Category: περιβάλλον


Ασιατικός βαράνος του νερού (Varanus salvator salvator), από Wikipedia.

Οι βαράνοι ή βαρανοί αποκαλούνται συχνά οι βασιλιάδες των σαυρών. Είναι συνήθως μεγαλόσωμες, σαρκοφάγες σαύρες με μεγάλη εξάπλωση στην Αφρική, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία. Τα 78 είδη τους αποτελούν το γένος Varanus της μονοτυπικής οικογένειας Varanidae, αλλά ο αριθμός των ειδών συνεχώς αυξάνεται από τη διάσπαση πληθυσμών σε νεά είδη ή και την ανακάλυψη νέων. Η οικογένεια των βαρανιδών έχει ιστορία από το ύστερο Κρητιδικό, και στο παρελθόν είχε περισσότερα γένη, αν και σήμερα μόνο οι βαράνοι απομένουν, οι οποίοι είναι πολύ επιτυχημένοι. Συγγενείς και ίσως πρόγονοί τους είναι οι νεκρόσαυροι, και λίγο μακρινότεροι οι θαλάσσιοι μοσάσαυροι του Κρητιδικού. Ακόμα μακρινότεροι συγγενείς είναι οι άωτοι βαράνοι (οικογένεια Lanthanotidae), τα τέρατα του Τζίλα (οικογένεια Helodermatidae), τα αγκουοειδή όπως το κονάκι (οικογένεια Anguidae), και τα φίδια. Το γένος είναι μοναδικό στο ότι, παρά τις τεράστιες διαφορές στο μέγεθος (από 20 εκ [πρόσφατα ανακαλυμμένος V. sparnus της Αυστραλίας] μέχρι 3 μ [ο δράκος του Κόμοντο V. Comodoensis], αν κι ακόμα μεγαλύτερος ήταν ο εξαφανισμένος αυστραλιανός V. priscus στα 5 ή και 7 μ), τα είδη δε διαφέρουν σημαντικά στη μορφολογία. Γενικώς είναι σαύρες μακρόστενες αλλά γεροδεμένες, με μακρύ λαιμό, μικρό κεφάλι, αρκετά ανεπτυγμένα άκρα και δυνατή, μη αυτοτομήσιμη ουρά. Η γλώσσα τους είναι λεπτή και διχαλωτή όπως αυτή των φιδιών, και χρησιμεύει μόνο στην όσφρηση, όπως και στα φίδια. Όταν δεν την χρησιμοποιούν, παραμένει προστατευμένη μέσα σ’ένα κάλυμμα ιστού. Τα δόντια τους είναι μεγάλα, κωνικά και αιχμηρά, και το κρανίο τους ελαφρώς κινητικό για να μπορούν να καταπίνουν μεγάλα θηράματα, αν και σε περίπτωση που είναι πολύ μεγάλα, συχνά τα τεμαχίζουν με το κεφάλι και τα μπροστινά τους άκρα. Έχουν το τρίτο μάτι (βρεγματικός οφθαλμός) στην κορυφή του κεφαλιού, όπως οι περισσότερες ημερόβιες σαύρες, και στις φολίδες τους φέρουν αισθητήρια βοθρία για την αφή. Στην κοιλιά τους έχουν σκωληκόμορφες οστέινες πλάκες.
Είναι δραστήρια ζώα, που συχνά καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις για εξεύρεση τροφής, και πολλές φορές καταδιώκουν ενεργά τα θηράματά τους. Αυτό απαιτεί υψηλό μεταβολισμό, και σύμφωνα με τις μελέτες που το διερεύνησαν αυτό, οι βαράνοι είναι τα σημερινά ερπετά με τον υψηλότερο μεταβολισμό και αερόβια ικανότητα. Η καρδιά τους είναι λειτουργικά τετράχωρη κατά τη συστολή, διαχωρίζοντας έτσι πλήρως τη συστημική από την πνευμονική κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να έχουν υψηλή συστημική πίεση για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε οξυγόνο χωρίς αυτό να βλάπτει τους πνεύμονες, όμοια με τα πτηνά και τα θηλαστικά. Ο αέρας στους πνεύμονές τους κινείται μονόδρομα, ένα σύστημα που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα και στους αρχόσαυρους (κροκοδείλια, πουλιά και εξαφανισμένοι συγγενείς), και είναι αποτελεσματικότερο απ’αυτό των θηλαστικών. Διατηρούν επίσης υψηλές θερμοκρασίες την ημέρα, όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Τα χαρακτηριστικά αυτά τους έχουν κάνει αντάξιους ανταγωνιστές των σαρκοφάγων θηλαστικών μεσαίου μεγέθους στις περιοχές όπου ζουν. Σε μικρότερα μεγέθη κινδυνεύουν να φαγωθούν από μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά, γι’αυτό ελάχιστοι μικροί Βαρανοί υπάρχουν στην Αφρική και την Ασία, αν και στην Αυστραλία, ελλείψει πολλών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών, πολλοί βαράνοι έχουν εξελίξει μικρότερο μέγεθος και τα αντικαθιστούν οικολογικά. Σχεδόν όλα τα μέλη του γένους είναι σαρκοφάγα, τρώγοντας εύρος τροφών από αυγά, έντομα και σκουλήκια μέχρι ψάρια, τρωκτικά, άλλα ερπετά, μεγάλα ζώα όσο κι ένα βουβάλι και πτώματα. Κάποια δενδρόβια είδη μπορεί να τρώνε και φρούτα συμπληρωματικά, ενώ 3 ασιατικά είδη είναι φρουτοφάγα. Η όρασή τους είναι καλή, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η όσφρησή τους, χάρη στην οποία εύκολα βρίσκουν κρυμμένη ή θαμμένη τροφή. Τα περισσότερα είδη κινούνται στο περιβάλλον όπου εξελίχθηκαν, αλλά μπορεί να κυνηγήσουν και σε διαφορετικά περιβάλλοντα, π.χ. πολλά χερσαία είδη μπορεί να ψάξουν τροφή στο νερό. Είναι ημερόβιοι, αλλά μπορούν να δραστηριοποιηθούν και τη νύχτα κάποιες φορές.
Είναι από τα εξυπνότερα ερπετά, με νοημοσύνη που ξεπερνά αυτήν πολλών θηλαστικών. Διάφορα είδη έχουν βρεθεί ότι λύνουν περίπλοκα προβλήματα για να φτάσουν στην τροφή, έχουν υποτυπώδεις αριθμητικές ικανότητες, παίζουν με αντικείμενα όπως πολλά θηλαστικά κλπ. Ορισμένα είδη εξαπατούν τους γονείς για να κλέψουν τα αυγά τους, όπως ο Varanus albigularis στην Αφρική, όπου ο ένας διώχνει τον κροκόδειλο απ’τη φωλιά κι ο άλλος τρώει τα αυγά, και μετά επιστρέφει και ο πρώτος για να φάει – από τα λίγα ερπετά που κυνηγούν συνεργατικά. Πολλοί δενδρόβιοι βαράνοι χρησιμοποιούν τα μπροστινά τους άκρα για να βγάλουν έντομα από τρύπες, συμπεριφορά σπάνια στις σαύρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι βαράνοι είναι μοναχικοί, αποφεύγοντας την επαφή με άλλα μέλη του είδους τους. Εκτός από το συγκεκριμένο Αφρικανικό είδος, κυνηγούν μόνοι τους, αν και μπορεί να συγκεντρωθούν σε περίπτωση πολλής τροφής, π.χ. αν υπάρχει μεγάλο πτώμα, οπότε τρώνε ανάλογα με το μέγεθός τους, με τους μεγαλύτερους πρώτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μεγαλόσωμοι βαράνοι μπορεί να μαλώσουν, όπως επίσης μαλώνουν αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής για τις περιοχές τους. Όταν μαλώνουν σηκώνονται στα δύο πόδια και σπρώχνονται. Τα θηλυκά σε πολλά είδη σκάβουν περίπλοκες φωλιές, τις οποίες φυλάγουν από εχθρούς, αλλά τα μικρά είναι ανεξάρτητα μόλις γεννηθούν, μένοντας κρυμμένα για τον περισσότερο καιρό μέχρι να μεγαλώσουν, για΄τι έχουν πολλούς εχθρούς, συμπεριλαμβανομένων και μεγαλύτερων μελών του είδους τους. Παρομοίως σηκώνονται στα δύο πόδια και την ουρά για να παρακολουθήσουν το περιβάλλον τους, δίνοντάς τους το αγγλικό όνομα “monitor lizards (σαύρες που παρακολουθούν)». Το όνομα «βαράνος» προέρχεται από το αραβικό «ουαράν» ή «ουαράλ», που προέρχεται από τη σημιτική ρίζα “wrl” αναφερόμενοι σε μεγάλη σαύρα ή δράκο.

Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι τέτοια ζώα συγκέντρωσαν αρκετό μύθο και παράδοση γύρω τους σε διάφορους πολιτισμούς. Εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους, οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων τους ξεχώριζαν από όλες τις υπόλοιπες σαύρες, αντιμετωπίζοντάς τους περισσότερο ως μυθικούς δράκους παρά ως σαύρες. Αλλού σκοτώνονταν ως επικίνδυνα ζώα, αλλού θεωρούνταν κακά πνεύματα και φορείς κακοτυχίας, αλλού λατρεύονταν ή θεοποιούνταν, αλλού ήταν ανεκτοί, χρησιμοποιούνταν στην ιατρική, στη μαγεία και κυνηγούνταν για το κρέας τους. Σήμερα πολλά είδη απειλούνται από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους εξαιτίας της ανθρώπινης ανάπτυξης, αλλά κι από την ανθρώπινη εκμετάλλευση, κυρίως για το δέρμα τους. Άλλα είδη ωστόσο εξακολουθούν ν’ακμάζουν παρά τις πιέσεις, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα είναι. Όπως και τα περισσότερα ερπετά, οι μύθοι που τους περιβάλλουν τους συνδέουν κυρίως με το κακό, καθιστώντας/όντας έτσι σοβαρά εμπόδια για τις προσπάθειες προστασίας τους. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα βιβλίου, το οποίο βρήκα στη σελίδα του Mampam, ενός περιβαλλοντικού ιδρύματος που ασχολείται με την προστασία λιγότερο γνωστών ζώων, όπως είναι οι βαράνοι, αλλά και με την υποστήριξη παραμελημένων κοινοτήτων. Αρχικά ήταν σπασμένο σε πρώτο και δεύτερο μέρος, αλλά εγώ τα συνένωσα.

Μετάφραση: Bolko

Βαράνοι και ανθρωπότητα

Σελίδα 1 από 2

Απόσπασμα από το Ένα Μικρό Βιβλίο για τους Βαράνους © D. Bennett 1995. Viper Press, UK

Η σχέση μας με τους βαράνους φτάνει μέχρι 90.000.000 χρόνια πριν. Για σχεδόν όλο αυτό το διάστημα, αυτοί ήταν οι θηρευτές κι εμείς τα θηράματα. Οι πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις θήρευσης βαράνων από τον άνθρωπο χρονολογούνται περίπου στα 40.000 χρόνια πριν (King 1962). Σήμερα η σχέση της ανθρωπότητας με τους βαράνους είναι περίπλοκη. Είναι αναμφίβολα οι σημαντικότερες από τις σαύρες για την ανθρώπινη φυλή.

Ο βαράνος στην παράδοση και την τέχνη

Οι βαράνοι συχνά λέγεται ότι έδωσαν την έμπνευση για τους μυθικούς δράκους, αλλά πολλά άλλα ζώα διεκδικούν εξίσου την ίδια θέση. Η περιγραφή των μεγάλων όφεων του Καραζάν από το Μάρκο Πόλο εύκολα θα μπορούσε ν’αναφέρεται σε ένα δράκο του Κόμοντο:

«Εδώ υπάρχουν τεράστια φίδια δέκα βήματα σε μήκος και 10 πιθαμές στο πλάτος του σώματος. Στο μπροστινό μέρος δίπλα στο κεφάλι έχουν δύο κοντά πόδια, το καθένα με τρία νύχια σαν αυτά μίας τίγρεως, με μάτια μεγαλύτερα από ένα καρβέλι τεσσάρων πεννών και πολύ λαμπερά. Τα σαγόνια είναι αρκετά πλατιά ώστε να καταπιούν έναν άνθρωπο, τα δόντια είναι μεγάλα και αιχμηρά και η όλη τους εμφάνιση είναι τόσο φοβερή που ούτε άνθρωπος ούτε κανένα άλλο ζώο δε μπορεί να τα πλησιάσει χωρίς τρόμο.»

Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις βαράνων προέρχονται από σπηλαιογραφίες κοντά στο Μπόπαλ που έγιναν πριν από περίπου 10.000 χρόνια (Das 1989). Συχνά εμφανίζονται στην αρχαία και στη σύγχρονη αυστραλιανή τέχνη, αλλά απουσιάζουν εμφανώς από την τέχνη των αρχαίων αιγυπτιακών πολιτισμών. Σύμφωνα με τον Rose (1962) οι βαράνοι συχνά απεικονίζονταν και ταριχεύονταν από τους Αρχαίους Αιγυπτίους. Πάραυτα οι Αιγύπτιοι δεν άρχισαν να ταριχεύουν ερπετά μέχρι τις μεταγενέστερες δυναστείες (πριν περίπου 4.000 χρόνια), όταν σχετίστηκαν με τον ηλιακό θεό Ατούμ, και μια έρευνα για τα μουμιοποιημε΄να ερπετά στο Βρετανικό Μουσειο και σ’αυτό του Καΐρου δεν έχει αποκαλύψει ούτε ένα δείγμα βαράνου (Bennett & Akonnor ms). Ο πιθανότατος λόγος για τον οποίον οι βαρανίδες αποκλείονταν από τη μεταθάνατον ζωή είναι ότι τρώνε τα αυγά και τα μικρά των κροκοδείλων, οι οποίοι, αν και περιφρονούνταν, θεωρούνταν πολύ ιεροί από τους Αρχαίους Αιγυπτίους.

Η παράδοση βρίθει από δεισιδαιμονίες και ανέκδοτα που αφορούν τους βαράνους. Σε κάποια μέρη αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση ή και με φόβο, αλλά πολλοί πολιτισμοί εκτιμούν τις σαύρες και ορισμένοι τις αντιμετωπίζουν με υψηλή ευλάβεια.

Ιστορίες ότι οι βαράνοι είναι ιοβόλοι ή και δηλητηριώδεις αφθονούν στην πρώιμη βιβλιογραφία. Το σάλιο τους θεωρείται δηλητηριώδες στη Βεγγάλη και σε μέρη του Βόρνεο πάντοτε μαγειρεύονται με πιπερόριζα ως προληπτικό μέτρο, διότι αν έχει επιλεγεί για την κατσαρόλα ένα δηλητηριώδες άτομο, το μίγμα θα μαυρίσει (Saha 1983; Auffenberg 1982). Οι Mason & Theobald (στο Gaddow 1901) έχουν ισχυριστεί ότι οι Βυρμανέζοι Καρέν έτρωγαν βαράνους, αλλά πετούσαν τα κεφάλια επειδή τα θεωρούσαν δηλητηριώδη. Ο κρυπτικός τραχύλαιμος βαράνος πιστευόταν ότι είχε τόσο δυνατό δηλητήριο, που μπορούσε να σκοτώσει έναν ελέφαντα (Lekagul 1969). Στη Σρι Λάνκα οι βαράνοι του νερού συνήθως θεωρούνται άνοστοι, ενώ οι βαράνοι της Βεγγάλης τρώγονται με ευχαρίστηση (Deraniyagala 1953). Εντούτοις αν πατήσεις τα περιττώματα των σαυρών μπορεί να βγάλεις εξανθήματα με έλκη στα πόδια σου (de Silva, προσ.επικ.). Η ικανότητα των σαυρών να τρώνε ιοβόλα φίδια αναγνωρίζεται σε πολλούς πολιτισμούς και στην Αυστραλία, στην Αίγυπτο και στην Αλγερία η ανοσία τους συχνά αποδίδεται στη συνήθειά τους να αναζητούν φαρμακευτικά φυτά μόλις δαγκωθούν (Reed 1987, Anderson 1898, Mamir, προς. επικ.).

Οι βαράνοι μπορούν να φέρουν κακή τύχη στους ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Στο Βόρνεο μερικές φορές απεικονίζονται στις ασπίδες των πολεμιστών για να σκορπίσουν τον τρόμο στις καρδίες των αντιπάλων τους. Εάν ένας βαράνος περάσει μπροστά από έναν προελαύνοντα στρατό, μπορεί να επέλθει ανταρσία, εκτός κι αν η μάχη αναβληθεί. Εάν ένας ειδωθεί σ’ένα γάμο, η ένωση θεωρείται αποτυχημένη από την αρχή (Auffenberg 1982). Σε μέρη του Πακιστάν θεωρούταν απαραίτητο να κρατήσεις το στόμα σου καλά κλειστό μπροστά σ’ένα βαράνο· με μια φευγαλέα ματιά των δοντιών σου θα μπορούσε το πνεύμα του ερπετού να μολύνει την ψυχή σου (Minton 1966). Εάν ένας βαράνος έτρεχε ανάμεσα στα πόδια σου στο Καζακστάν, η πιθανότητά σου να κάνεις παιδιά στο μέλλον θεωρούταν μηδενική (Nickolskii 1915). Σε κάποια μέρη της Ταϊλάνδης κάποιοι άνθρωποι δεν τολμούν καν να προφέρουν το όνομα του βαράνου, ενώ άλλοι το χρησιμοποιούν ως προσβολή (Nutphand undated). Στα νοτιότερα, όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο, κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι βγάζουν λέπια και βγάζουν μια μακριά, διχαλωτή γλώσσα. Αυτοί οι «βαρανάνθρωποι» περιπλανώνται ψάχνοντας όχι για κάμπιες και σκαθάρια, αλλά για ζεστή ανθρώπινη σάρκα (Auffenberg 1982).

Πολλοί πολιτισμοί ξεχωρίζουν σαφώς τους καλούς από τους κακούς βαράνους. Γύρω από τους λόφους Γκάρο στην Ινδία, οι βαράνοι του νερού με νεφελώδη σημάδια θεωρούνταν κακά πλάσματα που τραβούσαν τους ανθρώπους κάτω απ’το νερό και τους έπιναν το αίμα. Αυτοί με φωτεινά σχέδια (γνωστοί ως Αρίνγκα) υποτίθεται ότι ήταν φιλικοί και απεικονίζονταν στις θύρες των σπιτιών των εργένηδων των φυλών Άτονγκ και Γκάντσινγκ. Ένα άλλο σόι του Γκάρο, οι Ντάουα, έχουν την ακόλουθη ιστορία για τον ιδρυτή τους.

Όταν κάποτε ο Ντάουα ήταν νεαρός, συνάντησε ένα μωρό αρίνγκα που έτρωγε φύλλα πεπονιάς σ’ένα από τα χωράφια του χωριού. Το έπιασε και το έβαλε σ’ένα κλουβί, ταΐζοντάς το με φρούτα. Κάθε μέρα οι γονείς του βαράνου έρχονταν και επισκέπτονταν το φυλακισμένο παιδί τους, κι όταν ο Ντάουα είδε τα τεράστια αρίνγκα τρομοκρατήθηκε σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τον εκδικηθούν αυτόν ή τους ανθρώπους του όταν περνούσαν το ποτάμι. Έτσι έντυσε το νεαρό βαρανό μ’ένα κίτρινο πανωφόρι, έβαλε σκουλαρίκια στα αυτιά του, τον απελευθέρωσε και υποσχέθηκε στους γονείς του ότι δε θα ξαναπιάσει βαράνους ποτέ, και τους ζήτησε ως αντάλλαγμα να μη φάνε κανέναν από το σόι του αν διαβεβαίωναν την ταυτότητά τους πριν μπουν στο νερό. Το νεαρό αρίνγκα έγινε ο φίλος του Ντάουα, κι όταν μεγάλωσε συνήθιζε να τον περνάει απέναντι απ’το ποτάμι στην πλάτη του. Μέχρι σήμερα οι Γκάρο ποτέ δε σκοτώνουν αρίνγκα, και πάντοτε φωνάζουν «Είμαι γιος του Ντάουα» πριν μπουν στο ποτάμι. Εάν κάποιος πιαστεί κατά λάθος, του δίνονται λίγα σκουλαρίκια ως απολογία κι απελευθερώνεται (Parry 1932).

Σύμφωνα με το θρύλο, τα κανό από φλοιό πρωτοεφευρέθηκαν από τους βαράνους του Μέρτενς, οι οποίοι έπρεπε να μάθουν πώς να σκαρφαλώνουν για να προμηθεύονται τις πρώτες ύλες για τις τέχνες τους (McConnel 1957). Οι εργατικοί και εφευρετικοί βαράνοι έγιναν τεμπέληδες όταν έφτασαν στη νότια Αυστραλία. Εγκατέλειψαν τη γεωργία και επιδόθηκαν στο κυνήγι μικρών κι ανυπεράσπιστων ζώων, καταλήγοντας τελικά να κλέβουν τροφή από τους ακανθόχοιρους αφού τους νάρκωναν με μέλι (Reed 1987).

Στη Μαλάγια πιστευόταν ότι οι βαράνοι του νερού εκκολάπτονταν από αυγά κροκοδείλου, αλλά έμεναν στην ξηρά, ενώ κάποια απ’τα αδέρφια τους έτρεχαν αμέσως στο νερό κι έτσι γίνονταν γνήσιοι κροκόδειλοι (Ridley 1899). Παραδόξως μια παρόμοια πίστη επικρατούσε στην Αίγυπτο, όπου ο βαράνος του Νείλου πιστευόταν ότι ήταν το πρώτο στάδιο στη ζωή ενός κροκοδείλου, και ο Ηρόδοτος (περίπου στο 450 π.Χ. στον Anderson 1898) περιέγραψε τους βαράνους της ερήμου που είδε στη Λιβύη ως χερσαίους κροκοδείλους.

Χρήσεις των βαράνων από τον άνθρωπο

Η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τους βαράνους με διάφορους τρόπους· για τροφή, ως εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων και για την Παρασκευή φαρμάκων και κατεργασμένου δέρματος. Σε κάποια μέρη του κόσμου είναι τεράστιας οικονομικής σημασίας, αλλά σε λίγα μέρη θεωρούνται μάστιγα και γίνονται προσπάθειες αφανισμού τους.

Οι διατροφή πολλών βαράνων τους κάνει ιδανικούς εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων, και η χρήση τους γι’αυτό είναι αναμφίβολα η πιο πολύτιμη ιδιότητά τους. Τρώνε αυγά κροκοδείλου και δηλητηριώδη φίδια, όπως επίσης και τεράστιες ποσότητες επιζήμιων για τις καλλιέργειες καβουριών, σαλιγκαριών, σκαθαριών και ορθόπτερων. Σε πολλά μέρη της Αφρικής και της Ασίας ενθαρρύνονται να κατοικήσουν σε ορυζώνες, άλση κοκοφοινίκων κι άλλες αγροτικές εκτάσεις για να μειώσουν τις βλάβες στη σοδειά (π.χ. Deraniyagala 1931). Ο βαράνος του Ρόζενμπεργκ ίσως να έχει εισαχθεί σε πολλά νησιά της νότιας Αυστραλίας για να μειώσει τον αριθμό των ιοβόλων φιδιών (Κεφάλαιο 5) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέταζε την εισαγωγή του βαράνου των μαγκροβίων σε νησιά του Ειρηνικού γεμάτα με αρουραίους, μέχρι που έγινε προφανής η βέβαιή του προτίμηση για τα καβούρια (Uchida 1967). Οι λίγες μελέτες που διεξήχθησαν σε βαράνους που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές έχουν όλες καταδείξει ότι η διατροφή τους αποτελείται ως επί το πλήστον από ζώα που είναι επιζήμια για τις καλλιέργειες (Auffenberg και αλ 1991, Traeholt 1993, Bennett & Akonnor 1995) και σε πολλές περιοχές η συνήθειά τους να καταναλώνουν πτώματα επιδοκιμάζεται. Όπου οι βαράνοι δεν καταδιώκονται, ζουν κοντά ή και μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ψάχνοντας τροφή γύρω από σκουπιδότοπους και τρώγοντας κάθε είδους σκουπίδι. Είναι κοινό θέαμα σε κάποιες από τις μεγαλύτερες πόλεις της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας και πιθανόν είναι ανεκτοί επειδή βοηθούν στη μείωση της τροφής των αρουραίων, των μυγών και άλλων αστικών παρασίτων.

Η χυμώδης σάρκα των βαράνων έχει εκτιμηθεί εδώ και πολύ καιρό. Είναι πλούσια σε λίπος και μπορεί να ψηθεί στο φούρνο, στη σχάρα, να καπνιστεί και να γίνει σούπα, να μαγειρευτεί σε κάρι ή να τηγανιστεί. Εάν μαγειρευτεί προσεκτικά, είναι τρυφερή και ούτε στο ελάχιστο ινώδης ή σκληρή. Τα καλύτερα κομμάτια είναι το συκώτι, η βάση της ουράς και τα αυγά. Ο Cochran (1930) αναφέρει ότι τα αυγά των βαράνων του νερού θεωρούνταν κατάλληλα για προσφορά στο βασιλιά της Ταϊλάνδης. Οι ακόλουθοι του ισλάμ στην Ασία δεν τρώνε βαράνους, αλλά πολλοί ευσεβείς μουσουλμάνοι στη Δυτική Αφρική τους θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Σε κάποια μέρη των νησιών των Φιλιππίνων, οι βαράνοι είναι σημαντικό στοιχείο της διατροφής και σε πολλά μέρη του κόσμου χρησιμοποιούνται για να επαυξήσουν αξιολύπητα χαμηλά σε πρωτεΐνη γεύματα. Η χρήση τους ως τροφή στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία φαίνεται να είναι πλατιά διαδεδομένη (π.χ. Irvine 1969). Ο βαράνος των μαγκροβίωνέχει εισαχθεί σε πολλά νησιά του Ειρηνικού πολύ πρόσφατα, πιθανόν ως πηγή τροφής (Κεφάλαιο 6).

Μια εκπληκτική σειρά τονωτικών, φαρμάκων και φίλτρων φτιάχνονται από διάφορα μέρη του σώματος του βαράνου (π.χ. Gaddow 1901, Auffenberg 1982, Das 1989 και οι παραπομπές που αναφέρονται εκεί). Το λίπος χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της επιδεινούμενης όρασης και για ποικιλία άλλων παθήσεων (ιδίως της αρθρίτιδας, των ρευματισμών, των αιμορροΐδων και των μυικών πόνων). Χρησιμοποιείται επίσης ως σεξουαλικό λιπαντικό (Saxena 1993). Οι αποξηραμένες χοληδόχοι κύστεις είναι ιδιαίτερα θεραπευτικές, αφού θεραπεύουν τα καρδιακά προβλήματα, την ανικανότητα και την ηπατική ανεπάρκεια, όπως επίσης και πλήθος σοβαρότερων παθήσεων. Στη Βόρεια Αφρική, αποξηραμένα κεφάλια βαράνων πωλούνται για να κονιορτοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία πλήθους εξωτερικών και εσωτερικών βασάνων (Linley, προσ.επικ.). Οι αμνησιακοί στη Σρι Λάνκα κάποιες φορές παρασκευάζουν ένα γεύμα από γλώσσες βαράνων, το οποίο λέγεται ότι επαναφέρει τη μνήμη στην πλήρη της ισχύ (de Silva, προσ.επικ.). Ο Krishnan (1992) αναφέρει ότι ένας άντρας που υπέστη μια σοβαρή πληγή στο μηρό ως αποτέλεσμα της αναμέτρησής του μ’έναν αγριόχοιρο γιατροπορεύτηκε απ’τους φίλους του με τον ακόλουθο τρόπο: Λεπτές φέτες φρέσκιας σάρκας βαράνου της Βεγγάλης τοποθετήθηκαν μέσα στη βαθιά πληγή, η οποία έπειτα δέθηκε με επιδέσμους. Ο άντρας ισχυρίστηκε αργότερα ότι η πληγή είχε επουλωθεί εντελώς σε δέκα μέρες κι άφησε μόνο μια εκπληκτικά μικρή ουλή. Απ’ό,τι γνωρίζω, καμία από τις θεραπευτικές ιδιότητες των βαρανών δεν έχει τεθεί ακόμα υπό σοβαρή επιστημονική εξέταση. Στη Σρι Λάνκα επίσης πιστευόταν ότι ένα μίγμα λίπους και σάρκας του βαράνου του νερού και ανθρώπινου αίματος και τριχών γίνεται πολύ ισχυρό δηλητήριο αν βραστεί, κι ότι μια σταγόνα είναι αρκετή για να σκοτώσει αμέσως έναν εχθρό (Auffenberg 1982). Οι βαράνοι του νερού λεγόταν επίσης ότι συντελούσαν στην Παρασκευή του πλέον προτιμώμενου δηλητηρίου των Σινγκαλέζων ασασίνων, το καμπάρα-τελ. Τα υλικά (φρέσκο δηλητήριο φιδιού, αρσενικό και διάφορα βότανα) ανακατεύονταν με νερό σ’ένα ανθρώπινο κρανίο και τοποθετούνταν σε μια φωτιά, σε τρεις γωνίες της οποίας δεμένοι βαράνοι του νερού τοποθετούνταν στρατηγικά και χτυπούνταν, ώστε οι συριγμοί τους να επιταχύνουν τη διαδικασία του βρασμού και να επαυξήσουν τη δύναμη του αφεψήματος. Ο αφρός από τα χείλη των σαυρών προστιθέταν στο τελευταίο λεπτό, κι όταν στην επιφάνεια εμφανιζόταν ένα ελαιώδες απόβρασμα, το τρομερό φίλτρο ήταν έτοιμο (Morris στο Gaddow 1901).

Σελίδα 2 από 2

Σύμφωνα με τον Das (1988), η φόνευση βαράνων με τσουγκράνες είναι μια μορφή αθλήματος σε μέρη της βορειοανατολικής Ινδίας. Παρομοίως, τα παιδιά σε μέρη της ερήμου Κάρα-Χουμ αντλούν μεγάλη χαρά κυνηγώντας τους βαράνους της Κασπίας και χτυπώντας τους μέχρι θανάτου με τα ρόπαλα. Επειδή οι σαύρες πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδεις, η συμμετοχή και η επιτυχία σ’αυτό το άθλημα θεωρείται πράξη μεγάλης γενναιότητας (προσ. επικ.).

Ο πολυμήχανος και ξακουστός Μαράθι πολεμιστής Κάρνα Σινγκ πέρασε τα τείχη του Φρουρίου του Κέλνα δένοντας ένα σχοινί σ’ένα βαράνο, αφήνοντάς τον να σκαρφαλώσει το τείχος κι ακολουθώντας τον μέχρι πάνω όταν είχε ασφαλιστεί σε μια στενή σχισμή. Από τότε η φυλή του ήταν γνωστή ως Γκορπάντε (από το μαράθι όνομα του βαράνου της Βεγγάλης, γκορπάντ), και κάθε στρατιώτης στο στρατό εκπαιδευόταν στη χρήση τους (Ramakrishna 1983). Λιγότερο ηρωικα άτομα χρησιμοποιούσαν τις σαύρες για να σκαρφαλώσουν τους τοίχους σπιτιών που διαρρήγνυαν (Robinson στο Gaddow 1901).

Ορισμένοι πολιτισμοί λεγόταν ότι άφηναν τους βαράνους να φάνε τους νεκρούς συγγενείς τους κι έτσι κατήργησαν την ανάγκη αποκομιδής των πτωμάτων με ταφή ή καύση. Στο Αρχιπέλαγος Μέργκου, τα πτώματα αφήνονταν σε εκτεθημένες εξέδρες στο δάσος, ενώ στο Μπαλί τα σώματα καλύπτονταν με καλάθια λυγαριάς, τα οποία απέτρεπαν τους σκύλους και τα μαϊμούνια, αλλά άφηναν τους βαράνους να φάνε με την ησυχία τους (Anderson 1889, Auffenberg 1982). Τέτοια δωρεάν και θρεπτικά γεύματα προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς βαράνων του νερού, ο Άντερσον αναφέρει ότι ως και 15 άτομα είχαν παρατηρηθεί «να επιδίδονται σ’ένα μακάβριο γεύμα τέτοιου είδους».

Μακράν η πλέον εξέχουσα χρήση των βαράνων είναι για το δέρμα τους. Τα δέρματα των βαράνων παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεμβρανών τυμπάνων και ασπίδων, αλλά σήμερα έχουν μεγάλη ζήτηση στα πλουσιότερα μέρη του κόσμου για να γίνουν λουριά ρολογιών χειρός, παπούτσια, πορτοφόλια, τσάντες κι άλλα δερμάτινα αγαθά. Τα πανέμορφα σχέδια στις σαύρες σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα των τομαριών τους τις κάνουν την πλέον δημοφιλή οικογένεια σαυρών στην αγορά του δέρματος. Οι περισσότερες πιάνονται στις φτωχότερες χώρες της κεντρικής Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας και πωλούνται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία. Απ’όσο γνωρίζω δεν υπάρχει ζήτηση για κρέας βαράνου στην Ευρώπη, ούτε οι χοληδόχοι κύστεις πωλούνται ευρέως, έτσι η ζήτηση για τα ζώα προέρχεται μόνο από την αγορά της μόδας. Ο αριθμός των ζώων που εμπλέκονται στο εμπόριο είναι τεράστιος και οι αναφερόμενοι αριθμοί μπορεί να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό του πραγματικού εμπορίου. Μέχρι το 1975, δεν υπήρχε κάποια διεθνής προσπάθεια για την παρακολούθηση του αριθμού των δερμάτων σαυρών που αποστέλλονταν από χώρα σε χώρα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε πολλές περιοχές μια ανθηρή εξαγωγική αγορά υπήρχε για σίγουρα πάνω από εκατό χρόνια. Ο Mertens (1942a) εισηγήθηκε ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ωφέλησε τους βαράνους, δίνοντάς τους λίγη ξεκούραση από την εντατική εκμετάλλευση.

Το 1973-74 η μπαγκλαντεσιανή κυβέρνηση εκτίμησε ότι οι εξαγωγές δερμάτων σαύρας άξιζαν πάνω από US$1.300.000 (Gilmour 1984). Το αναφερόμενο εμπόριο σε δέρματα σαύρας από την Ινδία μεταξύ του 1964 και του 1973 ήταν πάνω από 2,5 εκατομμύρια κιλά, υππολογιζόμενης αξίας σχεδόν 15 εκατομμυρίων ρουπιών (Anon 1978). Εντούτοις το εμπόριο που αναφέρθηκε στο CITES κατά το 1975 αντιστοιχούσε σε μόνο 51.239 δέρματα, εκ των οποίων τα 38.478 προέρχονταν από την ινδική υποήπειρο. Το ελάχιστο συνολικό εμπόριο σε δέρματα βαράνων μεταξύ 1975-199* καταδεικνύεται παρακάτω. Η μεγάλη αύξηση στους αριθμούς μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1970 και της αρχής της δεκαετίας του 1980 αντανακλά πιθανότερα βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα του συστήματος αναφοράς παρά μια πραγματική ένδειξη αύξησης της ζήτησης.

Δεν κυνηγούνται όλοι οι βαράνοι για το δέρμα τους, στην πραγματικότητα το βάρος του εμπορίου πλήττει μόνο πέντε ή έξι είδη. Ο βαράνος του νερού (V. salvator) είναι το περισσότερο συλλεγόμενο είδος, με αναφορά εμπορίου σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων δερμάτων μόνο το 1990. Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς δερμάτων βαράνων είναι η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες και η ταϊλάνδη. Τα περισσότερα δέρματα αποστέλλονται μέσω της Σιγκαπούρης και βρίσκουν αγορές σ’όλη την υπόλοιπη ανατολική Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στην Αφρική ο βαράνος του Νείλου είναι το βαρύτερα εκμεταλλευόμενο είδος με μέσο αναφερόμενο εμπόριο άνω των 400.000 δερμάτων μεταξύ 1980 και 1985. Τα περισσότερα δέρματα εξάγονται από τη Νιγηρία, το Σουδάν, το Μάλι και το Καμερούν και πωλούνται στη Γαλλία, στην Ιταλία και στης Η.Π.Α. Αναφέρεται επίσης εμπόριο μεγάλης κλίμακας του V. exanthematicus (δηλ. V.albigularis και V.exanthematicus) με μέσο όρο τα 88.000 δέρματα ν’αποστέλλονται ετησίως μεταξύ του 1980 και του 1985. Τα περισσότερα απ’αυτά τα ζώα προέρχονταν από τη Νιγηρία (V. exanthematicus) και, σε μικρότερο βαθμό, το Μάλι (V. exanthematicus), το Σουδάν (;) και τη Νότια Αφρική (V. albigularis). Η περισσότερη ζήτηση έρχεται από τη Γαλλία, άλλα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ. Το εμπόριο σε δέρματα βαράνων της ερήμου, V. griseus, αναφέρεται συχνά, αλλά σύμφωνα με τον Auffenberg (1982) το δέρμα του είναι πολύ λεπτό για να γίνει καλό προϊόν και θεωρείται πολύ υποδεέστερο υποκατάστατο δερμάτων άλλων βαράνων. Τα περισσότερα δέρματα ζώων που πωλούνται ως V. griseus, πιθανόν ανήκουν στα δύο πλήρως προστατευόμενα είδη V. bengalensis και V. flavescens. Το εμπόριο σ’αυτά τα είδη έχει κηρυχθεί εκτός νόμου από το 1975, αλλά πολλές χώρες, ιδιαίτερα η Ιαπωνία, αγνόησαν την απαγόρευση και συνέχισαν να εισάγουν μεγάλες ποσότητες από τα δέρματά τους μέχρι πολύ πρόσφατα. Μεταξύ του 1983 και του 1986 πωλήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο δέρματα V. bengalensis, κυρίως από την Ινδία, το Μπαγκλαντές και την ταϊλάνδη και σχεδόν όλα εξείχθησαν στην Ιαπωνία. Το εμπόριο σε δέρματα του V. flavescens αριθμούσε σε μέσο όρο σχεδόν 120.000 δέρματα ετησίως μεταξύ του 1983 και του 1986. Σχεδόν όλα τα δέρματα προέρχονταν από την Ινδία και το Μπαγκλαντές και πάλι η Ιαπωνία ήταν μακράν ο μεγαλύτερος καταναλωτής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι αριθμοί που αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν μόνο ολόκληρα δέρματα, και δεν περιλαμβάνουν προϊόντα κατασκευασμένα από βαράνους ή συναλλαγές που αναφέρονται με το βάρος (που συχνά ανέρχονται στις χιλιάδες κιλά το χρόνο). Ούτε περιλαμβάνουν τα πάνω από 1,5 εκατομμύρια δέρματα που κατέγραψαν τα ιαπωνικά τελωνεία μεταξύ του 1983 και του 1987, αλλά δε δηλώθηκαν στο CITES. Επιπλέον τα δέρματα των βαράνων συχνά ταυτοποιούνται λανθασμένα στις επίσημες δηλώσεις, με ασιατικά είδη να εξάγονται από αφρικανικές χώρες και το αντίστροφο. Οι εξαγωγείς θα πρέπει να το βρίσκουν πολύ εύκολο να εξαπατούν τους υπαλλήλους των τελωνείων και του CITES. Κατά τις διερευνήσεις μου, αρκετά τελωνειακά γραφεία σε αρκετές χώρες ζητούσαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα διάφορα είδη, παραδεχόμενα ότι δε μπορούσαν να τα ξεχωρίσουν. Η πιο πρόσφατη αναφορά του παγκοσμίου εμπορίου δερμάτων ερπετών (Jenkins & Broad 1994) περιλαμβάνει μια μόνο φωτογραφία του V. salvator, του συχνότερα απαντώμενου βαράνου στο εμπόριο δερμάτων, ο οποίος είναι σαφώς λάθος ταυτοποιημένος και θά’πρεπε να ταυτοποιηθεί ως V. dumerilii, ένα είδος για το οποίο το εμπόριο δέρματος είναι άγνωστο.

Η εκμετάλλευση των βαράνων έχει παραβλεφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Δυτικούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε θεωρούν τους βαράνους χαδιάρικα ζώα, και ίσως είναι εξαιτίας της απουσίας γούνας που η σφαγή τους δεν προκαλεί τη συμπόνια που επεκτείνεται σε άλλα θύματα του εμπορίου δερμάτινων. Απ’ό,τι είναι γνωστό, ούτε ένας βαράνος δεν έχει εκτραφεί εμπορικά, κι έτσι το εμπόριο βασίζεται εξολοκλήρου σε ζώα πιασμένα από τη φύση. Αναλογιζόμενοι τους τεράστιους αριθμούς των εμπλεκόμενων ζώων και το γεγονός ότι μόνο τα δέρματα των ενηλίκων ή των ημιενηλικών ατόμων είναι κατάλληλα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το εμπόριο τελικα θα εξαντλήσει τους αριθμούς τους στο σημείο που θα εξαφανιστούν σε πολλές περιοχές. Πρόσφατες εξαφανίσεις μεγάλης κλίμακας έχουν πιθανολογηθεί για αρκετούς βαράνους στο Πακιστάν, την Ινδία και το Μπαγκλαντές, αλλά δεν είναι σαφές αν η εξαφάνισή τους οφείλεται περισσότερο στο άμεσο ανθρώπινο κυνήγι ή στην απώλεια του ενδιαιτήματός τους. Μελέτες σε βαρέως εκμεταλλευόμενους πληθυσμούς στη Σουμάτρα κατέδειξαν μία από τις υψηλότερες καταγεγραμμένες βιομάζες κάθε σαύρας στον κόσμο (Erdelen 1988, 1991) και δεν υπάρχουν σαφώς επιβεβαιωμένες περιπτώσεις πληθυσμών βαράνων που αποδεκατίστηκαν οπουδήποτε στην Νοτιοανατολική Ασία ή στην Αφρική από τις δραστηριότητες του εμπορίου δέρματος (π.χ. Buffrenil et al 1994, Shine et al. 1996). Η απώλεια του ενδιαιτήματος, από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για μειώσεις στους αριθμούς των βαράνων σε κάθε χώρα όπου βρίσκονται. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε το εμπόριο δέρματος χωρίς αποστροφή, αλλά η φτώχεια στην Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία είναι πολύ πιο ανυπόφορη. Το ενδεχόμενο οι βαράνοι να γίνουν ένας πολύ προσοδοφόρος και βιώσιμος πόρος θα έχει περάσει απ’το μυαλό πολλών, αλλά δε φαίνεται να έχει γίνει καμία προσπάθεια εκτροφής τους σε εμπορική κλίμακα. Αυτό μπορεί να μη γίνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι ακόμα αφθονούν σε πολλές περιοχές, αλλλά αν η ανθρωπότητα πρόκειται να συνεχίζει να ωφελείται από τους βαράνους στο μακροπρόθεσμο μέλλον, η αναπαραγωγή μεγάλης κλίμακας στην αιχμαλωσια θα είναι υποχρεωτική.

Πολλοί καλοπροαίρετοι αλλά παραπληροφορημένοι άνθρωποι καταδικάζουν την κατανάλωση των βαράνων όχι με γνώμονα τη γεύση, αλλά την ηθική. Θεωρούν ότι η χρήση τους για τροφή ή πράγματι για κάθε σκοπό συμβάλλει στην εξαφάνισή τους, αλλά αδυνατούν να καταλάβουν ότι σχεδόν όλες οι χώρες όπου υπάρχουν βαράνοι είναι αφάνταστα φτωχότερες από οπουδήποτε στη Βόρεια Αμερική ή στην Ευρώπη. Επειδή οι άνθρωποι έχουν πολύ λίγα χρήματα, έχουν πολύ υψηλή βρεφική θνησιμότητα και πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής. Αυτό τους εξαναγκάζει να υιοθετούν μη βιώσιμες οικονομικές πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, στην εξαφάνιση πολλών ζώων και φυτών και σε γη ακατάλληλη για τίποτα εκ΄τος από παραγκουπόλεις και στρατόπεδα προσφύγων. Απ’όλα τα άγρια ζώα, οι βαράνοι είναι μεταξύ των πλέον κατάλληλων για βιώσιμη χρήση. Αναπαράγονται κι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα, και πολλοί είναι το ίδιο ευχαριστημένοι ζώντας σ’ένα παρθένο δάσος, σ’ένα χωράφι καλαμποκιού ή σ’ένα σκουπιδότοπο. Γρήγορα δημιουργούν μεγάλους πληθυσμούς οπουδήποτε υπάρχει επαρκής τροφή και δεν είναι εκλεκτικοί στη διατροφή τους. Το κρέας τους είναι πολύ θρεπτικό και το σημαντικότερο, το δέρμα τους είναι πολύ ακριβό. Η τιμή ενός ζευγαριού παπουτσιών βαράνου στην Ιταλία ή στην Ιαπωνία θα τάιζε μια οικογένεια για ένα χρόνο στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Οι Δυτικοί που αντιλέγουν στη χρήση κάθε δέρματος ζώου εκτος από αγελάδες και πρόβατα συχνά αδυνατούν να καταλάβουν ότι το δικαίωμα στην ύπαρξη ζώων χωρίς οικονομική αξία είναι πιθανό να αμφισβητηθεί όλο και περισσότερο όσο οι πληθυσμοί των φτωχότερων χωρών αυξάνονται.

Χρήσεις του ανθρώπου από τους βαράνους

Η ανθρωπότητα προσφέρει τροφή και στέγη στους βαράνους. Λίγοι μεγάλοι βαράνοι θα φάνε ανθρώπους αν τους δοθεί η ευκαιρία, αλλά οι περισσότεροι πρέπει να αρκεστούν στα θαμμένα πτώματα που εντοπίζουν με την όσφρηση και τα ξεθάβουν. Σε πολλά μέρη του κόσμου είναι αναγκαίο τα νεκροταφεία να προστατεύονται καλά από τους βαράνους, με τη συμπίεση του εδάφους με άργιλο ή κοράλι, ή με την περιβολή της περιοχής με ισχυρό φράκτη (π.χ. Taylor 1963). Μόνο λίγοι, πολύ μεγάλοι δράκοι του Κόμοντο μπορούν να πιάσουν και να φάνε έναν υγιή ενήλικα, αλλά τα μικρά παιδιά δυνητικά θα μπορούσαν να γίνουν θήραμα αριθμού ειδών. Οι βαράνοι έχουν την κακή φήμη ότι κλέβουν ζώα (συνήθως νεαρά κοτόπουλα) από τον άνθρωπο στα περισσότερα μέρη του κόσμου και γι’αυτό συχνά θανατώνονται όταν συναντιούνται από τους αγρότες. Σε κάποιους πολιτισμούς, οι βαράνοι αντιμετωπίζονται περισσότερο με ανοχή παρά ενθαρρύνονται. Τοπικά έθιμα συχνά απαγορεύουν τη θανάτωση των βαράνων για οποιονδήποτε λόγο, αλά η αντικοινωνική τους συμπεριφορά δε μένει απαραίτητα ατιμώρητη. Ο Cisse (1971) θυμάται ότι ένας Σενεγαλέζος που βρήκε ένα βαράνο του Νείλου στο σπίτι του να γευματίζει από τα αυγά του πρωινού του δεν είχε τη δύναμη να σκοτώσει τον εισβολέα, αλλά εκτόνωσε το θυμό του δένοντας το ζώο και δίνοντάς του ένα καλό ξύλο με τη ζώνη πριν το απελευθερώσει, μελανιασμένο αλλά κατά τα’άλλα αβλαβές. Παρέμεινε στην περιοχή, αλά δεν ξαναμπήκε στο σπίτι του ποτέ.

Οι βαράνοι αγαπούν τους βρώμικους κατασκηνωτές και καθαρίζουν μεγάλο μέρος της βρωμιάς τους, όπως αποφάγια, περιττώματα, και, δυστυχώς, πλαστικές σακούλες και άλλα μη φαγώσιμα σκουπίδια που μυρίζουν φαγητό. Σε πολλές περιοχές, φαίνεται να γνωρίζουν τις συνήθειες των παραθεριστών, κι εμφανίζονται σταθερά λίγα λεπτά αφού έχει αναχωρήσει και το τελευταίο τουριστικό λεωφορείο. Λιγότερο ντροπαλά άτομα μπορεί να ζητούν φανερά τροφή από τους ανθρώπους και μπορεί ακόμα και να παρακαλούν για τροφή σαν σκυλιά.

Από τότε που γράφτηκαν τα παραπάνω, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει. Η πιο σημαντική ανακάλυψη είναι ότι πράγματι οι βαράνοι έχουν δηλητήριο, ανακάλυψη που έγινε το 2004. Μαζί με τα δηλητηριώδη λανθανωτοειδή και τέρατα του Τζίλα, τα φίδια, τους ανγκουίδες και τα ιγκουάνια αποτελούν τον κλάδο των τοξικοφόρων, ο μεσοζωικός πρόγονος των οποίων είχε εξελίξει δηλητήριο, οι απόγονοι σχεδόν το έχασαν, και αργότερα κάποιοι κλάδοι το επανεξέλιξαν και το ισχυροποίησαν. Όπως και τα τέρατα του Τζίλα, οι βαράνοι έχουν τους δηλητηριώδεις αδένες στην κάτω γνάθο, και ο μηχανισμός έγχυσης είναι υποτυπώδης. Το δηλητήριό τους δεν είναι πολύ ισχυρό, αλά μπορεί να αποδυναμώσει ή και να σκοτώσει αργά μικρά ζώα που δαγκώθηκαν και ξέφυγαν, οπότε ο βαράνος μπορεί να τα βρει. Το δηλητήριο του δράκου του Κόμοντο μπορεί να σκοτώσει μέσα σε διάστημα ημερών μεγάλα ζώα όπως βουβάλια, οπότε ίσως είναι ισχυρότερο, ή απλώς εγχέεται μεγαλύτερη ποσότητα από το βαθύ δάγκωμα που κάνει. Δεν έχουν καταγραφεί ανθρώπινοι θάνατοι από δάγκωμα βαράνου, εκτός ίσως από μία μόνο περίπτωση που είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας, και ίσως ο βαράνος να την εξασθένησε ακόμα περισσότερο. Το πιο πιθανό είναι να υπάρξει έντονος πόνος, αιμορραγία και φλεγμονή μετά από δάγκωμα βαρανού, κι όχι κάτι σοβαρότερο. Οπότε ίσως οι αναφορές ότι τα δαγκώματα του βαράνου πονάνε πολύ ή επουλώνονται δύσκολα ίσως τελικά να έχουν κάποια βάση στην πραγματικότητα, αλλά όλες οι άλλες πίστεις, ότι για παράδειγμα μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο εύκολα ή και ελέφαντα, ότι το δηλητίριο παραμένει στο κρέας ή στο κεφάλι του ζώου κλπ είναι υπερβολές.

Επίσης ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus) σήμερα έχει ενταχθεί στον πίνακα i της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES), οπότε το εμπόριό του απαγορεύεται εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για επιστημονική έρευνα. Άλλοτε είδος που εκτεινόταν σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και στην κεντρική Ασία μέχρι το Καζακστάν, σήμερα η απώλεια του ενδιαιτήματος και το κυνήγι έχουν μειώσει και κατατμήσει τους πληθυσμούς του.
Ο V. exanthematicus συμψηφίζεται με τον V. albigularis στο άρθρο, γιατί την εποχή που γράφτηκε τα δύο είδη δεν αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστά απ’όλη την επιστημονική κοινότητα. Σήμερα θεωρούνται δύο διαφορετικά είδη.

Ο ακανθόχοιρος που αναφέρεται στο άρθρο πιθανότατα είναι η αυστραλιανή έχιδνα (Tachyglossus aculeatus), ένα αγκαθωτό μικρό θηλαστικό της τάξης των μονοτρημάτων (ωοτόκα θηλαστικά) που έχει συγχυστεί με τον ακανθόχοιρο ή και με τον σκαντζόχοιρο από τους Ευρωπαίους. Τρέφεται με μυρμήγκια και τερμίτες.

Θαλάσσια χόρτα

Φύκια. Αυτά τα πράγματα που μπλέκονται πάνω μας όταν κολυμπάμε και μας ενοχλούν αφάνταστα. Δεν ξέρουμε τι είναι, δε μας νοιάζει τι είναι, είναι όμως σίγουρα κάτι απαίσιο. Πολλοί και πολλές ιδίως αντιμετωπίζουν τα φύκια σαν σκατά, αγνοώντας την ποικιλότητά τους και το ρόλο τους στο οικοσύστημα. Άλλωστε μια λέξη υπάρχει που τα καλύπτει όλα, αν και πιστεύω ότι στις ασιατικές χώρες, όπου τα φύκια τρώγονται, θα έχουν διάφορες ιδιαίτερες ονομασίες. Αυτό ισχύει και για άλλες ομάδες ζωντανών οργανισμών με τις οποίες ο άνθρωπος ιστορικά, τουλάχιστον εδώ στους Μεσογειακούς πολιτισμούς, δεν είχε μεγάλη σχέση και τις αντιμετωπίζει περισσότερο ή λιγότερο εχθρικά. Σκεφτείτε για παράδειγμα τι περιλαμβάνει η λέξη ποντίκι, το ζώο που κάποιοι φοβούνται περισσότερο κι από την αρκούδα, και σιχαίνονται περισσότερο και από τη χλέπα τοξικομανούς στο δρόμο. Ποντίκια διαφόρων ειδών, αρουραίους, σκίουρους, μυγαλές, τυφλοπόντικες, καμια φορά και νυφίτσες ή κουνάβια. Για να μην αναφέρω την κατάσταση με τα ερπετά και τα αμφίβια, όπου διάφορα είδη συμπλέκονται άσχημα. Έτσι και με τα φύκια, οι άνθρωποι είχαν μικρή επαφή μα΄ζι τους, και γι’αυτό δεν είχαν την ανάγκη να τα ξεχωρίσουν. Αντίθετα, σχεδόν όλα τα χερσαία αγριόχορτα έχουν ιδιαίτερες λαϊκές ονομασίες, επειδή ήταν μια χρήσιμη ομάδα φυτών για τη διατροφή των ανθρώπων και των ζώων, αλλά και για την ιατρική.

Έτσι, όταν μιλάμε για φύκια, συνήθως δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Και συχνά αναφερόμαστε σε χόρτα σαν ταινίες που είτε είναι ριζωμένα στο βυθό, είτε επιπλέουν στην επιφάνεια ή έχουν ξεβραστεί στην ακτή και ξεραθεί. Πάρετε όμως ένα τέτοιο χόρτο και εξετάστε το από κοντά. Θα προσέξετε ότι είναι σκληρό, έχει παράλληλες γραμμές, κι αν το σχίσετε παράλληλα, σχίζεται εύκολα, αλλά αν προσπαθήσετε να το κόψετε εγκάρσια θα δυσκολευτείτε και το χόρτο θα κάνει ένα χρατς, επειδή κόβονται όλες οι παράλληλες ίνες του. Θυμίζει δηλαδή περισσότερο φύλλο χόρτου της στεριάς, παρά κανονικό φύκι. Και αυτό ακριβώς είναι. Ένα ανθοφόρο μονοκοτυλήδονο φυτό που ζει στη θάλασσα, ένα θαλάσσιο χόρτο.

Αν και κοινή γνώση είναι ότι τα φυτά δε μεγαλώνουν στο αλάτι, αυτό είναι μύθος. Ισχύει μια ακόμα φορά αυτό που είπα παραπάνω, δηλαδή ό,τι δε θεωρεί χρήσιμο ο άνθρωπος το πετάει στην άκρη και δεν ασχολείται μαζί του καν. Στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει μεγάλη ποικιλία αλοφύτων, φυτών δηλαδή που έχουν προσαρμοστεί να ζουν δίπλα στην αλμύρα της θάλασσας. Πολλά άλλα μεσογειακά είδη ανέχονται υψηλότερα επίπεδα αλατότητας από το σύνηθες, αλά τα αλόφυτα είναι εξειδικευμένα για ζωή στο αλάτι. Η ζωή αυτή είναι δύσκολη, γι’αυτό τα περισσότερα αυτά φυτά είναι κοντά, και συχνά συμπεριφέρονται σαν παχύφυτα. Πολλά έχουν όμορφα άνθη ή περίεργα φύλλα, αλά δε θα τα βρείτε αν επισκέπτεστε μόνο τις ανεπτυγμένες παραλίες στο στιλ του σωστού Νεοέλληνα, γιατί εκεί ο χώρος συνεχώς διαταράσσεται και δεν έχουν το χρόνο ν’αναπτυχθούν. Αν όμως επισκεφθείτε ερημικές παραλίες, σίγουρα θα βρείτε. Στην τροπική ζώνη υπάρχουν επίσης και δενδρώδη αλόφυτα, που δημιουργούν τα μεγάλα δάση των μαγκροβίων στις ακτές. Τα δέντρα αυτά έχουν εξειδικευμένο σύστημα, ώστε να εκκρίνουν το επιπλέον αλάτι από υδατοδούς, το οποίο συμπυκνώνετε στα φύλλα, και ιστορικά οι Αβορίγινες το συνέλεγαν για τη μαγειρική. Υπάρχουν επίσης υδρόβια φυτά που ανέχονται υφάλμυρα νερά, αλά κανένα δεν είναι προσαρμοσμένο για πλήρως υποθαλάσσια ζωή, εκ΄τος από τα θαλάσσια χόρτα.

Τα θαλάσσια χόρτα δεν ανήκουν στην ίδια τάξη «Poales” με τα κοινά αγρωστώδη της ξηράς και των γλυκών νερών, αν και επιφανειακά μοιάζουν πολύ. Ανήκουν ανταυτού στην αρχαία τάξη των αλισματωδών (Alismatales), η οποία περιλαμβάνει και τα γνωστά φυτά της οικογένειας Alismataceae, όπως το κοινό άλισμα (Alisma plantago-aquatica), που φυτεύεται συχνά και στα ενυδρεία. Είναι υδρόβια φυτά και πλησιάζουν αρκετά στον πρόγονο των μονοκοτυλήδονων, ο οποίος ήταν υδρόβιος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου ανθοφόρων φυτών υποδηλώνουν υδρόβιες προσαρμογές, όπως οι απλές, ινώδεις ρίζες, οι μη ξυλοποιούμενοι ελαφρείς βλαστοί – οι φοίνικες και λοιπά χοντρά μονοκοτυλήδονα εξέλιξαν την πάχυνση του βλαστού ανεξάρτητα -, τα απλά, άμισχα φύλλα με παράλληλη νεύρωση, όλα είναι προσαρμογές για την υδρόβια ζωή. Ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο γιούκα ή αλόη της ερήμου έχει υδρόβιους προγόνους. Ένας κλάδος αλισματωδών λοιπόν προσαρμόστηκε κατά την εξέλιξή του να ζει στο θαλάσσιο περιβάλλον. Εκεί, χωρίς πολύ ανταγωνισμό, εξαπλώθηκε παγκοσμίως και σήμερα έχουμε τέσσερις οικογένειες: Posidoniaceae, Zosteraceae, Cymodoceaceae, και Ruppiaceae. Η τελευταία πρόσφατα χωρίστηκε από τη Cymodoceaceae, και διαφέρει, επειδή τα μέλη της ζουν σε αλμυρούς βάλτους και υφάλμυρα νερά, όπου συχνά τά άνθη κάποιων ειδών βγαίνουν εκτός επιφανείας και γονιμοποιούνται με τον άνεμο. Όλα τα υπόλοιπα είδη θαλάσσιου χόρτου ζουν αποκλειστικά υποθαλάσσια. Εκτός απ’αυτόν τον μονοφυλετικό κλάδο, η αλισματώδης οικογένια Hydrocharitaceae, έχει τρία είδη τα οποία εξελίχθηκαν ανεξάρτητα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα θαλάσσια χόρτα περιορίζονται στα παράκτια νερά, όπου το φως είναι αρκετό για τη φωτοσύνθεσή τους, και δημιουργούν λειμώνες με τα εκτεταμένα ριζώματά τους. Έχουν παγκόσμια εξάπλωση, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στους τροπικούς, όπου οι λειμώνες μπορεί ν’αποτελούνται από πάνω από ένα είδος, ενώ στις εύκρατες περιοχές οι λειμώνες είναι μονοειδικοί. Η οικογένια Zosteraceae περιέχει τα περισσότερα εύκρατα και αρκετά υποτροπικά είδη, οι οικογένειες Cymodoceaceae και Ruppiaceae περιορίζονται στους τροπικούς και σε υποτροπικά κλίματα, ενώ η οικογένεια Posidoniaceae έχει περίεργη εξάπλωση, στη Μεσόγειο και στη νότια Αυστραλία.

Δεν έχω βρει πληροφορίες για την εποχή πρώτης εμφάνισης των θαλάσσιων χόρτων, μιας και το απολιθωματικό τους αρχείο είναι μικρό, διάβασα ωστόσο μελέτες που ανέφεραν τέτοια φυτά από το μειόκαινο, οπότε η παρουσία τους στη θάλασσα ίσως να είναι παλαιότερη, ίσως και πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια. Όταν εισέβαλαν στη θάλασσα, δημιουρ΄γηθηκε ένα εντελώς νέο οικοσύστημα. Δημιούργησαν πυκνά δίκτυα ριζωμάτων κοντά στις ακτές, τα οποία εμπόδιζαν τη διάβρωση του θαλάσσιου πυθμένα, και πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί κάθε μεγέθους και ταξινομικής θέσης εκμεταλλεύτηκαν τα νέ ααυτά φυτά. Σήμερα τα θαλάσσια χόρτα περιορίζουν σημαντικά τη μεταφορά ιζημάτων, οπότε το νερό θολώνει ίγότερο και τα ίδια καθώς κι άλλοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί, όπως τα συμβιωτικά φύκη των κοραλιών, μπορούν να φωτοσυνθέσουν αποτελεσματικότερα. Επίσης, όπως και με πολλά φύκια, τα φύλλα τους έχουν γίνει επιφάνεια προσκολλησης και ανάπτυξης μικροοργανισμών και μικροφυκών. Πολλά ψάρια και ασπόνδυλα τα χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ άλλα ψάρια και ασπόνδυλα έχουν εξελιχθεί να τα τρώνε, αν και θρεπτικά είναι φτωχή τροφή, όπως και το χόρτο της ξηράς. Από τα μεγάλα ζώα, οι πράσινες χελώνες (Chelonia mydas) τρώνε το χόρτο αυτό ως το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους, ενώ οι θαλάσσιες αγελάδες (τάξη Sirenia) το τρώνε επίσης. Οι μανάτοι (οικογένια Trichechidae) το τρώνε ως μεγάλο ποσοστό της διατροφής, ενώ το ντούγκονγκ (Dugong dugon) τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά απ’αυτό. Τα ζώα αυτά χωνεύουν το δύσπεπτο αυτό υλικό στο παχύ και το τυφλό τους έντερο, όπως πολλά χερσαία χορτοφάγα. Η βόσκησή τους διατηρεί το χόρτο κοντό, το οποίο τότε είναι καλύτερο ενδιαίτημα για τα μικρότερα ζώα από το ψηλό και μπλεγμένο χόρτο. Από τα μεγάλα αυτά ζωά, στα μεσογειακά νερά συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών, κυκλοφορεί μόνο η πράσινη χελώνα, η οποία δεν είναι τόσο γνωστό ότι μας επισκέπτεται, γιατί δε φωλιάζει στις ακτές μας όπως η Caretta caretta.

Τα θαλάσσια χόρτα είναι ριζωματώδη φυτά με έρποντα ριζώματα που μπορούν εύκολα να καλύψουν μεγάλες αποστάσεις, τα οποία στέλνουν κατακόρυφα συνήθως ριζώματα, τα οποία φέρουν το ταινιωτό φύλλωμα. Όπως πολλα υδρόβια φυτά, εφόσον απορροφούν νερό απ’όλο το σώμα τους, δεν έχουν ανάγκη από ρίζες, οι οποίες είναι ατροφικές και χρησιμεύουν μα΄ζι με τα ριζώματα στην αγκύρωση του φυτού, ούτε έχουν εφυμενίδα ή στόματα. Τα άνθη τους είναι απλοποιημένα, χωρίς στεφάνη, και η γύρη νηματώδης. Η επικονίαση είναι υποβρύχια, και ο καρπός είναι συμπαγής και άρρηκτος, με τους σπόρους στο εσωτερικό. Όπου υπάρχουν λειμώνες θαλάσσιου χόρτου, στην ακτή ξεβράζονται μάζες από φύλλα που λέγονται αιγαγρόπιλοι, δηλα΄δη τούφες μαλλιού του αιγάγρου.

Το κατεξοχήν θαλάσσιο χόρτο της μεσογειου είναι η ποσειδωνία (Posidonia oceanica), η οποία απαντάται σ’όλη τη Μεσόγειο και δημιουργεί εκτεταμένους λειμώνες. Δεν ξέρω αν είναι το μόνο είδος θαλάσσιου χόρτου της χώρας μας, αλλά δεν έχω βρει πληροφορίες για το αντίθετο. Οπότε τα χόρτα της φωτογραφίας πιθανότατα ποσειδωνία είναι, αν όμως κάποιος ξέρει καλύτερα ας με διορθώσει. Η ποσειδωνία λοιπόν φύεται σε ρηχά νερά, βάθους 1-35 μέτρων, ανάλογα με τη διαύγεια του νερού. Αποτελείται από ένα περίπλοκο δίκτυο ριζωμάτων, τα βαθύτερα των οποίων βρίσκονται 1,5 μέτρα κάτω από την άμμο. Τα ριζώματα αυτά φέρουν τα κατακόρυφα φυλλοφόρα ριζώματα, με φύλλα στις κορυφές τους σε τούφες, συνήθως ανά 6-7, τα οποία μπορούν να φτάσουν σε μήκος το 1,5 μέτρο, με μέσο πλάτος το 1 εκατοστό, και με 13-17 παράλληλα νεύρα. Είναι ανοιχτοπράσινα, αλλά μπορεί να καφετιάζουν με την ηλικία. Τα εξώτερα φύλλα κάθε τούφας είναι τα παλαιότερα, και συνήθως είναι και τα μακρύτερα. Ο καρπός της επιπλέει, και είναι γνωστός στην Ιταλία με το όνομα «ελιά της θάλασσας (l’oliva di mare)». Το φυτό παρουσιάζει έντονη φαινοτυπική πλαστικότητα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, έτσι η μορφολογία του ποικίλει αρκετά. Όπως και πολλά ριζωματώδη φυτά, η ποσειδωνία αναπτύσσεται προς τα έξω, αφήνοντας στο κέντρο γερασμένους και νεκρούς βλαστούς. Χάρη στο ρίζωμά της, η ποσειδωνία μπορεί να δημιουργεί κλωνικές αποικίες, δηλαδή ομάδες φυτών που προέρχονται από το ίδιο ρίζωμα, που μπορούν να θεωρηθούν ως ένας οργανισμός, αφού γενετικά είναι πανομοιότυπες και ζουν στην ίδια περιοχή. Το αν είναι ένας ολόκληρος οργανισμός συνδεδεμένος με το ρίζωμα ή έχει κατατμηθεί δε μετράει άλλωστε, αφού η διαπίστωση αυτού είναι πολύ δύσκολη. Τέτοιες κλωνικές αποικίες λοιπόν ανανεώνονται και εξαπλώνονται συνεχώς, κι έτσι μπορούν να ζήσουν επαόριστον, συχνά για χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για την ποσειδωνία, μία αποικία της οποίας ίσως έχει ηλικία μεγαλύτερη των 200.000 ετών, σύμφωνα με μελέτη Αυστραλών επιστημόνων. Η μελέτη αυτή του Αυστραλού ερευνητή Carlos M. Duarte και των συνεργατών του από το Πανεπιστήμιο του Περθ της Δυτικής Αυστραλίας,δημοσιεύθηκε στις 1 Φεβρουαρίου του 2012 στο διαδικτυακό επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE. Οι ερευνητές, συγκρίνοντας γενετικά πληθυσμούς ποσειδωνίας από την Ισπανία έως την Κύπρο, βρέθηκαν σ’ένα σημείο μεταξύ των νησιών Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας, όπου το γενετικό υλικό δε διέφερε μεταξύ δύο δειγμάτων που απείχαν μεταξύ τους αρκετά χιλιόμετρα. Διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις, όπως ότι οι δύο πληθυσμοί γεννήθηκαν από ανασυνδυασμό έπειτα από εγγενή αναπαραγωγή που τυχαία οδήγησε στον ίδιο γονότυπο, ότι εξαπλώθηκαν από θραύσματα ριζώματος, ότι εξαπλώθηκαν με κλωνική ανάπτυξη του ριζώματος ή ότι εξαπλώθηκαν και από κλωνική ανάπτυξη και από θραύσματα ριζώματος. Η πρώτη είναι κάτι σχεδόν αδύνατο, η δεύτερη πολύ δύσκολο, η Τρίτη το πιο πιθανό και η τέταρτη αρκετά απίθανο. Εφόσον ήταν πολύ δύσκολο να εξαπλωθεί ένα φυτό τόσο πολύ χάρη στα θραύσματα ριζώματος, τα οποία θά’πρεπε να έχουν μεγάλο ποσοστό επιβίωσης και να διασκορπίζονται ομοιόμορφα, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κύριος μηχανισμός εξάπλωσης ήταν η κλωνική ανάπτυξη, δηλαδή η εξάπλωση του φυτού απλώς με την ανάπτυξη του ριζώματος. Μοντελοποιώντας την ανάπτυξη του φυτού, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κλώνος θα πρέπει να έχει ηλικία μεταξύ 80.000 και 200.000 ετών. Το πρόβλημα είναι ότι μεταξύ 80.000 και 10.000 χρόνων πριν η Γη περνούσε την τελευταία παγετώδη εποχή, και το σημείο εκεινο της θάλασσας ήταν ξηρά. Οπότε, υποθέτουν οι επιστήμονες, ο κλώνος αυτός, ο οποίος πιθανότατα διαχωρίστηκε κατά την πτώση του επιπέδου της θάλασσας και επανενώθηκε αργότερα, ίσως να είναι ακόμα παλαιότερος. Οπότε η ποσειδωνία κατέχει το ρεκόρ του μακροβιότερου οργανισμού στη γη. Στη μελέτη αυτήν επίσης ταυτοποιήθηκαν κι άλλες εκτεταμένες κλωνικές αποικίες, κάποιες έκτασης 15 χιλιομέτρων, οι οποίες ίσως έχουν παρόμοια ηλικία.

Παρά τη μακροζωία και την πλαστικότητά της όμως, η ποσειδωνία απειλείται σοβαρά από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υπερθέρμανση του πλανήτη ΄ίσως να την απειλεί, αλά δεν έχω βρει επιπλέον πληροφορίες γι’αυτό, και αμφιβάλλω για την αλήθεια τους. Επιβεβαιωμένες απειλές είναι ωστόσο η εναπόθεση ιζημάτων, ο ευτροφισμός και ο ανταγωνισμός με φύκια. Τα δίχτυα βυθού, καθώς και διάφορες υποδομές στις ακτές όπως λιμάνια και ξενοδοχεία, οδηγούν σε ανατάραξη των ιζημάτων ή εναπόθεση νέων, τα οποία διαταράσσουν την ανάπτυξη του φυτού, και θολώνοντας το νερό εμποδίζοντας έτσι τη φωτοσύνθεση, και σκεπάζοντας το φύλλωμα. Αν και τα κάθετα ριζώματα και τα όρθια φύλλα του φυτού το προστατεύουν από την υπερβολική εναπόθεση ιζημάτων, η συνεχής υπερβολική εναπόθεση είναι αφύσικη κατάσταση και το φυτό δε μπορεί να την αντιμετωπίσει. Με τον ευτροφισμό από λιπάσματα ή λύματα, έχουμε υπερανάπτυξη των φυκών εις βάρος της ποσειδωνίας, η οποία έχει εξελιχθεί για πιο ολιγοτροφικό περιβάλλον, δε μπορεί να διαχειριστεί αυτήν την υπεραφθονία και πεθαίνει, ενώ τα φύκια μεγαλώνουν υπερβολικά. Για κάποιον λόγο, οι πρωτόγονοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί όπως τα φύκια και τα κυανοβακτήρια αναπτύσσονται εξωφρενικά με αυξήσεις στα θρεπτικά συστατικά, ενώ πιο εξελιγμένα φυτά προσαρμοσμένα για φτωχά περιβάλλοντα απλώς καίγονται. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα μεγαλώνει η πράσινη γλίτσα στο νερό με σαπισμένα υλικά, ενώ ένα σαρκοφάγο φυτό ή ένα επίφυτο καίγονται αμέσως, ακόμα και με λίγο παραπάνω λίπασμα. Η ποσειδωνία επίσης θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί με το φύκι Caulerpa taxifolia, ένα επεκτατικό είδος στη Μεσόγειο που προήλθε από μια ανθεκτική ποικιλία των ενυδρείων, η οποία προέρχεται από κλώνο της Αυστραλίας, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, ιδίως σε ευτροφικό περιβάλλον, όντας επίσης τοξικό. Από την άλλη ωστόσο το φύκι αυτό ίσως να βοηθά την ποσειδωνία μακροπρόθεσμα, αφού απορροφά γρήγορα τα επιπλέον θρεπτικά συστατικα΄και τους ρύπους απ’το νερό. Εξαιτίας της ευαισθησίας της στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, η ποσειδωνία χρησιμεύει ως δείκτης περιβαλλοντικής υγείας, οπότε μετρώνται διάφορες μεταβλητές του φυτού (κατανομή στο χώρο, μορφολογία βλάστησης, βάθος ανάπτυξης, κλπ) για να διαπιστωθεί η γενική υγεία του οικοσυστήματος. Παρά τις απειλές και τη μείωση του πληθυσμού της εντούτοις, η ποσειδωνία δεν απειλείται ακόμα τόσο σοβαρά ώστε να συμπεριληφθεί στα απειλούμενα είδη, γι’αυτό και το IUCN την κατατάσει στη βαθμίδα ελαχίστης ανησυχίας.

Τα θαλάσσια χόρτα δε χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο τόσο όσο τα φύκια, διότι είναι σκληρά, αποσυντίθενται δύσκολα και θρεπτικά είναι φτωχά. Δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ως τροφή ή ζωοτροφή, ενώ η χρήση τους ως λίπασμα είναι περιορισμένη. Έχουν χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα για αμμώδη εδάφη στη Μεσόγειο, όπως στο Ria de Aveira της Πορτογαλίας, όπου χρησιμοποιούνται ακόμα. Καλύπτουν το αμμώδες χώμα ώστε να μη διαβρώνεται και η υγρασία να διατηρείται, και σαπίζουν αργά. Σε πολλές χώρες ωστόσο σήμερα, όπως στην Ιταλία, η αφαίρεση φυτικού υλικού από την παραλία είναι παράνομη, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Είχαν επίσης χρησιμοποιηθει ως γέμισμα για τα στρώματα των στρατιωτών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Γάλλους. Σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως για την κατασκευή επίπλων και ψαθών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες αν είναι κατάλληλα για να τα φάνε τα ζώα όπως κάποια φύκια. Το γένος Ruppia παράγει οξαλικό οξύ για άμυνα κατά των εχθρών, αλλά για τα υπόλοιπα δεν έχω διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Κατασκευάζονται ωστόσο παιχνίδια για κουνέλια από θαλάσσιο χόρτο για να μασάνε και να παίζουν, οπότε είναι ασφαλές.

Τα φυτά της φωτογραφίας τα βρήκα στο εξοχικό του πατέρα μου, στη Γερακινή Χαλκιδικής, αν και μπορούν να βρεθούν σχεδόν σε κάθε παραλία. Τα βρήκα σε βάθος 1,5 μέτρων και λίγο πιο βαθιά, και αυτά της φωτογραφίας ήταν θραύσματα κατακόρυφων ριζωμάτων που είχαν σπρωχθεί απ’το κύμα πιο μπροστά, και πολλά είχαν ήδη ριζώσει κάτω στην άμμο, ενώ το φύλλο τέρμα δεξιά, το οποίο έχω κόψει στη μέση για να φαίνονται και οι δύο επιφάνειές του, ήταν από την επιφάνεια. Πιο βαθιά στην ακτή υπάρχουν μερικές αποικίες αυτού του χόρτου. Τα ριζώματα αυτά, αν προσέξετε, έχουν βολβώδες σχήμα, και από τη μέση τους στέλνουν νέα λεπτά οριζόντια ριζώματα. Το στενό κάτω μέρος ήταν το σημείο σύνδεσης με το υπόλοιπο ρίζωμα. Στην κορυφή είναι όλα τα φύλλα, τα οποία σ’αυτά είναι κοντά. Το φυλλοφόρο μέρος έσπαγε εύκολα απ’τα ριζώματα, αλλά τα ριζώματα κόβονταν πολύ δύσκολα, για΄τι ήταν πολύ σκληρά και συμπαγή, ίσως για να μένουν κάτω στον πυθμένα. Με το νύχι ωστόσο αν τα χαράζεις σιγά-σιγά μπορείς να τα κόψεις. Το εσωτερικό μυρίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσινό και χόρτο, ενώ τα φύλλα μυρίζουν πιο πολύ σαν χόρτα, όπως το γκαζόν.

«Ε, Περιπλανώμενο πώς σε λένε, τότε τα φύκια τι είναι; Μας χάλασες την κοσμοθεωρία!» Φύκια ή φύκη πιο επιστημονικά είναι μια ετερογενής ομάδα φωτοσυνθετικών οργανισμών που δεν είναι εμβρυόφυτα, δηλαδή βρύα ή αγγειώδη φυτά. Ο όρος φύκη καλύπτει όλους τους οργανισμούς της ομάδας, ενώ φύκια συνήθως αποκαλούνται τα μακροσκοπικά, αν κι όχι απαραίτητα πολυκύτταρα, είδη. Η Caulerpa (καυλέρπη – έρπει με τον καυλό/βλαστό) για παράδειγμα, που μοιάζει με κανονικό φυτό με φύλλα και απλώνεται για πολλά μέτρα, είναι στην πραγματικότητα ένας γιγάντιος μονοκύτταρος οργανισμός. Το κύτταρο βέβαια είναι πολυπύρηνο, δεν είναι δυνατό να έχει όλο αυτό το φύκος μόνο έναν πυρήνα! Τα φύκη είναι πολυφυλετική ομάδα με μέλη διαφόρων κλάδων του δέντρου της ζωής, είναι δηλαδή περισότερο περιγραφικός όρος παρά ταξινομική ομάδα. Τα πράσινα και κόκκινα φύκη για παράδειγμα ανήκουν στα αρχεπλαστίδια, μαζί με τα γνήσια φυτά, και κάποια απ’αυτά ήταν οι πρόγονοι των τελευταιών. Οι οργανισμοί αυτοί λέγονται έτσι, επειδή ο μονοκύτταρος πρόγονός τους κάποτε ήταν ο πρώτος ευκαρυωτικός οργανισμός που συνέλαβε ένα κυανοβακτήριο, το οποίο συμβίωσε με το κύτταρο κι έγινε χλωροπλάστης του. Άλλα φύκη, όπως τα καφέ φύκη, ανήκουν στα χρωμοκυψελιδωτά, τα οποία έλαβαν το χλωροπλάστη δευτερογενώς, υποτάσσοντας ένα ευκαρυωτικό αρχεπλαστίδιο, το οποίο στη συνέχεια απλοποιήθηκε σε χλωροπλάστη. Αυτή είναι η περίπλοκη ιστορία των φυκών της θάλασσας. Όσο για τα άλλα με τα ταινιώδη φύλλα, συγγενεύουν περισσότερο με το καλαμπόκι, παρά με τους υπόλοιπους θαλάσσιους φωτοσυνθέτες, Είναι θαλασσινά χόρτα δηλαδή,όχι φύκια.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το θαλάσσιο χόρτο
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία ως δείκτη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ποσειδωνία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Caulerpa taxifolia
συνέπειες της ακραίας μακροζωίας σε κλωνικούς οργανισμούς: χιλιετείς κλώνοι του απειλούμενου θαλάσσιου χόρτου Posidonia oceanica

Μερικές προνύμφες H. illucens.

Σε πολλά βιβλία επιστημονικής φαντασίας, είτε επειδή έχουν καταστρέψει τη Γη, είτε επειδή έφυγαν στο διάστημα για διάφορους λόγους, όπως για εξερεύνηση, επέκταση, διωγμό από εξωγήινους κλπ, συνήθως λύνουν τις διατροφικές, φαρμακευτικές κλπ ανάγκες τους με τη βοήθεια ενός οργανισμού που παράγει τα πάντα. Για παράδειγμα στο διήγημα επιστημονικής φαντασίας «Διατηρείστε τη γη στο σκοτάδι» που διάβασα, όπου η γη είχε πέσει σε βαθύ πυρηνικό χειμώνα μετά από πυρηνικές δοκιμές, οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει έναν μεταλλαγμένο ποντικο που παρήγαγε ένα λάδι που χρησιμοποιούταν σε οτιδήποτε, από την παραγωγή τροφής ως την παραγωγή ίνας για ρούχα ή ενέργειας. Ο ποντικός αυτός αναπαραγόταν από μόνος του, κάτι που παραβιάζει το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής και κάνει ψεύτικο ακόμα κι ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Τελικά το νέφος της σκόνης άρχισε να πέφτει, αποκαλύπτοντας ξανά το ηλιακό φως, και μία ομάδα ακτιβιστών προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο πως η γη πρέπει να διατηρηθεί στο σκοτάδι, γιατί τότε οι άνθρωποι ζούσαν με την απειλή της καταστροφής, οπότε ειρηνικά. Γι’αυτόν το λόγο, όταν ανακαλύπτεται ένας πολύπλευρα ωφέλιμος οργανισμός, συνήθως μικροοργανισμός, συχνά τα μμε τον παρουσιάζουν ως κατάλληλο για καλλιέργεια στο διαστημικό σταθμό, π.χ. η σπιρουλίνα. Στην πραγματικότητα κανένας σημερινός οργανισμός δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις ώστε να καλύπτει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, οπότε προς το παρόν για την προσπάθεια δημιουργίας ενός αυτάρκους κλειστού συστήματος, είτε κάτω από τη γη ή τη θάλασσα είτε στο διάστημα, πιθανόττατα θα χρησιμοποιηθεί ένας αριθμός συμπληρωματικών οργανισμών. Τέτοιοι οργανισμοί επίσης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ευρέως σε συνθήκες ανθρώπινου υπερπληθυσμού και μεγάλης παραγωγής απορριμμάτων, που θα έκαναν την καλλιέργεια και εκτροφή παραδοσιακών φυτών και ζώων ασύμφορη ως προς τις ανάγκες χώρου και ενέργειας, αλλά και περιβαλλοντικά βλαπτική. Η μαύρη στρατιωτόμυγα (Hermetia illucens) είναι ένας τέτοιος οργανισμός. Είναι ένα έντομο με πολλές δυνητικές χρήσεις, όπως στην παραγωγή τροφής και ζώων και ανθρώπων, στην αποσύνθεση και εξυγείανση των οργανικών απορριμμάτων, στην παραγωγή λιπάσματος, και, ίσως με γενετικές παρεμβάσεις, στην ιατρική ή στη βιομηχανία.
Η μαύρη στρατιωτόμυγα ανήκει στην υπόταξη των βραχυκέραιων και στην τάξη των διπτέρων, όπως όλες οι μύγες, στην ανθυπόταξη των ταβανόμορφων, στην υπεροικογένεια των στρατιομυιοειδών, στην οικογένεια των στρατιομυιιδών, και στην υποοικογένεια των ερμητιινών. Έχει παγκόσμια εξάπλωση σε τροπικές και θερμές εύκρατες περιοχές, και πιστεύεται ότι αρχική πατρίδα της ήταν η Βόρεια Αμερική. Στη φύση αναπαράγεται συνήθως σε κοπριά ή νεκρή φυτική ύλη, ενώ συχνά βρίσκεται και σε σωρούς κομποστοποίησης κηπων. Μπορεί επίσης ν’αποικίσει πτώματα ζώων και ανθρώπων, ιδίως προς τα ύστερα στάδια της αποσύνθεσης, κατά τη σταδιακή ξήρανση του σώματος και την αναχώρηση των εξειδικευμένων και ανώτερων ανταγωνιστικά πτωματοφάγων μυγών των οικογενειών Calliphoridae και Sarcophagidae. Γι’αυτόν το λόγο είναι αντικείμενο μελέτης και της ιατροδικαστικής εντομολογίας.
Το ενήλικο έντομο έχει μήκος 15-20 χιλιοστών και μιμείται επακριβώς τη λασπόσφηκα (Trypoxylon politum). Έχει επίμηκες σώμα, μακριές κεραίες σαν σφήκα, με το πέμπτο ακραίο τμήμα μακρύτερο από τα υπόλοιπα, κίτρινους ταρσούς στα πίσω πόδια όπως το συγκεκριμένο είδος σφήκας, και δύο διαφανή παράθυρα στις πλευρές της βάσης της κοιλιάς που δίνουν την εντύπωση της στενής μέσης μιας σφήκας. Εξαιτίας της ομοιότητας αυτής συχνά οι άνθρωπι την σκοτώνουν χωρίς λόγο, αφού είναι εντελώς αβλαβής. Η μύγα ζει μόνο για 5-8 ημέρες, και όπως και σ’άλλα έντομα με βραχύβια ενήλικη φάση, η φάση αυτή χρησιμεύει καθαρά για την αναπαραγωγή και την εξάπλωση του είδους. Όπως στις περισσότερες μύγες, τα αρσενικά εκτελούν περίπλοκες πτήσεις στον αέρα για να προσελκύσουν τα θηλυκά. Επιλέγουν μικρές περιοχές όπου συχνά συμπλέκονται μ’άλλα αρσενικά στον αέρα. Το ζευγάρωμα γίνεται σε ανοιχτό χώρο εν πτήσει, κάτω απ’το ηλιακό φως. Έχει βρεθεί ότι οι βέλτιστες συνθήκες για το ζευγάρωμα και την ωοαπόθεση είναι: θερμοκρασία 24-40 βαθμοί, με το 99,6% των ωοαποθέσεων μεταξύ 27,5-37,5 βαθμών, υγρασία 30-70% και ένταση φωτός τουλάχιστον 63 μ mol m2s, αν και τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται στα 200 μ mol m2s. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ζευγαρωμάτων γίνεται στη δεύτερη μέρα της ζωής της μύγας, και των ωοαποθέσεων στην τέταρτη. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 900 αυγά, με 400-600 αυγά σε κάθε μάζα, τις οποίες εναποθέτει σε ξηρό σημείο πάνω ή δίπλα σε νεκρή οργανική ύλη, και ποτέ απευθείας πάνω ή μέσα της, πιθανόν για την αποφυγή του ανταγωνισμού από άλλα έντομα και της μόλυνσης από μικροοργανισμούς. Υποπροϊόντα της βακτηριακής αποσύνθεσης προσελκύουν τη μύγα. Σε θερμοκρασία 30 βαθμών τα αυγά εκκολάπτονται σε 100 ώρες, και στην ίδια θερμοκρασία οι προνύμφες ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους σε 15 ημέρες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει από εβδομάδες έως και μήνες. Οι προνύμφες κυμαίνονται από 3 χιλ. έως 19 χιλ. ανάλογα με τη φάση ανάπτυξής τους, ενώ σπάνια μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο, και μέχρι τη νύμφωση περνούν από 6 διαδοχικά στάδια, με έκδυση του εξωσκελετού στο τέλος του καθενός. Είναι λευκωπές, με σώμα προσαρμοσμένο για σκάψιμο, πεπλατυσμένο με αυλακώσεις ανάμεσα στα τμήματα, στενότερο προς το κεφάλι και πλατύτερο στο πίσω μέρος, όπου βρίσκονται και οι αναπνευστικοί πόροι. Οι προνύμφες των μυγών, επειδή συχνά κινούνται σε αναερόβιο υπόστρωμα, έχουν τους αναπνευστικούς τους πόρους συγκεντρωμένους συνήθως στο πίσω με΄ρος του σώματος. Έχουν μασητικά στοματικά μόρια και όπως όλες οι βραχυκέραιες μύγες, δεν έχουν καθόλου άκρα ως προσαρμογή στη διαβίωση μέσα στην τροφή τους. Ο εξωσκελετός τους είναι στεγνός, λείος, σκληρός, αλλά συγχρόνως εύκαμπτος, και ενδυναμώνεται με ανθρακικό ασβέστιο, αρκετά σπάνια ιδιότητα στα έντομα, το οποίο χρησιμεύει στην προστασία από εχθρούς και κατά τη νύμφωση. Σε βαθύ υπόστρωμα, οι προνύμφες αναπτύσσονται καλύτερα σε βάθος 15-20 εκ., και η μεγάλη τους δραστηριότητα, μαζί με την αποσύνθεση της οργανικής ύλης, ανεβάζουν τη θερμοκρασία. Είναι αεικίνητες και ως φωτοφοβικές, συνήθως βρίσκονται μέσα στο υπόστρωμα. Οι προνύμφες αναπτύσσονται βέλτιστα σε θερμοκρασία 35 βαθμών. Θερμοκρασίες κάτω από 25 βαθμούς μειώνουν τη δραστηριότητα και τη σίτισή τους δραματικά, ενώ σε θερμοκρασίες κάτω των 15 βαθμών σταματούν να τρώνε. Αδρανοποιούνται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών, και στη θερμοκρασία των 0 βαθμών μπορούν να επιβιώσουν για 4 ώρες. Στη φύση το χειμώνα διασώζονται χάρη στη μόνωση της οργανικής ύλης και στο μεγάλο τους αριθμό, ο οποίος μπορεί να κρατήσει τη θερμοκρασία σχετικά υψηλότερη από την περιβαλλοντική. Αδρανοποιούνται επίσης σε θερμοκρασία άνω των 45 βαθμών, οπότε αρκετές πεθαίνουν, ενώ η θνησιμότητα αυξάνεται δραματικά στους 47 βαθμούς. Αντέχουν σε κορεσμένες συνθήκες, ενώ σύμφωνα με μια μελέτη αναπτύσσονται καλύτερα σε κοπριά με ποσοστό υγρασίας 70%. Στην ατμόσφαιρα αφυδατώνονται εύκολα, με απώλεια βάρους 1% ανά ώρα σε μεγάλες προνύμφες και 1,5% ανά ώρα στις μικρότερες σε σχετική υγρασία 75%, με μεγαλύτερη απώλεια καθώς η υγρασία ελαττώνεται. Στο τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης οι προνύμφες περιέρχονται στην προνυμφωτική φάση, οπότε μαυρίζουν, αδειάζουν και απενεργοποιούν το πεπτικό τους σύστημα, μετατρέπουν τα στοματικά τους μόρια σε άγκιστρα αναρρίχησης, και ψάχνουν ένα ξηρό μέρος για να μεταμορφωθούν. Η φάση αυτή μπορεί να διαρκέσει από λίγες μέρες έως εββομάδες ανάλογα με τη θερμοκρασία, τη διαθεσιμότητα τροφής και τη δυνατοτητα εξόδου από το περιβάλλον ανάπτυξης. Μετά τη νύμφωση και τη μεταμόρφωσει, η οποία διαρκεί 8 ημέρες σε θερμοκρασία 27 βαθμών, αλλά μπορεί να ολοκληρωθεί μετά από μέρες έως εβδομάδες ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες, οι μύγες εκκολάπτονται απ’το κουκούλι ή βομβίκιο που αποτελείται από τον προνυμφικό εξωσκελετό, όπως σ’όλες τις μύγες, και ξεκινούν τον κύκλο ζωής από την αρχή.
Οι μαύρες στρατιωτόμυγες χρησιμοποιούνται για τη μετατροπή άχρηστης οργανικής ύλης σε προνύμφες, οι οποίες μπορούν να γίνουν τροφή, και σε κομπόστ. Μειώνουν επίσης εντυπωσιακά των όγκο των απορριμμάτων, το μικροβιακό φορτίο από βακτήρια όπως E. coli και Salmonella και τις οσμές, ενώ μία εύρωστη αποικία αποκλείει την κοινή ενοχλητική οικιακή μύγα (Musca domestica) κατά 94-100%, εμποδίζοντας την ανάπτυξη των προνυμφών της και την ωοαπόθεση των ενηλικών, κι επίσης μειώνει τον πληθυσμό του μικρού αλευροσκούληκου (Alphitobius diaperinus), που μπορεί να γίνει πρόβλημα στα ορνιθοτροφεία. Αν και πολλές άλλες μύγες είναι κατάλληλες γι’αυτήν τη δουλειά, το συγκεκριμένο είδος συγκεντρώνει πλεονεκτήματα που το καθιστούν κατάλληλο για συμβίωση με τον άνθρωπο. Τα ενήλικα άτομα ζουν λίγο και στο διάστημα αυτό δεν τρώνε, οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος να φάνε ή να φτίσουν ανθρώπινη τροφή. Δε μπορούν να μεταδώσουν ασθένειες, επειδή δεν έχουν συχνή επαφή με δυνητικά μολυσμένη οργανική ύλη, αφού ακόμα και τα θηλυκά γεννούν δίπλα κι όχι μέσα σ’αυτήν. Σπάνια μπαίνουν σε κτίρια, και αν μπούν πιάνονται εύκολα, αφού είναι πολύ αργοκίνητες και δεν πετούν ενοχλητικά όπως οι οικιακές μύγες, εντούτοις μπορεί να συγκεντρωθούν σε βρώμικα με΄ρη όπως απλητες τουαλέτες. Οι ιδιότητες αυτές, συν το ότι πριν τη μεταμόρφωση φεύγουν από την οργανική ύλη κι έτσι μπορούν να συλλεγούν από μόνες τους, τις κάνουν ιδανικές για καλλιέργεια. Οι μύγες αυτές είναι κατάλληλες για τη μετατροπή κοπριάς ή φυτικής ύλης υψηλής ενέργειας όπως φρούτα σε βιομάζα και κομπόστ, και όχι τόσο καλές για τη μετατροπη ινωδών φυτικών μερών όπως φύλλα και χόρτα, τα οποία αναλαμβάνουν οι γεωσκώληκες. Στην πραγματικότητα τα δύο αυτά ασπόνδυλα έχουν αρκετά διαφορετικούς ρόλους, και σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά το ένα το άλλο σ’ένα σύστημα κομποστοποίησης. Οι μύγες είναι ιδανικες για τη μετατροπή της οργανικής ύλης σε υψηλής ποιότητας ζωοτροφή, με ποσοστά βιομετατροπής σε ξηρή μάζα γύρω στο 24% (διακύμανση μεταξύ 7,8-24% ανάλογα με το ποσοστό αδρανούς υποστρώματος στο οργανικό υλικό σε κάθε μελέτη), κι όχι τόσο καλές για παραγωγή μεγάλης ποσότητας φυτικού λιπάσματος, αφού ο υψηλός μεταβολισμός και η γρήγορη ανάπτυξή τους καταναλώνουν μεγάλο μέρος της οργανικής ύλης, με μείωση γύρω στο 50% (διακύμανση από 42 έως 56% ανάλογα με το ποσοστό αδρανούς υποστρώματος σε κάθε μελέτη). Το κομπόστ που απομένει, το οποίο αποτελείται κυρίως από τα περιττώματα των προνυμφών κι έχει χάσει το 24% του αρχικού του αζώτου, είναι καφέ, εύθρυπτο και μυρίζει χώμα, και μπορέι να αναμιχθεί απευθείας με το χώμα ή να περάσει από τους γεωσκώληκες για περαιτέρω επεξεργασία κι εμπλουτισμό. Το υγρό της κομποστοποίησης ωστόσο είναι αρκετά όξινο και τοξικό για τους γεωσκώληκες, οπότε δε θα πρέπει να ποτιστούν μ’αυτό. Αν και πολλοί έχουν σκεφτεί να συνδυάσουν τα δύο συστήματα κομποστοποίησης για να ενώσουν τα οφέλη και των δύο, σχεδόν πάντοτε αυτό΄οδήγησε σε αποτυχία. Οι προνύμφες της μύγας ανεβάζουν τη θερμοκρασία σε θανατηφόρες για τους γεωσκώληκες τιμές, δημιουργώντας παράλληλα ένα τοξικό όξινο περιβάλλον. Μικρός ριθμός προνυμφών στρατιωτόμυγας ωστόσο μπορεί να επιβιώσει σε αποικίες γεωσκωλήκων, ενώ οι γεωσκώληκες μπορεί να βρεθούν κοντά σε αποικίες μυγών, χωρίς ωστόσο οι μικροί αυτοί αριθμοί να ωφελούν σημαντικά.
Με κατάλληλο σχεδιασμό του χώρου της αποικίας, όπως με τρύπες ή με ράμπες γωνίας μέχρι 45 μοιρών που θα οδηγούν σε λεκάνες ή δοχεία, όπου οι προνύμφες θα μεταναστεύουν πριν τη μεταμόρφωση, οι προνυμφωτικές προνύμφες μπορούν να συλλεγούν από μόνες τους χωρίς καθόλου χειρωνακτική εργασία. Στη φάση αυτή είναι θρεπτικότερες, αφού έχουν αποθηκεύσει αρκετά θρεπτικά συστατικά και ενέργεια για την επικείμενη μεταμόρφωση, την ενήλικη ζωή και την αναπαραγωγή, ενώ έχουν αδειάσει το πεπτικό τους σύστημα και καθαριστεί αρκετά κατά τη μετανάστευςή τους, οπότε δε φέρουν παράσιτα, σε αντίθεση με τους γεωσκώληκες, που μπορεί να φέρουν παράσιτα εάν έχουν μολυσμένη τροφή στο πεπτικό τους σύστημα. Επίσης περισσότερα ζώα τις δέχονται απ’ό,τι τους γεωσκώληκες, χωρίς όμως αυτό΄να σημαίνει ότι τα σκουλήκια είναι ακατάλληλη τροφή – το αντίθετο, είναι κι αυτά πολύ θρεπτικά για όσα ζώα τα τρώνε. Οι προνύμφες συνήθως ταΐζονται ζωντανές, αλλά μπορούν και ν’αποξηρανθούν σε σκόνη που θ’αναμιχθεί με άλλες τροφές ή θα χρησιμοποιηθεί ως διατροφικό συμπλήρωμα. Οι προνύμφες μπορούν να ταϊστούν σε πουλερικά όπως κότες, γαλοπούλες, πάπιες, χήνες, κλπ, άγρια πουλιά σε σταθμούς σίτισης πουλιών, κατοικίδια πουλιά, γουρούνια, σκυλιά, μικρά εντομοφάγα θηλαστικά όπως σκαντζόχοιρους, ερπετά, αμφίβια, ψάρια και σαρκοφάγα αρθρόποδα όπως ταραντούλες και σκορπιούς. Αποτελούνται κατά 42% πρωτεΐνη και 35% λίπος σε ξηρή μάζα, παρόμοιες με τη σύσταση των ιχθυάλευρων, ενώ η αναλογία ασβεστίου προς φώσφορο είναι 2,6/1, κάνοντάς τα από τα λίγα έντομα τόσο υψηλά σε ασβέστιο ώστε να μη χρειάζονται πασπάλισμα με το ειδικό συμπλήρωμα όταν ταϊζονται σε ζώα με υψηλές απαιτήσεις σε ασβέστιο όπως ερπετά. Πολλές σαύρες και νεροχελώνες τα τρώνε είτε στην αναπτυσσόμενη είτε στην προνυμφωτική φάση, ενώ τις μύγες τις εκτιμούν χαμαιλέοντες, δενδρόβια γκέκο και δενδρόβιοι βάτραχοι που μπορούν να πιάσουν ιπτάμενους στόχους, και με λίγο κόψιμο στα φτερά ή τύχη και όλα τα υπόλοιπα εντομοφάγα. Έχοντας διαβάσει για τα οφέλη αυτής της τροφής, την πρωτοδοκίμασα στις 27 Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους για το λοφιοφόρο μου γκέκο, το οπίο τις έφαγε από την πρώτη μέρα που τις είδε. Γενικώς οι προνύμφες αυτές είναι αρκετά κινητικές με αποτέλεσμα να τραβούν την προσοχή του θηρευτή, και λίγα είναι τα ζώα που δεν τις τρώνε. Το γκέκο μου έχει φάει ως και 7 μεσαίου μεγέθους προνύμφες σε μια φορά, αν και συνήθως τρώει 3-4 μεγαλύτερες. Οι προνύμφες θα πρέπει να τοποθετηθούν σε μπολ για να μη φύγουν στο τερράριο πριν η σαύρα τις βρει, γιατί σε περίπτωση που το υπόστρωμα είναι χώμα θα χωθούν από κάτω, ενώ αν είναι χαρτί όπως και στη δική μου περίπτωση, θα χωθούν από κάτω, και, μην έχοντας κάποιο ένστικτο ν’αναρριχηθούν, θα παραμείνουν εκεί όπου θ’αφυδατωθούν και θα πεθάνουν, χωρίς η σαύρα να μπορεί να τις φάει. Επίσης να προσέχετε σε είδη όπως λοφιοφόρα γκέκο που χρειάζονται ψέκασμα, οι προνύμφες ή το μπολ τους να μη βρέχονται, γιατί σε βρεγμένες επιφάνειες μπορούν να σκαρφαλώσουν εύκολα, ακόμα και κατακόρυφα τοιχώματα, και να σκορπιστούν στο τερράριο, κάτι που έπαθα αρκετές φορές. Όσο και θρεπτικά αν είναι όμως, σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει ν’αποτελούν τη μόνη τροφή για ένα εντομοφάγο ή παμφάγο ερπετό, αλά πάντοτε θα πρέπει να προσφέρεται ποικιλία θηραμάτων, αν και μπορούν ν’αποτελέσουν τη βάση της διατροφής. Παρόλα αυτά το γκέκο μου προτιμά άλλες προνύμφες από τις μύγες αυτές, και αν έχει άλλα έντομα αυτές τις τρώει στο τέλος ή και τις αφήνει. Για λίγα ζώα ή αν το περιβάλλον δεν επιτρέπει, δεν αξίζει η εκτροφή των εντόμων αυτών, αφού μπορούν να αγοραστούνσε ποσότητα και ν’αποθηκευθούν. Χωρίς τροφή σε θερμοκρασία δωματίου θα επιβιώσουν πολύ καιρό, αλλά η ιδανικές θερμοκρασίες είναι μεταξύ 10-16 βαθμών. Μπορούν να τοποθετηθούν και στο ψυγείο. Σε περίπτωση που οι προνύμφες που αγοράσατε είναι αρκετά μικρές, μπορείτε να τις μεγαλώσετε σ’ένα μίγμα πολτοποιημένων φρούτων και λαχανικών όπως μπανάνας, καρότου, μήλου, ακόμα και όξινων εσπεριδοειδών στους 30 περίπου βαθμούς μέχρι το κατάλληλο μέγεθος, και ύστερα να τις αποθηκεύσετε. Το feeders.gr είναι το μόνο κατάστημα που διαθέτει Phoenix worms στην Ελλάδα – από εκεί παίρνω κι εγώ. Αν και πιθανότατα χρησιμοποιούταν ως τροφή για τα ερπετά από κάποιους χομπίστες από αρκετά παλιά, η εμπορική τους παραγωγή γι’αυτόν το σκοπό είναι αδικαιολόγητα πρόσφατη. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με την εμπορική προώθηση του είδους ως τροφή για κατοικίδια ήταν ο δρ. Craig Sheppard στις ΗΠΑ, ο οποίος έχει μελετήσει διεξοδικότατα το είδος κι έχει δώσει τις περισσότερες τιμές όσον αφορά τις απαιτήσεις και την απόδοση του είδους που διαβάσατε στο άρθρο αυτό, διαφημίζοντάς τα ως «Phoenix worms”, τα οποία κατοχυρώθηκαν ως εμπορικό σήμα από το αρμόδιο γραφείο των ΗΠΑ το 2006, κάνοντάς τα έτσι το πρώτο πατενταρισμένο έντομο τροφή. Άλλες εταιρείες χρησιμοποιούν ονόματα όπως «Reptiworms” ή “Calciworms”. Παρόλο που η ονομασία Phoenix Worms έχει διαδοθεί ευρέως γι’αυτές τις προνύμφες, στην πραγματικότητα είναι νόμιμα κατοχυρωμένη απ’την εταιρεία και η χρήση της για εμπορικούς σκοπούς πέραν της παράγουσας εταιρείας είναι θεωρητικά παράνομη. Η γενόσιμη ονομασία για τις προνύμφες είναι «black soldier fly larvae συντ. bsfl”.
Όπως και τα περισσότερα καλλιεργούμενα έντομα, έτσι και οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens είναι εδώδιμες για τον άνθρωπο. Αν και δυσανασχετούμε στο δυτικό πολιτισμό με την ιδέα της κατανάλωσης εντόμων, η αλλήθεια είναι ότι τα έντομα αποτελούν πλούσια πηγή ζωικής πρωτεΐνης κι άλλων συστατικών και καταναλώνονται ευρέως σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα και οι Αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν τζιτζίκια. Στην πραγματικότητα η εκτροφή εντόμων για ανθρώπινη κατανάλωση είναι περιβαλλοντικά πολύ φιλικότερη απ’αυτήν μεγαλύτερων ζώων, για τα οποία αλλοιώνονται τεράστιες εκτάσεις φυσικού περιβάλλοντος, εκτοπίζονται πολλά είδη, και ο ρυθμός μετατροπής της ζωοτροφής σε κρέας είναι πολύ πιο χαμηλός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, υψηλής ποιότητας τροφή παράγεται απευθείας από τα σκουπίδια. Εφόσον αδειάζουν κι απενεργοποιούν το πεπτικό τους σύστημα στη φάση που συλλέγονται, δεν έχει μεγάλη σημασία το τι έτρωγαν πριν. Μαγειρεμένες μυρίζουν καπως σαν βραστές πατάτες, ενώ γευστικά έχουν περιγραφεί σαν κάτι μεταξύ ξηρού καρπού και κρέατος, σκληρές από έξω και μαλακές από μέσα. Το 2013 η Αυστριακή σχεδιάστρια Katharina Unger εφηύρε ένα μηχάνημα σαν κουζινική συσκευή, το οποίο μπορεί να δώσει 500 γραμμάρια προνυμφών την εβδομάδα, περίπου δύο γεύματα δηλαδή από αποφάγια. Η συσκευή αυτή θα μπορούσε να επιτφρέπει στον καθένα να παράγει τη δική του ζωική πρωτεΐνη. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η εύρεση ικανού αριθμού αυγών ή μικρών προνυμφών για την παραγωγή, μιας και οι μύγες αυτές δύσκολα αναπαράγονται σε εσωτερικό χώρο.
Όπως ο άνθρωπος μπορεί να φάει τις μύγες, έτσι και οι μύγες μπορούν να φάνε τον άνθρωπο, και όχι μόνο νεκρό. Μυίαση ονομάζεται η προσβολή ενός ζωντανού σπονδυλωτού ζώου από προνύμφες μύγας. Απ’ό,τι συμπέρανα ψάχνοντας, σχεδόν κάθε είδος σαπροφάγας μύγας μπορεί να παρασιτήσει στο ανθρώπινο σώμα, είτε σε νεκρωτικούς είτε σε ζωντανούς ιστούς υπό κατάληλες συνθήκες. Εκτός από τα λίγα υποχρεωτικά παρασιτικά είδη που παρασιτούν σε υγιή άτομα, συνήθως προσβολές από προνύμφες μύγας παθαίνουν άτομα με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα, π.χ. από aids, με νεκρωτικές πληγές, παραμελημένοι ηλικιωμένοι ή άτομα με παράλυση π.χ. από εγκεφαλικό επεισόδιο, άτομα με διανοητική αναπηρία, ταλαιπωρημένοι αλκοολικοί ή τοξικομανείς, κι άλλες ομάδες που δε μπορούν να φροντίσουν τον εαυτο΄τους. Αν και τα περισσότερα είδη των μυιάσεων είναι πτωματοφάγα ή τουλάχιστον ελκύονται περισσότερο προς το κρέας, σπανιότερα ακομα και η κοινή μύγα μπορεί να προσβάλει τον άνθρωπο, και ακόμα σπανιότερα η H. illucens. Έχω βρει μόνο δύο περιπτώσεις ψάχνοντας, η μία εντερικής μυίασης σ’ένα επτάχρονο κοριτσάκι από τη Μαλαισία και η άλλη δερματικής σε μια Αμερικανίδα που ταξίδεψε στην Αφρική. Συνήθως η μύγα γεννά τα αυγά της κοντά στο σημείο όπου εμφανίζονται οι προνύμφες, ή το άτομο καταπίνει αυγά τα οποία εκκολάπτονται στον πεπτικό σωλήνα, όπου πεθαίνουν από τα γαστρικά υγρά ή αναπτύσσονται περαιτέρω σε άτομα που από πρόβλημα υγείας δεν παράγουν αρκετά υγρά. Πολλά ζώα προσβάλλονται από μύγες επίσης, και σπάνια απ’το συγκεκριμένο είδος.
Η κατασκευή ενός κομποστοποιητή για την παραγωγή τέτοιων μυγών ως τροφή για ζώα ή και ανθρώπους δεν είναι δύσκολη. Εάν ωστόσο έχετε λίγα μικρά ζώα, όπως λίγα εντομοφάγα ερπετά ή πουλιά, ή μπορείτε να βρείτε προνύμφες σε ποσότητα σε χαμηλό κόστος, δεν αξίζει να τις εκθρέψετε, αφού οι προνύμφες διατηρούνται για πολύ καιρό. Για περισσότερα ζώα, ή αν η εύρεση των προνυμφών είναι δύσκολη, μπορείτε να φτιάξετε έναν κομποστοποιητή. Για ευκολότερη συγκομιδή και μικρότερες απώλειες από εντομοφάγα και αστάθμητους παράγοντες, ένας κλειστός κάδος ή δοχείο είναι καλύτερο από ένα σωρό κομποστοποίησης. Το δοχείο θα πρέπει να έχει τρύπες αερισμού και τρύπες ή ράμπες στα πλάγια που θα οδηγούν σε λεκάνες για την αυτόματη συλλογή των προνυμφών. Δεν είναι ανάγκη να είναι ανοιχ΄το, αφού οι μύγες θα εντοπίσουν ακόμα και μικρά ανοίγματα και θα γεννήσουν τα αυγά εκεί. Μία ειδική συσκευή, το Biopod, έχει σχεδιαστεί για την εύκολη καλλιέργεια της μύγας αυτής. Η κατασκευάστρια εταιρεία παρέχει από μικρές τέτοιες συσκευές οικιακής χρήσης έως μεγάλες για τη δημοτική διαχείριση των οργανικών απορριμμάτων. Ό,τι και αν είναι το δοχείο, θα πρέπι να γεμίσει με κατάλληλη για τις μύγες τροφή, όπως χαλασμένα φρούτα και λαχανικά, ή κοπριά ζώων. Αν και μπορούν να επεξεργαστούν ζωικά προϊόντα, δεν είναι τόσο καλές όπως εξειδικευμένα κρεατοφάγα είδη, και η υψηλή ποσότητα ζωικών προϊόντων θα προκαλέσει πρόβλημα. Το πιο δύσκολο κομμάτι στην επιτυχή εκτροφή των μυγών αυτών είναι το ξεκίνημα της αποικίας. Αν δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες μύγες στην περιοχή σας, θα πρέπει να τηνξεκινήσετε με αυγά ή προνύμφες, που μπορεί να είναι δυσεύρετα ή ακριβά στη μεγάλη ποσότητα που θα χρειαστείτε. Αλλιώς αργά ή γρήγορα θα έρθουν, αν κι αρχικά μπορεί ενοχλητικα είδη όπως η οικιακή μύγα ή οι πράσινες μύγες να επισκέπτονται τον κομποστοποιητή. Εφόσον όμως εδραιωθεί η αποικία, εκτός του ότι θ’αποκλείσει όλες τις υπόλοιπες μύγες, δε θα στερέψει ποτέ, αφού τα παραπροΪόντα της δραστηριότητας των προνυμφών λειτουργούν ως ελκτικά για τα ενήλικα θηλυκά. Μεγάλο μειονέκτημα των στρατιωτομυγών είναι ότι δε μπορούν να εκτραφούν πρακτικά σε εσωτερικό χώρο. Για τους περισσότερους που έχουν κάπου έξω να βάλουν το κουτί τους μπορεί να μην είναι αυτό πρόβλημα, αλλά για όσους μένουν σε μικρά σπίτια ή για τους κατοίκους βορειότερων χωρών που σπάνια έχουν μπαλκόνια, είναι πρόβλημα. Τα ζευγαρώματα σε κλειστούς χώρους σε τεχνητό φως είναι σπάνια, και η ωοαπόθεση ακόμα πιο σπάνια. Ο ελάχιστος χώρος όπου μπορεί να γίνει αναπαραγωγή είναι 99 λίτρα, ενώ Γερμανοί επιστήμονες πιο πρόσφατα κατόρθωσαν να τις αναπαραγάγουν σε χώρο 10 λίτρων. Όσες προσπάθειες αναπαραγωγής έγιναν υπό τεχνητο΄φωτισμό ή σε θερμοκήπιο στέφονταν συνήθως με αποτυχία. Σε μια μελέτη ωστόσο του 2010, Κινέζοι επιστήμονες κατόρθωσαν ν’αναπαραγάγουν τη μαύρη στρατιωτόμυγα με τη βοήθεια λαμπτήρων χαλαζια και ιωδίου 500 w. Μεγαλύτερη αναπαραγωγική δραστηριότητα σημειώθηκε σε ένταση φωτός 110 μ mol m2s, φάσματος μεταξύ 450-700 νανομέτρων, δηλαδή στη ζώνη του ορατού φωτός, ενώ κάποιον ρόλο ίσως παίζει και η υπεριώδης ακτινοβολία μεγάλου μήκους κύματος. Χομπίστες επίσης έχουν κατορθώσει ν’αναπαραγάγουν τη μύγα αυτήν σε εσωτερικό χώρο με λαμπτήρες φθορισμού υψηλής απόδοσης, παρόλα αυτά ο αριθμός των ζευγαριών είναι μικρός, εάν ο χώρος δεν είναι αρκετά μεγάλος.
Η μεγάλης κλίμακας χρήση της μύγας είναι ακόμα δυστυχώς σπάνια. Κομποστοποίηση μ’αυτό το είδος γίνεται κυρίως σε οικιακούς κήπους, μικρές φάρμες οργανικής καλιέργειας, και σπανιότερα σε μεγαλύτερες οργανικές φάρμες, κτηνοτροφικές μονάδες ή σε δημοτικά συστήματα διαχείρισης οργανικών απορριμμάτων. Επίσης προγράμματα προωθούν τη μύγα αυτή για παραγωγή ζωοτροφής από σκουπίδια σε υπανάπτυκτες χώρες, ώστε να μειωθούν τα κόστη των ζωοτροφών. Αν η μύγα αυτή χρησιμοποιούταν περισσότερο, ίσως θα είχαν λυθεί εν μέρει τουλάχιστον πολλα προβλήματα της διαχείρησης των απορριμμάτων. Στην Ελλάδα φυσικά η εκτροφή της μύγας αυτής είναι σχεδόν άγνωστη.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο στην αγγλιή Wikipedia για τη μύγα Hermetia illucens
πληροφορίες για τη μαύρη στρατιωτόμυγα
συγκεντρωμένη έρευνα για τις καλύτερες πρακτικές καλλιέργειας της H. illucens
το Biopod
Επιστημονικές έρευνες:
τα βακτήρια μεσολαβούν για την ωοαπόθεση της μαύρης στρατιωτόμυγας
η μαύρη στρατιωτόμυγα ως πιθανό μέτρο του μεταθανάτιου διαστήματος
το αποτέλεσμα του είδους των πόρων στην ανάπτυξη των προνυμφών της H. illucens
η ανάπτυξη της H. illucens μέσα στο βοβμίκιο
τα αποτελέσματα διαφόρων τύπων υποστρώματος στη νύμφωση της H. illucens
μία περίπτωση ανθρώπινης εντερικής μυίασης από H. illucens
ανθρώπινη δερματικής μυίαση από H. illucens
η πρώτη αναφορά για μύγες H. illucens σε ανθρώπινα πτώματα στην Ιβηρική Χερσόνησο
σωματαισθητική κωδικοποίηση της θέσης του κεφαλιού στη μαύρη στρατιωτόμυγα

Ενημέρωση 28/9/2016: Οι προνύμφες της μαύρης στρατιωτόμυγας είναι από τις καλύτερες τροφές για το γενειοφόρο μου δράκο. Τα υπόλοιπα ζώα της συλλογής μου, όπως το λοφιοφόρο και τα κηλιδωτά γκέκο, δεν τις συμπαθούν και τόσο, επειδή είναι σκληρές, και για αυτό σπάνια τους τις δίνω πλέον και συνήθως δεν τις τρώνε. Τα νεαρά κηλιδωτά γκέκο μάλιστα δε μπορούν να τις χωνέψουν και τις αφοδεύουν ολόκληρες. Αντίθετα ο δράκος, που είναι προσαρμοσμένος να σπάει σκληρές τροφές, της τρώει με μεγάλη ευκολία.

Βρήκα το άρθρο
εδώ
ψάχνοντας για την
ψευδακακία.
Ο συγγραφέας μας αναλύει ακριβώς πώς και γιατί γίνεται η συμβατική πρακτική της αποκατάστασης δασών, και με το άρθρο του μας προβληματίζει όσον αφορά τις τρέχουσες πρακτικές «προστασίας» του περιβάλλοντος και τα κίνητρα πίσω απ’αυτές. Θα πρέπει να το διαβάσετε.

ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ <!

Τα μεσογειακά δάση έχουν εγγενή δυνατότητα φυσικής αναδάσωσης μετα απο μια φωτιά. Η ανθρώπινη παρέμβαση, είναι απο άχρηστη έως επιβλαβής.Υπάρχουν άλλωστε πολλά παραδείγματα δασών εξαιρετικά πλούσιων και όμορφων, τα οποία πριν κάποια χρόνια ήταν κατεστρεμμένα απο την υπερβολική βόσκηση.

ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Για τα ελληνικά δάση, ως τμήμα ενός οικοσυστήματος που εκτέινεται απο 320 ώς 420 βόρεια και νότια του ισημερινού και περιλαμβάνει περιοχές όπως η καλιφόρνια και τα νοτιοδυτικά άκρα της αφρικής και της αυστραλίας και φυσικά τη μεσογειακή λεκάνη, η φωτιά δεν είναι μόνο ένα συχνό φυσικό φαινόμενο, αλλά και απαραίτητο στοιχείο της διατήρησης της οικολογικής τους ισσοροπίας(1). Η προσαρμογή της χλωρίδας στο μεσογειακό κλίμα (μακρυά ζεστά καλοκαίρια με έλλειψη νερού) συνεπάγεται έναν αγώνα διατήρησης ισσοροπίας, μεταξύ της παρεμπόδισης της ανεξέλεγκτης νέας βλάστησης, μέσω μηχανισμών όπως η αλληλοπάθεια (2) και της ανάπτυξης της απαιτούμενης βιοπικοιλλότητας για την υγεία του δάσους. Όταν διαταραχθεί αυτή η ισσοροπία και οι σπόροι των πεύκων δε βρίσκουν έδαφος για να δημιουργήσουν καινούργια δέντρα, συχνά η πυρκαγιά δρα ανανεωτικά για το δάσος. Οι σπόροι του πεύκου εκτοξεύονται σε μεγάλες αποστάσεις ενώ δεκάδες είδη όπως η κουμαριά, η αγριοτριανταφυλιά, ο σχίνος πετάνε αυτόματα βλαστάρια απο τις ρίζες τους οι οποίες δεν έχουν καεί. Ετσι, ένα δάσος γερασμένο, ανανεώνεται μέσα σε λίγα χρόνια .
ϑλλωστε, εκατομμύρια χρόνια προασαρμογής έκαναν το εξαιρετικά πυροπαθές πεύκο κοινό, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του μεσογειακού κλίματος. Δηλαδή, αν και το πευκόδασος, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, στην φυσική του κατάσταση καίγεται κάθε 100 ή 150 χρόνια, αυτό δεν εμπόδισε τα κατα βάση πευκοδάση να καλύπτουν το 50% της ελλάδος στις αρχές του 19ου αιώνα.
Τα μεσογειακά δάση λοιπόν, έχουν εγγενή δυνατότητα φυσικής αναδάσωσης μετα απο μια φωτιά. Η ανθρώπινη παρέμβαση, είναι απο άχρηστη έως επιβλαβής.Υπάρχουν άλλωστε πολλά παραδείγματα δασών εξαιρετικά πλούσιων και όμορφων, τα οποία πριν κάποια χρόνια ήταν κατεστραμμένα απο την υπερβολική βόσκηση. Η περιοχή του Καράντερε, στη Ροδόπη, ένα απο τα πιο διάσημα δάση της ελλάδος, δεν ήταν παρά απέραντα βοσκοτόπια μέχρι το ΄50 -όταν και οι τελευταίοι σαρακατσάνοι και λοιποί κτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν ένεκα αρχικά των βαλκανικών πολέμων και έπειτα του εμφυλίου και της γενικότερης ερήμωσης της υπάιθρου- ενώ το ίδιο ισχύει και για τα ελατοδάση του Πάρνωνα, τα οποία και αυτά ήταν βοσκοτόπια ένα αιώνα πριν.
Το πρόβλημα είναι όταν αμέσως μετά απο μια πυρκαγιά, το μέρος βοσκηθεί. Τα βλαστάρια που μόλις ξεμυτίζουν κατατρώγονται χωρίς να προλάβουν να αφήσουν σπόρο. Καταστροφικά επίσης αποτελέσματα έχει μια δεύτερη πυρκαγιά στο ίδιο μέρος, κάτι που συμβαίνει όταν τα οικοδομικά και αναπτυξιακά συμφέροντα στην περιοχή είναι αυξημένα ή όταν υπάρχουν παράγοντες συνεχιζόμενου κινδύνου π.χ. κακοσυντηρημένοι πυλώνες της ΔΕΗ.

Η ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΩΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Η αναδάσωση, ακόμα και να γινόταν με τις καλύτερες των προθέσεων, δε θα έφτανε σε αποτέλεσμα τη φυσική αναγέννηση. ϑλλά τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα με τον τρόπο που γίνονται οι αναδασώσεις. Σε μια λογική όσο το δυνατόν γρηγορότερων αποτελεσμάτων και σε ένα πνεύμα γενικότερης απαξίωσης της αξίας του δάσους ως ζωντανού οργανισμού, ο στόχος δεν είναι η δημιουργία ενός πλούσιου δασικού οικοσυστήματος, αλλά η γρήγορη και κερδοφόρος παραγωγή πρασίνου. Έτσι η αναδάσωση σπάνια έχει να κάνει με θάμνους ή ψυχανθή (παρόλο που σε πρώτη φάση αυτό θα ήταν το λογικό, για να συγκρατήσει το έδαφος στα πρανή). Επικεντρώνεται αντίθετα σε δέντρα και μάλιστα πολύ συχνά εντελώς άσχετα με την ντόπια οικολογία. Οπότε χρησιμοποιούνται όχι μόνο είδη που δεν είναι ντόπια όπως η κοινή (χαλέπιος) πέυκη ή το κυπαρίσσι , αλλά και είδη ξένα γενικά στην ελλάδα και με καταστροφικές μάλιστα συνέπειες για ευαίσθητα οικοσυστήματα, όπως η πολυχρησιμοποιημένη ακακία, ο ευκάλυπτος ή η βρωμοκαρυδιά. Το αποτέλεσμα είναι η ψευδαίσθηση «πράσινου» αλλά και η ολική καταστροφή του οικοσυστήματος, καθώς εισάγονται μη εγχώρια ή αυτοφυή είδη και διαταράσσεται συνολικά η, ούτως άλλως ευαίσθητη μετα την πυρκαγιά, ισσοροπία του. Τα τραγικά αποτελέσματα των αναδασώσεων μπορεί κανείς να τα δει τόσο στην πάρνηθα (ιπποκράτειος πολιτεία) με τη χαλέπειο πέυκη να έχει καταστρέψει το προηγούμενο οικοσύστημα, όσο και στην Πεντέλη όπου ευκάλυπτοι και κυπαρίσσια προκαλούν με την παρουσία τους.

Παράλληλα, οι αναδασώσεις συνήθως περιλαμβάνουν σκαπτικά και φυτευτικά μηχανήματα, εκατοντάδες εργατών ή -συχνά εξαναγκασμένων- εθελοντών (μαθητές, φαντάροι κτλ) με πλήρη άγνοια του οικοσυστήματος, ακόμα και χρήση εκρηκτικών για την άνοιξη ορυγμάτων φύτευσης, με αποτέλεσμα τα βλαστάρια να ποδοπατούνται, οι σπόροι να διαλύονται απο τα μηχανήματα ή να παραχώνονται βαθιά στη γη και γενικά κάθε τι που δε φυτεύεται τεχνητά να αποκτά μειωμένη πιθανότητα επιβίωσης.
Τις αναδασώσεις άλλωστε συνήθως τις αναλαμβάνουν μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες. Τις οποίες λίγο ή πολύ βολεύει η ιδέα ενός τεχνητού αλσύλιου, με μια πιθανή μελλοντική οικοδόμηση ελεύθερη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. ϑλλωστε το μεγάλο οικονομικό κίνητρο δεν επηρεάζει μόνο την επιλογή των ειδών και τον τρόπο της αναδάσωσης (λογικό είναι να επιλεχθούν είδη απο συνεργαζόμενα ή ιδιόκτητα φυτώρια με γνώμονα το οικονομικό κέρδος και όχι τη συναφειά τους με το οικοσύστημα), αλλά δημιουργεί και κίνητρα για την καταστροφή και ανοικοδόμηση του δάσους. Επιπρόσθετα, τα γρήγορα (αν και καταστροφικά) αποτελέσματα της αναδάσωσης φτιάχνουν το οικολογικό προφιλ της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία ασχέτως αν ευθύνεται άμεσα για την καταστροφή των δασών, περνάει έτσι την εικόνα του παντοδύναμου και ευεργετικού κρατικού μηχανισμού, που διορθώνει άμεσα τις οποιεσδήποτε ατέλειες. Ακριβώς όπως οι διάφορες Μ.Κ.Ο. εμφανίστηκαν μετά τον πόλεμο στην πρώην γιουγκοσλαβία, για να ξαναχτίσουν γέφυρες και να προσθέσουν τεχνητά πόδια σε παιδάκια, εξωραϊζοντας τη γενικότερη εικόνα των εμπλεκόμενων χωρών απο την αθλιότητα του πολέμου, έτσι και η αναδάσωση εξωραϊζει σε ένα θεαματικό πάντα επίπεδο την εικόνα της φυσικής καταστροφής. ϑν σ΄αυτό συνυπολογιστούν και τα λεφτά απο τις μίζες για την ανάθεση του έργου της αναδάσωσης και ανακατασκευής του δάσους σε μεγάλες κατασκευαστικές(3), γίνεται φανερό γιατί η αναδάσωση αποτελεί πρώτιστη πολιτική επιλογή.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
Η αναδάσωση αποτελεί το προπύργιο ενός ιδεολογήματος που θέλει τη φύση ως χρήζουσα ανθρώπινης προστασίας για να υπάρξει. Πάρα πολλοί μιλησαν για εγκατάλειψη των δασών και έλλειψη πόρων για τη διαχειρισή τους, ως αίτιο των καταστροφικών πυρκαγιών του καλοκαιριού, αγνοώντας ότι αντίθετα, τα δάση που πραγματικά έχουν παρατηθεί απο τις ανθρώπινες βλέψεις είναι σχεδόν τα μόνα που έχουν απομείνει. Οι πυρκαγιές και οι φυσικές καταστροφές συμβαίνουν εκεί όπου υπάρχει ανθρώπινη παρουσία ή βλέψεις για επιχειρηματικότητα. Τα σχεδόν άδεια απο χωριά και επιχειρήσεις βουνά της ευρυτανίας π.χ. δεν καίγονται: αντίθετα βουνά όπως η πάρνηθα, η πεντέλη, το πήλιο ή ολόκληρες περιοχές όπως η ηλεία που υποτίθεται ότι χαίρουν το μέγιστο της ανθρώπινης προστασίας, έχουν υποστεί ανυπολόγιστες καταστροφές.
Στο ίδιο πνεύμα, οι συζητήσεις για την αναδάσωση έφεραν στο προσκήνιο γνώμες «ειδικών» που μιλούσαν για ανάγκη αντικατάστασης των ντόπιων ειδών με άλλα λιγότερο εύφλεκτα. ϑντί δηλαδή για το πυροπαθές πεύκο προτάθηκαν φυλλοβόλα. ϑλλά τα αειθαλή, σκληρόφυλλα είδη που απαρτίζουν τα ντόπια οικοσυστήματα, χρειάζονται έως και 20% λιγότερο νερό κάθε άνοιξη για την παραγωγή νέων φύλλων, ενώ είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στο ζεστό κλίμα απ΄ότι τα λιγότερο πυροπαθή φυλλοβόλα είδη. Γι΄αυτό και σε μια διαδικασία εκατομμύριων χρόνων μέσω της φυσικής επιλογής δημιουργήθηκαν τα εν λόγω οικοσυστήματα και όχι άλλα. Οι διαφόρων συμφερόντων «ειδικοί» που διατείνονται ότι θα βοηθήσουν το δάσος, αλλαζοντάς το, δε θα επιτύχουν παρά την επιτάχυνση στην ερημοποιησή του.
Ούτως ή άλλως, οι επιστημονικές γνώσεις για την κατανόηση των δασικών οικοσυστημάτων απέχουν πολύ απο το να είναι πλήρεις. Ετσι όποτε εμφανίζεται η ιδέα της διαχείρισης, το δάσος φθίνει. Δάση της Ν.Πίνδου για παράδειγμα που διαχειρίζονται απο το ϑ.Π.Θ. παρουσιάζουν όλο και πιο μειωμένη βιοποικιλλότητα. Τα άρρωστα δέντρα καθαρίζονται, χωρίς κανείς να σκεφτεί πρωτίστως που θα κάνουν τη φωλιά τους πουλιά και θηλαστικά τα οποία μεταφέρουν μέσω της αφόδευσης τους σπόρους, ξένα είδη εισάγονται, παράσιτα καταπολεμούνται με άλλα παράσιτα για να ανακαλυφθεί εκ των υστέρων ότι τα πρώτα ήταν απαραίτητα για το οικοσύστημα. Εν ολίγοις, η ανθρώπινη διαχείριση μοιάζει με παιχνίδι με ζάρια: κάποιες ζαριές βγαίνουν, οι περισσότερες όχι. Είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθούν οι συνέπειες σε ένα τόσο πολύπλοκο και «χαοτικό» οικοσύστημα όπως το δασικό. Όπως και να΄χει, ο μεγάλος χαμένος είναι το δάσος. Που σε αντίθεση με το παρατημένο στη μοίρα του, φθίνει ολοένα και εξημερώνεται με τελική κατάληξη την προσομοίωση αστικού πάρκου. Ασφαλές, υποταγμένο και σχεδόν νεκρό δηλαδή.
Ακόμα και σε πιο πρακτικά και απλά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η συγκράτηση του χώματος μετά απο μια πυρκαγιά, η ανθρώπινη διαχείριση δείχνει να κάνει μεγαλύτερη ζημιά παρά καλό. Τα γνωστά κορμοδέματα που τοποθετούνται κατά πλάτος των πλαγιών για να συγκρατήσουν το χώμα μετά απο τις πρώτες βροχές, συνήθως παραμένουν εκεί, ξερά και εξαιρετικά εύφλεκτα, για 2-3 χρόνια, καθώς λείπει η υγρασία απο το δάσος ώστε να βοηθήσει τη δράση των μικροοργανισμών και μυκήτων που επιτελούν το έργο της σήψης. Ετσι το δάσος κινδυνέυει να γίνει εκ νέου παρανάλωμα με καταστροφικές συνέπειες. Επίσης, συχνά τα συνεργεία που τοποθετούν τους κορμούς όχι μόνο κόβουν δέντρα που κοντά στη ρίζα τους είναι ακόμη ζωντανά, αλλά πληρώνονται και με ελεύθερη ξύλευση των καμμένων, κάτι που όχι μόνο στερεί το δάσος απο το απαραίτητο οργανικό υλικό για την αναγεννησή του, αλλά και πιθανώς αποστερεί τη δυνατότητα αναβλάστησης σε καμμένα αλλά ζωντανά δενδρύλλια όπως π.χ. η κουμαριά ή ακόμα και πεύκα.
Παρόλη την αποδεδειγμένη ανικανότητα του συστήματος ανθρώπινης διαχείρισης, αυτό συνεχίζει να προβάλλεται ως η μόνη λύση. Και οι ειδικοί επιστρατεύουν κάθε είδους κοτσάνες για να το διατηρήσουν. Και μαζί μ΄αυτό, το μισθό και το κύρος τους φυσικά. Ετσι, για παράδειγμα, των σύνολο των media μετά την πυρκαγιά στο ελατόδασος της πάρνηθος, προέβαλλε την άποψη ότι τα έλατα χρειάζονται σκια για να αναπτυχθούν, άρα πρέπει να αναδασώσουμε τα καμμένα, με δέντρα που θα τους παρέχουν σκια. Ξεπερνώντας εδώ τις εγκληματικές και σαφώς κινούμενες απο δόλο προτάσεις αδιάντροπων δασολόγων που προτείναν η σκίαση να γίνει με βρωμούσες(!) (4), προκαλεί απορία πως τότε υπάρχουν ακόμα έλατα κ μάλλιστα άφθονα, στη χώρα μας. Πιθανότατα, η σκίαση ίσως να βοηθά στις νότιες εκθέσεις, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι είναι απαραίτητη στις βορεινές. Σε ένα παράδειγμα αναδάσωσης (5) η εμφάνιση ελάτων χωρίς να έχουν φυτευθεί, σε «γυμνή» πλαγιά, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ελάτη είναι είδος μάλλον σκιοανθεκτικό και όχι φιλόσκαιο. Ότι δηλαδή δεν είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη η παρουσία προδάσους για να ευδοκιμήσει.
Η ύπαρξη άγριας, πλούσιας σε βιοπικιλλότητα ζωής, προκαλεί αμηχανία στο κράτος και το κεφάλαιο. ϑν το δάσος τα καταφέρνει καλά μόνο του, πως θα δικαιολογήσουμε τους μισθούς όλων των ειδικών που επιστρατεύονται μετά απο κάθε καταστροφή για να του δώσουν το τελειωτικό χτύπημα με την παρεμβασή τους; Και κυρίως, πως θα το εντάξουμε στην αγορά; Πως δηλαδή θα δικαιολογήσουμε τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα, τις ανεργέσεις τουριστικών περιπτέρων και ξενοδοχειακών μονάδων, αν πρωτίστως δεν δείξουμε ένα περιβάλλον που αβοήθητο, ψυχορραγεί, και χρειάζεται η λαμπερή δύναμη της προόδου για να το σώσει απ΄τον αφανισμό;
Τουτέστιν, το ιδεολόγημα της αναγκαιότητας διαχείρισης, διέπει κατ΄ανάγκην τους μηχανισμούς της εξουσίας. Η ζωή οφείλει να εξημερωθεί και να διαμεσολαβηθεί. Η ίδια λογική (ο όρος χρησιμοποιείται καταχραστικά, έναντι του ακριβέστερου ηλιθιότητα) που διέπνεε τις δηλώσεις Μπους για ανάγκη αραίωσης των δασών του Ορεγκον για να προστατευθούν απο τη φωτιά, αντανακλάται και στις δηλώσεις του -ομοιδεάτη και εξίσου βλαμμένου- Πολύδωρα στο «η Πάρνηθα κάηκε γιατί ήταν πολύ πυκνή η βλάστηση». Χωρίς δηλαδή την ανθρώπινη παρέμβαση το δάσος είναι καταδικασμένο. Παρέμβαση που θα έχει τη μορφή και των μπουλντόζων αλλά και των εταιρειών φύλαξης και ελέγχου. Είναι άλλωστε ανεπίτρεπτο τόση ζωή να χαραμίζεται χωρίς ούτε ένα σεντς κέρδους.
Η διαχείριση του δάσους και κατ΄επέκταση του φυσικού περιβάλλοντος, επιβάλλεται παράλληλα με τον έλεγχο και την κρατική διαχείριση του σώματος, μ΄άλλα λόγια της ανθρώπινης ζωής. Η εξουσία οφείλει να ελέγχει (ή να παρέχει μια αληθοφανή αφήγηση ελέγχου) το ζωικό σε όλες τις εκφάνσεις του. ϑκριβώς όπως το άτομο οφείλει να κανονικοποιηθεί μέσω ιδρυμάτων (όπως το σχολείο ή οι φυλακές), φαρμάκων και ιατρικών επεμβάσεων για να ικανοποιεί πλήρως το τρίπτυχο της παραγωγής-κατανάλωσης-τάξης, ή τουλάχιστον να μην προκαλεί με την ανικανοτητά του να ανταποκριθεί σ΄αυτό, έτσι και η φύση οφείλει να κανονικοποιηθεί, το άγριο δηλαδή να εξημερωθεί και να διαμεσολαβηθεί πλήρως απο την ανθρώπινη παρέμβαση. Ετσι ώστε η αφήγηση -τουλάχιστον- της ολοκληρωτικής κυριαρχίας να είναι αδιάρρηκτη.

Η ΦΥΣΙΚΗ ΣΠΟΡΑ(6)
Ως εναλλακτική της αναδάσωσης η φυσική σπορά έχει το πλεονέκτημα ότι δεν εμπεριέχει τις τεράστιες οικονομικές σκοπιμότητες της αναδάσωσης (το κόστος των σπόρων και της σποράς είναι απειροελάχιστο σε σχέση με αυτό των δενδρυλλίων και της φύτευσης) και αφήνει κατά κάποιο τρόπο το περιβάλλον να επιλέξει ποιους απο τους σπόρους θα αφήσει να βλαστήσουν. ϑν και η φυσική σπορά δείχνει πράγματι ως το πλέον αποτελεσματικό και λογικό σύστημα σε περιπτώσεις ερημοποιημένων περιοχών, στο ζήτημα της αναδάσωσης καμμένων δασών χρειάζεται μεγάλη προσοχή και μελέτη.
Οι θιασώτες της φυσικής σποράς στην ελλάδα χαρακτηρίζονται απο τη σχεδόν μυστικιστική πίστη στη «σοφία της φύσης». Και ακόμη χειρότερα, την παλιά κάκιστη και επικίνδυνη new age δοξασία του «ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει για καλό». Έτσι, η επιλογή των σπόρων για το κάθε μέρος δεν συνοδεύεται συνήθως και απο την απαιτούμενη μελέτη. Χιλιάδες σπόροι πάνω-κάτω ελληνικών (αλλά όχι απαραίτητα ενδημικών για την κάθε περίσταση) φυτών και δένδρων θα ριχτούν στα καμμένα βουνά και η φύση θα αποφασίσει απο μόνη της τι θα βγάλει και τι όχι. ϑυτή η τελεονομία που διακρίνει το εν λόγω εγχείρημα, θέλει τη φύση ως ξεχωριστή (και μητρική) οντότητα να αποφασίζει με σοφία. Η οικολογία ενός τόπου δεν καθορίζεται ωστόσο απο εξώτερες, «εκ των άνω», αποφάσεις , αλλά απο ένα πεδίο συνεργασίας και ανταγωνισμού των ειδών. Η εισαγωγή μη αυτοφυών ειδών σε ένα προσφάτως πληγμένο απο φωτιά ή άλλη καταστροφή περιβάλλον, ενδέχεται να διαταράξει τις διαδικασίες της φυσικής αναγέννησης και να μειώσει τη βιοπικιλλότητα. Πολλά ξένα είδη δεν έχουν φυσικούς εχθρούς στο ντόπιο περιβάλλον, έτσι αποκτούν προβάδισμα στην επιβίωση και αλλάζουν ανάλογα και το οικοσύστημα. Ισως σε ένα βάθος χρόνου (χιλιάδων ετών) τα ενδημικά είδη να τα υπερνικήσουν και το οικοσύστημα να επανέλθει στην αρχική του ισσοροπία, αλλά τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση θα έχουμε πτώχευση του δάσους.
Η ψευδοακακία για παράδειγμα έχει ελάχιστες απαιτήσεις νερού, το ίδιο και ο ευκάλυπτος (ο οποίος μάλιστα αποστραγγίζει και τον υδροφόρο ορίζοντα). Η σπορά τους σε μια πλαγιά όπου προηγουμένως κυριαρχούσε το ρείκι, η κουμαριά και το πουρνάρι, θα τα ευνοήσει πιθανώς σε βάρος των ενδημικών ποικιλιών. Ναι, πράσινο θα υπάρξει, η ζωή άλλωστε θα συνεχίζει να υπάρχει ό,τι και να κάνει ο άνθρωπος. Το θέμα είναι με τι μορφή.
Παρόλα αυτά η διαδικασία της φυσικής σποράς, δύναται να δράσει υποβοηθητικά σε περιοχές εκτεταμένων καταστροφών και ίσως να είναι μάλιστα απαραίτητη σε περιοχές που έχουν καει παραπάνω απο μια φορά πρόσφατα. Χρειάζεται ωστόσο, μελέτη και προσοχή στην επιλογή των σπόρων. Και τη δημιουργία αυτόβουλης και αυτόνομης δράσης των ανθρώπων, γιατί είναι εξαιρετικά απίθανο -ένεκα του ελάχιστου περιθώριου κέρδους- να επιχειρηθεί απο κρατικούς φορείς.

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΛΟΤΗΤΑΣ
Η εντατική καλλιέργεια και η αποψίλωση των δασών, μαζί με τη γενικότερη περιβαλλοντική υποβάθμιση απο τις ανθρώπινες δραστηριότητες, οδηγούν σε μια ταχεία εξαφάνιση ειδών και ποικιλλιών, κάνοντας έτσι τη ζωή όλο και φτωχότερη. Παγκοσμίως, καλλιεργούνται μερικές δεκάδες μόνο φαγώσιμα είδη (συνήθως γενετικά μεταλλαγμένων ποικιλιών) και φυτεύονται μερικές δεκάδες είδη δένδρων στην αναδάσωση. Η φύση έτσι μοιάζει όλο και περισσότερο με χωράφι μονοκαλλιέργειας.
Στην ελλάδα, κατά την αρχαιότητα η έννοια του Δρυμού σήμαινε δάσος βελανιδιάς κατά κύριο λόγο και άλλων πλατύφυλλων και προστατευόταν απο τη θήρα και την οικοδόμηση. Στις μέρες μας δεν έχουν παραμείνει παρά ελάχιστα δάση βελανιδιάς. Ολόκληρες περιοχές έχουν απογυμνωθεί απο ζώα, ειδικά σαρκοβόρα, και καθώς το ποσοστό δασοκάλυψης πέφτει μέσα σε 200 χρόνια απο 48% σε γύρω στα 22%, όλο και περισσότερα είδη εξαφανίζονται για πάντα.
Η αναδάσωση εντείνει το φαινόμενο της βιομονοτονίας, παράγοντας δεντρικές μονοκαλλιέργειες στη θέση οικοσυστημάτων. Και οι άνθρωποι, εσχάτως αλλοτριωμένοι απο τον τόπο τους, με τη σχέση τους με τη φύση φρικτά διαμεσολαβημένη απο την κρατική παρέμβαση, δείχνουν να αρκούνται στην ύπαρξη «πρασίνου». ϑκόμα κι αν αυτό προέρχεται απο δένδρα κήπων και πάρκων. Και ενώ στην αρχαιότητα, τα ελάχιστα κοινωνικά αντανακλαστικά όριζαν και επιτύγχαναν την προστασία των δρυμών, ένεκα της ιερότητας των βελανιδιών, στις μέρες μας τα αντίστοιχα αντανακλαστικά εξαντλούνται σε ένα αίτημα κρατικής παρέμβασης για αναδάσωση. Η παρέμβαση του ατόμου, ως ενεργού συμμετέχοντα στο όλο θέμα της ζωής στον πλανήτη, ακυρώνεται μέσω της ανάληψης μεγάλων έργων αναδάσωσης και οικοδόμησης απο «ειδικούς» και εργολάβους. Η ίδια μονοτονία που επικρατεί παγκοσμίως στην ανθρώπινη κουλτούρα, με τις λιγοστές πολυεθνικές να κυριαρχούν σε όλο το μήκος του πλανήτη, εμφανίζεται και στη φύση.
Η σύγχρονη επιστήμη καταβάλλει κάθε προσπάθεια να θεραπεύσει τα συμπτώματα, αλλά ποτέ δνε εγείρει την παραμικρή ερώτηση για τα αίτια. Ένα άτομο που εργάζεται όλο και περισσότερο σε μια όλο και πιο επισφαλή και κακοπληρωμένη δουλειά, όντας αλλοτριωμένο απο τα προιόντα της εργασίας του, τις ουσιαστικές επιλογές στη ζωή του και -εσχάτως-και απο το ίδιο του το σώμα, θα είναι φυσιολογικό -και προς τιμήν του- να εμφανίσει συμπτώματα κατάθλιψης. Για να εμφανιστεί φυσικά το πανταχού παρών ευεργετικό κράτος να το «θεραπεύσει», κανονικοποιόντας τα συναισθηματά του με τη χορήγηση φαρμάκων ή με την παρακολούθηση ψυχαναλυτή(7). ϑντίστοιχα, σε ένα κλίμα που αλλάζει βίαια λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας, η ατμοσφαιρική και εδαφική μόλυσνη εκτοξεύεται στα ύψη και τα δασικά περιβάλλοντα γίνονται στόχος αναπτυξιακών έργων, οι διάφοροι «ειδικοί» σπεύδουν να προτείνουν τη δημιουργία εξορθολογισμένων δασικών περιβάλλοντων, όπου θα κυριαρχούν τα είδη που μπορούν να αντέξουν στις νέες συνθήκες – η ακακία, ο κέδρος, ο πλάτανος, το κυπαρίσσι κτλ Σε κάθε περίπτωση, όπως δε θα αμφισβητηθεί το μοντέλλο της ανθρώπινης ζωής, ως αίτιο κατάθλιψης, έτσι δε θα αμφισβητηθεί και η καταστροφική δραστηριότητα του κεφαλαίου και του κράτους. Το κλίμα όμως, όπως και η σύνθεση της ατμόσφαιρας δεν επηρεάζουν μόνο τα δάση: ταυτόγχρονα επηρεάζονται και απο αυτά. Η ύπαρξη δάσους, προκαλεί αύξηση στις βροχοπτώσεις, η απουσία του κάθετη μείωση(8). Ενώ και η σύνθεση της ατμόσφαιρας υφίσταται δραματικές αλλαγές μέσω της αλληλεπιδρασής της με τα φυτά και δένδρα. Η δημιουργία, ή καλύτερα, κατασκευή, ανθεκτικών δασών, με ελάχιστα είδη ανθεκτικά στη μόλυνση και τη ξηρασία , θα επιτέινει και τα φαινόμενα της μόλυνσης και της ξηρασίας. Σε ένα ατέρμονα βρόγχο που δε διακόπτεται παρά μόνο με τη συνολική ερημοποίηση – της φύσης και άρα και της ζωής μας.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2007 …
Η φωτιά συχνά δεν είναι παρά το πρώτο βήμα στην άλωση του δάσους απο τις δυνάμεις της αγοράς. ϑρχικά η αναδάσωση καλείται να το εξομαλύνει και να το εξημερώσει για να ακολουθήσουν έπειτα είτε οι διάφορες τουριστικές ή ψυχαγωγικές επιχειρήσεις, οι δυνάμεις του κεφαλαίου δηλαδή, ή η κρατική παρέμβαση με τη μετατροπή του σε διαχειριζόμενο και ελεγχόμενο χώρο πρασίνου.
Μετά απο ένα καταστροφικό καλοκαίρι, είναι σημαντικό το φυσικό περιβάλλον να αφεθεί μόνο του να γιατρέψει τις πληγές του. Και μόνο όπου αυτό είναι απαραίτητο (σε ιδιαίτερα υποβαθμισμένα περιβάλλοντα) να υποβοηθηθεί απο αυτόνομες πρωτοβουλίες ανθρώπων. Είναι σε κάθε περίπτωση ανεπίτρεπτο να αφήσουμε τον ίδιο το μηχανισμό που το κατάστρεψε ή το άφησε να καταστραφεί να αναλάβει την αναδασωσή του. Η μόνη ελπίδα για την αναγέννηση των δασών που κάηκαν και τη σωτηρία των υπολοίπων, είναι η απομάκρυνση κάθε κρατικής ή οικονομικής δραστηριότητας απο αυτά.

(1) Ορισμένοι σπόροι για παράδειγμα της αυστραλίας απαιτούν βράσιμο για να βλαστήσουν. Είναι δηλαδή προσαρμοσμένοι να βλασταίνουν μετά απο πυρκαγιές.
(2) Η ανάπτυξη ριζικών συστημάτων απο κάποιους θάμνους τα οποία εμποδίζουν μέσω διαφόρων παθογενών ουσιών την ανάπτυξη άλλων φυτών.
(3) Στην περίπτωση της Πάρνηθας π.χ. μετά το ολοκαύτωμα του Ιούνη, είχαμε την απευθείας ανάθεση της «ανακατασκευής» της σε μέλη του ΣΤΕΑΤ, τις μεγάλες δηλαδή κατασκευαστικές όπως Ακτωρ, ελληνική Τεχνοδομική κ.α. με προβλεπόμενη επένδυση ύψους απο 20-50 εκ. ευρώ.
(4) Βρωμούσα, βρωμοκαρυδιά, βρωμόδεντρο. Φυλλοβόλο δέντρο εισαχθέν απο την Κίνα, κοινό σε εγκατελλειμένα σπίτια, εργοστάσια, υποβαθμισμένες περιοχές. Μοιάζει με φτέρη ή καρυδιά, και οι ρίζες του εκκρίνουν ζιζανιοκτόνες ουσίες. Είδος επεκτατικό, ανθεκτικό και εν δυνάμει καταστροφικό για οποιοδήποτε οικοσύστημα. Στους κήπους ξεριζώνεται πάραυτα.
(5) Στην Σκιρίτιδα ϑρκαδίας, 1976. βλ. ET IN ARCADIA EGO, A.Στεφάνου.
(6) Πρακτική της φυσικής καλλιέργειας, εμπνευσμένης απο τον Fukuoka. Σύμφωνα με την αρχή ότι η φύση αξιωματικά μπορεί να παράγει περισσότερη ζωή και ποικιλλία απο οποιαδήπτε ανθρώπινη παρέμβαση, η φυσική καλλιέργεια προτείνει την ελάχιστη παρέμβαση. Στη φυσική σπορά, σπόροι καλύπτονται απο σβώλους άργιλου και πετιούνται στο χώμα, έτσι ώστε να βλαστήσουν με τις πρώτες βροχές, χωρίς να φαγωθούν ενδιάμεσα απο πουλιά. Ως αναδασωτέα μέθοδος στην ελλάδα, έχει εφαρμοστεί με μάλλον απογοητευτικά αποτελέσματα στη Βεγορίτιδα και με μεγαλύτερη επιτυχία στο Ποικίλλο Όρος.
(7) Είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας, η επενεμφάνιση της ψυχής: μέσω των ασθενειών της αυτή τη φορά.
(8) βλ. J.Lovelock «Γαία»

suckerpunch tiltrec@yahoo.gr

Πα 10, 2007

Συχνά υποστηρίζεται ότι η αναπαραγωγή ειδών στην αιχμαλωσία αποτελεί δικλείδα ασφαλείας στην περίπτωση που ο πληθυσμός κινδυνεύσει στη φύση. Στην πραγματικότητα το θέμα είναι πολύ πιο πολύπλοκο, και οι περισσότερες άκριτες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία αποτυγχάνουν για διάφορους περίπλοκους και σημαντικούς λόγους. Στο παρακάτω άρθρο εξετάζονται οι λόγοι για τους οποίους η ιδιοτική αναπαραγωγή ερπετών συνήθως δεν αρκεί για την προστασία αυτών των ειδών στη φύση. Εδώ θα πρέπει να κάνω μια σημείωση: παρόλο που η διατήρηση κι αναπαραγωγή των ερπετών στην αιχμαλωσία μπορεί να μη βοηθά και πολύ τους πληθυσμούς στη φύση, αυτό δε σημαίνει πως είναι κάτι κακό και δε θα πρέπει να γίνεται. Ούτε η συλλογή ερπετών από τη φύση, εάν γίνεται με μέτρο και για το μόνο λόγο του εμπλουτισμού του αιχμάλωτου πληθιυσμού δεν είναι κάτι κακό. Κάνω τις παραπάνω διασαφηνίσεις διότι κυκλοφορούν φανατικοί οικολόγοι που διασπείρουν αισχρώς ψευδείς κι επικίνδυνες πληροφορίες για τη διατήρηση ερπετών στην αιχμαλωσία κι αυτούς που το κάνουν αυτό, και κατ’επέκτασιν στοχεύουν όσους ασχολούνται με τη διατήρηση στην αιχμαλωσία παραδοσιακά μη εξημερωμένων ειδών, κάνοντας στην πραγματικότητα προπαγάνδα της θέσης τους υπέρ μιας ειδανικής φύσης όπως τη φαντάζονται αυτή. Το άρθρο είναι από τη γνωστή ερπετική σελίδα του
anapsid.org
στην κατηγορία «διατήρηση ειδών», όπου μπορούν να βρεθούν παρόμοια άλλα θέματα. Μπορεί το παρακάτω άρθρο ν’αναφέρεται στην Αμερική και σε μερικά αμερικανικά είδη, το πρόβλημα αυτό ωστόσο θα μπορούσε νά’ναι παγκόσμιο.

Μετάφραση: Bolko

Το ερπετοχόμπι και η προστασία των ειδών

1994 Breck Bartholemew, Intermontanus 3 (1) Ερπετολογική Κοινότητα της Γιούτα. Ανατυπωμένο από το Iguana Times της Διεθνούς Κοινότητας για τις Ιγκουάνες, 1994 (1) 2 – 6

Αυτές τις μέρες, με την ολοένα αύξηση της δημοτικότητας της προστασίας των ειδών, το ερπετοχόμπι συχνά σχετίζεται με την προστασία των ειδών. Δεν είναι ασυνήθιστο ν’ακούσετε κάποιον να λέει, «Χρειαζόμαστε ζώα στην αιχμαλωσία ώστε να μπορούμε να αποκαταστήσουμε τους άγριους πληθυσμούς όταν απειληθούν.» Αυτή η λογική χρησιμοποιείται επίσης ως όπλο κατά της νομοθεσίας που απαγορεύει την εισαγωγή ή τη συλλογή ερπετών: «Χρειαζόμαστε νέες γραμμές αίματος για να διατηρήσουμε γενετικά βιώσιμους αιχμάλωτους πληθυσμούς.» Ακόμα και οι επαγγελματίες ερπετολόγοι αναφέρουν τον πολλαπλασιασμό στην αιχμαλωσία ως εργαλείο προστασίας, αλλά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητος και παρακολουθείται από τους κατάλληλους οργανισμούς (Dod 1987; Dod 1993). Εφόσον οι βορειοαμερικανικοί ζωολογικοί κήποι έχουν χώρο μόνο για προγράμματα επιβίωσης περίπου 16 ειδών φιδιών (Quinn και Quinn 1993; δεδομένα για άλλα αμφίβια κι ερπετά δεν είναι ακόμα διαθέσιμα), το ενδεχόμενο επιτροπής των ερπετοχομπιστών να συμμετέχουν σε σχέδια προστασίας ειδών έχει εξεταστεί, και έχουν δημιουργηθεί «κατάστιχα» για μερικά είδη. Ακόμα άλλοι ερπετοχομπίστες έχουν πάρει την προστασία των ειδών στα χέρια τους και ισχυριζονται πως συμπληρώνουν τον αγαπημένο ερπετικό πληθυσμό τους απελευθερώνοντας απογόνους γεννημένους στην αιχμαλωσία. Όλη αυτή η προσπάθεια φαίνεται να καταδεικνύει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως αυτή η μορφή προστασίας των ειδών θα είναι επιτυχής. Εντούτοις, η μόνη επιθεώρηση προγραμμάτων προστασίας ειδών ερπετών (αυτών που περιλαμβάνουν μετακίνηση, επαναπατρισμό, και μετατόπιση στο πρόγραμμα) καταδεικνύουν ότι τα περισσότερα προγράμματα προστασίας των ειδών είναι ανεπιτυχή (Dod και Seigel 1991). Όλα εκ των επιτυχών ερπετολογικών προγραμμάτων προστασίας ειδών για κροκοδείλια κι ένα ειδος σαύρας έχουν ένα πράγμα κοινό: τα προγράμματα αναπαραγωγής στην αιχμαλωσία στεγάζονται μέσα ή κοντά στη φυσική επικράτεια του είδους και σε περιβάλλοντα εξωτερικού χώρου. Ο στόχος αυτής της εργασίας είναι η εξέταση αν το ερπετοχόμπι θα πρέπει να παίξει ρόλο στην προστασία των ειδών.

Κάποιοι μπορεί να το βρίσκουν ειρωνικό ότι τόσοι πολλοί ερπετοχομπίστες ισχυρίζονται ότι υποστηρίζουν προσπάθειες προστασίας των ειδών ενόσο επίσης πολεμούν ώστε να τους επιτραπεί η συλλογή των ίδιων ζώων που θα πρέπει να προστατευτούν. Δεδομένου ότι οι οργανισμοί άγριας πανίδας συχνά δεν έχουν πλήρεις πληροφορίες για τα είδη αμφιβίων κι ερπετών που προστατεύουν, αλλά γενικά ρέπουν προς την πλευρά της προστασίας των ειδών. Οι ερπετοχομπίστες, από την άλλη, γενικά ρέπουν προς την πλευρά της καταστροφής των ενδιαιτημάτων και των ειδών.

Οι τυχαίοι συλλέκτες που παίρνουν το περιστασιακό φίδι απ’το δρόμο πιθανόν επηρεάζουν τον πληθυσμό πολύ λίγο, επειδή το ενδιαίτημα δεν καταστρέφεται. Εντούτοις, όταν το αλλώνισμα των δρόμων γίνεται υπερβολικά, μπορεί να’χει μεγάλο αντίκτυπο στον πληθυσμό. Για παράδειγμα, περιοχές όπως αυτές των οδών του Ποταμού, της Βαγδάτης (πολλές αμερικανικές τοποθεσίες έχουν ιστορικές ονομασίες), και του Άχο είναι γεμάτες συλλέκτες κατά την περίοδο συλλογής των ερπετών. Σχεδόν κάθε επιθυμητό ερπετό που περνά το δρόμο είτε συλλέγεται είτε σκοτώνεται σ’αυτούς τους δρόμους. Με τον καιρό αυτοι οι πληθυσμοί των ερπετών εξαντλούνται, ιδίως κατά μήκος των δρόμων. Αυτό ήδη έχει γίνει στις ερημικές χελώνες (Gopherus agassizii) και φαίνεται πως οι ροδαλοί βόες (Lichanura trivirgata) αντιμετωπίζουν την ίδια μοίρα (Yoswiak 1993).

Η συλλογή από τη φύση μπορεί να είναι πολύ πιο καταστρεπτική στους πληθυσμούς και στο ενδιαίτημα παρά το αλλώνισμα των δρόμων. Ο Feldner (1992) περιέγραψε μια περιοχή με αρκετά είδη ερπετών η οποία ουσιαστικά καταστράφηκε από τους συλλέκτες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν μοχλούς μπάζων για να μετακινούν βράχους. Σε λιγότερο από ένα μήνα η περιιοχή έγινε από υποστηρικτική σε άφθονη ερπετοπανίδα σε εξαντλημένη απ’όλα τα είδη ερπετών (Feldner 1992). Αν και το παράδειγμα του Feldner μπορεί νά’ναι υπερβολικό, δεν είναι κι εντελώς ασυνήθιστο. Ακόμα και στη Γιούτα, μια πολιτεία με σχετικά λίγους ερπετοσυλλέκτες, υπάρχουν περιοχές όπου οτιδήποτε μπορεί να συκωθεί γυρίζεται και δεν αντικαθίσταται. Αυτή η μορφή συλλογής πλήττει όλο το οικοσύστημα, όχι απλώς τα ερπετά. Προφανώς, η συλλογή είναι καταστρεπτική για τους άγριους πληθυσμούς, αν και υπάρχουν περιπτώσεις όπου η προστασία των ειδών μπορεί ν’απαιτήσει τη συλλογή. Για να δικαιολογήσουν οι ερπετοχομπίστες τον ισχυρισμό της υποστήριξης του προστατευτισμού των ειδών, τα επιβλαβή αποτελέσματα της συλλογής θα πρέπει να ζυγιστούν με τα οφέλη των προγραμμάτων πολλαπλασιασμού στην αιχμαλωσία κι απελευθέρωσης.

Για να επιτύχει ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής στην αιχμαλωσία κι απελευθέρωσης, θα πρέπει να υπολογιστούν αρκετοί βιολογικοί περιορισμοί. Ένας απ’αυτούς τους βιολογικούς περιορισμούς, ίσως ο πιο σημαντικός, συχνά προσπερνάται. Οι οικολόγοι γνωρίζουν αυτόν τον περιορισμό ως το «νόμο» της ανοχής του Shelford. Όσον αφορά την προστασία των ειδών, ο νόμος του Shelford δηλώνει ότι η επιβίωση ενός οργανισμού εξαρτάται από την τελειότητα ενός συνθέτου συνθηκών. Η αποτυχία του πολλαπλασιασμού στην αιχμαλωσία και της απελευθέρωσης ενός οργανισμού μπορεί να ελεγχθεί από την ποιοτική ή ποσοτική έλλειψη ή υπερβολή όσον αφορά οποιονδήποτε από αρκετούς παράγοντες οι οποίοι μπορεί να πλησιάζουν τα όρια αντοχής γι’αυτόν τον οργανισμό (Odum 1981). Βασικά, εάν δεν καλυφθούν όλες οι σωματικές, ψυχολογικές κλπ ανάγκες ενός οργανισμού, το ζώο δε θα επιβιώσει και δε θ’αναπαραχθεί. Τα όρια της ανοχής, σ’αυτούς τους παράγοντες, ρυθμίζονται και από τη γενετική (τα ακραία όρια) και τον εγκλιματισμό (οι άμεσες αξίες). Για ν’απεικονίσετε αυτό το πράγμα, φανταστείτε ένα είδος που βρίσκεται από ψηλά έως και σε χαμηλά υψόμετρα. Σ’όλη την επικράτειά του το είδος αυτό διατηρεί μια προτιμώμενη θερμοκρασία των 27 βαθμών Κελσίου, αλλά τα άτομα σε μεγάλα υψόμετρα συχνά εκτίθενται σε ψυχρές θερμοκρασίες και ποτέ δεν εκτίθενται σε υπερβολικά ηυψηλές θερμοκρασίες. Αυτά τα άτομα του μεγάλου υψομέτρου εγκλιματίζονται σε χαμηλότερες θερμοκρασιες από τα άτομα χαμηλών υψομέτρων τα οποία είναι εγκλιματισμένα σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Αυτό μπορεί να φαίνεται κάπως συγχυτικό, αν και οι αρχές του νόμου του Shelford είναι κάτι προφανές διαισθητικά σ’όλους τους ερπετοχομπίστες.

Ο νόμος τους Shelford εξηγεί γιατί τα περισσότερα ζώα πιασμένα από τη φύση πεθαίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη σύλληψη. Στη φύση, κάθε άτομο είναι εγκλιματισμένο σε ποικιλία παραγόντων μέσα στα όρια της γενετικής του αντοχής. Όταν ένα ζώο συλλέγεται και τοποθετείται σ’ένα ανθρώπινα ελεγχόμενο περιβάλλον και κάποιοι απ’αυτούς τους παράγοντες ξεπερνούν αυτό στο οποίο το ζώο έχει εγκλιματιστεί ή τα γενετικά όρια το ζώο στρεσάρεται ή και πεθαίνει. Για να επιβιώσουν τα στρεσαρισμένα ζώα στην αιχμαλωσία, θα πρέπει να εγκλιματιστούν στο νέο τους περιβάλλον και ν’αντιμετωπίσουν όλα τα συμπτώματα του στρες στον ίδιο χρόνο. Μία από τις χειρότερες πλευρές του στρες είναι το καταπιεσμένο ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο κάνει το ζώο πιο επιρρεπές σε παθογόνους οργανισμούς και παράσιτα. Τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του περιβάλλοντος της αιχμαλωσίας μπορεί να μην είναι αμέσως εμφανή (βλέπε Oramicz 1993 a-e για αρκετά παραδείγματα αιχμάλωτων ζώων που έζησαν μήνες ή και χρόνια πριν να πεθάνουν, επειδή οι σωματικές τους ανάγκες δεν καλύφθηκαν).

Τα ζώα που συχνά επιβιώνουν στην αιχμαλωσία είναι εξημερωμένα σε κάποιον βαθμό. Οι Kohane και Parsons (1988) δήλωσαν: «Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η εξημέρωση αρχικά θα περιελάμβανε επιλογή για συμπεριφορικά χαρακτηριστικά όπως πειθηνιότητα και πρώιμη αναπαραγωγή…» Ως ερπετοχομπίστες το βλέπουμε αυτό σε πολλά είδη. Ο βυρμανικός πύθωνας (Python molurus bivittatus) εμφανίζει και πειθηνιότητα και πρώιμη αναπαραγωγή στα αιχμάλωτα άτομα. Η διαδικασία της εξημέρωσης επιδρά τόσο στο άτομο όσο και στον αιχμάλωτο πληθυσμό (Kohane και Parsons 1998; Price 1984). Επομένως, ο πληθυσμός για αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία για προγράμματα προστασίας ειδών έχει επιλεχθεί αφύσικα για ένα αφύσικο περιβάλλον. Αυτή η διαδικασία επιλογής επαναλαμβάνεται σ’ένα λιγότερο ανεκτικό περιβάλλον, όταν το ζώο απελευθερώνεται ξανά στη φύση. Ο νόμος του Shelford μπορεί να εξηγήσει γιατί οι Dod και Seigel (1991) δε βρήκαν κάποιο επιτυχές πρόγραμμα διατήρησης ειδών το οποίο περιελάμβανε αναπαραγωγή ζώων εκτός τουβ φυσικού τους περιβάλλοντος. Για να εξετάσουμε τη σχέση ερπετοχομπι και διατήρησης των ειδών περαιτέρω, θα πρέπει να θεωρήσουμε τη γενετική του αιχμάλωτου πληθυσμού.

Εξαιτίας της διαδικασίας επιλογής που γίνεται όταν άγρια ζώα αφαιρούνται από τη φύση, γνωρίζουμε ότι ο αιχμάλωτος πληθυσμός δεν αντιπροσωπεύει επαρκώς τη γενετική ποικιλία των άγριων πληθυσμών. Αυτή η γενετική διαφορά και μόνο απαιτεί τον αποκλεισμό της απελευθέρωσης αιχμάλωτων ζώων εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλ. προσεχής εξαφάνιση. Παρόλα αυτά, υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που τα αιχμάλωτα ζώα δεν είναι γενετικά κατάλληλα για απελευθέρωση. Φιλοσοφικά και ηθικά, θα πρέπει ν’αποφασίσουμε εάν πρέπει να καταστρέψουμε την εξελικτική ιστορία των πληθυσμών εισάγοντας αφύσικα γονίδια και αφήυσικες γονιδιακές συχνότητες. Αφού τα περισσότερα αιχμάλωτα ερπετά δεν έχουν ακριβή δεδομένα τοποθεσίας, δε μπορούμε να κάνουμε εξελικτικά έξυπνες αποφάσεις όσον αφορά το πού αυτό το ζώο ή οι απόγονοί του θα πρέπει να απελευθερωθούν. Ασφαλώς, θα μπορούσαμε ν’αγνοήσουμε την εξελικτική ιστορία και να υποθέταμε ότι όλοι οι πληθυσμοί είναι πανομοιότυποι ή ότι η επιβίωση του είδους βρίσκεται πάνω από τη γενετική του πληθυσμού και την εξελικτική ιστορία, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι προστατευτιστές ειδών θηλαστικών. Εντούτοις, υπάρχουν καλοί λόγοι να μην αγνοούνται αυτά τα πράγματα, όπως ο Templeton (1986) κατέδειξε με το ακόλουθο:

«…Όταν ο αίγαγρος των Ορέων Τάτρα (Capra ibex ibex) εξαφανίστηκε στην Τσεχοσλοβακία λόγω υπερβολικής θήρευσης, οι αίγαγροι μεταφέρθηκαν επιτυχώς από την κοντινή Αυστρία (Greig 1979). Εντούτοις, λίγα χρονια αργότερα, προστέθηκαν στο κοπάδι του Όρους Τάτρα ο κοινός αίγαγρος (C. i. aegagrus) από την Τουρκία και ο νουβικός αίγαγρος (C. i. nubuana) από το Σινά. Τα προερχόμενα γόνιμα υβρίδια άρχισαν την περίοδο αναπαραγωγής νωρίς το φθινόπωρο αντί για το χειμώνα όπως έκαναν οι ιθαγενείς αιγαγροι, και τα κατσικάκια των υβριδίων γεννήθηκαν το Φεβρουάριο – τον ψυχρότερο μήνα του χρόνου. Ως συνέπεια αυτού, ολόκληρος ο πληθυσμός εξαφανίστηκε (Greig 1979).”

Ένα ερπετολογικό παράδειγμα ανάμειξης ζώων διαφορετικών πληθυσμών περιγράφηκε από το Reinert (1991):

Στις 14 Ιουλίου του 1980, απελευθέρωσα έναν τηλεμετρικά σεσημασμένο ενήλικα (ολικού μήκους 110 cm) αρσενικό κροταλία των δασών (Crotalus Horridus) 18 χιλιόμετρα από το σημείο σύλληψής του. Επειδή αυτό είναι μεγαλύτερη απόσταση από τις γνωστές μέγιστες αποστάσεις διασποράς για το είδος (Reinert και Zappalorti 1988; Reinert, προσωπική παρατήρηση), μπορει να υποτεθεί ότι αυτό το φίδι εκτοπίστηκε από τον κανονικό του πληθυσμό, την εδραιωμένη έκταση δραστηριότητας, και την κοινωνική του ομάδα. Στις 4 Αυγούστου, το φίδι βρέθηκε στη συντροφιά ενός ιθαγενούς ενήλικα (106 cm) αρσενικού κροταλία επίσης σεσημασμένου τηλεμετρικά. Τα δύο φίδια έμειναν μαζί για 20 μέρες και ταξίδευαν, σε συσχετισμό, μια απόσταση 404 μέτρων. Σε δύο περιστάσεις, το ιθαγενές αρσενικό παρατηρήθηκε να προσπαθεί να ζευγαρώσει με το εκτοπισμένο αρσενικό. Το τελευταίο φίδι φάνηκε να εκδηλώνει παθητική, υποτακτική στάση κατά αυτές τις απόπειρες.»

«Από τις αρκετές χιλιάδες κοινωνικές συναναστροφές που έχω παρατηρήσει μεταξύ των ιθαγενών C. horridus σ’αυτόν τον πληθυσμό, αυτές ήταν οι μόνες περιπτώσεις απόπειρας ζευγαρώματος αρσενικού με αρσενικό. Οι είκοσι μέρες επίσης αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο διάστημα συσχετισμού αρσενικών κατά την ενεργή περίοδο. Εντούτοις, δεν είναι ασυνήθιστο για σχέσεις αρσενικών με θηλυκά να διαρκέσουν τόσο πολύ και να γίνει συσχετισμένη κίνηση,» «H. Reinert, προσωπική παρατήρηση. «Από την πλευρά του πληθυσμού, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κανένα απ’τα δύο φίδια δεν παρατηρήθηκε να συναντά ή να ζευγαρώνει με θηλυκά κατά την περίοδο συσχετισμού τους των 20 ημερών. Αυτό αποτελούσε ουσιώδες τμήμα της περιόδου αναπαραγωγής Ιουλίου/Αυγούστου, κατά την οποία και τα δύο αρσενικά ήταν αναπαραγωγικά δυσλειτουργικά. Εντούτοις, στην περίοδο των δύο εβδομάδων πριν την συνάντηση του εκτοπισμένου αρσενικού, το ιθαγενές αρσενικό παρουσίαζε φυσιολογική αναπαραγωγική συμπεριφορά (δηλ. συμπεριφορά αναζήτησης συντρόφου και ζευγάρωμα).»

Αυτά τα δύο παραδείγματα καταδεικνύουν ότι ζώα αγνώστου προελεύσεως δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για προγράμματα προστασίας ειδών, κι ότι πληθυσμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για προγράμματα διατήρησης των ειδών, κι ότι οι πληθυσμοί δε θα πρέπει ν’αναμειγνύονται, αλλλά τι γίνεται αν κάποιος συμπληρώνει έναν άγριο πληθυσμό με ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία από τον ίδιο πληθυσμό;

Στο επίπεδο του ερπετοχόμπι, η απελευθέρωση ζώων από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία στον προγονικό πληθυσμό μπορεί να φαίνεται καλή ιδέα, πάραυτα, από γενετική άποψη, αυτό θα μπορούσε ν’αποδειχθεί καταστροφικό. Γενικά, ο αριθμός ατόμων συλλεγμένων από έναν πληθυσμό είναι μικρός συγκριτικά με το ολικό μέγεθος του πληθυσμού. Τα ζώα που έχουν εγκλιματιστεί στο αιχμάλωτο περιβάλλον τους τείνουν να βάζουν βάρος γρηγορότερα μετά την αναπαραγωγή, επομένως μπορούν ν’αναπαραχθούν ξανά συντομότερα. Απελευθερώνοντας τους γεννημένους στην αιχμαλωσία απογόνους, οι γονείς θα συμβάλλουν με ασυνήθιστα υψηλό αριθμό απογόνων στον πληθυσμό. Με γενετικούς όρους, οι αλληλομορφικές συχνότητες θα ρέπουν προς αυτές του αιχμάλωτου πληθυσμού, το οποίο δεν είναι πιθανό ν’αντιπροσωπεύει επαρκώς τον άγριο πληθυσμό. Το αποτέλεσμα στον άγριο πληθυσμο είναι ο υψηλότερος ρυθμός αιμομιξίας, εξαιτίας του αναλογικά υψηλού αριθμού συγγενικών (δηλ. γεννημένων στην αιχμαλωσία) ατόμων. Μακροπρόθεσμα, ο πληθυσμός θα πάσχει. Επιπροσθέτως με τις γενετικές επιπτώσεις, υπάρχουν και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ο Burger (1991) βρήκε ότι η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεογέννητων φιδιών. Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της επώασης στην αιχμαλωσία για την απελευθέρωση ζώων στη φύση.

Η αιμομιξία μέσα στον αιχμάλωτο πληθυσμό είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίον τα γεννημένα στην αιχμαλωσία ζώα γενικά δεν είναι κατάλληλα για απελευθέρωση. Οι περισσότεροι ερπετοχομπίστες έχουν αναπαραγάγει αδέρφια ή γνωρίζουν κάποιον που τά’χει αναπαραγάγει. Στην πραγματικότητα, δεν είναι ασυνήθιστη η αγορά ζευγαριών ή τρίο αδελφών με την ιδέα της αναπαραγωγής. Το αποτέλεσμα αυτών των αναπαραγωγών (π.χ. αιμομιξία) είναι η αυξημένη πιθανότητα της εμφάνισης ομοζυγωτικών υπολειπόμενων αλληλόμορφων. Αυτά τα υπολειπόμενα συνήθως φαίνονται ως εντυπωσιακά χρωματικά σχέδια. Πολλά από τα μορφικά του καλαμποκόφιδου (Elaphe guttata), του βυρμανικού πύθωνα (Python molurus bivittatus), και του καλιφορνιανού βασιλικού φιδιού (Lampropeltis getula) είναι αποτέλεσμα αιμομιξίας. Η απελευθέρωση αυτών των ζώων στη φύση θα οδηγούσε πιθανόν στο θάνατό τους, αλλά αν το ζώο επιβίωνε, η γενετική του πληθυσμού θ’αλλοιωνόταν τεχνητώς.

Τέλος, ο κίνδυνος εισαγωγής παθογονων ή και παρασίτων στους άγριους πληθυσμούς ξεπερνά κατά πολύ το όφελος της πρόσθεσης ατόμων στον πληθυσμό. Τα αιχμάλωτα ζώα αντιμετωπίζουν το ίδιο στρες λόγω του εγκλιματισμού τους στο φυσικό περιβάλλον όπως και τα άγρια ζώα αντιμετωπίζουν όταν αιχμαλωτίζονται. Ως αποτέλεσμα, είναι πιο πιθανό να εκφράσουν παθογόνους που έκρυβαν στην αιχμαλωσία. Ένα καλό παράδειγμα αυτού είναι η ερημική χελώνα (Gopherus agassizii), η οποία έχει αποδεκατιστεί από μια ασθένεια που υποτίθεται εισήχθει από απελευθερωμένα αιχμάλωτα άτομα.

Στη σύνοψή τους, οι Dod και Seigel (1991) δήλωσαν: «…Η επιθεώρησή μας δημιουργεί αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων μετακίνησης, επαναπατρισμού και μετατόπισης ως στρατηγική διατήρησεις των ειδών, τουλάχιστον για τα περισσότερα είδη αμφιβίων κι ερπετών.» Θα πρόσθετα επίσης ότι ζώα που συλλέγονται για το ιδιοτικό ερπετοχόμπι δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για προγράμματα προστασίας ειδών, παρά μόνο για εκπαιδευτικά. Επιπροσθέτως, ζώα που συλλέχθηκαν για προγράμματα διατήρησης ειδών θα πρέπει να διατηρούνται μέσα ή πολύ κοντά στο ιθαγενές τους περιβάλλον, προτιμότερα σε μεγάλα, εξωτερικά περιβάλλοντα.

Φαίνεται ότι πάρα πολλοί ερπετοχομμπίστες χρησιμοποιούν ως κάλυμμα τη διατήρηση των ειδών για να προαγάγουν τα δικά τους συμφέροντα. Όπως έγραψε ο Dod (1987): «Λειτουργούν υπερβολικά πολλά προγράμματα πολλαπλασιασμού υπό το κάλυμμα της ‘προστασίας των ειδών’. Όταν αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα την παροχή σε άτομα ικανοποιητικού αριθμού κατοικιδίων, αυτό δεν είναι διατήρηση των ειδών, αλλά αναψυκτική χρήση της άγριας πανίδας.»

Αυτό δε σημαίνει ότι οι ερπετοχομπίστες δε μπορεί νά’ναι υποστηρικτές της προστασίας των ειδών, αλλά το ιδιοτικό ερπετοχόμπι δεν είναι ούτε θα πρέπει να γίνει εργαλείο διατήρησης. Οι ερπετοχομπίστες μπορούν να προαγάγουν τη διατήρηση των ειδών με διάφορους τρόπους, όπως:

  • 1. Σταματήστε τη συλλογή άγριων ζώων και αγοράζετε μόνο ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία. Αγοράζοντας μόνο ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία, δε θα υποστηρίζετε απευθείας τη συλλογή άγριων ζώων. Επιπροσθέτως, γενικά θα πάρετε υγιέσστερα ζώα. Γενικώς, τα ζώα αναπαραγωγής στην αιχμαλωσία είναι μια πολύ καλύτερη αγορά.
    2. Ενθαρρύνετε άλλους να αγοράζουν ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία. Ως ερπετοχομπίστες, συχνά μας ζητείται να μιλούμε σε ομάδες για τα αμφίβια και τα ερπετά. Πάντοτε, κάποιος ενδιαφέρεται για την απόκτηση ενός ερπετού ως κατοικιδίου και ρωτά πού μπορεί να βρει ένα. Θα πρέπει ννα πούμε στην ομάδα ότι διατηρούμε μόνο ζώα γεννημένα στην αιχμαλωσία. Αυτό μπορεί να φανεί παράξενο, αλλά θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι στους οποίους μιλάτε δε μπορούν να ξεχωρίσουν εάν το ζώο που κρατάται είναι πιασμένο από τη φύση. Εάν το άτομο πάρει ένα ζώο γεννημένο σε αιχμαλωσία είναι πιο πιθανό να’χει μια καλή εμπειρία και να θέλει να συνεχίσει να διατηρεί ερπετά.
    3. Υπακούτε σε τοπικούς, πολιτειακούς και ομοσπονδιακούς (η ΕΕ έχει παρόμοιους) νόμους και όταν κρατάτε και όταν συλλέγετε, εάν πρέπει, ερπετά. Δυστυχώς, πολλοί από τους πονοκεφάλους μας σημερα προκαλούνται από λίγους φιλοχρήματους ερπετοσυλλέκτες που πιστεύουν πως βρίσκονται πάνω απ’το νόμο. Το αποτέλεσμα των άπληστων πράξεών τους είναι αυστηρότεροι νόμοι οι οποίοι ενθαρρύνουν τελικά περισσότερους ανθρώπους να τους παραβούν και ο κήυκλος συνεχίζεται.
    4. Εάν πρέπει να συλλέξετε, κάνετέ το με περιβαλλοντικά ασφαλή τρόπο. Πρώτο απ’όλα, θα πρέπει ν’αναρωτηθείτε γιατί πρέπει να συλλέξετε αυτά τα ζώα. Είναι οι λόγοι σας βάσιμοι; Όταν συλλέγετε, επανατοποθετείτε, όσο το δυνατόν μπορείτε, οτιδήποτε μετακινείτε.
    5. Κρατήστε μυστικά τα καλά μέρη ερπετοσυλλογής. Πολλοί συχνά οι ερπετολόγοι λένε στους φίλους τους για καλά μέρη για ερπετοσυλλογή, οι οποίοι λένε στους φίλους τους, που λένε τους φίλους τους… Και τελικά ο καθένας γνωρίζει για την περιοχή. Σύντομα η περιοχή γίνεται όχι και τόσο καλή για ερπετοσυλλογή.
    6. Μην απελευθερώνετε ζώα που βρίσκονταν στην αιχμαλωσία, συμπεριλαμβανομένων και των νεογέννητων. Ο κίνδυνος εισαγωγής ασθένειας ή καταστροφικών γενετικών στοιχείων είναι πολύ υψηλός. Αυτό περιλαμβάνει ζώα που έχουν κρατηθεί για λίγους μήνες. Θα ήταν καλύτερο να δωρίζατε το ζώο σ’ένα μουσείο με δεδομένα συλλογής παρά να το απελευθερώσετε. Σκεφτείτε μόνο ν’απελευθερώσετε ένα ζώο που έχει παραμείνει για λιγότερο από δύο εβδομάδες κι έχει διατηρηθεί σε καραντίνα.
    7. Τελικά, εάν πραγματικά θέλετε να συμβάλετε στις προσπάθειες διατήρησης των ειδών, δωρίστε ένα ποσοστό των κερδών σας από την αναπαραγωγή ερπετών σε μια αναγνωρισμένη ομάδα διατήρησης ειδών που έχει ερπετολογικά προγράμματα. Ένας καλύτερος τρόπος να δικαιολογήσουμε το χόμπι μας.
  • Παρατιθέμενη βιβλιογραφία

    Burger, J. 1990. Effects of incubation temperature on behavior of young black racers (Coluber constrictor) and kingsnakes (Lampropeltis getulus)

    Dodd, C.K., Jr. 1987. Status, conservation, and management. 478-513 in R.A. Seigel, J.T. Collins and S.S. Novak (eds.), Ecology and Evolutionary Biology. MacMillan, New York.

    Dodd, C.K., Jr. and R. A. Seigel. 1991. Relocation, repatriation, and translocation of amphibians and reptiles: are there conservation strategies that work? Herpetologica. 47(3):336-350

    Dodd, C.K., Jr. Strategies for snake conservation. 363-393 in R. A. Seigel and J.T. Collins (eds)., Snakes: Ecology and Behavior. McGraw-Hill, Inc., New York.

    Feldner, J.J. 1992. A case of simple destruction. Sonoran Herpetologist. 5(12)116.

    Greig, J.C. 1979. Principles of genetic conservation in relation to wildlife management in southern Africa. S. African Journal of Wildlife 9:57-78.

    Kohane, M.J. and P.A. Parsons. 1988. Domestication: evolutionary change under stress. 31-48 in M.K. Hecht and B. Wallace (eds.), Evolutionary Biology. Plenum Press, New York.

    Odum, E.P. 1971. Fundamentals of Ecology. W.B. Saunders Co., Philadelphia, PA.

    Oravecz, K. 1993a. Iguanas I have known: Part I. Notes from NOAH. 20(6):6-10

    _____ 1993e. Iguanas I have known: Part II. Notes from NOAH. . 20(7):5-10

    _____ 1993b. Iguanas I have known: Part III. Notes from NOAH. 20(8):10-12

    _____ 1993c. Iguanas I have known: Part IV. Notes from NOAH. 20(9):2-8

    _____ 1993d. Iguanas I have known: Conclusion. Notes from NOAH. 20(10):9-11

    Price, E.O. 1984. Behavioral aspects of animal domestication. Quarterly Review of Biology. 59(1):1-32.

    Quinn H. and H. Quinn. 1993. Estimated number of snake species that can be managed by species survival plans in North America. Zoo Biology. 12:243-255.

    Reinert, H.K. 1991. Translocation as a conservation strategy for amphibians and reptiles: some comments, concerns, and observations. Herpetologica. 47(3):357-363.

    Reinert, H.K. and R.T. Zappalorti. 1988. Timber rattlesnakes (Crotalus horridus) of the pine barrons: their movement patterns and habitat preferences. Copeia. 1988:964-978.

    Templeton, A.R. 1986. Coadaptation and outbreeding depression. 105-116 in M.E. Soulé (ed.) Conservation Biology: The Science of Scarcity and Diversity. Sinauer Assoc., Sunderland, MA.

    Yowiak, S. 1993. Rosy boa’s future on red alert: hunters reap profits from rare snakes. Desert Monitor. 23(4):23-24.

    Σημείωση μετά τη δημοσίευση του άρθρου: Η λέξη «ουρομάστιξ» τελικά είναι θηλυκή, επειδή βγαίνει από τη μάστιγα (μαστίγιο), κι όχι αρσενική, οπότε όπου στο άρθρο βρίσκεται «ο ουρομάστιγας» ν’αντικαθιστάτε με «η ουρομάστιγα». Η σύγχυση αυτή έχει παρεισφρύσει ακόμακαι στην επιστημονική ονοματολογία, όπου συχνά χρησιμοποιούνται λανθασμένα αρσενικές καταλήξεις στα ονόματα των ειδών του γένους. Οπότε το σωστό είναι Uromastix acanthinura γι’αυτό το είδος κι όχι U. acanthinurus.

    Uromastix acanthinurus σε φυσικό περιβάλλον του Μαρόκου, από
    μια σελίδα για τα ερπετά του Μαρόκου.

    Οι ουρομάστιγες ή μαστιγόουρες σαύρες (γένος Uromastix) είναι σαύρες ξηρών περιοχών της Αφρικής και της Ασίας ως την Ινδία, με κύριο γνώρισμα το παχύ τους σώμα και την αγκαθωτή ουρά τους, την οποία χρησιμοποιούν για να σφηνώνονται στις τρύπες ώστε να μη μπορούν να εξαχθούν από κάποιον εχθρό ή αμυντικά, μαστιγώνοντας των εχθρό. Το γένος
    περιλαμβάνει περίπου 17 είδη,
    και ανήκει στην οικογένεια των αγαμιδών (agamidae), η οποία περιλαμβάνει κι άλλες πολλές σαύρες του Παλαιού Κόσμου που γενικά αποκαλούνται δράκοι (΄΄οχι ο δράκος του Κόμοντο, αυτός είναι βαρανός), και είναι συγγενική των ιγκουανιδών (iguanidae) του Νέου Κόσμου και των ωκεάνιων νησιών του ειρηνικού όπου μεταφέρθηκαν από φυσικά αίτια σε παλαιότερες εποχές και προσαρμόστηκαν. Οι ουρομάστιγες είναι παμφάγες προς φυτοφάγες σαύρες, με οικολογικά αντίστοιχά τους σ’άλλες ερήμους του πλανήτη, όπως η ιγκουάνα της ερήμου (Dipsosaurus dorsalis) της Βόρειας Αμερικής. Οι ουρομάστιγες έχουν διατηρηθεί για καιρό στην αιχμαλωσία, αν και ποτέ δεν απέκτησαν μεγάλη δημοτικότητα για άγνωστο λόγο, γι’αυτό το λόγο η αναπαραγωγή τους σε αιχμάλωτες συνθήκες είναι σπάνια, επομένως τα περισσότερα άτομα προέρχονται από τη φύση, και συχνά δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Στην
    ελληνική κοινότητα για τα ερπετά
    λίγοι έχουν είδη του γένους. Οι σαύρες αυτές, αν κι όχι πολύ δύσκολες, ζουν σε ιδιαίτερες συνθήκες, απαιτώντας θερμοκρασίες στο σημείο λιασήματος γύρω στους 40 βαθμούς, κρυψώνες με δροσερότερο μικροκλίμα και αρκετό χώρο για να κινούνται. Λίγες μελέτες έχουν γίνει σχετικά με τον τρόπο ζωής τους στη φύση, και μία απ’αυτές παραθέτω παρακάτω, από την κυρίως για χελώνες σελίδα
    tortoisetrust.org.
    Ο κύριος συγγραφέας της παρακάτω αναφοράς, ο Andy Highfield, είναι Βρετανός βιολόγος, διακεκριμένος ερευνητής χελωνών, και συχνά έχει ταξιδέψει στις χώρες προέλευσης διαφόρων ειδών ώστε να παρατηρήσει τη φυσική συμπεριφορά τους. Είναι ο συγγραφέας των περισσοτέρων άρθρων της σελίδας, τα οποία αφορούν τη διατήρηση χερσαίων χελωνών στην αιχμαλωσία ή την κατάστασή τους στη φύση.

    Μετάφραση: Bolko

    Η ακανθόουρη σαύρα στο σπίτι της – η Uromastix acanthinurus στο νότιο Μαρόκο

    A C Highfield & Tahar Slimani

    Ο Uromastix acanthinurus, η ακανθόουρη σαύρα, κατοικεί στην έρημο Σαχάρα από το σαχάριο Άτλαντα ως το Σουδάν, και απ’τη Μαυριτανία ως την Αίγυπτο. Στο Μαρόκο, αυτό το είδος είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά ερπετά του νοτιοανατολικού της χώρας (από το Ουαρζαζάτε ως το Ιρ Ραχίντια), αλλ’έχει επίσης βρεθεί σε ολόκληρο το μήκος της κοιλάδας Μουλούγια σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Το γεγονός ότι αυτό είναι ουσιωδώς ένα σαχάριο είδος δε θα πρέπει να παραπλανήσει κάποιον στην πίστη ότι άρα συνήθως κατοικεί σε αμμώδες περιβάλλον? ο Uromastix acanthinurus βρίσκεται ως επί το πλείστον σε βραχώδη περιβάλλοντα χαμάντα και ρεγκ.

    Ο Uromastix acanthinurus είναι μια μεγάλη κι εντυπωσιακή σαύρα φτάνοντας ως και τα 140 χιλιοστά σωματικού μήκους, συν μια ουρά 145 χιλιοστών, μ’ένα βαριά δομημένο, χοντρό σώμα στηριζόμενο από κοντά, δυνατά άκρα. Η σωματική μάζα ενός ενηλίκου είναι τυπικά γύρω στα 450 γραμμάρια, αλλ’αυτός ο αριθμός υπόκειται σε σημαντική εποχιακή μεταβολή. Η ουρά είναι μεγάλη, πλατιά και καλυμμένη με δακτυλίους αγκαθιών, απ’τα οποία παίρνει το κοινό της όνομα. Οι ραχιαίες φολίδες είναι κεραμιδωτές, και το μέγεθός τους είναι αισθητά μικρότερο από τις κοιλιακές φολίδες.
    Ο χρωματισμός αυτής της σαύρας ποικίλει αρκετά. Το βασικό χρώμα είναι το γκρίζο, αλλά συναντώνται και κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα και κίτρινα άτομα. Οι πλευρές του σώματος είναι μελανωπές με μπλεδωπές ‘αντακλάσεις’ ή κυματιστά φωτεινά σημεία κόκκινου ή πορτοκαλί. Τα νεαρά άτομα είναι τυπικά σκέτο γκρι με καφέ ή σκουρότερες κηλίδες. Τα ενήλικα άτομα αυξάνουν τον ορατό χρωματισμό τους γρήγορα στην παρουσία έντονου φωτός και ζέστης? Αυτό είναι πιο έντονο ενόσο τα ζώα ζεσταίνονται κατά τη πρώτη φάση λιασήματος της μέρας. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν αξιόπιστοι εξωτερικοί δείκτες με τους οποίους μπορεί να καθοριστεί το φύλο του ατόμου.
    Η αποστολή μας στην περιοχή Ουαρζαζάτε του Μαρόκου είχε έναυσμα την ανησυχία μας για τις τακτικές θεάσεις χονδροειδώς ταριχευμένων παραδειγμάτων αυτών των πλέον αξιοσημείωτων σαυρών σε καταστήματα αναμνηστικών κι ως διακοσμήσεις σε παραδοσιακά παραπήγματα βοτανικής ιατρικής. Παρά τις κάποιες λεπτομερείς μελλέτες για τη θερμική οικολογία και τη βιοχημεία των ουρομαστίγων στην Αλγερία δημοσιευμένες από μια ομάδα Γάλλων ερευνητών που διενεργήθηκαν στην Αλγερία πριν λίγα χρόνια (Grenot, et al.), πολύ λίγα δεδομένα έχουν αποκαλυφθεί πάνω στα ενδιαιτήματά τους και στη συμπεριφορά τους στο νότιο Μαρόκο. Από το παρατηρούμενο επίπεδο εκμετάλλευσης, ήταν προφανές ότι, όπως η χερσαία χελώνα Testudo graeca graeca, ο χαμαιλέοντας Chameleo chameleon, αυτό είναι ένα είδος που δυνητικά απειλείται απ’το εμπόριο. Θέλαμε ειδικά να συλέξουμε πληροφορίες πάνω στους τοπικούς συλλέκτες και στα επίπεδα εμπορίου, και, όσο ο λίγος χρόνος επέτρεπε, πάνω στα ενδιαιτήματα και στη διατροφή αυτού του είδους στο Μαρόκο.
    Ο δρόμος μας μας πήρε από την αρχαία περιτειχισμένη πόλη του Ταρουντάντ, ευρισκόμενη στη γόνιμη κοιλάδα του Σους, μέσα από τα εντυπωσιακά και άνυδρα βουνά του Αντιάτλαντα. Έπειτα από αρκετές ώρες οδήγησης σε κάπως επικίνδυνους δρόμους, σημειώθηκε μια κίνηση στο μονοπάτι μπροστά μας ενόσο αποχωρούσαμε από την πόλη του Ταζινάχτ – ένας νεαρός ουρομάστιγας? Αυτά τα πρώτα πηδήματα ήταν γρήγορα, κι όπως αποδείχθηκε είχαμε πετύχει ένα χαμαιλέοντα να διασχίζει το δρόμο. Ο συγκεκριμένος χαμαιλέοντας φαινόταν να επιστρέφει στο σπίτι του σε μια ξερή όχθη ποταμού από μια φάση σίτισης σε κάποιο βραχώδες ενδιαίτημα στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Τον επιστρέψαμε με ασφάλεια στα δέντρα του, και, μετά από μερικές ανταμοιπτικές στιγμές φωτογράφισης, συνεχίσαμε με το ταξίδι μας.
    Ο πρώτος μας ουρομάστιγας ιδώθηκε περίπου 40 λεπτά αργότερα, να κάθεται ωραία σ’ένα μεγάλο βράχο. Δυστυχώς, τη στιγμή που εμφανίστηκε σε μια απότομη βραχώδη πλαγιά αμέσως δίπλα στο δρόμο, οδηγούσαμε με μεγάλη ταχύτητα μ’ένα άλλο αυτοκίνητο ακριβώς από πίσω μας που απειλούσε να μας προσπεράσει σε οποιαδήποτε στιγμή. Η οδήγηση στο Μαρόκο είναι το καλύτερο επικίνδυνη, και δε στοχεύαμε ο πρώτος μας ουρομάστιγας αυτού του ταξιδιού να’ναι επίσης και ο τελευταίος μας. Τη στιγμή που μπορούσε να γίνει μια ασφαλής στάση, είχε πια εξαφανιστεί και κανένα ποσό αναζήτησης δε μπορούσε ν’αποκαλύψει ούτε ίχνος του λαγουμιού του. Σημειώσαμε προσεκτικά, εντούτοις, λεπτομέρειες του ενδιαιτήματος και της βλάστησης στην περιοχή της θέασης.
    Η πλειονότητα των φυτών τα οποία φύονται σε ενδιαιτήματα ουρομάστιγων στο νότιο Μαρόκο είναι χαμηλοί, ακανθώδεις κι ανθεκτικοί στην ξηρασία θάμνοι, συμπεριλαμβανομένων των Genista, Thymus, και Artemisia spp. Με το Ziziphus lotus και τη Stipa tenacissima (ή σπαρτό χόρτο, ή άλφα – ένα φυτό καλό για την χαρτοποιία). Την άνοιξη, αυτά τα πολυετή συμπληρώνονται με μια ποικιλία εφήμερων συμπεριλαμβανομένων των Heliotropum, Chenopodium, και Leontodon spp.
    Όταν συναντήσαμε έπειτα ένα παρόμοιο ενδιαίτημα, αποφασίσαμε να σταματήσουμε και να κάνουμε μια σωστή διερεύνηση. Δεν πέρασε πολλή ώρα πριν προκαλέσουμε μία αιφνίδια φυγή προς την κάλυψη από έναν καλά καμουφλαρισμένο ουρομάστιγα. Αυτό το ζώο εξαφανίστηκε μέσα σ’ένα μεγάλο θάμνο Ziziphus lotus (άγριος θάμνος τζουτζούμπε) που κρεμόταν από μια μεγάλη ομάδα ογκολίθων. Το ίδιο το λαγούμι ήταν ορατό και επίσης υπήρχαν αρκετά περιττώματα ουρομάστιγων στην άμεση περιοχή. Συλλέχθηκαν δείγματα για μεταγενέστερη κοπρανολογική ανάλυση κι επίσης καταγράφηκαν λεπτομέρειες όλων των δυνητικών τροφικών φυτών στην τοποθεσία.

    Ενδιαίτημα
    Τρεις πολύ διαφορετικοί τύποι ερήμου συναντώνται στο Μαρόκο:

  • Η έρημος των στερεών βράχων ή χαμάντα όπου το καταφύγιο βρίσκεται σε σχισμές βράχων ή κάτω από πεσμένους ογκολίθους. Στα αραβικά, χαμάντα σημαίνει ‘άκαρπη’ μια εύστοχη περιγραφή της γεωργικής της δυνατότητας.
    Η ‘χαλικώδης’ έρημος ή το ρεγκ στην οποία ένας μανδύας χαλαρών θραυσμάτων καλυμμένος από αξιοσημείωτη ερημική γυαλάδα σκεπάζει ένα αμμώδες στρώμα το οποίο είναι επαρκώς συνεκτικό για την υποστήριξη των λαγουμιών των ουρομαστίγων. Η αραβική λέξη ρεγκ σημαίνει ελάττωση. Σε κάποιες τοποθεσίες, υπάρχει αμμώδες ρεγκ, όπου μικροί μετακινούμενοι αμμόλοφοι καλύπτουν τη βραχώδη στρώση.
    Η αμμώδης έρημος ή το εργκ.
  • Ο U. acanthinurus έχει καταγραφεί σε όλα τα τρία περιβάλλοντα, αλλά είναι πολύ κοινότερος στη χαμάντα και στο ρεγκ παρά στο εργκ, όπου είναι άτυπος κάτοικος. Στο πραγματικό σαχάριο εργκ, ο ουρομάστιγας αντικαθίσταται από το Varanus griseus, τον βαρανό της ερήμου. Στο καθένα απ’αυτά τα υποστρώματα ένα προτιμώμενο μικροενδιαίτημα περιλαμβάνει γκρεμούς στις άκρες ξηρών ποταμών, ή ουέντ, οι οποίοι δημιουργούνται μετά τις σπάνιες αλλ’έντονες βροχερές θύελλες που είναι τυπικές τέτοιων περιοχών. Τα λαγούμια σκάβονται συνήθως σε ξερές όχθες ποταμών στον απευθείας ήλιο, συχνά στη βάση ενός θάμνου. Ο θάμνος Ziziphus lotus προτιμάται ιδιαίτερα γι’αυτόν το σκοπό. Τα ανοίγματα των λαγουμιών είναι τυπικά περίπου 150 χιλιοστά σε πλάτος επί 75 ή 80 χιλιοστά σε ύψος, με ελαφρώς αψιδωτή οροφή. Κάθε θάμνος μπορεί να κρύβιε αρκετά ανοίγματα λαγουμιών? Παρατηρήσαμε έναν ουρομάστιγ ανα μπαίνει σ’ένα λαγούμι και να εμφανίζεται, λίγα λεπτά αργότερα, από διαφορετική έξοδο. Χρησιμοποιούνται επίσης φυσικά σπασίματα και σχισμές στους βράχους όπου το υπόστρωμα είναι αρκετά σκληρό για να επιτρέπει εύκολο σκάψιμο. Ο Uromastix acanthinurus τείνει να προτιμά απότομες βραχώδεις όψεις, απότομες πλαγιές ή γκρεμούς στα οποία σκάβει τα λαγούμια του σε ενδιαιτήματα τύπου χαμάντα, αν και σε περιβάλλοντα ρεγκ λαγούμια βρίσκονται σε ποικιλία καταστάσεων, από τις άκρες δρόμων έως σταθεροποιημένους αμμόλοφους.
    Οι Uromastix acanthinurus βρίσκονται σε περιοχές όπου υπάρχει αρκετά μεγάλη διαφορά μεταξύ των υψηλοτέρων και των χαμηλοτέρων θερμοκρασιών, από ένα απόλυτο ετήσιο χαμηλό των -7 βαθμών Κελσίου σ’ένα μέγιστο των 60 βαθμών Κελσίου. Οι ημερήσιες θερμοκρασίες επίσης ποικίλουν αρκετά, και μια ημερήσια διακύμανση 35 βαθμών Κελσίου δεν είναι ασυνήθιστη. Παρά αυτήν τη θερμοκρασιακή κύμανση, οι σαύρες συνήθως κατορθώνουν να διατηρούν το σώμα τους σ’ένα ελάχιστον των 20 βαθμών Κελσίου κάνοντας χρήση των εκτεταμένων λαγουμιών που σκάβουν. Αυτά τα λαγούμια, τα οποία μπορεί να’ναι τόσο όσο και 80 εκατοστά βαθιά, παρέχουν ένα σταθερό κι ασφαλές μικροκλίμα που μπορεί να διατηρήσει τα ζώα κατά τη διάρκεια περιόδων υπερβολικής ζέστης, κρύου ή ξηρασίας. Οι θερμοκρασίες στα λαγούμια είναι αρκετά σταθερές στους 20-25 βαθμούς Κελσίου και η γενική υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 50 με 90% ανάλογα με την εποχή του χρόνου, την τοποθεσία και το παρελθόν κατακρυμνήσεων. Η βροχή σ’αυτές τις περιοχές είναι, εντούτοις, μεγάλη σπανιότητα και περιορίζεται σε λίγους μήνες το χρόνο, τυπικά από το Σεπτέμβριο ως το Μάρτιο. Ακόμα και τότε, η ολική ετήσια βροχόπτωση είναι συνήθως κάτω από 135 χιλιοστά. Αμέσως μετά από ένα διάστημα βροχής η αδρανής βλάστηση εκρήγνυται στη ζωή και, για μια βραχεία περίοδο, παρέχει στην πανίδα της ερήμου μια μεγάλη πηγή θρέψης και υγροφόρου βλάστησης. Σ’αυτήν την εποχή του χρόνου, το σωματικό βάρος της ακανθόουρης σαύρας φτάνει στο ετήσιο μέγιστό του, και το tbw (ολικό σωματικό βάρος νερού) μπορεί ν’αποτελεί το 75% της σωματικής μάζας. Στα χρόνια ξηρασίας, εντούτοις, η τροφή θα είναι λιγοστή, κι αρκετά διαδοχικά χρόνια ξηρασίας (όπως έχει γίνει σχετικά συχνά σ’αυτήν την περιοχή) βλέπουν αύξηση στη θνησιμότητα και γενική κατάπτωση της σωματικής κατάστασης των επιζησάντων ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό.
    Στην περιοχή του Ουαρζαζάτε η οποία έχει υψόμετρο περίπου 1.100 μέτρα πάνω απ’το επίπεδο της θάλασσας, ο ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος οπότε ο ημερήσιος μέσος όρος της χαμηλότερης θερμοκρασίας είναι -1,5 βαθμοί Κελσίου. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες κατά τον ίδιο μήνα είναι συνήθως της τάξεως των 26 βαθμών Κελσίου (μέσος όρος 16,9 βαθμοί Κελσίου). Αυτό επιτρέπει κάποια δραστηριότητα των ουρομαστίγων να συνεχίσει, μολονότι σε πολύ ελαττωμένο επίπεδο σε σύγκριση μ’αυτό που βιώνεται στους καλοκαιρινούς μήνες οπότε η μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία υψώνεται πάνω απ’τους 40 βαθμούς Κελσίου. Η ηλιοφάνεια δεν είναι ελλείπον αγαθό εδώ, ακόμα και κατά τους χειμερινούς μήνες? Ο Δεκέμβριος βιώνει ένα μέσο όρο 220 ωρών, ενώ τον Ιούνιο, η μηνιαία ολική ηλιοφάνεια ανεβαίνει στις 348 ώρες. Ο συνολικός αριθμός των ωρών ηλιοφάνειας που βιώνεται στο Ουαρζαζάτε είναι τουλάχιστον 3.300 ώρες το χρόνο.

    Ημερήσιος κύκλος
    Οι ουρομάστιγες είναι αποκλειστικά ημερόβιοι στις συνήθειες και είναι ενθουσιώδεις λάτρεις του ήλιου, αφήνοντας συνήθως τα λαγούμια τους μόνο όταν η εξωτερική θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς Κελσίου. Σε σπάνιες κρύες ή συννεφιασμένες μέρες, συχνά δεν εμφανίζονται καν. Τον Απρίλιο, παρατήρησα μια αποικία να λιάζεται ενεργά στις 9:30 π.μ. οπότε οι θερμοκρασίες είχαν ήδη ανέβει πάνω από τους 24 βαθμούς Κελσίου. Το μέγιστο του λιασήματος έγινε μεταξύ των ωρών 11 π.μ. και 1:00 μ.μ. οπότε οι θερμοκρασίες ανέβηκαν στους 28 βαθμούς Κελσίου. Ως τις 4:30 μ.μ. λίγα άτομα ήταν ακόμα έξω και γύρω στην άμεση περιοχή των λαγουμιών τους αν και η μέρα είχε γίνει ασυνήθιστα για την εποχή συννεφιασμένη και οι θερμοκρασίες ήταν αποφασιστικά κρύες περίπου στους 18 βαθμούς Κελσίου, μ’ένα ελαφρύ αεράκι.
    Εάν ενοχληθεί κατά το λιάσιμο, η σαύρα θα αποχωρήσει με μεγάλη ταχύτητα στο κοντινό της λαγούμι. Μπορεί να μην εμφανιστεί ξανά για αρκετές ώρες. Η σύλληψη των ουρομαστίγων για μελέτη δεν είναι εύκολη, και η εξαγωγή τους απ’τα λαγούμια είναι ιδιαίτερα δύσκολη αφού πιάνουν τις πλευρές τους ισχυρά με τα δυνατά τους νύχια, κι επίσης χρησιμοποιούν την αγκαθωτή ουρά τους σε μεγάλο βαθμό. Στην περίπτωση ενός βαθέος λαγουμιού, εξαφανίζονται εντελώς και είναι αδύνατο να εξαχθούν χωρίς να προκληθεί μη αποδεκτό επίπεδο βλάβης στο ενδιαίτημά τους. Τα νεαρά άτομα, εντούτοις, είναι πολύ ευκολότερα και στον εντοπισμό τους και στο χειρισμό τους. Αντί να χρησιμοποιούν βαθιά λαγούμια, τα νεαρά άτομα ζουν κάτω από πέτρες ή σε ρηχά σκάμματα. Όταν εκπλαγούν ‘παγώνουν’ γι’αρκετά δευτερόλεπτα, μετά ψάχνουν, με αρκετό δισταγμό, για μια κοντινή κρυψώνα.

    Διατροφή
    Αν και κυρίως φυτοφάγος, ο Uromastix acanthinurus καταναλώνει επίσης μεγάλη ποικιλία εντόμων, ιδίως τενεβριονοειδή (σκαθάρια) και υμενόπτερα (μυρμήγκια). Τα νεαρά άτομα είναι πολύ περισσότερο εντομοφάγα από τα ενήλικα. Μεταξύ των φυτών που τρώγονται συχνά, η οικογένεια chenopodiaceae (οικογένεια του χηνοποδίου και του σπανακιού) είναι αρκετά εξέχουσα. Το αλατοανθεκτικό γένος Atriplex καταναλώνεται επίσης τακτικά. Οι ουρομάστιγες διαθέτουν έναν ειδικό απεκτιτικο αδένα στα ρουθούνια τους ο οποίος παρέχει ένα μέσω απόρριψης των αλάτων με απόλυτα ελάχιστη σπατάλη νερού – ένα πλεονέκτημα κρίσιμης σημασία σ’ένα ερημικό περιβάλλον. Αυτός ο αδένας είναι πιο αποτελεσματικός στην απόρριψη του καλίου παρά του νατρίου. Η συντριπτική πλειονότητα των δυνητικών τροφικών φυτών τα οποία φύονται σε περιβάλλοντα ουρομαστίγων είναι ακανθώδη, ανθεκτικά στην ξηρασία, και πολύ ινώδη. Για μόλις λίγους μήνες κάθε χρόνο, μετά τη βροχή, εμφανίζεται μια ευρεία ποικιλία εφήμερων φυτών που καταναλώνεται ενθουσιωδώς. Εάν οι βροχές δεν έρθουν, όπως συμβαίνει συχνά, η εφήμερη βλάστηση είναι ανύπαρκτη.

    Πληθυσμοί κι αναπαραγωγική συμπεριφορά
    Οι ουρομάστιγες ζουν συνήθως ως ομάδες αρκετών ατόμων, καταλαμβάνοντας τυπικά αρκετά εκτεταμένες περιοχές. Συνήθεις πληθυσμοί κυμαίνονται από 10 έως όσο κι 100 ζώα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, το καθένα με μια βασική έκταση 1 με 5 εκταρίων. Η εδαφοκτητική συμπεριφορά είναι έντονη, και από αρσενικά και από θηλυκά, τα τελευταία των οποίων μπορούν να γίνουν αρκετά επιθετικά και προς αρσενικα και προς άλλα θηλυκά κατά την εποχή της αναπαραγωγής. Η γενετήσια ωριμότητα επέρχεται σε περίπου 4 χρόνια, στο οποίο σημείο τα αρσενικά ξεκινούν να σημαίνουν την περιοχή τους μέσω εκρίσεων των μηριαίων και των πρωκτικών τους αδένων. Το ζευγάρωμα έπεται μιας επίδειξης στην οποία το αρσενικο κουνά το κεφάλι του οριζοντίως. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει με μια σειρά «κάμψεων» στη θέα του θηλυκού (παρόμοια συμπεριφορά έχει σημειωθεί κατά το λιάσιμο, κι όταν μια σαύρα καταλαβαίνει ότι παρατηρείται). Έπειτα πιάνει το θηλυκό από το λαιμό ή την πλευρά και την κρατά σταθερά κατά το ζευγάρωμα. Στο Μαρόκο, τα αβγά συνήθως γεννιούνται τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο. Αυτά έχουν ένα περγαμινοειδές κέλυφος και μια τυπική γέννα περιέχει 10-12 αβγά, αλλά τόσα όσα και 15 μπορούν να γεννηθούν από μεγάλα θηλυκά. Τα ίδια τα αβγά έχουν περίπου 35 χιλιοστά μήκος και 20 χιλιοστά διάμετρο.

    Απειλές και διατήρηση
    Υπάρχει αρκετά εκτεταμένο εμπόριο στους ουρομάστιγες ως αναμνηστικά αντικείμενα. Μεγάλοι αριθμοί επίσης πωλούνται ζωντανοί στα παζάρια (παραδοσιακές τοπικές αγορές) στο νότο, και προσφέρονται συχνά προς πώληση στην άκρη του δρόμου από παιδιά, ιδίως κατά μήκος των δρόμων μεταξύ του Ουαρζαζάτε και του Ζαγκόρα και των δρόμων μεταξύ του Ουαρζαζάτε και του Ιρ Ραχίντια. Πολλές πωλούνται στους τουρίστες σε τιμές μεταξύ 15 και 40 ντιρχάμ (περίπου $1,75 έως $4,70). Σε κάποιες περιοχές στα νοτιοανατολικά, αυτή η σαύρα χρησιμοποιείται επίσης εκτεταμένα από θεραπευτές κι ορισμένες φυλές χρησιμοποιούν το δέρμα της ως μπιμπερό για βρέφη. Η ακανθόουρη σαύρα χρησιμοποιείται επίσης στην παραδοσιακή ιατρική και συχνά συναντάται να στολίζει τα παραπήγματα της αγοράς των βοτανοθεραπευτών. Το καλοκαίρι μεγάλος αριθμός βρίσκεται νεκρός στους δρόμους που συνδέουν το Αμερζαγκάνε με το Ταζνάχτ. Προσελκούμενες στην πλακόστρωτη επιφάνεια του δρόμου προς αναζήτηση ενός ιδανικού σημείου λιασήματος, χτυπώνται συχνά από διερχόμενα αυτοκίνητα.

    Τα ενδιαιτήματα του U. Acanthinurus, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν απειλούνται άμεσα στο προσεχές μέλλον αφού κυρίως αποτελούν έρημο μη εμπορικής αξίας, μακριά από ανθρώπινες κατοικημένες περιοχές, και τα οποία είναι μόνο περιορισμένης χρήσης για βόσκηση. Η συλλογή παραμένει η μείζων απειλή στους πληθυσμούς των ουρομαστίγων, και είναι σημαντικό αυτή η δραστηριότητα να παρακολουθείται προσεκτικά και να παίρνονται βήματα για τον έλεγχο της μη βιώσιμης εκμετάλλευσης αυτού που είναι αναμφίβολα ένα από τα πλέον εκπληκτικά ερπετά του Μαρόκου.

    Αναφορές
    • Bons, J. 1959. Les Lacertiliens du sud-ouest Marocain. Trav. Inst. Sci. Cherifien, Ser. Zool. (18):1-130.
    • Vernet, R., Lemire, M., Grenot, C. J., and Francaz, J. 1988. Ecophysical comparisons between two large Saharan lizards, Uromastix acanthinurus (Agamidae) and Varanus griseus (Varanidae). Journal of Arid Environments (14):187-200.
    • Grenot, C. 1976. Observations physio-ecologiques sur la regulation thermique chez le lezard saharien Uromastix acanthinurus Bell. Bull. Soc. Zool. France, 106(1):49-55
    • Grenot, C. and Loirat, F. 1973. L’Activite et le comportment thermoregulateur du lezard saharien Uromastix acanthinurus Bell. Terre & Vie:435-455.

    Συμπληρώνω και με μερικές σημειώσεις:
    1. Πολλά απ’τα γένη φυτών που αναφέρονται είναι αρκετά γνωστά κι απαντώνται και στη χώρα μας, για παράδειγμα το γένος Thymus είναι τα θυμάρια (το κοινότερος ειδος το γνωστό θυμάρι Thymus vulgaris), το γένος Artemisia οι αψιθιές (το κοινότερο είδος Artemisia absinthium), το γένος Genista είναι οι σκούπες (θαμνώδη σχεδόν άφυλλα ψυχανθή φυτά με κίτρινα άνθη και φασολοειδείς καρπούς), ενώ το γένος Chenopodium είναι παγκόσμιας εξάπλωσης και περιλαμβάνει πολλά αγριόχορτα/ Το σπανάκι έχει μετακινηθεί από την οικογένεια chenopodiaceae στους συγγενικούς αμαραντίδες με τα βλίτα (amaranthaceae).
    2. Οι κοινότερες ουρομάστιγες σαύρες στην αιχμαλωσία είναι εκτός απ’την παραπάνω: Uromastix maliensis, ο ουρομάστιξ του Μάλι, το κοινότερο είδος, U. aegyptia ο αιγυπτιακός, που φτάνει και τα 90 εκατοστά, και U. ornata (πρώην ocellata), το πιο στολισμένο είδος της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.
    3. Για να καταλάβετε το μεγαλύτερο τραγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πέφτει ως θύμα και ο ακανθόουρος ουρομάστιγας, διαβάστε ένα παλαιότερο άρθρο μου για
    την παράδοση, το μύθο και την εκμετάλλευση των ερπετών στο Μαρόκο και στην Τυνησία
    από μετάφραση άρθρου της ίδιας σελίδας και του ίδιου συγγραφέα.
    4. Ο ίδιος αδένας απέκκρισης αλάτων συναντάται και στις πράσινες ιγκουάνες (Iguana iguana), οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την έρημο. Προφανώς διατηρήθηκε από προγονικά, πιο ξηρόβια είδη.
    5. Το γένος γράφεται και Uromastix και Uromastyx, το ορθογραφικά σωστό ωστόσο είναι το πρώτο, μιας και το μαστίγιο δε γράφεται με υ.
    6. Λίγο παράξενο ένας χαμαιλέοντας να περνά το δρόμο, αυτοί είναι κυρίως ακίνητα ερπε΄τά που ζουν γαντζωμένα πάνω σε δέντρα περιμένοντας την τροφή τους. Ίσως όμως το μεσογειακό είδος (Chamaeleo chamaeleon) να συμπεριφέρεται αλιώς λόγω ίσως μμικρότερης διαθεσιμότητας τροφής. Ακόμα όμως κι αν πέρασε το δρόμο, η απόσταση που θα διένυε ίσως ήταν μικρή, π.χ. 5 μέτρα, μιας κι ο συγγραφέας μας λέει για μονοπάτι παρά για κανονικό δρόμο, αλλά δυστυχώς δε μας δίνει αποστάσεις μεταξύ του πιθανού τροφοληπτικού περιβάλλοντος και της κύριας κατοικίας του ερπετού.

    Κάθε χρόνο, εκατομμύρια ζώων βρίσκουν το θάνατο στους αυτοκινητόδρομους της χώρας μας και του υπόλοιπου ανεπτυγμένου κόσμου. Το φαινόμενο αυτό ξεκίνησε από τότε που άρχισαν να διαδίδονται τα αυτοκίνητα στις αρχές του περασμένου αιώνα, κι έκτοτε παρουσιάζει συνεχή αύξηση. Αποτελεί επομένως μια σχετικά πρόσφατη πηγή καθαρά ανθρωπογενούς θνησιμότητας για τα ζώα, η οποία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το φυσικό ιοικοσύστημα. Παρόλα αυτά, τα μέτρα περιορισμού του φαινομένου που έχουν παρθεί είναι συχνά ανεπαρκή, ακόμα και στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες.

    Όλοι μας θά’χουμε δει ζώο πατημένο στο δρόμο πάνω από μια φορά και θα τό’χουμε αποδώσει σε τυχαίο γεγονός. Δεν είναι όμως τυχαίο γεγονός? αντίθετα είναι κανονικό φαινόμενο με μεγαλύτερα ποσοστά σε συγκεκριμένα είδη παρά σ’άλλα. Οι περισσότερες συγκρούσεις με ζώα είναι ατυχήματα χωρίς δηλαδή πρόθεση, ιδίως αν τα ζώα είναι μικρά ή νυκτόβια ώστε να μη γίνονται εύκολα αντιληπτά, ή σπανιότερα σε περιπτώσεις όπου ο οδηγός κινδυνεύει και δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει την πορεία του. Σ’άλλεςπάντως περιπτώσεςι οδηγοί πατούν τα ζώα από αμέλεια ή κι επίτηδες. Δεν είναι όμως μόνο περιβαλλοντικό θέμα η αποφυγή τω συγκρούσεων με ζώα? τα μεγάλα ζώα μπορεί να προξενήσουν βλάβη στο αυτοκίνητο ή να απειλήσουν την ασφάλεια ακόμα και τη ζωή των επιβαινόντων. Στην Ελλάδα τέτοιες συγκρούσεις είναι σπάνιες γιατί άραγε; Γιατί έχουμε σχεδόν εξαφανίσει τα μεγάλα ζώα! Σε χώρες όμως μεγαλύτερης έκτασης όπως η Αμερική, όπου οι άνθρωποι παρόλες τις «προσπάθειές» τους δεν έχουν επιτελέσει σωστά το θεάρεστο έργο τους, τέτοιες συγκρούσεις γίνονται. Γι’αυτο κι ο θάνατος μιας αρκούδας στο δρόμο είναι τόσο σημαντικό γεγονός.

    Εδώ αξίζει μια παρένθεση για τις αρκούδες. Είναι σ’όλους μας γνωστό ότι η καφέ αρκούδα «Ursus arctos» απειλείται σοβαρά με εξαφάνιση στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, όπου κάποτε είχε μεγάλη εξάπλωση σ’όλη την ηπειρωτική χώρα και την Πελοπόννησο, τώρα έχει περιοριστεί στη βόρεια Πίνδο και στη Ροδόπη με πληθυσμό μόλις 150 ατόμων, και πάλι απ’τους υψηλότερους στην Ευρώπη, μιας και σ’άλλες χώρες ο πληθυσμός της είναι αρκετά μικρότερος, π.χ. στη Γαλλία 50, και στην Ιταλία και την Ισπανία μόνο 10. Η ανάκαμψη των πληθυσμών είναι δύσκολη, δεδομένου του βραδέος αναπαραγωγικού ρυθμού του είδους (το θηλυκό γεννά 1-2, σπάνια 3 μικρά κάθε 3 χρόνια, τα οποία φτάνουν σε γεννητική ωριμότητα στα 4-5 χρόνια), και της μεγάλης θνησιμότητας των μικρών (περίπου 50% στον πρώτο χρόνο μόνο από φυσικά αίτια). Πέρα από τις ηθελημένες δολοφονίες για δήθεν καταστροφές σε παραγωγές και για την ασφάλεια των ανθρώπων (η αρκούδα θα επιτεθεί μόνο εάν απειληθεί σοβαρά, κι επίσης το 80% της διατροφής της βασίζεται σε φυτικές πηγές, ενώ δεν πειράζει με΄γάλα ζώα), έχουμε κια τους θανάτους από αυτοκίνητα. Ενδεικτικά αναφέρω τις φετινές περιπτώσεις,
    τρεις νεκρές σε δρόμους της Δυτικής Μακεδονίας τον Απρίλιο,
    μία τραυματισμένη χτυπημένη από δύο αυτοκίνητα τον Ιούνιο
    και
    δύο νεκρά δίδυμα στην Καστοριά τον Ιούλιο,
    ενώ
    το 2009 έκλεισε με 10 νεκρές στους δρόμους.
    Οι περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνουν σε δρόμους της Δυτικής Μακεδονίας, με τα πλέον επικίνδυνα μέρη σε μερικά τμήματα της Αιγνατίας Οδού και στην κάθετο Σιάτιστας-Κρυσταλλοπηγής, παραδοσιακά περάσματα των αρκούδων. Οι συγκρούσεις με αρκούδες είναι αποτέλεσμα ατυχημάτων το βράδυ οπότε η ορατότητα είναι χαμηλή, κι ως τώρα δεν έχει σημειωθεί ανθρώπινο θύμα, ή θά’πρεπε να υπάρξει μήπως και το κράτος δράσει γρηγορότερα; Γιατί ήδη από το 2008 είχε προταθεί από την περιβαλλοντική οργάνωση Καλλιστώ να περιφραχθούν με υπερυψηλούς ενισχυμένους φράκτες τα επικίνδυνα μέρη της Μακεδονίας για την προστασία των ζώων, ωστόσο η υλοποίηση του προγράμματος
    άρχισε μόλις φέτος την άνοιξη,
    έπειτα από συνεχή υπομνήματα περιβαλλοντικών οργανώσεων κι ανεπαρκείς περιφράξεις. Τελικά είμαστε ένα υπανάπτυκτο πρώην οθωμανικό κράτος που απέχει απ’την Ευρώπη πολύ περισσότερο απ’ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε, ιδιαίτερα στον τομέα του περιβάλλοντος.
    Σε άλλες χώρες με μεγάλα ζώα, τα μέτρα είναι πολύ αποτελεσματικότερα. Για παράδειγμα περιφράσσονται οι δρόμοι ή δημιουργούνται διαβάσεις ζώων, υπόγειες σύρραγγες περιφραγμένες από πάνω ώστε τα ζώα ν’αναγκάζονται να περνούν από εκεί, κοινές σε ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, σωτήριες για μικρά και μεγάλα ζώα που περνούν απέναντι. Στην Ελλάδα τέτοιες υποδομές είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

    Ποσοτικά και ποιοτικά εντούτοις τα μικρά ζώα είναι πολύ περισσότερα, για τα οποία όμως οι προσπάθειες προστασίας τους από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις είναι περιορισμένες κι αποσπασματικές. Ακόμα κι αν πολλά απ’αυτά τα είδη δεν απειλούνται άμεσα, η θνησιμότητα στους δρόμους αποτελεί μια επιπλέον πίεση που μπορεί μακροπρόθεσμα να συμβάλει στη μείωση των πληθυσμών τους. Έτσι θα δούμε στο δρόμο πατημένους ασβούς, νυφίτσες, αλεπούδες, σκαντζόχοιρους, σκίρουρους, ποντίκια, αρουραίους, βατράχους, φρύνους, σαύρες, σαλαμάνδρες, φίδια, χελώνες, περιστέρια, σπουργίτια, κουκουβάγιες κι άλλα νυχτοπούλια, κότες, γάτες, σκυλιά κι έντομα ισάριθμα με τα σπονδυλωτά θύματα. Ορισμένα ζώα είναι πιθανότερο να χτυπηθούν από αυτοκίνητο αντί άλλα σύμφωνα με μετρήσεις, το οποίο επιβεβαιώνει και η εμπειρία μου στους δρόμους των Πύργων της Κοζάνης και λιγότερο της υπόλοιπης Ελλάδας. Αριθμητικά περισσότερα ζώα που έχω συναντήσει είναι οι φρύνοι, οι οποίοι επειδή είναι νυκτόβιοι και μικροί μάλλον δε γίνονται αντιληπτοί και σκοτώνονται. Τα ερπετά είναι σπανιότερα, με πιο σπάνιες τις σαύρες, οι οποίες τρέχουν μακριά έτσι κι αλιώς με την παραμικρή απειλλή, λιγότερο τις χελώνες, τις οποίες θέλω να πιστεύω ότι τις βλέπουν οι οδηγοί και τις παρακάμπτουν ή τις περνούν απέναντι, και λίγο συχνότερα τα φίδια, που ίσως μερικά πατιούνται επίτηδες. Τα νυκτόβια θηλαστικά είναι επίσης λίγο περισσότερα όπως οι νυφίτσες και οι σκαντζόχοιροι σχετικά μ’άλλα ζώα, μιας και είναι μικρά και σκουρόχρωμα και μέσα στο βράδυ δε φαίνονται. Οι σκαντζόχοιροι έχουν εντελώς αναποτελεσματική άμυνα, αφού συχνά αντί να τρέξουν γίνονται μπαλίτσες, σαν να επρόκειτο για κάποιον συνηθισμένο εχθρό. Πουλιά θυμάμαι μόνο τρεις φορές, τις δύο μικρά άγρια και τη μία μια κότα. Από κατοικίδια οι σκύλοι είναι σπάνιοι, διότι μάλλον φαίνονται από μακριά, ή κι ακόμα κι αν ο οδηγός δεν είναι ευσυνείδητος, τα μεγάλα σκυλιά μπορεί να προξενήσουν βλάβη στο αυτοκίνητο. Δυστυχώς όμως οι γάτες σκοτώνονται αρκετά συχνά. Θυμάμαι χρονιά που βρήκα τέσσερις πατημένες στους Πύργους, ενώ έχω βρει ακόμα και στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου μένω. Ξέρω όμως ότι γενικά οι γάτες αποφεύγουν γρήγορα τους εχθρούς, γι’αυτό έψαξα να βρω γιατί σκοτώνονται τόσες πολλές. Ίσως λοιπόν το στενό τους οπτικό πεδίο ή η τάση τους να πετάγονται μπροστά την τελευταία στιγμή να τις προδιαθέτουν περισσότερο σε ατύχημα στο δρόμο, δεν αποκλείω ωστόσο ένα μικρό ποσοστό οδηγών ου της σκοτώνει από αμέλεια ή κι επίτηδες. Παρόλη τη μικρή συμβολή των περιβαλλοντικών οργανώσεων για τα μικρά ζώα, μπορείτε όλοι σας να βοηθήσετε απλώς προσέχοντας λίγο παραπάνω στο δρόμο, ιδίως το βράδυ, και περνώντας τα βραδυκίνητα ζώα απέναντι πάντοτε προς την κατεύθυνση που κοίταζαν. Όπως είπα η αντιμετώπιση του προβλήματος από επίσημους φορείς είναι αποσπασματική. Στην Αγγλία για παράδειγμα εθελοντές περιβαλλοντικών οργανώσεων περιπολούν το βράδυ για φρύνους τους οποίους περνούν απέναντι.

    Όταν ένα ζώο χτυπηθεί, είτε πεθαίνει ακαριαία είτε λίγο αργότερα από σοβαρούς τραυματισμούς. Σπάνια μπορεί να σωθεί ακόμα κι αν γίνεται, δεδομένης της αποσπασματικής και μη έγκαιρης παρέμβασης. Ωστόσο κάποιες φορές τα αυγά μπορούν να σωθούν και να εκκολαφθούν σε νεοσούς.
    Εδώ (μέρος 1)
    μέρος 2
    μέρος 3
    η περίπτωση ενός Αμερικανού από τη Φλόριντα ο οποίος μάζευε τα αυγά πατημένων νεροχελώνων, τα επώαζε κι απελευθέρωνε τους νεοσούς στον υγρότοπο προέλευσης της μητέρας τους. Αρχικά η εφαρμογή του σχεδίου ήταν δύσκολη, διότι χρειαζόταν η έκδοση άδειας για τη συλλογή πατημένων ζώων (γι’αυτό αργότερα), αλλά μόλις την έβγαλε άρχισε τη δουλειά. Μπορούσε να σώζει μόνο τα μεγάλα είδη, μιας και οι μικρότερες χελώνες γίνονταν χαλκομανίες ολόκληρες. Επίσης παρατήρησε πως μονο τα αυγά από πρόσφατα πατημένες χελώνες ήταν βιώσιμα.

    Λέγοντας για χαλκομανίες τώρα, έχω να κάνω τις παρατηρήσεις μου πάνω στην τύχη των πατημένων ζώων. Συχνά κάποιος λοιιπόν τα πετάει στην άκρη του δρόμου ή στα σκουπίδια. Άλλες φορές ωστόσο, ιδίως σε δρόμους χαμηλής κυκλοφορίας ή στην περίπτωση μικρών ζώων, τα ζώα μένουν εκεί που είναι, όπου πατιούνται περαιτέρω. Μικρά ζώα όπως φρύνοι και φιδάκια τελικά αποξηραίνονται και γίνονται πλήρεις χαλκομανίες με μορφή φύλλου πίτας στο σχήμα του ζώου. Άλλα μεγαλύτερα ζώα, όπως μια νυφίτσα και μια γάτα που θυμάμαι, αρχικά αποσυντίθενται με αρκετές μύγες, αργότερα όμως κι αυτά ξεραίνονται ώσπου μένουν μόνο τα οστά, το δέρμα με τις τρίχες και λίγο ξεραμένο κρέας κολλημένο στο δρόμο. Ζώα ή κι άνθρωποι μπορεί να προστρέξουν στο πτώμα για να το φάνε.

    Αν κι ένα πατημένο ζώο δε μας παραπέμπει αμέσως σε φαγώσιμο κρέας, το κρέας του μπορεί να φαγωθεί υπό κάποιες προϋποθέσεις. Στην Ελλάδα δεν ξέρω αν γίνεται αυτό, πάντως σε βορειοευρωπαϊκές χώρες με μεγάλα ζώα, στην Αυστραλία όπου πατιούνται καγκουρώ, και πολύ περισσότερο στην Αμερική, όπου ενάμισι εκατομμύριο ελαφιών σκοτώνεται κάθε χρόνο στους δρόμους, οι άνθρωποι που το κάνουν αυτο είναι περισσότεροι, άλλοι από παράδοση κι άλλοι από πεποίθηση. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι το κρέας ζώων πατημένων στο δρόμο είναι θρεπτικό με πολλή πρωτεΐνη και λίγο σχετικά κορεσμένο λίπος (όπως τα περισσότερα άγρια ζώα), υγιεινό, χωρίς φάρμακα, αντιβιωτικά κι ορμόνες, και φυσικά δωρεάν. Θεωρητικά όλα τα είδη μπορούν να φαγωθούν, από ελάφια έως αρκούδες έως αλεπούδες, σκίουρους και ρακούν, ενώ λίγοι τρώνε ακόμα και σκυλιά και γάτες. Οι καταναλωτές τέτοιου κρέατος βασίζονται σε σημάδια του ζώου για να κρίνουν αν είναι κατάλληλο για φάγωμα. Κατάλληλο είναι σίγουρα το ζώο που χτυπήθηκε μόλις πριν λίγο ή αυτό που είναι ακόμα ζεστό. Αργότερα χρησιμοποιούνται άλλες ενδείξεις, π.χ. αν το ζώο έχει ακόμα πάνω του ψύλλους κι άλλα εκτοπαράσιτα ή δε φαίνεται σάπιο είναι καλό. Η ύπαρξη μυγών δε δείχνει απαραίτητα ότι το κρέας δεν είναι καλό, μιας κι αυτές αρχίζουν να προσέρχονται σύντομα μετά το θάνατο. Τα αποσυντεθημένα ή τα φανερά άρρωστα ζώα αποφεύγονται πάντοτε, αλλ’ακόμα και το κρέας των κατάλληλων για επιπλέον ασφάλεια μαγειρεύεται για περισσότερη ώρα απ’ό,τι το κανονικό. Στην Αμερικη έχει δημιουργηθεί
    μια ξεχωριστή κουζίνα
    για το συγκεκριμένο κρέας, με σχετικά βιβλία μαγειρικής και φεστιβάλ κατανάλωσης πατημένω ζώων απ’το δρόμο. Παρόλα αυτά, το ποσοστό των ανθρώπων που καταναλώνουν τέτοιο κρέας ακόμα και στην Αμερική είναι μικρό.

    Παρά την αυστηρή επιλογή των ζώων για κατανάλωση, εγώ δύσκολα θα έτρωγα τέτοιο κρέας. Δε θα μπορούσε το ζώο να είχε μια ασθένεια η οποία να το έκανε επιρρεπέστερο να χτυπηθεί από αυτοκίνητο, όπως κάτι νευρολογικό; Ή κάποια ασθένεια που ο οδηγός ούτε καν πρόσεξε και δε φαίνεται στο νεκρό ζώο; Παρακάτω θα κάνω μια ενδεικτική αναφορά για μερικές τέτοιες ασθένειες.
    Τριχίνωση ή τριχινέλωση: Προκαλείται από τον παρασιτικό σκώληκα Trichinella spiralis και σπανιότερα από συγγενικά του είδη. Βρίσκεται στο χοιρινό, στο κρέας της αρκούδας, του ασβού και λοιπών παμφάγων και σαρκοφάγων. Με το μαγείρεμα καταστρέφεται – έρτσι κι αλλιώς αυτά τα κρέατα μαγειρεύονται περισσότερη ώρα για να σκοτωθούν όλα τα παρασιτικά σκουλήκια.
    Τουλαραιμία: Ενδημεί στην Αμερική και σε λίγα μέρη της Ευρασίας (όχι στην Ελλάδα). Είναι λοίμωξη προκαλούμενη από το βακτήριο Francisella tularensis που προσβάλλει τα άγρια τρωκτικά και τα λαγόμορφα. Συνήθως τα ζώα βρίσκονται σε κατάπτωση κι ίσως μρικά πεθάνουν. Στον άνθρωπο ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη. Δεν υπάρχει κίνδυνος για τα κουνέλια μας, μιας και δεν έχει εντοπιστεί ποτέ σε οικόσιτα ζώα.
    Πανώλη: Σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη με το είδος Yersinia pestis. Αν και οι επιδημίες της έχουν εξαλειφθεί, σημειώνονται ακόμα σποραδικάκρούσματα στην Αμερική, στη Ρωσία κι αλλού. Στην Ελλάδα πιθανόν δεν υπάρχει. Την φέρουν οι αρουραίοι και συγγενικά τρωκτικά, και μπορεί κάποιος να προσβληθεί κατά την ετοιμασία τους για φαγητό.
    Λύσσα: Ιογενής νευρολογική πάθηση που προσβάλλει όλα τα θηλαστικά, κυρίως όμως τα σαρκοφάγα και τις νυχτερίδες, σπανιότερα τα φυτοφάγα και πρακτικά ποτέ τα μικρότερα είδη. Στην Ελλάδα καθώς και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει εξαλειφθεί από τα χερσαία ζώα, στην Αμερική ωστόσο σημειώνονται αρκετά κρούσματα σε άγρια ζώα. Συνήθως το άρρωστο ζώο φαίνεται και οι κυνηγοί δεν το τρώνε. Ο άνθρωπος μπορεί να εμβολιαστεί μετά την έκθεση για την πρόληψη των συμπτωμάτων, τα οποία οδηγούν συνήθως στο θάνατο. Ο ιός καταστρέφεται με το μαγείρεμα, αν και κανείς μπορει να εκτεθει κατά την ετοιμασία του ζώου.
    Χρόνια εξασθενητική νόσος: Η πλέον τρομακτική κι επικίνδυνη απ’όλες τις παραπάνω. Ενδημεί στα ελάφια και τους άλκες της Βορειου Αμερικής, όπου πρώτα σημειώθηκε σε αιχμάλωτους πληθυσμούς το 1968 κι έκτοτε εξαπλώθηκε με επιδημικές διαστάσεις στη φύση. Κάθε χρόνο όλο και περισσότερα κρούσματα σημειώνονται σε όλο και μακρινότερες πολιτείες από το επίκεντρο Κολοράντο-Ουισκόνσιν. Ο περιορισμος της είναι ως τώρα αδύνατος, πρακτικά δηλαδή δε μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τη σταματήσουμε. Είναι μια μεταδόσιμη σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια
    (μσε),
    συγγενική με την τρομώδη νόσο των αιγοπροβάτων, τη νόσο των τρελών αγελάδων και τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ των ανθρώπων. Προκαλείται από την πρωτεΐνη πριόν, μια ανθεκτικότατη μορφή της φυσιολογικής ομώνυμης πρωτεΐνης η οποία μετατρέπει της φυσιολογικές στο παθολογικό της σχήμα, καταστρέφοντας το νευρικό σύστημα. Δεν καταστρέφεται με τις συνήθεις μεθόδους αποστείρωσης, ούτε φυσικά με το μαγείρεμα. Η πρωτεΐνη αυτή δε μεταδίδεται μόνο κατά την περίοδο των συμπτωμάτων, αλλά και κατά την περίοδο επώασης, η οποία μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Πειράματα έως τώρα έχουν δείξει ότι μεταδίδεται πολύ αναποτελεσματικά στον άνθρωπο, ωστόσο πάλι θα πρέπει νκάποιος να προσέχει, μιας και οι μσε είναι 100% θανατηφόρες. Ορισμένα κρούσματα Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ σε κυνηγούς στην Αμερική σε ηλικία μικρότερη απ’το σύνηθες ίσως υποδηλώνουν μόλυνση, αλλ’αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα.

    Στις περισσότερες χώρες η συλλογή πατημένων ζώων δεν ρυθμίζεται από κάποια νομοθεσία, εκτός από τη Βόρεια Αμερική. Στον Καναδά δεν υπάρχει περιορισμός, το κρέας αυτό δωρίζεται σε φιλανθρωπικές οργανώσεις. Η κατάσταση είναι διαφορετική ωστόσο στις ΗΠΑ, γνωστή άλλωστε για τη συχνά περίεργη νομοθεσία της, όπου ο νόμος διαφέρει ανά πολιτεία. Στην Αλάσκα για παράδειγμα τα νεκρά ζώα στο δρόμο θεωρούνται περιουσία της πολιτείας κι όποιος εντοπίσει ένα θα πρέπει να καλέσει τους αρμόδιους, οι οποίοι θα το δώσουν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Στο Ιλινόι οποιοσδήποτε μπορεί να πάρει ένα σκοτωμένο ζώο, με την προτεραιότητα στον οδηγό που το χτύπησε, αρκεί να είναι κάτοικος της πολιτείας, να είναι συνεπής στην πληρωμή διατροφής για τα παιδιά αν είναι χωρισμένος (γιατί αυτό;) και να μην έχει παραβεί κυνηγετικούς νόμους σε οποιαδήποτε πολιτεία. Στο Νιου Τζέρσεϊ χρειάζεται άδεια για τη συλλογή πατημένων ζώων. Στο Τέξας η συλλογή πατημένων ζώων ίσως θεωρηθεί παράνομη σύμφωνα με το νόμο περί απαγόρευσης του κυνηγιού απ’το δρόμο. Στη Δυτική Βιργινία, στη Γεωργία, στο Τενεσί κι αλλού η συλλογή πατημένων ζώων δεν τίθεται υπό κάποιον περιορισμό, ενώ αλλού όπως στο Ουισκόνσιν είναι πράξη παράνομη (μήπως για την πρόληψη της μετάδοσης της χρόνιας εξασθενητικής νόσου;). Πολύ παράξενη αυτή η Αμερική τελικά.

    Οι Αμερικάνοι όμως κάνουν κι άλλα πράγματα μ’αυτά τα ζώα εκτός του να τα τρώνε. Κατ’αρχήν αποτελούν θέμα έργων τέχνης, όπως αυτών που κάνουν ορισμένοι ταριχευτές – ταριχεύουν ζώα με τη μορφή πατημένου, ενώ καλλιτέχνες όπως ο Αμερικανός Steven Paternite τα χρησιμοποιούν συχνά ως θέματα ζωγραφικής. Η διεθνής καλλιτέχνης Claudia Terstappen φωτογραφίζει πατημένα ζώα και τα τυπώνει να επιπλέουν σε ουδέτερο κενό. Επίσης αποτελούν στόχο σεξουαλικών ανώμαλων, οι οποίοι έχουν συλληφθεί να συνουσιάζονται μαζί τους, π.χ.
    αυτή η αμερικανική περίπτωση.
    Ο καθένας δηλαδή μπορεί να κάνει ΄΄ο,τι ανωμαλία θέλει μ’αυτά.

    Προσέχετε λοιπόν τι περνάει στο δρόμο ώστε να το απποφύγεται αν γίνεται. Θα κάνετε ακόμα περισσότερο καλό αν περνάτε τη χελωνίτσα, το βατραχάκι ή το σκαντζόχοιρο που έχει γίνει μπαλίτσα απέναντι γρήγορα όποτε γίνεται. Αρχίζετε να παρατηρείται τα πατημένα ζώα και μετράτε τα κάθε χρόνο για να βγάζετε συμπεράσματα για τον αριθμό και το ποσοστό κάθε είδους σε μια περιοχή. Ευχαρίστως δέχομαι σχόλια για τα ευρήματά σας.

    Νεκρή Caretta Caretta αποσυντίθεται στην παραλία Μονολιθίου Πρέβεζας, από Patras Times.

    Τραγική η κατάσταση στις ελληνικές θάλασσες με περίπου 38 ευρέσεις νεκρών θαλασσίων χελωνών μόλις στο διάστημα Απριλίου-Ιουλίου. Οι χελώνες, του είδους Caretta caretta, βρέθηκαν διασκορπισμένες στην Ελλάδα, το πρόβλημα δηλαδή είναι γενικό και δεν περιορίζεται μόνο σ’έναν τόπο. Το αίτιο θανάτου δεν είναι γνωστό για όλες, ωστόσο μερικές φέρουν αποδεδειγμένα ανθροπογενή τραύματα.

    Έχουμε και λέμε για τις ανατολικές ακτές:
    Έχουμε λοιπόν στις 7 Μαΐου κοντά στο δέλτα του Έβρου στην Αλεξανδρούπολη
    13 νεκρές χελώνες
    μαζί μ’ένα δελφίνι. Ο αριθμός είναι πραγματικά μεγάλος για μία συγκεκριμένη περιοχή. Οι επιστήμονες υποτίθεται ότι θα προσπαθήσουν να βρουν την αιτία θανάτου. Πιστεύω ότι ίσως εμπλέκονται οι Τούρκοι στην καταστροφή, ίσως από κάποιο παράνομο χημικό που άφησαν να διαφύγει στο περιβάλλον. Στην Αλεξανδρούπολη έχουμε επίσης
    ακόμα μία στις 13 Ιουνίου στο Φάρο της πόλης,
    ενώ το άρθρο μας πληροφορεί πως τη προηγούμενη εβδομάδα βρέθηκε ακόμα μία. Στη Θράκη έχουμε επίσης
    ένα ακόμα περιστατικό στο Πόρτο Μόλο των αβδύρων.
    στις 6 Ιουνίου. Έως τώρα έχουμε δηλαδή 16. Δυστυχώς όμως
    βρέθηκε και μία στη Θεσσαλονίκη,
    στην πόλη μου, τέσσερα μέτρα ανοιχτά απ’το Λευκό Πύργο στις 5 Ιουνίου. Η χελώνα ήταν βαριά τραυματισμένη, μάλλον από προπέλα, και σύντομα κατέληξε. Στις 25 Ιουνίου
    μία μεγάλη χελώνα 100 κιλών ξεβράστηκε στη Σουβάλα της Έυβοιας
    μ’εμφανές χτύπημα στο κεφάλι, προφανώς από προπέλα σκάφους. Στις 5 Ιουνίου
    μία ακόμα ξεβράστηκε στην παραλία της Καραθώνας του Ναυπλίου.
    Έως τώρα έχουμε δηλαδή 19. Ακόμα έχει πράμα. Στις 13 Ιουνίου
    ξεβράστηκε ακόμα μία στο Αιάντιο της Σαλαμίνας χτυπημένη από προπέλα Καΐκιού. Αλλά και στα νησιά είχαμε ευρήματα. Στις 12 Μαΐου,
    βρέθηκε μια ακόμα νεκρή σε βραχώδη ακτή στη Φυκιότρυπα της Μυτιλίνης.
    Λίγο νωρίτερα, στις 22 Απριλίου,
    δύτες ανακάλυψαν μια νεκρή χελώνα μπλεγμένη σε δίχτυα ανοιχτά απ’το Παλιούρι χαλκιδικής.
    Επίσης
    μία βρέθηκε στην παραλία Θηνών Βαρθολοίου στη Θεσσαλία.
    Ήταν η πρώτη της άνοιξης, στις 2 ΑπριλΊου. Κλείσαμε την 23άδα. Τώρα πάμε από τη δυτική πλευρά της Ελλάδας:
    Έχουμε
    μία που ξεβράστηκε στον Αλμυρό Καλαμάτας στις 27 Ιουνίου.
    Η αιτία θανάτου δεν είναι γνωστή.
    Στην Κυλήνη έχουμε τέσσερις:
    η μία ξεβράστηκε κοντά στην παραλία της Μιμόζας στις 22 Ιουνίου, οι άλλες τρεις στις 30 πολύ κοντά. Άρχισα να χάνω το λογαριασμό…νομίζω πως ως τώρα έχουμε 28.
    Μία ακόμα είχαμε μόλις χθες στις 3 Ιουλίου στην παραλία Αλμυρής της Κορινθίας.
    Η μεγάλη σφαγή ωστόσο συμβαίνει στον Αμβρακικό κόλπο, όπου στο Εθνικό Πάρκο Υγροτόπων Αμβρακικού βρέθηκαν μέσα σε δύο μέρες (περίπου 12-14 Ιουνίου)
    τέσσερις αποκεφαλισμένες χελώνες.
    Όπως αναφέρουν οι αρμόδιοι, τα τραύματα προκλήθηκαν από τσεκούρι ή μπαλτά και πιθανόν προέρχονται από ψαράδες που τις σκότωσαν εσκεμμένα θεωρώντας τες ανταγωνιστές. Αυτό το είχα ακούσει κάποτε παλιά που είχα πάει εκδρομή στη Ζάκυνθο το καλοκαίρι, αλλά δεν ήξερα ότι παίρνει τέτοιες διαστάσεις. Το πράγμα όσο πάει και χειροτερεύει,όμως, αφού μόλις χθες, στην ίδια περιοχή
    βρέθηκε τραυματισμένη χελώνα με καρφί στο κεφάλι.
    Σύμφωνα με το άρθρο, το ζώο υπολογίζεται σε ηλικία 4-5 ετών και ζυγίζει 40 κιλά. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο, εκτός από τις τέσσερις προαναφερθήσες βρέθηκαν νεκρές κι άλλες 8 φέτος στον Αμβρακικό. Ο Αμβρακικός, παρά την υπεραλίευση που δέχεται, φιλοξενεί ακομα σημαντικούς πληθυσμούς ψαριών απ’όπου τρέφονται οι χελώνες. Στην παραλία του Άι-Γιώργη στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας
    βρέθηκαν δύο νεαρές ξεβρασμένες σε προχωρημένη αποσύνθεση στις 18 Μαΐου.
    Λόγω της αποσύνθεσης, η εύρεση της αιτίας θανάτου είναι δύσκολη. Πιο βόρεια, στην Πρέβεζα,
    είχαμε τρεις ξεβρασμένες σε ξεχωριστές παραλίες γύρω στις 29 Μαΐου.

    Αυτές ήταν όλες…για να μετρήσω τώρα…είναι 38… ας τις στρογγυλέψω στις 40… ναι, 40, κανονικότατα 40 νεκρές χελώνες μόλις μέσα σε τρεις μήνες… ενθαρρυντικό σημάδι, πάμε αρκετά καλά… Κι ακόμα βρισκόμαστε στο μέσο της χρονιάς. Πέρυσι,
    καταγράφηκαν συνολικά 470 νεκρές χελώνες,
    ενώ μόνο στον Αμβρακικό ήταν 30. Σύμφωνα με το Σύλλογο για την Προστασία της Θαλάσσιας Χελώνας
    Αρχέλων,
    ο αριθμός των ευρισκόμενων αντιπροσωπεύει μόλις το 15% όλων των νεκρών χελωνών, αφού πολλές καταλήγουν σε δυσπρόσιτες ακτές ή στην ανοιχτή θάλασσα. Αν δηλαδή υπολογίζαμε θεωρητικά και τις άλλες, ίσως φτάναμε σε χιλιάδες. Αυτό σημαίνει, για να πεθαίνουν τόσες πολλές, ότι μέσα στη θάλασσα θα ζουν ακόμα περισσότρες. Ο πληθυσμός ωστόσο θεωρείται απειλούμενος, κι όσο περνά ο χρόνος τόσο περισσότερο απειλείται αφού μετρώνται περισσότερα πτώματα χελωνών. Ο αρχέλων αποδίδει μέρος της θνησιμότητας σε ανθροπογενείς πηγές, π.χ. δίχτυα, παραγάδια, κατάποση αγκιστριών, πλαστικών σκουπιδιών κ.ά., κι ένα άλλο μέρος στη μείωση των ιχθυοαποθεμάτων λόγω υπεραλιείας. Οι χελώνες Caretta caretta δεν τρέφονται αποκλειστικά με ψάρια – μεγάλο μέρος της διατροφής αποτελούν τα ασπόνδυλα -, αλλά πάλι τα χρειάζονται.

    Ιδιαίτερα λυπηρό και συνάμα υπερβοικά εξοργιστικό είναι η εσκεμμένη δολοφοία αυτών των ζώων από κάποιους ασυνείδητους ψαράδες. Στην πραγματικοτητα, όπως είπα και παραπάνω, οι χελώνες δεν επηρεάζουν και τόσο σημαντικά τους πληθυσμούς των ψαριών. Ακόμα κι αν τους επηρέαζαν, δεν παύουν νά’ναι απειλούμενο είδος και να χρίζουν ευνοΪκης αντιμετώπισης. Ακόμα κι αν δεν απειλούταν το είδος, δεν παύει η συγκεκριμένη πράξη των ψαράδων νά’ναι τουλάχιστον απάνθρωπη. Ας ευχηθούμε να μην υπάρξουν άλλα περιστατικά φέτος. Άραγε τι θα γίνει με την καρφωμένη χελώνα;

    Οι θαλάσσιες χελώνες είναι όλα κι όλα 7 είδη, αλλά με μεγάλη εξάπλωση σ’όλον τον πλανήτη. Είνια τα τελευταία μεγάλα θαλάσσια ερπετά που έχουν μείνει στο οικοσύστημα. Προσφέρουν επιπλέον σπουδαίες υπηρεσίες στο οικοσύστημα, π.χ. τρώγοντας μεγάλο αριθμό μεδουσών και φέρνοντας θρεπτικά συστατικά με τη μορφή των αυγών τους και των νεκρών νεοσών στα ευαίσθητα οικοσυστήματα των παραλιών. Θα ήταν έγκλημα να τις εξαφανίσουμε.

    Αν παραπονιόμαστε για την αρνητική αντιμετώπιση των ερπετών στην Ελλάδα, θά’πρεπε να βλέπαμε την κατάσταση σ’άλλες χώρες για να παρηγορηθούμε. Θεωρούμε πως εδώ στην Ελλάδα τα ερπετά τυγχάνουν αρνητικής ή και εχθρικής παράλογης αντιμετώπισης ως απόρροια ιουδαιοχριστιανικών επιρροών για τον κατηραμένο όφι, γενικού υποσυνείδητου φόβου που ενισχύεται και διαιωνίζεται από τις ιουδαιοχριστιανικές διδασκαλίες ή ό,τι άλλου θεωρήσει ο καθένας. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί άνθρωποι, όχι μόνο στην Ελλάδα, βλέπουν αρνητικά τα ερπετά κι αυτό σίγουρα προέρχεται εν μέρει από τα παραπάνω. Οι φόβοι αυτοί γεννούν μύθους, που στην Ελλάδα έχουμε πολλούς, όπως: ότι το λιακόνι (Chalcides ocellatus) είναι δηλητηριώδες, ότι το σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus) είναι κι αυτό δηλητηριώδες (στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν άλλες δηλητηριώδεις σαύρες πέρα από δύο αμερικάνικα είδη των ερήμων γένους Heloderma), ότι το κατούρημα της χελώνας ή του βατράχου προκαλεί σπυριά, ότι τα φίδια φέρουν το δηλητήριο στη γλώσσα τους κι όταν τη βγάζουν έχουν απαραίτητα απειλητική διάθεση, ότι τα φίδια δεν έχουν κόκκαλα, ότι όλα τα φίδια ή όσα είναι χαμηλά και σέρνονται κατ’επέκτασιν είναι επικίνδυνα κ.ά. Κάποιες φορές μάλιστα αυτοί οι φόβοι συνδέονται και με μεταφυσικές ή μαγικές πεποιθήσεις π.χ. ταν φίδια είναι όργανα του Σατανά. Ενίοτε όμως αυτές οι μεταφυσικές πεποιθήσεις μπορεί να φτάνουν ως και στο άλλο άκρο π.χ. ότι τα φίδια, ή, συνήθως κάποια μη δηλητηριώδη είδη, φέρνουν καλή τύχη, ή ότι το αγιόφιδο (Telescopus Falax είναι προστατευόμενο της Παναγίας) (κυρίως στη Λευκάδα).

    Οι περισσότεροι μύθοι για τα ερπετά έχουν χάσει σημαντικά τη δύναμή τους στις αστικές τουλάχιστον και στις περισσότερο ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας, ένας όμως παραμένει και διαιωνίζεται, ο υπερβολικός φόβος των φιδιών. Οι περισσότεροι σκοτώνουν τα φίδια όπου τα βρουν, θεωρώντας τα από απλώς επικίνδυνα που καλό είναι να μην υπάρχουν κοντά μας έως κακόβουλα ή και πονηρά όντα που θέλουν το κακό μας. Η πραγματικότητα φυσικά απέχει πάρα πολύ απ’αυτό – τα φίδια όχι μόνο δε θέλουν το κακό μας, αλλά προσπαθούν ν’αποφύγουν τις συναντήσεις με μεγάλα ζώα συμπεριλαμβανομένων κι εμάς όσο γίνεται. Κι ας μην ξεχνάμε και το σπουδαίο ρόλο τους στο γενικο οικοσύστημα ως αρπακτικά τρωκτικών κυρίως ή και ως θηράματα μεγαλύτερων ζώων.

    Σε άλλες χώρες η κατάσταση είναι καλύτερη, σ’άλλες όμως, που τυχαίνει δυστυχώς νά’χουν μεγάλο αριθμό ερπετικών ειδών, πολύ, μα πολύ χειρότερη. Αν διαβάσετε παρακάτω για την κατάσταση των ερπετών στην υπανάπτυκτη Βόρεια Αφρική, θ’αναθεωρήσετε με μιας την άποψή σας για την Ελλάδα.

    Το άρθρο προέρχεται από το
    Tortoise Trust,
    μια μεγάλη σελίδα κυρίως για τις χερσαίες χελώνες, την κατάστασή τους στη φύση και τη φροντίδα τους στην αιχμαλωσία, κυρίως Βρετανών συγγραφέων. Οι Βρετανοί ανέκαθεν είχαν ιδιαίτερη αγάπη για τις μεσογειακές χερσαίες χελώνες, όπως άλλωστε και κοντινές βόρειες χώρες, και κάποτε (περίπου δεκαετίες 1960-70) γίνονταν κρυφές εξαγωγές από την Ελλάδα κι άλλες μεσογειακές χώρες προς το Βορρά. Ευτυχώς τώρα τα ερπετικά μας είδη, όπως κι όλης της Ευρώπης, προστατεύονται από κοινοτική νομοθεσία, και οι Βόρειοι αποκτούν τις χελώνες τους από νόμιμες συνήθως πηγές, π.χ. από νόμιμους εκτροφείς. Και δεν ήταν μόνο αυτό το κακό, η αφαίρεση των χελωνών από το ιθαγενές οικοσύστημα, αλλά και ότι η συντριπτική πλειονότητα των ζώων πέθαινε λίγο καιρό μετά την άφιξη και αγορά της από κακή φροντίδα. Ακόμα και σήμερα κυκλοφορούν πολλές λανθασμένες οδηγίες για τη φροντίδα των χελωνών, που δυστυχώς ακόμα οδηγούν τους αρχάριους ερπετοκατόχους σε λάθος βήματα και τελικά στην ταλαιπωρεία, εξασθένηση και και στο θάνατο του ζώου. Η παραπάνω σελίδα λοιπόν είναι η μεγαλύτερη αγγλόφωνη σελίδα για τις χερσαίες χελώνες (τόσο εξειδικευμένη ελληνική φυσικά δεν υπάρχει, έχουμε όμως κι εμείς μια εξαιρετική ιστοσελίδα για ερπετά, το
    Reptiles Greece).

    Ένας από τους δύο συγγραφείς του άρθρου είναι ο Άντι Χάιφιλντ, ερπετολόγος που έχει μελετήσει εκτεταμένα τις χερσαίες χελώνες τις Βόρειας Αφρικής, κι έχει συνεισφέρει με πληθώρα άρθρων στη σελίδα.

    Το συγκεκριμένο άρθρο γράφτηκε πριν λίγα χρόνια, όμως είναι σχεδόν απίθανο ν’άλλαξε κάτι από τότε, μιας κι αυτές οι πρωτόγονες φονταμενταλιστικές κοινωνίες είναι γνωστό ότι μπορούν να μείνουν αναλλοίωτες για δεκαετίες, αν όχι αιώνες.

    Μετάφραση: Bolko

    Παράδοση, μύθος κι εκμετάλλευση των ερπετών στο Μαρόκο και την Τυνησία

    Andy C. Highfield και Jane R. Bayley

    Και το Μαρόκο και η Τυνησία διαθέτουν μια ποικίλη και εκπληκτική ερπετοπανίδα. Δυστυχώς, και στις δύο χώρες, η πρώτη εισαγωγή στα ερπετά που βιώνουν οι περισσότεροι επισκέπτες είναι όταν συναντούν ζώα να προσφέρονται προς πώληση. Μερικές φορές, τα ερπετά συλλέγονται ειδικά για πώληση στους τουρίστες – αυτό είναι μείζον πρόβλημα, ιδίως στην Τυνησία -, αλλ’υπάρχουν επίσης και πολλές μακραίωνες παραδοσιακές μορφές εκμετάλλευσης.

    Παραδοσιακή ιατρική και μαγεία

    Η παραδοσιακή ιατρική με τη χρήση βοτάνων και μερών ζώων είναι συχνά η μόνη μορφή εύκολα διαθέσιμης ιατρικής θεραπείας στην αγροτική βορειοαφρικανική κοινωνία, και μια πίστη στη μαγεία και στη μαύρη μαγεία είναι επίσης ευρέως διαδεδομένη. Πολλές απ’αυτές τις πίστεις έχουν αλλάξει λίγο ανά τους αιώνες. Οι περισσότεροι βοτανοθεραπευτές γνωρίζουν μια υπερβολικά μεγάλη ποικιλία φυτών που διαθέτουν ιατρικές ιδιότητες και το παράπηγμα του βοτανοπώλη είναι πάντοτε ένα από τα πιο πολύχρωμα σ’ολόκληρο το παζάρι, ή παραδοσιακή αγορά. Συνήθως προσφέρεται μια τεράστια σειρά προσεκτικά οργανωμένων μπαχαρικών, ελαίων, αρωμάτων, ιατρικών βοτάνων και μαγικών παρελκομένων. Πολλές από τις βοτανικές θεραπείες βασίζονται σε μια βαθιά γνώση και κατανόηση των χημικών ιδιοτήτων ενός φυτού, και είναι εκπληκτικά αποτελεσματικές. Άλλες, λιγότερο καλά βασισμένες πίστεις, είναι συνδεδεμένες με πολλά μέρη ζώων. Δεν είναι άρα εκπληκτικό η συνάντηση μιας ποικιλίας ερπετών να παίζουν ρόλο σ’αυτό το αρχαίο σύστημα.

    Χαμαιλέοντες

    Ο χαμαιλέοντας, Chamaeleo chamaeleon, πωλείται συχνά από παραδοσιακούς βοτανοθεραπευτές και παραπήγματα μπαχαρικών στα παζάρια. Πιστεύεται ευρέως ότι αυτό το αινιγματικό πλάσμα κατέχει ιδιαίτερες μαγικές δυνάμεις. Σε πολλά μέρη, ο χαμαιλέοντας, μολονότι εντελώς αβλαβής, αντιμετωπίζεται επίσης με πολύ φόβο. Είναι αποδεκτό ευρέως, για παράδειγμα, ότι το δάγκωμά του είναι πάντοτε θανατηφόρο. Ως αποτέλεσμα, πολλοί άνθρωποι σκοτώνουν τους χαμαιλέοντες μόλις τους βλέπουν. Οι γυναίκες που φοβούνται ότι οι σύζυγοί τους μπορεί να αποπλανώνται συχνά καταφεύγουν στη χρήση κρυμμένου κρέατος ή οστών χαμαιλέοντα στο φαγητό του άντρα τους με την πίστη ότι αυτό θ’αποκαταστήσει την πίστη του. Η διατροφή των ίδιων των χαμαιλεόντων επίσης παρανοείται ευρέως, με πολλούς καταστηματάρχες να υποστηρίζουν ότι τα πλάσματα τρέφονται μόνο με φύλλα μέντας. Η πραγματική τους εντομοφάγος φύση σπάνια αναγνωρίζεται. Κατά συνέπεια, λίγοι επιβιώνουν στην αιχμαλωσία για πολύ. Ένας σημαντικός αριθμός χαμαιλεόντων συλλέγεται κάθε χρόνο για την τροφοδότηση των αγορών παραδοσιακών γιατρικών στο Μαρόκο. Μια μικρή έρευνα μόλις ενός μεσαίου μεγέθους παζαριού αποκάλυψε συνολικά 23 ζώα να προσφέρονται προς πώληση σε δυο διαφορετικά παραπήγματα. Γράφοντας το 1814 στο «Μια μαρτυρία για την αυτοκρατορία του Μαρόκο», ο Τζάκσον σχολίασε:

    «Πολλά ιατρικά αποτελέσματα αποδίδονται στη σάρκα του χαμαιλέοντα` και πολλά περίεργα αποτελέσματα αποδίδονται στον υποκαπνισμό μ’αυτόν όταν είναι αποξηραμένος. Οι εξασθενημένοι άνθρωποι προσφεύγουν σ’αυτόν, και συνεπώς πωλείται σ’όλα τα φαρμακεία του Μαρόκο, του Φας κι άλλων τόπων.»

    Λίγα έχουν αλλάξει σε σχεδόν 200 χρόνια, όπως θα επιβεβαιώσει αμέσως μια επίσκεψη στο Φας σήμερα.

    Στην Τυνησία, είναι επίσης παραδοσιακή πρακτική η σφαγή ενός χαμαιλέοντα και η ταφή του στα θεμέλια ενός νέου κτιρίου ως προστασία κατά του κακού ματιού, ή της κακής τύχης. Ο χαμαιλέοντας επίσης πιστεύεται, σε κάποια μέρη, ότι είναι ισχυρός εχθρός των φιδιών,σ τα οποία επιτίθεται και τα σκοτώνει με τον ακόλουθο τρόπο` ο χαμαιλέοντας προχωρά κατά μήκος του κλώνου ενός δέντρου, κάτω απ’το οποίο το φίδι κοιμάται. Βάζοντας τον εαυτό του ακριβώς πάνω απ’το κεφάλι του φιδιού, ο χαμαιλέοντας εκτοξεύει ένα κολλώδες νήμα σάλιου, το οποίο, κατά την επαφή του με το φίδι το σκοτώνει σύντομα.

    Σκίγκοι

    Αν και χρησιμοπιούνται σπάνια για ιατρικούς ή μαγικούς σκοπούς, οι σκίγκοι αντιμετωπίζονται συχνά με φόβο, κι ως αποτέλεσμα μπορεί να σκοτώνονται όποτε συναντώνται. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τα Chalcides spp. Τα οποία κινούνται κατά τρόπο παρόμοιο μ’αυτόν ενός φιδιού, ή τα μεγαλύτερα είδη όπως το Eumeces algeriensis για τα οποία πιστεύεται λανθασμένα ότι έχουν θανατηφόρο δάγκωμα.

    Χερσαίες χελώνες και νεροχελώνες

    Αν και οι χερσαίες χελώνες και οι νεροχελώνες έχουν χρήσεις στην παραδοσιακή ιατρική και μαγεία στο Μαρόκο και στην Τυνησία, οι αριθμοί που χρησιμοποιούνται είναι λίγοι σε σύγκριση με την εκμετάλλευσή τους για τουριστικά αναμνηστικά. Οι παραδοσιακές πίστεις σχετικά με τις χερσαίες χελώνες και τις νεροχελώνες ποικίλουν σημαντικά από τη μία τοποθεσία στην άλλη. Γενικά είναι αποδεκτό, εντούτοις, ότι αυτά τα ζώα δε θα πρέπει να τρώγονται συστηματικά αφού η κοπροφαγική τους συνήθεια τις καθιστά «ακάθαρτες» κατά την ισλαμική παράδοση. Τα αυγά τους και η σάρκα τους μπορεί να καταναλωθούν ως φάρμακο για στομαχικά ενοχλήματα ή ως θεραπεία για πυρετούς, μια πίστη με μεγάλο ρεύμα σ’όλη τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Το αίμα μιας χερσαίας χελώνας επίσης πιστεύεται ότι είναι μια βέβαιη θεραπεία για τα κονδυλώματα. Σε κάποια χωριά, πιστεύεται ότι οι χελώνες είναι επικίνδυνες, ιδίως για τα παιδιά, κι ότι ένα παιδί που ακούει το συρριγμό τους όταν ενοχλούνται μπορεί να τυφλωθεί. Σε τέτοια χωριά, οι χελώνες συχνά σκοτώνονται όποτε βρίσκονται, συνήθως συνθλίβοντάς τες μ’ένα βαρύ βράχο. Άλλα χωριά βλέπουν τις χερσαίες χελώνες με μεγαλύτερη εύνοια, εντούτοις, και πιστεύουν ότι η μαγεία της χελώνας είναι ισχυρότερη απ’αυτήν των φιδιών. Όπου αυτή η πίστη είναι διαδεδομένη οι χελώνες κρατούνται συχνά ως κατοικίδια με την ελπίδα ότι η παρουσια τους θα αποθαρρύνει τα φίδια να μπουν στο σπίτι. Οι νεροχελώνες ιδιαίτερα πιστεύεται πως φιλοξενούν ισχυρά τζίνι, ή πνεύματα του νερού, ιδίως αυτές που ζουν κοντά σε ιερές πηγές. Θεωρείται μεγάλη κακοτυχία η βλάβη μιας τέτοιας νεροχελώνας.

    Σαύρες

    Οι μεγάλες σαύρες, όπως η Agama impalearis, ο Trapelus mutabilis και η Uromastix acanthinurus (οι ακανθόουρη σαύρα) πιστεύεται γενικά πως όλες διαθέτουν δηλητηριώδες δάγκωμα και ως εκ τούτου αντιμετωπίζονται ευρέως με φόβο. Εμφανίζονται επίσης σε πολλές παραδοσιακές και μαγικές συνταγές. Μια παραγεμισμένη ουρομάστιγα είναι ένα απ’τα αρκετά περίεργα αντικείμενα που παραδοσιακά στολίζουν το παράπηγμα του πωλητή βοτάνων και μπαχαρικών. Στα νότια του Μαρόκο, τα μπιμπερό για τα βρέφη φτιάχνονται επίσης παραδοσιακά απ’αυτό το είδος. Ένας αριθμός πολύ περίεργων πεποιθήσεων περιβάλλουν το βαρανό της ερήμου, Varanus Griseus. Μερικοί φυλέτες της ερήμου πιστεύουν πως αυτή η σαύρα φέρει τις ψυχές των προγόνων τους, και σε τέτοιες περιοχές το ζώο θεωρείται ιερό, και δε βλάπτεται. Οι Τουαρέγκ επίσης πιστεύουν ότι το κεφάλι του είναι ένα ισχυρό φυλακτό κατά των δαγκωμάτων των φιδιών. Στις περισσότερες άλλες περιοχές, μολαταύτα, λίγες θετικές γνώμες υπάρχουν και το ζώο σκοτώνεται όποτε βρίσκεται. Οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να πιστεύουν ότι ο βαρανός της ερήμου είναι υπερβολικά επιθετικός και ότι μπορεί να πηδήξει σε ύψος αρκετών δεκάδων εκατοστών, για να δαγκώσει επίτηδες έναν άνθρωπο στο πρόσωπο. Ακόμα κι ένα χτύπημα απ’το μαστίγιο της ουράς του μπορεί νά’χει σοβαρές συνέπειες, προκαλώντας στειρότητα ή εσωτερική αιμοραγία. Λέγεται επίσης ότι οι πεινασμένοι γκρίζοι βαρανοί επιτίθενται σε μεγάλες καμήλες.

    Φίδια

    Όλα τα φίδια, χωρίς εξαίρεση, αντιμετωπίζονται με πολύ φόβο από τους κοινούς ανθρώπους και καμία διάκριση δεν γίνεται μεταξύ δηλητηριωδών και μη δηλητηριωδών ειδών. Τα φίδια σκοτώνονται πάντοτε όποτε βρίσκονται.
    Το γήτεμα φιδιών, φυσικά, έχει συσχετιστεί για πολύ καιρό με το Μαρόκο και τη Βόρεια Αφρική. Τα φίδια που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι οι αιγυπτιακές κόμπρες (Naja haje), οι οχιές (Vipera lebetina) και η φουσκωτή οχιά (Bitis arietans). Οι γητευτές φιδιών συνήθως εμφανίζονται στις ανοιχτές αγορές, ή τα παζάρια, και γρήγορα συγκεντρώνουν ένα μεγάλο πλήθος. Αντίθετα με την κοινή πίστη, αυτό δεν είναι συνήθως δραστηριότητα στοχευμένη κυρίως προς τους τουρίστες, εκτός από τα παραλιακά θέρετρα ή τους μείζονες τουριστικούς προορισμούς. Οι σημερινοί γητευτές φιδιών συνήθως χρησιμοποιούν ένα σύστημα δημόσιας ανακοίνωσης λειτουργούμενο με μπαταρίες μέσω του οποίου παροτρύνουν το κοινό τους ν’αγοράσει μικρά φυλλάδια που περιέχουν μαγικά ξόρκια για προστασία από δάγκωμα φιδιού ή άλλα μαγικά ξόρκια. Το κοινό προκαλείται συχνά να βηματίσει μπροστά και να πλησιάσει τα φίδια` «25 ντιρχάμ αν κάποιος τολμά ν’αγγίξει αυτά τα επικίνδυνα φίδια!». Παρότι τα 25 ντιρχάμ (περίπου τρία δολλάρια) είναι ισοδύναμα με το μεροκάματο για πολλούς, αυτή προσφορά δε δίνεται ποτέ. Περισσότερα φίδια βγαίνουν από μια σειρά κουτιών ή σάκων, τυγχάνουν σκληρής μεταχείρησης από το γητευτή και την οικογένειά του, και πάλι ξανά η αποτελεσματικότητα των ξορκιών στο βιβλιαράκι που πωλείται διαφημίζεται δυνατά. Ένας βοηθός κινείται μέσα στο πλήθος μαζεύοντας χρήματα σε αντάλλαγμα το βιβλίο.
    Μία κοντινή εξέταση ττων φιδιών αποκαλύπτει το μυστικό του γητευτή. Τα στόματα των φιδιών είναι προσεκτικά ραμμένα με λεπτό σπάγκο. Μόλις ένα μικρό κενό ααφήνεται ωστόσο για να επιτρέπει τη γλώσσα του φιδιού να βγαίνει. Μιας και είναι σχεδόν οικουμενική η πίστη ότι το δηλητηριώδες δάγκωμα δίνεται με τη διχαλωτή γλώσσα, αυτή η απάτη είναι πλήρως αποτελεσματική. Τα φίδια που αντιμετωπίζονται έτσι συχνά παθαίνουν θανατηφόρες μολύνσεις του στόματος, και φυσικά, δε μπορούν να φάνε. Ζουν αρκετά όμως για να παράσχουν ένα καλό θέαμα, εντούτοις, κι όταν είναι εμφανώς άρρωστα απορρίπτονται για ν’αντικατασταθούν από πρόσφατα πιασμένα άτομα.
    Στους τουριστικούς προορισμούς, όπως η φημισμένη Πλατεία Γκεμάα ελ Φνα στο Μαρακές, κυριολεκτικά δεκάδες γητευτών φιδιών ενασχολούνται με το εμπόριό τους. Ο ανυποψίαστος τουρίστας που φωτογραφίζει αυτές τις δραστηριότητες είναι πιθανό να βρεθεί αποδέκτης επιθετικών απαιτήσεων 20 δολλαρίων ή περισσότερο για κάθε φωτογραφία εάν δεν έχει συμφωνηθεί από πριν μία ευνοΪκότερη τιμή.

    Χρησιμοποίηση των ερπετών για τουριστικά αναμνηστικά

    Στα νότια του Μαρόκο, είναι κοινό θέαμα η συνάντηση πωλητών Uromastix acanthinurus στην άκρη του δρόμου. Οι σαύρες συνήθως είναι δεμένες με σπάγκο, και συχνά κρατούνται κρεμασμένες, στην απόσταση του χεριού. Επίσης συναντώνται αποξηραμένα ή παραγεμισμένα παραδείγματα. Στην Τυνησία, μεγάλοι αριθμοί σκίγκων και φιδιών σκοτώνονται, ξεραίνονται στον ήλιο, και στήνονται χονδροειδώς σε κουτιά παρουσίασης προς πώληση στους τουρίστες, μαζί μ’έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό σκορπιών. Οι χερσαίες χελώνες, εντούτοις, αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς αναμνηστικών. Δύο συγκεκριμένοι τρόποι χρησιμοποίησης είναι ιδιαίτερα κοινοί, και μπορούν να βρεθούν σε καταστήματα παντού στο Μαρόκο, διακοσμητικά φαναράκια χρησιμοποιώντας είτε ένα είτε δύο ραχιαίους θυραίούς (το ραχιαίο τμήμα του κελύφους) για το καθένα και διακοσμητικά μουσικά όργανα σαν ταμπουράδες, το καθένα χρησιμοποιώντας ένα ραχιαίο θυραιό ως αντηχείο.

    Ο Raxworthy (1983) στην αναφορά του για την ερπετοπανίδα του Καπ Ριρ του Μαρόκο, μετά από μία μηνιαία αποστολή στη χώρα, δήλωσε:

    «Η κλίμακα παραγωγής ταμπουράδων από χελώνες ήταν σαφώς αρκετά μεγάλη. Τα περισσότερα καταστήματα αναμνηστικών θα είχαν σε έκθεση περίπουβ 10 με 20 απ’αυτά τα αντικείμενα και μπορεί να’χουν περισσότερα στο απόθεμα. Στο Αγκαντίρ, το Μαρακές και το Τανγκιέρ υπήρχε ένας πολύ μεγάλος αριθμός καταστημάτων που πουλούσαν αυτούς τους ταμπουράδες. Με κάποιους χονδροειδείς υπολογισμούς ο αριθμός των ταμπουράδων ιδωμένων στην αποστολή ήταν περίπου 1.500.»

    Τα επόμενα χρόνια έχουν δει δυστυχώς λίγα σημεία όποιας πτώσης στο εμπόριο. Οι ντόπιοι αναφέρουν ότι οι ταμπουράδες δεν είναι παραδοσιακά αντικείμενα και ότι το εμπόριο ξεκίνησε ως μέσω χρήσης των πτωμάτων των χελωνών που πέθαιναν πρόωρα κατά την εποχή των μεγάλων ζωντανών εξαγωγών (1947-1976).
    Ορισμένα καταστήματα προσφέρουν παρόμοια όργανα φτιαγμένα από κολοκύθες ή κεραμικά δοχεία. Το εμπόριο σ’αυτά τα ανανεόσιμα και πιο ανθρώπινα εναλλακτικά θα πρέπει να ενθαρρυνθεί. Ότι το εμπόριο των αναμνηστικών προερχόμενων από χελώνες έχει υπερβολικά καταστρεπτικό αντίκτυπο στους επιζώντες πληθυσμούς χελωνών είνε πέραν αμφιβολίας και βελτιωμένη νομοθεσία για την προστασία των χελωνών, μαζί με προσπάθειες εκπαίδευσης στοχευμένης στην πειθώ των τουριστών να μην αγοράζουν τέτοια αντικείμενα, θα πρέπει να είναι η μεγαλύτερη προτερεότητα προστασίας στο Μαρόκο.
    Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τζάκσον, που εκδόθηκε το 1814, οι χερσαίες χελώνες (αφθονούν στη Βαρβαρία και στο Σους, όπου, το απόγευμα μιας ζεστής μέρας, κανείς μπορεί να μαζέψει μια δεκάδα στη διάρκεια μιας ώρας». Ο σημερινός ερπετολόγος θα’ταν τυχερός να συναντήσει την ίδια ποσότητα σε μια εβδομάδα……

    Στην Τυνησία, η εκμετάλλευση των χελωνών είναι επίσης ευρέως διαδεδομένη, με και ζωντανά και νεκρά άτομα προς ανοιχτή πώληση πρακτικά σε κάθε τουριστικό κέντρο στη χώρα. Υπάρχουν τοπικοί νόμοι που το απαγορεύουν αυτό στη θεωρία, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόζονται ποτέ. Η Τυνησία αποτελεί επίσης μια πηγή χονδρικού εμπορίου για πολλά παρανόμως συλλεγμένα ζώα τα οποία έπειτα μεταφέρονται λαθραία στην Ευρώπη.
    Αν και οι περισσότερες παραδοσιακές μορφές χρησιμοποίησης δεν αποτελούν προς το παρόν άμεση απειλή για την επιβίωση των ειδών, οι αυξανόμενοι ανθρώπινοι πληθυσμοί αυξάνουν τη ζήτηση για τέτοια προΪόντα. Σε συνδυασμό μ’άλλες πιέσεις, όπως η απώλεια των ενδιαιτημάτων και η αυξημένη μηχανοποίηση της γεωργίας, εντούτοις, ακόμα και οι παραδοσιακές μορφές χρησιμοποίησης αποτελούν μακροπρόθεσμα απειλή. Είναι μόνο με τη βελτίωση της κατανόησης του κοινού για τα ερπετά που οι πανάρχαιες πεποιθήσεις μπορούν ν’αντικατασταθούν βαθμιαία από τη γνώση του ζωτικού ρόλου αυτών των ζώων στο οικοσύστημα. Η αβλαβής φύση των περισσοτέρων ειδών επίσης θα πρέπει να τονιστεί, μαζί με ακριβείς πληροφορίες για την αποφυγή δαγκωμάτων δηλητηριωδών φιδιών και τη θεραπεία τέτοιων δαγκωμάτων αν συμβούν. Ο φόβος και η παράδοση θα πρέπει να εκτοπιστούν από την πραγματική γνώση. Η δημόσια εκπαίδευση, ιδίως στα σχολεία και στα πανεπιστήμια είναι υψηλή προτερεότητα, και αρκετά τέτοια προγράμματα γίνονται τώρα.

    Ο αντίκτυπος του τουρισμού είναι ισχυρότερος. Πάρα πολύ μεγάλοι αριθμοί ερπετών, ιδίως χελώνες, βρίσκονται υπό εκμετάλλευση προς το παρόν για το μόνο σκοπό της τροφοδότησης των επισκεπτών με αναμνηστικά ή παράνομα κατοικίδια. Πάλι, η δημόσια εκπαίδευση είναι σημαντική, αλλά αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με αποτελεσματικά αποτρεπτικά μέτρα στοχευμένα στους παράνομους συλλέκτες και εμπόρους. Εάν πρόκειται να διατηρήσουμε τη μοναδική ερπετοπανίδα της Βόρειας Αφρικής για μελλοντικές γενιές, αυτά τα προβλήματα θα πρέπει ν’αντιμετωπιστούν τώρα, προτού είναι πολύ αργά.

    Αναφορές:

  • • Akhmisse, Mustapha (1985) Medecine, Magie et Sorcellerie au Maroc. Casablanca. 253 pp.
    • Highfield, A.C. and Bayley, J. R (1996) The trade in tortoise-derived souvenir products in Morocco. Traffic Bulletin 16 (1):33-35.
    • Jackson, J. G. (1814) An Account of the Empire of Morocco. 3rd Edition. London. 325 pp.
    • Raxworthy, C. J., Rice, S. Smith, D. and Claudius, F. (1983) A study of the reptile fauna of Cap Rhir, Morocco. University of London Natural History Society.

  • Πώς σας φαίνεται η Ελλάδα τώρα;

    Ο Μοναχικος Γιώργος (Lonesome George) στο Ερευνητικο Κέντρο Καρόλου Δαρβίνου, από Wikipedia.

    Την Κυριακή, στις 24 του Ιουνίου του 2012, απεβίωσε το μοναδικό επιβεβαιωμένο τελευταίο δείγμα του υποείδους χελωνών της Νήσου Πίντα του είδους της γιγάντιας χελώνας των Νησιών Γκαλαπάγκος. Είναι ο γνωστός
    μοναχικός Γιώργος
    (αγγλικά Lonesome George και ισπανικά el Solitario Jorge), ένα αρσενικό άτομο του υποείδους Chelonoidis nigra abingdoni, που ανακαλύφθηκε το 1971.

    Το υποείδος αυτό πρωτοπεριγράφηκε ως ξεχωριστό το 1880 από το Βρετανογερμανό ερπετολόγο Albert Gunther. Κάποτε ενδημούσε στο νησί Πίντα ή Άμπιγκντον (τα διάφορα νησιά του συμπλέγματος των Γκαλαπάγκος έχουν και αγγλικά και ισπανικά ονόματα για ιστορικούς λόγους), όμως γρήγορα ο πληθυσμός μειώθηκε από το ανελέητο κυνήγι των Ευρωπαίων πειρατών της φύσης και τις εισαχθήσες κατσίκες, που κατέφαγαν όλη την ιθαγενή βλάστηση ανταγωνιζόμενες επιτυχώς με τις χελώνες. Το υποείδος θεωρήθηκε εξαφανισμένο, ώσπου το 1971 ο Ούγκρος μαλακιολόγος Τζόζσεφ Βαγκβόλγκγι εντόπισε ένα μοναδικό αρσενικό άτομο. Γρήγορα μεταφέρθηκε για τη δική του ασφάλεια στον Ερευνητικό Σταθμό Καρόλου Δαρβίνο στη μεγαλύτερη και πιο ανεπτυγμένη Νήσο Σάντα Κρουζ (αγγλιστί Ιντεφάντιγκαμπλ). Το όνομά του θεωρείτια ότι προήλθε αππό τον Αμερικανό ηθοποιό George Gobel.

    Αμέσως μετά την εισαγωγή της χελώνας στο Κέντρο, άρχισαν εντατικοί αγώνες για τη μερική τουλάχιστον σωτηρία του υποείδους. Έγινε προσπάθεια δηλαδή ο Μοναχικός Γιώργος να ζευγαρωθεί με θηλυκά συγγενικών υποειδών, ώστε οι απόγονοί του να φέρουν κάποια στοιχεία και του δικού του υποειδους. Αρχικά τοποθετήθηκε με δύο θηλυκές της Νήσου Ισαμπέλα (Chelonoidis nigra becki), χωρίς όμως να γεννηθούν γόνιμα αβγά. Η πρώτη χελώνα γέννησε τον Ιούλιο του 2008 13 αυγά, τα οποία αποδείχθηκαν αγονιμοποίητα το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ενώ η δεύτερη, με΄τά μάλλον από μια αποτυχημένη γέννα, γέννησε για δεύτερη φορά το 2009 (οι χελώνες μπορούν να διατηρήσουν το σπέρμα του αρσενικού για λίγες ακόμα γονιμοποιήσεις στα επόμενα χρόνια) 5, τα οποία πάλι ήταν αγονιμοποίητα. Εντωμεταξύ η πρώτη χελώνα είχε κάνει για δεύτερη και μετά για τρίτη φορά 6 αυγά, όμως κι αυτά ήταν στείρα. Πιθανόν όμως αυτό το υποείδος να μην ήταν τόσο συγγενικό, όσο δυο άλλα σύμφωνα με γενετική ανάλυση του 1999, αυτό του Νησιού Εσπανιόλα (C. n. hoodensis) κι αυτό του Νησιού Κριστόμπαλ (C. n. chathamensis) (τα ονόματα των υποειδών αντανακλούν τα αγγλικά ονόματα των Νησιών). Τον Ιανουάριο λοιπόν του 2011, ίσως λίγο καθυστερημένα, εισήχθησαν δύο θηλυκά του υποείδους της Εσπανιόλας στο Ερευνητικό Κέντρο. Η κυβέρνηση του Ισημερινού, υπό την επικράτιεα του οποίου βρίσκονται τα Νησιά Γκαλαπάγκος, πρόσφερε βραβείο 10000 δολαρίων για όποιον εύρισκε συμβατή σύντροφο για το Μοναχικο Γιώργο, ποσό που παλαιότερα είχαν υποσχεθεί οι ερευνητές του Κέντρου.

    Τελικά όμως η χελώνα πέθανε πριν σχεδόν μια βδομάδα, και μαζί της χάθηκε ίσως όλο το υποείδος. Υπάρχουν ωστόσο υπόνοιες ότι κάποια γνήσια ή υβριδικά μέλη του υποείδους βρίσκονται στο Νησί της Ισαβέλας, ένα μέρος που οι έποροι κάποτε άδειαζαν τις χελώνες από διάφορα νησιά, και πλέον έχει αρκετές χελώνες μεικτής καταγωγής. Η έρευνα θα συνεχιστεί. Επίσης, προγραμματίζεται νεκροψία για να διερευνηθεί το αίτιο του θανάτου του Μοναχικού Γιώργου, ο οποίος πιθανολογείται πως πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια, σε ηλικία μάλλον άνω των 100 ετών. Στο νησί καταγωγής του, ολοκληρώθηκαν με επιτυχία τα προγράμματα εξόντωσης των κατσικών, και τώρα η αρχική βλάστηση άρχισε να επανέρχεται, χωρίς όμως χελώνες.

    Η χελώνα των Νησιών Γκαλαπάγκος αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα ειδών-θυμάτων της ευρωπαΪκής αποικιοκρατικής εξάπλωσης. Αυτή η εξάπλωση χαρακτηριζόταν από εξαντλητική υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων όλου ουσιαστικά του κόσμου, που μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε κανονικότατη πειρατεία. Η εκμετάλλευση αυτή αποσκοπούσε στο πρόσκαιρο μεγάλο κέρδος, χωρίς πρόνοια φυσικά για το μέλλον – η αειφόρος ανάπτυξη ήταν άγνωστη ιδέα, και άλλωστε γιατί να διατυπωνόταν εξαρχής αφού οι πόροι ήταν ακομα τόσο άφθονοι; Η ιστορία μας αποδεικνύηει επανειλημμένα ότι τόσο λίγο είναι το μυαλό του ανθρώπου, ώστε να μη μπορεί να σκεφτεί τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των πράξεών του. Το είδος έχει υποστεί τόσο σοβαρή εκμετάλλευση, ώστε από τις 250000 χελώνες που υπολογίζεται ότι ζούσαν στα Νησιά το 14-15ο αι. (εποχή ανακάλυψης), έφτασαν σήμερα νά’ανι μόνο 19000, πάλι λίγο περισσότερες από ό,τι στα μέσα του 20ου αι. λόγω προστατευτικών μέτρων. Έμποροι, πειρατές, ψαράδες, φαλαινοθήρες και κυνηγοί φώκιας μάζευαν συστηματικά τις χελώνες κατά το 18-19ο αι., οι οποίες, σχεδόν ανίκανες ν’αμυνθούν, στιβάζονταν στ’αμπάρια των πλοίων όπου μπορούσαν να ζήσουν απ’το λίπος τους έως και για 18 μήνες, λειτουργώντας ως πηγή φρέσκου κρέατος στα ταξίδια. Οι άποικοι των Νησιών που άρχιζαν να πληθύνονται επίσης κυνηγούσαν τις χελώνες για τροφή, αλλά και για νερό σε άνυδρες καταστάσεις, μιας και αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες στο περικάρδιο και στην ουροδόχο κύστη. Η επιστημονική έρευνα μόνο αφαίρεσε πάνω από 600 χελώνες απ’τα Νησιά. Ακόμα όμως και μετά την παύση των παραπάνω κινδύνων, τα εισαχθέντα ζώα όπως τα σκυλιά, οι γάτες και οι αρουραιοι συνέχιζαν να προξενούν καταστροφές τρώγοντας τα αβγά και τα μικρά, ενώ οι κατσίκες, τα γαΊδούρια και τα βόδια συνέχιζαν ν’ανταγωνίζονται στη βοσκή. Ακόμα πιο πρόσφατα η ανθρώπινη επέκταση, ο τουρισμός, αλλά και η παράνομη κλοπή ατόμων (poaching) αποτελούν κίνδυνο για το είδος, αν κι έχουν ληφθεί αυστηρά μέτρα για την προστασία του. Από τα συνολικά 13 υποείδη που υπήρχαν στην αρχή, σήμερα επιβιώνουν μόνο τα 11. Το άλλο υποείδος που εξαφανίστηκε εκτός απ’το αναφερόμενο σ’αυτό το θέμα ήταν η χελώνα του Νησιού Φλορίνα (C. n. nigra), που χάθηκε στα μέσα του 19ου αι. από το υπερβολικό κυνήγι για τη συντήρηση των καταδίκων που έμεναν σ’εκείνο το νησί. Εάν η εκμετάλλευση του είδους συνεχιζόταν για ακόμα λίγες δεκαετίες, πιστεύω πως το είδος θ’ακολουθούσε τη μοίρα των γιγάντιων χελωνών των ηπειρωτικών περιοχών κατά τους προϊστορικούς χρόνους, δηλαδή την εξαφάνιση από ανθρωπογενή αίτια. Γι’αυτό και σήμερα συναντούμε γιγάντιες χελώνες μόνοσ σε νησιά, επειδή αυτές που υπήρχαν στις ειπηρωτικές χώρες κυνηγήθηκαν ανηλεώς από τους προΪστορικούς πληθυσμούς.

    Ο ίδιος ο Δαρβίνος επισκέφθηκε τα Νησιά Γκαλαπάγκος ως φυσιοδίφης με το πολεμικό πλοίο Μπιγκλ σε χαρτογραφική αποστολή των νοτίων ακτών το 1935. Έχει να μας πει πολλά γι’αυτά τα εντυπωσιακά ζώα, κι εδώ αναφέρω όσα θυμάμαι από το βιβλίο «Το Ταξίδι με το Μπιγκλ» που έγραψε και απ’ό,τι διάβασα στο Διαδίκτυο για να ξαναθυμηθώ.

    Λέει λοιπόν ότι ήταν τόσο μεγάλες, ώστε μπορεί να χρειαζόταν 6 ή και 8 άντρες για να σηκώσουν μία απ’το έδαφος (οι μεγαλύτερες ζυγίζουν 400 κιλά). Αναφέρει επίσης ότι επί χρόνια χρησιμοποιούν γνωστές πορείες προς και από πηγές νερού, δημιουργώντας με τον καιρό μονοπάτια. Ο ίδιος παρατήρησε χελώνες και να πηγαίνουν και νά’ρχονται και να βρίσκονται στο νερό, και μας λέει πως αυτές που πηγαίνουν βαδίζουν πιο γρήγορα με τους λαιμούς προτεταμένους μπροστά, ενώ όταν γυρίζουν είναι πιο ήρεμες. Φτάνοντας στην πηγή βουτούν το κεφάλι μέσα στο νερό και καταπίνουν μεγάλες γουλιές, ενώ μπορούν να μπουν και μέσα στη λάσπη. Τρώνε διάφορους κάκτους κι άλλα φυτά, αν και σε μια ανάλυση στομαχικών περιεχομένων σε μία βρήκε ανάμεσα στους λειχήνες και δύο κάμπιες, προφανώς φαγωμένες κατά λάθος. Λέει πως οι άποικοι τις θεωρούν κουφές, αφού δε μπορούν να καταλάβουν τον άνθρωπο που περνά από πίσω τους, ενώ όταν ο Δαρβίνος περνούσε μπροστά τους, παρατηρούσε να μαζεύουν το κεφάλι και τα άκρα τους βγάζοντας δυνατό συρριγμό και να πέφτουν κάτω σαν νεκρές (στην πραγματικότητα δεν είναι εντελώς κουφές οι χελώνες, αλλ’ακούνε κυρίως χαμηλές συχνότητες και βασίζονται γενικά περισσότερο στην όραση και στην όσφρηση). Ο Δαρβίνος μας πληροφορεί πως για διασκέδαση ανέβαινε πάνω σε τέτοιες χελώνες και με λίγα χτυπήματα στο πίσω μέρος του κελύφους (τεχνική πού’χω ανακαλύψει κι εγώ) ξεκινούσαν να προχωρούν, όμως ήταν πολύ δύσκολη η ισορροπία πάνω τους. Ιδιαίτερα παράξενο του ήταν η προφανής παντελείς έλλειψη νεκρών χελωνών από φυησικά αίτια. Βρήκε μία μια φορά πεσμένη από ένα γκρεμό, ενώ όλες οι άλλες που είδε ήταν σκοτωμένες από άνθρωπο. Μας λέει λοιπόν και για την εκμετάλλευση των χελωνών από τους διάφορους Ευρωπαίους. Για να εκτιμήσουν κτην κατάσταση μιας χελώνας για φάγωμα, οι άνθρωποι την αναποδογύριζαν κι έκαναν μια μικρή τομή με το μαχαίρι στη βάση της ουράς. Αν δεν φαινόταν λίπος την άφηναν, αλλιώς την έπαιρναν. Η αναποδογυρισμένη χελώνα μετά μπορούσε να ξαναγυρίσει. Ο Δαρβίνος είχε δοκιμάσει το κρέας αυτών των χελωνών όσο βρισκόταν εκεί, κι έχει να μας πει πως το καλύτερο μέρος είναι το κρέας με την πλάκα του στήθους ψημένο, όπως το κάνουν οι Ισπανοί άποικοι, και ότι τα νεαρά άτομα κάνουν καλή σούπα, γενικά όμως ότι δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό το κρέας. Έχει δοκιμάσει και το νερό. Οι κάτοικοι ενίοτε σκότωναν χελώνες όταν δεν είχαν νερό μαζί τους για να πάρουν την ουροδόχο κύστη και το περικάρδιο. Το νερό της ουροδόχου κύστεως μας λέει είναι διαυγές, αλλά με λίγο πικρή γεύση, ενώ αυτό του περικαρδίου έχει ακούσει πως είναι γλυκό.
    Παρόλη την παρατηρητικότητά μου όμως, ο Δαρβίνος δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία αρχικά στις διαφορές των υποειδών του κάθε νησιού. Αν και μας αναφέρει πως οι κάτοικοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν με ευκολία την κάθε χελώνα από πιο νησί ερχόταν, σ’αυτόν φαίνονταν αυτές οι παραλλαγές αρχικά ως απλές ποικιλίες. Δύο ήταν οι κύριες παραλλαγές – αυτές με κέλυφος του οποίου το μπροστινό άκρο ήταν σηκωμένο κάπως σαν σέλα, και αυτές με θολωτό κέλυφος, οι οποίες, όπως του είπαν, είχαν νοστιμότερο κρέας (ο τύπος έχει να κάνει με τον τόπο καταγωγής – οι πιο στρογγυλεμένες χελώνες κατάγονταν από υγρότερα μέρη με πολλή χαμηλή βλάστηση, ενώ οι πιο αδύνατες που είχαν το σηκωμένο κέλυφος κατάγονταν από πιο ξηρά μέρη όπου έπρεπε να σηκωθούν για να φτάσουν τα ψηλότερα φυτά). Απορούσε ωστόσο κάποιες φορές πώς γίνεται είδη σε νησιά τόσο κοντά μεταξύ τους και με το ίδιο κλίμα τα ίδια είδη να ποικίλουν τόσο πολύ και σταθερά. Οι συλλογές των Νησιών Γκαλαπάγκος δε διατηρήθηκαν μ’επιμέλεια και τα περισσότερα δείγματα χελωνών, πουλιών κι άλλων ειδών που ποίκιλαν από νησί σε νησί ανακατεύτηκαν αρκετά. Παρόλα αυτά, η απορία του αυτή για το λόγο διαφοροποίησης των ειδών μεταξύ των νησιών αποτέλεσε ένα από τα εναύσματα για τη βαθύτερη ενασχόλησή του με την εξέλιξη.

    Το Μπιγκλ πήρε μαζί του 200 χελώνες για κρέας, από τις οποίες ο Δαρβίνος δεν κράτησε στοιχεία. Ο ίδιος πήρε ωστόσο 5 νεαρές μαζί του, τις οποίες έστειλε σε διάφορες περιοχές. Μία, επονομαζόμενη Χάριετ, πέθανε στο ζωολογικό κήπο του Κουίνσλαντ της Αυστραλίας το 2006 σε ηλικία 175 ετών, κάνοντάς την την τρίτη γνωστή γηρεότερη χελώνα (η πρώτη μάλλον πέθανε στα 255 της).

    Αν και μας φαίνεται λυπηρό γεγονός η εξαφάνιση αυτή, ήταν κάτι το αναπόφευκτο και σχεδόν προγεγραμμένο. Το υποείδος είχε εξαφανιστεί λειτουργικά εδώ και δεκαετίες, και δε θα μπορούσε ένα μόνο άτομο ή λίγα υβρίδια να το υποκαταστήσουν πλήρως. Ακόμα κι αν αυτό γινόταν, ο πληθυσμός θά’παιρνε πολύ καιρό ν’αυξηθεί δεδομένης της βραδύτατης ανάπτυξης και αναπαραγωγής του είδους. Τώρα οι έρευνες μπορούν να στραφούν στην εύρεση πιθανών συγγενικών ατόμων και ίσως στην επαναφορά των χελωνών στο νησί προέλευσης του Μοναχικού Γιώργου για να συμπληρωθεί η θέση τουλάχιστον στο οικοσύστημα. Σημειωτέον ότι το οικοσύστημα των Γκαλαπάγκος έχει επηρεαστεί σημαντικά από την έλευση του ανθρώπου. Για το όλο ειδος της χελώνας των Γκαλαπάγκος προβλέπω επιβίωση, αφού και μέτρα έχουν παρθεί για την προστασία του και αρκετός πληθυσμός υπάρχει, και βέβαια το επιστημονικό ενδιαφέρον και το οικονομικό (τουρισμός) δε θα παύσει, ώστε να υπάρχει κάποιος λόγος διατήρησης σε περίπτωση που λείψει απ’το οικοσύστημα, αν κι αυτό το τελευταίο επίσης μου φαίνεται πάρα πολύ απίθανο. |Για τη συγκεκριμένοι περίπτωση οι επιστήμονες δεν έκαναν και λίγες προσπάθειες σωτηρίας, αν και πιστεύω ότι η εγκαιρότερη εισαγωγή των C. n. hoodensis ίσως απόβαινε σωτήρια. Εάν ωστόσο υπάρχει πραγματική θέληση για την ανάσταση αυτού του είδους, το dna του ερπετού είναι ακόμα φρέσκο, σπέρμα ίσως υπάρχει, οι νέες αποδεδειγμένες μέθοδοι της γενετικής είναι δίπλα μας και περιμένουν. Άντε, πότε επιτέλους θ’αναστηθεί κανένα είδοςμε εφαρμογή αυτών των μεθόδων; Έκφραση ευσεβών πόθων για τη χρήση αυτών των μεθόδων παραπάνω, παρά κάτι που θα γίνει. Άλλωστε θα υπάρχει χρηματοδότηση για κάτι τέτοιο; Και με τους βιοηθικούς πώς θα ξεμπλέξουν οι επιστήμονες; Όλα αυτά σημαίνουν ότι το υποειδος ειείναι χαμένοΈνα ακόμα χαμένο είδος από τον άνθρωπο λοιπόν προστίθεται στον κατάλογο των νεκρών της ολόκαιρνου περιόδου.Η έκτη περίοδος εξαφάνισης προχωρά ολοταχώς…