Category: σκέψεις


Την Πέμπτη στις 25 Αυγούστου, έγινε η τιμητική εκδήλωση για την ελληνική ολυμπιακή ομάδα στο Προεδρικό Μέγαρο, με την παρουσία όλων των Ολυμπιονικών. Από την ομάδα έλειπε η μεγάλη σκοπεύτρια Άννα Κορακάκη, η οποία κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο στη σκοποβολή των 10 μέτρων με αεροβόλο και το χρυσό στη σκοποβολή των 25 μέτρων με πυροβόλο, όχι με αεροβόλο όπως διαδίδεται. Στην πραγματικότητα, ο πρόεδρος της δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, παρέλειψε να την προσκαλέσει. Ναι, ακριβώς αυτό! Αρχηγός κράτους και ξέχασε να καλέσει μια χρυσή ολυμπιονίκη! Πώς γίνεται αυτό; Πόσο υπανάπτυκτοί είμαστε ως χώρα; Οι αθλητές ειδοποιήθηκαν μόλις το βράδυ της Τετάρτης, κάτι που επίσης θεωρώ απαράδεκτο. Η Κορακάκη ίσως να μη μπορούσε να παρασταθεί, διότι έλειπε σε διακοπές με τον πατέρα της στο Παρίσι, παρόλα αυτά θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί. Ο πατέρας της επικοινώνησε με τον πρόεδρο της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Σπύρο Καπράλο, αλλά υποβάθμισε το θέμα. Λογικό ήταν και ο πατέρας και η κόρη να ένιωσαν μεγάλη αγανάκτηση. Ο πατέρας δήλωσε ότι νιώθει σαν να δέχεται πόλεμο από παντού, και η Άννα Κορακάκη ότι όσο κι αν κάποιοι το θέλουν, δεν πρόκειται να παρατήσει την προσπάθεια και δεν εγκαταλείπει τη χώρα. Ακόμα και το πρακτορείο ειδήσεων Reuters σχολίασε το γεγονός, με δημοσίευμα με τίτλο «Η ελληνική κυβέρνηση ντροπιάστηκε μετά το λάθος με την Κορακάκη». Ακόμα μια φορά γίναμε ρεζίλι διεθνώς και δικαίως.

Η Άννα Κορακάκη δεν έλαβε καμία υποστήριξη από το ελληνικό κράτος. Προπονητής της ήταν ο πατέρας της, σκοπευτής, ενώ και ο αδελφός της είναι επίσης σκοπευτής. Ταξίδεψε στο Ρίο με έξοδα της οικογένειάς της. Πήρε δύο μετάλλια στην πρώτη της Ολυμπιάδα, σε ηλικία μόλις 22 ετών – στην ηλικία μου. Είναι η πρώτη περίπτωση μετά το 1913 που Έλληνας ολυμπιονίκης παίρνει δύο μετάλλια, και η πρώτη μεγάλη διάκριση της Ελλάδας στη σκοποβολή. Παρόλα αυτά, το κατόρθωμα γρήγορα αποσιωπήθηκε. Γιατί; Είναι γιατί η Κορακάκη και ο πατέρας της επέκριναν την έλλειψη βοήθειας από μέρους του ελληνικού κράτους στις δηλώσεις τους, ή για κάτι άλλο; Μήπως φοβούνται ότι η σκοποβολή θα γίνει μόδα έπειτα από αυτό και οι Έλληνες θα έχουν όπλα;

Ούτε μία ομπρέλα;

Ήμουν λοιπόν προχθές, Παρασκευή 24 του μηνός, στο πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσω ένα μάθημα. Ο καιρός, όπως όλες αυτές τις μέρες δυστυχώς, νεφελώδης και έτοιμος να βρέξει. Ευτυχώς δεν έβρεξε τότε, γιατί δεν είχα ούτε ομπρέλα. Φορούσα μόνο ένα αδιάβροχο, χωρίς όμως κουκούλα. Θυμήθηκα τότε τη μέρα του προηγούμενου μήνα, οπότε έβρεχε καταρρακτωδώς. Είχα πάει Δευτέρα, νομίζω 22 Σεπτεμβρίου, για να δώσω ένα μάθημα – γιατί οι εξετάσεις κράτησαν τόσο πολύ; Και όταν πήγαινα λοιπόν, ο καιρός απλώς ήταν συννεφιασμένος. Φεύγοντας όμως, έβρεχε υπερβολικά. Σχεδόν κανείς δεν έφευγε αρχικά, επειδή όλοι περίμεναν να σταματήσει υποτίθεται η βροχή. Αυτή όμως δε σταμάτησε για τις επόμενες ώρες. Έτσι πολύς κόσμος παρέμεινε μέσα και στο υπόστεγο, μετακινούμενος από το ένα μέρος στο άλλο. Εγώ κάθισα λίγο έξω στο στέγαστρο, περιμένοντας να σταματήσει, αλλά μετά μπήκα μέσα. Εκεί στο ισόγειο είχαν μια εκδήλωση για τους ανυποψίαστους ακόμα νέους της σχολής νηπιαγωγών, όπου κάποιες κοπέλες λέγανε παρωδίες διάφορων τραγουδιών στο μικρόφωνο. Αργότερα ξαναβγήκα έξω, μήπως και σταμάτησε, αλλά είχε δυναμώσει ακόμα περισσότερο. Όλοι ήταν κάτω από το υπόστεγο, αλλά λίγοι-λίγοι, οι τολμηροί πρώτα, άρχισαν να φεύγουν. Πολλοί είχαν ομπρέλες, όχι όμως όλοι. Εγώ τελικά στάθηκα δίπλα σε μια κολόνα στην άκρη του υποστέγου, πότε-πότε βγαίνοντας στη βροχή για να δω αν μπορώ να την αντέξω. Σίγουρα ένας λεπτοντυμένος κακομοίρης με το μπαστουνάκι του στη γωνία να καταβρέχεται θα προκαλούσε τον οίκτο. Όλο και κάποια συμπονετική κοπέλα θα είχε συγκινηθεί από την θλιβερή αυτήν σκηνή, και θα πλησίαζε διστακτικά τον αναξιοπαθούντα για να του προσφέρει το μόνο προστατευτικό κατά της πανίσχυρης εκείνης βροχής που διέθετε, δηλαδή την ομπρέλα της, με συνέπεια να βραχεί μετά κάτω από κάθε ρούχο, δίνοντας δηλαδή προστασία στον πτωχό, και γινόμενη αυτή ο «πτωχός» για λίγο. Αλλά δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Ούτε μια από τις δεκάδες κουμουνίστριες κοπέλες που κόπτονται δήθεν για τα δικαιώματα των αδικημένων από την άτιμη την κενωνία – μετανάστες λάθρο και μη, γκέι, τρανσέξουαλ, Εβραίοι, μουσουλμάνοι, έγχρωμοι, άτομα με αναπηρία, ναι, όλοι στο ίδιο τσουβάλι παρά τις διαφορές τους – δεν προσφέρθηκε να μου δώσει ούτε μία ομπρέλα. Να είστε σίγουροι, πως αν επρόκειτο για Νέγρο ή Πακιστανό λαθρομετανάστη, δε θα πρόσφεραν απλόχερα απλώς την ομπρέλα τους, αλλά και το κορμί που συνδέεται μ’αυτήν την ομπρέλα. Γιατί τότε όχι στα αμεα; Η διάκριση αυτή έχει επιστημονική βάση, την οποία όμως δε θα συζητήσω επί του παρόντος. Εγώ φυσικά δε ζητιάνευα ομπρέλα· αλλά δε θεωρούσα και εντελ΄ώς απίθανο να έρθει κάποιος εκεί και να μου προτείνει να μου δώσει ομπρέλα. Τώρα αν επέμενε υπερβολικά δεν ξέρω αν την έπαιρνα κιόλας. Άλλωστε τζάμπα είναι. Τελικά βγήκα έξω στην καταρρακτώδη βροχή, πήρα τα δύο λεωφορεία που χρειάζεται και επέστρεψα, υπερβολικά βρεγμένος. Εκείνη η βροχή ήταν πρωτοφανής. Παρεξέκλινα επίσης και λίγο από το δρόμο μου για να πάρω ροκανίδι για την κουνέλα μου, γιατί εκείνο ήταν έτσι κι αλλιώς για άλλαγμα και επίσης είχε πάρει λίγιη υγρασία. Τουλάχιστον η κουνέλα, αν μπορούσε να έχει ομπρέλα, θα μου τηνέδινε…

Πριν μερικές εβδομάδες, αγόρασα από το feeders.gr λίγα αλευροσκούληκα για τις σαύρες μου. Στην πραγματικότητα δεν είναι τα κοινά αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), αλλά τα γιγάντια, βασιλικά αλευροσκούληκά ή superworms (Zophobas morio). Κατάγονται απ’τη Νότιο Αμερική, Γίνονται ως και 4-5 εκ, και η ιδιαιτερότητά τους είναι ότι επειδή είναι κανιβαλιστικά προς τα κουκούλια του είδους τους, δε νυμφώνονται όταν βρίσκονται πολλά μαζί, οπότε μπορείς να έχεις πολλά μαζί χωρίς την ανησυχία ότι θα γίνουν κουκούλια και θα μεταμορφωθούν σε σκαθάρια. Αρνητικό είναι ότι στο διάστημα αυτό δεν τρώνε, και αν δε διατηρούνται στο ψυγείο πεθαίνουν σχετικά γρήγορα, ιδίως αν είναι καλοκαίρι και ο μεταβολισμός τους είναι υψηλός. Έτσι έγινε και σ’αυτήν την περίπτωση. Άρχισαν να ψοφάνε και διάλεξα διάφορα σε διάφορες φάσεις της αποδόμησής τους για να σας τα δείξω.
Το πρώτο αριστερά έχει πεθάνει πρόσφατα, κι ακομα δεν έχει ιδιαίτερες αλλαγές από ένα ζωντανό. Το αμέσως επόμενο είναι λίγο διογκωμένο και αρχίζει να μαυρίζει. Όπως και στα σπονδυλωτά, έτσι και τα ασπόνδυλα συσσωρεύουν αέρια κατά την αρχή της αποσύνθεσής τους στο πεπτικό σύστημα κι έτσι πρήζονται ελαφρώς. Το πρήξιμο αυτό έχει παραμορφώσει και απολιθώματα εντόμων. Το αμέσως επόμενο έχει μαυρίσει καλά, έχει αδυνατίσει αρκετά, έχει σχεδόν δισδιαστατοποιηθεί και από την κάτω πλευρά έχει κάνει ένα αυλάκι εξαιτίας της απώλειας υγρών. Έτσι γίνονται και τα ζωντανά αλευροσκούληκα που είναι υποσιτισμένα και ταλαιπωρημένα, που εγώ τα λέω μαραμένα. Και τέρμα δεξιά είναι τα θραύσματα από δύο σχεδόν αποξηραμένα έντομα. Εντελώς αποξηραμένο κι ολόκληρο δε βρήκα, πάντως το απομεινάρι μετά την αποσύνθεση των μαλακών μερών σ’όλα τα αρθρόποδα είναι ο εξωσκελετός, ο οποίος μπορεί να είναι πλήρης αν το αρθρόποδο αφέθηκε σε ήσυχο σημείο. Ο χιτινώδης εξωσκελετός θα θρυμματιστεί και θ’αποδομηθεί αργότερα, αλλά σε ξηρό περιβάλλον μπορέι να διατηρηθεί επ’αόριστον. Στην περίπτωση των αλευροσκούληκων, αν και είναι σκληρά, όπως όλες οι προνύμφες έχουν αρκετά υγρά και πολύ λίπος, άρα ο εξωσκελετός δύσκολα διατηρεί τη μορφή του ζωντανού εντόμου, συνήθως μαυρίζει και αδυνατίζει, αν και σε ελεγχόμενο ξηρό περιβάλλον πιστεύωπως δε θα χαλάσει.
Τα αλευροσκούληκα αυτά ήταν λίγα, και ο χώρος τους ξηρός, οπότε δε μύριζαν σχεδόν καθόλου. Μια άλλη φορά ωστόσο, την προηγούμενη που πήρα τέτοια αλευροσκούληκα, λόγω ζέστης και μεγάλου πληθυσμού, άρχισαν να σαπίζουν όλα μαζί. Το κουτί είχε ζεσταθεί από τη βακτηριακή δραστηριότητα και μύριζαν σαν χαλασμένες γαρίδες, άλλωστε είναι συγγενικά είδη και πιθανόν θα έχουν παρόμοιες αναλογίες αμινοξέων και λιπαρών. Από εκεί έσωσα λίγα ζωντανά, αλλά ο γενειοφόρος δράκος, παρόλο που είναι είδος με χαμηλή όσφρηση, δεν τα έφαγε. Αφού τα έπλεινα καλά έφαγε δύο με δυσκολία, και για να μην του κάνουν τυχόν κακό τα πέταξα όλα όπως ήταν, ζωντανά και νεκρά, για να σαπίσουν στα σκουπίδια με την ησυχία τους. Τα κοινά αλευροσκούληκα θα είχαν λύσει το πρόβλημα με τον κανιβαλισμό, κι αυτή η δυσάρεστη κατάσταση θα είχε αποφευχθεί.

Έτσι, αντί για τον ασαφή σκελετό ενός κάποτε ζώντος όντος που αφήνουν τα σπονδυλωτά, ή το εντελώς απρόσωπο όστρακο που αφήνουν τα μαλάκια, τα αρθρόποδα αφήνουν όλο τους το περίβλημα, διατηρώντας αναλλοίωτη ή σχεδόν αναλλοίωτη την εικόνα τους. Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν τα αρθρόποδα προλάβαιναν να κατακτήσουν τους οικολογικούς θώκους των μεγάλων ζώων ενός οικοσυστήματος αντί για τα χερσαία σπονδυλωτά. Λέγεται ότι αυτό είναι αδύνατο, επειδή η μέθοδος παθητικής αναπνοής τους με τις τραχείες είναι ανεπαρκής, κι ότι απέκτησαν γιγαντιαία μεγέθη μόνο στη Λιθανθρακοφόρο ένεκα υψηλών επιπέδων οξυγόνου, αλλά αυτό είναι μόνο εν μέρει αληθές. Στην πραγματικότητα έχει βρεθεί ότι πολλά έντομα αναπνέουν ενεργητικά, ωθώντας και βγάζοντας άερα από τις τραχείες, όπως δηλαδή γίνεται και η αναπνοή στα σπονδυλωτά με πνεύμονες. Αυτό θα μπορούσε να προσαρμοστεί και σε μεγαλύτερα μεγέθη σίγουρα. Στην περίπτωση αυτήν λοιπόν, παρόλο που οι εξωσκελετοί τους τελικά θ’αποδομούνταν, σίγουρα θα υπήρχαν είδη με σκληρότερους ή ασβεστώδεις εξωσκελετούς ου θ’άντεχαν πολύ περισσότερο. Οπότε δε θα ήταν παράξενο να υπάρχουν πτώματα ζώων μικρών και μεγάλων παντού στο φυσικό περιβάλλον. Σίγουρα δε θα ήταν όλοι οι εξωσκελετοί από πτώματα, κάποιοι θα ήταν παλιοί εξωσκελετοί από εκδύσεις κατά την ανάπτυξη του ζωόυ, αλ΄’εφόσον σε πολλές περιπτώσεις αυτοί τρώγονται από το ζώο, αυτό δε θα ίσχυε για όλα τα είδη. Και τα πτώματα αυτά θα είχαν διάφορα σχήματα, και ιδιότητες. Άλλα μπορέι να ήταν σκληρά, άλλα από τριχωτά είδη μονωτικά, άλλα από μαλακά είδη λεπτά και εύκαμπτα σαν χαρτί, κλπ. Σίγουρα αυτός ο πόρος δε θα πηγαίνε χαμένος σ’αυτό το οικοσύστημα, και θα υπήρχαν ζώα τα οποία θα τα χρησιμοποιούσαν ως τροφή, ως υλικό κατασκευής φωλιάς ή ως καταφύγιο, εφόσον θα ήταν κούφια. Άλλα θα είχαν καμουφλάζν ου θα ταίριαζε με την επιφάνειά τους ή με άλλα χαρακτηριστικά τους, σ’άλλα μπορέι να προσάρμοζαν το σώμα τους μέσα τους για προστασία όπως ο ερημίτης κάβουρας που χρησιμοποιεί όστρακα σαλιγκαριών, άλλα θα τα χρησιμοποιούσαν για να εντυπωσιάσουν το αντίθετο φύλο π.χ. μαζεύοντας τα πιο φωσφοριζέ πτώματα – κάτι αντίστοιχο κάνουν τα πουλιά συλλέκτες της Νέας Γουινέας, όπου τα αρσενικά μαζεύουν όσα πιο πολλά μπλε αντικείμενα μπορούν στη φωλιά για να εντυπωσιάσουν το θηλυκό. Επίσης σίγουρα θα υπήρχαν μύκητες, ή και επίφυτα εξειδικευμένα για την ανάπτυξη πάνω στα άδεια αυτά πτώματα.

Οι συνέπειες αυτής της διαφορετικής βιολογίας σε κάποιο τυχόν νοήμον είδος που θα εξελισσόταν απ’αυτά τα μεγααρθρόποδα θα ήταν άγνωστες, αν και κάτι μπορούμε να υποθέσουμε. Το είδος αυτό σίγουρα δε θα είχε ανθρώπινο σχήμα, αλλά πολύ πιθανότερο είναι να είχε σχήμα εξάποδου βαρελιού μπίρας, όπως οι εξωγήινοι σε ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει. Οι αντιλήψεις αυτού του είδους περί θανάτου, καθώς και οι νεκρικές του πρακτικές, θα ήταν πολύ διαφορετικές απ’τις δικέ ςμας. Εφόσον όλα τα χαρακτηριστικά του νεκρού θα παρέμεναν για καιρό μετά το θάνατό του, μπορέι να είχαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί του, οπότε οι αντιλήψεις περί μεταθανάτιας ζωής ίσως να ήταν ισχυρότερες. Επίσης, εφόσον το απομεινάρι θα ήταν μια καθαρή, συγκροτημένη μάζα, δε θα ήταν αναγκαία η καταστροφή των νεκρών, οπότε η ταρίχευση ίσως να ήταν πολύ περισσότερο διαδεδομένη. Σίγουρα θα υπήρχε πρόβλημα με το βραχύ διάστημα της αποσύνθεσης, αλλά αυτό θα το αντιμετώπιζαν πηγαίνοντας το πτώμα μακριά προσωρινα΄ή υποβάλλοντάς το σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Τα λείψανα δε θα ήταν απαραίτητο να βρίσκονται σε μία σαρκοφάγο, αλλά μπορέι να εκτίθενταν μπροστά από ή μέσα σ’ένα σπίτι, σε ειδικό χώρο κλπ. Αγάλματα σπουδαίων προσώπων ίσως θα ΄ήταν άχρηστα αν μπορούσε να διατηρηθεί ο εξωσκελετός τους, καλυμμένος με κάποιο σφραγιστικό υλικό για αιώνες. Επειδή ο εξωσκελετός είναι εξωτερικός, ίσως σε κάποιους πολιτισμούς ή σε ορισμένες κάστες, π.χ. ιερείς, τα νοήμονα όντα να φορούσαν τον εξωσκελετό κάποιου προγόνου για να δείξουν τη σύνδεσή τους μ’αυτόν. Η προγονολατρεία θα ήταν σίγουρα διαδεδομένη.

Ναι μεν, αλλά. Παρόλο που αυτό είναι μια καλή άσκηση στην επιστημονική φαντασία, στην πραγματικότητα είναι κάτι σχεδόν αδύνατο τα αρθρόποδα να κατακτήσουν τη θέση των μεσαίων και των μεγαλύτερων ζώων. Πιο πιθανό θά’ταν τα μαλάκια ή και τα σκουλήκια να ‘αντικαταστήσουν τα σπονδυλωτά, παρά τα αρθρόποδα, κι αυτό για έναν προφαμή λόγο. Αντίθετα με τα παραπάνω ζώα και τα σπονδυλωτά, όλα τα αρθρόποδα και τα υπόλοιπα εκδυσόζωα αναπτύσσονται σε στάδια, όχι συνεχώς. Κάθε στάδιο λήγει με την έκδυση του παλιού εξωσκελετού, οπότε το αρθρόποδο είναι πολύ ευάλωτο και πρέπει κάπου να κρυφτεί, έως ότου να αποβάλει το παλιό του περίβλημα και να σκληρύνει το νέο. Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα σε μεγαλύτερα μεγέθη, όπου η εύρεση κατάλληλης κρυψώνας είναι δυσκολότερη, είναι πιθανότερο να συμβούν ατυχήματα και ο χρόνος σκλήρυνσης είναι μεγαλύτερος. Οπότε πιο πιθανό είναι τα σαρκοφάγα ζώα να έβρισκαν τα μαλακά μεγααρθρόποδα, και τα πρώτα είδη να εξαφανιζόταν πολύ πριν εξελιχθεί κάποιο νοήμον είδος. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν είναι εύκολο να εξελιχθούν γιγάντια αρθρόποδα. Στη Λιθανθρακοφόρο ακόμα οι χερσαίοι εχθροί ήταν λίγοι, οπότε αυτό ήταν δυνατόν.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που θ’αντιμετώπιζαν τα τεράστια αυτά αρθρόποδα είναι το ενδεχόμενο θανάτου ακόμα κι από φαινομενικά μικρό τραύμα. Τα αρθρόποδα έχουν ανοιχτό κυκλοφορικό σύστημα, δηλαδή το αίμα τους (αιμολέμφος) γεμίζει όλο τους το σώμα χωρίς αιμοφόρα αγγεία. Έτσι αν τραυματιστούν λίγο η πληγή μπορεί να κλείσει, αλλά αν σπάσει σχετικά μεγάλο μέρος του εξωσκελετού πεθαίνουν από απώλεια υγρών γρήγορα. Κι επίσης οι ασθένειες θα ήταν εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Τα αρθρόποδα δεν έχουν το προσαρμοστικό ανοσοποιητικο σύστημα των σπονδυλωτών – η ανωτερότητά του αμφισβητείται έντονα όμως -, οπότε αν αρρωστήσουν από κάτι νέο πιθανό είναι ότι θα πεθάνουν. Σε ενδεχόμενο λοίμωξης είτε επιβιώνουν είτε πεθαίνουν, σπάνια γίνονται καλά από σοβαρή ασθένεια. Κι εξαιτίας του ανοιχτού τους κυκλοφορικού συστήματος, η λοίμωξη γρήγορα εξαπλώνεται σ’όλο το σώμα με τρομακτικά συμπτώματα όπως μύκητες στην επιφάνεια του σώματος, ξαφνικό σάπισμα όλου του σώματος κλπ. Μία επιδημία σε έντομα θυμίζει χολιγουντιανή αποκάλυψη των ζόμπι. Σίγουρα το νοήμον είδος που θα είχε εξελιχθεί από τέτοια ζώα θα είχε ιδιαίτερο φόβο για τις επιδημίες, και ίσως γι’αυτόν το λόγο να μην διατηρούσε τα πτώματα, αλά να τα κατέστρεφε αμέσως.

Οπότε πιθανότατα τέτοια αρθρόποδα δε θα υπάρξουν ποτέ.

Χθες επέστρεψα από το μικ΄ρο φετινο΄μας ιστιοπλοϊκό ταξίδι στη Χαλκιδική. Αρχικά προγραμματίζαμε να πάμε μέχρι τη Σκύρο, το μακρύτερο δηλαδή ταξίδι του ιστιοπλοϊκού, αλλά τελευταία στιγμή ο θείος μου ακύρωσε τη συμμετοχή του, και πήγαμε πολύ κοντύτερα. Μόνο μέχρι τις Φώκιες. Τι να κάνουμε, μεγάλο ταξίδι περίμενα εδώ και τρεις μήνες τουλάχιστον, και τελευταία στιγμή μας τα χάλασαν. Αν ξαναγίνει αυτό, θ’αναγκαστώ να βάλω κι εγώ χρήματα για να πάμε τελικά και πιο μακριά.
Ήμασταν λοιπόν τρεις, εγώ, ο πατέρας μου και ο Παύλος ο σκίπερ. Ξεκινήσαμε με το σκάφος μας ή τη μικρή μας βαρκούλα ευφημιστικά, το Imexus 27, γύρω στις 8 η ώρα πρωί-πρωί το Σάββατο 11 Ιουλίου. Φύγαμε με τη μηχανή απ’το Ναυτικό Όμιλο Θεσσαλονίκης και ξεκίνήσαμε την πορεία μας. Ο Ποσειδών από νωρίς άρχισε να μας ευνοεί, αφού ο βοριάς ήταν συνεχής και αρκετά δυνατός ώστε να πλέουμε άνετα με τα πανιά στην κατεύθυνση που θέλουμε. Αργότερα έφτασε, όπως υππολογίσαμε, και τα 7 μποφόρ, αλλά δεν καταλάβαμε τίποτα, επειδή πλέαμε πρίμα και κύματα δεν υπήρχαν, διότι ο αέρας ερχόταν απ’τη στεριά, η οποία ήταν κοντά και έτσι δεν είχε τον απαιτούμενο χώρο ώστε να σηκώσει κύμα. Πιο κάτω δηλαδή μπορεί να είχε αρκετό κύμα. Το μεσημέρι σταματήσαμε στο Σάνι, όπου έκαναν μπάνιο. Εγώ ήμουν κουρασμένος και δεν ήθελα να μπω στη θάλασσα, άλλωστε κοιμόμουν με διαλείψεις όλη τη μέρα. Ήταν να φύγουμε, αλλά τελικά αποφασίσαμε να μείνουμε αρόδου σ’εκείνον τον κόλπο. Την άλλη μέρα συνεχίσαμε την πορεία μας, τώρα με λίγο περισσότερο μηχανή. Σταματήσαμε σ’έναν κόλπο με ωραίο ζεστό νερο΄για μπάνιο, και γρήγορα συνεχίσαμε το δρόμο μας. Έξω από τον κόλπο λάβαμε ακόμα ένα δώρο εκ του Ποσειδώνος, μια φουσκωτή μπάλα θαλάσσης, η οποία ίσως κάποτε ανήκε σε παιδιάπου πήγαιναν για μπάνιο σε κοντινή παραλία. Μετά ελλιμενιστήκαμε στις Νέες Φώκιες, όπου κατεβήκαμε για να φάμε. Ο Παύλος είχε κατά νου μια καλή ταβέρνα που του είχαν προτείνει, τη Μασαλία, την οποία βρήκαμε και καθίσαμε. Είχε κυρίως γκουρμέ πιάτα, όπως ψημένα τυρια με διάφορες προσθήκες για ορεκτικό, ή κύρια πιάτα με διάφορες σάλτσες από βασιλικό, μάραθο, κάπαρη κλπ. Ήταν όλα εξαιρετικά, σας την προτείνω για όσους πάτε προς τα εκεί. Στο σκάφος τρώγαμε μακαρόνια, κονσέρβες, σαντουιτσάκια, φρούτα, καθώς και τα υπέροχα γεμιστά μπισκότα με μπόλικη σοκολάτα που είχε φτιάξει η μαμά μου για το ταξίδι.
Ο αέρας ήταν λες και τον παραγγείλαμε, αφού στην επιστροφή είχαμε νοτιά. Αρχικά είχαμε λίγο μηχανή, αλά μετά την σβήσαμε. Ανεβήκαμε με πανί μέχρι έξω από την Καλλικράτεια, όπου κάναμε μπάνιο. Από τα μισά του ταξιδιού και μέχρι το ακρωτήριο του αγγελοχωρίου δυστυχώς είχε λίγο παραπάνω κύμα, το οποίο κουνούσε τα πάντα στο σκάφος. Πήρα εγώ μια δραμαμίνη για καλό και για κακό. Φοβηθήκαμε μήπωςο Ποσειδώνας ζητούσε τη μπάλα πίσω, αλλά μάλλον απλώς δοκίμαζε την πίστη μας, αφού κάναμε την κίνηση να ξαναρίξουμε τη μπάλα μέσα, αλά το κύμα δε σταμάτησε. Επίσης η λέξη «βυθίζεται» εισέβαλε στο μυαλό μου – προφανώς μας έστελνε μηνύματα από τον Όλυμπο απέναντι για να επηρεάσει τη διάθεσή μας -, αλλά αντιμετωπίσαμε επιτυχώς την δοκιμασία. Τελικά φτάσαμε με ευκολία στο Ναυτικό Όμιλο.
Αν δε φυσούσε, το ταξίδι θα ήτανε σκατά. Θα ήταν πολύ σύντομο, βαρετό με τον εκνευριστικό ήχο της μηχανής συνεχώς, και χωρίς βιβλίο δε θα περνούσε ο χρόνος με τίποτα. Ευτυχώς φυσούσε και ήταν πολύ ωραία – ίσως ήταν το μεγαλύτερο ταξίδι με πανιά που κάναμε. Αυτήν τη φορά ο Ποσειδών ήταν με το μέρος μας, με το μέρος ημών των ταπεινών αμαρτωλών. Ο Απόλλων ωστόσο για κάποιον λόγο αποστασιοποιήθηκε, αφού μια μύγα μέσα στην καμπίνα μας ενοχλούσε συνεχώς, και ούτε οι παρακλίσεις, ούτε οι τεμενάδες στον καμπινέ δε τον έφεραν να την διώξει. Ίσως θα πρέπει να του θυσιάσουμε κανένα πεντακοσάρικο στη φωτιά για να μας έχει υπόψη την επόμενη φορά.
Στο δρόμο Ίντερνετ είχε ο πατέρας μου στο κινητό από κάρτα, το οποίο ανοίγαμε για να παρακολουθούμε ανελειπώς την πορεία των ελληνικών διαπραγματεύσεων. Ο μέγας Τσίπρας που δήθεν επρόκειτο να μας σώσει, τελικά αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε ακόμα χειρότερα μέτρα απ’αυτά που του πρότειναν αρχικά. Το όχι που ψηφίσαμε δεν είχε κανένα νόημα, ένα δημοψήφισμα, που, όπως λένε, θύμιζε τα στημένα δημοψηφίσματα της Σοβιετικής Ένωσης στα οποία πίστευε ο λαός ότι ψήφιζε, αλά στην πραγματικότητα η κυβέρνηση ακολουθούσε αυτό που είχε σχεδιάσει. Γιατί τότε το έκανε; Απορώ. Απορώ επίσης γιατί σώνει και καλά ήθελε να κυβερνήσει. Στην πραγματικότητα πριν την εκλογή του τους τελευταίους μήνες του 2014 είχε σημειωθεί μικρή πορεία ανάπτυξης στη χώρα, η οποία έπεσε μετά την εκλογή του. Κι απ’ό,τι φαίνεται, του ήταν αδύνατον να διαπραγματευτεί σωστά με τους δανειστές όλους αυτούς τους μήνες, ώστε φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Φτάσαμε ως και στο σημείο να εκχωρήσουμε περιουσιακά στοιχεία ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ σε μια εταιρέια του Λουξεμβούργου η οποία θα τα διαχειρίζεται, μήπως και αποπληρωθεί μέρος του χρέους! Όχι ότι με διαφορετική αντιμετωπιση του ζητήματος θα απαλλασσόμασταν απ’τους δανειστές – αυτό είναι αδύνατον, ιδίως τώρα που η επιδίωξή τους να πάρουν ό,τι μπορούν είναι εμφανής, αλλά σίγουρα θα μπορούσαμε να έχουμε ευνοϊκότερα μέτρα. Τι πιστεύετε; Εγώ το μόνο που έχω να πω είναι: ας μη μπαίναμε σ’αυτήν τη θέση εξαρχής. Τώρα πια είμαστε παγιδευμένοι.

Εμπιστοσύνη είναι όταν ένα μικρό, ζεστό, ευάλωτο γούνινο μπαλάκι, μπορεί και εκατό φορές μικρότερό σου, έρχεται δίπλα σου χωρίς να φοβάται καθόλου. Σκουντάει το χέρι σου όταν ξαπλώνεις για να το σηκώσεις ώστε να περάσει από κάτω, χωρίς να φοβάται μην πέσεις και το πλακώσεις. Πλησιάζει στη μύτη σου, χωρίς να φοβάται ότι θα το φας. Σε μυρίζει, σε γλείφει, σε γαργαλάει, ανεβαίνει πάνω σου, χωρίς να φοβάται ότι θα το βλάψεις με οποιονδήποτε τρόπο. Κάθετε δίπλα σου να το χαϊδέψεις κι απολαμβάνει το χάιδεμα χωρίς ν’ανησυχεί. Μπορείς ως και να το χαΪδεύεις απαλά ενώ τρώει ή κοιμάται χωρίς να ενοχλείται! Ενίοτε δε φοβάται ακόμα κι αν το σηκώσεις, γιατί ξέρει πως δε θα το ρίξεις κάτω. Αντί να κοιτάζει κάτω και να προσπαθεί να φύγει όπως άλλα που δεν έχουν συνηθίσει το σήκωμα, σε κοιτάζει και κάθεται ήρεμο στην αγκαλιά σου, αν και περιμένει να ξαναβρεθεί κάτω όσο το συντομότερο δυνατόν. Αφού τα κάνει όλα αυτά, σημαίνει πως σε εμπιστεύεται πλήρως σαν δικό του και δεν περιμένει κανένα κακό από σένα. Είναι σαν να λέει: «Αυτός είναι ένα λιμπάκι σαν εμένα. Μεγαλύτερο και λίγο διαφορετικό, αλά σαν εμένα, δεν κάνει κακό.» Μπορεί άραγε να κάνει κανείς κακό σ’αυτό το μικρό πλασματάκι; Όχι, γιατί αν κάνει, έστω και κάτι φαινομενικά απλό όπως στιγμιαία απότομη συμπεριφορά από βιασύνη ας πούμε, που δε θα μπορέσει αυτό να καταλάβει, θα είναι επιλήψιμη πράξη, όπως αν προέδιδε την εμπιστοσύνη ενός μικρού παιδιού. Τότε το λιμπάκι θα ένιωθε σαν να ήθελε να πει: «Μα εγώ τον αγαπάω, γιατί κάνει έτσι;» Κι αν τύχει να παραφερθεί, θα χρειαστέι οπωσδήποτε να δώσει αποζημίωση έπειτα. Και όμως κάποιοι άνθρωποι βλάπτουν ενσυνείδητα αυτές τις αθώες μπαλίτσες που τους έχουν δώσει την καρδιά τους.
Έτσι αγαπάνε τα κουνέλια μας, κι εμείς τα αγαπάμε ακόμα περισσότερο. Αυτήν τη στιγμή έχω τη Λίμπο βόλτα και τρέχει εδώ δίπλα μου, κάνοντας διάφορα λιμποπράγματα. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να φτάσουν στο σημείο να μας θεωρούν δικούς τους είναι η κατανόηση πάνω απ’όλα της συμπεριφοράς και της ψυχολογίας τους ως μικρών μαλακών θηλαστικών που κινδυνεύουν απ’όλους στη φύση. Αφού κατανοήσουμε αυτό, τότε με επιμονή και υπομονή, ξοδεύοντας αρκετό ποιοτικό χρόνο μαζί τους, θα καταφέρουμε βνα τα κάνουμε φίλους μας.

νεότερη προσθήκη, άνθος μπρουγκμάνσιας, απογόνου του τότε φυτού, 11/10/2016

Προχθές, βγαίνοντας στο μπαλκόνι το βράδυ για να δω τη
Λίμπο
την κουνέλα μου, απρόσμενα είδα κάτι λευκό. Ήταν το πρώτο άνθος της ντατούρας μου, που κανονικά είναι
Μπρουγκμάνσια,
Γένος ξυλωδών συγγενών της
ντατούρας
ιθαγενές της Νότιας Αμερικής, το οποίο έχει διαχωριστεί απ’τις άλλες ντατούρες, αν κι επειδή έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, συχνά την αποκαλώ ντατούρα κι αυτήν. Το μπουμπούκι εκείνο είχε μεγαλώσει αρκετά, αλλά νόμιζα πως δεν ήταν ακόμα η μέρα για ν’ανοίξει. Σε σχέση με πέρσι, που τα τέσσερα πρώτα άνθη άνοιγαν με απόσταση μιας μέρας, τώρα τα υπόλοιπα 3 μπουμπούκια είναι πολύ μικρότερα ακόμα. Το φυτό μάλλον ταλαιπωρείται στη γλάστρα που βρίσκεται, αν και μεσαίου μεγέθους, και γι’αυτό θα πρέπει να το μεταφυτεύσω, αλλά το φθινόπωρο, για να μην του διακόψω ίσως την ανθοφορία. Άκρες νηματοειδών ριζών βγαίνουν απ’τις τρύπες του πυθμένα, ενώ το καλοκαίρι πέρσι, το πρώτο της καλοκαίρι ως μεγάλο φυτό, είχε πάθει πολλά απ’τη ζέστη με πτώση πολλών φύλλων και καταστροφή της καλοκαιρινής ανθοφορίας. Σε όσο πάντως μεγάλη γλάστρα κι αν την βάζω, τελικά θα τη γεμίζει ρίζα, αφού αναπτύσσεται σαν αγριόχορτο και μπορεί να ξεπεράσει τα τρία μέτρα σ’ένα χρόνο, γι’αυτό θα πρέπει περιστασιακά να κλαδεύω και τη ρίζα. Κάθε φθινόπωρο έτσι κι αλλιώς την κλαδεύω μέχρι τη μέση, κάτι που σίγουρα θα νεκρώνει κι αρκετές λεπτές ρίζες που δε λαμβάνουν πλέον την απαιτούμενη τροφή, αλλά αυτό δεν επαρκεί. Εκείνη την εποχή οι ρίζες αποθηκεύουν στο φλοιό τους πολλά θρεπτικά συστατικά, τα οποία απελευθερώνουν την επόμενη άνοιξη οπότε υπάρχει εκρηκτική ανάπτυξη και σε βλαστό και σε ρίζα. Το κόψιμο θα πρέπει να γίνει κάπου στις αρχές του φθινοπώρου.

Το άνθος αυτό, παρά το μικρό μέγεθος του φυτού, ήταν αρκετά μεγάλο. Στην πραγματικότητα κάθε άνθος που είχε το φυτό ήταν περίπου του ίδιου μεγέθους, ακόμα κι αυτό που βγήκε το φθινόπωρο, τρεις μήνες μετά τη βλάστηση του σπόρου της, όταν το φυτό ήταν κοντότερο από 30 εκατοστά. Θεωρητικά τα φυτά αυτά ανθίζουν στον επόμενο χρόνο, και γι’αυτό θυμάμαι πως είχα φοβηθεί μήπως ήταν μονοετές είδος απλής ντατούρας κι όχι μπρουγκμάνσια, αλλά τελικά αποδείχθηκε το δεύτερο. Το άνθος βρισκόταν στη διχάλα δύο κλαδιών, στην κορυφή δηλαδή ενός βλαστού ο οποίος έκανε δύο διακλαδώσεις μετά το σχηματισμό του άνθους για να συνεχίσει η ανάπτυξη, όπως γίνεται πάντα σ’αυτό το είδος. Και οι μικρές δύο διακλαδώσεις είχαν διχοτομηθεί, και στη μία υπήρχε μικρότερο μπουμπουκάκι. Το μήκος του άνθους ήταν γύρω στα 15 εκατοστά, και το πλάτος γύρω στα 8-10. Είχε μακριά πράσινα και χνουδωτά συνενωμένα σέπαλα, ελεύθερα από τα πέταλα σχεδόν σ’όλο το μήκος τους, σχηματίζοντας ένα χαλαρό χιτώνα λίγο πριν τη μέση του άνθους. Ο ύπερος είναι μικρός και σφαιρικός, κρυμμένος στη μέση και κάτω, απ’όπου σχηματίζεται ο καρπός. Τα πέντε μεγάλα και λευκά πέταλα σχημάτιζαν το σωλήνα, το καθένα πλατύ στο ανοιχτό άκρο του με λεπτή οξεία κορυφή, ελαφρώς χνουδωτά απ’έξω και λεία από μέσα, με υφή χαρτιού. Εκτός απ’το κεντρικό νεύρο υπήρχαν και άλλα δύο πλευρικά, ίσως και περισσότερα, απομεινάρια του συστήματος στα κανονικά φύλλα. Στα σέπαλα δε μπορούσα να το δω αυτό, μιας και ήταν πολύ λεπτότερα, και δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να καταστρέψω το άνθος. Οι μακριοί στήμονες ήταν πέντε με κυλινδρικούς ανθήρες γεμάτους ψιλή γύρη, ενώ ο στύλος ήταν ακόμα μακρύτερος στο κέντρο, με πολλαπλό στίγμα που πάλι δεν μπορούσα να εξετάσω. Το άνθος μύριζε λεμόνι, και για να μην το χάσω, αφού την επόμενη μέρα θα μαραινόταν, κάθισα μπροστά του για να το απολαύσω, όπου περιήλθα σε διαλογισμό σχεδόν ψυχοναυτικής φύσεως, αν και δεν έφαγα τίποτα απ’το φυτό αυτό.

Αρχικά καθόμουν κάτω, μπροστά στο άνθος, μυρίζοντάς το, και πρόσεξα πως δεν είχα ούτε το αλλεργικό μπούκωμα ούτε άλλα αρνητικά συμπτώματα που είχα παλαιότερα και ελάχιστα τα εμφάνισα φέτος, αν κι έβηξα λίγες φορές, αυτό όμως ίσως γιατί ο λαιμός μου έχει πρόβλημα. Υποθέτω πως μετά τη
Δεύτερή μου μεταμόσχευση
(κανονικά ημιμεταμόσχευση) Στον κερατοειδή, το ανοσοποιητικό σύστημα, που πριν προσπαθούσε ν’απορρίψει το προηγούμενο μόσχευμα, σταμάτησε να υπερλειτουργεί κι έτσι σταμάτησαν τα αλλεργικά συμπτώματα. Αρχικά το είχα αποδώσει στις κορτιζόνες, αλλά η παύση των συμπτωμάτων συνέχισε κι αφότου έκοψα αυτά τα φάρμακα.

Έπειτα άρχισα να σκέφτομαι για την ιστορία αυτού του φυτού. Το μυαλό μου πρώτα πήγε στο Μεξικό, όπου γινόταν αρκετή χρήση τέτοιων φυτών. Στα
Νάουατλ
Το άνθος λεγόταν «ξότσιτλ» ή «ξοτσίτλ» (κανονικά σχεδόν όλες οι ναουατλικές λέξεις στην παραλήγουσα τονίζονται, τα μάγια τονίζουν στη λήγουσα), και ήταν πολύ σημαντικό σύμβολο που μάλλον συνδεόταν με την άνοιξη και τη γονιμότητα, αφού συχνά αναφερόταν στα ποιήματά τους και με τέτοια στολίζονταν οι ναοί, οι νεκροί, οι γιορτές και οι ευγενείς. Ο Ξοτσιπίλλι ήταν ο πρίγκιπας των λουλουδιών ή ανθισμένος πρίγκιπας, που κατ’επέκτασιν έγινε και ο προστάτης των παραισθησιογόνων φυτών. Από την άλλοι, οι ίδιοι διέπρατταν «ενάρετους» πολέμους (ανθισμένοι πόλεμοι), με μόνο σκοπό να συλλάβουν αιχμαλώτους για τις ανθρωποθυσίες. Ο θάνατος στον πόλεμο ή στη θυσία λεγόταν ανθισμένος θάνατος, ένας πολύ τρομακτικός συνδυασμός λέξεων. Τιμημένος ήταν κι ο θάνατος δηλαδή για τους αιχμαλώτους πολέμου, αφού συνήθως από νάουατλ πόλει ςκατάγονταν κι αυτοί και παρόμοια πράγματα πίστευαν, γι’αυτό οι περισσότεροι δεν ήθελαν να ελευθερωθούν ακόμα κι αν μπορούσαν. Όποιος πάντως έδειχνε φανερά πως φοβόταν να θυσιαστεί, εκτελούταν ατιμωτικά μπροστά στο ναό, οπότε ότι διάθεση κι αν είχε κάποιος την ίδια κατάληξη θά’βρισκε. Μια παρανοΪκή κοινωνία που είχε στήσει ολόκληρη θρησκευτική φιλοσοφία γύρω από το γεγονός των 10.000 θυσιών ετησίως στο μεγάλο ναό της Πόλης του Μεξικού, περί ανταπόδωσης στους θεούς της ζωής την οποία μας δίνουν συνεχώς με τη θυσία τους και τον πόνο τους, που σίγουρα εξυπηρετούσε κάποιον υλιστικό σκοπό. Μπορεί να ήταν για τον έλεγχο του πληθυσμού, αφού η εύφορη κοιλάδα του Μεξικού ήταν αρκετά στενή και ο ανταγωνισμός για την τροφή ήταν μεγάλος, μπορεί να’ταν για τη διατροφική κάλυψη των ευγενών τουλάχιστον με περισσότερη πρωτεΐνη από την ανθρωποφαγία, γιατί ζώα μεγάλα εξημερωμένα δεν υπήρχαν, άλλοι υποστηρίζουν ακόμα κι ότι το έκαναν για ν’αναβιώσουν παλιά ψυχικά τραύματα, αν και το τελευταίο δεν το πιστεύω καθόλου. Αν ήταν έτσι, όλοι οι άνθρωποι έχουν βιώσει οι ίδιοι ή οι πρόγονοί τους σοβαρά τραύματα, αλλά δεν έγιναν πουθενά αλλού θυσίες γι’αυτόν το σκοπό.

Όχι όμως, το φυτό αυτό δεν είναι από το Μεξικό, εκεί ήξεραν τις κοινές ντατούρες, είναι νιοτιοαμερικανικής προέλευσης. Εκεί στα υψίπεδα του Περού μπορούν να βρεθούν πολλά είδη, αλλά και σε χαμηλότερες περιοχές. Το συγκεκριμένο (Brugmansia aurea) κατάγεται από μεσαία υψόμετρα, γι’αυτό αντέχει αρκετά στο κρύο, όχι όμως σε θερμοκρασία υπό του μηδενός. Κι εκεί το φυτό είχε παρόμοιες χρήσεις από τους Ίνκας και διάφορους κοντινούς πολιτισμούς. Θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα διαβάσει τις προάλλες στο Διαδίκτυο, όπου ένας Ισπανός χρονικογράφος ανέφερε κατάπληκτος ότι οι μάντεις στην αυτοκρατορία των Ίνκας ήταν πάρα πολλοί. Σε μία πόλη (δε θυμάμαι όνομα) 5.000 κατοίκω νμάλιστα έφταναν τους 400. Δεν έκαναν καμία δουλειά, παρά προέβλεπαν το μέλλον κι απαντούσαν σε ερωτήματα. Οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορούσε να ζητήσει τη γνώμη τους, κι αυτοί τότε κλείνονταν σε μια καλύβα, όπου συνήθως με τη βοήθεια του ατσούμα, οποιουδήποτε από τα 4-5 γνωστά είδη αρκετά ισχυρών
Παραισθησιογόνων κάκτων του γένους Echinopsis (πρώην Trichocereus),
Ή με τους σπόρους του δέντρου
Anadenanthera,
Σχημάτιζαν το χρησμό τους, και την επόμενη μέρα έβγαιναν έξω για να τον ανακοινώσουν. Σκέφτηκα για την τεράστια μηχανή εξαπάτησης του κόσμου που είχε στηθεί σ’αυτήν και πολλές άλλες πρωτόγονες θρησκείες, την οποία οι απλοί κι όχι μόνο άνθρωποι τη δέχονταν ως αλήθεια. Και η μαντική είχε μεγάλες συνέπειες στις αρχαίες κοινωνίες. Μπορούσε ένας άνθρωπος να σκοτωθεί εάν θεωρούταν μελλοντικός υπαίτιος για κάτι κακό (βλ. την αντίδραση των γονέων του Οιδίποδα), θα μπορούσε μια μάχη να χαθεί, είτε εξαιτίας κάποιου αρνητικού χρησμού από πριν για την έκβασή της είτε εξαιτίας υπερβολικής αυτοπεποίθησης των μαχητών, οι οποίοι, ακούγοντας για θετική έκβαση, ίσως αμελούσαν την ετοιμότητά τους. Και άλλα πολλά τέτοια θα μπορούσε να’φερνε η μαντεία. Γι’αυτό και αργότερα, σε πολλούς προηγμένους πολιτισμούς, όπως στον αρχαιοελληνικό, ίσως κι από τους ίδιους τους ιερείς έγινε μια μικρή διευκρίνιση του τύπου «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», δηλαδή μαζί με τη βοήθεια της Αθηνάς/του Θεού κούνα και το χέρι σου. Εγώ βασικά το εκλαμβάνω, αν ειπώθηκε από ιερέα, ως: «Κούνα κι εσύ το χέρι σου, και ο Θεός σίγουρα θα βοηθήσει», υπαινίσσοντας ότι ο Θεός είναι απαραίτητος για οποιαδήποτε προσπάθεια – χωρίς αυτόν όλα είναι αδύνατα, να μη χάσει ο λαός και την προσκόλληση στο ιερατείο, εναλλακτικά αν λεγόταν από κάποιον σκεπτικιστή «Κούνα κι εσύ το χέρι σου, και οι επικλήσεις στην Αθηνά/Θεό είναι δευτερεύουσας σημασίας», εννοώντας δηλαδή ότι πάνω απ’όλα είναι η προσπάθεια του καθενός, και οι εξ άνωθεν βοήθειες πιθανότατα δενέρχονται, επειδή αυτοί που τις δίνουν μάλλον δεν υπάρχουν. Και βέβαια σχεδόν σ’όλη την ιστορία, ακόμα και στη δεισιδαιμονική Αρχαία Αίγυπτο με τις χιλιάδες θεών και δαιμόνων που εξουσίαζαν τη ζωή, στη Βαβυλώνα με τους θεούς τιμωρούς, στο θυσιαστικό Μεξικό και στις σημερινές μουσουλμανικές φονταμενταλιστικές χώρες, σίγουρα θα υπήρχαν σκεπτικιστές, άνθρωποι που κατά βάθος δεν πίστευαν ακριβώς αυτά που πρέσβευε η θρησκεία τους, αλλά για ευνόητους λόγους δεν το αποκάλυπταν. Σίγουρα στην Αρχαία Αθήνα θα υπήρχαν και κρυπτοάθεοι ή αγνωστικιστές, που όμως εξαιτίας γεγονότων όπως ο φόνος του Σωκράτη δεν τόλμησαν ποτέ να διαδώσουν τις απόψεις τους. Σε λίγο παλαιότερους αιώνες όμως στην Αρχαία Ελλάδα οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι ανοιχτά διακήρυσσαν τις διαφορετικές απόψεις τους συνήθως χωρίς τιμωρία, και το ίδιο έγινε και κατά την ελληνιστική και ρωμαΪκή εποχή, όπου γενικά το κράτος δεν είχε μεγάλη μέριμνα για τη θρησκεία. Μετά ήρθε ο τρισκατάρατος Μεσαίωνας. Οι Αθηναίοι προφανώς κατά τον 5ο αιώνα προσπάθησαν να ενισχύσουν τον τομέα της θρησκείας για νά’χει περισσότερη συνοχή η πόλη. Γι’αυτό και πραγματικές τιμωρίες για αθεΐα δε δίνονταν εύκολα σ’αυτούς που δεν πίστευαν (η δική του Σωκράτη είχε και πολιτική βάση, ήταν μια εξαίρεση), αλλά σ’αυτούς που δεν ακολουθούσαν τις δημόσιες εκδηλώσεις της θρησκείας, γιορτές κλπ, που προωθούσαν την αίσθηση της κοινότητας. Η Αθήνα πάνω απ’όλα ήταν μια κοινότητα, με το συνεχή φόβο ότι κινδύνευε να επικρατήσει η ανυπακοή στους νόμους και το ατομικό συμφέρον και η νεοϊδρυθήσα δημοκρατία να καταρρεύσει. Ένας που δεν πίστευε ωστόσο θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο στόχαστρο πολύ ευκολότερα από κάποιον άλλον, κι όποτε διέπραττε κάποιο αδίκημα, ακόμα και μικρό, θα του προσαπτόταν και η αθεΐα. Συκοφάντες στην Αθήνα υπήρχαν πολλοί, αυτοί που θέλαν να φάνε τις θέσεις των άλλων για ν’αναδειχθούν οι ίδιοι κλπ. Αυτά ήταν τα αρνητικά της άμεσης δημοκρατίας. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί γι’αυτήν, παρά τα λόγια πολλών που διακηρύσσουν πως όλοι είναι ίσοι σε μια δημοκρατική κοινωνία, αξίζουν της ίδιας μεταχείρησης απ’το νόμο κλπ. Όχι, αυτό είναι αδύνατον! Δε μπορούν να λειτουργήσουν όλι με γνώμονα το κοινό συμφέρον όπως επιτάσσει η άμεση δημοκρατία. Σε μια τέτοια κοινωνία, υπήρχαν κι αυτοί οι άνθρωποι, ίσως από κατώτερες και καταπιεσμένες κοινωνικές τάξεις που προσπαθούσαν ν’αναδειχθούν με διάφορους θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους με μόνο μέλημα το προσωπικό συμφέρον. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν μισητοί στους μεγάλους φιλοσόφους της εποχής, όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, που εστίαζαν στην καλλιέργεια της αρετής. Αρετή για να δρουν οι πολίτες σωστά στα θέματα διαχείρησης της πόλης τους, γιατί εκείνο το διάστημα η ΑθηναΪκή δημοκρατία είχε περιέλθει σε κρίση εξαιτίας του Πελοποννησιακού Πολέμου και των πολλών εσωτερικών συγκρούσεων, και πλέον, κατά τους φιλοσόφους αυτούς, η πόλη κυβερνούταν από φαύλους ανθρώπους, επηρεασμένους από τα ήθη των σοφιστών. Είχαν πολύ ρομαντική άποψη για τα παλιά καλά χρόνια της δημοκρατίας, που υποτίθεται έφεραν μεγάλη ανάπτυξη στην Αθήνα. Δεν έπαυσε ωστόσο η ανάπτυξη επειδή μόνο υποβαθμίστηκε ο θεσμός της δημοκρατίας, αλλά κι επειδή όλη η Ελλάδα σπαρασσόταν από ένα συνεχή πόλεμο. Κι επίσης εκείνα τα χρόνια δεν ήταν και τόσο δημοκρατικά όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κατά το χρυσό αιώνα του Περικλή για παράδειγμα, έγιναν πολλά εγκλήματα κατά το δίκαιο του ισχυροτέρου, όπως η μεταφορά του ταμείου της Αθηναϊκής Συμμαχία στην Αθήνα και η εγκαθίδρυση της ΑθηναΪκής Ηγεμονίας, πράγματα που ώθησαν πολλές πόλεις αργότοερα εναντίον της Αθήνας. Επίσης ο Περικλής στην πραγματικότητα ήταν ένας ειρηνικός δικτάτορας με μεγάλη ικανότητα χειρισμού του πλήθους με τρόπο ώστε να πιστεύει πως το ίδιο αποφασίζει για την πόλη. Εμείς τον αποκαλούμε «Χρυσό Αιώνα» επειδή από εκεί μας έμειναν τα περισσότερα μεγάλα καλλιτεχνικά έεγα. Αλλά τα έργα δηλώνουν χρήμα και δύναμη, όχι απαραίτητα αρετή και εγκράτεια. Γι’αυτόν το λόγο, καθώς και για την παρατήρηση ότι η δημοκρατία λειτουργεί με τη δύναμη του απαίδευτου πλήθους, οι μεγάλη φιλόσοφοι απομακρύνθηκαν απ’τη δημοκρατία. Ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης κάπως συγκεκαλυμμένα την επέκριναν, ο Πλάτων ωστόσο σε μεγάλη ηλικία συνέγραψε την πολιτεία, ένα ιδανικό υποτίθεται εναλλακτικό πολίτευμα. Σύμφωνα μ’αυτόν, μια υψηλή τάξη πολύ έξυπνων και ικανών ανθρώπων, που θά’χουν επιλεγεί από μικρή ηλικία και θά’χουν περάσει επιτυχώς τη μακρόχρονη εκπαίδευσή τους, θα μπορούν μετά τα 50 χρόνια να ηγηθούν της πόλης. Ποιος όμως θα κάνει την επιλογή και με τι κριτήρια; Μπορούμε εμίς σήμερ ανα δεχτούμε κάτι τέτοιο; Όχι. Υπάρχει άνθρωπος τέλειος ή τέλειο κράτος; Όχι. Έχουμε αρκετά, προφανώς γονιδιακά λάθη που δύσκολα φεύγουν. Εγώ, γνωρίζοντας κι αυτήν την άποψη του Πλάτωνα, θα προτιμούσα ένα δημοκρατικό κράτος που μπορεί να μη λειτουργούσε τόσο καλά ή γρήγορα από ένα όπου άλλοι, υποτίθεται ειδήμονες, αποφασίζουν για όλους. Το πρόβλημα το γνωρίζει πρώτα απ’όλα αυτός που το έχει, και όχι κάποιος επιλεγμένος σχεδόν ημίθεος στην υψηλότερη θέση του πλατωνικού κράτους.

Έπειτα σκεφτόμουν τη συμβολική αξία του άνθους αυτού του φυτού. Η ανθισμένη ντατούρα συχνά παραλληλίζεται με θελκτική γυναίκα τέλειας εμφάνισης, που κρύβει όμως από πίσω της δηλητήριο και προσπαθεί να σε αποπλανήσει. Σκέφτηκα πως το χωνί αυτό γίνεται ένα τεράστιο στόμα που προσπαθεί να σε καταπιεί, κι απ’αυτήν την εικόνα τραβήχτηκα αμέσως τρομαγμένος πίσω, γιατί ήταν σαν να μου έπιανε το σαγόνι. Ένας ψυχαναλυτής εδώ θα μπορούσε να πει για το συμβολισμό του σωληνοειδούς άνθους αυτού ως γυναικείου αιδοίου, το φόβο του ευνουχισμού κλπ. Ωστόσο εγώ το ερμήνευσα απλώς ως παράδοξη αντίδραση. Από την άλλη ωστόσο, λογικά αν το εξετάσουμε, ο συμβολισμός αυτός είναι πολύ υπερβολικός. Το βήμα από το να δει κάποιος το άνθος στο να αποπλανηθεί και να δοκιμάσει να φάει το φυτό είναι τεράστιο, και δε γίνονται τέτοια πράγματα εύκολα. Απλώς ο φόβος του ανθρώπου γι’αυτό το φυτό είναι παράλογος. Από την άλλη, το άνθος αυτό είναι μαλακό και λευκό, σε πλήρη αντίθεση με το υπόλοιπο φυτό που είναι δύσοσμο. Μάλλον για να το προτιμούν τα έντομα. Είναι λευκ΄΄ο, το χρώμα της αγάπης. Λευκή είναι η αγάπη, όπως και η Λίμπο η κουνέλα μου που είναι αγάπη. Σκέφτηκα πόσα ψυχολογικά σύνδρομα θα μπορούσε να’χει στο υποσυνείδητό του ένας άνθρωπος, με τα οποία θα μπορούσε να παραγάγει ποίηση ή άλλη τέχνη, χωρίς να χρειάζεται η επίκληση ενός θεού, όπως μας έλεγε τάχα ο σχολιαστής Designer στο fridge.gr,
Σε ένα άρθρο,
Όπου ισχυριζόταν ότι μόνο κάποιος ένθεος θα μπορούσε να παραγάγει ή να εκτιμήσει την τέχνη, επειδή η ικανότητα για κάτι τέτοιο «ανώτερο» προέρχεται από το Θεό. Κι όταν εννοούσε Θεό, αναφερόταν αποκλειστικά στο χριστιανικό θεό. Εγώ δε μπορώ να πιστέψω κάτι που δεν αποδεικνύεται, κάτι για το οποίο κάθε πολιτισμός έχει διαφορετική άποψη και μάλιστα κάθε τέτοια άποψη ανακηρύσσεται από τους θιασσώτες της σαν την υπέρτατη και μοναδική αλήθεια. Δεν υπάρχει κάτι πιο αλαζονικό. Το μόνο που με κρατά κάπως στην αποδοχή μιας τέτοιας οντότητας, και πάλι ως περισσότερο αφηρημένης ένοιας σε κατάσταση πιθανότητας, είναι η ύπαρξη της θρησκείας με τη μία μορφή ή την άλλη σ’όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς. Κάποιος άλλος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ότι πολλοί πολιτισμοί ιστορικά έκαναν κι άλλα μεγάλα λάθη, και η θρησκεία δεν είναι εξαίρεση. Μπορεί νά’ναι και σωστός.

Έπειτα προσπάθησα να εξετάσω το άνθος λογικά, εξελικτικά κι όχι συμβολικά. Τα σύμβολα τα φτιάχνουμε εμείς οι άνθρωποι, και είναι καθαρά νοητικά κατασκευάσματα. Για έναν άλλον οργανισμό πιθανότατα δεν είναι τίποτα. Έτσι και το άνθος της ντατούρας έχει πάρει αυτό το σχήμα για να επιτελέσει καλύτερα το σκοπό της αναπαραγωγής. Απ’την κατάσταση των ενωμένων πετάλω που έχουν πολλά συγγενικά σολανοειδή φυτά, η ντατούρα/μπρουγκμάνσια ίσως επιμήκυνε τον ανθικό σωλήνα παραπάνω, ίσως ως προσαρμογή στα έντομα της περιοχής της. Η νυχτερινή άνθιση, το έντονο λευκό χρώμα που κάνει αντίθεση με το φύλλωμα και τα υπόλοιπα στοιχεία προφανώς γύρω, και η έντονη οσμή των ανθέων προσελκύει νυκτόβια έντομα όπως νυχτοπεταλούδες, που μάλλον μπαίνουν μέσα για να βρουν νέκταρ. Καθώς μπαίνουν, πρώτα ακουμπούν στα στίγματα του φυτού, οπότε αν είχαν γύρη από προηγούμενο άνθος θα την άφηναν εκεί, κι έτσι θα γινόταν η διασταυρωτή γονιμοποίηση. Έπειτα το έντομο θα περνούσε από τους ανθήρες τω στημόνω και θα καλυπτόταν με λεπτή γύρη, και στο τέλος αυτού του μακριού ταξιδιού, μέσα στο σωλήνα θα βρει το νέκταρ. Γι’αυτό το άνθος του συγκεκριμένου φυτού έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Με μιας το τρομακτικό αιδοίο των ψυχαναλυτών μιας μοχθηρής δηλητηριώδους γυναίκας καταρρέει, γίνεται ένα τέλεια εξελιγμένο εργαλείο για τη διευκόλυνση της ετερογονιμοποίησης. Για ένα έντομο, το αιδοίο αυτό είναι απλώς ένας δύσκολος σωλήνας με ίγη σκόνη και εμπόδια στην αρχή και γλυκό μελάκι στο τέλος.

Πολλά άλλα άνθη έχουν εξελιχθεί για να διευκολύνουν την ετερογονιμοποίηση. Εκείνη τη στιγμή συμπτωματικά πέρασε ένα έντομο, αλλά ο βόμβος του χάθηκε πέρα απ’το μπαλκόνι. Γιατι δεν πέρασε από κοντά για να έρθει στο άνθος της ντατούρας; Μήπως θα καταλάβαινε πως εγώ ήμουν μπροστά, αν ήμουν ακίνητος; Δεν έχει και το΄σο υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Ή μήπως, κάπως αλλιώς, με την εκπνοή του αέρος ή τις μικροκινήσεις μου για παράδειγμα, θα το αντιλαμβανόταν και θά’φευγε; Κι επίσης αν είχε μπει στο άνθος θα μπορούσα να το πιάσω για το
Βαρώνο,
το λοφιοφόρο μου γκέκο, για να το φάει. Θά’τρωγε πεταλούδα με μελάκι. Μετά όμως σκέφτηκα πώς, ακόμα κι αν ερχόταν το έντομο και μετάφερε γύρη, το αποτέλεσμα θα’ταν ίδιο με την αυτεπικονίαση, αφού άλλα όμοια άνθη στην περιοχή δεν υπάρχουν. Το είδος ωστόσο μπορεί ν’αυτεπικονιαστεί και χωρίς βοήθεια. Θυμήθηκα τις
εκτενέστατες μελέτες του Δαρβίνου
για τους μηχανισμούς που έχουν εξελίξει πολλά φυτά ώστε ν’αποφεύγουν την αυτεπικονίαση, η οποία μειώνει γενικώς τη γενετική ποικιλομορφία στον πληθυσμό και θεωρητικά στο απότερο μέλλον δεν είναι ωφέλιμη, αφού οι μεταλλάξεις περιορίζονται, και σε περίπτωση κρίσης το είδος ίσως δε μπορέσει τόσο εύκολα να προσαρμοστεί κι εξαφανιστεί. Η αυτεπικονίαση ήταν μια μορφή ενδοαναπαραγωγής, αιμομιξίας όπως θα λέγαμε, και η σοβαρότερη μορφή, αφού γίνεται με το γονιδίωμα του ίδιου ερμαφρόδιτου οργανισμού. Ο ανασυνδυασμός του γονιδιώματος μετά τη γονιμοποίηση μπορεί να βγάλει νέους γονιδιακούς συνδυασμούς, και ιδίως στα φυτά, που συχνά είναι πολυπλοειδή (πάνω από ένα ζεύγος χρωμοσωμάτων), αυτό μπορεί να δώσει αρκετή ποικιλία ακόμα και σ’ένα άτομο. Μπορεί επίσης να βγάλει στην επιφάνεια συνδυασμούς αρνητικών υπολειπόμενων γονιδίων που δε θα εμφανίζονταν πιθανότατα με την ετερογονιμοποίηση. Ο Δαρβίνος κατά βάση έκανε αυτά τα πειράματα, που αφορούσαν την ενδοαναπαραγωγή, για Να μελετήσει τις συνέπειές της, γιατί ο ίδιος είχε παντρευτεί την ξαδέρφη του, και φοβόταν μήπως τα παιδιά του θ’αποκτούσαν κάποιο γενετικό πρόβλημα, παραδόξως χρόνια μετά. Μέσα στους φόβους, τα άγχη και τις ανησυχίες ζούσε ο Δαρβίνος. Βρετανός ήταν κι αυτός ευκατάστατης οικογένειας, και δεν ξέφυγε της παράδοσης της οικογενειολαγνείας – ποιος είναι από ποιον πρόγονο, τι έκανε αυτός ο πρόγονος, πόσο χρήμα είχε, από πού κρατάει η σκούφια και τι οικονομική επιφάνεια έχει ο/η μέλλον/μέλλουσα σύζυγος, πού θα χώσουμε τα παιδιά για να κληρονομήσουν τις προηγούμενες θέσεις (σε κανένα πανεπιστήμιο, σε καμιά τράπεζα, σε καμία βιομηχανία, στο στρατό ή στην Εκκλησία). Αυτή η παράδοση συνεχίζεται ακόμα στους Βρετανούς, οι οποίοι γενικά είναι προσκολλημένοι σε κάτι τέτοιες παράξενες αξίες περί καταγωγής και οικογενειακών δέντρων. Λες κι ο πρόγονός σου απαραίτητα σου υπαγορεύει τι θα γίνεις. Στο κάτω-κάτω ωστόσο κι αυτή η αναπαραγωγική στρατηγική μπορεί να πρόκειται για φυσικώς επιλεγμένη συμπεριφορά. Ο Δαρβίνος είναι αρκετά ψυχαναλυμένη περίπτωση μεταθάνατον, και γι’αυτόν έχουν ειπωθεί πολλά. Για παράδειγμα ότι η επιμονή του για την καλή δουλειά – δεν ήταν βιαστικός όταν ετοίμαζε το βιβλίο της εξέλιξης, ήταν όμως πολύ υπομονετικός -, είχε ως βάση τα αρνητικά σχόλια του πατέρα του στα χρόνια της νεότητάς του ότι δεν ήταν ικανός για τίποτα. Άραγε κι εγώ, που συχνά δέχομαι τέτοια σχόλια, επειδή στην πράξη δεν κάνω κάτι σημαντικό, μπορεί να κάνω κάτι μεγάλο στο μέλλον; Αμφιβάλλω πολύ. Ο Δαρβίνος τότε ήδη είχε τη θέληση για μεγάλα πράγματα, αφού στην ηλικία των 22 ταξίδεψε στο Μπιγκλ. Εγώ 19 είμαι, και δεν ξέρω καλά-καλά να σηκώνομαι απ’τον υπολογιστή μου. Τότε όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Τα παιδιά ήταν πολύ πιο αυτόνομα και μόνο η θέληση – εννοείται πως η οικογένεια θά’πρεπε να είχε χρήμα -, αρκούσε για να προχωρήσει κάποιος εκεί όπου ήθελε. Ο Δαρβίνος από σπουδαστής γιατρός, σπουδαστής ιερέας έπειτα, κατέληξε φυσιοδίφης, διαβάζοντας απλώς λίγα βιβλία κι έχοντας σχέση μ’άλλους φυσιοδίφες, χωρίς νά’χει πολλά πτυχία και χαρτιά κι αρχικά χωρίς να πληρώνεται. Σήμερα δε μπορεί να γίνει δεκτός οποιοσδήποτε έτσι. Σήμερα οι φοιτητές των πανεπιστημίων οπουδήποτε είναι πολύ περισσότεροι, και οι θέσεις για επίτιμους ελάχιστες, και μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις. Για τη δική μου περίπτωση, που θα ήθελα ν’ασχοληθώ με τη βιολογική επιστήμη που αγαπώ πολύ, και φορτώνομαι επιπλέον με την αναπηρία μου που θα με δυσκόλευε, τέτοιο μέλλον είναι αδύνατο.

Τελικά πάντως, από το παράδειγμα του Δαρβίνου, καταλαβαίνουμε πως για κανέναν επιστήμονα δεν ξέρουμε για ποιον πραγματικό λόγο κάνει τη δουλειά του. Άλλοι για τα χρήματα ή για την κατάληψη κάποιας υψηλής θέσης. Άλλοι μόνο και μόνο για το Νόμπελ, λες και όλοι οι νομπελίστες έχουν προσφέρει εξίσου. Άλλοι μπορεί για να λύσουν εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις, να ξεπεράσουν τραύματα (Δαρβίνος) ή φόβους, π.χ. το φόβο του θανάτου μέσω της υστεροφμίας. Δεν ξέρουμε κι ούτε θα μάθουμε εάν ο ίδιος ο ερευνητής δεν μας φωτίσει κάπως κατά τη διάρκεια της ζωής του λέγοντας ή γράφοντας κάτι ή γράψει κάτι που θ’αποκαλυφθεί μετά το θάνατό του. Το ίδιο και με τους καλλιτέχνες, που ο κόσμος αρέσκεται να τους ψυχαναλύει, αλλά είναι πολύ γνωστό πως η ερμηνεία των έργων τους συχνά απέχει έτη φωτός απ’το πραγματικό κίνητρο της δημιουργίας τους. Σε περίπτωση που ο καλλιτέχνης είναι ακόμα ζωντανός, με κάποια πιθανή ερμηνεία του έργου του θα διαμαρτυρηθεί, όπως είχε γίνει νομίζω με την Κική Δημουλά της οποίας ποίημα είχε μπει στις Πανελλήνιες και διαφώνησε ως προς την ερμηνεία του, οπότε το θέμα αφαιρέθηκε. Μήπως τελικά κάνει ο καθένας ό,τι κάνει επειδή φοβάται το θάνατο;

Το άνθος όταν μαραθεί θα το δώσω στο κουνέλι, επειδή μυρίζει ωραία, μου πέρασε απ’το μυαλό στιγμιαία. Όχι, αυτό είναι εγκληματικό! Μπορεί το κουνέλι νά’χει το ένζυμο της ατροπινεστεράσης και να μπορεί ως κάποιον βαθμο ν’αποδομήσει την ατροπίνη, αλλά δεν ξέρω τι γίνεται με τη σκοπολαμίνη. Το άνθος θα το κόψω και θα το πετάξω, δε θα το αφήσω να γίνει καρπός, για να ανοίξουν γρηγορότερα τα επόμενα. Πάντως η ντατούρα δεν είναι απρόσβλητη. Μπορεί το κουνέλι να την έχει δοκιμάσει και να την άφησε, κάμπιες ωστόσο πέρσι το φθινόπωρο είχαν καταστρέψει το φύλωμά της, ακυρώνοντας και τη φθινοπωρινή ανθοφορία. Δεν είναι απρόσβλητα αυτά τα χνουδωτά, δύσοσμα και υγρά φύλλα που βρίσκονται πίσω απ’το άνθος. Ωστόσο για όποιο σπονδυλωτό τα φάει οι συνέπειες είναι βαριές. Θυμήθηκα έπειτα όλες τις εμπειρίες χρήσης ντατούρας και μπρουγκμάνσιας που είχα διαβάσει σε διαδικτυακές σελίδες, όπως στο
erowid
με το μαύρο φόντο (κατευθείαν αυτό μου ήρθε στο μυαλό). Άλλοι πήραν ένα άνθος σαν αυτό που είχα μπροστά μου, άλλοι φύλλα, φύλλα και άνθη, ή, το ισχυρότερο, σπόρους. Ισχυρότερα είναι τα άνθη και οι σπόροι, γιατί εκείνα τα μέρη προσπαθεί περισσότερο να προστατεύσει το φυτό από εχθρούς. Κι αφού έφαγαν την πικρή ντατούρα είτε έτσι είτε σε τσάι, ήρθαν διάφορα σοβαρά σωματικά συμπτώματα. Αύξηση της σωματικής θερμοκρασίας, ταχυκαρδία, ξήρανση των βλενογόνων, υπερβολική διαστολή της κόρης των οφθαλμών, φωτοφοβία, προβλήματα στην εστίαση, ανισορροπία, τρέμουλο, αποπροσανατολισμός, δυσκολία στην ούρηση, δυσκολία στην ομιλία, αφού ο λαιμός έχει στεγνώσει. Κι έπειτα έρχονται και τα νοητικά/ψυχολογικά συμπτώματα. Τρομακτικό παραλήρημα, όπου ο χρήστης/ασθενής αποσυνδέεται πλήρως από την πραγματικότητα – μπορεί να μιλάει με ανθρώπους που δε βρίσκονται εκεί, να κάνει πράξεις χωρίς τα αντικείμενα να υπάρχουν, άνθρωποι κι αντικείμενα να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται από το πουθενά, η αίσθηση του τόπου και του χρόνου ν’αλλοιώνεται, κι όλα αυτά με μειωμένη συνείδηση του ατόμου και μικρή μνήμη των γεγονότων έπειτα. Πόσοι πολλοί απ’αυτούς έχουν βρεθεί ημίγυμνοι, γυμνοί, με εμετό στα ρούχα, κρατώντας κάτι να τρέχουν στους δρόμους πιστεύοντας ότι κυνηγιούνται από δαίμονες και πνεύματα, ή άλλοι σε δρόμους και πάρκα πιστεύοντας πως είναι στο σπίτι τους ή πως μιλάνε με κάποιον κοντά τους που δεν υπάρχει ή πως τελειώνει ο κόσμος και θα πεθάνουν. Ακόμα χειρότερα, άλλοι έχουν οδηγήσει αυτοκίνητο! Οι περισσότεροι τέτοιας κατάστασης καταλήγουν στα νοσοκομεία ή στα κρατητήρια προσωρινά, μέχρι να τους παραλάβουν οι γονείς τους, αν και η κατάσταση της υγείας τους συνήθως δεν απειλείται άμεσα, εξαιτίας των περίεργων συμπτωμάτων τους. Συνήθως μετά δε θέλουν να ξαναπάρουν ντατούρα ποτέ, ενώ πολλοί έχουν δυσλειτουργίες και για βδομάδες μετά τη χρήση, ενίοτε και για περισσότερο. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις αυτοακροτηριασμού υπό την επίροια της ντατούρας, χωρίς πλήρη συνείδηση της πράξης από το χρήστη ή και θανάτου σε υπερβολικές δόσεις. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις μόνιμης παραφροσύνης ύστερα από χρήση, αλλά επιστημονικά δεν έχουν εξεταστεί. Ωστόσο άτομα ήδη επιρρεπή στην ψύχωση δεν είναι απίθανο να διαταραχθούν από μια τέτοια κατάσταση. Γι’αυτό και πολλοί σαμάνοι θεωρούσαν το φυτό δαιμονικό, κατάλληλο μονο για πεπειραμένους σαμάνους ή σκοτεινούς μάγους, ικανό να τρελάνει κάποιον. Πολλοί Ινδιάνοι στο Μεξικό έκαναν προσευχές μόλις έβλεπαν ή άγγιζαν ένα τέτοιο φυτό για να προστατευτούν από την αρνητική επίδρασή του. Και στο Μεσαίωνα στην Ευρώπη είχε συνδεθεί με τις μάγισσες, οι οποίες έβαζαν υποτίθεται ένα σκουπόξυλο αλειμμένο με ντατούρα στον κόλπο τους (σύμβολο λαγνείας και πορνείας από τη φιλεύσπλαχνη Εκκλησία), για να πετάξουν και να συναντήσουν το Διάβολο. Αυτές έπιαναν κι έκαιγαν ζωντανές οι καλοί χριστιανοί. Στην πραγματικότητα μάλλον, όποια γυναίκα ήταν όμορφη και δεν καθόταν σε κάποιον υψηλόβαθμο ή ιερέα κατηγορούταν ως μάγισσα και καταδικαζόταν. Τόσο σκοτεινή ήταν η φήμη του. Ντατούρα: η βασίλισσα της σκοτεινής πλευράς όπως είχα διαβάσει στο valentine.gr. Αλλά οι περισσότεροι απ’αυτούς τους χρήστες δεν αξίζουν τη λύπη μας. Οι περισσότεροι απλώς άκουσαν από κάποιον άσχετο ή κάποιον φίλο τους τοξικομανή πως το «χόρτο» αυτό είναι νόμιμο και μαστουρώνει ως και για τρεις μέρες, κι έτρεξαν να το πάρουν χωρίς να ψάξουν συνέπειες, συμπτώματα, πιθανή τοξικότητα κλπ. Είναι αποδιοργανωμένες, μαστουρολάγνες προσωπικότητες με χίλια δυο ψυχολογικά προβλήματα, άλλοι από προβληματικές οικογένειες, άλλοι άστεγοι στο δρόμο, άλλοι σε φτωχές συνοικίες, πολλοί ωστόσο, προς έκπληξή μου διαβάζοντας ιστορίες χρηστών κυρίως από την Αμερική, φοιτητές πανεπιστημίων που είχαν δωσοληψίες με κύκλους ναρκομανών. Νιώθουν πιθανόν ελεύθεροι απ’τους γονείς τους και δοκιμάζουν οτιδήποτε. Όμως αυτή η ψευδής ελευθερία κοστίζει, και ιδιαίτερα βαριά μάλιστα στην περίπτωση της ντατούρας. Έτσι είχε γίνει δυστυχώς και μ’άλλες ουσίες. Τις έπαιρναν οπουδήποτε κι οποτεδήποτε, και μολονότι σπανιότατα είχαν τόσο ακραίες συνέπειες, προκάλεσαν το ενδιαφέρον του νόμου. Τα παραισθησιογόνα, που σε παλαιότερους πολιτισμούς εντάσσονταν σχεδόν στη σφαίρα των θεών, σε πολλούς ακόλουθους του δυτικού πολιτισμού έχουν γίνει απλώς μια ακόμα μέθοδος διαφυγής και «μαστούρας». Στην πραγματικότητα θα μπορούσαν νά’χουν πολύ πιο εποικοδομητικές χρήσεις απ’αυτό, αλλά ο κόσμος δεν αναγνωρίζει τη δύναμή τους και δεν ξέρει να τα χρησιμοποιεί. Μακριά λοιπόν από τη ντατούρα. Μακριά, μακριά, μακριά! Κι αν υπνοβατήσω και πάρω χωρίς να το καταλάβω; Σχεδόν αδύνατον, αντίστοιχο του να υπνοβατήσω και να προσπαθήσω ν’αυτοκτονήσω.

Το βράδυ εκείνο είχε φεγγάρι και τα δύο φωτεινότερα στοιχεία στο μπαλκόνι ήταν το άνθος της ντατούρας και η Λιμπίτσα μου. Και τα δύο σύμβολα ζωής και αγάπης. Το παιδάκι μου ήταν κατάλευκο σαν χαρούμενη χιονομπαλίτσα. Αγάπη, αγάπη στη Λίμπο. Αγάπη στα λιμπάκια της, και σ’όλα τα μικρά νεκρά λιμπάκια που δε μεγάλωσαν. Χάιδεψα την ήρεμη Λιμπίτσα, είδα τη στάθμη στο μπουκαλάκι της, και μπήκα μέσα στο σπίτι.

Πριν λίγο καιρό, ψάχνοντας σε διάφορες πηγές για να συνθέσω το άρθρο μου για τις σαλαμάνδρες
Αξόλοτλ,
Χρειάστηκε να επισκεφθώ και αρχεία συζητήσεων σε ξένα φόρουμ. Εκεί πρόσεξα πως το αξόλοτλ αποκαλούταν συχνά… «axie”, π.χ. «Axies are very happy,” “Axies don’t like warm temperatures,” κλπ. Η λέξη «αξόλοτλ» δηλαδή μ’όλη την ιστορική της σημασία, καταστράφηκε ώστε να δημιουργηθεί ένα σχήμα που δίνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα και ευκολότερα το νόημα. Ομοίως και μ’άλλα είδη ερπετών κι αμφιβίων, όπως “iggy” αντί για ιγκουάνα, «beerdy” αντί για γενειοφόρος δράκος (bearded dragon), και “cresty” αντί για λοφιοφόρο γκέκο
(crested gecko).
Φυσικά η τάση αυτή για συντομεύσεις δεν είναι επινόηση του χόμπι των ερπετών και των αμφιβίων, παρά εισροή του γενικότερου αμερικανικού γλωσσικού φαινομένου και σ’αυτόν το χώρο.

Οι Αμερικάνοι έχουν έφεση στη συντομογραφίες. Συντέμνοντας λέξεις σε βασικές συλλαβές ή στα αρχικά τους, κόβοντας άλλες, αφαιρώντας φωνίεντα και σύμφωνα προσπαθούν να εκφραστούν όσο το δυνατόν ευκολότερα και γρηγορότερα. Η τάση αυτή προς το εύκολο και το γρήγορο αγνοεί όλη τη δομή των λέξεων και των φράσεων, την ορθογραφία και την ετυμολογία τους, δημιουργώντας ένα είδος περίεργου κώδικα που θυμίζει περισσότερο κρυπτογραφία ή τηλεγράφημα, λες κι ο χρόνος πιέζει τόσο πολύ. Έτσι έχουμε λέξεις όπως “tv”, “ok”, “vip”, “t-shirt”, “dj”, “bbq”, “exam”, “pc”, “gp”, “bf/gf”, «bi”, “gym”, «detox”, και πολλές άλλες. Θά’ταν αδιανόητο στη γλώσσα μας να γίνει κάτι αντίστοιχο, δηλαδή ν’αποκαλούσαμε για συντομία την τηλεόραση για παράδειγμα «το», το γυμναστήριο «γυμ», την ψησταριά «ψστ», το φανελάκι «μπλουζάκι-τ» ή τις εξετάσεις «εξέτ». Πράγματι καμία άλλη γλώσσα, με εξαίρεση ίσως τις στενογραφίες και τους κώδικες, ή τα ονόματα μεγάλων οργανισμών ή λέξεω που αναφέρονται συχνά σ’ένα κείμενο (δε γνωρίζω όμως αν τα τελευταία είναι αμερικανικές επιρροές), δε χρησιμοποιεί τέτοιο απλοποιημένο σύστημα επικοινωνίας. Απ’όσα αρχαία ελληνικά κείμενα ξέρω, κανένα δεν περιέχει ούτε μία συντομογραφία, κι απ’ό,τι ξέρω τα αρχαία ελληνικά δεν είχαν καθόλου συντομογραφίες. Ομοίως και τα λατινικά, τα γερμανικά, και σχεδόν σίγουρα κι άλλες ευρωπαϊκές, ασιατικές και μάλλον όλες οι γλώσσες του κόσμου. Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις όλες μάλλον οι γλώσσες τείνουν να συντομεύουν μερικές εκφράσεις με το χρόνο, γεγονός που στη γλωσσολογία λέγεται οικονομία, π.χ. η μεταβολή της φράσης «ύδωρ νεαρόν» σε απλό «νερό», αλλ’αυτό είναι διαδικασία αιώνων, παράλληλη με την εξέλιξη μιας γλώσσας κι ενός πολιτισμού. Το αμερικανικό φαινόμενο είναι πρωτοφανές. Στον πολιτισμό αυτόν δημιουργούνται κάθε μέρα και λεπτό συντομογραφίες για τα πάντα, από καθημερινά πράγματα, όχι πλέον μόνο της τεχνολογίας, αλλά για οτιδήποτε, έως εξειδικευμένα κι επιστημονικά, οι οποίες χρησιμοποιούνται παντού και πάντοτε, λες κι οι άνθρωποι βιάζονται απ’τις δουλειές να μιλήσουν και να γράψουν.

Οι Αμερικάνοι επίσης τείνουν να μετατρέπουν ό,τι ουσιαστικό βρίσκουν σε ρήμα (ρηματοποίηση). Αν και η αγγλική γλώσσα, λόγω της απλοποίησής της και συνεπώς της απώλειας καταλήξεω που ξεχωρίζουν τα ρήματα απ’τα ουσιαστικά έχει κάπως χαλαρό διαχωρισμό μεταξύ ουσιαστικών και ρημάτων, στα αμερικάνικα ο διαχωρισμός αυτός γίνεται ακόμα ασαφέστερος. Κάθε ουσιαστικό, ακόμα και νεολογισμός, μπορεί να ρηματοποιηθεί, ενώ αυτό μπορεί να γίνεται κανονικότατα και σε λατινογενή ουσιαστικά παρά την εμφανή τους κατάληξη που δηλώνει ουσιαστικό, ρηματοποιήσεις που θα’καναν ένα λατίνο να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο και να στρυφογύρίζει. Έτσι έχουμε ρηματοποιήσεις ουσιαστικών όπως “focus”, «podium”, “reference”, “evidence”, “conference”, “parent”, “interview”, και οτιδήποτε άλλου νοητού. Η τεχνολογική και ιντερνετική κουλτούρα πρωτοστατεί στις ρηματοποιήσεις, με ρήματα όπως «google”, “twitter”, “text”, ενώ αυτή του facebook χρησιμοποιεί ακόμα πιο ελεύθερα τέτοιους σχηματισμούς, όπως το «friend= κάνω φίλο» και το «unfriend ή defriend = νεολογισμός, αφαιρώ από φίλο». Αν σας φαίνονται γελοία τα παραπάνω, σκεφτείτε πως αυτή είναι η ουσία του κοινού αμερικανικού πολιτισμού (pop culture), το περιβάλλον που βιώνει ο περισσότερος κόσμος σήμερα εκεί. Η κουλτούρα αυτή δεν έχει καμία σχέση με την άλλη, πολιτισμικά υψηλότερη όψη της Αμερικής που εκφράζεται κυρίως με την επιστημονική πρόοδο στα μεγάλα πανεπιστήμια, η οποία απέχει πολύ απ’την κοινή κουλτούρα. Τόσο πολύ, ώστε οι Αμερικανοί να θεωρούνται συχνά βλάκες κι ανίκανοι για πραγματική σκέψη από επισκέπτες άλλων χωρών. Η ρηματοποίηση έχει τον ίδιο σκοπό λοιπόν με τη σύντμηση, την εκφορά ενός νοήματος όσο γίνεται με λιγότερες λέξεις και σε λιγότερο χρόνο, που αλλιώς θά’πρεπε να εκφραστεί με κάποιο λιγότερο χρησιμοποιούμενο ρήμα ή με περιφραστικό τρόπο. Ένα άρθρο για το ανησυχητικό κατά μερικούς φαινόμενο της ρηματοποίησης μπορείτε να διαβάσετε
εδώ.

Ωστόσο δεν ισχύει η ίδια τάση για συντόμευση σ’όλα τα ρήματα. Σε ρήματα που έχουν δύο μορφές, μια περιφραστική αγγλική και μια μονολεκτική αλλά πιο επίσημη ή κι επιστημονική, συνήθως λατινογενή, προτιμάται σχεδόν πάντοτε η πρώτη μορφή, π.χ. «give up” αντί «resign”, “make up” αντί «fabricate” και πολλά άλλα. Τα περιφραστικά αγγλικά κι άλλων γερμανικών γλωσσών ρήματα αντιστοιχούν στα δικά μας και στα λατινικά εμπρόθετα σύνθετα, με τη διαφορά ότι η πρόθεση βρίσκεται ως μετάθεση και ξεχωριστή λέξη στο τέλος, κι έτσι συχνά μπορεί να παρεμβάλλονται άλλα μέρη της πρότασης στη μέση του ρήματος. Αν τα ερμηνεύετε έτσι ακριβώς, θα τα κατανοήσετε καλύτερα. Πιθανόν ο λαός νιώθει απόσταση κι αποξένωση από την υψηλότερη κουλτούρα, και τείνει να μη χρησιμοποιεί τη γλώσα της, άλλωστε η αμερικανική pop culture απαξιώνει τον πνευματικό πολιτισμό και τις επιστήμες, στρέφοντας αντίθετα την προσοχή στο εφήμερο της κατανάλωσης και του ηδονισμού.

Το ίδιο ακριβώς γίνεται και στα επίθετα, όπου προτιμώνται τα κοινότερα κι ευκολότερα στην προφορά, ας είναι και περιφραστικά, παρά τα σύνθετα και βαρύτερα, π.χ. “upside down” αντί «inverted = ανεστραμμένος/αναποδογυρισμένος”. Ακόμα, η αγγλική γλώσσα γενικά, αλλά πολύ εντονότερα η αμερικάνικη παραλαγή της, δεν ενώνει τόσο εύκολα λέξεις για να δημιουργήσει νέες σύνθετες, προτιμώντας να κρατά μακρινάρια ενωμένα με παύλες, π.χ. «two-day-trip” αντί για κάποιο μονολεκτικό αντίστοιχο του διήμερου ταξιδιού. Πιθανόν το αντίστοιχο σύνθετο θά’ναι βαρύτερο για τα Αμερικανάκια και δυσκολότερο στην προφορά και δε χρησιμοποιείται ποτέ.

Κατά τα’άλλα τα αμερικάνικα, για να εξοικονομήσουν χρόνο ακόμα και στους προσδιορισμούς των ουσιαστικών, έχουν επιθετοποιήσει οποιονδήποτε προσδιορισμό, βάζοντάς τον μπροστά απ’το ουσιαστικό, αντί να σχηματίζουν για παράδειγμα τον εμπρόθετο προσδιορισμό με το «of», δηλαδή το «από» + ουσιαστικό, το αντίστοιχο της γενικής πτώσεως που τώρα δεν έχουν. Εδώ έχουμε άπειρα παραδείγματα, με ονοματικά σύνολα όπως «city center” αντί «center of the city”, «bus station”, αντί για «station of the bus”, “taxi driver” αντί για “driver of taxi”, “mail box” αντί για «box of mail”, και αμέτρητα άλλα. Σε παλαιότερα κείμενα αυτός ο υπεραπλουστευμένος σχηματισμός σχεδόν δεν υπήρχε. Στα βιβλία του Δαρβίνου του 19ου αι. για παράδειγμα που έχω διαβάσει, δε θυμάμαι να τον βρήκα, αν και μπορεί να εμφανιζόταν σπάνια. Τα βιβλία ωστόσο αυτά είναι γραμμένα σε λογοτεχνική και καλλιεργημένη γλώσσα εκείνης της εποχής, και δε σημαίνει ότι επειδή αυτός ο τρόπος έκφρασης δε γραφόταν στα κείμενα τότε δεν υπήρχε στην καθομιλουμένη.

Ακόμα η αναφορά στους τόπους γίνεται κι αυτή συντετμημένα. Εκτός του ότι οι αγγλόφωνες χώρες αναφέρονται συχνά με τα αρχικά τους, δηλαδ΄πη “USA ή US” η Ηνωμένες Πολιτείες, «UK” η Βρετανία, «NZ” η Νέα Ζηλανδία και… «oz”! η Αυστραλία (ο Καναδάς παραδόξως δεν έχει κάποια ευρέως χρησιμοποιούμενη συντομογραφία), η αναφορά σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία μιας χώρας γίνεται ταχυδρομικά, π.χ. “Thessaloniki, Greece” κι όχι «Thessaloniki of Greece”, «London, UK” κι όχι «London of Uk”, κλπ. Άλλα μέρη ανά τον κόσμο που έχουν συντομευμένα ονόματα είναι «med”, από «Mediterranean”, η Μεσόγειος, «Sa” από «South Africa” η Νότια Αφρική, «PNG” η Παπούα Νέα Γουινέα και πολλά άλλα. Εμείς δε θ’αποκαλούσαμε την Ελλάδα «Ελ» ποτέ, ούτε οι Γερμανοί τη Γερμαnία «De”, και μάλλον κανένας άλλος λαός δε συντομογραφεί΄τη χώρα του ή κάποια άλλη, εκτός ταχυδρομικής διεύθυνσης, κατάληξης ιστοσελίδας του Διαδικτύου ή κωδικοποιημένης ή βιαστικής γραφής. Έχω βρει πάντως μια εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα, τουλάχιστον για τα ελληνικά: Κι εμείς συντέμνουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σε «ΗΠΑ», αλλά καμία άλλη χώρα, και μάλλον όχι επειδή το όνομα είναι μεγάλο, γιατί υπάρχουν κι άλλες χώρες με μεγάλο όνομα που δε συντομεύονται, αλλ’επειδή οι ίδιοι οι κάτοικοι της χώρας αυτής έχουν συνηθίσει κι έχουν διαδώσει στον υπόλοιπο κόσμο το συντομογραφικό όνομα.

Τέλος, τα συντομευμένα ανθρωπωνύμια, αν και δεν έχω ψάξει ακόμα αν είναι μόδα εξ Αμερικής, είναι πολύ κοινότερα στην Αμερική, π.χ. «Mat” ο Ματθέος, “Phil” ο Φίλιππος, κλπ. Στα αρχαία ελληνικά πάντως δεν συντεμνόταν κανένα όνομα, όσο μεγάλο κι αν ήταν, ποτέ.

Όσον αφορά τις κοινές συντομογραφίες κατά τη γραφή, όπως «π.χ.» αντί «παραδείγματος χάρη» ή «αι.» αντί «αιώνας», αυτές δε φαίνεται νά’χουν αμερικανική προέλευση, αλλά μάλλον από τρόπο γραφής σημειώσεων ή επαναλαμβανόμενω προσδιοριστικών φράσεων στα κείμενα, αφού και σε αγγλικά – σίγουρα κι άλλων ευρωπαΪκών γλωσσών – παλιά ή επίσημα κείμενα συχνά αναφέρονται συντομογραφικά, και προφανώς από εκεί θα πήραμε κι εμείς το σύστημα κατά την ίδρυση της γλώσσας μας κατά τον 18ο και τον 19ο αι. (η γλώσσα μας είναι τεχνητή στην πραγματικότητα, ενοποιημένη ελληνική γλώσσα καθαρεύουσα ή δημοτική δεν υπήρχε).

Όπως έχω συμπεράνει, τα αμερικάνικα αγγλικά είναι μια γλώσσα του εύκολου και του γρήγορου στην επικοινωνία και στην προφορά. Τα πάντα μπορούν να συντμηθούν, να γίνουν ρήματα ή επίθετα, να ενωθούν με παύλες για να δώσουν ένα όσο το δυνατόν γρηγορότερο, κάποιες φορές επιφανειακό, νόημα. Καμία άλλη γλώσσα δεν έχει εφεύρει τέτοια επικοινωνία, γιατί απλούστατα δεν ταιριάζει στον πολιτισμό καμίας άλλης χώρας. Σ’έναν πολιτισμό όμως πίεσης χρόνου, θεοποίησης της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας με το μικρότερο δυνατό κόστος, μαζικής παραγωγής φτηνών και ποικίλων εφήμερων αγαθών, ρηχής και απλής διαπροσωπικής επικοινωνίας, βιαστικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας ακόμα και για το παραμικρό κάθε ώρα και στιγμή (βλ. facebook), κενής ιδιαίτερων νοημάτων μουσικής και τέχνης, μια τέτοια γλώσσα είναι το σωστότερο συμπλήρωμα. Φυσικά σήμερα όλες οι παραλλαγές της αγγλικής γλώσσας ανά τον κόσμο, αλλά και οι γλώσσες πολλών άλλων χωρών με επαφή με τις ΗΠΑ, έχουν υιοθετήσει, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο, αμερικανικά στοιχεία έκφρασης παράλληλα με την υιοθέτηση στοιχείων του αμερικανικού πολιτισμού, κι αυτό γίνεται όχι επειδή η Αμερική έχει κάποιον υψηλό κι αξιοζήλευτο πολιτισμό, αλλ’εξαιτίας της κατάστασής της ως υπερδύναμης με μεγάλη οικονομική και στρατιωτική, ας μην το
λησμονούμε, δύναμη και συνεπώς δυνατότητα εύκολης προώθησης των προτύπων της στο εξωτερικό. Σε άλλη περίπτωση πιθανότατα κανένας λαός δε θα υιοθετούσε τον πλαστικο και φεΪσμπουκικό πολιτισμό της Αμερικής. Ακόμα και οι υπανάπτυκτοι λαοί που πάσχουν από συμπλέγματα κατωτερότητας και σήμερα πασχίζουν να μιμηθούν τη Δύση ως κατ’αυτούς σύμβολο πλούτου, κύρους και προόδου, δε θα το έκαναν, διότι απλούστατα το σύστημα τότε θά’ταν διαφορετικό, άλλος θά’ταν ο ας πούμε κυρίαρχος πολιτισμός.

Όπως διαπίστωσα πρόσφατα,
Έχω πρόβλημα κατανόησης ορισμένων υπερβολικά αφηρημένων κειμένων.
Εφόσον οι άλλες αιτίες που είχα υποθέσει μάλλον δεν ισχύουν, όπως ο περιορισμένος μου χρόνος ή η μικρή μου σχέση με τέτοιου είδους κείμενα, θεώρησα τη στάθμη του νου μου ανεπαρκή λοιπόν για να τα καταλάβει. Τι να κάνουμε, δεν έχουμε όλοι την ίδια νοημοσύνη. Δε συνηθίζεται αυτό, αλλά είναι γεγονός. Σκέφτηκα όμως κι ακόμα μια αιτία που μπορεί αυτό να συμβαίνει: Ίσως το μυαλό μου έχει υπερφορτωθεί με τις λάθος πληροφορίες τόσα χρόνια, ώστε έχει πλέον καλωδιωθεί με συγκεκριμένο τρόπο για να μη μπορεί να δέχεται εύκολα και να εντάσσει λειτουργικά νέες πληροφορίες άλλων πεδίων γνώσης. Δηλαδή με λίγα λόγια έχω γεμίσει το μυαλό μου με διάφορα πρακτικά άχρηστα πράγματα.

Με τι ακριβώς το έχω γεμίσει; Πέρα από διάφορες καθημερινές λεπτομέρειες και λοιπά στοιχεία (τόποι, ομιλίες, μικρές ασήμαντες καταστάσεις, ασήμαντα γεγονότα, ακόμα και στοιχεία που φαντάστηκα, όνειρα κλπ) που δε χρειάζονται, διάφορα δεδομένα απ’το σχολείο όλα εκ των οποίων δε χρειάζονται, μπορείτε να καταλάβετε με τι περίπου πράγματα το γέμισα ρίχνοντας μια ματιά στις κατηγορίες του Ιστολογίου, που αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές με τα ενδιαφέροντά μου. Βιολογικά θέματα, ζώα, φυτά, εξέλιξη, έχω επίσης αρχίζει να το γεμίζω με διάφορα ψυχολογικα και νευρολογικά θέματα, και λοιπά επιστημονικά κυρίως στοιχεία. Κι εκτός απ’αυτά τα βασικά θέματα, θυμάμαι επίσης και πολλές λεπτομέρειές τους, όπως σε ποιες σελίδες βρήκα κάτι, τι έχει αλλάξει στην ταξινόμηση ενός είδους που έχω ψάξει και πόσα ονόματα πέρασε ως τώρα, τι ακριβώς είπαν οι επιστήμονες στην περίληψη μιας μελέτης, κι άλλα τέτοια πράγματα που δε θα μου χριεαστούν, αλλά δε λένε και να φύγουν απ’το μυαλό μου. Μα θα πείτε, αυτά είναι ενδιαφέροντα και καλά που ψάχνεις, γιατί να τα’αφήσεις; Ενδιαφέροντα είναι, αλλιώς άλλωστε αν δεν υπήρχε ενδιαφέρον δε θα τα έψαχνα καν, αλλά πιθανότατα δε θ’ασχοληθώ ποτέ στη ζωη μου μ’αυτά. Αντίθετα, αυτό το διάστημα προέχουν κείμενα και τρόποι σκέψεις όπως ο παραπάνω (μπείτε στον πρώτο σύνδεσμο). Η πανεπιστημιακή οδός που διάλεξα απαιτεί τέτοιου είδους μυαλό. Κι εδώ έγκυται το πρόβλημα. Οι πληροφορίες αυτές είναι ξένες προς το μυαλό μου, το οποίο έχει συνηθίσει να δέχεται συγκεκριμένα (δηλαδή μη αφηρημένα ή γενικά) θέματα. Οπότε για να τις καταλάβω και να τις ενσωματώσω στη σκέψη μου θα πρέπει να καταβάλω πολύ μεγαλύτερη νοητική προσπάθεια απ’το σύνηθες.

Τι κάνουμε σ’αυτήν την περίπτωση λοιπόν; Στην πραγματκότητα, δεν υπάρχει καμία λύση. Η μνήμη, εφόσον καταγραφεί καλά, δύσκολα φεύγει. Φυσικά έχουν διερευνηθεί κάποιες επιστημονικές μέθοδοι
Διαγραφής μνημών,
Που ίσως εφαρμοστούν σε ασθενής διαταραχής μετατραυματικού στρες που πάσχουν από επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις τραυματικών εμπειριών. Εδώ όμως μιλάμε για επιτακτική ανάγκη διαγραφής αυτών τω συναισθηματικά φορτισμένων αγχωτικών μνημών που καταστρέφουν τη ζωή πολλών ανθρώπων, όχι για μια πιθανόν αστήρικτη υπόθεση (η δική μου περίπτωση). Για τη δική μου περίπτωση δεν έχει γίνει καμία απολύτως μελέτη.

Αλλά θα πρέπει να γίνει. Θα πρέπει ν’αποτιμηθεί η χωρητικότητα της ανθρώπινης μνήμης μακράς διαρκείας και πιθανοί τρόποι τροποποίησής της. Πουθενά απ’οπου έψαξα δε βρήκα πληροφορίες για τη χωρητικότητα της ανθρώπινης μνήμης μακράς διαρκείας, μόνο το γνωστο στοιχείο ότι μπορεί να διαρκέσει από λίγες μέρες με μια ζωή. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν πως είναι άπειρη. Δεν το πιστεύω αυτό σε καμία περίπτωση όμως. Εάν η μνήμη ήταν άπειρη, θα περιμέναμε όλοι να θυμόμασταν τα πάντα και να συνεχίζαμε να μαθαίνουμε το ίδιο καλά καθ’όλη τη ζωη μας. Όμως αυτό δε συμβαίνει. Και ξεχνάμε πράγματα, και όσο μεγαλώνουμε η ικανότητα μάθησης νέω πληροφοριών φθίνει. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως έχει πρόβλημα το σύστημα καταχώρησης των μνημών και όχι η ίδια η μνήμη, αλλά πως μπορεί ν’αποδειχθεί με βεβαιότητα αυτό; Αντίθετα φαίνεται ότι η μνήμη έχει το πρόβλημα, κι αυτό μας το αποδεικνύουν οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, που ψάχνοντας μέσα στη μνήμη τους, χωρίς να βάζουν δηλαδή νέες πληροφορίες, θυμούνται πολύ καλύτερα παλαιότερα συμβάντα που καταγράφηκαν σε εποχή που το μυαλό τους λειτουργούσε καλύτερα.

Ακόμα κι εγώ βιώνω αυτήν την αίσθηση του «γεμίσματος» του μυαλού, μολονότι ακόμα δεν έχω κλείσει τα 20, όπως σίγουρα και πολλοί άλλοι. Αν κι ακόμα ευτυχώς δεν έχω πρόβλημα να μαθαίνω πράγματα (αν το είχα κι αυτό, τότε θ’ανησυχούσα για Τα πρώτα συμπτώματα μιας νευροεκφυλιστικής πάθησης), Έχω πρόβλημα προσπαθώντας να μάθω ένα νέο σύστημα απ’την αρχή. Θα σας δώσω δύοπαραδείγματα. Πριν δύο χρόνια, θέλησα να μάθω τον προγραμματισμό του πλέον χρησιμοποιούμενου αναγνώστη οθόνης, του Jaws. Λοιπόν συγκράτησα πολύ λιγότερα πράγματα σε σχέση με ό,τι όταν μάθαινα για τη χρήση των υπολογιστών παλαιότερα, πριν ας πούμε 5 χρόνια και πιο παλιά φυσικά. Επίσης κι ένα άλλο, ο πατέρας μου με αγχώνει να μάθω μια καινούργια γλώσσα. Είδη ξέρω τα ελληνικά και τα αγγλικά. Φοβάμαι όμως ότι ο εγκέφαλός μου δε μπορεί να δεχτεί ακόμα ένα σύστημα επικοινωνίας, γιατί ήδη έχει καλωδιωθεί με σχεδόν δύο. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό ισχύει, αλλά, αν πάρουμε υπόψη τους πολύγλωσσους που γενικά είναι πολύ έξυπνοι και τους δίγλωσσους οι οποίοι μπορεί να ξεχάσουν στοιχεία της μίας γλώσσας αν δεν την χρησιμοποιούν συχνά, αυτό μάλλον ισχύει.

Η μνήμη είναι σίγουρα πεπερασμένη. Τώρα όμως δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν η δική μου περίπτωση έχει να κάνει με υπερφόρτωσή της ή κάποιο άλλο γενικότερο φαινόμενο, όπως πίεση των ορίων της νοημοσύνης μου. Θα μπορούσε επίσης νά’ναι ψυχολογικό αποτέλεσμα απ’την αυθυποβολή μου ότι η μνήμη γεμίζει. Δεν ξέρω. Δεν πιστεύω πως γέμισε η μνήμη μου πλήρως σε καμία περίπτωσςη, πιστεύω όμως ότι έχει επηρεαστεί σημαντικά από τα πράγματα που έμαθα πριν, εκτός κι αν κάποια σωστή επιστημονική μελέτη μου καταρρίψει αυτήν την άποψη.

Μόλις τώρα άρχισα να συνειδητοποιώ σοβαρά τις πεπερασμένες δυνατότητες του μυαλού μου. Φυσικά ποτέ ως τώρα δεν πίστεψα ότι ήμουν παντοδύναμος ή ότι μπορούσα να τα λύσω όλα, αφού πάντοτε υπήρχαν καταστάσεις ή μαθήματα δυσκολότερα απ’άλλα, αλλά θεωρούσα ότι με την προσπάθεια νικούνται όλα. Η στροφή μου ωστόσο τον τελευταιο καιρό προς τα αποτελέσματα των επιστημονικών μελετών για τη νοημοσύνη με κάνει να κοιτάζω τις νοητικές ικανότητες αρκετά διαφορετικά πλέον. Ασφαλώς η συνήθεια και η εξάσκηση παίζουν κάποιο ρόλο, αλλά όχι τον κύριο, όπως θέλουν κάποιοι να πιστεύουν.

Όσον αφορά τώρα τη δική μου νοημοσύνη, απ’ό,τι συμπεραίνω από τα σχόλια των κοντινών μου και των καθηγητών μου για παράδειγμα, είναι πιθανότατα άνω του μέσου όρου, αν και κάποιοι τείνουν να την υπερεκτιμούν. Εγώ πάλι την υποτιμώ συχνά, αν και τελικά όχι πάντοτε άδικα. Απ’ό,τι λοιπόν έχω καταλάβει απ’το σχολείο, το μυαλό μου είναι αρκετά καλό στα θεωρητικά μαθήματα, αλλά λιγότερο καλό στα μαθηματικά και στις άλλες θετικές επιστήμες, εκτός κι αν οι επιστήμες είναι περισσότερο περιγραφικές π.χ. βιολογία, οπότε είναι κι εδώ καλό (εδώ μπορεί να παίζει ρόλο όμως και το μεγάλο ενδιαφέρον μου για την επιστήμη αυτήν). Αυτή η κατάσταση έως τώρα δε με πείραζε καθόλου, αφού ήξερα ότι πιθανότατα τα θετικά μαθήματα δε θα χρειαστούν στη μετέπειτα ζωή μου, και γενικώς η ιδέα κάποιου χειρότερου σε συγκεκριμένο νοητικό τομέα δε θεωρείται χαμηλή νοημοσύνη. Άλλωστε πολλοί μεγάλοι επιστήμονες θεωρητικής περισσότερο προσέγγισης δεν είχαν απαραίτητα καλή σχέση με τα μαθηματικά, αλλά πάλι η σκέψη τους ήταν σπουδαία βλ. Δαρβίνος. Τελικά όμως μάλλον δεν είμαι και τόσο καλός ούτε στα θεωρητικά.

Όπως έχω πει στο προηγούμενο θέμα μου λοιπόν,
Αυτό το διάστημα έχουμε την εξεταστική στο πανεπιστήμιο,
Οπότε όλες αυτές τις μέρες πρέπει να διαβάζω συνεχώς ως προετοιμασία. Ως πρωτοετής, κουβαλάω ακόμα πολλές δυσπροσαρμοστικές συνήθειες και μεθόδους απ’το σχολείο, τις οποίες σιγά-σιγά πρέπει ν’αποβάλω. Στο σχολείο είχαμε μάθημα κι εξεταζόμασταν κατά κάποιον τρόπο καθημερινά, άρα έπρεπε να διαβάζουμε και καθημερινά. Εδώ όμως, οι εξετάσεις έρχονται μια φορά στο τέλος κάθε εξαμήνου, και για να μη μένει όλη η προετοιμασία για το τέλος, θα πρέπει κανείς να συντάσσει τα βιβλία και τις σημειώσεις του από νωρίτερα. Εγώ έκανα ακριβώς αυτό το λάθος – με την ψευδαίσθηση ότι οι εξετάσεις θά’ναι εύκολες άφησα ΄πολα τα μαθήματα για το τέλος, με αποτέλεσμα τώρα να χρειάζεται να διαβάζω πολύ περισσότερο για ν’αναπληρώσω αυτό που δεν έκανα πριν, ενώ ορισμένα βιβλία ακόμα δεν έχουν ετοιμαστεί, των οποίων τα μαθήματα θα χάσω. Αυτό πιστεύω πως θα μου γίνει μάθημα για να μην επαναλάβω αυτήν την ανευθυνότατη συμπεριφορά ποτέ ξανά στο μέλλον.

Ένα λοιπόν απ’τα μαθήματα ήταν η εισαγωγή στη θεωρία του πολιτισμού, το οποίο έδωσα χθες βασισμένος στο βιβλίο της πολιτισμικης θεωρίας που διάβαζα για τις προηγούμενες 3 μέρες, ένα βιβλίο κάτι περισσότερο από δύσκολο. Στην παιδαγωγική σχολή κάνουμε και γενικότερα μαθήματα εκτός από καθαρά παιδαγωγικά, για να κατανοήσουμε την παιδαγωγική στο ευρύτερο κοινωνιολογικό/πολιτισμικό πλαίσιο. Το μάθημα λοιπόν αυτό εξετάζει το ρόλο του πολιτισμού στην κοινωνία, καθώς και τις απόψεις διάφορων στοχαστών, κυρίως κοινωνιολόγων, για το ρόλο του πολιτισμού. Ήταν μάθημα επιλογής που επέλεξα εύκολα, διότι από πάντοτε είχα περιέργεια για τις εσωτερικές αιτίες της συμπεριφοράς των ανθρώπων, αν και το ενδιαφέρον μου έχει πλέον μετατοπιστεί από τις κοινωνικές επιστήμες στη βιολογία και στην ψυχολογία ως καλύτερους τρόπους εξήγησης.

Το βιβλίο αυτό λοιπόν αρχικά δεν ήταν πολύ δύσκολο. Αφού είχε μια μικρή εισαγωγή, ξεκίνησε πρώτα με τους κλασικούς κοινωνιολόγους όπως το λειτουργιστή Ντιρκέμ (ή Ντιρκχάιμ αν το προφέρετε γερμανικά), το Μαρξ, το Βέμπερ κλπ, τους οποίους γνώριζα από την κοινωνιολογία που διδασκόμασταν πέρσι στο σχολείο, και συνέχισε με νεότερους σε διάφορους χώρους, όπως στο νεομαρξισμό, στη συμβολική αλληλεπίδραση, στο λειτουργισμό, στις βρετανικές πολιτισμικές σπουδές κι αλλού, και τέλος στο δομισμό, στη σημειωτική και στο μεταμοντερνισμό. Πολλά από τα επόμενα κομμάτια του βιβλίου με δυσκόλεψαν αρκετά στην κατανόηση, ιδίως οι πολύ αφηρημένοι στοχαστές ή τα κεφάλαια που είχαν να κάνουν με την ανάλυση του πολιτισμού σύμφωνα με τις αρχές της γλώσσας και τις έννοιες των σημείων, γιατί υπήρχαν και κομμάτια πολύ πιο βατά. Στα δύσκολα μέρη λοιπόν ένιωθα πλήρως αποπροσανατολισμένος, και για να τα καταλάβω έπρεπε να καταβάλω ασυνήθιστα μεγάλη νοητική προσπάθεια και συγκέντρωση, κάτι που δε μπορούσα να κάνω το ίδιο καλά συνέχεια, η συγκέντρωση έχει κι αυτή όρια. Με την παραμικρή ενόχληση λοιπόν συχνά έχανα τον ειρμό του κειμένου. Επίσης δυσκολευόμουν αρκετά να κάνω συνδέσεις μεταξύ των διάφορω θεωριών, και σ’αυτές τις περιπτώσεις αναγκαζόμουν να μαθαίνω τον κάθε στοχαστή με τις βασικές του ιδέες. Πάντως παρατήρησα πως σε δεύτερη ή και Τρίτη ανάγνωση μπορούσα να καταλάβω περισσότερα πράγματα και να κάνω καλύτερες συνδέσεις. Το άλλο όμως που παρατήρησα στις επόμενες αναγνώσεις ήταν ότι θυμόμουν πολύ΄ευκολότερα τα επουσιώδη μέρη του βιβλίου, όπως παραδείγματα των θεωριών, τις βιογραφίες των στοχαστών (ακόμα και τις ημερομηνίες και τα ακριβή ονόματα που κανονικά χωρίς προσπάθεια δεν τα θυμάμαι), παρά το απόσταγμα των θεωριών τους, δηλαδή συγκρατούσα πολύ ευκολότερα συγκεκριμένες πληροφορίες παρά την αφηρημένη σκέψη. Απ’όλο το βιβλίο γενικά, μπορώ να πω πως στο περίπου το μισό το θυμάμαι και τό’χω καταλάβει, το 1/4 το μισογνωρίζω και το υπόλοιπο 1/4 είτε δεν το κατάλαβα είτε το ξέχασα εύκολα.

Τι φταίει τώρα στην αδυναμία μου αυτήν; Θα μπορούσε να φταίε η προετοιμασίαμου την τελευταία στιγμή. Εάν διάβαζα το βιβλίο νωωρίτερα και κρατούσα σημειώσεις των πιο σημαντικών στοιχείω του, ίσως δεν είχα τόσο μεγάλο πρόβλημα. Σαφώς και δε θα είχα τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά πάλι αμφιβάλλω για το αν θα μπορούσα να κατανοήσω πλήρως τις ιδέες όλων των στοχαστών εξίσου. Ορισμένες θα παρέμεναν πάλι πολύ αφηρημένες και δυσνόητες για μένα. Επίσης ίσως φταίει και η συνήθειά μου ως τώρα. Τα βιβλία που διάβαζα ως τώρα ήταν είτε σχολικά, είτε λογοτεχνικά, κι από επιστημονικά κυρίως βιολογικού ή ψυχολογικού περιεχομένου, δηλαδή θεμάτω αρκετά συγκεκριμένων. Δεν είχα εντρυφήσει ποτέ στη φιλοσοφία. Πάντως δεν πολυπιστεύω ούτε το παραπάνω, διότι δε δικαιολογείται από μένα η τόση προσπάθεια κατανόησης ενός θέματος, γιατί σ’άλλες περιπτώσεις κατανοώ πολύ ευκολότερα πρωτάκουστες ιδέες. Επομένως ένα είναι το συμπέρασμα: το μυαλό μου απλώς δε μπορεί να κατανοήσει ορισμένες υψηλά αφηρημένες ιδέες. Είναι γνωστό ότι η νοημοσύνη ποικίλιει μεταξύ των ατόμων, κι ότι υψηλότερη νοημοσύνη σχετίζεται με πολυπλοκότερη αφηρημένη σκέψη. Οπότε η δική μου νοημοσύνη δεν είναι και τόσο υψηλή τελικά.

Αντικειμενικά όμως, για το μέσο αναγνώστη δηλαδή, το βιβλίο αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Ο ίδιος ο συγγραφέας του αναφέρει συχνά τη δυσκολία κατανόησης της πολύπλοκης σκέψης ορισμένων των στοχαστών, ενώ προτείνοντας βιβλιογραφία σχολιάζει για την ευκολία ανάγνωσης του κάθε συγγραφέα, με άλλους αρκετά εύκολους, άλλους δυσκολότερους, άλλους πολύ δύσκολους, κι άλλους να χρειάζονται ερμηνευτικό οδηγό για τη διασαφήνιση των νοημάτω τους. Οπότε η δυσκολία αυτή δεν είναι μόνο δικό μου πρόβλημα. Αλλά σε ποιον ακριβώς τύπο μέσου αναγνώστη απευθύνεται ο συγγραφέας λέγοντας αυτά; Αυτό δεν το ξέρω. Ούτε όμως και οι ίδιοι οι στοχαστές δεν καταλαβαίνονταν πάντοτε μεταξύ τους, κάτι το αναμενόμενο, αφού οι άνθρωποι αυτοί κατάγονταν από διάφορα πολιτισμικά περιβάλλοντα, βρίσκονταν σε διάφορα πανεπιστήμια και είχαν ειδικευτεί σε διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους. Ορισμένοι λοιπόν κατηγορούνται για υπερβολικά δυσνόητο, γενικό κι αφηρημένο λόγο. Άλλοι πάλι δεν είχαν και τόσο συγκροτημένη σκέψη με κενά, με πολλούς να μην έχουν καταλήξει ποτέ σε κάποια συγκεκριμένη θεωρία. Στα κενά αυτά στηρίχτηκαν έπειτα άλλοι για να τους κάνουν κριτική. Όπως βλέπουμε λοιπόν, κανένας άνθρωπος, όσο έξυπνος κι αν είναι, δε μπορεί να είναι τέλειος.

Οι ερωτήσεις στις εξετάσεις λοιπόν ήταν αρκετά εύκολες απ’αυτό που περίμενα. Οι σκέψεις ωστόσο μου έμειναν και με ακολουθούν ακόμα. Πέρα από τη διαπίστωση για την αδυναμία του μυαλού μου, ένιωσα πραγματικά συντετριμμένος και μειονεκτικός απέναντι σ’αυτούς τους γίγαντες του πνεύματος, διαβάζοντας για τη ζωη και τη σκέψη τους, και την τρομερά υψηλή νοημοσύνη τους. Αναρωτήθηκα πού ακριβώς τοποθετούμαστε εμείς οι κοινοί άνθρωποι σε σχέση μ’αυτούς. Ν’αναφέρω εδώ ότι δυσανάλογα μεγάλος αριθμός τους ήταν Εβραίοι,
Επομένως αρκετά έξυπνοι.
Πού ήμαστε εμείς λοιπόν σε σχέση μ’αυτούς; Άρχισαν να τίθενται τώρα και υπαρξιακά θέματα ανθρώπινης αξίας και θέσης. Όσον αφορά το μυαλό μου τελικά, βρίσκεται απ’ό,τι κατάλαβα στο χειρότερο σημείο της κλίμακας της νοημοσύνης, σ’ένα ύψος όπου μπορεί ν’αναλύσει διάφορα σύνθετα πράγματα και ν’αναρωτηθεί, αλλ’όχι τόσο ψηλά ώστε να κατανοεί τα πάντα, με αποτέλεσμα να νιώθει μειονεκτικά γι’αυτήν την κατάσταση. Ένας άνθρωπος χαμηλότερης νοημοσύνης δε θα είχε τέτοιες ανησυχίες. Μπορείτε να ψάξετε στο ιστολόγιο και να διαπιστώσετε την κατάσταση του μυαλού μου. Τα περισσότερα κείμενα, όσο και μεγάλα αν είναι, πραγματεύονται συγκεκριμένα και απτά θέματα. Στην κατηγορία των σκέψεων θα δείτε κείμενα που θέλουν να εκφράσουν κάτι σημαντικό να το εκφράζουν απλά, με γενικότερο λεξιλόγιο και ίσως με λογικά άλματα μερικές φορές. Τα περισσότερα όνειρά μου είναι επίσης απλά, κι έχουν να κάνουν με καθημερινά γεγονότα ή θέματα που ψάχνω, και συχνά είναι αποσπασματικά. Και όπως είπα παραπάνω, δεν είμαι τόσο καλός στη θετική σκέψη, κάτι που τελικά αντανακλά τη γενικότερη κατάσταση της νοημοσύνης μου (η θετική σκέψη θέλει καλή αφηρημένη σκέψη). Δυσκολεύομαι να λύσω
Λογικά προβλήματα.
Επίσης σπάνια κάνω ενδοσκόπηση, αποθώντας ό,τι μ’ενοχλεί στο πίσω μέρος του μυαλού μου για ένα αργότερα που συχνά δεν έρχεται ποτέ, κι όταν την κάνω, δε φτάνω σε κάποιο τελικό συμπέρασμα. Οι σκέψεις μου τείνουν ν’αλλάζουν εύκολα και ν’ανακυκλώνονται, ενώ όταν πρέπει να συγκεντρωθώ σε κάποιο θέμα συνειδητά, το μυαλό μου φεύγει συχνά σ’άλλα πράγματα, συνήθως εντελώς τετριμμένα. Ακόμα κι αυτό εδώ το κείμενο δεν είναι τίποτα παραπάνω από την αναφορά μιας θλιβερής διαπίστωσης με 2-3 διαφορετικούς τρόπους, με το μισό και παραπάνω να αποτελεί η περιγραφή του μαθήματος και λοιπά εισαγωγικά. Κι όπως τα περισσότερα κείμενά μου, τό’γραψα αφού σχεδίασα στο μυαλό μου από πριν το σχεδιάγραμμα των παραγράφων, με συγκεκριμένη σειρά.

Τι μπορώ να κάνω γι’αυτήν την κατάσταση; Δυστυχώς, τίποτα. Θα μου πείτε τώρα πως μπορώ να το συνηθίσω. Συνηθίζεται όμως αυτό; Εδώ δε μιλάμε για κάποια σωματική αναπηρία ή κάποια ασθένεια που κάπως συνηθίζεται, αλά για νοητικό έλλειμμα, έλλειμμα στην πεμπτουσία της ανθρώπινης αξίας. Η επίγνωση της χαμηλής νοημοσύνης είναι το χειρότερο πράγμα.

Με την αλλαγή του χρόνου έγινε μια σημαντική, μάλλον προς το χειρότερο, αλλαγή στον τρόπο σκέψης της
Ελληνικής Κοινότητας για τα Ερπετά.
Αντί πλέον να υπάρχει ανοιχτό πνεύμα, γίνεται προσπάθεια όσο το δυνατόν πολιτικώς ορθότερης συμπεριφοράς, ακόμα και στο πλαίσιο των αστείων. Δηλαδή κάθε κείμενο ίσως προσβλητικό εμμέσως προς κάποιους θεωρείται μεμπτό και είτε κατακρίνεται είτε αφαιρείται.

Δεν είναι δυνατόν να παρακολουθώ όλα τα ειπωμένα στο φόρουμ, αλλά δύο δημοσιεύσεις αντιμετωπίστηκαν έτσι ακριβώς όπως λέω. Το πρώτο ήταν ένας
Οδηγός φροντίδας για γυναίκες
Σε ύφος οδηγού φροντίδας ενός ερπετού, ο οποίος δημοσιεύθηκε από ένα μέλος για καθαρά χιουμοριστικούς λόγους. Όχι γέλιο όμως δεν προκάλεσε, αλλά αποφασίστηκε ν’αφαιρεθεί, επειδή δήθεν οι γυναίκες του φόρουμ θα μπορούσαν να προσβληθούν. Έγινε λοιπόν μεγάλη συζήτηση πάνω στο θέμα της αφαιρεσης, τελικά όμως το θέμα έφυγε. Δήθεν είναι σεξιστικό κι έντονα προσβλητικό. Ναι, συμφωνώ πως ήταν σεξιστικό, αλλ’υπάρχουν ακόμα χειρότερα ρατσιστικά ανέκδοτα που δεν ενοχλούν κανέναν, π.χ. με Αλβανούς, Γύφτους, ξανθιές, Πόντιους, γυναίκες, άντρες, κλπ. Επίσης πιστεύω πως δε θα υπήρχε απολύτως κανένα πρόβλημα εάν γραφόταν το αντίθετο, δηλαδή από γυναίκες για άντρες, διότι οι γυναίκες είναι αυτές που κατά κόρον επικαλούνται το σεξισμό δημιουργώντας ενοχές στους άντρες για να ασκήσουν επιρροή, λες και μιλώντας αλλιώς δε θ’ακουστούν. Οι άντρες απλώς θα σχολίαζαν χιουμοριστικά ή κι αρνητικά, αλλά δε θα έφταναν στην υπερβολή.

Το δεύτερο θέμα ήταν δικό μου, το οποίο αφορούσε το
Web War.
Έδωσα σύνδεσμο για την εν λόγω ιστοσελίδα στο φόρουμ για να δείξω πως λέγονται πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά κυρίως για να κεντρίσω την περιέργεια των άλλων μελών. Τελικά κάποια μέλη γράφτηκαν εκεί. Ο Admin ωστόσο μού’κοψε το σύνδεσμο απ’τη δημοσίευση ως προώθηση πολιτικού φόρουμ (γιατί εκεί μιλούν χρυσαυγήτες, αναρχικοί, κουμουνιστές κλπ και μαλώνουν) κι άλλαξε τον τίτλο από «Webwar” σε «Ό,τι να’ναι φόρουμ). Και οι δύο απαράδεκτες κατ’εμέ πράξεις για μια δημοκρατική κοινωνία, και δη διαδικτυακή. Επειδή δηλαδή ένα άλλο, ξένο φόρουμ θίγει και τα πολιτικά, θα πρέπει να σβήσουμε το σύνδεσμό του εφόσον μάλιστα ούτε καν το διαφημίζουμε ή το συμμεριζόμαστε;

Εφόσον κανένα απ’τα παραπάνω θέματα δεν πρόσβαλε με σοβαρή διάθεση κάποια ομάδα ή συγκεκριμένο άτομο ή μέλος, δεν πιστεύω πως θα’πρεπε ν’αφαιρεθεί. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε να σχολιάσει αρνητικά, αλλά όχι και να ζητήσει το κατέβασμά του. Υποτίθεται πως η συγκεκριμένη κοινότητα είναι και πιο ανοιχτόμυαλη και ανεκτικοί σε τέτοιοιου είδους πράγματα συγκριτικά μ’άλλες. Αλλά μήπως αυτό φταίει;

Όταν είσαι ανοιχτός συνήθως προσπαθείς να είσαι συγχρόνως και μη προσβλητικός σε οποιαδήποτε ομάδα, πολιτικά ορθώς αμερικανιστί δηλαδή, κι αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να προσέχεις το λόγο σου όσο γίνεται περισσότερο για να ευχαριστήσεις τους πάντες που σε ακούνε. Εάν αυτό τώρα φτάσει σε επίπεδα υπερβολής, τότε έχουμε εμμονή με την πολιτική ορθότητα και μιλάμε συνέχεια με ευφημισμούς, π.χ. Έγχρωμοι αντί για Μαύροι, γενετικές ομάδες αντί φυλές, έφυγε αντί πέθανε κλπ. Ο Admin λοιπόν διαμένει αυτόν τον καιρό στη Βρετανία, όπου κυριαρχεί κλίμα ακραίου αντιρατσισμού (ακραίος και αντιρατσισμός δεν είναι οξύμωρο;), ναι, σίγουρα έτσι θα μου λέγατε, αλλά το πράγμα εκεί είναι όπως ακριβώς το λέω. Το Λονδίνο λοιπόν και λιγότερο οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της χώρας έχουν γεμίσει με κατοίκους των πρώην αγγλικών αποικιών, όπως Ινδούς, Πακιστανούς, Μαύρους, Αφγανούς, Άραβες, Γύφτους, κλπ, οι περισσότεροι εκ των οποίων κατάγονται από λαούς κατώτατου πολιτισμικού επιπέδου, μεταφέροντας τον ίδιο πολιτισμό στη Βρετανία. Έτσι το πολιτισμικό επίπεδο της ευρωπαΪκής αυτής χώρας κατεβαίνει, η τρομοκρατία, ο θρησκευτικός φανατισμός και το έγκλημα αυξάνονται, και κανείς ακόμα δεν έχει καταλάβει τι γίνεται. Απεναντίας όλοι προσπαθούν ν’αγκαλιάσουν αυτούς τους ανθρώπους με αγάπη και υποστήριξη, αγνοώντας τις διαφορές τους και θεωρώντας κάθε πρόβλημα προσαρμογής τους ως λάθος των Ευρωπαίων, επομένως ρατσιστική αντιμετώπιση, και νιώθοντας ενοχές για την κακή συμπεριφορά προς αυτούς τους ξένους. Ένα απ’τα μέτρα ίσης αντιμετώπισης είναι λοιπόν και η πολιτική ορθότητα, ιδέα που ξεκίνησε απ’την Αμερική όσον αφορά τη συμβίωση Λευκών κι Αφροαμερικανών κι επεκτάθηκε και σε όσες άλλες χώρες επιδιώκουν πολυπολιτισμική πορεία. Για να σας καταδείξω τη σοβαρότητα του γεγονότος σας αναφέρω το εξής: Όταν πριν λίγους μήνες η μάνα μου πήγε στη Βρετανία με λίγους ακόμα, είχε εκεί πει κάποιο μικρό σχόλιο γι αένα Μαύρο. Ο Βρετανός που ήταν κοντά τους (δε θυμάμαι ακριβώς τι ήταν) αμέσως τους μάλωσε αυστηρά, ότι δε μπορούν να εκφράζονται έτσι ρατσιστικά για κάποιον συνάνθρωπό τους. Δεν αποκλείεται λοιπόν κι ο Admin να επηρεάστηκε απ’αυτήν την κουλτούρα του παραλογισμού της ενοχής. Αυτή η ιδέα μου περί ενοχής υποστηρίζεται ακόμα περισσότερο από τη δήλωση του Admin ότι μόνο οι γυναίκες δήθεν μπορούν ν’αντιληφθούν το σεξισμό, ενώ οι άντρες όχι. Αυτό είναι λάθος! Κανονικόταταένας άντρας μπορεί να ενοχληθεί από σεξιστικά σχόλια προς γυναίκες. Εγώ για παράδειγμα θα θύμωνα πολύ αν άκουγ ακάτι τέτοιο με σοβαρή διάθεση, ιδίως αν προερχόταν από θρησκευτικούς ή παρόμοιας σκέψης κύκλους.

Διαμαρτύρομαι λοιπόν γι’αυτήν τη συμπεριφορά. Θά’πρεπε ν’αντιμετωπίζουμε πολύ πιο επιεικώς τέτοια πράγματα, κι αν επρόκειτο για κάτι γνησίως προσβλητικό, τότε θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε σοβαρότερα. Πιστεύω πως όλοι μας μπορούμε να ξεχωρίσουμε το σοβαρό απ’το αστείο, δεν είμαστε Αμερικάνοι με πολιτικώς ορθές εμμονές. Περιμένω σχόλια πάνω στο θέμα. Πιστεύετε ότι θα πρέπει ν’αντιδρούμε τόσο ευαίσθητα σε τέτοια θέματα; Άραγε ο Zyklon b τι έχει να μας επι;

Τέλος στοιχηματίζω ότι δε θ’αντιδρούσαν οι διαχειριστές της Ελληνικής Πύλης των Ερπετών το ίδιο έντονα σε άλλου είδους πολιτικώς μη ορθές δηλώσεις, π.χ. κατά της θρησκείας ή της ηθικής, διότι η πλειονότητα των μελών είναι μη θρησκευόμενοι, όπως είδα από τις δημοσκοπήσεις, κάτι φυσικά όχι κακό – άλλωστε ούτε κι εγώ είμαι ιδιαίτερα θρησκευόμενος -, αλλά που θα μπορούσε να προσβάλει κάποιον άλλον που θά’ταν. Οπότε ακόμα κι εάν κάποιος ενοχλούταν πραγματικά για προσβολή της θρησκείας του, δε θ’αντιμετωπιζόταν το αίτημά του με την ίδια σοβαρότητα όπως ας πούμε το παράπονο μιας γυναίκας για σεξισμό ή ενός αλλοεθνούς για ρατσισμό.

Κλείνοντας έχω να κάνω την εξής παρατήρηση: Όταν άρχισε το θέμα για το σεξιστικό κείμενο να μεγαλώνει, όλο και περισσότεροι έλεγαν πως είμαστε σε φόρουμ για ερπετά, οπότε δε θα πρέπει να μαλώνουμε για τέτοια θέματα. Επειδή όμως είμαστε σε φόρουμ για ερπετά δε σημαίνει ότι δε μπορούμε να μιλάμε για οτιδήποτε άλλο, θέλουμε να είμαστε πολυδιάστατα άτομα που θ’ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες πάνω σε διάφορα θέματα. Ακόμα και τα μαλώματα είναι μέρος αυτής της συζήτησης. Έτσι και αστεία θα ειπωθούν, άλλα καλά, άλλα ενοχλητικά, και πολιτικά θ’αναφερθούν, ίσως εμφανίζονται κάποτε και γνησίως ρατσιστικά λόγια. Αυτό θα γίνεται ως μέρος της ανθρώπινης συζήτησης, ακόμα και παρά τη θέλησή μας. Πιστεύω πως εμποδίζει την επικοινωνία ο περιορισμός της συζήτησης των ανθρώπων. Φυσικά το φόρουμ έχει ενότητες γενικής συζήτησης, οι οποίες, τελευταία τουλάχιστον, μου φαίνεται πως παρακολουθούνται όπως περιέγραψα παραπάνω.