Category: φαρμακευτικά φυτά


Malva silvestris σε ανθοφορία

Οι μολόχες είναι από τα κοινότερα αγριόχορτα της ελληνικής χλωρίδας, αλλά και από τα ομορφότερα. Τουλάχιστον σε αντίθεση με τα περισσότερα, που είτε έχουν αφανή άνθη που επικονιάζονται με τον άνεμο, είτε μικρά άνθη που ανοίγουν μόνο για λίγες ώρες, οι μολόχες ανθίζουν συνεχόμενα και τα άνθη τους είναι φανταχτερά. Η μολόχα έχει ιστορικά αρκετές χρήσεις και είναι επίσης αρκετά θρεπτική. Τα φυτά αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τα γεράνια (συνήθως γένος Pelargonium και όχι Geranium), τα οποία μοιάζουν ελαφρώς στο φύλλωμα. Λόγω της σύγχυσης αυτής, οι μολόχες συχνά αποκαλούνται και αγριομολόχες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι πλεονασμός.

Οι μολόχες αποτελούν το γένος Malva της οικογένειας Malvaceae της τάξης Malvales. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει αρκετά παρόμοιας μορφολογίας είδη, όπως οι δεντρομολόχες του γένους Althaea. Το γένος Malva περιλαμβάνει 30 είδη, με εξάπλωση στις εύκρατες, τις υποτροπικές και τις τροπικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ενώ μερικά είδη έχουν εισαχθεί στη Βόρεια Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 30 είδη, εκ των οποίων 7 είναι αυτοφυή στη χώρα μας: Malva cretica, M. moschata, M. silvestris, M. neglecta, M. parviflora, M. Pussila και M. Aegyptia. Κοινότερα είναι τα M. silvestris (μαλάχη η αγρία), M. neglecta (μαλάχη η αμελημένη), ενώ η κρητική μαλάχη (M. cretica), είναι, όπως λεέι και το όνομά της, ενδημική της Κρήτης.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του φυτού είναι «μαλάχη», ενώ το λατινικό «malva”. Στα γαλλικά έγινε «mauve”, εξού και το χρώμα μοβ ή μωβ, το γράφει ο κάθένας όπως θέλει. Στα αρχαία αγγλικά η λέξη εισήχθη από τα λατινικά ως «malwe”,, και σήμερα στα αγγλικά λέγεται «mallow”. Η λέξη, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων φυτών της Μεσογείου, είναι μη ινδοευρωπαϊκή και πιθανότατα προέρχεται από κάποια χαμένη γλώσσα της Μεσογείου, όπως τη γλώσσα των Πελασγών, άρα δεν έχει σχέση με το «μαλακός», «μαλακτικός» κλπ όπως λέγεται.

Οι μολόχες είναι συνήθως ποώδη φυτά, αλ΄λα με τη μεταφορά κάποιων μελών του γένους Lavatera στη Malva, υπάρχουν και κάποια ψηλότερα φυτά. Γενικα΄έχουν θαμνώδη μορφή με έντονα μονοποδιακή ανάπτυξη, δηλαδή ο κεντρικός βλαστός είναι αρκετά κυρίαρχος. Ο κεντρικός βλαστός παράγει διακλαδώσεις, περισσότερες προς τη βάση του φυτού. Οι βλαστοί είναι κυλινδρικοί, με ελαφρώς χνουδωτή επιφάνεια,, ο φλοιός τους είναι σκληρός και ο χυμός είναι ελαφρώς βλενώδης. Τα συνήθως μακρύμισχα, παλαμοσχιδή και ελαφρώς χνουδωτά φύλλα φύονται εναλλάξ. Τα άνθη φύονται μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων, και είναι περισσότερα προς τις κορυφές των βλαστών, όπου τα φύλλα είναι μικρότερα κι έτσι φαίνονται περισσότερο, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμα στους επικονιαςτές. Κυμαίνονται σε διάμετρο από 5 χιλιοστά μέχρι 5 εκατοστά, κι έχουν 5 ροζ, μοβ ή λευκά πέταλα. Τα φυτά ανθίζουν καθόλη την περίοδο ανάπτυξης. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες, οι οποίες περιέχουν πολυάριθμους σπόρους. Το κοινότερο είδος μολόχας στην Ελλάδα, η M. silvestris, μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο και έχει μοβ άνθη διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Η M. neglecta είναι αρκετά κοντότερη, με πιο στρογγυλεμένα φύλλα. Άλλα είδη, όπως η M. preissiana της νότιας Αυστραλίας, μπορούν να φτάσουν τα 3 μέτρα σε ύψος. Τα περισσότερα μέλη του γένους είναι μονοετή, αλ΄λα υπάρχουν και μερικά βραχύβια πολυετή, όπως η μοσχομολόχα (M. Moschata).

Η μολόχα έχει μεγάλη ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Στην αρχαιότητα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Ησίοδο. Σύμφωνα με βυζαντινούς σχολιαστές του, την εποχή εκείνη έφτιαχναν έναν θρεπτικό πολτό από μολόχα κι άλλα φυτά. Στην Αρχαία Ελλάδα το φυτό καλλιεργούταν στους κήπους μαζί με τα άλλα λαχανικά. Αναφέρεται επίσης από τον Πυθαγόρα, και κατά τους πυθαγόριους ήταν ιερό φυτό, επειδή τα άνθη της κοιτάζουν πάντα τον ουρανό. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας συνιστούσε να αποφεύγεται η μολόχα, επειδή είναι η πρώτη αγγελιοφόρος της συμπάθειας του Ουρανού προς τη Γαία. Η μολόχα επίσης αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Πλάτωνα, όπου ο Αθήναιος την επαινεί ως «λεαντικόν αρτυρίας». Ο Ιπποκράτης επίσης τη χρησιμοποιούσε εκτενώς στη φαρμακευτική του. Παρασκεύαζε κατάπλασμα από κρασί και μολόχα κατά των οιδημάτων και των φλεγμονών, τη συνιστούσε για γυναικολογικά προβλήματα, κι επίσης παρασκεύαζε κολπικά υπόθετα για να διευκολύνει τον τοκετό και να μετριάσει τους πόνους – σημειωτέον ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, η φαρμεκευτική αντιμετώπιση των πόνων του τοκετού ήταν αμαρτία, γιατί αυτή ήταν η τιμωρία της Εύας σύμφωνα με τον ιουδαιοχριστιανικό μύθο! Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «παύει τας οδύνας». Ο Δίφιλος ο Σίφνιος έγραψε ότι βοηθά σε περιπτώσεις ερεθισμού των νεφρών και της κύστεως. Ακόμα χρησιμοποιούταν ως αποχρεμπτικό και καθαρτικό, ενώ από τα άνθη της παρασκευαζόταν αφέψημα για παθήσεις του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Η μολόχα επίσης πιστευόταν ότι σταματά την πείνα και τη δίψα. Ο γνωστός μυστικιστής Κρητικός \Επιμενίδης, ο οποίος υποτίθεται ότι κοιμήθηκε μέσα σ’ένα σπήλαιο για 57 χρόνια, όταν ξύπνησε βρέθηκε σε έναν καινούργιο κόσμο, και για να μην πεινά και διψά, έτρωγε μόνο μολόχα και βολβούς. Γι’αυτό και η μολόχα περιλαμβανόταν συχνά σε μυήσεις διάφορων μυστηριακών λατρειών στην Αρχαία Ελλάδα. Το φυτό ήταν επίσης αγαπητό από τους Ρωμαίους, όπου δεν έλειπε από κανε΄να τραπέζι. Ο Κικέρων και ο Οράτιος μας αναφέρουν για τις ανακουφιστικές του ιδιότητες. Ο Οράτιος, θέλοντας να δείξει πόσο λιτή ήταν η διατροφή του, έγραψε χαρακτηριστικά: «Me pascunt olivae, / me cichorea levesque malvae» («Όσον αφορά εμένα, με τρέφουν ελιές, αντίδια και μολόχες»). Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα τη μέρα δε θα μας βρει καμία αρρώστια. Αργότερα, ο Καρλομάγνος είχε διατάξει να καλιεργείτε μολόχα σε όλους τους αυτοκρατορικούς κήπους για τις ιδιότητές της. Οι Φελάχοι, οι αγρότες της Αιγύπτου, που ζούσαν κυρίως με χόρτα, έφτιαχναν ένα φαγητό από ρίζες μολόχας, της οποίες, αφού έβραζαν, τις τηγάνιζαν μαζί με κρεμμύδια. Ο Βυζαντινός συγγραφέα Συμεών Σηθ αναφέρει ότι η μολόχα αντιμετωπίζει τη δυσκοιλιότητα. Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου, η μολόχα είναι το βότανο που θεραπεύει τα νοσήματα των νεφρών, τα ηπατικά νοσήματα, τις πληγές, τις φλεγμονές, καθώς και τα «κρυφά πάθη» των γυναικών. Στο βυζαντινό σύγγραμμα Περί Χυμών, Βρωμάτων και Πομάτων, η μολόχα θεωρούταν εύπεπτη και δυναμωτική τροφή. Πιστευόταν ότι απαλλάσσει το σώμα από τις αρρώστιες και τα θεραπεύει όλα εξαιτίας της ήπιας καθαρτικής της δράσης. Στα νεότερα χρόνια η μολόχα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ευρέως και ως τροφή και ως φάρμακο για παρόμοιες παθήσεις. Τα φύλλα της βράζονταν σαν χόρτα ή προσθέτονταν σε φαγητά με όσπρια, ρύζι ή κρέας. Τα νεαρά μαλακά φύλλα τρώγονταν ωμά αντι για μαρούλι. Με τα φύλλα της επίσης παραδοσιακά τυλίγονται ντολμαδάκια, ιδίως στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η συνταγή είναι η ίδια με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, απλά αντί για αμπελόφυλλα χρησιμοποιούνται μεγάλα φύλλα μολόχας. Το φαγητό αυτό εντούτοις δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού παρόμοια ντολμαδάκια παρασκευάζονται και στην Τουρκία. Όσοι τα έχουν δοκιμάσει λένε ότι υπολείπονται γευστικά, άρα ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η δημοτικότητα της μολόχας έπεσε τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους μας, έχουμε πολύ περισσότερες και γευστικότερες επιλογές σήμερα. Οι καρποί της λέγονταν «ψωμάκια» τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά όταν έπαιζαν έξω και τα έτρωγαν. Το αφέψημα από τα άνθη της, γνωστά ως μολοχάνθη ή μολοχάνθια, εφαρμοζόταν κατά των ίδιων περίπου παθήσεων όπως και τους προηγούμενους αιώνες. Το αφέψημα επίσης μαζί με χαμομήλι και με λίγο μέλι καταπράυνε τον πονόλαιμο, ενώ το ποδόλουτρο στο αφέψημα μαλάκωνε τους κάλους, ξεκούραζε τα κουρασμένα πόδια και ανακούφιζε από οιδήματα, όπως αυτά έπειτα από στραμπούλιγμα ή κάταγμα. Ο χυμός των τριμμένων φύλλων της καταλάγιαζε το τσούκνισμα της τσουκνίδας, και το κατάπλασμα των φύλλων της απάλυνε τον πόνο από τα τσιμπήματα των εντόμων. Γενικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια, χωρίς ωστόσο όλες αυτές οι θαυματουργές ιδιότητες να υποστηρίζονται από αυστηρές επιστημονικές μελέτες. Ίσως να ήταν κάπως θρεπτικότερο ως τροφή σχετικά με άλλα έτσι κι αλλιώς θρεπτικά φτωχά χορταρικά, αλλά ως φάρμακο σίγουρα υπερεκτιμήθηκε.

Το φυτό είναι πολύ θρεπτικό και μη τοξικό, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για κατοικίδια, όπως κουνέλια, καθώς και για φυτοφάγα ή παμφάγα ερπετά όπωος ιγκουάνες, χελώνες στεριάς και νερού, γενειοφόρους δράκους κλπ, ή φυτοφάγα ασπόνδυλα όπως γιγάντια σαλιγκάρια. Και το κουνέλι μου και ο δράκος μου το τρώνε πολύ – είναι στην πραγματικότητα από τα αγαπημένα τους χόρτα.

Ως ζιζάνιο, το φυτό δεν είναι επικίνδυνο. Αποτελείται από έναν μονο βλαστό και μια κατακόρυφη ρίζα, οπότε αν δεν τω θέλετε κάπου μπορείτε απλώς να το ξεριζώσετε. Δεν επεκτείνεται με ριζώματα ή στολώνια. Αντίθετα συχνά μπορεί να είναι ωφέλιμο, αφού τα άνθη του προσελκύουν μέλισσες και άλλους επικονιαστές, μπορεί να φαγωθεί ή να ταϊστεί στα παραπάνω ζώα. Επίσης τα μικ΄ρα μοβ άνθη του είναι πολύ όμορφα. Σπάνια καλλιεργείται, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί για καλλωπιστικούς σκοπούς. Συχνά προτιμάται το είδος M. moschata, ένα κοντό, περίπου στα 60 εκ, βραχύβιο πολυετές με πολλά ροζ άνθη, το οποίο έχει και μία ολόλευκη ποικιλία. Παρά το όνομά της, δεν έχει ιδιαίτερα έντονη οσμή, αν και τα άνθη της μυρίζουν ωραία από πολύ κοντινή απόσταση. Ως ζιζάνια, δεν είναι δύσκολα στη φροντίδα. Απλώς σπέρνετε τους σπόρους την τελική τους τοποθεσία την άνοιξη, προτιμότερα σε εμπλουτισμένο με οργανική ύλη χώμα για βέλτιστη ανάπτυξη, και έκτοτε το φυτό θα διαιωνίζεται από τους δικούς του σπόρους που ρίχνει. Η εμπορι΄κη αξία της μολόχας είναι περιορισμένη. Το είδος M. verticillata (μαλάχη η σπονδυλωτή), γνωστό στα κινέζικα ως «ντονγκ χαν τσάι» και στα κορεάτικα ως «άουκ», καλλιεργείται σε μικρή εμπορική κλίμακα στην Κίνα, όπου το αφέψημά του πιστεύεται ότι καθαρίζει το παχύ έντερο και βοηθά στην απώλεια βάρους.

Έτσι, από θείο φυτό που μπορεί να κρατήσει κάποιον στη ζωή χωρίς να πεινά και να διψά και να θωρακίσει από κάθε είδους κακό, η μολόχα κατέληξε σήμερα να είναι ένα απλό ζιζάνιο, συχνά ανεπιθύμητο, καλλωπιστικό και τροφή μηδαμινής αξίας, και τροφή για σαύρες και κουνέλια. Δε λεώ ότι η αξία της χάθηκε εντελώς, ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, αλλά σίγουρα ξεριζώθηκε από τον Όλυμπο και φυτεύθηκε στις παραμελημένες γωνιές της αυλής μας, πίσω από το σκουριασμένο σκουπιδοντενεκέ, ανάμεσα σε δύο πλάκες ενός πεζοδρομίου, ή στη γωνία ενός παραμελημένου πάρκινγκ, όπως το φυτό της φωτογραφίας. Όπως είπα και παραπάνω, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερες επιλογές να φάμε και η ταπεινή και μάλλον άγευστη μολόχα δε μας κινεί το ενδιαφέρον πια. Και ως προς τη φαρμακευτική της χρήση, δε φαίνεται να έχει κάποια σπουδαία ιδιότητα. Αν είχε, να είστε σίγουροι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα την είχαν εκμεταλλευτεί. Συγγνώμη που δε σας τη ρομαντικοποίησα όπως συνηθίζεται στους κύκλους των βοτανολατρών στο Διαδίκτυο.

Πηγές:
μολόχα – Βικιπαίδεια
γένος Malva – αγγλική Wikipedia
Βότανα και Υγεία – μολόχα
ντολμάδες με φύλλα μολόχας
καλλιέργεια της Malva moschata

Advertisements

Στις 23 Ιουνίου του 2015, νέα και περίεργα φυτά κατέφθασαν στη συλλογή μου. Τα δύο είδη ήταν κάκτοι, ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (Echinopsis pachanoi), γνωστός και με το παλαιότερο όνομα Trichocereus pachanoi, και το πεγιότ (Lophophora williamsii), και οι δύο κάκτοι με μεγάλη παράδοση σαμανιστικής χρήσης από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Για τους κάκτους αυτούς, καθώς και για τους κάκτους γενικότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Η ενημέρωση για τα νεά φυτά βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Το τρίτο λοιπόν ήταν παχύφυτο, και σίγουρα ένα σπάνιο είδος. Ένα δηλόσπερμα του Μπόσερ (Delosperma bosseranum), ένα παχύκορμο μεσημβριανθεμοειδές που ο καλλιεργητής του το είχε κλαδέψει σε μπονσάι.

Το γένος Delosperma (δηλόσπερμα), από το χαρακτηριστικό του να δηλώνει/εμφανίζει τους σπόρους του όταν οι κάψες βραχούν, προσαρμογή που βοηθά τα φυτά αυτά να σκορπίζουν τους απογόνους τους μόνο στις βροχερές περιόδους, είναι ένα μεγάλο γένος 100 περίπου ειδών της οικογένειας των αειζωιδών (Aizoaceae), παλαιότερο όνομα Mesembrianthemaceae. Η τεράστια αυτή οικογένεια κυρίως Νοτίου Ημισφαιρίου περιλαμβάνει φυτά διαφόρων τύπων, από αγριόχορτα έως πολύ εξειδικευμένα παχύφυτα, όπως ο λίθοπας. Χαρακτηριστικά της οικογένειας είναι τα άνθη με τα λεπτά πέταλα που θυμίζουν λίγο μαργαρίτες – εξού και το όνομά της, ανθεμίδες δηλ. μαργαρίτες της μεσημβρίας (νότου) -, αλλά και τα αντίθετα φύλλα. Το γένος Delosperma απαντά κυρίως στη νότια και την ανατολική Αφρική με είδη επίσης και στα νησιά του Ινδικού, όπως στη Μαδαγασκάρη. Είναι πολύ ανθεκτικά φυτά που φύονται σε ξερά μέρη με έντονη ηλιοφάνεια και υψηλές θερμοκρασίες, σε πολύ άγονο έδαφος, συχνά ανάμεσα σε βράχια. Τα περισσότερα έχουν τη μορφή έρποντος εξαπλούμενου φυτού, ενώ άλλα είναι πιο συμπαγή, με βαθιά ρίζα. Κατά την ανθοφορία, όλο το φυτό καλύπτεται με άνθη, και τα έρποντα είδη μετατρέπονται σε χρωματιστά χαλιά, γι’αυτό και πολλά είδη καλλιεργούνται σε βραχόκηπους γι’αυτό το χαρακτηριστικό.
Το D. bosseranum είναι ενδημικό των ξηρών περιοχών της Μαδαγασκάρης, όπου οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται το καλοκαίρι. Μπορεί να θεωρηθεί παχύκορμο, αν και η διογκωμένη ρίζα του είναι συνήθως κρυμμένοι – παχύκορμα λέγονται συνήθως φυτά όπου το παχύ τους μέρος είναι εκτεθημένο. Έχει μια ανοιχτή καφέ και σκληρή πασσαλώδη, καροτώδη ρίζα διαμέτρου 3 εκ, η οποία μπορεί να στέλνει και μικρά λεπτά πλευρικά ριζίδια. Το φυτό φτάνει τα 15 εκ σε ύψος και τα 30 ή και παραπάνω εκ σε πλάτος. Οι βλαστοί του είναι λεπτοί κι εύκαμπτοι και τα φύλλα μικρά και σχεδόν κυλινδρικά. Τα άνθη είναι λευκά, διαμέτρου 0,5 εκ κι εμφανίζονται κατά τους θερμούς μήνες. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα κι ανθίζει στον πρώτο του χρόνο. Σε δύσκολες περιόδους, το μεγαλύτερο μέρος της υπέργειας ανάπτυξης μπορέι να ξεραθεί, αλλά εύκολα ξαναμεγαλώνει. Δεν έχω βρει κάτι για τη διάρκεια ζωής του, αλλ’εφόσον αναπτύσσεται περισσότερο σαν ζιζάνιο παρά σαν παχύφυτο, ίσως ζει λίγο.
Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Χρειάζεται χώμα ελαφρύ και καλά αποστραγγιζόμενο, ιδανικά αμμώδες με αναμεμειγμένο χαλίκι, το οποίο θα πρέπει να στεγνω΄νει ανάμεσα στα ποτίσματα, τα οποία ωστόσο το καλοκαίρι πρέπει να είναι συχνά, μιας και το φυτό αναπτύσσεται κι αλλιώς κινδυνεύει να μαραθεί και να χάσει το φύλλωμά του. Το χειμώνα, οπότε δεν αναπτύσσεται, μπορέι να ποτίζεται αραιά. Η λίπανση θα πρέπει να είναι αραιή έως μηδαμινή, αφού το φυτό είναι προσαρμοσμένο σε ολιγοτροφικές συνθήκες και το πολύ λίπασμα θα το καταστρέψει. Χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο και τη ζέστη. Για τη δημιουργία μπονσάι, απλώς κόβεται τα περισσότερα κλαδιά και ξεθάβετε λίγο-λίγο τη ρίζα ενόσω το φυτό μεγαλώνει. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται είτε με σπόρο, είτε με μοσχεύματα. Για τη δεύτερη τεχνική δε βρήκα πολλά, και πιθανόν θα γίνεται όπως και σ’άλλα μεσημβριάνθεμα, κόβοντας δηλαδή ένα κλα΄δι και φυτεύοντάς το στο χώμα και ό,τι γίνει. Δεν ξέρω τι ρίζα θα έχει ένα τέτοιο φυτό, ίσως έχει πολλαπλά καρότα, διότι θα έχει βγάλει πάνω από μία κεντρικές ρίζες. Με σπόρο η διαδικασία είναι πολύ εύκολη και γρήγορη. Οι σπόροι, οι οποίοι θα συλλεγούν απ’τις κάψες, θα πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ, καλά αποστραγγιζόμενο μίγμα σε ζεστό μέρος, και μέσα σε μια εβδομάδα περίπου θα φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά αναπτύσσονται γρήγορα και μερικά ανθίζουν ως και στους 3 μήνες, σε ύψος μόλις 8 εκ.
Το δικό μου φυτό ήταν κλαδεμένο μπονσάι, και βρισκόταν σε μια ψηλή ορθογώνια γλάστρα με πολύ ελαφρύ χώμα. Δεν ξέρω αν το κρατήσω μπονσάι ή αν το αφήσω να μεγαλώσει. Προς το παρόν το αφήνω να μεγαλώσει μόνο του όσο θέλει. Ό,τι κι αν κάνω, μπορώ να το ξανακάνω μπονσάι αμέσως. Ακόμα δεν το έχω μεταφυτεύσει, γιατί η γλάστρα του φαίνεται καλή.

Μια αναζήτηση με την επιστημονική ονομασία του είδους στο Διαδίκτυο όμως δε θα σας βγάλει σε ιστοσελείδες για παχύφυτα ή παχύκορμα, αλλά κυρίως σε συζητήσεις σε φόρουμ για ψυχοενεργά και ενθεογόνα. Ο λόγος είναι επειδή το δηλόσπερμα αυτό, όπως και πολλά άλα μεσημβριανθεμοειδή, περιέχει ψυχοδραστικά αλκαλοειδή, με κύριο τη μεσημβρίνη, η οποία έχει ναρκωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Δεν είναι παραισθησιογόνο σε καμία περίπτωση, όπως μερικές φορές λέγεται. Λέγεται ότι περιέχει τρυπταμίνες παρόμοιες με τη διμεθυλοτρυπταμίνη, αλλά, ακόμα κι αν έχει, τα ποσοστά τους θα είναι πολύ μικρά. Το φυτό δεν έχει μελετηθεί καθόλου όσον αφορά την περιεκτικότητά του σε αλκαλοειδή, τις ιδιότητές τους ή τυχόν παραδοσιακές χρήσεις από τους Μαγαδασκαριανούς, γι’αυτό ο καθένας κάνει τις υποθέσεις του. Ωστόσο πιθανόν να μην έχει χρησιμοποιηθεί από τους ιθαγενείς. Φαρμακολογικά, το φυτό μοιάζει με το σκελέτιο ή κάνα (Sceletium tortuosum), ένα ψυχοενεργό μεσημβριανθεμοειδές που χρησιμοποιούσαν οι Οτεντότοι και οι Βουσμάνοι της Νότιας Αφρικής, αλλά και οι Ευρωπαίοι άποικοι, για ιατρικούς λόγους. Όπως αυτό το φυτό, εκ΄τος από τα αλκαλοειδή περιέχει και οξαλικό οξύ, ένα τοξικό μόριο πολλών φυτών που ερεθίζει το πεπτικό σύστημα και μπορέι να συνδεθεί με το ασβέστιο, δημιουργώντας οξαλικό ασβέστιο που μπορει να κάνει πέτρες στο ουροποιητικό μακροπρόθεσμα. Για τη μείωση του οξέος το φυτό υφίσταται ζύμωση, όπως και η κάνα. Μία συνταγή που δίνεται είναι τοποθέτηση του ψιλοκομμένου φυτού σε πλαστική σακούλα (οι Αφρικανοί χρησιμοποιούσαν δερμάτινη) στον ήλιο ή σε ζεστό μέρος γενικά για 8 μέρες, οπότε την Τρίτη πρέπει ν’ανακατευτεί και την όγδοη να αδδειαστεί σ’ένα δίσκο για να στεγνώσει. Όλο το φυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ακο΄μα και η ρίζα, για την οποία λέγεται ότι έχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα. Μετά τη διαδικασία αυτή το φυτό μπορέι να καπνιστεί ή να γίνει ρόφημα, με χαλαρωτικά υποτίθεται αποτελέσματα. Παρόμοιες ιδιότητες έχει και το Delosperma cooperi, το οποίο επίσης καλλιεργείται ευρέως.

Ενημέρωση 14/8/2015: Ρώτησα τον καλλιεργητή για τον πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα, και μου είπε ότι δεν είναι κάτι δύσκολο. Απλώς κόβεις ένα κλαδί κατά την περίοδο ανάπτυξης, και το φυτεύεις σε χώμα καλής αποστράγγισης, όπου θα ριζώσει, και με τον καιρό θα δημιουργήσει κι αυτό την πασσαλώδη ρίζα, αν και θα πάρει περισσότερο χρόνο από ό,τι ένα σπορόφυτο. Επίσης τα άνθη του φυτού είναι αυτογονιμοποιούμενα, οπότε και η παραγωγή σπόρων δεν είναι δύσκολη. Εγώ είχα κάποια μπουμπούκια στο φυτό, το οποίο έχει ψηλώσει λίγο, αρκετές μέρες πριν, αλά έλειπα και δεν πρόλαβα την ανθοφορία, έχω όμως τώρα κάψες, οι οποίες όμως ακόμα δεν έχουν ωριμάσει. Επιπλέον όσον αφορά τη μακροζωία του, ο καλλιεργητής με διαβεβαίωσε ότι ζει πολλά χρόνια. Ίσως να μην είναι υπεραιωνόβιο όπως πολλοί κάκτοι, αλλά σίγουρα ζει περισσότερο από ένα αγριόχορτο.

Τελικά, αν και δεν το σχεδίαζα, κατέληξα σε μια μικρή σειρά άρθρων για διάφορα παραισθησιογόνα φυτά της αμερικανικής ειπήρου με μακρά ιστορία χρήσης από τους ιθαγενείς και κάποτε συνέχιση της χρήσης τους ως σήμερα. Το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον, μεγάλο και πολύπλοκο, ώστε να μη μπορώ να το καλύψω σε λίγα άρθρα. Έχουν γραφτεί βιβλία ολόκληρα πάνω σ’αυτό από διάφορους επιστήμονες και οπτικές γωνίες, κάποια απ’τα οποία θα πρέπει να διαβάσω. Προς το παρόν θα παραθέσω τα αποτελέσματα μιας καλής αναζήτησης που έχω κάνει γι’αυτά τα πράγματα αυτό το διάστημα αλλά και παλαιότερα. Στο
Προηγούμενο άρθρο
Λοιπόν είχα καλύψει τα παραισθησιογόνα ψυχανθή (φασολοειδή φυτά) της Νότιας Αμερικής. Στο παρόν άρθρο ολοκληρώνω την παρουσίαση των παραισθησιογόνων αυτής της ειπήρου, προσπαθώντας ν’αναφέρω για όλες τις κυριότερες χρήσεις τους. Δε θα μακρηγορήσω με μεγάλες εισαγωγές για το τι είναι τα παραισθησιογόνα, που έχουν χρησιμοποιηθεί γενικώς, πώς τα αντιμετώπισε ο δυτικός πολιτισμός και πώς είναι σήμερα, γιατί αυτά έχουν αναφερθεί επαρκώς στα προηγούμενα δύο μου άρθρα. Εδώ θα προσπαθήσω να μπω κατευθείαν στο ψητό, δηλαδή στα φυτά, τη βοτανική τους και τις χρήσεις τους, με μια μικρή εισαγωγή. Πρώτα όμως να ξεκαθαρίσω ότι ενοώντας παραισθησιογόνα εννοώ της κλάσης αυτής που λέγονται
Ψυχοδηλωτικά
Ή ψυχεδελικά, ουσίες που επιφέρουν εναλλακτική κατάσταση συνείδησης δύσκολη στην περιγραφή στο χρήστη με μυστικιστικά, πνευματικά στοιχεία, ευρεία κι αφηρημένη σκέψη, οπτικές διαστρεβλώσεις, σπανιότερα ψευδαισθήσεις και οράματα. Ο χρήστης συνήθως διατηρεί καλή επαφή με την πραγματικότητα. Οι δύο άλλες κλάσεις των παραισθησιογόνων είναι τα διασπαστικά, τα οποία διασπούν κατά κάποιον τρόπο τη νοητική λειτουργία από τις αισθητηριακές και κινητικές, προκαλώντας παραισθήσεις, αλλοιώσεις της αντίληψης του περιβάλλοντος και ονειρώδεις καταστάσεις, και τα παραληρηματογόνα, ουσίες που προκαλούν αυτό που λλέει το όνομά τους, παραλήρημα και σχεδόν πλήρη αποσύνδεση απ’την πραγματικότητα με σκέψεις και πράξεις που μπορεί ν’αποβούν επικίνδυνες. Φυτά με τέτοιες ουσίες είναι η
ντατούρα
Και το νοτιοαμερικανικό γένος της
Μπρουγκμάνσιας,
Που είχα καλύψει παλαιότερα. Λόγω της επικινδυνότητάς τους, τα φυτά αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί μόνο από πολύ πεπειραμένους σαμάνους σε ακραιες περιπτώσεις ή από σκοτεινούς μάγους. Τα ψυχοδηλωτικά λοιπόν ή ψυχεδελικά επιδρούν στο σεροτονινεργικό συστημα του εγκεφάλου, συγκεκριμένα στους υποδοχής 5ht2a και 5ht2c, όπου 5ht η 5-υδροξυτρυπταμίνη, δηλαδή η σεροτονίνη, με τα κύρια ψυχοενεργά τους αποτελέσματα ν’αποδίδονται στην επίδρασή τους επί του πρώτου υποδοχέα.

Δεν έχουμε, ούτε μπορούμε να έχουμε σήμερα, ακριβή ιστορικά στοιχεία για την ανακάλυψη των παραισθησιογόνων, αφού αυτή έγινε σε μακρινές, πρωτόγονες, προΐστορικές εποχές, κι όλοι οι λαοί που τα χρησιμοποιούν έχουν ξεχάσει πλέον την προέλευσή τους κι ανταυτού την αποδίδουν σε παρεμβάσεις θεών και πνευμάτων, ή στην καθοδήγηση των ίδιων των φυτών. Ένα ενδεχόμενο της προέλευσής τους είναι η κατά λάθος κατανάλωσή τους από κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι έπειτα θεώρησαν πως μέσω αυτης της τροφής διαφωτίστηκαν και μετέδωσαν τη γνώση της σ’άλλους. Από εκείνο το στάδιο όμως μέχρι την εδραιωμένη θρησκευτική χρήση των παραισθησιογόνων, ή ενθεογόνων κατά τους υποστηρικτές τους για θρησκευτική χρήση, θα έγινε αρκετός πειραματισμός για την καθιέρωση του αποτελεσματικότερου τρόπου χορήγησης και της ακριβούς δόσης και για την εξακρίβωση των αποτελεσμάτων. Πράγματι οι πρακτικές των σαμάνω πολλών φαινομενικά πρωτόγονων φυλών, οι οποίοι συλλέγουν, επεξεργάζονται, αποθηκεύουν, ανακατεύουν και χορηγούν τα συστατικά ώστε να διατηρηθεί όσο γίνεται η ισχύς τους, καταδεικνύουν άριστες πρακτικές χημικές γνώσεις, στο σημείο που αναρωτιόμαστε πώς, ενώ δεν ανακάλυψαν άλλα πρακτικότερα πράγματα, π.χ. τον τροχό, κατόρθωσαν να τελειοποιήσουν τόσο πολύ τη χρήση των παραισθησιογόνων ουσιών. Μια εξήγηση πιστεύω πως είναι η βάση των λαών αυτών περισσότερο στον υπερβατικό και νοητικό κόσμο ως αποτέλεσμα της θεοποίησης των ενθεογόνω εναλακτικών καταστάσεων συνειδήσεως, παρά η ανάγκη βελτίωσης της ζωής τους.

Η χρήση των παραισθησιογόνων λοιπόν ποικίλει όσο και οι φυλές που τα χρησιμοποιούν. Στις πρωτόγονες φυλές των Ινδιάνων, πνευματικος αρχηγός συνήθως είναι ο μάγος με διάφορα ονόματα ανά φυλή, που οι δυτικοί αποκαλούν σαμάνο, από τους αντίστοιχους
Σαμάνους της Σιβηρίας,
Ο οποίος μπορεί να επικοινωνεί με τον κόσμο των πνευμάτων και των θεών, με τον κόσμο τω νεκρών, μπορεί επίσης να διαβλέπει το μέλλον, να μετακινείται πνευματικά σε διάφορα άλλα μέρη κλπ, κι ως εκ τούτου περιβάλλεται με μεγάλο σεβασμό και δέος. Συνήθως οι σαμάνοι είναι περισσότεροι από ένας σε μια ομάδα ανθρώπων με διάφορες ξεχωριστές αρμοδιότητες π.χ. άλλος ο ιερέας κι άλλος ο γιατρός. Στις φυλές αυτές λοιπόν ο σαμάνος συχνά υποβοηθείται από ψυχοενεργές ουσίες ώστε να περιέλθει στην ενθεογόνο έκσταση, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις κι άλλα μέλη της φυλής μπορούν να τις πάρουν. Σε πιο προηγμένους (σχετικά με τους προηγούμενους) και συγκεντρωτικούς πολιτισμούς ωστόσο, παρατηρείται μυστικοποίηση και περιορισμός αυτών των ουσιών κυρίως στην ιερατική τάξη, όπως στους Αζτέκους. Μετά απ’αυτό το στάδιο οι ερευνητές υποθέτουν ότι κάπως και για κάποιον λόγο οι ουσίες αυτές ξεχάστηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άλλες (π.χ. η υπόθεση που υποστηρίζει αντικατάσταση του παραισθησιογόνου μανιταριού
Amanita muscaria
Με το κρασί του Διονύσου κατά την ελληνική προΪστορία), υποθέσεις που ωστόσο δε μπορούν ν’αποδειχθούν. Τελευταία φάση στην ιστορία των παραισθησιογόνων είναι η επιστημονική τους πλέον προσέγγιση, κυρίως από το δυτικό πολιτισμό από των περασμένο αιώνα, η οποία ωστόσο συνάντησε αρκετά εμπόδια στο δρόμο της για περίπλοκους λόγους, που έχουν να κάνουν κυρίως με την προκατάληψη. Η επίσημη ενασχόληση μ’αυτές τις ουσίες σχεδόν εξέλειψε για μερικές δεκαετίες μετά την σχεδόν διεθνή ποινικοποίησή τους με τη Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του ΟΗΕ το 1971, αλλά δειλά-δειλά άρχισε να ξανακάνει την εμφάνισή της προς τα τέλη του περασμένου και στον παρόντα αιώνα. Οι περισσότερες αναφορές παρακάτω αφορούν τις πρώτες κοινωνίες κατά την υπεραπλουστευμένη σειρά μου, τις σαμανιστικής φάσης.

Προχωρώ λοιπόν στο πλέον γνωστό και γι’αρκετές δεκαετίες μυστηριώδες παραισθησιογόνο ποτό της Νότιας Αμερικής, την αγιαχουάσκα. Η αγιαχουάσκα είναι ένα αφέψημα κυρίως των φυλών της δυτικής λεκάνης του Αμαζονίου και των βασικών παραποτάμων του, το οποίο γνώρισε ωστόσο ευρεία εξάπλωση τα τελευταία χρόνια σε πολλές άλλες περιοχές. Η λέξη αγιαχουάσκα (ayahuasca) είναι η ισπανοποιημένη μορφή της λέξης αγιαουάσκα της γλώσσας κέτσουα (γλώσσα των Ίνκας), όπου σημαίνει κλήμα/αναρριχώμενο φυτό των ψυχών («άγια» = ψυχή «ουάσκα» κλήμα), ή, κατά την μυστικιστικότερη απόδωση του Zyklon b, άμπελος των νεκρών (δεν υπήρχαν αμπέλιαόμως εκεί), κι αναφέρεται στο κύριο συστατικό του μείγματος, το αναρριχητικό φυτό Banisteriopsis caapi. Άλλα ονόματα κατά τόπους είναι καάπι, γιάτζε κλπ. Το ρόφημα αυτό βασικά είναι η μείξη δύο ενεργών φυτών, με την άμπελο τω νεκρών να παίζει στην πραγματικότητα βοηθητικό αλλά πάλι απαραίτητο ρόλο, αφού περιέχει τις β καρβολίνες (β ανθρακολίνες πιο ελληνικά), όπως χαρμίνη, χαρμαλίνη και τετραϋδροχαρμίνη, αλκαλοειδή που αναστέλλουν το ένζυμο της μονοαμινοξειδάσης στο πεπτικό σύστημα (παρόμοια αλκαλοειδή έχει και το γνωστότερο ασιατικό
Πήγανο
ή Peganum harmala), το οποίο αλλιώς θα οξείδωνε τις παραισθησιογόνες τρυπταμίνες όπως τη διμεθυλοτρυπταμίνη του άλλου κύριου συστατικού του ροφήματος, το οποίο είναι συνήθως η πράσινη ψυχώτρια (Psychotria viridis), αλλά μπορεί νά’ναι και συγγενικά είδη, ή, στο βορειοδυτικό Αμαζόνιο της βορειοδυτικής Βραζιλίας, της Κολομβίας και της Βενεζουέλας, που δεν ενδημεί η ψυχώτρια, η διπλοπτερύδα (Diplopterys cabrerana), αναρηχητικό συγγενικό με την άμπελο των νεκρών. Στην πραγματικότητα δηλαδή ενεργό συστατικό της αγιαχουάσκας είναι η πηγή της διμεθυλοτρυπταμίνης, παρόλα αυτά οι Ινδιάνοι θεωρούν το καάπι κύριο στοιχείο, και τα υπόλοιπα προσμείξεις, ίσως επειδή κατά περιοχές και ανάλογα με το λόγο χρήσεις προστίθενται διάφορα άλλα φυτά εκτός από τα διμεθυλοτρυπταμινούχα, όπως το ελαφρύ ηρεμιστικό κι αντιβηχικό Justicia pectoralis ή τα παραληρηματογόνα τω γενών της ντατούρας, της μπρουγκμάνσιας και της μπρονφέλσιας (Bronfelsia) για σκοτεινή μαγεία, ενώ η άμπελος των νεκρών παραμένει πάντοτε σταθερή. Όλες η προσμείξεις στην αγιαχουάσκα μπαίνουν σε συγκεκριμένες αναλογίες και με συγκεκριμένους τρόπους ώστε να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα, πρακτικές που ακόμα δεν έχουν μελετηθεί διεξοδικά. Το ρόφημα παρασκευάζεται συνήθως με το βράσιμο τμημάτων φλοιού και βλαστών του καάπι μαζί με τα φύλλα της ψυχώτριας σ’ένα καζάνι, αν κι ανάλογα με τα έθιμα ή το αποτέλεσμα που θέλει να φέρει ο σαμάνος μπορεί τα φυτά να μουλιαστούν για πολλή ώρα στο νερό κι όχι να βραστούν, να βραστούν ξεχωριστά και ν’αναμειχθούν αργότερα, ή τα διάφορα άλλα πρόσθετα να τοποθετούνται σε συγκεκριμένο χρόνο κατά την ετοιμασία. Τα αποτελέσματα της αγιαχουάσκας είναι παρόμοια μ’αυτά της διμεθυλοτρυπταμίνης, με οπτικές διαστρεβλώσεις ή παραισθήσεις όπως σχήματα και γραμμές, οράματα με μεταφορές σε άλλες διαστάσεις και επαφής με διάφορα όντα, αίσθηση ενότητας με το σύμπαν κι άλα πολλά δύσκολο να περιγραφούν λόγω της υποκειμενικότητας της εμπειρίας και της διαφοράς της ανάλογα με τη νοητική κατάσταση και το περιβάλλον του κάθε χρήστη (set και setting κατά Timothy Leary). Συχνά το ρόφημα προκαλεί ναυτεία ή και εμετό, αφού ο ανθρώπινος οργανισμός είναι προσαρμοσμένος ν’αποφεύγει τα αλκαλοειδή, αρκετά εκ των οποίων είναι ισχυρά δηλητήρια. Πολλοί ιθαγενείς θεωρούν τον εμετό ωφέλιμο, διότι καθαρίζει την ψυχή όπως λένε.

Η ιστορία της αγιαχουάσκας χάνεται στα βάθη των αιώνων και του μύθου. Τα αρχαιότερα ευρήματα που ίσως έχουν να κάνουν με τη χρήση της είναι πήλινα αγγεια στη λεκάνη του Αμαζονίου που χρονολογούνται γύρω στο 500 π.Χ., αν και δε μπορούμε νά’μαστε βέβαιοι αν αυτά χρησίμευαν για την τελετουργική κατανάλωση αγιαχουάσκας. Όταν πάντως οι Ευρωπαίοι άρχισαν να μελετούν τις πρακτικές των ιθαγενών του Αμαζονίου κατά το 19ο αι., η χρήση του παραισθησιογόνου ροφήματος είχε εξαπλωθεί ήδη σ’όλες τις φυλές που είχαν κοντά τους τα απαραίτητα φυτά, επομένως θα είχε ξεκινήσει από αρκετά παλιά. Οι ίδιοι οι Ινδιάνοι πιστεύουν ότι τα πνεύματα των φυτών τους καθοδήγησαν κάποτε να παρασκευάσουν το ρόφημα, κάτι που φυσικά δε μας πείθει. Δεν είναι γνωστό πώς ακριβώς οι πρωτόγονες εκείνες φυλές ανακάλυψαν το συγκεκριμένο συνδυασμό, η επικρατέστερη άποψη πάντως είναι ότι, ανακατεύοντας διάφορες προσμείξεις με το ίσως ελαφρώς ψυχοενεργό αν συμπεράνουμε απ’το πήγανο σε υψηλές δόσεις καάπι, το οποίο θεωρούν βάση επομένως πιθανότατα ήταν και το πρώτο φυτό της όλης ιστορίας, πέτυχαν μια φορά το μαγικό συνδυασμό. Οι Ευρωπαίοι άργησαν αρκετά να μελετήσουν την αγιαχουάσκα σε σχέση μ’άλλα ενθεογόνα των Ινδιάνων, ίσως εξαιτίας της δυσπρόσιτης θέσης των φυλών του Αμαζονίου. Ο πρώτος που περιέγραψε την αγιαχουάσκα ήταν ο Βρετανός βοτανολόγος Richard Spruce, ο οποίος το 1851 ανέφερε τη χρήση ενός παραισθησιογόνου ποτού στη φυλή των Τακάνο του Ρίο Ουάπες της Βραζιλίας, απ’όπου συνέλλεξε επίσης δείγματα του φυτού που ταξινόμησε ως Banisteria caapi, που αργότερα άλλαξε σε Banisteriopsis caapi με την αναθεώρηση της οικογένειας τω μαλπιγκιδών όπου ανήκει το 1930 από τον ταξινομιστή morton. Ο Spruce έπειτα, μετά από 7 χρόνια το 1958 συνάντησε πάλι τη χρήση της αγιαχουάσκας στους Ινδιάνους Γκουαχίμπο του άνω Ορινόκο της Κολομβίας και της Βενεζουέλας, ενώ αργότερα τον ίδιο χρόνο ανέφερε τη χρήση του ροφήματος από τους Ζαπάνο των Άνδεω του Περού, οι οποίοι το αποκαλούσαν «αγιαχουάσκα». Αν και ο Βρετανός βοτανολόγος ήταν ο πρώτος που περιέγραψε με βεβαιότητα την αγιαχουάσκα, δεν ήταν ο πρώτος που εξέδωσε τις παρατηρήσεις του, το οποίο έκανε το 1873 και το 1908. Ο πρώτος που εξέδωσε αναφορές για τη χρήση της αγιαχουάσκας ήταν ο Ισημερινίτης γεωγράφος Manuel Villavicencio, ο οποίος το 1858 ανέφερε τη χρήση αγιαχουάσκας γιαμαγεία και μαντεία στον άνω Ρίο Νάπο, αν και δεν ερεύνησε τη βοτανική πηγή των συστατικών. Πολλοί άλλοι ερευνητές στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. που επισκέπτονταν τον Αμαζόνιο ανέφεραν την κατανάλωση ενός ναρκωτικού ποτού, αλλά δεν ερευνούσαν περαιτέρω την πηγή των συστατικών του υποθέτωντας διάφορες πηγές όπως ρίζες, φύλλα κλπ. Σήμερα γνωρίζουμε από τις περιγραφές τους για τ’αποτελέσματα, τους λόγους χρήσης και τις φυλές ότι αναφέρονταν στην αγιαχουάσκα, αλλά για τους επόμενους ερευνητές η ερμηνεία εκείνων των ασαφών αναφορών ήταν τουλάχιστον δύσκολη. Εντωμεταξύ το 19ο αι. άρχισε η χημική εκχύλιση φαρμακευτυκών ουσιών, μεπρώτα τα αλκαλοειδή αφού εκχυλίζονται σχετικά εύκολα. Η πρώτη β ανθρακολίνη, η χαρμαλίνη από τους σπόρους του πήγανου, εκχυλίστηκε το 1840 από το Γερμανό χημικό H. Gobel, κι αργότερα ακολούθησε η χαρμίνη, η χαρμαλόλη κι άλλες συγγενικές ουσίες. Η ταυτοποίηση των χαρμαλοαλκαλοειδών του πήγανου μ’αυτά της αγιαχουάσκας άργησε πολύ, έως το 1920, οπότε ως τότε διάφοροι επιστήμονες ανά τον κόσμο απομόνωναν τα αλκαλοειδή του καάπι δίνοντάς τους άλλα ονόματα, π.χ. τηλεπαθίνη τη χαρμαλίνη του καάπι, εξαιτίας φαινομένων τηλεμεταφοράς που υποτίθεται βίωναν οι σαμάνοι ή οι δυτικοί που το κατανάλωναν. Αλλά και η βοτανική ταυτότητα των συστατικών της αγιαχουάσκας, πέρα από τη σχετική βεβαιότητα για το καάπι, άργησε να εξακριβωθεί. Η πρώτη αναφορά για τη μείξη συστατικών στην αγιαχουάσκα είχε γίνει το 1886 από τον Αμερικανό βοτανολόγο Simson, ο οποίος ανέφερε ότι οι ιθαγενείς του Ισημερινού παρασκεύαζαν ένα ναρκωτικό ποτό με γιάτζε και φύλλα διάφορων άλλων φυτών. Παρά την αναφορά της Banisteriopsis kaapi ως βασικού συστατικού από μερικούς επιστήμονες του 19ου αι., οι περισσότεροι, όπως είπα, δεν ασχολήθηκαν με την πηγή των συστατικών, αφήνοντας τους επόμενους ερευνητές σε σύγχυση. Η σημασία της B. caapi πάντως αναγνωρίστηκε νωρίς, με το Safford το 1917 να υποστηρίζει ότι καάπι και γιάτζε είναι στην πραγματικότητα το ίδιο φυτό, η B. caapi. Εντούτοις, λόγω της μεγάλης σύγχυσης, άλλοι επιστήμονες όπως ο Γάλλος ανθρωπολόγος Reinberg το 1921 αναγνώριζαν το γιάτζε ως το δεύτερο φυτό, το οποίο λανθασμένα ταυτοποιούσαν ως το είδος Prestonia amazonica μέχρι περίπου το 1960, οπότε ο Αμερικανός εθνοβοτανολόγς Richard Evance Schultes έκανε εκτενείς μελέτες στην αγιαχουάσκα. Η έρευνα πάνω στα χημικά συστατικά της B. caapi συνεχιζόταν για τις επόμενες δεκαετίες, και πιστευόταν λανθασμένα ότι τα χαρμαλοαλκαλοειδή της ευθύνονταν για τα ψυχοενεργά αποτελέσματα, ώσπου τη δεκαετία του 1950 άρχισε ν’αναγνωρίζετε η σπουδαιότητα των άλλω προσμείξεων στην αγιαχουάσκα, ιδίως των τρυπταμινούχων Diplopterys cabrerana και Psychotria viridis, αν κι ο τρόπος δράσης τους ακόμα συνέχεε τους επιστήμονες, αφού ήταν γνωστό ότι η διμεθυλοτρυπταμίνη διασπάται στο πεπτικό σύστημα απ’τη μονοαμινοξειδάση. Η πρώτη ένδειξη για την πιθανή συνέργεια των χαρμαλοαλκαλοειδών με τη διμεθυλοτρυπταμίνη ήρθε από τονΑμερικανό χημικό Udenfriend το 1958, ο οποίος απέδειξε ότι τα χαρμαλοαλκαλοειδή ήταν ισχυροί αλλά προσωρινοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, ωστόσο για πολλά χρόνια ακόμα οι επιστήμονες θα θεωρούσαν κυρίως τα χαρμαλοαλκαλοειδή υπεύθυνα. Οι εκτενείς πολύπλευρες (βοτανικές, εθνολογικές και χημικές) μελέτες του πατέρα της σύγχρονης εθνοβοτανολογίας Richard Evance Schultes κατά τη δεκαετία του 1960 έφεραν στο φως πολλά στοιχεία για τη χρήση της αγιαχουάσκας και των φυτών προσμειξεών της, αλλά ο τρόπος δράσης της, αν και είχε υποτεθεί, δεν αποδείχθηκε πειραματικά μέχρι το 1984, οπότε ο εθνοβοτανολόγος Terence McKenna απέδειξε πειραματικά τελικά τη συνέργεια τω χαρμαλοαλκαλοειδών με τη διμεθυλοτρυπταμίνη. Από τότε η έρευνα συνεχίζεται, αν κι όχι τόσο ζωηρή όπως τότε. Θά’πρεπε πιστεύω οι επιστήμονες να έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στις υπόλοιπες προσμείξεις της αγιαχουάσκας και στους τρόπους που αυτές αλληλεπιδρούν με τα βασικά συστατικά, μεταξύ τους και με το νευρικό σύστημα του χρήστη. Θ’ανακαλύπτονταν περαιτέρω απροσδόκητες πρακτικές χημικές γνώσεις των σαμάνων των αμαζονιακών φυλών σίγουρα.

Σήμερα η χρήση της αγιαχουάσκας, αντίθετα με τη χρήση άλλων ενθεογόνων που καταπιέστηκε, έχει εξαπλωθεί και σε μέρη και λαούς που δε γινόταν πριν. Σχεδόν όλες οι φυλές του βάθους του Αμαζονίου την χρησιμοποιούν, καθώς και Μαύροι ή μυγάδες περιπλανώμενοι γιατροί και μάγοι. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται ακόμα σε πρωτόγονο νοητικό στάδιο, πιστεύοντας ότι ο κόσμος κυβερνάται από πνεύματα, θεούς και δαίμονες, οπότε αποδίδουν κάθε φυσικό φαινόμενο σε συνειδητές ενέργειες (ανιμισμός) κι ως εκ τούτου αντιμετωπίζουν τον κόσμο με μεγάλο φόβο. Η χρήση της αγιαχουάσκας ίσως ενδυναμώνει την πίστη τους αυτήν. Οι σαμάνοι λοιπόν παίρνουν αγιαχουάσκα για διάφορους λόγους, όπως για επικοινωνία με τον ανώτερο κόσμο των πνευμάτων για καθοδήγηση ή μαντεία μελλοντικών γεγονότων, για την επίσκεψη στον κόσμο των δαιμόνων για μάχη μ’αυτούς, για την επικοινωνία με τον κόσμο τω ψυχών για νεκρομαντεία, μεταφορά ψυχών από την κόλαση σε καλύτερη θέση, για τη διάγνωση και τη θεραπεία ασθενειών, για την εύρεση χαμένων ή κλεμμένων αντικειμένων, για την εύρεση του ενόχου σ’ένα έγκλημα (φανταστείτε τι γίνεται όταν κατηγορείται λάθος άνθρωπος, κι εκεί για εγκλήματα σκοτεινής μαγείας και παρόμοια μπορεί και να θανατωθεί!), για τη νοερή μεταφορά του σαμάνου σ’άλλα μέρη (κάποιοι σαμάνοι υποστηρίζουν πως ταξίδεψαν υπό την επίρροια της αγιαχουάσκας σε μέρη που δεν είδαν ποτέ, κι έπειτα όταν τα επισκέφθηκαν τα θυμούνταν ακριβώς, τώρα αν θέλετε το πιστεύετε), και για διάφορους άλλους λόγους που απαιτούν την επικοινωνία με το μεταφυσικό. Για παρόμοιους λόγους χρησιμοποιούνται τα ενθεογόνα και στους υπόλοιπους σαμανιστικούς πολιτισμούς. Η χρήση της αγιαχουάσκας έχει επηρεάσει και την τέχνη αυτών τω λαών, οι Τακάνο για παράδειγμα στολίζουν όλα τους τα αντικείμενα με αφηρημένα ψυχεδελικά μοτίβα γεωμετρικών σχημάτω και γραμμών. Από τις παραπάνω πρωτόγονες δοξασίες λοιπόν, σιγά-σιγάμε την επιρροή του χριστιανισμού σχηματίστηκαν νέες συγκρητιστικές θρησκείες με χριστιανικά στοιχεία χριστιανισμού και παραδοσιακού σαμανισμού, στις οποίες η αγιαχουάσκα παίζει κεντρικό ρόλο. Οι θρησκείες αυτές είναι αναγνωρισμένες στη Βραζιλία κι αλλού κι επιζητούν την αναγνώριση παγκοσμίως, ώστε τα μέλη τους να μη διώκονται ως για παράδειγμα χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Συχνά μέλη τους σ’άλλες χώρες έχουν εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες, νικηφόροι συνήθως για τις εκκλησίες. Οι δύο γνωστότερες θρησκείες είναι το Santo Daime και το Uniao do Vegetal.

Το Santo Daime (Σάντο Ντάιμε) ιδρήθηκε το 1931 στην αμαζονιακή επαρχία του Έκρε της Βραζιλίας από ένα Μαύρο μετανάστη από την ανατολική Βραζιλία που δούλευε ως εξαγωγέας κώμμεος (καουτσούκ) ονόματι Raimundo Irineu Serra (ΡαΪμούντο Ιρινέου (Ειρηναίος) Σέρα), ο οποίος, αφού γνώρισε τη χρήση της αγιαχουάσκας από τους Ινδιάνους, κι αφού συγκέντρωσε ομάδα πιστών μυγαδικής κυρίως καταγωγής, που έφεραν ήδη στοιχεία αφρικανικών θρησκευμάτων, χριστιανισμού και ιθαγενών δοξασιών, ίδρυσε θρησκεία κι έκτοτε αποκαλούταν Mestre Irineu. Η θρησκεία αυτή είναι περισσότερο ανιμιστικού παρά χριστιανικού προσανατολισμού, με λατρεία πνευμάτω της φύσης, του ήλιου, της Σελήνης, των άστρων κλπ και την κατανάλωση της αγιαχουάσκας στο κέντρο κάθε λατρείας και τελετής. Υπάρχουν διάφορες τελετές, όπως τελετές διαλογισμού ή τελετές έκστασης, χορού κλπ. Η θρησκεία αυτή απηχεί αρκετά στον πρωτόγονο πληθυσμό τω μυγάδων των υπανάπτυκτων περιοχών της Βραζιλίας, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει εξαπλωθεί, ιδίως με τους μετανάστες, σε διάφορα μέρη του κόσμου. Μετά το θάνατο του Ειρηνεέου το 1971 η εκκλησία άρχισε να διασπάται σε διάφορες σέκτες. Το «Σάντο Ντάιμε» στην πραγματικότητα σημαίνει «Άγιο Δώσε μου», κι αναφέρεται στην αγιαχουάσκα που αποκαλείται συχνά απλώς «Δώσε μου», εξαιτίας των ύμνων που της απευθύνονται με την ευχή «Δώσε μου δύναμη».

Αντίθετα το Uniao do Vegetal (Ούνιαο ντου Βεγκετάλ), δηλαδή η ένωση των φυτών, έχει συγκεντρωτική δομή, με περισσότερα χριστιανικά στοιχεία, και τα μέλη της προέρχονται συχνά από ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Με τη συγκεντρωτική δομή της προσπαθεί να καθιερώσει το δικαίωμα χρήσης αγιαχουάσκας των μελών της σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Η ένωση των φυτών θεωρεί την αγιαχουάσκα ΜΈΣΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΉς ΑΝΈΛΙΞΗς ΚΙ ΕΠΙΚοινωΝΊΑς ΜΕ ΤΟ ΘΕΊΟ, ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΝΆΛΩΣΉ Της ΓΊΝΕΤΑΙ ΣΥΧΝΆ στις ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΊΕς. Η αγιαχουάσκα, που παρασκευάζεται από B. caapi και Psychotria viridis, αποκαλείται πορτογαλοποιημένα «hoasca = χοάσκα» ή «vegetal = βεγκετάλ», τα φυτά. Το δόγμα της εκκλησίας υποστηρίζει ότι η γνώση της αγιαχουάσκας δόθηκε στους προγόνους των Ίνκας από το Βασιλιά Σολομώντα κατά το 10ο αιώνα π.Χ (σας θυμίζει αυτό μήπως μορμονους;). Η εκκλησία ιδρύθηκε, ή επανιδρύθηκε όπως υποστηρίζουν τα μέλη της, το 1961 από τον αγράμματο τότε εξαγωγέα κώμμεος Jose Gabriel da Costa (Χοσέ Γκαμπριέλ ντα Κόστα), ο οποίος, αφου γνώρισε τις πρακτικές των Ινδιάνω του Αμαζονίου της βορειοδυτικης Βραζιλίας και Κολομβίας, ίδρυσε μια νέα συγκρητιστική θρησκεία. Ο Mestre Gabriel, όπως αποκαλούταν έπειτα, πέθανε το 1971, αλλ’η θρησκεία του συνέχισε ν’αυξάνεται, με περί τα 15.000 μέλη σήμερα παγκοσμίως. Περισσότερα για τις θρησκείες της αγιαχουάσκας μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
και
εδώ.

Ένα από τα μεγάλα οφέλη πουμας έδωσαν τα μέλη της Ένωσης των Φυτών ήταν η ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης της υγείας τους ώστε ν’αποδειχθεί τελικά αν η χρόνια χρήση παραισθησιογόνων επηρεάζει ή όχι την υγεία. Η έρευνα ξεκίνησε όταν το 1991 η Ένωση των Φυτών σε μια σύσκεψη για τις ιατρικές μελέτες πάνω στη χρήση της αγιαχουάσκας, ψάχνοντας ανεξάρτητους επιστήμονες για να ερευνήσουν τις πραγματικές συνέπειες της χρήσης της αγιαχουάσκας, κάλεσε τον εθνοβοτανολόγο Terence McKenna στη Βραζιλία, ο οποίος ενδιαφερόταν για καιρό να πραγματοποιήσει μια τέτοια μελέτη, αφού είχε εκπλαγεί από την καλή υγεία και μακροζωία των παραδοσιακών σαμάνων της αγιαχουάσκας. Σύντομα, με χορηγίες από ιδιότες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, μιας και δεν εμπιστευόταν τους κυβερνητικούς φορείς των ΗΠΑ που ίσως τον υποστήριζαν μόνο εάν αποδείκνυε αρητικές συνέπειες της χρήσης, ξεκίνησε το πρακτικό κομμάτι της μελέτης, με συμμετοχή επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων από πανεπιστήμια της Βραζιλίας, των ΗΠΑ και της Φινλανδίας. Η έρευνα, γνωστή ως το εγχείρημα χοάσκα (hoasca project), έγινε τελικά το 1993 και διήρκησε 5 εβδομάδες, κατά το οποίο διάστημα έγιναν εξονυχιστικές βιολογικές και ψυχολογικές εξετάσεις σε μέλη της θρησκείας, και τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αντίστοιχα άλλων ατόμων. Δε βρέθηκε λοιπόν καμία ανιχνεύσιμη επίπτωση στην υγεία, ακόμα και σε χρόνιους και παλιούς χρήστες, ενώ στον ψυχολογικό τομέα όχι μόνο δεν υπήρχε βλάβη, αλλά βρέθηκε πως η χρήση της αγιαχουάσκας έδινε στους χρήστες της εμπειρίες που επηρέαζαν θετικά τη ζωή τους. Σε παλιά μέλη της οργάνωσης ανιχνεύθηκαν μικρές προσαρμοστικές αλλαγές στο σεροτονινεργικό σύστημα, με αύξηση των υποδοχέων πρόσληψης της σεροτονίνης στα αιμοπετάλια, και προφανώς και στο κεντρικό νευρικό σύστημα, κάτι ανάλογο με την προσαρμογή του οργανισμού σε μεγαλύτερο υψόμετρο και με κανέναν τρόπο βλαπτικό για την υγεία. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη και πολυπλευρότερη μελέτη πάνω στις επιδράσεις ενός ψυχοδηλωτικού στον άνθρωπο. Παλαιότερα είχαν γίνει αρκετές μελέτες με χρήστες lsd με περίπου τα ίδια αποτελέσματα με τα παραπάνω, αλλά με πολύ μικρότερο αριθμό δείγματος. Δεν ξέρω εάν η ίδια η αγιαχουάσκα ή η αλλαγές στη ζωη που επιφέρει η χρήση της ωφελεί την υγεία των χρηστών της, πάντως το σίγουρο είναι ότι η αγιαχουάσκα δεν είναι τοξική. Αυτά θα πρέπει να λέγονται και να δημοσιεύονται για να καταλαβαίνει ο κόσμος τη μεγάλη αδικία του 1971.

Σήμερα στο δυτικό κόσμο η αγιαχουάσκα, όπως κι άλλα ψυχοδηλωτικά, χρησιμοποιείται στην ψυχοναυτική, μια ατομική διαδικασία ανακάλυψης των διεργασιών της ψυχής μέσω εναλλακτικών καταστάσεων συνείδησης, που μπορεί να προκληθούν με παραισθησιογόνες ουσίες, διαλογισμό, συνειδητό ονείρεμα ή και την ανάλυση των ονείρων (ονειροναυτική). Ο εθνοβοτανολόγος Terence McKenna για παράδειγμα ήταν γνωστός ψυχοναύτης, γράφοντας αρκετά συγγράμματα των εμπειριών του και της ανάλυσής τους. Επειδή όμως τα γνήσια φυτά της αγιαχουάσκας είναι αρκετά δυσεύρετα, συνήθως χρησιμοποιούνται ανάλογά τους, π.χ. σπόροι πήγανου ως αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης και φλοιός παραισθησιογόνου μιμόζας (Mimosa tenuiflora), φυτό που κάλυψα στο προηγούμενο άρθρο, με το ίδιο αποτέλεσμα. Αν και τα βότανα της αγιαχουάσκας ή των αναλόγω της δεν απαγορεύονται απ’το νόμο στις περισσότερες χώρες, άτομα που τα πουλούν ή τα χρησιμοποιούν πάλι μπορούν να διωχθούν για διανομή ή κατοχή παρασκευασμάτω που περιέχουν απαγορευμένες ουσίες αν εντοπιστούν, ανάλογα με τη χώρα και την περίπτωση. Περισσότερα για την αγιαχουάσκα μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Ανθισμένη B. caapi από Wikipedia.

Όσον αφορά τα φυτά τώρα, το καάπι, η άμπελος τω νεκρών ή των ψυχών ή όπως αλλιώς λέγεται είναι, όπως είπα, το ειδος Banisteriopsis caapi, αν και σπάνια χρησιμοποιούνται συγγενικά είδη, όπως η B. inebriens (μεθυστική). Το όνομά του γένους ουδεμία σχέση με το μπανιστήρι έχει, όπως μου φάνηκε κι εμένα στην αρχή, αλλά μνημονεύει τον Άγγλο κληρικό και φυσιοδίφ John Banister του 17ου αιώνα. Το γένος ανήκει στην οικογένεια τω μαλπιγκιδών (malpighiaceae) και στην τάξη των μαλπιγκιωδών (malpighiales), ονόματα που προέρχονται από το τυπικό γένος της οικογένειας, τη μαλπίγκια (Malpighia), όνομα που δόθηκε προς τιμήν του Ιταλού γιατρού, ανατόμου, φυσιοδίφ κλπ Marcelo Malpighi του 15ου αιώνα. Η οικογένεια των μαλπιγκιδών περιλαμβάνει 75 γένη με 1300 είδη κυρίως τροπικών και υποτροπικών περιοχών, το 80-90% εκ των οποίων απαντούν στο Νέο Κόσμο. Το γένος Banisteriopsis κάποτε περιείχε περί τα 90 είδη, τώρα όμως μειώθηκε σημαντικά. Για κάποιον λόγο δε βρίσκω εκτενείς περιγραφές του B. kaapi στο Διαδίκτυο. Απ’ό,τι έχω καταφέρει να βρω όμως, το φυτό αυτό είναι αρκετά μεγάλο τροπικό αναρριχηητικό (λιάνα) με ξυλώδεις βλαστούς, πυκνή διακλάδωση και ωοειδή, οξύληκτα φύλλα, ύψους 20 μέτρων. Για κάποιον λόγο ανθίζει σπάνια με τετραπέταλα άνθη διαμέτρου 1,5 εκατοστού στο μέγιστο. Στη φύση το φυτό φύεται συνήθως δίπλα σε ποτάμια. Τα αλκαλοειδή περιέχονται στο φλοιό, με τη χαρμίνη στο 0,31-8,43%, τη χαρμαλίνη στο 0,03-0,83%, και την τετραΥδροχαρμίνη στο 0,05-2,94%. Τα δύο πρώτα αλκαλοειδή είναι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, ενώ το τρίτο περισσότερο λειτουργεί ως αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και δε συμμετέχει σημαντικά στη συνέργεια. Το αφέψημα του καάπι χρησιμοποιείται ακόμα κι ως αντιπαρασιτικό και καθαρτικό.

D. cabrerana, από ayahuascainfo.com.

Το άλλλο μαλπιγκιώδες φυτό, η διμεθυλοτρυπταμινούχος διπλοπτερύδα (Diplopterys cabrerana), είναι κι αυτή τροπικό αναρριχητικό, όπως πολλά μέλη της οικογένειας, με φύλλα κάπως μεγαλύτερα και πλατύτερα του πρώτου είδους κι άνθη μικροσκοπικά, τετραπέταλα και συνήθως σε ομάδες των 4. Για κάποιον λόγο, ούτε αυτό το φυτό ανθίζει συχνά, κι ανταυτού αναπαράγεται, όπως και το προηγούμενο, με φυσικές καταβολάδες όταν κλαδιά του ακουμπούν το έδαφος. Είναι ιθαγενής στο βορειιοδυτικό μέρος της λεκάνης του Αμαζονίου, περιοχή που καλύπτει μέρος της Βραζιλίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού, όπου άλλωστε χρησιμοποιείται κι αποκαλείται «τσαλιπόγγα». Τα φύλλα της περιέχουν διμεθυλοτρυπταμίνη κατά 0,17-1,5%, ενώ σε ιχνώδεις ποσότητες έχουν ανιχνευθεί 5-μεθοξυτρυπταμίνη, φρυνοτονίνη, μεθυλοτρυπταμίνη, και μεθυλοτετραΥδρο β ανθρακολίνη. Στους βλαστούς έχουν ανιχνευθεί διμεθυλοτρυπταμίνη, 5-μεθοξυτρυπταμίνη και μεθυλοτετραΫδρο β ανθρακολίνη σε ιχνώδεις ποσότητες. Και τα δύο παραπάνω φυτά συχνά καλλιεργούνται στις περιοχές όπου φύονται είτε για την καλλωπιστική τους αξία είτε για χρήση στους κήπους των σαμάνω. Ριζώνουν εύκολα από μοσχεύματα κλαδιών τα οποία μπορούν είτε πρώτα να τοποθετηθούν στο νερό, είτε κατ’ευθείαν στο χώμα. Στα δικά μας κλίματα θα χρειαστούν οπωσδήποτε προστασία από την παγωνιά, αλλά κι από τις ακραίες καιρικές συνθήκες γενικά, καθώς και υψηλή υγρασία για τη βέλτιστη ανάπτυξή τους. Αναπτύσσονται γρήγορα και σύντομα θα καλύψουν μεγάλο χώρο, γι’αυτό απαραίτητη είναι η παροχή στηριγμάτων. Η εύρεση τέτοιων φυτών ωστόσο είναι πολύ δύσκολη. Περισσότερα γι’αυτά τα φυτά μπορειτε να διαβάσετε
Εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ,
και
εδώ.

P. viridis με καρπούς, από το Biopark.

Η πράσινη ψυχώτρια (Psychotria viridis) είναι εντελώς διαφορετικό φυτό. Ανήκει στην οικογένεια των ρουμπιδών (rubiaceae), μια οικογένεια με 600 γένη και περί τα 13.000 είδη με εξάπλωση κυρίως σε τροπικές περιοχές, με μέλη όπως ο καφές, η γαρδένια, η κολλητσίδα κλπ, και στην τάξη τω γεντιανωδών (gentianales). Το γένος της ψυχώτριας, που μάλλονπήρε τ’όνομά της εξαιτίας των ψυχικών μεταβολών που προκαλούν λίγα είδη του, είναι τεράστιο με περίπου 1900 είδη παντροπικής εξάπλωσης, κυρίως ως χαμηλά δέντρα και θάμνοι στον κατώτερο όροφο του τροπικού δάσους. Κάποια είδη είναι κοινά, άλλα απειλούνται σοβαρά με εξαφάνιση, και μερικά έχουν εξαφανιστεί ήδη λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. Το είδος που μας ενδιαφέρει, η πράσινη ψυχώτρια (Psychotria viridis), είναι ιθαγενές της βόρειας Νότιας Αμερικής και συγγενική, αν όχι όμοια, με την ψυχώτρια του Ισημερινού (P. carthagensis), ενώ η επίσης συγγενική P. Alba ίσως περιληφθεί στο P. viridis. Το όνομά της στα κέτσουα είναι «τσακρούνα», από το ρήμα «τσακρούι», που σημαίνει ανακατεύω, λόγω της πρόσθεσής της στο μείγμα της αγιαχουάσκας. Είναι θάμνος ή μικρό δέντρο γεμάτης δομής ύψους 5 και πλάτους 2 μέτρων. Όπως όλες οι ψυχώτριες, στα νεότερα μέρη του βλαστού που δεν έχουν ξυλοποιηθεί αρκετά ακόμα, φαίνονται τα διαγνωστικά στοιχεία του γένους, τα ίχνη των δύο αντίθετων φύλλων κι αυτά των παραφύλλων που τα ενώνουν. Τα παράφυλλα, δύο φυλλοειδείς δομές στη βάση του μίσχου του φύλλου πολλών ανθοφόρων φυτών, είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένα σ’αυτό το γένος για να προστατεύουν τα νεαρά φύλλα, αλλά μετά το άνοιγμα του φύλλου πέφτουν. Πάνω από τη ζώνη αυτήν στο βλαστό υπάρχει μια μικρή ζώνη ερυθροπών τριχιδίων, διαγνωστικό στοιχείο για το είδος. Τα φύλλα είναι ωοειδή, μήκους 5-15 και πλάτους 2-6 εκατοστών, σχεδόν λεία, σπάνια με λίγα αραιά τριχίδια και με πεπλατυσμένο μίσχο. Τα άνθη είναι μικρά, με ανοιχτοπράσινα πέταλα και λευκούς στήμονες, και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων, ενώ ο καρπός είναι μικρός, σαρκώδεις κι ερυθρός, κι ως τώρα δεν έχω βρει πληροφορίες για το αν τρώγεται, μολονότι οι καρποί ορισμένων αυστραλιανών φυτών τρώγονται, αν κι έχουν στυφή γεύση. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό σ’αυτό και σε αρκετά άλλα συγγενικά είδη είναι η ύπαρξη μικρών χωανοειδών θηλάκων στην κάτω πλευρά των φύλλων ανά ζεύγη στις διακλαδώσεις των βασικών νεύρων από το κεντρικό, των δωματίων, τα οποία στεγάζουν μικρά συμβιωτικά αρθρόποδα όπως ακάρεα που τρώνε τα φυτοφάγα έντομα και τους επιζήμιους μύκητες. Τα φύλλα του φυτου περιέχουν 0,1-0,66% αλκαλοειδή, το 99% των οποίων αποτελεί η διμεθυλοτρυπταμίνη. Η ψυχώτρια, αν και δυσεύρετη στις χώρες μας, εάν βρεθεί καλλιεργείται εύκολα, είτε ως καλλωπιστικό είτε για τα φύλλα της. Το φυτό ευδοκιμεί σε πλούσιο και υγρό έδαφος σε ήλιο ή ημισκιά, κανονικό ποτισμα και λίπανση και χρειάζεται προστασία από την παγωνιά και τις απότομες καιρικές μεταβολές. Η υψηλή υγρασία είναι ωφέλιμη, αν και το φυτό προσαρμόζεται κανονικά και σε ξηρότερες συνθήκες. Οι σπόροι του έχουν εξαιρετικά χαμηλό ποσοστο βλαστικότητας, οπότε ο μόνος βέβαιος τρόπος πολλαπλασιασμού του φυτού είναι με μοσχεύματα. Το φυτό αυτό ριζώνει εύκολα από απλά μοσχεύματα φύλλων. Το φύλλο θα πρέπει να κοπει καλά από τη βάση του με λίγο φλοιό του γονικού βλαστού, όπου θα βρίσκεται ιστός από το μάτι και το κάμβιο (ο μεριστωματικός/αναπτυξιακος ιστός που βρίσκεται μεταξύ του ξυλώματος και του φλοιώματος στα ξυλώδη φυτά και παράγει νέο ξύλο και φοιό κατά την κατά πάχος αύξηση του βλαστού, αλά και ρίζες και μάτια εάν αυτό χρειαστεί, π.χ. αν ο βλαστός κοπεί και βρεθεί σε κατάλληλες συνθήκες), που θα δώσει τη νέα ανάπτυξη. Το μισό έλασμα του φύλλου μπορεί έπειτα να κοπεί για τον περιορισμό της διαπνοής, και το φύλλο μπορεί να φυτευθεί κάθετα σ’ελαφρύ μείγμα άμμου ή περλίτη και φυλλοχώματος μέχρι το έλασμα σε φωτεινό, ζεστο και υγρό μέρος, π.χ. σε κάποιο δοχείο κλειστό με διαφανές πλαστικό για τη διατήρηση της υγρασίας, έως ότου να ριζοβολήσει και να δείξει σημεία ανάπτυξης. Τα περισσότερα μοσχεύματα επιτυγχάνουν. Όταν αρχίζει το φυτό ν’αναπτύσσεται, θα πρέπει σιγά-σιγά να προσαρμόζεται στο ξηρότερο περιβάλλον, και τελικά, όταν φτάσει ένα καλό ύψος, μπορεί να μεταφυτευθεί σε κανονική γλάστρα. Περισσότερα για την ψυχώτρια μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εεδώ,
Και
Εδώ.

V. theiodora με άνθη, από Entheology.

Το δεύτερο αμαζονιακό παραισθησιογόνο παρασκεύασμα παραμελήθηκε από την επιστήμη μέχρι της πρόσφατες δεκαετίες λόγω της επικέντρωσης των ερευνητών στην αγιαχουάσκα. Είναι η τρυπταμινούχος ρητίνη μερικών δέντρων του γένους Virola της τροπικής Αμερικής, κυριως του Αμαζονίου. Το γένος της βιρόλας, που ανήκει στην οικογένεια των μυριστικιδώ (myristicaceae), όπου εντάσσεται και το συγγενικό ινδικό μπαχαρικό και παραληρηματογόνο σε υψηλές δόσεις νουτμέγκ (Myristica fragrans), περιλαμβάνει περίπου 67 είδη σε Κεντρική και τροπική Νότια Αμερική, με τη Virola guatemalensis το βορειότερο είδος στη Γουατεμάλα και στο νότιο Μεξικό. Κάποια απ’τα τοπικά ονόματα για τα δέντρα αυτά είναι «καμάλα», «επένα» και «παρίκα». Η οικογένεια αυτή ανήκει στα μανολιοειδή ανθοφόρα φυτά, ομάδα πρωτόγονων ανθοφόρων φυτών πριν το διαχωρισμό των μονοκοτυληδόνων και των δικοτυληδόνων, των κύριων σημερινών κλάδων. Τα φυτά αυτά φέρουν προγονικά για τα ανθοφόρα στοιχεία όπως δενδρώδη μορφή, απλά, μεγάλα φύλλα, τριμερή άνθη (με τα διάφορα μέρη τους ανά 3, αυτό το κράτησαν τα μονοκοτυλήδονα ενώ τα δικοτυλήδονα τα έκαναν 4 ή 5), και μονοκολπική γύρη, δηλαδή μ’έναν πόρο, όπως συναντάται στα γυμνόσπερμα και στα μονοκοτυλήδονα (τα δικοτυλήδονα έχουν τρικολπική). Το είδος του ενδιαφέροντος είναι η Virola theiodora (βιρόλα η θείοσμος) στο οποίο εντάσσεται και η μορφή με το πρώην όνομα V. elongata. Το σχετικά μικρό δέντρο αυτό των δασών του δυτικού Αμαζονίου φτάνει σε ύψος τα 8-23 μέτρα με διάμετρο του κυλινδρικού κορμού τα 50 εκατοστά. Ο φλοιός είναι λείος, καφέ με γκρίζες κηλίδες, και στο εσωτερικό του υπάρχει άφθονη κοκκινωπή κολλώδης ρητίνη, όπως και στα περισσότερα μέλη του γένους, το οποίο αποτρέπει την είσοδο των εντόμων, και στο συγκεκριμένο και σε μερικά συγγενικά είδη περιέχει τρυπταμίνες έως και κατά 8% όπως 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και διμεθυλοτρυπταμίνη, καθώς και σε αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης σε μικρότερο ποσοστό. Τα φύλλα του δέντρου, που μυρίζουν σαν τσάι όταν ξεραθούν, είναι λεία και ωοειδή, μήκους 9-33 και πλάτους 4-11 εκατοστών. Το δέντρο είναι μόνοικο με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό, με τις χρυσοκαφέ αρσενικές ταξιανθίες συνήθως στα 4 εκατοστά στις μασχάλες των φύλλων, και τα θηλυκά άνθη μικροσκοπικά και κίτρινα σε ομάδες των 2-10, τα οποία έχουν πολύ έντονη θειώδη οσμή, εξού και τ’όνομα του είδους. Ο καρπός είναι σχεδόν σφαιρικός διαμέτρου 1-2 εκατοστών με στοιχεία βοηθητικού καρπού (φαινομενικά καρπώδης ιστος που δεν προέρχεται από τη γονιμοποιημένη ωοθήκη του άνθους, αλλά από γειτονικούς ιστούς) μέχρι τη μέση του σπόρου. Δεν έχω βρει ούτε μια πληροφορία για την καλλιέργεια αυτού του φυτού, πέρα από το ότι σχεδόν ποτέ για κάποιον άγνωστο λόγο δεν καλλιεργείται, ούτε καν στις χώρες όπου ενδημεί, επομένως είναι πολύ δυσεύρετο έως πρακτικά αδύνατο να βρεθεί στις χώρες μας. Το φυτό και οι χρήσεις του άρχισαν να γίνονται αντικείμενα μελέτης μόλις κατά τη δεκαετία του 1980, κυρίως από το Richard Evance Schultes και το Γερμανοελβετό χημικό Albert Hoffman, περισσότερο γνωστό για την πρώτη σύνθεση του lsd (διαιθυλαμιδολυσεργικού οξέος), αλλά κι από άλλους, οι οποίοι έχουν συγγράψει ενδιαφέροντα βιβλία που πρέπει να διαβάσω στο μέλλον.

Η ρητίνη της βιρόλας χρησιμοποιείται λοιπόν ευρέως σαμανιστικά στις περιοχές του δυτικου Αμαζονίου της Βραζιλίας, του Ισημερινού, της Κολομβίας και της Βενεζουέλας, συχνά παράλληλα με την αγιαχουάσκα. Εφόσον η ρητίνη περιέχει και αναστολεις της μονοαμινοξειδάσης, είναι ενεργή και διά στόματος, οπότε οι ιθαγενείς μπορεί να την καταναλώσουν είτε νωπή από το δέντρο είτε, συνήθως, σε μικρούς σβόλους. Συνήθως όμως η ρητίνη αποξηραίνεται, κονιορτοποιείται και ρουφιέται απ’τη μύτη. Η Παρασκευή της ρητίνης ποικίλει ανά φυλή και τόπο. Οι Κολομβιανοί Ινδιάνοι σχίζουν μεγάλα τμήματα του φλοιού ενός δέντρου το πρωί, κι έπειτα ξύνουν το εσωτερικό, το οποίο τοποθετούν σε κρύο νερό για να διαλυθεί η ρητίνη. Έπειτα βράζουν το διάλυμα ώστε να γίνει πηχτό σιρώπι, κι έπειτα το στεγνώνουν και το κονιορτοποιούν σε πολύ ψιλή σκόνη για ρούφηγμα, συχνά ανακατεύοντάς το με τη στάχτη από ένα κακαόδεντρο για ν’απελευθερωθούν τα αλκαλοειδή λόγω βασικού περιβάλλοντος (το ίδιο ακολουθείται και κατά την Παρασκευή τω σπόρω της αναδενάνθηρης, δείτε το προηγούμενο άρθρο). Τα άτομα της φυλής των Ουάικα του Ορινόκο συνήθως ξύνουν το εσωτερικό του φλοιού και την επιφάνεια του κορμού του δέντρου, και μετά στεγνώνουν το πριονίδι πάνω από μια φωτιά. Όταν χρειάζονται ρητίνη, βράζουν ένα κομμάτι του πριονιδιού, και το υγρο που προκείπτει το βράζουν έως ότου να γίνει παχύ σιρώπη, έπειτα το στεγνώνουν, το κονιορτοποιούν και το ανακατεύουν με ίση ποσότητα Justicia pectoralis, προσθέτωντας στο τέλος και λίγη στάχτη. Σε πιο ανατολικές περιοχές των Ουάικα στη Βραζιλία, οι ιθαγενείς συλλέγουν τη ρητίνη αφού κόψουν ένα τέτοιο δέντρο, κι αφού βγάλουν μεγάλες λωρίδες φλοιού, αφήνουν την κόκκινη ρητίνη να ρεύσει και ο σαμά΄νος την συλλέγει σ’ένα αγγείο, τη θερμαίνει πάνω από μια φωτιά μέχρι να γίνει σιρώπι κι έπειτα τη στεγνώνει στον ήλιο για να γίνει κρυσταλλώδης σαν κεχριμπάρι, οπότε την κονιορτοποιεί σε λεπτότατη σκόνη (ναγιακουάνα), η οποία συνήθως αναμειγνύεται με Justicia pectoralis για καλύτερη μυρωδιά. Οι Ντεσάνα της Κολομβίας αναμειγνύουν το φλοιού αυτού του είδους με αυτόν ενός συγγενικού, της V. Calophyla, κι έπειτα προσθέτουν σκόνη καπνού, σκόνη φύλλων κόκας, σκόνη φλοιού του καάπι, και κάτι βασικό όπως στάχτη τω φύλλω του γένους Checropia ή ασβεστόλιθο από σταλακτίτες.

Οι χρήσεις είναι αρκετά ποικίλες, όσο και οι φυλές που το χρησιμοποιούν, γενικά όμως χρησιμοποιείται για τους ίδιους κύριους λόγους που είχα αναφέρει παραπάνω όσον αφορά τη σαμανιστική χρήση ενθεογόνων. Οι σαμάνοι της Βενεζουέλας συχνά καπνίζουν τη ρητίνη ή πίνουν ρόφμα απ’αυτήν για να θεραπεύσουν ασθένειες ή να διώξουν κακά πνεύματα. Οι Τακάνο, οι οποίοι καταναλώνουν και αγιαχουάσκα, αποκαλούν τη ρητίνη αυτήν «βίχο» κι ο σαμάνος που την καταναλώνει μπορεί να επικοινωνήσει με το θεό αυτής της ουσίας, τον Βίχο-Μάσε, ο οποίος κατοικεί στο Γαλαξία, και μέσω αυτού και με άλλα πνεύματα. Οι Τακάνο έχουν έναν αρκετά παράξενο μύθο για την προέλευση της παραισθησιογόνου ρητίνης? Πιστεύουν ότι προήλθε από το σπέρμα του θεού Ήλιου, ο οποίος είχε αιμομικτική σχέση με την κόρη του η οποία του είχε ξύσει το πέος. Το σπέρμα που βγήκε τότε ο θεός τό’δωσε στους ανθρώπους ως βίχο. Ως εκ τούτου οι Τακάνο φυλάσσουν την ιερή σκόνη σε ειδικά αγγεία που λέγονται «μουχίπου νούρι», δηλαδή πέη του Ήλιου. Τέλος ο πληθυσμός που το χρησιμοποιεί ποικίλει ανά φυλή. Ενώ λοιπόν στην Κολομβία συνήθως μόνο οι Σαμάνοι καταναλώνουν τη σκόνη, στη δυτική Βραζιλία συχνά μπορούν να την πάρουν σχεδόν όλοι. Στις περισσότερες φυλές εκεί όλοι οι άντρες πάνω από 13 ή 14 ετών μπορούν να την καταναλώσουν, ενώ σε μια μεγάλη αιτήσια τελετή η σκόνη καταναλώνεται συνεχόμενα σε υπερβολικές ποσότητες για το διάστημα των 2-3 ημερών, ώστε έχει καταγραφεί και θάνατος ενός σαμάνου απ’αυτήν την πρακτική, κάτι όμως που φαίνεται να μην πτοεί κανέναν.

Πέρα από τις ενθεογόνες χρήσεις, η βιρόλα χρησιμοποιείται φαρμακευτικά, και συχνα τα είδη που επιλέγονται γι’αυτήν τη χρήση είναι διαφορετικά απ’τα παραισθησιογόνα. Ο φλοιός καπνίζεται ή το τσάι του πίνεται για την καταπολέμηση του πυρετού αι των κακών πνευμάτων (οι περισσότεροι πρωτόγονοι θεωρούν τις ασθένειες, ιδίως της βαριές ή τις παράξενες, ως έργο κακόβουλων πνευμάτων ή δαιμόνων). Η ρητίνη επίσης απλώνεται στο μολυσμένο από μύκητες δέρμα για την καταπολέμησή τους, ενώ ένα είδος που δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί, χρησιμοποιείται ως αντισυληπτικό. Σε μικρές δόσεις ο φλοιός ως αφέψημα ή καπνιστός χρησιμοποιείται για την τόνωση των νοητικών λειτουργιών, της μνήμης και της νοημοσύνης. Ακόμα κι αυτοί οι λαοί ενδιαφέρονται, όπως φαίνεται, για την υγεία κι ενδυνάμωση του μυαλού τους. Περισσότερα για τη βιρόλα μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Μ’αυτό το άρθρο έκλεισα τη σειρά για τα παραισθησιογόνα φυτά της Νότιας Αμερικής. Είναι πολύ ενδιαφέρον θέμα και πρόκειται να με απασχολήσει για πολύ καιρό ακόμα. Σχεδιάζω να διαβάσω τα βιβλία εθνοβοτανολόγω και χημικών όπως του Schultes και του Hoffman σύντομα. Σε επόμενα μελλοντικά άρθρα θα συνεχίσω με άλλες ομάδες παραισθησιογόνων φυτών και τις χρήσεις τους.

Παραισθησιογόνες ουσίες έχουν χρησιμοποιηθεί από πολλούς πολιτισμούς του πλανήτη μας στο παρελθόν, αλλ’ακόμα και σήμερα, για διάφορους λόγους όπως θρησκευτικούς (επικοινωνία με το θείο ή τους προγόνους), μαντικούς, θεραπευτικούς, ψυχοναυτικούς κλπ. Μπορεί σήμερα ο δυτικός πολιτισμός να τα’αντιμετωπίζει αρνητικά, τουλάχιστον με επιφυλακτικότητα, συνήθως με μίσος και φόβο, στην πραγματικότητα όμως οι πολιτισμοί που τα είχαν εντάξει στο πρόγραμμά τους τα θεωρούσαν σημαντικό μέρος της ύπαρξής τους. Οι ουσίες αυτές, που συνήθως προέρχονται από φυτά ή μύκητες, και αρχική τους λειτουργία ήταν η απώθηση των εχθρών, τυχαίνει νά’χουν ενδιαφέροντα αποτελέσματα στο ανθρώπινο μυαλό, έχουν γίνει αντικείμενο αρκετής μελέτης που ακόμα και σήμερα δεν έχει διαλευκάνει πλήρως τη λειτουργία τους. Και δεν πιστεύω πως θα διαλευκανθεί πλήρως ποτέ, διότι αφορά τη συνείδηση κι εναλλακτικές καταστάσεις της, κάτι δύσκολο να περιγραφεί αντικειμενικά. Προφανώς έχω ένα ενδιαφέρον γι’αυτές τις ουσίες και τα’αποτελέσματά τους, γι’αυτόάλλωστε διαβάζω αρκετά γι’αυτά κι έπειτα δημοσιεύω εδώ στο Ιστολόγιο διάφορα συμπεράσματα και πληροφορίες απ’ό,τι βρίσκω. Στην πραγματικότητα, καμία άλλη φαρμακευτική ουσία δεν έχει προξενήσει τέτοια περιέργεια, τέτοιον προβληματισμό, και τέτοιο δέος στο ανθρώπινο είδος όσο τα παραισθησιογόνα, γιατί αυτά έχουν τη δυνατότητα ν’αλλάζουν εκ θεμελίων την ψυχή ενός ανθρώπου (προσωρινά φυσικά), με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Το
Προηγούμενο μου άρθρο
Λοιπόν ήταν αφιερωμένο στους παραισθησιογόνους κάκτους, με αφορμή την προσθήκη μερικών ειδών αυτής της ομάδας στη
Φυτική συλογή μου.
Με έναυσμα λοιπόν εκείνο το θέμα, για το οποίο έπρεπε να ψάξω αρκετά, έψαξα έπειτα και για διάφορα άλλα παραισθησιογόνα φυτά, για τα οποία θα πρέπει να κάνω μερικά άρθρα εδώ στη συνέχεια. Τα φυτά αυτά είναι τρυπταμινούχα (οι κάκτοι περιείχαν μεσκαλίνη, μια φαιναιθυλαμίνη) και χρησιμοποιούνταν κι αυτά από Ινδιάνους της Αμερικής. Θ’αναρωτηθείτε τώρα γιατί μονο οι Ινδιάνοι να χρησιμοποιούσαν παραισθησιογόνα και μάλιστα τόσα πολλά είδη. Κι εγώ όμως αναρωτιέμαι γι’αυτό, κι ως τώρα δεν έχω βρει κάποια ικανοποιητική απάντηση. Πράγματι οι Ινδιάνοι, από το Μεξικό και κάτω, εντάσσουν ή ενέτασσαν συχνά στις τελετουργίες τους διάφορες ψυχοενεργές ουσίες, ιδίως παραισθησιογόνες. Κι άλλοι λαοί ανά τον κόσμο χρησιμοποιούν παραισθησιογόνα, αλλά πολύ σπανιότερα και πολύ πιο περιορισμένα, π.χ. οι σαμάνοι της Σιβηρίας που παίρνουν Amanita muscaria ή οι Αφρικανοί του Καμερούν που παίρουν ιμπόγκα κατά τις τελετές μύησής τους. Ο λόγος για τον οποίον πιστεύω εγώ πως η ευρύτερη χρήση παραισθησιογόνων εντοπίζεται στην Αμερική είναι ωστόσο η ύπαρξη και μεγαλύτερης ποικιλίας τέτοιων φυτών εκεί, τα οποία, σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη του κόσμου, είναι αρκετά ασφαλέστερα και μη τοξικά. Οι κάκτοι για παράδειγμα ή η
Salvia divinorum
Είναι φυτά με ουσίες που επιδρούν προσωρινά στον εγκέφαλο, χωρίς να προκαλούν σημαντικά σωματικά συμπτώματα ή μόνιμη βλάβη. Από την άλλη, η
Ντατούρα
Της Ευρώπης ή ο
Μανδραγόρας
Είναι και παραισθησιογόνα και τοξικότατα – πράγματι μεγάλη δόση τους μπορεί να επιφέρει το θάνατο -, κι έτσι χρησιμοποιήθηκαν σπανιότατα. Όμως αυτή η εξήγηση δε μου φαίνεται πάλι επαρκής, αφού υπάρχουν και σ’άλλα μέρη του κόσμου, αν και λιγότερα, κι άλλα παραισθησιογόνα κι όχι ιδιαίτερα τοξικά φυτά, τα οποία δεν τα χρησιμοποίησε κανένας πολιτισμός. Τα κοινότατα καλάμια του γένους Phalaris του Βορείου Ημισφαιρίου για παράδειγμα περιέχουν διμεθυλοτρυπταμίνη, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση τους από κανέναν. Το ίδιο και με το παραισθησιογόνο/μαγικό μανιτάρι Psilocybe semilanceata σχεδόν όλου του Βορείου Ημισφαιρίου, που, αν και μη τοξικό, δε χρησιμοποιήθηκε από κανέναν. Ομοίως η έντονα ψυχεδελική αργυρεία (Argyreia nervosa), φυτό συγγενικό με τα παραισθησιογόνα χωνάκια του Μεξικού ιθαγενής της Ινδίας, αν και το υψηλότερο σε αμιδολυσεργικό οξύ απ’τα χωνάκια, δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τους αρχαίους Ινδούς για τις ψυχοενεργές του ιδιότητες, μολονότι η χρήση του στην αγιουρβεδική ιατρική γι’άλλα θέματα ήταν διαδεδομένη, ενώ οι ιθαγενείς του Μεξικού χρησιμοποιούσαν παρόμοια φυτά τακτικά, ίσως κι ως τοκύριο παραισθησιογόνο στις περιοχές που φύτρωναν. Μήπως τελικά, συμπεραίνω απ’τα παραπάνω, υπάρχει και κάποια γενετική προδιάθεση στη χρήση παραισθησιογόνων στους Ινδιάνους; Θά’ταν ενδιαφέρον να γίνει μια συγκριτική γενετική μελέτη με γονίδια των υποδοχέων της σεροτονίνης, εκεί όπου δρουν τα ψυχοδηλωτικά, σε Ινδιάνους διαφόρω περιοχών κι από περιοχές που παραδοσιακά κατανάλωναν πολλά παραισθησιογόνα, σε Ευρωπαϊκής καταγωγής χρήστες και μη, καθώς και σε άτομα άλλων φυλών, μήπως κι επιβεβαιωθεί αυτή η υπόθεση. Όποιος και νά’ναι ο λόγος πάντως, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι Ινδιάνοι είναι απ’τις φυλές που ιστορικά χρησιμοποιούσαν τέτοιες ουσίες περισσότερο. Ιστορικά όμως, γιατί με την έλευση των Ισπανών κατακτητών και των ιεραποστόλων η τελετουργική χρήση τους καταπιέστηκε ως πράξη μαγείας, και σήμερα μόνο απομονωμένες φυλές τα χρησιμοποιούν ακόμα όπως πριν, αλλά και μερίδες του πληθυσμού που άρχισαν να επανακτούν συνείδηση του παρελθόντος τους και σήμερα, στο πολύ λιγότερο θρησκευτικά καταπιεστικό περιβάλλον, έχουν ιδρύσει εκκλησίες με μείγμα χριστιανικών και σαμανικών στοιχείων, όπως την Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών της Β. Αμερικής, τα μέλη της οποίας χρησιμοποιούν τον κάκτο του πεγιότ, και τη φυτική ένωση (Uniao do Vegetal) και το Santo Daime κυρίως της Βραζιλίας, τα μέλη των οποίων χρησιμοποιούν αγιαχουάσκα.

Σήμερα ίσως, με καθαρά αριθμητικά κριτήρια (στοιχεία δεν έχω), ο πολιτισμός που να χρησιμοποιεί περισσότερο τα παραισθησιογόνα νά’ναι ο δυτικός, ο οποίος όμως, όπως πάντα, παίρνει αποσπασματικά στοιχεία των άλλων που καταλύει τα οποία του φαίνονται καλά, κι έτσι απ’τους Ινδιάνους πήρε τα παραισθησιογόνα, απ’τους βουδιστές τη |Γιόγκα κλπ. Έπειτα φυσικά η χρήση των παραισθησιογόνων στο δυτικό πολιτισμό πήρε άλλους δρόμους – δεν πίστευε κανείς, οι περισσότεροι τουλάχιστον, σε πνεύματα -, κι έτσι η χρήση τους πήρε έναν πιο επιστημονικό προσανατολισμό, π.χ. ως μέρος ψυχιατρικής θεραπείας. Συγχρόνως αναπτύχθηκε και η ψυχοναυτική με τα παραισθησιογόνα, μια ατομική κυρίως διαδικασία ψυχικής εξερεύνησης μέσω εναλλακτικών καταστάσεων συνείδησης, που γίνεται φυσικά και χωρις ουσίες, π.χ. με την ανάλυση των ονείρων ή το συνειδητό ονείρεμα (ονειροναυτική), με το διαλογισμό, με την ύπνωση, με την
Αλλαγή των εγκεφαλικών κυμάτων,
Με την υποβολή του εαυτού σε ακραίες καταστάσεις βλ.
Φακίρης Μουσαφάρ
Κλπ. Γρήγορα επίσης χρησιμοποιήθηκαν και για τη διασκέδαση (πάρε, φίλε, λίγο lsd για να τη βρεις), κάτι με το οποίο δε συμφωνώ απολύτως, αν κι αν δε γίνεται υπερβολικά τουλάχιστον δεν πιστεύω πως πρέπει να έχω πρόβλημα. Δηλαδή μπορεί πάλι το γεγονός ν’αντιτίθεται στις προσωπικές μου απόψεις, αλλ’εφόσον δε βλάπτει δε θα πρέπει ν’ασχολούμαι. Άλλωστε και παραδοσιακοί πολιτισμοί καμιά φορά χρησιμοποιούσαν τέτοιες ουσίες έτσι, π.χ. οι Αζτέκοι κατανάλωναν μαγικά μανιτάρια (τενανακάτλ) στις μεγάλες γιορτές, περνούσαν από μια ψυχεδελική κρίση κι έπειτα έλεγαν μεταξύ τους αυτά που είδαν. Και τέλος, δε θα πρέπει να ξεχάσουμε και τη σκοτεινή πλευρά του πειραματισμού με τα παραισθησιογόνα στο δυτικό πολιτισμό, όταν αυτά διερευνήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 κυρίως από τη CIA ως πιθανοί παράγοντες εκμαίευσης στοιχείων, ευτυχώς με ανεπιτυχή αποτελέσματα. Οι άνθρωποι που βλάφθηκαν πάντως απ’αυτές τις αισχρές δοκιμές δεν ήταν λίγοι, και λόγω της μυστικότητας δε θα γνωρίζουμε ποτέ τον ακριβή αριθμό τους. Γενικά πάντως ο δυτικός πολιτισμός δεν υιοθέτησε ποτέ ευρέως τη χρήση αυτών των ουσιών, γι’αυτό κι έγιναν σιγά-σιγά παράνομες οι περισσότερές τους, τουλάχιστον στην καθαρή τους μορφή (δηλαδή ο ζωντανός οργανισμός που τις φέρει μπορεί να μην καλύπτεται απ’το νόμο). Αν και οι λόγοι για τους οποίους έγιναν οι ουσίες αυτές παράνομες μου φαίνονται αρκετά ασαφείς, το θέμα είναι ότι έγιναν, κι όχι μόνο αυτό, αλλά απαγορεύθηκε ακόμα κι από επιστημονικούς οργανισμούς η μελέτη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η ψυχολογία και η ψυχιατρική στρέφονται και πάλι στη μελέτη τους, αν κι ακόμα με πολλάνομικά εμπόδια.

Επειδή λοιπόν τα τρυπταμινούχα φυτά της Αμερικής είναι πολλά, στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθώ σ’αυτά της οικογένειας των ψυχανθών κάποτε ή κυαμιδώ τώρα (fabaceae), της γνωςτής μεγάλης οικογένειας που περιλαμβάνει τα όσπρια (φασόλια, φακές, κλπ), τις ακακίες, τις μιμόζες, τον αρακά, το τριφύλλι, το βήκο κι άλλα τέτοια φυτά. Τα περισσότερα μέλη αυτής της οικογένειας είναι θαμνώδη ή ποώδη πολυετή, αλλ’υπάρχουν και μονοετή όπως τα όσπρια ή και δέντρα όπως οι μιμόζες, οι ακακίες και πολλά άλλα. Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας έχουν πτεροειδή φύλλα εναλλάξ, άνθη συνήθως σε ταξιανθίες, συμετρικά ή ασύμμετρα, με 5 ενωμένα πέταλα, 5 ελεύθερα σέπαλα, 10 στήμονες, όλα συνενωμένα στη βάση τους σ’ένα χαμηλό υπάνθιο και μία ωοθήκη στη μέση που εξέχει, τα οποία επικονιάζονται από τα έντομα. Ο καρπός λέγεται χέδροπας και είναι το γνωστό φασολάκι. Οι ρίζες των φυτών αυτών παράγουν τα γνωστά φυμάτια, μικρές δομές που στεγάζουν συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια του γένους Rhizobium, τα οποία παρέχουν το περισσότερο άζωτο στο φυτό, έτσι τα φυτά αυτά μπορούν να ευδοκιμήσουν και σε πιο φτωχά εδάφη, ενώ τα αποβληθέντα μέρη τους λιπαίνουν το έδαφος γι’άλλα φυτά του οικοσυστήματος. Γι’αυτόν επίσης το λόγο έχουν χρησιμοποιηθεί ως βιολογικό λίπασμα στη γεωργία. Η αζωτοδέσμευση με τη βοήθεια βακτηρίω πάντως δεν είναι μοναδική σ’αυτά τα φυτά, αφού σπανιότερα εμφανίζεται και σε διάφορα άλλα ανθοφόρα είδη, σ’όλα τα
Κυκαδόφυτα,
Καθώς και στις υδρόβιες φτέρες του γένους Azola. Η ικανότητα των ψυχανθών νά’χουν λίγο παραπάνω άζωτο διαθέσιμο τα ωφελεί από τη μία, αφού μπορούν να παράγουν περισσότερες πρωτεΐνες και ν’αποθηκεύουν περισσότερη τροφή στο σπόρο, από την άλλη όμως αυτό το χαρακτηριστικό κάνει τους σπόρους τους θρεπτικούς και λεία πολλών ζώων. Γι’αυτό και τα περισσότερα είδη έχουν εξελίξει τοξίνες για ν’αποθούν τους εχθρούς. Έτσι τα ωμά κουκιά, τα λαθούρια (γένος Lathyrus), η Mucuna pruriens και ο Aprus precatorius είναι πολύ τοξικά φυτά, το καθένα με διαφορετικό τρόπο (χρειάζονται τις δημοσιεύσεις τους κι αυτά στο μέλλον). Μερικά απ’αυτά τα φυτά λοιπόν έχουν εξελίξει αλκαλοειδή με παραισθησιογόνες ιδιότητες.

Τα φυτά που θ’αναφέρω στο άρθρο περιέχουν όλα τρυπταμίνες, ουσίες παρόμοιες με τη δική μας 5-υδροξυτρυπταμίνη ή αλλιώς σεροτονίνη. Οι διαφορετικές αυτές τριπταμίνες, όπως η διμεθυλοτρυπταμίνη, η 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και η φρυνοτονίνη ή μπουφοτενίνη, δρουν, όπως και τα υπόλοιπα ψυχεδελικά, στους υποδοχείς 5ht2a και 5ht2c της σεροτονίνης (στοιχεία απ’αυτό
Το πλήρες
Άρθρο για τις ψυχοδηλωτικές ουσίες).

Ψυχοδηλωτικές ή ψυχεδελικές ουσίες είναι λοιπόν η μεγαλύτερη και πιο κοινή κλάση των παραισθησιογόνων, και πήραν το όνομά τους εξαιτίας της ικανότητας τους να δηλώνουν στο χρήστη μέρη της ψυχής κρυμμένα ως τότε, μέρη του υποσυνειδήτου. Βασικά αίρουν τα βιολογικά ή μαθημένα φίλτρα τα οποία ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί για να κρατά μόνο τις πληροφορίες που χρειάζεται, ώστε διάφορες σκέψεις και υποσυνείδητα στοιχεία να γίνονται συνειδητά, τα πράγματα γύρω ν’αποκτούν μεγάλη σημασία (αυτό μπορεί νά’χει και αρνητικές προεκτάσεις, ένα μικρό καθημερινό άγχος για παράδειγμα μπορεί ν’αποκτήσει υπαρξιακές διαστάσεις), τα συναισθήματα βιώνονται αλλιώς, κλπ., ο διευρυμένος νους δηλαδή κατά τον Aldous Huxley. Επίσης ο χρήστης μπορεί να βιώσει αλλαγές στην αντίληψη του χρόνου, συνήθως διαστολή του, ανακάτεμα σκέψεων και παράξενους συνειρμούς, οπτικές ή άλλες παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, ακόμα και οράματα. Είναι πολύ δύσκολη η περιγραφή των αποτελεσμάτων των ουσιών αυτών, αφού εξαρτώνται κατά μεγάλο βαθμό από τις πίστεις, τη νοητική και συναισθηματική κατάσταση, καθώς κι από το περιβάλλον του χρήστη κατά τη λήψη, το set και το setting όπως έλεγε ο Timothy Leary στα βιβλία του. Αυτή η αλλαγή στον τρόπο σκέψης κι αντίληψης μπορεί να φέρει έναν προβληματισμένο άνθρωπο στη λύση ενός προβλήματος, έναν ταραγμένο άνθρωπο στην ειρήνη του με τον εαυτό του και με τους άλλους, μπορεί να δώσει συγγραφικήή καλλιτεχνική έμπνευση, μπορεί επίσης να φέρει κάποιον απροετοίμαστο ή αγχωμένο στην παράνοια και στον ακραίο φόβο, ακόμα και στην αφισβήτηση του εαυτού και της πραγματικότητας, να οδηγήσει σε ψευδή συμπεράσματα για κάτι (ο εγκέφαλος δε θα διαφωτιστεί ξαφνικά, μ’αυτά που ξέρει θα δουλέψει κι αν δεν ξέρει κάτι καλά ό,τι φάρμακο και αν πάρει δε θα το μάθει ουρανοκατέβατα), να οδηγήσει κάποιον σε περίεργες μεταφυσικές διαπιστώσεις κλπ. Γι’αυτό οι ουσίες αυτές έχουν τόσο πολύπλοκα αποτελέσματα και θεωρούνται οι πλέον ενδιαφέρουσες όλων των φαρμακευτικών ουσιών. Μολονότι η ανθρωπότητα συμπεριφέρεται σήμερα σαν να τις ξέχασε, στην πραγματικότητα η ύπαρξή τους παραμένει στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών, κι όποτε δίνεται η ευκαιρία οι επιστήμονες προσπαθούν και πάλι να τις μελετήσουν.

Σε σχέση μ’άλλα ψυχοδηλωτικά, απ’ό,τι έψαξα, η διμεθυλοτρυπταμίνη (dmt) προκαλεί έντονες παραισθήσεις, αποσύνδεση ίσως από την άμεση πραγματικότητα, αρκετά έντονα οπτικά φαινόμενα και συναισθησία, καθώς και συχνότερη εμφάνιση οραμάτων με ονειρώδη χαρακτήρα, μεταφορά σ’άλλα μέρη κλπ με τη συνοδεία διαφόρων περίεργων οντοτήτων (ξωτικά της διμεθυλοτρυπταμίνης κατά Terence McKenna), τα οποία μπορεί να επικοινωνούν με το χρήστη, κι άλλοι τά’χουν αποδώσει σε πραγματικά πνεύματα, άλλοι σε εξωγήινους ή προγόνους, εγώ πιστεύω πως είναι άλλες όψεις του εαυτού του ίδιου του ανθρώπου, ίσως και κάποιοι άνθρωποι από την καθημερινή του ζωη, ό,τι γίνεται δηλαδή και στα όνειρα. Η 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη (5-meo-dmt) έχει παρόμοιες συνέπειες με την προηγούμενη ουσία. Η φρυνοτονίνη όμως, η οποία πήρε το όνομά της ύστερα από την πρώτη απομόνωσή της από δηλητήριο φρύνου, έχει, παραδόξως γι’αυτές τις ουσίες, περισσότερο τοξικά αποτελέσματα στο σώμα. Σε μελέτες με χρήστες αυτής της ουσίας ή σε τρόφιμους φυλακών και ψυχιατρείων κατά των 20ο αι., οι οποίοι ουσιαστικά χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα λαμβάνοντας υψηλές δόσεις, παρατηρήθηκε εφύδρωση, παραισθησία (μυρμήγκιασμα, γαργάλημα κλπ στο δέρμα), ταχυκαρδία, ταχύπνοια, αταξία, και σε υψηλότερες δόσεις επικίνδυνες αρριθμίες. Ευτυχώς κανείς δεν πέθανε κατά τα πειράματα, αν και σε μια μελέτη κατά τη δεκαετία του 1960 που είχα διαβάσει ένα υποκείμενο έπαθε ανακοπή και χρειάστηκε ανάνιψη. Άλλες μελέτες πάντως διαφωνούν, αναφέροντας περισσότερο ψυχεδελικά στοιχεία. Η αλήθεια θα βρίσκεται κάπου στη μέση μάλλον, δηλαδή η φρυνοτονίνη θά’ναι και ψυχεδελική αλλά και τοξική, ιδίως σε μεγαλύτερες δόσεις. Το παράξενο με τη διμεθυλοτρυπταμίνη και τη φρυνοτονίνη πάντως είναι ότι έχουν ανιχνευθεί σε ιχνώδεις ποσότητες στον ανθρώπινο οργανισμό και σ’αυτούς πολλών άλλω θηλαστικών, με ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Κάποιοι επιστήμονες για παράδειγμα υποστηρίζουν ότι η λεπτή ισορροπία διμεθυλοτρυπταμίνης μέσα μας βοηθά στη σωστή αντίληψη της πραγματικότητας, και μια απότομη απελευθέρωσή της κατά τον ύπνο ή κατά περιπτώσεις μεγάλου στρες συμβάλλει στα όνειρα και στις λεγόμενες επιθανάτιες εμπειρίες αντίστοιχα που τόσοι πολλοί παραψυχολόγοι έχουν αγαπήσει. Η φρυνοτονίνη επίσης έχει ανιχνευθεί σε υψηλότερα ποσοστά στα ούρα σχιζοφρενών σε σχέση με υγιή άτομα. Περίεργα όλα αυτά, θα χρειαστούν άλλη δημοσίευση στο μέλλον οπωσδήποτε. Θα πρέπει επίσης να διαβάσω το βιβλίο του Αμερικανού ψυχιάτρου «Διμεθυλοτρυπταμίνη: το μόριο του πνεύματος», που απ’ό,τι έχω ακούσει είναι πολύ καλό. Αυτός είναι ο πρώτο ςεπιστήμονας που υποθέτει τους ρόλους της ενδογενούς διμεθυλοτρυπταμίνης. Και οι τρεις παραπάνω ουσίες στην καθαρή μορφή τους, καθώς κι άλλες λιγότερο γνωστές τρυπταμίνες, έχου γίνει σχεδόν διεθνώς παράνομεςμε το πέρασμα της Σύμβασης για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του ΟΗΕ, με μεγάλες συνέπειες στη συνέχιση της επιστημονικής έρευνας πάνω σ’αυτές όπως είπα. Οι οργανισμοί που τις φέρουν πάντως ακόμα τους επιτρέπεται να κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσάμας, αν και θεωρητικά μπορούν οποτεδήποτε να τεθούν εκτός νόμου από κάποιο κράτος για κάποιον λόγο, όπως έγινε για παράδειγμα με τα μαγικά μανιτάρια. Σας μπερδεύουν οι αοριστολογίες μου; Γιατί, μήπως οι λόγοι για τους οποίους έγιναν όλα μαζί τα παραισθησιογόνα παράνομα είναι τόσο διαφανείς; Αν και οι τρυπταμινούχοι οργανισμοί μπορεί να’ναι νόμιμοι, αυτό δε σημαίνει ότι η καλλιέργειά τους για την εξαγωγή ή και τη χρήση των ουσιών τους είναι, ανάλογα πάντα με τη χώρα.

Οι τρυπταμίνες έχουν ένα πρόβλημα λοιπόν, αρκετά μεγάλο. Με την κατάποση διασπώνται από το ένζυμο της μονοαμινοξειδάσης στο στομάχι και δεν κατορθώνουν να φτάσουν στον εγκέφαλο, ακόμα και σε μεγάλες ποσότητες. Σήμερα η διμεθυλοτρυπταμίνη σε καθαρή κρυσταλλική μορφή συνήθως καπνίζεται για να παρακαμφθεί ο πεπτικός σωλήνας, αλλά οι ιθαγενεις δεν προτιμούσαν μάλλον το κάπνισμα, αν και το ήξεραν όπως φαίνεται από τις πρακτικές τους και τις εξιστορήσεις τους, μπορεί λόγω σχετικής αναποτελεσματικότητας. Έχουν εφεύρει λοιπόν μια πρωτότυπη μέθοδο χορήγησης: συνδυάζουν την πηγή της τρυπταμίνης με μία αλκαλοειδών αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης, ώστε η τρυπταμίνη ν’απορροφηθεί από το πεπτικό σύστημα. Στον Αμαζόνιο της Βραζιλίας, του Ισημερινού και του Περού, οι Ινδιάνοι χρησιμοποιούν μείγμα της αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης αμπέλου τω νεκρών (Banisteriopsis caapi) μαζί με τη διμεθυλοτρυπταμινούχο ψυχώτρια (Psychotria viridis) ή τη διπλοπτερύδα (Diplopterys cabrerana). Το μείγμα αυτό αποκαλείται
Αγιαχουάσκα
Στη γλώσσα κέτσουα (γλώσσα των Ίνκας), κι έτσι επικράτησε να λέγεται παγκοσμίως. Επίσης οι τρυπταμίνες μπορούν να ρουφηχθούν απ’τη μύτη. Κατά τις πρόσφατες δεκαετίες η χρήση της αγιαχουάσκας εξαπλώθηκε σε πολύ μεγαλύτερη έκταση της Νότιας Αμερικής, περιορίζοντας αρκετά τη χρήση των παρακάτω φυτών. Στο δυτικό κόσμο ως αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης χρησιμοποιούνται οι πολύ πιο διαδεδομένοι σπόροι του
Πήγανου
(Peganum harmala),
Το οποίο άλλωστε περιέχει ακριβώς τα ίδια αλκαλοειδή (χαρμαλοαλκαλοειδή ή β ανθρακολίνες/καρβολίνες), μαζί με οποιοδήποτε τρυπταμινούχο φυτό. Οι ίδιοι οι Ινδιάνοι, που ανακάλυψαν την αγιαχουάσκα, ξέχασαν την προέλευσή της την οποία αποδίδουν στα πνεύματα των φυτών που τους οδήγησαν υποτίθεται στο να την βρουν.

Mimosa tenuiflora με άνθη, από Wikipedia.

Προχωρώ λοιπόν τώρα στα φυτά. Τοπρώτο είναι ίσως απ’τα γνωστότερα διμεθυλοτρυπταμινούχα φυτά της Ν. Αμερικής, η μιμόζα η λεπτανθής (Mimosa tenuiflora), με παλαιότερες ονομασίες της εχθρικής μιμόζας (Mimosa hostilis) ή της οφθαλμόκεντρης μιμόζας (Mimosa ophthalmocentra). Είναι μικρό δέντρο 8 περίπου μέτρων, που φύεται σε σαβάνες και γενικά σε περιοχές με διακριτές περιόδους ξηρασίας και βροχών από το Μεξικό έως τη βόρεια Νότια Αμερική. Τα φύλλα του είναι έντονα πράσινα, στο ίδιο επίπεδο δισδιάστατα εναλλάξ στα κλαδιά, μικρά και πτεροειδή, μήκους 5 εκατοστών με 15-33 ζεύγη φυλλαρίωνν 3-6 χιλιοστών μήκους το καθένα. Τα άνθη είναι ανοιχτορόδινα κι αρωματικά, σε κυλινδρικές σταχυοειδείς ταξιανθίες μήκους 4-8 εκ.κι όχι στις συνήθεις πιο συμπιεσμένες και σφαιρικές των μιμοζών, στις μασχάλες συνήθως των φύλλων. Οι καρποί είναι τα τυπικά φασολάκια (χέδροπες) 2,5-5 εκ., με 4-6 πεπλατυσμένους ανοιχτοκαφέ σπόρους το καθένα, διαμέτρου 3-4 χιλ., οι οποίοι διασπείρονται με τον έντονο άνεμο, τα νερά των βροχών και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η ανθοφορία και καρποφορία στο Βόρειο Ημισφαίριο διαρκούν από Δεκέμβριο με Ιούλιο, ενώ στο Νότιο από Σεπτέμβριο με Απρίλιο, αν και ο ακριβής χρόνος εξαρτάται από το κλίμα της κάθε περιοχής. Ο φλοιός είναι ινώδης, σκούρος καφέ προς γκριζωπός κι εσωτερικά κόκκινος, ενώ το ξύλο είναι κόκκινο με κιτρινωπά τα παλαιότερα εσωτερικά μέρη, πολύ σκληρό κι ανθεκτικό, πυκνότητας 1,11 γραμμάρια προς κυβικά εκατοστά, και χρησιμοποιείται σε πασσάλους, πλαίσια, γέφυρες, σπίτια, έπιπλα, τροχούς, αλλά και ως καυσόξυλο και πηγή κάρβουνου. Χάρη στη μεγάλη περιεκτικότητά του σε τανίνες (16%), το ξύλο είναι πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα και τους τερμίτες. Το φυτό επίσης φυτεύετε σε γυμνά μέρη για να προληφθεί η διάβρωση του εδάφους, αφού ευδοκιμεί σε ξηρές και άγονες συνθήκες. Στη φύση ευνοείται πολύ έπειτα από πυρκαγιές και μεγάλες διαταραχές γενικά στο οικοσύστημα, οπότε βρίσκει κενό χώρο για να εξαπλωθεί. Τα φύλλα που ρίχνει βοηθούν στη λίπανση του εδάφους με άζωτο για τα επόμενα φυτά της οικολογικής διαδοχής. Το φυτό διατηρεί το φυλλωμά του καθ’όλη την ξηρή περίοδο, κάνοντάς το καλή τροφή για τα οπληφόρα, αν και συχνά προκαλεί τερατογενέσεις στα έμβρυά τους. Τα άνθη του ωστόσο είναι κατάλληλα για μέλι.

Ο φλοιός του είναι πλούσιος σε τανίνες, σαπωνίνες, αλκαλοειδή, φυτοστερόλες, λιπίδια, γλυκοζίδες και λοιπές βιοενεργές ουσίες, μάλλον ως αποτρεπτικό μέτρο κατά των εχθρών, τα οποία αποδεικνύεται νά’χουν αντιβακτηριακές κι αντιμυκητικές ιδιότητες. Παραδοσιακά οι Μάγια του Μεξικού χρησιμοποιούσαν το αφέψημα του φλοιού για αιώνες για τη θεραπεία ελκών του δέρματος, του βήχα και του πονόδοντου. Η δοσολογία είναι μια χούφτα περίπου φλοιού σ’ένα λίτρο νερό, κι εφαρμογή μέχρι την απέλευση των συμπτωμάτων. Επίσης έχει χρησιμοποιηθεί πάνω στα ζώα για τον έλεγχο των παρασίτων. Η υψηλή περιεκτικότητα σε τανίνη του φλοιού επίσης έχει κάνει το φυτό πηγή καφέ βαφής και υλικό για την κατεργασία των δερμάτων.

Δεν έχω βρει πολλά στοιχεία για την καλλιέργεια αυτού του φυτού, πέρα από το ότι αντέχει στην ξηρασία, δεν αντέχει στην παγωνιά, πολλαπλασιάζεται εύκολα με σπόρο, και μπορεί να φτάσει τα 4-5 μέτρα στα πρώτα 5 χρόνια (επομένως βάζει 1 μέτρο περίπου το χρόνο). Προφανώς θα καλλιεργείται πολύ εύκολα, εάν τιρηθούν οι παραπάνω βασικές οδηγίες.

Αν και είδος μεγάλης εξάπλωσης, ψυχοενεργά έχει χρησιμοποιηθει παραδοσιακά μόνο στις φυλές της βορειοανατολικής Βραζιλίας, στις περιοχές πάνω απ’τον Αμαζόνιο, πάλι μια τεράστια έκταση. Οι δυτικές φυλές χρησιμοποιούσαν την αγιαχουάσκα, τα φυτά όμως της αγιαχουάσκας δεν ενδημούσαν στις βορειοανατολικές περιοχές. Το φυτό στη Βραζιλία λέγεται «jurema = γιουρέμα» ή «jurema preta = μαύρη γιουρέμα». Ο φλοιός της ρίζας περιέχει λοιπόν περίπου 1% διμεθυλοτρυπταμίνη, ενώ αυτός των βλαστών μόλις 0,03%, ανεπαρκές ποσοστό για χρήση. Παραδοσιακά έχει ίχρησιμοποιηθει το αφέψημα του φλοιού της ρίζας για σαμανιστικούς και μαντικούς σκοπούς. Το πολύ παράξενο με τη δράση αυτού του φυτού είναι ότι σε υψηλές δόσεις φαίνεται να δρα από μόνο του, χωρίς τη συμβολή αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης. Όσο εντατικές αναλύσεις κι αν έγιναν για την εύρεση χαρμαλοαλκαλοειδών στο φυτό, δε βρέθηκε τίποτα. Ένα νέο αλκαλοειδές ωστόσο, η τρυπταμινώδης γιουρμαμίνη που ανακαλύφθηκε το 2005, ίσως διασπάται στο πεπτικό σύστημα σ’ένα μέρος που λειτουργεί ως αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης και σσε διμεθυλοτρυπταμίνη, αν και θα πρέπει να γίνει περαιτέρω μελέτη για την εξακρίβωση του τρόπου λειτουργίας της και για το αν είναι πράγματι η βοηθητική ουσία. Σήμερα στο δυτικό κόσμο το φυτό χρησιμοποιείται μαζί μ’έναν αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης, όπως αφέψημα σπόρων πήγανου. Η ψυχεδελική εμπειρία διαρκεί περίπου 5-8 ώρες με διάφορες χρωματικές στρεβλώσεις, ονειρώδη οράματα και μετακινήσεις σε εναλλακτικές καταστάσεις συνειδήσεως. Όπως και μ’άλλα φυσικά παρασκευάσματα αλκαλοειδών, αν και το φυτό δεν είναι τοξικό, τουλάχιστον στις ποσότητες που χρησιμοποιείται, προκαλεί συχνά ναυτεία κι εμετό έπειτα στους χρήστες του, διότι ο ανθρώπινος οργανισμός έχει εξελιχθεί ν’αποφεύγει τα αλκαλοειδή πάσης φύσεως, τα οποία μπορεί να’ναι ισχυρότατα δηλητήρια σ’άλλες περιπτώσεις, όσο γίνεται. Ακόμα και η απλή καφεΐνη του καφέ μπορεί να προκαλέσει ναυτεία σε άδειο στομάχι σε κάποια άτομα, πόσο μάλλον ισχυρότερες ουσίες. Ο φλοιός της ρίζας της μιμόζας αυτής είναι νόμιμος ακόμα στις περισσότερες χώρες του κόσμου, αν και στην Αμερική η αστυνομία προσπαθεί με εκφοβισμό των πωλητών του να τον περιορίσει. Περισσότερα για την παραισθησιογόνο μιμόζα μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ
Και
Εδώ.

Δέντρο Anadenanthera colubrina, από Wikipedia.

Τα άλλα δύο φυτά τα αντιμετωπίζω ως ένα, εφόσον είναι μέλη του
ίδιου γένους με παρόμοια χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Είναι τα δύο είδη πο αποτελούν το γένος Anadenanthera (αναδενάνθηρη) μάλλον από την έλλειψη αδένων στα άνθη τους που θα υπάρχουν σε συγγενικά είδη. Αρχικά ταξινομούνταν με τις ακακίες, έπειτα με τις μιμόζες, τελικκά τοποθετήθηκαν στο δικό τους γένος. Δύο είναι τα είδη, η Anadenanthera perigrina και η A. Colubrina, το καθένα με δύο αναγνωρισμένες ποικιλίες, τις A. Perigrina var. perigrina και A. p. var. falcata για το πρώτο και τις A. colubrina var. colubrina και A. C. var. cebil για το δεύτερο. Τα δέντρα αυτά έχουν μεγάλη εξάπλωση στις τροπικές περιοχές της Νότιας Αμερικής,ιδίως σε ξηρές σαβάνες και παρόμοια μέρη με έντονες περιόδους ξηρασίας, επομένως δε θα βρεθούν σε πυκνά τροπικά δάση ή δίπλα στα μεγάλα ποτάμια όπως στον Αμαζόνιο. Η A. perigrina συναντάται και σε πολλά νησιά της ΚαραΪβικής μέχρι και την Κούβα, εξάπλωση που δεν είναι γνωστό εάν ήταν φυσική ή επιτεύχθηκε με τη μεταφορά της από τους ιθαγενείς, ενώ έχει εισαχθεί και στο Μαυρίκιο. Η A. colubrina μπορεί να βρεθεί από τα βόρεια μέρη της Νότιας Αμερικής ως τη βόρεια Αργεντινή και Χιλή, στα όρια δηλαδή της Τροπικής Ζώνης. Και ταδύο είδη είναι μεσαίου μεγέθους δέντρα ύψους γύρω στα 20 μέτρα (η A. colubrina φτάνει και τα 30 κατ’εξαίρεσιν) με διάμετρο κορμού τα 60-90 εκ. Συχνά έχουν λίγα βασικά κλαδιά ή στρεβλή ανάπτυξη, και συνήθως είναι κάπως αραιά με γεμάτη μορφή ομπρέλας. Ο φλοιός τους φέρει χοντρά αγκάθια, εντονότερα στην A. perigrina, τα οποία λειαίνονται και χάνονται τελικά στα χοντρά ξυλώδη μέρη. Ο φλοιός της A. colubrina είναι λείος και λεπιδωτός με σκουρότερα καφέ στίγματα, κάπως σαν δέρμα φιδιού, εξού και τ’όνομά της. Τα φύλλα τους είναι διπτεροειδή (δύο φορές πτεροειδή) κι εναλλάξ, μήκους 10-30 εκ. Τα άνθη είναι λευκά ή κίτρινα κι αρωματικά, και βγαίνουν σε μικρές σφαιρικές ταξιανθίες διαμέτρου 1,5 εκ. στις μασχάλες των φύλλων, σπανιότερα σε σύνθετες ταξιανθίες στις άκρες των κλαδιών. Οι χέδροπες είναι μεγάλοι 8-35 εκατοστά με ασθενείς περισφίξεις ανάμεσα στους σπόρους, με περίπου 8-15 στρογγυλούς σπόρους σαν πεπλατυσμένα μαύρα φασόλια διαμέτρου 1,5 εκ., σπανιότερα 2 εκ. Εφόσον οι σπόροι αυτοί είναι μεγάλοι και άρα αρκετά θρεπτικοί για όποια ζώα τους φάνε, το φυτό τους προστατεύει με μειγμα απωθητικών και τοξικών αλκαλοειδών. Και το φύλλωμα και οι καρποί του φυτού είναι τοξικά για τα βοοειδή και τα υπόλοιπα ζώα που βόσκουν. Τα άνθη ωστόσο δίνουν υψηλής ποιότητας μέλι. Η κυριότερη χρήση αυτών τω δέντρων σήμερα και παλαιότερα είναι ως πηγή ξυλείας, εξαιτίας του σκληρού κι ανθεκτικότατου ξύλου τους που χρησιμοποιείται σε κάθε είδους κατασκευές, από σπίτια και δάπεδα μέχρι παράθυρα, φράκτες, βάρκες, αλλά και ως καυσόξυλο και πηγή κάρβουνου. Η μεγάλη ζήτηση αυτού του ξύλου έχει οδηγήσει σε εκτεταμε΄νη υλοτομία στα φυσικά του ενδιαιτήματα, χωρίς αναδάσωση έπειτα ή άλλα θετικά μέτρα. Αντίθετα οι εκτάσεις μετατρέπονται σε βοσκοτόπια ή γεωργικές καλλιέργειες και τα δέντρα αυτά όλο και περιορίζονται, αν κι ακόμα δεν απειλούνται επισήμως. Άλλωστε οι χώρες οπου ενδημούν δε φημίζονται για την περιβαλλοντική τους συνείδηση (βλ. συνεχή καταστροφή του Αμαζονίου). Ο πλούσιος σε τανίνη φλοιός επίσης χρησιμοποιείται στην κατεργασία των δερμάτων, ενώ το τσάι του για τις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και το βήχα. Τα δέντρα ακόμα φυτεύονται ως καλλωπιστικά σε τροπικές περιοχές παγκοσμίως.

«΄π.» αυτά μόλις τά’γραψε ένα κουνελάκι περνώντας απ’το πληκτρολόγιο, τα εισαγωγικά είναι δικά μου.

Σήμερα η γνώση των ιδιοτήτων των σπόρων των δέντρων αυτών και η χρήση τους στις ενδημικές περιοχές του είδους είναι πολύ περιορισμένη, κι αλλού οι ιθαγενεις το αντικατέστησαν με την αγιαχουάσκα, στις περισσότερες πάντως περιοχές η γνώση απλώς ξεχάστηκε με την έλευση των ιεραποστόλων ή την εξαφάνιση των τοπικών φυλών, όπως έγινε στα νησιά της Καραΐβικής με την έλευση των Ισπανών και των Νέγρων σκλάβων που έφεραν μαζί τους. Εάν οι ιδιότητες σήμερα ήταν γνωστές, ίσως η Νότια Αμερική να γινόταν η πρώτη πραγματικά ψυχεδελική κοινωνία. Τα δέντρα είναι πάρα πολλά και οι σπόροι που παράγουν αμέτρητοι, ώστε θα υπήρχε υλικό για όλους και για πολλές φορές. Ίσως σήμερα περισσότερο γνωστές είναι οι ιδιότητες των δέντρων αυτών στο δυτικό κόσμο, αλλά πάλι όχι τόσο πολύ όσο άλλα παραισθησιογόνα νοτιοαμερικανικά φυτά.

Οι πρώτες ενδείξεις για τη χρήση των σπόρων της αναδενάνθηρης χρονολογούνται πριν περίπου 4000 χρόνια, απ’οπότε έχουν βρεθεί πίπες καπνίσματος μαζί με σπόρους στη βορειοδυτική Αργεντινή με ραδιοχρονολόγηση στα 2100 π.Χ. Δίσκοι τοποθέτησης της σκόνης και σωλήνες ρουφήγματος έχουν βρεθεί στο κεντρικό παράκτιο Περού ραδιοχρονολογημένα στα 1200 π.Χ. υποδηλώνοντας την μεταστροφή από το ανεπαρκές κάπνισμα στο ρούφηγμα αρκετά παλιά. Έχουν ακόμα βρεθεί σπόροι του δέντρου σε τάφους στη βόρεια Χιλή κι Αργεντινή, κεραμικοί σωλήνες ρόφησης σε αρχαιολογικούς τόπους στην έρημο Ατακάμα και παρόμοια εργαλεία στο μεγάλο οροπέδιο της Βολιβίας γύρω στην ίδια εποχή. Επίσης στη θρησκευτική τέχνη των Ινδιάνων Τσαφίν (900-200 π.Χ.) εικονίζονται μορφές με μύξες από τη μύτη, ενώ έχουν βρεθει παρόμοιοι σωλήνες ρόφησης, υποδηλώνοντας ενθεογόνο χρήση του φυτού και σ’αυτόν τον πολιτισμο, πέρα από τη χρήση τω παραισθησιογόνων κάκτων. Τα ευρήματα στη μορφή δίσκων και σωλήνω συνεχίζονται, με πολλά στη βόρεια Χιλή κι Αργεντινή ραδιοχρονολογημένα στο διάστημα 500-1000 μ.Χ. Προφανώς σ’αυτές τις χώρες έχουν ψάξει περισσότερο οι αρχαιολόγοι, ως πιο ανεπτυγμένες, γιατί σίγουρα τέτοια ευρήματα θα υπάρχουν παντού όπου χρησιμοποιήθηκε ιστορικά αυτό το φυτό. Οι πρώτες ευρωπαΪκές αναφορές για τη χρήση του φυτού έγιναν στο δεύτερο ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμβου (1493-1496) από τον ίδιο, ο οποίος ανέφερε ότι οι βασιλιάδες των Ινδιάνων Ταΐνο του νησιού της Ισπανιόλας ρουφούσαν μια μυστήρια σκόνη κι έπειτα γίνονταν σαν μεθυσμένοι. Ο Κολόμβος ανέθεσε στο μοναχό Ραμόν Πάνε τη μελέτη των εθίμων της φυλής, ο οποίος ανέφερε ότι οι πολεμικοί σαμάνοι (μάντεις) της φυλής ρουφούν μια σκόνη που λέγεται «κοχόμπα» κι έπειτα μεθούν και δεν ξέρουν τι κάνουν. Η ταυτότητα της σκόνης ήταν άγνωστη, ώσπου οι διεξοδικές μελέτες του Αμερικανού εθνοβοτανολόγου W. E. Safford το 1916 την αναγνώρισαν ως τους σπόρους του δέντρου A. Perigrina σύμφωνα με γλωσσολογικές και τελετουργικές ομοιότητες, αφού στην ειπηρωτική Νότια Αμερική αποκαλείται «γιόπο» και καταναλώνεται παρομοίως. Έως τότε πιστευόταν πως ήταν κάποια μορφή εξαιρετικά ισχυρού καπνού. Η πρώτη βέβαιη αναφορά στη χρήση του γιόπο έγινε από το Γερμανό εξερευνητή Alexander von Humboldt, ο οποίος την παρατήρησε το 1801 στους Ινδιάνους ΜαΪπούρε του Ορινόκο και λανθασμένα απέδωσε τη δραστικότητά του στη στάχτη που ανακατευόταν μ’αυτό. Η επόμενη εις βάθος αναφορά έγινε μετά από 50 χρόνια από το Βρετανό βοτανολόγο Richard Spruce, ο οποίος ανέφερε τη χρήση του από τους Ινδιάνους Γκουαχέμπο του Ορινόκο. Νοτιότερα στην Αμερική, στο Περού, στη Βολιβία και στην Αργεντινή χρησιμοποιούταν οι σπόροι της A. colubrina παρομοίως, με το όνομα «βίλκα» ή «χουίλκα» στη γλώσσα κέτσουα, και «σεμπίλ» στη βόρεια Αργεντινή. Υπάρχουν μαρτυρίες χρήσης των σπόρων απ’τους σαμάνους των Ίνκας από το 16ο αι., οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν συχνά για μαντικούς σκοπούς ή ιατρικούς, για τη διάγνωση και θεραπεία ασθενειών. Επίσης οι Ίνκας παρασκεύαζαν κλύσμα απ’τους σπόρους, αλλά δεν είναι γνωστό εάν ο σκοπός του ήταν μόνο καθαρτικός ή και ψυχοενεργός. Γενικός οι σπόροι των δέντρων αυτών χρησιμοποιούνταν σχεδον σ’όλη την έκταση της φυσικής εξάπλωσης των δέντρων που τους παράγουν.

Η φρυνοτονίνη είναι το κύριο ενεργό συστατικό των σπόρων, με χαμηλότερα τα ποσοστά της διμεθυλοτρυπταμίνης και της 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνης, καθώς και πολλών άλλων τρυπταμινών. Τα φύλλα επίσης περιέχουν ενεργές ουσίες, αλλά σε πολύ χαμηλότερα ποσοστά για να’ναι χρήσιμες. Οι σπόροι της A. perigrina περιέχουν λοιπόν 7,4% φρυνοτονίνη, 0,04% 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και 0,16% διμεθυλοτρυπταμίνη, ενώ αυτοί της A. Colubrina περιέχουν 12,4% φρυνοτονίνη, 0,06% 5-μεθοξυδιμεθυλοτρυπταμίνη και 0,06% διμεθυλοτρυπταμίνη, με αποκλίσεις ανάλογα με την ποικιλία και τις συνθήκες ανάπτυξης του φυτού. Η A. perigrina γενικα θεωρείται εντονότερη και λιγότερο τοξική από την A. colubrina, η οποία εξαιτίας της υψηλότερης περιεκτικότητας σε φρυνοτονίνη ίσως προκαλεί περισσότερα δυσάρεστα συμπτώματα, αν και δεν έχει γίνει κάποια συγκριτική επιστημονική μελέτη για την επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού. Η κατανάλωση των σπόρων δεν προκαλεί ψυχεδελικά αποτελέσματα, προκαλεί όμως ναυτεία και κακουχία, γι’αυτό οι Ινδιάνοι δεν τρώνε ποτέ τους σπόρους. Το κάπνισμα επίσης δεν απελευθερώνει όλες τις ουσίες, κάνοντάς το αρκετά αναποτελεσματική μέθοδο, γι’αυτό οι Ινδιάνοι το εγκατέλειψαν γρήγορα αντικαθιστώντας το με το ρούφηγμα απ’τη μύτη. Το ρούφηγμα ωστόσο της σκέτης σκόνης δεν απελευθερώνει παλι όλες τις ουσίες, γι’αυτό και οι Ινδιάνοι είχαν ανακαλύψει τρόπο απελευθέρωσης των αλκαλοειδών, μετατρέποντάς τα σε βάσεις, ανακατεύοντας τη σκόνη με αλκαλική ουσία όπως στάχτη, ασβέστη ή σκόνη από ψημένα κι ασπρισμένα όστρακα σαλιγκαριών σε υγρασία σε μια σφιχτή μπάλα μέχρι να στεγνώσει το μείγμα. Οι Ινδιάνοι του Ορινόκο είτε θ’άφηναν τους σπόρους πρώτα να ζυμωθούν, δηλαδή να ψιλοσαπίσουν, κι έπειτα, αφού τους στέγνωναν και τους κονιορτοποιούσαν, θα τους ανακάτευαν με τη στάχτη, είτε θα τους κονιορτοποιούσαν και θα τους ανακάτευαν αφού τους είχαν ψήσει στη φωτιά για να σκάσουν και να ξεφλουδίζονται ευκολότερα. Έπειτα κατά τη χρήση ο σαμάνος θά’βαζε μια ποσότητα της ιερής σκόνης πάνω σ’ένα δίσκο με λαβή, και θα την ρουφούσε μ’ένα σωλήνα από καλάμι ή πηλό, ή θα του την φυσούσε στα ρουθούνια δυνατότερα κάποιος άλλος με μακρύτερο σωλήνα. Σήμερα στο δυτικο κόσμο συνήθως χρησιμοποιείται η μέθοδος του ψησίματος, κι ως πηγή αλκαλίου χρησιμοποιείται ασβέστης (οξίδιο του ασβεστίου), ο οποίος με την ύγρανση του μείγματος δίνει υδροξείδιο του ασβεστίου, το οποίο απελευθερώνει τις ουσίες, και αντιδρώντας έπειτα με τον αέρα μετατρέπεται σε ανθρακικό ασβέστιο. Η μπάλα του μείγματος μπορεί να μείνει μερικές μέρες για να στεγνώσει καλά προτού ξανακονιορτοποιηθεί κι αποθηκευτεί ή χρησιμοποιηθεί. Πολλοί κάνουν το λάθος να προσθέτουν υπερβολικό ασβέστη ή να χρησιμοποιούν τη σκόνη αμέσως, κάτι που καίει υπερβολικά τη μύτη επειδή η βάση είναι αρκετά καυστική. Ένα ποσοστό 1/10 με 1/4 ασβέστη το πολύ θεωρείται ικανοποιητικό. Για μια τυπική δόση χρησιμοποιούνται συνήθως 1-3 σπόροι του φυτού. Μετά τη χορήγηση παρατηρείται αίσθηση πόνου και καψίματος στη μύτη και στα ιγμόρια για λίγα λεπτά, παραισθησία, ζαλάδα και ταχυκαρδία (συμπτώματα φρυνοτονίνης), ενώ σύντομα έρχονται τα ψυχοενεργά αποτελέσματα, που θα διαρκέσουν για 3 ώρες περίπου. Πολλοί χρήστες μπορεί να πάθουν ναυτεία ή και να κάνουν εμετό στη μέση της ψυχεδελικής εμπειρίας, διότι, όπως είπα, ο οργανισμός μας φοβάται τα αλκαλοειδή ανεξαρτήτως προελεύσεως και ιδιοτήτων. Δεν έχουν γίνει μελέτες για να εξετάσουν κατά πόσο το ρούφηγμα απ’τη μύτη προκαλεί βλάβες, πιστεύω όμως ότι χρονίως μπορει να προκαλέσει, αν και είναι πολύ απίθανο κάποιος να χρησιμοποιεί τέτοιες ουσίες τόσο συχνά ώστε να τραυματίσει τη μύτη του – τα ψυχεδελικά δεν είναι εθιστικά. Εδώ να σημειώσω πως ο πόνος και οι λοιπές δυσάρεστες εμπειρίες της χρήσης κάποιας ψυχοτρόπου ουσίας, αν και αρνητικές παρενέργειες για τους ψυχοναύτες, ψευτοψυχοναύτες και μαστούρηδες της Δύσης που ψάχνουν κάποια εύκολη λύση, θεωρούνταν παραδοσιακά δοκιμασίες που έπρεπε να περάσει ο σαμάνος κι έτσι δε γινόταν μεγάλη προσπάθεια μετριασμού τους. Οι σπόροι του φυτού λοιπόν παραμένουν νόμιμοι σε σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου σήμερα, μιας και δε χρησιμοποιούνται ευρέως για να υπάρξει κάποιο αρνητικό περιστατικό που θ’αποτελέσει την αφορμή για την ποινικοποίησή τους.

Αν και οι πληροφορίες καλλιέργειας αυτού του φυτού στο Διαδίκτυο είναι αρκετά λίγες, έχω βρει μερικά χρήσιμα άρθρα. Γενικά τα φυτά του γένους μπορούν να καλλιεργηθούν στην Εύκρατη Ζώνη, αρκεί να προστατεύονται το χειμώνα από την παγωνιά. Ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστο και ζεστό μέρος με ελαφρύ έδαφος μέτριο σε οργανική ύλη, και κανονικό πότισμα και λίπανση. Προφανώς σε μεγάλες γλάστρες θα γίνονται ψηλά φυτά, και θ’ανθοφορούν και θα καρποφορούν. Στο φυσικό τους περιβάλλον αρχίζουν την ανθοφορία στα 2-3 χρόνια, ενώ βάζουν 1-1,5 μέτρα ύψους το χρόνο. Η δυσκολ΄΄ια στην καλλιέργειά τους έγκειται στην ευαισθησία του σπόρου στο σάπισμα. Οι σπόροι μπορούν πρώτα να τοποθετηθούν σε νερό για 24 ώρες για να μαλακώσει το κάλυμμά τους ώστε να φυτρώσουν γρηγορότερα, κι έπειτα μπορούν να φυτευθούν 1 εκ. βαθιά σε άμμο ή παρόμοιο μείγμα χωρίς οργανικά στοιχεία, ή ανάμεσα σε υγρά χαρτιά, σε θερμοκρασίες όχι χαμηλότερες από 22 βαθμούς. Οι περισσότεροι θα βλαστήσουν σε μια βδομάδα, και σιγά-σιγά θ’αρχίζουν ν’αναπτύσσονται, οπότε, εάν το μείγμα δεν περιέχει καθόλου οργανική ύλη, θα χρειαστούν αραιωμένο λίπασμα. Μόλις ψηλώσουν αρκετά μπορούν να μεταφυτευθούν σε ατομικά γλαστράκια με ελαφρύ χώμα. Η χρήση μυκητοκτόνου κατά τα πρώτα στάδια ενδείκνυται για την πρόληψη του σαπίσματος. Τον πρώτο χρόνο η ανάπτυξη είναι αργή, αλλά απ’τον επόμενο επιταχύνεται σημαντικά. Κατάλληλοι σπόροι για φύτεμα είναι οι φρέσκοι, επειδή οι σπόροι που πωλούνται για παραισθησιογόνο χρήση μπορεί να’ναι παλιοί και να μη φυτρώσουν. Θέλω να προσθέσω ένα τέτοιο δέντρο κάποτε στη συλλογή μου, αλλά δεν είναι στις προτεραιότητές της τώρα. Περισσότερα για τα είδη του γένους Anadenanthera μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Πέρα από τα παραπάνω είδης της νότιας Αμερικής, υπάρχουν πολλάάλλα ψυχανθή με ιχνώδεις ποσότητες τρυπταμινών στο φλοιό ή τους σπόρους τους, όπως δεκάδες είδη ακακίας (π.χ. Acacia acuminata, A. berlandieri, A. farnesiana κλπ). Τα είδη της Νότιας Αμερικής ωστόσο είναι αυτά με τη μεγαλύτερη ιστορία χρήσης και τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλκαλοειδή. Και κλείνοντας το άρθρον’αναφέρω μια σκηνή που θυμήθηκα από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε «Η πόλη των θηρίων» που διάβασα κάποτε παιδάκι, το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Και στα τρία βιβλία της τριλογίας οι ήρωες είναι δύο παιδιά που ταξιδεύουν μαζί με την ομάδα ενός υποτιθέμενου περιοδικού, του International Geographic σε μακρινές αποστολές όπου όλοι εμπλέκονται σε αγωνιώδεις περιπέτειες, αφού πάντοτε τα μισά σχεδόν μέλη της ομάδας αποδεικνύονται μέλη εγκληματικών ή μυστικών οργανώσεων. Το πρώτο βιβλίο εκτιλισσόταν λοιπόν στον Αμαζόνιο, όπου το περιοδικό έψαχνε τη θρυλική πόλη των θηρίων, ανθρωπόμορφων τεράτων που είχαν αναπτύξει δικό τους πολιτισμό κάπου απομονωμένα στον Αμαζόνιο. Όταν η ομάδα ανέβηκε με το πλοίο το Ρίο Νέγκρο, το γνωστό μεγάλο παραπόταμο του Αμαζονίου ως τις εκβολές του Ορινόκο (ο Ορινόκο ρέει παράλληλα βόρεια του Αμαζονίου και εκβάλλει στο Νέγκρο), τα άτομα μιας φυλής η οποία θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία έπειτα απήγαγαν τα δύο παιδιά το βράδυ και τα ανέβασαν σ’ένα οροπέδιο ψηλά και μακριά. Εκείνες της μέρες η κοινότητά τους ήταν ταραγμένη, γιατί πέθανε ο αρχηγός τους. Ένα βράδυ λοιπόν έγινε η τελετή για την εύρεση του αιτίου για το θάνατο, αν υπήρχε. Έβγαλαν κάποια πνευστά όργανα τα οποία δεν έπρεπε ν’ακούσουν οι γυναίκες που έφυγαν μακριά, κι έπειτα οι μάγοι και πολλοί άλλοι όμως ρούφηξαν μια σκόνη, η οποία τους χτυπούσε υποτίθεται κατευθείαν στον εγκέφαλο, τους έκανε να βγάζουν πράσινες φωσφορούχες μύξες και τους προκαλούσε μιας μορφής ιερή μανία, κατά την οποία ό,τι έβλεπαν θα μπορούσε νά’ναι ο ένοχος. Ξαφνικά το πλήθος είδε στις παραισθήσεις τα νεοφερμένα άτομα, στα οποία έτρεξε να επιτεθεί, αλλά κάποιος, νομίζω κάποιος μάγος ή παλιός κυνηγός, τους εμπόδισε λέγοντας πως ήταν αδύνατο νά’ταν αυτοί οι ένοχοι. Τελικά νομίζω πως δε βρέθηκε κάποιος ένοχος, αν και ο θάνατος μπορεί να τους ήταν κάτι σαν οιωνός για τις επόμενες ταραχές που τους έμελλαν με την άφιξη των υπόλοιπων μελών της ξένης ομάδας. Επίσης θυμάμαι ότι το σώμα του νεκρού αποτεφρώθηκε και η στάχτη φαγώθηκε σε μια σούπα με μπανάνες απ’όλους, ακόμα και απ’τα νέα παιδιά. Η συγγραφέας σίγουρα θα εμπνεύστηκε από τη χρήση των σπόρων της αναδενάνθηρης όσον αφορά την παραισθησιογόνο σκόνη.

Την περασμένη Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου, προστέθηκαν νέα ενδιαφέροντα φυτά στη συλλογή μου. Είναι όλα κάκτοι, και μέσα σ’αυτούς περιλαμβάνονται και άτομα ιδιαίτερων ή σπάνιων ειδών με περίεργη μορφολογία και μακρά ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Με μεγάλη χαρά λοιπόν θα σας τα παρουσιάσω ένα προς ένα σ’αυτό το άρθρο, αφού όμως πρώτα κάνω μια εισαγωγική παράγραφο για την οικογένεια των κάκτων.

Οι κάκτοι είναι όλα τα φυτά της οικογένειας των κακτιδών (cactaceae), που περιλαμβάνει κυρίως ξηροφυτικά παχύφυτα της αμερικανικής ηπείρου, με την εξαίρεση ορισμένων ειδών του επιφυτικού γένους Rhipsalis, τα οποία προφανώς μεταφέρθηκαν με τα πουλιά στην Αφρική κι από εκεί ως την Ινδία τα τελευταία λίγα εκατομμύρια χρόνια. Επίσης πολλά είδη έχουν μεταφερθεί εκτός Αμερικής με τη βοήθεια του ανθρώπου τους τελευταίους αιώνες, όπως η κοινή φραγκοσυκιά (Opuntia ficus-indica) που μπορεί να βρεθεί στις θερμές ή παραλιακές περιοχές της Ελλάδας κι άλλων μεσογειακών χωρών. Σε κάποιες άλλες χώρες με πιο ευαίσθητα οικοσυστήματα όπως η Αυστραλία, το συγκεκριμένο είδος έχει προκαλέσει προβλήματα. Η οικογένεια έχει αποδειχθεί λοιπόν πολύ ευπροσάρμοστη, με μέλη σε περιβάλλοντα από ερήμους έως τροπικά δάση και ψηλά βουνά, αν και, ως γνωστών, η πλειονότητα των ειδών συναντάται σε ξηρά κλίματα. Αν και μας είναι γνωστά φυτά, στην πραγματικότητα οι περισσότεροί μας λίγα ξέρουμε εις βάθος για τη μοναδικότητά τους. Οι κάκτοι είναι λοιπόν πολύ αποκλίνοντα παχύφυτα, με διάφορες ενδιαφέρουσες μορφολογικές και λειτουργικές προσαρμογές για το ξηρό περιβάλλον. Στα περισσότερα είδη οι βλαστοί είναι παχείς και σαρκώδεις, με μεγάλη υδατοαποθηκευτική ικανότητα στο φλοιό, ο οποίοςέχει διογκωθεί υπερβολικά, ενώ ο ξυλώδεις ιστός στο κέντρο έχει ατονίσει, και μάλιστα δε συμμετέχει σημαντικά στη στήριξη σε ορισμένα μικρά είδη. Ο βλαστός συχνά φέρει εξωτερικά ακμές κι αυλακώσεις μεταξύ τους, τις πλευρές, οι οποίες διογκώνονται και συστέλλονται ανάλογα με την περιεκτικότητα του βλαστού σενερό. Το σχήμα των βλαστών των κάκτων έχει το μεγαλύτερο δυνατό όγκο και τη μικρότερη δυνατή επιφάνεια για τον περιορισμό της απώλειας του νερού, έτσι στα ψηλότερα είδη συνήθως είναι κυλινδρικό, ενώ στα μικρά σφαιρικό. Υπάρχουν φυσικά κι εξαιρέσεις σ’αυτόν τον κανόνα, όπως το παράδειγμα της φραγκοσυκιάς με τους πεπλατυσμένους φυλλοειδείς βλαστούς της για τη μεγιστοποίηση της φωτοσύνθεσης ή ο κάκτος της υπομονής (Schlumbergera truncata) και παρόμοια επιφυτικά είδη, τα οποία έχουν δισδιαστατοποιήσει επίσης τους βλαστούς τους έχοντας δύο μόνο πλευρές. Για τον περαιτέρω περιορισμό της απώλειας νερού οι κάκτοι έχουν σκληρή επιδερμίδα με παχιά εφυμενίδα, μεγάλο έλεγχο των στομάτων τους, και φυσικά έχουν περιορίσει σημαντικά τα φύλλα, τα οποία έχουν χαθεί απ’τους κεντρικούς βλαστούς και παραμένουν ως αγκάθια στις αρεόλες. Οι αρεόλες (areoles) είναι τροποποιημένοι πλευρικοί βλαστοί, οι οποίοι φαίνονται ως εξογκώματα στον κάκτο, πάνω στους οποίους αναπτύσσονται τα αγκάθια, τυχόν τρίχες και πιθανόν νέες διακλαδώσεις ή άνθη, κι αποτελούν το διαγνωστικό στοιχείο όλης της οικογένειας. Συνήθως κάθε αρεόλη σταματά την ανάπτυξη μετά από λίγα χρόνια, ώστε τα άνθη να εμφανίζονται μόνο στις ψηλότερες και νεότερες περιοχές του φυτού. Τα αγκάθια λοιπόν είναι τροποποιημένα φύλλα, σκληρά, ινώδη και συχνά ενδυναμωμένα με ανθρακικό ασβέστιο, κι εκτός από την προφανή αμυντική τους λειτουργία, προσφέρουν κάποια σκιά στο φυτό απ’τον υπερβολικό ήλιο και λειτουργούν ως ακίδες συμπύκνωσης της υγρασίας, η οποία στάζει έπειτα στο έδαφος για να την απορροφήσουν οι ρίζες. Ανάλογα με το είδος, μία αρεόλη μπορεί νά’χει διάφορους τύπους αγκαθιών, όπως λίγα κεντρικά μεγάλα κι από κάτω λεπτότερα και περισσότερα για επιπλέον προστασία, ή μόνο κεντρικά, μόνο λεπτά ή και καθόλου (άοπλοι κάκτοι). Ορισμένα είδη όπως η φραγκοσυκιά παράγουν επίσης γλωχίδες, τροποποιημένες σκληρές διακλαδιστές τρίχες, οι οποίες αποσπώνται εύκολα και χώνονται βαθιά στο δέρμα. Τα ριζικά συστήματα των κάκτων συνήθως είναι θυσανώδη, με πολλές ρηχές και μεγάλης εξάπλωσης ινώδεις ρίζες, ώστε ν’απορροφούν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα το νερό της γύρω περιοχής κάθε φορά που βρέχει. Τα ψηλά είδη ωστόσο, καθώς και ορισμένα είδη πολύ ξηρών περιοχών, έχουν και πασσαλώδεις ρίζες για καλύτερη στήριξη ή την εύρεση υγρότερου εδάφους.

Τα άνθη των κάκτων είναι επίσης μοναδικά, αφού αναπτύσονται ανεστραμμένα. Αντί νά’χουν πρώτα τα σέπαλα, έπειτα τα πέταλα, πιο πάνω τους στήμονες και στο κέντρο και πιο ψηλά τα καρπόφυλλα του υπέρου με τις ωοθήκες (επιφυής ωοθήκη)), αποτελούνται από έναν επιμήκη σωλήνα κυρίως βλαστητικού ιστού απ’το βλαστό που θα στήριζε το άνθος και απ’την ανθοδόχη (το γόνατο του βλαστού απ’όπου προέρχονται όλα τα στοιχεία του άνθους), ο οποίος συνήθως φέρει ατροφικά φύλλα σπειρωειδώς διατεταγμένα (βράκτια), τρίχες ή κι αγκάθια, ενώ σε μερικά είδη είναι γυμνός, όπως στο γένος γυμνοκαλύκιο (Gymnocalycium). Τα σέπαλα και τα πέταλα βρίσκονται στην κορυφή αυτής της δομής, ενώ οι στήμονες αναπτύσσονται στη μέσα μεριά του ανθικού σωλήνα. Ο ύπερος είναι βυθισμένος βαθιά στο κέντρο (υποφυής ωοθήκες). Ο αριθμός των ανθικών στοιχείων είναι μεγάλος, δεκάδες ή κι εκατοντάδες, ανάλογα με το είδος και το μέγεθος του άνθους. Τα άνθη, χάρη στα έντονα χρώματά, το νέκταρ ή το άρωμά τους, επικονιάζονται από έντομα, πουλιά ή νυχτερίδες, ανάλογα με το είδος, κι ο καρπός που προκύπτει αποτελείται και από τις ωοθήκες και από τον ανθικό σωλήνα (βοηθητικός καρπός), είναι γλυκός κι εδώδιμος σ’όλα τα είδη και περιέχει πολλούς μικρούς σπόρους.

Τα παραπάνω ισχύουν για την πολυπληθέστερη και γνωστότερη υποοικογένεια των κάκτων, τα κακτοειδή (cactoideae), και λιγότερο για την υποοικογένεια της φραγκοσυκιάς, τα οπουντιοειδή (opuntioideae), κι όπως είπα, υπάρχουν εξαιρέσεις, Πέρα από τους επιφυτικούς κάκτους που ανέφερα ή τους άοπλους κάκτους και τους γυμνούς κάλυκες, υπάρχουν αναρριχώμενοι κάκτοι (όπως Hylocereus), διακλαδιστοί ανθικοί σωλήνες με περισσότερα άνθη (Austrocylindropuntia), αλλά και κάκτοι με φύλλα. Αρκετά οπουντιοειδή φέρουν μικρά κι απλοποιημένα φύλλα, σε μερικά είδη πιο ανεπτυγμένα όπως το γένος Pereskiopsis. Επίσης η υποοικογένεια maihuinioideae με το μόνο γένος της μαΪχουίνιας (Maihuinia) περιλαμβάνει φυτά με χοντρούς βλαστούς με πυκνά μακρόστενα φύλλα στην κορυφή. Όμως το πλέον εκπληκτικό παράδειγμα είναι η τέταρτη υποοικογένεια των κάκτων, τα περεσκιοειδή (pereskioideae), με το μόνο γένος της, την
Pereskia,
το οποίο πλησιάζει περισσότερο ή και είναι το ίδιο η προγονική ομάδα όλων των κάκτων. Οι περέσκιες λοιπόν, γένος 25 ειδών εξάπλωσης από το Μεξικό ως τη Βραζιλία σε κλίματα με διακριτές περιόδους ξηρασίας και βροχών, είναι ημιπαχυφυτικοί ή και κανονικοί θάμνοι, αναρριχώμενα ή και μικρά δέντρα με πλατιά φύλλα. Συχνά είναι φανερά ξυλώδη, ενώ η ωοθήκη στα άνθη λίγων ειδών είναι επιφυής, και λίγα είδη έχουν άνθη σε μικρές ομάδες. Το χαρακτηριστικό ωστόσο που μας θυμίζει ότι τα φυτά αυτά είναι πράγματι κάκτοι είναι η παρουσία αρεολών στις μασχάλες των φύλλων, οι οποίες παράγουν και φύλλα και αμυντικά αγκάθια. Δεν έχουν βρεθεί ως τώρα απολιθώματα κάκτων, μάλλον λόγω του ξηρού κι άρα ακατάλληλου για την απολίθωση περιβάλλοντος των περισσότερων μελών της οικογένειας, ωστόσο σχεδόν όλες οι εξελικτικές διαβαθμίσεις έχουν ζωντανούς εκπροσώπους, κι έτσι δεν είναι πολύ δύσκολη η κατασκευή του φυλογενετικού τους δέντρου. Οι μοριακές μέθοδοι χρονολογούν την ιστορία της οικογένειας των κάκτων γύρω στα 30 εκατομμύρια χρόνια πριν, με κοιτίδα τη Νότια Αμερική.

Οι κάκτοι έχουν κι άλλες ιδιαιτερότητες. Όπως και πολλά άλλα παχύφυτα και φυτά ξηρών περιοχών, οι κάκτοι χρησιμοποιούν το
Μεταβολισμό οξέων των κρασουλιδών
(crassulacean acid metabolism) για την ελαχιστοποίηση της απώλειας νερού, προσλαμβάνοντας το απαιτούμενο για τη φωτοσύνθεση διοξείδιο του άνθρακα το βράδυ με τις χαμηλότερες θερμοκρασίες, το οποίο αποθηκεύουν με τη μορφή οργανικών οξέων μέσα στα κύτταρα για να χρησιμοποιήσουν με το φως της μέρας έχοντας τα στόματα τότε κλειστά. Επίσης ριζώνουν όλοι εύκολα από μοσχεύματα, αν κι αυτό μπορεί να πάρει μήνες σε μερικά είδη, σε ξηρό περιβάλλον. Πράγματι το ερέθισμα που ενεργοποιεί τη ριζοβολία είναι η ξηρασία, οπότε το μόσχευμα θ’αναγκαστεί να στείλει ρίζες για να βρει νερό, κάτι που δεν είναι και τόσο επικίνδυνο για τους κάκτους, μιας και το σώμα του φυτού περιέχει ακομα αρκετό νερό για μερικούς μήνες επιβίωσης. Ένα άλλο εκπληκτικό χαρακτηριστικό αυτής της οικογένειας είναι ότι όλα τα μέλη της είναι συμβατά στον εμβολιασμό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, όπως συμπλέγματα περέσκιας και υπομονής, σφαιρικών κάκτων με στηλοειδείς, ή
Υλοκήρεος με μη φωτοσυνθετικό/παρασιτικό γυμνοκαλύκιο.
Τέλος οι κάκτοι, μάλλον λόγω των αρκετά πλατιών κορυφών τους με τις αμέτρητες κυτταρικές διαιρέσεις, είναι περισσότερο επιρρεπείς στην εμφάνιση βλαστητικών μεταλλάξεων που θα φανούν ως
Τερατογενέσεις
(monstrosities), δίνοντας φυτά που αποκλίνουν υπερβολικά από τον τύπο του είδους τους. Όλα τα παραπάνω, καθώς και ο τεράστιος αριθμός και ποικιλία ειδών (περίπου 125 γένη και 1500 είδη) αυτής της οικογένειας, δεν είναι διόλου παράξενο πως έκαναν τους κάκτους μια απ’τις αγαπημένες συλλεκτικές ομάδες φυτών. Περισσότερα για τους κάκτους μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
και
Εδώ.

Τελικά δεν ήταν μια μόνο εισαγωγική παράγραφος, αλλά περισσότερες, έκρινα όμως αναγκαία την αναφορά όλων αυτών των πληροφοριών για πληρέστερη ενημέρωση πλατειάζοντας πάλι όπως πάντα, αλλά θετικά, τώρα όμως θα πρέπει να προχωρήσω στην παρουσίαση των νέων ειδών μου. Με κάκτους δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα στο παρελθόν, περισσότερο με
Παχύφυτα.
Σήμερα έχω μερικά παχύφυτα, κι εκτός απ’τους νέους κάκτους, το σύμπλεγμα υλοκηρέα-γυμνοκαλυκίου που ανέφερα παραπάνω. Επίσης είχα δοκιμάσει στις αρχές του καλοκαιριού να μεγαλώσω Trichocereus pachanoi από σπόρο, κάποιοι βγήκαν, αλλά το
αυτόματο πότισμα
δεν έπιασε καλά το μικροσκοπικό γλαστράκι, με αποτέλεσμα να ξεραθούν όλοι, ενώ πολύ παλιά είχα μια υπομονή. Αυτοί επομένως μπορούν να θεωρηθούν οι πρώτοι μου μεγάλοι κάκτοι. Δε σκοπεύω ωστόσο να κάνω συλλογή κάκτων, μιας και προτιμώ
Η συλλογή μου ν’αποτελείται από αντιπροσωπευτικά μέλη διάφορων φυτικών ομάδων.
Ξεκινώ με την παρουσίαση και ανάλυση των τριών νέων ειδών μου λοιπόν, με περιγραφή και πληροφορίες για τοκαθένα αυτών. Οι φωτογραφίες είναι των φυτών τη μέρα της παραλαβής, ακόμα όχι φυτεμένα στο έδαφος.

Cereus peruvianus, κανονική μορφή, σπορόφυτο 20 εκατοστών.

Cereus peruvianus, τερατώδης μορφή, νεαρό σπορόφυτο.

Το πρώτο είδος είναι ο περουβιανός ψηλός κάκτος, Cereus peruvianus. Προσέξτε πόση διαφορά έχει η φυσιολογική από την τερατογενετική μορφή, η οποία αντί να’ναι ψηλή, έχει πολλές διακλαδώσεις στο ίδιο επίπεδο. Το είδος αυτό λοιπόν έχει διασπαστεί πρόσφατα σε δύο, με το κοινότερο τον C. ribandus, αν και μεταξύ των καλλιεργητών κάκτων χρησιμοποιείται το παλαιότερο όνομα ακόμα. Είναι πανύψηλος κάκτος των ξηρών περιοχών της βόρειας Νότιας Αμερικής και των νησιών της Ολλανδικής Καραϊβικής, ύψους 10 μέτρων με διάμετρο των πλευροφόρων, γκριζοπράσινων ή μπλεδοπών αγκαθωτών βλαστών του τα 10-20 εκατοστά. Τα άνθη ανοίγουν το βράδυ για μια μόνο μέρα, κι αν γονιμοποιηθούν δίνουν μεγάλους, σφαιρικούς λείους καρπούς, τα πιτάγια ή περουβιανά μήλα, χρώματος ιώδους κόκκινου έως κίτρινου, με λευκή γλυκιά σάρκα με αμέτρητους μικροσκοπικούς σπόρους. Το εσωτερικό ξύλο επίσης χρησιμοποιείται σε κατασκευές. Παρά την μεγάλη διάδοσή του ανά τον κόσμο ως καλλωπιστικού, εφόσον είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό είδος, το είδος αυτό έχει μελετηθεί παραδόξως λίγο. Θα μπορούσε για παράδειγμα να καλλιεργείται για τους καρπούς του σε αντίστοιχα κλίματα κι αλλού, ή να διερευνηθεί φαρμακευτικά. Η καλλιέργεια του είδους είναι όπως των περισσότερων κάκτων – θέση όσο ζεστή και ηλιόλουστη γίνεται με αμμώδες, καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος, ποτίσματα αραιά αλλά βαθιά, ιδίως το καλοκαίρι, λίπανση σχετικά αραιή, όχι όμως τόσο αραιή όσο σε είδη βραδύτερης ανάπτυξης, και προστασία απ’την παγωνιά. Σε αρκετά ζεστά κλίματα, όπως προφανώς στα πολύ νότια της χώρας μας, στα νότια νησιά και στην Κρήτη, το φυτό μπορεί να φυτευθεί στο έδαφος. Πολαπλασιάζεται με μοσχεύματα και με τους μικρούς σπόρους, οι οποίοι θα πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ μείγμα στη ζέστη
Και να φροντίζονται προσεκτικά
Μέχρι να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος για μεταφύτευση. Περισσότερα γι’αυτό το είδος μπορείτε να διαβάσετε
εδώ
και
εδώ.
Το γένος Cereus (κηρεύς, εξαιτίας της έντονα κηρώδους στεγανοποιητικής εφυμενίδας) αρχικά κατά τον πατέρα της σύγχρονης βιολογικής ταξινόμησης Κάρολο Λινναίο περιελάμβανε όλους τους ψηλούς κάκτους, σύντομα όμως διασπάστηκε σε πολλά περισότερα με το όνομά του ως κατάληξη, π.χ. Cephalocereus, Trichocereus, Hylocereus.

Τα άλλα δύο είδη είναι παραισθησιογόνα, με ευρεία θρησκευτική και σαμανιστική χρήση απ’τους ιθαγενείς Ινδιάνους. Γενικά οι κάκτοι βασίζονται στα αγκάθια τους για άμυνα, και δεν παράγουν δηλητήρια, σχεδόν όλοι ωστόσο έχουν τη δυνατότητα παραγωγής αλκαλοειδών με πικρή γεύση και διάφορες άλλες ιδιότητες, κάποια είδη όμως την έχουν αυξημένη. Λίγα απ’αυτά τα αλκαλοειδή έχουν παραισθησιογόνο δράση στον άνθρωπο στην κατάλληλη δόση, όπως η γνωστή μεσκαλίνη. Η μεσκαλίνη, που μοιάζει μοριακά κι όχι λειτουργικά με την αδρεναλίνη, συντίθεται στο φυτό συνήθως από τη ντοπαμίνη, κι έχει ανιχνευθεί σε δεκάδες γένη κάκτων σε απειροελάχιστες ποσότητες, ακόμα και στην περέσκια
Και στη φραγκοσυκιά,
Υποδηλώνοντας προγονική προέλευση της ικανότητας σύνθεσης τέτοιων αλκαλοειδών. Η κάκτη αυτών των ιδιοτήτων που έχω είναι το πεγιότ και ένα είδος τριχοκηρέα της Νότιας Αμερικής, τα οποία θα παρουσιάσω αφού κάνω μια εισαγωγή για την ιστορία χρήσης τους.

Δε θα πρέπει ναπανικοβαλλόμαστε όταν ακούμε γιαπαραισθησιογόνα. Οι ουσίες αυτές, που αδίκως έχουν δαιμονοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, απολάμβαναν ευρείας χρήσης σε πάμπολλους παραδοσιακούς πολιτισμούς στη θρησκεία, στη μαγεία, στη σαμανιστική, στην ιατρική κι όπου αλλού χρειαζόταν επαφή με το υπερφυσικό, ενώ στο δυτικό πολιτισμό έχουν χρησιμοποιηθεί στην ψυχοθεραπεία, στην ψυχοναυτική (ατομική ψυχική εξερεύνηση μέσω εναλλακτικών καταστάσεων συνείδησης), για την καλλιτεχνική έμπνευση, και ψυχαγωγικά/διασκεδαστικά (βλ. ρέιβ πάρτι). Τα παραισθησιογόνα, αντίθετα μ’άλλες ψυχοτρόπες ουσίες όπως τα διεγερτικά ή τα κατευναστικά που απλώς εντείνουν κοινές καταστάσεις συνείδησης, προκαλούν εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης τις οποίες ο άνθρωπος συνήθως δε βιώνει καθημερινά, αν και μπορεί να τις βιώσει σε όνειρα, κατά το διαλογισμό κλπ. Η γνωστότερη κατηγορία παραισθησιογόνων, όπου ανήκει και η μεσκαλίνη, η ψιλοκυβίνη των μαγικών μανιταριών και το lsd, είναι τα
Ψυχοδηλωτικά
Ή ψυχεδελικά, ουσίες που λέγονται έτσι εξαιτίας της ικανότητάς τους να αίρουν τα βιολογικά ή μαθημένα νοητικά φίλτρα που μας δίνουν επιλεκτική προσοχή ή απόκρυψη συγκεκριμένων στοιχείων (ανοίγουν οι πύλες της αντίληψης κατά Aldous Huxley), κάνοντας πιο προσβάσιμα τα πιο υποσυνείδητα μέρη της ψυχής, προκαλώντας αλλαγές στην αντίληψη του γύρω περιβάλλοντος, στη σύνδεση των νοημάτων, στην αντίληψη του χρόνου, του εαυτού, του σύμπαντος, στην έκφραση των συναισθημάτων, καθώς και αισθητηριακές αλλαγές όπως οπτικές παραισθήσεις ή συναισθησία. Η περιγραφή των αποτελεσμάτων των ψυχεδελικών είναι πολύ δύσκολη, μιας κι αυτά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη νοητική και συναισθηματική κατάσταση, το περιβάλλον, τις πεποιθήσεις, τη νοοτροπία, την προσωπικότητα κλπ του εκάστοτε χρήστη (set και setting κατά Timothy Leary). Οι ουσίες αυτές επιδρούν λοιπόν πάνω στους υποδοχείς 5ht2a και 5ht2c της σεροτονίνης στον εγκέφαλο, και όπως φαίνεται, μια τέτοια μικρή παρέμβαση οδηγει σε τόσο εκπληκτικά αποτελέσματα. Τα αποτελέσματά τους ωστόσο δεν είναι πάντοτε θετικά, διότιενώ μπορεί κάποιος σε περιβάλλον ψυχοθεραπείας να βοηθηθεί ή κάποιος που τα παίρνει για διασκέδαση να περάσει μερικές φορές καλά, κάποιος άλλος μπορεί να περάσει από μεγάλο φόβο, πανικό ή καιπαράνοια κατά τη χρήση τους, ακόμα και με κατάλοιπα τις επόμενες μέρες, ιδίως αν είναι απροετοίμαστος, πάσχει από κάποια ψυχική πάθηση και δεν παρακολουθείται ή βρίσκεται σε αγχωτικό περιβάλλον. Ψυχωτικά άτομα έχουν επίσης βιώσει υποτροπή των συμπτωμάτων τους έπειτα από τη χρήση ψυχεδελικών. Ωστόσο οι επιπτώσεις των περισσοτέρων τους στο σώμα είναι αμελητέες, και δε δημιουργούν εξάρτηση. Πάραυτα, κατά τη Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του ΟΗΕ του 1971 κρίθηκαν όλα παράνομα για τα κράτη μέλη του, με αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η επιστημονική έρευνα πάνω σ’αυτά.

Απ’ό,τι έχω διαβάσει, η μεσκαλίνη σε σχέση μ’άλλα ψυχοδηλωτικά προκαλεί περισσότερο νοητικά αποτελέσματα όπως περίεργη σύνδεση των εννοιών, μεγαλύτερη ενδοσκοπική ικανότητα και αίσθηση ενότητας με τον κόσμο με λιγότερο έντονα οπτικά φαινόμενα, αν και περιστασιακά μπορεί να εμφανιστούν έντονα οράματα, ενώ αρνητικές ψυχολογικές αντιδράσεις εμφανίζονται σχετικά σπάνια. Η ουσία έχει κάποια διεγερτικά χαρακτηριστικά, αφού, αν και δεν αυξάνει συνήθως την ενεργητικότητα, δυσκολεύει τον ύπνο έπειτα. Επίσης έχουν παρατηρηθεί εμπαθογόνες ιδιότητες (πρόκληση αίσθησης ενσυναίσθησης με τους γύρω), ακόμα και αφροδισιακές σε κάποιους χρήστες. Μία τυπική ψυχεδελική εμπειρία από κάκτους διαρκεί περίπου 8-12 ώρες. Τα αποτελέσματα της καθαρής μεσκαλίνης διαφέρουν απ’αυτά ολόκληρου του κάκτου, υποδηλώνοντας συνεργιστική δράση διαφόρων άλλων αλκαλοειδών στη δεύτερη περίπτωση. Σπάνια πάντως συντίθεται μεσκαλίνη τεχνητά, διότι έχουν παραχθεί πλέον ισχυρότερα χημικά ανάλογά της, άλλα ακόμα ημινόμιμα κι άλλα παράνομα, έτσι η ουσία αυτή λαμβάνεται συνήθως από τους κάκτους. Οι κάκτοι μπορούν να φαγωθούν ωμοί ολόκληροι ή πολτοποιημένοι χωρίς το ξύλο και την επιδερμίδα, ή να βραστούν, ν’αποξηρανθούν και μετά να φαγωθούν ή να καταποθούν σε κάψουλες, ή να εκχυλιστεί η μεσκαλίνη τους. Η κατανάλωσή τους είναι πολύ επίπονη υπόθεση εξαιτίας της υπερβολικά πικρής τους γεύσεις, που απ’ό,τι έχω διαβάσει θα πρέπει νά’ναι πολύ αποκρουστική. Ο οργανισμός έπειτα, εφόσον έχει αντιληφθεί αλκαλοειδή πιθανόν επικίνδυνα (πολλά άλλα αλκαλοειδή φυτών είναι δηλητηριώδη), αντιδρά με έντονη ναυτεία και συχνά εμετό, αν κι ως τότε έχει απορροφηθεί ικανοποιητική ποσότητα μεσκαλίνης. Ο εμετός συνήθως βελτιώνει το στομάχι, ορισμένοι χρήστες ωστόσο συνεχίζουν νά’χουν στομαχικές ενοχλήσεις καθ’όλη τη διάρκεια της εμπειρίας. Η συνήθης μέση δόση κυμαίνεται μεταξύ των 200-400 mg μεσκαλίνης, αλλά η ακριβής δόση κάκτου ποικίλει, από 8-12 κεφαλάκια για το πεγιότ ως και τμήματα 30-45 εκ. και πλέον από τους τριχοκηρείς (αν αποξηρανθούν είναι πολύ ελαφρύτερα τότε, 25-30 γραμμάρια περίπου στα παραπάνω μεγέθη). Η θανατηφόρος δόση της μεσκαλίνης υπολογίζεται σύμφωνα με μετρήσεις σε πειραματόζωα σε 24 φορές την κανονικη δόση, ποσότητα πολύ υψηλότερη απ’αυτήν άλλων νόμιμων αλλά τοξικότερων ψυχοτρόπων (π.χ. αλκοόλ 8 φορές η κανονική δόση) και αδύνατο να επιτευχθεί με τη χρήση κάκτων. Μεσκαλίνη επίσης έχει ανιχνευθεί σε μικροποσότητες σε ορισμένα είδη ακακίας, ομάδα φυτών περισσότερο γνωστή για τη διμεθυλοτρυπταμίνη μερικών μελών της. Περισσότερα για τη μεσκαλίνη μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ
Και
Εδώ.

Εγώ φυσικά καλλιεργώ τους κάκτους αυτούς καθαρά για συλλεκτικούς λόγους και όχι για κατανάλωση! Η ιδέα μόνο ότι έχουν τέτοιες ικανότητες και χρήσης τους κάνει αρκετά πολύτιμους για οποιαδήποτε συλλογή πιστεύω. Όλοι οι μεσκαλινούχοι κάκτοι είναι νόμιμοι στην Ελλάδα και στα περις΄σότερα άλλα μέρη του κόσμου, εφόσον μάλλον ο καλλιεργητής δεν εξάγει την ενεργό ουσία απ’αυτούς, με ορισμένες εξαιρέσεις που θ’αναφέρω παρακάτω. Προχωρώ στα ψυχοενεργά είδη λοιπόν:

Trichocereus bridgesii var. monstrosa, ριζωμένο μόσχευμα.

Δε μοιάζει ο παραπάνω κάκτος πολύ με πέος; Στη πραγματικότητα η τερατογενετική αυτή ποικιλία αποκαλείται και “penis cactus = κάκτος πέος». Το παλιό όνομα του είδους ήταν Trichocereus bridgesii, σήμερα όμως τα είδη του γένους Trichocereus έχουν μετακινηθεί στο πολύ μεγαλύτερο γένος Echinopsis, και το είδος λέγεται
Echinopsis lageniformis.
Επειδή όμως το γένος Echinopsis περιελάμβανε παραδοσιακά κάκτους κοντούς και σφαιρικούς, εξού και τ’όνομα, οι καλλιεργητές για λόγους ευκολίας διατηρούν ακόμα την ονομασία του παλιού γένους (οι καλλιεργητές στην περίπτωση των κάκτων είναι μεγάλη δύναμη, μιας και μεγάλο ποσοστό του γραμμένου υλικού γι’αυτά τα φυτά προέρχεται απ’αυτούς), οπότε εγώ θα χρησιμοποιώ και τις δύο ονομασίες. Ο κάκτος λοιπόν αυτός ενδημεί στις ορεινές ερήμους της Βολιβίας, εξού και το κοινό του όνομα της βολιβιανής δάδας. Έχει ανοιχτοπράσινους βλαστούς ύψους 2-5 μέτρων με 4-8 πλευρές, και 4 ανοιχτού καφέ μεγάλα μήκους 4-10 εκατοστών αγκάθια ανά αρεόλη, με απόσταση μεταξύ των αρεολών τα 3 εκ. Τα άνθη, όπως και στα υπόλοιπα είδη του γένους, είναι λευκά και μεγάλα κι ανοίγουν μόνο για μια νύχτα. Οι ιθαγενείς αποκαλούν το είδος αυτό «ατσούμα», και το χρησιμοποιούν ως ενθεογόνο σε σαμανιστικές τελετές. Παρόλα αυτά είναι από τα λιγότερο χρησιμοποιούμενα μεσκαλινούχα είδη στον υπόλοιπο κόσμο, αν και ίσως, σύμφωνα με κάποιες μελέτες, είναι ο περιεκτικότερος σε μεσκαλίνη κάκτος του γένους, τουλάχιστον στις ποικιλίες που μελετήθηκαν, με περιεκτικότητα έως και 2% στην ξηρή μάζα του φυτού. Οι ιθαγενείς θεωρούν τους τετράπλευρους κάκτους ισχυρότερους, επειδή συμβολίζουν τους τέσσερις ανέμους, αλά στην πραγματικότητα ο αριθμός των πλευρών ποικίλει με την ηλικία κι εναλλάσσεται στο ίδιο φυτό. Η συγκεκριμένη τερατογενετική ποικιλία που έχω, αντί να ψηλώνει πολύ όπως η τυπική μορφή, δημιουργεί ένα χαμηλό απλωτό θάμνο με συχνές διακλαδώσεις στη βάση του, οι βραχίονες του οποίου φέρουν κανονικά ορατές αρεόλες κι αγκάθια προς τις βάσεις τους, στο ανώτερο όμως μέρος γίνονται λείοι, κυλινδδρικοί και όμοιοι με φαλλό, έως ακόμα και στη σχισμοειδή βαθουλωμένη κορυφή. Οι Γερμανοί αποκαλούν την ποικιλία «frauengluck», δηλαδή χαρά των γυναικών. Υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες, αλλ’αυτή είναι η γνωστότερη και αναμφίβολα η πιο ενδιαφέρουσα.

Άλλα γνωστά είδη του γένους είναι η περουβιανή δάδα (Trichocereus peruvianus ή
Echinopsis peruviana,
Κάκτος ενδημικός στις ερήμους της δυτικής πλευράς των Άνδεων του Περού και του Ισημερινού, σε υψόμετρο 2000-3000 μέτρων (το κλίμα εκεί είναι τροπικό και δεν κάνει τόσο κρύο σε τέτοια υψόμετρα), είδος που φτάνει τα 3-6 μέτρα σε ύψος με πρασινομπλέ σκληρούς βλαστούς 6-9 πλευρών διαμέτρου 8-18 εκ., με 6-8 κοκκινοκαφέ αγκάθια μήκους 1-6, αλλά ως και 10 εκ. ανά αρεόλη, με απόσταση μεταξύ των αρεολών τα 2,5 εκ. Οι κάκτοι αυτοί συχνά λυγίζουν ή και ακουμπούν στο έδαφος όταν φτάσουν σε μεγάλο ύψος. Τα άνθη είναι λευκά, γλυκά αρωματικά κι ανοίγουν για μια νύχτα. Το είδος αυτό χρησιμοποιούταν ήδη από τους Τσαφίν (900-200 π.Χ.), και συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως σήμερα. Φημολογείται πως περιέχει 10 φορές περισσότερη μεσκαλίνη από τον κοινότερο T. Pachanoi, αν κι αυτό δεν υποστηρίζεται από κάποια μελέτη. Απλώς περιέχει συνήθως ελαφρώς υψηλότερες ποσότητες, συχνά στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο είδος.

Το τρίτο και γνωστότερο είδος του γένους είναι ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (Trichocereus pachanoi ή
Echinopsis pachanoi,
Είδος ενδημικό πάλι στις Άνδεις του Περού και του Ισημερινού, ύψους 3-6 μέτρων με ρεκόρ τα 12 μέτρα και διαμέτρου του από ανοιχτού ως σκούρου πράσινου βλαστού 6-8 πλευρών τα 6-15 εκ. Υπάρχουν ως και 7 καφέ αγκάθια ανά αρεόλη, με απόσταση μεταξύ των αρεολών τα 2 εκ. Μερικές ποικιλίες έχουν πολύ μικρά ή και καθόλου αγκάθια. Τα άνθη είναι μεγάλα, μήκους 19-24 εκ. και πλάτους 20 εκ., λευκά, αρωματικά κι ανοίγουν για μια νύχτα. Ο καρπός είναι πράσινος κι έχει μήκος 6 εκατοστών και πλάτος 3. Το είδος αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως ψυχοενεργό περισσότερο από κάθε άλλο στη Νότια Αμερική και παγκοσμίως, αν και η περιεκτικότητά του σε μεσκαλίνη ποικίλει αρκετά, από 0,21 ως 1,8% στην ξηρή μάζα του φυτού, ανάλογα με την ποικιλία. Ως καλά μελετημένο είδος που είναι, έχουν περιγραφεί όλα τα υπόλοιπα αλκαλοειδή που περιέχει, όπως η ορδενίνη, η 3,4 διμεθοξυφαινεθυλαμίνη, η 4-υδροξυ-3-μεθοξυφαιναιθυλαμίνη, η αναλονιδίνη, η αναλίνη, η τυραμίνη κλπ. Άλλα μεσκαλινούχα είδη είναι ο T. tershekii, ο T. Scopulicola, ο T. macrogonus και ακόμα λίγα. Ωστόσο τα 3 παραπάνω είναι τα πλέον διαδεδομένα αυτού του γένους.

Η καλλιέργεια αυτών των φυτών είναι παρόμοια, γι’αυτό την τοποθέτησα κάτω από τις περιγραφές των επιμέρους ειδών. Όλα τα είδη είναι ψηλοί, στηλοειδείς κάκτοι ταχείας ανάπτυξης, με ταχύτερο τον T. pachanoi ο οποίος μπορεί να βάζει 30-50 εκ. ύψους το χρόνο. Ως εκ τούτου, πέρα από το πλάτος που χρειάζονται στις γλάστρες τους για ν’απλώσουν τις ρίζες τους, θα χρειαστούν κι ένα καλό βάθος. Ευδοκιμούν σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση, ενώ μπορούν να επιβιώσουν και σε ελαφριά ημισκιά, και με μεγάλη δυσκολία ακόμα και σε εσωτερικό χώρο δίπλα σε νότιο παράθυρο ή κάτω από τεχνητό φωτισμό. Η μεγάλη αντοχή τους στον ήλιο δε σημαίνει ωστόσο ότι θα πρέπει να μεταφέρονται απευθείας από τη σκιά στον ήλιο π.χ. απ’την προστατευμένη θέση του χειμώνα πάλι έξω την άνοιξη, διότι τότε μπορούν να καούν, με την καλύτερη αντίδραση ένα παροδικό κιτρίνισμα, και τη χειρότερη νέκρωση μεγάλων περιοχών της επιδερμίδας. Τα φυτά θα πρέπει να προσαρμόζονται σταδιακά. Αναφέρεται ότι ο T. pachanoi είναι κάπως πιο ευαίσθητος στον πολύ ήλιο απ’τα υπόλοιπα είδη, στην πράξη όμως προσαρμόζεται το ίδιο εύκολα όπως τα υπόλοιπα. Θέλουν έδαφος αμμώδες με καλή αποστράγγιση κι όχι υπερβολικά πλούσιο σε οργανική ύλη, η οποία κατακρατεί πολύ υγρασία και περιέχει πολύ άζωτο, το οποίο θα προκαλέσει έντονη αλλ’αδύναμη ανάπτυξη. Ανέχονται ωστόσο μεγαλύτερα επίπεδα οργανικής ύλης και υγρασίας από άλλους κάκτους, με πιο ανθεκτικό στο πολύ νερό τον T. Pachanoi, και ως εκ τούτου θα πρέπει να ποτίζονται βαθιά και σχετικά τακτικά το καλοκαίρι, οπότε θ’αναπτύσσονται στο μέγιστο, αφήνοντας φυσικά το έδαφος να στεγνώνει μεταξύ των ποτισμάτων. Θα πρέπει επίσης να λιπαίνονται συχνότερα από άλλους κάκτους, ιδίως κατά την περίοδο ανάπτυξης, με ισορροπημένο λίπασμα ή ανάμειξη οργανικής ύλης στην επιφάνεια του εδάφους. Αν και τα είδη αυτά λόγω καταγωγής αντέχου το κρύο και ίσως τις ελαφριές παγωνιές, με ανθεκτικότερο τον T. pachanoi, δε μπορουν ν’ανταπεξέλθουν στις βαρύτερες παγωνιές, γι’αυτό θα πρέπει να μεταφέρονται σε κάποιο προστατευμένο μέρος για το χειμώνα, όπου θα πρέπει να διατηρηθούν στεγνοί ή τουλάχιστον με ελάχιστο νερό. Μια θέση με αρκετό φως και περισσότερονερό μπορει να οδηγήσει σε λίγη ανάπτυξη, η οποία θά’ναι λεπτότερη απ’αυτήν της επόμενης χρονιάς και μπορεί να σπάσει στο ενδεχόμενο ισχυρού ανέμου. Εννοείται όμως ότι και σε ηπιότερα κλίματα οι κάκτοι αυτοί θα πρέπει να διατηρούνται στεγνοί έξω το χειμώνα, προτιμότερα κάπου προστατευμένα, ιδίως αν βρίσκονται σε γλάστρες. Οι μεγάλοι κάκτοι αυτών των ειδών ανθοφορούν, κι απ’ό,τι διάβασα για τον T. Pachanoi τουλάχιστον, μπορεί ν’ανθοφορήσει από τα 1,2 μέτρα. Σε περιοχές με κατάλληλο κλίμα, όπως στη Νότια Ελλάδα, στην Κρήτη και στην Κύπρο, οι κάκτοι αυτοι φυτεύονται και στο έδαφος, ενώ πολλοί τους φυτεύουν σε σειρές για να δημιουργήσουν φράκτες. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι πανεύκολος. Αρκει η πληγή του μοσχεύματος ν’αφεθεί να στεγνώσει και να κάνει κάλλο για μερικές εβδομάδες, ώστε ν’αποφευχθεί ο κίνδυνος σήψης, και μετά μπορεί να φυτευθεί σε ξηρό αμμώδες έδαφος για να ριζώσει. Εντωμεταξύ μπορεί να’χει πετάξει ρίζες και κατά την αναμονή της φύτευσης. Θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά ελαφρά, μέχρι να πιάσουν καλά οι ρίζες και ν’αντιστέκεται στο ελαφρύ σπρώξιμο, οπότε μπορεί ν’αντιμετωπιστεί σαν κανονικό φυτό. Πέρα από τα μοσχεύματα της κορυφής, κατάλληλα είναι και τα μοσχεύματα της μέσης ενός βλαστού, τα οποία όπως κι αν φυτευθούν θ’αναπτυχθούν, αν και καλύτερο είναι οι αρεόλες να κοιτάζουν πάνω. Επίσης τα μοσχεύματα μπορούν να πλαγιαστούν οριζοντίως, οπότε θα προσανατολιστούν και θα ριζοβολήσουν από κάτω, ενώ από πάνω θα πετάξουν μία ή περισσότερες στήλες, όπως θα γινόταν εάν έσπαγε ένα μεγάλο κλαδί κι έπεφτε κάτω στη φύση. Οι σπόροι των κάκτων αυτών είναι αρκετά εύκολοι και γρήγοροι για κάκτους. Όπως και με τους υπόλοιπους κάκτους, θα πρέπει να σπαρούν στην επιφάνεια ενός αραιού αμμώδους μείγματος σε ζεστό μέρος με αρκετό φως, οπότε θα βλαστήσουν τόσο σύντομα όσο και μετά από μια βδομάδα. Έπειτα μπορούν σιγά-σιγά να προσαρμόζονται σε λιγότερη υγρασία και περισσότερο φως. Ως τον πρώτο χρόνο μπορεί να’χουν φτάσει τα 12 εκατοστά, οπότε θα’ναι έτοιμοι για μεταφύτευση σε μεμονωμένα δοχεία. Από εκει και στο εξής η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί. Οι τριχοκηρείς αποτελούν άριστα υποκείμενα για εμβολιασμό μικρότερων και βραδύτερης ανάπτυξης ειδών, όπως πολλοί σφαιρικοί κάκτοι, π.χ. το πεγιότ. Σπανιότατα προσβάλλονται από ασθένειες ή έντομα, ενώ εξαιτίας της πικρής τους γεύσεις τα ζώα τους αφήνουν ήσυχους. Χειρότερος εχθρός τους στην καλλιέργεια είναι η μυκητική σήψη των ριζών ή και των βλαστών από υπερβολική υγρασία, όπως και σ’άλλους κάκτους. Περισσότερα για τους κάκτους αυτού του γένους μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Lophophora williamsii var. caespitosa, μικρό φυτό προφανώς λίγων χρόνων.

Αυτό είναι το θρυλικό πεγιότ των Αζτέκων και των υπόλοιπων φυλών της γύρω περιοχής, ίσως ο γνωστότερος μεσκαλινούχος κάκτος χάρη στην εγκύτητά του στις ΗΠΑ, όχι για κάποιον άλλο λόγο. Είναι αυτοφυής σε πετρώδεις ή χαλικώδεις ερημότοπους του βόρειου Μεξικού και του ακραίου νότιου Τέξας, όπου συχνά μπορεί να βρεθεί σε κάπως σκιερότερα μέρη, όπως ανάμεσα σε μεγάλες πέτρες ή κάτω από αραιά ψηλότερα φυτά. Τα ορατά μέρη αυτού του μικροσκοπικού κάκτου είναι τα πεπιεσμένα σφαιροειδή υπέργεια μέρη των βλαστών, ύψους μόλις 4-7 εκ. και πλάτους 7-12 εκ., χρώματος γαλαζοπράσινου με λίγες πλατιές πλευρές, συνήθως 4-6, χωρισμένες με στενά αυλάκια και βυθισμένη κορυφή. Ο κάκτος δεν έχει αγκάθια (άοπλος), αν και για τους πρώτους μήνες της ζωής του φέρει μερικά ως αταβιστικό στοιχείο των προγόνων (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση), γι’αυτό οι αρεόλες φέρουν μόνο τούφες ασιμωπών ή κιτρινωπών τριχών, οι οποίες εί΄ναι πυκνότερες προς την κορυφή του φυτού, το νεότερο μέρος. Μεγάλο μέρος του κάκτου βρίσκεται υπογείως για προστασία απ’τις αντίξοες συνθήκες: Το υπόγειο μέρος του βλαστού είναι αρκετά μεγαλύτερο απ΄΄ο το υπέργειο, κωνοειδές, σκούρο καφέ και καλυμμένο με φελλώδη φλοιό, απ’όπου προέρχονται οι νέες διακλαδώσεις που επιφανειακά φαίνονται ως νέα κεφαλάκια ή «παραφυάδες», και καταλήγει σε μία ή και περισσότερες πασσαλώδεις ρίζες, και φυσικά και σε πολλές ινώδεις. Οι κάκτοι αυτοί αναπτύσσονται πάρα πολύ αργά, και στη φύση η ενηλικίωση μπορεί να έλθει σε 10 χρόνια ή και περισσότερο, σε καλλιέργεια ο χρόνος είναι φυσικά συντομότερος. Ένας κάκτος διαμέτρου 7 εκατοστών και άνω θεωρείται ώριμος, οπότε μπορεί ν’ανθίζει σποραδικά, με άνθη μήκους 1-2,4 εκ. και πλάτους 1-2,2 εκ. χρώματος από λευκό, ρόδινο λευκό, κιτρινωπό έως κοκκινωπό, που ανοίγουν τη μέρα. Οι καρποί που προκύπτουν είναι ρόδινοι, γλυκοί κι επιμήκεις, μήκους 1,5-2 εκ., γεμάτοι με μικρούς, μαύρους σπόρους μήκους 1-1,5 χιλ. και πλάτους 1 χιλ. Εάν δε φαγωθούν, οι καρποί αφυδατώνονται και γίνονται σαν μικρές καφέ σταφίδες που μπορεί να χαθούν μέσα στις τρίχες του φυτού. Κατά την ωριμότητά τους επίσης οι κάκτοι αρχίζουν να παράγουν νέα κεφαλάκια γύρω τους, δημιουργώντας με την πάροδο των χρόνων μεγάλες αποικίες που μπορεί να φτάσουν κατ’εξαίρεσιν και το 1 μέτρο σε διάμετρο με περί τα 40 και κεφαλάκια. Η διακλαδιστή ποικιλία (L. williamsii var. caespitosa), που έχω κι εγώ, παράγει πολλά κεφαλάκια από μικρή ηλικία. Τα υπόλοιπα είδη του γένους Lophophora έχουν παρόμοια μορφολογία, αν και διαφέρουν στα αλκαλοειδή. Το είδος L. diffusa για παράδειγμα του Μεξικού φτάνει μόλις τα 6 εκ. σε διάμετρο, είναι κιτρινωπό, σπάνια κάνει άλλα κεφαλάκια, και περιέχει απειροελάχιστη ποσότητα μεσκαλίνης.

Εφόσον ο κάκτος δεν έχει αγκάθια για να προστατευτεί, έχει εντείνει υπερβολικά το σύστημα παραγωγής αλκαλοειδών. Αποκαλείται μικρό πράσινο εργοστάσιο αλκαλοειδών, αφού έχουν ανιχνευθεί πάνω από 60 διαφορετικά αλκαλοειδή της κλάσης των φαιναιθυλαμινών στους ιστούς του. Είναι ο κάκτος με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε μεσκαλίνη, 0,4% στο ζωντανό φυτό και 3-6% στην ξηρή του μάζα. Η μεσκαλίνη αποτελεί το 30% όλων των αλκαλοειδών του φυτού, με δύο ακόμα βασικά νά’χουν μεγάλη συγκέντρωση: την πελοτίνη ή πεγιοτλίνη 17%, και την αναλονιδίνη 14%, και όλα τα υπόλοιπα σε ιχνώδεις ποσότητες. Όλο αυτό το χημικό οπλοστάσιο διασφαλίζει τη σίγουρη αποτροπή των εχθρών, και πράγματι τα περισσότερα φυτά στη φύση φαίνονται υγιή και άθικτα από ζώα ή έντομα. Πάλι όμως μερικά τυχαίνει να καταστραφούν από μεγάλα ζώα, π.χ. από γουρούνια που σκάβουν, και βέβαια στο στάδιο του σπόρου και του σπορόφυτου η θνησιμότητα θά’ναι πολύ υψηλή. Ο μεγαλύτερος εχθρός του πεγιότ πάντως είναι ο άνθρωπος, είτε με την επέκτασή του στο ενδιαίτημα του φυτού, είτε με τη συλλογή του για θρησκευτικούς σκοπούς. Παραδοσιακά οι Ινδιάνοι έκοβαν σύρριζα το κεφαλάκι του φυτού, ώστε να ξαναβγουν νέα απ’το υπόγειο μέρος, σήμερα όμως υπάρχουν ουκ ολίγοι απρόσεκτοι συλλέκτες που είτε ξεριζώνουν τα φυτά, είτε τα κόβουν άγρια χτυπώντας τα με φτιάρια, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός τους να’χει μειωθεί επικίνδυνα σε μερικές περιοχές. Η πολιτεία του Τέξας έχει ανακηρύξει το είδος κινδυνεύον για παράδειγμα, αν και πιστευω πως θα εύχονταν οι Αμερικάνοι γραφειοκράτες να εξαφανιστεί για νά’χουν το κεφάλι τους ήσυχο όσον αφορά τους «παραβάτες». Τα κεφαλάκια ή κουμπιά (buttons) του κάκτου λοιπόν έπειτα διατηρούνται φρέσκα ή αποξηραίνονται, για να καταναλωθούν αργότερα στις θρησκευτικές τελετές.

Η ιστορία της χρήσης αυτού του φυτού είναι πανάρχαια και κάλυπτε μεγάλη περιοχή, και χάρη στις πολλές φυλές που το χρησιμοποιούσαν, αλλά και στους Ισπανούς χρονικογράφους γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την παραδοσιακή του χρήση. Τα παλαιότερα ως τώρα ευρήματα πεγιότ προέρχονται από τη σπηλιά Σούμλα του Ρίο Γκράντε του Τέξας ηλικίας 5.700 ετών, ενώ τα αμέσως νεότερα προέρχονται από την Κοαουίλα του Μεξικού και χρονολογούνται γύρω στο 810-1070 μ.Χ. Διάφορες φυλές έχουν εφεύρει διάφορους μύθους για την προέλευση της χρήσης του πεγιότ, ο γνωστότερος είναι ότι μια φορά ένας άνθρωπος χάθηκε στην έρημο, χωρις τροφή και νερό, κι ένα πνεύμα τον συμβούλεψε να φάει αυτόν τον κάκτο για να του αποκαλυφθεί ο δρόμος πίσω. Το όνομα «πεγιότ» είναι η ισπανοποιημένη μορφή του νάουατλ (γλώσσα των Αζτέκων) «πέγιοτλ», οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν μαζί με πολλά άλλα παραισθησιογόνα φυτά στις τελετουργίες τους. Επειδή όμως δε φυόταν στις περιοχές τους στο κεντρικό Μεξικό, αναγκάζονταν να το μεταφέρουν από μακριά, οπότε θεωρούταν σπάνιο κι εκλεκτό ενθεογόνο. άλλες φυλές του βόρειου Μεξικού και των νότιων ΗΠΑ το χρησιμοποιούσαν τακτικά, ενώ φυλές σε μέρη που δεν ήταν αυτοφυές βορειότερα το έπαιρναν από γειτονικές τους. Με την άφιξη των Ισπανών στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αι., η χρήση του καταπιέστηκε έντονα από τους ιεραποστόλους, οι οποίοι το αποκαλούσαν «διαβολική ρίζα» και θεωρούσαν πως επέτρεπε την επικοινωνία με το Διάβολο, αν και σε μερικές απομακρυσμένες περιοχές οι Ινδιάνοι διατήρησαν τα πατροπαράδοτα έθιμά τους, ειτε με μείξη χριστιανικών στοιχείων είτε συνεχίζοντας την αρχαία θρησκεία τους. Κατά το 19ο αι. το πεγιότ γνώρισε μεγάλη εξάπλωση και στους Ινδιάνους των βορειότερων περιοχών των ΗΠΑ, απ’όπου το 1918 ιδρύθηκε η Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών (πεγιοτισμός), μια χαλαρή ένωση διαφόρων συναθροίσεων όχι απαραίτητα Ινδιάνων, τα μέλη της οποίας έχουν ως κέντρο λατρείας το πεγιότ αναμεμειγμένο με χριστιανικά στοιχεία. Από τις φυλές που συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το πεγιότ παραδοσιακά, ίσως η πιο γνωστή είναι οι Ουίτσολ του Μεξικού.

Οι Ουίτσολ είναι μια μεγάλη φυλή 20.000 Ινδιάνων που κατοικεί στη Δυτική Σιέρα Μάντρε του βορειοδυτικού Μεξικού, αλλά πιστεύουν πως κατάγονται από τις κεντρικές ερήμους της χώρας, όπου αποδημούν κάθε χρόνο προς εύρεση πεγιότ. Η θρησκεία τους είναι ανιμιστική, με τέσσερις κύριες θεότητες, τον πατέρα ήλιο και τρεις απογόνους του, το θεό του ελαφιού, το θεό του καλαμποκιού και το θεό του πεγιότ, ο οποίος θεωρείται και η ψυχή όλων των θεών. Υπάρχουν και ελάσσονες θεότητες. Κάθε χρόνο λοιπόν, μια ομάδα Ινδιάνων, που περιλαμβάνει άντρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά, ταξιδεύει υπό την καθοδήγηση ενός σαμάνου (Μαραακάν) στην έρημο του Ρεάλ ντε Κατόρσε (Ουιρικούτα) στο κεντρικο΄Μεξικό, όπου γίνεται το κυνήγι του πεγιότ (χικούρι). Εκεί οι Ινδιάνοι, αφού ομολογήσουν όλες τις αμαρτίες τους και τις απιστίες τους (οι μοιχεία δε θεωρειται πολύ βαρύ παράπτωμα), ψάχνουν το πεγιότ και για μερικές μέρες γιορτάζουν καταναλώνοντας πεγιότ και χορεύοντας γύρω από φωτιές. Ακόμα και τα μεγαλύτερα παιδιά μπορεί να δοκιμάσουν το πρώτο τους πεγιότ εκεί. Το πρώτο πεγιότ της χρονιάς το τοξεύει ο μαραακάν, παραπέμποντας σε κυνηγετικό συμβολισμό. Έπειτα επιστρέφουν με αρκετό πεγιότ γι’αυτούς που έμειναν πίσω, καθώς και για εμπόριο με τις γειτονικές φυλές, όπως οι Κόρα και η Ταραχουμάρα, οι οποίοι δε θεωρούν απαραίτητο το έθιμο του ταξιδιού. Οι Ουίτσολ πιστεύουν πως στο τέλος του κόσμου τα πνεύματά τους θα εγκατασταθούν στη Ουιρικούτα, που θά’χει γίνει μια μορφή επίγειου παραδείσου.

Το πεγιότ δεν είναι δύσκολο στην καλλιέργεια, αλλ’έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Πρώτο απ’όλα αναπτύσσεται πολύ αργά, και πιθανότατα θ’ανθίσει μετά από 5 χρόνια, με πιο εντατική καλλιέργεια ίσως και στα 3 χρόνια. Είναι φυτό πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και στη ζέστη, ως και στους 50 βαθμούς, αν και ιδανικά δε θα πρέπει να εκτίθεται σε τέτοιες ακραίες θερμοκρασίες. Δεν αντέχει ωστόσο την παγωνιά – κάποιες βορειότερες ποικιλίες έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα -, από την οποία θα πρέπει να προστατεύεται. Χρειάζεται έδαφος αμμώδες, ελαφρύ κι αλκαλικό, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί με την προσθήκη λίγου γεωργικού ασβέστη, γύψου, σπασμένων οστράκων ή κελυφών αβγών κλπ. Η απότομη έκθεση στον ήλιο μπορεί να κάψει το φυτό νεκρώνοντας την επιδερμίδα του με δυσμενείς συνέπειες για τη φωτοσυνθετική ικανότητα, γι’αυτό το φυτό θα πρέπει να προσαρμόζεται σταδιακά. Το ένα απ’τα δύο μεγάλύτερα κεφάλια του δικού μου φυτού έχει ιστορικό εγκαύματος, με μια μόνιμη σκληρή ουλή πλέον. Καλύτερος για το φυτό ωστόσο είναι ο πρωινός κι ο απογευματινος ήλιος. Η ανάπτυξη των βλαστών/κεφαλιών γίνεται κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο, ενώ η επέκταση της ρίζας το καλοκαίρι. Το πότισμα και η λίπανση θα πρέπει να γίνονται αραιά. Το φυτό πολλαπλασιάζεται με κεφαλάκια, τα οποία, αφού στεγνώσει η τομή τους, μπορούν να τοποθετηθούν σε αμμώδες έδαφος για να ριζώσουν, κάτι που θα γίνει σε 1-6 μήνες, αλλά και με σπόρους. Οι σπόροι θα πρέπει να σπαρούν στην επιφάνεια ελαφριού αμμώδους εδάφους σε υγρό και ζεστό αρχικά περιβάλλον, οπότε μέσα σε 1-2 βδομάδες πιθανότατα οι περισσότεροι θα βλαστήσουν – κάποιοι θα πάρουν πολύ παραπάνω χρόνο -, και καθώς αναπτύσσονται θα πρέπει να προσαρμόζονται σε ολοένα ξηρότερες συνθήκες. Στον ένα χρόνο θα’χουν ξεπεράσει το ένα εκατοστό σε διάμετρο και θά’ναι κατάλληλοι για μεταφύτευση. Για την αύξηση της ανάπτυξης του πεγιότ, ο κάκτος μπορεί να εμβολιαστεί όπως προανέφερα σε υποκείμενο γρήγορης ανάπτυξης, όπως τα είδη του γένους Trichocereus, οπότε μπορει να φτάσει την ωριμότητα ως και σ’ένα εξάμηνο, ίσως και με άνθη και νέα κεφαλάκια. Από την αφύσικα γρήγορη ωστόσο ανάπτυξη ο κάκτος ενδέχεται να σκάσει, κάτι που δεν απειλεί τη ζωη του πάντως. Στο σημείο αυτό της ωριμότητας οι περισσότεροι καλλιεργητές κόβουν το πεγιότ απ’το υποκείμενο και το φυτεύουν στο έδαφος για ν’αναπτυχθεί αυτόνομα.

Η νομική κατάσταση του πεγιότ είναι λίγο διαφορετική απ’αυτήν των υπολοίπων μεσκαλινούχων κάκτων. Αν και η καλλιέργειά του για καλλωπιστικούς σκοπούς δεν αντιμετωπίζεται διαφορετικά από την καλλιέργεια οποιουδήποτε άλλου κανονικού φυτού στις περισσότερες χώρες, ορισμένα κράτη, όπως οι ΗΠΑ (από το 1967) τό’χουν κηρύξειπαράνομο πλην της θρησκευτικής χρήσης από τους οπαδούς της Εκκλησίας των Ιθαγενών Αμερικανών, οι οποίοι μπορούν να το καλλιεργούν θεωρητικά ελεύθερα. Θεωρητικά γιατί ουκ ολίγες φορές οι άνθρωποι αυτοί παρενοχλήθηκαν σοβαρά από την αστυνομία και πέρασαν από μεγάλα δικαστικά βάσανα μέχρι ν’αποδείξουν τελικά την αθωότητά τους. Λίγες πολιτείες μάλιστα περιορίζουν τη χρήση του πεγιότ ακόμα και για θρησκευτικούς σκοπούς, ενώ άλλες τη δικαιολογούν μόνο σε γνήσιους Ινδιάνους. Η Αυστραλία απαγόρευσε επίσης το πεγιότ πρόσφατα, ΄χώρα γνωστή για τους σκληρούς νόμους της περί ναρκωτικών. Ο καναδάς από την άλλη εξαιρεί ρητά το πεγιότ στο νόμο περί απαγόρευσης των ναρκωτικών ουσιών. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της απαγόρευσης στις ΗΠΑ και του μυστικισμού που σκέπασε έπειτα το φυτό, πιστεύω πως το πεγιότ έγινε τόσο γνωστός κάκτος παγκοσμίως. Στην πραγματικότητα πάντως η καλλιέργεια πεγιότ για μαζική ενθεογόνο χρήση είναι ασύμφορη εξαιτίας της αργής ανάπτυξης που προανέφερα. Περισσότερα για το πεγιότ μπορείτε να διαβάσετε
Εδώ,
Εδώ,
Εδώ,
Και
Εδώ.

Όλοι οι κάκτοι μου έχουν φυτευθεί σε μικρά πλαστικά κουπάκιαμε ξηρό αμμώδες χώμα την επόμενη μέρα απ’την παραλαβή τους, και βρίσκονται στο προστατευμένο σημείο για όλα τα ευπαθή στο κρύο φυτά μου. Το έδαφος πρέπει να είναι ξηρό και επειδή το χειμώνα δε χρησιμοποιούν πολύ νερό, και γιατί θα πρέπει πρώτα να επουλωθούν τυχόν τραυματισμένες ρίζες, ώστε να μη σαπίσουν μετά με την υγρασία. Το πρώτο ελαφρύ πότισμα θα γίνει στις 1 Φεβρουαρίου, μια βδομάδα ακριβώς μετά τη φύτευση. Έπειτα την άνοιξη,
Που θα τους ξαναβγάλω έξω,
Τα ποτίσματα θ’αυξηθούν και θα περιμένω τα κουπάκια να γεμίσουν ρίζες, οπότε θα μεταφυτεύσω σε μεγαλύτερες γλάστρες. Πέρα απ’αυτούς τους κάκτους πήρα και δύοπακέτα σπόρων Notocactus sp, τους οποίους θα σπείρω την άνοιξη με τον καλύτερο καιρό, και θα ενημερώσω τότε. Τους κάκτους τους πήρα από έναν καλλιεργητή στην Πάτρα, ο οποίος διατηρεί τεράστια συλλογή κάκτων και παχυφύτων κι ετοιμάζεται να γίνει εμπορικός παραγωγός. Τον βρήκα από το άρθρο για τους κάκτους του Zyklon b στο fridge.gr (ο σύνδεσμος είναι αρκετά πάνω στο άρθρο), όπου σχολιάζει συχνά, κι έπειτα από επικοινωνία με ιμέιλ, κανονίσαμε να μου στείλει αυτούς τους κάκτους. Όταν γίνει επίσημα παραγωγός πρόκειται ν’ανοίξει σελίδα στο Διαδίκτυο, την οποία σίγουρα θα διαφημίσω αν γίνει. Ενημερώσεις και νέες φωτογραφιες των φυτών θα προστίθενται στο τέλος του άρθρου όποτε υπάρχουν εξελίξεις.

Ενημέρωση 13/5/2013: Όλοι οι κάκτοι είναι καλά. Η ρίζωσή τους άργησε αρκετά, εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών του χειμώνα και των αρχών της άνοιξης. Παρέμεναν στα μικρά δοχεία τους με το ξηρό χώμα, που πότιζα σπάνια με λίγο νερό. Μόλις τα πότιζα, ο κάκτος πέος κάπως μαραινόταν και ζάρωνε, πράγμα που έμαθα πως ήταν φυσιολογική αντίδραση για το συγκεκριμένο είδος όταν δεν έχει αναπτύξει πλήρως το ριζικό σύστημα. Τα φυτά άρχισαν να πιάνονται στο έδαφος στα τέλη του Μαρτίου, με πρώτο τον περουβιανό και δεύτερο τον κάκτο πέος, κι από τότε ποτίζονται περισσότερο, αν κι αφήνω το χώμα να στεγνώσει λίγο παραπάνω σε σχέση μ’άλλα παχύφυτα που έχω. Το πέος έχει πλέον γεμίσει με νερό, όλες οι ζάρες έφυγαν και μάλιστα έχει ψηλώσει λίγο, ενώ ο περουβιανός, που φυτεύτηκε ελαφρώς πλάγια, γύρισε προς το φως και δείχνει κι αυτός σημάδια ανάπτυξης. Το πεγιότ ακόμα δεν έχει πιαστεί στο έδαφος, αλλά φαίνεται καλά. Μάλλον θ’αργήσει κοντά στο καλοκαίρι, αφού ευδοκιμεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες από τα δύο προαναφερθέντα είδη.

Ενημέρωση 28/5/2013: Η ανάπτυξη στα δύο ριζωμένα φυτά είναι εμφανής. Το πέος έχει ψηλώσει λίγο παραπάνω, ενώ μία προεξοχή που είχε σχεδόν στη μέση του ψηλότερου βλαστού του αναπτύχθηκε τις τελευταίες μέρες κι έγινε νέα διακλάδωση. Ίσως κι άλλες παρόμοιες περιοχές αναπτυχθούν στο μέλλον. Ο περουβιανός έχει αρκετή ανάπτυξη, με πολλά νέα μαλακά ακόμα αγκάθια σαν σκληρό χνούδι στην κορυφή.

Ενημέρωση 4/6/2013: Μια σημερινή φωτογραφία. Στο κέντρο ο περουβιανός, δεξιά ο κάκτος πέος και αριστερά το πεγιότ.

Ενημέρωση 10/7/2015: Ο κάκτος πέος έχει μεγαλώσει αρκετά, με πολλούς νέους βλαστούς. Φέτος το Μάρτιο του άλλαξα χώμα, βάζοντας ελαφρύτερο υλικό και άμμο, γιατί πριν είχα πρόβλημα με τη συσσώρευση του νερού, κι έπρεπε να ποτίζω πιο προσεκτικά. Τους περουβιανούς τους έδωσα σ’έναφ ίλο μου. Κατά τη μεταφύτευση του μεγάλου περουβιανού (Αύγουστος του 2013), ο κάκτος έπεσε πάνω μου, ένα αγκάθι χώθηκε βαθιά στον αντίχειρά μου κι από τότε έχω έναν μικρό κάλο εκεί! Το πεγιότ δυστυχώς πέθανε τον Ιανουάριο του 2014. Είχε πιάσει το Σεπτέμβριο, και τα κεφαλάκια του άρχισαν να διογκώνονται, αλλ’εγώ το μετακίνησα υποτίθεται για να βελτιώσω το χώμα του. Το χειμώνα έπειτα, επει΄δη μου φαινόταν πως είχε λίγο χώμα, τον μετακινούσα και του άλλαζα χώμα. Ίσως κάπως να κόπηκε η επιδερμίδα του ή απλώς να εξασθένησε, και μέσα στον Ιανουάριο ξαφνικά σάπισε. Το χώμα του ήταν στεγνό, οπότε δεν έφταιγε η υγρασία, και η θερμοκρασία ήταν πάνω απ’το μηδέν. Το δίδαγμα είναι ότι τέτοιοι κάκτοι αργής ανάπτυξης χρειάζονται όσο το δυνατόν λιγότερη ενόχληση.
Φέτος το καλοκαίρι ωστόσο ξαναπαρήγγειλα φυτά από τον ίδιο καλλιεργητή, ο οποίος, αν και δεν έφτιαξε τελικά ιστοσελίδα, έχει κάνει το φυτώριό του εμπορικό και πουλά φυτά, κυρίως στην περιοχή του. Πήρα δύο μοσχεύματα Trichocereus pachanoi ή Echinopsis pachanoi, δύο Lophophora williamsii, την caespitosa, την παραλλαγή που είχα, καθώς και την κλασική μονοκέφαλη, και ένα σπάνιο μεσημβριανθεμοειδές παχύφυτο της Μαδαγασκάρης, το Delosperma bosseranum, το οποίο είναι κλαδεμένο σε μπονσάι. Μετά από μια βδομάδα περίπου, στις 23 Ιουνίου, ήρθαν τα φυτά. Άνοιξα το πακέτο στις 24, και τα φύτεψα στις 26. Οι E. pachanoi ήταν δύο υγιέστατα μοσχεύματα των 20 εκατοστών, με 6 πλευρές και της ποικιλίας με τα μικρά αγκάθια, όπως είχα ζητήσει, ώστε να μην έχω πρόβλημα όταν περνώ από δίπλα τους στο μπαλκόνι, ενώ είχαν καλοσχηματισμένο κάλο, έτοιμα για φύτεμα δηλαδή. Τα πεγιότ ήταν γυμνόριζα, το μονοκέφαλο με διάμετρο περίπου 2,5 εκατοστών, και το πολυκέφαλο με 7 κεφαλάκια, με το μεγαλύτερο λίγο μικρότερο απ’αυτό του μονοκέφαλου. Ετοίμασα γλαστράκια για όλους, φτιάχνοντας ελαφρύτερο χώμα για τα πεγιότ. Αυτήν τη φορά χρησιμοποιήσα περισσότερο περλίτη παρά άμμο, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, το οποίο σπασμένο έχει την ίδια λειτουργία, κι έχει το καλό ότι είναι πολύ ελαφρύτερο. Τα πεγιότ τα φύτεψα προσεκτικά με τις ρίζες προς τα κάτω, ενώ τους κάκτους του Αγίου Πέτρου τους έχωσα 4-5 εκ στο χώμα όρθιους, και τους στήριξα με βοτσαλάκια για να μην πέσουν. Μετά τα άφησα όλα στην ησυχία τους. Στις 4 Ιουλίου, πρόσεξα πως το ένα μόσχευμα κάκτου του Αγ. Πέτρου είχε ριζώσει, ενώ στις 7 είχε ριζώσει και το άλλο. Πλέον έχουν αρχίσει την ανάπτυξη με ανοιχτοπράσινες κορφές και χνουδωτά αγκάθια, και σε λίγες μέρες πρόκειται να τα ποτίσω. Τα πεγιότ, ως βραδυαυξέστερα φυτά, δεν έπιασαν ακόμα.
Παρακάτω είναι η φωτογραφία των φυτών τη μέρα που τα έβγαλα απ’το δέμα. Αριστερά είναι τα δύο μοσχεύματα E. pachanoi και δεξιά οι δύο L. williamsii.

Ενημέρωση 14/8/2015: Σύντομα μετά την τελευταία ενημέρωση, πρόσεξα ότι τα κεφαλάκια του πολυκέφαλου πεγιότ άρχισαν να διογκώνονται. Πλέον το φυτό έχει πιάσει, κάτι που δεν περίμενα να γίνει τόσο γρήγορα και είμαι πολύ χαρούμενος γι’αυτό. Αντίθετα η μονοκέφαλη ποικιλία παραμένη στάσιμη κι ελαφρώς μαραμένη, αλλά εφόσον δε χειροτερεύει η κατάστασή της, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Άλλωστε τα πολυκέφαλα πιάνουν πιο γρήγορα απ’τα μονοκέφαλα, όπως μου είπε και ο καλλιεργητής. Οι κάκτοι του Αγ. Πέτρου αναπτύσσονται σταθερά, μ’αυτόν που ρίζωσε νωρίτερα ν’αναπτύσσεται αισθητά γρηγορότερα. Πλέον έχω βγάλει τα βότσαλα στήριξης κι έχω μετακινήσει τα γλαστράκια τους σε σημείο με περισσότερες ώρες ήλιου. Πιστεύω πως το φθινόπωρο θα έχουν γεμίσει ρίζα και θα χρειαστούν μεταφύτευση, αν συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό ανάπτυξης. Τους κάκτους αυτούς τους ποτίζω λίγο και σταθερά, ενώ τα πεγιότ τα ποτίζω ελάχιστα και ακόμα πολύ προσεκτικά.

Ενημέρωση 9/9/2015: Έπιασε και το μονοκέφαλο πεγιότ. Άρχισε να διογκώνεται στα τέλη του Αυγούστου. Αν και δεν έχει αποκτήσει το τέλειο σφαιρικό σχήμα του πολυκέφαλου, είναι πλέον γεμάτο νερό και σε λίγο θα μπει σε πορεία ανάπτυξης. Ίσως να ήταν από πριν ταλαιπωρημένο, κι από τότε να έχασε το σχήμα του. Το πολυκέφαλο άρχισε να μεγαλώνει ανεπαίσθητα, ενώ οι δύο κάκτοι του Αγ. Πέτρου, καθώς και ο κάκτος πέος που είχα από παλιά, συνεχίζουν ν’αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς. Πλέον τους ποτίζω όλους περισσότερο, ακόμα και τα πεγιότ, αφού το χώμα είναι πολύ ελαφρύ και στεγνώνει αμέσως.

Ενημέρωση 11/9/2015: Έκανα λάθος τελικά. Μέσα σε μία μόνο μέρα το μονοκέφαλο διογκώθηκε όσο και το πολυκέφαλο. Έχουν μείνει κάτι μικροανωμαλίες στην επιφάνειά του, αλλα είναι ασήμαντες.

Ανθισμένη νταμιάνα, από Wikipedia.

Τις προάλλες είχα κάνει ένα θέμα σχετικά
μ’ένα βιβλίο καλλιέργειας ψυχοτρόπων φυτών,
φυτών δηλαδή με ουσίες ψυχοτρόπες, που επηρεάζουν τον ψυχισμό μας. Άλλες είναι διεγερτικές, άλλες ηρεμιστικές, άλλες παραισθησιογόνες, άλλες ευφορικές, άλλες ανήκουν στα παράνομα ναρκωτικά, άλλες σε συνταγογραφούμενα φάρμακα, ενώ άλλες τις παίρνουμε καθημερινά, όπως τα διεγερτικά του καφέ και του τσαγιού. Το βιβλίο αυτό περιέγραφε μια σειρά φυτών με ψυχοτρόπες ιδιότητες και την καλλιέργειά τους, και μέσα σ’αυτά ανέφερε και τη νταμιάνα (damiana), μ’επιστημονική ονομασία
Turnera diffusa.
Με την αναφορά του ονόματος αυτού του φυτού στο Ιστολόγιο, άρχισα να λαμβάνω αναζητήσεις στα στατιστικά με όρους όπως «νταμιάνα ναρκωτικό» ή «νταμιάνα παραισθησιογόνο». Το συγκεκριμένο φυτό εντούτοις δεν έχει καμία από τις παραπάνω δύο ιδιότητες.

Το γένος Turnera περιλαμβάνει λίγα ακόμα είδη, κι ανήκει στην οικογένεια των παθανθιδών (pasifloraceae), κατ’άλλους σε ξεχωριστή συγγενική, τους τουρνερίδες (turneraceae). Γνωστότερο είναι το είδος του ενδιαφέροντος, μ’εξάπλωση από τη Νότια Αμερική έως το νότιο Τέξας των ΗΠΑ. Είναι κοντός θάμνος ύψους 2 μέτρων με πυκνή διακλάδωση, μικρά λογχοειδή φύλλα ελαφρώς τριχωτά από κάτω, μικρά κίτρινα άνθη το καλοκαίρι στις μασχάλες των φύλλων τα οποία γίνονται μικρές κάψες που ανοίγουν σε τρία μέρη για ν’απελευθερώσουν τους μικρούς μαύρους σπόρους. Το φυτό έχει οσμή με στοιχεία χαμομηλιού και κίτρου. Φύεται σε ξηρές, θερμές περιοχές με άγονο έδαφος. Δύο ποικιλίες αναγνωρίζονται: η T. d. var. diffusa (η κοινή) και η T. d. var. aphrodisiaca (η αφροδισιακή). Το όνομα νταμιάνα δεν έχω βρει ως τώρα από πού προέρχεται, πιθανότατα όμως από ισπανόφωνους αποίκους της Αμερικής, ίσως με βάση κάποιο ινδιάνικο όνομα.

Παραδοσιακά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως τονωτικό (όχι διεγερτικό, αλλά γενικό εξισορροπητικό ας πούμε) κι ως αφροδισιακό και των δύο φύλων. Χορηγείται συνήθως ως τσάι και σπανιότερα με κάπνισμα. Προστίθεται επίσησς συχνά σε τσάγια άλλων βοτάνων και οινοπνευματώδη ποτά. Επειδή το τσάι είναι πικρό, συνήθως πίνεται με κάποιο γλυκαντικό, όπως μέλι. Η σημερινή χρήση του συνεχίζεται για τους παραπάνω λόγους, ακόμα ωστόσο το φυτό βρίσκεται υπό μελέτη και λίγα είναι γνωστά για τη φαρμακολογία του ή για την αποτελεσματικότητά του. Είναι γνωστό πως περιέχει φλαβονοειδή, τερπένια όπως θυμόλη, α πευκένιο, β πευκένιο, β καροτένιο, ευκαλυπτόλη και τανίνες.

Έψαξα λοιπόν διάφορες ιατρικές μελέτες για να δω πού ακριβώς κι αν πράγματι ωφελεί αυτό το βότανο. Σύμφωνα λοιπόν με μια μελέτη επιστημόνων του Μεξικού του 2009, δημοσιευμένη στο έγκριτο περιοδικό PubMed,
το υδατικό διάλυμα της νταμιάνας επαναφέρει τη σεξουαλική συμπεριφορά σε σεξουαλικά εξουθενωμένους αρουραίους.
Οι επιστήμονες χορήγησαν σε σεξουαλικά εξαντλημένους αρσενικούς αρουραίους είτε νταμιάνα, είτε γιοχιμπίνη (για το αφροδισιακό βότανο γιοχίμπ μπορείτε να διαβάσετε
εδώ),
ή κάτι αδρανές. Παρατηρήθηκε λοιπόν επαναφορά της σεξουαλικής δραστηριότητας στις πρώτες δύο περιπτώσεις, με μεγαλύτερη ένταση στους χορηγημένους με νταμιάνα. Θεωρείται πως τα φλαβονοειδή του φυτού με κάποιον τρόπο ενισχύουν τη σεξουαλική συμπεριφορά. Παρόμοια αποτελέσματα είχαν επιβεβαιωθεί και
σε προηγούμενη μελέτη
δημοσιευμένη το 1999 στο περιοδικό Psychopharmacology. Εκχυλίσματα νταμιάνας ή Pfaffia paniculata, ενός άλλου παραδοσιακού αφροδισιακού φυτού, βρέθηκε πως αύξαναν τη σεξουαλική επίδοση σεξουαλικά ανενεργών αρσενικών αρουραίων, ενώ δεν επέφεραν αποτέλεσμα σε σεξουαλικά ενεργά άτομα. Κατά τ’άλλα η συμπεριφορά των ζώων ήταν ανεπηρέαστη. Σε μια άλλη ινδική μελέτη
ταυτοποιήθηκε η αγχολυτική ουσία της νταμιάνας,
το άρθρο είναι pdf. Η νταμιάνα έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του άγχους. Ανιχνεύθηκε λοιπόν στο φυτό αυτό το φλαβονοειδές απιγενίνη, το οποίο είναι γνωστό αγχολυτικό. Η δράση του εξακριβώθηκε με δοκιμή σε ποντίκια. Σε μια άλλη μελέτη ωστόσο του 2011,
δε βρέθηκε κάποια αγχολυτική δράση της νταμιάνας σε στρεσαρισμένους αρουραίους.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα κορτικοστεροειδή (οι ορμόνες του στρες) δεν επηρεάστηκαν στους αρουραίους με τη χορήγηση νταμιάνας. Ίσως όμως υπήρξαν αρνητικά αποτελέσματα διότι οι αρουραίοι εκτέθηκαν σε ακραίες καταστάσεις στρες (βασανιστήριο στην πραγματικότητα), π.χ. ακινησία ή κρύο. Δεν παρατηρήθηκε επίσης βελτίωση της μνήμης έπειτα από χορήγηση αμνησιακού φαρμάκου, όπως θ’αναμενόταν από κάποια ουσία με αγχολυτικές και προσαρμοστογόνες ιδιότητες. Εντούτοις βρέθηκαν ελαφριές αντιοξειδωτικές ιδιότητες σε κυτταρικές καλλιέργειες όμως. Στη μελέτη δεν παρατηρήθηκε επίσης τοξικότητα ούτε αλλαγή της συμπεριφοράς των ζώων όπως διέγερση ή καταστολή. Σε μια άλλη μελέτη του 2008 επιστημόνων του Πανεπιστημίου του Μισσισίπι δημοσιευμένη στο περιοδικό Journal of Ethnopharmacology
βρέθηκαν ιδιότητες αναστολέα της αρωματάσης και οιστρογονικές στη νταμιάνα.
Η αρωματάση είναι ένζυμο απαραίτητο για τη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα, επομένως η αναστολή του αυξάνει τα ανδρογόνα στον οργανισμό. Πιθανόν τα φλαβονοειδή όπως η απιγενίνη και διάφορες άλλες ουσίες στο αλκοολούχο διάλυμα είναι υπεύθυνες γι’αυτό το αποτέλεσμα. Τέλος, μια άλλη μελέτη Δανών επιστημόνων δημοσιευμένη επίσης στο PubMed του 2001
βρίσκει καθυστέρηση στο άδειασμα του στομαχιού κι απώλεια βάρους με τη χρήση συνδυασμού νταμιάνας, μάτε (Ilex paraguaiensis) και σπόρων γκουαράνας (Paullina cubensis).
Και τα δύο άλλα φυτά είναι παραδοσιακώς γνωστά διεγερτικά της Ν. Αμερικής. Η μελέτη έγινε σε ανθρώπους, οι οποίοι εκτιμήθηκαν εσωτερικά με υπερηχογράφημα, ενώ το βάρος τους μετριούταν τακτικά για διάστημα 12 μηνών. Αυτό δε σημαινει όμως ότι μπορεί κάποιος να τρώει οτιδήποτε και μετά να βασίζεται σε βότανα για να αδυνατίσει. Προφανώς τα υποκείμενα της μελέτης έκαναν φυσιολογική διατροφή.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η νταμιάνα έχει αποδεδειγμένα αφροδισιακές ιδιότητες, και ίσως κάποιες αγχολυτικές. Οι χρήστες της παρατηρούν μείωση του άγχους και της έντασης και μια γενικότερη ισορροπημένη διάθεση μετά τη χορήγησή της. Στην αντίστοιχη
ενότητα του Erowid για τη νταμιάνα
μπορείτε να ψάξετε και να διαβάσετε για τους τρόπους χρήσης της, τ’αποτελέσματά της και λοιπά κείμενα και άρθρα.

Ο θάμνος αυτός
καλλιεργείται εύκολα.
Ευδοκιμεί καλύτερα σε καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος σε ηλιόλουστη ζεστή θέση. Θα πρέπει να ποτίζεται τακτικά αλλ’όχι υπερβολικά, και να λιπαίνεται αραιά. Επειδή είναι φυτό τροπικών και υποτρποικών περιοχών δεν αντέχει την παγωνιά, κι έτσι θα πρέπει να μεταφέρεται σε προστατευμένη αλλά φωτεινή θέση για το χειμώνα. Πολλλαπλασιάζεται με μοσχεύματα κορυφής, τα οποία θα ριζώσουν εύκολα, αλλά και με σπόρους, οι οποίοι σπέρνονται την άνοιξη σ’ελαφρή έδαφος και μεταφυτεύονται σε μικρές γλάστρες αφού έχουν κάνει περίπου τα 4 πρώτα φύλλα.

Τι έγινε όμως και το φυτό αυτό σχετίστηκε με τα παράνομα ναρκωτικά; Κατ’αρχήν να πω πως σε σχεδόν όλον τον κόσμο το φυτό αυτό και τα προΪόντα του είναι απολύτως νόμιμα. Σχεδόν όμως, γιατί στη Λουιζιάνα των ΗΠΑ περιλαμβάνεται στα 39 περίπου παράνομα φυτά της πολιτείας, οπότε η κατοχή, παρασκευή και διακίνηση κάθε προΪόντος του απαγορεύεται. Η Αμερική είναι γνωστή για τους ιδιαίτερα σκληρούς κι αυθαίρετους νόμους που έχει θεσπίσει και συνεχίζει να θεσπίζει ακάθεκτη κατά των ψυχοτρόπων ουσιών. Η απαγόρευση της νταμιάνας είναι κάτι αντίστοιχο με την απαγόρευση του καφέ ή του τσαγιού, τόσο παράλογοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι. Ο λόγος όμως για τον οποίον η νταμιάνα ενοχοποιήθηκε γενικότερα παγκοσμίως είναι επειδή διάφορες εταιρείες την πουλούσαν ως μέρος των λεγόμενων herbal blends (φυτικών μειγμάτων), τα οποία υποτίθεται πως δίνουν παρόμοια αποτελέσματα με την κάνναβη αν καπνιστούν. Στην πραγματικότητα μερικά εξ αυτών περιέχουν πράγματι
συνθετικά κανναβινοειδή
ψεκασμένα πάνω σε ξηρά βότανα όπως νταμιάνα, λεόνουρο κλπ. Τα κανναβινοειδή αυτά είναι πολυάριθμες κανναβομιμητικές ουσίες αγνώστου ασφάλειας για τον ανθρώπινο οργανισμό, οι οποίες αρχικά αναπτύχθηκαν για ερευνητικούς σκοπούς, διέρρευσαν όμως και πλέον κυκλοφορούν ημινόμιμα σ’αυτά τα σκευάσματα. Στα σκευάσματα αυτά δεν αναφέρονται για ευνόητους λόγους τα κανναβινοειδή, με αποτέλεσμα ο χρήστης να μην ξέρει το είδος και την ποσότητα της ουσίας που παίρνει, γι’αυτό και καταγράφονται συχνά αρνητικές αντιδράσεις απ’τη χρήση τέτοιων ουσιών που δε θα εμφανίζονταν ποτέ με την κανοννική κάνναβη. Οι ουσίες αυτές είναι τόσο πολλές με τόσα πολλά ανάλογα, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να τις παρακολουθήσουν οι κρατικοί φορείς για να θέσουν απαγορεύσεις. Κάθε φορά που απαγορεύονται κάποιες απ’αυτές τις ουσίες, εμφανίζονται αμέσως άλλα τόσα νέα ανάλογα που τις αντικαθιστούν.

Το μόνο αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η δυσφήμιση της νταμιάνας και πιθανόν άλλων βοτάνων ως επικίνδυνων ουσιών. Η νταμιάνα καθ’εαυτή είναι έως τώρα αποδεδειγμένα ακίνδυνη, κι όπως φαίνεται προσφέρει και μερικά οφέλη. Καμία σχέση δεν έχει με ναρκωτικό, ούτε μ’εναλλακτική κάνναβη. Και μιλώντας για κάνναβη, έχω να πω, παρά τη γενική άποψη για το αντίθετο, σύμφωνα πάλι μςε επιστημονικά ευρήματα πως ακόμα κι αυτή προσφέρει οφέλη στον οργανισμό, όπως φυσικά και παρενέργειες. Άλλωστε
χρησιμοποιούταν για τόσες χιλιετίες χω ρίς προβλήματα.
Τα προβλήματα είναι πρόσφατα, νομικής φύσεως περισσότερο, και ίσως δεν ξεκίνησαν ως προσπάθεια προστασίας της υγείας μας.

Σκελέτιο στο φυσικό του περιβάλλον στη Νότιο Αφρική, από Wikipedia.

Πρόκειται για φυτό αρκετά άγνωστο εκτός της χώρας προελεύσεώς του, αν και τα τελευταία χρόνια η φήμη του εξαπλώνεται παγκοσμίως. Το σκελέτιο, με επιστημονική ονομασία Sceletium tortuosum (σκελέτιο το στρεβλώδες), είναι παχύφυτο της Νοτίου Αφρικής με ιστορία αιώνων ή και χιλιετιών χρήσης ως τονωτικό και διεγερτικό από τους ιθαγενείς.

Φύεται στις ξηρές και θερμές περιοχές της Νοτίου Αφρικής με λίγη βροχόπτωση γνωστές ως καρού, όπου κυριαρχούν οι ξηροφυτικοί θάμνοι και τα παχύφυτα. Το συγκεκριμένο φυτό είναι οικολογικά κάτι ανάμεσα σε παχύφυτο και ζιζάνιο, αφού έχει γρήγορη ανάπτυξη και μπορεί να προσαρμοστεί σε διάφορες συνθήκες. Στη φύση συναντάται κυρίως σε αμμώδη ή χαλικώδη εδάφη στον ήλιο ή κάτω απ’την ελαφριά ημισκιά θάμνων. Όπως και πολλά παχύφυτα του Νοτίου Ημισφαιρίου, ανήκει στην οικογένεια των αειζωιδών – παλαιότερα μεσημβριανθεμιδών -, στην κατά βάση ζιζανιώδη υποοικογένεια των μεσιμβριανθεμοειδών. Είναι έρπον ή ημιαναρριχώμενο φυτό του οποίου οι παλαιότεροι βλαστοί παχαίνουν και ξυλοποιούνται ελαφρώς με την ηλικία, με μακριούς λεπτούς βλαστούς και ζευγαρωτά αντίθετα φύλλα, όπως τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία έχουν κυρτή κορυφή και 3-5 εμφανή νεύρα, ένα εκ των οποίων το κεντρικό, τα οποία παραμένουν άθικτα αρκετά μετά την ξήρανση και ίσως το θρυμματισμό του φύλλου ως σκελετός, εξού και τ’όνομα του γένους. Τα παλιά ξερά φύλλα καλύπτουν το βλαστό, ενώ κατά την αδρανή περίοδο το καλοκαίρι προστατεύουν τη νέα ανάπτυξη. Τα άνθη και οι καρποί έχουν την τυπική μορφή των περισσότερων ειδών της οικογένειας: Τα άνθη είναι μικρά, διαμέτρου 2-3 εκ. με πολύ κοντό ποδίσκο, κάλυκα αποτελούμενο από 4-5 σέπαλα και παρόμοιο αριθμό ταινιοειδών πετάλων – γι’αυτό και τ’άνθη δίνουν επιφανειακή εντύπωση μαργαρίτας, μεσημβριάνθεμο άλλωστε σημαίνει μαργαρίτα (ανθεμίς) του μεσημεριού, διότι πολλά είδη ανοίγουν τότε – λευκού, αλλά και ανοιχτού κίτρινου, ανοιχτού πορτοκαλί και ανοιχτού ρόδινου χρώματος. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες διαμέτρου 1-1,5 εκ. κι ανοίγουν όταν βραχούν, ώστε οι σπόροι νά’χουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης στο ήδη υγρό περιβάλλον, όπως γίνεται και με τα περισσότερα μεσημβριάνθεμα.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα σε μια γλάστρα με καλή αποστράγγιση, προτιμότερο ρηχή παρά βαθιά, διότι το είδος εξαπλώνεται, σε ηλιόλουστη ή ελαφρά ημισκιερή ζεστή θέση με αραιό αμμώδες έδαφος, που μπορεί ωστόσο νά’ναι υγρότερο και γονιμότερο απ’αυτό για τα περισσότερα παχύφυτα. Γενικά θα πρέπει να ποτίζεται και να λιπαίνεται λίγο συχνότερα απ’τα κανονικά παχύφυτα, νερό δηλαδή όταν έχει στεγνώσει το έδαφος αλλ’όχι συνεχής ξηρασία και λίπασμα κάθε μήνα περίπου. Δεν αντέχει την παγωνιά, γι’αυτό θα πρέπει να προστατεύεται το χειμώνα. Περίοδος ανάπτυξης είναι το φθινόπωρο, ο χειμώνας και η άνοιξη, ενώ το καλοκαίρι είναι περίοδος αδράνειας, οπότε αρκετά φύλλα μπορεί να ξεραθούν. Τότε το πότισμα μπορεί να μειωθεί. Πολλαπλασιάζεται είτε με σπόρους, οι οποίοι είναι μικροσκοπικοί με μέτρια βλαστικότητα και θα πρέπει να σπαρούν την άνοιξη ή το καλοκαίρι σ’ελαφρύ αμμώδες έδαφος μέτριας υγρασίας, όπως για τα περισσότερα παχύφυτα, είτε με μοσχεύματα, τα οποία συνήθως ριζώνουν εύκολα σε αμώδες έδαφος. Η συγκομιδή μπορει να γίνει το φθινόπωρο του χρόνου φύτευσης εάν το κλίμα είναι ευνοϊκό και το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα, αλιώς συνήθως γίνεται ένα χρόνο μετά. Το φυτό εξασθενεί κι απλώνει αρκετά μετά τα 5 χρόνια, οπότε θα πρέπει ν’ανανεωθεί με νέα μοσχεύματα για συνέχιση της καλής ανάπτυξης και παραγωγικότητας.

Το φυτό χρησιμοποιούταν παραδοσιακά από τους κυνηγούς και τροφοσυλλέκτες Βουσμάνους και τους κτηνοτρόφους Οτεντότους της Νοτίου Αφρικής για την τόνωση της διάθεσης, τη μείωση της κόπωσης και της όρεξης στα μεγάλα ταξίδια. Ο παραδοσιακός τρόπος είναι το μάσημα των αποξηραμένων φύλλων – εξού και το αφρικάανς όνομα kougoed (μασητήρι), αν και σήμερα το φυτό έχει χορηγηθεί επίσης σε τσάι, σε βάμμα, σε κάψουλα, ή και με κάπνισμα. Παραδοσιακά αναφέρεται ως κάννα ή τσάννα. Η πρώτη γραπτή αναφορά για τη χρήση του έγινε απ’τον Ολλανδό Jan van Riebeeck το 1662, η παραδοσιακή του χρήση όμως χάνεται μέσα στην προΪστορία.

Το φυτό θεωρείται διεγερτικό με κάποιες εμπαθογόνες ιδιότητες (ενισχύει την ενσυναίσθηση). Τα αποτελέσματά του περιλαμβάνουν ανέβασμα της διάθεσης, μείωση του άγχους και της έντασης, μείωση της όρεξης, ενώ σε υψηλότερες δόσεις ευφορία, αρχικά με διέγερση κι έπειτα με κατευνασμό. Σήμερα χρησιμοποιείται είτε μόνο του ως διεγερτικό και τονωτικό της διάθεσης ή ως αντικαταθλιπτικό, είτε ως ενισχυτικό άλλων ψυχοτρόπων όπως της κάνναβης. Έως τώρα δεν έχει βρεθεί κάποια αρνητική συνέπεια της χρήσης του, αν και η φφαρμακολογία και οι πιθανές αντιδράσεις του μ’άλλες ουσίες δεν είναι πλήρως γνωστές, μολονότι γενικά αντενδεικνύεται σε άτομα που λαμβάνουν ήδη αντικαταθλιπτική αγωγή. Τα φαρμακολογικά ενεργά συστατικά του θεωρείται πως είναι τα αλκαλοειδή μεσημβρίνη, μεσημβρενόνη, μεσημβρενόλη και τορτουσαμίνη, με το πρώτο σε υψηλότερα ποσοστά. Η δράση τους δεν είναι πλήρως γνωσ΄τη, αν και για τη μεσεμβρίνη έχουν αναγνωριστεί ιδιότητες αναστολέα επαναπρόσληψης της σεροτονίνης κι αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης, δηλαδή αντικαταθλιπτικές ιδιότητες.

Το φυτό και τα προΪόντα του παραμένουν έως τώρα νόμιμα σ’όλον τον κόσμο και μπορούν να βρεθούν από διαδικτυακούς προμηθευτές.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το σκελέτιο
σκελέτιο – τα φυτά της Νοτίου Αφρικής
σκελέτιο στο Erowid
σκελέτιο – πληροφορίες και σύνδεσμοι
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη μεσημβρίνη

Η μικρή μου ακόμα στέβια προσπαθεί να συνέλθει απ’τη μεταφύτευση.

Την περασμένη Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου, το παραπάνω φυτό προστέθηκε στη συλλογή μου. Το αγόρασα από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, από ένα περίπτερο όπου υπήρχε ένα μικρό μέρος αντιπροσωπευτικό ενός φυτωρίου με εναλλακτικά παραγωγικά φυτά. Νομίζω πως βρίσκεται στο περίπτερο όπου υπάρχουν και τα σεραϊκά προΪόντα, εάν θέλετε ν’αγοράσετε, με τιμή μονο 5 ευρώ. Το φυτό αυτό το έψαχνα εδώ και λίγο καιρό, ως ένα είδος εξωτικό, εναλλακτικό, αλλά και παραγωγικό. Πρώτη δοκιμή μου μ’αυτό το φυτό ήταν
πέρσι το Δεκέμβριο,
οπότε έσπειρα σπόρους αγορασμένους από το Διαδίκτυο, γνωρίζοντας όμως ότι οι σπόροι του είδους έχουν χαμηλή βλαστική ικανότητα, μολονότι πίστευα πως κάποιοι θά’ναι ζωντανοί. Τελικά κανείς τους δε βλάστησε, κι αποφάσισα το επόμενο άτομο του είδους που θά’παιρνα νά’ταν ένα κανονικό φυτό. Δεν ήταν και κάτι τόσο δύσκολο να βρω, μιας και τελευταία οι στέβιες μπορούν να βρεθούν σε πολλά φυτώρια, αλλ’ως τώρα δεν τό’ψαχνα, ώσπου την περασμένη Κυριακή ήρθε η ευκαιρία και την έπιασα αμέσως.

Τελευταία λοιπόν όχι μόνο τα φυτώρια, αλλά και πολλά καταστήματα, καφέ κλπ άρχισαν να φέρνουν ή να χρησιμοποιούν τη γλυκαντική ουσία αυτού του φυτού, ενώ οι αναφορές του στο Διαδίκτυο αυξήθηκαν σημαντικά. Φυσικά το φυτό δεν είναι νέο ούτε ανακαλύφθηκε πρόσφατα. Η ιστορία της χρήσης του είναι γεμάτη με δύσκολα εμπόδια. Αυτό το ωφέλιμο και ασφαλές φυτό, που χρησιμοποιούταν από τη φυλή Γκουαρανί της Παραγουάης για πάνω από 1500 χρόνια ως γλυκαντικό, ενώ είχε εξαπλωθεί σ’όλη τη Νότιο Αμερική ήδη από το 19ο αι., αντιμετωπίστηκε από τα δυτικά κράτη με μεγάλη επιφυλακτικότητα ως προς την ασφάλειά του, κι ως εκ τούτου πέρασε από πολλούς εξαντλητικούς ελέγχους μέχρι να γίνει νομίμως διαθέσιμο ως γλυκαντικό. Παρόλο που η καλλιέργεια του φυτού δεν ποιννικοποιήθηκε ποτέ, η εμπορική χρήση του ως γλυκαντικό ήταν παράνομη στην Ιαπωνία έως το 1970, στις ΗΠΑ ως το 2008, ενώ στην ΕΕ η ασφάλεια του φυτού αναγνωρίστηκε μόλις το 2010 και η χρήση του επιτράπηκε το 2011, με ορισμένες εξαιρέσεις, π.χ. η Γαλλία το είχε επιτρέψει ήδη από το 2009. Άλλες χώρες όπως ο Καναδάς, το αντιμετωπίζουν ακόμα ως διατροφικό συμπλήρωμα κι όχι ως κάτι ευρέως αποδεκτό. Οι μακρές έρευνες σε γενικές γραμμές επιβεβαίωναν την ασφάλεια του προΪόντως. Εντούτοις δεν πιστεύω πως αυτή η καθυστέρηση οφειλόταν μόνο σε υποτιθέμενους φόβους για την ασφάλειά του? υποψιάζομαι πως οι μεγάλες βιομηχανίες συμβατικής ζάχαρης ανέπτυξαν ισχυρά λόμπι ώστε να προστατεύσουν το προϊόν τους. Γι’αυτό και η Ιαπωνία, που δεν έχει σημαντική παραγωγή ζάχαρης, νομιμοποίησε τη στέβια νωρίτερα απ’όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Σήμερα ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στέβιας παγκοσμίως είναι η Κίνα.

Τα οφέλη της στέβιας είναι δύο: πρώτον οι ουσίες της είναι 200-300 φορές γλυκύτερες απ’τη συμβατική ζάχαρη σε καθαρή μορφή, απαιτώντας μικρότερη ποσότητα (χονδρικά ένα κουταλάκι γλυκού στέβιας ισούται με μια κούπα ζάχαρη), και δεύτερο και σημαντικότερο, η στέβια δεν προσφέρει επιπλέον γλυκόζη στον οργανισμό, επομένως δεν έχει θερμίδες ούτε επιβαρύνει τους διαβητικούς, διατηρώντας ωστόσο τη γεύση των συνήθως παχυντικών γλυκών τροφών. Αυτά τα δύο οφέλη θα μπορούσαν να την κάνουν μια πρώτη επιλογή γλυκαντικής ουσίας, όμως αυτό ακόμα απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Στις περισσότερες χώρες πλην της Ιαπωνίας, όπου η Στέβια χρησιμοποιείται συστηματικά σε πολλά τρόφιμα, ποτά, αναψυκτικά και ροφήματα, η ουσία του φυτού χρησιμοποιείται πολύ περιορισμένα, συχνά ως διαιτητικό συμπλήρωμα διατροφής.

Το όνομα stevia προέρχεται από τον Ισπανό Πέτρο Ιάκωβο Στέβο (Petrus Jacobus Stevus) που το ανακάλυψε, με κανονικό ισπανικο όνομα Πέντρο Χάιμε Εστέβε (Pedro Jaime Esteve). Το φυτό περιγράφηκε λεπτομερώς το 1893 από το Σουηδό βοτανολόγο Moises Santiago Bertoni που εργαζόταν στην Παραγουάη εκείνο το διάστημα, ενώ οι ουσίες του απομονώθηκαν το 1931 από τους Γάλλους χημικούς M. Bridel και R. Lavielle. Σήμερα το φυτό είναι γνωστό παγκοσμίως. Ήμαστε σημειωτέον από τους λίγους λαούς που δεν έχουμε ενσωματώσει το όνομα του φυτού στη γλώσσα μας από δική μας αδράνεια, ενώ σ’άλλες χώρες, π.χ. Γερμανία, Ινδία, Κίνα, το φυτό έχει λάβει ονόματα που δίνουν εντύπωση παραδοσιακού βοτάνου, π.χ. μελόφυλλο, γλυκόφυλλο, γλυκοβότανο κλπ.

Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των αστεριδών ή των σύνθετων (asteraceae ή compositae), οικογένεια χαρακτηριζόμενη από άνθη σε συμπαγείς ταξιανθίες (κεφάλια) με μικροσκοπικά ανθίδια, όπως στις
μαργαρίτες.
Εδώ επίσης ανήκει το χαμομήλι, το μαρούλι, το ραδίκι, η ντάλια, το γαϊδουράγκαθο, η αψιθιά, η γκαζάνια, ο ηλιόσπορος κι άλλα πολλά είδη. Το γένος Stevia περιλαμβάνει 240 είδη με εξάπλωση από τη Νότια Αμερική έως το Νέο Μεξικό, την Αριζόνα και το Τέξας των ΗΠΑ. Το είδος του ενδιαφέροντως ωστόσο, η S. rebaudiana, ενδημεί στη Βραζιλία και την Παραγουάη όπου μπορεί να βρεθεί σε άγονα αμμώδη υγρά εδάφη σε όχθες ποταμών και ρεμάτων, σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα.

Δεν είναι κάποιο φυτό ιδιαίτερο στην εμφάνιση, ωστόσο αν το μάθετε θα μπορείτε να το ξεχωρίζεται. Είναι πολυετής ποώδης θάμνος ύψους 60 εκ. ανοιχτοπράσινου χρώματος με κυλινδρικούς βλαστούς που φέρουν αντίθετα ζεύγη οωειδών οδοντωτών φύλλων με οξεία κορυφή και κοντό, πλατύ μίσχο. Ταάνθη εμφανίζονται σε μικρά κεφάλια το φθινόπωρο στις κορυφές των βλαστών. Όλο το φυτό καλύπτεται με αραιές μαλακές τρίχες, δίνοντάς του τρυφερή, αλ’όχι εντελώς λεία υφή. Η ανάπτυξή του είναι μέτρια προς ταχεία.

Οι ουσίες της στέβιας είναι γλυκοζίδες βασισμένες στο μόριο της στεβιόλης, η στεβιοζίδη και η ρεμπαουντιοζίδη α, με την τελευταία γλυκύτερη. Οι ουσίες αυτές είναι 60-80 φορές γλυκύτερες απ’τη ζάχαρη μέσα στο φυτό, ενώ απομονωμένες έχουν έως και 300 φορές τη γλυκύτητα της ζάχαρης. Στον οργανισμό, αφού ενεργοποιήσουν τους γευστικούς μας κάλυκες δίνοντας μας τη γεύση του γλυκού, διασπώνται στον πεπτικό σωλήνα σε γλυκόζη, η οποία εντούτοις είναι λίγη και καταλήγει στα βακτήρια του εντέρου, και στην άπεπτη στεβιόλη, η οποία αποβάλλεται σχεδόν άθικτη μέσω των κοπράνων και των ούρων. Η στεβιόλη είνια αρκετά ανθεκτική στη βιοδιάσπαση, αλλ’αδρανής κι ακίνδυνη στον οργανισμό. Οι γλυκοζίδες της στεβιόλης παραμένουν σταθερές έως και στους 200 βαθμούς Κελσίου.

Η οικιακή καλλιέργεια του φυτού είναι αρκετά εύκολη, και μπορεί να γίνει είτε σε γλάστρες μεσαίου προς μικρού μεγέθους είτε στον κήπο με απόσταση μεταξύ φυτών τα 30-45 εκ. Το μόνο που χρειάζεται κατά την περίοδο ανάπτυξης είναι ελαφρύ και καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος μέτριας γονιμότητας, όπως αυτο που θα χρησιμοποιούταν για τα περισσότερα λαχανικά, ήλιος ή ελαφριά ημισκιά και τακτικά ποτίσματα. Λίπανση δέχεται ανά κανονικά διαστήματα, π.χ. μηνιαία με στερεό ισορροπημένο λίπασμα βραδείας αποδέσμευσης ή συχνότερα με ισορροπημένο υδατοδιαλυτό ταχείας απορρόφησης. Το υπερβολικό άζωτο προκαλεί γρήγορη, αλλ’αδύναμη ανάπτυξη μειωμένης γλυκύτητας. Ίσως το φυτό χρειαστεί κλάδεμα στις κορυφές για πύκνωση. Επειδή οι βλαστοί σπάζουν εύκολα, καλό είναι τα φυτά να στηρίζονται ή να περιβάλλονται από σύρματα ως προφύλαξη για τον άνεμο. Το φυτό αντέχει τις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλ’όχι θερμοκρασιες υπό του μηδενός, οπότε θα πρέπει να προστατευθεί με παχιά εδαφοκάλυψη σε περιοχές με ελαφριές μόνο παγωνιές, ή να μεταφερθεί σε περίπτωση που βρίσκεται σε δοχεία ή στο έδαφος σε πιο ψυχρά σημεία σ’ένα δροσερό μέρος, αλλιώς μπορεί να καλλιεργηθεί ως μονοετές, και ν’αντικατασταθεί μ’άλλο την επόμενη άνοιξη. Τα προστατευμένα φυτά με την αρχή της άνοιξης θ’αρχίσουν ν’αναπτύσσονται περισσότερο, οπότε θα χρειαστούν αύξηση του ποτίσματος, έναρξη των λιπάνσεων και σταδιακό εγκλιματισμό στον εξωτερικό χώρο. Η παραγωγικότητα της στέβιας ίσως αρχίζει να πέφτει στα 3 χρόνια, οπότε θα πρέπει ν’αντικατασταθεί από άλλη, η οποία μπορεί να προέλθει από μόσχευμα της προηγούμενης.

Το φυτό πολλαπλασιάζεται με σπόρους και μοσχεύματα. Οι σπόροι είναι μικροσκοπικοί κι έχουν χαμηλή βλαστικότητα. Οι σκουρόχρωμοι σπόροι είναι οι γεμάτοι κι επομένως αυτοί που πιθανόν να βλαστήσουν, αν και ούτε σ’αυτούς δεν παρατηρούνται σταθερά αποτελέσματα. Οι σπόροι θα πρέπει να σπαρούν σε μικρά δοχεία με ελαφρύ και γόνιμο χώμα αργά το χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη σ’εσωτερικό χώρο σε κάποια φωτεινή θέση, ή εάν δεν υπάρχει φως με την υποστήριξη μιας λάμπας φθορισμού. Αφού έχουν τοποθετηθεί στην επιφάνεια του χώματος, θα πρέπει να πασπαλιστούν ελαφρά με χώμα και να ποτίζονται με προσοχή έως ότου βλαστήσουν στις 7-14 ημέρες. Τα σπορόφυτα θά’ναι έτοιμα για μεταφύτευση σε μεγαλύτερη γλάστρα ή έξω στον κήπο στις 6-8 εβδομάδες, οπότε θά’χουν φτάσει το ύψος των 7-12 εκ., αφού βεβαίως πρώτα έχουν εγκλιματιστεί στο πιο ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον με σταδιακά αυξανόμενη έκθεση. Ήδη απ’αυτήν την ηλικία γίνεται η κορυφή να κοπεί για πύκνωση του φυτού.
Τα μοσχεύματα είναι ο πλέον αξιόπιστος τρόπος αναπαραγωγής του φυτού. Ένα κομμένο κλαδί, με τουλάχιστον δύο κόμπους, ο ένας κάτω απ’το έδαφος απ’όπου θα εμφανιστούν οι ρίζες κι ο άλλος από πάνω με τα φύλλα, αλλά καλύτερα μεγαλύτερο, σε μια γλάστρα σε προστατευμένη περιοχή με υγρό έδαφος, μπορεί να δώσει νέο φυτό. Μεγαλύτερη επιτυχία παρατηρείται την άνοιξη, οπότε το φυτό βρίσκεται σε ταχεία ανάπτυξη. Το φθινόπωρο, οπότε οι μέρες μικραίνουν και το φυτοό προετοιμάζεται γι’ανθοφορία, η ρίζωση των μοσχευμάτων είναι δυσκολότερη, αν και με ορμόνη ριζοβολίας η επιτυχία είναι πάλι μεγάλη.

Καλύτερη περίοδος συγκομιδής είναι το φθινόπωρο, μόλις πριν την ανθοφορία, οπότε οι γλυκαντικές ουσίες βρίσκονται στο μέγιστο ποσοστό (έως και 12% στα φύλλα). Τα φυτά μπορούν να κοπούν ολόκληρα αν δεν επιθυμείται η διαχείμασή τους ή ν’αφεθούν 10-15 εκ. βλαστού για ταχύτερη ανάκαμψη την επόμενη άνοιξη. Οι γλυκαντικές ουσίες της στέβιας δεν είναι σαν τα αιθέρια έλαια των αρωματικών φυτών που χρειάζονται προσεκτική ξήρανση για να μη διαφύγει μεγάλη ποσότητα, γι’αυτό και η στέβια μπορεί να ξεραθεί και με λιγότερη προσοχή. Ιδανικό είναι ένα ζεστό και ξηρό μέρος, αλλά κι ο φούρνος μικροκυμάτων σε χαμηλή ένταση θα λειτουργήσει καλά. Τα σωστά ξεραμένα φύλλα θά’χουν έντονο πράσινο χρώμα. Έπειτα μπορούν ν’αποθηκευθούν σε βαζάκι ή παρόμοιο δοχείο ολόκληρα ή κονιορτοποιημένα, ή να εκχυλιστούν. Οι βλαστοί δεν περιέχουν σημαντική ποσότητα ουσιών και μπορούν να πεταχτούν.

Τα φύλλα της στέβιας μπορούν να φαγωθούν ωμά και φρέσκα ως σνακ ή να τοποθετηθούν φρέσκα ή αποξηραμένα στα τσάγια για τη γλύκανσή τους. Σε σκόνη μπορούν να προστεθούν σε τρόφιμα αντί για ζάχαρη, αν και τα χαρακτηριστικά του τροφίμου ίσως αλλάξουν λίγο, εφόσον εκτός των γλυκαντικών ουσιών θα υπάρχει μέσα και η σκόνη του φύλλου. Βιομηχανικά η στέβια εκχυλίζεται σε καθαρή κρυσταλλική σκόνη. Στο σπίτι μπορούμε να κάνουμε δύο ειδών εύκολες εκχυλίσεις: με νερό και με οινόπνευμα. Στην πρώτη, σιγοβράζουμε νερό διπλάσιας ποσότητας απ’τα φύλλα που έχουμε, τα οποία έχουμε σπάσει σε κομματάκια, κι έπειτα ρίχνουμε τα φύλλα στο ζεστό νερό αφού αποσύρουμε απ’τη φωτιά. Στραγγίζουμε έπειτα από 40 λεπτά, και τοποθετούμε στο ψυγείο, όπου μπορεί να διατηρηθεί για περίπου 2 εβδομάδες. Στη δεύτερη περίπτωση δημιουργούμε ουσιαστικά ένα βάμμα. Ρίχνουμε αρκετά φρέσκα ή αποξηραμένα φύλλα σ’ένα δοχειο με κάποιο οινοπνευματώδες ποτό, προτιμότερα κάτι άγευστο όπως βότκα ή τσίπουρο, θεωρητικά όμως και σε καθαρή αιθανόλη, κλείνουμε καλά κι αφήνουμε για 2 μέρες ανακινώντας περιστασιακά το μείγμα. Έπειτα σιγοβράζουμε αν θέλουμε ώστε να φύγει ένα ποσό του οινοπνεύματος, μετά στραγγίζουμε και τοποθετούμε σε φιαλίδιο στο ψυγείο, όπου διαρκεί για τρεις μήνες. Τα εκχυλίσματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε ως στέβια είτε αντί ζάχαρης σε διάφορες συνταγές.

Η γεύση των φύλλων της στέβιας μου φάνηκε αρκετά γλυκιά, σαν μέλι, αν και με κάποια πικρά και χορτώδη στοιχεία από πίσω. Μετά την κατάποση η γλυκή γεύση μένει για λίγη ώρα. Αμέσως μετά την αγορά μεταφύτευσα το φυτό, που βρισκόταν σ’ένα μικρό γλαστράκι γεμάτο με τις ρίζες του, οι οποίες μάλιστα έφευγαν αρκετά κι από τις τρύπες αποστράγγισης, σε μεγαλ΄΄υτερη γλάστρα. Το φυτό όμως έπαθε σοκ, μαράθηκαν οι κορυφές του και σκέφτηκα να κόψω λίγο τους ψηλότερους βλαστούς. Ευτυχώς σήμερα με την ψύχρανση του καιρού άρχισε να επανέρχεται. Δεν περιμένω παραγωγή φέτος, μάλλον θά’χουμε από του χρόνου και στο εξής. Φέτος ας δυναμώσει λίγο.

Πηγές και σχετικές ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για τη στέβια
πληροφορίες για τη στέβια και τα οφέλη της σε άρθρο του Έθνους
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη στέβια
καλλιέργεια και εκχύλιση της στέβιας
καλλιέργεια της στέβιας
stevia-gr
Ελληνικό επιστημονικό ιστολόγιο για τη στέβια.
στέβια.com
Σελίδα που πουλά σπόρους και εκχύλισμα στέβιας παγκοσμίως.
biostevia.gr
Ελληνική εταιρεία προΪόντων στέβιας.

Άγιος Γιάννης σε αυλή.

Κοινό αρωματικό φυτό αυτοφυές σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Το επιστημονικό του όνομα είναι Salvia sclarea (ερυθρανθές φασκόμηλο), αφού ανήκει στο ίδιο γένος Salvia της οικογένειας των χειλανθών με το
κοινό φασκόμηλο,
το οποίο περιλαμβάνει περί τα 900 είδη. Το συγκεκριμένο είδος ενδημεί στα βόρεια της λεκάνης της Μεσογείου, στην κεντρική Ασία και σε λίγες εστίες στη Βόρεια Αφρική.

Είναι φυτό διετές ή βραχύβιο πολυετές, ποώδες ύψους σε ανθοφορία το 1-1,2 μ. και πλάτους τα 60 εκ. Όπως όλα τα είδη του γένους του και τα περισότερα της οικογένειάς του, έχει τετραγωνικούς βλαστούς, αντίθετα φύλλα κι άνθη σε ψηλούς στάχεις κατά σπονδυλίσκους. Ο βλαστός στη βάση είναι χοντρός, τριχωτός, με μεγάλα έμισχα φύλλα μήκους έως και 30 εκ., ρυτιδωτά, οδοντωτά και καλυμμένα με αδενώδεις τρίχες, οι οποίες λεπτότερες καλύπτουν ολόκληρο σχεδόν το υπόλοιπο φυτό. Όσο ανεβαίνουμε στο βλαστό τα φύλλα, ουσιαστικά βράκτια, μικραίνουν και χάνουν το μίσχο τους, μέχρι που φτάνουν και λιγότερο 2 εκατοστά. Η τεράστια σύνθετη σταχυοειδής ταξιανθία διακλαδισμένη σε μεγάλες όρθιες διακλαδώσεις, με τα κλαδιά αντίθετα στις μασχάλες μεγαλύτερων βρακτίων, αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του ύψους του ώριμου φυτού, με τα άνθη ανά σπονδυλίσκους των 2-6 περιβαλλόμενα από ιώδη ή σπανιότερα λευκά ή ρόδινα βράκτια. Τα ίδια τα άνθη ανοίγουν για λίγο κι όπως σ’όλα τα έλη της οικογένειάς τους η στεφάνη τους (το μέρος των πετάλων) χωρίζεται σε δύο χείλη. Έχουν χρώμα ιώδες ή ανοιχτό μπλε και φτάνουν το μέγιστο τα 2,5 εκ. σε διάμετρο. Μετά τη γονιμοποίηση σχηματίζονται μικροί ξηροί καρποί μέσα στα βράκτια με λίγους σπόρους ο καθένας. Ολόκληρο το φυτό αναδίδει αν τριφτεί βαριά μυρωδιά, που κάποιοι την παρομοιάζουν με μυρωδιά γλυκού βοτάνου και ιδρώτα, αν κι εμένα με ιδρώτα δε μου μοιάζει και πολύ.

Φαρμακευτικά το φυτό θεωρείται πιο αδύναμο απ’το κανονικό φασκόμηλο, με λίγες από τις χρήσεις του τελευταίου όπως αντισπασμωδικό του πεπτικού συστήματος και τονωτικό. Σήμερα καλλιεργείται για το αιθέριο έλαιό του, το οποίο χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στον αρωματισμό των ποτών, π.χ. μοσχάτα κρασιά. Επειδή οι σπόροι του φουσκώνουν με βλενώδες κάλυμα αν μουλιάσουν, παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό μικρών ξένων σωμάτων απ’το μάτι, ρίχνοντας έναν τέτοιον μαλακό σπόρο στο μάτι ώστε να πάρει μαζί του το σκουπιδάκι και να βγει. Στη μαγειρική χρησιμοποιείται όπως το φασκόμηλο, αλλά σπανιότατα λόγω της έντονης οσμής του και τις πικρής του γεύσεις.

Το φυτό καλλιεργείται επίσης ως καλλωπιστικό. Σπέρνεται την άνοιξη και χρειάζεται καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος με πλήρη έκθεση στον ήλιο για βέλτιστα αποτελέσματα. Προσελκύει μέλισσες, ενώ τα φυτοφάγα ζώα σπάνια το πειράζουν.

Δε γνωρίζω την ετυμολογία του ονόματος «Άγιος Γιάννης».

Πηγές και ιστοσελίδες:

Πικραγκουριά φορτωμένη με καρπούς σε πλαγιά στους Πύργους Κοζάνης 26/7/2012.

Πολύ κοινό φυτό σ’όλη την Ελλάδα. Μπορεί να βρεθεί σε μέτρια προς ξηρά μέρη στις άκρες δρόμων, σε λιβάδια, σε ακαλλιέργητους αγρούς, στις άκρες καλλιεργημένων περιοχών κι αλλού. Η σωστή επιστημονική ονομασία του φυτού είναι «Ecballium elaterium» (εκβάλλιο το ελατήριο), κι όχι «Ecbalium elaterium». Το όνομα αυτό το πήρε από την εκρηκτική ικανότητα των καρπών του, οι οποίοι, όταν ωριμάσουν, αποσπώνται πολύ εύκολα απ’τον ποδίσκο τους κι εκρήγνυνται εκτοξεύοντας το χυμό με τους σπόρους.

Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των κολοκυνθωδών (cucurbitaceae), οικογένεια που περιλαμβάνει και τις κολοκύθες, τα αγκούρια και συγγενικά είδη, ενδημικό όλης της λεκάνης της Μεσογείου κι εύκολαναγνωρίσιμο όπου κι αν βρίσκεται. Είναι απλωτό ποώδες πολυετές φυτό με σαρκώδεις έρποντες βλαστούς που μπορεί να γυρίζουν προς τα πάνω στις κορυφές τους, μήκους 15-60 εκ. ή και μακρύτερους. Αντίθετα μ’άλλα φυτά της οικογένειας που αναρριχώνται με έλικες, το είδος αυτό δεν έχει και συνήθως απλώνεται στο έδαφος, αν και μπορεί μερικές φορές βλαστοί του να στηριχθούν σε ψηλότερη επιφάνεια. Τα φύλλα του φύονται εναλλάξ και είναι μακρύμισχα καρδειοειδή προς τριγωνικά με μήκος ελάσματος τα 4-10 εκ. με κυματιστή κι οδοντωτή περιφέρεια. Το φυτό είναι μόνοικο όπως κι άλλα μέλη της οικογένειας άλλωστε, δηλαδή το φυτό φέρει και τα δύο φύλα αλλά σε διαφορετικά άνθη. Τα άνθη είναι χωανοειδή με στεφάνη συνενωμένων 5 κίτρινων πετάλων, με τα αρσενικά διαμέτρου 18-20 χιλ. σε μασχαλιαίους βότρεις, ενώ τα θηλυκά μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων και λίγο μικρότερα, με κάλυκα σαν μικρογραφία του καρπού, όπως και στα θηλυκά άνθη όλης της οικογένειας. Ο καρπός είναι μικρός επίμηκης προς ωοειδής μήκους 4-5 εκ. καλυμμένος με αδρές τρίχες και χρώματος πρασινοκίτρινου σε μακρύ ποδίσκο, ο οποίος περιέχει πράσινο βλενώδη χυμό με πολυάριθμους σπόρους υπό πίεση, κι όταν ωριμάζει αποσπάται με την παραμικρή κίνηση απ’τον ποδίσκο του, και συσπώμενος εκτινάσσει τους σπόρους με το υγρό σε αρκετή απόσταση. Δε μου μοιάζει τόσο με αγκούρι παρά το όνομα του φυτού, όσο με κολοκυθάκι. Όλο το υπόλοιπο φυτό καλύπτεται με αδρές τρίχες, αλλά κάπως λεπτότερες, κι αναδίδει αν τριφτεί μια μυρωδιά ανάμεσα σε αγκούρι και κάτι πιο πικρό. Η περίοδος ανθοφορίας και καρποφορίας διαρκεία απ’το Μάιο ως το Σεπτέμβριο.

Το φυτό, πέρα απ’τις παραδοσιακές φαρμακευτικές του χρήσεις, δεν έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα κάπου αλλού. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ζιζάνιο εφόσον διασπύρεται εύκολα λόγω των εκρηκτικών καρπών του και φυτρώνει παντού, αν και πολύ εύκολο στην καταπολέμηση μιας και δεν κάνει βαθιές ρίζες ούτε ριζώματα και κόβεται πολύ εύκολα, παρόλα αυτά δεν πιστεύω πως θα πρέπει να εξοντώνεται αν βρίσκεται σε μια γωνία και δεν πειράζει τίποτα. Επίσης καλλιεργείται κάποτε ως καλλωπιστικό. Οι σπόροι σπέρνονται την άνοιξη κι έπειτα το φυτό χρειάζεται πλούσιο έδαφος σε ηλιόλουστη θέση για βέλτιστη ανάπτυξη, αν και μπορεί να επιβιώσει και στα χειρότερα εδάφη. Το χειμώνα χάνει αρκετό απ’το φύλλωμά του, αλλ’επανέρχεται γρήγορα την άνοιξη. Τα παιδάκια σίγουρα θα εκπλαγούν από τους εκρηκτικούς καρπούς και ίσως διασκεδάσουν, αρκεί να μην τους φάνε.

Το φυτό αυτό είναι αρκετά δηλητηριώδες. Η φαρμακευτική του χρήση ήταν πάντοτε περιορισμένη και γινόταν συνήθως σε κρίσιμες καταστάσεις. Σήμερα, με την πληθώρα ασφαλέστερων εναλλακτικών, δεν υπάρχει λόγος για τη χρήση του. Οι κουκουρβιτακίνες που περιέχει ευθύνονται για τα αρνητικά ατου αποτελέσματα,ενώ μια από αυτές, η κουκουρβιτακίνη β, παρουσιάζει αντιφλεγμονώδη δράση. Παραδοσιακά ο χυμός χρησιμοποιούταν αραιωμένος, και πάλι με πολλές παρενέργιες. Η επαφή του αδιάλυτου χυμού με το βλενογόνο των ματιών, της μύτης ή του στόματος προκαλεί σοβαρό ερεθισμό, ενώ η επαφή του χυμού ή του άκοπου φυτού με το δέρμα συνήθως δεν έχει επιπτώσεις. Η κατάποση του χυμού του φυτού προκαλεί ερεθισμό του πεπτικού συστήματος και διάρροια. Πρώτος ο Διοσκουρίδης τον 1ο αι. μ.Χ. μας πληροφορεί για τη δραστική καθαρτική δράση του φυτού, ονομάζοντας το προΪόν του καρπού «ελατήριο» λόγω της εκρηκτικής του ικανότητας, το οποίο αργότερα ονομάστηκε κι ελατηρίνη, ενώ επίσης ελατήριο ονομάστηκε κι ο καρπός. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης για την ανακούφιση των οιδημάτων με τον εξής επικίνδυνο τρόπο? Με τη διάρροια που προκαλούσε αφαιρούταν πολλά υγρά απ’το σώμα, συμπεριλαμβανομένω κι αυτών της πρησμένης περιοχής. Επιπλέον έχει χρησιμοποιηθεί ως ανθελμυνθικό (κατά των σκουληκιών του εντέρου), ως βοηθητικό των εκτρώσεων, ως εμμηναγωγό, ως αναλγητικό και κατά της λευκωματικής νεφρίτιδας και της κήρωσης του ήπατος. Στους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και παλιά και σήμερα ακόμα χρησιμοποιείται ως σταγόνες σε εγκοπές που έχουν χαραχθεί κάτω απ’τη μύτη και τη γλώσσα κατά του ικτέρου και διά της μύτης κατά της ιγμορίτιδας. Αν και δεν είναι θανατηφόρο, τα συμπτώματα που μπορεί να προξενήσει ενδέχεται νά’ναι πολύ σοβαρά προσφέροντας πολλαπλάσιο κακο από καλό στον ασθενή. Τέλος οι φήμες που το θέλουν φάρμακο κατά του καρκίνου είναι τουλάχιστον ανυπόστατες.

Δε χρειάζεται να πούμε εδώ πως είναι εξίσου επικίνδυνο και για τα φυτοφάγα ζώα, όπως τα κουνέλια, αν και πιστεύω ότι λόγω της άσχημης μυρωδιάς το αποφεύγουν εκτός κι αν δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο ορισμένα είδη κάμπιας έχουν προσαρμοστεί στις τοξίνες αυτού του φυτού, και μάλιστα το χρησιμοποιούν ως βασική τροφή.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την πικραγκουριά
πικραγκουριά πληροφορίες στο Plants For A Future
πικραγκουριά: θεραπεία ή δηλητήριο;
Ελληνικά:
βότανα πικραγκουριά φαρμακευτικές χρήσεις
πικραγκουριά πληροφορίες και χρήσεις
η χλωρίδα της Αττικής πικραγκουριά