Category: νοημοσύνη


Είναι μια απρόσμενη νέα ανακάλυψη που αλλάζει αρκετά για τον τρόπο σκέψης μας ως προς τους κροκοδείλους και τα ερπετά κατ’επέκτασιν.
Από:
in.gr

<"Δημοσίευση: 05 Δεκ. 2013, 18:02 | Τελευταία ενημέρωση: 05 Δεκ. 2013, 18:32

Έξυπνο ερπετό
Κροκόδειλοι βρέθηκαν για πρώτη φορά να κυνηγούν με δόλωμα

Νόξβιλ, Τενεσί
Τα ερπετά αποδεικνύονται αρκετά πιο έξυπνα από ό,τι νομίζαμε: ο αμερικανικός αλιγάτορας και ο ινδικός κροκόδειλος χρησιμοποιούν κλαδάκια ως δολώματα για να προσελκύουν πουλιά που ψάχνουν υλικά για τις φωλιές τους. Είναι μάλιστα η πρώτη φορά που τεκμηριώνεται χρήση εργαλείων από οποιοδήποτε ερπετό.

Ο Βλάντιμιρ Ντίνετς του Πανεπιστημίου του Τενεσί πρόσεξε για πρώτη φορά την ασυνήθιστη κυνηγετική τακτική σε ινδικούς κροκόδειλους (Crocodylus palustris) που μελετούσε στο φυσικό τους περιβάλλον στην Ινδία: Τα ερπετά περίμεναν για ώρες στα ρηχά με ξυλάκια και μικρά κλαδιά να ισορροπούν πάνω στο ρύγχος τους, και ορμούσαν σε κάθε πτηνό που έκανε το λάθος να πλησιάσει.

Προκειμένου να επιβεβαιώσει τις υποψίες του, ο ερευνητής προχώρησε σε συστηματική παρατήρηση αμερικανικών αλιγατόρων (Alligator mississippiensis) στη Λουζιάνα. Οι αλιγάτορες ανήκουν μεν σε διαφορετικό γένος από τους κροκόδειλους, κατατάσσονται όμως κι αυτοί στην τάξη των κροκοδείλιων.

Στον ένα χρόνο που διήρκεσαν οι παρατηρήσεις, ο Ντίνετς και οι συνεργάτες του παρατήρησαν αρκετές περιπτώσεις αλιγατόρων που χρησιμοποιούσαν ξυλάκια ως δόλωμα. Αυτό που επιβεβαίωσε ότι πρόκειται πράγματι για κυνηγετική τακτική, αντί για τυχαίο γεγονός, ήταν ότι οι αλιγάτορες που σήκωναν κλαδάκια με το ρύγχος τους αυξάνονταν σημαντικά από το Μάρτιο ως το Μάιο, την εποχή αναπαραγωγής των πτηνών.

«Οι κροκόδειλοι θεωρούνται συνήθως ληθαργικά, βαρετά και χαζά πλάσματα» σχολιάζει ο Δρ Ντίνετς. «Η μελέτη αυτή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε παραδοσιακά τους κροκόδειλους» υποστηρίζει.

Θεωρεί μάλιστα πιθανό ότι αυτή η κυνηγετική τακτική ήταν διαδεδομένη στην ομοταξία των ερπετών όταν τα πλάσματα αυτά κυριαρχούσαν στον πλανήτη: το ίδιο μπορεί να έκαναν κάποτε και οι δεινόσαυροι.

Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Ethology, Ecology and Evolution.

Επιμέλεια: Βαγγέλης Πρατικάκης"

Αυτή είναι η πρώτη επιβεβαιωμένη παρατήρηση χρήσης εργαλείων από ερπετά, ή τουλάχιστον μη πτηνοειδή ερπετά, γιατί με τη νέα κλαδιστική ταξινόμηση τα πτηνά βρίσκονται στον ίδιο κλάδο με τα ερπετά, και μάλιστα πιο κοντά στα κροκοδείλια από τα υπόλοιπα ως αρχόσαυροι που είναι. Στην ηθολογία, στην επιστήμη μελέτης δηλαδή της συμπεριφοράς των ζώων, χρήση εργαλείων νοείται η χρήση αντικειμένων ως προέκτασης του σώματος για οποιονδήποτε σκοπό. Συνήθως ο ορισμός δεν περιλαμβάνει την ενασχόληση με αντικείμενα κατά το παιχνίδι ή τη χρήση στατικών στοιχείων για διάφορους σκοπούς, χωρίς τα δύο παραπάνω να μην αποτελούν δείγμα της νοημοσύνης του ζώου που τα κάνει. Ως κατασκευή εργαλείων νοείται η τροποποίηση ενός αντικειμένου από ένα ζώο ώστε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο, ενώ μεταεργαλεία είναι εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να επηρεάσουν άλλα, και τα δύο είναι αρκετά σπάνιες συμπεριφορές στα ζώα. Κάποτε πιστευόταν ότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να κατασκευάσει και να χρησιμοποιήσει εργαλεία, όντας μία από τις ειδοποιούς διαφορές του από τα ζώα. Με την ανακάλυψη όμως νέων χωρών και νέων ειδών ζώων, καθώς και με την εξέλιξη της επιστήμης, αυτό το αξίωμα κατέρρευσε. Για αιώνες πιστευόταν ότι τα μόνα ζώα εκ΄τος από τον άνθρωπο που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εργαλεία είναι οι μεγάλοι πίθηκοι, όπως οι χιμπατζήδες, οι γορίλες ή οι ουρακοτάγκοι, όμως με τις συστηματικότερες παρατηρήσεις που ξεκίνησαν από τα τέλη του 19ου αιώνα, αν κι εντάθηκαν από τα μέσα του 20 ου, και συνεχίζονται ως σήμερα, αυτή η άποψη επίσης καταρρίφθηκε. Βρέθηκε ότι οι μεγάλοι πίθηκοι όχι μόνο χρησιμοποιούν εργαλεία για πάμπολλους σκοπούς, αλλά κατασκευάζουν κιόλας, ενώ χρήση ή και κατασκευή εργαλείων σημειώθηκε σε άλλα πρωτεύοντα, ελέφαντες, δελφίνια και σαρκοφάγα. Παράλληλα μελέτες στα πουλιά έδειχναν ότι πολύ περισσότερα είδη είχαν την ικανότητα χρήσης εργαλείων σε σχέση με τα θηλαστικά, ένα ακομα στοιχείο που συνέβαλε στην εξάλειψη του στερεοτύπου της ανωτερότητας του εγκεφάλου των θηλαστικών, το οποίο επικρατούσε ιδιαίτερα στην εποχή του Δαρβίνου και για μερικές δεκαετίες αργότερα. Πολλά πουλιά διαφόρων οικογενειών λοιπόν χρησιμοποιούν εργαλεία από διάφορα υλικά κυρίως για την πρόσληψη τροφής, ενώ μερικά όπως τα κοράκια τα κατασκευάζουν, ενίοτε αρκετά πολύπλοκα. Τις τελευταίες δεκαετίες, με την επέκταση των ηθολογικών παρατηρήσεων σε πολλά άλλα ζώα, βρέθηκε πως και πολλά από τα υποτιθέμενα λιγότερο έξυπνα θηλαστικά και πουλιά έχουν τέτοιες ικανότητες, τουλάχιστον στην απλούστερη μορφή τους. Ακόμα και τρωκτικά
Χρησιμοποίησαν εργαλεία στο εργαστήριο,
Και δε θα ήταν απίθανο αν αυτό γινόταν και στη φύση. Χρήση εργαλείων έχει επίσης αναγνωριστεί σε ορισμένα ψάρια, κοινωνικά έντομα και χταπόδια, μαλάκια που διακρίνονται για την υψηλή νοημοσύνη τους.

Μέσα σ’όλη αυτήν την επιστημονική φρενίτιδα παρατηρήσεων κι ανακαλύψεων, τα αμφίβια και τα ερπετά παρέμεναν σχεδόν στο περιθώριο, ως αδρανή και νοητικά κατώτερα όντα που θεωρούνταν κι εξακολουθούν να θεωρούνται από πολλούς σήμερα. Η επιστημονική τους παραμέληση έχει τις ρίζες της στη γενικά αρνητική αντίληψη των ανθρώπων παλαιότερων εποχών γι’αυτά τα ζώα, τουλάχιστον όσον αφορά το δυτικό κόσμο, στον οποίον άλλωστε αναφέρομαι, η οποία μεταφέρθηκε και στη συστηματική ταξινόμηση, όταν ο Κάρολος Λινναίος το 1758 τα έριξε στην ίδια κατηγορία, αν και σύντομα διαχωρίστηκαν δικαίως ως διαφορετικές ομοταξίες σπονδυλωτών. Αν και θ’ασχοληθώ εδώ μόνο με τα ερπετά, πολλά από τα παράπονα αυτά ισχύουν και για τα αμφίβια, τα οποία εντούτοις, για να λέμε και την αλήθεια, δεν έχουν τόσο μεγάλους εγκεφάλους. Παρόλο λοιπόν που η ανατομία, η φυσιολογία, η οικολογία και αρκετές πτυχές της συμπεριφοράς των ερπετών έχουν μελετηθεί ικανοποιητικά τις τελευταίες δεκαετίες, η γνώση μας ως προς τις νοητικές τους ικανότητες υστερεί πολύ σε σχέση μ’αυτήν για τα θηλαστικά, τα πουλιά, ακόμα και τα ψάρια. Το πραγματικό εμπόδιο στη μελέτη τέτοιων συμπεριφορών δεν είναι η χαμηλή νοημοσύνη των ερπετών, αλλά η σχετική ακαταλληλότητά τους για παρατήρηση, αφού ως βραδυμεταβολικά και για μεγάλο χρόνο αδρανή ζώα, παρουσιάζουν λίγες ευκαιρίες για καλή παρατήρηση κι ακόμα λιγότερες για την εκδήλωση έξυπνων συμπεριφορών, γι’αυτό και συχνά τέτοιες συμπεριφορές ανακαλύπτονται όλως τυχαίως, όπως τα παραπάνω ευρήματα στους κροκόδειλους. Μία μεγάλη μελέτη επί του θέματος
Εξέφραζε αυτήν ακριβώς την αγανάκτηση των επιστημόνων,
Χαρακτηρίζοντας τα ερπετά με λίγα λόγια ανεπίδεκτα μαθήσεως και άκαμπτα στη συμπεριφορά, πολύ πιο δύσκολο να μάθουν κάτι από τα θηλαστικά, τα πουλιά, ακόμα και τα ψάρια, αν και κανονικά δε φταίει το μυαλό τους όπως είπα, αλλά ο μεταβολισμός τους. Συχνά ως θετική ενίσχυση σε μελέτες μάθησης σε ζώα χρησιμοποιείται τροφή, την οποία δέχονται ως ανταμοιβή για τη ζητηθήσα συμπεριφορά. Μολονότι αυτό είναι εύκολο για ζώα που τρώνε συχνά, στα ερπετά η εφαρμογή ενός τέτοιου πρωτοκόλλου είναι προβληματική, αφού εφόσον φάνε, δε θά’χουν κάποιον λόγο να επαναλάβουν τη συμπεριφορά για καιρό μέχρι να χωνέψουν, οπότε μπορεί και να την έχουν ξεχάσει. Εντούτοις έχουν γίνει μερικές ενδιαφέρουσες έρευνες πάνω στις νοητικές ικανότητες των ερπετών, τις οποίες θα παραθέσω σε επόμενο άρθρο.

Η μελέτη του νευρικού συστήματος, της συμπεριφοράς και των νοητικών ικανοτήτων των ερπετών, εκτός του ότι θ’αποκαταστήσει τη θέση αυτών των ζώων στο νου τον ανθρώπων, θα μπορούσε να βελτιώσει την εικόνα που έχουμε για την εξέλιξη του νευρικού συστήματος στα σπονδυλωτά. Το γνωστικό αυτό κενό το διαπιστώνουμε διαβάζοντας επιστημονικές μελέτες όπου διάφορα κέντρα του εγκεφάλου και συμπεριφορές των πτηνών γίνεται προσπάθεια ν’αντιστοιχιστούν μ’αυτά των θηλαστικών, ενώ πιο δόκιμο θά’ταν ν’αναζητηθεί ανάλογο στα ερπετά, τους πλησιέστερους συγγενείς τους, κι έπειτα να γίνει η αντιστοίχηση των ευρημάτων με τα θηλαστικά, για τα οποία δυστυχώς δεν υπάρχουν ζώντα παραδείγματα της εξέλιξης του εγκεφάλου τους.

Τα κροκοδείλια πάντως είναι πολύ ιδιαίτερα ερπετά. Γονιδιακά συγγενεύουν περισσότερο με τα πουλιά όπως προανέφερα, παρά με τα υπόλοιπα ερπετά, ενώ διαθέτουν πολλά ανατομικά, φυσιολογικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε ομοιόθερμα ζώα. Στην πραγματικότητα πιθανότατα τα ζώα αυτά εξελίχθηκαν από ομοιόθερμους, δραστήριους προγόνους, ανακάλυψη που θα πρέπει να δημοσιεύσω οπωσδήποτε σε επόμενο άρθρο.

Είναι συχνά δύσκολη η μέτρηση της νοημοσύνης ενός ανθρώπου καταγόμενου από άλλο πολιτιστικό περιβάλλον σε σχέση με τους εξεταστές, διότι το υποκείμενο μπορεί να σκέφτεται με διαφορετικό τρόπο, κι όχι απαραίτητα με το δυτικό. Αυτό είναι γνωστό στους επιστήμονες, οι οποίοι προσπαθούν να προσαρμόσουν τα τεστ σε κάθε πολιτισμικό περιβάλλον όσο καλύτερα γίνεται. Και πάλι όμως έχουν παρατηρηθεί διαφορές στο μέσο δείκτη νοημοσύνης μεταξύ των μεγάλων φυλετικών ομάδων του πλανήτη, οι οποίες διατηρούνται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου τα άτομα της άλλης φυλής έχουν ενταχθεί στο δυτικό πολιτισμό. Εγώ δεν αμφισβητώ αυτά τα ευρήματα, που άλλωστε, μολονότι περιθωριοποιημένα για πολιτικούς λόγους, έχουν επιβεβαιωθεί επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες? Θέλω όμως να δείξω πως κάθε πολιτισμική ομάδα έχει διαφορετική άποψη για την ιδέα της νοημοσύνης. Εμείς μπορεί για παράδειγμα να μετρούμε τους Αφρικανούς και να τους βρίσκουμε χαμηλότερους από εμάς, ο πολιτισμός τους όμως ίσως δε δίνει τόση αξία στη νοημοσύνη κατά το δικό μας ορισμό, τις νοητικές ικανότητες δηλαδή που μετρώνται και μπορεί να οδηγήσουν σε ακαδημαϊκή επιτυχία, αλλά σ’άλλες ικανότητες που εμείς ίσως δεν εκτιμούμε τόσο ή συνήθως δε μας χρειάζονται. Το παρακάτω άρθρο εξηγεί αυτό το θέμα διεξοδικότερα.

Πηγή:
Αμερικανική Ψυχολογική Οργάνωση

Μετάφραση: Bolko

Η νοημοσύνη μεταξύ των πολιτισμών

έρευνα στην Αφρική, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική δείχνει πώς η νοημοσύνη κι ο πολιτισμος αλληλεπιδρούν μεταξύ τους

του Etienne Benson

Ομάδα παρακολούθησης

Φεβρουάριος 2003, Τομ. 34, Αριθμ. 2

Έκδοση εκτύπωσης: σελίδε 56

Τα τελευταία χρόνια, ερευνητές στην Αφρική, στην Ασία και αλλού έχουν βρει ότι οι άνθρωποι σε μη δυτικούς πολιτισμούς συχνά έχουν ιδέες για τη νοημοσύνη που διαφέρουν θεμελιωδώς από αυτές που έχουν σχηματίσει τα δυτικά τεστ νοημοσύνης.

Έρευνα σ’αυτές τις διαφορές ήδη στηρίζει κάποιους απ’τους πιο περιεκτικούς δυτικούς ορισμούς της νοημοσύνης, όπως αυτοί που προτάθηκαν από τον πρόεδρο της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης Robert J. Sternberg, PHD, του Πανεπιστημίιου του Γέιλ και του Howard Gardner, PHD, της σχολής εκπαίδευσης αποφοίτων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Δείτε
σχετικό άρθρο.
Τελικά, αυτό μπορεί να βοηθήσει τους ερευνητές στη σχεδίαση νέων τεστ νοημοσύνης που είναι ευαίσθητα στις αξίες των πολιτισμών όπου χρησιμοποιούνται.

Οι ερευνητές των πολιτισμικών διαφορών στη νοημοσύνη αντιμετωπίζουν μια μεγάλη πρόκληση, εντούτοις: εξισορροπώντας τη θέληση να συγκρίνουν τους ανθρώπους από διάφορους πολιτισμούς σύμφωνα μ’ένα πρότυπο μέτρο με την ανάγκη να εκτιμήσουν τους ανθρώπους υπό το φως των δικών τους αξιών και εννοιών, λέει η Elena Grigorenko, PHD, διορισμένη διευθύντρια του Κέντρου Ψυχολογίας Ικανοτήτων, Επαρκειών και Γνώσης στο Γέιλ.

«Από τη μία, η ασυλλόγιστη εφαρμογή των ίδιων τεστ μεταξύ πολιτισμών δεν επιθυμείται από κανέναν,» δηλώνει. «Από την άλλη, ο καθένας θά’θελε να μπορεί να κάνει τουλάχιστον κάποιες συγκρίσεις ανθρώπων μεταξύ πολιτισμών.»

Σκεπτόμενοι για τη σκέψη

Ορισμένες πολιτισμικές διαφορές για τη νοημοσύνη φτάνουν σε παγκόσμια κλίμακα. Στη «Γεωγραφία της Σκέψης» (Free Press, 2003), ο Richard Nisbett, PhD, συνδιευθυντής του προγράμματος πολιτισμού και νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, υποστηρίζει ότι οι ανατολικοί ασιατικοί και οι δυτικοί πολιτισμοί έχουν αναπτύξει γνωστικές μεθόδους που διαφέρουν σε θεμελιώδη σημεία, συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου κατανόησης της νοημοσύνης.

Οι άνθρωποι στους δυτικούς πολιτισμούς, προτείνει, τείνουν να βλέπουν τη νοημοσύνηυ ως ένα μέσο για να δημιουργούν τ’άτομα κατηγορίες και ν’ασχολούνται με λογική συζήτηση, ενώ οι άνθρωποι σε ανατολικούς πολιτισμούς τη βλέπουν ως έναν τρόπο για ν’αναγνωρίζουν τα μέλη μιας κοινότητας την αντίφαση και την πολυπλοκότητα και να παίζουν τους κοινωνικούς τους ρόλους επιτυχώς.

Άλλοι ερευνητέςέχουν φτάσει σε παρόμοια συμπεράσματα. Σε μια μελέτη δημοσιευμένη στο περιοδικό Intelligence (τομ. 25, αριθμ. 1), ο Sternberg και ο Shih-ying Yang, PhD, του Εθνικού Πανεπιστημίου Τσι-Ναν στην Ταϊβάν, βρήκαν ότι οι ταϊβανέζικες-κινέζικες αντιλήψεις για τη νοημοσύνη δίνουν έμφαση στην κατανόηση και το σχετισμό με άλλους συμπεριλαμβανομένου και του πότε να δείξει ή πότε να μη δείξει κάποιος τη νοημοσύνητ ου. Τέτοιες διαφορές μεταξύ των ανατολικών και των δυτικών αντιλήψεων της νοημοσύνης είναι συνδεδεμένες, λέει ο Nisbet, με τις διαφορές στις βασικές γνωστικές διαδικασίες των ανθρώπων στους ανατολικούς και στους δυτικούς πολιτισμούς.

Ο ψυχολόγος Kaiping Peng, PHD, του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, ο οποίος έχει συνεργαστή με το Nisbet σ’έναν αριθμο μελετών, επίσης πιστεύει ότι υπάρχουν διαφορές στις γνωστικές μεθόδους ανθρώπων που έχουν ανατραφεί σε ανατολικούς και δυτικούς πολιτισμούς. Όμως, όπως κι ο Nisbet, προειδοποιεί κατά της απλοϊκής ιδέας ότι ο καθένας που ανατράφηκε σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό θα μοιράζεται το ίδιο τη μέθοδο σκέψης αυτού του πολιτισμού, ή ένας που ανατράφηκε σ’έναν πολιτισμό δε θα μπορεί να μάθει τη γνωστική μέθοδο ενός άλλου.

«Δεν πιστεύω ότι επειδή απλώς γεννήθηκες Ασιάτης θα σκέφτεσαι σαν τους Ασιάτες,» λέει ο Peng. «Ο πολιτισμός δεν είναι απλώς η φυλή, η εθνικότητα ή οποιαδήποτε κοινωνική κατηγορία – ο πολιτισμος είναι εμπειρία.»

Η διάκρηση μεταξύ της Ανατολικής Ασίας και της Δύσης είναι απλώς μια απ’τις πολλές πολιτισμικές διακρίσεις που χωρίζουν διαφορετικούς τρόπους σκέψης για τη νοημοσύνη. Ο Robert Serpell, PHD, ο οποίος επιστρέφει αυτόν το χρόνο στο Πανεπιστήμιο της Ζάμπια ύστερα από 13 χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ της κομητίας της Βαλτιμόρης, έχει μελετήσει έννοιες τις νοημοσύνης σε αγροτικές αφρικανικές κοινότητες από τη δεκαετία του 1970.

Ο Serpell κι άλλοι έχουν βρει ότι οι άνθρωποι σε ορισμένες αφρικανικές κοινότητες ιδίως εκεί όπου το δυτικό σχολικό σύστημα δεν έχει διαδοθεί ακόμα τείνουν να συγχέουν τη δυτική διάκριση μεταξύ νοημοσύνμης και κοινωνικής επάρκειας. Στην αγροτική Ζάμπια, για παράδειγμα, η έννοια του νζέλου περιλαμβάνει και εξυπνάδα (τσεντζέλα) και υπευθυνότητα (τουμικίλα). «Όταν οι γονείς αγροτικών περιοχών της Αφρικής μιλούν για τη νοημοσύνη των παιδιών, προτιμούν να μην ξεχωρίζουν την πλευρά της γνωστικής ταχύτητας της νοημοσύνης από την πλευρά της κοινωνικής υπευθυνότητας της νοημοσύνης,» λέει ο Serpell.

Στα περασμένα αρκετά χρόνια, ο Sternberg και η Grigorenko έχουν επίσης διερευνήσει ιδέες της νοημοσύνης στην Αφρική. Μεταξύ του λαού Λούο της αγροτικής Κένυας, η Grigorenko και οι συνεργάτες της έχουν βρει ότι οι ιδέες για τη νοημοσύνη αποτελούνται από τέσσερις ευρείες έννοιες: το ριέκο, το οποίο κυρίως αντιστοιχεί στη δυτική ιδέα της ακαδημαϊκής νοημοσύνης, αλλ’επίσης περιλαμβάνει συγκεκριμένες δεξιότητες? Το λουόρο, το οποίο περιλαμβάνει κοινωνικές αρετές όπως ο σεβασμός, η υπευθυνότητα και η λεπτότητα? Το πάρο, η πρακτική σκέψη? Και το γουίντζο, ή κατανόηση. Μόνο ένα από τα τέσσερα – το ριέκο – συσχετίζεται με τις παραδοσιακές δυτικές μετρήσεις της νοημοσύνης.

Σε μια άλλη μελέτη στην ίδια κοινότητα, ο Sternberg και οι συνεργάτες του βρήκαν ότι τα παιδιά που βαθμολογούνται υψηλότερα σ’ένα τεστ για τη γνώση ΠΆΝΩ ΣΤΑ ΙΑΤΡΙΚΆ ΒΌΤΑΝΑ – ΈΝΑ ΜΈΤΡΟ ΠΡΑΚΤΙΚΉς ΝΟΗΜΟΣΎΝΗς – ΤΕΊΝΟΥΝ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΟΎΝΤΑΙ ΧΑΜΗΛΆ ΣΕ ΤΕΣΤ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΉς ΝΟΗΜΟΣΎΝΗς.

Τα’αποτελέσματα, δημοσιευμένα στο περιοδικό Ιntelligence (τομ. 29, αριθμ. 5), υποδηλώνουν ότι η πρακτική και η ακαδημαΪκή νοημοσύνη μπορούν ν’αναπτυχθούν ανεξάρτητα ή ακόμα και σε σύγκρουση μεταξύ τους, και ότι οι αξίες ενός πολιτισμού μπορούν να σχηματίσουν την κατεύθυνση στην οποία αναπτύσσεται ένα παιδί.

Συμφωνούν επίσης με μελέτες σ’έναν αριθμό χωρών, και βιομηχανοποιημένων και μη βιομηχανικών, που προτείνουν ότι οι άνθρωποι που δε μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα σε αφηρημένο επίπεδο μπορούν συχνά να τα λύσουν όταν παρουσιάζονται σε οικείο περιβάλλον.

Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της έρευνας είναι διπλό. Όπως έχει επισημάνει ο Sternberg, οι κοινές θεωρίες για τη νοημοσύνη συχνά στερούνται της ακρίβειας των επιστημονικών θεωριών, αλλά μπορούν να προτείνουν νέες λεωφόρους έρευνας, να ρίξουν φως στο πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη νοημοσύνη στην καθημερινή ζωή και να τονίσουν πλευρές της νοημοσύνης που έχουν αγνοήσει οι επιστημονικές θεωρίες. Η μελέτη της νοημοσύνης σε διαφορετικούς πολιτισμούς πορεί να είναι επομένως ένας τρόπος πρόκλησης των συμβατικών δυτικών ιδεών για τη νοημοσύνη.

Η έρευνα σε μη δυτικούς πολιτισμούς μπορεί επίσης να είναι χρήσιμοι απευθείας στους ανθρώπους αυτών των πολιτισμών. Καταδεικνύει το βαθμό στον οποίον τα δυτικά τεστ νοημοσύνης μετρούν αυτό που αυτοί οι πολιτισμοί ενδιαφέρονται να μετρήσουν, και μπορεί να προτείνει εναλλακτικές, πολιτισμικά κατάλληλες μεθόδους εκτίμησης δεξιοτήτων και ικανοτήτων.

‘Ανεπηρέαστο από πολιτισμό;’

Είναι δυνατό να υπάρχουν τεστ νοημοσύνης ανεπηρέαστα από πολιτισμό ή δίκαι ως προς πολιτισμό, ή η επιτυχία σε οποιοδήποτε τεστ πάντοτε επηρεάζεται από την οικειότητα με τον πολιτισμό στον οποίον αναπτύχθηκε το τεστ;

Επιπλέον, είναι επιθυμητή ή ακόμα και δυνατή η προσαρμογή των δυτικών τεστ σε μη δυτικούς πολιτισμούς, ή θα πρέπει τα νέα τεστ να σχεδιαστούν εκ νέου για να μετρήσουν δεξιότητες και ικανότητες αξιολογούμενες απ’τον πολιτισμό στον οποίον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν;

Πολλοί ψυχολόγοι πιστεύουν ότι η ιδέα ότι ένα τεστ μπορεί να μην περιέχει καθόλου πολιτισμική προκατάληψη – μια συνεχής ελπίδα στους δημιουργούς των τεστ κατά τον 20ο αιώνα – αντιτίθεται από το βάρος των αποδείξεων. Οι προοδευτικές μήτρες του Raven, για παράδειγμα, είναι ένα αρκετών μη λεκτικών τεστ νοημοσύνης που αρχικά διαφημίζονταν ως ανεπηρέαστα από πολιτισμό, αλλά πλέον αναγνωρίζονται ως πολιτισμικά φορτωμένα.

Η Patricia Greenfield, PHD, του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες υποστηρίζει ότι τα μη λεκτικά τεστ νοημοσύνης βασίζονται σε πολιτισμικές κατασκευές, όπως η μήτρα, που βρίσκονται παντού σε κάποιους πολιτισμούς αλλά είναι σχεδόν ανύπαρκτα σ’άλλους. Σε κοινωνίες όπου η επίσημη εκπαίδευση είναι διαδεδομένη, λέει, οι μαθητές αποκτούν μια πρώιμη οικειότητα στην οργάνωση στοιχείων σε στήλες και γραμμές, η οποία τους προσφέρει ένα πλεονέκτημα έναντι των εξεταζόμενων σε πολιτισμούς όπου η επίσημη εκπαίδευση είναι σπάνια.

Παρομοίως, η Greenfield λέει, οι τεχνολογίες των μέσων όπως η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και τα βιντεοπαιχνίδια δίνουν στους εξεταζόμενους από πολιτισμούς όππου τέτοιες τεχνολογίες είναι ευρέως διαδεδομένες ένα πλεονέκτημα στα οπτικά τεστ, ενώ οι εξεταζόμενοι από πολιτισμούς όπου τα μέσα βασισμένα στη γλώσσα είναι κοινότερα πλεονεκτούν στα λεκτικά τεστ.

«Νομίζω ότι είναι σημαντικό να επισημάνω ότι τα μη λεκτικά ή οπτικά τεστ είναι τα πλέον πολιτισμικά επηρεασμένα απ’όλα,» λέει. «Δεν είναι ‘ανεπηρέαστα από πολιτισμό’ ούτε ‘δίκαια ως προς τον πολιτισμό’? Στην πραγματικότητα, είναι λιγότερο δίκαια από τα λεκτικά τεστ.»

Η Greenfield δεν πιστεύει, εντούτοις, ότι η εξέταση με έγκυρα τεστ ικανοτήτων σ’άλλους πολιτισμούς είναι αδύνατη -– απλώς ότι απαιτεί βαθιά οικειότητα με τις αξίες και τις πρακτικές κάθε πολιτισμού.

Πρόσφατα, αυτή κι η Ashley Maynard, PHD, τώρα καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαβάης, διενέργησαν μελέτες πάνω στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών σ’ένα χωριό Ζινακατέκων Μάγια στην πολιτεία Τσιάπας του Μεξικού, χρησιμοποιώντας παιχνίδια αργαλειούς, κουβαρίστρες νήματος κι άλλα υλικά προερχόμενα από το τοπικό περιβάλλον. Η έρευνα έπεισε τη Greenfield ότι η ανάπτυξη των παιδιών μπορεί να συγκριθεί έγκυρα με την πρόοδο περιγεγραμμένη από δυτικές θεωρίες ανάπτυξης, αλλά μόνο χρησιμοποιώντας υλικά εξέτασης και πειραματικές μεθόδους βασισμένες στον πολιτισμό των Ζινακατέκων.

Σύμφωνα με το Serpell, απλώς μεταφράζοντας ένα δυτικό τεστ στην τοπική γλώσσα δεν είναι αρκετό. Ανταυτού, είναι κρίσιμης σημασίας η προσαρμογή κάθε τεστ στις ανάγκες και στις αξίες του πολιτισμού στον οποίον πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.

Εάν δε γίνει αυτό, λέει ο Serpell, πρόκειται απλώς να μπορείς να εντοπίσεις αποτελεσματικότερα εκείνα τα άτομα τα οποία θα θεωρούνταν έξυπνα κατά τα δυτικά πρότυπα, αλλά δεν πρόκειται να μπορέσεις ν’απαντήσεις το ερώτημα του αν εντοπίζεις ανθρώπους που είναι πιο έξυπνοι σύμφωνα με τα πρότυπα του πολιτισμού τους.

Πολύ κατατοπιστικό το άρθρο, αναφέροντάς μας για τις τεράστιες δυσκολίες μέτρησης της νοημοσύνης ανθρώπων από ξένους προς το δυτικό πολιτισμούς. Στην πραγματικότητα εγώ ο ίδιος πιστεύω ότι ο δείκτης νοημοσύνης είναι μια κοντινή προσέγγιση, όχι η ακριβής πραγματικότητα, για τα νοητικά χαρακτηριστικά κάποιου. Εάν προσθέσουμε τώρα τα στοιχεία της πολιτισμικής διαφοράς στον ήδη προσεγγιστικό δείκτη το αποτέλεσμά μας θα είναι σαφώς χαμηλότερο απ’το αναμενόμενο.
Όσες όμως αντιλήψεις κι αν υπάρχουν για τη νοημοσύνη παγκοσμίως, μία είναι η πλέον αποδεκτή και επιβεβαιωμένα σχετιζόμενη με ακαδημαϊκή, επαγγελματική, οικονομική κλπ επιτυχία, η δυτική. Κι ακόμα κι αν διάφοροι λαοί έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη νοημοσύνη, αυτό δεν επηρεάζει τόσο πολύ τ’αποτελέσματα, τουλάχιστον σε περιοχές με επίσημη εκπαίδευση, η οποία είναι γνωστό ότι βάζει σε τάξη τη σκέψη. Βλέπουμε καθαρά ότι οι Ασιάτες εντούτοις τα πάνε πολύ καλά στα δυτικά τεστ, ευρισκόμενοι μάλιστα στο ίδιο ή και σε υψηλότερο επίπεδο από τους Ευρωπαίους. Αντίθετα οι Αφρικανοί, που και έχουν διάφορα προβλήματα και διαφορετική αντίληψη για τη νοημοσύνη, την οποία θεωρούν περισσότερο ως εργαλείο πρακτικής λύσης προβλημάτων και καλής κοινωνικής ζωής, παρά ως εργαλείο ακαδημαΪκής εξέλιξης, βαθμολογούνται χαμηλότερα. Αυτός ο χαμηλότερος μέσος όρος ωστόσο παρατηρείται, όπως προανέφερα στην αρχή, και σε Αφρικανούς εκπολιτισμένους κατά τα δυτικά πρότυπα. Μήπως τελικά
δε φταίει μόνο το περιβάλλον τελικά για την ανάπτυξη των ικανοτήτων;
Εγώ θα πρότεινα δυο τρόπους μέτρησης της νοημοσύνης για μη δυτικούς λαούς: με τεστ που μετρούν τις δικές τους ικανότητες αν χρειάζεται, τα οποία θ’ανοίξουν επίσης δρόμους για τη προσπάθεια μέτρησης κοινωνικών κι άλλων ως τώρα μη καλά μετρήσιμων ιδιοτήτων και για μας, όπως ελπίζουν οι επιστήμονες του άρθρου, αλλά και με τα παραδοσιακά, όμως προσαρμοσμένα, τεστ, ώστε να μπορεί να γίνει μια σχετικά καλή σύγκριση των εθνικών ομάδων.

Στο
προηγούμενο θέμα
είχα κάνει λόγο για τις διαφορές στο μέσο δείκτη νοημοσύνης που παρατηρούνται ανάμεσα στις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν μεγάλη διαμάχη ανάμεσα στους επιστήμονες και στους μη. Και είναι απλό το θέμα αυτής της διαφωνίας, από τη μία οι υποστηρικτές των διαφορών θεωρούν πως κύριο αίτιο των ανισοτήτων στον κόσμο είναι η διαφορετική νοημοσύνη των διαφόρων ομάδων, κι από την άλλη οι υποστηρικτές της ισότητας κατηγορούν τους πρώτους για ρατσισμό, και υπονοούν ότι με την αποδοχή αυτών των διαφορών θα σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι είναι φύσει κατώτεροι από άλλους. Δυστυχώς όμως οι αποδείξεις για την ορθότητα των πρώτων είναι αρκετές, και τα ευρήματά τους συνήθως επιβεβαιώνονται από διάφορες ασύνδετες μεταξύ τους μελέτες και σε άσχετα μεταξύ τους μέρη του κόσμου.

Στο προηγούμενο θέμα λοιπόν, αλλά και σε παλαιότερα, αναρωτιόμουν για τη θέση της χώρας μας στον κόσμο όσον αφορά το μέσο όρο νοημοσύνης. Ίσως, λέω, πολλά από τα προβλήματα του κράτους μας, που ξεκινούν από πολύ παλιά, οφείλονται στη χαμηλή μας νοημοσύνη σχετικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν είχα όμως τοτε συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία για να κάνω θέμα, τώρα όμως έχω βρει αρκετά που θα παραθέσω παρακάτω.

Ο εθνικός μέσος όρος νοημοσύνης έχει συσχετιστεί με διάφορες μεταβλητές σε διάφορες χώρες, όπως αέπ, ανισότητα, δημοκρατία, βρεφική θνησιμότητα κ.ά. Όπως είναι αναμενόμενο, οι χώρες με υψηλό γενικό δείκτη τείνουν να έχουν ψηλότερες τις καλές μεταβλητές και χαμηλότερες τις κακές. Ωστόσο η μέτρηση του μέσου δείκτη κάθε χώρας είναι δύσκολη. Μπορεί οι μελετητές π.χ. να διάλεξαν λάθος δείγμα που να μην αντιπροσωπεύει όλη τη χώρα, μπορεί ο δείκτης να βασίζεται σε κατά προσέγγιση εκτίμηση από γειτονικές χώρες, μπορεί η μελέτη να είναι παλιά κ.ά. Επίσης ο μέσος όρος δεν αντικατοπτρίζει πάντοτε την πραγματικότητα στη χώρα. Μπορεί για παράδειγμα μία συγκεκριμένη χώρα να είναι πολύ ανεπτυγμένη, αλλά να έχει δύο κύριες ομάδες με δείκτες νοημοσύνης κοντά στο ακραίο υψηλότερο και χαμηλότερο, με την ομάδα του υψηλού να ωθεί την ανάπτυξη, κι ο μέσος δείκτης να βγαίνει κάπου στη μέση π.χ. Ισραήλ, ή, μπορεί σε μερικές χώρες ο δείκτης να φαίνεται πολύ χαμηλός για το επίπεδο ανάπτυξής τους (περισσότερα παρακάτω).

Οι πηγές μου είναι περίπου 4. Ξεκινάω με την ευρωπαϊκή στατιστική. Σ’αυτήν την στατιστική λοιπόν που βρήκα στη
σελίδα των ευρωπαϊκών στατιστικών,
υπάρχουν οι μέσοι όροι διαφόρων χωρών και μερικών εκτός ευρωπαΪκής ένωσης. Απ’ό,τι κατάλαβα όπως έγραφε πάνω, μετρήθηκαν άτομα από 144 χώρες με συνολικό αριθμό ατόμων τα 1175453. Σύμφωνα μ’αυτή τη στατιστική, η Ελλάδα έχει μέσο όρο νοημοσύνης το 103,57, κι ενδεικτικά αναφέρω και τους μέσους όρους άλλων χωρών: Κίνα 123, Αλβανία 114,73, Χονκ Κονγκ 111,79, Ισλανδία 111,78, Γερμανία 110,7, Κύπρος 110,41, Ρωσία 110,62, Καναδάς 108,75, Ελβετία 106,71, Σουηδία 106,09, Γαλλία 105,9, Νορβιγία 104,71, Βρετανία 104,2, Η.Π.Α. 103,882, Βουλγαρία 102,09.

Θα περιμέναμε ο μέσος όρος κάθε χώρας να συναρτάται με το επίπεδο ανάπτυξής της, όμως δε φαίνεται κάτι τέτοιο. Η Αλβανία για παράδειγμα υπερέχει εμάς στα 114, παρόλο που βρίσκεται πολύ πίσω ακόμα σε σχέση μ’άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και από τη Βουλγαρία που βρίσκεται στο 102. Αντίθετα ανεπτυγμένες χώρες όπως η Σουηδία, η Νορβιγία και η Βρατανία βρίσκονται κάτω του 107. Η Ελλάδα βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με την Αμερική, παρόλο που η δεύτερη βρίσκεται σαφώς πολύ ψηλότερα στο επίπεδο ανάπτυξης, άλλά μπορούμε να αντισταθμήσουμε αυτό θεωρώντας πως ο χαμηλός μέσος όρος της Αμερικής οφείλεται στις πολλές κοινωνικές και φυλετικές ομάδες που περιλαμβάνει. Πάντως ή τα δείγματα ήταν λανθασμένα, ή περιορισμένα σε μόνο μια συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα π.χ. μαθητές, ασθενείς νοσοκομείων, στρατιωτικούς ή για κάποιον άλλον λόγο τ’αποτελέσματα βγήκαν έτσι ανορθόδοξα. Δεν ξέρω τίποτα για την προέλευση των δεδομένων ούτε τις μεδόδους των επιστημόνων, ούτε καν ποιοι ήταν αυτοί που έκαναν τη μελέτη, προφανώς όμως μέλη της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας. Ίσως όμως, ας βάλουμε ένα μικρό ενδεχόμενο, τ’αποτελέσματα αυτά ν’αντιστοιχούν πράγματι με μεγάλη ακρίβει αστο μέσο όρο κάθε χώρας. Τότε θα πρέπει ν’αναζητηθούν αλλού τα αίτια της ανάπτυξης ή της υπανάπτυξης της κάθε μίας, αν και αυτό μου φαίνεται παράδοξο.

άλλη σημαντική μου πηγή είναι ο επιστήμονας Richard Lynn. Ο εν λόγω Βρετανός ψυχολόγος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της νοημοσύνης και την ευθύνη της για την ύπαρξη της παγκόσμιας ανισότητας και για το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης κάθε κράτους. Ο Λυννέχει γράψει τρία βιβλία γι’αυτό το θέμα από το 2002 έως το 2008. Σε μια
μελέτη
που έγινε το 2005 και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Times της Νέας Υόρκης, αν και στο φόρουμ που έδωσα παραπάνω το θέμα έγινε το 2006. Η μελέτη περιελάμβανε 23 χώρες, από τις οποίες όλες των κορυφαίων 10 ήταν είτε δυτικές είτε βόρειες με εξαίρεση την Ιταλία. Σύμφωνα μ’αυτήν τη μελέτη στην κορυφή βρίσκεται η Γερμανία με μέσο δείκτη νοημοσύνης τα 107, οι Ρώσοι βρίσκονται στην 17η θέση με 96, η Ελλάδα στην 18η μόνο με 95, η Βουλγαρία και η Ρουμανία στο 94, ενώ η Σερβία βρίσκεται στην 23η θέση, στο τέλος δηλα΄δη, μόνο με 89. Διαβάζοντας αυτά τα δεδομένα ο εκκινητής του θέματος του φόρουμ προβληματίζεται για το λόγο που ο συγκεκριμένος ερευνητής τοποθετεί τα κράτη με ορθόδοξο θρήσκευμα τόσο χαμηλά, και υποθέτει ότι υπάρχουν σκοπιμότητες. Εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν σκοπιμότητες σ’αυτές τις μετρήσεις, ή, καλύτερα, θέλω να πιστεύω. Μία σωστή επιστημονική μελέτη δε θα πρέπει νά’χει σκοπιμότητες ή ν’αποσκοπεί στην επιβεβαίωση των απόψεων του ερευνητή, ή στην εξυπηρέτηση συμφερόντων της ομάδας που του ανέθεσε τη δουλειά. Φυσικά αυτό δε γίνεται πολλές φορές με δυσάρεστα έως και καταστροφικά αποτελέσματα βλ. επιστήμονες Ναζί. Παρόλα αυτά θεώρησα πως τέτοιες μελέτες δεν εξυπηρετούν κανένα συμφέρον οπότε δεν ανέφερα παραπάνω τις σκοπιμότητες ως λόγο για τον οποίον ο μέσος δείκτης μιας χώρας μπορεί να βγει λανθασμένος.

Ο Λυνν επίσης στην ίδια μελέτη υποστηρίζει ότι η χώρα με τον υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης τείνει να κερδίζει τους πολέμους, δίνοντας το παράδειγμα των μακροχρόνιων πολέμων μεταξύ Βρετανίας και Γαλίας με τελικό νικητή τη Βρετανία με μέσο 100 ενώ η Γαλλία έχει μόνο 94. Εάν όμως η χώρα με τον υψηλό δείκτη έχει υπεράριθμους εχθρούς, τότε μπορεί να χάσει, όπως στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Επιπλέον σύμφωνα με μετρήσεις του, η μέση κρανιακή χωρητικότητα των κεντρικών και των Βορειοευρωπαίων είναι τα 1320 κυβικά εκατοστά σε σχέση με τα 1312 των Νοτιοευρωπαίων. Υποθέτει πως το ψυχρότερο κλίμα ανάγκασε τους εκεί πληθσμούς να προσαρμοστούν χρησιμοποιώντας τον εγκέφαλό τους αποτελεσματικότερα, κυνηγώντας για παράδειγμα μεγαλύτερα θηράματα και τρεφόμενοι έτσι με περισσότερες πρωτεΐνες και ωφέλιμα μέταλλα. Η παραπάνω θεωρία είναι απλά μια υπόθεση, που ίσως έχει μια κάποια βάση ίσώς όμως όχι. Πάντως η διαφορά των 8 κυβ. εκ. μεταξύ Βόρειων και Νότιων είναι γελοία, και παραπέμπει περισσότερο στις ρατσιστικές κρανιομετρικές αναλύσεις του 19ου αι. Επίσης εδώ να πω ότι δεν είναι μόνο η κρανιακή χωρητικότητα, και συνεπως ο όγκος του εγκεφάλου που καθορίζουν τη νοημοσύνη, γιατί τότε οι Νεάντερταλ θά’πρεπε να είναι κατά πολύ εξυπνότερι από μας ΜΕ ΚΡΑΝΙΑΚΉ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΑ 1300-1900 ΚΥΒ. ΕΚ., και οι γυναίκες πολυ χαζότερες από τους άντρες με μικρότερη χωρητικότητα ΚΑΤΆ 10%, ΌΜΩς ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΈΤΣΙ. Σημαντικότερο ρόλο παίζει η εσωτερική δομή του εγκεφάλου, η αναλογία μεγέθους του νεφλοιού (η έξω επιφάνεια των ημισφαιρίων υπεύθυνη για ανώτερες νοητικές λειτουργίες στα θηλαστικά), κι άλλα νευροανατομικά χαρακτηριστικά.

Τέλος μια ακόμα παρατήρηση του Λυνν έχει να κάνει με τη Βρετανία και την Ιρλανδία, την οποία κατέταξε στην 8η θέση με μέσο δείκτη τα 100. Παρατηρεί λοιπόν διαφορές στο μέσο όρ ανάλογα με την περιοχή. Η Αγγλία και η Ουαλία έχουν μέσο όρο τα 100,5, ενώ η Σκοτία και η Ιρλανδία έχουν 97. Το Λονδίνο επίσης και η γενικότερη περιοχή του έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο στα 102. Ο λόγος είναι ίσως γιατί οι εξυπνότεροι άνθωποι συγκεντρώνονταν στην πιο κεντρική περιοχή με τις περισσότερες ευκαιρίες αφήνοντας τους άλλους πίσω. Εδώ έχω να κάνω μια παρατήρηση: Γιατί οι Κέλτες παρήκμασαν; Η Γαλλία ήταν κάποτε γαλατική, αλά τώρα οι κάτοικοί της μιλούν μια λατινογενή γλώσσα. Στη Βρετανία και στην Ιρλανδία παρατηρούνται οι προαναφερθήσες διαφορές στο μέσο δείκτη, με το χαμηλότερο στις κελτικές περιοχές, οι οποίες επίσης μιλούν κυρίως την αγγλικη γλώσσα, ενώ η δικές τους τείνουν να εξαφανιστούν. Μήπως οι Κέλτες έχουν χαμηλότερο μέσο δείκτη νοημοσύνης σε σχέση με τη λατινική και τη γερμανική φυλή;

Κάποιος άλλος λοιπόν στη συζήτηση αυτού του φόρουμ επίσης θεωρεί πως ο Λυνν εξυπηρετεί σκοπιμότηττες, δίνοντας το στοιχείο των στατιστικών της Μένσα σύμφωνα με τις οποίες πρώτοι σε αριθμό είναι οι Εβραίοι, μετά οι Σλοβένοι, και μετά οι Σέρβοι, εκτός Μαυροβουνίου και Κοσόβου. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτά ισχύουν, μια και δεν έδωσε τεκμήριο ότας ο ίδιος μάλον Βαλκάνιος εθνικιστής, αλλά κι αν ισχύει, δε σημαίνει ότι τα μέλη της Μένσα αντιπροσωπεύουν το μέσο όρο της χώρας. Μπορεί μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων σ’αυτές τις χώρες νά’χει ιδιαίτερα υψηλή νοημοσύνη, ενώ ο γενικός πληθυσμός να βρίσκεται κατώτερα.

Ο Richard Lynn όπως είπα έγραψε τρία βιβλία σχετικά μ’αυτο το θέμα. Στο πρώτο του,
«Η νοημοσύνη και ο πλούτος των εθνών»
«IQ and the wealth of nations», που εκδόοθηκε από το Λυνν και τον πολιτικό επιστήμονα Tatu Vanhanen το 2002. Κεντρικό τους εύρημα ήταν ότι ο μέσος δείκτης νοημοσύνης μιας χώρας σχετίζεται θετικά με το αεπ της (ακαθάριστο εγχώριο προΪόν). Από τα 185 κράτη που μελέτησαν, τα 104 εκτιμήθηκαν κατά προσέγγιση από γειτονικά ή φυλετικά παρόμοιά τους κράτη. Περισσότερα στοιχεία είχαν για 88 χώρες. Βρήκαν λοιπόν ότι ο μέσος δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται κατά 0,82 με το αέπ μιας χώρας και κατά 0,64 με την οικονομική της ανάπτυξη μετά το 1950. Αναγνωρίζουν ωστόσο κι εξαιρέσεις. Κάποιες χώρες μπορεί να έχουν υψηλό δείκτη αν και η οικονομία τους ειναι κεντρικά σχεδιασμένη κι όχι ελεύθερη, ενώ άλλες μπορεί να είναι πάμπλουτες, αλλά με χαμηλό μέσο δείκτη, όπως το Κατάρ με 78, αλλά σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου. Η Ελλάδα υπολογίστηκε στο 92, πράγμα λανθασμένο όπως θα δούμε παρακάτω.
Στο επόμενο βιβλίο των ίδιων δύο επιστημόνων
«Νοημοσύνη και παγκόσμια ανισότητα»
«IQ and global iniquality», που εκδόθηκε το 2006, βελτιώνεται κατά πολύ η θεωρία από το προηγούμενο, αφού τώρα είχαν στη διάθεσή τους στοιχεία από 113 χώρες, ενώ για τις υπόλοιπες 79 χρησιμοποίησαν υπολογισμό κατά προσέγγιση. Συσχέτισαν τον υψηλό δείκτη με υψηλό αέπ, υψηλότερο ποσοστό εγγράμματων ενηλίκων, υψηλό ποσοστό εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, υψηλότερο προσδόκιμο ζωής, μεγαλύτερο επίπεδο δημοκρατικοποίησης, μεγαλύτερο δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, μεγαλύτερο δείκτη ανάπτυξης ως προς το φύλο, μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη, χαμηλότερο δείκτη Τζίνι ανισότητας σε εισόδημα ή κατανάλωση, λιγότερο πληθυσμό κάτω από το διεθνές όριο της φτώχειας των $2 τη μέρα, χαμηλότερα ποσοστά υποσιτισμού, χαμηλότερα ποσοστά μητρικής θνησιμότητας, χαμηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας, υψηλότερα επίπεδα αντίληψης της διαφθοράς, μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία και υψηλότερο δείκτη ελεύθερης οικονομίας, και στενότερη πληθυσμιακή πυραμίδα.
Ενδεικτικά αναφέρω τους μέσους όρους ορισμένων χωρών σύμφωνα με το βιβλίο: Σιγκαπούρη 108, Νότια Κορέα 106, Ιαπωνία 105, Ιταλία 102, Ισλανδία, Μογκολία, Ελβετία 101, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Βρετανία, Ολλανδία 100, Νορβιγία, Καναδάς, Γερμανία, Σουηδία, Πολωνία 99, Αυστραλία, Δανία, Η.Π.Α. 98, Ρωσία 97, Σλοβενία 96, Πορτογαλία, Ισραήλ 95, Ρουμανία, Αρμενία 94, Αργεντινή 93, Ελλάδα 92, Κύπρος 91, Αλβανία, Τουρκία, Χιλή 90, Σερβία, Κόστα Ρίκα 89, Μεξικό 88, Αζερμπαϊτζάν, Κούβα, Υεμένη 85, Αφγανιστάν, Ιράν 84, Λιβύη, Ομάν 83, Ζιμπάμπουε 82, Μαλδίβες 81, Κένυα 80, Σρι Λάνκα 79, Νεπάλ 78, Νότια Αφρική 77, Σενεγάλη 76, Μάλι 74, Γκάνα 73, Τανζανία 72, Τζαμάικα, Σουδάν 71, Μποτσουάνα 70, Αιθιωπία 69, Σωμαλία 68, Λιβερία 67, Γκάμπια 66, Καμερούν 64, Αγία Λουκία 62, Ισημερινή Γουινέα 59.
Παρατηρούμε ότι μέχρι περίπου το 95 βρίσκονται οι αρκετά ανεπτυγμένες χώρες, ενώ έως το 90 άλλες είναι περισσότερο κι άλλες λιγότερο ανεπτυγμένες. Η Γερμανία έχει κατέβει κατά απολυ από το 107 του Λυνν προηγούμενως στο 99, μαζί με την Πολωνία που κάποτε πολεμούσε θεωρώντας κατώτερη, λόγω πιθανόν καλύτερου δείγματος ή από άλλα συμπεράσματα του Βανχάνεν. Η Ελλάδα βρίσκεται τόσο κάτω λόγω λανθασμένης μεθόδου του Λυνν, για την οποία θα πω παρακάτω. Επίσης μου φαίνεται παράξενο η Κύπρος να είναι χαμηλότερα από την Ελλάδα, μια και οικονομικά κι όχι μόνο είναι περισσότερο επιτυχημένη. Όσο ακόμα κατεβαίνουμε στην κλίμακα, συναντούμε περισσότερα αραβικά κι Αφρικανικά κράτη. Το τέλος μάλιστα αποτελείται αποκλειστικά από αφρικανικές χώρες. Εδώ είναι αξιοσημείωτη η υψηλότερη θέση του Ισραήλ σε σχέση με τις γειτονικές του, μάλλον λόγω μεγάλου εβραϊκού ποσοστού, και είναι γνωστό ότι
οι Εβραίοι έχουνν υψηλή νοημοσύνη.
Τέλος ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Ιταλίας, επειδή βρίσκεται αρκετά ψηλότερα από άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι στην αρχαιότητα είχε γίνει υπερδύναμη με τη Ρωμαίκή Αυτοκρατορία, από το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση έχει βγάλει πολλούς γνωστούς ανθρώπους, κυρίως καλλιτέχνες, αλλά κι επιστήμονες, ο βορράς έχει αναπτύξει τη βαριά βιομηχανία, αλλ’ακόμα κι ο νότος, αν και θεωρείται φτωχός, έχει βγάλει μεγάλες φυσιογνωμίες της μαφίας, που σίγουρα θα χρειάζονται υψηλή νοημοσύνη ώστε να μη συλληφθούν. Ο ένας λόγος που βρίσκω είναι ότι επειδή για μεγάλο μέρος της ιστορίας της ήταν, κυρίως στα βόρεια, υπό κατοχή γερμανικών φύλων κι έπειτα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, ίσως ο εκεί πληθυσμός να είχε γερμανικές επιμειξίες. Ο άλλος λόγος είναι απλά λάθος δείγμα για εξέταση.

Το τρίτο βιβλίο που έγραψε μόνο ο Λυνν to 2008
«Η παγκόσμια κωδωνοειδής καμπύλι»
«The global bell curve», αποτελεί μια επιβεβαίωση των ευρημάτων του διαβώητου βιβλίου
«Η κωδωνοειδής καμπύλη»
του 1997 για τις παρατηρούμενες διαφορές του δείκτη νοημοσύνης μεταξύ διαφόρων κοινωνικών και φυλετικών ομάδων των Η.Π.Α., καθώς και για τις διάφορες μεταβλητές που συναρτώνται με το δείκτη νοημοσύνης. Κωδωνοειδής καμπύλη είναι η στατιστική απεικόνηση της κανονικής κατανομής ενός στοιχειου σ’έναν πληθυσμό, και γράφεται ως κώδων (καμπάνα), με το ψηλότερο μέρος τις τιμές κοντά στο μέσο και τα δύο άκρα τις περιπτώσεις στα άκρα της μέτρησης. Η νοημοσύνη παρουσιάζει τέτοια κατανομή.

Το βιβλίο αυτό βασικά επιβεβαιώνει τα ευρήματα του προηγούμενου και για διάφορες άλλες χώρες του κόσμου. Έτσι έχουμε την κατάταξη των φυλών ανάλογα με τη νοημοσύνη τους, με πρώτους τους Ασιάτες και τους Ασκεναζίμ Εβραίους (Ευρωπαίους Εβραίους), μετά τους Ευρωπαίους, μετά τους Ινδιάνους της Αμερικής, Μετά τους Νοτιοασιάτες της Ινδίας, μετά τους μυγάδες της Νότιας Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της ΚαραΪβικής, και στο τέλος τους Υποσαχάριοι Αφρικανούς και τους ιθαγεννείς της Αυστραλίας. Κι εδώ ο δείκτης νοημοσύνης της κάθε ομάδας συσχετίζεται με διάφορες μεταβλητές οπως επίπεδο εκπαίδευσης, εισόδημα, υγεία, ατυχήματα, έγκλημα, γάμος, γονιμότητα, θνησιμότητα, κρανιακή χωρητικότητα, ανεργία και ποσοστά νοητικής υστέρησης. Γενικά ο μέσος όρος των ανατολικών Ασιατών είναι 105, των Ευρωπαίων 100, των νοτιοανατολικών Ασιατών 87, των Βορειοαφρικανών 84, Των υποσαχάριων Αφρικανών 67-80, και των ιθαγεννών της Αυστραλίας μόνο 62. Οι μυγάδες παρουσιάζουν δείκτη και τις συναρτώμενες μεταβλητές στη μέση σε σχέση με τους δύο γονικούς πληθυσμούς τους.

Επίσης βρέθηκε ότι τα ίδια ευρήματα που ίσχυαν στην Αμερική ισχύουν περίπου και στον υπόλοιπο κόσμο. Γγια παράδειγμα παρόλο που οι Ιάπωνες ήρθαν στη Βραζιλία ως εργάτες στις φυτείες, γρήγορα έφτασαν σε υψηλές κοινωνικές θέσεις. Το ίδιο έγινε με τους Κινέζους στην ΚαραΪβική, στη Χαβάη κι αλλού. Ο ρατσισμός προς άλλες ομάδες όμως δεν εξηγεί τη χαμηλή τους κοινονικοοικονομική θέση, επειδή για παράδειγμα, αν και οι Εβραίοι και οι Ευρωπαίοι μετανάστες διαφόρων χωρών αντιμετωπίστηκαν πολύ άσχημα στην Αμερική και σε παρόμοιες χώρες, σύντομα, περίπου σε τρεις γενιές, έφτασαν να κατέχουν υψηλές κοινωνικές θέσεις.

Ο
Michael Hart
επίσης συμφωνει με το Λυνν και το Filip Rushton στο ότι το ψυχρό κλίμα οδήγησε σε μεγαλύτερους εγκεφάλους, αλλά τονίζει πως δεν είναι μόνο η νοημοσύνη που σχηματίζει τις κοινωνίες. Για παράδειγμα, αν και η Κίνα έχει υψηλό μέσο όρο νοημοσύνης, δεν αναπτύχθηκε πότέ όσο η Ευρώπη γιατί ήταν ένα αχανές, εθνικά αρκετά ομογένες κράτος με πλήρη επάρκεια τροφής και πρώτων υλών, και μικρότερη ακτογραμμή με μικρότερη ανάπτυξη της ναυτιλίας. Η Ευρώπη από την άλλη είχε πολύπλοκη ακτογραμμή, συχνά το εμπόριο γινόταν διά θαλάσσης, αποτελείται από πολλούς λαούς που ιστορικά συχνά πολεμούσαν μεταξύ τους, και οι πόροι της ήταν λίγοι οδηγώντας στις μεγάλες εξερευνήσεις.
Ο Hart θεωρεί ότι η πιο έξυπνη φυλή κατά την προϊστορία στην περιοχή της Ευρώπης ήταν οι Πρωτοϊνδοευρωπαίοι, οι οποίοι υπέταξαν τους προγενέστερους λαούς όπως τους Πελασγούς στην Ελλάδα και τους Ετρούσκους στην Ιταλία, εξαπλώνοντας και τη γλώσσα τους. Η θεωρία πάντως αυτή σφάλλει σε αρκετά σημεία, γιατί δεν είναι δυνατόν μόνο μια φυλή να κατάφερε να υποτάξει όλες τις άλλες της περιοχής της. Εκτός, λέω, αν ο πληθυσμός της ήταν τόσο μεγάλος, ώστε μπορούσε να νικάει τους άλλους μ’ευκολία. Κι αυτό όμως δύσκολο, γιατί σίγουρα και οι άλλες φυλές θα είχαν αρκετό πληθυσμό, επίσης δε θα μπορούσε να υπάρξει τόσο μεγάλλος πληθυσμός ώστε να υποτάξει όλους τους άλλους λόγω των τότε μέσων παραγωγής, κι ακόμα δεν αποκλείεται οι προγενέστερες φυλές να έκαναν συμμαχίες μεταξύ τους για να καταπολεμήσουν τους Πρωτοϊνδοευρωπαίους. Εντούτοις οι ΠρωτοΪνδοευρωπαίοι εξαπλω΄θηκαν, κι ακόμα δεν ξέρουμε ακριβώς πώς.
Ο Χαρτ δεν πιστεύει ότι οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν ιδιαίτερη νοημοσύνη σε σχέση με άλλα Ινδοευρωπαϊκά φύλα για να πετύχουν ό,τι πέτυχαν, αλλά τους ωφέλησε ιδιαίτερα η εγγύτητά τους στους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής, ενώ οι βορειότεροι Ινδοευρωπαίοι παρέμειναν για περισσότερο καιρό απομονωμένη. Δεν αναφέρει για καμία διαφορά της νοημοσύνης μεταξύ Βόρειων και Νότιων Ευρωπαίων.
Τέλος σημειώνει ότι όπου αναπτύχθηκε η γεωργία, η νοημοσύνη των λαών ήταν κάπως υψηλότερη. Υπάρχουν ωστόσο κι εδώ εξαιρέσεις. Υποθέτει ότι στη Μέση Ανατολή, όπου ο μέσος δείκτης έχει υπολογιστη στο 88, η γεωργία αναπτύχθηκε λόγω του φυσικά εύφορου εδάφους που απαιτουσε λιγότερη προσπάθεια από τους καλλιεργητές.

Και τώρα όσον αφορά την Ελλάδα. Πηγή μου είναι
αυτή.

Η πρώτη συστηματική μελέτη που έγινε για την εκτίμηση του μέσου όρου νοημοσύνης της χώρας μας έγινε από το Buj το 1981. Ο Buj συνέκρινε πληθυσμούς από τις πρωτεύουσες 20 ευρωπαϊκών χωρών ως προς τη νοημοσύνη, για πέντε χρόνια έχοντας στο δείγμα άτομα ηλικίας από 16-20 έως 60. Βρήκε τη μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα σε κράτη να είναι μόνο 8 βαθμοί, ενώ δε βρήκε σημαντική διαφορά ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Βρήκε ωστόσο διαφορές μεταξύ των Βόρειων με τους Νότιους στο ότι οι βόρειοι έτειναν νά’χουν περισσότερο ομογενή αποτελέσματα. Υποθέτει πως οι Νότιοι, δημιουργώντας πολιτισμό αρκετά νωρίτερα, δημιούργησαν κι ένα πολυπλοκότερο περιβάλλον με διάφορες κοινωνικές ομάδες που ίσως κατέληξαν να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ίσως επίσης τ’άτομα που επιλέχθηκαν από τις πρωτεύουσες να είχαν διάφορες καταβολές π.χ. άλλοι από επαρχία, άλλοι από πόλη, ή απλώς το δείγμα επιλέχθηκε λανθασμένα. Η μελέτη του Buj βγάζει για την Ελλάδα ένα μέσο δείκτη 99,4, με τυπική απόκλιση (απόκλιση απ’το μέσο που αναμένεται να βρίσκεται μεγάλο μέρος των παρατηρήσεων) το 25,6, πολύ κοντά στους Αμερικανούς της ίδια εποχής.

Όσον αφορά τις διαφορές των ανθρώπων ανάλογα με τις καταβολές του, η μελέτη του Αλεξόπουλου βρήκε διαφορά της νοημοσύνης 12 βαθμών μεταξύ των κατοίκων της επαρχίας μ’αυτών της πόλης το 1979, η οποία μίκρυνε στους 4 το 1997. Θεωρείται πως η διαφορά αυτή ήταν καθαρά πολιτιστική, και υπήρχε λόγω έλλειψης επικοινωνίας, χαμηλότερης εκπαίδευσης κ.ά. Αυτό ενισχύεται κι από το γενγο΄νος ότι τ’αποτελέσματα μαθητών της επαρχίας είναι υψηλότερα απ’αυτά των της πόλης στις Παννελλαδικές Εξετάσεις,ροφανώς γιατί οι πρώτοι προσπαθούν περισσότερο ν’ανέβουν κοινωνικά μπαίνοντας σε μια καλή σχολή.

Ο Richard Lynn παρόλα αυτά στο βιβλίο του του 2002, αλλά και στο επόμενο, μας βάζει στο 92, σε σύγκριση με το βρετανικό πληθυσμο κι όχι με τον πρότυπο αμερικανικό. Το συμπέρασμά του προήλθε από το μέσο όρο δύο μελετών, αυτής του Buj και μιας άλλης του 1961 που έγινε σε παιδιά από 9 έως 14 ετών. Αν και ο δείκτης νοημοσύνςη κατά την παιδική ηλιία σχετίζεται μ’αυτόν στην ενήλικηβ ζωή, πάλι μεταβάλλεται. Επίσης πολλά από εκείνα τα παιδιά ίσως είχαν χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης, γιατί η υποχρεωτική εκπαίδευση καθιερωώθηκε επί Ανδρέα Παπανδρέου το 1965. Τέλος η γενιά εκείνη είχε περάσει από τις ταραχώδεις εποχές του Εμφυλίου, και ίσως δεν κατάφερε ν’αναπτυχθεί σωστά λόγω κακής θρέψης.
Δε θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης το
φαινόμενο του Flynn,
τη σταθερή αύξηση της νοημοσύνης που παρατηρείται στα κράτη καθώς αναπτύσσονται. Θεωρείται πως οφείλεται στην καλύτερη θρέψη, σε πιο πολύπλοκα περιβάλλοντα από την παιδική ηλικία, στην καλύτερη εκπαίδευση, ή ακόμα και στην περισσότερη γενετική μείξη. Η τάση αυτή ίσως έχει σταματήσει σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες, σίγουρα όμως θα έγινε ή μπορεί ακόμα να γινεται στη χώρα μας. Επομένως μπορούμε να κατηγορήσουμε το Λυνν για λάθος μεθοδολογία. Πού ειναι η προσέγγιση που χρησιμοποιούσε;

Μια ακόμα μελέτη έγινε το 2005 από το |Δημητρίου, ο οποίος συνέκρινε το δείκτη νοημοσύνης Ελλήνων και Κινέσων μαθητών. Δε βρήκε σημαντική διαφορά, και το τεστ ίσχυσε το ίδιο και για τις δύο ομάδες, υποδηλώνοντας ότι και οι δύο χρησιμοποιούν παρόμοιο τρόπο σκέψης. Δε βρέθηκε σημαντική διαφορά στον παράγοντα γενικής νοημοσύνης (g factor), εντούτοις οι Κινέζοι μας ξεπερνούσαν σε χωροοπτικές ικανότητες., πιθανόν λογω της εξάσκησής τους στα ιδεογράμματα. Στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης η διαφορά ήταν μεγάλη, αργότερα όμως αντισταθμίζαμε το πρόβλημα, ώστε να πλησιάζουμε αρκετά κοντά.

Οι παραπομπές του άρθου:

  • 1. Buj, V., 1981, Average IQ values in various European countries, Personality and Individual Differences, 2, 168-169
    2. Alexopoulos, D.S., 1997, Urban vs rural residence and IQ. Psychological Reports, 80, 851-860
    3. Lynn R. and Vanhanen T., 2002, IQ and the Wealth of Nations, Westport, CT: Praeger. [Online Table]
    4. Demetriou, A., 2005, The architecture, dynamics, and development of mental processing: Greek, Chinese, or Universal?, Intelligence, 33, 109-141
  • Απ’ολα τα παραπάνω έχω συμπεράνει ότι σε γενικές γραμμές ο εθνικός μέσος δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται με το επιπεδο ανάπτυξης κάθε κράτους, αλλά μια τέτοια σχέση είναι συχνά δύσκολο ν’αποδειχθεί. Οι διαφορές ανάμεσα στις διάφορες φυλετικές ομάδες είναι επιβεβαιωμένες πολλάκις, και γι’αυτές δε χρειάζεται ν’αναφέρω κάτι παραπάνω. Η Ελλάδα θα πρέπει να βρίσκεται γύρω στο 100, ίσως με κάποια μικρή διαφορά από άλλα πιο ανεπτυγμένα κράτη. Πάντως ένας δείκτης στο 100 δεν εμποδίζει σημαντικά την ανάπτυξη, και σίγουρα θα ευθύνονται κι άλλοι λόγοι που έχουν οδηγήσει σ’αυτήν την κατάστασή μας. Το σημαντικότερο πάντως που έμαθα είναι ότι δεν αρκει μια ή και δύο μελέτες, ιδίως αν έχουν πάρει δεδομένα από πολύ παλιότερες κι αμφίβολες, για να σχηματίσεις συμπέρασμα. Θα πρέπι να ψάξεις πώς έγιναν ιοι μελέτες, τι στοιχεία χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες, πώς τ’ανέλυσαν, από πού τ’άντλησαν κ.ά. Για παράδειγμα διαβάζω ότι ο Λυνν μας βγάζει στο 92, και λέω αυτομάτως: «Για να βρίσκει αυτό ο μεγάλος επιστήμονας, που έχει ψάξει τόσο αυτό το θέμα, θα πρέπει να έχουμε πραγματικά χαμηλό δείκτη και επομένως από εκεί προέρχοναι όλα τα προβλήματά μας, δυστυχώς δε μπορούμε να τον αλλάξουμε και θα μείνουμε καταδικασμένοι για πάντα, εκτός κι αν γίνει κάποια τεράστια παρέμβαση. Ίσως μας βολεύει να το ακούμε αυτό. Αλλά τελικά δεν ήταν έτσι. Ο Λυνν δε χρησιμοποίησε επαρκείς μελέτες, δεν υπολόγισε το φαινόμενο του Φλυνν, και πιθανον έκανε το ίδιο και σε πολλές άλλες χώρες για τις οποίες είχε λίγα στοιχεία, θεωρώντας πως δε χρειάζεται υπολογισμός κατά προσέγγιση, επομένως απέχει ακόμα αρκετά από τον τέλειο επιστήμονα, τουλάχιστον εδώ. Επειδή όμως είναι επιμελής άνθρωπος και συμβουλεύεται πολλές μελέτες, πιστεύω πως στο μέλλον θα επανεξετάσει και θα διορθώσει το θέμα. Ο εθνικός μας δείκτης είναι κατά πολυ υψηλότερος όντας κανονικά μέσα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με τα παραπάνω θέλω να καταδείξω την υπερβολή της εκτίμησης του Λυνν και να πω πως δεν είναι μόνο ο δείκτης που συμβάλλει σ’αυτήν την κατάσταση, όχι να υποτιμήσω τη σημασία του δείκτη για το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Προφανώς και οι ποιο ανεπτυγμένες χώρες από μας έχουν υψηλότερο μέσο όρο δείκτη νοημοσύνης, αυτό δεν αμφισβητείται.

    Έχετε αναρωτηθεί ποτέ για το λόγο επιτυχίας των Εβραίων; Γιατί οι Εβραίοι θεωρούνται παραδοσιακά καλοί έμποροι και τραπεζίτες; Γιατί ακόμα και σήμερα συνεχίζουν νά’χουν την ίδια φήμη όντας δεινοί μεγαλοεπιχειρηματίες ή κατέχοντας θέσεις-κλειδιά σε μεγάλες τράπεζες κι επιχειρήσεις; Γιατί αποτελούν δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό των αποφοίτων μεγάλων πανεπιστημίων, των επιστημόνων, των μεγαλοδικηγόρων και των νομπελιστών; Γιατί το Ισραήλ έγινε ταχύτατα ένα δυτικού τύπου κράτος, ενώ οι γείτονές του παραμένουν ακόμα βουτιγμένοι στο μουσουλμανικό φονταμενταλισμό; Και πώς τα κατάφεραν όλα αυτά, και όχι μόνο πώς τα κατάφεραν, αλλά και πώς επιβίωσαν, όντας διασκορπισμένοι σε μικρές κοινότητες παγκοσμίως, χωρίς επίσημο κράτος, και υπό διάφορους διωγμούς για τόσους αιώνες; Και ένα βασικό ερώτημα: ποιος να ήταν άραγε ο πραγματικός λόγος των αιματηρών πολλές φορές διωγμών που υπέστησαν, παρόλο που αποτελούσαν μικρό ποσοστό της χώρας όπου ζούσαν, και γιατί ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα, φόβο, και εμπλέκονται σε θεωρίες συνωμοσίας περί κυριαρχίας του κόσμου;

    Ένα αναμφίβολα είναι το στοιχείο που κάνει τους Εβραίους τόσο ξεχωριστούς: η εξαιρετική τους νοημοσύνη. Δεν είναι κι αυτό μέρος προπαγάνδας με σκοπό να μας πείσει ότι είμαστε «κατώτεροι» για να δεχτούμε την εξουσία τους, έχει μετρηθεί από επιστήμονες πολλάκις, και για τους σκεπτικιστές συνωμοσιολόγους, και από μη Εβραίους.

    Επίκέντρο των μελετών είναι κυρίως οι Ευρωπαιοεβραίοι ή Ασκεναζίμ (Ashkenazim), η ομάδα που τείνει να ξεπερνά σε πολλούς τομείς τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι Ασκεναζίμ έχουν μακραίωνη ιστορία ήδη απ’το Μεσαίωνα και η αφετηρία τους ήταν η Γερμανία, σιγά-σιγά όμως εξαπλώθηκαν στην υπόλοιπη ανατολική Ευρώπη. Σήμερα αποτελούν το 80% του εβραΪκού πληθυσμού, και μόνο το 0,25% του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού. Το υπόλοιπο ποσοστό των Εβραίων αποτελείται κυρίως από Ισπανοεβραίους (Σεφαρδίμ), και μικρότερες ομάδες όπως Ανατολίτες Εβραίους (Μισραχίμ) και τοπικές κοινότητες, π.χ. οι Ρωμανιώτες (Εβραίοι της Ελλάδας, ξεχωριστοί από τους Σεφαρδίτες που ήρθαν αργότερα).

    Σύμφωνα με τους επιστήμονες λοιπόν, ο δείκτης νοημοσύνης των Εβραίων τοποθετείται ψηλότερα από το μέσο όρο των Λευκών (100) κατά ένα πέμπτο έως και μία ολόκληρη τυπική απόκλιση. Η τυπική απόκλιση είναι μία απόκλιση του μέσου όρου που αναμένεται να παρατηρείται σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, και στην περίπτωση του δείκτη νοημοσύνης είναι 15 βαθμοί. Ο Steven Pinker του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ λοιπόν σε μια διάλεξή του το 2007 για τους Εβραίους, τα γονίδια και τη νοημοσύνη είπε ότι ο δείκτης νοημοσύνης τους έχει υπολογιστεί από 108 έως 115. Ο μεγάλος Βρετανός επιστήμονας της νοημοσύνης Richard Lynn, ο συγγραφέας του βιβλίου «Η νοημοσύνη των Αμερικανών Εβραίων» τους τοποθετεί λίγο χαμηλότερα, πάλι όμως ψηλότερα από το μέσο όρο, στο 107,5. Οι τρεις συγγραφείς της περίφημης ερευνητικής αναφοράς «Η φυσική ιστορία της νοημοσύνης των Ασκεναζίμ» του 2004, ο Henry Harpending, ο Jason Hardy, και ο Gregory Cochran του Πανεπιστημίου της Γιούτα, αναφέρουν ότι τα υποκείμενά τους βρίσκονται στο 75% έως και μία σταθερή απόκλιση πάνω από το μέσο όρο των Ευρωπαίων, στο 112-115 δηλαδή. Ο Charles Murray στο δοκίμιό του «Ο Εβραίος ιδιοφυΐα» του 2007, μας δίνει μια κλίμακα από 107 έως 115, θεωρώντας το 110 ως ένα λογικό μέσο όρο.

    Οι Ασκεναζίμ Εβραίοι επομένως ανήκουν στις πιο έξυπνες ομάδες του ανθρώπινου πληθυσμού. Ξεπερνούν κατά 8 βαθμούς την επίσης έξυπνη ομάδα των βορειοανατολικών Ασιατών, και κατά 40% τον παγκόσμιο μέσο όρο, ο οποίος είναι μόνο 79,1 κατά Richard Lynn και Tatu Vanhanen στο βιβλίο τους «Νοημοσύνη και παγκόσμια ανισότητα».

    Η νοημοσύνη τους όμως δεν είναι ομοιόμορφφα υψηλή σ’όλους τους τομείς. Είναι μέτριοι σε οπτική και χωρική νοημοσύνη, με μέσο όρο το 98 σύμφωνα με μια μελέτη, ενώ αντίθετα είναι κατά πολύ ανώτεροι στη λεκτική και μαθηματική νοημοσύνη. Μία μελέτη μαθητών της γεσίβα (παραδοσιακό εβραϊκό σχολείο) έβγαλε μέσο όρο της λεκτικής νοημοσύνης τους το 125,6. Αντίθετα, οι Ασιάτες τείνουν να τα πηγαίνουν πολύ καλύτερα στη χωροοπτική νοημοσύνη.

    Και τα παραπάνω ευρήματα δεν υποστηρίζονται μόνο από τους συγκεκριμένους επιστήμονες ή ασαφείς παρατηρήσεις για την επιτυχία των Εβραίων, αλλ’έχουμε ακριβή ποσοστά επιτυχίας σε διάφορους τομείς που τα υποστηρίζουν. Για παράδειγμα το ποσοστό Ασκεναζίμ νομπελιστών από το 1901 έως το 2010 είναι 21,5%, παρόλο που το ποσοστό που κατέχουν στον πληθυσμό της κάθε χώρας είναι πολλύ μικρό. Για την περίπτωση των Η.Π.Α. το ποσοστό των νομπελιστών Εβραίων για την ίδια περίοδο είναι 36%, παρόλο που μόνο το 2,1% της χώρας αποτελούν Εβραίοι. Για το 1950 και μετά, το ποσοστό είναι 29%. Έχει υπολογιστεί ότι η επιτυχία τους σ’αυτό το θέμα είναι 117 φορές μεγαλύτερη από τον πληθυσμό τους (μόνο 0,25% του παγκόσμιου πληθυσμού).

    Στην Ουγγαρία του 1930, μολονότι μόλις το 6% του πληθυσμού αποτελούταν από Εβραίους, οι Εβραίοι αποτελούσαν το 55,7% των γιατρών, το 49,2% των δικηγόρων, το 30,4% των μηχανικών, το 59,4% των τραπεζιτών, ενώ κατείχαν το 49,4% της μεταλλουργικής βιομηχανίας, το 41,6% των βιομηχανιών κατασκευής μηχανών, το 72,8% των βιομηχανιών ρούχων, και ως ενοικιαστές, λάμβαναν το 45,1% του εισοδήματος των ενοικίων της Βουδαπέστης. Παρόμοια επιτυχία είχαν και σε γειτονικά κράτη, όπως στην Πολωνία και στη Γερμανία.

    Στις Η.Π.Α. σήμερα, παρόλο που οι Εβραίοι αποτελούν μόνο το 2,1%, αντιπροσωπεύουν το 30% των καθηγητών μεγάλων πανεπιστημίων, 21% των μαθητών του Συνδέσμου του Κισσού (ένωση ισχυρών πανεπιστημίων στις ΗΠΑ), το 25% των βραβευμένων με το βραβείο During για την επιστήμη των υπολογιστών, το 25% των βραβευμένων με το μετάλλιο του Field για τα μαθηματικά, το 23% των πιο πλούσιων Αμερικανών, και το 38% των παραγωγών ταινιών βραμβευμένων με Όσκαρ.

    Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι το 50% των παγκοσμίων πρωταθλητών σκακιστών αποτελούν παραδοσιακά οι Εβραίοι.

    Το ενδιαφέρον των επιστημώνων φυσικά δεν περιορίζεται στη μελέτη των στατιστικών δεδομένων και στη μέτρηση της νοημοσύνης των Εβραίων, αλλά επεκτείνεται στην αναζήτηση του λόγου της ανάπτυξης τέτοιας εξαιρετικής νοημοσύνης. Οι περισσότερες θεωρίες εξηγούν το φαινόμενο ως αποτέλεσμα δαρβινικής φυσικής επιλογής, με μικρότερο το ρόλο της περιβαλλοντικής υποστήριξης. Στη σημαντικότερη τέτοια μελέτη «Η φυσική ιστορία της νοημοσύνης των Ασκεναζίμ» των Gregory Cochran, Jason Hardy, και Henry Harpending που εκδόθηκε το 2005, υποστηρίζεται ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες οι Εβραίοι Ασκεναζίμ ζούσαν στη μεσαιωνική Ευρώπη δημιούργησαν μια έντονη εξελικτική πίεση για την ανάπτυξη υψηλής λεκτικής και μαθηματικής νοημοσύνης, αλλ’όχι χωρικής. Το επιχείρημά τους στηρίζεται σε τέσσερις προΫποθέσεις:

  • 1. Οι σημερινοί Εβραίοι Ασκεναζίμ έχουν υψηλό μέσο όρο μαθηματικής και λεκτικής νοημοσύνης κι ένα ασυνήθιστο γνωστικό προφίλ σε σύγκριση με άλλες εθνικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Σεφαρδιτών και των Ανατολιτών Εβραίων.
    2. Περίπου από το 800 έως το 1650 μ.Χ. οι Εβραίοι Ασκεναζίμ ήταν μια σχεδόν γενετικά απονωμένη ομάδα. Όταν οι Ασκεναζίμ Εβραίοι παντρεύονταν μη Εβραίους, συνήθως έφευγαν από την εβραϊκή κοινότητα. Λίγοι μη Εβραίοι παντρεύονταν στην εβραϊκή κοινότητα.
    3. Κατά την ίδια περίοδο, οι νόμοι απαγόρευαν τους Ασκεναζίμ Εβραίους να ασκούν τα περισσότερα επαγγέλματα, συμπεριλαμβανομένων της γεωργίας και των τεχνών, και τους έσπρωξαν στα οικονομικά, στη διαχείριση, και στο διεθνές εμπόριο. Οι πλούσιοι Εβραίοι είχαν αρκετά περισσότερα παιδια΄ανά οικογένεια από τους φτωχούς Εβραίους. Έτσι, γονίδια για γνωστικά χαρακτηριστικά όπως λεκτικό και μαθηματικό ταλέντο, τα οποία κάνουν κάποιον επιτυχημένο στα λίγα πεδία που οι Εβραίοι μπορούσαν να δουλέψουν, ευνοήθηκαν. Γονίδια για άσχετα χαρακτηριστικά, όπως οι χωροοπτικές ικανότητες, υποστηρίζονταν από λιγότερη εξελικτική πίεση απ’ό,τι στο γενικό πληθυσμό.
    4. Οι σημερινοί Εβραίοι Ασκεναζιμ πάσχουν από έναν αριθμο συγγενών παθήσεων και μεταλλάξεων σε υψηότερα ποσοστά από τις περισσότερες άλλες εθνικές ομάδες. Αυτές περιλαμβάνουν τη νόσο Tay-Sachs, τη νόσο του Gaucher, το σύνδρομο του Bloom και την αναιμία του Fanconi, και μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2. Τα αποτελέσματα αυτών των μεταλάξεων συγκεντρώνονται μόνο σε λίγους μεταβολικους δρόμους, υποδεικνύοντας ότι έχουν προέλθει από εξελικτική πίεση κι όχι από γενετική μετατόπιση (γενετική κατανομή λόγω τυχαίας αναπαραγωγής). Μια ομάδα αυτών των ασθενειών επηρεάζει την αποθήκευση των σφιγγολιπιδίων, που δευτερεύων αποτέλεσμα αυτού είναι η αυξημένη ανάπτυξη των νευρικών αξόνων και δενδριτών. Τουλάχιστον μία από τις ασθένειες σ’αυτήν την ομάδα, η συστροφική δυστονία, έχει ανεκδοτικά βρεθεί ότι συσχετίζεται με εξαιρετικά υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Μια άλλη ομάδα επηρεάζει την επιδίόρθωση του dna, μία υπερβολικά επικίνδυνη μορφή μετάλλαξης η οποία είναι θανατηφόρος στους ομοζυγώτες. Οι συγγραφείς υποθέτουν ότι αυτές οι μεταλλάξεις προσφέρουν ένα γνωστικό πλεονέκτημα στους ετεροζυγώτες μειώνοντας τις αναστολές στη νευρική ανάπτυξη, ένα όφελος που δε θα ξεπερνούσε το κόστος του εκτός αν ήταν σ’ένα περιβάλλον που ανταμοιβόταν καλά.
  • Άλλες εξελικτικές ιδέες που έχουν προταθεί είναι: η μακραίωνη παράδοσης της μελέτης στον εβραικό πολιτισμό, η σημασία της μελέτης της Τοράχ για την κοινωνική επιτυχία στις εβραΪκές κοινότητες, η εφαρμογή της εκπαίδευσης των γιων απ’τους πατέρες τους ως θρησκευτικό καθήκον, του οποίου το κόστος οδήγησε σε πολλές μεταστροφές από την εβραϊκή θρησκεία μειώνοντας τον ευραϊκό πληθυσμό, και ότι οι Εβραίοι χαμηλότερης νοημοσύνης ήταν ευκολότερος στόχος κατά τους διωγμούς.

    Πολλοί επιστήμονες ωστόσο αμφισβητούν τα ευρήματα των τριών επιστημόνων προβάλλοντας διάφορα αντεπιχειρήματα. Για παράδειγμα έχει βρεθεί ότι πολλές, όχι όμως όλες, από τις γενετικές ασθένειες των Εβραίων προήλθαν στην πραγματικότητα από γενετική μετατόπιση κι όχι από εξελικτική πίεση. Η νόσος Tay-Sachs για παράδειγμα εμφανίστηκε το 800-900, όταν ο πληθυσμός των Εβραιων ήταν πολύ μικρός, πριν εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Επίσης έχει βρεθεί ότι οι Ασκεναζίμ έχουν μεγαλύτερο ποσοστό ευρωπαϊκής επιμειξίας απ’ό,τι προβλέπει η θεωρία των τριών επιστημόνων, σύμφωνα με αναλύσεις του χρωμοσώματος υ. Υπάρχει ακόμα και πρόβλημα όσον αφορά την πραγματική αναπαραγωγική επιτυχία των Εβραίων με τις συγκεκριμένες ικανότητες. Στη μεσαιωνική Ευρώπη οι πλούσιες οικογένειες Εβραίων κληρονομούσαν στους απογόνους τους τον πλούτο και την κοινωνική θέση, και θα ήταν δύσκολο για άτομα άλλης κοινωνικής θέσης ν’ανέβουν πιο πάνω, ακόμα κι αν είχαν καλύτερες ικανότητες.

    Θεωρείται επίσης ότι η κληρονόμηση του πλούτου, οι ανεπτυγμένες κοινωνικές ικανότητες και τα κοινωνικά δίκτυα, η προθυμία λήψης κινδύνων, όλα ίσως έπαιξαν ρόλο στην επιτυχία των Εβραίων, δεν αποκλείεται όμως αυτά τα χαρακτηριστικά να σχετίζονται με την υψηλή νοημοσύνη.

    Τέλος είναι γνωστό ότι το μελετηρό πνεύμα του εβραϊκού πολιτισμού είχε αναπτυχθεί πολύ παλαιότερα από την κοινωνική τους απομόνωση στην Ευρώπη, και άρα δε μπορούμε να πούμε ότι είναι αποτέλεσμα εξελικτικής πίεσης.

    Κύριες πηγές:

    άρθρο της αγγλικής wikipedia
    και
    ένα άλλο άρθρο.

    Επίσης:
    Η φυσική ιστορία της νοημοσύνης των Ασκεναζίμ
    σε pdf και
    το άρθρο του Steven Pinker.
    Γράφτηκε πριν τη διάλεξή του.

    Δε μπορούμε ν’αμφισβητήσουμε ότι η νοημοσύνη των Ασκεναζίμ Εβραίων είναι εξαιρετικά υψηλή. Αυτό έχει αποδειχθεί πολλάκις και από επιστημονικές μελέτες, αλλά προπαντώς από την τεράστια επιτυχία τους σ’όλους τους τομείς. Η άρνηση των δεδομένων δηλώνει περισσότερο άγχος για την κατάστασή μας και φθόνο για την επιτυχία και τον πλούτο τους παρά δυσπιστία. Τώρα, που γνωρίζουμε το λόγο της επιτυχίας τους, πιστεύω ότι μπορούμε να υποθέσουμε για τον πραγματικό λόγο των έντονων, κάποτε αιματηρών, διωγμών που δέχτηκε σ’όλη της την ιστορία αυτή η εθνική ομάδα. Είναι άραγε έκφραση φθόνου για την επιτυχία τους από τους κατοίκους των χωρών που ζούσαν; Μήπως οι κάτοικοι εκείνων των χωρών τους θεωρούσαν ανταγωνιστές και απειλή της δικής τους ευημερίας; Κάποιες απλές υποθέσεις.

    Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που βρήκα πριν περίπου δύο βδομάδες, το οποίο μας δείχνει τη νοημοσύνη αυτών των ζώων, τα οποία εμείς εκτρέφουμε για να τα τρώμε, από συμπεράσματα διάφορων μελετών. Δεν έχει σχέση με τις αναζητήσεις που κάνω αυτό το διάστημα για τις εξελικτικές απαρχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και νοημοσύνης και για την εξελικτική σημασία αυτών των συμπεριφορών σήμερα ή παλαιότερα.
    Στο αμέσως προηγούμενο άρθρο
    συζήτησα τέτοια θέματα. Καταθλιπτική πάντως αυτή η αναζήτηση, διότι όπως φαίνεται, οι βασικές μας συμπεριφορές και τάσεις μας, ακόμα και οι βίαιες και θεωρητικά αρνητικές, έχουν πιθανόν γονιδιακή βάση και παρατηρούνται σε συγγενικά μας είδη. Επομένως δεν υπάρχει ελπίδα βελτίωσης σε γενικό έως και παγκόσμιο επίπεδο, εκτός μόνο αν γίνουν κάποια πραγματικά μεγαλεπίβολα προγράμματα που θ’απαιτούσαν αντικειμενικότητα και μεγάλο μέρος της ανθρώπινης νοητικής δύναμης. Τώρα αυτή η δύναμη χρησιμοποιείται σ’άλλα «χρησιμότερα» πράγματα – σχεδιασμός υπερόπλων, γεωμηχανική κ.ά.
    Καταλάβατε τι τέλος πάντων θέλω να πω, αλλά τώρα έχω ξεφύγει αρκετά. Παρακάτω βάζω το
    άρθρο.
    Είναι από ένα ιστολόγιο ενός που εργάζεται στην οργάνωση SLA (Special libraries association (ένωση εξειδικευμένων βιβλιοθηκών)), παγκόσμια ένωση βιβλιοθηκών πανεπιστημιακών και λοιπών για διάφορα θέματα, του τμήματος βιοΪατρικής κι επιστημών της ζωής.

    Μετάφραση: Bolko

    16 Νοεμβρίου, 2009
    Η νοημοσύνη των χοίρων

    Κάποιοι αναγνώστες μπορεί να έχουν εκπλαγεί βρίσκοντας τη νοημοσύνη των χοίρων ν’αναφέρεται σε μία στήλη της New York Times της 10 Νοεμβρίου του 2009 από τη Natalie Angier. Βάσισε τη δουλειά της κυρίως σε μια νέα εργασία (Broom, Sena & Moynihan) στο αγγλοαμερικανικό περιοδικό Animal Behaiviour (Συμπεριφορά των Ζώων) (σημειώστε τη βρετανική ορθογραφία) και η στήλη της είναι ένα παράδειγμα μίας καλά ερευνημένης εκλαΐκευσης που όλοι μας (συμπεριλαμβανομένου κι εμού) θά’πρεπε να προσπαθήσουμε να μιμηθούμε και για ακρίβεια και για ενδιαφέρον.

    Το σημαντικότερο εύρημα είναι ότι χοίροι που εκτίθενται σε καθρέφτες για τόσο λίγο όσο και πέντε ώρες πριν από ένα ακόλουθω τεστ, μαθαίνουν το γεγονός ότι οι καθρέφτες δεν είναι παράθυρα, που δείχνουν στο γουρούνι ένα άλλο γουρούνι πίσω από ένα τζάμι, αλλ’αντίθετα είναι τα είδωλα τον εαυτών τους, και του περιβάλλοντός τους.

    Το σπουδαιότερο τεστ στη μελέτη ήταν η τοποθέτηση ενός δοχείου τροφής σ’ένα μέρος σ’ένα λαβυρινθοειδές δωμάτιο με διαμερίσματα. Αυτή η επιβράβευση αντανακλώταν σ’έναν καθρέφτη που ήταν στο τέλος ενός ευθέος διαδρόμου στο λαβύρινθο, αλλά το ίδιο το δοχείο δεν ήταν ευθεία πίσω, αλλά μάλλον σε μια γωνία που δε θα μπορούσε να ιδωθεί άμεσα, μόνο βλέποντας τον καθρέφτη. Απόντως του καθρέφτη, δεν υπήρχε καμία οπτική απόδειξη τροφής.

    Όλα εκτός από ένας των χοίρων που είχαν πρότερη έκθεση στον καθρέφτη βρήκαν αρκετά γρήγορα ότι κάποιος δεν έπρεπε να πάει πίσω απ’τον καθρέφτη, για να βρει την τροφή, αλλά μάλλον προχώρησαν στην κατεύθθυνση που τους έδειχνε η κατανόηση για το από πού προερχόταν η αντανάκλαση.

    Ο δυνητικός συγχυτικός παράγοντας του χοίρου ν’ακολουθεί την οσμή της τροφής διαχειρίστηκε έχοντας τον αέρα σε ανακύκλωση αρκετά γρήγορα σ’όλο το δωμάτιο χρησιμοποιώντας έναν ανεμιστήρα, διασκορπίζοντας παντού το καταδοτικό άρωμα όσο το δυνατόν πιο όμοια.

    Ένα γουρούνι, ήταν, όμως, κάπως λιγότερο έξυπνο, και δε φάνηκε ποτέ να καταλαβαίνει το θέμα.

    Φύση ή ανατροφή στη νοημοσύνη των χοίρων & κατοχή θηλής

    Στην αντιλογία όσον αφορά της σημασία της γενετικής και της ανατροφής στη νοημοσύνη στο ζωικό βασιλειο, υπάρχουν αποδείξεις ότι και οι δύο πλευρές έχουν επιροή όσον αφορά τους χοίρους. Ορισμένες φυλές είναι αποδεδειγμένα πιο έξυπνες από άλλες. Γουρούνια της φυλής Ντούροκ, για παράδειγμα, έχουν αποδειχθεί σαφώς εξυπνότερα από τα Χαμπσάιαρ, και η ομόφωνη πίστη στην κοινότητα των χοίρων είναι ότι η φυλή προβλέπει το μισό των ατομικών διαφορών μεταξύ χοίρων στη νοημοσύνη.

    Το άλλο μισό έχει να κάνει με τη θρέψη. Τα γουρούνια που εδραιώνουν κατοχή σε μια συγκεκριμένη θηλή σε μια γουρούνα, συχνά έχουν σημαντικό πλεονέκτημα στην αύξηση του βάρους, έναντι αυτών που χάνουν στην αρχική μοιρασιά του γάλακτος, ακόμα κι αν αυτά τα στερημένα χοιρίδια τελικά αποκτήσουν αργότερα κατοχή μιας θηλής, και μετά μπορούν να τραφούν. Τεστ χοιριδίων ίδιας ηλικίας, δείνχουν ότι αυτά που ζυγίζουν περισσότερο επιτυγχάνουν καλύτερα σε πολυπλοκότερους λαβυρίνθους, ένα καθιερωμένο τεστ που χρησιμοποιείται συχνά σε πολλούς ελέγχους νοημοσύνης των ζώων.

    Πιο πρόσφατες μελέτες καταδεικνύουν ότι η παρουσία ή η μεγαλύτερη συγκέντρωση σιαλικού οξέος στο γάλα της γουρούνας σχετίζεται ισχυρά με την ανάπτυξη του εγκεφάλου του χοίρου, και το χοιρίδιο που κατέχει μια θηλή προφανώς παίρνει περισσότερο γάλα ή ίσως πιο συγκεντρωμένο σιαλικό οξύ.

    Μάθηση * κοινωνικοποίηση

    Οι χοίροι έχουν μια πολύ ανεπτυγμένη κοινωνική δομή και τα μικρά τους ασφαλώς μαθαίνουν πρωτίστως από τη χοιρομητέρα τους πρώτα, και μετά από συνομήλικα χοιρίδια. Στην Ευρώπη όπου πολλά γουρούνια έχουν απελευθερωθεί στη φύση για ν’αναγεννηθούν και να διατηρηθούν οι πληθυσμοί των αγριόχοιρων – διασταυρώνονται εύκολα – ο θάνατος μιας χοιρομητέρας ακόμα κι αν τα γοουρουνάκια έχουν περάσει την ηλικία απογαλακτισμού προκαλει προβλήματα, διότι οι γουρούνες διδάσκουν περισσότερο από απλά εύρεση τροφής. Διδάσκουν ένα βαθμό συνεργασίας, και οικογενειακού δεσίματος.

    Τεστ δείχνουν ότι γουρούνια στην αιχμαλωσία μπορούν ν’αναγνωρίζουν ποια είναι τα αδέρφια τους της ίδιας γέννας απλά βλέποντας, στο ανάλογο μιας μικρής αστυνομικής ταυτοποίησης, ακόμα και μετά το χωρισμό και την κάλυψη όποιων καταδοτικών οσμών, ή καλεσμάτων και ήχων επικοιννωνίας. Με άλλα λόγια, διατηρούν οπτική μνήμη της οικογενειακής τους ομάδας. Η ανάκλυσή τους μπορεί να ενδυναμωθεί με επιβραβεύσεις τροφής για τη βελτίωση της επίδοσης σε κάποια στοιχεία της ταυτοποίησης αδερφών της ίδιας γέννας, όπως ταχύτητα αναγνώρισης. Με άλλα λόγια, οι χοίροι μπορούν να εξασκήσουν την έμφυτη μνήμη τους μέσω εστίασης σε πράξη που αναγνωρίζουν τελικά ότι φέρνει ανταμοιβή. Είναι αρκετά εκπαιδεύσιμοι γενικά.

    Τεστ επίσης δείχνουν ότι τα γουρούνια θυμούνται πού είναι αποθηκευμένη η τροφή, ακόμα κι αν είναι κρυμμένη. Σε περιπτώσεις που υπάρχουν πολλαπλές τοποθεσίες κρυμμένων αποθηκευμένων τροφών απ’τις οποίες μπορούν να διαλέξουν, πρώτα βγάζουν την τροφή που προτιμούν περισσότερο, ή αυτήν που έχει τη μεγαλύτερη αφθονία.

    Σύμφωνα με την Άντζιερ, προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι κάποια γουρούνια εξαπατούν τους συντρόφους τους, κρατώντας μυστική τη γνώση για το πού είναι κρυμμένο το καλύτερο γεύμα, και ανταυτού, τα οδηγούν σ’ένα λιγότερο επιθυμητό εναλλακτικό, ώστε να κρατήσουν το καλύτερο για τους εαυτούς τους. Αυτού του είδους η αποπλάνηση είναι, αλλοίμονο, μια ακόμα πολύ καλή ένδειξη της νοημοσύνης των χοίρων.

    Με τα παραπάνω και παρόμοια αποτελέσματα σ’άλλα κοινά ζώα παραγωγής αναρωτιέμαι αν τελικά είναι σωστό να τρώμε το κρέας αυτών των αποδεδειγμένα συνειδητών όντων, που έχουν τόσα κοινά μ’εμάς. Κι ενώ έχουν τόσο μυαλό που μπορούν να το χρησιμοποιήσουν με διάφορους τρόπους σ’ένα πολύπλοκο περιβάλλον, εμείς τα καταδικάζουμε να ζουν για λίγους μήνες, μέχρι να σφαχτούν και να πουληθούν, σε αφύσικα στενά και παμβρώμικα περιβάλλντα χωρίς ερεθίσματα. Από την άλλη, πολλά άλλα ζώα με συνείδηση τρέφονται μ’άλλα εξίσου συνειδητά στη φύση, κι αυτό κάναμε κι εμείς και οι πρόγονοί μας για πάντα. Παρόλα αυτά σ’όλη την ανθρώπινη ιστορία έχουν εμφανιστεί χορτοφαγικά κινήματα, π.χ. πυθαγόριοι, ινδουιστές και αυτό ίσως έχει να μας διδάξει κάτι. Το ιδανικό που προτείνω εγώ είναι να χρησιμοποιούμε ως κύρια πηγή πρωτεΐνης εκτός από φυτικές πηγές τα μαλάκια και παρόμοια ασπόνδυλα, όχι μόνο για ηηθικούς λόγους, με τους οποίους μπορεί πολλοί να διαφωνούν, αλλά και για λόγους υγείας, και της δικής μας και του περιβάλλοντος.
    Εδώ
    είχα πει για τη νοημοσύνη των προβάτων. Αν και θεωρούνται από τον κόσμο τον πολύ ζώα μηδενικής νοημοσύνης, μελέτες δεν επιβεβαιώνουν αυτήν την αντιληψη. Ωστόσο οι χοίροι παραμένουν τα πιο έξυπνα από τα ζώα που τρώμε. Στην πραγματικότητα αν εξημερωθούν σωστά μπορούν να μάθουν πολλά πράγματα σαν ένας σκύλος, ώστε πολλοί
    να τα έχουν ως κατοικίδια.
    Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά τι διαφορά έχει στην πραγματικότητα ένα γουρούνι από ένα μεγάλο σςκυλί; Η διαφορά είναι αυθαίρετη και βασίζεται σε πολιτιστικές μας προκαταλήψεις.

    Θα δημοσιεύσω κι άλλα σχετικά θέματα στο μέλλον.

    Η έκδοση του βιβλίου
    «Η κωδωνωτή καμπύλη»
    («The bell curve») από τους Hernstein και Muray το 1994, για τις διαφορές του μέσου όρου του δείκτη νοημοσύνης μεταξύ διάφορων κοινωνικών ομάδων στις Η.Π.Α., πυροδότησε και πάλι μια σφοδρή παλιά διαμάχη μεταξύ επιστημόνων και μη για το θέμα της γονιδιακής συνεισφοράς στη νοημοσύνη, της σχέσης της φυλής και νοημοσύνης, καθώς και το σημαντικότερο, αν δηλαδή θά’πρεπε κάποιες κοινωνικές πολιτικές ν’αλλάξουν μ’αυτά τα ευρήματα, ώστε το 1995 να εκδοθεί από εκλεγμένη ομάδα της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης μία αναφορά με σκοπό να προσπαθήσει να δώσει μια όσο το δυνατόν ουδέτερη άποψη για τα έως τώρα γνωστά, ελλειπώς κατανοημένα, και άγνωστα όσον αφορά το θέμα της νοημοσύνης. Χθες διάβασα αυτό ακριβώς το άρθρο, κι έχω ν’αναφέρω ό,τι νέο έμαθα, καθώς και να κάνω τους σχολιασμούς μου και τις παρατηρήσεις μου. Το κείμενο είναι σε pdf
    εδώ.

    Γενικά, το περιεχόμενο του άρθρου δεν απέχει και πολύ από την «Κωδωνωτή Καμπύλη», αν κι έχει μετριοπαθέστερο τόνο, τονίζοντας περισσότερο τα ελλειπώς γνωστά στοιχεία. Αρχικά θέτει το πρόβλημα του ορισμού της νοημοσύνης, και των διάφορων μορφών που μπορεί να έχει τα οποία έχουν προταθεί κατά καιρούς. Για παράδειγμα ο Spearman το 1927 πρότεινε την έννοια του γενικού παράγοντα νοημοσύνης, μιας υποτιθέμενης ικανότητας που σχετίζεται στενά μ’όλες τις επιμέρους νοητικές λειτουργίες, και αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τη συνολική νοημοσύνη. Αντίθετα ο Gardner το 1982 πρότεινε την ιδέα των πολλαπλών νοημοσυνών, την ύπαρξη δηλαδή κάθε νοητικής λειτουργίας ως ξεχωριστής μορφής νοημοσύνης. Σήμερα επικρατεί το μοντέλο της γενικής νοημοσύνης, αν και από πολλούς έχει αμφισβητηθεί θεωρούμενο ως στατιστικό λάθος των τεστ. Επίσης στο κείμενο γίνεται λόγος και για στοιχεία που δε μπορούν να μετρήσουν τα κοινά τεστ, όπως η προσωπικότητα, οι κοινωνικές δεξιότητες κ.ά., που εξηγούν κατά μεγάλο βαθμό πέρα απ’τη νοημοσύνη την εξέλιξη του καθενός. Οι συγγραφείς διακρίνουν τρείς βασικές νοημοσύνες: την αναλυτική, τη δημιουργική και την πρακτική. Η αναλυτική είναι αυτή που μετριέται καλύτερα στα παραδοσιακά ψυχομετρικά τεστ, ενώ οι άλλες δεν έχουν εκτιμηθεί εξίσου, και λανθασμένα έχουν θεωρηθεί μικρής αξίας. Επιπλέον εξετάζετε η διαφορετική θεώρηση της νοημοσύνης ανάλογα με τον πολιτισμό, κι ότι αυτό που μετρούν τα τεστ είναι στην πραγματικότητα ικανότητες χρήσιμες για το δυτικό κόσμο, όχι όμως για όλες τις κοινωνίες. Για παράδειγμα οι ιθαγεννείς υπανάπτυκτων περιοχών, αν και μπορεί να βρίσκονται χαμηλότερα κατά τα ψυχομετρικά τεστ, είναι κατά πολύ γρηγορότεροι και ακριβέστεροι σε πρακτικά θέματα και απευθείας υπολογισμούς απ’ό,τι οι δυτικοί, ενώ μετανάστες τέτοιων χωρών στις Η.Π.Α., όταν ρωτήθηκαν για το τι θα χαρακτήριζαν ως εξυπνάδα στα παιδιά τους, έδωσαν περισσότερη αξία στην κοινωνική και πρακτική νοημοσύνη παρά στην ψυχομετρική. Παρόλα αυτά, η ψυχομετρική άποψη της νοημοσύνης έχει μεγάλη ιστορία με σταθερά αποτελέσματα και επιβεβαιωμνεές συνέπειες, οπότε αυτήν πραγματεύεται το κείμενο.

    Στη συνέχεια υπολογίζεται το ποσοστό που νοημοσύνη προβλέπει την εξέλιξη των μαθητών στο σχολείο και αργότερα. Πράγματι ο δείκτης νοημοσύνης αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο για την πρόβλεψη της σταδιοδρομίας ενός ατόμου. Το ποσοστό που η νοημοσύνη συνεισφέρει στην καλή σχολική επίδοση είναι περίπου το 50%. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό, η θέληση, η σκληρή δουλειά και ηη υπομονή μπορούν επίσης να φέρον καλά αποτελέσματα. Η νοημοσύνη επίσης έχει σχετιστεί θετικά με αποφοίτηση απ’το πανεπιστήμιο κι επαγγελματική καταξίωση, ενώ αρνητικά με την εγκληματικότητα των ανηλίκων.

    Στις επόμενες παραγράφους θίγεται ένα πολυ σημαντικό αλλά και νεφελώδες ακόμα θέμα, η συνεισφορά των γονιδίων και του περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της νοημοσύνης, απ’όπου έμαθα πολλά. Οι επιστήμονες μπορούν εύκολα να εξετάσουν αυτούς τους παράγοντες μελετώντας μονοζυγώτες διδύμους είτε αναθρεμμένους μαζί είτε σ’άλλες οικογένειες, ετεροζυγώτες διδύμους είτε μαζι είτε σ’άλλες οικογένειες, μέλη της ίδιας οικογένειας μεταξύ τους, και υιοθετημένα παιδιά με γνωστά η όχι στοιχεία και των δύο οικογενειών, ώστε να έρθουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα. Έχει παρατηρηθεί λοιπόν απ’τα παραπάνω ότι και η γενετική και το περιβάλλον παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της νοημοσύνης, πολύ περισσότερο όμως η γενετική. Για παράδειγμα οι δείκτες νοημοσύνης μονοζυγωτών διδύμουν που ανατρέφονται ξεχωριστά ΕΊΝΑΙ ΌΜΟΙΟΙ ΚΑΤΆ 80%, και τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν διαφορές στη νοημοσύνη από τη θετή τους οικογένεια. Παραδόξως η γενετική συνεισφορά της νοημοσύνης αυξάνεται όσο ένα άτομο μεγαλώνει, ενώ θα περιμέναμε το αντίθετο, η εμπειρία ΔΗΛΑΔΉ που αποκτά κάποιος όσο μεγαλώνει ν’επηρεάζει τη νοημοσύνη πολύ περισσότερο. Έτσι το ποσοστό της νοημοσύνης που μπορεί ν’αποδοθει στα γονίδια στην παιδική ηλικία υπολογίζεται στο 45%, ενώ στην εφηβική και την ενηλικίωση στο 75% κατά τις περισσότερες μελέτες. Στα παιδιά σημαντικό ρόλο παίζουν τα κοινά περιβάλλοντα, στοιχεία δηλαδή που μοιράζονται παιδιά της ίδιας συνήθως οικογένειας, ενώ στην εφηβία και την ενηλικίωση ο ρόλος τους σεδόν μηδενίζεται. Ο λόγος για τον οποίον το ποσοστό κληρονομισιμότητας τηςβ νοημοσύνης αυξάνεται κατά την ενηλικίωση δεν είναι γνωστός, αλλ’ίσως το άτομο επιλέγει περι΄βαλλοντα που ταιριάζουν με τις γονιδιακές του ροπές.

    Δε σημαίνει όμως ότι ένα κληρνομήσιμο χαρακτηριστικό δε μπορεί ν’αλλάξει κιόλας. Στην πραγματικότητα, κανένα γονιδιακό χαρακτηριστικό δε μπορεί να διαμορφωθεί χωρίς περιβάλλον. Ως παραδείγματα ΕΠΙΡΟΏΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝΤΟς δίνει το ύψος, το οποίο, αν και κατά μεγάλο ποσοστό κληρονομήσιμο, έχει αυξηθεί στις ανεπτυγμένες χώρες, έχοντας όμως ακόμα τις διαφορές ανάμεσα στα άτομα, δηλ. οι ψηλοί γίνονται ψηλότεροι καιοι κοντοί ψηλότεροι. Ενδιαφέρον επίσης παράδειγμα είναι το μέγεθος του λεξιλογίου, το οποίο θεωρείται ότι κληρονομείται κατά μεγάλο βαθμό, αν και κάθε λέξη που γνωρίζουμε την έχουμε μάθει. Ομοίως θα γίνεται και με τη νοημοσύνη, και πράγματι έχει παρατηρηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο, το επονομαζόμενο φαινόμενο του Flynn, μια αυξητική τάση της νοημοσύνης σε πολλά μέρη του κόσμου από τότε που η μέτρησή της ξεκίνησε συστηματικά, που καθιστά αναγκαία την ανανέωση των ψυχομετρικών τεστ. Πολλοί επιστήμονες αποδίδουν το φαινόμενο στα πολυπλοκότερα σύγχρονα περιβάλλοντα και το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων στην εκπαίδευση και τη μεγαλύτερη διάρκεια αυτής, ενώ άλλοι δεν το θεωρούν ως πραγματική αύξηση του γενικού παράγοντα ευφυίας, απλώς επιμέρους λειτουργιών. Το σχολείο ωστόσο, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, παίζει καθοριστικό ρόλο στην αύξηση τηςβνοημοσύνης, όχι μόνο με τις νέες πληροφορίες που ΤΡΟΦΟΔΟΤΕΊ τους μαθητές, αλλά και με τις δεξιότητες που τους καλλιεργεί. Εντούτοις τα περιβαλλοντικά στοιχεία με θετική επίδραση στη νοημοσύνη δεν είναι ακόμα πλήρως γνωστά.

    Εξετάζονται επίσης οι επιβεβαιωμένες αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στη νοημοσύνη, όπως χρόνιος υποσιτισμός στην παιδική ηλικία, περιβάλλοντικές τοξίνες όπως π.χ. μόλυβδος ή αλκοόλ κατά την κύηση, κ.ά. Τα υπερβολικά αντίξοα οικογενειακά περιβάλλοντα ίσως επίσης επιδρούν αρνητικά στην πνευματική ανάπτυξη του ατόμου.

    Παρόλο που η νοημοσύνη μπορεί, έως ένα βαθμό, να επηρεαστει από το περιβάλλον, δε μπορεί να καλλιεργηθεί τόσο αποτελεσματικά όπως άλλες ικανότητες. Παιδιά με νοητικό πρόβλημα που έλαβαν επιπλέον εκπαίδευση πριντο σχολείο στις Η.Π.Α. έχαναν σταδιακά τις νεοαποκτηθήσες ικανότητές τους μετά το πέρας των μαθημάτων, αν και είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να φτάσουν ως το γυμνάσιο από άλλα που δεν έκαναν τα μαθήματα. Πειραματικές εντατικότερες μορφές εκπαίδευσης ίσως όμως επιφέρουν μονιμότερα αποτελέσματα.

    Επίσης σ’αυτό το κεφάλαιο διασαφινίζεται και ο τρόπος μέτρησηςτηςνοομοσύνης τα παιδιά. Η νοημοσύνη συγκρίνετε σε σχέση μ’άλλα παιδιά της ηλικίας του εξεταζόμενου, κι όχι με βάση τον κανονικό μέσο όρο. Ο μέσος όρος νοημοσύνης κατά την παιδική ηλικια σχετίζεται αρκετά μ’αυτόν κατά την ενηλικίωση. Επίσης έμαθα και κάτι άλλο ενδιαφέρον, ότι γίνονται προσπάθειες για εκτίμηση των νοητικών ικανοτήτων ακόμα και των βρεφών. Απ’όσα πειραματικά τεστ με σχήματα έχουν γίνει, η γρηγορότερη απομνημόνευση κι αναγνώριση σχετίζεται με υψηλότερη νοημοσύνη αργότερα. |Ωστόσο η σχέση νοητικής ταχύτητας και νοημοσύνης δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί.

    Στη συνέχεια ερχόμαστε στο πιο αμφιλεγόμενο κομμάτι, αυτο που έχει σχέση με τη νοημοσύνη ανά κοινωνική ομάδα. Το κείμενο τονίζει πρωτίστως ότι σε μια ιδανική δημοκρατική κοινωνία αξία έχουν οι ικανότητες του καθενός ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την ομάδα που πιθανόν ανήκει. Έπειτα τίθεται η σχετική έλλειψη μελετών για τις διαφορές ως το δήθεν πρόβλημα, μολονότι ξέρουμε ότι οι μελέτες που έγιναν σ’αυτόν το χώρο είναι περισσότερες από επαρκείς. Στη συνέχεια εξετάζει τα αποτελέσματα από κάθε ομάδα ξεχωριστά.

    Όσον αφορά τους άντρες και τις γυναίκες, δενέχουν βρεθεί σημαντικές διαφορές, εκτός από κάτι σταθερό. Οι άντρες τείνουν να είναι καλύτεροι στη χωρική και μαθηματική νοημοσύνη, ενώ οι γυναίκες στη λεκτική. Τείνουν αλλά δε σημαίνει ότι είναι καθολικος νόμος. Εγώ για παράδειγμα τα πάω καλύτερα στα θεωρητικά μαθήματα παρά στα θετικά. Επίσης οι άντρες είναι καλύτεροι στην πρακτική σκέψη, στην παρακολούθηση κινούμενων αντικειμένων με το μυαλό τους και στη στόχευση. Έχει, λέω εγώ, αυτό καμία σχέση με το κυνηγετικό τους παρελθόν; Οι πααρατηρούμενες διαφορές έχουν αποδοθεί στην τεστοστερόνη κατά την εμβρυική ανάπτυξη. Για παράδειγμα κορίτσια που έλαβαν παραπάνω τεστοστερόνη κατά την εμβρυική ανάπτυξή τους παρουσιάζαν καλύτερες χωρικές ικανότητες και συνήθιζαν να παίζουν περισσότερο με «αγορίστικα» παιχνίδια. Άντρες επίσης μεγάλης ηλικίας που έπαιρναν συμπληρώματα τεστοστερόνης σε μεγάλη ηλικία έδειξαν βελτίωση στις χωρικές τους ικανότητες.

    Κατά φυλή η νοημοσύνη παρουσιάζει διαφορές, κι αυτό δε μπορούν να το αρνηθούν ούτε οι μετριοπαθείς. Στις Η.Π.Α., ένα πολυεθνικό περιβάλλον με ομοιόμορφο κατάπολύ ομως πολιτισμό, αυτό είναι εύκολο να μελετηθεί. Έτσι οι Ασιάτες παρουσιάζουν γενικά υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης από τους Λευκούς, και οι χώρες της Άπω Ανατολης έχουν από τους υψηλότερους μέσους όρους δείκτών στον κόσμο. Εντούτοις ορισμένες μελέτες τους έχουν τοποθετήσει λίγο ψηλότερα, ίσα ή ακόμα και χαμηλότερα από τους Λευκούς. Δεν είναι τυχαιό όμως ότι μεγάλο ποσοστό ακαδημαϊκών και μεγαλοστελεχών επιχειρήσεων στην Αμερική είνα Ασιάτες.
    Οι Ισπανόφωνοι της Αμερικής, που έχουν διάφορες φυλετικές καταβολές από τη Λατινική Αμερική, βρίσκονται κάπου ανάμεσα στους Λευκούς και τους Μαύρους, οι επιστήμονες όμως θεωρούν πως η διαφορά στη γλώσσα εξηγεί καλύτερα τη μειωμένη τους επίδοση. Οι Ινδιάνοι κι αυτοί προέρχονται από πολλές φυλές και πολιτισμούς, και εμφανίζουν παρόμοιο χαμηλό δείκτη.

    Το θέμα όμως που έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαφωνία είναι οι διαφορές μεταξύ των Λευκών και των Μαύρων. Ο μέσος όρος των Μαύρων τείνει να είναι 15 βαθμούς χαμηλότερος απ’αυτόν των Λευκών. Οι επιστήμονες της αναφοράς όμως μας επισημαίνουν, πριν βιαστούμε ν’αποδώσουμε την τάση αυτήν σε γενετικά αίτια, ότι ακόμα το φαινόμενο δεν έχει μελετηθεί εις βάθος, μολονότι άλλοι επιστήμονες όπως οι συγγραφείς της «Κωδωνωτής Καμπύλης» παρατηρούν αυτήν τη σταθερή διαφορά παρόλο που τα τεστ προσπαθείται να είναι όσο το δυνατό ουδέτερα ως προς πολιτισμό. Η εξήγηση των επιστημόνων της αναφοράς είναι ότι οι Μαύροι, λογω της μακροχρόνιάς τους απομόνωσης και της χαμηλής τους κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, έχουν αναπτύξει ένα σύστημα αξιών που απορρίπτει τις κυρίαρχες αξίες των Λευκών, συμπεριλαμβανομένης και της επιτυχίας στην εκπαίδευση. Από την άλλη πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν το αντίθετο, ότι δηλαδή η χαμηλή κοινωνικοοικονομική θέση των Μαύρων είναι αποτέλεσμα της χαμηλής νοημοσύνης τους. Το θέμα είναι πολύ λεπτό, ιδίως σ’αυτην την πολυπολιτισμική εποχή που ζούμε, και πιθανόν δεν συμφέρει να λυθεί ή, ακόμα κι αν βρεθεί κάτι, πιστεύω ότι δε θ’αναφερθεί ξεκάθαρα δημοσίως για ευνόητους λόγους.

    Το κείμενο κλείνει με τ’αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη νοημοσύνη, όπως ποια γονίδια ευθύνονται πραγματικά, με ποιους τρόπους την επηρεάζει το περιβάλλον, ποιος είναι ο πραγματικος λόγος των διαφορών μεταξύ των ομάδων, κ.ά. Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τα ερωτήματα αυτά θα απαντηθούν στο μέλλον με συστηματική όμως μελέτη.

    Σε γενικές γραμμές οι απόψεις των επιστημόνων του κειμένου δε διαφέρουν και σημαντικά απ’αυτές των συγγραφέων της «Κωδωνωτής Καμπύλης» όπως είπα και στην αρχή, αφού, ανεξάρτητα από τις απόψεις μας και τους ευσεβείς πόθους μας, τα δεδομένα είναι αυτά, πάραυτα τα εξετάζει με πολύ πιο ουδέτερο τόνο από το βιβλίο, χωρίς φυσικά να προτείνει αλλαγή στις κοινωνικές πολιτικές. Δεν έχω διαβάσει ακόμα το βιβλίο για να έχω πλήρη γνώμη, γνωρίζω μονο απ’την περίληψή του, αλλά σκοπεύω να το κάνω στο εγγύς μέλλον. Η αναφορά αυτή είναι πάντως ένα καλό συνοπτικό κείμενο για τα έως τώρα ευρήματα για τη νοημοσύνη, που αναπτύσσει το θέμα σε μεγάλο βάθος και έκταση και είναι κατανοητό απ’όλους.

    Στη
    σελίδα
    απ’όπου άντλησα το περισσότερο υλικό μου για την
    προηγούμενη δημοσίευση,
    για τη σχέση σεξουαλικότητας με το δείκτη νοημοσύνης, βρήκα κι άλλους ενδιαφέροντες συσχετισμούς με το δείκτη.

    Ο χαμηλός δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων. Όταν λέμε χαμηλός δείκτης νοημοσύνης δεν εννοούμε νοητική υστέρηση (κάτω από 70) μαζί με κάποιο σύνδρομο που ενδεχομένως περιλαμβάνει και την καρδιά, αλλά τιμές μέσα στα φυσιολογικά όρια που όμως θεωρούνται χαμηλότερα από το μέσο όρο 100. Εδώ και καιρό είχε παρατηρηθεί ότι άτομα με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης παρουσίαζαν συχνότερα τέτοια προβλήματα, αλλά δεν είχε γίνει καμία μελέτη έως τώρα που να συνέκρινε αυτόν τον παράγοντα μ’άλλους γνωστούς όπως η παχυσαρκία, το κάπνισμα και η υπέρταση. Σε μια μελέτη του 2010 χρηματοδοτούμενη από το Ιατρικό Συμβούλιο της Βρετανίας συγκρίνεται ο χαμηλός δείκτης μ’άλλους γνωστούς παράγοντες και βρίσκεται ότι ο χαμηλός δείκτης σχετίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα καρδιαγγειακών νόσων και θνησιμότητα, δεύτερος μόνο κατά σειρά παράγοντας κινδύνου μετά το κάπνισμα. Σύμφωνα με τις στατιστικές τους, οι επιστήμονες κατέληξαν στη κατάταξη σε σειρά των κυριότερο παραγότων κινδύνου με βάση τη σοβαρότητά τους, με πρώτο το κάπνισμα, δεύτερο το χαμηλό δείκτη νοημοσύνης, τρίτο το χαμηλό εισόδημα, τέταρτη την υψηλή συστολική πίεση, και πέμπτη τη χαμηλή φυσική δραστηριότητα. Οι ερευνητές εξηγούν το φαινόμενο θεωρώντας ότι τ’άτομα χαμηλης νοημοσύνης τείνουν να αμελούν περισσότερο για την υγεία τους, κι έτσι γίνονται επιρρεπέστεροι στα καρδιαγγειακά νοσήματα.

    Παρακάτω ο κάτοχος του ιστολογίου παραθέτει μια ακόμα απίστευτα έξυπνη επιστημονική μελέτη που αναζητούσε σύνδεση της θερμιδικής κατανάλωσης με το δείκτη νοημοσύνης. Οι επιστήμονες έκαναν το εξής!: Υπολόγισαν τα δεδομένα συναλλαγών εστιατορίων αλυσίδων στις Η.Π.Α., τα οποία ανέγραφαν στα προΪόντα τους τη θερμιδική τους αξία, με τα δημογραφικά του πληθυσμού που έκναε τις συναλλαγές. Επειδή οι συναλλαγές ήταν ανώνυμες, οι επιστήμονες κατέφυγαν σε πλάγιους τρόπους προσέγγισης της πραγματικής κατάστασης. Γνωρίζοντας την τοποθεσία κάθε εστιατορίου της μελέτης και μιας γενικής δημογραφίας της κάθε περιοχής, συνέκριναν τις προτιμήσεις των καταναλωτών, και βρήκαν ότι οι μείωση της θερμιδικής αξίας των παραγγελιών ήταν μεγαλύτερη σε περιοχές με δημογραφικά υψηλότερου εισοδήματος και υψηλότερης εκπαίδευσης, δηλαδή περισσότερων αποφοίτων πανεπιστημίου.

    Ενδιαφέρον;

    Χθες και προχθές έψαχνα γι’αυτό το θέμα. Γενικά ψάχνω για τα διάφορα χαρακτηριστικά που ροσδίδει ο δείκτης νοημοσύνης στον άνθρωπο, και τη σχέση τους με την εξέλιξη του καθενός. Ο δείκτης νοημοσύνης είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό μας, κι αυτός κρίνει σχεδόν τα πάντα στη ζωή μας. Ο δείκτης νοημοσύνης προβλέπει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την επιτυχία μας, τις αντιδράσεις μας, τη συμπεριφορά μας, το χαρακτήρα μας, όλη την πορεία της ζωής μας.

    Έτσι έψαξα λοιπόν αν ο δείκτης νοημοσύνης έχει κάποια σχέση με τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική συμπεριφορά ενός ατόμου, έχοντας όμως από πριν την ιδέα ότι άτομα με χαμηλότερο δείκτη συνευρίσκονται συχνότερα και θεωρούν αυτοσκοπό της ζωής τους τις σωματικές ηδονές.

    Η περιέργεια αυτή προήλθε από προηγούμενες αναζητήσεις που έκανα παραπροχθές για την εξέλιξη και εγκεφαλική βάση του ερωτικού συναισθήματος. Για να έχει βιολογική βάση αυτό, σκέφτηκα, πολύ περισσότερο θά’χει η σεξουαλική συμπεριφορά, κι αν τα ένστικτά μας καταπιέζονται από το λογικό του μυαλού μας, λογικά οι πιο έξυπνοι δε θά’χουν τόσο ανάγκη τη συνουσία. Επίσης κάτι άλλο που με ώθησε να ψάξω αυτό το πράγμα ήταν αναζητήσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό της
    ασεξουαλικότητας,
    κατάστασης στην οποία ένας άνθρωπος δε νιώθει σεξουαλική έλξη προς κανέναν, και σκέφτηκα ότι ίσως αυτοί οι άνθρωποι έχουν διαφορετικη ή υψηλότερη νοημοσύνη από το γενικό πληθυσμό.

    Όμως δε βρήκα πολλά. Τα περισσότερα ήταν προσωπικές απόψεις του τύπου ότι ότι άνθρωποι με χαμηλότερο δείκτη κάνουν συχνότερα σεξ, αλλ’όχι πολλές επιστημονικές μελέτες.
    Από απόψεις αξιόλογο είναι μια
    συζήτηση στο φόρουμ
    των cerebrals (εγκεφαλικών), μια ομάδα υποτίθεται πνευματικών ανθρώπων. Από εκεί πολλοί θεωρούσαν ότι άτομα με υψηλότερη νοημοσύνη δεν έχουν και τόσο ανάγκη το σεξ και μπορούν να κατευθούνουν τη λίμπιντό τους προς κάτι καλύτερο και δημιουργικότερο, μολονότι δεν είχαν όλοι την ίδια άποψη.

    Παρά τη σχετική έλλειψη επιστημονικών μελετών για το θέμα σεξουαλικότητας και νοημοσύνης, είναι τουλάχιστον επαρκώς επιβεβαιωμένη η σχέση γεννητικότητας και νοημοσύνης.
    Έχει βρεθει ότι άνθρωποι με λιγότερα παιδιά τείνουν νά’χουν υψηλότερη νοημοσύνη απ’αυτούς με περισσότερα. Ο λόγος ίσως είναι ότι οι εξυπνότεροι προτιμούν να κάνουν λιγότερα και να τα παρέχουν περισσότερα για την καλή ανατροφή κι επιτυχία τους, ενώ οι λιγότερο έξυπνοι δεν έχουν τέτοιο ενδιαφέρον και τ’αφήνουν περισσότερο ή λιγότερο να μεγαλώνουν μόνα τους, στο δρόμο. Μπορείτε μάλιστα να συγκρίνετε τους κατοίκους ανεπτυγμένων χωρών με τους τσιγγάνους, τους αφρικανούς και λοι πές υπανάπτυκτες εθνότητες για να δείτε τη διαφορά. Οι μεν κάνουν λίγα παιδιά τα οποία προσέχουν ως κόρην οφθαλμού, τα παίρνουν πολύπλοκα παιχνίδια, τα στέλνουν στο σχολείο και φροντίζουν την εκπαίδευσή τους και πολλά εξ αυτών περνούν στο πανεπιστήμιο, οι δε κάνουν πάρα πολλά, εκ των οποίων αρκετά πεθαίνουν νωρίς, και τα υπόλοιπα ωριμάζουν πολύ γρήγορα, ζουν σ’ένα σκληρό κι ασταθές περιβάλλον χωρίς σχεδόν καθόλου στήριξη, και στόχος τους είναι να παντρευτούν νωρίς για να κάνουν κανένα παιδί πριν πεθάνουν από κάτι και μείνουν άτεκνοι. Επιπλέον οι λιγότερο ευφυείς ίσως αγνοούν ή δεν εφαρμόζουν σωστά την αντισύλληψη ώστε να προστατευθούν. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις στα παραπάνω, και θα πρέπει νά’χουμε κατά νου ότι στις ανεπτυγμένες χώρες παλαιότερα τα πράγματα ήταν κάπως έτσι, και περισσότερο στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, τα οποία όμως αναπτύχθηκαν. Και δε θα πρέπει να υποτιμούμε τη συμβολή του περιβάλλοντος στη νοημοσύνη. Ένας τσιγκάνος για παράδειγμα, ακόμα κι αν έχει πολύ μυαλό, μπορεί να μην έχει τα κίνητρα να ξεφύγει απ’το άθλιο περιβάλλον του, αφού ίσως δε θα ελπίζει σε κάτι καλύτερο, αν και πιστεύω ότι κάποιος έξυπνος με θέληση μπορεί τελικά να καταφέρει αυτό που θέλει, και αυτό τό’χει αποδειξει πολλάκις η ιστορία, π.χ. Ισαάκ Νεύτων, Φαραντέι, Τόμας Έντισον.

    Τέλος της παρενθέσεως. Όσον αφορά το θέμα της σεξουαλικότητας, έχω βρει όπως είπα ελάχιστες στατιστικές χωρίς μεγάλη πληθυσμιακή αντιπροσωπευτικότητα. Για τη νοημοσύνη των ασεξουαλικών δε βρήκα απολύτως τίποτα. Οι μελέτες εντούτοις που βρήκα είναι ενδιαφέρουσες και οπωσδήποτε άξιες αναφοράς.

    Τις βρήκα μαζεμένες
    σ’ένα άρθρο ιστολογίου
    ενός μάλλον Άραβα (Ραζίμπ ονομάζεται) προφανώς δεινού ψαχτήρα, ίσως κι επιστήμονα, που έχει αναλύσει τα πάντα σχετικά μ’αυτό το θέμα. ΄Δε θα επιχειρήσω μετάφραση του τεράστιου άρθρου, οφείλω όμως να μεταφέρω επακριβώς τους αριθμούς των στατιστικών δεδομένων, και συνοπτικά θ’αναφέρω όλα τα ενδιαφέροντα, κι αν κάποιος θέλει να τα δει ο ίδιος, μπορει ν’ανατρέξει από το άρθρο στους ανάλογους συνδέσμους για να βρει τις μελέτες, τους στατιστικούς πίνακες κλπ. Θα το πάρω με σχεδόν γραμμική σειρά.

    Αρχικά μας παραθέτει μια ενδιαφέρουσα μελέτη του 2000, στην οποία μελετήθηκαν Αμερικανοί έφηβοι έως τη μεγάλη δωδέκατη τάξη, το ανάλογο δικό μας της τρίτης του λυκείου, όπου διαπιστώθηκε ότι οι νέοι με υψηλή νοημοσύνη (πάνω από 110) κι αυτοί με πολύ χαμηλή (κάτω από 70) έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μην έχουν κάνει σεξ απ’αυτούς στη μέση. Για τους κάτω από 70, αυτό μου φαίνεται λογικότατο. Επίσης μια άλλη μελέτη του 2001 έδειξε ακριβώς το ίδιο πράγμα, κι ακόμα πέρα από το σεξ βρήκε το ίδιο για προσεξουαλικές συμπεριφορές, π.χ. πιάσιμο χεριών ή φίλημα. Η περιοχή με τους λιγότερο πιθανόν να μην έχουν κάνει σεξ ήταν από 75 έως 90, το μέρος εκείνο της διαβάθμισης στο οποίο παρατηρείται επίσης έξαρση στην εγκληματικότητα. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, παρατηρήθηκε ότι η αύξηση του δείκτη νοημοσύνης πάνω από 110 κατά
    ένα βαθμο αύξανε την πιθανότητα κατά 2,5% για τ’αγόρια και 1,5% για τα κορίτσια να μην έχουν κάνει σεξ.

    Άλλη μελέτη του 2001 του περιοδικού Counterpoint των κολεγίων MIT και WELSLY δείχνει ότι η τάση αυτή συνεχίζεται και στην πρώιμη ενηλικίωση στο πανεπιστήμιο. Στην ηλικία περίπου των 19, το 80% των Αμερικανών ανδρών και το 75% των γυναικών έχουν κάνει σεξ, ενώ το 80% των πανεπιστημιακών μαθητών έχουν κάνει. Τα ποσοστά αυτά όμως αλλάζουν σε υψηλότερα πανεπιστήμια, κι έτσι στο Πρίνστον το 56% των φοιτητών έχουν κάνει, στο Χάρβαρντ το 59% και στο ΜΙΤ μόλις το 51%. Η συγκεκριμένη έρευνα όμως δε σταμάτησε σ’αυτές τις γενικές εκτιμήσεις, αλλά ανέλυσε και τα ποσοστά ανάλογα με τον κλάδο των φοιτητών. Στο Ουελσλυ το ποσοστό των φοιτητών καλλιτεχνικών σχολών που δεν είχαν συνουσιαστεί ήταν το 0% (όλοι τους είχαν κάνει σεξ), ενώ στο τμήμα βιολογίας ήταν 72%, και στη βιοχημεία και τα μαθηματικά το 83%. Στο ΜΙΤ το 20% των ανθρωπιστικών επιστημών, ενώ στη βιολογία το 73%. Μια παρόμοια μεγαλύτερη μελέτη βρήκε τα ίδια, ότι δηλαδή στις σχολές με μεγαλύτερη ανάγκη καταβολής νοητικών δυνάμεων τα ποσοστά των φοιτητών που είχαν συνουσιαστεί ήταν χαμηλότερα, με απόκλιση μόνο 0,60 από την έρευνα για τους φοιτητές του Ουέλσλυ.

    Παρακάτω ο συγγραφέας συνεχίζει προτείνοντας διάφορες πιθανές ερμηνείες για το φαινόμενο, και ακόμα παρακάτω δίνει μελέτες που υποστηρίζουν ή διαψεύδουν τις υποθέσεις του. Ο ένας λόγος είναι ότι οι εξυπνότεροι προτιμούν να το αναβάλουν γι’αργότερα, που θα έχουν πετύχει, διότι προτιμούν να ξοδεύουν το χρόνο τους στις ασχολίες τους παρά κάνοντας σεξ ή ψάχνοντας ή διατηρώντας μια σχέση. Και ως παράδειγμα μας δίνει τα λόγια του Τζέιμς Γουάτσον, ενός από τους δύο που ανακάλυψαν του dna, ο οποίος έλεγε ότι αν παντρευοταν νωρίς, ίσως δε θα είχε το χρόνο να κάνει τη σπουδαιότατή του ανακάλυψη. Αυτό ίσως ταιριάζει με την υποτιθέμενη ρήση του Aldus Huxley ότι διανοούμενος είναι κάποιος που έχει βρει κάτι πιο ενδιαφέρον από το σεξ.
    άλλος πιθανός λόγος είναι ότι οι εξυπνότεροι έχουν μεγαλύτερη αίσθηση του κινδύνου, αποφεύγοντας το σεξ για να αποτρέψουν πιθανές πρώιμες εγκυμοσύνες ή τη μετάδοση σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων. Ένας άλλος πιθανός λόγος είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί υποστηρίζουν εντονότερα θρησκευτικές ή ηθικές αξίες, και περιμένουν το γάμο παρά ψάχνουν συντρόφους από πριν. Ένας ακόμα λόγος ειναι ότι δυσκολεύονται να βρουν συντρόφους, τουλάχιστον οι άντρες, επειδή θεωρούνται λιγότερο ελκυστικοί ή ανεπιθύμητοι, και τέλος ίσως επειδή έχουν χαμηλότερη σεξουαλική ορμή.

    Παρακάτω ο αρθρογράφος ψάχνει τις διάφορες μελέτες κι ερμηνείες, με πολλά στοιχεία από το ιστολόγιο
    μισό σίγμα,
    (Half Sigma) το οποίο ασχολείται με παρόμοια θέματα και ίσως το έχει σχετικός ερευνητής.

    Βρέθηκε λοιπόν ότι αυτό το φαινόμενο συνεχίζεται και στην ενηλικίωση, κι ότι οι εξυπνότεροι τείνουν νά’χουν λιγότερους προγαμιαίους συντρόφους. Αν κι αυτό ταιριάζει με την ιδέα ότι οι εξυπνότεροι είναι πιο θρήσκοι ή «ηθικοί», δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αφού η θρησκευτικότητα συσχετίζεται με χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης σε διάφορες μελέτες, που γι’αυτό θα αναφέρω παρακάτω. Επίσης αναφέρεται στην ίδια δημοσίευση του Μισού Σίγμα ότι οι εξυπνότεροι έτειναν λιγότερο να θεωρούν το προγαμιαίο σεξ «ανήθικο», πράγμα που ταιριάζει με τα ευρήματα ότι ο υψηλότερος δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται με το φιλελευθερισμό και παρόμοιες ανοιχτές ιδέες (θα παραθέσω σχετικά στο τέλος).

    Επίσης η ίδια δημοσίευση του Μισού Σίγμα έδειξε ότι η υψηλότερη νοημοσύνη συσχετίζεται και με λιγότερο σεξ μέσα στο γάμο για την ίδια ηλικιακή ομάδα. Αυτό ίσως εξηγείται λόγω της μεγαλύτερης αίσθησης των εξυπνότερων γαι τον κίνδυνο της εγκυμοσύνης, αλλά η χαμηλότερη λιμπιντο ίσως το εξηγεί καλύτερα. Το τελευταίο υποστηρίζεται από εύρημα του Counterpoint ότι παρόλο που το 95% των Αμερικανώνα αντρών και το 70% των γυναικών αυνανίζεται, μόνο το αντιστοιχο 68% και 20% αυνανίζεται στο ΜΙΤ.

    Η ιδέα επίσης ότι τ’άτομα υψηλής νοημοσύνης δεν έχουν χρόνο ν’ασχοληθού νε το άλλο φύλο ίσως δεν ευσταθεί, επειδή μελέτη έχει δείξει ότοι τα άτομα αυτά περνούν μεγαλύτερο χρόνο με τους φίλους τους και δεν μένουν συνέχεια απομονωμένοι, όπως πιστεύεται κοινώς.

    Αλλά ούτε η χαμηλότερη λίμπιντο ούτε και το άγχος για τις επιπτώσεις της συνουσίας δεν εξηγεί το θέμα λεπαρκώς. Το Μισό Σίγμα έδειξε επίσης σύμφωνα με τη μεγάλη κοινωνική μελέτη΄, ότι άντρες με υψηλη νοημοσύνη πάνω από 120 ήταν πιθανότερο να επισκεφθούν μια πόρνη. Αυτό αντιβαίνει στην ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι υπερβολικά προσεκτικοί, αλλά μάλλον μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δε μπορούν να βρουν τόσο εύκολα σύντροφο. Σε μια εργασία που μας παραθέτει από κάτω, αναφέρεται η παρατήρηση ότι οι εξυπνότεροι τείνουν νά’ναι λιγότερο γυμνασμένοι, κι ότι οι λιγότερο γυμνασμένοι άντρες και γυναίκες έχουν λιγότερους συντρόφους. Από την άλλη οι περισσότερο γυμνασμένοι έχουν περισσότερους, αφού θεωρούνται αρενωπότεροι και άρα ελκυστικότεροι στις γυναίκες, και η πιθανότητα να επισκεφθούν πόρνη είναι μικρότερη.

    Και με την τελευταία διαπίστωση ο συγγραφέας μας καταλήγει σ’ένα συμπέρασμα, το οποίο στηρίζει με δύο μελέτες. Λέει ότι η ορμόνη υπεύθυνη για τη σεξουαλική ορμή και τον αρενωπό σωματότυπο είναι η τεστοστερόνη, και σύμφωνα με δύο μελέτες η ορμόνη αυτή επίσης κατεβάζει το δείκτη νοημοσύνης. Η μία μελέτη βρήκε ότι το επίπεδο τεστοστερόνης στο σάλιο εφήβων με δείκτη νοημοσύνης κάτω από 70 και πάνω από 130 είναι χαμηλότερος, ενώ η άλλη ότι ένα γονίδιο που είναι υπεύθυνο για την ευαισθησία στα ανδρογόνα και υψηλούς δείκτες σπέρματος ίσως επηρεάζει αρνητικά τη νοημοσύνη.

    Η αξιοπιστία ωστόσο των παραπάνω διαπιστώσεων μου φαίνεται αμφίβολη. Εάν το πρόβλημα το προκαλούσε η τεστοστερόνη, τότε οι γυναίκες, που έχουν εκ φύσεως χαμηλότερα ποσοστά απ’τους άντρες, θά’πρεπε να ήταν κατά πολύ εξυπνότερες, παρόλα αυτά δεν είναι. Οι σχετικές έρευνες που προσπάθησαν να κάνουν σύγκριση μεταξύ των
    νοητικών ικανοτήτων ανδρών και γυναικών
    δεν εντόπισαν σημαντικές διαφορές, αν και κάποια ευρήματα παραμένουν σχετικά σταθερά. Οι γυναίκες τείνουν να τα πάνε καλύτερα στις λεκτικές ικανότητες, ενώ οι άντρες στις χωρικές και μαθηματικές. Επίσης βρέθηκε ότι ήταν πολύ πιθανότρο για τους άντρες να βρίσκονται είτε στο υψηλότρο είτε στο χαμηλότερο όριο της κλίμακας, παρά για τις γυναίκες. Επιπλέον η έλλειψη τεστοστερόνης στους άντρες αποδεδειγμένα προκαλεί διάφορα προβλήματα. Αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή η τεστοστερόνη επηρεάζει αρνητικά τη νοημοσύνη, είναι πολύ βιαστικό και θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνουν συστηματικές έρευνες σε άτομα και πειραματόζωα για να μπορέσουμε να πούμε ότι φτάσαμε σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα γι’αυτό.

    Δεν ξέχασα όμως ν’αναφέρω τους συσχετισμούς μεταξύ
    θρησκευτικότητας και ιδεολογίας με τη νοημοσύνη,
    για τα οποία υποσχέθηκα παραπάνω. Έχουν γίνει καποιες ενδιαφέρουσες μελέτες και πάνω σ’αυτό το θέμα. Αξιοσημείωτη είναι η μελέτη του Δανού Helmuth Nyborg το 2008, ο οποίος εξέταση τη σχέση νοημοσύνης με το θρήσκευμα και το εισόδημα. Τ’αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Intelligence, έδειξαν ότι οι άθεοι βρίσκονται κατά 1,95 βαθμούς της κλίμακας της μέτρησης της νοημοσύνης ψηλότερα από τους αγνωστικιστές, 3,82 βαθμούς από τους φιλελεύθερους πιστούς, και 5,89 από τους δογματικούς πιστούς. Ο ίδιος ερευνητής σύντομα έκανε μια ακόμα μελέτη μαζί με το Richard Lynn που συνέκρινε το ποσοστο πιστών σε κάθε χώρα με το μέσο όρο νοημοσύνης της. Πράγματι, τα κράτη με υψηλότερο μέσο όρο νοημοσύνης, π.χ. η Σουηδία, η Δανία, η Ιαπωνία, η Αυστραλία είχαν μεγάλο ποσοστό αθέων. Επίσης μπορείτε να παρατηρήσετε εύκολα ότι τα παραπάνω κράτη κι άλλα παρόμοια είναι τα πλέον ανεπτυγμένα του κόσμου, κι αυτό θα πρέπει να μας θέτει αμφιβολίες για το μέσο όρο νοημοσύνης της Ελλάδας.

    Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί γι’αυτό το φαινόμενο, για τον αντιστρόφως ανάλογο συσχετισμό δηλαδή της νοημοσύνης με τη θρησκευτικότητα, κι από τους κοινότερα αποδεκτούς είναι ότι γενικότερα οι εξυπνότεροι αμφισβητούν περισσότερο τα παραδεδομένα κι αναζητούν, ενώ οι λιγότερο ευφυείς δέχονται ευκολότερα έτοιμες λύσεις για τ’αναπάντητα ερωτήματα της ζωής. Το μορφωτικό επίπεδο ίσως επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στη θρησκευτικότητα ενός ατόμου, και η υψηλή νοημοσύνη σχετίζεται με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, όχι όμως όλες τις φορές, εάν π.χ. ένας πολύ έξυπνος λόγω προβληματικού περιβάλλοντος δεν καταφέρει να τελειώσει τη βασική ή καθόλου εκπαίδευση.

    Ενδιαφέρουσα είναι τέλος η πρόσφατη έρευνα του Ιάπωνα Satoshi Kanazawa, δημοσιευμένη στο περιοδικό Social Psychology Quarterly το Μάρτιο του 2010, στην οποία βρέθηκε ότι οι φιλελεύθερες απόψεις και ο αθεϊσμός σχετίζονται με υψηλότερη νοημοσύνη. Η θεωρία του Kanazawa γι’αυτο είαι ότι οι εξυπνότεροι υιοθετούν ευκολότερα καινοτόμες απόψεις και ιδέες αμφισβητώντας τις παλαιές και παραδοσιακές. Στην ίδια μελέτη βρέθηκε ακόμα ότι η υψηλότερη νοημοσύνη σχετίζεται με αποκλειστικότητα στη σχέση στους άντρες, που ίσως προτείενι ο Kanazawa είναι κι αυτό μια νέα ανθρώπινη κατάσταση που υιοθέτησαν περισσότερο οι εξυπνότεροι, αφού οι άντρες ιστορικά συνήθιζαν νά’χουν πάνω από μια γυναίκες. Αυτό ίσως εξηγεί και το εύρημα παραπάνω, ότι δηλαδή οι ευφυέστεροι τείνουν νά’χουν λιγότερους ερωτικούς συντρόφους.
    Πιθανόν όμως οι άντρες το κάνουν αυτό με τον υποσυνείδητο σκοπό να ισχυροποιήσουν τη σχέση τους ώστε να καταφέρουν να περάσουν τα καλά γονίδιά τους στην επόμενη γενιά κι επίσης να βρίσκονται εκεί για να στηρίξουν τους απογόνους τους, με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν το δρόμο των γονέων τους. Στις γυναίκες ωστόσο δεν εντοπίστηκε παρόμοιο φαινόμενο.
    Ίσως όμως απλά οι εξυπνότεροι άντρες τείνουν να διστάζουν περισσότερο να παραδεχτούν τις απιστείες τους ακόμα και σε ανώνυμα ερωτηματολόγια.

    Ο
    Satoshi Kanazawa
    είναι Ιάπωνας επιστήμονας κάτοικος της Βρετανίας με ειδίκευση στην εξελικτική ψυχολογία και στη νοημοσύνη. Σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, αλλ’εξαιτίας των μελετών του έγινε επίτιμος ερευνητής στο ψυχολογικό τμήμα του ίδιου πανεπηστιμίου. Περισσότερο γνωστός έγινε για τις ψυχομετρικές και στατιστικές του μελέτες. Πέρα απ’τα παραπάνω έχει συσχετίσει τη νοημοσύνη με νυχτερινή δραστηριότητα, ελκυστικότητα κ.ά. Η συσχέτιση όμως της νοημοσύνης με ελκυστικότητα δεν υποστηρίζεται στα παραπάνω ευρήματα του Μισού Σίγμα, γι’αυτό και θα πρέπει να γίνουν περισσότερες κι εντατικότερες μελέτες πάνω σ’αυτόά τα θέματα. έτοιες μελέτες όμως δε γίνονται, πιστεύω γιατί η νοημοσύνη είναι ένα πολύ λεπτό θέμα που τ’αποτελέσματα της έρευνάς του θα ενοχλούσαν πολλούς σήμερα για ευνόητους λόγους. Ο ίδιος ο Kanazawa μισεί τη λεγόμενη πολιτική ορθότητα (political correctness) την εναρμόνιση δηλαδή της συμπεριφοράς μας ώστε να μην προσβάλουμε κανέναν ή καμί κοινωνική ομάδα. Στην
    προσωπική του ιστοσελίδα
    γράφει καθαρά ότι τον ενδιαφέρει πάνω απ’όλα η αλήθεια, όχι η προσπάθεια να μην προσβάλλει κάποιον. Κάποιες απ’τις μελέτες του θεωρήθηκαν ρατσιστικού η σεξιστικού περιεχομένου κι εξαίτίας αυτού έχει πάρει ποινές για τη δημοσίευσή τους, ωστόσο ο τρόπος θεώρησης μας γι’αυτά τα πράγματα θα πρέπει ν’αλλάξει, να γίνει πιο επιστημονική και λιγότερο συναισθηματική. Έχει γράψει μερικά καλά βιβλία, τα οποία θα ψάξω για να κατεβάσω.

    Η αρχική διαισθητική μου άποψη ότι οι άνθρωποι με χαμηλότερη νοημοσύνη έχουν περισσότερο στο μυαλό τους την αναπαραγωγική διαδικασία τελικά κάπως επαληθεύεται.

    Τα παρακάτω (παιχνίδια, σπαζοκεφαλιές, τεστ, κουιζ, γρίφους) που παρέθεταν τα μέλη ενός φόρουμ συζητώντας σ’ένα θέμα για την εξυπνάδα του καθενός με χιουμοριστική διάθεση, μολονότι όχι επιστημονικά τεστ, είναι καλά για να δοκιμάσετε το μυαλό σας. Εμένα ομολογώ πολλά με μπέρδεψαν.
    Όλα είναι μαζεμένα
    σ’αυτήν τη συζήτηση.

    Σας εύχομαι καλή επιτυχία.

    Ενημέρωση 18/1/2013: Βρήκα πολλούς ακόμα γρίφους
    εδώ,
    εδώ,
    εδώ,
    και
    εδώ.
    Ο δεύτερος σύνδεσμος είναι σελίδας γρίφων, τα άλλα δύο είναι ιστολόγια. Επειδή μερικοί γρίφοι παραπάνω έχουν και τις λύσεις τους, δε σημαίνει πως πρέπει να τις δείτε αμέσως. Καθίστε να τους λύσετε όσο μπορείτε.

    Το βιβλίο δεν τό’χω διαβάσει ακόμα, αλλά έχω βρει μια πολύ καλή περίληψη και κριτική
    εδώ.
    Δε συμμερίζομαι τις γενικότερες απόψεις της σελίδας. Δίνω και το σύνδεσμο της
    αγγλικής wikipedia
    για το βιβλίο αυτό, όπου αναφέρονται σφαιρικά οι κριτικές του, θετικές κι αρνητικές.

    οι επιστήμονες-συγγραφείς του μας παρουσιάζουν τ’αποτελέσματά τους σχετικά με διάφορες συσχετίσεις που βρήκαν όσον αφορά το δείκτη νοημοσύνης με διάφορες μεταβλητές όπως κοινωνική θέση, επιτυχία, βαθμός εκπαίδευσης, κοινωνικά προβλήματα κ.ά. Το επίμαχο σημείο του βιβλίου έγκειται στην παρατήρηση μιας σχετικά σταθερής διαφοροποίησης μεταξύ της νοημοσύνης διάφορων φυλετικών ομάδων.
    Το βιβλίο αυτό δεν είναι το μόνο στο είδος του, έχουν εκδοθεί κι άλλα παρόμοια συγγράμματα, όπως ωστόσο και αντίθετες απόψεις από την άμυνα, όπ-ως π.χ. ότι οι διαφορές στο δείκτη νοημοσύνης που παρατηρούνται οφείλονται στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της εκάστοτε ομάδας, αν και οι επιστήμονες της πρώτης ομάδας προσπαθούν να κάνουν τα τεστ τους όσο το δυνατόν πιο ουδέτερα, και το πρόβλημα αυτό επίσης δε θεωρείται σημαντικό σε ανθρώπους ήδη ενταγμένους στον πολιτισμό των Η.Π.Α., εκεί που έγινε η έρευνα.

    Η περίληψη και η κριτική

    11. Αυγούστου 2005 || 13.26

    «The Bell Curve» των Richard Herrnstein και Charles Murray
    του Νίκου Δούκα

    Εισαγωγή
    Το βιβλίο «The Bell Curve» (Η κωδωνωτή καμπύλη) εκδόθηκε το 1994 από τους Ρίτσαρντ Χερνστάιν και Τσαρλς Μιούρεϊ και εξερευνεί τον ρόλο της νοημοσύνης στην κατανόηση των κοινωνικών προβλημάτων στις ΗΠΑ. Ο τίτλος προέρχεται από την καμπύλη σε σχήμα κώδωνα (καμπάνας) των αποτελεσμάτων νοημοσύνης (IQ), η οποία στην στατιστική λέγεται «κανονική κατανομή» ή «κατανομή Γκάους».

    Το βιβλίο είναι σχετικώς ογκώδες για ένα βιβλίο της δημοτικότητάς του και αποτελείται από 845 σελίδες στην πρώτη έκδοση και 879 στην πρώτη επανέκδοση. Μεγάλο μέρος του υλικού του είναι τεχνικό και ακαδημαϊκό, αλλά οι στατιστικές αναλύσεις του βιβλίου είναι γραμμένες ώστε να απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό. Περιέχει αναλυτικές σημειώσεις, γράφους και πίνακες.

    Τα στοιχεία του βιβλίου προέρχονται από την ανάλυση των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν στην Εθνική Γεωγραφική Μελέτη της Νεολαίας (NLSY), μία μελέτη χιλιάδων Αμερικανών που άρχισε την δεκαετία του 1980, στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες έδωσαν την Εξέταση Ικανοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων (AFQT), μία μέτρηση της νοημοσύνης αντίστοιχη με τις εξετάσεις IQ.

    Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 ενότητες. Η πρώτη ενότητα δείχνει ότι ο κοινωνικός διαχωρισμός με κριτήριο την νοημοσύνη αυξάνεται ραγδαία από την αρχή του 20ου αιώνα. Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζει για πρώτη φορά έρευνες που δείχνουν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της νοημοσύνης και διάφορων τύπων κοινωνικών προβλημάτων. Η τρίτη, και πλέον επίμαχη, ενότητα εξετάζει την σημασία της νοημοσύνης στην διαμόρφωση κοινωνικών και οικονομικών διαφορών μεταξύ των φυλετικών ομάδων στις ΗΠΑ. Η τέταρτη ενότητα ασχολείται με τις επιπτώσεις των ευρημάτων του βιβλίου στην κοινωνική πολιτική στις ΗΠΑ.

    1η ενότητα: Η ανάδειξη μίας νοητικής ελίτ
    Οι συγγραφείς παρατηρούν ότι η συσχέτιση των εκπαιδευτικών ευκαιριών με την νοημοσύνη (όπως εξάγεται από τον δείκτη IQ) δεν υπήρχε στις ΗΠΑ μέχρι την δεκαετία του 1950.

    Μέχρι εκείνη την εποχή μόνο το 55% των αποφοίτων λυκείου στο ανώτερο 25% του δείκτη νοημοσύνης συνέχιζε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο. Από το 1950 στο 1960, το ποσοστό ανήρθε στο 72% και το 1980 άνω το 80% των αποφοίτων λυκείου στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα σπούδαζε στο πανεπιστήμιο.

    Επιπλέον ο διαχωρισμός με βάση την νοημοσύνη συνεχίζεται καθώς οι φοιτητές προχωρούν στο πανεπιστήμιο. Το 1980 περισσότερο από το 20% του πληθυσμού στο χαμηλότερο 20% του δείκτη νοημοσύνης ξεκίνησε σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όμως λιγότερο από 2% στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του.

    Διαχωρισμός υπάρχει και ανάμεσα στα πανεπιστήμια, με τα καλύτερα πανεπιστήμια να επιλέγουν όλο και περισσότερους από τους νοητικώς ανώτερους φοιτητές. Το 1928 τα καλύτερα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ, τα λεγόμενα Ivy League (Σύνδεσμος του Κισσού) και Seven Sisters (Επτά Αδερφές), συγκέντρωναν φοιτητές που κατά μ.ο. ήταν στο 88% του εθνικού δείκτη νοημοσύνης. Το 1964 οι φοιτητές τους ήταν ήδη στο 99% του εθνικού δείκτη νοημοσύνης.

    Διαχωρισμός νοημοσύνης υπάρχει όλο και περισσότερο και στα επαγγέλματα. Το 1900 τα επαγγέλματα υψηλού δείκτη νοημοσύνης (λογιστές, αρχιτέκτονες, χημικοί, επιστήμονες πληροφορικής, ιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, μαθηματικοί, κοινωνιολόγοι) απασχολούσαν το 5% του πληθυσμού από το ανώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης. Το 1990 απασχολούσαν το 25% από την ίδια ομάδα. Το 1900 το 60% των διευθύνοντων συμβούλων (CEO) ήταν χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο. Το 1976 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν λιγότερο από 5%.

    Αλλά και η επιτυχία στον επαγγελματικό χώρο εξαρτάται κυρίως από την νοημοσύνη. Η συσχέτιση (correlation) της επαγγελματικής απόδοσης με διάφορα κριτήρια είναι 0,53 με τον δείκτη νοημοσύνης, 0,37 με το βιογραφικό, 0,26 με τις συστάσεις, 0,22 με τις σπουδές, 0,14 με τις συνεντεύξεις, 0,11 με τους βαθμούς πτυχίου κ.ο.κ.

    Σε μεγάλο βαθμό οι τρέχουσες κοινωνικές ανισότητες, ισχυρίζονται οι συγγραφείς, αντικατοπτρίζουν την επιτυχία μίας αριστοκρατίας με κριτήριο την νοημοσύνη. Η ιδέα της αριστοκρατίας δεν είναι από μόνη της κάτι το προσβλητικό. Αν ωστόσο η κληρονομικότητα της νοημοσύνης είναι υψηλή και υπάρχει μία ισχυρή τάση των όμοιων σε νοημοσύνη να παντρεύονται μεταξύ τους, τότε η ανακατανομή της νοημοσύνης από γενιά σε γενιά θα είναι λιγότερη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αριστοκρατία αρχίζει και γίνεται κληρονομική, ένα φαινόμενο που ενισχύεται έντονα καθώς η νοητική ελίτ απομονώνεται από την υπόλοιπη κοινωνία ζώντας σε ξεχωριστές γειτονιές, στέλνοντας τα παιδιά της σε ιδιωτικά σχολεία και αναπτύσσοντας κοινωνικούς θεσμούς που διασφαλίζουν τα δικά της συμφέροντα.

    2η ενότητα: Κοινωνική συμπεριφορά
    Τα στοιχεία σε αυτή την ενότητα είναι πιο περίπλοκα και τα συμπεράσματα λιγότερο ξεκάθαρα. Σε σχέση με τα κοινωνικά προβλήματα που εξετάζονται (π.χ. φτώχεια, έλλειψη μόρφωσης, ανεργία, αεργία, διαζύγιο, εξώγαμα παιδιά, εξάρτηση από επιδόματα πρόνοιας, εγκληματικότητα), ο δείκτης νοημοσύνης εξηγεί από μόνος του λιγότερο από το 20% και πολλές φορές λιγότερο από το 5% των διαφορών. Ωστόσο ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες προστασίας από τα κοινωνικά προβλήματα, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που παραθέτουν οι συγγραφείς.

    Για παράδειγμα, υπάρχει μεγαλύτερη συσχέτιση της πιθανότητας φτώχειας με την νοημοσύνη απʼ ότι με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων. Η πιθανότητα να είναι κάποιος κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 2% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης, 6% για το μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης και 26% για τον πληθυσμό στο κατώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης. Σε σχέση με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων οι αντίστοιχες πιθανότητες ήταν 4%, 6% και 11%.

    Αντιθέτως υπάρχει μεγαλύτερη συσχέτιση της πιθανότητας φτώχειας με την οικογενειακή κατάσταση των γονέων απʼ ότι με την νοημοσύνη. Οι χωρισμένες, διαζευγμένες ή ανύπαντρες μητέρες με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης έχουν 70% πιθανότητα να έχουν παιδιά κάτω από το όριο της φτώχειας. Για την ίδια ομάδα μητέρων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, η αντίστοιχη πιθανότητα είναι 10%. Όμως για τις παντρεμένες μητέρες οι αντίστοιχες πιθανότητες είναι 20% και 0% περίπου.

    Ως προς την μόρφωση, η συσχέτιση είναι πάλι μεγαλύτερη με την νοημοσύνη απʼ ότι με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων. Η πιθανότητα αποφοίτησης από το πανεπιστήμιο είναι 40% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 2% της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, αλλά 75% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 2% του δείκτη νοημοσύνης. Αντιστοίχως η πιθανότητα μη-αποφοίτησης από το λύκειο είναι περίπου 0% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 20% του δείκτη νοημοσύνης, 6% για τον μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης και 55% για τον πληθυσμό στο κατώτερο 20% του δείκτη νοημοσύνης.

    Παρόμοια συμπεράσματα, με αναρίθμητους ελέγχους και υποπεριπτώσεις, εξάγονται και για την υπόλοιπη κοινωνική συμπεριφορά.

    3η ενότητα: Το εθνικό περιβάλλον
    Αυτή η ενότητα θεωρείται η πλέον επίμαχη και προκάλεσε την οργή των οπαδών του πολυ-φυλετισμού. Ωστόσο τα δεδομένα δεν είναι νέα και υποστηρίζονται από τους περισσότερους επιστήμονες ψυχολόγους και ανθρωπολόγους.

    Οι κίτρινοι Ασιάτες (είτε ζουν στην Ασία, είτε στις ΗΠΑ) έχουν ανώτερες επιδόσεις κατά 5 μονάδες κατά μέσο όρο στον δείκτη νοημοσύνης από τους λευκούς Αμερικανούς. Αντιθέτως, εδώ και πολλές δεκαετίες, οι μαύροι Αμερικανοί υστερούν 15 μονάδες κατά μέσο όρο στον δείκτη νοημοσύνης από τους λευκούς Αμερικανούς. Οι διαφορές δεν οφείλονται στον σχεδιασμό των τεστ νοημοσύνης. Αντιθέτως είναι μεγαλύτερες στις ερωτήσεις που έχουν λιγότερη σχέση με το πολιτιστικό περιβάλλον των εξεταζόμενων. Αν ληφθεί υπόψιν η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, η διαφορά μεταξύ λευκών και μαύρων μειώνεται κατά 37% (από 1,21 σε 0,76 κανονική απόκλιση), αλλά σαφώς δεν εξαφανίζεται, και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση μπορεί να αποτελεί αιτία, αλλά είναι και αποτέλεσμα της διαφοράς στην νοημοσύνη. Η διαφορά στην νοημοσύνη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι αποκλειστικά, σε γενετικά αίτια. Εκτιμήσεις από ψυχομετρικούς μελετητές για την κληρονομικότητα του δείκτη νοημοσύνης κυμαίνονται από 40% μέχρι 80%.

    Αν ληφθεί υπόψιν η διαφορά στην νοημοσύνη, οι διαφορές των φυλετικών ομάδων σε κοινωνική συμπεριφορά μειώνονται δραστικά:

    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο είναι 27%, 11% και 10% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης ίσο με τον μέσο δείκτη νοημοσύνης των αποφοίτων πανεπιστημίου (114), οι πιθανότητες είναι 50%, 68% και 49% αντίστοιχα.
    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, το μέσο εισόδημα λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων είναι $27.372, $20.994 και $23.409 αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), το μέσο εισόδημα είναι $25.546, $25.001 και $25.159 αντίστοιχα.
    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να είναι κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 7%, 26% και 18% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), οι πιθανότητες είναι 6%, 11% και 9% αντίστοιχα.
    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να βρεθούν κάποια στιγμή στην φυλακή είναι 2%, 13% και 6% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), οι πιθανότητες είναι 2%, 5% και 3% αντίστοιχα.
    Στην συνέχεια οι συγγραφείς εξετάζουν τις δημογραφικές αλλαγές που παρατηρούνται στον εθνικό δείκτη νοημοσύνης. Οι γυναίκες απόφοιτοι πανεπιστημίου, οι οποίες είναι πλέον σχεδόν όλες υψηλής νοημοσύνης (βλ. 1η ενότητα), γεννούν κατά μέσο όρο 1,56 παιδιά, ενώ οι γυναίκες χωρίς πτυχίο λυκείου γεννούν κατά μέσο όρο 2,5 παιδιά. Επιπλέον η μέση ηλικία στην πρώτη γέννα είναι 27,2 ετών για τις γυναίκες υψηλής νοημοσύνης και 19,8 ετών για τις γυναίκες χαμηλής νοημοσύνης. Συνεπώς μέσα σε 60 χρόνια υπάρχουν 2 γενιές για την πρώτη κατηγορία και 3 γενιές για την δεύτερη. Οι συνέπειες για τον εθνικό δείκτη νοημοσύνης είναι αρνητικές.

    Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στο μέτωπο της μετανάστευσης. Σύμφωνα με στοιχεία της δεκαετίας του 1980, η εθνική καταγωγή των νέων μεταναστών στις ΗΠΑ είναι: ισπανόφωνοι 41%, κίτρινοι Ασιάτες 21%, λευκοί 11%, μαύροι 9%, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι 7%, άλλοι 11%. Ο δείκτης νοημοσύνης των εθνικών ομάδων είναι κατά μέσο όρο: ισπανόφωνοι 90, κίτρινοι Ασιάτες 105, λευκοί 100, μαύροι 85, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι 90. Κατά συνέπεια το 57% (ισπανόφωνοι, μαύροι, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι) των νέων μεταναστών έχουν δείκτη νοημοσύνης πολύ κάτω από τον μέσο όρο (100) και ασκούν αρνητική πίεση στον εθνικό δείκτη νοημοσύνης.

    4η ενότητα: Προτάσεις κοινωνικής πολιτικής
    Το βιβλίο κλείνει με μία εξέταση των επιπτώσεων των ευρημάτων στην κοινωνική πολιτική. Οι Χερνστάιν και Μιούρεϊ καθιστούν ξεκάθαρο πως μία κοινωνία αξιοκρατίας δεν πρέπει να είναι μία ζούγκλα και πως μία υπεύθυνη κοινωνία πρέπει να έχει μία θέση για όλους. Όμως αυτό δεν σημαίνει να αρνούμαστε την επιστημονική πραγματικότητα. Οι συγγραφείς προχωρούν σε μία σειρά από παρατηρήσεις για την κοινωνική πολιτική.

    Τα προγράμματα ενισχυτικής διδασκαλίας για τα μειονεκτούντα νοητικώς παιδιά δεν έχουν μακροπροθέσμως σημαντικές επιπτώσεις στην νοημοσύνη. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος υπάρχει αύξηση 8 μονάδων κατά μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης, όμως σε 3 χρόνια η αύξηση περιορίζεται σε μόλις 3 μονάδες κατά μέσο όρο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν αντίστοιχα προγράμματα για τα πλεονεκτούντα νοητικώς παιδιά: το 92,2% του προϋπολογισμού ενισχυτικής διδασκαλίας αφορά την πρώτη κατηγορία, ενώ μόλις το 0,1% την δεύτερη. Σε συνδυασμό με την ισοπέδωση του εκπαιδευτικού επιπέδου, αυτό έχει οδηγήσει σε μία κατακόρυφη πτώση στις επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια (SAT): 34 με 44 μονάδες στον θεωρητικό κλάδο και 15 με 25 στον θετικό κλάδο με άριστα τις 800 μονάδες.

    Η εφαρμογή ποσοστώσεων (affirmative action) στα πανεπιστήμια για τις λιγότερο αντιπροσωπευόμενες φυλετικές ομάδες έχει εισάγει την πολιτική στον χώρο της Παιδείας. Τα αποτελέσματα στις εξετάσεις SAT δείχνουν πως, σε σχέση με τους λευκούς Αμερικανούς, οι μαύροι Αμερικανοί υστερούν κατά 200 μονάδες, οι ισπανόφωνοι κατά 130 μονάδες, ενώ οι Ασιάτες υπερτερούν κατά 30 μονάδες. Η εφαρμογή των ποσοστών οδηγεί στην επιτυχία λιγότερο ικανών στις εξετάσεις λόγω της φυλετικής τους καταγωγής. Αυτό δημιουργεί νέες φυλετικές εντάσεις, καθώς οι λευκοί και ακόμα περισσότερο οι Ασιάτες είναι θύματα ενός «αντίστροφου ρατσισμού». Παράλληλα τα αρνητικά στερεότυπα για τις λιγότερο αντιπροσωπευόμενες φυλετικές ομάδες ανανεώνονται στον χώρο του πανεπιστημίου: το 52% των φοιτητών με τον χαμηλότερο 10% του δείκτη νοημοσύνης είναι μαύροι, ενώ το ποσοστό τους ως φοιτητών είναι μόλις 12%.

    Η εφαρμογή ποσοστώσεων στον χώρο εργασίας έχει αποδειχθεί εξίσου αναποτελεσματική: το 40% της αστυνομικής δύναμης στην Ουάσιγκτον απέτυχε το 1988 σε ένα στοιχειώδες τεστ γραμματικών γνώσεων. Στο Μαϊάμι το 1985 εξαρθρώθηκε ένα κύκλωμα διεφθαρμένων αστυνομικών που συνεργάζονταν με εμπόρους κοκαΐνης: το 90% των αποπεμφθέντων αστυνομικών είχαν διοριστεί με την εφαρμογή ποσοστώσεων.

    Επίλογος
    Η έκδοση του βιβλίου «The Bell Curve» τον Οκτώβριο του 1994 έγινε αρχικώς δεκτή με ευνοϊκά σχόλια από ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους, ενώ θετική ήταν και η παρουσίαση στους New York Times. Μετά ακολούθησε η «χιονοστιβάδα»: οι περισσότερες αντιδράσεις ήταν βιτριολικά εχθρικές και υβριστικές. Ο ερευνητής Μάικλ Λεντίν παρατήρησε εύστοχα ότι ποτέ ένα τόσο μετριοπαθές βιβλίο δεν είχε προκαλέσει τόσο ακραίες αντιδράσεις. Ωστόσο όταν «η μπόρα υποχώρησε», κανένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του βιβλίου δεν είχε ανατραπεί. Αυτό, όπως λέει σήμερα ο Μιούρεϊ, δεν οφείλεται τόσο στην εξυπνάδα του ιδίου και του Χερνστάιν, αλλά στην προσεκτική, τεκμηριωμένη και μετριοπαθή διατύπωση των συμπερασμάτων τους.

    Το βιβλίο «The Bell Curve» είναι ένα πολύ καλό και υπερβολικά τεκμηριωμένο βιβλίο. Εγείρει πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σε σχέση με την οργάνωση της κοινωνίας μας και γιʼ αυτό αξίζει την προσοχή κάθε ενημερωμένου και σκεπτόμενου ανθρώπου. Είναι καιρός να μεταφραστεί και στα ελληνικά, ώστε οι Έλληνες αναγνώστες να μελετήσουν στην γλώσσα τους τα άκρως ενδιαφέροντα ευρήματά του.

    Από τις ρατσιστικές υπερβολές των Δυτικοευρωπαίων του 19ου αι. φτάσαμε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στο σημείο να θεωρούμε όλες τις ομάδες του ανθρώπινου είδους ίσες. Δε θα πρέπει να συνεχίζουμε ν’αυταπατώμαστε. Υπάρχουν κάποιες διαφορές, που πρόσφατα αρχίζουν να μελετώνται επιστημονικά, τις οποίες ωστόσο δε μας τις φανερώνουν εύκολα για να μην προκληθούν κοινωνικές διαταραχές απ’τα αποτελέσματά τους. Μερικές φορές φτάνω γκι εγώ στο σημείο ν’αναρωτιεέμαι για παράδειγμα ν οι Έλληνες και οι Νοτιοευρωπαίοι έχουν κάποια διαφορά σε σχέση με τους πιο ανεπτυγμένους της ηπείρου κι γι’αυτό ταλαιπωρούνται από μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και κρατικά προβλήματα.

    Παρόλο που η μέτρηση της νοημοσύνης είναι προσεγγυστική, μας δίνει πάλι αρκετά επαρκή αποτελέσματα. Πιστεύω πως θα πρέπει να γίνουν συστηματικότερες τέτοιες μελέτες στο μέλλον και σε ευρύτερα μέρητ ου πληθυσμού καθώς και προσπάθειες εύρεσης των υπεύθυνων κληρονομικών στοιχείων. Εάν αυτά βρεθούν κι αποδειχθεί σίγουρα ότι συμβάλλουν στην υψηλή νοημοσύνη, τότε ίσως ανοίξη μκια πύλη προς την περαιτέρω εξέλιξη του είδους μας. Φυσικά η τελευταία μου αυτή σκέψη δεν πιστεύω ότι θα εφαρμοστεί ποτέ για κάποιον τόσο αγαθό σκοπό, πιθανότερο είναι, αν εφαρμοστεί ποτέ γενετική μηχανική για βελτίωση της νοημοσύνης, να τη χρησιμοποιήσουν για τη δημιουργία μιας ανώτερης φυσικά και νοητικά άρχουσας τάξης, όπως υποστηρίζουν πολλά δυστοπικά σενάρια, παρά για το καλύτερο του είδους μας.