Category: εκπαίδευση


Η ελληνική εκπαιδευτική και όχι μόνο πολιτική είναι γεμάτη παλινωδίες και δυσκολίες στην εφαρμογή των νέων μεταρρυθμίσεων. Η γενική εικόνα που μου δίνει είναι σαν κάθε παράταξη που βγαίνει στην εξουσία το μόνο που φροντίζει να κάνει να είναι να αναιρεί τις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης και να κριτικάρει τους προηγούμενους, χωρίς να υπάρχει ομοφωνία σε βασικά θέματα και έτσι χωρίς να φτάνουμε σε κάτι ώριμο και ουσιαστικό. Αντίθετα, στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, επικρατεί περισσότερο η λογική και ο προσανατολισμός στην πραγματικότητα, και αναγνωρίζεται ότι είναι η απαραίτητη η συμφωνία των διαφόρων πολιτικών παρατάξεων σε ορισμένα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την ευημερία του κράτους. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ιδιαίτερα ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος στις σκανδιναβικές χώρες, το οποίο ευτυχώς ακόμα δουλεύει και η αξία του αναγνωρίζεται και από συντηρητικούς και από φιλελεύθερους. Απλώς διαφωνούν ως προς κάποια μικρά σημεία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραπάνω κωμικοτραγικής κατάστασης στην ελληνική εκπαιδευτική πολιτική είναι το πολυσυζητημένο γλωσσικό ζήτημα, το οποίο πήρε πάνω από 150 χρόνια μέχρι να λυθεί.

Από ό,τι φαίνεται όμως ένας νέος επικός κύκλος ανοίγει, με ζήτημα τώρα το μάθημα των θρησκευτικών. Αν και συζητήσεις γίνονταν από παλαιότερα, τα γεγονότα εντάθηκαν με τις προτάσεις Φίλη το 2016 για τη μετατροπή του μαθήματος από κυρίως ορθόδοξη κατήχηση σε συγκριτική θρησκειολογία. Εντάξει, σε σύγκριση με την πλήρη απόρριψη του μαθήματος, δεν είναι και σπουδαία αλλαγή, και πιθανότατα η διδασκαλία του δε θα άλλαζε σημαντικά στην πράξη, εάν σκεφτούμε ότι πολλοί εκπαιδευτικοί παράλληλα με το βιβλίο θα παρέδιδαν και φωτοτυπίες στα παιδιά με επιπλέον πράγματα. Και όμως, η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν σφοδρή και επιθετική. Έγιναν πολλά έκτροπα, όπως η κατάρα του μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιου να σαπίσει το χέρι του Φίλη. Όταν οι συζητήσεις αυξήθηκαν το Σεπτέμβριο, τα πράγματα εντάθηκαν ακόμα περισσότερο με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να ζητά την απομάκρυνση του Φίλη από τον υπουργικό θώκο. Τελικά καμία αλλαγή δεν έγινε, ο Φίλης αναγκάστηκε να υποχωρήσει, συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο και με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης τον Οκτώβριο, ο Φίλης παύθηκε. Τέλος καλό όλα καλά.

Εντάξει, μπορεί να μη συμφωνώ με όσα έχει κατά καιρούς υποστηρίξει ο Φίλης, π.χ. μείωση της σημασίας της Γενοκτονίας των Ποντίων, αλά σε κάποια πράγματα είναι σωστός. Η θρησκεία δεν έχει θέση σε μία σύγχρονη κοινωνία, και από ό,τι φαίνεται υποστηρίζει με κάθε μέσω τον περιορισμό της επιρροής της. Το Μάρτιο δημοσίευσε άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών, όπου υποστηρίζει ότι οι συνθήκες διαχωρισμού κράτους-Εκκλησία έχουν ωριμάσει, και πως αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση συνταγματικής αναθεώρησης.

Η ενεργή ανάμιξη της Εκκλησίας στην ύλη των θρησκευτικών συνεχίστηκε έντονα και τον Ιούνιο, όταν έπειτα από εισήγηση του μητροπολίτη Ύδρας κ. Εφραίμ στην έκτακτη συνεδρίαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, έγινε αίτημα για αφαίρεση ορισμένων κομματιών της ύλης. Το Υπουργείο Παιδείας συμμορφώθηκε κατά τις υποδείξεις της εκκλησίας και αφαίρεσε τα «επίμαχα» σημεία από την ύλη του Λυκείου. Πρόκειται για το τραγούδι «Umbrella” της Ριάνα, το τραγούδι «Συννεφούλα» του Διονύση Σαββόπουλου, το τραγούδι «Μπαγάσας» του Νικόλα Άσημου, καθώς και μια γελοιογραφία του Economist για τους θρησκευτικούς πολέμους, η οποία απεικόνιζε ένα πεδίο μάχης, ερείπια, νεκρούς και έναν επιζώντα που αναφέρει: «Όλα ξεκίνησαν με μια διαφωνία ποιανού ο Θεός ήταν πιο ειρηνικός, καλοσυνάτος και συγχωρητικός». Επίσης, η Εκκλησία ζήτησε να δηλωθεί σαφώς στους μαθητές της α γυμνασίου ότι η γιόγκα δεν είναι γυμναστική, αλλά θρησκευτική πρακτική. Παράλληλα, η δομή του μαθήματος των θρησκευτικών άλλαξε, με ενσωμάτωση υλικού εκτός του βιβλίου, πολυμέσων, έργων τέχνης, κλπ. Ο προσηλυτισμός από ό,τι φαίνεται εκσυγχρονίζεται. Φυσικά οι παραπάνω παρεμβάσεις της εκκλησίας σε κοσμικό ζήτημα ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων σε όσους δεν επιθυμούν την ενσωμάτωση της εκκλησίας στον κρατικό μηχανισμό. Με επιστολή του στον υπουργό παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, ο Γιάννης Αγγελάκας ζήτησε και με το δίκιο του να αποσυρθεί το τραγούδι των Τρύπες «Γιορτή», στην περίπτωση που εντάσσεται στη διδακτέα ύλη. Όπως δήλωσε: «Δεν θέλω να συμμετέχω σε εκπαιδευτικά πονήματα εάν αυτά χρειάζονται την έγκριση οποιουδήποτε ιερατείου. Ακόμα κι αν με εγκρίνουν αυτοί, δεν τους εγκρίνω εγώ γι’ αυτόν τον ρόλο». Το Υπουργείο Παιδείας απάντησε στις αντιδράσεις λέγοντας ότι οι συζητήσεις με την εκκλησία αφορούσαν τα προγράμματα σπουδών, και όχι το προτεινόμενο διδακτικό υλικό, και ότι όποιες προσθαφαιρέσεις ύλης γίνονται, που είναι κάτι σύνηθες, αποφασίζονται από το επιστημονικό προσωπικό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). Επίσης ενημερώνει ότι τα δύο τραγούδια είχαν ήδη αφαιρεθεί από το 2016, όταν και ξεκίνησαν οι διάλογοι μεταξύ της επιτροπής του ΙΕΠ και της επιτροπής της Εκκλησίας, ενώ το τρίτο, η «Συννεφούλα» ακόμα βρίσκεται στον οδηγό του Λυκείου για τον εκπαιδευτικό.

Μέσα από όλη αυτήν την αναταραχή για το θέμα του μαθήματος των θρησκευτικών, με παράδοξα έντονη ανάμειξη της Εκκλησίας, γεννάται το εξής εύλογο ερώτημα: Με ποια λογική αξιώνει η Εκκλησία να έχει λόγο για τα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολείο;

Ως γνωστόν, η συνεργασία της εκκλησίας με την εκπαίδευση έχει βαθιές ρίζες στην Τουρκοκρατία και ακόμα παλαιότερα, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κοσμική εκπαίδευση με τη σημερινή έννοια τότε δεν υπήρχε, και όλα τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν υπό την άμεση προστασία και έλεγχο της Εκκλησίας. Όμως το πρόβλημα της ανάμιξης της εκκλησίας σε εκπαιδευτικά ζητήματα στο σύγχρονο ελληνικό κράτος έχει πιο πρόσφατη αρχή. Μπορεί η βάση του να βρίσκεται αιώνες πριν, αλλά τα συγκεκριμένα γεγονότα που το διαμόρφωσαν όπως είναι σήμερα ξεκινούν από κινήσεις κατά την περίοδο της Κατοχής.

Όπως πάντοτε, έτσι και τότε η Εκκλησία διάλεξε την πιο σοφή και την πιο ασφαλή τακτική ώστε να επιβιώσει, τη συνεργασία δηλαδή με τον κατακτητή. Δείτε επίσης την επιστολή που έστειλαν τα γλειφτρόνια οι μοναχιοί του Αγίου Όρους στο Χίτλερ, μήπως και σώσουν το κωλαράκι τους. Η κατοχική κυβέρνηση και η Εκκλησία λοιπόν ανταγωνίζονταν για την εύνοια των Γερμανών, προκειμένου να κατοχυρώσουν την ισχύ τους. Και οι δύο θεσμοί θεωρούσαν την γερμανική κατοχή μια παρένθεση, η οποία στο μέλλον θα έφευγε και έτσι θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη διακυβέρνηση του τόπου. Αντίθετα, η σχέση ιδίως της Εκκλησίας με τους Βούλγαρους ή τους Ιταλούς ήταν τεταμένη, αφού οι συγκεκριμένοι προσέβλεπαν σε μόνιμη διαμονή σε ελληνικά εδάφη και αφομοίωση πληθυσμών. Από ό,τι φαίνεται, η Εκκλησία ήταν πιο αποδεκτή. Ως θεσμός προσφιλής στο λαό, λειτουργούσε ως μεσάζοντας του τελευταίου με τους Γερμανούς κατακτητές. Μόνο προς το τέλος του πολέμου το 1944, οπότε, εν όψει της ήττας των Γερμανών, οι δεσμοί της με τους Γερμανούς άρχιζαν να διαρρηγνύονται, η Εκκλησία στράφηκε προς τους Άγγλους και την εξόριστη κυβέρνηση. Κατά τα Δεκεμβριανά, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκινός γίνεται αντιβασιλέας και αναλαμβάνει τις συνεννοήσεις με τους Άγγλους και τις πολιτικές δυνάμεις μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η Ελλάδα και η Κύπρος με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο είναι οι μόνες σύγχρονες Ευρωπαϊκές χώρες που τοποθέτησαν ιερωμένο στην πολιτική εξουσία. Στις επόμενες δεκαετίες και μέχρι τη Μεταπολίτευση, η Εκκλησία έπαιξε ενεργό ρόλο στην πολιτική, υποστηρίζοντας το κράτος των «εθνικοφρόνων» στη αντιμετώπιση του «κομουνιστικού κινδύνου».

Σύμφωνα λοιπόν με τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας του 1943, η Ιερά Σύνοδος δικαιούται να προεγκρίνει τα θρησκευτικά εγχειρίδια των σχολείων καθώς και να προλαμβάνει την ετεροδιδασκαλία. Παρόλο που ο χάρτης αυτός αντικαταστάθηκε το 1977, και έκτοτε κανένα τέτοιο δικαίωμα/υποχρέωση δεν προβλέπεται, η Εκκλησία εξακολουθεί να εμμένει στη ρύθμιση της Κατοχής και την επικαλείται όταν διαφωνεί με την εκπαιδευτική ύλη.

Άρα τώρα γνωρίζετε γιατί η Εκκλησία επιθυμεί να καθορίζει τη διδακτέα ύλη στα σχολεία. Είχε κάποιες ευκαιρίες για θεοκρατία στο παρελθόν, αλλά τις έχασε. Η μόνη οριστική λύση σε αυτό το ζήτημα είναι ο πλήρης διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας. Εάν τότε η Εκκλησία θέλει να φτιάξει τα δικά της εκπαιδευτικά ιδρύματα να το κάνει, αλλά μόνο για τα μέλη της και με δικοί τους χρηματοδότηση.

Στο τέταρτο έτος της σχολής μου, έχω ένα υποχρεωτικό μάθημα στο οποίο απαιτείται πρακτική σ’ένα σχολείο για μικρό χρονικό διάστημα. Δεν είναι το μόνο, είχα και προηηγουμένως μια σύντομη πρακτική και θα έχω και στο επόμενο εξάμηνο. Αρχικά νόμιζα πως θα είναι δύσκολο, αλλά τελικά δεν ήταν και τόσο, αν εξαιρέσουμε το ότι το σχολείο βρίσκεται στην Άνω Τούμπα και θα πρέπει να πληρώνω 5-7 ευρώ τη μέρα στο ταξί για να με πάει εκεί από το Κέντρο – την επιστροφή την κάνω με λεωφορείο, γιατί δε βιάζομαι. Αυτήν τη βδομάδα βρισκόμαστε στη φάση της παρατήρησης, δηλαδή απλώς καθόμαστε στην τάξη και παρατηρούμε πώς η δασκάλα κάνει το μάθημα στα παιδιά, και στο τέλος καλούμαστε να συμπληρώσουμε μια αναφορά που μας δίνει ο καθηγητής, και δύο εβδομάδες αργότερα έχουμε τη διδασκαλία, δηλαδή θα πρέπει εμείς να κάνουμε το μάθημα στα παιδιά. Σήμερα υπάρχει γενική απεργία (στηρίζεται από την κυβέρνηση;), οπότε δεν είμαι εκεί.

Χθες λοιπόν είχαμε εύκολο τετράωρο. Δύο πρώτες ώρες γλώσσα, και μετά θρησκευτικά και μελέτη περιβάλλοντος. Το μάθημα στα θρησκευτικά είχε να κάνει με τη φροντίδα του Θεού προς όλα τα πλάσματά του. Το μήνυμα ήταν ότι ο Θεός φροντίζει για ό,τι έχει δημιουργήσει, ενώ ο άνθρωπος όχι, και θα πρέπει ν’αλλάξει προς το καλύτερο. Η συζήτηση προχώρησε σαν το μάθημα της μελέτης περιβάλλοντος, και μιλούσαν για τη σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος και της αρμονικής συμβίωσης μ’αυτό. Ούτε δέκα δεν ήταν οι αναφορές στο Θεό. Στο τέλος της ώρας ρωτήσαμε τη δασκάλα για τη διεξαγωγή του μαθήματος των θρησκευτικών. Εγώ είχα την απορία γιατί διδάσκονται τα θρησκευτικά ως μελέτη περιβάλλοντος, και μου απάντησε ότι τέτοιο ήταν το συγκεκριμένο μάθημα, γι’αυτό. Άλλες φορές συζητούν κοινωνικά προβλήματα για παράδειγμα. Το δίωρο τωνν θρησκευτικών μοιράζεται ανάμεσα σε δύο εκπαιδευτικούς, την συγκεκριμένη δασκάλα που αναλαμβάνει το τμήμα και στα περισσότερα άλλα μαθήματα, και έναν ακόμα δάσκαλο, ο οποίος, όπως μας είπε, είναι κατά της Εκκλησίας και τα διδάσκει αναγκαστικά, γιατί τα επιβάλλει το αναλυτικό πρόγραμμα.

Πολλοί άλλοι δάσκαλοι θα είναι έτσι, αφού οι περισσότεροί μας δεν είμαστε και τόσο καλοί χριστιανοί. Το πράγμα ίσως ν’αλλάζει στο γυμνάσιο και το λύκειο, όπου το μάθημα διδάσκουν εξειδικευμένοι θεολόγοι, οι οποίοι προφανώς για να σπουδάσουν στη συγκεκριμένη σχολή θα έχουν καλύτερη σχέση με τη θρησκεία – όχι πάντα, πολλοί καταλήγουν εκεί γιατί δεν πέρασαν κάπου αλλού. Επίσης, τη σήμερον ημέρα είναι πολύ εύκολο ένα παιδί να πάρει απαλλαγή εξαιτίας διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, σύστημα που ενδεχομένως να διαχωρίζει τα παιδιά κατά κάποιον τρόπο, αν κι όχι ως προς κάτι σημαντικό. Εφόσον το μάθημα δεδιδάσκεται σύμφωνα με το σκοπό του, δηλαδή την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης στους μαθητές, και είναι τόσο εύκολη η εξασφάλιση μιας απαλλαγής χωρίς συνέπειες, ενώ όσοι το παρακολουθούν κινδυνεύουν να βαθμολογηθούν χαμηλά εφόσον δεν του δίνουν το απαιτούμενο βάρος με σοβαρές συνέπειες, πιστεύω πως ήρθε ο καιρός για την εξοβέλιση του μαθήματος από το αναλυτικο πρόγραμμα. Καμία συγκεκριμένη θρησκεία δε θα πρέπει να υποστηρίζεται στο σχολείο. Το σχολείο είναι τόπος κοσμικής εκπαίδευσης, με σκοπό την φιλολογική, επιστημονική, καλλιτεχνική, αλά και κοινωνική μόρφωση του ανθρώπου, όχι για την κατήχησή του. Εάν κάποιος γονιός ενδιαφέρεται τόσο πολύ να ενσταλάξει τη θρησκευτική παραφροσύνη στο παιδάκι του, υπάρχουν και τα κατηχητικά, τα οποία παρεμπιπτόντως επίσης έχουν χάσει κατά μεγάλο βαθμό το θρησκευτικό τους χαρακτήρα, γινόμενα απλά κέντρα διασκέδασης με δραστηριόττητες για παιδιά.

Δυστυχώς ακόμα τέτοιες απόψεις τολμούν να εκστομήσουν μόνο ακραία αριστερά στοιχεία, συνήθως οι ίδιοι που μειώνουν τη σημασία της γενοκτονίας των Ποντίων, επιδιώκουν την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε όλους τους λαθρομετανάστες και εξυψώνουν το Ολοκαύτωμα πάνω από κάθε άλλο ρατσιστικό έγκλημα. Κανονικά όμως θά’πρεπε το θέμα αυτό ν’αντιμετωπιστεί ανοιχτά απ’όλους τους εκπροσώπους του πολιτικού φάσματος, εξαιρουμένων ίσως των λίγων φιλοεκλησιαστικών στοιχείω. Ακόμα κι ο ελληνικός εθνικισμός θα πρέπει να ωριμάσει και ν’αποδεσμευτεί οριστικά από τη θρησκεία. Κανένα σοβαρό εθνικιστικό κίνημα στην Ευρώπη δε συνδέεται τόσο στενά με τη θρησκεία όσο το ελληνικό. Αυτή η ταμπέλα του Ελληνορθόδοξου θα πρέπει να καταργηθεί. Εμένα θα με προσέβαλε πολύ αυτός ο χαρακτηρισμός. Δεν είμαι ελληνορθόδοξος, ούτε είναι πολλά άλλα εκατομμύρια ελλήνω. Υπάρχουν Έλληνες μουσουλμάνοι, Έλληνες ρωμαιοκαθολικοί, Έλληνες εθνικοί και Έλληνες άθεοι. Κύριο επιχείρημά τους είναι ότι η θρησκεία θα πρέπει να διατηρήσει τη δεσπόζουσα θέση της στο σχολείο και στην ευρύτερη κοινωνία, γιατί το 98% των Ελλήνων είναι βαπτισμένοι στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην πράξη όμως πόσοι από τους Έλληνες ακολουθούν τα δόγματα της επίσημης θρησκείας; Αν πρόκειται να γίνει κάποια αλλαγή προς το καλύτερο, θα πρέπει να ενεργούμε με βάση τις αποδείξεις, και στην περίπτωση αυτήν απόδειξη είναι ότι μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων δεν έχουν ισχυρό δεσμό με την Εκκλησία, η οποία κυρίως στέκεται ως εμπόδιο κάθε φορά που πρόκειται να γίνει κάποια κοινωνική αλλαγή, για παράδειγμα όσον αφορά τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, την καύση των νεκρών, και παλαιότερα ακόμα και για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, με τη συμπεριφορά της απέναντι σε τέτοια ζητήματα να μη διαφέρει και πολύ απ’αυτήν των τρολ του Διαδικτύου. Ουσιαστικά δηλαδή το θρησκευόμενο κομμάτι του πληθυσμού μπορεί να είναι μόνο το 20%. Ένα απλό ποσοστό όσων είναι βαπτισμένοι δε δείχνει τίποτα. Στη Σουηδία για παράδειγμα, μπορεί το 64,6 του πληθυσμού να είναι βαπτισμένοι λουθηρανοί, αλλά στην πράξη η χώρα κατατάσσεται μεταξύ των πλέον αθεϊστικών στον κόσμο. Είναι η τρίτη πιο αθεΪστική χώρα της ΕΕ, μετά την Εσθονία και την Τσεχία, με τη διαφορά ότι ποτέ δεν ήταν κομμουνιστική. Όλως τυχαίως, είναι και από τις πιο δημοκρατικές, ατομιστικές (όχι εγωιστικές), ανεκτικές, ειρηνιστικές και ανοιχτόμυαλες κοινωνίες στον κόσμο, και ο εθνικός δείκτης νοημοσύνης είνια υψηλός. Φυσικά όσο κατεβαίνεις γεωγραφικό πλάτος ο κόσμος χαζεύει και φανατίζεται όλο και περισσότερο.

Εμείς εδώ ακόμα έχουμε επίκληση στην Αγία Τριάδα στο προοίμιο του συντάγματος, καθιερώνεται επίσημη θρησκεία, οι λειτουργοί της είναι δημόσιοι υπάλληλοι, η θρησκεία αυτή διδάσκεται στα σχολεία και η προσβολή εναντίον της είναι, θεωρητικά τουλάχιστον, παράνομη. Αυτό ακριβώς που ακούτε. Ζούμε σε μία ευρωπαΪκή χώρα του 21ου αιώνα όπου η προσβολή της επίσημης θρησκείας είναι παράνομη!

Έτσι, ίσως με την απαλειφή των θρησκευτικών από το αναλυτικό πρόγραμμα και την εξαφάνιση της θρησκείας από το σχολείο (τέλος στις προσευχές, στους εκκλησιασμούς, στις εικόνες και στους αγιασμούς) ν’ανοίξει ο δρόμος και για ακόμα περισσότερες θετικές αλλαγές, που θα ολοκληρωθούν με την αποδέσμευση της θρησκείας από το κράτος και την επιβολή εκκλησιαστικού φόρου στους πιστούς, όπως γίνεται και στη Γερμανία. Στη Γερμανία, εφόσον είσαι μέλος κάποιας εκκλησίας, θα πρέπει να δίνεις ένα μικρό ποσοστό του εισοδήματός σου ετησίως για να την στηρίξεις. Εάν αυτό σας πειράζει, ίσως θα πρέπει ν’αναθεωρήσετε κατά πόσο πιστεύετε πραγματικά, αφού οι χριστιανική ηθική επιβάλει τη δωρεά σε άλλους. Έτσι, όσοι δεν επιθυμούν να πληρώσουν τον εκκλησιαστικό φόρο, απλώς θα απομακρύνονται από την εκκλησία οικειοθελώς, και θα χωρίσει η ήρα από το σιτάρι για να χρησιμοποιήσω και μια θρησκευτική παρομοίωση, με τους πραγματικά πιστούς ένα πολύ μικρότερο ποσοστό του αρχικκού. Ας μην προσποιούμαστε άλλο: η θρησκεία αργοπεθαίνει στη σύγχρονη κοινωνία.

Εν ολίγοις, η θρησκεία δεν ανήκει στο σχολείο.

Πηγή:
Μη μου τους κύκλους τάρατε

Εκπαιδευτικό σύστημα σε Φινλανδία και Ελλάδα… Καμμία σχέση Μαρτίου 19, 2009

Σε μια μακρινή χώρα, στη Φινλανδία, που εδώ και μια δεκαετία οι μαθητές της βγαίνουν πρώτοι σε όλες τις διεθνείς αξιολογήσεις του ΟΟΣΑ (οι δικοί μας τελευταίοι), γιορτάζουν τις μέρες αυτές. Γιορτάζουν, γιατί μετά από δύο μήνες διακοπών βρέθηκαν ξανά με τους συμμαθητές και δασκάλους φίλους τους, στη μικρή κοινότητα του σχολείου τους. Στη Φινλανδία, στα πολυθέσια και ολοήμερα σχολεία θα βρεις παιδιά από 8 μηνών μέχρι 16 ετών. Όταν εργάζονται και οι δύο γονείς μπορούν να αφήσουν το 8 μηνών και άνω παιδί τους στο σχολείο μαζί με τα μεγαλύτερα αδερφάκια του. Στη μικρή κοινότητα του σχολείου θα βρεις παιδιά με ειδικές ανάγκες, αφού, σκοπίμως, δεν υπάρχουν ειδικά ιδρυματικά-σχολεία. Θα βρεις βρέφη, να μαθαίνουν από μικρά να συνυπάρχουν με μεγάλους και αναπήρους, όπως στην κοινωνία των μεγάλων, καλλιεργώντας το αίσθημα της ευθύνης και της αλληλεγγύης των μεγάλων παιδιών προς τα μικρότερα και προς τα διαφορετικά. Στη Φινλανδία γιορτάζουν, γιατί θα βρεθούν πάλι σε σχολεία με σύγχρονα εργαστήρια και αμφιθέατρα, με κλειστά γυμναστήρια και πισίνες, με ειδικές αίθουσες χαλάρωσης και σάουνας, με εστιατόρια με το δωρεάν φαγητό και το σημαντικότερο, γιατί θα μάθουν και θα δημιουργήσουν γνώση με τους δασκάλους φίλους τους, παίζοντας, συζητώντας και μελετώντας διάφορα βιβλία και όχι ένα υποχρεωτικό σε κάθε μάθημα, όπως στην Ελλάδα. (Οι δάσκαλοί μας, ακόμη και να θέλουν να πάρουν πρωτοβουλίες δημιουργικής μάθησης δεν μπορούν. Είναι υποχρεωμένοι να δουλέψουν με συγκεκριμένα βιβλία με έναν στόχο: «να βγει όπως-όπως η ύλη», αποστηθισμένη βεβαίως). Τα παιδιά στη Φινλανδία, στις πρώτες έξι τάξεις, κάνουν συχνά τεστ, όχι όμως για να βαθμολογηθούν (να τιμωρηθούν όπως τα ελληνόπουλα)αλλά για να διαπιστωθούν οι αδυναμίες τους ώστε να τους παρασχεθεί εξατομικευμένη ενισχυτική διδασκαλία. Η φιλοσοφία τους είναι, «η βαθμολογία αποθαρρύνει και ωθεί ακόμη περισσότερο στην άρνηση μάθησης τον κακό μαθητή, ενώ επιβραβεύει τον καλό μαθητή, που έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζεται την επιβράβευση». Τα παιδιά στη Φινλανδία μπορούν ήδη από τις πρώτες τάξεις, να επιλέξουν ακόμη και το ημερήσιο πρόγραμμά τους. Ένα παιδί της δευτέρας δημοτικού, μπορεί μια ημέρα να επισκεφτεί κάποιο μάθημα της τρίτης ή ακόμη και της πρώτης, αν νομίζει πως αυτό χρειάζεται περισσότερο. Τα παιδιά στη Φινλανδία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, που το εκπαιδευτικό τους σύστημα είναι ανάμεσα σε εκείνο των πρώτων πέντε στον κόσμο, όπως στην Ιαπωνία, Κορέα και Καναδά, όταν έχουν τεστ στα μαθηματικά, φυσική, χημεία, ακόμη και στη γλώσσα τους, επιτρέπεται να έχουν μαζί τους βοήθημα (βιβλίο με τους μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς τύπους και λεξικό γλώσσας). Οι παιδαγωγοί τους δεν έχουν κανένα λόγο να απαιτήσουν από τα παιδιά να μάθουν απ έξω πράγματα, που μετά από μερικές εβδομάδες δε θα θυμούνται. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα παιδιά τους να σκέπτονται λογικά, με κριτική αναλυτική σκέψη, κατανοώντας περίπλοκα νοήματα και αλληλοσυσχετισμούς. Με λίγα λόγια, τους ενδιαφέρει να αγαπήσουν τα παιδιά τη μάθηση και το βιβλίο για να συνεχίσουν να μαθαίνουν μόνα τους. Με το ζόρι δε μαθαίνει κανείς. Με το ζόρι μπορείς μόνο να αποστηθίσεις ξένη γνώση, για λίγο καιρό. Όταν το απόγευμα, μετά την ενισχυτική διδασκαλία, οι Φιλανδοί μαθητές πάνε στο σπίτι, αφήνουν τη σάκα με τα βιβλία στο σχολείο. Όλη η υπόλοιπη ημέρα τους ανήκει. Χαίρονται την παιδικότητά τους. Τεστ για το σπίτι απαγορεύονται. Η λέξη φροντιστήριο δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό τους. Είναι πρώτα στην Ευρώπη στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων και τελευταία σε τηλεθέαση. Τα ελληνόπουλα τρέχουν από φροντιστήριο σε φροντιστήριο σαν κουρδιστά πορτοκάλια. Το μόνο που τους μένει μετά, είναι να καθίσουν εξαντλημένα μπροστά στην τηλεόραση μέχρι να τους πάρει ο ύπνος. Σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου δε βλέπεις παιδιά με τσάντες να κυκλοφορούν μέχρι τα μεσάνυχτα τρέχοντας σαν τον Βέγγο να προλάβουν το επόμενο μάθημα αποστήθισης, προς μεγάλη ικανοποίηση των φροντιστηρίων. Είναι δυνατόν αυτά τα τραύματα της χαμένης παιδικότητας να μην έχουν βαθιές και μακροχρόνιες ψυχικές συνέπειες; Τα περισσότερα ελληνόπουλα πάνε άκεφα σε άθλια δημόσια σχολεία, που μοιάζουν σαν γκαράζ αυτοκινήτων. Θα συναντήσουν δασκάλους, στην πλειονότητά τους σκυθρωπούς και δίχως όρεξη, που από τότε που τελείωσαν τις σπουδές τους δεν έχουν ανοίξει βιβλίο. Θα συναντήσουν δασκάλους, για τους οποίους η λέξη εξατομικευμένη προσέγγιση μαθητή με ιδιαίτερα προβλήματα, υπάρχει μόνο στα λεξικά. Θα πρέπει να αποστηθίσουν κακογραμμένα βιβλία πάνω στα οποία θα εξεταστούν. Όποιος έχει την καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, θα επιβραβευθεί. Οι κακοί μαθητές θα τιμωρηθούν και θα σπρωχθούν στη μαθησιακή άρνηση. Η μαθητική διαρροή στη χώρα μας, σε κάποιες περιοχές ξεπερνά το 30% , ενώ στη Φινλανδία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η απάντηση της υπουργού παιδείας τους είναι: «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε έναν μαθητή». Γιατί αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά τα τραγικά, στο σημαντικότερο τομέα μιας χώρας όπως είναι η παιδεία, από την οποία εξαρτώνται όλα τα άλλα; Γιατί βασανίζουμε δίχως λόγο ότι πολυτιμότερο έχουμε, τα παιδιά μας; Γιατί, ενώ πληρώνουμε τα περισσότερα λεφτά στον κόσμο για την παιδεία (στην παραπαιδεία των φροντιστηρίων), έχουμε μια τόσο άθλια δημόσια παιδεία; Την απάντηση μας την έδωσε πριν λίγες ημέρες ο κος Βουλγαράκης: «υπάρχουν βουλευτές που τα δίδακτρα που πληρώνουν για τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία είναι περισσότερα από τα εισοδήματα που δηλώνουν στο πόθεν έσχες»!!! Κυβερνώντες και εξουσιάζοντες, που στέλνουν τα παιδιά τους σε πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία, δεν έχουν κανένα λόγο να δώσουν λεφτά στη δημόσια παιδεία, όπως δεν έχουν κανένα λόγο να δώσουν λεφτά για τη δημόσια υγεία αφού αν χρειαστεί, οι ίδιοι και τα παιδιά τους θα πάνε στο Memorial. Αυτή είναι η μοναδική εξήγηση και καμία άλλη για τα άθλια δημόσια σχολεία μας. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες προς βλάκες! Στη Φινλανδία, ο γιος του πρωθυπουργού, του προέδρου της ΝΟΚΙΑ, του θυρωρού της πολυκατοικίας και του χασάπη της γειτονιάς πάνε στο ίδιο δημόσιο σχολείο. Γι αυτό και έχουν κάθε λόγο να δίνουν τα διπλάσια ακριβώς λεφτά από εμάς, γύρω στο 7% του ΑΕΠ, για την παιδεία τους. «Βάση της εκπαίδευσής μας είναι η ισότητα όλων στο σχολείο», λέει η υπουργός τους. Οι Φιλανδοί αγαπούν την πατρίδα τους, όχι ακροδεξιά και θεωρητικά σαν μια αφηρημένη ιδέα, αλλά σαν ζωντανό οργανισμό. Γι αυτούς πατρίδα είναι πάνω απ’ όλα ο λαός τους, οι άνθρωποί τους, τα παιδιά τους.

από email αγνώστου που “κυκλοφορεί”