Category: μαγειρική & φαγητά


Σήμερα έχουμε παγκόσμια ημέρα Δαρβίνου. Τιμάται δηλαδή ο Κάρολος Δαρβίνος, το έργο και η κληρονομιά του σε όλο τον κόσμο, και τελούνται πολλές εκδηλώσεις. Για τη βιογραφία του εν λόγω επιστήμονα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Συχνό γεγονός λοιπόν αρκετών εκδηλώσεων είναι και το σερβίρισμα αρχέγονης σούπας, που συμβολίζει την υποτιθέμενη αρχέγονη σούπα, από την οποία ξεπήδησε η ζωή. Είναι μία από τις υποθέσεις που προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση της ζωής, σύμφωνα με την οποία η ζωή δημιουργήθηκε κατά τις ταραχώδεις συνθήκες της Πρώιμης Γης μέσα σε υδάτινο περιβάλλον με υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις. Παρόλα αυτά, πιο ταιριαστό θα ήταν το σερβίρισμα αρμαδίλου, ύαινας ή κορακιού, αφού κάτι τέτοιο θα συνέπνεε περισσότερο με τις διατροφικές εξερευνήσεις του μεγάλου φυσιοδίφη.

Αν και οι διατροφικές προτιμήσεις του Δαρβίνου μας είναι γνωστές από το μαγειρικό βιβλίο που πρόσφατα εκδόθηκε, με τις περισσότερες συνταγές γραμμένες από τη γυναίκα του – μία συνταγή για το ρύζι που προτιμούσε την κατέγραψε ο ίδιος -, όπου διαφαίνεται η αγάπη του για το κρέας και τα πολλά λιπαρά, τα οποία ίσως να συνέβαλαν στο θάνατό του από καρδιακή προσβολή το 1882, στην πραγματικότητα, πριν την οικογενειακή του δέσμευση ή δουλεία όπως την περιγράφει ο ίδιος, ο Δαρβίνος αγαπούσε ιδιάιτερα τις νέες γεύσεις. Εντύπωσή μου είναι ότι πριν το διάστημα αυτό, ήταν πολύ πιο περιπετειώδης και τολμηρός, ενώ στη συνέχεια μετεβλήθη σε ευαίσθητο και χρονίως άρρωστο. Από μικρός ήταν κυνηγός, και προφανώς έτρωγε τα ζώα που χτυπούσε, που θα ήταν τα συνηθισμένα – παχιά ορνιθόμορφα πουλιά, κουνέλια κλπ. Παρόλα αυτά δε φοβόταν να εξερευνήσει και πιο ασυνήθιστες γεύσεις, που δε θα διανοούταν να δοκιμάσει ο μέσος Βρετανός της εποχής του, ούτε ο μέσος Παραμεσόγειος ή Εβραίος έως σήμερα. Πληροφορούμαστε ότι τον τρίτο χρόνο φοίτησής του στο Κολλέγιο του Χριστού του Κέιμπριτζ, επιστρέφοντας από τις Διακοπές των Χριστουγέννων το 1831, ο Δαρβίνος ίδρυσε τη Λέσχη των Γκουρμέ (Gourmet Club) ή Λέσχη των Λαίμαργων (Glutton Club), μαζί με άλλους επτά φίλους του. Οι φίλοι ήταν: Χέρμπερτ, Ουίτλεϊ, Ουάτκινς, Κάμερον, Τζέιμς Χέβισαϊντ από το Κολλέγιο του Σίδνεϋ του Σάσεξ, Ρόμπερτ Μπλέιν από το Κολλέγιο της Αγίας Τριάδος, και Χένρι Λόου από το Κολλέγιο της Αγ. Τριάδος. Η λέσχη αυτή δειπνούσε εβδομαδιαία, στο δωμάτιο του καθενός εκ περιτροπής. Πηγή:
Η Ζωή του Δαρβίνου στο Κέιμπριτζ 1828-1831
Από την έγκυρη σελίδα darwinonline.org.uk.

Στη λέσχη αυτήν δοκίμαζαν παράξενη σάρκα, άγνωστη στον ουρανίσκο του ανθρώπου. Έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σαρκοφάγα ζώα και αρπακτικά πουλιά, τα οποία συνήθως δεν τρώγονται. Είχαν μαγειρέψει γεράκι, γλαρόνι, αλλά ακόμα κι αυτοί πτοήθηκαν από μια πολύ σκληρή κουκουβάγια. Πηγή.

Η εμπειρία αυτή ωστόσο προετοίμασε το Δαρβίνο για το επίπονο ταξίδι του με το Μπιγκλ, όπου, από τα λίγα πράγματα που δεν τον ενόχλησαν, ήταν το φαγητό. Περιγράφει στο βιβλίο του Ταξιδεύοντας με το Μπιγκλ, το οποίο έχω διαβάσει, πως έφαγε αρμαδίλο, ο οποίος είχε γεύση και όψη πάπιας, ένα καφέ τρωκτικό 20 λιβρών που ήταν το καλύτερο κρέας που είχε φάει, το κρέας της χελώνας των Γκαλαπάγκος που δεν ήταν του γούστου του, καθώς και το περιεχόμενο της ουροδόχου της κύστης, το οποίο έπιναν αν δεν υπήρχε νερό, και ήταν διαυγές κι ελαφρώς πικρό. Έτσι τρώγοντας ανακάλυψε όλως τυχαίως ένα νέο είδος. Στις 3 Ιανουαρίου του 1834, ο καλλιτέχνης του Μπιγκλ Κόνραντ Μάρτενς πυροβόλησε στην Παταγονία μία μικρή ρέα, την οποία φάγανε. Καθώς τρώγανε, ο Δαρβίνος κατάλαβε ότι επρόκειτο για νεό είδος, για το οποίο είχε ακούσει από τους γκαούτσος της περιοχής του Ρίο Νέγρο στη βόρεια Παταγονία τον Αύγουστο του 1833, κι όχι για νεαρό άτομο, και προσπάθησε να σώσει όσα περισσότερα οστά και φτερά γινόταν. Έστειλε τελικά στο βοτανολόγο καθηγητή του στο Κέιμπριτζ Τζον Στίβενς Χένσλοου το κεφάλι, το λαιμό, τα πόδια, τη μία φτερούγα και μερικά φτερά. Το είδος ονοματίστηκε Rhea darwinii το 1837 από τον ορνιθολόγο Τζον Γουλντ, αν και στη συνέχεια το όνομα συμψηφίστηκε στο λίγο προτύτερα δημιουργηθέν R. pennata λόγω προτεραιότητας του πρώτου, σε μια παρουσίαση στη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου, στην οποία ακολούθησε ο ίδιος ο Δαρβίνος με την παρουσίαση μιας εργασίας για την κατανομή και τα αυγά των δύο ειδών Ρέας. Το όνομα Ρέα προήλθε από τη γνωστή τιτανική θεότητα της μυθολογίας. Πηγή.

Μολονότι θα είναι αρκετά απίθανο να ανακαλύψετε ένα νέο είδος τρώγοντας κάτι άγνωστο, θα μπορούσατε να ακολουθήσετε το γαστρονομικό μονοπάτι του Δαρβίνου. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζετε, γιατί το πιθανότερο είναι να συναντήσετε νομικά εμπόδια. Ο λόγος γιατί τα περισσότερα ζώα, τα οποία δοκίμασε ο Δαρβίνος, σήμερα προστατεύονται από εθνική και διεθνή νομοθεσία και διεθνείς συνθήκες, ενώ πολλά εξ αυτών απειλούνται σοβαρά. Τα περισσότερα αποδημητικά πτηνά, αρπακτικά πουλιά, κητώδη, πρωτεύοντα, αυστραλιανά και νεοζηλανδικά ζώα, ερπετά και αμφίβια προστατεύονται σήμερα. Οπότε επιλέξτε καλύτερα απλώς έντομα, τα οποία άλλωστε είναι και η ασφαλέστερη, και ίσως η πραγματικά νοστιμότερη επιλογή. Έτσι, στην αρχέγονη σούπα που θα μαγειρέψετε φέτος ή από του χρόνου, μπορείτε να ρίξετε και τα έντομα της αρεσκείας σας.

υγ. Ψάχνοντας για τη Λέσχη των Λαίμαργων βρήκα ένα ομώνυμο ιστολόγιο, το οποίο ωστόσο δεν είχε καμία σχέση με την ομάδα του Δαρβίνου, αν και μόλις πληροφορήθηκαν γι’αυτό ένιωσαν μεγάλη περηφάνια.

Advertisements

Άγιες μέρες έχουμε, και όλοι ξαφνικά καταλαμβάνονται από συμπόνια προς όσους έχουν ανάγκη. Όλους ξαφνικά τους πιάνει τρέλα να βοηθήσουν τους πρόσφυγες, τους λαθρομετανάστες, τους τοξικομανείς, τα ευαγή ιδρύματα κλπ. Όλοι αυτόν τον καιρό στέλνουν χρήματα, ίσως και κάποια υλικά αγαθά. Φυσικά μετά το πέρας των γιορτών όλα αυτά ξεχνιούνται και η ζωή συνεχίζεται όπως πρώτα. Αν σας ένοιαζε τόσο πολύ να βοηθήσετε, σίγουρα δε θα περιμένατε συγκεκριμένη εποχή να το κάνετε, και αν πραγματικά θέλετε να βοηθήσετε, η πράξη σας θα έπρεπε να έχει κάποιο τίμημα σε σας. Γιατί, για να λέμε την αλήθεια, τους περισσότερους δεν τους στοιχίζει τίποτα η πενιχρή βοήθεια που προσφέρουν. Δίνουν κανένα πεντάευρο, αλλά εξακολουθούν να καίνε όλα τα φώτα του σπιτιού τους σε γιορτινή ατμόσφαιρα, να μαγειρεύουν ποικιλία πιάτων για ένα λόχο και να τηλεφωνούν με τα iPhone της τελευταίας τεχνολογίας. Τι θα λέγατε όμως αν σας πρότεινα αυτά τα Χριστούγεννα να μπείτε για λίγο στη θέση αυτών των ανθρώπων, τουλάχιστον ως προς το φαγητό; Αν για παράδειγμα, αντί για τα κλασικά πλουσιοπάροχα μελομακάρονα, κουραμπιέδες και σοκολατένια τρίγωνα τρώγατε κάτι λιτότερο; Την παρακάτω συνταγή την ανέσυρα από την αχανή ψηφιακή μου βιβλιοθήκη, και είναι η ιδανική για το συγκεκριμένο σκοπό.

Ζητιάνος

Υλικά:

350 γραμμάρια μπαγιάτικο μαύρο ψωμί,
μισό λίτρο άσπρο κρασί,
1 κιλό μήλα λίγο ξινά,
20 γραμμάρια βούτυρο για τη φόρμα
μισό κουταλάκι του γλυκού γαρίφαλο σε σκόνη,
μισό κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη,
150 γραμμάρια ζάχαρη περίπου ανάλογα με το πόσο ξινά είναι τα μήλα,
125 γραμμάρια σταφίδες.

Εκτέλεση:

κόβετε το μαύρο ψωμί σε κομμάτια, το περιχύνετε με το κρασί
και το αφήνετε τρεις ώρες να ρουφήξει.
Πλένετε τα μήλα, τα καθαρίζετε και τα κόβετε σε κύβους ή σε φέτες.
Στη συνέχεια βουτυρώνετε ένα πυρίμαχο σκεύος και απλώνετε εναλλάξ μια
στρώση ψωμί και μια μήλα.
Σε κάθε στρώση που τελειώνει ρίχνετε ζάχαρη, γαρίφαλο, κανέλα και σταφίδες.
τελευταία στρώση πρέπει να είναι από ψωμί.
Βάζετε το πυρίμαχο σε προθερμασμένο φούρνο στους διακόσιους βαθμούς και ψήνετε τον ζητιάνο περίπου 45 60 λεπτά.
Σημειώσεις:
Το επιδόρπιο αυτό σερβίρεται ζεστό και όποιος θέλει μπορεί να προσθέσει λίγη κανέλα ή και να το περιχύσει με κρύο γάλα.
Όποιος θέλει δε να τον κάνει πιο πλούσιο, του προσθέτει και ξερά δαμάσκηνα, που έχει αφήσει πρώτα να φουσκώσουν.
Η γεύση του ξερού δαμάσκηνου ταιριάζει πάρα πολύ με το μαύρο ψωμί και το κόκκινο κρασί.

Πηγή:
Ίδρυμα Ουέστον Α. Πράις

Μετάφραση: Bolko

Αυστραλοί Αβορίγινες: ζώντας από το απόθεμα της γης

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 2000 από τις Σάλι Φάλον και Μέρι Γκ. Ένιγκ, PhD

Απ’όλους τους λαούς που επισκέφθηκε ο Ουέστον Πράις κατά τις ιστορικές του ερευνητικές αποστολές τη δεκαετία του 1930, κανένας δεν του προκάλεσε τόσο δέος όσο οι Αυστραλοί Αβορίγινες, τους οποίους περιέγραψε ως «ζωντανό μουσείο διατηρημένο από την αυγή της ζωικής ζωής στη γη.» Για τον Πράις, οι Αβορίγινες αντιπροσώπευαν το πρώτυπο της ηθικής και σωματικής τελειότητας. Η ικανότητές τους στο κυνήγι, την ιχνηλάτηση και την τροφοσυλλογή ήταν αξεπέραστες. Η κοινωνική τους οργάνωση επέτρεπε τη διδασκαλία των παιδιών από τη νεαρή ηλικία. Μία σειρά μυήσεων για τα αγόρια είχε σχεδιαστεί για να ενσταλάξει και την αφοβία και το σεβασμό για το καλό όλης της φυλής, και το σεβασμό και τη φροντίδα για ένα μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων ανθρώπων, για τους οποίους φυλάσσονταν ειδικές τροφές που ήταν και εύκολες στη συλλογή και στο κυνήγι. Οι φωτογραφίες των Αβοριγίνων στη φυσική τους διατροφή που έβγαλε ο Πράις καταδεικνύουν οδοντοστοιχείες τόσο τέλειες ώστε να κάνουν τον αναγνώστη ν’αναρωτιέται αν αυτοί οι ιθαγενείς φορούσαν ψεύτικα δόντια. Αλλά όπως και όλες οι άλλες πρωτόγονες ομάδες που μελέτησε ο Πράις, οι Αβορίγινες σύντομα υπέκυψαν στο σάπισμα των δοντιών και σε νόσο κάθε τύπου όταν υιοθέτησαν τις “τροφές του σύγχρονου εμπορίου που εκτόπισαν τις προηγούμενες» – λευκό αλεύρι και ζάχαρη, μαρμελάδες, κονσερβοποιημένα τρόφιμα και τσάι. Τα παιδιά που γεννήθηκαν στην επόμενη γενιά εμφάνισαν ανωμαλίες στα οδοντικά τους τόξα με εμφανείς ρινικές δυσμορφίες – σύνδρομα όμοια μ’αυτά που εμφανίζονται στους πολιτισμούς των Λευκών.
Η αυστραλιανή ήπειρος προσφέρει άφθονες τροφές – χερσαία θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, θαλασσινά κι έντομα – συν μίας εκπληκτικής ποικιλίας φυτικών τροφών. Οι συνθήκες ήταν οργιώδεις στις υποτροπικές περιοχές κατά μήκος των ακτών, και υπερβολικά σκληρές στο ερημώδες εσωτερικό. Πάραυτα, οι άνθρωποι των ξηρών περιοχών παρουσίαζαν την ίδια εύρωστη και καλή υγεία όπως και τα αδέρφια τους που ζούσαν στα παραθαλάσσια δάση. Κάθε φυλή διέμενε στη δική της καθορισμένη περιοχή,εκτός από τις συμμετοχές σε ορισμένες θρησκευτικές τελετές ή για το μοίρασμα ιδιαίτερα πλουσιοπάροχων συγκομιδών τροφών όπως όστρακα ή ξηρούς καρπούς. Οι παράκτιες ομάδες έχτιζαν περισσότερο ή λιγότερο μόνιμες κατοικίεςκαι κινούνταν ως ομάδα μόνο για να εκμεταλλευτούν ορισμένες εποχιακές πηγές τροφής. Οι φυλές της ερήμου ήταν πιο περιπλανώμενες; είχαν μεγαλύτερες επικράτειες, και μετακινούνταν σύμφωνα με την τοποθεσία του νερού και των θηραμάτων.
Οι άντρες ήταν υπεύθυνη για το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων,πουλιών και ψαριών. Γενικώς κυνηγούσαν το καγκουρώ σε ομάδες. Μία ομάδα απλωνόταν για να διώξει τα ζώα προς ένα δίχτυ που τέντωναν σ’ένα ξέφωτο του δάσους ή του θαμνότοπου κοντά στην περιοχή που έτρωγαν τα ζώα. Μια άλλη ομάδα κρυβόταν κοντά στα δίχτυα για να πιάσει το θήραμα με ακόντια ή ρόπαλα. Σε ανοιχτή ύπαιθρο, τα ζώα ιχνηλατούνταν κι ακοντίζονταν καθώς ξεκουράζονταν στη σκιά ενός δέντρου κατά το ζεστό μέρος της ημέρας. 11 Μικρότερα μαρσυποφόρα όπως το ουάλαμπι, το παντέμελον, το μπάντικούτ και ο αρουραίος καγκουρώ, κυνηγούνταν επίσης. Στις ξηρές κεντρικές περιοχές, τέτοια μικρά θηράματα έχουν αντικατασταθεί εν μέρει από τα κουνέλια. Η έχιδνα – ο αγκαθωτός μυρμηγκοφάγος – επίσης θηρεύεται για το κρέας της.
Οι Αβορίγινες δεν κυνηγούσαν τη νύχτα, αλλά εξήγαγαν νυκτόβια ζώα όπως πόσουμ και κοάλα – και τα δύο εκλεκτά φαγητά – από τους ημερήσιους τόπους ανάπαυσής τους με διάφορους ιδιοφυείς τρόπους. Οι Αβορίγινες πρώτα θα ανίχνευαν την παρουσία του ζώου από τη μυρωδιά του, τις νυχιές ή τα περιττώματα, και θα επιβεβαίωναν την παρουσία του βάζονταςένα ξυλαράκι ή φοινικόφυλλο με λίγο μέλι μέσα στο κούφιο δέντρο ή κούτσουρο που χρησιμεύει ως κρυψώνα. Αν οι τρίχες κολλούσαν στο μέλι, γνώριζαν ότι το ζώο βρισκόταν εκεί.
Οι νυχτερίδες όπως η ιπτάμενη αλεπού ή ο γκρίζος ανεμοπόρος ήταν τόσο πολυάριθμες σε ορισμένα μέρη που έκλειναν τα αστέρια και το φεγγάρι όταν πετούσαν. Πιάνονταν την ημέρα ενώ κοιμούνταν στους θάμνους. Δύο ή τρεις άνθρωποι που κουβαλούσαν περίπου μία ντουζίνα ρόπαλα θ’ανέβαιναν στα δέντρα που κοιμούνταν οι νυχτερίδες. στεκόμενοι πάνω στα κλαδιά, θα τρόμαζαν τις νυχτερίδες και θα’ριχναν τα ρόπαλα πάνω τους καθώς αυτές πετούσαν μακριά.
Τα ερπετά όπως τα γκοάνα (ιγκουάνες), οι σαύρες, οι βάτραχοι και τα φίδια επίσης είχαν θέση στη διατροφή των Αβοριγίνων, όπως και πουλιά όλων των μεγεθών – εμού, γαλοπούλες, κύκνοι, πάπιες, παπαγάλοι και κακατού. Για να πιάσουν ιπτάμενα πουλιά όπως παπαγάλους, οι Αβορίγινες απλωναν δίχτυα ανάμεσα στα δέντρα. Μπούμερανγκ ρίχνονταν πάνω απ’το κοπάδι. Νομίζοντας ότι αυτά είναι γεράκια, τα πουλιά βουτούσαν προς τα κάτω και πιάνονταν στα δίχτυα. Το καλοκαίρι, οι κυνηγοί θα έπιαναν πάπιες βυθίζοντας τον εαυτό τους μέχρι το λαιμό σε νερόλακους και κρατώντας μικρά κλαδιά για να κρύψουν τα κεφάλια τους. Όταν μία πάπια πλησίαζε, ο κυνηγός θ’άρπαζε τα πόδια της και θα την έπνιγε. Τα ψάρια καμακώνονταν ή δηλητηριάζονταν με την προσθήκη ορισμένων δηλητηριωδών φυτών στο νερό. Όταν ανέβαιναν στην επιφάνεια, μπορούσαν να πιαστούν με το χέρι.
Η μεγάλη πρόκληση για τον Αβορίγινα ήταν να προσλάβει αρκετό διατροφικό λίπος. Ήταν στενή παρατηρητές της φύσης και γνώριζαν πότε ακριβώς ορισμε΄να ζώα ήταν παχύτερα. Για παράδειγμα, τα καγκουρώ ήταν παχιά όταν άνθιζε η ακακία με φύλλο φτέρης, τα πόσουμ όταν η μηλιά ήταν σε άνθηση. Άλλα σημάδια έδειχναν πότε ο ταπιτοπύθωνας, ο αρουραίος καγκουρώ, τα μύδια, τα στρείδια, οι χελώνες και τα χέλια ήταν παχιά και στο καλύτερό τους. 11 Εκτός από περιόδους ξηρασίας ή πείνας, ο Αβορίγινας απέριπτε καγκουρώ που ήταν πολύ αδύνατα – δεν άξιζε να τα κουβαλήσει πίσω στον καταυλισμό. 1 Σε περιόδους αφθονίας τα ζώα σφαγιάζονταν ανηλεώς, και μόνο τα καλύτερα και παχύτερα μέρη των κυνηγιών τρώγονταν, 7 Αγαπημένες τροφές ήταν λίπος από τα έντερα των μαρσυποφόρων και των εμού. 7 Υψηλά κορεσμένο λίπος από το νεφρό του πόσουμ συχνά τρωγόταν ωμό. 5 Το ντούγκονγκ, ένα μεγάλο θαλάσσιο θηλαστικό, ήταν μια άλλη πηγή λίπους διαθέσιμη στους ιθαγενείς στις ακτές.
Άλλες πηγές λίπους περιελάμβαναν αυγά – και πουλιών και ερπετών – και μια μεγάλη ποικιλία εντόμων. Σημαντικότερο μεταξύ αυτών ήταν η κάμπια γουίτσετι, ή η προνύμφη του σκόρου, που βρισκόταν σε σάπιους κορμούς δέντρων. Αυτές οι χυμώδεις λιχουδιές συχνα πάνω από 15 εκατοστά – τρώγονταν και ωμές και μαγειρεμένες. Η περιεκτικότητα της αποξηραμένης κάμπιας σε λίπος είναι ως και 67%. Το πράσινο μυρμήγκι των δέντρων ήταν μια άλλη πηγή πολύτιμου λίπους, με αναλογία λίπους πρωτεΐνης περίπου 12 προς ένα. Μία άλλη σημαντική εποχιακή τροφή σε κάποια μέρη της χώρας ήταν ο σκόρος μπέγκονγκ. Οι σκόροι ρίχνονταν από τις πέτρινες πλαγιές όπου συγκεντρώνονταν σε μεγάλους αριθούς, ή μαζεύονταν με καπνό από σπηλιές ή σχισμές βράχων. Ψήνονταν επί τόπου ή αλέθονταν για μελλοντική χρήση. Οι κοιλιές των σκόρων έχουν το μέγεθος ενός μικρού φιστικιού και είναι πλούσιες σε λίπος.
Ο Ουέστον Πράις σταθερά έβρισκε ότι οι υγειείς πρωτόγονοι κατανάλωναν μία διατροφή που περιέχει τουλάχιστον δέκα φορές περισσότερους λιποδιαλυτούς ενεργοποιητές – βιταμίνες που βρίσκονται μόνο στο ζωικό λίπος – σε σύγκριση με την τυπική αμερικανική διατροφή της εποχής του. Αυτά θα παρέχονταν στη διατροφή των Αβοριγίνων από το ζωικό λίπος, τα όργανα των κυνηγημένων ζώων (ολόκληρο το ζώο καταναλωνόταν, ακόμα και τα εντόσθια) όπως επίσης κι από έντομα, ψάρια και ιδίως οστρακοειδή, συμπεριλαμβανομένων των αστακών, των καβουριών, των καραβίδων, των αστακοκαραβίδων, των σαλιγκαριών, των στρειδιών, των μυδιών, των κυδωνιών, των αυτιών της Αφροδίτης, των χτενιών, των αχινών, και των θαλάσσιων σαλιγκαριών.Τα οστρακοειδή είναι συνήθως 10 φορές πλουσιότερα σε βιταμίνη δ από τα εντόσθια. Τα οστρακοειδή που τρέφονταν με φύκη και τα έντομα που τρέφονταν με πράσινα φυτά θα είχαν επίσης προσφέρει τον παράγοντα Πράις ή τον ενεργοποιητή χ που τώρα πιστεύεται ότι είναι η βιταμίνη κ2, έναν ισχυρό καταλύτη για την απορρόφηση των μετάλλων. 10
Ο παραδοσιακός ρόλος για της γυναίκες Αβορίγινες ήταν αυτός του τροφοσυλλέκτη. Ήταν υπεύθυνες για τη συγκομιδή των εντόμων, των οστρακοειδών και σχεδόν όλων των φυτικών τροφών. Οι περισσότερες περιοχές της Αυστραλίας πρόσφεραν μια αφθονία φυτικών τροφών, ακόμα και οι ξηρές ερημικές περιοχές. Η ανατολική ακτή της Αυστραλίας μόνο υπερηφανεύεται για πάνω από 250 εδώδιμα φυτά συμπεριλαμβανομένων κονδύλων όπως γιαμ και χορτοπατάτες, ριζών φτέρης, καρδιών φοινίκων, οσπρίων, ξηρών καρπών, σπόρων, βλαστών, φύλλων και μιας ευρείας ποικιλίας φρούτων όπως σύκα και μούρα. 9 Κάποιες περιοχές έδιναν ντόπιο κεχρί σε αφθονία. Στην έρημο, η τριωδία παρήγαγε μεγάλες ποσότητες σπόρου σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους.
Μία από τις πιο αξιοσημείωτες πηγές τροφής για τους Αβορ΄γινες της ανατολικής Αυστραλίας ήταν οι αραουκάριες των βουνών Μπούνια. Μια φορά κάθε τρία χρόνια αυτά τα γιγάντια δέντρα παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες κώνων, οι μεγαλύτεροι των οποίων περιείχαν σπόρους μήκους 2,5-4 εκατοστών. Κάθε τρίτο χρόνο, πολλές φυλές θα ταξίδευαν στη γιορτή των μπούνια μπούνια – ήταν από τις λίγες φορές που άνθρωποι επιτρεπόταν να περάσουν τα όρια άλλων φυλών. Η συγκομιδή ήταν τόσο άφθονη πουχ ιλιάδες άνθρωποι μπορούσαν να ζήσουν για εβδομάδες από τους σπόρους. Οι ξηροί καρποί περιγράφονται να έχουν μια νόστιμη γεύση, κάπως σαν κάστανα όταν ψηθούν. 9 Οι ψύχες επίσης αλέθονταν σε αλεύρι και ψήνονταν στις στάχτες σαν πίτα. Οι Αβορίγινες αποθήκευαν τους σπόρους του μπούνια βάζοντάς τους σε μεγάλα καλαμένια καλάθια και θάβοντάς τους σε συγκεκριμένο τύπο λάσπης. Όταν ξεθάβονταν – μετά από αρκετούς μήνες παραμονής στο έδαφος – οι σπόροι είχαν πολύ αποκρουστική οσμή, αλλά πάραυτα ήταν δημοφιλής τροφή. 11
Άλλα δέντρα που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στον πολιτισμό των Αβοριγίνων περιελάμβαναν τις πολλές ποικιλίες της ακακίας, οι οποίες έδιναν άνθη που χρησιμοποιούνταν για την Παρασκευή γλυκών ροφημάτων, κάμπιες που μαζεύονταν από τους κορμούς και τις ρίζες τους και το φλοιό που χρησιμοποιούταν ως δηλητήριο ψαριών. Τα μαγκρόβια δέντρα, που φύονταν σε βάλτους γλυκού νερού ή μπίλαμπονγκ, παρείχαν καρπούς, κι επίσης έκρυβαν σκουλήκια των μαγκροβίων, στρείδια του γλυκού νερού, δίθυρα μαλάκια και καβούρια στα περίπλοκα ριζικά τους συστήματα. Αλάτι συλλεγόταν από τα φύλλα τους. 11 Τα μαστιχόδεντρα ή οι εύκάλυπτοι έκρυβαν κάμπιες, κυψέλες μελισσών, κοάλα και πόσουμ, όπως και εύγευστο έκκριμα εντόμων που λέγεται λερπ. Ακόμα και οι κηκίδες πάνω στους κορμούς τους τρώγονταν. Κάποια άνθη παρείχαν νέκταρ που χρησιμοποιούταν στην Παρασκευή ενός γλυκού ροφήματος που λεγόταν «μπουλ» από μια φυλή Αβοριγίνων. Ο κρεμαστός ευκάλυπτος ήταν μια πλούσια πηγή μάννα, μιας εύθραυστης λευκής ουσίας με ευχάριστη γεύση, η οποία εκρέει απ’το φλοιό. Ως και 20 κιλα μπορούσαν να συλλεγούν απ’τα δέντρα σε μία μέρα. 6 Τα φύλλα του ευκάλυπτου χρησιμοποιούνταν στην Παρασκευή βοτανικών φαρμάκων, ενώ τα κόμμεα χρησιμοποιούνταν για το γέμισμα οδοντικών κοιλοτήτων. 11 Τα άνθη της μελανολεύκας ή του χαρτόφλουδου δέντρου χρησιμοποιούταν για την Παρασκευή γλυκών ροφημάτων. Το πιο σημαντικό ήταν ωστόσο ότι ο φλοιός τους χρησιμοποιούταν για οτιδήποτε από το μαγείρεμα έως την κατασκευή κανό.
Οι ζωικές τροφές συνήθως μαγειρεύονταν, είτε πάνω από ανοιχ΄τη φωτιά είτε αχνίζονταν σε λάκους. Το καγκουρώ, για παράδειγμα, ριχνόταν σε μια φωτιά και καψαλιζόταν για λίγο χρόνο, ώστε η εσωτερική σάρκα να παραμένει πρακτικά ωμή. Άλλες φορές το καγκουρώ τοποθετούταν σε μια μεγάλη τρύπα, περιβαλλόταν από καυτά κάρβουνα και σφραγιζόταν απ’τον αέρα. Κάποτε το φαγητό τυλιγόταν σε φλοιό μελανολεύκας. Η ιπτάμενη νυχτερίδα τυλιγόταν στο φύλλο του αρχοντοφοίνικα για μαγείρεμα. Όταν οι νυχτερίδες είχαν μαγειρευτεί, τα φύλλα ξετυλίγονταν, τραβώντας το δέρμα και τη γούνα συγχρόνως.
Οι φυτικές τροφές χρειάζονταν προσεκτικότερη Παρασκευή μιας και πολλές απ’αυτές ήταν δύσπεπτες ή και δηλητηριώδείς. Οι γυναίκες Αβορίγινες περνούσαν αρκετές ώρες πλένοντας, αλέθοντας, κοπανίζοντας, στραγγίζοντας, τρίβοντας, βράζοντας και μαγειρεύοντας φυτικές τροφές. Το νερό βραζόταν σε σκάφες
από φλοιό ή σε μεγάλα κοχύλια.
Πολύ συχνά, το πρώτο βήμα στη χρονοβόρα διαδικασία της παρασκευής των φυτών ήταν η διαδικασία του “γιάντι», που εκτελούταν απ’τις γυναίκες για να διαχωριστούν οι σπόροι από τους βλαστούς και άλλες προσμίξεις με τις οποίες είχαν συλλεγεί. Η διαδικασία φαίνεται απλή, αλλά είναι, στην πραγματικότητα, υπερβολικά δύσκολη, «απαιτώντας επιδέξιες κινήσεις και αρκετή δεξιοτεχνία.» Οι συλλεχθέντες σπόροι τοποθετούνται σ’ένα επίμηκες ξύλινο πιάτο που λέγεται «κούλαμον», και τα διάφορα αντικειμενα διαφορετικής πυκνότητας ή χαρακτηριστικών διαχωρίζονται μεταξύ τους «με πολύ περίπλοκες και επιδέξιες περιστροφικές κινήσεις και τινάγματα.» 5
Οι ρίζες της φτέρης αποτελούσαν βασικό στοιχείο της διατροφής σε πολλές περιοχές. Ξεθάβονταν, πλένονταν, ψήνονταν σε καυτές στάχτες, και μετά κόβονταν σε τμήματα, κοπανίζονταν ανάμεσα σε δύο στρογγυλές πέτρες και τρώγονταν. Άλλα είδη ρίζας φτέρης στεγνώνονταν στον ήλιο, ψήνονταν ελαφρώς για ν’αφαιρεθούν τα τριχοειδή ριζίδια, και μετά ξεφλουδίζονταν με τα νύχια, ψιλοκόβονταν σ’ένα κούτσουρο για να σπάσουν οι ίνες, ανακατεύονταν με νερό και μ’άλλα συστατικά και στο τέλος ζυμώνονταν σε μια μπάλα για μαγείρεμα. Αυτές οι πίτες από ρίζα φτέρης τρώγονταν με ψάρι, κρέας, καβούρια ή στρείδια. Η χορτοπατάτα είναι μια νόστιμη ινώδης ρίζα που ψηνόταν και μετά κοπανιζόταν ανάμεσα σε δύο στρόγγυλες πέτρες πριν φαγωθεί. Κάποιες τροφές, όπως οι ψευδοβολβοί της ορχιδέας, πρώτα στεγνώνονταν, και μετά αλέθονταν κι ανακατεύονταν με νερό και μαγειρεύονταν. Τα γιαμ ξεθάβονταν μ’ένα ξύλο – κάποιες φορές από βάθος 90 εκατοστών ή και περισσότερο – και παρασκευάζονταν με σύνθλιψη και πλύση στο νερό και μετά μαγείρεμα σε στάχτες. 11
Πολλοί σπόροι τοποθετούνταν σε «σάκους ντίλι” – καλάθια ξεπλήματος – και έμπαιναν σε τρεχούμενο νερό για διάστημα από λίγες ώρες έως πολλές μέρες – μία διαδικασια που χρησίμευε στην αφαίρεση αντιθρεπτικών ουσιών και τοξινών που υπήρχαν σε πολλούς σπόρους και όσπρια. Το φασόλι τους πιρτόκουτου, για παράδειγμα, μουλιαζόταν για 12 ώρες, 6 ενώ το φασόλι του Τζακ μουλιαζόταν για αρκετές μέρες πριν κοπανιστεί, ζυμωθεί σε πίτες και ψηθεί. 11 Οι σπόροι της ζάμιας, ενός αγκαθωτού, φοινικοειδούς φυτού, ξεραίνονταν στον ήλιο, και μετά τοποθετούνταν σε μια ντίλι σακούλα και κρέμονταν σε τρεχούμενο νερό για 4-5 μέρες. Μετά συνθλίβονταν και κοπανίζονταν ανάμεσα σε δύο πλατιές πέτρες και αλέθονταν σε μια ψιλή πάστα. Αυτή η πάστα τυλιγόταν σε φλοιό μελανολεύκας, ψηνόταν κάτω από στάχτες και τρωγόταν ως πίτα. 6 Σπόροι του φοίνικα ανανά συνθλίβονταν σε αλεύρι, και μετά πλένονταν σε τρεχούμενο νερό για μια βδομάδα, μαγειρεύονταν σε καυτά κάρβουνα και τρώγονταν. 11 Τα μαύρα φασόλια μουλιάζονταν στο νερό για 8-10 μέρες και στεγνώνονταν στον ήλιο. Ψήνονταν σε καυτές πέτρες και αλέθονταν σε σκληρό αλεύρι. Όταν αυτό χρειαζόταν για φαγητό, ανακατευόταν με νερό, ζυμωνόταν σε λεπτή πίτα και μετά ξαναψηνόταν σε καυτές πέτρες. 6
Οι ξηροί καρποί του αγκαθωτού φοίνικα πανδάνου, ο οποίος ριζώνει στα βραχώδη ακροτήρια της ανατολικής Αυστραλίας, χρειάζονταν έξι εβδομάδες κατεργασίας για να γίνουν ασφαλείς για κατανάλωση. Μετατρέπονταν σε ένα εύγευστο και θρεπτικό ψωμί από ξηρούς καρπούς το οποίο ήταν επίσης δημοφιλές στους πρώτους Ευρωπαίους αποίκους. 9 Η αυστραλιανή χλωρίδα παρείχε πολλούς νόστιμους και θρεπτικούς καρπούς όλο το χρόνο, ιδίως στις υγρές παράκτιες περιοχές. Κάποιοι απ’αυτούς τρώγονταν ωμοί αμέσως μετά τη συγκομιδή, ενώ άλλοι περνούσαν από επεξεργασία. Το άγριο πορτοκάλι συλλεγόταν λίγο πριν ωριμάσει, και μετά θαβόταν για μια μέρα κατά την οποία γινόταν πολύ γλυκό. Το μήλο του καγκουρώ ωριμαζόταν ομοίως τοποθετώντας το στην άμμο για μια μέρα. 11 Η γεύση ενός είδους άγριου δαμάσκινου βελτιωνόταν μετά από την αποθήκευση ή την ταφή για λίγες μέρες. 6 Ο καρπός του κουάντονγκ, ή του ντόπιου ροδάκινου, θαβόταν για τέσσερις ημέρες. 11 Αποξηραμένα σύκα αλέθονταν σε πίτες και τρώγονταν με μέλι. Ο καρπός των μαγκρόβιων αδειαζόταν, μουλιαζόταν, και πολτοποιούταν μέσα σ’ένα καλάθι. 11
Οι Αβορίγινες επίσης χρησιμοποιούσαν καρπούς όπως οξυφοίνικα και ντόπιο μοσχολέμονο για να παρασκευάσουν δροσιστικά ροφήματα. 11 Ένα όξινο ρόφημα παρασκευαζόταν από τον καρπό του καλαμιού του δικηγόρου συνθλίβοντας τον καρπό σε νερό, και από τον αρτόκαρπο μουλιάζοντάς τον σε νερό. 6 Ορισμένα άνθη πλούσια σε νέκταρ συλλέγονταν νωρίς το πρωί και μουλιάζονταν στο νερό. Αυτό πινόταν φρέσκο κι επίσης αφηνόταν για να ζυμωθεί. 11 Κάποιες φυλές κοπάνιζαν άνθη σ’ένα ξύλινο πιάτο, κι έπειτα στράγγιζαν το νερό σε ένα άλλο πιάτο και το ανακάτευαν με τα σακχαρώδη με΄ρη των μελομυρμηγκιών. Αυτό το μίγμα αφηνόταν να ζυμωθεί για οκτώ με δέκα μέρες και γινόταν ποτό. 6 Τα ξεραμένα φύλλα του ερυθρανθούς τσαγόδεντρού προστίθενταν σε καυτό νερό για να δώσουν ένα ρόφημα σαν τσάι. 6
Φυσικά, το φρέσκο, καθαρό νερό ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των Αβοριγίνων, τόσο στις υποτροπικές παράκτιες περιοχές όσο και στο ξηρό εσωτερικό. Οι Αβορίγινες της ενδοχώρας γνώριζαν πού βρισκόταν το νερό στην έρημο κι εκτός από καιρούς υπερβολικής ξηρασίας έπιναν τεράστιες ποσότητές του. Ερευνητές έχουν βρει ότι,σ ‘ένα απ’τα ξηρότερα ενδιαιτήματα της γης, αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν περίπου δύο φορές περισσότερο νερό ανά μονάδα μάζας από Ευρωπαίους στο ίδιο περιβάλλον. 7 Ένας ενήλικας Αβορίγινας άντρας μπορει να πιει σχεδόν τρία λίτρα νερό σε 35 δευτερόλεπτα. 7 Κατά τους καιρούς ξηρασίας, το νερό μπορεί να προσληφθεί από τους νεροκρατητικούς βατράχους ή από ορισμένα φυτά. 5
Στο παρελθόν, νερόσακοι από δέρμα καγκουρώ χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά αρκετά μεγάλων όγκων νερού. Παραδόξως, αυτοί δε χρησιμοποιούνταν στις πιο ξηρές περιοχές, ίσως επειδή τα καγκουρώ είναι σχετικά σπάνια στην έρημο και τα ζωτικά θρεπτικά συστατικά – ιδίως τα λιποδιαλυτά συστατικά – χάνονται εάν αυτό το ζώο δε μαγειρευτεί στο δέρμα του. 5 Έως κι ένα γαλόνι νερό θα μπορούσε να μεταφερθεί σε ορισμένα μεγάλα φύλλα τυλιγμένα κατά ιδιοφυείς τρόπους.
Καμία μελέτη των Αβοριγίνων λαών δεν αναφέρει για κάποια ειδική Παρασκευή των οστών σε πάστες ή ζωμούς, όπως γίνεται συχνά μεταξύ άλλων παραδοσιακών λαών ανά τον κόσμο. Έχει αναφερθεί ότι οι Αβορίγινες έκαναν ασβέστη καίγοντας κοχύλια σε μια μεγάλη φωτιά την οποία διατηρούσαν για τρεις με τέσσερις μέρες, 3 ο οποίοςπιθανόν χρησιμοποιούταν στην Παρασκευή του φαγητού. Τα έντομα που τρώγονταν ολόκληρα και αλεσμε΄να όπως οι πεταλούδες παρείχαν ασβέστιο, όπως και οι πολλές φυτικές τροφές που προετοιμάζονταν κατάλληλα ώστε να εξουδετερωθεί το φυτικό οξύ, που εμποδίζει την απορρόφηση του ασβεστίου.
Ούτε οι αλμυρές ούτε οι γλυκιές γεύσεις έλειπαν από τη διατροφή των Αβοριγίνων. Αλάτι συλλεγόταν από τα φύλλα του μαγκρόβιου των ποταμών και ήταν διαθέσιμο στις πεδιάδες άλατος στις ερημικές περιοχές. Τα φύλλα του πλούσιου σε νάτριο καρπόβρωτου ψήνονταν και προστίθενταν στη διατροφή. 6 Ορισμένα καλάμια και πάπυροι περιείχαν αρκετή ποσότητα νατρίου, όπως και οι σπόροι της χρυσής γρεβιλέας, κάποια είδη σύκων, το δαμάσκινο νόντα και η άγρια τομάτα. Η άγρια ρίζα του δαυκίου και τα νεροκάστανα περιέχουν περισσότερο από 4450 μικρογραμμάρια νατρίου ανά 100 γραμμάρια. 8 Οι ζωικές τροφές επίσης παρέχουν νάτριο, ιδίως το αίμα και ορισμένα όργανα, ο βαρανός, τα οστρακοειδή, τα σαλιγκάρια και τα σκουλήκια. 8 Οι σππόροι της λιάνας του πιπεριού κοπανίζονταν και χρησιμοποιούνταν ως πιπέρι 6 και κάποια αρωματικά φύλλα χρησιμοποιούνταν επίσης στο μαγείρεμα.
Για γλύκα, οι Αβορίγινες αγαπούσαν το μέλι. Ξεχώριζαν μεταξύ δύο ειδών. Το ένα ήταν λευκό και πολύ γλυκό, και πάντοτε βρισκόταν σε μικρά νεκρά και κούφια δέντρα. Το άλλο ήταν σκούρο, πιο άφθονο και κάπως ξινής γεύσης.11 Στην έρημο, η γλυκιά γεύση προερχόταν από την κατανάλωση των πρησμένων κοιλιών των σακχαρομυρμηγκιών. Τα κόμμεα των δέντρων διαλύονταν στο νερό κι ανακατεύονταν με μέλι για να γίνουν γλυκίσματα για παιδιά.3 Το λερπ, το γλυκό έκκριμα που βρισκόταν σε ορισμένα δέντρα, συλλεγόταν και μασιόταν ή λιωνόταν με ζεστό νερό για να γίνει ζελές και τρωγόταν. 11
Ορισμένοι συγγραφείς έχουν δηλώσει ότι οι Αβορίγινες δεν εξασκούσαν καμία μέθοδο γεωργίας ή εξημέρωσης ζώων. 12 Αυτό δεν ισχύει επακριβώς. Περιστασιακά, ο Αβορίγινας εξημέρωνε το άγριο ντίνγκο μεγαλώνοντας και εκπαιδεύοντας τα σκυλιά από κουτάβια. Αυτά λίγο βοηθούσαν για το κυνήγι του καγκουρώ, αλλά ήταν χρήσιμα για την ιχνηλάτηση και τον εντοπισμό της έχιδνας και του βαρανού.
Αν οι Αβορίγινες δεν εξασκούσαν τη γεωργία καθ’εαυτήν, εκτελούσαν την πρακτική της διαχείρισης της γης, ιδίως με τη χρήση της φωτιάς. Οι εθνοβοτανολόγοι τώρα έχουν ξεκινήσει να εκτιμούν το ζωτικό ρόλο που έπαιξε η φωτιά στην αύξηση της παροχής τροφής των Αβοριγίνων. Οι πρώτοι εξερευνητές συχνά ανέφεραν φωτιές των Αβοριγίνων στη γη. Πολλά από τα σημαντικά φυτά της διατροφής των Αβοριγίνων χρειάζονται συχνή καύση αν είναι να φτάσουν στη μέγιστη παραγωγή. Κάποια ερημόβια φυτά χρειάζονται πιο συχνή καύση απ’άλλα, οδηγώντας σ’ένα μωσαϊκό φυτικών κοινοτήτων σε διαφορετικά στάδια ανάκαμψης μετά από φωτιά. 5
Ακόμα και η πρακτική της αποχής απ’το κυνήγι και την τροφοσυλλογή σε ιερές τοποθεσίες συνέβαλε στην όλη οικολογία του περιβάλλοντος των Αβοριγίνων. Τέτοιες τοποθεσίες λειτουργούσαν ως καταφύγια για την άγρια ζωή ζώων. «Αυτές οι τοποθεσίες θα ήταν ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μίας περιοχής, αφού αμέσως μετά τις ξηρασίες θα λειτουργούσαν ως πηγή φυτών και ζώων που θα επαναποίκιζαν εξαντλημένες περιοχές, εξασφαλίζοντας έτσι μια ταχύτερη ανάκαμψη των βιωτών της οικείας ζώνης.» 5
Ένας άλλος τομέας της διαχείρησης της γης περιελάμβανε τη δημιουργία καταφυγίων για πληθυσμούς εντόμων. Κορμοί βελανιδιάς σπρώχνονταν στα ρυάκια και τα ποτάμια για να προσελκύσουν τις κάμπιες τορέντο. 11 Κάποτε το ξύλο συσσωρευόταν σε ύψος πάνω από μισό μέτρο και σε πλάτος σχεδόν δύο μέτρα. Αυτό θα θεωρούταν έτοιμο για συγκομιδή στο διάστημα ενός έτους. Οι κάμπιες συλλέγονταν από γυναίκες και γέρους άντρες. Οι Αβορίγινες επίσης αποφλοίωναν τους κηρόφλοιους ευκαλύπτους για να κάνουν τους κορμούς τους να σαπίσουν. Λευκές προνύμφες θα τρέφονταν από το σαπισμένο ξύλο και συλλέγονταν για τροφή. 6
Η παραδοσιακή τροφή του Αβορίγινα οπότε παρείχε όλα όσα χρειαζόταν για πλήρη φυσική ανάπτυξη, ανώτερη δύναμη κι αντοχή και γενικά καλή υγεία. Όπως ο Ουέστον Πράις, οι πρώτοι εξερευνητές ανέφεραν ότι οι Αβορίγινες ήταν «καλά σχηματισμένοι΄ τα άκρα τους είναι ίσια και μυώδηη τα σώματά τους όρθια΄ τα κεφάλια τους με καλό σχήμα΄ τα τα χαρακτηριστικά γενικώς είναι καλά τα δόντια κανονικά , λευκά και γερά. Είναι ικανοί να υποστούν μεγάλη κόπωση και στέρηση στις περιπλανήσεις τους, προχωρώντας μαζί για μεγάλες αποστάσεις.» 12 Πολλοί παρατηρητές ανέφεραν για τη μεγάλη τους επιδεξιότητα και όραση, η οποία τους καθιστούσε ικανούς να δουν αστέρια που ο λευκός άνθρωπος μπορεί να δει μόνο με το τηλεσκόπιο, και κινούμενα ζώα σε απόσταση ενός μιλίου, τα οποία ο πολιτισμένος άνθρωπος δε μπορεί να δει καν.
Ένας πρώτος Αυστραλός άποικος ονόματι Φίλιπ Τσάνσι ανέφερε αρκετά παραδείγματα της «ταχύτητας της όρασης και της ευκαμψίας κι ευκινησίας των άκρων και των μυών» στους Αβορίγινες, συμπεριλαμβανόμένου κι ενός Αβορίγινα που στεκόταν ως στόχος για μπάλες του κρίκετ που ρίχνονταν με δύναμη από επαγγελματίες ρίπτες σε απόσταση μόνο δέκα με δεκαπέντε γιαρδών, και πάλι τις απέφευγε επιτυχώς ή της απέκρουε με μια μικρή ασπίδα για τουλάχιστον μισή ώρα.Άλλοι ιθαγενείςέριχναν μπάλες του κρίκετ σε μεγάλες απποστάσεις, και ξεπερνούσαν τους καλύτερους ακροβάτες του τσίρκου πηδώντας από ένα τραμπολίνο σ’έναν κατακόρυφο πάνω από 11 άλογα που στέκονταν δίπλα-δίπλα. 12
Εντούτοις, η μεγάλη ποικιλία ιατρικών υλικών του Αβορίγινα καταδεικνύει ότι δεν ήταν εντελώς ελεύθερος από πο΄νους και οδύνες. Τα αυστραλιανά φυτά του παρείχαν θεραπείες για τη διάρροια, τους βήχες, τα κρυολογήματα, τους ρευματισμούς, τις ωτίτιδες, τον πονόδοντο, τη ναυτεία, τον πονοκέφαλο, τα πονεμένα μάτια, τους πυρετούς, τις δερματικές αλλοιώσεις, τα εξανθήματα, την αιμορραγία της γέννας, τα σπυριά και τα έλκη – όπως και θεραπεία των πληγών, των εγκαυμάτων, των δαγκωμάτων των εντο΄μων και των δηλητηριών των φιδιών. Ο Μακφάρλαν μελέτησε Αβορίγινες που ζούσαν σχεδόν εξολοκλήρου από ντόπιες τροφές στην έρημο, και βρήκε ΄το κάθε μέλος της φυλής να πάσχει από χρόνια επιπεφυκίτιδα. 7
Οι Αβορίγινες επίσης χρησιμοποιούσαν βότανα για αντισύλληψη και στείρωση, επιτρέποντάς τους έτσι να αραιώνουν χρονικά τα παιδιά τους και να προλαμβάνουν τον υπερπληθυσμό.
Η κατάσταση του σύγχρονου Αβορίγινα που έχει εγκαταλείψει τη ντόπια διατροφή του είναι πράγματι λυπηρή. Είναι επιρρεπής στην αύξηση του βάρους, στο διαβήτη, τη φυματίωση, τον αλκοολισμό και, το χειρότερο απ’όλα, την εισπνοή της βενζίνης.
Πολλοί Αβορίγινες αναγνωρίζουν την ανάγκη επιστροφής σε ντόπιες τροφές. Ακούστε την ιστορία της Ντέιζι Κανάρι:
«Πολύ παλιά όταν οι Αβορίγινες ζούσαν από τα καλά και τα υγιειν Συνέχεια

Πηγή:
Συνταγές της Παρέας

Από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάιο, μπορούμε να βρούμε φρέσκα, νόστιμα σπαράγγια.
Τα σπαράγγια έχουν μεγάλη θρεπτικη αξία, μια που έχουν λίγες θερμίδες (μόνο 20 θερμίδες τα 5 περίπου), καθόλου λίπος και χοληστερόλη, ενώ έχουν πολύ νάτριο, κάλιο, φολικό οξύ, θειαμίνη και βιταμίνες Β6, Α και C.

Έχουν διαιτητικές και ιδιαίτερα διουρητικές ιδιότητες και πολλές βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, αλλά προσέξτε γιατί δεν συνίσταται για ανθρώπους που έχουν ρευματισμούς, αρθριτικά, ποδάγρα, νεφρολιθιάσεις και κυστίτιδες γιατί περιέχει οξαλικο οξύ.
Κατά το βράσιμο η απώλεια των βιταμινών κυμαίνεται από 27-40%.

Τα σπαράγγια μπορεί να είναι πράσινα ή άσπρα, ανάλογα με το αν μεγάλωσαν πάνω ή κάτω από το χώμα.

Στη χώρα μας σπαράγγια καλλιεργούνται στη Μακεδονία και τη Θράκη. Εάν υπάρχει ακαλλιέργητη περιοχή κοντά σας, με ποτάμι ή ρυάκι ή ελιόδεντρα, μπορεί να είστε τυχεροί και να βρείτε και άγρια.

Τα σπαράγγια που θα διαλέξετε πρέπει να είναι σφιχτά, φρέσκα, τρυφερά, να έχουν λαμπερό χρώμα και κλειστές άκρες και κατά προτίμηση με ίδια διάμετρο, ώστε να μαγειρεύονται ομοιόμορφα. Δεν πρέπει όμως να είναι μαλακά. Για να σιγουρευτείτε πως είναι τρυφερά, σπάστε το κοτσάνι κοντά στη βάση. Εάν σπάσει καθαρά, με τραγανό ήχο, χωρίς κλωστές, τότε είναι φρέσκα και τρυφερά.

Τα διατηρείτε στο ψυγείο, πλυμένα και στεγνά, τυλιγμένα σε χαρτί και μέσα σε πλαστική σακούλα για 2-3 μέρες.
Μπορείτε να τα βάλετε στην κατάψυξη. Θα τα πλύνετε καλά και θα κόψετε λίγο το κοτσάνι. Μπορείτε να τα αφήσετε ολόκληρα ή να τα κόψετε σε μεγάλα κομμάτια. Τα ζεματίζετε σε βραστό νερό, τα βουτάτε σε παγωμένο νερό και τα αφήνετε να στραγγίσουν. Τα βάζετε σε σακούλες και τις κλείνετε καλά, να φύγει όλος ο αέρας. Μένουν στην κατάψυξη για 8 μήνες περίπου. Δεν χρειάζονται απόψυξη για να μαγειρευτούν.

Πριν το μαγείρεμα χρειάζονται καθάρισμα. Κόβουμε λίγο από το σπαράγγι και ξεφλουδίζουμε με το ειδικό εργαλείο, ξεκινώντας λίγο κάτω από την κορυφή και προς τα κάτω. Θέλει λίγη προσοχή όμως για να μη μας σπάσει το σπαράγγι.

Μπορούμε να τα μαγειρέψουμε με πάρα πολλούς τρόπους:

Βράσιμο:
Βάλτε τα σε αλατισμένο νερό που βράζει. Μπορείτε να προσθέσετε και λίγο λεμονάκι.

Στον ατμό:
Και πάλι θέλουν περίπου 5-8 λεπτά, αλλά εάν είναι ιδιαίτερα μεγάλα μπορεί να χρειαστούν μέχρι και 20. Διατηρούν καλύτερα τις θρεπτικές τους ουσίες και τη γεύση τους.

Και με τους δύο αυτούς τρόπους, μπορείτε να τα δέσετε σε ματσάκια και να τα βάλετε όρθια. Χρειάζονται περίπου 5-8 λεπτά, αλλά εάν είναι ιδιαίτερα μεγάλα μπορεί να χρειαστούν μέχρι και 20 λεπτά για να γίνουν. Για να δείτε εάν έχουν γίνει βυθίστε ένα μαχαιράκι στο κοτσάνι.

Σε κινέζικο στυλ:
Κόψτε τα διαγώνια σε μικρά κομμάτια (περίπου 1 εκ.), αφήνοντας τις άκρες ολόκληρες. τηγανίστε τα με λίγο λάδι σε wok, για 3-5 λεπτά.

Στη σχάρα:

Ραντίστε τα με ελαιόλαδο και ψήστε τα στη σχάρα για 3-5 λεπτά. Σερβίρετε με αλάτι, πιπέρι και λαδολέμονο

Στο φούρνο:

Βάλτε τα σε ταψάκι, ρίξτε αλάτι και λαδάκι και ψήστε τα στους 200° για 10-12 λεπτά.

Στο φούρνο μικροκυμάτων:
Αν βάλτε τα σπαράγγια ολόκληρα, τοποθετήστε τα σε μπολ με τις άκρες προς το κέντρο. Προσθέστε 1/4 φλ. νερό και σκεπάστε τα καλά. Βάλτε το φούρνο στο πιο δυνατό και αφήστε τα για 4-7 λεπτά( ή 3-5 αν τα έχετε κόψει). Στα μισά του χρόνου ανακατέψτε ή γυρίστε τα.

Τα σπαράγγια μπορείτε να τα φάτε μόνα τους με μαγιονέζα ή λαδολέμονο, γίνονται ωραία ομελέτα, γκρατινάρονται στο φούρνο με τυράκι, πανάρονται, γίνονται πουρές, σούπα και μαγειρεύονται με κρέας ή ζυμαρικά. Μέσα στο site μπορείτε να βρείτε διάφορες συνταγές με σπαράγγια.

Τα σπαράγγια είναι από τ’αγαπημένα μου λαχανικά. Δυστυχώς όμως τα τρώω εξαιρετικά σπάνια. Γενικά δεν είναι ένα πολύ γνωστό λαχανικό, και μ’αυτήν την αναδημοσίευση Πιστεύω ότι βοηθάω λίγο στη διάδοσή τους. Θ’ακολουθήσει αργότερα δημοσίευση και για την καλλιέργειά τους.

Πηγή:
3ο λύκειο Πολίχνης

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πρίγκιπας, που είχε ιδιαίτερη αγάπη για τα σταφύλια. Έτσι τα αποθήκευε σε ασκούς από δέρμα κατσίκας για να μπορεί να τα απολαύσει το χειμώνα. Όμως σε έναν από τους ασκούς αυτούς το περιεχόμενο χάλασε. Τότε διέταξε να μπει ένα σήμα με τη λέξη «δηλητήριο» επάνω σε αυτόν, μέχρι να τον πετάξουν.
Όπως όλοι οι πρίγκιπες έτσι και αυτός είχε μια ερωμένη. Όταν όμως την βαρέθηκε την πέταξε έξω από το χαρέμι και άρχισε να ενδιαφέρεται για μια άλλη γυναίκα. Άλλα η προηγούμενη ερωμένη του τον αγαπούσε πάρα πολύ. Επειδή δεν άντεχε να τον βλέπει με την άλλη γυναίκα αποφάσισε να αυτοκτονήσει.
Τότε είδε τον «δηλητηριασμένο» ασκό και κατανάλωσε το περιεχόμενο του. Για καλή της τύχη, ο ασκός δεν ήταν δηλητηριασμένος αλλά τα σταφύλια είχαν ζυμωθεί μερικώς. Οπότε δεν πέθανε αλλά μέθυσε. Πάνω στη μέθη της πήρε ένα σπαθί και έκοψε το κεφάλι της αντικαταστάτριας της.
Το θάρρος και η πράξη της αυτή εντυπωσίασε τον πρίγκιπα, και το ίδιο βράδυ δοκίμασε από τον «δηλητηριασμένο» ασκό. Φυσικά του άρεσε και από τότε διέταξε να προσφέρεται σε όλες τις γυναίκες του χαρεμιού.
Αυτός ο μύθος μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα στους αιώνες. Το κρασί ήταν πιθανότατα το πρώτο αλκοολούχο ποτό, αλλά σίγουρα η μπύρα ήταν το δεύτερο.

Η Μπύρα στην Αρχαιότητα

Ακριβώς το πότε ανακαλύφθηκε η μπύρα δεν είναι γνωστό. Το 1926 στο μουσείο του Λονδίνου, υπήρχαν δύο αρχαίες πλάκες. Αρχικά εκτιμήθηκε από τον Huber ότι γράφτηκαν πριν από 9000 χρόνια. Ο αρχαιολόγος αυτός, πίστευε ότι περιέγραφαν τον τρόπο άλεσης του έμμερ* (emmer) και ότι ήταν το αρχαιότερο αποδεικτικό στοιχείο για την παραγωγή της μπύρας. Αλλά μετά από πρόσφατες μελέτες διαπιστώθηκε ότι οι παραπάνω πλάκες δεν ήταν τόσο παλιές.
Σήμερα τα παλιότερα αποδεικτικά στοιχεία αξιολογούνται ότι είναι 6000 ετών και αναφέρονται στους Σουμέριους. Αυτοί ανακάλυψαν την ζύμωση κατά τύχη. Πιθανότατα ένα κομμάτι ψωμιού βράχηκε και ξεχάστηκε. Μετά από λίγο καιρό άρχισε να ζυμώνεται με τη βοήθεια ζυμών του αέρα, και τελικά παράχθηκε μία αλκοολούχος πούλπα. Όμως οι Σουμέριοι ήταν ικανοί να επαναλάβουν την παραπάνω διαδικασία και έτσι θεωρούνται ο πρώτος πολιτισμός που παρήγαγε μπύρα, την οποία πρόσφεραν στους θεούς τους.

Δυστυχώς η αυτοκρατορία των Σουμέριων καταστράφηκε τη 2η χιλιετία π.Χ., σίγουρα όμως όχι από την κατανάλωση μπύρας. Τότε άρχισε να αναπτύσσεται ο πολιτισμός των Βαβυλώνιων, ο οποίος βασιζόταν σε αυτόν των Σουμέριων. Έτσι και αυτοί γνώριζαν πολύ καλά την τέχνη της μπύρας. Παρήγαγαν 20 διαφορετικά είδη μπύρας από τα οποία 8 παραγόταν από το φυτό έμμερ, 8 από κριθάρι και 4 από μίγμα σπόρων. Όμως η μπύρα τους ήταν θολή, δηλαδή δεν φιλτραριζόταν. Παρόλα αυτά η μπύρα τους εξαγόταν ακόμη και στην Αίγυπτο 1000 χιλιόμετρα μακριά. Επίσης ο φημισμένος βασιλιάς τους Χαμουραμπί στους γνωστούς νόμους που έγραψε περιελάμβανε και έναν για την μπύρα. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι για του Βαβυλώνιους η παραγωγή της μπύρας κατατάσσονταν στα οικιακά και έτσι ήταν αποκλειστικά γυναικεία δουλειά.

Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος έγραψε ότι και οι Αιγύπτιοι ασχολούνταν με την μπύρα. Συνήθως πρόσθεταν χουρμάδες για να βελτιώσουν τη γεύση της. Το πόσο σημαντική γι’ αυτούς ήταν φαίνεται από το γεγονός ότι έφτιαξαν ένα ιερογλυφικό αποκλειστικά για τον παραγωγό μπύρας. Αρκετοί ιθαγενείς που ζουν σήμερα στον Νείλο παράγουν μπύρα με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο.
Μετά τους Αιγύπτιους άρχισαν να παράγουν μπύρα και οι Έλληνες και μετά από αυτούς οι Ρωμαίοι. Όμως στην αρχαία Ρώμη το κρασί ήταν το ποτό των θεών και έτσι θεωρούσαν την μπύρα ποτό των βαρβάρων. Η παραγωγή της γινόταν μόνο στις επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας όπου ήταν δύσκολη η καλλιέργεια ή η προμήθεια σταφυλιών.
Τέλος και οι αρχαίοι Γερμανοί (Τεύτονες), ενδιαφερόντουσαν για τη μπύρα. Συνήθως την πρόσφεραν στους θεούς τους κατά τις θυσίες τους, αλλά παράλληλα την χρησιμοποιούσαν και για προσωπική τους ευχαρίστηση (800 π.Χ.).

Η Μπύρα στον Μεσαίωνα

Παραγωγή μπύρας σε
μοναστήρι
Η ζυθοποιία από τους πρώτους αιώνες μετά τη γέννηση του Χριστού μέχρι το μεσαίωνα παρέμεινε δουλειά των γυναικών. Όμως κατά το τέλος της 1ης χιλιετίας άρχισε η παραγωγή της μπύρας να γίνεται και σε μοναστήρια. Ο λόγος που οι μοναχοί ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα ήταν επειδή θέλανε ένα γευστικό, θρεπτικό ποτό να σερβίρουν με τα γεύματα τους. Επίσης κατά τη διάρκεια της νηστείας η μπύρα επιτρεπόταν και έτσι η παραγωγή της έφτασε σε υψηλά επίπεδα. Αλλά μετά από λίγο καιρό παρήγαγαν μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή που χρειαζόντουσαν για τις ανάγκες τους και τελικά άρχισαν το εμπόριο της. Η μπύρα τους ήταν υψηλής ποιότητας και έγινε γρήγορα αποδεκτή. Όμως οι ανώτατοι άρχοντες εκείνης της εποχής βλέποντας την κερδοφόρο αυτή επιχείρηση, φορολόγησαν την παραγωγή και το εμπόριο της μπύρας. Τα μοναστήρια δυστυχώς δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν τα παράλογα πρόστιμα και τα ζυθοποιία τους άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο (1368-1437 μ.Χ.).

Οι παραγωγοί χρησιμοποιούσαν διάφορα μίγματα βοτάνων για να αρωματίσουν την μπύρα τους. Δηλαδή ο καθένας είχε τη δικιά του ξεχωριστή μυστική συνταγή και απαγόρευε σε άλλους να τη χρησιμοποιήσουν. Οπότε θεωρήθηκε απαραίτητο να θεμελιωθεί ένας νόμος που να επιτρέπει το μονοπώλιο και να εξασφαλίζει τον επαγγελματία ζυθοποιό (Flavorings License). Όμως η εμφάνιση του λυκίσκου σαν αρωματικό συστατικό πρόσβαλε το μονοπωλιακό καθεστώς.
Τα διάφορα βότανα που χρησιμοποιούσαν οι παραγωγοί στη συνταγή τους ήταν συχνά δηλητηριώδη ή προκαλούσαν παραισθήσεις στους καταναλωτές της μπύρας τους. Σήμερα γνωρίζουμε ότι διάφορες παραισθησιογόνες ουσίες παράγονται από το βότανο υοσκύαμος* κατά τη διάρκεια της ζυθοποίησης. Έτσι για την μη επιτυχή παραγωγή της μπύρας θεωρούνταν υπεύθυνα κακά πνεύματα. Το μεσαίωνα οι παραγωγοί κρεμούσαν συνήθως σκόρδα και διάφορα φυλαχτά στα βαρέλια τους.

*Υοσκύαμος (Hyoscyamus niger): Φυτό πολύτιμο και επικίνδυνο της οικογένειας των Σολανωδών (Solanaceae). Το φυτό ζει ένα χρόνο ή δύο, είναι τριχωτό, έχει στέλεχος όρθιο έως 60 εκ., με φύλλα ωοειδή ή μακρουλά με λοβούς. Η χρήση του πρέπει να γίνεται μόνο με ιατροφαρμακευτική οδηγία.

Παραγωγή μπύρας
στο μεσαίωνα
Αλλά η πρόληψη αυτή παρατράβηξε τόσο πολύ που τυχόν ανωμαλίες κατά τη ζυθοποίηση οφείλονταν στις μάγισσες της μπύρας. Το τελευταίο γνωστό κάψιμο μάγισσας γι’ αυτό το λόγο έγινε το 1591 μ.Χ.. Αυτό θεωρείται το μαύρο κεφάλαιο στην ιστορία της μπύρας. Το τέλος του προληπτικού 16ου αιώνα ήρθε με τη χρησιμοποίηση του λυκίσκου. Με αυτόν η μπύρα αποκάλυψε τον « πραγματικό της χαρακτήρα ».

Παράλληλα με τη βελτίωση της ποιότητας, η διάθεση και εξαγωγή της μπύρας αυξήθηκε. Το 14ο αιώνα ο Bremen ήταν ο κύριος προμηθευτής μπύρας στην Ολλανδία, Αγγλία και στις Σκανδιναβικές χώρες. Ακόμη το Αμβούργο της Γερμανίας αναπτύχθηκε σε μεγάλο κέντρο παραγωγής της μπύρας και το 1500 μ.Χ. υπήρχαν σ’ αυτό 600 ζυθοποιίες.

Το 1516 μ.Χ. ο δούκας της Βαυαρίας, Wilhelm IV, καθιέρωσε με νόμο (Beer Purity Law) τις προδιαγραφές που έπρεπε να έχει η Γερμανική μπύρα. Σαν κύρια συστατικά της μπύρας καθιερώθηκαν το κριθάρι, ο λυκίσκος και το νερό. Η χρήση των ζυμών δεν ήταν γνωστή ακόμη. Η ζύμωση του ζύθου αφηνόταν στην τύχη και συνήθως γινόταν με τις ζύμες του αέρα.

Η Μπύρα στη Σύγχρονη Εποχή

Carl Linde

Στις αρχές του 19ου αιώνα δύο επαναστατικές ανακαλύψεις συμβάλουν στην παραγωγή της μπύρας. Η πρώτη ήταν η ατμομηχανή του James Watt, που είχε σαν αποτέλεσμα να πάρει η μπύρα το δρόμο της βιομηχανοποίησης. Οι πρώτες βιομηχανίες που χρησιμοποίησαν ατμό αυτοονομάστηκαν βιομηχανίες μπύρας ατμού. Ακόμη, το 1835 ο πρώτος Γερμανικός σιδηρόδρομος ένωνε τη Nurnmberg και το Furth. Αυτό είναι σημαντικό και το αναφέρουμε γιατί τα πρώτα αγαθά που μεταφέρθηκαν ήταν 2 βαρέλια μπύρας.
Η δεύτερη ανακάλυψη αυτού του αιώνα ήταν η τεχνητή ψύξη από τον Carl von Linde. Εκείνη την εποχή είχε ήδη επιστημονικά αποδειχθεί ότι η παραγωγή καλής ποιοτικά μπύρας απαιτούσε συγκεκριμένες θερμοκρασίες. Η μπύρα lager απαιτεί θερμοκρασίες 4-10 oC. Αυτές επιτυγχανόντουσαν μόνο το χειμώνα ή σε βαθιά κελάρια με χρησιμοποίηση μεγάλων ποσοτήτων πάγου. Έτσι μετά την ανακάλυψη του Linde η μπύρα μπορούσε να παραχθεί ανεξαρτήτως εποχής. Το πρώτο σύστημα ψύξης δοκιμάστηκε σε ένα ζυθοποιείο του Μονάχου.

Christian Hansen
Ακόμη το 19ο αιώνα έγιναν πολλές σημαντικές έρευνες σχετικά με τη μπύρα. Η πιο σημαντική απ’ αυτές ήταν του Louis Pasteur ο οποίος το 1854 άρχισε να διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Γαλλικής πόλης Lille. Επίσης εκτός από καθηγητής ήταν ο προϊστάμενος ενός ερευνητικού προγράμματος για τη διερεύνηση προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι βιομηχανίες της περιοχής, που παρήγαγαν κυρίως αλκοολούχα ποτά. Έτσι ο Pasteur αφιέρωσε τον εαυτό του στη μελέτη της διαδικασίας της ζύμωσης. Τελικά διαπίστωσε ότι ενώ η επιθυμητή παραγωγή της αλκοόλης γινόταν από τις ζύμες, ανεπιθύμητα προϊόντα της ζύμωσης οφείλονταν στη δράση άλλων οργανισμών, όπως τα βακτήρια. Σαν λύση στο πρόβλημα πρότεινε τη θέρμανση του ζύθου σε υψηλές θερμοκρασίες, έτσι ώστε να θανατωθούν τα ανεπιθύμητα βακτήρια. Την ίδια λύση πρότεινε και για το ξίνισμα του γάλακτος, δηλαδή τη διαδικασία που ονομάζουμε σήμερα «παστερίωση» (pasteurization).
Μια άλλη μεγάλη ανακάλυψη σχετικά με την μπύρα βγήκε μέσα από τη δουλειά του Christian Hansen. Ο Δανός αυτός επιστήμονας απομόνωσε με επιτυχία ένα κύτταρο ζύμης, με το οποίο παρήγαγε καθαρή καλλιέργεια ζυμών. Με τον τρόπο αυτό η ζύμωση της μπύρας βελτιώθηκε και η γεύση της τελειοποιήθηκε.
Τέλος το 1964 τα ξύλινα βαρέλια αντικαταστήθηκαν από μεταλλικά. Αυτό έγινε γιατί το καθάρισμα, το γέμισμα, το κλείσιμο και το σφράγισμα ήταν πολύ πιο απλά.
Η Μπύρα στην Ελλάδα

Το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής μπύρας ήταν του Ιωάννη Φιξ στο Κολωνάκι το 1864. Παράλληλα ιδρύθηκαν σε διάφορες πόλεις μικρά χειροκίνητα ζυθοποιία κυρίως από Γερμανούς. Όμως όλα έκλεισαν σύντομα. Το 1893 ο διάδοχος του Ιωάννη, Κάρολος Φιξ, μετέφερε το εργοστάσιο στη Λεωφόρο Συγγρού, το οποίο ήταν πολύ σύγχρονο για την εποχή εκείνη.
Ακόμη ένας Έλληνας, ο Μιλτιάδης Κλωναρίδης έφτιαξε μια μικρή ζυθοποιία που δυστυχώς έκλεισε γρήγορα (1906). Παρομοίως η Ισραηλίτικη «Όλυμπος» στη Θεσσαλονίκη καθώς και Ελληνική «Νάουσα» δεν μπόρεσαν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό. Τελικά η ζυθοποιία του Φιξ λόγω κακής διαχείρισης πτώχευσε, παραμένοντας στη λεωφόρο Συγγρού ένα μεγάλο και άδειο κτίριο.
Σημείωση: Η μπύρα Φιξ επέστρεψε το 2009 από δύο νέους επιχειρηματίες και κυκλοφορεί κανονικά.
Περισσότερα:
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=335878&ct=19&dt=06/06/2010

Η παραγωγή της μπύρας

Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στη παραγωγή της μπύρας είναι:
Το νερό
Το κριθάρι
Ο λυκίσκος
Οι ζύμες

Τα βασικά στάδια παραγωγής είναι:
Διαβροχή – Βλάστηση – Φρύξη
Άλεση βύνης
Εκχύλιση – Διήθηση
Βρασμός
Ζύμωση
Ωρίμανση