Category: μαλάκια & αρθρόποδα& άλλα ασπόνδυλα


6 νεαρά Achatina fulica
Από το Δεκέμβριο του 2015, αυτά τα μεγάλα εξωτικά μαλάκια ανήκουν στη συλλογή μου. Γνώριζα το είδος αυτό για πολύ καιρό, επειδή το διάβαζα σε άρθρα στο Διαδίκτυο, όπου άκουγα ιστορίες για σαλιγκάρια που φτάνουν έως και 25 ή και 30 εκατοστά, αν κι αυτό αποδείχθηκε η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Έψαχνα λοιπόν να βρω αυτό το είδος, αλλά δε φαινόταν να υπάρχει κάπου στην Ελλάδα. Περιστασιακά κάποια μέλη του φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσαν απογόνους τέτοιων σαλιγκαριών, αλά δε μπήκα στον κόπο να παραγγείλω. Τα συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά στην έκθεση Insectopia που λειτουργούσε πριν μερικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία ήταν γύρω στα 15 εκ. Τελικά το γνωστό κατάστημα κατοικιδίων feeders.gr έφερε πέρυσι ένα ολόκληρο κουτί γεμάτο με πολλά τέτοια μικρά σαλιγκαράκια, και πρόλαβα να πάρω έξι μικρά. Από τότε εξακολουθεί να έχει διαθέσιμα προς πώληση συνεχώς, και κανονικά και albino, άρα εάν θέλετε να αποκτήσετε αυτά τα μαλάκια, μπορείτε να αγοράσετε από εκεί. Τα σαλιγκάρια αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα, ανθεκτικά και μπορούν να φτάσουν εύκολα σε μεγάλο μέγεθος.

Ως σαλιγκάρια, ανήκουν στην ομοταξία των γαστεροπόδων στη συνομοταξία των μαλακίων. Όπως τα περισσότερα χερσαία σαλιγκάρια, ανήκουν διαδοχικά στους κλάδους ετεροβράγχια, ευθύνευρα, πανπνευμονοφόρα, ευπνευμονοφόρα, στυλωματοφόρα, σιγμούρηθρα, στην υπεροικογένεια των αχατινοειδών, στην οικογένεια των αχατινιδών, στην υποοικογένεια των αχατινινών, στο γένος αχατίνη, και στο υπογένος λειαχατίνη. Η λατινική επιστημονική του ονομασία είναι Achatina fulica, κι έχει προταθεί από ορισμένους ερευνητές η αναβίβαση του υπογένους λειαχατίνη (Lissachatina) σε πλήρες γένος, αν και το νέο σχήμα δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως. Η οικογένεια των αχατινιδών (Achatinidae) περιλαμβάνει 200 είδη σε 13 γένη με αρχική εξάπλωση στην Υποσαχάρια Αφρική. Το όνομά της το πήρε από τον αχάτη, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, γι’αυτό λέγονται και αχατοσαλίγκαρα. Το είδος Achatina fulica, μαζί με τα είδη Achatina achatina και Archachatina marginata, αποκαλούνται κοινώς γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια, στα αγγλικά giant African land snails ή gals συντομογραφικά. Τα δύο τελευταία ήταν αρχικά ενδημικά της Δυτικής Αφρικής, ενώ η A. fulica ενδημούσε στην Ανατολική Αφρική, με αρχική κοιτίδα ίσως την Κένυα και την Τανζανία. Σήμερα και τα τρία είδη έχουν μεταφερθεί με τον άνθρωπο σε διάφορες τροπικές περιοχές του κόσμου, αν και η A. fulica είναι το πλέον ανθεκτικό είδος με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, και ως εκ τούτου έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Γι’αυτό άλλωστε είναι και το κοινότερο είδος στην αιχμαλωσία.

Το όστρακο του συγκεκριμένου σαλιγκαριού είναι επίμηκες και κωνικό, με μήκος περίπου διπλάσιο του ύψους του. Σαλιγκάρια με σφαιρικό σχήμα, όπως τα περισσότερα κοινά στη χώρα μας είδη, είναι προσαρμοσμένα για διαβίωση στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ αυτά με κωνικό κέλυφος είναι είτε δενδρόβια είτε ημιυπογειόβια, με την A. fulica να ανήκει στα δεύτερα. Έχει χαρακτηριστικά μεγάλο κατοικίδιο θάλαμο, τον τελικό θάλαμο στον οποίο διαμένει το μαλάκιο, και σχετικά μικρό κώνο με οξεία κορυφή. Ένα ενήλικο σαλιγκάρι έχει 7-9 σπείρες, σπάνια 10. Υπάρχουν και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα άτομα, με συχνότερα ωστόσο τα δεξιόστροφα, όπως άλλωστε και στα περισσότερα σαλιγκάρια. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή, με συνηθέστερο διάφορες αποχρώσεις του καφέ με πιο σκουρόχρωμες δυσδιάκριτες ραβδώσεις κατά μήκος του οστράκου. Ο στυλίσκος, το εσωτερικό κεντρικό μέρος γύρω από το οποίο περιελίσσονται οι σπείρες, είναι ανοιχτό κίτρινο. Το σώμα του σαλιγκαριού έχει γκριζοκαφέ χρώμα, με πιο σκούρο κεφάλι και ένα ελαφρύ δικτυωτό μοτίβο. Στην αιχμαλωσία παράγονται και αλφικά (albino) άτομα, με λευκό σώμα. Πολλές υπερβολές λέγονται και διαδίδονται άκριτα από σελίδα σε σελίδα για το μέγεθος του είδους, όπως ότι εύκολα φτάνει τα 25 ή και τα 30 εκατοστά. Στην πραγματικότητα, κανένα χερσαίο σαλιγκάρι δεν έχει φτάσει τα 30 εκατοστά. Το μεγαλύτερο, η A. achatina, έχει φτάσει το ρεκόρ μέγεθος των 27 εκατοστών με ολικό μήκος του εκτεταμένου σώματος τα 39 εκ, ενώ το αμέσως μικρότερο, η Archachatina marginata, μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά, αλλά συνήθως μένει μικρότερη. Η A. fulica σπανιότατα φτάνει τα 25 εκατοστά, με συχνότερο ακραίο μέγεθος τα 20 εκ. Το τελικό μέγεθός της εξαρτάται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, την ποιότητα της τροφής και την πληθυσμιακή πυκνότητα και είναι μεταξύ 7-20 εκατοστών, με συνηθέστερα μεγέθη μεταξύ 10-15 εκατοστά. Το ολικό μήκος με το εκτεταμένο σώμα μπορεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο, έως και 35 εκατοστά στα πραγματικά γιγάντια άτομα.
Το σώμα τους είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλων σαλιγκαριών. Αποτελείται από τρία μέρη, το κεφάλι, το σπλαχνικό σάκο και το πόδι. Το κεφάλι βρίσκεται μπροστά και φέρει τα δύο ζεύγη κεραιών, το ανώτερο και ψηλότερο με τα μάτια στην κορυφή και οσφρητικούς υποδοχείς, και το κατώτερο με οσφρητική, γευστική και απτική λειτουργία. Οι κεραίες μπορούν να μαζευτούν όταν το ζώο απειλείται, κι επίσης αναγεννώνται αν κοπούν. Υπάρχουν επίσης υποδοχείς αφής σε όλο το σώμα. Το νευρικό σύστημα είναι απλό, με ένα γάγγλιο στο κεφάλι, ένα στο σπλαχνικό σάκο κι ένα στο πόδι, που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το στόμα βρίσκεται λίγο πιο κάτω απ’τις κεραίες, και είναι εξοπλισμένο με το ξύστρο, ένα όργανο σαν γλώσσα με πολλά χιτινώδη δόντια που αντικαθίστανται συνεχώς, με το οποίο το ζώο ροκανίζει την τροφή του. Το μυώδες πόδι βρίσκεται στην κάτω πλευρά του σαλιγκαριού, εξού και το όνομα της ομοταξίας γαστερόποδα, και κινεί το ζώο με κυματοειδείς συσπάσεις που διαδίδονται από μπροστά προς τα πίσω. Παράγει βλέννα, η οποία βοηθά στην ολίσθηση του ζώου και το προστατεύει από τραυματισμούς σε τραχιές ή αιχμηρές επιφάνειες. Βλέννα επίσης παράγεται λιγότερο και στην επιφάνεια του υπόλοιπου σώματος. Ο σπλαχνικός σάκος βρίσκεται μέσα στο κέλυφος, περιέχει όλα τα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, τον πεπτικό αδένα, την καρδιά, το νεφρό, το μανδυακό πνεύμονα και το αναπαραγωγικό σύστημα, και προστατεύεται από το μανδύα. Εξαιτίας της αναστροφής που παθαίνουν τα γαστερόποδα κατά την εμβρυική τους ανάπτυξη ώστε να προσαρμοστούν στο σχήμα του κελύφους, το πίσω μέρος τους γυρίζει 180 μοίρες προς τα εμπρός, κι έτσι ο πρωκτός και τα γεννητικά όργανα βρίσκονται ακριβώς πάνω από το κεφάλι στη μανδυακή κοιλότητα. Από τη δεξιά πλευρά αυτής της κοιλότητας επίσης βρίσκεται ο πνευμόπορος, απ’όπου το σαλιγκάρι αναπνέει. Ο μανδύας ακόμα παράγει ανθρακικό ασβέστιο και κογχιολίνη, με τα οποία το μαλάκιο χτίζει το όστρακό του. Ο μανδύας αποθέτει συνεχώς νέο υλικό στο άνοιγμα του οστράκου, κι έτσι αυτό μεγαλώνει. Για το λόγο αυτό οι άκρες του οστράκου είναι εύθραυστες όσο το σαλιγκάρι είναι στην ανάπτυξη. Μόλις φτάσει στην ενηλικίωση, δημιουργεί ένα προεξέχον χείλος και η ανάπτυξη παύει, οπότε ο ρόλος του μανδύα είναι κυρίως επιδιορθωτικός για το εσωτερικό του κελύφους. Σε ιδανικές συνθήκες, ένα αφρικανικό γιγάντιο σαλιγκάρι μπορεί να φτάσει στην ενηλικίωση μέσα σε έξι μόνο μήνες, ενώ διαφορετικά μπορεί να χρειαστεί πάνω από ένα χρόνο. Η αναπαραγωγική ωριμότητα μπορεί να έρθει πριν την πλήρη ανάπτυξη. Όπως και τα περισσότερα σαλιγκάρια, το είδος είναι ερμαφρόδιτο, αν και δεν αυτογονιμοποιείται, και όπως όλα τα στυλωματοφόρα, το κάθε σαλιγκάρι μπορεί να εκτιμά το μέγεθος και την ηλικία του άλλου πριν το ζευγάρωμα. Πριν ζευγαρώσουν, μπορεί το ένα μαλάκιο να ανέβει πάνω στο άλλο, να σπρωχθούν και στη συνέχεια ζευγαρώνουν, πιέζοντας τις κοιλιές τους και τοποθετώντας το φαλλό τους στη γεννητική κοιλότητα του άλλου. Δύο ενήλικα σαλιγκάρια του ίδιου μεγέθους συνήθως αλληλογονιμοποιούνται, ενώ σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη διαφορά μεγέθους, το ζευγάρωμα είναι μονόπλευρο, με το μικρότερο στο ρόλο του αρσενικού, επειδή η παραγωγή αυγών κοστίζει κι αυτό θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Το σαλιγκάρι γεννά τα αυγά 8-20 ημέρες μετά το ζευγάρωμα, και μπορεί ν’αποθηκεύσει σπέρμα για πολλές ακόμα γέννες, μέχρι και για δύο χρόνια. Τα αυγά είναι λευκοκίτρινα, διαμέτρου 4,5-5,5 χιλιοστών, και τα προστατεύει σε ρηχές φωλιές που σκάβει μέσα στο έδαφος ή ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα. Μπορεί να γεννήσει από 100 έως 500 αυγά τη φορά, με συνήθη αριθμό τα 200, και μπορεί να γεννά σταθερά κάθε δύο μήνες για όλο το χρόνο. Τα αυγά επωάζονται σε θερμοκρασίες πάνω από τους 15 βαθμούς, και σε κατάλληλες συνθήκες, τα μικρά εκκολάπτονται σε 11-15 ημέρες, και είναι αντίγραφα των ενηλίκων. Η γονιμότητά τους φθίνει μετά τα δύο χρόνια ζωής, αν και μπορούν να ζήσουν 5-6 χρόνια στην αιχμαλωσία, με σπάνιες περιπτώσεις να φτάνουν έως και τα 10 χρόνια. Όπως όλα τα χερσαία σαλιγκάρια, δεν έχουν προνυμφική φάση και τα μικρά είναι μικροσκοπικά αντίγραφα των ενηλίκων.
Το σαλιγκάρι αυτό ζει οπουδήποτε υπάρχει το κατάλληλο κλίμα σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως ζούγκλες, φυτεμένα δάση, περιοχές διαταραγμένες από ανθρώπινη δραστηριότητα, παραποτάμιες και ελώδεις περιοχές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αστικά περιβάλλοντα. Ευδοκιμούν καλύτερα σε μόνιμα θερμό και υγρό κλίμα ή σε υγρό κλίμα με μια ξηρή περίοδο για μέρος του έτους, σε χαμηλά υψόμετρα. Δραστηριοποιείται σε θερμοκρασίες μεταξύ 9 και 29 βαθμών Κελσίου. Όταν οι θερμοκρασίες πέσουν χαμηλότερα περιέρχεται σε χειμερία νάρκη, ενώ αν ξεπεράσουν το όριο δραστηριότητας ή το περιβάλλον αρχίζει να ξηραίνεται περιέρχεται σε θερινή νάρκη ή διαθέριση. Κατά την αδρανοποίηση, το σαλιγκάρι θάβεται μέσα στο έδαφος και φράζει το άνοιγμα του οστράκου του με ένα επίφραγμα από ξηρή βλέννα ενδυναμωμένη με ανθρακικό ασβέστιο. Μπορεί να επιβιώσει σε θερμοκρασίες μέχρι και τους 2 βαθμούς Κελσίου, αν και η θνησιμότητα αυξάνεται όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Αντίθετα, ανέχεται τις υψηλές θερμοκρασίες πολύ καλύτερα. Στην περίοδο δραστηριότητας είναι κυρίως νυκτόβιο, και την ημέρα κρύβεται συνήθως θαμμένο μέσα στο έδαφος, αν και μπορεί να προσκολληθεί σε επιφάνειες. Την ημέρα παρατηρείται σε συννεφιασμένο καιρό ή σε περιπτώσεις μεγάλου υπερπληθυσμού. Όπως και με όλα τα σαλιγκάρια, το άμεσο ηλιακό φως μπορεί να τα σκοτώσει. Το είδος αυτό είναι φυτοφάγο και σαπροφάγο, δηλαδή τρέφεται τόσο με ζωντανή όσο και με νεκρή φυτική ύλη. Τα μικρά τρέφονται κυρίως με νεκρή οργανική ύλη και με μονοκύτταρα φύκη, και από πράσινα φυτά προτιμούν κυρίως μαλακά είδη όπως η μπανάνα, ο αρακάς και το παντζάρι. Θεωρείται ότι στη φάση αυτή λαμβάνουν την απαραίτητη χλωρίδα του εντέρου, η οποία διασπά την κυτταρίνη των φυτών, κι επίσης λαμβάνουν αρκετή πρωτεΐνη από τους μικροοργανισμούς που αποσυνθέτουν την οργανική ύλη. Έχει βρεθεί ότι ένα ποσοστό πρωτεΐνης της τάξεως του 18% της διατροφής είναι το ιδανικό για βέλτιστη ανάπτυξη. Μετά τα 5 εκατοστά, προτιμούν κυρίως πράσινη φυτική ύλη, ενώ στην ενηλικίωση τρώνε τόσο χλωρή όσο και σαπισμένη φυτική ύλη. Τρέφονται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς, φλοιό, άνθη, καρπούς, βολβούς, κονδύλους, σπόρους και σπορόφυτα. Επίσης τρέφονται και με μύκητες, λειχήνες, περιττώματα και πτώματα, ενώ έχουν παρατηρηθεί σπάνια να τρώνε ζωντανά μικρότερα σαλιγκάρια ακόμα και του είδους τους και γυμνοσάλιαγκες, αν και δε θεωρούνται σημαντικός εχθρός άλλων γαστεροπόδων. Ως οστρακοφόραμαλάκια, το ασβέστιο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή τους. Η ανάγκη ασβεστίου στα μικρά μέχρι τα 5 εκατοστά είναι πολύ υψηλή, ενώ στη συνέχεια φθίνει και στην ενηλικίωση είναι χαμηλή αλλά σταθερή. Για να προσλάβουν ασβέστιο ροκανίζουν ασβεστούχα πετρώματα, οστά και κελύφη νεκρών σαλιγκαριών. Κύριες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση, η γεύση και η αφή, με τις οποίες εντοπίζουν την τροφή τους. Η όρασή τους περιορίζεται στηνα ντίληψη φωτός και στην ανίχνευση μεγάλων αντικειμένων, που θα μπορούσαν να είναι απειλές.

Το σαλιγκάρι αυτό χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο ως τροφή, ως ζώο εργαστηρίου, ως κατοικίδιο και ως τροφή άλλων ζώων. Παραδοσιακά συλλεγόταν ως τροφή στην Αφρική. Κατά το 19ο και τον 20ο αι. μεταφέρθηκε, είτε τυχαία, π.χ. μαζί με λαχανικά, χώμα, προσκολλημένο σε οχήματα, σε στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, είτε επιτηδευμένα από κυβερνήσεις τροπικών χωρών ως τροφή, στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης και πλέον τρώγεται σχεδόν σε κάθε τόπο όπου βρίσκεται. Είναι το περισσότερο καταναλούμενο είδος στην Κίνα και στην Ταϊβάν, και μεγάλες ποσότητές του εξάγονται προς δυτικες χώρες για να καλυφθεί η ζήτηση που δε μπορεί να καλύψει η εγχώρια παραγωγή. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης δίνεται ως τροφή σε πουλερικά και ψάρια ιχθυοκαλλιεργειών. Στα εργαστήρια χρησιμοποιείται λόγω της εύκολης εύρεσης και αναπαραγωγής τους για να μελετηθούν τα χερσαία γαστερόποδα εν γένει, κι επίσης σ’αυτό δοκιμάζονται πειραματικές μέθοδοι καταπολέμησής του. Το μεγάλο και εντυπωσιακό του μέγεθος το έκαναν αγαπητό στους συλλέκτες κοχυλιών, αλλά κι επίσης στο χόμπι των ασπονδύλων. Σε κάποιες από τις χώρες όπου βρίσκεται έχει εισαχθεί για την εξωτική του εμφάνιση, ενώ εκτρέφεται για πολλά χρόνια σε τερράρια ως κατοικίδιο ή ως τροφή άλλων κοχλιοφάγων ζώων.

Η διατήρησή του στην αιχμαλωσία είναι πολύ εύκολη. Ως κατοικίδιο, θεωρείται ιδανικό για μικρά παιδιά αντί για κάποιο ζώο με πιο περίπλοκες ανάγκες, όπως ένα μικρό θηλαστικό. Είναι ένα ζώο που δε μπορεί να βλάψει κανέναν και μέσω αυτού μπορούν τα παιδιά να μάθουν πολλά πράγματα για τον κύκλο ζωής του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ή γενικώς όπου δεν είναι επιθυμητή η αναπαραγωγή, θα χρειαστείτε μόνο ένα άτομο, αλλιώς γρήγορα θα πρέπει συνεχώς να εξοντώνεται αυγά και μικρά. Εάν ωστόσο σκοπός είναι η αναπαραγωγή, τότε θα χρειαστεί πάνω από ένα. Η δική μου αποικία έχει 6 ιδρυτικά άτομα, αλά μπορεί να ξεκινήσει με λιγότερα ή και με περισσότερα. Τα σαλιγκάρια αυτά μπορούν να στεγαστούν οπουδήποτε, αρκεί ο χώρος να είναι ασφαλής για να μη φύγουν και να υπάρχουν τρύπες εξαερισμού. Χρησιμοποιούνται από τερράρια έως μεγάλα πλαστικά κουτιά αποθήκευσης. Το περιβάλλον θα πρέπει να έχει αρκετό χώρο για να κινούνται άνετα όλα, με ιδανικές διαστάσεις μήκος όσο τρεις φορές το μήκος του μεγαλύτερου σαλιγκαριού, και πλάτος και ύψος μεγαλύτερο από το μήκος του μεγαλύτερου. Τα μαλάκια στρεσάρονται με τον έντονο φωτισμό, γι’αυτό θα πρέπει να βρίσκονται σε σημείο με χαμηλό φωτισμό, ή ακόμα και σε μέρος με σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, με ελάχιστο φως μόνο την ημέρα για να αντιλαμβάνονται τη φωτοπερίοδο. Μέσα στο κουτί θα πρέπει να υπάρχει υπόστρωμα βάθους 5-10 εκατοστών, στο οποίο θα μπορούν να θάβονται. Η τύρφη χρησιμοποιείται συχνά επειδή είναι μαλακή, αλλά είναι όξινη και χωρίς καθόλου μεταλλικά στοιχεία, κι αυτό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη του οστράκου και να εντείνει τις περιπτώσεις κανιβαλισμού. Καλύτερο υπόστρωμα είναι το χώμα, είτε έτοιμο φυτόχωμα χωρίς πρόσθετα λιπάσματα, είτε χώμα από ανακύκλωση από μεταφυτεύσεις γλαστρωμένων φυτών, ή χώμα από τον κήπο ή τη φύση, αρκεί να μην έχει φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα. Τα χαλικάκια και τα υπολείμματα ριζών δεν ενοχλούν. Πέρα από το υπόστρωμα, το τι άλλο θα βάλετε στο χώρο τους εξαρτάται καθαρά από τις αισθητικές σας προτιμήσεις, γιατί τα σαλιγκάρια έχουν πολύ απλές ανάγκες. Τα σαλιγκάρια δεν τα νοιάζει αν βρίσκονται σ’ένα ευρύχωρο τερράριο με κατασκευές από ξύλα, πέτρες και φλοιούς να σκαρφαλώνουν και φυτά που δε μπορούν να φάνε όπως ο κισσός (Hedera helix) πάνω τους, αλλά αν θέλετε μπορείτε να φτιάξετε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σε πιο απλά περιβάλλοντα, μπορείτε να βάλετε λίγα ξύλα για να σκαρφαλώνουν ή και τίποτα, αφού θα σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα του κουτιού τους. Εγώ αρχικά τα είχα στο μικρό πλαστικό κουτάκι που μου τα έδωσαν για τις δύο πρώτες εβδομάδες με χαρτί για υπόστρωμα, όμως επειδή μεγάλωναν τα μετέφερα σ’ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 25χ23χ24, το οποίο έστρωσα με 6 περίπου εκ χώμα. Αρχικά σχεδίαζα να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο κουτί αν μεγάλωναν πολύ, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτό δε θα χρειαστεί, αφού ήδη στα 8-10 εκατοστά μερικά αρχίζουν να δημιουργούν το χείλος της ενηλικίωσης. Πέρα από χώμα, μέσα στο κουτί δεν έχω τίποτα. Όλα τα σαλιγκάρια είναι θαμμένα στο χώμα τη μέρα, σπάνια λίγα προσκολλώνται πάνω στα τοιχώματα ή στις γωνίες, και το βράδυ δραστηριοποιούνται και βόσκουν. Τότε είναι η ώρα που σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα ή και ανάποδα στο καπάκι.
Δείτε το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται.

Τα σαλιγκάρια αυτά ανέχονται μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, αλλά ιδανικές για το μεταβολισμό τους είναι αυτές μεταξύ 18-25 βαθμών Κελσίου, δηλαδή θερμοκρασία δωματίου και λίγο υψηλότερη. Εάν έχετε χαμηλότερες θερμοκρασίες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια απλή θερμαντική πλάκα που θα καλύπτει το μισό ή και λιγότερο από τον πυθμένα του χώρου τους. Οι θερμαντικές λάμπες είναι επικίνδυνες, διότι θα θερμάνουν υπερβολικά το χώρο, μπορεί να τα αφυδατώσουν αν τις πλησιάσουν, και σε περίπτωση που δεν είναι κεραμικές και φωτοβολούν θα τα στρεσάρουν, αφού θα πρέπει να φέγγουν για όλο το εικοσιτετράωρο. Σε χαμηλότερες από τις προτιμώμενες θερμοκρασίες θα τρώνε πολύ λιγότερο, και ίσως να προσπαθήσουν να ναρκωθούν. Στη δική μου περίπτωση μέσα στον Ιανουάριο, ένα από τα σαλιγκάρια μου δημιούργησε επίφραγμα, αλά τελικά βγήκε αμέσως από τη νάρκη. Την εποχή εκείνη έτρωγαν λίγο και συγκεντρώνονταν γύρω από τη ζέστη της πλάκας, μέσα στο χώμα. Εάν οι θερμοκρασίες ξεπεράσουν το προτιμώμενο όριο, αρχικά δε θα έχετε πρόβλημα. Έχω παρατηρήσει ότι μέχρι τους 28 βαθμούς τρέφονται κανονικά. Αν όμως οι θερμοκρασίες παραμείνουν ψηλότερα για μεγάλο χρόνο, η πρόσληψη τροφής μειώνεται σημαντικά, και μπορεί ν’αρχίζουν να αδυνατίζουν. Στην περίπτωση αυτήν, αν δε μπορείτε να τα μεταφέρετε σε δροσερότερο σημείο, το καλύτερο είναι να τα βάλετε σε θερινή νάρκη. Για να το κάνετε αυτό, απλώς αντικαθιστάται το χώμα με πολύ ξηρότερο και τα αφήνετε μέσα όπως πριν, αλλά χωρίς τροφή, και μέσα στις επόμενες μέρες θα αδρανοποιηθούν. Εγώ άργησα να το κάνω αυτό, με αποτέλεσμα δύο σαλιγκάρια να χάσουν βάρος. Αυτό φαίνεται από το μικρότερο βάρος τους όταν τα σηκώνεται, αλλά και από το μεγαλύτερο βάθος που μπορούν να φτάσουν όταν αποτραβιούνται στο καβούκι τους. Τελικά στα τέλη του Ιουνίου άλλαξα το χώμα. Μέσα σε τρεις μέρες, ακόμα και τα δύο μεγαλύτερα και πιο δραστήρια σαλιγκάρια κατέβηκαν στο χώμα και όλα ναρκώθηκαν. Τώρα οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 33 βαθμούς μερικές φορές και αυτά δεν επηρεάζονται καθόλου. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε την κατάσταση της νάρκης.

Το τάισμα είναι το ευκολότερο πράγμα μ’αυτά τα σαλιγκάρια. Μπορούν να φάνε μια μεγάλη γκάμα φυλλωδών λαχανικών, ζιζανίων, φύλλων θάμνων και δέντρων, καρπών και σπόρων. Εγώ επιλέγω τα είδη που θα τα δώσω σύμφωνα με το κατά πόσο τα τρώνε άγρια σαλιγκάρια, κι έτσι έχω μεγάλη επιτυχία. Φυλλώδη λαχανικά όπως το μαρούλι (Lactuca sativa), τα λαχανοειδή [(Brassica oleracea) λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανίδα], η ρόκα (Eruca sativa) και τα φύλλα από το ραπανάκι (Raphanus sativus), αγριόχορτα όπως η πικραλίδα ή ραδίκι (Taraxacum officinale), ο ζοχός (Sonchus oleraceus), η στελλάρια (Stellaria media), το περδικάκι (Parietaria judaica), το λάπατο (Rumex sativus), η μολόχα (Malva silvestris), όλα είναι στόχοι ντόπιων σαλιγκαριών και από τα αγαπημένα της A. Fulica, τα οποία εξαφανίζονται σε λίγες ώρες αφού τα βάλω. Έχω παρατηρήσει ωστόσο ότι τα λεια φεύγουν πιο γρήγορα από τα χνουδωτά αγριόχορτα. Εκτός από τα παραπάνω, τα οποία είναι κατάλληλα και για άλλα φυτοφάγα ζώα, π.χ. κουνέλια, τα δίνω και πιο τοξικά τουλάχιστον για σπονδυλωτά φυτά, τα οποία ωστόσο τρώνε πολύ τα δικά μας σαλιγκάρια, όπως τα φύλλα του βολβού του ιππέαστρου (Hippeastrum), μια ακόμα πολύ καλή και αγαπημένη τροφή, και τα φύλλα του σενεκίου (Senecio angulatum), το οποίο τρώνε αρκετά, αν κι όχι τόσο πολύ όσο τα προηγούμενα. Από λαχανικά δίνω φλούδες κολοκυθιού και αγγουριού (Cucurbita sp και Cucumis sativus), οι οποίες φεύγουν αμέσως, αλλά και κομμάτια καρότου (Daucus carota) και πατάτας (Solanum tuberosum), τα οποία ροκανίζονται αρκετά σε λίγες μέρες. Η πατάτα ιδιαίτερα θεωρείται πολύ θρεπτική τροφή για το συγκεκριμένο είδος. Από φύλλα δέντρων και θάμνων έχω δοκιμάσει πολλά, αλά δεν τα τρώνε όλα με την ίδια όρεξη, επειδή είναι πολύ σκληρότερα από τα φύλλα των χόρτων. Το αμπέλι (Vitis vinifera) και τον ιβίσκο (Hibiscus syriacus) για παράδειγμα μπορεί να τα φάνε, αλλά θα τα ροκανίσουν μέσα σε πολλές μέρες. Τα φύλλα των εσπεριδοειδών (Citrus sp) προτιμώνται περισσότερο, και φροντίζω να τα δίνω συχνά. Αντίθετα, η μουριά φαίνεται να είναι το αγαπημένο τους, και τρώνε τόσο τη μαύρη (Morus nigra), όσο και την άσπρη (Morus alba), με ιδιαίτερη προτίμηση στη δεύτερη, ίσως επειδή έχει μαλακότερα φύλλα. Τα φύλλα της μουριάς περιέχουν αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο, άρα είναι ωφέλιμα. Τα μαλάκια αυτά επίσης μπορούν να φάνε φρούτα, αλλά η συχνή σίτιση μ’αυτά θα οδηγήσει σε υγρά κόπρανα. Αραιά τα δίνω κομμάτια από αχλάδι, μήλο, ροδάκινο, βερίκοκο και μπανάνα. Τέλος υπάρχουν και φυτά τα οποία είτε είναι πολύ σκληρά είτε τοξικά και δε θα τα φάνε καθόλου, όπως ο κισσός, οι αειθαλείς θάμνοι όπως το ευώνυμο, αλλά και γενικώς ασφαλή είδη για φυτοφάγα όπως η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) και το χωνάκι (Campsis radicans). Σκληρά και ινώδη αγρωστώδη φυτά, όπως η αγριάδες, δε θα τα αγγίξουν καθόλου. Το σπανάκι (Spinacia oleracea) επίσης είναι τροφή που τρώνε, αλλά επειδή δεσμεύει το ασβέστιο στα σπονδυλωτά, δεν τους το δίνω. Φροντίζω να έχω τουλάχιστον δύο είδη φυτών σε κάθε τάισμα. Όταν τα ταΐζω, στρώνω τη μισή ή όλη την επιφάνεια του χώρου τους με τα φύλλα, ή αν είναι φλούδες τα αφήνου σε μια γωνία. Σε μία μέρα, θα έχουν μείνει κυρίως βλαστοί και μίσχοι. Δεν είναι απαραίτητο η τροφή να βρίσκεται σε μπολ, όπως πολλοί κάνουν. Αντίθετα όταν βρίσκεται στο χώμα και αφεθεί λίγο να σαπίσει είναι καλύτερη γι’αυτά. Προσθέτω νέα τροφή καθημερινά εάν έχει φαγωθεί όλη, αλλιώς κάθε 2-3 μέρες, και αφαιρώ τα υπολείμματα της παλιάς κάθε 2-3 μέρες. Εάν έχω παραμελήσει το τάισμά τους, τα σαλιγκάρια γίνονται πιο δραστήρια σκαρφαλώνοντας παντού. Αν έχει ησυχία και στήσω αυτί, μπορώ να τα ακούσω να ροκανίζουν σιγά-σιγά την τροφή όταν βόσκουν. Ορισμένοι κάτοχοι τα δίνουν συμπληρωματικά και γατοτροφή, σκυλοτροφή ή ψαροτροφή για επιπλέον πρωτεΐνη, αν κι εγώ δεν τα έχω δώσει ποτέ έως τώρα, πάντως δε βλάπτει η μικρή ποσότητα. Εκτός από την τροφή, απολύτως απαραίτητο είναι και το ασβέστιο. Μπορείτε να ρίχνετε το ασβέστιο σε σκόνη πάνω από την τροφή, αλλά πιο εύκολος τρόπος είναι να τους το παρέχετε ξεχωριστά, οπότε έτσι θα μπορούν να αυτορρυθμίζουν την πρόσληψή τους. Ένα κόκκαλο σουπιάς ή κάποιο ειδικό τούβλο ασβεστίου θα τους καλύψει όλες τις ανάγκες. Τα μικρά έχουν τεράστια όρεξη για ασβέστιο, και θα το εξαφανίζουν συνεχώς, ενώ όσο μεγαλώνουν θα τρώνε λιγότερο. Τα ενήλικα θα πρέπει να έχουν πάντοτε ασβέστιο, ακόμα κι αν τρώνε ελάχιστο κάθε μέρα. Για τα δικά μου χρησιμοποιούσα αρχικά το ¼ του μικρού κοκκάλου σουπιάς, το οποίο άδειαζαν σε 4 περίπου μέρες. Όσο μεγάλωναν χρειάζονταν το μισό, και τώρα τα δίνω σχεδόν ολόκληρο, το οποίο αλλάζω κάθε εβδομάδα ή 10 μέρες. Το τούβλο του ίδιου μεγέθους κρατά περισσότερο, μπορεί και για δύο βδομάδες. Εάν δεν υπάρχει αρκετό ασβέστιο, το όστρακό τους δε θα μεγαλώσει σωστά, ενώ μπορεί να στραφούν στον κανιβαλισμό. Συνήθως δεν τρώνε το κρέας των άλλων, αν και μπορεί μεγαλύτερα άτομα με έλλειψη ασβεστίου να φάνε ολόκληρα πολύ μικρότερα, αν και το σύνηθες είναι τα μικρότερα να ξύνουν το όστρακο κάποιου μεγαλύτερου, αποδυναμώνοντάς το. Επειδή το τραύμα βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά, το σαλιγκάρι δε θα μπορεί να το επιδιορθώσει και έτσι θα μείνει για όλη τη ζωή του. Μια φορά εγώ ξεκόλλησα ένα μικρότερο σαλιγκάρι από ένα μεγαλύτερο, και στο σημείο απ’όπου το έβγαλα υπήρχε ένα μακρόστενο αυλάκι, ίσως ένδειξη κανιβαλισμού. Από τότε βάζω ακόμα περισσότερο ασβέστιο μέσα. Είναι αδύνατο να αφομοιώσουν όλο το ασβέστιο που τρώνε, και γι’αυτό μπορεί να αποβάλλουν άσπρο υλικό στα περιττώματά τους, κάτι φυσιολογικό.
Οι ανάγκες τους σε νερό καλύπτονται από την τροφή τους και την υγρασία του περιβάλλοντος, άρα κανονικά δοχείο νερού δε χρειάζεται. Αρκετοί κάτοχοι βάζουν ένα ρηχό δοχείο νερού, όπου τα σαλιγκάρια πίνουν και ξεπλένονται από χώμα, αλλά αυτό χρειάζεται καθάρισμα κι επίσης μπορεί να πνίξει μικρά σαλιγκαράκια αν γίνει αναπαραγωγή. Εγώ δε βάζω, και δεν έχω κανένα πρόβλημα απ’αυτό. Αν το χώμα τους μένει μόνιμα υγρό κατά την περίοδο δραστηριότητας, δε θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Μπορείτε είτε να τα ψεκάσετε είτε να τα ποτίσετε, με προσοχή όμως γιατί μπορεί να λασπώσετε το χώμα τους. Αν το χώμα τους λασπώσει, δε θα μπορούν να θαφτούν προσωρινά. Μπορείτε να το επαναφέρεται προσθέτοντας νέο ξερό χώμα ή αφήνοντάς το να στεγνώσει για λίγες μέρες. Το χώμα δε θα χρειάζεται κατά τ’άλλα συχνή αντικατάσταση. Τα σαλιγκάρια θα παράγουν συνεχώς μακρόστενα περιττώματα καθώς τρέφονται, αλλά αυτά δε θα πρέπει ν’απομακρύνονται αμέσως, γιατί έχει βρεθεί ότι το υπερβολικά καθαρό περιβάλλον μειώνει την ικανότητα πρόσληψης όλων των θρεπτικών συστατικών, αφού τα σαλιγκάρια αυτά μπορεί να ξαναφάνε τα περιττώματά τους ή την τροφή που σαπίζει για ν’απορροφήσουν αποτελεσματικά όλα τα θρεπτικά συστατικά. Μία μερική αντικατάσταση του επιφανειακού υποστρώματος μια φορά την εβδομάδα είναι αρκετή, αν κι εγώ τα αφήνου και για πάνω από δύο εβδομάδες χωρίς πρόβλημα. Εάν δεν είστε σε θέση να το αντικαταστήσετε άμεσα, μπορείτε απλώς να ρίξετε καινούργιο υπόστρωμα από πάνω, κι έτσι να αραιώσει το παλιό. Πάλι εντούτοις θα χρειαστεί αντικατάσταση στο μέλλον. Τα σαλιγκάρια αυτά, ακόμα κι αν αφεθούν πολύ, δε θα πρέπει να μυρίζουν έντονα. Το περιβάλλον τους θα έχει μια μυρωδιά σαλιγκαριού, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε χώμα, χωνεμένα χόρτα και μυρωδιά μαλακίου που θα την ξέρετε αν έχετε μυρίσει βρασμένα σαλιγκάρια, αλλά όχι κάποια άσχημη μυρωδιά. Αν μυρίζει άσχημα, ελέγξετε μήπως το χώμα είναι πολύ βαθύ και υγρό και έχει αναερόβιες περιοχές, και αν δεν είναι αυτός ο λόγος, ίσως κάποιο σαλιγκάρι σας να έχει ένα ανεπανόρθωτο σοβαρό πρόβλημα.
Εφόσον τα μαλάκια ενηλικιωθούν, η αναπαραγωγή είναι αναπόφευκτη. Εγώ ακόμα δεν είχα αναπαραγωγή, αλά πιστεύω πως από το φθινόπωρο, εφόσον μερικά άρχισαν να ενηλικιώνονται, θα έχω. Το ζευγάρωμα είναι δύσκολο να το παρατηρήσετε, αλλά μπορεί να βρείτε φωλιές ψάχνοντας το υπόστρωμα. Μπορείτε να τις αφήσετε στη θέση τους, όπου διατρέχουν τον κίνδυνο να πατηθούν ή και να φαγωθούν, ή μπορείτε να τις μεταφέρετε σε άλλο μικρό κουτί για επώαση. Ακόμα όμως κι αν δεν τις μεταφέρετε, σίγουρο είναι ότι κάποια αυγά θα εκκολαφθούν. Το κουτί της επώασης θα πρέπει να έχει μικροσκοπικές τρύπες εξαερισμού για να μη φύγουν τα μικρά, και να βρίσκεται σε θερμοκρασίες ιδανικά μεταξύ 20-25 βαθμών. Τα μικρά έχουν όμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή με την υγρασία, διότι αφυδατώνονται πολύ ευκολότερα. Κι από εδώ ξεκινούν τα βάσανα. Φυσικά, θα είναι αδύνατο να τα κρατήσετε όλα, και σκεφτείτε τι θα γίνει αν όλα αυτά τα μικρά αναπαραχθούν επίσης στο μέλλον. Μπορεί αρχικά να πουλάτε ή να δίνετε τους απογόνους αλλού, αλλά σύντομα ο αριθμός τους θα ξεπεράσει την όποια πενιχρή ζήτηση. Μετά τι κάνετε; Αν δεν έχετε να ταΐσετε κάποιο μαλακιοφάγο ζώο ή να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, το μόνο καλό που μπορείτε να κάνετε είναι να τα θανατώνετε όλα. Μπορείτε να σπάσετε τα αυγά και τα μικρά, να τα καταψύξετε για 24 ώρες, να τα εμποτίσετε στη χλωρίνη ή να τα αφήσετε να στεγνώσουν. Μην τα απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση. Σε περίπτωση όμως που έχετε κάποιο ζώο που τα τρώει ή πρόκειται να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, τότε το είδος αυτό είναι το ιδανικό σαλιγκάρι γι’αυτόν το σκοπό, εξαιτίας της ευκολίας στην αναπαραγωγή του. Αν και τα ενήλικα δε τρώγονται σχεδόν από τίποτα, τα μικρότερα τρώγονται από πολλά ζώα. Εντελώς κοχλιοφάγα είδη, όπως οι καϊμανόσαυρες (Dracaena guianensis) και η μαλαισιανή κοχλιοφάγα νεροχελώνα (Malayemys macrocephala) μπορούν να ζήσουν σχεδόν αποκλειστικά μ’αυτήν την τροφή, αλλά και για λιγότερο σπάνια είδη τα οποία τρώνε σαλιγκάρια, αυτή η τροφή μπορεί να αποτελεί μεγάλο μέρος του διαιτολογίου τους. Μπορούν να τα φάνε ζώα όπως σχεδόν όλα τα είδη νεροχελώνας, κάποια χερσαία είδη όπως αυτές των γενών Terapene και Kinixis, οι κυανόγλωσσοι σκίγκοι της Αυστραλίας του γένους Tiliqua, οι κερασφόροι βάτραχοι του γένους Ceratophrys, ο αφρικανικός ταυροβάτραχος (Pyxicephalus adspersus), διάφορες μεγάλες σαλαμάνδρες, μικροί βαράνοι όπως ο βαράνος της σαβάνας (Varanus exanthematicus), οι σαύρες τεγκού του γένους Tupinambis, μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια, σκαντζόχοιροι κ.ά. Πιο εντομοφάγα είδη όπως οι περισσότερες σαύρες, π.χ. γκέκο και δράκοι, καθώς και εντομοφάγοι βάτραχοι μπορεί να μην τα φάνε εύκολα, αλλά θα σας ενημερώσω γι’αυτό όταν το δοκιμάσω. Προς το παρόν πάντως, ο γενειοφόρος μου δράκος (Pogona vitticeps) σπάνια τρώει άγρια σαλιγκάρια (Helix aspersa), και συνήθως τα μικρά, τα οποία δεν τρώει ολόκληρα. Αν δεν τα τρώει σχεδόν κανείς, πάλι θα έχω τον κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) να τα δίνω, κι επίσης θα μπορώ να τα δίνω σε άτομα που ξέρω που έχουν νεροχελώνες. Ξέρω έναν χομπίστα για παράδειγμα που έχει μια σχετικά σπάνια κινέζικη μαλακοχέλυα νεροχελώνα (Pelodiscus sinensis), η οποία θα μπορεί να τα φάει. Τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και ασβέστιο, ακόμα και χωρίς το κέλυφός τους. Για ζώα που τα τρώνε ολόκληρα, αυτό είναι ωφέλιμο, αφού λαμβάνουν μεγάλη ποσότητα ασβεστίου. Το φαινομενικά σκληρό κέλυφος διαλύεται σταδιακά στο όξινο περιβάλλον του στομαχιού και αφομοιώνεται. Ο γενειοφόρος δράκος κάθε φορά εξαφάνιζε κάθε ίχνος κελύφους εντελώς, ενώ όταν μια φορά φέτος είχα δώσει στον κερασφόρο μου βάτραχο 5 μεσαίου μεγέθους κοινά σαλιγκάρια H. Aspersa με το όστρακό τους, μέσα σε 9 μέρες κάθε ίχνος τους είχε εξαφανιστεί. Αντίθετα, μικρά εντομοφάγα αμφίβια με πιο αδύναμο στομάχι μπορεί να μη μπορούν να χωνέψουν όλο το κέλυφος και να το κάνουν εμετό. Θεωρητικά θα μπορούσατε να τα εκτρέφεται και για δική σας κατανάλωση, αλλά με ένα ή δύο μικρά κουτιά μην περιμένετε να βγάζετε τίποτα περισσότερο από μια ντουζίνα κάθε εξάμηνο για να τα τρώτε σαν γκουρμέ.
Παρά διάφορα που λέγονται σε ιστοσελίδες λιγότερο επιστημονικού προσανατολισμού, τα σαλιγκάρια αυτά είναι κυρίως ζώα παρατήρησης κι όχι χειρισμού. Δεν πρόκειται να σας μάθουν ποτέ δηλαδή αν τα σηκώνετε ή τα πειράζεται. Πιθανόν το μόνο που θα καταφέρετε με παρατεταμένο χειρισμό είναι να τα στρεσάρεται. Είναι ωστόσο σημαντικό να ξέρετε πώς θα τα σηκώσετε για να μην τα τραυματίσετε, γιατί αυτό θα χρειαστεί όταν τα μετακινείτε, ελέγχετε το βάρος τους κλπ. Εάν είναι κολλημένα κάπου, μην τα τραβήξετε ποτέ απότομα, γιατί μπορεί να τα τραυματίσετε. Πρώτα σύρετέ τα πάνω στην επιφάνεια και μετά τραβήξτε τα απαλά. Τα αναπτυσσόμενα σαλιγκάρια έχουν εύθραυστο άνοιγμα κελύφους, και γι’αυτό θα πρέπει να προσέχετε περισσότερο με αυτά. Όταν το σαλιγκάρι είναι έξω, το σώμα του προστατεύει αυτήν την περιοχή, αλά όταν μαζεύεται μέσα, η περιοχή είναι απροστάτευτη και σπάει εύκολα. Σε περίπτωση που την σπάσετε κατά λάθος, μην ανησυχείτε, γιατί το μαλάκιο θα επιδιορθώσει αμέσως τη βλάβη. Έχω παρατηρήσει ότι σε μια βδομάδα κάθε ίχνος του σπασίματος θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί το ζώο, κατά την έναρξη της επιδιόρθωσης, πρώτα να λειάνει το άνοιγμα ροκανίζοντάς το, κι αυτό είναι φυσιολογικό. Χειρότερα μπορεί να συμβούν αν το σαλιγκάρι σας πέσει απ’το χέρι. Εγώ το είχα πάθει μια μόνο φορά, όταν μου είχε πέσει το μικρότερο κατά τη μεταφορά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο κουτί. Έσπασε ένα εκατοστό περίπου νέας ανάπτυξης, η οποία όμως αναπληρώθηκε. Μια μικρή πτώση σε μαλακό υλικό μπορεί να μην τα βλάψει, αλλά κάθε πτώση σαλιγκαριού είναι επικίνδυνη και θα πρέπει να την αποφύγετε. Επίσης κάθε φορά που θα σηκώνετε ένα σαλιγκάρι, αυτό θα αποσύρετε μέσα στο καβούκι του κάνοντας έναν υγρό ήχο. Δεν έχουν φωνή, μην ανησυχείτε. Έπειτα, αν το βάλετε πα΄νω στην παλάμη σας, μπορεί σύντομα να βγει και ν’αρχίζει να κινείται. Μπορεί επίσης να σας ξύσει με το ξύστρο, όπως κάνει σε όλες τις επιφάνειες για να διαπιστώσει αν τρώγονται. Μην ανησυχείτε πάλι, δε θα σας φάει! Εμένα ωστόσο δε με έχουν ξύσει ποτέ, αλλά κι εγώ δεν τα έχω κρατήσει ποτέ για πολύ ώρα. Πιστεύω πως το χέρι μας είναι πολύ ζεστό και αφυδατωτικό γι’αυτά τα μαλάκια του χώματος και της βροχής. Η βλέννα τους είναι αραιή και ξεπλένεται εύκολα, οπότε πάλι μην ανησυχείτε.

Η σκοτεινή πλευρά

Το κομμάτι αυτό το άφησα για το τέλος. Όπως ανέφερα στην αρχή, το σαλιγκάρι αυτό έχει πολύ υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό, ανθεκτικότητα σε διάφορες ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, μεγάλο εύρος διατροφικών φυτών, και το με΄γάλο του μέγεθος κατά την ενηλικίωση το προστατεύει από τους περισσότερους εχθρούς, ενώ η κρυπτική του συμπεριφορά και η γρήγορή του ανάπτυξη το κάνουν λιγότερο ευάλωτο ακόμα και σε νεαρή ηλικία. Με λίγα λόγια είναι από τα χειρότερα επεκτατικά είδη στον κόσμο. Έχει επεκταθεί με τη βοήθεια του ανθρώπου στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης, καθώς και σε πιο υποτροπικά κλίματα, ακόμα και σε μέρη με λίγο χιόνι το χειμώνα. Όπως προανέφερα, μεταφέρθηκε είτε σκόπιμα ως τροφή ή για την εμφάνισή του, είτε κατά λάθος μαζί με γεωργικά προϊόντα, φυτά, χώμα, οχήματα, δομικά υλικά, στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, ή από άτομα στην αιχμαλωσία που ξέφυγαν. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αρκετές χώρες εκτός από την Ανατολική Αφρική, όπως στην Ακτή Ελεφαντοστού στα δυτικά, στη Μαδαγασκάρη, στην Ινδία, στο Νεπάλ, στη νότια Κίνα, στην Ταϊλάνδη και σε άλλες χώρες της ΝΑ Ασίας, στη νότια Ιαπωνία, Στα περισσότερα νησιά του Ινδικού (συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μαυρίκιος, Φιλιππίνες, Ανταμάν και Νικομπάρ, Σρι Λάνκα, Χονγκ Κόνγκ, Ταϊβάν, Γκουάμ κλπ), μέχρι και στη Νέα Γουινέα, στα περισσότερα νησιά του Ειρηνικού (Γαλλική Πολυνησία, Σαμόα, Τόγκα, Νέα Καληδονία, Βόρειες Μαριάνες κλπ), μέχρι τη Χαβάη, στη Βραζιλία, στη Βενεζουέλα, στα νησιά της Καραϊβικής, ίσως και σε λίγες εστίες των νότιων ΗΠΑ. Η ικανότητά του να τρώει πολλά είδη φυτών σε συνδυασμό με το μειωμένο αριθμό ή και την παντελή απουσία εχθρών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε πληθυσμιακή έκρηξη. Σε ιδανικές συνθήκες με άφθονη τροφή, η πυκνότητα του σαλιγκαριού αυτού μπορεί να φτάσει έως και τα 150 άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο. Μπορεί να φάει περίπου 500 είδη φυτών χρήσιμα στη γεωργία, με την οικογένεια του λάχανου (Brassicaceae), του φασολιού (Fabaceae) και του κολοκυθιού (Cucurbitaceae) τα πλέον ευάλωτα. Τρώει επίσης μαρούλι, σπανάκι, και σε νεαρή φάση σολανοειδή φυτά όπως ντομάτα, μελιτζάνα κλπ. Η φάση των σπορόφυτων είναι η πιο ευάλωτη, με ποσοστό απώλειας μετά τη μεταφύτευση που μπορεί να φτάσει και στο 100%. Μπορεί επίσης να φάει τροπικά φυτά όπως μπανανιά, νεαρούς κοκοφοίνικες, γκουάβα, παπάγια, καφέ, μουριά, γιαμ, κολοκάσι κλπ. Μερικές φορές επιτίθεται ακόμα και στο ρύζι. Κάποια είδη τα αποφυλώνει εντελώς, ενώ σε άλλα προκαλεί τοπικές βλάβες στους βλαστούς, στα άνθη ή στους καρπούς. Μπορεί επίσης να μεταφέρει ασθένειες από το ε΄να φυτό στο άλλο καθώς τρέφεται. Εκτός από την άμεση δράση του, ζημιώνει επίσης τους αγρότες των περιοχών αναγκάζοντάς τους να δαπανούν ποσά για την καταπολέμησή του ή περιορίζοντάς τους σε καλλιέργεια ανθεκτικών στο σαλιγκάρι φυτών. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης προξενεί μεγάλες καταστροφές σε κήπους και πάρκα. Ο αντίκτυπός του στα άγρια φυτά δεν έχει μελετηθεί τόσο πολύ, αλά είναι αναμενόμενο νησιωτικά φυτά με λιγότερες άμυνες να είναι πιο ευάλωτα. Η A. fulica μπορεί επίσης να εκτοπίσει διάφορα ιθαγενή είδη σαλιγκαριών. Συχνά προκαλεί αισθητικά προβλήματα αφήνοντας γραμμές από σάλιο στους τοίχους ή ροκανίζοντας το τσιμέντο για να λάβει ασβέστιο. Μπορεί να δισχεράνει την πορεία τον αυτοκινήτων στους δρόμους σε μεγάλους πληθυσμούς, όταν πολλά σαλιγκάρια σπάνε και ο δρόμος γλιστράει, και σπάνια το κέλυφός τους μπορεί να σκάσει λάστιχα. Μπορεί να μεταδώσει το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου Angiostrongylus cantonensis εάν καταναλωθεί ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρεμένο, και σπανιότερα με τη βλέννα του. Το παράσιτο αυτό, που παρασιτεί στον πνεύμονα του αρουραίου, έχει σύνθετο κύκλο ζωής. Τα αυγά του φεύγουν με τα περιττώματα του αρουραίου, τα τρώει το σαλιγκάρι, έπειτα το σαλιγκάρι τρώγεται από τον αρουραίο, το παράσιτο μεταναστεύει στο νευρικό σύστημα και μετά στον πνεύμονα, όπου ωριμάζει και αναπαράγεται. Σπάνια μπορεί να μολυνθεί ο άνθρωπος με συμπτώματα εοσινοφιλικής μηνιγγίτιδας. Η A. fulica δεν είναι πιο πιθανό να φέρρει αυτό το παράσιτο από άλλα σαλιγκάρια της περιοχής, απλώς ως μεγαλύτερη, μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα. Το παράσιτο είναι σπάνιο σε εύκρατες περιοχές. Οι πληθυσμοί στην αιχμαλωσία, έχοντας αποκοπεί από τον κύκλο μετάδοσης του παρασίτου, δεν το έχουν, αλλά και τα πιασμένα άτομα από τη φύση μετά από δύο μήνες το χάνουν. Τα άδεια μεγάλα όστρακά τους μπορούν επίσης να γεμίσουν με νερό και να φιλοξενήσουν προνύμφες κουνουπιών, ενώ πολ΄λα όστρακα σε περιορισμένο χώρο μπορούν να αλκαλοποιήσουν το χώμα, επηρεάζοντας την τοπική χλωρίδα. Οι μέθοδοι καταπολέμησης επίσης πολλές φορές οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Η εισαγωγή του κοχλιοφάγου σαλιγκαριού Euglandina rosea και του κοχλιοφάγου πλατυέλμινθα Platydemus manokwari σε πολλά νησιά έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών ενδημικών ειδών, χωρίς μεγάλες επιπτώσεις στην A. fulica. Επίσης τα δηλητήρια που χρησιμοποιούνται κατά της A. fulica δηλητηριάζουν και τα ζώα που την τρώνε πριν πεθάνει, και οι μαζικοί της θάνατοι προκαλούν δυσωδία.
Παρόλο που το σαλιγκάρι αυτό θεωρείται επιζήμιο και επεκτατικό είδος, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ζοφερή όπως φαίνεται. Πολλά από τα παραπάνω έχουν δεχτεί κριτική, αφού στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις της εισαγωγής του σαλιγκαριού μειώνονται με το χρόνο, όπως και με άλλα επεκτατικά είδη. Πράγματι το σαλιγκάρι αυτό μπορεί να φάει ευρεία ποικιλία φυτών, και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ινδονησία, οι αγρότες σταμάτησαν την καλλιέργεια κάποιων σοδειών για μερικά χρόνια μετά την εισαγωγή του είδους, αλλά η κατάσταση αυτή δε διαρκεί για πάντα. Η πληθυσμιακή έκρηξη σύντομα ακολουθείται από κατάπτωση, η οποία ίσως να οφείλεται στη μετάδοση ασθενειών μεταξύ των μαλακίων. Για παράδειγμα, το βακτήριο Aeromonas liquefaciens προςβάλλει και θανατώνει A. fulica στη Χαβάη. Μετά από 20-60 χρόνια από την εισαγωγή, οι πληθυσμοί του σταθεροποιούνται. Το είδος παραμένει επιζήμιο για τη γεωργία και για τους κήπους, όπως κάθε άλλο σαλιγκάρι. Δεύτερον το είδος έχει εχθρούς στο μεγαλύτερο μέρος της εισαγόμενης εξάπλωσής του, όπως πουλιά, βαράνους, αγριόχοιρους, αρουραίους, καβούρια κλπ. Σε πολλά νησιά η εξάπλωσή του εμποδίστηκε από τους ερημίτες και τους χερσαίους κάβουρες που ενδημούσαν εκεί, όπως στο Νησί των Χριστουγέννων, όπου το χερσαίο καβούρι Gecarcoidae natalis κρατούσε τον πληθυσμό του είδους σε χαμηλά επίπεδα, αν και σήμερα απειλείται από εισαγόμενα μυρμήγκια. Επίσης, αν και πράγματι το είδος έχει εκτοπίσει πολλά ιθαγενή σαλιγκάρια στις περιοχές όπου εισήχθη και λίγα έχουν εξαφανιστεί εντελώς, δεν έχει αποδειχθεί ως ο μόνος παράγοντας εξαφάνισής τους. Αντίθετα, οι θηρευτές που εισήχθησαν για την καταπολέμησή του όπως το κοχλιοφάγο σαλιγκάρι Euglandina rosea και ο κοχλιοφάγος πλατυέλμινθας Platydemus Manokwari οδήγησαν πολλά νησιώτικά είδη στην εξαφάνιση, με πιο λυπηρή περίπτωση αυτήν της Γαλλικής Πολυνησίας, όπου η E. rosea εξαφάνισε τα περισσότερα δενδρόβια σαλιγκάρια του γένους Partula του συμπλέγματος. Συχνά τα ευάλωτα νησιωτικά σαλιγκάρια ήταν δενδρόβια, οπότε δεν ανταγωνίζονταν άμεσα με την A. fulica. Επίσης το σαλιγκάρι αυτό αποτελεί θρεπτική τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων στις περιοχές όπου εισήχθη και τα περιστατικά με το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου A. cantonensis δε σημείωσαν αύξηση, παραμένοντας σπάνια. Απλώς οι χώρες οι οποίες προσπαθούν να αποτρέψουν την είσοδο του αφρικανικού σαλιγκαριού αποθαρρύνουν τον κόσμο να τα τρώει, για΄τί έπειτα δε θα επιθυμούν την εξαφάνισή του, όπως οι ΗΠΑ που άλλωστε δεν έχει σπουδαία κοχλιοφαγική παράδοση. Τέλος, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις στις ΗΠΑ, όπου οι εισβολές αντιμετωπίστηκαν εν τη γενέσει τους σε μικ΄ρες περιοχές στη Φλόριντα, η πλήρης εκρίζωση της A. fulica από ένα τόπο όπου έχει εγκαθιδρύσει πληθυσμό χωρίς να επηρεαστούν τα τοπικά γαστερόποδα θεωρείται αδύνατη με σημερινά μέσα. Η συλλογή με το χέρι πάντως είναι καθαρά προσωρινή λύση, αφού πολύ περισσότερα μικρά σαλιγκάρια παραμένουν κρυμμένα κι επίσης τα αυγά τους βρίσκονται στο χώμα. Για την αντιμετώπιση μεγαλύτερων εκτάσεων, χρησιμοποιούνται δηλητήρια, αν και πρόσφατα διερευνώνται λιγότερο τοξικοί τρόποι αντιμετώπισής τους, όπως με απωθητικά φυτά. Για το λόγο των παραπάνω, η εισαγωγή και η κατοχή A. fulica και συγγενικών ειδών στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αλλά και σε μερικές ακόμα χώρες, είναι παράνομη. Κάποιος που έχει τέτοια σαλιγκάρια μπορεί να μπλέξει άσχημα με το νόμο, και τακτικά οι αποσκευές Αφρικανών που καταφθάνουν σ’αυτές τις χώρες ελέγχονται εξονυχιστικά γι’αυτόν τον οστρακοφόρο τρομοκράτη. Εάν σ’αυτό το σημείο αναρωτηθήκατε γιατί ο Καναδάς απαγορεύει αυτό το σαλιγκάρι μιας και δε θα μπορούσε ποτέ να ευδοκιμήσει εκεί, δε μπορώ να σας δώσω καμία απάντηση. Απαγορεύει επίσης και τις εξωτικές κατσαρίδες και σχεδόν κάθε άλλο τροπικό έντομο. Ίσως να προνοεί για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη. Αντίθετα στην Ευρώπη η εμπορία του είδους δεν υπόκειται σε περιορισμούς.

Αν και η προσαρμογή και εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα είναι αρκετά απίθανη – αν μπορούσε να προσαρμοστεί σε παρόμοια κλιματική ζώνη θα το είχε κάνει εδώ και δεκαετίες -, Το καλύτερο είναι να μην το διακινδυνεύσουμε. Οπότε μην απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση αυτό το σαλιγκάρι σε καμία φάση της ζωής του στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον.

Πηγές:
Achatina fulica – Wikipedia,/a>
A. fulica το adw
A. fulica στο Gisd
Pet Snails
Η μεγαλύτερη παγκοσμίως σελίδα για τα κατοικίδια σαλιγκάρια διάφορων ειδών.
οδηγός φροντίδας για γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια

Οι χιλιοποδαρούσες είναι από τα αγαπημένα μου ασπόνδυλα. Πώς ν’αγαπήσεις αυτά τα μικρά, πολύποδα πλασματάκια που όταν φοβούνται γίνονται μπαλίτσες και γενικώς είναι σαν να μην υπάρχουν θα μου πείτε, αντί για κάτι καλύτερο, σκληρότερο κι επικινδυνότερο, όπως τις ταραντούλες, τους σκορπιούς ή τις σαρανταποδαρούσες; Και ο΄μως γίνεται. Για τα ασπόνδυλα αυτά έχω γράψει παλαιότερα εδώ και εδώ. Στο δεύτερο μάλιστα άρθρο περιέγραψα την αποτυχημένη μου προσπάθεια να διατηρήσω το γιγάντιο αμερικανικό είδος Orthoporus ornatus, αλλά τι να κάνουμε, λάθη γίνονται. Καισ τα δύο άρθρα υπάρχουν πληροφορίες για την ιστορία, την ανατομία, τη βιολογία, την οικολογία και τη συμπεριφορά αυτών των ζώων. Έχω γράψει επίσης κάποια μικρότερα άρθρα γι’αυτά τα αρθρόποδα.

Εν ολίγοις, οι χιλιοποδαρούσες αποτελούν την ομοταξία των διπλοπόδων στην υποσυνομοταξία των μυριαπόδων, με περίπου 12.000 είδη σ’όλο τον κόσμο. Οι πλέον κοινές, τα ελμινθόμορφα, έχουν σκωληκόμορφο σχήμα με κυλινδρικό σώμα, υπάρχουν όμως και πεπλατυσμένες και άλλες μορφές. Όλες, μετά το κεφάλι, το λαιμό (άποδο τμήμα) και τα τρία επόμενα τμήματα, φέρουν διπλοτμήματα, δηλαδή δύο τμήματα συνενωμένα σε ένα. Γι’αυτο και τα πόδια τους φαίνονται να είναι ανά δύο ζεύγη σε κάθε τμήμα. Τα πόδια τους βρίσκονται κάτω από το σώμα για να τις σπρώχνουν αποτελεσματικότερα στο έδαφος, αλλά αυτό μειώνει και την ταχύτητά τους. Ο εξωσκελετός τους ενδυναμώνεται με ανθρακικό ασβέστιο, όπως αυτός των καρκινοειδών, γι’αυτό είναι σκληρός και άκαμπτος. Είναι νυκτόβιες, αγαπούν την υγρασία και τρέφονται με νεκρή φυτική οργανική ύλη, φρέσκα μέρη φυτών, καρπούς και μύκητες. Η διατροφικές τους συνήθειες τις κάνουν χρησιμότατους ανακυκλωτές της ύλης στα οικοσυστήματα όπου ζουν, δηλαδή σχεδόν παντού στον πλανήτη μας. Είναι ειρηνικά ζώα που δεν εκδηλώνου επιθετική συμπεριφορά σε ομοειδή τους, ούτε σε άλλα ζώα. Όταν όμως απειληθούν, θα αμυνθούν. Επειδή δεν έχουν ούτε ταχύτητα ούτε εξειδικευμένα όπλα, η πρώτη τους άμυνα είναι να συσφαιροποιηθούν, προτάσσοντας το σκληρό εξωσκελετό τους. Έπειτα μπορεί να προσπαθήσουν αν ξεφύγουν με διάφορους τρόπους. Επίσης ενώ απειλούνται, σχεδόν όλα τα είδη θ’απελευθερώσουν τοξίνες από τους οζοπόρους του σώματός τους, οι οποίες έχουν άσχημη οσμή και γεύση. Ελάχιστα είναι τα είδη που μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό στον άνθρωπο μετά από άμεση επαφή, αλά οι τοξίνες αυτές είναι αποτελεσματικές κατά μικρών εντόμων, π.χ. μπορούν να διαβρώσουν τον εξωσκελετό των μυρμηγκιών που τις επιτίθενται. Παρά τη χημική άμυνά τους, εξακολουθούν να έχουν αρκετούς εχθρούς.

Το άρθρο αυτό το είχα προσχεδιάσει εδώ και πα΄ρα πολύ καιρό, μπορεί και για πάνω από διόμισι χρόνια, απλώς δεν υπήρξε η ευκαιρία να κάνω ένα καλό βίντεο. Μια φορά πρόπερσι έκανα, αλλά δε μ’άρεσε και το έσβησα. Όμως προχθες, 29 Οκτωβρίου, είχα την ευκαιρία για ένα πολύ καλό βίντεο, όπου δείχνω τις αμυντικές συμπεριφορές των αρθροπόδων αυτών. Οι χιλιοποδαρούσες έχουν απλό νευρικό σύστημα, άρα και οι συμπεριφορές που επιστρατεύουν για την αποφυγή των εχθρών τους είναι περιορισμένες και συγκεκριμένες. Αυτό δε σημαίνε όμως ότι κάθε χιλιοποδαρούσα θα αντιδράσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στην ίδια κατάσταση. Το αν έχει ενοχληθεί προηγουμένος, η ηλικία της και το μέγεθός της, αλλά και ατομικές διαφορές στο νευρικ΄κο σύστημα διαδαματίζουν μεγάλο ρόλο σ’αυτό.

Τις χιλιοποδαρούσες αυτές λοιπόν τις βρήκα εντελώς τυχαία, καθώς μάζευα φύλλα ιβίσκου για το κουνέλι μου. Δίπλα σ’έναν ιβίσκο στη Σχολή Τυφλών υπάρχει μία πικροδάφνη, και πρόσεξα πώς πάνω στα χοντρά κλαδιά της υπήρχαν δεκάδες χιλιοποδαρούσες, οι περισσότερες μικρές. Δεν ξέρω τι δουλειά είχαν πάνω σ’εκείνο το τοξικό φυτοό, αλλά το πιο πιθανό είναι να βρίσκονταν εκεί χωρίς να το τρώνε. Ίσως να ήταν κάποια εποχιακή μετακίνηση που έχει να κάνει με την αναπαραγωγή ή τη χειμερινή ανάπαυλα. Σχεδόν όλες ήταν στο ενάμισι εκατοστό, οπότε δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω μεγάλες για το βίντεο. Τελικά βρήκα μία 4 εκατοστών και μία 3,5 περίπου, τις οποίες τσέπωσα αμέσως. Τσέπωσα ακόμα μια τρισημισάρα, αλλά μετά μου έπεσε. Δεν ξέρω το είδος τους, αλλά το έχω ξανασυναντήσει. Όποιος ξέρει, ας απαντήσει στα σχόλια.

Στο βίντεο, τοποθετώ αρχικά τις χιλιοποδαρούσες πάνω σ’ένα λευκό χαρτί. Αυτό το χαρτί ευφημιστικά το ονομάζω το χαρτί του πόνου, γιατί είναι το σημείο όπου τα διάφορα μικρά ασπόνδυλα ανατέμνονται σύμφωνα με τις μεγκέλειές μου ορέξεις. Πρώτη τους άμυνα είναι να συσφαιροποιηθούν σφιχ΄τα, αλλ’επειδή αυτές ήταν ήδη ενοχλημένες, από πρότερο αποτυχημένο βίντεο (το κινητό ξαφνικά μου έβγαλε προειδοποίηση για χαμηλή μπαταρία) άρχισαν να κινούνται απ’την αρχή. Όπως θα προσέξετε, είναι έντονα φωτοφοβικές ή αρητικά φωτοταξικές, δηλαδή κινούνται πάντοτε προς το σκοτεινότερο σημείο. Η όρασή τους άλλωστε περιορίζεται στην αντίληψη του φωτός, το οποίο δηλώνει κίνδυνο, διότι αν ένα τέτοιο ζώο ξαφνικά βρισκόταν έξω στο φως τη μέρα, σίγουρα θα διέτρεχε άμεσο κίνδυνο. Η όσφρηση, η γεύση και η αφή όμως είναι καλά ανεπτυγμένες. Φυσικά δεν μπορούν να κινηθούν προς τη σκιά αν δεν την βλέπουν. Μετά, τις αλλάζω πορεία. Κάθε φορά που κάτι αγγίζει το κεφάλι τους, στην περίπτωση αυτήντο δάχτυλό μου, έστω και για λίγο, αμέσως αλλάζουν πορεία. Πιθανόν είναι μηχανισμός για να προστατεύσουν το κεφάλι τους.

Στη συνέχεια τις σηκώνω και της κρατώ από διάφορα σημεία. Αν τις κρατήσω από πίσω, κάνουν συγκεκριμένες, συστηματικές κινήσεις για ν’απελευθερωθούν. Κάνουν με το σώμα τους ομόκεντρους κύκλους, οι οποίοι αυξάνονται σε ακτίνα μέχρι να βρουν το στοιχείο που τις κρατά και να πιαστούνα πό εκεί. Πιθανότατα η σωματαισθητική τους ικανότητα, με την οποία θα υπολόγιζαν αμέσως τη θέση του σώματός τους και την απόσταση, δεν είναι πολύ ανεπτυγμένη. Σε σχέση με τους γεωσκώληκες πάντως είναι πολύ πιο οργανωμένες. Εκείνοι απλώς θα έκαναν σπασμωδικές κινήσεις, και συχνά όταν άγγιζαν το στήριγμα θα ξαναέπεφταν. Όταν λοιπόν τις κρατήσω από μπροστά, μαζεύουν όλο το σώμα τους προς το χέρι μου σε μία συσφαιροποιητική κίνηση τραβώντας το πιασμένο μπροστινό μέρος ώστε να απελευθερωθούν. Αν τις ακινητοποιήσω και από μπροστά και από πίσω, συσπώνται, κάνουν κοιλια στη μέση και μετά απελευθερώνουν το μπροστινό μέρος. Πιθανόν η συμπεριφορά συντίθεται από το σύστημα αλλαγής πορείας και την αντίδραση απελευθέρωσης σε περίπτωση που πιαστούν από μπροστά. Συχνά αν προσέξετε μου πέφτουν, εξαιτίας του ολισθηρού τους εξωσκελετού. Οπότε οι άμυνές τους πράγματι δουλεύουν. Δουλεύουν επίσης, γαιτί πολλές φορές έχω ρίξει χιλιοποδαρούσες από επιφάνειες όοπυ προσπαθούσα να τις πιάσω γιατί γλιστρούσαν και συσφαιροποιούνταν. Επίσης όταν πιάνονται από μένα, ή από άλλες επιφάνειες, έχουν πολύ καλό κράτημα και είναι απίθανο να πέσουν αν δεν αναποδογυριστούν απότομα. Σε μια στιγμή η μεγάλη χιλιοποδαρούσα περνά από ένα μικρό κενό ανάμεσα στα δύο μου δάχτυλα. Πιθανόν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει στερεό αντικείμενο μπροστά, επειδή απλώνει το μπροστινό μέρος του σώματός της, και μετά από λίγες μεθοδικές κινήσεις δεξιά κι αριστερά το πιάνει και προχωρά.

Οι χιλιοποδαρούσες, όπως και πολλά, αν κι όχι όλα τα αρθρόποδα, έχουν αρκετά αποκεντρωμένο νευρικό σύστημα. Ο εγκέφαλος, αν κι ελέγχει τη γενική συμπεριφοραά του ζώου, κυρίως έχει να κάνει με το κεφάλι και τα αισθητήρια όργανα που βρίσκονται εκεί, αφήνοντας τον έλεγχο τω σωματικών αισθήσεων και κινήσεων στα γάγγλια κάθε τμήματος. Έτσι τα αρθρόποδ ααυτά μπορούν να επιβιώσουν και μετά τον αποκεφαλισμό τους. Προς το τέλος του βίντεο αποκεφαλίζω τη μικρότερη χιλιοποδαρούσα, η οποία, αφού άλλαξε αρκετές πορείες και προσπάθησε να μου ξεφύγει, ακινητοποιήθηκε και μ’ένα κρατς έχασε το κεφάλι της και ίσως κάποια μπροστινα τμήματα. Μετά τον αποκεφαλισμό, προσπάθησε να συσφαιροποιηθεί, αλλά μετά ξαναάνοιξε. Μετά δεν κινούταν σχεδόν καθόλου, αλλά όταν την έπιασα από πίσω, προσπάθησε να βρει το σημείο όπουπιάστηκε με κάποια επιτυχία, οπότε αυτή η αρκετά σύνθετη λειτουργία δεν απαιτεί τον εγκέφαλο καθόλου. Παρόλα αυτά, σε σχέση με τα αποκεφαλισμένα έντομα, τα οποία μπορούν ναν κινηθούν κανονικά, και κάποιες φορές και να ξεφύγουν από εχθρούς, ήταν πολύ ληθαργικές. Είτε ο εγκέφαλος ελέγχει πολύ περισσότερο το υπόλοιπο σώμα σ’αυτά τα είδη, είτε η τεχνική μου ήταν λανθασμένη. Ίσως δεν την έκοψα τόσο προσεκτικά, και αφαίρεσα μαζί και κάποια από τα πρώτα τμήματα, διακόπτοντας και μέρος της καρδιάς, η οποία διατρέχει όλο το σώμα από την πάνω πλευρά. Υποψιάζομαι όμως το πρώτο.

Στο τέλος, βάζω τη μεγάλη δίπλα στη θανάσιμα τραυματισμένη μικρότερη, για να διαπιστώσω αν την αποφεύγει. Πολλά ασπόνδυλα απομακρύνονται από την περιοχή όταν μυρίζουν τους χυμούς των συντεθλημμένων ομοειδών τους. Η χιλιοποδαρούσα άλλαξε γρήγορα πορεία, αλά δεν ξέρω αν ήταν εξαιτίας αυτού ή τυχαίο γεγονός. Θα ψάξω επιστημονικές μελέτες για να δω αν κάτι τέτοιο έχει καταγραφεί. Αν ακούσετε προσεκτικάσ το βίντεο, ενώ περπατάνε ή τις σέρνω πάνω στο χαρτί, ακούγονται τα αναρίθμητα μικρά πόδια τους, τα οποία παρεμπτιπτόντος δεν είναι χίλια δε κανένα είδος χιλιοποδαρούσας. Το βίντεο παρατίθεται παρακάτω:

Το σκαθάρι Pachnoda marginata perigrina είναι ένα ακόμα κατάλληλο και θρεπτικό έντομο για τη διατροφή των ζώων μας. Έχει μια αρκετά μεγάλη, θρεπτική προνύμφη, η οποία περιέχει πολύ πρωτεΐνη, και είναι κατάλληλη για όλα τα ζώα που μπορούν να την φάνε. Το ενήλικο σκαθάρι επίσης τρώγεται από μερικά είδη και είναι πολύ όμορφο χάρη στα λαμπερά του χρώματα. Είναι επιπλέον εύκολα έντομα στην εκτροφή και απορώ γιατί ακόμα παραμένουν σχετικά σπάνια στο εμπόριο.

Πρόκειται ουσιαστικά για χρυσομπούμπαρο, σκαθάρι δηλαδή της υποοικογένειας Cetoniinae. Οι χρυσομπούμπαροι, χρυσομπάμπουρες, χρυσόμυγες (έτσι λέγονται και οι πράσινες μύγες όμως), μπάμπουρες, ή χρυσή σκαραβαίοι αποτελούν την υποοικογένεια Cetoniinae της οικογένειας Scarabaeidae. Η άλλη υποοικογένεια της οικογένειας είναι η Scarabaeinae, οι κανονικοί σκαραβαίοι. Αντίθετα με τους σκαραβαίους, που είναι συνήθως μαύροι και τρέφονται με κοπριά, οι χρυσομπούμπαροι έχουν λαμπερά χρώματα και τρέφονται με υλικό από άνθη και καρπούς. Επειδή έχουν μασητικά στοματικά μόρια, κόβουν κομματάκια απ’τα άνθη που επισκέπτονται, και έτσι τα καταστρέφουν, γι’αυτό και στα αγγλικά λέγονται «flower chafers”, δηλαδή πειραχτές των λουλουδιών. Χρυσομπούμπαροι υπάρχουν παντού στην Ελλάδα τους θερμούς μήνες, συνήθως από Μάιο με Ιούλιο, αν και λίγοι ξεχασμένοι μπορούν να βρεθούν σχεδόν όλο το έτος. Εγώέχω προσέξει ότι πολλοί μαζεύονται γύρω από ανθισμένες πασχαλιές, λιγουστρίνια, φωτείνιες, μπόζια/ζαμπούκους, και σε ροδακινιές με ώριμα ροδάκινα. Οι προνύμφες τους είναι εντελώς διαφορετικές όμως, αφού ζουν μέσα στο έδαφος τρεφόμενες με νεκρή οργανική ύλη. Τα εύκρατα είδη συνήθως κάνουν πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρώσουν την ανάπτυξη, και συχνά χρειάζονται μια ψυχρή χειμερινή περίοδο, γι’αυτό δε χρησιμοποιούνται τόσο στην εντομοκαλλιέργεια όσο τα τροπικά είδη.

Το γένος Pachnoda είναι αφρικανικ΄΄ο γένος χρυσομπούμπαρων με 108 είδη, ίσως και περισσότερα. Το κοινό γνώρισμα που ενώνει ΄΄όλα αυτά τα είδη είναι ορισμένοι εσωτερικοί λοβοί στον αιδοιαγό των αρσενικών, το αντίστοιχο του πέους που έχουν πολλά έντομα. Το είδος του ενδιαφέροντος είναι η Pachnoda marginata, ένα κεντροαφρικανικό τροπικό ειδος χρυσομπούμπαρου με 9 υποείδη. Από αυτά, μόνο 3 είναι διαθέσιμα στο εμπόριο: η Pachnoda marginata marginata, με έντονο κόκκινο χρωματισμό, η P. m. Aurantia, με χρυσοπορτοκαλί χρωματισμό, και η P. m. Peregrina, το κοινότερο στο εμπόριο υποείδος κι αυτό που μας ενδιαφέρει, με χρυσοκίτρινη πάνω επιφάνεια, η οποία διακόπτεται από τρεις καφέ κηλίδες, μία στο θώρακα και μία σε κάθε έλυτρο. Ενίοτε οι κηλίδες των ελύτρων είναι μικρές και δυσδιάκριτες. Η κάτω πλευρά του σώματος είναι μαύρη. Το μήκος του κυμαίνεται μεταξύ 2-3 εκατοστών, με συνηθέστερα τα 2-2,5 εκατοστά. Το σκαθάρι είναι τετραγωνισμένο και δε διαφέρει μορφολογικά από τους κοινούς χρυσομπούμπαρους, αν και πρόσεξα πως έχει ελαφρώς μακρύτερα πόδια και κεφάλι. Όπως τα περισσότερα σκαθάρια, είναι πολύ σκληρό, με μόνο μαλακό μέρος το πάνω μέρος της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα σκληρά έλυτρα, τα οποία είναι το πρώτο ζεύγος τροποποιημένων φτερών. Το δεύτερο βρίσκεται από κάτω, και όταν το έντομο πρόκειται να πετάξει, τα ξεδιπλώνει αφού έχει σηκώσει τα έλυτρα ελαφρώς, και απογειώνεται με έναν χαρακτηριστικό, βαθύ βόμβο. Τα σκαθάρια αυτά πετάνε στον ήλιο ή σε οποιαδήποτε πηγή φωτός, όπως μια λάμπα, γι’αυτό αν τα βγάλετε στο χέρι σας κοντά στο φως γρήγορα θα πετάξουν. Η πρώτη τους πτήση είναι συνήθως σύντομη, ενώ γενικώς δεν πετούν γρήγορα, γι’αυτό πιάνονται εύκολα, αλλά αν ξεφύγουν έξω, δε θα τα ξαναβρείτε. Επίσης η μυρωδιά τους είναι όμοια μ’αυτήν των κοινών χρυσομπούμπαρων, κάτι ανάμεσα σε κοπριά και λάδι, κάτι που διαπίστωσα όταν τα έτριψα και τα έφερα κοντά στη μύτη μου.
Οι προνύμφες τους έχουν την τυπική μορφολογία σκαπτικών προνυμφών σκαθαριού, δηλαδή κοντόχοντρες, κυλινδρικές με στενό μπροστινό και πλατύ πίσω με΄ρος, ώστε να εισχωρούν ευκολότερα στο έδαφος. Στο τελευταίο στάδιο πριν τη μεταμόρφωση έχουν μήκος 4-5 εκ και αρκετό πάχος, όσο το μικρό σας δάχτυλο ή και περισσότερο, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορουν να φτάσουν τα 6 εκ, και το χρώμα τους είναι γκριζομπέζ με λευκό κεφάλι. Το κεφάλι τους είναι μικρό, με δύο αναλογικά μεγάλα στοματικά εξαρτήματα σαν δαγκάνες μπροστά, με τα οποία τεμαχίζουν την τροφή τους. Στο θώρακα φέρουν τα συνήθη τρία ζεύγη ποδιών των εντόμων, αλλά εξαιτίας του τρόπου ζωής τους είναι ατροφικά, σαν μικρά εξογκώματα. Η τμημάτωση του σώματος είναι εμφανής, και στις πλευρές υπάρχει μια διαμήκης γραμμή, η οποία αποτελεί το όριο μεταξύ των ραχιαίων και των κοιλιακών σκληροτωμάτων του εξωσκελετού και επιτρέπει την εύκολη συστολή και διαστολή του σώματος ανάλογα με το ποσό της τροφής που καταναλώνεται. Ολόκληρο το σώμα των προνυμφών καλύπτεται από απαλό χνούδι, το οποίο δεν είναι σαν τις σκληρές τρίχες των καμπιών, αλλά θα το παρομοίαζα με το πρώτο χνούδι που βγάζουν τα κουνελάκια όταν αρχίζουν να βγάζουν τρίχωμα. Μεταξύ των τριχών ο εξωσκελετός είναι λείος, γι’αυτό και γυαλίζουν ελαφρώς υπό έντονο φως. Όπως όλες οι προνύμφες σκαθαριού, οι προνύμφες της Pachnoda έχουν καλή κατακόρυφη ευκινησία, αλλά καθόλου πλευρική. Ακόμα και πιο εύκίνητες και μακρόστενες προνύμφες σκαθαριού όπως τα αλευροσκούληκα, όταν στρίβουν δεξιά ή αριστερά, στην πραγματικότητα στρίβουν διαγώνια προς τα κάτω. Με τους κατακόρυφους κυματισμούς λοιπόν η προνύμφη κινείται μέσα στο έδαφος, και με δυσκολία έξω απ’αυτό. Αν την πιάσετε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη, με γρήγορους κατακόρυφους κυματισμούς, οι οποίοι φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν το σώμα, εύκολα μπορεί να ξεφύγει. Σε μαλακή επιφάνεια, όπως η παλάμη σας δύσκολα κινείται, αλλά σε σκληρή επιφάνεια, όπως το πάτωμα, μπορεί να κινηθεί αρκετά καλά, αν και συχνά χάνει την ισορροπία της και πέφτει στο πλάι. Το περιβάλλον στο οποίο κινείται πιο γρήγορα είναι το χώμα. Όντας φωτοφοβική, αν την βάλετε στο χώμα, με ρυθμικές ωθήσεις του σώματος από τους κατακόρυφούς της κυματισμούς, θα εξαφανιστει΄μέσα του σε λίγα δευτερόλεπτα. Όταν αναπαύονται παίρνουν τη στάση των περισσότερων προνυμφών σκαθαριού, φέρνοντας σε επαφή το άκρο της κοιλιάς με το κεφάλι και δημιουργώντας σχήμα μισοφέγγαρου. Από αυτήν την κατάσταση μπορεί ν’αργήσουν να ξεδιπλωθούν ακόμα και όταν ξεθαφτούν. Οι άμυνές τους δεν είναι πολλές, αλλά αν τις κρατήσετε σφιχτά μέσα στη χούφτα σας και δε μπορούν να φύγουν ή τις σφίγγεται για ώρα ανάμεσα στα δάχτυλά σας, μπορεί να γυρίσουν και να δαγκώσουν. Αν και δε θα σας κόψει το δέρμα, το δάγκωμα ποναέι και μπορέι να τρομάξετε. Τα ενήλικα σκαθάρια δεν έχουν κάποια άμυνα πέρα από την πτήση τους και τη σκληρότητά τους.
Όπως όλα τα έντομα και όλα τα αρθρόποδα γενικότερα, οι προνύμφες αναπτύσσονται με διαδοχικές αλλαγές/εκδύσεις του εξωσκελετού τους. Όταν έρθει η ώρα της μεταμόρφωσης, κατασκευάζουν ένα υποσφαιρικό έως ωοειδές κουκούλι 2,5 εκ μήκους από τα περιττώματά τους μαζί με υλικό από τον περιβάλλοντα χώρο, μπαίνουν μέσα εκδύοντας για τελευταία φορά τον εξωσκελετό τους, συσφαιροποιούνται σε μισοφέγγαρο και προσδένονται με νημάτια στα τοιχώματά του. Αυτή είναι και η αυτοκτονία της μικρής στρουμπουλής προνύμφης. Αντίθετα μ’αυτό που νομίζουν πολλοί, τα έντομα σ’αυτήν την κατάσταση δεν τροποποιούν απλώς το σώμα τους, βγάζουν φτερά και όλα είναι εντάξει. Ολόκληρο το προνυμφικό σώμα αποδιοργανώνεται σε μια άμορφη αλλά οργανωμένη σούπα, και ορισμένα κύτταρα αναλαμβάνουν την αναδημιουργία του σώματος του ενήλικου εντόμου, με ελάχιστα γνήσια προνυμφικά μέρη στο ενήλικο. Για τον λόγο αυτόν τα ενήλικα ολομετάβολα έντομα είναι πάντοτε μικρότερα από τις προνύμφες τους. Αυτός που βγαίνει απ’το κουκούλι είναι άλλος. Είναι σαν να σας βάζουν σε κώμα, να σας αναδημιουργούν όλο σας το σώμα και τον εγκέφαλο και να σας ξυπνούν μετά. Είναι μια νέα αρχή. Μετά λοιπόν το πέρας της μεταμόρφωσης, το σκαθάρι ανοίγει το κουκούλι από τη μία πλευρά και βγαίνει έξω στον επικίνδυνο κόσμο, για να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του με την αναπαραγωγή.

Τα σκαθάρια αυτά δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα για να επιβιώσουν ως αποικία. Συνήθως πωλούνται ως μεγάλες προνύμφες, έτοιμες για τάισμα. Με ικανό αριθμό τέτοιων, ο οποίος εξαρτάται από τις ανάγκες του καθενός, μπορεί να δημιουργηθεί μια αποικία. Η αποικία μπορεί να στεγαστεί οπουδήποτε, αρκεί το δοχείο να έχει αρκετό βάθος και επιφάνεια. Άλλοι στεγάζουν τα σκαθάρια και τις προνύμφες μαζί, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος κανιβαλισμού, άλλοι όμως ξεχωριστά για πρακτικούς λόγους, γιατί ο χώρος των σκαθαριών αναγκαστικά δεν είναι γεμάτος από χώμα, οπότε υπάρχει αρκετός ανεκμετάλλευτος χώρος για τις προνύμφες, οι οποίες συνήθως μεταφέρονται σε σκοτεινό δοχείο γεμάτο χώμα. Το καπάκι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της υγρασίας και την αποτροπή εξόδου των σκαθαριών μόλις έχουν μεταμορφωθεί. Αφού λοιπόν έχετε πάρει τις προνύμφες σας, θα πρέπει να τις φτιάξετε το κατάλληλο υπόστρωμα. Προτείνεται υπόστρωμα τουλάχιστον 10 εκ σε βάθος, αν και καλό είναι να είναι περισσότερο. Στο υπόστρωμα αυτό, που μπορεί να είναι τύρφη ή κοινό χώμα, θα πρέπει να αναμιχθούν πολλά ξερά ή μισοσαπισμένα φύλλα, βλαστοί, φλοιοί και σάπιο ξύλο αν βρείτε, από τα οποία οι προνύμφες θα τρώνε. Καλύτερα είναι τα πεσμένα φύλλα από πλατύφυλλα φυλλοβόλα όπως πλάτανο, βελανιδιά, φλαμουριά, οπορωφόρα κλπ. Επίσης τα ξερά με΄ρη από ποώδη φυτά όπως λαχανικά, καλλωπιστικά και ζιζάνια. Δε θα πρέπει ποτέ να βάλετε μέρη από κωνοφόρα. Επίσης συμπληρωματικά μπορείτε να προσθέσετε φλούδες από ριζώδη ή κονδυλώδη λαχανικά όπως καρότο ή πατάτα, ενώ μπορείτε να βάλετε και φρούτα, αλλά μην το παρακάνετε με τα φρούτα, γιατί το σάπισμά τους θα φέρει δυσοσμία, και ίσως φρουτόμυγες ή σκνίπες των μυκήτων. Το υγιές υπόστρωμα μυρίζει φρέσκο χώμα. Κάποιοι ρίχνουν μέσα και γατοτροφή ή φυλλαράκια για ψάρια για πρωτείνη, αλλά αυτό ουσιαστικά δε χρειάζεται καθόλου, αφού οι προνύμφες αυτές, όπως και τα υπόλοιπα σαπροφάγα αρθρόποδα, παίρνουν αρκετή πρωτεΐνη από τα βακτήρια και τους μύκητες που καταναλώνουν μαζί με την αποσυντιθέμενη ύλη, καθώς και από την πλούσια εντερική χλωρίδα, η οποία επίσης διασπά την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Το υπόστρωμα θα πρέπει να διατηρείται πάντοτε υγρό, αλλά ποτέ κορεσμένο. Ακόμα κι αν στεγνώσει η επιφάνεια ή και όλο για λίγο δε θα πεθάνουν, αλλά η σταθερή υγρασία τις διατηρεί σε σταθερό επίπεδο ενυδάτωσης και επιτρέπει την ομαλή αποσύνθεση της οργανικής ύλης. Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα λοιπόν, θ’αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα κουκούλια. Οι προνύμφες κάνουν έναν ήχο σαν ροχαλητό ή γουργούρισμα γάτας όταν φτιάχνουν το κουκούλι, τον οποίο μπορείτε ν’ακούσετε αν στήσετε αυτί πολύ κοντά και έχει απόλυτη ησυχία. Τα περισσότερα κουκούλια βρίσκονται οπουδήποτε στο έδαφος, ενίοτε όμως οι προνύμφες ενσωματώνουν και φύλλα ή κλαδάκια στην κατασκευή, ή τα κατασκευάζουν πάνω στα τοι΄χωματα του χώρου τους. Στην περίπτωση αυτήν, δε θα πρέπει να ξεκολήσετε ό,τι έχουν πάνω τους ή να τα μετακινήσετε, γιατί θα ανοίξουν, επιτρέποντας την είσοδο βακτηρίων στο εσωτερικό, τα οποία θα σαπίσουν το έντομο. Μετά από περίπου 20 μέρες το σκαθάρι θα ανοίξει το κουκούλι από τη μία μεριά, το οποίο θα το βρείτε τρυπημένο και άδειο. Αυτό θα βρίσκεται κάπου μέσα στο χώμα ή στη γωνία του δοχείου. Σιγά-σιγά θ’αρχίσουν όλα τα κουκούλια να εκκολάπτονται.
Το περιβάλλον για τα σκαθάρια είναι διαφορετικό απ’αυτό των προνυμφών. Κι εδώ θέλουμε βαθύ υπόστρωμα με του ίδιου τύπου νεκρή οργανική ύλη, ώστε να υπάρχει άφθονη τροφή για τις νέες προνύμφες, αλά εκτός αυτού χρειάζονται μικρές επιφάνειες για να σκαρφαλώνουν και να κινούνται εκ΄τος χώματος, όπως κομμάτια ξύλου, φλοιού ή φελλού. Το άλλο σημαντικό που χρειάζονται είναι μια πηγή φωτός και θερμότητας. Ίσως αν είναι καλοκαίρι και το φως είναι αρκετό εκεί που βρίσκονται να μην το χρειάζονται, αλλά τις υπόλοιπες εποχές θα χρειαστούν μια μικρή θερμαντική λάμπα για τη μέρα, η οποία θ’ανεβάζει το σημείο κάτω απ’αυτήν στους 30-35 βαθμούς. Καλό είναι στο σημείο εκείνο να βρίσκεται και η τροφή τους. Το υπόλοιπό τερράριο μπορεί να έχει θερμοκρασία δωματίου. Ο χώρος που χρειάζονται δεν είναι μεγάλος, ένα τερράριο 30χ20χ30 είναι ιδανικό για 10 σκαθάρια για παράδειγμα. Η τροφή τους αποτελείται από φρούτα όπως ροδάκινο, βερίκοκο, μήλο, αχλάδι, μπανάνα, σύκο, πορτοκάλι κλπ. Δίνετε ό,τι έχετε και όχι το ίδιο συνεχώς, ώστε να έχουν ποικιλία τροφών κι έτσι να λαμβάνουν όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται. Τον περισσότερο καιρό θα βρίσκονται γύρω απ’την τροφή τους, όπου συνήθως ζευγαρώνουν, και ενίοτε θα τα ακούτε να πετούν ή να κινούνται. Τα ζευγαρώματα αρχίζουν σύντομα μετα τη μεταμόρφωση. Το θηλυκό στη συνέχεια θα σκάβει βαθιά στο υπόστρωμα περιοδικά για να εναποθέσει μεμονωμένα τα αυγά του, τα οποία συνολικά μπορεί να είναι πάνω από 200. Τα σκαθάρια ζουν 2-5 μήνες. Μετά το θάνατο όλων τους, μπορείτε να σκάψετε το υπόστρωμα για να εκτιμήσετε την κατάσταση. Αν όλα έχουν παέι καλά, θα πρέπει να υπάρχουν μικρές προνύμφες διαφορετικών μεγεθών, καθώς και πολλά αυγά. Σε περίπτωση που έχετε ζώο που τρώει τα σκαθάρια, δε χρειάζεται να περιμένετε να πεθάνουν, αλλά απλώς μπορείτε να τα αφήσετε δύο μήνες να αναπαραχθούν και μετά να τα ταΐζεται.
Για τη νεά γενιά θα κατασκευάσεται το ίδιο υπόστρωμα που περιέγραψα παραπάνω και θα τα αφήσετε όλα στην ησυχία τους. Προτείνεται ένα λίτρο χώματος ανά προνύμφη για βέλτιστη ανάπτυξη, οπότε με γνώμονα αυτό μπορείτε να υπολογίσετε το χώρο σας. Όσο οι προνύμφες τρώνε, η τροφή θ’αρχίζει να λιγοστεύει και ν’αντικαθίσταται με μικρούς, συμπαγείς σβόλους, οι οποίοι είναι τα περιττώματά τους. Στο σημείο που σχεδόν όλη η τροφή έχει αντικατασταθεί από περιττώματα, μπορείτε είτε να αλλάξετε το χώμα είτε να συμπληρώσετε με νέο. Το υπόλειμμα της καλλιέργειας των προνυμφών αυτών είναι θρεπτικό κομπόστ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να λιπάνει φυτά, όπως το κομπόστ από γεωσκώληκες. Μην το πετάτε. Σίγουρα δε θα φτάσει για την λίπανση ενός ολόκληρου κήπου, εκ΄τος κι αν έχετε τεράστια εγκατάσταση παραγωγής τέτοιων εντόμων, αλλά για λίγες γλάστρες αρκεί. Οι προνύμφες αναπτύσσονται καλύτερα σε θερμοκρασίες μεταξύ 20-28 βαθμών Κελσίου, και ο χρόνος που μεσολαβεί από το αυγό μέχρι το ενήλικο σκαθάρι είναι περίπου 3-5 μήνες σ’αυτές τις συνθήκες. Η σχέση της ανάπτυξης των προνυμφών με τη θερμοκρασία είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με τη γραμμική έως ενός σημείου φυσικά σχέση άλλων εντόμων. Αν και τροπικές, δεν είναι θερμόφιλες, αφού περνούν όλο το χρόνο τους μέσα στο δροσερό έδαφος. Έτσι μπορεί σε υψηλές θερμοκρασίες να αναπτύσσονται γρηγορότερα, αλλά σπαταλούν και περισσότερη ενέργεια γιατί ο μεταβολισμός τους έχει ανέβει αρκετά, κι έτσι μπορεί να καταλήξουν μικρότερες. Σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες ωστόσο η ανάπτυξή τους επιβραδύνεται υπερβολικά. Δε γνωρίζω αν μπορούν ν’αποθηκευτούν στο ψυγείο για μήνες όπως άλλες προνύμφες, ίσως όμως γίνεται. Μπορούν επίσης ν’αποθηκευτούν σε θερμοκρασία δωματίου μέσα σε τύρφη χωρίς τροφή για αρκετό καιρό, όμως στο μεσοδιάστημα χάνουν βάρος σταδιακά, χάνοντας έτσι και μέρος της θρεπτικής τους αξίας.

Διάφορα εντομοφάγα ζώα τρώνε αυτές τις προνύμφες. Στο στάδιο που πωλούνται, είναι κατάλληλες για μεγαλύτερους θηρευτές όπως γενειοφόρους δράκους και άλλους δράκους, μεγάλα γκέκο και άλλες μεσαίες ή μεγάλες σαύρες, σκίγκους, βαράνους, χελώνες, μεγάλα αμφίβια, ταραντούλες, σκορπιούς, ψάρια ενυδρείων κατάλληλου μεγέθους, και μικρά εντομοφάγα θηλαστικά. Τις μικρότερες τις τρώνε οι περισσότεροι μικρότεροι θηρευτές, αλά τέτοιες θα βρείτε μόνο αν έχετε αποικία με προνύμφες διαφόρων μεγεθών. Τις προνύμφες μπορείτε να τις προσφέρετε σε μπολ, με το χέρι, με λαβίδα, ή να τις ρίξετε κάτω αν το υπόστρωμα δεν είναι χώμα, γιατί αν είναι χώμα ή κάτι που σκάβεται, θα χαθούν αμέσως και το ζώο δε θα μπορέσει να τις βρει. Αν είναι σκίγκος ή βαράνος και μπορεί να ξετρυπώνει κρυμμένη τροφή ίσως τις βρει, αλλά τα υπόλοιπα ερπετά μάλλον δε θα τις βρουν ποτέ. Η σύνθλιψη των σαγωνιών τους με τη λαβίδα πριν το τάισμα προτείνεται για να μη δαγκώσει τυχόν η προνύμφη το θηρευτή, αλλά στην πράξη αυτό δε χρειάζεται, αφού οι αντιδραση του θηρευτή είναι πολύ πιο γρήγορη από κάθε αντίδραση της προνύμφης, η οποία θα έχει σκοτωθεί πολύ πριν προλάβει να γυρίσει. Ίσως όμως για ζώα που δεν κυνηγούν τέτοια έντομα ή έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που τα δυσκολεύει να κυνηγήσουν κανονικά, να χρειαστεί αυτό. Επίσης μπορούν να ταϊστούν οι προνύμφες που μόλις έχουν μπει στο κουκούλι, οι οποίες είναι μαλακές και δεν έχουν αρχίσει να μεταμορφώνονται. Απλώς σπάτε ένα κουκούλι λίγων ημερών, βγάζεττε την προνύμφη που ακόμα κινείται λίγο, και τη δίνετε στο θηρευτή.
Αντίθετα με τις προνύμφες, τα σκαθάρια δεν τυγχάνουν τόσο ευρείας αποδοχής, εξαιτίας της σκληρότητάς τους. Υπάρχουν σαύρες που δε μπορούν να φάνε τόσο μεγάλαέντομα, κι άλλες που δε θα τα φάνε επειδή είναι ογκώδη και σκληρά ή μπορεί να έχουν πεπτικά προβλήματα αν τα φανέ γι’αυτόν το λόγο. Υπάρχουν ωστόσο ερπετά που δεν έχουν πρόβλημα ή και τα τρώνε με ευκολία και ευχαρίστηση. Οι δράκοι είναι τα πιο γνωστά, οι οποίοι τρώνε σκαθάρια σε μεγάλο ποσοστό στη φύση και η οδοντοστοιχία τους είναι προσαρμοσμένη να μασάει σκληρά υλικά. Οι γενειοφόροι δράκοι ιδιαίτερα τα τρώνε πολύ, και ο φόβος ότι τέτοιες τροφές μπορούν να προκαλέσουν ενσφήνωση στο έντερο είναι μύθος. Οι υγιείς γενειοφόροι δράκοι δεν παθαίνουν ενσφήνωση από σκληρά έντομα. Στην πραγματικότητα η κατανάλωση σκληρών τροφών επιβάλλεται, γιατί τα περισσότερα δόντια τους είναι μόνιμα όπως στα θηλαστικά, και οι σκληρές ουσίες βοηθούν στην απομάκρυνση ιχνών τροφής που τυχόν έχουν μείνει, τα οποία θα οδηγήσουν αλλιώς στον πολλαπλασιασμό των βακτιριδίων, την πλάκα και τελικά την περιοδοντική νόσο, η οποία σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί ν’αποβεί μοιραία.
Οι παχιές προνύμφες του είδους επίσης είναι κατάλληλες και για ανθρώπινη κατανάλωση. Πέρα από τη χρήση τους ως τροφή, τα σκαθάρια αυτά μελετώνται εκτενώς στο εργαστήριο όσον αφορά την κινητικότητά τους, τις ουσίες που τα προσελκύουν στην τροφή, την ανάπτυξη κλπ.

Εγώ αγόρασα προνύμφες παχνόδα δύο φορές ως τώρα. Τις αγοράζω από το feeders.gr, το μόνο κατάστημα στην Ελλάδα που φέρει μεγάλη ποικιλία εντόμων κι άλων ζωντανών τροφών για ερπετά και άλα εντομοφάγα. Τις δίνει σε κλειστά πλαστικά κουπάκια με τύρφη ανά 10. Τις πρώτες τις πήρα λοιπόν στα μέσα του Φεβρουαρίου, για το γενειοφόρο μου δράκο που είχα πάρει από τον προηγούμενο χρόνο, όμως ήταν σε χειμερία νάρκη. Αρχικά τις είχα χωρίς τροφή, αλλά μετά τις έβαλα ένα κομμάτι καρότο και ένα κομμάτι από ξερό φύλλο από το ιππέαστρο, τα οποία στις επόμενες μέρες άρχιζαν να τρώνε. Όταν τις μέτρησα, βρήκα μια μικρή γύρω στα 2 εκατοστά, την οποία έδωσα στο Βαρώνο, το λοφιοφόρο γκέκο μου στις 21 Φεβρουαρίου, και την έφαγε αμέσως, αν και ήταν λίγο μεγάλη γι’αυτόν. Έφαγε και ένα ακόμα έντομο τότε. Θυμάμαι την ημερομηνία, γιατί το βράδυ της ίδιας μέρας άρχισε να συμπεριφέρεται αναπαραγωγικά και να κάνει τη φωνή του, σηματοδοτώντας την έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου και άρα τον ερχομό της άνοιξης. Ένα γκέκο δε φέρνει την άνοιξη όμως, αφού έξω ακόμα έκανε κρύο, και αν τον έβγαζα έξω θα του κοβόταν η μιλιά αμέσως. Αργότερα έβαλα ακόμα μία προνύμφη στο γκέκο, αλλά ήταν ακόμα μεγαλύτερη και δεν την έφαγε. Έμεινε όμως όλο το βράδυ στο μπολ, και την επόμενη μέρα το είχε γεμίσει με μικρές καφέ μπιλίτσες. Τις υπόλοιπες τις έδωσα στη μικρή Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο, μόλις ξύπνησε. Ξύπνησε στις 2 Μαρτίου, κι έφαγε το πρώτο του γεύμα στις 4 Μαρτίου. Το γεύμα αποτελούταν από ένα γεωσκώληκα, λίγο μαρούλι, φύλλα από ραπανάκι, ένα μοβ άνθος πανσέ, και προνύμφες παχνόδας. Της έδωσα αρχικά έξι, τις οποίες έφαγε αμέσως, δηλαδή όχι ακριβώς αμέσως, επειδή ακόμα οι κινήσεις της ήταν αργές από τη μακρόχρονη νάρκη. Πρώτα τις κοίταζε προσεκτικά, έστιάζε στο στόχο και με μια αστραπιαία κίνηση τις έπιανε με τη γλώσσα της και τις μάσαγε αργά. Μία είχε εντωμεταξύ γίνει κουκούλι (εγώ άκουγα το γουργουρητο τις προηγούμενες μέρες, αλλά νόμιζα ότι απλώς τρώνε), το οποίο σκεφτόμουν να κρατήσω για να δω πώς θα είναι το σκαθάρι, αλλά τελικά αποφάσισα να της το δώσω κι αυτό. Το έσπασα, και από μέσα έβγαλα την πολύ μαλακή προνύμφη. Την έβαλα δεξιά της, και την έσπρωξα λίγο για να κινηθεί. Μόλις την είδε να κινείται, γύρισε δεξιά το κεφάλι της και με συνοπτικές διαδικασίες την έφαγε. Δε σεβάστηκε ούτε καν το κουκούλι! Τέτοιες προνύμφες ξαναπήρα ακόμα μια φορά στα μέσα του Ιουλίου, υποτίθεται για να φτιάξω αποικία. Τις έφτιαξα ένα καλό υπόστρωμα σε μια μικρή φάουνα (πλαστικό κουτί σαν μικρό ενυδρείο ή τερράριο), όπου θάφτηκαν αμέσως. Απ’ό,τι κατάλαβα, οι προνύμφες αυτές δε βγαίνουν στην επιφάνεια του εδάφους ποτέ. Τελικά έδωσα τις δύο στην Αναμπέλα και άφησα τις υπόλοιπες να μεταμορφωθούν. Επειδή δεν τις παρακολουθούσα καθημερινά, μιας και πότε έφευγα σε διακοπές και πότε γύριζα, δεν κράτησα αρχείο ημερομηνιών για το πότε έγινε το πρώτο κουκούλι κλπ. Πάντως στις 2 Αυγούστου, όταν επέστρεψα από τις διακοπές, βρήκα κουκούλια και δύο προνύμφες μετά από πολύ ψάξιμο.

δύο προνύμφες και δύο κουκούλια Pachnoda marginata peregrina

Αργότερα, στις 18 Αυγούστου, όταν πάλι μόλις είχα επιστρέψει από διακοπές, βρήκα ένα κουκούλι ανοιγμένο και μετά από λίγο ψάξιμο το σκαθάρι χωμένο σε ρηχό βάθος στο χώμα.

κάτω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina πάνω μέρος σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina

Την επόμενη μέρα το έδωσα στην Αναμπέλα, η οποία το έφαγε αμέσως. Τα άλλα υποτίθεται θα τα άφηνα για ν’αναπαραχθούν, αλλά λίγα-λίγα ταΐστηκαν όλα. Για τροφή τους έβαζα ένα μείγμα από βερίκοκο και αχλάδι σε μικ΄ρα καπάκια εμφιαλωμένου νερού, και τα έβρισκα μετά χωμένα μέσα στα καπάκια αυτά να το τρώνε. Οι ποσότητες που έτρωγαν στην πράξη όμως ήταν αμελητέες, σε αντίθεση μ’αυτό που τρώγανε οι προνύμφες, οι οποίες είχαν αδιάσει όλο το χώμα από τα φύλλα και τους βλαστούς που τις έβαλα, εκτός από τα φύλλα της φτέρης του πλατυκερίου, που είναι σκληρά, σπογγώδη, δε σαπίζουν εύκολα κι απ’ό,τι κατάλαβα δεν τα τρώει σχεδόν κανείς. Ένας χρυσομπούμπαρος μου έφυγε, άλλους δύο τους έπιασα αμέσως μόλις απογειώθηκαν, ενώ έναν ακόμα τον έπιασε η Αναμπέλα στον αέρα ενώ απογειωνόταν. Ένας άλλος ήταν ακόμα σε κουκούλι και το έσπασα, νομίζοντας ότι θα βρω σκαθάρι. Δεν είχε όμως μεταμορφωθεί πλήρως, παρά ήταν μια άμορφη, υγρή μάζα που είχε πάρει απλώς το ωοειδές σχήμα του σκαθαριού. Το κούνησα μπροστά στη Μπέλα και το έφαγε ακόμα κι αυτό. Τους υπόλοιπους τους έτρωγε πριν προλάβουν να πετάξουν. Ήτανα πό τα αγαπημένα της έντομα. Μόλις τους έβλεπε, αμέσως εκτίνασσε τη γλώσσα της, τους έπιανε και τους μασούσε για αρκετή ώρα, επειδή είναι σκληροί. Ακουγόταν έντονα κρατς-κρατς-κρατς, σαν να μασάει πατατάκι. Είχα πάρει και τηλέφωνο έναν φίλο μου για να το ακούσει, και το άκουσε. Πιστεύω πως τα λαμπερά τους χρώματα της τραβούσαν την προσοχή αρχικά, και μετά της άρεσαν από το σχήμα τους και τη γεύση τους, που θα ήταν γλυκιά από τα φρούτα που έτρωγαν. Κι έτσι τελικά δεν έμεινε ούτε ένα σκαθάρι για αναπαραγωγή. Δεν πειράζει, θα πάρω αν είναι 20 την επόμενη φορά, και ίσως γλιτώσουν μερικά.

Σημείωση: Συχνά οι προνύμφες αυτές πωλούνται ως Pachnoda butana, με το όνομα δηλαδή άλλου είδους, αλλά αυτό είναι σχεδόν πάντοτε λα΄θος, αφού το κοινότερο είδος είναι η Pachnoda marginata peregrina, σπάνια ωστόσο πωλούνται κι άλλα είδη.

Πηγές:
διατήρηση και αναπαραγωγή της Pachnoda marginata peregrine
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Pachnoda marginata
μετακίνηση της Pachnoda marginata σε τραχύ και λείο έδαφος και ο ρόλος του μυός της επαναφοράς του όνυχος

Ενημέρωση 12/2/2016: Δείτε την αποικία που είχα φτιάξει στα παρακάτω βίντεο. Στο πρώτο δείχνω τις προνύμφες, καθώς και το πρώτο κουκούλι, ενώ στο δεύτερο τα ενήλικα σκαθάρια. Τελικά λόγω χαμηλών γενικών θερμοκρασιών παρά τη θερμαντική πλάκα και λάμπα, στις οποίες οι προνύμφες αναπτύσσονταν, αλλά τα σκαθάρια λίγο έτρωγαν και δεν πετούσαν, την αποσυναρμολόγησα. Θα μπορούσα να θερμάνω περισσότερο το χώρο, π.χ. με δυνατότερη λάμπα, αλλά έκρινα ότι δεν άξιζε για τόσο λίγα έντομα. Ίσως να ξαναφτιάξω μια το καλοκαίρι. Τα νεκρά έντομα τα έφαγαν τα σκαθάρια της αποικίας αλευροσκούληκων που έχω.

Παρεμπιπτόντως, σήμερα είναι Παγκόσμια Ημέρα Δαρβίνου.

Η ιατροδικαστική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ τις τελευταίες δεκαετίες. Πλέον χρησιμοποιούνται όλες οι πιθανές αποδείξεις από τον τόπο του εγκλήματος, ενώ για την εξιχνίαση του εγκλήματος ή του θανάτου επιστρατεύονται όλα τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας, ώστε ορισμένες μέθοδοι να μην απέχουν πολύ από την επιστημονική φαντασία, π.χ. η ικανότητα ανάκτησης dna από απειροελάχιστο βιολογικό υλικό, ή η λουμινόλη, ουσία που μπορεί να φανερώσει ίχνη αίματος ακόμα και μετά από χρόνια σε φαινομενικά καθαρισμένα υλικά. Η ιατροδικαστική εντομολογία είναι κλάδος της ιατροδικαστικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των εντόμων που βρίσκονται στον τόπο του εγκλήματος ή του θανάτου για την εύρεση απαντήσεων. Ένα πτώμα είναι ουσιαστικά ένα τεράστιο σακί κρέας εκτεθημένο στο περιβάλλον, δηλαδή μια πολύ συγκεντρωμένη ποσότητα θρεπτικής τροφής, που δεν πρόκειται να μείνει ανεκμετάλλευτη για καιρό. Οι μύγες (τάξη δίπτερα) είναι από τα πλέον γνωστά και πλατιά χρησιμοποιούμενα έντομα στην ιατροδικαστική, αλλά κι άλλα έντομα, όπως σκαθάρια (κολεόπτερα), ακάρεα κι άλλα αρθρόποδα, μπορεί ν’αποικήσουν ένα πτώμα. Διάφορα έντομα αποικίζουν το πτώμα σε διαφορετικές φάσεις της αποσύνθεσης, και με τη μελέτη των ειδών που βρίσκονται, καθώς και του σταδίου ανάπτυξής τους, η οποία είναι γνωστή και ποικίλει προβλέψιμα ανάλογα με τη θερμοκρασία, μπορεί να υπολογιστεί ο χρόνος που πέρασε μετά το θάνατο, αλλά όχι μόνο. Αν και τα έντομα χρησιμοποιούνται κυρίως για τον υπολογισμό του χρόνου του θανάτου, μπορούν ν’αποκαλύψουν κι άλλες λεπτομέρειες, όπως τον τόπο του θανάτου, το αν μεταφέρθηκε το πτώμα, πιθανές παθήσεις πριν πεθάνει, την παρουσία αλκοόλ ή ναρκωτικών στο πτώμα σε περίπτωση που έχει αποσυντεθεί υπερβολικά κλπ. Οι παρακάτω περιπτώσεις, που δημοσιεύθηκαν στο Περιοδικό Ιατροδικαστικών Επιστημών το 1998, καταδεικνύουν τους πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να βοηθήσουν τα έντομα τους ιατροδικαστές. Οι περιπτώσεις δημοσιεύθηκαν από τον Mark Beneck, ιατροδικαστικό εντομολόγο που εργαζόταν στο Ινστιτού Ιατροδικαστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο στην Κολονία της Γερμανίας. Οι αναλύσεις γίνονταν στο εργαστήριο του ινστιτούτου, ενώ τα καιρικά δεδομένα δίνονταν από γειτονικό μεταιωρολογικό σταθμό που ενημερωνόταν κάθε 30 λεπτά. Διάβαζα το άρθρο αργά το βράδυ, μόνος, σε απόλυτο σκοτάδι και χωρίς κανένα θόρυβο.

Περίπτωση 1. Το μυστήριο των σκουληκιών και των μυγών στα διαμερίσματα

Στις 6 Νοεμβρίου του 1995, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κολονία, βρέθηκε το πτώμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Το πτώμα ήταν δισχρωμιωμένο και το δέρμα είχε αποκολληθεί εν μέρει από τη σήψη. Οι αστυνομικοί παρατήρησαν ότι υπήρχαν πολλές ενήλικες μύγες, αλλά δεν παρατήρησαν πολλές προνύμφες. Δύο μέρες μετά, το διαμέρισμα ψεκάστηκε με πύρεθρο (εντομοκτόνο), το σπίτι ανακαινίστηκε, οι τοίχοι ξαναβάφτηκαν και όλες οι μοκέτες αφαιρέθηκαν. Μετά το σπίτι έμεινε άδειο. Στο τέλος του Φλεβάρη του 1996, μια κάτοικος της πολυκατοικίας ανέφερε ότοι στο διαμέρισμά της, αλλά και σε ένα γειτονικό, εμφανίζονταν προνύμφες μύγας για τους τελευταίους τρεις μήνες. Ανέφερε ότι οι προνύμφες χώνονταν κάτω από μια γυψοσανίδα που χώριζε το μπάνιο, και μαζεύονταν σ’ένα χαλάκι κοντά στο μπαλκόνι. Επίσης, αυτός που φρόντιζε την ηλικιωμένη μάζευε περίπου 10 νεκρές πράσινες μύγες κα΄θε βδομάδα από το διαμέρισμα. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1996, τα διαμερίσματα διερευνήθηκαν. Ήταν σε καλή κατάσταση καθαριότητας, αλλά στο διαμέρισμα κάτω απ’το άδειο με το πτώμα βρέθηκαν κάτω απ’το χαλί δίπλα στο μπαλκόνι 5 κουκούλια κι 6 μαυρισμένες προνύμφες που σταμάτησαν να τρέφονται κι ετοιμαζόταν να μεταμορφωθούν της πρασινόμυγας Callifora vomitoria. Στο διαμέρισμα όπου βρέθηκε το πτώμα, βρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο και στο μπάνιο τρεις νεκρές και μία αδύναμη μεταλλική πράσινη πρασινόμυγα Lucilia Caesar 7 χιλιοστών, 4 κουκούλια Callifora spec. πίσω από μη μετακινούμενα σοβατεπί, και 4 αδύναμες ενήλικες Lucilia Caesar σε ρωγμές του τσιμέντου στο μπαλκόνι. Νεκρές ενήλικες μύγες, αλά όχι άλλα αρθρόποδα, βρίσκονταν αραιά μέχρι τα τέλη του Ιουνίου του 1996.
Η ύπαρξη ενήλικων μυγών παρά την απολύμανση εξηγείται από την απότομη πτώση της θερμοκρασίας 6 μέρες πριν, η οποία κορυφώθηκε τη μέρα πριν την εύρεση του πτώματος. Οι ενήλικες μύγες ίσως άρχισαν να γεννούν αυγά το Σεπτέμβριο, αλλά λίγες προνύμφες αναπτύχθηκαν, εξαιτίας της πτώσεις των θερμοκρασιών. Με την απότομη ψύξη, οι υπόλοιπες προνύμφες άρχισαν να φεύγουν απ’το πτώμα, ψάχνοντας σημείο για να πέσουν σε χειμερινή διάπαυση, έτσι το φάρμακο δε σκότωσε τις κρυμμένες και αδρανοποιημένες προνύμφες. Μετά την ανακαίνηση εκείνος που φρόντιζε το πτώμα διατηρούσε τη θερμοκρασία του διαμερίσματος στους 14 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασία που επιτρέπει τη μεταμόρφωση, αλλά όχι την κανονική πτήση. Οι μύγες που μεταφέρθηκαν στο εργαστήριο στους 22 βαθμούς πέταξαν κανονικά. Είναι σίγουρο ότι οι μύγες προήλθαν από το πτώμα, επειδή δε βρέθηκε κανένα άλλο πτώμα ή σκελετός κοντά, ούτε στις υδρορροές, κι επίσης οι μύγες βρέθηκαν στη βορεινή πλευρά, εκεί που πέθανε η γυναίκα, κι όχι στη νότια, που ήταν και πιο ζεστή και ηλιόλουστη. Οι μύγες αναπτύχθηκαν κανονικά μέχρι την ενηλικίωση, αλλά χωρίς καθόλου τροφή, σε διάστημα 6 ή 8 μηνών, γι’αυτό τα ενήλικα άτομα είχαν ζαρωμένη κοιλιά και μόνο το 60% του κανονικού τους μήκους. Αν είχαν τροφή, θα είχαν μεγαλύτερο μέγεθος, ακόμα και σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Περίπτωση 2. Μύγες του τυριού σε ηρωινομανή

Μια 38χρονη γνωστή ηρωινομανής αυτοκτόνησε στα τέλη του Νοεμβρίου του 1995 βάζοντας το λαιμό της κάτω απ’τους τροχούς ενός κινούμενου τρένου. Το πτώμα βρέθηκε κάτω από φυλλώματα σε θάμνους δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές που περνούσαν μέσα από την πόλη. Τα μαλακά μέρη είχαν μετατραπεί σε λιπώδη πολτό, και τα όργανα της κοιλιακής χώρας και του στήθους είχαν αποδομηθεί εντελώς. Λίγος αποσυντεθημένος ιστός βρέθηκε κολλημένος στη λεκάνη και στα άκρα. Δίπλα στο σκελετοποιημένο κρανίο βρέθηκε ένα κομμάτι μαλλιά 35χ20 εκατοστών. Το πτώμα φορούσε τζιν που ήταν σε καλή κατάσταση. Αρχικά υπολογίστηκε ότι πέθανε πριν 2-3 μήνες.
Στο χώρο της νεκροψίας, μέσα στον αποσυντεθημένο πολτό, αλλά και πάνω στα οστά, βρέθηκαν μάζες κίτρινων προνυμφών πυοφιλοειδούς μύγας 8 χιλ. οι οποίες πηδούσαν ως και 50 εκ. σε ύψος και 10 εκ. οριζοντίως για πάνω από 5 ώρες στους 17 βαθμούς. Πάνω σε αποξηραμένα με΄ρη δέρματος, βρέθηκε μια στρώση κίτρινων αυγών, τα ίδια αυγά βρέθηκαν και στα μαλλιά. Επειδή το δωμάτιο αναπαραγωγής δηλητηριάστηκε στο διάστημα που εξέτρεφαν τις μύγες, η ταυτοποίηση του είδους έγινε από τα μέρη μιας ενήλικης μύγας, και το είδος ήταν η Pyophila casei. Η P. casei είναι κοινός αποικιστής εκτεθημένων πτωμάτων 3-6 μήνες μετά το θάνατο, δηλαδή στην Τρίτη από τις 8 φάσεις διαδοχής εντόμων. Επειδή κάθε θηλυκή P. casei γεννά 200 αυγά, συμπεράστηκε ότι στο πτώμα εκκολάφθηκαν μια ή και δύο γενιές. Υπό καλές συνθήκες, τα αυγά της πυόφιλης μύγας φτάνουν στην ενηλικίωση στις 11-19 ημέρες, κι έτσι μαζί με τα μεταιωρολογικά δεδομένα, υπολογίστηκε το μεταθανάτιο διάστημα κατά την έναρξη της τρίτης διαδοχής στις 90 ημέρες. Σ’αυτό προστέθηκαν κι άλλες 22-38 ημέρες για το διάστημα πριν, δηλαδή είχαν περάσει 112-128 ημέρες μετά το θάνατό της. Αργότερα βρέθηκε ότι η γυναίκα είχε χαθεί πριν 4 μήνες. Στην περίπτωση αυτή, τα θραύσματα ενός μόνο εντόμου, μαζί με τα μεταιωρολογικά δεδομένα, αποκάλυψαν αξιόπιστα το χρόνο θανάτου. Η περίπτωση αυτή δείχνει επίσης ότι ο κύκλος της P. casei δεν επιταχύνεται με την ηρωίνη, όπως έχει βρεθεί σε άλλα αρθρόποδα, αλλά τα επίπεδα της ηρωίνης δε μπορούσαν να εξακριβωθούν, εξαιτίας του επιπέδου της αποσύνθεσης.
Επίσης κάτω από τα μαλλιά και στα ρούχα του πτώματος βρέθηκαν αρκετά σκαθάρια, τα οποία ωστόσο δεν είναι συγκεκριμένα για κάποια φάση της αποσύνθεσης. Βρέθηκαν δύο ενήλικα σκαθάρια της οικογένειας Staphylinidae. Ένας Oxytelops tetracarinatus, ο οποίος συχνά βρίσκεται σε περιττώματα και σαπισμένη φυτική ύλη και ένας Philonthus spec. ο οποίος δε βοηθά τον υπολογισμό του μεταθανάτιου χρόνου, αφού μπορεί να βρεθει΄οποτεδήποτε στο πτώμα, ακόμα και δυο χρόνια μετά την ταφή.
Επιπλέον βρέθηκαν τρία ενήλικα άτομα του γένους Atheta, το οποίο ζει σε ξερά πτώματα, αλλά και σε μύκητες και σάπια φύλλα, και προνύμφες και δύο ενήλικα του σκαθαριού τις οικογένειας Cleridae Necrobia rufipes. Μία από τις προνύμφες της νεκρόβιας θάφτηκε αμέσως σ’ένα κομμάτι γάζας, έγινε κουκούλι στους 17 βαθμούς, που είναι ένας βαθμός χαμηλότερα από το υποτιθέμενο κατώτατο όριο ανάπτυξης, και εκκολάφθηκε μετά από 54 ημέρες. Το κοκκινοπόδαρο σκαθάρι του ζαμπόν (Necrobia rufipes) είναι γνωστός όψιμος αποικιστής των πτωμάτων και τρέφεται με αποξηραμένα πτώματα, επίσης με μούμιες, ζαμπόν, και πιθανόν και με προνύμφες άλλων αρθροπόδων. Βρέθηκε επίσης μια νεκρή μύγα του γένους Fannia, αλλά κανένα σκαθάρι της οικογένειας Sylphidae. Αυτά δεν έχουνε διαγνωστική αξία, αλλα αναφέρθηκαν για χάρη της πληρότητας.

Η μύγα Pyophila casei, η πυόφιλος του τυριού, λέγεται έτσι, διότι συχνά αποικίζει τυριά. Αν και θα πιστεύαμε ότι κανείς δε θα έτρωγε το τυρί αν είχε γεμίσει σκουλήκια, στην πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι που τρώνε τέτοιο σάπιο τυρί και το θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Το σαρδινιακό Casu Marsu (σάπιο τυρί), όπως και κάποιες παραδοσιακές αιγυπτιακές συνταγές χαλουμιού, είναι ουσιαστικά σάπια τυριά που περιέχουν τέτοιες προνύμφες που εκτινάσσονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Περίπτωση 3. Μέσα στο άδειο κεφάλι της υπήρχε μόνο μια μύγα

Στη σύλληψή του στις 8 Μαΐου του 1996, ένας άντρας είπε στην αστυνομία ότι η γυναίκα του ήταν νεκρή στο διαμέρισμά τους για 29 μέρες. Όταν τον ρώτησαν γιατί, απάντησε ότι δεν ανέφερε το θάνατο, γιατί φοβόταν μη χάσει το διαμέρισμα. Οι αστυνομικοί βρήκαν το πτώμα με μεγάλο πληθυσμό μυγών και προνυμφών και με σημάδια μουμιοποίησης. Το πτώμα ήταν σκεπασμένο με δύο κουβέρτες. Επειδή η μέση εξωτερική θερμοκρασία υπολογίστηκε στους 10,9 βαθμούς εκείνο το διάστημα, πιθανότατα η θέρμανση στο σπίτι ήταν αναμμένη, και οι θερμοκρασία του πτώματος υπολογίστηκε ότι ήταν σταθερά πα΄νω από 20 βαθμούς, από τη θερμογένεση των πολλών εντόμων και από το γεγονός ότι ήταν καλυμμένο με κουβέρτες. Κατά τη νεκροψία, βρέθηκαν πάνω στο πτώμα μάζες προνυμφών μύγας, περισσότερο στον κολπικό σωλήνα και τα μαλλιά, και αρκετές ακόμα βρέθηκαν στην ουροδόχο κύστη. Η ομάδα της νεκροψίας ωστόσο ξέπλυνε όλες τις προνύμφες προτού ειδοποιηθεί ο ιατροδικαστικός εντομολόγος. Το κεφάλι του πτώματος είχε μερικώς μουμιοποιηθεί, το δέρμα του προσώπου, οι μαλακοί ιστοί της κάτω γνάθου, τα μάτια, τα αυτιά και η γλώσσα έλειπαν, το στόμα ήταν εντελώς ανοιχτό, και το κρανίο ήταν άθικτο. Αφού αφαιρέθηκε το επάνω μέρος του κρανίου, βρέθηκε μία ενήλικη μύγα Protoformia terranovae μέσα στο κρανίο. Ο εγκέφαλος δεν υπήρχε. Βρέθηκαν επίσης μέσα στο κρανίο και προνύμφες. Είναι γνωστό ότι η Protoformia φτάνει στην ενηλικίωση από το αυγό σε 19-23 ημέρες στους 22 βαθμούς. Στην Κολονία, η P. terranovae θεωρείται το κοινότερο συνανθρωπικό είδος (σχετιζόμενο με ανθρώπους και ανθρώπινες δραστηριότητες), μετά την κοινή οικιακή μύγα (Musca domestica) και την κοινή πρασινόμυγα (Lucilia sericata).
Παρόλα αυτά, η θέση της μύγας ήταν παράδοξη, επιδή αφενός η P. terranovae κάνει το κουκούλι της πάνω στο υλικό όπου τρέφεται, εκτός κι αν είναι πολύ υγρό ή εκτίθεται σε έντονο φως, αν και υπάρχει η πιθανότητα η συγκεκριμένη μύγα να παγιδεύτηκε και να συνέχιζε την ανάπτυξή της εκεί, κι αφετέρου η μύγα αυτή επισκέπτεται τα πτώματα συνήθως ένα μήνα μετά το θάνατο, κι αυτή ήταν η πρώτη εύρεση P. terranovae σε πτώμα στην Κολονία από το συγκεκριμένο ινστιτούτο.

Περίπτωση 4. Η περίπτωση του σηψαιμικού αλκοολικού

Στις 14 Αυγούστου του 1996, ένας 46χρονος γνωστός αλκοολικός (80,5 κιλά) βρέθηκε νεκρός στο υπνοδωμάτιό του. Ήταν νεκρός για 5 μέρες. Η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα υπολογίστηκε στα 1,6 μέρη στα 1.000. Ο άντρας είχε ιστορικό υπέρτασης. Το πτώμα βρισκόταν σε τυμπανιαία κατάσταση. Μάζες αυγών βρέθηκαν στα γένια του και στις τρίχες του εφηβαίου. Βρέθηκαν επίσης μικρές προνύμφες 2-3 χιλ κυρίως κάτω από κύστεις δέρματος που προκλήθηκαν από τα έρια της σήψης. Επειδή τα θηλυκά του είδους Lucilia Caesar ωοαπέθεταν στο χώρο της νεκροψίας, η εντομολογική ανάλυση επικεντρώθηκε σε δύο σκούρα κόκκινα κουκούλια 6 χιλ, που βρέθηκαν προσκολλημένα στην κοιλιά του πτώματος.
Οι προνύμφες επωάστηκαν στους 17-20 βαθμούς, και 14 μέρες μετά, στις 28/8/1996, εμφανίστηκαν δύο ενήλικες μύγες του είδους Muscina stabulans, μήκους 9 χιλ. Η M. stabulans ενηλικιώνεται σε 28 μέρες σε θερμοκρασία 16 βαθμών, οπότε θεωρήθηκε ότι ίσως έτρωγαν τον άνθρωπο όσο ήταν ζωντανός ή σε κωματώδη κατάσταση. Αν επρόκειτο όμως για μυίαση, θα αναμενόταν γρηγορότερη ανάπτυξη από τη θερμοκρασία του σώματος στους 37 βαθμούς κι από τη δραστηριότητα των μαζών των προνυμφών. Για να βρεθεί αν ο άντρας αρρώστησε βαριά πριν πεθάνει, οι προνύμφες συνθλίφθηκαν και διερευνήθηκαν για βακτήρια.
Το ερυθρό χρώμα των κουκουλιών, καθώς και τα ερυθρά στίγματα που άφησαν στο υγρό χαρτί που τοποθετήθηκαν, υποδήλωναν την παρουσία του βακτηρίου Serratia marcescens της οικογένειας Enterobacteriaceae. Αυτό το πανταχού παρόν βακτήριο, που παλαιότερα πιστευόταν ότι δεν είναι παθογόνο, είναι γνωστό ότι προκαλεί μολύνσεις σε πληγές και σηψαιμία σε άτομα με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, και είναι ανθεκτικό σε πολλά αντιβιωτικά. Για παράδειγμα στη Βρετανία μεταξύ του 1986 και του 1987, πέθαναν περίπου 93 άνθρωποι από S. marcescens. Πιθανολογείται έτσι ότι ο αλκοολικός έπαθε μια λοίμωξη από S. marscescens κι έπειτα έπεσε σε κώμα, γι’αυτό και κάποιες μύγες ήρθαν πριν το θάνατό του.

Περίπτωση 5. Ο τοξικομανής που τον πέταξαν οι φίλοι του έξω για να μην τους πιάσουν

Στις 21/8/1996, στις 7:05 πμ, κοντά σε δάσος μέσα στην Κολονία, βρέθηκε το πτώμα γνωστού 28χρονου τοξικομανούς. Είχε ύψος 1,72 μ, βάρος 69,1 κιλά, αίμα: όχι αλκοόλ, καφεΐνη 0,85 mg/l, διαζεπάμη 0,12 mg/l, νορδιαζεπάμη 0,03 mg/l, και ούρα: μορφίνη 4/8 mg/l, κωδεΐνη 0,16 mg/l. Η τοξικολογική ανάλυση υποδήλωσε ότι ο θάνατος επήλθε 3 ώρες μετά τη λήψη ηρωίνης. Το ντυμένο πτώμα κοιτόταν εκτεθημένο σ’ένα σημείο με γρασίδι, και η αστυνομία ανέφερε ότι δεν το είδε εκεί στις 10 μμ το προηγούμενο βράδυ. Η μέση εξωτερική θερμοκρασία ήταν 23,1 βαθμοί στις 20/8/96, και 20,3 βαθμούς στις 21/8/96. Στα βλέφαρα βρέθηκαν μάζες αυγών, τα οποία εκκολάφθηκαν. Από τα στοματικά μόρια, τους πρόσθιους αναπνευστικούς πόρους και τα πίσω μέρη των προνυμφών του τρίτου σταδίου, το είδος της μύγας ταυτοποιήθηκε ως Lucilia ampulacea, ένα από τα είδη του γένους Lucilia που σπάνια σχετίζεται και με ζωντανούς ανθρώπους στην Κολονία.
Η περίπτωση αυτή θεωρήθηκε ενδιαφέρουσα από τους ερευνητές για τρεις λόγους. Πρώτον, στην περίπτωση του φόνου ενός παιδιού της Βαϊμάρης, μίας από τις γνωστότερες μηνύσεις στη Γερμανία, ο συγγραφέας ρωτήθηκε αν τα δεδομένα από τα αρθρόποδα θα μπορούσαν να καταδείξουν αν δύο πτώματα τοποθετήθηκαν έξω δίπλα στο δάσος τη μέρα ή τη νύχτα. Η ιδέα ήταν ν’αναλυθούν οι αναπτυξιακές φάσεις των γενών Lucilia και Callifora, και αφού οι περισσότεροι ερευνητές αναφέρουν ότι η Callifora δεν ωοαποθέτει τη νύχτα, αυτό θα μπορούσε να υπολογιστεί συγκρίνοντας τα οψιμότερα στάδια της Lucilia με τα πρωιμότερα της Callifora. Ο ιατροδικαστικός εντομολόγος ωστόσο δε μπόρεσε να απαντήσει, επειδή οι προνύμφες είχαν απομακρυνθεί από το πτώμα, αποξηρανθεί σε χαρτοσακούλα και έπειτα πεταχτεί. Δεύτερον, η επίδραση των ναρκωτικών στα πτώματα και στα έντομα τώρα αρχίζει να διερευνάται και λίγα είναι ως τώρα γνωστά, οπότε η περίπτωση αυτή απλώς καταδεικνύει ότι η L. ampulacea δεν απωθείται από την ηρωίνη, η οποία σίγουρα υπήρχε στο πτώμα, αλλά ο υπολογισμός της ήταν αδύνατος. Τρίτον, η παρουσία μόνο πρώιμων σταδίων της μύγας, μαζί με δύο υποστατικές κηλίδες στο πτώμα (το αίμα στα πτώματα λιμνάζει στο χαμηλότερο σημείο, και μετά από ένα διάστημα μένει ΄μόνιμα εκεί, δηλώνοντας την αρχική θέση που βρέθηκε/τοποθετήθηκε, η εύρεσή του δίπλα σε μονοπάτι, και το γεγονός ότι την προηγούμενη μέρα δεν ήταν εκεί, υποδηλώνουν ότι ο άνθρωπος πέθανε μέσα σε σπίτι και αργότερα μεταφέρθηκε έξω. Δεν είναι σπάνιο ένας τοξικομανής να πεθάνει στην παρέα των φίλων του, οι οποίοι απλώς νομίζουν ότι κοιμάται ή είναι μαστουρωμένος, και μόλις διαπιστώσουν το θάνατο να πετάξουν το πτώμα κάπου έξω για ν’αποφύγουν τις πολλές ερωτήσεις και τις έρευνες.
Στο πτώμα βρέθηκαν επίσης 10 ισόποδα του είδους Porcellio scaber, ενός κοινού είδους στην Κολονία. Αν κι αυτό δεν έχει κάποια διαγνωστική σημασία, ο συγγραφέας το αναφέρει επειδή τα αρθρόποδα αυτά ζουν σε εξωτερικούς χώρους, οπότε αν τύχει ποτέ να βρεθεί πτώμα με τέτοια ισόποδα σε διαμέρισμα, αυτό θα δηλώνει ότι ο άνθρωπος πέθανε έξω και μεταφέρθηκε αργότερα.

Περίπτωση 6. Ο νεκρός που έμεινε στο μπαλκόνι για σχεδόν ένα μήνα

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1996, βρέθηκε το πτώμα ενός 66χρονου άντρα στο μπαλκόνι του σπιτιού του στον 8ο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κολονία. Όταν βρέθηκε, το ύψος του μετρήθηκε στο 1,59 μ και το βάρος του στα 46,5 κιλά, και τα επίπεδα αλκοόλ υπολογίστηκαν στα 1,07 μέρη στα 1.000 την ώρα του θανάτου του. Το πτώμα πιστευόταν ότι βρισκόταν εκέι για 25 μέρες, από τις 31 Αυγούστου του 1996, έως τις 25 Σεπτεμβρίου, οπότε βρέθηκε. Ο μαλακός ιστός του προσώπου, ο λαιμός και το δεξιό αυτί είχαν καταστραφεί από τις προνύμφες των μυγών, το δέρμα ήταν λιπαρό και χρώματος πρασινοκαφέ, και η κοιλιά ήταν πρησμένη. Πάνω στο πτώμα βρέθηκαν μάζες προνυμφών μύγας.
Μία μύγα που εκτράφηκε μέχρι την ενηλικίωση ταυτοποιήθηκε ως Parasarcophaga argyrostoma, γνωστή και με το συνώνυμο Sarcophaga argyrostoma. Στην Κολονία, το είδος είναι σπάνιο, ευρισκόμενο συνήθως σε σωρούς λάσπης, σε δοχεία τροφής στο ζωολογικό κήπο κλπ. Έως τώρα, δεν είχε βρεθεί σε πτώματα μέσα σε διαμερίσματα. Έως τώρα, δεν είχε αναγνωριστεί κάποια σχέση με το ύψος του διαμερίσματος και τον αποικισμό των πτωμάτων από διαφορετικά είδη μύγας. Γι’αυτό η P. argyrostama μπορεί να θεωρηθεί είδος που φανερώνει αν ένα πτώμα που βρίσκεται σε λιγο ή πολύ κλειστο περιβάλλον βρισκόταν προηγουμένως έξω, όπως σ’αυτήν την περίπτωση που βρέθηκε στο μπαλκόνι, δίπλα δηλαδή στο διαμέρισμα. Για μια πόλη σαν την Κολονία, με περιορισμένο αριθ΄μό ειδών, αυτές οι λεπτομέρειες παίζουν μεγάλο ρόλο.

Σας έφτιαξα τη διάθεση; Σας εύχομαι καλή συνέχεια στη μέρα σας.

Υγ. Η αρχική δημοσίευση είχε και φωτογραφίες των ευρημάτων. Αποθηκεύτηκε όμως στη wiki αυτήν χωρίς αυτές. Για παρόμοιες φωτογραφίες όμως, μπορείτε να επισκεφθείτε ιστοσελίδες όπως το liveleak ή το bestgore, όπου μπορείτε να δείτε φωτογραφίες και βίντεο από πτώματα σε διάφορες φάσεις αποσύνθεσεις και σε διάφορες περιβαλλοντικές συνθήκες.

Ω, θάλασσα. Θάλασσα εκδιδομένη, που σε γονιμοποιούν τα ψάρια και βγάζεις χταπόδια. Απόλυτο δίκιο είχε ο λαός όταν την έβγαλε αυτήν την έκφραση, αφού η θάλασσα είναι γεμάτη περίεργα και τερατώδη ασπόνδυλα, και είναι λογικότατο ο άνθρωπος να εκδηλώσει την αγανάκτησή του γι’αυτό με τέτοιον τρόπο, άπαξ και πιθανότατα η προέλευση των περισσότερων ασπονδύλων ήταν μυστήριο, αφού οι πρώτες φάσεις της ζωής τους είναι μικροσκοπικές και αθέατες από ανθρώπινο μάτι, ενώ ήταν γνωστό ότι τα ψάρια γονιμοποιούν εξωτερικά, και ίσως να πίστευαν ότι το σπέρμα τους είχε τη δυνατότητα να ενεργοποιήση τη θάλασσα ώστε να παράγει ασπόνδυλα. Εκτός από τα λίγα οστρακοφόρα και μη που τρώμε και γνωρίζουμε καλά, η θάλασσα βρίθει από ασπόνδυλα κάθε μεγέθους και σχήματος – άλλωστε οι περισσότερες συνομοταξίες ζώων είναι θαλάσσιες κι όλες ασπόνδυλες. Η ποικιλία τους είναι πολύ μεγάλη, ακκο΄μα και στα ρηχά νερά που κολυμπάμε, οπότε εύκολα τα συναντούμε και χωρίς καταδυτικό εξοπλισμό. Παρακάτω σας παραθέτω φωτογραφίες από δύο θαλάσσια ασπόνδυλα που ανακάλυψα γύρω στις δυο βδομάδες πριν, όταν ήμουν στο εξοχικό στη Γερακινή Χαλκιδικής.

Το πρώτο το βρήκα μπλεγμένο ανάμεσα σε φύκια, ή μάλλον θαλάσσια χόρτα, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που το έβρισκα. Κι άλλες φορές σ’άλλες παραλίες είχε τύχει να πατήσω κάτι μακρόστενο και γλοιώδες δίπλα σε φύκια, αλλά πάντοτε το απέφευγα, νομίζοντας ότι είναι κάποιο σκουπίδι, κομμάτι από χόρτο που ξεριζώθηκε, ή, ακόμα χειρότερα, πιθανόν κάποιο νεκρό ψάρι που σαπίζει ανάμεσα στα φύκια. Όμως ήταν αδύνατον να βρίσκω ακριβώς το ίδιο πράγμα σε κάθε παραλία, οπότε κάτι άλλο θα ήταν. Κι έτσι αυτήν την φορά πήρα το θάρρος και το έβγαλα στην επιφάνεια, και όχι μόνο σάπιο δεν ήταν, αλλά ένα ζωντανό και περίεργο ασπόνδυλο. Την πρώτη φορά το ξαναέριξα μέσα, μετά από λίγες μέρες όμως το έβγαλα, πιθανόν όχι το ίδιο, αν και δε θα ήταν απίθανο να έβγαζα το ίδιο, αφού κολυμπούσα στο ίδιο περίπου σημείο. Μόλις το ανέβασα στην επιφάνεια, από βάθος όχι βαθύτερο από ενάμισι μέτρο, ήταν κυλινδρικό και πλαδαρό, γύρω στα 12 εκατοστά. Αμέσως το έβαλα στην τσέπη του μαγιό για να το φωτογραφίσω στην στεριά. Μόλις βγήκα έξω, το ασπόνδυλο είχε συσταλεί σε ένα ωοειδές σχήμα γύρω στα 10 εκ. Είχε γλοιώδη επιφάνεια, αν κι όχι τόσο όσο ενός μαλακίου ή σκουληκιού. Το χρώμα του ήταν σκούρο καφέ, και η υφή του μεμβρανώδης και σκληρή, ενώ στην επιφάνειά του είχε σκορπισμένα κυκλικά φύματα. Η μία άκρη είχε ένα μικ΄ρο δακτύλιο. Το «δέρμα» αυτό ήταν πολύ σκληρό, αλλά ελαστικό, και δεν παραμορφωνόταν ό,τι κι αν του έκανες. Αν το χτυπούσες, το γρατσουνούσες, το έτριβες, δε θα πάθαινε τίποτα. Εσωτερικά φαινόταν να έχει κάποιο υγρό υπό πίεση. Έτσι μετά από λίγο, βάλθηκα να το ανοίξω. Μ’ένα αιχμηρό χαλίκι, πίεσα για ώρα την επιφάνεια του, η οποία ήταν πολύ ανθεκτική. Στην αρχή λίγο βαθούλωσε, αλλά σύντομα διεράγη κι αυτό που είχε μέσα σταμάτησε ακόμα κι εμένα, που δε σιχαίνομαι εύκολα ομολογουμένως. Από μέσα πετάχτηκε υγρό, αλλά και μια παχύρευστη βλένα! Σιγά-σιγά το ασπόνδυλο άρχισε να χάνει το τρισδιάστατο σχήμα του, καθώς έχανε το μυελό του. Απ’ό,τι φαίνεται, το υγρό αυτό περικλείεται από αρκετά χοντρά τοιχώματα. Μετά άνοιξα την τρύπα λίγο παραπάνω μ’ένα ξυλάκι, αλλλά άρχισα να βρέχομαι, και αργά κατάλαβα ότι ήταν τα ζουμιά του ασπονδύλου που εκτινάσσονταν μακριά, ως και στα 25 εκ! Το ασπόνδυλο είχε την τυπική μυρωδιά του θαλασσινού, αλλά αναμεμειγμένη και με κάτι πιο έντονο, πιο πικρό.

Τελικά το έπιασα από την άλλη μεριά, που δεν είχε ανοίξει, και το πέταξα στον κομποστοποιητή, για να σαπίσει ειρηνικά μαζί με το κομμένο γκαζόν σε μια αταίριαστη θανατοκοίνωση.
Τι θα μπορούσε να είναι ; Κάποιο θαλάσσιο αγκούρι ίσως, κι αν ναι, ποιο είδος; Κάτι παρόμοιο είχα βρει παλαιότερα, αν και προσκολλημένο σε βράχο με την κάτω πλευρά του επίπεδη για να προσκολλάται.

Το δεύτερο είναι ένα καβούρι της άμμου, που πρώτη φορά συναντώ. Βρήκα μερικά τέτοια φέτος σ’αυτήν την παραλία, καθώς έσκαβα στην άμμο. Είναι πολύ διαφορετικά από τα καβούρια των βράχων και δείχνουν πλήρως προσαρμοσμένα για ζωή στο μαλακό ίζημα. Έχουν σφαιρικό σώμα, προφανώς για να βυθίζονται στην άμμο εύκολα, όχι πλατύτερο από 1,5 εκ, και τα μάτια τους είναι μικρά, στην κορυφή και στο κέντρο του κεφαλοθώρακα και σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, μάλλον για να βλέπουν, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους είναι κρυμμένο. Οι δαγκάνες τους είναι πολύ μακριές, και οι λαβίδες στην άκρη πολύ λεπτές με οδοντώσεις στο εσωτερικό. Η πάνω έχει άκρο κυρτό προς τα κάτω. Τα υπόλοιπα 4 ζεύγη βαδιστικών ποδιών είναι πολύ μικρά σε σχέση με το σώμα τους και λεπτά, ενώ στο πίσω μέρος, ο κεφαλοθώρακάς τους φέρει δύο αγκάθια που στρέφονται προς τα πάνω. Από πάνω ήταν σκούρο καφέ, ενώ από κάτω πολύ ανοιχτό. Η υφή τους είναι τραχιά, σαν τραχύ βότσαλο ή σκουριασμένο μέταλλο, και προφανώς μιμούνται τα βότσαλα. Είναι προσαρμοσμένα να ζουν αποκλειστικά μέσα στην άμμο, αφού μόλις τα έβγαλα δεν κινούνταν σχεδόν καθόλου. Αν είχα το χέρι μου μέσα στο νερό, μπορεί να έκαναν λίγες αδέξιες κινήσεις, αλλά έξω απ’το νερό έμεναν ακίνητα. Πολλά καρκινοειδή της άμμου έχουν πρόβλημα μετακίνησης σε στέρεη επιφάνεια. Τρέφονται μάλλον με πολύ ελαφριά και μαλακή τροφή, αφού οι δαγκάνες τους είναι λεπτές και το τσίμπημά τους ασθενές. Αφού με τσίμπησαν λίγες φορές, και μόνο όταν έβαζα το χέρι μου μπροστά στις δαγκάνες, μετά σταματούσαν.
Το άτυχο καβούρι της φωτογραφίας έτυχε να κάνει λίγο μεγαλύτερο ταξίδι από τα υπόλοιπα. Το έβαλα στην τσέπη του μαγιό και το έβγαλα κι αυτό έξω στο σκληρό περιβάλλον της ξηράς. Είχε σουρουπώσει όμως για τα καλά, και τα εσωτερικά φώτα του σπιτιού ήταν ασθενή – έτσι γίνεται αν τσιγγουνεύεσαι στο ρεύμα, όλα τα φώτα φωτίζουν ίσα-ίσα και είναι μικρά, ώστε να ρίχνουν τεράστιες σκιές. Εξαιτίας του προβλήματος των σκιών, φωτογράφισα τελικά το καβούρι πάνω στο χέρι μου, και από κάπως πιο μακριά, γι’αυτό οι φωτογραφίες δεν είναι και τόσο καλές. Μετά το έσπασα, κάτι που χρειαζόταν λίγη παραπάνω δύναμη, γιατί ήταν πολύ σκληρό. Και μετά τα λένε και μαλακόστρακα. Αυτά μπορεί να είναι πιο σκληρά κι από μαλάκια! Τέλος και αυτουνού ήταν ο κομποστοποιητής, όπου σάπισε, λιγότερο ειρηνικά όμως από το «αγκούρι», επειδή είχε διαμελιστεί, κατά την οποία διαδικασία ένα θραύσμα είτε από δαγκάνα είτε από πόδι χώθηκε στο δάχτυλό μου, αλλά το έβγαλα. Είναι πολύ σκληρό όπως είπα, και σίγουρα θ’αποθαρρύνει τα μικρά σαρκοφάγα ψαράκια. Ποιο είδος να είναι;

Πριν μερικές εβδομάδες, αγόρασα από το feeders.gr λίγα αλευροσκούληκα για τις σαύρες μου. Στην πραγματικότητα δεν είναι τα κοινά αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), αλλά τα γιγάντια, βασιλικά αλευροσκούληκά ή superworms (Zophobas morio). Κατάγονται απ’τη Νότιο Αμερική, Γίνονται ως και 4-5 εκ, και η ιδιαιτερότητά τους είναι ότι επειδή είναι κανιβαλιστικά προς τα κουκούλια του είδους τους, δε νυμφώνονται όταν βρίσκονται πολλά μαζί, οπότε μπορείς να έχεις πολλά μαζί χωρίς την ανησυχία ότι θα γίνουν κουκούλια και θα μεταμορφωθούν σε σκαθάρια. Αρνητικό είναι ότι στο διάστημα αυτό δεν τρώνε, και αν δε διατηρούνται στο ψυγείο πεθαίνουν σχετικά γρήγορα, ιδίως αν είναι καλοκαίρι και ο μεταβολισμός τους είναι υψηλός. Έτσι έγινε και σ’αυτήν την περίπτωση. Άρχισαν να ψοφάνε και διάλεξα διάφορα σε διάφορες φάσεις της αποδόμησής τους για να σας τα δείξω.
Το πρώτο αριστερά έχει πεθάνει πρόσφατα, κι ακομα δεν έχει ιδιαίτερες αλλαγές από ένα ζωντανό. Το αμέσως επόμενο είναι λίγο διογκωμένο και αρχίζει να μαυρίζει. Όπως και στα σπονδυλωτά, έτσι και τα ασπόνδυλα συσσωρεύουν αέρια κατά την αρχή της αποσύνθεσής τους στο πεπτικό σύστημα κι έτσι πρήζονται ελαφρώς. Το πρήξιμο αυτό έχει παραμορφώσει και απολιθώματα εντόμων. Το αμέσως επόμενο έχει μαυρίσει καλά, έχει αδυνατίσει αρκετά, έχει σχεδόν δισδιαστατοποιηθεί και από την κάτω πλευρά έχει κάνει ένα αυλάκι εξαιτίας της απώλειας υγρών. Έτσι γίνονται και τα ζωντανά αλευροσκούληκα που είναι υποσιτισμένα και ταλαιπωρημένα, που εγώ τα λέω μαραμένα. Και τέρμα δεξιά είναι τα θραύσματα από δύο σχεδόν αποξηραμένα έντομα. Εντελώς αποξηραμένο κι ολόκληρο δε βρήκα, πάντως το απομεινάρι μετά την αποσύνθεση των μαλακών μερών σ’όλα τα αρθρόποδα είναι ο εξωσκελετός, ο οποίος μπορεί να είναι πλήρης αν το αρθρόποδο αφέθηκε σε ήσυχο σημείο. Ο χιτινώδης εξωσκελετός θα θρυμματιστεί και θ’αποδομηθεί αργότερα, αλλά σε ξηρό περιβάλλον μπορέι να διατηρηθεί επ’αόριστον. Στην περίπτωση των αλευροσκούληκων, αν και είναι σκληρά, όπως όλες οι προνύμφες έχουν αρκετά υγρά και πολύ λίπος, άρα ο εξωσκελετός δύσκολα διατηρεί τη μορφή του ζωντανού εντόμου, συνήθως μαυρίζει και αδυνατίζει, αν και σε ελεγχόμενο ξηρό περιβάλλον πιστεύωπως δε θα χαλάσει.
Τα αλευροσκούληκα αυτά ήταν λίγα, και ο χώρος τους ξηρός, οπότε δε μύριζαν σχεδόν καθόλου. Μια άλλη φορά ωστόσο, την προηγούμενη που πήρα τέτοια αλευροσκούληκα, λόγω ζέστης και μεγάλου πληθυσμού, άρχισαν να σαπίζουν όλα μαζί. Το κουτί είχε ζεσταθεί από τη βακτηριακή δραστηριότητα και μύριζαν σαν χαλασμένες γαρίδες, άλλωστε είναι συγγενικά είδη και πιθανόν θα έχουν παρόμοιες αναλογίες αμινοξέων και λιπαρών. Από εκεί έσωσα λίγα ζωντανά, αλλά ο γενειοφόρος δράκος, παρόλο που είναι είδος με χαμηλή όσφρηση, δεν τα έφαγε. Αφού τα έπλεινα καλά έφαγε δύο με δυσκολία, και για να μην του κάνουν τυχόν κακό τα πέταξα όλα όπως ήταν, ζωντανά και νεκρά, για να σαπίσουν στα σκουπίδια με την ησυχία τους. Τα κοινά αλευροσκούληκα θα είχαν λύσει το πρόβλημα με τον κανιβαλισμό, κι αυτή η δυσάρεστη κατάσταση θα είχε αποφευχθεί.

Έτσι, αντί για τον ασαφή σκελετό ενός κάποτε ζώντος όντος που αφήνουν τα σπονδυλωτά, ή το εντελώς απρόσωπο όστρακο που αφήνουν τα μαλάκια, τα αρθρόποδα αφήνουν όλο τους το περίβλημα, διατηρώντας αναλλοίωτη ή σχεδόν αναλλοίωτη την εικόνα τους. Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν τα αρθρόποδα προλάβαιναν να κατακτήσουν τους οικολογικούς θώκους των μεγάλων ζώων ενός οικοσυστήματος αντί για τα χερσαία σπονδυλωτά. Λέγεται ότι αυτό είναι αδύνατο, επειδή η μέθοδος παθητικής αναπνοής τους με τις τραχείες είναι ανεπαρκής, κι ότι απέκτησαν γιγαντιαία μεγέθη μόνο στη Λιθανθρακοφόρο ένεκα υψηλών επιπέδων οξυγόνου, αλλά αυτό είναι μόνο εν μέρει αληθές. Στην πραγματικότητα έχει βρεθεί ότι πολλά έντομα αναπνέουν ενεργητικά, ωθώντας και βγάζοντας άερα από τις τραχείες, όπως δηλαδή γίνεται και η αναπνοή στα σπονδυλωτά με πνεύμονες. Αυτό θα μπορούσε να προσαρμοστεί και σε μεγαλύτερα μεγέθη σίγουρα. Στην περίπτωση αυτήν λοιπόν, παρόλο που οι εξωσκελετοί τους τελικά θ’αποδομούνταν, σίγουρα θα υπήρχαν είδη με σκληρότερους ή ασβεστώδεις εξωσκελετούς ου θ’άντεχαν πολύ περισσότερο. Οπότε δε θα ήταν παράξενο να υπάρχουν πτώματα ζώων μικρών και μεγάλων παντού στο φυσικό περιβάλλον. Σίγουρα δε θα ήταν όλοι οι εξωσκελετοί από πτώματα, κάποιοι θα ήταν παλιοί εξωσκελετοί από εκδύσεις κατά την ανάπτυξη του ζωόυ, αλ΄’εφόσον σε πολλές περιπτώσεις αυτοί τρώγονται από το ζώο, αυτό δε θα ίσχυε για όλα τα είδη. Και τα πτώματα αυτά θα είχαν διάφορα σχήματα, και ιδιότητες. Άλλα μπορέι να ήταν σκληρά, άλλα από τριχωτά είδη μονωτικά, άλλα από μαλακά είδη λεπτά και εύκαμπτα σαν χαρτί, κλπ. Σίγουρα αυτός ο πόρος δε θα πηγαίνε χαμένος σ’αυτό το οικοσύστημα, και θα υπήρχαν ζώα τα οποία θα τα χρησιμοποιούσαν ως τροφή, ως υλικό κατασκευής φωλιάς ή ως καταφύγιο, εφόσον θα ήταν κούφια. Άλλα θα είχαν καμουφλάζν ου θα ταίριαζε με την επιφάνειά τους ή με άλλα χαρακτηριστικά τους, σ’άλλα μπορέι να προσάρμοζαν το σώμα τους μέσα τους για προστασία όπως ο ερημίτης κάβουρας που χρησιμοποιεί όστρακα σαλιγκαριών, άλλα θα τα χρησιμοποιούσαν για να εντυπωσιάσουν το αντίθετο φύλο π.χ. μαζεύοντας τα πιο φωσφοριζέ πτώματα – κάτι αντίστοιχο κάνουν τα πουλιά συλλέκτες της Νέας Γουινέας, όπου τα αρσενικά μαζεύουν όσα πιο πολλά μπλε αντικείμενα μπορούν στη φωλιά για να εντυπωσιάσουν το θηλυκό. Επίσης σίγουρα θα υπήρχαν μύκητες, ή και επίφυτα εξειδικευμένα για την ανάπτυξη πάνω στα άδεια αυτά πτώματα.

Οι συνέπειες αυτής της διαφορετικής βιολογίας σε κάποιο τυχόν νοήμον είδος που θα εξελισσόταν απ’αυτά τα μεγααρθρόποδα θα ήταν άγνωστες, αν και κάτι μπορούμε να υποθέσουμε. Το είδος αυτό σίγουρα δε θα είχε ανθρώπινο σχήμα, αλλά πολύ πιθανότερο είναι να είχε σχήμα εξάποδου βαρελιού μπίρας, όπως οι εξωγήινοι σε ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει. Οι αντιλήψεις αυτού του είδους περί θανάτου, καθώς και οι νεκρικές του πρακτικές, θα ήταν πολύ διαφορετικές απ’τις δικέ ςμας. Εφόσον όλα τα χαρακτηριστικά του νεκρού θα παρέμεναν για καιρό μετά το θάνατό του, μπορέι να είχαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί του, οπότε οι αντιλήψεις περί μεταθανάτιας ζωής ίσως να ήταν ισχυρότερες. Επίσης, εφόσον το απομεινάρι θα ήταν μια καθαρή, συγκροτημένη μάζα, δε θα ήταν αναγκαία η καταστροφή των νεκρών, οπότε η ταρίχευση ίσως να ήταν πολύ περισσότερο διαδεδομένη. Σίγουρα θα υπήρχε πρόβλημα με το βραχύ διάστημα της αποσύνθεσης, αλλά αυτό θα το αντιμετώπιζαν πηγαίνοντας το πτώμα μακριά προσωρινα΄ή υποβάλλοντάς το σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Τα λείψανα δε θα ήταν απαραίτητο να βρίσκονται σε μία σαρκοφάγο, αλλά μπορέι να εκτίθενταν μπροστά από ή μέσα σ’ένα σπίτι, σε ειδικό χώρο κλπ. Αγάλματα σπουδαίων προσώπων ίσως θα ΄ήταν άχρηστα αν μπορούσε να διατηρηθεί ο εξωσκελετός τους, καλυμμένος με κάποιο σφραγιστικό υλικό για αιώνες. Επειδή ο εξωσκελετός είναι εξωτερικός, ίσως σε κάποιους πολιτισμούς ή σε ορισμένες κάστες, π.χ. ιερείς, τα νοήμονα όντα να φορούσαν τον εξωσκελετό κάποιου προγόνου για να δείξουν τη σύνδεσή τους μ’αυτόν. Η προγονολατρεία θα ήταν σίγουρα διαδεδομένη.

Ναι μεν, αλλά. Παρόλο που αυτό είναι μια καλή άσκηση στην επιστημονική φαντασία, στην πραγματικότητα είναι κάτι σχεδόν αδύνατο τα αρθρόποδα να κατακτήσουν τη θέση των μεσαίων και των μεγαλύτερων ζώων. Πιο πιθανό θά’ταν τα μαλάκια ή και τα σκουλήκια να ‘αντικαταστήσουν τα σπονδυλωτά, παρά τα αρθρόποδα, κι αυτό για έναν προφαμή λόγο. Αντίθετα με τα παραπάνω ζώα και τα σπονδυλωτά, όλα τα αρθρόποδα και τα υπόλοιπα εκδυσόζωα αναπτύσσονται σε στάδια, όχι συνεχώς. Κάθε στάδιο λήγει με την έκδυση του παλιού εξωσκελετού, οπότε το αρθρόποδο είναι πολύ ευάλωτο και πρέπει κάπου να κρυφτεί, έως ότου να αποβάλει το παλιό του περίβλημα και να σκληρύνει το νέο. Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα σε μεγαλύτερα μεγέθη, όπου η εύρεση κατάλληλης κρυψώνας είναι δυσκολότερη, είναι πιθανότερο να συμβούν ατυχήματα και ο χρόνος σκλήρυνσης είναι μεγαλύτερος. Οπότε πιο πιθανό είναι τα σαρκοφάγα ζώα να έβρισκαν τα μαλακά μεγααρθρόποδα, και τα πρώτα είδη να εξαφανιζόταν πολύ πριν εξελιχθεί κάποιο νοήμον είδος. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν είναι εύκολο να εξελιχθούν γιγάντια αρθρόποδα. Στη Λιθανθρακοφόρο ακόμα οι χερσαίοι εχθροί ήταν λίγοι, οπότε αυτό ήταν δυνατόν.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που θ’αντιμετώπιζαν τα τεράστια αυτά αρθρόποδα είναι το ενδεχόμενο θανάτου ακόμα κι από φαινομενικά μικρό τραύμα. Τα αρθρόποδα έχουν ανοιχτό κυκλοφορικό σύστημα, δηλαδή το αίμα τους (αιμολέμφος) γεμίζει όλο τους το σώμα χωρίς αιμοφόρα αγγεία. Έτσι αν τραυματιστούν λίγο η πληγή μπορεί να κλείσει, αλλά αν σπάσει σχετικά μεγάλο μέρος του εξωσκελετού πεθαίνουν από απώλεια υγρών γρήγορα. Κι επίσης οι ασθένειες θα ήταν εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Τα αρθρόποδα δεν έχουν το προσαρμοστικό ανοσοποιητικο σύστημα των σπονδυλωτών – η ανωτερότητά του αμφισβητείται έντονα όμως -, οπότε αν αρρωστήσουν από κάτι νέο πιθανό είναι ότι θα πεθάνουν. Σε ενδεχόμενο λοίμωξης είτε επιβιώνουν είτε πεθαίνουν, σπάνια γίνονται καλά από σοβαρή ασθένεια. Κι εξαιτίας του ανοιχτού τους κυκλοφορικού συστήματος, η λοίμωξη γρήγορα εξαπλώνεται σ’όλο το σώμα με τρομακτικά συμπτώματα όπως μύκητες στην επιφάνεια του σώματος, ξαφνικό σάπισμα όλου του σώματος κλπ. Μία επιδημία σε έντομα θυμίζει χολιγουντιανή αποκάλυψη των ζόμπι. Σίγουρα το νοήμον είδος που θα είχε εξελιχθεί από τέτοια ζώα θα είχε ιδιαίτερο φόβο για τις επιδημίες, και ίσως γι’αυτόν το λόγο να μην διατηρούσε τα πτώματα, αλά να τα κατέστρεφε αμέσως.

Οπότε πιθανότατα τέτοια αρθρόποδα δε θα υπάρξουν ποτέ.

Ενημέρωση 11/3/2017: Το είδος αναγνωρίστηκε ως Theretra alecto. Είναι πράγματι μέλος της οικογένειας των σφιγγιδών, όπως σωστά νόμιζα. Είναι μεγάλη νυχτοπεταλούδα, ιθαγενής κυρίως της ινδομαλαισιανής βιογεωγραφικής περιοχής, με πληθυσμούς μέχρι την ακραία νοτιοανατολική Ευρώπη. Στην Ελλάδα είναι αρκετά σπάνια. Τρέφεται με αμπελοειδή φυτά (γένος Vitis) και συγγενείς, γι’αυτό το βρήκα πάνω στην Ampelopsis.

Όπως παρατηρήσατε, υπάρχει αναζωπύρωση της δραστηριότητάς μου στο Ιστολόγιο. Παρόλα αυτά την τελευταία βδομάδα δεν έγραφα τίποτα, διότι ήμουν σε διακοπές στην Κρήτη, το άρθρο για τις οποίες δε μπορώ ν’ανεβάσω τώρα, επειδή διαβάζω για της εξετάσεις για την πιστοποίηση στο ιεκ τηλεφωνικής στις 8 Ιουλίου. Όταν παρέλθει κι αυτο΄το κακό θα γράψω περισσότερα. Έχω όμως ένα άγνωστο είδος για να μου το αναγνωρίσετε.

Την κάμπια της φωτογραφίας την βρήκα το βράδυ του Σαββάτου, στις 4 Ιουλίου. Την βρήκα εντελώς τυχαία μπλεγμένη ανάμεσα στα κλαδιά του σενέκιου (Senecio angulatus) ή παρόμοιου είδους και της αμπέλοψις (Ampelopsis sp), τα οποία βρίσκονται δίπλα-δίπλα, στο μπαλκόνι του πατέρα μου, στον πέμπτο όροφο. Στην αρχή νόμισα πως ήταν κάποιο κομμάτι από πλαστικό ή σχοινί, μετά πως ήταν κάποιο ζώο απροσδιόριστης ταυτότητας, αλλά τελικά ήταν μία κάμπια. Θα ήταν σίγουρα 8 εκατοστά, μπορεί να ήταν και 10, και σε πάχος μπορεί να ήταν πάνω από 1 εκατοστό. Ήταν ολοπράσινη, με λίγο μπλε. Μόλις την έπιασα μαζεύτηκε σαν μπάλα, μετά όμως άρχισε να κινείται λίγο, γυρίζοντας το μπροστινο της μέρος δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας τροφή, όπως κάνουν όλες οι κάμπιες μόλις αφαιρούνται από το ζωτικκο στοιχείου τους, αφού είναι αδιφάγες και πρέπει να τρέφονται συνεχώς για ν’αναπτυχθούν. Μετ ατης έβαλα φύλλα και απ’τα δύο φυτά για να δω αν φάει τίποτα, αλλά δεν προσκολήθηκε σε κανένα. Άφησε ομως δύο κομμάτια χορτώδους εμετού, τα οποία αφήνουν οι κάμπιες της οικογένειάς της ως άμυνα για τους εχθρούς. Μετά την πήγα για φωτογράφηση, και την έψαξα καλύτερα.
Είχε εντελώς λείο σώμα, το οποίο αρχικα΄ήταν στενό και πάχαινε βαθμιαία προς τα πίσω. Είχε μακρόστενο σχετικα΄κεφάλι, και 6 πόδια στο θώρακα, όπως σε όλες τις κάμπιες. Πιο πίσω στην κοιλιά όμως είχε 5 ζεύγη από παραπόδια, απλά ονυχόσχημα άκρα με μυικό ιστό, αλλά όχι αρθρώσεις, που χρησιμεύουν στην προσκόλληση σε επιφάνειες και φέρουν πολλές προνύμφες εντόμων. Είναι νεόμορφα, και δεν έχουν σχέση με τα άκρα που διέθεταν οι πρόγονοι των εντόμων στα πλέον άποδα τμήματα της κοιλιάς. Το τελευταίο ζεύγος παραποδίων ήταν το μεγαλύτερο, και στη ράχη προς το τέλος του σώματος υπήρχε μία απόφυση σαν κερατάκι.
Αυτό είναι και το διαγνωστικό στοιχείο της οικογένειας Sphingidae ή σκόρων σφιγγών, εξαιτίας της χαρακτηριστικής στάσεις που παίρνουν οι κάμπιες τους με το κεφάλι μαζεμένο όταν απειλούνται ή ξεκουράζονται, σαν την αιγυπτιακή Σφίγγα. Είναι νεκταροφάγες νυκτοπεταλούδες ή σκόροι μεγάλου μεγέθους, με πολύ μακριά προβοσκίδα και ικανότητα αιώρησης σε πολλά είδη, με προνύμφες πράσινες, λείες με 5 ζεύγη παραποδίων και κερατοειδή απόφυση στο πίσω μέρος τους. Τρέφονται με διάφορα φυτά, με πολλά είδη εξειδικευμένα σε συγκεκριμένα είδη, κι όταν έρχεται η στιγμή να μεταμορφωθούν, θάβονται στο έδαφος για να κάνουν το κουκούλι τους.
Θεώρησα αρχικά πως επρόκειτο για Manduca sexta ή M. quinquemaculata, παράσιτα των σολανιδών που μπορεί να τραφούν και με άλλα φυτά αν δεν υπάρχουν σολανίδες, Παρόλα αυτά σολανίδες υπήρχαν, οπότε πιθανότατα είναι κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Τι μπορεί να είναι; Όποιος γνωρίζει ας κάνει κανένα σχόλιο.

Ο χρόνος είναι παρελθοντικός, γιατί τώρα που το γράφω αυτή η μικρή κάμπια, το νευρικό της σύστημα και ό,τι άλλο είχε, χωνεύονται στο στομάχι του γενειοφόρου μου δράκου. Την έβαλα λοιπόν σ’ένα πλαστικό κουτί μετά την φωτογράφηση, αλλ’επειδή είχε χαλαρό καπάκι, ξέφυγε, αλλά την βρήκα δίπλα την επόμενη μέρα, οπότε έβγαλα την Αναμπέλα το γενειοφόρο δράκο έξω, και άφησα την κάμπια δίπλα της. Η σαύρα παραξενεύτηκε αρχικά από το μεγάλο μέγεθός της, κι αρχικά δεν την πείραξε. Μετά προσπάθησε να την πιάσει, αλλά μάλλον έκανε λάθος υπολογισμό από τα μικρο΄τερα έντομα που συνήθως τρώει και δεν την σήκωσε με τη γλώσσα της. Της την έδωσα στο χέρι, αλλά δεν έκανε κίνηση να την πιάσει, οπότε την ξαναάφησα κάτω, όπου συνέχιζε να την παρακολουθεί, κι όταν πήγε στα αριστερά της, γύρισε το κεφάλι της προς τα εκεί, και μετά από λίγο την έπιασε. Την μάσησε λίγη ώρα χωρίς να κάνει πολύ θόρυβο, αφού ήταν κυρίως νερό, και μετά την κατάπιε. Τώρα πια, το μικρό νεκρό στρουμπουλό έντομο χωνεύεται και μαλακώνει, μέχρις ότου να χαθεί εντελώς και όλα του τα δομικά μέρη να μεταβιβαστούν στο δράκο. Θα ψάξω να βρω κι άλες.

ακρίδες Locusta migratoria που προορίζονται για τροφή

Οι ακρίδες είναι μία από τις καλύτερες ζωντανές τροφές για ερπετά, αμφίβια κι άλλα εντομοφάγα, αλλά δυστυχώς είναι δυσεύρετες, ακριβότερες από άλλα κοινά έντομα, και δυσκολότερες στη διατήρηση. Παρόλα αυτά όποτε τις βρείτε και μπορείτε να τις πάρετε, κάντε το, γιατί θα εμπλουτίσουν το διαιτολόγιο του ζώου σας. Επίσης η κινητικότητά τους θα ενεργοποιήσει τους κυνηγούς ώστε να κινηθούν λίγο παραπάνω για να πιάσουν την τροφή τους.
Οι ακρίδες που χρησιμοποιούνται ως τροφή είναι της οικογένειας Acrididae, και συνήθως είναι είτε η μεταναστευτική ακρίδα (Locusta migratoria), είτε η ακρίδα της ερήμου (Schistocerca gregaria), επειδή είναι οι ευκολότερες στην αναπαραγωγή. Η πρώτη στη φύση καλύπτει μεγάλη περιοχή που περιλαμβάνει τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία, ενώ η δεύτερη περιορίζεται στην αφρικανική ήπειρο. Στο εμπόριο κυκλοφορεί ως επί το πλείστον η πρώτη. Και τα δύο είδη είναι ικανά να δημιουργήσουν μεταναστευτικά σμίνη, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες και ό,τι άλλο πράσινο βρουν στο διάβα τους. Συνήθως παραμένουν μοναχικές και άκακες, έχοντας κατά την ενηλικίωση χρώμα καφέ ή πράσινο για να ταιριάζουν με τη βλάστηση, αλλά όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, δηλαδή όταν μετά από συνεχόμενες περιόδους ξηρασίας εναλλασσόμενες με θερμές περιόδους με πολλή τροφή, ο πληθυσμός αυξηθεί απότομα, μπορούν να μεταλλαχθούν στη μεταναστευτική φάση. Τα είδη αυτά είναι πολυφαινικά, δηλαδή μπορούν να εκδηλώσουν πάνω από ένα φαινότυπο ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το ερέθισμα που οδηγεί στην αλλαγή έχει ανακαλυφθεί, και είναι κάτι το απροσδόκητο. Η μεταμόρφωση πυροδοτείται από αρκετές ανά λεπτό συγκρούσεις των πίσω ποδιών μιας νύμφης με μια άλλη σε διάστημα τεσσάρων ωρών, κάτι που στη φύση γίνεται υπό συνθήκες υπερπληθυσμού. Αυτό ενεργοποιεί την έκκριση περισσότερης σεροτονίνης στο νευρικό σύστημα, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει τη μετέπειτα ανάπτυξη του εντόμου. Οι νύμφες επηρεάζονται μόλις απ΄το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης, κι από μοναχικές αρχίζουν να μαζεύονται κατά ομάδες, τρώγοντας και μετακινούμενες μαζί, και παίρνουν κιτρινόμαυρους χρωματισμούς. Με το πε΄ρασμα του χρόνου οι μικ΄ρες αυτές ομάδες συνενώνονται, οδηγώντας σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις. Η αναγνώριση του είδους γίνεται και οπτικά και οσφρητικά, με τη βοήθεια φερομονών, οι οποίες είναι διαφορετικές για τη νυμφική και για την ενήλικη φάση του εντόμου,. Οι νύμφες δεν αντιδρούν σε φερομόνες ενηλικων και το αντίστροφο, ενώ τα ενήλικα του είδους L. migratoria μπορεί ν’απωθηθούν από φερομόνες νυμφών. Έχει διαπιστωθεί εν μέρει σταυρωτή αντίδραση μεταξύ των φερομονών της S. gregaria και της L. migratoria, με τη δεύτερη να επηρεάζεται περισσότερο από τις φερομόνες της πρώτης. Κατά το τελικό στάδιο, οι ακρίδες αποκτούν τα φτερά τους, τα οποία στη μεταναστευτική μορφή είναι μακρύτερα, ενώ το ολικό μήκος του σώματος είναι μικρότερο. Τα έντομα της μεταναστευτικής φάσης έχουν υψηλότερο μεταβολισμό, τρώνε περισσότερο, αναπαράγονται νωρίτερα, αλλά κάθε άτομο αφήνει λιγότερους απογόνους. Η ενηλικίωση δε συμπίπτει με την έλευση στο τελικό, φτερωτό στάδιο, όπως με πολλά άλλα έντομα, αλλά χρειάζεται πρώτα κάποιος χρόνος μέχρι την αναπαραγωγική ωρίμανση. Έπειτα, αν οι ακρίδες βρίσκονται στη μεταναστευτική φάση, μπορεί να μαζευτούν σε μεγάλα σμίνη, ενίοτε έκτασης τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμού δισεκατομμυρίων εντόμων, που μπορούν να σκιάσουν τον ήλιο στο πέρασμά τους, και να μετακινηθούν προς σημεία με τροφή. Στην πραγματικότητα τα σμίνη είναι νομαδικά κι όχι μεταναστευτικά, επειδή δεν κινούνται προς συγκεκριμένο στόχο. Όταν πέσουν σ’ένα μέρος, τρώνε ό,τι βρουν, εκτος από΄τα τοξικά φυτά. Κάθε ακρίδα τρώει περίπου το βάρος της (2 γραμμάρια) την ημέρα. Όταν η τροφή έχει εξαντληθεί, αναχωρούν από το σημείο και μετακινούνται προς άλλο. Σήμερα οι μάστιγ ατων ακρίδων έχει εκλείψει από πολλά μέρη του κόσμου, χάρη στην παρακολούθησή και την έγκαιρη αντιμετώπισή τους, συνήθως με ψεκασμούς εντομοκτόνων, και πιο πρόσφατα με τον εντομοπαθογόνο μύκητα Metarhizium acridum, ο οποίος προσβάλει μο΄νο της ακρίδες και δε βλάπτει το περιβάλλον. Εκτός από την S. gregaria και την L. migratoria, ακρίδες ικανές για σμινική συμπεριφορά υπάρχουν σε όλα τα θερμά μέρη του κόσμου. Στην Αυστραλία για παράδειγμα το είδος Chortoicetes terminifera προξενούσε μεγάλες καταστροφές, αλλά σήμερα η παρακολούθησή του έχει σχεδόν εξαφανίσει τα σμίνη, αλλά και η απουσία ανεύθυνων χερσαίων γειτόνων που δεν εφαρμόζουν ελέγχους, ένα μεγάλο πρόβλημα για τις πιο ανεπτυγμένες αφρικανικές χώρες, επίσης συνέβαλε σ’αυτό. Εντούτοις σε χώρες της Αφρικής, τα σμίνη των ακρίδων είναι ακομα σοβαρή, αλλά συνήθως σπανιότερη από παλιά απειλή.
Παλαιότερα, οι άνθρωποι δε μπορούσαν να κάνουν και πολλά όταν οι ακρίδες έπεφταν στις σοδειές τους. Προσπαθούσαν να τις σκοτώσουν, να τις κάψουν ή να τις διώξουν, αλλ’επειδή ήταν τόσες πολλές, δεν κατόρθωναν και πολλά. Οι καταστροφές που μπορούσαν να προξενήσουν ήταν τεράστιες, μιας και συχνά έφταναν τα δισεκατομμύρια σε πληθυσμό και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν είχαν την αποδοτικότητα που έχουν σήμερα. Οι ακρίδες ήταν η όγδοη πληγή του Φαράω κατά την Παλαιά Διαθήκη, την οποία έστειλε ο Θεός στους Αιγυπτίους ως τιμωρία επειδή δεν επέτρεπαν στους Εβραίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Συνέβη γύρω στο 1460-1426 π.Χ. μαζί μ’άλλες καταστροφές, και σύμφωνα με την επικρατέστερη επιστημονική εξήγηση, οφείλονταν στα επακόλουθα της σύγχρονης έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας, η οποία έφερε τοπική κλιματική αποσταθεροποίηση με πολλές βροχοπτώσεις, οι οποίες προκάλεσαν τον αφύσικο πολλαπλασιασμό των εντόμων. Οι ακρίδες επίσης αναφέρονται και σε άλλα εδα΄φια της Βίβλου και του Κορανίου.
Αυτό λοιπόν που μπορούσαν μόνο να κάνουν ήταν να τις φάνε, αλλά πάλι η ποσότητα που θα έτρωγαν σε σχέση μ’αυτό που έχαναν ήταν μηδαμινή. Οι ακρίδες είναι από τα κοινότερα έντομα που καταναλώνονται από τον άνθρωπο σε διάφορες χώρες του κόσμου. Τρώγονται σε χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας, και στο Μεξικό. Στο Μεξικό αποκαλούνται «τσαπουλίνες”, από το νάουατλ «τσαπόλιν», κι έχουν μακρά παράδοση κατανάλωσης. Ήδη οι Αζτέκοι και οι υπόλοιπες νάουατλ φυλές έτρωγαν τις ακρίδες κατά την προκολομβιανή περίοδο, και το έθιμο επιβίωσε ως σήμερα. Στην Κίνα επίσης τρώγονται ευρέως, και πολλοί πλανόδιοι τις πουλάνε σε σουβλάκια. Τρώγονται και στην Ιάβα της Ινδονησίας. Οι ακρίδες επίσης ήταν το μόνο έντομο που επιτρεπόταν να φάνε οι Εβραίοι, αλλ’επειδή αργότερα υπήρξε διχογνωμία μεταξύ των ραβίνων για το αν επιτρέπονται όλα τα έντομα που πηδάνε ή συγκεκριμένα είδη ακρίδας, το έθιμο σταμάτησε. Κάποιες κοινότητες Υεμενιτών Εβραίων ωστόσο, μέχρι πρότεινως έτρωγαν ακρίδες. Επειδή οι Ευρωπαίοι θεολόγοι που μελετούσαν τα ιερά κείμενα δε γνώριζαν ότι στη Μέση Ανατολή τρώγονταν οι ακρίδες, συχνά προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τις ακρίδες που έτρωγε ο Ιωάννης ο Βαπτίστής ως άκρες ορισμένων φυτών. Ορισμένοι Αμερικανοί θρησκόληπτοι ονόμασαν δέντρα που ανακάλυψαν στο Νέο Κόσμο, όπως την ψευδακακία, ακρίδες γι’αυτόν το λόγο. Δεν έχω βρει τίποτα για το αν οι Αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν ακρίδες, αλλά δεν είναι απίθανο, μιας κι έτρωγαν τζιτζίκια, που ήταν πιο δυσεύρετα. Κατά την πάροδο του χρόνου όμως, και οι Έλληνες και οι Εβραίοι, και σίγουρα κι άλλοι λαοί, εγκατέλειψαν εντελώς την εντομοφαγία, προτιμώντας το κόκκινο, λιπαρό κρέας των εξημερωμένων οπληφόρων. Σήμερα γίνονται προσπάθειες να επανεισαχθεί η εντομοφαγία στη διατροφή μας, ως οικονομικότερη και περιβαλλοντικά φιλικότερη λύση για την αυξανόμενη ζήτηση κρέατος, αλλά είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνει αποδεκτή. Ιδίως εδώ στην Ελλάδα, όπου ούτε καν η φάντα με γεύση φράουλα ή η κοκακόλα κεράσι δεν έχουν προχωρήσει, διότι οι Έλληνες μισούν τις νέες γεύσεις, η εντομοφαγία έχει ήδη αποτύχει πριν καν έλθει.
Οι ακρίδες δεν έχουν καμία σχέση με τα τζιτζίκια, αν και συχνά αποκαλούνται τζίτζικες. Τα τζιτζίκια ανήκουν στα ημίπτερα, μαζί με της βρωμούσες και τους κωριούς, ζουν στα δέντρα, έχουν πλατύ σώμα με μεγάλα φτερά και μυζητικά στοματικά μόρια. Οι ακρίδες αντίθετα είναι ορθόπτερα, όπως και οι γρύλλοι και οι γρύλλοι των δέντρων – οι τελευταίοι επίσης συγχέονται με τις ακρίδες. Ακρίδες κανονικά είναι τα μέλη της οικογένειας Acrididae, αλλά ο όρος έχει επεκταθεί για όλη την υπόταξη των κοιλοφόρων (Caelifera), η οποία περιλαμβάνει περίπου 11.000 ημερόβια, φυτοφάγα συνήθως έντομα με κοντές κεραίες, των οποίων τα αρσενικά παράγουν ήχο τρίβοντας την αδρή εσωτερική επιφάνεια των μηρών των πίσω ποδιών στα πρόσθια φτερά τους. Η άλη μεγάλη υπόταξη των ορθόπτερων είναι τα ξιφοφόρα (Ensifera), όπου ανήκουν οι γρύλλοι και παρόμοια γρυλλόμορφα έντομα, τα οποία ξεχωρίζουν από τις μακριές κεραίες, τη νυκτόβια συνήθως συμπεριφορά τους και την παραγωγή ήχου με το τρίψιμο των πρόσθιων φτερών μεταξύ τους. Εδώ ανήκουν και οι γρύλλοι των δέντρων, που έχουν μέγεθος ακρίδας, αλά μακριές και λεπτές κεραίες και είναι νυκτόβιοι. Στο Χωριό παλιά έπιανα πού και πού τέτοια, νομίζοντας πως είναι ακρίδες, αλλά κανονικές ακρίδες ήταν μονο όσα είχαν κοντές κεραίες και κυκλοφορούσαν τη μέρα. Όπως όλα τα ορθόπτερα, οι ακρίδες έχουν πλευρικά πεπιεσμένο σώμα, οπότε τα φτερά είναι όρθια. Έχουν στρογγυλεμένο κεφάλι, μεγάλαμάτια, μικρές κεραίες και δυνατά στοματικά εξαρτήματα από κάτω, τα οποία κόβουν κάθε τύπο φυτού. Μπροστά από τα στοματικά εξαρτήματα υπάρχει ένα ζεύγος αισθητήριων οργάνων για την ανίχνευση της τροφής. Τα ακουστικά τύμπανα βρίσκονται στο πρώτο κοιλιακό τμήμα, το οποίο είναι συνενωμένο με το θώρακα. Επειδή τα έντομα προγονικά δεν είχαν ακοή, όσα την εξέλιξαν ανέπτυξαν τα ακουστικά τους όργανα σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο θώρακας είναι ψηλός, με χώρο εσωτερικά για τους ισχυρούς μυς των ποδιών και των φτερών. Τα δύο πρώτα ζεύγη ποδιών είναι κανονικά, και χρησιμεύουν στη βάδιση, ενώ το τελευταίο είναι τα πηδητικά, μεγαλύτερα και διπλωμένα. Τα φτερά είναι υμενώδη και τέσσερα, με το δεύτερο εσωτερικό ζεύγος μεγαλύτερο και υπεύθυνο για την πτήση. Στο 9ο τμήμα της κοιλιάς υπάρχουν τα δύο κερκίδια, υπολείμματα πρώην άκρων που έχουν αισθητηριακή λειτουργία στα περισσότερα έντομα. Τα δύο τελευταία τμήματα περιέχουν τα αναπαραγωγικά όργανα. Τα θηλυκά στο πίσω μέρος της κοιλιάς φέρουν τον ωοαποθετήρα, ένα μακρόστενο σωλήνα ο οποίος τοποθετεί τα αυγά σε τρύπες στο έδαφος. Οι ακρίδες αγαπούν τη ζέστη και τον ήλιο, αλλά κρύβονται στις σκιές των φυτών τις πολύ ζεστές ώρες. Ο ήχος των αρσενικών ακούγεται σαν επαναλαμβανόμενο τρίψιμο, και μπορείτε να το ακούσετε σε μια ζεστή μέρα. Είναι πολύ πιο αδύνατος απ’αυτών των γρύλλων, γι’αυτό θα πρέπει να προσέξετε καλά.
Ως τροφή για εντομοφάγα ζώα, οι ακρίδες εισήχθησαν σχετικα πρόσφατα, και δε φαίνεται ν’ανταγωνίζονται τα κοινότερα είδη όπως τους ρύλλους, τις διάφορες προνύμφες και τις κατσαρίδες, εξαιτίας των λιγότερων ζώων που μπορούνε να τις φάνε όταν είναι ενήλικες και τις σχετικής δυσκολίας εκτροφής τους. Παρόλα αυτά είναι ωφέλιμες ως μέρος μιας ισορροπημένης και ποικίλης διατροφής, κι επίσης παρέχουν ευκαιρίες άσκησης στο θηρευτή. Τις ενήλικες μπορούν να τις φάνε μεσαίες ή μεγαλύτερες σαύρες όπως γενειοφόροι δράκοι και άλλοι αγαμίδες του ίδιου μεγέθους, μεγάλοι σκίγκοι, μεγάλες σαύρες, μεγάλοι κορδύλοι, μεγάλα γκέκο, μικροί βαρανοί, παμφάγες χελώνες, μεγάλοι βάτραχοι και σαλαμάνδρες, ταραντούλες, σκορπιοί, αλογάκια της Παναγία ςκαι σαρανταποδαρούσες, καθώς και εντομοφάγα μικρά θηλαστικά και πουλιά, και σαρκοφάγα ψάρια. Τις νύμφες μπορεί να τις φάει κα΄θε μικρότερο εντομοφάγο ζώο, αλλ’εκτός κι αν τις αναπαράγετε, σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο. Παρά το μεγάλο μέγεθός τους, έχουν αρκετά μαλακό εξωσκελετό, και είναι πολύ εύπεπτες. Τόσο μαλακός, που αν τις ζουλίξετε παραπάνω μπορεί να τις σκοτώσετε – κατά λάθος έτσι σκότωσα εγώ δύο. Επειδή είναι χορτοφάγες, δεν υπάρχει κίνδυνος να δαγκώσουν το ερπετό σας όταν κοιμάται, και επειδή είναι δραστήριες και ημερόβιες που αγαπούν το φως, συνήθως δεν κρύβονται μέσα στο τερράριο ή κρύβονται για λίγο, οπότε μπορείτε να τις ρίξετε μέσα στο τερράριο για να τις βρει ο θηρευτής χωρίς πρόβλημα. Αυτό ίσως να μην είναι καλή ιδέα για φυτεμένα τροπικά τερράρια ωστόσο, διότι είναι πολύ πιθανό να προλάβουν ν’ανοίξουν μεγάλες τρύπες στα φυτά προτού φαγωθούν. Δε χρειάζεται να τις κόψετε τα πόδια ή με άλλον τρόπο να τις τραυματίσετε για να τις πιάσει το ερπετό ευκολότερα, γιατί η γυμναστική το ωφελεί. Εκτός αυτού, αφαιρώντας μέρος του εντόμου αφαιρείτε και μέρος της θρεπτικής του αξίας. Σπάνια δαγκώνουν αμυντικά. Έχω διαβάσει μια αναφορά όπυ ένας κάτοχος κηλιδωτών γκε΄κο (Eublepharis macularius) έριξε μία ακρίδα μέσα στο τερράριό τους, το ένα την έπιασε, ενώ αυτή είχε ανέβει στην πλάτη του άλλου, εκείνη δάγκωσε δυνατά ό,τι είχε μπροστά της για να αμυνθεί, δηλαδή την πλάτη του άλλου, και το τραύμα μολύνθηκε σοβαρά την επόμενη μέρα, αλλά με αντιβιωτικά θεραπεύτηκε. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται μια εντελώς απίθανη σειρά γεγονότων, η οποία ίσως δεν επαναληφθεί ποτέ, οπότε σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό το περιστατικό να σας αποθαρρύνει να χρησιμοποιήσετε τις ακρίδες. Όπως όλα τα έντομα, οι ακρίδες είναι χαμηλές σε ασβέστιο, αν και υψηλότερες σχετικά μ’άλλα κοινά έντομα, και θα πρέπει να πασπαλίζονται με το ειδικό συμπλήρωμα για όσα ζώα το χρειάζονται. Οι ακρίδες θα πρέπει να ταΐζονται σύντομα μετά την αγορά, επειδή δεν επιβιώνουν στις συνθήκες που ζουν τα άλα έντομα – σε μια σκοτεινή γωνιά, σ’ένα ντουλάπι, σ’ένα συρτάρι κλπ. Θα πρέπει να τοποθετηθούν σε πιο φωτεινο΄και θερμό σημείο, και να ταΐζονται με πράσινα φυλλώδη λαχανικά ή χόρτα, ενώ το κουτί τους θα πρέπει να παραμένει ξηρό.
Η εκτροφή τους είναι λίγο πιο εξειδικευμένη απ’αυτήν κοινών εντόμων, και σε κάποια σημεία θυμίζει τη διατήρηση ερπετού παρά εντόμου. Ως ηλιόθερμα ημερόβια έντομα ξηρών περιοχών, χρειάζονται ένα χώρο με καλό αερισμό, φως και ζέστη. Μία λάμπα πυράκτωσης στο επάνω μέρος του χώρου εκτροφής τους, που μπορεί να είναι ένα μεγάλο πλαστικό κουτί, ένα ενυδρείο, ένα τερράριο ή ένα σίτινο κουτί για καλύτερο αερισμό, θα πρέπει ν’ανάβει την ημέρα και να δημιουργεί τοπικά θερμοκρασία 35 βαθμών, ενώ στον υπόλοιπο χώρο η θερμοκρασία μπορεί να είναι και στους 25 βαθμούς. Τη νύκτα μπορεί να πέφτει, αν και για γρηγορότερη ανάπτυξη μπορεί να μένει γύρω στους 25 βαθμούς με τη βοήθεια μιας θερμόπλακας ή ενός θερμοκαλωδίου αν χρειαστεί. Για ν’αυξηθεί η επιφάνεια του χώρου, ώστε να χωρέσουν περισσότερα έντομα, μέσα στο κουτί θα πρέπει να τοποθετηθούν αυγοθήκες, κύλινδροι χαρτιών κουζίνας ή υγείας, κι άλλα χάρτινα κατασκευάσματα. Ως ζώα καταγόμενα από ξηρά ενδιαιτήματα με λίγους μικροοργανισμούς, το περιβάλλον τους θα πρέπει να είναι πολύ στεγνό, ιδανικά με υγρασία κα΄τω του 30%, αλλιώς ο αερισμός είναι ακόμα πιο σημαντικός, γιατί αρρωσταίνουν από μύκητες και πεθαίνουν εύκολα σε κλειστές, υγρές συνθήκες. Για το λόγο αυτό δε χρειάζεται να υπάρχει καμία πηγή νερού ή υγρασίας στο χώρο τους, παρά μόνο τα φύλλα που θα τρώνε. Τα φύλλα τους παρέχουν όλη την τροφή και το νερό που χρειάζονται, και μπορούν να είναι από διάφορα λαχανικά και χόρτα, όπως αγρωστώδη και πλατύφυλλα. Συμπληρωματικά μπορούν να τρώνε πίτουρο σιταριού και λαχανικά όπως καρότα. Τρώνε τεράστιες ποσότητες αναλογικά με το μέγεθός τους, και γι’αυτό θα πρέπει η τροφή ν’ανανεώνεται συνεχώς. Στο χώρο τους επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένα δοχείο βάθους 12-15 εκ περίπου γεμάτο με υγρή άμμο, όπου τα θηλυκά θα ωοαποθέτουν. Το βάθος είναι σημαντικό, αφού δυσκολεύονται να ωοαποθέσουν σε ρηχά δοχεία. Κάθε θηλυκό αφήνει περίπου 200 αυγά τη φορά, περικεκλειμένα με αφρό, ο οποίος στερεοποιείται σαν θήκη, αφήνοντας μία τρύπα στο έδαφος όπου εισχώρησε ο ωοαποθετήρας, ενώ μπορεί να γεννήσει 2-4 φορές στη ζωή του. Όταν το δοχείο έχει γεμίσει με πολλές τρύπες, μεταφέρεται αλλού για εκκόλαψη στους 25 βαθμούς. Τα αυγά θα πρέπει να εκκολαφθούν γρήγορα, γιατι΄μπορεί να περιέλθθουν σε χειμερινή διάπαυση, από την οποία θα ενεργοποιηθούν μετά από μερικούς μήνες. Μέσα σε 2-3 εβδομα΄δες θα εμφανιστούν οι πρώτες νύμφες, οι οποίες χρειάζονται τις ίδιες συνθήκες με τα ενήλικα, αλλά ελαφρώς περισσότερη υγρασία. Με το σχήμα φροντίδας που ανέφερα παραπάνω, θα ενηλικιωθούν σε δύο μήνες περίπου. Η S. gregaria ενηλικιώνεται στο 5ο στάδιο, ενώ η L. migratoria στο 7ο. Αν ο καιρός επιτρέπει, για παράδειγμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οι ακρίδες μπορούν να εκτραφούν και σε εξωτερικό χώρο, αρκεί να μη μπορούν να διαφύγουν.
Εγώ ακρίδες χρησιμοποίησα πρώτη φορά το Μάρτιο για το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps). Ανάμεσα στα έντομα που του πήρα αγόρασα και ακρίδες L. migratoria, οι οποίες θεώρησα θα του έδιναν αρκετή πρωτεΐνη και θα τον έκαναν να γυμναστεί λιγκάκι. Ήταν 10 νύμφες ενός σταδίου πριν την ενηλικίωση, με τα φτερά μαζεμένα σαν μια προεξοχή στο πίσω μέρος του θώρακα. Επειδή ήταν κρύες, ήταν πολύ αργοκίνητες και πηδούσαν δύσκολα. Τις έφαγε και τις 10 μαζί μ’άλλα πολλά έντομα, διότι δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχε ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη, και χρειαζόταν αρκετή ενέργεια. Την επόμενη φορά που πήρα ακρίδες ήταν στα μέσα του Απριλίου. Αυτές είχαν πλέον ενηλικιωθεί, κι έτυχε νά’ναι όλες αρσενικές (αυτές της φωτογραφίας). Μια ήταν πολύ μαλακιά λόγω πρόσφατης έκδυσης και την σκοτωσα κατά λάθος. Στο πρώτο τάισμα, τώρα που είχε επανέλθει σε φυσιολογικούς διατροφικούς ρυθμούς, έφαγε 5, ενώ τις υπόλοιπες τις έφαγε αργότερα. Επειδή τις είχα κοντά στη λάμπα του, όπου η θερμοκρασία πλησίαζε τους 35 βαθμούς, με πολύ φως και τροφή κάθε μέρα, ήταν πολύ πιο δραστήριες από τις προηγούμενες. Αν τις άφηνα κάτω, περπατούσαν γρήγορα και πηδούσαν περιοδικά, αλλά πιάνονται εύκολα. Όταν δεν ενοχλούνται ωστόσο, παραμένουν για ώρα ακίνητες, γι’αυτό είναι και δυσκολότερο να ξεφύγουν απ’ό,τι οι γρύλλοι ή οι κατσαρίδες, αν το κουτί τους ανοίξει. Ο δράκος, μόλις αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για γρηγορα έντομα που μπορεί να ξεφύγουν, τις κυνήγησε όλες. Μία είχε σκαρφαλώσει πάνω στο χέρι μου και σχεδόν σηκώθηκε στα δύο για να την πιάσει! Τις μασούσε γρήγορα, και τα φτερά ακούγονταν σαν πλαστικά φύλλα που τσαλακώνονται. Τις τάιζα με δροσερά πλατύφυλλα λαχανικά όπως μαρούλι, ζοχό και ραδίκι, αλλά και λίγα αγρωστώδη, στα οποία ανέβαιναν αμέσως μόλις τους το έδινα κι άρχιζαν να το μασουλάνε με τις δαγκανίτσες τους. Μέσα σε λίγη ώρα δεν απέμενε τίποτα, παρά μια ψιλή σκόνη που ήταν τα περιττώματά τους. Τοξικά για τα έντομα φυλλώματα δέντρων όπως ψευδακακία ή μουριά, και τα δύο ασφαλή για χορτοφάγα, δεν τα άγγιξαν.
Τις ακρίδες τις παίρνω από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων με εξειδίκευση στα πιο εξωτικά είδη, όπου μπορείτε να βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ζωντανές τροφές, εξοπλοισμούς για τα ζώα αυτά, ή και τα ίδια τα ζώα. Τις αγοράζω κυρίως για ποικιλία στη διατροφή, παρά ως βασική τροφή.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια για τις ακρίδες
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τις ακρίδες
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για τις μεταναστευτικές ακρίδες
άρθρο της Βικιπαίδειας για τις Δέκα Πληγές του Φαραώ
αλληλεπίδραση των φερομονών των ακρίδων S. gregaria και L. migratoria
εκτροφή ακρίδων 1
εκτροφή ακρίδων 2
δάγκωμα ακρίδας σε γκέκο

Ενημέρωση 28/11/2015: Έβγαλα ένα βίντεο όπου ταΐζω τις ακρίδες στις 16 του μηνός και όλες πέφτουν μανιωδώς πάνω στην τροφή και καταβροχθίζουν ό,τι πράσινο υπάρχει. Αρχικά τις είχα ταράξει λίγο, γιατί μετακίνησα το κουτί τους αλλού για βιντεοσκόπηση και έκανα κινήσεις από πάνω τους, αλλά μετά ηρέμησαν κι άρχισαν να βόσκουν. Μεγεθύνετε το γεγονός σε χωράφια σιτηρών στην Αίγυπτο ή στη Μέση Ανατολή και με εκατομμύρια πεινασμένες ακρίδες. Ανυπολόγιστη καταστροφή. Αυτή ήταν η πληγή του Φαραώ.


O. ornatus ξεδιπλώνεται από στάση ανάπευσης


O. ornatus εν κινήσει


αδρανοποιημένος O. ornatus Αγνοήστε την ημερομηνία, το κινητό είχε απορρυθμιστεί.

Τις χιλιοποδαρούσες τις ξέρω από πολύ παλιά. Στο Χωριό μου τις συναντούσα σε μεγάλους αριθμούς, το βράδυ συνήθως, να κινούνται αργά πάνω σε μεγάλα δέντρα με κουφάλες ή σε υγρούς τοίχους. Ξέρω το σχήμα τους, το χρώμα τους, τη μυρωδιά τους, την τάση να γίνονται μπαλίτσες όταν απειλούνται και την ικανότητά τους να κινούνται για λίγο ακόμα κι αν έχουν κοπεί στη μέση! Έπειτα έμαθα για εξωτικά είδη που μπορούν να γίνουν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μας, όπως το μεγαλύτερο παγκοσμίως αφρικανικό είδος Archispirostreptus gigas, που μπορεί να φτάσει τα 30 εκατοστά και παραπάνω! Γι’αυτό, καθώς και για παρόμοια τροπικά είδη, είχα γράψει παλαιότερα εδώ ένα άρθρο. Από τότε λοιπόν που έμαθα για το συγκεκριμένο είδος, έψαχνα γι’αυτό, γιατί θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να έχω ένα τέτοιο μυριάποδο που θα ήταν πολλαπλάσιο σε μέγεθος των δικών μας. Γενικώς με εντυπωσιάζουν τα γιγάντια αρθρόποδα κα΄θε τάξου. Δυστυχώς όμως ήταν αδύνατον να βρεθεί. Βρήκα ωστόσο ένα άλλο, πάλι αρκετά μεγάλο είδος της ίδιας οικογένειας, το οποίο πρόσθεσα στη συλλογή μου, τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου ή του Τέξας (Orthoporus ornatus).
Θα πρέπει να πω ώμος πρώτα λίγα λόγια επιγραμματικά για τις χιλιοποδαρούσες, σε περίπτωση που το άρθρο μου γι’αυτές σας φαίνεται μεγάλο. Οι χιλιοποδαρούσες είναι η ομοταξία των διπλόποδων στην υποσυνομοταξία των μυριάποδων, κι έλαβαν το όνομα αυτό από το γεγονός ότι τα περισσότερα τμήματα του σώματός τους είναι στην πραγματικότητα συνενωμε΄να ανά δύο (διπλοτμήματα), με αποτέλεσμα κάθε τμήμα να φαίνεται πως έχει δύο ζευγάρια ποδιών. Το χαρακτήρα αυτόν τον μοιράζονται με τα ολιγόποδα, μικρά μυριάποδα του εδάφους, τα οποία είναι και οι πλησιέστεροι συγγενείς τους. Οι πιο γνωστές σαρανταποδαρούσες (χειλόποδα) είναι πιο μακρινοί συγγενείς, και δε θα πρέπει να συγχέονται με τις χιλιοποδαρούσες, γιατί οι μεν είναι γρήγορες, σαρκοφάγες, δηλητηριώδεις και οι μεγαλύτερες επιθετικές, ενώ΄οι δε είναι αργοκίνητες, χορτοφάγες και αβλαβείς, με άμυνα χημικές εκρίσεις που σπάνια επηρεάζουν τον άνθρωπο. Παρά το όνομά τους, καμία χιλιοποδαρούσα δεν έχει χίλια πόδια. Τα διπλόποδα έχουν ιστορία 420 εκατομμυρίων ετών, και ίσως μεγαλύτερη κάνοντάς τα μία από τις πρώτες ομάδες ζώων που αποίκησαν την ξηρά, και σήμερα αριθμούν περί τα 12.000 είδη ταξινομημένα σε 16 τάξεις και 140 οικογένειες, και πιθανότατα υπάρχουν πολλά περισσότερα άγνωστα είδη. Η ομοταξία χωρίζεται στις δύο αρτίγονες υφομοταξίες των πενικιλωτών και των χειλόγναθων. Τα πενικιλωτά (Penicillata) σήμερα περιλαμβάνουν μόνο μία τάξη, τα πολυξενίδια, με χιλιοποδαρούσες πλησιέστερες στην προγονική μορφή, οι οποίες έχουν μαλακό εξωσκελετό και γονιμοποίηση με εξωτερική μεταφορά των σπερματοφόρων σάκων. Τα σημερινά είδη καλύπτονται με τριχίδια, τα οποία σε κάποια είδη αποσπώνται και μπλέκουν τα μυρμήγκια όταν αυτά επιτίθενται στη χιλιοποδαρούσα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρθροπλευριδίων (Arthropleuridea), η οποία περιελάμβανε και το γένος Arthopleura της Λιθανθρακοφόρου με τα μεγαλύτερα χερσαία αρθρόποδα (γύρω στα 2,6 μέτρα) είναι πλησιέστερη στα πενικιλωτά. Τα χειλόγναθα (Chilognatha) έχουν εξωσκελετό ενδυναμωμένο με ανθρακικό ασβέστιο και δευτερογενή αναπαραγωγικά όργανα στα αρσενικά τα οποία μεταφέρουν τους σπερματοφόρους απευθείας στο θηλυκό, και χωρίζονται σε δύο ανθυπομοταξίες, τα πενταζώνια (Pentazonia), με κοντόχοντρο σώμα και ικανότητα πλήρους συσφαιροποίησης σε πολλά είδη, και τα ελμυνθόμορφα (Helminthomorpha), με σκωληκοειδές γενικώς σχήμα, τα οποία είναι και τα πλέον επιτυχημένα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρχιπολύποδων (Archipolypoda), στην οποία ανήκουν πολλές χιλιοποδαρούσες του πρώιμου Παλαιοζωικού, καθώς και τα πρώτα γνωστά ήδη, είναι πλησιέστερη στα χειλόγναθα, οπότε ο διαχωρισμός των δύο αυτών κλάδων θα πρέπει να είχε γίνει πριν τα πρώτα γνωστά απολιθώματα.
Μία τυπική ελμινφόμορφη χιλιοποδαρούσα έχει κυλινδρικό σχήμα, αν και πολλές έχουν εξελίξει παρανώτα, πλάγιες προεκτάσεις του εξωσκελετού που τις δίνουν πιο πεπλατυσμένη μορφή. Το κεφάλι είναι μικ΄ρο με δύο μικρές κεραίες, στοματικά εξαρτήματα που αποτελούνται από γνάθους και γναθοχειλάριο, δύο όργανα Tömösváry , τα οποία βρίσκονται πίσω και πλευρικά των κεραιών και μετρούν την υγρασία, και δύο απλοποιημένα μάτια αποτελούμενα από συγκέντρωση οματιδίων. Το αμέσως επόμενο τμήμα είναι ο αυχένας, ο οποίος είναι άποδος, Ακολουθούν έπειτα τρία απλοτμήματα με ένα ζεύγος ποδιών, όπου στο τρίτο βρίσκεται και το ζεύγος των αναπαραγωγικών οργάνων. Είναι δύο οπές και για τα δύο φύλα, με τα θηλυκά να έχουν εσωτερικά αποδέκτες σπέρματος (αιδοία) και τα αρσενικά σε πολλά είδη πέη που μεταφέρουν το σπέρμα στα γονοπόδια. Πίσω απ’αυτά τα τμήματα, που καλούνται και θώρακας, αν και δεν αντιστοιχούν επακριβώς με το θώρακα των εντόμων, ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα με τα διπλοτμήματα, που καταλήγει στο τέλσον, όπου βρίσκεται και ο πρωκτός. Κάθε διπλοτμήμα φέρει δύο ζεύγη άκρων, αναπνευστικών πόρων πάνω από τα άκρα και οζόπορων πιο πάνω, οι οποίοι εκκρίνουν αμυντικές χημικές ουσίες. Στο έβδομο διπλοτμήμα τα αρσενικά φέρουν ένα ή δύο ζεύγη γονοποδίων, τα οποία παίρνουν τους σπερματοφόρους σάκους από τα αναπαραγωγικά όργανα και τους μεταφέρουν στα αντίστοιχα του θηλυκού, και το σχήμα τους έχει ταξινομική σημασία. Στα πενταζώνια τα πόδια αυτά βρίσκονται στο τέλος του σώματος, γι’αυτό λέγονται και τελοπόδια. Τα πόδια στις χιλιοποδαρούσες βρίσκονται κάτω απ’το σώμα, ώστε να δίνουν περισσότερη δύναμη για το σκάψιμο, και η επιφάνεια του σώματος είναι συνήθως λεία για να γλιστρά στο έδαφος. Εσωτερικά έχουν τη δομή ενός τυπικού αρθροπόδου, με το νευρικό σύστημα στην κάτω πλευρά, την καρδιά στην πάνω και το πεπτικό σύστημα στη μέση, ενώ δύο μαλπιγκιανοί σωληνίσκοι στη μέση του σώματος αποτελούν το ουροποιητικό σύστημα. Το μυικό σύστημα επενδύει μεγάλο μέρος του εσωτερικού του εξωσκελετού και των άκρων. Ο εγκέφαλος, όπως και στα υπόλοιπα αρθρόποδα, είναι μια συνένωση κεφαλικών γαγγλίων και στη συγκεκριμένη περίπτωση πολύ μικρός, εντούτοις, παρά τη φαινομενική απλή συμπεριφορά τους, οι χιλιοποδαρούσες μπορούν να σκάψουν αρκετά περίπλοκες σύραγγες κάτω απ’το έδαφος.
Οι περισσότερες χιλιοποδαρούσες ζουν στο έδαφος, στο στρώμα των πεσμένων φύλλων, κάτω απ’το φλοιό μεγάλων δέντρων, σε σάπιο ξύλο, ή σε υγρές πέτρες και σπήλαια. Μπορεί να συγκεντρωθούν σε μεγάλους αριθμούς και κινούνται αργά. Όταν απειληθούν, συνήθως συσπειρώνονται σφιχτά, προτάσσοντας το σκληρό εξωσκελετό τους προς τα έξω και προστατεύοντας τα πόδια τους μέσα, ενώ μπορεί να εκκρίνουν αμυντικό υγρό που περιέχει δύσοσμες βενζοκινόνες, φαινο΄λες, τερπενοειδή, αλκαλοειδή ή και υδροκυάνιο σε κάποια είδη. Συνήθως έχουν σκούρο κάφε ή μαύρο χρώμα, αν και οι πιο τοξικές μπορεί να προειδοποιούν με πιο έντονα χρώματα. Το είδος Aulacobolus rubropunctatus για παράδειγμα, που εκτινάσσει κυανιούχες ενώσεις, έχει ερυθρά στίγματα. Οι εκρίσεις αυτές συνήθως δεν επηρεάζουν σημαντικά τα σπονδυλωτά πέρα από λίγη ενόχληση ή και ερεθισμό, μπορούν ωστόσο να σκοτώσουν αρκετά σαρκοφάγα έντομα, όπως μυρμήγκια, δηλητηριάζοντάς τα ή καίγοντας τον εξωσκελετό τους.
Το είδος Orthoporus ornatus (στολισμένος ορθόπορος) ανήκει στην οικογένια των σπειροστρεπτιδών (Spirostreptidae) και στην τάξη των σπειροστρεπτιδίων (Spirostreptida), όπως και ο Archispirostreptus gigas. Το γένος του περιλαμβάνει περί τα 80 είδη, που εξαπλώνονται από το νότιο άκρο της Βόρειας Αμερικής μέχρι την Αργεντινή. Το είδος O. ornatus πιθανότατα πρόκειται για σύμπλεγμα, το οποίο μπορεί να διασπαστεί σε περισσότερα είδη στο μέλλον. Αυτό το είδος μαζί με τον Archispirostreptus syriacus της Μέσης Ανατολής, είναι οι μεγαλύτερες χιλιοποδαρούσες που έχουν προσαρμοστεί για ερημική διαβίωση, όπου επιβιώνουν σε υγρά μικροενδιαιτήματα.
Παρά την ευρεία διάδοση του είδους και τις πολλές ονομαστικές αναφορές γι’αυτό στο Διαδίκτυο, με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε ουσιώδεις πληροφορίες, οι οποίες δυστυχώς είναι σκορπισμένες σε πολλά άρθρα. Εγώ τις περισσότερες πληροφορίες για το είδος τις έχω πάρει από επιστημονικές μελέτες, οι οποίες ωστόσο δεν καλύπτουν όλες τις πλευρές του είδους – για παράδειγμα δεν έχω βρει πολλά σχετικά με την αναπαραγωγή, αλλά σε σχέση με άλλες χιλιοποδαρούσες εξακολουθεί να είναι αρκετά μελετημένο είδος, και λόγω της ύπαρξής του στις ΗΠΑ και λόγω της μοναδικής του βιολογίας ως ερημόβιου μυριάποδου.
Το είδος απαντά στην έρημο Σονόρα και Τσιουάουα, και στις ΗΠΑ μπορεί να βρεθεί στις πολιτείες της Αριζόνας, του Νέου Μεξικού και του Τέξας, ενώ στο Μεξικό στις βόρειες περιοχές μέχρι το Σαν Λουίς Ποτοσί. Τα άτομα κυμαίνονται σε μήκος από 7 έως 15 εκατοστά, με συνηθέστερα τα 10 εκατοστά, και στους περισσότερους πληθυσμούς έχουν καφέ χρώμα. Εντυπωσιακότερα είναι τα άτομα του πληθυσμού του Τέξας, με εναλλασσόμενες καφέ και πορτοκαλί ζώνες και μέσο μέγεθος στα 13 εκατοστά, τα οποία είναι αυτά που κυκλοφορούν στο εμπόριο κι έχω κι εγώ. Είναι τυπικές κυλινδρικές χιλιοποδαρούσες χωρίς μεγάλες μακροσκοπικές διαφορές από τις συνήθεις πέρα από το μέγεθος. Το κεφάλι τους είναι μικρό και οι κεραίες βρίσκονται δίπλα στα όργανα Τομοσβάρι. Το αρσενικό ξεχωρίζει απ’το θηλυκό κατά την ενηλικίωση από το κενό που έχει στο έβδομο διπλοτμήμα, όπου βρίσκονται τα μαζεμένα γονοπόδιά του.
Οι χιλιοποδαρούσες αυτές ζουν σε υγρά μικροκλίματα των ερήμων, συνήθως σε μέρη με βλάστηση. Λόγω του αντίξοου κλίματος, στη φύση δραστηριοποιούνται μόνο για τέσσερις μήνες, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο. Όλο το υπόλοιπο έτος το περνούν αδρανοποιημένες υπογείως σε τρύπες που σκάβουν μόνες τους. Είναι καλοί σκαφείς, με ικανότητα σκαφής ακόμα και σε σκληρά αργιλώδη εδάφη, αλλά δε σκάβουν σε κορεσμένο έδαφος. Η τυπική μορφή της σύραγγας είναι ένας σχεδόν κατακόρυφος σωλήνας μ’ένα θάλαμο στον πυθμένα. Η έκδυση του εξωσκελετού προηγείται της ετήσιας δραστηριότητας, οπότε η χιλιοποδαρούσα, κουλουριασμένη αραιά σ’έναν υπόγειο θάλαμο, ανοίγει το μπροστινό μέρος του εξωσκελετού και βγαίνει αργά από μέσα του, τον οποίον έπειτα τρώει για ν’ανακτήσει τα χαμένα θρεπτικά συστατικά και το ασβέστιο. Μετά την έκδυση ο μεταβολισμός της ανεβαίνει και βγαίνει στην επιφάνεια για να τραφεί. Τρέφεται με νεκρή οργανική ύλη και φλοιό από ποικιλία φυτών, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θαμνώδη ερημόβια φυτά όπως εφέδρα (Ephehdra sp), μεσκίτε (Prosopis sp), ρητινώδη θάμνο (Laria tridentata), κάκτους του γένους Opuntia κλπ, ενώ σπανιότερα τρώει και νωπά μέρη φυτών και καρπούς. Τρέφεται επίσης με χώμα, άμμο και χαλικάκια καθώς κινείται, τα οποία βοηθούν στη μετακίνηση των τροφών και μπορεί να περιέχουν οργανική ύλη, καθώς και με τμήματα από νεκρά έντομα περιστασιακά. Το είδος τρέφεται μόνο σε υγρό έδαφος. Όπως κι άλλα φυτοφάγα ζώα, διαθέτει συμβιωτικά βακτήρια στο πεπτικό της σύστημα τα οποία διασπούν την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Η κυτταρίνη και η ημικυτταρίνη διασπώνται στο μέσο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ενώ η πηκτίνη στο πίσω. Ως σαπροφάγο φυτοφάγο επομένως, παίζει μεγάλο ρόλο στην ανακύκλωση της νεκρής φυτικής ύλης στο ερημικό οικοσύστημά του. Το είδος δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί και το απόγευμα, αλλά συχνά κινείται και τη νύχτα, ενώ σε βροχερές μέρες μπορεί να παραμείνει δραστήριο όλη τη μέρα. Κινείται στην επιφάνεια του εδάφους, ή σκαρφαλώνει σε ψυλότερα μέρη και θάμνους. Οι θερμοκρασιακές αντοχές του είδους είναι πολύ μεγάλες, με κανονική δραστηριότητα μέχρι τους 35,5 βαθμούς Κελσίου, οπότε επιστρατεύει θερμορρυθμιστικές συμπεριφορές για ν’αποφύγη την υπερθέρμανση, όπως τη διαφυγή κάτω απ’τη γη, τις πέτρες ή την πυκνή βλάστηση, ή την αναρρίχηση σε ψυλότερους θάμνους και την αλλαγή της στάσης του σώματος εκεί ανάλογα με τη θερμοκρασία. μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτό το κρίσιμο σημείο, η δραστηριότητα ξαναξεκινά. Η αντοχή τουεπίσης στην αφυδάτωση είναι μεγαλύτερη από τα περισσότερα διπλόποδα, ενώ επανυδατώνεται ευκολότερα από άλλα είδη. Έχουν βρεθεί μικροδίαυλοι και μικροπόροι στην εφυμενίδα του που ίσως συνδέονται με αδένες που παράγουν υδατοστεγή λιπίδια όπως στα έντομα, τα οποία αν βρεθούν θα είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις υδατοστεγούς εφυμενίδας στα μυριάποδα. Όπως τα περισσότερα διπλόποδα, δε μπορεί να κλείσει τις τραχείες του, αλλά συγγενικό είδος μπορεί να περιορίσει την απώλια νερού πιέζοντας τα διπλοτμήματα και τους γοφούς των ποδιών ώστε να κλείσουν οι τραχείες όσο γίνεται, οπότε πιθανότατα να το κάνει κι αυτό. Προσλαμβάνει νερό από το έδαφος και την τροφή κατά τη δραστήρια περίοδο, και από το έδαφος κατά την αδρανή περίοδο. Σε περίπτωση ξηρασίας κατά τη δραστήρια περίοδο, κρύβεται κάτω απ’το έδαφος, κι επανεμφανίζεται μετά της βροχές. Για την αναπαραγωγή, πέραν του ότι τα ωάρια ωριμάζουν το φθινόπωρο και τα μικρά εμφανίζονται την άνοιξη, λίγα άλλα έχω βρει. Περιστασιακά το είδος φτάνει σε τεράστιες συγκεντρώσεις, που μπορεί να κατακλύσουν ακόμα και δρόμους, και πιθανολογείται ότι αυτό έχει να κάνει με την αναπαραγωγή του. Το ζευγάρωμα γίνεται όπως σ’όλα τα ελμινθόμορφα, με το αρσενικό και το θηλυκό αντικριστά και το μπροστινό μέρος του σώματός τους σηκωμένο, ώστε να μπορεί το αρσενικό να γονιμοποιήσει το θηλυκό με τα γονοπόδιά του. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες όσον αφορά τα αυγά, αλά πολλές χιλιοποδαρούσες τα προστατεύουν, είτε κάτω από πέτρες, σε θαλαμίσκους στο έδαφος ή μέσα στα περιττώματά τους όπως ο A. gigas. Τα μικρά, όπως σ’όλα τα διπλόποδα, διαφέρουν αρκετά από τα μεγαλύτερα άτομα, με εμφάνιση προνύμφης σκαθαριού. Είναι μικροσκοπικά και λευκωπά με το κεφάλι, τον αυχένα και τα τρία απλοτμήματα όπως στο μεγαλύτερο άτομο, αλλά μετά τα 4 αρχικά διπλοτμήματα είναι άποδα, οπότε είναι εξάποδα. Κατά τις επόμενες διαδοχικές εκδύσεις του εξωσκελετού, πόδια εμφανίζονται στα διπλοτμήματα, και νέα διπλοτμήματα προστίθενται πριν το τέλσον. Προφανώς όπως και σ’άλλες μεγάλες χιλιοποδαρούσες, τα μικκρά χρειάζονται κάποια χρόνια μέχρι ν’αποκτήσουν το τελικό τους μέγεθος. Η διάρκεια ζωής του είδους δίνεται ως πάνω από 10 χρόνια. Στη φύση έχει πολλούς εχθρούς, που το τρώνε παρά τη χημική άμυνά του. Εξαιτίας του ξηρού κλίματος και του μεγάλου τους πληθυσμού, τα κελύφη των νεκρών ατόμων είναι συχνά, τα οποία ασπρίζουν στον ήλιο σαν τα κοχύλια στην παραλία. Δεν έχω βρει πληροφορίες όσον αφορά τους μύθους, τις παραδόσεις ή την παραδοσιακή του χρήση από πληθυσμούς Ινδιάνων της περιοχής, αν και είναι πολύ πιθανό να το χρησιμοποιούσαν στην ιατρική, στη μαγεία κλπ. Η χρήση του ως τροφή είναι απίθανη, γιατί μόνο λίγες αφρικανικές φυλές στη Μπουρκίνα Φάσο έχουν καταγραφεί να τρώνε χιλιοποδαρούσες. Αν και το κρέας τους δεν είναι τοξικό, η αφαίρεση των αμυντικών αδένων χωρίς το περιεχόμενό τους να διαρρεύσει στους ιστούς του αρθροπόδου είναι χρονοβόρα διαδικασία και δεν την κάνει κανείς.
Το είδος αυτό είναι από τα κοινότερα στην αιχμαλωσία είδη χιλιοποδαρουσας, ιδίως στην Αμερική όπου μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα, αφού είναι ντόπιο, ζει σε μεγάλους αριθμούς και δεν απειλείται. Τα περισσότερα άτομα εκεί είναι πιασμένα, γι’αυτό και συχνά ζουν λίγο ακόμα και με καλή φροντίδα, αφού μπορεί να έχουν πιαστεί σε μεγάλη ηλικία. Το είδος κυκλοφορεί σπανιότερα στην Ευρώπη, αλλά δε γνωρίζω για την προέλευση των εν Ευρώπη ατόμων. Ο έμπορος απ’όπου τα πήρα ωστόσο με διαβεβαίωσε πως τα δικά του τουλάχιστον είναι γεννημένα σε αιχμαλωσία. Η αναπαραγωγή του είδους στην αιχμαλωσία είναι παραδόξως δύσκολη, αλλά δυνατή. Το είδος μπορεί να διατηρηθεί με δύο τρόπους, είτε με τον απλό, ο οποίος απλώς το διατηρεί στη ζωή, είτε με τον πιο περίπλοκο, όπου μπορεί να εκτελέσει φυσική συμπεριφορά και ίσως ν’αναπαραχθεί. Στον απλό η χιλιοποδαρούσα ζει σ’ένα χώρο με λίγα εκατοστά υγρής τύρφης, όπου προστίθενται τροφές όπως πεσμένα φύλλα, υπερώριμα φρούτα ή λαχανικά για να φάει, μαζί με συμπλήρωμα ασβεστίου, το οποίο χρειάζεται για τον εξωσκελετό. Στο σύστημα αυτό η χιλιοποδαρούσα τρέφεται, αλλά δυσκολεύεται να σκάψει και ως εκ τούτου μπορεί να έχει προβλήματα με την έκδυση ή την αδρανοποίηση. Μπορεί να διατηρηθεί σε κατάσταση μόνιμης δραστηριότητας για μήνες, και θα συνεχίζει να τρέφεται μέχρι και τους 19 βαθμούς. Στο δεύτερο σύστημα δίνεται μεγάλη έμφαση στο υπόστρωμα. Το υπόστρωμα θα πρέπει να έχει βάθος τουλάχιστον ίσο με το μήκος της μεγαλύτερης χιλιοποδαρούσας, και θα πρέπει να διαστρωματώνεται σε ζώνες. Αν και η δραστηριότητα των μυριαπόδων μπορεί ν’ανακατέψει λίγο το χώμα των ζωνών, δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να τις ομογενοποιήσει. Μέχρι τη μέση περίπου λοιπόν το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι σχετικά ανόργανο, αποτελούμενο κυρίως από ελαφρύ χώμα, άμμο και ίσως χαλικάκια, όπου τα ασπόνδυλα θα κρύβονται, ενώ το υπόλοιπο μισό μπορεί να είναι πιο οργανικό, με αρκετή αναμεμιγμένη τύρφη. Προς την επιφάνεια μπορούν ν’αναμιχθούν πεσμένα φύλλα όπως από βελανιδιά, από πλάτανο, από φλαμουριά, από οπωροφόρα ή άλλα ανθεκτικά φύλλα, όπως επίσης και κομμάτια μισοσαπισμένου ξύλου απ’όπου θα τρώνε. Στην επιφάνεια ή ελαφρώς θαμμένα θα τοποθετούνται και φύλλα διαφόρων άλλων φυτών, μισοσαπισμένα λαχανικά και φρούτα για τροφή, και το όλο δόμημα μπορεί να διακοσμηθεί με κομμάτια ξύλου, όπου οι χιλιοποδαρούσες θα σκαρφαλώνουν για να φαίνονται. Ασβέστιο θα πρέπει να υπάρχει και μέσα στην τροφή και αναμεμιγμένο με το έδαφος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οτιδήποτε, από την ειδική σκόνη που συνήθως χρησιμοποιείται για ερπετά, έως τριμμένο κόκκαλο σουπιάς ή σπασμένα όστρακα ή τσόφλια βρασμένων αυγών. Η μόνη δυσκολία της σε σχέση μ’άλλες χιλιοποδαρούσες έγκυται στο ότι χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία μεταξύ υγρασίας και αερισμού, μιας και είναι ερημόβιο είδος. Η υγρασία του εδάφους θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 70-80%, αλά συγχρόνως η κυκλοφορία του αέρα πρέπει να είναι αρκετά καλή για την αποφυγή ανάπτυξης μυκήτων. Σε περίπτωση που ζει σε στάσιμο αέρα όπως πολλά τροπικά είδη, κινδυνεύει από μυκητίαση, η οποία θα εμφανιστεί ως μαύρα στίγματα στο σώμα της, πόδια που σαπίζουν και πέφτουν και τελικά θάνατος, γι’αυτό χρειάζεται αρκετές τρύπες στο κουτί ή στο τερράριο που ζει. Καθώς ο καιρός χειμωνιάζει και η θερμοκρασία πέφτει, θα σκάψουν σύραγγες στο έδαφος και θα χαθούν. Κατά την εποχή της αδρανοποίησης η υγρασία μπορεί να μειωθεί, αλλά το χώμα δε θα πρέπει να στεγνώσει εντελώς σε καμία περίπτωση. Οι θερμοκρασίες μπορούν να πέσουν, αλλά όχι υπό του μηδενός. Ιδανικά πρέπει να είναι γύρω στους 10-16 βαθμούς. Σε συνθήκες χαμηλής υγρασίας θ’αδρανοποιηθούν ακόμα και σε θερμοκρασίες δωματίου. Εάν χαθούν στο έδαφος ενώ είναι καλοκαίρι, ίσως η υγρασία έχει πέσει αρκετά. Υπάρχει περίπτωση επίσης να κρύφτηκαν για επερχόμενη έκδυση, αφού δεν είναι απαραίτητο ναπαραμένουν αδρανείς πριν την έκδυση όπως στη φύση. Στην περίπτωση αυτήν μην τις ενοχλείτε, αφού η έκδυση είναι μια δύσκολη διαδικασία για κάθε αρθρόποδο. Ζευγαρώματα παρατηρούνται στην αιχμαλωσία, αλλά η επιτυχής αναπαραγωγή είναι σπάνια, και ελάχιστα έχω βρει γι’αυτήν. Αν οι χιλιοποδαρούσες κάνουν τον κύκλο τους ωστόσο οι πιθανότητες για επιτυχή αναπαραγωγή είναι μεγαλύτερες.
Εγώ έπαιρνα τις δικές μου από το feeders.gr, ένα από τα λίγα καταστήματα στην Ελλάδα με εξειδίκευση στα εξωτικά κατοικίδια. Έως τώρα η σχέση μου με το είδος στέφεται με απανωτές αποτυχίες. Την πρώτη την πήρα τον Ιούνιο του περασμένου χρόνου, και θυμάμαι πως ζήτησα την πιο μεγάλη. Ήταν ένα μεγάλο, εντυπωσιακό μυριάποδο στη δραστήρια φάση του, οπότε κινούταν στην επιφάνεια του εδάφους και μάλλον έτρωγε. Ωστόσο κατά τη μετακίνησή του από το κουτί απ’όπου το πήρα, πιάστηκε στην άκρη του και τραυματίστηκε ο εξωσκελετός του κοντά στο κεφάλι. Από την πληγή έτρεξε λίγη αιμολέμφος, το κυκλοφοριακό υγρό των αρθροπόδων, αλλά έκλεισε γρήγορα. Διαβάζοντας για ιστορίες όπου χιλιοποδαρούσες επιβίωσαν μετά από μικροτραυματισμούς, είχα μια μικρή ελπίδα ότι θα επιβιώσει, αλλά τελικά πέθανε σε δύο εβδομάδες. Στο μεσοδιάστημα, αν και μπορούσε να κινηθεί, καθόταν σε μια γωνία με το μπροστινό μέρος του σώματος μαζεμένο. Επειδή ο εξωσκελετός ήταν πολύ λεπτός κι εύπλαστος, προφανώς είχε περάσει λίγος και΄ρος από την έκδυση και δεν πρόλαβε να σκληρύνει καλά. Την επόμενη την πήρα στις 27 Οκτωβρίου. Ήταν λιγότερο δραστήρια απ’την άλη κι έσκαβε στο υπόστρωμα, οπότε μάλλον ετοιμαζόταν για την αδρανοποίηση. Την είχα μέχρι τον Ιανουάριο, οπότε τη μετακίνησα σ’ένα μεγαλύτερο τερράριο που έφτιαξα για δύο χιλιοποδαρούσες. Ήταν ωστόσο αρκετά αφυδατωμένη και αργοκίνητη, και την πήρα από εκεί μήπως πέθαινε και δεν την έβρισκα μετά. Θα μπορούσα ωστόσο να περιμένω μερικές μέρες ώστε να ανακάμψει. Τελικά πέθανε, ή τουλάχιστον σταμάτησε να κινείται και την θεώρησα νεκρή. Την τελευταία την πήρα στα τέλη του Ιανουαρίου. Μου ήρθε τυλιγμένη ανάμεσα σε υγρά χαρτιά σε πλήρη νάρκη, μαζεμένη σε μια πολύ σφιχτή σπείρα (τρίτη φωτογραφία). Την τοποθέτησα στο τερράριό της, όπου μετά από λίγο δραστηριοποιήθηκε και κινήθηκε για αρκετές ώρες, μάλλον επειδή είχε πολύ φως. Τελικά σφηνώθηκε ανάμεσα στο έδαφος και σ’ένα τοίχωμα κι έσκαψε προς τα κάτω. Την επόμενη μέρα, μόνο το πίσω μέρος της φαινόταν, αλλά σύντομα χάθηκε κι αυτό. Τώρα το μόνο ίχνος της είναι μια οπή σαν μυρμηγκότρυπα. Περιοδικά ποτίζω το υπόστρωμα με λίγο νερό, αλλά δεν κάνω κάτι παραπάνω. Σκοπεύω να βάλω ακομα μία. Το τερράριο έχει διαστάσεις 26χ22χ19 στο ύψος της κορυφής, γιατί είναι λίγο στενότερο προς τα κάτω. Είναι γεμισμένο με χώμα μέχρι περίπου τα 12 εκατοστά, το οποίο αποτελείται κατά περίπου 1/3 από ελαφρύ φυτόχωμα, 1/3 από άμμο, και 1/3 από άργιλο, με ανακατεμένα λίγα χαλίκια και τύρφη. Η περισσότερη τύρφη βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια, όπου έχω μισοθάψει ξερά και μισοσαπισμένα φύλλα. Θα βάλω κι ένα κομμάτι ξύλου ή χοντρού φλοιού την άνοιξη επιπλέον για να σκαρφαλώνει, αν όλα βέβαια πάνε καλά.
Στη συμπεριφορά δε διαφέρει σημαντικά από τις δικές μας χιλιοποδαρούσες. Όταν απειλείται συσπειρώνεται, είτε σε διπλή είτε σε επίπεδη σπείρα. Τείνει να συσπειρώνεται συχνότερα σε διπλή, η οποία είναι και η συνήθης στάση ανάπαυσής της. Κατά την αδρανοποίηση παραμένει σ’αυτή τη στάση για καιρο΄, σαν ένα εξωγήινο πλασματάκι ή ένα σπάνιο απολίθωμα του Παλαιοζωικού. Θα μπορούσατε να την βάλετε σ’ένα κυπελλάκι και δε θα μετακινούταν για εβδομάδες. Αν ωστόσο ενοχληθεί αρκετά, μπορεί να ξεδιπλωθεί και ν’αρχίζει να περπατάει, ακόμα και αν είναι σε νάρκη. Οι δραστήριες κινούνται γρηγορότερα από τις αδρανοποιημένες. Δεν πρόλαβα να παρατηρήσω το σκάψιμο της τρύπας, γιατί έγινε σχετικά γρήγορα. Απλώς η χιλιοποδαρούσα πίεσε το μπροστινο΄μέρος της στο υπόστρωμα και στη συνέχεια σιγά-σιγά χάθηκε μέσα του. Όταν περπατάει σε ανοιχτό χώρο πάντοτε πηγαίνει προς το πιο σκοτεινό σημείο, αφού είναι φωτοφοβική. Αν την πιάσετε και από τιςδύο άκρες, θα τραβηχτεί κάνοντας κοιλία στη μέση για ν’απελευθερωθεί. Αν την πιάσεται από τη μέση, θα κάνει ολοένα αυξανόμενουθς κύκλους με το μπροστινό της μέρος μέχρι να βρει το χέρι σας, οπότε θ’αρχίζει να σκαρφαλώνει. Δεν έχει τόσο καλή όραση για να προσανατολιστεί αμέσως, και προφανώς ούτε ανεπτυγμένη σωματαισθησία για να καταλαβαίνει πλήρως τη θέση του σώματός της. Πάντως προσανατολίζεται πολύ καλύτερα από το σκουλήκι. Αν κάνετε το ίδοιο σ’ένα γεωσκώληκα, θα προσπαθεί να επιστρέψει με τυχαίες, μη μετρημένες κινήσεις, κι αν τύχει κι ακουμπήσει μεγάλο μερός του στο χέρι σας, τότε μάλλον θα προσπαθήσει να ανέβει. Αν ακουμπήσει μόνο η άκρη του, θα ξαναπέσει. Επίσης το σκουλήκι μπορεί να πέσει ή να κρεμαστεί από την άκρη του χεριού σας, απ’όπου με μεγάλη δυσκολία και πολλά τινάγματα ίσως γυρίσει πίσω, ενώ η χιλιοποδαρούσα συνήθως αντιλαμβάνεται τα κενά κι επιστρέφει. Αν της αγγίξετε το κεφάλι αλλάζει κατεύθυνση. Αν αρχίζει να πιάνεται απ’το κάτω μέρος του χεριού σας κι αναποδογυρίσετε το χέρι σας, τότε κανονικά θα πρέπι να μπορεί να ανέβει, αν και με δυσκολία. Αν κρέμεται το αναποδογυρισμένο μέρος της και δεν πιάνεται από το χέρι σας, ίσως είναι αδύναμη κι έχει κάποιο πρόβλημα. Αν την βάλετε πάνω σε χαρτί, όλα τα μικρά ποδαράκια της ακούγονται σαν ένας απόκοσμος στρατός μικροσκοπικών εντόμων που έρχεται κατά πάνω σας! Το αμυντικό της υγρό δε μπορεί να βλάψει το ανθρώπινο δέρμα, αν και μπορεί να ερεθίσει ευαίσθητα άτομα, και σίγουρα ερεθίζει τα μάτια ή κομμένο δέρμα. Έχει τύχει να με τσούξει έκκριση από δική μας χιλιοποδαρούσα σε κομμένο χέρι. Γι’αυτό πλένετε τα χέρια σας αφού τις πιάσετε. Γενικώς οι χιλιοποδαρούσες δεν είναι ζώα χειρισμού, αφού μόνο κακό μπορεί να τις κάνει η απομάκρυνση από το μικροπεριβάλλον τους. Άλλωστε δεν έχουν τη νοητική ικανότητα να σας γνωρίσουν ή να δημιουργήσουν μία στοιχειώδη σχέση μαζί σας, ενώ κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να τραυματιστούν όταν είναι εκτός του χώρου τους. Η συμπεριφορά τους δε διαφέρει απ’αυτήν στο φυσικό τους περιβάλλον. Θα πρέπει ν’αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ζώα παρατήρησης, σαν τα ψάρια των ενυδρείων. Ωστόσο κάποιες φορές θα πρέπει να τις πιάσετε, π.χ. εάν χρειαστεί να τις μετακινήσετε. Αν τύχει και κινούνται στην επιφάνεια και καποιος άλλος θέλει να τις δει, δε θα βλάψει αν τις βγάλετε για λίγο, αρκεί να τις κρατάτε προσεκτικά φροντίζοντας μη χτυπήσουν κάπου ή πέσουν. Αν πέσουν από μεγάλο ύψος μάλλον το αποτέλεσμα θα είναι θανατηφόρο. Επίσης αν κοπούν πόδια τους δεν αναγεννώνται, όπως γίνεται σε άλλα αρθρόποδα. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να τις ενοχλείτε αν έχουν κρυφτεί στο έδαφος.
Εύχομαι καλή επιτυχία στον εαυτό μου με το είδος. Θα σας ενημερώνω για νεότερα.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου στην αγγλική Wikipedia
η χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος της Κοιλάδας Λεχάι
χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος ανακάλυψης αμφιβίων και ερπετών
Επιστημονικές μελέτες:
εποχιακές μεταβολές στην ισορροπία του νερού στον Orthoporus ornatus, μία ερημόβια χιλιοποδαρούσα
ο αναπνευστικός μεταβολισμός στον O. ornatus
τροφή, ρυθμοί κατανάλωσης και αφομοίωσής της στον O. ornatus
συμπεριφορική θερμορρύθμιση του O. ornatus σε τρία ερημικά ενδιαιτήματα
δερματική μικροδομή του O. ornatus
παραγωγή σε βιομάζα κατά την τροφοληπτική περίοδο του O. ornatus
ο ρόλος των αερόβιων μικροβιακών πληθυσμών στην πέψη της κυτταρίνης από τις ερημόβιες χιλιοποδαρούσες
νεοϊχνολογία των σκαπτικών χιλιοποδαρούσών: συνδέοντας τη μορφολογία των σημερινών λαγουμιών, την οργανισμική συμπεριφορά και τις ιδιότητες του ιζήματος για την ερμηνεία ηπειρωτικών ιχνοαπολιθωμάτων
νεοϊχνολογία των σπειροβολιδίων
Η μελέτη αυτή έγινε μετά την πρώτη για μέλη συγγενικής τάξης (Spirobolida), και κατέληξε σε παρόμοια αποτελέσματα.
εποχιακές αλλαγές στα αμινοξέα, τις πρωτεΐνες και τα ανόργανα ιόντα της αιμολέμφου του O. ornatus
τρόποι οσμορρύθμισης της αιμολέμφου σε τρία ερημόβια αρθρόποδα

Ενημέρωση 5/4/2015: Προχθές στις 3 του μηνός πρόσθεσα και τη δεύτερη χιλιοποδαρούσα. Είναι λίγο μικρότερη από όσες άλλες είχα, και την πήρα κι αυτήν μέσα σε υγρά χαρτιά, πλήρως συσπειρωμένη σε νάρκη. Στη συνέχεια βρήκα και ξέθαψα και την προηγούμενη, η οποία είχε γίνει επίπεδη σπείρα, ώστε να εμπλουτίσω περισσότερο το χώμα τους, στο οποίο έτριψα τρία σουπιοκόκκαλα για ασβέστιο, και πρόσθεσα λίγη τύρφη ακόμα στην επιφάνεια. Και οι δύο είναι υγιείς και κινούνται κανονικά. Μόλις τις ξανάβαλα μέσα, έκαναν λίγες βόλτες τυχαία, και μετά σταμάτησαν. Την άλλη μέρα που τις είδα η πρώτη είχε ίσα-ίσα μόνο το πίσω μέρος της στην επιφάνεια, ενώ η δεύτερη είχε θαφτεί λιγότερο καλά. Σύντομα η πρώτη χάθηκε εντελώς στο υπόστρωμα, ενώ η δεύτερη κατέβηκε πιο κάτω.
Ενημέρωση 12/8/2016: Ξέχασα να ενημερώσω, αλλά δεν τις έχω πια. Τις έψαξα το Μάιο, η μία δεν υπήρχε καν, η άλλη ήταν πολύ μαλακιά και ίσως να την ενόχλησα στη φάση της έκδυσης. Ίσως να είχαν φτάσει στο όριο ζωής τους, ή απλώς είναι δύσκολο είδος, όπως λέγεται.

Μερικές προνύμφες H. illucens.

Σε πολλά βιβλία επιστημονικής φαντασίας, είτε επειδή έχουν καταστρέψει τη Γη, είτε επειδή έφυγαν στο διάστημα για διάφορους λόγους, όπως για εξερεύνηση, επέκταση, διωγμό από εξωγήινους κλπ, συνήθως λύνουν τις διατροφικές, φαρμακευτικές κλπ ανάγκες τους με τη βοήθεια ενός οργανισμού που παράγει τα πάντα. Για παράδειγμα στο διήγημα επιστημονικής φαντασίας «Διατηρείστε τη γη στο σκοτάδι» που διάβασα, όπου η γη είχε πέσει σε βαθύ πυρηνικό χειμώνα μετά από πυρηνικές δοκιμές, οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει έναν μεταλλαγμένο ποντικο που παρήγαγε ένα λάδι που χρησιμοποιούταν σε οτιδήποτε, από την παραγωγή τροφής ως την παραγωγή ίνας για ρούχα ή ενέργειας. Ο ποντικός αυτός αναπαραγόταν από μόνος του, κάτι που παραβιάζει το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής και κάνει ψεύτικο ακόμα κι ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Τελικά το νέφος της σκόνης άρχισε να πέφτει, αποκαλύπτοντας ξανά το ηλιακό φως, και μία ομάδα ακτιβιστών προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο πως η γη πρέπει να διατηρηθεί στο σκοτάδι, γιατί τότε οι άνθρωποι ζούσαν με την απειλή της καταστροφής, οπότε ειρηνικά. Γι’αυτόν το λόγο, όταν ανακαλύπτεται ένας πολύπλευρα ωφέλιμος οργανισμός, συνήθως μικροοργανισμός, συχνά τα μμε τον παρουσιάζουν ως κατάλληλο για καλλιέργεια στο διαστημικό σταθμό, π.χ. η σπιρουλίνα. Στην πραγματικότητα κανένας σημερινός οργανισμός δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις ώστε να καλύπτει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, οπότε προς το παρόν για την προσπάθεια δημιουργίας ενός αυτάρκους κλειστού συστήματος, είτε κάτω από τη γη ή τη θάλασσα είτε στο διάστημα, πιθανόττατα θα χρησιμοποιηθεί ένας αριθμός συμπληρωματικών οργανισμών. Τέτοιοι οργανισμοί επίσης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ευρέως σε συνθήκες ανθρώπινου υπερπληθυσμού και μεγάλης παραγωγής απορριμμάτων, που θα έκαναν την καλλιέργεια και εκτροφή παραδοσιακών φυτών και ζώων ασύμφορη ως προς τις ανάγκες χώρου και ενέργειας, αλλά και περιβαλλοντικά βλαπτική. Η μαύρη στρατιωτόμυγα (Hermetia illucens) είναι ένας τέτοιος οργανισμός. Είναι ένα έντομο με πολλές δυνητικές χρήσεις, όπως στην παραγωγή τροφής και ζώων και ανθρώπων, στην αποσύνθεση και εξυγείανση των οργανικών απορριμμάτων, στην παραγωγή λιπάσματος, και, ίσως με γενετικές παρεμβάσεις, στην ιατρική ή στη βιομηχανία.
Η μαύρη στρατιωτόμυγα ανήκει στην υπόταξη των βραχυκέραιων και στην τάξη των διπτέρων, όπως όλες οι μύγες, στην ανθυπόταξη των ταβανόμορφων, στην υπεροικογένεια των στρατιομυιοειδών, στην οικογένεια των στρατιομυιιδών, και στην υποοικογένεια των ερμητιινών. Έχει παγκόσμια εξάπλωση σε τροπικές και θερμές εύκρατες περιοχές, και πιστεύεται ότι αρχική πατρίδα της ήταν η Βόρεια Αμερική. Στη φύση αναπαράγεται συνήθως σε κοπριά ή νεκρή φυτική ύλη, ενώ συχνά βρίσκεται και σε σωρούς κομποστοποίησης κηπων. Μπορεί επίσης ν’αποικίσει πτώματα ζώων και ανθρώπων, ιδίως προς τα ύστερα στάδια της αποσύνθεσης, κατά τη σταδιακή ξήρανση του σώματος και την αναχώρηση των εξειδικευμένων και ανώτερων ανταγωνιστικά πτωματοφάγων μυγών των οικογενειών Calliphoridae και Sarcophagidae. Γι’αυτόν το λόγο είναι αντικείμενο μελέτης και της ιατροδικαστικής εντομολογίας.
Το ενήλικο έντομο έχει μήκος 15-20 χιλιοστών και μιμείται επακριβώς τη λασπόσφηκα (Trypoxylon politum). Έχει επίμηκες σώμα, μακριές κεραίες σαν σφήκα, με το πέμπτο ακραίο τμήμα μακρύτερο από τα υπόλοιπα, κίτρινους ταρσούς στα πίσω πόδια όπως το συγκεκριμένο είδος σφήκας, και δύο διαφανή παράθυρα στις πλευρές της βάσης της κοιλιάς που δίνουν την εντύπωση της στενής μέσης μιας σφήκας. Εξαιτίας της ομοιότητας αυτής συχνά οι άνθρωπι την σκοτώνουν χωρίς λόγο, αφού είναι εντελώς αβλαβής. Η μύγα ζει μόνο για 5-8 ημέρες, και όπως και σ’άλλα έντομα με βραχύβια ενήλικη φάση, η φάση αυτή χρησιμεύει καθαρά για την αναπαραγωγή και την εξάπλωση του είδους. Όπως στις περισσότερες μύγες, τα αρσενικά εκτελούν περίπλοκες πτήσεις στον αέρα για να προσελκύσουν τα θηλυκά. Επιλέγουν μικρές περιοχές όπου συχνά συμπλέκονται μ’άλλα αρσενικά στον αέρα. Το ζευγάρωμα γίνεται σε ανοιχτό χώρο εν πτήσει, κάτω απ’το ηλιακό φως. Έχει βρεθεί ότι οι βέλτιστες συνθήκες για το ζευγάρωμα και την ωοαπόθεση είναι: θερμοκρασία 24-40 βαθμοί, με το 99,6% των ωοαποθέσεων μεταξύ 27,5-37,5 βαθμών, υγρασία 30-70% και ένταση φωτός τουλάχιστον 63 μ mol m2s, αν και τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται στα 200 μ mol m2s. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ζευγαρωμάτων γίνεται στη δεύτερη μέρα της ζωής της μύγας, και των ωοαποθέσεων στην τέταρτη. Ένα θηλυκό μπορεί να γεννήσει έως και 900 αυγά, με 400-600 αυγά σε κάθε μάζα, τις οποίες εναποθέτει σε ξηρό σημείο πάνω ή δίπλα σε νεκρή οργανική ύλη, και ποτέ απευθείας πάνω ή μέσα της, πιθανόν για την αποφυγή του ανταγωνισμού από άλλα έντομα και της μόλυνσης από μικροοργανισμούς. Υποπροϊόντα της βακτηριακής αποσύνθεσης προσελκύουν τη μύγα. Σε θερμοκρασία 30 βαθμών τα αυγά εκκολάπτονται σε 100 ώρες, και στην ίδια θερμοκρασία οι προνύμφες ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους σε 15 ημέρες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει από εβδομάδες έως και μήνες. Οι προνύμφες κυμαίνονται από 3 χιλ. έως 19 χιλ. ανάλογα με τη φάση ανάπτυξής τους, ενώ σπάνια μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο, και μέχρι τη νύμφωση περνούν από 6 διαδοχικά στάδια, με έκδυση του εξωσκελετού στο τέλος του καθενός. Είναι λευκωπές, με σώμα προσαρμοσμένο για σκάψιμο, πεπλατυσμένο με αυλακώσεις ανάμεσα στα τμήματα, στενότερο προς το κεφάλι και πλατύτερο στο πίσω μέρος, όπου βρίσκονται και οι αναπνευστικοί πόροι. Οι προνύμφες των μυγών, επειδή συχνά κινούνται σε αναερόβιο υπόστρωμα, έχουν τους αναπνευστικούς τους πόρους συγκεντρωμένους συνήθως στο πίσω με΄ρος του σώματος. Έχουν μασητικά στοματικά μόρια και όπως όλες οι βραχυκέραιες μύγες, δεν έχουν καθόλου άκρα ως προσαρμογή στη διαβίωση μέσα στην τροφή τους. Ο εξωσκελετός τους είναι στεγνός, λείος, σκληρός, αλλά συγχρόνως εύκαμπτος, και ενδυναμώνεται με ανθρακικό ασβέστιο, αρκετά σπάνια ιδιότητα στα έντομα, το οποίο χρησιμεύει στην προστασία από εχθρούς και κατά τη νύμφωση. Σε βαθύ υπόστρωμα, οι προνύμφες αναπτύσσονται καλύτερα σε βάθος 15-20 εκ., και η μεγάλη τους δραστηριότητα, μαζί με την αποσύνθεση της οργανικής ύλης, ανεβάζουν τη θερμοκρασία. Είναι αεικίνητες και ως φωτοφοβικές, συνήθως βρίσκονται μέσα στο υπόστρωμα. Οι προνύμφες αναπτύσσονται βέλτιστα σε θερμοκρασία 35 βαθμών. Θερμοκρασίες κάτω από 25 βαθμούς μειώνουν τη δραστηριότητα και τη σίτισή τους δραματικά, ενώ σε θερμοκρασίες κάτω των 15 βαθμών σταματούν να τρώνε. Αδρανοποιούνται σε θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών, και στη θερμοκρασία των 0 βαθμών μπορούν να επιβιώσουν για 4 ώρες. Στη φύση το χειμώνα διασώζονται χάρη στη μόνωση της οργανικής ύλης και στο μεγάλο τους αριθμό, ο οποίος μπορεί να κρατήσει τη θερμοκρασία σχετικά υψηλότερη από την περιβαλλοντική. Αδρανοποιούνται επίσης σε θερμοκρασία άνω των 45 βαθμών, οπότε αρκετές πεθαίνουν, ενώ η θνησιμότητα αυξάνεται δραματικά στους 47 βαθμούς. Αντέχουν σε κορεσμένες συνθήκες, ενώ σύμφωνα με μια μελέτη αναπτύσσονται καλύτερα σε κοπριά με ποσοστό υγρασίας 70%. Στην ατμόσφαιρα αφυδατώνονται εύκολα, με απώλεια βάρους 1% ανά ώρα σε μεγάλες προνύμφες και 1,5% ανά ώρα στις μικρότερες σε σχετική υγρασία 75%, με μεγαλύτερη απώλεια καθώς η υγρασία ελαττώνεται. Στο τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης οι προνύμφες περιέρχονται στην προνυμφωτική φάση, οπότε μαυρίζουν, αδειάζουν και απενεργοποιούν το πεπτικό τους σύστημα, μετατρέπουν τα στοματικά τους μόρια σε άγκιστρα αναρρίχησης, και ψάχνουν ένα ξηρό μέρος για να μεταμορφωθούν. Η φάση αυτή μπορεί να διαρκέσει από λίγες μέρες έως εββομάδες ανάλογα με τη θερμοκρασία, τη διαθεσιμότητα τροφής και τη δυνατοτητα εξόδου από το περιβάλλον ανάπτυξης. Μετά τη νύμφωση και τη μεταμόρφωσει, η οποία διαρκεί 8 ημέρες σε θερμοκρασία 27 βαθμών, αλλά μπορεί να ολοκληρωθεί μετά από μέρες έως εβδομάδες ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες, οι μύγες εκκολάπτονται απ’το κουκούλι ή βομβίκιο που αποτελείται από τον προνυμφικό εξωσκελετό, όπως σ’όλες τις μύγες, και ξεκινούν τον κύκλο ζωής από την αρχή.
Οι μαύρες στρατιωτόμυγες χρησιμοποιούνται για τη μετατροπή άχρηστης οργανικής ύλης σε προνύμφες, οι οποίες μπορούν να γίνουν τροφή, και σε κομπόστ. Μειώνουν επίσης εντυπωσιακά των όγκο των απορριμμάτων, το μικροβιακό φορτίο από βακτήρια όπως E. coli και Salmonella και τις οσμές, ενώ μία εύρωστη αποικία αποκλείει την κοινή ενοχλητική οικιακή μύγα (Musca domestica) κατά 94-100%, εμποδίζοντας την ανάπτυξη των προνυμφών της και την ωοαπόθεση των ενηλικών, κι επίσης μειώνει τον πληθυσμό του μικρού αλευροσκούληκου (Alphitobius diaperinus), που μπορεί να γίνει πρόβλημα στα ορνιθοτροφεία. Αν και πολλές άλλες μύγες είναι κατάλληλες γι’αυτήν τη δουλειά, το συγκεκριμένο είδος συγκεντρώνει πλεονεκτήματα που το καθιστούν κατάλληλο για συμβίωση με τον άνθρωπο. Τα ενήλικα άτομα ζουν λίγο και στο διάστημα αυτό δεν τρώνε, οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος να φάνε ή να φτίσουν ανθρώπινη τροφή. Δε μπορούν να μεταδώσουν ασθένειες, επειδή δεν έχουν συχνή επαφή με δυνητικά μολυσμένη οργανική ύλη, αφού ακόμα και τα θηλυκά γεννούν δίπλα κι όχι μέσα σ’αυτήν. Σπάνια μπαίνουν σε κτίρια, και αν μπούν πιάνονται εύκολα, αφού είναι πολύ αργοκίνητες και δεν πετούν ενοχλητικά όπως οι οικιακές μύγες, εντούτοις μπορεί να συγκεντρωθούν σε βρώμικα με΄ρη όπως απλητες τουαλέτες. Οι ιδιότητες αυτές, συν το ότι πριν τη μεταμόρφωση φεύγουν από την οργανική ύλη κι έτσι μπορούν να συλλεγούν από μόνες τους, τις κάνουν ιδανικές για καλλιέργεια. Οι μύγες αυτές είναι κατάλληλες για τη μετατροπή κοπριάς ή φυτικής ύλης υψηλής ενέργειας όπως φρούτα σε βιομάζα και κομπόστ, και όχι τόσο καλές για τη μετατροπη ινωδών φυτικών μερών όπως φύλλα και χόρτα, τα οποία αναλαμβάνουν οι γεωσκώληκες. Στην πραγματικότητα τα δύο αυτά ασπόνδυλα έχουν αρκετά διαφορετικούς ρόλους, και σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά το ένα το άλλο σ’ένα σύστημα κομποστοποίησης. Οι μύγες είναι ιδανικες για τη μετατροπή της οργανικής ύλης σε υψηλής ποιότητας ζωοτροφή, με ποσοστά βιομετατροπής σε ξηρή μάζα γύρω στο 24% (διακύμανση μεταξύ 7,8-24% ανάλογα με το ποσοστό αδρανούς υποστρώματος στο οργανικό υλικό σε κάθε μελέτη), κι όχι τόσο καλές για παραγωγή μεγάλης ποσότητας φυτικού λιπάσματος, αφού ο υψηλός μεταβολισμός και η γρήγορη ανάπτυξή τους καταναλώνουν μεγάλο μέρος της οργανικής ύλης, με μείωση γύρω στο 50% (διακύμανση από 42 έως 56% ανάλογα με το ποσοστό αδρανούς υποστρώματος σε κάθε μελέτη). Το κομπόστ που απομένει, το οποίο αποτελείται κυρίως από τα περιττώματα των προνυμφών κι έχει χάσει το 24% του αρχικού του αζώτου, είναι καφέ, εύθρυπτο και μυρίζει χώμα, και μπορέι να αναμιχθεί απευθείας με το χώμα ή να περάσει από τους γεωσκώληκες για περαιτέρω επεξεργασία κι εμπλουτισμό. Το υγρό της κομποστοποίησης ωστόσο είναι αρκετά όξινο και τοξικό για τους γεωσκώληκες, οπότε δε θα πρέπει να ποτιστούν μ’αυτό. Αν και πολλοί έχουν σκεφτεί να συνδυάσουν τα δύο συστήματα κομποστοποίησης για να ενώσουν τα οφέλη και των δύο, σχεδόν πάντοτε αυτό΄οδήγησε σε αποτυχία. Οι προνύμφες της μύγας ανεβάζουν τη θερμοκρασία σε θανατηφόρες για τους γεωσκώληκες τιμές, δημιουργώντας παράλληλα ένα τοξικό όξινο περιβάλλον. Μικρός ριθμός προνυμφών στρατιωτόμυγας ωστόσο μπορεί να επιβιώσει σε αποικίες γεωσκωλήκων, ενώ οι γεωσκώληκες μπορεί να βρεθούν κοντά σε αποικίες μυγών, χωρίς ωστόσο οι μικροί αυτοί αριθμοί να ωφελούν σημαντικά.
Με κατάλληλο σχεδιασμό του χώρου της αποικίας, όπως με τρύπες ή με ράμπες γωνίας μέχρι 45 μοιρών που θα οδηγούν σε λεκάνες ή δοχεία, όπου οι προνύμφες θα μεταναστεύουν πριν τη μεταμόρφωση, οι προνυμφωτικές προνύμφες μπορούν να συλλεγούν από μόνες τους χωρίς καθόλου χειρωνακτική εργασία. Στη φάση αυτή είναι θρεπτικότερες, αφού έχουν αποθηκεύσει αρκετά θρεπτικά συστατικά και ενέργεια για την επικείμενη μεταμόρφωση, την ενήλικη ζωή και την αναπαραγωγή, ενώ έχουν αδειάσει το πεπτικό τους σύστημα και καθαριστεί αρκετά κατά τη μετανάστευςή τους, οπότε δε φέρουν παράσιτα, σε αντίθεση με τους γεωσκώληκες, που μπορεί να φέρουν παράσιτα εάν έχουν μολυσμένη τροφή στο πεπτικό τους σύστημα. Επίσης περισσότερα ζώα τις δέχονται απ’ό,τι τους γεωσκώληκες, χωρίς όμως αυτό΄να σημαίνει ότι τα σκουλήκια είναι ακατάλληλη τροφή – το αντίθετο, είναι κι αυτά πολύ θρεπτικά για όσα ζώα τα τρώνε. Οι προνύμφες συνήθως ταΐζονται ζωντανές, αλλά μπορούν και ν’αποξηρανθούν σε σκόνη που θ’αναμιχθεί με άλλες τροφές ή θα χρησιμοποιηθεί ως διατροφικό συμπλήρωμα. Οι προνύμφες μπορούν να ταϊστούν σε πουλερικά όπως κότες, γαλοπούλες, πάπιες, χήνες, κλπ, άγρια πουλιά σε σταθμούς σίτισης πουλιών, κατοικίδια πουλιά, γουρούνια, σκυλιά, μικρά εντομοφάγα θηλαστικά όπως σκαντζόχοιρους, ερπετά, αμφίβια, ψάρια και σαρκοφάγα αρθρόποδα όπως ταραντούλες και σκορπιούς. Αποτελούνται κατά 42% πρωτεΐνη και 35% λίπος σε ξηρή μάζα, παρόμοιες με τη σύσταση των ιχθυάλευρων, ενώ η αναλογία ασβεστίου προς φώσφορο είναι 2,6/1, κάνοντάς τα από τα λίγα έντομα τόσο υψηλά σε ασβέστιο ώστε να μη χρειάζονται πασπάλισμα με το ειδικό συμπλήρωμα όταν ταϊζονται σε ζώα με υψηλές απαιτήσεις σε ασβέστιο όπως ερπετά. Πολλές σαύρες και νεροχελώνες τα τρώνε είτε στην αναπτυσσόμενη είτε στην προνυμφωτική φάση, ενώ τις μύγες τις εκτιμούν χαμαιλέοντες, δενδρόβια γκέκο και δενδρόβιοι βάτραχοι που μπορούν να πιάσουν ιπτάμενους στόχους, και με λίγο κόψιμο στα φτερά ή τύχη και όλα τα υπόλοιπα εντομοφάγα. Έχοντας διαβάσει για τα οφέλη αυτής της τροφής, την πρωτοδοκίμασα στις 27 Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους για το λοφιοφόρο μου γκέκο, το οπίο τις έφαγε από την πρώτη μέρα που τις είδε. Γενικώς οι προνύμφες αυτές είναι αρκετά κινητικές με αποτέλεσμα να τραβούν την προσοχή του θηρευτή, και λίγα είναι τα ζώα που δεν τις τρώνε. Το γκέκο μου έχει φάει ως και 7 μεσαίου μεγέθους προνύμφες σε μια φορά, αν και συνήθως τρώει 3-4 μεγαλύτερες. Οι προνύμφες θα πρέπει να τοποθετηθούν σε μπολ για να μη φύγουν στο τερράριο πριν η σαύρα τις βρει, γιατί σε περίπτωση που το υπόστρωμα είναι χώμα θα χωθούν από κάτω, ενώ αν είναι χαρτί όπως και στη δική μου περίπτωση, θα χωθούν από κάτω, και, μην έχοντας κάποιο ένστικτο ν’αναρριχηθούν, θα παραμείνουν εκεί όπου θ’αφυδατωθούν και θα πεθάνουν, χωρίς η σαύρα να μπορεί να τις φάει. Επίσης να προσέχετε σε είδη όπως λοφιοφόρα γκέκο που χρειάζονται ψέκασμα, οι προνύμφες ή το μπολ τους να μη βρέχονται, γιατί σε βρεγμένες επιφάνειες μπορούν να σκαρφαλώσουν εύκολα, ακόμα και κατακόρυφα τοιχώματα, και να σκορπιστούν στο τερράριο, κάτι που έπαθα αρκετές φορές. Όσο και θρεπτικά αν είναι όμως, σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει ν’αποτελούν τη μόνη τροφή για ένα εντομοφάγο ή παμφάγο ερπετό, αλά πάντοτε θα πρέπει να προσφέρεται ποικιλία θηραμάτων, αν και μπορούν ν’αποτελέσουν τη βάση της διατροφής. Παρόλα αυτά το γκέκο μου προτιμά άλλες προνύμφες από τις μύγες αυτές, και αν έχει άλλα έντομα αυτές τις τρώει στο τέλος ή και τις αφήνει. Για λίγα ζώα ή αν το περιβάλλον δεν επιτρέπει, δεν αξίζει η εκτροφή των εντόμων αυτών, αφού μπορούν να αγοραστούνσε ποσότητα και ν’αποθηκευθούν. Χωρίς τροφή σε θερμοκρασία δωματίου θα επιβιώσουν πολύ καιρό, αλλά η ιδανικές θερμοκρασίες είναι μεταξύ 10-16 βαθμών. Μπορούν να τοποθετηθούν και στο ψυγείο. Σε περίπτωση που οι προνύμφες που αγοράσατε είναι αρκετά μικρές, μπορείτε να τις μεγαλώσετε σ’ένα μίγμα πολτοποιημένων φρούτων και λαχανικών όπως μπανάνας, καρότου, μήλου, ακόμα και όξινων εσπεριδοειδών στους 30 περίπου βαθμούς μέχρι το κατάλληλο μέγεθος, και ύστερα να τις αποθηκεύσετε. Το feeders.gr είναι το μόνο κατάστημα που διαθέτει Phoenix worms στην Ελλάδα – από εκεί παίρνω κι εγώ. Αν και πιθανότατα χρησιμοποιούταν ως τροφή για τα ερπετά από κάποιους χομπίστες από αρκετά παλιά, η εμπορική τους παραγωγή γι’αυτόν το σκοπό είναι αδικαιολόγητα πρόσφατη. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με την εμπορική προώθηση του είδους ως τροφή για κατοικίδια ήταν ο δρ. Craig Sheppard στις ΗΠΑ, ο οποίος έχει μελετήσει διεξοδικότατα το είδος κι έχει δώσει τις περισσότερες τιμές όσον αφορά τις απαιτήσεις και την απόδοση του είδους που διαβάσατε στο άρθρο αυτό, διαφημίζοντάς τα ως «Phoenix worms”, τα οποία κατοχυρώθηκαν ως εμπορικό σήμα από το αρμόδιο γραφείο των ΗΠΑ το 2006, κάνοντάς τα έτσι το πρώτο πατενταρισμένο έντομο τροφή. Άλλες εταιρείες χρησιμοποιούν ονόματα όπως «Reptiworms” ή “Calciworms”. Παρόλο που η ονομασία Phoenix Worms έχει διαδοθεί ευρέως γι’αυτές τις προνύμφες, στην πραγματικότητα είναι νόμιμα κατοχυρωμένη απ’την εταιρεία και η χρήση της για εμπορικούς σκοπούς πέραν της παράγουσας εταιρείας είναι θεωρητικά παράνομη. Η γενόσιμη ονομασία για τις προνύμφες είναι «black soldier fly larvae συντ. bsfl”.
Όπως και τα περισσότερα καλλιεργούμενα έντομα, έτσι και οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens είναι εδώδιμες για τον άνθρωπο. Αν και δυσανασχετούμε στο δυτικό πολιτισμό με την ιδέα της κατανάλωσης εντόμων, η αλλήθεια είναι ότι τα έντομα αποτελούν πλούσια πηγή ζωικής πρωτεΐνης κι άλλων συστατικών και καταναλώνονται ευρέως σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα και οι Αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν τζιτζίκια. Στην πραγματικότητα η εκτροφή εντόμων για ανθρώπινη κατανάλωση είναι περιβαλλοντικά πολύ φιλικότερη απ’αυτήν μεγαλύτερων ζώων, για τα οποία αλλοιώνονται τεράστιες εκτάσεις φυσικού περιβάλλοντος, εκτοπίζονται πολλά είδη, και ο ρυθμός μετατροπής της ζωοτροφής σε κρέας είναι πολύ πιο χαμηλός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, υψηλής ποιότητας τροφή παράγεται απευθείας από τα σκουπίδια. Εφόσον αδειάζουν κι απενεργοποιούν το πεπτικό τους σύστημα στη φάση που συλλέγονται, δεν έχει μεγάλη σημασία το τι έτρωγαν πριν. Μαγειρεμένες μυρίζουν καπως σαν βραστές πατάτες, ενώ γευστικά έχουν περιγραφεί σαν κάτι μεταξύ ξηρού καρπού και κρέατος, σκληρές από έξω και μαλακές από μέσα. Το 2013 η Αυστριακή σχεδιάστρια Katharina Unger εφηύρε ένα μηχάνημα σαν κουζινική συσκευή, το οποίο μπορεί να δώσει 500 γραμμάρια προνυμφών την εβδομάδα, περίπου δύο γεύματα δηλαδή από αποφάγια. Η συσκευή αυτή θα μπορούσε να επιτφρέπει στον καθένα να παράγει τη δική του ζωική πρωτεΐνη. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η εύρεση ικανού αριθμού αυγών ή μικρών προνυμφών για την παραγωγή, μιας και οι μύγες αυτές δύσκολα αναπαράγονται σε εσωτερικό χώρο.
Όπως ο άνθρωπος μπορεί να φάει τις μύγες, έτσι και οι μύγες μπορούν να φάνε τον άνθρωπο, και όχι μόνο νεκρό. Μυίαση ονομάζεται η προσβολή ενός ζωντανού σπονδυλωτού ζώου από προνύμφες μύγας. Απ’ό,τι συμπέρανα ψάχνοντας, σχεδόν κάθε είδος σαπροφάγας μύγας μπορεί να παρασιτήσει στο ανθρώπινο σώμα, είτε σε νεκρωτικούς είτε σε ζωντανούς ιστούς υπό κατάληλες συνθήκες. Εκτός από τα λίγα υποχρεωτικά παρασιτικά είδη που παρασιτούν σε υγιή άτομα, συνήθως προσβολές από προνύμφες μύγας παθαίνουν άτομα με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα, π.χ. από aids, με νεκρωτικές πληγές, παραμελημένοι ηλικιωμένοι ή άτομα με παράλυση π.χ. από εγκεφαλικό επεισόδιο, άτομα με διανοητική αναπηρία, ταλαιπωρημένοι αλκοολικοί ή τοξικομανείς, κι άλλες ομάδες που δε μπορούν να φροντίσουν τον εαυτο΄τους. Αν και τα περισσότερα είδη των μυιάσεων είναι πτωματοφάγα ή τουλάχιστον ελκύονται περισσότερο προς το κρέας, σπανιότερα ακομα και η κοινή μύγα μπορεί να προσβάλει τον άνθρωπο, και ακόμα σπανιότερα η H. illucens. Έχω βρει μόνο δύο περιπτώσεις ψάχνοντας, η μία εντερικής μυίασης σ’ένα επτάχρονο κοριτσάκι από τη Μαλαισία και η άλλη δερματικής σε μια Αμερικανίδα που ταξίδεψε στην Αφρική. Συνήθως η μύγα γεννά τα αυγά της κοντά στο σημείο όπου εμφανίζονται οι προνύμφες, ή το άτομο καταπίνει αυγά τα οποία εκκολάπτονται στον πεπτικό σωλήνα, όπου πεθαίνουν από τα γαστρικά υγρά ή αναπτύσσονται περαιτέρω σε άτομα που από πρόβλημα υγείας δεν παράγουν αρκετά υγρά. Πολλά ζώα προσβάλλονται από μύγες επίσης, και σπάνια απ’το συγκεκριμένο είδος.
Η κατασκευή ενός κομποστοποιητή για την παραγωγή τέτοιων μυγών ως τροφή για ζώα ή και ανθρώπους δεν είναι δύσκολη. Εάν ωστόσο έχετε λίγα μικρά ζώα, όπως λίγα εντομοφάγα ερπετά ή πουλιά, ή μπορείτε να βρείτε προνύμφες σε ποσότητα σε χαμηλό κόστος, δεν αξίζει να τις εκθρέψετε, αφού οι προνύμφες διατηρούνται για πολύ καιρό. Για περισσότερα ζώα, ή αν η εύρεση των προνυμφών είναι δύσκολη, μπορείτε να φτιάξετε έναν κομποστοποιητή. Για ευκολότερη συγκομιδή και μικρότερες απώλειες από εντομοφάγα και αστάθμητους παράγοντες, ένας κλειστός κάδος ή δοχείο είναι καλύτερο από ένα σωρό κομποστοποίησης. Το δοχείο θα πρέπει να έχει τρύπες αερισμού και τρύπες ή ράμπες στα πλάγια που θα οδηγούν σε λεκάνες για την αυτόματη συλλογή των προνυμφών. Δεν είναι ανάγκη να είναι ανοιχ΄το, αφού οι μύγες θα εντοπίσουν ακόμα και μικρά ανοίγματα και θα γεννήσουν τα αυγά εκεί. Μία ειδική συσκευή, το Biopod, έχει σχεδιαστεί για την εύκολη καλλιέργεια της μύγας αυτής. Η κατασκευάστρια εταιρεία παρέχει από μικρές τέτοιες συσκευές οικιακής χρήσης έως μεγάλες για τη δημοτική διαχείριση των οργανικών απορριμμάτων. Ό,τι και αν είναι το δοχείο, θα πρέπι να γεμίσει με κατάλληλη για τις μύγες τροφή, όπως χαλασμένα φρούτα και λαχανικά, ή κοπριά ζώων. Αν και μπορούν να επεξεργαστούν ζωικά προϊόντα, δεν είναι τόσο καλές όπως εξειδικευμένα κρεατοφάγα είδη, και η υψηλή ποσότητα ζωικών προϊόντων θα προκαλέσει πρόβλημα. Το πιο δύσκολο κομμάτι στην επιτυχή εκτροφή των μυγών αυτών είναι το ξεκίνημα της αποικίας. Αν δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες μύγες στην περιοχή σας, θα πρέπει να τηνξεκινήσετε με αυγά ή προνύμφες, που μπορεί να είναι δυσεύρετα ή ακριβά στη μεγάλη ποσότητα που θα χρειαστείτε. Αλλιώς αργά ή γρήγορα θα έρθουν, αν κι αρχικά μπορεί ενοχλητικα είδη όπως η οικιακή μύγα ή οι πράσινες μύγες να επισκέπτονται τον κομποστοποιητή. Εφόσον όμως εδραιωθεί η αποικία, εκτός του ότι θ’αποκλείσει όλες τις υπόλοιπες μύγες, δε θα στερέψει ποτέ, αφού τα παραπροΪόντα της δραστηριότητας των προνυμφών λειτουργούν ως ελκτικά για τα ενήλικα θηλυκά. Μεγάλο μειονέκτημα των στρατιωτομυγών είναι ότι δε μπορούν να εκτραφούν πρακτικά σε εσωτερικό χώρο. Για τους περισσότερους που έχουν κάπου έξω να βάλουν το κουτί τους μπορεί να μην είναι αυτό πρόβλημα, αλλά για όσους μένουν σε μικρά σπίτια ή για τους κατοίκους βορειότερων χωρών που σπάνια έχουν μπαλκόνια, είναι πρόβλημα. Τα ζευγαρώματα σε κλειστούς χώρους σε τεχνητό φως είναι σπάνια, και η ωοαπόθεση ακόμα πιο σπάνια. Ο ελάχιστος χώρος όπου μπορεί να γίνει αναπαραγωγή είναι 99 λίτρα, ενώ Γερμανοί επιστήμονες πιο πρόσφατα κατόρθωσαν να τις αναπαραγάγουν σε χώρο 10 λίτρων. Όσες προσπάθειες αναπαραγωγής έγιναν υπό τεχνητο΄φωτισμό ή σε θερμοκήπιο στέφονταν συνήθως με αποτυχία. Σε μια μελέτη ωστόσο του 2010, Κινέζοι επιστήμονες κατόρθωσαν ν’αναπαραγάγουν τη μαύρη στρατιωτόμυγα με τη βοήθεια λαμπτήρων χαλαζια και ιωδίου 500 w. Μεγαλύτερη αναπαραγωγική δραστηριότητα σημειώθηκε σε ένταση φωτός 110 μ mol m2s, φάσματος μεταξύ 450-700 νανομέτρων, δηλαδή στη ζώνη του ορατού φωτός, ενώ κάποιον ρόλο ίσως παίζει και η υπεριώδης ακτινοβολία μεγάλου μήκους κύματος. Χομπίστες επίσης έχουν κατορθώσει ν’αναπαραγάγουν τη μύγα αυτήν σε εσωτερικό χώρο με λαμπτήρες φθορισμού υψηλής απόδοσης, παρόλα αυτά ο αριθμός των ζευγαριών είναι μικρός, εάν ο χώρος δεν είναι αρκετά μεγάλος.
Η μεγάλης κλίμακας χρήση της μύγας είναι ακόμα δυστυχώς σπάνια. Κομποστοποίηση μ’αυτό το είδος γίνεται κυρίως σε οικιακούς κήπους, μικρές φάρμες οργανικής καλιέργειας, και σπανιότερα σε μεγαλύτερες οργανικές φάρμες, κτηνοτροφικές μονάδες ή σε δημοτικά συστήματα διαχείρισης οργανικών απορριμμάτων. Επίσης προγράμματα προωθούν τη μύγα αυτή για παραγωγή ζωοτροφής από σκουπίδια σε υπανάπτυκτες χώρες, ώστε να μειωθούν τα κόστη των ζωοτροφών. Αν η μύγα αυτή χρησιμοποιούταν περισσότερο, ίσως θα είχαν λυθεί εν μέρει τουλάχιστον πολλα προβλήματα της διαχείρησης των απορριμμάτων. Στην Ελλάδα φυσικά η εκτροφή της μύγας αυτής είναι σχεδόν άγνωστη.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο στην αγγλιή Wikipedia για τη μύγα Hermetia illucens
πληροφορίες για τη μαύρη στρατιωτόμυγα
συγκεντρωμένη έρευνα για τις καλύτερες πρακτικές καλλιέργειας της H. illucens
το Biopod
Επιστημονικές έρευνες:
τα βακτήρια μεσολαβούν για την ωοαπόθεση της μαύρης στρατιωτόμυγας
η μαύρη στρατιωτόμυγα ως πιθανό μέτρο του μεταθανάτιου διαστήματος
το αποτέλεσμα του είδους των πόρων στην ανάπτυξη των προνυμφών της H. illucens
η ανάπτυξη της H. illucens μέσα στο βοβμίκιο
τα αποτελέσματα διαφόρων τύπων υποστρώματος στη νύμφωση της H. illucens
μία περίπτωση ανθρώπινης εντερικής μυίασης από H. illucens
ανθρώπινη δερματικής μυίαση από H. illucens
η πρώτη αναφορά για μύγες H. illucens σε ανθρώπινα πτώματα στην Ιβηρική Χερσόνησο
σωματαισθητική κωδικοποίηση της θέσης του κεφαλιού στη μαύρη στρατιωτόμυγα

Ενημέρωση 28/9/2016: Οι προνύμφες της μαύρης στρατιωτόμυγας είναι από τις καλύτερες τροφές για το γενειοφόρο μου δράκο. Τα υπόλοιπα ζώα της συλλογής μου, όπως το λοφιοφόρο και τα κηλιδωτά γκέκο, δεν τις συμπαθούν και τόσο, επειδή είναι σκληρές, και για αυτό σπάνια τους τις δίνω πλέον και συνήθως δεν τις τρώνε. Τα νεαρά κηλιδωτά γκέκο μάλιστα δε μπορούν να τις χωνέψουν και τις αφοδεύουν ολόκληρες. Αντίθετα ο δράκος, που είναι προσαρμοσμένος να σπάει σκληρές τροφές, της τρώει με μεγάλη ευκολία.