, το οποίο είναι ένα μικρό δόντι και πέφτει σύντομα μετά την εμφάνισή του, αν και κάποια είδη του νοτιοαφρικανικού γένους Tridentea το διατηρούν, εξού και το όνομά του. Το ινδικο είδος Frerea indica είναι η μόνη σταπέλια που παράγει κανονικά, μακρόστενα φύλλα, και μόνο κατά τη βροχερή περίοδο. Οι βλαστοί μπορεί να είναι λείοι ή χνουδωτοί, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, Ενώ σε πολλά είδη μπορεί να έχουν μοβ ή ερυθρές περιοχές και κηλίδες, οι οποίες είναι εμφανέστερες στο έντονο ηλιακό φως (το φυτό παράγει ανθοκυανίνες για να προστατευτεί). Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, αλλά συνήθως είναι εξαπλούμενοι ή έρποντες, και μπορεί να ριζώσουν στην επαφή τους με το έδαφος. Το ριζικό σύστημα των φυτών αυτών είναι ρηχό, όπως και σε πολλά άλλα παχύφυτα, ώστε ν’απορροφά γρήγορα το νερό της βροχής πριν εξατμιστεί από τη ζέστη.

Το πλέον οιδοποιό στοιχείο όμως των φυτών αυτών είναι τα άνθη τους. Τα άνθη κυμαίνονται σε διάμετρο από 2 χιλιοστά σε αρκετά είδη των γενών Echidnopsis και Pseudolithos, μέχρι τα 41 εκατοστά ή και περισσότερο στη γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea), η οποία έχει το μεγαλύτερο άνθος από κάθε άλλο παχύφυτο. Τα άνθη φύονται προς τη βάση του βλαστού στα μεγανθή και στη μέση ή προς τις κορυφές στα μικρανθή είδη, μονήρη, κατά μικρές ομάδες ή μικρές ταξιανθίες. Τα άνθη των φυτών αυτών έχουν δισκοειδές, αστεροειδές σχήμα, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Αποτελούνται από 5 σέπαλα και 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, όπως και σ’όλα τα μέλη της οικογένειας. Σπάνια εμφανίζονται φυτά που από μετάλλαξη έχουν λιγότερα πέταλα από σύμφυση δύο ή και περισσότερων, έχουν περισσότερα ή είναι ημίδιπλα. Κατά τ’άλλα τα άνθη τω σταπελιοειδών αποκλίνουν πολύ από τα κοινά άνθη. Οι βάσεις των πετάλων μαζί με τις αναπαραγωγικές δομές στο κέντρο του άνθους είνα συνενωμένες σε μια πολύπλοκη δομή, το δίσκο ή δακτύλιο (annulus). Τα άνθη δεν είναι λεπτά και μαλακά όπως αυτά των περισσότερων φυτών· ανταυτού είναι σκληρά, δύσκαμπτα, με δερματώδη και συχνά με σαρκώδη πέταλα, θυμίζοντας περισσότερο φύλλα παχυφύτου. Τα πέταλα δεν είναι λεία κι απαλά, αλλά χνουδωτά και κάποιες φορές αυλακωτά, ενώ πολλά είδη φέρουν μακρύτερες τρίχες στις άκρες των πετάλων τους, οι οποίες δονούνται με τον άνεμο (δονητικές τρίχες). Τα χρώματά τους δεν είναι τα καθαρά κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί κλπ των γνωστών λουλουδιών, αλλά θαμπές αποχρώσεις του καφέ, του καφεκόκκινου, του μπεζ, του μοβ και του ροζ. Τέλος η οσμή τους δεν είναι η γλυκιά οσμή των αγαπητών μας λουλουδιών, αλλά αυτή ενός πτώματος σε αποσύνθεση. Οι σταπέλιες χρησιμοποιούν τις μύγες για την επικονίασή τους, κι επειδή τα φυτά που χρησιμοποιούν τέτοιους επικονιαστές δεν τους ανταμοίβουν με νέκταρ, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνήθως δεν τρώνε, θα πρέπει να στήσουν την απάτη τους όσο το δυνατόν καλύτερα, γι’αυτό και το σχήμα, το χρώμα, η υφή και η οσμή των ανθέων των σταπελιοειδών πλησιάζουν όσο γίνεται τη μορφή ενός νεκρού ζώου σε αποσύνθεση. Η απάτη είναι τόσο αληθοφανείς, που σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε μεγάλα άνθη, οι μύγες γεννούν τα αυγά τους στη στεφάνη του άνθους, αλλά φυσικά οι προνύμφες πεθαίνουν από ασιτία. Η στρατηγική αυτή είναι αρκετά επιτυχημένη, αφού και μια νοτιοαφρικανική ορχιδέα, το είδος Satyrium pumilum μιμείται τις σταπέλιες αναδίδοντας οσμή πτώματος, και, όπως και οι περισσότερες ορχιδέες, εξαπατά τους επικονιαστές της. Πολλά άλα φυτά προσελκύουν μύγες με παρόμοιες οσμές σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως το φιδόχορτο στην Ελλάδα για παράδειγμα, μέλος της οικογένειας των αροειδών με πολλά άλλα μυιόφιλα είδη. Τα διάφορα είδη σταπέλιας διαφέρουν ως προς την οσμή και τη μορφή των ανθέων, κι έτσι προσελκύουν συγκεκριμένα είδη επικονιαστών, ενώ μερικά είναι εξειδικευμένα σ’ένα μόνο είδος. Κάποια είδη πλησιάζουν την οσμή του πτώματος περισότερο από άλλα. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως το είδος Caralluma plicatiflora της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, το οποίο μυρίζει σαν κοπριά καμήλας, προσελκύοντας τις πιο κοπροφάγες μύγες. Άλλα είδη χρησιμοποιούν μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες και σκαθάρια ως επικονιαστές, π.χ. τα είδη Stapelia erectiflora και S. flavopurpurea αναδίδουν γλυκή οσμή για την προσέλκυση των μελισσών, αλλά η συντριπτική πλειονότητα χρησιμοποιεί τις μύγες. Τέλος υπάρχουν και λίγα είδη που παράγουν νέκταρ.

Το σύστημα επικονίασης των φυτών αυτών είναι μοναδικό. Αντί να απελευθερώνουν κόκους γύρης, οι οποίοι μεταφέρονται παθητικά με τα έντομα σε άλλα άνθη, συσκευάζουν τη γύρη τους σε συσσωματώματα, τα γυρεοσώματα (pollinia), τα οποία εναποτίθενται ολόκληρα από τα έντομα στα άνθη αποδέκτες. Όλα τα ασκληπιαδοειδή χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, αλλά οι σταπέλιες το έχουν εξελίξει στον υπέρτατο βαθμό. Το pollinium είναι μέρος μίας μεγαλύτερης δομής, της συσκευής επικονίασης, η οποία αποτελεί προϊόν έκκρισης των κυττάρων του ανθήρα. Η συσκευή αποτελείται από ένα κεντρικό σωμάτιο (corpuscle), το οποίο φέρει δύο μεταφορείς βραχίονες (translator arms) ή ουρίδια (caudicles), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με το σωμάτιο είτε απευθείας, είτε με τη βοήθεια ενός φτερού του ουριδίου. Στις απολήξεις των ουριδίων βρίσκονται τα pollinia. Στα υπόλοιπα ασκληπιαδοειδή, μεταξύ του ουριδίου και του pollinium παρεμβάλλεται ακόμα ΄μια δομή, το retinaculum. Το έντομο, καθώς επισκέπτεται ένα άνθος, παγιδεύει ένα μέρος του σώματός του (κάποιο πόδι ή κεραία αν είναι μικρό, ένα τριχίδιο αν είναι μεγαλύτερο) στο κενό που αφήνουν τα φτερά των ανθήρων, και με τις κινήσεις που κάνει προσπαθώντας ν’απελευθερωθεί, αποσπά έναν μηχανισμό επικονίασης, τον οποίο εναποθέτει σε άλλο άνθος του ίδιου είδους με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας τη διαδικασία της επικονίασης. Στις υπόλοιπες ασκληπιάδες, το σφαιρικό pollinium μπορεί να τοποθετηθεί στο άνοιγμα χωρίς κάποιον προσανατολισμό, αλλά στις σταπέλιες η μορφή του pollinium και της σχισμής είναι τέτοια, ώστε αυτό να μπορεί να μπει μόνο από συγκεκριμένη πλευρά, σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ορισμένα γένη ωστόσο, όπως η Hoodia, δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το διαφορετικό σχήμα του pollinium και τη σχισμής σε κάθε είδος, καθώς και οι διαφορές στη μορφολογία των ανθέων, άρα και στους επικονιαστές τους οποίους προσελκύουν, είναι οι κύριοι φραγμοί κατά του υβριδισμού των ειδών στη φύση, παρά οι γενετικές διαφορές, αφού υβρίδια φαινομενικά ασύμβατων ειδών μπορούν να παραχθούν με τεχνητή επικονίαση. Υπάρχουν ωστόσο και γένη με συμβατά κλειδιά και κλειδαριές, τα οποία υβριδίζονται και στη φύση. Σύντομα λοιπόν μετά την τοποθέτηση του pollinium στην κλειδαριά, το πρώτο απορροφά νερό από το άνθος και διογκώνεται, ώστε να μείνει στη θέση του, και στη συνέχεια βλαστάνουν όλα τα νημάτια της γύρης, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της επικονίασης. Παρόμοιος μηχανισμός επικονίασης με pollinia έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα στις ορχιδέες (οικογένεια Orchidaceae), ομάδα φυτών με μεγάλη εξειδίκευση στους επικονιαστές, αν και η μικροανατομία του συστήματος διαφέρει. Η στρατηγική αυτή μπορεί να εξελιχθεί μόνο σε φυτά με εξειδικευμένους επικονιαστές, όπου η πιθανότητα στοχευμένης μεταφοράς της γύρης σε άλλο άνθος του ίδιου είδους είναι μεγάλη. Μεγάλο πλεονέκτημα΄της είναι η μαζική γονιμοποίηση όλων των ωαρίων ενός άνθους από τη γύρη ενός μόνο άλλου. Το μειονέκτημά της είναι ωστόσο ότι, αν το pollinium χαθεί, όλες οι πιθανότητες γονιμοποίησης ενός ανθήρα, μιας ομάδας ανθήρων ή ενός άνθους ανάλογα με το είδος μηδενίζονται.

Μετά την επιτυχεί γονιμοποίηση, το άνθος μαραίνεται δίνοντας τη θέση του μερικές φορές σ’έναν, αλλ΄ασυνήθως σε δύο επιμήκεις καρπούς. Επειδή συνήθως βγαίνουν διπλοί κι έχουν τημορφή κεράτων, ένα κοινό αφρικάανς όνομα για τις σταπέλιες είναι «bockhorings», δηλαδή κέρατα αντηλόπης. Οι καρποί αυτοί είναι κάψες και κατά την ωριμότητα ξηραίνονται και διαρηγνύονται, απελευθερώνοντας πολλούς μικρούς σπόρους, οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο χάρη στην κόμη, μία μικρή τούφα τριχών που φέρουν. Λίγοι βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν, κι ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν. Οι περισσότεροι βλαστάνουν στην ημισκιά μεγαλύτερων θάμνων. Κάποια είδη ξεφεύγουν από την καταπιεστική αυτήν τυραννία με τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, ενώ άλλαπαραμένουν εκεί, προστατευμένα από το σκληρό ήλιο της ερήμου. Οι σταπέλιες είναι σπάνιες στα οικοσυστήματα όπου ζουν, και, ασυνήθιστα για παχύφυτα, είναι εξαιρετικά βραχύβιες, με τις περισσότερες να ζουν στη φύση το πολύ μία δεκαετία. Μικροί πληθυσμοί τους σε μια περιοχή μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστούν χωρίς προφανή λόγο, κι αλλού να εμφανιστούν άλλοι.

Η χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Το είδος Carallum adscendens, με εξάπλωση από την Ινδία μέχρι το αφρικανικό Σαχέλ, τρώγεται στην Ινδία ως λαχανικό, είτε φρέσκο είτε σε τουρσί, ενώ χρησιμοποιείται από τους ταξιδιώτες και τους κυνηγούς για να μετριάζουν τη πείνα και τη δίψα στο δρόμο. Θεωρείται επίσης φαγητό πείνας. Στη νότια Αφρική, τα είδη Orbea lugardii και O. maculata τρώγονται ως λαχανικά, κι έχουν γεύση μαρουλιού. Σπανιότερα τρώγεται και η O. namaquensis, η οποία είναι πολύ πικρή. Οι σταπέλιες έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης και στην ιατρική, για τη θεραπεία πραγματικών ή και περισσότερο μαγικών παθήσεων. Για παράδειγμα οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Hoodia gordoni για να μετριάσουν την δίψα τους στα ταξίδια – άλλωστε περιέχει πολύ νερό -, ίσως και για να κόψουν την όρεξη, αλλά και για τη θεραπεία της δυσπεψίας, των στομαχικών κραμπών, των αιμορροΐδων, του διαβήτη και μικρών μολύνσεων. Οι Ζουλού της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Stapelia gigantea για τη θεραπεία της υστερίας. Μακράν όμως η μεγαλύτερη χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι στην κηπουρική.

Οι σταπέλιες καλλιεργούνται ευρέως παγκοσμίως για τα μοναδικά γνωρίσματά τους. Υπάρχει τεράστια διαθέσιμη γκάμα ειδών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικόβαθμο΄δυσκολίας, με κάποια είδη το ίδιο εύκολα μ’άλλα κοινά παχύφυτα κι άλλα που εκνευρίζουν ακόμα και τους πλέον πεπειραμένους καλλιεργητές. Γενικά, οι σταπέλιες που κατάγονται από περιοχές με σταθερή βροχερή περίοδο είναι ευκολότερες από τις πιο τροπικές αλλά ξηροφυτικές. Οι περισσότερες χνουδωτές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Οι ανάγκες τους είναι παρόμοιες μ’αυτές άλλων παχυφύτων, δηλαδή ζεστό και φωτεινό περιβάλλον κατά την περίοδο ανάπτυξης, χώμα με καλή αποστράγγιση και πλήρης ανάπαυλα το χειμώνα. Το εδαφικό μίγμα για τα είδη από μέρη με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά το 1/3 από άμμο, το 1/3 από φυλλόχωμακαι το 1/3 από κοινό χώμα κήπου. Τα πιο ξηροφυτικά είδη θα χρειαστούν μίγμα που στραγγίζει αμέσως, με πολύ λιγότερη οργανική ύλη, ενώ αρκετοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν εντελώς ανόργανο μίγμα για τα πλέον ευπαθή ξηροφυτικά είδη, για την αποφυγή της μυκητικής σήψης των ριζών. Για ορισμένα είδη, των οποίων οι βλαστοί δεν αγγίζουν απευθείας το χώμα, αλλά στέλνουν τις ρίζες τους ανάμεσα στα βράχια, θα πρέπει η επιφάνεια της γλάστρας να στρωθεί με κάποιο ανόργανο υλικό όπως περλίτη ή χαλίκια, για να μη σαπίσουν. Οι γλάστρες για τις σταπέλιες μπορούν να είναι ρηχές, αφού τα φυτά αυτά δεν έχουν βαθύ ριζικο σύστημα και περισσότερο απλώνονται παρά αναπτύσσονται καθ’ύψος, και οπωσδήποτε θα πρέπει να έχουν αρκετές τρύπες αποστράγγισης. Είδη που κρέμονται καλά μπορούν να φυτευτούν σε κρεμαστά καλάθια και οι βλαστοί τους ν’αφήνονται να πέφτουν προς τα κάτω, ώστε τα άνθη τους να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση. Ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και την κλιματική ζώνη, ορισμένα είδη μπορούν να φυτευτούν σε κήπους ή βραχόκηπους, ενώ ευκολα καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Στους κήπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εδαφοκάλυψη μπροστά από ψηλότερα φυτά, και ακόμα και οι στείροι βλαστοί των πιο πολύχρωμων ειδών είναι εντυπωσιακοί στο βραχόκηπο. Τα είδη που κατάγονται από περιβάλλοντα με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει να ποτίζονται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, αρκει το χώμα να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα, ενώ τα πιο ξηροφυτικά είδη θα πρέπει να ποτίζονται αραιότερα. Γενικά, το λιγότερο πότισμα είναι καλύτερο από το περισσότερο. Όλα τα είδη θα πρέπει να λιπαίνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης ελαφρά, και τα ξηροφυτικά ακομα ελαφρότερα. Οι σταπέλιες ευδοκιμούν στον απευθείας ήλιο, αλλά επειδή πολά είδη αναπτύσσονται κάτω από τη ημισκιά ψηλότερων φυτών, καλύτερα να δέχονται περισσότερο τον πρωινό και τον απογευματινό ήλιο, παρά το μεσημεριανό. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται εύκολα με μοσχεύματα, τα οποία κόβονται κατά την περίοδο ανάπτυξης για βέλτιστα αποτελέσματα. Όπως και με τους κάκτους, το μόσχευμα θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώσει αφού κοπείπριν φυτευτεί, γιατί αλλιώς θα σαπίσει. Αντίθετα με τους κάκτους, ο χρόνος ξήρανσης είναι λιγότερος, συνήθως μια βδομάδα. Μετά το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί ρηχά στο έδαφος, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σαπίσει, κι αν υπάρχει πρόβλημα στήριξης, μπορεί να στηριχθεί με βότσαλα, ξυλάκια ή και με λίγο ανασηκωμένο χώμα. Όπως και με τους κάκτους, δε θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά μέχρι να ριζώσει – τα ξηρόφυτα ριζώνουν μόνο όταν πρέπει να ψάξουν νερό. Σύντομα μετά τη ριζοβολία θα ξεκινήσει η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης και με σπόρο, αλλά είναι πολύ ψιλός και πετάει αμέσως, γι’αυτο θα πρέπει να συλλεγεί μόλις ανοίξει η κάψα, ή, καλύτερα, η κάψα να περιβληθεί με διχτάκι πριν ωριμάσει ώστε όλοι οι σπόροι να πέσου μέσα. Οι σπόροι χρειάζονται μέτριες προς υψηλές θερμοκρασίες και καλά αποστραγγιζόμενο αλλά ελαφρώς υγρό χώμα για τη βλάστηση και τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία, αλλά και η μεγάλη πυκνότητά τους μπορούν να οδηγήσουν σε μυκητική σήψη. Για να υπάρχουν σπόροι όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η επικονίαση. Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω θα γονιμοποιηθούν φυσικά από τα έντομα, αλλά αυτά που ζουν σε μόνιμα κλειστό θερμοκήπιο χωρίς πρόσβαση σεέντομα ή εξειδικευμένα είδη με επικονιαστές που μπορεί να μην υπάρχουν στην περιοχή θα πρέπει να επικονιαστούν τεχνητά, δηλαδή με χειροκίνητη μεταφορά ενός μηχανισμού επικονίασης από ένα άνθος στην κλειδαριά ενός άλλου. Η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη από την τεχνητή επικονίαση των τυπικών ανθέωνμε του βουρτσάκι, απαιτώντας χειρουργική ακρίβεια, μικρολαβίδα και μικροσκόπιο. Η μέθοδος αυτή ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολλά ενδιαφέροντα υβρίδια, τα οποία μετά μπορούν να διαιωνιστούν με μοσχεύματα. Οι περισσότερες σταπέλιες δεν αντέχουν την παγωνιά, αν και λίγα εύκρατα είδη της Νότιας Αφρικής μπορούννα επιβιώσουν σε ελαφριές παγωνιές συντομης διάρκειας αν είναι στεγνά, οπότε χρειάζονται προστασία. Τα πιο ξηροφυτικά είδη έχουν πρόβλημα επιβίωσης σε χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμα κι αν διατηρούνται στεγνά και το θερμόμετρο δεν πέφτει ποτέ κάτω από το μηδέν, επειδή ο μεταβολισμός τους είναι αφύσικα χαμηλός, και οι άμυνές τους κατά των ασθενειών πεσμένες, κι έτσι σαπίζουν εύκολα από μύκητες. Τα συγκεκριμένα είδη δε θα πρέπει να εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών αν γίνεται, και καλύτερα να διατηρούνται σε ακόμα υψηλότερες. Μεγαλύτεροι εχθροί των σταπελιών είναι οι μύκητες, οι οποίοι μπορούν να τις σαπίσουν ταχύτατα. Απόέντομα, σημαντικκότεροι εχθροί είναι τα κοκκοειδή, τα οποία προσβάλλουν τους βλαστούς, συχνά καλύπτοντάς τους ολόκληρους, και οι αλευρώδεις, οι οποίοι προσβάλλουν τις ρίζες και τους πολύ πυκνούς βλαστούς. Σπανιότερα τις επιτίθενται οι αφίδες, οι κάμπιες και το ρυγχωτό σκαθάρι Paramecops stapeliae, είδος εξειδικευμένο να τρώει σταπέλιες, το οποίο τρέφεται τρυπώντας τους βλαστούς και απομυζώντας το χυμό τους. Είναι αρκετά σπάνιο, αλλά μπορεί να προξενήσει σοβαρές ζημιές σε συλλογές όποτε εμφανίζεται. Τα έντομα μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διάφορα εντομοκτόνα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ενώ για τους μύκητες η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. Προληπτικά, π.χ. για σπορόφυτα ή γιαμοσχεύματα σπάνιων ειδών μπορούν να χρησιμοποιηθούν μυκητοκτόνα, αλλά μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα απαιτείται άμεση δράση. Τα πράσινα μέρη του φυτού μπορούν να κοπούν λίγο ψηλότερα από το σημείο της σήψης, και να φυτευθούν σε νέες γλάστρες με νέο, αποστειρωμένο χώμα. Παρακάτω θα παρουσιάσω τρία συγκεκριμένα είδη τα οποία έχω, είχα ή θα ήθελα ν’αποκτήσω.

Το πρώτο είδος που έχω ακόμα είναι αυτό της φωτογραφίας. Είναι μια ποικιλόχρωμη σταπέλια ή όρμπεα (Orbea variegata), το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος της ομάδας. Το γένος Orbea περιλαμβάνει περίπου 56 είδη σε Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, με ισάριθμα είδη στο βόρειο και το νότιο Ημισφαίριο. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό orbis, δηλαδή κύκλος, αναφερόμενο στον εμφανή δακτύλιο στο κέντρο του άνθους. Η O. variegata είναι το ευκολότερο είδος σταπέλιας. Καλλιεργείται σαμ κάθε παχύφυτο, και ανέχεται λάθη που θα σκότωναν αμέσως τα ευπαθέστερα είδη. Είναι η παλαιότερη σταπέλια σε καλλιέργεια, με πολλές ποικιλίες και υβρίδια, κάποια των οποίων αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστά είδη στο παρελθόν. Κατάγεται απο΄το δυτικό Ακρωτήριο, μια περιοχή με χειμερινή βροχερή περίοδο, όπου φύεται κοντά στην ακτή. Δεν είναι πολύ ψηλό φυτό, με ύψος όχιπερισσότερο των 15 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι λείοι, τετραγωνισμένοι, με κανονικά φύματα, πράσινοι με χαρακτηριστικές μοβ περιοχές που γίνονται εντονότερες στο έντονο ηλιακό φως, και διακλαδίζονται προς τη βάση τους. Το φυτό απλώνεται στο έδαφος και ριζώνει σε σημεία επαφής με αυτό. Τα άνθη του φύονται προς τις κορυφές των βλαστών, έχουν διάμετρο 5 εκ και το τυπικό αστεροειδές σχήμα, με πέταλα καφέ προς μοβ και ανοιχτότερο κίτρινο δακτύλιο. Περίοδος ανάπτυξής του είναι ο χειμώνας και η άνοιξη, αλλά σε ψυχρότερα κλίματα όπως εδώ, το χειμώνα αδρανοποιείται κι αναπτύσσεται την άνοιξη μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι οδηγίες καλλιέργειας για τα ευκολότερα είδη παραπάνω ισχύουν και γι’αυτό το είδος. Δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα· καλλιεργείται και πολλαπλασιάζεται απροβλημάτιστα. Χάρη στην ανθεκτικότητά του, το φυτό ξέφυγε από την καλλιέργεια κι εξαπλώθηκε στη νότι Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο
Το δικό μου φυτό το πήρα το Μάιο του 2014 από την ανθοέκθεση. Ήμουν τυχερός, κι επαναλαμβάνω πολύ τυχερός, που πέτυχα πωλητή που γνώριζε τις επιστημονικές ονομασίες των φυτών που πουλούσε και μπορούσε να δώσει σωστές συμβουλές για τη φροντίδα τους. Ήταν άλλωστε όλα από δικό του φυτώριο. Στον πάγκο του είχε κάκτους, άλλα παχύφυτα και σαρκοφάγα φυτά. Του ζήτησα σταπέλια και μου έδωσε το μόνο είδος που είχε εκεί, το οποίο μου ταυτοποίησε ως Stapelia variegata, αν και ψάχνοντας βρήκα ότι αναταξινομήθηκε σε Orbea variegata. Ήταν ένα μικρό, παράξενο παχύφυτο με τετράγωνους βλαστούς σ’ένα μικροσκοπικό γλαστράκι όπως και τα υπόλοιπα, γεμάτο ρίζα. Λίγες μέρες μετά την αγορά του, το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερο, όπου αμέσως ξεκίνησε την ανάπτυξη, προφανώς για ν’αναπληρώσει το χαμένο χρόνο στο μικρό γλαστράκι. Σταμάτησε ν’αναπτύσσεται κατά τα μέσα του Ιουνίου, και για το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε στάσιμο. Από τα τέλη του Αυγούστου όμως άρχισε να πετάει παντού νέους βλαστούς ως προετοιμασία για την ανθοφορία, αλλά εγώ δεν το γνώριζα ακόμα. Ο καλλιεργητής μου είπε πως θα άνθιζε τον Αύγουστο, αλλά μάλλον πήγε πίσω εξαιτίας της μικρής γλάστρας όπου βρισκοόταν, και άνθισε το Σεπτέμβριο. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου λοιπόν πρόσεξα δύο μικρά μπιμπικάκια στην άκρη ενός μικρού, φαινομενικά ασήμαντου βλαστού, και υποψιάστηκα ότι μπορεί να ήταν μπουμπούκια, αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σε λίγες μέρες όμως οι ελπίδες μου επιβεβαιώθηκαν, επειδή οι κόκκοι αυτοί βρίσκονταν πάνω σε μικρούς ποδίσκους, που τότε ήταν σαν νήματα ακόμα. Σιγά-σιγά μεγάλωναν, και από το σχεδόν σφαιρικό σχήμα, αφού έφτασαν το 1 εκ σε ύψος πήραν το τυπικό κωδονοειδές σχήμα. Τότε νόμιζα πως σταμάτησε η ανάπτυξή τους, αλλά διαψεύστηκα. Το ένα συνέχιζε να μεγαλώνει, και μετά το 1,5 εκ άρχισε να αυξάνεται σε πλάτος. Τις μέρες πριν ανοίξει είχε πάρει δισκοειδές σχήμα και είχε φτάσει σε μέγεθος δίευρου ή και περισσότερο, δηλαδή 2 εκ και κάτι. Το μόνο που έμεινε από το πρώην κωδονοειδές σχήμα του ήτα μια μυτούλα στη μέση. Ο ποδίσκος του είχε μεγαλώσει επίσης και σε μήκος (γύρω στα 4 εκ) και σε πάχος, και το άνθος κρεμόταν επικίνδυνα, αλλά τελικά δεν έπαθε τίποτα. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου λοιπόν, η μυτούλα αυτή άρχισε ν’ανοίγει. Την επόμενη μέρα, 20 Σεπτεμβρίου, το άνθος είχε ανοίξει, αν και τα πέταλα γύριζαν ακόμα προς τα πάνω. Νομίζοντας ότι αυτό ήταν το κανονικό άνθος του φυτού, απογοητεύτηκα, διότι δε μύριζε καθόλου. Είχε μόνο μια πολύ ελαφριά οσμή χαλασμένου ψαριού. Το βράδυ το πήγα στα ζώα μου για να δω τις αντιδράσεις τους. Η κουνέλα μου η Λίμπο, αφού πήγε να δοκιμάσει μια κορυφή του φυτού και την άφησε αμέσως, μάλλον επειδή ήταν πικρό, μύρισε το άνθος και πήγε πίσω. Το λοφιοφόρο μου γκέκο ο Βαρώνος το πλησίασε, και άρχισε να το μυρίζει και να βγάζει τη γλώσσα του με ιδιαίτερη προσήλωση. Απόρησα τότε αν το είδος είναι πτωματοφάγο στη φύση – κανονικά τρώει έντομα, νέκταρ και ώριμα φρούτα. Από την άλλη ίσως απλώς το άνθος να μύριζε σαν φρούτα που αρχίζουν να σαπίζουν ή απλώς το γκέκο να παραξενεύτηκε από τη μυρωδιά, και να κάθισε λίγο παραπάνω εκεί για να το εξερευνήσει. Την επόμενη μέρα λοιπόν διαψεύστηκα για ακόμα μια φορά. Το άνθος τώρα είχε ανοίξει εντελώς, και ανέδιδε έντονη μυρωδιά σαπίλας. Ήταν κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα, περισσότερο προς το δεύτερο, πάραυτα η μυρωδιά ήταν ελάχιστα αισθητή μετά την απόσταση των 10 εκατοστών. Το ξαναπήγα στα ζώα. Η κουνέλα το μύρισε και πήγε πίσω αμέσως, και το γκέκο, αφού το μύρισε λίγο, γύρισε απότομα το κεφάλι του αλλού. Σε επόμενες δοκιμές γύριζε το κεφάλι του αλλού, και μετά πήγαινε πίσω. Οπότε τελικά δεν είναι πτωματοφάγο. Οι αμίνες της αποσύνθεσης, όπως η σηψίνη και η πτωμαΐνη, που παράγουν κι αυτά τα φυτά, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στα ζώα και σε μικρές ακο΄μα συγκεντρώσεις. Για τα πτωματοφάγα είδη δρουν ως ισχυρά ελκτικά, ενώ για τα περισσότερα μη πτωματοφάγα είδη δρουν ως σήμα κινδύνου, αφού θα μπορούσαν να υποδηλώνουν νεκρό μέλος του είδους από ασθένεια ή εχθρό ή αλλοιωμένη τροφή. Αντιδράσεις αποφυγής προς αυτές τις ουσίες έχουν καταγραφεί σε ζώα από μικρά ασπόνδυλα και ψάρια όπως ζεβρόψαρα, μέχρι μεγάλα θηλαστικά και φυσικά τον άνθρωπο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου λοιπόν, φωτογράφισα το άνθος. Στις 25 του μηνός άρχισε να μαραίνεται, αλλά δεν το άφησα να πέσει· το έκοψα για να βρω το σημείο που παράγονται οι ουσίες αυτές. έσπασα το κεντρικό συνενωμένο μέρος, που ήταν πολύ χυμώδες, και το χέρι μου μύριζε σαν το άνθος για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μετά μύριζε απλώς σαν χυμός φυτού. Κάπου εκεί μέσα θα παράγονται οι ουσίες αυτές, αλλά σε πολύ μικρές ποσότητες. Δεν έχει μελετηθεί ο τρόποςπαραγωγής τους, αλλά πιθανότατα θα παράγονται από τη λύση αμινοξέων σε κάποια κύτταρα. Άλλωστε τέτοιες ουσίες υπάρχουν σε μικροποσότητες σε ζωντανούς ιστούς. Στον άνθρωπο, μπορούν να βρεθούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ούρα, αλλά και στο σπέρμα, όπου μαζί με τη σπερμίνη και τη σπερμιδίνη, δύο άλλες αμίνες, συμβάλλουν στη συμπίεση του dna. Δηλαδή ουσιαστικά γεννιόμαστε από τις πτωμαΐνες. Μη νομίζετε λοιπόν ότι τα άνθη της σταπέλιας είναι σάπια ή βρώμικα. Αν πιάσετε ακόμα και το πιο δύσοσμο άνθος και μυρίσετε αμέσως μετά το χέρι σας, δε θα μυρίζει απολύτως τίποτα. Απλώς η μύτη μας είναι υπερευαίσθητη σε μικροσυγκεντρώσεις αυτών των ουσιών, κι έτσι μας δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότοι κάτι σαπίζει. Όσο το άνθος ήταν πάνω στο φυτό, είχα προσέξει ότι μύριζε εντονότερα την ημέρα, αλλά σχεδόν καθόλου τη νύκτα. Προφανώς παράγει τις περισσότερες ουσίες τις ώρες που κυκλοφορούν οι επικονιαστές του, για να μη δαπανά άσκοπα ενέργεια. Επίσης δεν πρόσεξα καμία μύγα στο άνθος. Ίσως το άνθος να ήταν μικρό και οι μύγες λίγες στην περιοχή, οπότε δε μπόρεσαν να το εντοπίσουν, ίσως απλώς να ήλθαν, αλλά εγώ να μην ήμουν μπροστά. Έκανε εκείνες της μέρες κρύο, αλλα τη μέρα είχε ήλιο και η θερμοκρασία ανέβαινε αρκετά, κι εκτός αυτού υπάρχουν και μύγες που πετάνε και σε πιο κρύο καιρό με την παραμικρή ένδειξη πτώματος.
Μετά λοιπόν την ανθοφορία, ήρθε ο χειμώνας κι επρόκειτο να μεταφυτεύσω το φυτό. Το έβγαλα από το γλαστράκι του επειδή το χρειαζόμουν, και το μισοφύτεψα σε μια ζαρντινιέρα προσωρινά. Τελικά άλλη γλάστρα δεν έψαξα, κι έτσι το φυτόπέρασε το χειμώνα έξω, σχεδόν γυμνόριζο. Αν και η θέση του ήταν αρκετά προστατευμένη από αέρηδες και δυνατά κρύα, σίγουρα θα πέρασε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι αφυδατώθηκε, αλλά ξαναδιογκώθηκε αμέσως μόλις το φύτεψα σε μεγαλύτερο γλαστράκι την άνοιξη. Κάποιες κορυφές ξεράθηκαν και τις έκοψα, και λίγοι βλαστοί άργησαν να επανυδατωθούν, αλλά γενικά το φυτό επανυδατώθηκε αμέσως κι άρχισε την νανάπτυξη. Διπλασιάστηκε σε μέγεθος και σταμάτησε την ανάπτυξη στις αρχές του Ιουνίου. Η ταλαιπωρία αυτή ωστόσο το πήγε λίγο πίσω, αφού το μπουμπούκι του το έβγαλε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, κι ακόμα είναι λιγότερο από 1 εκατοστό. Άσχετα αν ανθίσει ή όχι, αυτόν το χειμώνα θα πρέπει να το μεταφυτεύσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα που θα του πάει γι’αι αρκετά χρόνια. Την άνοιξη επίσης θα πρέπει να κόψω ένα μόσχευμα για να το αναπαραγάγω, γιατί ο πατέρας μου μου το ζητάει. Κάτι έχουμε μετα πτωματικά φυτά Έχουμε αλοκάσιες, τώρα αυτό, και σίγουρα θα μαζέψουμε κι άλλα.

Το δεύτερο φυτό, ου ήμουν ασυμπτωτικά κοντά στο να έχω, αλλά το έχασα ήταν η χούντια του Γκόρντον (Hoodia gordoni). Το φυτό αυτό περιγράφηκε το 1775 από τον Robert Jacob Gordon, και αρχικά ταξινομήθηκε στο γένος Stapelia. Σήμερα το γένος Hoodia περιλαμβάνει περίπου 20 είδη. Το είδος του ενδιαφέροντος απαντά στο βορειοανατολικό μέρος του δυτικού Ακρωτηρίου και στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, και στα νότια της Ναμίμπια. Οι θερμοκρασίες στο φυσικό του περιβάλλον κυμαίνονται μεταξύ -3 και 40 βαθμών,οπότε το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, στις άμμους της Καλαχάρι και κάτω από την ημισκιά άλλων θάμνων. Αρχικά το φυτό αποτελείται από έναν μόνο βλαστό, στη συνέχεια όμως διακλαδίζεται στη βάση του. Ένα ώριμο φυτό μπορεί να έχει 50 κλαδιά και να ζυγίζει 30 κιλά, ενώ αυτά που αναπτύσσονται σε καλές συνθήκες μπορούν να φτάσουν το 1 μέτρο. Οι βλαστοί του είναι γωνιώδεις και αγκαθωτοί, επειδή τα φύματά του είναι σκληρά και μυτερά. Τα άνθη εμφανίζονται κοντά ή πάνω στην κορυφή, έχουν διάμετρο 75 χιλιοστών και είναι πιο χωανοειδή σε σχέση μ’αυτά άλλων σταπελιών, μοιάζοντας με άνθη πετούνιας. Ποικίλουν σε χρωματισμούς από ξανθό έως σκούρο καφέ, και, όπως οι περισσότερες σταπέλιες, μυρίζουν σάπιο κρέας. Μετά την ανθοφορία παράγεται ένα ζευγάρι καρπών. Εκτός από bockhorings, το φυτό λέγεται και ghaap στα αφρικάανς, από το βουσμανικό khoba.
Το φυτό ίσως να σας είναι γνωστό ως φυσικό βοήθημα στην απώλεια βάρους. Ο όλος τσαρλατανισμός ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αι. όταν, με βάση την παραδοσιακή χρήση του από τους Βουσμάνους για τη μείωση της πείνας και της δίψας στην έρημο, το Νοτιοαφρικανικο Συμβούλιο για την Επιστημονική και Βιομηχανική Έρευνα (CSIR), αναζητώντας κάποια ενεργή ουσία στο φυτό, απομόνωσε το 1977 τη γλυκοζίδη p57, η οποίαμείωσε σημαντικά την όρεξη στους αρουραίους έπειτα από ενδοεγκεφαλική ένεση. Δεν υπάρχουν ωστόσο αποδείξεις ότι κάνει το ίδιο σε ζώα ή ανθρώπους από διά στόματος χορήγηση. Το CSIR πατεντάρησε την ουσία το 1996. /εν συνεχεία παραχώρησε την άδεια στη βρετανική εταιρεία Phytopharm, η οποίασυνεργάστηκε με την Pfizer για να απομονώσουν απ’το φυτό κι άλλα τυχόν χρήσιμα συστατικά, αλλά και να βρουν τρόπους σύνθεσής τους. Η Pfizer τελικά απέσυρε τα δικαιώματα το 2002. Ο καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντισον στου Ουινσκόνσιν Paul Hudson ανέφερε ότι, για να παραχωρήσει η Pfizer τόσο εύκολα τα δικαιώματα γιακάτι το οποίο έχει να κάνει με την παχυσαρκία, πάει να πει ότι το σκεύασμα δεν έχει αποτέλεσμα. Η Pfizer ανακοίνωσε το 2002 ότι σταματά την έρευνα πάνω στο p57, επειδή ήταν δύσκολο στη σύνθεση. Ο Jasjid Bindra, αρχηγός ερευνητής για τη χούντια στην Pfizer, ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι το σκεύασμα επιβάρυνε το ήπαρ από άλλες ουσίες που δε μπορούσαν εύκολα ν’αφαιρεθούν από αυτό, συμπληρώνοντας ότι απαιτούνται πολλοί έλεγχοι ακόμα μέχρις ότου εγκριθεί το σκεύασμα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, και ότι ως τότε όσοι κάνουν δίαιτα θα πρέπει να προσέχουν. Εντωμεταξύ οι Βουσμάνοι ή Σαν των περιοχών όπου φύεται το φυτό αυτό θεώρησαν το πατεντάρισμα ενός παραδοσιακού βοτάνου βιοπειρατεία από τους Λευκούς κατακτητές, και μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, το CSIR συμφώνησε οι Βουσμάνοι να λαμβάνουν ένα ποσοστό των κερδών από τη διαφήμιση της χούντια (πόσο;). Σήμερα το φυτό αυτό προστατεύεται στη Νότια Αφρική, και μόνο άτομα και λίγες εταιρείες με ειδική άδεια επιτρέπεται να το συλλέγουν. Δεν ξέρω όμως αν πράγματι ο νόμος εφαρμόζεται, ή διεφθαρμένοι αστυνομικοί αφήνουν τον καθένα να κάνει ό,τι θε΄λει με λίγο μπαγιόκο στην τσέπη. Τελικά πολύς χαμός για το τίποτα. Ένα σπάνιο φυτό οδηγήθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης από μία υπόθεση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Ή, για να το πω πιο δραματικά, οι αφρώδεις, χοντροί μακντοναλτσοφάγοι της Δύσης σχεδόν εξαφάνισαν ένα μικρό, έως τότε σχεδόν άγνωστο φυτό της αφρικανικής ερήμου. Αυτό θα πει παγκοσμιοποίηση.
Όλοι οι σπόροι της H. gordoni που διατίθενται στο εμπόριο για καλλιέργεια προέρχονται από καλλιεργούμενα φυτά, οπότε δεν επηρεάζονται οι άγριοι πληθυσμοί. Εγώ είχα πάρει τους δικούς μου σπόρους πέρσι το φθινόπωρο από τη γερμανική σελίδα εξωτικών σπόρων. Ήταν τρεις, και τους έσπειρα αμέσως σε αμμώδες χώμα, σ’ένα γλαστράκι στον ήλιο. Φύτρωσαν σε λιγότερο από μια βδομάδα, τρεις μικροί, κοντόχοντροι κι ανοιχτοπράσινοι βλαστοί με δύο μικρές, ίσως ακ΄κομα μαζεμένες κοτυληδόνες στην κορυφή. Και μετά ήρθε ο αέρας και τα κατέστρεψε όλα. Ίσως έπρεπε να μοιράσω τα φυτά σε διαφορετικά γλαστράκια για να σώσω κανένα, αλλά δεν το έκανα επειδή δεν πρόβλεψα τόσο ακραίο καιρό. Θα μπορούσα επίσης να έχω τις γλάστρες σε μέρος χωρίς τόσο αέρα, αλλά το μέρος με τον περισσότερο αέρα στο μπαλκόνι μου είναι κι αυτό με τις περισσότερες ώρες ήλιου. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να λύσω αυτά τα προβλήματα.
Η χούντια καλλιεργείται όπως οι πιο ξηροφυτικές σταπέλιες. Χρειάζεται ήλιο, χώμα με λίγη οργανική ύλη και καλή αποστράγγιση, αραιά ποτίσματα και λίγη σχετικά λίπανση. Αντέχει τις χαμηλες θερμοκρασίες και τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Ιδιαιτερότητα όμως αυτού του φυτού είναι ότι σπάνια τα μοσχεύματά του δημιουργούν κάλο, εκείνη την αδιαφοροποίητη μάζα κυττάρων στο σημείοκκοπής που επαναδιαφοροποιείται σε ρίζες, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μ’αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατος, άρα μονο με σπόρο. Οι σπόροι χρειάζονται υγροό αλλά ελαφρύ χώμα. Η ανεπαρκής αποστράγγιση και η μεγάλυ πυκνότητα φυτών μπορούν να οδηγήσουν γρήγορα στη μυκητική σήψη, γι’αυτό θα πρέπει τέτοιες καταστάσεις ν’αποφεύγονται. Τα νεαρά φυτά θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σ’ένα χρόνο, οπότε θα έχουν ψηλώσει αρκετά, και σε 3 χρόνια θα είναι ήδη 25 εκ ψηλά με 10 κλαδιά. Στη φύση το φυτό δε ζει περισσότερο από 15 χρόνια, αλλά σε καλλιέργεια μπορεί να ζήσειπάνω από 25 χρόνια.

Το τρίτο φυτό που δεν έχω, αλά ακόμα ψάχνω, είναι φυσικά η γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea). Θεωρείται η βασίλισσα των σταπελιοειδών, και ό,τι δεν έχει σε χρώματα το έχει σε μέγεθος και μυρωδιά. Το άθος της έχει αποχρώσεις του καφέ και του ροζ, μπορεί να ξεπεράσει τα 40 εκ και μυρίζει ακριβώς σαν πτώμα. Παρά το τεράστιο μέγεθος των λουλουδιών, το φυτό είναι αρκετά κοντό, με βλαστούς ύψους το πολύ 20 εκ. Όπως οιπερισσότερες σταπέλιες όμως, το φυτό εξαπλώνεται στο έδαφος, και μεγάλα άτομα του είδους αυτού στη φύση μπορούν να φτάσουν τα 1-2 μέτρα σε πλάτος. Οι βλαστοί έχουν πλάτος 3 εκ, είναι χνουδωτοί, τετραγωνισμένοι, πράσινοι με κοκκινωπές περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες στο άμεσο ηλιακό φως. Είναι η σταπέλια με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον άξονα βορρά-νότου, ευρισκόμενη σε Ζάμπια, Μαλάουι, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική, όπου φύεται σε ξηρές περιοχές, σε πετρώδη μέρη ή κάτω από την ημισκιά ψηλότερων θάμνων. Καλλιεργείται όπως τα ξηροφυτικά είδη, από τα οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των ευκολότερων. Δε σαπίζει με το παραμικρο΄λάθος, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή με το πότισμα, την αποστράγγιση και τις χειμερινές θερμοκρασίες, οι οποίες προτείνεται τουλάχιστον να μην πέφτουν κάτω από 10 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα και δεν είναι καθόλου δυσεύρετο. Το μόνο που με ανησυχεί μ’αυτό το φυτό είναι ότι μπορεί ν’ανθίσει στο κατακαλόκαιρο, ενώ το σπίτι είναι άδειο, και να θορυβηθούν οι γείτονες.

Τώρα που γνωρίσατε τις σταπέλιες, μπορείτε να καταλάβετε γιατί είναι τόσο συλλεκτικά φυτά. Ίσως κάποιοι από σας να σκέφτεστε να προσθέσετε ένα τέτοιο φυτό στη συλλογή σας· ίσως κάποιοι να σκέφτεστε να ξεκινήσετε μια συλλογή από τα όμορφα και ιδιαίτερα αυτά φυτά· ίσως άλλοι να ψάχνετε τέτοιο φυτό, ιδίως κάποιο μεγανθές είδος, για να τρομάξετε τους γείτονες ή να το δώσετε δώρο σε κάποιον ανυποψίαστο. Να θυμάστε όμως, ότι όσοι δεν αντιλαμβάνονται τη μαγεία της εξέλιξης και της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να εκτιμήσουν τις σταπέλιες.

Πηγές:
άρθρο στην αγγλική Wiipedia για τη φυλή Stapeliae
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Stapelia gigantea
το γένος Stapelia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Stapelia
το γένος Orbea στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Orbea
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hoodia
το γένος Hoodia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Hoodia gordoni
το είδος H. gordoni στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
η επικονίαση των σταπελιοειδών

Τα ερπετά, καθώς και πολλά άλα μικκρά, μη θηλαστικά ζώα, αλλά και μερικά μικρά θηλαστικά, έχουν αντιμετωπιστεί με φόβο, μίσος, απέχθεια και σιχασιά από πολλούς ανθρώπινους πολιτισμούς, σίγουρα όμως όχι απ’όλους. Συνδέονται με το κακό, τους αποδίδονται δυνάμεις που δεν έχουν ή όσες έχουν υπερεκτιμώνται. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό το φαινόμενο, αφού είναι πολύ παράδοξο και εν τέλει γελοίο ότι ο άνθρωπος μπορεί να φοβάται ακίνδυνα ζώα λίγων μόνο γραμμαρίων. Κανένα άλλο ζώο στο βάρος του ανθρώπου δεν έχει τέτοια συμπεριφορά, και εξελικτικά σίγουρα μια τέτοια υπερεπαγρύπνηση για κινδύνους θα ήταν καταστροφική. Η αναζήτησή μου ωστόσο δε μου έχει δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις. Υπάρχει για παράδειγμα η θεωρία ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν πολύ ευκολότερα να φοβούνται τα φίδια από άλλα ερεθίσματα, ικανότητα που κληρονόμησαν από τους πρωτεύοντες προγόνους τους των οποίων τα φίδια ήταν σημαντικός εχθρός. Εξηγεί όμως αυτό τη γενική αποστροφή του ανθρώπου για όλη αυτήν την ομα΄δα ζώων; Δε νομίζω. Απ’ό,τι έχω καταλάβει απ’όσα έχω ψάξει, τέτοιες αρνητικές αντιλήψεις γι’αυτά τα ζώα αναπτύσσονται κυρίως αφού ο άνθρωπος ασχοληθεί με τη γεωργία, κι έτσι παύει να ασχολείται τόσο πολύ με την παρατήρηση της φύσης, εφόσον πλέον δεν εξαρτάται απ’αυτό για να τραφεί. Επίσης όπου τα ζώα αυτά εξακολουθούν να τρώγονται, υπάρχουν πολύ λιγότερες τέτοιες αντιλήψεις. Οι Αβορίγινες της Αυστραλίας για παράδειγμα ως κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, και οι Κινέζοι και γενικώς οι Απωανατολίτες που έτρωγαν τέτοια ζώα, δεν τα αντιμετώπιζαν με το μίσος που τα αντιμετωπίζουν οι Μεσανατολίτες.

Η ζώνη με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση τέτοιων πεποιθήσεων είναι η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και η περιοχή της Ασίας μέχρι την Ινδία περίπου. Η Μέση Ανατολή αποτελεί προπύργιο διάδοσης τέτοιων αντιλήψεων. Εκεί τα φίδια, και σπανιότερα μεγάλες σαύρες και κροκόδειλοι, παίζουν συνήθως το ρόλο του κακού στις περισσότερες θρησκειες και μυθολογίες, υπάρχουν διατάξεις στις περισσότερες θρησκείες που απαγορεύουν την κατανάλωση τέτοιων ζώων ως ακάθαρτων, και σε πολλές λαϊκές παροιμίες συνήθως συμβολίζουν το κακό. Η Μέση Ανατολή μας έφερε κι άλλα κακά επίσης, όπως την πατριαρχία – συγκρίνετε τη θέση της γυναίκας στην Αρχαία Ελλάδα και στα γερμανικά φύλα του Βορρά, διαφορά που έχει αφήσει τα ίχνη της ως σήμερα. Είναι αναμενόμενο αυτό, αφού στη Μέση Ανατολή ανατπύχθηκε πρώτα η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι πρώτες μεγάλες πόλεις και οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί, τουλάχιστον για τη Μεσόγειο. Έτσι όλα τα ύπόλοιπα έθνη πήραν τα φώτα τους από κάτι δογματικούς ερπετόφοβους μισογύνεις.

Λίγες εθνογραφικέςμελέτες έχουν γίνει πάνω στις λαϊκές αντιλήψεις διάφορων λαών για τα ερπετά, κι ακόμα λιγότερες έχω βρει. Όσες όμως βρίσκω τις βάζω εδώ στο Ιστολόγιο, επειδή είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Έχω μαζέψει αρκετές ως τώρα,ώστε σκέφτομαι ν’ανοίξω ξεχωριστή υποκατηγορία με τίτλο εθνοερπετολογία. Ή μπορώ απλώς να χρησιμοποιήσω την λέξη σαν ετικέτα στα άρθρα, χωρίς να χρειάζεται να μετακινώ άρθρα. Θα δω. Η παρούσα μελέτη έγινε σε μια φυλή Βεδουίνων της Ανατολικής Ερήμου της Αιγύπτου. Εκτός του ότι καταμετρήθηκαν τα είδη ερπετών που ζουν στον τόπο αυτόν, ερωτήθηκαν επίσης οι Βεδουίνοι για τις γνώσεις τους και τις αντιλήψεις τους όσον αφορά αυτά τα ζώα. Αν και οι επιστήμονες δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τα ευρήματα, αυτά είναι πολύ χρήσιμα, αφού μπορούν να συγκριθούν με αυτά άλλων μελετών σ’άλλες περιοχές και ίσως να εξηγηθούν από τέτοιες συγκριτικές μελέτες. Επίσης οι οικολογικές γνώσεις των Βεδουίνων προσθέτουν επιπλέον πληροφορίες για τον τρόπο ζωής ορισμένων ερπετών που ενδεχομένως να μην έχουν καταγραφεί σε επιστημονικές εργασίες.

Η μελέτη, με τίτλο Η Κατανομή και η εθνοζωολογία των ερπετών του βόρειου τμήματος της Ανατολικής Αιγυπτιακής Ερήμου, έγινε από τον Steven M. Goodman του Μουσείου Πεδίου Φυσικής Ιστορίας στο Σικάγο του Ιλινόις, και τον Joseph J. Hobbs του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Μιζούρι στην Κολομβία του Μιζούρι.

Οι ερευνητές αρχικά καταμέτρησαν τα είδη ερπετών απ’το βόρειο μόνο τμήμα της Ανατολικής Αιγυπτιακής ερήμου, βασιζόμενοι τόσο σε δικές τους καταγραφές όσο και σε έρευνες άλλων επιστημόνων. Η περιοχή αυτή ξεκινά από την Κοιλάδα του Νείλου στα δυτικά και τελειώνει στον Κόλπο του Σουέζ και στην Ερυθρά Θάλασσα στα ανατολικά, και οριοθετείται από το δρόμο Καΐρου-Σουέζ στα βόρεια και το δρόμο Ίντφου_Μέρσα-ελ_Αλάμ στα νότια. Από την περιοχή αυτήν, είναι γνωστά 30 είδη ερπετών, εκ των οποίων τα 17 είναι σαύρες και τα 13 φίδια. Η ταξινόμηση λίγων ειδών έχει αλλάξει από τον καιρό δημοσίευσης της μελέτης.

Όλα τα γκέκο ανήκουν στην οικογένια Gekkonidae και είναι: Hemidactylus turcicus, Ptyodactylus hasselquisti, Stenodactylus stenodactylus, και Tropiocolotes steudneri. Οι αγαμίδες ή δράκοι (οικογένεια Agamidae) είναι: Agama agama υποείδος spinosa, Trapelus mutabilis, T. savignyi, Pseudotrapelus sinaita, Uromastix aegyptius, και U. ocellatus. Οι τυπικές σαύρες ή απλώς σαύρες (οικογένεια Lacertidae) είναι: Acanthodactylus boskianus, Mesalina guttulata, M. rubropunctata, και Ophisops elegans. Το μόνο είδος βαράνου (οικογένεια Varanidae) είναι ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus). Οι σκίγκοι (οικογένεια sincidae) είναι δύο: Chalcides ocellatus και C. sepsoides. Τα φίδια στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae) περιλαμβάνουν: Coluber florulentus, C. rhodorhachis, C. rogersi, Lytorhynchus diadema, Malpolon moilensis, Psammophis schokari, P. aegyptius, ίσως και ο Spalerosophis diadema. Το μόνο είδος ελαπίδη (οικογένεια Elapidae, όπου ανήκουν και οι κόμπρες) είναι η Walterinnesia aegyptia. Οι οχιές (οικογένεια viperidae) είναι: Cerastes cerastes, C. vipera, Echis pyramidum, E. coloratus.

Από τότε που δημοσιεύθηκε η έρευνα, έχουν γίνει καποιες αναταξινομήσεις. Το μεγάλο γένος Coluber για παράδειγμα διασπάστηκε σε πολλά περισσότερα, και πλέον τα παραπάνω φίδια του γένους αυτού βρίσκονται σε άλλα γένη. Υπάρχει διαφωνία αν ο C. aegyptius είναι υποείδος του C. schocari ή πλήρες είδος. Επίσης η τερατώδης οικογένεια των κολουβριδών έχει διασπαστεί σε περισσότερες, με αναβίβαση πολλων υποοικογενειών σε οικογένειες. Έτσι τα λεπτά και γρήγορα φίδια κυρίως αφρικανικής προέλευσης της υποοικογένειας Psammophiinae, έχουν πλέον δική τους οικογένεια, την Psammophiidae. Τα ψαμμόφιδα, ο σαπίτης (Malpolon insignitus), η σαΐτα (Platyceps najadum) κι άλλα παρόμοια φίδια ανήκουν στους ψαμμοφιίδες. Από τα παραπάνω είδη, το σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus), το λιακόνι (Chalcides ocellatus) και ο οφίδοπας (Ophisops elegans) απαντώνται και στην Ελλάδα, το πρώτο με μεγάλη εξάπλωση σ’όλη την Ελλάδα και σε πολλές άλλες περιοχές, τα άλλα δύο μόνο στα νότια. Μοιραζόμαστε επίσης το γένος Malpolon με το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Αιγυπτιακής Ερήμου, στο οποίο ανήκει ο σαπίτης (M. insignitus). Άλλα γένη πλησιάζουν τη χώρα μας, αλλά δεν έχουν είδη εντός των ορίων της επικράτειας. Κανένα ειδος δεν είναι ενδημικό στην έρημο αυτήν, και τα περισσότερα έχουν πολύ μεγαλύτερες εξαπλώσεις. Άλλα είδη είναι πολύ κοινά, άλλα περιορίζονται σε συγκεκριμένες τοποθεσίες ή εδάφη, ενώ άλλα έχουν καταγραφεί ελάχιστες φορές στην έρημο αυτήν. Παρά το μικρό της μέγεθος, η έρημος έχει πάρα πολλα είδη. Αν προσέξατε, απουσιάζουν οι χαμαιλέοντες, οι βόες της άμμου, οι χελώνες, και πολλά φίδια είναι ιοβόλα.

Η φυλή Βεδουίνων με την οποία ασχολήθηκε η μελέτη είναι οι Χους-μάν Μαάζα, ένα σόι της φυλής Μαάζα. Από τα περίπου 250 νοικοκυριά, οι μισοί περίπου κατοικούν στην έρημο αυτήν. Η παραδοσιακή τους επικράτεια είναι μεταξύ του δρόμου Κιφτ Κουσέιρ στο νότο και το δρόμο ελ Κοριαμάτ-Ζαφαράνα στο βορρά, περιοχή μικρότερη απ’την επικράτεια απ’όπου οι επιστήμονες έκαναν τον απολογισμό των ερπετών. Είναι αραβόφωνοι και μετανάστευσαν από τη βορειοδυτική Αραβία πριν περίπου 200 χρόνια. Είναι νομάδες ποιμένες, ασχολούμενη κυρίως με την κτηνοτροφία καμηλών και αιγοπροβάτων, ενώ επίσης είναι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες σε μικρό βαθμό, κυνηγώντας διάφορα άγρια μηρυκαστικά και συλλέγοντας πολλά φυτικά προϊόντα. Συγκεκριμένα φυτικά προϊόντα όπως τα φύλλα της αψιθιάς ή τους σπόρους της μορίνγκας τα εμπορεύονται στους κατοίκους της κοιλάδας του Νείλου, απ’όπου παίρνουν τρόφιμα και ενδύματα που χρειάζονται. Όπως και πολλοί άλλοι νομαδικοί λαοί της Βόρειας Αφρικής, γνωρίζουν πολύ καλά το φυσικό περιβάλλον – σίγουρα πολύ καλύτερα από τους αγροτικούς γείτονές τους-, αφού βρίσκονται σε άμεση επαφή μαζί του καθημερινά και το παρατηρούν. Έχουν πλήθος γνώσεων για τα ερπετά του περιβάλλοντός τους κι έχουν δημιουργήσει πολλές παραδοσιακές ιστορίες σχετικά μ’αυτά. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αυτοί οι άνθρωποι έχουν λανθασμένες πεποιθήσεις όσον αφορα πολλά μέλη αυτής της ομάδας. Γενικώς ταξινομούν τα ερπετά στα ντουούντ, κυριολεκτικά σκουλήκια, μια ομάδα που περιλαμβάνει όλα τα χερσαία ζώα που δεν είναι θηλαστικά, και πιστεύεται πως όλα γεννούν αυγά. Στην πραγματικότητα δε γεννούν όλα τα ερπετά της επικράτειάς τους αυγά, αλλά επειδή η γέννησή τους δύσκολα παρατηρείται, ίσως δεν το γνωρίζουν. Οι ουρομάστιγες και οι λίγο γνωστές θαλάσσιες χελώνες αποτελούν εξαιρέσεις, αφού οι μεν ταξινομούνται συχνά με τα μηρυκαστικά ζώα, και οι δε με τα ψάρια.

Τα ιοβόλα φίδια είναι συχνά στην περιοχή τους, και πολλοί άνθρωποι δαγκώνονται. Η θεραπεία είναι περισσότερο μαγική παρά ιατρική, με το θεραπευτή ένα σαμάνο, τον χάουι ή χαουίγια αν είναι γυναίκα, που μόνη του δύναμη είναι η θεραπεία δηγμάτων και τσιμπημάτων φιδιών, αραχνών και σκορπιών. Χάουι ή χαουίγια μπορούν να γίνουν λίγοι άνθρωποι, και το χάρισμα θα πρέπει να μεταδοθεί από τη βρεφική ηλικία. Το υποψήφιο βρέφος επισκέπτεται νωρίς το πρωί για τρεις μέρες συνεχόμενα ένας σαμάνος, ο οποίος του δίνει ένα ειδικό ρόφημα και του μεταβιβάζει τις δυνάμεις του. Ο σαμάνος αυτός δε δίνει φάρμακα στα θύματα, απλώς φυσάει πάνω στο δήγμα ή και βάζει λίγο σάλιο, και απαγγέλει συγκεκριμένες προσευχές. Μετά από 6 ή 7 ημέρες, ο ασθενής υποτίθεται ότι γίνεται καλά. Εκτός από τη θεραπεία του χάουι, προσφέρονται και πρώτες βοήθειες στο θύμα, όπως το κόψιμο της σάρκας γύρω απ’το δάγκωμα με μαχαίρι, ο καυτηριασμός της πληγής με πυρωμένο καρφί, ή η αφαίμαξη της πληγής μετά από τομή, αφού το αίμα έχει εξαναγκαστεί ν’ανέβει στην επιφάνεια με τη βοήθεια μιας άδειας κούπας, στην οποία έχουν ανάψει σπίρτο. Ένας γέρος Βεδουίνος πληροφόρησε τους επιστήμονες ότι ένα κομμάτι κρέατος του αιγυπτιακού γύπα ή ραχαάν (Neophron percnopterus) πάνω στην πληγή την θεραπεύει. Προφανώς η προμήθεια του υλικού θα ήταν πολύ δύσκολη, και με την πάροδο του χρόνου σταμάτησαν να την εφαρμόζουν.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν τις οικολογικές γνώσεις, τις λαϊκές αντιλήψεις και τις τυχόν χρήσεις για όλες τις ομάδες ερπετών της επικράτειας, και στη συνέχεια αντιπαρέβαλαν τα δεδομένα αυτά με τη γνώση της δυτικής επιστήμης.

Τα γκέκο είναι διαδεδομένα στην έρημο με κοινότερο τον πτυοδάκτυλο (Ptyodactylus hasselquisti), ένα μικρό, κίτρινο γκέκο με πεπλατυσμένα δάχτυλα και κολλητική ικανότητα. Το σαμιαμίδι και ο πτυοδάκτυλος κολλούν, ενώ τα άλλα δύο όχι. Παρόλα αυτά, οι Βεδουίνοι δεν ξεχωρίζουν τα είδη, και τα θεωρούν όλα δηλητηριώδη. Πιστεύουν ότι πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει όταν ήρθαν σε επαφή μ’αυτά τα ζώα. Το δηλητήριο επίσης βρίσκεται στο σάλιο (ριίγκ), και μεταδίδεται με τη γλώσσα, όχι με δάγκωμα. Πιστεύουν ότι τα γκέκο επισκέπτονται τους καταυλισμούς το βράδυ, κι έτσι αφήνουν δηλητήριο. Μολύνουν τα σκεύη των τροφίμων και τα αγγεία όπου φυλάσσονται υγρά, κι όποιος δηλητηριαστεί αρρωσταίνει βαριά για μια εβδομάδα, στο οποίο διάστημα δε διψάει καθόλου και κάνει εμετό ό,τι πίνει. Τα γκέκο τρέφονται με το λάσαφ, τον καρπό της κάππαρης (Capparis cartilaginea), και εχθρός τους είναι το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ. Στην πραγματικόττητα δεν υπάρχουν δηλητηριώδη γκέκο, αλλά παρόμοιες δοξασίες έχουν οι κάτοικοι της Κοιλάδας του Νείλου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν, αλλά και σε πολλά μέρη της Μεσογειου, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας. Ακόμα και στην Ελλάδα κυκλοφορεί ο μύθος ότι το γκέκο είναι δηλητηριώδες, φτύνει δηλητήριο στα τρόφιμα κλπ. Η άποψη ότι επισκέπτεται ανθρώπινες κατοικίες έχει βάση στην πραγματικότητα, γιατί πολλά είδη γκέκο αποικίζουν εύκολα σπίτια. Εκτός από τροφή, χρειάζονται στέρεες επιφάνειες για να κινηθούν και ν’αναπαραχθούν, οπότε τα κτίρια είναι καλό υποκατάστατο του αρχικού βραχώδους ενδιαιτήματός τους. Οι Βεδουίνοι ωστόσο παραδοσιακά δεν έχτιζαν μόνιμες κατοικίες, οπότε δεν υπήρχε λόγος τα γκέκο να τους επισκεφθούν. Πιθανότατα πρόκειται για δοξασία που υιοθέτησαν από τους εδραίους γείτονές τους. Ίσως να είναι αλήθεια όμως ότι τα γκέκο τρώνε τους καρπούς της κάππαρης. Το κινέζικο ερημόβιο είδος Teratoscincus roborowskii για παράδειγμα, αν και κυρίως εντομοφάγο, τρώει τους καρπούς της Capparis spinosa. Πολλές εντομοφάγες σαύρες τρώνε φυτική τροφή σε μικροποσότητες.

Όσον αφορά τους αγαμίδες, οι Βεδουίνοι δεν έχουν ιδιαίτερες δοξασίες. Πιθανότατα τους είναι σαύρες που δεν ενοχλούν κανέναν, ζώντας πάνω σε βράχια και περιμένοντας τα έντομα να περάσουν – είναι κυνηγοί ενέδρας. Τις αποκαλούν χιμπάνα, αλλά ένα είδος, το αρσενικό της Agama agama spinosa, ξεχωρίζει για το μπλε χρωματισμό του και αποκαλείται αμπού σάιχα, δηλαδή πατέρας του μπλε. Η σαύρα αυτή, σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ζει σε γρανιτικές περιοχές και σε μεγάλα υψόμετρα, μέχρι και στην κορυφή του Γκέμπελ Σάιμπ στα 2.187 μέτρα. Το φθινόπωρο το αρσενικό έχει κόκκινα πόδια, σαν να φοράει παντελόνι, όπως και το θηλυκό, αλλά το θηλυκό δεν έχει τα αγκάθια στο κεφάλι. Γεννάει 6-7 αυγά, μαλακά σαν το ακροδάχτυλο ενός, σε σχισμές βράχων. Τρέφεται κι αυτό με τους καρπούς της κάππαρης, και το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, οπότε δεν κινείται αν το σηκώσεις. Οι υπόλοιποι αγαμίδες μπορούν να βρεθούν σε βραχώδεις πλαγιές και σε ξεροπόταμα (ουάντι) με άμμο και βράχια. Κοινότερο είδος είναι ο σιναϊτικός τράπελος (Trapelus sinaita), ενώ ο T. savignyi περιορίζεται στα βόρεια. Τις κυνηγάει το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ.

Μία ιδιαίτερη ωστόσο ομάδα αγαμιδών, οι ουρομάστιγες, έχουν εξέχουσα θέση στον πολιτισμό των Βεδουίνων. Οι μεγάλες αυτές χορτοφάγες σαύρες της ερήμου, με εξάπλωση σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και ως τη Νότια Ασία, ανήκουν στην υποοικογένεια των λειολεπιδινών (Liolepidinae), και κατά κάποιους ερευνητές ταξινομούνται σε δική τους οικογένεια, τους ουρομαστιγίδες (Uromasticidae). Συχνά τρώγονταν από τους Άραβες, κι επειδή στη θρησκεία τους τα ερπετά δεν πρέπει να τρώγονται, τις έχουν ταξινομήσει όπως τους συμφέρει – ως μηρυκαστικά ζώα, ως ψάρια της ερήμου γιατί έχουν λέπια κλπ. Οι Βεδουίνοι Χους-μάαν τις αποκαλούν νταμπ και τις κατατάσσουν μαζί με τα υπόλοιπα μηρυκαστικά (χαϊουαάν) , αν και υπάρχει διαφωνία γιατί γεννούν αυγά σαν τα υπόλοιπα ερπετά, πιστεύουν ωστόσο ότι μηρυκάζουν την τροφή τους. Δύο είδη υπάρχουν στην έρημο αυτήν, η μεγάλη αιγυπτιακή (Uromastix aegyptia) στα βόρεια μέχρι το Ουάντι Κένα, ενώ νοτιότερα υπάρχει η μικρότερη οματιδιωτή (U. ocellata). Οι Βεδουίνη αποκαλούν τη μία μεγάλο και την άλλη μικ΄ρο νταμπ. Το μεγάλο νταμπ ζει σε αποικείες σε αμμώδη ή χαλικώδη μέρη με λίγη βλάστηση, όπου σκάβουν τρύπες, ενώ το μικρο΄ζει σε μεγαλύτερα υψόμετρα, σε μέρη με πυκνή βλάστηση και κρύβεται κάτω από πέτρες, όχι σε δικές του τρύπες. Οι Βεδουίνοι διαφωνούν αν αυτό το είδος πρέπει να τρώγεται ή όχι. Κάποιοι πιστεύουν ότι τρώγεται, ενώ άλλοι το θεωρούν χαράμ, δηλαδή αμαρτία. Το κρέας του πιστεύεται ότι σπαρταράει όταν μπαίνει στη φωτιά, ενώ επίσης θεωρείται ότι μοιάζει με τον άνθρωπο, γι’αυτό΄δεν πρέπει να τρώγεται. Μια ιστορία λέει ότι όταν μια φορά ένας Βεδουίνος έριξε μια πέτρα στο κεφάλι μιας ουρομάστιγας, εκείνη έβαλε τα μπροστινά πόδια στο κεφάλι σαν να έπιανε ένας άνθρωπος το κεφάλι που πονάει με τα χέρια του. Η ουρομάστιγα, μαζί με την καμήλα (μπιλ), την γαζέλα (ντάμπι) και τον αίγαγρο, (μπάνταν) είναι τα μόνα ζώα που δραστηριοποιούνται μέσα στο καταμεσήμερο. Πιστεύεται ότι το χειμώνα κρύβεται στη φωλιά της για 40 ημέρες, οπότε τρώει τα περιττώματά της για να επιβιώσει. Αυτό μπορεί να έχει μια δώση αλήθειας, αφού πολλά χορτοφάγα ερπετά που πέφτουν σε χειμερία νάρκη, όπως η βορειοαμερικανική χελώνα της ερήμου (Gopherus agassizii), τρώνε περιττώματα που αφήνουν στη φωλιά πριν ξυπνήσουν για ν’ανακτήσουν τη χλωρίδα του εντέρου.Αν επίσης κυνηγήσεις την ουρομάστιγα και την διώξεις στην τρύπα της, ακινητοποιείται και την πιάνεις εύκολα. Εχθροί της είναι η αλεπούδες (αμπούλ-χουσάιν), οι αετοί (ουγκαάμπ) και τα γεράκια (σαγκρ).
Οι Βεδουίνοι επίσης γνωρίζουν λεπτομερώς τα φυτά που τρώνε οι ουρομάστιγες. Παραθέτω τη λίστα των φυτών εδώ, η οποία είναι χρήσιμη για τον εμπλουτισμό της διατροφής των ουρομαστίγων στην αιχμαλωσία με τα συγκεκριμένα φυτά, ή τουλάχιστον με μέλη του ίδιου γένους που μπορούν να βρεθούν ευκολότερα. Οι μικροί ουρομάστιγες τρώνε τα άνθη και τα φασολάκια του μαρχ (Leptadenia pyrotechnica), της ακακίας σαγιαάλ (Acacia raddiana), κιμπαάθ (Launia spinosa), άουσιζ (Lycium shawii), χερμπίθ (Lotononis platycarpa), χιμαάτ (Rumex vesicarius), και νταραγκράγκ (Trigonella stellata). Επίσης τρώνε το γιαχμιίμ νταμπαάνι (Trichodesma Africana), το οποίο γι’αυτό λέγεται τροφή της ουρομάστιγας, ενώ ένα άλλο φυτό, το ντανάμπα ή φυτό της ουρομάστιγας (Blepharis ciliaris), λέγεται έτσι εξαιτίας της ομοιότητάς του με την ουρά της σαύρας αυτής.
Η ουρομάστιγα συχνά αντιμετωπίζεται με σεβασμό, γιατί σύμφωνα με τη λαϊκή αφήγηση έσωσε τον Προφήτη. Όταν μια φορά ένας εχθρός του Προφήτη Μωάμεθ τον κυνήγησε για να τον σκοτώσει, ο προφύτης έτρεξε και κρύφτηκε σε μια σπηλιά. Μετά, μία ουρομάστιγα έσβησε τα χνάρια του στην άμμο με την αγκαθωτή ουρά της, κι έτσι δε μπόρεσαν να τον βρουν.

Όσον αφορά τις τυπικές σαύρες, αυτές θεωρούνται αγαθές υπάρξεις που δεν πρέπει να βλάπτονται. Αν ένα μικρό αγόρι για παράδειγμα τις κυνηγάει για να τις πιάσει, του λε΄νε να τις αφήσει ήσυχες, γιατί κατέχουν τα κλειδιά του Παραδείσου. Αποκαλούνται αραμπουούνα, και οι Βεδουίνοι δεν ξεχωρίζουν τα είδη. Ζουν σε αμμώδεις πυθμένες ουάντι με λίγη ή και καθόλου βλάστηση (οι σαύρες του γένους Mesalina είναι γνωστό ότι ζουν στα πιο ξερά με΄ρη του κόσμου, χωρίς καθόλου βλάστηση, όπου τρέφονται με μικροσκοπικά έντομα που βρίσκουν), πίνουν σαν σκύλοι (καλμπ) με τη γλώσσα τους, όχι όπως άλλα ζώα, και εχθροί τους είναι το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ, ο άσπρος πελαργός ή ράαχου (Ciconia ciconia), το μεταναστευτικό είδος που έρχεται και στην Ελλάδα, και το κοράκι με τον καφέ λαιμό ή γκουραάμπ (Corvus ruficollis).

Ο βαράνος είναι σπάνιος, αλλά μπορει να βρεθεί παντού στην έρημο αυτήν. Οι Βεδουίνοι τον αποκαλούν ουαράν ή ουαράλ, και θεωρούν ότι είναι δηλητηριώδης. Είναι αδίστακτος κυνηγος φιδιών, αναισθητοποιεί τα θηράματά του χτυπώντας τα με την ουρά, και το μεσημέρι κοιμάται κάτω απ’τα δέντρα, αλλά αν δεν υπάρχει σκιά θα κρυφτεί σε τρύπες άλλων ζώων, όπου μπορεί να βρει καμία οχιά χανάς και να την σκοτώσει. Δε σκάβει δικές του τρύπες. Στην πραγματικότητα σκάβει και δικές του τρύπες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει και τρύπες άλλων ζώων. Πράγματι χρησιμοποιεί τη δυνατή ουρά του για ν’αναισθητοποιήσει τα θηράματά του, και τρώει φίδια, ακόμα και ιοβόλα. Αν και πιστευόταν ότι δεν έχει δηλητήριο όπως οι περισσότερες σαύρες, έχει πρόσφατα βρεθεί ότι οι βαράνοι έχουν ελαφρύ δηλητήριο, με το οποίο αποδυναμώνουν τα θηράματά τους αν τους ξεφύγουν. Τα συμπτώματα στον άνθρωπο είναι ήπια και τοπικά, και οι περισσότερες παραδόσεις υπερβάλλουν για την τοξικότητά του. Το δάγκωμά του ωστόσο είναι πολύ δυνατό και οδυνηρό, γιατί έχει κοφτερά δόντια.
Σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ο βαράνος οδήγησε στην ανακάλυψη ενός φαρμακευτικού φυτού κατά του δηλητηρίου των φιδιών, το μούλιι (Reaumuria hirtella). Κάποτε παλιά, ένας άνθρωπος συνάντησε ένα βαράνο να πολεμά με ένα αάφ, πιθανότατα μια κόμπρα. Ο βαράνος, κάθε φορά που δαγκωνόταν και καταβαλόταν από το δηλητήριο, έτρεχε και τριβόταν σ’ένα θάμνο, και έτσι ανακτούσε τις δυνάμεις του. Μετά ο άνθρωπος ξερίζωσε το φυτό αυτό, με αποτέλεσμα ο βαράνος να μην το βρει και να πεθάνει από το δηλητήριο.

Οι σκίγκοι, ή μαλάγια, είναι μια άλλη ομάδα περίεργων σαυρών με αρκετή παράδοση γύρω τους. Είναι κυλινδρικές χερσαίες ή ημιυπογειόβιες σαύρες με ατροφικά άκρα, λείες φολίδες και οστεέινες πλάκες για προστασία. Η σιγμοειδής τους κίνηση όταν τρέχουν να κρυφτούν θυμίζει φίδι, γι’αυτό΄έχουν συχνά συγχυστεί με φίδια και θεωρήθηκαν δηλητηριώδεις. Στην έρημο και τα δύο είδη είναι πολύ σπάνια, και πολλοί Βεδουίνοι ανέφεραν στους ερευνητές ότι δεν τους έχουν δει ποτέ. Δε γνωρίζουμε αν ξεχωρίζουν τα δύο είδη, ίσως όμως η σαύρα λουκαάζ που ανέφεραν να είναι ο Chalcides sepsoides, και το μαλάγια ο C. Ocellatus, που είναι κοινότερος. Κάποιοι σκίγκοι ίσως έφτασαν εκεί από ανθρώπινη μεταφορά, αφού χρησιμοποιούνται στην ιατρική και συχνά τους εμπορεύονται στα παζάρια. Οι Βεδουίνοι πιστεύουν ότι τα ζώα αυτά είναι δηλητηριώδη, κι ότι έχουν σκοτώσει πολλούς, ιδίως ηλικιωμένους. Όπως και τα γκέκο, μεταδίδουν το δηλητήριο με τη γλώσσα τους όταν δαγκώνουν κι όχι με αιχμηρά δόντια. Αν κάποιος δαγκωθεί και πάει στον ήλιο θα πεθάνει αμέσως, ενώ ακόμα κι αν μείνει στη σκιά έχει μεγάλη πιθανότητα θανάτου. Θάβεται με εκπληκτική ταχύτητα στο γκουφ, το στρώμα πεσμένων φύλλων του γιάσαρ ή μορίνγκας, κι επίσης στην άμμο. Δε θα πρέπει να ταξιδέψετε μακριά για να βρείτε παρόμοιες πεποιθήσεις για τους σκίγκους, αφού ακομα κι εδώ στην Ελλάδα πιστεύεται λανθασμένα ότι το λιακόνι είναι δηλητηριώδες, και στην Κρήτη μάλιστα θεωρείται ισοδύναμο με την οχιά, η οποία απουσιάζει από το νησί. Επίσης μύθοι που συνδέουν τη δράση του δηλητηρίου με τον ήλιο ή την ώρα της ημέρας υπάρχουν κι αλλού, για παράδειγμα εδώ στην Ελλάδα κυκλοφορέι ο μύθος ότι υπάρχει δηλητηριώδες φίδι που σε δαγκώνει και πεθαίνεις μετά τη δύση του ηλίου.

Τα φίδια είναι τα ερπετά που περιβάλλονται με τον περισσότερο φόβο και μυθολογία, και δεν είναι διόλου παράξενο ότι οι Βεδουίνοι έχουν αναπτύξει πλούσια παράδοση όσον αφο΄ρα αυτά τα ζώα. Από τα φίδια του γένους Coluber, πιο κοινό στην έρημο είναι το C. rhodorhachis, το οποιο αποκαλείται ας-σίου αλ-άργκατ. Πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδες, και μολονότι όχι θανατηφόρο, ο δηχθής μπορεί ν’αρρωστήσει σοβαρά από το δηλητήριο. Ένα κατάπλασμα από μούλιι θεραπεύει το δάγκωμα. Παρόλα αυτά το φίδι αυτό είναι σπάνιο. Ξεχωρίζει εύκολα απ’την οχιά, γιατι΄κινείται σε σχήμα ς, ενώ οι οχιές κινούνται με πλάγιες εκτινάξεις. Τρώει γκέκο, μικρά χιμπάνα, μικρά αραμπουούνα, και μικρά τρωκτικά αμπού σάουκ (Acomys cahirinus). Περιγράφουν επίσης ένα παρόμοιο φίδι μισού μέτρου με μαύρο χρωματισμό και γκριζωπή ουρά ως αάφ (κόμπρα), το οποίο ίσως είναι κάποιο άλλο μέλος του γένους. Στην πραγματικότητα δεν είναι δηλητηριώδες, αλλά μπορεί να δαγκώσει αν πιαστεί, και ως τοξικοφόρο οι πρόγονοί του είχαν δηλητήριο, και διατηρεί υπολειμματικές τοξίνες, οι οποίες ίσως προκαλέσουν ελαφρά τοπικά συμπτώματα σε ορισμένα άτομα.

Τα ψαμμόφιδα (Psammophis) αποκαλούνται σιλ. Ζουν κάτω από θάμνους οπως την τροφή της ουρομάστιγας (Trichodesma Africana), το νατάς (Crotalaria aegyptia) και το μαρχ, όπου στήνουν ενέδρα σε πουλιά όπως στο μελισσοφάγο ή χάιλ (Merops apiaster), τα φισάισι ή τσιροβάκοι (οικογένεια silviidae), και τις σιταρίθρες ή τα σλαιγκάου (γένος Oenanthe). Είναι επιθετικό αν πιαστεί και δαγκώνει, αλλά δε θεωρείται δηλητηριώδες.

Οι κόμπρες έχουν μυθική υπόσταση στις ιστορίες των Βεδουίνων, αφού δεν ενδημούν στην έρημο, άρα όσοι τις έχουν δει έχουν ταξιδέψει μακριά. Συνήθως τις περιγράφουν πολύ μεγαλύτερες και τρομακτικότερες απ’ό,τι είναι. Υπάρχει ένα ελαποειδές στην έρημο αυτήν, η Walterinnesia aegyptia, ένα μικρό μαύρο ιοβόλο φίδι, το οποίο ωστόσο είναι πολύ σπάνιο. Ίσως ορισμένες αναφορές γιαμαύρες κόμπρες ν’αναφέρονται σ’αυτό΄το είδος. Οι Βεδουίνοι πληροφόρησαν τους ερευνητές ότι ζει σε υψόμετρα μεταξύ 300 και 600 μέτρων.

Μακράν όμως η πιο φοβερή ομάδα φιδιών στην έρημο είναι οι οχιές, οι οποίες μπορούν να βρεθούν παντού και δαγκώνουν αρκετά άτομα. Πιστεύεται επίσης ότι έχουν θεραπευτικές ιδιότητες.

Το πιο δεινο΄φίδι της ερήμου είναι η κερασφόρος οχιά της ερήμου ή η οχιά κεραστής (Cerastes cerastes), την οποία οι Βεδουίνοι αποκαλούν χανάς. Σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ζουν σε αμμώδη ουάντι με λίγη βλάστηση. Μία περιοχή δυτικα του ουάντι Κένα αποκαλείται Ουμ Ντουούντ, δηλαδή Μάνα των Ερπετών, εξαιτίας της μεγάλης πυκνότητάς τους εκεί. Είναι το μόνο ζώο που σκοτώνουν πάντοτε οποτε το βρίσκουν, συνήθως με απευθείας χτυπήματα. Αν το ζώο κρυφτει σε θάμνο, βάζουν το θάμνο φωτιά. Θάβουν τις σκοτωμένες οχιές στο έδαφος, για να μην πατήσει κανένας άνθρωπος ή οικόσιτο ζώο τα κόκκαλά τους και δηλητηριαστεί. Πιστεύεται ότι όλο το σώμα τους έχει δηλητήριο, και κάποιος μπορεί να δηλητηριαστεί έμμεσα, για παράδειγμα από ένα μυρμήγκι που πέρασε πάνω από σκεύη τροφίμων, το οποίο πριν έτρωγε το πτώμα μιας οχιάς. Η οχιά αυτή υπάρχει σε πολλές χρωματικές παραλλαγές, άλλες έχουν κέρατα κι άλλες όχι. Κινείται με πλευρικές εκτινάξεις του σώματος – ενεργειακά σχετικά ανέξοδος τρόπος μετακίνησης φιδιών σε αμμώδη εδάφη. Ορισμένοι Βεδουίνοι πιστεύουν ότι μονο τα αρσενικά έχουν κέρατα, ενώ υπολογίζουν την αναλογία ακέρατων με κερασφόραάτομα στα περίπου 6-7 προς ένα, σύμφωνα με ανεκδοτολογικές παρατηρήσεις που έχουν κάνει, π.χ. μια φωλιά με μικρά μπορει να είχε 7 χωρίς κέρατα κι 1 με κέρατα. Στην πραγματικότητα τα κέρατα, που είναι διογκωμένες φολίδες πάνω απ’τα μάτια για να σπάνε το περίγραμμα του ζώου κι όχι για επίθεση ή άμυνα όπως σε άλλα κερασφόρα ζώα, δε σχετίζονται με το φύλο, και δεν έχει γίνει καμια μελέτη για να γνωρίζουμε το ποσοστό κερασφόρων κι ακέρατων ατόμων σ’εκείνον τον πληθυσμό. Οι Βεδουίνοι διαφωνούν κατά πόσο η αλεπού τρώει οχιές, ενώ αναγνωρίζουν ότι ο σκύλος τις τρώει χωρίς πρόβλημα. Ο βαράνος επίσης τις τρώει, χτυπώντας τες με την ουρά του μέσα σε μία τρύπα ζώου όπου μπορέι να κρύβονται, ώστε να σηκώσουν το σώμα τους, ετοιμαζόμενες για επίθεση, και τότε ο βαράνος τις δαγκώνει το κεφάλι και το κόβει. Πιστεύουν ότι πάντα ο βαράνος νικάει στη μάχη. Οι οχιές τρώνε τσιροβάκους και σιταρίθρες, τα οποία κυνηγάνε από το έδαφος ή χαμηλά κλαδιά. Όταν η σιταρίθρα Oenanthe lugens εντοπίσει μια οχιά, πετά από πα΄νω της βγάζοντας προειδοποιητική κραυγή, και έτσι μερικές φορές η οχιά την πιάνει. Απ’αυτό οι Βεδουίνοι συχνά βρίσκουν το φίδι. Οι οχιές είναι πολλες το καλοκαίρι, ιδίως μετά από βροχές, όταν ο πληθυσμός των τρωκτικών είναι μεγάλος. Συχνά κρύβονται κάτω από τη μορίνγκα και το καλοκαίρι ιδίως κάτω από το μαρχ. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη σε τρύπες, και τρέφονται με άμμο για να επιβιώσουν, και δεν πίνουν ποτέ νερό. Κρύβονται συχνά κάτω απ’το φυτό μάστα ή τη δροσερόφυλλο κλεόμη (Cleome droserifolia), το οποίο πιστεύεται ότι διώχνει άλλα επιζήμια ζώα, όπως τα τσιμπούρια. Θάβουν τα αυγά τους διόμισι πόντους περίπου μέσα στην άμμο. Και τα μικρά και τα μεγάλα φίδια κοιμούνται σε θέσεις κάτω από την άμμο, αφήνοντας ένα χαρακτηριστικό ίχνος που οι Βεδουίνοι λένε μαναάμ αλ-χανάς, κι από εκεί τις βρίσκουν. Στην πραγματικότητα συχνά στήνουν ενέδρα σε μικρά θηλαστικά κάτω από την άμμο. Δηλαδή αυτή η οχιά δεν ξεφεύγει απ’το Βεδουίνο όσο κι αν κρυφτεί. Οι Βεδουίνοι της μελέτης θυμούνταν άτομα που είχαν δαγκωθεί. Το δηλητήριο συνήθως δεν είναι θανατηφόρο, αν και μπορεί παιδιά ή ηλικιωμένοι να πεθάνουν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν τρεις μέρες μετα το δάγκωμα, αφού δείχνουν να γίνονται καλά, ενώ μερικοι πεθαίνουν αμέσως. Κάποιοι άλλοι, αν κι έχουν δαγκωθεί πολλές φορές, δεν έπαθαν τίποτα. Πολλές καμήλες έχουν πεθάνει επίσης από δαγκώματα στη μύτη και στο στόμα. Η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι αμφιλεγόμενη, με άλλους να υποστηρίζουν ότι το κατάπλασμα σκόρδου είναι το κατάλληλο, και άλλους ότι το κατάπλασμα μούλιι είναι το καλύτερο. Όποια και να είναι η θεραπεία όμως, η μεσολάβηση του σαμάνου θεωρείται ωφέλιμη. Στην πραγματικότητα η τοξικότητα του συγκεκριμένου φιδιού, αν κι όχι χαμηλή, είναι χαμηλότερη απ’αυτήν μερικών οχιών της Ελλάδας, με υπολογισμένη θνησιμότητα στο 4%. Όπως και με πολλα ιστοτοξικά δηλητήρια, κάποιος μπορεί να πεθάνει ώρες ή και μέρες μετά το δάγκωμα από νεφρική ανεπάρκεια, όταν τα νεφρά δε μπορούν να διαχειριστούν πλέον τα προϊόντα των λυμένων ιστών στο αίμα. Ο ακαριαίος θάνατος είναι αδύνατος. Επίσης, συχνά οι οχιές δαγκώνουν χωρίς να εγχύσουν δηλητήριο (στεγνό δάγκωμα), δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση της ανοσίας στο δηλητήριο. Το δηλητήριο είναι πολύτιμο, κι ένα φίδι προσπαθεί να περιορίζει τη χρήση του για τη θανάτωση της τροφής.

Οι άλλες οχιές, αν κι αντιμετωπίζονται με φόβο, δεν εγείρουν το μίσος του χανάς. Η σάιντα (Cerastes vipera) είναι μια μικρότερη κερασφόρος οχιά, η οποία είναι σπάνια και ζει σε αμμώδη ουάντι ή αμμόλοφους. Περιγράφεται ως μικρό και μαύρο φίδι που θάβεται στην άμμο. Πιστεύεται ότι μπορεί να κάνει κάποιον δυνατο και να θεραπεύσει τον πόνο στην πλάτη. Για την Παρασκευή του φαρμάκου, η οχιά γδέρνεται, και τοποθετείτε ανάμεσα σε πλατιές πέτρες για να στεγνώσει. Έπειτα κονιορτοποιείται, αναμιγνύεται με γάλα και δίνεται στον ασθενή. Κατά άλλους, το χιντχίφ έχει αυτήν την ιδιότητα.

Το χιντχίφ (Echis coloratus) ζει σε βραχώδεις περιοχές και ανάμεσα σε πέτρες, ακομα και σε μεγάλα υψόμετρα, μέχρι την κορυφή του Γκέμπελ Σαγίμπ ελ-Μπανάτ. Το είδος E. pyramidum, γνωστό περισσότερο με το συνώνυμο E. carinatus, έχει συλλεγεί σπάνια από τα σύνορ ατης περιοχής. Το δάγκωμα του χιντχίφ θεωρείται ισοδύναμο μ’αυτό΄του χανάς. Ολόκληρο το ζώο – το δέρμα, το κρέας και το σάλιο – θεωρείται δηλητηριώδες. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν ανοσία, για παράδειγμα το φίδι δάγκωσε έναν Βεδουίνο και μόνο το δάχτυλό του παραμορφώθηκε λίγο. Κι αυτή η οχιά χρησιμοποιείται στην ιατρική. Η σκόνη του αποξηραμένου φιδιού αναμεμιγμένη με γάλα κάνει κάποιον δυνατό και ικανό να περπατά μεγάλες αποστάσεις, ενώ το ίδιο παρασκεύασμα χωρίς το κεφάλι θεραπεύει τον πόνο της πλάτης.

Παράδοξο φάνηκε στους επιστήμονες ότι οι Βεδουίνοι αυτοί ταξινομούν όλα τα ερπετά στην κατηγορία ντουούντ, διότι οι περισσότεροι Άραβες ξεχωρίζουν τα φίδια, μακρόστενα δηλαδή ζώα χωρίς εμφανή άκρα, και τα ουγκ (σκουλήκια), όπου ανήκουν όλα τα υπόλοιπα μη θηλαστικά χερσαία ζώα. Συνήθως κάτοικοι βορειότερων γεωγραφικών πλατών κατατάσσουν όλα αυτά τα ζώα σε μία κατηγορία, γιατί εκεί ζουν λίγα και συνήθως είναι μικρά και δυσεύρετα. Στη χώρα τω Βεδουίνων ωστόσο, τα ερπετά είναι και ποικίλα, και πολυάριθμα και εμφανή. Οι Βεδουίνοι αναγνωρίζουν αξιόπιστα τα είδη στο επίπεδο του γένους στις περισσότερες περιπτώσεις, όχι όμως πάντα στο επίπεδο του είδους όπως και στις περισσότερες λαϊκές ταξινομήσεις, ιδίως αν οι ειδοποιοί λεπτομέρειες είναι μικρές. Στον πολιτισμό των Χους-μαάν, διάφορα ερπετά αντιμετωπίζονται με διάφορους τρόπους. Οι ουρομάστιγες αντιμετωπίζονται με σεβασμό, επιδή έσωσαν τη ζωή του Προφήτη, και υπάρχει διχογνωμία αν είναι ερπετά ή μηρυκαστικά κι αν τρώγονται. Άλλοι τις θεωρούν φαγώσιμες, ενώ άλλοι παρόμοιες με τον άνθρωπο. Οι σαύρες κατέχουν μυστικά, ενώ ο βαράνος βοήθησε την ανθρωπότητα στην εύρεση της θεραπείας για τα δηλητήρια των φιδιών. Άλλα ερπετά αντιμετωπίζονται με φόβο, για παράδειγμα οι οχιές θανατώνονται, και τα γκέκο θα πρέπει ν’αποφεύγονται όσο γίνεται. Όπως και στις περισσότερες εθνογραφικές μελέτες, οι απαντήσεις που λαμβάνουν οι ερευνητές επηρεάζονται από την ηλικία, το φύλο και λιπά χαρακτηριστικά των ερωτηθέντων. Εντούτοις όλοι οι Χους-μάαν ομοφωνούν ότι οι οχιές είναι τοξικές, ακάθαρτες και ακατάλληλες για κατανάλωση. Παρόλα αυτά κι εδώ υπάρχει μια εξαίρεση, αφού με την κατάλληλη προετοιμασία πιστεύουν πως έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες.

Οι επιστήμονες, όπως κι εγώ, εκφράζουν την απορία τους για το γεγονός ότι, παρά τις εκτεταμένες γνώσεις τους για τον φυσικό κόσμο γύρω τους, θεωρούν πολλά ερπετά δηλητηριώδη ενώ δεν είναι, και εκτός αυτού θεωρούν όλο το σώμα δηλητηριωδών ειδών τοξικό. Παρόμοιες αντιλήψεις υπάρχουν και σε άλλες περιοχές. Πιστεύω ότι από το φόβο τους οι άνθρωποι έμεναν ανέκαθεν μακριά απ’αυτά τα ζώα, κι έτσι δεν εξέτασαν ποτέ τις πεποιθήσεις τους.

Η μελέτη τελειώνει με διπλωματικά του τύπου μπορεί κι εμείς να είμαστε λάθος, δεν τα έχει ανακαλύψει όλα η δυτική επιστήμη, δε μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο σκέψης των Βεδουίνων γιατι΄δεν έχουμε περάσει αρκετό χρόνο μαζί τους, γιατι ν’αναγνωρίζουμε ως σωστή την ικανότητα των Βεδουίνων να εντοπίζουν κρυμμένες οχιές στην άμμο κι όχι τη γνώση ότι η οχιά τρώει άμμο ή είναι ολόκληρη δηλητηριώδης, κλπ. Δε χρειαζόταν να τα βάλουν αυτά τα φαιδρά. Πιστεύω ότι τα έβαλαν καθαρά επειδή θα τα διάβαζαν και Βεδουίνοι, και θέλησαν να δείξουν λιγότερο συγκαταβατικοί προς τις δεισιδαιμονίες τους.

Ολόκληρη τη μελέτη σε pdf μπορείτε να την διαβάσετε εδώ.


O. ornatus ξεδιπλώνεται από στάση ανάπευσης


O. ornatus εν κινήσει


αδρανοποιημένος O. ornatus Αγνοήστε την ημερομηνία, το κινητό είχε απορρυθμιστεί.

Τις χιλιοποδαρούσες τις ξέρω από πολύ παλιά. Στο Χωριό μου τις συναντούσα σε μεγάλους αριθμούς, το βράδυ συνήθως, να κινούνται αργά πάνω σε μεγάλα δέντρα με κουφάλες ή σε υγρούς τοίχους. Ξέρω το σχήμα τους, το χρώμα τους, τη μυρωδιά τους, την τάση να γίνονται μπαλίτσες όταν απειλούνται και την ικανότητά τους να κινούνται για λίγο ακόμα κι αν έχουν κοπεί στη μέση! Έπειτα έμαθα για εξωτικά είδη που μπορούν να γίνουν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μας, όπως το μεγαλύτερο παγκοσμίως αφρικανικό είδος Archispirostreptus gigas, που μπορεί να φτάσει τα 30 εκατοστά και παραπάνω! Γι’αυτό, καθώς και για παρόμοια τροπικά είδη, είχα γράψει παλαιότερα εδώ ένα άρθρο. Από τότε λοιπόν που έμαθα για το συγκεκριμένο είδος, έψαχνα γι’αυτό, γιατί θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να έχω ένα τέτοιο μυριάποδο που θα ήταν πολλαπλάσιο σε μέγεθος των δικών μας. Γενικώς με εντυπωσιάζουν τα γιγάντια αρθρόποδα κα΄θε τάξου. Δυστυχώς όμως ήταν αδύνατον να βρεθεί. Βρήκα ωστόσο ένα άλλο, πάλι αρκετά μεγάλο είδος της ίδιας οικογένειας, το οποίο πρόσθεσα στη συλλογή μου, τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου ή του Τέξας (Orthoporus ornatus).
Θα πρέπει να πω ώμος πρώτα λίγα λόγια επιγραμματικά για τις χιλιοποδαρούσες, σε περίπτωση που το άρθρο μου γι’αυτές σας φαίνεται μεγάλο. Οι χιλιοποδαρούσες είναι η ομοταξία των διπλόποδων στην υποσυνομοταξία των μυριάποδων, κι έλαβαν το όνομα αυτό από το γεγονός ότι τα περισσότερα τμήματα του σώματός τους είναι στην πραγματικότητα συνενωμε΄να ανά δύο (διπλοτμήματα), με αποτέλεσμα κάθε τμήμα να φαίνεται πως έχει δύο ζευγάρια ποδιών. Το χαρακτήρα αυτόν τον μοιράζονται με τα ολιγόποδα, μικρά μυριάποδα του εδάφους, τα οποία είναι και οι πλησιέστεροι συγγενείς τους. Οι πιο γνωστές σαρανταποδαρούσες (χειλόποδα) είναι πιο μακρινοί συγγενείς, και δε θα πρέπει να συγχέονται με τις χιλιοποδαρούσες, γιατί οι μεν είναι γρήγορες, σαρκοφάγες, δηλητηριώδεις και οι μεγαλύτερες επιθετικές, ενώ΄οι δε είναι αργοκίνητες, χορτοφάγες και αβλαβείς, με άμυνα χημικές εκρίσεις που σπάνια επηρεάζουν τον άνθρωπο. Παρά το όνομά τους, καμία χιλιοποδαρούσα δεν έχει χίλια πόδια. Τα διπλόποδα έχουν ιστορία 420 εκατομμυρίων ετών, και ίσως μεγαλύτερη κάνοντάς τα μία από τις πρώτες ομάδες ζώων που αποίκησαν την ξηρά, και σήμερα αριθμούν περί τα 12.000 είδη ταξινομημένα σε 16 τάξεις και 140 οικογένειες, και πιθανότατα υπάρχουν πολλά περισσότερα άγνωστα είδη. Η ομοταξία χωρίζεται στις δύο αρτίγονες υφομοταξίες των πενικιλωτών και των χειλόγναθων. Τα πενικιλωτά (Penicillata) σήμερα περιλαμβάνουν μόνο μία τάξη, τα πολυξενίδια, με χιλιοποδαρούσες πλησιέστερες στην προγονική μορφή, οι οποίες έχουν μαλακό εξωσκελετό και γονιμοποίηση με εξωτερική μεταφορά των σπερματοφόρων σάκων. Τα σημερινά είδη καλύπτονται με τριχίδια, τα οποία σε κάποια είδη αποσπώνται και μπλέκουν τα μυρμήγκια όταν αυτά επιτίθενται στη χιλιοποδαρούσα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρθροπλευριδίων (Arthropleuridea), η οποία περιελάμβανε και το γένος Arthopleura της Λιθανθρακοφόρου με τα μεγαλύτερα χερσαία αρθρόποδα (γύρω στα 2,6 μέτρα) είναι πλησιέστερη στα πενικιλωτά. Τα χειλόγναθα (Chilognatha) έχουν εξωσκελετό ενδυναμωμένο με ανθρακικό ασβέστιο και δευτερογενή αναπαραγωγικά όργανα στα αρσενικά τα οποία μεταφέρουν τους σπερματοφόρους απευθείας στο θηλυκό, και χωρίζονται σε δύο ανθυπομοταξίες, τα πενταζώνια (Pentazonia), με κοντόχοντρο σώμα και ικανότητα πλήρους συσφαιροποίησης σε πολλά είδη, και τα ελμυνθόμορφα (Helminthomorpha), με σκωληκοειδές γενικώς σχήμα, τα οποία είναι και τα πλέον επιτυχημένα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρχιπολύποδων (Archipolypoda), στην οποία ανήκουν πολλές χιλιοποδαρούσες του πρώιμου Παλαιοζωικού, καθώς και τα πρώτα γνωστά ήδη, είναι πλησιέστερη στα χειλόγναθα, οπότε ο διαχωρισμός των δύο αυτών κλάδων θα πρέπει να είχε γίνει πριν τα πρώτα γνωστά απολιθώματα.
Μία τυπική ελμινφόμορφη χιλιοποδαρούσα έχει κυλινδρικό σχήμα, αν και πολλές έχουν εξελίξει παρανώτα, πλάγιες προεκτάσεις του εξωσκελετού που τις δίνουν πιο πεπλατυσμένη μορφή. Το κεφάλι είναι μικ΄ρο με δύο μικρές κεραίες, στοματικά εξαρτήματα που αποτελούνται από γνάθους και γναθοχειλάριο, δύο όργανα Tömösváry , τα οποία βρίσκονται πίσω και πλευρικά των κεραιών και μετρούν την υγρασία, και δύο απλοποιημένα μάτια αποτελούμενα από συγκέντρωση οματιδίων. Το αμέσως επόμενο τμήμα είναι ο αυχένας, ο οποίος είναι άποδος, Ακολουθούν έπειτα τρία απλοτμήματα με ένα ζεύγος ποδιών, όπου στο τρίτο βρίσκεται και το ζεύγος των αναπαραγωγικών οργάνων. Είναι δύο οπές και για τα δύο φύλα, με τα θηλυκά να έχουν εσωτερικά αποδέκτες σπέρματος (αιδοία) και τα αρσενικά σε πολλά είδη πέη που μεταφέρουν το σπέρμα στα γονοπόδια. Πίσω απ’αυτά τα τμήματα, που καλούνται και θώρακας, αν και δεν αντιστοιχούν επακριβώς με το θώρακα των εντόμων, ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα με τα διπλοτμήματα, που καταλήγει στο τέλσον, όπου βρίσκεται και ο πρωκτός. Κάθε διπλοτμήμα φέρει δύο ζεύγη άκρων, αναπνευστικών πόρων πάνω από τα άκρα και οζόπορων πιο πάνω, οι οποίοι εκκρίνουν αμυντικές χημικές ουσίες. Στο έβδομο διπλοτμήμα τα αρσενικά φέρουν ένα ή δύο ζεύγη γονοποδίων, τα οποία παίρνουν τους σπερματοφόρους σάκους από τα αναπαραγωγικά όργανα και τους μεταφέρουν στα αντίστοιχα του θηλυκού, και το σχήμα τους έχει ταξινομική σημασία. Στα πενταζώνια τα πόδια αυτά βρίσκονται στο τέλος του σώματος, γι’αυτό λέγονται και τελοπόδια. Τα πόδια στις χιλιοποδαρούσες βρίσκονται κάτω απ’το σώμα, ώστε να δίνουν περισσότερη δύναμη για το σκάψιμο, και η επιφάνεια του σώματος είναι συνήθως λεία για να γλιστρά στο έδαφος. Εσωτερικά έχουν τη δομή ενός τυπικού αρθροπόδου, με το νευρικό σύστημα στην κάτω πλευρά, την καρδιά στην πάνω και το πεπτικό σύστημα στη μέση, ενώ δύο μαλπιγκιανοί σωληνίσκοι στη μέση του σώματος αποτελούν το ουροποιητικό σύστημα. Το μυικό σύστημα επενδύει μεγάλο μέρος του εσωτερικού του εξωσκελετού και των άκρων. Ο εγκέφαλος, όπως και στα υπόλοιπα αρθρόποδα, είναι μια συνένωση κεφαλικών γαγγλίων και στη συγκεκριμένη περίπτωση πολύ μικρός, εντούτοις, παρά τη φαινομενική απλή συμπεριφορά τους, οι χιλιοποδαρούσες μπορούν να σκάψουν αρκετά περίπλοκες σύραγγες κάτω απ’το έδαφος.
Οι περισσότερες χιλιοποδαρούσες ζουν στο έδαφος, στο στρώμα των πεσμένων φύλλων, κάτω απ’το φλοιό μεγάλων δέντρων, σε σάπιο ξύλο, ή σε υγρές πέτρες και σπήλαια. Μπορεί να συγκεντρωθούν σε μεγάλους αριθμούς και κινούνται αργά. Όταν απειληθούν, συνήθως συσπειρώνονται σφιχτά, προτάσσοντας το σκληρό εξωσκελετό τους προς τα έξω και προστατεύοντας τα πόδια τους μέσα, ενώ μπορεί να εκκρίνουν αμυντικό υγρό που περιέχει δύσοσμες βενζοκινόνες, φαινο΄λες, τερπενοειδή, αλκαλοειδή ή και υδροκυάνιο σε κάποια είδη. Συνήθως έχουν σκούρο κάφε ή μαύρο χρώμα, αν και οι πιο τοξικές μπορεί να προειδοποιούν με πιο έντονα χρώματα. Το είδος Aulacobolus rubropunctatus για παράδειγμα, που εκτινάσσει κυανιούχες ενώσεις, έχει ερυθρά στίγματα. Οι εκρίσεις αυτές συνήθως δεν επηρεάζουν σημαντικά τα σπονδυλωτά πέρα από λίγη ενόχληση ή και ερεθισμό, μπορούν ωστόσο να σκοτώσουν αρκετά σαρκοφάγα έντομα, όπως μυρμήγκια, δηλητηριάζοντάς τα ή καίγοντας τον εξωσκελετό τους.
Το είδος Orthoporus ornatus (στολισμένος ορθόπορος) ανήκει στην οικογένια των σπειροστρεπτιδών (Spirostreptidae) και στην τάξη των σπειροστρεπτιδίων (Spirostreptida), όπως και ο Archispirostreptus gigas. Το γένος του περιλαμβάνει περί τα 80 είδη, που εξαπλώνονται από το νότιο άκρο της Βόρειας Αμερικής μέχρι την Αργεντινή. Το είδος O. ornatus πιθανότατα πρόκειται για σύμπλεγμα, το οποίο μπορεί να διασπαστεί σε περισσότερα είδη στο μέλλον. Αυτό το είδος μαζί με τον Archispirostreptus syriacus της Μέσης Ανατολής, είναι οι μεγαλύτερες χιλιοποδαρούσες που έχουν προσαρμοστεί για ερημική διαβίωση, όπου επιβιώνουν σε υγρά μικροενδιαιτήματα.
Παρά την ευρεία διάδοση του είδους και τις πολλές ονομαστικές αναφορές γι’αυτό στο Διαδίκτυο, με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε ουσιώδεις πληροφορίες, οι οποίες δυστυχώς είναι σκορπισμένες σε πολλά άρθρα. Εγώ τις περισσότερες πληροφορίες για το είδος τις έχω πάρει από επιστημονικές μελέτες, οι οποίες ωστόσο δεν καλύπτουν όλες τις πλευρές του είδους – για παράδειγμα δεν έχω βρει πολλά σχετικά με την αναπαραγωγή, αλλά σε σχέση με άλλες χιλιοποδαρούσες εξακολουθεί να είναι αρκετά μελετημένο είδος, και λόγω της ύπαρξής του στις ΗΠΑ και λόγω της μοναδικής του βιολογίας ως ερημόβιου μυριάποδου.
Το είδος απαντά στην έρημο Σονόρα και Τσιουάουα, και στις ΗΠΑ μπορεί να βρεθεί στις πολιτείες της Αριζόνας, του Νέου Μεξικού και του Τέξας, ενώ στο Μεξικό στις βόρειες περιοχές μέχρι το Σαν Λουίς Ποτοσί. Τα άτομα κυμαίνονται σε μήκος από 7 έως 15 εκατοστά, με συνηθέστερα τα 10 εκατοστά, και στους περισσότερους πληθυσμούς έχουν καφέ χρώμα. Εντυπωσιακότερα είναι τα άτομα του πληθυσμού του Τέξας, με εναλλασσόμενες καφέ και πορτοκαλί ζώνες και μέσο μέγεθος στα 13 εκατοστά, τα οποία είναι αυτά που κυκλοφορούν στο εμπόριο κι έχω κι εγώ. Είναι τυπικές κυλινδρικές χιλιοποδαρούσες χωρίς μεγάλες μακροσκοπικές διαφορές από τις συνήθεις πέρα από το μέγεθος. Το κεφάλι τους είναι μικρό και οι κεραίες βρίσκονται δίπλα στα όργανα Τομοσβάρι. Το αρσενικό ξεχωρίζει απ’το θηλυκό κατά την ενηλικίωση από το κενό που έχει στο έβδομο διπλοτμήμα, όπου βρίσκονται τα μαζεμένα γονοπόδιά του.
Οι χιλιοποδαρούσες αυτές ζουν σε υγρά μικροκλίματα των ερήμων, συνήθως σε μέρη με βλάστηση. Λόγω του αντίξοου κλίματος, στη φύση δραστηριοποιούνται μόνο για τέσσερις μήνες, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο. Όλο το υπόλοιπο έτος το περνούν αδρανοποιημένες υπογείως σε τρύπες που σκάβουν μόνες τους. Είναι καλοί σκαφείς, με ικανότητα σκαφής ακόμα και σε σκληρά αργιλώδη εδάφη, αλλά δε σκάβουν σε κορεσμένο έδαφος. Η τυπική μορφή της σύραγγας είναι ένας σχεδόν κατακόρυφος σωλήνας μ’ένα θάλαμο στον πυθμένα. Η έκδυση του εξωσκελετού προηγείται της ετήσιας δραστηριότητας, οπότε η χιλιοποδαρούσα, κουλουριασμένη αραιά σ’έναν υπόγειο θάλαμο, ανοίγει το μπροστινό μέρος του εξωσκελετού και βγαίνει αργά από μέσα του, τον οποίον έπειτα τρώει για ν’ανακτήσει τα χαμένα θρεπτικά συστατικά και το ασβέστιο. Μετά την έκδυση ο μεταβολισμός της ανεβαίνει και βγαίνει στην επιφάνεια για να τραφεί. Τρέφεται με νεκρή οργανική ύλη και φλοιό από ποικιλία φυτών, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θαμνώδη ερημόβια φυτά όπως εφέδρα (Ephehdra sp), μεσκίτε (Prosopis sp), ρητινώδη θάμνο (Laria tridentata), κάκτους του γένους Opuntia κλπ, ενώ σπανιότερα τρώει και νωπά μέρη φυτών και καρπούς. Τρέφεται επίσης με χώμα, άμμο και χαλικάκια καθώς κινείται, τα οποία βοηθούν στη μετακίνηση των τροφών και μπορεί να περιέχουν οργανική ύλη, καθώς και με τμήματα από νεκρά έντομα περιστασιακά. Το είδος τρέφεται μόνο σε υγρό έδαφος. Όπως κι άλλα φυτοφάγα ζώα, διαθέτει συμβιωτικά βακτήρια στο πεπτικό της σύστημα τα οποία διασπούν την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Η κυτταρίνη και η ημικυτταρίνη διασπώνται στο μέσο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ενώ η πηκτίνη στο πίσω. Ως σαπροφάγο φυτοφάγο επομένως, παίζει μεγάλο ρόλο στην ανακύκλωση της νεκρής φυτικής ύλης στο ερημικό οικοσύστημά του. Το είδος δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί και το απόγευμα, αλλά συχνά κινείται και τη νύχτα, ενώ σε βροχερές μέρες μπορεί να παραμείνει δραστήριο όλη τη μέρα. Κινείται στην επιφάνεια του εδάφους, ή σκαρφαλώνει σε ψυλότερα μέρη και θάμνους. Οι θερμοκρασιακές αντοχές του είδους είναι πολύ μεγάλες, με κανονική δραστηριότητα μέχρι τους 35,5 βαθμούς Κελσίου, οπότε επιστρατεύει θερμορρυθμιστικές συμπεριφορές για ν’αποφύγη την υπερθέρμανση, όπως τη διαφυγή κάτω απ’τη γη, τις πέτρες ή την πυκνή βλάστηση, ή την αναρρίχηση σε ψυλότερους θάμνους και την αλλαγή της στάσης του σώματος εκεί ανάλογα με τη θερμοκρασία. μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτό το κρίσιμο σημείο, η δραστηριότητα ξαναξεκινά. Η αντοχή τουεπίσης στην αφυδάτωση είναι μεγαλύτερη από τα περισσότερα διπλόποδα, ενώ επανυδατώνεται ευκολότερα από άλλα είδη. Έχουν βρεθεί μικροδίαυλοι και μικροπόροι στην εφυμενίδα του που ίσως συνδέονται με αδένες που παράγουν υδατοστεγή λιπίδια όπως στα έντομα, τα οποία αν βρεθούν θα είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις υδατοστεγούς εφυμενίδας στα μυριάποδα. Όπως τα περισσότερα διπλόποδα, δε μπορεί να κλείσει τις τραχείες του, αλλά συγγενικό είδος μπορεί να περιορίσει την απώλια νερού πιέζοντας τα διπλοτμήματα και τους γοφούς των ποδιών ώστε να κλείσουν οι τραχείες όσο γίνεται, οπότε πιθανότατα να το κάνει κι αυτό. Προσλαμβάνει νερό από το έδαφος και την τροφή κατά τη δραστήρια περίοδο, και από το έδαφος κατά την αδρανή περίοδο. Σε περίπτωση ξηρασίας κατά τη δραστήρια περίοδο, κρύβεται κάτω απ’το έδαφος, κι επανεμφανίζεται μετά της βροχές. Για την αναπαραγωγή, πέραν του ότι τα ωάρια ωριμάζουν το φθινόπωρο και τα μικρά εμφανίζονται την άνοιξη, λίγα άλλα έχω βρει. Περιστασιακά το είδος φτάνει σε τεράστιες συγκεντρώσεις, που μπορεί να κατακλύσουν ακόμα και δρόμους, και πιθανολογείται ότι αυτό έχει να κάνει με την αναπαραγωγή του. Το ζευγάρωμα γίνεται όπως σ’όλα τα ελμινθόμορφα, με το αρσενικό και το θηλυκό αντικριστά και το μπροστινό μέρος του σώματός τους σηκωμένο, ώστε να μπορεί το αρσενικό να γονιμοποιήσει το θηλυκό με τα γονοπόδιά του. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες όσον αφορά τα αυγά, αλά πολλές χιλιοποδαρούσες τα προστατεύουν, είτε κάτω από πέτρες, σε θαλαμίσκους στο έδαφος ή μέσα στα περιττώματά τους όπως ο A. gigas. Τα μικρά, όπως σ’όλα τα διπλόποδα, διαφέρουν αρκετά από τα μεγαλύτερα άτομα, με εμφάνιση προνύμφης σκαθαριού. Είναι μικροσκοπικά και λευκωπά με το κεφάλι, τον αυχένα και τα τρία απλοτμήματα όπως στο μεγαλύτερο άτομο, αλλά μετά τα 4 αρχικά διπλοτμήματα είναι άποδα, οπότε είναι εξάποδα. Κατά τις επόμενες διαδοχικές εκδύσεις του εξωσκελετού, πόδια εμφανίζονται στα διπλοτμήματα, και νέα διπλοτμήματα προστίθενται πριν το τέλσον. Προφανώς όπως και σ’άλλες μεγάλες χιλιοποδαρούσες, τα μικκρά χρειάζονται κάποια χρόνια μέχρι ν’αποκτήσουν το τελικό τους μέγεθος. Η διάρκεια ζωής του είδους δίνεται ως πάνω από 10 χρόνια. Στη φύση έχει πολλούς εχθρούς, που το τρώνε παρά τη χημική άμυνά του. Εξαιτίας του ξηρού κλίματος και του μεγάλου τους πληθυσμού, τα κελύφη των νεκρών ατόμων είναι συχνά, τα οποία ασπρίζουν στον ήλιο σαν τα κοχύλια στην παραλία. Δεν έχω βρει πληροφορίες όσον αφορά τους μύθους, τις παραδόσεις ή την παραδοσιακή του χρήση από πληθυσμούς Ινδιάνων της περιοχής, αν και είναι πολύ πιθανό να το χρησιμοποιούσαν στην ιατρική, στη μαγεία κλπ. Η χρήση του ως τροφή είναι απίθανη, γιατί μόνο λίγες αφρικανικές φυλές στη Μπουρκίνα Φάσο έχουν καταγραφεί να τρώνε χιλιοποδαρούσες. Αν και το κρέας τους δεν είναι τοξικό, η αφαίρεση των αμυντικών αδένων χωρίς το περιεχόμενό τους να διαρρεύσει στους ιστούς του αρθροπόδου είναι χρονοβόρα διαδικασία και δεν την κάνει κανείς.
Το είδος αυτό είναι από τα κοινότερα στην αιχμαλωσία είδη χιλιοποδαρουσας, ιδίως στην Αμερική όπου μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα, αφού είναι ντόπιο, ζει σε μεγάλους αριθμούς και δεν απειλείται. Τα περισσότερα άτομα εκεί είναι πιασμένα, γι’αυτό και συχνά ζουν λίγο ακόμα και με καλή φροντίδα, αφού μπορεί να έχουν πιαστεί σε μεγάλη ηλικία. Το είδος κυκλοφορεί σπανιότερα στην Ευρώπη, αλλά δε γνωρίζω για την προέλευση των εν Ευρώπη ατόμων. Ο έμπορος απ’όπου τα πήρα ωστόσο με διαβεβαίωσε πως τα δικά του τουλάχιστον είναι γεννημένα σε αιχμαλωσία. Η αναπαραγωγή του είδους στην αιχμαλωσία είναι παραδόξως δύσκολη, αλλά δυνατή. Το είδος μπορεί να διατηρηθεί με δύο τρόπους, είτε με τον απλό, ο οποίος απλώς το διατηρεί στη ζωή, είτε με τον πιο περίπλοκο, όπου μπορεί να εκτελέσει φυσική συμπεριφορά και ίσως ν’αναπαραχθεί. Στον απλό η χιλιοποδαρούσα ζει σ’ένα χώρο με λίγα εκατοστά υγρής τύρφης, όπου προστίθενται τροφές όπως πεσμένα φύλλα, υπερώριμα φρούτα ή λαχανικά για να φάει, μαζί με συμπλήρωμα ασβεστίου, το οποίο χρειάζεται για τον εξωσκελετό. Στο σύστημα αυτό η χιλιοποδαρούσα τρέφεται, αλλά δυσκολεύεται να σκάψει και ως εκ τούτου μπορεί να έχει προβλήματα με την έκδυση ή την αδρανοποίηση. Μπορεί να διατηρηθεί σε κατάσταση μόνιμης δραστηριότητας για μήνες, και θα συνεχίζει να τρέφεται μέχρι και τους 19 βαθμούς. Στο δεύτερο σύστημα δίνεται μεγάλη έμφαση στο υπόστρωμα. Το υπόστρωμα θα πρέπει να έχει βάθος τουλάχιστον ίσο με το μήκος της μεγαλύτερης χιλιοποδαρούσας, και θα πρέπει να διαστρωματώνεται σε ζώνες. Αν και η δραστηριότητα των μυριαπόδων μπορεί ν’ανακατέψει λίγο το χώμα των ζωνών, δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να τις ομογενοποιήσει. Μέχρι τη μέση περίπου λοιπόν το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι σχετικά ανόργανο, αποτελούμενο κυρίως από ελαφρύ χώμα, άμμο και ίσως χαλικάκια, όπου τα ασπόνδυλα θα κρύβονται, ενώ το υπόλοιπο μισό μπορεί να είναι πιο οργανικό, με αρκετή αναμεμιγμένη τύρφη. Προς την επιφάνεια μπορούν ν’αναμιχθούν πεσμένα φύλλα όπως από βελανιδιά, από πλάτανο, από φλαμουριά, από οπωροφόρα ή άλλα ανθεκτικά φύλλα, όπως επίσης και κομμάτια μισοσαπισμένου ξύλου απ’όπου θα τρώνε. Στην επιφάνεια ή ελαφρώς θαμμένα θα τοποθετούνται και φύλλα διαφόρων άλλων φυτών, μισοσαπισμένα λαχανικά και φρούτα για τροφή, και το όλο δόμημα μπορεί να διακοσμηθεί με κομμάτια ξύλου, όπου οι χιλιοποδαρούσες θα σκαρφαλώνουν για να φαίνονται. Ασβέστιο θα πρέπει να υπάρχει και μέσα στην τροφή και αναμεμιγμένο με το έδαφος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οτιδήποτε, από την ειδική σκόνη που συνήθως χρησιμοποιείται για ερπετά, έως τριμμένο κόκκαλο σουπιάς ή σπασμένα όστρακα ή τσόφλια βρασμένων αυγών. Η μόνη δυσκολία της σε σχέση μ’άλλες χιλιοποδαρούσες έγκυται στο ότι χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία μεταξύ υγρασίας και αερισμού, μιας και είναι ερημόβιο είδος. Η υγρασία του εδάφους θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 70-80%, αλά συγχρόνως η κυκλοφορία του αέρα πρέπει να είναι αρκετά καλή για την αποφυγή ανάπτυξης μυκήτων. Σε περίπτωση που ζει σε στάσιμο αέρα όπως πολλά τροπικά είδη, κινδυνεύει από μυκητίαση, η οποία θα εμφανιστεί ως μαύρα στίγματα στο σώμα της, πόδια που σαπίζουν και πέφτουν και τελικά θάνατος, γι’αυτό χρειάζεται αρκετές τρύπες στο κουτί ή στο τερράριο που ζει. Καθώς ο καιρός χειμωνιάζει και η θερμοκρασία πέφτει, θα σκάψουν σύραγγες στο έδαφος και θα χαθούν. Κατά την εποχή της αδρανοποίησης η υγρασία μπορεί να μειωθεί, αλλά το χώμα δε θα πρέπει να στεγνώσει εντελώς σε καμία περίπτωση. Οι θερμοκρασίες μπορούν να πέσουν, αλλά όχι υπό του μηδενός. Ιδανικά πρέπει να είναι γύρω στους 10-16 βαθμούς. Σε συνθήκες χαμηλής υγρασίας θ’αδρανοποιηθούν ακόμα και σε θερμοκρασίες δωματίου. Εάν χαθούν στο έδαφος ενώ είναι καλοκαίρι, ίσως η υγρασία έχει πέσει αρκετά. Υπάρχει περίπτωση επίσης να κρύφτηκαν για επερχόμενη έκδυση, αφού δεν είναι απαραίτητο ναπαραμένουν αδρανείς πριν την έκδυση όπως στη φύση. Στην περίπτωση αυτήν μην τις ενοχλείτε, αφού η έκδυση είναι μια δύσκολη διαδικασία για κάθε αρθρόποδο. Ζευγαρώματα παρατηρούνται στην αιχμαλωσία, αλλά η επιτυχής αναπαραγωγή είναι σπάνια, και ελάχιστα έχω βρει γι’αυτήν. Αν οι χιλιοποδαρούσες κάνουν τον κύκλο τους ωστόσο οι πιθανότητες για επιτυχή αναπαραγωγή είναι μεγαλύτερες.
Εγώ έπαιρνα τις δικές μου από το feeders.gr, ένα από τα λίγα καταστήματα στην Ελλάδα με εξειδίκευση στα εξωτικά κατοικίδια. Έως τώρα η σχέση μου με το είδος στέφεται με απανωτές αποτυχίες. Την πρώτη την πήρα τον Ιούνιο του περασμένου χρόνου, και θυμάμαι πως ζήτησα την πιο μεγάλη. Ήταν ένα μεγάλο, εντυπωσιακό μυριάποδο στη δραστήρια φάση του, οπότε κινούταν στην επιφάνεια του εδάφους και μάλλον έτρωγε. Ωστόσο κατά τη μετακίνησή του από το κουτί απ’όπου το πήρα, πιάστηκε στην άκρη του και τραυματίστηκε ο εξωσκελετός του κοντά στο κεφάλι. Από την πληγή έτρεξε λίγη αιμολέμφος, το κυκλοφοριακό υγρό των αρθροπόδων, αλλά έκλεισε γρήγορα. Διαβάζοντας για ιστορίες όπου χιλιοποδαρούσες επιβίωσαν μετά από μικροτραυματισμούς, είχα μια μικρή ελπίδα ότι θα επιβιώσει, αλλά τελικά πέθανε σε δύο εβδομάδες. Στο μεσοδιάστημα, αν και μπορούσε να κινηθεί, καθόταν σε μια γωνία με το μπροστινό μέρος του σώματος μαζεμένο. Επειδή ο εξωσκελετός ήταν πολύ λεπτός κι εύπλαστος, προφανώς είχε περάσει λίγος και΄ρος από την έκδυση και δεν πρόλαβε να σκληρύνει καλά. Την επόμενη την πήρα στις 27 Οκτωβρίου. Ήταν λιγότερο δραστήρια απ’την άλη κι έσκαβε στο υπόστρωμα, οπότε μάλλον ετοιμαζόταν για την αδρανοποίηση. Την είχα μέχρι τον Ιανουάριο, οπότε τη μετακίνησα σ’ένα μεγαλύτερο τερράριο που έφτιαξα για δύο χιλιοποδαρούσες. Ήταν ωστόσο αρκετά αφυδατωμένη και αργοκίνητη, και την πήρα από εκεί μήπως πέθαινε και δεν την έβρισκα μετά. Θα μπορούσα ωστόσο να περιμένω μερικές μέρες ώστε να ανακάμψει. Τελικά πέθανε, ή τουλάχιστον σταμάτησε να κινείται και την θεώρησα νεκρή. Την τελευταία την πήρα στα τέλη του Ιανουαρίου. Μου ήρθε τυλιγμένη ανάμεσα σε υγρά χαρτιά σε πλήρη νάρκη, μαζεμένη σε μια πολύ σφιχτή σπείρα (τρίτη φωτογραφία). Την τοποθέτησα στο τερράριό της, όπου μετά από λίγο δραστηριοποιήθηκε και κινήθηκε για αρκετές ώρες, μάλλον επειδή είχε πολύ φως. Τελικά σφηνώθηκε ανάμεσα στο έδαφος και σ’ένα τοίχωμα κι έσκαψε προς τα κάτω. Την επόμενη μέρα, μόνο το πίσω μέρος της φαινόταν, αλλά σύντομα χάθηκε κι αυτό. Τώρα το μόνο ίχνος της είναι μια οπή σαν μυρμηγκότρυπα. Περιοδικά ποτίζω το υπόστρωμα με λίγο νερό, αλλά δεν κάνω κάτι παραπάνω. Σκοπεύω να βάλω ακομα μία. Το τερράριο έχει διαστάσεις 26χ22χ19 στο ύψος της κορυφής, γιατί είναι λίγο στενότερο προς τα κάτω. Είναι γεμισμένο με χώμα μέχρι περίπου τα 12 εκατοστά, το οποίο αποτελείται κατά περίπου 1/3 από ελαφρύ φυτόχωμα, 1/3 από άμμο, και 1/3 από άργιλο, με ανακατεμένα λίγα χαλίκια και τύρφη. Η περισσότερη τύρφη βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια, όπου έχω μισοθάψει ξερά και μισοσαπισμένα φύλλα. Θα βάλω κι ένα κομμάτι ξύλου ή χοντρού φλοιού την άνοιξη επιπλέον για να σκαρφαλώνει, αν όλα βέβαια πάνε καλά.
Στη συμπεριφορά δε διαφέρει σημαντικά από τις δικές μας χιλιοποδαρούσες. Όταν απειλείται συσπειρώνεται, είτε σε διπλή είτε σε επίπεδη σπείρα. Τείνει να συσπειρώνεται συχνότερα σε διπλή, η οποία είναι και η συνήθης στάση ανάπαυσής της. Κατά την αδρανοποίηση παραμένει σ’αυτή τη στάση για καιρο΄, σαν ένα εξωγήινο πλασματάκι ή ένα σπάνιο απολίθωμα του Παλαιοζωικού. Θα μπορούσατε να την βάλετε σ’ένα κυπελλάκι και δε θα μετακινούταν για εβδομάδες. Αν ωστόσο ενοχληθεί αρκετά, μπορεί να ξεδιπλωθεί και ν’αρχίζει να περπατάει, ακόμα και αν είναι σε νάρκη. Οι δραστήριες κινούνται γρηγορότερα από τις αδρανοποιημένες. Δεν πρόλαβα να παρατηρήσω το σκάψιμο της τρύπας, γιατί έγινε σχετικά γρήγορα. Απλώς η χιλιοποδαρούσα πίεσε το μπροστινο΄μέρος της στο υπόστρωμα και στη συνέχεια σιγά-σιγά χάθηκε μέσα του. Όταν περπατάει σε ανοιχτό χώρο πάντοτε πηγαίνει προς το πιο σκοτεινό σημείο, αφού είναι φωτοφοβική. Αν την πιάσετε και από τιςδύο άκρες, θα τραβηχτεί κάνοντας κοιλία στη μέση για ν’απελευθερωθεί. Αν την πιάσεται από τη μέση, θα κάνει ολοένα αυξανόμενουθς κύκλους με το μπροστινό της μέρος μέχρι να βρει το χέρι σας, οπότε θ’αρχίζει να σκαρφαλώνει. Δεν έχει τόσο καλή όραση για να προσανατολιστεί αμέσως, και προφανώς ούτε ανεπτυγμένη σωματαισθησία για να καταλαβαίνει πλήρως τη θέση του σώματός της. Πάντως προσανατολίζεται πολύ καλύτερα από το σκουλήκι. Αν κάνετε το ίδοιο σ’ένα γεωσκώληκα, θα προσπαθεί να επιστρέψει με τυχαίες, μη μετρημένες κινήσεις, κι αν τύχει κι ακουμπήσει μεγάλο μερός του στο χέρι σας, τότε μάλλον θα προσπαθήσει να ανέβει. Αν ακουμπήσει μόνο η άκρη του, θα ξαναπέσει. Επίσης το σκουλήκι μπορεί να πέσει ή να κρεμαστεί από την άκρη του χεριού σας, απ’όπου με μεγάλη δυσκολία και πολλά τινάγματα ίσως γυρίσει πίσω, ενώ η χιλιοποδαρούσα συνήθως αντιλαμβάνεται τα κενά κι επιστρέφει. Αν της αγγίξετε το κεφάλι αλλάζει κατεύθυνση. Αν αρχίζει να πιάνεται απ’το κάτω μέρος του χεριού σας κι αναποδογυρίσετε το χέρι σας, τότε κανονικά θα πρέπι να μπορεί να ανέβει, αν και με δυσκολία. Αν κρέμεται το αναποδογυρισμένο μέρος της και δεν πιάνεται από το χέρι σας, ίσως είναι αδύναμη κι έχει κάποιο πρόβλημα. Αν την βάλετε πάνω σε χαρτί, όλα τα μικρά ποδαράκια της ακούγονται σαν ένας απόκοσμος στρατός μικροσκοπικών εντόμων που έρχεται κατά πάνω σας! Το αμυντικό της υγρό δε μπορεί να βλάψει το ανθρώπινο δέρμα, αν και μπορεί να ερεθίσει ευαίσθητα άτομα, και σίγουρα ερεθίζει τα μάτια ή κομμένο δέρμα. Έχει τύχει να με τσούξει έκκριση από δική μας χιλιοποδαρούσα σε κομμένο χέρι. Γι’αυτό πλένετε τα χέρια σας αφού τις πιάσετε. Γενικώς οι χιλιοποδαρούσες δεν είναι ζώα χειρισμού, αφού μόνο κακό μπορεί να τις κάνει η απομάκρυνση από το μικροπεριβάλλον τους. Άλλωστε δεν έχουν τη νοητική ικανότητα να σας γνωρίσουν ή να δημιουργήσουν μία στοιχειώδη σχέση μαζί σας, ενώ κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να τραυματιστούν όταν είναι εκτός του χώρου τους. Η συμπεριφορά τους δε διαφέρει απ’αυτήν στο φυσικό τους περιβάλλον. Θα πρέπει ν’αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ζώα παρατήρησης, σαν τα ψάρια των ενυδρείων. Ωστόσο κάποιες φορές θα πρέπει να τις πιάσετε, π.χ. εάν χρειαστεί να τις μετακινήσετε. Αν τύχει και κινούνται στην επιφάνεια και καποιος άλλος θέλει να τις δει, δε θα βλάψει αν τις βγάλετε για λίγο, αρκεί να τις κρατάτε προσεκτικά φροντίζοντας μη χτυπήσουν κάπου ή πέσουν. Αν πέσουν από μεγάλο ύψος μάλλον το αποτέλεσμα θα είναι θανατηφόρο. Επίσης αν κοπούν πόδια τους δεν αναγεννώνται, όπως γίνεται σε άλλα αρθρόποδα. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να τις ενοχλείτε αν έχουν κρυφτεί στο έδαφος.
Εύχομαι καλή επιτυχία στον εαυτό μου με το είδος. Θα σας ενημερώνω για νεότερα.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου στην αγγλική Wikipedia
η χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος της Κοιλάδας Λεχάι
χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος ανακάλυψης αμφιβίων και ερπετών
Επιστημονικές μελέτες:
εποχιακές μεταβολές στην ισορροπία του νερού στον Orthoporus ornatus, μία ερημόβια χιλιοποδαρούσα
ο αναπνευστικός μεταβολισμός στον O. ornatus
τροφή, ρυθμοί κατανάλωσης και αφομοίωσής της στον O. ornatus
συμπεριφορική θερμορρύθμιση του O. ornatus σε τρία ερημικά ενδιαιτήματα
δερματική μικροδομή του O. ornatus
παραγωγή σε βιομάζα κατά την τροφοληπτική περίοδο του O. ornatus
ο ρόλος των αερόβιων μικροβιακών πληθυσμών στην πέψη της κυτταρίνης από τις ερημόβιες χιλιοποδαρούσες
νεοϊχνολογία των σκαπτικών χιλιοποδαρούσών: συνδέοντας τη μορφολογία των σημερινών λαγουμιών, την οργανισμική συμπεριφορά και τις ιδιότητες του ιζήματος για την ερμηνεία ηπειρωτικών ιχνοαπολιθωμάτων
νεοϊχνολογία των σπειροβολιδίων
Η μελέτη αυτή έγινε μετά την πρώτη για μέλη συγγενικής τάξης (Spirobolida), και κατέληξε σε παρόμοια αποτελέσματα.
εποχιακές αλλαγές στα αμινοξέα, τις πρωτεΐνες και τα ανόργανα ιόντα της αιμολέμφου του O. ornatus
τρόποι οσμορρύθμισης της αιμολέμφου σε τρία ερημόβια αρθρόποδα

Ενημέρωση 5/4/2015: Προχθές στις 3 του μηνός πρόσθεσα και τη δεύτερη χιλιοποδαρούσα. Είναι λίγο μικρότερη από όσες άλλες είχα, και την πήρα κι αυτήν μέσα σε υγρά χαρτιά, πλήρως συσπειρωμένη σε νάρκη. Στη συνέχεια βρήκα και ξέθαψα και την προηγούμενη, η οποία είχε γίνει επίπεδη σπείρα, ώστε να εμπλουτίσω περισσότερο το χώμα τους, στο οποίο έτριψα τρία σουπιοκόκκαλα για ασβέστιο, και πρόσθεσα λίγη τύρφη ακόμα στην επιφάνεια. Και οι δύο είναι υγιείς και κινούνται κανονικά. Μόλις τις ξανάβαλα μέσα, έκαναν λίγες βόλτες τυχαία, και μετά σταμάτησαν. Την άλλη μέρα που τις είδα η πρώτη είχε ίσα-ίσα μόνο το πίσω μέρος της στην επιφάνεια, ενώ η δεύτερη είχε θαφτεί λιγότερο καλά. Σύντομα η πρώτη χάθηκε εντελώς στο υπόστρωμα, ενώ η δεύτερη κατέβηκε πιο κάτω.
Ενημέρωση 12/8/2016: Ξέχασα να ενημερώσω, αλλά δεν τις έχω πια. Τις έψαξα το Μάιο, η μία δεν υπήρχε καν, η άλλη ήταν πολύ μαλακιά και ίσως να την ενόχλησα στη φάση της έκδυσης. Ίσως να είχαν φτάσει στο όριο ζωής τους, ή απλώς είναι δύσκολο είδος, όπως λέγεται.

Heloderma suspectum suspectum, στρουμπουλό και με τον έντονο αποσηματικό χρωματισμό που σημαίνει τοξικότητα, από
Wikipedia

Το τέρας του Τζίλα (Gila monster) είναι απ’τις γνωστότερες αμερικανικές σαύρες. Είναι μια μεσαίου μεγέθους παχιά σαύρα ιθαγενής στα νοτιοδυτικά των ΗΠΑ, στις πολιτείες Σονόρα, Αριζόνα, Καλιφόρνια, Νεβάδα, Γιούτα, και Νέο Μεξικό, αλλά και στο Μεξικό, όπου συνήθως ζει σε ερήμους και ξερούς θαμνότοπους. Το κοινό όνομά της το πήρε από τη λεκάνη του ποταμού Τζίλα στην Αριζόνα, όπου κάποτε ζούσε σε μεγάλους αριθμούς. Το επιστημονικό της όνομα είναι Heloderma suspectum (ύποπτο ηλόδερμα), εξαιτίας της αρχικής υποψίας του παλαιοντολόγου Edward Drinker Cope, ο οποίος την περιέγραψε το 1869, ότι είναι δηλητηριώδης λόγω αυλακώσεων στα δόντια της κάτω σιαγόνας της. Το συγγενικό της είδος είναι η μεξικανική καρφωτή σαύρα (H. horridum), μεγαλύτερη ως κι ένα μέτρο. Τα δύο αυτά είδη ανήκουν στην οικογένεια των ηλοδερματιδών (helodermatidae), όνομα που έχουν εξαιτίας των στρογγυλεμένων φολίδων τους σαν μπίλιες ή κεφάλια καρφιών (ηλοί), πολλές εκ των οποίων υηποστηρίζονται από δερμικές οστέινες πλάκες. Η οικογένεια αυτή έχει ιστορία πάνω από 60 εκατομμύρια χρόνια, και συγγενεύει αρκετά με τους βαρανίδες (varanidae).

Είναι η μόνη οικογένεια φανερά δηλητηριωδών σαυρών, με αυλακώσεις στα δόντια της κάτω σιαγόνας, αντίθτα με τα φίδια που παράγουν το δηλητήριο στην πάνω, απ’όπου εγχέουν το νευροτοξικό τους δηλητήριο στο θύμα για λόγους άμυνας. Η τοξικότητα είναι όμοια μ’αυτήν του επικίνδυνου αμερικανικού κοραλόφιδου, συγγενούς της κόμπρας, αν και οι σαύρες αυτές εγχέουν πολύ μικρότερη ποσότητα και το σύστημα έγχυσης είναι πολύ πρωτόγονο κι αναποτελεσματικό. Η σαύρα θα πρέπει να δαγκώσει σφιχτά το θύμα και να μασήσει αρκετή ώρα την πληγή, ενώ συχνά γυρίζιε ανάποδα για να ρεύσει το δηλητήριο ευκολότερα. Ωστόσο η αφαίρεσή της είναι πολύ δύσκολη, και μόνα μέτρα είναι η τοποθέτησή της στο νερό, κοντά σε φωτιά, δίπλα σε δύσοσμη χημική ουσία κλπ. Το τράβηγμα θα προκαλέσει χειρότερο τραύμα. Τα συμπτώματα του δηλητηρίου είναι οξύτατος πόνος, οίδημα, πτώση της πίεσης κι άλλα γενικά συμπτώματα. Δεν έχει σημειωθεί θάνατος από το είδος μετά το 1939, αλλά και οι προηγούμενες λίγες περιπτώσεις παραμένουν αμφίβολες, εξαιτίας των επικίνδυνων θεραπευτικών μεθόδων που εφαρμόζονταν τότε. Γενικά όμως η σαύρα αυτή είναι πολύ νωχελική, και θα δαγκώσει στη φύση μόνο εάν κάποιος την αγγίξει ή την σηκώσει.

Και τα δύο είδη της παραπάνω οικογένειας έρχονται περιστασιακά στην Ελλάδα, όπου λίγα άτομα τα διατηρούν στην αιχμαλωσία. Στο εξωτερικό όμως και τα δύο είδη διατηρούνται στην αιχμαλωσία πολύ ευρύτερα. Το παρακάτω άρθρο αφορά τη φυσική ιστορία και τη διατήρηση κι αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία του H. suspectum. Υπάρχουν δύο υποείδη H. suspectum, το νότιο ή δικτυωτο S. s. suspectum και το βόρειο ή ζωνωτό S. s. cinctum, με κύριο διαχωριστικό στοιχείο το σχέδιο, το δικτυωτό με ακανόνιστες μαύρες κηλίδες σαν χονδροειδές δίκτυο, το ζωνωτό με ζώνες μαύρου χρώματος. Και τα δύο έχουν όμοιες ανάγκες. Το άρθρο είναι από το
«>kingsnake.com

Το τέρας του Τζίλα (Heloderma suspectum) φροντίδα στην αιχμαλωσία κι αναπαραγωγή

Αυτό το άρθρο ελαφρώς παραλλαγμένο δημοσιεύθηκε στο θέμα του Μαΐου-Ιουνίου του 1998 του Περιοδικού Ερπετών κι Αμφιβίων

Της Petra Spiess

Το τέρας του Τζίλα (Heloderma suspectum) είναι ένα ερπετό που φέρει το δικό του μύθο. Αυτό το είδος έχει αντιμετωπιστεί με πολύ φόβο στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, κι ως συνέπεια, πολλοί ενδιαφέροντες (συχνά γελοίοι) μύθοι έχουν εμφανιστεί όσον αφορά αυτό το είδος, όπως η ιδέα ότι ακόμα και η αναπνοή του είναι τοξική. Τα τέρατα του Τζίλα είναι ένα είδος από τα δύο μόνο δηλητηριώδους σαύρας στον κόσμο, με το άλλο την κοντινά συγγενική ηλωφόρος σαύρα (Heloderma horridum). Ως εκ τούτου, πολλές πολιτείες περιορίζουν τη διατήρηση αυτού του είδους, άρα ελέγξτε τους τοπικούς νόμους πριν αγοράσετε τέρατα Τζίλα γεννημένα στην αιχμαλωσία.

Ακόμα κι άτομα μη εξοικειωμένα με τα ερπετά μπορούν ν’αναγνωρίσουν ένα τέρας του Τζίλα. Τα τέρατα του Τζίλα είναι χρωματισμένα με πορτοκαλί ή κίτρινες και μαύρες φολίδες που έχουν εμφάνιση «κεφαλιού καρφιού». Αυτό το είδος κυμαίνεται σε μέγεθος στα 22-35 εκατοστά (Stebbins, 1985). Τα τέρατα του Τζίλα έχουν γλώσσες πολλοί όμοιες μ’αυτές των βαρανών (Varanus sp), οι οποίες είναι παχιές και διχαλωτές. Το δηλητήριο του τέρατος του Τζίλα είναι υπερβολικά ισχυρό, αλλ’αυτό το ζώο δε θα δαγκώσει εάν δεν παρενοχληθεί. Το δηλητήριο του τέρατος του Τζίλα εγχέεται μέσω αυλάκων στα δόντια του ζώου, κι ως εκ τούτου, τα τέρατα του Τζίλα θα πρέπει να μασούν τα θηράματά τους για να μετακινήσουν το δηλητήριο στην πληγή. Περιττώ να πω, εάν κάποιος δαγκωθεί από ένα τέρας του Τζίλα, ότι το πρώτο βήμα είναι η αφαίρεση του ζώου. Σύμφωνα μ’όλες τις αναφορές δαγκωμάτων από τέρατα του Τζίλα, αυτό μπορεί ν’αποδειχθεί μάλλον επίπονο έργο. Ο καλύτερος τρόπος αποφυγής δαγκωμάτων από τέρατα του Τζίλα στη φύση είναι να μη σηκώσετε ποτέ κανένα. Τα τέρατα του Τζίλα είναι προστατευόμενο είδος στις ιθαγενείς τους πολιτείες, και υπάρχουν σοβαρές ποινές για όποιον δοκιμάσει να αιχμαλωτίσει ένα ζώο για κατοικίδιο ή για να το πουλήσει.

Τα τέρατα του Τζίλα είναι ημερόβια, και είναι περισσότερο δραστήρια κατά τους μήνες της άνοιξης, οπότε υπάρχει αφθονία της αγαπημένης τροφής του τέρατος του Τζίλα, των αβγών. Τα αβγά αρκετών διαφορετικών ειδών εδαφόβιω πουλιών αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του τέρατος του Τζίλα σε ορισμένες εποχές του έτους. Τα τέρατα του Τζίλα είναι επίσης γνωστό ότι αγαπούν τα αβγά της ερημικής χελώνας (Gopherus agassizii), ενός ομοσπονδιακώς απειλούμενου είδους. Άλλα θηράματα στη φύση περιλαμβάνουν μικρά θηλαστικά, όπως μικρά κουνέλια. Το πρόγραμμα δραστηριότητας του τέρατος του Τζίλα είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλων ερημικών ερπετών. Κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες, τα τέρατα του Τζίλα πρνούν σημαντικό μέρος της ημέρας υπογείως, κατά τους χειμερινούς μήνες, πέφτουν σε χειμέρια νάρκη. Τα τέρατα του Τζίλα μπορεί, όπως και οι ερημικές χελώνες, να έχουν μια περίοδο δραστηριότητας κατά τους μήνες τουν μουσώνων στην Έρημο της Σονόρα στο τέλος του καλοκαιριού με αρχές του φθινοπώρου. Αν και τα τέρατα του Τζίλα συναντώνται στην ξερή Έρημο της Σονόρα, δεν είναι καλά προσαρμοσμένα στη χαμηλή υγρασία, αφού το δέρμα τους είναι πολύ πιο διαπερατό απ’αυτό άλλων ερημικών ειδών όπως του τσουκβάλα (Sauromalus obesus). Ως εκ τούτου, φαίνεται να προτιμούν μέρες οπότε η σχετική υγρασία είναι μέτρια προς υψηλή (50-80%) για τις δραστηριότητές τους.

Τα τέρατα του Τζίλα δε συναντώνται συχνά να τριγυρνούν στο περιβάλλον τους, έτσι είναι δύσκολα στην παρατήρηση στη φύση. Έζησα στην Έρημο της Σονόρα για 13 χρόνια, και περπάτησα εκτεταμένα περιοχές στο ενδιαίτημα του τέρατος του Τζίλα για 12 χρόνια πριν συναντήσω όχι ένα, αλλά δύο άτομα έξω στ’ανοιχτά με μια μέρα διαφορά. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη όταν εντόπισα την μαύρη και πορτοκαλί φιγούρα να περνά ένα χωματόδρομο που άρπαξα την κάμερά μου και πήδηξα έξω απ’το φορτηγό μου προς θερμή καταδίωξη (μην το πάρετε μεταφορικά). Έβγαλα 36 φωτογραφίες του τέρατος του Τζίλα, με τις 32 φωτογραφίες να’ναι του πίσω μέρους του ζώου που έφευγε, οι οποίες αποτελούσαν το περισσότερο του κόπου μου. Όταν γύρισα στο φορτηγό μου μετά απ’αυτήν την εκδρομή, συνειδητοποίησα ότι στον ενθουσιασμό μου, είχα ξεχάσει να βάλω χειρόφρενο, γιατί το όχημά μου τώρα ήταν αρκετά πιιο κάτω στο λόφο απ’όπου το είχα αφήσει. Την επόμενη μέρα, κοντά στην προηγούμενη θέαση, εντόπισα ένα άλλο τέρας του Τζίλα να περνά έναν άλλο δρόμο. Και τα δύο αυτά ζώα διέφυγαν της προσοχής μου με υψηλή ταχύτητα για ένα τέρας του Τζίλα. Κανένα δεν επέδειξε επιθετική συμπεριφορά, με την εξαίρεση ενός χαμηλού συρριστικού ήχου. Εάν στριμωχτούν εντούτοις, τα τέρατα του Τζίλα θα πραγματοποιήσουν μια εντυπωσιακή επίδειξη απειλής κοιτάζοντας προς την απειλή, ανοίγοντας πλατιά το στόμα τους, συρρίζοντας δυνατά, και περιστασιακά πηδώντας στον παρενοχλητή τους. Και τα δύο αυτά ζώα παρατηρήθηκαν κατά τις πρωινές ώρες του τέλους του Μαΐου. Η θερμοκρασία ήταν 24 βαθμοί Κελσίου και η υγρασία ήταν στο 60% και στις δύο ππεριπτώσεις. Με μόνο δύο θεάσεις σε 13 χρόνια, θεωρώ ακόμα τον εαυτό μου τυχερό που έχει κατορθώσει να παρατηρήσει αυτό το ζώο στη φύση.

Φροντίδα στην αιχμαλωσία

Ο μόνος τρόπος νόμιμης διατήρησης ενός τέρατος του Τζίλα είναι η αγορά απογόνων από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, και πάλι ακόμα πολλές πολιτείες ρυθμίζουν ή απαγορεύουν τη διατήρησή τους. Τα τέρατα του Τζίλα γίνονται ενδιαφέροντα κι ανθεκτικά ζώα στην αιχμαλωσία. Είναι ευκολότερη η στέγαση των ζώων ατομικά, για ευκολία στο τάισμα. Πολλοί εκτροφείς είχαν επιτυχία εντούτοις, με προσέγγιση αποικίας, αρκεί τα ζώα να χωρίζονται κατά την ώρα του ταΐσματος, και να παρατηρούνται στενά κατά την εποχή αναπαραγωγής για να εξασφαλιστεί ότι τα αρσενικά δεν τραυματίζονται μεταξύ τους. Τα τέρατα του Τζίλα είναι αρκετά μεγάλα ζώα, και χρειάζονται μεγάλα περιβάλλοντα. Οι ελάχιστες διαστάσεις ενός ατομικού τερραρίου για ένα τέρας του Τζίλα θα πρέπει να είναι 1,3χ0,66χ0,66 μέτρα, το μεγαλύτερο είναι πάντοτε καλύτερο. Μεγάλες ποτίστρες για βοοειδή δουλεύουν πολύ καλά για ομάδες τεράτων του Τζίλα, εφόσον παρέχεται αρκετή ζέστη και κρυψώνες. Τα υποστρώματα για τα τέρατα του Τζίλα μπορεί να περιλαμβάνουν άμμο για παιδική χαρά, σπασμένο φλοιό, εφημερίδα, ή φυσικό υπόστρωμα. Τα τέρατα του Τζίλα αγαπούν να σκάβουν. Ένα μείγμα άμου για παιδική χαρά, τύρφης, και σπασμένου φλοιού, το οποίο επιτρέπει σ’αυτά τα ζώα να κατασκευάζουν κρυψώνες, μπορεί να είναι μεταξύ των καλύτερων επιλογών υποστρώματος. Τα τέρατα του Τζίλα τα πάνε καλά με διαβάθμιση θερμοκρασίας των 24-27 βαθμών Κελσίου στη δροσερή πλευρά και με ένα θερμό σημείο στους 29-32 βαθμούς. Τα τέρατα του Τζίλα επίσης αγαπούν την υγρασία, και θα πρέπει να τους παρέχεται ένα σημείο υγρασίας. Τα σημεία υγρασίας μπορούν να κατασκευαστούν από πλαστικά δοχεία αρκετά μεγάλα ώστε να χωρούν ένα τέρας του Τζίλα. Θα πρέπει ν’ανοιχτεί στη μία άκρη του δοχείου μια τρύπα πρόσβασης και υγρή τύρφη ή βρύα σφάγνουν να τοποθετηθούν μέσα ώστε να γεμίσουν περίπου το μισό όγκο του κουτιού. Τα τέρατα του Τζίλα θα χρησιμοποιούν συχνά τέτοιες περιοχές γι’αρκετό χρόνο της μέρας. Θα πρέπει επίσης να παρασχεθούν κι άλλες κρυψώνες, ώστε τα ζώα να μπορούν να διαλέξουν τις προτιμώμενες περιβαλλοντικές τους συνθήκες. Τη νύχτα, η θερμοκρασία μπορεί να επιτραπεί να πέσει στους 21-24 βαθμούς Κελσίου. Επειδή τα τέρατα του Τζίλα είναι ημερόβια, θα πρέπει να τους παρασχεθεί μια φυσική φωτοπερίοδος. Μετά τη χειμέρια νάρκη, ένα πρόγραμμα 8 ωρών φωτός, 16 ωρών σκότους που θ’αυξάνεται μέχρι το καλοκαίρι σ’ένα μέγιστο 14 ωρών φωτός, 10 ωρών σκότους είναι ωφέλιμο(Strimple, 1995). Τα τέρατα του Τζίλα θα δεχτούν εύκολα τρωκτικά του κατάλληλου μεγέθους, και θα πρέπει να ταΐζονται με αρκετά θηράματα μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Μετά τη χειμέρια νάρκη εντούτοις, τα τέρατα του Τζίλα θα πρέπει να ταΐζονται δύο φορές περισσότερο απ’τη διατροφή συντήρησής τους ως προετοιμασία για τις καταπονήσεις της αναπαραγωγής. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να ταΐζονται τα τέρατα του Τζίλα με αβγά κότας ή κοτοπουλάκια. Μια διατροφή από κοτόπουλο θα οδηγήσει σε διατροφικές ελλείψεις. Αν και τα τέρατα του Τζίλα καταναλώνουν ολόκληρα θηράματα στην αιχμαλωσία, κι έτσι λαμβάνουν τη βιταμίνη d3 από τα όργανα των ζώων που καταναλώνουν, θα πρέπει πάλι να παρέχεται φωτισμός πλήρους φάσματος, αφού τα ζώα είναι ημερόβια, και ο φυσικός φωτισμός μπορεί να είναι ωφέλιμος.

Αναπαραγωγή

Το φύλο του τέρατος του Τζίλα είναι δύσκολο στον καθορισμό του, μία μέθοδος είναι η παρακολούθηση της συμπεριφοράς κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Εάν ένα τέρας του Τζίλα γεννήσει αβγό, είναι θηλυκό, εάν ανεβαίνει δραστήρια πάνω στα άλλα τέρατα του Τζίλα, είναι πιθανότατα αρσενικό (όχι πολύ χρήσιμη μέθοδος!). Μια άλη μέθοδος αρκετά αξιόπιστη είναι η ακτινογραφία, με τη μέτρηση του μήκους και του πλάτους ενός συγκεκριμένου οστού στη λεκανιαία ζώνη. Αυτό έχει αναφερθεί ως αξιόπιστος τρόπος καθορισμού των φύλων (Strimple, 1995), αλλά χρειάζεται τη βοήθεια ενός πεπειραμένου κτηνιάτρου ερπετών. Πρόσφατα, έχει προταθεί η ανάλυση του dna για τον καθορισμό του φύλου. Για περισσότερες πληροφορίες γι’αυτό, δείτε
Την ιστοσελίδα για τα τέρατα του Τζίλα του δρ. Mark Seward.
Τα τέρατα του Τζίλα θα πρέπει να πέσουν σε χειμέρια νάρκη για την ενθάρρυνση της επιτυχούς αναπαραγωγής. Δύο εβδομάδες πριν την ψύξη, μην ταΐζεται τα άτομα προς αναπαραγωγή, αφήνοντας τους πεπτικούς σωλήνες να καθαρίσουν. Μετά την περίοδο του καθαρίσματος, κατεβάζετε αργά τη γενική θερμοκρασία μέσα στο διάστημα των δύο εβδομάδων, μέχρι να επιτευχθεί η θερμοκρασία της χειμέριας νάρκης των 10-12,7 βαθμών Κελσίου. Βεβαιωθείτε ότι παρέχετε στα διαχειμάζοντα τέρατα του Τζίλα πρόσβαση στο νερό πάντοτε για να προλάβετε την αφυδάτωση. Πολλοί εκτροφείς ξεκινούν τον κύκλο της ψύξης το Νοέμβριο, με την περίοδο της χειμέριας νάρκης να διαρκεί μέχρι το Μάρτιο. Η περίοδος χειμέριας νάρκης θα πρέπει να διαρκεί από 2 έως 4 μήνες.

Μετά την περίοδο της χειμέριας νάρκης, ομαδοποιήστε όλα τα ζώα σ’ένα μεγάλο περιβάλλον για αναπαραγωγή. Τα αρσενικά τέρατα του Τζίλα θα επιδοθούν σε μάχη, οπότε είναι απαραίτητο να παρατηρείτε στενά την ομάδα εκείνο το διάστημα για να βεβαιωθείτε ότι δεν υπάρχει κανένας τραυματισμός. Η μάχη μεταξύ αρσενικών φαίνεται να ενεργοποιεί την αναπαραγωγική δραστηριότητα, με το νικηφόρο αρσενικό να πηγαίνει να ζευγαρώσει με τα θηλυκά. Η αφαίρεση των αρσενικών για λίγες μέρες και η επανεισαγωγή τους συχνά πυροδοτεί ένα νέο γύρο αναπαραγωγικής δραστηριότητας, και μπορεί ν’αυξήσει την πιθανότητα γόνιμων αβγών. Η αναπαραγωγή ενός μόνο ζευγαριού μπορεί να’ναι επίσης επιτυχής, αλλά πολλοί εκτροφείς αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά ωοτοκίας και γονιμότητας με την κατάσταση της αναπαραγωγικής ομάδας. Ταΐζετε τα ζώα, ιδίως τα θηλυκά, αρκετά σ’αυτό το διάστημα. Είναι επίσης ωφέλιμη η συμπλήρωση της διατροφής των θηλυκών τεράτων του Τζίλα με ασβέστιο, οι καταπονήσεις της παραγωγής αβγών είναι υπερβολικά απαιτητικές. Το μέγεθος της γέννας μπορεί να κυμαίνεται στα 2-11 αβγά. Η εγκυμοσύνη διαρκεί περίπου 35-55 ημέρες. Όταν το θηλυκό πλησιάζει στην ωοαπόθεση, συχνά θ’αλλάξει το δέρμα του. Αυτό είναι σημείο για τη μετακίνηση του θηλυκού στο δικό του χώρο και για την παροχή ενός θαλάμου ωοτοκίας. Βεβαιωθείτε να ελέγχετε το θάλαμο συχνά, αφού τα τέρατα του Τζίλα θα φάνε τα αβγά τους. Επωάστε τα αβγά σε ελαφρώς υγρό βερμικουλίτη (αναλογία νερού με βερμικουλίτη 1:3 κατά βάρος). Τα αβγά του τέρατος του Τζίλα δεν ανέχονται την πολύ υψηλή υγρασία, και είναι επιρρεπή σε μυκητικές προσβολές. Η υγρασία στον επωαστήρα θα πρέπει να βρίσκεται στο 50-60%. Ένας καλός δείκτης των αναγκών σε υγρασία είναι τα ίδια τα αβγά, εάν αρχίζουν να βαθουλλώνουν, προσθέστε λίγο νερό στο βερμικουλίτη. Οι θερμοκρασίες επώασης θα πρέπει να κυμαίνονται στους 25,5-27,7 βαθμούς. Τα αβγά συνήθως εκκολάπτονται σε 120-150 μέρες. Αμέσως πριν την εκκόλαψη, τα αβγά θα (βαθουλώσουν) και το δέρμα του νεοσού μπορεί νά’ναι ορατό μέσα από το κέλυφος. Τα νεογέννητα τέρατα του Τζιλα θα πρέπει να στεγάζονται μεμονωμένα, και θα πρέπει να τους προσφέρονται οι ίδιες περιβαλλοντικές συνθήκες όπως και τα ενήλικα.

Το τέρας του Τζίλα είναι καταπληκτικό είδος στη διατήρης κι αναπαραγωγή, εντούτοις, μόνο οι πεπειραμένοι ερπετοχομπίστες θα πρέπει να διατηρούν δηλητηριώδη είδη. Το τέρας του Τζίλα, αν και αργό σε σύγκριση με τα περισσότερα δηλητηριώδη φίδια, πάλι έχει επικίνδυνα τοξικό δηλητήριο και θα πρέπει ν’αντιμετωπίζεται με τον ανάλογο σεβασμό.

Αναφορές

Stebbins, Robert C. 1985. Western Reptiles and Amphibians. Houghton Mifflin Company. New York, NY.
Strimple, Pete. 1995. «Captive Reproduction of Gila Monsters A Review». Reptiles.

Ευχαριστίες

Θά’θελα να ευχαριστήσω τον Matt Smith για τις προσθήκες του όσον αφορά τη διαχείριση στην αιχμαλωσία των τεράτων του Τζίλα.

Σημειώσεις:
1. Ο φωτισμός πλήρους φάσματος είναι αυτός που περιέχει και την υπεριώδ (uv) ακτινοβολία, η οποία είναι απαραίτητη στα ημερόβια ερπετά για τη σύνθεση της βιταμίνης d3, η οποία βοηθά στο μεταβολισμό του ασβεστίου. Πολλά ημερόβια ερπετά και πουλιά επίσης βλέπουν το χαμηλό υπεριώδες φάσμα, γι’αυτό μια τέτοια λάμπα προτείνεται ακόμα κι αν το ζώο δεν έχει ανάγκη σύνθεσης d3, όπως σ’αυτήν την περίπτωση.
2. Αν και πολύ αργό ζώο, το τέρας του Τζίλα είναι το ερπετό με τη μεγαλύτερη αερόβια ικανότητα που έχει μελετηθεί. Τα αρσενικά μπορούν να μάχονται ακούραστα για 9 ώρες, προσπαθώντας το ένα να βάλει κάτω το άλλο.
3. Στοιχεία του δηλητηρίου της σαύρας αυτής χρησιμοποιούνται πλέον φαρμακευτικά. Η
εξανατίδη
εγκρίθηκε από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων τον ΗΠΑ (δύσκολη διαδικασία) το 2005, ως αντιδιαβητικό φάρμακο. Η ουσία αυτή είναι συνθετική μορφή της πρωτεΐνης εξενδίνης-4 του σάλιου αυτής της σαύρας, η οποία μοιάζει κατά 50% με το ανθρώπινο γλυκακονοειδές πεπτίδιο-1, μια πεπτική ορμόνη που βοηθά στη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης και της ινσουλίνης.
4. Στην αιχμαλωσία τα τέρατα του τζίλα γίνονται πολύ ήρεμα και μπορεί κάποιος να τα χειριστεί ακόμα και με το χέρι με προσοχή. Αυτό δεν αποκλείει ωστόσο την πιθανότητα να δαγκώσουν.
5. Όπως ανέφερα στην αρχή, η οικογένεια των ηλοδερματιδών είναι η μόνη οικογένεια φανερά δηλητηριωδών σαυρών, όχι η μόνη οικογένεια δηλητηριωδών σαυρών. Στην πραγματικότητα αυτή η οικογένεια, μαζί με τις βαρανοειδείς, τις ιγκουανοειδείς και τις αποδοειδείς σαύρες, καθώς και τον απόγονο των βαρανοειδών, τα φίδια, ανήκουν στο μεγάλο κλάδο των τοξικοφόρων
(toxicofera),
μια ομάδα ερπετών που προήλθαν από έναν δηλητηριώδη κοινό πρόγονο κι έπειτα άλλα ισχυροποίησαν κι άλλα έχασαν τις ικανότητές του. Όλα τα τοξικοφόρα, ακόμα και τα αβλαβή, φέρουν σε μικρά τουλάχιστον ποσοστά ορισμένες τοξίνες, οι οποίες συνήθως ωστόσο δε μπορούν να βλάψουν τον άνθρωπο ή όποιο άλο ζώο δαγκώνεται απ’αυτά.
6. Η συγγραφέας του άρθρου, η Petra Spiess, είναι γνωστή Αμερικανίδα ερπετολόγος που έχει γράψει πάμπολλα άρθρα σχετικά με τα ερπετά, τη διατήρησή τους στην αιχμαλωσία και τη ζωή τους στη φύση. Έχει διατηρήσει κι αναπαραγάγει αρκετά είδη, ενώ έχει ασχοληθεί κι επιστημονικά μ’αυτά. Γράφει σε πολλά ερπετικά περιοδικά και παρόμοιες δημοσιεύσεις. Ασχολείται επίσης με αρχιτεκτονική, κήπους, πράσινο τρόπο ζωής και περιβαλλοντικά θέματα. Μπορείτε να επισκεφθείτε την προσωπική της ιστοσελίδα
εδώ.

Σημείωση μετά τη δημοσίευση του άρθρου: Η λέξη «ουρομάστιξ» τελικά είναι θηλυκή, επειδή βγαίνει από τη μάστιγα (μαστίγιο), κι όχι αρσενική, οπότε όπου στο άρθρο βρίσκεται «ο ουρομάστιγας» ν’αντικαθιστάτε με «η ουρομάστιγα». Η σύγχυση αυτή έχει παρεισφρύσει ακόμακαι στην επιστημονική ονοματολογία, όπου συχνά χρησιμοποιούνται λανθασμένα αρσενικές καταλήξεις στα ονόματα των ειδών του γένους. Οπότε το σωστό είναι Uromastix acanthinura γι’αυτό το είδος κι όχι U. acanthinurus.

Uromastix acanthinurus σε φυσικό περιβάλλον του Μαρόκου, από
μια σελίδα για τα ερπετά του Μαρόκου.

Οι ουρομάστιγες ή μαστιγόουρες σαύρες (γένος Uromastix) είναι σαύρες ξηρών περιοχών της Αφρικής και της Ασίας ως την Ινδία, με κύριο γνώρισμα το παχύ τους σώμα και την αγκαθωτή ουρά τους, την οποία χρησιμοποιούν για να σφηνώνονται στις τρύπες ώστε να μη μπορούν να εξαχθούν από κάποιον εχθρό ή αμυντικά, μαστιγώνοντας των εχθρό. Το γένος
περιλαμβάνει περίπου 17 είδη,
και ανήκει στην οικογένεια των αγαμιδών (agamidae), η οποία περιλαμβάνει κι άλλες πολλές σαύρες του Παλαιού Κόσμου που γενικά αποκαλούνται δράκοι (΄΄οχι ο δράκος του Κόμοντο, αυτός είναι βαρανός), και είναι συγγενική των ιγκουανιδών (iguanidae) του Νέου Κόσμου και των ωκεάνιων νησιών του ειρηνικού όπου μεταφέρθηκαν από φυσικά αίτια σε παλαιότερες εποχές και προσαρμόστηκαν. Οι ουρομάστιγες είναι παμφάγες προς φυτοφάγες σαύρες, με οικολογικά αντίστοιχά τους σ’άλλες ερήμους του πλανήτη, όπως η ιγκουάνα της ερήμου (Dipsosaurus dorsalis) της Βόρειας Αμερικής. Οι ουρομάστιγες έχουν διατηρηθεί για καιρό στην αιχμαλωσία, αν και ποτέ δεν απέκτησαν μεγάλη δημοτικότητα για άγνωστο λόγο, γι’αυτό το λόγο η αναπαραγωγή τους σε αιχμάλωτες συνθήκες είναι σπάνια, επομένως τα περισσότερα άτομα προέρχονται από τη φύση, και συχνά δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Στην
ελληνική κοινότητα για τα ερπετά
λίγοι έχουν είδη του γένους. Οι σαύρες αυτές, αν κι όχι πολύ δύσκολες, ζουν σε ιδιαίτερες συνθήκες, απαιτώντας θερμοκρασίες στο σημείο λιασήματος γύρω στους 40 βαθμούς, κρυψώνες με δροσερότερο μικροκλίμα και αρκετό χώρο για να κινούνται. Λίγες μελέτες έχουν γίνει σχετικά με τον τρόπο ζωής τους στη φύση, και μία απ’αυτές παραθέτω παρακάτω, από την κυρίως για χελώνες σελίδα
tortoisetrust.org.
Ο κύριος συγγραφέας της παρακάτω αναφοράς, ο Andy Highfield, είναι Βρετανός βιολόγος, διακεκριμένος ερευνητής χελωνών, και συχνά έχει ταξιδέψει στις χώρες προέλευσης διαφόρων ειδών ώστε να παρατηρήσει τη φυσική συμπεριφορά τους. Είναι ο συγγραφέας των περισσοτέρων άρθρων της σελίδας, τα οποία αφορούν τη διατήρηση χερσαίων χελωνών στην αιχμαλωσία ή την κατάστασή τους στη φύση.

Μετάφραση: Bolko

Η ακανθόουρη σαύρα στο σπίτι της – η Uromastix acanthinurus στο νότιο Μαρόκο

A C Highfield & Tahar Slimani

Ο Uromastix acanthinurus, η ακανθόουρη σαύρα, κατοικεί στην έρημο Σαχάρα από το σαχάριο Άτλαντα ως το Σουδάν, και απ’τη Μαυριτανία ως την Αίγυπτο. Στο Μαρόκο, αυτό το είδος είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά ερπετά του νοτιοανατολικού της χώρας (από το Ουαρζαζάτε ως το Ιρ Ραχίντια), αλλ’έχει επίσης βρεθεί σε ολόκληρο το μήκος της κοιλάδας Μουλούγια σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Το γεγονός ότι αυτό είναι ουσιωδώς ένα σαχάριο είδος δε θα πρέπει να παραπλανήσει κάποιον στην πίστη ότι άρα συνήθως κατοικεί σε αμμώδες περιβάλλον? ο Uromastix acanthinurus βρίσκεται ως επί το πλείστον σε βραχώδη περιβάλλοντα χαμάντα και ρεγκ.

Ο Uromastix acanthinurus είναι μια μεγάλη κι εντυπωσιακή σαύρα φτάνοντας ως και τα 140 χιλιοστά σωματικού μήκους, συν μια ουρά 145 χιλιοστών, μ’ένα βαριά δομημένο, χοντρό σώμα στηριζόμενο από κοντά, δυνατά άκρα. Η σωματική μάζα ενός ενηλίκου είναι τυπικά γύρω στα 450 γραμμάρια, αλλ’αυτός ο αριθμός υπόκειται σε σημαντική εποχιακή μεταβολή. Η ουρά είναι μεγάλη, πλατιά και καλυμμένη με δακτυλίους αγκαθιών, απ’τα οποία παίρνει το κοινό της όνομα. Οι ραχιαίες φολίδες είναι κεραμιδωτές, και το μέγεθός τους είναι αισθητά μικρότερο από τις κοιλιακές φολίδες.
Ο χρωματισμός αυτής της σαύρας ποικίλει αρκετά. Το βασικό χρώμα είναι το γκρίζο, αλλά συναντώνται και κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα και κίτρινα άτομα. Οι πλευρές του σώματος είναι μελανωπές με μπλεδωπές ‘αντακλάσεις’ ή κυματιστά φωτεινά σημεία κόκκινου ή πορτοκαλί. Τα νεαρά άτομα είναι τυπικά σκέτο γκρι με καφέ ή σκουρότερες κηλίδες. Τα ενήλικα άτομα αυξάνουν τον ορατό χρωματισμό τους γρήγορα στην παρουσία έντονου φωτός και ζέστης? Αυτό είναι πιο έντονο ενόσο τα ζώα ζεσταίνονται κατά τη πρώτη φάση λιασήματος της μέρας. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν αξιόπιστοι εξωτερικοί δείκτες με τους οποίους μπορεί να καθοριστεί το φύλο του ατόμου.
Η αποστολή μας στην περιοχή Ουαρζαζάτε του Μαρόκου είχε έναυσμα την ανησυχία μας για τις τακτικές θεάσεις χονδροειδώς ταριχευμένων παραδειγμάτων αυτών των πλέον αξιοσημείωτων σαυρών σε καταστήματα αναμνηστικών κι ως διακοσμήσεις σε παραδοσιακά παραπήγματα βοτανικής ιατρικής. Παρά τις κάποιες λεπτομερείς μελλέτες για τη θερμική οικολογία και τη βιοχημεία των ουρομαστίγων στην Αλγερία δημοσιευμένες από μια ομάδα Γάλλων ερευνητών που διενεργήθηκαν στην Αλγερία πριν λίγα χρόνια (Grenot, et al.), πολύ λίγα δεδομένα έχουν αποκαλυφθεί πάνω στα ενδιαιτήματά τους και στη συμπεριφορά τους στο νότιο Μαρόκο. Από το παρατηρούμενο επίπεδο εκμετάλλευσης, ήταν προφανές ότι, όπως η χερσαία χελώνα Testudo graeca graeca, ο χαμαιλέοντας Chameleo chameleon, αυτό είναι ένα είδος που δυνητικά απειλείται απ’το εμπόριο. Θέλαμε ειδικά να συλέξουμε πληροφορίες πάνω στους τοπικούς συλλέκτες και στα επίπεδα εμπορίου, και, όσο ο λίγος χρόνος επέτρεπε, πάνω στα ενδιαιτήματα και στη διατροφή αυτού του είδους στο Μαρόκο.
Ο δρόμος μας μας πήρε από την αρχαία περιτειχισμένη πόλη του Ταρουντάντ, ευρισκόμενη στη γόνιμη κοιλάδα του Σους, μέσα από τα εντυπωσιακά και άνυδρα βουνά του Αντιάτλαντα. Έπειτα από αρκετές ώρες οδήγησης σε κάπως επικίνδυνους δρόμους, σημειώθηκε μια κίνηση στο μονοπάτι μπροστά μας ενόσο αποχωρούσαμε από την πόλη του Ταζινάχτ – ένας νεαρός ουρομάστιγας? Αυτά τα πρώτα πηδήματα ήταν γρήγορα, κι όπως αποδείχθηκε είχαμε πετύχει ένα χαμαιλέοντα να διασχίζει το δρόμο. Ο συγκεκριμένος χαμαιλέοντας φαινόταν να επιστρέφει στο σπίτι του σε μια ξερή όχθη ποταμού από μια φάση σίτισης σε κάποιο βραχώδες ενδιαίτημα στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Τον επιστρέψαμε με ασφάλεια στα δέντρα του, και, μετά από μερικές ανταμοιπτικές στιγμές φωτογράφισης, συνεχίσαμε με το ταξίδι μας.
Ο πρώτος μας ουρομάστιγας ιδώθηκε περίπου 40 λεπτά αργότερα, να κάθεται ωραία σ’ένα μεγάλο βράχο. Δυστυχώς, τη στιγμή που εμφανίστηκε σε μια απότομη βραχώδη πλαγιά αμέσως δίπλα στο δρόμο, οδηγούσαμε με μεγάλη ταχύτητα μ’ένα άλλο αυτοκίνητο ακριβώς από πίσω μας που απειλούσε να μας προσπεράσει σε οποιαδήποτε στιγμή. Η οδήγηση στο Μαρόκο είναι το καλύτερο επικίνδυνη, και δε στοχεύαμε ο πρώτος μας ουρομάστιγας αυτού του ταξιδιού να’ναι επίσης και ο τελευταίος μας. Τη στιγμή που μπορούσε να γίνει μια ασφαλής στάση, είχε πια εξαφανιστεί και κανένα ποσό αναζήτησης δε μπορούσε ν’αποκαλύψει ούτε ίχνος του λαγουμιού του. Σημειώσαμε προσεκτικά, εντούτοις, λεπτομέρειες του ενδιαιτήματος και της βλάστησης στην περιοχή της θέασης.
Η πλειονότητα των φυτών τα οποία φύονται σε ενδιαιτήματα ουρομάστιγων στο νότιο Μαρόκο είναι χαμηλοί, ακανθώδεις κι ανθεκτικοί στην ξηρασία θάμνοι, συμπεριλαμβανομένων των Genista, Thymus, και Artemisia spp. Με το Ziziphus lotus και τη Stipa tenacissima (ή σπαρτό χόρτο, ή άλφα – ένα φυτό καλό για την χαρτοποιία). Την άνοιξη, αυτά τα πολυετή συμπληρώνονται με μια ποικιλία εφήμερων συμπεριλαμβανομένων των Heliotropum, Chenopodium, και Leontodon spp.
Όταν συναντήσαμε έπειτα ένα παρόμοιο ενδιαίτημα, αποφασίσαμε να σταματήσουμε και να κάνουμε μια σωστή διερεύνηση. Δεν πέρασε πολλή ώρα πριν προκαλέσουμε μία αιφνίδια φυγή προς την κάλυψη από έναν καλά καμουφλαρισμένο ουρομάστιγα. Αυτό το ζώο εξαφανίστηκε μέσα σ’ένα μεγάλο θάμνο Ziziphus lotus (άγριος θάμνος τζουτζούμπε) που κρεμόταν από μια μεγάλη ομάδα ογκολίθων. Το ίδιο το λαγούμι ήταν ορατό και επίσης υπήρχαν αρκετά περιττώματα ουρομάστιγων στην άμεση περιοχή. Συλλέχθηκαν δείγματα για μεταγενέστερη κοπρανολογική ανάλυση κι επίσης καταγράφηκαν λεπτομέρειες όλων των δυνητικών τροφικών φυτών στην τοποθεσία.

Ενδιαίτημα
Τρεις πολύ διαφορετικοί τύποι ερήμου συναντώνται στο Μαρόκο:

  • Η έρημος των στερεών βράχων ή χαμάντα όπου το καταφύγιο βρίσκεται σε σχισμές βράχων ή κάτω από πεσμένους ογκολίθους. Στα αραβικά, χαμάντα σημαίνει ‘άκαρπη’ μια εύστοχη περιγραφή της γεωργικής της δυνατότητας.
    Η ‘χαλικώδης’ έρημος ή το ρεγκ στην οποία ένας μανδύας χαλαρών θραυσμάτων καλυμμένος από αξιοσημείωτη ερημική γυαλάδα σκεπάζει ένα αμμώδες στρώμα το οποίο είναι επαρκώς συνεκτικό για την υποστήριξη των λαγουμιών των ουρομαστίγων. Η αραβική λέξη ρεγκ σημαίνει ελάττωση. Σε κάποιες τοποθεσίες, υπάρχει αμμώδες ρεγκ, όπου μικροί μετακινούμενοι αμμόλοφοι καλύπτουν τη βραχώδη στρώση.
    Η αμμώδης έρημος ή το εργκ.
  • Ο U. acanthinurus έχει καταγραφεί σε όλα τα τρία περιβάλλοντα, αλλά είναι πολύ κοινότερος στη χαμάντα και στο ρεγκ παρά στο εργκ, όπου είναι άτυπος κάτοικος. Στο πραγματικό σαχάριο εργκ, ο ουρομάστιγας αντικαθίσταται από το Varanus griseus, τον βαρανό της ερήμου. Στο καθένα απ’αυτά τα υποστρώματα ένα προτιμώμενο μικροενδιαίτημα περιλαμβάνει γκρεμούς στις άκρες ξηρών ποταμών, ή ουέντ, οι οποίοι δημιουργούνται μετά τις σπάνιες αλλ’έντονες βροχερές θύελλες που είναι τυπικές τέτοιων περιοχών. Τα λαγούμια σκάβονται συνήθως σε ξερές όχθες ποταμών στον απευθείας ήλιο, συχνά στη βάση ενός θάμνου. Ο θάμνος Ziziphus lotus προτιμάται ιδιαίτερα γι’αυτόν το σκοπό. Τα ανοίγματα των λαγουμιών είναι τυπικά περίπου 150 χιλιοστά σε πλάτος επί 75 ή 80 χιλιοστά σε ύψος, με ελαφρώς αψιδωτή οροφή. Κάθε θάμνος μπορεί να κρύβιε αρκετά ανοίγματα λαγουμιών? Παρατηρήσαμε έναν ουρομάστιγ ανα μπαίνει σ’ένα λαγούμι και να εμφανίζεται, λίγα λεπτά αργότερα, από διαφορετική έξοδο. Χρησιμοποιούνται επίσης φυσικά σπασίματα και σχισμές στους βράχους όπου το υπόστρωμα είναι αρκετά σκληρό για να επιτρέπει εύκολο σκάψιμο. Ο Uromastix acanthinurus τείνει να προτιμά απότομες βραχώδεις όψεις, απότομες πλαγιές ή γκρεμούς στα οποία σκάβει τα λαγούμια του σε ενδιαιτήματα τύπου χαμάντα, αν και σε περιβάλλοντα ρεγκ λαγούμια βρίσκονται σε ποικιλία καταστάσεων, από τις άκρες δρόμων έως σταθεροποιημένους αμμόλοφους.
    Οι Uromastix acanthinurus βρίσκονται σε περιοχές όπου υπάρχει αρκετά μεγάλη διαφορά μεταξύ των υψηλοτέρων και των χαμηλοτέρων θερμοκρασιών, από ένα απόλυτο ετήσιο χαμηλό των -7 βαθμών Κελσίου σ’ένα μέγιστο των 60 βαθμών Κελσίου. Οι ημερήσιες θερμοκρασίες επίσης ποικίλουν αρκετά, και μια ημερήσια διακύμανση 35 βαθμών Κελσίου δεν είναι ασυνήθιστη. Παρά αυτήν τη θερμοκρασιακή κύμανση, οι σαύρες συνήθως κατορθώνουν να διατηρούν το σώμα τους σ’ένα ελάχιστον των 20 βαθμών Κελσίου κάνοντας χρήση των εκτεταμένων λαγουμιών που σκάβουν. Αυτά τα λαγούμια, τα οποία μπορεί να’ναι τόσο όσο και 80 εκατοστά βαθιά, παρέχουν ένα σταθερό κι ασφαλές μικροκλίμα που μπορεί να διατηρήσει τα ζώα κατά τη διάρκεια περιόδων υπερβολικής ζέστης, κρύου ή ξηρασίας. Οι θερμοκρασίες στα λαγούμια είναι αρκετά σταθερές στους 20-25 βαθμούς Κελσίου και η γενική υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 50 με 90% ανάλογα με την εποχή του χρόνου, την τοποθεσία και το παρελθόν κατακρυμνήσεων. Η βροχή σ’αυτές τις περιοχές είναι, εντούτοις, μεγάλη σπανιότητα και περιορίζεται σε λίγους μήνες το χρόνο, τυπικά από το Σεπτέμβριο ως το Μάρτιο. Ακόμα και τότε, η ολική ετήσια βροχόπτωση είναι συνήθως κάτω από 135 χιλιοστά. Αμέσως μετά από ένα διάστημα βροχής η αδρανής βλάστηση εκρήγνυται στη ζωή και, για μια βραχεία περίοδο, παρέχει στην πανίδα της ερήμου μια μεγάλη πηγή θρέψης και υγροφόρου βλάστησης. Σ’αυτήν την εποχή του χρόνου, το σωματικό βάρος της ακανθόουρης σαύρας φτάνει στο ετήσιο μέγιστό του, και το tbw (ολικό σωματικό βάρος νερού) μπορεί ν’αποτελεί το 75% της σωματικής μάζας. Στα χρόνια ξηρασίας, εντούτοις, η τροφή θα είναι λιγοστή, κι αρκετά διαδοχικά χρόνια ξηρασίας (όπως έχει γίνει σχετικά συχνά σ’αυτήν την περιοχή) βλέπουν αύξηση στη θνησιμότητα και γενική κατάπτωση της σωματικής κατάστασης των επιζησάντων ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό.
    Στην περιοχή του Ουαρζαζάτε η οποία έχει υψόμετρο περίπου 1.100 μέτρα πάνω απ’το επίπεδο της θάλασσας, ο ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος οπότε ο ημερήσιος μέσος όρος της χαμηλότερης θερμοκρασίας είναι -1,5 βαθμοί Κελσίου. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες κατά τον ίδιο μήνα είναι συνήθως της τάξεως των 26 βαθμών Κελσίου (μέσος όρος 16,9 βαθμοί Κελσίου). Αυτό επιτρέπει κάποια δραστηριότητα των ουρομαστίγων να συνεχίσει, μολονότι σε πολύ ελαττωμένο επίπεδο σε σύγκριση μ’αυτό που βιώνεται στους καλοκαιρινούς μήνες οπότε η μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία υψώνεται πάνω απ’τους 40 βαθμούς Κελσίου. Η ηλιοφάνεια δεν είναι ελλείπον αγαθό εδώ, ακόμα και κατά τους χειμερινούς μήνες? Ο Δεκέμβριος βιώνει ένα μέσο όρο 220 ωρών, ενώ τον Ιούνιο, η μηνιαία ολική ηλιοφάνεια ανεβαίνει στις 348 ώρες. Ο συνολικός αριθμός των ωρών ηλιοφάνειας που βιώνεται στο Ουαρζαζάτε είναι τουλάχιστον 3.300 ώρες το χρόνο.

    Ημερήσιος κύκλος
    Οι ουρομάστιγες είναι αποκλειστικά ημερόβιοι στις συνήθειες και είναι ενθουσιώδεις λάτρεις του ήλιου, αφήνοντας συνήθως τα λαγούμια τους μόνο όταν η εξωτερική θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς Κελσίου. Σε σπάνιες κρύες ή συννεφιασμένες μέρες, συχνά δεν εμφανίζονται καν. Τον Απρίλιο, παρατήρησα μια αποικία να λιάζεται ενεργά στις 9:30 π.μ. οπότε οι θερμοκρασίες είχαν ήδη ανέβει πάνω από τους 24 βαθμούς Κελσίου. Το μέγιστο του λιασήματος έγινε μεταξύ των ωρών 11 π.μ. και 1:00 μ.μ. οπότε οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στους 28 βαθμούς Κελσίου. Ως τις 4:30 μ.μ. λίγα άτομα ήταν ακόμα έξω και γύρω στην άμεση περιοχή των λαγουμιών τους αν και η μέρα είχε γίνει ασυνήθιστα για την εποχή συννεφιασμένη και οι θερμοκρασίες ήταν αποφασιστικά κρύες περίπου στους 18 βαθμούς Κελσίου, μ’ένα ελαφρύ αεράκι.
    Εάν ενοχληθεί κατά το λιάσιμο, η σαύρα θα αποχωρήσει με μεγάλη ταχύτητα στο κοντινό της λαγούμι. Μπορεί να μην εμφανιστεί ξανά για αρκετές ώρες. Η σύλληψη των ουρομαστίγων για μελέτη δεν είναι εύκολη, και η εξαγωγή τους απ’τα λαγούμια είναι ιδιαίτερα δύσκολη αφού πιάνουν τις πλευρές τους ισχυρά με τα δυνατά τους νύχια, κι επίσης χρησιμοποιούν την αγκαθωτή ουρά τους σε μεγάλο βαθμό. Στην περίπτωση ενός βαθέος λαγουμιού, εξαφανίζονται εντελώς και είναι αδύνατο να εξαχθούν χωρίς να προκληθεί μη αποδεκτό επίπεδο βλάβης στο ενδιαίτημά τους. Τα νεαρά άτομα, εντούτοις, είναι πολύ ευκολότερα και στον εντοπισμό τους και στο χειρισμό τους. Αντί να χρησιμοποιούν βαθιά λαγούμια, τα νεαρά άτομα ζουν κάτω από πέτρες ή σε ρηχά σκάμματα. Όταν εκπλαγούν ‘παγώνουν’ γι’αρκετά δευτερόλεπτα, μετά ψάχνουν, με αρκετό δισταγμό, για μια κοντινή κρυψώνα.

    Διατροφή
    Αν και κυρίως φυτοφάγος, ο Uromastix acanthinurus καταναλώνει επίσης μεγάλη ποικιλία εντόμων, ιδίως τενεβριονοειδή (σκαθάρια) και υμενόπτερα (μυρμήγκια). Τα νεαρά άτομα είναι πολύ περισσότερο εντομοφάγα από τα ενήλικα. Μεταξύ των φυτών που τρώγονται συχνά, η οικογένεια chenopodiaceae (οικογένεια του χηνοποδίου και του σπανακιού) είναι αρκετά εξέχουσα. Το αλατοανθεκτικό γένος Atriplex καταναλώνεται επίσης τακτικά. Οι ουρομάστιγες διαθέτουν έναν ειδικό απεκτιτικο αδένα στα ρουθούνια τους ο οποίος παρέχει ένα μέσω απόρριψης των αλάτων με απόλυτα ελάχιστη σπατάλη νερού – ένα πλεονέκτημα κρίσιμης σημασία σ’ένα ερημικό περιβάλλον. Αυτός ο αδένας είναι πιο αποτελεσματικός στην απόρριψη του καλίου παρά του νατρίου. Η συντριπτική πλειονότητα των δυνητικών τροφικών φυτών τα οποία φύονται σε περιβάλλοντα ουρομαστίγων είναι ακανθώδη, ανθεκτικά στην ξηρασία, και πολύ ινώδη. Για μόλις λίγους μήνες κάθε χρόνο, μετά τη βροχή, εμφανίζεται μια ευρεία ποικιλία εφήμερων φυτών που καταναλώνεται ενθουσιωδώς. Εάν οι βροχές δεν έρθουν, όπως συμβαίνει συχνά, η εφήμερη βλάστηση είναι ανύπαρκτη.

    Πληθυσμοί κι αναπαραγωγική συμπεριφορά
    Οι ουρομάστιγες ζουν συνήθως ως ομάδες αρκετών ατόμων, καταλαμβάνοντας τυπικά αρκετά εκτεταμένες περιοχές. Συνήθεις πληθυσμοί κυμαίνονται από 10 έως όσο κι 100 ζώα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, το καθένα με μια βασική έκταση 1 με 5 εκταρίων. Η εδαφοκτητική συμπεριφορά είναι έντονη, και από αρσενικά και από θηλυκά, τα τελευταία των οποίων μπορούν να γίνουν αρκετά επιθετικά και προς αρσενικα και προς άλλα θηλυκά κατά την εποχή της αναπαραγωγής. Η γενετήσια ωριμότητα επέρχεται σε περίπου 4 χρόνια, στο οποίο σημείο τα αρσενικά ξεκινούν να σημαίνουν την περιοχή τους μέσω εκρίσεων των μηριαίων και των πρωκτικών τους αδένων. Το ζευγάρωμα έπεται μιας επίδειξης στην οποία το αρσενικο κουνά το κεφάλι του οριζοντίως. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει με μια σειρά «κάμψεων» στη θέα του θηλυκού (παρόμοια συμπεριφορά έχει σημειωθεί κατά το λιάσιμο, κι όταν μια σαύρα καταλαβαίνει ότι παρατηρείται). Έπειτα πιάνει το θηλυκό από το λαιμό ή την πλευρά και την κρατά σταθερά κατά το ζευγάρωμα. Στο Μαρόκο, τα αβγά συνήθως γεννιούνται τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο. Αυτά έχουν ένα περγαμινοειδές κέλυφος και μια τυπική γέννα περιέχει 10-12 αβγά, αλλά τόσα όσα και 15 μπορούν να γεννηθούν από μεγάλα θηλυκά. Τα ίδια τα αβγά έχουν περίπου 35 χιλιοστά μήκος και 20 χιλιοστά διάμετρο.

    Απειλές και διατήρηση
    Υπάρχει αρκετά εκτεταμένο εμπόριο στους ουρομάστιγες ως αναμνηστικά αντικείμενα. Μεγάλοι αριθμοί επίσης πωλούνται ζωντανοί στα παζάρια (παραδοσιακές τοπικές αγορές) στο νότο, και προσφέρονται συχνά προς πώληση στην άκρη του δρόμου από παιδιά, ιδίως κατά μήκος των δρόμων μεταξύ του Ουαρζαζάτε και του Ζαγκόρα και των δρόμων μεταξύ του Ουαρζαζάτε και του Ιρ Ραχίντια. Πολλές πωλούνται στους τουρίστες σε τιμές μεταξύ 15 και 40 ντιρχάμ (περίπου $1,75 έως $4,70). Σε κάποιες περιοχές στα νοτιοανατολικά, αυτή η σαύρα χρησιμοποιείται επίσης εκτεταμένα από θεραπευτές κι ορισμένες φυλές χρησιμοποιούν το δέρμα της ως μπιμπερό για βρέφη. Η ακανθόουρη σαύρα χρησιμοποιείται επίσης στην παραδοσιακή ιατρική και συχνά συναντάται να στολίζει τα παραπήγματα της αγοράς των βοτανοθεραπευτών. Το καλοκαίρι μεγάλος αριθμός βρίσκεται νεκρός στους δρόμους που συνδέουν το Αμερζαγκάνε με το Ταζνάχτ. Προσελκούμενες στην πλακόστρωτη επιφάνεια του δρόμου προς αναζήτηση ενός ιδανικού σημείου λιασήματος, χτυπώνται συχνά από διερχόμενα αυτοκίνητα.

    Τα ενδιαιτήματα του U. Acanthinurus, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν απειλούνται άμεσα στο προσεχές μέλλον αφού κυρίως αποτελούν έρημο μη εμπορικής αξίας, μακριά από ανθρώπινες κατοικημένες περιοχές, και τα οποία είναι μόνο περιορισμένης χρήσης για βόσκηση. Η συλλογή παραμένει η μείζων απειλή στους πληθυσμούς των ουρομαστίγων, και είναι σημαντικό αυτή η δραστηριότητα να παρακολουθείται προσεκτικά και να παίρνονται βήματα για τον έλεγχο της μη βιώσιμης εκμετάλλευσης αυτού που είναι αναμφίβολα ένα από τα πλέον εκπληκτικά ερπετά του Μαρόκου.

    Αναφορές
    • Bons, J. 1959. Les Lacertiliens du sud-ouest Marocain. Trav. Inst. Sci. Cherifien, Ser. Zool. (18):1-130.
    • Vernet, R., Lemire, M., Grenot, C. J., and Francaz, J. 1988. Ecophysical comparisons between two large Saharan lizards, Uromastix acanthinurus (Agamidae) and Varanus griseus (Varanidae). Journal of Arid Environments (14):187-200.
    • Grenot, C. 1976. Observations physio-ecologiques sur la regulation thermique chez le lezard saharien Uromastix acanthinurus Bell. Bull. Soc. Zool. France, 106(1):49-55
    • Grenot, C. and Loirat, F. 1973. L’Activite et le comportment thermoregulateur du lezard saharien Uromastix acanthinurus Bell. Terre & Vie:435-455.

    Συμπληρώνω και με μερικές σημειώσεις:
    1. Πολλά απ’τα γένη φυτών που αναφέρονται είναι αρκετά γνωστά κι απαντώνται και στη χώρα μας, για παράδειγμα το γένος Thymus είναι τα θυμάρια (το κοινότερος ειδος το γνωστό θυμάρι Thymus vulgaris), το γένος Artemisia οι αψιθιές (το κοινότερο είδος Artemisia absinthium), το γένος Genista είναι οι σκούπες (θαμνώδη σχεδόν άφυλλα ψυχανθή φυτά με κίτρινα άνθη και φασολοειδείς καρπούς), ενώ το γένος Chenopodium είναι παγκόσμιας εξάπλωσης και περιλαμβάνει πολλά αγριόχορτα/ Το σπανάκι έχει μετακινηθεί από την οικογένεια chenopodiaceae στους συγγενικούς αμαραντίδες με τα βλίτα (amaranthaceae).
    2. Οι κοινότερες ουρομάστιγες σαύρες στην αιχμαλωσία είναι εκτός απ’την παραπάνω: Uromastix maliensis, ο ουρομάστιξ του Μάλι, το κοινότερο είδος, U. aegyptia ο αιγυπτιακός, που φτάνει και τα 90 εκατοστά, και U. ornata (πρώην ocellata), το πιο στολισμένο είδος της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.
    3. Για να καταλάβετε το μεγαλύτερο τραγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πέφτει ως θύμα και ο ακανθόουρος ουρομάστιγας, διαβάστε ένα παλαιότερο άρθρο μου για
    την παράδοση, το μύθο και την εκμετάλλευση των ερπετών στο Μαρόκο και στην Τυνησία
    από μετάφραση άρθρου της ίδιας σελίδας και του ίδιου συγγραφέα.
    4. Ο ίδιος αδένας απέκκρισης αλάτων συναντάται και στις πράσινες ιγκουάνες (Iguana iguana), οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την έρημο. Προφανώς διατηρήθηκε από προγονικά, πιο ξηρόβια είδη.
    5. Το γένος γράφεται και Uromastix και Uromastyx, το ορθογραφικά σωστό ωστόσο είναι το πρώτο, μιας και το μαστίγιο δε γράφεται με υ.
    6. Λίγο παράξενο ένας χαμαιλέοντας να περνά το δρόμο, αυτοί είναι κυρίως ακίνητα ερπε΄τά που ζουν γαντζωμένα πάνω σε δέντρα περιμένοντας την τροφή τους. Ίσως όμως το μεσογειακό είδος (Chamaeleo chamaeleon) να συμπεριφέρεται αλιώς λόγω ίσως μμικρότερης διαθεσιμότητας τροφής. Ακόμα όμως κι αν πέρασε το δρόμο, η απόσταση που θα διένυε ίσως ήταν μικρή, π.χ. 5 μέτρα, μιας κι ο συγγραφέας μας λέει για μονοπάτι παρά για κανονικό δρόμο, αλλά δυστυχώς δε μας δίνει αποστάσεις μεταξύ του πιθανού τροφοληπτικού περιβάλλοντος και της κύριας κατοικίας του ερπετού.