Tag Archive: άγνωστα είδη


Ενημέρωση 15/4/2016: Τα φυτά αναγνωρίστηκαν. Το πρώτο είναι χείρανθος ο χείριος (Erysium cheiri), πρώην Cheiranthes cheiri, ένα διετές ή βραχύβιο πολυετές λαχανοειδές (οικογένεια Brassicaceae), το οποίο είναι αυτοφυές, αλλά καλλιεργείται για τα άνθη του. Το δεύτερο είναι αγριοζοχός (Eurospermum picrides), που λέγεται έτσι όχι επειδή ο κανονικός ζοχός είναι ήμερος, απλώς επειδή αυτό σκεπάζεται από αγκάθια και σκληρές τρίχες. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των αστεριδών (Asteracaea), μαζί με το ζοχοό, το ραδίκι, το μαρούλι, τις μαργαρίτες κλπ.

Αυτά είναι τα πρώτα άγνωστα είδη για το 2016. Περιμένω τα σχόλια σας με το όνομα του είδους.

άγνωστο καλλωπιστικό σε ανθοφορία

Το πρώτο το βρήκα το Μάρτιο στο εξοχικό του πατέρα μου στη Γερακινή της Χαλκιδικής. Βρισκόταν στο φράχτη του δικού μας σπιτιού με γειτονικό. Ήταν περίπου ενάμισι μέτρο ψηλό ή και παραπάνω, μ’αυτά τα παράξενα τετραπέταλα λουλούδια. Ποώδες. Σίγουρα θα βρίσκεται αρκετά χρόνια εκεί. Πώς λεέγεται;

άγνωστο αγριόχορτο

Το δεύτερο είναι ένα κοινό, αν κι όχι πανταχού παρόν, ζιζάνιο. Μοιάζει με το ζοχό, αλλά έχει χνουδωτά φύλλα πολύ λιγότερο σχισμένα, και σχετικά κυλινδρικό βλαστό με αγκαθάκια. Το συγκεκριμε΄νο φυτό είχε συμπτυγμε΄νη ταξιανθία στην κορυφή, και λίγα φύλλα του λείπουν, επειδή τα έκοψα για τη Λίμπο την κουνέλα μου. Αργότερα το έκοψα όλο για το κουνέλι, αφήνοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι μήπως και ξαναπετάξει. Τα κουνέλια το τρώνε. Τι να είναι;

Περιμένω τα σχόλιά σαςσ.

Advertisements

Ενημέρωση 9/10/2015: Το φυτό αναγνωρίστηκε ως κίτρινη στερνμπέργκια ή κίτρινο κρίνο του φθινοπώρου (Sternbergia lutea).

Τα άνθη αυτά τα βρήκα στο εξοχικό στη Γερακινή στη Χαλκιδική πριν δύο μέρες που ήμουν εκεί, το Σάββατο στις 3 Οκτωβρίου. Τα περισσότερα ακόμα ήταν μπουμπούκια, αλλά τρία, αυτό, ένα άλλο (μισάνοιχτο) κι ένα ακόμα αλλού, είχαν ανοίξει. Όλα φύτρωναν στην άκρη ενός παρτεριού κάτω από μία κυδωνιά, εκτός από αυτό που είπα ότι ήταν αλλού, το οποίο ήταν στη μέση του γκαζόν. Ακόμα τα φυτά δεν είχαν βγάλει φύλλα, μόνο τους ανθοφόρους βλαστούς. Οι βλαστοί μαζί με το μακρύ μπουμπούκι, το οποίο ήταν το μισό του βλαστού, ήταν μόνο γύρω στα 5-7 εκατοστά, λείοι και μαλακοί. /το άνθος ήταν αυτό που βλέπετε, με τα κατακίτρινα τέπαλα. Έχω την εντύπωση ότι στο μέροςπου βγήκαν τα λουλούδια αυτά, άλλους μήνες έχει κάτι μικρές συστάδες ταινιοειδών φύλων σαν το γκαζόν, τα οποία μάλλον είναι τα φύλλα του ίδιου φυτού. Όταν έκοψα μερικούς βλαστούς, είχαν μια περίεργη, πικρή μυρωδιά, οπότε σίγουρα είναι τοξικά, όπως άλλωστε οι περισσότεροι βολβοί. Χωρίς τις χημικές τους άμυνες, τέτοια μικρά, ευαίσθητα φυτά με αργή ανάπτυξη και αναπαραγωγή σε σχέση με άλλα ποώδη, και αρκετά θρεπτικό υπόγειο μέρος θα είχαν φαγωθεί όλα. Σίγουρα είναι κάποιος μονοκοτυλήδονος βολβός, κόνδυλος ή ρίζωμα. Τι είναι; Εγώ υποθέτω κολχικό, αλλά σίγουρος δεν είμαι. Επίσης είναι αυτοφυές στην περιοχή, ή το φύτεψαν κάποτε;

Ω, θάλασσα. Θάλασσα εκδιδομένη, που σε γονιμοποιούν τα ψάρια και βγάζεις χταπόδια. Απόλυτο δίκιο είχε ο λαός όταν την έβγαλε αυτήν την έκφραση, αφού η θάλασσα είναι γεμάτη περίεργα και τερατώδη ασπόνδυλα, και είναι λογικότατο ο άνθρωπος να εκδηλώσει την αγανάκτησή του γι’αυτό με τέτοιον τρόπο, άπαξ και πιθανότατα η προέλευση των περισσότερων ασπονδύλων ήταν μυστήριο, αφού οι πρώτες φάσεις της ζωής τους είναι μικροσκοπικές και αθέατες από ανθρώπινο μάτι, ενώ ήταν γνωστό ότι τα ψάρια γονιμοποιούν εξωτερικά, και ίσως να πίστευαν ότι το σπέρμα τους είχε τη δυνατότητα να ενεργοποιήση τη θάλασσα ώστε να παράγει ασπόνδυλα. Εκτός από τα λίγα οστρακοφόρα και μη που τρώμε και γνωρίζουμε καλά, η θάλασσα βρίθει από ασπόνδυλα κάθε μεγέθους και σχήματος – άλλωστε οι περισσότερες συνομοταξίες ζώων είναι θαλάσσιες κι όλες ασπόνδυλες. Η ποικιλία τους είναι πολύ μεγάλη, ακκο΄μα και στα ρηχά νερά που κολυμπάμε, οπότε εύκολα τα συναντούμε και χωρίς καταδυτικό εξοπλισμό. Παρακάτω σας παραθέτω φωτογραφίες από δύο θαλάσσια ασπόνδυλα που ανακάλυψα γύρω στις δυο βδομάδες πριν, όταν ήμουν στο εξοχικό στη Γερακινή Χαλκιδικής.

Το πρώτο το βρήκα μπλεγμένο ανάμεσα σε φύκια, ή μάλλον θαλάσσια χόρτα, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που το έβρισκα. Κι άλλες φορές σ’άλλες παραλίες είχε τύχει να πατήσω κάτι μακρόστενο και γλοιώδες δίπλα σε φύκια, αλλά πάντοτε το απέφευγα, νομίζοντας ότι είναι κάποιο σκουπίδι, κομμάτι από χόρτο που ξεριζώθηκε, ή, ακόμα χειρότερα, πιθανόν κάποιο νεκρό ψάρι που σαπίζει ανάμεσα στα φύκια. Όμως ήταν αδύνατον να βρίσκω ακριβώς το ίδιο πράγμα σε κάθε παραλία, οπότε κάτι άλλο θα ήταν. Κι έτσι αυτήν την φορά πήρα το θάρρος και το έβγαλα στην επιφάνεια, και όχι μόνο σάπιο δεν ήταν, αλλά ένα ζωντανό και περίεργο ασπόνδυλο. Την πρώτη φορά το ξαναέριξα μέσα, μετά από λίγες μέρες όμως το έβγαλα, πιθανόν όχι το ίδιο, αν και δε θα ήταν απίθανο να έβγαζα το ίδιο, αφού κολυμπούσα στο ίδιο περίπου σημείο. Μόλις το ανέβασα στην επιφάνεια, από βάθος όχι βαθύτερο από ενάμισι μέτρο, ήταν κυλινδρικό και πλαδαρό, γύρω στα 12 εκατοστά. Αμέσως το έβαλα στην τσέπη του μαγιό για να το φωτογραφίσω στην στεριά. Μόλις βγήκα έξω, το ασπόνδυλο είχε συσταλεί σε ένα ωοειδές σχήμα γύρω στα 10 εκ. Είχε γλοιώδη επιφάνεια, αν κι όχι τόσο όσο ενός μαλακίου ή σκουληκιού. Το χρώμα του ήταν σκούρο καφέ, και η υφή του μεμβρανώδης και σκληρή, ενώ στην επιφάνειά του είχε σκορπισμένα κυκλικά φύματα. Η μία άκρη είχε ένα μικ΄ρο δακτύλιο. Το «δέρμα» αυτό ήταν πολύ σκληρό, αλλά ελαστικό, και δεν παραμορφωνόταν ό,τι κι αν του έκανες. Αν το χτυπούσες, το γρατσουνούσες, το έτριβες, δε θα πάθαινε τίποτα. Εσωτερικά φαινόταν να έχει κάποιο υγρό υπό πίεση. Έτσι μετά από λίγο, βάλθηκα να το ανοίξω. Μ’ένα αιχμηρό χαλίκι, πίεσα για ώρα την επιφάνεια του, η οποία ήταν πολύ ανθεκτική. Στην αρχή λίγο βαθούλωσε, αλλά σύντομα διεράγη κι αυτό που είχε μέσα σταμάτησε ακόμα κι εμένα, που δε σιχαίνομαι εύκολα ομολογουμένως. Από μέσα πετάχτηκε υγρό, αλλά και μια παχύρευστη βλένα! Σιγά-σιγά το ασπόνδυλο άρχισε να χάνει το τρισδιάστατο σχήμα του, καθώς έχανε το μυελό του. Απ’ό,τι φαίνεται, το υγρό αυτό περικλείεται από αρκετά χοντρά τοιχώματα. Μετά άνοιξα την τρύπα λίγο παραπάνω μ’ένα ξυλάκι, αλλλά άρχισα να βρέχομαι, και αργά κατάλαβα ότι ήταν τα ζουμιά του ασπονδύλου που εκτινάσσονταν μακριά, ως και στα 25 εκ! Το ασπόνδυλο είχε την τυπική μυρωδιά του θαλασσινού, αλλά αναμεμειγμένη και με κάτι πιο έντονο, πιο πικρό.

Τελικά το έπιασα από την άλλη μεριά, που δεν είχε ανοίξει, και το πέταξα στον κομποστοποιητή, για να σαπίσει ειρηνικά μαζί με το κομμένο γκαζόν σε μια αταίριαστη θανατοκοίνωση.
Τι θα μπορούσε να είναι ; Κάποιο θαλάσσιο αγκούρι ίσως, κι αν ναι, ποιο είδος; Κάτι παρόμοιο είχα βρει παλαιότερα, αν και προσκολλημένο σε βράχο με την κάτω πλευρά του επίπεδη για να προσκολλάται.

Το δεύτερο είναι ένα καβούρι της άμμου, που πρώτη φορά συναντώ. Βρήκα μερικά τέτοια φέτος σ’αυτήν την παραλία, καθώς έσκαβα στην άμμο. Είναι πολύ διαφορετικά από τα καβούρια των βράχων και δείχνουν πλήρως προσαρμοσμένα για ζωή στο μαλακό ίζημα. Έχουν σφαιρικό σώμα, προφανώς για να βυθίζονται στην άμμο εύκολα, όχι πλατύτερο από 1,5 εκ, και τα μάτια τους είναι μικρά, στην κορυφή και στο κέντρο του κεφαλοθώρακα και σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, μάλλον για να βλέπουν, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους είναι κρυμμένο. Οι δαγκάνες τους είναι πολύ μακριές, και οι λαβίδες στην άκρη πολύ λεπτές με οδοντώσεις στο εσωτερικό. Η πάνω έχει άκρο κυρτό προς τα κάτω. Τα υπόλοιπα 4 ζεύγη βαδιστικών ποδιών είναι πολύ μικρά σε σχέση με το σώμα τους και λεπτά, ενώ στο πίσω μέρος, ο κεφαλοθώρακάς τους φέρει δύο αγκάθια που στρέφονται προς τα πάνω. Από πάνω ήταν σκούρο καφέ, ενώ από κάτω πολύ ανοιχτό. Η υφή τους είναι τραχιά, σαν τραχύ βότσαλο ή σκουριασμένο μέταλλο, και προφανώς μιμούνται τα βότσαλα. Είναι προσαρμοσμένα να ζουν αποκλειστικά μέσα στην άμμο, αφού μόλις τα έβγαλα δεν κινούνταν σχεδόν καθόλου. Αν είχα το χέρι μου μέσα στο νερό, μπορεί να έκαναν λίγες αδέξιες κινήσεις, αλλά έξω απ’το νερό έμεναν ακίνητα. Πολλά καρκινοειδή της άμμου έχουν πρόβλημα μετακίνησης σε στέρεη επιφάνεια. Τρέφονται μάλλον με πολύ ελαφριά και μαλακή τροφή, αφού οι δαγκάνες τους είναι λεπτές και το τσίμπημά τους ασθενές. Αφού με τσίμπησαν λίγες φορές, και μόνο όταν έβαζα το χέρι μου μπροστά στις δαγκάνες, μετά σταματούσαν.
Το άτυχο καβούρι της φωτογραφίας έτυχε να κάνει λίγο μεγαλύτερο ταξίδι από τα υπόλοιπα. Το έβαλα στην τσέπη του μαγιό και το έβγαλα κι αυτό έξω στο σκληρό περιβάλλον της ξηράς. Είχε σουρουπώσει όμως για τα καλά, και τα εσωτερικά φώτα του σπιτιού ήταν ασθενή – έτσι γίνεται αν τσιγγουνεύεσαι στο ρεύμα, όλα τα φώτα φωτίζουν ίσα-ίσα και είναι μικρά, ώστε να ρίχνουν τεράστιες σκιές. Εξαιτίας του προβλήματος των σκιών, φωτογράφισα τελικά το καβούρι πάνω στο χέρι μου, και από κάπως πιο μακριά, γι’αυτό οι φωτογραφίες δεν είναι και τόσο καλές. Μετά το έσπασα, κάτι που χρειαζόταν λίγη παραπάνω δύναμη, γιατί ήταν πολύ σκληρό. Και μετά τα λένε και μαλακόστρακα. Αυτά μπορεί να είναι πιο σκληρά κι από μαλάκια! Τέλος και αυτουνού ήταν ο κομποστοποιητής, όπου σάπισε, λιγότερο ειρηνικά όμως από το «αγκούρι», επειδή είχε διαμελιστεί, κατά την οποία διαδικασία ένα θραύσμα είτε από δαγκάνα είτε από πόδι χώθηκε στο δάχτυλό μου, αλλά το έβγαλα. Είναι πολύ σκληρό όπως είπα, και σίγουρα θ’αποθαρρύνει τα μικρά σαρκοφάγα ψαράκια. Ποιο είδος να είναι;

Επιστρέφοντας λοιπόν απ’το Χωριό, όπου δεν έλειψα ούτε δύο μέρες, πήγα να δω τι κάνουν οι αποικίες των εντόμων μου. Βρίσκονται σε δώμα ταράτσας πάνω από τον πέμπτο όροφο στο σπίτι του πατέρα μου, και τα παράθυρα είναι λίγο ανοιγμένα τώρα με το ζεστό καιρό. Η θερμοκρασίες είναι ιδανικές για την ανάπτυξή τους. Πήγα λοιπόν στα αλευροσκούληκα, απ’όπου περίμενα τα κουκούλια να γίνουν σκαθάρια. Όμως λίγα βρήκα στην επιφάνεια, κι αρκετά ήταν αποξηραμένα. Το κουτί τους ήταν ανοιχτό, ώστε να ααερίζονται καλά, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος να φύγουν, παρόλα αυτά τα έχω σε μια λεκάνη για περισςότερη ασφάλεια, για να μην τα ρίξω κατά λάθος για παράδειγμα. Μόλις σήκωσα το κουτί τους για να δω μήπως είχε πέσει τίποτα στη λεκάνη, κάτι πανικόβλητο έτρεχε από εδώ κι από εκεί. Το έπιασα και ήταν ένα σαμιαμίδι, ένα μικρό γκέκο! Δεύτερη φορά που πιάνω όλως τυχαίως αυτό το είδος, και τελικά αποδείχθηκε ότι στο σπίτι του πατέρα μου υπάρχουν αυτές οι σαύρες, γιατί τόσα χρόνια υποθέταμε θεωρητικά ότι θα υπάρχουν γιατί μας έλεγαν έτσι κι ότι θα τις βρούμε, αλλά όσο ψάχναμε δε βρίσκαμε τίποτα!
Ήταν πολύ μικρό, αλλά για το είδος του ενήλικο κι αρκετά μεγάλο, γύρω στα 10-11 εκατοστά. Η ουρά του ήταν όσο και το σώμα του, και δεν ξέρω αν είχε κοπεί ποτέ, αλλά φαινόταν άθικτη. Είχε λεπτό και κιλυνδρικό σώμα με κοντά άκρα και μικροσκοπικά νυχάκια. Παρά το μικρό του μέγεθος, ήταν πολύ μυώδες, τα κόκκαλά του δε μπορούσα να τα νιώσω στον κορμό του. Όπως σ’όλα τα γκέκο, το κεφάλι ήταν μεγάλο σε σχέση με το σώμα με μεγάλα μάτια για τη νυκτόβια διαβίωση, στο συγκεκριμένο είδος κάπως τριγωνικό και ψηλό. Όπως στα περισσότερα γκέκο επίσης, οι φολίδες από πάνω ήταν κοκκώδεις κι από κάτω πλακώδεις. Είχε χρώμα ανοιχτό κάφέ.
Μόλις το έπιασα, έτρεξε να φύγει, αλά μετά τρόμαξε και σταμάτησε να κινείται εντελώς (τονική ακινησία), ίσως για να μιμηθεί το νεκρό ώστε να το αφήσουν οι εχθροί. Για να είμαι σίγουρος όμως μη μου φύγει ξαφνικά, τη φωτογράφιση την έκανα μέσα στη λεκάνη, όπου το έβαλα πάνω στο τσαντάκι μου. Μόλις το σήκωσα μετά, έβγαλε έναν πνιχτό και λεπτό ήχο – τα γκέκο έχουν φωνή. Κινούταν μόνο όταν το έσπρωχνα, και μετά σταματούσε. Πρόσεξα ότι όταν έτρεχε, τίναζε και την ουρά του, προφανώς για να προσελκύσει τον εχθρό προς εκείνο το μέρος του σώματος, για να την κόψει και να ξεφύγει – πολλές μικρές σαύρες τονίζουν την ουρά τους όταν βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Είχα αιχμάλωτο λοιπόν το ζώο που στοίχειωσε τις μυθολογίες των Μεσανατολιτών, οι οποίοι αδίκως του απέδωσαν τόσες κακές δυνάμεις. Τι είναι τελικά, μια μικρή σαυρίτσα που θα μπορούσε να την σηκώσει ακόμα ο αέρας.
Το μέλλον του φαινόταν ζωφερό εκεί πάνω. Τρία ζώα περίμεναν να το φάνε, όλα πεινασμένα κι έτοιμα να φάνε αυτό το μικρό, ανυπεράσπιστο λιμπάκι. Από τη μία ήταν ο γενειοφόρς μου δράκος η Αναμπέλα, η οποία θα το έτρωγε αμέσως. Ο προκάτοχός της άλλωστε στο παρελθόν την είχε ταΐσει περιστασιακά με σαμιαμίδια, οπότε τα ξέρει και πιστεύω πως θα το έτρωγε με συνοπτικές διαδικασίες, γιατί καλά είναι τα έντομα, αλά το κανονικό κρέας θα είναι καλύτερο. Από την άλλη ήταν ο κερασφόρος βάτραχός μου η Μπαλίτσα, ο οποίος μεγάλωσε και τώρα μπορεί να φάει άνετα σπονδυλωτό, που θα του δώσει ασβέστιο. Κι από την άλλη ήταν ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, ο οποίος θα μπορούσε να το φάει με μέτρια δυσκολία χωρ΄ςι την ουρά, την οποία ίσως μετά την έτρωγε, ή θα μπορούσε να την φάει το σαρκοφάγο φυτο΄μου. Δε μπορώ να ταΐσω ωστόσο ζωντανά σπονδυλωτά εκ΄τος από΄ψάρια και αμφίβια στα ζώα μου, για ηθικούς και συναισθηματικούς λόγους, κι επίσης η ηθελημένη θανάτωση ελληνικών ερπετών είναι παράνομη, ναι, ακόμα και η θανάτωση ενός μικρού σαμιαμιδιού θεωρητικά είναι παράνομη. Έτσι το απελευθέρωσα λίγο πιο μακριά, έξω απ’το δωμάτιο για να μη μου φάει άλλα έντομα! Από δώ και στο εξής θα κουράζεται λίγο παραπάνω για να βγάλει τον επιούσιο, κι ελπίζω ν’αφήσει αρκετούς απογόνους, για να έχουμε κοντά μας περισσότερα.
Αν και δεν πιστεύω ότι μού’φαγε όλα τα έντομα, όπως θέλω να λέω, αφού ήταν πολύ μικρό και μόνο μικρά θα μπορούσε να φάει, σίγουρ ακάποια έφαγε. Το δίδαγμα είναι ότι, ακόμα κι αν τα έντομα δε μπορούν να φύγουν από ανοιχτά κουτιά, άλλοι μπορούν να μπουν μέσα και να τα φάνε άνετα, ακόμα και στο φαινομενικά αποστειρωμένο περιβάλλον της πόλης. Οπότε με μία σίτα λύνεται το πρόβλημα. Από την άλλη καλό είναι ν’αφήνω κανένα ανοιχτό κυπελλάκι με έντομα, ώστε να προσελκύω τα σαμιαμίδια, αφού είναι πολύ συμπαθητικά και θα’θελα να τά’χω δίπλα μου και πού και πού ν’ακούω τη φωνούλα τους.

Το άρθρο δε μπορεί να συνεχίσει αν δεν γνωρίζω το ακριβές είδος του σαμιαμιδιού. Hemidactylus turcicus λοιπόν, ή Mediodactylus kotschyi;

Ενημέρωση 4/8/2015: Τελικά μου το αμαγμώρισαμ ως Hemidactylus turcicus, το κοινό, μεσογειακό ή τούρκικο σαμιαμίδι δηλαδή. Είναι το κοινότερο ελληνικό γκέκο, και ένα από τα πιο ευπροσάρμοστα ερπετά του κόσμου. Μπορεί να βρεθεί σ’όλη την Ελλάδα εκτός ίσως από κάποια μικρά νησιά, αν κι όχι σε μεγάλα υψόμετρα, γιατί το βραδινό κρύο περιορίζει τη δραστηριότητα αυτού του νυκτόβιου είδους. Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος. Είναι μικρό γκέκο μήκους 10 εκατοστών, σπάνια μεγαλύτερο στα 12-13 εκ. Η ουρά του είναι σχεδον όση και το σώμα του. Στη ράχη φέρει μικρές φυματώδεις φολίδες με μεγαλύτερες διάσπαρτες ανάμεσά τους, ενώ στην κοιλιά, στα χείλη και στα μπροστινά μέρη του κεφαλιού και στο κάτω μέρος της ουράς, οι φολίδες είναι πλακώδεις και επάλληλες. Όπως στα περισσότερα γκέκο και σ’όλα τα γκέκο της χώρας μας, τα μάτια του είναι μεγάλα με κατακόρυφες κόρες για καλή νυχτερινή όραση, και δεν έχουν κινητά βλέφαρα, αλλά μια προστατευτική μεμβράνη που προέρχεται από τα δύο τροποποιημένα και συνενωμένα βλέφαρα. Το χρώμα του είναι πολύ ανοιχτό καφέ, ανοιχτό γκρι με σκουρότερες κηλίδες και εγκάρσιες ζώνες στην ουρά, ενώ η κάτω πλευρά του είναι σχεδόν διάφανη. Υπάρχουν επίσης μονόχρωμα άτομα χωρίς σχέδια και κάποια με λευκωπό διάφανο χρωματισμό σ’όλο το σώμα. Την ημέρα τα χρώματά του σκουραίνουν, ενώ τη νύχτα παίρνει τον κανονικό του χρωματισμό, ο οποίος το βοηθά να παραλλάσσεται στις ανοιχτόχρωμες επιφάνειες όπου ζει. Είναι αναρριχητικό είδος που ζει σε βραχώδεις περιοχές, θαμνότοπους, παράκτιες περιοχές, αλλά και σε ανθρωπογενή περιβάλλοντα, όπως ερείπια, πετρότοιχους, εξωτερικά καθώς κι εσωτερικά κτιρίων. Οι ανθρώπινες αυτές δομές έχουν συμβάλει πολύ στην εξάπλωση του είδους, αφού του παρέχουν ασφάλεια και περισσότερη τροφή, ιδίως όπου υπάρχουν νυχτερινά φώτα όπου μαζεύονται έντομα. Τρέφεται με μικρά έντομα όπως κουνούπια, πεταλουδίτσες, μικρές κατσαρίδες, γρύλλους κ.ά. Συχνά το βρίσκουμε ακίνητο δίπλα σε φώτα να παραμονεύει για έντομα, ή να τα ακολουθεί αργά σε τοίχους. Το συναντούμε είτε μόνο είτε σε ομάδες των 2-5 ατόμων. Επειδή είναι μικροσκοπικό ζώο με πολύ μικρό κεφάλι, δε σημαίνει ότι είναι και χαζό. Σε μια μελέτη Καναδών ερευνητών του 1984, βρέθηκε ότι τα γκέκο του είδους αυτού προσανατολίζονται στα καλέσματα του αρσενικού γρύλλου Gryllodes supplicans, ο οποίος είναι κρυμμένος στην τρύπα του και δε μπορούν να τον πιάσουν, τρώνε όμως τα διερχόμενα θηλυκά που προσελκύονται απ’το κάλεσμά του (δορυφορική θήρευση). Για να διαπιστωθεί αν πράγματι έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στον ήχο του γρύλλου, οι ερευνητές έπαιξαν το κάλεσμα του συγκεκριμένου γρύλλου και το κάλεσμα του βατράχου, και τα γκέκο αντέδρασαν στο γρύλλο. Όπως όλα τα γκέκο, δε γεννά ποτέ πάνω από δύο αυγά τη φορά. Συνήθως γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, και συχνά τα θηλυκά γεννούν ομαδικά σε συγκεκριμένο μέρος. Οινεοσσοί είναι μόλις 2 εκ, και μολονότι μικρό ζώο, ωριμάζει γεννητικά αρκετά αργά, συνήθως στα δύο χρόνια. Όπως στα περισσότερα γκεκονοειδή γκέκο, τα αυγά είναι μικρά, σφαιρικά και σκληρά, και προσκολλώνται σε επιφάνειες. Όπως στα περισσότερα γκέκο επίσης, το είδος παράγει διάφορους ήχους για επικοινωνία.
Όπως και πολλλά άλλα γκέκο, το σαμιαμίδι διαθέτει κολλητικά τριχίδια σε ελάσματα στα πόδια του, τα οποία του επιτρέπουν να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, ή και να περπατάει στα ταβάνια. Το όνομα του γένους του το οφείλει στο γεγονός ότι τα ελάσματα στα δάκτυλά του χωρίζονται στα δύο, αλλά και στο ότι σταματούν περίπου στη μέση του δακτύλου, το υπόλοιπο του οποίου είναι γυμνό και φέρει στο τέλος ανεπτυγμένο νύχι, με το οποίο το γκέκο γαντζώνεται όταν δε μπορεί να κολλήσει καλά. Το γένος Hemidactylus της οικογένειας των γκεκονιδών (Gekkonidae) περιλαμβάνει πάνω από 110 είδη, με νέα ν’ανακαλύπτονται κάθε λίγα χρόνια. Τα περισσότερα είδη του γένους μοιάζουν με το κοινό σαμιαμίδι, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αποκλίνοντα είδη όπως αυτά των πρώην γενών Cosymbotus και Teratolepis, τα οποία συγχωνεύτηκαν στον ημιδάκτυλο, επειδή προέρχονται από κλάδους μέσα στο γένος και η ξεχωριστή τους ταξινόμηση θα το έκανε παραφυλετικό. Εναλλακτικά θα μπορούσε να διασπαστεί το γένος Hemidactylus σε μικρότερα γένη, αλλά αυτό δε συμφέρει για χάρη λίγων ειδών. Το γένος είναι κυρίως ασιατικό, με αρκετά μέλη στην Ινδία, στη ΝΑ Ασία και στα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού. Το σαμιαμίδι του Ειρηνικού (Hemidactylus phrenatus) είναι ένα ακόμα διαδεδομένο είδος του γένους, με εξάπλωση στα περισσότερα τροπικά ωκεάνια νησιά και στις παράκτιες περιοχές πολλών τροπικών περιοχών.
Επειδή πολλά μέλη του γένους μεταφέρονται εύκολα, είτε με φυσικό είτε με ανθρωπογενή τρόπο, οι αρχικές τους κοιτίδες δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούνεπακριβώς. Η αρχική κοιτίδα του μεσογειακού σαμιαμιδιού για παράδειγμα μπορεί να είναι η Ευρώπη ή η Εγγύς Ανατολή. Σήμερα το είδος απαντά στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στην Τουρκία, στα δυτικά και κεντρικά Βαλκάνια και ελάχιστα στην Κεντρική Ευρώπη, στην Ιταλία, στη νότια Γαλλία, στην Ιβηρική Χερσόνησο, σε σχεδόν όλα τα μεσογειακά νησιά, σ’όλες τις βορειοαφρικανικές χώρες (Αίγυπτος, Λιβύη, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο), και στις χώρες του Λεβάντε (Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Ιορδανία). Οι πληθυσμοί της Αραβικής Χερσονήσου, της Σωμαλίας και των Νότιων ασιατικών περιοχών μέχρι την Ινδία έχουν μεταφερθεί στο είδος H. robustus το 2006. Το είδος έχει επίσης εισαχθεί από τον άνθρωπο στην αμερικανική ήπειρο, όπου έχει εγκαθιδρύσει ισχυρούς πληθυσμούς στης νότιες ΗΠΑ, στο Μεξικό, στη Γουατεμάλα, στο Μπελίσε, στην Κούβα, στο Πουέρτο Ρίκο και στον Παναμά. Δηλαδή το εύκρατο αυτό΄είδος έχει προσαρμοστέι και σε τροπικές συνθήκες. Η προσαρμογή του σε ψυχρότερα κλίματα ωστόσο είναι πιο δύσκολη, και στα βορειότερα μέρη της εξαπλωσής του στην Αμερική επιβιώνει κυρίως σε θερμότερα ανθρωπογενή περιβάλλοντα. Το βορειότερο όριο της εξάπλωσής του στην Ευρώπη είναι λίγες θερμότερες περιοχές της νότιας Τσεχίας. Το είδος ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ελαφρείς χειμώνες, όπως το μεσογειακό, κατά τους οποίους δεν πέφτει σε πλήρη χειμερία νάρκη, αλά δραστηριοποιείται όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν προσωρινά. Το είδος χρειάζεται απλώς κατάλληλες επιφάνειες και κρυψώνες, σωστές θερμοκρασιες και σταθερή παροχή μικρών εντόμων για να επιβιώσει. Είναι ανθεκτικό στα εντομοκτόνα, γι’αυτό μπορει να επιβιώσει ακόμα και σε χώρους που ψεκάζονται συχνά για τα έντομα, ενώ εκεί όπου δεν έχει πολλούς εχθρούς, ο πληθυσμός του αυξάνεται αρκετά. Εχθροί του είναι σχεδόν όλα τα σαρκοφάγα ζώα μεγαλύτερά του, που είναι αρκετά γρήγορα για να το πιάσουν. Συνήθως αν πιαστεί από έναν εχθρό ρίχνει την ουρά του, η οποία κινείται για λίγο, ώστε να τραβήξει την προσοχή του εχθρού και η σαύρα να φύγει, οπότε θ’αναγεννήσει την ουρά αργότερα, κάτι κοινό στα περισσότερα γκέκο και σε άλλες σαύρες.

Το άλλο διαδεδομένο γκέκο της χώρας μας είναι ο μεσοδάκτυλος, κυρτοδάκτυλος ή κυρτοδάκτυλο σαμιαμίδι, Mediodactylus kotschyi. Το μόνο είδος του μεσανατολικού γένους του της οικογένειας των γκεκονιδών με εξάπλωση στην Ευρώπη, ο κυρτοδάκτυλος ταξινομούταν παλαιότερα στο γένος Cyrtodactylus και παλαιότερα στο γένος Cyrtopodion. Το γένος Cyrtodactylus περιελάμβανε πάρα πολλά ετερογενή είδη, από την Ευρώπη έως τη Νέα Γουινέα, γι’αυτό και διασπάστηκε. Χαρακτηριστικό τους είναι τα κυρτά δάκτυλα χωρίς κολλητικά τριχίδια, κάνοντάς τα κυρίως εδαφόβια γκέκο. Το δικό μας είδος κυρτοδάκτυλου είναι πιο εδαφόβιο από το κοινό σαμιαμίδι, ζώντας κυρίως ανάμεσα ή κάτω από πέτρες, μπορεί ωστόσο, χάρη στο μικρό του μέγεθος, τα λεπτά του δάχτυλα και τα μικρά του νύχια, να σκαρφαλώσει άνετα σε τραχίες επιφάνειες, γι’αυτό και μπορεί να σκαρφαλώσει στους περισσότερους τοίχους και το βρίσκουμε κι αυτό σε ανθρώπινες κατασκευές, αν και σπανιότερα από τον H. turcicus. Ξεχωρίζει από το κοινό σαμιαμίδι από το λεπτότερό του σώμα και άκρα (το λεπτότερο γκέκο της Ελλάδας), καθώς κι από τα κυρτά δάχτυλά του. Φτάνει κι αυτό τα 10 εκ, και σπανιότερα είναι μεγαλύτερο, έως και 12 εκ. Η ουρά είναι περίπου το μισό σώμα. Έχει πιο σκούρα χρώματα από το κοινό σαμιαμίδι, με αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ, και η ράχη του φέρει εγκάρσιες τεθλασμένες γραμμές, αν και μερικά άτομα είναι μονόχρωμα. Η κοιλιά του είναι λευκοκίτρινη, και τα φύματα στη ράχη μικρά. Τα χρώματα σκουραίνουν την ημέρα και ανοίγουν τη νύχτα. Είναι νυκτόβιο, αλά σε εποχές χαμηλών θερμοκρασιών γίνεται ημερόβιο. Παράγει κι αυτό ήχους, γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, και οι νεοσσοί έχουν μήκος 2 εκ. Στη χώρα μας παρουσιάζει μικροενδιμισμό, με κάθε νησί και περιοχή να έχει το δικό του υποείδος, όπως οι περίφημοι σπίνοι του Δαρβίνου στα Γκαλαπάγκος. Έτσι έχουμε: Mediodactylus kotschyi adelphiensis στις νησίδες γύρω από το νησί Σύρνα, M. C. bartoni στη δυτική Κρήτη, M. C. Beutleri στη Λέσβο, στον Άγιο Ευστράτιο, στην Κάλυμνο, στην Κω, στους Φούρνους, στη Σύμη, πιθανόν και στη Σάμο, M. c. bibroni στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, στη Θάσο, στη Σαμοθράκη, στην Κέα, στην Κύθνο, στη Μακρόνησο και στα Κύθηρα, M. c. bileki στη Στρογγύλη και στη Μάκρη βδ της Ρόδου, M. c. buchholzi στη Σίφνο και στις γύρω νησίδες, M. c. danilewskii στην Α. Θράκη, πιθανόν και στη Λήμνο, M. c. fuchsia στις Βόρειες Σποράδες, M. c. calypsae στη Γαύδο, M. c. kotschyi στη Σύρο και στις γύρω νησίδες, M. c. oertzeni στην Κάρπαθο και στα γύρω νησιά και νησίδες, M. c. Saronicus στις δυτικές και κεντρικές Κυκλάδες, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Ύδρα και στις Σπέτσες, M. c. schultzewestrumi στη βαλάτσα της Σκύρου, M. c. skopjensis στη βόρεια Μακεδονία, M. c. solerii στην Αστυπάλαια και στις κοντινές νησίδες, στην Κίναρο και στη Λέβιθα, M. c. stepaneki στο Ζαφορά της Αστυπάλαιας, πιθανόν και στην Αστακίδα, M. c. tinensis στην Άνδρο και στην Τήνο, και M. c. wettsteini στις νησίδες της ανατολικής Κρήτης (Χρυσή, Μικρονήσι, Γαϊδουρονήσι, Αυγό). Τα υποείδη μπορεί να υβριδίζονται σε μερικά νησιά. Προφανώς το είδος αυτό δε μεταφέρεται τόσο εύκολα ώστε ο πληθυσμός του να είναι ομοιογενείς, γι’αυτό και σε κάθε τόπο αναπτύσσει διαφορετικό τύπο, για να υπάρχει ωστόσο σε κάθε βραχονησίδα σημαίνει ότι μεταφέρεται εύκολα κάποιες φορές, αν και σπάνια. Εκτός απ’την Ελλάδα, το είδος μπορεί να βρεθεί στα νότια Βαλκάνια (Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία) και στην Ουκρανία – όχι όμως στη Ρουμανία -, , στην Τουρκία, στην Κύπρο, στις χώρες του Λεβάντε, και στη νοτιοδυτική Ιταλία. Ίσως να επεκτείνεται ανατολικότερα στη Μέση Ανατολή, έως το Ιράκ και το Ιράν. Έχει επίσης εισαχθεί στην Ουγγαρία, αν κι εκεί επιβιώνει σε πολύ μικρές εστίες.

Το τρίτο και μεγαλύτερο γκέκο της χώρας μας και της Ευρώπης είναι η ταρέντολα, το μαυριτανικό γκέκο ή μαυριτανικο΄σαμιαμίδι, Tarentola mauritanica. Ανήκει στην οικογένεια των φυλλοδακτυλιδών (Phyllodactylidae), η οποία διασπάστηκε από τους γκεκονίδες πρόσφατα. Έχει σχετικά μικρή εξάπλωση στην Ελλάδα, με πληθυσμούς στη Δυτική μόνο Ελλάδα, στην δυτική και βόρεια Πελοπόννησο, στην Κρήτη και στη νησίδα Δία, στην Κεφαλονιά, στην Ιθάκη, στη Ζάκυνθο και στις στροφάδες. Στις τελευταίες δύο περιοχές απαντά το υποείδος Tarentola mauritanica fascicularis, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές το φερώνυμο υποείδος. Είναι ένα αρκετά στρουμπουλό και γεροδεμένο γκέκο με πλατύ κεφάλι και τραχιά φύματα στη ράχη και στα άκρα, που μπορεί να φτάσει τα 16 εκ, εκ των οποίων περίπου το μισό είναι η ουρά. Οι αναγεννημένη ουρά μετά την αυτοτομή έχει πιο λείες φολίδες από την αρχική. Το χρώμα του είναι καφετι΄ή γκριζωπό με σκουρότερες ή ανοιχτότερες κηλίδες, σκουρότερο την ημέρα και ανοιχτότερο τη νύκτα. Ζει σε βραχώδεις περιοχές, σε κορμούς μεγάλων δέντρων, σε ερείπια και πετρότοιχους, αλά μπορεί κι αυτό να βρεθεί γύρω και μέσα σε κτίρια. Είναι αναρριχητικό είδος, και όπως και τα υπόλοιπα σαμιαμίδια, χρησιμοποιεί τις νυχτερινές λάμπες προς όφελός του. Εξαιτίας του μεγαλύτερου μεγέθους του, μπορεί να τρώει μεγαλύτερα έντομα. Αν και νυκτόβιο, τις εποχές με κρύες νύκτες δραστηριοποιείται και κατά την ημέρα, ενώ μπορέι να λιάζεται προστατευμένο στην κρυψώνα του, ακόμα και το χειμώνα. Γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, τα οποία συνήθως κολλά σε σχισμές βράχων, κάτω από πέτρες ή σε κουφάλες μεγάλων δέντρων, και συχνά πολλά θηλυκά γεννούν ομαδικά στα ίδια μέρη. Οι νεοσσοί έχουν μήκος 5 εκ, και ωριμάζουν αρκετά αργά, έως και σε 4-5 χρόνια. Όπως και τα υπόλοιπα ελληνικά γκέκο, παράγει ήχους.
Η T. mauritanica είναι το μόνο είδος του γένους Tarentola που φτάνει στην Ευρώπη. Μπορεί επίσης να βρεθεί στην Πορτογαλία εκτος από τα βορειοδυτικά, στην Ισπανία εκτός από τα βόρεια, στη Νότια Γαλλία, στις ακτές της Ιταλίας, στις ακτές της Κροατίας και της Σλοβενίας, αν κι όχι στην Αλβανία, στα περισσότερα μεσογειακά νησιά, στα παράλια της Βόρειας Αφρικής, αλά και στο μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκο και στη βορειοδυτική και δυτική Σαχάρα. Έχει Επίσης εισαχθεί στη νοτιοδυτική Σαχάρα, στις Κανάριες Νήσους, στις Βαλεαρίδες Νήσους, στη Μαδέρα, αλά και στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ, στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και στο Μπουένος Άυρες τις Αργεντινής. Οι περισσότεροι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί επίσης ίσως είναι προΊόν παρελθοντικής εισαγωγής. Το γένος Tarentola, το οποίο αριθμεί περί τα 26 είδη, είναι κυρίως αφρικανικής εξάπλωσης, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στη Β. Αφρική. Ορισμένα είδη του απαντώνται στην Καραϊβική, όπου πιθανότατα έφθασαν από διαωκεάνια μεταφορά πάνω σε επιπλέοντα αντικείμενα σε σχετικά πρόσφατη γεωλογική εποχή. Τα περισσότερα είδη είναι αναρριχητικά, αν και υπάρχουν και εδαφόβια είδη που έχουν χάσει την κολλητική τους ικανότητα, όπως το γνωστό κρανοφόρο γκέκο της ερήμου (Tarentola chazaliae), κάπως κοινό στην αιχμαλωσία. Και η T. mauritanica κυκλοφορεί στην αιχμαλωσία, αν και σπανιότερα. Δυστυχώς, λόγω των χαμηλών τιμών των εισαγόμενων δε γίνεται προσπάθεια αναπαραγωγής τους, και τα περισσότερα ζώα προέρχονται από την Αίγυπτο. Η αιχμαλώτιση ελληνικών ειδών είναι παράνομη. Μοναδικό χαρακτηριστικό λοιπόν αυτού του γένους και κανενός άλλου γκέκο από τα περίπου 1.500 είδη του κλάδου αυτού είναι η παρουσία οστεοδερμάτων ή οστέινων πλακών κάτω απ’το δέρμα για προστασία. Τα οστεοδέρματα της ταρέντολας είναι μικροσκοπικά, κοκκώδη, και βρίσκονται συνήθως τρία κάτω από κάθε φολίδα σε σχεδόν ολόκληρο το σώμα. Εξαιτίας αυτών των πλακών, αλά και των μεγάλων φυμάτων στη ράχη, μία από τις αγγλικές ονομασίες τους είναι κροκοδειλογκέκο (crocodile geckos), αν και συνήθως αποκαλούνται γκέκο των τοίχων (wall geckos).

Συχνά τα γκέκο δύσκολα τα εντοπίζουμε, αλλά μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξή τους από τα ίχνη τους. Και τα τρία ελληνικά είδη παράγουν ήχους, είτε για να προσελκύσουν το αντίθετο φύλο, είτε για να διακηρύξουν την περιοχή τους, ή για να ξαφνιάσουν τον εχθρό αν τρομάξουν. Τα αρσενικά φωνούν πολύ περισσότερο από τα θηλυκά. Τα κοινά σαμιαμίδια παράγουν ένα συνεχόμενο, ψιλό ήχο σαν «τσικ τσικ τσικ», που διαρκέι λίγα δευτερόλεπτα και μοιάζει λίγο με γρύλλο ή πουλάκι και χρησιμεύει στην αναπαραγωγή και στη διακήρυξη της περιοχής. Τις μέρες αυτές που ήμουν στο εξοχικό στη Χαλκιδική, κάθε βράδυ τα άκουγα παντού. Ο ήχος ερχόταν από στέγες, κολόνες με λάμπες, φυλλωσιές και γωνίες. Τα έχω ακούσει επίσης στη Θεσσαλονίκη αρκετές φορές, και μια φορά πέρσι ένα ψηλά στο μπαλκόνι μου. Αν ξέρετε πώς ακούγονται και προσέχετε τους νυχτερινούς ήχους, θα τα ακούσετε παντού.
Ένα ακόμα ίχνος που αφήνουν, και φαίνεται ευκολότερα σε εσωτερικούς χώρους, είναι τα περιττώματά τους, τα οποία είναι μικρά, μακρόστενα και μαύρα σαν ποντικοκούραδα, μήκους 5 χιλ, και πλάτους 2 χιλ. Τα σαμιαμίδια προτιμούν ένα συγκεκριμένο μέρος για την αφόδευσή τους, το οποίο δεν είναι πάντοτε βολικό για τους ανθρώπους.

Οι πληθυσμοί και των τριών ειδών γκέκο που απαντούν και στη χώρα μας δεν απειλούνται προς το παρόν πουθενά στην περιοχή εξάπλωσής τους, αν και κατά τόπους μπορεί να επηρεάζονται αρνητικά από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους, την αγροτική ανάπτυξη, τα σαρκοφάγα κατοικίδια όπως οι γάτες κλπ. Γενικώς ωστόσο τα είδη αυτά δεν κινδυνεύουν, γι’αυτό η Διεθνής Ένωση για την Προστασία της Φύσης (IUCN) τα κατατάσσει στην κατάσταση ελαχίστης ανησυχίας. Στη χώρα μας ωστόσο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, τα γκέκο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα ερπετά και αμφίβια, προστατεύονται από νομοθεσία. Η θανάτωση, η κακοποίηση, η αιχμαλώτηση, η πώληση ζωντανών ή νεκρών ατόμων, είναι παράνομες πράξεις.

Το σαμιαμίδι, ως μικρό, νυκτόβιο, ικανό να σκαρφαλώσει σχεδόν οπουδήποτε με σχεδόν μαγική ικανότητα, φωνητικό, με μεγάλα μάτια, ικανό να επιβιώσει σε σπίτια κλπ, δηλαδή με χαρακτηριστικά που το ξεχωρίζουν από τις άλλες σαύρες, έχει συγκεντρώσει πολλούς μύθους και δοξασίες γύρω του. Φέρνει καλή ή κακή τύχη, είναι κακό αλλά η θανάτωσή του θα φέρει κακή τύχη, το κατούρημα ή το δάγκωμά του είναι δηλητηριώδες, μολύνει επίτηδες τα τρόφιμα και το νερό φτύνοντας μέσα τους δηλητήριο, προκαλεί εξανθήματα αν αγγίξει άνθρωπο, αν πέσει πάνω σε άνθρωπο μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα ανάλογα με το σημείο όπου έπεσε, ο ήχος του προμηνύει κάτι κακό κλπ, είναι λίγες από τις δοξασίες που αφορούν το σαμιαμίδι στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Μεσόγειο. Ακόμα και τα ονόματα που του έχουν δοθεί παραπέμπουν σε κάτι κακό, αν και η ετυμολογία τους ξεχάστηκε σήμερα: Σαμιαμίδι, σαμαμίθι, σαμαμίθιον (κυπριακά), σαμιάμιθος από το αραβικό σαμαμίθ ή το εβραϊκό σαμαμέθ, δηλαδή δηλητήριο, μολυντήρι επειδή υποτίθεται μόλυνε τα τρόφιμα φτύνοντας δηλητήριο, μισιαρός ή μισαρός από το μιαρός, κλπ. Επίσης από τη λέξη σαμιαμίδι έχουν προέλθει πολλές παρετυμολογήσεις που προσπαθούν να τη συνδέσουν με τη μύτη, όπως σαμιομύτας, ψαμαμύτα κλπ. Οι αρχαίες ελληνικές του ονομασίες (ασκαλαβώτης, γαλεώτης, κωλώτης) είναι δυσετυμολόγητες, επειδή προέρχονται από προελληνικές γλώσσες, αφού οι Ινδοευρωπαίοι, ερχόμενοι από βορειότερα γεωγραφικά πλάτη, δε γνώριζαν τα γκέκο για να τα δώσουν ιδιαίτερη ονομασία, παρόλα αυτά πιθανότατα δεν είχαν να κάνουν με το δηλητήριο, αφού οι δοξασίες αυτές ήρθαν στην Ελλάδα αργότερα. Κάποιες άλλες δοξασίες εντούτοις, όπως ότι το σαμιαμίδι είναι οιωνός διαφόρων πραγμάτων, συνήθως του κακού, υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα. Φυσικά όλα τα γκέκο είναι εντελώς αβλαβή ζώα και επίσης ωφέλιμα, αφού τρώνε επιβλαβή έντομα όπως κουνούπια και κατσαρίδες. Σπίτια με σαμιαμίδια έχουν πολύ λιγότερες κατσαρίδες.

Τελικά, από μια απλή δημοσίευση της φωτογραφίας ενός γκέκο προς αναγνώριση, το άρθρο μου έγινε οδηγός για τα ελληνικά γκέκο.

Πηγές:
πληροφορίες για το Hemidactylus turcicus στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για το H. turcicus στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hemidactylus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το H. turcicus
φωνόταξη του γκέκο προς το κάλεσμα των γρύλλων – μία περίπτωση δορυφορικής θήρευσης
πληροφορίες για το Mediodactylus kotschyi στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για το M. kotschyi στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το M. kotschyi
πληροφορίες για την Tarentola mauritanica στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για την T. mauritanica στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την T. mauritanica
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Tarentola
η δομή των οστεοδερμάτων στο γκέκο: Tarentola mauritanica

Ενημέρωση 22/6/2016: Πρόσφατα ένα βράδυ άκουγα ένα σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus) πάνω από μία πόρτα, όπου υπάρχει λάμπα που μαζεύει πολλά έντομα. Και πέρσι ακουγόταν ένα εκεί, και ίσως να είναι το ίδιο. Πιθανότατα είναι αρσενικό που διακηρύσσει την περιοχή του. Φωνούσε περιστασιακά για ακετή ώρα, κι έτσι ΄΄στάθηκα τυχερός και πρόλαβα να απαθανατίσω τον ήχο σε βίντεο. Σπανίζουν οι ηχογραφήσεις του συγκεκριμένου είδους στο Διαδίκτυο, Αν και δεν εντόπισα το σαμιαμίδι, τον ήχο του μπορείτε να τον ακούσετε καθαρά.

Τώρα, όταν θα ακούτε το βράδυ το καλοκαίρι παρόμια τσικ-τσικ-τσικ σε γωνίες ή κοντά σε λάμπες, θα ξέρετε τι είναι.

Ενημέρωση 15/7/2017: Θέλει και λίγο τύχη για να το πετύχεις αυτό. Στις 10 Ιουλίου λοιπόν, στο ίδιο ακριβώς μέρος, στο δώμα της ταράτσας, πίσω από ένα τελάρο με δύο ντραμιτζάνες κρασί και ίσως ακόμα και μέσα σε κάποια ρωγμή στον τοίχο, άκουσα δύο σαμιαμίδια να μαλώνουν. Πρόλαβα και βιντεοσκόπησα τη σκηνή, αλλά εφόσον δε φαίνονται ουσιαστικά πρόκειται για ηχογράφηση. Ακούγονται όμως καθαρά. Πιθανόν μάλωναν δύο αρσενικά για την επικράτηση σε μια περιοχή. Αυτό που κάνει τη συνεχόμενη σειρά κρωξιμάτων μάλλον είναι ο κάτοχος της περιοχής, ενώ το άλλο που κάνει τα πιο απομονωμένα, πιο έντονα και πιο υψίφωνα κρωξίματα είναι ο ηττημένος που μάλλον προσπαθεί να αμυνθεί. Είναι η δεύτερη φορά που πετυχαίνω δυο σαμιαμίδια να μαλώνουν, και πάλι στο ίδιο μέρος.

Οπότε το μέρος έχει πέραν κάθε αμφιβολίας κάποια σαμιαμίδια (Hemidactylus turcicus) ως μόνιμους κατοίκους. Εφόσον οι αποικίες εντόμων μου είναι καλά κλειστές, δεν τρέφονται από εκεί. Ίσως να τρέφονται από κανένα έντομο που ξεφεύγει από τις αποικίες, αλά κι αυτό είναι σπάνιο. Πιθανότατα θα πιάνουν μικρά έντομα όπως μυρμήγκια, μυγάκια, κουνούπια ή και αράχνες, ή μπορεί να βγαίνουν και έξω να κυνηγήσουν και να γυρίζουν. Δεν ξέρω πού βρίσκουν τροφή, αλ΄λα επειδή η εύρεση τροφής εκεί μέσα μου φαίνεται δύσκολη και κινδυνεύω να τα χάσω, επειδή αν δεν τρώνε εκεί σίγουρα θα φύγουν αλλού, προσπαθώ να τα κρατήσω στο μέρος αφήνοντας τροφή. Ήδη η πρώτη προσπάθειά μου με ένα κυπελάκι με 5 μικρά αλευροσκούληκα και 5 νεογέννητες κατσαρίδες Αργεντινής απέτυχε• δεν φαγώθηκε τίποτα. Πιστεύω ότι βασικότερος λόγος για την αποτυχία ήταν το νέο αντικείμενο που εισέβαλε ξαφνικά στο χώρο τους, αλά και οι μετακινήσεις αντικειμένων που είχα κάνει την προηγούμενη μέρα, μήπως και τα βρω. Τώρα έχω αφήσει το κυπελάκι κοντά στο μέρος που τα άκουσα να μαλώνουν για να το συνηθίσουν, και σε λίγες μέρες θα ξαναβάλω έντομα.

Τη σελαγινέλα αυτήν την αγόρασα πρόσφατα από το ανθοπωλείο της γειτονιάς μου. Είναι το μόνο λυκόφυτο που έχω στη συλλογή μου. Είχα αγοράσει μια ίδια τα Χριστούγεννα – δεν ξέρω γιατί πουλάνε τις περισσότερες τότε, ίσως μοιάζουν λίγο με κλαδιά χριστουγεννιάτικου δέντρου -, αλλά μου ξεράθηκε μετά τη μεταφύτευση, και ίσως να συνέβαλε και το κρύο σ’αυτό. Αυτήν τη μεταφύτευσα αμέσως μόλις την πήρα, κι ακόμα φαίνεται καλά. Ελπίζω αυτή να επιβιώσει. Ποιο είδος όμως είναι; Σίγουρα θα είναι από τα 4-5 κοινότερα καλλιεργούμενα είδη του γένους Selaginella, όχι κάτι εξεζητημένο. Όποιος ξέρει να μου αφήσει ένα σχόλιο. Ευχαριστώ.

Ενημέρωση 11/3/2017: Το είδος αναγνωρίστηκε ως Theretra alecto. Είναι πράγματι μέλος της οικογένειας των σφιγγιδών, όπως σωστά νόμιζα. Είναι μεγάλη νυχτοπεταλούδα, ιθαγενής κυρίως της ινδομαλαισιανής βιογεωγραφικής περιοχής, με πληθυσμούς μέχρι την ακραία νοτιοανατολική Ευρώπη. Στην Ελλάδα είναι αρκετά σπάνια. Τρέφεται με αμπελοειδή φυτά (γένος Vitis) και συγγενείς, γι’αυτό το βρήκα πάνω στην Ampelopsis.

Όπως παρατηρήσατε, υπάρχει αναζωπύρωση της δραστηριότητάς μου στο Ιστολόγιο. Παρόλα αυτά την τελευταία βδομάδα δεν έγραφα τίποτα, διότι ήμουν σε διακοπές στην Κρήτη, το άρθρο για τις οποίες δε μπορώ ν’ανεβάσω τώρα, επειδή διαβάζω για της εξετάσεις για την πιστοποίηση στο ιεκ τηλεφωνικής στις 8 Ιουλίου. Όταν παρέλθει κι αυτο΄το κακό θα γράψω περισσότερα. Έχω όμως ένα άγνωστο είδος για να μου το αναγνωρίσετε.

Την κάμπια της φωτογραφίας την βρήκα το βράδυ του Σαββάτου, στις 4 Ιουλίου. Την βρήκα εντελώς τυχαία μπλεγμένη ανάμεσα στα κλαδιά του σενέκιου (Senecio angulatus) ή παρόμοιου είδους και της αμπέλοψις (Ampelopsis sp), τα οποία βρίσκονται δίπλα-δίπλα, στο μπαλκόνι του πατέρα μου, στον πέμπτο όροφο. Στην αρχή νόμισα πως ήταν κάποιο κομμάτι από πλαστικό ή σχοινί, μετά πως ήταν κάποιο ζώο απροσδιόριστης ταυτότητας, αλλά τελικά ήταν μία κάμπια. Θα ήταν σίγουρα 8 εκατοστά, μπορεί να ήταν και 10, και σε πάχος μπορεί να ήταν πάνω από 1 εκατοστό. Ήταν ολοπράσινη, με λίγο μπλε. Μόλις την έπιασα μαζεύτηκε σαν μπάλα, μετά όμως άρχισε να κινείται λίγο, γυρίζοντας το μπροστινο της μέρος δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας τροφή, όπως κάνουν όλες οι κάμπιες μόλις αφαιρούνται από το ζωτικκο στοιχείου τους, αφού είναι αδιφάγες και πρέπει να τρέφονται συνεχώς για ν’αναπτυχθούν. Μετ ατης έβαλα φύλλα και απ’τα δύο φυτά για να δω αν φάει τίποτα, αλλά δεν προσκολήθηκε σε κανένα. Άφησε ομως δύο κομμάτια χορτώδους εμετού, τα οποία αφήνουν οι κάμπιες της οικογένειάς της ως άμυνα για τους εχθρούς. Μετά την πήγα για φωτογράφηση, και την έψαξα καλύτερα.
Είχε εντελώς λείο σώμα, το οποίο αρχικα΄ήταν στενό και πάχαινε βαθμιαία προς τα πίσω. Είχε μακρόστενο σχετικα΄κεφάλι, και 6 πόδια στο θώρακα, όπως σε όλες τις κάμπιες. Πιο πίσω στην κοιλιά όμως είχε 5 ζεύγη από παραπόδια, απλά ονυχόσχημα άκρα με μυικό ιστό, αλλά όχι αρθρώσεις, που χρησιμεύουν στην προσκόλληση σε επιφάνειες και φέρουν πολλές προνύμφες εντόμων. Είναι νεόμορφα, και δεν έχουν σχέση με τα άκρα που διέθεταν οι πρόγονοι των εντόμων στα πλέον άποδα τμήματα της κοιλιάς. Το τελευταίο ζεύγος παραποδίων ήταν το μεγαλύτερο, και στη ράχη προς το τέλος του σώματος υπήρχε μία απόφυση σαν κερατάκι.
Αυτό είναι και το διαγνωστικό στοιχείο της οικογένειας Sphingidae ή σκόρων σφιγγών, εξαιτίας της χαρακτηριστικής στάσεις που παίρνουν οι κάμπιες τους με το κεφάλι μαζεμένο όταν απειλούνται ή ξεκουράζονται, σαν την αιγυπτιακή Σφίγγα. Είναι νεκταροφάγες νυκτοπεταλούδες ή σκόροι μεγάλου μεγέθους, με πολύ μακριά προβοσκίδα και ικανότητα αιώρησης σε πολλά είδη, με προνύμφες πράσινες, λείες με 5 ζεύγη παραποδίων και κερατοειδή απόφυση στο πίσω μέρος τους. Τρέφονται με διάφορα φυτά, με πολλά είδη εξειδικευμένα σε συγκεκριμένα είδη, κι όταν έρχεται η στιγμή να μεταμορφωθούν, θάβονται στο έδαφος για να κάνουν το κουκούλι τους.
Θεώρησα αρχικά πως επρόκειτο για Manduca sexta ή M. quinquemaculata, παράσιτα των σολανιδών που μπορεί να τραφούν και με άλλα φυτά αν δεν υπάρχουν σολανίδες, Παρόλα αυτά σολανίδες υπήρχαν, οπότε πιθανότατα είναι κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Τι μπορεί να είναι; Όποιος γνωρίζει ας κάνει κανένα σχόλιο.

Ο χρόνος είναι παρελθοντικός, γιατί τώρα που το γράφω αυτή η μικρή κάμπια, το νευρικό της σύστημα και ό,τι άλλο είχε, χωνεύονται στο στομάχι του γενειοφόρου μου δράκου. Την έβαλα λοιπόν σ’ένα πλαστικό κουτί μετά την φωτογράφηση, αλλ’επειδή είχε χαλαρό καπάκι, ξέφυγε, αλλά την βρήκα δίπλα την επόμενη μέρα, οπότε έβγαλα την Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο έξω, και άφησα την κάμπια δίπλα της. Η σαύρα παραξενεύτηκε αρχικά από το μεγάλο μέγεθός της, κι αρχικά δεν την πείραξε. Μετά προσπάθησε να την πιάσει, αλλά μάλλον έκανε λάθος υπολογισμό από τα μικρο΄τερα έντομα που συνήθως τρώει και δεν την σήκωσε με τη γλώσσα της. Της την έδωσα στο χέρι, αλλά δεν έκανε κίνηση να την πιάσει, οπότε την ξαναάφησα κάτω, όπου συνέχιζε να την παρακολουθεί, κι όταν πήγε στα αριστερά της, γύρισε το κεφάλι της προς τα εκεί, και μετά από λίγο την έπιασε. Την μάσησε λίγη ώρα χωρίς να κάνει πολύ θόρυβο, αφού ήταν κυρίως νερό, και μετά την κατάπιε. Τώρα πια, το μικρό νεκρό στρουμπουλό έντομο χωνεύεται και μαλακώνει, μέχρις ότου να χαθεί εντελώς και όλα του τα δομικά μέρη να μεταβιβαστούν στο δράκο. Θα ψάξω να βρω κι άλες.

Ενημέρωση 2/12/2015: Το φυτό αναγνωρίστηκε ως στελλάρια (Stellaria sp), αν κι ακόμα δε γνωρίζω το ακριβές είδος. Στα ελληνικά λέγεται και αλσήνη.

Είναι ένα από τα κοινότερα χειμωνιάτικα αγριόχορτα. Μεγαλώνει παντού σχεδόν όπου υπάρχει χώμα, και μόνο του και ανακατεμένο με άλλα χόρτα. Σε πλούσιο και υγρό χώμα μεγαλώνει στο μέγιστο, πάνω από μισό μέτρο και με φύλλα σχεδόν τρία εκατοστά, συνήθως όμως είναι μικρότερο. Έχει πολύ λεπτό, σχεδόν λείο καιανοιχτοπράσινο βλαστό με ζεύγη αντίθετων ωοειδών, λεπτών, λείων και έντονων πράσινων φύλλων. Κάποιες φορές μπορεί ο βλαστός να είναι ελαφρώς χνουδωτός, με το χνούδι συνήθως να σχηματίζει μια γραμμή κατά μήκος μίας πλευράς του βλαστού. Ως ποώδες, ξεκινά πολύ λεπτό στη βάση και ελαφρώς παχαίνει ο βλαστός όσο μεγαλώνει. Σπάνια διακλαδίζεται το φυτό αν δεν τραυματιστεί, αν και μπορεί να έχει πολύ μικρές διακλαδώσεις χαμηλά ή μερικές μεγάλεσ στην κορυφή. Τα χαμηλότερα φύλλα έχουν μίσχο με πλατιές προεκτάσεις, στη συνέχεια γίνονται άμισχα και προς στην κορυφή, στις μασχάλες των φύλλων, γίνεται η ανθοφορία. Τα άνθη του μάλλον θα διαρκούν πολύ λίγο και ίσως ανοίγουν μόνο το πρωί, άρα δεν τα έχω προλάβει, αλλά τα μπουμπούκια είναι επιμήκη στις άκρες πολύ λεπτών ποδίσκων. Όταν ωριμάζει ο σπόρος, το χόρτο σκληραίνει, τα φύλλα αρχίζουν να κιτρινίζουν από κάτω προς τα πάνω, και στο τέλος όλο το φυτό ξεραίνεται. Με τον καιρό, το πλέγμα των ξερών χόρτων διαλύεται, ώστε το καλοκαίρι να μη μένει σχεδόν τίποτα. Όταν είναι φρέσκο είναι πολύ δροσερό και με υφή μαρουλιού. Ο βλαστός του σπάει εύκολα, και όπως και με την κολλιτσίδα, η εντεριόνη του βλαστού χωρίζεται απ’το φλοιό. Τα κομμένα φυτά ξαναμεγαλώνουν, αλά με πολύ λεπτότερους βλαστούς. Έχει πολύ ρηχή ρίζα και ξεριζώνεται εύκολα. Βλαστάνει το φθινοπωρο ή το χειμώνα, αλλά περισσότερο μεγαλώνει νωρίς την άνοιξη, και μέσα στον Απρίλιο έχει κλείσει τον κύκλο του. Ωστόσο μερικά φυτά, που είτε είναι σε πυκνή σκιά, είτε φύτρωσαν αργά, ή έτυχε να μη μεγαλώσουν γρήγορα, επιβιώνουν περισσότερο, μέχρι και το καλοκαίρι. Στις παγωνιές μπορεί να μαραθεί λίγο, αλλά επανέρχεται.
Είναι αγαπημένη τροφή των κουνελιών, γι’αυτό δίνω πολύ απ’αυτό στην κουνέλα μου όποτε το βρίσκω. Προτιμά τα φύλλα και τις κορυφές. Ο γενειοφόρος μου δράκος επίσης το τρώει πολύ. Κάποιες φορές το φθινόπωρο τυχαίνει να βρω και κάμπιες πάνω στο χόρτο, τις οποίες δίνω στο γκέκο μου.
Σε κάτι μαρουλοειδές φέρνει. Τι θα μπορούσε να είναι;

Λοιπόν πάλι, όπως κι άλες φορές, έχω φωτογραφίες ειδών που επιζητούν αναγνώριση. Αυτήν τη φορά ωστόσο το πακέτο δεν περιέχει μόνο φυτά, αλλά και ζώα, περίεργα θαλάσσια όντα κλπ. Όποιος αναγνώστης γνωρίζει το είδος από κάποια των φωτογραφιών κι έχει την καλοσύνη μπορεί να προσθέσει ένα σχόλιο.

02082012147

Το φασκομηλοειδές αυτό φυτό το συναντάω συχνά στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης), συνήθως σε πιο ξερά μέρη. Μπορεί ν’απλωθεί ως χαμηλος θάμνος για αρκετή απόσταση, παρόλα αυτά δεν ψηλώνει πάνω από 50 εκατοστά, αν και συνήθως είναι χαμηλότερο. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι πολυετές ή μονοετές, αν και μου φαίνεται για πολυετές. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός χειλανθούς φυτού, με τετραγωνικούς βλαστούς, αντίθετα φύλλα και ταξιανθίες σε στάχεις με βράκτια, και είναι σκληρό, και καλυμμένο με γκριζογάλαζο χνούδι, μάλλον ως προστασία κατά της ξηρασίας όπως και πολλά άλλα φυτά παρόμοιας οικολογίας. Μυρίζει ελαφρώς σαν μέντα. Η φωτογραφία τραβήχτηκε τον Ιούλιο του 2012 και το χέρι που κρατάει το κλαδί είναι του φίλου μου, όχι το δικό μου. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι φετινές, και μη φυτικές.

Φέτος το καλοκαίρι, όπως και πέρσι, ταξίδεψα με τον πατέρα μου με το ιστιοπλοϊκό μας σκάφος, αλλά δυστυχώς δεν φύγαμε μακρύτερα απ’τη Χαλκιδική. Τελευταία μας στα΄ση λοιπόν ήταν μια βραχονησίδα κοντά στην Αμουλιανή, όπου συνηθίζει εδώ και χρόνια να παραθερίζει η Μένη, η γυμνάστρια του Πυρσού, η οπποία μετακινείται ως εκεί μ’ένα φουσκωτό που έχει. Για τις καθημερινές ανάγκες πηγαίνει ως την Ουρανούπολη, που είναι λιγότερο από μισή ώρα με το ταχύπλοο, αλλά έχουν υπάρξει και φορές που ήθελε να περάσει λίγες μέρες μόνη της εκεί, τρώγοντας από κονσέρβες και το ψάρεμα, και φορτίζοντας τις ηλεκτρονικές συσκευές με φωτοβολταϊκά. Όλο το νησί, εκτός δύο αμμουδερών παραλιών που διαβρώνονται χρόνο με το χρόνο, είναι ένας απότομος βραχώδης λόφος, δύσκολος στην ανάβαση, με ελάχιστα κοντά δέντρα στην κορυφή. Παλαιότερα κάποιος είχε φέρει κατσίκια που είχαν καταστρέψει όλη τη βλάστηση, αλλά από τότε που τα πήρε – για να τα φάει, όχι για να σώσει τα χόρτα – άρχισε ν’ανακάμπτει. Σ’αυτές τις παραλίες η γυμνάστρια και όποιος άλλος έρχεται κατασκηνώνουν με αντίσκηνο, αλλιώς κοιμάσαι στο σκάφος.
Κολυμπ΄΄ησαμε λοιπόν στα ζεστά νερά, όπου υπήρχαν πολλά βραχάκια με κάθε λογής θαλάσσιους οργανισμούς προσκολημένους πάνω τους, όπως σε κάθε ρηχή θάλασσα άλλωστε. Εκεί έφαγα και πρώτη φορά αχινούς, που είχαν απλώς μια ελαφρά γεύση θαλασσινού. Πιστεύω πως χάρη στη σχετική σπανιότητά τους και στο δύσκολο καθάρισμά τους έγιναν γκουρμέ, γιατί γευστικά δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο όπως νόμιζα. Μετά το φαγητό λοιπόν, που δεν ήταν μονο αχινοί φυσικά, η Μένη έβαλε τα πιάτα στη θάλασσα για να τα καθαρίσουν τα ψάρια, που τα γυαλίζουν στη στιγμή! Όπως λέει, ταΐζει τα παιδιά. Πραγματικά πρωτότυπη μέθοδος!
Πέρα από αχινούς λοιπόν, υπήρχαν και διάφορα άλλα όντα, και κινητά και ακίνητα. Το διακλαδιστό ον της πρώτης φωτογραφίας κάλυπτε πολλούς βράχους σαν χόρτο, αλλά έχω βάσιμες υποψίες πως δεν είναι φύκος. Το έχω συναντήσει και σε πολλές άλλες θάλασσες, αλά δε γνωρίζω τι είναι. Είναι γενικά σκληρό, εύκαμπτο αλλά κόβεται δύσκολα, και μυρίζει σαν θαλασσινό. Προσκολλάται στο βράχο με ένα πεπλατυσμένο μέρος του σώματός του σαν πλάκα, όπως γίνεται με τα περισσότερα απτόφυτα άλλωστε, τους ακίνητους οργανισμούς δηλαδή που προσκολλώνται στους βράχους. Από την πλάκα φύονται «βλαστοί» που διακλαδίζονται κοντά στις βάσεις τους σαν θάμνοι, στις κορυφές των οποίων υπάρχουν πυκνότερες διακλαδώσεις. Όπως φαίνεται σ’ένα από τα κλαδιά της φωτογραφίας, μερικά βγάζουν στη μέση του ύψους τους περίπου φούντες από λευκωπά νημάτια. Παίζουν άραγε κάποιον λόγο στην αναπαραγωγή; Τι θα μπορούσε νά’ναι αυτό, φύκος, ή σφουγγάρι ή κάποιος άλλος ζωικός οργανισμός;
Το δεύτερο ωστόσο είναι μακράν το πλέον περίεργο. Θυμάμαι να το είχα συναντήσει, πολύ μικρότερο, σ’ένα βράχο στο Βόλο πριν 4 χρόνια, οπότε δεν είναι κάτι σπάνιο. Το συγκεκριμένο το βρήκα καθώς έψαχνα τους βράχους για κάτι άγνωστο που θα μπορούσα να φωτογραφήσω για ν’ανεβάσω εδώ. Στο τοίχωμα μιας ανοιχτής σχισμής λιπόν, ακούμπησα εντελώς τυχαία κάτι μαλακό, αλλά συγχρόνως σφιχτό. Κατευθείαν σκέφτηκα πως θα μπορούσε νά’ναι χταπόδι, αλλά μετά το θυμήθηκα από καπου αλλού. Τράβηξα ένα κομματάκι από το μακρόστενο αυτό στοιχείο γι ανα το εξετάσω καλύτερα, αλλά μετά το έχασα στη θάλασσα. Όταν γύρισα να πάρω και το υπόλοιπο, είχα την εντύπωση πως κινήθηκε λίγο προς τα πάνω. Αν και δύσκολο στην αποκόλληση, τώρα που του είχε κοπεί ένα μέρος ήταν πιο εύκολο να το βγάλω, και το πήρα ολόκληρο για φωτογράφηση. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία, έχει ακανόνηστο μακρόστενο σχήμα σαν διαβρωμένο μακρόστενο νησί, σχεδόν μαύρο από πάνω και ανοιχτότερο από κάτω, με διάσπαρτα εξογκώματα σαν σπυράκια στο επάνω μέρος. Το κάτω μέρος, που μάλλον λειτουργεί ως βεντούζα, ήταν αυλακωτό στο κέντρο και τραχύ. Η υφή του δεν ήταν γλοιώδης όπως ενός συνηθισμένου μαλακίου ή σκουληκιού, αλλά αρκετά στεγνή, σαν σκληρός πλαστικός υμένας. Παρόλο που το έκοψα, δεν έρευσε τίποτα από μέσα. Κι αυτό μύριζε απλώς σαν θαλασσινό. Δυστυχώς δεν είχα τον χρόνο να το ανοίξω. Τι θα μπορούσε να είναι;

Και τώρα ερχόμαστε στα πιο παράξενα ευρήματα. Στο χωριό μου λοιπόν τον Αύγουστο, καθώς έκανα μια βόλτα στην αυλή και έλεγχα τις γλάστρες με τις μολόχες που είναι ακουμπησμένες στο εξωτερικό τοιχάκι, βρήκα και μια ψηλή και στενή γλάστρα που έψαχνα, η οποία είχε προηγουμένως μια ρίγανη που όμως μεταφυτεύτηκε. Χρειαζόμουν μερικές ψηλές και στενές γλάστρες επιγόντως, επει΄δη σκόπευα να σπείρω μερικούς σπόρους Welwitschia mirabilis, ενός ιδιότυπου νοτιοαφρικανικού γυμνόσπερμου φυτού που στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του ξεκινά με μια κατακόρυφη κεντρική ρίζα, η οποία αν σπάσει το φυτό πεθαίνει, γιατί γίνεται πολύ ευάλωτο σε μυκητικές προσβολές από την ανοιχτή πληγή. Τελικά βρήκα λύση για τους σπόρους μου, και δε χρειάστηκα τέτοιες γλάστρες, αλλά δε θ’ανεβάσω άρθρο γι’αυτό το φυτό προτού έχει περάσει την κρίσιμη περίοδο στην ανάπτυξή του, για να μην το ματιάσουν οι αναγνώστες.
Σηκώνοντας λοιπόν τη γλάστρα, ένιωσα πως κάτι μέσα κροτάλιζε. Όταν το έριξα κάτω διαπίστωσα πως δεν ήταν ούτε ξύλο, ούτε φύλλα, αλλά κάτι που έμοιαζε περισσότερο με αποξηραμένο πτώμα εξωγήινου όντος. Είχε μήκος γύρω στα 10 εκατοστά, και μερικά κομματάκια, που μάλλον ανήκαν σ’αυτό, έπεσαν και χάθηκαν μόλις σήκωσα τη γλάστρα. Τι θα μπορούσε να είναι;

Ενημέρωση 13/12/2014: Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο βατραχοειδές, ίσως έναν πράσινο φρύνο (Bufo viridis), που συχνάζουν στην αυλή μας. Εν ζωή θα ήταν πολύ πιο στρουμπουλό και χωρίς εμφανή διαχωρισμό μεταξύ του κεφαλιού και του σώματος, αλλλά είδατε πώς έγινε; Μην αγχώνεστε, έτσι θα γίνουμε κι όλοι εμείς κάποτε… αλλά μάλλον δε θα μας αδειάζουν από κυπελλάκια για να μας φωτογραφήσουν, αφού καθαρά λόγω μεγέθους δε θα χωράμε σε κυπελλάκια.


Και τα τελευταία είναι νεροχελώνες, που φωτογράφησα σ’ένα πετ σοπ της γειτονιάς μου. Ο καταστηματάρχης του πετ σοπ αυτού μου τις σύστησε ως ινδικές, αλλά έχω βάσιμες υποψίες πως πρόκειται για αμερικάνικο είδος. Κατ’αρχάς δεν έχω ακούσει ποτέ τέτοιον προσδιορισμό για κάποια χελώνα, και αν ήταν τόσο γνωστό το είδος ώστε να πωλείται ευρέως, σίγουρα θα το ήξερα. Επίσης η κατατομή του σώματός τους μου θυμίζει περισότερο τις αμερικάνικες νεροχελώνες της οικογένειας των εμυδιδών (emydidae), μιας οικογένειας που σήμερα περιορίζεται στην Αμερική με μόνο ένα ευρασιατικό είδος, την ποταμοχελώνα (Emys orbicularis), που απαντάται και στην Ελλάδα. Στην Ινδία και στην ευρύτερη περιοχή της Νότιας και Ανατολικής Ασίας οι χελώνες που θα συναντήσουμε είναι ως επί το πλείστον είτε μαλακοχέλυες είτε γεοεμυδίδες.
Η συζήτηση για τις ινδικές χελώνες άρχισε πιο παλιά, όταν ανέφερα στον εν λόγω καταστηματάρχη, τον οποίο επισκέπτομαι κάποιες φορές όταν αγοράζω πράγματα για την κουνέλα μου – αγοράζω και απ’αλλού -, πως μια φορά είχα συναντήσει να πωλούνται κάποιες περίεργες νεροχελώνες με καφέ καβούκι και μακριά ουρά όσο και το σώμα τους, που θεώρησα πως είναι κάπιο ασιατικό είδος. Αυτός ήταν σίγουρος πως επρόκειτο για τις λεγόμενες ινδικές, αλλά αυτές που έφερε αυτός ουδεμία σχέση έχουν μ’εκείνες που περιέγραφα. Αυτές απλώς έχουν λίγο μακρύτερη ουρά απ’το συνηθισμένο, και το καβούκι τους είναι κανονικό με χρώμα ελεώδες, εκείνες που είχα συναντήσει τότε είχαν, εκτός από ουρά όςο και το σώμα τους, πολύ παράξενο και σχετικά μακρόστενο καβούκι με μαύρο κοιλιακό θυραιό.
Γενικά η σχέση του με τα ερπετά δε μ’έχει αφήσει ιδιαίτερα χαρούμενο. Προσπάθησε αρκετές φορές να με παραπλανήσει όσον αφορά τα ερπετά και την φροντίδα τους, αλλά δεν πιάνομαι. Ακολουθεί την πρακτική πολλών άλλων πετσοπάδων, που εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι τα ζώα αυτά έχουν χαμηνλό μεταβολισμό και μπορούν να υποφέρουν τα πάνδεινα για πολύ καιρό μέχρι να πεθάνουν, κρατώντας τα ζώα του σε άθλιες συνθήκες για να κόψει τα κόστη. Με το ζόρι βάζει λάμπες στα ζώα του, και όποτε βάζει, είναι μικρές και μάλλον ακατάλληλες. Νεοφερμένα ερπετά, ήδη στρεσαρισμένα απ’τη μεταφορά με αποτέλεσμα να πέσει το ανοσοποιητικό τους σύστημα και να γίνονται πιο ευάλωτα σε ασθένειες, που κανονικά θά’πρεπε να λαμβάνουν βασιλική φροντίδα για να προσαρμοστούν και να επανέλθουν στους φυσιολογικούς τους ρυθμούς όσο το δυνατόν γρηγορότερα και απροβλημάτιστα, τα είχε σε μικρούς χώρους χωρίς ούτε καν δυνατότητα να ρυθμίσουν τη θερμοκρασία τους. Πέρσι το χειμώνα λοιπόν είχε φέρει μια μεγάλη κοκκινομάγουλη νεροχελώνα, την οποία είχε σ’ένα μικροσκοπικό παγωμένο ενυδρείο με ελάχιστο νερό και καθόλου στεριά ή λαμπτήρες. Τον ρώτησα κι εγώ γιατί την είχε έτσι, και μου απαντάει πως αργότερα, αφού προσαρμοστεί θα την βάλει σε σωστό περιβάλλον, και πως για τώρα αρκεί που την έβγαζε λίγο το μεσημέρι να λιαστεί και να γυμναστεί. Εντωμεταξύ ήταν χειμώνας και ο ήλιος έτσι κι αλλιώς χτυπάει λίγες ώρες σ’εκείνο το μέρος, αλλά και αν την έβγαζε, που αμφιβάλλω πως τό’κανε, ο μεταβολισμός του ζώου δε θα μπορούσε να ωφεληθεί από την ηλιακή ακτινοβολία σε τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, πέρα από το ότι οι συνεχείς μετακινήσεις μέσα-έξω θα ενοχλούσαν το ζώο ακόμα περισσότερο. Και γι’αυτήν τη χελώνα μου έλεγε τάχα πως ήρθε από την Ολλανδία, είχε ηλικία γύρω στα 5-6 χρόνια και την πουλούσε 50 ευρώ, ενώ κανονικά επρόκειτο για ένα ζώο μάλλον μεγαλύτερο, αρκετά αδυνατισμένο και με ίχνη πυραμίδωσης, που πιθανότατα το παράτησε κάποιος που δεν το ήθελε εκεί. Άλλωστε δε θα υπήρχε Ολλανδός εκτροφέας που να εμπιστευόταν τα ζώα του σε τέτοιους ανθρώπους, αν βέβαια υπάρχει κανένας Ολλανδός που δεν κρατά αρχεία της ακριβούς ηλικίας των ζώων του. Αυτή η κατάσταση μ’έφερε έξω φρενών, ώστε έκανα θέμα για την περίπτωση στο φόρουμ των ερπετών.
Μια άλλη φορά πάλι είχε φέρει μια ιγκουάνα γύρω στα 60 εκατοστά, την οποία είχε σ’ένα τερράριο όσο και το μήκος της, με δύο καλάμια μπαμπού και χαλίκια για υπόστρωμα. Την θυμάμαι ιδιαίτερα, επει΄δη ήταν πολύ άγρια, και μόλις πήγα να την πιάσω με μαστίγωσε με την ουρά της στον αγκώνα, αφήνοντας μια μικρή γρατσουνιά. Σκέφτηκα με τρόμο τότε πόση ζημιά θα μπορούσε να κάνει μια ενήλικη του είδους, αν μια μικρή μπορούσε να χτυπήσει τόσο δυνατά! Και πάλι μου εξήγησε υποτίθεται πως την είχε εκεί για προσαρμογή κλπ κλπ. Αυτός ο άνθρωπος άλλες φορές μού’λεγε πως αγαπημένο του ερπετό ήταν οι χαμαιλέοντες πουφέρνει μερικές φορές στο μαγαζί του, αν και δεν ήξερε ποιο ακριβώς είδος, οι οποίοι εντωμεταξύ είναι πολύ ευαίσθητα ερπετά που χρειάζονται τακτική φροντίδα, ιδίως όταν είναι μικ΄ρα, στις ηλικίες δηλαδή που πωλούνται συχνότερα. Πιστεύω πως όλοι όσοι έφερνε θα πέθαιναν μέσα σε μια βδομάδα. Εκτός αυτού, επιμένει να μου αποκαλεί το γκέκο μου δράκο, αν και πρόκειται για εντελώς διαφορετικές οικογένειες σαυρών. Ο ίδιος λοιπόν μου λέει πως έχει μια μεγάλη θηλυκή ιγκουάνα στο σπίτι του με λάμπες και τα πάντα. Αν ισχύει αυτό, τότε βλάπτει τα ερπετά του μαγαζιού του εν γνώσει του για να μειώσει τα κόστη! Πώς γίνεται αυτός ο άνθρωπος να ισχυρίζεται πως αγαπάει τα ζώα; Το ευτύχημα είναι πως όλο και λιγότερα ερπετά υποφέρουν στα χέρια πετσοπάδων, όχι επειδή τα δεδομένα άλλαξαν, αλλά επειδή πωλούνται όλο και λιγότερα. Με την απαγόρευση εισαγωγής κοκκινομάγουλων νεροχελωνών (Trachemys scripta elegans) στην ΕΕ για το φόβο εξάπλωσής τους στα ντόπια οικοσυστήματα αν απελευθερωθούν από ασυνείδητους (δε συμφωνώ), τα μαγαζιά που φέρνουν χελώνες είναι λιγότερα, και συνήθως έχουν λίγες, ενώ και ο αριθμός των ιγκουανών έχει μειωθεί πολύ από την εποχή που έπαιζε το σίριαλ Είσαι το Ταίρι μου κι όλοι είχαν τρελαθεί μ’αυτές τις σαύρες. Πέρα απ’αυτά τα δύο κοινά και φτινά είδη, όλα τα υπόλοιπα έρχονταν κι εξακολουθούν να έρχονται σπάνια, και συνήθως πωλούνται σε εξωφρενικές τιμές, οπότε λίγοι τα αγοράζουν. Καλύτερα όποιος ενδιαφέρεται για ερπετά, να ψάξει σε εξειδικευμένα καταστήματα, που πλέον έχουν ανοίξει και στην Ελλάδα, ή ν’αγοράσει από χομπίστες εκτροφείς που αγαπούν τα ζώα τους κι αυτό που κάνουν.

Ενημέρωση 28/10/2014: Η νεροχελώνα αναγνωρίστηκε στο Reptiles Greece ως yellow-bellied slider (Trachemys scripta scripta), ένα ελαφρώς διαφορετικό υποείδος από την κοινή κοκκινομάγουλη (T. S. elegans), που άρχισε να εισάγεται μαζικά μετά την απαγόρευση εισαγωγής της τελευταίας. Οπότε για ακόμα μια φορά ο εν λόγω άνθρωπος κοροΪδεύει τον κόσμο.

Το μικρό κι αναπτυσσόμενο μανιτάρι.

Το μεγάλο μανιτάρι.

Ο πίλος από πάνω.

Ο πίλος από κάτω.

Κομμένοι στύποι.

Ήταν ύχτα, αν και το μέρος που φωτογράφιζα είχε φως και η μηχανή φλας, οπότε δεν έχουν και την καλύτερη ευκρίνεια.

Το παράξενο αυτό μανιτάρι το είχα ξαναπετύχει πέρσι την ίδια εποχή στο ίδιο ακριβώς μέρος, κι από τότε επισκεπτόμουν περιοδικά την τοποθεσία μήπως και το ξαναβρω για να το φωτογραφήσω προς αναγνώριση. Τελικά το βρήκα στις 24 Αυγούστου.

Ο τόπος είναι το χωριό Πύργοι του νομού Κοζάνης, σχεδόν στα 800 μέτρα υψόμετρο. Η ιδιαίτερη τοποθεσία είναι το ένα νεκροταφείο του χωριού (έχει δύο), που βρίσκεται στην επίπεδη αρκετά κορυφή ενός λόφου από αργιλώδες κοκκινόχωμα και ασβεστολιθικά πετρώματα, ο οποίος είναι άγονος και ξερός, και ιδίως το καλοκαίρι το νερό των βροχών αποστραγγίζει γρήγορα. Στην κορυφή υπάρχουν πεύκα, αμυγδαλιές και τα τυπικά
κυπαρίσσια
των νεκρών.

Ο συγκεκριμένος μύκητας φαίνεται να συνδέεται μ’ένα συγκεκριμένο κυπαρίσσι, αφού στο ίδιο ακριβώς δέντρο είχα βρει και το μανιτάρι πέρσι. Βρίσκεται εντός των τοίχων του νεκροταφείου και είναι μεγάλης ηλικίας. Τα μανιτάρια ήταν από κάτω, σε σχετική σκιά με κάποιες ώρες ήλιου τη μέρα, φυτρωμένα όρθια σε χώμα ξερό με αραιά οργανικά στοιχεία (ξερά κλαδάκια και κώνους κυπαρισσιού, ξερά χορταράκια). Φέτος βρήκα τρία: το βλαστό (στύπο) ενός που είχε ήδη πέσει, και τα δύο των φωτογραφιών, ένα αρκετά μεγάλο και ξερό έτοιμο να πέσει κι ένα νεαρό σε ανάπτυξη, τα οποία όμως έκοψα και τα δύο, εφόσον ο μύκητας τα παράγει κάθε χρόνο.

Είναι πολύ παράξενα μανιτάρια όπως είπα. Πρώτο απ’όλα δεν έχουν τα ελάσματα των γνήσιων μανιταριών, οπότε δεν είναι τυπικά μανιτάρια. Όταν έβγαλα το μικρό είχε στη βάση του ένα λευκό ινώδη κωλεό (βόλβα), που δεν είναι πλήρης στην εικόνα γιατί έσπαγε πολύ εύκολα. Ο στύπος στο μεγάλο μπορεί να ξεπερνούσε και τα 30 εκατοστά, στο μικρό ήταν κοντά στα 12, σκληρός στο αναπτυσσόμενο, στο μεγάλο και ξερό κατέρρεε εύκολα. Ήταν ινώδης και σωληνωτός όπως άλλων μανιταριών, γκριζωπός, τραχύς εξωτερικά, και σχιζόταν διαμήκως εύκολα, ενώ εγκάρσια κοβόταν πολύ δύσκολα. Ο πίλος στο μικρό μανιτάρι ήταν απλώς πολύ μικρότερος στο μέγεθος και λίγο πιο θολωτός, δεν ήταν οι άκρες του στραμμένες προς τα μέσα όπως σ’άλλα αναπτυσσόμενα μανιτάρια. Στο μεγάλο θα είχε διάμετρο τα 4-5 εκατοστά, ήταν αρκετά λεπτός, κοκκινοκαφέ και, το πιο παράξενο, καλυπτόταν από ένα υλικό που έσπαγε σε λεπτή σκόνη εύκολα. Το εσωτερικό του μανιταριού μύριζε κάπως παράξενα, και το μικρότερο που ήταν ζωντανό είχε πολύ λιγότερη υγρασία από ένα κανονικό μανιτάρι υγρού περιβάλλοντος. Προφανώς πρόκειται για είδος ξηρού κλίματος που συνάπτει
Μυκοριζικές
Σχέσεις με κωνοφόρα.

Τι θα μπορούσε να είναι; Όποιος γνωρίζει, παρακαλώ να κάνει ένα σχόλιο.

Ενημέρωση 2/9/2013: Λίγες μέρες μετά, ξαναεπισκέφθηκα το μέρος μήπως και βρω άλλα μανιτάρια. Αυτό που βρτήκα όμος ήταν μια πεσμένη φωλιά μικρού πουλιού.

Ξέρει άραγε κανείς πιο πουλί κάνει τέτοιες φωλιές; Έχω βρει κι άλλες φορές.

Ενημέρωση 5/10/2015: Το πρώτο αγριόχορτο αναγνωρίστηκε ως σκυλοβρούβα ή σισύμβριο (Sisymbrium irio), και το δεύτερο ως περδικάκι ή ελξίνη (Parietaria officinalis ή P. judaica), μάλλον το πρώτο.

Συχνά συναντώ είδη φυτών που δε γνωρίζω. Αν και προσπαθώ να μάθω το ακριβές είδος για το κάθε φυτό που βρίσκω, αυτό δεν είναι εύκολο πάντοτε, ακόμα και για πολύ κοινά φυτά. Η γνώση του είδους όμως είναι απαραίτητη, γιατί ανοίγει ένα παράθυρο αναζήτησης πέρα απ’τις προσωπικές μου παρατηρήσεις, στο οποίο μπορώ να ψάξω περαιτέρω για το εν λόγω είδος, π.χ. την ταξινόμησή του, την περιγραφή και τη βιολογία του, την ιστορία του, τις χρήσεις του κλπ. Χωρίς το όνομα, και ιδίως το επιστημονικό, τίποτα τέτοιο δε μπορεί να γίνει. Γι’αυτόν το λόγο κατά διαστήματα ανεβάζω εδώ στο Ιστολόγιο φωτογραφίες άγνωστων σ’εμένα φυτών, συνήθως κοινών ειδών. Για πολλές έχω λάβει απαντήσεις, ιδίως για καλλιεργούμενα είδη, αλλ’όχι για όλες. Και τα δύο παρακάτω είδη είναι κοινά αγριόχορτα που σίγουρα θά’ναι γνωστά σε πολλούς.

caption=»

Χόρτα σε άνθιση, κοντά στο τέλος της ζωής τους στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

caption=»

Κορυφή από κοντινότερα.

Το πρώτο χόρτο μοιάζει αρκετά με
Ζοχό
Ή κάποιο άλλο μαρουλοειδές φυτό, περισσότερο όμως επιφανειακά. Είναι μονοετές και την εποχή αυτήν τα φύλλα του γίνονται γαλαζογκριζωπά, ξεραίνονται και πέφτουν, η ανθοφορία έχει τελειώσει κι αρχίζουν να ωριμάζουν οι σπόροι, οπότε πλησιάζει και ο θάνατος. Μονοετή φυτά έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε πολλές οικογένειες, σχεδόν πάντοτε στα ανθοφόρα φυτά από ποώδη πολυετή είδη, σε συνθήκες όπου το περιβάλλον είναι ασταθές, ή δεν ευνοεί το κλίμα όλο το χρόνο την υποστήριξη μικρών ποωδών φυτών, ή οι εχθροί είναι πολλοί, και ο μόνος τρόπος επιβίωσης είναι η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων σπόρων. Τα μονοετή έτσι διοχετεύουν όλη την ενέργειά τους στην αναπαραγωγή, και μην έχοντας επιδιορθωτικούς μηχανισμούς, γεράζουν και ξεραίνονται μετά. Κλείνοντας την παρένθεση, το συγκεκριμένο φυτό λοιπόν φυτρώνει συνήθως μέσα στο φθινόπωρο, το χειμώνα, ή νωρίς την άνοιξη σίγουρα σε πιο κρύα μέρη, κι αρχικά αποτελείται από χαλαρό ρόδακα μακρόστενων λοβωτών φύλλων, κάπως σαν το ζοχό. Αντίθετα όμως απ’το ζοχό, το φυτό είναι σκληρότερο και λιγότερο χυμώδες, Τα φύλλα είναι εξαρχής σχισμένα πτεροειδώς σε λοβούς κι ο βλαστός είναι κυλινδρικός, συμπαγής και ινωδέστερος. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα με πολλές διακλαδώσεις απ’τις μασχάλες των πρώτων αυτών φύλλων με ακόμα πιο λεπτοκομμένα φύλλα, ώσπου στα μέσα της άνοιξης, αφού έχει φτάσει σε μεγάλο ύψος και ρίξει τα κατώτερα φύλα του, ανθίζει με άνθη μικροσκοπικά σε πολύπλοκα διακλαδιζόμενους λεπτούς βλαστούς. Δεν έχω παρατηρήσει αυτούς τους βλαστούς πολύ, για το λόγο ότι είναι πολύ πυκνοί και λεπτοί, τα άνθη πάντως είναι κίτρινα και θ’ανοίγουν λίγα κάθε φορά, εφόσον δεν έχω πετύχει τέτοιο φυτό ολάνθιστο ποτέ. Αν και εξωτερικά μοιάζει με άλλα εδώδιμα χόρτα, ο ζωμός του έχει κάπως πικρή και πιπερώδη μυρωδιά και προφανώς είναι τοξικός, επειδή
Η κουνέλα μου
Δεν το τρώει. Μπορεί να φάει λίγα φύλλα ή κορυφές, ιδίως στη νεαρή φάση του φυτού, αλλά γενικώς εφόσον υπάρχουν κι άλα χόρτα να διαλέξει δεν το πειράζει πολύ. Για το λόγο αυτόν δεν της το μαζεύω, ίσως κάποιο φρέσκο μόνο φύλλο μαζί μ’άλλα χόρτα. Πιθανόν δε θα τρώγεται ούτε απ’τον άνθρωπο.

caption=»

Άγνωστα κολλητικά χόρτα στο μικροσκοπικό χάσμα μεταξύ πλακωστρώτου και τοίχου στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης, φωτογραφημένα πριν περίπου μισό μήνα.

caption=»

Κάποια άλα ομοειδή τους ψηλότερα σε χώμα, φωτογραφημένα πριν περίπου 10 μέρες στην ίδια περιοχή.

Το άλλο χόρτο είναι κοινότατο, πολύ πιο επιτυχημένο όμως, γαιτί φυτρώνει σχεδόν παντού. Σε πετρώδη εδάφη, στην άμμο, σε χαλίκια, στις ρωγμές τοίχων και πεζοδρομίων, και φυσικά και σε πιο πλούσιο χώμα, όπου ψηλώνει περισσότερο. Οι καρποί του είναι πολύ χειρότεροι απ’αυτούς της
Κολλιτσίδας,
Αφού παράγονται πολύ περισσότεροι ανά φυτό και μάλλον τα αγκιστράκαι τους είναι δυνατότερα. Τέτοια μορφολογία καρπών έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορα χαμηλά φυτά για την εκμετάλλευση της γούνας των θηλαστικών ως μεταφορικού μέσου σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Ένα αμέριμνο κουνελάκι για παράδειγμα βόσκει στο λιβάδι με τα χόρτα, όμως όταν φεύγει καταλαβαίνει πως όλη η γούνα του είναι γεμάτη από ενοχλητικά μπιλάκια. Αμέσως προσπαθεί να τα τινάξει, προσπαθεί να τα βγάλει γλείφοντας το τρίχωμά του, κι από αυτά που πέφτουν κάποιο ποσοστό σπόρων επιβιώνει, ώστε την επόμενη χρονιά να φυτρώσουν πολύ περισσότερα, ωφελώντας μεν την εξάπλωση του είδους, ενοχλώντας δε ακόμα περισσότερο τα κουνελάκια. Οι καρποί του εν λόγω φυτού μπορούν λοιπόν να κολήσουν σε ρούχα, κάλτσες, παπούτσια, ακόμα και στις τρίχες των ποδιών αν κανείς φοράει κοντό παντελονάκι το καλοκαίρι, και θεωρητικά παντού. Ακόμα κι αν κάποιος τις τινάξει, κάποιες μπορεί να πέσουν πάλι πάνω του και να κολλήσουν κάπου αλλού.

Ευτυχώς όμως το φυτό είναι ακίνδυνο για το περισσότερο της ζωής του. Φυτρώνει την ίδια εποχή μ’άλα μονοετή, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, με τελικό ύψος που το υπολογίζω στα 30-50 εκατοστά. Ο βλαστός είναι κυλινδρικός και τα φύλλα ωοειδή, με μακρύ μίσχο, λεπτά, ανοιχτοπράσινα, χνουδωτά κι οδοντωτά. Σπάνια κάνει διακλαδώσεις. Τα άνθη εμφανίζονται σε μικρές σφαιροειδείς δομές στις μασχάλες των φύλλων, απ’όπου ωριμάζουν οι καρποί στο τέλος της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού και ξεκολλούν. Η ρίζα τυ είναι μικρή και ξεριζώνεται εύκολα. Μπορεί να βρεθεί είτε σε αμιγείς συστάδες είτε ανακατεμένο μ’άλλα χόρτα. Στην αναπτυσσόμενη φάση του, το μαζεύω για την κουνέλα μου, η οποία το τρώει πολύ, αλλά και κατά την καρποφορία, κόβω λίγες κορυφές που δε φέρουν καρπούς μαζί μ’άλλα χόρτα και φύλλα δέντρων. Τελικά Όλες οι δημοσιεύσεις γμου για αγριόχορτα είναι χρήσιμες και γι’αυτούς που έχουν κουνέλια, αφού γράφω λεπτομερώς τι τρώνε και τι όχι, αλλά και πώς και πότε.

Τι μπορεί να είναι τα παραπάνω; Αν γνωρίζει κανείς, παρακαλώ να σχολιάσει κάτω απ’το θέμα. Δέχομαι και ταυτοποιήσεις κοινής ονομασίας απ’όπου λογικά θα μπορώ να βρω την επιστημονική, εάν φυσικά η κοινή ονομασία είναι ευρέως χρησιμοποιούμενη. Γιατί αλλιώς, αν για παράδειγμα χρησιμοποιείται μόνο σε λίγα χωριά της Ηπείρου, ενώ αλλού αναφέρεται σε κάποιο άλλο είδος, θα υπάρξει ασφαλώς σύγχυση.