Category: καλλωπιστικά φυτά


Σταπέλιες

η Orbea variegata μου με άνθος

Οι περίεργοι, γωνιώδεις βλαστοί τους, καθώς και τα μοναδικά άνθη τους με το ιδιαίτερο σχήμα, χρώμα, υφή και οσμή, έχουν κάνει τις σταπέλιες απαραίτητο στοιχείο κάθε συλλογής παχυφύτων. Υπάρχουν επίσης και σοβαροί συλλέκτες εξειδικευμένοι στα φυτά της συγκεκριμένης ομάδας, οι οποίοι προσπαθούν να συγκεντρώσουν όλα τα είδη, αλά και τις αναρίθμητες φυσικές και τεχνητές ποικιλίες τους. Δεν έχουν την επονομασία «οι ορχιδέες των παχυφύτων» χωρίς λόγο. Όπως και με άλλα παχύφυτα, οι σταπέλιες συχνά συγχέονται με τους κάκτους, αλλά η ομοιότητά τους είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης υπό τις ίδιες εξελικτικές πιέσεις (ξηρό, θερμό και άνυδρο περιβάλλον) παρά άμεσης συγγένειας. Οι δύο αυτές ομάδες παχυφύτων βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες ανθοφόρων φυτών, με τους κάκτους κοντύτερα στα γαρύφαλλα και τις σταπέλιες κοντύτερα στις πικροδάφνες. Εκτός αυτού, οι κάκτοι είναι κατά κύριο λόγο αμερικανική οικογένεια, ενώ οι σταπέλιες περιορίζονται απποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο. Οι κάκτοι επίσης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτεροι ποικιλομορφία ως προς τη μορφολογία, τον τρόπο ανάπτυξης και τα κλίματα όπου ευδοκιμούν.

Το όνομά τους το έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής συστηματικής ταξινόμησης, προς τιμήν του Ολλανδού βοτανολόγου και γιατρού του 15ου αι. Γιοχάνες βαν Στάπελ (Johannes van Stapel). Οι σταπέλιες αποτελούν τη φυλή Stapeliae, της υποοικογένειας Asclepiadoidea, της οικογένειας Apocynaceae, της τάξης Gentianales. Στα ασκληπιαδοειδή ανήκουν αγριόχορτα όπως οι ασκληπιάδες, αλλά και παχύφυτα σταπελιοειδούς χαρακτήρα όπως οι κηροπηγίες (γένος Ceropegia). Μέχρι πρότινος, οι ασκληπιάδες ταξινομούνταν σε δική τους οικογένεια, τους ασκληπιίδες (Asclepiadaceae), αλλά πρόσφατα οι οικογένειά τους υπήχθη στους αποκυνίδες (Apocynaceae). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν πολλά καλλωπιστικά φυτά με πλατιά φύλλα, επιδεικτικά άνθη και τοξικό γάλα, όπως η πικροδάφνη, η αλαμάντα, το φούλι, το ρυγχόσπερμα, και παχύφυτα όπως το παχυπόδιο (γένος Pachypodium), το αδένιο (γένος Adenium) και η αδένια (γένος Adenia). Οι σταπέλιες ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές, και ορισμένα είδη είναι εδώδιμα. Τα γένη της φυλής των σταπελιών είναι: Angolluma, Baynesia, Caralluma, Desmidorchis, Duvalia, Echidnopsis, Edithcolea, Frerea, Hoodia, Huernia, Huerniopsis, Larryleachia, Notechidnopsis, Orbea, Orbeopsis, Piaranthus,’stapelia, Stapelianthus, Stapeliopsis, Tavaresia, Tridentea, Tromotriche και Whitesloanea. Στα αγγλικά το κοινό τους όνομα είναι «stapeliads (σταπελιάδες)», αλλ’αυτή η κατάληξη δε δικαιολογείται ετυμολογικά. Προφανώς προήλθε από σύγχυση με τις ασκληπιάδες. Οι σταπέλιες απαντούν στην Αφρική, στην Αραβική Χερσόνησο και στην υπόλοιπη Ασία μέχρι και την Ινδική Χερσόνησο. Το είδος Caralluma europaea είναι το μόνο ευρωπαϊκό είδος, με εξάπλωση στην ακραία νότια Ιβηρική Χερσόνησο. Κέντρα ποικιλότητας, δηλαδή περιοχές με μεγάλο αριθμό ειδών και πολλές ενδημικές και μικροενδημικές μορφές, είναι η βορειοανατολική Αφρική, η νότια Αφρική, η Υεμένη και το νησί Σοκότρα ανοιχτά της Υεμένης, και οι ξηρές περιοχές της Ινδίας, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Νεπάλ και της Βυρμανίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη κατάγονται από τη νοτιοαφρικανική περιοχή, αλλά μπορούν να βρεθούν είδη από κάθε περιοχή. Οι σταπέλιες φύονται σε ξηρές τοποθεσίες, είτε σε αμμώδες χώμα, είτε ανάμεσα σε πέτρες ή κάτω από την ελαφρά ημισκιά ψηλότερων θάμνων.

Όλες οι σταπέλιες είναι παχύφυτα, με σαρκώδεις βλαστούς όπου αποθηκεύεται το νερό. Οι βλαστοί κυμαίνονται σε ύψος από 2,5 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα και είναι γωνιώδεις, συνήθως τετραγωνισμένοι, αν και υπάρχουν είδη με έξι ακμές, και ορισμένα του γένους Hoodia μπορεί να έχουν πάνω από 30. Πάνω στις ακμές βρίσκονται τα φύματα, μικρά εξογκώματα που κανονικά θα έφεραν τα φύλλα. Τα φυτά αυτά είναι λειτουργικά άφυλλα, με υπολειμματικα μόνο φύλλα. Συνήθως υπάρχουν δύο παραφυλλικά δόντια, μικρά δόντια που αντιστοιχούν στα παράφυλλα άλλων φυτών, ελασματώδεις προεξοχές εκατέροθεν της βάσης του μίσχου του φύλλου. Επίσης κατά την ανάπτυξη συνήθως σχηματίζεται το υπόλειμμα του κυρίως φύλλου, το οποίο είναι ένα μικρό δόντι και πέφτει σύντομα μετά την εμφάνισή του, αν και κάποια είδη του νοτιοαφρικανικού γένους Tridentea το διατηρούν, εξού και το όνομά του. Το ινδικο είδος Frerea indica είναι η μόνη σταπέλια που παράγει κανονικά, μακρόστενα φύλλα, και μόνο κατά τη βροχερή περίοδο. Οι βλαστοί μπορεί να είναι λείοι ή χνουδωτοί, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, Ενώ σε πολλά είδη μπορεί να έχουν μοβ ή ερυθρές περιοχές και κηλίδες, οι οποίες είναι εμφανέστερες στο έντονο ηλιακό φως (το φυτό παράγει ανθοκυανίνες για να προστατευτεί). Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, αλλά συνήθως είναι εξαπλούμενοι ή έρποντες, και μπορεί να ριζώσουν στην επαφή τους με το έδαφος. Το ριζικό σύστημα των φυτών αυτών είναι ρηχό, όπως και σε πολλά άλλα παχύφυτα, ώστε ν’απορροφά γρήγορα το νερό της βροχής πριν εξατμιστεί από τη ζέστη.

Το πλέον οιδοποιό στοιχείο όμως των φυτών αυτών είναι τα άνθη τους. Τα άνθη κυμαίνονται σε διάμετρο από 2 χιλιοστά σε αρκετά είδη των γενών Echidnopsis και Pseudolithos, μέχρι τα 41 εκατοστά ή και περισσότερο στη γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea), η οποία έχει το μεγαλύτερο άνθος από κάθε άλλο παχύφυτο. Τα άνθη φύονται προς τη βάση του βλαστού στα μεγανθή και στη μέση ή προς τις κορυφές στα μικρανθή είδη, μονήρη, κατά μικρές ομάδες ή μικρές ταξιανθίες. Τα άνθη των φυτών αυτών έχουν δισκοειδές, αστεροειδές σχήμα, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Αποτελούνται από 5 σέπαλα και 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, όπως και σ’όλα τα μέλη της οικογένειας. Σπάνια εμφανίζονται φυτά που από μετάλλαξη έχουν λιγότερα πέταλα από σύμφυση δύο ή και περισσότερων, έχουν περισσότερα ή είναι ημίδιπλα. Κατά τ’άλλα τα άνθη τω σταπελιοειδών αποκλίνουν πολύ από τα κοινά άνθη. Οι βάσεις των πετάλων μαζί με τις αναπαραγωγικές δομές στο κέντρο του άνθους είνα συνενωμένες σε μια πολύπλοκη δομή, το δίσκο ή δακτύλιο (annulus). Τα άνθη δεν είναι λεπτά και μαλακά όπως αυτά των περισσότερων φυτών· ανταυτού είναι σκληρά, δύσκαμπτα, με δερματώδη και συχνά με σαρκώδη πέταλα, θυμίζοντας περισσότερο φύλλα παχυφύτου. Τα πέταλα δεν είναι λεία κι απαλά, αλλά χνουδωτά και κάποιες φορές αυλακωτά, ενώ πολλά είδη φέρουν μακρύτερες τρίχες στις άκρες των πετάλων τους, οι οποίες δονούνται με τον άνεμο (δονητικές τρίχες). Τα χρώματά τους δεν είναι τα καθαρά κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί κλπ των γνωστών λουλουδιών, αλλά θαμπές αποχρώσεις του καφέ, του καφεκόκκινου, του μπεζ, του μοβ και του ροζ. Τέλος η οσμή τους δεν είναι η γλυκιά οσμή των αγαπητών μας λουλουδιών, αλλά αυτή ενός πτώματος σε αποσύνθεση. Οι σταπέλιες χρησιμοποιούν τις μύγες για την επικονίασή τους, κι επειδή τα φυτά που χρησιμοποιούν τέτοιους επικονιαστές δεν τους ανταμοίβουν με νέκταρ, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνήθως δεν τρώνε, θα πρέπει να στήσουν την απάτη τους όσο το δυνατόν καλύτερα, γι’αυτό και το σχήμα, το χρώμα, η υφή και η οσμή των ανθέων των σταπελιοειδών πλησιάζουν όσο γίνεται τη μορφή ενός νεκρού ζώου σε αποσύνθεση. Η απάτη είναι τόσο αληθοφανείς, που σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε μεγάλα άνθη, οι μύγες γεννούν τα αυγά τους στη στεφάνη του άνθους, αλλά φυσικά οι προνύμφες πεθαίνουν από ασιτία. Η στρατηγική αυτή είναι αρκετά επιτυχημένη, αφού και μια νοτιοαφρικανική ορχιδέα, το είδος Satyrium pumilum μιμείται τις σταπέλιες αναδίδοντας οσμή πτώματος, και, όπως και οι περισσότερες ορχιδέες, εξαπατά τους επικονιαστές της. Πολλά άλα φυτά προσελκύουν μύγες με παρόμοιες οσμές σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως το φιδόχορτο στην Ελλάδα για παράδειγμα, μέλος της οικογένειας των αροειδών με πολλά άλλα μυιόφιλα είδη. Τα διάφορα είδη σταπέλιας διαφέρουν ως προς την οσμή και τη μορφή των ανθέων, κι έτσι προσελκύουν συγκεκριμένα είδη επικονιαστών, ενώ μερικά είναι εξειδικευμένα σ’ένα μόνο είδος. Κάποια είδη πλησιάζουν την οσμή του πτώματος περισότερο από άλλα. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως το είδος Caralluma plicatiflora της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, το οποίο μυρίζει σαν κοπριά καμήλας, προσελκύοντας τις πιο κοπροφάγες μύγες. Άλλα είδη χρησιμοποιούν μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες και σκαθάρια ως επικονιαστές, π.χ. τα είδη Stapelia erectiflora και S. flavopurpurea αναδίδουν γλυκή οσμή για την προσέλκυση των μελισσών, αλλά η συντριπτική πλειονότητα χρησιμοποιεί τις μύγες. Τέλος υπάρχουν και λίγα είδη που παράγουν νέκταρ.

Το σύστημα επικονίασης των φυτών αυτών είναι μοναδικό. Αντί να απελευθερώνουν κόκους γύρης, οι οποίοι μεταφέρονται παθητικά με τα έντομα σε άλλα άνθη, συσκευάζουν τη γύρη τους σε συσσωματώματα, τα γυρεοσώματα (pollinia), τα οποία εναποτίθενται ολόκληρα από τα έντομα στα άνθη αποδέκτες. Όλα τα ασκληπιαδοειδή χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, αλλά οι σταπέλιες το έχουν εξελίξει στον υπέρτατο βαθμό. Το pollinium είναι μέρος μίας μεγαλύτερης δομής, της συσκευής επικονίασης, η οποία αποτελεί προϊόν έκκρισης των κυττάρων του ανθήρα. Η συσκευή αποτελείται από ένα κεντρικό σωμάτιο (corpuscle), το οποίο φέρει δύο μεταφορείς βραχίονες (translator arms) ή ουρίδια (caudicles), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με το σωμάτιο είτε απευθείας, είτε με τη βοήθεια ενός φτερού του ουριδίου. Στις απολήξεις των ουριδίων βρίσκονται τα pollinia. Στα υπόλοιπα ασκληπιαδοειδή, μεταξύ του ουριδίου και του pollinium παρεμβάλλεται ακόμα ΄μια δομή, το retinaculum. Το έντομο, καθώς επισκέπτεται ένα άνθος, παγιδεύει ένα μέρος του σώματός του (κάποιο πόδι ή κεραία αν είναι μικρό, ένα τριχίδιο αν είναι μεγαλύτερο) στο κενό που αφήνουν τα φτερά των ανθήρων, και με τις κινήσεις που κάνει προσπαθώντας ν’απελευθερωθεί, αποσπά έναν μηχανισμό επικονίασης, τον οποίο εναποθέτει σε άλλο άνθος του ίδιου είδους με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας τη διαδικασία της επικονίασης. Στις υπόλοιπες ασκληπιάδες, το σφαιρικό pollinium μπορεί να τοποθετηθεί στο άνοιγμα χωρίς κάποιον προσανατολισμό, αλλά στις σταπέλιες η μορφή του pollinium και της σχισμής είναι τέτοια, ώστε αυτό να μπορεί να μπει μόνο από συγκεκριμένη πλευρά, σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ορισμένα γένη ωστόσο, όπως η Hoodia, δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το διαφορετικό σχήμα του pollinium και τη σχισμής σε κάθε είδος, καθώς και οι διαφορές στη μορφολογία των ανθέων, άρα και στους επικονιαστές τους οποίους προσελκύουν, είναι οι κύριοι φραγμοί κατά του υβριδισμού των ειδών στη φύση, παρά οι γενετικές διαφορές, αφού υβρίδια φαινομενικά ασύμβατων ειδών μπορούν να παραχθούν με τεχνητή επικονίαση. Υπάρχουν ωστόσο και γένη με συμβατά κλειδιά και κλειδαριές, τα οποία υβριδίζονται και στη φύση. Σύντομα λοιπόν μετά την τοποθέτηση του pollinium στην κλειδαριά, το πρώτο απορροφά νερό από το άνθος και διογκώνεται, ώστε να μείνει στη θέση του, και στη συνέχεια βλαστάνουν όλα τα νημάτια της γύρης, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της επικονίασης. Παρόμοιος μηχανισμός επικονίασης με pollinia έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα στις ορχιδέες (οικογένεια Orchidaceae), ομάδα φυτών με μεγάλη εξειδίκευση στους επικονιαστές, αν και η μικροανατομία του συστήματος διαφέρει. Η στρατηγική αυτή μπορεί να εξελιχθεί μόνο σε φυτά με εξειδικευμένους επικονιαστές, όπου η πιθανότητα στοχευμένης μεταφοράς της γύρης σε άλλο άνθος του ίδιου είδους είναι μεγάλη. Μεγάλο πλεονέκτημα΄της είναι η μαζική γονιμοποίηση όλων των ωαρίων ενός άνθους από τη γύρη ενός μόνο άλλου. Το μειονέκτημά της είναι ωστόσο ότι, αν το pollinium χαθεί, όλες οι πιθανότητες γονιμοποίησης ενός ανθήρα, μιας ομάδας ανθήρων ή ενός άνθους ανάλογα με το είδος μηδενίζονται.

Μετά την επιτυχεί γονιμοποίηση, το άνθος μαραίνεται δίνοντας τη θέση του μερικές φορές σ’έναν, αλλ΄ασυνήθως σε δύο επιμήκεις καρπούς. Επειδή συνήθως βγαίνουν διπλοί κι έχουν τημορφή κεράτων, ένα κοινό αφρικάανς όνομα για τις σταπέλιες είναι «bockhorings», δηλαδή κέρατα αντηλόπης. Οι καρποί αυτοί είναι κάψες και κατά την ωριμότητα ξηραίνονται και διαρηγνύονται, απελευθερώνοντας πολλούς μικρούς σπόρους, οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο χάρη στην κόμη, μία μικρή τούφα τριχών που φέρουν. Λίγοι βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν, κι ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν. Οι περισσότεροι βλαστάνουν στην ημισκιά μεγαλύτερων θάμνων. Κάποια είδη ξεφεύγουν από την καταπιεστική αυτήν τυραννία με τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, ενώ άλλαπαραμένουν εκεί, προστατευμένα από το σκληρό ήλιο της ερήμου. Οι σταπέλιες είναι σπάνιες στα οικοσυστήματα όπου ζουν, και, ασυνήθιστα για παχύφυτα, είναι εξαιρετικά βραχύβιες, με τις περισσότερες να ζουν στη φύση το πολύ μία δεκαετία. Μικροί πληθυσμοί τους σε μια περιοχή μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστούν χωρίς προφανή λόγο, κι αλλού να εμφανιστούν άλλοι.

Η χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Το είδος Carallum adscendens, με εξάπλωση από την Ινδία μέχρι το αφρικανικό Σαχέλ, τρώγεται στην Ινδία ως λαχανικό, είτε φρέσκο είτε σε τουρσί, ενώ χρησιμοποιείται από τους ταξιδιώτες και τους κυνηγούς για να μετριάζουν τη πείνα και τη δίψα στο δρόμο. Θεωρείται επίσης φαγητό πείνας. Στη νότια Αφρική, τα είδη Orbea lugardii και O. maculata τρώγονται ως λαχανικά, κι έχουν γεύση μαρουλιού. Σπανιότερα τρώγεται και η O. namaquensis, η οποία είναι πολύ πικρή. Οι σταπέλιες έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης και στην ιατρική, για τη θεραπεία πραγματικών ή και περισσότερο μαγικών παθήσεων. Για παράδειγμα οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Hoodia gordoni για να μετριάσουν την δίψα τους στα ταξίδια – άλλωστε περιέχει πολύ νερό -, ίσως και για να κόψουν την όρεξη, αλλά και για τη θεραπεία της δυσπεψίας, των στομαχικών κραμπών, των αιμορροΐδων, του διαβήτη και μικρών μολύνσεων. Οι Ζουλού της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Stapelia gigantea για τη θεραπεία της υστερίας. Μακράν όμως η μεγαλύτερη χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι στην κηπουρική.

Οι σταπέλιες καλλιεργούνται ευρέως παγκοσμίως για τα μοναδικά γνωρίσματά τους. Υπάρχει τεράστια διαθέσιμη γκάμα ειδών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικόβαθμο΄δυσκολίας, με κάποια είδη το ίδιο εύκολα μ’άλλα κοινά παχύφυτα κι άλλα που εκνευρίζουν ακόμα και τους πλέον πεπειραμένους καλλιεργητές. Γενικά, οι σταπέλιες που κατάγονται από περιοχές με σταθερή βροχερή περίοδο είναι ευκολότερες από τις πιο τροπικές αλλά ξηροφυτικές. Οι περισσότερες χνουδωτές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Οι ανάγκες τους είναι παρόμοιες μ’αυτές άλλων παχυφύτων, δηλαδή ζεστό και φωτεινό περιβάλλον κατά την περίοδο ανάπτυξης, χώμα με καλή αποστράγγιση και πλήρης ανάπαυλα το χειμώνα. Το εδαφικό μίγμα για τα είδη από μέρη με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά το 1/3 από άμμο, το 1/3 από φυλλόχωμακαι το 1/3 από κοινό χώμα κήπου. Τα πιο ξηροφυτικά είδη θα χρειαστούν μίγμα που στραγγίζει αμέσως, με πολύ λιγότερη οργανική ύλη, ενώ αρκετοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν εντελώς ανόργανο μίγμα για τα πλέον ευπαθή ξηροφυτικά είδη, για την αποφυγή της μυκητικής σήψης των ριζών. Για ορισμένα είδη, των οποίων οι βλαστοί δεν αγγίζουν απευθείας το χώμα, αλλά στέλνουν τις ρίζες τους ανάμεσα στα βράχια, θα πρέπει η επιφάνεια της γλάστρας να στρωθεί με κάποιο ανόργανο υλικό όπως περλίτη ή χαλίκια, για να μη σαπίσουν. Οι γλάστρες για τις σταπέλιες μπορούν να είναι ρηχές, αφού τα φυτά αυτά δεν έχουν βαθύ ριζικο σύστημα και περισσότερο απλώνονται παρά αναπτύσσονται καθ’ύψος, και οπωσδήποτε θα πρέπει να έχουν αρκετές τρύπες αποστράγγισης. Είδη που κρέμονται καλά μπορούν να φυτευτούν σε κρεμαστά καλάθια και οι βλαστοί τους ν’αφήνονται να πέφτουν προς τα κάτω, ώστε τα άνθη τους να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση. Ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και την κλιματική ζώνη, ορισμένα είδη μπορούν να φυτευτούν σε κήπους ή βραχόκηπους, ενώ ευκολα καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Στους κήπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εδαφοκάλυψη μπροστά από ψηλότερα φυτά, και ακόμα και οι στείροι βλαστοί των πιο πολύχρωμων ειδών είναι εντυπωσιακοί στο βραχόκηπο. Τα είδη που κατάγονται από περιβάλλοντα με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει να ποτίζονται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, αρκει το χώμα να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα, ενώ τα πιο ξηροφυτικά είδη θα πρέπει να ποτίζονται αραιότερα. Γενικά, το λιγότερο πότισμα είναι καλύτερο από το περισσότερο. Όλα τα είδη θα πρέπει να λιπαίνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης ελαφρά, και τα ξηροφυτικά ακομα ελαφρότερα. Οι σταπέλιες ευδοκιμούν στον απευθείας ήλιο, αλλά επειδή πολά είδη αναπτύσσονται κάτω από τη ημισκιά ψηλότερων φυτών, καλύτερα να δέχονται περισσότερο τον πρωινό και τον απογευματινό ήλιο, παρά το μεσημεριανό. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται εύκολα με μοσχεύματα, τα οποία κόβονται κατά την περίοδο ανάπτυξης για βέλτιστα αποτελέσματα. Όπως και με τους κάκτους, το μόσχευμα θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώσει αφού κοπείπριν φυτευτεί, γιατί αλλιώς θα σαπίσει. Αντίθετα με τους κάκτους, ο χρόνος ξήρανσης είναι λιγότερος, συνήθως μια βδομάδα. Μετά το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί ρηχά στο έδαφος, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σαπίσει, κι αν υπάρχει πρόβλημα στήριξης, μπορεί να στηριχθεί με βότσαλα, ξυλάκια ή και με λίγο ανασηκωμένο χώμα. Όπως και με τους κάκτους, δε θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά μέχρι να ριζώσει – τα ξηρόφυτα ριζώνουν μόνο όταν πρέπει να ψάξουν νερό. Σύντομα μετά τη ριζοβολία θα ξεκινήσει η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης και με σπόρο, αλλά είναι πολύ ψιλός και πετάει αμέσως, γι’αυτο θα πρέπει να συλλεγεί μόλις ανοίξει η κάψα, ή, καλύτερα, η κάψα να περιβληθεί με διχτάκι πριν ωριμάσει ώστε όλοι οι σπόροι να πέσου μέσα. Οι σπόροι χρειάζονται μέτριες προς υψηλές θερμοκρασίες και καλά αποστραγγιζόμενο αλλά ελαφρώς υγρό χώμα για τη βλάστηση και τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία, αλλά και η μεγάλη πυκνότητά τους μπορούν να οδηγήσουν σε μυκητική σήψη. Για να υπάρχουν σπόροι όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η επικονίαση. Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω θα γονιμοποιηθούν φυσικά από τα έντομα, αλλά αυτά που ζουν σε μόνιμα κλειστό θερμοκήπιο χωρίς πρόσβαση σεέντομα ή εξειδικευμένα είδη με επικονιαστές που μπορεί να μην υπάρχουν στην περιοχή θα πρέπει να επικονιαστούν τεχνητά, δηλαδή με χειροκίνητη μεταφορά ενός μηχανισμού επικονίασης από ένα άνθος στην κλειδαριά ενός άλλου. Η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη από την τεχνητή επικονίαση των τυπικών ανθέωνμε του βουρτσάκι, απαιτώντας χειρουργική ακρίβεια, μικρολαβίδα και μικροσκόπιο. Η μέθοδος αυτή ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολλά ενδιαφέροντα υβρίδια, τα οποία μετά μπορούν να διαιωνιστούν με μοσχεύματα. Οι περισσότερες σταπέλιες δεν αντέχουν την παγωνιά, αν και λίγα εύκρατα είδη της Νότιας Αφρικής μπορούννα επιβιώσουν σε ελαφριές παγωνιές συντομης διάρκειας αν είναι στεγνά, οπότε χρειάζονται προστασία. Τα πιο ξηροφυτικά είδη έχουν πρόβλημα επιβίωσης σε χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμα κι αν διατηρούνται στεγνά και το θερμόμετρο δεν πέφτει ποτέ κάτω από το μηδέν, επειδή ο μεταβολισμός τους είναι αφύσικα χαμηλός, και οι άμυνές τους κατά των ασθενειών πεσμένες, κι έτσι σαπίζουν εύκολα από μύκητες. Τα συγκεκριμένα είδη δε θα πρέπει να εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών αν γίνεται, και καλύτερα να διατηρούνται σε ακόμα υψηλότερες. Μεγαλύτεροι εχθροί των σταπελιών είναι οι μύκητες, οι οποίοι μπορούν να τις σαπίσουν ταχύτατα. Απόέντομα, σημαντικκότεροι εχθροί είναι τα κοκκοειδή, τα οποία προσβάλλουν τους βλαστούς, συχνά καλύπτοντάς τους ολόκληρους, και οι αλευρώδεις, οι οποίοι προσβάλλουν τις ρίζες και τους πολύ πυκνούς βλαστούς. Σπανιότερα τις επιτίθενται οι αφίδες, οι κάμπιες και το ρυγχωτό σκαθάρι Paramecops stapeliae, είδος εξειδικευμένο να τρώει σταπέλιες, το οποίο τρέφεται τρυπώντας τους βλαστούς και απομυζώντας το χυμό τους. Είναι αρκετά σπάνιο, αλλά μπορεί να προξενήσει σοβαρές ζημιές σε συλλογές όποτε εμφανίζεται. Τα έντομα μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διάφορα εντομοκτόνα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ενώ για τους μύκητες η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. Προληπτικά, π.χ. για σπορόφυτα ή γιαμοσχεύματα σπάνιων ειδών μπορούν να χρησιμοποιηθούν μυκητοκτόνα, αλλά μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα απαιτείται άμεση δράση. Τα πράσινα μέρη του φυτού μπορούν να κοπούν λίγο ψηλότερα από το σημείο της σήψης, και να φυτευθούν σε νέες γλάστρες με νέο, αποστειρωμένο χώμα. Παρακάτω θα παρουσιάσω τρία συγκεκριμένα είδη τα οποία έχω, είχα ή θα ήθελα ν’αποκτήσω.

Το πρώτο είδος που έχω ακόμα είναι αυτό της φωτογραφίας. Είναι μια ποικιλόχρωμη σταπέλια ή όρμπεα (Orbea variegata), το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος της ομάδας. Το γένος Orbea περιλαμβάνει περίπου 56 είδη σε Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, με ισάριθμα είδη στο βόρειο και το νότιο Ημισφαίριο. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό orbis, δηλαδή κύκλος, αναφερόμενο στον εμφανή δακτύλιο στο κέντρο του άνθους. Η O. variegata είναι το ευκολότερο είδος σταπέλιας. Καλλιεργείται σαμ κάθε παχύφυτο, και ανέχεται λάθη που θα σκότωναν αμέσως τα ευπαθέστερα είδη. Είναι η παλαιότερη σταπέλια σε καλλιέργεια, με πολλές ποικιλίες και υβρίδια, κάποια των οποίων αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστά είδη στο παρελθόν. Κατάγεται απο΄το δυτικό Ακρωτήριο, μια περιοχή με χειμερινή βροχερή περίοδο, όπου φύεται κοντά στην ακτή. Δεν είναι πολύ ψηλό φυτό, με ύψος όχιπερισσότερο των 15 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι λείοι, τετραγωνισμένοι, με κανονικά φύματα, πράσινοι με χαρακτηριστικές μοβ περιοχές που γίνονται εντονότερες στο έντονο ηλιακό φως, και διακλαδίζονται προς τη βάση τους. Το φυτό απλώνεται στο έδαφος και ριζώνει σε σημεία επαφής με αυτό. Τα άνθη του φύονται προς τις κορυφές των βλαστών, έχουν διάμετρο 5 εκ και το τυπικό αστεροειδές σχήμα, με πέταλα καφέ προς μοβ και ανοιχτότερο κίτρινο δακτύλιο. Περίοδος ανάπτυξής του είναι ο χειμώνας και η άνοιξη, αλλά σε ψυχρότερα κλίματα όπως εδώ, το χειμώνα αδρανοποιείται κι αναπτύσσεται την άνοιξη μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι οδηγίες καλλιέργειας για τα ευκολότερα είδη παραπάνω ισχύουν και γι’αυτό το είδος. Δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα· καλλιεργείται και πολλαπλασιάζεται απροβλημάτιστα. Χάρη στην ανθεκτικότητά του, το φυτό ξέφυγε από την καλλιέργεια κι εξαπλώθηκε στη νότι Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο
Το δικό μου φυτό το πήρα το Μάιο του 2014 από την ανθοέκθεση. Ήμουν τυχερός, κι επαναλαμβάνω πολύ τυχερός, που πέτυχα πωλητή που γνώριζε τις επιστημονικές ονομασίες των φυτών που πουλούσε και μπορούσε να δώσει σωστές συμβουλές για τη φροντίδα τους. Ήταν άλλωστε όλα από δικό του φυτώριο. Στον πάγκο του είχε κάκτους, άλλα παχύφυτα και σαρκοφάγα φυτά. Του ζήτησα σταπέλια και μου έδωσε το μόνο είδος που είχε εκεί, το οποίο μου ταυτοποίησε ως Stapelia variegata, αν και ψάχνοντας βρήκα ότι αναταξινομήθηκε σε Orbea variegata. Ήταν ένα μικρό, παράξενο παχύφυτο με τετράγωνους βλαστούς σ’ένα μικροσκοπικό γλαστράκι όπως και τα υπόλοιπα, γεμάτο ρίζα. Λίγες μέρες μετά την αγορά του, το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερο, όπου αμέσως ξεκίνησε την ανάπτυξη, προφανώς για ν’αναπληρώσει το χαμένο χρόνο στο μικρό γλαστράκι. Σταμάτησε ν’αναπτύσσεται κατά τα μέσα του Ιουνίου, και για το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε στάσιμο. Από τα τέλη του Αυγούστου όμως άρχισε να πετάει παντού νέους βλαστούς ως προετοιμασία για την ανθοφορία, αλλά εγώ δεν το γνώριζα ακόμα. Ο καλλιεργητής μου είπε πως θα άνθιζε τον Αύγουστο, αλλά μάλλον πήγε πίσω εξαιτίας της μικρής γλάστρας όπου βρισκοόταν, και άνθισε το Σεπτέμβριο. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου λοιπόν πρόσεξα δύο μικρά μπιμπικάκια στην άκρη ενός μικρού, φαινομενικά ασήμαντου βλαστού, και υποψιάστηκα ότι μπορεί να ήταν μπουμπούκια, αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σε λίγες μέρες όμως οι ελπίδες μου επιβεβαιώθηκαν, επειδή οι κόκκοι αυτοί βρίσκονταν πάνω σε μικρούς ποδίσκους, που τότε ήταν σαν νήματα ακόμα. Σιγά-σιγά μεγάλωναν, και από το σχεδόν σφαιρικό σχήμα, αφού έφτασαν το 1 εκ σε ύψος πήραν το τυπικό κωδονοειδές σχήμα. Τότε νόμιζα πως σταμάτησε η ανάπτυξή τους, αλλά διαψεύστηκα. Το ένα συνέχιζε να μεγαλώνει, και μετά το 1,5 εκ άρχισε να αυξάνεται σε πλάτος. Τις μέρες πριν ανοίξει είχε πάρει δισκοειδές σχήμα και είχε φτάσει σε μέγεθος δίευρου ή και περισσότερο, δηλαδή 2 εκ και κάτι. Το μόνο που έμεινε από το πρώην κωδονοειδές σχήμα του ήτα μια μυτούλα στη μέση. Ο ποδίσκος του είχε μεγαλώσει επίσης και σε μήκος (γύρω στα 4 εκ) και σε πάχος, και το άνθος κρεμόταν επικίνδυνα, αλλά τελικά δεν έπαθε τίποτα. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου λοιπόν, η μυτούλα αυτή άρχισε ν’ανοίγει. Την επόμενη μέρα, 20 Σεπτεμβρίου, το άνθος είχε ανοίξει, αν και τα πέταλα γύριζαν ακόμα προς τα πάνω. Νομίζοντας ότι αυτό ήταν το κανονικό άνθος του φυτού, απογοητεύτηκα, διότι δε μύριζε καθόλου. Είχε μόνο μια πολύ ελαφριά οσμή χαλασμένου ψαριού. Το βράδυ το πήγα στα ζώα μου για να δω τις αντιδράσεις τους. Η κουνέλα μου η Λίμπο, αφού πήγε να δοκιμάσει μια κορυφή του φυτού και την άφησε αμέσως, μάλλον επειδή ήταν πικρό, μύρισε το άνθος και πήγε πίσω. Το λοφιοφόρο μου γκέκο ο Βαρώνος το πλησίασε, και άρχισε να το μυρίζει και να βγάζει τη γλώσσα του με ιδιαίτερη προσήλωση. Απόρησα τότε αν το είδος είναι πτωματοφάγο στη φύση – κανονικά τρώει έντομα, νέκταρ και ώριμα φρούτα. Από την άλλη ίσως απλώς το άνθος να μύριζε σαν φρούτα που αρχίζουν να σαπίζουν ή απλώς το γκέκο να παραξενεύτηκε από τη μυρωδιά, και να κάθισε λίγο παραπάνω εκεί για να το εξερευνήσει. Την επόμενη μέρα λοιπόν διαψεύστηκα για ακόμα μια φορά. Το άνθος τώρα είχε ανοίξει εντελώς, και ανέδιδε έντονη μυρωδιά σαπίλας. Ήταν κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα, περισσότερο προς το δεύτερο, πάραυτα η μυρωδιά ήταν ελάχιστα αισθητή μετά την απόσταση των 10 εκατοστών. Το ξαναπήγα στα ζώα. Η κουνέλα το μύρισε και πήγε πίσω αμέσως, και το γκέκο, αφού το μύρισε λίγο, γύρισε απότομα το κεφάλι του αλλού. Σε επόμενες δοκιμές γύριζε το κεφάλι του αλλού, και μετά πήγαινε πίσω. Οπότε τελικά δεν είναι πτωματοφάγο. Οι αμίνες της αποσύνθεσης, όπως η σηψίνη και η πτωμαΐνη, που παράγουν κι αυτά τα φυτά, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στα ζώα και σε μικρές ακο΄μα συγκεντρώσεις. Για τα πτωματοφάγα είδη δρουν ως ισχυρά ελκτικά, ενώ για τα περισσότερα μη πτωματοφάγα είδη δρουν ως σήμα κινδύνου, αφού θα μπορούσαν να υποδηλώνουν νεκρό μέλος του είδους από ασθένεια ή εχθρό ή αλλοιωμένη τροφή. Αντιδράσεις αποφυγής προς αυτές τις ουσίες έχουν καταγραφεί σε ζώα από μικρά ασπόνδυλα και ψάρια όπως ζεβρόψαρα, μέχρι μεγάλα θηλαστικά και φυσικά τον άνθρωπο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου λοιπόν, φωτογράφισα το άνθος. Στις 25 του μηνός άρχισε να μαραίνεται, αλλά δεν το άφησα να πέσει· το έκοψα για να βρω το σημείο που παράγονται οι ουσίες αυτές. έσπασα το κεντρικό συνενωμένο μέρος, που ήταν πολύ χυμώδες, και το χέρι μου μύριζε σαν το άνθος για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μετά μύριζε απλώς σαν χυμός φυτού. Κάπου εκεί μέσα θα παράγονται οι ουσίες αυτές, αλλά σε πολύ μικρές ποσότητες. Δεν έχει μελετηθεί ο τρόποςπαραγωγής τους, αλλά πιθανότατα θα παράγονται από τη λύση αμινοξέων σε κάποια κύτταρα. Άλλωστε τέτοιες ουσίες υπάρχουν σε μικροποσότητες σε ζωντανούς ιστούς. Στον άνθρωπο, μπορούν να βρεθούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ούρα, αλλά και στο σπέρμα, όπου μαζί με τη σπερμίνη και τη σπερμιδίνη, δύο άλλες αμίνες, συμβάλλουν στη συμπίεση του dna. Δηλαδή ουσιαστικά γεννιόμαστε από τις πτωμαΐνες. Μη νομίζετε λοιπόν ότι τα άνθη της σταπέλιας είναι σάπια ή βρώμικα. Αν πιάσετε ακόμα και το πιο δύσοσμο άνθος και μυρίσετε αμέσως μετά το χέρι σας, δε θα μυρίζει απολύτως τίποτα. Απλώς η μύτη μας είναι υπερευαίσθητη σε μικροσυγκεντρώσεις αυτών των ουσιών, κι έτσι μας δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότοι κάτι σαπίζει. Όσο το άνθος ήταν πάνω στο φυτό, είχα προσέξει ότι μύριζε εντονότερα την ημέρα, αλλά σχεδόν καθόλου τη νύκτα. Προφανώς παράγει τις περισσότερες ουσίες τις ώρες που κυκλοφορούν οι επικονιαστές του, για να μη δαπανά άσκοπα ενέργεια. Επίσης δεν πρόσεξα καμία μύγα στο άνθος. Ίσως το άνθος να ήταν μικρό και οι μύγες λίγες στην περιοχή, οπότε δε μπόρεσαν να το εντοπίσουν, ίσως απλώς να ήλθαν, αλλά εγώ να μην ήμουν μπροστά. Έκανε εκείνες της μέρες κρύο, αλλα τη μέρα είχε ήλιο και η θερμοκρασία ανέβαινε αρκετά, κι εκτός αυτού υπάρχουν και μύγες που πετάνε και σε πιο κρύο καιρό με την παραμικρή ένδειξη πτώματος.
Μετά λοιπόν την ανθοφορία, ήρθε ο χειμώνας κι επρόκειτο να μεταφυτεύσω το φυτό. Το έβγαλα από το γλαστράκι του επειδή το χρειαζόμουν, και το μισοφύτεψα σε μια ζαρντινιέρα προσωρινά. Τελικά άλλη γλάστρα δεν έψαξα, κι έτσι το φυτόπέρασε το χειμώνα έξω, σχεδόν γυμνόριζο. Αν και η θέση του ήταν αρκετά προστατευμένη από αέρηδες και δυνατά κρύα, σίγουρα θα πέρασε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι αφυδατώθηκε, αλλά ξαναδιογκώθηκε αμέσως μόλις το φύτεψα σε μεγαλύτερο γλαστράκι την άνοιξη. Κάποιες κορυφές ξεράθηκαν και τις έκοψα, και λίγοι βλαστοί άργησαν να επανυδατωθούν, αλλά γενικά το φυτό επανυδατώθηκε αμέσως κι άρχισε την νανάπτυξη. Διπλασιάστηκε σε μέγεθος και σταμάτησε την ανάπτυξη στις αρχές του Ιουνίου. Η ταλαιπωρία αυτή ωστόσο το πήγε λίγο πίσω, αφού το μπουμπούκι του το έβγαλε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, κι ακόμα είναι λιγότερο από 1 εκατοστό. Άσχετα αν ανθίσει ή όχι, αυτόν το χειμώνα θα πρέπει να το μεταφυτεύσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα που θα του πάει γι’αι αρκετά χρόνια. Την άνοιξη επίσης θα πρέπει να κόψω ένα μόσχευμα για να το αναπαραγάγω, γιατί ο πατέρας μου μου το ζητάει. Κάτι έχουμε μετα πτωματικά φυτά Έχουμε αλοκάσιες, τώρα αυτό, και σίγουρα θα μαζέψουμε κι άλλα.

Το δεύτερο φυτό, ου ήμουν ασυμπτωτικά κοντά στο να έχω, αλλά το έχασα ήταν η χούντια του Γκόρντον (Hoodia gordoni). Το φυτό αυτό περιγράφηκε το 1775 από τον Robert Jacob Gordon, και αρχικά ταξινομήθηκε στο γένος Stapelia. Σήμερα το γένος Hoodia περιλαμβάνει περίπου 20 είδη. Το είδος του ενδιαφέροντος απαντά στο βορειοανατολικό μέρος του δυτικού Ακρωτηρίου και στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, και στα νότια της Ναμίμπια. Οι θερμοκρασίες στο φυσικό του περιβάλλον κυμαίνονται μεταξύ -3 και 40 βαθμών,οπότε το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, στις άμμους της Καλαχάρι και κάτω από την ημισκιά άλλων θάμνων. Αρχικά το φυτό αποτελείται από έναν μόνο βλαστό, στη συνέχεια όμως διακλαδίζεται στη βάση του. Ένα ώριμο φυτό μπορεί να έχει 50 κλαδιά και να ζυγίζει 30 κιλά, ενώ αυτά που αναπτύσσονται σε καλές συνθήκες μπορούν να φτάσουν το 1 μέτρο. Οι βλαστοί του είναι γωνιώδεις και αγκαθωτοί, επειδή τα φύματά του είναι σκληρά και μυτερά. Τα άνθη εμφανίζονται κοντά ή πάνω στην κορυφή, έχουν διάμετρο 75 χιλιοστών και είναι πιο χωανοειδή σε σχέση μ’αυτά άλλων σταπελιών, μοιάζοντας με άνθη πετούνιας. Ποικίλουν σε χρωματισμούς από ξανθό έως σκούρο καφέ, και, όπως οι περισσότερες σταπέλιες, μυρίζουν σάπιο κρέας. Μετά την ανθοφορία παράγεται ένα ζευγάρι καρπών. Εκτός από bockhorings, το φυτό λέγεται και ghaap στα αφρικάανς, από το βουσμανικό khoba.
Το φυτό ίσως να σας είναι γνωστό ως φυσικό βοήθημα στην απώλεια βάρους. Ο όλος τσαρλατανισμός ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αι. όταν, με βάση την παραδοσιακή χρήση του από τους Βουσμάνους για τη μείωση της πείνας και της δίψας στην έρημο, το Νοτιοαφρικανικο Συμβούλιο για την Επιστημονική και Βιομηχανική Έρευνα (CSIR), αναζητώντας κάποια ενεργή ουσία στο φυτό, απομόνωσε το 1977 τη γλυκοζίδη p57, η οποίαμείωσε σημαντικά την όρεξη στους αρουραίους έπειτα από ενδοεγκεφαλική ένεση. Δεν υπάρχουν ωστόσο αποδείξεις ότι κάνει το ίδιο σε ζώα ή ανθρώπους από διά στόματος χορήγηση. Το CSIR πατεντάρησε την ουσία το 1996. /εν συνεχεία παραχώρησε την άδεια στη βρετανική εταιρεία Phytopharm, η οποίασυνεργάστηκε με την Pfizer για να απομονώσουν απ’το φυτό κι άλλα τυχόν χρήσιμα συστατικά, αλλά και να βρουν τρόπους σύνθεσής τους. Η Pfizer τελικά απέσυρε τα δικαιώματα το 2002. Ο καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντισον στου Ουινσκόνσιν Paul Hudson ανέφερε ότι, για να παραχωρήσει η Pfizer τόσο εύκολα τα δικαιώματα γιακάτι το οποίο έχει να κάνει με την παχυσαρκία, πάει να πει ότι το σκεύασμα δεν έχει αποτέλεσμα. Η Pfizer ανακοίνωσε το 2002 ότι σταματά την έρευνα πάνω στο p57, επειδή ήταν δύσκολο στη σύνθεση. Ο Jasjid Bindra, αρχηγός ερευνητής για τη χούντια στην Pfizer, ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι το σκεύασμα επιβάρυνε το ήπαρ από άλλες ουσίες που δε μπορούσαν εύκολα ν’αφαιρεθούν από αυτό, συμπληρώνοντας ότι απαιτούνται πολλοί έλεγχοι ακόμα μέχρις ότου εγκριθεί το σκεύασμα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, και ότι ως τότε όσοι κάνουν δίαιτα θα πρέπει να προσέχουν. Εντωμεταξύ οι Βουσμάνοι ή Σαν των περιοχών όπου φύεται το φυτό αυτό θεώρησαν το πατεντάρισμα ενός παραδοσιακού βοτάνου βιοπειρατεία από τους Λευκούς κατακτητές, και μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, το CSIR συμφώνησε οι Βουσμάνοι να λαμβάνουν ένα ποσοστό των κερδών από τη διαφήμιση της χούντια (πόσο;). Σήμερα το φυτό αυτό προστατεύεται στη Νότια Αφρική, και μόνο άτομα και λίγες εταιρείες με ειδική άδεια επιτρέπεται να το συλλέγουν. Δεν ξέρω όμως αν πράγματι ο νόμος εφαρμόζεται, ή διεφθαρμένοι αστυνομικοί αφήνουν τον καθένα να κάνει ό,τι θε΄λει με λίγο μπαγιόκο στην τσέπη. Τελικά πολύς χαμός για το τίποτα. Ένα σπάνιο φυτό οδηγήθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης από μία υπόθεση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Ή, για να το πω πιο δραματικά, οι αφρώδεις, χοντροί μακντοναλτσοφάγοι της Δύσης σχεδόν εξαφάνισαν ένα μικρό, έως τότε σχεδόν άγνωστο φυτό της αφρικανικής ερήμου. Αυτό θα πει παγκοσμιοποίηση.
Όλοι οι σπόροι της H. gordoni που διατίθενται στο εμπόριο για καλλιέργεια προέρχονται από καλλιεργούμενα φυτά, οπότε δεν επηρεάζονται οι άγριοι πληθυσμοί. Εγώ είχα πάρει τους δικούς μου σπόρους πέρσι το φθινόπωρο από τη γερμανική σελίδα εξωτικών σπόρων. Ήταν τρεις, και τους έσπειρα αμέσως σε αμμώδες χώμα, σ’ένα γλαστράκι στον ήλιο. Φύτρωσαν σε λιγότερο από μια βδομάδα, τρεις μικροί, κοντόχοντροι κι ανοιχτοπράσινοι βλαστοί με δύο μικρές, ίσως ακ΄κομα μαζεμένες κοτυληδόνες στην κορυφή. Και μετά ήρθε ο αέρας και τα κατέστρεψε όλα. Ίσως έπρεπε να μοιράσω τα φυτά σε διαφορετικά γλαστράκια για να σώσω κανένα, αλλά δεν το έκανα επειδή δεν πρόβλεψα τόσο ακραίο καιρό. Θα μπορούσα επίσης να έχω τις γλάστρες σε μέρος χωρίς τόσο αέρα, αλλά το μέρος με τον περισσότερο αέρα στο μπαλκόνι μου είναι κι αυτό με τις περισσότερες ώρες ήλιου. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να λύσω αυτά τα προβλήματα.
Η χούντια καλλιεργείται όπως οι πιο ξηροφυτικές σταπέλιες. Χρειάζεται ήλιο, χώμα με λίγη οργανική ύλη και καλή αποστράγγιση, αραιά ποτίσματα και λίγη σχετικά λίπανση. Αντέχει τις χαμηλες θερμοκρασίες και τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Ιδιαιτερότητα όμως αυτού του φυτού είναι ότι σπάνια τα μοσχεύματά του δημιουργούν κάλο, εκείνη την αδιαφοροποίητη μάζα κυττάρων στο σημείοκκοπής που επαναδιαφοροποιείται σε ρίζες, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μ’αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατος, άρα μονο με σπόρο. Οι σπόροι χρειάζονται υγροό αλλά ελαφρύ χώμα. Η ανεπαρκής αποστράγγιση και η μεγάλυ πυκνότητα φυτών μπορούν να οδηγήσουν γρήγορα στη μυκητική σήψη, γι’αυτό θα πρέπει τέτοιες καταστάσεις ν’αποφεύγονται. Τα νεαρά φυτά θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σ’ένα χρόνο, οπότε θα έχουν ψηλώσει αρκετά, και σε 3 χρόνια θα είναι ήδη 25 εκ ψηλά με 10 κλαδιά. Στη φύση το φυτό δε ζει περισσότερο από 15 χρόνια, αλλά σε καλλιέργεια μπορεί να ζήσειπάνω από 25 χρόνια.

Το τρίτο φυτό που δεν έχω, αλά ακόμα ψάχνω, είναι φυσικά η γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea). Θεωρείται η βασίλισσα των σταπελιοειδών, και ό,τι δεν έχει σε χρώματα το έχει σε μέγεθος και μυρωδιά. Το άθος της έχει αποχρώσεις του καφέ και του ροζ, μπορεί να ξεπεράσει τα 40 εκ και μυρίζει ακριβώς σαν πτώμα. Παρά το τεράστιο μέγεθος των λουλουδιών, το φυτό είναι αρκετά κοντό, με βλαστούς ύψους το πολύ 20 εκ. Όπως οιπερισσότερες σταπέλιες όμως, το φυτό εξαπλώνεται στο έδαφος, και μεγάλα άτομα του είδους αυτού στη φύση μπορούν να φτάσουν τα 1-2 μέτρα σε πλάτος. Οι βλαστοί έχουν πλάτος 3 εκ, είναι χνουδωτοί, τετραγωνισμένοι, πράσινοι με κοκκινωπές περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες στο άμεσο ηλιακό φως. Είναι η σταπέλια με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον άξονα βορρά-νότου, ευρισκόμενη σε Ζάμπια, Μαλάουι, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική, όπου φύεται σε ξηρές περιοχές, σε πετρώδη μέρη ή κάτω από την ημισκιά ψηλότερων θάμνων. Καλλιεργείται όπως τα ξηροφυτικά είδη, από τα οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των ευκολότερων. Δε σαπίζει με το παραμικρο΄λάθος, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή με το πότισμα, την αποστράγγιση και τις χειμερινές θερμοκρασίες, οι οποίες προτείνεται τουλάχιστον να μην πέφτουν κάτω από 10 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα και δεν είναι καθόλου δυσεύρετο. Το μόνο που με ανησυχεί μ’αυτό το φυτό είναι ότι μπορεί ν’ανθίσει στο κατακαλόκαιρο, ενώ το σπίτι είναι άδειο, και να θορυβηθούν οι γείτονες.

Τώρα που γνωρίσατε τις σταπέλιες, μπορείτε να καταλάβετε γιατί είναι τόσο συλλεκτικά φυτά. Ίσως κάποιοι από σας να σκέφτεστε να προσθέσετε ένα τέτοιο φυτό στη συλλογή σας· ίσως κάποιοι να σκέφτεστε να ξεκινήσετε μια συλλογή από τα όμορφα και ιδιαίτερα αυτά φυτά· ίσως άλλοι να ψάχνετε τέτοιο φυτό, ιδίως κάποιο μεγανθές είδος, για να τρομάξετε τους γείτονες ή να το δώσετε δώρο σε κάποιον ανυποψίαστο. Να θυμάστε όμως, ότι όσοι δεν αντιλαμβάνονται τη μαγεία της εξέλιξης και της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να εκτιμήσουν τις σταπέλιες.

Πηγές:
άρθρο στην αγγλική Wiipedia για τη φυλή Stapeliae
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Stapelia gigantea
το γένος Stapelia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Stapelia
το γένος Orbea στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Orbea
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hoodia
το γένος Hoodia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Hoodia gordoni
το είδος H. gordoni στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
η επικονίαση των σταπελιοειδών

Πόθος στο δάσος Ουνταουατακέλε, πολύ δύσκολο τέτοιο φυτό να βρεθεί σε καλλιέργεια. Από Wikipedia.

Μπορούμε να πούμε πως είναι απ’τα πλέον διαδεδομένα φυτά εσωτερικού χώρου παγκοσμίως. Χάρη στην τεράστια για φυτό τροπικών δασών ανθεκτικότητά του, το είδος αυτό μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε, σε σπίτια, αίθουσες αναμονής, ξενοδοχεία, καταστήματα, γραφεία και δημόσιες υπηρεσίες, φυτεμένο είτε μόνο του, είτε σε συνθέσεις, σε μεγάλες ή μικρές γλάστρες, σε πολύ φως ή σε μια ξεχασμένη γωνία, και παντού να ζει. Είναιο γνωστός πόθος ή χρυσό επίπρεμνο (Epipremnum aureum), από την τάση του να καλύπτειτα πρέμνα, δηλαδή τους κομμένους κορμούς. Το φυτό αναταξινομήθηκε από το γένος Pothos πρόσφατα, και σ’όλη την ταξινομική ιστορία του έχει αποκτήσει πάρα πολλά συνώνυμα εξαιτίας των συνεχών του αναταξινομήσεων, τα οποία είναι υπερβολικά πολλά για ν’αναφέρω εδώ, και γενικώς δεν απαντώνται συχνά ώστε να χρειάζεται να τα ξέρουμε. Το όνομα «πόθος» δεν ξέρω πώς ακριβώς το πήρε, ίσως απ’την τάση εκείνο το διάστημα του 19ου αιώνα να βαφτίζονται φυτά με ονόματα συναισθηματικών καταστάσεων, όπως το μικρό ποώδες με τα κόκκινα άνθη του γένους Impatiens που λέγεται έρωτας ή ανυπομονεσία, ο κάκτος της υπομονής κλπ. Μπορεί αυτά όλα νά’ναι κατάλοιπα της γλώσσας των λουλουδιών, ενός κωδικού συστήματος επικοινωνίας που αναπτύχθηκε μέγιστα κατά την ηθικά καταπιεστική Βικτοριανή Εποχή της Αγγλίας, που παρεμπιπτόντως ήταν και εποχή άνθησης της κηπουρικής, με τον οποίον επικοινωνούσαν κρυφά άνθρωποι στέλνοντας μια ανθοδέσμη, με κάθε άνθος ή φυτό να συμβολίζει μια συγκεκριμένη ιδέα ή συναισθηματική κατάσταση. Ο πόθος αυτός όμως μάλλον σε πόθο επεκτατισμού παραπέμπει, μιας και με τις κατάλληλες συνθήκες καταλαμβάνει μέσα σε λίγους μήνες αρκετά μέτρα, ξεπερνώντας κατά πολύ τον αργό αλλά σταθερό κισσό, εξού και το άλλο αγγλικό του όνομα «Devil’s ivy”, δηλαδή κισσός του Διαβόλου.

Ανήκει στην πολυπληθή οικογένεια των αροϊδών κυρίως τροπικής εξάπλωσης με λίγα εύκρατα είδη, ένα εκ των οποίων είναι το
Φιδόχορτο.
Άλλα γνωστά είδη είναι το σπαθίφυλλο, το φιλόδεντρο, το ανθούριο, η
Αλοκάσια,
Η κολοκάσια, η κάλα κι άλλα. Αρκετά παλιός κλάδος μονοκοτυλήδονων, η οικογένεια αυτή έχει εξελίξει διάφορα μοναδικά χαρακτηριστικά που της προσδίδουν μεγάλη επιτυχία. Εκτός απ’τη χαρακτηριστική ταξιανθία της, το σπάδικα που περιβάλλεται απ’τη σπάθη και φέρει πολλά μικροσκοπικά άνθη με ιδιαίτερους τρόπους επικονίασης σε πολλά είδη, άλλα χαρακτηριστικά των μελών της είναι τα πλατιά και δικτυόνευρα φύλα με δευτερογενείς μίσχους (τα μονοκοτυλήδονα κανονικά έχουν άμισχα, στενόμακρα και παραλληλόνευρα φύλλα, όσα έχουν μίσχο τον εξέλιξαν ανεξάρτητα από μια περίσφιξη κοντά στη βάση του φύλλου), και οι σαρκώδεις καρποί, που μπορούν να μεταφερθούν με τα ζώα μακριά, όπως τα φρούτα των δικοτυλήδονων. Ο πόθος είναι αρκετά συγγενικός με τις μονστέρες και τα φιλόδεντρα, με τα οποία συχνά συγχέεται. Η εξάπλωσή του στη φύση είναι τεράστια, από την Ινδία, τη νότια Κίνα και Ιαπωνία κι όλη τη Νοτιοανατολική Ασία, σε όλα τα συμπλέγματα νησιών του Ινδικού και του νότιου Ειρηνικού μέχρι τη βόρεια Αυστραλία, όπου μπορεί να βρεθεί σε υγρά τροπικά δάση. Στη φύση το φυτό είναι πολύ διαφορετικό απ’αυτό που έχουμε στις γλάστρες μας. Είναι ένα τεράστιο αναρριχητικό που μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα, με μεγάλα πτεροσχιδή φύλλα μήκους ενός μέτρου και πλάτους 40 εκατοστών, αν κι όπως τα περισότερα μονοκοτυλήδονα, ο βλαστός είναι ποώδης και δεν ξεπερνά τα 4 εκατοστά σε διάμετρο. Τα φύλλα έχουν κωλεό που αγκαλιάζει το βλαστό, όπως όλων των μονοκοτυλήδονων, αλλά με μια στενή περίσφιξη που θυμίζει μίσχο, ενώ ο βλαστός παράγει κατά διαστήματα εναέριες ρίζες για να πιάνεται στις επιφάνειες, όπως ο κισσός. Οι σπάδικες φτάνουν τα 20 εκατοστά, αρκετά ψηλά στο φυτό. Τα φυτά που συναντούμε συνήθως, με τα μικρά καρδιοειδή φύλλα 10-20 εκατοστών το πολύ, αντιστοιχούν στη νεαρή μορφή του φυτού, η οποία θα μεταλλαχθεί στην ώριμη μόνο εάν εκτίθεται σε τροπικές συνθήκες με υψηλο φωτισμό για καιρό, όπως σ’ένα τροπικό θερμοκήπιο, οπότε μπορει και ν’ανθίσει. Βλαστούς νεαρής μορφολογίας το φυτό παράγει επίσης στη φύση καθώς αναρριχάται, οι οποίοι κρέμονται προς τα κάτω, κι όταν έρθουν σε επαφή με το έδαφος ριζώνουν και συνεχίζουν να έρπουν μέχρι να βρουν νέο στήριγμα αναρρίχησης, ενώ το φυτό θα παραμείνει στη νεαρή φάση επ’αόριστον, εάν δε βρει έντονο φως. Εκτός απ’τον άγριο τύπο, έχουν δημιουργηθεί ορισμένες καλλιεργούμενες ποικιλίες, όπως οι ποικιλόχρωμες με κηλίδες ή γραμμές μη φωτοσυνθετικού κίτρινου ιστού στο φύλλωμα, ή οι συμπαγείς με τα πολύ βραχύτερα μεσογονάτια διαστήματα. Όπως και σε πολλά άλλα αροειδή, η επιφάνεια του φυτού είναι εντελώς λεία, χωρίς τρίχες ή αγκάθια.

Δεν υπάρχει τίποτα το αξιοσημείωτο στην καλλιέργειά του. Αντέχει στη ζέστη, στο μέτριο κρύο – προφανώς τότε θ’αναπτύσσεται πολύ λιγότερο -, σε μικρές γλάστρες, με λίγη ή και πολλή ατμοσφαιρική υγρασία, με λίγο ή και πολύ πότισμα, με λίγη ή και πολλή λίπανση, σε λίγο η πολύ φως, ακόμα και στην ξηρασία, οπότε θα χάσει πολλά φύλλα, αλλά θα επανέλθει γρήγορα με το κατάλληλο πότισμα. Επίσης δύσκολα προσβάλλεται από ασθένειες, αν και το υπερβολικό πότισμα χωρίς αερισμό του χώματος μπορεί να σαπίσει τις ρίζες του. Πολλαπλασιάζεται είτε με καταβολάδες είτε με μοσχεύματα. Με τις καταβολάδες δεν υπάρχει ανησυχία για την έλλειψη νερού, εφόσον ο βλαστός παραμένει συνδεδεμένος με το φυτό μέχρι να ριζώσει καλά, τα μοσχεύματα ωστόσο θα χρειαστούν υγρότερο περιβάλλον, επειδή χάνουν αρκετό νερό απ’τα φύλλα τους γρήγορα, και συχνά έτσι ξεραίνονται. Παρόλη τη μεγάλη ανθεκτικότητά του πάντως, δε θ’αναπτυχθεί εξίσου γρήγορα σε κάθε περιβάλλον. Με τις κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες ωστόσο εύκολα μπορεί να φτάσει τα 2-5 μέτρα με κάποιο στήριγμα. Το φυτό επίσης είναι κατάλληλο για υδροπονική καλλιέργεια ή για την τοποθέτηση σε τροπικά τερράρια με μικρά αμφίβια ή ερπετά, όπου θ’αναπτυχθεί πολύ γρήγορα απορροφώντας και τα θρεπτικά συστατικά της αποσυντιθέμενης οργανικής ύλης. Φυσικά, σε τέτοιους στενούς χώρους θα πρέπει να κλαδεύεται όποτε γεμίζει το χώρο υπερβολικά. Θεωρητικά θα μπορούσε να καλλιεργηθεί και έξω σε ημισκιερές και προστατευμένες θέσεις κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ο πόθος, όπως και πολλά άλλα αροειδή, περιέχει ραφίδια, μικροσκοπικές βελόνες πυριτικών αλάτων στους ιστούς του, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό στους βλενογόνους και στο πεπτικό σύστημα, γι’αυτό και θεωρείται τοξικός για τους ανθρώπους και τα ζώα. Φυτοφάγα ζώα όπως κουνέλια δε θα πρέπει λοιπόν να βρίσκονται κοντά του.

Σε περιοχές όπου δεν είναι ιθαγενής, ο πόθος προκαλεί ευρεία διαταραχή στο οικοσύστημα ως επεκτατικό είδος, μιας και οι εχθροί του είναι ελάχιστοι εξαιτίας της τοξικότητάς του. Μπορεί μέσα σε λίγους μήνες να καλύψει αρκετά τετραγωνικά μέτρα τροπικού δάσους, πνίγοντας άλλα φυτά των χαμηλότερων ορόφων του δάσους. Στο προστατευόμενο δάσος Ουνταουατακέλε της Σρι Λάγκα για παράδειγμα το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τον πόθο
καλλιέργεια πόθου

ποικιλία μέσου ύψους

Πρόκειται για το γνωστότερο καλλιεργούμενο καλλωπιστικό φασκόμηλο. Δε θα πρέπει να συγχέεται με τη φλόγα (γένος Phlox), ένα γένος πολυετώ κυρίως φυτών, με γνωστότερο αντιπρόσωπό του το μόνο μονοετές μέλος του, που αποκαλείται λανθασμένα και βιολέτα. Η φωτιά είναι ένα απ’τα κοινότερα καλοκαιρινά λουλούδια, με το έντονο κόκκινο χρώμα της να χτυπάει από μακριά, και φυτεύεται σε μεγάλους αριθμούς σε κήπους, παρτέρια και μεγάλες ζαρντινιέρες για ένα θεαματικό αποτέλεσμα. Οι ταξιανθίες της διαρκούν πολύ, οπότε φαίνεται ανθισμένη όλο το καλοκαίρι.

Το επιστημονικό της όνομα είναι Salvia splendens (λαμπρό φασκόμηλο), κι αυτό αντανακλά επακριβώς την αλήθεια. Το φυτό παράγει τις κοινές για την οικογένεια των χειλανθών σταχυοειδείς ταξιανθίες, με έντονα κόκκινα βράκτια και άνθη, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το έντονο πράσινο του φυλλώματος. Σήμερα ωστόσο κυκλοφορούν πορτοκαλί, μοβ, κίτρινες ή λευκανθείς ποικιλίες, αν και δύσκολα μπορει να τις βρει κανείς. Τα άνθη έχουν μακριά πέταλα και, όπως πολλά αμερικανικά λουλούδια με κόκκινο χρώμα και σωληνωτή δομή, χρησιμοποιεί κυρίως τα πουλιά κολιμπρί για την επικονίασή του. Οι ταξιανθίες, οπως και σ’άλλα χειλανθή, ωριμάζουν από κάτω προς τα πάνω, οπότε συχνά μία μπορεί να’χει ήδη ξερές κάψουλες στη βάση, ενώ στην κορυφή τα άνθη της να μην έχουν ανοίξει ακόμα. Βλαστιτικά το φυτό είναι όπως πολλά άλλα φασκομηλοειδή και χειλανθή, με ποώδεις τετραγωνικούς βλαστούς και ωοειδή οδοντωτά αντίθετα φύλλα. Κατάγεται από τη Βραζιλία, όπου μπορεί να βρεθεί σε υψόμετρα 2000-3000 μέτρων, όπου εξαιτίας του τροπικού κλίματος η θερμοκρασίες παραμένουν σχετικά υψηλές όλο το χρόνο. Η άγρια μορφή φτάνει τα 1,3 μέτρα, με πολύ ψηλότερα φυτά κατ’εξαίρεσιν, έως και τα 8 μέτρα, αλλ’όμως οι περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες είναι κάτω του ενός μέτρου, με πολύ δημοφιλείς τις νάνες που δεν ξεπερνούν τα 20 εκατοστά. Το φυτό, που στη φύση είναι σπάνιο, πρωτοπεριγράφκε το 1822.

Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Αν και βραχύβιο πολυετές στη φύση, στην εύκρατη ζώνη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ετήσιο. Ως τροπικό, οι σπόροι του θα βλαστήσουν σε ψηλότερες θερμοκρασίες σε ελαφρύ έδαφος. Τα μικρά φυτά, είτε από σπόρο είτε έτοιμα αγορασμένα, θα πρέπει να φυτευθούν την άνοιξη σε καλά σκαμμένο έδαφος τουλάχιστον στα 20 εκ. εμπλουτισμένο με πλούσιο κομπόστ. Ένα φωσφορικό λίπασμα θα ενισχύσει την ανάπτυξη των ριζών, ενώ λίπανση μπορεί να χρειαστεί αργότερα το καλοκαίρι για ενδυνάμωση.Στα δοχεία το φυτό θα πρέπει να λιπαίνεται λίγο συχνότερα. Σε σχέση μ’άλλα ετήσια ανθοφόρα, είναι ανθεκτικότερο στην ξηρασία. Οι ξερές ταξιανθίες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για την επίσπευση της δημιουργίας νέων. Έχω καλλιεργήσει τη νάνα ποικιλία του φυτού μερικές φορές, κι έχω να πω πως είναι απ’τα πιο εύκολα καλοκαιρινά λουλούδια. Το μόνο πρόβλημα με την ποικιλία αυτήν, όπως και μ’άλλες νάνες ετήσιων ή ποωδών πολυετών, είναι πως ανθίζουν πολύ νωρίς, ξοδεύοντας όλη την ενέργεια εκεί, κι έπειτα η νέα ανάπτυξη και ανθοφορία είναι πολύ πιο αδύναμες. Ο νανισμός προέρχεται από μια μετάλλαξη που επισπεύδει την αναπαραγωγική ωρίμανση πολύ πριν ολοκληρωθεί η σωματική, κάτι σαν τη
Νεοτενία,
οπότε το φυτό είναι λογικό να εξαντληθεί στο τέλος. Είναι σαν ένα παιδάκι ν’αρχίζει ν’αναπαράγεται απ’τα 5 του σε υπερβολικούς ρυθμούς. Δε θα γεράσει γρήγορα μετά;

Δεν έχω βρει κάτι σχετικό με τις παραδοσιακές χρήσεις αυτού του φυτού. Ίσως δεν είναι γνωστές, εάν ιδίως στα μέρη όπου φύεται σήμερα δεν υπάρχουν ιθαγενείς. Όσο κι αν σας φανεί παράξενο, η Βραζιλία είναι χώρα εποίκων (όχι μεταναστών όπως έλεγε κάποιος έξυπνος που διάβασα, εντάξει, ήρθαν μετανάστες αργότερα αλλά οι πρώτοι εγκαταστάθηκαν με τη βία), κυρίως ευρωπαΪκής και αφρικανικής καταγωγής, με πολλούς μιγάδες. Ελάχιστες φυλές Ινδιάνων παραμένουν κι αυτές σε υπανάπτυκτα κι απομακρυσμένα μέρη του Αμαζονίου. Το φυτό περιέχει το αλκαλοειδές σπλενδιδίνη, το οποίο υποτίθεται πως του δίνει ελαφριές παραισθησιογόνες ιδιότητες καρτά μερικούς, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Υποτίθεται πως το φασκόμηλο αυτό έχει παρόμοια δράση με το αποδεδειγμένα παραισθησιογόνο είδος Salvia divinorum, και οι χρήστες του δηλώνουν ηρεμιστική δράση και ελαφριές διαστρεβλώσεις των αισθήσεων με το κάπνισμά του ή την κατανάλωση μεγάλου αριθμού φύλλων, αλλά αυτό θα μπορούσε να’ναι αποτέλεσμα Πλακέμπο Ή της δράσης του καπνού. Τα κουνέλια πάντως το τρώνε κανονικά, ενώ ο χυμός του μυρίζει κάτι ανάμεσα σε φασκόμηλο και πιπέρι. Δεν είναι σχεδόν καθόλου πικρό απ’ό,τι έχω δοκιμάσει, άρα πιθανότατα δεν περιέχει τίποτα σημαντικό. Τα αλκαλοειδή κανονικά έχουν έντονη πικρή γεύση για να προστατεύσουν το φυτό από εχθρούς. Εάν ωστόσο ο εχθρός δε πτοηθεί απ’τη γεύση και φάει, αρχίζουν στον οργανισμό του τα συμπτώματα της κατανάλωσης, διαφορετικά ανάλογα με κάθε αλκαλοειδές, άλλα επικίνδυνα για τη ζωη΄κι άλλα απλώς ενοχλητικά. Έτσι το χορτοφάγο δε θα τολμήσει να ξαναφάει επόμενη φορά το φυτό που του προκάλεσε τόσο πρόβλημα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη φωτιά
καλλιέργεια φωτιάς
Είναι η φωτιά ψυχοενεργή;

Κατιφές

κατιφέδες

Αυτό το λουλούδι, με τη μακρόχρονη ιστορία του στους μεσοαμερικανικούς πολιτισμούς, σήμερα στολίζει τα σπίτια, τους κήπους και τα παρτέρια όλου του κόσμου με τα έντονα πορτοκαλί και κίτρινα χρώματά του, που το κάνουν ξεχωριστό από μακριά. Οι ουσίες επίσης που παράγει το καθιστούν ωφέλιμο για τα γειτονικά φυτά, αφού απωθούν πολλούς βλαβερούς οργανισμούς.

Ο κοινός κατιφές, με επιστημονική ονομασία Tagetes erecta (ταγέτης ο όρθιος) είναι το πλέον διαδεδομένο είδος του γένους του. Το γένος του ταγέτη, που ανήκει στην οικογένεια των σύνθετων (μαργαριτοειδή) και πήρε το όνομά του απ’το μυθικό ετρούσκο προφήτη Τάγη, ο οποίος δίδαξε τη μαντική τέχνη στους Ετρούσκους, που αργότερα μεταλαπάδευσαν στους Ρωμαίους, περιλαμβάνει 56 είδη ιθαγενή της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Το είδος του ενδιαφέροντος μπορεί να βρεθεί αυτοφυές σε μια ζώνη που εκτείνεται απ’το Μεξικό ως τη μέση της Κεντρικής Αμερικής, ενώ με τη βοήθεια του ανθρώπου έχει εξαπλωθεί σε περιοχές της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς και σε εύκρατα κλίματα, εφόσον είναι μονοετές και οι σπόροι του μπορούν να παραμένουν αδρανείς το χειμώνα στο έδαφος. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί άγριο στις πολιτείες Σαν Λουίς Ποτόσι, Τσιάπας, Πολιτεία του Μεξικού, Πουέμπλα, Σιναλόα, Τλαξκάλα, και Βερακρούζ. Όταν εγώ πρωτοάκουσα πολύ παλιά τη λέξη «κατιφές» νόμιζα πως έχει να κάνει με τον καφέ. Η
Ετυμολογία
Της ωστόσο ανάγεται στην αραβική λέξη «κατίφα», που σημαίνει βελούδο και πέρασε στα ελληνικά μέσω της τουρκικής παραλλαγής «καντίφ». Εξαιτίας της αρκετά παλιάς εισαγωγής του φυτού αυτού στον υπόλοιπο κόσμο, κάθε γλώσσα έχει πλέον δημιουργήσει το δικό της όνομα γι’αυτό, ώστε σήμερα η σύνδεσή του με το Μεξικό έχει σχεδόν χαθεί. Στα ΤαΪλανδικά λέγεται «ντάορουανγκ», δηλαδή φωτεινό αστέρι. Στα αγγλικά λέγεται «marigold”, το χρυσάφι της Παναγίας, που αρχικά αναφερόταν στην καλέντουλα, συχνά με προσδιοριστικά όπως μεξικανική, αζτεκική, ή, λανθασμένα, αφρικανική. Στα ισπανικά λέγεται σεμπασούτσιλ (cempasuchil), μια παραφθορά του αρχικού νάουατλ ονόματος σεμποουαλξότσιτλ (cempohualxochitl), από το “cempohualli” (πρώτο μέτρημα, το 20 στο μεσοαμερικανικο εικοσαδικό σύστημα) και «xochitl» άνθος, που μπορεί ν’αποδοθεί ως εικοσαλούλουδο ή εικοσανθές, μάλλον από τα πολλά «πέταλά» του.

Το άγριο φυτό φτάνει τα 50-100 εκ. σε ύψος. έχει όρθιους και σκληρούς βλαστούς με αραιά, λεπτά, σκουροπράσινα και πτεροειδή φύλλα με επιμήκη και οδοντωτά φυλλάρια. Όπως όλα τα σύνθετα, παράγει
κεφαλιοειδείς ταξιανθίες,
που δίνουν την εντύπωση ενός άνθους. Στο συγκεκριμένο γένος όλη η βάση της ταξιανθίας είναι επιμήκης και σωληνωτή προς τα πάνω, με μακριά και συνενωμένα βράκτια να δημιουργούν έναν ψευδοκάλυκα και ανθίδια στενόμακρα, ώστε το «άνθος» να έχει την όψη γαρύφαλλου. Όπως και σε πολλά άλλα σύνθετα, τα πέταλλα των περιφερειακών ανθιδίων είναι κανονικά ανεπτυγμένα ώστε να δίνουν πιστότερα την εικόνα άνθους. Προφανώς τα επικονιαστικά έντομα αντιδρούν καλύτερα σ’αυτό το σχήμα, γι’αυτό τα περισσότερα σύνθετα έχουν εξελιχθεί να μιμούνται το άνθος όσο καλύτερα γίνεται. Τα κεφάλια είναι συνήθως κίτρινα ή πορτοκαλί, με τα πιο σκούρα νά’χουν και καφετί τόνους. Όλο το φυτό έχει βαριά μυρωδιά, που μου φαίνεται κάπως σαν μείξη αόριστου μυρωδικού φυτού, μέντας και φαρμάκου.

Το φυτό αυτό έχει αρκετές καλλιεργούμενες ποικιλίες, με διαφορές κυρίως στο ύψος και στο κεφάλι, άλλες δηλαδή είναι ψηλές κι άλλες κοντές (οι νάνες ψηλώνουν μόλις στα 20-25 εκ.), ενώ άλες έχουν κανονικό κι άλλες ενισχυμένο κεφάλι. Αρκετές ποικιλίες επίσης είναι υβρίδια μ’άλλα είδη του γένους, με κυριαρχία ωστόσο του T. Erecta. Το είδος T. patula καλλιεργείται επίσης ως καλλωπιστικό. Επομένως υπάρχουν κατιφέδες γιαοποιαδήποτε θέση. Οι κοντοί μπορούν αν φυτευτούν για εδαφοκάλυψη ή σε χαμηλά δοχεία, ενώ οι ψηλότεροι σεν συγκεκριμένα σημεία για έμφαση. Η καλλιέργειά τους είναι εύκολη. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα καλό έδαφος, κανονικό πότισμα και ήλιο για ν’ανθοφορούν όλο το καλοκαίρι, ωστόσο η λίγο παραπάνω φροντίδα δε θα τους βλάψει. Καλό είναι το έδαφος πριν τη φύτευση νά’χει λιπανθεί. Εάν μεταφυτευθούν από γλαστράκια, ίσως δεν αναπτυχθούν για τις επόμενες δύο βδομάδες μέχρι να αναπτύξουν καλό ριζικό σύστημα, οπότε ένα λίπασμα με περισσότερο φώσφορο θα βοηθήσει σ’αυτό. Το υπερβολικό άζωτο θα προκαλέσει έντονη, αλλά αδύναμη ανάπτυξη, χωρίς πολλή ανθοφορία. Προτείνεται μια ακόμα λίπανση μέσα στο καλοκαίρι για ενδυνάμωση, ενώ στα δοχεία, όπου το έδαφος ξεπλένεται γρηγορότερα, η λίπανση μπορεί να γίνεται και μηνιαία. Η αφαίρεση των ξεραμένων κεφαλιών θα παρατείνει την ανθοφορία λίγο παραπάνω, αλλά τα τελευταία το φθινόπωρο δε θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, για νά’χουμε σπόρο. Οι σπόροι βρίσκονται σε αχένια, όπως σ’όλα τα σύνθετα, μέσα στον ψευδοκάλυκα του ξερού κεφαλιού. Συνήθως η ανθοφορία ξεκινά από αργά την άνοιξη μέχρι τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, αν και σε πολύ ζεστά καλοκαίρια μπορεί να παύσει προσωρινά. Παρόλα αυτά το φυητό είναι ανθεκτικό και μπορεί να επιβιώσει ακόμα και σε παραμελημένες τοποθεσίες για χρόνια, γι’αυτό ίσως είναι και ένα απ’τα καταλληλότερα λουλούδια για
Μπάλες σπόρων.
Ο κατιφές σπάνια προσβάλλεται από ασθένειες, εξαιτίας του μεγάλου χημικού του οπλοστασίου. Στην πραγματικότητα κοντά σε άλλα φυτά δρα προστατευτικά. Δίπλα σε σολανοειδή όπως ντομάτες,
Πατάτες,
Μελιτζάνες ή πιπεριές, αλλά και
φράουλες,
προφυλάσσει από το νηματώδη σκώληκα Platylenchus penetrans, ενώ προσελκύει τους ωφέλιμους επικονιαστές με τη συνεχή ανθοφορία του. Επίσης τα κουνέλια και ταάλλα χορτοφάγα δεν τον τρώνε εύκολα.

Φαρμακευτικά το φυτό είχε ευρεία χρήση στην Προκολομβιανή Αμερική. Οι Νάουατλ του Μεξικού έπιναν το τσάι του για πονοδόντους, στομαχικά ενοχλήματα, παράσιτα του εντέρου, προβλήματα στην κύστη και στο ήπαρ. Οι Τσερόκι το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν το δέρμα κι επίσης έβγαζαν απ’αυτό κίτρινη βαφή. Σημερινές μελέτες βρίσκουν αντιοξειδωτική κι ελαφριά αναλγητική δράση για το εκχύλισμα αυτού του φυτού. Το φυτό περιέχει θειοφένια, θειούχες ενώσεις που αποδεδειγμένα δρουν κατά πολλών ειδών βακτηριδίων, και ίσως γι’αυτό χρησιμοποιείται απ’τους ιθαγενείς της Ονδούρας για το πλήσιμο των πτωμάτων. Χρησιμοποιείται ακόμα μάλλον για τον ίδιο λόγο ως μπαχαρικό στα φαγητά, αν και τη θέση αυτήν την έχει περισσότερο το δυνατότερο συγγενικό είδος T. lucida ή μεξικανικό εστραγκόν, παρομοίων ιδιοτήτων με το γνήσιο. Είναι ένα ψηλό φηυτό στο ένα μέτρο με μικρά κίτρινα άνθη. Τα πέταλα του κατιφέ μπαίνουν ακόμα για χρώμα και γεύση στις σαλάτες και στις σούπες. Τα
Καροτενοειδή
Είναι οι ενώσεις που δίνουν στα πέταλα αυτό το κίτρινο και πορτοκαλί χρώμα, και γι’αυτό έχουνχρησιμοπιηθεί, είτε σε σκόνη είτε σε εκχύισμα, για να δίνουν χρώμα στις κότες και στους κρόκους των αυγών τους, εάν το καλαμπόκι της τροφής τους δεν είναι έντονα χρωματισμένο. Το αιθέριο έλαιο του φυτού χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία για την προσθήκη οσμής μήλου, αν και γι’αυτόν το σκοπό κυρίως χρησιμοποιείται ο μικρανθής κατιφές (T. Minuta), ένα ψηλό φυτό 2 μέτρων με μικρά κεφαλάκια της νότιας Νότιας Αμερικής.

Ο κατιφές είχε κι έχει ακόμα συμβολική σημασία στο Μεξικό. Για τους Αζτέκους και τους λοιπούς ιθαγενείς του κεντρικού Μεξικού, το σεμποουαλξότσιτλ ήταν το άνθος των νεκρών. Μ’αυτό στόλιζαν τους νεκρούς, τις νεκρώσιμες τελετές και τους τάφους. Όταν κατέφθασαν οι Ισπανοί κατακτητές, προσπάθησαν να εκρι΄ζώσουν το παγανιστικό αυτό έθιμο χωρίς μεγάλη επιτυχία. Το άνθος, αν και μισητό αρχικά στους Ισπανούς, γρήγορα μεταφέρθηκε, όπως και πολλά άλλα αμερικανικά φυτά, από Ισπανούς εμπόρους σ’όλον τον κόσμο, όπου γρήγορα έχασε τη σύνδεσή του με το θάνατο. Στη σημερινή Ημέρα των Νεκρών του Μεξικού, που γιορτάζεται στις 2 Νοεμβρίου, οι Μεξικανοί εξακολουθούν να στολίζουν τους τάφους των νεκρών προσφιλών τους προσώπων και τους οικιακούς τους βωμούς μ’αυτό το φυτό, εξού και το δεύτερο ισπανικό όνομά του, «flor de muertos», δηλαδή άνθος των νεκρών. Ο κατιφές έχει επίσης λατρευτικές χρήσεις στο Νεπάλ.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia γιατον κατιφέ
καλλιέργεια κατιφέ
συλλογή σπόρου από κατιφέ
η ιστορία διάδοσης του κατιφέ
μελέτες για τις αντιοξειδωτικές και αναλγητικές ιδιότητες του κατιφέ

λευκή ποικιλία

πολλαπλή ρόδινη ποικιλία

ρόδινη ποικιλία

Είναι κοινότατο φυτό στην Ελλάδα, φυτεμένο παντού – κατά μήκος των εθνικών οδών σε τεράστιες αποστάσεις, σε πάρκα, σε παρτέρια, σε κήπους, σε πρασιές, σε αυλές, σε προαύλια κτιρίων, σε παραλίες, στο δρόμο, σε γλάστρες, σε ζαρντινιέρες κλπ, όπου γεμίζει τον τόπο που βρίσκεται χρώμα και άρωμα με την πανέμορφη καλοκαιρινή ανθοφορία του. Λέγεται και ροδοδάφνη. Το φυτό αυτό είναι αυτοφυές της χώρας μας, ιδίως στα νοτιότερα μέρη, όπου μπορεί να βρεθεί σε ξηρά περιβάλλοντα με υπεδαφική υγρασία ή σε περιοδικά υγρά περιβάλλοντα όπως στις κοίτες χειμάρων. Η ακριβής προέλευσή του δεν είναι γνωστή εξαιτίας της συνεχούς του καλλιέργειας από τους αρχαίους χρόνους, πιθανολογείται όμως πως προήλθε από τη Μέση Ανατολή. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αυτοφυή κατάσταση από το Γιουνάν της νότιας Κίνας και την Ινδία έως το Μαρόκο και την Υβηρική χερσόνησο, ενώ έχει εισαχθεί σε μικρούς αριθμούς υποτροπικές πολιτείες της Αμερικής όπως στην Καλιφόρνια και το Τέξας. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό ωστόσο σ’όλες τις θερμές εύκρατες και υποτροπικές χώρες.

Ανήκει στην τάξη των γενθιανωδώ (gentianales) και στη μεγάλη οικογένεια των αποκυνιδών (apocynaceae), μια κυρίως τροπική οικογένεια φυτών με μέλη που έχουν τοξικούς ή ερεθιστικούς χυμούς, χωανοειδή άνθη με συνενωμένα πέταλα στη βάση τους, επιμήκεις καρπούς και σπόρους με τρίχες που τους βοηθούν στην αερομεταφορά. Η πικροδάφνη φέρει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Ως μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο ίναι αρκετά μεγάλο μέλος της οικογένειας, ύψους 2-6 μέτρων πυκνής δομής, με όρθιους βλαστούς που σε μεγάλα άτομα μπορεί να απλώνονται λίγο περισσότερο. Οι νεαροί βλαστοί καλύπτονται από γλαυκίζον λεπτό χνούδι, ενώ τα γόνατα ή κόμποι απ’όπου προέρχονται τα φύλλα και οι νέες διακλαδώσεις είναι ελαφρώς διογκωμένοι. Οι παλαιότεροι βλαστοί καλύπτονται με λείο γκριζωπό φλοιό, ο οποίος σχίζεται και γίνεται τραχύς όσο ο βλαστός αυξάνει σε διάμετρο όπως σ’όλα τα ξυλώδη φυτά, χωρίς όμως να σπάει σε μεγάλα κομμάτια. Τα φύλλα είναι αειθαλή και διατάσσονται σε σπονδύλους των τριών ή σε ζεύγη σπανιότερα, είναι σκληρά και δερματώδη, γκριζοπράσινα, βραχύμισχα, λογχοειδή με λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, μήκους 5-21 εκ. και πλάτους 1-3,5 εκ. Η ανθοφορία ξεκινά αργά την άνοιξη και συνεχίζεται για όλο το καλοκαίρι μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου, ενώ σε ηπιότερα κλίματα προχωρά περισσότερο μέσα στο φθινόπωρο. Τα άνθη εμφανίζονται σε απλές ομάδες σε άφυλλους αλλά κανονικά διακλαδιζόμενους βλαστούς στην άκρη σχεδόν κάθε βλαστού του φυτού, συνολικά δηλαδή ένας μεγάλος αριθμός, φέρουν 5 πέταλα συνενωμένα ως τη μέση τους περίπου σε μια κυπελοειδή δομή, ενώ οι στήμονες και ο ύπερος βρίσκονται στο εσωτερικό, όπου επίσης υπάρχει το νέκταρ για τα επισκεπτόμενα έντομα επικονιαστές, κι έχουν διάμετρο 2,5-5 εκ. Συνήθως έχουν γλυκιά οσμή, αλλ’όχι πάντοτε. Το κοινότερο φυσικό χρώμα είναι το ρόδινο, αλλά με την καλλιέργεια έχουν παραχθεί άνθη όλων των αποχρώσεων αυτού του χρώματος, καθώς και κόκκινα ή λευκά, ενώ μερικά φυτά είναι διπλά ή πολλαπλά. Οι καρποί είναι κάψες κι εμφανίζονται το φθινόπωρο με τη μορφή ενός σκληρού, κυλινδρικού αλλλά ραβδωτού φασολιού, μήκους 5-23 εκ., οι οποίοι κατά την ωρίμανσή τους, συνήθως το χειμώνα, ανοίγουν για ν’απελευθερώσουν τους μεγέθους φακής χνουδωτούς σπόρους που μεταφέρονται με τον άνεμο μακριά. Τα περιβλήματα λίγων καρπών μπορεί να μείνουν πα΄νω στο φυτό και στην επόμενη χρονιά. Το φυτό εκκρίνει λευκό πικρό γάλα (κόμμι) αν σπάσει, το οποίο βρίσκεται σ’εξειδικευμένο σύστημα σωλήνων του φυτού, και είναι τοξικότατο.

Η τοξικότητα του φυτού αυτού είναι μεγάλη, και κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί αππό τα πιο δηλητηριώδη καλλωπιστικά φυτά, αλλά οι δηλητιριάσεις είναι τόσο σπάνιες, ώστε το φυτό δε θεωρείται γενικά επικίνδυνο, αφού ακόμα κι ένα παιδάκι θα το αφήσει εξαιτίας της πικρής του γεύσεις. Το κόμμι ή γάλα περιέχει καρδιακές γλυκοζίδες όπως την ολεανδρίνη, τη νηριίνη, την ολεανδρογενίνη και τη διγογενίνη, που έχουν παρόμοια δράση μ’αυτές της δαχτυλίθρας (Digitalis sp), προκαλώντας καρδιακές αρρυθμίες και σε μεγάλες δόσεις καρδιακή ανακοπή. Συμπτώματα της δηλητηρίασης περιλαμβάνουν κοιλόπονο, ναυτεία, εμετό, διάρροια με ή χωρίς αίμα, ταχυκαρδία και αρρυθμίες αρχικά, βραδυκαρδία αργότερα, υπόταση, ζάλη, νύστα και αίσθημα κόπωσης, και σε σοβαρές περιπτώσεις σοβαρότερα νευρολογικά συμπτώματα όπως τρόμο, θολή όραση και κώμα, που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Η συνήθης θεραπευτική πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται στην πρόκληση εμετού και στην πλύση στομάχου κι έπειτα σε υποστηρικτική θεραπεία, αλλά σε σοβαρές περιπτώσεις ίσως χρειαστεί προσωρινή βηματοδοσία της καρδιάς για λίγιες μέρες μέχρι το δηλητήριο να μεταβολιστεί ή και ορό κατά διγοξίνης που καλύπτει κι αυτές τις τοξίνες. Επειδή δύσκολα κάποιος άνθρωπος μπορεί να δηλητηριαστεί απ’το φυτό, οι περισσότερες περιπτώσεις προέρχονται από αυτοχορήγηση υποτιθέμενων φαρμακευτικών σκευασμάτων αυτού του φυτού ή απόπειρες αυτοκτονίας. Στην Ινδία ειδικότερα η πικροδάφνη είναι δημοφιλής διέξοδος απ’τον μάταιο τούτο κόσμο για εξαθλιωμένες μερίδες του πληθυσμού. Τα ζώα επίσης δηλητηριάζονται εύκολα, αν και η γεύση του φυτού συνήθως τ’απομακρύνει. Ιδιαίτερα επιρρεπή είναι τα οπληφόρα που βοσκούν, τα σκυλιά και οι γάτες, ενώ τα τρωκτικά και τα πουλιά έχουν υψηλότερη ανθεκτικότητα. Ιδιαίτερα τα άλογα μπορεί να μην ξεχωρίσουν εύκολα το φυτό εάν είναι κομμένες κορυφές ανακατεμένες μαζί μ’άλλα χόρτα, που έχουν και γλυκύτερη γεύση. Συμπτώματα περιλαμβάνουν κωλικό, διάρροια, καρδιακές αρρυθμίες και κατάπτωση σε σοβαρές περιπτώσεις. Μόλις 100 γραμμάρια μπορούν να σκοτώσουν ένα ενήλικο άλογο. Δυο φορές είχε τύχει να βρεθεί πικροδάφνη στην τροφή των
κουνελιών μου,
όταν ήταν χειμώνας και μάζευα χαμηλά χόρτα γι’αυτά. Αν και πετάω τα ξερά φύλλα που τυχόν βρίσκονται μαζί με τα χόρτα, κάποιες φορές μου ξεφεύγουν λίγα κι έτσι βρέθηκε και πικροδάφνη κοντά στα κουνέλια. Και τις δύο φορές την άφησαν εντελώς άθικτη. Από τότε προσέχω κάθε βλαστό και φύλλο πριν δοθεί στα κουνέλια. Τα ξύλα ή τα λεπτά κλαδιά του φυτού επίσης δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για το άναμμα φωτιάς ή το ψήσιμο φαγητού, επειδή οι αναθυμιάσεις τους είναι τοξικές. Το μέλι του φυτού επίσης θεωρείται τοξικό, αν και οι περισσότερες μέλισσες πεθαίνουν από το νέκταρ του.

Το φυτό θεωρείται πολύ εύκολο στην καλλιέργεια. Αναπτύσσεται γρήγορα, αγαπά τον ήλιο και τη ζέστη, αντέχει στην ξηρασία και τις ασθένειες, ευδοκιμεί σε φτωχά εδάφη, κλαδεύεται εύκολα σε σχήματα, γι’αυτό είναι κατάλληλο για τα περισσότερα μέρη της χώρας μας. Δεν επιβιώνει ωστόσο σε θερμοκρασίες κάτω των -10 βαθμών, και σε περιοχές τέτοιες, εάν καλλιεργείται, καλλιεργείται σε θερμοκήπια, ή σε μεγάλες γλάστρες που μετακινούνται σε προστατευμένο μέρος το χειμώνα. Σε μια μεγάλη γλάστρα η ζαρντινιέρα μπορεί επίσης να καλλιεργηθεί οπουδήποτε, φτάνοντας πάλι σε μεγάλο μέγεθος και ανθοφορώντας και καρποφορώντας κανονικά. Εάν το φυτό κλαδευτεί ακόμα και πολύ χαμηλά, σύντομα πετάει νέους βλαστούς από πρώην κόμπους σε ξυλώδη μέρη του και ξαναπυκνώνει γρήγορα. Μπορεί να κλαδευτεί σαν μπάλα, σαν δεντράκι με γυμνό κορμό, σαν φράκτης κλπ. Το φυτό αντέχει αξιοθαύμαστα στην παραμέληση. Έχω βρει καχεκτικές πυκροδάφνες σε ξερά εγκαταλελειμμένα παρτέρια με τσιμεντωμένο χώμα μέσα στη ζέστη, και άλλες σε μικρές γλάστρες σε γωνίες πεζοδρομίων ή σε καφετέριες κι άλλα μαγαζιά με τραπέζια έξω, που όμως ήταν ζωντανές και φαινόταν πως θα μπορούσαν να επανέλθουν με την κατάλληλη φροντίδα. Ειδικά για τις τελευταίες περιπτώσεις έχω συναντήσει αρκετές φορές φυτά των οποίων οι άκρες των φύλλων έλειπαν, όχι επειδή είχαν πρόβλημα, αλλά επειδή οι καταστηματάρχες τά’κοψαν για να μην τσιμπάνε το διερχόμενο κόσμο, όπως κάνουν μερικοί με τα
Γιούκα.
Απαίσια πρακτική και για τις δύο περιπτώσεις που καταστρέφει όλη την εμφάνιση του φυτού, και για το γιούκα ακόμα χειρότερο, αφού αναπτύσσεται πολύ βραδύτερα και τα φύλλα του διαρκούν πολύ. Αν δε θέλει κανείς φυτό που να τσιμπάει, ας φυτέψει άλλο είδος κοντά στα τραπέζια του.

Παρά την τοξικότητά του, το φυτό έχει εχθρούς. Συχνά τα καλλιεργούμενα φυτά κατακλύζονται από αφίδες τους θερμούς μήνες, που απομυζούνν χυμό απ’τις κορυφές και τα νεαρά κυρίως φύλλα, αλλ’ευτυχώς αντιμετωπίζονται εύκολα. Επίσης η προνύμφη της πεταλούδας Syntomeida epilais τρέφεται αποκλειστικά με πικροδάφνη, αποφεύγοντας τις ίνες του φύλλου που φέρουν τους κομμεοφόρους σωλήνες. Οι προνύμφες της πεταλούδας Euploea core επίσης τρέφονται με πικροδάφνη, στην περίπτωση αυτήν όμως το έντομο είναι ανθεκτικό στις τοξίνες και τςι συσσωρεύει για αμυντικούς σκοπούς εναντίον σπονδυλωτών όπως πουλιά, αφού οι άλλοι εχθροί του, αράχνες και σφήκες, δεν επηρεάζονται. Τέλος έχω βρει
Σαλιγκάρια
του είδους Eobania vermiculata σε κατάσταση αδρανοποίησης το καλοκαίρι προσκολλημένα σε βλαστούς πικροδάφνης πολλές φορές, αλλά αμφιβάλλω πως την τρώνε, απλώς τη χρησιμοποιούν ως θέση προσκόλλησης.

Η πικροδάφνη ήταν γνωστή απ’τους αρχαίους χρόνους, κι όλοι οι σημαντικοί γιατροί της αρχαιότητας προειδοποιούσαν για την τοξικότητά της, ωστόσο υπάρχουν αναφορές για ιατρική της χρήση. Ο Θεόφραστος στην πραγματεία του περί φυτών γύρω στο 300 π.Χ. αναφέρει για ένα φυτό καλούμενο ονοθήρα, του οποίου αν η ρίζα χτυπηθεί στο κρασί κάνει το πνεύμα πιο εύθυμο. Η περιγραφή του έχει κάποια στοιχεια της πικροδάφνης, αλλά δεν είμαστε σίγουροι ακόμα για την πραγματική ταυτότητα του φυτού. Οι Άραβες γιατροί του Μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν την πικροδάφνη για τη θεραπεία του καρκίνου (ο καρκίνος ήταν γνωστός από την εποχή του Ιπποκράτη). Σημερινές μελέτες δε βρίσκουν κάποια ωφέλεια της πικροδάφνης κατά του καρκίνου. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την τόνωση της καρδιάς. Σήμερα ωστόσο για την καταπολέμηση των αρρυθμιών χρησιμοποιούνται οι ηπιότερες τοξίνες του όχι άμεσα συγγενικού αλλά χημικά παρόμοιου γένους Digitalis σε μικρές και σταθμισμένες δόσεις. Το φυτό επιπλέον έχει χρησιμοποιηθεί ως εντομοκτόνο, αλλά, όπως προανέφερα, δεν αντιμετωπίζει όλα τα έντομα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για την πικροδάφνη
πικροδάφνη link του μήνα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την πικροδάφνη
δηλητηρίαση πικροδάφνης

Ενημέρωση 21/8/2015: Οι ιστορικές αναφορές σε τοξικό μέλι ίσως αποτελούν υπερβολή ή σύγχυση με άλλα φυτά. Η πικροδάφνη κανονικά δεν παράγει νέκταρ, αλλά κοροϊδεύει τις μέλισσες με την οσμή των λουλουδιών της. Τα έντομα άσκοπα ψάχνουν για νέκταρ, κι έτσι μεταφέρουν τη γύρη απ’το ένα άνθος στο άλλο.

Σελόζια

Η νεαρή σελόζια πριν φυτευθεί στη θέση της.

Γύρω στις 28 Μαΐου προσέθεσα αυτό το φυτό στη συλλογή μου ως καλλωπιστικό πολύχρωμο μονοετές, το οποίο σύντομα μετά τη φωτογράφηση φύτεψα στη ζαρντινιέρα των ανθισμένων μονοετών, όπου οι
Πανσέδες
Ήδη απ’τους τρεις, οι δύο έχουν πεθάνει κι ο ένας ζει ακόμα εξασθενημένος, με καχεκτικά άνθη, λίγα ακόμα μικροσκοπικά μπουμπούκια και κιτρινισμένα φύλλα. Βρίσκεται εκεί απ’το Νοέμβριο, και τον κρατάω για να δω πόσο θα μπορούσε να ζήσει στη ζέστη του καλοκαιριού, αλλιώς θα τον τάιζα στην
Κουνέλα μου.

Η σελόζια, σελόσια ή κηλόσια (από το αρχαιοελληνικό κήλος = καμένος, αναφερόμενο στις πύρινες ταξιανθίες) κανονικά δεν είναι μονοετές φυτό, αλλά βραχύβιο τροπικό πολυετές, που στο κλίμα μας συνήθως παγώνει το χειμώνα, όπως και οι πετούνιες, τα χωνάκια, οι ντομάτες και οι πιπεριές. Στην πραγματικότητα είναι μια μορφή καλλωπιστικού βλίτου, με άνθη έντονου χρώματος. Το γένος Celosia περιλαμβάνει περί τα 6 είδη, και είναι άμεσα συγγενικό με το γένος του αμάραντου (Amaranthus), τα βλίτα, με τα οποία έχει πολλές ομοιότητες. Τα βλιτοειδή ταξινομούνται σε ιδιαίτερη οικογένεια, τους αμαραντίδες (amaranthaceae), της πολυπληθούς τάξης των καρυοφυλλωδών (caryophyllales), μαζί με τα
Γαρύφαλλα,
Αρκετά σαρκοφάγα φυτά όπως η διωναία και πολλά άλλα φυτά. Όταν πρωτοείδα αυτό το φυτό πέρσι, πριν μάθω το όνομά του, κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για βλίτο. Έχει την ίδια μορφολογία, με σκληρούς κι ανθεκτικούς βλαστούς, φύλλα σκληρά κι οδοντωτά, αν και στο συγκεκριμένο είδος είναι πιο μακριά απ’των γνωστών βλίτω και λεπτά πριονωτά, και κυματοειδείς ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Στις σελόζιες, τα μικροσκοπικά άνθη έχουν κόκκινο, πορτοκαλί, ρόδινο ή και κίτρινο χρώμα σ’όλες τις αποχρώσεις, ενώ στα κοινότερα είδη βλίτου είναι πράσινα.

Οι σπόροι της σελόζιας είναι μικροσκοπικοί, και χίλιοι αυτών έχουν βάρος μόλις ενός γραμαρίου. Φυτρώνουν ευκολα και τα φυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ευδοκιμούν και στον ήλιο και στην ημισκιά, με μέτρια λίπανση. Οι ταξιανθίες διαρκούν για 8-10 εβδομάδες, και μόλις ξεραθούν η κοπή τους ευνοεί τη γρηγορότερη ανάπτυξη νέων, παρά τη δαπάνη της ενέργειας στη δημιουργία σπόρων. Τα κοινότερα καλλιεργούμενα είδη είναι η Celosia spicata, η C. cristata (αρκετά δημοφιλής στην Άπω Ανατολή) και η C. argenta (αργυρή σελόζια), με πλατύτερα φύλλα απ’τις δύο προηγούμενες. Εγώ δεν ξέρω ποιο είδος έχω, μπορεί να’ναι και υβρίδιο, πάντως το σίγουρο είναι πως δεν είναι το τελευταίο.

Το γένος κατάγεται πιθανόν από την Αφρική, αν και μερικά είδη παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στην Ινδία και την Ινδονησία, και δεν είναι γνωστό αν έφτασαν εκεί πολύ παλιά ή με τη βοήθεια του ανθρώπου. Εκτός απ’την καλλωπιστική τους αξία, είναι εδώδιμα κι έχουν φαρμακευτικές χρήσεις. Η C. argenta είναι ιδιαίτερα δημοφιλές φυλλώδες λαχανικό των τροπικών περιοχών, και στην Αφρική είναι γνωστό ως το σπανάκι του Λάγος, επειδή τρώγεται πολύ στη Νιγηρία κι έχει γεύση σπανακιού. Ως σχεδόν ζιζάνιο που μπορεί ν’αναπτυχθεί σχεδόν παντού, η καλλιέργεια του φυτού αυτού εξαπλώθηκε σ’όλη την Αφρική αλλά και στα υπόλοιπα τροπικά μέρη του κόσμου. Οι νεαροί βλαστοί, τα φρέσκα φύλλα και οι νεαρές ταξιανθίες γίνονται σαλάτες ή σούπες με γεύση σπανακιού. Εδώ συνήθως τρώμε το βλίτο. Στα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής στο φυτό έχουν προσδωθεί διάφορες φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως κατά των προβλημάτων στο δέρμα, στα μάτια, στα δόντια και κατά της ταινίας κι άλλων παρασίτων. Οι σπόροι έχουν παρόμοια θρεπτική αξία με το σιτάρι και χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατό του στην Αφρική, στην Ινδία και σ’άλλες περιοχές.

Αν και το συγκεκριμένο φυτό που έχω μου φαίνεται πολύ μικρό, πιστεύω πως μέσα στο καλοκαίρι θα μεγαλώσει για ν’ανθίσει και περισσότερο. Κύρια πηγή μου είναι η
αγγλική Wikipedia.

Το γλαστράκι με το ωραιόφυλλο στο γραφείο μου λίγο πριν το μεταφυτεύσω, περίπου μια βδομάδα πριν.

Πριν λίγο καιρό, έκανα μια ανακατάταξη σε μια σειρά γλαστρών που είχα στο περβάζι του παραθύρου στο μπαλκόνι. Επειδή περιείχαν φυτά παρόμοιων απαιτήσεω και σχετικά μικρού μεγέθους, τα μεταφύτευσα σε μια μεγαλύτερη ζαρντινιέρα στην ίδια θέση ώστε να χρησιμοποιώ λιγότερα μπεκάκια το καλοκαίρι στο
Αυτόματο πότισμα.
Τα φυτά ήταν ένα
Ιππέαστρο
Και μία
μέντα
που όμως ήταν αρκετά παρηκμασμένη και δεν την κράτησα τελικά. Έτσι έψαξα για φυτά που δε χρειάζονται απαραίτητα έκθεση στον ήλιο για να γεμίσω το κενό, γιατί το σημείο αυτό λίγες ώρες το πιάνει ο ήιος μόνο το απόγευμα και τα περισσότερο ηλιόφιλα φυτά στρέφονται έντονα προς τον ήλιο όταν βρίσκονται σ’εκείνη τη θέση, κι ένα κατάλληλο ήταν το ωραιόφυλλο. Ωραιόφυλο ήθελα να πάρω εδώ και καιρό, επειδή μ’άρεσαν τα έντονα χρωματισμένα του φύλλα, αλλά γενικώς δεν ήταν πρώτη προτεραιότητά μου. Αγόρασα λοιπόν ένα μικρό πρόσφατα, το οποίο βλέπετε στη φωτογραφία πάνω.

Το ωραιόφυλλο είναι πολυετές φυτό, αλλά συχνά στο κλίμα μας το χειμώνα, αν δεν προστατευτεί, παγώνει κι έτσι συμπεριφέρεται στην καλλιέργεια ως μονοετές. Το συγκεκριμένο πιστεύω πως θα επιζήσει επειδή βρίσκεται σε σχετικά προστατευμένη θέση, και γενικά στη Θεσσαλονίκη δεν κάνει πολύ κρύο, αλά πάλι για καλό και για κακό ένα μόσχευμα θα παίρνω κάθε φθινόπωρο. Είναι φυτό της οικογένειας των χειλανθών (lamiaceae), όπως και το
Φασκόμηλο,
ο
Βασιλικός,
Η μέντα, κι άλα, με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της οικογένειας – τετραγωνικοί βλαστοί με αντίθετα οδοντωτά φύλλα, κάλυψη από τριχίδια κι άνθη σε σταχυοειδείς ταξιανθίες πάνω απ’το φύλλωμα με συνενωμένα σέπαλα και πέταλα, χωρισμένα σε δύο χείλη κι οργανωμένα κατά ψευδοσπονδύλους, δηλ. δύο ξεχωριστές ομάδες ανθέων στο ίδιο επίπεδο που δίνουν την εντύπωση ενός σπονδύλου. Το επιστημονικό όνομα του συγκεκριμένου φυτού είναι Solenostemon scutellarioides, παλαιότερα γνωστό ως S. blumei και μια παραλλαγή του ως S. Pumilus, ενώ παλαιότερα άνηκε στο σήμερα διασπασμένο κι ανύπαρκτο γένος Coleus (κωλεός), γι’αυτό και στ’αγγλικά το «coleus” είναι η κοινή ονομασία του φυτού. Εμείς εφηύραμε πιο εύστοχο και περιγραφικό όνομα.

Το φυτό αυτό αρχικά ήταν ιθαγενές των τροπικών περιοχών της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενώ μέλη του ίδιου γένους μπορούν να βρεθούν εκτός από τις τροπικές περιοχές της Ασίας, και στις τροπικές περιοχές της Αφρικής, της Αυστραλίας και πολλών ενδιάμεσων νησιών. Σήμερα ωστόσο το είδος έχει εξαπλωθεί χάρη στον άνθρωπο και σ’άλλα μέρη του κόσμου με κατάλληλο κλίμα, π.χ. στην τροπική Αμερική. Είναι θάμνος ξυλώδης στη βάση ύψους 0,5-1 μέτρου και σχεδόν τόσου πλάτους, ενώ σπανιότερα μπορεί να φτάσει τα 2 μέτρα. Τα τριχίδια που τον καλύπτουν είναι σκληρά και πιο μακριά σε σχέση μ’αυτά άλλων γνωστών φυτών της ίδιας οικογένειας, δίνοντάς του την άλλη αγγλική κοινή ονομασία της ζωγραφισμένης τσουκνίδας (painted nettle), αλλά φυσικά δεν τσιμπάνε. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ωστόσο τα χρωματιστά στο κέντρο φύλλα του, με χρώματα όπως κόκινο, ιώδες, ρόδινο, πορτοκαλί διαφόρων αποχρώσεων. Πάνω στο χρώμα, το σχήμα και τον κυματισμό του φύλλου έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα, σε οποιοδήποτε κλίμα, απλώς όπως είπα στις ψυχρότερες περιοχές θα χρειαστεί προστασία το χειμώνα. Ευδοκιμεί καλύτερα σε υγρό και πλούσιο έδαφος με καλή αποστράγγιση και πολύ φως, αν κι ο υπερβολικός ήλιος μπορεί ν’ατονίσει τα χρώματα ορισμένων ποικιλιών. Μπορεί να κλαδευτεί για πιο στρογγυλό σχήμα. Σε κατάλληλες συνθήκες το φυτό ανθίζει με μικρές ιώδεις ταξιανθίες, οι οποίες όμως ξοδεύουν πολλή ενέργεια απ’το φυτό και γι’αυτό πολλοί καλλιεργητές τις κόβουν. Μετά την άνθιση ή μετά από μερικά χρόνια ανάπτυξης, το φυτό ψηλώνει πολύ κι αραιώνει, οπότε θα χρειαστεί ένα καλό κλάδεμα για την ανανέωσή του. Πολλαπλασιάζεται εύκολα, είτε με σπόρο από τις κάψες που σχηματίζονται μετά τη γονιμοποίηση των ανθέων, ο οποίος για να βλαστήσει χρειάζεται φως κι έτσι θα πρέπει να τοποθετηθεί στην επιφάνεια ελαφρού χώματος, και σε δύο βδομάδες μετά τη βλάστηση τα νέα φυτά θ’αρχίζουν να εμφανίζουν το χρώμα τους, είτε με μοσχεύματα που ριζώνουν εύκολα χωρίς ορμόνη ριζοβολίας, τα οποία μπορούν να τοποθετηθούν είτε πρώτα στο νερό μέχρι να ριζώσουν, είτε απευθείας στο έδαφος.

Το φυτό, όπου καλλιεργήθηκε, γενικώς δεν είχε κάποια άλλη χρήση πέρα από καλλωπιστικό. Οι Ινδιάνοι Μαζατέκοι του Μεξικού ωστόσο υποστηρίζουν ότι το φυτό έχει παραισθησιογόνες ιδιότητες όπως η γηγενής εκεί
Salvia divinorum,
Και το χρησιμοποιούν σαμανικά. Το φυτό αυτό δενέχει μελετηθεί από την επιστήμη διεξοδικά για πιθανές τέτοιες ιδιότητες, που προφανώς δεν έχει. Πιθανότατα όποια αποτελέσματα επέρχονται στους χρήστες του είναι απόρροια του
Φαινομένου placebo,
Η προφανής δράση δηλαδή μιας αδρανούς ουσίας μέσω καθαρά αυθυποβολής. Αυτό μάλλον ισχύει, επειδή συνήθως αναφέρονται πολύ ελαφριά αποτελέσματα έπειτα από κατανάλωση τεραστίων ποσοτήτων φύλλων, π.χ. 80 μεγάλα, ενώ γενικώς οι απόψεις διίστανται, και διάφοροι υποστηρίζουν ότι μπορούν νά’χουν ψυχοενεργά αποτελέσματα από το τσάι πολλών φύλλων ή απ’το χυμό τους, από το κάπνισμά τους, άλλοι επιμένουν ότι μόνο τα φρέσκα έχουν ιδιότητες κι άλλοι ότι τα ξερά. Το θέμα είναι πολύ μπερδεμένο, κι επειδή υπάρχουν τόσες πολλές απόψεις και τα’αποτελέσματα είναι αμφιλεγόμενα, πιθανόν όλος ο χαμός είναι τελικά ένα πλακέμπο. Το φυτό πάντως δε θεωρείται τοξικό αν καταναλωθεί από ζώα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Καλλιέργεια του ωραιόφυλλου
Άρθρο για το ωραιόφυλλο στην αγγλική Wikipedia
Ενότητα για το ωραιόφυλλο στο erowid

Παλαιότερα είχα κάνει μια δημοσίευση για το
Μεσογειακό ή κοινό κυπαρίσσι
(Cupressus sempervirens), το πλέον αναγνωρίσιμο και κοινό κυπαρίσσι στη χώρα μας, ως αυτοφυές κιόλας. Τώρα θα γράψω για τρία άλλα πασίγνωστα είδη ευρείας καλλιέργειας στη χώωρα μας κι αλλού, ας τα πούμε εξωτικά, αν και στην πραγματικότητα έχουν δεκαετίες καλλιέργειας στις περιοχές μας και πλέον θεωρούνται κοινότατα, ενώ κάποια απ’αυτά έχουν προσαρμοστεί και στη φύση. Και τα τρία είδη είναι βορειοαμερικανικής προέλευσης.

Για τα κυπαρίσσια, τη μορφολογία, την εξέλιξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είχα αναφέρει εκτενώς στο άρθρο του μεσογειακού κυπαρισσιού, αν κι εδώ θα κάνω μια μικρή ανακεφαλαίωση. Όλα τα κυπαρίσσια ανήκουν στην οικογένεια των κυπαρισσιδών (cupressaceae), η οποία μπορεί να θεωρηθεί η πιο εξελιγμένη ομάδα κωνοφόρων, εννοώντας η πιο διαφοροποιημένη απ’τους αρχικούς προγόνους, βλ. δέντρα όμοια με
Αραουκάριες.
Η οικογένεια περιλαμβάνει είδη από δέντρα άνω των 100 μέτρων όπως κάποιες σεκόγιες ως μικρούς θάμνους σαν τις
Αρκεύθους.
Όπως σ’όλα τα κωνοφόρα, ο θηλυκός κώνος αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, σπειροειδώς γύρω απ’τον οποίον εκφύονται
συμπλέγματα ενός βρακτίου στη μασχάλη του οποίου βρίσκεται ο ωοθηκοφόρος βλαστός (λέπι). Η προγονική αυτή μορφή παραμένει σε πολλά μέλη της οικογένειας των πεύκων (πευκίδες), αλλά στις περισσότερες άλλες έχει τροποποιηθεί. Στα κυπαρισσοειδή τα λέπια του κώνου είναι συνήθως ασπιδόμορφα, με στενό ποδίσκο δηλαδή και πλατιά κορυφή, σαν ασπίδες με λαβή ή πλατιές ομπρέλες, ενώ το βράκτιο είναι πλήρως συνενωμένο με το λέπι, με μόνο μακροσκοπικά ορατό υπόλειμμά του μια προεξοχή στο κέντρο του λεπιού. Σε πολλά γένη ο κώνος έχει τροποποιηθεί ακόμα περισσότερο, με αντίθετα κι όχι σπειροειδή λέπια ή κι ανά σπονδύλους των τριών (άρκευθοι) ή των τεσσάρων. Το γένος των κυπαρισσιών (Cupressus) είναι λοιπόν απ’τα πιο εξελιγμένα της οικογένειας, με σφαιρικούς συμπαγείς κώνους, που αποκλείνουν αρκετά απ’τους κώνους των κωνοφόρων ώστε λέγονται κυπαρισσόμηλα, αποτελούμενους από αντίθετα ζεύγη λεπιών σε ορθή γωνία το ένα με το επόμενο, με τα τελευταία και μερικές φορές τα πρώτα μικρότερα και στείρα, που έχουν μόνο σκοπό τη διατήρηση του σχήματος του κώνου. Ο αριθμός σπόρων ανά λέπι ποικίλει ανά είδος. Οι κώνοι βρίσκονται στα λεπτά φυλλοφόρα συμπλέγματα κλαδιών, χαρακτηριστικά για τα είδη αυτά, κι ωριμάζουν συνήθως σε περίοδο άνω του ενός χρόνου. Το περισσότερο φωτοσυνθετικό φύλωμα βρίσκεται σ’αυτά τα πολύπλοκα διακλαδιζόμενα συμπλέγματα στις άκρες των κεντρικότερων κλαδιών, με φύλλα κυρίως λεπιοειδή κατά αντίθετα ζεύγη. Μεγαλύτερα φύλλα φέρουν οι κεντρικότεροι βλαστοί. Οι περισσότεροι απ’αυτούς τους μικρούς βλαστούς δεν αναπτύσονται σε μεγάλα κλαδιά, αλλ’όσο μεγαλώνει το φυτό, αναπτύσσονται τα κεντρικά τους κυρίως μέρη, και τα υπόλοιπα, εφόσον βρίσκονται στο σκιερό εσωτερικό του φυτού και δε χρειάζονται πλέον, ξεραίνονται και πέφτουν (κλαδόπτωση). Πολλά κυπαρισοειδή χρησιμοποιούν την κλαδόπτωση αντί για τη φυλλόπτωση όταν ένα μέρος τους ξεραίνεται. Εξαίτίας αυτής της πολύκλαδής ανάπτυξης, τα κυπαρίσσια έχουν μεγάλη αναγεννητική ικανότητα για κωνοφόρα ακόμα κι αν μεγάλο μέρος τους καταστραφεί. Ο φλοιός είναι κοκκινωπός, ινώδης και σχίζεται σε κάθετες λωρίδες και το ξύλο είναι κόκκινο και πολύ ανθεκτικό στο σάπισμα, γι’αυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική. Όπως όλα τα σημερινά κωνοφόρα, τα φυτά είναι ρητινώδη, γι’αυτό και σχεδόν κανένας οργανισμός δεν εισβάλει στο ξύλο τους. Το μέσο ύψος των δέντρων του γένους είναι τα 20 μέτρα. Στη νεαρή τους φάση, για τον πρώτο χρόνο ή και περισσότερο, τα κυπαρισσάκια έχουν μακριά, βελονοειδή φύλλα όπως οι πρόγονοί τους ως αταβιστικό στοιχείο (η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση κατά Ερνστ Χέκελ). Επομένος όταν βλέπετε μικροσκοπικά κυπαρισσάκια με κανονικό φύλλωμα ή και κώνους, είναι σχεδόν σίγουρο πως έχουν αναπαραχθεί με μοσχεύματα (κλαδιά). Τέτοια αναπαραγωγή είναι πιο δύσκολη στα κωνοφόρα σε σχέση μ’αυτήν ανθοφόρων φυτών, αλλά εφαρμόζεται εκτεταμένα για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτω δέντρων. Μπορεί να παίρνει αρκετό χρόνο μέχρι τη ριζοβολία, αλλά το αρχικό μέγεθος του φυτού έπειτα είναι μεγαλύτερο, ενώ αυτός είναι ο μόνος τρόπος διαιώνισης ποικιλιών ή υβριδίων. Τέλος να κάνω μια σημείωση: έχει προταθεί από πολλούς ταξινομιστές τα κυπαρίσσια της Αμερικής να μετακινηθούν σε άλλο γένος, στο γένος Callitropsis, επειδή γενετικά απέχουν περισσότερο απ’τα φυτά του γένους Cupressus. Θα χρησιμοποιώ το ευρύτερο γένος Cupressus για ευκολία, μιας κι αυτό παραμένει ακόμα το περισσότερο χρησιμοποιούμενο στη βιβλιογραφία.

Μεγάλο κυπαρίσσι Αριζόνας στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Μέρος του κορμού του ίδιου δέντρου. Στη γωνία που κάνει ο κορμός κάποτε θα υπήρχε ένα άλλο κλαδί που κόπηκε παλιά. Παρά τη μεγάλη ανθεκτικότητα του ξύλου τω κυπαρισσιών, μία βαθιά τρύπα που δημιουργήθηκε εκεί έχει γίνει η φωλιά μυρμηγκιών από όσο θυμάμαι.

Νεαρό δέντρο του είδους φυτεμένο πριν λίγα χρόνια σ’άλλο μέρος της Σχολής Τυφλών, φτάνει τα 3 μέτρα.

Κλαδί φορτωμένο με κώνους του ίδιου φυτού.

Το πρώτο είδος της ομάδας είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας (επιστημονική ονομασία Cupressus arizonica), που όπως λέει το όνομά του, κατάγεται από την Αριζόνα, αλλά κι από πολλές άλλες πολιτείες των δυτικών ακτών των ΗΠΑ και του Μεξικού. Ευδοκιμεί σε ξηρές περιοχές, συχνά με έντονους ανέμους και ακραίες θερμοκρασιακές αλλαγές και είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και το κρύο. Το δέντρο έχει γεμάτη κωνική προς στηλοειδή μορφή, με ύψος που κυμαίνεται μεταξύ των 10 και 20 μέτρων, αν και συνηθέστερο είναι 12-15 μέτρα, με διάμετρο κορμού έως και τα 50 εκατοστά. Τα λεπτά κλαδιά που φέρουν το γαλαζοπράσινο φύλλωμα είναι κυλινδρικά (σε πολλά είδη είναι πεπλατυσμένα) και διακλαδίζονται τρισδιάστατα, όχι δισδιάστατα όπως το μεσογειακό είδος, με φύλλα μήκους 2-5 χιλιοστών. Οι γκριζοπράσινοι κώνοι έχουν μήκος 15-33 χιλιοστά, με 4-10 λέπια, συνήθως όμως 6-8, και παραμένουν ξηροί και κλειστοί πάνω στο δέντρο αφού έχουν ωριμάσει για χρόνια, μέχρι να πέσουν με κάποιον τρόπο ή θερμανθούν από κάποια πυρκαγιά που θα κάψει το γονέα, συχνό φαινόμενο στις περιοχές καταγωγής του είδους. Οι αφανείς αρσενικοί κώνοι έχουν μήκος 3-5 χιλιοστά κι απελευθερώνουν τη γύρη τους αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Αναγνωρίζονται 5 φυσικές ποικιλίες: Cupressus arizonica var. arizonica (νότια Αριζόνα, νοτιοδυτικό Νέο Μεξικό, νότια ως τα όροι Τσίσος του δυτικού Τέξας και τις πολιτείες Ντουράγγο και Ταμάουλιπας του Μεξικού), C. a. var. glabra (κεντρική Αριζόνα), C. A. var. Montana (δάση βελανιδιάς και πεύκου της Σιέρα Χουαρέζ και του Αγίου Πέτρου του Μάρτυρος της βόρειας Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, απειλούμενη ποικιλία), C. a. var. nivadensis (νότια Καλιφόρνια στις κωμητίείεςΚερν και Τουλάρ), και C. A. var. stephensoni (κωμητεία Σαντιέγκο της νότιας Καλιφόρνιας, απειλούμενη ποικιλία). Η γνωστότερη καλλιεργούμενη ποικιλία είναι η έντονα γλαυκίζουσα var. glabra της Αριζόνας.

Λεμονοκυπάρισσο ποικιλίας γκόλντκρεστ φυτεμένο στο δρόμο, περίπου 3 μέτρα. Το φωτογράφησα βράδυ, χωρίς κίνηση, για να μη νομίζει κανείς ότι στοχεύω κακόβουλα κάτι στο δρόμο. Ευτυχώς απ’τα δέντρα δε χρειάζεται να ζητήσεις άδεια για φωτογράφιση. Βρίσκεται πάντως λίγα μέτρα ανεβαίνοντας στην Καλιδοπούλου μετά τη Βασιλίσσης Όλγας κι αυτό το σπαστικό κίτρινο αυτοκίνητο κανενός παλιοκουμουνιστή δίπλα είναι ό,τι πρέπει για μπουρλότο!

Κλαδιά και φύλλωμα από κοντά του ίδιου δέντρου.

Το δεύτερο είδος είναι το εξίσου γνωστό λεμονοκυπάρισσο ή κυπαρίσσι του ΜόντερεΪ (ε. ο. Cupressus macrocarpa). Στον τόπο αρχικής του εξάπλωσης ο πληθυσμός του δέντρου έχει μμειωθεί, από ένα τεράστιο δάσος που κάλυπτε μεγάλες εκτάσεις των ορεινών περιοχών της δυτικής ακτής των ΗΠΑ, σε δύο μόνο σημεία της κεντρικής ακτής της Καλιφόρνιας, στο σημείο των κυπαρισσιών στην Παραλία των Βοτσάλων και στο σημείο Λόμπος κοντά στην πόλη Καρμέλ. Τα εναπομείναντα κυπαρίσσια μπορεί να’χουν ηλικία πάνω από 2000 χρόνια, συχνά με ύψος που ξεπερνά τα 40 μέτρα και διάμετρο κορμού τα 2,5 μέτρα. Ευδοκιμούν καλύτερα στις ορεινές παραθαλάσσιες περιοχές, όπου το κλίμα είναι ήπιο και υγρό όλο το χρόνο, με ήπιους βροχερούς χειμώνες και δροσερά υγρά καλοκαίρια εξαιτίας της θαλάσσιας ομίχλης. Παρά όμως τις ήπιες καιρικές συνθήκες, η περιοχή του είδους είναι τόπος εκδήλωσης σοβαρών ανεμοθυελλών, οι οποίες συχνά σπάζουν κλαδιά με αποτέλεσμα τα μεγάλα δέντρα νά’χουν ακανόνιστο σχήμα. Με την καλλιέργεια το είδος σήμερα έχει προσαρμοστεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου με υγρό κλίμα, όπως στη Νέα Ζηλανδία, όπου μαζί μ’άλλα κωνοφόρα που καλλιεργούνται για ξυλεία, έχει ξεφύγει στη φύση και συμπεριφέρεται ως επεκτατικό είδος. Το φύλλωμά του είναι έντονο ανοιχτοπράσινο, και βρίσκεται σε φουντωτά τρισδιάστατα συμπλέγματα κυλινδρικών κλαδιών, με φύλλα λεπιοειδή μήκους 2-5 χιλιοστών. Τα νεαρά φυτά για τον πρώτο χρόνο φέρουν το βελονοειδές φύλωμα, μήκους 4-8 χιλιοστών. Οι κώνοι έχουν μήκος 2-4 εκατοστών, με 6-14 λέπια, αρχικά πράσινοι και κατά την ωρίμανση καφέ. Οι αφανείς αρσενικοί κόνοι είναι μικροσκοπικοί, μήκους 3-5 χιλ. κι απελευθερώνουν γύρη αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη. Το πλέον αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είδους είναι ωστόσο η κιτρώδεις μυρωδιά του φυλλώματος, αν αυτό τριφτεί έντονα ή κοπεί. Δεν έχει καμία σχέση με το λεμόνι, απλώς ανεξάρτητα εξέλιξε την παραγωγή παρόμοιων ουσιών, όπως και πολλά άλα φυτά, για την απώθηση των εχθρών. Μια πολύ γνωστή, ίσως και η περισσότερο καλλιεργούμενη ως καλλωπιστικό ποικιλία είναι η ‘goldcrest’, με χαρακτηριστικό το φουντωτό της σχήμα με το έντονο κιτρινοπράσινο ημιενήλικο φύλλωμα, που έχει λεπιοειδή βάση αλλά βελονοειδή άκρη, μαλακό και συγχρόνως σκληρό στην υφή όταν είναι φρέσκο, αλλά τραχύ και εύθραυστο όταν ξεραθεί.

Τέλος το τρίτο είδος δεν είναι γνήσιο είδος, αλλά υβρίδιο. Το γνωστό κυπαρίσσι λέιλαντ (ε. ο. Cupressus x leylandii) προήλθε από τη διασταύρωση του λεμονοκυπάρισσου με το κυπαρίσσι Νούτκα (Cupressus nootkatensis) του παγωμένου νησιού Βανκούβερ και της Αλάσκας. Η διασταύρωση ήταν εντελώς τυχαία στη Βρετανία. Το 1845, ο τραπεζίτης του Λίβερπουλ Κρίστοφερ Λέιλαντ αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα, το Λέιτον Χολ του Πάουις στην Ουαλία από την οικογένια των Κόρμπερτ απ’το Σρόπσάιαρ. Το 1847, το πούλησε στον ανιψιό του (μάλλον δεν είχε δικά του παιδιά) Τζον Νέιλορ, ως δώρο για το γάμο του, ο οποίος έπειτα το αναδιαμόρφωσε. Κάλεσε τον κηποτέχνη Έντουαρτ Κεμπ για να σχεδιάσει τους κήπους, μέσα στους οποίους φύτεψε πολλά κωνοφόρα, όπως σεκόγιες, αραουκάριες και τα δύο αυτά είδη κυπαρισσιών αρκετά κοντά μεταξύ τους. Το υβρίδιο πρωτοδημιουργήθηκε το 1888, με γονιμοποίηση των θηλυκών κώνων του νούτκα από γύρη του λεμονοκυπάρισσου. Τον επόμενο χρόνο όμως ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος πέθανε, κληροδοτώντας το στον πρωτότοκο γιο του Κρίστοφερ Τζον Νέιλορ, πλοίαρχο εμπορικού πλοίου. Το 1891 ο Τζον κληρονόμησε όλη τη γη του λέιλαντ από ένα θείο μακρινό πρόγονό του, τα οποία δόθηκαν σ’αυτόν μετά το θάνατο του θείου του Τόμας Λέιλαντ. Μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, άλλαξε το επώνυμό του σε Λέιλαντ και μετακινήθηκε στο Κάστρο Χάγκερστοουν της Νορθουμβρίας (πολύ πλούσια οικογένεια, τυπικοί αριστοκράτες Βρετανοί), όπου συνέχιζε να βελτιώνει το υβρίδιο του δέντρου, κι ονόμασε την πρώτη ποικιλία ‘Haggerstone grey’. Το αγρόκτημα του λέιτον έπειτα έλαβε ο νεότερος αδερφός του Τζον Νέιλορ, ο οποίος, το 1911 δημιούργησε το αντίστροφο υβρίδιο με γύρη κυπαρισσιού νούτκα σε θηλυκούς κώνους λεμονοκυπάρισσου, ονομάζοντάς το ‘Leighton green’. Από τότε το δέντρο έχει δημιουγηθεί πάνω από 20 φορές, αν και σήμερα οι παραγωγοί του προτιμούν να το αναπαράγουν με μοσχεύματα, αφού είναι στείρο. Οι περισσότεροι των πρώτων γεννητόρων του υβριδίου ζουν ακόμα.

Το φυτό παρουσιάζει το φαινόμενο της
Υβριδικής ευρωστίας,
Δηλαδή συνδυάζει τα θετικά στοιχεία των προγόνω του δημιουργώντας μια ανθεκτικότερη μορφή. Συνδυάζει την ανθεκτικότητα στο κρύο του κυπαρισσιού νούτκα με τη γρήγορη ανάπτυξη του λεμονοκυπάρισσου, αν και το υβρίδιο αναπτύσσεται ακόμα γρηγορότερα, βάζοντας περίπου ένα μέτρο το χρόνο. Μέσα σε 15 χρόνια το δέντρο αυτό μπορεί να φτάσει τα 16 μέτρα. Ευδοκιμεί στα περισσότερα εδάφη χωρίς πρόβλημα. Το φύλλωμά του μοιάζει πολύ με του λεμονοκυπάρισσου, αν και είναι σκουρότερο, δε μυρίζει λεμόνι, και είναι δισδιάστατο όπως του μεσογειακού είδους, ενώ από μικρή ηλικία είναι φορτωμένο με κώνους περίπου ενάμισι εκατοστού, αλλ’όπως είπα στείρους. Εάν το φυτό ήταν γόνιμο, θα είχε καταλάβει γρήγορα το φυσικό περιβάλλον, όπου κι αν βρισκόταν. Σπανιότατα ίσως εμφανίζεται κάποιος γόνιμος σπόρος όπως και σ’άλλα υβρίδια, αλά αυτό δε θα πρέπει να γίνει αιτία ανησυχίας για την ασφάλεια του οικοσυστήματος. Παρά την ανθεκτικότητά του πάντως, έχει ρηχό ριζικό σύστημα που το κάνει επιρρεπές σε πτώσει απ’τον άνεμο και στα προβλήματα της ξηρασίας. Σε πολύ θερμά και ξηρά κλίματα δυσκολεύεται να ευδοκιμήσει και υποκύπτει σε διάφορες ασθένειες.

Και τα τρία παραπάνω είδη καλλιεργούνται ευρέως στη χώρα μας σε διάφορες συνθήκες. Το κυπαρίσσι της Αριζόνας είναι ίσως το πιο ανθεκτικό των τριών, μιας και ευδοκιμεί σε υψόμετρα άνω των 800 μέτρων, αλλά και σε ξηρότατα μέρη, και μπορεί ν’αναπαραχθεί, αν και δύσκολα εξαιτίας της ιδιαίτερης αναπαραγωγικής του βιολογίας (το έχω συναντήσει σ’όλα αυτά τα περιβάλλοντα σε μεγάλους αριθμούς, μερικές φορές με μικρά δίπλα στα μεγαλύτερα δέντρα). Το λεμονοκυπάρισσο προτιμα ήπιο κλίμα, επομένως δεν αντέχει ούτε το υπερβολικό κρύο ούτε την υπερβολική ηγρασία, γι’αυτό και δε θα το συναντήσουμε σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Το λέιλαντ αντέχει σχεδόν παντού, εκτός ίσως από την υπερβολική ξηρασία. Καλλιεργούνται όπως κάθε εύκρατο μεγάλο δέντρο, προτιμώντας έδαφος καλής αποστράγγισης και ηλιόλουστη θέση, αλλά κι ανοιχτό χώρο ώστε να ψηλώσουν. Σε γλάστρες επιβιώνουν και κωνοφορούν κανονικά. Ο πατέρας μου για παράδειγμα, εκτός απ’τα δύο τεράστια μεσογειακά κυπαρίσσια που έχει, έχει κι ένα λεμονοκυπάρισσο άγριου τύπου κι ένα κυπαρίσσι Αριζόνας που έχουν ξεπεράσει κι αυτά τα 2 μέτρα σε γλάστρες. Το κυπαρίσσι Αριζόνας κωνοφορεί συνεχώς. Λεμονοκυπάρισσο δεν έχω συναντήσει ποτέ με κώνους. Τα λέιλαντ χρησιμοποιούνται συχνά στη δημιουγία φυσικών φρακτών, όπου φυτεύονται αρκετά κοντά μεταξύ τους και κλαδεύονται σε όμοιο ύψος για να δημιουργήσουν με το χρόνο ένα πυκνό και αδιαπέραστο τείχος, απ’όπου δε φαίνεται τίποτα. Αν κι εντελώς αφύσικη κατάσταση για κωνοφόρα, τα οποία στη φύση ψηλώνουν ακάθεκτα, το συγκεκριμένο είδος την ανέχεται αρκετά και φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα γρήγορα εξαιτίας της ταχείας αύξησής του.

Η ανθεκτικότητα στις ασθένειες ποικίλει ανά είδος. Γενικά τα κωνοφόρα είναι ανθεκτικά στις περισσότερες εντομολογικές και μυκητολογικές παθήσεις, μερικές ωστόσο παραμένουν σοβαρές. Τα κυπαρίσσια για παράδειγμα προσβάλλονται από το μύκητας Seiridium cardinale, προκαλώντας την ξήρανση των κυπαρισσιών, που συχνά είναι θανατηφόρα. Ο μύκητας επιτίθεται σε ζεστό και ξηρό καιρό, όταν το κωνοφόρο βρίσκεται υπό στρες, κι αρχικά νεκρώνει κάποια μέρη του φυλλώματος, οδηγώντας γρήγορα σε νέκρωση μεγάλων περιοχών και τελικά στο θάνατο όλου του δέντρου. Το μεσογειακό κυπαρίσσι θεωρείται μέτρια ανθεκτικό στη νόσο. Το πιο ανθεκτικό απ’τα παραπάνω είδη είναι το κυπαρίσσι της Αριζόνας, που είναι προσαρμοσμένο για ζεστά και ξηρά κλίματα. Το λέιλαντ έχει αρκετά χαμηλή ανθεκτικότητα, ενώ το λεμονοκυπάρισσο έχει τη χαμηλότερη απ’τα παραπάνω είδη. Πολλά λεμονοκυπάρισσα στην Ελλάδα υποκύπτουν στην ασθένεια το καλοκαίρι και ξεραίνονται γρήγορα, και αν οι συνθήκες τους είναι καλές. Γι’αυτό το λόγο θα βρούμε λίγα τέτοια δέντρα μεγάλα είτε στο έδαφος είτε σε γλάστρες. Απ’όσα δέντρα του είδους ξέρω, τα περισσότερα ξεράθηκαν το καλοκαίρι. Ο πατέρας μου είχε παλαιότερα δύο λεμονοκυπάρισσα γκόλντκρεστ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, και τα δύο εκ των οποίων καταστράφηκαν. Το ένα είχε θυμάμαι ξεραθεί στο εσωτερικό, αλλά έπειτα ανέκαμψε, για να ξεραθεί το μεθεπόμενο καλοκαίρι. Παρόλα αυτά η φυσική μορφή του δέντρου ζει ακόμα. Ένα μεγάλο γκόλντκρεστ επίσης είναι φυτεμέννο στο δρόμο κοντά στην περιοχή μου (αυτό των φωτογραφιών παραπάνω), εδώ και μερικά χρόνια, και δε δείχνει κανένα σημάδι ασθένειας. Προφανώς δεν επηρεάζονται όλα τα δέντρα απ’το σειρίδιο. Όταν όμως επηρεαστούν, η πάθηση είναι ανίατη και δε μπορεί να γίνει τίποτα για την ατιμετώπισή της. Άλλοι παθογόνοι που μπορεί να προκαλέσουν ξήρανση είναι μύκητες του γένους Fusarium σε θερμό καιρό και μύκητες του γένους Verticillium σε δροσερό καιρό, αμφότεροι των οποίων μπορούν να επιτεθούν στα κυπαρίσσια, κυρίως στο λέιλαντ και στο λεμονοκυπάρισσο, προκαλώντας ξήρανση εξαιτίας της ανάπτυξής τους μέσα στα αγγεία που τα κλείνει. Η ξήρανση αυτή εμφανίζεται στις κορυφές ή μονόπλευρα σε μερικά μόνο κλαδιά, και παραμένει ως χρόναι ασθένεια σ’αυτά τα δέντρα. Σπάνια θεραπεύεται εντελώς με την απομάκρυνση των ξερών μερών του φυτού, ενώ μεταδίδεται εύκολα στα υγιή με τα αποβληθέντα μέρη, τον άνεμο, ακόμα και το πέρασμα ανάμεσα στα φυτά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι της Αριζόνας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το λεμονοκυπάρισσο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυπαρίσσι λέιλαντ
αδρομυκώσεις σε καλλιεργούμενα φυτά

Αφήνω λίγο κατά μέρος τις δημοσιεύσεις για το ξεσκέπασμα της Εκκλησίας κι ασχολούμαι για λίγο με τα φυτά, τα οποία έχω παραμελήσει. Όπως λοιπόν και με το τελευταίο μου άρθρο για τα φυτά, εκείνο για την αναγνώριση
Μιας φτέρης,
Όπου σημειωτέον ότι κανείς δε μου αναγνώρισε το είδος ως τώρα, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ένα άγνωστό μου είδος που χρειάζεται αναγνώριση. Το συγκεκριμένο είναι ένα κρινοειδές κονδυλώδες μονοκοτυλήδονο που καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα τουλάχιστον.

Το συγκεκριμένο φυτό της φωτογραφίας είναι του πατέρα μου, το οποίο ήταν πριν κάποια χρόνια στην κατοχή μου, προερχόμενο από έναν κονδυλίσκο μιας συστάδας τέτοιων φυτών στο έκτο γυμνάσιο Θεσσαλονίκης οπου φοιτούσα τότε, κλεμμένο όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου το 2006, δηλαδή ηλικίας περίπου 7 ετών. Σήμερα η συστάδα αυτή δεν υπάρχει. Ο κονδυλίσκος, μολονότι είχε λιγοστές ρίζες και μήκος περίπου ενάμισι εκατοστού με τρία λεπτά φύλλα, τα οποία θυμάμαι πως είχα κόψει για να περιοριστεί η διαπνοή, αλλά παρόλα αυτά επιβίωσε και μεγάλωσε. Αφού είχα το φυτό σε μια βαθιά γλάστρα για 2 χρόνια περίπου, τό’δωσα στον πατέρα μου διότι ήθελα να διαθέσω το χώρο σ’άλλα είδη. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε ηλικία ανθοφορίας, γιατί τότε σίγουρα δε θα του το έδινα ολόκληρο. Άνθισε μετά από μια χρονιά στον πατέρα μου, δηλαδή στα 4 του χρόνια. Εκεί ήταν για τα υπόλοιπα χρόνια σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα, όπου είχε κατεβάσει ρίζες κι αποκτήσει το φυσικό του ύψος. Πέρσι το κυπαρισσάκι που βρισκόταν στην ίδια ζαρντινιέρα μεταφυτεύθηκε σε κανονική κυλινδρική γλάστρα, και μαζί μετακινήθηκε κι αυτό σε μια σχετικά πλατιά και ρηχή, όπου έγινε κοντότερο, αλλά όπως φάνηκε φέτος ανθοφορεί κανονικά. Το φυτό αυτό τό’χω συναντήσει πολλές φορές, κυρίως στο έδαφος. Δε γνωρίζω αν υπάρχουν ποικιλίες του είδους, γνωρίζω μόνο για το συγκεκριμένο πως ανθίζει με λευκά άνθη.

Είναι κονδυλώδες φυτό, όχι
Βολβώδες.
Το υπόγειιο τμήμα του βλαστού είναι κυλινδρικός και συμ[παγής σκούρος καφέ κόνδυλος (μήπως πρωτοβολβός;), στα 10 εκατοστά το πολύ, απ’όπου προέρχονται μακριές και σκληρές ρίζες – μερικές απ’αυτές φτάνουν και τα 40 εκατοστά όπως είδα απ’το δικό μου φυτό που μεταφύτευσα. Ο κόνδυλος είναι σχεδόν παράλληλος με το έδαφος, όχι κάθετος, κι έτσι το υπέργειο μέρος εκφύεται με μια γωνία. Οι κόνδυλοι με στολώνια παράγουν νέους δίπλα τους, οδηγώντας στο τέλος στη δημιουργία συστάδας αυτού του φυτού. Πάνω απ’τον κόνδυλο ο βλαστός είναι πεπλατυσμένος, στο υπόγειο μέρος που δεν εκτίθεται στο φως λευκός, στο υπέργειο ανοιχτοπράσινος, απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα, που με κοντινή εξέταση είναι εναλλάξ όπως στα περισσότερα μονοκοτυλήδονα, αλλά φαίνονται στην ίδια ευθεία γιατί προσανατολίζονται στο ίδιο επίπεδο, σαν μια μεγάλη παλάμη. Κι άλλα παρόμοιας οικολογίας μονοκοτυλήδονα έχουν αυτήν ή παρόμοια διάταξη, π.χ. ο νάρκισσος. Τα νεαρά φύλλα εμφανίζονται μικροσκοπικά στο κέντρο αυτής της παλάμης, κι επιμηκύνονται έπειτα γρήγορα. Τα φύλλα είναι μακριά, ινώδη, ανοιχτοπράσινα, αν και σκουρότερα απ’το υπέργειο τμήμα του βλαστού, δερματώδη και σκληρά, λεία με έντονες παράλληλες γραμμώσεις, λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, και στη βάση τους είναι σκληρότερα και κοίλα αν κάποιος τα κόψει και τα’ανοίξει, πολύ λιγότερο απ’αυτά του
Κρεμμυδιού
όμως. Υπολογίζω το ύψος του φυτού στα 20-60 εκατοστά. Όπως είπα και παραπάνω, δε γνωρίζω για άλλες ποικιλίες, αλλά η συγκεκριμένη μορφή βγάζει τέτοια εποχή κάθε άνοιξη έναν ισχυρό βλαστό απ’τη μέση της παλάμης με τρία ωοειδή μπουμπούκια αρκετά πάνω απ’τα φύλλα, που ανοίγουν για περίπου δυο μέρες το καθένα. Τα άνθη είναι κρινοειδή όπως σ’όλα τα κρίνα και τους μονοκοτυλήδονους βολβούς, με 6 τέπαλα (μη διακριτά σέπαλα από πέταλα), λευκά, τριγωνικά, και στα ανοιχτά άνθη γυρισμένα προς τα πίσω, 6 στήμονες κι έναν τριπλό στύλο στη μέση. Κατά τα’άλλα το άνθος έχει μικρό κάλυκα, απ’όπου τα τέπαλα βγαίνουν συνενωμένα σ’ένα σωλήνα κι ανοίγουν λίγο πιο πάνω. Συνήθως κόβουμε τον ανθοφόρο βλαστό μετά τη μάρανσή των ανθέων, γι’αυτό δεν ξέρω για τις κάψες και τους σπόρους. Το χειμώνα, στο κλίμα της Θεσσαλονίκης, μερικά φύλλα ξεραίνονται, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα ξεραίνεται όλο το υπέργειο μέρος. Φύλλα μπορεί επίσης να ξεραθούν κατά την ανάπτυξη του φυτού. Αποξηραμένα τα φύλλα μένουν αρκετό καιρό στο φυτό, μιας και είναι ινώδη και ισχυρά. Όσον αφορά την καλλιέργεια, έχω συναντήσει το φυτό σε οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε αργιλώδες κοκκινόχωμα ή συμπιεσμένο χώμα, στον ήλιο και στη σκιά, αν και στη σκιά τα φύλλα γίνονται πιο λεπτά και γυρίζουν προς το φως. Πολαπλασιάζεται με διαίρεση της συστάδας όπως θά’χεται καταλάβει. Παραμελημένο αναπτύσσεται κανονικότατα, μιας και τό’χω συναντήσει και σε εγκαταλελειμμένα σπίτια για χρόνια. Στον πατέρα μου το φυτό είχε προσβληθεί μια άνοιξη από αφίδες του γειτονικού κυπαρισσιού, αλλ’ήταν λίγες και αντιμετωπίστηκαν εύκολα.

Τι φυτό θα μπορούσε να’ναι αυτό; Κρίνος δεν είναι, γιατί έχει τη συγκεκριμένη διάταξη φύλλων. Ημεροκαλλίς (γένος hemerocallis) δεν είναι όπως νόμιζα, γιατί εκεί η διάταξη των φύλλων περιγράφεται ως δύο αντίθετες παλάμες, κι επίσης έως τώρα δεν έχει δημιουργηθεί εντελώς λευκή ποικιλία. Ασφόδελος δεν είναι, γιατί τότε θά’πρεπε να είχε ταξιανθία διακλαδιστή. Τι μπορεί να’ναι; Όποιος γνωρίζει παρακαλώ να κάνει σχόλιο.

Ολόκληρο το φυτό.

Η βάση μιας συστάδας φύλλων.

Δύο φύλλα από κοντά.

Πριν δύο μέρες, ψάχνοντας για Βασιλικό Να φυτέψω για το καλοκαίρι, βρήκα στο ανθοπωλείο που πήγα και μια φτέρη εύκρατου κλίματος και την πήραν κι αυτήν. Το συγκεκριμένο είδος το’χω συναντήσει παλαιότερα προς πώληση και σ’άλλα καταστήματα, και μια φορά το είχα βρει φυτεμένο σε ζαρντινιέρες έξω. Το είδος αυτό είναι αειθαλές, μιας και όσες φορές το πέτυχα χειμώνα, είχε όλα τα φύλα του, ενώ αντέχει κανονικά στο κλίμα μας, αφού δεν το’χω συναντήσει ποτέ με κάποια προστασία. Ο υπάλληλος από εκεί που το αγόρασα, επειδή ρώτησα αν σίγουρα αντέχει στο κρύο, με διαβεβαίωσε πως είναι πολύ ανθεκτικό είδος και αειθαλές. Καλλιεργείται όπως οι περισσότερες φτέρες, δηλαδή χρειάζεται υγρασία στο έδαφος, αλλά καλή αποστράγγιση, και μέτριο έως έντονο φως, αν κι αυτό το είδος μπορεί να προσαρμοστεί στον ήλιο. Το πρόβλημά μου τώρα είναι η αναγνώριση του ακριβούς είδους. Μπορεί ν’ανήκει στο γένος Dryopteris,Polystichum, πού;

Η φτέρη αυτή μοιάζει αρκετά με την άλλη κοινή σε καλλιέργεια αλλά τροπική φτέρη, τη
νεφρολεπίδα φτέρη,
Τόσο πολύ ώστε αρχικά δυσκολεύτηκα να πειστώ πως επρόκειτο για διαφορετικό είδος, νομίζοντας πως ήταν απλώς μια ποικιλία της προηγούμενης. Αργότερα κατάλαβα όμως τις διαφορές της. Σημαντική της διαφορά είναι ότι είναι πολύ λιγότερο πυκνή, και δε δημιουργεί επιφανειακά ριζώματα. Μπορεί μερικά ριζώματα να σηκώνονται απ’το έδαφος και μετά να ξαναμπαίνουν, αλλ’αυτό γίνεται εξαιτίας του μικρού χώρου της γλάστρας. Τα φύλλα της επίσης, που ξεπερνούν εύκολα τα 60 εκατοστά, είναι πολύ πιο σκληρά και λιγότερο ευλύγιστα, ώστε όταν κάμπτονται σπάνε πιο εύκολα, ενώ οι βάσεις τους είναι χνουδωτές. Τα φυλλάρια μοιάζουν κάπως μ’αυτά τις νεφρολεπίδος φτέρης, όντας κι αυτά εναλλάξ πάνω στο φύλλο, χωρίς μίσχο κι οδοντωτής περιφέρειας, αλλά είναι σκληρότερα, πιο λογχοειδή παρά τριγωνικά, με πιο αμβλεία κορυφή, εντονότερο κεντρικό νεύρο, κι ασύμμετρο σημείο ένωσης του φυλλαρίου με το φύλλο. Όταν επιπλέον είναι ακόμα νεαρά τα φύλλα πριν ξετυλιχτούν, καλύπτονται ολόκληρα από έντονο χνούδι. Οι συστάδες τέλος των φύλλων είναι πιο αραιές μεταξύ τους και πιο συμπαγείς. Όσα ριζώματα φαίνονται στην επιφάνεια είναι λεία και χωρίς τρίχες ή λέπια. Αυτό το διάστημα η φτέρη βρίσκεται σε μια θέση με λίγες ώρες ήλιο τη μέρα στο μπαλκόνι, και θα μεταφυτευθεί σε κανένα μήνα, αφού έχει κάνει ακόμα λίγα φύλλα. Το χώμα της γλάστρας της είναι πολύ ελαφρύ, ένα μίγμα οργανικού χώματος, άμμου και χαλικιών, με διάφορα ξυλαράκια, φυλλαράκια και καρπούς από ακακίες, υποδηλώνοντας ότι μεγάλωσε σε εξωτερικο χώρο, αν και ως επίγειο (μη επιφυτικό) είδος θα μπορούσε να βρίσκεται και σε βαρύτερο χώμα.

Το πρόβλημά μου είναι μόνο η αναγνώριση του είδους. Σίγουρα θα πρόκειται για κοινότατο είδος που όμως είναι δύσκολο να βρω το επιστημονικό όνομά του. Ψάχνοντας σε ελληνικές σελίδες αυτό που βρίσκω είναι η αναφορά αυτού του είδους ως φτέρης εξωτερικού χώρου απλά, αλλ’όχι το επιστημονικό όνομα, ενώ σε ξένες σελίδες δεν ξέρω ακριβώς πώς να την αναζητήσω, γιατί υπάρχουν πάμπολλες αειθαλείς εύκρατες φτέρες, με κατά τόπους άλλα τα κοινά είδη. Τι μπορεί να είναι;

Ενημέρωση 20/2/2014: Η φτέρη είναι πέραν κάθε αμφιβολίας Nephrolepis cordifolia (Νεφρολεπίς η καρδιόφυλλος), ένα τροπικό και υποτροπικό είδος άμεσα συγγενικό με την κοινή νεφρολεπίδα φτέρη, εξού και η ομοιότητα στην εμφάνιση. Το επίθετο «καρδιόφυλλος» το πήρε από την ασύμμετρη βάση των φυλλαρίων, αν και δε μοιάζουν καθόλου με καρδιά, γιατί είναι πολύ μακρύτερα. Τα χνουδωτά νεαρά φύλλα δεν είναι κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συγκεκριμένου είδους, είναι στοιχείο σχεδόν όλων των φτερών, απλώς στη νεφρολεπίδα φτέρη που είχα παλαιότερα, επειδή είχε μικρά φύλλα, δεν ήταν πολύ εμφανές. Όπως κι άλλα μέλη του γένους Nephrolepis, η φτέρη αυτή παράγει πολλά επιφανειακά ριζώματα που φεύγουν αρκετά μακριά απ’το φυτό για να το επεκτείνουν, απλώς η δική μου, τότε που την αγόρασα, δεν είχε ακόμα πολλά. Αργότερα η γλάστρα γέμισε με τέτοια ριζώματα! Είναι σαν λεπτά σχινάκια με χνουδωτές κορυφές, αν κι εδώ να σημειώσω πως το χνούδι της συγκεκριμένης φτέρης δεν είναι πραγματικό χνούδι (τριχώματα), που είναι συνήθως μονοκύτταρες δομές της επιδερμίδας του φυτού, αλλά επιμηκυμένα λέπια, που είναι πολυκύτταρες και παχύτερες προεκτάσεις της επιδερμίδας. Το κύριο διαγνωστικό χαρακτηριστικό ωστόσο του είδους είναι τα άφθονα κονδυλίδια που φέρει στα ριζώματά του, τα οποία εντόπισα όταν το μεταφύτευσα πρώτη φορά. Αυτά είναι σφαιρικές, σκληρές, καφέ και χνουδωτές δομές πάνω στα ριζώματα ποικίλου μεγέθους, από 1 έως 3 εκατοστά, τα οποία αποταμιεύουν νερό, θρεπτικά συστατικά και άμυλο για την ενδυνάμωση του φυτού σε δύσκολες συνθήκες ή την υποστήριξη της αναγέννησης του φυτού ακόμα κι από πολύ μικρά τμήματα ριζώματος χωρίς πολλή αποθηκευμένη ενέργεια. Είναι το ανθεκτικότερο μέλος του γένους, αν κι ως τροπικό δεν αντέχει τις βαριές παγωνιές, επομένως στην Ελλάδα μπορεί να ζήσει χωρίς προστασία μόνο σε θερμές ή παραθαλάσσιες περιοχές. Η φτέρη μου είχε μεγαλώσει πάρα πολύ όλο το καλοκαίρι, κι επειδή δεν ήθελα να την μεταφυτεύσω ξανά – όσο χώρο κι αν της δώσεις θα τον καταλάβει όλον, όπως με κάθε ριζωματώδες φυτό -, τώρα τον Ιανουάριο την έσπασα σε μικρότερα κομμάτια, τα οποία θα δώσω σε διάφορους ή θα φυτέψω κάτω, επειδή όμως ακόμα δε ζέστανε ο καιρός, οι διαιρέσεις δεν αναπτύχθηκαν καθόλου έως τώρα.