Tag Archive: έντομα


Σήμερα έχουμε παγκόσμια ημέρα Δαρβίνου. Τιμάται δηλαδή ο Κάρολος Δαρβίνος, το έργο και η κληρονομιά του σε όλο τον κόσμο, και τελούνται πολλές εκδηλώσεις. Για τη βιογραφία του εν λόγω επιστήμονα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Συχνό γεγονός λοιπόν αρκετών εκδηλώσεων είναι και το σερβίρισμα αρχέγονης σούπας, που συμβολίζει την υποτιθέμενη αρχέγονη σούπα, από την οποία ξεπήδησε η ζωή. Είναι μία από τις υποθέσεις που προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση της ζωής, σύμφωνα με την οποία η ζωή δημιουργήθηκε κατά τις ταραχώδεις συνθήκες της Πρώιμης Γης μέσα σε υδάτινο περιβάλλον με υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις. Παρόλα αυτά, πιο ταιριαστό θα ήταν το σερβίρισμα αρμαδίλου, ύαινας ή κορακιού, αφού κάτι τέτοιο θα συνέπνεε περισσότερο με τις διατροφικές εξερευνήσεις του μεγάλου φυσιοδίφη.

Αν και οι διατροφικές προτιμήσεις του Δαρβίνου μας είναι γνωστές από το μαγειρικό βιβλίο που πρόσφατα εκδόθηκε, με τις περισσότερες συνταγές γραμμένες από τη γυναίκα του – μία συνταγή για το ρύζι που προτιμούσε την κατέγραψε ο ίδιος -, όπου διαφαίνεται η αγάπη του για το κρέας και τα πολλά λιπαρά, τα οποία ίσως να συνέβαλαν στο θάνατό του από καρδιακή προσβολή το 1882, στην πραγματικότητα, πριν την οικογενειακή του δέσμευση ή δουλεία όπως την περιγράφει ο ίδιος, ο Δαρβίνος αγαπούσε ιδιάιτερα τις νέες γεύσεις. Εντύπωσή μου είναι ότι πριν το διάστημα αυτό, ήταν πολύ πιο περιπετειώδης και τολμηρός, ενώ στη συνέχεια μετεβλήθη σε ευαίσθητο και χρονίως άρρωστο. Από μικρός ήταν κυνηγός, και προφανώς έτρωγε τα ζώα που χτυπούσε, που θα ήταν τα συνηθισμένα – παχιά ορνιθόμορφα πουλιά, κουνέλια κλπ. Παρόλα αυτά δε φοβόταν να εξερευνήσει και πιο ασυνήθιστες γεύσεις, που δε θα διανοούταν να δοκιμάσει ο μέσος Βρετανός της εποχής του, ούτε ο μέσος Παραμεσόγειος ή Εβραίος έως σήμερα. Πληροφορούμαστε ότι τον τρίτο χρόνο φοίτησής του στο Κολλέγιο του Χριστού του Κέιμπριτζ, επιστρέφοντας από τις Διακοπές των Χριστουγέννων το 1831, ο Δαρβίνος ίδρυσε τη Λέσχη των Γκουρμέ (Gourmet Club) ή Λέσχη των Λαίμαργων (Glutton Club), μαζί με άλλους επτά φίλους του. Οι φίλοι ήταν: Χέρμπερτ, Ουίτλεϊ, Ουάτκινς, Κάμερον, Τζέιμς Χέβισαϊντ από το Κολλέγιο του Σίδνεϋ του Σάσεξ, Ρόμπερτ Μπλέιν από το Κολλέγιο της Αγίας Τριάδος, και Χένρι Λόου από το Κολλέγιο της Αγ. Τριάδος. Η λέσχη αυτή δειπνούσε εβδομαδιαία, στο δωμάτιο του καθενός εκ περιτροπής. Πηγή:
Η Ζωή του Δαρβίνου στο Κέιμπριτζ 1828-1831
Από την έγκυρη σελίδα darwinonline.org.uk.

Στη λέσχη αυτήν δοκίμαζαν παράξενη σάρκα, άγνωστη στον ουρανίσκο του ανθρώπου. Έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σαρκοφάγα ζώα και αρπακτικά πουλιά, τα οποία συνήθως δεν τρώγονται. Είχαν μαγειρέψει γεράκι, γλαρόνι, αλλά ακόμα κι αυτοί πτοήθηκαν από μια πολύ σκληρή κουκουβάγια. Πηγή.

Η εμπειρία αυτή ωστόσο προετοίμασε το Δαρβίνο για το επίπονο ταξίδι του με το Μπιγκλ, όπου, από τα λίγα πράγματα που δεν τον ενόχλησαν, ήταν το φαγητό. Περιγράφει στο βιβλίο του Ταξιδεύοντας με το Μπιγκλ, το οποίο έχω διαβάσει, πως έφαγε αρμαδίλο, ο οποίος είχε γεύση και όψη πάπιας, ένα καφέ τρωκτικό 20 λιβρών που ήταν το καλύτερο κρέας που είχε φάει, το κρέας της χελώνας των Γκαλαπάγκος που δεν ήταν του γούστου του, καθώς και το περιεχόμενο της ουροδόχου της κύστης, το οποίο έπιναν αν δεν υπήρχε νερό, και ήταν διαυγές κι ελαφρώς πικρό. Έτσι τρώγοντας ανακάλυψε όλως τυχαίως ένα νέο είδος. Στις 3 Ιανουαρίου του 1834, ο καλλιτέχνης του Μπιγκλ Κόνραντ Μάρτενς πυροβόλησε στην Παταγονία μία μικρή ρέα, την οποία φάγανε. Καθώς τρώγανε, ο Δαρβίνος κατάλαβε ότι επρόκειτο για νεό είδος, για το οποίο είχε ακούσει από τους γκαούτσος της περιοχής του Ρίο Νέγρο στη βόρεια Παταγονία τον Αύγουστο του 1833, κι όχι για νεαρό άτομο, και προσπάθησε να σώσει όσα περισσότερα οστά και φτερά γινόταν. Έστειλε τελικά στο βοτανολόγο καθηγητή του στο Κέιμπριτζ Τζον Στίβενς Χένσλοου το κεφάλι, το λαιμό, τα πόδια, τη μία φτερούγα και μερικά φτερά. Το είδος ονοματίστηκε Rhea darwinii το 1837 από τον ορνιθολόγο Τζον Γουλντ, αν και στη συνέχεια το όνομα συμψηφίστηκε στο λίγο προτύτερα δημιουργηθέν R. pennata λόγω προτεραιότητας του πρώτου, σε μια παρουσίαση στη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου, στην οποία ακολούθησε ο ίδιος ο Δαρβίνος με την παρουσίαση μιας εργασίας για την κατανομή και τα αυγά των δύο ειδών Ρέας. Το όνομα Ρέα προήλθε από τη γνωστή τιτανική θεότητα της μυθολογίας. Πηγή.

Μολονότι θα είναι αρκετά απίθανο να ανακαλύψετε ένα νέο είδος τρώγοντας κάτι άγνωστο, θα μπορούσατε να ακολουθήσετε το γαστρονομικό μονοπάτι του Δαρβίνου. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζετε, γιατί το πιθανότερο είναι να συναντήσετε νομικά εμπόδια. Ο λόγος γιατί τα περισσότερα ζώα, τα οποία δοκίμασε ο Δαρβίνος, σήμερα προστατεύονται από εθνική και διεθνή νομοθεσία και διεθνείς συνθήκες, ενώ πολλά εξ αυτών απειλούνται σοβαρά. Τα περισσότερα αποδημητικά πτηνά, αρπακτικά πουλιά, κητώδη, πρωτεύοντα, αυστραλιανά και νεοζηλανδικά ζώα, ερπετά και αμφίβια προστατεύονται σήμερα. Οπότε επιλέξτε καλύτερα απλώς έντομα, τα οποία άλλωστε είναι και η ασφαλέστερη, και ίσως η πραγματικά νοστιμότερη επιλογή. Έτσι, στην αρχέγονη σούπα που θα μαγειρέψετε φέτος ή από του χρόνου, μπορείτε να ρίξετε και τα έντομα της αρεσκείας σας.

υγ. Ψάχνοντας για τη Λέσχη των Λαίμαργων βρήκα ένα ομώνυμο ιστολόγιο, το οποίο ωστόσο δεν είχε καμία σχέση με την ομάδα του Δαρβίνου, αν και μόλις πληροφορήθηκαν γι’αυτό ένιωσαν μεγάλη περηφάνια.

Το σκαθάρι Pachnoda marginata perigrina είναι ένα ακόμα κατάλληλο και θρεπτικό έντομο για τη διατροφή των ζώων μας. Έχει μια αρκετά μεγάλη, θρεπτική προνύμφη, η οποία περιέχει πολύ πρωτεΐνη, και είναι κατάλληλη για όλα τα ζώα που μπορούν να την φάνε. Το ενήλικο σκαθάρι επίσης τρώγεται από μερικά είδη και είναι πολύ όμορφο χάρη στα λαμπερά του χρώματα. Είναι επιπλέον εύκολα έντομα στην εκτροφή και απορώ γιατί ακόμα παραμένουν σχετικά σπάνια στο εμπόριο.

Πρόκειται ουσιαστικά για χρυσομπούμπαρο, σκαθάρι δηλαδή της υποοικογένειας Cetoniinae. Οι χρυσομπούμπαροι, χρυσομπάμπουρες, χρυσόμυγες (έτσι λέγονται και οι πράσινες μύγες όμως), μπάμπουρες, ή χρυσή σκαραβαίοι αποτελούν την υποοικογένεια Cetoniinae της οικογένειας Scarabaeidae. Η άλλη υποοικογένεια της οικογένειας είναι η Scarabaeinae, οι κανονικοί σκαραβαίοι. Αντίθετα με τους σκαραβαίους, που είναι συνήθως μαύροι και τρέφονται με κοπριά, οι χρυσομπούμπαροι έχουν λαμπερά χρώματα και τρέφονται με υλικό από άνθη και καρπούς. Επειδή έχουν μασητικά στοματικά μόρια, κόβουν κομματάκια απ’τα άνθη που επισκέπτονται, και έτσι τα καταστρέφουν, γι’αυτό και στα αγγλικά λέγονται «flower chafers”, δηλαδή πειραχτές των λουλουδιών. Χρυσομπούμπαροι υπάρχουν παντού στην Ελλάδα τους θερμούς μήνες, συνήθως από Μάιο με Ιούλιο, αν και λίγοι ξεχασμένοι μπορούν να βρεθούν σχεδόν όλο το έτος. Εγώέχω προσέξει ότι πολλοί μαζεύονται γύρω από ανθισμένες πασχαλιές, λιγουστρίνια, φωτείνιες, μπόζια/ζαμπούκους, και σε ροδακινιές με ώριμα ροδάκινα. Οι προνύμφες τους είναι εντελώς διαφορετικές όμως, αφού ζουν μέσα στο έδαφος τρεφόμενες με νεκρή οργανική ύλη. Τα εύκρατα είδη συνήθως κάνουν πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρώσουν την ανάπτυξη, και συχνά χρειάζονται μια ψυχρή χειμερινή περίοδο, γι’αυτό δε χρησιμοποιούνται τόσο στην εντομοκαλλιέργεια όσο τα τροπικά είδη.

Το γένος Pachnoda είναι αφρικανικ΄΄ο γένος χρυσομπούμπαρων με 108 είδη, ίσως και περισσότερα. Το κοινό γνώρισμα που ενώνει ΄΄όλα αυτά τα είδη είναι ορισμένοι εσωτερικοί λοβοί στον αιδοιαγό των αρσενικών, το αντίστοιχο του πέους που έχουν πολλά έντομα. Το είδος του ενδιαφέροντος είναι η Pachnoda marginata, ένα κεντροαφρικανικό τροπικό ειδος χρυσομπούμπαρου με 9 υποείδη. Από αυτά, μόνο 3 είναι διαθέσιμα στο εμπόριο: η Pachnoda marginata marginata, με έντονο κόκκινο χρωματισμό, η P. m. Aurantia, με χρυσοπορτοκαλί χρωματισμό, και η P. m. Peregrina, το κοινότερο στο εμπόριο υποείδος κι αυτό που μας ενδιαφέρει, με χρυσοκίτρινη πάνω επιφάνεια, η οποία διακόπτεται από τρεις καφέ κηλίδες, μία στο θώρακα και μία σε κάθε έλυτρο. Ενίοτε οι κηλίδες των ελύτρων είναι μικρές και δυσδιάκριτες. Η κάτω πλευρά του σώματος είναι μαύρη. Το μήκος του κυμαίνεται μεταξύ 2-3 εκατοστών, με συνηθέστερα τα 2-2,5 εκατοστά. Το σκαθάρι είναι τετραγωνισμένο και δε διαφέρει μορφολογικά από τους κοινούς χρυσομπούμπαρους, αν και πρόσεξα πως έχει ελαφρώς μακρύτερα πόδια και κεφάλι. Όπως τα περισσότερα σκαθάρια, είναι πολύ σκληρό, με μόνο μαλακό μέρος το πάνω μέρος της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα σκληρά έλυτρα, τα οποία είναι το πρώτο ζεύγος τροποποιημένων φτερών. Το δεύτερο βρίσκεται από κάτω, και όταν το έντομο πρόκειται να πετάξει, τα ξεδιπλώνει αφού έχει σηκώσει τα έλυτρα ελαφρώς, και απογειώνεται με έναν χαρακτηριστικό, βαθύ βόμβο. Τα σκαθάρια αυτά πετάνε στον ήλιο ή σε οποιαδήποτε πηγή φωτός, όπως μια λάμπα, γι’αυτό αν τα βγάλετε στο χέρι σας κοντά στο φως γρήγορα θα πετάξουν. Η πρώτη τους πτήση είναι συνήθως σύντομη, ενώ γενικώς δεν πετούν γρήγορα, γι’αυτό πιάνονται εύκολα, αλλά αν ξεφύγουν έξω, δε θα τα ξαναβρείτε. Επίσης η μυρωδιά τους είναι όμοια μ’αυτήν των κοινών χρυσομπούμπαρων, κάτι ανάμεσα σε κοπριά και λάδι, κάτι που διαπίστωσα όταν τα έτριψα και τα έφερα κοντά στη μύτη μου.
Οι προνύμφες τους έχουν την τυπική μορφολογία σκαπτικών προνυμφών σκαθαριού, δηλαδή κοντόχοντρες, κυλινδρικές με στενό μπροστινό και πλατύ πίσω με΄ρος, ώστε να εισχωρούν ευκολότερα στο έδαφος. Στο τελευταίο στάδιο πριν τη μεταμόρφωση έχουν μήκος 4-5 εκ και αρκετό πάχος, όσο το μικρό σας δάχτυλο ή και περισσότερο, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορουν να φτάσουν τα 6 εκ, και το χρώμα τους είναι γκριζομπέζ με λευκό κεφάλι. Το κεφάλι τους είναι μικρό, με δύο αναλογικά μεγάλα στοματικά εξαρτήματα σαν δαγκάνες μπροστά, με τα οποία τεμαχίζουν την τροφή τους. Στο θώρακα φέρουν τα συνήθη τρία ζεύγη ποδιών των εντόμων, αλλά εξαιτίας του τρόπου ζωής τους είναι ατροφικά, σαν μικρά εξογκώματα. Η τμημάτωση του σώματος είναι εμφανής, και στις πλευρές υπάρχει μια διαμήκης γραμμή, η οποία αποτελεί το όριο μεταξύ των ραχιαίων και των κοιλιακών σκληροτωμάτων του εξωσκελετού και επιτρέπει την εύκολη συστολή και διαστολή του σώματος ανάλογα με το ποσό της τροφής που καταναλώνεται. Ολόκληρο το σώμα των προνυμφών καλύπτεται από απαλό χνούδι, το οποίο δεν είναι σαν τις σκληρές τρίχες των καμπιών, αλλά θα το παρομοίαζα με το πρώτο χνούδι που βγάζουν τα κουνελάκια όταν αρχίζουν να βγάζουν τρίχωμα. Μεταξύ των τριχών ο εξωσκελετός είναι λείος, γι’αυτό και γυαλίζουν ελαφρώς υπό έντονο φως. Όπως όλες οι προνύμφες σκαθαριού, οι προνύμφες της Pachnoda έχουν καλή κατακόρυφη ευκινησία, αλλά καθόλου πλευρική. Ακόμα και πιο εύκίνητες και μακρόστενες προνύμφες σκαθαριού όπως τα αλευροσκούληκα, όταν στρίβουν δεξιά ή αριστερά, στην πραγματικότητα στρίβουν διαγώνια προς τα κάτω. Με τους κατακόρυφους κυματισμούς λοιπόν η προνύμφη κινείται μέσα στο έδαφος, και με δυσκολία έξω απ’αυτό. Αν την πιάσετε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη, με γρήγορους κατακόρυφους κυματισμούς, οι οποίοι φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν το σώμα, εύκολα μπορεί να ξεφύγει. Σε μαλακή επιφάνεια, όπως η παλάμη σας δύσκολα κινείται, αλλά σε σκληρή επιφάνεια, όπως το πάτωμα, μπορεί να κινηθεί αρκετά καλά, αν και συχνά χάνει την ισορροπία της και πέφτει στο πλάι. Το περιβάλλον στο οποίο κινείται πιο γρήγορα είναι το χώμα. Όντας φωτοφοβική, αν την βάλετε στο χώμα, με ρυθμικές ωθήσεις του σώματος από τους κατακόρυφούς της κυματισμούς, θα εξαφανιστει΄μέσα του σε λίγα δευτερόλεπτα. Όταν αναπαύονται παίρνουν τη στάση των περισσότερων προνυμφών σκαθαριού, φέρνοντας σε επαφή το άκρο της κοιλιάς με το κεφάλι και δημιουργώντας σχήμα μισοφέγγαρου. Από αυτήν την κατάσταση μπορεί ν’αργήσουν να ξεδιπλωθούν ακόμα και όταν ξεθαφτούν. Οι άμυνές τους δεν είναι πολλές, αλλά αν τις κρατήσετε σφιχτά μέσα στη χούφτα σας και δε μπορούν να φύγουν ή τις σφίγγεται για ώρα ανάμεσα στα δάχτυλά σας, μπορεί να γυρίσουν και να δαγκώσουν. Αν και δε θα σας κόψει το δέρμα, το δάγκωμα ποναέι και μπορέι να τρομάξετε. Τα ενήλικα σκαθάρια δεν έχουν κάποια άμυνα πέρα από την πτήση τους και τη σκληρότητά τους.
Όπως όλα τα έντομα και όλα τα αρθρόποδα γενικότερα, οι προνύμφες αναπτύσσονται με διαδοχικές αλλαγές/εκδύσεις του εξωσκελετού τους. Όταν έρθει η ώρα της μεταμόρφωσης, κατασκευάζουν ένα υποσφαιρικό έως ωοειδές κουκούλι 2,5 εκ μήκους από τα περιττώματά τους μαζί με υλικό από τον περιβάλλοντα χώρο, μπαίνουν μέσα εκδύοντας για τελευταία φορά τον εξωσκελετό τους, συσφαιροποιούνται σε μισοφέγγαρο και προσδένονται με νημάτια στα τοιχώματά του. Αυτή είναι και η αυτοκτονία της μικρής στρουμπουλής προνύμφης. Αντίθετα μ’αυτό που νομίζουν πολλοί, τα έντομα σ’αυτήν την κατάσταση δεν τροποποιούν απλώς το σώμα τους, βγάζουν φτερά και όλα είναι εντάξει. Ολόκληρο το προνυμφικό σώμα αποδιοργανώνεται σε μια άμορφη αλλά οργανωμένη σούπα, και ορισμένα κύτταρα αναλαμβάνουν την αναδημιουργία του σώματος του ενήλικου εντόμου, με ελάχιστα γνήσια προνυμφικά μέρη στο ενήλικο. Για τον λόγο αυτόν τα ενήλικα ολομετάβολα έντομα είναι πάντοτε μικρότερα από τις προνύμφες τους. Αυτός που βγαίνει απ’το κουκούλι είναι άλλος. Είναι σαν να σας βάζουν σε κώμα, να σας αναδημιουργούν όλο σας το σώμα και τον εγκέφαλο και να σας ξυπνούν μετά. Είναι μια νέα αρχή. Μετά λοιπόν το πέρας της μεταμόρφωσης, το σκαθάρι ανοίγει το κουκούλι από τη μία πλευρά και βγαίνει έξω στον επικίνδυνο κόσμο, για να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του με την αναπαραγωγή.

Τα σκαθάρια αυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα για να επιβιώσουν ως αποικία. Συνήθως πωλούνται ως μεγάλες προνύμφες, έτοιμες για τάισμα. Με ικανό αριθμό τέτοιων, ο οποίος εξαρτάται από τις ανάγκες του καθενός, μπορεί να δημιουργηθεί μια αποικία. Η αποικία μπορεί να στεγαστεί οπουδήποτε, αρκεί το δοχείο να έχει αρκετό βάθος και επιφάνεια. Άλλοι στεγάζουν τα σκαθάρια και τις προνύμφες μαζί, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος κανιβαλισμού, άλλοι όμως ξεχωριστά για πρακτικούς λόγους, γιατί ο χώρος των σκαθαριών αναγκαστικά δεν είναι γεμάτος από χώμα, οπότε υπάρχει αρκετός ανεκμετάλλευτος χώρος για τις προνύμφες, οι οποίες συνήθως μεταφέρονται σε σκοτεινό δοχείο γεμάτο χώμα. Το καπάκι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της υγρασίας και την αποτροπή εξόδου των σκαθαριών μόλις έχουν μεταμορφωθεί. Αφού λοιπόν έχετε πάρει τις προνύμφες σας, θα πρέπει να τις φτιάξετε το κατάλληλο υπόστρωμα. Προτείνεται υπόστρωμα τουλάχιστον 10 εκ σε βάθος, αν και καλό είναι να είναι περισσότερο. Στο υπόστρωμα αυτό, που μπορεί να είναι τύρφη ή κοινό χώμα, θα πρέπει να αναμιχθούν πολλά ξερά ή μισοσαπισμένα φύλλα, βλαστοί, φλοιοί και σάπιο ξύλο αν βρείτε, από τα οποία οι προνύμφες θα τρώνε. Καλύτερα είναι τα πεσμένα φύλλα από πλατύφυλλα φυλλοβόλα όπως πλάτανο, βελανιδιά, φλαμουριά, οπορωφόρα κλπ. Επίσης τα ξερά με΄ρη από ποώδη φυτά όπως λαχανικά, καλλωπιστικά και ζιζάνια. Δε θα πρέπει ποτέ να βάλετε μέρη από κωνοφόρα. Επίσης συμπληρωματικά μπορείτε να προσθέσετε φλούδες από ριζώδη ή κονδυλώδη λαχανικά όπως καρότο ή πατάτα, ενώ μπορείτε να βάλετε και φρούτα, αλλά μην το παρακάνετε με τα φρούτα, γιατί το σάπισμά τους θα φέρει δυσοσμία, και ίσως φρουτόμυγες ή σκνίπες των μυκήτων. Το υγιές υπόστρωμα μυρίζει φρέσκο χώμα. Κάποιοι ρίχνουν μέσα και γατοτροφή ή φυλλαράκια για ψάρια για πρωτείνη, αλλά αυτό ουσιαστικά δε χρειάζεται καθόλου, αφού οι προνύμφες αυτές, όπως και τα υπόλοιπα σαπροφάγα αρθρόποδα, παίρνουν αρκετή πρωτεΐνη από τα βακτήρια και τους μύκητες που καταναλώνουν μαζί με την αποσυντιθέμενη ύλη, καθώς και από την πλούσια εντερική χλωρίδα, η οποία επίσης διασπά την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Το υπόστρωμα θα πρέπει να διατηρείται πάντοτε υγρό, αλλά ποτέ κορεσμένο. Ακόμα κι αν στεγνώσει η επιφάνεια ή και όλο για λίγο δε θα πεθάνουν, αλλά η σταθερή υγρασία τις διατηρεί σε σταθερό επίπεδο ενυδάτωσης και επιτρέπει την ομαλή αποσύνθεση της οργανικής ύλης. Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα λοιπόν, θ’αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα κουκούλια. Οι προνύμφες κάνουν έναν ήχο σαν ροχαλητό ή γουργούρισμα γάτας όταν φτιάχνουν το κουκούλι, τον οποίο μπορείτε ν’ακούσετε αν στήσετε αυτί πολύ κοντά και έχει απόλυτη ησυχία. Τα περισσότερα κουκούλια βρίσκονται οπουδήποτε στο έδαφος, ενίοτε όμως οι προνύμφες ενσωματώνουν και φύλλα ή κλαδάκια στην κατασκευή, ή τα κατασκευάζουν πάνω στα τοι΄χωματα του χώρου τους. Στην περίπτωση αυτήν, δε θα πρέπει να ξεκολήσετε ό,τι έχουν πάνω τους ή να τα μετακινήσετε, γιατί θα ανοίξουν, επιτρέποντας την είσοδο βακτηρίων στο εσωτερικό, τα οποία θα σαπίσουν το έντομο. Μετά από περίπου 20 μέρες το σκαθάρι θα ανοίξει το κουκούλι από τη μία μεριά, το οποίο θα το βρείτε τρυπημένο και άδειο. Αυτό θα βρίσκεται κάπου μέσα στο χώμα ή στη γωνία του δοχείου. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν όλα τα κουκούλια να εκκολάπτονται.
Το περιβάλλον για τα σκαθάρια είναι διαφορετικό απ’αυτό των προνυμφών. Κι εδώ θέλουμε βαθύ υπόστρωμα με του ίδιου τύπου νεκρή οργανική ύλη, ώστε να υπάρχει άφθονη τροφή για τις νέες προνύμφες, αλά εκτός αυτού χρειάζονται μικρές επιφάνειες για να σκαρφαλώνουν και να κινούνται εκ΄τος χώματος, όπως κομμάτια ξύλου, φλοιού ή φελλού. Το άλλο σημαντικό που χρειάζονται είναι μια πηγή φωτός και θερμότητας. Ίσως αν είναι καλοκαίρι και το φως είναι αρκετό εκεί που βρίσκονται να μην το χρειάζονται, αλλά τις υπόλοιπες εποχές θα χρειαστούν μια μικρή θερμαντική λάμπα για τη μέρα, η οποία θ’ανεβάζει το σημείο κάτω απ’αυτήν στους 30-35 βαθμούς. Καλό είναι στο σημείο εκείνο να βρίσκεται και η τροφή τους. Το υπόλοιπό τερράριο μπορεί να έχει θερμοκρασία δωματίου. Ο χώρος που χρειάζονται δεν είναι μεγάλος, ένα τερράριο 30χ20χ30 είναι ιδανικό για 10 σκαθάρια για παράδειγμα. Η τροφή τους αποτελείται από φρούτα όπως ροδάκινο, βερίκοκο, μήλο, αχλάδι, μπανάνα, σύκο, πορτοκάλι κλπ. Δίνετε ό,τι έχετε και όχι το ίδιο συνεχώς, ώστε να έχουν ποικιλία τροφών κι έτσι να λαμβάνουν όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται. Τον περισσότερο καιρό θα βρίσκονται γύρω απ’την τροφή τους, όπου συνήθως ζευγαρώνουν, και ενίοτε θα τα ακούτε να πετούν ή να κινούνται. Τα ζευγαρώματα αρχίζουν σύντομα μετα τη μεταμόρφωση. Το θηλυκό στη συνέχεια θα σκάβει βαθιά στο υπόστρωμα περιοδικά για να εναποθέσει μεμονωμένα τα αυγά του, τα οποία συνολικά μπορεί να είναι πάνω από 200. Τα σκαθάρια ζουν 2-5 μήνες. Μετά το θάνατο όλων τους, μπορείτε να σκάψετε το υπόστρωμα για να εκτιμήσετε την κατάσταση. Αν όλα έχουν παέι καλά, θα πρέπει να υπάρχουν μικρές προνύμφες διαφορετικών μεγεθών, καθώς και πολλά αυγά. Σε περίπτωση που έχετε ζώο που τρώει τα σκαθάρια, δε χρειάζεται να περιμένετε να πεθάνουν, αλλά απλώς μπορείτε να τα αφήσετε δύο μήνες να αναπαραχθούν και μετά να τα ταΐζεται.
Για τη νεά γενιά θα κατασκευάσεται το ίδιο υπόστρωμα που περιέγραψα παραπάνω και θα τα αφήσετε όλα στην ησυχία τους. Προτείνεται ένα λίτρο χώματος ανά προνύμφη για βέλτιστη ανάπτυξη, οπότε με γνώμονα αυτό μπορείτε να υπολογίσετε το χώρο σας. Όσο οι προνύμφες τρώνε, η τροφή θ’αρχίζει να λιγοστεύει και ν’αντικαθίσταται με μικρούς, συμπαγείς σβόλους, οι οποίοι είναι τα περιττώματά τους. Στο σημείο που σχεδόν όλη η τροφή έχει αντικατασταθεί από περιττώματα, μπορείτε είτε να αλλάξετε το χώμα είτε να συμπληρώσετε με νέο. Το υπόλειμμα της καλλιέργειας των προνυμφών αυτών είναι θρεπτικό κομπόστ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να λιπάνει φυτά, όπως το κομπόστ από γεωσκώληκες. Μην το πετάτε. Σίγουρα δε θα φτάσει για την λίπανση ενός ολόκληρου κήπου, εκ΄τος κι αν έχετε τεράστια εγκατάσταση παραγωγής τέτοιων εντόμων, αλλά για λίγες γλάστρες αρκεί. Οι προνύμφες αναπτύσσονται καλύτερα σε θερμοκρασίες μεταξύ 20-28 βαθμών Κελσίου, και ο χρόνος που μεσολαβεί από το αυγό μέχρι το ενήλικο σκαθάρι είναι περίπου 3-5 μήνες σ’αυτές τις συνθήκες. Η σχέση της ανάπτυξης των προνυμφών με τη θερμοκρασία είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με τη γραμμική έως ενός σημείου φυσικά σχέση άλλων εντόμων. Αν και τροπικές, δεν είναι θερμόφιλες, αφού περνούν όλο το χρόνο τους μέσα στο δροσερό έδαφος. Έτσι μπορεί σε υψηλές θερμοκρασίες να αναπτύσσονται γρηγορότερα, αλλά σπαταλούν και περισσότερη ενέργεια γιατί ο μεταβολισμός τους έχει ανέβει αρκετά, κι έτσι μπορεί να καταλήξουν μικρότερες. Σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες ωστόσο η ανάπτυξή τους επιβραδύνεται υπερβολικά. Δε γνωρίζω αν μπορούν ν’αποθηκευτούν στο ψυγείο για μήνες όπως άλλες προνύμφες, ίσως όμως γίνεται. Μπορούν επίσης ν’αποθηκευτούν σε θερμοκρασία δωματίου μέσα σε τύρφη χωρίς τροφή για αρκετό καιρό, όμως στο μεσοδιάστημα χάνουν βάρος σταδιακά, χάνοντας έτσι και μέρος της θρεπτικής τους αξίας.

Διάφορα εντομοφάγα ζώα τρώνε αυτές τις προνύμφες. Στο στάδιο που πωλούνται, είναι κατάλληλες για μεγαλύτερους θηρευτές όπως γενειοφόρους δράκους και άλλους δράκους, μεγάλα γκέκο και άλλες μεσαίες ή μεγάλες σαύρες, σκίγκους, βαράνους, χελώνες, μεγάλα αμφίβια, ταραντούλες, σκορπιούς, ψάρια ενυδρείων κατάλληλου μεγέθους, και μικρά εντομοφάγα θηλαστικά. Τις μικρότερες τις τρώνε οι περισσότεροι μικρότεροι θηρευτές, αλά τέτοιες θα βρείτε μόνο αν έχετε αποικία με προνύμφες διαφόρων μεγεθών. Τις προνύμφες μπορείτε να τις προσφέρετε σε μπολ, με το χέρι, με λαβίδα, ή να τις ρίξετε κάτω αν το υπόστρωμα δεν είναι χώμα, γιατί αν είναι χώμα ή κάτι που σκάβεται, θα χαθούν αμέσως και το ζώο δε θα μπορέσει να τις βρει. Αν είναι σκίγκος ή βαράνος και μπορεί να ξετρυπώνει κρυμμένη τροφή ίσως τις βρει, αλλά τα υπόλοιπα ερπετά μάλλον δε θα τις βρουν ποτέ. Η σύνθλιψη των σαγωνιών τους με τη λαβίδα πριν το τάισμα προτείνεται για να μη δαγκώσει τυχόν η προνύμφη το θηρευτή, αλλά στην πράξη αυτό δε χρειάζεται, αφού οι αντιδραση του θηρευτή είναι πολύ πιο γρήγορη από κάθε αντίδραση της προνύμφης, η οποία θα έχει σκοτωθεί πολύ πριν προλάβει να γυρίσει. Ίσως όμως για ζώα που δεν κυνηγούν τέτοια έντομα ή έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που τα δυσκολεύει να κυνηγήσουν κανονικά, να χρειαστεί αυτό. Επίσης μπορούν να ταϊστούν οι προνύμφες που μόλις έχουν μπει στο κουκούλι, οι οποίες είναι μαλακές και δεν έχουν αρχίσει να μεταμορφώνονται. Απλώς σπάτε ένα κουκούλι λίγων ημερών, βγάζεττε την προνύμφη που ακόμα κινείται λίγο, και τη δίνετε στο θηρευτή.
Αντίθετα με τις προνύμφες, τα σκαθάρια δεν τυγχάνουν τόσο ευρείας αποδοχής, εξαιτίας της σκληρότητάς τους. Υπάρχουν σαύρες που δε μπορούν να φάνε τόσο μεγάλαέντομα, κι άλλες που δε θα τα φάνε επειδή είναι ογκώδη και σκληρά ή μπορεί να έχουν πεπτικά προβλήματα αν τα φανέ γι’αυτόν το λόγο. Υπάρχουν ωστόσο ερπετά που δεν έχουν πρόβλημα ή και τα τρώνε με ευκολία και ευχαρίστηση. Οι δράκοι είναι τα πιο γνωστά, οι οποίοι τρώνε σκαθάρια σε μεγάλο ποσοστό στη φύση και η οδοντοστοιχία τους είναι προσαρμοσμένη να μασάει σκληρά υλικά. Οι γενειοφόροι δράκοι ιδιαίτερα τα τρώνε πολύ, και ο φόβος ότι τέτοιες τροφές μπορούν να προκαλέσουν ενσφήνωση στο έντερο είναι μύθος. Οι υγιείς γενειοφόροι δράκοι δεν παθαίνουν ενσφήνωση από σκληρά έντομα. Στην πραγματικότητα η κατανάλωση σκληρών τροφών επιβάλλεται, γιατί τα περισσότερα δόντια τους είναι μόνιμα όπως στα θηλαστικά, και οι σκληρές ουσίες βοηθούν στην απομάκρυνση ιχνών τροφής που τυχόν έχουν μείνει, τα οποία θα οδηγήσουν αλλιώς στον πολλαπλασιασμό των βακτιριδίων, την πλάκα και τελικά την περιοδοντική νόσο, η οποία σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί ν’αποβεί μοιραία.
Οι παχιές προνύμφες του είδους επίσης είναι κατάλληλες και για ανθρώπινη κατανάλωση. Πέρα από τη χρήση τους ως τροφή, τα σκαθάρια αυτά μελετώνται εκτενώς στο εργαστήριο όσον αφορά την κινητικότητά τους, τις ουσίες που τα προσελκύουν στην τροφή, την ανάπτυξη κλπ.

Εγώ αγόρασα προνύμφες παχνόδα δύο φορές ως τώρα. Τις αγοράζω από το feeders.gr, το μόνο κατάστημα στην Ελλάδα που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων κι άλων ζωντανών τροφών για ερπετά και άλα εντομοφάγα. Τις δίνει σε κλειστά πλαστικά κουπάκια με τύρφη ανά 10. Τις πρώτες τις πήρα λοιπόν στα μέσα του Φεβρουαρίου, για το γενειοφόρο μου δράκο που είχα πάρει από τον προηγούμενο χρόνο, όμως ήταν σε χειμερία νάρκη. Αρχικά τις είχα χωρίς τροφή, αλλά μετά τις έβαλα ένα κομμάτι καρότο και ένα κομμάτι από ξερό φύλλο από το ιππέαστρο, τα οποία στις επόμενες μέρες άρχιζαν να τρώνε. Όταν τις μέτρησα, βρήκα μια μικρή γύρω στα 2 εκατοστά, την οποία έδωσα στο Βαρώνο, το λοφιοφόρο γκέκο μου στις 21 Φεβρουαρίου, και την έφαγε αμέσως, αν και ήταν λίγο μεγάλη γι’αυτόν. Έφαγε και ένα ακόμα έντομο τότε. Θυμάμαι την ημερομηνία, γιατί το βράδυ της ίδιας μέρας άρχισε να συμπεριφέρεται αναπαραγωγικά και να κάνει τη φωνή του, σηματοδοτώντας την έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου και άρα τον ερχομό της άνοιξης. Ένα γκέκο δε φέρνει την άνοιξη όμως, αφού έξω ακόμα έκανε κρύο, και αν τον έβγαζα έξω θα του κοβόταν η μιλιά αμέσως. Αργότερα έβαλα ακόμα μία προνύμφη στο γκέκο, αλλά ήταν ακόμα μεγαλύτερη και δεν την έφαγε. Έμεινε όμως όλο το βράδυ στο μπολ, και την επόμενη μέρα το είχε γεμίσει με μικρές καφέ μπιλίτσες. Τις υπόλοιπες τις έδωσα στη μικρή Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο, μόλις ξύπνησε. Ξύπνησε στις 2 Μαρτίου, κι έφαγε το πρώτο του γεύμα στις 4 Μαρτίου. Το γεύμα αποτελούταν από ένα γεωσκώληκα, λίγο μαρούλι, φύλλα από ραπανάκι, ένα μοβ άνθος πανσέ, και προνύμφες παχνόδας. Της έδωσα αρχικά έξι, τις οποίες έφαγε αμέσως, δηλαδή όχι ακριβώς αμέσως, επειδή ακόμα οι κινήσεις της ήταν αργές από τη μακρόχρονη νάρκη. Πρώτα τις κοίταζε προσεκτικά, έστιάζε στο στόχο και με μια αστραπιαία κίνηση τις έπιανε με τη γλώσσα της και τις μάσαγε αργά. Μία είχε εντωμεταξύ γίνει κουκούλι (εγώ άκουγα το γουργουρητο τις προηγούμενες μέρες, αλλά νόμιζα ότι απλώς τρώνε), το οποίο σκεφτόμουν να κρατήσω για να δω πώς θα είναι το σκαθάρι, αλλά τελικά αποφάσισα να της το δώσω κι αυτό. Το έσπασα, και από μέσα έβγαλα την πολύ μαλακή προνύμφη. Την έβαλα δεξιά της, και την έσπρωξα λίγο για να κινηθεί. Μόλις την είδε να κινείται, γύρισε δεξιά το κεφάλι της και με συνοπτικές διαδικασίες την έφαγε. Δε σεβάστηκε ούτε καν το κουκούλι! Τέτοιες προνύμφες ξαναπήρα ακόμα μια φορά στα μέσα του Ιουλίου, υποτίθεται για να φτιάξω αποικία. Τις έφτιαξα ένα καλό υπόστρωμα σε μια μικρή φάουνα (πλαστικό κουτί σαν μικρό ενυδρείο ή τερράριο), όπου θάφτηκαν αμέσως. Απ’ό,τι κατάλαβα, οι προνύμφες αυτές δε βγαίνουν στην επιφάνεια του εδάφους ποτέ. Τελικά έδωσα τις δύο στην Αναμπέλα και άφησα τις υπόλοιπες να μεταμορφωθούν. Επειδή δεν τις παρακολουθούσα καθημερινά, μιας και πότε έφευγα σε διακοπές και πότε γύριζα, δεν κράτησα αρχείο ημερομηνιών για το πότε έγινε το πρώτο κουκούλι κλπ. Πάντως στις 2 Αυγούστου, όταν επέστρεψα από τις διακοπές, βρήκα κουκούλια και δύο προνύμφες μετά από πολύ ψάξιμο.

δύο προνύμφες και δύο κουκούλια Pachnoda marginata peregrina

Αργότερα, στις 18 Αυγούστου, όταν πάλι μόλις είχα επιστρέψει από διακοπές, βρήκα ένα κουκούλι ανοιγμένο και μετά από λίγο ψάξιμο το σκαθάρι χωμένο σε ρηχό βάθος στο χώμα.

κάτω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina πάνω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina

Την επόμενη μέρα το έδωσα στην Αναμπέλα, η οποία το έφαγε αμέσως. Τα άλλα υποτίθεται θα τα άφηνα για ν’αναπαραχθούν, αλλά λίγα-λίγα ταΐστηκαν όλα. Για τροφή τους έβαζα ένα μείγμα από βερίκοκο και αχλάδι σε μικ΄ρα καπάκια εμφιαλωμένου νερού, και τα έβρισκα μετά χωμένα μέσα στα καπάκια αυτά να το τρώνε. Οι ποσότητες που έτρωγαν στην πράξη όμως ήταν αμελητέες, σε αντίθεση μ’αυτό που τρώγανε οι προνύμφες, οι οποίες είχαν αδιάσει όλο το χώμα από τα φύλλα και τους βλαστούς που τις έβαλα, εκτός από τα φύλλα της φτέρης του πλατυκερίου, που είναι σκληρά, σπογγώδη, δε σαπίζουν εύκολα κι απ’ό,τι κατάλαβα δεν τα τρώει σχεδόν κανείς. Ένας χρυσομπούμπαρος μου έφυγε, άλλους δύο τους έπιασα αμέσως μόλις απογειώθηκαν, ενώ έναν ακόμα τον έπιασε η Αναμπέλα στον αέρα ενώ απογειωνόταν. Ένας άλλος ήταν ακόμα σε κουκούλι και το έσπασα, νομίζοντας ότι θα βρω σκαθάρι. Δεν είχε όμως μεταμορφωθεί πλήρως, παρά ήταν μια άμορφη, υγρή μάζα που είχε πάρει απλώς το ωοειδές σχήμα του σκαθαριού. Το κούνησα μπροστά στη Μπέλα και το έφαγε ακόμα κι αυτό. Τους υπόλοιπους τους έτρωγε πριν προλάβουν να πετάξουν. Ήτανα πό τα αγαπημένα της έντομα. Μόλις τους έβλεπε, αμέσως εκτίνασσε τη γλώσσα της, τους έπιανε και τους μασούσε για αρκετή ώρα, επειδή είναι σκληροί. Ακουγόταν έντονα κρατς-κρατς-κρατς, σαν να μασάει πατατάκι. Είχα πάρει και τηλέφωνο έναν φίλο μου για να το ακούσει, και το άκουσε. Πιστεύω πως τα λαμπερά τους χρώματα της τραβούσαν την προσοχή αρχικά, και μετά της άρεσαν από το σχήμα τους και τη γεύση τους, που θα ήταν γλυκιά από τα φρούτα που έτρωγαν. Κι έτσι τελικά δεν έμεινε ούτε ένα σκαθάρι για αναπαραγωγή. Δεν πειράζει, θα πάρω αν είναι 20 την επόμενη φορά, και ίσως γλιτώσουν μερικά.

Σημείωση: Συχνά οι προνύμφες αυτές πωλούνται ως Pachnoda butana, με το όνομα δηλαδή άλλου είδους, αλλά αυτό είναι σχεδόν πάντοτε λα΄θος, αφού το κοινότερο είδος είναι η Pachnoda marginata peregrina, σπάνια ωστόσο πωλούνται κι άλλα είδη.

Πηγές:
διατήρηση και αναπαραγωγή της Pachnoda marginata peregrine
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Pachnoda marginata
μετακίνηση της Pachnoda marginata σε τραχύ και λείο έδαφος και ο ρόλος του μυός της επαναφοράς του όνυχος

Ενημέρωση 12/2/2016: Δείτε την αποικία που είχα φτιάξει στα παρακάτω βίντεο. Στο πρώτο δείχνω τις προνύμφες, καθώς και το πρώτο κουκούλι, ενώ στο δεύτερο τα ενήλικα σκαθάρια. Τελικά λόγω χαμηλών γενικών θερμοκρασιών παρά τη θερμαντική πλάκα και λάμπα, στις οποίες οι προνύμφες αναπτύσσονταν, αλλά τα σκαθάρια λίγο έτρωγαν και δεν πετούσαν, την αποσυναρμολόγησα. Θα μπορούσα να θερμάνω περισσότερο το χώρο, π.χ. με δυνατότερη λάμπα, αλλά έκρινα ότι δεν άξιζε για τόσο λίγα έντομα. Ίσως να ξαναφτιάξω μια το καλοκαίρι. Τα νεκρά έντομα τα έφαγαν τα σκαθάρια της αποικίας αλευροσκούληκων που έχω.

Παρεμπιπτόντως, σήμερα είναι Παγκόσμια Ημέρα Δαρβίνου.

Η ιατροδικαστική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ τις τελευταίες δεκαετίες. Πλέον χρησιμοποιούνται όλες οι πιθανές αποδείξεις από τον τόπο του εγκλήματος, ενώ για την εξιχνίαση του εγκλήματος ή του θανάτου επιστρατεύονται όλα τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας, ώστε ορισμένες μέθοδοι να μην απέχουν πολύ από την επιστημονική φαντασία, π.χ. η ικανότητα ανάκτησης dna από απειροελάχιστο βιολογικό υλικό, ή η λουμινόλη, ουσία που μπορεί να φανερώσει ίχνη αίματος ακόμα και μετά από χρόνια σε φαινομενικά καθαρισμένα υλικά. Η ιατροδικαστική εντομολογία είναι κλάδος της ιατροδικαστικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των εντόμων που βρίσκονται στον τόπο του εγκλήματος ή του θανάτου για την εύρεση απαντήσεων. Ένα πτώμα είναι ουσιαστικά ένα τεράστιο σακί κρέας εκτεθημένο στο περιβάλλον, δηλαδή μια πολύ συγκεντρωμένη ποσότητα θρεπτικής τροφής, που δεν πρόκειται να μείνει ανεκμετάλλευτη για καιρό. Οι μύγες (τάξη δίπτερα) είναι από τα πλέον γνωστά και πλατιά χρησιμοποιούμενα έντομα στην ιατροδικαστική, αλλά κι άλλα έντομα, όπως σκαθάρια (κολεόπτερα), ακάρεα κι άλλα αρθρόποδα, μπορεί ν’αποικήσουν ένα πτώμα. Διάφορα έντομα αποικίζουν το πτώμα σε διαφορετικές φάσεις της αποσύνθεσης, και με τη μελέτη των ειδών που βρίσκονται, καθώς και του σταδίου ανάπτυξής τους, η οποία είναι γνωστή και ποικίλει προβλέψιμα ανάλογα με τη θερμοκρασία, μπορεί να υπολογιστεί ο χρόνος που πέρασε μετά το θάνατο, αλλά όχι μόνο. Αν και τα έντομα χρησιμοποιούνται κυρίως για τον υπολογισμό του χρόνου του θανάτου, μπορούν ν’αποκαλύψουν κι άλλες λεπτομέρειες, όπως τον τόπο του θανάτου, το αν μεταφέρθηκε το πτώμα, πιθανές παθήσεις πριν πεθάνει, την παρουσία αλκοόλ ή ναρκωτικών στο πτώμα σε περίπτωση που έχει αποσυντεθεί υπερβολικά κλπ. Οι παρακάτω περιπτώσεις, που δημοσιεύθηκαν στο Περιοδικό Ιατροδικαστικών Επιστημών το 1998, καταδεικνύουν τους πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να βοηθήσουν τα έντομα τους ιατροδικαστές. Οι περιπτώσεις δημοσιεύθηκαν από τον Mark Beneck, ιατροδικαστικό εντομολόγο που εργαζόταν στο Ινστιτού Ιατροδικαστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο στην Κολονία της Γερμανίας. Οι αναλύσεις γίνονταν στο εργαστήριο του ινστιτούτου, ενώ τα καιρικά δεδομένα δίνονταν από γειτονικό μεταιωρολογικό σταθμό που ενημερωνόταν κάθε 30 λεπτά. Διάβαζα το άρθρο αργά το βράδυ, μόνος, σε απόλυτο σκοτάδι και χωρίς κανένα θόρυβο.

Περίπτωση 1. Το μυστήριο των σκουληκιών και των μυγών στα διαμερίσματα

Στις 6 Νοεμβρίου του 1995, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κολονία, βρέθηκε το πτώμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Το πτώμα ήταν δισχρωμιωμένο και το δέρμα είχε αποκολληθεί εν μέρει από τη σήψη. Οι αστυνομικοί παρατήρησαν ότι υπήρχαν πολλές ενήλικες μύγες, αλλά δεν παρατήρησαν πολλές προνύμφες. Δύο μέρες μετά, το διαμέρισμα ψεκάστηκε με πύρεθρο (εντομοκτόνο), το σπίτι ανακαινίστηκε, οι τοίχοι ξαναβάφτηκαν και όλες οι μοκέτες αφαιρέθηκαν. Μετά το σπίτι έμεινε άδειο. Στο τέλος του Φλεβάρη του 1996, μια κάτοικος της πολυκατοικίας ανέφερε ότοι στο διαμέρισμά της, αλλά και σε ένα γειτονικό, εμφανίζονταν προνύμφες μύγας για τους τελευταίους τρεις μήνες. Ανέφερε ότι οι προνύμφες χώνονταν κάτω από μια γυψοσανίδα που χώριζε το μπάνιο, και μαζεύονταν σ’ένα χαλάκι κοντά στο μπαλκόνι. Επίσης, αυτός που φρόντιζε την ηλικιωμένη μάζευε περίπου 10 νεκρές πράσινες μύγες κα΄θε βδομάδα από το διαμέρισμα. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1996, τα διαμερίσματα διερευνήθηκαν. Ήταν σε καλή κατάσταση καθαριότητας, αλλά στο διαμέρισμα κάτω απ’το άδειο με το πτώμα βρέθηκαν κάτω απ’το χαλί δίπλα στο μπαλκόνι 5 κουκούλια κι 6 μαυρισμένες προνύμφες που σταμάτησαν να τρέφονται κι ετοιμαζόταν να μεταμορφωθούν της πρασινόμυγας Callifora vomitoria. Στο διαμέρισμα όπου βρέθηκε το πτώμα, βρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο και στο μπάνιο τρεις νεκρές και μία αδύναμη μεταλλική πράσινη πρασινόμυγα Lucilia Caesar 7 χιλιοστών, 4 κουκούλια Callifora spec. πίσω από μη μετακινούμενα σοβατεπί, και 4 αδύναμες ενήλικες Lucilia Caesar σε ρωγμές του τσιμέντου στο μπαλκόνι. Νεκρές ενήλικες μύγες, αλά όχι άλλα αρθρόποδα, βρίσκονταν αραιά μέχρι τα τέλη του Ιουνίου του 1996.
Η ύπαρξη ενήλικων μυγών παρά την απολύμανση εξηγείται από την απότομη πτώση της θερμοκρασίας 6 μέρες πριν, η οποία κορυφώθηκε τη μέρα πριν την εύρεση του πτώματος. Οι ενήλικες μύγες ίσως άρχισαν να γεννούν αυγά το Σεπτέμβριο, αλλά λίγες προνύμφες αναπτύχθηκαν, εξαιτίας της πτώσεις των θερμοκρασιών. Με την απότομη ψύξη, οι υπόλοιπες προνύμφες άρχισαν να φεύγουν απ’το πτώμα, ψάχνοντας σημείο για να πέσουν σε χειμερινή διάπαυση, έτσι το φάρμακο δε σκότωσε τις κρυμμένες και αδρανοποιημένες προνύμφες. Μετά την ανακαίνηση εκείνος που φρόντιζε το πτώμα διατηρούσε τη θερμοκρασία του διαμερίσματος στους 14 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασία που επιτρέπει τη μεταμόρφωση, αλλά όχι την κανονική πτήση. Οι μύγες που μεταφέρθηκαν στο εργαστήριο στους 22 βαθμούς πέταξαν κανονικά. Είναι σίγουρο ότι οι μύγες προήλθαν από το πτώμα, επειδή δε βρέθηκε κανένα άλλο πτώμα ή σκελετός κοντά, ούτε στις υδρορροές, κι επίσης οι μύγες βρέθηκαν στη βορεινή πλευρά, εκεί που πέθανε η γυναίκα, κι όχι στη νότια, που ήταν και πιο ζεστή και ηλιόλουστη. Οι μύγες αναπτύχθηκαν κανονικά μέχρι την ενηλικίωση, αλλά χωρίς καθόλου τροφή, σε διάστημα 6 ή 8 μηνών, γι’αυτό τα ενήλικα άτομα είχαν ζαρωμένη κοιλιά και μόνο το 60% του κανονικού τους μήκους. Αν είχαν τροφή, θα είχαν μεγαλύτερο μέγεθος, ακόμα και σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Περίπτωση 2. Μύγες του τυριού σε ηρωινομανή

Μια 38χρονη γνωστή ηρωινομανής αυτοκτόνησε στα τέλη του Νοεμβρίου του 1995 βάζοντας το λαιμό της κάτω απ’τους τροχούς ενός κινούμενου τρένου. Το πτώμα βρέθηκε κάτω από φυλλώματα σε θάμνους δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές που περνούσαν μέσα από την πόλη. Τα μαλακά μέρη είχαν μετατραπεί σε λιπώδη πολτό, και τα όργανα της κοιλιακής χώρας και του στήθους είχαν αποδομηθεί εντελώς. Λίγος αποσυντεθημένος ιστός βρέθηκε κολλημένος στη λεκάνη και στα άκρα. Δίπλα στο σκελετοποιημένο κρανίο βρέθηκε ένα κομμάτι μαλλιά 35χ20 εκατοστών. Το πτώμα φορούσε τζιν που ήταν σε καλή κατάσταση. Αρχικά υπολογίστηκε ότι πέθανε πριν 2-3 μήνες.
Στο χώρο της νεκροψίας, μέσα στον αποσυντεθημένο πολτό, αλλά και πάνω στα οστά, βρέθηκαν μάζες κίτρινων προνυμφών πυοφιλοειδούς μύγας 8 χιλ. οι οποίες πηδούσαν ως και 50 εκ. σε ύψος και 10 εκ. οριζοντίως για πάνω από 5 ώρες στους 17 βαθμούς. Πάνω σε αποξηραμένα με΄ρη δέρματος, βρέθηκε μια στρώση κίτρινων αυγών, τα ίδια αυγά βρέθηκαν και στα μαλλιά. Επειδή το δωμάτιο αναπαραγωγής δηλητηριάστηκε στο διάστημα που εξέτρεφαν τις μύγες, η ταυτοποίηση του είδους έγινε από τα μέρη μιας ενήλικης μύγας, και το είδος ήταν η Pyophila casei. Η P. casei είναι κοινός αποικιστής εκτεθημένων πτωμάτων 3-6 μήνες μετά το θάνατο, δηλαδή στην Τρίτη από τις 8 φάσεις διαδοχής εντόμων. Επειδή κάθε θηλυκή P. casei γεννά 200 αυγά, συμπεράστηκε ότι στο πτώμα εκκολάφθηκαν μια ή και δύο γενιές. Υπό καλές συνθήκες, τα αυγά της πυόφιλης μύγας φτάνουν στην ενηλικίωση στις 11-19 ημέρες, κι έτσι μαζί με τα μεταιωρολογικά δεδομένα, υπολογίστηκε το μεταθανάτιο διάστημα κατά την έναρξη της τρίτης διαδοχής στις 90 ημέρες. Σ’αυτό προστέθηκαν κι άλλες 22-38 ημέρες για το διάστημα πριν, δηλαδή είχαν περάσει 112-128 ημέρες μετά το θάνατό της. Αργότερα βρέθηκε ότι η γυναίκα είχε χαθεί πριν 4 μήνες. Στην περίπτωση αυτή, τα θραύσματα ενός μόνο εντόμου, μαζί με τα μεταιωρολογικά δεδομένα, αποκάλυψαν αξιόπιστα το χρόνο θανάτου. Η περίπτωση αυτή δείχνει επίσης ότι ο κύκλος της P. casei δεν επιταχύνεται με την ηρωίνη, όπως έχει βρεθεί σε άλλα αρθρόποδα, αλλά τα επίπεδα της ηρωίνης δε μπορούσαν να εξακριβωθούν, εξαιτίας του επιπέδου της αποσύνθεσης.
Επίσης κάτω από τα μαλλιά και στα ρούχα του πτώματος βρέθηκαν αρκετά σκαθάρια, τα οποία ωστόσο δεν είναι συγκεκριμένα για κάποια φάση της αποσύνθεσης. Βρέθηκαν δύο ενήλικα σκαθάρια της οικογένειας Staphylinidae. Ένας Oxytelops tetracarinatus, ο οποίος συχνά βρίσκεται σε περιττώματα και σαπισμένη φυτική ύλη και ένας Philonthus spec. ο οποίος δε βοηθά τον υπολογισμό του μεταθανάτιου χρόνου, αφού μπορεί να βρεθει΄οποτεδήποτε στο πτώμα, ακόμα και δυο χρόνια μετά την ταφή.
Επιπλέον βρέθηκαν τρία ενήλικα άτομα του γένους Atheta, το οποίο ζει σε ξερά πτώματα, αλλά και σε μύκητες και σάπια φύλλα, και προνύμφες και δύο ενήλικα του σκαθαριού τις οικογένειας Cleridae Necrobia rufipes. Μία από τις προνύμφες της νεκρόβιας θάφτηκε αμέσως σ’ένα κομμάτι γάζας, έγινε κουκούλι στους 17 βαθμούς, που είναι ένας βαθμός χαμηλότερα από το υποτιθέμενο κατώτατο όριο ανάπτυξης, και εκκολάφθηκε μετά από 54 ημέρες. Το κοκκινοπόδαρο σκαθάρι του ζαμπόν (Necrobia rufipes) είναι γνωστός όψιμος αποικιστής των πτωμάτων και τρέφεται με αποξηραμένα πτώματα, επίσης με μούμιες, ζαμπόν, και πιθανόν και με προνύμφες άλλων αρθροπόδων. Βρέθηκε επίσης μια νεκρή μύγα του γένους Fannia, αλλά κανένα σκαθάρι της οικογένειας Sylphidae. Αυτά δεν έχουνε διαγνωστική αξία, αλλα αναφέρθηκαν για χάρη της πληρότητας.

Η μύγα Pyophila casei, η πυόφιλος του τυριού, λέγεται έτσι, διότι συχνά αποικίζει τυριά. Αν και θα πιστεύαμε ότι κανείς δε θα έτρωγε το τυρί αν είχε γεμίσει σκουλήκια, στην πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι που τρώνε τέτοιο σάπιο τυρί και το θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Το σαρδινιακό Casu Marsu (σάπιο τυρί), όπως και κάποιες παραδοσιακές αιγυπτιακές συνταγές χαλουμιού, είναι ουσιαστικά σάπια τυριά που περιέχουν τέτοιες προνύμφες που εκτινάσσονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Περίπτωση 3. Μέσα στο άδειο κεφάλι της υπήρχε μόνο μια μύγα

Στη σύλληψή του στις 8 Μαΐου του 1996, ένας άντρας είπε στην αστυνομία ότι η γυναίκα του ήταν νεκρή στο διαμέρισμά τους για 29 μέρες. Όταν τον ρώτησαν γιατί, απάντησε ότι δεν ανέφερε το θάνατο, γιατί φοβόταν μη χάσει το διαμέρισμα. Οι αστυνομικοί βρήκαν το πτώμα με μεγάλο πληθυσμό μυγών και προνυμφών και με σημάδια μουμιοποίησης. Το πτώμα ήταν σκεπασμένο με δύο κουβέρτες. Επειδή η μέση εξωτερική θερμοκρασία υπολογίστηκε στους 10,9 βαθμούς εκείνο το διάστημα, πιθανότατα η θέρμανση στο σπίτι ήταν αναμμένη, και οι θερμοκρασία του πτώματος υπολογίστηκε ότι ήταν σταθερά πα΄νω από 20 βαθμούς, από τη θερμογένεση των πολλών εντόμων και από το γεγονός ότι ήταν καλυμμένο με κουβέρτες. Κατά τη νεκροψία, βρέθηκαν πάνω στο πτώμα μάζες προνυμφών μύγας, περισσότερο στον κολπικό σωλήνα και τα μαλλιά, και αρκετές ακόμα βρέθηκαν στην ουροδόχο κύστη. Η ομάδα της νεκροψίας ωστόσο ξέπλυνε όλες τις προνύμφες προτού ειδοποιηθεί ο ιατροδικαστικός εντομολόγος. Το κεφάλι του πτώματος είχε μερικώς μουμιοποιηθεί, το δέρμα του προσώπου, οι μαλακοί ιστοί της κάτω γνάθου, τα μάτια, τα αυτιά και η γλώσσα έλειπαν, το στόμα ήταν εντελώς ανοιχτό, και το κρανίο ήταν άθικτο. Αφού αφαιρέθηκε το επάνω μέρος του κρανίου, βρέθηκε μία ενήλικη μύγα Protoformia terranovae μέσα στο κρανίο. Ο εγκέφαλος δεν υπήρχε. Βρέθηκαν επίσης μέσα στο κρανίο και προνύμφες. Είναι γνωστό ότι η Protoformia φτάνει στην ενηλικίωση από το αυγό σε 19-23 ημέρες στους 22 βαθμούς. Στην Κολονία, η P. terranovae θεωρείται το κοινότερο συνανθρωπικό είδος (σχετιζόμενο με ανθρώπους και ανθρώπινες δραστηριότητες), μετά την κοινή οικιακή μύγα (Musca domestica) και την κοινή πρασινόμυγα (Lucilia sericata).
Παρόλα αυτά, η θέση της μύγας ήταν παράδοξη, επιδή αφενός η P. terranovae κάνει το κουκούλι της πάνω στο υλικό όπου τρέφεται, εκτός κι αν είναι πολύ υγρό ή εκτίθεται σε έντονο φως, αν και υπάρχει η πιθανότητα η συγκεκριμένη μύγα να παγιδεύτηκε και να συνέχιζε την ανάπτυξή της εκεί, κι αφετέρου η μύγα αυτή επισκέπτεται τα πτώματα συνήθως ένα μήνα μετά το θάνατο, κι αυτή ήταν η πρώτη εύρεση P. terranovae σε πτώμα στην Κολονία από το συγκεκριμένο ινστιτούτο.

Περίπτωση 4. Η περίπτωση του σηψαιμικού αλκοολικού

Στις 14 Αυγούστου του 1996, ένας 46χρονος γνωστός αλκοολικός (80,5 κιλά) βρέθηκε νεκρός στο υπνοδωμάτιό του. Ήταν νεκρός για 5 μέρες. Η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα υπολογίστηκε στα 1,6 μέρη στα 1.000. Ο άντρας είχε ιστορικό υπέρτασης. Το πτώμα βρισκόταν σε τυμπανιαία κατάσταση. Μάζες αυγών βρέθηκαν στα γένια του και στις τρίχες του εφηβαίου. Βρέθηκαν επίσης μικρές προνύμφες 2-3 χιλ κυρίως κάτω από κύστεις δέρματος που προκλήθηκαν από τα έρια της σήψης. Επειδή τα θηλυκά του είδους Lucilia Caesar ωοαπέθεταν στο χώρο της νεκροψίας, η εντομολογική ανάλυση επικεντρώθηκε σε δύο σκούρα κόκκινα κουκούλια 6 χιλ, που βρέθηκαν προσκολλημένα στην κοιλιά του πτώματος.
Οι προνύμφες επωάστηκαν στους 17-20 βαθμούς, και 14 μέρες μετά, στις 28/8/1996, εμφανίστηκαν δύο ενήλικες μύγες του είδους Muscina stabulans, μήκους 9 χιλ. Η M. stabulans ενηλικιώνεται σε 28 μέρες σε θερμοκρασία 16 βαθμών, οπότε θεωρήθηκε ότι ίσως έτρωγαν τον άνθρωπο όσο ήταν ζωντανός ή σε κωματώδη κατάσταση. Αν επρόκειτο όμως για μυίαση, θα αναμενόταν γρηγορότερη ανάπτυξη από τη θερμοκρασία του σώματος στους 37 βαθμούς κι από τη δραστηριότητα των μαζών των προνυμφών. Για να βρεθεί αν ο άντρας αρρώστησε βαριά πριν πεθάνει, οι προνύμφες συνθλίφθηκαν και διερευνήθηκαν για βακτήρια.
Το ερυθρό χρώμα των κουκουλιών, καθώς και τα ερυθρά στίγματα που άφησαν στο υγρό χαρτί που τοποθετήθηκαν, υποδήλωναν την παρουσία του βακτηρίου Serratia marcescens της οικογένειας Enterobacteriaceae. Αυτό το πανταχού παρόν βακτήριο, που παλαιότερα πιστευόταν ότι δεν είναι παθογόνο, είναι γνωστό ότι προκαλεί μολύνσεις σε πληγές και σηψαιμία σε άτομα με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, και είναι ανθεκτικό σε πολλά αντιβιωτικά. Για παράδειγμα στη Βρετανία μεταξύ του 1986 και του 1987, πέθαναν περίπου 93 άνθρωποι από S. marcescens. Πιθανολογείται έτσι ότι ο αλκοολικός έπαθε μια λοίμωξη από S. marscescens κι έπειτα έπεσε σε κώμα, γι’αυτό και κάποιες μύγες ήρθαν πριν το θάνατό του.

Περίπτωση 5. Ο τοξικομανής που τον πέταξαν οι φίλοι του έξω για να μην τους πιάσουν

Στις 21/8/1996, στις 7:05 πμ, κοντά σε δάσος μέσα στην Κολονία, βρέθηκε το πτώμα γνωστού 28χρονου τοξικομανούς. Είχε ύψος 1,72 μ, βάρος 69,1 κιλά, αίμα: όχι αλκοόλ, καφεΐνη 0,85 mg/l, διαζεπάμη 0,12 mg/l, νορδιαζεπάμη 0,03 mg/l, και ούρα: μορφίνη 4/8 mg/l, κωδεΐνη 0,16 mg/l. Η τοξικολογική ανάλυση υποδήλωσε ότι ο θάνατος επήλθε 3 ώρες μετά τη λήψη ηρωίνης. Το ντυμένο πτώμα κοιτόταν εκτεθημένο σ’ένα σημείο με γρασίδι, και η αστυνομία ανέφερε ότι δεν το είδε εκεί στις 10 μμ το προηγούμενο βράδυ. Η μέση εξωτερική θερμοκρασία ήταν 23,1 βαθμοί στις 20/8/96, και 20,3 βαθμούς στις 21/8/96. Στα βλέφαρα βρέθηκαν μάζες αυγών, τα οποία εκκολάφθηκαν. Από τα στοματικά μόρια, τους πρόσθιους αναπνευστικούς πόρους και τα πίσω μέρη των προνυμφών του τρίτου σταδίου, το είδος της μύγας ταυτοποιήθηκε ως Lucilia ampulacea, ένα από τα είδη του γένους Lucilia που σπάνια σχετίζεται και με ζωντανούς ανθρώπους στην Κολονία.
Η περίπτωση αυτή θεωρήθηκε ενδιαφέρουσα από τους ερευνητές για τρεις λόγους. Πρώτον, στην περίπτωση του φόνου ενός παιδιού της Βαϊμάρης, μίας από τις γνωστότερες μηνύσεις στη Γερμανία, ο συγγραφέας ρωτήθηκε αν τα δεδομένα από τα αρθρόποδα θα μπορούσαν να καταδείξουν αν δύο πτώματα τοποθετήθηκαν έξω δίπλα στο δάσος τη μέρα ή τη νύχτα. Η ιδέα ήταν ν’αναλυθούν οι αναπτυξιακές φάσεις των γενών Lucilia και Callifora, και αφού οι περισσότεροι ερευνητές αναφέρουν ότι η Callifora δεν ωοαποθέτει τη νύχτα, αυτό θα μπορούσε να υπολογιστεί συγκρίνοντας τα οψιμότερα στάδια της Lucilia με τα πρωιμότερα της Callifora. Ο ιατροδικαστικός εντομολόγος ωστόσο δε μπόρεσε να απαντήσει, επειδή οι προνύμφες είχαν απομακρυνθεί από το πτώμα, αποξηρανθεί σε χαρτοσακούλα και έπειτα πεταχτεί. Δεύτερον, η επίδραση των ναρκωτικών στα πτώματα και στα έντομα τώρα αρχίζει να διερευνάται και λίγα είναι ως τώρα γνωστά, οπότε η περίπτωση αυτή απλώς καταδεικνύει ότι η L. ampulacea δεν απωθείται από την ηρωίνη, η οποία σίγουρα υπήρχε στο πτώμα, αλλά ο υπολογισμός της ήταν αδύνατος. Τρίτον, η παρουσία μόνο πρώιμων σταδίων της μύγας, μαζί με δύο υποστατικές κηλίδες στο πτώμα (το αίμα στα πτώματα λιμνάζει στο χαμηλότερο σημείο, και μετά από ένα διάστημα μένει ΄μόνιμα εκεί, δηλώνοντας την αρχική θέση που βρέθηκε/τοποθετήθηκε, η εύρεσή του δίπλα σε μονοπάτι, και το γεγονός ότι την προηγούμενη μέρα δεν ήταν εκεί, υποδηλώνουν ότι ο άνθρωπος πέθανε μέσα σε σπίτι και αργότερα μεταφέρθηκε έξω. Δεν είναι σπάνιο ένας τοξικομανής να πεθάνει στην παρέα των φίλων του, οι οποίοι απλώς νομίζουν ότι κοιμάται ή είναι μαστουρωμένος, και μόλις διαπιστώσουν το θάνατο να πετάξουν το πτώμα κάπου έξω για ν’αποφύγουν τις πολλές ερωτήσεις και τις έρευνες.
Στο πτώμα βρέθηκαν επίσης 10 ισόποδα του είδους Porcellio scaber, ενός κοινού είδους στην Κολονία. Αν κι αυτό δεν έχει κάποια διαγνωστική σημασία, ο συγγραφέας το αναφέρει επειδή τα αρθρόποδα αυτά ζουν σε εξωτερικούς χώρους, οπότε αν τύχει ποτέ να βρεθεί πτώμα με τέτοια ισόποδα σε διαμέρισμα, αυτό θα δηλώνει ότι ο άνθρωπος πέθανε έξω και μεταφέρθηκε αργότερα.

Περίπτωση 6. Ο νεκρός που έμεινε στο μπαλκόνι για σχεδόν ένα μήνα

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1996, βρέθηκε το πτώμα ενός 66χρονου άντρα στο μπαλκόνι του σπιτιού του στον 8ο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κολονία. Όταν βρέθηκε, το ύψος του μετρήθηκε στο 1,59 μ και το βάρος του στα 46,5 κιλά, και τα επίπεδα αλκοόλ υπολογίστηκαν στα 1,07 μέρη στα 1.000 την ώρα του θανάτου του. Το πτώμα πιστευόταν ότι βρισκόταν εκέι για 25 μέρες, από τις 31 Αυγούστου του 1996, έως τις 25 Σεπτεμβρίου, οπότε βρέθηκε. Ο μαλακός ιστός του προσώπου, ο λαιμός και το δεξιό αυτί είχαν καταστραφεί από τις προνύμφες των μυγών, το δέρμα ήταν λιπαρό και χρώματος πρασινοκαφέ, και η κοιλιά ήταν πρησμένη. Πάνω στο πτώμα βρέθηκαν μάζες προνυμφών μύγας.
Μία μύγα που εκτράφηκε μέχρι την ενηλικίωση ταυτοποιήθηκε ως Parasarcophaga argyrostoma, γνωστή και με το συνώνυμο Sarcophaga argyrostoma. Στην Κολονία, το είδος είναι σπάνιο, ευρισκόμενο συνήθως σε σωρούς λάσπης, σε δοχεία τροφής στο ζωολογικό κήπο κλπ. Έως τώρα, δεν είχε βρεθεί σε πτώματα μέσα σε διαμερίσματα. Έως τώρα, δεν είχε αναγνωριστεί κάποια σχέση με το ύψος του διαμερίσματος και τον αποικισμό των πτωμάτων από διαφορετικά είδη μύγας. Γι’αυτό η P. argyrostama μπορεί να θεωρηθεί είδος που φανερώνει αν ένα πτώμα που βρίσκεται σε λιγο ή πολύ κλειστο περιβάλλον βρισκόταν προηγουμένως έξω, όπως σ’αυτήν την περίπτωση που βρέθηκε στο μπαλκόνι, δίπλα δηλαδή στο διαμέρισμα. Για μια πόλη σαν την Κολονία, με περιορισμένο αριθ΄μό ειδών, αυτές οι λεπτομέρειες παίζουν μεγάλο ρόλο.

Σας έφτιαξα τη διάθεση; Σας εύχομαι καλή συνέχεια στη μέρα σας.

Υγ. Η αρχική δημοσίευση είχε και φωτογραφίες των ευρημάτων. Αποθηκεύτηκε όμως στη wiki αυτήν χωρίς αυτές. Για παρόμοιες φωτογραφίες όμως, μπορείτε να επισκεφθείτε ιστοσελίδες όπως το liveleak ή το bestgore, όπου μπορείτε να δείτε φωτογραφίες και βίντεο από πτώματα σε διάφορες φάσεις αποσύνθεσεις και σε διάφορες περιβαλλοντικές συνθήκες.

Επιστρέφοντας λοιπόν απ’το Χωριό, όπου δεν έλειψα ούτε δύο μέρες, πήγα να δω τι κάνουν οι αποικίες των εντόμων μου. Βρίσκονται σε δώμα ταράτσας πάνω από τον πέμπτο όροφο στο σπίτι του πατέρα μου, και τα παράθυρα είναι λίγο ανοιγμένα τώρα με το ζεστό καιρό. Η θερμοκρασίες είναι ιδανικές για την ανάπτυξή τους. Πήγα λοιπόν στα αλευροσκούληκα, απ’όπου περίμενα τα κουκούλια να γίνουν σκαθάρια. Όμως λίγα βρήκα στην επιφάνεια, κι αρκετά ήταν αποξηραμένα. Το κουτί τους ήταν ανοιχτό, ώστε να ααερίζονται καλά, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος να φύγουν, παρόλα αυτά τα έχω σε μια λεκάνη για περισςότερη ασφάλεια, για να μην τα ρίξω κατά λάθος για παράδειγμα. Μόλις σήκωσα το κουτί τους για να δω μήπως είχε πέσει τίποτα στη λεκάνη, κάτι πανικόβλητο έτρεχε από εδώ κι από εκεί. Το έπιασα και ήταν ένα σαμιαμίδι, ένα μικρό γκέκο! Δεύτερη φορά που πιάνω όλως τυχαίως αυτό το είδος, και τελικά αποδείχθηκε ότι στο σπίτι του πατέρα μου υπάρχουν αυτές οι σαύρες, γιατί τόσα χρόνια υποθέταμε θεωρητικά ότι θα υπάρχουν γιατί μας έλεγαν έτσι κι ότι θα τις βρούμε, αλλά όσο ψάχναμε δε βρίσκαμε τίποτα!
Ήταν πολύ μικρό, αλλά για το είδος του ενήλικο κι αρκετά μεγάλο, γύρω στα 10-11 εκατοστά. Η ουρά του ήταν όσο και το σώμα του, και δεν ξέρω αν είχε κοπεί ποτέ, αλλά φαινόταν άθικτη. Είχε λεπτό και κιλυνδρικό σώμα με κοντά άκρα και μικροσκοπικά νυχάκια. Παρά το μικρό του μέγεθος, ήταν πολύ μυώδες, τα κόκκαλά του δε μπορούσα να τα νιώσω στον κορμό του. Όπως σ’όλα τα γκέκο, το κεφάλι ήταν μεγάλο σε σχέση με το σώμα με μεγάλα μάτια για τη νυκτόβια διαβίωση, στο συγκεκριμένο είδος κάπως τριγωνικό και ψηλό. Όπως στα περισσότερα γκέκο επίσης, οι φολίδες από πάνω ήταν κοκκώδεις κι από κάτω πλακώδεις. Είχε χρώμα ανοιχτό κάφέ.
Μόλις το έπιασα, έτρεξε να φύγει, αλά μετά τρόμαξε και σταμάτησε να κινείται εντελώς (τονική ακινησία), ίσως για να μιμηθεί το νεκρό ώστε να το αφήσουν οι εχθροί. Για να είμαι σίγουρος όμως μη μου φύγει ξαφνικά, τη φωτογράφιση την έκανα μέσα στη λεκάνη, όπου το έβαλα πάνω στο τσαντάκι μου. Μόλις το σήκωσα μετά, έβγαλε έναν πνιχτό και λεπτό ήχο – τα γκέκο έχουν φωνή. Κινούταν μόνο όταν το έσπρωχνα, και μετά σταματούσε. Πρόσεξα ότι όταν έτρεχε, τίναζε και την ουρά του, προφανώς για να προσελκύσει τον εχθρό προς εκείνο το μέρος του σώματος, για να την κόψει και να ξεφύγει – πολλές μικρές σαύρες τονίζουν την ουρά τους όταν βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Είχα αιχμάλωτο λοιπόν το ζώο που στοίχειωσε τις μυθολογίες των Μεσανατολιτών, οι οποίοι αδίκως του απέδωσαν τόσες κακές δυνάμεις. Τι είναι τελικά, μια μικρή σαυρίτσα που θα μπορούσε να την σηκώσει ακόμα ο αέρας.
Το μέλλον του φαινόταν ζωφερό εκεί πάνω. Τρία ζώα περίμεναν να το φάνε, όλα πεινασμένα κι έτοιμα να φάνε αυτό το μικρό, ανυπεράσπιστο λιμπάκι. Από τη μία ήταν ο γενειοφόρς μου δράκος η Αναμπέλα, η οποία θα το έτρωγε αμέσως. Ο προκάτοχός της άλλωστε στο παρελθόν την είχε ταΐσει περιστασιακά με σαμιαμίδια, οπότε τα ξέρει και πιστεύω πως θα το έτρωγε με συνοπτικές διαδικασίες, γιατί καλά είναι τα έντομα, αλά το κανονικό κρέας θα είναι καλύτερο. Από την άλλη ήταν ο κερασφόρος βάτραχός μου η Μπαλίτσα, ο οποίος μεγάλωσε και τώρα μπορεί να φάει άνετα σπονδυλωτό, που θα του δώσει ασβέστιο. Κι από την άλλη ήταν ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, ο οποίος θα μπορούσε να το φάει με μέτρια δυσκολία χωρ΄ςι την ουρά, την οποία ίσως μετά την έτρωγε, ή θα μπορούσε να την φάει το σαρκοφάγο φυτο΄μου. Δε μπορώ να ταΐσω ωστόσο ζωντανά σπονδυλωτά εκ΄τος από΄ψάρια και αμφίβια στα ζώα μου, για ηθικούς και συναισθηματικούς λόγους, κι επίσης η ηθελημένη θανάτωση ελληνικών ερπετών είναι παράνομη, ναι, ακόμα και η θανάτωση ενός μικρού σαμιαμιδιού θεωρητικά είναι παράνομη. Έτσι το απελευθέρωσα λίγο πιο μακριά, έξω απ’το δωμάτιο για να μη μου φάει άλλα έντομα! Από δώ και στο εξής θα κουράζεται λίγο παραπάνω για να βγάλει τον επιούσιο, κι ελπίζω ν’αφήσει αρκετούς απογόνους, για να έχουμε κοντά μας περισσότερα.
Αν και δεν πιστεύω ότι μού’φαγε όλα τα έντομα, όπως θέλω να λέω, αφού ήταν πολύ μικρό και μόνο μικρά θα μπορούσε να φάει, σίγουρ ακάποια έφαγε. Το δίδαγμα είναι ότι, ακόμα κι αν τα έντομα δε μπορούν να φύγουν από ανοιχτά κουτιά, άλλοι μπορούν να μπουν μέσα και να τα φάνε άνετα, ακόμα και στο φαινομενικά αποστειρωμένο περιβάλλον της πόλης. Οπότε με μία σίτα λύνεται το πρόβλημα. Από την άλλη καλό είναι ν’αφήνω κανένα ανοιχτό κυπελλάκι με έντομα, ώστε να προσελκύω τα σαμιαμίδια, αφού είναι πολύ συμπαθητικά και θα’θελα να τά’χω δίπλα μου και πού και πού ν’ακούω τη φωνούλα τους.

Το άρθρο δε μπορεί να συνεχίσει αν δεν γνωρίζω το ακριβές είδος του σαμιαμιδιού. Hemidactylus turcicus λοιπόν, ή Mediodactylus kotschyi;

Ενημέρωση 4/8/2015: Τελικά μου το αμαγμώρισαμ ως Hemidactylus turcicus, το κοινό, μεσογειακό ή τούρκικο σαμιαμίδι δηλαδή. Είναι το κοινότερο ελληνικό γκέκο, και ένα από τα πιο ευπροσάρμοστα ερπετά του κόσμου. Μπορεί να βρεθεί σ’όλη την Ελλάδα εκτός ίσως από κάποια μικρά νησιά, αν κι όχι σε μεγάλα υψόμετρα, γιατί το βραδινό κρύο περιορίζει τη δραστηριότητα αυτού του νυκτόβιου είδους. Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος. Είναι μικρό γκέκο μήκους 10 εκατοστών, σπάνια μεγαλύτερο στα 12-13 εκ. Η ουρά του είναι σχεδον όση και το σώμα του. Στη ράχη φέρει μικρές φυματώδεις φολίδες με μεγαλύτερες διάσπαρτες ανάμεσά τους, ενώ στην κοιλιά, στα χείλη και στα μπροστινά μέρη του κεφαλιού και στο κάτω μέρος της ουράς, οι φολίδες είναι πλακώδεις και επάλληλες. Όπως στα περισσότερα γκέκο και σ’όλα τα γκέκο της χώρας μας, τα μάτια του είναι μεγάλα με κατακόρυφες κόρες για καλή νυχτερινή όραση, και δεν έχουν κινητά βλέφαρα, αλλά μια προστατευτική μεμβράνη που προέρχεται από τα δύο τροποποιημένα και συνενωμένα βλέφαρα. Το χρώμα του είναι πολύ ανοιχτό καφέ, ανοιχτό γκρι με σκουρότερες κηλίδες και εγκάρσιες ζώνες στην ουρά, ενώ η κάτω πλευρά του είναι σχεδόν διάφανη. Υπάρχουν επίσης μονόχρωμα άτομα χωρίς σχέδια και κάποια με λευκωπό διάφανο χρωματισμό σ’όλο το σώμα. Την ημέρα τα χρώματά του σκουραίνουν, ενώ τη νύχτα παίρνει τον κανονικό του χρωματισμό, ο οποίος το βοηθά να παραλλάσσεται στις ανοιχτόχρωμες επιφάνειες όπου ζει. Είναι αναρριχητικό είδος που ζει σε βραχώδεις περιοχές, θαμνότοπους, παράκτιες περιοχές, αλλά και σε ανθρωπογενή περιβάλλοντα, όπως ερείπια, πετρότοιχους, εξωτερικά καθώς κι εσωτερικά κτιρίων. Οι ανθρώπινες αυτές δομές έχουν συμβάλει πολύ στην εξάπλωση του είδους, αφού του παρέχουν ασφάλεια και περισσότερη τροφή, ιδίως όπου υπάρχουν νυχτερινά φώτα όπου μαζεύονται έντομα. Τρέφεται με μικρά έντομα όπως κουνούπια, πεταλουδίτσες, μικρές κατσαρίδες, γρύλλους κ.ά. Συχνά το βρίσκουμε ακίνητο δίπλα σε φώτα να παραμονεύει για έντομα, ή να τα ακολουθεί αργά σε τοίχους. Το συναντούμε είτε μόνο είτε σε ομάδες των 2-5 ατόμων. Επειδή είναι μικροσκοπικό ζώο με πολύ μικρό κεφάλι, δε σημαίνει ότι είναι και χαζό. Σε μια μελέτη Καναδών ερευνητών του 1984, βρέθηκε ότι τα γκέκο του είδους αυτού προσανατολίζονται στα καλέσματα του αρσενικού γρύλλου Gryllodes supplicans, ο οποίος είναι κρυμμένος στην τρύπα του και δε μπορούν να τον πιάσουν, τρώνε όμως τα διερχόμενα θηλυκά που προσελκύονται απ’το κάλεσμά του (δορυφορική θήρευση). Για να διαπιστωθεί αν πράγματι έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στον ήχο του γρύλλου, οι ερευνητές έπαιξαν το κάλεσμα του συγκεκριμένου γρύλλου και το κάλεσμα του βατράχου, και τα γκέκο αντέδρασαν στο γρύλλο. Όπως όλα τα γκέκο, δε γεννά ποτέ πάνω από δύο αυγά τη φορά. Συνήθως γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, και συχνά τα θηλυκά γεννούν ομαδικά σε συγκεκριμένο μέρος. Οινεοσσοί είναι μόλις 2 εκ, και μολονότι μικρό ζώο, ωριμάζει γεννητικά αρκετά αργά, συνήθως στα δύο χρόνια. Όπως στα περισσότερα γκεκονοειδή γκέκο, τα αυγά είναι μικρά, σφαιρικά και σκληρά, και προσκολλώνται σε επιφάνειες. Όπως στα περισσότερα γκέκο επίσης, το είδος παράγει διάφορους ήχους για επικοινωνία.
Όπως και πολλλά άλλα γκέκο, το σαμιαμίδι διαθέτει κολλητικά τριχίδια σε ελάσματα στα πόδια του, τα οποία του επιτρέπουν να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, ή και να περπατάει στα ταβάνια. Το όνομα του γένους του το οφείλει στο γεγονός ότι τα ελάσματα στα δάκτυλά του χωρίζονται στα δύο, αλλά και στο ότι σταματούν περίπου στη μέση του δακτύλου, το υπόλοιπο του οποίου είναι γυμνό και φέρει στο τέλος ανεπτυγμένο νύχι, με το οποίο το γκέκο γαντζώνεται όταν δε μπορεί να κολλήσει καλά. Το γένος Hemidactylus της οικογένειας των γκεκονιδών (Gekkonidae) περιλαμβάνει πάνω από 110 είδη, με νέα ν’ανακαλύπτονται κάθε λίγα χρόνια. Τα περισσότερα είδη του γένους μοιάζουν με το κοινό σαμιαμίδι, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αποκλίνοντα είδη όπως αυτά των πρώην γενών Cosymbotus και Teratolepis, τα οποία συγχωνεύτηκαν στον ημιδάκτυλο, επειδή προέρχονται από κλάδους μέσα στο γένος και η ξεχωριστή τους ταξινόμηση θα το έκανε παραφυλετικό. Εναλλακτικά θα μπορούσε να διασπαστεί το γένος Hemidactylus σε μικρότερα γένη, αλλά αυτό δε συμφέρει για χάρη λίγων ειδών. Το γένος είναι κυρίως ασιατικό, με αρκετά μέλη στην Ινδία, στη ΝΑ Ασία και στα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού. Το σαμιαμίδι του Ειρηνικού (Hemidactylus phrenatus) είναι ένα ακόμα διαδεδομένο είδος του γένους, με εξάπλωση στα περισσότερα τροπικά ωκεάνια νησιά και στις παράκτιες περιοχές πολλών τροπικών περιοχών.
Επειδή πολλά μέλη του γένους μεταφέρονται εύκολα, είτε με φυσικό είτε με ανθρωπογενή τρόπο, οι αρχικές τους κοιτίδες δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούνεπακριβώς. Η αρχική κοιτίδα του μεσογειακού σαμιαμιδιού για παράδειγμα μπορεί να είναι η Ευρώπη ή η Εγγύς Ανατολή. Σήμερα το είδος απαντά στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στην Τουρκία, στα δυτικά και κεντρικά Βαλκάνια και ελάχιστα στην Κεντρική Ευρώπη, στην Ιταλία, στη νότια Γαλλία, στην Ιβηρική Χερσόνησο, σε σχεδόν όλα τα μεσογειακά νησιά, σ’όλες τις βορειοαφρικανικές χώρες (Αίγυπτος, Λιβύη, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο), και στις χώρες του Λεβάντε (Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Ιορδανία). Οι πληθυσμοί της Αραβικής Χερσονήσου, της Σωμαλίας και των Νότιων ασιατικών περιοχών μέχρι την Ινδία έχουν μεταφερθεί στο είδος H. robustus το 2006. Το είδος έχει επίσης εισαχθεί από τον άνθρωπο στην αμερικανική ήπειρο, όπου έχει εγκαθιδρύσει ισχυρούς πληθυσμούς στης νότιες ΗΠΑ, στο Μεξικό, στη Γουατεμάλα, στο Μπελίσε, στην Κούβα, στο Πουέρτο Ρίκο και στον Παναμά. Δηλαδή το εύκρατο αυτό΄είδος έχει προσαρμοστέι και σε τροπικές συνθήκες. Η προσαρμογή του σε ψυχρότερα κλίματα ωστόσο είναι πιο δύσκολη, και στα βορειότερα μέρη της εξαπλωσής του στην Αμερική επιβιώνει κυρίως σε θερμότερα ανθρωπογενή περιβάλλοντα. Το βορειότερο όριο της εξάπλωσής του στην Ευρώπη είναι λίγες θερμότερες περιοχές της νότιας Τσεχίας. Το είδος ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ελαφρείς χειμώνες, όπως το μεσογειακό, κατά τους οποίους δεν πέφτει σε πλήρη χειμερία νάρκη, αλά δραστηριοποιείται όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν προσωρινά. Το είδος χρειάζεται απλώς κατάλληλες επιφάνειες και κρυψώνες, σωστές θερμοκρασιες και σταθερή παροχή μικρών εντόμων για να επιβιώσει. Είναι ανθεκτικό στα εντομοκτόνα, γι’αυτό μπορει να επιβιώσει ακόμα και σε χώρους που ψεκάζονται συχνά για τα έντομα, ενώ εκεί όπου δεν έχει πολλούς εχθρούς, ο πληθυσμός του αυξάνεται αρκετά. Εχθροί του είναι σχεδόν όλα τα σαρκοφάγα ζώα μεγαλύτερά του, που είναι αρκετά γρήγορα για να το πιάσουν. Συνήθως αν πιαστεί από έναν εχθρό ρίχνει την ουρά του, η οποία κινείται για λίγο, ώστε να τραβήξει την προσοχή του εχθρού και η σαύρα να φύγει, οπότε θ’αναγεννήσει την ουρά αργότερα, κάτι κοινό στα περισσότερα γκέκο και σε άλλες σαύρες.

Το άλλο διαδεδομένο γκέκο της χώρας μας είναι ο μεσοδάκτυλος, κυρτοδάκτυλος ή κυρτοδάκτυλο σαμιαμίδι, Mediodactylus kotschyi. Το μόνο είδος του μεσανατολικού γένους του της οικογένειας των γκεκονιδών με εξάπλωση στην Ευρώπη, ο κυρτοδάκτυλος ταξινομούταν παλαιότερα στο γένος Cyrtodactylus και παλαιότερα στο γένος Cyrtopodion. Το γένος Cyrtodactylus περιελάμβανε πάρα πολλά ετερογενή είδη, από την Ευρώπη έως τη Νέα Γουινέα, γι’αυτό και διασπάστηκε. Χαρακτηριστικό τους είναι τα κυρτά δάκτυλα χωρίς κολλητικά τριχίδια, κάνοντάς τα κυρίως εδαφόβια γκέκο. Το δικό μας είδος κυρτοδάκτυλου είναι πιο εδαφόβιο από το κοινό σαμιαμίδι, ζώντας κυρίως ανάμεσα ή κάτω από πέτρες, μπορεί ωστόσο, χάρη στο μικρό του μέγεθος, τα λεπτά του δάχτυλα και τα μικρά του νύχια, να σκαρφαλώσει άνετα σε τραχίες επιφάνειες, γι’αυτό και μπορεί να σκαρφαλώσει στους περισσότερους τοίχους και το βρίσκουμε κι αυτό σε ανθρώπινες κατασκευές, αν και σπανιότερα από τον H. turcicus. Ξεχωρίζει από το κοινό σαμιαμίδι από το λεπτότερό του σώμα και άκρα (το λεπτότερο γκέκο της Ελλάδας), καθώς κι από τα κυρτά δάχτυλά του. Φτάνει κι αυτό τα 10 εκ, και σπανιότερα είναι μεγαλύτερο, έως και 12 εκ. Η ουρά είναι περίπου το μισό σώμα. Έχει πιο σκούρα χρώματα από το κοινό σαμιαμίδι, με αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ, και η ράχη του φέρει εγκάρσιες τεθλασμένες γραμμές, αν και μερικά άτομα είναι μονόχρωμα. Η κοιλιά του είναι λευκοκίτρινη, και τα φύματα στη ράχη μικρά. Τα χρώματα σκουραίνουν την ημέρα και ανοίγουν τη νύχτα. Είναι νυκτόβιο, αλά σε εποχές χαμηλών θερμοκρασιών γίνεται ημερόβιο. Παράγει κι αυτό ήχους, γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, και οι νεοσσοί έχουν μήκος 2 εκ. Στη χώρα μας παρουσιάζει μικροενδιμισμό, με κάθε νησί και περιοχή να έχει το δικό του υποείδος, όπως οι περίφημοι σπίνοι του Δαρβίνου στα Γκαλαπάγκος. Έτσι έχουμε: Mediodactylus kotschyi adelphiensis στις νησίδες γύρω από το νησί Σύρνα, M. C. bartoni στη δυτική Κρήτη, M. C. Beutleri στη Λέσβο, στον Άγιο Ευστράτιο, στην Κάλυμνο, στην Κω, στους Φούρνους, στη Σύμη, πιθανόν και στη Σάμο, M. c. bibroni στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, στη Θάσο, στη Σαμοθράκη, στην Κέα, στην Κύθνο, στη Μακρόνησο και στα Κύθηρα, M. c. bileki στη Στρογγύλη και στη Μάκρη βδ της Ρόδου, M. c. buchholzi στη Σίφνο και στις γύρω νησίδες, M. c. danilewskii στην Α. Θράκη, πιθανόν και στη Λήμνο, M. c. fuchsia στις Βόρειες Σποράδες, M. c. calypsae στη Γαύδο, M. c. kotschyi στη Σύρο και στις γύρω νησίδες, M. c. oertzeni στην Κάρπαθο και στα γύρω νησιά και νησίδες, M. c. Saronicus στις δυτικές και κεντρικές Κυκλάδες, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Ύδρα και στις Σπέτσες, M. c. schultzewestrumi στη βαλάτσα της Σκύρου, M. c. skopjensis στη βόρεια Μακεδονία, M. c. solerii στην Αστυπάλαια και στις κοντινές νησίδες, στην Κίναρο και στη Λέβιθα, M. c. stepaneki στο Ζαφορά της Αστυπάλαιας, πιθανόν και στην Αστακίδα, M. c. tinensis στην Άνδρο και στην Τήνο, και M. c. wettsteini στις νησίδες της ανατολικής Κρήτης (Χρυσή, Μικρονήσι, Γαϊδουρονήσι, Αυγό). Τα υποείδη μπορεί να υβριδίζονται σε μερικά νησιά. Προφανώς το είδος αυτό δε μεταφέρεται τόσο εύκολα ώστε ο πληθυσμός του να είναι ομοιογενείς, γι’αυτό και σε κάθε τόπο αναπτύσσει διαφορετικό τύπο, για να υπάρχει ωστόσο σε κάθε βραχονησίδα σημαίνει ότι μεταφέρεται εύκολα κάποιες φορές, αν και σπάνια. Εκτός απ’την Ελλάδα, το είδος μπορεί να βρεθεί στα νότια Βαλκάνια (Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία) και στην Ουκρανία – όχι όμως στη Ρουμανία -, , στην Τουρκία, στην Κύπρο, στις χώρες του Λεβάντε, και στη νοτιοδυτική Ιταλία. Ίσως να επεκτείνεται ανατολικότερα στη Μέση Ανατολή, έως το Ιράκ και το Ιράν. Έχει επίσης εισαχθεί στην Ουγγαρία, αν κι εκεί επιβιώνει σε πολύ μικρές εστίες.

Το τρίτο και μεγαλύτερο γκέκο της χώρας μας και της Ευρώπης είναι η ταρέντολα, το μαυριτανικό γκέκο ή μαυριτανικο΄σαμιαμίδι, Tarentola mauritanica. Ανήκει στην οικογένεια των φυλλοδακτυλιδών (Phyllodactylidae), η οποία διασπάστηκε από τους γκεκονίδες πρόσφατα. Έχει σχετικά μικρή εξάπλωση στην Ελλάδα, με πληθυσμούς στη Δυτική μόνο Ελλάδα, στην δυτική και βόρεια Πελοπόννησο, στην Κρήτη και στη νησίδα Δία, στην Κεφαλονιά, στην Ιθάκη, στη Ζάκυνθο και στις στροφάδες. Στις τελευταίες δύο περιοχές απαντά το υποείδος Tarentola mauritanica fascicularis, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές το φερώνυμο υποείδος. Είναι ένα αρκετά στρουμπουλό και γεροδεμένο γκέκο με πλατύ κεφάλι και τραχιά φύματα στη ράχη και στα άκρα, που μπορεί να φτάσει τα 16 εκ, εκ των οποίων περίπου το μισό είναι η ουρά. Οι αναγεννημένη ουρά μετά την αυτοτομή έχει πιο λείες φολίδες από την αρχική. Το χρώμα του είναι καφετι΄ή γκριζωπό με σκουρότερες ή ανοιχτότερες κηλίδες, σκουρότερο την ημέρα και ανοιχτότερο τη νύκτα. Ζει σε βραχώδεις περιοχές, σε κορμούς μεγάλων δέντρων, σε ερείπια και πετρότοιχους, αλά μπορεί κι αυτό να βρεθεί γύρω και μέσα σε κτίρια. Είναι αναρριχητικό είδος, και όπως και τα υπόλοιπα σαμιαμίδια, χρησιμοποιεί τις νυχτερινές λάμπες προς όφελός του. Εξαιτίας του μεγαλύτερου μεγέθους του, μπορεί να τρώει μεγαλύτερα έντομα. Αν και νυκτόβιο, τις εποχές με κρύες νύκτες δραστηριοποιείται και κατά την ημέρα, ενώ μπορέι να λιάζεται προστατευμένο στην κρυψώνα του, ακόμα και το χειμώνα. Γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, τα οποία συνήθως κολλά σε σχισμές βράχων, κάτω από πέτρες ή σε κουφάλες μεγάλων δέντρων, και συχνά πολλά θηλυκά γεννούν ομαδικά στα ίδια μέρη. Οι νεοσσοί έχουν μήκος 5 εκ, και ωριμάζουν αρκετά αργά, έως και σε 4-5 χρόνια. Όπως και τα υπόλοιπα ελληνικά γκέκο, παράγει ήχους.
Η T. mauritanica είναι το μόνο είδος του γένους Tarentola που φτάνει στην Ευρώπη. Μπορεί επίσης να βρεθεί στην Πορτογαλία εκτος από τα βορειοδυτικά, στην Ισπανία εκτός από τα βόρεια, στη Νότια Γαλλία, στις ακτές της Ιταλίας, στις ακτές της Κροατίας και της Σλοβενίας, αν κι όχι στην Αλβανία, στα περισσότερα μεσογειακά νησιά, στα παράλια της Βόρειας Αφρικής, αλά και στο μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκο και στη βορειοδυτική και δυτική Σαχάρα. Έχει Επίσης εισαχθεί στη νοτιοδυτική Σαχάρα, στις Κανάριες Νήσους, στις Βαλεαρίδες Νήσους, στη Μαδέρα, αλά και στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ, στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και στο Μπουένος Άυρες τις Αργεντινής. Οι περισσότεροι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί επίσης ίσως είναι προΊόν παρελθοντικής εισαγωγής. Το γένος Tarentola, το οποίο αριθμεί περί τα 26 είδη, είναι κυρίως αφρικανικής εξάπλωσης, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στη Β. Αφρική. Ορισμένα είδη του απαντώνται στην Καραϊβική, όπου πιθανότατα έφθασαν από διαωκεάνια μεταφορά πάνω σε επιπλέοντα αντικείμενα σε σχετικά πρόσφατη γεωλογική εποχή. Τα περισσότερα είδη είναι αναρριχητικά, αν και υπάρχουν και εδαφόβια είδη που έχουν χάσει την κολλητική τους ικανότητα, όπως το γνωστό κρανοφόρο γκέκο της ερήμου (Tarentola chazaliae), κάπως κοινό στην αιχμαλωσία. Και η T. mauritanica κυκλοφορεί στην αιχμαλωσία, αν και σπανιότερα. Δυστυχώς, λόγω των χαμηλών τιμών των εισαγόμενων δε γίνεται προσπάθεια αναπαραγωγής τους, και τα περισσότερα ζώα προέρχονται από την Αίγυπτο. Η αιχμαλώτιση ελληνικών ειδών είναι παράνομη. Μοναδικό χαρακτηριστικό λοιπόν αυτού του γένους και κανενός άλλου γκέκο από τα περίπου 1.500 είδη του κλάδου αυτού είναι η παρουσία οστεοδερμάτων ή οστέινων πλακών κάτω απ’το δέρμα για προστασία. Τα οστεοδέρματα της ταρέντολας είναι μικροσκοπικά, κοκκώδη, και βρίσκονται συνήθως τρία κάτω από κάθε φολίδα σε σχεδόν ολόκληρο το σώμα. Εξαιτίας αυτών των πλακών, αλά και των μεγάλων φυμάτων στη ράχη, μία από τις αγγλικές ονομασίες τους είναι κροκοδειλογκέκο (crocodile geckos), αν και συνήθως αποκαλούνται γκέκο των τοίχων (wall geckos).

Συχνά τα γκέκο δύσκολα τα εντοπίζουμε, αλλά μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξή τους από τα ίχνη τους. Και τα τρία ελληνικά είδη παράγουν ήχους, είτε για να προσελκύσουν το αντίθετο φύλο, είτε για να διακηρύξουν την περιοχή τους, ή για να ξαφνιάσουν τον εχθρό αν τρομάξουν. Τα αρσενικά φωνούν πολύ περισσότερο από τα θηλυκά. Τα κοινά σαμιαμίδια παράγουν ένα συνεχόμενο, ψιλό ήχο σαν «τσικ τσικ τσικ», που διαρκέι λίγα δευτερόλεπτα και μοιάζει λίγο με γρύλλο ή πουλάκι και χρησιμεύει στην αναπαραγωγή και στη διακήρυξη της περιοχής. Τις μέρες αυτές που ήμουν στο εξοχικό στη Χαλκιδική, κάθε βράδυ τα άκουγα παντού. Ο ήχος ερχόταν από στέγες, κολόνες με λάμπες, φυλλωσιές και γωνίες. Τα έχω ακούσει επίσης στη Θεσσαλονίκη αρκετές φορές, και μια φορά πέρσι ένα ψηλά στο μπαλκόνι μου. Αν ξέρετε πώς ακούγονται και προσέχετε τους νυχτερινούς ήχους, θα τα ακούσετε παντού.
Ένα ακόμα ίχνος που αφήνουν, και φαίνεται ευκολότερα σε εσωτερικούς χώρους, είναι τα περιττώματά τους, τα οποία είναι μικρά, μακρόστενα και μαύρα σαν ποντικοκούραδα, μήκους 5 χιλ, και πλάτους 2 χιλ. Τα σαμιαμίδια προτιμούν ένα συγκεκριμένο μέρος για την αφόδευσή τους, το οποίο δεν είναι πάντοτε βολικό για τους ανθρώπους.

Οι πληθυσμοί και των τριών ειδών γκέκο που απαντούν και στη χώρα μας δεν απειλούνται προς το παρόν πουθενά στην περιοχή εξάπλωσής τους, αν και κατά τόπους μπορεί να επηρεάζονται αρνητικά από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους, την αγροτική ανάπτυξη, τα σαρκοφάγα κατοικίδια όπως οι γάτες κλπ. Γενικώς ωστόσο τα είδη αυτά δεν κινδυνεύουν, γι’αυτό η Διεθνής Ένωση για την Προστασία της Φύσης (IUCN) τα κατατάσσει στην κατάσταση ελαχίστης ανησυχίας. Στη χώρα μας ωστόσο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, τα γκέκο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα ερπετά και αμφίβια, προστατεύονται από νομοθεσία. Η θανάτωση, η κακοποίηση, η αιχμαλώτηση, η πώληση ζωντανών ή νεκρών ατόμων, είναι παράνομες πράξεις.

Το σαμιαμίδι, ως μικρό, νυκτόβιο, ικανό να σκαρφαλώσει σχεδόν οπουδήποτε με σχεδόν μαγική ικανότητα, φωνητικό, με μεγάλα μάτια, ικανό να επιβιώσει σε σπίτια κλπ, δηλαδή με χαρακτηριστικά που το ξεχωρίζουν από τις άλλες σαύρες, έχει συγκεντρώσει πολλούς μύθους και δοξασίες γύρω του. Φέρνει καλή ή κακή τύχη, είναι κακό αλλά η θανάτωσή του θα φέρει κακή τύχη, το κατούρημα ή το δάγκωμά του είναι δηλητηριώδες, μολύνει επίτηδες τα τρόφιμα και το νερό φτύνοντας μέσα τους δηλητήριο, προκαλεί εξανθήματα αν αγγίξει άνθρωπο, αν πέσει πάνω σε άνθρωπο μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα ανάλογα με το σημείο όπου έπεσε, ο ήχος του προμηνύει κάτι κακό κλπ, είναι λίγες από τις δοξασίες που αφορούν το σαμιαμίδι στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Μεσόγειο. Ακόμα και τα ονόματα που του έχουν δοθεί παραπέμπουν σε κάτι κακό, αν και η ετυμολογία τους ξεχάστηκε σήμερα: Σαμιαμίδι, σαμαμίθι, σαμαμίθιον (κυπριακά), σαμιάμιθος από το αραβικό σαμαμίθ ή το εβραϊκό σαμαμέθ, δηλαδή δηλητήριο, μολυντήρι επειδή υποτίθεται μόλυνε τα τρόφιμα φτύνοντας δηλητήριο, μισιαρός ή μισαρός από το μιαρός, κλπ. Επίσης από τη λέξη σαμιαμίδι έχουν προέλθει πολλές παρετυμολογήσεις που προσπαθούν να τη συνδέσουν με τη μύτη, όπως σαμιομύτας, ψαμαμύτα κλπ. Οι αρχαίες ελληνικές του ονομασίες (ασκαλαβώτης, γαλεώτης, κωλώτης) είναι δυσετυμολόγητες, επειδή προέρχονται από προελληνικές γλώσσες, αφού οι Ινδοευρωπαίοι, ερχόμενοι από βορειότερα γεωγραφικά πλάτη, δε γνώριζαν τα γκέκο για να τα δώσουν ιδιαίτερη ονομασία, παρόλα αυτά πιθανότατα δεν είχαν να κάνουν με το δηλητήριο, αφού οι δοξασίες αυτές ήρθαν στην Ελλάδα αργότερα. Κάποιες άλλες δοξασίες εντούτοις, όπως ότι το σαμιαμίδι είναι οιωνός διαφόρων πραγμάτων, συνήθως του κακού, υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα. Φυσικά όλα τα γκέκο είναι εντελώς αβλαβή ζώα και επίσης ωφέλιμα, αφού τρώνε επιβλαβή έντομα όπως κουνούπια και κατσαρίδες. Σπίτια με σαμιαμίδια έχουν πολύ λιγότερες κατσαρίδες.

Τελικά, από μια απλή δημοσίευση της φωτογραφίας ενός γκέκο προς αναγνώριση, το άρθρο μου έγινε οδηγός για τα ελληνικά γκέκο.

Πηγές:
πληροφορίες για το Hemidactylus turcicus στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για το H. turcicus στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hemidactylus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το H. turcicus
φωνόταξη του γκέκο προς το κάλεσμα των γρύλλων – μία περίπτωση δορυφορικής θήρευσης
πληροφορίες για το Mediodactylus kotschyi στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για το M. kotschyi στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το M. kotschyi
πληροφορίες για την Tarentola mauritanica στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για την T. mauritanica στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την T. mauritanica
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Tarentola
η δομή των οστεοδερμάτων στο γκέκο: Tarentola mauritanica

Ενημέρωση 22/6/2016: Πρόσφατα ένα βράδυ άκουγα ένα σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus) πάνω από μία πόρτα, όπου υπάρχει λάμπα που μαζεύει πολλά έντομα. Και πέρσι ακουγόταν ένα εκεί, και ίσως να είναι το ίδιο. Πιθανότατα είναι αρσενικό που διακηρύσσει την περιοχή του. Φωνούσε περιστασιακά για ακετή ώρα, κι έτσι ΄΄στάθηκα τυχερός και πρόλαβα να απαθανατίσω τον ήχο σε βίντεο. Σπανίζουν οι ηχογραφήσεις του συγκεκριμένου είδους στο Διαδίκτυο, Αν και δεν εντόπισα το σαμιαμίδι, τον ήχο του μπορείτε να τον ακούσετε καθαρά.

Τώρα, όταν θα ακούτε το βράδυ το καλοκαίρι παρόμια τσικ-τσικ-τσικ σε γωνίες ή κοντά σε λάμπες, θα ξέρετε τι είναι.

Ενημέρωση 15/7/2017: Θέλει και λίγο τύχη για να το πετύχεις αυτό. Στις 10 Ιουλίου λοιπόν, στο ίδιο ακριβώς μέρος, στο δώμα της ταράτσας, πίσω από ένα τελάρο με δύο ντραμιτζάνες κρασί και ίσως ακόμα και μέσα σε κάποια ρωγμή στον τοίχο, άκουσα δύο σαμιαμίδια να μαλώνουν. Πρόλαβα και βιντεοσκόπησα τη σκηνή, αλλά εφόσον δε φαίνονται ουσιαστικά πρόκειται για ηχογράφηση. Ακούγονται όμως καθαρά. Πιθανόν μάλωναν δύο αρσενικά για την επικράτηση σε μια περιοχή. Αυτό που κάνει τη συνεχόμενη σειρά κρωξιμάτων μάλλον είναι ο κάτοχος της περιοχής, ενώ το άλλο που κάνει τα πιο απομονωμένα, πιο έντονα και πιο υψίφωνα κρωξίματα είναι ο ηττημένος που μάλλον προσπαθεί να αμυνθεί. Είναι η δεύτερη φορά που πετυχαίνω δυο σαμιαμίδια να μαλώνουν, και πάλι στο ίδιο μέρος.

Οπότε το μέρος έχει πέραν κάθε αμφιβολίας κάποια σαμιαμίδια (Hemidactylus turcicus) ως μόνιμους κατοίκους. Εφόσον οι αποικίες εντόμων μου είναι καλά κλειστές, δεν τρέφονται από εκεί. Ίσως να τρέφονται από κανένα έντομο που ξεφεύγει από τις αποικίες, αλά κι αυτό είναι σπάνιο. Πιθανότατα θα πιάνουν μικρά έντομα όπως μυρμήγκια, μυγάκια, κουνούπια ή και αράχνες, ή μπορεί να βγαίνουν και έξω να κυνηγήσουν και να γυρίζουν. Δεν ξέρω πού βρίσκουν τροφή, αλ΄λα επειδή η εύρεση τροφής εκεί μέσα μου φαίνεται δύσκολη και κινδυνεύω να τα χάσω, επειδή αν δεν τρώνε εκεί σίγουρα θα φύγουν αλλού, προσπαθώ να τα κρατήσω στο μέρος αφήνοντας τροφή. Ήδη η πρώτη προσπάθειά μου με ένα κυπελάκι με 5 μικρά αλευροσκούληκα και 5 νεογέννητες κατσαρίδες Αργεντινής απέτυχε• δεν φαγώθηκε τίποτα. Πιστεύω ότι βασικότερος λόγος για την αποτυχία ήταν το νέο αντικείμενο που εισέβαλε ξαφνικά στο χώρο τους, αλά και οι μετακινήσεις αντικειμένων που είχα κάνει την προηγούμενη μέρα, μήπως και τα βρω. Τώρα έχω αφήσει το κυπελάκι κοντά στο μέρος που τα άκουσα να μαλώνουν για να το συνηθίσουν, και σε λίγες μέρες θα ξαναβάλω έντομα.

Πριν μερικές εβδομάδες, αγόρασα από το feeders.gr λίγα αλευροσκούληκα για τις σαύρες μου. Στην πραγματικότητα δεν είναι τα κοινά αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), αλλά τα γιγάντια, βασιλικά αλευροσκούληκά ή superworms (Zophobas morio). Κατάγονται απ’τη Νότιο Αμερική, Γίνονται ως και 4-5 εκ, και η ιδιαιτερότητά τους είναι ότι επειδή είναι κανιβαλιστικά προς τα κουκούλια του είδους τους, δε νυμφώνονται όταν βρίσκονται πολλά μαζί, οπότε μπορείς να έχεις πολλά μαζί χωρίς την ανησυχία ότι θα γίνουν κουκούλια και θα μεταμορφωθούν σε σκαθάρια. Αρνητικό είναι ότι στο διάστημα αυτό δεν τρώνε, και αν δε διατηρούνται στο ψυγείο πεθαίνουν σχετικά γρήγορα, ιδίως αν είναι καλοκαίρι και ο μεταβολισμός τους είναι υψηλός. Έτσι έγινε και σ’αυτήν την περίπτωση. Άρχισαν να ψοφάνε και διάλεξα διάφορα σε διάφορες φάσεις της αποδόμησής τους για να σας τα δείξω.
Το πρώτο αριστερά έχει πεθάνει πρόσφατα, κι ακομα δεν έχει ιδιαίτερες αλλαγές από ένα ζωντανό. Το αμέσως επόμενο είναι λίγο διογκωμένο και αρχίζει να μαυρίζει. Όπως και στα σπονδυλωτά, έτσι και τα ασπόνδυλα συσσωρεύουν αέρια κατά την αρχή της αποσύνθεσής τους στο πεπτικό σύστημα κι έτσι πρήζονται ελαφρώς. Το πρήξιμο αυτό έχει παραμορφώσει και απολιθώματα εντόμων. Το αμέσως επόμενο έχει μαυρίσει καλά, έχει αδυνατίσει αρκετά, έχει σχεδόν δισδιαστατοποιηθεί και από την κάτω πλευρά έχει κάνει ένα αυλάκι εξαιτίας της απώλειας υγρών. Έτσι γίνονται και τα ζωντανά αλευροσκούληκα που είναι υποσιτισμένα και ταλαιπωρημένα, που εγώ τα λέω μαραμένα. Και τέρμα δεξιά είναι τα θραύσματα από δύο σχεδόν αποξηραμένα έντομα. Εντελώς αποξηραμένο κι ολόκληρο δε βρήκα, πάντως το απομεινάρι μετά την αποσύνθεση των μαλακών μερών σ’όλα τα αρθρόποδα είναι ο εξωσκελετός, ο οποίος μπορεί να είναι πλήρης αν το αρθρόποδο αφέθηκε σε ήσυχο σημείο. Ο χιτινώδης εξωσκελετός θα θρυμματιστεί και θ’αποδομηθεί αργότερα, αλλά σε ξηρό περιβάλλον μπορέι να διατηρηθεί επ’αόριστον. Στην περίπτωση των αλευροσκούληκων, αν και είναι σκληρά, όπως όλες οι προνύμφες έχουν αρκετά υγρά και πολύ λίπος, άρα ο εξωσκελετός δύσκολα διατηρεί τη μορφή του ζωντανού εντόμου, συνήθως μαυρίζει και αδυνατίζει, αν και σε ελεγχόμενο ξηρό περιβάλλον πιστεύωπως δε θα χαλάσει.
Τα αλευροσκούληκα αυτά ήταν λίγα, και ο χώρος τους ξηρός, οπότε δε μύριζαν σχεδόν καθόλου. Μια άλλη φορά ωστόσο, την προηγούμενη που πήρα τέτοια αλευροσκούληκα, λόγω ζέστης και μεγάλου πληθυσμού, άρχισαν να σαπίζουν όλα μαζί. Το κουτί είχε ζεσταθεί από τη βακτηριακή δραστηριότητα και μύριζαν σαν χαλασμένες γαρίδες, άλλωστε είναι συγγενικά είδη και πιθανόν θα έχουν παρόμοιες αναλογίες αμινοξέων και λιπαρών. Από εκεί έσωσα λίγα ζωντανά, αλλά ο γενειοφόρος δράκος, παρόλο που είναι είδος με χαμηλή όσφρηση, δεν τα έφαγε. Αφού τα έπλεινα καλά έφαγε δύο με δυσκολία, και για να μην του κάνουν τυχόν κακό τα πέταξα όλα όπως ήταν, ζωντανά και νεκρά, για να σαπίσουν στα σκουπίδια με την ησυχία τους. Τα κοινά αλευροσκούληκα θα είχαν λύσει το πρόβλημα με τον κανιβαλισμό, κι αυτή η δυσάρεστη κατάσταση θα είχε αποφευχθεί.

Έτσι, αντί για τον ασαφή σκελετό ενός κάποτε ζώντος όντος που αφήνουν τα σπονδυλωτά, ή το εντελώς απρόσωπο όστρακο που αφήνουν τα μαλάκια, τα αρθρόποδα αφήνουν όλο τους το περίβλημα, διατηρώντας αναλλοίωτη ή σχεδόν αναλλοίωτη την εικόνα τους. Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν τα αρθρόποδα προλάβαιναν να κατακτήσουν τους οικολογικούς θώκους των μεγάλων ζώων ενός οικοσυστήματος αντί για τα χερσαία σπονδυλωτά. Λέγεται ότι αυτό είναι αδύνατο, επειδή η μέθοδος παθητικής αναπνοής τους με τις τραχείες είναι ανεπαρκής, κι ότι απέκτησαν γιγαντιαία μεγέθη μόνο στη Λιθανθρακοφόρο ένεκα υψηλών επιπέδων οξυγόνου, αλλά αυτό είναι μόνο εν μέρει αληθές. Στην πραγματικότητα έχει βρεθεί ότι πολλά έντομα αναπνέουν ενεργητικά, ωθώντας και βγάζοντας άερα από τις τραχείες, όπως δηλαδή γίνεται και η αναπνοή στα σπονδυλωτά με πνεύμονες. Αυτό θα μπορούσε να προσαρμοστεί και σε μεγαλύτερα μεγέθη σίγουρα. Στην περίπτωση αυτήν λοιπόν, παρόλο που οι εξωσκελετοί τους τελικά θ’αποδομούνταν, σίγουρα θα υπήρχαν είδη με σκληρότερους ή ασβεστώδεις εξωσκελετούς ου θ’άντεχαν πολύ περισσότερο. Οπότε δε θα ήταν παράξενο να υπάρχουν πτώματα ζώων μικρών και μεγάλων παντού στο φυσικό περιβάλλον. Σίγουρα δε θα ήταν όλοι οι εξωσκελετοί από πτώματα, κάποιοι θα ήταν παλιοί εξωσκελετοί από εκδύσεις κατά την ανάπτυξη του ζωόυ, αλ΄’εφόσον σε πολλές περιπτώσεις αυτοί τρώγονται από το ζώο, αυτό δε θα ίσχυε για όλα τα είδη. Και τα πτώματα αυτά θα είχαν διάφορα σχήματα, και ιδιότητες. Άλλα μπορέι να ήταν σκληρά, άλλα από τριχωτά είδη μονωτικά, άλλα από μαλακά είδη λεπτά και εύκαμπτα σαν χαρτί, κλπ. Σίγουρα αυτός ο πόρος δε θα πηγαίνε χαμένος σ’αυτό το οικοσύστημα, και θα υπήρχαν ζώα τα οποία θα τα χρησιμοποιούσαν ως τροφή, ως υλικό κατασκευής φωλιάς ή ως καταφύγιο, εφόσον θα ήταν κούφια. Άλλα θα είχαν καμουφλάζν ου θα ταίριαζε με την επιφάνειά τους ή με άλλα χαρακτηριστικά τους, σ’άλλα μπορέι να προσάρμοζαν το σώμα τους μέσα τους για προστασία όπως ο ερημίτης κάβουρας που χρησιμοποιεί όστρακα σαλιγκαριών, άλλα θα τα χρησιμοποιούσαν για να εντυπωσιάσουν το αντίθετο φύλο π.χ. μαζεύοντας τα πιο φωσφοριζέ πτώματα – κάτι αντίστοιχο κάνουν τα πουλιά συλλέκτες της Νέας Γουινέας, όπου τα αρσενικά μαζεύουν όσα πιο πολλά μπλε αντικείμενα μπορούν στη φωλιά για να εντυπωσιάσουν το θηλυκό. Επίσης σίγουρα θα υπήρχαν μύκητες, ή και επίφυτα εξειδικευμένα για την ανάπτυξη πάνω στα άδεια αυτά πτώματα.

Οι συνέπειες αυτής της διαφορετικής βιολογίας σε κάποιο τυχόν νοήμον είδος που θα εξελισσόταν απ’αυτά τα μεγααρθρόποδα θα ήταν άγνωστες, αν και κάτι μπορούμε να υποθέσουμε. Το είδος αυτό σίγουρα δε θα είχε ανθρώπινο σχήμα, αλλά πολύ πιθανότερο είναι να είχε σχήμα εξάποδου βαρελιού μπίρας, όπως οι εξωγήινοι σε ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει. Οι αντιλήψεις αυτού του είδους περί θανάτου, καθώς και οι νεκρικές του πρακτικές, θα ήταν πολύ διαφορετικές απ’τις δικέ ςμας. Εφόσον όλα τα χαρακτηριστικά του νεκρού θα παρέμεναν για καιρό μετά το θάνατό του, μπορέι να είχαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί του, οπότε οι αντιλήψεις περί μεταθανάτιας ζωής ίσως να ήταν ισχυρότερες. Επίσης, εφόσον το απομεινάρι θα ήταν μια καθαρή, συγκροτημένη μάζα, δε θα ήταν αναγκαία η καταστροφή των νεκρών, οπότε η ταρίχευση ίσως να ήταν πολύ περισσότερο διαδεδομένη. Σίγουρα θα υπήρχε πρόβλημα με το βραχύ διάστημα της αποσύνθεσης, αλλά αυτό θα το αντιμετώπιζαν πηγαίνοντας το πτώμα μακριά προσωρινα΄ή υποβάλλοντάς το σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Τα λείψανα δε θα ήταν απαραίτητο να βρίσκονται σε μία σαρκοφάγο, αλλά μπορέι να εκτίθενταν μπροστά από ή μέσα σ’ένα σπίτι, σε ειδικό χώρο κλπ. Αγάλματα σπουδαίων προσώπων ίσως θα ΄ήταν άχρηστα αν μπορούσε να διατηρηθεί ο εξωσκελετός τους, καλυμμένος με κάποιο σφραγιστικό υλικό για αιώνες. Επειδή ο εξωσκελετός είναι εξωτερικός, ίσως σε κάποιους πολιτισμούς ή σε ορισμένες κάστες, π.χ. ιερείς, τα νοήμονα όντα να φορούσαν τον εξωσκελετό κάποιου προγόνου για να δείξουν τη σύνδεσή τους μ’αυτόν. Η προγονολατρεία θα ήταν σίγουρα διαδεδομένη.

Ναι μεν, αλλά. Παρόλο που αυτό είναι μια καλή άσκηση στην επιστημονική φαντασία, στην πραγματικότητα είναι κάτι σχεδόν αδύνατο τα αρθρόποδα να κατακτήσουν τη θέση των μεσαίων και των μεγαλύτερων ζώων. Πιο πιθανό θά’ταν τα μαλάκια ή και τα σκουλήκια να ‘αντικαταστήσουν τα σπονδυλωτά, παρά τα αρθρόποδα, κι αυτό για έναν προφαμή λόγο. Αντίθετα με τα παραπάνω ζώα και τα σπονδυλωτά, όλα τα αρθρόποδα και τα υπόλοιπα εκδυσόζωα αναπτύσσονται σε στάδια, όχι συνεχώς. Κάθε στάδιο λήγει με την έκδυση του παλιού εξωσκελετού, οπότε το αρθρόποδο είναι πολύ ευάλωτο και πρέπει κάπου να κρυφτεί, έως ότου να αποβάλει το παλιό του περίβλημα και να σκληρύνει το νέο. Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα σε μεγαλύτερα μεγέθη, όπου η εύρεση κατάλληλης κρυψώνας είναι δυσκολότερη, είναι πιθανότερο να συμβούν ατυχήματα και ο χρόνος σκλήρυνσης είναι μεγαλύτερος. Οπότε πιο πιθανό είναι τα σαρκοφάγα ζώα να έβρισκαν τα μαλακά μεγααρθρόποδα, και τα πρώτα είδη να εξαφανιζόταν πολύ πριν εξελιχθεί κάποιο νοήμον είδος. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν είναι εύκολο να εξελιχθούν γιγάντια αρθρόποδα. Στη Λιθανθρακοφόρο ακόμα οι χερσαίοι εχθροί ήταν λίγοι, οπότε αυτό ήταν δυνατόν.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που θ’αντιμετώπιζαν τα τεράστια αυτά αρθρόποδα είναι το ενδεχόμενο θανάτου ακόμα κι από φαινομενικά μικρό τραύμα. Τα αρθρόποδα έχουν ανοιχτό κυκλοφορικό σύστημα, δηλαδή το αίμα τους (αιμολέμφος) γεμίζει όλο τους το σώμα χωρίς αιμοφόρα αγγεία. Έτσι αν τραυματιστούν λίγο η πληγή μπορεί να κλείσει, αλλά αν σπάσει σχετικά μεγάλο μέρος του εξωσκελετού πεθαίνουν από απώλεια υγρών γρήγορα. Κι επίσης οι ασθένειες θα ήταν εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Τα αρθρόποδα δεν έχουν το προσαρμοστικό ανοσοποιητικο σύστημα των σπονδυλωτών – η ανωτερότητά του αμφισβητείται έντονα όμως -, οπότε αν αρρωστήσουν από κάτι νέο πιθανό είναι ότι θα πεθάνουν. Σε ενδεχόμενο λοίμωξης είτε επιβιώνουν είτε πεθαίνουν, σπάνια γίνονται καλά από σοβαρή ασθένεια. Κι εξαιτίας του ανοιχτού τους κυκλοφορικού συστήματος, η λοίμωξη γρήγορα εξαπλώνεται σ’όλο το σώμα με τρομακτικά συμπτώματα όπως μύκητες στην επιφάνεια του σώματος, ξαφνικό σάπισμα όλου του σώματος κλπ. Μία επιδημία σε έντομα θυμίζει χολιγουντιανή αποκάλυψη των ζόμπι. Σίγουρα το νοήμον είδος που θα είχε εξελιχθεί από τέτοια ζώα θα είχε ιδιαίτερο φόβο για τις επιδημίες, και ίσως γι’αυτόν το λόγο να μην διατηρούσε τα πτώματα, αλά να τα κατέστρεφε αμέσως.

Οπότε πιθανότατα τέτοια αρθρόποδα δε θα υπάρξουν ποτέ.

Ενημέρωση 11/3/2017: Το είδος αναγνωρίστηκε ως Theretra alecto. Είναι πράγματι μέλος της οικογένειας των σφιγγιδών, όπως σωστά νόμιζα. Είναι μεγάλη νυχτοπεταλούδα, ιθαγενής κυρίως της ινδομαλαισιανής βιογεωγραφικής περιοχής, με πληθυσμούς μέχρι την ακραία νοτιοανατολική Ευρώπη. Στην Ελλάδα είναι αρκετά σπάνια. Τρέφεται με αμπελοειδή φυτά (γένος Vitis) και συγγενείς, γι’αυτό το βρήκα πάνω στην Ampelopsis.

Όπως παρατηρήσατε, υπάρχει αναζωπύρωση της δραστηριότητάς μου στο Ιστολόγιο. Παρόλα αυτά την τελευταία βδομάδα δεν έγραφα τίποτα, διότι ήμουν σε διακοπές στην Κρήτη, το άρθρο για τις οποίες δε μπορώ ν’ανεβάσω τώρα, επειδή διαβάζω για της εξετάσεις για την πιστοποίηση στο ιεκ τηλεφωνικής στις 8 Ιουλίου. Όταν παρέλθει κι αυτο΄το κακό θα γράψω περισσότερα. Έχω όμως ένα άγνωστο είδος για να μου το αναγνωρίσετε.

Την κάμπια της φωτογραφίας την βρήκα το βράδυ του Σαββάτου, στις 4 Ιουλίου. Την βρήκα εντελώς τυχαία μπλεγμένη ανάμεσα στα κλαδιά του σενέκιου (Senecio angulatus) ή παρόμοιου είδους και της αμπέλοψις (Ampelopsis sp), τα οποία βρίσκονται δίπλα-δίπλα, στο μπαλκόνι του πατέρα μου, στον πέμπτο όροφο. Στην αρχή νόμισα πως ήταν κάποιο κομμάτι από πλαστικό ή σχοινί, μετά πως ήταν κάποιο ζώο απροσδιόριστης ταυτότητας, αλλά τελικά ήταν μία κάμπια. Θα ήταν σίγουρα 8 εκατοστά, μπορεί να ήταν και 10, και σε πάχος μπορεί να ήταν πάνω από 1 εκατοστό. Ήταν ολοπράσινη, με λίγο μπλε. Μόλις την έπιασα μαζεύτηκε σαν μπάλα, μετά όμως άρχισε να κινείται λίγο, γυρίζοντας το μπροστινο της μέρος δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας τροφή, όπως κάνουν όλες οι κάμπιες μόλις αφαιρούνται από το ζωτικκο στοιχείου τους, αφού είναι αδιφάγες και πρέπει να τρέφονται συνεχώς για ν’αναπτυχθούν. Μετ ατης έβαλα φύλλα και απ’τα δύο φυτά για να δω αν φάει τίποτα, αλλά δεν προσκολήθηκε σε κανένα. Άφησε ομως δύο κομμάτια χορτώδους εμετού, τα οποία αφήνουν οι κάμπιες της οικογένειάς της ως άμυνα για τους εχθρούς. Μετά την πήγα για φωτογράφηση, και την έψαξα καλύτερα.
Είχε εντελώς λείο σώμα, το οποίο αρχικα΄ήταν στενό και πάχαινε βαθμιαία προς τα πίσω. Είχε μακρόστενο σχετικα΄κεφάλι, και 6 πόδια στο θώρακα, όπως σε όλες τις κάμπιες. Πιο πίσω στην κοιλιά όμως είχε 5 ζεύγη από παραπόδια, απλά ονυχόσχημα άκρα με μυικό ιστό, αλλά όχι αρθρώσεις, που χρησιμεύουν στην προσκόλληση σε επιφάνειες και φέρουν πολλές προνύμφες εντόμων. Είναι νεόμορφα, και δεν έχουν σχέση με τα άκρα που διέθεταν οι πρόγονοι των εντόμων στα πλέον άποδα τμήματα της κοιλιάς. Το τελευταίο ζεύγος παραποδίων ήταν το μεγαλύτερο, και στη ράχη προς το τέλος του σώματος υπήρχε μία απόφυση σαν κερατάκι.
Αυτό είναι και το διαγνωστικό στοιχείο της οικογένειας Sphingidae ή σκόρων σφιγγών, εξαιτίας της χαρακτηριστικής στάσεις που παίρνουν οι κάμπιες τους με το κεφάλι μαζεμένο όταν απειλούνται ή ξεκουράζονται, σαν την αιγυπτιακή Σφίγγα. Είναι νεκταροφάγες νυκτοπεταλούδες ή σκόροι μεγάλου μεγέθους, με πολύ μακριά προβοσκίδα και ικανότητα αιώρησης σε πολλά είδη, με προνύμφες πράσινες, λείες με 5 ζεύγη παραποδίων και κερατοειδή απόφυση στο πίσω μέρος τους. Τρέφονται με διάφορα φυτά, με πολλά είδη εξειδικευμένα σε συγκεκριμένα είδη, κι όταν έρχεται η στιγμή να μεταμορφωθούν, θάβονται στο έδαφος για να κάνουν το κουκούλι τους.
Θεώρησα αρχικά πως επρόκειτο για Manduca sexta ή M. quinquemaculata, παράσιτα των σολανιδών που μπορεί να τραφούν και με άλλα φυτά αν δεν υπάρχουν σολανίδες, Παρόλα αυτά σολανίδες υπήρχαν, οπότε πιθανότατα είναι κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Τι μπορεί να είναι; Όποιος γνωρίζει ας κάνει κανένα σχόλιο.

Ο χρόνος είναι παρελθοντικός, γιατί τώρα που το γράφω αυτή η μικρή κάμπια, το νευρικό της σύστημα και ό,τι άλλο είχε, χωνεύονται στο στομάχι του γενειοφόρου μου δράκου. Την έβαλα λοιπόν σ’ένα πλαστικό κουτί μετά την φωτογράφηση, αλλ’επειδή είχε χαλαρό καπάκι, ξέφυγε, αλλά την βρήκα δίπλα την επόμενη μέρα, οπότε έβγαλα την Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο έξω, και άφησα την κάμπια δίπλα της. Η σαύρα παραξενεύτηκε αρχικά από το μεγάλο μέγεθός της, κι αρχικά δεν την πείραξε. Μετά προσπάθησε να την πιάσει, αλλά μάλλον έκανε λάθος υπολογισμό από τα μικρο΄τερα έντομα που συνήθως τρώει και δεν την σήκωσε με τη γλώσσα της. Της την έδωσα στο χέρι, αλλά δεν έκανε κίνηση να την πιάσει, οπότε την ξαναάφησα κάτω, όπου συνέχιζε να την παρακολουθεί, κι όταν πήγε στα αριστερά της, γύρισε το κεφάλι της προς τα εκεί, και μετά από λίγο την έπιασε. Την μάσησε λίγη ώρα χωρίς να κάνει πολύ θόρυβο, αφού ήταν κυρίως νερό, και μετά την κατάπιε. Τώρα πια, το μικρό νεκρό στρουμπουλό έντομο χωνεύεται και μαλακώνει, μέχρις ότου να χαθεί εντελώς και όλα του τα δομικά μέρη να μεταβιβαστούν στο δράκο. Θα ψάξω να βρω κι άλες.

ακρίδες Locusta migratoria που προορίζονται για τροφή

Οι ακρίδες είναι μία από τις καλύτερες ζωντανές τροφές για ερπετά, αμφίβια κι άλλα εντομοφάγα, αλλά δυστυχώς είναι δυσεύρετες, ακριβότερες από άλλα κοινά έντομα, και δυσκολότερες στη διατήρηση. Παρόλα αυτά όποτε τις βρείτε και μπορείτε να τις πάρετε, κάντε το, γιατί θα εμπλουτίσουν το διαιτολόγιο του ζώου σας. Επίσης η κινητικότητά τους θα ενεργοποιήσει τους κυνηγούς ώστε να κινηθούν λίγο παραπάνω για να πιάσουν την τροφή τους.
Οι ακρίδες που χρησιμοποιούνται ως τροφή είναι της οικογένειας Acrididae, και συνήθως είναι είτε η μεταναστευτική ακρίδα (Locusta migratoria), είτε η ακρίδα της ερήμου (Schistocerca gregaria), επειδή είναι οι ευκολότερες στην αναπαραγωγή. Η πρώτη στη φύση καλύπτει μεγάλη περιοχή που περιλαμβάνει τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία, ενώ η δεύτερη περιορίζεται στην αφρικανική ήπειρο. Στο εμπόριο κυκλοφορεί ως επί το πλείστον η πρώτη. Και τα δύο είδη είναι ικανά να δημιουργήσουν μεταναστευτικά σμίνη, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες και ό,τι άλλο πράσινο βρουν στο διάβα τους. Συνήθως παραμένουν μοναχικές και άκακες, έχοντας κατά την ενηλικίωση χρώμα καφέ ή πράσινο για να ταιριάζουν με τη βλάστηση, αλλά όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, δηλαδή όταν μετά από συνεχόμενες περιόδους ξηρασίας εναλλασσόμενες με θερμές περιόδους με πολλή τροφή, ο πληθυσμός αυξηθεί απότομα, μπορούν να μεταλλαχθούν στη μεταναστευτική φάση. Τα είδη αυτά είναι πολυφαινικά, δηλαδή μπορούν να εκδηλώσουν πάνω από ένα φαινότυπο ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το ερέθισμα που οδηγεί στην αλλαγή έχει ανακαλυφθεί, και είναι κάτι το απροσδόκητο. Η μεταμόρφωση πυροδοτείται από αρκετές ανά λεπτό συγκρούσεις των πίσω ποδιών μιας νύμφης με μια άλλη σε διάστημα τεσσάρων ωρών, κάτι που στη φύση γίνεται υπό συνθήκες υπερπληθυσμού. Αυτό ενεργοποιεί την έκκριση περισσότερης σεροτονίνης στο νευρικό σύστημα, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει τη μετέπειτα ανάπτυξη του εντόμου. Οι νύμφες επηρεάζονται μόλις απ΄το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης, κι από μοναχικές αρχίζουν να μαζεύονται κατά ομάδες, τρώγοντας και μετακινούμενες μαζί, και παίρνουν κιτρινόμαυρους χρωματισμούς. Με το πε΄ρασμα του χρόνου οι μικ΄ρες αυτές ομάδες συνενώνονται, οδηγώντας σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις. Η αναγνώριση του είδους γίνεται και οπτικά και οσφρητικά, με τη βοήθεια φερομονών, οι οποίες είναι διαφορετικές για τη νυμφική και για την ενήλικη φάση του εντόμου,. Οι νύμφες δεν αντιδρούν σε φερομόνες ενηλικων και το αντίστροφο, ενώ τα ενήλικα του είδους L. migratoria μπορεί ν’απωθηθούν από φερομόνες νυμφών. Έχει διαπιστωθεί εν μέρει σταυρωτή αντίδραση μεταξύ των φερομονών της S. gregaria και της L. migratoria, με τη δεύτερη να επηρεάζεται περισσότερο από τις φερομόνες της πρώτης. Κατά το τελικό στάδιο, οι ακρίδες αποκτούν τα φτερά τους, τα οποία στη μεταναστευτική μορφή είναι μακρύτερα, ενώ το ολικό μήκος του σώματος είναι μικρότερο. Τα έντομα της μεταναστευτικής φάσης έχουν υψηλότερο μεταβολισμό, τρώνε περισσότερο, αναπαράγονται νωρίτερα, αλλά κάθε άτομο αφήνει λιγότερους απογόνους. Η ενηλικίωση δε συμπίπτει με την έλευση στο τελικό, φτερωτό στάδιο, όπως με πολλά άλλα έντομα, αλλά χρειάζεται πρώτα κάποιος χρόνος μέχρι την αναπαραγωγική ωρίμανση. Έπειτα, αν οι ακρίδες βρίσκονται στη μεταναστευτική φάση, μπορεί να μαζευτούν σε μεγάλα σμίνη, ενίοτε έκτασης τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμού δισεκατομμυρίων εντόμων, που μπορούν να σκιάσουν τον ήλιο στο πέρασμά τους, και να μετακινηθούν προς σημεία με τροφή. Στην πραγματικότητα τα σμίνη είναι νομαδικά κι όχι μεταναστευτικά, επειδή δεν κινούνται προς συγκεκριμένο στόχο. Όταν πέσουν σ’ένα μέρος, τρώνε ό,τι βρουν, εκτος από΄τα τοξικά φυτά. Κάθε ακρίδα τρώει περίπου το βάρος της (2 γραμμάρια) την ημέρα. Όταν η τροφή έχει εξαντληθεί, αναχωρούν από το σημείο και μετακινούνται προς άλλο. Σήμερα οι μάστιγ ατων ακρίδων έχει εκλείψει από πολλά μέρη του κόσμου, χάρη στην παρακολούθησή και την έγκαιρη αντιμετώπισή τους, συνήθως με ψεκασμούς εντομοκτόνων, και πιο πρόσφατα με τον εντομοπαθογόνο μύκητα Metarhizium acridum, ο οποίος προσβάλει μο΄νο της ακρίδες και δε βλάπτει το περιβάλλον. Εκτός από την S. gregaria και την L. migratoria, ακρίδες ικανές για σμινική συμπεριφορά υπάρχουν σε όλα τα θερμά μέρη του κόσμου. Στην Αυστραλία για παράδειγμα το είδος Chortoicetes terminifera προξενούσε μεγάλες καταστροφές, αλλά σήμερα η παρακολούθησή του έχει σχεδόν εξαφανίσει τα σμίνη, αλλά και η απουσία ανεύθυνων χερσαίων γειτόνων που δεν εφαρμόζουν ελέγχους, ένα μεγάλο πρόβλημα για τις πιο ανεπτυγμένες αφρικανικές χώρες, επίσης συνέβαλε σ’αυτό. Εντούτοις σε χώρες της Αφρικής, τα σμίνη των ακρίδων είναι ακομα σοβαρή, αλλά συνήθως σπανιότερη από παλιά απειλή.
Παλαιότερα, οι άνθρωποι δε μπορούσαν να κάνουν και πολλά όταν οι ακρίδες έπεφταν στις σοδειές τους. Προσπαθούσαν να τις σκοτώσουν, να τις κάψουν ή να τις διώξουν, αλλ’επειδή ήταν τόσες πολλές, δεν κατόρθωναν και πολλά. Οι καταστροφές που μπορούσαν να προξενήσουν ήταν τεράστιες, μιας και συχνά έφταναν τα δισεκατομμύρια σε πληθυσμό και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν είχαν την αποδοτικότητα που έχουν σήμερα. Οι ακρίδες ήταν η όγδοη πληγή του Φαράω κατά την Παλαιά Διαθήκη, την οποία έστειλε ο Θεός στους Αιγυπτίους ως τιμωρία επειδή δεν επέτρεπαν στους Εβραίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Συνέβη γύρω στο 1460-1426 π.Χ. μαζί μ’άλλες καταστροφές, και σύμφωνα με την επικρατέστερη επιστημονική εξήγηση, οφείλονταν στα επακόλουθα της σύγχρονης έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας, η οποία έφερε τοπική κλιματική αποσταθεροποίηση με πολλές βροχοπτώσεις, οι οποίες προκάλεσαν τον αφύσικο πολλαπλασιασμό των εντόμων. Οι ακρίδες επίσης αναφέρονται και σε άλλα εδα΄φια της Βίβλου και του Κορανίου.
Αυτό λοιπόν που μπορούσαν μόνο να κάνουν ήταν να τις φάνε, αλλά πάλι η ποσότητα που θα έτρωγαν σε σχέση μ’αυτό που έχαναν ήταν μηδαμινή. Οι ακρίδες είναι από τα κοινότερα έντομα που καταναλώνονται από τον άνθρωπο σε διάφορες χώρες του κόσμου. Τρώγονται σε χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας, και στο Μεξικό. Στο Μεξικό αποκαλούνται «τσαπουλίνες”, από το νάουατλ «τσαπόλιν», κι έχουν μακρά παράδοση κατανάλωσης. Ήδη οι Αζτέκοι και οι υπόλοιπες νάουατλ φυλές έτρωγαν τις ακρίδες κατά την προκολομβιανή περίοδο, και το έθιμο επιβίωσε ως σήμερα. Στην Κίνα επίσης τρώγονται ευρέως, και πολλοί πλανόδιοι τις πουλάνε σε σουβλάκια. Τρώγονται και στην Ιάβα της Ινδονησίας. Οι ακρίδες επίσης ήταν το μόνο έντομο που επιτρεπόταν να φάνε οι Εβραίοι, αλλ’επειδή αργότερα υπήρξε διχογνωμία μεταξύ των ραβίνων για το αν επιτρέπονται όλα τα έντομα που πηδάνε ή συγκεκριμένα είδη ακρίδας, το έθιμο σταμάτησε. Κάποιες κοινότητες Υεμενιτών Εβραίων ωστόσο, μέχρι πρότεινως έτρωγαν ακρίδες. Επειδή οι Ευρωπαίοι θεολόγοι που μελετούσαν τα ιερά κείμενα δε γνώριζαν ότι στη Μέση Ανατολή τρώγονταν οι ακρίδες, συχνά προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τις ακρίδες που έτρωγε ο Ιωάννης ο Βαπτίστής ως άκρες ορισμένων φυτών. Ορισμένοι Αμερικανοί θρησκόληπτοι ονόμασαν δέντρα που ανακάλυψαν στο Νέο Κόσμο, όπως την ψευδακακία, ακρίδες γι’αυτόν το λόγο. Δεν έχω βρει τίποτα για το αν οι Αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν ακρίδες, αλλά δεν είναι απίθανο, μιας κι έτρωγαν τζιτζίκια, που ήταν πιο δυσεύρετα. Κατά την πάροδο του χρόνου όμως, και οι Έλληνες και οι Εβραίοι, και σίγουρα κι άλλοι λαοί, εγκατέλειψαν εντελώς την εντομοφαγία, προτιμώντας το κόκκινο, λιπαρό κρέας των εξημερωμένων οπληφόρων. Σήμερα γίνονται προσπάθειες να επανεισαχθεί η εντομοφαγία στη διατροφή μας, ως οικονομικότερη και περιβαλλοντικά φιλικότερη λύση για την αυξανόμενη ζήτηση κρέατος, αλλά είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνει αποδεκτή. Ιδίως εδώ στην Ελλάδα, όπου ούτε καν η φάντα με γεύση φράουλα ή η κοκακόλα κεράσι δεν έχουν προχωρήσει, διότι οι Έλληνες μισούν τις νέες γεύσεις, η εντομοφαγία έχει ήδη αποτύχει πριν καν έλθει.
Οι ακρίδες δεν έχουν καμία σχέση με τα τζιτζίκια, αν και συχνά αποκαλούνται τζίτζικες. Τα τζιτζίκια ανήκουν στα ημίπτερα, μαζί με της βρωμούσες και τους κωριούς, ζουν στα δέντρα, έχουν πλατύ σώμα με μεγάλα φτερά και μυζητικά στοματικά μόρια. Οι ακρίδες αντίθετα είναι ορθόπτερα, όπως και οι γρύλλοι και οι γρύλλοι των δέντρων – οι τελευταίοι επίσης συγχέονται με τις ακρίδες. Ακρίδες κανονικά είναι τα μέλη της οικογένειας Acrididae, αλλά ο όρος έχει επεκταθεί για όλη την υπόταξη των κοιλοφόρων (Caelifera), η οποία περιλαμβάνει περίπου 11.000 ημερόβια, φυτοφάγα συνήθως έντομα με κοντές κεραίες, των οποίων τα αρσενικά παράγουν ήχο τρίβοντας την αδρή εσωτερική επιφάνεια των μηρών των πίσω ποδιών στα πρόσθια φτερά τους. Η άλη μεγάλη υπόταξη των ορθόπτερων είναι τα ξιφοφόρα (Ensifera), όπου ανήκουν οι γρύλλοι και παρόμοια γρυλλόμορφα έντομα, τα οποία ξεχωρίζουν από τις μακριές κεραίες, τη νυκτόβια συνήθως συμπεριφορά τους και την παραγωγή ήχου με το τρίψιμο των πρόσθιων φτερών μεταξύ τους. Εδώ ανήκουν και οι γρύλλοι των δέντρων, που έχουν μέγεθος ακρίδας, αλά μακριές και λεπτές κεραίες και είναι νυκτόβιοι. Στο Χωριό παλιά έπιανα πού και πού τέτοια, νομίζοντας πως είναι ακρίδες, αλλά κανονικές ακρίδες ήταν μονο όσα είχαν κοντές κεραίες και κυκλοφορούσαν τη μέρα. Όπως όλα τα ορθόπτερα, οι ακρίδες έχουν πλευρικά πεπιεσμένο σώμα, οπότε τα φτερά είναι όρθια. Έχουν στρογγυλεμένο κεφάλι, μεγάλαμάτια, μικρές κεραίες και δυνατά στοματικά εξαρτήματα από κάτω, τα οποία κόβουν κάθε τύπο φυτού. Μπροστά από τα στοματικά εξαρτήματα υπάρχει ένα ζεύγος αισθητήριων οργάνων για την ανίχνευση της τροφής. Τα ακουστικά τύμπανα βρίσκονται στο πρώτο κοιλιακό τμήμα, το οποίο είναι συνενωμένο με το θώρακα. Επειδή τα έντομα προγονικά δεν είχαν ακοή, όσα την εξέλιξαν ανέπτυξαν τα ακουστικά τους όργανα σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο θώρακας είναι ψηλός, με χώρο εσωτερικά για τους ισχυρούς μυς των ποδιών και των φτερών. Τα δύο πρώτα ζεύγη ποδιών είναι κανονικά, και χρησιμεύουν στη βάδιση, ενώ το τελευταίο είναι τα πηδητικά, μεγαλύτερα και διπλωμένα. Τα φτερά είναι υμενώδη και τέσσερα, με το δεύτερο εσωτερικό ζεύγος μεγαλύτερο και υπεύθυνο για την πτήση. Στο 9ο τμήμα της κοιλιάς υπάρχουν τα δύο κερκίδια, υπολείμματα πρώην άκρων που έχουν αισθητηριακή λειτουργία στα περισσότερα έντομα. Τα δύο τελευταία τμήματα περιέχουν τα αναπαραγωγικά όργανα. Τα θηλυκά στο πίσω μέρος της κοιλιάς φέρουν τον ωοαποθετήρα, ένα μακρόστενο σωλήνα ο οποίος τοποθετεί τα αυγά σε τρύπες στο έδαφος. Οι ακρίδες αγαπούν τη ζέστη και τον ήλιο, αλλά κρύβονται στις σκιές των φυτών τις πολύ ζεστές ώρες. Ο ήχος των αρσενικών ακούγεται σαν επαναλαμβανόμενο τρίψιμο, και μπορείτε να το ακούσετε σε μια ζεστή μέρα. Είναι πολύ πιο αδύνατος απ’αυτών των γρύλλων, γι’αυτό θα πρέπει να προσέξετε καλά.
Ως τροφή για εντομοφάγα ζώα, οι ακρίδες εισήχθησαν σχετικα πρόσφατα, και δε φαίνεται ν’ανταγωνίζονται τα κοινότερα είδη όπως τους ρύλλους, τις διάφορες προνύμφες και τις κατσαρίδες, εξαιτίας των λιγότερων ζώων που μπορούνε να τις φάνε όταν είναι ενήλικες και τις σχετικής δυσκολίας εκτροφής τους. Παρόλα αυτά είναι ωφέλιμες ως μέρος μιας ισορροπημένης και ποικίλης διατροφής, κι επίσης παρέχουν ευκαιρίες άσκησης στο θηρευτή. Τις ενήλικες μπορούν να τις φάνε μεσαίες ή μεγαλύτερες σαύρες όπως γενειοφόροι δράκοι και άλλοι αγαμίδες του ίδιου μεγέθους, μεγάλοι σκίγκοι, μεγάλες σαύρες, μεγάλοι κορδύλοι, μεγάλα γκέκο, μικροί βαρανοί, παμφάγες χελώνες, μεγάλοι βάτραχοι και σαλαμάνδρες, ταραντούλες, σκορπιοί, αλογάκια της Παναγία ςκαι σαρανταποδαρούσες, καθώς και εντομοφάγα μικρά θηλαστικά και πουλιά, και σαρκοφάγα ψάρια. Τις νύμφες μπορεί να τις φάει κα΄θε μικρότερο εντομοφάγο ζώο, αλλ’εκτός κι αν τις αναπαράγετε, σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο. Παρά το μεγάλο μέγεθός τους, έχουν αρκετά μαλακό εξωσκελετό, και είναι πολύ εύπεπτες. Τόσο μαλακός, που αν τις ζουλίξετε παραπάνω μπορεί να τις σκοτώσετε – κατά λάθος έτσι σκότωσα εγώ δύο. Επειδή είναι χορτοφάγες, δεν υπάρχει κίνδυνος να δαγκώσουν το ερπετό σας όταν κοιμάται, και επειδή είναι δραστήριες και ημερόβιες που αγαπούν το φως, συνήθως δεν κρύβονται μέσα στο τερράριο ή κρύβονται για λίγο, οπότε μπορείτε να τις ρίξετε μέσα στο τερράριο για να τις βρει ο θηρευτής χωρίς πρόβλημα. Αυτό ίσως να μην είναι καλή ιδέα για φυτεμένα τροπικά τερράρια ωστόσο, διότι είναι πολύ πιθανό να προλάβουν ν’ανοίξουν μεγάλες τρύπες στα φυτά προτού φαγωθούν. Δε χρειάζεται να τις κόψετε τα πόδια ή με άλλον τρόπο να τις τραυματίσετε για να τις πιάσει το ερπετό ευκολότερα, γιατί η γυμναστική το ωφελεί. Εκτός αυτού, αφαιρώντας μέρος του εντόμου αφαιρείτε και μέρος της θρεπτικής του αξίας. Σπάνια δαγκώνουν αμυντικά. Έχω διαβάσει μια αναφορά όπυ ένας κάτοχος κηλιδωτών γκε΄κο (Eublepharis macularius) έριξε μία ακρίδα μέσα στο τερράριό τους, το ένα την έπιασε, ενώ αυτή είχε ανέβει στην πλάτη του άλλου, εκείνη δάγκωσε δυνατά ό,τι είχε μπροστά της για να αμυνθεί, δηλαδή την πλάτη του άλλου, και το τραύμα μολύνθηκε σοβαρά την επόμενη μέρα, αλλά με αντιβιωτικά θεραπεύτηκε. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται μια εντελώς απίθανη σειρά γεγονότων, η οποία ίσως δεν επαναληφθεί ποτέ, οπότε σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό το περιστατικό να σας αποθαρρύνει να χρησιμοποιήσετε τις ακρίδες. Όπως όλα τα έντομα, οι ακρίδες είναι χαμηλές σε ασβέστιο, αν και υψηλότερες σχετικά μ’άλλα κοινά έντομα, και θα πρέπει να πασπαλίζονται με το ειδικό συμπλήρωμα για όσα ζώα το χρειάζονται. Οι ακρίδες θα πρέπει να ταΐζονται σύντομα μετά την αγορά, επειδή δεν επιβιώνουν στις συνθήκες που ζουν τα άλα έντομα – σε μια σκοτεινή γωνιά, σ’ένα ντουλάπι, σ’ένα συρτάρι κλπ. Θα πρέπει να τοποθετηθούν σε πιο φωτεινο΄και θερμό σημείο, και να ταΐζονται με πράσινα φυλλώδη λαχανικά ή χόρτα, ενώ το κουτί τους θα πρέπει να παραμένει ξηρό.
Η εκτροφή τους είναι λίγο πιο εξειδικευμένη απ’αυτήν κοινών εντόμων, και σε κάποια σημεία θυμίζει τη διατήρηση ερπετού παρά εντόμου. Ως ηλιόθερμα ημερόβια έντομα ξηρών περιοχών, χρειάζονται ένα χώρο με καλό αερισμό, φως και ζέστη. Μία λάμπα πυράκτωσης στο επάνω μέρος του χώρου εκτροφής τους, που μπορεί να είναι ένα μεγάλο πλαστικό κουτί, ένα ενυδρείο, ένα τερράριο ή ένα σίτινο κουτί για καλύτερο αερισμό, θα πρέπει ν’ανάβει την ημέρα και να δημιουργεί τοπικά θερμοκρασία 35 βαθμών, ενώ στον υπόλοιπο χώρο η θερμοκρασία μπορεί να είναι και στους 25 βαθμούς. Τη νύκτα μπορεί να πέφτει, αν και για γρηγορότερη ανάπτυξη μπορεί να μένει γύρω στους 25 βαθμούς με τη βοήθεια μιας θερμόπλακας ή ενός θερμοκαλωδίου αν χρειαστεί. Για ν’αυξηθεί η επιφάνεια του χώρου, ώστε να χωρέσουν περισσότερα έντομα, μέσα στο κουτί θα πρέπει να τοποθετηθούν αυγοθήκες, κύλινδροι χαρτιών κουζίνας ή υγείας, κι άλλα χάρτινα κατασκευάσματα. Ως ζώα καταγόμενα από ξηρά ενδιαιτήματα με λίγους μικροοργανισμούς, το περιβάλλον τους θα πρέπει να είναι πολύ στεγνό, ιδανικά με υγρασία κα΄τω του 30%, αλλιώς ο αερισμός είναι ακόμα πιο σημαντικός, γιατί αρρωσταίνουν από μύκητες και πεθαίνουν εύκολα σε κλειστές, υγρές συνθήκες. Για το λόγο αυτό δε χρειάζεται να υπάρχει καμία πηγή νερού ή υγρασίας στο χώρο τους, παρά μόνο τα φύλλα που θα τρώνε. Τα φύλλα τους παρέχουν όλη την τροφή και το νερό που χρειάζονται, και μπορούν να είναι από διάφορα λαχανικά και χόρτα, όπως αγρωστώδη και πλατύφυλλα. Συμπληρωματικά μπορούν να τρώνε πίτουρο σιταριού και λαχανικά όπως καρότα. Τρώνε τεράστιες ποσότητες αναλογικά με το μέγεθός τους, και γι’αυτό θα πρέπει η τροφή ν’ανανεώνεται συνεχώς. Στο χώρο τους επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένα δοχείο βάθους 12-15 εκ περίπου γεμάτο με υγρή άμμο, όπου τα θηλυκά θα ωοαποθέτουν. Το βάθος είναι σημαντικό, αφού δυσκολεύονται να ωοαποθέσουν σε ρηχά δοχεία. Κάθε θηλυκό αφήνει περίπου 200 αυγά τη φορά, περικεκλειμένα με αφρό, ο οποίος στερεοποιείται σαν θήκη, αφήνοντας μία τρύπα στο έδαφος όπου εισχώρησε ο ωοαποθετήρας, ενώ μπορεί να γεννήσει 2-4 φορές στη ζωή του. Όταν το δοχείο έχει γεμίσει με πολλές τρύπες, μεταφέρεται αλλού για εκκόλαψη στους 25 βαθμούς. Τα αυγά θα πρέπει να εκκολαφθούν γρήγορα, γιατι΄μπορεί να περιέλθθουν σε χειμερινή διάπαυση, από την οποία θα ενεργοποιηθούν μετά από μερικούς μήνες. Μέσα σε 2-3 εβδομα΄δες θα εμφανιστούν οι πρώτες νύμφες, οι οποίες χρειάζονται τις ίδιες συνθήκες με τα ενήλικα, αλλά ελαφρώς περισσότερη υγρασία. Με το σχήμα φροντίδας που ανέφερα παραπάνω, θα ενηλικιωθούν σε δύο μήνες περίπου. Η S. gregaria ενηλικιώνεται στο 5ο στάδιο, ενώ η L. migratoria στο 7ο. Αν ο καιρός επιτρέπει, για παράδειγμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οι ακρίδες μπορούν να εκτραφούν και σε εξωτερικό χώρο, αρκεί να μη μπορούν να διαφύγουν.
Εγώ ακρίδες χρησιμοποίησα πρώτη φορά το Μάρτιο για το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps). Ανάμεσα στα έντομα που του πήρα αγόρασα και ακρίδες L. migratoria, οι οποίες θεώρησα θα του έδιναν αρκετή πρωτεΐνη και θα τον έκαναν να γυμναστεί λιγκάκι. Ήταν 10 νύμφες ενός σταδίου πριν την ενηλικίωση, με τα φτερά μαζεμένα σαν μια προεξοχή στο πίσω μέρος του θώρακα. Επειδή ήταν κρύες, ήταν πολύ αργοκίνητες και πηδούσαν δύσκολα. Τις έφαγε και τις 10 μαζί μ’άλλα πολλά έντομα, διότι δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχε ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη, και χρειαζόταν αρκετή ενέργεια. Την επόμενη φορά που πήρα ακρίδες ήταν στα μέσα του Απριλίου. Αυτές είχαν πλέον ενηλικιωθεί, κι έτυχε νά’ναι όλες αρσενικές (αυτές της φωτογραφίας). Μια ήταν πολύ μαλακιά λόγω πρόσφατης έκδυσης και την σκοτωσα κατά λάθος. Στο πρώτο τάισμα, τώρα που είχε επανέλθει σε φυσιολογικούς διατροφικούς ρυθμούς, έφαγε 5, ενώ τις υπόλοιπες τις έφαγε αργότερα. Επειδή τις είχα κοντά στη λάμπα του, όπου η θερμοκρασία πλησίαζε τους 35 βαθμούς, με πολύ φως και τροφή κάθε μέρα, ήταν πολύ πιο δραστήριες από τις προηγούμενες. Αν τις άφηνα κάτω, περπατούσαν γρήγορα και πηδούσαν περιοδικά, αλλά πιάνονται εύκολα. Όταν δεν ενοχλούνται ωστόσο, παραμένουν για ώρα ακίνητες, γι’αυτό είναι και δυσκολότερο να ξεφύγουν απ’ό,τι οι γρύλλοι ή οι κατσαρίδες, αν το κουτί τους ανοίξει. Ο δράκος, μόλις αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για γρηγορα έντομα που μπορεί να ξεφύγουν, τις κυνήγησε όλες. Μία είχε σκαρφαλώσει πάνω στο χέρι μου και σχεδόν σηκώθηκε στα δύο για να την πιάσει! Τις μασούσε γρήγορα, και τα φτερά ακούγονταν σαν πλαστικά φύλλα που τσαλακώνονται. Τις τάιζα με δροσερά πλατύφυλλα λαχανικά όπως μαρούλι, ζοχό και ραδίκι, αλλά και λίγα αγρωστώδη, στα οποία ανέβαιναν αμέσως μόλις τους το έδινα κι άρχιζαν να το μασουλάνε με τις δαγκανίτσες τους. Μέσα σε λίγη ώρα δεν απέμενε τίποτα, παρά μια ψιλή σκόνη που ήταν τα περιττώματά τους. Τοξικά για τα έντομα φυλλώματα δέντρων όπως ψευδακακία ή μουριά, και τα δύο ασφαλή για χορτοφάγα, δεν τα άγγιξαν.
Τις ακρίδες τις παίρνω από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων με εξειδίκευση στα πιο εξωτικά είδη, όπου μπορείτε να βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ζωντανές τροφές, εξοπλοισμούς για τα ζώα αυτά, ή και τα ίδια τα ζώα. Τις αγοράζω κυρίως για ποικιλία στη διατροφή, παρά ως βασική τροφή.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια για τις ακρίδες
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τις ακρίδες
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για τις μεταναστευτικές ακρίδες
άρθρο της Βικιπαίδειας για τις Δέκα Πληγές του Φαραώ
αλληλεπίδραση των φερομονών των ακρίδων S. gregaria και L. migratoria
εκτροφή ακρίδων 1
εκτροφή ακρίδων 2
δάγκωμα ακρίδας σε γκέκο

Ενημέρωση 28/11/2015: Έβγαλα ένα βίντεο όπου ταΐζω τις ακρίδες στις 16 του μηνός και όλες πέφτουν μανιωδώς πάνω στην τροφή και καταβροχθίζουν ό,τι πράσινο υπάρχει. Αρχικά τις είχα ταράξει λίγο, γιατί μετακίνησα το κουτί τους αλλού για βιντεοσκόπηση και έκανα κινήσεις από πάνω τους, αλλά μετά ηρέμησαν κι άρχισαν να βόσκουν. Μεγεθύνετε το γεγονός σε χωράφια σιτηρών στην Αίγυπτο ή στη Μέση Ανατολή και με εκατομμύρια πεινασμένες ακρίδες. Ανυπολόγιστη καταστροφή. Αυτή ήταν η πληγή του Φαραώ.

superworms στο δοχείο τους

Την Τετάρτη στις 29 Οκτωβρίου επισκέφθηκα το feeders.gr, για αγορά εντόμων, μερικά εκ των οποίων θα χρησιμοποιούταν ως τροφή για το λοφιοφόρο γκέκο μου, το Βαρώνο. Το εν λόγω μαγαζί είναι ένα απ’τα ελάχιστα στην Ελλάδα που εξειδικεύεται σε ζωντανές τροφές όπως έντομα και σκουλήκια για κατοικίδια εντομοφάγα ζώα, καθώς και σε εξοπλισμό διατήρησής τους. Πρόσφατα η ποικιλίαπροΪόντων του έχει αυξηθεί, με πληθώρα εντόμων για τροφή, όπως και έντόμων για κατοικίδια. Εγώ, εκτός από κατσαρίδες red runners (Shelfordella tartara) και κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia) που παίρνω συνήθως για τη σίτιση του γκέκο, πήρα και μερικές ακόμα μεγάλες κατσαρίδες Blaberus craniifer για να δημιουργήσω μια αποικία σε τερράριο, η οποία εν μέρει θα ταΐζει το γκέκο, μαζί με τις παλιές που είχα, και πλατιές κατσαρίδες Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), οι οποίες είναι αρκετά σπάνιες, και, όπως παρόμοια συγγενικά ήδη, μπορούν να παραγάγουν ήχο με εκπνοή αέρα από τις τραχίες. Εκτός αυτών, πήρα και μία χιλιοποδαρούσα του Τέξας (Orthoporus ornatus), ως αντικατάσταση για μία που είχα αγοράσει το καλοκαίρι και έχασα από χαζό ατύχημα – πιάστηκε το σώμα της στο χείλος του πλαστικού δοχειου που την αγόρασα καθώς την έβγαζα και ράγησε. Θα αφιερώσω επόμενα άρθρα σ’όλα αυτά τα αρθρόποδα. Από προνύμφες θέλησα να κάνω μία αλλαγή, εφόσον έφερε και superworms, και πήρα αυτά αντί για τα αλευροσκούληκα που παίρνω συνήθως.
Τα αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) δεν είναι σκουληκια κανονικά, αλά οι μακρόστενες προνύμφες ενός είδους σκαθαριού, που διατηρούνται πολύ εύκολα και ως εκ τούτου χρησιμοποιούνται ευραίως στη θρέψη των ερπετών. Οι προνύμφες που έχω τώρα είναι συγγενικού είδους – κι αυτό της οικογένειας tenebrionidae -, με την κύρια διαφορά ότι είναι μεγαλύτερες. Πριν αποφασίσω να δοκιμάσω τα έντομα αυτά για το γκέκο μου, έψαξα αρκετά, μιας και είναι σχετικά μεγάλα και σκληρά, και κατά πολλούς δεν προτείνονται γι’αυτό το είδος, παρόλα αυτά βρήκα και απόψεις πολλών άλλων που τα ταΐζουν για χρόνια χωρίς πρόβλημα, μερικών εκ των οποίων τα γκέκο τα προτιμούν πολλοί. Σκεπτόμενος ότι ένα υγείες γκέκο δεν έχει πρόβλημα και με σκληρότερα έντομα, τα πήρα. Την πρώτη μέρα που τα έφερα σπίτι, έδωσα στο γκέκο δύο τέτοια και μια κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μολονότι ήταν ήδη παραγεμισμένος με ροδάκινο απ’την προηγούμενη μέρα, επειδή τους δύο τελευτάιους μήνες δεν είχε ζωντανά έντομα πλην μιας κάμπιας και λίγων ακόμα, άφησε μόνο το ένα superworm, με αποτέλεσμα τις επόμενες μέρες να είναι βαρυστομαχιασμένος, κι έτσι να ψάχνει το ζεστότερο σημείο να χωνέψει και γενικα να βρίσκεται σε μια μορφή κατάπτωσης. Ακόμα ένα superworm έφαγε την Παρασκευή, στις 31 Οκτωβρίου. Ο φόβος μου ότι δε θα τα θέλει εξανεμίστηκε.
Ποιες είναι όμως οι διαφορές των superworms από τα κοινά αλευροσκούληκα ή mealworms; Πρώτο απ’όλα, επειδή οι μη ελληνικοί όροι δεν είναι ανεκτοί από το Ιστολόγιο, ή μάλλον από το συγγραφέα του, θα πρέπει να βρούμε μία καλή ελληνική απόδοση της λέξης «superworm”. Η επιστημονική ονομασια του είδους είναι Zophobas morio, και λανθασμένα μπορείτε να τη συναντήσετε ως «Zoophoba morio”, “Zoophobus morio”, ή “Zoophoba morio” σε διάφορα άρθρα. Πιθανότατα ωστόσο δεν έχει να κάνει με το ζωόφοβο, όσο με το Ζόφο, το μυθικό μαύρο σκύλο που φέρνει σκοτάδι και θάνατο, μάλλον εξαιτίας του κατάμαυρου χρώματος των ενήλικων σκαθαριών. Στα ελληνικα ανεπίσημα έχουν αποδωθεί ως μόρια ή γιγάντια αλευροσκούληκα, αν και το τελευταίο προκαλει σύγχυση με τα τεχνητώς μεγαλωμένα αλευροσκούληκα ή giant mealworms, στα οποία χορηγείται ορμόνη νεότητας των εντόμων για να μη μεταμορφωθούν, και ήταν αρκετά διαδεδομένα στην αγορά πριν την ευρεία κυκλοφορία των superworms. Θα μπορούσαν να μεταφραστούν απευθείας από τον αγγλικό εμπορικό όρο ως υπερσκούληκα, αλλά αυτό ακούγεται ολίγον τι αστείο, όπως το υπερκοπέλι ως μετάφραση του Superman στα κρητικά. Οπότε μια μετάφραση μένει από μία εναλλακτική ονομασία τους «king mealworms”, δηλαδή βασιλικά αλευροσκούληκα. Από εδώ και στο εξής θ’αναφέρομαι σ’αυτά είτε ως βασιλικά είτε ως γιγάντια αλευροσκούληκα.
Η κύρια διαφορά τους λοιπόν με τα κοινά αλευροσκούληκα είναι στο μέγεθος. Ενώ ένα τυπικό αλευροσκούληκο δεν ξεπερνά τα 2,5-3 εκατοστά, ένα βασιλικό εύκολα φτάνει τα 4-5 εκατοστά. Το χρώμα τους εππίσης διαφέρει, με τα αλευροσκούληκα νά’ναι κιτρινωπά και τα μεγαλύτερα ξαδέρφια τους νά’χουν ένα πιο καφέ χρώμα, με σκούρο καφέ στο κεφάλι και το θώρακα και στην άκρη της κοιλιάς, σκουρότερες κάθετες ζώνες στις πλευρές τους στα όρια των κοιλιακών τμημάτων, και λίγο ανοιχτότερο χρώμα από κάτω. Η μορφολογία τους είναι ίδια, μ’ένα μικρό κεφαλάκι με μεγάλα στοματικά μόρια, ένα μικ΄ρο θώρακα με τρία ζεύγη μικρών ποδιών, και μια μακροστενη σκωληκόμορφη κοιλιά με 9 εμφανή τμήματα. Μου φαίνεται ωστόσο ότι η κοιλιά του βασιλικού αλευροσκούληκου έχει πιο μυτερή άκρη απ’το κοινό. Αυτό το πρόσεξε και ο μικρός μου αδερφός όταν τα είδε, ο οποίος τρόμαξε γιατί νόμιζε πως ήταν κεντρί! Κινούνται με τα πόδια τους σε συνδυασμό με την κοιλιά. Στο πρώτο τμήμα της κοιλιάς υπάρχοι ένα ζεύγος παραποδίων, προεκτάσεις των τμημάτων της κοιλιάς με μυικό σύστημα που φέρουν οι περισσότερες προνύμφες των εντόμων, τα οποία είναι νεόμορφα, και δεν έχουν καμία σχέση με απομεινάρια ποδιών προγονικών αρθροπόδων που χάθηκαν στα έντομα κι επανεμφανίστηκαν στις προνύμφες, όπως πιστευόταν παλαιότερα. Η επιφάνειά τους είναι εντελώς λεία, όπως αυτή των αλευροσκούληκων, κι έτσι, ακόμα κι αν τα κρατάτε σφιχτά, στριφογυρίζοντας, σπρώχνοντας, φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας μπορεί να σας γλιστρήσουν και να πέσουν απ’το χέρι σας. Φίδια, σκίγκοι, χιλιοποδαρούσες, αλευροσκούληκα και σίγουρα πολλά περισσότερα έρποντα μακρόστενα ζώα με ξηρή επιφάνεια έχουν εξελίξει λείο σώμα για να γλιστράνε καλύτερα στο έδαφος, να χώνονται ευκολότερα σε ανοίγματα και να ξεφεύγουν γρηγορότερα. Στη συμπεριφορά είναι παρόμοια, με ιδιαίτερη τάση να κρύβονται κάτω από αντικείμενα που συνήθως είναι η τροφή τους, αν και παρατήρησα πως δε σκαρφαλώνουν τόσο πολύ στην τροφή τους όπως τα κανονικά αλευροσκούληκα, ούτε τρώνε τόσο πολύ, αν κι αυτό μπορεί να οφείλεται στις χαμηλες χειμερινές θερμοκρασίες, αφού αυτά κατάγονται από τις θερμές περιοχές της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, ενώ τα αλευροσκούληκα είναι ένα παγκόσμιο, κοινότατο και ανθεκτικότατο είδος. Οι δαγκανίτσες τους μπορεί να τσιμπήσουν ελαφ΄ρα το δέρμα, αν κι εγώ δεν έχω πάθει κάτι τέτοι ως τώρα. Θα μπορούσαν ωστόσο να ενοχλήσουν ή και να τραυματισουν ερπετά τα οποία δεν τα τρώνε αμέσως, γι’αυτό πολλοί συνθλίβουν τα σαγόνια τους με τη λαβίδα πριν τα προσφέρουν, αν και αυτό΄είναι κάτι σπάνιο. Σε περίπτωση που δεν τα περιορίζετε σε μπολ, μπορείτε ν’αφήσετε ένα κομμάτι τροφής όπως φρούτο ή λαχανικό στο τερράριο του ερπετού αν δεν τά’χει φάει μέσα σε λίγες ώρες, για νά’χετε το κεφάλι σας ήσυχο.
Τα βασιλικά αλευροσκούληκα μπορούν να θρέψουν σχεδόν κάθε εντομοφάγο ερπετό, θηλαστικό, αμφίβιο, ψάρι, πουλί ή αρθρόποδο κατάλληλου μεγέθους. Μεσαία ή μεγάλα γκέκο, δράκοι, χαμαιλέοντες, νεροχελώνες, βατράχια και σαλαμάνδρες, ταραντούλες, πουλιά συμπεριλαμβανομένων των κοτών, σκαντζόχοιροι και πολλά άλλα ζώ ατα τρώνε. Τα μικρότερα άτομα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μικρότερα ζώα, αλλα συνήθως γι’αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται τα κοινά αλευροσκούληκα, αφού τα βασιλικά πωλούνται συνήθως μεγάλα και συνήθως δε συμφέρει να τα μεγαλώνουμε εμίς, επειδή έχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες στην αναπαραγωγή τους. Από θρεπτικής απόψεως, τα βασιλικά αλευροσκούληκα δε διαφέρουν από τα απλά, με πρωτεΐνη 19,06%, λίπος 14,19, ίνες 2,60, υγρασία 61,92, και ασβέστιο 173 ppm σε νωπή ποσότητα 100 γραμμαρίων. Ο μεγαλύτερος όγκος τους σημαίνει πως αναλογικα με τα αλευροσκούληκα, έχουν λιγότερο χιτινώδη εξωσκελετό (ίνες) προς κρέας, κάνοντάς τα πιο εύπεπτα. Όπως ομως τα περισσότερα έντομα, είναι χαμηλότερα σε ασβέστιο απ’ό,τι σε φώσφορο, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά. Επειδή είναι αρκετά λιπαρά, δε θα πρέπει ν’αποτελούν τη μόνη τροφή, όπως άλλωστε και κάθε έντομο. Αντίθετα με τα αλευροσκούληκα, δε μπορούν να διατηρηθούν στο ψυγείο για μήνες ως τροπικά που είναι, οπότε χρειάζονται συνεχή σίτιση όσο τα έχουμε. Πλεονέκτημά τους ωστόσο έναντι των αλευροσκούληκων είναι η τάση τους να μη μεταμορφώνονται για καιρό, και μπορούν να παραμέινουν στην προνυμφική φάση ως και 12 μήνες ή και παραπάνω σε θερμοκρασία δωματίου με τροφή. Η αναβολή της μεταμόρφωσης σε μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα έχει εξελιχθεί ως αντίμετρο κατά του έντονου κανιβαλισμού που εκδηλώνεται απ’τις προνύμφες προς τις νύμφες του είδους.
Οπότε για την επιτυχή αναπαραγωγή προαπαιτείται η απομόνωση των προνυμφών. Αφού διαλέξουμε τις πιο μεγάλες και ζωηρές προνύμφες και τις καλοταΐσουμε, τις τοποθετούμε σε μεμονωμένα δοχεία ή σε κάποιο κουτί με θήκες σε σκοτεινό και ήσυχο σημείο σε θερμοκρασίες 25-29 βαθμών, που μπορούμε να τις πετύχουμε είτε με προσεκτική χρήση θερμαντικών μέσων είτε περιμένοντας το καλοκαίρι, με λίγο πίτουρο για τροφή ή χωρίς τίποτα – οι απόψεις διίστανται. Μέσα σε 1-3 βδομάδες, ανάλογα με την κατάσταση των προνυμφών και τη θερμοκρασία, θ’αρχίσει η μεταμόρφωση. Οι προνύμφες θα μαζευτούν και θα παραμείνουν ακίνητες εκ΄τος κι αν τις αγγίξουμε, ενώ όσες παραμένουν τεντωμένες, άκαμπτες ή μαυρισμένες είναι νεκρές. Μέσα σε 2-3 βδομάδες, οι νύμφες αρχίζουν να καφετιάζουν και σύντομα από μέσα τους θα βγει το ενήλικο σκαθάρι, λευκό και μαλακό στην αρχή, σύντομα αποκτά κεραμιδί χρώμα και μέσα σε δύο ημέρες θά’χει πάρει το κατάμαυρο χρώμα του είδους. Στην εμφάνιση μοιάζει με μια μεγαλύτερη έκδοση του σκαθαριού του αλευροσκούληκου, και όπως το τελευταίο, μπορεί να εκκρίνει δύσοσμο υγρό αν απειληθεί. Γι’αυτό και για τη σκληρότητά του, δεν προτείνεται να ταΐζεται στα ερπετά, αν και πολλοί αγαμίδες (δράκοι) πιστεύω πως θα μπορούσαν να το φάνε, αφού στη φύση τέτοιες σαύρες συχνά εξειδικεύονται σε σκληρά ή χημικοπροστατευμένα έντομα. Τα σκαθάρια καλύτερο είναι να μετακινηθούν στο χώρο αναπαραγωγής μετά την πλήρη σκλήρυνσή τους, ώστε ν’αποτραπούν τυχόν τραυματισμοί και κανιβαλισμός, αν και πολλοί τα μεταφέρουν σε κοινό δοχείο ήδη από τη φάση της νύμφης, ώστε να εξοικονομήσουν χώρο για τη μεταμόρφωση άλλων προνυμφών. Αντίθετα μ’αυτό που κυκλοφορεί σε πολλά άρθρα, ότι δηλαδή έχουν συνενωμένα έλυτρα και δε μπορούν να πετάξουν, έχουν κανονικά φτερά και πετούν κανονικά, αλλά θα το κάνουν μόνο σε περίπτωση πλήρους έλλειψης τροφής, οπότε μπορούν να διατηρηθούν και σε ανοιχτά δοχεία όπως κουτιά αποθήκευσης ή λεκάνες χωρίς πρόβλημα, αφού δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες. Τα δοχεία θα πρέπει να στρωθούν με πίτουρο προτιμότερο βρώμης ως τροφή, με κομμάτια καρότου, αγκουριού κι άλλων υγρών λαχανικών για υγρασία κι επιπλέον θρεπτικά συστατικά και τσαλακωμένο χαρτί ή αυγοθήκες στην επιφάνεια για κρυψώνες. Η αναπαραγωγική δραστηριότητα θ’αρχίσει αμέσως, και τα έντομα θα πρέπει να μεταφέρονται σε νέο υπόστρωμα κάθε δύο εβδομάδες για ν’αποφευχθεί ο κανιβαλισμός των αυγών, τουλάχιστον στην αρχή. Τα έντομα θα ζήσουν για 3-5 μήνες, αν και μερικά μπορούν να φτάσουν τους 7. Μετά από έναν περίπου μήνα στις ίδιε ςυψηλές θερμοκρασίες, οι πρώτες μικροσκοπικές προνύμφες γίνονται οράτες με το γυμνό μάτι, οπότε εκτρέφονται σαν τα κοινά αλευροσκούληκα, αλλά προτιμότερα με ελαφρώς ανεβασμένη θερμοκρασία. Ζουν δηλαδή σ’΄΄ένα δοχείο με πίτουρο με λίγα κομμάτια λαχανικών για ενυδάτωση. Ο αριθμός των σκαθαριών μπορεί να ρυθμιστεί έτσι ώστε να υπάρχουν σκουλήκια για όλο το χρόνο, συν αυτά για την αναπαραγωγή. Γύρω στα 40 σκαθάρια μπορούν να γεννήσουν αυγά που θα θρέψουν 3 γκέκο ή ένα δράκο για ένα χρόνο.
Όπως και μ’όλα τα έντομα που εκτρέφονται ως τροφή για ερπετά, τα βασιλικά αλευροσκούληκα είναι κατάλληλα και για ανθρώπινη κατανάλωση. Έχουν μαγειρευτεί με διάφορες συνταγές και η γεύση τους περιγράφεται σαν κάτι ανάμεσα σε γαρίδα και ξηρό καρπό. Η γάριδ αδεν είναι κάτι το απροσδόκητο, αφού έντομα και καρκινοειδή είναι κοντινοί συγγενέις ως αρθρόποδα. Τρώμε θαλάσσια έντομα κατά κάποιον τρόππο, μα σιχαινόμαστε τα στεριανά. Δεν είναι περίεργο;
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το Zophobas morio
εκτροφή superworms άρθρο στο φόρουμ του Reptiles Greece
φροντίδα των βασιλικών αλευροσκούληκων
εκτροφή superworms – άρθρο στο Geckotime
η θρεπτική αξάι διαφόρων εντόμων
βασιλικά αλευροσκούληκα στο Wiki της εντομοφαγίας

Από τις 18 Μαΐου, το
Reptiles Greece,
η Ελληνική Πύλη των Ερπετών, ξεκίνησε διαγωνισμό εντομοφαγίας. Κάθε μέλος δηλαδή μπορεί να κάνει μια συνταγή με έντομα, την οποία θα πρέπει όμως ως τεκμήριο να την ανεβάσει στο youtube, όπου θα φαίνεται η παρασκευή και η κατανάλωση του φαγητού. Το θέμα ξεκίνησε λίγες μέρες πρότερα, όταν έγινε ένα θέμα για την εντομοφαγία. Για την εντομοφαγία θα πρέπει ν’ανεβάσω κι εγώ ένα θέμα αργότερα εδώ. Λοιπόν φαινόταν πως κανείς τελικά δε θα συμμετείχε στον διαγωνισμό, αλλά τα πράγματα άλλαξαν. Πρώτος που έκανε το μεγάλο βήμα ήταν το μέλος Aias (Αίαντας), γνωστός για τη συλλογή
Νεοκαληδονιακών γκέκο
Που έχει. Το φαγητό ήταν χταπόδι με γρύλλους τιγανητούς μέσα σε σάλτσα. Το βίντεο έχει ανέβει στο youtube:

Ως έπαθλο για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, το μέλος έλαβε δώρο απ’το κατάστημα
Isle of Eco
200 κατσαρίδες αργεντινής (Blaptica dubia), απ’αυτές που εκτρέφονται ως τροφή ερπετών, είναι όμως βρώσιμες και απ’τον άνθρωπο.

Σκέφτομαι κι εγώ να συμμετάσχω στο διαγωνισμό, αλλά ακόμα δεν έχω προετοιμαστεί καταλλήλως. Δεν ξέρω για παράδειγμα τι έντομα να πάρω, ποια συνταγή να διαλέξω και ποιος θα βιντεοσκοπήσει.

Πριν τέσσερις μέρες, τη Δευτέρα 15 Απριλίου, επισκέφθηκα το κατάστημα Isle of Eco για ν’αγοράσω γεωσκώληκες κομποστοποίησης κι έντομα για το
Βαρώνο,
Το λοφιοφόρο γκέκο μου (Corelophus ciliatus). Είναι ίσως το πιο εξειδικευμένο κατάστημα της Ελλάδας για σκουλήκια, εξοπλισμό κομποστοποίησης και ζωντανές τροφές για ερπετά, κι αξίζει τη διαφήμισή μας. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία εντόμων, εγώ όμως διάλεξα δύο είδη δοκιμαστικά, αλευροσκούληκα (mealworms) 30-50 περίπου γραμμάρια και 4 κηροσκούληκα ή και μελοσκούληκα (waxworms) πειραματικά. Κανένα απ’τα δύο είδη δεν είναι είδος σκουληκιού, παρά οι προνύμφες σκαθαριού και πεταλούδας αντίστοιχα. Τα έντομα και των δύο ειδών έγιναν λοιπόν με μεγάλο ενθουσιασμό δεκτά από το γκέκο, το οποίο την πρώτη κιόλας μέρα έφαγε τρία κηροσκούληκα και 5 αλευροσκούληκα, και το εναπομείναν κηροσκούληκο, το οποίο ίσως έβαζα στο ψυγείο γι’αργότερα αλλ’άλλαξα γνώμη, την επόμενη μέρα. Άλλα από τότε δε θέλει, γιατί είναι βαρυστομαχιασμένο και θα πρέπει να περάσουν 2-3 μέρες μέχρι να ξαναφάει, αυτήν τη φορά φρουτόκρεμα, κρέας την άλλη βδομάδα πάλι ή και αργότερα, οπότε βίντεο με επίθεση σε έντομο θ’αργήσει. Το είδος είναι κυρίως φρουτοφάγο, και δε θα πρέπει να επιβαρύνεται με πολλά έντομα. Στο ψυγείο λοιπόν τοποθετούνται οι προνύμφες αυτές για να πέσει ο μεταβολισμός τους ώστε να χρησιμοποιηθούν αργότερα, όπου μπορούν να ζήσουν για 4-5 μήνες. Δραστήρια θα πρέπει να τρέφονται με κάτι και αργά ή γρήγορα, σύμφωνα με το αναπτυξιακό τους πρόγραμμα, θα κάνουν κουκούλι και θα μεταμορφωθούν σε τέλεια έντομα. Τα αλευροσκούληκά μου λοιπόν τώρα βρίσκονται εκτός ψυγείου, σ’ένα τάπερ με διάτρητο καπάκι όπου προηγούμένως είχα
Σαλιγκάρια
Για τον ίδιο σκοπό, με ψωμί για να τρώνε και συμπληρωματικά κουνελίνη, και για υγρασία μαρούλι και ζοχό. Συγκεντρώνονται λοιπόν όλα κάτω και γύρο απ’την τροφή και τρώνε, αφήνοντας πίσω μια λεπτή σκόνη ως περιττώματα. Το μόνο μέλημά τους είναι το φαί, όπως και με τα σαλιγκάρια που είχα εκεί πριν, τα οποία εξαφάνιζαν μέσα σε λίγες μέρες ό,τι χόρτα τους έδινα, αφόδευαν κι όταν δεν είχε αρκετή υγρασία σταματούσαν να κινούνται και προσκολλώνταν είτε στα τιχώματα είτε στο καπάκι. Η νοημοσύνη των συγκεκριμένων ζώων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν έχουν συναίσθηση ούτε καν του πού βρίσκονται, αρκεί να υπάρχει πολή τροφή. Αν το καλοσκεφτούμε πάντως, και η δική μας νοημοσύνη δεν ξεφεύγει και τόσο πολύ απ’αυτό το στάδιο, αν αναλογιστούμε πως όλος μας ο πολιτισμός βασίζεται στα περιορισμένα ορυκτά καύσιμα, και λειτουργούμε ωσάν να’ναι ανεξάντλητα.

Με την ευκαιρία λοιπόν θα σας παρουσιάσω πληροφορίες για την εκτροφή των δύο αυτών εντόμων ως τροφή για ερπετά κι όχι μόνο. Για τη δική μου περίπτωση δεν ξέρω αν πρέπει να τα κάνω αποικία, από τη μία ο πληθυσμός τους αρκεί για αποικία, γιατί το γκέκο λίγα θα τρώει κάθε φορά, οπότε ο αριθμός τους φτάνει, αλλά αν κάνω θά’χω πολλά περισσότερα απ’όσα θα θέλω, από την άλλη αν δεν τα ταΐσω όλα γρήγορα (αδύνατον) ή δεν τα ψύξω, κάποια απ’αυτά θα προλάβουν να γίνουν κουκούλια και να μεταμορφωθούν. Το τελευταίο το θεωρώ αρκετά απίθανο, μιας και υπόστρωμα βαθύ για να κρύβονται δεν υπάρχει, και κάθε κουκούλι θα έχει μεγάλη πιθανότητα να φαγωθεί από τους μη μεταμορφωμένους ακόμα ομοίους του.

Τρία αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) 15/4/2013, ίσως δε φαγώθηκαν ακόμα.

Το αλευροσκούληκο (αγγλ. Mealworm) είναι λοιπόν η προνύμφη του μαύρου σκαθαριού των σιτηρών (darkling beetle) Tenebrio molitor της οικογένειας των τενεβριονιδών (tenebrionidae). Τα έντομα αυτά συναντώνται σήμερα παγκοσμίως, και μπορει να προκαλέσουν ζημιές σε αποθηκευμένα σιτηρά ή άλευρα. Κοιτίδα τους θεωρείται η Λεκάνη της Μεσογείου. Ίσως κάποτε όλοι μας να τα έχουμε φάει μαζί με το ψωμί ή τα ζυμαρικά, διότι η εξαφάνιση εντόμων που προσβάλλουν τα σιτηρά είναι σχεδόν αδύνατη, έτσι οι κρατικοί και οι διεθνείς κανονισμοί για την καθαρότητα των τροφίμων προβλέπουν μέχρι ενός συγκεκριμένου ορίου θραύσματα εντόμων σε διάφορα προΪόντα. Στη φύση οι πληθυσμοί αυτού κι άλλων ειδών είναι αρκετά μικρότεροι κι αραιότεροι. Εκεί το έντομο αυτό ζει κάτω από διάφορα αντικείμενα τρεφόμενο με σπόρους, νεαρά σπορόφυτα, ρίζες, νεκρά φυτικά μέρη και νεκρά έντομα κι άλλα ζώα. Το χρησιμοποιούμενο στάδιο της ζωής του είναι η σκωληκόμορφη προνύμφη του ή αλευροσκούληκο, που με κοντινότερη ματιά αποκαλύπτει την εντομοειδή της φύση, με 3 ζεύγη λεπτών ποδιών στο θώρακα και κεφάλι με μάτια, κεραίες και στοματικά εξαρτήματα εντόμου. Είναι κιτρινωπή και στην πάνω πλευρά κυρίως ο θώρακας και τα πιο πίσω τμήματά της είναι σκληρωτοποιημένα με επιπλέον χιτίνη για ενδυνάμωση.

Το αλευροσκούληκο έχει συγκεντρώσει μικτά σχόλια από την κοινότητα των ερπετοχομπιστών, με άλλους να λένε πως πρόκειται για την καλύτερη δυνατή τροφή και άλλους ότι είναι η χειρότερη δυνατή τροφή. Σε σχέση μ’άλλες ζωντανές τροφές ίσως εμφανίζει κάποια αρνητικά στοιχεία, π.χ. το μεγάλο ποσοστό άπεπτου σκληρού εξωσκελετού που ενδεχομένως να το κάνει δύσπεπτο για κάποια είδη ή μικρά ζώα, αλλά από θρεπτικής άποψης στην πραγματικότητα είναι πλούσια τροφή, περιέχοντας πρωτεΐνη κατά 25% και λίπος κατά 12% (οι πηγές γιακάθε πληροφορία αυτού του άρθρου στο τέλος). Πολλοί εκτροφείς ερπετών το χρησιμοποιούν ως βασική τροφή για χρόνια χωρίς κανένα πρόβλημα, με κάποιους εκτροφείς λεοπαρδαλωδών γκέκο (Eublepharis macularius) να το χρησιμοποιούν αποκλειστικά επί γενιές. Μια πρόσφατη μελέτη μάλιστα, μετρώντας την ανάπτυξη νεαρών γκέκο αυτού του είδους με διατροφή είτε αποκλειστικά αλευροσκουλήκων, είτε γρύλλων είτε και των δύο, απέδειξε ότι τα αλευροσκούληκα ενισχύουν περισσότερο την ανάπτυξη σε σχέση με τις άλλες δύο διατροφές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι άλλες δύο ήταν βλαβερές, ωστόσο δεν είναι ακόμα γνωστό αν μια διατροφή αποκλειστικά από αλευροσκούληκα μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας στα ερπετά. Αμφιβάλλω εντούτοις ότι κάποιος χομπίστας ερπετών θα ταΐζει τα ερπετά του με μία μόνο τροφή συνεχόμενα, η ποικιλία πάντοτε ωφελεί (τα φίδια και άλα σπονδυλωτοφάγα σαρκοφάγα εδώ εξαιρούνται). Επίσης τα αλευροσκούληκα έχουν ελαφρώς αυξημένα λιπαρά σε σχέση με άλλα έντομα, οπότε μπορεί να γίνουν παχυντικά. Τέλος κυκλοφορεί ο ανυπόστατος μύθος ότι εάν ένα αλευροσκούληκο δε χωνευθεί σύντομα μετά την κατανάλωση, μπορεί να μασήσει το στομάχι και να διαφύγει, σκοτώνοντας το ερπετό. Αυτό
Έχει αποδειχθεί πειραματικά πως δεν ισχύει.

Τα αλευροσκούληκα λοιπόν δε μπορούν να σκαρφαλώσουν σε λείες επιφάνειες, ούτε να τρέξουν πολύ γρήγορα, μπορούν όμως να σκάψουν ή να χωθούν σε κάποια απροσπέλαστη γωνία, γι’αυτό, εάν το τερράριο είναι πολύπλοκο, πολλοί κάτοχοι ερπετών τα προσφέρουν σ’ένα ρηχό μπολ. Επειδή είναι πιο αργοκίνητα απ’τους γρύλλους, τις μύγες ή τις κατσαρίδες, μπορεί να μην προσελκύουν την προσοχή κάποιων ερπετών αμέσως, ένας λόγος για τον οποίον κάποιοι δεν τα αγαπούν ως Τροφή, αλλά στο τέλος το ερπετό τα αντιλαμβάνεται και επιτίθεται. Στη δική μου περίπτωση ωστόσο και σε πολλές άλλες τα σκουλήκια αυτά τρώγονται σχεδόν αμέσως. Επειδή όμως, όπως τα περισσότερα έντομα, υπολείπονται σε ασβέστιο, πριν την προσφορά τους στα ερπετά θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου ή και πολυβιταμινών αν χρειάζεται. Ένα καλό τάισμα επίσης πριν με βιταμινούχο τροφή όπως λαχανικά και φρούτα (gut loading) μπορεί ν’αυξήσει τη θρεπτική τους αξία. Αλευροσκούληκα τρώνε διάφορα ψάρια, σχεδόν όλα τα αμφίβια, εντομοφάγες σαύρες, τα ελάχιστα εντομοφάγα φίδια που υπάρχουν, νεροχελώνες και παμφάγα χερσαία είδη χελωνών, εντομοφάγα πουλιά, σαρκοφάγα αρθρόποδα όπως ταραντούλες ή σαρκοφάγα έντομα όπως αλογάκια της Παναγίας, και εντομοφάγα θηλαστικά όπως
Σκαντζόχοιροι
Και τρωκτικά. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως δολώματα στο ψάρεμα και ως τροφή για πουλερικά όπως κότες και πάπιες, ή για την προσέλκυσηάγριων ωδικών πτηνών σε σταθμούς σίτισης.

Τα έντομα αυτά είναι απ’τα ευκολότερα στην εκτροφή ή καλλιέργεια. Χρειάζονται απλώς ένα ρηχό και πλατύ δοχείο με υπόστρωμα, το οποίο λειτουργεί συγχρόνως και ως τροφή, και σχεδόν τίποτε άλλο. Το καπάκι στο δοχείο είναι προαιρετικό, γιατί τα έντομα αυτά δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες, κι ως σκαθάρια σπανιότατα πετούν, κι αν υπάρχει θα πρέπει να’ναι διάτρητο ή από σίτα για καλό αερισμό. Το υπόστρωμα μπορεί να είναι 2-10 εκατοστά, ανάλογα με τον αριθμό των εντόμων, την επιφάνεια του δοχείο κλπ, και μπορεί ν’αποτελείται από κάτι σιτηρώδες πλούσιο σε άμυλο όπως πίτυρο, βρώμη, τριμμένη φρυγανιά κλπ. Συμπληρωματικά μπορούν να τοποθετούνται κομμάτια παλιού ψωμιού ή ξηρών ζυμαρικών στην επιφάνεια, ενώ για υγρασία κατάλληλα είναι φρούτα και λαχανικά όπως μαρούλι, χόρτα, καρότο, αγκούρι, μήλο, μπανάνα, και πατάτα ως κάτι πιο αμυηλώδες. Οι υγρές τροφές θα πρέπει ν’αφαιρούνται αν αρχίζουν να μουχλιάζουν, γιατί τότε μπορεί να βλάψουν όλη την αποικία, και για να μη βρέχεται το υπόστρωμα καλό είναι να βρίσκονται πάνω σ’ένα κομμάτι χαρτιού ή κάτι παρόμοιο, αλλά αν είναι μικρά τα κομμάτια συνήθως τρώγονται ολόκληρα γρήγορα και δεν υπάρχουν τέτοια προβλήματα. Όπως όλα τα έντομα, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι ανάλογος της θερμοκρασίας, σε υψηλότερες θερμοκρασίες δηλαδή είναι ταχύτερος. Το πρώτο στάδιο της ζωής του αλευροσκούληκου είναι το αβγό, που γεννιέται απ’το ενήλικο θηλυκό σκαθάρι μήκους 2 χιλιοστών και πλάτος 0,9 χιλιοστών, λευκό που με τη σκόνη γίνεται κιτρινωπό. Το αβγό στις συνήθεις θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς εκκολάπτεται σε 10-12 μέρες σε μια μικροσκοπική προνύμφη, η οποία τρέφεται απ’το υπόστρωμα. Πρακτικά στα πρώτα αυτά στάδια τα έντομα είναι αόρατα, μιας και πολύ δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν μέσα στο υλικό κι αυτό στην πράξη δε χρειάζεται. Όπως σ’όλα τα αρθρόποδα, η ανάπτυξη γίνεται σε στάδια, με αποβολή του παλαιότερου εξωσκελετού κι ανάπτυξη αμέσως μετά, μέχρι τη σκλήρυνση του επόμενου. Η προνύμφη, που παραμένει στο στάδιο αυτό για περίπου 12-54 μέρες, περνά από 9-20 τέτοια στάδια μέχρι να φτάσει στο στάδιο της χρυσαλίδας, νύμφης ή κουκουλιού (pupa), όπου συσπειρώνεται, χάνει το σκληροτοποιημένο θώρακά της και μένει ακίνητη στην επιφάνεια συνήθως του υποστρώματος για περίπου 20 μέρες. Τα στάδια της προνύμφης και της νύμφης μπορούν να επιμηκυνθούν για μήνες εάν τα έντομα ψυχθούν στο ψυγείο ή διαχειμάσουν στη φύση. Η καλύτερη φάση προνύμφης για χρήση είναι η μεγαλύτερη δυνατή, γύρω στα 2 εκατοστά. Ορισμένοι εκτροφείς έχουν χορηγήσει στις προνύμφες τους ορμόνες νεότητας εντόμων ώστε τεχνητά να τις μεγαλώσουν περισσότερο, κάνοντάς τες όμως ανίκανες για αναπαραγωγή, αν και σήμερα είναι διαθέσιμος κι ο μεγαλύτερος συγγενής του αλευροσκούληκου, το Zophobas morio.

Όσο τα κουκούλια αναπτύσσονται, καφετιάζουν περισσότερο, και στο τέλος εκδύονται κι αναδύονται τα ενήλικα σκαθάρια, σχεδόν κρεμώδους χρώματος στην αρχή και μαλακά, έπειτα καφετιάζουν και σκληρωτοποιούνται, και σε 10 μέρες θά’χουν γίνει μαύρα, γυαλιστερά, σκληρά κι έτοιμα για αναπαραγωγή. Τρέχουν πολύ γρήγορα, αλλά σπάνια πετούν και δε σκαρφαλώνουν σε λείες επιφάνειες, οπότε είναι δύσκολο να ξεφύγουν. Κατά την αναπαραγωγική διαδικασία το αρσενικό κυνηγά το θηλυκό μέχρι αυτό να σταματήσει, έπειτα ανεβαίνει πάνω του γυρίζοντας τον αιδοιαγό του (πέος των εντόμων) κάτω απ’το θηλυκό κι αφήνοντας τους σπερματοφόρους σάκους (τα χερσαία αρθρόποδα δεν έχουν το σπέρμα τους σε υγρό, αλλά σε μικρούς στερεούς σάκους). Έχει ακόμα παρατηρηθεί ότι το αρσενικό φυλάγει το θηλυκό για ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά για να μη ζευγαρώσει μ’άλλα αρσενικά, συμπεριφορά πολύ ασυνήθιστη για έντομο. Το θηλυκό λοιπόν έπειτα σκάβει στο υπόστρωμα και γεννά 500 περίπου αβγά, και ο κύκλος επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές. Ο μέσοςο όρος ζωής του σκαθαριού είναι 80 μέρες, και θεωρητικά κι αυτή η φάση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για ερπετά, αλλά είναι σκληρότερη και πολλά είδη δεν την προτιμούν. Ορισμένα είδη, όπως οι γενειοφόροι δράκοι κι άλλα είδη δράκων, σκίγκων και κάποιων ερημόβιων γκέκο όπως οι τερατοσκίγκοι, τρώνε χωρίς πρόβλημα τα σκαθάρια.

Έχουν επινοηθεί διάφορα συστήματα καλλιέργειας αυτών των εντόμων για τον περιορισμό των απωλειών. Ο λόγος είναι διότι τα κουκούια είναι ευάλωτα σε επίθεση και απ’τις προνύμφες και απ’τα σκαθάρια, ενώ επίσης τα αβγά χάνονται κατά το καθάρισμα. Η αποικία δε θα πρέπει να καθαρίζεται συχνά, αφού τα περιττώματα είναι ξηρά και δεν προκαλούν κανένα πρόβλημα, ενώ η αποσύνθεση τω νεκρών εντόμω είναι αμελητέα, με τα έντομα αυτά ν’αποξηραίνονται εύκολα στο ξηρό περιβάλλον της αποικίας. Οι νεκρές προνύμφες και κουκούλια αφυδάτώνονται και μαυρίζουν, οπότε μπορούν ν’αφαιρεθούν προαιρετικά, ενώ τα σκαθάρια μένουν όπως είναι, απλώς ακίνητα κι αποξηραμένα. Υπάρχουν φορές ωστόσο που θα χρειαστεί να καθαριστεί η αποικία για να φύγουν όλα τα άχρηστα περιττώματα και ν’ανανεωθεί όλο το υπόστρωμα, με τον πλέον εύκολο τρόπο το άδειασμα όλης της αποικίας σ’ένα ψιλό κόσκινο, πάνω στο οποίο θα μείνουν μόνο τα έντομα και λίγη τροφή. Στην περίπτωση που η αποικία περιέχει όλες τις φάσεις ανάπτυξης, τα αβγά θα φύγουν μαζί με τα σκουπίδια, γι’αυτό καλό είναι μέρος των σκουπιδιών να κρατηθεί μαζί με νέα τροφή ώστε να εκκολαφθεί ό,τι υπάρχει εάν υπάρχει. Για την εξάλειψη αυτής της δυσκολίας, συχνά γίνεται καλλιέργεια σε δύο δοχεία, ένα για τις προνύμφες κι ένα για τα σκαθάρια. Τα κουκούλια ή όσα νεαρά σκαθάρια επιβιώνουν μεταφέρονται σ’ένα άλλο πανομοιότυπο δοχείο, όπου αναπαράγονται κι έπειτα πεθαίνουν ή ταΐζονται στα ερπετά. Από εκεί έπειτα θα εμφανιστούν οι νέες προνύμφες. Σύμφωνα με μια άλη μέθοδο που διάβασα, τα σκαθάρια κρατούνται μέσα σ’ένα μικρό κουτί επενδεδυμένο με υγρό χαρτί, μαζί με λίγη τροφή για μερικές μέρες με επαναλήψεις της διαδικασίας πολλές φορές, και τα νεαρά αλευροσκούληκα μεταφέρονται προσεκτικά στο δοχείο ανάπτυξης, αν και μου φάνηκε αδικαιολόγητα πολύπλοκη. Επειδή σε ορισμένες περιόδους της αποικίας οι διαθέσιμες προνύμφες θά’ναι λίγες, ενώ άλλοτε παράγονται πολύ περισσότερες απ’όσες θα χρειαστούν για τάισμα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή γι’αναπαραγωγή, καλό είναι αρκετές να ψύχονται για το διάστημα που δεν υπάρχουν μεγάλες διαθέσιμες στην αποικία.

Ο κυριότερος εχθρός των αποικιών αυτών των εντόμων είναι η υγρασία, η οποία μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη δύο επιβλαβών οργανισμών, ακαρέων και μούχλας. Τα ακάρεα είναι μια πολυπληθής ομάδα αραχνοειδών εξελιγμένα να ζουν παντού, και τα συγκεκριμένα που αναπαράγονται στις αποικίες αγαπούν την υγρασία και τη θρεπτική τροφή, και είναι μικροσκοπικά, σαν κινούμενη σκόνη. Δεν παρασιτούν στα αλευροσκούληκα ούτε έχουν σχέση με τα ακάρεα που παρασιτούν στα ερπετά, αλλά αν ο πληθυσμός τους είναι υπερβολικός μπορεί να επιβαρύνουν την αποικία με τον ανταγωνισμό τους. Η μούχλα είναι μύκητες διαφόρων ειδών, κάποιοι εκ τωνν οποίων παράγουν αμυντικές τοξίνες, κι Επειδή είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε αν το συγκεκριμένο είδος μύκητα που προσέβαλε την αποικία δεν είναι βλαβερό, δεν ταΐζουμε τίποτα απ’την αποικία στα ερπετά, αλλά την καταστρέφουμε. Ίσως αν υπάρχει καθαρό μέρος στην αποικία και πολλά υγιή σκουλήκια μπορούμε να τα κρατήσουμε και να συνεχίσουμε από εκεί. Ένα άλλο, πολύ σπανιότερο παράσιτο είναι ο σκόρος των σιτηρών (Plodia interpunctella), μια μικροσκοπική πεταλουδίτσα που ενδέχεται να προσβάλλει ψωμιά κι άλλα δημητριακά στο σπίτι. ΟΙ προνύμφες της είναι μικροσκοπικές, με κύριο ορατό σημείο τους τους μετάξινους ιστούς που υφαίνουν πριν κάνουν κουκούλι. ΟΙ πεταλούδες είναι τριγωνικού γενικού σχήματος και πετούν.

Δύο κηροσκούληκα (Galleria mellonella 15/4/2013, το ίδιο βράδυ φαγώθηκαν.

Το δεύτερο έντομο είναι το κυροσκούληκο ή μελοσκούληκο, προνύμφη της μεγάλης πεταλούδας του κεριού Galleria mellonella. Υπάρχει και η μικρή πεταλούδα του κεριού Achroia grisella, αλλ’αυτή δε χρησιμοποιείται ως ζωντανή τροφή. Οι πεταλούδες αυτές, μαζί με την πεταλούδα των σιτηρών που ανέφερα παραπάνω, είναι οι γνωστότερες της οικογένειας των πυραλιδών (pyralidae). Στη φύση το είδος αυτό ζει στις κυψέλλες των μελισσών τρεφόμενο με κερί και μέλη, και σε μεγάλους αριθμούς γίνεται σοβαρό παράσιτο, εμποδίζοντας την ομαλή λειτουργία τους. Οι προνύμφες τρέφονται κάτω από την επιφάνεια της κηρίθρας, ώστε να μη γίνονται αντιληπτές απ’τις μέλισσες, και πίσω τους αφήνουν μια στοά με μετάξινες ίνες, με τις οποίες προσδένονται στο υλικό. Μία κυψέλη παρασιτίζεται από το έντομο όταν μια ενήλικη θηλυκή πεταλούδα κατεβαίνει κατακόρυφα και γεννά τα αυγά της στην κηρίθρα. Επειδή πρέπει να προσγειωθούν κατακόρυφα, η προφύλαξη των κυψελών είναι εύκολη, καλύπτοντάς την απλώς από πάνω. Το χρησιμοποιούμενο στάδιο εδώ είναι οι προνύμφες ή κάμπιες, που είναι παχιές, με 3 ζεύγη θωρακικών ποδιών κι άλλα 4 ζεύγη παραποδίων ή βοηθητικών άκρων από το 3ο μέχρι το 6ο τμήμα της κοιλιάς, κρεμώδους χρώματος με σκούρο κεφάλι και άκρες ποδιών, μήκους 2-3 εκατοστών. Δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες, κινούνται ασταθώς και δεν έχουν έντονο το ένστικτο της κατεύθυνσης ή του κρυψίματος, γι’αυτό είναι αρκετά εύκολα στη σύλληψη στο τερράριο. Η ίδια μεγάλη ομάδα ερπετών, λοιπών σπονδυλωτών και αρθρόποδων μπορεί να τα φάει, αλά τα συγκεκριμένα έντομα σπάνια χρησιμοποιούνται ως βασική τροφή, διότι περιέχουν πολύ λίπος (γύρω στο 40%) κι επομένως είναι αρκετά παχυντικά, κι εξαιτίας αυτού γίνονται εθιστικά στα ερπετά, όπως σ’εμάς γίνονται τα γλυκά για παράδειγμα. Ωστόσο είναι η ιδανική τροφή για ερπετά που πρέπει να πάρουν βάρος, θηλυκά σε αναπαραγωγή, πριν τη χειμέρια νάρκη, συμπληρωματικά κατά την ανάπτυξη και κατά τη διαδικασία εξημέρωσης ενός φοβισμένου ζώου, το οποίο θα μας συνδυάσει μ’αυτό το εύγευστο φαγητό και θα πλησιάζει πιο εύκολα στο χέρι μας όταν βρισκόμαστε κοντά του. Όπως όλα τα έντομα, και τα κηροσκούληκα θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου. Το καλοτάισμα με κάποια θρεπτική τροφή δε χρειάζεται γιατί τα έντομα αυτά ήδη είναι θρεπτικά, κι άλλωστε σ’αυτό το είδος είναι αδύνατο εξαιτίας των ιδιαίτερών του διατροφικών αναγκών.

Οι ιδιαίτερες αυτές ανάγκες τό’χουν κάνει σχετικά ανεπιθύμητο στην εκτροφή για πολλούς ερπετοχομπίστες, αφού είναι πολύ πιο εύκολη η αγορά μιας συγκεκριμένης ποσότητας, που έτσι κι αλλιώς θα χρησιμοποιείται αραιά. Τα εμπορικά κηροσκούληκα διατίθενται ψυγμένα μέσα σε πριονίδι, όπου μπορούν να ζήσουν έτσι ως και για 5 μήνες χωρίς πρόβλημα. Η εκτροφή τους απ’την άλλη θα πάρει περισσότερο χρόνο, θα χρειαστεί ιδιαίτερο υπόστρωμα, αλά θα δώσει πολλά περισσότερα έντομα. Για το υπόστρωμα έχουν αδικαιολόγητα γραφτεί πολλές και διάφορες πολύπλοκες συνταγές που τό’χουν αναδείξει σε ειδική τέχνη. Τα βασικά του συστατικά στην πραγματικότητα είναι αλεύρι ή πίτυρο και μέλι, στην ποσότητα που θα κάνει το υλικό υγρό, αλλά εύθραυστο αν συμπιεστεί.

Η εκτροφή ξεκινά με την τοποθέτηση μερικών κηροσκουλήκων σ’ένα δοχείο με λίγους πόντους τέτοιου υποστρώματος και μερικά κάθετα κομμάτια χαρτονιού από χαρτοκιβώτια. Επειδή θα βρίσκονται ήδη στα τελευταία στάδια της προνύμφης, σύντομα, σε 2-3 βδομάδες, οι προνύμφες θα υφάνουν ένα κουκούλι στο οποίο θα παραμείνουν για 1-2 βδομάδες, κι έπιτα θα εξέλθουν ως μικρές καφέ πεταλούδες (σκόροι). Το στάδιο του ενήλικου εντόμου σ’αυτό και σε πολλά άλλα είδη μικρής πεταλούδας, π.χ. στους μεταξοσκώληκες, κι άλλων εντόμων έχει απλοποιηθεί μόνο για το σκοπό της αναπαραγωγής, γι’αυτό και οι πεταλούδες αυτές δεν έχουν λειτουργικό πεπτικό σύστημα. Σκοπός τους είναι να ψάξουν το αντίθετο φύλο, να ζευγαρώσουν και να πεθάνουν. Τα θηλυκά γεννούν ως και 1600 αβγά στις ρωγμές του χαρτονιού, όπως θά’καναν στις κηρίθρες στη φύση, και μετά από 4-5 μέρες σε θερμοκρασία γύρω στους 25 βαθμούς τα αβγά εκκολάπτονται. Οι πεταλούδες μπορούν να ταϊστούν σε ζώα που προτιμούν γρήγορα ή ιπτάμενα έντομα, όπως δενδρόβια γκέκο, χαμαιλέοντες, δεντροβατράχους, δενδρόβιες ταραντούλες, αλογάκια της Παναγίας κλπ. Όταν λοιπόν έχουν μεγαλώσει λίγο οι νεαρές προνύμφες, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγαλύτερο δοχείο με νέο υπόστρωμα, όπου θα συνεχίσουν την ανάπτυξη, η οποία γίνεται σε 7 στάδια και διαρκεί 4-6 εβδομάδες. Οι περισσότερες έπειτα μπορούν να ψυχθούν για μελλοντική χρήση αφού έχουν φτάσει το τελικό τους μέγεθος, και λίγες μπορούν να μείνουν για την αναπαραγωγή. Οι προνύμφες από εκτροφή είναι πολύ κινητικότερες από τις αγορασμένες, γιατί οι πρώτες έχουν περισσότερη ενέργεια γιατί τρώνε.Δεν είναι και τόσο δύσκολη η εκτροφή τους τελικά.

Δεν τα τρώνε όμως μόνο τα ερπετά ή τα λοιπά εντομοφάγα ζώα αυτά τα έντομα, μπορεί να τα καταναλώσει και ο άνθρωπος. Και τα δύο παραπάνω είδη, και φυσικά πολλά άλα, θεωρούνται πολύ θρεπτικές τροφές όσον αφορά την πρωτεΐνη και το λίπος που περιέχουν, και γι’αυτό έχουν προταθεί ως κατάλληλες τροφές για φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες. Τα στοιχεία για τη θρεπτική αξία του αλευροσκούληκου παραπάνω τα πήρα από μια τέτοια μελέτη. Μπορεί εμάς να μας φαίνεται σήμερα παράξενη η βρώση εντόμων, αλλά στην πραγματικότητα ιστορικά οι περισσότεροι λαοί έτρωγαν έντομα. Ακόμα και σήμερα, σε τροπικές περιοχές όπως στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική, στην Αυστραλία, στη ΝΑ Ασία, αλλά και στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία, διάφορα έντομα καταναλώνονται συχνά. Αλλά και ιστορικά πολύ περισσότεροι λαοί έτρωγαν έντομα. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για παράδειγμα έτρωγαν τα τζιτζίκια ψητά κανονικά. Κάποτε τα έθιμα αυτά εξαφανίστηκαν απ’την Ελλάδα, ίσως ως συνέπεια της επίδρασης του πολιτισμού της Μέσης Ανατολής, αλλ’αυτό είναι άλλη ιστορία. Γενικώς πάντως σήμερα ο δυτικός πολιτισμός βασίζεται στα ενεργοβόρα εκτρεφόμενα ζώα για την πρωτεΐνη του, γι’αυτό περιφρονεί όλες τις άλλες επιλογές. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι κάτι το τόσο περίεργο να τρώμε έντομα. Ήδη τρώμε τα αρθρόποδα της θάλασσας, τις γαρίδες, τους αστακούς κλπ, θεωρώντας τα μάλιστα τροφές πολυτελείας, κι από στεριανά ασπόνδυλα τρώμε Σαλιγκάρια, Τα οποία επίσης θεωρούμε τροφές πολυτελείας. Τα έντομα στην πραγματικότητα είναι παρόμοιας θρεπτικής αξίας με τα κανονικά κρέατα, με τα πλεονεκτήματα ότι χρειάζονται πολύ λιγότερο χώρο για την καλλιέργειά τους, μπορούν να τραφούν με παραπροΪόντα της γεωργίας και μετατρέπουν πολύ πιο αποτελεσματικά την προσφερόμενη τροφή σε κρέας απ’ό,τι τα εκτρεφόμενα ζώα. Παρόλα αυτά, δε γνωρίζω κάποιο πρόγραμμα καλλιέργειας εντόμων σε αναπτυσσόμενη ή ανεπτυγμένη χώρα ακόμα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Αλευροσκούληκα:
άρθρο για το αλευροσκούληκο στην αγγλική Wikipedia
εκτροφή αλευροσκουλήκων
Των κανονικών και των μεγαλύτερων (Zoophoba morio).
Abigale’s edibles,
Σελίδα για την εκτροφή αλευροσκουλήκω και τη χρήση τους για ανθρώπινη κατανάλωση.
το κίτρινο αλευροσκούληκο ως νέα πηγή πρωτεΐνης
ποικιλομορφία του ρυθμού ανάπτυξης στα αιχμάλωτα είδη: η περίπτωση του λεοπαρδαλώδους γκέκο (pdf)
Κηροσκούληκα:
άρθρο για το κηροσκούληκο στην αγγλική Wikipedia
εκτροφή κηροσκουλήκων
ο κύκλος ζωής του κηροσκούληκου

Ενημέρωση 28/11/2015: Οι ανάγκες μου σε αλευροσκούληκα έχουν αυξηθεί, αφού ταΐζω κι άλλα ζώα. Με τέτοια ταΐζω το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps), ο οποίος μπορεί να φάει έως και 45 τη φορά, κι επίσης τέτοια έτρωγε ο τερατοσκίγκος (Teratoscincus roborowskii) και ο κερασφόρος βάτραχος (Ceratophrys cranwelli), όταν ήταν μικρότερος. Το λοφιοφόρο γκέκο εξακολουθεί να τα τρώει, αλλλά γενικώς προτιμά τα γρηγορότερα έντομα όπως τους γρύλλους και τις κατσαρίδες. Όταν τρώει αλευροσκούληκα, τρώει συνήθως 6-7 τη φορά. Έχω προσέξει ότι αργεί να τα χωνέψει σε σχέση με άλλα έντομα εξαιτίας της σκληρότητάς τους, ιδίως σε χαμηλότερες θερμοκρασίες. Επίσης περιστασιακά του δίνω και ενήλικα σκαθάρια, είτε όπως είναι είτε με κομμένα έλυτρα, για να είναι μαλακότερα, αν και δεν έχει πρόβλημα. Το Isle of Eco ασχολείται με τα περί της κομποστοποίησης. Το κομμάτι που αφορά τα κατοικίδια εξελίχθηκε στο feeders.gr, ένα μεγάλο pet shop με μεγάλη εξειδίκευση στα ερπετά, που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων για τροφή.
Επειδή λοιπόν οι ανάγκες μου έχουν αυξηθεί, προσπαθώ να φτιάξω αποικία. Στα παρακάτω βίντεο θα δείτε την πρόοδο μιας αποικίας, η οποία στο τέλος έβγαλε ελάχιστα σκαθάρια, παρόλο που τα κουκούλια ήταν πολλά. Το ίδιο ακριβώς είχα πάθει και το καλοκαίρι, οπότε είχα pιάσει δίπλα στα έντομα τον πιθανότατο ένοχο, ένα σαμιαμίδι. Σαμιαμίδια (Hemidactylus turcicus) τριγυρνούν στο χώρο όπου εκτρέφω τα έντομα, και ίσως τα τρώνε. Οπότε για να έχω αποικία, θα πρέπει να την καλύψω με σίτα (έως τώρα δεν τις σκέπαζα, αφού τα έντομα δε φεύγουν και ήθελα να έχω πλήρη αερισμό προς αποφυγή παντός κακού). Ήδη έχω δημιουργήσει μία νέα μικρή αποικία, με πολύ πίτουρο και αρκετές προνύμφες. Παρακάτω παραθέτω τα βίντεο:

Προνύμφες και λίγακ ουκούλια, 14/10/2015:

Τα περισσότερα κουκούλια, 5/11/2015:

Προς αναζήτηση των σκαθαριών, 18/11/2015:

Οι ανάγκες μου σε μελοσκούληκα δεν έχουν αυξηθεί πολύ. Πού και πού αγοράζω και δίνω στο λοφιοφόρο γκέκο και στο γενειοφόρο δράκο, αλλά μπορεί να κάνω και μια αποικία απ’αυτά δοκιμαστικά.

Ενημέρωση 28/4/2016: Τελικά έβγαλα περίπου 150 σκαθάρια το Δεκέμβριο, τα οποία έβαλα σε νέο κουτί με πίτουρο, σε θερμοκρασία 24-29 βαθμών, όπου αναπαρήχθησαν και βγήκαν πολλά μικρά. Τάιζα τα σκαθάρια συμπληρωματικά με φρούτα όπως μήλο, αχλάδι ή μπανάνα για ενυδάτωση και βιταμίνες, ενώ για επιπλέον πρωτεΐνη έδινα τροφή ψαριών σε νυφάδες και περιστασιακά κάπιο νεκρό έντομο, όπως προνύμφη σκαθαριού Pachnoda, το οποίο το έκοβα λίγο για να μπορούν να μπουν μέσα και την άλλη μέρα το είχαν αδειάσει όλο. Τα πρώτα μικρά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά το Φεβρουάριο, και μεγάλωσαν πολύ γρήγορα. Πιστεύω πως η συμπληρωματική πρωτεΐνη τα ωφέλησε αρκετά. Ο αριθμός των προνυμφών που έχω τώρα είναι πολύ μεγάλος, κι αργούν να τελειώσουν, ακόμα και με το γενειοφόρο δράκο που τρώει 40-70 τη φορά. Χθες χώρισα τα νέα σκαθάρια, 75 περίπου στον αριθμό, σε καινούργιο κουτί. Είναι τελικά το ευκολότερο έντομο στην εκτροφή. Παρακάτω οι φωτογραφίες εντόμων δικής μου εκτροφής:

προνύμφες και κουκούλια Tenebrio molitor 27/4/2016

σκαθάρια Tenebrio molitor 27/4/2016