Category: ελληνική γλώσσα


Η γυναίκα Άραβας

Η κατάσταση με τα εθνώνυμα είναι αρκετά περίπλοκη στην ελληνική γλώσσα. Συχνά έχουμε δύο διαφορετικές λέξεις για ένα εθνώνυμο, ή δύο και περισσότερες καταλήξεις. Αυτό προήλθε αφενός από την συνύπαρξη πολλών εναλλακτικών εθνωνυμικών καταλήξεων ήδη από την αρχαία ελληνική, και αφετέρου από κατάλοιπα της διγλωσσίας, που τόσο πολύ έχει βασανίσει τη γλώσσα μας. Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν διχασμένη σε δύο ποικιλίες, από τη μία η φυσικώς εξελισσόμενη λαϊκή γλώσσα, η οποία ήταν διασπασμένη σε πολλές διαλέκτους, συχνά ήταν μόνο προφορική και γεμάτη από ξένα δάνεια, και από την άλλη η λόγια μορφή της γλώσσας, την οποία οι κατασκευαστές της προσπαθούσαν να την κάνουν να πλησιάζει όσο γίνεται στην αττική διάλεκτο, ή τουλάχιστον σε πιο λόγια ελληνιστική κοινή, η οποία αργότερα έγινε η γνωστή καθαρεύουσα. Όταν η καθαρεύουσα καταργήθηκε, η δημοτική είχε ήδη αλλάξει, δανειζόμενη πολλά στοιχεία της λόγιας γλώσσας και αντικαθιστώντας πολλές παραλλαγμένες ελληνικές ή δάνειες λέξεις με πιο αρχαιοπρεπείς αντίστοιχες. Οι πρώτες πήραν αρνητική σημασία (δείνωση), όπως έγινε με πολλά τουρκικά δάνεια, θεωρήθηκαν πιο παρακατιανές ή σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τελείως. Το ίδιο αντανακλάται και στα εθνώνυμα. Μπορεί ο ναυτικός να έλεγε «Εγγλέζος», αλλά ο καθαρευουσιάνος θα έλεγε «Άγγλος». Στις περισσότερες φορές, επικράτησαν τα λόγια εθνώνυμα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Τουρκάλα, ο Σκοτσέζος και ο Γιαπωνέζος. Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους ωστόσο, έχουν και αρσενική και θηλυκή μορφή, αφού ένα έθνος περιέχει φυσικά και άντρες και γυναίκες (εξαιρούνται μοναστικά τάγματα, η φυλή Μαριάμε του Τέξας που ήταν μόνο άντρες και παρόμοιες περιθωριακές περιπτώσεις), αν και πάλι μπορεί να υπάρχει ασυμφωνία, αφού δεν είναι απαραίτητο τα δύο γένη να ακολουθούν πάντα σταθερούς κανόνες, και έτσι μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. Τούρκος και Τουρκάλα, Αργεντινός και Αργεντίνα (σπάνια Αργεντινή για να μη γίνεται σύγχυση με τη χώρα) κλπ. Ως προς αυτό τουλάχιστον, στην ύπαρξη δηλαδή δύο γενών για κάθε εθνώνυμο, είμαστε συνεπείς. Ωστόσο, υπάρχει ένα νεοελληνικό εθνώνυμο χωρίς θηλυκό• ο Άραβας.

Δεν υπάρχει καθιερωμένος, καθολικά αποδεκτός όρος για τη γυναίκα αραβικής καταγωγής. Σκεφτείτε το λίγο. Πόσες φορές ακούσατε να μιλούν για γυναίκες από την Αραβία και με τι προσδιορισμό; Εξαιτίας του κενού αυτού, ο καθένας χρησιμοποιεί όποια λέξη του ταιριάζει περισσότερο, όπως «Αραβίνα», «Αραβίδα», «Αράβισσα», «Αραβέσα», «Αραβέζα», «Αραβή», «Αραπίνα», «Άραβας» ως θηλυκό, ακόμα και… «γυναίκα Άραβας»! Το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως στις επίσημες μεταφράσεις κειμένων, όπου γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί κάποιος πιο επισημοφανής όρος, με διάφορα περίεργα αποτελέσματα, όπως τη χρήση της δομής «γυναίκα Άραβας».

Έψαξα για το φαινόμενο στο Διαδίκτυο και διαπίστωσα ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ο Νίκος Σαραντάκος πραγματεύτηκε το ζήτημα εδώ και εδώ. Παλαιότερα το 2004, ο Ανδρέας Παπάς, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, στη στήλη Υπογλώσσια στην εφημερίδα Το Βήμα επίσης ασχολήθηκε με το θέμα. Το πρόβλημα έχει επίσης συζητηθεί σε πολλά φόρουμ γλωσσολογικής, μεταφραστικής ή λογοτεχνικής θεματολογίας, όπως εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ακόμα και ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στην πρώτη του έκδοση δεν έδωσε θηλυκό για το «Άραβας», ενώ στη δεύτερη και συστηματικότερη έκδοση έδωσε το «Αράβισσα», δίνοντας ως εναλλακτικό και το «γυναίκα Άραβας».

Πριν όμως αρχίσουμε να αξιολογούμε τις υποψήφιες λέξεις μία προς μία για την καταλληλότητά τους στη σύγχρονη εποχή, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη χρήση του ορισμού για τις γυναίκες αραβικής καταγωγής. Ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, δηλαδή δεν υπήρχε όνομα για της γυναίκες τις Αραβίας παλαιότερα; Όχι. Στην πραγματικότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα είχε γυναικείο εθνώνυμο για τους Άραβες. Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη «Άραψ, Άραβος» ήταν διγενής και μπορούσε να πάρει και το θηλυκό άρθρο. Ίσως από εκεί να προέρχεται η όμοια με το αρσενικό ονομασία που έχουν συχνά οι γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και αποκαλούνται και γυναίκες Άραβες. Στην ελληνιστική εποχή ωστόσο, εμφανίστηκαν και εναλλακτικοί τύποι, όπως «Αραβίς» και «Αράβισσα». Ο τελευταίος τύπος εμφανίζεται και στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Ι΄ώβ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου λέει «Λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν.», όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος. Στο Βυζάντιο πιθανόν θα χρησιμοποιούνταν παρόμοιες ονομασίες, δεν έχω πηγές για αυτήν την περίοδο. Κατά την Τουρκοκρατία, η λέξη για τον Άραβα ήταν «Αράπης», από το τουρκικό «Αράπ» και για τη γυναίκα «Αραπίνα». Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποκαλούσαν τις Αιγύπτιες μουσουλμάνες γυναίκες Αραπίνες. Κι έπειτα, στην πιο πρόσφατη εποχή, δεν έχουμε κανένα όνομα. Γιατί;

Η κυρίαρχη εξήγηση είναι ότι επειδή στον ισλαμικό και κατ’επέκτασιν στον αραβικό κόσμο οι γυναίκες συνήθως ζουν στην απομόνωση, και πρόσβαση σ’αυτές έχει μόνο ο σύζυγος και οι συγγενείς τους, δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες συνάντησης με τους Έλληνες• ούτε αυτές ταξίδευαν στην Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες τις συναντούσαν συχνά όταν ταξίδευαν στην Αραβία. Έτσι, δεν υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα για τις γυναίκες των Αράβων. Αν και σίγουρα αυτό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, η ιστορία μας διαψεύδει, αφού μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καθιερωμένα ονόματα για της γυναίκες της Αραβίας. Τότε γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται περισσότερο στις αλλαγές των σχέσεών μας με τους Άραβες, παρά στην αυστηρή επιτήρηση των γυναικών από τους Άραβες. Στην Αρχαία Ελλάδα, ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή, οι επαφές με τους Άραβες άρχισαν να είναι συχνές. Δεν ξέρω κατά πόσο συναντούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες γυναίκες της Αραβίας, πάντως το διγενές και μονοκατάληκτο εθνώνυμο δε δηλώνει τη μη ύπαρξη των γυναικών, απλώς πολλές τριτόκλιτες λέξεις, κυρίως επίθετα, παρουσιάζουν την ίδια μορφή. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μόνιμη απειλή από τους Άραβες μετά την επέκτασή τους τον 7ο-8ο αι., οι οποίοι απέσπασαν αρκετές μεθόριες περιοχές και την Αίγυπτο. Συχνά βρισκόταν σε πόλεμο, αλλά υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί θα είχαν αρκετά συχνές επαφές με τους Άραβες. Οι στενότερες επαφές μας με αραβικούς πληθυσμούς αναμφίβολα ωστόσο θα έλαβαν χώρα κατά την Οθωμανική Περίοδο, όπου ζούσαμε σε ένα ισλαμικό κράτος, το οποίο στην επικράτειά του περιείχε πολλές σημερινές αραβικές χώρες. Η στενότερη επαφή μας με τους μουσουλμάνους φαίνεται και από το γεγονός ότι δανειστήκαμε την τουρκική εκδοχή του ονόματος για τον Άραβα, και το προσαρμόσαμε σε «Αράπης». Έπειτα, κάποιες δεκαετίες μετά την Επανάσταση, στραφήκαμε προς τη Δύση, κι έτσι αποκοπήκαμε από τον αραβικό πολιτισμό, και πολύ περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς εκτός της δημόσιας σφαίρας, και δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να έχουμε ειδικό όνομα για αυτές. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πραγματικός λόγος για την απουσία θηλυκού εθνωνύμου για της γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και όχι απλώς η απομόνωση στην οποία ζουν αυτές οι γυναίκες, κι αυτό φαίνεται και ως το λογικότερο. Άρα δε φταίνε οι μισογύνηδες Άραβες, όπως οι περισσότεροι αρέσκονται να λένε, αλλά η από μέρους μας απομάκρυνση από τους Άραβες.

Τώρα ας εξετάσουμε μία προς μία τις λέξεις για να δούμε πιες ταιριάζουν περισσότερο και πιες φαίνονται σωστότερες. Απορρίπτουμε εξαρχής το «Αραβέσα/Αραβέζα» και το «Αραπίνα», μια και είναι δάνειες, και ιδίως το δεύτερο δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα σήμερα, μιας και η λέξη «Αράπης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Μαύρο Αφρικανό, συχνά μειωτικά, επειδή η Αραπιά αναφερόταν εκτός από την Αραβία και στη Βόρεια Αφρική, όπου επίσης μιλούν αραβικά, κι έτσι ο όρος επεκτάθηκε για να περιγράψει όλους τους μελαψούς κατοίκους του νότου. Απορρίπτουμε επίσης και το «Αραβή», αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ και το αντίστοιχο αρσενικό δεν είναι Αραβός. Μας έμειναν τα «Αράβισσα» «Αραβίνα» και «Αραβίδα». Τα πρώτα δύο χρησιμοποιούνται πολύ, ιδίως το πρώτο. Ακόμα και το Microsoft Word 2003, στο οποίο γράφω αυτό το κείμενο, δεν το εκλαμβάνει ως λανθασμένο. Μερικοί έχουν πρόβλημα με το «Αράβισσα», γιατί τάχα τους θυμίζει μανάβισσα και παλαιότερες «λαϊκές» λέξεις. Όμως η κατάληξη είναι αρχαία ελληνικοί, τουλάχιστον για όσους αυτό δίνει περισσότερο κύρος σε μια λέξη, και επίσης χρησιμοποιείται σε «αρχοντικές» λέξεις όπως βασίλισσα, πριγκίπισσα, αρχόντισσα κλπ. Επίσης, υπάρχουν ελληνικά επίθετα δηλωτικά της καταγωγής όπως Ηπειρώτισσα, καθώς και εθνώνυμα όπως Κούρδισσα, Κορεάτισσα και το εναλλακτικό Τούρκισσα. Αντίθετα με τα δύο παραπάνω, το «Αραβίδα» παρουσιάζει προβλήματα, επειδή αναφερόταν σε έναν παλιό τύπο πυροβόλου όπλου. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων μιας αναζήτησης στο Google αναφέρονται σ’αυτό το όπλο. Για αυτόν το λόγο, ο Σαραντάκος, ο Παπάς και άλλοι φρονούν ότι η λέξη αυτή δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γυναίκα της Αραβίας. Εγώ ωστόσο διαφωνώ. Περσίδα είναι η γυναίκα από την Περσία, αλλά και το μακρόστενο κάλυμμα που κρεμιέται αντί κουρτίνας στο παράθυρο, και δεν υπάρχει σύγχυση των δύο εννοιών. Στα αγγλικά, Turkey είναι και η Τουρκία και η Γαλοπούλα, και δεν υπάρχει σύγχυση εννοιών. Με την «Αραβίδα» τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα, αφού το όπλο πλέον έχει παροπλιστεί και η λέξη τείνει να χαθεί. Αντί λοιπόν να αφήσουμε μια λέξη να χαθεί, μπορούμε να την επαναχρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο. Επομένως, πάλι τζάμπα την έκραζαν την Άντζελα, όταν έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει αραβικά γιατί δεν είναι Αραβίδα. Τέλος μας έμειναν τα κάπως πιο προβληματικά «Άραβας» και το «γυναίκα Άραβας». Θεωρητικά δεν είναι λάθος, αφού ήδη από την αρχαιότητα το «Άραψ» κάλυπτε και τα δύο γένη. Ωστόσο στη νέα ελληνική δεν έχουμε κανένα θηλυκό εθνώνυμο που να τελειώνει σε –ς, οπότε ακούγεται κάπως παράξενο. Ακόμα και πολλά θηλυκά ονόματα επαγγελμάτων τα οποία για ιστορικούς λόγους είναι όμοια με τα αρσενικά τείνουν τα τελευταία χρόνια να παίρνουν θηλυκές καταλήξεις. Αν το συναντήσω όμως ενταγμένο μέσα σε κείμενο, δε θα παραξενευτώ ιδιαίτερα, π.χ. μία Άραβας πουλούσε χουρμάδες στο τοπικό παζάρι. Αντίθετα, το «γυναίκα Άραβας» μου φαίνεται πολύ πιο τεχνητό και δε μου αρέσει, αν και χρησιμοποιείται. Κάνει τις γυναίκες να φαίνονται ερμαφρόδιτες, κάτι που προ πάντων θα ενοχλούσε πολύ τους ίδιους τους άντρες Άραβες. Εντούτοις μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες Άραβες όταν δεν τις ξεχωρίζει ικανοποιητικά το συγκείμενο, π.χ. οι γυναίκες Άραβες φορούν μπούρκα. Γενικώς το «Άραβας» για γυναίκα δεν το προτιμώ, αλλά ούτε το απορρίπτω καθαρά για ιστορικούς λόγους, μιας και είμαι προσκολλημένος περισσότερο στους αρχαίους τύπους από το Σαραντάκο, και σίγουρα είναι καλύτερο από το «Αραπίνα» ή το «Αραβή».

Προσωπικά στην καθημερινή μου ομιλία χρησιμοποιώ κυρίως το «Αραβίνα», πολύ σπανιότερα το «Αράβισσα», επειδή απλώς δεν το έχω συνηθίσει, αλά πολλές φορές λέω απλώς «γυναίκα της Αραβίας», «γυναίκα Άραβας» ή ακόμα και «γυναίκες των Αράβων», αφού ουσιαστικά τις κατέχουν. Προβλέπω ότι στις επόμενες δεκαετίες θα επικρατήσει το «Αραβίνα» και το «Αράβισσα», ενώ το «Αραβίδα» όχι και τόσο. Το «Άραβας» ή το «γυναίκα Άραβας» θα χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο. Τελικά κι αυτό θα γίνει ένα από τα εθνώνυμά μας με πολλαπλούς τύπους.

Τσίκνα

Τι τελικά είναι η τσίκνα; Ήξερα βέβαια από παλιά ότι είναι η μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται, αλλά την έχω ακούσει να χρησιμοποιείται και για άλλα, όχι τόσο ευχάριστα πράγματα. Για παράδειγμα την έχω ακούσει να αναφέρεται στη μυρωδιά του καμένου κρέατος, της άσχημης φαγητίλας γενικότερα, του καμένου λαδιού κλπ. Μια άλη φορά ένας γνωστός μου Τσιγγάνος μπήκε σε κάποιες δημόσιες τουαλέτες και βγαίνοντας είπε: «Πω ρε φίλε, τσίκνα εκεί μέσα.» Μου φάνηκε πολύ αστείο αυτό, αλά σκέφτηκα ότι μπορεί να το είπε για πλάκα ή να το χρησιμοποιούν κυρίως οι Τσιγγάνοι, γι’αυτό να μην το ξέρουμε. Παρόλα αυτά, ψάχνοντας χθες για την ετυμολογία της λέξης, βρήκα ότι μια τέτοια χρήση όντως υπάρχει. Τσίκνα ως η έντονη οσμή ούρων. Επίσης το slang.gr δίνει μια ακόμα πιο αηδιαστική εκδοχή της λέξης: Τσίκνα, το άκρον άωτον της…

Παρόλα αυτά το Βικιλεξικό δεν καταγράφει καμία από τις παραπάνω ερμηνείες, ίσως επειδή είναι πολύ αργκό και χρησιμοποιούνται σπάνια. Δίνει μόνο την κυρίαρχη ερμηνεία, δηλαδή τη μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται ή καίγεται. Δίνει όμως ακόμα και την ετυμολογία της λέξης, κι αυτό ήταν που με εξέπληξε περισσότερο. Η λέξη δεν είναι δάνειο, αν και φαίνεται για τέτοιο. Δεν είναι ούτε τούρκικη, ούτε αλβανική, ούτε αράβικη, ούτε ιταλική, ούτε σλάβικη, ούτε εβραϊκή, ούτε περσική, ούτε αρμένικη ούτε τίποτα. Είναι αρχαία ελληνική! Προέρχεται από τη λέξη «κνίσα», και με αντιμετάθεση έγινε τσίκνα, όπως η φούχτα έγινε χούφτα. Η κνίσα χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, όπως πληροφορεί και το Βικιλεξικό και θα συναντήσεται σε αρκετά άρθρα, αλλά σπάνια. Είναι καταχωρημένη στο Λεξικό της Αρχαίάς Ελληνικής Γλώσσης των Λίντελ και Σκοτ. Η λέξη αυτή συναντάται πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, όπου περιγράφει τον καπνό και τη μυρωδιά από τα θυσιαζόμενα ζώα που ψήνονται. Άρα τελικά πρώτη σημασία της λέξης ήταν η γνωστή, η μυρωδιά δηλαδή του ψημένου κρέατος, κι επίσης το ότι μόνο η τσίκνα πήγαινε στους θεούς, ενώ το κρέας το έτρωγαν οι θνητοί, τελικά ισχύει.

Οπότε την Τσικνοπέμπτη γιορτάζουμε την οσμή του κρέατος κι όχι των ούρων!

Από το ιστολόγιο
Πόντος εν’, άστρον φωτεινόν.

Ποντιακές φράσεις και εκφράσεις
Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω Πάτριος Ποντία γη. (Λεωνίδας Ιασονίδης)

Να ξεραίνεται η γούλα μ’ αν ανασπάλλω την πατρίδα μ’, τον Πόντον. (Κώστας Π. Μαυρόπουλος)

Αγνά κι αγνάρα εφάϊσε μας.

Αγνά και εκλεκτά μας τάϊσε.

Μας φιλοξένησε εξαιρετικά.

Αλείφκεται απάν’ ιμ’.

Αλείβεται επάνω μου.

Με περιποιείται για να αποκτήσει την εύνοιά μου.

Άμον αζούλιγον γαρκόν.

Σαν αζούλιχτο μοσχάρι. (Αζούλιχτο = που δεν το έχουν ευνουχίσει.

Για νέο ατίθασο.

Άμον αλεπός.

Σαν αλεπού (αρσενικιά).

Για πανούργο.

Άμον άναλον χαλβάν.

Σαν ανάλατος (άγευστος) χαλβάς.

Για άνθρωπο που δεν έχει χάρη στις εκφράσεις του.

Άμον άρκος.

Σαν αρκούδα.

Για άνθρωπο μεγαλόσωμο και ρωμαλέο ή αγροίκο ή βάρβαρο.

Άμον εγάπεσα να τρώω στύπα.

Σαν να αγάπησα να φάω τουρσί.

Επιθύμησα να φάω τουρσί.

Άμον ζου άλειμμαν έρται απαγκέσ’.

Σαν ζωικό λίπος έρχεται επάνω.

Επιπλέει σαν ζωικό λίπος, για ένοχο που προσποιείται τον αθώο.

Άμον τίζα εκολλίε με.

Σαν τσιμπούρι μου κόλλησε.

Για άνθρωπο ενοχλητικό που δεν απομακρύνεται.

Άμον αστράτευτον μωρόν.

Σαν μωρό που δεν περπάτησε ακόμα.

Για τον άπειρο του κόσμου, τον ανίδεο.

Απάν’ ’ς σ’ αχάντα κάθουμαι.

Επάνω σ’ αγκάθια κάθομαι.

Ανησυχώ πολύ.

Αποζούλ’ το γαρκόν.

Ξεζούλιξε το μοσχάρι.

Η φράση προέρχεται από ενέργεια κατά την οποία αγαθή κοπέλα βλέποντας τους γείτονες να προσκομίζουν τα μοσχάρια στον ειδικό για ζούλιγμα (στρίψιμο των όρχεων για πάχυνση) πήγε και το δικό τους μοσχάρι, μη γνωρίζοντας ότι η δουλειά αυτή έπρεπε να πληρωθεί. Όταν της είπε η μητέρα της ότι δεν είχε λεφτά και κακώς πήγε το μοσχάρι τους για ζούλιγμα, αυτή το πήγε πάλι στον ζουλιχτή και του είπε: Αποζούλ’ το γαρκόν, η μάνα μ’ παράδες ’κ’ έχ’. Δηλαδή ξέστριψε τους όρχεις του μοσχαριού η μάνα μου λεφτά δεν έχει. Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν αναστρέψιμη.

Αποσκεπάουμαι και καταρούμαι.

Βγάζω το καπέλο μου και καταριέμαι.

Όταν καταριέται κάποιος ασκεπής η κατάρα είναι αποτελεσματικότερη.

Αργώς επέμ’νες.

Αργά έμεινες.

Ειρωνικά άργησες να το κάνεις

Άρ’ ’κ’ έχ’ ’ς σο κατζίν ατ’.

Φιλότιμο δεν έχει στο μέτωπό του.

Άσκεμα κρέατα.

Άσχημα κρέατα.

Το αιδοίο. (Γυναικεία γεννητικά όργανα)

Άσκεμον χέριν.

Άσχημο χέρι.

Το αριστερό.

Ας σο στούδι μ’ έν’ το ’κι αγαπίουμε.

Απ’ το κόκαλό μου είναι το ότι δεν αγαπιέμαι.

Απ’ τη φύση μου είναι να μην αγαπιέμαι.

Ατζούπωτο τσουκάλι.

Ανοιχτό τσουκάλι.

Άνθρωπος που δεν κρατά μυστικό.

Αφκά ’ς σα πλάκας-ι-μ’ γράφτ’ ατον.

Κάτω στις πλάκες μου τον γράφω.

Τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

Αφορισμένον αλεύριν.

Αφορισμένο αλεύρι.

Εκείνο που αλέστηκε την Κυριακή, την ώρα της εκκλησίας

Αψύν οξίδιν έν’.

Δυνατό ξύδι είναι.

Είναι οξύθυμος.

Γουρπάν-ι-σ’ να ‘ίνουμε

Θυσία να γίνω για σένα.

Εέντον ανεμοκαλίτζα κι εχάθεν.

Έγινε ανεμοστρόβιλος και χάθηκε

Εκεί ’ς σ’ οσπίτ’ αγουρέαν ’κι μυρίζ’.

Εκείνο το σπίτι αντρίλα δεν μυρίζει.

Σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπάρχει κανένας άντρας.

Εμαρέθαν τα ’μάραντα ’τ’.

Μαράθηκαν τα αμάραντά του.

Μελαγχόλησε.

Ενέλτσεν το χτήνον.

Μούσκεψε η αγελάδα.

Είναι ετοιμόγεννη η αγελάδα κάτι που φαίνεται από τα υγρά που προηγούνται του τοκετού.

Ενέλτσεν το δόντ’ν ατ’.

Μούσκεψε το δόντι του.

Αισθάνεται επιθυμία απολαύσεως, από μεταφορά της έκκρισης περισσοτέρου σάλιου όταν γεννηθεί η επιθυμία για κάτι φαγώσιμο.

Ενέλτσεν να έρται μετ’ εμέν.

Επιθύμησε να έρθει μαζί μου.

Ενέλτσεν ο κώλος ατ’.

Βράχηκε ο κώλος του.

Kατουρήθηκε στον ύπνο του.

Ενοίγαν τα ’μάραντα ’τ’.

Άνθισαν τα αμάραντά του. Αμάραντα = Άνθη του Πόντου.

Συνήλθε από ασθένεια, έγινε εύθυμος.

Επαίρεν άψιμον η τεπέ ατ’.

Πήρε φωτιά η κορυφή του.

Έγινε έξαλλος από θυμό.

Επεκρεμάγα ’ς σην γούλαν ατ’.

Κρεμάστηκα στο λαιμό του.

Στήριξα σ’ αυτόν τις ελπίδες μου.

Επεξέγκα το φαίν ντο έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα προσφέροντας υπηρεσία.

Επεστάθε με το φαίν.

Μου στάθηκε το φαΐ (στο λαιμό).

Επέφυγέ με.

Μου ξέφυγε.

1. Μικρή ποσότητα φαγητού ή ποτού παρεξέκλινε προς τον λάρυγγα και μου προκαλεί βήχα.

2. Μου ξέφυγε χωρίς να το καταλάβω κάποια κουβέντα.

Έρθεν κι επέμνεν.

Ήρθε κι απόμεινε.

Έμεινε άφωνος από έκπληξη.

Έρται τ’ αχούλ’ ’ς σο κιφάλι μ’.

Έρχεται το μυαλό στο κεφάλι μου.

Συνέρχομαι διανοητικώς, παύω να είμαι κατάπληκτος, ή παύω να παρεκτρέπομαι.

Εσέγκεν τον νερόν σ’ αυλάκ’.

Έβαλε το νερό στο αυλάκι.

Πέτυχε αυτό που ήθελε.

Εσπάλτσεν τ’ οσπίτ’ν ατ’.

Έκλεισε το σπίτι του.

Κατάστρεψε την οικογένειά του.

Ευτάει αλεπέσα.

Κάνει πονηριές αλεπούς.

Εφέκε μας χρόνα.

Μας άφησε χρόνια.

Πέθανε.

Έφαεν α κι εκάτσεν κα.

Το έφαγε κι έκατσε κάτω.

Δέχτηκε σιωπηρά και αδιαμαρτύρητα την βρισιά ή την προσβολή που του έγινε.

Έφυγαν τα τοχούμα ’τ’.

Έφυγαν τα σπέρματά του.

Τρομοκρατήθηκε και χλόμιασε.

Εχπαράα κι εχάθα.

Τρόμαξα και χάθηκα.

Τρόμαξα πολύ.

Θα παίρω σε και στέκω αποπαγκαικά.

Θα σε πάρω και θα σταθώ από πάνω προς τα κάτω.

Θα σε δείρω από το κεφάλι μέχρι τα πόδια ή θα σου τα ψάλλω από πάνω μέχρι κάτω.

Κάθ’κα ’ς σον ακάθιστον.

Κάτσε στον ακάθιστο.

Στον ανεπιθύμητο που ψάχνει και δεν βρίσκει να κάτσει

Καλανταρί αγγούρα ψαλαφά.

Πρωτοχρονιάτικα, αγγούρια αναζητά.

Γι αυτόν που ζητά κάτι παράκαιρα.

Κολί’ αχνίδ’.

Αχνίδι (ψαροκόκκαλο) του κώλου.

Ο κόκκυγας της σπονδυλικής στήλης.

Κρούει καλόν τοξάρ’.

Χτυπάει καλό δοξάρι.

Παίζει ωραία λύρα.

Κρούω το χέρι μ’ ’ς σο βαγγέλεν.

Χτυπάω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο.

Ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο.

Να λελεύω σε.

Να σε χαρώ

Να ποδεδίζω σε.

Να πάρω εγώ το κακό σου, να είσαι εσύ καλά.

Να σε χαίρομαι.

Να τρώω τα κάκκαλα σ’.

Να φάω τα αρχίδια σου.

Συνήθως τη φράση αυτή λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια.

Ντο είπαμε να γίν’τανε άλας και νερόν.

Αυτά που είπαμε να γίνουν αλάτι και νερό.

Να ξεχαστούν αυτά που είπαμε όπως διαλύεται το αλάτι στο νερό.

Παρέξ’ τη τραπεζί’.

Μακρυά του τραπεζιού.

Έκφραση ευγενείας κατα την ώρα του φαγητού, όταν πρόκειται να ειπωθεί από κάποιον λέξη ή φράση αισχρή ή άσεμνη.

Πολλά που νουνίζει, πολλά παθάνει.

Αυτός που σκέφτεται πολύ, παθαίνει πολλά.

Τα λόγια ’τ’ επεκρύωσανε με.

Τα λόγια του με κρύωσαν.

Με απογοήτευσε, με αποθάρρυνε.

Τζιρνίαν ’κ’ εβγάλλ’.

Δεν βγάζει τσιμουδιά.

Σιωπά τελείως.

Το κατσί μ’ άσπρον έν’.

Το μέτωπό μου άσπρο (καθαρό) είναι.

Είμαι τίμιος.

Τρανόν αξιναρέαν εδώκεν ατον ο θεός.

Μεγάλη αξιναριά του έδωσε ο θεός.

Τον τιμώρησε σκληρά.

Τρανόν γούλαν έχει.

Μεγάλο λαιμό έχει.

Είναι λαίμαργος.

Τρώγω την καρδία μ’.

Τρώγω την καρδιά μου.

Λυπάμαι κατάκαρδα.

Τσούρωσον την λαλία σ’.

Κλείσε τη λαλιά σου.

Πάψε να μιλάς.

Τ’ ωτία μ’ στέκ’νε τίκια.

Τ’ αυτιά μου στέκουν όρθια.

Εντείνω την ακοή μου για να ακούσω καλά και να μη μου ξεφύγει τίποτα.

Ψέματα ’κι λέει, ’ς σην αλήθειαν ’κ’ ευρίεται.

Ψέματα δεν λέει στην αλήθεια δεν βρίσκεται.

Ειρωνική αντίφαση.

Επειδή λαμβάνω κριτικές, ότι τάχα προσβάλω λίγο παραπάνω τη θρησκεία, όλοι νομίζουν ότι μόνο με τον ιουδαιοχριστιανισμό έχω πρόβλημα κι όχι με το εθνικό κίνημα. Αν και είμαι φιλικά προσκείμενος προς αυτό το κίνημα, αυτό δε σημαίνει πως δεν έχω και τα προβλήματά μυ μ’αυτό. Οι Έλληνες εθνικοί καλά κάνουν που εκθέτουν όλα τα εγκλήματα του χριστιανισμού απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό για να τα γνωρίζει όλο το πειθήνιο ποίμνιο, αλλά μερικές φορές, για να αμαυρώσουν το χριστιανισμό και να εκθειάσουν τα καλά του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, επινοούν υπερβολές. Φυσικά και δεν το κάνουν όλοι αυτό, αλλά αυτοί που το κάνουν και το δημοσιεύουν μπορούν να παρασύρουν πολλούς περισσότερους αναγνώστες, οι οποίοι ενδεχομένως θα τους θεωρήσουν αυθεντία και δε θα ψάξουν μόνοι τους για την αλήθεια (κακό πράγμα αυτό γενικώς, αλλά συνήθως έτσι γίνεται). Και φυσικά υπάρχει και η μειονότητα των ακραίων, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι Έλληνες προέρχονται από το Διάστημα, συμμετέχουν σ’έναν αέναο πόλεμο με τους Εβραίους κλπ, και οι ακόμα ακραιότεροι που πιστεύουν ότι όπιος δε δέχεται το δωδεκάθεο θα πρέπει να θανατώνεται. Συνήθως λοιπόν σε τέτοιες περιπτώσεις οι αρχαιοελληνιστές παρουσιάζουν την Αρχαία Ελλάδα ως τέλεια κοινωνία στην οποία όλοι μας θα θέλαμε να βρισκόμαστε. Προσπαθούν να εναρμονίσουν τα ήθη της μ’αυτά μιας σύγχρονης νοούμενης ουτοπίας, και φυσικά ως προς τα σεξουαλικά ήθη οι Αρχαίοι Έλληνες συμπίπτουν ακριβώς με τη σύγχρονη σχετικά απελευθερωμένη κατάσταση, ενώ αντιτίθενται πλήρως στην ιουδαιοχριστιανική αυστηρότητα. Είχα κάνει ένα παλαιότερο τέτοιο άρθρο όσον αφορά τη λέξη παιδεραστής, την οποία ένας τέτοιος αρχαιοελληνιστής την ερμήνευε ως προερχόμενη από τη λέξη παις και το ερώ, δηλαδή καθοδηγό, αυτός δηλαδή που καθοδηγεί το παιδί, πιθανόν στο σωστό δρόμο, και μάλιστα αυτό ανέβηκε στη Βικιπαίδεια χωρίς κανένα φιλτράρισμα – γι’αυτό θα πρέπει να διπλοτσεκάρετε τα γραφόμενα στην εν λόγω εγκυκλοπαίδεια. Φυσικά παιδεραστής σήμαινε αυτός που ερωτευόταν το παιδί, γιατί το ερώ σημαίνει αγαπώ σφόδρα, και δεν είναι πλέον μυστικό ότι πολλοί Αρχαίοι Έλληνες δάσκαλοι διατηρούσαν κρυφούς ή ημιαποδεκτούς δεσμούς με τους νεανίες που είχαν υπό την προστασία τους. Είναι πρακτική που αντιβαίνει πλήρως στη σημερινή αντίληψη περί δικαιωμάτων του παιδιού και σεξουαλικότητας, αλλά γινόταν. Άλλωστε οι σημερινές ανθρωπινοδικαιωματικές απόψεις περί ελευθερίας, ισοτιμίας, αυτεξούσιου πάνω στη σεξουαλικότητα κλπ δεν έπιαναν τόπο τότε, γιατί τα μικρά παιδιά και οι γυναίκες βρίσκονταν υπό την εξουσία των ανδρών πολιτών, και βέβαια υπήρχε και δουλεία. Και επειδή οι πολίτες δεν ήθελαν να ζημιωθούν ούτε στο ελάχιστο από την ξαφνική απόκτηση ίσων δικαιωμάτων τόσο μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, φρόντισαν να διατηρήσουν το κατεστημένο για όσο πιο πολύ καιρό μπορούσαν.

Παρόμοιο κρούσμα εξωραΪσμού της αρχίας ελληνικής σεξουαλικότητας βρήκα και πρόσφατα, αλλά το σύνδεσμο δε μπορώ να τον βρω από τον κυκεώνα των αναζητήσεών μου. Στο άρθρο αυτό, ο συγγραφέας προσπαθούσε να δείξει ότι δήθεν οι Αρχαίοι |Έλληνες αποδέχονταν τη γυναικεία σεξουαλικότητα, σε αντίθεση με τους σσεμνότυφους ιουδαίους και χριστιανούς στη συνέχεια, οι οποίοι την καταπίεσαν στυγνά. Υποτίθεται ότι οι Αρχαίοι λάτρευαν το αιδοίο, το οποίο σημαίνει το σεβαστό. Φυσικά στην πραγματικότητα η λέξη είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο από το αιδοίος, που προέρχεται από την αιδό, τη ντροπή. Πράγματι η λέξη είχε και τη σημασία του σεβασμού, και ο αιδοίος μπορεί ν’αποδοθεί και ως σεβαστός, εξού και αιδεσιμότατος, αλλά είναι ο σεβασμός περισσότερο με την έννοια της ντροπαλότητας, της συστολής, της κοσμιότητας και της αξιοπρέπειας, δηλαδή ντροπή κατά κάποιον τρόπο. Είναι δηλαδή κάτι που έχει να κάνει με τη ντροπή, κάτι που κάποιος ντρέπεται να δείξει. Αιδοία λέγονταν τόσο τα γυναικεία, όσο και τα ανδρικά γεννητικά όργανα. Ο Δίας στη μυθολογική αφήγηση του Απολλοδώρου για παράδειγμα, όταν ευνούχισε τον Κρόνο, στο πρωτότυπο έλεγε ότοι εξέτεμε τα αιδοία αυτού. Και αν λάτρευαν τόσο πολύ τη γυναικεία σεξουαλικότητα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, πού είναι τα γυμνά γυναικεία αγάλματα πριν την Ελληνιστική Εποχή, οπότε άνοιξε η Ελλάδα προς άλλους πολιτισμούς και χαλάρωσαν τα ήθη; Δεν υπάρχουν. Υπάρχει πληθώρα γυμνών ανδρικών αγαλμάτων, επειδή το γυμνασμένο ανδρικό σώμα αποτελούσε στοιχείο θαυμασμού, αλλά όλα τα γυναικεία αγάλματα είναι ντυμένα συντηρητικ΄κότατα με μακριές φούστες, γιατί οι γυναίκες έπρεπε να μένουν σπίτι και να μην εμφανίζονται και πολύ. Μόνο οι πόρνες έκαναν το αντίθετο.

Στην πραγματικότητα τα έθιμα περί γυναικών δε διαφέρουν και τόσο μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ. Η γυναίκα δηλαδή θεωρείται ως εμπόρευμα, που μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο σύζυγο, συχνά με κάποιου είδους αντάλλαγμα. Παντρεύεται μικρή, ουσιαστικά όταν αρχίζει να έχει περίοδο, επειδή τότε είναι στο γονιμότατο της ηλικίας της, αλλά και για να μην πορνεύσει υποτίθεται, γι’αυτό θα πρέπει να είναι και παρθένα, ο σύζυγός της είναι πολύ μεγαλύτερος και οι ελευθερίες της είναι περιορισμένες, ακόμα και μέσα στο σπίτι. Αν και η Αθήνα είναι γνωστή για την καταπίεση των γυναικών της, και οι άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις δεν ήταν και πολύ καλύτερα. Παράλληλα υπήρχαν και οι πόρνες, οι οποίες διαχωρίζονταν σαφώς από τις «σωστές» γυναίκες. Επειδή είχαν συχνή συναναστροφή με άντρες, οι υψηλότερα ιστάμενες απέκτησαν μεγάλη φήμη, που φτάνει ως τις μέρες μας. Η διαφορά ίσως της Ελλάδας με το Ισραήλ είναι ότισ το Ισραήλ η πορνεία αντιμετωπίστηκε με αμφιθυμία, ενώ στην Ελλάδα ήταν πάντοτε αποδεκτή. Ούτε στο Ισραήλ όμως απαγορεύτηκε ποτέ. Οπότε στην Αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε λατρεία αιδοίου ή κάποια άλλη φνατασίωση του συγγραφέα.

Στο τέλος λοιπόν του άρθρου υπήρχε μια σειρά αρχαίων ελληνικών ονμάτων για το αιδοίο σε αλφαβητική σειρά, και μεταξύ των πρώτων που ξεκινούσαν από α ήταν και η… ασχημοσύνη! Δηλαδή σε κείμενο που για τόσες παραγράφους μας είχε πρήξει τα αιδοία περί της σημασίας του γυναίκείου αιδοίου στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τώρα έχουμε πρώτη λέξη την ασχημοσύνη, που αναιρεί όλα τα παραπάνω. Ή μήπως θα πρέπει να το ερμηνεύσουμε ως κάτι το όμορφο; Ή απλώς ο συγγραφέας προΫποθέτει ότι το αναγνωστικό του κοινό δεν έχει ούτε ένα μικρογραμμάριο κριτκής σκέψης και δε θεωρεί απαραίτητη τη συνοχή στα γραφόμενά του; Η λε΄ξη ασχημοσύνη φυσικά σημαίνει κάτι το άσχημο, και χρησιμοποιούταν για τη γύμνια ή το γυναικειο αιδοίο. Δεν ξέρω από πότε άρχισε να χρησιμοποιείται, αλλά είναι η λέξη με την οποία αποδίδουν κατά κόρον τη γύμνια στα ελληνικά οι 70 ραβίνοι που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη στα εληνικά. Δηλαδή… αντιεβραϊκό άρθρο χρησιμοποιεί εβραϊκή φρασεολογία! Εκτός κι αν απλώς ο συγγραφέας έκανε αντιγραφή κι επικόλληση τη λίστα των λέξεων από αλλού, κάτι πού δε θεωρώ και πολύ απίθανο.

Εν όλίγοις, μην πιστεύετε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασικής Εποχής σέβονταν τη γυναίκα, μην τρώτε άκριτα ό,τι σας λένε, και γενικώς διασταυρώνετε τις πληροφορίες που βρίσκετε.

Πηγή:
Ελλήνων

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ
Η καθημερινή ομιλία των αγωνιστών του 1821, αλλά και γενικότερα της κλεφτουριάς, δεν είχε βέβαια τίποτα από εξιδανικευμένο των επισήμων εγγράφων που έφτασαν μέχρι σε εμάς, αυτά ήταν γραμμένα από μορφωμένους
Φαναριώτες ή λογιότατους , ακόμα και αυθεντικές διηγήσεις των αγωνιστών έχουν τύχει της ωραιοποίησεως των γραμματέων οι οποίοι μετέφεραν στο χαρτί τις διηγήσεις των αγραμμάτων πολεμιστών.
Έτσι τα κείμενα του Ν. Κασομούλης και του Μακρυγιάννη αλλά και οι σκόρπιες περιγραφές από περιστατικά μας δίνουν μια εικόνα για ποια γλώσσα μιλούσαν οι Έλληνες κατά την επανάσταση.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αγωνιστές πολλές φορές ήταν δίγλωσσοι ή και τρίγλωσσοι, Μίλαγαν δηλαδή Ελληνικά, Αρβανίτικα, Τούρκικα, Βλάχικα και Σλάβικα.
Ένα μέσον για να «ανάψουν τα αίματα» πριν την μάχη ήταν η βωμολοχία, αυτή περιλάμβανε βρισιές που είχαν να κάνουν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την ιδιαιτερότητα (κουσούρια), την οικογενειακή κατάσταση, υπενθύμηση παλαιοτέρων συμβάντων κλπ
Ας δούμε όμως μερικά παραδείγματα από τις εν λόγω λογομαχίες των αγωνιστών με Τουρκαλβανούς αντίπαλους ή και Έλληνες συμπολεμιστές.

ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ

Θ Κολοκοτρώνη :
«σκατόβλαχο» τον αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης.

«Γέρο του Μωριά» είναι το πιο σύνηθες.

Παπαφλέσσα :
«Αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ονομάζει ιερωμένος Π. Π. Γερμανός.

Γεώργιος Καραϊσκάκης :
Το σύνηθες παρατσούκλι ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς»

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Στο Μεσολόγγι ένας Τούρκος από τον Μωρία που ήξερε καλά Ελληνικά άρχισε τις βλαστήμιες είπε για την Παναγία , τον Σταυρό, την κολυμπήθρα. Ένας Κραβαρίτης πολεμιστής από του Μακρή την ντάπια του λέει:
– Ωρέ Τούρκε έσωσες βλαστημώντας ή ακόμα;
– Έσωσα!
– Άκουσε λοιπόν Να χέσω τον Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Αλή , να χέσω τη Σερίφ, να σας χέσω το χατζηλίκι σας , να σας χέσω τον τάφο του Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Σουλτάνο σας και όλα τα ρετζιάλια του, να χέσω τα τζαμιά σας και τους τεκέδες σας, να χέσω το κοράνι σας, να χέσω τον βεζίρη σας Κουταγιά και όλους τους πασάδες σαςτους μπουλουκμπασιάδες σαςκαι το ασκέρι σας, να χέσω και τα δικά σου μούτρα, το κεφάλι σου, τα φρύδια σου, το στόμα σου, τα χέρια σου, τα νύχια σου, να χέσω τα άρματά σου, τα πιστόλια σου, το τουφέκι σου, το γιαταγάνι σου να χέσω το τσιμπούκι σου, να χέσω την σακούλα του καπνού σου, τις φούντες της σακούλας (όλα τα είπε με μια πνοή, μόλις άκουσε και το τελευταίο και ενώ ήταν έτοιμος να συνεχίσει πετάχτηκε ο Τούρκος)
– Ουχ ο κερατάς, τίποτις δεν άφησε άχεστο Νισάφι βρε δεν ξαναβλαστημώ.
Έβαλαν τα γέλια τα δύο ασκέρια και οι Τούρκοι βρίζανε τον δικό τους που έδωσε αφορμή για τέτοιες βρισιές.

ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Ι
Το 1823 ο Καραϊσκάκης λέει στον απεσταλμένο του αρχηγού του στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα: «Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε «από ημάς» συνθήκην με «έναν» κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!».

ΙΙ
Σε Τούρκο συνομιλητή του λέει «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».

ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ι
Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης του γράφει: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».

ΙΙ
Όταν τον δίκαζαν τον Καραϊσκάκη είπε για να δικαιολογήσει την βωμολοχούσα γλώσσα του «Κυρ – Πάνο είσαι περίπου 70 χρονών. Σου έχω πεί πολλές φορές να κόψεις το χούϊ που έχεις να γκαστρώνεις τις τσούπρες. Εσύ όμως δεν τόκοψες;»

ΙΙΙ
Διήγηση του Μακρυγιάννη :
Πήρα κ’ εγώ καμπόσους του Νοταρά ανθρώπους και του Σισίνη.
Ο Κουντουργιώτης πήγε εις τη Νύδρα κι’ άφησε εις το ποδάρι του τον Αναγνώστη Οικονόμο Νυδραίο.
Του είπα να μου δώση αυτούς τους μιστούς να πλερώσω τους ανθρώπους και να λάβω κι’ ό,τι έδωσα.
Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μο’ ‘κανε όμως να του χαρίσω τις πιστιόλες μου, ότι τις λιμπίστη.
Του παράγγειλα κ’ εγώ «να του γαμήσω το κέρατο, όχι θα του δώσω τ’ άρματά μου, οπού τα ‘χω από δεκοχτώ χρονών παιδί». Τον μούτζωσα και δεν του ξαναμίλησα. Πήγε κι’ ο Κωσταντής Λευκάδιος και του ζήτησε τους μιστούς, και του πήρε τις πιστιόλες του. Κ’ είχε ξύλινες ‘σ το ζουνάρι του τον ρώτησα και μου το είπε. «Ορίστε κι’ Αρβανίτικη αρετή. Ως τώρα είχαμε Βλάχικη, Κεφαλλωνίτικη, Φαναργιώτικη ορίστε κι’ Αρβανίτικη. Να δικαιοσύνη, να κυβερνήται των νέων Ελλήνων»!

IV
Στα χρόνια του Καποδίστρια έγινε το πιο κάτω περιστατικό :
Στη Σαλαμίνα βρισκόντουσαν, ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης περπατούσαν στην αγορά διασκεδάζοντας. Λέει ο Πανουργιάς στον Δυοβουνιώτη :
«Αι συμπέθερε! Όλοι οι στρατιωτικοί ευρίσκονται εις δουλειά . Εμείς τι θα κάμωμε;»
«Εμείς Να μπερμπερίσουμε τα αρχείδια μας».
«Το κάμνεις ;»
«Πληρώνεις ;»
«Ναι»
«Πηγαίνουμε να βρούμε μπαρμπέρη».
Άκουσαν οι άλλοι και γέλασαν, έφτασαν στο εργαστήριο του μπαρμπέρη συμφώνησαν για την τιμή (ένα ρουμπιγέν) . Ο Δυοβουνιώτης χωρίς ντροπή λύνει τα βρακιά του και κάθεται στο κάθισμα με τεντωμένα τα σκέλη. Ο μπαρμπέρης αρχίζει να τον μπαρμπερίζει. Βλέποντας ο κόσμος έτρεξαν και φώναζαν και άλλους να δουν, έτσι μαζεύτηκε πλήθος κόσμου που γελούσε, ο δε Δυοβουνιώτης, ο συμπέθερός Πανουργιάς και ο μπαρμπερης ήταν αδιάφοροι λέει δε κάποιος:
«Να οι αρχηγοί που μας διοικούσαν και θέλαμε και λευτεριά…»
«Άιδε συ σώπα , και μη σε μέλλει τι γίνεται» λέει γελώντας ο Δυοβουνιώτης
Αφού δε τελείωσε η εργασία ο Δυοβουνιώτης έδεσε τα βρακιά του και αναχώρησε αδιάφορα, όταν δε τον ρωτούσαν γιατί το έκανε, έλεγε:
«Γιατί και ο Κυβερνήτης μπαρμπερίζει τα μουστάκια του».

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

Ι
Η Ελένη Σταθή στο Μεσολόγγι πήγε στο πηγάδι, γέμισε με νερό την νεροβαρέλα και τότε μια μπάλα κανονιού έπεσε εκεί και της την έσπασε χωρίς η ίδια να πάθει τίποτα και τότε μονολόγησε:
«Μπα ! κακό καιρό νάχεις για μπάλα και εκείνος που σ έριχνε …. Και δεν έχω άλλην βαρέλα και τι θα γένω!».

II
ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι».

ΙΙΙ
Στο νεκροκρέβατο ο Καραϊσκάκης είπε:
« Ξέρω τον αίτιο κι αν ζήσω του παίρνω το χάκι (εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω ας μου κλάσουνε τον πούτζο κι αυτός! Τι κέρδισε;»

IV
Ήταν γιορτή του Αγιαννιού δεκατεσσάρων χρονών ο Μακρυγιάννης πήγε στο πανηγύρι στην Δεσφίνα. Εκεί ένας πατριώτης του έδωσε να βαστά το τουφέκι του, αυτός θέλησε να ρίξει και αυτό «ετζακίστη». Τότε τον έπιασε στο ξύλο μπρος σ όλο τον κόσμο. Δεν άντεξε την ντροπή και πήγε στον Άγιο τον οποίο έβαλε κριτή. (Μπαίνω την νύχτα μέσα στην εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες «τ είναι αυτό οπούγινε σ εμένα, γομάρι είμαι να με δέρνουν» Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια)

V
Έσκασε μια μπόμπα στο καράβι του Μιαούλη, αργότερα ανέβηκε στην καπιτάνα του ο Σαχτούρης τον βρήκε με κατεβασμένη τη φεσάρα ως τα φρύδια. Ο Μιαούλης κοίταζε στραβά τα τούρκικα δίκροτα και είπε «Τους κερατάδες ! Μου χύσανε την φασουλάδα μου».

VI
Ένας Φρατζέζος συνταγματάρχης ο Βουτέ , που ήταν και ερασιτέχνης ζωγράφος , παρακάλεσε τον Κανάρη να ποζάρει για να του κάνει το σκίτσο, όταν το τελείωσε του τόδωσε να το δει , και ο Κανάρης γελώντας είπε σε κάποιο που είχε γύρει να το δει και αυτός « Για κοίτα κει, μηρέ Γιώργο! Κάποτες που πήγα στην Μαρσίλια στοχάστηκα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου, μα μου γυρέψανε πολλά γρόσια. Τώρα μου την κάνουν τζάμπα»!

ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ι
Ο Καραϊσκάκης είχε ένα πολίοβρακο που το φόραγε σε όποιον δείλιαζε το «το βρακί της Κατερίνας». Όταν λοιπόν έβλεπε τέτοια συμπτώματα φώναζε « το βρακί της Κατερίνας φέρτε μου» και όλοι κέρωναν.

ΙΙ
Ο Μιαούλης στεκόταν σιμά στα ξάρτια και ατάραχος αγνάντευε την θάλασσα να λυσσομανά. Δίπλα του στεκόταν ο λοστρόμος. Το τσούρμο πιο πέρα γονατιστό παρακάλαγε την Παναγιά να τους γλυτώσει. Το κακό μεγάλωνε πήρανε σκοινί και δέσανε την εικόνα και την ρίξανε στη θάλασσα να την μερώσει η χάρη της. Σαν είδε τα καμώματά τους ο Μιαούλης γυρίζει και λέει στο λοστρόμο : « Αν ήμουνα εγώ Παναγιά θα τους έπνιγα όλους αυτούς τους μασκαράδες , που έχουνε χέρια και άρμενα και καρτεράνε να τους γλυτώσει το εικόνισμα! Σύρε πες τους να το βάλουν στον τόπο του και νάναι έτοιμοι να μανουβράρουνε καθώς θα τους παραγγείλω, εγώ παίρνω επάνω μου να τους γλυτώσω».

ΠΑΡΑΚΑΛΙΑ

Στο Μεσολόγγι οι Έλληνες εργάτες (σκλάβοι ) των Τούρκων φώναζαν στους πολιορκούμενους «Είμαστε χριστιανοί, πατριώτες ! Σκοτώστε μας για να πάρουν τέλος τα βάσανά μας».

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Ι
Λίγο πριν μια επίθεση των Τούρκων στο Μεσολόγγι γίνηκε ο ποιο κάτω διάλογος :
– Έχει ωρέ ο κοτζαμπάσης κόρη;
– Έχει
– Έχει και ο παπάς κόρη;
– Και ποια είναι η ομορφότερη;
– Κ οι δύο όμορφες είναι.
– Αμέ τότες να τους πεις να πλυθούν.
– Γιατί ωρέ Τούρκε;
– Γιατί αύριο ισαλά θα μπω και δεν θέλω να τις βρω άπλυτες.
Και φυσικά μετά από αυτό άρχισε το τουφεκίδι .

ΙΙ
Διάλογος στο Μεσολόγγι :
– Αχ ντουφέκι να τόχα εγώ καημένε
– Τι το θες ωρέ
– Γιατί εμένα μου πρέπει να τόχω. Ξέρεις Αγά;
– Τι
– Να μου το φυλάξεις και σου χαρίζω τη ζωή άμα σε πιάσω.
– Τι λες μωρέ καημένε ; είσαι παλαβός ;
– Κλανε λίγο έτσι να δω τι σημάδια έχεις ;
– Το κεφάλι θα σου πάρω.
– Καλά αγά εγώ έχω τα χέρια μου και δε σ αφήνω .
– Πρώτα θα σου πάρω το τουφέκι κ ύστερα το κεφάλι.
– Αμ έχω και μπιστόλες αγά.
– Και αυτές θα στις πάρω.
– Αμ έχω το γιαταγάνι αγά.
– Με το φτυάρι και το χώμα θα σε κυνηγώ ως τους Κορφούς και τότε στα παίρνω όλα.
– Φύλαξέ μου το τουφέκι, είδα όνειρο πως θα σου το πάρω.
– Να μου φας το σκατό κερατά!
Και άρχισε το τουφεκίδι.

ΙΙΙ
Στο Μεσολόγγι ένας Τουρκοκρητικός πλησίαζε με την βάρκα και φώναζε «Μωρέ θέλω την νύφη του Παπά».

ΙV
Ο Καραϊσκάκης όταν ήταν άρρωστος προκειμένου να διαπιστώσει τις ιατρικές ικανότητες ενός Ευρωπαίου ιατρού, μέσα στο κρεβάτι του έβαλε ένα από τα παλικαριά του , αυτό λοιπόν έδωσε το χέρι του για να πάρει τον σφυγμό ο ιατρός, ο οποίος μετά από πολύ περίσκεψη έβγαλε την διάγνωση
– Οι δυνάμεις σου στρατηγέ πέσανε πολύ.
Τότε τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός έμεινε ξερός βλέποντας το χέρι του παλικαριού
– Ο πούτζος μου έπεσε ωρέ κι όχι οι δυνάμεις μου.

ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

Ι
Ο Κιουταχής έστειλε τον Καραταίτη για να μιλήσουν για ειρήνη με τον Καραϊσκάκη
– Έλα δω Σκατότουρκε , έλα δω Εβραίε, σταλμένε από τους Γύφτους, έλα να ακούσεις τα κέρατα σας! Τι θαρέψατε κι είναι ο πόλεμος και τον εκάνατε ; Και τώρα δε ντρέπεστε να ζητάτε ειρήνη με κοτζάμ σκατοσουλτάνο Μαχμούτη που έχετε ; Να χέσω κι αυτόν και τον βεζίρη σας και τον Σαλιχτέρ Μποδά την πουτάνα!
– Θα σηκωθώ φωνάζει στον Καραταίτη να φάγω κρέας από σένα, βρωμιάρη, να πάρω το δίκιο μου ! Ή ρθες εδώ ίσια στο ορδί μου, τάχατες για φίλος, άπιστε άνθρωπε όμοιε με τους αφεντάδες σου!
– Ε ωρέ Καραϊσκάκη φτάνει ! Μ έβρισες κι εμένα και την Τουρκιά. Άφησε τα λόγια να δούμε τι θα κάμουμε.
_Να, του αποκρίνεται δείχνοντας τους καπεταναίους , μ αυτούς τους πουτζαράδες κάνε συμφωνίες. Εγώ είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να ακούω τις φαφλαταριές σου.

ΙΙ
Επιστολή Καραϊσκάκη προς τους οπλαρχηγούς
Εις όλους εσάς όπου ρίχνετε την παταργιά εις την ράχη. Τι σας χρειάζεται παταργιά, κερατάδες ή θέλετε να γυρίσω οπίσω να κάψω εσάς και τα παιδιά σας ; Να γκρεμιστήτε από αυτού να μη σας πάρει ο διάολος . Όχι άλλο .

Να και η απάντηση:

Κερατά Όλοι να σου γαμήσουμε το κέρατο. Τι παντυχαίνεις , με καυσίματα πολεμάς να φοβερίζεις; Αυτό όπου εβρήκες δε μας γλυτώνεις
Στορνάρης Ράγκος

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

Μια Τουρκοπούλα από την Τρίπολη μετά την κατάληψη της πόλης έμεινε μόνη την πήρε λοιπόν ο Καραϊσκάκης την βάφτισε Μαρία και την είχε στο στρατόπεδο του ψυχοκόρη. Η Μαρία ντύθηκε αγόρι με φουστανέλα και την φώναζαν Ζαφείρη, έτσι για να μη σκανταλίζει, ήταν το αίσθημα του χωρίς έρωτα, η ορτινάτζα του, που του στάθηκε μέχρι τον θάνατό του.
Όταν λοιπόν όταν επισκέφτηκε την γυναίκα του στον Κάλαμο το νησάκι που είχε ασφαλίσει την φαμελιά του είχε μαζί του και τον Ζαφείρη. Η καπετάνισσα την τσίλιαρε και κατάλαβε ότι ήταν γυναίκα, το είδε αυτό ο Καραϊσκάκης και της λέει «Έγνοια σου μωρή , μη μου χολιάζεις έχω και για σένα…» Μετά από επτά μήνες γεννήθηκε ο γιος του ο Σταύρος.

Συνέγραψε Αίολος

ΠΗΓΗ
Αιολική γη…. 22 /2/ 2008
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ 2010 μ.Χ.

Μετά ήρθε η πολιτική ορθότης κι όλα αυτά έγιναν ου φωνητά.

Και το ανάλογο τραγούδι είναι φυσικά το παρακάτω:

Η τύχη κάποτε μας οδηγεί σε πράγματα πολύ χρήσιμα άσχετα με το αρχικό μας ερώτημα. Κάτι τέτοιο έγινε και μ’εμένα σήμερα. Άνοιξα το πρωί το γκουγκλ, κι έψαξα για το πώς λειτουργεί το Ebay. Εκεί πωλείται σχεδόν οτιδήποτε, από κάτι αμύθητης αξίας και μοναδικό έως κάτι κυριολεκτικά για πέταμα, με εξαίρεση ορισμένα προϊόντα που νομίζω μπορούν πάραυτα να βρεθούν σε ιστοσελίδες όπως το Silkroad ή το Agora. Κάπου θα μας χρειαστεί το Ebay, δε θα βάλω καμιά φορά τον πατέρα μου να μου παραγγείλει κάτι; Αλλά δε θα πρέπει πρώτα να ξέρω πώς πάνω-κάτω δουλεύει, γιατί όλο αυτό το διάστημα σπάνια το έχω ψάξει και όσες φορές μπήκα μου φάνηκε δύσκολο;
Η πρώτη σελίδα που μου εμφανίστηκε ήταν το ipedia.gr, μία κλασική σελίδα ερωταπαντήσεων. Μέσα εκεί, στις πιο πρόσφατες ερωτήσεις, ένας ρωτούσε τι σημαίνει η λέξη «οίηση». Τη σημείωσα στο μικρονοϊκό μυαλό μου κι έφυγα από κει. Δε μπορούσα να καταλάβω τι σημαίνει, επειδή δεν την είχα ξανακούσει. Πάντως το γεγονός ότι γραφόταν με «οι» δήλωνε πως είχε αρχαία προέλευση. Τι να ήταν; Να είχε σχέση με την «οιν», το πρόβατο στα αρχαία εληνικά, ή με το «ίεμι», που σημαίνει ρίχνω, κάτι σαν να λέμε πτώση. Όμως δε θυμόμουν αυτό το ρήμα να είχε καμία μεταπτωτική φάση του με «ο». Οπότε τι άλλο να σήμαινε;
Έψαξα στα διαδικτυακά λεξικά, στο βικιλεξικό, στο λεξικό Μπαμπινιώτη και αλλού. Τελικά η λέξη «οίηση» είναι αρχαία ελληνική «οίησις», και σημαίνει γνώμη, από το ρήμα «οίομαι», νομίζω, το οποίο ως τώρα οιόμουν πως δεν έχει παράγωγα στα νέα ελληνικά. Σήμερα η λέξη δηλώνει τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό κάποιου, την έπαρση ή την αλαζονία, π.χ. άνθρωπος μικρών δυνατοτήτων, αλλά με μεγάλη οίηση.
Οπότε μάθαμε και μια καινούργια λέξη σήμερα. Αυτή η εληνική γλώσσα μάλλον δε θα σταματήσει ποτέ να μ’εκπλήσσει με τον πλούτο σπάνιων και περιεκτικών λέξεων που διαθέτει.
Όμως σίγουρα δεν την έχω ακούσει ποτέ; Αν είναι τόσο σπάνια, μπορεί και να μην την άκουσα ποτέ, αλλλά αμφιβάλλω. Μέσα στα 21 χρόνια ζωήςμου, που σε λίγες ώρες κλείνω, σίγουρα θα την έχω ακούση έστω μια φορά, αλλά δε θα της έχω δώσει σημασία. Μπορεί να νόμισα, αν την άκουσα, πως τα δύο «ι» είναι απλώς η τονισμένη συλλαβή της λέξης «ίση» για έμφαση.

Λίγο άσχετο με το προηγούμενο θέμα, αλλά έχω βρει επιτέλους ένα καλό βίντεο του ύμνου του Ισλαμικού Κράτους – ΙΚΙΛ, ΙΚ, ISIL, ISIS, Is, μπορείτε να το πείτε όπως θέλετε, με την αγγλική μετάφραση. Με τα ξίφη, με τα πάντα. Τα μόνα που κατάλαβα απ’το πρωτότυπο είναι οι πλέον διεθνείς αραβικές λέξεις του ισλάμ, του Μωάμεθ και της τζιχάντ.

Η αργκό, λέξη γαλλικής προέλευσης, δηλώνει γενικά όλες εκείνες τις εκφράσεις της καθομιλουμένης που χρησιμοποιούμε για γρήγορη ή εύκολη επικοινωνία, για μαγκιά κλπ, συνήθως σε ανεπίσημο περιβάλλον. Μπορεί να δηλώνει επίσης την κωδικοποιημένη ομιλία διάφορων περιθωριακών ομάδων (τοξικομανείς, φυλακισμένοι, πόρνες κλπ). Εξαιτίας του περιβάλλοντος χρήσης της, ανέκαθεν οι ανώτεροι κύκλοι κάθε κοινωνίας, που ιστορικά μας έχουν αφήσει και τα περισσότερα γραπτά μνημεία, εκτός του ότι την απέφευγαν, δεν τη θεωρούσαν άξια καταγραφής. Από την αρχαιότητα για παράδειγμα όσον αφορά το δικό μας πολιτισμό, κύρια πηγή τέτοιου λεξιλογίου είναι ο Αριστοφάνης, ο οποίος, μέσα στα πλαίσια της κομωδίας, χρησιμοποιούσε τέτοιες εκφράσεις, αλλά γενικά, μολονότι δεν έγραφαν σε υπερβολικά επίσημη γλώσσα – τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ επίσημης και καθομιλουμένης σχεδόν δεν υπήρχε τότε, κάποιοι μπορεί απλώς νά’γραφαν πιο καλλιτεχνικά -, οι αρχαίοι συγγραφείς απέφευγαν τέτοια φρασεολογία, εκ΄τος από λιγοστές περιπτώσεις. Αργότερα, κατά την ελληνιστική και τη Βυζαντινοί εποχή οι διάφοροι λεξικογράφοι, συγκεντρώνοντας λέξεις του καιρού τους και παλαιότερες,
κατέγραφαν αρκετές τις καθομιλουμένης
στα λεξικά τους, ωστόσο αυτό δεν ήταν ο κύριος σκοπός τους. Παρά το μικρό αριθμό των πηγών, τα τότε έργα παραμένουν χρήσιμα, εντούτοις δε μπορούν να μας δώσουν επαρκή εικόνα των κοινωνικών στρωμάτων που δημιούργησαν αυτήν την ομιλία. Η μελέτη των λαϊκών αυτών ιδιωμάτων είναι αρκετά πρόσφατη, με κυριότερο εκπρόσωπο στην πρόσφατη νεοελληνική ιστορία τον
Ηλία Πετρόπουλο,
ο οποίος πέθανε μόλις το 2003 σε ηλικία 75 ετών. Ως προς τις περιθωριακές ομάδες ωστόσο, η μελέτη είναι πολύ εκτενέστερη, ξεκινώντας από το 19ο αιώνα με τους μεγάλους Ευρωπαίους κοινωνιολόγους, εποχή όχι τυχαία, αφού τότε παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση του αστικού πληθυσμού στην Ευρώπη εξαιτίας της Βιομηχανικής Επανάστασης, κι επομένως έξαρση της εγκληματικότητας, άρα η μελέτη αυτών των ομάδων βοηθούσε το σύστημα στην αντιμετώπιση του εγκλήματος/καταπίεση των χαμηλότερων τάξεων.

Η μελέτη και καταγραφή της αργκό πάντως μας βοηθά στην κατανόηση του τρόπου ζωής και των ανησυχιών των δημιουργών της, και με τη σύγκρισή της με παλαιότερες μορφές της καθομιλουμένης, μπορούμε να εξαγάγουμε συμπεράσματα για τις αλλαγές στις τάσεις μιας κοινωνίας. Πέρα απ’αυτό, με την καταγραφή τέτοιων καθημερινών εκφράσεων, καταγράφεται κατά κάποιον τρόπο στην ιστορία ο πολιτισμός όλης αυτής της ανώνυμης ομάδας άσημων απλών ανθρώπων κάθε κοινωνίας, άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν χωρίς να επιφέρουν καμία αλλαγή, μονάδες απλές που όμως αποτελούν το μεγαλύτερο και ζωτικότερο μέρος της. Ευτυχώς σήμερα ως προς αυτό το θέμα είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση από παλαιότερα, εφόσον πολύ μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει πρόσβαση στη γραφή, κι ως εκ τούτου μπορεί ν’αφήσει το αποτύπωμά του, όσο ασήμαντο κι αν είναι αυτό, στο παγκόσμιο αρχείο, και με τη βοήθεια του Διαδικτύου αυτό γίνεται ακόμα ευκολότερα. Ενώ πολύ παλιά έγραφε ένας στους 1000, ας πούμε, υπό την οπτική γωνία συνήθως της ανώτερης τάξης, σήμερα στις περισσότερες χώρες του κόσμου μπορεί να γράφει σχεδόν ο οποιοσδήποτε και να κάνει τις απόψεις του γνωστές στο κοινό μέσω του Ίντερνετ, κι ακόμα κι αν αρκετά απ’αυτά τα αρχεία χαθούν στο μέλλον, σίγουρο είναι πως θα μείνουν πολύ περισσότερα απ’ό,τι παλιά. Τώρα μπορεί να φαινεται πως ξεφεύγω απ’το αρχικό θέμα, αλλά δεν ξεφεύγω? η αργκό εκφράζει την καθημερινή ζωη, μέρος του πολιτισμού που παραμελούταν συστηματικά σ’όλη την ιστορία.

Φυσικά σήμερα υπάρχουν αρκετά λεξικά της καθομιλουμένης για πολλές γλώσσες. Εδώ θ’ασχοληθώ μόνο με δύο γνωστά διαδικτυακά, ένα της ελληνικής κι ένα της αγγλικής.

Το ελληνικό λεξικό είναι το γνωστό
Slang.gr,
(slang = αργό στα αγγλικά) Ένας μεγάλος δικτυακός τόπος όπου ο καθένας μορεί να γίνει μέλος και να συμβάλει στην ανάπτυξή του με νέες καταχωρήσεις ή σχόλια. Εκεί καταχωρίζονται ορισμοί αδόκιμων όρων, εναλλακτικοί ορισμοί δόκιμων όρων και λήμματα της αργκό, με χιουμοριστικό ή και σοβαρό ύφος. Συνήθως σε κάθε λήμμα υπάρχει ετυμολογία, σημασία ή σημασίες, παράδειγμα και συχνά σχόλια άλλων χρηστών. Προς το παρόν υπάρχουν περίπου 23344 ορισμοί για 20343 λήμματα από 8746 χρήστες. Η σελίδα αυτή είναι πραγματικό λεξικό, όπου μπορείτε να βρείτε από τις πιο γνωστές λέξεις, π.χ. «μαλάκας» έως και τις πιο άγνωστες και σπάνια χρησιμοποιούμενες. Υπάρχουν επίσης εκφράσεις παλαιότερων εποχών ή και άλλων γλωσσών. Το καλύτερο λεξικό της ελληνικής αργκό.

Το αντίστοιχο αγγλικό είναι μια πολύ μεγαλύτερη και χαώδης σελίδα, αν σκεφτούμε
Πόσες μπαρούφες
έχουν πετάξει οι Αμερικανοί μόνο μέσα σε μία ταινία ή σ’ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, Αυτό που θα λέγαμε nonsence. Ανέβηκε το 1999 από τον πρωτοετή φοιτητή πληροφορικής Aaron Beckham, με σκοπό να γίνει ένα πλήρες λεξικό της αγγλικής αργκό, αλλά σήμερα εκεί μπορεί να βρεθεί οποιαδήποτε λέξη και φράση, όσο βλακώδης κι αν είναι. Για παράδειγμα υπάρχουν ξεχωριστά λήμματα για «bloop”, “bloop bloop” και “bloop bloop bloop”, που βασικά σημαίνουν μπλουπ και τίποτε άλλο. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει σαφής ορισμός για κάθε λήμμα, και μια μερική περιγραφή αρκεί, κι επίσης οι διάφορες ερμηνείες συνδέονται μ’άλλα λήμματα και ούτω καθεξής. Ακόμα δεν έχω βγάλει άκρη εκεί. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει μέλος και να γράψει. Προς το παρόν υπάρχουν γύρω στα 7 εκατομμύρια καταχωρίσεις, με 2000 νέες κατά μέσο όρο καθημερινά. Είναι το
Urban Dictionary (αστικό λεξικό).

Ο λόγος για τον οποίον ξεκίνησα
απ’το προηγούμενο άρθρο
ν’αναλύω τα ελληνικά ονόματα ήταν το γεγονός που έμαθα πρόσφατα ότι πολλά σύγχρονα ελληνικά επώνυμα είναι στην πραγματικότητα ελληνοποιημένα ξένης προελεύσεως. Αυτό μπορεί να προκαλεί λίγο πολιτισμικό σοκ, αλλά αν σκεφτούμε πως για τα τελευταία 1000, ίσως και παραπάνω χρόνια είχαμε συνεχή επαφή με άλλους λαούς, αυτό δεν είναι και τόσο παράξενο. Επίσης υπάρχει η πιθανότητα μερικές οικογένειες με μη ελληνικό επώνυμο να μην είχαν Έλληνες προγόνους, αλλά να εξελληνίστηκαν αργότερα. Δεν ελληνοποιήθηκαν ωστόσο όλα τα επώνυμα, κι έτσι σήμερα ακόμα μας απομένουν επώνυμα καθαρά τουρκικής προέλευσης, π.χ. Αρναούτογλου (γιος του αρναούτη – άξεστου), Αμπατζής (κατασκευαστής ή πωλητής ενδυμάτων από αμπά – πυκνό μάλλινο ύφασμα), Αραμπατζής (κατασκευαστής αραμπάδων – κάρων), κλπ. Πολλά απ’τα τούρκικα επώνυμα έχουν πάρει
ελληνικές καταλήξεις
όπως -ίδης ή -άδης (πατρωνυμικές), ή -όπουλος, -άκης, -άκος, κλπ (υποκοριστικές αρχικά, που δήλωναν τον υιό και με την πάροδο του χρόνου έγιναν πατρωνυμικές), άλλα έμειναν ως είχαν όπως αυτά σε -ογλού. Έχουμε σε μικρότερο ποσοστό κι άλλα, όπως ιταλικής προέλευσης σε νησιά κι αλλού, όπως Λορέντζος (Λαυρέντιος), Ράγκος κλπ. Αλλά και σλαβικής, αλβανικής, βουλγάρικης κι άλλων προελεύσεων.

Τα επώνυμα που ελληνοποιήθηκαν
ήταν κυρίως τουρκογενούς προέλευσης
Μικρασιατών και Ποντίων προσφύγων, εκ των οποίων μερικά ήταν πλήρως τουρκικά, ενώ άλλα είχαν ελληνοποιημένες καταλήξεις. Οι πρόσφυγες λοιπόν είτε ελληνοποίησαν οι ίδιοι το επώνυμό τους για να μη στιγματίζονται αρνητικά (να μην ξεχνούμε πως για αρκετά χρόνια μετά την άφιξή τους χαρακτηρίζονταν τουρκόσποροι κι αντιμετωπίζονταν αρνητικά), είτε το έκαναν ύστερα από πιέσεις των δασκάλων, των ιερέων και των ληξιαρχών των περιοχών όπου εγκαταστάθηκαν, οι οποίοι τα μετέφραζαν στην καθαρεύουσα. Ενδεικτικά, απ’τις πηγές που έψαξα, μερικά ελληνοποιημένα επώνυμα είναι: «Οπλοποιός» από «Τουφεξής», «Ψωμιάδης» από «Εκμέκογλου», «Σημαιοφορίδης» από «ΜπαΪρακτάρης», «Βαθυπωγωνίδης» από «Καμπασακαλής», «Χρυσοχόος/Χρυσοχοΐδης» από «Κουγιουμτζής, Κουγιουμτζόγλου, Κοεμτζής κλπ», «Μαυροματίδης» από «Καραγκιοζόγλου», «Αχθοφορίδης» από «Χαμαλίδης», «Μελίδης» από «Μπαλόγλου», και πολλά άλλα. Φυσικά πολλά επώνυμα, και σίγουρα αρκετά απ’τις Μικρασιατικές περιοχές, ήταν από πάντα ελληνικά.

Ένα άλλο εκπληκτικό πράγμα που έμαθα ήταν ότι δεν είχαν όλοι οι πρόσφυγες επώνυμα. Εκτός από τα ορφανά παιδιά των οποίων το επώνυμο δεν ήταν γνωστό και τους δινόταν ένα από το όνομα του πατέρα τους (π.χ. από Θεόδωρος θεοδωρίδης), φυσικά οι περισσότεροι με ονοματογενή επώνυμα δεν τα απέκτησαν έτσι, υπήρχαν και αγροτικοί πληθυσμοί από απομακρυσμένες πρωτόγονες περιοχέςπου δεν είχαν καθόλου επώνυμα, οπότε πάλι τους φτιαχνόταν ένα σύμφωνα με το πατρώνυμο. Ούτε όλοι οι Τούρκοι είχαν σταθερά επώνυμα, τα οποία συστηματοποίησε ο Κεμάλ διά νόμου μόλις το 1929. Για ακόμα παλαιότερα ήταν γνωστό πως οι άνθρωποι συνήθως δεν είχαν επώνυμα, αργότερα αποκτούσαν οικογενειακούς τίτλους μόνο μέλη ανώτερων τάξεων, και σιγά-σιγά η συνήθεια εξαπλώθηκε σ’όλον τον πληθυσμό. Αλλά ως το 1922 δε θά’πρεπε νά’χαν αποκτήσει όλοι οι Έλληνες επώνυμο; Αυτό αντανακλά τις πρωτόγονες συνθήκες σε μερικές περιοχές της Τουρκίας τότε, οι οποίες πάνω-κάτω υπάρχουν ως σήμερα, ιδίως σε χωριά μέσα στα βάθυ της χώρας.

Τα παραπάνω δε θα πρέπει να μας βάζουν σε αμφιβολία για το αν τελικά είμαστε Έλληνες, ένας ορισμός πολύ δύσκολος, όπως πιστεύω και οι ορισμοί των άλλων εθνών. Εφόσον έχουμε κοινή ιστορία, γλώσσα και πολιτισμό, μπορούμε να πούμε πως είμαστε Έλληνες. Την ιδιότητά μας ως πολίτες ενός κράτους δε την περιλαμβάνω, αφού Έλληνες πολίτες μπορεί νά’ναι αλλοεθνείς όπως Τσιγγάνοι, Πομάκοι, Τουρκόγυφτοι κλπ, οι οποίοι σαφώς δεν έχουν τον ίδιο πολιτισμό μ’εμάς, ενώ Έλληνες μπορεί νά’ναι πολίτες άλλων κρατών των οποίων οι πρόγονοι ήταν μετανάστες εκεί. Πάντως, αν ανησυχεί κανείς για τη γονιδιακή μας ταυτότητα,
είμαστε κατά βάση Ευρωπαίοι.
Τώρα το ποσοστο σχέσης με τους αρχαίους ημών προγόνους δεν το γνωρίζω ούτε πιστεύω πως μπορεί να εξακριβωθεί, αλλά από την άλη είναι πολύ παράλογο να υποθέσουμε πως όλος ο πληθυσμός της Ελλάδας και των γύρω περιοχών από την αρχαιότητα εξαφανίστηκε χωρίς ν’αφήσει απογόνους.

Όσον αφορά το δικό μου επώνυμο πάντως, Τοκατλίδης, ούτε αυτό είναι γνήσιο εληνικό. Ο πατέρας μου έχει ποντιακή καταγωγή με προγόνους από το Τοκάτ, περιοχή κοντά στην Τραπεζούντα (δεν έχω ψάξει αν το μέρος αυτό είχε ελληνική ονομασία παλαιότερα, πιθανότατα ομως θα είχε), και ονομαζόταν Τοκατλίδες -λης τουρκική τοπική κατάληξη. Η μητέρα μου από την Άλλη κατάγεται από τη Δυτική Μακεδονία, από πρώην σλαβόφωνα μέρη με το επώνυμο Γκέρτζα, το οποίο ούτε αυτό δε φαίνεται νά’χει ελληνική προέλευση. Δεν πιστεύω παρόλα αυτά πως οι πρόγονοί μου δεν ήταν Έλληνες. Κι αν κάποιοι τελικά δεν ήταν, τι πάει να πει αυτό;

Τέλος, το πιο λυπηρό πράγμα που έμαθα απ’αυτήν την αναζήτηση, το οποίο δε διδασκόμασταν καν στο σχολείο, είναι ότι παραδώσαμε την Ανατολική Θράκη από μόνοι μας στην Τουρκία επί Βενιζέλου, ενώ θα μπορούσαμε να την προσαρτήσουμε στη χώρα μας. Ο Κεμάλ δεν είχε στρατεύματα στην Ευρώπη, ενώ η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν υπό ιδιότυπη συμμαχική κατοχή μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υποτίθεται πως η πράξη έγινε για την εξασφάλιση της διατήρησης της Δυτικής Θράκης και των Νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, αν και στην πραγματικότητα έγινε υπό συμμαχικές πιέσεις. Δούλοι των συμμάχων όπως πάντα… Ως χώρα, για κάποιον λόγο, ποτέ, έως και σήμερα, δεν είχαμε δυναμισμό.

Παρόμοιες επιρροές πάντως γειτόνων στα επώνυμα, στα τοπωνύμια και σ’άλλα πολιτισμικά στοιχεία παρατηρούνται σε πολλά άλλα έθνη. Για παράδειγμα
πολλοί Γερμανοί έχουν σλαβογενή επώνυμα.
Το ποσοστο σ’όλη τη Γερμανία βρίσκεται στο 10%, στα ανατολικά μέρη όμως φτάνει και το 30%. Επίσης τοπωνύμια όπως Βερολίνο (Μπερλίν) έχουν σλαβική προέλευση, το συγκεκριμένο σημαίνει μικροί βάλτοι.

Μ’αυτό το άρθρο ξεκινώ μια μικρή σειρά άρθρων για την ετυμολογία των ελληνικών ονομάτων κι επωνύμων. Το παρακάτω άρθρο έχει να κάνει με τα εβραϊκά ονόματα, κυρίως απ’την Παλαιά, αλλά κι απ’την Καινή Διαθήκη, που παρείσφρησαν στην ελληνική γλώσσα με το χριστιανισμό.
Από:
εδώ.

ΕΚΤΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΩΝ ΕΒΡΑΪΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΕΛΘΕΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ .

Αβραάμ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Abraham = γενάρχης, πατριάρχης πολλών φυλών(λαών)

Άγγελος < αρχ. ουσ. Άγγελος < άγγελος = αγγελιαφόρος // άυλο πνευματικό όν // αγαθό πνεύμα

Αδάμ (ο) εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Adham = χωματένιος.

Μ.72

Αδονάι ονομασία του Κυρίου στην καθημερινή ομιλία, αντί του θεωνυμίου Γιαχβέ (= Κύριος, Κυρίαρχος Ουρανών και Γης.

Άδωνης εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Άδωνις -ιδος πιθανόν αραβ. Αρούν (Harun). Τα επώνυμο αυτό, καθώς και το και το επών. Κορρές και μερικά άλλα ανήκουν σε Ισραηλινοί ου ήρθαν στην Ελλάδα το 1300 περί μ.Χ. (βλ. Τραντ. Στάθης. 90.)

Βαρνάβας < Bar – nebh’a = γιος της παρηγοριάς // γιος της ενθάρρυνσης

Βαρούχ

Βεελζεβούλ Λαϊκή ονομασία του Σατανά που θεωρείται αρχηγός των δαιμόνων. Η προέλευση, όμως της λέξης κρατά από πολύ μακριά και προέρχεται από τη λέξη Baal Zebub και στην ελληνική “Βάαλ Ζεβούβ" που στα σημιτικά θα πει ο "Κύριος των μυγών ή ο θεός μύγα. Έτσι ονομαζόταν μια θεότητα των Φοινίκων από την οποία προέρχεται και το όνομα Hanni – bal (Αννίβας) = Hannah = χάρις, δώρο, του Βάαλ. Οι ιερείς εβραίοι έλεγαν ότι το όνομα Βεελζεβούλ σημαίνει "θεός της κόπρου". Το βέβαιο είναι ότι η ονομασία αποδιδόταν σε κακή θεότητα.

Βενιαμίν εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Benjamin < Ben (= γιος)+ jamin (= δεξί χέρι) = γιος της δεξιού χεριού, το «δεξί χέρι» ενν. του Ιακώβ. Ο δωδέκατος και τελευταίος γιος του.

Γαβριήλ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Gabhri-el = ο El, ο Θεός είναι η ισχύς μου. Ο Γαβριήλ είναι, κατά την Π.Δ., ο «ταξιάρχης» ο αρχιστράτηγος των αγγέλων και ο πρωτοστάτης που έφερε το μήνυμα στη Θεοτόκο για τη Γέννηση του Σωτήρος, του Εμμανουήλ, και, κατά τους μουσουλμάνους, διάβασε το Κοράνιο στο Μωάμεθ στο όρος «Αραφάτ».

Τα βαφτιστικά τα οποία προέρχονται από την εβραϊκή γλώσσα μέσω της Π. και της Κ. Διαθήκης ήταν άγνωστα στον Ε΄ και στο Δ΄ π.Χ. αιώνα π.Χ., γιατί οι αρχαίοι δεν καταδέχονταν να χρησιμοποιούν ονόματα «βαρβαρικά», προερχόμενα από τη γλώσσα των «βάρβαρων» Εβραίων.

Ιησούς εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Γιεσουάχ (Ye-šuáh < Yeho-šuáh = o Γιαχβέ, ο Κύριος (είναι) η σωτηρία.

Δαβίδ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα < εβρ. Dāwid = αγαπητός.

Δανιήλ Daniy-el = κριτής μου είναι ο Θεός.

Δεββώρα εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Ντέμπορα (Deborah)= μέλισσα., εργατική .

Δέσποινα < Δέσποινα < αρχαίο ελληνικό όνομα *Δεσπότνια = κυρία, κυρίαρχη του οίκου της.

Σημείωση. Για απόδοση τιμής στο κύριο όνομα της Παναγίας προτάσσεται το επίθετο κυρά Κυρα – Δέσποινα και όχι το επίθετο Κυρία, γιατί το κύρια παράγεται από τον τύπο κύριος (=κυρίαρχος) και η Παναγία δεν είναι, κατά τη Αγ. Γραφή, κυρίαρχη των ουράνιων και των επίγειων δυνάμεων όπως ο Θεός Πατέρας, ο Γιαχβέ, και ο Υιός Θεός ο Εμμανουήλ, ο Χριστός.

Διάβολος < ρήμα διαβάλλω (= συκοφαντώ) = συκοφάντης Ελισάβετ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Eli-ševa = ο Θεός είναι άφθονος, δηλ. χαρίζει την αφθονία.

Ελισαίος Elisma= o Ελί, o Θεός, λυτρώνει.

Εμμανουήλ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Immanu-el < Immanou (= μαζί μας) + – El (= Θεός) = Μαζί μας είναι ο Θεός. «Μεθ’ ημών Ο Θεός.

Εύα εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Ηawah = Zωή.

Εφραίμ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Εphrajim =(πνευματικά) καρπερός.

Ζαχαρίας εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Zekhar-yah = ο Γιαχ, ο Κύριος, έχει θυμηθεί.

Ηλίας εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Eliyahu = ο Eli- (= Θεός) + Yahu (= Kύριος)= ο Θεός (είναι) Κύριος, Κυρίαρχος.

Σημείωση 1. Στα κύρια ονόματα που προέρχονται από την Π. Διαθήκη τα συντετμημένα συνθετικά El-, Elı- και el, στην ελληνική Ηλ -, Eλι – κ. – ήλ, Βλ. λ. Ηλίας, Ελισάβετ, ····Γαβριήλ, Εμμανουήλ κ.ά. μεταφράζονται πάντα με τη λέξη «Θεός» και εννοείται ο Θεός Πατέρας, ο Ελοχείμ, ενώ στην Κ. Δ. εννοείται ο Χριστός, ο Εμμανουήλ.

Σημείωση 2. Επειδή στο όνομα Ηλίας περιέχεται η λέξη Eli – που αποτελεί σύντμηση της προσωνυμίας του Θεού Πατέρα, του Ελοχείμ, κυρίαρχου των ουρανών και της γης, για το λόγο αυτό και οι ναοί του προφήτη Ηλία βρίσκονται σε μέρη υψηλά, όπως ήταν οι ναοί του Δια στον Όλυμπο και στην Ιθώμη, ο οποίος επίσης ήταν κύριος των ουράνιων φαινομένων και «θεός – πατέρας των ανδρών και των ανθρώπων.

Σημείωση 3. Η συλλαβή – ίας στα εβραϊκής προέλευσης εξελληνισμένα ονόματα: Ηλ-ίας , Ζαχαρί-ας, Ιερεμ-ίας δεν είναι κατάληξη αλλά η μετάφραση του δεύτερου συνθετικού του κύριου ονόματος και σημαίνει Γιαχβέ , δηλαδή «Κύριος», Κυρίαρχος.

Ησαΐας εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Yešae-yah σύντμηση του Yesae-yahu = ο Κύριος σώζει.

Θεοφάνης < Θεοφάνια (τα) = η φανέρωση του Θεού.

Σημείωση. Από την εποχή των ομηρικών χρόνων (8ος αιώνας π.Χ.). Τα θεοφάνεια εκδηλώνονταν 1. είτε ως «επιφάνεια» είτε ως «ενανθρώπιση». Στην πρώτη περίπτωση η incognito παρουσία της θεότητας γινόταν με μορφή πουλιού (περιστεριού) ή ζώου και η «ενανθρώπιση» με τη μορφή ανθρώπου, η ο οποίος δεν αποκάλυπτε την ταυτότητά του στο άτομο στο οποίο παρουσιαζόταν με ανθρώπινη μορφή όπως η Αθηνά στον Οδυσσέα. Ήταν και αρχαία ιεροπραξία στους Δελφούς κατά την οποία εικόνες των θεοτήτων επιδεικνύονταν από τους ιερείς σ’ αυτούς που μετείχαν στις εορτές

Θωμάς εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Te’ōma = δίδυμος.

Ιάκωβος εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Ya’akov = «φτέρνα». Κατά την Π. Διαθήκη ταυτόχρονα με τη γέννηση του δίδυμου αδερφού του, του Ισαύ, γεννήθηκε και ο Ιακώβ κρατώντας τη φτέρνα του αδερφού του. Από το γεγονός έδωσαν το όνομα αυτό στον Ιακώβ // υποσκελιστής.

Ιεζεκιήλ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα ehezq-el ο Θεός ενισχύει, ενδυναμώνει.

Ιερεμίας εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Yirme-yahu = ο Κύριος εξυψώνει.

Ιορδάνης εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Jardēn = κατάβαση, ροή υδάτων προς τη θάλασσα.

Ιούδας εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Yehūdhā = αντικείμενο επαίνων.

Ιουδίθ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Yehū-dith = Αυτή που ανήκει στη φυλή Ιούδα // αυτή που αποτελεί αντικείμενο επαίνου.

Ισαάκ (ο) εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Yichāq = το γέλιο της Σάρας, όταν ο άγγελος ανήγγειλε στον Αβραάμ το θέλημα του Θεού να αποκτήσει γιο, πιστεύοντας πως η εντολή αφορούσε αυτή, αν και ήταν ενενήντα χρονών, ενώ ο άγγελος εννοούσε τη δούλη της, την Άγαρ.

Ισμαήλ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Yishmā-el ο Θεός εισάκουσε.

Ισρα-ήλ εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Ιώσηπος.

Καιάφας εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα < αραμαϊκή λέξη Kayphā = μάντης.

Κασσιανή εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Κασσιανή. Βυζαντινή ποιήτρια του 9ου μ.Χ., αιώνα που έγραψε το γνωστό τροπάριο που φέρει το όνομά της.

Λάζαρος εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα < Ελ-εάζαρ < εβραϊκό El’azar = ο Θεός έχει βοηθήσει.

Λουκάς εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα < λατινικό Lucas = Ο καταγόμενος από τη Λουκανία, τις δυτικές ακτές της Ν. Ιταλίας

Μαγδαληνή εξελληνισμένο εβραϊκό όνομα Μαγδαληνή < πόλη Μάγδαλα < εβρ. Magdal (= πύργος), κωμόπολη στη Δ. όχθη της Γαλιλαίας = Η καταγόμενη από την πόλη Μάγδαλα (τα).

Μάρθα < μτγν. Μάρθα < αραμ. Mārtā =κυρία, οικοδέσποινα.

Μαρία < μτγν. εξελλην. όν. Μαρία < εβρ. Marjam πιθ. «πικρή, ανυπότακτη».

Μάρκος < μτγν. Μάρκος < λατ. Marcus πιθ. < Μars – rtis ο θεός Άρης – εως των Ρωμαίων.

Ματθαίος < μτγν. Ματθαίος < εβρ. Mattith- yah < Matith (δώρο) + Jan (Κύριος) = δώρο του Κυρίου.

Μηνάς < μεσν. Μηνάς· = 1. πιθ. < ρ. μηνώ· ειδοποιώ, στέλνω μήνυμα· αυτός που στέλνει μηνύματα, ειδοποιεί»ή 2. < μηνάς (η) σελήνη = φωτεινός..

Μιχαήλ. εξελλ. τύπ. του εβραϊκ. ονομ. Micah-el ποιος είναι ίδιος με το Θεό; Όμοιος με το Θεό. Τρ. 17.

Ναθαναήλ < μτγν.εβρ. κύρ. όν. Ναθανα-ήλ = ο Ηλ, ο Θεός, έχει δώσει, έχει δωρίσει.

Ναούμ (ο) < μτγν. εβρ. όν.= παρηγορητής.

Παντελεήμων < μεσν. Παντελεήμων* – ονος < πας + ελεήμων < ρ. ελεώ· αυτός που ελεεί τους πάντες, χωρίς διάκριση· χαϊδευτ. Παντελής.

Παράσχος < μτγν. Παράσχος <εκκλ. φράση: «Παράσχου, Κύριε» < ρήμα παράσχου, προστακτ. αορίστ. του ρ. παρέχω/παρέχομαι (προσφέρω, δίνω) «Σε, παρακαλώ, δώσε μου, Κύριε…».

Σχόλιο. Κάθε ρήμα σε έγκλιση προστακτική αορίστου χρόνου της ενεργητικής ή μέσης φωνής των ρημάτων της αρχαίας ελληνικής: Παράσχου, ελέησον, ευλόγησον (Σε παρακαλώ να μου δώσεις…, Σε παρακαλώ να με ελεήσεις… Σε παρακαλώ να ειπείς ευσεβή λόγια (ευλογία) … εκφράζουν την παράκληση αυτού που τη χρησιμοποιεί, γιατί παρακαλεί κάποιος τη Θεότητα ή του αγίους, γατί δεν μπορεί να προστάξει κάποιος τη Θεότητα τους αγίους ή και κάποιον άνθρωπο να τον ελεήσει.

Όταν ο ιερουργών προτρέπει το εκκλησίασμα να προβεί σε κάποια ενέργεια πνευματική, όπως με τη φράση» άνω σχώμεν τας καρδίας» , "ας έχουμε τις καρδιές μας στραμμένες προς τα άνω, προς το Θεό» ή να κάμει το εκκλησίασμα καποια σωματική ενέργεια, όπως με τη φράση «τας κεφαλάς ημών των Κυρίω κλίνωμεν» »ας κλίνουμε, ας σκύψουμε τα κεφάλια μας με σεβασμό ως δούλοι του προς τον Κύριο». χρησιμοποιεί την αρχαία ελληνική υποτακτική προτρεπτική, γιατί μας προτρέπει

Παύλος* < εξελλην. ρωμαϊκό ψευδώνυμο Paulus < parvulus = μικρούτσικος < parvus =μικρός .

Πέτρος < αρχ. ουσ. πέτρα (= βράχος) // ακλόνητος. Σήμερα Πέτρα = λίθος

Πρόδρομος*

Ραφαήλ* < εξελλ. εβραϊκ. όνομ. Rafa-el =

Ραχήλ < μτγν. Ραχήλ < εβρ. Rāhēl προβατίνα // άκακη σαν προβατίνα.

Ρεβέκκα < εξελλην. εβρ. όνομ. < εβρ. Ribhqāh = παχουλή. σύζυγος του Ισαάκ και μητέρα των Ισαύ και Ιακώβ

Σαλώμη < εξελλ. εβραϊκ. όνομ. Šālōm· Ειρήνη. Χαιρετισμός του Κυρίου, όταν εμφανιζόταν μπροστά στους μαθητές τους ή σε λαϊκούς «Ειρήνη» (πάσι).

Σάββας < μτγν . όν. Σάββατον = τέλος της Δημιουργία και ημέρα αργία των Ισραηλινών// αναπαυμένος. Ημέρα αργίας των Μουσουλμάνων είναι η Τζούμα, η Παρασκευή

Σαμουήλ· εξελλ. τύπ. του εβραϊκ. ονόμ. Šēmū- ēl αυτός που εισακούστηκε από το Θεό.

Σαμψών· εξελλ. τύπ. του εβραϊκ. ονόμ.Šimŝōn < υποκ. του Semes ήλιος, «μικρός ήλιος».

Σωσσάνα (= κρίνος) = αγνή.

Σαούλ (ο) όν. εβραϊκ. = αυτός που ζητήθηκε. πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ (περ. 1020- 1000 π.Χ.)

Σάρα· εξελλ. τύπ. του εβραϊκ. ονόμ. Sarah = διωγμένη // ικανοποιημένη // πριγκίπισσα.

Σατανάς < εβρ. Satan = αντίπαλος, κατήγορος, συκοφάντης (του Θεού), Διάβολος λατιν. ψευδών. Παύλος (Paulus) = Μικρούλης. Το έλαβε ο απόστολος, για να υποδηλώνει με το νέο του όνομα Παύλος ότι έγινε ταπεινός χριστιανός.

Σεραφείμ < εξελλην. εβραϊκ. ονόμ. Seraphim < ενικ. αριθμ. seraph, το τάγμα, η «τάξις» των εξαπτέρυγων αγγέλων οι οποίοι εκπέμπουν φλόγες, ενώ τα «πολυόμματα Χερουβείμ», έχουν πολλούς οφθαλμούς, για ν’ ασκούν εποπτεία.

Σολομών* < Σολόμων < εξελλην. εβραϊκ. όνομ. Slomo· (965- 926 π.Χ.) «Ειρηνικός» = γιος και διάδοχος του Δαβίδ (965 – 926 π.Χ.) βασιλιάς του Ισραήλ.

Σπυρίδων – ωνος* = 1. πιθαν. < αρχ. ουσ. σπυρίς – ίδος (= σπείρα) = κυκλικό πλεχτό καλάθι κ. 2. ψαροκόφινο. Ο Άγ. Σπυρίδων καταγόταν από την Κύπρο και είναι προστάτης της Κέρκυρας και του Πειραιά.

Συμεών* < εξελλην. εβραϊκ. όνομ. Simon (= προσεχτικό άκουσμα από το Θεό).

Σωσσάνη* < εξελλην. εβραϊκ τύπ του Σωσάννα. (=κρίνο) και μτφ. = αγνή σαν τον κρίνο.

Ταξιάρχης όνομ. < μτγν. ταξιάρχης < αρχ. ταξιάρχης < τάξις – εως (τάγμα) + άρχω (διοικώ)· Μιχαήλ κ. Γαβριήλ.

Τίτος αβέβ. ετυμ.· πιθ. <σύντμ. του λατ. Titulus τίτλος = βραβευμένος, τιτλούχος.

Χερουβείμ < μτγν. εβρ. όν. Kerubim, πληθ. του Kerub = άγγελοι, πνεύματα πολυόμματα, που βρίσκονται κοντά στο Θεό και τον

……………………………

Βιβλιογραφία- Λήμματα από το διαδίκτυο.

1. ΙΩΣΗΦ Μ. ΜΑΤΣΑ του καθηγητή «ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ» ΑΘΗΝΑΙ 1955).

2.. Ασέρ Ρ. Μωυσή: “Η Ονοματολογία των Εβραίων της Ελλάδος”

Αθήναι 1973.

Ξεκινώντας σήμερα το βράδυ για αναζητήσεις με θέμα τους Εβραίους, αρχίζοντας απ’το αν ο Κώστας Σημίτης ήταν τελικά Εβραίος, κάτι για το οποίο δε βρήκα κάποιο έγκυρο αποτέλεσμα, αν και μπορει νά’ταν αυτός ή πιθανότατα κάποιος πρόγονός του, πηγαίνοντας έπειτα σε νέα της μασονίας κι επιστρέφοντας πάλι στους Εβραίους, βρήκα την ετυμολογία μιας πολυχρησιμοποιούμενης λέξης στη γλώσσα μας, της παρέας. Η «παρέα» δεν είναι όμως ελληνική λέξη. Ούτε όμως κι εβραΪκή, γι’αυτό και στον τίτλο του θέματος έγραψα πως απλώς προήλθε απ’τους Εβραίους. Θα μπορούσα κάλλιστα για εντυπωσιοθηρικούς λόγους νά’γραφα πως επρόκειτο για εβραΪκή, αλλά σκοπός μου δεν είναι να τραβήξω τις εντυπώσεις και τα σχόλια των φανατικών αντιεβραίων, θέλω να δώσω έγκυρες πληροφορίες. Σύμφωνα με το λεξικό του Μανώλη Τριανταφυλλίδη λοιπόν, του οποίου την ετυμολογία παρέθεσε ένας Ισπανοεβραίος
στο ιστολόγιό του
η λέξη «παρέα» είναι:

[ισπανοεβραίικο parea < ισπαν. pareja `ζευγάρι΄· πα ρέ(α) -ούλα, -ίτσα]

Όπως καταδεικνύει η ετυμολογία, οι Εβραίοι τις Ισπανίας πήραν τη λέξη από τα ισπανικά, η οποία θά’χει πιθανότατα κοινή προέλευση με το αγγλικό «Pair», ζευγάρι πάλι, και για να επιβεβαιώσω την υπόθεσή μου έκανα ένα γρήγορο ψάξιμο. Πράγματι το
«pair»
προέρχεται από το αρχαιογαλλικό «paire» με την ίδια σημασία, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από τον πληθυντικό του λατινικού επιθέτου «par», τα «paria», δηλαδή τα ίσα, τα όμοια ή τα τέτοια. Το «par» με τη σειρά του
προέρχεται από την πρωτοΪνδοευρωπαϊκή
ρίζα «*περ», ρηματική ρίζα με την έννοια της ανταλλαγής, όπως στο αρχαιοελληνικό «πέρνιμι» = πουλώ, «πιπράσκω» = αγοράζω και «πόρνη» = η γνωστή επαγγελματίας. Η έννοια του πληθυντικού του επιθέτου ως δύο ίσα στοιχεία, δηλαδή ως ένα ζεύγος, διαδόθηκε λοιπόν ως ουσιαστικό με τα μεσαιωνικά λατινικά στην υπόλοιπη ευρώπη, και πέρα από το λατινκό και στο γερμανικό κόσμο με παράγωγα της λέξης και εκεί.

Επομένως μππορεί η λέξη να εισήχθει στην Ελλάδα από τους Εβραίους, δεν είναι όμως γνήσια εβραΪκή λέξη, δηλαδή λέξη της εβραϊκής γλώσσας. Πάντως είναι ένα απ’τα προφανώς λιγοστά στοιχεία του εβραΪκού πολιτισμού που πέρασαν και στον ελληνικό, με τεράστια μάλιστα διάδοση και πλήρη ενσωμάτωση.

Τέλος έχω να κάνω μια παρατήρηση για το ιστολόγιο παραπάνω. Όλα τα θέματα και οι λειτουργίες του υπάρχουν και στα αγγλικά όπως και στα ελληνικά, και κάπως παρόμοια λειτουργούν οι σελίδες των μασονικών στωών και του Εβραίου συγκραφέα Ζαν Κοέν. Πιθανόν αυτή η ομάδα ανθρώπων, ως μη ανήκουσα στην ελληνική κοινωνία (γιατί όσο κι αν λέει ο Αμπραβανέλ ότι οι Ελληνοεβραίοι είναι Έλληνες, με την κατάδειξή του αντισημιτικών ενεργειών από Έλληνες αναιρείται), προσπαθεί μ’αυτόν τον τρόπο να διαδώσει το έργο της κι εκτός Ελλάδος σε παρόμοιες ομάδες του εξωτερικού.