Tag Archive: Άραβες


Η γυναίκα Άραβας

Η κατάσταση με τα εθνώνυμα είναι αρκετά περίπλοκη στην ελληνική γλώσσα. Συχνά έχουμε δύο διαφορετικές λέξεις για ένα εθνώνυμο, ή δύο και περισσότερες καταλήξεις. Αυτό προήλθε αφενός από την συνύπαρξη πολλών εναλλακτικών εθνωνυμικών καταλήξεων ήδη από την αρχαία ελληνική, και αφετέρου από κατάλοιπα της διγλωσσίας, που τόσο πολύ έχει βασανίσει τη γλώσσα μας. Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν διχασμένη σε δύο ποικιλίες, από τη μία η φυσικώς εξελισσόμενη λαϊκή γλώσσα, η οποία ήταν διασπασμένη σε πολλές διαλέκτους, συχνά ήταν μόνο προφορική και γεμάτη από ξένα δάνεια, και από την άλλη η λόγια μορφή της γλώσσας, την οποία οι κατασκευαστές της προσπαθούσαν να την κάνουν να πλησιάζει όσο γίνεται στην αττική διάλεκτο, ή τουλάχιστον σε πιο λόγια ελληνιστική κοινή, η οποία αργότερα έγινε η γνωστή καθαρεύουσα. Όταν η καθαρεύουσα καταργήθηκε, η δημοτική είχε ήδη αλλάξει, δανειζόμενη πολλά στοιχεία της λόγιας γλώσσας και αντικαθιστώντας πολλές παραλλαγμένες ελληνικές ή δάνειες λέξεις με πιο αρχαιοπρεπείς αντίστοιχες. Οι πρώτες πήραν αρνητική σημασία (δείνωση), όπως έγινε με πολλά τουρκικά δάνεια, θεωρήθηκαν πιο παρακατιανές ή σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τελείως. Το ίδιο αντανακλάται και στα εθνώνυμα. Μπορεί ο ναυτικός να έλεγε «Εγγλέζος», αλλά ο καθαρευουσιάνος θα έλεγε «Άγγλος». Στις περισσότερες φορές, επικράτησαν τα λόγια εθνώνυμα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Τουρκάλα, ο Σκοτσέζος και ο Γιαπωνέζος. Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους ωστόσο, έχουν και αρσενική και θηλυκή μορφή, αφού ένα έθνος περιέχει φυσικά και άντρες και γυναίκες (εξαιρούνται μοναστικά τάγματα, η φυλή Μαριάμε του Τέξας που ήταν μόνο άντρες και παρόμοιες περιθωριακές περιπτώσεις), αν και πάλι μπορεί να υπάρχει ασυμφωνία, αφού δεν είναι απαραίτητο τα δύο γένη να ακολουθούν πάντα σταθερούς κανόνες, και έτσι μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. Τούρκος και Τουρκάλα, Αργεντινός και Αργεντίνα (σπάνια Αργεντινή για να μη γίνεται σύγχυση με τη χώρα) κλπ. Ως προς αυτό τουλάχιστον, στην ύπαρξη δηλαδή δύο γενών για κάθε εθνώνυμο, είμαστε συνεπείς. Ωστόσο, υπάρχει ένα νεοελληνικό εθνώνυμο χωρίς θηλυκό• ο Άραβας.

Δεν υπάρχει καθιερωμένος, καθολικά αποδεκτός όρος για τη γυναίκα αραβικής καταγωγής. Σκεφτείτε το λίγο. Πόσες φορές ακούσατε να μιλούν για γυναίκες από την Αραβία και με τι προσδιορισμό; Εξαιτίας του κενού αυτού, ο καθένας χρησιμοποιεί όποια λέξη του ταιριάζει περισσότερο, όπως «Αραβίνα», «Αραβίδα», «Αράβισσα», «Αραβέσα», «Αραβέζα», «Αραβή», «Αραπίνα», «Άραβας» ως θηλυκό, ακόμα και… «γυναίκα Άραβας»! Το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως στις επίσημες μεταφράσεις κειμένων, όπου γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί κάποιος πιο επισημοφανής όρος, με διάφορα περίεργα αποτελέσματα, όπως τη χρήση της δομής «γυναίκα Άραβας».

Έψαξα για το φαινόμενο στο Διαδίκτυο και διαπίστωσα ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ο Νίκος Σαραντάκος πραγματεύτηκε το ζήτημα εδώ και εδώ. Παλαιότερα το 2004, ο Ανδρέας Παπάς, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, στη στήλη Υπογλώσσια στην εφημερίδα Το Βήμα επίσης ασχολήθηκε με το θέμα. Το πρόβλημα έχει επίσης συζητηθεί σε πολλά φόρουμ γλωσσολογικής, μεταφραστικής ή λογοτεχνικής θεματολογίας, όπως εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ακόμα και ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στην πρώτη του έκδοση δεν έδωσε θηλυκό για το «Άραβας», ενώ στη δεύτερη και συστηματικότερη έκδοση έδωσε το «Αράβισσα», δίνοντας ως εναλλακτικό και το «γυναίκα Άραβας».

Πριν όμως αρχίσουμε να αξιολογούμε τις υποψήφιες λέξεις μία προς μία για την καταλληλότητά τους στη σύγχρονη εποχή, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη χρήση του ορισμού για τις γυναίκες αραβικής καταγωγής. Ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, δηλαδή δεν υπήρχε όνομα για της γυναίκες τις Αραβίας παλαιότερα; Όχι. Στην πραγματικότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα είχε γυναικείο εθνώνυμο για τους Άραβες. Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη «Άραψ, Άραβος» ήταν διγενής και μπορούσε να πάρει και το θηλυκό άρθρο. Ίσως από εκεί να προέρχεται η όμοια με το αρσενικό ονομασία που έχουν συχνά οι γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και αποκαλούνται και γυναίκες Άραβες. Στην ελληνιστική εποχή ωστόσο, εμφανίστηκαν και εναλλακτικοί τύποι, όπως «Αραβίς» και «Αράβισσα». Ο τελευταίος τύπος εμφανίζεται και στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Ι΄ώβ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου λέει «Λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν.», όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος. Στο Βυζάντιο πιθανόν θα χρησιμοποιούνταν παρόμοιες ονομασίες, δεν έχω πηγές για αυτήν την περίοδο. Κατά την Τουρκοκρατία, η λέξη για τον Άραβα ήταν «Αράπης», από το τουρκικό «Αράπ» και για τη γυναίκα «Αραπίνα». Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποκαλούσαν τις Αιγύπτιες μουσουλμάνες γυναίκες Αραπίνες. Κι έπειτα, στην πιο πρόσφατη εποχή, δεν έχουμε κανένα όνομα. Γιατί;

Η κυρίαρχη εξήγηση είναι ότι επειδή στον ισλαμικό και κατ’επέκτασιν στον αραβικό κόσμο οι γυναίκες συνήθως ζουν στην απομόνωση, και πρόσβαση σ’αυτές έχει μόνο ο σύζυγος και οι συγγενείς τους, δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες συνάντησης με τους Έλληνες• ούτε αυτές ταξίδευαν στην Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες τις συναντούσαν συχνά όταν ταξίδευαν στην Αραβία. Έτσι, δεν υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα για τις γυναίκες των Αράβων. Αν και σίγουρα αυτό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, η ιστορία μας διαψεύδει, αφού μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καθιερωμένα ονόματα για της γυναίκες της Αραβίας. Τότε γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται περισσότερο στις αλλαγές των σχέσεών μας με τους Άραβες, παρά στην αυστηρή επιτήρηση των γυναικών από τους Άραβες. Στην Αρχαία Ελλάδα, ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή, οι επαφές με τους Άραβες άρχισαν να είναι συχνές. Δεν ξέρω κατά πόσο συναντούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες γυναίκες της Αραβίας, πάντως το διγενές και μονοκατάληκτο εθνώνυμο δε δηλώνει τη μη ύπαρξη των γυναικών, απλώς πολλές τριτόκλιτες λέξεις, κυρίως επίθετα, παρουσιάζουν την ίδια μορφή. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μόνιμη απειλή από τους Άραβες μετά την επέκτασή τους τον 7ο-8ο αι., οι οποίοι απέσπασαν αρκετές μεθόριες περιοχές και την Αίγυπτο. Συχνά βρισκόταν σε πόλεμο, αλλά υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί θα είχαν αρκετά συχνές επαφές με τους Άραβες. Οι στενότερες επαφές μας με αραβικούς πληθυσμούς αναμφίβολα ωστόσο θα έλαβαν χώρα κατά την Οθωμανική Περίοδο, όπου ζούσαμε σε ένα ισλαμικό κράτος, το οποίο στην επικράτειά του περιείχε πολλές σημερινές αραβικές χώρες. Η στενότερη επαφή μας με τους μουσουλμάνους φαίνεται και από το γεγονός ότι δανειστήκαμε την τουρκική εκδοχή του ονόματος για τον Άραβα, και το προσαρμόσαμε σε «Αράπης». Έπειτα, κάποιες δεκαετίες μετά την Επανάσταση, στραφήκαμε προς τη Δύση, κι έτσι αποκοπήκαμε από τον αραβικό πολιτισμό, και πολύ περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς εκτός της δημόσιας σφαίρας, και δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να έχουμε ειδικό όνομα για αυτές. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πραγματικός λόγος για την απουσία θηλυκού εθνωνύμου για της γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και όχι απλώς η απομόνωση στην οποία ζουν αυτές οι γυναίκες, κι αυτό φαίνεται και ως το λογικότερο. Άρα δε φταίνε οι μισογύνηδες Άραβες, όπως οι περισσότεροι αρέσκονται να λένε, αλλά η από μέρους μας απομάκρυνση από τους Άραβες.

Τώρα ας εξετάσουμε μία προς μία τις λέξεις για να δούμε πιες ταιριάζουν περισσότερο και πιες φαίνονται σωστότερες. Απορρίπτουμε εξαρχής το «Αραβέσα/Αραβέζα» και το «Αραπίνα», μια και είναι δάνειες, και ιδίως το δεύτερο δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα σήμερα, μιας και η λέξη «Αράπης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Μαύρο Αφρικανό, συχνά μειωτικά, επειδή η Αραπιά αναφερόταν εκτός από την Αραβία και στη Βόρεια Αφρική, όπου επίσης μιλούν αραβικά, κι έτσι ο όρος επεκτάθηκε για να περιγράψει όλους τους μελαψούς κατοίκους του νότου. Απορρίπτουμε επίσης και το «Αραβή», αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ και το αντίστοιχο αρσενικό δεν είναι Αραβός. Μας έμειναν τα «Αράβισσα» «Αραβίνα» και «Αραβίδα». Τα πρώτα δύο χρησιμοποιούνται πολύ, ιδίως το πρώτο. Ακόμα και το Microsoft Word 2003, στο οποίο γράφω αυτό το κείμενο, δεν το εκλαμβάνει ως λανθασμένο. Μερικοί έχουν πρόβλημα με το «Αράβισσα», γιατί τάχα τους θυμίζει μανάβισσα και παλαιότερες «λαϊκές» λέξεις. Όμως η κατάληξη είναι αρχαία ελληνικοί, τουλάχιστον για όσους αυτό δίνει περισσότερο κύρος σε μια λέξη, και επίσης χρησιμοποιείται σε «αρχοντικές» λέξεις όπως βασίλισσα, πριγκίπισσα, αρχόντισσα κλπ. Επίσης, υπάρχουν ελληνικά επίθετα δηλωτικά της καταγωγής όπως Ηπειρώτισσα, καθώς και εθνώνυμα όπως Κούρδισσα, Κορεάτισσα και το εναλλακτικό Τούρκισσα. Αντίθετα με τα δύο παραπάνω, το «Αραβίδα» παρουσιάζει προβλήματα, επειδή αναφερόταν σε έναν παλιό τύπο πυροβόλου όπλου. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων μιας αναζήτησης στο Google αναφέρονται σ’αυτό το όπλο. Για αυτόν το λόγο, ο Σαραντάκος, ο Παπάς και άλλοι φρονούν ότι η λέξη αυτή δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γυναίκα της Αραβίας. Εγώ ωστόσο διαφωνώ. Περσίδα είναι η γυναίκα από την Περσία, αλλά και το μακρόστενο κάλυμμα που κρεμιέται αντί κουρτίνας στο παράθυρο, και δεν υπάρχει σύγχυση των δύο εννοιών. Στα αγγλικά, Turkey είναι και η Τουρκία και η Γαλοπούλα, και δεν υπάρχει σύγχυση εννοιών. Με την «Αραβίδα» τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα, αφού το όπλο πλέον έχει παροπλιστεί και η λέξη τείνει να χαθεί. Αντί λοιπόν να αφήσουμε μια λέξη να χαθεί, μπορούμε να την επαναχρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο. Επομένως, πάλι τζάμπα την έκραζαν την Άντζελα, όταν έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει αραβικά γιατί δεν είναι Αραβίδα. Τέλος μας έμειναν τα κάπως πιο προβληματικά «Άραβας» και το «γυναίκα Άραβας». Θεωρητικά δεν είναι λάθος, αφού ήδη από την αρχαιότητα το «Άραψ» κάλυπτε και τα δύο γένη. Ωστόσο στη νέα ελληνική δεν έχουμε κανένα θηλυκό εθνώνυμο που να τελειώνει σε –ς, οπότε ακούγεται κάπως παράξενο. Ακόμα και πολλά θηλυκά ονόματα επαγγελμάτων τα οποία για ιστορικούς λόγους είναι όμοια με τα αρσενικά τείνουν τα τελευταία χρόνια να παίρνουν θηλυκές καταλήξεις. Αν το συναντήσω όμως ενταγμένο μέσα σε κείμενο, δε θα παραξενευτώ ιδιαίτερα, π.χ. μία Άραβας πουλούσε χουρμάδες στο τοπικό παζάρι. Αντίθετα, το «γυναίκα Άραβας» μου φαίνεται πολύ πιο τεχνητό και δε μου αρέσει, αν και χρησιμοποιείται. Κάνει τις γυναίκες να φαίνονται ερμαφρόδιτες, κάτι που προ πάντων θα ενοχλούσε πολύ τους ίδιους τους άντρες Άραβες. Εντούτοις μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες Άραβες όταν δεν τις ξεχωρίζει ικανοποιητικά το συγκείμενο, π.χ. οι γυναίκες Άραβες φορούν μπούρκα. Γενικώς το «Άραβας» για γυναίκα δεν το προτιμώ, αλλά ούτε το απορρίπτω καθαρά για ιστορικούς λόγους, μιας και είμαι προσκολλημένος περισσότερο στους αρχαίους τύπους από το Σαραντάκο, και σίγουρα είναι καλύτερο από το «Αραπίνα» ή το «Αραβή».

Προσωπικά στην καθημερινή μου ομιλία χρησιμοποιώ κυρίως το «Αραβίνα», πολύ σπανιότερα το «Αράβισσα», επειδή απλώς δεν το έχω συνηθίσει, αλά πολλές φορές λέω απλώς «γυναίκα της Αραβίας», «γυναίκα Άραβας» ή ακόμα και «γυναίκες των Αράβων», αφού ουσιαστικά τις κατέχουν. Προβλέπω ότι στις επόμενες δεκαετίες θα επικρατήσει το «Αραβίνα» και το «Αράβισσα», ενώ το «Αραβίδα» όχι και τόσο. Το «Άραβας» ή το «γυναίκα Άραβας» θα χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο. Τελικά κι αυτό θα γίνει ένα από τα εθνώνυμά μας με πολλαπλούς τύπους.

Advertisements

Τα ερπετά, καθώς και πολλά άλα μικκρά, μη θηλαστικά ζώα, αλλά και μερικά μικρά θηλαστικά, έχουν αντιμετωπιστεί με φόβο, μίσος, απέχθεια και σιχασιά από πολλούς ανθρώπινους πολιτισμούς, σίγουρα όμως όχι απ’όλους. Συνδέονται με το κακό, τους αποδίδονται δυνάμεις που δεν έχουν ή όσες έχουν υπερεκτιμώνται. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό το φαινόμενο, αφού είναι πολύ παράδοξο και εν τέλει γελοίο ότι ο άνθρωπος μπορεί να φοβάται ακίνδυνα ζώα λίγων μόνο γραμμαρίων. Κανένα άλλο ζώο στο βάρος του ανθρώπου δεν έχει τέτοια συμπεριφορά, και εξελικτικά σίγουρα μια τέτοια υπερεπαγρύπνηση για κινδύνους θα ήταν καταστροφική. Η αναζήτησή μου ωστόσο δε μου έχει δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις. Υπάρχει για παράδειγμα η θεωρία ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν πολύ ευκολότερα να φοβούνται τα φίδια από άλλα ερεθίσματα, ικανότητα που κληρονόμησαν από τους πρωτεύοντες προγόνους τους των οποίων τα φίδια ήταν σημαντικός εχθρός. Εξηγεί όμως αυτό τη γενική αποστροφή του ανθρώπου για όλη αυτήν την ομα΄δα ζώων; Δε νομίζω. Απ’ό,τι έχω καταλάβει απ’όσα έχω ψάξει, τέτοιες αρνητικές αντιλήψεις γι’αυτά τα ζώα αναπτύσσονται κυρίως αφού ο άνθρωπος ασχοληθεί με τη γεωργία, κι έτσι παύει να ασχολείται τόσο πολύ με την παρατήρηση της φύσης, εφόσον πλέον δεν εξαρτάται απ’αυτό για να τραφεί. Επίσης όπου τα ζώα αυτά εξακολουθούν να τρώγονται, υπάρχουν πολύ λιγότερες τέτοιες αντιλήψεις. Οι Αβορίγινες της Αυστραλίας για παράδειγμα ως κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, και οι Κινέζοι και γενικώς οι Απωανατολίτες που έτρωγαν τέτοια ζώα, δεν τα αντιμετώπιζαν με το μίσος που τα αντιμετωπίζουν οι Μεσανατολίτες.

Η ζώνη με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση τέτοιων πεποιθήσεων είναι η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και η περιοχή της Ασίας μέχρι την Ινδία περίπου. Η Μέση Ανατολή αποτελεί προπύργιο διάδοσης τέτοιων αντιλήψεων. Εκεί τα φίδια, και σπανιότερα μεγάλες σαύρες και κροκόδειλοι, παίζουν συνήθως το ρόλο του κακού στις περισσότερες θρησκειες και μυθολογίες, υπάρχουν διατάξεις στις περισσότερες θρησκείες που απαγορεύουν την κατανάλωση τέτοιων ζώων ως ακάθαρτων, και σε πολλές λαϊκές παροιμίες συνήθως συμβολίζουν το κακό. Η Μέση Ανατολή μας έφερε κι άλλα κακά επίσης, όπως την πατριαρχία – συγκρίνετε τη θέση της γυναίκας στην Αρχαία Ελλάδα και στα γερμανικά φύλα του Βορρά, διαφορά που έχει αφήσει τα ίχνη της ως σήμερα. Είναι αναμενόμενο αυτό, αφού στη Μέση Ανατολή ανατπύχθηκε πρώτα η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι πρώτες μεγάλες πόλεις και οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί, τουλάχιστον για τη Μεσόγειο. Έτσι όλα τα ύπόλοιπα έθνη πήραν τα φώτα τους από κάτι δογματικούς ερπετόφοβους μισογύνεις.

Λίγες εθνογραφικέςμελέτες έχουν γίνει πάνω στις λαϊκές αντιλήψεις διάφορων λαών για τα ερπετά, κι ακόμα λιγότερες έχω βρει. Όσες όμως βρίσκω τις βάζω εδώ στο Ιστολόγιο, επειδή είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Έχω μαζέψει αρκετές ως τώρα,ώστε σκέφτομαι ν’ανοίξω ξεχωριστή υποκατηγορία με τίτλο εθνοερπετολογία. Ή μπορώ απλώς να χρησιμοποιήσω την λέξη σαν ετικέτα στα άρθρα, χωρίς να χρειάζεται να μετακινώ άρθρα. Θα δω. Η παρούσα μελέτη έγινε σε μια φυλή Βεδουίνων της Ανατολικής Ερήμου της Αιγύπτου. Εκτός του ότι καταμετρήθηκαν τα είδη ερπετών που ζουν στον τόπο αυτόν, ερωτήθηκαν επίσης οι Βεδουίνοι για τις γνώσεις τους και τις αντιλήψεις τους όσον αφορά αυτά τα ζώα. Αν και οι επιστήμονες δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τα ευρήματα, αυτά είναι πολύ χρήσιμα, αφού μπορούν να συγκριθούν με αυτά άλλων μελετών σ’άλλες περιοχές και ίσως να εξηγηθούν από τέτοιες συγκριτικές μελέτες. Επίσης οι οικολογικές γνώσεις των Βεδουίνων προσθέτουν επιπλέον πληροφορίες για τον τρόπο ζωής ορισμένων ερπετών που ενδεχομένως να μην έχουν καταγραφεί σε επιστημονικές εργασίες.

Η μελέτη, με τίτλο Η Κατανομή και η εθνοζωολογία των ερπετών του βόρειου τμήματος της Ανατολικής Αιγυπτιακής Ερήμου, έγινε από τον Steven M. Goodman του Μουσείου Πεδίου Φυσικής Ιστορίας στο Σικάγο του Ιλινόις, και τον Joseph J. Hobbs του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Μιζούρι στην Κολομβία του Μιζούρι.

Οι ερευνητές αρχικά καταμέτρησαν τα είδη ερπετών απ’το βόρειο μόνο τμήμα της Ανατολικής Αιγυπτιακής ερήμου, βασιζόμενοι τόσο σε δικές τους καταγραφές όσο και σε έρευνες άλλων επιστημόνων. Η περιοχή αυτή ξεκινά από την Κοιλάδα του Νείλου στα δυτικά και τελειώνει στον Κόλπο του Σουέζ και στην Ερυθρά Θάλασσα στα ανατολικά, και οριοθετείται από το δρόμο Καΐρου-Σουέζ στα βόρεια και το δρόμο Ίντφου_Μέρσα-ελ_Αλάμ στα νότια. Από την περιοχή αυτήν, είναι γνωστά 30 είδη ερπετών, εκ των οποίων τα 17 είναι σαύρες και τα 13 φίδια. Η ταξινόμηση λίγων ειδών έχει αλλάξει από τον καιρό δημοσίευσης της μελέτης.

Όλα τα γκέκο ανήκουν στην οικογένια Gekkonidae και είναι: Hemidactylus turcicus, Ptyodactylus hasselquisti, Stenodactylus stenodactylus, και Tropiocolotes steudneri. Οι αγαμίδες ή δράκοι (οικογένεια Agamidae) είναι: Agama agama υποείδος spinosa, Trapelus mutabilis, T. savignyi, Pseudotrapelus sinaita, Uromastix aegyptius, και U. ocellatus. Οι τυπικές σαύρες ή απλώς σαύρες (οικογένεια Lacertidae) είναι: Acanthodactylus boskianus, Mesalina guttulata, M. rubropunctata, και Ophisops elegans. Το μόνο είδος βαράνου (οικογένεια Varanidae) είναι ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus). Οι σκίγκοι (οικογένεια sincidae) είναι δύο: Chalcides ocellatus και C. sepsoides. Τα φίδια στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae) περιλαμβάνουν: Coluber florulentus, C. rhodorhachis, C. rogersi, Lytorhynchus diadema, Malpolon moilensis, Psammophis schokari, P. aegyptius, ίσως και ο Spalerosophis diadema. Το μόνο είδος ελαπίδη (οικογένεια Elapidae, όπου ανήκουν και οι κόμπρες) είναι η Walterinnesia aegyptia. Οι οχιές (οικογένεια viperidae) είναι: Cerastes cerastes, C. vipera, Echis pyramidum, E. coloratus.

Από τότε που δημοσιεύθηκε η έρευνα, έχουν γίνει καποιες αναταξινομήσεις. Το μεγάλο γένος Coluber για παράδειγμα διασπάστηκε σε πολλά περισσότερα, και πλέον τα παραπάνω φίδια του γένους αυτού βρίσκονται σε άλλα γένη. Υπάρχει διαφωνία αν ο C. aegyptius είναι υποείδος του C. schocari ή πλήρες είδος. Επίσης η τερατώδης οικογένεια των κολουβριδών έχει διασπαστεί σε περισσότερες, με αναβίβαση πολλων υποοικογενειών σε οικογένειες. Έτσι τα λεπτά και γρήγορα φίδια κυρίως αφρικανικής προέλευσης της υποοικογένειας Psammophiinae, έχουν πλέον δική τους οικογένεια, την Psammophiidae. Τα ψαμμόφιδα, ο σαπίτης (Malpolon insignitus), η σαΐτα (Platyceps najadum) κι άλλα παρόμοια φίδια ανήκουν στους ψαμμοφιίδες. Από τα παραπάνω είδη, το σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus), το λιακόνι (Chalcides ocellatus) και ο οφίδοπας (Ophisops elegans) απαντώνται και στην Ελλάδα, το πρώτο με μεγάλη εξάπλωση σ’όλη την Ελλάδα και σε πολλές άλλες περιοχές, τα άλλα δύο μόνο στα νότια. Μοιραζόμαστε επίσης το γένος Malpolon με το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Αιγυπτιακής Ερήμου, στο οποίο ανήκει ο σαπίτης (M. insignitus). Άλλα γένη πλησιάζουν τη χώρα μας, αλλά δεν έχουν είδη εντός των ορίων της επικράτειας. Κανένα ειδος δεν είναι ενδημικό στην έρημο αυτήν, και τα περισσότερα έχουν πολύ μεγαλύτερες εξαπλώσεις. Άλλα είδη είναι πολύ κοινά, άλλα περιορίζονται σε συγκεκριμένες τοποθεσίες ή εδάφη, ενώ άλλα έχουν καταγραφεί ελάχιστες φορές στην έρημο αυτήν. Παρά το μικρό της μέγεθος, η έρημος έχει πάρα πολλα είδη. Αν προσέξατε, απουσιάζουν οι χαμαιλέοντες, οι βόες της άμμου, οι χελώνες, και πολλά φίδια είναι ιοβόλα.

Η φυλή Βεδουίνων με την οποία ασχολήθηκε η μελέτη είναι οι Χους-μάν Μαάζα, ένα σόι της φυλής Μαάζα. Από τα περίπου 250 νοικοκυριά, οι μισοί περίπου κατοικούν στην έρημο αυτήν. Η παραδοσιακή τους επικράτεια είναι μεταξύ του δρόμου Κιφτ Κουσέιρ στο νότο και το δρόμο ελ Κοριαμάτ-Ζαφαράνα στο βορρά, περιοχή μικρότερη απ’την επικράτεια απ’όπου οι επιστήμονες έκαναν τον απολογισμό των ερπετών. Είναι αραβόφωνοι και μετανάστευσαν από τη βορειοδυτική Αραβία πριν περίπου 200 χρόνια. Είναι νομάδες ποιμένες, ασχολούμενη κυρίως με την κτηνοτροφία καμηλών και αιγοπροβάτων, ενώ επίσης είναι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες σε μικρό βαθμό, κυνηγώντας διάφορα άγρια μηρυκαστικά και συλλέγοντας πολλά φυτικά προϊόντα. Συγκεκριμένα φυτικά προϊόντα όπως τα φύλλα της αψιθιάς ή τους σπόρους της μορίνγκας τα εμπορεύονται στους κατοίκους της κοιλάδας του Νείλου, απ’όπου παίρνουν τρόφιμα και ενδύματα που χρειάζονται. Όπως και πολλοί άλλοι νομαδικοί λαοί της Βόρειας Αφρικής, γνωρίζουν πολύ καλά το φυσικό περιβάλλον – σίγουρα πολύ καλύτερα από τους αγροτικούς γείτονές τους-, αφού βρίσκονται σε άμεση επαφή μαζί του καθημερινά και το παρατηρούν. Έχουν πλήθος γνώσεων για τα ερπετά του περιβάλλοντός τους κι έχουν δημιουργήσει πολλές παραδοσιακές ιστορίες σχετικά μ’αυτά. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αυτοί οι άνθρωποι έχουν λανθασμένες πεποιθήσεις όσον αφορα πολλά μέλη αυτής της ομάδας. Γενικώς ταξινομούν τα ερπετά στα ντουούντ, κυριολεκτικά σκουλήκια, μια ομάδα που περιλαμβάνει όλα τα χερσαία ζώα που δεν είναι θηλαστικά, και πιστεύεται πως όλα γεννούν αυγά. Στην πραγματικότητα δε γεννούν όλα τα ερπετά της επικράτειάς τους αυγά, αλλά επειδή η γέννησή τους δύσκολα παρατηρείται, ίσως δεν το γνωρίζουν. Οι ουρομάστιγες και οι λίγο γνωστές θαλάσσιες χελώνες αποτελούν εξαιρέσεις, αφού οι μεν ταξινομούνται συχνά με τα μηρυκαστικά ζώα, και οι δε με τα ψάρια.

Τα ιοβόλα φίδια είναι συχνά στην περιοχή τους, και πολλοί άνθρωποι δαγκώνονται. Η θεραπεία είναι περισσότερο μαγική παρά ιατρική, με το θεραπευτή ένα σαμάνο, τον χάουι ή χαουίγια αν είναι γυναίκα, που μόνη του δύναμη είναι η θεραπεία δηγμάτων και τσιμπημάτων φιδιών, αραχνών και σκορπιών. Χάουι ή χαουίγια μπορούν να γίνουν λίγοι άνθρωποι, και το χάρισμα θα πρέπει να μεταδοθεί από τη βρεφική ηλικία. Το υποψήφιο βρέφος επισκέπτεται νωρίς το πρωί για τρεις μέρες συνεχόμενα ένας σαμάνος, ο οποίος του δίνει ένα ειδικό ρόφημα και του μεταβιβάζει τις δυνάμεις του. Ο σαμάνος αυτός δε δίνει φάρμακα στα θύματα, απλώς φυσάει πάνω στο δήγμα ή και βάζει λίγο σάλιο, και απαγγέλει συγκεκριμένες προσευχές. Μετά από 6 ή 7 ημέρες, ο ασθενής υποτίθεται ότι γίνεται καλά. Εκτός από τη θεραπεία του χάουι, προσφέρονται και πρώτες βοήθειες στο θύμα, όπως το κόψιμο της σάρκας γύρω απ’το δάγκωμα με μαχαίρι, ο καυτηριασμός της πληγής με πυρωμένο καρφί, ή η αφαίμαξη της πληγής μετά από τομή, αφού το αίμα έχει εξαναγκαστεί ν’ανέβει στην επιφάνεια με τη βοήθεια μιας άδειας κούπας, στην οποία έχουν ανάψει σπίρτο. Ένας γέρος Βεδουίνος πληροφόρησε τους επιστήμονες ότι ένα κομμάτι κρέατος του αιγυπτιακού γύπα ή ραχαάν (Neophron percnopterus) πάνω στην πληγή την θεραπεύει. Προφανώς η προμήθεια του υλικού θα ήταν πολύ δύσκολη, και με την πάροδο του χρόνου σταμάτησαν να την εφαρμόζουν.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν τις οικολογικές γνώσεις, τις λαϊκές αντιλήψεις και τις τυχόν χρήσεις για όλες τις ομάδες ερπετών της επικράτειας, και στη συνέχεια αντιπαρέβαλαν τα δεδομένα αυτά με τη γνώση της δυτικής επιστήμης.

Τα γκέκο είναι διαδεδομένα στην έρημο με κοινότερο τον πτυοδάκτυλο (Ptyodactylus hasselquisti), ένα μικρό, κίτρινο γκέκο με πεπλατυσμένα δάχτυλα και κολλητική ικανότητα. Το σαμιαμίδι και ο πτυοδάκτυλος κολλούν, ενώ τα άλλα δύο όχι. Παρόλα αυτά, οι Βεδουίνοι δεν ξεχωρίζουν τα είδη, και τα θεωρούν όλα δηλητηριώδη. Πιστεύουν ότι πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει όταν ήρθαν σε επαφή μ’αυτά τα ζώα. Το δηλητήριο επίσης βρίσκεται στο σάλιο (ριίγκ), και μεταδίδεται με τη γλώσσα, όχι με δάγκωμα. Πιστεύουν ότι τα γκέκο επισκέπτονται τους καταυλισμούς το βράδυ, κι έτσι αφήνουν δηλητήριο. Μολύνουν τα σκεύη των τροφίμων και τα αγγεία όπου φυλάσσονται υγρά, κι όποιος δηλητηριαστεί αρρωσταίνει βαριά για μια εβδομάδα, στο οποίο διάστημα δε διψάει καθόλου και κάνει εμετό ό,τι πίνει. Τα γκέκο τρέφονται με το λάσαφ, τον καρπό της κάππαρης (Capparis cartilaginea), και εχθρός τους είναι το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ. Στην πραγματικόττητα δεν υπάρχουν δηλητηριώδη γκέκο, αλλά παρόμοιες δοξασίες έχουν οι κάτοικοι της Κοιλάδας του Νείλου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν, αλλά και σε πολλά μέρη της Μεσογειου, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας. Ακόμα και στην Ελλάδα κυκλοφορεί ο μύθος ότι το γκέκο είναι δηλητηριώδες, φτύνει δηλητήριο στα τρόφιμα κλπ. Η άποψη ότι επισκέπτεται ανθρώπινες κατοικίες έχει βάση στην πραγματικότητα, γιατί πολλά είδη γκέκο αποικίζουν εύκολα σπίτια. Εκτός από τροφή, χρειάζονται στέρεες επιφάνειες για να κινηθούν και ν’αναπαραχθούν, οπότε τα κτίρια είναι καλό υποκατάστατο του αρχικού βραχώδους ενδιαιτήματός τους. Οι Βεδουίνοι ωστόσο παραδοσιακά δεν έχτιζαν μόνιμες κατοικίες, οπότε δεν υπήρχε λόγος τα γκέκο να τους επισκεφθούν. Πιθανότατα πρόκειται για δοξασία που υιοθέτησαν από τους εδραίους γείτονές τους. Ίσως να είναι αλήθεια όμως ότι τα γκέκο τρώνε τους καρπούς της κάππαρης. Το κινέζικο ερημόβιο είδος Teratoscincus roborowskii για παράδειγμα, αν και κυρίως εντομοφάγο, τρώει τους καρπούς της Capparis spinosa. Πολλές εντομοφάγες σαύρες τρώνε φυτική τροφή σε μικροποσότητες.

Όσον αφορά τους αγαμίδες, οι Βεδουίνοι δεν έχουν ιδιαίτερες δοξασίες. Πιθανότατα τους είναι σαύρες που δεν ενοχλούν κανέναν, ζώντας πάνω σε βράχια και περιμένοντας τα έντομα να περάσουν – είναι κυνηγοί ενέδρας. Τις αποκαλούν χιμπάνα, αλλά ένα είδος, το αρσενικό της Agama agama spinosa, ξεχωρίζει για το μπλε χρωματισμό του και αποκαλείται αμπού σάιχα, δηλαδή πατέρας του μπλε. Η σαύρα αυτή, σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ζει σε γρανιτικές περιοχές και σε μεγάλα υψόμετρα, μέχρι και στην κορυφή του Γκέμπελ Σάιμπ στα 2.187 μέτρα. Το φθινόπωρο το αρσενικό έχει κόκκινα πόδια, σαν να φοράει παντελόνι, όπως και το θηλυκό, αλλά το θηλυκό δεν έχει τα αγκάθια στο κεφάλι. Γεννάει 6-7 αυγά, μαλακά σαν το ακροδάχτυλο ενός, σε σχισμές βράχων. Τρέφεται κι αυτό με τους καρπούς της κάππαρης, και το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, οπότε δεν κινείται αν το σηκώσεις. Οι υπόλοιποι αγαμίδες μπορούν να βρεθούν σε βραχώδεις πλαγιές και σε ξεροπόταμα (ουάντι) με άμμο και βράχια. Κοινότερο είδος είναι ο σιναϊτικός τράπελος (Trapelus sinaita), ενώ ο T. savignyi περιορίζεται στα βόρεια. Τις κυνηγάει το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ.

Μία ιδιαίτερη ωστόσο ομάδα αγαμιδών, οι ουρομάστιγες, έχουν εξέχουσα θέση στον πολιτισμό των Βεδουίνων. Οι μεγάλες αυτές χορτοφάγες σαύρες της ερήμου, με εξάπλωση σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και ως τη Νότια Ασία, ανήκουν στην υποοικογένεια των λειολεπιδινών (Liolepidinae), και κατά κάποιους ερευνητές ταξινομούνται σε δική τους οικογένεια, τους ουρομαστιγίδες (Uromasticidae). Συχνά τρώγονταν από τους Άραβες, κι επειδή στη θρησκεία τους τα ερπετά δεν πρέπει να τρώγονται, τις έχουν ταξινομήσει όπως τους συμφέρει – ως μηρυκαστικά ζώα, ως ψάρια της ερήμου γιατί έχουν λέπια κλπ. Οι Βεδουίνοι Χους-μάαν τις αποκαλούν νταμπ και τις κατατάσσουν μαζί με τα υπόλοιπα μηρυκαστικά (χαϊουαάν) , αν και υπάρχει διαφωνία γιατί γεννούν αυγά σαν τα υπόλοιπα ερπετά, πιστεύουν ωστόσο ότι μηρυκάζουν την τροφή τους. Δύο είδη υπάρχουν στην έρημο αυτήν, η μεγάλη αιγυπτιακή (Uromastix aegyptia) στα βόρεια μέχρι το Ουάντι Κένα, ενώ νοτιότερα υπάρχει η μικρότερη οματιδιωτή (U. ocellata). Οι Βεδουίνη αποκαλούν τη μία μεγάλο και την άλλη μικ΄ρο νταμπ. Το μεγάλο νταμπ ζει σε αποικείες σε αμμώδη ή χαλικώδη μέρη με λίγη βλάστηση, όπου σκάβουν τρύπες, ενώ το μικρο΄ζει σε μεγαλύτερα υψόμετρα, σε μέρη με πυκνή βλάστηση και κρύβεται κάτω από πέτρες, όχι σε δικές του τρύπες. Οι Βεδουίνοι διαφωνούν αν αυτό το είδος πρέπει να τρώγεται ή όχι. Κάποιοι πιστεύουν ότι τρώγεται, ενώ άλλοι το θεωρούν χαράμ, δηλαδή αμαρτία. Το κρέας του πιστεύεται ότι σπαρταράει όταν μπαίνει στη φωτιά, ενώ επίσης θεωρείται ότι μοιάζει με τον άνθρωπο, γι’αυτό΄δεν πρέπει να τρώγεται. Μια ιστορία λέει ότι όταν μια φορά ένας Βεδουίνος έριξε μια πέτρα στο κεφάλι μιας ουρομάστιγας, εκείνη έβαλε τα μπροστινά πόδια στο κεφάλι σαν να έπιανε ένας άνθρωπος το κεφάλι που πονάει με τα χέρια του. Η ουρομάστιγα, μαζί με την καμήλα (μπιλ), την γαζέλα (ντάμπι) και τον αίγαγρο, (μπάνταν) είναι τα μόνα ζώα που δραστηριοποιούνται μέσα στο καταμεσήμερο. Πιστεύεται ότι το χειμώνα κρύβεται στη φωλιά της για 40 ημέρες, οπότε τρώει τα περιττώματά της για να επιβιώσει. Αυτό μπορεί να έχει μια δώση αλήθειας, αφού πολλά χορτοφάγα ερπετά που πέφτουν σε χειμερία νάρκη, όπως η βορειοαμερικανική χελώνα της ερήμου (Gopherus agassizii), τρώνε περιττώματα που αφήνουν στη φωλιά πριν ξυπνήσουν για ν’ανακτήσουν τη χλωρίδα του εντέρου.Αν επίσης κυνηγήσεις την ουρομάστιγα και την διώξεις στην τρύπα της, ακινητοποιείται και την πιάνεις εύκολα. Εχθροί της είναι η αλεπούδες (αμπούλ-χουσάιν), οι αετοί (ουγκαάμπ) και τα γεράκια (σαγκρ).
Οι Βεδουίνοι επίσης γνωρίζουν λεπτομερώς τα φυτά που τρώνε οι ουρομάστιγες. Παραθέτω τη λίστα των φυτών εδώ, η οποία είναι χρήσιμη για τον εμπλουτισμό της διατροφής των ουρομαστίγων στην αιχμαλωσία με τα συγκεκριμένα φυτά, ή τουλάχιστον με μέλη του ίδιου γένους που μπορούν να βρεθούν ευκολότερα. Οι μικροί ουρομάστιγες τρώνε τα άνθη και τα φασολάκια του μαρχ (Leptadenia pyrotechnica), της ακακίας σαγιαάλ (Acacia raddiana), κιμπαάθ (Launia spinosa), άουσιζ (Lycium shawii), χερμπίθ (Lotononis platycarpa), χιμαάτ (Rumex vesicarius), και νταραγκράγκ (Trigonella stellata). Επίσης τρώνε το γιαχμιίμ νταμπαάνι (Trichodesma Africana), το οποίο γι’αυτό λέγεται τροφή της ουρομάστιγας, ενώ ένα άλλο φυτό, το ντανάμπα ή φυτό της ουρομάστιγας (Blepharis ciliaris), λέγεται έτσι εξαιτίας της ομοιότητάς του με την ουρά της σαύρας αυτής.
Η ουρομάστιγα συχνά αντιμετωπίζεται με σεβασμό, γιατί σύμφωνα με τη λαϊκή αφήγηση έσωσε τον Προφήτη. Όταν μια φορά ένας εχθρός του Προφήτη Μωάμεθ τον κυνήγησε για να τον σκοτώσει, ο προφύτης έτρεξε και κρύφτηκε σε μια σπηλιά. Μετά, μία ουρομάστιγα έσβησε τα χνάρια του στην άμμο με την αγκαθωτή ουρά της, κι έτσι δε μπόρεσαν να τον βρουν.

Όσον αφορά τις τυπικές σαύρες, αυτές θεωρούνται αγαθές υπάρξεις που δεν πρέπει να βλάπτονται. Αν ένα μικρό αγόρι για παράδειγμα τις κυνηγάει για να τις πιάσει, του λε΄νε να τις αφήσει ήσυχες, γιατί κατέχουν τα κλειδιά του Παραδείσου. Αποκαλούνται αραμπουούνα, και οι Βεδουίνοι δεν ξεχωρίζουν τα είδη. Ζουν σε αμμώδεις πυθμένες ουάντι με λίγη ή και καθόλου βλάστηση (οι σαύρες του γένους Mesalina είναι γνωστό ότι ζουν στα πιο ξερά με΄ρη του κόσμου, χωρίς καθόλου βλάστηση, όπου τρέφονται με μικροσκοπικά έντομα που βρίσκουν), πίνουν σαν σκύλοι (καλμπ) με τη γλώσσα τους, όχι όπως άλλα ζώα, και εχθροί τους είναι το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ, ο άσπρος πελαργός ή ράαχου (Ciconia ciconia), το μεταναστευτικό είδος που έρχεται και στην Ελλάδα, και το κοράκι με τον καφέ λαιμό ή γκουραάμπ (Corvus ruficollis).

Ο βαράνος είναι σπάνιος, αλλά μπορει να βρεθεί παντού στην έρημο αυτήν. Οι Βεδουίνοι τον αποκαλούν ουαράν ή ουαράλ, και θεωρούν ότι είναι δηλητηριώδης. Είναι αδίστακτος κυνηγος φιδιών, αναισθητοποιεί τα θηράματά του χτυπώντας τα με την ουρά, και το μεσημέρι κοιμάται κάτω απ’τα δέντρα, αλλά αν δεν υπάρχει σκιά θα κρυφτεί σε τρύπες άλλων ζώων, όπου μπορεί να βρει καμία οχιά χανάς και να την σκοτώσει. Δε σκάβει δικές του τρύπες. Στην πραγματικότητα σκάβει και δικές του τρύπες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει και τρύπες άλλων ζώων. Πράγματι χρησιμοποιεί τη δυνατή ουρά του για ν’αναισθητοποιήσει τα θηράματά του, και τρώει φίδια, ακόμα και ιοβόλα. Αν και πιστευόταν ότι δεν έχει δηλητήριο όπως οι περισσότερες σαύρες, έχει πρόσφατα βρεθεί ότι οι βαράνοι έχουν ελαφρύ δηλητήριο, με το οποίο αποδυναμώνουν τα θηράματά τους αν τους ξεφύγουν. Τα συμπτώματα στον άνθρωπο είναι ήπια και τοπικά, και οι περισσότερες παραδόσεις υπερβάλλουν για την τοξικότητά του. Το δάγκωμά του ωστόσο είναι πολύ δυνατό και οδυνηρό, γιατί έχει κοφτερά δόντια.
Σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ο βαράνος οδήγησε στην ανακάλυψη ενός φαρμακευτικού φυτού κατά του δηλητηρίου των φιδιών, το μούλιι (Reaumuria hirtella). Κάποτε παλιά, ένας άνθρωπος συνάντησε ένα βαράνο να πολεμά με ένα αάφ, πιθανότατα μια κόμπρα. Ο βαράνος, κάθε φορά που δαγκωνόταν και καταβαλόταν από το δηλητήριο, έτρεχε και τριβόταν σ’ένα θάμνο, και έτσι ανακτούσε τις δυνάμεις του. Μετά ο άνθρωπος ξερίζωσε το φυτό αυτό, με αποτέλεσμα ο βαράνος να μην το βρει και να πεθάνει από το δηλητήριο.

Οι σκίγκοι, ή μαλάγια, είναι μια άλλη ομάδα περίεργων σαυρών με αρκετή παράδοση γύρω τους. Είναι κυλινδρικές χερσαίες ή ημιυπογειόβιες σαύρες με ατροφικά άκρα, λείες φολίδες και οστεέινες πλάκες για προστασία. Η σιγμοειδής τους κίνηση όταν τρέχουν να κρυφτούν θυμίζει φίδι, γι’αυτό΄έχουν συχνά συγχυστεί με φίδια και θεωρήθηκαν δηλητηριώδεις. Στην έρημο και τα δύο είδη είναι πολύ σπάνια, και πολλοί Βεδουίνοι ανέφεραν στους ερευνητές ότι δεν τους έχουν δει ποτέ. Δε γνωρίζουμε αν ξεχωρίζουν τα δύο είδη, ίσως όμως η σαύρα λουκαάζ που ανέφεραν να είναι ο Chalcides sepsoides, και το μαλάγια ο C. Ocellatus, που είναι κοινότερος. Κάποιοι σκίγκοι ίσως έφτασαν εκεί από ανθρώπινη μεταφορά, αφού χρησιμοποιούνται στην ιατρική και συχνά τους εμπορεύονται στα παζάρια. Οι Βεδουίνοι πιστεύουν ότι τα ζώα αυτά είναι δηλητηριώδη, κι ότι έχουν σκοτώσει πολλούς, ιδίως ηλικιωμένους. Όπως και τα γκέκο, μεταδίδουν το δηλητήριο με τη γλώσσα τους όταν δαγκώνουν κι όχι με αιχμηρά δόντια. Αν κάποιος δαγκωθεί και πάει στον ήλιο θα πεθάνει αμέσως, ενώ ακόμα κι αν μείνει στη σκιά έχει μεγάλη πιθανότητα θανάτου. Θάβεται με εκπληκτική ταχύτητα στο γκουφ, το στρώμα πεσμένων φύλλων του γιάσαρ ή μορίνγκας, κι επίσης στην άμμο. Δε θα πρέπει να ταξιδέψετε μακριά για να βρείτε παρόμοιες πεποιθήσεις για τους σκίγκους, αφού ακομα κι εδώ στην Ελλάδα πιστεύεται λανθασμένα ότι το λιακόνι είναι δηλητηριώδες, και στην Κρήτη μάλιστα θεωρείται ισοδύναμο με την οχιά, η οποία απουσιάζει από το νησί. Επίσης μύθοι που συνδέουν τη δράση του δηλητηρίου με τον ήλιο ή την ώρα της ημέρας υπάρχουν κι αλλού, για παράδειγμα εδώ στην Ελλάδα κυκλοφορέι ο μύθος ότι υπάρχει δηλητηριώδες φίδι που σε δαγκώνει και πεθαίνεις μετά τη δύση του ηλίου.

Τα φίδια είναι τα ερπετά που περιβάλλονται με τον περισσότερο φόβο και μυθολογία, και δεν είναι διόλου παράξενο ότι οι Βεδουίνοι έχουν αναπτύξει πλούσια παράδοση όσον αφο΄ρα αυτά τα ζώα. Από τα φίδια του γένους Coluber, πιο κοινό στην έρημο είναι το C. rhodorhachis, το οποιο αποκαλείται ας-σίου αλ-άργκατ. Πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδες, και μολονότι όχι θανατηφόρο, ο δηχθής μπορεί ν’αρρωστήσει σοβαρά από το δηλητήριο. Ένα κατάπλασμα από μούλιι θεραπεύει το δάγκωμα. Παρόλα αυτά το φίδι αυτό είναι σπάνιο. Ξεχωρίζει εύκολα απ’την οχιά, γιατι΄κινείται σε σχήμα ς, ενώ οι οχιές κινούνται με πλάγιες εκτινάξεις. Τρώει γκέκο, μικρά χιμπάνα, μικρά αραμπουούνα, και μικρά τρωκτικά αμπού σάουκ (Acomys cahirinus). Περιγράφουν επίσης ένα παρόμοιο φίδι μισού μέτρου με μαύρο χρωματισμό και γκριζωπή ουρά ως αάφ (κόμπρα), το οποίο ίσως είναι κάποιο άλλο μέλος του γένους. Στην πραγματικότητα δεν είναι δηλητηριώδες, αλλά μπορεί να δαγκώσει αν πιαστεί, και ως τοξικοφόρο οι πρόγονοί του είχαν δηλητήριο, και διατηρεί υπολειμματικές τοξίνες, οι οποίες ίσως προκαλέσουν ελαφρά τοπικά συμπτώματα σε ορισμένα άτομα.

Τα ψαμμόφιδα (Psammophis) αποκαλούνται σιλ. Ζουν κάτω από θάμνους οπως την τροφή της ουρομάστιγας (Trichodesma Africana), το νατάς (Crotalaria aegyptia) και το μαρχ, όπου στήνουν ενέδρα σε πουλιά όπως στο μελισσοφάγο ή χάιλ (Merops apiaster), τα φισάισι ή τσιροβάκοι (οικογένεια silviidae), και τις σιταρίθρες ή τα σλαιγκάου (γένος Oenanthe). Είναι επιθετικό αν πιαστεί και δαγκώνει, αλλά δε θεωρείται δηλητηριώδες.

Οι κόμπρες έχουν μυθική υπόσταση στις ιστορίες των Βεδουίνων, αφού δεν ενδημούν στην έρημο, άρα όσοι τις έχουν δει έχουν ταξιδέψει μακριά. Συνήθως τις περιγράφουν πολύ μεγαλύτερες και τρομακτικότερες απ’ό,τι είναι. Υπάρχει ένα ελαποειδές στην έρημο αυτήν, η Walterinnesia aegyptia, ένα μικρό μαύρο ιοβόλο φίδι, το οποίο ωστόσο είναι πολύ σπάνιο. Ίσως ορισμένες αναφορές γιαμαύρες κόμπρες ν’αναφέρονται σ’αυτό΄το είδος. Οι Βεδουίνοι πληροφόρησαν τους ερευνητές ότι ζει σε υψόμετρα μεταξύ 300 και 600 μέτρων.

Μακράν όμως η πιο φοβερή ομάδα φιδιών στην έρημο είναι οι οχιές, οι οποίες μπορούν να βρεθούν παντού και δαγκώνουν αρκετά άτομα. Πιστεύεται επίσης ότι έχουν θεραπευτικές ιδιότητες.

Το πιο δεινο΄φίδι της ερήμου είναι η κερασφόρος οχιά της ερήμου ή η οχιά κεραστής (Cerastes cerastes), την οποία οι Βεδουίνοι αποκαλούν χανάς. Σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ζουν σε αμμώδη ουάντι με λίγη βλάστηση. Μία περιοχή δυτικα του ουάντι Κένα αποκαλείται Ουμ Ντουούντ, δηλαδή Μάνα των Ερπετών, εξαιτίας της μεγάλης πυκνότητάς τους εκεί. Είναι το μόνο ζώο που σκοτώνουν πάντοτε οποτε το βρίσκουν, συνήθως με απευθείας χτυπήματα. Αν το ζώο κρυφτει σε θάμνο, βάζουν το θάμνο φωτιά. Θάβουν τις σκοτωμένες οχιές στο έδαφος, για να μην πατήσει κανένας άνθρωπος ή οικόσιτο ζώο τα κόκκαλά τους και δηλητηριαστεί. Πιστεύεται ότι όλο το σώμα τους έχει δηλητήριο, και κάποιος μπορεί να δηλητηριαστεί έμμεσα, για παράδειγμα από ένα μυρμήγκι που πέρασε πάνω από σκεύη τροφίμων, το οποίο πριν έτρωγε το πτώμα μιας οχιάς. Η οχιά αυτή υπάρχει σε πολλές χρωματικές παραλλαγές, άλλες έχουν κέρατα κι άλλες όχι. Κινείται με πλευρικές εκτινάξεις του σώματος – ενεργειακά σχετικά ανέξοδος τρόπος μετακίνησης φιδιών σε αμμώδη εδάφη. Ορισμένοι Βεδουίνοι πιστεύουν ότι μονο τα αρσενικά έχουν κέρατα, ενώ υπολογίζουν την αναλογία ακέρατων με κερασφόραάτομα στα περίπου 6-7 προς ένα, σύμφωνα με ανεκδοτολογικές παρατηρήσεις που έχουν κάνει, π.χ. μια φωλιά με μικρά μπορει να είχε 7 χωρίς κέρατα κι 1 με κέρατα. Στην πραγματικότητα τα κέρατα, που είναι διογκωμένες φολίδες πάνω απ’τα μάτια για να σπάνε το περίγραμμα του ζώου κι όχι για επίθεση ή άμυνα όπως σε άλλα κερασφόρα ζώα, δε σχετίζονται με το φύλο, και δεν έχει γίνει καμια μελέτη για να γνωρίζουμε το ποσοστό κερασφόρων κι ακέρατων ατόμων σ’εκείνον τον πληθυσμό. Οι Βεδουίνοι διαφωνούν κατά πόσο η αλεπού τρώει οχιές, ενώ αναγνωρίζουν ότι ο σκύλος τις τρώει χωρίς πρόβλημα. Ο βαράνος επίσης τις τρώει, χτυπώντας τες με την ουρά του μέσα σε μία τρύπα ζώου όπου μπορέι να κρύβονται, ώστε να σηκώσουν το σώμα τους, ετοιμαζόμενες για επίθεση, και τότε ο βαράνος τις δαγκώνει το κεφάλι και το κόβει. Πιστεύουν ότι πάντα ο βαράνος νικάει στη μάχη. Οι οχιές τρώνε τσιροβάκους και σιταρίθρες, τα οποία κυνηγάνε από το έδαφος ή χαμηλά κλαδιά. Όταν η σιταρίθρα Oenanthe lugens εντοπίσει μια οχιά, πετά από πα΄νω της βγάζοντας προειδοποιητική κραυγή, και έτσι μερικές φορές η οχιά την πιάνει. Απ’αυτό οι Βεδουίνοι συχνά βρίσκουν το φίδι. Οι οχιές είναι πολλες το καλοκαίρι, ιδίως μετά από βροχές, όταν ο πληθυσμός των τρωκτικών είναι μεγάλος. Συχνά κρύβονται κάτω από τη μορίνγκα και το καλοκαίρι ιδίως κάτω από το μαρχ. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη σε τρύπες, και τρέφονται με άμμο για να επιβιώσουν, και δεν πίνουν ποτέ νερό. Κρύβονται συχνά κάτω απ’το φυτό μάστα ή τη δροσερόφυλλο κλεόμη (Cleome droserifolia), το οποίο πιστεύεται ότι διώχνει άλλα επιζήμια ζώα, όπως τα τσιμπούρια. Θάβουν τα αυγά τους διόμισι πόντους περίπου μέσα στην άμμο. Και τα μικρά και τα μεγάλα φίδια κοιμούνται σε θέσεις κάτω από την άμμο, αφήνοντας ένα χαρακτηριστικό ίχνος που οι Βεδουίνοι λένε μαναάμ αλ-χανάς, κι από εκεί τις βρίσκουν. Στην πραγματικότητα συχνά στήνουν ενέδρα σε μικρά θηλαστικά κάτω από την άμμο. Δηλαδή αυτή η οχιά δεν ξεφεύγει απ’το Βεδουίνο όσο κι αν κρυφτεί. Οι Βεδουίνοι της μελέτης θυμούνταν άτομα που είχαν δαγκωθεί. Το δηλητήριο συνήθως δεν είναι θανατηφόρο, αν και μπορεί παιδιά ή ηλικιωμένοι να πεθάνουν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν τρεις μέρες μετα το δάγκωμα, αφού δείχνουν να γίνονται καλά, ενώ μερικοι πεθαίνουν αμέσως. Κάποιοι άλλοι, αν κι έχουν δαγκωθεί πολλές φορές, δεν έπαθαν τίποτα. Πολλές καμήλες έχουν πεθάνει επίσης από δαγκώματα στη μύτη και στο στόμα. Η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι αμφιλεγόμενη, με άλλους να υποστηρίζουν ότι το κατάπλασμα σκόρδου είναι το κατάλληλο, και άλλους ότι το κατάπλασμα μούλιι είναι το καλύτερο. Όποια και να είναι η θεραπεία όμως, η μεσολάβηση του σαμάνου θεωρείται ωφέλιμη. Στην πραγματικότητα η τοξικότητα του συγκεκριμένου φιδιού, αν κι όχι χαμηλή, είναι χαμηλότερη απ’αυτήν μερικών οχιών της Ελλάδας, με υπολογισμένη θνησιμότητα στο 4%. Όπως και με πολλα ιστοτοξικά δηλητήρια, κάποιος μπορεί να πεθάνει ώρες ή και μέρες μετά το δάγκωμα από νεφρική ανεπάρκεια, όταν τα νεφρά δε μπορούν να διαχειριστούν πλέον τα προϊόντα των λυμένων ιστών στο αίμα. Ο ακαριαίος θάνατος είναι αδύνατος. Επίσης, συχνά οι οχιές δαγκώνουν χωρίς να εγχύσουν δηλητήριο (στεγνό δάγκωμα), δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση της ανοσίας στο δηλητήριο. Το δηλητήριο είναι πολύτιμο, κι ένα φίδι προσπαθεί να περιορίζει τη χρήση του για τη θανάτωση της τροφής.

Οι άλλες οχιές, αν κι αντιμετωπίζονται με φόβο, δεν εγείρουν το μίσος του χανάς. Η σάιντα (Cerastes vipera) είναι μια μικρότερη κερασφόρος οχιά, η οποία είναι σπάνια και ζει σε αμμώδη ουάντι ή αμμόλοφους. Περιγράφεται ως μικρό και μαύρο φίδι που θάβεται στην άμμο. Πιστεύεται ότι μπορεί να κάνει κάποιον δυνατο και να θεραπεύσει τον πόνο στην πλάτη. Για την Παρασκευή του φαρμάκου, η οχιά γδέρνεται, και τοποθετείτε ανάμεσα σε πλατιές πέτρες για να στεγνώσει. Έπειτα κονιορτοποιείται, αναμιγνύεται με γάλα και δίνεται στον ασθενή. Κατά άλλους, το χιντχίφ έχει αυτήν την ιδιότητα.

Το χιντχίφ (Echis coloratus) ζει σε βραχώδεις περιοχές και ανάμεσα σε πέτρες, ακομα και σε μεγάλα υψόμετρα, μέχρι την κορυφή του Γκέμπελ Σαγίμπ ελ-Μπανάτ. Το είδος E. pyramidum, γνωστό περισσότερο με το συνώνυμο E. carinatus, έχει συλλεγεί σπάνια από τα σύνορ ατης περιοχής. Το δάγκωμα του χιντχίφ θεωρείται ισοδύναμο μ’αυτό΄του χανάς. Ολόκληρο το ζώο – το δέρμα, το κρέας και το σάλιο – θεωρείται δηλητηριώδες. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν ανοσία, για παράδειγμα το φίδι δάγκωσε έναν Βεδουίνο και μόνο το δάχτυλό του παραμορφώθηκε λίγο. Κι αυτή η οχιά χρησιμοποιείται στην ιατρική. Η σκόνη του αποξηραμένου φιδιού αναμεμιγμένη με γάλα κάνει κάποιον δυνατό και ικανό να περπατά μεγάλες αποστάσεις, ενώ το ίδιο παρασκεύασμα χωρίς το κεφάλι θεραπεύει τον πόνο της πλάτης.

Παράδοξο φάνηκε στους επιστήμονες ότι οι Βεδουίνοι αυτοί ταξινομούν όλα τα ερπετά στην κατηγορία ντουούντ, διότι οι περισσότεροι Άραβες ξεχωρίζουν τα φίδια, μακρόστενα δηλαδή ζώα χωρίς εμφανή άκρα, και τα ουγκ (σκουλήκια), όπου ανήκουν όλα τα υπόλοιπα μη θηλαστικά χερσαία ζώα. Συνήθως κάτοικοι βορειότερων γεωγραφικών πλατών κατατάσσουν όλα αυτά τα ζώα σε μία κατηγορία, γιατί εκεί ζουν λίγα και συνήθως είναι μικρά και δυσεύρετα. Στη χώρα τω Βεδουίνων ωστόσο, τα ερπετά είναι και ποικίλα, και πολυάριθμα και εμφανή. Οι Βεδουίνοι αναγνωρίζουν αξιόπιστα τα είδη στο επίπεδο του γένους στις περισσότερες περιπτώσεις, όχι όμως πάντα στο επίπεδο του είδους όπως και στις περισσότερες λαϊκές ταξινομήσεις, ιδίως αν οι ειδοποιοί λεπτομέρειες είναι μικρές. Στον πολιτισμό των Χους-μαάν, διάφορα ερπετά αντιμετωπίζονται με διάφορους τρόπους. Οι ουρομάστιγες αντιμετωπίζονται με σεβασμό, επιδή έσωσαν τη ζωή του Προφήτη, και υπάρχει διχογνωμία αν είναι ερπετά ή μηρυκαστικά κι αν τρώγονται. Άλλοι τις θεωρούν φαγώσιμες, ενώ άλλοι παρόμοιες με τον άνθρωπο. Οι σαύρες κατέχουν μυστικά, ενώ ο βαράνος βοήθησε την ανθρωπότητα στην εύρεση της θεραπείας για τα δηλητήρια των φιδιών. Άλλα ερπετά αντιμετωπίζονται με φόβο, για παράδειγμα οι οχιές θανατώνονται, και τα γκέκο θα πρέπει ν’αποφεύγονται όσο γίνεται. Όπως και στις περισσότερες εθνογραφικές μελέτες, οι απαντήσεις που λαμβάνουν οι ερευνητές επηρεάζονται από την ηλικία, το φύλο και λιπά χαρακτηριστικά των ερωτηθέντων. Εντούτοις όλοι οι Χους-μάαν ομοφωνούν ότι οι οχιές είναι τοξικές, ακάθαρτες και ακατάλληλες για κατανάλωση. Παρόλα αυτά κι εδώ υπάρχει μια εξαίρεση, αφού με την κατάλληλη προετοιμασία πιστεύουν πως έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες.

Οι επιστήμονες, όπως κι εγώ, εκφράζουν την απορία τους για το γεγονός ότι, παρά τις εκτεταμένες γνώσεις τους για τον φυσικό κόσμο γύρω τους, θεωρούν πολλά ερπετά δηλητηριώδη ενώ δεν είναι, και εκτός αυτού θεωρούν όλο το σώμα δηλητηριωδών ειδών τοξικό. Παρόμοιες αντιλήψεις υπάρχουν και σε άλλες περιοχές. Πιστεύω ότι από το φόβο τους οι άνθρωποι έμεναν ανέκαθεν μακριά απ’αυτά τα ζώα, κι έτσι δεν εξέτασαν ποτέ τις πεποιθήσεις τους.

Η μελέτη τελειώνει με διπλωματικά του τύπου μπορεί κι εμείς να είμαστε λάθος, δεν τα έχει ανακαλύψει όλα η δυτική επιστήμη, δε μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο σκέψης των Βεδουίνων γιατι΄δεν έχουμε περάσει αρκετό χρόνο μαζί τους, γιατι ν’αναγνωρίζουμε ως σωστή την ικανότητα των Βεδουίνων να εντοπίζουν κρυμμένες οχιές στην άμμο κι όχι τη γνώση ότι η οχιά τρώει άμμο ή είναι ολόκληρη δηλητηριώδης, κλπ. Δε χρειαζόταν να τα βάλουν αυτά τα φαιδρά. Πιστεύω ότι τα έβαλαν καθαρά επειδή θα τα διάβαζαν και Βεδουίνοι, και θέλησαν να δείξουν λιγότερο συγκαταβατικοί προς τις δεισιδαιμονίες τους.

Ολόκληρη τη μελέτη σε pdf μπορείτε να την διαβάσετε εδώ.