Category: λαχανικά


καρότα σε ζαρντινιέρα

Είναι το πορτοκαλί μακρόστενο λαχανικό που αγαπούμε όλοι, το τρώμε μέσα σ’όλα τα φαγητά, τριμμένο ή σε κομματάκια στις σαλάτες, ή και ωμό, είτε με τη φλούδα είτε ξεφλουδισμένο, σαν φρούτο, αλλά το δίνουμε με αγάπη και στα κουνελάκια μας. Τα παραπάνω τουλάχιστον ισχύουν για μένα, αλλά πολύ πιθανόν και για πολλούς από τους αναγνώστες μου. Πώς καλλιεργείται όμως; Η καλλιέργειά του στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά υπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες που δεν έχουν άλλα λαχανικά. Πρώτα όμως μία εισαγωγή για το είδος:

Το καρότο ή και καρώτο, με επιστημονική ονομασία Daucus carota (δαύκος ο καρότος), είναι διετές φυτό της οικογένειας των σελινιδώ (apiaceae) ή σκιαδιοφόρω (umbelliferae). Διετές σημαίνει ότι τον πρώτο χρόνο αναπτύσσεται βλαστητικά, ενώ το δεύτερο ανθίζει, καρποφορεί και πεθαίνει, με πλεονέκτημα μεγαλύτερης αποθηκευμένης ενέργειας για μεγαλύτερη τελική ανθοφορία σε σχέση μ’ένα μονοετές, με το μειονέκτημα εντούτοις μεγαλύτερης πιθανότητας θανάτου πριν την αναπαραγωγική ηλικία. Η οικογένεια του καρότου περιλαμβάνει διάφορα άλλα μονοετή, διετή ή σπανιότερα πολυετή φυτά όπως ο μαΪντανός, το σέλινο, ο μάραθος και το δηλητηριώδες κώνειο, που χαρακτηρίζονται από πασσαλώδη ρίζα, μεγάλα σύνθετα φύλλα και άνθη κατά σκιάδια, ταξιανθίες δηλαδή που μοιάζουν με ομπρέλες, μ’όλους τους ποδίσκους των ανθέων να προέρχονται απ’το ίδιο σημείο της κορυφής του ανθοφόρου στελέχους. Συνήθως τα σκιάδια είναι σύνθετα με βράκτια στα γόνατα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι απλοποιημένες εκδοχές των βλαστητικών φύλλων. Η εδώδιμη μορφή του καρότου έχει αρκετές διαφορές απ’την άγρια ώστε να ταξινομείται σε ξεχωριστό υποείδος: το D. c. sativus (ο εδώδιμος). Το κοινότατο αγριοκαρότο του ίδιου είδους μπορεί να βρεθεί σε λιβάδια, διαταραγμένες περιοχές, ξέφωτα και ανοιχτά δάση όλης της Ευρασίας, ενώ έχει εισαχθεί και στη Βόρεια Αμερική. Όπως συμπέρανε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, τα εξημερωμένα είδη πουεπιλέγονται για τον τονισμό ενός συγκεκριμένου μέρους του σώματος χρήσιμου για τον άνθρωπο, δε διαφέρουν τόσο πολύ απ’το άγριο αντίστοιχό τους στα υπόλοιπα μέρη τους, και το φυτό αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Στα υπέργεια μέρη και στα άνθη μοιάζει αρκετά με το ήμερο, αν και λεπτότερο, η ρίζα του όμως είναι λευκή, λεπτότερη και μικρότερη, ενώ μπορεί να φαγωθεί μόνο στους πρώτους μήνες, επειδή μετά πικρίζει εξαιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας σε και γίνεται ινώδης. Το φύλλωμά του επίσης φέρει ουσίες που προκαλούν φυτοφωτοδερματίτιδα σε ευαίσθητα άτομα, ένας παράξενος αμυντικός μηχανισμός κάποιων φυτών κατά τον οποίο όταν το δέρμα ενός ζώου έρχεται σ’επαφή με ορισμένες ουσίες των σπασμένων μερών του, γίνεται υπερευαίσθητο στην υπεριώδη ακτινοβολία.

Τα καρότα ήταν γνωστά στους Αρχαίους Έλληνες μόνο ως άγρια και χρησιμοποιούνταν για φαρμακευτικούς σκοπούς, όπως για τα προβλήματα του πεπτικού συστήματος, ως εμμηναγωγά, ανθελμυνθικά ή διουρητικά. Το ήμερο καρότο πρωτοεμφανίστηκε στην περιοχή του Αφγανιστάν κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ., (επομένως αν και πρωτόγονοι οι Αφγανοί, γνώριζαν από συστηματική καλλιέργεια), και μέσω των Μαυριτανών της Ισπανίας ήρθε στην Ευρώπη το 12ο αι., απ’όπου μέσω των Ισπανών πέρασε στους Ολλανδούς το 17ο αι., οι οποίοι έπειτα δημιούργησαν πολλές καλλιεργούμενες ποικιλίες. Έτσι οι σημερινές ποικιλίες του καρότου χωρίζονται σε δύο κύριες ομάδες: στις ανατολικές, εκείνες που προήλθαν απ’την Ασία με σκληρότερες ρίζες μοβ συνήθως χρώματος, αρκετά σπάνιες σήμερα, και στη μεγάλη πληθώρα των δυτικών, που πρωτοδημιουργήθηκαν με επιλεκτικές αναπαραγωγές στην Ολλανδία και μας είναι οι πιο γνωστές.

Το καρότο φέρει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της οικογένειάς του. Έχει έντονη ευθυτενή πασσαλώδη ρίζα, με λιγοστές λεπτότερες ινώδεις, κοντό, σκληρό, κυλινδρικό και πράσινο υπέργειο βλαστό με φύλλα εναλλάξ, κοντά μεταξύ τους ώστε να φαίνονται σπειροειδώς διατεταγμένα σε μορφή ρόδακα, μεγάλα, μακρύμισχα, διπτεροειδή ή τριπτεροειδή, με πολύ λεπτά τμήματα, καλυμμένα με αραιά και σκληρά τριχίδια. Η ανθοφορία γίνεται στο δεύτερο έτος, όταν εμφανίζεται ένας κεντρικός βλαστός στο φυτό ο οποίος ψηλώνει στα 60-200 εκ., ανάλογα με το φυτό και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Ο βλαστός αποτελεί στην πραγματικότητα ένα τεράστιο σύνθετο σκιάδιο, που διακλαδίζεται τρεις ή και περισσότερες φορές μέχρι τα ανθοφόρα σκιάδια. Πρώτα ανοίγει το σκιάδιο της κορυφής, κι έπειτα τα πλευρικά, ώστε η ανθοφορία στο φυτό να διαρκεί συνολικά 30-50 μέρες περίπου, ενώ σε κάθε σκιάδιο η ωρίμανση προχωρά απ’το περιθώριο στο κέντρο (κεντρομόλος). Τα άνθη είναι μικροσκοπικά, λευκά ή υπόλευκα με 5 πέταλα, 5 σέπαλα στον κάλυκα και 5 στήμονες. Είναι πρώτανδρα, δηλαδή η ωρίμανση των ανθήρω με την αποβολή της γύρης προηγείται της δεκτικότητας των θηλυκών στιγμάτων του ίδιου άνθους, ώστε ν’αποφεύγεται η αυτεπικονίαση. Το νέκταρ προσελκύει πολλούς επικονιαστές, γι’αυτό το ανθισμένο καρότο θεωρείται ωφέλιμο και γι’άλλα ανθοφόρα φυτά δίπλα του. Μετά την ανθοφορία σχηματίζονται οι καρποί, και τα πρώην ημισφαιρικά σκιάδια συστέλλονται σε κοίλο σχήμα, ώστε να σπάσουν και να μεταφερθούν μακριά με τον άνεμο ευκολότερα. Κάθε καρπός είναι χωρισμένος σε δύο ημισφαιρικά αχένια με την επίπεδη πλευρά προς το σημείο επαφής τους, ελαφρώς καλυμμένα με μικρά αγκάθια. Ο σπόρος του καρότου που φυτεύουμε συνήθως είναι ο καρπός ή φέρει μέρη του καρπού, μιας και είναι δύσκολος ο διαχωρισμός τους.

Το βασικό σχήμα της ρίζας ή ριζοκόνδυλου του καρότου είναι κωνικό και μακρόστενο, πάνω στο οποίο έχουν δημιουργηθεί πάμπολλες ποικιλίες, άλλες λεπτότερες, άλλες παχύτερες, άλλες μακρύτερες, ακόμα και σχεδόν σφαιρικές για σκληρά εδάφη. Τα χρώματα επίσης ποικίλουν εκτός από το γνωστό πορτοκαλί σε κίτρινο, κόκκινο, ιώδες ή λευκό. Ο φλοιός της ρίζας, ο οποίος είναι παχύτερος στα καλλιεργούμενα καρότα, αποθηκεύει το νερό, τα θρεπτικά συστατικά, τα σάκχαρα και το β καροτένιο που δίνει το πορτοκαλί χρώμα, με μικρότερο ποσοστό άλλων καροτενοειδών που δίνουν άλλες αποχρώσεις. Ο σκληρότερος και σκουρότερος κύκλος στο κέντρο της τομής μιας ρίζας καρότου είναι το ξύλωμα, ο αγωγός ιστός που μεταφέρει νερό προς τα φύλλα, το οποίο φαίνεται καλύτερα σε ανοιχτόχρωμες ποικιλίες. Η θρεπτική αξία του καρότου είναι μεγάλη. Σε 100 γραμμάρια φρέσκου καρότου περιέχονται: ενέργεια 41 θερμίδες, 9,6 γραμ. υδατανθράκων (σάκχαρα 4,7 γραμ., φυτικές ίνες 2,8 γραμ.), 0,24 γρ. λίπος, 0,93 γρ. πρωτεϊνη, 8285 mg β καροτένιο (77%) και 256 mg λουτεΐνη και ζεαξανθίνη (άλα καροτενοειδή), που αντιστοιχούν σε 835 mg βιταμίνη α (104%), 0,066 mg (6%) θιαμίνη ή βιταμίνη β1, 0,058 mg (5%) ριβοφλαβίνη ή βιταμίνη β2, 0,983 mg (7%) νιασίνη ή βιταμίνη β3, 0,273 mg (5%) παντοθενικό οξύ ή βιταμίνη β5, 0,138 mg (11%) βιταμίνη β6, 19 mg (5%) φυλλικό οξύ ή βιταμίνη β9, 5,7 mg (7%) βιταμίνη c, 0,66 mg (4%) βιταμίνη ε, 33 mg (3%) ασβέστιο, 0,3 mg (2%) σίδηρος, 12 mg (3%) μαγνήσιο, 0,143 mg (7%) μαγγάνιο, 35 mg (5%) φώσφορος, 320 mg (7%) κάλιο, 69 mg (5%) νάτριο, 0,24 mg (3%) ψευδάργυρος, και φθόριο 3,2 μικρογραμμάρια. Απ’ό,τι βλέπουμε δηλαδή, το καρότο είναι αρκετά θρεπτικό σε σχέση μ’άλλα λαχανικά που είναι κυρίως νερό, όπως κολοκύθες, αγκούρια ή συγκεκριμένες υδαρές ποικιλίες μαρουλιού, ωστόσο δεν είναι τροφή που από μόνη της μπορεί να συντηρήσει έναν άνθρωπο, εξαιτίας του σχετικά μικρού ποσοστού υδατανθράκων σε σχέση μ’αυτό που χρειαζόμαστε. Ο μεταβολισμός του β καροτενίου σε βιταμίνη α γίνεται ατελώς στο λεπτό έντερο, και μεγάλο ποσοστό του καροτενίου αποβάλλεται αμεταβόλιστο, οπότε δηλητηρίαση από βιταμίνη α από καρότα είναι αδύνατη. Δυνατή είναι ωστόσο η εναπόθεση καροτενοειδών στο δέρμα (καροτένωση), κάνοντάς το πορτοκαλί, είτε από φαρμακευτική χορήγησή τους για τη θεραπεία ασθενειών που προκαλούν φωτοευαισθησία είτε από την υπερβολική κατανάλωση καρότων. Για να πάθει όμως κάποιος καροτένωση από καρότα θα πρέπει να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες καρότου σταθερά καθημερινά για αρκετό καιρό. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο όπως φαίνεται, μιας και πολλοί καταναλώνουν καρότα για τις σχεδόν υπερφυσικές αποδιδόμενες ιδιότητές τους, ή προς αντικατάσταση πιο «ανθυγιεινών τροφών». Υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις
Εθισμού στα καρότα.
Γενικά κάποιος μπορεί να εθιστεί από οτιδήποτε, υπολογιστές, αυνανισμό, οπότε δε θα πρέπει να μας φαίνεται παράξενο κι αυτό. Τα καροτενοειδή έπειτα, ως λιποδιαλυτές ενώσεις, αργούν να αποβληθούν απ’το στόμα, γι’αυτό η καροτένωση απέρχεται αρκετό καιρό μετά τη διακοπή της λήψης καροτενοειδών, ως και εξάμηνο από χοντρότερα και πιο κερατινωμένα μέρη του δέρματος όπως οι παλάμες και τα πέλματα. Η καροτένωση ωστόσο θεωρείται καλοήθης κατάσταση και δεν προκαλεί κάτι αρνητικό στον οργανισμό. Καροτενοειδή μέσω της διατροφής σε μικροποσότητες πάντως έτσι κι αλλιώς εναποτίθενται στο δέρμα, τα οποία συμβάλλουν στο χρώμα του και το προστατεύουν κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Τα καροτενοειδή γενικότερα είναι διαδεδομένες βιολογικές χρωστικές σε διάφορους ζωντανούς οργανισμούς, κι εκτός από τα κίτρινα και τα πορτοκαλί πολλών φυτικών μερών, χρωματιζουν μύκητες, έντομα, ψάρια, μαλάκια, αμφίβια, ερπετά και πουλιά, όπου συνήθως εισέρχονται μέσω της διατροφής. Τα θηλαστικά, ως ιστορικά νυκτόβια, έχουν απλοποιήσει το σύστημα χρωματισμού τους και τα χρησιμοποιούν πολύ λιγότερο. Στα ερπετά και τα πουλιά ωστόσο είναι πολύ σημαντικό μέρος του χρωματισμού, γι’αυτό κι ο αλμπινισμός σ’αυτά τα ζώα δεν επηρεάζει τα κίτρινα, τα κόκκινα και τα πορτοκαλί. Η περιεκτικότητα καροτενοειδών στη διατροφή επίσης τα επηρεάζει πολύ ευκολότερα, γι’αυτό και οι εκτροφείς πτηνών ταΐζοντας καρότα ή άλλα πλούσια σε καροτενοειδή τρόφιμα στα ζώα τους επιτυγχάνουν πιο ζωηρά χρώματα ή εντονότερο χρώμα του κρόκου των αυγών.

Έχουμε συνδυάσει τα καρότα με τα κουνέλια, αλλά, ως συννήθως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως νομίζουμε. Τα καρότα είναι πράγματι ωφέλιμα για τα κουνέλια, μιας και η σκληρότητά τους τα βοηθά να γυμνάζουν τα σαγόνια τους και να φθείρουν τα δόντια τους, που αναπτύσσονται συνεχώς, και προφανώς είναι πολύ νόστιμα αφού τα προτιμούν πολύ σε σχέση μ’άλλα λαχανικά. Ωστόσο η συχνή κατανάλωση καρότου δεν είναι και τόσο ωφέλιμη, αφού τα σάκχαρα που περιέχονται είναι υψηλότερα σε σχέση με τις συνήθεις τροφές των κουνελιών, κι αυτό ενδέχεται να προκαλέσει διαταραχές στο ευαίσθητο πεπτικό τους σύστημα. Τα φύλλα του καρότου είναι πολύ καταλληλλότερα, όπως κάθε άλλο χόρτο. Τα φύλλα επίσης τρώγονται κι απ’τον άνθρωπο (έχουν γεύση μεταξύ μαϊντανού και καρότου) όταν είναι φρέσκα, αλλά πάλι είναι σκληρά σε σχέση μ’άλλα λαχανικά.

Όσον αφορά την καλλιέργεια, το καρότο θεωρείται λαχανικό της ψυχρής περιόδου, με ιδανική θερμοκρασία ννάπτυξης μεταξύ 15 και 20 βαθμών Κελσίου. Οι χαμηλότερες θερμοκρασίες επιβραδύνουν την ανάπτυξη, ενώ οι υψηλότερες για μεγάλο χρονικό διάστημα ευνοούν την εμφάνιση ασθενειών. Τα καρότα μπορούν να σπαρούν οποιαδήποτε εποχή του χρόνου, εκτός προφανώς απ’το βαρύ χειμώνα, αλλά για τα ήπια κλίματα προτιμάται η σπορά από το τέλος τυ καλοκαιριού ως μέσα στο φθινόπωρο, ενώ για τα ψυχρά από την άνοιξη ως τη μέση του καλοκαιριού. Η θέση για τα καρότα θα πρέπει να εκτίθεται στον ήλιο, αν και το λαχανικό αυτό αντέχει λίγο περισσότερο την ημισκιά από άλλα λαχανικά ρίζας, με χώμα πολύ καλά δουλεμένο, με όσο το δυνατόν λιγότερα χαλίκια, πέτρες ή σβόλους που μπορεί να εμποδίσουν τη καλή ανάπτυξη της ρίζας για βάθος τουλάχιστον 20-30 εκ., και με αρκετή ποσότητα αναμεμειγμένης καλοχωνεμένης κοπριάς ή κομπόστ. Το ph του εδάφους για τη βέλτιστη ανάπτυξη θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 6-6,5, δηλαδή ελαφρώς όξινο. Οι σπόροι θα πρέπει να τοποθετηθούν σε βάθος 0,5-1 εκ., κι αν βρίσκονται σε σειρές αυτές θα πρέπει νά’χουν απόσταση μεταξύ τους 20-25 εκ. Οι σπόροι σε μέσες θερμοκρασίες φυτρώνουν σε 7-10 μέρες, και τα πρώτα φύλλα μετά τις κοτυληδόνες εμφανίζονται στις 14 περίου ημέρες, ενώ το αρχικό ριζίδιο αποκτά ελαφρώς μεγαλύτερο πάχος απ’την αρχή. Σ’εκείνο το στάδιο τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση 7-10 εκ. μεταξύ τους στη σειρά, ή προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αν βρίσκονται σε τετράγωνο. Με αραίωση σε κοντινότερη απόσταση θα μπορούσαν να χωρέσουν περισσότερα καρότα στον ίδιο χώρο, αλλ’έτσι ευνοείται η γρηγορότερη εξάπλωση ασθενειών. Επειδή η ανάπτυξή τους είναι πολύ αργή, τα ζιζάνια προλαβαίνουν κι αναπτύσσονται παντού, γι’αυτό θα χρειάζονται αρκετά προσεκτικά ξεβοτανίσματα, ιδίως στην αρχή. Λίπανση μπορεί να γίνει ελαφριά δύο ακόμα φορές κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης με ισορροπημένο λίπασμα ή πρόσθεση λίγου οργανικού λιπάσματος. Το υπερβολικό άζωτο, όπως σ’όλα τα λαχανικά, προκαλεί πυκνή αλλά αδύναμη ανάπτυξη και αρκετά αδύναμη ρίζα καλυμμένη με πολλές νηματοειδείς (τριχωτή) σ’αυτό το είδος. Μπορεί να χρειαστούν περιοδικά σκαλίσματα για τον αερισμό του χώματος, τα οποία δε θα πρέπει να γίνονται βαθύτερα από 3 εκατοστά, για να μην τραυματιστούν οι ρίζες, και πάλι με πολλή προσοχή. Εάν οι βάσεις των ριζών εκτεθούν στο φως, θα πρασινίσουν (μία απ’τις σπάνιες περιπτώσεις που η ρίζα γίνεται φωτοσυνθετική), το οποίο πρέπει ν’αποφεύγεται, επειδή υποβαθμίζεται η γεύση του καρότου, γι’αυτό κάθε εκτεθημένο καρότο θα πρέπει να σκεπάζεται με χώμα αμέσως. Τα καρότα αργούν να ωριμάσουν σε σχέση μ’άλλα λαχανικά ρίζας, και συνήθως συγκομίζονται σε 3-6 μήνες μετά τη σπορά με απλή εκρίζωση διά χειρός, που μετά από ένα καλό πότισμα θά’ναι πολύ εύκολη στο άλλωστε μαλακό χώμα όπου αυτά βρίσκονται, με μικρότερα αλλά τρυφερότερα καρότα στους πρώτους μήνες και μεγαλύτερα αλλά σκληρότερα αργότερα. Μια διάμετρος 2,5 εκατοστών στη βάση της ρίζας για τις κοινές ποικιλίες είναι καλό μέγεθος για συγκομιδή. Η αφαίρεση του φυλλώματος είναι σημαντική, διότι αλλιώς το νερό, τα θρεπτικά συστατικά και τα σάκχαρα θα συνεχίζουν να μεταφέρονται στα φύλλα (ζωντανά είναι τα καρότα και κάθε φρέσκο λαχανικό, μην το ξεχνάται), με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της γεύσης, της υφής και της θρεπτικής αξίας των καρότων. Τα καρότα έπειτα μπορούν να αποθηκευθούν σε θερμοκρασία 5-10 βαθμών με υγρασία 90-95% ως και για 10 μήνες.Στο ψυγείο συνήθως κρατούν για πολύ καιρό. Σε υψηλότερες θερμοκρασίες με αρκετή υγρασία ενεργοποιούνται και ξεκινούν την ανάπτυξη, με νέα φυλλαράκαι στην κορυφή κι ανάπτυξη λεπτών νηματοειδών ριζών πάνω τους, κάτι που έχω παρακολουθήσει αρκετές φορές. Παλιά τ’αποθήκευαν, όπως κι άλλα ριζώδη λαχανικά, μέσα σε άμμο στο πιο δροσερό μέρος της αποθήκης ή σε κάποιοδ ροσερό μέρος στο έδαφος. Καρότα θα πρέπει ν’αφεθούν για το δεύτερο χρόνο μόνο εάν είναι επιθυμητή η παραγωγή σπόρου, γιατί ως προς την εδωδιμότητά τους θά’ναι εντελώς άχρηστα τότε που η ρίζα θά’χει ξοδέψει όλα τα σάκχαρά της, ώστε να γίνει ινώδης και σκληρή.

Τα καρότα μπορούν να προσβληθούν από τις γνωστές ασθένειες που προσβάλλουν το φύλλωμα άλλων λαχανικών, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως υπάρχουν και σημαντικές ασθένειες που επηρεάζουν τη ρίζα. Από έντομα, η προνύμφη της μύγας του καρότου Psila rosae και η προνύμφη του εντόμου Agriotes lineatus ή σιδηροσκώληκας μπορούν να σκάψουν σύρραγγες μέσα στη ρίζα. Οι νηματώδεις του γένους Heterodera προκαλούν παραμορφώσεις στις ρίzες. Επίσης το βακτήριο Erwinia carotovora και οι μύκητες Sclerotinia sclerotiorum και Alternaria radicicola μπορούν να προκαλέσουν σήψη της ρίζας. Δυστυχώς ο έγκαιρος εντοπισμός τους είναι δύσκολος εξαιτίας της υπόγειας θέσης του προβλήματος, και συχνά, εφόσον εντοπιστούν, δε μπορούν να θεραπευτούν ακόμα και με φάρμακα. Ως προληπτικά μέτρα προτείνονται η μεγαλύτερη απόσταση φύτευσης, ώστε να εμποδίζεται όσο γίνεται η μετάδοση της ασθένειας μεταξύ των καρότων, και η αποφυγή καλλιέργειας σε πολύ θερμό καιρό. Εάν εμφανιστεί κάποια ασθένεια, συχνά το καλύτερο μέτρο αποφυγής της είναι η αμοιψισπορά, η σπορά δηλαδή κάποιου άλλου λαχανικού στον τόπο των καρότων και η σπορά των καρότων κάπου αλλού. Εναλλακτικά, το έδαφος μπορεί να απολυμανθεί με τα ανάλογα χημικά παρασκευάσματα πριν τη σπορά. Τα καρότα επίσης μπορούν να σκάσουν με κάθετες ραγάδες από τη μεγάλη παραμονή στο έδαφος, ιδίως σε συνδυασμό με υψηλότερες θερμοκρασίες και προσωρινές ξηράνσεις, ή να διακλαδιστούν ή να πάρουν παράξενα σχήματα σε έδαφος που δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένο, κάτι που μπορεί να περιοριστεί σε περιπτώσεις υπερβολικά δύσκολου εδάφους με την επιλογή βραχύτερων ποικιλιών.

Το καρότο μπορεί θεωρητικά να καλλιεργηθεί και σε γλάστρα, αρκεί αυτή νά’χει βάθος τουλάχιστον 25-30 εκ. για τις κανονικές ποικιλίες, με παρόμοιες καλλιεργητικές μεθόδους όπως στο έδαφος αλλά σε μικρογραφία, αν κι εδώ η αποστράγγιση είναι σημαντικότερη, ενώ τα προβλήματα τω ζιζανίων συνήθως δεν υπάρχουν.

Η δική μου εμπειρία με τα καρότα ήταν και τις δύο φορές σκέτη αποτυχία. Τα είχα σε γλάστρα, κι επειδή νόμιζα πως αναπτύσσονται γρήγορα όπως άλλα λαχανικά, τα έβγαζα αρκετά νωρίς με αποτέλεσμα να’ναι πολύ μικρές οι ρίζες. Ο πατέρας μου πρόσφατα φύτεψε καρότα σε τεράστια ζαρντινιέρα, τα οποία στον καιρό της συγκομιδής είχαν ρίζες μαλακωμένες και σαπισμένες, προφανώς από κάποια ασθένεια. Ίσως η ασθένεια αυτή να μην εμφανίστηκε στη γλάστρα, αλλά να προήλθε από το πρότερο περιβάλλον των φυτών, γιατί τα καρότα δε σπάρθηκαν εξαρχής στο ίδιο μέρος, αλλά μεταφυτεύτηκαν από κήπο. Σε κήπους έχω συναντήσει περιπτώσεις που το χώμα δεν ήταν καλό, όχι απλώς πετρ΄δες, αλλά και αλίπαστο, και τα καρότα έπαιρναν άσχημα σχήματα ή τραυματίζονταν. Άλλοι ωστόσο παράγουν κανονικά καρότα. Πιθανόν με την κατάλληλη προετοιμασία του εδάφους και την παρακολούθηση της ανάπτυξης και της υγείας των φυτών η καλλιέργειά τους να μην έχει μεγαλύτερη δυσκολία απ’αυτήν άλλω λαχανικών.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το καρότο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το αγριοκαρότο
καλλιέργεια καρότου 1
καλλιέργεια καρότου 2
καλλιέργεια καρότου 3

Ζοχός (Sonchus oleraceus)

Ζοχοί στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης.

Κοινότατο ζιζάνιο σε χωράφια, λιβάδια κι άκρες δρόμων, αλλά πολύ χρήσιμο εδώδιμο φυτό. Ο ζοχός (Sonchus oleraceus = σόγχος ο λαχανώδης) είναι το γνωστότερο είδος του πολυπληθούς γένους του, ενδημικός σ’όλη την Ευρασία. Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαιοελληνική του ονομασία «σόγχος», που παραλλαγμένη χρησιμοποιείται ως σήμερα. Άλες κατά τόπους ονομασίες είναι «ζοχιά» ή «σφογγός». Το γένος Sonchus ανήκει στην οικογένεια των αστεριδών ή συνθέτων, μαζί με τις μαργαρίτες, τις γκαζάνιες, τους ηλιόσπορους, τα γαΪδουράγκαθα και άλλα παρόμοια φυτά, στη φυλή των κιχορίων, μαζί με παρόμοιας μορφολογίας και οικολογίας φυτά όπως το μαρούλι, το ραδίκι και το αντίδι.

Το φυτό είναι ποώδες και μονοετές, ύψους περίπου ενός μέτρου κατά την ωριμότητα. Όλο το φυτό είναι λείο και δροσερό στην υφή, με βλαστό σχεδόν πενταγωνικό με άνιση απόσταση μεταξύ των ακμών, κοίλω και χυμώδη, που κοκκινίζει κοντά στη βάση σε μεγάλα φυτά (κοινό χαρακτηριστικό παρόμοιων ποωδών φυτών, πιθανόν η χλωροφύλλη μειώνεται από εκείνες τις περιοχές κι εμφανίζονται οι ανθοκυανίνες, είτε για προστατευτικούς κατά του ήλιου ή κατά των εχθρών σκοπούς είτε επειδή η φωτοσύνθεση δεν γίνεται τόσο πολύ έτσι κι αλλιώς σ’εκείνα τα μέρη). Τα φύλλα του φυτού μοιάζουν πολύ μ’αυτά χόρτων της ίδιας οικογένειας, μακρόστενα, λεία, οδοντωτά, σχισμένα εναλλάξ σε λοβούς πτεροειδώς και με πλατύ, χυμώδη μίσχο που στη βάση πλαταίνει υπερβολικά σχεδόν αγκαλιάζοντας το βλαστό, και φέρει πλευρικά μεμβρανώδεις προεκτάσεις, χαρακτηριστικό πολλών ποωδών φυτών, μάλλον για την αύξηση της φωτοσυνθετικής επιφάνειας. Τα φυτά φυτρώνουν το φθινόπωρο, το χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη ανάλογα με το κλίμα της κάθε περιοχής, κι αρχικά έχουν βραχύ βλαστό και φύλλα κοντά μεταξύ τους, σχεδόν σχιματίζοντας ρόδακα, όχι όμως τόσο συγκεντρωμένο όπως αυτόν του μαρουλιού ή του ραδικιού για παράδειγμα. Τα φύλλα τότε είναι σχεδόν απλά κι ωοειδή, με μακρύ μίσχο και λίγους πτεροειδείς λοβούς λίγο πριν το κύριο έλασμα του φύλλου. Όσο τα φυτά ψηλώνουν, τα φύλλα γίνονται πιο σύνθετα, κι απ’τις μασχάλες τους συχνά αναπτύσσονται νέες διακλαδώσεις. Προς τα μέσα της άνοιξης αναπτύσσονται τα μάτια των κεφαλιών, αρχικά μικρά και συμπτυγμένα μέσα στις φυλλώδεις κορυφές, τα οποία ωστόσο γρήγορα ανεβαίνουν ψηλότερα απ’το φύλλωμα εξαιτίας της επιμήκυνσης των ποδίσκων τους, σε μικρές ομάδες πάνω σε κυλινδρικούς λεπτούς κοίλους βλαστούς, με αραιά άμισχα και μικρά βράκτια, απ’τις μασχάλες των οποίω πάντοτε εκφύονται μικρότερα ανθοφόρα στελέχη. Τα κλειστά κεφάλια έχουν κωνικό σχήμα, με ορατά τα ακτινωτά μαζεμένα βράκτια της βάσης τους. Αποτελούνται μόνο από ακτινώδη ανθίδια με κίτρινο χρώμα και συνολικά έχουν διάμετρο τα 2 περίπου εκατοστά, αλλ’επειδή ανοίγουν λίγες μόνο ώρες νωρίς το πρωί είναι δύσκολο να τα δει κανείς, ιδίως κάποιος σαν εμένα που δε σηκώνεται ποτέ εκείνες τις ώρες. Για την ιδιαίτερη μορφολογία της κεφαλοειδούς ταξιανθίας που μοιάζει με μονήρες άνθος των φυτών αυτής της οικογένειας, διαβάστε
Εδώ.
Έπειτα σχιματίζονται οι καρποί ενώ το φυτό σιγά-σιγά γίνεται πιο ινώδες και χάνει τα κατώτερά του φύλλα, ώσπου ξεραίνεται ολόκληρο στις αρχές του καλοκαιριού και οι καρποί, ξηρά αχένια (ο καθένας έχει ένα μόνο σπόρο) διασπείρονται από τον ανοιχτό πλέον και ξερό δίσκο του κεφαλιού με τον άνεμο χάρι στους πάππους που φέρουν, θυσσάνους λευκών τριχών από τροποποιημένες απολήξεις των σεπάλων του κάλυκα στην κορυφή τους, χαρακτηριστικώ των καρπών της οικογένειας. Το φυτό εκκρίνει γαλακτώδη ουσία που κολλάει ελαφρώς αν κοπεί, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό από άλλα συγγενικά είδη και δε φαίνεται νά’χει κάποια σημαντική αμυντική δράση, αφού τα περισσότερα ζώα το τρώνε με ευχαρίστηση.

Ο ζοχός είναι πολύ γνωστό εδώδιμο λαχανικό που τρώγεται σε σαλάτες όπου φύεται στον κόσμο. Καλύτερα για βρώση είναι τα νεαρά φυτά ή τα νεαρά φύλλα και οι κορυφές, ακόμα και οι ανώριμοι καρποί, ως τα λιγότερο πικρά μέρη. Ωμό τρώγεται σαν μαρούλι, αλλά είναι πιο πικρό, ενώ με το βράσιμο η πικράδα φεύγει. Εξαιτίας της πικρότητάς του, στα κινέζικα λέγεται «κουτσάι», δηλαδή πικρό λαχανικό. Θρεπτικά είναι παρόμοιο μ’άλλα χόρτα, πλούσιο σε βιταμίνες και μέταλλα και χαμηλό αρκετά σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπη. Είναι μια τροφή δηλαδή που δε θα συντηρήσει ενεργειακά τον ανθρώπινο παμφάγο οργανισμό στις συνήθεις ποσότητες, αλλά θα δώσει απαραίτητες ποσότητες των απαιτούμενων βιταμινών και ιχνοστοιχείων. Η θρεπτική του ανάλυση είναι για 100 γραμμάρια νωπό πλην της υγρασίας που ξεπερνά το 90%: 1,2% πρωτεΐνη, 0,3% λίπος, και 2,4% υδατάνθρακες,,
ενώ για ξηρή μάζα του ίδιου βάρους: 45% υδατάνθρακες, 28% πρωτεΐνη, 22% τέφρα (διάφορα μέταλλα κι άλατα), 5,9% φυτικές ίνες, 4,5% λίπος. Ποσοστά μετάλλων και βιταμινών στο ίδιο βάρος: 1500 mg ασβέστιο, 500 mg φώσφορος, 45,6 mg σίδηρος, μαγνήσιο, κάλιο, νάτριο και ψευδάργυρος σε ιχνώδεις ποσότητες, κι από βιταμίνες a 35 mg, b1 (θιαμίνη) 1,5 mg, b2 (ριβοφλαβίνη) 5 mg, b3 (νιασίνη) 5 mg, b6 καθόλου, c 60 mg.

Όσον αφορά τα φυτοφάγα ζώα, είναι μια άριστη τροφή που την τρώνε πολύ. Τα οπληφόρα που βοσκούν το διαλέγουν πρώτο μεταξύ άλλων πλατύφυλλω κι αγρωστωδών χόρτων, ενώ είναι ιδιαίτερα αρεστό στους λαγούς και στα κουνέλια, εξού κι ένα απ’τα αγγλικά ονόματά του «hare thistle ή hare lettuce», δηλαδή γαϊδουράγκαθο ή μαρούλι του λαγού. Κάθε μέρα την εποχή που φυτρώνουν, μαζεύω μισή περίπου σακούλα για την
Κουνέλα μου,
Η οποία τα παίρνει το βράδυ και μέχρι το πρωι θα τά’χει εξαφανίσει συνήθως. Προτιμά τα φύλλα, τις κορυφές και τα άνθη ή τους άγουρους καρπούς, αφήνοντας εάν υπάρχει αρκετή ποσότητα χόρτου σχεδόν άθικτους τους χοντρούς μίσχους και τους βλαστούς, αν και μερικές φορές μπορεί να τους φάει επειδή τους χρησιμοποιεί ως αντικείμενα μασήματος, γι’αυτό κι εγώ συνήθως της δίνω μόνο φύλλα, κορυφές, ανθοφόρα στελέχη και νεαρούς βλαστούς. Επίσης εφόσον το φυτό περιέχει διπλάσια ποσότητα σβεστίου απ’ό,τι φώσφορο, δηλαδή αναλογία ασβεστίου φωσφόρου 2/1, είναι ιδανική τροφή και για τα φυτοφάγα ή τα παμφάγα ερπετά όπως ιγκουάνες, χερσαίες και παμφάγες υδρόβιες χελώνες, γενειοφόροι δράκοι, ουρομάστιγοι κλπ, τα οποία χρειάζονται οπωσδήποτε το ασβέστιο στη διατροφή τους για σωστή ανάπτυξη και διατήρηση του σκελετού. Δεν αρκεί όμως μόνο το ασβέστιο, διότι για να μεταβολιστεί απαραίτητη είναι η βιταμίνη d3, η οποία μπορεί να παρασχεθεί με έκθεση σε φυσική υπεριώδη ακτινοβολία του ηλίου ή τεχνητή ειδικού λαμπτήρα (τα συμπληρώματα δεν ενεργούν στα αυστηρά φυτοφάγα είδη, ούτε είναι πλήρως αξιόπιστα για τα παμφάγα).

Εάν έχεται στη περιοχή σας ζοχούς αλλ’ο αριθμός τους είναι μικρός και θέλετε να συγκομίζετε για τη δική σας κατανάλωση ή για κάποιο ζώο, δε χρειάζεται να ξεριζώσετε τα φυτά, απλώς κόψτε τα χαμηλά, αρκεί να μείνουν κόμποι ή λίγα βασικά φύλλα στο φυτό, απ’όπου θ’αναπτυχθούν νέοι βλαστοί, περισσότεροι αλλά λεπτότεροι και κοντότεροι από τον αρχικό, τους οποίους μπορείτε να ξανακόψετε αργότερα. Το φυτό αυτό συχνότερα γίνεται ζιζάνιο παρά καλλιεργείται, αλλά εάν χρειαστεί να καλλιεργηθεί, οι βασικές του ανάγκες είναι ηλιόλουστη θέση και υγρό και πλούσιο έδαφος. Στη φύση σ’αυτές τις συνθήκες έχω παρατηρήσει τα ψηλότερα και παχύτερα φυτά, διάσπαρτα συνήθως με άλα χόρτα ή σε μικρές ομάδες ανάμεσα σ’άλλα χόρτα. Στη σκιά δέντρων ή θάμνων πάλι μπορούν να φτάσουν σε μεγάλο ύψος, αλλά παρουσιάζουν όλα τα συμπτώματα ενός ηλιόφιλου φυτού στη σκιά, με αδύναμη ανάπτυξη, μεγάλα μεσογονάτια διαστήματα, μικρή διακλάδωση και στροφή προς το φως, ενώ σε τέτοια κατάσταση καθυστερούν ν’ανθοφορήσουν, στοιχείο θετικό όταν πρόκειται για την παράταση της συγκομιδής τους και πιο αργά την άνοιξη. Έχω επίσης βρει φυτά ανάμεσα σε πλάκες ή τσιμέντο, σε πετρώδες έδαφος ή σε ξηρότερες περιοχές, αλλά εκεί είναι πολύ πιο μικρά και ταλαιπωρημένα, αν και πάλι κατορθώνουν ν’ανθοφορήσουν. Ως ζιζάνιο δε χρειάζεται κανέναν ψεκασμό με τοξικά Monsanto και λοιπών εταιρειών? Μπορεί να συλλεχθεί για κατανάλωση, ενώ εάν δεν επιθυμεί κανείς να το φάει ή ο πληθυσμός είναι πολύ μεγάλος και δεν έχει κάποιο οπληφόρο που θα το εξαφανίσει, μπορεί να ξεριζωθεί με το χέρι ή να χτυπηθεί με το δρεπάνι, οπότε θα καταστραφεί εύκολα.

Όπως και κάθε φυτό ή χόρτο που γνώρισε ο άνθρωπος, ο ζοχός έχει χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικά παρά τη σχεδόν απουσία ενεργών ουσιών ή κάποιας αποδείξιμης δράσης. Όλοι οι πολιτισμοί έψαχναν φαρμακευτικές ιδιότητες στα φυτά γύρω τους, επειδή μάλλον κάποτε θα είχαν παρατηρήσει κάποιες θετικές αντιδράσεις σε ασθενείς από συγκεκριμένα βότανα. Έτσι οι άνθρωποι πειραματίστηκαν με διάφορα φυτά, ενεργά και μη, τοξικά και ασφαλή, και τα χρησιμοποίησαν για σχεδόν όλες τις παθήσεις. Επειδή δεν υπήρχε μέχρι τους τελευταίους αιώνες συγκροτημένο σύστημα αξιολόγησης των φαρμάκων και καθοδήγησης των πειραματισμών, διάφοροι γιατροί και μάγοι ανά περιοχή χρησιμοποιούσαν τα βότανα σύμφωνα με την κρίση τους ή άλλες πεποιθήσεις, ώστε σήμερα νά’χουμε διάφορες και ενίοτε αντικρουόμενες χρήσεις για τα βότανα ανάλογα με την ιστορική περίοδο ή την περιοχή, και κάποια απ’αυτά πράγματι περιέχουν ενεργές ουσίες, άλλα δεν περιέχουν κάτι σύμφωνω με την υποτιθέμενη θεραπευτική τους χρήση, ενώ άλλα είναι είτε αδρανή ή είτε πολύ επικίνδυνα. Ο ζοχός λοιπόν χρησιμοποιήθηκε όπως και το ραδίκι ως διουρητικό (γιατί όλα τα βότανα είναι διουρητικά; Μήπως γιατί ο ασθενείς έπινε πολύ τσάι;), για την ενδυνάμωση του ήπατος και κατά των μολύνσεων. Επειδή ακόμα εξέκρινε γάλα, ταϊζόταν στις γαλουχούσες γουρούνες για να κατεβάζουν περισσότερο γάλα, εξού και η κοινότερη αγγλική του ονομασία «sow thistle”, δηλαδή γαΪδουράγκαθο της γουρούνας, σύμφωνα με το δόγμα των υπογραφών (doctrine of signatures) που υποστήριζε ότι το σχήμα ή οι ιδιότητες κάθε θεραπευτικού στοιχείου αποκαλύπτουν και το θεραπευτικό σκοπό του. Για παράδειγμα επειδή το κέρας του μονόκερου θυμίζει φαλλό, είναι αφροδισιακό, ή επειδή το καρύδι θυμίζει εγκέφαλο, κάνει καλό στον εγκέφαλο. Ευτυχώς σήμερα υπάρχουν πολύ πιο αξιόπιστοι τρόπη δοκιμής των φαρμάκων και εκτίμησης των αποτελεσμάτων τους σε σχέση μ’ένα
Λακέμπο,
Δηλαδή ψευδοφάρμακο που νομίζει ο ασθενείς πως είναι ενεργό, και λόγω καθαρά αυθυποβολής ίσως εμφανίζει κάποια βελτίωση της κατάστασής του. Εφόσον ένα φάρμακο παρουσιάζει στατιστικά σημαντικότερη δράση από ένα πλακέμπο, τότε θεωρείται ενεργό και ίσως πατενταριστεί από καμία φαρμακευτική εταιρεία για να πωληθεί ευρέως σε ασθενείς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το ζοχό
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το ζοχό

Η ενυδρειοπονία στη σημερινή της μορφή είναι ένα σχετικά νέο σύστημα παραγωγής τροφίμων που βασίζεται στις αρχές της ανακύκλωσης της ύλης σ’ένα τεχνητό σχετικά κλειστό οικοσύστημα. Το σύστημα αυτό συνδυάζει την υδροπονία, την καλλιέργεια φυτών δηλαδή με τις ρίζες τους βυθισμένες στο νερό με τα θρεπτικά στοιχεία, και την υδατοκαλλιέργεια, την καλλιέργεια υδρόβιων οργανισμών. Η τεχνική αυτή ανακυκλώνει τα περισσότερα απ’τα υλικά που χρησιμοποιεί, όντας πολύ οικονομική, και χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο στο εξωτερικό, όπου ο σταθμός παραγωγής μπορεί να βρίσκεται κοντά στο σημείο κατανάλωσης, μειώνοντας έτσι και τα καύσιμα μεταφοράς τροφίμων για ακόμα μεγαλύτερη εξοικονόμιση ενέργειας.

Μία μονάδα υδροπονικής μπορεί ν’αποτελείται από ένα μικρό ενυδρείο με προσαρμοσμένη μια υδροπονική πλατφόρμα έως μια τεράστια εμπορική εγκατάσταση, με ενδιάμεσα φυσικά μεγέθη. Οι μικρότερες μονάδες μπορεί να είναι οικιακές, να βρίσκονται σε θερμοκήπια ή και σ’εξωτερικό χώρο, ενώ οι μεγαλύτερες καλύπτουν αρκετή έκταση ή βρίσκονται δίπλα στα μέρη όπου θα καταναλωθούν τα προΪόντα. Μία μέτρια τυπική ενυδρειοπονική μονάδα συνήθως έχει ξεχωριστά τα δοχεία καλλιέργειας φυτών και ψαριών, με μια αντλία να μετακινεί το νερό ανάμεσα στα διάφορα μέρη. Το τμήμα των ψαριών μπορεί να είναι ένα ενυδρείο ή μια μεγαλύτερη δεξαμενή, ενώ τα φυτά βρίσκονται συνήθως σε επιφάνειες υδροπονικης καλλιέργειας με χαλίκι ή παρόμοιο υλικό για τις ρίζες, απ’όπου περνά το νερό. Μπορούν επίσης να βρίσκονται από κάτω ή δίπλα, ώστε να μη χρειάζεται να καίει αντλία για την παροχή νερού σ’αυτά. Στη μονάδα επίσης απαραίτητα είναι φίλτρα κατακράτησης στερεών και βιολογικά φίλτρα, στα οποία θα γίνεται μεγάλο μέρος του κύκλου του αζώτου με τη βοήθεια
ωφελίμων βακτηρίων,
τα οποία θα μετατρέψουν την τοξική για τα ψάρια αμμωνία των αποβλήτων τους σε απαραίτητα για τα φυτά νιτρικά άλατα. Μεγάλο μέρος του καθαρισμού του νερού θα γίνεται επίσης κι απ’τις ρίζες των φυτών. Ίσως ακόμα χρειάζονται και αεραντλίες για την οξυγόνωση του νερού, ενώ αν η μονάδα βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο, επιπλέον φωτισμός, μπορεί και θερμοστάτες ανάλογα με τα είδη που καλλιεργούνται.

Το προτιμιτέο ψάρι για εσωτερικές μονάδες είναι η τιλάπια, κιχλίδα των ποταμών της Αφρικής που φτάνει τα 60 εκ. σε μήκος και βάρος πάνω από 4 κιλά, έχει ταχύτατη ανάπτυξη κι αντέχει υπερβολικά σε συνθήκες υπερπληθυσμού. Το ψάρι αυτό μπορεί να τοποθετηθεί μικρό μόλις λίγα εκατοστά και να μεγαλώσει στο πλήρες του μέγεθος σε λιγότερο από ένα χρόνο. Το είδος εντούτοις αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες 22-28 βαθμών, και γι’αυτό σε μη ελεγχόμενες ή εξωτερικές μονάδες προτιμώνται ψάρια όπως πέστροφες, κυπρίνοι, φαγώσιμα γατόψαρα, ηλιόψαρα, κι ασπόνδυλα όπως καραβίδες ή υδρόβια σαλιγκάρια, ή και χρυσόψαρα εάν δεν πρόκειται τα ψάρια να καταναλωθούν – και τα χρυσόψαρα τρώγονται, αλλά δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Από φυτά μπορεί να καλλιεργηθεί οτιδήποτε αναπτύσσεται και υδροπονικά όπως ντομάτες, πιπεριές, μαρούλια, αγκούρια, κινέζικα λάχανα,
φράουλες,
βασιλικός, ραπανάκια, ακόμα και τριανταφυλλιές ή ινδική κάνναβη (την αναφέρω γιατί καλλιεργείται συχνά υδροπονικά). Σε ελεγχόμενες συνθήκες το σύστημα μπορεί να παράγει όλο το χρόνο.

Το σύστημα είναι εκπληκτικά αυτάρκες, χρησιμοποιώντας κατά εκτιμήσεις μόνο το 2% του νερού μιας συμβατικής καλλιέργειας στο έδαφος. Το νερό δεν ανανεώνεται παρά μόνο εάν πέσει η στάθμη λόγω εξάτμισης ή υπάρξει πρόβλημα. Ωστόσο το σύστημα δεν είναι πλήρως αυτάρκες? Τα ψάρια θα πρέπει να ταΐζονται κανονικά, ενώ ίσως χρειαστεί η σπάνια προσθήκη λιπάσματος για τα φυτά, σιδήρου και λοιπών ιχνοστοιχείων, ή και βάσεων όπως μικρές ποσότητες υδροξειδίου του καλίου στα φίλτρα για την αντιστάθμηση της οξύτητας του νερού. Παρόλα αυτά οι προσθήκες αυτές είναι πολύ μικρές σε σχέση με την παραγωγή του συστήματος. Η φακή του νερού (Lemna minor), ένα μικρό ταχέως πολλαπλασιαζόμενο υδρόβιο φυτό επιφανείας μπορεί να τοποθετηθεί στις δεξαμενές με τα ψάρια ως πηγή τροφής, αν και πάλι δε θα είναι αρκετό. Επίσης για επιπλέον αυτάρκεια τα στερεά απόβλητα που καθαρίζονται απ’τα φίλτρα μπορούν να κομποστοποιηθούν σε μια μονάδα δίπλα με σκουλήκια, ώστε να ξαναχρησιμοποιηθούν στο σύστημα ή αλλού.

Το κύριο μειονέκτημα του όλου συστήματος φυσικά είναι το κόστος του εξοπλισμού. Στην Ελλάδα ακόμα τέτοιες εγκαταστάσεις είναι σπάνιες.

Επιπλέον πληροφορίες για την ενυδρειοπονία μπορείτε να βρείτε σε
ένα ελληνικό ιστολόγιο για την ενυδρειοπονία
σε
έναν λεπτομερεί μεταφρασμένο οδηγό,
καθώς και στο αντίστοιχο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia.

Γλιστρίδα

γλιστρίδες άγριες σε γλάστρα

Η γλιστρίδα, ή αλλιώς αντράκλα (Portulaca oleracea), είναι ένα κοινό αγριόχορτο σε πολλούς τόπους της χώρας μας με μεγάλη ιστορία και πολλές χρήσεις.
Είναι δικοτυλήδωνο φυτό της τάξης των καρυοφυλλωδών και της οικογένειας των πορτουλακιδών, με συγγενικό είδος το καλλωπιστικό νυχάκι (P. grandiflora). Η εξάπλωσή του είναι μεγάλη, από την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, έως την Ινδία, τη Μαλεσία και την Αυστραλασία, την Ανατολική Ασία και τη Βόρεια Αμερική. Στις τελευταίες δύο περιοχές το φυτό έχει εισαχθεί, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι στη Βόρεια Αμερική το φυτό φυόταν πριν τον Ευρωπαϊκό αποικισμό. Το φυτό μπορεί να βρεθεί σχεδόν παντού κατά τόπους, ιδίως συναντάται σε ξηρά εδάφη. Είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και τις ασθένειες.
Είναι ένα εύκολα αναγνωρίσιμο φυτό. Είναι μονοετές μέσου ύψους 40 εκ. Οι βλαστοί του συχνά γέρνουν προς τα κάτω, είναι λείοι και σαρκώδεις με βλενώδη χυμό (ίσως απ’αυτό οφείλεται το όνομα «γλιστρίδα», κοκκινωποί εν μέρει ή ολόκληροι και διακλαδιστοί. Τα μικρά φύλλα φύονται εναλλάξ, είναι ωοειδή, και πυκνότερα στις διακλαδώσεις και στα άκρα των βλαστών. Τα άνθη φύονται στις κορυφές των βλαστών, είναι κίτρινα και μικροσκοπικά και διαρκούν μόνο λίγες ώρες το πρώί,. απ’αυτά σχηματίζεται ο καρπός, μια ξηρή κάψα που όταν ωριμάζει ανοίγει απελευθερώνοντας τους σπόρους οι οποίοι είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί και μπορούν να μείνουν σε νάρκη στο έδαφος για πολλά χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν. Το φυτό ανθίζει και καρποφορεί καθ’όλοη τη διάρκεια της ανάπτυξής του. Τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά, μαζί με την αντοχή του στην ξηρασία και τις ασθένειες και την ταχεία ανάπτυξή του, τό’χουν κάνει ένα από τα πλέον επιτυχημένα αγριόχορτα.

Η ιστορία του φυτού αυτού είναι πολύ μεγάλη. Ίχνη του έχουν βρεθεί σε προϊστορικούς κι αρχαιολογικούς χώρους στην Ελλάδα, ενώ ο Θεόφραστος το αναφέρει ως ένα από τα λαχανικά που πρέπει να σπαρεί την άνοιξη. Ο Διοσκουρίδης το χρησιμοποιούσε ως αντιφλεγμονώδες για τα μάτια, αναλγητικό για τους πονοκεφάλους, μαλακτικό και καταπραϋντικό, αντιπυρετικό (σε χυμό) κι επίσης έλεγε ότι μειώνει την επιθυμία για μοιχεία και παράνομη συνουσία.
Σήμερα το φυτό τρώγεται ωμό ή βρασμένο σε σαλάτες και χρησιμοποιείται ως υλικό και σ’άλλα φαγητά, όπως σούπες. Ωμό έχει μια χαρακτηριστική αλμυρόξινη γεύση ενώ βρασμένω είναι σαν τα βρασμένα χόρτα. Εγώ τό’χω φάει βρασμένο λίγες φορές, και μου έμοιασε γευστικά με τα παντζαρόφυλλα. Είναι εξαιρετικά θρεπτικό λαχανικό, με μεγάλη περιεκτικότητα σε βιταμίνη α, c, βιταμίνες β (λιγότερο), καροτενοειδή, ασβέστιο, μαγνήσιο, κάλιο, σίδηρο, κ.ά. Επίσης είναι το λαχανικό με την υψηλότερη περιεκτικότητα σε ωφέλιμα ω3 λιπαρά οξέα. Τα αλκαλοειδή χρώματα που χρησιμοποιεί, η β-κυανίνη για το κοκκινωπό και η β-ξανθίνη για το κίτρινο έχουν αντιοξειδωτική δράση. Το φυτό μπορεί να συλλεγεί οποιαδήποτε εποχή για κατανάλωση. Εκτός από την άγρια μορφή του, υπάρχουν και περίπου 40 καλλιεργημένες ποικιλίες. Μερικές από τις ποικιλίες αυτές είναι τρυφερότερες και προτιμώνται.
Φαρμακευτικά, εκτός από τις χρήσεις που ανέφερε ο Διοσκουρίδης, έχει χρησιμοποιηθεί ως διουρητικό, τονωτικό κ.ά. Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική χρησιμοποιείται κατά των μολύνσεων και των αιμοραγιών του ουροποιητικού, της δυσεντερίας κι εξωτερικά για ν’απαλύνει τσιμπήματα εντόμων και φιδιών. Εντούτοις, καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν έχει ακόμα αποδειχθεί επιστημονικά. Είναι ωστόσο αποδεδειγμένο ότι η κατανάλωσή του είναι αποτελεσματική κατά του λειχήνα του στόματος.
Αν κι από πολλούς θεωρείται ως ενοχλητικό ζιζάνιο, δεν είναι άχρηστο φυτό. Εκτός από την αξία της γλιστρίδας ως τροφή, είναι και κατάλληλη τροφή για ζώα. Τα γουρούνια την τιμούν ιδιαίτερα και επίσης την τρώνε και τα κουνέλια. Ο πατέρας μου, που έχει ένα τεράστιο μπαλκόνι με πολλές γλάστρες, κάθε χρόνο έχει πρόβλημα με την υπερβολική γλιστρίδα. Εκτός του ότι μαζεύουμε για σαλάτα, τώρα έχω αρχίσει να δίνω και στα κουνέλια μου που φαίνεται να την τρώνε πολύ, αν και την προτιμούν λιγότερο από τ’αγρωστώδη, το άχυρο, το τριφύλλι και τ’αμπελόφυλλα.
Η γλιστρίδα επίσης παρέχει σκιά για πολλά φυτά κι ακόμα με το βαθύ ριζικό της σύστημα φέρνει πολλά θρεπτικά συστατικά στην επιφάνεια, τα οποία με το θάνατο και το σάπισμα των φυτών το χειμώνα ή με την κομποστοποίηση γίνονται διαθέσιμα στα καλλιεργούμενα φυτά.
Εάν υπάρχει γλιστρίδα στον τόπο σας, δε χρειάζεται να την καλλιεργήσετε, εκτός κι αν θέλετε να καλλιεργήσετε μια ήμερη ποικιλία. Εάν ωστόσο δεν υπάρχει και θέλετε νά’χετε, η καλλιέργειά της είναι πολύ εύκολη. Το φυτό πολλαπλασιάζετε με σπόρο ή μοσχεύματα. Ο σπόρος σπέρνεται την άνοιξη σε ανοιχτό μέρος στην επιφάνεια του εδάφους, γιατί η γλιστρίδα χρειάζεται φως για να βλαστήσει. Τα μοσχεύματα φυτεύονται οριζοντίως και σε μερικές μέρες ριζώνουν. Οι γλιστρίδες ως ευρποσάρμοστο είδος δε χρειάζονται πολλά για να ευδοκιμήσουν. Οποιοδήποτε ανοιχτό μέρος με απευθείας ήλιο και σχετικά ξηρό έδαφος είναι κατάλληλο. Το φυτό αναπτύσσεται ταχύτατα και μπορείτε να το μαζεύετε πολλές φορές το χρόνο. Να έχετε κατά νου ότι η γλιστρίδα εξαπλώνεται πολύ εύκολα χάρη στους μικροσκοπικούς κι ανθεκτικούς σπόρους της και μπορεί να φυτρώνει σε μέρη που δεν τη θέλετε. Γι’αυτό συλλέγετε τα φυτά πριν ανθίσουν από τα ανεπιθύμητα μέρη για να περιορίσετε την εξάπλωση του φυτού, και αν κομποστοποιείτε φυτικά υπολοίμματα, βεβαιωθείτε ότι ο σωρός κομποστοποίησης έχει ανεβάσει αρκετά υψηλή θερμοκρασία εάν πρόκειται να κομποστοποιήσετε γλιστρίδα, ώστε να καταστραφούν οι σπόροι, αλλιώς μπορεί να επιβιώσουν.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια γλιστρίδας
γλιστρίδα φυτό του μήνα στο valentine.gr
πληροφορίες για τη γλιστρίδα ή αντράκλα
Και μερικές συνταγές
εδώ,
εδώ
και
εδώ.

Πηγή:
Φτιάχνω μόνος μου

Ξεφυλλίζοντας το ιταλικό περιοδικό AAM Terra Nuova, εντυπωσιάστηκα από ένα άρθρο για την ιστορία ενός «τρελού» Ελβετού.
O Jean Pain έκανε ένα πείραμα σ’ ένα μικρό αγροτεμάχιο.
Με κομπόστ από τα «σκουπίδια του δάσους» και μερικά «κόλπα» κατάφερε να αποκτήσει έναν υγιέστατο και παραγωγικό λαχανόκηπο με ελάχιστο νερό.

O Eλβετός Jean Pain στη δεκαετία του ’60 δούλεψε ως φύλακας μιας φάρμας, η οποία είχε και ένα μεγάλο κομμάτι δάσους. Το πρώτο πράγμα που τον ανησύχησε και έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν ο εφιάλτης τής τότε αλλά και της σημερινής εποχής, οι πυρκαγιές στα δάση.
Εφαρμόζοντας τις παλιές μεθόδους διαχείρισης των δασών, έφερε να βοσκήσουν στο δάσος, γουρούνια, πρόβατα, αλλά κυρίως κατσίκια – το κατσικίσιο τυρί που παρήγαγε έγινε διάσημο στην περιοχή του. Το φθινόπωρο, αφού καθάριζε το δάσος από τη θυσανώδη και τη θαμνώδη βλάστηση, χρησιμοποιούσε τα ξερά κλαδιά όπως έκαναν παλαιότερα και οι χωρικοί, δηλαδή ξύλα για τις σόμπες, για τους φούρνους, αλλά το μεγαλύτερο μέρος το έκαιγε επί τόπου στο χωράφι.
Μια μέρα, όμως, διαβάζοντας κάποια παλαιά κείμενα που βρήκε στο αρχοντικό της φάρμας, έμαθε για το «humus vivus», αυτό που σήμερα ονομάζουμε κομπόστ. Υλικό που κάποιοι «παλιοί σοφοί» παρασκεύαζαν από τα «σκουπίδια» του δάσους. Με αυτήν την έρευνα -την κατασκευή και τη χρήση του humus- αφιέρωσε και την υπόλοιπη ζωή του.
Το μυστικό για την παραγωγή φυτών ντομάτας, ύψους 2,5 μέτρων, χωρίς την ανάγκη νερού ήταν ακριβώς το «humus vivus». Για να αποδείξει τα αποτελέσματα των ερευνών του ο Jean Pain αποφάσισε να κάνει ένα μικρό οικογενειακό λαχανόκηπο 100 m2.
Επέλεξε, λοιπόν, ένα αγροτεμάχιο φτωχότατο σε θρεπτικά συστατικά, το οποίο βρισκόταν 10 μέτρα από την κορυφή ενός πετρώδους λόφου και σε υψόμετρο 410. Hταν ένα χωράφι πετρώδες, με υπέδαφος αμμώδες και με υδροφόρο ορίζοντα στα 95 μέτρα βάθος. Είχε νότιο προσανατολισμό και βρισκόταν στην περιοχή της Provenza (Ν. Γαλλία), που χαρακτηρίζεται από ξηρά καλοκαίρια και με μια μέση θερμοκρασία 35ο C υπό σκιάν.
Ο λαχανόκηπος περιμετρικά, αλλά και από πάνω, καλύφθηκε από συρμάτινη σήτα για προστασία από ζώα και πουλιά. Το Μάιο, στην πάνω σήτα τοποθέτησε χλωρά κλαδιά από πεύκα για να δημιουργήσει την απαραίτητη σκίαση για να μπορέσουν να ριζοβολήσουν ευκολότερα τα νεαρά φυτά πριν από τις ζέστες του καλοκαιριού.
Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Jean Pain, η σκίαση του λαχανόκηπου ήταν απαραίτητη επειδή τα φυτά ποτίστηκαν κατά τη στιγμή της μεταφύτευσης και στη συνέχεια μόνο άλλη μια φορά έπειτα από κάποιες μέρες.
Το έδαφος του λαχανόκηπου τον χειμώνα ήταν καλυμμένο από ένα στρώμα οργανικής ουσίας τακτοποιημένο σε παρτέρια πλάτους 1,20 μέτρων, χωρισμένα μεταξύ τους από μονοπάτια στα οποία είχε τοποθετήσει μακριές ξύλινες τάβλες για να περπατάει χωρίς να συμπιέζει το έδαφος.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όλη η επιφάνεια του αγροτεμαχίου, παρτέρια και μονοπάτια ήταν καλυμμένη από ένα στρώμα οργανικής ουσίας. Οι δε γραμμές φύτευσης δεν ήταν πάνω σε σαμάρια, όπως στη Β. Ευρώπη -που είναι λογικό για να έχουμε απορροή του περίσσιου νερού- αλλά το αντίθετο, σε αυλάκια για να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερη υγρασία και να μειώσουμε στο ελάχιστο τις απώλειές της από την εξάτμιση.
Ξεκίνησε λοιπόν το Νοέμβριο με την σπορά της σαλάτας. Aυτή ήταν και η πρώτη καλλιέργεια. Στο τέλος του Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου προχώρησε στη δεύτερη καλλιέργεια, φυτεύοντας μπιζέλια, τα οποία μετά 2 μήνες τα συγκόμισε. Eφτασε έτσι στη στιγμή της τρίτης καλλιέργειας και της πιο σημαντικής.
Είναι η στιγμή της ανανέωσης της κάλυψης του εδάφους με νέα οργανική ουσία, που θα δώσει τα θρεπτικά συστατικά και την προστασία που χρειαζόμαστε. Ξεκίνησε, λοιπόν, με μια ομοιόμορφη επικάλυψη του εδάφους από 7 cm κομπόστ. Πάνω από το κομπόστ τοποθέτησε ένα στρώμα 10 cm από χονδροειδές οργανικό υλικό για εδαφοκάλυψη (ροκανίδι από το κόψιμο των ξύλων, άχυρα, φύλλα κ.λπ.). Αυτά τα δύο υλικά δημιούργησαν και το κάλυμμα από οργανική ουσία των παρτεριών. Αρχές Μαΐου ξεκίνησε τις μεταφυτεύσεις, π.χ. πήρε ένα φυτό μελιτζάνας -που το είχε φυτέψει το Φεβρουάριο στο σπορείο- και το μεταφύτευσε στο έδαφος δημιουργώντας ένα χώρο στο κόμποστ που είχε ήδη στρώσει. Μια βασική αρχή είναι να μη μένει ποτέ το κομπόστ ακάλυπτο και εκτεθειμένο στο φως, έτσι έπειτα από κάθε μεταφύτευση θα πρέπει να το σκεπάζετε με το υλικό εδαφοκάλυψης. Το υλικό της εδαφοκάλυψης, οποιαδήποτε και αν είναι η σύνθεσή του, όχι μόνο δεν επιτρέπει στο κομπόστ να χάσει την υγρασία του, αλλά κατά τη διάρκεια των ζεστών ωρών της ημέρας, δημιουργεί ένα στρώμα υγρασίας από πάνω του και βοηθάει στην αποδόμηση της οργανικής ουσίας.
Ακολουθώντας τα παραπάνω, ήδη στα τέλη του Αυγούστου είχε απίστευτα αποτελέσματα. Οι ντομάτες έφθασαν τα 1,80 μ. ύψος, με μια καταπληκτική ανάπτυξη. Η παραγωγή καρπών αυτήν την περίοδο έφθασε τα 6 κιλά ανά φυτό. Τα φασόλια είχαν ξεπεράσει τα 2 μ. ύψος. Τέσσερις εβδομάδες αργότερα, μπόρεσε να κάνει μιαν επαλήθευση της συγκομιδής. Μέση ανάπτυξη των φυτών της μελιτζάνας 1,20 μ., μέση παραγωγή 5 κιλά/φυτό και το σημαντικότερο, λόγω της ανεπτυγμένης ανθοφορίας και καρποφορίας ήταν σίγουρη η παραγωγή μέχρι και τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη.
Η τελευταία βροχή έπεσε στις 27 Ιουνίου. Στις 27 Σεπτεμβρίου, που έκανε τον απολογισμό, είχαν περάσει 87 ημέρες χωρίς νερό και τα φυτά συνέχισαν να αναπτύσσονται και να παράγουν.

Ποια ήταν τα βιβλία που διάβασε και εφάρμοσε ο Jean Pain;
Μήπως ήταν τα δικά μας 3 Βυζαντινά βιβλία με τίτλο «Γεωπονικά» του Κασσιανού Βάσου;
Σας αφήνω να βγάλετε μόνοι σας το συμπέρασμα και σας γράφω περισσότερες πληροφορίες και συμβουλές για τον δικό σας άνυδρο κήπο λαχανικών ή φυτών…..

πατάτες διαφόρων ποικιλιών


πατάτα


πατάτες


φυτρωμένες πατάτες

Οι πατάτες είναι σήμερα από τις πλέον διαδεδομένες σοδειές. Η ευκολία στην παραγωγή και η μεγάλη θρεπτική τους αξια είναι στοιχεία τα οποία συνέβαλαν στη γρήγορη διάδοσή τους. Σήμερα η πατάτα είναι η τέταρτή σοδειά παγκοσμίως. Οι πατάτες είναι πολύ πλούσιες σε άμυλο (καλή πηγή ενέργειας), κάλιο κι άλλες βιταμίνες και μέταλλα σε μικρότερες ποσότητες. Μεγαλύτερες ποσότητες βιταμινών και μετάλλων βρίσκονται στη φλούδα, γι’αυτό αν η φλούδα βρίσκεται σε καλή κατάσταση μπορεί να καταναλωθεί μαζί με την πατάτα (στις ψητές). Η περιεκτικότητά τους σε λίπος είναι αρκετά μικρή, κι αν δεν είναι τιγανητές, δεν είναι και τόσο παχυντική τροφή όπως λέγεται συχνά. Τρώγονται βραστές, ψητές, τιγανητές, στον ατμό και με πολλούς άλλους τρόπους.
Η ιστορία αυτής της σοδειάς είναι πολύ παλιά. Είχε καλλιεργηθεί στο Περου ήδη πριν 8000 χρόνια. Την εποχή που έφθασαν οι Ισπανοί εξερευνητές, ήδη είχε διαδοθεί σε μεγάλο μέρος της αμερικανικής ηπείρου. Η πατάτα έπειτα μεταφέρθηκε στην Ισπανία το 16ο αι. όπου αρχικά καλλιεργούταν ως εξωτική τροφή, αλλά σιγά-σιγά υιοθετήθηκε ως βασική τροφή. Σύντομα εισήχθει και στη Βρετανία. Μετά εξαπλώθηκε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αργότερα έφτασε στη Βόρεια Αμερική και μετά στην Ανατολική Ασία, στην Αφρική και τέλος σ’όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα ήρθε επί Ιωάννη Καποδίστρια το 1828. Είναι πασίγνωστη η ιστορία ότι δήθεν ο Καποδίστριας, για να νικήσει τη δυσπιστεία των Ελλήνων για τη νέα σοδειά, έβαλε τις πατάτες σε μια φρουρούμενη αποθήκη ώστε ο κόσμος να νομίσει ότι πρόκειται για κάτι πολύτιμο και να πάει να τις κλέψει. Αυτό εντούτοις δεν υποστηρίζεται απο τα έγγραφα της εποχής, και μάλλον πρόκειται για μύθο (η πηγή στο τέλος).
Κατά τη διάρκεια της μεγάλης ιστορίας της πατάτας, έχουν δημιουργηθεί έως και 5000 ποικιλίες. Οι περισσότερες ποικιλίες προέρχονται ή έχουν τα κύρια στοιχεία από την κοινή πατάτα, στρύχνο το κονδυλόρριζο (solanum tuberosum). Στη φύση υπάρχουν περίπου 200 είδη άγριας πατάτας, από τις ΗΠΑ έως τη Ν. Αμερική. Μερικά απ’αυτά καλιεργούνται κι άλλα έχουν διασταυρωθεί με ήδη καλλιεργούμενες ποικιλίες για την απόκτηση κάποιων θετικών στοιχείων, όπως την αντοχή τους σε ορισμένες ασθένειες. Από τις 5000 ποικιλίες, οι 3000 καλλιεργούνται κυρίως στην περιοχή προέλευσής τους, ενώ περίπου 100 μπορούμε να πούμε ότι είναι αρκετά διαδεδομένες. Απ’αυτές, πολύ λιγότερες καλλιεργούνται σε μεγάλη κλίμακα. Οι σημαντικότερες κατηγορίες ποικιλιών είναι οι πρώιμες (έτοιμες για συγκομιδή στους 2-3 μήνες) και οι κανονικές (έτοιμες στους 4-5 μήνες). Υπάρχουν και όψιμες, αλλά δεν καλλιεργούνται ευρέως. Υπάρχουν ακόμα και κάποιες σπάνιες μπλε ποικιλίες.
Τα φυτά της πατάτας είναι πολυετή ποώδη, με κάποια ομοιότητα στη ντοματιά. Άλλωστε η πατάτα, η ντομάτα, η πιπεριά, η μελιτζάνα, καθώς και ο καπνός, η πετούνια ανήκουν στην οικογένεια των στρυχνιδών ή σολανιδών (solanaceae). Το φυτό φτάνει σε ύψος τα 60 εκ. και υπογείως δημιουργεί κονδύλους στις άκρες υπόγειων στολωνίων (συνδετικών βλαστών). Οι κόνδυλοι είναι στην πραγματικότητα τροποποιημένοι βλαστοί που περιέχουν άμυλο για την κάλυψη των αναγκών του φυτού στην περίοδο νάρκης και στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. Η πατάτα ανθίζει στο μέσο περίπου της περιόδου ανάπτυξης, και ξεκινά την ωρίμανση των κονδύλων με τη μείωση της φωτοπεριόδου, αν κι αυτό έχει γίνει λιγότερο έντονο στις καλιεργούμενες ποικιλίες. Όπως και τα περισσότερα φυτά, η πατάτα αναπαράγεται με εγγενή τρόπο (σπόρο). Ωστόσο είναι πιο βολικό σε συνθήκες καλλιέργειας να πολλαπλασιάζεται με κονδύλους, και μόνο στην περίπτωση διασταύρωσης φυτών για τη δημιουργία νέων ποικιλιών, χρησιμοποιείται ο σπόρος. Μερικές ποικιλίες είναι στείρες, άρα πολλαπλασιάζονται μόνο με κονδύλους.
Μόνο ο κόνδυλος της πατάτας είναι εδώδιμος. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της, η πατάτα παράγει τοξικά αλκαλοειδή για ν’αποτρέψει τα φυτοφάγα ζώα. Το κύριο αλκαλοειδές που παράγει είναι η σολανίνη. Η ουσια αυτή βρίσκεται στους βλαστούς, στα φύλλα, στ’άνθη, στους καρπούς (μοιάζουν με πράσινες ντοματούλες, αλλά είναι τοξικοί), στις φύτρες των κονδύλων και στους πρασινισμένους (όταν αναπτύσσονται στην επιφάνεια του χώματος) κονδύλους. Στους εδώδιμους κονδύλους η ουσία αυτή βρίσκεται σε αμελητέες ποσότητες. Ωστόσο στις άγριες πατάτες ακόμα και ο κόνδυλος είναι μέτρια τοξικός. Συμπτώματα δηλητηρίασης είναι η ναυτεία, ο πονοκέφαλος και συμπτώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η καλλιέργεια της πατάτας είναι σχετικά εύκολη. Ευδοκιμεί καλύτερα σε δροσερά κλίματα, αν και μπορεί να προσαρμοστεί σχεδόν παντου, αρκεί να διατηρείται στα κατάλληλα επίπεδα η υγρασία του εδάφους. Η πατάτα θεωρείται ημιανθεκτική στην παγωνιά, δηλαδή μπορεί να επιβιώσει σε βραχείες περιόδους χαμηλών θερμοκρασιών, συνήθως στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. Για τη μέγιστη παραγωγή θα χρειαστεί πλήρη έκθεση στον ήλιο, υγρό αλλά καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος και όξινο με ph 5,0-6,8.
Οι πατάτες πολλαπλασιάζονται συνήθως με κονδύλους. Καλό είναι οι κόνδυλοι ν’αγοραστούν για το σκοπό της φύτευσης κι από συγκεκριμένη ποικιλία, για να μειωθεί ο κίνδυνος ασθενειών. Οι πατάτες που πωλούνται στα μανάβικα και στα σούπερ μάρκετ είναι ραντισμένες με χημικά που αναστέλλουν τη βλάστησή τους. Ακόμα κι αν βλαστήςουν, το ποσοστό επιτυχίας τους δεν είναι πολύ μεγάλο και μπορεί να έχουν ασθένειες. Οι κόνδυλοι προς φύτευση θα πρέπει να φέρουν οπωσδήποτε μάτια, απ’όπου θ’αναπτυχθούν οι βλαστοί. 1-3 μάτια είναι καλά. Τα πολλά μάτια θα κάνουν αδύναμη ανάπτυξη με μικρή παραγωγή κονδύλων. Οι μικροί κόνδυλοι μπορούν να φυτευθούν ολόκληροι, ενώ οι μεγάλοι μπορούν να κοπούν σε μερικά κομμάτια, το καθένα με μερικά μάτια. Καλύτερο είναι ν’αφεθούν τα κομμάτια λίγες μέρες να στεγνώσουν πριν τη φύτευση για να μειωθεί ο κίνδυνος σαπίσματος. Φυτεύονται σε βάθος 10 εκ. με απόσταση μεταξύ τους στη σειρά 30-45 εκ., και απόσταση μεταξύ σειρών 60 εκ. Σε τετράγωνα, οι απόσταση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι 30-45 εκ. προς όλες τις κατευθύνσεις. Μερικοί περνύν τις πρώιμες ποικιλίες από μια περίοδο προβλάστησης πριν τη φύτευση, κατά την οποία τις τοποθετούν σε φωτεινή θέση για να επιμηκυνθούν οι βλαστοί απ’τα μάτια. Έτσι ενδυναμώνονται περισσότερο πριν τη φύτευση. Το έδαφος πριν τη φύτευση θα πρέπει να είναι καλοσκαμένο, χωρίς αγριόχορτα και λιπασμένο με οργανικό λίπασμα όπως κοπριά ή κομπόστ. Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της πατάτας είναι δίφορη, δηλαδή δύο σοδειές μπορούν να παραχθούν το χρόνο. Η εποχή φύτευσης για την κύρια σοδειά είναι Μάρτιος-Απρίλιος, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής, και σε πολύ νότιες και ζεστές περιοχές μπορούν να φυτευθούν ακόμα και τέλη Φεβρουαρίου. Η φθινοπωρινή φυτεύεται Ιούλιο-Αύγουστο.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης θα πρέπει να ποτίζονται τακτικά. Στο μέσο της καλλιεργητικής περιόδου θα πρέπει να λιπανθούν καλά ακόμα μια φορά. Περιοδικά θα πρέπει οι βάσεις των φυτών να σκεπάζονται με χώμα, γιατί οι κόνδυλοι αναπτύσσονται πολύ κοντά στην επιφάνεια του χώματος και κάποιοι μπορει να βγούν έξω στο φως και τότε να πρασινίσουν (να γίνουν φωτοσυνθετικοί) και τοξικοί.
Η συγκομιδή γίνεται, για την κύρια σοδειά Μάιο-Ιούνιο (για τις πρώιμες) και Ιούλιο-Αύγουστο, ακόμα και σεπτέμβριο στις ορεινές περιοχές (για τις κανονικές). Οι φθινοπωρινές πατάτες μαζεύονται Οκτώβριο-Νοέμβριο. Ο κίνδυνος καταστροφής από παγωνιά είναι μεγάλος γι’αυτήν την εποχή σε μερικές περιοχές, και γι’αυτό δεν καλιεργούνται παντού φθινόπωρο. Οι πατάτες είναι «ώριμες» όταν το φύλλωμα ξεραθεί. Τότε θα πρέπει να σκαφτούν με μια τσουγκράνα και να μαζευτούν, και μετά να διαλεγούν: οι τυχόν χαλασμένες πρέπει να πεταχτούν, οι τυχόν χτυπημένες να χρησιμποιηθούν πρώτα, ενώ οι υπόλοιπες μπορούν ν’αποθηκευθούν για μελλοντική χρήση. Οι πατάτες θα πρέπει ν’αποθηκευθούν σε δροσερό και ξηρό μέρος. Αλιώς σαπίζουν εύκολα ή η γεύση τους αλλοιώνεται. Οι πατάτες προς φύτευση θα πρέπει να περάσουν από μια φάση λίγο υψηλότερης θερμοκρασία και υψηλής υγρασίας για να ενεργοποιηθούν τα μάτια.
Οι πατάτες προσβάλλονται από πολλές ασθένειες κι εχθρούς. Μπορεί να προσβληθούν από αφίδες (μελίγκρες), κρεμμυδοφάγους κι άλλες υπόγειες προνύμφες και τον κατ’εξοχήν εχθρό της πατάτας δορυφόρο. Προσβάλλονται επίσης από μυκητικές ασθένειες, όπως από το μύκητα fusarium, alternaria και τον περονόσπορο της πατάτας (phytophthora infestans). Η τελευταία ασθένεια έχει και ιστορική σημασία, αφού ήταν το αίτιο του μεγάλου λιμού της Ιρλανδίας το 1840. Ωστόσο η ασθένεια αυτή ευδοκιμεί περισσότερο σε υγρά κλίματα και σπανίζει στην Ελλάδα. Γενικά, η καταπολέμηση των εντόμων είναι ευκολότερη απ’αυτήν των καταστροφικών μυκήτων. Τα έντομα δεν καταστρέφουν τα φυτά μόνο τρώγοντάς τα, αλλά μπορούν να μεταδόσουν και φυτικούς ιούς. Οι ιοί δε θεραπεύονται, αλλά ευτυχώς είναι σπάνιες παθήσεις. Το καλύτερο είναι πάντως η πρόληψη. Γίνεται με δύο κυρίως τρόπους: πρώτον μ’επιλογή ανθεκτικών ποικιλιών και δεύτερων με μετακίνηση της καλλιέργειας κάθε χρόνο σ’άλλο μέρος του κήπου. Το τελευταίο θα πρέπει να γίνεται για όλα τα λαχανικά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
καλλιέργεια πατάτας 1
καλλιέργεια πατάτας 2
Σημείωση: Το κείμενο μπορεί να είναι ιστορικό, αλλά οι περισσότερες πληροφορίες συνεχίζουν να ισχύουν.
εχθροί κι ασθένειες τις πατάτας και προστασία
η ιστορία της πατάτας στην Ελλάδα (άρθρο βικιπαίδειας)
η ιστορία της πατάτας
συνταγές με πατάτες
πατάτες και υγεία
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια πατάτας 1
καλλιέργεια πατάτας 2
καλλιέργεια πατάτας 3
καλλιέργεια πατάτας 4

γλάστρα με φρέσκα κρεμμύδια 16/4/2011


Το μέγεθος από το οποίο αρχίζω να μαζεύω. 7/4/2011


κρεμμύδια που βγαίνουν στην επιφάνεια 11/3/2011


κοκκάρια 24/2/2011

Το κρεμμύδι είναι το λαχανικό που καλλιεργώ περισσότερο και σε μεγαλύτερες ποσότητες. Επειδή όμως τα μαζεύω πάντα φρέσκα και δεν τ’αφήνω να γίνουν ξερά, ούτε έχω μαζέψει σπόρο από κανένα κρεμμύδι, έχω βρει ένα άρθρο για την ολοκληρωμένη καλλιέργεια του κρεμμυδιού. Τις προσωπικές μου εμπειρίες συν κάποιες επιπλέον πληροφορίες τις παραθέτω στο τέλος.

Πηγή:
Valentine

Λαχανόκηπος – Το κρεμμύδι (Από τον Γιώργο Κωνσταντακόπουλο)

Μπορείτε να φανταστείτε την μαγειρίτσα χωρίς φρέσκο κρεμμυδάκι; Ή την σαλάτα μαρουλιού; Για δοκιμάστε να κάνετε μία νόστιμη και «δεμένη» σάλτσα χωρίς ξερό κρεμμύδι; Παρατηρείστε ότι, μόνο για το κρεμμύδι χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του -κρεμμυδάκι- για να περιγραφεί μία άλλη όψη και χρήση του ιδίου φυτού. Οι αρχαίοι μας Έλληνες τιμούσαν αρκούντως το κρεμμύδι, μιας και, εκτός των άλλων χρήσεων, αποτελούσε σταθερό συστατικό του πρωινού τους (ακράτισμα).

Ο αρχαίος κόσμος, καλλιεργούσε το κρεμμύδι, όχι μόνο για την άρτυση των φαγητών αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, που οφείλονται μάλλον στην μεγάλη περιεκτικότητά του σε ιώδιο και θειάφι.

Το κρεμμύδι, μπορεί να καταναλωθεί με πολλούς τρόπους. Ως φρέσκο κρεμμυδάκι, αποτελεί ιδανικό συστατικό για τα διάφορα φρικασέ και τις ωμές σαλάτες, ενώ ως ξερό κρεμμύδι, αποτελεί βασικό συστατικό για πάμπολλες συνταγές μαγειρικής.

Το ξερό κρεμμύδι, μπορεί ακόμα να ψηθεί ολόκληρο και να αποτελέσει μία εξαίρετη σαλάτα με λίγο ξύδι και λάδι.

Ας δούμε λοιπόν πώς μπορείτε να έχετε κρεμμυδάκια και κρεμμύδια όλον τον χρόνο.

1. Παραγωγή σπόρων και κοκκαριού: Κατά κανόνα, η παραγωγή του κρεμμυδιού γίνεται φυτεύοντας μικρούς βολβούς (κοκκάρι), οι οποίοι στη συνέχεια βλαστάνουν και παράγουν το μεγάλο κρεμμύδι που όλοι γνωρίζουμε. Εμείς εδώ, θα δούμε πώς μπορείτε να παράγετε μόνοι σας τον σπόρο για την εν συνεχεία παραγωγή του κοκκαριού. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι, τα μεγάλα ξερά κρεμμύδια, αν τα φυτέψετε, θα βλαστήσουν και θα αναπτύξουν παράλληλα με τα κρεμμυδόφυλλα, έναν κεντρικό σκληρό κορμό στην κορυφή του οποίου θα αναπτυχθεί ένα στρογγυλό άνθος. Όταν ωριμάσει και ξεραθεί, μπορείτε να συλλέξετε τον κρεμμυδόσπορο, το λεγόμενο μπαρούτι από την ομοιότητά του με αυτήν. Αυτόν τον σπόρο, μπορείτε να τον σπείρετε κατά τον Φεβρουάριο-Μάρτιο. Το κοκκάρι σας (μικροί κρεμμυδοβολβοί), θα είναι έτοιμο κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο. Η σπορά του μπαρουτιού, γίνεται σε βάθος το πολύ μέχρι 1 εκατοστό από την επιφάνεια του εδάφους. Τρία έως τέσσερα γραμμάρια σπόρου, αρκούν για 1 τετραγωνικό μέτρο. Συνεπώς, αν δεν θέλετε να σπείρετε τον θεσσαλικό κάμπο, αρκούν 5-6 μεγάλα ξερά κρεμμύδια για να παράγετε το μπαρούτι και το αντίστοιχο κοκκάρι που απαιτείται για έναν οικογενειακό λαχανόκηπο. Ο τρόπος συλλογής και φύλαξης του κοκκαριού μέχρι την φύτευσή του, είναι ίδιος με τους αντίστοιχους του ξερού κρεμμυδιού που αναφέρονται στη συνέχεια.

2. Φύτευση κοκκαριού: Αν θέλετε να παράγετε χλωρά κρεμμύδια, θα πρέπει να φυτέψετε το κοκκάρι σας τον Οκτώβριο με Νοέμβριο. Τα χλωρά κρεμμυδάκια σας θα είναι έτοιμα την επόμενη άνοιξη. Αν αντίθετα θέλετε να παράγετε ξερά κρεμμύδια, θα φυτέψετε κατά το τέλος Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου. Τα ξερά σας κρεμμύδια θα είναι έτοιμα για συγκομιδή κατά τον μήνα Αύγουστο. Σημειώστε ότι, μπορείτε να έχετε φρέσκα κρεμμυδάκια όλον τον χρόνο, αρκεί να φυτεύετε τμηματικά τον διαθέσιμο χώρο. Η φύτευση γίνεται σε βραγιές με απόσταση 20-30 εκατοστά μεταξύ τους και σε βάθος 3-4 εκατοστά. Μέσα στην ίδια βραγιά, η απόσταση των φυτών πρέπει να είναι 10-15 εκατοστά.

3. Τεχνική καλλιέργειας: Το κρεμμύδι, έχει ανάγκη από ελαφρύ χώμα πλούσιο σε οργανικές ουσίες και καλοδουλεμένο, για να μπορέσει να αναπτύξει συμμετρικούς βολβούς. Ακόμα, το κρεμμύδι δεν χρειάζεται λίπανση με κοπριά κατά τη σπορά γιατί δεν την αφομοιώνει εύκολα. Προτιμότερο είναι να έχετε λιπάνει από την προηγούμενη περίοδο, έτσι ώστε η κοπριά να έχει αφομοιωθεί σχεδόν πλήρως από το χώμα. Επίσης, το περίσσευμα υγρασίας στο χώμα, ταλαιπωρεί το κρεμμύδι, εμποδίζει την ανάπτυξή του και ευνοεί την ανάπτυξη ασθενειών, όπως την σήψη. Επομένως, φροντίστε το έδαφος να είναι στραγγερό και μην το ποτίζετε υπέρμετρα. Από την σύσταση του εδάφους, εξαρτάται η μικρότερη ή μεγαλύτερη καυστικότητα του κρεμμυδιού. Έδαφος πλούσιο σε θειάφι, παράγει καυστικά κρεμμύδια ενώ έδαφος πλούσιο σε άζωτο, τα γλυκαίνει.

4. Συγκομιδή: Είναι ευνόητο ότι μπορείτε να μαζεύετε τα κρεμμύδια σας οποιαδήποτε στιγμή το απαιτούν οι ανάγκες σας. Μόνο για τα ξερά κρεμμύδια, αυτά δηλαδή που θέλετε να φυλάξετε και να διατηρήσετε για τον χειμώνα, θα πρέπει να τα συλλέξετε σε συγκεκριμένο στάδιο της ωρίμανσής τους. Η κατάλληλη στιγμή είναι, όταν τα φύλλα αρχίσουν να κιτρινίζουν έντονα και γέρνουν προς το έδαφος. Σε αυτή την φάση, οι βολβοί έχουν αναπτυχθεί τελείως και είναι έτοιμοι για συγκομιδή και φύλαξη. Ξεριζώστε τους βολβούς, τραβώντας τους κάθετα προς τα πάνω με σταθερή δύναμη. Αν το έδαφος είναι πολύ συμπαγές, καλό είναι να κάνετε αυτή την εργασία, 1-2 ημέρες μετά από ένα καλό πότισμα.

5. Φύλαξη και διατήρηση: Για να μπορέστε να διατηρήσετε καλά τα ξερά κρεμμύδια και να μην μουχλιάσουν, είναι απαραίτητο να τα αφήσετε 2-3 ημέρες απλωμένα σε στεγασμένο μέρος για να στεγνώσουν. Μπορείτε να τα αφήσετε και στο σημείο που τα ξεριζώσατε, αν μπορέσετε να εξασφαλίσετε την Υψηλή διαβεβαίωση ότι δεν θα βρέξει. Φροντίστε όμως να τα σκεπάζετε τη νύχτα για να μην τα επηρεάζει η πρωινή δροσιά. Στην συνέχεια, καθαρίστε το χώμα και τις κατεστραμμένες φλούδες, κόψτε την ουρά στα 2-3 εκατοστά, τοποθετήστε τα σε ξύλινα ή χάρτινα τελάρα και φυλάξτε τα σε μέρος χωρίς υγρασία και με λίγο φως. Επειδή χρειάζονται αερισμό για να μην μουχλιάσουν, φροντίστε η ποσότητα σε κάθε τελάρο να είναι τέτοια που να μπορούν όλοι οι βολβοί να αερίζονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα τοποθετήσετε ένα-ένα, αλλά ούτε και σε σωρό που εμποδίζει τον αερισμό. Ωστόσο, ο πιο γνωστός -και κατά τη γνώμη μου περισσότερο αρεστός από άποψη αισθητικής- τρόπος διατήρησης είναι, σε πλεξούδες. Αν αποφασίσετε να τα διατηρήσετε σε πλεξούδες, μην κόψετε την ουρά τους γιατί θα σας χρειαστεί για το πλέξιμο. Πάρτε έναν σκοινί, και πλέξτε τις ουρές τους μαζί με το σκοινί, χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική που εφαρμόζουν οι γυναίκες στις πλεξούδες των μαλλιών τους. Κρεμάστε τις σε μέρος δροσερό και προφυλαγμένο. Τα κρεμμύδια εννοείται…

Το κρεμμύδι είναι ένα εύκολο φυτό στην καλλιέργειά του. Κι αν ακόμα δεν έχετε λαχανόκηπο, μια-δυο ζαρντινιέρες στη βεράντα, είναι αρκετές για να έχετε τουλάχιστον φρέσκο κρεμμυδάκι από τα ίδια σας τα χέρια. Ή τα χεράκια της….

Επιπλέον πληροφορίες από διάφορες διαδικτυακές πηγές:
Η επιστημονική ονομασία του κρεμμυδιού είναι allium cepa, όπου allium=σκόρδο (τ’όνομα του γένους) και cepa=κρεμμύδι στα λατινικά. Το κρεμμύδι ανήκει στο ίδιο γένος με το σκόρδο, όπως δηλώνει και το όνομα του γένους του. Ανήκει στην οικογένεια των σκορδιδών (alliaceae) και στην τάξη των ασπαραγωδών και είναι μονοκοτηλύδνωνο. Αυτό το είδος δεν υπάρχει άγριο στη φύση, ωστόσο συγγενικά ήδη ζουν στην κεντρική Ασία. Η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5000 χρόνια στη Μεσοποταμία, όπως δείχνουν ευρήματα. Καλλιεργούταν και στην αρχαία Αίγυπτο, όπου μάλιστα ήταν και ιερό φυτό. Συμβόλιζε με το στρογγυλό σχήματ του και τους ομόκεντρούς του κύκλους την αιώνια ζωή. Χρησιμοποιούταν και στην ταρίχευση. Οι Αρχαίοι Έλληνες αθλητές έτρωγαν πολύ κρεμμύδι επειδή πίστευαν ότι δίνει δύναμη.
Η καυστική και ερεθιστική ιδιότητα του κρεμμυδιού προέρχεται από θειικές ενώσεις. Όταν τα κύτταρα ρηγνύονται με το κόψιμο, δρουν ένζυμα τα οποία διασπούν αυτές τις ενώσεις σε ελαφρύτερες αέριες οι οποίες μπαίνουν στα μάτια μας ή στη μύτη μας. Αν κόβετε τα κρεμμύδια υποβρυχίως ή αφού τα έχετε ψύξει το πρόβλημα αυτό μειώνεται.

Προσωπική εμπειρία:
Τα κρεμμύδια ήταν τα πρώτα λαχανικά που καλλιέργησα και αυτά που συνεχίζω να καλλιεργώ σε μεγάλη σχετικά ποσότητα. Παρακάτω παραθέτω αναλυτικά τις εμπειρίες μου για τις καλύτερες συνθήκες ανάπτυξής τους:
Η προσωπική μου εμπειρία συμφωνεί με το άρθρο στο ότι τα κρεμμύδια έχουν την πιο καλή ανάπτυξη σε υγρό, ελαφρύ και πλούσιο σε οργανική ύλη έδαφος. Μπορούν ν’αναπτυχθούν αρκετά καλά και σε αργιλώδες έδαφος, αλλά εκεί χρειάζεται προσοχή με το πολύ πότισμα που μπορεί να τα σαπίσει λόγω έλλειψης αποστράγγισης. Σε χώματα πολύ στεγνά ή που στεγνώνουν πολύ γρήγορα, π.χ. στις περιφέρειες μεγάλω γλαστρών, ή εάν δεν ποτίζονται τακτικά, μπορεί ν’αναπτυχθούν λίγο και να μείνουν στάσιμα ή και καθόλου. Τέλος, σε συμπαγές χώμα δυσκολεύονται περισσότερο ν’αναπτυχθούν και γίνονται κοντά και χοντρά. Αυτό όμως δεν το έχω δοκιμάσει πολλές φορές, επειδή συνήθως αποφεύγω το χώμα μου να είναι συμπαγές και ίσως αυτή να μην είναι η αιτία, γιατί οι ρίζες των κρεμμυδιών σ’αυτό το χώμα ήταν πολύ βαθιές και η κοντή ανάπτυξη ίσως ήταν αποτέλεσμα του πολύ έντονου ήλιου και της καλοκαιρινής ζέστης.
Έχω παρατηρήσει ότι τα κρεμμύδια αναπτύσσονται καλύτερα και γίνονται μεγαλύτερα στον απευθείας ήλιο. Χρειάζονται τουλάχιστον λίγες ώρες ήλιου την ημέρα, ενώ την υπόλοιπη μέρα μπορούν να είναι σε έντονο φως ή ημισκιά. Τα κρεμμύδια που μεγαλώνουν στη σκιά τείνουν να είναι πιο λεπτά, πιο ανοιχτόχρωμα και φαίνονται ασθενικά. Αν βρίσκονται σε πολύ σκιερό περιβάλλον και η αποστράγγιση του εδάφους είναι κακή, υπάρχει κίνδυνος να σαπίσουν.
Πότισμα χρειάζονται κανονικό, όπως τα περισσότερα λαχανικά. Όταν το χώμα αρχίζει να στεγνώνει, ποτίστε το. Λιγότερο πότισμα θα χρειαστούν αυτά που βρίσκονται σε αργιλώδες χώμα ή αυτά που βρίσκονται σε σκιά, ενώ περισσότερο αυτά που βρίσκουνται σε πολύ ελαφρύ χώμα. Η συχνότητα ποτίσματος είναι βέβαια ανάλογη με τη θερμοκρασία και την εξάτμιση.
Ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι ανάλογος με τη θερμοκρασία, δηλαδή το χειμώνα ή τις πολύ κρύες μέρες αναπτύσσονται λίγο, ενώ τις θερμότερες περισσότερο. Το καλοκαίρι είναι μια φυσική εποχή ανάπαυσης οπότε ακόμα και αν θέλτε να παραγάγεται μόνο φρέσκα, δεν είναι η κατάλληλη εποχή για να φυτέψετε.
Φυτεύω τα κοκκάρια σε γλάστρες με καλοσκαμμένο χώμα σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, σχεδόν κολλητά. Έτσι εξοικονομείται χώρος και τα κρεμμύδια δεν έχουν κάποιο πρόβλημα. Εάν όμως φυτευθούν πολύ κοντά (κολλητά ή το ένα σχεδόν πάνω στο άλλο), τότε αρκετά από αυτά δε θα φτάσουν στο πλήρες μέγεθός τους. Ακόμα και αν αφαιρεθούν τα δυνατότερα, αυτά δε θα καταφέρουν ποτέ να μεγαλώσουν στο μέγιστό τους. Συνήθως τα φυτεύω μόνα τους σε γλάστρες, αν και μερικές φορές τα έχω μαζί με βολβούς ή μονοετή ή κάτω από τα γιούκα μου. Στην τελευταία περίπτωση τα κρεμμύδια αναπτύσσονται προς το φως έξω από τη γλάστρα και έτσι τα φύλλα τους γίνονται κρεμαστά. Λιπαίνω μόνο με οργανικό λίπασμα και κατά τη φύτευση και μετά κατά διαστήματα στην ανάπτυξή τους. Τα κοκκάρια φυτρώνουν πολύ γρήγορα, μέσα σε λίγες μέρες.
Μπορείτε να μαζέψετε φρέσκα κρεμμύδια όποτε θέλετε, δεν υπάρχει κάποια φάση στην οποία είναι «ώριμα». ‘Εγώ αρχίζω να μαζεύω από περίπου λίγο μετά τον πρώτο μήνα έως πάνω-κάτω δύο μήνες μετά τη φύτευση ώσπου να τελειώσουν. Προτιμώ να τα μαζεύω όταν φτάνουν ή μόλις έχουν φτάσει το μέγιστο δυνατό μέγεθος, για να μην ξοδεύω πολλά μικρά κάθε φορά και τελειώσουν γρήγορα, αλλά όταν έχω πάρα πολλά, μαζεύω και νωρίτερα. Τα νεαρά κρεμμυδάκια έχουν ακόμα το κοκκάρι τους συμπαγές. Όσο μεγαλώνουν και χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργειά του αδυνατίζει, και αν περάσει λίγο παραπάνω καιρός και αρχίσουν οι ζέστες, η βάση τους φουσκώνει ετοιμαζόμενα για το σχηματισμό βολβού. Δεν έχω αφήσει κανένα κρεμμύδι πέρα απ’αυτό το στάδιο. Εάν κόψετε ένα κρεμμύδι χωρίς να βγάλετε και τη ρίζα του, δεν πειράζει, θα ξαναβγάλει φύλλα αλλά λεπτότερα και πιο αδύναμα. Για να έχετε συνεχή παραγωγή, μπορείτε όσο μεγαλώνουν τα κρεμμύδια και μαζεύετε, να φυτεύετε άλα στη θέση τους. Εγώ ξεκινάω την άνοιξη από το Φεβρουάριο και τελειώνω το Μάιο, ενώ το φθινόπωρο από το Σεπτέμβριο και τελειώνω το Δεκέμβριο.
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ να παραγάγω σπόρους. Όλα τα κρεμμύδια μου προέρχονται από αγορασμένα κοκκάρια. Πρέπει παρόλα αυτά ν’ασχοληθώ με την παραγωγή σπόρων και πειραματικά με την παραγωγή ξερών κρεμμυδιών, γιατί κάποτε ίσως χρειαστεί. Αν και έχω φυτέψει ξερά κρεμμύδια για να δω αν ανθίσουν, συνήθως το κάνω βιαστικά μέχρι να βάλω κάποιο μονοετές στη θέση τους οπότε τα ξεριζώνω και τα τρώω.
Ακόμα κι αν δεν έχετε πολλές κηπουρικές γνώσεις, μπορείτε να καλλιεργήσετε μ’επιτυχία κρεμμύδια. Είναι πολύ εύκολα.

Ενημέρωση 19/7/2011: Φύτεψα μερικά πειραματικά το καλοκαίρι, προς τα τέλη του Ιουνίου. Βγήκαν και αναπτύχθηκαν πολύ γρήγορα. Τώρα έχουν γίνει τεράστια κι έχω αρχίσει να μαζεύω. Όσο λείπω αναλαμβάνει το αυτόματο πότισμα. Άρα τα κρεμμύδια, τουλάχιστον τα φρέσκα, μπορούν να καλλιεργηθούν οποιαδήποτε εποχή.

Καλλιέργεια φύτρων

φύτρα από ραπανάκι

Πηγή:
Valentine

Καλλιεργήστε φύτρα (Από τον Μιχάλη Πολίτη)

Τα φύτρα είναι νεαροί βλαστοί που βγαίνουν από διάφορους καρπούς και σπόρους και εμπλουτίζουν τη διατροφή σας με πολλά θρεπτικά συστατικά σε επαρκείς ποσότητες. Είναι από τα πλέον ισορροπημένα και υγιεινά τρόφιμα της διατροφικής αλυσίδας. Αν και μπορείτε να τα προμηθευτείτε έτοιμα στο εμπόριο, είναι προτιμότερο να τα παρασκευάσετε μόνοι σας στο σπίτι. Έτσι εκτός από τα θρεπτικά τους οφέλη θα έχετε τη χαρά της δημιουργίας και της αυτάρκειας όταν θερίζετε τα αποτελέσματα της καλλιέργειάς σας!

Τι είναι τα φύτρα

Ο πολλαπλασιασμός των φυτών με σπόρο είναι ο πιο διαδεδομένος τρόπος πολλαπλασιασμού στην φύση αλλά και ο πιο δημοφιλής στους ανθρώπους γιατί εμπεριέχει πλήθος συμβολισμών σχετικά με την διαδικασία της εξέλιξης. Ένας σπόρος μπορεί να βρίσκεται σε λήθαργο για μήνες ή χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσει. Αλλά για όσο διάστημα βρίσκεται σε αναμονή κάποια μόρια, οι αναβολείς ενζύμων ελέγχουν τον μεταβολισμό του σπόρου, ώστε αυτός να μην αποσυντεθεί και χαλάσει. Μόλις όμως ο σπόρος έρθει σε επαφή με το νερό οι αναβολείς ενζύμων αδρανοποιούνται και τα ένζυμα αναλαμβάνουν τη δράση τους βοηθώντας την ανάπτυξη του φυτού. Φύτρο λοιπόν ονομάζεται η πρώιμη διαδικασία των πρώτων ωρών-ημερών ζωής ενός σπόρου που ξυπνάει από το λήθαργο (με τη βοήθεια του νερού) και πάει να γίνει φυτό, πετώντας ένας τρυφερό, άσπρο βλασταράκι.

Πού μας ωφελούν τα φύτρα

Τα φύτρα των σπόρων είναι εξαιρετικά πολύτιμη τροφή, ακόμη πιο πλούσια σε θρεπτικά συστατικά από τους ίδιους τους σπόρους. Η αιτία είναι το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία του φυτρώματος βελτιώνεται η ποιότητα των πρωτεϊνών, αυξάνεται η ποσότητα των βιταμινών ενώ τα μεταλλικά άλατα γίνονται πιο αφομοιώσιμα από τον οργανισμό. Π.χ. Η βιταμίνη C στο σιτάρι που φυτρώνει αυξάνεται κατά 600% στην αρχή του φυτρώματος. Τα φύτρα είναι η καλύτερη «ζωντανή τροφή», στην πραγματικότητα είναι τόσο ζωντανά που συνεχίζουν να αναπτύσσονται καθώς τα τρώμε. Επομένως, τα φύτρα είναι τροφή εξαιρετικής βιολογικής αξίας, που θα πρέπει να ενταχθεί δυναμικά στη διατροφή μας.

Τα φύτρα περιέχουν λίγες θερμίδες και λιπαρά, αλλά είναι έξοχη πηγή φυτικών ινών, αντιοξειδωτικών και βιταμινών, ειδικά το χειμώνα, που τα φρούτα και τα λαχανικά είναι περιορισμένα. Χάρη σε κάποια χημικά μόρια που περιέχουν, τροφοδοτούν τον οργανισμό με ενέργεια και μας αναζωογονούν. Βοηθούν στην ανανέωση των κυττάρων και καθυστερούν τη γήρανση.

Τα φύτρα είναι γνωστά για τη θρεπτική τους αξία αλλά και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες πάνω από 5.000 χρόνια. Κινέζοι γιατροί τα σύστηναν για διάφορες θεραπείες, ενώ υπάρχουν αναφορές και για τη χρήση τους από τους Ινδιάνους. Στη Δύση κατά τα γραφόμενα χρησιμοποιήθηκαν από τον Άγγλο θαλασσοπόρο Τζέιμς Κούκ ο οποίος στην προσπάθεια του να σώσει το πλήρωμά του από το σκορβούτο επέβαλε την κατανάλωση φύτρων.

Άλλα από αυτά είναι τραγανά, άλλα μαλακά, άλλα έχουν ελαφριά γεύση και άλλα πιο πικάντικη. Τα μαλακά φύτρα ταιριάζουν περισσότερο σε σαλάτες και σάντουιτς, γιατί μπορούν να καταναλωθούν και ωμά, ενώ τα πιο σκληρά μπορούν να μαγειρευτούν και να δώσουν ξεχωριστή γεύση, ψιλοκομμένα μέσα σε σούπες, βραστά λαχανικά και λαδερά. Είναι μοναδική τροφή για υγιείς και αρρώστους, καθώς και για τα παιδιά.

Σπόροι για φύτρα μπορούν να φυτευτούν όλο το χρόνο. Μεγαλώνουν σε κάθε κλίμα και δεν χρειάζονται ούτε χώμα ούτε ήλιο. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα φύτρα δεν περιέχουν χημικά, δεν παράγουν σκουπίδια, είναι πεντανόστιμα στις σαλάτες και όταν τρώγονται ωμά έχουν εξαιρετικά χαμηλές θερμίδες. Συν του ότι δίνουν τη χαρά της δημιουργίας και της αυτάρκειας όταν θερίζετε τα αποτελέσματα της καλλιέργειάς σας!

Σπόροι για δημιουργία φύτρων

Μπορείτε να δημιουργήσετε φύτρα χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τους σπόρους: σιτάρι, πράσινη σόγια, κόκκινη σόγια, τριφύλλι, άλφα άλφα (βίκο), ρεβίθι, κάρδαμο, φακή, φασόλι, καλαματιανό φασολάκι (είναι ακριβώς αυτό που χρησιμοποιούν σαν φύτρα οι Κινέζοι: Mung Beans), σινάπι, ηλιόσπορο, σουσάμι, σέλινο, ραπανάκι, κ.λπ. Αποφύγετε την κατανάλωση φύτρων από σπόρους σολανίδων (ντομάτα, πατάτα), γιατί περιέχουν το αλκαλοειδές σολανίνη που είναι τοξική ουσία. Προμηθευτείτε σπόρους στην φυσική τους μορφή, δηλαδή όχι κατεργασμένους και όχι ροδισμένους. Επίσης αποφύγετε να χρησιμοποιήστε πολυκαιρισμένους σπόρους. Ακόμη, χρησιμοποιήστε σπόρους που προέρχονται από βιολογικές καλλιέργειες, στις οποίες δεν χρησιμοποιούνται χημικά λιπάσματα. Ο κάθε σπόρος θέλει το δικό του χρόνο στο μούσκεμα και στο φύτρωμα.

Πώς θα καλλιεργήσετε τα φύτρα

Πλύντε καλά τους καρπούς ή τους σπόρους που έχετε επιλέξει. Βάλτε σ’ ένα πιάτο την ποσότητα των σπόρων που θέλετε να χρησιμοποιήσετε (20-50 γραμμάρια). Ξεδιαλέξτε και αφαιρέστε τους σπασμένους ή όσους έχουν στίγματα. Στη συνέχεια, βάλτε τους σπόρους σ’ ένα σουρωτήρι και ξεβγάλτε τους με άφθονο χλιαρό νερό. Έπειτα, απλώστε τους στον πάτο ενός ευρύχωρου δοχείου ή σ’ ένα γυάλινο βάζο. Φροντίστε το σκεύος που θα χρησιμοποιήσετε να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να γίνεται εύκολα η κυκλοφορία του αέρα και επιπλέον να υπάρχει αρκετός χώρος για να αναπτυχθούν τα φύτρα και να μπορείτε να τα βγάλετε με ευκολία.

Βάλτε το σκεύος κάτω από τη βρύση και αφήστε το νερό να τρέξει, χωρίς πίεση και να ξεχειλίσει το δοχείο για τουλάχιστον ένα λεπτό. Μ’ αυτό τον τρόπο οι υγιείς σπόροι θα μείνουν στον πάτο ενώ οι ακατάλληλοι θα αποβληθούν. Η ποσότητα νερού που θα απομείνει στο δοχείο πρέπει να είναι 4-5 δάχτυλα πάνω από το επίπεδο των σπόρων. Σκεπαστέ το δοχείο μ’ ένα άσπρο πανί αραιής ύφανσης (ή γάζα) και σταθεροποιήστε το μ’ ένα λάστιχο. Εναλλακτικά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε βάζο με ειδικό καπάκι (με σίτα). Αφήστε τους σπόρους να μουλιάσουν στο νερό, σε σκοτεινό μέρος, με θερμοκρασία 15-25 βαθμούς Κελσίου για 6-12 ώρες.

O χρόνος που απαιτείται για να φυτρώσουν οι σπόροι είναι διαφορετικός. Έτσι, λοιπόν 6 ώρες είναι αρκετές για το σπόρο του σιταριού, της μηδικής, του μοσχοσίταρου κ.λπ., ενώ 10-12 ώρες χρειάζονται τα φασόλια, η σόγια, κ.λπ. Λαμβάνοντας υπόψη σας τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, θα βρείτε ποιες είναι οι κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν οι σπόροι που έχει διαλέξει.

Κατά τη διάρκεια του μουλιάσματος των σπόρων αναποδογυρίστε το βάζο για να αδειάσει το νερό. Αμέσως ξεπλύντε τους σπόρους με χλιαρό νερό, ακολουθώντας την εξής διαδικασία: τοποθετήστε το στόμιο του βάζου κλεισμένο όπως είναι με τη γάζα στο τρεχούμενο νερό της βρύσης και στη συνέχεια αναποδογυρίστε το με προσοχή μέχρι ν’ αδειάσει όλο το νερό.

Οι σπόροι χρειάζονται ξέπλυμα 2 φορές την ημέρα για τις πρώτες 2-3 ημέρες, μετά 1 φορά την ημέρα είναι αρκετή, με μόνη εξαίρεση τους σπόρους της σόγιας και των ρεβιθιών που χρειάζονται ξέπλυμα 3 ή και περισσότερες φορές. Μετά από κάθε ξέπλυμα οι σπόροι πρέπει να φυλάσσονται σε μέρος σκοτεινό (σε ντουλάπι ή σε μπουφέ). Συνεχίστε να ξεπλένετε τους σπόρους για 3-5 ημέρες (ανάλογα με το σπόρο) μέχρι να φτάσουν τα φύτρα τους τα 3-4 εκ. μήκος. Όταν τα φύτρα μεγαλώσουν στο επιθυμητό ύψος τότε μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε. Mην τα αφήσετε πάνω από 7 μέρες, γιατί οι ρίζες τους θα μεγαλώσουν πολύ και θα αποκτήσουν πικρή γεύση.

Πώς θα τα συντηρήσετε

Για να επωφεληθείτε στο έπακρο από τα θρεπτικά τους συστατικά, το ιδανικό θα ήταν να τα καταναλώσετε αμέσως μόλις τα συγκεντρώσετε. Πριν καταναλώσετε τα φύτρα ακολουθήστε την παρακάτω διαδικασία για να τα εμπλουτίσετε με την πολύτιμη χλωροφύλλη. Αφήστε το βάζο εκτεθειμένο στο φυσικό φως, σε έμμεσο -πλάγιο φωτισμό για 6-7 ώρες. Με τη μέθοδο αυτή αναπτύσσονται μικρά φυλλαράκια. Αν δεν τα καταναλώσετε αμέσως, μπορείτε να τα διατηρήσετε στο ψυγείο για 1 εβδομάδα περίπου αφού πρώτα τα βγάλετε από το δοχείο και τα τοποθετήσετε σε ειδικό σακουλάκι ψυγείου.

Φύτρα δεν έχω καλλιεργήσει ποτέ συστηματικά, αλλά όταν αραιώνω το μαϊντανό ή τα ραπανάκια που σπέρνω, τα τρώω.