Category: Ελλάδα


Πηγή:
voria.gr

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΠΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΦΩΤΟ)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/09/2016, 09:27 | από Voria.gr

Η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» αποκαλύπτει επτά, εν πολλοίς αγνώστους, αρχαιολογικούς θησαυρούς που μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία της πόλης.
της Αλεξίας Καλαϊτζή
Θαμμένα κάτω από πολυκατοικίες, κρυμμένα σε υπόγεια ξενοδοχείων ή ακόμα και παρατημένα σε δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς καμία επιγραφή, βρίσκονται επτά αρχαιολογικοί θησαυροί που αποκαλύπτουν τη μακρά ιστορία της πόλης.

Τα πολύτιμα και σπάνια μνημεία, τα οποία μαρτυρούν το πέρασμα Ρωμαίων, Χριστιανών Μουσουλμάνων και Εβραίων από την πόλη και σηματοδοτούν την πορεία της Θεσσαλονίκης σε διάφορες χρονικές περιόδους, παραμένουν αφανή, ανεκμετάλλευτα και εν πολλοίς άγνωστα για την πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης.
Ένας οικισμός που χρονολογείται 8000 χρόνια πριν, ψήγματα ναών από την περίοδο της παλαιοχριστιανικής περιόδου, εβραϊκοί τάφοι αλλά και πολυτελή ρωμαϊκά λουτρά είναι κάποια από αυτά τα μνημεία, τα οποία άλλοτε ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια ανασκαφών και άλλοτε τυχαία κατά την ανοικοδόμηση κτιρίων, όπως αυτό της Νομικής του ΑΠΘ.
Στην ανάδειξη επτά τέτοιων μνημείων στοχεύει η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» που πραγματοποιείται στην πόλη από σήμερα 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 2 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Στη διάρκεια της δράσης, δίπλα στα επτά μνημεία θα υπάρχουν αφίσες με QR codes τα οποία θα μπορούν να «διαβαστούν» μέσω smartphones ή tablets και τα οποία θα περιέχουν πληροφορίες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ιστορία των αρχαιολογικών τόπων.

Παρά τη σημασία των περισσοτέρων αυτών, τα μνημεία διατηρήθηκαν σε υπόγεια και η πρόσβαση σε αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Δείτε ποιοι είναι οι αρχαιολογικοί αυτοί θησαυροί:
1. Βασιλική Αγίας Σοφίας
Όλοι γνωρίζουν το ναό της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Λίγοι όμως γνωρίζουν πώς κάτω από την εκκλησία που βρίσκεται τώρα σε αυτό το σημείο, προϋπήρχε ένας παλαιότερος ναός ο οποίος που μάλιστα ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον σημερινό. Πρόκειται για μια μεγάλη βασιλική, δηλαδή δημόσιο κτίριο που μετά τον 4ο αιώνα προσαρμόστηκε στις ανάγκες των Χριστιανών, μήκους 115 μέτρων και πλάτους 53, που αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες της παλαιοχριστιανικής περιόδου και χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ.  
Ενδιαφέρον έχει ότι ο μικρότερος σε μήκος σημερινός ναός της Αγίας Σοφίας έχει το ίδιο περίπου πλάτος με την παλαιότερη εκκλησία, και ακολουθεί τους παλαιότερους τοίχους. Στην ανασκαφή που έγινε το 1961 – 62 στην οδό Πρίγκηπος Νικολάου 1, τη σημερινή Αλ. Σβώλου, βρέθηκε μέρος της κόγχης του ιερού, καθώς και τμήματα των θρόνων των ιερέων.
Τα ευρήματα αν και ήταν εντυπωσιακά, διατηρούνται στο υπόγειο πολυκατοικίας. Ένα ακόμη τμήμα της διατηρείται στην αυλή της κρύπτης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η κρύπτη ήταν αρχικά ρωμαϊκό λουτρό («νυμφαίο») που μετατράπηκε σε βαπτιστήριο για τις ανάγκες της παλαιότερης εκκλησίας. Ένας από τους κίονες του βαπτιστηρίου διατηρείται στη θέση του μέχρι σήμερα.
2. Στήλη Όφεων Yilan Mermer
Η στήλη που στέκεται παραμελημένη και κακοπαθημένη στο πεζοδρόμιο στη συμβολή Αγ. Δημητρίου και Σουρή, έξω από τη ΔΕΗ προέρχεται από την εποχή της ‘Υστερης Αρχαιότητας (4ος – 6ος αι. μ. Χ.). Είναι το βάθρο κίονα που στήριζε τον ανδριάντα του αυτοκράτορα και βρισκόταν σχεδόν πάντοτε στην ίδια θέση από τη στιγμή που στήθηκε. Τέτοια μνημεία ήταν πολύ διαδεδομένα σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το συγκεκριμένο αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη στρατηγική σημασία της πόλης αυτή την περίοδο.
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου η στήλη ονομαζόταν “το μάρμαρο του φιδιού”, απηχώντας κάποια λαϊκή δοξασία. Σηματοδοτούσε δε μια πλατεία γνωστή ως “Πλατεία των Όφεων”. Μια σειρά από φωτογραφίες, κυρίως από τις αρχές του 20ού αιώνα, απεικονίζουν τη στήλη πάνω στο ψηλό βαθμιδωτό της κρηπίδωμα να λειτουργεί ως φανοστάτης και δίπλα της να σώζεται μια κρήνη.
Στα 1975 λόγω της διάνοιξης της οδού Αγίου Δημητρίου το μνημείο, μετά από σύντομη ανασκαφή, αποκολλήθηκε από την αρχική του θέση και τοποθετήθηκε πέντε μέτρα βορειότερα, στο σημείο που την συναντάμε και σήμερα.
3. Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης
Ο Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης, αν και αόρατος σήμερα, είναι περιβόητος για τη σφαγή 7000 Θεσσαλονικέων μετά από εντολή του Θεοδοσίου Α΄ το 390 μ. Χ.
Το οικοδόμημα είχε εντυπωσιακό μέγεθος: μήκος περίπου 450μ. και πλάτος 95μ. Χτίστηκε ως μέρος του Γαλεριανού συγκροτήματος και στο βόρειο καμπύλο τμήμα του σχηματίζονταν δώδεκα χώροι που πλαισίωναν την κεντρική είσοδο και χρησίμευαν για τη στάθμευση και εκκίνηση των αρμάτων. Η ανατολική πλευρά του Ιππόδρομου χρησιμοποιούσε το ανατολικό τείχος της πόλης για τη διαμόρφωση των κερκίδων ενώ στη δυτική πλευρά υπήρχε το θεωρείο του αυτοκράτορα. Η είσοδος για τους θεατές των αγώνων υπήρχε στη σφενδόνη, δηλαδή στο νότιο κυκλικό τμήμα του, στα όρια της σημερινής οδού Μητροπόλεως.
Ο στίβος του πρώην Ιππόδρομου με την πάροδο των χρόνων δεν καταλήφθηκε από κτίρια, αλλά μετατράπηκε σε μια μακρόστενη πλατεία που διατηρήθηκε έως τις μέρες μας και πήρε το όνομα του. Η κατασκευή του τοποθετείται στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, ενώ σύμφωνα με τις γραπτές πηγές συνέχισε να λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι τον 7ο αι. μ. Χ.
4. Νεολιθικός οικισμός στη ΔΕΘ
Είθισται η ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης να ξεκινά με την ίδρυσή της το 315 π. Χ. από τον Κάσσανδρο. Στην πραγματικότητα όμως η ιστορία της πόλης πηγαίνει αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν από αυτή την χρονολογία.
Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες για την πρώτη αυτή περίοδο είναι λίγες και σπάνιες και αποτελούνται κυρίως από τυχαία ευρήματα σωστικών ανασκαφών. Ένα τέτοιο τυχαίο εύρημα είναι και ο προϊστορικός οικισμός που εντοπίστηκε στο χώρο της ΔΕΘ το 1992-93 κατά την ανέγερση του Βελλίδειου συνεδριακού κέντρου, και ο οποίος χρονολογείται περίπου 8000 χρόνια πριν.
Σε μία έκταση περίπου 800 τετραγωνικών μέτρων οι αρχαιολόγοι εντόπισαν λάκκους σε διάφορα μεγέθη και σχήματα που χρησιμοποιούνταν ως χώροι για απορρίμματα, ως αποθήκες και ως ημιυπόγειες κατοικίες. Τα ευρήματα ήταν πήλινα αγγεία, εργαλεία από πέτρα και οστό, εργαλεία υφαντικής και κοσμήματα. Ο οικισμός αυτός είναι η αρχαιότερη γνωστή εγκατάσταση ανθρώπων στην περιοχή όπου, πολύ αργότερα, αναπτύχθηκε η πόλη της Θεσσαλονίκης.
5. Ρωμαϊκό λουτρό
Στη λεωφόρο Εγνατία στο ύψος της πλατείας Αντιγονιδών διατηρείται στο υπόγειο του ξενοδοχείου Mandrinο, τμήμα λουτρών των ρωμαϊκών χρόνων. Οι τοίχοι του σώζονται σε ύψος 0,80 μ., αλλά το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι το ψηφιδωτό δάπεδο της αίθουσας του.
Το ψηφιδωτό απεικονίζει παράσταση με τέθριππο αγωνιστικό άρμα ενώ στο μπροστινό μέρος της παράστασης του ψηφιδωτού υπάρχουν τρεις «πίνακες» που απεικονίζουν γυναικεία πορτρέτα. Το μνημείο φέρει ακόμα και μια επιγραφή, η οποία αναφέρεται στα Πύθια, δηλαδή στους αγώνες προς τιμή του Απόλλωνα, που άρχισαν να γίνονται στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ.
Τα ψηφιδωτά αποκολλήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης όπου και εκτίθενται. Χρονολογούνται στον 3ο αι. μ. Χ.
6. Cubiculum (ταφικό κτίσμα)
Στο χώρο ανάμεσα στο κτίριο Διοίκησης του ΑΠΘ και το κτίριο της Νομικής, διατηρείται ένα ιδιαίτερο ταφικό κτίσμα. Πρόκειται για ένα cubiculum. Στη μία του πλευρά είχε κτιστό υπόγειο δρόμο και σχημάτιζε στο εσωτερικό του θαλάμου του τρία αρκοσόλια, δηλαδή θέσεις για την τοποθέτηση σαρκοφάγων. Στους τοίχους του θαλάμου διασώθηκε ζωγραφική διακόσμηση.
Ο τάφος αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της θεμελίωσης του κτιρίου της Νομικής Σχολής τη δεκαετία του 1960. Λίγο δυτικότερα βρέθηκε και δεύτερο ταφικό κτίσμα το οποίο δεν είναι πλέον ορατό. Το μνημείο αυτό αποτελεί μέρος του Εβραϊκού νεκροταφείου της πρώτης κοινότητας των Εβραίων της πόλης. Στην μαρμάρινη πόρτα του υπήρχε μία χαραγμένη μια επιγραφή, η οποία ανέφερε: «Βενιαμής ω κε Δομέτιος» δηλαδή «Βενιαμής ο οποίος [λέγεται] και Δομέτιος».
Από την επιγραφή αυτή, συμπεραίνουν οι ειδικοί ότι όποιος ενταφιάστηκε εκεί ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας. Το μνημείο χρονολογείται στο πρώτο μισό του 4ου αι. μ.Χ.
7. Ναός Σέργιου Πραγαμά
Στην οδό Μπαλταδώρου 8, στο μικρό δρόμο στο κέντρο της πόλης, κρύβεται ένας ακόμα αρχαιολογικός θησαυρός: ο ναός του Σέργιου Πραγαμά. Ο ναός είναι υπόγειος σήμερα και εντοπίστηκε στα 1888 κατά την διάνοιξη φρεάτιου.
Πρόκειται για ένα μικρό λατρευτικό οικοδόμημα που ιδρύθηκε στη θέση Ρωμαϊκού λουτρού. Στον δεξί τοίχο διασώθηκε ψηφιδωτή επιγραφή που αναφέρει τον Σέργιο Πραγαμά. Ο ναός χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ. και αποτελεί ένα από τα πρώτα μνημεία αφιερωμένα στη χριστιανική λατρεία στην πόλη.
Αν και η Αρχαιολογική Υπηρεσία περιέλαβε το ναό στο χωροταξικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης, τελικά το 1970 χτίστηκε οικοδομή και ο ναός διατηρήθηκε σε αρκετά μεγάλο βάθος με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτόν να είναι δύσκολη.
 
«Νομίζω ότι οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν συγκεκριμένα μνημεία αλλά η βιωματική τους σχέση με τους αρχαιολογικούς τόπους της πόλης δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να είναι», δήλωσε στη Voria.gr ο επιστημονικά υπεύθυνος της δράσης και καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Κώστας Κωτσάκης. Στόχος της δράσης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας οι πολίτες να γνωρίσουν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της πόλης και να διαμορφώσουν μια έντονη, ζωντανή σχέση με αυτούς. «Η προστασία των μνημείων εξαρτάται από το ενδιαφέρον μας για αυτά. Αλλιώς μαραίνονται και πεθαίνουν, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους» πρόσθεσε ο καθηγητής.

Advertisements

Κάθε Αύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, συμβαίνει το εξής ανεξήγητο φαινόμενο. Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου, στην περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας της Λαγγουβάρδας εμφανίζονται φίδια, γι’αυτό και λέγεται και Παναγία Φιδούσα ή Φιδιώτισσα. Η εκκλησία είναι χτισμένη στο βάθος μιας κοιλάδας σε μια κατάφυτη ρεματιά, και τα φίδια εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή του καμπαναριού. Οι κάτοικοι της περιοχής κάθε χρόνο με φανάρια τα ψάχνουν, και τα φέρνουν στην εκκλησία. Αρχικά είναι λιγοστά, αλλά στην παραμονή του Δεκαπενταυγούστου πληθαίνουν αρκετά. Είναι γκρίζα, μέχρι περίπου ένα μέτρο, με σταυρό στο κεφάλι και στο άκρο της γλώσσας, σπινθηροβόλο βλέμμα και βελούδινο δέρμα. Τα φίδια, παρά το αβυσσαλέο μίσος που τρέφουν για τους ανθρώπους, είναι ήρεμα και πειθήνια, σαν αρνάκια. Σκαρφαλώνουν στα στασίδια, στις εικόνες, στο τέμπλο, στα ιερά σκεύη, κινούνται σε όλη την εκκλησία, ανεβαίνουν πάνω στους πιστούς και συχνά οι πιστοί τα πιάνουν και τα βάζουν πάνω τους, χωρίς κανένα πρόβλημα. Και μετά τις 15 του Αυγούστου, τα φίδια φεύγουν ή επιστρέφονται στις φωλιές τους, στις πέτρες του καμπαναριού. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, τόσο ξαφνικά εξαφανίζονται, και δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική εξήγηση γι’αυτό το γεγονός. Όσοι επιχείρησαν να βάλουν ένα τέτοιο φίδι σε μπουκάλι για να το κρατήσουν, αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος μετά τις 40 ημέρες, αν και οι βλαπτικές ενέργειες προς τα φίδια θεωρούνται μεγάλο κακό. Ακόμα και αμαξάδες που πάτησαν στο δρόμο τους τέτοια φίδια είδαν την Παναγία σε όνειρο, η οποία τους τα ζητούσε. Επιπλέον, Γερμανοί φυσιοδίφες που μελέτησαν αυτά τα φίδια δε μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα γνωστό είδος ή οικογένεια. Είναι πραγματικά κάτι το υπερκόσμιο, κάτι που μας θυμίζει τη συνεχή αγαθοεργή παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας. Βοήθειά μας.

Το θαύμα χάρη στο οποίο χτίστηκε η εκκλησία έγινε πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μια μέρα, οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου είδαν μια φωτιά ψηλά στο δάσος, και θορυβήθηκαν επειδή ανησύχησαν ότι θα εξελισσόταν σε πυρκαγιά που θα μπορούσε να κάψει το δάσος και το χωριό. Έτσι ανηφόρησαν προς το βουνό. Εκεί αντίκρισαν ένα ψηλό δέντρο, ένα σχίνο, όλο καμένο ως τη ρίζα, και στη ρίζα του ακουμπησμένη την εικόνα της Παναγιάς, εντελώς άθικτη από τις φλόγες. Συγκινημένοι οι κάτοικοι, αφού προσκύνησαν την εικόνα, την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, για να έχουν και οι υπόλοιποι την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως, και ενώ οι πιστοί πλήθαιναν, η εικόνα έλειπε. Την έψαξαν μήπως κάποιος την είχε κλέψει και βρισκόταν κάπου στο χωριό, αλλά τίποτα. Τελικά βρέθηκε στη ρίζα του καμένου δέντρου, από όπου μεταφέρθηκε ξανά στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Όμως η εικόνα πάντοτε εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν στη ρίζα του καμένου δέντρου, κι αυτό έγινε για τρισεκατομμύρια φορές. Τελικά οι κάτοικοι του χωριού θεώρησαν το γεγονός θέλημα της Παναγίας η εικόνα να βρίσκεται σε εκείνη τη θέση, κι έχτισαν εκκλησία κοντά στο σημείο, όπου τοποθέτησαν την εικόνα. Αργότερα στην περιοχή χτίστηκε γυναικεία μονή, τις οποίας οι μοναχές φρόντιζαν την εικόνα. Όταν μια φορά πειρατές απειλούσαν να λεηλατήσουν τη μονή, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην παναγία, και ευθύς η μονή ζώστηκε από φίδια, τρέποντας τους φοβισμένους πειρατές σε φυγή. Από τότε και κάθε χρόνο, τα φίδια εμφανίζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία, και προμηνύουν μια καλή χρονιά. Μόνο δυο φορές δεν εμφανίστηκαν, το 1940 και το 1956, χρονιές που το νησί πλήγηκε από σεισμούς, ενώ το 1940 επίσης η Ελλάδα δοκιμάστηκε από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Επίσης εμφανίστηκαν και το 1924, όταν ανέκυψε το ζήτημα της χρήσης του νέου ημερολογίου. Τα φίδια εμφανίστηκαν στις νέες ημερομηνίες, λύνοντας το θέμα. Περισσότερα για το φαινόμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Τι έγινε, ρε Μπόλκο, τρελάθηκες; Στράφηκες στον τοτεμισμό και δεν το ξέρουμε; Περιμένετε, μη βγάζετε τόσο γρήγορα συμπεράσματα! Σαφώς και δεν τρελάθηκα. Όλα τα παραπάνω μπορούν να χαρακτηριστούν με τον πιο ευγενικό τρόπο μυθεύματα ή μπαρούφες, και με το λιγότερο ευγενικό πίπες σκαλιστές ή κάτι χειρότερο.

Το μόνο πραγματικό απ’όλη την ιστορία είναι το φίδι, το οποίο φυσικά ανήκει σε πραγματικό και ευρέως διαδεδομένο είδος. Είναι το αγιόφιδο, με επιστημονική ονομασία Telescopus Fallax, διεθνώς γνωστό ως γατόφιδο (Cat snake). Και, παρά τους αντιευρωπαϊκούς ισχυρισμούς για το αντίθετο, το φίδι πρωτοπεριγράφηκε ως Tarbophis fallax από τον όλως τυχαίως Γερμανό Friedrich Ludvig Fleischman το 1831, και ταξινομείται στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae), στην οποία τα περισσότερα είδη φιδιών, και όλα τα ελληνικά εκτός από τις οχιές, το βόα της άμμου και τον τυφλίνο. Είναι κοινό είδος που απαντά σύμφωνα με το Herpetofauna.gr, σε σχεδόν όλη την Ελλάδα (Ηπειρωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Εύβοια, Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ρόδος, Σύμη, Σάμος, Ικαρία, Κάρπαθος, Κύθηρα, Αντικύθηρα, Μήλος, Πολύαιγος, Άνδρος, Σύρος, Τήνος, Μύκονος, Κέα, Σαντορίνη, Χριστιανή, Δήλος, Σέριφος, Κίμωλος, Πάρος, Αντίπαρος, Τούρλο, Αμοργός, Κάσος, Κάλυμνος, Κουφονήσι, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Αίγινα, Αγκίστρι, Σπέτσες, πιθανόν και σε άλλα νησιά). Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος (Telescopus fallax fallax), αλλά απαντούν και μερικά μικροενδημικά υποείδη: (Telescopus fallax intermedius στα Αντικύθηρα, T. f. multisquamatus στο Κουφονήσι της Κρήτης, T. f. palidus Στην Κρήτη, στη Γαύδο, στην Ελάσα, στην Χριστιανή, στη Σαντορίνη και στην Κάσο. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά επίσης στην Κύπρο, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη νότια Βουλγαρία, στην Κροατία, στην παράκτια Σλοβενία συμπεριλαμβανομένων και μερικών αδριατικών νησιών, στην Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στο Ιράκ, στο Ιράν, στη νότια Ρωσία στην περιοχή του Νταγκεστάν στον Καύκασο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν. Οπότε πρόκειται για ένα κοινό είδος. Το φίδι έχει μήκος περίπου ενός μέτρου, συχνά είναι μικρότερο, ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι τα 1,3 μέτρα. Το κεφάλι του είναι πιεσμένο με μάτια που έχουν κάθετες κόρες σαν της γάτας και σαν τις περισσότερες οχιές, οι οποίες διαστέλλονται σε στρογγυλό σχήμα σε συνθήκες χαμηλού φωτός. Το χρώμα του είναι μπεζ/γκρι/καστανό με σκούρες καφέ κηλίδες στη ράχη και μικρότερες στα πλευρά, ενώ οι γραμμές και οι κηλίδες στο κεφάλι του ίσως να μοιάζουν με σταυρό. Όσο για την άκρη της γλώσσας, είναι διχαλωτή όπως σε όλα τα φίδια. Όπως όλοι οι κολουβρίδες, το φίδι αυτό είναι ημερόβιο στις ψυχρότερες εποχές, και γίνεται νυκτόβιο σε θερμό καιρό. Ζει σε πετρώδη μέρη, σε φρύγανα, σε καλλιέργειες, αλλά και σε κήπους, τοίχους και ερείπια σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κυρίως εδαφόβιο είδος, αλλά έχει και αναρριχητικές ικανότητες. Η διατροφή του αποτελείτε κυρίως από σαύρες, αλλά τρώει και μικρά θηλαστικά και νεοσσούς πουλιών. Το όνομα του γένους του, τηλέσκοπος, το πήρε από την τάση του να σηκώνει το μπροστινό μέρος του σώματός του ψηλά για να παρακολουθήσει το περιβάλλον του. Παρά τη μεγάλη του εξάπλωση, θεωρείται κρυπτικό είδος που δύσκολα το συναντά κανείς. Το θηλυκό γεννά 5-9 αυγά που εκκολάπτονται στα μέσα Αυγούστου. Επιπλέον, το είδος είναι δηλητηριώδες. Δηλαδή οι χιλιάδες πιστών κρατούν εν αγνοία τους ένα δηλητηριώδες φίδι. Αυτή η περίπτωση είναι ένα καλό παράδειγμα της μη αναγκαίας συνύπαρξης του δηλητηρίου και του κινδύνου σε ένα φίδι, γιατί οι περισσότεροι πανικοβάλλονται μόλις ακούνε δηλητηριώδες. Όπως όλοι οι ιοβόλοι κολουβρίδες, είναι οπισθόγλυφο, δηλαδή φέρει τα ιοβόλα του δόντια στο πίσω μέρος της άνω γνάθου, και ως εκ τούτου η έγχυση δηλητηρίου στον άνθρωπο με ένα δάγκωμα είναι πολύ δύσκολη. Επίσης το σύστημα έγχυσης του δηλητηρίου είναι πολύ πρωτόγονο στα οπισθόγλυφα, με το φίδι να χρειάζεται αρκετά λεπτά μέχρι να εγχύσει ικανή ποσότητα δηλητηρίου, το οποίο άλλωστε είναι πολύ ασθενές στο συγκεκριμένο είδος, και πιθανότατα επηρεάζει ελάχιστα ή και καθόλου τον άνθρωπο. Αυτά τα φίδια δεν είναι συσφιγκτήρες, αλά πιάνουν το θήραμα με τα σαγόνια τους και προσπαθούν να το κατευθύνουν προς τα πίσω. Όταν το φτάσουν εκεί, το καρφώνουν με τα ιοβόλα δόντια τους και μόλις ακινητοποιηθεί το καταπίνουν. Αυτή η κρυφή παρουσία δηλητηρίου έδωσε στο φίδι το όνομα του είδους του, fallax, δηλαδή απατηλός στα λατινικά. Όταν αυτό το φίδι απειληθεί, μπορεί να κάνει επίδειξη απειλλής ή να συρίξει, αλλά πολύ σπάνια θα δαγκώσει. Περισσότερα για αυτό το φίδι μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ.

Και αυτό είναι ένα βίντεο με το φίδι στο φυσικό του περιβάλλον από το herpetofauna.gr.

Είναι επομένως ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια παράλογη θρησκευτική δοξασία με δυσοσμία απάτης από το παπαδαριό, όπως και με τα διάφορα άλλα θαύματα. Το φίδι, όχι μόνο δεν εμφανίζεται μόνο εκείνες τις μέρες, αλλά είναι ένα από τα κοινότερα φίδια της Ελλάδας κι άλλων περιοχών όπου ζει, αν και δυσεύρετο. Είναι ένας κοινός κολουβρίδης κι εκτός αυτού, είναι και δηλητηριώδες, αν και ακίνδυνο. Όσο για το σχήμα του σταυρού, παρειδωλία λέγεται η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί εικόνες με σημασία από ασαφή σχήματα, ιδίως σε αισθητηριακά δύσκολες συνθήκες, όπως στο ημίφως. Είναι πολύ εύκολο κάποιος πιστός υποσυνείδητα να δει στις γραμμές του κεφαλιού του φιδιού ένα σταυρό, ή μέσα στο ημίφως της εκκλησίας, με το συνεχές τρεμόπεγμα των κεριών, να δει τη διχαλωτή γλώσσα ως σταυρό. Και όσο για τη μη επιθετικότητα των φιδιών, αυτό δεν είναι κανένα θαύμα. Καταρχάς, τα φίδια δεν είναι εξορισμού επιθετικά. Πολλά είδη είναι αρκετά ήρεμα, ακόμα κι αν μόλις έχουν πιαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Και σίγουρα το έντονο στρες της σύλληψης, της μεταφοράς, του πολύ κόσμου και του λιβανιού αναμφίβολα θα κάμπτουν κάθε προσπάθεια άμυνας.

Και τώρα, ας πάμε να αναλύσουμε την ιστορία. Πρώτα όμως θα πρέπει να εξηγήσουμε τα ονόματα. Η Παναγία του Μαρκόπουλου λέγεται και Λαγγουβάρα ή Λαγγουβάρδα, που αναμφίβολα προέρχεται από τους Λογγοβάρδους ή Λομβαρδούς, γερμανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία τον 6ο αι. μ.Χ. Το νησί της Κεφαλονιάς είχε επαφές με τους Λογγοβάρδους σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τον 7ο αι. τα Επτάνησα, μαζί με την Ιταλία ανήκαν στο 11 θέμα του Βυζαντινού κράτους που ονομαζόταν θέμα της Λογγοβαρδίας. Οι διοικητές του νησιού τότε είχαν τον τίτλο «Στρατηγός Κεφαλληνίας και Λογγοβαρδίας». Επίσης, στο τέλος του 8ου αι., οι Λογγοββάρδοι έκαναν επιδρομή στην Κεφαλονιά και την κατέκτησαν. Ο απόηχος της επιρροής των Λομβαρδών παραμένει έως σήμερα, αφού το επώνυμο Λοβέρδος, κοινό στο νησί, είναι παραφθορά του Λομβαρδός. Τέλος η τρίτη ερμηνεία είναι και η πλέον ευφάνταστη, προϊόν νεοελληνικού χωριατισμού και ανώριμου βαλκανικού εθνικισμού, ο οποίος υποδηλώνει σωρεία συμπλεγμάτων κατωτερότητας. Στο Καθαρτήριο του Δάντη, ο γνωστός περιηγητής Μάρκο Πόλο περιγράφεται ως Λομβαρδός. Ορισμένοι Μαρκοπουλιώτες πιστεύουν ότι το Μαρκόπουλο ήταν η πατρίδα του Μάρκο Πόλο! Φυσικά το Μαρκόπουλο δεν έχει καμία σχέση με τον εξερευνητή, αφού, εκτός των άλλων, συνοικίστηκε μόλις το 1450 από Αλβανούς στρατιώτες όπως και τα γειτονικά χωριά, και ίσως έχει σχέση με το Μαρκόπουλο της Αττικής, ενώ από την άλλη ο Μάρκο Πόλο γεννήθηκε περίπου το 1254 στη Βενετία και πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1324 στην ίδια πόλη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Μάρκο Πόλο ήταν πατρινός, με το επίθετο Μαρκόπουλος! Στην πραγματικότητα το «Πόλο» σημαίνει Παύλος στα ενετικά και ουδεμία σχέση έχει με την κατάληξη «-όπουλος». Επειδή απλώς υπάρχει μια μικρή ασάφεια σχετικά με το πότε και πού ακριβώς γεννήθηκε, άρχισαν να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες. Είναι σχεδόν σίγουρο ωστόσο ότι γεννήθηκε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Θεωρώ την πρώτη ερμηνεία ως πιθανότερη, δηλαδή η περιοχή κι έπειτα η εκκλησία και η εικόνα να πήραν το όνομά τους από τότε που η Κεφαλονιά βρισκόταν στην ίδια διοικητική διαίρεση με τη Λομβαρδία κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Και τώρα ας πάμε στα καλύτερα, την ανάλυση του ίδιου του θαύματος. Όπως και σε πολλές θείες αποκαλύψεις, έτσι κι εδώ η φωτιά παίζει σημαίνοντα ρόλο. Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά έως σήμερα, δε σταμάτησε να την φοβάται. Δεν ήξερε ότι είναι απλώς η χημική αντίδραση του οξυγόνου με τα εύφλεκτα υλικά. Η φωτιά φανερωνόταν από τα αποτελέσματά της (φως, θερμότητα, καπνός, στάχτη), και είχε την τρομακτική δύναμη να κατακάψει τα πάντα, η ουσία της όμως ήταν άπιαστη και μη κατανοητή. Δεν ήταν κάτι το υλικό, κάτι το στερεό, κάτι του γνωστού φυσικού κόσμου. Είχε κάτι το υπερκόσμιο. Έτσι το πιο λογικό ήταν οι θείες αποκαλύψεις να συνοδεύονται με την παρουσία της φωτιάς, και συχνά αφύσικης φωτιάς, που είτε δεν καίει είτε καίει επιλεκτικά, όπως για παράδειγμα η Φλεγόμενη Βάτος που συνάντησε ο Μωυσής στην έρημο, μέσα από την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός. Έτσι κι εδώ, ο Θεός ή η Παναγία αποκαλύπτονται με φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το δεύτερο στοιχείο είναι κάτι το κοινότοπο στα θαύματα της Παναγίας σε εικονολατρικές εκδοχές του χριστιανισμού, άφησε την εικόνα της. Μια καινούργια, εντελώς άκαυτη εικόνα. Συνήθως όπου θέλει η Παναγία να της χτιστεί εκκλησία αφήνει και μια εικόνα, και δεν επιτρέπει αυτή να μετακινείται αλλού. Έτσι κι εδώ, μόλις πήγαν την εικόνα στο χωριό, αυτή μετέβη και πάλι στο σημείο που την βρήκαν. Και μόλις την κλείδωσαν, αυτή ξαναδιακτινιζόταν εκεί, άλλοι λένε για τρεις, άλλοι για… τρισεκατομμύρια φορές! Έπειτα, όπως συνήθως γίνεται, στο σημείο εκείνο χτίστηκε εκκλησία, και τοποθετήθηκε η εικόνα εκεί μέσα. Προφανώς η Παναγία θεώρησε την εκκλησία ασφαλέστερη και δε διαμαρτυρήθηκε για να ξαναπάει την εικόνα στο καμένο δέντρο. Έπειτα δίπλα χτίστηκε γυναικείο μοναστήρι, για το οποίο δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ. Όταν το απείλησαν οι πειρατές, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία κι αυτή, όπως πάντα, έκανε το θαύμα της, και έφερε φίδια να κυκλώσουν το μοναστήρι. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση άγαμων γυναικών με φίδια, μιας και τα φίδια είναι το κατεξοχήν αρσενικό ή φαλλικό σύμβολο στις αβρααμικές θρησκείες. Μπορεί να συμβολίζουν τους καταπιεσμένους πόθους των γυναικών. Σύμφωνα όμως με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Παναγία μεταμόρφωσε τις μοναχές σε φίδια για να τις σώσει, κι αυτές κρύφτηκαν στο καμπαναριό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το έθιμο ίσως όμως να έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, σε παλιά οφιολατρικά μυστήρια, και ύστερα μόνο να καλύφθηκε με στοιχεία χριστιανισμού. Είναι γνωστό ότι τα φίδια, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, πρωτοστατούσαν σε πολλές αρχαίες τελετές. Οφιολατρική θεωρείται ότι ήταν η προελληνική θρησκεία, και η μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία δανείστηκε κατά τόπους αρκετά τέτοια στοιχεία και έθιμα. Οφιολατρεία επίσης συναντούμε σε θρησκείες της Μέσης Ανατολής, σε αρχαίες Αιγυπτιακές τελετουργίες, σε ορισμένες γνωστικές σέχτες, στον ινδουισμό, στο βουδισμό, και σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Τα φίδια, με το ασυνήθιστο για ζώο σώμα τους και τον σχεδόν απόκοσμο τρόπο κίνησής τους, συχνά εντάσσονταν σε τέτοιες λατρείες, όπου είτε βρίσκονταν στον έλεγχο του ιεροφάντη, είτε στα χέρια και στο σώμα των πιστών, ή περιφέρονταν στο χώρο. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο παλιότερο τοπικό έθιμο που αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανισμό.

Σήμερα φυσικά ο κόσμος στην Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει με τόση θρησκοληψία τα φίδια, τα οποία έχουν γίνει πια μεγάλος πόλος έλξης τουριστών. Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι ακόμα έχουν την λανθασμένη εντύπωση ότι τα φίδια αυτά σχεδόν θαυματουργά εμφανίζονται εκείνες τις μέρες και μετά εξαφανίζονται, και ότι είναι ασυνήθιστα ήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι όλο το χρόνο εκεί, και αλλού. Απλώς μόνο τότε τα ψάχνουν.

Στις 7 Ιουλίου, επιστρέψαμε επιτυχώς από την ανάβασή μας στον Όλυμπο με το πρόγραμμα Όλοι μαζί ν’ανέβουμε λίγο ψηλότερα. Το πρόγραμμα αυτό δίνει την ευκαιρία στα άτομα με αναπηρία να ανέβουν στο υψηλότερο και ιερότερο βουνό της Ελλάδας. Για πολλούς της ομάδας αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία ανάβασης σε βουνό, αν και για εμένα και λίγους ακόμα όχι, επειδή είχαμε συμμετάσχει στην πρώτη ανάβαση με το πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2014. Τότε όπως και τώρα, το πρόγραμμα οργανώθηκε από την ομάδα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ που έκανε την εκπομπή Έκτη Αίσθηση, και η ανάβασή μας είχε γίνει ντοκιμαντέρ. Μετά από λίγο ψάξιμο, το βρήκα σπασμένο στα τρία παρακάτω βίντεο:



Το ντοκιμαντέρ της φετινής μας ανάβασης θα ολοκληρωθεί σε μερικούς μήνες, οπότε τότε θα ενημερώσω το άρθρο.

Αρχικά είχαμε λίγα προβλήματα υποστήριξης, επειδή φέτος δε ζητήσαμε τη στήριξη κάποιου ευρωπαϊκού προγράμματος, αλλά αναζητήσαμε εγχώριες λύσεις. Δυστυχώς όμως, μετά την κατάπτυστη δήλωση του προέδρου της Ορειβατικής Ομοσπονδίας ότι τα βουνά δεν είναι για τα ΑμεΑ, σιγά-σιγά όλοι οι φορείς άρχισαν να υπαναχωρούν, προειδοποιώντας μας για τους κινδύνους. Από το Δήμο Λιτοχώρου μέχρι τα τοπικά ξενοδοχεία οι πόρτες ήταν κλειστές, αλά πάραυτα καταφέραμε να βρούμε κάποια άκρη. Φυσικά όταν επιστρέψαμε όλοι έκαναν στροφή 180 μοιρών και υποσχέθηκαν ότι θα είναι στη διάθεσή μας για ό,τι χρειαστούμε στο μέλλον κλπ κλπ. Φέτος ήταν κανονισμένο να συμμετάσχουν περισσότερα άτομα και με διάφορες αναπηρίες, όπως κινητικές – ακόμα και άτομα σε αμαξίδια, που είχαν προμηθευτεί και ετοιμάσει ειδικό εξοπλισμό, -, ακοής κλπ, κι όχι μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης. Δυστυχώς οι περισσότερη κινητικά ανάπηροι ακύρωσαν τη συμμετοχή τους την τελευταία μέρα από φόβο βροχής, η οποία τελικά δεν ήρθε. Κρίμα, γιατί δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για κάποιον σε αμαξίδιο να ανέβει σε βουνό στην Ελλάδα. Ήμασταν μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης, ένας με πρόβλημα ακοής και μία με ελαφρύ κινητικό πρόβλημα, οι συνοδοί, η δημοσιογραφική ομάδα, και τέσσερα μέλη της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης, η οποία παρέστη στο πλευρό μας και πρόπερσι, για παν ενδεχόμενο. Συνολικά ήμασταν 38 άτομα.

Συναντηθήκαμε λοιπόν το πρωί της Τρίτης, 5 Ιουλίου, στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης. Γνωριστήκαμε με όλους στην ομάδα και ξεκινήσαμε στα λεωφορειάκια σε μια εύθυμη, αν και λίγο νυσταγμένη ατμόσφαιρα, μέχρι τα πριόνια, τα οποία βρίσκονται στα 1.000 μέτρα υψόμετρο στον Όλυμπο πάνω απ’το Λιτόχωρο. Εκεί τελειώνει ο δρόμος και αρχίζει το μονοπάτι. Αφού ετοιμαστήκαμε, ανεβήκαμε στα πέντε πρώτα πλατιά σκαλιά και μπήκαμε στο γνώριμο πια για μένα, γιατί θυμόμουν αρκετά μέρη του, μονοπάτι. Η διαδρομή μέχρι περίπου τα 2.000 μέτρα ήταν μόλις 6 χιλιόμετρα, αλλά το ανάγλυφο του βουνού, με τις διαφορετικές κλίσεις, τις στροφές, και τα διάφορα εμπόδια όπως πέτρες, ρίζες και κλαδιά, την έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη. Φτάσαμε στον προορισμό μας σε περίπου 5,5 ώρες, λίγο περισσότερο απ’ό,τι υπολογίζαμε, γιατί κάναμε λίγες στάσεις παραπάνω. Όπως και πέρυσι, καταλύσαμε στο καταφύγιο Πετρόστρουγκα, ένα μικρό, οργανωμένο και άνετο καταφύγιο με καλό φαγητό, σόμπα το βράδυ, αναπαυτικά κρεβάτια και σύνδεση στο Διαδίκτυο. Στη θέση που βρίσκεται το καταφύγιο αυτό δεν είναι σχεδόν καθόλου αυτάρκες. Εκτός από κάποια φωτοβολταϊκά που έχει για να καλύπτει μέρος της ανάγκης του σε ηλεκτρισμό και έναν κηπάκο με λίγα μικρά λαχανικά που είναι σαν να ζουν σε αρειανές συνθήκες, λαμβάνει όλα τα εφόδια και αποκομίζει τα απορρίμματα με μουλάρια, τα οποία συναντούσαμε συχνά πυκνά τόσο στην ανάβαση όσο και στην κατάβαση, αλλά και στη στάση μας εκεί. Και επειδή το νερό είναι λιγοστό, επειδή οι πηγές στον Όλυμπο είναι λίγες και άρα χρησιμοποιεί δεξαμενές για να αποθηκεύει το νερό της βροχής, τα ρούχα και τα υφασμάτινα πρέπει να πλένονται κάτω. Για τον ίδιο λόγο, η παροχή νερού στις βρύσες και στα καζανάκια ήταν τεχνητά μειωμένη, και δεν υπήρχε και η άνεση του μπάνιου. Τη μέρα λοιπόν που φτάσαμε, ξεκουραστήκαμε εκεί, χωρίς να προχωρήσουμε ψηλότερα. Άλλωστε το χρειαζόμασταν.

Την επόμενη μέρα επρόκειτο αρχικά να ανέβουμε ακόμα ψηλότερα, αλλά υπήρχε κίνδυνος καταιγίδας και σε εκείνα τα υψόμετρα δεν υπάρχουν και πολλά φυσικά αλεξικέραυνα για να μας σώσουν, οπότε αρκεστήκαμε σε μια μικρότερη διαδρομή, μέχρι τη σπηλιά του Ιθακήσιου. Ο Βασίλης Ιθακήσιος (1889-1977) ήταν μεγάλος Έλληνας ζωγράφος που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν τον ξέρει κανείς, παρόλο που τα έργα του είχαν μεγάλη απήχηση στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και το κανονικό του επίθετο ήταν Γεωργανάς, απλώς πήρε το καλλιτεχνικό του από τον παππού του, που καταγόταν από την Ιθάκη. Η οικογένειά του ήταν ναυπηγοί και ο πατέρας του σκόπευε να τον ωθήσει σ’αυτό το επάγγελμα, αλλά αυτός ασχολούταν από μικρός με την τέχνη, αφού είχε γνωρίσει αρκετούς ζωγράφους της Μυτιλήνης. Ταξίδεψε στη Σμύρνη και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ο πρόξενος της Ελλάδας στη Σμύρνη, που αργότερα πήρε μετάθεση στην Αμβέρσα του Βελγίου, είχε μαζί του σαν παιδαγωγό την αδερφή του Ιθακήσιου, η οποία του ζήτησε να δώσει μια ευκαιρία στον αδερφό της, έτσι ο πρόξενος τον προσκάλεσε στην Αμβέρσα για να γνωρίσει τη φλαμανδική τέχνη. Μετά επέστρεψε στη Μυτιλήνη, αλλά επειδή δεν υπήρχε πραγματικά καθόλου φιλότεχνο κοινό που θα εκτιμούσε τα έργα του, ξαναεγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου έζησε για 22 χρόνια. Εκεί ασχολήθηκε με όλα τα είδη της ζωγραφικής, κάνοντας συχνά εκθέσεις στο Φραγκομαχαλά, στη συνοικία δηλαδή των Δυτικοευρωπαίων, όπου τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, αναγκάστηκε κι αυτος να φύγιε ως πρόσφυγας με τους υπόλοιπους Έλληνες. Από τους 3.000 πίνακες που είχε ζωγραφίσει εκείνο το διάστημα, κατάφερε να σώσει μόνο λίγους. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου επαναδικτυώθηκε με παλιούς του γνωστούς από τα σπουδαστικά του χρόνια. Από τότε άρχισε να του σχηματίζεται η ιδέα να εγκαταλείψει τον κόσμο και να πάει να εγκατασταθεί σε κάποιο βουνό. Τελικά το 1928 ανέβηκε μαζί με τον Χρήστο Κάκαλο στον Όλυμπο, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πάτησε την ψηλότερη κορυφή του Μύτικα το 1913. Εκεί ο καλλιτέχνης βρήκε μια μικρή σπηλιά, την οποία ονόμασε Άντρο των Μουσών, όπου διέμενε τα καλοκαίρια από το 1928 έως το 1940. Την σπηλιά εφοδίασε μόνο με τα απαραίτητα, καθώς και με τα σύνεργα της ζωγραφικής. Λάμβανε τα αναλώσιμα με μουλάρια δύο φορές την εβδομάδα, ενώ συχνά δεχόταν επισκέψεις. Στο διάστημα που έμεινε εκεί, παρήγαγε τους πιο γνωστούς πίνακές του. Το 1938 τον κάλεσαν στην Αγγλία, όπου ζωγράφιζε για τη βασιλική αυλή. Ο θάνατός του είναι μια τραγική περίπτωση. Είχε φτάσει σε ηλικία 94 ετών και βρισκόταν έγκλειστος στο γηροκομείο, σε κακή υγεία, και τελευταία του ευχή ήταν να επισκεφθεί τον Όλυμπο. Η διεύθυνση του γηροκομείου επικοινώνησε με το ΓΕΣ, ώστε κάποιο ελικόπτερο που για υπηρεσιακούς λόγους θα περνούσε πάνω απ’τον Όλυμπο, να τον πέρναγε πάνω από τα μέρη του. Όμως ο γιατρός του γηροκομείου ακύρωσε το ταξίδι την τελευταία στιγμή. Το ίδιο βράδυ, ο Ιθακήσιος ντύθηκε τα ορειβατικά του, πήδηξε από το παράθυρο και τραυματίστηκε θανάσιμα, αν και ήταν ισόγειο. Και όπως λένε, το πνεύμα του πέταξε ελεύθερο για το βουνό που αγαπούσε. Οπότε, μην αγνοείται την τελευταία επιθυμία κανενός.

Έτσι λοιπόν κι εμείς, πεζοπορώντας για λίγη σχετική ώρα σ’ένα στενό μονοπάτι, φτάσαμε στη σπηλιά, όπου κάναμε στάση και βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες. Η ονομαστή αυτή σπηλιά είναι απλώς ένα ρηχό κοίλωμα στο βράχο, όπου μετά βίας χωράει κάποιος ξαπλωτός. ΟΙ άλλοτε ζωγραφισμένοι με τις Μούσες από τον Ιθακήσιο βράχοι πλέον είναι θαμποί και μαυρισμένοι από τις φωτιές, με λίγες μόνο αχνές γραμμές να υποδηλώνουν την άλλοτε παρουσία του μεγάλου καλλιτέχνη. Μετά την επίσκεψή μας, επιστρέψαμε από ένα λίγο περπατημένο μονοπάτι πάνω από το καταφύγιο στο ελικοδρόμιο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς στα 2.000 μέτρα, όπου ελικόπτερα καταφθάνουν σε επείγουσες περιπτώσεις. Εκεί συναντήσαμε και τα δύο δέντρα που μας έλειψαν από το 2014, το ένα, που λέγεται δέντρο του Δία, ψηλό αλλά καμένο από έναν κεραυνό και τώρα σαπισμένο, και το άλλο, που κατ’ευφημισμόν λέγεται δέντρο του Δία, με δύο σχηματισμούς σαν μπαλάκια στον κορμό του και ένα διαγώνιο κλαδί ακριβώς από πάνω. Λέγεται ότι η επίσκεψη σ’αυτό το δέντρο φέρνει τύχη στο γενετήσιο τομέα και όχι μόνο. Πριν φτάσουμε κοντά, μερικοί δεν είχαν αντιληφθεί το ξεκάθαρο σχήμα του δέντρου, ή απλώς δε θέλησαν να το αντιληφθούν. Μία συνοδός έλεγε ότι μοιάζει με δύο χελωνίτσες, μια άλλη με δύο παιδάκια που παίζουν. Τα δέντρα στο υψόμετρο αυτό είναι όλα ρόμπολα, ένα είδος πεύκου με επιστημονική ονομασία Pinus heildrichii, που φτάνει και τα 40 με΄τρα σε ύψος και επιβιώνει μέχρι και τους -50 βαθμούς. Κατά διαστήματα στις άκρες του μονοπατιού το χώμα ήταν σκαμμένο από τα αγριογούρουνα. Τελικά καταιγίδα δεν είχαμε, μόνο μη ενοχλητικό ψιλόβροχο ανά διαστήματα. Το βράδυ της ίδιας μέρας βγήκαμε έξω στο μπαλκονάκι του καταφυγίου να διασκεδάσουμε για την τελευταία μέρα, αλλά τότε μαινόταν καταιγίδα, που ήρθε από χαμηλότερα προς το μέρος μας. Προφανώς ο Δίας διαφωνούσε με τις δραστηριότητές μας.

Η Τρίτη και τελευταία μέρα ήταν και η πιο δύσκολη/κουραστική. Σ’αυτήν έπρεπε να κάνουμε αυτό το λίγο ψηλότερα για το οποίο ανεβήκαμε, και μετά είχαμε κατάβαση. Μια μειοψηφία που κουράστηκε έμεινε πίσω, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ανεβήκαμε μέχρι τις απαρχές τις αλπικής ζώνης στα 2.300 μέτρα. Το μονοπάτι δεν ήταν δυσκολότερο απ’ό,τι πριν. Καθώς προχωρούσαμε, τα δέντρα γίνονταν όλο και πιο ταλαιπωρημένα και στο τέλος λιγόστευαν υπερβολικά. Λίγο πιο πάνω από εκεί που σταματήσαμε, εξαφανίζονταν εντελώς, και το τοπίο κυριαρχούταν από βράχους και χαμηλή βλάστηση. Η βλάστηση σ’εκείνο το υψόμετρο και λίγο πιο κάτω είναι εντελώς διαφορετική απ’αυτήν σε χαμηλότερα υψόμετρα στην Ελλάδα, με χαλιά βρύων πάνω στους βράχους και στα δέντρα, μικροσκοπικές αλπικές φτέρες ανάμεσα στις σχισμές των βράχων, διάφορα μικρά αγριολούλουδα και φυσικά αρκετά αγρωστώδη του βουνού. Ζώα δε συναντήσαμε, πέρα από πολλά σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες και λίγα έντομα, ενώ ακούγονταν και λίγα πουλιά. Όπως μας είπαν, υπήρχαν και σαλαμάνδρες στο βουνό, μιας και αγαπούν τη δροσιά και τις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να τις βρεις, άρα δε συναντήσαμε καμία. Από μεγάλα ζώα, στο υψόμετρο αυτό κυκλοφορούν αγριόχοιροι και αγριοκάτσικα. Ολόκληρος ο Όλυμπος χαρακτηρίζεται εθνικός δρυμός πάνω από το ύψος των 1.000 μέτρων, άρα το κυνήγι και η βόσκηση απαγορεύονται. Η ονομασία του καταφυγίου «Πετρόστρουγκα» είναι κατάλοιπο από την εποχή που οι βοσκοί έφερναν τα ζώα τους να βοσκήσουν στα πράσινα οροπέδια της περιοχής. Μας έλεγαν για έναν μόνο γέρο βοσκό, ο οποίος ακόμα ανεβαίνει μέχρι το ύψος της Πετρόστρουγκας,, αλλά δεν έτυχε να τον συναντήσουμε. Αφού καθίσαμε λοιπόν στα 2.300 μέτρα με το γκρεμό μπροστά μας, αρχίσαμε την επίπονη κατάβαση. Και λέγοντας για γκρεμούς, θα πρέπει να αναφέρω ένα ενδιαφέρον και κάπως τρομακτικό φαινόμενο που μας ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή. Επειδή ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και ομιχλώδης, συχνά η ομίχλη γέμιζε τον αέρα και οι γκρεμοί έπαιρναν ένα γαλακτερό γαλάζιο χρώμα, που όμως με λίγο αεράκι μπορεί να διαλυόταν. Τώρα εάν βρισκόταν κάποιος με νοητική ομίχλη – λίγο ζαλισμένος, λίγο μεθυσμένος, λίγο μαστουρωμένος – μπροστά στο γκρεμό εκείνη τη στιγμή μπορεί να νόμιζε πως είναι μια ωραία παραλία και να βουτούσε μέσα. Γενικά ωστόσο, ο κίνδυνος να πέσουμε ήταν μικρός. Ο γκρεμός πάντοτε μας συντρόφευε στην πορεία μας, πότε από πιο κοντά και πότε από πιο μακριά, αλλά όπως λέω εγώ, πρέπει να θέλεις για να πέσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δε γίνονται ατυχήματα – περίπου 8-9 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο στον Όλυμπο, όπως μας πληροφόρησαν οι διασώστες, αλλά δεν είναι κάτι το τόσο συχνό. Πολλοί σκοτώνονται επειδή δεν ακολουθούν το μονοπάτι ή πέφτουν στην πολύ επικίνδυνη ρίζα του Μύτικα.

Η κατάβαση, όπως είπα, ήταν δυσκολότερη από την ανάβαση, αφού έπρεπε να λυγίζουμε συνεχώς τα πόδια μας και να προσέχουμε. Εκτός αυτού, προς το τέλος της διαδρομής είχαμε αρκετό ήλιο και ζέστη, ενώ έως τότε ο Δίας προνόησε και είχαμε συννεφιά και ευχάριστες θερμοκρασίες σε όλες τις διαδρομές μας, και όποτε είχε ήλιο, συνήθως κινούμασταν κάτω από τη δροσερή σκιά των δέντρων του δάσους. Ίσως να μην ήθελε να μας αφήσει να φύγουμε, παρόλο που του αποδώσαμε φόρο τιμής στο ιερό του δέντρο. Αφού λοιπόν πήραμε όλα μας τα πράγματα από το καταφύγιο, ξεκινήσαμε την κατάβαση κάνοντας λίγες στάσεις. Φτάσαμε κάτω σε περίπου 6 ώρες, χρόνο αρκετά μεγάλο, Άλλοι το κατεβαίνουν σε 4 ώρες, ενώ στην ίδια διαδρομή γίνονται αγώνες κατάβασης με ποδήλατα βουνού. Γίνονται επίσης και αγώνες πεζοπορίας. Εντωμεταξύ στη μέση της διαδρομής οι δύο από τους διασώστες έπρεπε να φύγουν, γιατί έλαβαν τηλεφώνημα για έναν μόνο γέρο που είχε χαθεί στον Ενιπέα. Τελικά τον βρήκαν να τους περιμένει σε κάτι βράχια, με μικρούς μόνο τραυματισμούς. Στον Ενιπέα είχα πάει πριν αρκετά χρόνια, οπότε στην πραγματικότητα έχω επισκεφθεί τον Όλυμπο τρεις και όχι δύο φορές, αν και δε μπορώ να πω ότι η διαδρομή του Ενιπέα, με το ως επί το πλείστον τεχνητό μονοπάτι, μπορεί να θεωρηθεί ορειβασία. Μετά πήγαμε στο Λιτόχωρο, όπου πήραμε τα μπλουζάκια μας με το όνομα της Συνεταιριστικής Τράπεζας Πιερίας φάτσα κάρτα, ενώ τα κανονικά μπλουζάκια έχουν το χορηγό από πίσω, φάγαμε και αμέσως μετά πήγαμε στο χώρο όπου είχε οργανωθεί εκδήλωση με χορευτικές ομάδες απ’όλη την Ελλάδα για μας. Η εκδλήλωση άνοιξε με τους τυμπανιστές από την Έδεσσα της ομάδας Κάρανος, και στη συνέχεια χόρεψαν ομάδες από το Λιτόχωρο, πελοποννησιακές, ρουμελιώτικες, ποντιακές, καππαδοκικές κλπ. Μείναμε μέχρι αργά, κι έπειτα γυρίσαμε με τα λεωφορειάκια στη Θεσσαλονίκη.

Οι γενικές μου εντυπώσεις ήταν πολύ καλές. Η ομάδα λειτούργησε άψογα, δεν υπήρχαν προβλήματα μεταξύ μας και το πιο σημαντικό, επετεύχθη ο σκοπός μας και πράγματι ανεβήκαμε λίγο ψηλότερα. Τον επόμενο χρόνο σχεδιάσαμε να ανέβουμε μέχρι τα 2.700 μέτρα, ως το επόμενο οργανωμένο καταφύγιο, και σε λίγα χρόνια ευελπιστούμε να πατήσουμε τον ιερό Μύτικα! Ίσως να σηκώσουμε και σημαία της αθλητικής ένωσης τυφλών Πυρσός εκεί. Όπως είπα και στη συνέντευξη, δεν είναι τυχαίο που λέμε κάτι δύσκολο πως είναι βουνό, γιατί αντικειμενικά το βουνό έχει τις δυσκολίες του. Όμως σε σχέση με το 2014, που μετά την ανάβαση πονούσα σε όλο μου το σώμα και δε μπορούσα ούτε να ξαπλώσω, φέτος ήμουν πολύ καλύτερα. Πιάστηκα μόνο λίγο στην κατάβαση, όπως και οι περισσότεροι. Ήμουν επίσης και καλύτερα προετοιμασμένος, με ορειβατικά παπούτσια και συνθετικές μπλούζες και κάλτσες που στεγνώνουν γρήγορα, άρα ακόμα κι αν ίδρωνα, μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης ήταν σαν να μην είχα ιδρώσει καν. Παρά τις οδηγίες των οργανωτών, δεν ήταν όμως όλοι προετοιμασμένοι, και γι’αυτό αντιμετώπιζαν μικροπροβλήματα όσοι δεν ήταν. Και όπως λένε και οι ορειβάτες, κάθε φορά που ανεβαίνεις στο βουνό παίρνεις κάτι, κι αυτήν τη φορά μάθαμε όλοι ότι πρέπει να κουβαλάμε λιγότερο βάρος στους σάκους μας. Αν και τον είχα ελαφρύτερο από πρόπερσι, πάλι είχα πράγματα μέσα που δε χρησιμοποίησα και με βάραιναν. Του χρόνου θα πάρω ακόμα λιγότερα. Τέλος θα πρέπει να ευχαριστήσω τη συνοδό μου Μαρία Δάνου, η οποία, παρόλο που δεν είχε ξανανέβει σε βουνό, δε δυσκολεύτηκε καθόλου και επίσης με συνόδευσε άριστα.

Ενημέρωση 28/9/2016: Εδώ είναι και το ντοκιμαντέρ που κάλυψε τη φετινή μας ανάβαση στον Όλυμπο, από την εκπομπή Έκτη Αίσθηση στη διαδικτυακή τηλεόραση της ΕΡΤ.

Πηγή:
Αντρώνι

Το γουρούνι και η συμβολή του στην οικιακή οικονομία

Γονική Κατηγορία:
Κατηγορία: Η κτηνοτροφία
Δημοσιεύθηκε : 15 Φεβρουάριος 2012
Δημιουργήθηκε : 15 Φεβρουάριος 2012
Εμφανίσεις: 2618
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+232

Ο χοίρος (κοιν. γουρούνι), είναι οικόσιτο θηλαστικό ζώο, που ανήκει στο γένος συς, στην οικογένεια συΐδες και στην τάξη αρτιοδάκτυλα. Είναι ζώο παμφάγο και πολύ γόνιμο. Από τα αρχαιότατα χρόνια πιστεύεται, ότι ο κατοικίδιος χοίρος (συς ο οικοδίαιτος, Sus scrofa domesticus), είναι απόγονος του αγριόχοιρου, τον οποίο εξημέρωσε ο άνθρωπος. Ζει σε όλα τα μέρη της γης και σήμερα εκτρέφεται μόνον και μόνον για το νοστιμότατο κρέας του.
Όλες οι φυλές των γουρουνιών, χαρακτηρίζονται γενικά από χοντροκαμωμένο και μονοκόμματο σώμα, κοντά πόδια και κωνικό κεφάλι, το οποίο καταλήγει σε μακρύ ή κοντό ρύγχος. Ο χοίρος, προσαρμόζεται σχεδόν μ’ όλες τις κλιματολογικές συνθήκες, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε εύκρατα κλίματα. Είναι ζώο παμφάγο και τρώγει σχεδόν όλες τις τροφές. Το πεπτικό του σύστημα, μπορεί να επεξεργαστεί οποιαδήποτε τροφή, λέγεται ότι το γουρούνι, τρώγει ότι και ο άνθρωπος. Αυτό θεωρείται ότι ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τους εκτροφείς χοίρων, διότι με αυτή την παμφαγία του, επιτυγχάνεται η μεγίστη απόδοσή του, σε κρέας και λίπος.
Το γουρούνι, τα πιο παλιά χρόνια, αποτελούσε ένα σημαντικό παράγοντα στην οικιακή οικονομία. Έκαστη οικογένεια, κάθε χρόνο έθρεφε ένα χοιρινό, για τις διατροφικές ανάγκες της και το ονόμαζε θρεφτάρι. Σε παλιότερες εποχές, όπου το κρέας ήταν είδος πολυτελείας, για τους χωρικούς, που το έτρωγαν μόνο τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες, τα πανηγύρια και το Πάσχα. Επειδή όμως, οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς φρόντιζαν για την εξασφάλιση και της ανάλογης ποσότητας κρέατος. Γι’ αυτό κάθε αγροτική οικογένεια, διατηρούσε ένα ή περισσότερα οικόσιτα γουρούνια.
Για ν’ αγοράσουν ένα γουρούνι αποκριάτικο για έχα, θεωρούσαν δύσκολη την διαλογή, διότι ήθελαν να είναι φαγανιάρικο να μην γκρινιάζει (ζουζουνίζει) και να μην τους ζηριάσει.
Συνήθως κατά παράδοση, έστελναν τον πιο χονδρό από την οικογένεια να διαλέξει το χοιρινό για να παχύνει. Έλεγαν, ότι όταν πήγαιναν για να το αγοράσουν, δεν μιλούσαν στον δρόμο για να γκρινιάζει το γουρούνι, επίσης δεν το αγοράζουν ποτέ Κυριακή, διότι το γουρούνι είναι βρώμικο ζώο. Πρώτη δουλειά όταν το πήγαιναν στο σπίτι, ήταν να το βάλουν να δρασκελίσει ένα σίδερο για να γίνει σιδερένιο και να μην αρρωστήσει ποτέ. Επίσης του έριχναν στο αυτί λίγο λάδι για να μεγαλώσει γρήγορα και μην ζηριάσει. Η νοικοκυρά που τα το τάγιζε, για να έρχεται το γουρούνι κοντά της την πρώτη ημέρα άλειφε τα παπούτσια της με πλύμα για να την μυρίζει το γουρούνι.
Από μικρό το εγκαθιστούσαν στα κουμάσια, έξω από τα χωριά και μακριά από το σπίτι, για ν’ αποφεύγουν την απαίσια μυρωδιά του. Η διατροφή του, γενικά επιτυγχάνονταν με διάφορα αποφάγια, με πίτουρα από την άλεση του σιταριού, καλαμπόκι, βελανίδια, άγρια χόρτα και τυρόγαλο. Όταν τραπάλωνε το αρσενικό χοιρινό, το ευνούχιζαν (μουνούχιζαν)[1], για να μεγαλώσει γρηγορότερα και να παχύνει περισσότερο. Όταν το γουρούνι δεν έτρωγε το φαγητό του και γκρίνιαζε συνεχώς το καυτηρίαζαν. Έπαιρναν ένα πυρωμένο σίδερο, του άνοιγαν το στόμα και τοποθετούσαν ένα ξύλο για να μείνει ανοικτό το στόμα του, και του καυτηρίαζαν τον ουρανίσκο. Αυτή η διαδικασία ήθελε κάποιον να γνωρίζει πως θα το καυτηριάσει. Ένα γουρούνι για να το σφάξουν έπρεπε να το εκτρέφουν περίπου ένα χρόνο. Τα περισσότερα τα έσφαζαν, όταν ζύγιζαν πάνω από εκατό οκάδες, συνήθως έφθαναν από 80 έως 150 οκάδες. Συνήθως τα έσφαζαν τις αποκριές, για το αποκριάτικο φαγητό και όχι μόνον. Μια οικογένεια βασιζόταν κυρίως στις μεγάλες διατροφικές παροχές, αλλά και στα υπόλοιπα προϊόντα που αποκόμιζε από το οικόσιτο χοιρινό.
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+229
Η χοιροσφαγή ήταν μια πανάρχαια ιδιαίτερη ιεροτελεστία. Στον παραδοσιακό πολιτισμό, οι εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας, ήσαν ενσωματωμένες στην αγροτική οικονομία. Η χοιροσφαγία από τους αρχαίους Έλληνες, μεταδόθηκε στους Ρωμαίους, και μετέπειτα στους Βυζαντινούς. Κατά την τουρκοκρατία,[2] οι Έλληνες διατήρησαν το έθιμο, όπου και διατηρήθηκε αναλλοίωτο έως και την δεκαετία του ’70, ενώ σε πολλά χωριά επικρατεί ακόμη. Συχνά ο λαός, αιτιολογεί με το δικό του τρόπο τα χοιροσφάγια, ενσωματώνοντας με το θείο δράμα στη δικιά του εμπειρία. Στη Θεσσαλία, τα Χριστούγεννα δεν σφάζουν τα γουρούνια γιατί, πάντα κατά την παράδοση, τα Χριστούγεννα, πήγαινε η Παναγιά με τον Ιωσήφ και τον Χριστό στην Αίγυπτο, για να μην σφάξει ο Ηρώδης τον Χριστό. Μπροστά πήγαινε η Παναγία με Ιωσήφ και πίσω τα γουρούνια και χαλούσαν τ’ αχνάρια.
Τα χοιροσφάγια έχουν θυσιαστικό χαρακτήρα και απηχούν αρχαίες εξιλαστήριες και καθαρτήριες θυσίες, που συνοδεύονται από μαγικές και δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως οι μαντείες. Οι Ρωμαίοι κατά την εορτή των Βρουμαλίων στο τέλος του έτους, θυσίαζαν χοίρους στον Θεό Κρόνο και τη Θεά Δήμητρα. Ο χοίρος αντιπροσώπευε την ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, επειδή με την αδηφαγία και το σκάψιμο[3] που πραγματοποιεί για να βρει την τροφή του, καταστρέφει τη βλάστηση, είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του.
Η χοιροσφαγία, συνήθως δε συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες σε όλη την Ελλάδα. Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν μερικές ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά. Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, την ημέρα μνήμης του Αγίου Στεφάνου. Όπου σφάζονταν πριν τα Χριστούγεννα, η γιορτή αυτή ονομαζόταν «γουρουνοστέφανος». Στην Πελοπόννησο σφάζονται κυρίως τις Αποκριές. Υπήρχαν όμως και αρκετές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο μετά τα Χριστούγεννα.
Η εθιμοτυπία της τελετής ήταν η ημέρα των «Χοιροσφαγίων» ή «γουρουνοχαράς» που ξεκινούσε πολύ πρωί με το άναμμα της φωτιάς για να γίνει το νερό πολύ καυτό με το οποίο θα μαδούσαν το γουρούνι. Οι χοιροσφάχτες, ήταν συνήθως ομάδες φίλων μεταξύ τους, που έσφαζαν το χοιρινό του καθενός. Για τη σφαγή ακολουθούνταν ιδιαίτερη εθιμοτυπία. Για παράδειγμα το σφάξιμο γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και θύτης ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Μόλις το έσφαζαν, τοποθετούσαν στο στόμα του σφαγίου ένα λεμόνι και το λιβάνιζαν, για να πάρει μυρωδιά το κρέας, με τις βαθιές ανάσες που παίρνει, μέχρι να ξεψυχήσει, και το σκέπαζαν μ’ ένα τσουβάλι για να φύγει το κακό σπυρί, που τυχόν να είχαν επάνω τους. Με το αίμα του ζώου, σχημάτιζαν σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών για τον πονοκέφαλο. Το ρύγχος (καραμούντζα)[4] του χοίρου, το κάρφωναν στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα για να διώχνει τα κακά πνεύματα και τα καλικαντζαράκια. Εξέταζαν δε προσεκτικά την σπλήνα και το συκώτι του και μάντευαν το μέλλον της οικογένειας.
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+063+(…
Οι χοιροσφάχτες σύμφωνα με το εθιμοτυπικό, έτρωγαν τον πρώτο μεζέ, που ήταν ο καρύντζαφλος ή καρούτζος (ο λάρυγγας του γουρουνιού στο σημείο που είχε γίνει η τομή του σφαξίματος). Ήταν ο πρώτος μεζές, που ψήνονταν, για να πιούν ένα ποτήρι κρασί και συνάμα να ευχηθούν, χρόνια πολλά, καλοφάγωτο και του χρόνου με υγεία να ξαναφτιάξουν ίδιο και μεγαλύτερο χοιρινό. Ενώ πολλές φορές, ο μεζές αυτός, ψηνόταν στα κάρβουνα, το χοιρινό καίτοι σφαγμένο, σηκωνόταν και γεμάτο αίματα έτρεχε για λίγο, έως που ξεψυχούσε και έπεφτε.
Μετά το ξεψύχισμα του σφαγίου, το μαδάγανε με καφτό νερό. Σκέπαζαν το σφάγιο με ένα σακί και επάνω του έριχναν καφτό νερό και όταν έπαιρνε, δηλαδή ήταν έτοιμο, τότε το μαδάγανε τρίβοντας το με το σακί ή με διάφορα αιχμηρά αντικείμενα. Με τα το μάδημα άρχιζε το ξεβράκωμα, δηλαδή άρχιζαν να το γδέρνουν από τα πισινά πόδια μέχρι να φθάσουν στην ουρά του. Στην συνέχεια έκοβαν τα πόδια στα γόνατα, τρυπούσαν τις κλιτσινάρες των πισινών ποδιών, του περνούσαν ένα ξύλο χονδρό σαν ξιναροστύλιαρο και το κρεμούσαν, συνήθως από κάποιο δένδρο ή κάποιο μπαλκόνι ανώγειας οικίας, για να μπορεί ο σφάχτης να το ξετομαριάσει. Αρχικά έκοβαν την ουρά, την οποία την χρησιμοποιούσαν για την μεταμφίεση στις αποκριές. Έραβαν δυο ουρές χοιρινών επάνω στην σκούφια τους, όταν ήθελαν να παραστήσουν τον διάβολο με ευλύγιστα κέρατα.
Μόλις τελείωνε το γδάρσιμο, σειρά είχε το ξεκοίλιασμα. Προσεκτικά ο σφάχτης, άνοιγε την κοιλιά του και έβγαζε όλα τα ζωτικά όργανα του ζώου. Ο άνθρωπος, όλα τα ζωτικά όργανα του ζώου, μετά από την ανάλογη επεξεργασία, τα έτρωγε. Δεν τρωγόταν η ουροδόχος κύστη (φούσκα), όμως την χρησιμοποιούσαν μετά από ειδική κατεργασία[5] για τόπι, για καπνοσακούλα, σακούλι για ν’ αποθηκεύουν σπόρους (ντομάτα, αγγούρι, λάχανα, πιπεριά, κρεμμύδι κ.ά. επίσης την χρησιμοποιούσαν και για πουγκί. Μετά την φούσκα έβγαζαν την γουρουνοπυτιά, στην συνέχεια την έβαζαν σε ένα πιάτο και την έκοβαν κομματάκια. Στην συνέχεια της έριχναν ξύδι, λάδι, σκόρδο, αλάτι και ούζο και την τοποθετούσαν στον ήλιο για ν’ αποξηρανθεί. Μετά την κρεμούσαν στο τζάκι στην καπνιά και την χρησιμοποιούσαν όταν έπηζαν τυρί.
%CE%94%CE%95%CE%A1%CE%9C%CE%91…
Μετά την πυτιά βγάζουν την χολή, την οποία την ξεκολλάνε προσεκτικά για να μην χυθεί. Το υγρό της χολή το χρησιμοποιούσαν σαν γιατροσόφι για να διώχνουν τις ψείρες. «Παίρνουμε ένα κουταλάκι του γλυκού από την χολή του γουρουνιού, την ανακατεύουμε μ’ ένα κρασοπότηρο κρασί και αλείφουμε το κεφάλι. Οι ψείρες αμέσως θα ψοφήσουν ή θα εξαφανισθούν». Επίσης το υγρό της χολής το χρησιμοποιούσαν να ποτίζουν τις έγκυες φοράδες για να μην απορρίξουν. Αν το γουρούνι ήταν μαύρο χωρίς κανένα σημάδι απ’ άλλο χρώμα (ασήμαδο) με την χολή του έφτιαχναν τα φυλαχτάρια των ζώων.
Στην συνέχεια έβγαζαν αν ήταν αρσενικό τους όρχεις (αμελέτητα) και τα έψηναν στα κάρβουνα, για αρκετούς είναι ένας πολύ καλός μεζές. Μετά από τους όρχεις έβγαζαν τον κωλιά (κωλάντερο), αυτό το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή του μπεκρή- μεζέ το περιβόητο σπληνάντερο, μαζί με την σπλήνα και την καρδιά του σφάγιου.
Το συκώτι, το πνευμόνι και τα νεφρά, τα έτρωγαν με διαφόρους τρόπους. Τα έντερα τα έφτιαχναν λουκάνικα και οματιά. Τα ποδόνυχα, την πατσά, την ουρά, τα αυτιά και το κεφάλι τα έφτιαχναν πηχτή[6]. Τα μάγουλα, ή μούκουλα τα έψηναν στα κάρβουνα ή στον φούρνο. Μόλις τελείωνε και το ξεκοίλιασμα, ο σφάκτης έβγαζε και τα βασιλικά (ξύγκι από τα πλευρά του χοιρινού). Αυτό το ξύγκι το κρατούσαν και το χρησιμοποιούσαν σαν λιπαντικό, στις αρβύλες, τσαρούχια, κ.ά.
Με το δέρμα του, επειδή ήταν πολύ σκληρό, έφτιαχναν τα γουρουνοτσάρουχα, ή το έβαζαν επάνω από τα σαμάρια, μεταξύ στρώματος και ξύλου, για να μην περνάει το νερό, ενώ με τις τρίχες του έφτιαχναν βούρτσες. Όταν δεν έγδερναν το χοιρινό, το μαδάγανε με καφτό νερό. Από το δέρμα του έφτιαχναν τις τσιγαρίδες. Το δε κρέας με μια κοπιαστική διαδικασία παρασκεύαζαν τα λουκάνικα, τα απάκια, το σύγκλινο, ή παστό, τη λόζα, τη γλίνα, κ.ά.
Το πάστωμα γινόταν με σκοπό για να κρατήσουν το κρέας αρκετό χρόνο, επίσης μετά το πάστωμα, δεν χρειαζόταν να μαγειρευτεί για να καταναλωθεί, ήδη ήταν ένα έτοιμο φαγητό. Το παστωμένο κρέας το τοποθετούσαν σε λαγήνια[7]. Με το λίπος που απόμενε στο τομάρι όταν το έγδερναν μετά από μια ειδική διαδικασία παρασκεύαζαν σαπούνι.
Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΠΗΝΕΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ
Κάποτε λέγεται, ότι ένας πάμφτωχος, σε χωριό της Πηνείας, όμως ήταν πολύ υπερήφανος και δεν ανεχόταν την φτώχεια του. Όταν έσφαξε το θρεφτάρι χοιρινό του τις απόκριες, κράτησε τα βασιλικά του. Και κάθε βράδυ έκοβε ένα κομματάκι από δαύτα και το έριχνε στα κάρβουνα του τζακιού του, που έκαιγε όλο τον Χειμώνα. Η τσίκνα, που έβγαινε κάθε βράδυ, ανησύχησε όχι μόνον την γειτονιά, αλλά και ολόκληρο το χωριό. Αναρωτιόντουσαν όλοι, πως είναι δυνατόν, ένας φτωχός άνθρωπος, κάθε βράδυ να τσικνίζει. Από τα πολλά, μια ημέρα δυο γείτονες περίεργοι, δεν άντεξαν στον πειρασμό και αποφάσισαν να μπούνε στο κονάκι του, για να εξακριβώσουνε τι συνέβαινε με τον φτωχό. Μόλις κτύπησαν την πόρτα, εκείνος έτρωγε με την οικογένειά του, τότε ζήτησε από την γυναίκα του, τσάκα- τσάκα, να μαζέψει το τραπέζι και τους είπε να πουν ότι τρώγανε ψητό χοιρινό στα κάρβουνα.
Μόλις, οι περίεργοι γείτονες, μπήκανε στο σπίτι, τελείωνε το μάζεμα του τραπεζιού η νοικοκυρά.
– Καλησπέρα σας
– Καλησπέρα γειτόνοι. Άτυχοι είστε ορέ! Τους λέγει. Μόλις αποκιώσαμε το φαΐ και δεν απόμεινε ούτε κόκαλο, βλέπεται έχω τρανή λυκουνιά, αλλά ας πιούμε ένα κρασάκι, μιας και διαβήκατε στο πορτόξυλό μου.
– Καλάάά! Καλάάά! Του λέγει ο ένας γείτονας. Πως διάβολο γίνεται και κάθε βράδυ τσικνίζεις; Μας τσάκισες τα ρουθούνια με ευτούνες τις τσίκνες κάθε βράδυ ρε γείτονα και μας κάνεις και τρέχουνε τα σάλια μας απ’ την λιγούρα.
– Ας είναι καλά τα βασιλικά κρέατα γείτονες. Ο Θεός είναι μεγάλος και με χορταίνει κρέας, κάθε ημέρα. Ας είναι καλά τα βασιλικά κρέατα.
Οι γείτονες δεν κατάλαβαν τίποτα, ήπιαν το κρασάκι τους και αποχώρησαν, προσπαθώντας να λύσουν τον γρίφο, του πονηρού Πηνειώτη.
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+049+(…
Παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις, όσον αφορά τα γουρούνια.
-Αγόρασε γουρούνι στο σακί δεμένο.
-Άλλο γείτονας χήρος και άλλο γείτονας γουρούνι.
-Αν είχε ο χοίρος διάκριση δεν θα παραπάχαινε.
-Άνδρα γουρούνι γάιδαρο, τι να πρώτο κλάψω.
-Αργά η γουρούνα, πιλάλα τα γουρνόπουλα, το βράδυ μαζί φθάνουν στο κουμάσι.
-Αστράφτει στη παλιοβούνα, βγάλε από το λαγκάδι τα γουρούνια. 
-Για το κομμάτι το παστό λέμε το χοίρο αφέντη.
-Γουρούνι είναι ο στρατηγός κι ο λοχαγός κουμάσι.
-Γουρούνι καπελιώτικο, από κουμάσι δεν ξέρει.
-Γουρούνι στο σακί, φτού να μην αβασκαθεί.
-Γουρούνι φαγανιάρικο, μεγάλο κώλο έχει.
-Γουρούνια παλεύουν, βροχή θα ‘χουμε.
-Γουρουνίσια υπόληψη σε άρχοντα θα βρεις.
-Είσαι για να φυλάς γουρούνια.
-Έπεσαν τα άστρα του ουρανού και τα έφαγαν οι χοίροι.
-Ζει σαν γουρούνι.
-Η γριά δεν είχε διάβολο και αγόρασε γουρούνι.
-Και ο βασιλιάς έχει και αυτός τα γουρούνια του.
-Κάθε κονάκι έχει και το γουρούνι του.
-Καλό για καλό το γουρούνι, μα μας βγήκε χαλαζιάρικο.
-Κάπελη δίχως βελάνι, το γουρούνι δεν κάνει στάνη.
-Καπελιώτικο γουρούνι, καπελιώτικη μουτσούνα έχει.
-Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσα, πάει πέρασε η μέρα.
-Με τα πίτουρα ανακατώνεσαι, τα γουρούνια σε τρώνε.
-Μισοτιμής τα αγόρασες, γουρούνι θα τα φάγει.
-Μόνο στη Ρετούνη, τρώνε οι Τούρκοι το γουρούνι.
-Ο κάμπος θρέφει άλογα κι η κάπελη γουρούνια.
-Ο χοίρος την λάσπη κυνηγάει.
-Όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν.
-Όλοι οι χοίροι μια γενιά κι έχουν γουρούνι μπάρμπα.
-Όλοι πετσί και κόκαλο και ο άρχοντας γουρούνι.
-Όποιος γεννιέται γουρούνι, σίγουρα γουρούνι πεθαίνει.
-Όπου θα πρωτοκοιμηθεί το γουρούνι εκεί θα ξανάρθει.
-Όσο πλένεις το γουρούνι τόσο βρωμάει.
-Ότι δεν τρώγεται στο σπίτι το τρώει το γουρούνι.
-Πρώτο θρεφτάρι του χωριού το γουρούνι του μυλωνά.
-Σαπουνίζοντας γουρούνι, χάνεις κόπο και σαπούνι.
-Τα γουρούνια βρωμίζουν τα κουμάσια και όχι τα κουμάσια τα γουρούνια.
-Τα γουρουνόπουλα πιλάλα κι η γουρούνα αγάλι- αγάλι ίσα πάνε στο κουμάσι το δείλι.
-Τα κουδούνια βαράνε τα γουρούνια βρωμάνε.
-Το γουρούνι αν το λούσεις την αλισίβα σου θα χάσεις.
-Το γουρούνι πρόβατο δεν γίνεται.
-Το γουρούνι στη λάσπη αναπαύεται.
– Το γουρούνι στο λιοπύρι δεν χορεύει.
-Το γουρούνι τα μοσχοκάρυδα και τα βελανίδια το ίδιο τα βλέπει.
-Το γουρούνι το κράζουν για μαχτό και ’κείνο πάει για σκατό.
-Το καθαρό γουρούνι δεν θρέφεται.
-Το καλό το μήλο το γουρούνι το τρώγει.
-Το πρόβατο γουρούνι δεν γίνεται.
-Του χοίρου το μαλλί, δεν γίνεται μετάξι.
-Τρώγει ο χοίρος τα ξυράφια μα στο βγάλσιμο τα βρίσκει
-Τρώει σαν το γουρούνι.
-Χορτάτο γουρούνι, τη γης δεν σκάβει.
-Χωρίς ξύλα και γουρούνι, χειμώνα δεν βγάνεις.
Λέξεις που αναφέρονται στον Χοίρο.
Ανεσμίδι, = μικρό γουρνόπουλο, ηλικίας δύο- τριών μηνών περίπου.
Γόρτσα, η = η πέτσα (δέρμα ) του γουρουνιού.
Γουβράει, = εννοούσαν όταν ζητούσε η γουρούνα και έπρεπε να ζευγαρώσει και έλεγαν: «Γουβράει η γουρούνα, φαίνεται να θέλει καπρί». 
Γουρνάλλειμα, το = το λειωμένο λίπος του χοιρινού.
Γουρνοκούμασο, κουμάσι, το = το σπίτι του γουρουνιού.
Γουρνόλασπη, η = η λάσπη (γρούσπη), που παράγεται από το γουρούνι όταν είναι δεμένο στο χώμα.
Γουρουνίτσα, η = το παιχνίδι που παίζεται με ραβδιά και γαλοκούτι.
Γουρνοτσάρουχο, το = πρόχειρο παπούτσι από δέρμα χοίρου.
Γουρουνόβρυση ή Γουρνόβρυση, η = πηγή και τοποθεσία στην Κάπελη, ανήκει στο χωριό Άγναντα Ηλείας.
Γουρουνομύτης, ο = έτσι ονόμαζαν, όποιον έχωνε την μύτη του παντού, ή είχε μεγάλη μύτη.
Γουρουνόσταβλος, ο = χωριό της Μαγνησίας.
Γουρουνόψαρο, το = είδος ψαριού.
Καπρί, το = το χοιρινό που το είχαν για ζευγάρωμα (επιβήτορα).
Καραμούντζα, η = έτσι έλεγαν τα καπελίσια γουρούνια, επειδή είχαν μεγάλη στενόμακρη μουτσούνα.
Καγιανάς, ο = πρόχειρο φαγητό με τσιγαρίδες ή παστό χοιρινό με γδαρτά αυγά.
Οματιά, η = φαγητό με τα έντερα του χοίρου.
Σκαντζόχοιρος, ο = ο ακανθόχοιρος.
Τσιγαρίδα, η = μικρό κομμάτι από χοιρινό κρέας, που έμεινε άλιωτο στο βράσιμο, κατά την διαδικασία εξαγωγής του λίπους. Ρίχνεται στον τραχανά, ή στο καγιανά με γδαρτά αυγά.
Φέρτσα, η = λουρίδα του δέρματος από το χοιρινό. (φρ. «Τον έβγαλε φέρτσες- φέρτσες»).
Χοιροβοσκός, ο = αυτός που βόσκει χοίρους.
Χοιροβότανο, το = χοιρόχορτο, το φυτό πικρίδα ή πικρόχορτο.
Χοιρομέρι, το = το μπούτι του χοιρινού.
Χοιρόψωμο, το = είδος ψωμιού με βάση λίπος από χοίρο.

[1] Η διαδικασία του ευνουχισμού ήταν απλή, αλλά γινόταν από ανθρώπους που γνώριζαν καλά αυτή την διαδικασία, δηλαδή να έχουν ανατομικές γνώσεις. Έπιαναν το χοιρίδιο, το κρατούσαν από τα πόδια σταθερά και ο μουνουχιστής μ’ ένα ξυράφι του έκανε μια τομή στους όρχεις και τους πίεζε με τα δυο του χέρια και έβγαιναν από το δέρμα. Έπειτα τα έκοβε τους αδένες και αφού έριχνε στην τομή λίγη γαλαζόπετρα ή οινόπνευμα το έραβε. Τους δε όρχεις του ευνουχισμένου χοιριδίου, τους τρώγανε τηγανιτούς.
[2] Κατά την τουρκοκρατία, οι Τούρκοι ζήλευαν αυτά τα ωραία έθιμα των Ελλήνων. Αν και τους απαγόρευε το κοράνι να φάνε χοιρινό, τις αποκριές παράβλεπαν τους νόμους τους και αρκετοί τρύπωναν σε φιλικά Χριστιανικά σπίτια και έτρωγαν και γλεντούσαν μαζί με τους Έλληνες. Αυτούς τους Τούρκους που έτρωγαν χοιρινό οι Έλληνες τους ονόμαζαν «γουρνομύτες».
[3] Το γουρούνι σκάβει πάντοτε με την μύτη του, ψάχνοντας για σκουλήκια, ρίζες και καρπούς. Παλιά όταν ήσαν μικρά ακόμη, τους τρυπούσαν την μύτη και περνούσαν ένα σύρμα, τοιουτοτρόπως όταν άρχιζαν να σκάβουν, τα ενοχλούσε και έτσι σταματούσανε την απόπειρα να συνεχίσουν να σκάβουν.
[4] Καραμούντζα, έλεγαν τα ντόπια γουρούνια της Κάπελης, επειδή είχαν στενόμακρη και μεγάλη μύτη. Νομίζω ότι αυτή η ράτσα, (χοίροι που ανήκουν στην αρχαία Μαύρη Ελληνική Φυλή), σήμερα έχει αφανισθεί, ή έχει εξαλειφθεί με τις εμπορεύσιμες διασταυρώσεις που έχουν πραγματοποιήσει κατά καιρούς και ιδίως τα τελευταία χρόνια οι ιδιοκτήτες χοίρων. Πάντως αυτή η ράτσα, ήταν μαύρο μα πολύ σκληρό τρίχωμα και είχε πολύ νόστιμο κρέας.
[5] Μόλις έβγαζαν την φούσκα από το σφάγιο, την έτριβαν με στάχτη και μετά την γέμιζαν πάλι με στάχτη, μέχρι να απορροφήσει τα υγρά. Μετά την κρεμούσαν στον ίσκιο και να μην βρέχεται ώσπου να αποξηρανθεί. Όταν αποξεραινόταν γινόταν πολλή σκληρή και ανθεκτική σαν χονδρό πλαστικό σακούλι.
[6] Η πηχτή ήταν, τα ποδοκέφαλα με την πατσά βρασμένα, με σκορδοστούμπι και ξύδι και την τρώγανε παγωμένη, η πηχτή συντηρούταν για πολλές ημέρες, ιδίως την χειμερινή περίοδο.
[7] Σε δύσκολους καιρούς πολέμων ή αναταραχών, οι κάτοικοι, έθαβαν στην γη τα λαγήνια με το παστό κρέας. Η διαδικασία αυτή γινόταν, με σκοπό να το προφυλάξουν από ληστρικές επιδρομές. Διότι κατά την επιδρομή οι κάτοικοι κατάφευγαν και κρύβονταν στα βουνά και στους λόγγους. Προνοούσαν όμως, διότι μετά την επιδρομή όταν θα επθα επέστρεφαν στα σπίτια τους, τουλάχιστον να βρούνε φαγητό.

Όπως είχα πει και στο προηγούμενό μου άρθρο, ο κόσμος μας βρίθει από μικ΄ρα θηλαστικά, τα οποία, εξαιτίας της κρυπτικής τους φύσης, δε γνωρίζουμε καν. Κάποια απ’αυτά είναι πολύ παράξενα, όπως οι ασπάλακες που ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο. Και λογικό είναι στο μέγεθος αυτό, κάποιο να κατέχει το ρεκόρ του μικρότερου θηλαστικού του κόσμου. Αυτό το θηλαστικό λοιπόν ζει και στην Ελλάδα. Ναι, έχουμε δηλαδή το μικρότερο θηλαστικό όχι της Ευρασίας, ούτε του Βόρειου Ημισφαιρίου, αλλά του κόσμου ολόκληρου και δεν το ξέρει κανείς! Όσοι το μαθαίνουν αυτό εκπλήσσονται. Πόσο μικρό είναι, και πώς γίνεται να μην το ξέρουμε;

Πρόκειται για την ετρουσκομυγαλή, με επιστημονική ονομασίαSuncus etruscus (Σούγκος ο ετρουσκικός). Αν και πολλοί τις συγχέουν με ποντίκια εξαιτίας του παρόμοιου μεγέθους, οι μυγαλές ή μυγαλίδες έχουν τόση σχέση με τα ποντίκια όση έχουν και οι τυφλοπόντικες. Και οι δύο αυτές ομάδες θηλαστικών, καθώς και οι σκαντζόχοιροι, ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, που παλαιότερα ήταν μέρος της μεγάλης τάξης των εντομοφάγων, η οποία όμως έπρεπε να διασπαστεί, επειδή τα μέλη της ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους θηλαστικών. Τα εντομοφάγα είναι πρωτόγονου τύπου μικρά, νυκτόβια και εντομοφάγα, αν και στην πραγματικότητα όλα είναι παμφάγα, πλακουντοφόρα θηλαστικά.

Οι μυγαλές είναι τυπικό παράδειγμα του τύπου αυτού. Είναι μικρόσωμες, με κυλινδρικό σώμα, κοντά πόδια, στενό και μακρύ κεφάλι με λεπτό και μυτερό ρύγχος, μικρά μάτια και αυτιά, ανεπτυγμένα μουστάκια και πρωτόγονη οδοντοστοιχία εντομοφάγου, με κοπτήρες σαν καρφιά, ελαφρώς μεγαλύτερους κυνόδοντες και τραπεζίτες που περισσότερο τρυπούν παρά αλέθουν. Η μύτη τους προεξέχει λίγο από το στόμα, δίνοντας την εντύπωση μικρής προβοσκίδας, όπως και στους ασπάλακες. Η γούνα τους είναι κοντή και απαλή και η ουρά μέτρια σε μήκος. Εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους, έχουν πολύ μεγάλη επιφάνεια ως προς τον όγκο τους, κι έτσι χάνουν πολύ εύκολα θερμότητα. Αυτό, σε συνδυασμό με τον υψηλό τους μεταβολισμό, κάνει αδύνατη την αποταμίευση λίπους, έτσι θα πρέπει μονίμως να ψάχνουν για τροφή. Έστω και λίγες ώρες χωρίς τροφή αποβαίνουν μοιραίες. Ψάχνουν λοιπόν τροφή για όλο το χρόνο, και το χειμώνα σκάβουν κάτω από το χιόνι. Η όρασή τους είναι φτωχή, αλλά η όσφρηση και η αφή είναι πολύ ανεπτυγμένες, και αρκετά είδη μπορούν να ηχοεντοπίζουν σαν τις νυχτερίδες, αν και με μικρότερη ακρίβεια. Η μεγαλύτερη δραστηριότητα παρατηρείται τη νύχτα, αλλλά στην πραγματικότητα δραστηριοποιούνται με διαλείψεις για όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ψάχνοντας για τροφή ακόμα και την ημέρα. Μυγαλή σημαίνει ποντικοκούναβο στα αρχαία ελληνικά, κι ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος. Αν και κανονικά τρέφονται κυρίως με μικροσκοπικά έντομα, είναι μόνίμως πεινασμένοι και αδίστακτοι κυνηγοί που μπορούν να επιτεθούν σε έντομο ίσο ή και μεγαλύτερο του μεγέθους τους. Για παράδειγμα μια μυγαλή μπορεί να φάει μια ολόκληρη ακρίδα. Ακόμα μεγαλύτερα είδη μπορεί να φάνε ακόμα και ποντίκια! Τα κουναβοειδή είναι μια ακόμα ομάδα θηλαστικών με παρόμοια αδίστακτη συμπεριφορά. Κοινό και των δύο αυτών ομάδων θηλαστικών, των μυγαλών και των κουναβιών, είναι ο ασυνήθιστα υψηλός μεταβολισμός, ο οποίος τα εξαναγκάζει σε υψηλό επίπεδο δραστηριότητας για την εύρεση τροφής,κι έτσι δεν αφήνουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, ακόμα κι αν το θήραμα είναι μεγαλύτερο από το σώμα τους. Εξαιτίας αυτού του γρήγορου μεταβολισμού, οι μυγαλές ζουν λίγο, συνήθως μόνο ενάμισι ή δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό αναπαράγονται συχνά, συνήθως με 2-10 μικρά τη φορά, τα οποία γεννιούνται τυφλά, γυμνά και υπανάπτυκτα, στην προγονική δηλαδή κατάσταση των νεογνών θηλαστικών, κι ανεξαρτητοποιούνται σε περίπου έναν μήνα. Αξιοσημείωτη συμπεριφορά πολλών μυγαλών είναι η αλυσίδα που σχηματίζουν, όταν πρόκειται η μητέρα να μετακινήσει τα μικρά σε άλλη περιοχή, με τα μικρά να δημιουργούν μια γραμμή πίσω από τη μάνα δαγκώνοντας την ουρά του μπροστινού τους. Ο αναπαραγωγικός τους ρυθμός είναι χαμηλότερος από αυτόν κυρίως φυτοφάγων ζώων όπως των ποντικιών, τα οποία έχουν περισσότερη διαθέσιμη τροφή και πολύ περισσότερους εχθρούς. Οι μυγαλές, αν και μικρές και φαινομενικά ευάλωτες, έχουν οσμογόνους αδένες που εκκρίνουν δύσοσμο υγρό που αποθαρρύνει τα περισσότερα θηλαστικά. Οι γάτες για παράδειγμα μπορεί να τις πιάσουν και μερικές φορές να τις σκοτώσουν, αλλά μετά τις αφήνουν. Παρόλα αυτά τα φ΄δια και οι κουκουβάγιες τις τρώνε χωρίς πρόβλημα. Οι μυγαλές είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που μαρκάρουν με οσμή την περιοχή τους και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο για τα της αναπαραγωγής. Αν ένα ζώο αντιληφθεί την παρουσία άλλου στην περιοχή του θα προσπαθήσει να το διώξει με ήχους, και αν συναντηθούν θα μαλώσουν. Τα ζώα αυτά χρειάζονται μεγάλη έκταση για να ψάξουν τη μικρή και σκορπισμένη τροφή τους, και ένα ακόμα ζώο δίπλα τους είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρά βοήθεια.

Η ετρουσκομυγαλή ανήκει στην οικογένεια Soricidae, στις λευκόδοντες μυγαλές. Όπως προανέφερα, είναι μικροσκοπικό θηλαστικό. Το μέσο μήκος του σώματός της είναι τα 4 εκατοστά, με εύρος από 3 έως 5,2 εκ, ενώ η ουρά προσθέτει επιπλέον 2,4-3,2 εκ. Το μέσο βάρος της είναι 1,8 γραμμάρια, με εύρος από 1,3 γρ έως 2,5 γρ. Το ζώο έχει τυπικό σχήμα μυγαλής, με λεπτό, προβοσκιδοειδές ρύγχος, μεγάλα μουστάκια, αρκετά έντονα αυτιά και λεπτό σώμα. Η γούνα της είναι χρώματος καφέ στη ράχη και στις πλευρές και γκριζωπού στην κοιλιά. Τα άτομα δεν παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά κλίματα, και μπορεί να βρεθεί σε μια μεγάλη ζώνη μεταξύ του 10ου και του 40ου παραλλήλου βόρειο γεωγραφικό πλάτος στην Ευρασία και στη Βόρεια Αφρική. Στην Ευρώπη μπορεί να βρεθεί σε Ελλάδα, Κύπρο, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, Ιταλία, Μάλτα, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Ανδόρα, Γιβραλτάρ και Μονακό. Στη Βόρεια Αφρική μπορεί να βρεθεί σε Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές νοτιότερα σε Αιθιωπία, Νιγηρία και Γουινέα. Απαντά επίσης και στις Κανάριες Νήσους, όπου πιθανότατα εισήχθη από τον άνθρωπο. Στην Αραβική Χερσόνησο το είδος μπορεί να βρεθεί σε χώρες της περιφέρειας όπως σε Συρία, Λίβανο, Ισραήλ, Ιορδανία, Ομάν, Μπαχρέιν, και Υεμένη συμπεριλαμβανομένου του απομακρυσμένου νησιού Σοκότρα. Στην υπόλοιπη Ασία το είδος μπορεί να βρεθεί σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία, Νεπάλ, Βυρμανία, Μπουτάν, Λάος, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, επαρχία Γκένγκμα της Κίνας, Σρι Λάνκα, Μαλαισιανό τμήμα του Βόρνεο και Φιλιππίνες, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Αρμενία, Ουσμπεκιστάν, Κουβέιτ, Μπρουνέι και Ινδονησία. Το είδος σπάνια συναντάται ψηλότερα από τους πρόποδες των βουνών, αν και σε τροπικές περιοχές μπορεί ενίοτε να βρεθεί μέχρι και τα 3.000 με΄τρα υψόμετρο. Αν και το είδος έχει τεράστια εξάπλωση, θεωρείται σπάνιο σε σχέση με άλλα είδη μυγαλής σε όλους τους τόπους όπου απαντάται. Με τόσο μεγάλη εξάπλωση πάντως, είναι απορίας άξιο γιατί ονομάστηκε ετρουσκκομυγαλή. Ίσως τα πρώτα άτομα που περιγράφηκαν επιστημονικά να προήλθαν από την Ιταλία. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά ενδιαιτήματα με θάμνους όπου μπορεί να κρύβεται. Κατοικεί συχνά στον ικότονο μεταξύ λιβαδιού ή θαμνότοπου και δάσους. Αποικίζει επίσης την πυκνή παρυδάτια βλάστηση δίπλα σε ποτάμια και λίμνες, εγκαταλελειμμένους αγρούς ή τα όρια των καλλιεργημένων αγρών, βραχώδεις περιοχές, πετρότοιχους και ερείπια, όπου τρέχει ανάμεσα στις σχισμές και τις τρύπες ψάχνοντας για τροφή. Αποφεύγει τα εντατικά καλλιεργούμενα χωράφια, τους αμμόλοφους και τα πυκνά δάση.

Το είδος δραστηριοποιείται με διαλείμματα καθόλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, παραμένοντας κοντά στη φωλιά την ημέρα και πραγματοποιώντας μεγαλύτερες εξορμήσεις τη νύχτα, με τις μεγαλύτερες κατά την ώρα της αυγής. Οι περίοδοι ανάπαυσης είναι σύντομες, περίπου 30 λεπτά. Όταν το ζώο είναι ξύπνιο, κινείται συνεχώς. Οι κινήσεις του είναι γρήγορες κι έχουν υπολογιστεί στις 722 ανά λεπτό. Ο υπερβολικά υψηλός του μεταβολισμός το αναγκάζει να τρώει 1,5-2 φορές το βάρος του σε τροφή καθημερινά, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του καταλαμβάνει η αναζήτηση τροφής. Όταν δεν αναζητά τροφή, καθαρίζει τη γούνα του. Αναζητά την τροφή του με τη βοήθεια της καλής του όσφρησης και της αφής. Αρκεί ένα μόνο άγγιγμα του μουστακιού με ένα μικρό έντομο για να γυρίσει αμέσως και να το πιάσει. Τρώει ό,τι μικρό ασπόνδυλο μπορεί να βρει, αλλά μπορεί να επιτεθεί και σε ζώα όσο το μέγεθός του, όπως μεγάλα έντομα οπως ακρίδες, μικρά βατράχια, σαύρες και μικρά τρωκτικών. Οι ακρίδες αποτελούν αγαπημένη τροφή, κι αν υπάρχουν πολλές στην περιοχή θα φάει αρκετές. Τα μεγάλα έντομα τα σκοτώνει αμέσως μ’ένα δάγκωμα στο κεφάλι και τα τρώει επιτόπου, ενώ τα μικρά συνήθως τα επιστρέφει στη φωλιά. Προτιμά έντομα με μαλακό κι εύκαμπτο εξωσκελετό, κι έτσι αποφεύγει τα μυρμήγκια όσο γίνεται. Σε δύσκολες συνθήκες, το ζώο πέφτει σε κατάσταση βραχύχρονης νάρκης για την εξοικονόμηση ενέργειας, όπου η θερμοκρασία του πέφτει έως και στους 12 βαθμούς. Επανέρχεται τρεμουλιάζοντας τους μυς του, σε ρυθμό 3.500 δονήσεων το λεπτό (58 το δευτερόλεπτο), το οποίο θερμαίνει το ζώο με ρυθμό 0,83 βαθμούς Κελσίου ανά λεπτό, ο οποίος είναι ο ταχύτερος καταγεγραμμένος ρυθμός αναθέρμανσης κάθε θηλαστικού. Ο καρδιακός του ρυθμός αυξάνεται από τους 100 παλμούς το λεπτό στους κανονικούς για το είδος 800-1500 το λεπτό, ενώ ο αναπνευστικός του ρυθμός αυξάνεται από τις 50 στις 600-800 αναπνοές ανά λεπτό. Ανώτερος καταγεγραμμένος καρδιακός ρυθμός είναι οι 1500 παλμοί ανά λεπτό (25 ανά δευτερόλεπτο). Το είδος δεν είναι προσαρμοσμένο να σκάβει φωλιές, έτσι χρησιμοποιεί κοιλότητες σε πέτρες, αλλά και εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Είναι μοναχικό και κάνει ήχους σαν τερετίσματα για να επισημάνει την περιοχή του. Ζευγαρώνει κυρίως από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο, αν και μπορεί ν’αναπαραχθεί όλο το χρόνο. Το ζευγάρι μπορεί να σχετίζεται για μικρό χρονικό διάστημα γύρω από τη φωλιά και τα μικρά. Μετά από κύηση 27-28 ημερών, γεννιούνται 2-6 υπανάπτυκτα μικρά, βάρους 0,2 γρ. Η μητέρα τους μπορέι να τα μετακινήσει μετά τις 9-10 ημέρες αν ενοχληθεί η φωλιά, οπότε μπορεί να σχηματίσει αλυσίδα. Σχηματίζει αλυσίδα σπανιότερα σχετικά με άλες μυγαλές. Τα μάτια τους ανοίγουν στις 14-16 ημέρες, και απογαλακτίζονται στις 20 ημέρες. Σε τρεις με ΄τέσσερις εβδομάδες, τα μικρά θα έχουν ανεξαρτητοποιηθεί και σύντομα ωριμάζουν γεννητικά. Η διάρκεια ζωής του είδους αυτού υπολογίζεται στα 2 χρόνια, αν και δεν έχουν γίνει ακριβείς μετρήσεις.

Κύριοι εχθροί της μυγαλής αυτής είναι οι κουκουβάγιες. Το είδος σπανιότατα γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο, οπότε δεν κινδυνεύει άμεσα απ’αυτόν. Έμμεση απειλή είναι η γεωργική ανάπτυξη κατάλληλων για το είδος περιοχών, η οποία καταστρέφει τις περιοχές φωλιάσματος και κυνηγιού. Αντίξοες καιρικές συνθήκες επίσης, όπως ασυνήθιστα βαρείς χειμώνες και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, επιδρούν δυσμενώς στους πληθυσμούς του είδους. Παρόλα αυτά το είδος δε θεωρείται ακόμα απειλούμενο, αν και είναι σπάνιο σε πολλές περιοχές.

Η θέση αυτή του μικρότερου θηλαστικού δεν είναι χωρίς άλλους διεκδικητές. Η νυχτερίδα μέλισσα (Crasionycteris thonglongyai), ενός απειλούμενου είδους νυχτερίδας που μπορεί να βρεθεί μονο σε ασβεστολιθικά σπήλαια της δυτικής Ταϊλάνδης και της νοτιοανατολικής Βυρμανίας, έχει μήκος 2,5-3 εκ και βάρος 2 γρ. Έχει επίσης το μικρότερο κρανίο κάθε θηλαστικού. Ως προς το μήκος είναι λίγκο κοντότερη από την ετρουσκομυγαλή, αλλά ως προς το βάρος είναι λίγο βαρύτερη. Επειδή οι συγκρίσεις γίνονται συνήθως με βάση τη μάζα, η ετρουσκομυγαλή βγαίνει ως το μικρότερο θηλαστικό παγκοσμίως. Και ζει και στην Ελλάδα!

Το γένος της ετρουσκομυγαλής ωστόσο περιλαμβάνει και μερικούς γίγαντες. Η ποντικομυγαλή (Suncus murinus) είναι ένα μεγάλο είδος της τροπικής Ασίας που έχει εισαχθεί και σ’άλλες περιοχές του Παλαιού Κόσμου από τον άνθρωπο, το οποίο φτάνει τα 15 εκατοστά σε ολικό μήκος μαζί με την ουρά και τα 50-100 γραμμάρια σε βάρος, κάνοντάς την μία από τις μεγαλύτερες μυγαλές του κόσμου. Το είδος αυτό τρέφεται συχνά με τρωκτικά, γι’αυτό θεωρείται ωφέλιμο, ενώ η άσχημη οσμή και γεύση του το προστατεύουν από τα περισσότερα σαρκοφάγα θηλαστικά.

Εξαιτίας της κρυπτικής της συμπεριφοράς και της σπανιότητάς της σε σχέση με άλλες μυγαλές, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να την εντοπίσετε στο φυσικό της περιβάλλον, ακόμα κι αν ψάξετε με εξειδικευμένο εξοπλισμό. Παρόλα αυτά όποιος την έχει συναντήσει μπορεί να μου το αναφέρει σε σχόλιο. Οπότε θα πρέπει ν’αρκεστείτε σε φωτογραφίες από το Διαδίκτυο ή σε κάποιο διατηρημένο δείγμα σε μουσείο φυσικής ιστορίας, εάν θέλετε να ικανοποιήσετε την περιέργειά σας από κοντά. Αυτό λοιπόν το εκπληκτικό ζώο είναι το μικρότερο θηλαστικό του κόσμου.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ετρουσκομυγαλή
ετρουσκομυγαλπή – Nature Bank
Το ζώο της εβδομάδας: ετρουσκομυγαλίδα

Βρήκα ένα ενδιαφέρον άρθρο σχετικά με τα ήθη και τα έθιμα των μουσουλμάνων της Θράκης σ’ένα ιστολόγιο, το οποίο παραθέτω εδώ. Το άρθρο χωρίζεται σε πρώτο και δεύτερο μέρος, αλλά τα έχω συνενώσει. Τα περισσότερα ελληνομουσουλμανικά έθιμα είναι ουσιαστικά παρόμοια με τα παραδοσιακά ελληνικά έθιμα, αρκετά από τα οποία ίσως να είναι κοινά και σε άλλους βαλκανικούς λαούς, αλλά υπάρχουν και τουρκικές, ισλαμικές γενικότερα, καθώς και τσιγγάνικες επιρροές.

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ – ΜΕΡΟΣ Α’

1. ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
YENİ SENE

« Η πνευματική, σωματική και ψυχική κάθαρση»
Λίγα λόγια…

Ο εορτασμός της πρώτης μέρας του χρόνου δίνει την ευκαιρία για έναν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε και μια αφορμή για αναλογισμό του τι σημαίνει να αφήνει κανείς πίσω του τα άσχημα και πώς η μοίρα συμβάλλει στο να ξεπερνάει τις δυσκολίες και να πετυχαίνει μια καλύτερη ζωή. Βασικό σκοπός της γιορτής είναι η απομάκρυνση κάθε πίκρας και δυστυχίας με την ταυτόχρονη ευχή για υγεία, τύχη και ευδαιμονία.

1.1 Οι προετοιμασίες για τη γιορτή

« Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες και οι άντρες κάνουν μπάνιο ‘Aptez’, για να καθαρίσει η συνείδηση, το πνεύμα και το σώμα και ντύνονται με νέα ρούχα, για να κάνουν μια νέα αρχή.
Οι άντρες -αν θέλουν- βγαίνουν έξω, πηγαίνουν στο καφενείο και παίζουν χαρτιά. Οι γυναίκες κάθονται στο σπίτι και ετοιμάζουν πίτα, στην οποία βάζουν λεφτά, ‘φλουρί’, μαγειρεύουν λαχανοντολμάδες, στους οποίους βάζουν επίσης λεφτά και φτιάχνουν διάφορα γλυκά».
«Το βράδυ, λίγο πριν τις 12 ή ώρα ο άντρας, η κολόνα του σπιτιού, κόβει την πίτα και όλοι μαζί περιμένουμε το νέο χρόνο. Με τον ερχομό του νέου έτους ανοίγουμε όλες τις βρύσες του σπιτιού, τα παράθυρα και τις πόρτες, για να απομακρύνουμε όλα τα άσχημα. Ύστερα, παίρνουμε ένα κρεμμύδι και το πετάμε σε σταυροδρόμι για να διώξουμε την πίκρα. Ρίχνουμε και νερό για ευτυχία μέσα στο σπίτι. Έπειτα , σπάμε ένα ρόδι για να αποκτήσουμε ευτυχία, τύχη, λεφτά, υγεία» .

1.2 Η κοπή της πίτας

«Στη συνέχεια καθόμαστε στο τραπέζι και ο άντρας ή το μικρό παιδί της οικογένειας γυρίζει την πλάτη του στο τραπέζι. Η μητέρα κόβει ένα κομμάτι από την πίτα και το ρωτάει σε ποιο ανήκει. Το παιδί αναφέρει κάθε φορά και από ένα πρόσωπο της οικογενείας και με αυτόν τον τρόπο μοιράζονται τα κομμάτια. Το τελευταίο ή το πρώτο κομμάτι ανήκει στο Θεό. Τώρα ο καθένας ψάχνει στο κομμάτι της πίτας του για το φλουρί. Αν το βρει θα του φέρει τύχη για όλη τη χρονιά. Μετά το φαγητό γλεντάμε οικογενειακά στο σπίτι με ποτό και μουσική».

1.3 Το ποδαρικό

« Το επόμενο πρωί καλούμε κάποιον να μας κάνει ποδαρικό. Μπαίνει στο σπίτι πάντα με το δεξί πόδι πρώτα και λέει προσευχή στο Θεό ‘Bismilahi Rahmani Rahim’(Από το Θεό δεν υπάρχει άλλος μεγάλος). Στη συνέχεια πετάει λεφτά σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού και κερνάει γλυκά. Την πρώτη μπουκιά από το γλυκό τρώει ο άντρας του σπιτιού και μετά οι υπόλοιποι. Αργότερα, οι μικροί σε ηλικία επισκέπτονται τα σπίτια των μεγαλυτέρων συγγενών και προσφέρουν γλυκά για να γλυκαθεί όλος ο χρόνος».
2. ΚΟΥΡΜΠΑΝ ΜΠΑÏΡΑΜ
KURBAN BAYRAM

Λίγα λόγια…

Η λέξη «μπαϊράμ» σημαίνει γιορτή και η λέξη «κουρμπάν» σημαίνει θυσία στο Θεό. Είναι μια γιορτή που γίνεται προς ανάμνηση της δοκιμασίας στην οποία μπήκε ο Αβραάμ από το Θεό, όταν του ζητήθηκε να θυσιάσει το γιο του.
«Ο Αβραάμ δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και προσευχήθηκε στο Θεό πως, αν τον βοηθούσε, θα θυσίαζε το πρώτο του παιδί, όταν θα έφτανε την ηλικία των επτά ετών. Ωστόσο, όταν έκαμε παιδί και έφτασε σε αυτήν την ηλικία ο ίδιος το είχε ξεχάσει. Τότε κατέβηκε ο άγγελος Ιμπραήμ Πέγκαμπερ (θεωρείται προφήτης) και του υπενθύμισε το τάμα του. Ο Αβραάμ του είπε να πάρει ό,τι θέλει, όχι όμως το παιδί του. Το ίδιο έγινε και δεύτερη φορά, την Τρίτη όμως πείστηκε και χωρίς να πει τίποτα στη γυναίκα του, πήρε το γιο του δήθεν πως θα πήγαιναν να κόψουν ξύλα. Ο διάβολος τότε εμφανίστηκε στη γυναίκα του Αβραάμ και της είπε τι επρόκειτο να συμβεί, όμως αυτή δεν τον πίστεψε. Μάλιστα του έριξε μία πέτρα, η οποία τον πέτυχε στο μάτι (γι αυτό πολλές φορές ο διάβολος συμβολίζεται τυφλός). [Στη Μέκκα, όταν προσεύχονται, ρίχνουν πέτρες για να δηλώσουν πως πετροβολούν το διάβολο]. Το παιδί τελικά έμαθε την αλήθεια, αλλά το μόνο που είπε ήταν ‘ας γίνει ό,τι θέλουν οι πατέρες’. Ο Αβραάμ προσπάθησε τρεις φορές να θυσιάσει το γιο του, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί δεν έκοβε το μαχαίρι. Τότε το πέταξε και αυτό έκοψε μία πέτρα στη μέση. Θεωρήθηκε σημάδι πως ο Θεός δεν ήθελε αυτή τη θυσία. Ένας άγγελος κατέβηκε κρατώντας ένα αρνί και είπε στον Αβραάμ να θυσιάσει αυτό».

Το Κουρμπάν Μπαϊράμ δε γιορτάζεται συγκεκριμένη ημερομηνία. Κάθε χρόνο γίνεται περίπου δέκα ήμέρες νωρίτερα. Σε 30 χρόνια δηλαδή κάνει έναν κύκλο και γίνεται ξανά την ίδια ημερομηνία. Ακολουθεί τον κύκλο της σελήνης και το παλιό ημερολόγιο. Οι δύο μεγαλύτερες θρησκευτικές γιορτές , το Ραμαζάν και το Κουρμπάν, γιορτάζονται με 70 ημέρες περίπου διαφορά.
Ο εορτασμός του Κουρμπάν διαρκεί 4 ημέρες. Οι ετοιμασίες περιλαμβάνουν γενική καθαριότητα των σπιτιών, προετοιμασία ιδιαίτερων φαγητών, όπως τηγανόψωμα και βάψιμο από τις γυναίκες των χεριών και των ποδιών με χέννα.
«Την παραμονή της γιορτής (Arife) φτιάχνουμε τσουρέκια και δίνουμε στους φτωχούς (Αϊρ) για την ανάπαυση των νεκρών. Στο χωριό, όπου υπάρχει τζαμί, την ημέρα του Κουρμπάν προσευχόμαστε και έπειτα πηγαίνουμε στο νεκροταφείο για να προσευχηθούμε για τις ψυχές των νεκρών. Την ημέρα αυτή τη γιορτινή οφείλουμε να μην ξεχνάμε το παρελθόν και τους προγόνους μας. Για το λόγο αυτό επισκεπτόμαστε τους νεκρούς. Στο νεκροταφείο διαβάζουμε μια συγκεκριμένη προσευχή από το Κοράνι, την οποί αφιερώνουμε στις ψυχές των νεκρών».
Την ημέρα της γιορτής οι νεότεροι γυρνούν στα σπίτια των συγγενών, φιλούν τα χέρια, δίνουν ευχές και παίρνουν λεφτά και κεράσματα. Μετά την ιδιαίτερη προσευχή που κάνουμε, ο καθένας επιστρέφει στο σπίτι του και όποιος έχει οικονομική άνεση σφάζει ένα-δύο πρόβατα. «Στη γιορτή αυτή δε γίνεται νηστεία. Κάθε οικογένεια με οικονομική άνεση σφάζει ένα πρόβατο και το μοιράζει στους φτωχούς, τους γείτονες και φίλους και κρατάει ένα μέρος για τον εαυτό της. το Κουρμπάν συμβολίζει την αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκείνοι που έχουν δίνουν σε αυτούς που δεν έχουν, οι άνθρωποι επισκέπτονται ο ένας τον άλλον και ,αν έχουν μαλώσει, συμφιλιώνονται».

2.1. Το έθιμο της καμήλας

Γίνεται κυρίως στα χωριά. Την ημέρα του Κουρμπάν οι νέοι μεταμφιέζονται , φτιάχνουν ένα ομοίωμα καμήλας και γυρίζουν στους δρόμους για να μαζέψουν λεφτά. «η καμήλα από τα πολύ παλιά χρόνια είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον άνθρωπο (μεταφορά, διάφορες εργασίες) και είναι ένα ζώο χωρίς αρνητισμό μέσα του. Ο άνθρωπος το χρησιμοποιούσε πάντα όπως ήθελε». Το έθιμο της καμήλας γίνεται από πολύ παλιό και ο σκοπός του είναι κατά κύριο λόγο η διασκέδαση.

2.2 Το έθιμο στις Σάππες

«Μετά την προσευχή, το μεσημέρι κάνουμε τον κύκλο με τις χειραψίες. Αυτή την ημέρα, όσοι είναι μακριά, βρίσκουν την ευκαιρία να βρεθούν μαζί. Οι μαλωμένοι βρίσκουν την ευκαιρία για συμφιλίωση. Όλοι εύχονται ‘χρόνια πολλά’ ο ένας στον άλλο. Στον κύκλο ο γεροντότερος κάθεται στο τέλος και ξεκινούν να χαιρετούν οι νεότεροι. Όταν όλοι έχουν χαιρετιστεί τελειώνει η διαδικασία».

4. ΕΝΤΕΡΛΕΣ
EDERLES
(η γιορτή του κλίβανου)

Λίγα λόγια

Το Εντερλές είναι μια γιορτή που εξυμνεί την αγάπη, ενισχύει την επικοινωνία και τρέφει την ελπίδα. Οι ευχές και οι προβλέψεις για τα μελλούμενα σηματοδοτούν τον εορτασμό του Εντερλές στις 6 Μαΐου κάθε χρόνο. Το έθιμο αυτό είναι ένα γλέντι για τη ζωή που δίνει την αφορμή για πολλές ευχές και μία ευκαιρία για προβλέψεις σε ερωτικά, οικονομικά-επαγγελματικά και οικογενειακά θέματα που θα προκύψουν τον επόμενο χρόνο.

4.1 Το γέμισμα της στάμνας

Το απόγευμα της 5ης Μαΐου, επτά κοπέλες παρθένες γεμίζουν μία στάμνα με νερό από επτά βρύσες. (Στην Αθήνα η στάμνα γεμίζει νερό από 7 βρύσες μέσα στα σπίτια, ενώ στα χωριά από φυσικές πηγές ή ποτάμια.). Ο κόσμος που συμμετέχει στη γιορτή συγκεντρώνεται σε ένα περιβολάκι ή πάρκο. Εκεί οι επτά κοπέλες κόβουν φύλλα από επτά δέντρα και τα βάζουν μέσα στη στάμνα. Έπειτα ο καθένας ρίχνει κάποιο προσωπικό του αντικείμενο στο σταμνί (σημειώματα, δαχτυλίδια, χρήματα κ.τ.λ.) κάνοντας έτσι ένα τάμα, μια ευχή. Το βράδυ πηγαίνουν όλοι μαζί κάτω από ένα δέντρο. Εκεί μία από τις κοπέλες φοράει ένα μαντήλι που καλύπτει το κεφάλι και το πρόσωπο, και τοποθετεί τη στάμνα στο κεφάλι της, όπου και κλειδώνεται. Το σταμνί παραμένει κάτω από το δέντρο σκεπασμένο όλη τη νύχτα.

4.2 Το πλύσιμο στο ποτάμι και το γλέντι

Στις 6 Μαΐου, νωρίς το πρωί, όλοι πρέπει να ξυπνήσουν από μόνοι τους. Οι γυναίκες, οι άντρες, τα παιδιά, όλοι μαζί κατεβαίνουν στο ποτάμι, πλένονται και κόβουν φύλλα από τα δέντρα για να τα πάρουν στο σπίτι τους . Ύστερα μαζεύονται όλοι σε συγκεκριμένο σημείο-συνήθως έξω από κάποιο σπίτι στο οποίο είναι καλεσμένοι- πίνουν ελληνικό καφέ, όχι με νερό, αλλά με γάλα και αρχίζουν το γλέντι με νταούλια και ζουρνάδες.

4.3 Οι μανέδες

Κατά τις 9 ή ώρα, μία από τις κοπέλες (η ίδια κοπέλα που συμμετείχε στη διαδικασία την προηγούμενη μέρα ) φοράει το μαντήλι στο πρόσωπο και ξεκλειδώνουν το σταμνί το οποίο τοποθετεί στο κεφάλι της, όπως ακριβώς το προηγούμενο βράδυ. Κάποιος από τους παρευρισκόμενους λέει ένα ποίημα (μανέ) και ύστερα το κορίτσι βάζει το χέρι του στη στάμνα, για να τραβήξει ένα αντικείμενο. Σε όποιον ανήκει το αντικείμενο, σε αυτόν αφιερώνεται και το ποίημα. Με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιείται η ευχή του, ‘πιάνει το τάμα του’. Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται μέχρι να αδειάσει η στάμνα.

4.4 Το τάσι των προβλέψεων

Λίγο αργότερα, μία παρέα γυναικών γεμίζει ένα τάσι με νερό από τη στάμνα. Δύο από τις γυναίκες στηρίζουν το τάσι στους αντίχειρες και η καθεμία από τις υπόλοιπες κάνει ερωτήσεις που αφορούν την οικογένεια, τα οικονομικά, τον έρωτα, την τύχη. Εάν το νερό στο τάσι γυρίσει προς τα δεξιά, όλα θα πάνε καλά . Το αντίθετο συμβαίνει αν το νερό ακολουθήσει κατεύθυνση προς τα αριστερά (συχνά τοποθετούν ένα φύλλο μέσα στο τάσι , για να είναι ευδιάκριτη η φορά του νερού).

4.5 Το ποδαρικό

Στο τέλος της ημέρας, το νερό της στάμνας μοιράζεται στα σπίτια σαν αγιασμός και όποιος έρθει πρώτος στο σπίτι μπαίνει με το δεξί πόδι, για να κάνει ποδαρικό, να φέρει γούρι, τύχη».

5. ΡΑΜΑΖΑΝ ΜΠΑÏΡΑΜ
RAMAZAN BAYRAM

«Το Ραμαζάν Μπαϊράμ διαρκεί 30 ημέρες. Είναι ο μήνας κατά τον οποίο νηστεύουμε από το ξημέρωμα ως τη δύση του ηλίου και ταυτόχρονα δεν πίνουμε, δεν καπνίζουμε και πρέπει να απέχουμε από σεξουαλικές σχέσεις. Η νηστεία έχει στόχο να έρθουμε πιο κοντά στον Αλλάχ, καθώς τους διδάσκει αυτοπειθαρχία, υπομονή και φιλευσπλαχνία».
Η νηστεία κατά το μήνα του Ραμαζάν γίνεται για να βοηθιέται ο άνθρωπος να καταλάβει τους αδυναμίες του. Με τον καιρό τους άρχισε να θεωρείται ως ο εορτασμός αποκάλυψης του Θεού στον προφήτη, που κράτησε αρκετά χρόνια. Συγκεκριμένα , γιορτάζεται η επέτειος που ο Αλλάχ έδωσε τους πρώτους στίχους από το Κοράνι στον Μωάμεθ.
«Κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, αναλογιζόμαστε περισσότερο τη μοίρα τους και λιγότερο την καθημερινή τους ζωή. Το καλό που αποκτούμε τους ημέρες αυτές μπορεί να καταστραφεί αν πούμε ψέματα, σχολιάσουμε κάποιον κακόβουλα ή γίνουμε άπληστοι. Η μέρα τους ξεκινά τους 5 τα ξημερώματα, όπου πριν ανατείλει ο ήλιος τρώμε κάτι, προσευχόμαστε και κοιμόμαστε πάλι. Το μεσημέρι ξυπνάμε και πρέπει να πλύνουμε τα χέρια τους, το πρόσωπο και την περιοχή πίσω από τα αυτιά, για να ξεκινήσουμε την ημέρα τους με εξαγνισμό (Aptez). Τρώμε μόνο αφού δύσει ο ήλιος. Αν είμαστε στο χωριό, όλο αυτό το μήνα πηγαίνουμε στο τζαμί και προσευχόμαστε τους ώρες. Πρέπει να κάνουμε πέντε προσευχές την ημέρα. Κάνουμε ακόμα μία , την Terivah, που σημαίνει ανάπαυση και είναι μεγαλύτερης διάρκειας».
Κάποιοι κρατούν τη νηστεία μία εβδομάδα και όσοι μπορούν νηστεύουν και τους τριάντα ημέρες. Με το τέλος του Ραμαζάν γίνεται γλέντι.
Η 27η ημέρα του Ραμαζανιού λέγεται και νύχτα τους Δύναμης, καθώς πιστεύεται πως τη νύχτα αυτή ο Αλλάχ αποφασίζει για την τύχη του επόμενου χρόνου.

Το Seker Bayram σηματοδοτεί το τέλος του Ραμαζάν και την επιτυχημένη ολοκλήρωση της νηστείας. Σηματοδοτείται από την εμφάνιση της σελήνης. Τους φορές λέγεται και «Μουσουλμανικά Χριστούγεννα». Πρόκειται για ανταμοιβή του Αλλάχ σε όσους κράτησαν νηστεία και έκαναν αγαθοεργίες. Το πρωί περνά με προσευχή και το μεσημέρι μαζεύονται στο σπίτι και τρώνε όλοι μαζί. (Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα παιδιά γι αυτό και λέγεται γιορτή των ζαχαρωτών). Τα παιδιά επισκέπτονται τους μεγαλύτερους , φιλούν τα χέρια τους και αυτοί τους δίνουν λεφτά ή γλυκά. (Στη Δυτική Θράκη τα σχολεία παραμένουν κλειστά για 5 ημέρες)

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ – ΜΕΡΟΣ Β’

ΕΙΔΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

1. ΣΑΡΑΝΤΙΣΜΑ
KIRK GÜNÜK

Μόλις γεννηθεί το παιδί, η μητέρα δεν του δίνει αμέσως γάλα για να γίνει ήσυχο. Ο Χότζας έρχεται στο σπίτι, όταν το παιδί γίνει 40 ημερών, διαβάζει προσευχές και ευλογεί την οικογένεια. Έπειτα, φωνάζει το όνομα του παιδιού τρεις φορές.
Η ονοματοδοσία γίνεται και από τη γιαγιά του παιδιού, η οποία ψιθυρίζει το όνομα του παιδιού στο αυτί τρεις φορές παρουσία του Χότζα. Όταν είναι χειμώνας, στις σαράντα μέρες του παιδιού και όταν είναι καλοκαίρι, στις είκοσι, κάνουν μπάνιο το παιδί σε αλατισμένο νερό και το αφήνουν, χωρίς να το ξεπλύνουν, για μια εβδομάδα.

3. ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΤΟΜΗΣ
SÜNET (ΣΟΥΝΕΤ)

3.1 Tο ταξίδι στην Τουρκία

« Δύο με τρεις εβδομάδες πριν την περιτομή, οι γονείς του παιδιού ταξιδεύουν ως την Τουρκία για να αγοράσουν την παραδοσιακή στολή του Αγά που θα φορέσει ο μικρός (2-10 ετών)στην τελετή. Επίσης κανονίζεται από πριν η μέρα που θα έρθουν τα όργανα για το γλέντι που έπεται της τελετής».

3.2 Ο στολισμός του κρεβατιού

Δύο μέρες πριν την τελετή οι γυναίκες κάνουν τα απαραίτητα ψώνια (κιμάς, ρύζι, λάχανο, πατάτες, ένα αρνί ή μοσχάρι) για το γλέντι Την ίδια μέρα γίνεται ο στολισμός του κρεβατιού στο οποίο ξαπλώνει το αγόρι μετά την περιτομή.
Το κρεβάτι είναι στρωμένο με καθαρά άσπρα σεντόνια. Από πάνω σε ένα στήριγμα κρέμεται μία κουρτίνα που περιβάλλει από τα πλάγια το κρεβατάκι του παιδιού, όπως το κρεβάτι ενός βασιλιά. Η κουρτίνα είναι συνήθως στολισμένη με λουλούδια. Στον τοίχο πάνω από το ‘αρχοντικό’ κρεβάτι, τυλιγμένο σε κυλινδρικό κοντάρι ,τοποθετούμε ένα σεντόνι στολισμένο με την προίκα του αγοριού, καρφιτσώνουμε κεντήματα, μπουρνουζάκι, τις πιτζάμες του.

3.3 Η πρόσκληση

Μία μέρα πριν το Sünet, οι γονείς του παιδιού απευθύνονται σε μία γυναίκα μεγάλης ηλικίας (okuyuçu –οκουγιουτσού), με σκοπό να την στείλουν να ανακοινώσει σε συγγενείς, φίλους και γείτονες το γεγονός. Οι γυναίκες που συνήθως αναλαμβάνουν αυτή τη δουλειά έχουν χαμηλό εισόδημα και γι αυτό το λόγο παίρνουν και κάποια χρήματα ως βοήθεια ή ανταμοιβή.

3.4 Πριν το Sünet

Η τελετή της περιτομής γίνεται συνήθως Παρασκευή ή Σάββατο απόγευμα . Το απόγευμα καταφθάνει η ορχήστρα και ο τραγουδιστής Οι συγγενείς και οι φίλοι μαζεύονται στο σπίτι του παιδιού και λίγο μετά αρχίζει το γλέντι. Άντρες, γυναίκες, παιδιά χορεύουν με τη συνοδεία των οργάνων. Το βράδυ οι γονείς ντύνουν το παιδί με την παραδοσιακή του στολή.

3.5 Tο Alai

« Ύστερα ανεβάζουμε το παιδί σε ένα άλογο προκειμένου να το γυρίσουμε στο χωριό με τη συνοδεία των οργάνων (νταούλια και ζουρνάδες) και να το επιδείξουμε, να δείξουμε δηλαδή, ότι γίνεται Μουσουλμάνος». Η διαδικασία αυτή ονομάζεται Αlai (Αλάι).
« Μετά το τέλος της περιφοράς του παιδιού πάνω στο άλογο, επιστρέφουμε στο σπίτι. Εκεί το παιδί, ανεβαίνει σε ένα τραπέζι και χορεύει μόνο του έναν χορό. Ύστερα συνεχίζει το χορό με τους φίλους του και τους συγγενείς. Εν τω μεταξύ, οι άντρες αρχίζουν το ψήσιμο για να είναι όλα έτοιμα για το γλέντι μετέπειτα».

3.6. Tο ξύρισμα του γαμπρού

«Όταν ο χορός τελειώσει, το αγόρι κάθεται στο τραπέζι και του βάζουμε συμβολικά αφρό ξυρίσματος στο πρόσωπο, όπως συνηθίζεται να ξυρίζουν το γαμπρό πριν το γάμο. Αν ο μικρός έχει αδερφή, κάθεται και αυτή δίπλα του στολισμένη σαν νύφη. Εκεί έρχονται συγγενείς και φίλοι να του κρεμάσουν χρυσαφικά και λεφτά. Ακολουθεί ένας τελευταίος χορός και κατόπιν η μητέρα φοράει στο παιδί πιτζάμες και το προετοιμάζει για την περιτομή».

3.7 .Η περιτομή

Στην τελετή της περιτομής είναι πάντα απαραίτητη η παρουσία του Χότζα και φυσικά του γιατρού. Την ώρα που καταφθάνουν στο σπίτι, κάποιος από τους συγγενείς πληροφορεί την ορχήστρα και σταματά η μουσική για να αρχίσει ο Χότζας την προσευχή για το παιδί. Μετά την προσευχή ο πατέρας του μικρού μηνύει στην ορχήστρα να παίξει το ειδικό τραγούδι για την περιτομή. Δύο όργανα μόνο (κλαρίνο, κιθάρα) παίζουν έναν συγκεκριμένο σκοπό και η διαδικασία ξεκινάει.
« Ένα άτομο συγκρατεί τα χέρια του αγοριού πίσω στην πλάτη και ακουμπά το γόνατό του στη μέση του μικρού για αντίσταση. Άλλα δύο άτομα κρατούν τα πόδια του και με αυτόν τον τρόπο ακινητοποιείται το παιδί. Έπειτα κάποιος του αποσπά την προσοχή λέγοντάς του να κοιτάξει ψηλά. Ο γιατρός ναρκώνει την περιοχή με ειδικό σπρέι και με ένα ξυραφάκι κόβει τη μεμβράνη. Βάζει φάρμακο, τυλίγει την περιοχή με γάζα και η μητέρα ντύνει ξανά το παιδί».
(Στην Αθήνα έχει ατονήσει το να γίνεται η περιτομή στο σπίτι με την παρουσία του Χότζα αλλά γίνεται στο νοσοκομείο Παίδων με τη μέθοδο του λέιζερ.)
« Παράλληλα, όλοι οι παρευρισκόμενοι παίρνουν στα χέρια τους ένα λεπτό ξυλάκι ή στυλό και το τρίβουν, το γυρίζουν ανάμεσα στις παλάμες τους, προκειμένου να τελειώσει πιο γρήγορα και πιο εύκολα η περιτομή, χωρίς να πονέσει το παιδί».
Συνήθως το Sünet γίνεται σε δύο ή και περισσότερα αγόρια ταυτόχρονα και πολλές φορές τελείται παράλληλα με ένα γάμο. Κάποια από τις οικογένειες συχνά αναλαμβάνει τα έξοδα της τελετής και για τις υπόλοιπες, κάνει ‘χαΐρι’. Όταν ο αριθμός των παιδιών είναι μονός σφάζουν συγχρόνως με την περιτομή έναν κόκορα για το παιδί που μένει μόνο του.

3.8. Το γλέντι

« Μετά την τελετή το αγόρι ξαπλώνει στο στολισμένο κρεβάτι του και όποιος έρχεται βλέπει πρώτα το παιδί και του δίνει δώρα. Παράλληλα, η μάνα δίνει στην πόρτα γλυκά και κολόνιες. Αργότερα ο μικρός, αν μπορεί, βγαίνει και ξαναχορεύει.
Τα όργανα σταματούν όσο οι γυναίκες ‘στολίζουν’ τα τραπέζια με φαγητό και ποτό. Η μουσική αρχίζει πάλι και ο καθένας παίρνει τη θέση του στο τραπέζι, ενώ μοιράζονται χαρτάκια με νούμερα ανά οικογένεια, προκειμένου να χορέψουν όλοι με τη σειρά τους και να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις.
Το γλέντι συνεχίζεται μέχρι το πρωί». _

4. ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΧΕΝΝΑΣ(ΚΝΑΣ)

ΕΞΙ ΜΗΝΩΝ ΧΕΝΝΑ
ALTI AYLIK KINASI

Λίγα λόγια

Αντίστοιχα με την περιτομή που γίνεται στα αγόρια, η τελετή της Χέννας εξυμνεί τη γέννηση του κοριτσιού και την μετέπειτα ανατροφή της ως γυναίκα. Η Χέννα είναι μια χρωστική ουσία που παράγεται από το φυτό λαουσονία.

4. 1.Οι προετοιμασίες και ο στολισμός του κρεβατιού

«Στα κορίτσια κάνουμε Χέννα ακριβώς την ημέρα που γίνονται έξι μηνών. Οι γονείς του κοριτσιού αγοράζουν τη νυφική (βαπτιστική) φορεσιά, και μία μέρα πριν την τελετή ετοιμάζουν το φαγητό που θα σερβίρουν στο γλέντι. Στολίζουν επίσης το κρεβάτι με λουλούδια και κεντήματα, σαν αρχοντικό.

4.2. Η χέννα

Οι συγγενείς και οι φίλοι συγκεντρώνονται στο σπίτι. Τα όργανα παίζουν μουσική και οι γυναίκες στήνουν το χορό. Έπειτα , στρώνουμε χαλί και σε αυτό τοποθετούμε δύο μαξιλάρια με κόκκινο σατέν και άσπρη μαξιλαροθήκη με δαντέλα. Εκεί ξαπλώνει το κορίτσι ντυμένο με τη φορεσιά του και ένα κόκκινο μαντήλι στο πρόσωπο. Μία γυναίκα, ειδική στην τέχνη, βάζει χέννα πρώτα στα χέρια και έπειτα στα πόδια του κοριτσιού. Πιο συγκεκριμένα απλώνει τη χέννα και σκεπάζει το χέρι ή το πόδι του παιδιού με ένα μαντήλι μέχρι να στεγνώσει.
(Η κόκκινη Χέννα που χρησιμοποιούμε προέρχεται από το Άγιο Φως στα Ιεροσόλυμα.) Ύστερα οι γυναίκες τραγουδούν με τα όργανα παραδοσιακά τραγούδια :

Vurun gelinin kınasın
Görsün annası aglasın…

Βάλε τη χέννα στη νύφη
Να το δει η μάνα και να κλάψει…..
Στη συνέχεια στρώνουμε τα τραπέζια και αρχίζει το γλέντι».

5. ΠΡΟΞΕΝΙΟ
DÜNÜRLÜK

5.1. H πρόταση γάμου και η γνωριμία των οικογενειών

Οι γονείς του άντρα στέλνουν κάποιο συγγενικό πρόσωπο στο σπίτι της κοπέλας με σκοπό να ‘ζητήσει το χέρι’ της εκ μέρους του άντρα. Οι γονείς της κοπέλας καλούν στενούς συγγενείς και ο καθένας εκφράζει την άποψή του για τον μέλλοντα γαμπρό. Μέρος στη συζήτηση, βέβαια, παίρνει και η κοπέλα, της οποίας η άποψη λαμβάνεται υπ’ όψιν. Μόλις και η κοπέλα πει το ‘ναι’, η μητέρα της στέλνει μία μεγάλη σε ηλικία γυναίκα συγγενή στο σπίτι του μέλλοντα γαμπρού και καλεί τους γονείς και συγγενείς του στο σπίτι για να ξεκινήσει το προξενιό.
«Την επόμενη μέρα οι γονείς και τα αδέρφια του γαμπρού, εκτός από τον ίδιο, έρχονται στο σπίτι μας , για να γνωριστούμε και να συζητήσουμε. Η κόρη μου σαν μέλλουσα νύφη πρώτα σερβίρει καφέδες και έπειτα μπαίνει στο δωμάτιό της παρέα με μια φίλη της, η οποία μπαινοβγαίνει για να ακούσει τι συζητάμε εμείς και να τα μεταφέρει στη νύφη. Εν τω μεταξύ εμείς με τους συμπέθερους , πίνοντας το καφεδάκι μας, κανονίζουμε το προξενιό, τον αρραβώνα, τα ψώνια».

5.2.Τα ψώνια και οι προετοιμασίες για το προξενιό

Μέσα σε μία εβδομάδα, η νύφη και ο γαμπρός με τους γονείς και τους συγγενείς τους πηγαίνουν βόλτα στα μαγαζιά για να διαλέξουν τις βέρες και να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια. Η μητέρα του γαμπρού αγοράζει τα ρούχα και τα χρυσαφικά της νύφης, ενώ η μητέρα της νύφης πληρώνει τα ρούχα του γαμπρού.
«Ύστερα, έρχονται στο σπίτι μας οι συμπέθεροι, πίνουμε καφέ και κανονίζουμε πια το ‘μεγάλο’ προξενιό. Εγώ σαν πεθερά κάνω το καθήκον μου, ψωνίζω τα ποτά και τα φαγητά για το γλέντι του αρραβώνα. Εάν συμφωνήσουμε τα παίρνουμε όλα μισά- μισά με τους γονείς του γαμπρού. Αγοράζουμε όμως ξεχωριστά -ο καθένας όπως επιθυμεί- γλυκά, κάλτσες και μαντήλια που θα μοιραστούν μετά το προξενιό.
Ξεκινούμε τις προετοιμασίες για το προξενιό. Καθαρίζουμε και στολίζουμε το σπίτι, αδειάζουμε το σαλόνι από τα έπιπλα και στήνουμε τα χαλιά για να κάθονται οι καλεσμένοι άνετα. Οι ίδιες ετοιμασίες γίνονται και στο σπίτι του γαμπρού.
Όταν πλησιάζει η ώρα για το προξενιό, κατά τις 7 το απόγευμα συνήθως ,μαζεύονται σιγά-σιγά οι συγγενείς και οι φίλοι στο σπίτι της νύφης. Οι κοπέλες κερνούν τον κόσμο καφέ και πορτοκαλάδα. Στο μεταξύ κάποιος συγγενής ή φίλος παίρνει το ρόλο του πατέρα της νύφης και κάποιος του πατέρα του γαμπρού (μπορεί να είναι οποιοδήποτε συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο είτε από την πλευρά της κοπέλας είτε του άντρα. Πολλές φορές ο ένας από τους δύο φοράει τη παραδοσιακή στολή του Χότζα ή άλλη.) Κατά τις 8 ή ώρα έρχεται και ο γαμπρός με τους γονείς του, συγγενείς και φίλους στο σπίτι της νύφης».

5.3.Οι διαπραγματεύσεις για την προίκα

« Ο πατέρας της κοπέλας κάθεται με τους άντρες σε μία γωνία του δωματίου έτσι ώστε να τον βλέπουν όλοι. Έπειτα ρωτάει τον πραγματικό πατέρα του γαμπρού αν ήρθε η ώρα να αρχίσει το προξενιό. Όταν όλοι είναι έτοιμοι, καλεί το άτομο που παριστάνει τον πατέρα του γαμπρού για να διαπραγματευτούν. Το ζευγάρι αποσύρεται σε κάποιο άλλο δωμάτιο με φίλους.
Ο πατέρας του γαμπρού χτυπάει δυνατά την πόρτα και ρωτάει αν μπορεί να περάσει. Ο πατέρας της νύφης απαντά καταφατικά. Έρχονται και 2 φίλοι ή συγγενείς και παίρνουν το ρόλο των γραμματέων. Ο πατέρας του γαμπρού λέει : ‘Ο γιος μου αγαπάει την κόρη σου, ας γίνει το προξενιό’. Ο πατέρας της νύφης αρνείται και τον διώχνει. Αυτός βγαίνει έξω και ξαναχτυπάει δυνατά την πόρτα. Του επιτρέπεται η είσοδος και έτσι ξαναλέει : ‘ Ο γιος μου αγαπάει την κόρη σου, ας γίνει το προξενιό.’ Για δεύτερη φορά ο πατέρας της νύφης δε συμφωνεί και τον διώχνει. Την τρίτη φορά ο πατέρας του γαμπρού ξαναχτυπάει δυνατά την πόρτα και γίνεται δεκτός. Τότε λέει : ‘Ζήτα μου ό,τι θες. Έχω να σου δώσω.’ Ο πατέρας της νύφης απαντάει : ‘Θέλω τόσα χρυσαφικά και ρούχα…αλλά αν δε θέλεις μη δώσεις τόσα, αρκεί να αγαπιούνται τα παιδιά μας.’ Εκεί επεμβαίνουν οι γραμματείς και αρχίζουν για καλαμπούρι να χτυπούν τον πατέρα της νύφης και τον προτρέπουν να μην λυπάται, να ζητήσει όσα αξίζει το κορίτσι. Για αρκετή ώρα χτυπούν ο ένας τον άλλον, για καλαμπούρι πάντα, μέχρι που τελικά συμφωνούν. Όταν γίνει αυτό, δίνουν τα χέρια και κρατιούνται σφιχτά για αρκετή ώρα λέγοντας ‘συμφωνώ’ και συνεχίζουν να αστειεύονται με λόγια ή ελαφρά χτυπήματα για να διασκεδάσει ο κόσμος. Ο πατέρας της κοπέλας φωνάζει : ‘Δώσαμε το λόγο, όλα εντάξει, αρραβωνιάζω τα παιδιά’!

5.4.Οι ευχές για το ζευγάρι και το κέρασμα των καλεσμένων

Τα ξαδέρφια και οι φίλοι του ζευγαριού πηγαίνουν στο δωμάτιο και συμβουλεύουν τη νύφη και το γαμπρό για το τι πρέπει να κάνουν, ποιον θα φιλήσουν και ύστερα τους οδηγούν στο δωμάτιο όπου είναι συγκεντρωμένοι οι συγγενείς και οι φίλοι. Αφού φιλήσουν πρώτα το χέρι του πατέρα του γαμπρού, φιλούν το χέρι σε όλους τους μεγαλύτερους και ταυτόχρονα παίρνουν ευχές και χρήματα.
Έπειτα, τρεις-τέσσερις γυναίκες από την οικογένεια της νύφης και του γαμπρού μοιράζουν κάλτσες και γλυκά στους άντρες, μαντήλια ,καλσόν και γλυκά στις γυναίκες._

5.5.ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
NİŞAN

Λίγα Λόγια

Ο αρραβώνας είναι η πρώτη ουσιαστική δέσμευση του ζευγαριού. Μέσα από αυτήν ο άντρας και η γυναίκα ενώνονται και βρίσκουν την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα και να προετοιμαστούν για το γάμο και την υπόλοιπη ζωή τους μαζί. Ο αρραβώνας μπορεί να τελεστεί αμέσως μετά το προξενιό ή κάποια άλλη μέρα, όπως συμφωνήσουν και αποφασίσουν η οικογένεια και το ζευγάρι.

5.6. Οι προετοιμασίες και οι βέρες

Το ζευγάρι υποδέχεται τους συγγενείς και φίλους στο σπίτι της νύφης ή του γαμπρού. Ετοιμάζουν τα τραπέζια και αρχίζουν το χορό-κυρίως οι γυναίκες- με όργανα ή με το κασετόφωνο. Κάποιος από τους συγγενείς πηγαίνει να παραλάβει την τούρτα. Χορεύουν για λίγη ώρα ακόμη. Κάποιος τοποθετεί την τούρτα στο τραπέζι μαζί με μία σαμπάνια και δύο ποτήρια, καθώς και λουλούδια. Όταν όλα είναι έτοιμα, η νύφη και ο γαμπρός στέκονται πίσω από το τραπέζι. Υπάρχουν δύο μάρτυρες, ένας φίλος του γαμπρού και μία φίλη της νύφης. Στα δεξιά πάντα στέκεται ο γαμπρός. Αν έχει αδερφή ή νύφη στέκεται και αυτή στη μέση μπροστά στο ζευγάρι. Ο φίλος του γαμπρού και η φίλη της νύφης βάζουν ταυτόχρονα τις βέρες στο ζευγάρι, οι οποίες είναι δεμένες μαζί με ένα κόκκινο κορδόνι, και τους λένε συγχαρητήρια. Η αδερφή ή η φίλη της νύφης παίρνει ένα καινούργιο ψαλίδι και με αυτό ετοιμάζεται να κόψει το κορδόνι. Για να γίνει γάμος πρέπει να το κόψει, να γίνουν δηλαδή κουμπάροι. Προσπαθεί να το κόψει και δήθεν δεν μπορεί με τη δικαιολογία ότι χρειάζεται χρήματα από το γαμπρό. Εκείνος προσποιείται πως δεν ακούει. Γίνεται το ίδιο για δεύτερη φορά και τότε ο γαμπρός λέει : «Όσα έχω στην τσέπη θα σου τα δώσω, συμφωνείς»; Η κοπέλα συμφωνεί «Βάλε το χέρι στην τσέπη». Ο γαμπρός της δίνει τα λεφτά, αυτή τα παίρνει και εύχεται στο ζευγάρι ‘να ζήσετε’ και κόβει το κορδόνι.

5.7. Η τούρτα

O γαμπρός και η νύφη κρατούν ένα καινούργιο μαχαίρι και χαράζουν την τούρτα. Κόβουν ένα κομματάκι και πρώτα η νύφη κάνει πως ταΐζει τον γαμπρό με ένα κουταλάκι. Γίνεται ένα παιχνίδι και δεν του δίνει αμέσως τη μπουκιά, το ίδιο κάνει και ο γαμπρός. Ύστερα ο γαμπρός ανοίγει τη σαμπάνια και τη ρίχνει στα ποτήρια, τα οποία πρέπει να είναι επίσης καινούργια ή από τον πρώτο γάμο μιας φίλης ή συγγενούς. (Αν είναι από δεύτερο γάμο δεν κάνει να χρησιμοποιηθούν, γιατί είναι Nikah (προξενιό με τον μουφτή). Πίνουν τη σαμπάνια με τα χέρια σταυρωτά.

5.8. Το «ασήμωμα» του ζευγαριού και το γλέντι

Η πεθερά της νύφης κρεμάει στο ζευγάρι χρυσαφικά ή δίνει χρήματα. Ο πεθερός δίνει αλυσίδα στον γαμπρό του και η πεθερά , ρολόι. Μετά όλοι οι παρευρισκόμενοι δίνουν λεφτά και χρυσαφικά στο ζευγάρι.
Ύστερα αρχίζει το γλέντι. Η νύφη και ο γαμπρός χορεύουν έναν αργό χορό και ακολουθούν και οι υπόλοιποι. συνήθως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αποχωρούν σε άλλο δωμάτιο και πίνουν καφέ, ενώ η νεολαία συνεχίζει το γλέντι.

Ο ΓΑΜΟΣ
DÜGÜN

Λίγα λόγια…

Ο γάμος , σύμφωνα με τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, είναι μια ιερή σύμβαση ή συμφωνία μεταξύ του άντρα και της γυναίκας που γίνονται σύζυγοι. Στο Κοράνι αναφέρεται ως ιερή υπόσχεση.

5.9, Η άδεια γάμου

Το ζευγάρι πηγαίνει στο Χότζα, ο οποίος διαβάζει άρθρα από το Κοράνιο και τα συμφωνηθέντα και δίνει άδεια γάμου (ιζιναμέ). Η άδεια μεταφράζεται στα ελληνικά και έπειτα επικυρώνεται από τον Μουφτή. Δεν υπάρχει η έννοια της προίκας, αντίθετα η πλευρά του γαμπρού δίνει ως δωρεά στη νύφη τα νυφικά, άλλα είδη ενδυμασίας και κοσμήματα (νιχκιά). Επίσης, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει στη νύφη ορισμένη περιουσία ή χρήματα, ανάλογα με την οικονομικά του κατάσταση σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου του. Τα αντικείμενα αυτά (συμφωνηθέντα) αναγράφονται στην άδεια γάμου, γίνονται κτήμα της συζύγου και ο σύζυγος δεν μπορεί να τα πάρει πίσω. Ο γάμος επικυρώνεται στο δημαρχείο. Η θρησκευτική τελετή γίνεται συνήθως στην Κομοτηνή και πρέπει ο γάμος να επικυρωθεί από παπά.

5.10. Η πρόσκληση

Πριν το γάμο, οι δύο οικογένειες απευθύνονται σε μία γυναίκα μεγάλης ηλικίας (okuyuçu –οκουγιουτσού), με σκοπό να την στείλουν να ανακοινώσει σε συγγενείς, φίλους και γείτονες το γεγονός. Οι γυναίκες που συνήθως αναλαμβάνουν αυτή τη δουλειά έχουν χαμηλό εισόδημα ή είναι χήρες και γι αυτό το λόγο παίρνουν και κάποια χρήματα ως βοήθεια ή ανταμοιβή.

5.11.Το τριήμερο γλέντι

Μετά το γάμο ακολουθεί τριήμερο γλέντι, που είναι και η τυπική ολοκλήρωσή του. Συνήθως γίνεται Παρασκευή- Σάββατο- Κυριακή.
Την πρώτη ημέρα γίνεται ο «χορός των γυναικών». Το απόγευμα η νύφη καλεί τις φίλες της από την κοινότητα και χορεύουν μόνες τους. (Οι άντρες μπορεί να παρευρίσκονται, αλλά η παρουσία τους είναι περιφερική). Έπειτα η νύφη βάφεται με χέννα στα χέρια και τα πόδια και τα αφήνει τυλιγμένα μέχρι την επόμενη ημέρα. Ύστερα , παίρνει δώρα , κυρίως χρυσαφικά. Η επόμενη μέρα είναι αυτή κατά την οποία γίνεται και η μεγαλύτερη γιορτή, αφού είναι καλεσμένη σχεδόν όλη η κοινότητα. Ξεκινούν με χορό, κυρίως των γυναικών, οι οποίες έχουν τα χέρια τους βαμμένα με χέννα. Έπειτα σφάζουν μοσχάρι ή κοτόπουλο, ανάλογα με τα οικονομικά τους και ακολουθεί τραπέζι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού το ζευγάρι αποχωρεί και επανέρχεται ύστερα από λίγο. Οι νέοι της κοινότητας, κυρίως οι ανύπαντρες κοπέλες, τους υποδέχονται με αναμμένα κεριά. Μετέπειτα γίνεται το ασήμωμα του ζευγαριού (ασκ) και συνεχίζεται το γλέντι. Η γυναίκα, η οποία κάλεσε τον κόσμο στο γάμο και είναι χήρα, γυρίζει στα τραπέζια με ένα δοχείο, στο οποίο υπάρχει η χέννα, και με τρία κεριά. Οι καλεσμένοι βάζουν λεφτά στο δοχείο και ύστερα η νύφη αποφασίζει αν θα τα κρατήσει η ίδια ή θα τα δώσει στη χήρα. Από τη μέρα αυτή και μετά η νύφη πηγαίνει στο σπίτι του γαμπρού.
Την τελευταία ημέρα γίνεται το «ξύρισμα του γαμπρού». Μαζεύονται όλοι οι φίλοι του γαμπρού, κάθονται στο τραπέζι, ξυρίζουν το γαμπρό και ύστερα το γιορτάζουν με μουσική. Σε ένα κέντημα βάζουν λεφτά και κρεμούν διάφορα αντικείμενα, για να πάει καλά ο γάμος. Κάποιες φορές φωνάζουν και δυο-τρεις ψάλτες για να διαβάσουν αποσπάσματα από το Κοράνι.

6. Η ΚΗΔΕΙΑ
CENAZE

Εάν κάποιος πεθάνει στην Αθήνα, πρώτα έρχεται το ασθενοφόρο και μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Αν η οικογένεια του νεκρού είναι φτωχή γίνεται έρανος –κάποια γυναίκα ή ένας σύλλογος- συγκεντρώνει χρήματα, τα οποί παραδίδονται στην χήρα ή τον χήρο για βοήθεια. οι συγγενείς ή κάποιος από το σύλλογο παραγγέλνουν το φέρετρο. Πληρώνεται το γραφείο τελετών για να το φέρει στο σπίτι. Έπειτα, νοικιάζουν πούλμαν. Αν ο νεκρός είναι άντρας, δίπλα του κάθονται μόνο άντρες, ενώ αν είναι γυναίκα μόνο γυναίκες. Οι υπόλοιποι κάθονται σε άλλα δωμάτια ή έξω. Κάποιο συγγενικό πρόσωπο παίρνει τηλέφωνο στο χωριό και ειδοποιεί για την κηδεία, ώστε να ετοιμάσουν το σπίτι.
Το πρωί καταφθάνει το πούλμαν, στο οποίο βάζουν το νεκρό. Όποιος επιθυμεί να πάει στο χωριό για την κηδεία ανεβαίνει στο πούλμαν και προτού ξεκινήσουν ο Χότζας κάνει μια προσευχή για το νεκρό.
Εν τω μεταξύ στο χωριό κατά τις 5 ή ώρα το πρωί βγαίνει ο Χότζας στο μιναρέ και ανακοινώνει την κηδεία σε όλο το χωριό. Λίγο αργότερα, φτάνει το πούλμαν. Συγγενείς και φίλοι πηγαίνουν να ψωνίσουν kefinik (σάβανο) για το νεκρό. Το φέρετρο μεταφέρεται στο σπίτι. Αν η αποθανούσα είναι γυναίκα έρχεται γυναίκα Χότζας, ενώ αν ο αποθανών είναι άντρας έρχεται άντρας Χότζας. Ετοιμάζουν το νεκρό, ο οποίος πλένεται και μπαίνει ανάμεσα στα δάχτυλά του βαμβάκι. Πριν ο νεκρός πάει στο νεκροταφείο γίνεται μια τελευταία προσευχή στην οποία ο Χότζας ρωτάει τους παρευρισκομένους τι γνώμη είχαν για το νεκρό και αυτοί απαντούν καλά.
Μετά τη μεσημεριανή προσευχή, οι άντρες και οι γυναίκες φορούν μαντήλι στο κεφάλι. Στο νεκροταφείο πηγαίνουν μόνο οι άντρες. Τέσσερις από αυτούς κουβαλούν το φέρετρο. Ο Χότζας λέει την προσευχή και γίνεται η ταφή του νεκρού. Το πόσο βαθιά θα θαφτεί κάποιος εξαρτάται από το φύλο του. Το βάθος για τις γυναίκες είναι μέχρι το στήθος, ενώ για τους άντρες μέχρι τη μέση, καθώς θεωρείται πως οι γυναίκες έχουν περισσότερες αμαρτίες από τους άντρες. Ο νεκρός θάβεται σε επικλινή θέση, γυμνός και σκεπασμένος με ξύλα , καθώς δεν χρησιμοποιούν το φέρετρο. Χώμα ρίχνει ο κάθε παρευρισκόμενος με τη σειρά του, γιατί θεωρείται πως όσο ρίχνει κάποιος χώμα, δοξάζει το Θεό και τους νεκρούς του.
Μετά την κηδεία ο κόσμος μαζεύεται στο σπίτι του νεκρού. Ανάβουν φωτιά στην αυλή και πατάνε σε αυτήν για να καθαρίσουν τα παπούτσια τους. Επίσης πλένονται και πηγαίνουν στο μπάνιο για να εξαγνιστούν (Aptez). Ύστερα πίνουν καφέ και τρώνε τσουρέκι.
Την Τρίτη και την έβδομη ημέρα μετά την κηδεία φτιάχνουν τσουρέκι και το μοιράζουν για ‘συγχώριο’. Στις σαράντα ημέρες μετά την ταφή γίνεται το mevlit. Αν ο νεκρός είναι άντρας συμμετέχουν μόνο οι άντρες και αν είναι γυναίκα , μόνο γυναίκες. Ο Χότζας διαβάζει προσευχή και έπειτα στρώνουν τραπέζι για φαγητό

Η έρευνα για την προέλευση ενός ονόματος ανέκαθεν μου άρεζε. Γιατί να λέμε κάτι όπως το λέμε και γιατί όχι αλλιώς, και τι πορεία ακολούθησε μια λέξη για να φτάσει στην παρούσα χρήση της; Γρήγορα όμως Κατάλαβα ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για το τι σημαίνουν τα πράγματα, αρκεί να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αμερικάνικου τύπου αυτήν νοοτροπία, η ετυμολογία δεν παίζει κανένα ρόλο. Ίσως να σχετίζεται με τη σημερινή νοοτροπία που λέει ότι το παρελθόν δεν έχει καμία σημασία, αλλά ίσως να υπερβάλω.

Έτσι το όνομα του Μεγάρου Μαξίμου μου ήταν για καιρό ανεξήγητο. Πώς γίνεται η πρωθυπουργική έδρα της χώρας μας να έχει λατινικό όνομα; Maximus είναι ο μέγιστος στα λατινικά. Γιατί δεν το λέγανε «Μέγαρο Μεγίστου»; Συμβολίζει την ξενοκρατία; Ή μήπως το έβαλαν οι Έλληνες που τους έδερνε το σύμπλεγμα κατωτερότητας για να φανούν Ευρωπαίοι; Αλλά, ακόμα κι αν ήθελαν να δείξουν Ευρωπαίοι, θα έφταναν σε τέτοιο σημείο οι καθαρευουσιάνοι, που τόσο πολύ επιμελούνταν την ελληνική γλώσσα; Βρήκα τελικα σήμερα ότι έκανα δύο μεγάλ αλάθη: Το Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε χτιστεί για κυβερνητικούς σκοπούς, και το όνομά του είναι ανθρώπινο επώνυμο, το οποίο σίγουρα έχει κάποια σχέση με τα λατινικά.

Η Βικιπαίδεια έχει τη λεπτομερή ιστορία του κτιρίου. Το μέγαρο έγινε πρωθυπουργική έδρα μόλις το 1982, έπειτα από πρωτοβουλία του υπουργού προεδρίας – υπήρχε και τέτοια θέση τότε – Μένιου Κουτσογιώργου, με πρώτο πρωθυπουργό στο γραφείο τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χτίστηκε το 1912. Αρχικά, το 1856, ήταν μια ακατοίκητη περιοχή με χωράφια. Γειτνίαζε με τα Ανάκτορα, τα οποία έγιναν η Βουλή αργότερα, και ανήκε στους αδελφούς Άγγελο και Αργύρη Καραγιάννη. Το κτίριο χτίστηκε στη θέση εκείνη το 1912, η οποία πλέον βρισκόταν στην οδό Ηρόδου Αττικού 19 για λογαριασμό του εφοπλιστή Αλέξανδρου Μιχαλινού, και σχεδιαστής ήταν ο αρχιτέκτων Αναστάσιος Χέλμης. Το 1916 η χήρα του Μιχαλινού Ειρήνη, το γένος Μανούση, η οποία εντωμεταξύ είχε παντρευτεί τον Δημήτριο Μάξιμο – δεν πρόλαβε καν να το χαρεί το μέγαρο ο μακαρίτης, πέθανε/τον έφαγε αυτή κι αμέσως πήρε άλλον -, πούλησε την οικία στο Λεονίδα Εμπειρίκο. Το 1921 ξαναγόρασε το ημιτελές μέγαρο – ούτε να το ολοκληρώσει πρόλαβε ο εφοπλιστής. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, η οικογένεια Μαξίμου εγκαταστάθηκε σ’αυτό. Κατά την Κατοχή, οι Γερμανικές αρχές χρησιμοποιήσαν το κτίριο ως οικεία του Γερμανού ναυάρχου του Αιγαίου, και για μικρό διάστημα μετά την απελευθέρωση έμεινε εκεί ο πρέσβης τον ΗΠΑ. Δε μας πληροφόρησε για το πού έμενε ο Μάξιμος εκείνη την εποχή. Ο Μάξιμος διετέλεσε πρωθυπουργός σε πολυκομματική κυβέρνηση συνασπισμού από τον Ιανουάριο του 1947 έως τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα και φιλότεχνος. Είχε στολίσει τους τοίχους του μεγάρου με πολύτιμους ζωγραφικούς πίνακες. Το 1952 το Ελληνικό Δημόσιο αγόρασε το μέγαρο από το Μάξιμο στην τιμή των 5,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Αν και κυβερνητική επιτροπή το ίχε εκτιμήσει στα 11 δισεκατομμύρια, ο ιδιοκτήτης του το προσέφερε με τη μισή τιμή, μαζι με την επίπλωση και τους ακριβούς πίνακες. Η κυβέρνηση, ως ένδειξη τιμής, διατήρησε το όνομα του προκατόχου του, και γι’αυτό λέγεται Μέγαρο Μαξίμου.
Στην περίοδο της Χούντας, στο μέγαρο έμενε ο αντιβασιλέας, Γεώργιος Ζωιτάκης, ο οποίος είχε οριστεί να μένει εκέι από τον Παπαδοπουλο μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα – δεν το γνώριζα αυτό καν. Έμενε με τη χωριατοπούλα όπως την λένε σύζυγό του Παγόνα, η οποία ωστόσο παραπονιόταν για την κεντρική θέση της κατοικίας. «Τι τα θέλαμε τα μέγαρα; Δεν επιτρέπεται ούτε κοτέτσι να φτιάξεις».

Και τελικά το 1982 έγινε η πρωθυπουργική έδρα. Προηγούμένως ο πρωθυπουργός είχε το γραφείοτ ου στο Κοινοβούλιο, όπου υπάρχει ακόμα. Οπότε ούτε με συμπλέγματα κατωτερότητας ούτε με ξενοκρατία σχέση έχει το όνομα του Μεγάρου Μαξίμου.

Χθες επέστρεψα από το μικ΄ρο φετινο΄μας ιστιοπλοϊκό ταξίδι στη Χαλκιδική. Αρχικά προγραμματίζαμε να πάμε μέχρι τη Σκύρο, το μακρύτερο δηλαδή ταξίδι του ιστιοπλοϊκού, αλλά τελευταία στιγμή ο θείος μου ακύρωσε τη συμμετοχή του, και πήγαμε πολύ κοντύτερα. Μόνο μέχρι τις Φώκιες. Τι να κάνουμε, μεγάλο ταξίδι περίμενα εδώ και τρεις μήνες τουλάχιστον, και τελευταία στιγμή μας τα χάλασαν. Αν ξαναγίνει αυτό, θ’αναγκαστώ να βάλω κι εγώ χρήματα για να πάμε τελικά και πιο μακριά.
Ήμασταν λοιπόν τρεις, εγώ, ο πατέρας μου και ο Παύλος ο σκίπερ. Ξεκινήσαμε με το σκάφος μας ή τη μικρή μας βαρκούλα ευφημιστικά, το Imexus 27, γύρω στις 8 η ώρα πρωί-πρωί το Σάββατο 11 Ιουλίου. Φύγαμε με τη μηχανή απ’το Ναυτικό Όμιλο Θεσσαλονίκης και ξεκίνήσαμε την πορεία μας. Ο Ποσειδών από νωρίς άρχισε να μας ευνοεί, αφού ο βοριάς ήταν συνεχής και αρκετά δυνατός ώστε να πλέουμε άνετα με τα πανιά στην κατεύθυνση που θέλουμε. Αργότερα έφτασε, όπως υππολογίσαμε, και τα 7 μποφόρ, αλλά δεν καταλάβαμε τίποτα, επειδή πλέαμε πρίμα και κύματα δεν υπήρχαν, διότι ο αέρας ερχόταν απ’τη στεριά, η οποία ήταν κοντά και έτσι δεν είχε τον απαιτούμενο χώρο ώστε να σηκώσει κύμα. Πιο κάτω δηλαδή μπορεί να είχε αρκετό κύμα. Το μεσημέρι σταματήσαμε στο Σάνι, όπου έκαναν μπάνιο. Εγώ ήμουν κουρασμένος και δεν ήθελα να μπω στη θάλασσα, άλλωστε κοιμόμουν με διαλείψεις όλη τη μέρα. Ήταν να φύγουμε, αλλά τελικά αποφασίσαμε να μείνουμε αρόδου σ’εκείνον τον κόλπο. Την άλλη μέρα συνεχίσαμε την πορεία μας, τώρα με λίγο περισσότερο μηχανή. Σταματήσαμε σ’έναν κόλπο με ωραίο ζεστό νερο΄για μπάνιο, και γρήγορα συνεχίσαμε το δρόμο μας. Έξω από τον κόλπο λάβαμε ακόμα ένα δώρο εκ του Ποσειδώνος, μια φουσκωτή μπάλα θαλάσσης, η οποία ίσως κάποτε ανήκε σε παιδιάπου πήγαιναν για μπάνιο σε κοντινή παραλία. Μετά ελλιμενιστήκαμε στις Νέες Φώκιες, όπου κατεβήκαμε για να φάμε. Ο Παύλος είχε κατά νου μια καλή ταβέρνα που του είχαν προτείνει, τη Μασαλία, την οποία βρήκαμε και καθίσαμε. Είχε κυρίως γκουρμέ πιάτα, όπως ψημένα τυρια με διάφορες προσθήκες για ορεκτικό, ή κύρια πιάτα με διάφορες σάλτσες από βασιλικό, μάραθο, κάπαρη κλπ. Ήταν όλα εξαιρετικά, σας την προτείνω για όσους πάτε προς τα εκεί. Στο σκάφος τρώγαμε μακαρόνια, κονσέρβες, σαντουιτσάκια, φρούτα, καθώς και τα υπέροχα γεμιστά μπισκότα με μπόλικη σοκολάτα που είχε φτιάξει η μαμά μου για το ταξίδι.
Ο αέρας ήταν λες και τον παραγγείλαμε, αφού στην επιστροφή είχαμε νοτιά. Αρχικά είχαμε λίγο μηχανή, αλά μετά την σβήσαμε. Ανεβήκαμε με πανί μέχρι έξω από την Καλλικράτεια, όπου κάναμε μπάνιο. Από τα μισά του ταξιδιού και μέχρι το ακρωτήριο του αγγελοχωρίου δυστυχώς είχε λίγο παραπάνω κύμα, το οποίο κουνούσε τα πάντα στο σκάφος. Πήρα εγώ μια δραμαμίνη για καλό και για κακό. Φοβηθήκαμε μήπωςο Ποσειδώνας ζητούσε τη μπάλα πίσω, αλλά μάλλον απλώς δοκίμαζε την πίστη μας, αφού κάναμε την κίνηση να ξαναρίξουμε τη μπάλα μέσα, αλά το κύμα δε σταμάτησε. Επίσης η λέξη «βυθίζεται» εισέβαλε στο μυαλό μου – προφανώς μας έστελνε μηνύματα από τον Όλυμπο απέναντι για να επηρεάσει τη διάθεσή μας -, αλλά αντιμετωπίσαμε επιτυχώς την δοκιμασία. Τελικά φτάσαμε με ευκολία στο Ναυτικό Όμιλο.
Αν δε φυσούσε, το ταξίδι θα ήτανε σκατά. Θα ήταν πολύ σύντομο, βαρετό με τον εκνευριστικό ήχο της μηχανής συνεχώς, και χωρίς βιβλίο δε θα περνούσε ο χρόνος με τίποτα. Ευτυχώς φυσούσε και ήταν πολύ ωραία – ίσως ήταν το μεγαλύτερο ταξίδι με πανιά που κάναμε. Αυτήν τη φορά ο Ποσειδών ήταν με το μέρος μας, με το μέρος ημών των ταπεινών αμαρτωλών. Ο Απόλλων ωστόσο για κάποιον λόγο αποστασιοποιήθηκε, αφού μια μύγα μέσα στην καμπίνα μας ενοχλούσε συνεχώς, και ούτε οι παρακλίσεις, ούτε οι τεμενάδες στον καμπινέ δε τον έφεραν να την διώξει. Ίσως θα πρέπει να του θυσιάσουμε κανένα πεντακοσάρικο στη φωτιά για να μας έχει υπόψη την επόμενη φορά.
Στο δρόμο Ίντερνετ είχε ο πατέρας μου στο κινητό από κάρτα, το οποίο ανοίγαμε για να παρακολουθούμε ανελειπώς την πορεία των ελληνικών διαπραγματεύσεων. Ο μέγας Τσίπρας που δήθεν επρόκειτο να μας σώσει, τελικά αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε ακόμα χειρότερα μέτρα απ’αυτά που του πρότειναν αρχικά. Το όχι που ψηφίσαμε δεν είχε κανένα νόημα, ένα δημοψήφισμα, που, όπως λένε, θύμιζε τα στημένα δημοψηφίσματα της Σοβιετικής Ένωσης στα οποία πίστευε ο λαός ότι ψήφιζε, αλά στην πραγματικότητα η κυβέρνηση ακολουθούσε αυτό που είχε σχεδιάσει. Γιατί τότε το έκανε; Απορώ. Απορώ επίσης γιατί σώνει και καλά ήθελε να κυβερνήσει. Στην πραγματικότητα πριν την εκλογή του τους τελευταίους μήνες του 2014 είχε σημειωθεί μικρή πορεία ανάπτυξης στη χώρα, η οποία έπεσε μετά την εκλογή του. Κι απ’ό,τι φαίνεται, του ήταν αδύνατον να διαπραγματευτεί σωστά με τους δανειστές όλους αυτούς τους μήνες, ώστε φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Φτάσαμε ως και στο σημείο να εκχωρήσουμε περιουσιακά στοιχεία ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ σε μια εταιρέια του Λουξεμβούργου η οποία θα τα διαχειρίζεται, μήπως και αποπληρωθεί μέρος του χρέους! Όχι ότι με διαφορετική αντιμετωπιση του ζητήματος θα απαλλασσόμασταν απ’τους δανειστές – αυτό είναι αδύνατον, ιδίως τώρα που η επιδίωξή τους να πάρουν ό,τι μπορούν είναι εμφανής, αλλά σίγουρα θα μπορούσαμε να έχουμε ευνοϊκότερα μέτρα. Τι πιστεύετε; Εγώ το μόνο που έχω να πω είναι: ας μη μπαίναμε σ’αυτήν τη θέση εξαρχής. Τώρα πια είμαστε παγιδευμένοι.

Πηγή:
Αντρώνι

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Γονική Κατηγορία: Διάφορα
Κατηγορία: Πανίδα-χλωρίδα
Δημοσιεύθηκε : 11 Ιούνιος 2012 Δημιουργήθηκε : 11 Ιούνιος 2012 Εμφανίσεις: 2816

Όλοι μας γνωρίζουμε, ότι οι κάτοικοι της υπαίθρου από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι ακόμη και σήμερα, σίτιζαν διάφορα οικόσιτα ζώα και πουλερικά, όπου τα χρησιμοποιούσαν για τις διάφορες εργασίες τους, αλλά και για την καθημερινή διατροφή τους. Τα ζώα που χρησιμοποιούσαν για τις εργασίες ήσαν τα υποζύγια (άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια) και βόδια. Για την διατροφή, για ένδυση και για το δέρμα τους έτρεφαν αγελάδες, χοιρινά, πρόβατα, κατσίκες, κουνέλια και πουλερικά.

Για την μεταφορά, όργωμα, αλώνισμα και για διάφορες άλλες εργασίες χρησιμοποιούσαν άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια και τα βόδια για έλξη και όργωμα. Τα γιδοπρόβατα τα έλεγαν «μαρτίνια» και από αυτά έπαιρναν το κρέας, το δέρμα, το μαλλί, το γάλα, και το κέρατο. Από τα χοιρινά «θρεφτάρια» έπαιρναν, το κρέας, την τρίχα, το δέρμα και το λίπος. Από τα πουλερικά, έπαιρναν το κρέας, τα αβγά και τα πούπουλα. Ακόμη χρησιμοποιούσαν τα σκυλιά και τις γάτες για φύλακες, κυνήγι και για τα διάφορα επιζήμια, επιθετικά, άγρια σαρκοφάγα ζώα και ερπετά.

Επειδή όμως λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν μπορούσαν να συντηρήσουν πολλά οικόσιτα ζώα, ούτε ένα ζευγάρι από το καθένα και λόγω του ότι έπρεπε να πραγματοποιούν τις ανάλογες διασταυρώσεις για να μην υπάρχει αιμομιξία, απευθύνονταν σε ιδιοκτήτες που σίτιζαν κυρίως αρσενικά ζώα, μόνο και μόνο προς αναπαραγωγή.

Τοιουτοτρόπως όταν ήθελαν να ζευγαρώσουν τα οικόσιτα ζώα του απευθύνονταν στους κατόχους των αρσενικών ζώων. Ο κάτοχος αρσενικού επιβήτορα, τράγου, κάπρου, κ.λπ. έπαιρνε τα «βατευτικά» ή «μαρκαλίκια», έτσι έλεγαν το αντίτιμο για το ζευγάρωμα των ζώων, και αν δεν «έστηνε» δηλαδή δεν γκαστρωνόταν το θηλυκό, το επαναζευγάρωναν χωρίς πληρωμή. Αν πάλι δεν γκαστρωνόταν ο κάτοχος του αρσενικού επέστρεφε πάλι τα βατευτικά ή μαρκαλίκια. Όσες ημέρες τα θηλυκά ζώα, ήσαν στο αρσενικό, ο ιδιοκτήτης του αρσενικού, ήταν υπεύθυνος για την συντήρηση, αλλά και την ασφάλεια του θηλυκού ζώου.

Όταν έφθανε η εποχή του ζευγαρώματος, ο εκάστοτε ντελάλης, για να μην χάσει την ευκαιρία για αμοιβή κατά τον μάρκαλο φώναζε:

«Χωριανοί… ακούσατε, ακούσατε. Από μεθαύριο την Δευτέρα αρχίζει ο μάρκαλος. Όποιος έχει μαρτίνες να τις πάει στο τραΐ του τάδε… (όνομα ιδιοκτήτη αρσενικού), για φέτος, δέκα φράγκα η ταρίφα, άμα δεν στήσει η γίδα δεν πλερώνει, το τάγισμα και το πότισμα και φύλαγμα ανέξοδο…».

– Για την φοράδα έλεγαν «ζητάει», πρέπει να πάει στο βαρβάτο άλογο ή στον επιβήτορα.

– Για την γίδα και την προβατίνα έλεγαν «μαρκαλιέται», ή «στήνει» και πρέπει να πάει στον τράγο, η στο κριάρι.

– Για την αγελάδα έλεγαν «σούρνει», πρέπει να πάει στο δαμάλι, ή στον ταύρο.

– Για την γουρούνα έλεγαν «γουβράει» πρέπει να πάει στο καπρί.

– Για την κότα έλεγαν «βατεύεται», πρέπει να πάει στον κόκορα.

– Για την σκύλα έλεγαν «πηδιέται», πρέπει να πάει να κολλήσει με σκυλί.

– Για την γαϊδούρα έλεγαν «στήνει», πρέπει να πάει στον γάιδαρο, ή επιβήτορα εάν ήθελαν να διασταυρώσουν και να βγάλουν μουλάρι.

– Για την γάτα έλεγαν «πηδιέται» πρέπει να βρει γάτο.

– Για την κουνέλα έλεγαν «ξερομασσάει» πρέπει να την πάνε στον κούνελο ή κούνελο. Ο κούνελος για να είναι καλός, δεν έπρεπε να φεύγει από το κλουβί του και έπρεπε υποχρεωτικά να μεταφέρουν την κουνέλα στο δικό του κλουβί.

Για να αρχίσουν να ζευγαρώνουν τα ζώα συνήθως τα τάγιζαν μπόλικο αλάτι και τα μηρυκαστικά καρπό βρώμης. Ενώ δεν έπρεπε να αλλάζουν το νερό που έπιναν, δηλαδή έπρεπε να πίνουν νερό από την ίδια πηγή, για να μην «γυρίσουν».

Όταν ζευγάρωναν άλογα, μετά το πέρας του ζευγαρώματος την φοράδα έπρεπε να την τρέξουν για αρκετή ώρα για να «κρατήσει».

Λέγεται, ότι κάποτε έδεσαν τα μάτια μιας φοράδας και την έβαλαν να ζευγαρώσει με το ενήλικο πουλάρι της. Η φοράδα στάθηκε και ζευγάρωσε, αλλά μόλις της έλυσαν το πανί που είχαν βάλει στα μάτια της και είδε ότι ζευγάρωσε με το πουλάρι της, έσκασε (πέθανε) από το κακό της.

Τα πουλερικά με μια φορά ζευγαρώματος, μπορούν τα θηλυκά να γεννούν αυγά με «σπόρο» για ένα μήνα περίπου. Επίσης με την βοήθεια ενός κεριού στο σκοτάδι μπορούμε να διακρίνουμε τα αυγά εάν έχουν σπόρο.

Για το ζευγάρωμα των σκυλιών και των γατιών η συμφωνία ήταν τα μισά κουτάβια. Τα αρσενικά ζώα αλλά και πουλερικά όταν τα οποία προορίζονταν προς σφαγή, τα ευνούχιζαν «μουνούχιζαν». Ήταν ένα είδος χειρουργικής επέμβασης με διάφορες κατά τόπους ιεροτελεστίες. Οι τεχνίτες αυτοί λέγονταν μουνουχάρηδες ή μουνουχιστές. Τα μουνουχισμένα κοκόρια τα έλεγαν «καπόνια», τα μουνούχιζαν για την παραγωγή περισσότερου κρέατος, τα οποία ζύγιζαν σχεδόν το διπλάσιο βάρος από τ’ άλλα. «Μαρμάρες» έλεγαν τα θηλυκά ζώα που ζευγάρωναν αλλά ποτέ δεν έμεναν έγκυα. Τα ενός έτους αρνοκάτσικα που ήσαν μουνουχισμένα τα έλεγαν «μουνούχια».

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΖΩΩΝ

Είδος Θερμοκρασία απηυθησμένου Ημέρες εγκυμοσύνης

Βοοειδή 38-39 279-290

Άλογα 37,5-38,5 334-339

Πρόβατα 39-40 144-151

Γίδες 39,5-40,5 150-151

Χοίροι 38,5-39,5 112-115

Σκύλοι 38,5-39,5 58-63

Γάτες 38-39 63-65

Κουνέλια 38,8-39,8 30-32

Επώαση-εκκόλαψη

Κότες 40,5-42 21

Ινδιάνοι (γαλιά) 40-41,5 28

Χήνες 40-41 30-35

Πάπιες 41-43 30-35

Περιστέρια 41-43 17-17

Διάρκεια οργασμού Επανάληψη οργασμού

Αγελάδες 24-36 ώρες κάθε τρεις εβδομάδες

Φοράδες 2-10 ημέρες κάθε τρεις εβδομάδες

Προβατίνες 24-48 ώρες κάθε 14-19 ημέρες

Γίδες 2-3 ημέρες κάθε 2-3 εβδομάδες

Γουρούνες 3 ημέρες κάθε τρεις εβδομάδες

Σκύλες 4-8 ημέρες κάθε έξι μήνες

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Στην Σοβιετική Ένωση ένας χωριάτης είχε ένα τράγο επιβήτορα. Ο τράγος λόγω των οικονομικών δυσχερειών του αφεντικού του, ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες. Όμως, καθημερινώς τον ζευγάρωνε με μια και δύο και τρεις κατσίκες και με αυτό τον τρόπο ο ιδιοκτήτης, του είχε κάποιο καλό εισόδημα.

Με τον καιρό, άνθρωποι του κράτους, ανακάλυψαν τις δυνατότητες του τράγου πήγαν στον ιδιοκτήτη και τον κατάσχεσαν, θέλοντας να τον χρησιμοποιήσουν για έσοδα του κράτους. Αφού πήραν τον τράγο, τον εξέτασαν κρατικοί κτηνίατροι, του έκαναν τ’ ανάλογα εμβόλια, τον τοποθέτησαν σε σύγχρονο στάβλο, το τάγιζαν με ισορροπημένες τροφές και περίμεναν να ζευγαρώνει, για να αποκομίζουν τ’ ανάλογα έσοδα. Ο τράγος όμως από εκείνη την ημέρα δεν ξαναζευγάρωσε. Τότε η κρατική μηχανή, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, κάλεσε τον πρώην ιδιοκτήτη, να τους εξηγήσει τι συμβαίνει γιατί ο τράγος δεν ζευγαρώνει. Ο ιδιοκτήτης επισκέφθηκε τον τράγο στο στάβλο. Ζήτησε από τους κρατικούς λειτουργούς να βγουν έξω από τον στάβλο με σκοπό να ρωτήσει τον τράγο. Μόλις βγήκε , τον ρώτησαν τι συμπέρασμα έβγαλε. Τότε ο ιδιοκτήτης, τους είπε με πολύ χιούμορ:

«Ο τράγος μου ανέφερε, ότι τώρα που έγινε δημόσιος υπάλληλος, δεν έχει πια την ανάγκη πλέον να εργασθεί!»

Σήμερα λέμε όταν κάποιος θέλει να δείξει στις γυναίκες ότι ενδιαφέρεται, λέμε «κοκορεύεται», ή «νταραβερίζεται»

Πιο παλιά οι άνδρες που ήξεραν ποιες γυναίκες στο χωριό τους ήσαν ανήθικες και ήθελαν να συνευρεθούν μαζί τους για να μην τάχα τις εκθέσουν τους έλεγαν την φράση: «Μαρκαλάεισε κυρά μου;» (δηλ.) Μωρέ! Καλά είσαι κυρά μου;

Οι έφηβοι όταν αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τα κορίτσια έλεγαν: «Αρχίζει να βαρβατσουλεύεται».

Λέγεται ότι ο Θεός έπλασε τα πρόβατα και ο Διάβολος τα γίδια. Ο Θεός το πρόβατο το έφτιαξε συγκροτημένο, σεμνό, χαμηλών τόνων, το οποίο δεν προσέχει το βάρος του, την υγιεινή καθαριότητα και είναι πάντοτε φιλικό προς τον άνθρωπο και θερμόαιμο. Ενώ ο Διάβολος που έφτιαξε την γίδα, κατ’ αρχήν την προσομοίασε σαν την ανήθικη γυναίκα, της έφτιαξε κέρατα, η σωματική της διάπλαση θυμίζει γυναίκα με εξαίρετη σιλουέτα, επί μονίμου βάσης σηκωμένη την ουρά της να φαίνονται τα γεννητικά της όργανα γι’ αυτό τον λόγο οι τσοπάνηδες τις λένε «ορθονούρες», «οξωμούνες», και «κατσικοδιάβολο» καθαρή πάντοτε και συνάμα ζημιάρα.

Για το αρνί έλεγαν: «Γάλα-γάλα τάγισέ με και στο χιόνι κύλισέ με».

Ενώ για το κατσίκι έλεγαν: «Λίλο-λίγο γάλα και στα κάρβουνα καβάλα».

Παροιμίες:

– Αλί από τον κόκορα που λαλεί και ξενογαμεί

– Άλλος γαμεί κι άλλος πλερώνει.

– Αν δεν κουνήσει η σκύλα την ουρά της, δεν πάνε τα σκυλιά κοντά της.

– Γάτος γαμεί και γάτος σκούζει.

– Γενάρη γαμηδόδενε, τον Μάη ποδοβόλα και τον Οκτώβρη τον καλό κάτσε και γεννοβόλα.

– Γενάρη μήνα γάμηγε, ποτέ σου μην προκόψεις. (Το έλεγαν για τα γιδοπρόβατα).

– Δέκα γαμείς ένας πονάει, ένας γαμεί δέκα πονάνε.

– Δέκα μπορεί να φιλούν ένας μόνο γαμεί.

– Εκεί που λαλεί, εκεί γαμεί, εκεί ξημεροβραδιάζει.

– Κόκορας χωρίς λειρί, κότα ποτέ του δεν γαμεί.

– Να ήμουν τον Μάη γάιδαρος τον Αύγουστο κριάρι κι όλο τον χρόνο κόκορας και γάτος τον Γενάρη.

– Περιμένει σαν την αλεπού να πέσουν τα αρχίδια του τράγου.

– Πηδιέται σαν σκύλα.

– Πληρώνω αλλουνού γαμησιάτικα.

– Πουτάνα θάλασσα που σε γαμάν τα ψάρια που σε γαμεί κι ο κάβουρας με τα στραβά ποδάρια.

– Σαν κολλημένα σκυλιά.

– Στην πομπή του αετού, γάμει και συ χελώνα.

– Την γίδα γαμούσαν και τον τράγο πονούσε ο κώλος.

Το Σάββατο, 9 Μαΐου, επισκέφθηκα σε αυθημερόν εκδρομή το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο, μαζί με τον πατέρα μου, το μικρό ετεροθαλή μου αδερφό Σάββα 6 ετών, και το γυμναστή και φίλο μου, τον Κώστα. Όταν ήμασταν στη Βουδαπέστη το Πάσχα με τον Κώστα και επισκεπτόμασταν τον εκεί ζωολογικό κήπο, με ιστορία από το 1866 κάνοντάς τον από τους παλαιότερους στην Ευρώπη, απορήσαμε πώς τόσο καιρο΄δεν πήγαμε στον αθηναϊκό, για τον οποίο ακούγαμε καλά λόγια και ήταν και μέσα στη χώρα μας. Έτσι γίνεται συνήθως, πηγαίνεις σ’όλα τα αξιοθέατα των χωρών του εξωτερικού, ενώ΄δε γνωρίζεις αυτά της χώρας σου, επειδή τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως σίγουρα μια μέρα θα πας, κι έτσι δεν πας ποτέ. Βάλαμε στόχο λοιπόν μια φορά να πάμε, αν γίνεται σε κάποια αθλητική διοργάνωση. Μόλις επιστρέψαμε, είπαμε στον πατέρα για το παράπονό μας, και μας πρότεινε καλύτερα να πάμε αυθημερόν μια εκδρομή, αφού τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν φτηνά, όπου θα μπορούσε να έρθει και ο ίδιος, που ήθελε να τον δει, καθώς και να φέρει το παιδάκι. Τελικα κλείσαμε εισιτήρια με Ράιαν Ερ, και νωρίς το πρωί, στις 7 η ώρα περίπου, αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε, και μόλις κατεβήκαμε πήραμε ταξί από μια διαδικτυακή εφαρμογή που τα βρίσκει μέσω gps και φτάσαμε έξω από το Πάρκο.
Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι ο μεγαλύτερος ζωολογικός κήπος της χώρας. Είναι ιδιόκτητο, αυτοχρηματοδοτούμενο ίδρυμα, το οποίο άνοιξε το 2000, αρχικά ως Αττικο Ορνιθολογικό Πάρκο. Είχε την Τρίτη μεγαλύτερη συλλογή πουλιών στον κόσμο, με 1.100 πουλιά από 300 είδη. Το 2001 η συλλογή επεκτάθηκε με ερπετά, και στη συνέχεια ήρθαν κι άλα ζώα, όπως ζώα της σαβάνας, της ερήμου, σπάνια ελληνικά ζώα, θαλάσσια θηλαστικά και άλλα. Σήμερα καλύπτει έκταση 200 στρεμμάτων, φιλοξενώντας περισσότερα από 2.000 ζώα από 350 διαφορετικά είδη. Τα ζωά είναι χωρισμένα ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους, την ταξινομική ομάδα ή το οικοσύστημα όπου ζουν – περιοχή σαβάνας, ερήμου, πουλιά Αφρικής, πουλιά Νότιας Αμερικής, χώρος ερπετών κλπ – σε διαμερίσματα, ενώ στο μέλλον το Πάρκο πρόκειται να επεκταθεί με τη Δεινοσαυρόπολις, ένα μουσείο εξέλιξης, και την Ωκεανόπολις, ένα πρότυπο ενυδρείο. Θα ξαναπάω σίγουρα όταν ολοκληρωθούν κι αυτά τα έργα. Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το Πάρκο, τα ζώα, καθώς και τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις που γίνονται εκεί, μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του εδώ.

Κατεβήκαμε λοιπόν από το ταξί, και περάσαμε από την είσοδο. Μπροστά μας απλωνόταν ένας μεγάλος χώρος, με το χώρο των Φλαμίνγκο (Phoenicopterus roseus) ίσια μπροστά. Ο Σάβας ενθουσιάστηκε κι έτρεξε να τα δει, ενώ εμείς καθίσαμε λιγάκι να ξεκουραστούμε. Έπειτα ξεκινήσαμε την πεζοπορία μας. Δίπλα μας ήταν το έκθεμα με τις κοκκινομάγουλες νεροχελώνες (Trachemys scripta), το κοινό αμερικανικό είδος εμυδοειδούς νεροχελώνας που πωλείται συχνά ως κατοικίδιο. Ήταν μια μεγάλη λίμνη με ξηρά από ββράχια όπου λιάζονταν δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χελώνες, και το τοιχίο ήταν τόσο χαμηλό, ώστε μπορούσες να τις πιάσεις. Εγώ πείραξα λίγο μερικές, και εντυπωσιάστηκα απ’το μέγεθος και το πάχος τους. Υπήρχε και μηχάνημα που με 50 λεπτά έδινε τροφή για να τις ρίξεις. Κατά τα’άλλα ωστόσο το τάισμα των ζώων απαγορευόταν, και για να μην τρώνε τα ζώα ακατάλληλες τροφές και για να μη ζητούν συνεχώς φαγητό από τους επισκέπτες. Όπως κατάλαβα αργότερα, κοκκινομάγουλες υπήρχαν σ’όλες τις λιμνούλες του ζωολογικού κήπου.
Προχωρώντας πιο πέρα μπήκαμε σ’ένα χώρο σαν θερμοκήπιο με κλουβίά με διάφορα είδη πουλιών. Πέρδικες, φασιανοί, περιστέρια, μικρά παπαγαλοειδή όπως λόρι και κονούρες, βούκεροι, μερικά είδη τουκάνων, πράσινο αρακάρι Pteroglossus viridis), (τουκανοειδές πουλί με λεπτότερο ράμφος και πράσινα πούπουλα στη ράχη, γαλαζόφτερη και γελαστή κουκαμπούρα (Dacelo leachii και D. novaeguineae), μεγάλες αλκιόνες τις Αυστραλίας και της Ν. Γουινέας με παράξενες φωνές, αν και τότε δε φώναξαν), και διάφορα άλλα είδη. Εντύπωση μου έκανε το πράσινο περιστέρη (Treron calva), ένα στρουμπουλό πρασινογάλαζο κυρίως φρουτοφάγο περιστέρι με μια ψηλή κόμη φτερών στο κεφάλι, το οποίο μας πλησιάζε. Από εκεί πήγαμε στη φάρμα, όπου κυκλοφορούσαν σ’έναν κλειστο΄χώρο αφρικανικά πυγμαία κατσίκια και πρόβατα Καμερούν, τα οποίαμας πλησίαζαν εύκολα, αλλά φεύγανε όταν τα χαϊδεύαμε. Δίπλα ακριβώς ήταν η φημισμένη κουνελοχώρα, όπου δεκάδες ή κι εκατοντάδες κουνέλια τριγυρνούσαν ελεύθερα. Την ώρα που πήγαμε ήταν μεσημέρι, και ο ήλιος κατέκαιγε το μέρος, με αποτέλεσμα όλα τα κουνέλια να είναι μαζεμένα είτε σε μικρά υπόστεγα είτε μέσα στις τρύπες τους, από τις οποίες είχε πολλές. Σε κάποια σημεία το χώμα ήταν υπερυψωμένο, ώστε να μπορείς να δεις από κοντά τις τρύπες. Έπιασα μία τρύπα δίπλα μου, η οποία ήταν γύρω στα 15 εκατοστά σε διάμετρο και με ελαφριά κλίση προς τα μέσα. Σίγουρα το πρωί και το απόγευμα, τις ώρες φυσικής δραστηριότητας των κουνελιών, θα γίνεται χαμός εκεί. Χάιδεψα ένα μεγάλο καφέ κουνέλι με μακριά αυτιά κάτω από ένα χαμηλό υπόστεγο, το οποίο ήταν ήρεμο κι έτριζε τα δόντια του από ευχαρίστηση, δείγμα ότι ήταν συνηθισμένο με τους ανθρώπους, ενώ την ίδια στιγμή ένα μικ΄ρο άσπρο κουνελάκι έτρεξε στην τρύπα του. Κουνέλια επίσης υπάρχουν ελεύθερα στο Πάρκο, αν και εμείς δε συναντήσαμε κανένα. Επίσης κυκλοφορούν ελεύθερα και παγόνια. Έχω ακούσει διάφορα πράγματα για την κουνελοχώρα, ότι εκεί αφήνουν όσοι δε θέλουν τα κουνέλια τους, ότι τα αφήνουν ν’αναπαραχθούν για να ταΐσουν τα σαρκοφάγα ζώα, ή ότι από εκεί μπορείς, κατόπιν συνενόησης με το Πάρκο, να υιοθετήσεις ένα κουνέλι, αλλά δεν ξέρω τι ισχύει. Μπορεί και νά’ναι μια κλειστή ομάδα συγκεκριμένων και στειρωμένων κουνελιών, και τίποτα απ’αυτά να μην αληθεύει. Τα άγρια αρπακτικά πουλιά της περιοχής ωστόσο τυχαίνει να τρώνε τα ελεύθερα περιφερόμενα κουνέλια. Μετά τα κουνέλια περάσαμε γρήγορα τους χιμπατζήδες και τα λοιπά ζώα, για να προλάβουμε το σόου με τα δελφίνια στις δωδεκάμισι.
Φτάσαμε στο Δελφινάριο και καθίσαμε σε προνομιακή θέση. Εκεί, αφού η εκπαιδεύτρια – δεν ξέρω γιατί σχεδόν πάντοτε οι εκπαιδεύτριες δελφινιών είναι γυναίκες – είπε λίγα εισαγωγικά λόγια για τα δελφίνια, ξεκίνησε την επίδειξη. Υπήρχε και σχολείο, κι όπως συνηθίζουν στο πρόγραμμα αυτό, πήρε ένα παιδί το οποίο θα ερχόταν πιο κοντά στα δελφίνια. Ένας φίλος μου που πήγε πριν δύο χρόνια είχε συνενοηθεί να πάει κι αυτός από κοντά για να μπορεί και να τα πιάσει, να τα ταΐσει, να τα δώσει εντολές, κλπ, αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Εντυπωσιάστηκα από τη νοημοσύνη αυτών των ζώων. Μπροστά στα δελφίνια, τα ζώα που έχουμε εμίς δεν είναι τίποτα. Ως απάντηση σε συγκεκριμένες χειρονομίες και ήχους, έκαναν άλματα, έβγαζαν περίεργες φωνές σαν θαλασσοπούλια ή λύκοι, φυσούσαν από το φυσητήρα, στριφογύριζαν με τα πτερύγιά τους, έβγαιναν λίγο στη στεριά για να χαιρετήσουν τον κόσμο, και έκαναν διάφορα άλλα κόλπα. Με ελαφρά πίεση στην ουρά είχαν μάθει να προτείνουν την ουρά τους, ώστε ο κτηνίατρος να μπορεί να λάβει δείγμα αίματος για εξέταση. Μετά από κα΄θε άσκηση, έτρωγαν μερικά ψάρια ως επιβράβευση, ώστε να συνεχίσουν τις επιδείξεις. Οι ασκήσεις αυτές είναι απαραίτητες στην αιχμαλωσία, ώστε τα δελφίνια να κινούνται λίγο παραπάνω κι όχι απλώς να περιμένουν το φαγητό μπροστά τους και να εξασκούν και το μυαλό τους. Τα τέσσερα δελφίνια του Πάρκου προέρχονταν αππό το Θαλάσσιο Πάρκο της Λιθουανίας, ενώ τα δύο μικρότερα, περίπου διόμισι χρονών, είχαν γεννηθεί στο Δελφινάριο, και ήταν ακόμα σε εκπαίδευση. Του Σάββα του άρεσε τόσο πολύ αυτό΄, ώστε ζήτησε να ξαναπάμε ακόμα μια φορά. Στο Πάρκο επίσης υπήρχαν και φώκιες, αν και δεν τις είδαμε καν.
Μετά επισκεφθήκαμε τα ζώα που περάσαμε πριν. Πήγαμε στους χιμπατζήδες (Pan troglodytes), το τάισμα των οποίων δε θα προλαβαίναμε, αλλά δεν τους είδαμε, επειδή ήταν κρυμμένοι κάπου μακριά, γιατί οι εκτάσεις για τα ζώα ήταν τεράστιες. Οι συνδάκτυλοι γίββωνες (Hylobates syndactylus) ήταν δίπλα, αλλά κι αυτοί μακριά. Είναι πίθηκοι της Μαλαισίας και της Σουμάτρας, κυρίως φυτοφάγοι, κινούνται κρεμασμένοι με τα χέρια από τα δέντρα και είναι αυστηρά μονογαμικοί. Οι πίθηκοι είχαν γύρω τους μια τάφρο με νερό, μάλλον για να μην πλησιάζουν κοντά στα σύρματα, μιας και μισούν το νερό. Ο άνθρωπος κληρονόμησε τη φυσικη απλησιά και την ανικανότητα φυσικής κολύμβησεις απ’αυτά τα ζώα. Από τις τάφρους δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες, οι οποίες πιστεύω κινδύνευαν κάθε φορά που οι χιμπατζήδες δεν είχαν τίποτα να κάνουν κι αποφάσιζαν να σπάσουν μερικές για πλάκα, ίσως και να τις φάνε. Πιο πέρα ήταν το πουλί γραμματέας (Saggitarius serpentarius), ένα είδος αφρικανικού χερσαίου γερακιού που τρώει κάθε είδους μικρό ζώο, και οι εδαφοβούκεροι (Bucorvus leadbeateri), νοτιοαφρικανικά εδαφόβια σαρκοφάγα πουλιά που δημιουργούν μικρές οικογένειες, στις οποίες τα μικρά παραμένουν και βοηθούν την ανατροφή των αμέσως μικρότερων πριν ανεξαρτητοποιηθούν. Κοντά ήταν και ο ακανθόχοιρος της Ινδίας (Hystrix indica), ένα αγκαθωτό φυτοφάγο τρωκτικό που δεν έχει σχέση με το σκαντζόχοιρο, με εξάπλωση όχι μονο στην Ινδία, αλά σε μεγάλη έκταση από τη Μέση Ανατολή ως τη ΝΑ Ασία, και τη στιγμή που περάσαμε ήταν κρυμμένος. Προς τη φάρμα υπήρχαν τα γουρούνια, καθώς και η Κλάρα, η αγελάδα που πρωταγωνιστούσε στην εκπομπή του Αρναούτογλου, σ’ένα χώρο γεμάτο σβουνιές και μύγες. Μετά ήταν τα πόνι Φαλαμπέλα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά κάρβουνου στα ορυχεία, και οι άγριοι γάιδαροι Σωμαλίας (Equus assinus somalicus). Οι γάιδαροι αυτοί, πρόγονοι του εξημερωμένου, ζουν στις κακοτράχαλες ερήμους της Σωμαλίας, μπορούν να φτάσουν τα 280 κιλά σε βάρος, και ξεχωρίζουν από τις ζεβροειδείς ρίγες στα πόδια τους. Αν και το όνομα, καθώς και η χώρα προέλευσής τους, σε προδιαθέτουν για κάτι υπερβολικά άγριο και αδίστακτο, τα συγκεκριμένα ζώα φαίνονταν ήρεμα τρώγοντας το σανό τους. Στη φύση παραμένουν περί τα 500 ζευγάρια, και απειλούνται απ’το κυνήγι, τη διασταύρωση με τους εξημερωμένους γαϊδάρους και την πολιτική αστάθεια στην περιοχή, που κάνει αδύνατη την εφαρμογή ενός σχεδίου για την προστασία τους. Δυστυχώς, αν δε γίνει κάτι το υποείδος θα εξαφανιστεί, μειώνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη χαμηλή βιοποικιλότητα των ιπποειδών. Δίπλα στα γαϊδούρια ήταν και οι βακτριανές καμήλες (Camelus bactrianus), οι οποίες είχαν έρθει κοντά μας. Ήταν τεράστια ζώα, πολύ μεγαλύτερα απόμία αγελάδα και πολύ παχύτερα από ένα άλογο, τα οποία σίγουρα θα ζύγιζαν έναν τόνο. Έτσι εξηγείται και η αφοβία των τζιχαντιστών – αν από μικρά έβλεπαν κι εξαναγκάζονταν να έρχονται σε καθημερινή επαφή μ’αυτά τα ζώα, αναγκαστικά θά’πρεπε ν’αποβάλουν το φόβο τους. Και με λίγο αλάχου ακμπάρ όταν μεγαλώσουν, χάνουν κάθε εναπομείναντα φόβο και είναι έτοιμοι για τα πάντα.
Συνεχίσαμε σ’ένα έκθεμα με πουλιά – απ’ό,τι καταλάβατε, δεν ακολουθούσαμε πάντα σταθερή διαδρομή -, όπου είδαμε διάφορους σπάνιους ασιατικούς φασιανούς, γεωπελίες (είδος περιστεριού) της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας, σπίνους ζέβρα (Taeniopygia guttata) της Αυστραλίας, ένα κοινό είδος και στην αιχμαλωσία – τότε ένα αρκετά κοντά μας έμπαινε στη φωλιά του,διάφορους άλλους σπίνους, καλάο, καρδινάλιους, ερυθρόλοφο τουράκο (Tauraco erythrolophus), πουλί της κεντρικής και δυτικής Αγκόλας που ακούγονταν σαν συναγερμός, άλλα είδη τουράκο, κινέζικο αηδόνι (Leiothrix lutea), το οποίο θέλαμε ν’ακούσουμε, αλλά ήταν κρυμμένο επειδή είναι νυκτόβιο, διαφόρους βουκέρους κλπ. Η αναπαραγωγική συμπεριφορά των βούκερων είναι μοναδικοί, αφού το θηλυκό φυλακίζεται στη φωλιά μαζί με τα μικρά, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα για να το ταΐζει το αρσενικό. Τα πουλιά ήταν τόσα πολλά, που μου είναι αδύνατο να τα θυμάμαι όλα. Οι χώροι των πουλιών στο Πάρκο ήταν πολύ μεγάλη, με αρκετό πλάτος και ύψος ώστε να χωράνε ολόκληροι θάμνοι και μικρά δέντρα μέσα, καθώς και τα υπόλοιπα απαραίτητα στοιχεία για την ανακατασκευή του φυσικού περιβάλλοντος του καθενός. Άλλα ήταν κρυμμένα και δεν τα είδαμε, άλλα μόνο ακούγονταν, άλλα ήταν στο έδαφος και έτρωγαν, κι άλλα κάθονταν σε κλαδιά σε κοινή θέα.
Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στη Σαβάνα, όπου βρίσκονταν τα ζώα βαρέων βαρών. Περάσαμε όμως πρώτα από τα αιλουροειδή – λευκή τίγρει (Πanthera tigris), υποείδος εξαφανισμένο στη φύση από το 1958, ευρασιατικούς λίγκες (Linx linx), το φημισμένο στο Πάρκο λιοντάρι της Αγκόλας (Panthera leo bleyenberghi), σερβάλ (Leptaelurus serval), αγριόγατες (Felis silvestris), οσελότους (Leopardus pardus), ιαγουάρους (Panthera onca), αλλά δεν είδα κανένα, γιατί κοιμούνταν τα περισσότερα χωμένα στο πίσω μέρος του χώρου τους, αν κι ένας ιαγουάρος ήταν λίγο πιο μπροστά. Το λιοντάρι είχε κι ένα σημείο που έμοιαζε με τζιπ σαφάρι, με τζάμι μπροστά, όπου μαζεύονταν οι περισσότεροι επισκέπτες, αλλ’ήταν χωμένο σε μια σπηλιά και κοιμόταν. Ως μεγάλο σαρκοφάγο άλλωστε, κοιμάται για μεγάλο μέρος της ημέρας, ως και 20 ώρες. Ο Σάββας για ανεξήγητο λόγο φοβήθηκε εκί. Στη Σαβάνα συναντήσαμε τις καμηλοπαρδάλεις Μπαρίνγκο (Giraffa camelopardalis rothschildi), οι οποίες ήταν αρκετά μακριά αλλα φαίνονταν, τις ζέβρες του Γκραντ (Equus burchellii boehmi), τις στρουθοκαμήλους (Struthio camelus), τον αραβικό όρυξ (Oryx leucoryx), ένα είδος λευκής για ν’αντανακλα τον ήλιο αντηλόπης που ζει σε σκληρές ερήμους της Μέσης Ανατολής όπου η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει τους 50 βαθμούς την ημέρα κατά τους θερινούς μήνες, και τους λευκούς ρινόκερους (Ceratotherium simum), τους οποίους ο Σάββας αδιμονούσε να δει, μιας και είναι το αγαπημένο του ζώο, οι οποίοι στέκονταν στο μέσο του μικρού χωραφιού που είχαν για κατοικία και βοσκούσαν από μπάλες με άχυρο. Είναι το δεύτερο βαρύτερο χερσαίο θηλαστικό μετά τον ελέφαντα, με βάρος 1,5-3 τόνους, και μήκος 4 μέτρα. Είναι το είδος με τα δύο κέρατα, το πρώτο εκ των οποίων φτάνει τα 90 εκ, αν και κατ’εξαίρεσιν ψηλώνει ως το 1,5 μέτρο. Το είδος κινδύνευσε να εξαφανιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, αλά χάρη σε προγράμματα προστασίας σήμερα αριθμεί στη φύση περί τα 11.000 άτομα, παρόλα αυτά οι λαθροθήρες το κυνηγούν για το κέρατό του, το οποίο στην παραδοσιακή κινέζικη ιατρική χρησιμοποιείται ως αφροδισιακό. Η παραδοσιακή κινέζικη ιατρική έχει ξεκληρήσειπολλά ζώα, και καλά θα κάνει ν’αναβαθμιστεί. Δεν είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις απ’αυτούς, μιας και η όρασή τους είναι φτωχοί και δε μπορούν να διακρίνουν ακίνητο άτομο μετά τα 30 μέτρα, έχουν όμως καλή όσφρηση.
Πιο πέρα ήταν τα αυστραλιανά ουάλαμπι (Macropus rufogriseus frutica) και τα εμού (Dromaeus novaehollandiae), τα οποία δεν είδαμε. Οι πυγμαίοι ιπποπόταμοι (Hexaprotodon liberiensis) ήταν επίσης λίγο πιο πέρα, σε μια μεγάλη τάφρο με βρώμικο, λασπωμένο και σκατωμένο νερό, το οποίο αγαπούν. Ήταν ένα μεγάλο, μάλλον μάνα, με το μικρό του, το οποίο κρατούσε πάντα δίπλα του. Φυσικά δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες ούτε από κει. Υπήρχε και μεγάλος χώρος στεριάς, αλά δε βγήκαν έξω όσο ήμασταν εκεί, όμως το βράδυ ίσως να βγαίνουν αρκετά, επειδή είναι περισσότερο νυκτόβιοι.
Μετά κατευθυνθήκαμε προς το αναψυκτήριο για να ξεκουραστούμε. Περάσαμε από το δάσος των λεμούριων, με διάφορα είδη των μαδαγασκαριανών πρωτευόντων αυτών, αν και όλα κρυμμένα, επειδή ήταν μεσημέρι. Ήταν δίπλα σου, και αν έβγαιναν έξω, μπορούσες να τα πιάσεις. Ο φίλος μου είχε πιάσει τότε. Μετά περάσαμε απ’τις χελώνες Άλνταμπρα (Aldabrachelys gigantea), τις δεύτερες μεγαλύτερες στον κόσμο μετά τις Γκαλαπάγκος, οι οποίες ήταν μακριά και δεν τις είδα – τις αφρικανικές γιγάντιες χελώνες (Geochelone sulcata) δεν τις βρήκαμε, ούτε και την αφρικανική χελώνα λεοπάρδαλη (Geochelone pardalis) ή τις ελληνικές του γένους Testudo -, και το δράκο του Κόμοντο (Varanus comodoensis), το μεγαλύτερο βαρανό και σαύρα στον κόσμο, ο οποίος ήταν χωμένος σε μια κρυψώνα και μάλλον κοιμόταν. Μπορεί να φτάσει τα 100 κιλά και να σκοτώσει ακόμα και βουβάλια, χάρη στο μεγάλο τραύμα που προκαλεί δαγκώνοντας και στο δηλητήριό του. Παλαιότερα πιστευόταν ότι σκότωνε με παθογόνα βακτήρια στο στόμα του, αλλά ανακαλύφθηκε ότι κι αυτός, όπως και όλοι οι βαρανοί, έχουν τοξίνες στο σάλιο τους και δηλητηριώδεις αδένες. Αν και το δηλητήριο δεν είναι υπερβολικά τοξικό, καταβάλει εύκολα το ήδη βαριά τραυματισμένο ζώο. Μπορούν να φάνε ως και 80% του βάρους τους. Στις περιοχές όπου ζουν (νησιά Κόμοντο, Ρίνκα και Φλόρες της Ινδονησίας) οι άνθρωποι χτίζουν τις καλύβες τους σε πασάλους, για ν’αποφύγουν τις επιθέσεις τους, αν και επιθέσεις σε άνθρωπο είναι υπερβολικά σπάνιες. Ποτέ δεν έχω δει δράκο του Κόμοντο από κοντά, και ούτε αυτός μού’κανε τη χάρη να εμφανιστεί. Απ’ό,τι έλεγε ένα μέλος του φόρουμ των ερπετών, πριν δυο χρόνια ήταν γύρω στο ενάμισι μέτρο, οπότε τώρα θα έχει μεγαλώσει περισσότερο. Μετά φτάσαμε στο αναψυκτήριο, όπου κοντά μας ήταν οι αρκούδες (Ursus arctos). Ήταν τέσσερις, κι απ’αυτές μας χώριζε ένα ψηλό συρματόπλεγμα, δηλαδή κάποιος αποφασισμένος να μπει μέσα με λίγη προσπάθεια θα μπορούσε να μπει. Από τις τέσσερις η μια ήταν μεγαλύτερη, ενώ΄οι άλλες μικρότερες, και κάτι συνέβαινε μεταξύ δύο μικρότερων επειδή μάλωναν. Έκαναν υπόκωφους βρυχηθμούς και προσπαθούσε να σπρώξει η μία την άλλη. Μετά από 5 λεπτά ο καυγάς σταμάτησε. Οι αρκούδες δεν απείχαν περισσότερο από 15 μέτρα απ’τον κόσμο, και δεν έδειχναν να ενοχλούνται. Κάναμε υποθέσεις με τον Κώστα τι θα γινόταν αν κάποιος έμπαινε εκεί. Εγώ έλεγα ότι θα έμενε αρκετά λεπτά κινούμενος και ανέπαφος, ενώ ο Κώστας ήταν σίγουρος ότι θα τον είχαν ορμήξει τη στιγμή που θα πατούσε μέσα. Ο Σάββας, αν και φοβήθηκε το λιοντάρι, τώρα ήταν κολλημένος στο συρματόπλεγμα και τις παρακολουθούσε. Μετά πήγα κι εγώ εκεί, με την κοκακόλα στο χέρι σαν γυφτόμαγκας. Άραγε τις πείραξε αυτό; Δίπλα στις αρκούδες ήταν άλλα εληνικά ζώα, όωπς λύκοι, ενυδρίδες, κρι κρι και σκυριανά άλογα, αλλά δεν τα είδαμε όλα.
Μετά από την ανάπαυσή μας και τα παγωτά που φάγαμε κατευθυνθήκαμε προς το χώρο των ερπετών, το μέρος μου. Μπορεί να μη στάθηκα τυχερος να δω τα μεγάλα ερπετά απ’έξω, αλλ’εκεί σίγουρα κάτι θα ήταν κοντά μας. Ο χώρος είχε υψηλή θερμοκρασία, και γύρω μας υπήρχαν τερράρια με τους πολύχρωμους μικρούς φολιδωτούς κατοίκους τους. Υπήρχε βασιλικός πύθωνας (Python regius), βόας της άμμου (Eryx miliaris), γκέκο λεοπάρδαλη (Eublepharis macularius), βόας Αμαζονίου (Corallus hortulanus), βασιλικό φίδι της Καλιφόρνιας (Lampropeltis getula californiae), ταπιτοπύθωνας (Morelia spilota – τα υποείδη chainei και variegata), πράσινη ιγκουάνα (Iguana iguana), βόας της Κούβας (Epicrates angulifer), βόας του Ντουμερέλι (Acrantophis dumerili) και χερσαίος μαδαγασκαριανός βόας (Sanzinia madagascariensis), δύο σπάνια μαδαγασκαριανά είδη, βόας της Νέας Γουινέας (Candoya aspera), λοφιοφόρος βασιλίσκος (Basiliscus plumifrons), καθώς και τρεις φρύνοι, οι δύο ελληνικοί (Bufo bufo και B. viridis), και ο γιγάντιος θαλάσσιος – έτσι λέγεται, δεν είναι (Bufo marinus). Υπήρχε κι ένα ενυδρείο γλυκού νερού με σαλάχια αμαζονίου (Potamotrygon sp), αργυρή αραουάνα (Osteoglossum bicirrhosum) κι άλα αμαζονιακά σπάνια ψάρια. Τα ασπόνδυλα δεν τα βρήκαμε, ή δεν τα προσέξαμε. Το σπανιότερο είδος εκεί ήταν οι αφρικανικοί χαμαιλέοντες (Chamaeleo africanus), οι οποίοι έχουν το μονο πληθυσμο΄στην Ευρώπη στην Πύλο, με μόνο 300 άτομα στη φύση. Ήταν χωμένη στη βλάστηση με τέλειο καμουφλάζ, και δεν τους είδε κανείς. Έξω από το δωμάτιο αυτό υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος σκεπαστός από πάνω σαν θερμοκήπιο με πολλά άκομα είδη: καλαμποκόφιδο (Pantherophis guttatus), κίτρινο ποντικόφιδο (Pantherophis obsoletus quadrivittatus), καθώς ι ένα λευκιστικό του είδους, ομορφόφιδο (Elaphe taeniura), βόας συσφιγκτήρας (Boa constrictor), βυρμανέζικος πύθωνας (Python molurus bivittatus), κίτρινη ανακόντα (Eunectes notaeus), κυανόγλωσσος σκίγκος (Tiliqua scincoides), γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps), βαρανός της σαβάνας (Varanus exanthematicus), τέρας του Τζίλα (Heloderma suspectum), ρωσικό ποντικόφιδο (Elaphe schenki schencki), και τις σπανιότατες ακτινωτές χελώνες (Geochelone radiata). Μπορεί να μου διαφεύγουν λίγα είδη, αλά σε γενικές γραμμές αυτά ήταν. Μία αντιπροσωπευτική μίξη κοινών και εξαιρετικά σπάνιων ειδών διαφόρων προελεύσεων και ππεριβαλλόντων. Οι χώροι τους ήταν πολύ μεγάλοι – ακόμα κι ο αδρανής βασιλικός πύθωνας είχε χώρο σαν μικρό δωματιάκι – και διακοσμημένοι σύμφωνα με το περιβάλον του καθενός, με τον απαραίτητο φωτιστικό και θερμαντικό εξοπλισμό. Με παραξένεψε η απουσία ιοβόλων φιδιών, αλλά μάλλον δεν είχαν γιατί δεν υπήρχε εξειδικευμένο προσωπικό για την αντιμετώπισή τους. Απ’όλα τα ερπετά που είδαμε, μόνο ο βαρανός της σαβάνας και μια μικρή ακτινωτή χελώνα κινούνταν, ενώ όλα τα υπόλοιπα κάθονταν καλοφαγωμένα και καλοζεσταμένα. Τα περισσότερα φίδια, αν και υπήρχαν κρυψώνες, βρίσκονταν αρκετά κοντά στο τζάμι, οπότε ήταν σε κοινή θέα – πιθανόν είχαν συνηθίσει τον πολύ κόσμο. Λίγα ερπετά ήταν κρυμμένα, περισσότερο οι δενδρόβιες σαύρες όπως ο βασιλίσκος και οι χαμαιλέοντες, και τα γκέκο που είναι νυκτόβια. Ο ένας βόας συσφιγκτήρας ήταν έτοιμος ν’αλλάξει δέρμα, ενώ πολλά άλλα φίδια είχαν τα εκδεδυμένα δέρματα δίπλα τους, πιθανόν για να βλέπει ο κόσμος τη διαδικασία. Κάποια μεγάλα φίδια, όπως οι κίτρινες ανακοντες, ήταν πάνω από ένα στο ίδιο κλουβί (αυτές ήταν τρεις), και απόρησα για το πώς ταΐζονται, αφού τα φίδια είναι επιρρεπή σε ατυχήματα κάτα το τάισμα, όταν για παράδειγμα δύο προσπαθούν να καταπιούν το ίδιο θήραμα. Μάλλον θα ταΐζονται ξεχωριστά. Ο Σάββας, μόλις περάσαμε από το γενειοφόρο δράκο, τον γνώρισε αμέσως, αφού κάθε μέρα βλεπει τον δικό μου.
Βγαίνοντας από εκεί περάσαμε κι από το χώρο του κροκοδείλου του Νείλου (Crocodilus niloticus), έναν πολύ μεγάλο χώρο με εσωτερικό και εξωτερικό κομμάτι, που είχε λινούλα και στεριά, όπου αυτός, γύρω στα 4 μέτρα μακρύς, λιαζόταν αραχτός κοντά μας δίπλα στο νερό. Ήταν γκριζωπός, πολύ χοντρός, με την ουρά προς το μέρος μας, και προφανώς καλοταϊσμένος. Πιστεύω πως αν τον πλησίαζες δε θα σου έκανε τίποτα σ’αυτήν την κατάσταση, αλλά είμαι από τους τελευταίους που θα το δοκίμαζαν αυτό. Δίπλα ήταν και οι αμερικανικοί αλιγάτορες (Alligator mississipiensis), ένας μεγάλος και τρεις μικρότεροι, οι οποίοι ήταν αρκετά πίσω. Σίγουρα με μια κοκκινομάγουλη θα έβγαιναν όλοι μπροστά για να την φάνε. Ο αλλιγάτορας δεν είναι κι αυτός μικρο΄ζώο, αφού σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τα 5 μέτρα και ως και τα 600 κιλά. Μετά επιστρέψαμε από τους ρινόκερους, περάσαμε από διάφορες αμερικανικές μαϊμούδες και μακάκους, τα οποία ήταν κρυμμένα στη ζουγκλοειδή βλάστηση, τα σκυλιά των λειμώνων (Cynomys ludovicianus), μικρά χορτοφάγα τρωκτικά των λειμώνων των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και του βόρειου Μεξικού που ζουν σε δίκτυα λαγουμιών, και ξεκινήσαμε να επιστρέφουμε.
Κάναμε μια μεγάλη στάση στη Γη των Τσίτα, όπου 4 τσίτα (Acinonyx jubatus) ζούσαν σ’ένα τεράστιο, πανέμορφο χώρο. Ένας περιφραγμένος διάδρομος περνούσε μέσα από το έκθεμα, κι αυτά μπορούσα να περάσουν κάτω από τη γέφυρα αυτήν. Η διαφορά του χώρου των σαρκοφάγων αυτών απ’αυτούς των χορτοφάγων ήταν εμφανέστατη. Εκτός απ’τα σκυλιά των λειμώνων που ζούσαν σε καταπράσινο χώρο, σ’όλα τα φυτοφάγα δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος βλάστησης στο έδαφος.Εδώ όμως ο τόπος ήταν κατάφυτος από πυκνά, ολοπράσινα και ανθισμένα χόρτα. Ένας παράδεισος για ένα κουνελάκι, αν και κάτι πολύ κακό περιμένει κάπου εκεί μέσα. Τα τσίτα έρχονταν δίπλα μας,μας κοίταζαν, περνούσαν κάτω απ’τη γέφυρα και ξαναέφευγαν. Έχουν σκούρο χρώμα με κηλίδες, ψηλά πόδια για τρέξιμο, το μέγεθος μεσαίου σκύλου και πρόσωπο γατίσιο, αφού είναι αιλουροειδή. Ενδημούν στην Αφρική και κάποτε στην Ασία, από την οποία εξαφανίστηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ζυγίζουν 30 κιλά και μπορούν να τρέξουν έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα για απόσταση περίπου 300 μέτρων, μετά κουράζονται. Καθίσαμε αρκετή ώρα εκεί, και Καθώς φεύγαμε, ένα τσίτα έτρεξε από μακριά κι έπεσε στα συρματοπλέγματα δίπλα στο Σάββα. Μπορεί και να προσπάθησε να τον φάει. Ο Σάββας αμέσως κόλλησε δίπλα μας, πολύ φοβισμένος. Αν και του αρέσει να κάνει το μάγκα εκεί που τον παίρνει, σε κάτιτ έτοιες περιπτώσεις είναι χέστης. Απ’ό,τι έψαξα αργότερα, αν και τα τσίτα δεν έχουν επιτεθεί ποτέ σε άνθρωπο στη φύση, κάποιος στο μέγεθος μικρού παιδιού θα μπορούσε να φαγωθεί. Μπορούν να φάνε αντηλόπες μέχρι 40 κιλών, και τις σκοτώνουν ρίχνοντάς τες καθώς τρέχουν κατά πα΄νω τους και δαγκώνοντάς τες το λαιμό για να τις πνίξουν, επειδή δεν έχουν αρκετά ισχυρά σαγόνια για να τις σπάσουν τον αυχένα. Είναι γρήγορ ααλλά αδύναμα ζώα, που δε μπορούν να αντιμετωπίσουν δυνατότερα σαρκοφάγα. Το 50% των επιθέσεών τους σε θηράματα αποτυγχάνει, ενώ τρώνε μόνο στο 50% των επιτυχών κυνηγιών, αφού άλα σαρκοφάγα προλαβαίνουν να τους κλέψουν την τροφή. Ακόμα και μια ύαινα μπορεί να τα διώξει από το θήραμά τους. Στην πραγματικότητα είναι πολύ αποτυχημένο είδος, κι επιβιώνει καθαρά επειδή δεν έχει ανταγωνιστές στο συγκεκριμένο τρόπο κυνηγιού. Θεωρείται ότι κατά την τελευταία παγετώδη περίοδο ο πληθυσμός του είδους συρρικνώθηκε υπερβολικά, αφού σήμερα όλα έχουν σχεδόν πανομοιότυπο dna, και ως αποτέλεσμα της χαμηλής γενετικής ποικιλομορφίας, οι πληθυσμοί αντιμετωπιζουν προβλήματα στειρότητας, ανωμαλίες στο σπέρμα των αρσενικών και μεγάλη θνησιμότητα των μικρών από γενετικές παθήσεις. Άλλα μικρά θανατώνονται ή τρώγονται από άλλα σαρκοφάγα κατά την ανεξαρτητοποίησή τους. Η θνησιμότητα των μικρών απ’όλες τις αιτίες υπολογίζεται στο 90%. Για το λόγο αυτόν, η αναπαραγωγή τους σε αιχμαλωσία είναι σπάνια.
Και λοιπόν σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις προχωρήσαμε λίγο παρακάτω είχαν επίδειξη με αρπακτικά πουλιά, την οποία δεν πρόλάβαμε, και τη στιγμή εκείνη ένα όρνιο (Gyps fulvus) πέταξε ακριβώς πάνω από το Σάββα. «Θα με φάει!» είπε τρομαγμένο το μικρό παιδάκι. Ο ομιλιτής έδινε πληροφορίες για τα πουλιά. Εκείνο ήταν το όρνιο, το οποίο σχίζει το δέρμα και τρώει κυρίως τα εσωτερικά όργανα, όπως τα έντερα, την καρδιά και το συκώτι. Στην αφρικανική σαβάνα μπορούν ν’αφήσουν μόνο τα κόκκαλα ενός νεκρού ζώου σε μόλις 20 λεπτά! Στη γύρω περιοχή ήταν και τα υπόλοιπα αρπακτικά, καθώς και άλλα σαρκοφάγα πουλιά όπως πελαργοί και πελεκάνοι, αλά δεν τα είδαμε. Για το υπόλοιπο της βόλτας μας, ο Σάββας ήταν φοβισμένος και θυμωμένος, αλά τον πήγαμε στα δελφίνια για αποζημίωση.
Έπειτα πήγαμε σε μια καφετέρια για να ξεκουραστούμε, όπου ο Σάββας, με λιγη επιφυλακτικότητα, έκανε βόλτα με το πόνι, η οποία του άρεσε τελικά. Ο Μαριολίνος ήταν ένα πόνι που έκανε βόλτα στα παιδάκια, κοντό, στρουμπουλό, με καλά φροντιςμένο, γυαλισμένο τρίχωμα που δε μύριζε καθόλου. Σαν να το είχαν κάνει μπάνιο ήταν. Όταν δεν έκανε βόλτα, βοσκούσε γκαζόν. Από εκεί κατευθυνθήκαμε στους γιγαντιαίους μυρμηγκοφάγους (Myrmecophaga tridactyla), τους οποίους δεν είδαμε, αν κι έχω δει σ’άλλους ζωολογικούς κήπους του εξωτερικού, όπου ήταν δραστήριοι και πλησίαζαν τους επισκέπτες. Είναι οι μεγαλύτεροι μυρμηγκοφάγοι του κόσμου, ενδημικοί της Νότιας Αμερικής, μήκους 2 μέτρων μαζί με την ουρά, η οποία είναι το μισό του σώματος και βάρος 55 κιλών. Τρώνε ως και 35.000 μυρμήγκια, τα οποία συλλαμβάνουν με τη μακριά γλώσσα τους, την οποία έχουν μέσα στο μακρύ ρύγχος τους. Δεν έχουν δόντια. Επειδή η τροφή τους είναι φτωχή και πρέπει να εξοικονομήσουν ενέργεια, κοιμούνται 16 ώρες την ημέρα και διατηρούν θερμοκρασία μόλις 32 βαθμών. Απορώ πώς οι ζωολογικοί κήποι βρίσκουν τόση τροφή καθημερινά. Πιο κάτω ήταν κάποια νοτιοαμερικανικά χορτοφάγα, όπως τογκουανάκο (Lama guanaco), ο πρόγονος του λάμα, καθώς και δύο τρωκτικά, το παταγονικό μάρα (Dolichotis patagonicus), ένας μεγαλύτερος συγγενής του ινδικού χοιριδίου στα 10 κιλά, και τον υδρόχοιρο ή καπιμπάρα (Hydrochoerus hydrochaeris), το μεγαλύτερο τρωκτικό του κόσμου, που μπορεί να φτάσει τα 65 κιλά. Είναι ημιυδρόβια, με παχύ σώμα και όψη γουρουνιού, και τότε τα έδιναν λαχανικά για να φάνε. Δύο πέρασαν αργά από μπροστά μας. Στο τέλος περάσαμε από τη συλλογή των παπαγάλων, όπου υπήρχαν κλουβιά με αμαζόνες, μακάο κι άλλα μεγάλα και φανταχτερά είδη. Εκεί ήταν και ο θρυλικός υακίνθινος μακάο (Anodorhynchus hyacinthinus), ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παπαγάλος του κόσμου, ενδημικός του Αμαζονίου, και κκοστίζει 10.000 ευρώ στο εμπόριο. Υπάρχουν άνθρωποι με με΄γαλο πάθος για’αυτά τα μεγάλα είδη παπαγάλων, που είναι διατεθημένοι να ξοδέψουν κι ακόμα μεγαλύτερα ποσά για την απόκτισή τους. Είναι ωστόσο πολύ δύσκολα πουλιά με πολύ εξειδικευμένες ανάγκες, πανέξυπνα και μακρόβια. Εκεί οι παπαγάλοι έκαναν διάφορα κρωξίματα και πετούσαν από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά δεν είχαμε πολύ χρόνο να τους παρατηρήσουμε.
Στο τέλος έριξα ένα άνθος καρπόβρωτου στις κοκκινομάγουλες, οι οποίες το έφανα αμέσως, και φύγαμε. Έπειτα πήραμε ταξί για το κοντινο΄εμπορικό κέντρο Μακ Άρθουρ, όπου φάγαμε κι αφήσαμε λίγο το Σάββα να παίξει, και φύγαμε για το αεροδρόμιο. Στο αεροδρόμιο, παρά την κούραση της ημέρας, ο Σάββας δε σταμάτησε να τρέχει. Το αεροπλάνο αναχώρησε γύρω στις 9. Τελικά επιστρέψαμε και το βράδυ βγήκα με τους φίλους μου στο Σφακιανάκη, απ’όπου επέστρεψα σπίτι στις 9 το πρωί!

Ο ζωολογικός κήπος της Αθήνας ουδεμία σχέση έχει μ’αυτόν της Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν είναι προβληματικός επειδή είναι μικ΄ρος – υπάρχουν κι άλλοι μικροί ζωολογικοί κήποι μικροί με κατάλληλα όμως ζώα μέσα σε κατάλληλους χώρους, αλλά επειδή οι χώροι του είναι σε γενικές γραμμές μικροί και πλημμελώς σχεδιασμένοι. Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι στο επίπεδο των μεγάλων ζωολογικών κήπων του εξωτερικού, κι όσοι δεν το έχετε επισκεφθεί, απ’όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν είστε, επιβάλλετε να το επισκεφθείτε. Οι χώροι είναι τεράστιοι, οι πληροφορίες χρήσιμες και κατατοπιστικές, και τα ζώα δείχνουν να ευημερούν εκεί μέσα. Σε σχέση με τους άλλους δύο ζωολογικούς κήπους που έχω επισκεφθεί, αυτόν της Βαρκελόνης κι αυτόν της Βουδαπέστης, ο αθηναϊκός είχε λιγότερα ζώα, κυρίως από τις ομάδες των μεγάλων και τον πολύ μικρών θηλαστικών, αλλά κανένας άλος ζωολογικος κήπος δεν έχει την ποικιλία πουλιών που έχει αυτός. Επίσης οι χώροι όπου διαβιούν τα ζώα είναι πολύ μεγάλοι, ίσως μεγαλύτεροι απ’αυτούς τον παραπάνω ζωολογικών κήπων, και όμορφα σχεδιασμένοι, ενώ οι εμπειρίες που προσφέρει με τις διάφορες δραστηριότητες, όπως με την επίδειξη των δελφινιών ή το τάισμα διαφόρων ζώων, είναι μοναδικές.
Περιμένω τις νέες προσθήκες στο Πάρκο.