Category: τυφλότητα


Χθες το πρωί, 6 Ιανουαρίου, έφυγε αιφνίδια από τη ζωή σε ηλικία μόλις 44 ετών Η Μπέτυ Λεωτσάκου, πρόεδρος και διοικήτρια του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών (ΚΕΑΤ) και πρόεδρος του Διεθνούς Συμβουλίου για την Εκπαίδευση Ατόμων με Προβλήματα Όρασης.
Σε ψήφισμα του ΔΣ του ΚεΑτ που έγινε με αφορμή την είδηση του θανάτου, η απώλεια χαρακτηρίζεται δυσαναπλήρωτο κενό, όχι μόνο στο χώρο των ανθρώπων με αναπηρία όρασης, αλλά και γενικότερα στο αναπηρικό κίνημα. Σύμφωνα με το ψήφισμα, κηρύσσεται τριήμερο πένθος και η σημαία θα κυματίζει μεσίστια στα γραφεία του ΚΕΑΤ στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, ενώ αυτά θα είναι κλειστά την ημέρα της κηδείας της. Η Μπέτυ (Παναγιώτα) Λεωτσάκου γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου του 1971 στην Αθήνα. Ήταν κόρη του Γιάννη Λεωτσάκου, που διατέλεσε για πολά χρόνια ηγετικό στέλεχος του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών στην Αθήνα στις θέσεις του γενικού γραμματέα και του α. αντιπροέδρου. Αυτή η σχέση με τον χώρο των ατόμων με αναπηρία έδωσε στην κα. Λεωτσάκου το έναυσμα να ασχοληθεί ενεργά και ποικιλοτρόπως με τη λύση των προβλημάτων που απασχολούν τα άτομα με προβλήματα όρασης. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Northeastern Illinois University, ενώ είχε μάστερ στη διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων με κατεύθυνση την αξιολόγηση. Στη συνέχεια διατέλεσε πρόεδρος του συλλόγου ΣΕΕΠΕΑ Αττικής και μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής (ΠΟΣΕΕΠΕΑ). Διορίστηκε διοικήτρια του ΚΕΑΤ τον Οκτώβριο του 2015, όπου παρέμεινε για 15 μήνες, μέχρι δηλαδή τον αιφνίδιο θάνατό της.
Αν και προσωπικά δεν την ήξερα και πολύ, γνωρίζω το έργο της. Έχει συμμετάσχει ενεργά σε πολλές οργανώσεις με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών εκπαίδευσης ατόμων με προβλήματα όρασης, και ήταν γνωστή για την εργατικότητα, την επιμονή και τη μαχητικότητά της. Δυστυχώς όλοι χάσαμε έναν πολύ σπουδαίο άνθρωπο για τον αγώνα μας, και το ακόμα χειρότερο σε πολύ νεαρή ηλικία. Είχε ακόμα όλη τη ζωή μπροστά της και πιθανότητες για μεγάλες επιτυχίες στο ιδιαίτερα δύσκολο έργο της. Εκφράζω τα συλλυπητήριά μου προς την οικογένειά της και προς όλους εμάς που αισθανόμαστε έντονα την απώλειά της.

Στις 7 Ιουλίου, επιστρέψαμε επιτυχώς από την ανάβασή μας στον Όλυμπο με το πρόγραμμα Όλοι μαζί ν’ανέβουμε λίγο ψηλότερα. Το πρόγραμμα αυτό δίνει την ευκαιρία στα άτομα με αναπηρία να ανέβουν στο υψηλότερο και ιερότερο βουνό της Ελλάδας. Για πολλούς της ομάδας αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία ανάβασης σε βουνό, αν και για εμένα και λίγους ακόμα όχι, επειδή είχαμε συμμετάσχει στην πρώτη ανάβαση με το πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2014. Τότε όπως και τώρα, το πρόγραμμα οργανώθηκε από την ομάδα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ που έκανε την εκπομπή Έκτη Αίσθηση, και η ανάβασή μας είχε γίνει ντοκιμαντέρ. Μετά από λίγο ψάξιμο, το βρήκα σπασμένο στα τρία παρακάτω βίντεο:



Το ντοκιμαντέρ της φετινής μας ανάβασης θα ολοκληρωθεί σε μερικούς μήνες, οπότε τότε θα ενημερώσω το άρθρο.

Αρχικά είχαμε λίγα προβλήματα υποστήριξης, επειδή φέτος δε ζητήσαμε τη στήριξη κάποιου ευρωπαϊκού προγράμματος, αλλά αναζητήσαμε εγχώριες λύσεις. Δυστυχώς όμως, μετά την κατάπτυστη δήλωση του προέδρου της Ορειβατικής Ομοσπονδίας ότι τα βουνά δεν είναι για τα ΑμεΑ, σιγά-σιγά όλοι οι φορείς άρχισαν να υπαναχωρούν, προειδοποιώντας μας για τους κινδύνους. Από το Δήμο Λιτοχώρου μέχρι τα τοπικά ξενοδοχεία οι πόρτες ήταν κλειστές, αλά πάραυτα καταφέραμε να βρούμε κάποια άκρη. Φυσικά όταν επιστρέψαμε όλοι έκαναν στροφή 180 μοιρών και υποσχέθηκαν ότι θα είναι στη διάθεσή μας για ό,τι χρειαστούμε στο μέλλον κλπ κλπ. Φέτος ήταν κανονισμένο να συμμετάσχουν περισσότερα άτομα και με διάφορες αναπηρίες, όπως κινητικές – ακόμα και άτομα σε αμαξίδια, που είχαν προμηθευτεί και ετοιμάσει ειδικό εξοπλισμό, -, ακοής κλπ, κι όχι μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης. Δυστυχώς οι περισσότερη κινητικά ανάπηροι ακύρωσαν τη συμμετοχή τους την τελευταία μέρα από φόβο βροχής, η οποία τελικά δεν ήρθε. Κρίμα, γιατί δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για κάποιον σε αμαξίδιο να ανέβει σε βουνό στην Ελλάδα. Ήμασταν μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης, ένας με πρόβλημα ακοής και μία με ελαφρύ κινητικό πρόβλημα, οι συνοδοί, η δημοσιογραφική ομάδα, και τέσσερα μέλη της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης, η οποία παρέστη στο πλευρό μας και πρόπερσι, για παν ενδεχόμενο. Συνολικά ήμασταν 38 άτομα.

Συναντηθήκαμε λοιπόν το πρωί της Τρίτης, 5 Ιουλίου, στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης. Γνωριστήκαμε με όλους στην ομάδα και ξεκινήσαμε στα λεωφορειάκια σε μια εύθυμη, αν και λίγο νυσταγμένη ατμόσφαιρα, μέχρι τα πριόνια, τα οποία βρίσκονται στα 1.000 μέτρα υψόμετρο στον Όλυμπο πάνω απ’το Λιτόχωρο. Εκεί τελειώνει ο δρόμος και αρχίζει το μονοπάτι. Αφού ετοιμαστήκαμε, ανεβήκαμε στα πέντε πρώτα πλατιά σκαλιά και μπήκαμε στο γνώριμο πια για μένα, γιατί θυμόμουν αρκετά μέρη του, μονοπάτι. Η διαδρομή μέχρι περίπου τα 2.000 μέτρα ήταν μόλις 6 χιλιόμετρα, αλλά το ανάγλυφο του βουνού, με τις διαφορετικές κλίσεις, τις στροφές, και τα διάφορα εμπόδια όπως πέτρες, ρίζες και κλαδιά, την έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη. Φτάσαμε στον προορισμό μας σε περίπου 5,5 ώρες, λίγο περισσότερο απ’ό,τι υπολογίζαμε, γιατί κάναμε λίγες στάσεις παραπάνω. Όπως και πέρυσι, καταλύσαμε στο καταφύγιο Πετρόστρουγκα, ένα μικρό, οργανωμένο και άνετο καταφύγιο με καλό φαγητό, σόμπα το βράδυ, αναπαυτικά κρεβάτια και σύνδεση στο Διαδίκτυο. Στη θέση που βρίσκεται το καταφύγιο αυτό δεν είναι σχεδόν καθόλου αυτάρκες. Εκτός από κάποια φωτοβολταϊκά που έχει για να καλύπτει μέρος της ανάγκης του σε ηλεκτρισμό και έναν κηπάκο με λίγα μικρά λαχανικά που είναι σαν να ζουν σε αρειανές συνθήκες, λαμβάνει όλα τα εφόδια και αποκομίζει τα απορρίμματα με μουλάρια, τα οποία συναντούσαμε συχνά πυκνά τόσο στην ανάβαση όσο και στην κατάβαση, αλλά και στη στάση μας εκεί. Και επειδή το νερό είναι λιγοστό, επειδή οι πηγές στον Όλυμπο είναι λίγες και άρα χρησιμοποιεί δεξαμενές για να αποθηκεύει το νερό της βροχής, τα ρούχα και τα υφασμάτινα πρέπει να πλένονται κάτω. Για τον ίδιο λόγο, η παροχή νερού στις βρύσες και στα καζανάκια ήταν τεχνητά μειωμένη, και δεν υπήρχε και η άνεση του μπάνιου. Τη μέρα λοιπόν που φτάσαμε, ξεκουραστήκαμε εκεί, χωρίς να προχωρήσουμε ψηλότερα. Άλλωστε το χρειαζόμασταν.

Την επόμενη μέρα επρόκειτο αρχικά να ανέβουμε ακόμα ψηλότερα, αλλά υπήρχε κίνδυνος καταιγίδας και σε εκείνα τα υψόμετρα δεν υπάρχουν και πολλά φυσικά αλεξικέραυνα για να μας σώσουν, οπότε αρκεστήκαμε σε μια μικρότερη διαδρομή, μέχρι τη σπηλιά του Ιθακήσιου. Ο Βασίλης Ιθακήσιος (1889-1977) ήταν μεγάλος Έλληνας ζωγράφος που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν τον ξέρει κανείς, παρόλο που τα έργα του είχαν μεγάλη απήχηση στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και το κανονικό του επίθετο ήταν Γεωργανάς, απλώς πήρε το καλλιτεχνικό του από τον παππού του, που καταγόταν από την Ιθάκη. Η οικογένειά του ήταν ναυπηγοί και ο πατέρας του σκόπευε να τον ωθήσει σ’αυτό το επάγγελμα, αλλά αυτός ασχολούταν από μικρός με την τέχνη, αφού είχε γνωρίσει αρκετούς ζωγράφους της Μυτιλήνης. Ταξίδεψε στη Σμύρνη και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ο πρόξενος της Ελλάδας στη Σμύρνη, που αργότερα πήρε μετάθεση στην Αμβέρσα του Βελγίου, είχε μαζί του σαν παιδαγωγό την αδερφή του Ιθακήσιου, η οποία του ζήτησε να δώσει μια ευκαιρία στον αδερφό της, έτσι ο πρόξενος τον προσκάλεσε στην Αμβέρσα για να γνωρίσει τη φλαμανδική τέχνη. Μετά επέστρεψε στη Μυτιλήνη, αλλά επειδή δεν υπήρχε πραγματικά καθόλου φιλότεχνο κοινό που θα εκτιμούσε τα έργα του, ξαναεγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου έζησε για 22 χρόνια. Εκεί ασχολήθηκε με όλα τα είδη της ζωγραφικής, κάνοντας συχνά εκθέσεις στο Φραγκομαχαλά, στη συνοικία δηλαδή των Δυτικοευρωπαίων, όπου τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, αναγκάστηκε κι αυτος να φύγιε ως πρόσφυγας με τους υπόλοιπους Έλληνες. Από τους 3.000 πίνακες που είχε ζωγραφίσει εκείνο το διάστημα, κατάφερε να σώσει μόνο λίγους. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου επαναδικτυώθηκε με παλιούς του γνωστούς από τα σπουδαστικά του χρόνια. Από τότε άρχισε να του σχηματίζεται η ιδέα να εγκαταλείψει τον κόσμο και να πάει να εγκατασταθεί σε κάποιο βουνό. Τελικά το 1928 ανέβηκε μαζί με τον Χρήστο Κάκαλο στον Όλυμπο, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πάτησε την ψηλότερη κορυφή του Μύτικα το 1913. Εκεί ο καλλιτέχνης βρήκε μια μικρή σπηλιά, την οποία ονόμασε Άντρο των Μουσών, όπου διέμενε τα καλοκαίρια από το 1928 έως το 1940. Την σπηλιά εφοδίασε μόνο με τα απαραίτητα, καθώς και με τα σύνεργα της ζωγραφικής. Λάμβανε τα αναλώσιμα με μουλάρια δύο φορές την εβδομάδα, ενώ συχνά δεχόταν επισκέψεις. Στο διάστημα που έμεινε εκεί, παρήγαγε τους πιο γνωστούς πίνακές του. Το 1938 τον κάλεσαν στην Αγγλία, όπου ζωγράφιζε για τη βασιλική αυλή. Ο θάνατός του είναι μια τραγική περίπτωση. Είχε φτάσει σε ηλικία 94 ετών και βρισκόταν έγκλειστος στο γηροκομείο, σε κακή υγεία, και τελευταία του ευχή ήταν να επισκεφθεί τον Όλυμπο. Η διεύθυνση του γηροκομείου επικοινώνησε με το ΓΕΣ, ώστε κάποιο ελικόπτερο που για υπηρεσιακούς λόγους θα περνούσε πάνω απ’τον Όλυμπο, να τον πέρναγε πάνω από τα μέρη του. Όμως ο γιατρός του γηροκομείου ακύρωσε το ταξίδι την τελευταία στιγμή. Το ίδιο βράδυ, ο Ιθακήσιος ντύθηκε τα ορειβατικά του, πήδηξε από το παράθυρο και τραυματίστηκε θανάσιμα, αν και ήταν ισόγειο. Και όπως λένε, το πνεύμα του πέταξε ελεύθερο για το βουνό που αγαπούσε. Οπότε, μην αγνοείται την τελευταία επιθυμία κανενός.

Έτσι λοιπόν κι εμείς, πεζοπορώντας για λίγη σχετική ώρα σ’ένα στενό μονοπάτι, φτάσαμε στη σπηλιά, όπου κάναμε στάση και βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες. Η ονομαστή αυτή σπηλιά είναι απλώς ένα ρηχό κοίλωμα στο βράχο, όπου μετά βίας χωράει κάποιος ξαπλωτός. ΟΙ άλλοτε ζωγραφισμένοι με τις Μούσες από τον Ιθακήσιο βράχοι πλέον είναι θαμποί και μαυρισμένοι από τις φωτιές, με λίγες μόνο αχνές γραμμές να υποδηλώνουν την άλλοτε παρουσία του μεγάλου καλλιτέχνη. Μετά την επίσκεψή μας, επιστρέψαμε από ένα λίγο περπατημένο μονοπάτι πάνω από το καταφύγιο στο ελικοδρόμιο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς στα 2.000 μέτρα, όπου ελικόπτερα καταφθάνουν σε επείγουσες περιπτώσεις. Εκεί συναντήσαμε και τα δύο δέντρα που μας έλειψαν από το 2014, το ένα, που λέγεται δέντρο του Δία, ψηλό αλλά καμένο από έναν κεραυνό και τώρα σαπισμένο, και το άλλο, που κατ’ευφημισμόν λέγεται δέντρο του Δία, με δύο σχηματισμούς σαν μπαλάκια στον κορμό του και ένα διαγώνιο κλαδί ακριβώς από πάνω. Λέγεται ότι η επίσκεψη σ’αυτό το δέντρο φέρνει τύχη στο γενετήσιο τομέα και όχι μόνο. Πριν φτάσουμε κοντά, μερικοί δεν είχαν αντιληφθεί το ξεκάθαρο σχήμα του δέντρου, ή απλώς δε θέλησαν να το αντιληφθούν. Μία συνοδός έλεγε ότι μοιάζει με δύο χελωνίτσες, μια άλλη με δύο παιδάκια που παίζουν. Τα δέντρα στο υψόμετρο αυτό είναι όλα ρόμπολα, ένα είδος πεύκου με επιστημονική ονομασία Pinus heildrichii, που φτάνει και τα 40 με΄τρα σε ύψος και επιβιώνει μέχρι και τους -50 βαθμούς. Κατά διαστήματα στις άκρες του μονοπατιού το χώμα ήταν σκαμμένο από τα αγριογούρουνα. Τελικά καταιγίδα δεν είχαμε, μόνο μη ενοχλητικό ψιλόβροχο ανά διαστήματα. Το βράδυ της ίδιας μέρας βγήκαμε έξω στο μπαλκονάκι του καταφυγίου να διασκεδάσουμε για την τελευταία μέρα, αλλά τότε μαινόταν καταιγίδα, που ήρθε από χαμηλότερα προς το μέρος μας. Προφανώς ο Δίας διαφωνούσε με τις δραστηριότητές μας.

Η Τρίτη και τελευταία μέρα ήταν και η πιο δύσκολη/κουραστική. Σ’αυτήν έπρεπε να κάνουμε αυτό το λίγο ψηλότερα για το οποίο ανεβήκαμε, και μετά είχαμε κατάβαση. Μια μειοψηφία που κουράστηκε έμεινε πίσω, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ανεβήκαμε μέχρι τις απαρχές τις αλπικής ζώνης στα 2.300 μέτρα. Το μονοπάτι δεν ήταν δυσκολότερο απ’ό,τι πριν. Καθώς προχωρούσαμε, τα δέντρα γίνονταν όλο και πιο ταλαιπωρημένα και στο τέλος λιγόστευαν υπερβολικά. Λίγο πιο πάνω από εκεί που σταματήσαμε, εξαφανίζονταν εντελώς, και το τοπίο κυριαρχούταν από βράχους και χαμηλή βλάστηση. Η βλάστηση σ’εκείνο το υψόμετρο και λίγο πιο κάτω είναι εντελώς διαφορετική απ’αυτήν σε χαμηλότερα υψόμετρα στην Ελλάδα, με χαλιά βρύων πάνω στους βράχους και στα δέντρα, μικροσκοπικές αλπικές φτέρες ανάμεσα στις σχισμές των βράχων, διάφορα μικρά αγριολούλουδα και φυσικά αρκετά αγρωστώδη του βουνού. Ζώα δε συναντήσαμε, πέρα από πολλά σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες και λίγα έντομα, ενώ ακούγονταν και λίγα πουλιά. Όπως μας είπαν, υπήρχαν και σαλαμάνδρες στο βουνό, μιας και αγαπούν τη δροσιά και τις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να τις βρεις, άρα δε συναντήσαμε καμία. Από μεγάλα ζώα, στο υψόμετρο αυτό κυκλοφορούν αγριόχοιροι και αγριοκάτσικα. Ολόκληρος ο Όλυμπος χαρακτηρίζεται εθνικός δρυμός πάνω από το ύψος των 1.000 μέτρων, άρα το κυνήγι και η βόσκηση απαγορεύονται. Η ονομασία του καταφυγίου «Πετρόστρουγκα» είναι κατάλοιπο από την εποχή που οι βοσκοί έφερναν τα ζώα τους να βοσκήσουν στα πράσινα οροπέδια της περιοχής. Μας έλεγαν για έναν μόνο γέρο βοσκό, ο οποίος ακόμα ανεβαίνει μέχρι το ύψος της Πετρόστρουγκας,, αλλά δεν έτυχε να τον συναντήσουμε. Αφού καθίσαμε λοιπόν στα 2.300 μέτρα με το γκρεμό μπροστά μας, αρχίσαμε την επίπονη κατάβαση. Και λέγοντας για γκρεμούς, θα πρέπει να αναφέρω ένα ενδιαφέρον και κάπως τρομακτικό φαινόμενο που μας ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή. Επειδή ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και ομιχλώδης, συχνά η ομίχλη γέμιζε τον αέρα και οι γκρεμοί έπαιρναν ένα γαλακτερό γαλάζιο χρώμα, που όμως με λίγο αεράκι μπορεί να διαλυόταν. Τώρα εάν βρισκόταν κάποιος με νοητική ομίχλη – λίγο ζαλισμένος, λίγο μεθυσμένος, λίγο μαστουρωμένος – μπροστά στο γκρεμό εκείνη τη στιγμή μπορεί να νόμιζε πως είναι μια ωραία παραλία και να βουτούσε μέσα. Γενικά ωστόσο, ο κίνδυνος να πέσουμε ήταν μικρός. Ο γκρεμός πάντοτε μας συντρόφευε στην πορεία μας, πότε από πιο κοντά και πότε από πιο μακριά, αλλά όπως λέω εγώ, πρέπει να θέλεις για να πέσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δε γίνονται ατυχήματα – περίπου 8-9 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο στον Όλυμπο, όπως μας πληροφόρησαν οι διασώστες, αλλά δεν είναι κάτι το τόσο συχνό. Πολλοί σκοτώνονται επειδή δεν ακολουθούν το μονοπάτι ή πέφτουν στην πολύ επικίνδυνη ρίζα του Μύτικα.

Η κατάβαση, όπως είπα, ήταν δυσκολότερη από την ανάβαση, αφού έπρεπε να λυγίζουμε συνεχώς τα πόδια μας και να προσέχουμε. Εκτός αυτού, προς το τέλος της διαδρομής είχαμε αρκετό ήλιο και ζέστη, ενώ έως τότε ο Δίας προνόησε και είχαμε συννεφιά και ευχάριστες θερμοκρασίες σε όλες τις διαδρομές μας, και όποτε είχε ήλιο, συνήθως κινούμασταν κάτω από τη δροσερή σκιά των δέντρων του δάσους. Ίσως να μην ήθελε να μας αφήσει να φύγουμε, παρόλο που του αποδώσαμε φόρο τιμής στο ιερό του δέντρο. Αφού λοιπόν πήραμε όλα μας τα πράγματα από το καταφύγιο, ξεκινήσαμε την κατάβαση κάνοντας λίγες στάσεις. Φτάσαμε κάτω σε περίπου 6 ώρες, χρόνο αρκετά μεγάλο, Άλλοι το κατεβαίνουν σε 4 ώρες, ενώ στην ίδια διαδρομή γίνονται αγώνες κατάβασης με ποδήλατα βουνού. Γίνονται επίσης και αγώνες πεζοπορίας. Εντωμεταξύ στη μέση της διαδρομής οι δύο από τους διασώστες έπρεπε να φύγουν, γιατί έλαβαν τηλεφώνημα για έναν μόνο γέρο που είχε χαθεί στον Ενιπέα. Τελικά τον βρήκαν να τους περιμένει σε κάτι βράχια, με μικρούς μόνο τραυματισμούς. Στον Ενιπέα είχα πάει πριν αρκετά χρόνια, οπότε στην πραγματικότητα έχω επισκεφθεί τον Όλυμπο τρεις και όχι δύο φορές, αν και δε μπορώ να πω ότι η διαδρομή του Ενιπέα, με το ως επί το πλείστον τεχνητό μονοπάτι, μπορεί να θεωρηθεί ορειβασία. Μετά πήγαμε στο Λιτόχωρο, όπου πήραμε τα μπλουζάκια μας με το όνομα της Συνεταιριστικής Τράπεζας Πιερίας φάτσα κάρτα, ενώ τα κανονικά μπλουζάκια έχουν το χορηγό από πίσω, φάγαμε και αμέσως μετά πήγαμε στο χώρο όπου είχε οργανωθεί εκδήλωση με χορευτικές ομάδες απ’όλη την Ελλάδα για μας. Η εκδλήλωση άνοιξε με τους τυμπανιστές από την Έδεσσα της ομάδας Κάρανος, και στη συνέχεια χόρεψαν ομάδες από το Λιτόχωρο, πελοποννησιακές, ρουμελιώτικες, ποντιακές, καππαδοκικές κλπ. Μείναμε μέχρι αργά, κι έπειτα γυρίσαμε με τα λεωφορειάκια στη Θεσσαλονίκη.

Οι γενικές μου εντυπώσεις ήταν πολύ καλές. Η ομάδα λειτούργησε άψογα, δεν υπήρχαν προβλήματα μεταξύ μας και το πιο σημαντικό, επετεύχθη ο σκοπός μας και πράγματι ανεβήκαμε λίγο ψηλότερα. Τον επόμενο χρόνο σχεδιάσαμε να ανέβουμε μέχρι τα 2.700 μέτρα, ως το επόμενο οργανωμένο καταφύγιο, και σε λίγα χρόνια ευελπιστούμε να πατήσουμε τον ιερό Μύτικα! Ίσως να σηκώσουμε και σημαία της αθλητικής ένωσης τυφλών Πυρσός εκεί. Όπως είπα και στη συνέντευξη, δεν είναι τυχαίο που λέμε κάτι δύσκολο πως είναι βουνό, γιατί αντικειμενικά το βουνό έχει τις δυσκολίες του. Όμως σε σχέση με το 2014, που μετά την ανάβαση πονούσα σε όλο μου το σώμα και δε μπορούσα ούτε να ξαπλώσω, φέτος ήμουν πολύ καλύτερα. Πιάστηκα μόνο λίγο στην κατάβαση, όπως και οι περισσότεροι. Ήμουν επίσης και καλύτερα προετοιμασμένος, με ορειβατικά παπούτσια και συνθετικές μπλούζες και κάλτσες που στεγνώνουν γρήγορα, άρα ακόμα κι αν ίδρωνα, μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης ήταν σαν να μην είχα ιδρώσει καν. Παρά τις οδηγίες των οργανωτών, δεν ήταν όμως όλοι προετοιμασμένοι, και γι’αυτό αντιμετώπιζαν μικροπροβλήματα όσοι δεν ήταν. Και όπως λένε και οι ορειβάτες, κάθε φορά που ανεβαίνεις στο βουνό παίρνεις κάτι, κι αυτήν τη φορά μάθαμε όλοι ότι πρέπει να κουβαλάμε λιγότερο βάρος στους σάκους μας. Αν και τον είχα ελαφρύτερο από πρόπερσι, πάλι είχα πράγματα μέσα που δε χρησιμοποίησα και με βάραιναν. Του χρόνου θα πάρω ακόμα λιγότερα. Τέλος θα πρέπει να ευχαριστήσω τη συνοδό μου Μαρία Δάνου, η οποία, παρόλο που δεν είχε ξανανέβει σε βουνό, δε δυσκολεύτηκε καθόλου και επίσης με συνόδευσε άριστα.

Ενημέρωση 28/9/2016: Εδώ είναι και το ντοκιμαντέρ που κάλυψε τη φετινή μας ανάβαση στον Όλυμπο, από την εκπομπή Έκτη Αίσθηση στη διαδικτυακή τηλεόραση της ΕΡΤ.

Ο φίλος Ηλίας Αργυρόπουλος από το Facebook, με αφορμή τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε ως τυφλοί στις δημόσιες υπηρεσίες, με ανεπαρκώς εφαρμοσμένη ηλεκτρονική διακυβέρνηση, υπαλήλλους που επειδή δεν μπορούν ή δε θέλουν να εξυπηρετήσουν σωστά επικαλούνται ασαφώς το νόμο, και άλλα τέτοια άσχημα γεγονότα, μας παραθέτει ένα σοφό ρωσικό διήγημα που γράφτηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, το οποίο περιγράφει γλαφηρά αυτήν την άσχημη, αλλά δυστυχώς διαχρονική σε χώρες που πρόκειται να παραμείνουν ες αεί καθυστερημένες, κατάσταση. Με άδειά του το αναδημοσιεύω λοιπόν εδώ στο Ιστολόγιο.

Η απάτη της «ηλεκτρονικής διακυβέρνησης»!
Τα συστήματα που εξυπηρετούν τον πολίτη από το σπίτι με ένα «κλικ» είναι ένα παραμύθι για τους κουτόφραγκους!
Κάνοντας αίτηση για οτιδήποτε με ηλεκτρονική μορφή ο Έλληνας πολίτης πρέπει να είναι έτοιμος να προσκομίσει πολλά χαρτιά. Φταίνε τα προγράμματα; Μα φυσικά όχι, οι έλληνες προγραμματιστές δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους Ευρωπαίους ή αμερικανούς συναδέλφους τους. Που είναι τότε το πρόβλημα; Μα όπως πάντα στον δημόσιο υπάλληλο, για να διοριστεί ακόμα και σήμερα δεν του ζητάνε πραγματική γνώση η/υ αλλά απλά να φέρει ένα χαρτί που να το γράφει. Γιατί; Μα επειδή εκείνοι που τον προσλαμβάνουν δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτό το μηχάνημα του διαβόλου!
Σε διάφορες υπηρεσίες για τον ίδιο λόγο σας ζητάνε διαφορετικά χαρτιά, γιατί; Μα επειδή ο κάθε άσχετος φαντάζεται χρήσιμο κάτι και ο άλλος άσχετος κάτι άλλο!
Όλοι δε μαζί οι άσχετοι ζητούν χαρτιά!
Δεν υπάρχει διασύνδεση των υπηρεσιών ώστε τα έγγραφα να πηγαίνουν αυτόματα όταν ζητιούνται από τη μια ή την άλλη υπηρεσία; Φυσικά! Γιατί τότε δεν πηγαίνουν; Γιατί κανείς δεν ξέρει, από τους υπάλληλους, να χειρίζεται η/υ. πως κυβερνιέται η χώρα στον 21-ο αιώνα; Με χαρτιά που κυκλοφορούν σε ντοσιέ, τσάντες, φορτηγά και βαγόνια!
Τι σημαίνει για την Ελλάδα η ευαισθητοποίηση στο θέμα εξυπηρέτησης αναπήρων και ηλικιωμένων;
Ότι σήμαινε πάντα. Ο υπάλληλος που έχει απέναντι του ανάπηρο ή ηλικιωμένο αισθάνεται πανευτυχής γιατί δεν το έπαθε εκείνος και επειδή τώρα θα του δείξει αυτουνου!
Η τελευταία μόδα είναι να λέει με σιγανή αδιάφορη φωνή:
– Έτσι λέει ο νόμος. Ο νόμος βασικά δεν μιλάει αλλά καθορίζει, συνήθως λογικά πράγματα. Όμως υπάρχουν και νόμοι παλαιοί, παμπάλαιοι οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται ούτε στις απαιτήσεις των καιρών ούτε στην εξέλιξη της τεχνολογίας.
– Την ώρα που στις χώρες της ΕΕ και τις ΗΠΑ, ο ανάπηρος, αυτό ισχύει και για τους ασθενείς, δεν επιβαρύνεται με ώρες αναμονής για να παραλάβει κάποιο έγγραφο, αν δε είναι απαραίτητο να εξεταστεί από γιατρό ή να περάσει κάποια διαδικασία που απαιτεί την παρουσία του. Ορίζεται ώρα ώστε ο ανάπηρος-ασθενής να ταλαιπωρηθεί λιγότερο! Στη χώρα μας που ντρέπεται να είναι ορθόδοξα χριστιανική, όμως δεν έχει αντικαταστήσει με άλλες αρχές το κενό της αλληλεγγύης, οι έχοντες ανάγκη πρέπει να το ζήσουν και να το καταλάβουν ότι η κοινωνία τους ανέχεται και τους φέρεται καλά γιατί έχει «μεγαλοψυχία»!
– Οι αναμονές σε νοσοκομεία και κοινωνικά ιδρύματα-υπηρεσίες μετριέται σε ώρες, φτάνουν και ξεπερνούν εύκολα το οκτάωρο ανά περίπτωση. Δεν ξέρω που μέσα σ’ αυτόν τον πρωτογονισμό λαμβάνει χώρα η μηχανογράφηση, «ηλεκτρονική εξυπηρέτηση»!
– Πρόσφατα μετέφρασα ένα διήγημα Ρώσου συγγραφέα το οποίο γράφτηκε πριν ένα αιώνα περίπου, αυτό ταιριάζει γάντι στη δική μας και αρκετά στην Ρωσική πραγματικότητα, αν και οφείλω να πω ότι οι Ρώσοι τουλάχιστον καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες να ξεκολλήσουν από το «μοντέλο»!
Αφιερωμένο εξαιρετικά στους:
Αλέξη Τσίπρα, πρωθυπουργό
Παναγιώτη Κουρουμπλή, υπουργό
Χαράλαμπο Μαργαρίτη, διευθυντή εφορίας στην Καλλιθέα!
Ένα διήγημα του γνωστού Ρώσου συγγραφέα της δεκαετίας του 1920, που θα μπορούσε να είχε γραφτεί και σήμερα!
Αρκάντι Αβέρτσενκο
Για τους, «καλούς» στην ουσία ανθρώπους
Μετάφραση από τα ρωσικά
Ηλίας Αργυρόπουλος
“Οι τυφλοί”
Αφιερώνεται στην:
Αλεξάνδρα Γιακοβλεβνα Σαντόβσκαϋα
Ο Βασιλικός κήπος, αυτή την ώρα ήταν ανοιχτός. Ο νέος συγγραφέας Α.Ε. χωρίς προβλήματα εισήλθε! Αφού περπάτησε κάποια ώρα στα πασπαλισμένα με άμμο δρομάκια, κάθισε σε παγκάκι, στο οποίο κάθονταν ένας ηλικιωμένος κύριος με καλοσυνάτο πρόσωπο. Ο ηλικιωμένος προσηνής κύριος γύρισε προς τον Α.Ε. και μετά από δισταγμό ρώτησε:
ποιός είστε;
– – είμαι ο Α.Ε. συγγραφέας.
– – καλό επάγγελμα, είπε ο ηλικιωμένος χαμογελώντας, ενδιαφέρον και τιμητικό!
– – εσείς ποιος είστε. Ρώτησε ο καλόψυχος Α.Ε.
– – εγώ; Είμαι ο βασιλιάς.
– – αυτής της χώρας;
– – μα, βέβαια, ποιάς άλλης;
– Με τη σειρά του ο Α.Ε. είπε, όχι λιγότερο καλόψυχα:
– – επίσης καλό επάγγελμα, ενδιαφέρον και τιμητικό!
– Μην το λέτε. Αναστενάζοντας είπε ο βασιλιάς. Είναι βέβαια τιμητικό αλλά δεν έχει ενδιαφέρον κανένα! Πρέπει να σας πω, νεαρέ μου κύριε, η βασιλεία δεν είναι εκείνο το μέλι που μερικοί νομίζουν!
– Ο Α.Ε. τίναξε τα χέρια του αναφωνώντας:
– Αυτό είναι παράξενο, δεν έχω συναντήσει ούτε έναν άνθρωπο που να είναι ευχαριστημένος με την μοίρα του.
– – εσείς είστε ευχαριστημένος, με ειρωνεία κλείνοντας τα μάτια, είπε ο βασιλιάς.
– – όχι πάντα, μερικές φορές κάποιοι κριτικοί θα σου σούρουν τόσα… που σου έρχεται να κλαις!
– – βλέπετε; Για σας υπάρχουν καμιά δεκαριά κριτικοί, οι δικοί μου κριτικοί είναι εκατομμύρια!
– – στη θέση σας δεν θα φοβόμουν καμιά κριτική.
– Αντέτεινε προβληματισμένος ο Α.Ε. και κουνώντας το κεφάλι του συμπλήρωσε με ύφος πολύπειρου, που πολλά είδαν τα μάτια του βασιλιά:
– – το θέμα είναι, νομίζω να φτιάχνεις καλούς νόμους!
– Ο βασιλιάς κούνησε το χέρι…
– – δεν βγαίνει τίποτα, δεν έχει νόημα!
– – το δοκιμάσατε;
– – το δοκίμασα!
– – εγώ στη θέση σας…
– – ΕΕΕ! Στη θέση μου;!
– Νευρικά αναφώνησε ο γέρο βασιλιάς. –
– – ήξερα πολλούς βασιλιάδες που ήταν σχετικά καλοί συγγραφείς… όμως δεν ξέρω κανένα συγγραφέα που να ήταν έστω τρίτης κατηγορίας βασιλιάς! Στη θέση μου… αν σας έβαζα στη θέση μου… ήθελα να έβλεπα τη θα κάνατε;
– – που; Θα με βάζατε;
– Ρώτησε, ο προσεκτικός Α.Ε.
– – στη δική μου θέση.
– Α! στη δική σας θέση; Μήπως αυτό είναι δυνατό;
– – μα, γιατί, έστω για να μας ζηλεύουν λιγότερο εμάς τους βασιλιάδες. Για να μας επικρίνουν λιγότερο και σωστότερα!
Ο Α.Ε. είπε σεμνά:
– Τότε, να δοκιμάσω… μόνο πρέπει να σας προειδοποιήσω, αυτό μου συμβαίνει για πρώτη φορά! Ίσως από απειρία σας φανώ κάπως αστείος… μη με κρίνετε αυστηρά!
– – δεν πειράζει!
– Καλοσυνάτα χαμογέλασε ο βασιλιάς.
– – Δεν νομίζω στη διάρκεια μιας βδομάδας θα κάνετε ιδιαίτερα μεγάλα λάθη!
– – θέλετε;
– – θα το δοκιμάσω! Εξάλλου στο μυαλό μου έχω ένα έτοιμο νόμο. Σήμερα θα μπορούσαμε να τον δημοσιεύσουμε.
– – με τη θέληση του Θεού, κούνησε ο βασιλιάς το κεφάλι του! Πάμε στο παλάτι! Για μένα αυτό θα είναι μιας βδομάδας ξεκούραση.
– Τι νόμος είναι αυτός; Αν δεν είναι μυστικό…
– – σήμερα βαδίζοντας στον δρόμο, είδα έναν τυφλό γέρο, προχωρούσε ψαχουλεύοντας με τα χέρια του και ένα ραβί τα σπίτια, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή να βρεθεί κάτω από τις ρόδες τον αμαξών. Κανένας δεν νοιάζονταν γι’ αυτό! Θα ήθελα να εκδώσω νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η αστυνομία θα βοηθάει τους τυφλούς. Ο αστυνομικός που βλέπει έναν τυφλό να περπατά υποχρεώνεται να τον πάρει από τα χέρια και ευγενικά να τον συνοδεύσει μέχρι το σπίτι. Προφυλάσσοντας τον από τις άμαξες, τα χαντάκια και τις λακκούβες. Σας αρέσει ο νόμος μου;
– – είστε πολύ ευγενικό παλληκάρι!
– Κουρασμένα χαμογέλασε ο βασιλιάς.
– – ας σας βοηθήσει ο Θεός! Εγώ θα πάω να κοιμηθώ!
– Φεύγοντας συμπλήρωσε διφορούμενα:
– – καημένοι τυφλοί…!
– Τρεις μέρες τώρα βασίλευε ο σεμνός συγγραφέας Α.Ε. χάρη της δικαιοσύνης πρέπει να παραδεχτούμε , δεν χρησιμοποιούσε την εξουσία του προς ίδιον όφελος! Κάθε άλλος άνθρωπος θα φυλάκιζε τους κριτικούς και τους άλλους συγγραφείς! Υποχρεώνοντας τον πληθυσμό να αγοράζει μόνο τα δικά του βιβλία, όχι λιγότερο από ένα βιβλίο κατ’ άτομο, αντί το πρωινό κουλούρι! Ο Α.Ε. νίκησε τον πειρασμό να εκδώσει έναν τέτοιο νόμο. Η «επίσημη» πρώτη της βασιλείας του, όπως το είχε υποσχεθεί, ήταν ο νόμος για την συνοδεία των τυφλών από τους αστυνομικούς, και την προστασία τους από της εξωγενείς δυνάμεις: άμαξες, άλογα, χαντάκια κτλ.
– Μια φορά, αυτό έγινε την τέταρτη μέρα, το πρωί ο Α.Ε. στέκονταν στο βασιλικό του γραφείο κοντά στο παράθυρο και αφηρημένος κοίταζε τον δρόμο. Ξαφνικά, την προσοχή του τράβηξε ένα παράξενο φαινόμενο:
– Δύο αστυνομικοί έσερναν από τον γιακά έναν περαστικό, ενώ ένας τρίτος κλοτσώντας τον έσπρωχνε από πίσω! Με την γρηγοράδα των νιάτων του ο Α.Ε. βγαίνοντας από το γραφείο, έτρεξε κάτω, κατρακυλώντας τη σκάλα. Σε ένα λεπτό βρέθηκε στο δρόμο.
– – που τον σέρνετε; Γιατί τον δέρνετε; Τι έκανε αυτός ο άνθρωπος; Πόσους ανθρώπους δολοφόνησε;
– – δεν έκανε τίποτα!
– Του απάντησε ο αστυνομικός.
– -με ποια αιτία και που τον σέρνετε;
– – μα αυτός μεγαλειότατε είναι τυφλός! Σύμφωνα με τον νόμο τον πηγαίνουμε στο τμήμα!
– – σύμφωνα με τον νόμο;… μα υπάρχει τέτοιος νόμος;!
– – μα πως; Τρεις μέρες πριν δημοσιευμένος… τέθηκε σε ισχύ!
– Ο Α.Ε. ταραγμένος, έπιασε το κεφάλι του και τσίριξε:
– – ο δικός μου νόμος;
– Πίσω κάποιος ευπρεπής περαστικός μουρμούρισε κάτι βλαστήμιες και είπε:
– – δες κάτι νόμοι που εκδίδονται τελευταίως! Ήθελα να ήξερα τι σκέπτονται και τι θέλουν;
– – ναι!
– Τον υποστήριξε άλλη φωνή:
– – έξυπνος νόμος, κάθε παρατηρούμενος έξω τυφλός, αρπάζεται από τον γιακά και σέρνεται στο αστυνομικό τμήμα, εισπράττοντας καθοδόν κλοτσιές και μπουνιές! Πολύ έξυπνο, εξαιρετικά καλοπροαίρετο! Εκπληκτική πρόνοια!
– Σαν τυφώνας εισήλθε ο Α.Ε στο βασιλικό του γραφείο και φώναξε:
– – τον υπουργό αμέσως εδώ, βρείτε τον και καλέστε τον εδώ! Ο ίδιος θα ξεδιαλύνω την υπόθεση!
– Μετά την ανάκριση ο «νόμος για την προστασία» τον τυφλών ερμηνεύτηκε τα πράγματα είχαν ως εξής:
– Την πρώτη μέρα της βασιλείας του ο Α.Ε. φώναξε τον υπουργό και του είπε:
– – πρέπει να εκδοθεί νόμος για την προστασία των περαστικών τυφλών από τους αστυνομικούς. Για την συνοδεία τους ως το σπίτι, από την προφύλαξη τους από τις εξωγενείς δυνάμεις όπως:
– Άμαξες, άλογα, χαντάκια κτλ.
– Ο υπουργός έκανε υπόκλιση και βγήκε.
– Αμέσως κάλεσε τον δήμαρχο και του είπε:
– – ανακοινώστε άμεσα τον νόμο για την απαγόρευση της κυκλοφορίας τυφλών, χωρίς συνοδούς, στην πόλη. Αν δεν υπάρχουν συνοδοί, να αντικαθιστώνται με αστυνομικούς, καθήκον των τελευταίων είναι η μεταφορά στον χώρο προορισμού!
– Βγαίνοντας από το υπουργό ο δήμαρχος, κάλεσε τον αρχηγό της αστυνομίας και διέταξε:
– – εκεί έξω οι τυφλοί, λένε ότι κυκλοφορούν, χωρίς συνοδεία. Αυτό να μην επιτρέπεται! Οι αστυνομικοί σας να τους πιάνουν από το χέρι και να τους συνοδεύουν εκεί που πρέπει!
– – υπακούω!
– Ο αρχηγός της αστυνομίας συγκάλεσε την ίδια μέρα, τους διοικητές των τμημάτων και τους είπε:
– – προσέξτε κύριοι, μας ενημέρωσαν ότι σύμφωνα με τον καινούργιο νόμο κάθε τυφλός που παρατηρείται να περιφέρεται στο δρόμο χωρίς συνοδό, παραλαμβάνεται από την αστυνομία και διακομίζεται εκεί που πρέπει! Καταλάβατε;!
– – Μάλιστα αρχηγέ!
Οι διοικητές των τμημάτων μοιράστηκαν στα τμήματα τους και συγκάλεσαν συσκέψεις των κατώτερων αξιωματικών!
– Εξηγήστε στους αστυνομικούς τον νέο νόμο, κάθε τυφλός που περιφέρεται στον δρόμο χωρίς σκοπό, εμποδίζοντας τις άμαξες και τους πεζούς, να αρπάζεται και να σέρνεται όπου πρέπει!
– – τι σημαίνει όπου πρέπει;
– Ρωτούσαν αργότερα οι κατώτερη αξιωματικοί ο ένας τον άλλο. Προφανώς στο τμήμα για εκτοπισμό που αλλού;
– Μάλλον έτσι…
– – παλληκάρια!
– Έλεγαν οι αξιωματικοί περιφερόμενοι
– – αν δείτε τυφλούς; Να σούρνονται στους δρόμους, αρπάξτε τους άτιμους από τον γιακά και κουβαλήστε τους στο τμήμα!
– – αν δεν θελήσουν να έλθουν στο τμήμα;
– – Τι θα πει δεν θέλουν; Ένα-δυό χαστούκια, γερό σπρώξιμο, μια κλοτσιά στα πισινά, τι θα κάνουν θα τρέξουν!

– Διευκρινίζοντας το ζήτημα της φύλαξης των τυφλών από εξωγενείς παράγοντες. Ο Α.Ε. κάθισε μπροστά από το πολυτελές του τραπέζι και άρχισε να κλαίει! Ένα χέρι προστατευτικά ακούμπησε τον ώμο του!
– – και τι; Δεν είπα εγώ μόλις έμαθα για τον νόμο για την προστασία των τυφλών «καημένοι τυφλοί»; Βλέπετε; Στην ιστορία αυτή οι καημένοι οι τυφλοί έχασαν! Ενώ εγώ κέρδισα!
– – τι κερδίσατε;
– Ρώτησε ο Α.Ε. ψάχνοντας το καπέλο του.
– – μα πως; Ένας επικριτής λιγότερος!
– – σας χαιρετώ αγαπητέ, αν θελήσετε πάλι να περάσετε κάποια αλλαγή, ελάτε!
– – «ναι περίμενε» σκέφτηκε ο Α.Ε.
– Και πηδώντας δέκα-δέκα τα σκαλιά της πολυτελούς βασιλικής σκάλας, απομακρύνθηκε!
Χθες στις 5:01 μ.μ.Δημόσια

Είχε όλη την καλή θέληση, αλλά του έλειπε η εμπειρία.

Τα πάρκα και τα παρτέρια της Σχολής Τυφλών αποτελούν πηγή τροφοδοσίας για την κουνέλα μου τη Λίμπο. Για τους χειμερινούς και τους ανοιξιάτικους μήνες, φυτρώνει εκεί μια μικρή αλλά σταθε΄ρη ποικιλία αγριόχορτων, τα οποία αποτελούν το 30-50% του διαιτολογίου της Λίμπο εκείνες τις εποχές. Τις υπόλοιπες εποχές, μαζεύω κυρίως φύλλα και άνθη από θάμνους. Το υπόλοιπο της διατροφής της αποτελείται από ξηρά τροφή, σανό και λαχανικά. Της μαζεύω καθημερινά λοιπόν μια σακούλα χόρτα, είτε πολλά είτε λίγα, και φροντίζω να περιλαμβάνω από δύο έως εννέα ξεχωριστά είδη. Τα περισσότερα είναι είδη που θεωρούνται θρεπτικά, οπότε λαμβάνει μια ισορροπημένη διατροφή. Τα βασικά χόρτα που μαζεύω είναι: ένα κοινό πολυετές αγρωστώδες σαν την αγριάδα που δε γνωρίζω πώς λέγεται, αλλά είναι πολύ κοινό και φαγώσιμο, ένα άλλο μονοετές αγρωστώδες σαν το αγριοκρίθαρο, αλλά παχύτερο και χωρίς κολλητικά στάχυα, αγριοκρίθαρο (Hordeum murinum), κολλιτσίδα (Gallium aparine), περδικάκι (Parietaria judaica), αλσήνη (Stellaria media), ζοχό (Sonchus oleraceus), αγριοζοχοό (Eurospermum picrides), πικραλίδα (Taraxacum officinale), μολόχα (Malva silvestris), γλιστρίδα (Portulaca oleracea), αν και η τελευταία είναι κυρίως καλοκαιρινό είδος, όσο κι άλλα είδη. Κάποια απ’αυτά τα πλατύφυλλα καταλήγουν επίσης ως γεύμα του γενειοφόρου μου δράκου (Pogona vitticeps), αν και ποσοστιαία δεν αποτελούν σημαντικό μέρος της διατροφής. Ταΐζουν επίσης την αποικία γιγάντιων αφρικανικών σαλιγκαριών (Achatina fulica) σε μεγάλο μέρος. Τα χόρτα επίσης πάνω μπορεί να έχουν κάμπιες κι άλλα έντομα, τα οποία τρώει ο δράκος και το λοφιοφόρο μου γκέκο (Correlophus ciliatus), αν και αυτά καλύπτουν αμελητέο ποσοστό της διατροφής γιατί τις βρίσκω σπάνια. Τέλος κάποιες περιοχές υποστηρίζουν πληθυσμούς σαλιγκαριών, και τα προϋπάρχοντα Eobania vermiculata και τα δικής μου εισαγωγής Helix aspersa, τα οποία αποτελούν μικρό μέρος της διατροφής του δράκου και μεγαλύτερο αυτής του κερασφόρου βατράχου (Ceratophrys cranwelli). Τα χόρτα ωστόσο είναι πολύ πιο σημαντικά για την κουνέλα, η οποία έχει συνηθίσει να τα τρώει καθημερινά και της παρέχουν πληθώρα θρεπτικών συστατικών και γευστικών εμπειριών. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δε μπορώ να μαζέψω χόρτα απ’τη Σχολή, έχω λίγες ακόμα εναλλακτικές περιοχές, κυρίως όμως για συλλογή φύλλων θάμνων ή δέντρων, και συμπληρώνω επίσης και με λαχανικά όπως μαρούλι, τα οποία όμως είναι χαμηλλότερα σε θρεπτι΄κη αξία. Φυσικά πέρα από τους ίδιους/κουνέλιους σκοπούς, τα χόρτα αυτά στηρίζουν ένα μικρό υποτυπώδες τοπικό οικοσύστημα, μαζί με τα μεγαλύτερα φυτά, τα ασπόνδυλα κλπ.

Άρα μπορείτε να φανταστείτε τι αγανάκτηση ένιωσα όταν όλα αυτά σήμερα χάθηκαν. Αν κι άκουγα χορτοκοπτικά αυτές τις μέρες, δεν έδινα σημασία, διότι ήμουν σίγουρος ότι θ’άφηναν τις πιο παραμελημένες περιοχές ήσυχες. Όμως έκανα μεγάλο λάθος• το μέγεθος της καταστροφής ήταν ανυπολόγιστο, σε κάθε κομματάκι της Σχολής Τυφλών με λίγο χώμα. Εκεί που μέχρι πρότινος υπήρχε πυκνή, ζωηρή πρασινάδα, τώρα είχε απομείνει ένα αξιοθρήνητο στρώμα μαραινόμενης και μισοπεθαμε΄νης φυτικής ύλης. Κανονικά η εποχή κοψίματος των αγριόχορτων είναι Απρίλιο ή Μάιο, αλά το πρόβλημα είναι ότι φέτος έγινε ασυνήθιστα νωρίς, πριν προλάβουν δηλαδή να εκπτυχθούν πλήρως τα φύλλα των φυλλοβόλων θάμνων και δέντρων, της εναλλακτι΄κης τροφής του κουνελιού. Οπότε μέχρι τότε θα πρέπει να την βγάλω με νεραντζόφυλλα, τα οποία, αν και εύγευστα, δε θα είναι τόσο θρεπτικά όσο η ποικιλία πολλών ειδών, τα λίγα χόρτα που μπορώ να μαζέψω από τις γλάστρες ή αλλού, τα αμπελόφυλλα από το μικρό φυτό του πατέρα μου, και θρεπτικά κατώτερο μαρούλι. Ίσως επίσης να επιτεθώ στις τριανταφυλλιές της Σχολής, εφόσον έχουν βγάλει φύλλα νωρίτερα από κάθε άλλο φυλλοβόλο. Αν δεν θέλουν να τους τις κόβω, ας μην ξανακόψουν όλα τα χόρτα.

Τα χόρτα κόβονται τέτοια εποχή, γιατί τότε φτάνουν στο μέγιστο του φουντώματός τους και φαίνονται εντονότερα. Από την πλευρά του κύκλου ζωής των χόρτων όμως, αυτή είναι η πλέον άκαιρη εποχή για το κόψιμό τους, διότι στη φάση αυτή είτε βρίσκονται σε ανθοφορία είτε στις αρχές της καρποφορίας, άρα δεν έχουν προλάβει να ρίξουν σπόρο. Σίγουρα κάπως προλαβαίνουν ν’αναπαραχθούν, γιατί κάθε χρόνο φυτρώνουν περίπου τα ίδια είδη, ίσως από φυτά που ρίχνουν σπόρο νωρίτερα, ίσως από σπόρους που παραμένουν σε νάρκη για χρόνια στο έδαφος, ή και από σπόρους που μεταφέρονται από αλλού με τον αέρα. Εντούτοις, η βίαια αυτή θανάτωση πριν προλάβουν ν’αφήσουν τους απογόνους τους αποδυναμώνει τους πληθυσμούς τους σημαντικά, επιτρέποντας έτσι την επέκταση τοξικών και υπερβολικά ανταγωνιστικών μονοετών ή πολυετών καλοκαιρινών ειδών, όπως ο γερμανός (Solanum elaeagnifolium), τα οποία μεγαλώνουν γρηγορότερα κι έχουν ανθεκτικότερους βλαστούς που στέκονται και μετά την ξήρανσή τους, οι οποίοι δυσχεραίνουν σημαντικά την ανάπτυξη των χειμερινών ειδών, τα οποία σκιάζονται και σταδιακά λιγοστεύουν, ενώ επιπροσθέτως ορισμένα είδη όποως ο γερμανός, παράγουν αλληλοπαθητικά χημικά που αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων φυτών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο πρώην λαχανόκηπος της Σχολής. Πριν τρία χρόνια, ένα κομμάτι γης που καλυπτόταν κυρίως από γερμανό, οργώθηκε για να γίνει λαχανόκηπος. Στο νέο αυτό γόνιμο χώμα, μαζί με τα λαχανικά φύτρωναν και πολλά χειμερινά ζι΄ζάνια κατάλληλα για το κουνέλι. Ο γερμανός παρέμεινε, αλ΄λα σε λίγα μόνο σημεία. Πρόπερσι ο λαχανόκηπος εγκαταλείφθηκε, κι εκ΄τος από λίγες ρόκες που πρόλαβαν να ρίξουν σπόρο, δε φύτρωσαν άλλα λαχανι΄κα από μόνα τους. Η ποσότητα όμως των εδώδιμων αγριόχορτων ήταν τεράστια. Αυτή η κατάσταση έλαβε ένα άσχημο τέλος, όταν όλα αυτά τα πράσινα και τρυφερά χόρτα κόπηκαν στη φάση της ανθοφορίας τους, και το καλοκαίρι αντικαταστάθηκαν πλήρως από γερμανό κι άλλα ανθεκτικά και τοξικά καλοκαιρινά είδη, των οποίον οι βλαστοί στέκονταν μέχρι το χειμώνα, οπότε και κόπηκαν. Φέτος το σημείο είναι σχεδόν γυμνό, εκτός από κάποιες εστίες με αγρωστώδη, περδικάκι και κάτι άλλο πιθανόν τοξικό, όλες από τη μεριά που δεν δούλεψε τόσο εντατικά το χορτοκοπτικό. Ο ζοχός και η στελλάρια, αγαπημένες χυμώδεις τροφές της κουνέλας με τις οποίες γέμιζα σακούλες ολόκληρες, εξαφανίστηκαν εντελώς. Απενναντίας, ο γερμανός φαίνεται να ξεφυτρώνει απ’όλα τα σημεία. Το φυτό αυτό είναι ριζωματώδες, και φαίνεται να ωφελείται από τα χορτοκοπτικά, επειδή τα ριζώματά του σκορπίζονται μακριά κι έτσι εξαπλώνεται. Το ίδιο συμβαίνει, αν και σε λιγότερο βαθμό, και σε άλλα πράσινα μέρη της Σχολής. Αν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί για χρόνια, δε θεωρώ απίθανη την ολότελη εξαφάνιση κάποιων ειδών. Ήδη η μολοχα και ο ζοχός, δύο είδη με σχετικά βραδύτερο ρυθμό ανάπτυξης και ανθοφορίας από άλλα ζιζάνια, που είναι και πολύ θρεπτικά, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.

¨Όπως πάντα, πράττουν χωρίς να αναλογίζονται τις συνέπιες. Οι υπεύθυνοι γνωρίζουν ότι μόνο εγώ αξιοποιώ τα χόρτα, συγκεκριμε΄να για να ταΐζω το κουνέλι μου, κι ότι προτιμώ συγκεκριμένες περιοχές. Αντί λοιπόν να της αφήσουν, τα ισοπεδώνουν όλα. Αυτό δε θα ήθελα να επαναληφθεί στο μέλλον.

Το απόγευμα της Πέμπτης, 25 Φεβρουαρίου, παρακολούθησα στο Θέατρο Αυλαία την παράσταση Οι Πεταλούδες είναι ελεύθερες του Leonard Gershe. Σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε η Άννα Παναγιωτοπούλου, κι επίσης έπαιζαν ο Σταύρος Καραγιάννης, η Άννα Μονογιού και ο Γιώργος Τσούρμας, ενώ η μουσική ήταν του Διονύση Τσακνή.
Το έργο γράφτηκε το 1969, ανέβηκε στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ το 1972, όπου έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία και στη συνέχεια προσαρμόστηκε και σε ταινία. Σκηνοθέτης υπήρξε ο Ελληνοαμερικανός Μίλτον Κατσέλας.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Ντον Μπέικερ, ένας νεαρός τυφλός μουσικός από ευκατάστατη οικογένεια, ο οποίος μετακομίζει από την οικογενειακή του οικία σε ένα άλλο σπίτι αρκετά μακριά, ώστε να ζήσει ανεξάρτητος, μακριά από την υπερπροστατευτική μητέρα του. Έχει κάνει συμφωνία μαζί της ότι αν ζήσει επιτυχώς μόνος για δύο μήνες, θα ανεξαρτητοποιηθεί. Η μητέρα συνεχώς τον ενοχλεί με τηλεφωνήματα. Στη νέα του κατοικία γνωρίζεται τυχαία με τη Τζιλ Τάνερ, μια νεαρή κοπέλα, πρώην χίπισσα που μισεί τις δεσμεύσεις – είχε παντρευτεί στα 16 της για 6 μέρες εξαιτίας της επιπολεότητάς της -, ζει ανέμελα κι έχει το σπίτι της σε πλήρη ακαταστασία, δηλαδή διαμετρικά αντίθετη περίπτωση από τον οργανωμένο, ισορροπημένο και καλλιεργημένο μουσικό. Αρχικά δε γνωρίζει ότι είναι τυφλός, αλλά μόλις το μαθαίνει, αφού πάθει ένα αρχικό σοκ κι έπειτα απορήσει για διάφορα πράγματα, μια και δε γνώρισε ποτέ της άτομο με αναπηρία, τελικά το αποδέχεται. Η σχέση τους προχωρά γρήγορα και γίνεται ερωτική. Στη συνέχεια ξαφνικά εμφανίζεται η μητέρα του, η οποία θα έπρεπε κανονικά να έρθει τον επόμενο μήνα, αρχικά αγανακτά για διάφορα μικροπράγματα που δεν της αρέσουν και αναρωτιέται αν ο γιος της μπορεί να ζήσει μόνος, αλλά στη συνέχεια αναθεωρεί την άποψή της και αναγκάζεται εκ των πραγμάτων ν’αποδεχτεί τη νέα κατάσταση. Δεν είναι πια η μάνα που πρέπει να προστατεύει το μικρο΄παιδάκι της από κάθε κακό, το παιδάκι αυτό έχει μεγαλώσει και μπορεί να αυτοεξυπηρετείται και να αποφασίζει για τη ζωή του. Εντωμεταξύ η κοπέλα έλειπε σε μία οντισιόν για θεατρική παράσταση, από την οποία επιστρέφει παρέ αμε το σκηνοθέτη, έναν πολύ αγενή χαρακτήρα, με τον οποίο έχουν μια πολλύ άνετη και ύποπτη σχέση. Η μάνα είχε ήδη αρκετούς ενδοιασμούς για τη συγκεκριμένη κοπέλα, και είχε ήδη συζητήσει μαζί της για την ακαταλληλότητά της για το γιο της. Ο πρωταγωνιστής απογοητεύεται, αφού είχε μια παρόμοια αποτυχία και στο παρελθόν. Στο τέλος η μητέρα φεύγει και η κοπέλα, αφού συζητήσει με το μουσικό, ο οποίος την ωθεί να σκεφτεί τις πραγματικές της επιθυμίες και τις συνέπειες της συμπεριφοράς της, αποφασίζει να μείνει μαζί του. Το τέλος μένει ανοιχτό ως προς το αν πράγματι η κοπέλα άλλαξε ως άνθρωπος ή απλώς συνέχισε τον πρότερο τρόπο ζωής της αργότερα.

Το έργο πραγματεύεται την αναπηρία και τα ζυτήματα γύρω από αυτήν, καθώς και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο μουσικός δε μεμψιμοιρεί ποτέ για την αναπηρία του, απεναντίας την αντιμετωπίζει συχνά με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, και είναι σίγουρος ότι με αρκετή προσπάθεια θα μπορεί να πετύχει αυτό που θέλει. Κοινό μοτίβο στο έργο είναι οι έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις που περνούν οι χαρακτήρες από τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, οι οποίες τους φέρνουν σε νέα συμπεράσματα, τα οποία είναι συχνά εντελώς αντίθετα από τις απόψεις που ενστερνίζονταν έως τότε και τους αλλάζουν εκ θεμελίων τη ζωή. Το έργο περιγράφεται ως κωμωδία, και μολονότι είχε πολύ γέλιο, υπήρχαν κι αρκετά σημεία για προβληματισμό. Το σενάριο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και οι εκτελέσεις των ρόλων ήταν πλήρως ρεαλιστικές. Έκανα τη θλιβερή διαπίστωση ότι η κατάσταση αυτή που περιγράφει το έργο θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα μέχρι και το 1990. Είμαστε περίπου 20 χρόνια πίσω δηλαδή, ή ίσως και περισσότερο, αφού κάποια πράγματα που υπήρχαν στην Αμερική τότε και αναφέρονται, όπως οι σκύλοι οδηγοί τυφλών, στην Ελλάδα ήρθαν μόλις τη δεκαετία του 2000. Τόσο καθυστεριμένοι είμαστε, δυστυχώς. Είναι το καλύτερο θεατρικό έργο με διαφορά που έχω δει τον τελευταίο καιρό, γι’αυτό κάνω και τον κόπο να γράψω μια κριτική στο Ιστολόγιο. Άριστο και ως προς την απόδοση των ρόλων, και ως προς το κωμικό στοιχείο, και ως προς τους προβληματισμούς που θέτει, αλλά και ως προς την αποτύπωση της πραγματικότητας. Θα μπορούσα να το ξαναδώ. Εμ΄΄ενα με άγγιξε τόσο, επειδή έχω σχετικά βιώματα ή γνωρίζω άτομα που έχουν και μπορώ να σχετιστώ, αλλά κάποιος που δεν έχει ανάλογα βιώματα ίσως να μη μπορέσει να προβληματιστεί ή να μην καταλάβει τα ίδια πράγματα.

Το έργο παίζει από τις 24 Φεβρουαρίου μέχρι τις 13 Μαρτίου σε λίγες μόνο παραστάσεις, οπότε αν θέλετε να προλάβετε κλείστε θέση γρήγορα.

Έχετε παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη δραστηριότητά μου; Πιθανόν όχι. Ίσως να μην έχω τόσες πολλές δημοσιεύσεις επειδή είχα άλλες δουλειές, αλλά ο χαρακτήρας των δημοσιεύσεων δεν έχει αλλάξει. Και τι έχετε να πείτε για το καλοκαίρι, και ιδίως τον Αύγουστο, που είχα πολλές απανωτές δημοσιεύσεις; Σίγουρα ότι το όργανο με το οποίο πραγματώνονται οι δημοσιεύσεις, δηλαδή ο ηυ, βρίσκεται σε άριστη κατάσταση.

Κάνετε λάθος όμως. Όλα αυτά τα κάνω από έναν υπολογιστή χωρίς οθόνη. Ναι, χωρίς καθόλου οθόνη, την έχω βγάλει εδώ και μήνες. Πρώτα όμως χρειάζεται κάποια προϊστορία. Έχω πρόβλημα όρασης και χρησιμοποιώ αναγνώστη οθόνης, οπότε η τελευταία δεν είναι απαραίτητη, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι επιδίωκα την αχρήστευσή της.

Και τότε πώς έβγαλα την οθόνη; Απλώς από την πολύ χρήση, το άνοιγμα και το κλείσιμο, οι σύνδεσμοί της με τον υπολογιστή άρχισαν να χαλαρώνουν. Ο υπολογιστής αυτός είναι ένας MSI δε θυμάμαι του πότε, μπορεί και πέντε χρονών. Επειδήέσπρωχνα την οθόνη πολλές φορές τέρμα πίσω για να μην ενοχλεί, οι μεντεσέδες της άρχισαν να χαλαρώνουν και μια μέρα το Μάιο έσπασε το πλαστικό της πάνω πλευράς του ενός. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους της οθόνης. Σιγά-σιγά άρχισε να χαλαρώνει ακόμα περισσότερο, και τα καλώδια να τραβιούνται προς τα έξω. Σύντομα έσπασε και λίγο από το δεύτερο σύνδεσμο, και μετά η οθόνη κρεμόταν προς τα κάτω. Η οθόνη έδειχνε ακόμα κανονικά, αν και με τις απότομες κινήσεις έχανε την σωστή επαφή και έσβηνε στιγμιαία ή έδειχνε γραμμές. Όταν όμως άρχισαν να κόβονται καλώδια, άρχισε να δείχνει μόνο οριζόντιες και κατακόρυφες γραμμές, χρώματα της ίριδας, πράσινο, πορτοκαλί, γκρι, λευκό και μαύρο (τίποτα δηλαδή), παρουσιάζοντάς τα διαδοχικά για λίγα δευτερόλεπτα σαν φωτορυθμικά. Πρακτικά η λειτουργία της είχε σταματήσει, αλλά την κρατούσα, γιατί φώτιζε το δωμάτιο το βράδυ και διευκόλυνε και την κουνέλα μου που κινούταν εκεί τέτοιες ώρες. Έκοψα όμως λίγα παραπάνω καλώδια, και το μόνο που έδειχνε τελικά ήταν ένα μονότονο λευκό. Το πρωταρχικό λευκό της δημιουργίας, απ’όπου κανονίζονται τα υπόλοιπα χρώματα. Τώρα λιπόν η ετοιμοθάνατη οθόνη κρεμόταν μόνο από λίγα καλωδιάκια προς τα κάτω. Ένα απόγευμα λοιπόν είτε στα τε΄λη του Ιουνίου είτε τον Ιούλιο, επειδή με ενοχλούσε τόσο πολύ, την τράβηξα απότομα και την έκοψα. Χρατς. Έσβησε. Έσβησε για πάντα. Τέλος στην οθόνη λοιπόν!

Κράτησα όμως την οθόνη στην άκρη για λίγο καιρό, γιατί ήθελα να την ανοίξω, μήπως κι εντοπίσω κάπου τους φημισμένους υγρούς κρυστάλλους. Τελικά την άνοιξα, και πίσω από το εξωτερικό πλαστικό βρήκα κάτι σαν ζελατίνη, πίσω από την οποία υπήρχε μια ανακλαστική επιφάνεια. Μάλλον εκεί παράγονταν τα χρώματα. Δεν ήξερα πώς λειτουργούσε ούτε έψαξα γι’αυτό, κι έτσι την πέταξα κανονικότατα στα σκουπίδια. Το μόνο που αποκόμησα από την όλη διαδικασία του ανοίγματος της οθόνης ήταν ένα μικρό κόψιμο στο δάχτυλο. Μήπως με εκδικίθηκε ο δαίμονας της οθόνης; Μην το θεωρείται παράλογο. Αν ακόμα και τα αποχωρητήρια έχουν το δικό τους δαίμονα, γιατί να μην έχουν και αυτά τα μηχανήματα του Διαβόλου; Οι φημισμένοι υγροί κρύσταλλοι λοιπόν θα βρίσκονταν προφανώς πίσω από την ανακλαστική επιφάνεια, μέσα στην πλακέτα, αλλά το πλαίσιο ήταν μεταλλικό και καλά βιδωμένο.

Από τότε ο υπολογιστής μου λειτουργεί σαν κασετόφωνο. Εκφωνεί κανονικά όσα θα έβγαζε η οθόνη, αλλά φυσικά δε δείχνει τίποτα. Τα μόνα φώτα που έχει είναι το γαλάζιο φως στο πλήκτρο της εκκίνησης που έχει όταν είναι αναμμένος, και τα φώτα της φόρτισης και των ασυρμάτων δικτύων. Και όταν βάζω τα ακουστικά και τον χώνω σε μια γωνία για να μην ενοχλεί, είναι πραγματικά σαν να μην λειτουργεί, με μόνο ήχο το ανεμιστηράκι του, το οποίο δυστυχώς υπερλειτουργεί. Είναι ένας πολύ βολικός υπολογιστής, κατάλληλος για ταξίδια και λόγω του μεγέθους του και του μικρού του βάρους.

Πέρα από την απουσία της οθόνης, ο υπολογιστής αυτός λειτουρεί αρκετά καλά. Αν εξαιρέσουμε το εξωτερικό του πλήκτρου της καθέτου που λείπει, έχει καλό πληκτρολόγιο, αν και προτιμώ να χρησιμοποιώ εξωτερικό, για να μην καταλήξει κι αυτό σαν εκείνο του άλλου μου υπολογιστή, ο οποίος, αν και καλός σε όλα και πρόσφατα φορμαρισμένος, έχει προβληματικό πληκτρολόγιο του οποίου κολλάει το enter και μου δημιουργεί σοβαρά προβλήματα – τώρα γι’αυτό έχω τον εφεδρικό, ο άλλος στην κατάσταση που βρίσκεται δε δουλεύεται. Τα Windows xp είναι το λειτουργικό του σύστημα, από Microsoft Office έχει την έκδοσητ ου 2003, και ο Internet Explorer του είναι η έκδοση 6 που δε μπορεί να στηρίξει ορισμένες ιστοσελιδες και εφαρμογές, γι’αυτό χρησιμοποιώ και Mozilla Firefox. Ακόμα και το WordPress με ειδοποιεί ότι ο πλοηγός μου είναι παλαιά έκδοση! Κατά τ’άλλα, όλα καλά. Μ’αυτόν τον υπολογιστή δουλεύω στο Ιστολόγιο, ανεβάζω βίντεο στο Youtube, λειτουργώ το Facebook, γράφω στα φόρουμ, διαβάζω βιβλία, διαβάζω για το πανεπιστήμιο, οπότε μπορώ να πω πως με έχει σώσει, και γενικώς κάνω ό,τι θα έκανα με οποιονδήποτε υπολογιστή. Τα μόνα πράγματα όπου τα βρίσκω σκούρα είναι η συμπλήρωση με κωδικούς capcha ή το παίξιμο βίντεο με τη βοήθεια του ποντικιού. Δε μπορώ να παρακολουθήσω βίντεο του Best Gore για παράδειγμα. Αλλά δεν πειράζει. Υπάρχει ακόμα ένα καλό που υπερβαίνει όλα τα παραπάνω μειονεκτήματα. Μην έχοντας οθόνη, ακόμα και χωρίς ακουστικά – λίγοι καταλαβαίνουν το συγκεκριμένο αναγνώστη οθόνης και η χαμηλή ένταση και η υψηλή ταχύτητα που τον έχω ρυθμίσει τους δυσκολεύει ακομα περισσότερο -, μπορώ να βρίσκομαι οπουδήποτε και να διαβάζω οτιδήποτε ενώπιον οποιουδήποτε, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα. Μπορεί να είμαι σε οικογενειακή συνάντηση για παράδειγμα και να διαβάζω τσόντες. Αν και δεν το έχω πράξει αυτό ποτέ, αναφέρω απλώς ότι είναι δυνατό. Μπορείτε να πείτε ότι το ίδιο θα μπορούσα να κάνω και με έναν κανονικό υπολογιστή με σβηστή την οθόνη, όμως στην περίπτωσή μου δεν κινδυνεύω κάποιος να μου ανοίξει την οθόνη ενώ λείπω και να ψάξει το ιστορικό. Την ελευθερία από άτομα που βρίσκονται κοντά μου την έχω. Από τη διαδικτυακή κατασκοπία όμως;

Θεωρητικά θα μπορούσα να συνδέσω μία εξωτερική οθόνη, αλλά γιατί να το κάνω;

Χθες το απόγευμα, επιστρέφοντας από το Πανεπιστήμιο (από τον Πύργο του Παιδαγωγικού Τμήματος του ΑΠΘ), κατέβαινα την οδό Τρίτης Σεπτεμβρίου για να πάρω το αστικό από τη στάση και να επιστρέφω σιγά-σιγά σπίτι μου. Η στάση αυτή λέγεται Αγία Φωτεινή, επειδή βρίσκεται κοντά σε μια εκκλησία του ίδιου ονόματος. Η εκκλησία αυτή όμως έχει κι ένα μικρό εκκλησάκι, το οποίο το έχουν χτίσει στην άκρη ακριβώς του πεζοδρομίου, κλεινοντάς το εντελώς. Όταν περνάς από εκέι, πρέπει να κατέβεις στο δρόμο, ο οποίος είτε έχει κίνηση είτε σταθμευμένα αμάξια στο μέρος αυτό. Συνήθως, όταν φτάνω στο μέρος αυτό, περιμένω να σταματήσει λίγο η κίνηση και τρέχω γρήγορα μπροστά από το δύσκολο σημείο. Και όταν έχει σταθμευμένα οχήματα, συνήθως λίγος χώρος υπάρχει ανάμεσα σ’αυτά και στην εκκλησία για να περάσω. Σήμερα όμως μια γιγάντια νταλίκα με τη μηχανή αναμμένη, για κάποιον λόγο ήταν σταθμευμένη ακριβώς μπροστά απ’αυτό το δύσκολο σημείο. Η άλλη λωρίδα του δρόμου είχε αρκετή κίνηση, κι επίσης η νταλίκα έκανε πολύ θόρυβο κι έβγαζε καυσαέρια, οπότε δεν το διακινδύνευα να περάσω από την έξω μεριά. Έτσι πήγα πίσω απ’το εκκλησάκι, περνώντας από ένα μέρος με σκαλιά, σκουπίδια, κάγκελα και απεριποίητα φυτά με αγκαθωτά κλαδιά, συν τον θόρυβο του δρόμου και της νταλίκας. Καταλαβαίνετε, για ένα άτομο με πρόβλημα όρασης δεν είναι και το ευκολότερο πέρασμα. Αν όμως το εκκλησάκι δεν υπήρχε, θα είχαμε ένα ωραίο, πλατύ πεζοδρόμιο προσβάσιμο προς όλους. Όμως σε κάποιον του ήρθε η ιδέα να πετάξει σαν τσόντα ένα εκκλησάκι στο πιο άβολο σημείο, για να διακηρύξει την πίστη του στον ορθόδοξο χριστιανικό Ιεχωβά ή όπως αλλιώς ονόμασε το τοτέμ που πιστεύει, αμαυρώνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη προβληματική εικόνα και λειτουργικότητα της πόλης μας.
Η θρησκεία έχει βλάψει την ανθρωπότητα και στο σώμα και στην ψυχή ποικιλότρόπως επί χιλιετίες, και μία επιπρόσθετη βλάβη που ανακάλυψα μο΄λις χθες είναι η δυσχέρυνση της κίνησης των ανθρώπων με αναπηρία και μη στο δρόμο. Σας παρακαλώ, κρατήστε τη θρησκεία σας μακριά απ’το δρόμο! Θέτει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα ή και τη ζωή πολλών ανθρώπων. Φυλακίστε την στο σπίτι σας, στον προσωπικό σας βωμό, στην αίθουσα αυνανισμού ή εν τέλει στο μυαλό σας, αλλά μακριά από κοινωφελή έργα όπως ο δρόμος και το πεζοδρόμιο. Δε θέλουμε να σκοτωθούμε εξαιτίας των συνεπειών της πίστης σας, σε καμία περίπτωση. Η θρησκεία δεν ανήκει στο δρόμο.

Ακόμα και το εξτρεμιστικό ισλαμιστικο κράτος σέβεται τα άτομα με αναπηρία και δεν τα παρεμποδίζει από το να καταλάβουν υψηλές θέσεις. Χθες, στις 28 Μαΐου, κατέφθασε στο Ραμάντι του Ιράκ, το οποίο έχουν καταλάβει οι τζιχαντιστές του Ίσις, ο Αμπού Άσιν, ή ο τυφλός δικαστής του Ισλαμικού Κράτους, με πραγματικό όνομα Αλί Ατίγια αλ Τζουμπούρι. Εκφώνης ελόγο στο τζαμι της πόλης, μετά την απογευματινή προσευχή, με σκοπό να μεταστρέψει τον πληθυσμό υπέρ του Ισλαμικού Κράτους, ο οποίος είχε τεθεί με το μέρος της ιρακινής κυβέρνησης μέχρι την ήττα τους στις 17 Μαΐου. Εντωμεταξύ οι ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας, μαζί με σιιτικές πολιτοφυλακές, ετοιμάζονται ν’ανακαταλάβουν την πόλη.
Σύμφωνα με μαρτυρίες όσων τον είδαν, είναι τυφλός, μονόχειρας και είχε το κεφάλι του τυλιγμένο με γάζες. Προφανώς τραυματίστηκε σε κάποια ένοπλη σύγκρουση. Είναι ο δεύτερος στην τάξη της εσωτερικής θρησκευτικής ιεραρχίας της οργάνωσης, μετά τον ίδιο τον Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι, και ο πέμπτος στην τάξη της ιεραρχίας της οργάνωσης.
Αν και θα περιμένατε οι τζιχαντιστές μουσουλμάνοι να αντιμετωπίζουν σκληρά όσα άτομα δε δύνανται να πολεμήσουν, αυτό δεν ισχύει. Το ισλάμ δεν κάνει διακρίσεις με βάση την τυφλότητα ή οποιαδήποτε άλλη αναπηρία. Ένας τυφλός μπορεί για παράδειγμα να ηγηθεί της προσευχής σ’ένα τζαμί ως μουεζίνης. Πολλοί άλλοι σπουδαίοι μουσλουλμάνοι ιερωμένοι, νομικοί, φιλόλογοι και ποιητές ήταν τυφλοί ή είχαν άλλες αναπηρίες. Και αν ζει ενάρετα, κι επειδή μπορεί σε κάτι να μειονεκτεί σ’αυτόν τον κόσμο, ο Θεός μπορεί να του δώσει μια θέση στον Παράδεισο. Αν όμως διαμαρτύρεται για την αναπηρία του, είναι αχάριστος ως προς αυτό που τού’δωσε ο Θεός και η κατάληξή του θα είναι η Κόλαση.
Ίσως στην περίπτωση του δικαστή ωστόσο να βοήθησε και το γεγονός ότι απέκτησε την αναπηρία του αργότερα στη ζωή του, πιθανότατα από τραύμα. Αν ήταν εκ γενετής τυφλός, ίσως είχε πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες, ιδίως αν καταγόταν και από φτωχή οικογένεια. Κι έτσι όμως, το ισλαμικό σύστημα ελεημοσύνης δε θα τον άφηνε να πεινάσει τουλάχιστον. Παρόλα αυτά, αν επιθυμούσε διακαώς να συνεισφέρει στον αγώνα, πιστεύω πως δε θά’ταν δύσκολο να του βρουν μια θέση που δεν απαιτεί σκοπευτική δεινότητα ή ευκηνισία σε ταραχώδες περιβάλλον, όπως της ανθρώπινης ασπίδας, της κινούμενης βόμβας, ή κάτι παρόμοιο.i

Πηγή:
zougla.gr

Κατ’ οίκον έκτιση της ποινής για κατάδικους με αναπηρία άνω του 80%
Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014, 02:33
Τροπολογία με την οποία επεκτείνεται η δυνατότητα για κατ’ οίκον έκτιση της ποινής και σε κατάδικους που πάσχουν από νοσήματα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% κατατέθηκε στη Βουλή, εξαιρώντας τους καταδικασθέντες για τρομοκρατία και εσχάτη προδοσία.

Η τροπολογία κατατέθηκε στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για τη «Ρύθμιση δεσμευμένων ή κατασχεμένων χρηματικών απαιτήσεων και μετρητών».

Στην τροπολογία περιλαμβάνονται ακόμα ρυθμίσεις για τις αναβολές στις δίκες, την αύξηση των θέσεων των αντιεισαγγελέων κατά τρεις, για τις αδικαιολόγητες απουσίες δικαστών από τις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου και την αναστολή των αδειών τους σε περίπτωση επειγουσών υποθέσεων.
Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014, 02:34

Ωραία δηλαδή! Αγοράζω ένα οικόπεδο 10 στρέμματα, χτίζω εκει το σπίτι με πισίνες, τζακούζια, κήπους, προσωπικό κινηματογράφο και όσες άλλες ανέσεις θέλω, κι εφόσον δε βάλω γκαζάκια στη Βουλή ή δεν πουλήσω πληροφορίες της ΕΥΠ στους Τούρκους, είμαι εντάξει. ΠροΎποτίθεται πως θα πρέπει νά’χω υπέρογκες καταθέσεις για κάτι τέτοιο.

Η εντελώς ασήμαντή μου καθημερινή ρουτίνα της τεμπελιάς και του μη μπλογκαρίσματος διακόπηκε ξαφνικά στο διάστημα 1-7 Δεκεμβρίου, γιατί τότε βρισκόμουν, χωρίς να το αξίζω βέβαια, σ’ένα απ’τα καλύτερα ξενοδοχεία της Ελλάδας. Ο λόγος παρουσίας μου εκεί ήταν ένα πρωτάθλημα… σκακιού τυφλών, στο οποίο συμμετείχα για πρώτη φορά, το οποίο, όπως και πέρσι, φιλοξενήθηκε στο ξενοδοχείο Αρίων στον Αστέρα Βουλιαγμένης με δωρεά της Αστήρ Παλάς. Ελπίζω αυτό να συνεχιστεί και για τα επόμενα έτη.
Τα αποσιωπητικά μπαίνουν στο σκάκι, γιατί είμαι σχεδόν εντελώς άσχετος με το παιχνίδι/άθλημα αυτό. Πριν έξι χρόνια ή και περισσότερο έκανα λίγα μαθήματα, αλλά δεν έδινα και πολύ σημασία και ελάχιστα θυμόμουν από τότε κι αυτά συγκεχυμένα. Μόλις μία βδομάδα πριν φύγω στην Αθήνα λοιπόν έκανα με τον πατέρα μου λίγες προπονήσεις για να το θυμηθώ, και τα ξαναθυμήθηκα όλα πολύ καλά προς μεγάλη μου έκπληξη, αν και ήμουν μπερδεμένος αρχικά. Σκέφτομαι ν’ασχοληθώ λίγο περισσότερο για νά’μαι καλύτερος την επόμενη χρονιά, τουλάχιστον για να παίζω αξιοπρεπώς.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι το τυφλικό σκάκι διαφέρει λίγο από το κανονικό καθαρά για πρακτικούς λόγους. Οι κινήσεις και οι κανόνες είναι όμοια, η σκακιέρα και τα πιόνια έχουν το ίδιο σχήμα, τα χρώματα παραμένουν τα ίδια, απλώς τα μαύρα τετράγωνα είναι ανυψωμένα και όλα τα μαύρα κομμάτια και πιόνια φέρουν κουκίδα στην κορυφή τους. Επίσης επιτρέπεται το άγγιγμα των πιονιών απεριόριστα, ενώ στο βλεπόντικο σκάκι αγγίζεις το πιόνι μόνο όταν πρόκειται να το παίξεις. Αυτό τό’μαθα πρόσφατα και μου φάνηκε πολύ παράξενο. Το ρολόι που μετράει το χρόνο είναι ίδιο, ενώ οι διαγωνιζόμενοι σημειώνουν τις κινήσεις τους είτε γραπτά είτε ακουστικά, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις στην πορεία. Εγώ, αφού δεν περίμενα νά’μαι καλός, δε σημείωνα, αν και θά’πρεπε, επειδή μικροδιαφωνίες υπήρξαν, αλλά όχι κάτι το σημαντικό, και συχνά σημείωνε ο άλλος για μένα. Μια ακόμα ιδιαιτερότητα που έχει, και την έμαθα τελευταία στιγμή, είναι ότι στους επίσημους τουλάχιστον αγώνες παίζεται με δύο σκακιέρες, ώστε να μη μπερδεύονται οι διαγωνιζόμενοι απ’τα χέρια του άλλου που ψάχνουν, επομένως ο καθένας θα πρέπει ν’αντιγράφει την κίνηση του αντιπάλου στη σκακιέρα του. Στο συγκεκριμένο πρωτάθλημα τουλάχιστον, τα κινητά απαγορεύονται αυστηρά, κι αν χτυπήσει ένα έστω και λίγο και γίνει αντιληπτό, το παιχνίδι μηδενίζεται κι αυτός με το κινητ΄΄ο χάνει. Ο πατέρας μου έτσι έχασε ένα παιχνίδι. Εγώ το έκλεινα πάντα, άρα δεν είχα πρόβλημα.
Εκεί ήμασταν 28 διαγωνιζόμενοι, από τα δύο αθλητικά σωματεία τυφλών της Θεσσαλονίκης (Πυρσός και Ήφαιστος), του Βόλου (Πειρατές) και της Αθήνας (Κεραυνός, Πήγασος Κυψέλης και ΠΕΤΑ). Εμείς του Πυρσού ήμασταν 7, με 4 αγωνιζόμενους και 3 συνοδούς. Επειδή ήταν αδύνατον να παίξουν όλοι μεταξύ τους, οι διάδες κληρόνονταν, στην αρχή τυχαία, έπειτα οι καλύτεροι με τους καλύτερους, οι χειρότεροι με τους χειρότερους κλπ. Ο νικητής έπαιρνε έναν πόντο, ο ηττημένος κανέναν, ενώ στην ισοπαλία μισό ο καθένας. Τα παιχνίδια γίνονταν σε μία ευρύχωρη αίθουσα συνεδριάσεων από 4 μέχρι 8 η ώρα το απόγευμα, με δύο ώρες ν’αναλογούν στον κάθε παίκτη, και με όλο τον υπόλοιπο χρόνο της ημέρας ελεύθερο για ό,τι θέλαμε.
Αν και θα σας φανει αστείο, είχα δύο νίκες! Η μία αντίπαλος ήταν αρχάρια κι όχι τόσο σίγουρη, ενώ ο άλλος, ο τελευταίος του διαγωνισμού, μου φαινόταν πως έστηνε επίτηδες τα πιόνια του να φαγωθούν, αν και μου έφαγε κανένα δύο συμβολικά. Ίσως κέρδιζα ακόμα μία φορά, αλλά δεν ήμουν σίγουρος για τις κινήσεις μου και με έφαγε παρά λίγο. Όλες τις υπόλοιπες φορές μου έκαναν ματ πριν καλά-καλά περάσει η πρώτη ώρα. Δεν πειράζει, του χρόνου θα είμαι καλύτερος. Ο Αργύρης Κουμτζής, που τυχαίνει να τον γνωρίζω, ήταν ο πρώτος στους νέους και ο δεύτερος σε όλους, ο οποίος είναι άριστος στο σκάκι κι έχει διακριθεί παγκοσμίως σε πρωταθλήματα νέων στο παρελθόν. Είναι πανέξυπνος, άριστος στα μαθηματικά, ασχολήθηκε με το σκάκι από παιδί και τώρα σπουδάζει φυσική στο Αριστοτέλειο. Πρώτος ήταν ο Κλήμης Λαέρτης του Κεραυνού, και στις γυναίκες πρώτη ήταν η Αθηνά Λιβανοπούλου του Πηγάσου. Μόνο 6 γυναίκες είχαμε, που μου φάνηκαν πολύ λίγες. Προφανώς δεν ασχολούνται και πολλές στην Ελλάδα, όπως γενικώς εδώοι γυναίκες δεν ασχολούνται με τίποτα. Εγώ ήμουν λίγες θέσεις πριν το τέλος με δύο πόντους. Ο πατέρας μου, επειδή αναγκάστηκε ν’αποχωρήσει λόγω ποδοσφαιρικών αγώνων την Πέμπτη, μάζεψε μόνο ενάμισι πόντο, και φυσικά θα είχε πολύ περισσότερους αν παρέμενε. Περισσότερα για το πρωτάθλημα μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα της Εθνικής Αθλητικής Ομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρίες.
Το ξενοδοχείο ήταν υπερπολυτελές. Είναι ένα από τα τρία που βρίσκονται στην έκταση του Αστέρα, που είναι γύρω στα 50 στρέμματα και βρίσκεται στην άκρη μιας μικρής χερσονήσου. Τα άλλα δύο ξενοδοχεία είναι θερινά και τώρα είναι κλειστά. Όλος ο κήπος ήταν φυτεμένος με γκαζόν, θάμνους και δέντρα, τα οποία ήταν στολισμένα με λαμπιόνια για τα Χριστούγεννα. Όλα τα αυτοκίνητα στάθμευαν σ’ένα πάρκινγκ μακριά από την είσοδο, αν και μερικά ακριβά βρίσκονταν μπροστά ακριβώς στην είσοδο, ίσως για λόγους φιγούρας. Στον εξωτερικό χώρο ήταν διασκορπισμένες μικρές βίλες, τις οποίες μάλλον νοίκιαζαν έναντι τεράστιου χρηματικού ποσού. Η θάλασσα ήταν δίπλα μας, ενώ αμέσως έξω απ’το ξενοδοχείο υπήρχε μαρίνα σκαφών, προφανώς όχι για το φτωχικό ιστιοφόρο σκάφος των 8,2 μέτρων που έχουμε εμείς. Το ξενοδοχείο μας ήταν εξαώροφο, με τους δύο ορόφους στο υπόγειο. Είχε γυμναστήριο, σάουνα, σπα, πισίνα και πολλλές άλλες ανέσεις. Τα δωμάτιά μας, που βρίσκονταν στον τρίτο όροφο, ήταν ευρύχωρα με μπάνιο σαν σαλόνι, χωρισμένο σε διαμερίσματα ανάλογα μ’αυτό που θα έκανες εκέι μέσα, ενώ είχαν θέα στη θάλασσα και αρκετά μεγάλο μπαλκόνι. Ευτυχώς το Ίντερνετ ήταν γρήγορο παντού. Ο τέταρτος όροφος, με τα πλέον πολυτελή δωμάτια, είχε ανεξάρτητη πρόσβαση στο ισόγειο. Σκεφτείτε τι προσωπικότητες έχουν διαμείνει εκεί. Από Άραβες, μεγαλοεπιχειρηματίες και παγκόσμιοι τραπεζίτες μέχρι Έλληνες πολιτικοί και άνθρωποι του υποκόσμου. Άσχετα με τα άτομα που πέρασαν από εκεί, το μόνο σίγουρο είναι πως λίγα έστω μόρια κοκαΐνης υπάρχουν κάπου στο σύμπλεγμα. Αυτά πάνε πακέτο με το χρήμα.
Αλλά το καλύτερο κομμάτι ήταν το φαγητό. Στο πρωινό είχαμε τεράστια ποικιλία για να διαλέξουμε, από γαλοπούλα, φρούτα και αυγά μέχρι ροκφόρ, καπνιστό σολωμό και τηγανίτες, ενώ ο μάγειρας μπορούσε να σου φτιάξει ομελέτα με ό,τι συστατικά ζητούσες. Το μεσημέρι και το βράδυ είχαμε ένα πιάτο σαλάτα, ένα φαγητό κι ένα γλυκό ο καθένας. Έφαγα πολλά γκουρμέ και πρωτότυπα γεύματα εκεί. Θα μου μείνει ένα μοσχάρι μαγειρεμένο με πολλά λαχανικά, μπαχαρικά και κασέρι, μία σαλάτα με χάλιμπουτ και σολωμό καπνιστά, ένα πιάτο με σολωμό και ταμπουλέ, ραβιόλι γεμιστο με κασέρι, και πολλά γλυκά όπως σοκολατόπιτα, τάρτα σοκολάτας, διάφορα τουρτοειδή και σιρωπιαστά. Ένα μους σοκολάτας με ολόκληρα φουντούκια μέσα, που καθόταν πάνω σ’ένα μπισκότο ήταν το καλύτερο. Δυστυχώς ορισμένοι, όπως μερικοί παππούδες στις εκδρομές που είναι κλειστοί προς οτοιδήποτε καινούργιο και δυσανασχετούν με τα πάντα, ζητούσαν από τους μάγειρες να τους κάνουν κοινότοπα φαγητά όπως μακαρόνια με κιμά. Πέρσι οι μάγειρες είχαν θυμώσει τόσο πολύ με τη συμπεριφορά τους, που σταμάτησαν να κάνουν γενικώς για όλους τους σκακιστές και τους συνοδούς τους τα ωραία τους φαγητά. Ευτυχώς φέτος δεν έγινε κάτι τέτοιο. Πάντως εμείς ενημερώναμε τους σερβιτόρους όποτε μπορούσαμε για το καταπληκτικό φαγητό που μας πρόσφεραν, για να μην μας εξισώνουν μ’εκείνους. Βασικά για το φαγητό πήγα, αφού στο σκάκι δεν περίμενα να διαπρέψω.
Το ξενοδοχείο πάντως ήταν λίγο πεσμένο από το σύνηθες, απ’ό,τι μας λέγανε, γιατί βρισκόταν σε διαδικασία πώλησης. Τώρα το έχουν κατά 70% Άραβες και κατά 30% Τούρκοι, αλλά σύντομα θα παραδοθεί όλο σε Άραβες του Κατάρ. Ο κόσμος ήταν λιγότερος, τα σπα κρύα, και τα κλειστά θερινά ξενοδοχεία κάπως παραμελημένα.
Πολλά μέρη για βόλτα δεν υπήρχαν στη γύρω περιοχή, μιας και ήμασταν σε απομακρισμένο μέρος. Ήταν να πάμε στο Σούνιο, αλλά ήταν αρκετά μακριά τελικά. Πήγαμε ένα πρωί στο καφέ Αλκιονίδες στη Βάρκιζα, ένα απ’τα πιο γνωστά καφέ των Αθηνών, σ’ένα μικρό γκρεμό πάνω απ’τη θάλασσα. Πολύ όμορφο μέρος. Την Παρασκευή το απόγευμα πήγαμε στο θέατρο Πράματα και Θάματα με το Ζουγανέλη, το οποίο παιζόταν στο Μικρό Παλάς και πολύ δε μ’άρεσε. Ήταν μέτρια κωμωδία με πολλές ατάκες, γενικώς τύπου Σεφερλή και με πλοκή λίγο ασύνδετη. Στην αρχή μία γυναίκα παραπονιόταν για τον άντρα της που πήγε στη Γερμανία για δουλειά. Μετά εμφανίστηκαν τρεις κρατούμενοι στη φυλακή, οι οποίοι βρέθηκαν εκέι εξαιτίας υποτιθέμενης εμπλοκής σε συμμορία ηλεκτρονικής κλοπής χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς πολιτών. Μία αστυνόμος της αντιτρομοκρατικής έκανε ψεύτικα προφίλ ως γκόμενα όλων τους με αποτέλεσμα να τους συλλάβει, αν και στην πραγματικότητα μονο ο ένας ήταν ενόχος, οι άλλοι απλώς πιάστηκαν για να φαίνεται πως η αστυνομία κάνει έργο. Στήνοντας χιουμοριστικά διαφημιστικά σποτάκια, τα οποία δεν έγιναν δεκτά από κανέναν, π.χ. «στην Ελλάδα περνάς καλύτερα έξω, γι’αυτό μην κλέβεις) προσπάθησαν να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού. Αργότερα η γυναίκα της αντιτρομοκρατικής ερωτεύτηκε τον ένοχο, και τη θέση της ανέλαβε άλλος. Τους πρότεινε πως θα είχαν μεγαλύτερη ελπίδα να βγουν αν παραδέχονταν τη συμμετοχή τους στο έγκλημα ως επαναστατική πράξη, που ίσως έτσι τους ευνοούσε το αντίπαλο κόμμα άπαξ και κέρδιζε τις εκλογές. Έπειτα προσπαθούσαν να τους πλησιάσουν πολλοί του παρόντος κόμματος με λεφτά ώστε να τους βγάλουν και να τους δώσουν κάποια θέση και να σταματήσουν να διαμαρτύρονται, αλλά δεν το δέχονταν. Τελικα ο θείος του εμπλεκόμενου, ο οποίος ήταν πρόσωπο της μαφίας και μισούσε ο εμπλεκόμενος, κατόρθωσε να τους βγάλει με μεγάλο χρηματικό ποσό. Αφού βγήκαν από τη φυλακή, συνέχισαν τη ζωή τους απλά, και σταμάτησαν ν’ακούγονται εντελώς. Υποτίθεται πως το χρήμα κερδίζει την ιδεολογία. Στο τέλος ξαναεμφανίζεται αυτή η γυναίκα, της οποίας ο άντρας επιστρέφει, στον οποίο διηγείται για ένα όνειρο που είδε μ’αυτόν να μπλέκει στη φυλακή με τα παραπάνω. Δεν έβγαλα και πολύ νόημα από την ιστορία. Αυτό που μου έμεινε είναι ότι οι γυναίκες είναι επικινδυνες και δεν ξέρεις ποτέ τι σου στήνουν. Ευχόμασταν όλες τις μέρες πριν κατέβουμε στο κέντρο της Αθήνας να μην ψοφήσει, όπως λέγαμε, ο ληστοτρομοκράτης Ρωμανός την ημέρα εκείνη και γίνουν επεισόδια, αλλ’ευτυχώς δεν ψόφησε. Ευτυχώς εκεί που βρισκόμασταν, ακόμα και πόλεμο ν’άνοιγαν οι κουκουλοφόροι, δε θα καταλαβαίναμε τίποτα.
Πέρασαν λοιπόν οι μέρες, κι έφτασε η ώρα της επιστροφής. Αφού δώσαμε τα κλειδιά μας και η υπάλληλος μας ευχήθηκε εις το επανιδείν (λίγο δύσκολο αν δεν ξαναμείνω με δωρεά), φύγαμε. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο του Πυρσού είχε κάποια μικροπροβλήματα ως παλαιό όχημα, αλλ’ευτυχώς δεν ήταν πολύ σοβαρά.
Μόλις γύρισα εδώ, βρέθηκα και πάλι αντιμέτωπος με την πραγματικότητα των φτωχών. Τηλέφωνο και Ίντερνετ δεν είχαμε για 3 ημέρες, και η CYTA δεν φαινόταν να παίρνει τα αιτήματά μας υπόψη. Πολύ συχνά και τις προηγούμενες μέρες είχαμε διακοπές στην τηλεφωνία και το Ίντερνετ, και υποπτεύομαι ότι η εταιρεία φταίει, αφού όσους ηλεκτρολόγους κι αν φωνάξαμε δεν βρήκαν κάποιο ελάττωμα. Λίγο Ίντερνετ είχα το πρωί της Δευτέρας στις 9, αλλά από εκεί και στο εξής κόπηκε. Έτσι επιστρέψαμε και πάλι στον ΟΤΕ, ο οποίος δε μας έχει παρουσιάσει απολύτως κανένα πρόβλημα ως τώρα.
Χωρίς Ίντερνετ λοιπόν, διάβαζα βιβλίο. Τελείωσα την τέταρτη έκδοση του βιβλίου της ερπετολογίας, που ξεκίνησα ενόσω ήμουν στην Αθήνα, για το οποίο περισσότερα θα διαβάσετε εδώ.