Category: φυτά


Malva silvestris σε ανθοφορία

Οι μολόχες είναι από τα κοινότερα αγριόχορτα της ελληνικής χλωρίδας, αλλά και από τα ομορφότερα. Τουλάχιστον σε αντίθεση με τα περισσότερα, που είτε έχουν αφανή άνθη που επικονιάζονται με τον άνεμο, είτε μικρά άνθη που ανοίγουν μόνο για λίγες ώρες, οι μολόχες ανθίζουν συνεχόμενα και τα άνθη τους είναι φανταχτερά. Η μολόχα έχει ιστορικά αρκετές χρήσεις και είναι επίσης αρκετά θρεπτική. Τα φυτά αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τα γεράνια (συνήθως γένος Pelargonium και όχι Geranium), τα οποία μοιάζουν ελαφρώς στο φύλλωμα. Λόγω της σύγχυσης αυτής, οι μολόχες συχνά αποκαλούνται και αγριομολόχες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι πλεονασμός.

Οι μολόχες αποτελούν το γένος Malva της οικογένειας Malvaceae της τάξης Malvales. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει αρκετά παρόμοιας μορφολογίας είδη, όπως οι δεντρομολόχες του γένους Althaea. Το γένος Malva περιλαμβάνει 30 είδη, με εξάπλωση στις εύκρατες, τις υποτροπικές και τις τροπικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ενώ μερικά είδη έχουν εισαχθεί στη Βόρεια Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 30 είδη, εκ των οποίων 7 είναι αυτοφυή στη χώρα μας: Malva cretica, M. moschata, M. silvestris, M. neglecta, M. parviflora, M. Pussila και M. Aegyptia. Κοινότερα είναι τα M. silvestris (μαλάχη η αγρία), M. neglecta (μαλάχη η αμελημένη), ενώ η κρητική μαλάχη (M. cretica), είναι, όπως λεέι και το όνομά της, ενδημική της Κρήτης.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του φυτού είναι «μαλάχη», ενώ το λατινικό «malva”. Στα γαλλικά έγινε «mauve”, εξού και το χρώμα μοβ ή μωβ, το γράφει ο κάθένας όπως θέλει. Στα αρχαία αγγλικά η λέξη εισήχθη από τα λατινικά ως «malwe”,, και σήμερα στα αγγλικά λέγεται «mallow”. Η λέξη, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων φυτών της Μεσογείου, είναι μη ινδοευρωπαϊκή και πιθανότατα προέρχεται από κάποια χαμένη γλώσσα της Μεσογείου, όπως τη γλώσσα των Πελασγών, άρα δεν έχει σχέση με το «μαλακός», «μαλακτικός» κλπ όπως λέγεται.

Οι μολόχες είναι συνήθως ποώδη φυτά, αλ΄λα με τη μεταφορά κάποιων μελών του γένους Lavatera στη Malva, υπάρχουν και κάποια ψηλότερα φυτά. Γενικα΄έχουν θαμνώδη μορφή με έντονα μονοποδιακή ανάπτυξη, δηλαδή ο κεντρικός βλαστός είναι αρκετά κυρίαρχος. Ο κεντρικός βλαστός παράγει διακλαδώσεις, περισσότερες προς τη βάση του φυτού. Οι βλαστοί είναι κυλινδρικοί, με ελαφρώς χνουδωτή επιφάνεια,, ο φλοιός τους είναι σκληρός και ο χυμός είναι ελαφρώς βλενώδης. Τα συνήθως μακρύμισχα, παλαμοσχιδή και ελαφρώς χνουδωτά φύλλα φύονται εναλλάξ. Τα άνθη φύονται μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων, και είναι περισσότερα προς τις κορυφές των βλαστών, όπου τα φύλλα είναι μικρότερα κι έτσι φαίνονται περισσότερο, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμα στους επικονιαςτές. Κυμαίνονται σε διάμετρο από 5 χιλιοστά μέχρι 5 εκατοστά, κι έχουν 5 ροζ, μοβ ή λευκά πέταλα. Τα φυτά ανθίζουν καθόλη την περίοδο ανάπτυξης. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες, οι οποίες περιέχουν πολυάριθμους σπόρους. Το κοινότερο είδος μολόχας στην Ελλάδα, η M. silvestris, μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο και έχει μοβ άνθη διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Η M. neglecta είναι αρκετά κοντότερη, με πιο στρογγυλεμένα φύλλα. Άλλα είδη, όπως η M. preissiana της νότιας Αυστραλίας, μπορούν να φτάσουν τα 3 μέτρα σε ύψος. Τα περισσότερα μέλη του γένους είναι μονοετή, αλ΄λα υπάρχουν και μερικά βραχύβια πολυετή, όπως η μοσχομολόχα (M. Moschata).

Η μολόχα έχει μεγάλη ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Στην αρχαιότητα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Ησίοδο. Σύμφωνα με βυζαντινούς σχολιαστές του, την εποχή εκείνη έφτιαχναν έναν θρεπτικό πολτό από μολόχα κι άλλα φυτά. Στην Αρχαία Ελλάδα το φυτό καλλιεργούταν στους κήπους μαζί με τα άλλα λαχανικά. Αναφέρεται επίσης από τον Πυθαγόρα, και κατά τους πυθαγόριους ήταν ιερό φυτό, επειδή τα άνθη της κοιτάζουν πάντα τον ουρανό. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας συνιστούσε να αποφεύγεται η μολόχα, επειδή είναι η πρώτη αγγελιοφόρος της συμπάθειας του Ουρανού προς τη Γαία. Η μολόχα επίσης αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Πλάτωνα, όπου ο Αθήναιος την επαινεί ως «λεαντικόν αρτυρίας». Ο Ιπποκράτης επίσης τη χρησιμοποιούσε εκτενώς στη φαρμακευτική του. Παρασκεύαζε κατάπλασμα από κρασί και μολόχα κατά των οιδημάτων και των φλεγμονών, τη συνιστούσε για γυναικολογικά προβλήματα, κι επίσης παρασκεύαζε κολπικά υπόθετα για να διευκολύνει τον τοκετό και να μετριάσει τους πόνους – σημειωτέον ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, η φαρμεκευτική αντιμετώπιση των πόνων του τοκετού ήταν αμαρτία, γιατί αυτή ήταν η τιμωρία της Εύας σύμφωνα με τον ιουδαιοχριστιανικό μύθο! Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «παύει τας οδύνας». Ο Δίφιλος ο Σίφνιος έγραψε ότι βοηθά σε περιπτώσεις ερεθισμού των νεφρών και της κύστεως. Ακόμα χρησιμοποιούταν ως αποχρεμπτικό και καθαρτικό, ενώ από τα άνθη της παρασκευαζόταν αφέψημα για παθήσεις του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Η μολόχα επίσης πιστευόταν ότι σταματά την πείνα και τη δίψα. Ο γνωστός μυστικιστής Κρητικός \Επιμενίδης, ο οποίος υποτίθεται ότι κοιμήθηκε μέσα σ’ένα σπήλαιο για 57 χρόνια, όταν ξύπνησε βρέθηκε σε έναν καινούργιο κόσμο, και για να μην πεινά και διψά, έτρωγε μόνο μολόχα και βολβούς. Γι’αυτό και η μολόχα περιλαμβανόταν συχνά σε μυήσεις διάφορων μυστηριακών λατρειών στην Αρχαία Ελλάδα. Το φυτό ήταν επίσης αγαπητό από τους Ρωμαίους, όπου δεν έλειπε από κανε΄να τραπέζι. Ο Κικέρων και ο Οράτιος μας αναφέρουν για τις ανακουφιστικές του ιδιότητες. Ο Οράτιος, θέλοντας να δείξει πόσο λιτή ήταν η διατροφή του, έγραψε χαρακτηριστικά: «Me pascunt olivae, / me cichorea levesque malvae» («Όσον αφορά εμένα, με τρέφουν ελιές, αντίδια και μολόχες»). Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα τη μέρα δε θα μας βρει καμία αρρώστια. Αργότερα, ο Καρλομάγνος είχε διατάξει να καλιεργείτε μολόχα σε όλους τους αυτοκρατορικούς κήπους για τις ιδιότητές της. Οι Φελάχοι, οι αγρότες της Αιγύπτου, που ζούσαν κυρίως με χόρτα, έφτιαχναν ένα φαγητό από ρίζες μολόχας, της οποίες, αφού έβραζαν, τις τηγάνιζαν μαζί με κρεμμύδια. Ο Βυζαντινός συγγραφέα Συμεών Σηθ αναφέρει ότι η μολόχα αντιμετωπίζει τη δυσκοιλιότητα. Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου, η μολόχα είναι το βότανο που θεραπεύει τα νοσήματα των νεφρών, τα ηπατικά νοσήματα, τις πληγές, τις φλεγμονές, καθώς και τα «κρυφά πάθη» των γυναικών. Στο βυζαντινό σύγγραμμα Περί Χυμών, Βρωμάτων και Πομάτων, η μολόχα θεωρούταν εύπεπτη και δυναμωτική τροφή. Πιστευόταν ότι απαλλάσσει το σώμα από τις αρρώστιες και τα θεραπεύει όλα εξαιτίας της ήπιας καθαρτικής της δράσης. Στα νεότερα χρόνια η μολόχα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ευρέως και ως τροφή και ως φάρμακο για παρόμοιες παθήσεις. Τα φύλλα της βράζονταν σαν χόρτα ή προσθέτονταν σε φαγητά με όσπρια, ρύζι ή κρέας. Τα νεαρά μαλακά φύλλα τρώγονταν ωμά αντι για μαρούλι. Με τα φύλλα της επίσης παραδοσιακά τυλίγονται ντολμαδάκια, ιδίως στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η συνταγή είναι η ίδια με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, απλά αντί για αμπελόφυλλα χρησιμοποιούνται μεγάλα φύλλα μολόχας. Το φαγητό αυτό εντούτοις δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού παρόμοια ντολμαδάκια παρασκευάζονται και στην Τουρκία. Όσοι τα έχουν δοκιμάσει λένε ότι υπολείπονται γευστικά, άρα ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η δημοτικότητα της μολόχας έπεσε τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους μας, έχουμε πολύ περισσότερες και γευστικότερες επιλογές σήμερα. Οι καρποί της λέγονταν «ψωμάκια» τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά όταν έπαιζαν έξω και τα έτρωγαν. Το αφέψημα από τα άνθη της, γνωστά ως μολοχάνθη ή μολοχάνθια, εφαρμοζόταν κατά των ίδιων περίπου παθήσεων όπως και τους προηγούμενους αιώνες. Το αφέψημα επίσης μαζί με χαμομήλι και με λίγο μέλι καταπράυνε τον πονόλαιμο, ενώ το ποδόλουτρο στο αφέψημα μαλάκωνε τους κάλους, ξεκούραζε τα κουρασμένα πόδια και ανακούφιζε από οιδήματα, όπως αυτά έπειτα από στραμπούλιγμα ή κάταγμα. Ο χυμός των τριμμένων φύλλων της καταλάγιαζε το τσούκνισμα της τσουκνίδας, και το κατάπλασμα των φύλλων της απάλυνε τον πόνο από τα τσιμπήματα των εντόμων. Γενικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως πανάκεια, χωρίς ωστόσο όλες αυτές οι θαυματουργές ιδιότητες να υποστηρίζονται από αυστηρές επιστημονικές μελέτες. Ίσως να ήταν κάπως θρεπτικότερο ως τροφή σχετικά με άλλα έτσι κι αλλιώς θρεπτικά φτωχά χορταρικά, αλλά ως φάρμακο σίγουρα υπερεκτιμήθηκε.

Το φυτό είναι πολύ θρεπτικό και μη τοξικό, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για κατοικίδια, όπως κουνέλια, καθώς και για φυτοφάγα ή παμφάγα ερπετά όπωος ιγκουάνες, χελώνες στεριάς και νερού, γενειοφόρους δράκους κλπ, ή φυτοφάγα ασπόνδυλα όπως γιγάντια σαλιγκάρια. Και το κουνέλι μου και ο δράκος μου το τρώνε πολύ – είναι στην πραγματικότητα από τα αγαπημένα τους χόρτα.

Ως ζιζάνιο, το φυτό δεν είναι επικίνδυνο. Αποτελείται από έναν μονο βλαστό και μια κατακόρυφη ρίζα, οπότε αν δεν τω θέλετε κάπου μπορείτε απλώς να το ξεριζώσετε. Δεν επεκτείνεται με ριζώματα ή στολώνια. Αντίθετα συχνά μπορεί να είναι ωφέλιμο, αφού τα άνθη του προσελκύουν μέλισσες και άλλους επικονιαστές, μπορεί να φαγωθεί ή να ταϊστεί στα παραπάνω ζώα. Επίσης τα μικ΄ρα μοβ άνθη του είναι πολύ όμορφα. Σπάνια καλλιεργείται, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί για καλλωπιστικούς σκοπούς. Συχνά προτιμάται το είδος M. moschata, ένα κοντό, περίπου στα 60 εκ, βραχύβιο πολυετές με πολλά ροζ άνθη, το οποίο έχει και μία ολόλευκη ποικιλία. Παρά το όνομά της, δεν έχει ιδιαίτερα έντονη οσμή, αν και τα άνθη της μυρίζουν ωραία από πολύ κοντινή απόσταση. Ως ζιζάνια, δεν είναι δύσκολα στη φροντίδα. Απλώς σπέρνετε τους σπόρους την τελική τους τοποθεσία την άνοιξη, προτιμότερα σε εμπλουτισμένο με οργανική ύλη χώμα για βέλτιστη ανάπτυξη, και έκτοτε το φυτό θα διαιωνίζεται από τους δικούς του σπόρους που ρίχνει. Η εμπορι΄κη αξία της μολόχας είναι περιορισμένη. Το είδος M. verticillata (μαλάχη η σπονδυλωτή), γνωστό στα κινέζικα ως «ντονγκ χαν τσάι» και στα κορεάτικα ως «άουκ», καλλιεργείται σε μικρή εμπορική κλίμακα στην Κίνα, όπου το αφέψημά του πιστεύεται ότι καθαρίζει το παχύ έντερο και βοηθά στην απώλεια βάρους.

Έτσι, από θείο φυτό που μπορεί να κρατήσει κάποιον στη ζωή χωρίς να πεινά και να διψά και να θωρακίσει από κάθε είδους κακό, η μολόχα κατέληξε σήμερα να είναι ένα απλό ζιζάνιο, συχνά ανεπιθύμητο, καλλωπιστικό και τροφή μηδαμινής αξίας, και τροφή για σαύρες και κουνέλια. Δε λεώ ότι η αξία της χάθηκε εντελώς, ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, αλλά σίγουρα ξεριζώθηκε από τον Όλυμπο και φυτεύθηκε στις παραμελημένες γωνιές της αυλής μας, πίσω από το σκουριασμένο σκουπιδοντενεκέ, ανάμεσα σε δύο πλάκες ενός πεζοδρομίου, ή στη γωνία ενός παραμελημένου πάρκινγκ, όπως το φυτό της φωτογραφίας. Όπως είπα και παραπάνω, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερες επιλογές να φάμε και η ταπεινή και μάλλον άγευστη μολόχα δε μας κινεί το ενδιαφέρον πια. Και ως προς τη φαρμακευτική της χρήση, δε φαίνεται να έχει κάποια σπουδαία ιδιότητα. Αν είχε, να είστε σίγουροι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα την είχαν εκμεταλλευτεί. Συγγνώμη που δε σας τη ρομαντικοποίησα όπως συνηθίζεται στους κύκλους των βοτανολατρών στο Διαδίκτυο.

Πηγές:
μολόχα – Βικιπαίδεια
γένος Malva – αγγλική Wikipedia
Βότανα και Υγεία – μολόχα
ντολμάδες με φύλλα μολόχας
καλλιέργεια της Malva moschata

Cupressus sempervirenφυσικό μπονσάι 6/5/2016

Δε θυμάμαι πόσο καιρό βρισκόταν το δεντράκι αυτό σ’αυτήν τη γλάστρα. Μπορεί να είναι εδώ για 3, 4 ή και 5 χρόνια. Τα φυτά της γλάστρας είναι ίριδες, της οποίες είχα φέρει εγώ στον πατέρα μου πριν 8 χρόνια περίπου. Πλέον έχουν γεμίσει όλη τη γλάστρα με ένα σύμπλεγμα κονδύλων και ριζών, και χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση οπωσδήποτε. Το κυπαρισσάκι αυτό σίγουρα θα φύτρωσε από σπόρο από τα μεγαλύτερα κυπαρίσσια που υπάρχουν στο μπαλκόνι. Θυμάμαι κι άλλες φορές νεαρά σπορόφυτα με ένα λεπτό βλαστό και λίγα βελονοειδή φύλλα, που μπορεί να ήταν οι κοτυληδόνες τους, που στα κωνοφόρα είναι συχνα΄πάνω από 2, ή τα πρώτα τους φύλλα, τα οποία στα κυπαρίσσια έχουν το προγονι΄κο βελονοειδές σχήμα. Ίσως να ήταν όμως από το κυπαρίσσι Αριζόνας (Cupressus arizonensis), το οποίο τώρα έχει ξεραθεί, κι όχι από τα κανονικά κυπαρίσσια (Cupressus sempervirens), που είναι και το συγκεκριμένο, γιατί φύτρωναν πάντα κάτω από το κυπαρίσσι Αριζόνας. Αν τα τότε σπορόφυτα ήταν από το πρώτο είδος, τότε αυτό είναι το πρώτο σπορόφυτο κυπαρισσιού sempervirens που φύτρωσε, παρά τους εκατοντάδες σπόρους που κάνουν κάθε χρόνο. Γιατί δε φύτρωσαν κι άλλα;

Και παρόλο λοιπόν που είναι το πρώτο τυχερό που επιβίωσε, βρέθηκε αμέσως στην πιο άτυχη θέση· μέσα σ’ένα δάσος από ρίζες και κονδύλους, οι οποίες του έπαιρναν όλα τα θρεπτικά συστατικά και του περιόριζαν ασφυκτικά το χώρο, δυσκολεύτηκε υπερβολικά να μεγαλώσει. Για λίγα χρόνια ήταν κάτω από τη σκιά των φύλλων της ίριδας, και ήταν σαν να μην υπάρχει. Φέτος όμως πρόσεξα κάτι το απροσδόκητο. Αν και σε ύψος λιγότερο των 20 εκατοστών κι ακόμα δισδιάστατο στην ανάπτυξη, έβγαλε λίγους κώνους προς τις κορυφές των κλαδιών! Δηλαδή αν και δεν είχε χώρο να ψηλώσει, ωρίμασε αναπαραγωγικά σε τόσο μικρό ύψος. Ουσιαστικά έγινε ένα φυσικό μπονσάι. Τα κυπαρίσσια αυτά μπορεί να κωνοφορήσουν ακόμα κι από το δεύτερο έτος της ζωής τους μερικές φορές, και οι πρώτοι κώνοι που βγαίνουν είναι συνήθως θηλυκοί, οπότε αυτό ήταν φυσιολογικό. Όμως τα δέντρα του συγκεκριμένου είδους βάζουν 30-60 εκατοστά το χρόνο, οπότε κανονικά τώρα αυτό θα έπρεπε να είναι ψηλότερο του μέτρου.

Το φυτό αυτό είναι άριστο υλικό για μπονσάι και θα ήθελα να το μεταφυτεύσω από το μέρος όπου βρίσκεται σε άλλη γλάστρα γι’αυτόν το σκοπό. Το πρόβλημα είναι ότοι σίγουρα οι ρίζες του θα είναι μπλεγμένες μ’αυτές της ίριδας, άρα θα είναι δύσκολη η απεμπλοκή τους, κι επίσης, ως κωνοφόρο, δυστυχώς στρεσάρεται πολύ ευκολότερα και φοβάμαι μη μου ξεραθεί επειδή θα έχει σίγουρα χάσει αρκετά ριζίδια από τη διαδικασία. Γι’αυτό, για να ελαχιστοποιήσω τις πιθανότητες προβλημάτων, θα το ξεριζώσω το φθινόπωρο ή το χειμώνα. Μετά σκοπεύω να το αφήσω να μεγαλώσει μέχρι να γίνει 30 εκατοστά περίπου και μετά να ξεκινήσω τη διαμόρφωσή του σε μπονσάι. Θα δουλέψω πάνω στον κεντρικό κορμό, ο οποίος δυστυχώς έχει γείρει ελαφρώς. Με τη μεγάλη διακλάδωση που έχει περίπου στη μέση του δεν ξέρω τι θα κάνω. Ίσως θα πρέπει να σιάξω τον κορμό με σύρμα, αλλά απ’ό,τι μου φαίνεται μια ελαφριά κλίση θα την έχει για πάντα. Πληροφορίες για μπονσάι υπάρχουν άλλωστε σε πολλές ιστοσελίδες της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως για παράδειγμα στο tsamisaquarium.gr, με το οποίο πλέον συνεργάζομαι στην αρθρογραφία. Εκεί υπάρχει κι ένα φόρουμ για μπονσάι όπου θα εγγραφώ για να λύσω περαιτέρω απορίες. Από την άλλη, αν το σχέδιο δεν πάει καλά ή αλλάξω γνώμη κατά την ανάπτυξή του, μπορεί να το αφήσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα για να μεγαλώσει περισσότερο. Φυσικά κατά τη διαδικασία της δημιουργίας ή της συντήρησης του μπονσάι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος θανάτου του φυτού. Μπορεί τελικά να μου ξεραθεί αμέσως. Το είδος ωστόσο αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, και μπορεί να ζήσει έως και 1000 χρόνια ή και περισσότερο. Οπότε όσο πιο πολύς καιρός περνά τόσο θα μεγαλώνει η αξία του. Στην Ιαπωνία υπάρχουν μπονσάι αιώνων που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά.

Και τι είναι αυτό το αιθόφυλλο, και πού κολλάει στην όλη ιστορία, η οποία είναι κυρίως οι ανησυχίες σου αν ζήσει τελικά ή όχι; Κάτι τέτοιο μπορεί να αναρωτιέστε τώρα. Είναι μακρινή ιστορία. Πριν περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια, μια πολύ μεγάλη καταστροφή έπλληξε τη γη, οδηγώντας στην εξαφάνιση περίπου το 95% της ζωής του Πλανήτη. Η εξαφάνιση δεν έγινε σε μια φάση, αλλά σε αρκετές, οι οποίες διαχωρίζονταν με χιλιάδες χρόνια σταθερότητας. Κύριος υπαίτιος ίσως να ήταν η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα, αλλά ίσως και να συνέπραξε και πτώση αστεροειδούς. Ο σχιματισμός των ηπείρων ήταν επίσης αρκετά άτυχος, επειδή όλες ήταν συνενωμένες στην υπερήπειρο Παγγαία, η οποία είχε μικρή ακτογραμμή, με σχετικά λίγους κόλπους και κλειςτές θάλασσες όπου θα μπορούσε να καταφύγει η θαλάσσια ζωή από τις καταστροφές, και το εσωτερικό της ήταν έρημος. Έτσι οι περιοχές με μεγάλη συγκέντρωσης ζωής χτυπήθηκαν πολύ ευκολότερα. Η εξαφάνιση αυτή δεν άφησε ένα απόλυτο κενό μετά, όπως πολλοί νομίζουν. Απλώς υπερπολλαπλασιάστηκαν λίγα ανθεκτικά είδη, τα οποία κάλυψαν το κενό. Στην ξηρά κυριάρχησαν λίγα είδη αγριόχορτων, τα οποία ήταν ανθεκτικά σε μεταβαλόμενες συνθήκες, όπως σήμερα γίνεται σε μολυσμένα περιβάλλοντα ή σε κάποιο μικρό οικόπεδο σε μια πόλη, όπου το χώρο πρασινίζουν ελάχιστα, αλά πολύ ανθεκτι΄κα αγριόχορτα. Ανθοφόρα φυτά δεν υπήρχαν όμως τότε – οι πρόγονοί τους φυσικά υπήρχαν -, οπότε τα αγριόχορτα ήταν λίγο διαφορετικά: φτέρες, πολυκόμπια, λυκόφυτα – η τελευταία φορά που τα λυκόφυτα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα -, λίγα θαμνώδη πτεριδοσπερματόφυτα και το ποώδες κωνοφόρο αιθόφυλλο (Aithophyllum stipulare). Αν και όλα τα γυμνόσπερμα τότε και τώρα ήταν ξυλώδη, το συγκεκριμένο κωνοφόρο εξελίχθηκε στη μορφή του ζιζανίου, για να εκμεταλλευτεί το ευμετάβλητο αυτό περιβάλλον. Ανήκε στην τάξη Voltziales, η οποία ήταν και η πρώτη τάξη κωνοφόρων, και είχε δέντρα με τη μορφή της αραουκάριας, αλλά χωρίς ρητίνη και με αρκετά διαφορετικούς, απλούστερους κώνους. Η οικογένεια αυτή είχε πληγεί σοβάρα από την καταστροφή, αλ΄λα σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα, μέλη της επιβίωσαν και μέχρι το Κρητιδικό, 120 εκατομμύρια χρόνια μετά ή και αργότερα. Το αιθόφυλλο λοιπόν είχε λεπτό, πλήρως ποώδη βλαςτό με ινώδη φλοιό και κοίλο εσωτερικό, κάπως σαν καλάμι. Έφτανε σε μέγιστο ύψος τα 2 μέτρα, και ανά διαστήματα στον κορμό είχε ψευδοσπονδύλους κλαδιών, σαν την αραουκάρια, τα οποία διακλαδίζονταν πτεροειδώς σε πλευρικά κλαδάκια. Τα φύλλα του ήταν μικ΄ρα και ταινιοειδή. Τα φυτά ήταν μόνοικα, δηλαδή παρήγαγαν τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους στο ίδιο φυτό, οι οποίοι φύονταν στις άκρες όλων των κλαδιών. Το φυτό ήταν μονοκαρπικό, και μετά την κωνοφορία και την ανάπτυξη των σπόρων ξεραινόταν. Δεν ξέρουμε σε πόσα χρόνια ωρίμαζε, αλλά θα μπορούσε να τελειώνει την ανάπτυξή μέσα σ’ένα χρόνο, κάνοντάς το έτσι το μόνο γνωστό μονοετές κωνοφόρο. Και όπως και τα σημερινά ζιζάνια, τα οποία ανθίζουν και αναπαράγονται ακόμα κι αν έχουν φυτρώσει ανάμεσα σε΄δύο πλάκες τσιμέντου και έχουν γίνει μόνο 5 εκατοστά, έτσι κι εκείνο το κωνοφόρο αναπαραγόταν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έχει βρεθεί ταλαιπωρημένο αιθόφυλλο, το οποίο αποτελούταν μόνο από δύο όρθιους βλαστούς των 30 εκατοστών που έβγαιναν από τη ρίζα, ο κάθένας μ’έναν κώνο στην κορυφή. Έτσι, όπως κι εκείνο το κωνοφόρο μπορούσε να κωνοφορήσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έτσι και το συγκεκριμένο κυπαρισσάκι ωρίμασε σε αυτό το περιοριστικό περιβάλλον.

Αν και λιγότερο γνωστά, παρόμοια ποώδη κωνοφόρα είχαν επίσης εξελιχθεί στη Λιθανθρακοφόρο, πριν 300-350 εκατ. Χρόναι πριν, τα οποία κάλυπταν ξηρότερες περιοχές. Πώς να ΄ήταν άραγε τότε;

Ενημέρωση 15/4/2016: Τα φυτά αναγνωρίστηκαν. Το πρώτο είναι χείρανθος ο χείριος (Erysium cheiri), πρώην Cheiranthes cheiri, ένα διετές ή βραχύβιο πολυετές λαχανοειδές (οικογένεια Brassicaceae), το οποίο είναι αυτοφυές, αλλά καλλιεργείται για τα άνθη του. Το δεύτερο είναι αγριοζοχός (Eurospermum picrides), που λέγεται έτσι όχι επειδή ο κανονικός ζοχός είναι ήμερος, απλώς επειδή αυτό σκεπάζεται από αγκάθια και σκληρές τρίχες. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των αστεριδών (Asteracaea), μαζί με το ζοχοό, το ραδίκι, το μαρούλι, τις μαργαρίτες κλπ.

Αυτά είναι τα πρώτα άγνωστα είδη για το 2016. Περιμένω τα σχόλια σας με το όνομα του είδους.

άγνωστο καλλωπιστικό σε ανθοφορία

Το πρώτο το βρήκα το Μάρτιο στο εξοχικό του πατέρα μου στη Γερακινή της Χαλκιδικής. Βρισκόταν στο φράχτη του δικού μας σπιτιού με γειτονικό. Ήταν περίπου ενάμισι μέτρο ψηλό ή και παραπάνω, μ’αυτά τα παράξενα τετραπέταλα λουλούδια. Ποώδες. Σίγουρα θα βρίσκεται αρκετά χρόνια εκεί. Πώς λεέγεται;

άγνωστο αγριόχορτο

Το δεύτερο είναι ένα κοινό, αν κι όχι πανταχού παρόν, ζιζάνιο. Μοιάζει με το ζοχό, αλλά έχει χνουδωτά φύλλα πολύ λιγότερο σχισμένα, και σχετικά κυλινδρικό βλαστό με αγκαθάκια. Το συγκεκριμε΄νο φυτό είχε συμπτυγμε΄νη ταξιανθία στην κορυφή, και λίγα φύλλα του λείπουν, επειδή τα έκοψα για τη Λίμπο την κουνέλα μου. Αργότερα το έκοψα όλο για το κουνέλι, αφήνοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι μήπως και ξαναπετάξει. Τα κουνέλια το τρώνε. Τι να είναι;

Περιμένω τα σχόλιά σαςσ.

Project αβοκάντο

Η καλλιέργεια τροπικών παραγωγικών πολυετών φυτών είναι υποτίθεται δύσκολη, επειδή αυτά τα είδη ευδοκιμούν σε συγκεκριμένες συνθήκες, τις οποίες δε θα μπορούμε να παρέχουμε, οπότε και αν προσπαθήσουμε μάλλον θ’αποτύχουμε, ή απλώς δε θα δώσουν καρπό ποτέ. Αυτό στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μύθος. Τα περισσότερα τροπικά φυτά μπορούν να καλλιεργηθούν κι εδώ, και με κάποια επιπλέον φροντίδα μπορούν και να καρποφορήσουν. Απλώς είναι οικονομικά ασύμφορη η καλλιέργειά τους σε εμπορική κλίμακα. Μικρά φυτά όπως το τζίντζερ ή το λεμονόχορτο, από τα οποία το μέρος που συλλέγεται είναι βλαστητικό, καλλιεργούνται εύκολα και δίνουν αρκετή ποσότητα. Κάπια καρποφόρα όπως η γκουάβα, η μπανανιά και ο ανανάς, με κάποια επιπλέον προστασία εύκολα καρποφορούν και στο σπίτι μας, ενώ κάποια άλλα, όπως το μάγκο ή ο κοκοφοίνικας, είναι πολύ δύσκολα και δεν πρόκειται να καρποφορήσουν, εκτός κι αν τοποθετηθούν σε θερμοκήπιο που μπορεί να χωρέσει το τελικό ύψος τους. Το αβοκάντο είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, αφού καλλιεργείται εύκολα, και μετά από κάποια χρόνια, αν οι συνθήκες όπου ζει είναι καλές, μπορεί να καρποφορήσει. Παρόλα αυτά οι περισσότεροι το καλλιεργούμε απλώς ως καλλωπιστικό φυτό, οπότε το αν καρποφορήσει τελικά δεν έχει μεγάλη σημασία. Στο παρόν άρθρο θα σας παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο βλάστησα το σπόρο του αβοκάντο, μία διαδικασία πολύ εύκολη που μπορεί να κάνει ο καθένας. Πρώτα όμως θα πρέπει να κάνω μια εισαγωγή για το δέντρο και τον καρπό του. Αν ενδιαφέρεστε μόνο για τις καλλιεργητικές πληροφορίες, μπορείτε να τα προσπεράσετε, αν κι εγώ δε θα σας πρότεινα να το κάνετε.

Το αβοκάντο λοιπόν, με επιστημονική ονομασία Persea americana, είναι αειθαλές δένδρο που κατάγεται από την Αμερική, όπως δηλώνει και το όνομά του. Το όνομα «περσέα» είναι το αρχαίο ελληνικ΄κο όνομα που έδωσε ο Ιπποκράτης και ο Θεόφραστος σε κάποιο αιγυπτιακό δέντρο με φαρμακευτικές ιδιότητες, του οποίου την ταυτότητα δε γνωρίζουμε πλήρως, αλλά μπορεί να ήταν το είδος Cordia myxa ή κάποιο είδος του γένους Minutops. Το γένος της περσέας περιλαμβάνει 150 είδη, από τα οποία τα 70 απαντούν στις αμερικανικές ηπείρους, η P. indica στις Αζόρες και τις Κανάριες Νήσους και τα υπόλοιπα στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των δαφνιδών (Lauraceae) και sτην τάξη των δαφνωδών (Laurales) στον κλάδο τον μανολιοειδών (magnoliids), έναν αρκετά αρχαίο κλάδο ανθοφόρων φυτών ου εμφανίστηκε πριν το διαχωρισμό των μονοκοτυλήδονων και των δικοτυλήδονων. Τα φυτά αυτά έχουν εμφάνιση δικοτυλήδονου, αλλά τα άνθη τους είναι τριμερή, όπως στα μονοκοτυλήδονα. Άλλα τέτοια φυτά είναι η δάφνη, η κανέλα (και τα δύο στους δαφνίδες), και η μανόλια (στους μανολιίδες). Το γένος του αβοκάντο εξελίχθηκε στο Παλαιόκαινο στη Δυτική Αφρική, απ’όπου μετέβη στη Νότια Αμερική μέσω της Ανταρκτικής, και ανατολικά προς την Ευρασία. Με την ένωση της Νότιας Αμερικής με τη Βόρεια μετέβη και εκεί. Η ξήρανση ωστόσο της Αφρικής και η ψύχρανση πολλών εύκρατων περιοχών κατά τις τελευταίες παγετώδεις περιόδους μείωσαν την εξάπλωση του γένους, και από την Αφρική και την Ευρώπη εξαφανίστηκε εντελώς, με μόνο κατάλοιπο την Persea indica στα ήπια δαφνοδάση της Μακαρονησίας. Νέα είδη ωστόσο εξελίχθηκαν κατά τη συνένωση των δύο Αμερικών.

Το είδος P. americana είχε κάποτε κινδυνεύσει άμεσα με εξαφάνιση, περιορισμένο σε λίγες περιοχές της σημερινής Πουέμπλα του Μεξικού, επειδή δεν υπήρχε ζώο που θα διέσπυρε τους μεγάλους σπόρους του, και όλο το φυτό ήταν αρκετά τοξικό για τα περισσότερα ζώα. Πιθανολογείται ότι κάποια είδη της εξαφανισμένης αμερικανικής μεγαπανίδας, όπως οι γιγάντιοι βραδύποδες, έτρωγαν τους καρπούς και έτσι μετέφεραν τους σπόρους αλλού, όμως τα ζώα αυτά εξαφανίστηκαν από τους πρώτους ανθρώπους της Αμερικής πριν περίπου 13.000 χρόνια, αφήνοντας πολλά φυτά χωρίς φυσικούς μεταφορείς. Ένα ακόμα τέτοιο γνωστό παράδειγμα είναι η ψευδακακία, ένα πολύ κοινό δέντρο εξαιτίας της καλλιέργειας, της οποίας όμως οι κάψες με τους σπόρους δύσκολα ανοίγουν μόνες τους, και πιθανολογείται ότι τη διέσπυραν τα προβοσκιδωτά. Η εξάπλωση του είδους λοιπόν οφείλεται στον άνθρωπο. Οι πρώτες ενδείξεις κατανάλωσης αβοκάντο βρέθηκαν στο σπήλαιο Κοξκάτλαν στην Πουέμπλα του Μεξικού και χρονολογούνται πριν 10.000 χρόνια, ενώ η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5.000 χρόνια, κι έκτοτε εξαπλώθηκε στο υπόλοιπο Μεξικό, αλλά και νοτιότερα στην Αμερική μέχρι της περιοχές του Περού που αργότερα ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία των Ίνκας. Οι Ευρωπαίοι γνώρισαν το φρούτο κατά τα τέλη του 13ου αι. Από τον 18ο αι. και στο εξής, η καλλιέργειά του άρχισε να εξαπλώνεται σε σχεδόν όλο τον τροπικό και τον υποτροπικό κόσμο (στην Ινδονησία το 1750, στη Βραζιλία το 1809, στη Νότια Αφρική και στην Αυστραλία στα τέλη του 19ου αι., και στο Λεβάντε το 1908). Η λέξη αβοκάντο είναι αγγλική παραφθορά της ισπανικής λέξης αγκουακάτε (aguacate), η οποία προέρχεται από τη νάουατλ λέξη για τον καρπό αουάκατλ (ahuacatl). Ευφημιστικά, η λε΄ξη αυτή αναφερόταν και στους όρχεις. Εξαιτίας της ομοιότητας της λέξης με τον αλιγάτορα, το όνομα παρετυμολογήθηκε σε αχλάδι του αλιγάτορα (alligator pear) εξαιτίας της αδρής επιφάνειάς του, αν και δεν είναι πολύ τραχιά στην πραγματικότητα, με την υφή περίπου του πορτοκαλιού. Επίσης, λόγω της ομοιότητας της λέξης με το όνομα για το δικηγόρο σε πολλές ευρωπαΪκές γλώσσες (advocate και οι παραλλαγές του), το όνομα έχει παρετυμολογηθεί σε αχλάδι του δικηγόρου σε πολλές από αυτές. Αποκαλείται επίσης και βουτυρόκαρπος και το δέντρο βουτυρόδεντρο, σπανιότερα στην Ελλάδα, αλλά συχνά στην Ασία.

Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 15 μέτρα. Έχει ωοειδή κόμη και οωειδή προς ελλειπτικά φύλλα, με ελαφρώς οδοντωτό ή ελαφρώς κυματιστό περιθώριο, τα οποία μπορούν να φτάσουν τα 20 εκ σε μήκος, και είναι εναλλάξ διατεταγμένα. Τα άνθη του φύονται σε μικρές ταξιανθίες στις μασχάλες των βλαστών, κι έχουν χρόμα ανοιχτοπράσινο ή κίτρινο. Έχουν 6 τέπαλα, 9 στήμονες και μία ωοθήκη με ένα έμβρυο. Ο καρπός του άγριου τύπου ή κριόλο (criollo) είναι μικρός, λίγο μεγαλύτερος από το σπόρο, σχεδόν ωοειδής, με σκούρο περίβλημα και λιγοστή σάρκα. Στις περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες ωστόσο, συνήθως φτάνει τα 10-20 εκατοστά, το σχήμα του είναι απιοειδές και η φλούδα του είναι πράσινη. Για την αποφυγή της αυτεπικονίασης, το φυτό παρουσιάζει διχογαμία, δηλαδή τα άνθη διαφορετικών ποικιλιών ανοίγουν ως αρσενικά ή θηλυκά σε διαφορετικές ημέρες και ώρες. Τα άνθη της ομάδας α ανοίγουν ως θηλυκά το πρωί της πρώτης ημέρας και κλείνουν αργά το πρωί ή νωρίς το απόγευμα, και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το απόγευμα της επομένης, ενώ τα άνθη της ομάδας β ανοίγουν ως θηλυκά το απόγευμα της πρώτης ημέρας, κλείνουν αργά το απόγευμα και ξαναανοίγουν ως αρσενικά το πρωί της επομένης. Αυτό το χαρακτηριστικό, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρόνο ωριμότητας του δέντρου, κάνουν δύσκολη την δημιουργία ποικιλιών. Το φυτό ευδοκιμεί σε ανοιχτά, ηλιόλουστα μέρη με υγρό, αλλά καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, και οι περισσότερες ποικιλίες δεν αντέχουν το κρύο, αν και ορισμένες επιβιώνουν μέχρι και τους -7 βαθμούς Κελσίου με ελάχιστη βλάβη στα φύλλα τους.

Ο καρπός του δέντρου είναι μοναδικός στη σύστασή του, αφού περιέχει μεγάλο ποσοστό λίπους, 14 γρ. ανά 100 γρ. Έχει μεγάλη θερμιδική αξία (160 θερμίδες ανά 100 γρ.), οπότε ίσως δεν είναι καλό να το τρώμε σαν το μήλο. Ήταν ωστόσο σπουδαία πηγή λίπους για τους ανθρώπους που δεν κατανάλωναν συχνά λιπαρό κρέας ή ψάρι. Είναι κάτι παρόμοιο με την ελιά, κι αυτή καρπός από δέντρο, αλλά όχι το σύνηθες γλυκό φρούτο. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες, σε σαλάτες, σε γλυκίσματα, ως άλειμμα κλπ. Γνωστότερη χρήση του είναι στη μεξικανική σούπα με αβοκάντο γουακαμόλε (guacamole), παραφθορά τουνάουτλ αουακαμόλι (ahuacamolli). Αν κι εδώ δεν το συνηθίζουμε, στις ΗΠΑ πολλοί τρώνε το αβοκάντο σκέτο ως φρούτο. Μην ξεχνάτε επίσης ότι εκεί τρώνε και τεράστιες ποσότητε ςλιπαρού φιστικοβούτυρου. Πρώτος παραγωγός αβοκάντο παραμένει το Μεξικό, δεύτερος είναι η Δομινικανή Δημοκρατία, τρίτος η Ινδονησία, τέταρτος οι ΗΠΑ, πέμπτος η Κολομβία και οι υπόλοιποι έπονται. Στην Ευρώπη το αβοκάντο εισήχθει μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου άρχισε να καλλιεργείται στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστό, το αβοκάντο καλλιεργείται και στην Κρήτη. Καλλιεργούταν εδώ για αρκετές δεκαετίες, αλλά η καλλιέργειά του γνώρισε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, οπότε αυξήθηκε η ζήτηση του καρπού από τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου εξάγεται το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς. Καλλιεργείται σε περιοχές της Κρήτης με το κατάλληλο κλίμα, όπου επί του παρόντος καταλαμβάνει οπωρώνες με πάνω από 50.000 δέντρα, οι οποίοι συνολικά καλύπτουν 2.500 στρέμματα. Η μέση ετήσια παραγωγή είναι περίπου ένας τόνος ανά στρέμμα, και η παραγωγική ζωή του δέντρου διαρκεί περίπου 35 χρόνια. Πρόβλημα στην επίτευξη σταθερής ετήσιας παραγωγής αποτελεί η παρενιαυτοφορία, η μεγάλη καρποφορία δηλαδή σε ένα χρόνο η οποία ακολουθείται από χαμηλή παραγωγή τον επόμενο, εξαιτίας της εξάντλησης του φυτού, όπως και στα περισσότερα οπωροφόρα δέντρα, αν και με εντατική λίπανση και έλεγχο των ασθενειών αυτό συνήθως προλαμβάνεται. Οι καρποί μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις, χάρη στην ιδιότητά τους να ωριμάζουν τεχνητά, αφού συγκομιστούν λίγο πριν ωριμάσουν και αποθηκευθούν υπό ψύξη, όπως και πολλά άλα φρούτα.

Η τοξικότητα του φυτού οφείλεται στην περσίνη, ένα λιποδιαλυτό τοξικό παραπροΪόν των λιπαρών οξέων ου υπάρχει στο φύλλωμα, στο φλοιό, στη φλούδα του καρπού και στο σπόρο, και μπορεί να μεταφερθεί από το σπόρο στη σάρκα του καρπού σε μνικρές ποσότητες. Η τοξίνη αυτή δηλητηριάζει εύκολα και μπορεί να σκοτώσει πολλά ζώα αν καταναλωθεί σε ικανή ποσότητα. Σκύλοι, γάτες, κατσίκες, αγελάδες, κουνέλια, αρουραίοι, ποντίκια, πουλιά και ψάρια μπορούν να δηλητηριάστούν από το φυτό. Τα συμπτώματα ποικίλουν από είδος σε είδος, όμως συνήθως περιλαμβάνουν γαστρεντερικά και σοβαρά καρδιακά συμπτώματα, με βλάβες στο μυοκάρδιο και επακόλουθο θάνατο. Μητέρες που θηλαζουν μπορεί ναπάθουν μαστίτιδα και η έκκριση γάλακτος να σταματήσει. Στα κουνέλια για παράδειγμα η τοξίνη προκαλεί οίδημα κάτω από το σαγόνι, και καρδιακές αρρυθμίες που οδηγούν στο θάνατο, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις τα θηλυκά που γαλουχούν εμφανίζουν μαστίτιδα και αγαλαξία. Οι σκύλοι και οι γάτες εμφανίζουν έντονη διάρρια και εμετό, και στη συνέχεια καρδιακές ανωμαλίες, ενώ τα άλογα κωλικό και αιφνίδιο θάνατο. Για τον λόγο αυτόν, τα κατοικίδια θα πρέπει να παραμένουν μακριά απ΄το φυτό και το φρούτο, και μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται ώστε τα μεγάλα χορτοφάγα να μην τρώνε το δέντρο. Αν και η σάρκα συνήθως είναι ασφαλής, μπορεί να έχει λίγη τοξίνη από το σπόρο σε ορισμένες ποικιλίες. Ακόμα κι αν είναι ασφαλής, είναι αρκετά λιπαρή για τα χορτοφάγα ζώα, όπως τα κουνέλια, οπότε δε θα πρέπει να ταΐζεται σ’αυτά. Η τοξίνη δε βλάπτει τον άνθρωπο στις συνήθεις δόσεις, αν και ορισμένοι είναι αλλεργικοί σ’αυτήν. Στο φυτό επίσης η τοξίνη αυτή δρα ως ισχυρό αντιμυκητικό.

Πώς όμως το καλλιεργούμε; Η διαδικασία είναι πολύ εύκολη, και απαιτεί μόνο το κουκούτσι, τις κατάλληλες συνθήκες και μέτρια δόση υπομονής. Αν και οι περισσότεροι διαδικτυακοί οδηγοί προτείνουν τη βλάστηση του σπόρου σε νερό, περισσότερο για λόγους ορατότητας, θεωρώντας τη βλάστηση σε χώμα βραδύτερη, στην πραγματικότητα ο χρόνος είναι ο ίδιος, αν συγκρίνω το διάστημα που συνήθως αναφέρεται με τη βλάστηση στο νερό, γύρω στις 2-8 εβδομάδες, με το χρόνο που έκαναν οι δικοί μου να βλαστήσουν στο χώμα, που ήταν κοινοί σπόροι, περίπου 30 ημέρες. Υπολογίστε περίπου ένα μήνα για τη διαδικασία δηλαδή. Κατά τη βλάστηση στο νερό λοιπόν, αφού καθαρίσετε καλά το σπόρο από υπολείμματα καρπού, τα οποία δεν ξεπλένονται τόσο εύκολα, τον διαπερνάτε περίπου στη μέση του κάθετα με 2 έως 4 οδοντογλυφίδες, προσέχοντας μην αφαιρέσετε πολύ από το περίβλημά του, και τον στηρίζετε σ’ένα ποτήρι. Το νερό θα πρέπει πάντοτε να βρέχει την κάτω επιφάνεια του σπόρου, και θα πρέπει ν’αλλάζετε τακτικά, κάθε μία ή δύο μέρες. Αφού ο βλαστός έχει ψηλώσει στα 20 εκατοστά, πορείτε να τον κλαδέψετε στο μισό προαιρετικά, να περιμένετε να ξαναμεγαλώσει και στη συνέχεια να μεταφέρεται το δενδρύλλιο στο χώμα. Ο σπόρος μπορεί επίσης να βλαστήσει τυλιγμένος ανάμεσα σε υγρά χαρτιά, όπου αφού βγάλει ρίζα μπορεί να μεταφερθεί στο χώμα. Κατά τη φύτευση στο χώμα, το ξέπλυμα κάθε ίχνους υπολείμματος καρπού δεν είναι τόσο σημαντικό. Κι εδώ προσέχετε να μην αφαιρέσετε πολύ από το λεπτό κι εύθραυστο περίβλημα του σπόρου, αν και ορισμένοι οδηγοί προτίνουν το χάραγμα του σπόρου για ταχύτερη βλάστηση (υπάρχει όμως πάντα ο κίνδυνος σαπίσματος μ’αυτό) και τον φυτεύετε σε γλάστρα βάθους καλύτερα άνω των 10 εκατοστών για τη σωστή ανάπτυξη της ρίζας, σε πλούσιο, οργανικό χώμα. Ο σπόρος θα πρέπει να βρίσκεται κατά το 1/2, ή καλύτερα κατά τα 2/3 ή τα 3/4 υπογείως, αλλά το επάνω μέρος θα πρέπει να εξέχει. Όπου κι αν γίνει η βλάστηση, ο σπόρος θα πρέπει να τοποθετηθεί στη σωστή θέση, δηλαδή με τη μύτη, απ’όπου θα ξεφυτρώσει ο βλαστός, προς τα πάνω. Οι σπόροι του φυτού έχουν το μέγεθος ενός μεγάλου καρυδιού, είναι σκληροί, συμπαγείς και ωοειδείς, αν και κάποιοι είναι πιο σφαιρικοί. Ακομα και σ’αυτούς όμως είναι εύκολη η εύρεση της κορυφής. Στην κάτω πλευρά (χαλάζια πλευρά) υπάρχει ένα αποτύπωμα, η ουλή που έμεινε από τη σύνδεση του σπόρου με το υπόλοιπο αγγειακό σύστημα του φυτού, και κοντά σ’αυτήν θα εμφανιστεί και η πρώτη ρίζα ή ριζίδιο. Εξαιτίας του μεγέθους τους, της μορφής της βάσης και της κορυφής τους, αλλά και του εύθραυστου περιβλήματός τους, οι σπόροι θυμίζουν βολβούς.

σπόροι αβοκάντο 19/3/2015

Τους δύο αυτούς λοιπόν σπόρους τους πήρα από τα αβοκάντο που η μητέρα μου καθάριζε για μια πεντανόστιμη μερέντα με αβοκάντο που έφτιαχνε. Ακόμα δε μου την έχει ξανακάνει, γιατι υποτίθεται είναι παχυντική. Τους ξέπλυνα από τα λιπαρά υπολείμματα του καρπού, και τους άφησα να στεγνώσουν. Οι σπόροι του αβοκάντο, όπως και άλλων τροπικών δέντρων και των δέντρων των ξηρών καρπών, δεν αδρανοποιούνται για πολύ καιρό, οπότε θα πρέπει να φυτευθούν σύντομα μετά τη συγκομιδή τους. Τους συγκεκριμένους τους άφησα λίγες μέρες σε ένα σκιερό και ξηρό μέρος, τους φωτογράφισα στις 19 Μαρτίου, και στις 20 τους φύτεψα σε ένα πλαστικό γλαστράκι βάθους περίπου 12 εκατοστών και πλάτους 15, με πλούσιο, πρόσφατα αγορασμένο (μεταφύτευα κι άλλα φυτά εκείνο το διάστημα) τυρφώδες χώμα που διατηρούσε την υγρασία. Τους έβαλα σε απόσταση 3 εκατοστών μεταξύ τους, με το ανώτερο ένα τέταρτο να προεξέχει. Κάθε λίγες μέρες έλεγχα την κατάστασή τους, για να βεβαιωθώ ότοι δε σάπιζε κανένας. Μετά τις 15 περιπου μέρες, άρχισαν αν δείχνουν σημεία ζωής. Θυσίασα τον έναν από τους δύο σπόρους, ο οποίος προριζόταν για δενδρύλλιο που θα έδινα στονπατέρα μου, για να δω τι είχε μέσα. Ήταν συμπαγής, λευκός, και μύριζε κάπως σαν αβοκάντο. Δεν είχε τόσο ενδιαφέρον εσωτερικό όπως ο κυκαδόσπορος. Δεν πειράζει, θα σπύρω άλλους. Οπότε παρακολουθούμε τον εναπομείναντα. Είχα φύγει λοιπόν για διακοπές, άρα δε μπορώ να είμαι σίγουρος πότε ακριβώς βλάστησε. Στις 20 Απριλίου πάντως είχε ήδη διαραγεί και στείλει μία μικρή ρίζα από την κάτω πλευρά, η οποία μεγάλωσε περίπου στα 3 εκατοστά στις 23 του μηνός.

σπορόφυτο αβοκάντο με ρίζα 23/4/2015

Η εμφάνιση τουβλαστού δεν άργησε πολύ, και στις 6 Μαΐου ο νεαρός βλαστός είχε φτάσει τα 3 εκατοστά.

σπορόφυτο αβοκάντο με νεαρό βλαστό 6/5/2015

Όπως και τα περισσότερα δέντρα, το αβοκάντο βλαστάνει υπόγεια, δηλαδή οι κοτυληδόνες παραμένουν μέσα στο σπόρο και δρουν ως αποθήκες ενέργειας. Έτσι αν το υπέργειο τμήμα καταστραφεί, το φυτό μπορεί ν’αναγεννηθεί, κι έχει και την ενέργεια για να το κάνει. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι κοτυληδόνες εμφανίζονταν στην επιφάνεια και φωτοσυνέθεταν, όπως σε κάποια ξυλώδη και στα περισσότερα ποώδη φυτά, η προγονική κατάσταση, αν το υπέργειο τμήμα καταστρεφόταν, θα χανόταν όλο το φυτό. Την υπόγεια βλάστηση θα την παρατηρήσετε ευκολότερα σε δέντρα ξηρών καρπών, όπου για παράδειγμα κάτω από καρυδιές ή αμυγδαλιές μπορείτε να βρείτε πολλά σπορόφυτα από καρπούς της προηγούμενης χρονιάς που αποτελούνται από μία πασσαλώδη ρίζα, ένα βλαστό, ίσως και με φύλλα, τα οποία βγαίνουν από έναν ανοιγμένο σπόρο. Ο βλαστός λοιπόν του αβοκάντο συνέχισε να επιμηκύνεται και τα μάτια ν’αποκτούν μεγαλύτερη απόσταση, όμως δεν άνοιξαν αμέσως τα φύλλα. Μόλιςέγινε περίπου 10 εκατοστά, έβγαλε τα πρώτα λιγοστά φύλλα στην κορυφή. Έπειτα μετέφερα το φυτό έξω, όπου οι θερμοκρασίες ήταν σε ιδανικά υψηλά επίπεδα και το ηλιακό φως αρκετό. Έως τώρα, το είχα προστατευμένο μέσα, δίπλα στη μπαλκονόπορτα του δωματίου μου. Σταδιακά, ο βλαστόςάρχισε να ψηλώνει και τα φύλλα της κορυφής να γίνονται μεγαλύτερα. Στις 29 Μαΐου ήταν ένα ψηλόλιγνο βλαστάρι με τα μεγαλύτερα φύλλα γύρω στα 2,5 εκατοστά στην κορυφή.

νεαρό σπορόφυτο αβοκάντο 29/5/2015

Στο στάδιο αυτό, το φυτό ήταν 17-20 εκατοστά, και κλάδεψα το μίσό περίπου με το ψαλίδι. Για να μη γίνουν τα φυτά αυτά ψηλόλιγνα μπαστούνια, προτείνεται το κλάδεμά τους μερικές φορές σύντομα μετά τη βλάστησή τους, ώστε να έχουν αρκετά βασικά κλαδιά. Για να πω την αλήθεια, απογοητεύτηκα λίγο, γιατί αν παρέμενε το φυτό έτσι δε θα ήταν κάτι το σημαντικό. Τελικα όμως έκανα λάθος. Αν και το κλάδεμα δεν έκανε το φυτό τόσο θαμνώδες όσο νόμιζα, δηλαδή το μάτι κοντά στην κορυφή αντικατέστησε τον κεντρικό κορμό και συνέχισε την κατακόρυφη ανάπτυξη, κι ένα ακόμα στη μέση του βλαστού αναπτύχθηκε, τα φύλλα μεγάλωσαν πολύ. Σύντομα είχα ένα φυτό με τεράστια, έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα γύρω στα 12 εκατοστά. Η υφή τους είναι μοναδική, είναι σκληρά, λεία και εύκαμπτα σαν τα πλαστικά φύλλα, αλλά έχουν τη δροσιά των ζωντανών. Η λεία δερματώδης αυτή υφή είναι χαρακτηριστικό των δαφνοειδών κι άλλων φυτών του αρχαίου δαφνοδάσους, ώστε ν’αποβάλλουν αμέσως το ννερό της βροχής. Αυτή είναι μια φωτογραφία από τις 19 Οκτωβρίου.

σπορόφυτο αβοκάντο 19/10/2015

Το φυτό συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι τον Ιούνιο, οπότε σταμάτησε λόγω χαμηλών θερμοκρασιών. Ξαναξεκίνησε την ανάπτυξη το Σεπτέμβριο με την πτώση των θερμοκρασιών και τις πολλές βροχές, αν και με μικρότερα φύλλα. Μέσα στον Οκτώβριο, λόγω περαιτέρω πτώσης των θερμοκρασιών σταμάτησε την ανάπτυξη, οπότε όταν το φωτογράφισα ήταν σε στάσιμη κατάσταση. Με τη μικρή άνοδο της θερμοκρασίας ωστόσο το Νοέμβριο και τώρα το Δεκέμβριο και της αρκετής ηλιοφάνειας που έχουμε, το φυτό ξεγελάστηκε κι άρχισε να ξεδιπλώνει μερικά μικρά φύλλα στην κορυφή του, τα οποία ακόμα είναι λίγων χιλιοστών και δείχνουν στάσιμα. Πιθανότατα το φυτό θα παραμείνει όπως είναι για όλο το χειμώνα, και θα ξαναξεκινήσει την ανάπτυξη την άνοιξη. Εντωμεταξύ ο κορμός έχει παχύνει λίγο. Ο σπόρος παραμένει ακόμα στη θέση του, όμως αναμένεται ν’αποκολληθεί αργότερα, με τη μετέπειτα ανάπτυξη. Όταν βάλει μερικές ακόμα δεκάδες εκατοστών του χρόνου, θα το μεταφυτεύσω σε μεγαλύτερη γλάστρα και μετά θα το ξανακλαδέψω.
Εκτός από την ξήρανση της άκρης λίγων φύλλων το καλοκαίρι, ίσως από τις υψηλές θερμοκρασίες, δεν είχα άλλα προβλήματα. Γενικά το φυτό αυτό δεν είναι πολύ ανθεκτικό σε προβληματικές συνθήκες, και θα δείξει την ενόχλησή του αμέσως. Οι ξερές άκρες στα φύλλα μπορεί να σημαίνουν υπερβολικα ζεστή ή ξηρή ατμόσφαιρα, ή κάψιμο από λίπασμα. Τα κίτρινα φύλλα μπορεί επίσης να σημαίνουν υπερβολικ΄κο πότισμα ή υπερβολικό λίπασμα. Το υπερβολικό πότισμα μπορεί εύκκολα να σαπίσει τις ρίζες του φυτού, γι’αυτό το χώμα θα πρέπει να έχει καλή αποστράγγιση, αλλά πάλι να κρατά κάποια υγρασία, αφού το είδος κατάγεται από περιοχές με συχνές βροχοπτώσεις. Οι αφίδες μπορούν να προσβάλουν το φυτό, απομυζώντας τους χυμούς του. Ο ευκολότερος τρόπος καταπολέμησής τους είναι το χτύπημα του φυτού με το λάστιχο υπό πίεση, ώστε να πέσουν οι περισσότερες, και μετά ο ψεκασμός του με μίγμα τριών μερών νερού με ένα οινόπνευμα, και λίγο απορρυπαντικό πιάτων. Το σαπούνι θα λύσει τις εφυμενίδες των εντόμων και το οινόπνευμα θα τα σκοτώσει. Το αβοκάντο μπορεί να καλλιεργηθεί σε εσωτερικό χώρο, αλλά μόνο σε καλάφωτισμένη περιοχή. Τη θερμή περίοδο του έτους ωφελείται αν βρίσκεται έξω, στον απευθείας ήλιο, ενώ το χειμώνα θα πρέπει να προστατεύεται, ιδίως εάν οι θερμοκρασίες πρόκειται να πέσουν κάτω από το μηδέν. Μπορεί να επιβιώσει ελαφριές παγωνιές, αλλά καλύτερα να μην το ρισκάρετε. Εξαιτίας των μεγάλων φύλλων του και της αραιής του ανάπτυξης, δεν ενδείκνυται γαι μπονσάι. Παρόλα αυτά μπορεί να ζήσει σε γλάστρα για πολλά χρόνια και με το κλάδεμα να διατηρηθεί σε συγκεκριμένο μέγεθος, σαν μεγάλο μπονσάι δηλαδή. Αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το φυτό θ’ανθίσει και θα καρποφορήσει, σε χρόνο που κυμαίνεται από 3 χρόνια έως και 15 μετά τη σπορά, αλλά αν οι συνθήκες δεν είναι οι σωστές, μπορεί και να μην καρποφορήσει ποτέ. Συνήθως καρποφορούν μετά τα 7-10 χρόνια, και για τη μεγιστοποίηση της καρποφορίας καλό είναι να υπάρχει πάνω από ένα δέντρο για επιτυχέστερη επικονίαση. Οι καρποί εντούτοις θα είναι μικρότεροι και κατώτερης ποιότητας σε σχέση με την ποικιλία απ’όπου προήλθε ο σπόρος, γιατί με την γονιμοποίηση έχει επέλθει γενετικός ανασυνδυασμός και όλα τα καλλά γενετικά χαρακτηριστκά της ποικιλίας έχουν αλλοιωθεί. Όπως και με όλα τα οπωροφόρα δέντρα, οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται βλαστητικά, με εμβολιασμό σε σπορόφυτα.

Τώρα που ξέρετε πώς καλλιεργείται το αβοκάντο, μπορείτε να το κάνετε κι εσείς, κι αν έχετε πολλούς σπόρους, να δίνετε δενδρύλλια και σε φίλους σας. Είναι επίσης δραστηριότητα που αγαπούν να κάνουν τα παιδιά, και το γεγονός ότι πρόκειται για εξωτικό, ασυνήθιστο φυτό θα τα συναρπάσει ακόμα περισσότερο. Μεγαλώνοντας θα γίνει ένα όμορφο, ιδιαίτερο δεντράκι, Κι αν δεν καρποφορήσει δεν πειράζει.

Το αβοκάντο δεν είναι το μόνο εξωτικό φυτό που μπορεί να καλλιεργηθεί από σκουπίδια. Στην πραγματικότητα μπορείτε να φτιάξετε έναν μικρό κήπο από τροπικά φυτά κρατώντας τα άχρηστα μέρη από πολλά εξωτικά φρούτα και φυτεύοντάς τα, για παράδειγμα την τούφα φύλλων του ανανά ή το κουκούτσι του μάγκο. Για αυτά, καθώς και για περισσότερα τέτοια είδη, θα γράψω άρθρα προσεχώς.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια γαι το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το αβοκάντο
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Persea
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για την περσίνη
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 1
καλλιέργεια αβοκάντο απόσ πόρο 2
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 3
καλλιέργεια αβοκάντο από σπόρο 4

Σταπέλιες

η Orbea variegata μου με άνθος

Οι περίεργοι, γωνιώδεις βλαστοί τους, καθώς και τα μοναδικά άνθη τους με το ιδιαίτερο σχήμα, χρώμα, υφή και οσμή, έχουν κάνει τις σταπέλιες απαραίτητο στοιχείο κάθε συλλογής παχυφύτων. Υπάρχουν επίσης και σοβαροί συλλέκτες εξειδικευμένοι στα φυτά της συγκεκριμένης ομάδας, οι οποίοι προσπαθούν να συγκεντρώσουν όλα τα είδη, αλά και τις αναρίθμητες φυσικές και τεχνητές ποικιλίες τους. Δεν έχουν την επονομασία «οι ορχιδέες των παχυφύτων» χωρίς λόγο. Όπως και με άλλα παχύφυτα, οι σταπέλιες συχνά συγχέονται με τους κάκτους, αλλά η ομοιότητά τους είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης υπό τις ίδιες εξελικτικές πιέσεις (ξηρό, θερμό και άνυδρο περιβάλλον) παρά άμεσης συγγένειας. Οι δύο αυτές ομάδες παχυφύτων βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές οικογένειες ανθοφόρων φυτών, με τους κάκτους κοντύτερα στα γαρύφαλλα και τις σταπέλιες κοντύτερα στις πικροδάφνες. Εκτός αυτού, οι κάκτοι είναι κατά κύριο λόγο αμερικανική οικογένεια, ενώ οι σταπέλιες περιορίζονται απποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο. Οι κάκτοι επίσης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτεροι ποικιλομορφία ως προς τη μορφολογία, τον τρόπο ανάπτυξης και τα κλίματα όπου ευδοκιμούν.

Το όνομά τους το έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής συστηματικής ταξινόμησης, προς τιμήν του Ολλανδού βοτανολόγου και γιατρού του 15ου αι. Γιοχάνες βαν Στάπελ (Johannes van Stapel). Οι σταπέλιες αποτελούν τη φυλή Stapeliae, της υποοικογένειας Asclepiadoidea, της οικογένειας Apocynaceae, της τάξης Gentianales. Στα ασκληπιαδοειδή ανήκουν αγριόχορτα όπως οι ασκληπιάδες, αλλά και παχύφυτα σταπελιοειδούς χαρακτήρα όπως οι κηροπηγίες (γένος Ceropegia). Μέχρι πρότινος, οι ασκληπιάδες ταξινομούνταν σε δική τους οικογένεια, τους ασκληπιίδες (Asclepiadaceae), αλλά πρόσφατα οι οικογένειά τους υπήχθη στους αποκυνίδες (Apocynaceae). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν πολλά καλλωπιστικά φυτά με πλατιά φύλλα, επιδεικτικά άνθη και τοξικό γάλα, όπως η πικροδάφνη, η αλαμάντα, το φούλι, το ρυγχόσπερμα, και παχύφυτα όπως το παχυπόδιο (γένος Pachypodium), το αδένιο (γένος Adenium) και η αδένια (γένος Adenia). Οι σταπέλιες ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές, και ορισμένα είδη είναι εδώδιμα. Τα γένη της φυλής των σταπελιών είναι: Angolluma, Baynesia, Caralluma, Desmidorchis, Duvalia, Echidnopsis, Edithcolea, Frerea, Hoodia, Huernia, Huerniopsis, Larryleachia, Notechidnopsis, Orbea, Orbeopsis, Piaranthus,’stapelia, Stapelianthus, Stapeliopsis, Tavaresia, Tridentea, Tromotriche και Whitesloanea. Στα αγγλικά το κοινό τους όνομα είναι «stapeliads (σταπελιάδες)», αλλ’αυτή η κατάληξη δε δικαιολογείται ετυμολογικά. Προφανώς προήλθε από σύγχυση με τις ασκληπιάδες. Οι σταπέλιες απαντούν στην Αφρική, στην Αραβική Χερσόνησο και στην υπόλοιπη Ασία μέχρι και την Ινδική Χερσόνησο. Το είδος Caralluma europaea είναι το μόνο ευρωπαϊκό είδος, με εξάπλωση στην ακραία νότια Ιβηρική Χερσόνησο. Κέντρα ποικιλότητας, δηλαδή περιοχές με μεγάλο αριθμό ειδών και πολλές ενδημικές και μικροενδημικές μορφές, είναι η βορειοανατολική Αφρική, η νότια Αφρική, η Υεμένη και το νησί Σοκότρα ανοιχτά της Υεμένης, και οι ξηρές περιοχές της Ινδίας, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν, του Νεπάλ και της Βυρμανίας. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη κατάγονται από τη νοτιοαφρικανική περιοχή, αλλά μπορούν να βρεθούν είδη από κάθε περιοχή. Οι σταπέλιες φύονται σε ξηρές τοποθεσίες, είτε σε αμμώδες χώμα, είτε ανάμεσα σε πέτρες ή κάτω από την ελαφρά ημισκιά ψηλότερων θάμνων.

Όλες οι σταπέλιες είναι παχύφυτα, με σαρκώδεις βλαστούς όπου αποθηκεύεται το νερό. Οι βλαστοί κυμαίνονται σε ύψος από 2,5 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα και είναι γωνιώδεις, συνήθως τετραγωνισμένοι, αν και υπάρχουν είδη με έξι ακμές, και ορισμένα του γένους Hoodia μπορεί να έχουν πάνω από 30. Πάνω στις ακμές βρίσκονται τα φύματα, μικρά εξογκώματα που κανονικά θα έφεραν τα φύλλα. Τα φυτά αυτά είναι λειτουργικά άφυλλα, με υπολειμματικα μόνο φύλλα. Συνήθως υπάρχουν δύο παραφυλλικά δόντια, μικρά δόντια που αντιστοιχούν στα παράφυλλα άλλων φυτών, ελασματώδεις προεξοχές εκατέροθεν της βάσης του μίσχου του φύλλου. Επίσης κατά την ανάπτυξη συνήθως σχηματίζεται το υπόλειμμα του κυρίως φύλλου, το οποίο είναι ένα μικρό δόντι και πέφτει σύντομα μετά την εμφάνισή του, αν και κάποια είδη του νοτιοαφρικανικού γένους Tridentea το διατηρούν, εξού και το όνομά του. Το ινδικο είδος Frerea indica είναι η μόνη σταπέλια που παράγει κανονικά, μακρόστενα φύλλα, και μόνο κατά τη βροχερή περίοδο. Οι βλαστοί μπορεί να είναι λείοι ή χνουδωτοί, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, Ενώ σε πολλά είδη μπορεί να έχουν μοβ ή ερυθρές περιοχές και κηλίδες, οι οποίες είναι εμφανέστερες στο έντονο ηλιακό φως (το φυτό παράγει ανθοκυανίνες για να προστατευτεί). Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, αλλά συνήθως είναι εξαπλούμενοι ή έρποντες, και μπορεί να ριζώσουν στην επαφή τους με το έδαφος. Το ριζικό σύστημα των φυτών αυτών είναι ρηχό, όπως και σε πολλά άλλα παχύφυτα, ώστε ν’απορροφά γρήγορα το νερό της βροχής πριν εξατμιστεί από τη ζέστη.

Το πλέον οιδοποιό στοιχείο όμως των φυτών αυτών είναι τα άνθη τους. Τα άνθη κυμαίνονται σε διάμετρο από 2 χιλιοστά σε αρκετά είδη των γενών Echidnopsis και Pseudolithos, μέχρι τα 41 εκατοστά ή και περισσότερο στη γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea), η οποία έχει το μεγαλύτερο άνθος από κάθε άλλο παχύφυτο. Τα άνθη φύονται προς τη βάση του βλαστού στα μεγανθή και στη μέση ή προς τις κορυφές στα μικρανθή είδη, μονήρη, κατά μικρές ομάδες ή μικρές ταξιανθίες. Τα άνθη των φυτών αυτών έχουν δισκοειδές, αστεροειδές σχήμα, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Αποτελούνται από 5 σέπαλα και 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, όπως και σ’όλα τα μέλη της οικογένειας. Σπάνια εμφανίζονται φυτά που από μετάλλαξη έχουν λιγότερα πέταλα από σύμφυση δύο ή και περισσότερων, έχουν περισσότερα ή είναι ημίδιπλα. Κατά τ’άλλα τα άνθη τω σταπελιοειδών αποκλίνουν πολύ από τα κοινά άνθη. Οι βάσεις των πετάλων μαζί με τις αναπαραγωγικές δομές στο κέντρο του άνθους είνα συνενωμένες σε μια πολύπλοκη δομή, το δίσκο ή δακτύλιο (annulus). Τα άνθη δεν είναι λεπτά και μαλακά όπως αυτά των περισσότερων φυτών· ανταυτού είναι σκληρά, δύσκαμπτα, με δερματώδη και συχνά με σαρκώδη πέταλα, θυμίζοντας περισσότερο φύλλα παχυφύτου. Τα πέταλα δεν είναι λεία κι απαλά, αλλά χνουδωτά και κάποιες φορές αυλακωτά, ενώ πολλά είδη φέρουν μακρύτερες τρίχες στις άκρες των πετάλων τους, οι οποίες δονούνται με τον άνεμο (δονητικές τρίχες). Τα χρώματά τους δεν είναι τα καθαρά κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί κλπ των γνωστών λουλουδιών, αλλά θαμπές αποχρώσεις του καφέ, του καφεκόκκινου, του μπεζ, του μοβ και του ροζ. Τέλος η οσμή τους δεν είναι η γλυκιά οσμή των αγαπητών μας λουλουδιών, αλλά αυτή ενός πτώματος σε αποσύνθεση. Οι σταπέλιες χρησιμοποιούν τις μύγες για την επικονίασή τους, κι επειδή τα φυτά που χρησιμοποιούν τέτοιους επικονιαστές δεν τους ανταμοίβουν με νέκταρ, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνήθως δεν τρώνε, θα πρέπει να στήσουν την απάτη τους όσο το δυνατόν καλύτερα, γι’αυτό και το σχήμα, το χρώμα, η υφή και η οσμή των ανθέων των σταπελιοειδών πλησιάζουν όσο γίνεται τη μορφή ενός νεκρού ζώου σε αποσύνθεση. Η απάτη είναι τόσο αληθοφανείς, που σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε μεγάλα άνθη, οι μύγες γεννούν τα αυγά τους στη στεφάνη του άνθους, αλλά φυσικά οι προνύμφες πεθαίνουν από ασιτία. Η στρατηγική αυτή είναι αρκετά επιτυχημένη, αφού και μια νοτιοαφρικανική ορχιδέα, το είδος Satyrium pumilum μιμείται τις σταπέλιες αναδίδοντας οσμή πτώματος, και, όπως και οι περισσότερες ορχιδέες, εξαπατά τους επικονιαστές της. Πολλά άλα φυτά προσελκύουν μύγες με παρόμοιες οσμές σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως το φιδόχορτο στην Ελλάδα για παράδειγμα, μέλος της οικογένειας των αροειδών με πολλά άλλα μυιόφιλα είδη. Τα διάφορα είδη σταπέλιας διαφέρουν ως προς την οσμή και τη μορφή των ανθέων, κι έτσι προσελκύουν συγκεκριμένα είδη επικονιαστών, ενώ μερικά είναι εξειδικευμένα σ’ένα μόνο είδος. Κάποια είδη πλησιάζουν την οσμή του πτώματος περισότερο από άλλα. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως το είδος Caralluma plicatiflora της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, το οποίο μυρίζει σαν κοπριά καμήλας, προσελκύοντας τις πιο κοπροφάγες μύγες. Άλλα είδη χρησιμοποιούν μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες και σκαθάρια ως επικονιαστές, π.χ. τα είδη Stapelia erectiflora και S. flavopurpurea αναδίδουν γλυκή οσμή για την προσέλκυση των μελισσών, αλλά η συντριπτική πλειονότητα χρησιμοποιεί τις μύγες. Τέλος υπάρχουν και λίγα είδη που παράγουν νέκταρ.

Το σύστημα επικονίασης των φυτών αυτών είναι μοναδικό. Αντί να απελευθερώνουν κόκους γύρης, οι οποίοι μεταφέρονται παθητικά με τα έντομα σε άλλα άνθη, συσκευάζουν τη γύρη τους σε συσσωματώματα, τα γυρεοσώματα (pollinia), τα οποία εναποτίθενται ολόκληρα από τα έντομα στα άνθη αποδέκτες. Όλα τα ασκληπιαδοειδή χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, αλλά οι σταπέλιες το έχουν εξελίξει στον υπέρτατο βαθμό. Το pollinium είναι μέρος μίας μεγαλύτερης δομής, της συσκευής επικονίασης, η οποία αποτελεί προϊόν έκκρισης των κυττάρων του ανθήρα. Η συσκευή αποτελείται από ένα κεντρικό σωμάτιο (corpuscle), το οποίο φέρει δύο μεταφορείς βραχίονες (translator arms) ή ουρίδια (caudicles), οι οποίοι μπορεί να συνδέονται με το σωμάτιο είτε απευθείας, είτε με τη βοήθεια ενός φτερού του ουριδίου. Στις απολήξεις των ουριδίων βρίσκονται τα pollinia. Στα υπόλοιπα ασκληπιαδοειδή, μεταξύ του ουριδίου και του pollinium παρεμβάλλεται ακόμα ΄μια δομή, το retinaculum. Το έντομο, καθώς επισκέπτεται ένα άνθος, παγιδεύει ένα μέρος του σώματός του (κάποιο πόδι ή κεραία αν είναι μικρό, ένα τριχίδιο αν είναι μεγαλύτερο) στο κενό που αφήνουν τα φτερά των ανθήρων, και με τις κινήσεις που κάνει προσπαθώντας ν’απελευθερωθεί, αποσπά έναν μηχανισμό επικονίασης, τον οποίο εναποθέτει σε άλλο άνθος του ίδιου είδους με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας τη διαδικασία της επικονίασης. Στις υπόλοιπες ασκληπιάδες, το σφαιρικό pollinium μπορεί να τοποθετηθεί στο άνοιγμα χωρίς κάποιον προσανατολισμό, αλλά στις σταπέλιες η μορφή του pollinium και της σχισμής είναι τέτοια, ώστε αυτό να μπορεί να μπει μόνο από συγκεκριμένη πλευρά, σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ορισμένα γένη ωστόσο, όπως η Hoodia, δεν έχουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Το διαφορετικό σχήμα του pollinium και τη σχισμής σε κάθε είδος, καθώς και οι διαφορές στη μορφολογία των ανθέων, άρα και στους επικονιαστές τους οποίους προσελκύουν, είναι οι κύριοι φραγμοί κατά του υβριδισμού των ειδών στη φύση, παρά οι γενετικές διαφορές, αφού υβρίδια φαινομενικά ασύμβατων ειδών μπορούν να παραχθούν με τεχνητή επικονίαση. Υπάρχουν ωστόσο και γένη με συμβατά κλειδιά και κλειδαριές, τα οποία υβριδίζονται και στη φύση. Σύντομα λοιπόν μετά την τοποθέτηση του pollinium στην κλειδαριά, το πρώτο απορροφά νερό από το άνθος και διογκώνεται, ώστε να μείνει στη θέση του, και στη συνέχεια βλαστάνουν όλα τα νημάτια της γύρης, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της επικονίασης. Παρόμοιος μηχανισμός επικονίασης με pollinia έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα στις ορχιδέες (οικογένεια Orchidaceae), ομάδα φυτών με μεγάλη εξειδίκευση στους επικονιαστές, αν και η μικροανατομία του συστήματος διαφέρει. Η στρατηγική αυτή μπορεί να εξελιχθεί μόνο σε φυτά με εξειδικευμένους επικονιαστές, όπου η πιθανότητα στοχευμένης μεταφοράς της γύρης σε άλλο άνθος του ίδιου είδους είναι μεγάλη. Μεγάλο πλεονέκτημα΄της είναι η μαζική γονιμοποίηση όλων των ωαρίων ενός άνθους από τη γύρη ενός μόνο άλλου. Το μειονέκτημά της είναι ωστόσο ότι, αν το pollinium χαθεί, όλες οι πιθανότητες γονιμοποίησης ενός ανθήρα, μιας ομάδας ανθήρων ή ενός άνθους ανάλογα με το είδος μηδενίζονται.

Μετά την επιτυχεί γονιμοποίηση, το άνθος μαραίνεται δίνοντας τη θέση του μερικές φορές σ’έναν, αλλ΄ασυνήθως σε δύο επιμήκεις καρπούς. Επειδή συνήθως βγαίνουν διπλοί κι έχουν τημορφή κεράτων, ένα κοινό αφρικάανς όνομα για τις σταπέλιες είναι «bockhorings», δηλαδή κέρατα αντηλόπης. Οι καρποί αυτοί είναι κάψες και κατά την ωριμότητα ξηραίνονται και διαρηγνύονται, απελευθερώνοντας πολλούς μικρούς σπόρους, οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο χάρη στην κόμη, μία μικρή τούφα τριχών που φέρουν. Λίγοι βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν, κι ακόμα λιγότεροι επιβιώνουν. Οι περισσότεροι βλαστάνουν στην ημισκιά μεγαλύτερων θάμνων. Κάποια είδη ξεφεύγουν από την καταπιεστική αυτήν τυραννία με τη μετέπειτα ανάπτυξή τους, ενώ άλλαπαραμένουν εκεί, προστατευμένα από το σκληρό ήλιο της ερήμου. Οι σταπέλιες είναι σπάνιες στα οικοσυστήματα όπου ζουν, και, ασυνήθιστα για παχύφυτα, είναι εξαιρετικά βραχύβιες, με τις περισσότερες να ζουν στη φύση το πολύ μία δεκαετία. Μικροί πληθυσμοί τους σε μια περιοχή μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστούν χωρίς προφανή λόγο, κι αλλού να εμφανιστούν άλλοι.

Η χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Το είδος Carallum adscendens, με εξάπλωση από την Ινδία μέχρι το αφρικανικό Σαχέλ, τρώγεται στην Ινδία ως λαχανικό, είτε φρέσκο είτε σε τουρσί, ενώ χρησιμοποιείται από τους ταξιδιώτες και τους κυνηγούς για να μετριάζουν τη πείνα και τη δίψα στο δρόμο. Θεωρείται επίσης φαγητό πείνας. Στη νότια Αφρική, τα είδη Orbea lugardii και O. maculata τρώγονται ως λαχανικά, κι έχουν γεύση μαρουλιού. Σπανιότερα τρώγεται και η O. namaquensis, η οποία είναι πολύ πικρή. Οι σταπέλιες έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης και στην ιατρική, για τη θεραπεία πραγματικών ή και περισσότερο μαγικών παθήσεων. Για παράδειγμα οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Hoodia gordoni για να μετριάσουν την δίψα τους στα ταξίδια – άλλωστε περιέχει πολύ νερό -, ίσως και για να κόψουν την όρεξη, αλλά και για τη θεραπεία της δυσπεψίας, των στομαχικών κραμπών, των αιμορροΐδων, του διαβήτη και μικρών μολύνσεων. Οι Ζουλού της νότιας Αφρικής χρησιμοποιούν τη Stapelia gigantea για τη θεραπεία της υστερίας. Μακράν όμως η μεγαλύτερη χρήση των σταπελιών από τον άνθρωπο είναι στην κηπουρική.

Οι σταπέλιες καλλιεργούνται ευρέως παγκοσμίως για τα μοναδικά γνωρίσματά τους. Υπάρχει τεράστια διαθέσιμη γκάμα ειδών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικόβαθμο΄δυσκολίας, με κάποια είδη το ίδιο εύκολα μ’άλλα κοινά παχύφυτα κι άλλα που εκνευρίζουν ακόμα και τους πλέον πεπειραμένους καλλιεργητές. Γενικά, οι σταπέλιες που κατάγονται από περιοχές με σταθερή βροχερή περίοδο είναι ευκολότερες από τις πιο τροπικές αλλά ξηροφυτικές. Οι περισσότερες χνουδωτές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Οι ανάγκες τους είναι παρόμοιες μ’αυτές άλλων παχυφύτων, δηλαδή ζεστό και φωτεινό περιβάλλον κατά την περίοδο ανάπτυξης, χώμα με καλή αποστράγγιση και πλήρης ανάπαυλα το χειμώνα. Το εδαφικό μίγμα για τα είδη από μέρη με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει ν’αποτελείται κατά το 1/3 από άμμο, το 1/3 από φυλλόχωμακαι το 1/3 από κοινό χώμα κήπου. Τα πιο ξηροφυτικά είδη θα χρειαστούν μίγμα που στραγγίζει αμέσως, με πολύ λιγότερη οργανική ύλη, ενώ αρκετοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν εντελώς ανόργανο μίγμα για τα πλέον ευπαθή ξηροφυτικά είδη, για την αποφυγή της μυκητικής σήψης των ριζών. Για ορισμένα είδη, των οποίων οι βλαστοί δεν αγγίζουν απευθείας το χώμα, αλλά στέλνουν τις ρίζες τους ανάμεσα στα βράχια, θα πρέπει η επιφάνεια της γλάστρας να στρωθεί με κάποιο ανόργανο υλικό όπως περλίτη ή χαλίκια, για να μη σαπίσουν. Οι γλάστρες για τις σταπέλιες μπορούν να είναι ρηχές, αφού τα φυτά αυτά δεν έχουν βαθύ ριζικο σύστημα και περισσότερο απλώνονται παρά αναπτύσσονται καθ’ύψος, και οπωσδήποτε θα πρέπει να έχουν αρκετές τρύπες αποστράγγισης. Είδη που κρέμονται καλά μπορούν να φυτευτούν σε κρεμαστά καλάθια και οι βλαστοί τους ν’αφήνονται να πέφτουν προς τα κάτω, ώστε τα άνθη τους να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση. Ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και την κλιματική ζώνη, ορισμένα είδη μπορούν να φυτευτούν σε κήπους ή βραχόκηπους, ενώ ευκολα καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Στους κήπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εδαφοκάλυψη μπροστά από ψηλότερα φυτά, και ακόμα και οι στείροι βλαστοί των πιο πολύχρωμων ειδών είναι εντυπωσιακοί στο βραχόκηπο. Τα είδη που κατάγονται από περιβάλλοντα με σταθερή περίοδο βροχών θα πρέπει να ποτίζονται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, αρκει το χώμα να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα, ενώ τα πιο ξηροφυτικά είδη θα πρέπει να ποτίζονται αραιότερα. Γενικά, το λιγότερο πότισμα είναι καλύτερο από το περισσότερο. Όλα τα είδη θα πρέπει να λιπαίνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης ελαφρά, και τα ξηροφυτικά ακομα ελαφρότερα. Οι σταπέλιες ευδοκιμούν στον απευθείας ήλιο, αλλά επειδή πολά είδη αναπτύσσονται κάτω από τη ημισκιά ψηλότερων φυτών, καλύτερα να δέχονται περισσότερο τον πρωινό και τον απογευματινό ήλιο, παρά το μεσημεριανό. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται εύκολα με μοσχεύματα, τα οποία κόβονται κατά την περίοδο ανάπτυξης για βέλτιστα αποτελέσματα. Όπως και με τους κάκτους, το μόσχευμα θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώσει αφού κοπείπριν φυτευτεί, γιατί αλλιώς θα σαπίσει. Αντίθετα με τους κάκτους, ο χρόνος ξήρανσης είναι λιγότερος, συνήθως μια βδομάδα. Μετά το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί ρηχά στο έδαφος, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σαπίσει, κι αν υπάρχει πρόβλημα στήριξης, μπορεί να στηριχθεί με βότσαλα, ξυλάκια ή και με λίγο ανασηκωμένο χώμα. Όπως και με τους κάκτους, δε θα πρέπει να ποτίζεται αρχικά μέχρι να ριζώσει – τα ξηρόφυτα ριζώνουν μόνο όταν πρέπει να ψάξουν νερό. Σύντομα μετά τη ριζοβολία θα ξεκινήσει η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης και με σπόρο, αλλά είναι πολύ ψιλός και πετάει αμέσως, γι’αυτο θα πρέπει να συλλεγεί μόλις ανοίξει η κάψα, ή, καλύτερα, η κάψα να περιβληθεί με διχτάκι πριν ωριμάσει ώστε όλοι οι σπόροι να πέσου μέσα. Οι σπόροι χρειάζονται μέτριες προς υψηλές θερμοκρασίες και καλά αποστραγγιζόμενο αλλά ελαφρώς υγρό χώμα για τη βλάστηση και τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία, αλλά και η μεγάλη πυκνότητά τους μπορούν να οδηγήσουν σε μυκητική σήψη. Για να υπάρχουν σπόροι όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η επικονίαση. Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω θα γονιμοποιηθούν φυσικά από τα έντομα, αλλά αυτά που ζουν σε μόνιμα κλειστό θερμοκήπιο χωρίς πρόσβαση σεέντομα ή εξειδικευμένα είδη με επικονιαστές που μπορεί να μην υπάρχουν στην περιοχή θα πρέπει να επικονιαστούν τεχνητά, δηλαδή με χειροκίνητη μεταφορά ενός μηχανισμού επικονίασης από ένα άνθος στην κλειδαριά ενός άλλου. Η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη από την τεχνητή επικονίαση των τυπικών ανθέωνμε του βουρτσάκι, απαιτώντας χειρουργική ακρίβεια, μικρολαβίδα και μικροσκόπιο. Η μέθοδος αυτή ωστόσο μπορεί να οδηγήσει σε πολλά ενδιαφέροντα υβρίδια, τα οποία μετά μπορούν να διαιωνιστούν με μοσχεύματα. Οι περισσότερες σταπέλιες δεν αντέχουν την παγωνιά, αν και λίγα εύκρατα είδη της Νότιας Αφρικής μπορούννα επιβιώσουν σε ελαφριές παγωνιές συντομης διάρκειας αν είναι στεγνά, οπότε χρειάζονται προστασία. Τα πιο ξηροφυτικά είδη έχουν πρόβλημα επιβίωσης σε χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμα κι αν διατηρούνται στεγνά και το θερμόμετρο δεν πέφτει ποτέ κάτω από το μηδέν, επειδή ο μεταβολισμός τους είναι αφύσικα χαμηλός, και οι άμυνές τους κατά των ασθενειών πεσμένες, κι έτσι σαπίζουν εύκολα από μύκητες. Τα συγκεκριμένα είδη δε θα πρέπει να εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών αν γίνεται, και καλύτερα να διατηρούνται σε ακόμα υψηλότερες. Μεγαλύτεροι εχθροί των σταπελιών είναι οι μύκητες, οι οποίοι μπορούν να τις σαπίσουν ταχύτατα. Απόέντομα, σημαντικκότεροι εχθροί είναι τα κοκκοειδή, τα οποία προσβάλλουν τους βλαστούς, συχνά καλύπτοντάς τους ολόκληρους, και οι αλευρώδεις, οι οποίοι προσβάλλουν τις ρίζες και τους πολύ πυκνούς βλαστούς. Σπανιότερα τις επιτίθενται οι αφίδες, οι κάμπιες και το ρυγχωτό σκαθάρι Paramecops stapeliae, είδος εξειδικευμένο να τρώει σταπέλιες, το οποίο τρέφεται τρυπώντας τους βλαστούς και απομυζώντας το χυμό τους. Είναι αρκετά σπάνιο, αλλά μπορεί να προξενήσει σοβαρές ζημιές σε συλλογές όποτε εμφανίζεται. Τα έντομα μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διάφορα εντομοκτόνα που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ενώ για τους μύκητες η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. Προληπτικά, π.χ. για σπορόφυτα ή γιαμοσχεύματα σπάνιων ειδών μπορούν να χρησιμοποιηθούν μυκητοκτόνα, αλλά μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα απαιτείται άμεση δράση. Τα πράσινα μέρη του φυτού μπορούν να κοπούν λίγο ψηλότερα από το σημείο της σήψης, και να φυτευθούν σε νέες γλάστρες με νέο, αποστειρωμένο χώμα. Παρακάτω θα παρουσιάσω τρία συγκεκριμένα είδη τα οποία έχω, είχα ή θα ήθελα ν’αποκτήσω.

Το πρώτο είδος που έχω ακόμα είναι αυτό της φωτογραφίας. Είναι μια ποικιλόχρωμη σταπέλια ή όρμπεα (Orbea variegata), το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος της ομάδας. Το γένος Orbea περιλαμβάνει περίπου 56 είδη σε Αφρική και Αραβική Χερσόνησο, με ισάριθμα είδη στο βόρειο και το νότιο Ημισφαίριο. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό orbis, δηλαδή κύκλος, αναφερόμενο στον εμφανή δακτύλιο στο κέντρο του άνθους. Η O. variegata είναι το ευκολότερο είδος σταπέλιας. Καλλιεργείται σαμ κάθε παχύφυτο, και ανέχεται λάθη που θα σκότωναν αμέσως τα ευπαθέστερα είδη. Είναι η παλαιότερη σταπέλια σε καλλιέργεια, με πολλές ποικιλίες και υβρίδια, κάποια των οποίων αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστά είδη στο παρελθόν. Κατάγεται απο΄το δυτικό Ακρωτήριο, μια περιοχή με χειμερινή βροχερή περίοδο, όπου φύεται κοντά στην ακτή. Δεν είναι πολύ ψηλό φυτό, με ύψος όχιπερισσότερο των 15 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι λείοι, τετραγωνισμένοι, με κανονικά φύματα, πράσινοι με χαρακτηριστικές μοβ περιοχές που γίνονται εντονότερες στο έντονο ηλιακό φως, και διακλαδίζονται προς τη βάση τους. Το φυτό απλώνεται στο έδαφος και ριζώνει σε σημεία επαφής με αυτό. Τα άνθη του φύονται προς τις κορυφές των βλαστών, έχουν διάμετρο 5 εκ και το τυπικό αστεροειδές σχήμα, με πέταλα καφέ προς μοβ και ανοιχτότερο κίτρινο δακτύλιο. Περίοδος ανάπτυξής του είναι ο χειμώνας και η άνοιξη, αλλά σε ψυχρότερα κλίματα όπως εδώ, το χειμώνα αδρανοποιείται κι αναπτύσσεται την άνοιξη μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι οδηγίες καλλιέργειας για τα ευκολότερα είδη παραπάνω ισχύουν και γι’αυτό το είδος. Δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα· καλλιεργείται και πολλαπλασιάζεται απροβλημάτιστα. Χάρη στην ανθεκτικότητά του, το φυτό ξέφυγε από την καλλιέργεια κι εξαπλώθηκε στη νότι Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο
Το δικό μου φυτό το πήρα το Μάιο του 2014 από την ανθοέκθεση. Ήμουν τυχερός, κι επαναλαμβάνω πολύ τυχερός, που πέτυχα πωλητή που γνώριζε τις επιστημονικές ονομασίες των φυτών που πουλούσε και μπορούσε να δώσει σωστές συμβουλές για τη φροντίδα τους. Ήταν άλλωστε όλα από δικό του φυτώριο. Στον πάγκο του είχε κάκτους, άλλα παχύφυτα και σαρκοφάγα φυτά. Του ζήτησα σταπέλια και μου έδωσε το μόνο είδος που είχε εκεί, το οποίο μου ταυτοποίησε ως Stapelia variegata, αν και ψάχνοντας βρήκα ότι αναταξινομήθηκε σε Orbea variegata. Ήταν ένα μικρό, παράξενο παχύφυτο με τετράγωνους βλαστούς σ’ένα μικροσκοπικό γλαστράκι όπως και τα υπόλοιπα, γεμάτο ρίζα. Λίγες μέρες μετά την αγορά του, το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερο, όπου αμέσως ξεκίνησε την ανάπτυξη, προφανώς για ν’αναπληρώσει το χαμένο χρόνο στο μικρό γλαστράκι. Σταμάτησε ν’αναπτύσσεται κατά τα μέσα του Ιουνίου, και για το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε στάσιμο. Από τα τέλη του Αυγούστου όμως άρχισε να πετάει παντού νέους βλαστούς ως προετοιμασία για την ανθοφορία, αλλά εγώ δεν το γνώριζα ακόμα. Ο καλλιεργητής μου είπε πως θα άνθιζε τον Αύγουστο, αλλά μάλλον πήγε πίσω εξαιτίας της μικρής γλάστρας όπου βρισκοόταν, και άνθισε το Σεπτέμβριο. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου λοιπόν πρόσεξα δύο μικρά μπιμπικάκια στην άκρη ενός μικρού, φαινομενικά ασήμαντου βλαστού, και υποψιάστηκα ότι μπορεί να ήταν μπουμπούκια, αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σε λίγες μέρες όμως οι ελπίδες μου επιβεβαιώθηκαν, επειδή οι κόκκοι αυτοί βρίσκονταν πάνω σε μικρούς ποδίσκους, που τότε ήταν σαν νήματα ακόμα. Σιγά-σιγά μεγάλωναν, και από το σχεδόν σφαιρικό σχήμα, αφού έφτασαν το 1 εκ σε ύψος πήραν το τυπικό κωδονοειδές σχήμα. Τότε νόμιζα πως σταμάτησε η ανάπτυξή τους, αλλά διαψεύστηκα. Το ένα συνέχιζε να μεγαλώνει, και μετά το 1,5 εκ άρχισε να αυξάνεται σε πλάτος. Τις μέρες πριν ανοίξει είχε πάρει δισκοειδές σχήμα και είχε φτάσει σε μέγεθος δίευρου ή και περισσότερο, δηλαδή 2 εκ και κάτι. Το μόνο που έμεινε από το πρώην κωδονοειδές σχήμα του ήτα μια μυτούλα στη μέση. Ο ποδίσκος του είχε μεγαλώσει επίσης και σε μήκος (γύρω στα 4 εκ) και σε πάχος, και το άνθος κρεμόταν επικίνδυνα, αλλά τελικά δεν έπαθε τίποτα. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου λοιπόν, η μυτούλα αυτή άρχισε ν’ανοίγει. Την επόμενη μέρα, 20 Σεπτεμβρίου, το άνθος είχε ανοίξει, αν και τα πέταλα γύριζαν ακόμα προς τα πάνω. Νομίζοντας ότι αυτό ήταν το κανονικό άνθος του φυτού, απογοητεύτηκα, διότι δε μύριζε καθόλου. Είχε μόνο μια πολύ ελαφριά οσμή χαλασμένου ψαριού. Το βράδυ το πήγα στα ζώα μου για να δω τις αντιδράσεις τους. Η κουνέλα μου η Λίμπο, αφού πήγε να δοκιμάσει μια κορυφή του φυτού και την άφησε αμέσως, μάλλον επειδή ήταν πικρό, μύρισε το άνθος και πήγε πίσω. Το λοφιοφόρο μου γκέκο ο Βαρώνος το πλησίασε, και άρχισε να το μυρίζει και να βγάζει τη γλώσσα του με ιδιαίτερη προσήλωση. Απόρησα τότε αν το είδος είναι πτωματοφάγο στη φύση – κανονικά τρώει έντομα, νέκταρ και ώριμα φρούτα. Από την άλλη ίσως απλώς το άνθος να μύριζε σαν φρούτα που αρχίζουν να σαπίζουν ή απλώς το γκέκο να παραξενεύτηκε από τη μυρωδιά, και να κάθισε λίγο παραπάνω εκεί για να το εξερευνήσει. Την επόμενη μέρα λοιπόν διαψεύστηκα για ακόμα μια φορά. Το άνθος τώρα είχε ανοίξει εντελώς, και ανέδιδε έντονη μυρωδιά σαπίλας. Ήταν κάτι ανάμεσα σε σκουπίδια και πτώμα, περισσότερο προς το δεύτερο, πάραυτα η μυρωδιά ήταν ελάχιστα αισθητή μετά την απόσταση των 10 εκατοστών. Το ξαναπήγα στα ζώα. Η κουνέλα το μύρισε και πήγε πίσω αμέσως, και το γκέκο, αφού το μύρισε λίγο, γύρισε απότομα το κεφάλι του αλλού. Σε επόμενες δοκιμές γύριζε το κεφάλι του αλλού, και μετά πήγαινε πίσω. Οπότε τελικά δεν είναι πτωματοφάγο. Οι αμίνες της αποσύνθεσης, όπως η σηψίνη και η πτωμαΐνη, που παράγουν κι αυτά τα φυτά, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στα ζώα και σε μικρές ακο΄μα συγκεντρώσεις. Για τα πτωματοφάγα είδη δρουν ως ισχυρά ελκτικά, ενώ για τα περισσότερα μη πτωματοφάγα είδη δρουν ως σήμα κινδύνου, αφού θα μπορούσαν να υποδηλώνουν νεκρό μέλος του είδους από ασθένεια ή εχθρό ή αλλοιωμένη τροφή. Αντιδράσεις αποφυγής προς αυτές τις ουσίες έχουν καταγραφεί σε ζώα από μικρά ασπόνδυλα και ψάρια όπως ζεβρόψαρα, μέχρι μεγάλα θηλαστικά και φυσικά τον άνθρωπο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου λοιπόν, φωτογράφισα το άνθος. Στις 25 του μηνός άρχισε να μαραίνεται, αλλά δεν το άφησα να πέσει· το έκοψα για να βρω το σημείο που παράγονται οι ουσίες αυτές. έσπασα το κεντρικό συνενωμένο μέρος, που ήταν πολύ χυμώδες, και το χέρι μου μύριζε σαν το άνθος για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μετά μύριζε απλώς σαν χυμός φυτού. Κάπου εκεί μέσα θα παράγονται οι ουσίες αυτές, αλλά σε πολύ μικρές ποσότητες. Δεν έχει μελετηθεί ο τρόποςπαραγωγής τους, αλλά πιθανότατα θα παράγονται από τη λύση αμινοξέων σε κάποια κύτταρα. Άλλωστε τέτοιες ουσίες υπάρχουν σε μικροποσότητες σε ζωντανούς ιστούς. Στον άνθρωπο, μπορούν να βρεθούν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ούρα, αλλά και στο σπέρμα, όπου μαζί με τη σπερμίνη και τη σπερμιδίνη, δύο άλλες αμίνες, συμβάλλουν στη συμπίεση του dna. Δηλαδή ουσιαστικά γεννιόμαστε από τις πτωμαΐνες. Μη νομίζετε λοιπόν ότι τα άνθη της σταπέλιας είναι σάπια ή βρώμικα. Αν πιάσετε ακόμα και το πιο δύσοσμο άνθος και μυρίσετε αμέσως μετά το χέρι σας, δε θα μυρίζει απολύτως τίποτα. Απλώς η μύτη μας είναι υπερευαίσθητη σε μικροσυγκεντρώσεις αυτών των ουσιών, κι έτσι μας δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότοι κάτι σαπίζει. Όσο το άνθος ήταν πάνω στο φυτό, είχα προσέξει ότι μύριζε εντονότερα την ημέρα, αλλά σχεδόν καθόλου τη νύκτα. Προφανώς παράγει τις περισσότερες ουσίες τις ώρες που κυκλοφορούν οι επικονιαστές του, για να μη δαπανά άσκοπα ενέργεια. Επίσης δεν πρόσεξα καμία μύγα στο άνθος. Ίσως το άνθος να ήταν μικρό και οι μύγες λίγες στην περιοχή, οπότε δε μπόρεσαν να το εντοπίσουν, ίσως απλώς να ήλθαν, αλλά εγώ να μην ήμουν μπροστά. Έκανε εκείνες της μέρες κρύο, αλλα τη μέρα είχε ήλιο και η θερμοκρασία ανέβαινε αρκετά, κι εκτός αυτού υπάρχουν και μύγες που πετάνε και σε πιο κρύο καιρό με την παραμικρή ένδειξη πτώματος.
Μετά λοιπόν την ανθοφορία, ήρθε ο χειμώνας κι επρόκειτο να μεταφυτεύσω το φυτό. Το έβγαλα από το γλαστράκι του επειδή το χρειαζόμουν, και το μισοφύτεψα σε μια ζαρντινιέρα προσωρινά. Τελικά άλλη γλάστρα δεν έψαξα, κι έτσι το φυτόπέρασε το χειμώνα έξω, σχεδόν γυμνόριζο. Αν και η θέση του ήταν αρκετά προστατευμένη από αέρηδες και δυνατά κρύα, σίγουρα θα πέρασε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι αφυδατώθηκε, αλλά ξαναδιογκώθηκε αμέσως μόλις το φύτεψα σε μεγαλύτερο γλαστράκι την άνοιξη. Κάποιες κορυφές ξεράθηκαν και τις έκοψα, και λίγοι βλαστοί άργησαν να επανυδατωθούν, αλλά γενικά το φυτό επανυδατώθηκε αμέσως κι άρχισε την νανάπτυξη. Διπλασιάστηκε σε μέγεθος και σταμάτησε την ανάπτυξη στις αρχές του Ιουνίου. Η ταλαιπωρία αυτή ωστόσο το πήγε λίγο πίσω, αφού το μπουμπούκι του το έβγαλε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, κι ακόμα είναι λιγότερο από 1 εκατοστό. Άσχετα αν ανθίσει ή όχι, αυτόν το χειμώνα θα πρέπει να το μεταφυτεύσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα που θα του πάει γι’αι αρκετά χρόνια. Την άνοιξη επίσης θα πρέπει να κόψω ένα μόσχευμα για να το αναπαραγάγω, γιατί ο πατέρας μου μου το ζητάει. Κάτι έχουμε μετα πτωματικά φυτά Έχουμε αλοκάσιες, τώρα αυτό, και σίγουρα θα μαζέψουμε κι άλλα.

Το δεύτερο φυτό, ου ήμουν ασυμπτωτικά κοντά στο να έχω, αλλά το έχασα ήταν η χούντια του Γκόρντον (Hoodia gordoni). Το φυτό αυτό περιγράφηκε το 1775 από τον Robert Jacob Gordon, και αρχικά ταξινομήθηκε στο γένος Stapelia. Σήμερα το γένος Hoodia περιλαμβάνει περίπου 20 είδη. Το είδος του ενδιαφέροντος απαντά στο βορειοανατολικό μέρος του δυτικού Ακρωτηρίου και στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του βόρειου Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, και στα νότια της Ναμίμπια. Οι θερμοκρασίες στο φυσικό του περιβάλλον κυμαίνονται μεταξύ -3 και 40 βαθμών,οπότε το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, στις άμμους της Καλαχάρι και κάτω από την ημισκιά άλλων θάμνων. Αρχικά το φυτό αποτελείται από έναν μόνο βλαστό, στη συνέχεια όμως διακλαδίζεται στη βάση του. Ένα ώριμο φυτό μπορεί να έχει 50 κλαδιά και να ζυγίζει 30 κιλά, ενώ αυτά που αναπτύσσονται σε καλές συνθήκες μπορούν να φτάσουν το 1 μέτρο. Οι βλαστοί του είναι γωνιώδεις και αγκαθωτοί, επειδή τα φύματά του είναι σκληρά και μυτερά. Τα άνθη εμφανίζονται κοντά ή πάνω στην κορυφή, έχουν διάμετρο 75 χιλιοστών και είναι πιο χωανοειδή σε σχέση μ’αυτά άλλων σταπελιών, μοιάζοντας με άνθη πετούνιας. Ποικίλουν σε χρωματισμούς από ξανθό έως σκούρο καφέ, και, όπως οι περισσότερες σταπέλιες, μυρίζουν σάπιο κρέας. Μετά την ανθοφορία παράγεται ένα ζευγάρι καρπών. Εκτός από bockhorings, το φυτό λέγεται και ghaap στα αφρικάανς, από το βουσμανικό khoba.
Το φυτό ίσως να σας είναι γνωστό ως φυσικό βοήθημα στην απώλεια βάρους. Ο όλος τσαρλατανισμός ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αι. όταν, με βάση την παραδοσιακή χρήση του από τους Βουσμάνους για τη μείωση της πείνας και της δίψας στην έρημο, το Νοτιοαφρικανικο Συμβούλιο για την Επιστημονική και Βιομηχανική Έρευνα (CSIR), αναζητώντας κάποια ενεργή ουσία στο φυτό, απομόνωσε το 1977 τη γλυκοζίδη p57, η οποίαμείωσε σημαντικά την όρεξη στους αρουραίους έπειτα από ενδοεγκεφαλική ένεση. Δεν υπάρχουν ωστόσο αποδείξεις ότι κάνει το ίδιο σε ζώα ή ανθρώπους από διά στόματος χορήγηση. Το CSIR πατεντάρησε την ουσία το 1996. /εν συνεχεία παραχώρησε την άδεια στη βρετανική εταιρεία Phytopharm, η οποίασυνεργάστηκε με την Pfizer για να απομονώσουν απ’το φυτό κι άλλα τυχόν χρήσιμα συστατικά, αλλά και να βρουν τρόπους σύνθεσής τους. Η Pfizer τελικά απέσυρε τα δικαιώματα το 2002. Ο καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντισον στου Ουινσκόνσιν Paul Hudson ανέφερε ότι, για να παραχωρήσει η Pfizer τόσο εύκολα τα δικαιώματα γιακάτι το οποίο έχει να κάνει με την παχυσαρκία, πάει να πει ότι το σκεύασμα δεν έχει αποτέλεσμα. Η Pfizer ανακοίνωσε το 2002 ότι σταματά την έρευνα πάνω στο p57, επειδή ήταν δύσκολο στη σύνθεση. Ο Jasjid Bindra, αρχηγός ερευνητής για τη χούντια στην Pfizer, ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι το σκεύασμα επιβάρυνε το ήπαρ από άλλες ουσίες που δε μπορούσαν εύκολα ν’αφαιρεθούν από αυτό, συμπληρώνοντας ότι απαιτούνται πολλοί έλεγχοι ακόμα μέχρις ότου εγκριθεί το σκεύασμα από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, και ότι ως τότε όσοι κάνουν δίαιτα θα πρέπει να προσέχουν. Εντωμεταξύ οι Βουσμάνοι ή Σαν των περιοχών όπου φύεται το φυτό αυτό θεώρησαν το πατεντάρισμα ενός παραδοσιακού βοτάνου βιοπειρατεία από τους Λευκούς κατακτητές, και μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, το CSIR συμφώνησε οι Βουσμάνοι να λαμβάνουν ένα ποσοστό των κερδών από τη διαφήμιση της χούντια (πόσο;). Σήμερα το φυτό αυτό προστατεύεται στη Νότια Αφρική, και μόνο άτομα και λίγες εταιρείες με ειδική άδεια επιτρέπεται να το συλλέγουν. Δεν ξέρω όμως αν πράγματι ο νόμος εφαρμόζεται, ή διεφθαρμένοι αστυνομικοί αφήνουν τον καθένα να κάνει ό,τι θε΄λει με λίγο μπαγιόκο στην τσέπη. Τελικά πολύς χαμός για το τίποτα. Ένα σπάνιο φυτό οδηγήθηκε στα πρόθυρα της εξαφάνισης από μία υπόθεση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην απώλεια βάρους. Ή, για να το πω πιο δραματικά, οι αφρώδεις, χοντροί μακντοναλτσοφάγοι της Δύσης σχεδόν εξαφάνισαν ένα μικρό, έως τότε σχεδόν άγνωστο φυτό της αφρικανικής ερήμου. Αυτό θα πει παγκοσμιοποίηση.
Όλοι οι σπόροι της H. gordoni που διατίθενται στο εμπόριο για καλλιέργεια προέρχονται από καλλιεργούμενα φυτά, οπότε δεν επηρεάζονται οι άγριοι πληθυσμοί. Εγώ είχα πάρει τους δικούς μου σπόρους πέρσι το φθινόπωρο από τη γερμανική σελίδα εξωτικών σπόρων. Ήταν τρεις, και τους έσπειρα αμέσως σε αμμώδες χώμα, σ’ένα γλαστράκι στον ήλιο. Φύτρωσαν σε λιγότερο από μια βδομάδα, τρεις μικροί, κοντόχοντροι κι ανοιχτοπράσινοι βλαστοί με δύο μικρές, ίσως ακ΄κομα μαζεμένες κοτυληδόνες στην κορυφή. Και μετά ήρθε ο αέρας και τα κατέστρεψε όλα. Ίσως έπρεπε να μοιράσω τα φυτά σε διαφορετικά γλαστράκια για να σώσω κανένα, αλλά δεν το έκανα επειδή δεν πρόβλεψα τόσο ακραίο καιρό. Θα μπορούσα επίσης να έχω τις γλάστρες σε μέρος χωρίς τόσο αέρα, αλλά το μέρος με τον περισσότερο αέρα στο μπαλκόνι μου είναι κι αυτό με τις περισσότερες ώρες ήλιου. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να λύσω αυτά τα προβλήματα.
Η χούντια καλλιεργείται όπως οι πιο ξηροφυτικές σταπέλιες. Χρειάζεται ήλιο, χώμα με λίγη οργανική ύλη και καλή αποστράγγιση, αραιά ποτίσματα και λίγη σχετικά λίπανση. Αντέχει τις χαμηλες θερμοκρασίες και τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Ιδιαιτερότητα όμως αυτού του φυτού είναι ότι σπάνια τα μοσχεύματά του δημιουργούν κάλο, εκείνη την αδιαφοροποίητη μάζα κυττάρων στο σημείοκκοπής που επαναδιαφοροποιείται σε ρίζες, οπότε ο πολλαπλασιασμός του μ’αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατος, άρα μονο με σπόρο. Οι σπόροι χρειάζονται υγροό αλλά ελαφρύ χώμα. Η ανεπαρκής αποστράγγιση και η μεγάλυ πυκνότητα φυτών μπορούν να οδηγήσουν γρήγορα στη μυκητική σήψη, γι’αυτό θα πρέπει τέτοιες καταστάσεις ν’αποφεύγονται. Τα νεαρά φυτά θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σ’ένα χρόνο, οπότε θα έχουν ψηλώσει αρκετά, και σε 3 χρόνια θα είναι ήδη 25 εκ ψηλά με 10 κλαδιά. Στη φύση το φυτό δε ζει περισσότερο από 15 χρόνια, αλλά σε καλλιέργεια μπορεί να ζήσειπάνω από 25 χρόνια.

Το τρίτο φυτό που δεν έχω, αλά ακόμα ψάχνω, είναι φυσικά η γιγάντια σταπέλια (Stapelia gigantea). Θεωρείται η βασίλισσα των σταπελιοειδών, και ό,τι δεν έχει σε χρώματα το έχει σε μέγεθος και μυρωδιά. Το άθος της έχει αποχρώσεις του καφέ και του ροζ, μπορεί να ξεπεράσει τα 40 εκ και μυρίζει ακριβώς σαν πτώμα. Παρά το τεράστιο μέγεθος των λουλουδιών, το φυτό είναι αρκετά κοντό, με βλαστούς ύψους το πολύ 20 εκ. Όπως οιπερισσότερες σταπέλιες όμως, το φυτό εξαπλώνεται στο έδαφος, και μεγάλα άτομα του είδους αυτού στη φύση μπορούν να φτάσουν τα 1-2 μέτρα σε πλάτος. Οι βλαστοί έχουν πλάτος 3 εκ, είναι χνουδωτοί, τετραγωνισμένοι, πράσινοι με κοκκινωπές περιοχές, οι οποίες γίνονται εντονότερες στο άμεσο ηλιακό φως. Είναι η σταπέλια με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον άξονα βορρά-νότου, ευρισκόμενη σε Ζάμπια, Μαλάουι, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ζιμπάμπουε και Νότια Αφρική, όπου φύεται σε ξηρές περιοχές, σε πετρώδη μέρη ή κάτω από την ημισκιά ψηλότερων θάμνων. Καλλιεργείται όπως τα ξηροφυτικά είδη, από τα οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των ευκολότερων. Δε σαπίζει με το παραμικρο΄λάθος, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή με το πότισμα, την αποστράγγιση και τις χειμερινές θερμοκρασίες, οι οποίες προτείνεται τουλάχιστον να μην πέφτουν κάτω από 10 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα και δεν είναι καθόλου δυσεύρετο. Το μόνο που με ανησυχεί μ’αυτό το φυτό είναι ότι μπορεί ν’ανθίσει στο κατακαλόκαιρο, ενώ το σπίτι είναι άδειο, και να θορυβηθούν οι γείτονες.

Τώρα που γνωρίσατε τις σταπέλιες, μπορείτε να καταλάβετε γιατί είναι τόσο συλλεκτικά φυτά. Ίσως κάποιοι από σας να σκέφτεστε να προσθέσετε ένα τέτοιο φυτό στη συλλογή σας· ίσως κάποιοι να σκέφτεστε να ξεκινήσετε μια συλλογή από τα όμορφα και ιδιαίτερα αυτά φυτά· ίσως άλλοι να ψάχνετε τέτοιο φυτό, ιδίως κάποιο μεγανθές είδος, για να τρομάξετε τους γείτονες ή να το δώσετε δώρο σε κάποιον ανυποψίαστο. Να θυμάστε όμως, ότι όσοι δεν αντιλαμβάνονται τη μαγεία της εξέλιξης και της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να εκτιμήσουν τις σταπέλιες.

Πηγές:
άρθρο στην αγγλική Wiipedia για τη φυλή Stapeliae
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Stapelia gigantea
το γένος Stapelia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Stapelia
το γένος Orbea στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
οικογένεια Asclepiadaceae: γένος Orbea
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hoodia
το γένος Hoodia στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το είδος Hoodia gordoni
το είδος H. gordoni στην Πύλη για τα Φυτά της Νότιας Αφρικής
η επικονίαση των σταπελιοειδών

Ενημέρωση 9/10/2015: Το φυτό αναγνωρίστηκε ως κίτρινη στερνμπέργκια ή κίτρινο κρίνο του φθινοπώρου (Sternbergia lutea).

Τα άνθη αυτά τα βρήκα στο εξοχικό στη Γερακινή στη Χαλκιδική πριν δύο μέρες που ήμουν εκεί, το Σάββατο στις 3 Οκτωβρίου. Τα περισσότερα ακόμα ήταν μπουμπούκια, αλλά τρία, αυτό, ένα άλλο (μισάνοιχτο) κι ένα ακόμα αλλού, είχαν ανοίξει. Όλα φύτρωναν στην άκρη ενός παρτεριού κάτω από μία κυδωνιά, εκτός από αυτό που είπα ότι ήταν αλλού, το οποίο ήταν στη μέση του γκαζόν. Ακόμα τα φυτά δεν είχαν βγάλει φύλλα, μόνο τους ανθοφόρους βλαστούς. Οι βλαστοί μαζί με το μακρύ μπουμπούκι, το οποίο ήταν το μισό του βλαστού, ήταν μόνο γύρω στα 5-7 εκατοστά, λείοι και μαλακοί. /το άνθος ήταν αυτό που βλέπετε, με τα κατακίτρινα τέπαλα. Έχω την εντύπωση ότι στο μέροςπου βγήκαν τα λουλούδια αυτά, άλλους μήνες έχει κάτι μικρές συστάδες ταινιοειδών φύλων σαν το γκαζόν, τα οποία μάλλον είναι τα φύλλα του ίδιου φυτού. Όταν έκοψα μερικούς βλαστούς, είχαν μια περίεργη, πικρή μυρωδιά, οπότε σίγουρα είναι τοξικά, όπως άλλωστε οι περισσότεροι βολβοί. Χωρίς τις χημικές τους άμυνες, τέτοια μικρά, ευαίσθητα φυτά με αργή ανάπτυξη και αναπαραγωγή σε σχέση με άλλα ποώδη, και αρκετά θρεπτικό υπόγειο μέρος θα είχαν φαγωθεί όλα. Σίγουρα είναι κάποιος μονοκοτυλήδονος βολβός, κόνδυλος ή ρίζωμα. Τι είναι; Εγώ υποθέτω κολχικό, αλλά σίγουρος δεν είμαι. Επίσης είναι αυτοφυές στην περιοχή, ή το φύτεψαν κάποτε;

Το ιστολόγιο αυτό το είχα εντοπίσει παλιά, ψάχνοντας για κάκτους ανθεκτικούς στο κρύο και για το πεγιότ, κι έτυχε να το ξαναβρώ πρόσφατα. Άνοιξε το 2005, και δυστυχώς δεν έχει ενημερωθεί μετά τον Ιανουάριο του 2014, αλλά ελπίζω ότι κάποτε ο συγγραφέας θα ξαναγράψει, επειδή κι άλλες φορές έτυχε να παραμελήσει το ιστολόγιό του. Είναι το ιστολόγιο ενός Δανού καλλιεργητή και συλλέκτη κάκτων, ο οποίος το άνοιξε αρχικά για να πληροφορήσει περί των κάκτων του γένους Lophophora, για τους οποίους δεν υπήρχαν πολλές πληροφορίες στο Διαδίκτυο, επεκτάθηκε ωστόσο και σε άλλλους συγγενικούς μικρούς μεξικανικούς κάκτους, αλλά και στους κάκτους γενικότερα.

Το γένος Lophophora είναι γένος κάκτων των ακραίων νότιων ΗΠΑ και του Μεξικού, που φύονται σε ξερά μέρη, τα οποία δέχονται έντονες βροχοπτώσεις το καλοκαίρι. Είναι μικροί, χαμηλοί ημισφαιρικοί άοπλοι (χωρίς αγκάθια) κάκτοι, με τούφες τριχών σε κάθε αρεόλη. Η ρίζα τους είναι πασσαλώδης και εκτείνεται σε μεγάλο βάθος, ενώ τα περισσότερα είδη και ποικιλίες παράγουν νέες μικρότερες διακλαδώσεις γύρω από το κύριο κεφάλι. Το ερέθισμα για την άνθηση είναι έντονες βροχές μετά από μια μακρόχρονη θερμή και ξηρή περίοδο, οπότε σε συνθήκες καλλιέργειας ανθίζουν εύκολα όταν ενηλικιωθούν. Είναι ωστόσο φυτά βραδύτατης ανάπτυξης, που θα πάρουν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν σ’αυτήν τη φάση – στη φύση μπορεί να κάνουν και 10 χρόνια για ν’ανθίσουν. Παλαιότερα αναγνωρίζονταν δύο είδη, η Lophophora williamsii, το πεγιότ, και η L. diffusa, αν και τώρα πολλές ποικιλίες αυτών των ειδών έχουν αναταξινομηθεί ως είδη, αν κι αυτό αμφισβητείται. Το πεγιότ παράγει πολλά αλκαλοειδή για την άμυνά του, σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η μεσκαλίνη, η οποία είναι σεροτονινεργική ψυχοδηλωτική ουσία με δράση παρόμοια του lsd, προκαλώντας οραματικές καταστάσεις κι εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης. Για τον λόγο αυτόν, το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων – τουλάχιστον πριν από 5.000 χρόνια – από τους Ινδιάνους της περιοχής, και χρησιμοποιείται ως σήμερα για ιερούς σκοπούς από τη φυλή Ουίτσολ του Μεξικού και την Εκκλησία των Ιθαγενών Αμερικανών στις ΗΠΑ, η οποία είναι η μόνη χώρα όπου το φυτό είναι παράνομο, αν και γι’αυτούς γίνεται εξαίρεση, θεωρητικά τουλάχιστον, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που παρενοχλούνται και διώκονται ποινικά. Το όνομα πεγιότ προέρχεται από το νάουατλ/γλώσσα των Αζτέκων «πέγιοτλ», που σημαίνει κάτι που λάμπει ή ακτινοβολεί. Πολλοί πληθυσμοί στη φύση απειλούνται σοβαρά από την ανθρώπινη ανάπτυξη του ενδιαιτήματός τους και την υπερσυλλογή για νόμιμη ή παράνομη πώληση, αλά και από την καταστρεπτική συγκομιδή τους. Για ν’αναγεννηθούν τα φυτά, θα πρέπει να κοπούν προσεκτικά στο ύψος του χώματο ςή λίγο πιο κάτω, αλλά πολλοί συγκομιστές ξεριζώνουν τα φυτά ή τα κόβουν πολύ βαθιά, με αποτέλεσμα να τα σκοτώνουν. Στο ιστολόγιο θα βρείτε πληροφορίες για το πεγιότ κι άλλες λοφοφόρες, επιστημονική βιβλιογραφία, ιστορική και παροντική χρήση, καθώς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ομάδες που το χρησιμοποιούν ακόμα, απειλές για τα φυτά αυτά, πληροφορίες καλλλιέργειας κλπ. Ο συγγραφέας του ιστολογίου αναφέρει ότι τα καλλιεργεί καθαρά για συλλεκτικούς σκοπούς. Και ψυχοναύτης όμως αν ήταν και τα χρησιμοποιούσε, δε θα το ανακοίνωνε δημόσια στο Διαδίκτυο σ’αυτήν την εποχή καταδίωξης των ψυχεδελικών όπουζ ούμε, εκτός κι αν ήταν μέλος σε κάποια σελίδα τέτοιου περιεχομένου υπό την κάλυψη ενός ψευδωνύμου.

Εκτός από τα πεγιότ, ο καλλιεργητής αυτός διατηρέι μεγάλη ποικιλία κάκτων, κυρίως μικρών βορειοαμερικανικών ειδών όπως από τα γένη Ariocarpus, Obregonia, Echinocereus, κλπ. Έχει συλλέξει πολλές ποικιλίες από διάφορες τοποθεσίες, και γνωρίζει την ακριβή προέλευση της κάθε μίας. Έχει ένα θερμοκήπιο, το οποίο όμως βρίσκεται στο εξοχικό του και το χειμω΄να δεν ελέγχει αξιόπιστα τη θερμοκρασία. Γι’αυτό έχει κι έναν ψυχρό χώρο καλλιεργειας, όπου κάνει δοκιμές για να βρει τις πιο ανθεκτικές στο κρύο ποικιλίες. Έως τώρα έχουν επιβιώσει πολλές ποικιλίες ορεινών περιοχών ή βορειότερου γεωγραφικού πλάτους. Από τα πεγιότ, οι ποικιλίες από το Τρανς-Πέκος του Τέξας έχουν αποδειχθεί οι πιο ανθεκτικές. Παλαιότερα δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα ακόμα και με ευπαθέστερες ποικιλίες, αλλά με τις βαρίες παγωνιές των τελευταίων ετών, οι οποίες του σκότωσαν πολλούς κάκτους και έβλαψαν μόνιμα ακόμα περισσότερους, άρχισε να ψάχνει τα πιο σκληρά είδη. Για να προετοιμάσει τα φυτά για το βαρύ σκανδιναβικό χειμώνα, κόβει όλο το πότισμα μέσα στο Σεπτέμβριο, και δε δίνει καθόλου νερό μέχρι ν’αρχίζουν ν’αναπτύσσονται μέσα στον Απρίλιο. Τα φυτά αφυδατώνονται αρκετά, κι έτσι διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να παγώσουν σε ακραίες θερμοκρασίες που μπορούν να φτάσουν τους -10 ή και τους -15 βαθμούς Κελσίου. Κάπως έτσι θα μεγάλωναν και οι κάκτοι στον Άρη. Το καλοκαίρι ωστόσο τα φυτά αναπτύσσονται καλά, και συχνά ανθοφορούν και καρποφορούν.

Έχει επίσης δοκιμάσει να καλλιεργήσει κάκτους στο μπαλκόνι του ακόμα και το χειμώνα, μια πιο εκτεθημένη περιοχή με βροχές και χιόνια. Τους φυτεύει σε κουτιά φύτευσης με πολύ καλά αποστραγγιζόμενο χώμα, όπου περνούν το χειμώνα, συχνα καλυμμένη με ολόλευκο χιόνι. Υπήρχαν ωστόσο φορές που φοβήθηκε και προστάτευσε τα φυτά του. Εκτός από τους μικρούς κάκτους, καλλιεργεί και τριχοκηρείς της Νότιας Αμερικής (γένος Trichocereus ή Echinopsis), ψηλούς, επιβλητικούς κάκτους επίσης μεσκαλινούχους με παρόμοιες ιδιότητες με το πεγιότ με ιστο΄ρια χρήσης στη Ν. Αμερική, τους οποίους χρησιμοποιεί κυρίως ως υποκείμενα για να εμβολιάζει βραδυαυξέστερα είδη όπως το πεγιότ, επειδή τους επιταχύνουν σημαντικά την ανάπτυξη. Σε μία σειρά άρθρων του, παρακολουθούσε την εξέλιξη ενός εμβολιασμένου σποροφύτου πεγιότ 50 ημερών, το οποίο πάνω στον Trichocereus pachanoi άνθισε μόλις μέσα σε 2 χρόνια, ενώ με τις δικές του ρίζες μπορέι να έφτανε στην ίδια ηλικία σε διάστημα άνω των 5 ετών. Τα επόμενα χρόνια, ο κάκτος συνέχιζε ν’ανθοφορεί επανειλημμένα και να παράγει διακλαδώσεις. Καλλιεργεί επίσης κάκτους σαγκουάρο (Carnegyia gigantea), το μεγαλύτερο κάκτο της Βόρειας Αμερικής, καθώς και διάφορα ψυχροανθεκτικά είδη φραγκοσυκιάς (γένος Opuntia), και άλλα. Δεν ξέρω αν ασχολείται εμπορικά με τη συλλογή του, πάντως συχνά ανταλάσσει φυτά ή σπόρους με άλλους συλλέκτες κι έχει παρουσιάσει αρκετές άλλες συλλογές στο ιστολόγιό του. Δεν ξέρο πού δουλεύει ή αν η δουλειά του έχει να κα΄νει με φυτά, αλά συχνά ταξιδεύει, και όπως λέει δουλεύει εκέι που πηγαίνει. Έχει ταξιδέψει στην Ινδία, στη Μογγολία και στις ΗΠΑ, όπου επισκέπτεται οποσδήποτε τα πάρκα και τους βοτανικούς κήπους, απ’όπου μας ανεβάζει αρκετές φωτογραφίες φυτών και λουλουδιών.

Εκτός από λεπτομερείς παρατηρήσεις πάνω στα φυτά του, μας δίνει και συμβουλές για επιτυχημένη καλλιέργεια κάκτων όπως για τη δημιουργία του κατάλληλου χώματος, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να στραγγίζει άριστα, για την καλλιέργεια από σπόρο, για τον εμβολιασμό, για την προστασία από τις αντίξοες συνθήκες κλπ.

Το ιστολόγιο είναι πολύ καλό. Μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ.

Θαλάσσια χόρτα

Φύκια. Αυτά τα πράγματα που μπλέκονται πάνω μας όταν κολυμπάμε και μας ενοχλούν αφάνταστα. Δεν ξέρουμε τι είναι, δε μας νοιάζει τι είναι, είναι όμως σίγουρα κάτι απαίσιο. Πολλοί και πολλές ιδίως αντιμετωπίζουν τα φύκια σαν σκατά, αγνοώντας την ποικιλότητά τους και το ρόλο τους στο οικοσύστημα. Άλλωστε μια λέξη υπάρχει που τα καλύπτει όλα, αν και πιστεύω ότι στις ασιατικές χώρες, όπου τα φύκια τρώγονται, θα έχουν διάφορες ιδιαίτερες ονομασίες. Αυτό ισχύει και για άλλες ομάδες ζωντανών οργανισμών με τις οποίες ο άνθρωπος ιστορικά, τουλάχιστον εδώ στους Μεσογειακούς πολιτισμούς, δεν είχε μεγάλη σχέση και τις αντιμετωπίζει περισσότερο ή λιγότερο εχθρικά. Σκεφτείτε για παράδειγμα τι περιλαμβάνει η λέξη ποντίκι, το ζώο που κάποιοι φοβούνται περισσότερο κι από την αρκούδα, και σιχαίνονται περισσότερο και από τη χλέπα τοξικομανούς στο δρόμο. Ποντίκια διαφόρων ειδών, αρουραίους, σκίουρους, μυγαλές, τυφλοπόντικες, καμια φορά και νυφίτσες ή κουνάβια. Για να μην αναφέρω την κατάσταση με τα ερπετά και τα αμφίβια, όπου διάφορα είδη συμπλέκονται άσχημα. Έτσι και με τα φύκια, οι άνθρωποι είχαν μικρή επαφή μα΄ζι τους, και γι’αυτό δεν είχαν την ανάγκη να τα ξεχωρίσουν. Αντίθετα, σχεδόν όλα τα χερσαία αγριόχορτα έχουν ιδιαίτερες λαϊκές ονομασίες, επειδή ήταν μια χρήσιμη ομάδα φυτών για τη διατροφή των ανθρώπων και των ζώων, αλλά και για την ιατρική.

Έτσι, όταν μιλάμε για φύκια, συνήθως δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Και συχνά αναφερόμαστε σε χόρτα σαν ταινίες που είτε είναι ριζωμένα στο βυθό, είτε επιπλέουν στην επιφάνεια ή έχουν ξεβραστεί στην ακτή και ξεραθεί. Πάρετε όμως ένα τέτοιο χόρτο και εξετάστε το από κοντά. Θα προσέξετε ότι είναι σκληρό, έχει παράλληλες γραμμές, κι αν το σχίσετε παράλληλα, σχίζεται εύκολα, αλλά αν προσπαθήσετε να το κόψετε εγκάρσια θα δυσκολευτείτε και το χόρτο θα κάνει ένα χρατς, επειδή κόβονται όλες οι παράλληλες ίνες του. Θυμίζει δηλαδή περισσότερο φύλλο χόρτου της στεριάς, παρά κανονικό φύκι. Και αυτό ακριβώς είναι. Ένα ανθοφόρο μονοκοτυλήδονο φυτό που ζει στη θάλασσα, ένα θαλάσσιο χόρτο.

Αν και κοινή γνώση είναι ότι τα φυτά δε μεγαλώνουν στο αλάτι, αυτό είναι μύθος. Ισχύει μια ακόμα φορά αυτό που είπα παραπάνω, δηλαδή ό,τι δε θεωρεί χρήσιμο ο άνθρωπος το πετάει στην άκρη και δεν ασχολείται μαζί του καν. Στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει μεγάλη ποικιλία αλοφύτων, φυτών δηλαδή που έχουν προσαρμοστεί να ζουν δίπλα στην αλμύρα της θάλασσας. Πολλά άλλα μεσογειακά είδη ανέχονται υψηλότερα επίπεδα αλατότητας από το σύνηθες, αλά τα αλόφυτα είναι εξειδικευμένα για ζωή στο αλάτι. Η ζωή αυτή είναι δύσκολη, γι’αυτό τα περισσότερα αυτά φυτά είναι κοντά, και συχνά συμπεριφέρονται σαν παχύφυτα. Πολλά έχουν όμορφα άνθη ή περίεργα φύλλα, αλά δε θα τα βρείτε αν επισκέπτεστε μόνο τις ανεπτυγμένες παραλίες στο στιλ του σωστού Νεοέλληνα, γιατί εκεί ο χώρος συνεχώς διαταράσσεται και δεν έχουν το χρόνο ν’αναπτυχθούν. Αν όμως επισκεφθείτε ερημικές παραλίες, σίγουρα θα βρείτε. Στην τροπική ζώνη υπάρχουν επίσης και δενδρώδη αλόφυτα, που δημιουργούν τα μεγάλα δάση των μαγκροβίων στις ακτές. Τα δέντρα αυτά έχουν εξειδικευμένο σύστημα, ώστε να εκκρίνουν το επιπλέον αλάτι από υδατοδούς, το οποίο συμπυκνώνετε στα φύλλα, και ιστορικά οι Αβορίγινες το συνέλεγαν για τη μαγειρική. Υπάρχουν επίσης υδρόβια φυτά που ανέχονται υφάλμυρα νερά, αλά κανένα δεν είναι προσαρμοσμένο για πλήρως υποθαλάσσια ζωή, εκ΄τος από τα θαλάσσια χόρτα.

Τα θαλάσσια χόρτα δεν ανήκουν στην ίδια τάξη «Poales” με τα κοινά αγρωστώδη της ξηράς και των γλυκών νερών, αν και επιφανειακά μοιάζουν πολύ. Ανήκουν ανταυτού στην αρχαία τάξη των αλισματωδών (Alismatales), η οποία περιλαμβάνει και τα γνωστά φυτά της οικογένειας Alismataceae, όπως το κοινό άλισμα (Alisma plantago-aquatica), που φυτεύεται συχνά και στα ενυδρεία. Είναι υδρόβια φυτά και πλησιάζουν αρκετά στον πρόγονο των μονοκοτυλήδονων, ο οποίος ήταν υδρόβιος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου ανθοφόρων φυτών υποδηλώνουν υδρόβιες προσαρμογές, όπως οι απλές, ινώδεις ρίζες, οι μη ξυλοποιούμενοι ελαφρείς βλαστοί – οι φοίνικες και λοιπά χοντρά μονοκοτυλήδονα εξέλιξαν την πάχυνση του βλαστού ανεξάρτητα -, τα απλά, άμισχα φύλλα με παράλληλη νεύρωση, όλα είναι προσαρμογές για την υδρόβια ζωή. Ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο γιούκα ή αλόη της ερήμου έχει υδρόβιους προγόνους. Ένας κλάδος αλισματωδών λοιπόν προσαρμόστηκε κατά την εξέλιξή του να ζει στο θαλάσσιο περιβάλλον. Εκεί, χωρίς πολύ ανταγωνισμό, εξαπλώθηκε παγκοσμίως και σήμερα έχουμε τέσσερις οικογένειες: Posidoniaceae, Zosteraceae, Cymodoceaceae, και Ruppiaceae. Η τελευταία πρόσφατα χωρίστηκε από τη Cymodoceaceae, και διαφέρει, επειδή τα μέλη της ζουν σε αλμυρούς βάλτους και υφάλμυρα νερά, όπου συχνά τά άνθη κάποιων ειδών βγαίνουν εκτός επιφανείας και γονιμοποιούνται με τον άνεμο. Όλα τα υπόλοιπα είδη θαλάσσιου χόρτου ζουν αποκλειστικά υποθαλάσσια. Εκτός απ’αυτόν τον μονοφυλετικό κλάδο, η αλισματώδης οικογένια Hydrocharitaceae, έχει τρία είδη τα οποία εξελίχθηκαν ανεξάρτητα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα θαλάσσια χόρτα περιορίζονται στα παράκτια νερά, όπου το φως είναι αρκετό για τη φωτοσύνθεσή τους, και δημιουργούν λειμώνες με τα εκτεταμένα ριζώματά τους. Έχουν παγκόσμια εξάπλωση, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στους τροπικούς, όπου οι λειμώνες μπορεί ν’αποτελούνται από πάνω από ένα είδος, ενώ στις εύκρατες περιοχές οι λειμώνες είναι μονοειδικοί. Η οικογένια Zosteraceae περιέχει τα περισσότερα εύκρατα και αρκετά υποτροπικά είδη, οι οικογένειες Cymodoceaceae και Ruppiaceae περιορίζονται στους τροπικούς και σε υποτροπικά κλίματα, ενώ η οικογένεια Posidoniaceae έχει περίεργη εξάπλωση, στη Μεσόγειο και στη νότια Αυστραλία.

Δεν έχω βρει πληροφορίες για την εποχή πρώτης εμφάνισης των θαλάσσιων χόρτων, μιας και το απολιθωματικό τους αρχείο είναι μικρό, διάβασα ωστόσο μελέτες που ανέφεραν τέτοια φυτά από το μειόκαινο, οπότε η παρουσία τους στη θάλασσα ίσως να είναι παλαιότερη, ίσως και πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια. Όταν εισέβαλαν στη θάλασσα, δημιουρ΄γηθηκε ένα εντελώς νέο οικοσύστημα. Δημιούργησαν πυκνά δίκτυα ριζωμάτων κοντά στις ακτές, τα οποία εμπόδιζαν τη διάβρωση του θαλάσσιου πυθμένα, και πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί κάθε μεγέθους και ταξινομικής θέσης εκμεταλλεύτηκαν τα νέ ααυτά φυτά. Σήμερα τα θαλάσσια χόρτα περιορίζουν σημαντικά τη μεταφορά ιζημάτων, οπότε το νερό θολώνει ίγότερο και τα ίδια καθώς κι άλλοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί, όπως τα συμβιωτικά φύκη των κοραλιών, μπορούν να φωτοσυνθέσουν αποτελεσματικότερα. Επίσης, όπως και με πολλά φύκια, τα φύλλα τους έχουν γίνει επιφάνεια προσκολλησης και ανάπτυξης μικροοργανισμών και μικροφυκών. Πολλά ψάρια και ασπόνδυλα τα χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ άλλα ψάρια και ασπόνδυλα έχουν εξελιχθεί να τα τρώνε, αν και θρεπτικά είναι φτωχή τροφή, όπως και το χόρτο της ξηράς. Από τα μεγάλα ζώα, οι πράσινες χελώνες (Chelonia mydas) τρώνε το χόρτο αυτό ως το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους, ενώ οι θαλάσσιες αγελάδες (τάξη Sirenia) το τρώνε επίσης. Οι μανάτοι (οικογένια Trichechidae) το τρώνε ως μεγάλο ποσοστό της διατροφής, ενώ το ντούγκονγκ (Dugong dugon) τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά απ’αυτό. Τα ζώα αυτά χωνεύουν το δύσπεπτο αυτό υλικό στο παχύ και το τυφλό τους έντερο, όπως πολλά χερσαία χορτοφάγα. Η βόσκησή τους διατηρεί το χόρτο κοντό, το οποίο τότε είναι καλύτερο ενδιαίτημα για τα μικρότερα ζώα από το ψηλό και μπλεγμένο χόρτο. Από τα μεγάλα αυτά ζωά, στα μεσογειακά νερά συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών, κυκλοφορεί μόνο η πράσινη χελώνα, η οποία δεν είναι τόσο γνωστό ότι μας επισκέπτεται, γιατί δε φωλιάζει στις ακτές μας όπως η Caretta caretta.

Τα θαλάσσια χόρτα είναι ριζωματώδη φυτά με έρποντα ριζώματα που μπορούν εύκολα να καλύψουν μεγάλες αποστάσεις, τα οποία στέλνουν κατακόρυφα συνήθως ριζώματα, τα οποία φέρουν το ταινιωτό φύλλωμα. Όπως πολλα υδρόβια φυτά, εφόσον απορροφούν νερό απ’όλο το σώμα τους, δεν έχουν ανάγκη από ρίζες, οι οποίες είναι ατροφικές και χρησιμεύουν μα΄ζι με τα ριζώματα στην αγκύρωση του φυτού, ούτε έχουν εφυμενίδα ή στόματα. Τα άνθη τους είναι απλοποιημένα, χωρίς στεφάνη, και η γύρη νηματώδης. Η επικονίαση είναι υποβρύχια, και ο καρπός είναι συμπαγής και άρρηκτος, με τους σπόρους στο εσωτερικό. Όπου υπάρχουν λειμώνες θαλάσσιου χόρτου, στην ακτή ξεβράζονται μάζες από φύλλα που λέγονται αιγαγρόπιλοι, δηλα΄δη τούφες μαλλιού του αιγάγρου.

Το κατεξοχήν θαλάσσιο χόρτο της μεσογειου είναι η ποσειδωνία (Posidonia oceanica), η οποία απαντάται σ’όλη τη Μεσόγειο και δημιουργεί εκτεταμένους λειμώνες. Δεν ξέρω αν είναι το μόνο είδος θαλάσσιου χόρτου της χώρας μας, αλλά δεν έχω βρει πληροφορίες για το αντίθετο. Οπότε τα χόρτα της φωτογραφίας πιθανότατα ποσειδωνία είναι, αν όμως κάποιος ξέρει καλύτερα ας με διορθώσει. Η ποσειδωνία λοιπόν φύεται σε ρηχά νερά, βάθους 1-35 μέτρων, ανάλογα με τη διαύγεια του νερού. Αποτελείται από ένα περίπλοκο δίκτυο ριζωμάτων, τα βαθύτερα των οποίων βρίσκονται 1,5 μέτρα κάτω από την άμμο. Τα ριζώματα αυτά φέρουν τα κατακόρυφα φυλλοφόρα ριζώματα, με φύλλα στις κορυφές τους σε τούφες, συνήθως ανά 6-7, τα οποία μπορούν να φτάσουν σε μήκος το 1,5 μέτρο, με μέσο πλάτος το 1 εκατοστό, και με 13-17 παράλληλα νεύρα. Είναι ανοιχτοπράσινα, αλλά μπορεί να καφετιάζουν με την ηλικία. Τα εξώτερα φύλλα κάθε τούφας είναι τα παλαιότερα, και συνήθως είναι και τα μακρύτερα. Ο καρπός της επιπλέει, και είναι γνωστός στην Ιταλία με το όνομα «ελιά της θάλασσας (l’oliva di mare)». Το φυτό παρουσιάζει έντονη φαινοτυπική πλαστικότητα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, έτσι η μορφολογία του ποικίλει αρκετά. Όπως και πολλά ριζωματώδη φυτά, η ποσειδωνία αναπτύσσεται προς τα έξω, αφήνοντας στο κέντρο γερασμένους και νεκρούς βλαστούς. Χάρη στο ρίζωμά της, η ποσειδωνία μπορεί να δημιουργεί κλωνικές αποικίες, δηλαδή ομάδες φυτών που προέρχονται από το ίδιο ρίζωμα, που μπορούν να θεωρηθούν ως ένας οργανισμός, αφού γενετικά είναι πανομοιότυπες και ζουν στην ίδια περιοχή. Το αν είναι ένας ολόκληρος οργανισμός συνδεδεμένος με το ρίζωμα ή έχει κατατμηθεί δε μετράει άλλωστε, αφού η διαπίστωση αυτού είναι πολύ δύσκολη. Τέτοιες κλωνικές αποικίες λοιπόν ανανεώνονται και εξαπλώνονται συνεχώς, κι έτσι μπορούν να ζήσουν επαόριστον, συχνά για χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για την ποσειδωνία, μία αποικία της οποίας ίσως έχει ηλικία μεγαλύτερη των 200.000 ετών, σύμφωνα με μελέτη Αυστραλών επιστημόνων. Η μελέτη αυτή του Αυστραλού ερευνητή Carlos M. Duarte και των συνεργατών του από το Πανεπιστήμιο του Περθ της Δυτικής Αυστραλίας,δημοσιεύθηκε στις 1 Φεβρουαρίου του 2012 στο διαδικτυακό επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE. Οι ερευνητές, συγκρίνοντας γενετικά πληθυσμούς ποσειδωνίας από την Ισπανία έως την Κύπρο, βρέθηκαν σ’ένα σημείο μεταξύ των νησιών Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας, όπου το γενετικό υλικό δε διέφερε μεταξύ δύο δειγμάτων που απείχαν μεταξύ τους αρκετά χιλιόμετρα. Διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις, όπως ότι οι δύο πληθυσμοί γεννήθηκαν από ανασυνδυασμό έπειτα από εγγενή αναπαραγωγή που τυχαία οδήγησε στον ίδιο γονότυπο, ότι εξαπλώθηκαν από θραύσματα ριζώματος, ότι εξαπλώθηκαν με κλωνική ανάπτυξη του ριζώματος ή ότι εξαπλώθηκαν και από κλωνική ανάπτυξη και από θραύσματα ριζώματος. Η πρώτη είναι κάτι σχεδόν αδύνατο, η δεύτερη πολύ δύσκολο, η Τρίτη το πιο πιθανό και η τέταρτη αρκετά απίθανο. Εφόσον ήταν πολύ δύσκολο να εξαπλωθεί ένα φυτό τόσο πολύ χάρη στα θραύσματα ριζώματος, τα οποία θά’πρεπε να έχουν μεγάλο ποσοστό επιβίωσης και να διασκορπίζονται ομοιόμορφα, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κύριος μηχανισμός εξάπλωσης ήταν η κλωνική ανάπτυξη, δηλαδή η εξάπλωση του φυτού απλώς με την ανάπτυξη του ριζώματος. Μοντελοποιώντας την ανάπτυξη του φυτού, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κλώνος θα πρέπει να έχει ηλικία μεταξύ 80.000 και 200.000 ετών. Το πρόβλημα είναι ότι μεταξύ 80.000 και 10.000 χρόνων πριν η Γη περνούσε την τελευταία παγετώδη εποχή, και το σημείο εκεινο της θάλασσας ήταν ξηρά. Οπότε, υποθέτουν οι επιστήμονες, ο κλώνος αυτός, ο οποίος πιθανότατα διαχωρίστηκε κατά την πτώση του επιπέδου της θάλασσας και επανενώθηκε αργότερα, ίσως να είναι ακόμα παλαιότερος. Οπότε η ποσειδωνία κατέχει το ρεκόρ του μακροβιότερου οργανισμού στη γη. Στη μελέτη αυτήν επίσης ταυτοποιήθηκαν κι άλλες εκτεταμένες κλωνικές αποικίες, κάποιες έκτασης 15 χιλιομέτρων, οι οποίες ίσως έχουν παρόμοια ηλικία.

Παρά τη μακροζωία και την πλαστικότητά της όμως, η ποσειδωνία απειλείται σοβαρά από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υπερθέρμανση του πλανήτη ΄ίσως να την απειλεί, αλά δεν έχω βρει επιπλέον πληροφορίες γι’αυτό, και αμφιβάλλω για την αλήθεια τους. Επιβεβαιωμένες απειλές είναι ωστόσο η εναπόθεση ιζημάτων, ο ευτροφισμός και ο ανταγωνισμός με φύκια. Τα δίχτυα βυθού, καθώς και διάφορες υποδομές στις ακτές όπως λιμάνια και ξενοδοχεία, οδηγούν σε ανατάραξη των ιζημάτων ή εναπόθεση νέων, τα οποία διαταράσσουν την ανάπτυξη του φυτού, και θολώνοντας το νερό εμποδίζοντας έτσι τη φωτοσύνθεση, και σκεπάζοντας το φύλλωμα. Αν και τα κάθετα ριζώματα και τα όρθια φύλλα του φυτού το προστατεύουν από την υπερβολική εναπόθεση ιζημάτων, η συνεχής υπερβολική εναπόθεση είναι αφύσικη κατάσταση και το φυτό δε μπορεί να την αντιμετωπίσει. Με τον ευτροφισμό από λιπάσματα ή λύματα, έχουμε υπερανάπτυξη των φυκών εις βάρος της ποσειδωνίας, η οποία έχει εξελιχθεί για πιο ολιγοτροφικό περιβάλλον, δε μπορεί να διαχειριστεί αυτήν την υπεραφθονία και πεθαίνει, ενώ τα φύκια μεγαλώνουν υπερβολικά. Για κάποιον λόγο, οι πρωτόγονοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί όπως τα φύκια και τα κυανοβακτήρια αναπτύσσονται εξωφρενικά με αυξήσεις στα θρεπτικά συστατικά, ενώ πιο εξελιγμένα φυτά προσαρμοσμένα για φτωχά περιβάλλοντα απλώς καίγονται. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα μεγαλώνει η πράσινη γλίτσα στο νερό με σαπισμένα υλικά, ενώ ένα σαρκοφάγο φυτό ή ένα επίφυτο καίγονται αμέσως, ακόμα και με λίγο παραπάνω λίπασμα. Η ποσειδωνία επίσης θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί με το φύκι Caulerpa taxifolia, ένα επεκτατικό είδος στη Μεσόγειο που προήλθε από μια ανθεκτική ποικιλία των ενυδρείων, η οποία προέρχεται από κλώνο της Αυστραλίας, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, ιδίως σε ευτροφικό περιβάλλον, όντας επίσης τοξικό. Από την άλλη ωστόσο το φύκι αυτό ίσως να βοηθά την ποσειδωνία μακροπρόθεσμα, αφού απορροφά γρήγορα τα επιπλέον θρεπτικά συστατικα΄και τους ρύπους απ’το νερό. Εξαιτίας της ευαισθησίας της στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, η ποσειδωνία χρησιμεύει ως δείκτης περιβαλλοντικής υγείας, οπότε μετρώνται διάφορες μεταβλητές του φυτού (κατανομή στο χώρο, μορφολογία βλάστησης, βάθος ανάπτυξης, κλπ) για να διαπιστωθεί η γενική υγεία του οικοσυστήματος. Παρά τις απειλές και τη μείωση του πληθυσμού της εντούτοις, η ποσειδωνία δεν απειλείται ακόμα τόσο σοβαρά ώστε να συμπεριληφθεί στα απειλούμενα είδη, γι’αυτό και το IUCN την κατατάσει στη βαθμίδα ελαχίστης ανησυχίας.

Τα θαλάσσια χόρτα δε χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο τόσο όσο τα φύκια, διότι είναι σκληρά, αποσυντίθενται δύσκολα και θρεπτικά είναι φτωχά. Δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ως τροφή ή ζωοτροφή, ενώ η χρήση τους ως λίπασμα είναι περιορισμένη. Έχουν χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα για αμμώδη εδάφη στη Μεσόγειο, όπως στο Ria de Aveira της Πορτογαλίας, όπου χρησιμοποιούνται ακόμα. Καλύπτουν το αμμώδες χώμα ώστε να μη διαβρώνεται και η υγρασία να διατηρείται, και σαπίζουν αργά. Σε πολλές χώρες ωστόσο σήμερα, όπως στην Ιταλία, η αφαίρεση φυτικού υλικού από την παραλία είναι παράνομη, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Είχαν επίσης χρησιμοποιηθει ως γέμισμα για τα στρώματα των στρατιωτών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Γάλλους. Σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως για την κατασκευή επίπλων και ψαθών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες αν είναι κατάλληλα για να τα φάνε τα ζώα όπως κάποια φύκια. Το γένος Ruppia παράγει οξαλικό οξύ για άμυνα κατά των εχθρών, αλλά για τα υπόλοιπα δεν έχω διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Κατασκευάζονται ωστόσο παιχνίδια για κουνέλια από θαλάσσιο χόρτο για να μασάνε και να παίζουν, οπότε είναι ασφαλές.

Τα φυτά της φωτογραφίας τα βρήκα στο εξοχικό του πατέρα μου, στη Γερακινή Χαλκιδικής, αν και μπορούν να βρεθούν σχεδόν σε κάθε παραλία. Τα βρήκα σε βάθος 1,5 μέτρων και λίγο πιο βαθιά, και αυτά της φωτογραφίας ήταν θραύσματα κατακόρυφων ριζωμάτων που είχαν σπρωχθεί απ’το κύμα πιο μπροστά, και πολλά είχαν ήδη ριζώσει κάτω στην άμμο, ενώ το φύλλο τέρμα δεξιά, το οποίο έχω κόψει στη μέση για να φαίνονται και οι δύο επιφάνειές του, ήταν από την επιφάνεια. Πιο βαθιά στην ακτή υπάρχουν μερικές αποικίες αυτού του χόρτου. Τα ριζώματα αυτά, αν προσέξετε, έχουν βολβώδες σχήμα, και από τη μέση τους στέλνουν νέα λεπτά οριζόντια ριζώματα. Το στενό κάτω μέρος ήταν το σημείο σύνδεσης με το υπόλοιπο ρίζωμα. Στην κορυφή είναι όλα τα φύλλα, τα οποία σ’αυτά είναι κοντά. Το φυλλοφόρο μέρος έσπαγε εύκολα απ’τα ριζώματα, αλλά τα ριζώματα κόβονταν πολύ δύσκολα, για΄τι ήταν πολύ σκληρά και συμπαγή, ίσως για να μένουν κάτω στον πυθμένα. Με το νύχι ωστόσο αν τα χαράζεις σιγά-σιγά μπορείς να τα κόψεις. Το εσωτερικό μυρίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσινό και χόρτο, ενώ τα φύλλα μυρίζουν πιο πολύ σαν χόρτα, όπως το γκαζόν.

«Ε, Περιπλανώμενο πώς σε λένε, τότε τα φύκια τι είναι; Μας χάλασες την κοσμοθεωρία!» Φύκια ή φύκη πιο επιστημονικά είναι μια ετερογενής ομάδα φωτοσυνθετικών οργανισμών που δεν είναι εμβρυόφυτα, δηλαδή βρύα ή αγγειώδη φυτά. Ο όρος φύκη καλύπτει όλους τους οργανισμούς της ομάδας, ενώ φύκια συνήθως αποκαλούνται τα μακροσκοπικά, αν κι όχι απαραίτητα πολυκύτταρα, είδη. Η Caulerpa (καυλέρπη – έρπει με τον καυλό/βλαστό) για παράδειγμα, που μοιάζει με κανονικό φυτό με φύλλα και απλώνεται για πολλά μέτρα, είναι στην πραγματικότητα ένας γιγάντιος μονοκύτταρος οργανισμός. Το κύτταρο βέβαια είναι πολυπύρηνο, δεν είναι δυνατό να έχει όλο αυτό το φύκος μόνο έναν πυρήνα! Τα φύκη είναι πολυφυλετική ομάδα με μέλη διαφόρων κλάδων του δέντρου της ζωής, είναι δηλαδή περισότερο περιγραφικός όρος παρά ταξινομική ομάδα. Τα πράσινα και κόκκινα φύκη για παράδειγμα ανήκουν στα αρχεπλαστίδια, μαζί με τα γνήσια φυτά, και κάποια απ’αυτά ήταν οι πρόγονοι των τελευταιών. Οι οργανισμοί αυτοί λέγονται έτσι, επειδή ο μονοκύτταρος πρόγονός τους κάποτε ήταν ο πρώτος ευκαρυωτικός οργανισμός που συνέλαβε ένα κυανοβακτήριο, το οποίο συμβίωσε με το κύτταρο κι έγινε χλωροπλάστης του. Άλλα φύκη, όπως τα καφέ φύκη, ανήκουν στα χρωμοκυψελιδωτά, τα οποία έλαβαν το χλωροπλάστη δευτερογενώς, υποτάσσοντας ένα ευκαρυωτικό αρχεπλαστίδιο, το οποίο στη συνέχεια απλοποιήθηκε σε χλωροπλάστη. Αυτή είναι η περίπλοκη ιστορία των φυκών της θάλασσας. Όσο για τα άλλα με τα ταινιώδη φύλλα, συγγενεύουν περισσότερο με το καλαμπόκι, παρά με τους υπόλοιπους θαλάσσιους φωτοσυνθέτες, Είναι θαλασσινά χόρτα δηλαδή,όχι φύκια.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το θαλάσσιο χόρτο
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία ως δείκτη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ποσειδωνία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Caulerpa taxifolia
συνέπειες της ακραίας μακροζωίας σε κλωνικούς οργανισμούς: χιλιετείς κλώνοι του απειλούμενου θαλάσσιου χόρτου Posidonia oceanica

Τη σελαγινέλα αυτήν την αγόρασα πρόσφατα από το ανθοπωλείο της γειτονιάς μου. Είναι το μόνο λυκόφυτο που έχω στη συλλογή μου. Είχα αγοράσει μια ίδια τα Χριστούγεννα – δεν ξέρω γιατί πουλάνε τις περισσότερες τότε, ίσως μοιάζουν λίγο με κλαδιά χριστουγεννιάτικου δέντρου -, αλλά μου ξεράθηκε μετά τη μεταφύτευση, και ίσως να συνέβαλε και το κρύο σ’αυτό. Αυτήν τη μεταφύτευσα αμέσως μόλις την πήρα, κι ακόμα φαίνεται καλά. Ελπίζω αυτή να επιβιώσει. Ποιο είδος όμως είναι; Σίγουρα θα είναι από τα 4-5 κοινότερα καλλιεργούμενα είδη του γένους Selaginella, όχι κάτι εξεζητημένο. Όποιος ξέρει να μου αφήσει ένα σχόλιο. Ευχαριστώ.

Στις 23 Ιουνίου του 2015, νέα και περίεργα φυτά κατέφθασαν στη συλλογή μου. Τα δύο είδη ήταν κάκτοι, ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (Echinopsis pachanoi), γνωστός και με το παλαιότερο όνομα Trichocereus pachanoi, και το πεγιότ (Lophophora williamsii), και οι δύο κάκτοι με μεγάλη παράδοση σαμανιστικής χρήσης από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Για τους κάκτους αυτούς, καθώς και για τους κάκτους γενικότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Η ενημέρωση για τα νεά φυτά βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Το τρίτο λοιπόν ήταν παχύφυτο, και σίγουρα ένα σπάνιο είδος. Ένα δηλόσπερμα του Μπόσερ (Delosperma bosseranum), ένα παχύκορμο μεσημβριανθεμοειδές που ο καλλιεργητής του το είχε κλαδέψει σε μπονσάι.

Το γένος Delosperma (δηλόσπερμα), από το χαρακτηριστικό του να δηλώνει/εμφανίζει τους σπόρους του όταν οι κάψες βραχούν, προσαρμογή που βοηθά τα φυτά αυτά να σκορπίζουν τους απογόνους τους μόνο στις βροχερές περιόδους, είναι ένα μεγάλο γένος 100 περίπου ειδών της οικογένειας των αειζωιδών (Aizoaceae), παλαιότερο όνομα Mesembrianthemaceae. Η τεράστια αυτή οικογένεια κυρίως Νοτίου Ημισφαιρίου περιλαμβάνει φυτά διαφόρων τύπων, από αγριόχορτα έως πολύ εξειδικευμένα παχύφυτα, όπως ο λίθοπας. Χαρακτηριστικά της οικογένειας είναι τα άνθη με τα λεπτά πέταλα που θυμίζουν λίγο μαργαρίτες – εξού και το όνομά της, ανθεμίδες δηλ. μαργαρίτες της μεσημβρίας (νότου) -, αλλά και τα αντίθετα φύλλα. Το γένος Delosperma απαντά κυρίως στη νότια και την ανατολική Αφρική με είδη επίσης και στα νησιά του Ινδικού, όπως στη Μαδαγασκάρη. Είναι πολύ ανθεκτικά φυτά που φύονται σε ξερά μέρη με έντονη ηλιοφάνεια και υψηλές θερμοκρασίες, σε πολύ άγονο έδαφος, συχνά ανάμεσα σε βράχια. Τα περισσότερα έχουν τη μορφή έρποντος εξαπλούμενου φυτού, ενώ άλλα είναι πιο συμπαγή, με βαθιά ρίζα. Κατά την ανθοφορία, όλο το φυτό καλύπτεται με άνθη, και τα έρποντα είδη μετατρέπονται σε χρωματιστά χαλιά, γι’αυτό και πολλά είδη καλλιεργούνται σε βραχόκηπους γι’αυτό το χαρακτηριστικό.
Το D. bosseranum είναι ενδημικό των ξηρών περιοχών της Μαδαγασκάρης, όπου οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται το καλοκαίρι. Μπορεί να θεωρηθεί παχύκορμο, αν και η διογκωμένη ρίζα του είναι συνήθως κρυμμένοι – παχύκορμα λέγονται συνήθως φυτά όπου το παχύ τους μέρος είναι εκτεθημένο. Έχει μια ανοιχτή καφέ και σκληρή πασσαλώδη, καροτώδη ρίζα διαμέτρου 3 εκ, η οποία μπορεί να στέλνει και μικρά λεπτά πλευρικά ριζίδια. Το φυτό φτάνει τα 15 εκ σε ύψος και τα 30 ή και παραπάνω εκ σε πλάτος. Οι βλαστοί του είναι λεπτοί κι εύκαμπτοι και τα φύλλα μικρά και σχεδόν κυλινδρικά. Τα άνθη είναι λευκά, διαμέτρου 0,5 εκ κι εμφανίζονται κατά τους θερμούς μήνες. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα κι ανθίζει στον πρώτο του χρόνο. Σε δύσκολες περιόδους, το μεγαλύτερο μέρος της υπέργειας ανάπτυξης μπορέι να ξεραθεί, αλλά εύκολα ξαναμεγαλώνει. Δεν έχω βρει κάτι για τη διάρκεια ζωής του, αλλ’εφόσον αναπτύσσεται περισσότερο σαν ζιζάνιο παρά σαν παχύφυτο, ίσως ζει λίγο.
Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Χρειάζεται χώμα ελαφρύ και καλά αποστραγγιζόμενο, ιδανικά αμμώδες με αναμεμειγμένο χαλίκι, το οποίο θα πρέπει να στεγνω΄νει ανάμεσα στα ποτίσματα, τα οποία ωστόσο το καλοκαίρι πρέπει να είναι συχνά, μιας και το φυτό αναπτύσσεται κι αλλιώς κινδυνεύει να μαραθεί και να χάσει το φύλλωμά του. Το χειμώνα, οπότε δεν αναπτύσσεται, μπορέι να ποτίζεται αραιά. Η λίπανση θα πρέπει να είναι αραιή έως μηδαμινή, αφού το φυτό είναι προσαρμοσμένο σε ολιγοτροφικές συνθήκες και το πολύ λίπασμα θα το καταστρέψει. Χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο και τη ζέστη. Για τη δημιουργία μπονσάι, απλώς κόβεται τα περισσότερα κλαδιά και ξεθάβετε λίγο-λίγο τη ρίζα ενόσω το φυτό μεγαλώνει. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται είτε με σπόρο, είτε με μοσχεύματα. Για τη δεύτερη τεχνική δε βρήκα πολλά, και πιθανόν θα γίνεται όπως και σ’άλλα μεσημβριάνθεμα, κόβοντας δηλαδή ένα κλα΄δι και φυτεύοντάς το στο χώμα και ό,τι γίνει. Δεν ξέρω τι ρίζα θα έχει ένα τέτοιο φυτό, ίσως έχει πολλαπλά καρότα, διότι θα έχει βγάλει πάνω από μία κεντρικές ρίζες. Με σπόρο η διαδικασία είναι πολύ εύκολη και γρήγορη. Οι σπόροι, οι οποίοι θα συλλεγούν απ’τις κάψες, θα πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ, καλά αποστραγγιζόμενο μίγμα σε ζεστό μέρος, και μέσα σε μια εβδομάδα περίπου θα φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά αναπτύσσονται γρήγορα και μερικά ανθίζουν ως και στους 3 μήνες, σε ύψος μόλις 8 εκ.
Το δικό μου φυτό ήταν κλαδεμένο μπονσάι, και βρισκόταν σε μια ψηλή ορθογώνια γλάστρα με πολύ ελαφρύ χώμα. Δεν ξέρω αν το κρατήσω μπονσάι ή αν το αφήσω να μεγαλώσει. Προς το παρόν το αφήνω να μεγαλώσει μόνο του όσο θέλει. Ό,τι κι αν κάνω, μπορώ να το ξανακάνω μπονσάι αμέσως. Ακόμα δεν το έχω μεταφυτεύσει, γιατί η γλάστρα του φαίνεται καλή.

Μια αναζήτηση με την επιστημονική ονομασία του είδους στο Διαδίκτυο όμως δε θα σας βγάλει σε ιστοσελείδες για παχύφυτα ή παχύκορμα, αλλά κυρίως σε συζητήσεις σε φόρουμ για ψυχοενεργά και ενθεογόνα. Ο λόγος είναι επειδή το δηλόσπερμα αυτό, όπως και πολλά άλα μεσημβριανθεμοειδή, περιέχει ψυχοδραστικά αλκαλοειδή, με κύριο τη μεσημβρίνη, η οποία έχει ναρκωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Δεν είναι παραισθησιογόνο σε καμία περίπτωση, όπως μερικές φορές λέγεται. Λέγεται ότι περιέχει τρυπταμίνες παρόμοιες με τη διμεθυλοτρυπταμίνη, αλλά, ακόμα κι αν έχει, τα ποσοστά τους θα είναι πολύ μικρά. Το φυτό δεν έχει μελετηθεί καθόλου όσον αφορά την περιεκτικότητά του σε αλκαλοειδή, τις ιδιότητές τους ή τυχόν παραδοσιακές χρήσεις από τους Μαγαδασκαριανούς, γι’αυτό ο καθένας κάνει τις υποθέσεις του. Ωστόσο πιθανόν να μην έχει χρησιμοποιηθεί από τους ιθαγενείς. Φαρμακολογικά, το φυτό μοιάζει με το σκελέτιο ή κάνα (Sceletium tortuosum), ένα ψυχοενεργό μεσημβριανθεμοειδές που χρησιμοποιούσαν οι Οτεντότοι και οι Βουσμάνοι της Νότιας Αφρικής, αλλά και οι Ευρωπαίοι άποικοι, για ιατρικούς λόγους. Όπως αυτό το φυτό, εκ΄τος από τα αλκαλοειδή περιέχει και οξαλικό οξύ, ένα τοξικό μόριο πολλών φυτών που ερεθίζει το πεπτικό σύστημα και μπορέι να συνδεθεί με το ασβέστιο, δημιουργώντας οξαλικό ασβέστιο που μπορει να κάνει πέτρες στο ουροποιητικό μακροπρόθεσμα. Για τη μείωση του οξέος το φυτό υφίσταται ζύμωση, όπως και η κάνα. Μία συνταγή που δίνεται είναι τοποθέτηση του ψιλοκομμένου φυτού σε πλαστική σακούλα (οι Αφρικανοί χρησιμοποιούσαν δερμάτινη) στον ήλιο ή σε ζεστό μέρος γενικά για 8 μέρες, οπότε την Τρίτη πρέπει ν’ανακατευτεί και την όγδοη να αδδειαστεί σ’ένα δίσκο για να στεγνώσει. Όλο το φυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ακο΄μα και η ρίζα, για την οποία λέγεται ότι έχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα. Μετά τη διαδικασία αυτή το φυτό μπορέι να καπνιστεί ή να γίνει ρόφημα, με χαλαρωτικά υποτίθεται αποτελέσματα. Παρόμοιες ιδιότητες έχει και το Delosperma cooperi, το οποίο επίσης καλλιεργείται ευρέως.

Ενημέρωση 14/8/2015: Ρώτησα τον καλλιεργητή για τον πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα, και μου είπε ότι δεν είναι κάτι δύσκολο. Απλώς κόβεις ένα κλαδί κατά την περίοδο ανάπτυξης, και το φυτεύεις σε χώμα καλής αποστράγγισης, όπου θα ριζώσει, και με τον καιρό θα δημιουργήσει κι αυτό την πασσαλώδη ρίζα, αν και θα πάρει περισσότερο χρόνο από ό,τι ένα σπορόφυτο. Επίσης τα άνθη του φυτού είναι αυτογονιμοποιούμενα, οπότε και η παραγωγή σπόρων δεν είναι δύσκολη. Εγώ είχα κάποια μπουμπούκια στο φυτό, το οποίο έχει ψηλώσει λίγο, αρκετές μέρες πριν, αλά έλειπα και δεν πρόλαβα την ανθοφορία, έχω όμως τώρα κάψες, οι οποίες όμως ακόμα δεν έχουν ωριμάσει. Επιπλέον όσον αφορά τη μακροζωία του, ο καλλιεργητής με διαβεβαίωσε ότι ζει πολλά χρόνια. Ίσως να μην είναι υπεραιωνόβιο όπως πολλοί κάκτοι, αλλά σίγουρα ζει περισσότερο από ένα αγριόχορτο.