Category: γλώσσες


Η γυναίκα Άραβας

Η κατάσταση με τα εθνώνυμα είναι αρκετά περίπλοκη στην ελληνική γλώσσα. Συχνά έχουμε δύο διαφορετικές λέξεις για ένα εθνώνυμο, ή δύο και περισσότερες καταλήξεις. Αυτό προήλθε αφενός από την συνύπαρξη πολλών εναλλακτικών εθνωνυμικών καταλήξεων ήδη από την αρχαία ελληνική, και αφετέρου από κατάλοιπα της διγλωσσίας, που τόσο πολύ έχει βασανίσει τη γλώσσα μας. Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν διχασμένη σε δύο ποικιλίες, από τη μία η φυσικώς εξελισσόμενη λαϊκή γλώσσα, η οποία ήταν διασπασμένη σε πολλές διαλέκτους, συχνά ήταν μόνο προφορική και γεμάτη από ξένα δάνεια, και από την άλλη η λόγια μορφή της γλώσσας, την οποία οι κατασκευαστές της προσπαθούσαν να την κάνουν να πλησιάζει όσο γίνεται στην αττική διάλεκτο, ή τουλάχιστον σε πιο λόγια ελληνιστική κοινή, η οποία αργότερα έγινε η γνωστή καθαρεύουσα. Όταν η καθαρεύουσα καταργήθηκε, η δημοτική είχε ήδη αλλάξει, δανειζόμενη πολλά στοιχεία της λόγιας γλώσσας και αντικαθιστώντας πολλές παραλλαγμένες ελληνικές ή δάνειες λέξεις με πιο αρχαιοπρεπείς αντίστοιχες. Οι πρώτες πήραν αρνητική σημασία (δείνωση), όπως έγινε με πολλά τουρκικά δάνεια, θεωρήθηκαν πιο παρακατιανές ή σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τελείως. Το ίδιο αντανακλάται και στα εθνώνυμα. Μπορεί ο ναυτικός να έλεγε «Εγγλέζος», αλλά ο καθαρευουσιάνος θα έλεγε «Άγγλος». Στις περισσότερες φορές, επικράτησαν τα λόγια εθνώνυμα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Τουρκάλα, ο Σκοτσέζος και ο Γιαπωνέζος. Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους ωστόσο, έχουν και αρσενική και θηλυκή μορφή, αφού ένα έθνος περιέχει φυσικά και άντρες και γυναίκες (εξαιρούνται μοναστικά τάγματα, η φυλή Μαριάμε του Τέξας που ήταν μόνο άντρες και παρόμοιες περιθωριακές περιπτώσεις), αν και πάλι μπορεί να υπάρχει ασυμφωνία, αφού δεν είναι απαραίτητο τα δύο γένη να ακολουθούν πάντα σταθερούς κανόνες, και έτσι μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. Τούρκος και Τουρκάλα, Αργεντινός και Αργεντίνα (σπάνια Αργεντινή για να μη γίνεται σύγχυση με τη χώρα) κλπ. Ως προς αυτό τουλάχιστον, στην ύπαρξη δηλαδή δύο γενών για κάθε εθνώνυμο, είμαστε συνεπείς. Ωστόσο, υπάρχει ένα νεοελληνικό εθνώνυμο χωρίς θηλυκό• ο Άραβας.

Δεν υπάρχει καθιερωμένος, καθολικά αποδεκτός όρος για τη γυναίκα αραβικής καταγωγής. Σκεφτείτε το λίγο. Πόσες φορές ακούσατε να μιλούν για γυναίκες από την Αραβία και με τι προσδιορισμό; Εξαιτίας του κενού αυτού, ο καθένας χρησιμοποιεί όποια λέξη του ταιριάζει περισσότερο, όπως «Αραβίνα», «Αραβίδα», «Αράβισσα», «Αραβέσα», «Αραβέζα», «Αραβή», «Αραπίνα», «Άραβας» ως θηλυκό, ακόμα και… «γυναίκα Άραβας»! Το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως στις επίσημες μεταφράσεις κειμένων, όπου γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί κάποιος πιο επισημοφανής όρος, με διάφορα περίεργα αποτελέσματα, όπως τη χρήση της δομής «γυναίκα Άραβας».

Έψαξα για το φαινόμενο στο Διαδίκτυο και διαπίστωσα ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ο Νίκος Σαραντάκος πραγματεύτηκε το ζήτημα εδώ και εδώ. Παλαιότερα το 2004, ο Ανδρέας Παπάς, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, στη στήλη Υπογλώσσια στην εφημερίδα Το Βήμα επίσης ασχολήθηκε με το θέμα. Το πρόβλημα έχει επίσης συζητηθεί σε πολλά φόρουμ γλωσσολογικής, μεταφραστικής ή λογοτεχνικής θεματολογίας, όπως εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ακόμα και ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στην πρώτη του έκδοση δεν έδωσε θηλυκό για το «Άραβας», ενώ στη δεύτερη και συστηματικότερη έκδοση έδωσε το «Αράβισσα», δίνοντας ως εναλλακτικό και το «γυναίκα Άραβας».

Πριν όμως αρχίσουμε να αξιολογούμε τις υποψήφιες λέξεις μία προς μία για την καταλληλότητά τους στη σύγχρονη εποχή, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη χρήση του ορισμού για τις γυναίκες αραβικής καταγωγής. Ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, δηλαδή δεν υπήρχε όνομα για της γυναίκες τις Αραβίας παλαιότερα; Όχι. Στην πραγματικότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα είχε γυναικείο εθνώνυμο για τους Άραβες. Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη «Άραψ, Άραβος» ήταν διγενής και μπορούσε να πάρει και το θηλυκό άρθρο. Ίσως από εκεί να προέρχεται η όμοια με το αρσενικό ονομασία που έχουν συχνά οι γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και αποκαλούνται και γυναίκες Άραβες. Στην ελληνιστική εποχή ωστόσο, εμφανίστηκαν και εναλλακτικοί τύποι, όπως «Αραβίς» και «Αράβισσα». Ο τελευταίος τύπος εμφανίζεται και στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Ι΄ώβ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου λέει «Λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν.», όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος. Στο Βυζάντιο πιθανόν θα χρησιμοποιούνταν παρόμοιες ονομασίες, δεν έχω πηγές για αυτήν την περίοδο. Κατά την Τουρκοκρατία, η λέξη για τον Άραβα ήταν «Αράπης», από το τουρκικό «Αράπ» και για τη γυναίκα «Αραπίνα». Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποκαλούσαν τις Αιγύπτιες μουσουλμάνες γυναίκες Αραπίνες. Κι έπειτα, στην πιο πρόσφατη εποχή, δεν έχουμε κανένα όνομα. Γιατί;

Η κυρίαρχη εξήγηση είναι ότι επειδή στον ισλαμικό και κατ’επέκτασιν στον αραβικό κόσμο οι γυναίκες συνήθως ζουν στην απομόνωση, και πρόσβαση σ’αυτές έχει μόνο ο σύζυγος και οι συγγενείς τους, δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες συνάντησης με τους Έλληνες• ούτε αυτές ταξίδευαν στην Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες τις συναντούσαν συχνά όταν ταξίδευαν στην Αραβία. Έτσι, δεν υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα για τις γυναίκες των Αράβων. Αν και σίγουρα αυτό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, η ιστορία μας διαψεύδει, αφού μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καθιερωμένα ονόματα για της γυναίκες της Αραβίας. Τότε γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται περισσότερο στις αλλαγές των σχέσεών μας με τους Άραβες, παρά στην αυστηρή επιτήρηση των γυναικών από τους Άραβες. Στην Αρχαία Ελλάδα, ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή, οι επαφές με τους Άραβες άρχισαν να είναι συχνές. Δεν ξέρω κατά πόσο συναντούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες γυναίκες της Αραβίας, πάντως το διγενές και μονοκατάληκτο εθνώνυμο δε δηλώνει τη μη ύπαρξη των γυναικών, απλώς πολλές τριτόκλιτες λέξεις, κυρίως επίθετα, παρουσιάζουν την ίδια μορφή. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μόνιμη απειλή από τους Άραβες μετά την επέκτασή τους τον 7ο-8ο αι., οι οποίοι απέσπασαν αρκετές μεθόριες περιοχές και την Αίγυπτο. Συχνά βρισκόταν σε πόλεμο, αλλά υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί θα είχαν αρκετά συχνές επαφές με τους Άραβες. Οι στενότερες επαφές μας με αραβικούς πληθυσμούς αναμφίβολα ωστόσο θα έλαβαν χώρα κατά την Οθωμανική Περίοδο, όπου ζούσαμε σε ένα ισλαμικό κράτος, το οποίο στην επικράτειά του περιείχε πολλές σημερινές αραβικές χώρες. Η στενότερη επαφή μας με τους μουσουλμάνους φαίνεται και από το γεγονός ότι δανειστήκαμε την τουρκική εκδοχή του ονόματος για τον Άραβα, και το προσαρμόσαμε σε «Αράπης». Έπειτα, κάποιες δεκαετίες μετά την Επανάσταση, στραφήκαμε προς τη Δύση, κι έτσι αποκοπήκαμε από τον αραβικό πολιτισμό, και πολύ περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς εκτός της δημόσιας σφαίρας, και δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να έχουμε ειδικό όνομα για αυτές. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πραγματικός λόγος για την απουσία θηλυκού εθνωνύμου για της γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και όχι απλώς η απομόνωση στην οποία ζουν αυτές οι γυναίκες, κι αυτό φαίνεται και ως το λογικότερο. Άρα δε φταίνε οι μισογύνηδες Άραβες, όπως οι περισσότεροι αρέσκονται να λένε, αλλά η από μέρους μας απομάκρυνση από τους Άραβες.

Τώρα ας εξετάσουμε μία προς μία τις λέξεις για να δούμε πιες ταιριάζουν περισσότερο και πιες φαίνονται σωστότερες. Απορρίπτουμε εξαρχής το «Αραβέσα/Αραβέζα» και το «Αραπίνα», μια και είναι δάνειες, και ιδίως το δεύτερο δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα σήμερα, μιας και η λέξη «Αράπης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Μαύρο Αφρικανό, συχνά μειωτικά, επειδή η Αραπιά αναφερόταν εκτός από την Αραβία και στη Βόρεια Αφρική, όπου επίσης μιλούν αραβικά, κι έτσι ο όρος επεκτάθηκε για να περιγράψει όλους τους μελαψούς κατοίκους του νότου. Απορρίπτουμε επίσης και το «Αραβή», αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ και το αντίστοιχο αρσενικό δεν είναι Αραβός. Μας έμειναν τα «Αράβισσα» «Αραβίνα» και «Αραβίδα». Τα πρώτα δύο χρησιμοποιούνται πολύ, ιδίως το πρώτο. Ακόμα και το Microsoft Word 2003, στο οποίο γράφω αυτό το κείμενο, δεν το εκλαμβάνει ως λανθασμένο. Μερικοί έχουν πρόβλημα με το «Αράβισσα», γιατί τάχα τους θυμίζει μανάβισσα και παλαιότερες «λαϊκές» λέξεις. Όμως η κατάληξη είναι αρχαία ελληνικοί, τουλάχιστον για όσους αυτό δίνει περισσότερο κύρος σε μια λέξη, και επίσης χρησιμοποιείται σε «αρχοντικές» λέξεις όπως βασίλισσα, πριγκίπισσα, αρχόντισσα κλπ. Επίσης, υπάρχουν ελληνικά επίθετα δηλωτικά της καταγωγής όπως Ηπειρώτισσα, καθώς και εθνώνυμα όπως Κούρδισσα, Κορεάτισσα και το εναλλακτικό Τούρκισσα. Αντίθετα με τα δύο παραπάνω, το «Αραβίδα» παρουσιάζει προβλήματα, επειδή αναφερόταν σε έναν παλιό τύπο πυροβόλου όπλου. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων μιας αναζήτησης στο Google αναφέρονται σ’αυτό το όπλο. Για αυτόν το λόγο, ο Σαραντάκος, ο Παπάς και άλλοι φρονούν ότι η λέξη αυτή δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γυναίκα της Αραβίας. Εγώ ωστόσο διαφωνώ. Περσίδα είναι η γυναίκα από την Περσία, αλλά και το μακρόστενο κάλυμμα που κρεμιέται αντί κουρτίνας στο παράθυρο, και δεν υπάρχει σύγχυση των δύο εννοιών. Στα αγγλικά, Turkey είναι και η Τουρκία και η Γαλοπούλα, και δεν υπάρχει σύγχυση εννοιών. Με την «Αραβίδα» τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα, αφού το όπλο πλέον έχει παροπλιστεί και η λέξη τείνει να χαθεί. Αντί λοιπόν να αφήσουμε μια λέξη να χαθεί, μπορούμε να την επαναχρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο. Επομένως, πάλι τζάμπα την έκραζαν την Άντζελα, όταν έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει αραβικά γιατί δεν είναι Αραβίδα. Τέλος μας έμειναν τα κάπως πιο προβληματικά «Άραβας» και το «γυναίκα Άραβας». Θεωρητικά δεν είναι λάθος, αφού ήδη από την αρχαιότητα το «Άραψ» κάλυπτε και τα δύο γένη. Ωστόσο στη νέα ελληνική δεν έχουμε κανένα θηλυκό εθνώνυμο που να τελειώνει σε –ς, οπότε ακούγεται κάπως παράξενο. Ακόμα και πολλά θηλυκά ονόματα επαγγελμάτων τα οποία για ιστορικούς λόγους είναι όμοια με τα αρσενικά τείνουν τα τελευταία χρόνια να παίρνουν θηλυκές καταλήξεις. Αν το συναντήσω όμως ενταγμένο μέσα σε κείμενο, δε θα παραξενευτώ ιδιαίτερα, π.χ. μία Άραβας πουλούσε χουρμάδες στο τοπικό παζάρι. Αντίθετα, το «γυναίκα Άραβας» μου φαίνεται πολύ πιο τεχνητό και δε μου αρέσει, αν και χρησιμοποιείται. Κάνει τις γυναίκες να φαίνονται ερμαφρόδιτες, κάτι που προ πάντων θα ενοχλούσε πολύ τους ίδιους τους άντρες Άραβες. Εντούτοις μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες Άραβες όταν δεν τις ξεχωρίζει ικανοποιητικά το συγκείμενο, π.χ. οι γυναίκες Άραβες φορούν μπούρκα. Γενικώς το «Άραβας» για γυναίκα δεν το προτιμώ, αλλά ούτε το απορρίπτω καθαρά για ιστορικούς λόγους, μιας και είμαι προσκολλημένος περισσότερο στους αρχαίους τύπους από το Σαραντάκο, και σίγουρα είναι καλύτερο από το «Αραπίνα» ή το «Αραβή».

Προσωπικά στην καθημερινή μου ομιλία χρησιμοποιώ κυρίως το «Αραβίνα», πολύ σπανιότερα το «Αράβισσα», επειδή απλώς δεν το έχω συνηθίσει, αλά πολλές φορές λέω απλώς «γυναίκα της Αραβίας», «γυναίκα Άραβας» ή ακόμα και «γυναίκες των Αράβων», αφού ουσιαστικά τις κατέχουν. Προβλέπω ότι στις επόμενες δεκαετίες θα επικρατήσει το «Αραβίνα» και το «Αράβισσα», ενώ το «Αραβίδα» όχι και τόσο. Το «Άραβας» ή το «γυναίκα Άραβας» θα χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο. Τελικά κι αυτό θα γίνει ένα από τα εθνώνυμά μας με πολλαπλούς τύπους.

Advertisements

Τσίκνα

Τι τελικά είναι η τσίκνα; Ήξερα βέβαια από παλιά ότι είναι η μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται, αλλά την έχω ακούσει να χρησιμοποιείται και για άλλα, όχι τόσο ευχάριστα πράγματα. Για παράδειγμα την έχω ακούσει να αναφέρεται στη μυρωδιά του καμένου κρέατος, της άσχημης φαγητίλας γενικότερα, του καμένου λαδιού κλπ. Μια άλη φορά ένας γνωστός μου Τσιγγάνος μπήκε σε κάποιες δημόσιες τουαλέτες και βγαίνοντας είπε: «Πω ρε φίλε, τσίκνα εκεί μέσα.» Μου φάνηκε πολύ αστείο αυτό, αλά σκέφτηκα ότι μπορεί να το είπε για πλάκα ή να το χρησιμοποιούν κυρίως οι Τσιγγάνοι, γι’αυτό να μην το ξέρουμε. Παρόλα αυτά, ψάχνοντας χθες για την ετυμολογία της λέξης, βρήκα ότι μια τέτοια χρήση όντως υπάρχει. Τσίκνα ως η έντονη οσμή ούρων. Επίσης το slang.gr δίνει μια ακόμα πιο αηδιαστική εκδοχή της λέξης: Τσίκνα, το άκρον άωτον της…

Παρόλα αυτά το Βικιλεξικό δεν καταγράφει καμία από τις παραπάνω ερμηνείες, ίσως επειδή είναι πολύ αργκό και χρησιμοποιούνται σπάνια. Δίνει μόνο την κυρίαρχη ερμηνεία, δηλαδή τη μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται ή καίγεται. Δίνει όμως ακόμα και την ετυμολογία της λέξης, κι αυτό ήταν που με εξέπληξε περισσότερο. Η λέξη δεν είναι δάνειο, αν και φαίνεται για τέτοιο. Δεν είναι ούτε τούρκικη, ούτε αλβανική, ούτε αράβικη, ούτε ιταλική, ούτε σλάβικη, ούτε εβραϊκή, ούτε περσική, ούτε αρμένικη ούτε τίποτα. Είναι αρχαία ελληνική! Προέρχεται από τη λέξη «κνίσα», και με αντιμετάθεση έγινε τσίκνα, όπως η φούχτα έγινε χούφτα. Η κνίσα χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, όπως πληροφορεί και το Βικιλεξικό και θα συναντήσεται σε αρκετά άρθρα, αλλά σπάνια. Είναι καταχωρημένη στο Λεξικό της Αρχαίάς Ελληνικής Γλώσσης των Λίντελ και Σκοτ. Η λέξη αυτή συναντάται πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, όπου περιγράφει τον καπνό και τη μυρωδιά από τα θυσιαζόμενα ζώα που ψήνονται. Άρα τελικά πρώτη σημασία της λέξης ήταν η γνωστή, η μυρωδιά δηλαδή του ψημένου κρέατος, κι επίσης το ότι μόνο η τσίκνα πήγαινε στους θεούς, ενώ το κρέας το έτρωγαν οι θνητοί, τελικά ισχύει.

Οπότε την Τσικνοπέμπτη γιορτάζουμε την οσμή του κρέατος κι όχι των ούρων!

Από το ιστολόγιο
Πόντος εν’, άστρον φωτεινόν.

Ποντιακές φράσεις και εκφράσεις
Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω Πάτριος Ποντία γη. (Λεωνίδας Ιασονίδης)

Να ξεραίνεται η γούλα μ’ αν ανασπάλλω την πατρίδα μ’, τον Πόντον. (Κώστας Π. Μαυρόπουλος)

Αγνά κι αγνάρα εφάϊσε μας.

Αγνά και εκλεκτά μας τάϊσε.

Μας φιλοξένησε εξαιρετικά.

Αλείφκεται απάν’ ιμ’.

Αλείβεται επάνω μου.

Με περιποιείται για να αποκτήσει την εύνοιά μου.

Άμον αζούλιγον γαρκόν.

Σαν αζούλιχτο μοσχάρι. (Αζούλιχτο = που δεν το έχουν ευνουχίσει.

Για νέο ατίθασο.

Άμον αλεπός.

Σαν αλεπού (αρσενικιά).

Για πανούργο.

Άμον άναλον χαλβάν.

Σαν ανάλατος (άγευστος) χαλβάς.

Για άνθρωπο που δεν έχει χάρη στις εκφράσεις του.

Άμον άρκος.

Σαν αρκούδα.

Για άνθρωπο μεγαλόσωμο και ρωμαλέο ή αγροίκο ή βάρβαρο.

Άμον εγάπεσα να τρώω στύπα.

Σαν να αγάπησα να φάω τουρσί.

Επιθύμησα να φάω τουρσί.

Άμον ζου άλειμμαν έρται απαγκέσ’.

Σαν ζωικό λίπος έρχεται επάνω.

Επιπλέει σαν ζωικό λίπος, για ένοχο που προσποιείται τον αθώο.

Άμον τίζα εκολλίε με.

Σαν τσιμπούρι μου κόλλησε.

Για άνθρωπο ενοχλητικό που δεν απομακρύνεται.

Άμον αστράτευτον μωρόν.

Σαν μωρό που δεν περπάτησε ακόμα.

Για τον άπειρο του κόσμου, τον ανίδεο.

Απάν’ ’ς σ’ αχάντα κάθουμαι.

Επάνω σ’ αγκάθια κάθομαι.

Ανησυχώ πολύ.

Αποζούλ’ το γαρκόν.

Ξεζούλιξε το μοσχάρι.

Η φράση προέρχεται από ενέργεια κατά την οποία αγαθή κοπέλα βλέποντας τους γείτονες να προσκομίζουν τα μοσχάρια στον ειδικό για ζούλιγμα (στρίψιμο των όρχεων για πάχυνση) πήγε και το δικό τους μοσχάρι, μη γνωρίζοντας ότι η δουλειά αυτή έπρεπε να πληρωθεί. Όταν της είπε η μητέρα της ότι δεν είχε λεφτά και κακώς πήγε το μοσχάρι τους για ζούλιγμα, αυτή το πήγε πάλι στον ζουλιχτή και του είπε: Αποζούλ’ το γαρκόν, η μάνα μ’ παράδες ’κ’ έχ’. Δηλαδή ξέστριψε τους όρχεις του μοσχαριού η μάνα μου λεφτά δεν έχει. Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν αναστρέψιμη.

Αποσκεπάουμαι και καταρούμαι.

Βγάζω το καπέλο μου και καταριέμαι.

Όταν καταριέται κάποιος ασκεπής η κατάρα είναι αποτελεσματικότερη.

Αργώς επέμ’νες.

Αργά έμεινες.

Ειρωνικά άργησες να το κάνεις

Άρ’ ’κ’ έχ’ ’ς σο κατζίν ατ’.

Φιλότιμο δεν έχει στο μέτωπό του.

Άσκεμα κρέατα.

Άσχημα κρέατα.

Το αιδοίο. (Γυναικεία γεννητικά όργανα)

Άσκεμον χέριν.

Άσχημο χέρι.

Το αριστερό.

Ας σο στούδι μ’ έν’ το ’κι αγαπίουμε.

Απ’ το κόκαλό μου είναι το ότι δεν αγαπιέμαι.

Απ’ τη φύση μου είναι να μην αγαπιέμαι.

Ατζούπωτο τσουκάλι.

Ανοιχτό τσουκάλι.

Άνθρωπος που δεν κρατά μυστικό.

Αφκά ’ς σα πλάκας-ι-μ’ γράφτ’ ατον.

Κάτω στις πλάκες μου τον γράφω.

Τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

Αφορισμένον αλεύριν.

Αφορισμένο αλεύρι.

Εκείνο που αλέστηκε την Κυριακή, την ώρα της εκκλησίας

Αψύν οξίδιν έν’.

Δυνατό ξύδι είναι.

Είναι οξύθυμος.

Γουρπάν-ι-σ’ να ‘ίνουμε

Θυσία να γίνω για σένα.

Εέντον ανεμοκαλίτζα κι εχάθεν.

Έγινε ανεμοστρόβιλος και χάθηκε

Εκεί ’ς σ’ οσπίτ’ αγουρέαν ’κι μυρίζ’.

Εκείνο το σπίτι αντρίλα δεν μυρίζει.

Σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπάρχει κανένας άντρας.

Εμαρέθαν τα ’μάραντα ’τ’.

Μαράθηκαν τα αμάραντά του.

Μελαγχόλησε.

Ενέλτσεν το χτήνον.

Μούσκεψε η αγελάδα.

Είναι ετοιμόγεννη η αγελάδα κάτι που φαίνεται από τα υγρά που προηγούνται του τοκετού.

Ενέλτσεν το δόντ’ν ατ’.

Μούσκεψε το δόντι του.

Αισθάνεται επιθυμία απολαύσεως, από μεταφορά της έκκρισης περισσοτέρου σάλιου όταν γεννηθεί η επιθυμία για κάτι φαγώσιμο.

Ενέλτσεν να έρται μετ’ εμέν.

Επιθύμησε να έρθει μαζί μου.

Ενέλτσεν ο κώλος ατ’.

Βράχηκε ο κώλος του.

Kατουρήθηκε στον ύπνο του.

Ενοίγαν τα ’μάραντα ’τ’.

Άνθισαν τα αμάραντά του. Αμάραντα = Άνθη του Πόντου.

Συνήλθε από ασθένεια, έγινε εύθυμος.

Επαίρεν άψιμον η τεπέ ατ’.

Πήρε φωτιά η κορυφή του.

Έγινε έξαλλος από θυμό.

Επεκρεμάγα ’ς σην γούλαν ατ’.

Κρεμάστηκα στο λαιμό του.

Στήριξα σ’ αυτόν τις ελπίδες μου.

Επεξέγκα το φαίν ντο έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα προσφέροντας υπηρεσία.

Επεστάθε με το φαίν.

Μου στάθηκε το φαΐ (στο λαιμό).

Επέφυγέ με.

Μου ξέφυγε.

1. Μικρή ποσότητα φαγητού ή ποτού παρεξέκλινε προς τον λάρυγγα και μου προκαλεί βήχα.

2. Μου ξέφυγε χωρίς να το καταλάβω κάποια κουβέντα.

Έρθεν κι επέμνεν.

Ήρθε κι απόμεινε.

Έμεινε άφωνος από έκπληξη.

Έρται τ’ αχούλ’ ’ς σο κιφάλι μ’.

Έρχεται το μυαλό στο κεφάλι μου.

Συνέρχομαι διανοητικώς, παύω να είμαι κατάπληκτος, ή παύω να παρεκτρέπομαι.

Εσέγκεν τον νερόν σ’ αυλάκ’.

Έβαλε το νερό στο αυλάκι.

Πέτυχε αυτό που ήθελε.

Εσπάλτσεν τ’ οσπίτ’ν ατ’.

Έκλεισε το σπίτι του.

Κατάστρεψε την οικογένειά του.

Ευτάει αλεπέσα.

Κάνει πονηριές αλεπούς.

Εφέκε μας χρόνα.

Μας άφησε χρόνια.

Πέθανε.

Έφαεν α κι εκάτσεν κα.

Το έφαγε κι έκατσε κάτω.

Δέχτηκε σιωπηρά και αδιαμαρτύρητα την βρισιά ή την προσβολή που του έγινε.

Έφυγαν τα τοχούμα ’τ’.

Έφυγαν τα σπέρματά του.

Τρομοκρατήθηκε και χλόμιασε.

Εχπαράα κι εχάθα.

Τρόμαξα και χάθηκα.

Τρόμαξα πολύ.

Θα παίρω σε και στέκω αποπαγκαικά.

Θα σε πάρω και θα σταθώ από πάνω προς τα κάτω.

Θα σε δείρω από το κεφάλι μέχρι τα πόδια ή θα σου τα ψάλλω από πάνω μέχρι κάτω.

Κάθ’κα ’ς σον ακάθιστον.

Κάτσε στον ακάθιστο.

Στον ανεπιθύμητο που ψάχνει και δεν βρίσκει να κάτσει

Καλανταρί αγγούρα ψαλαφά.

Πρωτοχρονιάτικα, αγγούρια αναζητά.

Γι αυτόν που ζητά κάτι παράκαιρα.

Κολί’ αχνίδ’.

Αχνίδι (ψαροκόκκαλο) του κώλου.

Ο κόκκυγας της σπονδυλικής στήλης.

Κρούει καλόν τοξάρ’.

Χτυπάει καλό δοξάρι.

Παίζει ωραία λύρα.

Κρούω το χέρι μ’ ’ς σο βαγγέλεν.

Χτυπάω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο.

Ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο.

Να λελεύω σε.

Να σε χαρώ

Να ποδεδίζω σε.

Να πάρω εγώ το κακό σου, να είσαι εσύ καλά.

Να σε χαίρομαι.

Να τρώω τα κάκκαλα σ’.

Να φάω τα αρχίδια σου.

Συνήθως τη φράση αυτή λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια.

Ντο είπαμε να γίν’τανε άλας και νερόν.

Αυτά που είπαμε να γίνουν αλάτι και νερό.

Να ξεχαστούν αυτά που είπαμε όπως διαλύεται το αλάτι στο νερό.

Παρέξ’ τη τραπεζί’.

Μακρυά του τραπεζιού.

Έκφραση ευγενείας κατα την ώρα του φαγητού, όταν πρόκειται να ειπωθεί από κάποιον λέξη ή φράση αισχρή ή άσεμνη.

Πολλά που νουνίζει, πολλά παθάνει.

Αυτός που σκέφτεται πολύ, παθαίνει πολλά.

Τα λόγια ’τ’ επεκρύωσανε με.

Τα λόγια του με κρύωσαν.

Με απογοήτευσε, με αποθάρρυνε.

Τζιρνίαν ’κ’ εβγάλλ’.

Δεν βγάζει τσιμουδιά.

Σιωπά τελείως.

Το κατσί μ’ άσπρον έν’.

Το μέτωπό μου άσπρο (καθαρό) είναι.

Είμαι τίμιος.

Τρανόν αξιναρέαν εδώκεν ατον ο θεός.

Μεγάλη αξιναριά του έδωσε ο θεός.

Τον τιμώρησε σκληρά.

Τρανόν γούλαν έχει.

Μεγάλο λαιμό έχει.

Είναι λαίμαργος.

Τρώγω την καρδία μ’.

Τρώγω την καρδιά μου.

Λυπάμαι κατάκαρδα.

Τσούρωσον την λαλία σ’.

Κλείσε τη λαλιά σου.

Πάψε να μιλάς.

Τ’ ωτία μ’ στέκ’νε τίκια.

Τ’ αυτιά μου στέκουν όρθια.

Εντείνω την ακοή μου για να ακούσω καλά και να μη μου ξεφύγει τίποτα.

Ψέματα ’κι λέει, ’ς σην αλήθειαν ’κ’ ευρίεται.

Ψέματα δεν λέει στην αλήθεια δεν βρίσκεται.

Ειρωνική αντίφαση.

Επειδή λαμβάνω κριτικές, ότι τάχα προσβάλω λίγο παραπάνω τη θρησκεία, όλοι νομίζουν ότι μόνο με τον ιουδαιοχριστιανισμό έχω πρόβλημα κι όχι με το εθνικό κίνημα. Αν και είμαι φιλικά προσκείμενος προς αυτό το κίνημα, αυτό δε σημαίνει πως δεν έχω και τα προβλήματά μυ μ’αυτό. Οι Έλληνες εθνικοί καλά κάνουν που εκθέτουν όλα τα εγκλήματα του χριστιανισμού απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό για να τα γνωρίζει όλο το πειθήνιο ποίμνιο, αλλά μερικές φορές, για να αμαυρώσουν το χριστιανισμό και να εκθειάσουν τα καλά του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, επινοούν υπερβολές. Φυσικά και δεν το κάνουν όλοι αυτό, αλλά αυτοί που το κάνουν και το δημοσιεύουν μπορούν να παρασύρουν πολλούς περισσότερους αναγνώστες, οι οποίοι ενδεχομένως θα τους θεωρήσουν αυθεντία και δε θα ψάξουν μόνοι τους για την αλήθεια (κακό πράγμα αυτό γενικώς, αλλά συνήθως έτσι γίνεται). Και φυσικά υπάρχει και η μειονότητα των ακραίων, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι Έλληνες προέρχονται από το Διάστημα, συμμετέχουν σ’έναν αέναο πόλεμο με τους Εβραίους κλπ, και οι ακόμα ακραιότεροι που πιστεύουν ότι όπιος δε δέχεται το δωδεκάθεο θα πρέπει να θανατώνεται. Συνήθως λοιπόν σε τέτοιες περιπτώσεις οι αρχαιοελληνιστές παρουσιάζουν την Αρχαία Ελλάδα ως τέλεια κοινωνία στην οποία όλοι μας θα θέλαμε να βρισκόμαστε. Προσπαθούν να εναρμονίσουν τα ήθη της μ’αυτά μιας σύγχρονης νοούμενης ουτοπίας, και φυσικά ως προς τα σεξουαλικά ήθη οι Αρχαίοι Έλληνες συμπίπτουν ακριβώς με τη σύγχρονη σχετικά απελευθερωμένη κατάσταση, ενώ αντιτίθενται πλήρως στην ιουδαιοχριστιανική αυστηρότητα. Είχα κάνει ένα παλαιότερο τέτοιο άρθρο όσον αφορά τη λέξη παιδεραστής, την οποία ένας τέτοιος αρχαιοελληνιστής την ερμήνευε ως προερχόμενη από τη λέξη παις και το ερώ, δηλαδή καθοδηγό, αυτός δηλαδή που καθοδηγεί το παιδί, πιθανόν στο σωστό δρόμο, και μάλιστα αυτό ανέβηκε στη Βικιπαίδεια χωρίς κανένα φιλτράρισμα – γι’αυτό θα πρέπει να διπλοτσεκάρετε τα γραφόμενα στην εν λόγω εγκυκλοπαίδεια. Φυσικά παιδεραστής σήμαινε αυτός που ερωτευόταν το παιδί, γιατί το ερώ σημαίνει αγαπώ σφόδρα, και δεν είναι πλέον μυστικό ότι πολλοί Αρχαίοι Έλληνες δάσκαλοι διατηρούσαν κρυφούς ή ημιαποδεκτούς δεσμούς με τους νεανίες που είχαν υπό την προστασία τους. Είναι πρακτική που αντιβαίνει πλήρως στη σημερινή αντίληψη περί δικαιωμάτων του παιδιού και σεξουαλικότητας, αλλά γινόταν. Άλλωστε οι σημερινές ανθρωπινοδικαιωματικές απόψεις περί ελευθερίας, ισοτιμίας, αυτεξούσιου πάνω στη σεξουαλικότητα κλπ δεν έπιαναν τόπο τότε, γιατί τα μικρά παιδιά και οι γυναίκες βρίσκονταν υπό την εξουσία των ανδρών πολιτών, και βέβαια υπήρχε και δουλεία. Και επειδή οι πολίτες δεν ήθελαν να ζημιωθούν ούτε στο ελάχιστο από την ξαφνική απόκτηση ίσων δικαιωμάτων τόσο μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, φρόντισαν να διατηρήσουν το κατεστημένο για όσο πιο πολύ καιρό μπορούσαν.

Παρόμοιο κρούσμα εξωραΪσμού της αρχίας ελληνικής σεξουαλικότητας βρήκα και πρόσφατα, αλλά το σύνδεσμο δε μπορώ να τον βρω από τον κυκεώνα των αναζητήσεών μου. Στο άρθρο αυτό, ο συγγραφέας προσπαθούσε να δείξει ότι δήθεν οι Αρχαίοι |Έλληνες αποδέχονταν τη γυναικεία σεξουαλικότητα, σε αντίθεση με τους σσεμνότυφους ιουδαίους και χριστιανούς στη συνέχεια, οι οποίοι την καταπίεσαν στυγνά. Υποτίθεται ότι οι Αρχαίοι λάτρευαν το αιδοίο, το οποίο σημαίνει το σεβαστό. Φυσικά στην πραγματικότητα η λέξη είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο από το αιδοίος, που προέρχεται από την αιδό, τη ντροπή. Πράγματι η λέξη είχε και τη σημασία του σεβασμού, και ο αιδοίος μπορεί ν’αποδοθεί και ως σεβαστός, εξού και αιδεσιμότατος, αλλά είναι ο σεβασμός περισσότερο με την έννοια της ντροπαλότητας, της συστολής, της κοσμιότητας και της αξιοπρέπειας, δηλαδή ντροπή κατά κάποιον τρόπο. Είναι δηλαδή κάτι που έχει να κάνει με τη ντροπή, κάτι που κάποιος ντρέπεται να δείξει. Αιδοία λέγονταν τόσο τα γυναικεία, όσο και τα ανδρικά γεννητικά όργανα. Ο Δίας στη μυθολογική αφήγηση του Απολλοδώρου για παράδειγμα, όταν ευνούχισε τον Κρόνο, στο πρωτότυπο έλεγε ότοι εξέτεμε τα αιδοία αυτού. Και αν λάτρευαν τόσο πολύ τη γυναικεία σεξουαλικότητα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, πού είναι τα γυμνά γυναικεία αγάλματα πριν την Ελληνιστική Εποχή, οπότε άνοιξε η Ελλάδα προς άλλους πολιτισμούς και χαλάρωσαν τα ήθη; Δεν υπάρχουν. Υπάρχει πληθώρα γυμνών ανδρικών αγαλμάτων, επειδή το γυμνασμένο ανδρικό σώμα αποτελούσε στοιχείο θαυμασμού, αλλά όλα τα γυναικεία αγάλματα είναι ντυμένα συντηρητικ΄κότατα με μακριές φούστες, γιατί οι γυναίκες έπρεπε να μένουν σπίτι και να μην εμφανίζονται και πολύ. Μόνο οι πόρνες έκαναν το αντίθετο.

Στην πραγματικότητα τα έθιμα περί γυναικών δε διαφέρουν και τόσο μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ. Η γυναίκα δηλαδή θεωρείται ως εμπόρευμα, που μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο σύζυγο, συχνά με κάποιου είδους αντάλλαγμα. Παντρεύεται μικρή, ουσιαστικά όταν αρχίζει να έχει περίοδο, επειδή τότε είναι στο γονιμότατο της ηλικίας της, αλλά και για να μην πορνεύσει υποτίθεται, γι’αυτό θα πρέπει να είναι και παρθένα, ο σύζυγός της είναι πολύ μεγαλύτερος και οι ελευθερίες της είναι περιορισμένες, ακόμα και μέσα στο σπίτι. Αν και η Αθήνα είναι γνωστή για την καταπίεση των γυναικών της, και οι άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις δεν ήταν και πολύ καλύτερα. Παράλληλα υπήρχαν και οι πόρνες, οι οποίες διαχωρίζονταν σαφώς από τις «σωστές» γυναίκες. Επειδή είχαν συχνή συναναστροφή με άντρες, οι υψηλότερα ιστάμενες απέκτησαν μεγάλη φήμη, που φτάνει ως τις μέρες μας. Η διαφορά ίσως της Ελλάδας με το Ισραήλ είναι ότισ το Ισραήλ η πορνεία αντιμετωπίστηκε με αμφιθυμία, ενώ στην Ελλάδα ήταν πάντοτε αποδεκτή. Ούτε στο Ισραήλ όμως απαγορεύτηκε ποτέ. Οπότε στην Αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε λατρεία αιδοίου ή κάποια άλλη φνατασίωση του συγγραφέα.

Στο τέλος λοιπόν του άρθρου υπήρχε μια σειρά αρχαίων ελληνικών ονμάτων για το αιδοίο σε αλφαβητική σειρά, και μεταξύ των πρώτων που ξεκινούσαν από α ήταν και η… ασχημοσύνη! Δηλαδή σε κείμενο που για τόσες παραγράφους μας είχε πρήξει τα αιδοία περί της σημασίας του γυναίκείου αιδοίου στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τώρα έχουμε πρώτη λέξη την ασχημοσύνη, που αναιρεί όλα τα παραπάνω. Ή μήπως θα πρέπει να το ερμηνεύσουμε ως κάτι το όμορφο; Ή απλώς ο συγγραφέας προΫποθέτει ότι το αναγνωστικό του κοινό δεν έχει ούτε ένα μικρογραμμάριο κριτκής σκέψης και δε θεωρεί απαραίτητη τη συνοχή στα γραφόμενά του; Η λε΄ξη ασχημοσύνη φυσικά σημαίνει κάτι το άσχημο, και χρησιμοποιούταν για τη γύμνια ή το γυναικειο αιδοίο. Δεν ξέρω από πότε άρχισε να χρησιμοποιείται, αλλά είναι η λέξη με την οποία αποδίδουν κατά κόρον τη γύμνια στα ελληνικά οι 70 ραβίνοι που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη στα εληνικά. Δηλαδή… αντιεβραϊκό άρθρο χρησιμοποιεί εβραϊκή φρασεολογία! Εκτός κι αν απλώς ο συγγραφέας έκανε αντιγραφή κι επικόλληση τη λίστα των λέξεων από αλλού, κάτι πού δε θεωρώ και πολύ απίθανο.

Εν όλίγοις, μην πιστεύετε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασικής Εποχής σέβονταν τη γυναίκα, μην τρώτε άκριτα ό,τι σας λένε, και γενικώς διασταυρώνετε τις πληροφορίες που βρίσκετε.

Είχα λοιπόν ένα στοίχημα μ’έναν φίλο μου, το γυμναστή που σας έλεγα. Εφόσον το πασίγνωστο τραγούδι Εγώ Δεν Μπορώ του Μάκη Δημάκη έχει τη μουσική του αράβικου Ταμάλλι Μαάκ, που έβαζε και τα δύο συχνά στο γυμναστήριο, ήμουν σίγουρος ότι θα είχε μεταφραστεί σε πολλές άλλες γλώσσες. Του΄είπα λοιπόν ότι σίγουρα θα υπάρχει και στα εβραϊκά, αλλά δεν το πίστευε με την καμία. Τελικά το βρήκα!

Και αυτό είναι το αρχικό αράβικο.

Και τέλος, αυτό είναι το δικό μας, το ελληνικότατο!

Από τις τρεις παραπάνω εκτελέσεις, μόνο το δικό μας είναι γυφτοειδές με κλαρίνα, πολύ γαύγισμα κλπ. Το εβραϊκό απ’την άλλη τείνει επικίνδυνα προς το ευρωπαϊκό.
Το αρχικό τραγούδι είναι αράβικο, του αιγύπτιου τραγουδιστή Αμρ Ντιάμπ, και πρωτοκυκλοφόρησε το 2000. Έκτοτε έγινε μεγάλη επιτυχία και η μουσική του επενδύθηκε με στίχους σε πολλές γλώσσες, όχι απαραίτητα σε απευθείας μετάφραση. Σύμφωνα με την αγγλική Wikipedia, έχει μεταφερθεί στα αλβανικά, στα αρμενικά, στα βουλγαρικά, στα αγγλικά (τρεις εκτελέσεις), στα ελληνικά (δύο εκτελέσεις), στα εβραϊκά, στα χίντι και τα ουρντού, στα κανάντα, στα περσικά, στα ρουμανικά, στα ρωσικά, στα ισπανικά, στα ταμίλ και στα τουρκικά. Αν προσέξατε, οι περισσότερες εκτελέσεις έχουν γίνει σε γλώσσες της ανατολικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Ινδίας. Από δυτικόευρωπαϊκές γλώσσες, έχει γίνει μόνο στα ισπανικά, όπου τέτοιες μουσικές ακούγονται, ενώ οι αγγλικές εκτελέσεις είναι κυρίως μίγματα με αραβικά, και δεν πιστεύω να ακούγονται πολύ, τουλάχιστον όχι τόσο όσο εδώ. Επίσης δεν έχει γίνει καμία εκτέλεση του άσματος σε βόρεια, κεντροευρωπαϊκή ή δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα. Το τραγούδι για παράδειγμα δεν υπάρχει στα γερμανικά, τα ολλανδικά ή τα σουηδικά. Γιατί;
Οι στιχουργοί κράτησαν τη μουσική, άλλα όχι το στίχο. Κάθε εκτέλεση σε άλη γλώσσα έχει εντελώς διαφορετικό νόημα. Και πάλι μόνο το δικό μας είναι εντελώς γύφτικου περιεχομένου. Το αράβικο Ταμάλλι Μαάκ σημαίνει «Πάντα μαζί σου» και είναι ερωτικού περιεχομένου (μετάφραση). Το εβραϊκό Ατά βε Λιβί σημαίνει «θα είσαι στην καρδιά μου» και αναφέρεται σ’ένα παιδί που ακόμα κι όταν μεγαλώσει και πάει στο στρατό να πολεμήσει, ακόμα κι αν κάνει λάθη ή αποτύχει στη ζωή του, θα παραμένει στην καρδιά της μα΄νας του (μετάφραση).
Όπως είπα παραπάνω, υπάρχει και μια ακόμα, λιγότερο γνωστή ελληνική εκτέλεση του τραγουδιού. Είναι το «Για πρώτη φορά» Του Λεφτέρη Πανταζή, το οποίο πλησιάζει πολύ περισσότερο στο αρχικό.

Σας δίνω επίσης μερικές ακόμα εκτελέσεις του τραγουδιού:

Το τούρκικο.

Το ισπανικό.

Το ινδικό.

Το ρωσικό.

Το αλβανικό.

Και μια αγγλική εκτέλεση.

Το τραγούδι έχει χρησιμοποιηθεί και σε μερικές ινδικές ταινίες. Η μουσική του, αν εξαιρέσουμε την εκτέλεση του Μάκη Δημάκη, κάνει για ταινίες. Εμένα ωστόσο μου φαίνεται κάπως λυπητερή και πονεμένη.

Τελικά υπήρχε το τραγούδι και στα εβραϊκά, αλά και σε πολλές άλλες γλώσσες. Το στοίχημα όμως, όπως ήταν φυσικό, δεν πληρώθηκε.

Τσιγγάνικες βρισιές

Συνήθως τα νέα μου θέματα δεν καθορίζονται από τα αιτήματα των αναζητητών. Κάποιες φορές όμως συγκεκριμένες αναζητήσεις είναι τόσο συχνές, που ενδίδω και κκάνω ένα θέμα για να τους απαντήσω το ερώτημα. Όταν λέω για αιτήματα, συνήθως δεν εννοώ αιτήματα προς εμένα συγκεκριμένα, αλλά αιτήματα προς το Ίντερνετ γενικότερα με τη μορφή των λέξεων κλειδιών των αναζητήσεων. Το Ίντερνετ λοιπόν πρόκειται να σας λύσει την απορία κι αυτήν τη φορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνω σχεδόν διαχρονικά, δηλαδή από τότε που γράφτηκε η λέξη «Τσιγγάνοι» στο Ιστολόγιο κι έκτοτε, αναζητήσεις για τσιγγάνικες βρισιές. Επειδή ξέρω λίγα τσιγγάνικα, μπορώ να βοηθήσω σ’αυτό. Αν και ατελής, πιστεύω πως θα είναι ο μόνος κατάλογος του είδους του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Παρακάτω έχω βάλει όσες βρισιές θυμάμαι. Πρώτα έχω τις λέξεις, και στη συνέχεια ακολουθούν οι φράσεις. Δεν τα έχω τοποθετήσει σε αλφαβητική ή κάποια άλλη σειρά. Πρώτα Η μετάφραση χωρίζεται από τη λέξη με ένα =, και μετά μπορεί να επιπροσθέτω και κάποιο σχόλιο αν χρειάζεται.

Καρ = πέος, πούτσος Δεν υπάρχει διαφορά, επειδή τα τσιγγάνικα, ως μη επίσημη και γραπτή γλώσσα, δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στο αισχρό και το επιστημονικό. Κατά κάποιον τρόπο είναι πιο ηλικρινής έτσι. Από εδώ προέρχεται και το αλβανικό «κάρι», όπως λέμε «βάρι κάρι,» κρέμασ’το στον πούτσο σου, γράψ’το στα τέτοια σου δηλαδή.
Μιντς = μουνί
Ζαριά = οι τρίχες του εφηβαίου, και για άντρες και για γυναίκες.
Πελέ = αρχίδια
Μπουλ = κώλος
Μπουλιάκο = πούστης. Μια πιο ελληνοποιημένη μορφή είναι «κωλάκος». Σίγουρα θα υπάρχουν και συνώνυμα που δε γνωρίζω.
Λουμνί = πουτάνα, αν και δε χρησιμοποιείται σε όλες τις διαλέκτους
Πιραντί = περπατημένη, πάλι πουτάνα Το π προφέρεται με έντονη εκβολή αέρα, όπως το αρχαίο ελληνικό φ.
Μπουλέ = γαμήσι
Ρατ = αίμα, όταν χρησιμοποιείται ως βρισιά το αίμα της περιόδου
Τσουτσά ή πιτέ = βυζιά Όπως λέει και στο τραγούδι νάς Μπαλαμό, τα κορίτσια όταν χορεύουν κουνάνε τα πιτέ τους.
Κουλά = σκατά Το κ προφέρεται με έντονη εκβολή αέρα, όπως το αρχαίο ελληνικό χ.
Τσοραϊπέ = χύσι, ως βρισιά χρησιμοποιείται κε με την έννοια του στραβοχυμένου ή του μπάσταρδου.
Λουμνό = πούστης, ρουφιάνος, μπαγαπόντης Όπως λέει και το τραγούδι Νας Μπαλαμό, «και το λουμνό το αφεντικό». Βρίζει τους Μπαλαμούς ουσιαστικά, αλλά επειδή κανείς δεν το ξέρει, κανείς δε δίνει σημασία.
Τσορνό = κλέφτης

Παράφ = σκίζω, ξεσκίζω
Χαφ = τρώω
Νταφ μπουλέ = γαμώ, κυριολεκτικά δίνω γαμήσι
Μερέσα = να πεθάνεις Όπως λεέι και στο γνωστό τραγούδι Σοκερντέ, «μαγκάφ του και μεράφ τούκε», δηλαδή σε θέλω και πεθαίνω για σένα.
Νταφ τουτ μπουλέ ή ντάφτου μπουλέ = σε γαμώ, αλλά χρησιμοποιείται και σαν το άντε γαμήσου
Κα νταφ του μπουλέ = θα σε γαμήσω
Κα νταφ τουμέν μπουλέ σαριλέν = θα σας γαμήσω όλους
Κα παραβάφ τουτ κε μιντς/μπουλ = θα σου σκίσω το μουνί/κώλο
Ντάφτου μπουλέ μωρή λουμνί = άι γαμήσου μωρή πουτάνα
Τσοραβάφ τουτ κε μιντς//μπουλ = σου χύνω το μουνί/κώλο
Χάς μο καρ ή χα μο καρ = φάε τον πούτσο μου
Χάς με ζαριά ή χας με πελέ = φάε τα αρχίδια μου
Χας μι ριλιά = φάε την κλανιά μου
Χας μο ρατ = φάε την περίοδό μου Βαριά βρισιά από γυναίκες.
Τε χας πελέ κο πιγκουίνο = να φας τα αρχίδια του πιγκουίνου Δεν νομίζω να χρησιμοποιείται, αλλά το έχω ακούσει να το λένε για πλάκα.
τσούρδε καρ = ρούφα πούτσα
Ο καρ μο στελ = ο πούτσος μου σηκώνεται
Το καρ στέλα; = σηκώνεται ο πούτσος σου;
Ουστιλό μο καρ, μαγκέλ τε τσοραβέλ. = Σηκω΄θηκε ο πούτσος μου και θέλει να χύσει.
Καρ μαγκέσα; = πούτσα θέλεις; Κυριολεκτικά θα ήθελες; Είναι και ευγενικοί.
Μιντς μαγκέ; = μουνί θέλεις;
Θερέλ εκ μιντς τε ντα κε μπουλέ; = έχει κανένα μουνί να γαμήσουμε;
Μαγκάφ τε νταφ μπουλέ = θέλω να γαμήσω.
Μαγκάφ τε νταφ τουτ μπουλέ = θέλω να σε γαμήσω.
Νταφ μπουλέ το κορό το γιακ = γαμώ το τυφλό το μάτι σου.
Νταφ μπουλέ τι μουλένκε γιακά = γαμώ τα μάτια του πεθαμένου σου. Πολλές βρισιές έχουν να κάνουν με πεθαμένους.
Νταφ μπουλέ τι μουλένκε μπουλ = γαμώ τον κώλο του πεθαμένου σου.
Καμερέν μο πελέ ντα καροβέν μο τσαβέ = θα πεθάνουν τ’αρχίδια μου και θα κλαίνε τα παιδιά μου.

Πηγή:
Ελλήνων

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ
Η καθημερινή ομιλία των αγωνιστών του 1821, αλλά και γενικότερα της κλεφτουριάς, δεν είχε βέβαια τίποτα από εξιδανικευμένο των επισήμων εγγράφων που έφτασαν μέχρι σε εμάς, αυτά ήταν γραμμένα από μορφωμένους
Φαναριώτες ή λογιότατους , ακόμα και αυθεντικές διηγήσεις των αγωνιστών έχουν τύχει της ωραιοποίησεως των γραμματέων οι οποίοι μετέφεραν στο χαρτί τις διηγήσεις των αγραμμάτων πολεμιστών.
Έτσι τα κείμενα του Ν. Κασομούλης και του Μακρυγιάννη αλλά και οι σκόρπιες περιγραφές από περιστατικά μας δίνουν μια εικόνα για ποια γλώσσα μιλούσαν οι Έλληνες κατά την επανάσταση.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αγωνιστές πολλές φορές ήταν δίγλωσσοι ή και τρίγλωσσοι, Μίλαγαν δηλαδή Ελληνικά, Αρβανίτικα, Τούρκικα, Βλάχικα και Σλάβικα.
Ένα μέσον για να «ανάψουν τα αίματα» πριν την μάχη ήταν η βωμολοχία, αυτή περιλάμβανε βρισιές που είχαν να κάνουν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την ιδιαιτερότητα (κουσούρια), την οικογενειακή κατάσταση, υπενθύμηση παλαιοτέρων συμβάντων κλπ
Ας δούμε όμως μερικά παραδείγματα από τις εν λόγω λογομαχίες των αγωνιστών με Τουρκαλβανούς αντίπαλους ή και Έλληνες συμπολεμιστές.

ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ

Θ Κολοκοτρώνη :
«σκατόβλαχο» τον αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης.

«Γέρο του Μωριά» είναι το πιο σύνηθες.

Παπαφλέσσα :
«Αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ονομάζει ιερωμένος Π. Π. Γερμανός.

Γεώργιος Καραϊσκάκης :
Το σύνηθες παρατσούκλι ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς»

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Στο Μεσολόγγι ένας Τούρκος από τον Μωρία που ήξερε καλά Ελληνικά άρχισε τις βλαστήμιες είπε για την Παναγία , τον Σταυρό, την κολυμπήθρα. Ένας Κραβαρίτης πολεμιστής από του Μακρή την ντάπια του λέει:
– Ωρέ Τούρκε έσωσες βλαστημώντας ή ακόμα;
– Έσωσα!
– Άκουσε λοιπόν Να χέσω τον Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Αλή , να χέσω τη Σερίφ, να σας χέσω το χατζηλίκι σας , να σας χέσω τον τάφο του Μωχαμέτη σας, να χέσω τον Σουλτάνο σας και όλα τα ρετζιάλια του, να χέσω τα τζαμιά σας και τους τεκέδες σας, να χέσω το κοράνι σας, να χέσω τον βεζίρη σας Κουταγιά και όλους τους πασάδες σαςτους μπουλουκμπασιάδες σαςκαι το ασκέρι σας, να χέσω και τα δικά σου μούτρα, το κεφάλι σου, τα φρύδια σου, το στόμα σου, τα χέρια σου, τα νύχια σου, να χέσω τα άρματά σου, τα πιστόλια σου, το τουφέκι σου, το γιαταγάνι σου να χέσω το τσιμπούκι σου, να χέσω την σακούλα του καπνού σου, τις φούντες της σακούλας (όλα τα είπε με μια πνοή, μόλις άκουσε και το τελευταίο και ενώ ήταν έτοιμος να συνεχίσει πετάχτηκε ο Τούρκος)
– Ουχ ο κερατάς, τίποτις δεν άφησε άχεστο Νισάφι βρε δεν ξαναβλαστημώ.
Έβαλαν τα γέλια τα δύο ασκέρια και οι Τούρκοι βρίζανε τον δικό τους που έδωσε αφορμή για τέτοιες βρισιές.

ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Ι
Το 1823 ο Καραϊσκάκης λέει στον απεσταλμένο του αρχηγού του στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα: «Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε «από ημάς» συνθήκην με «έναν» κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!».

ΙΙ
Σε Τούρκο συνομιλητή του λέει «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».

ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ι
Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης του γράφει: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».

ΙΙ
Όταν τον δίκαζαν τον Καραϊσκάκη είπε για να δικαιολογήσει την βωμολοχούσα γλώσσα του «Κυρ – Πάνο είσαι περίπου 70 χρονών. Σου έχω πεί πολλές φορές να κόψεις το χούϊ που έχεις να γκαστρώνεις τις τσούπρες. Εσύ όμως δεν τόκοψες;»

ΙΙΙ
Διήγηση του Μακρυγιάννη :
Πήρα κ’ εγώ καμπόσους του Νοταρά ανθρώπους και του Σισίνη.
Ο Κουντουργιώτης πήγε εις τη Νύδρα κι’ άφησε εις το ποδάρι του τον Αναγνώστη Οικονόμο Νυδραίο.
Του είπα να μου δώση αυτούς τους μιστούς να πλερώσω τους ανθρώπους και να λάβω κι’ ό,τι έδωσα.
Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μο’ ‘κανε όμως να του χαρίσω τις πιστιόλες μου, ότι τις λιμπίστη.
Του παράγγειλα κ’ εγώ «να του γαμήσω το κέρατο, όχι θα του δώσω τ’ άρματά μου, οπού τα ‘χω από δεκοχτώ χρονών παιδί». Τον μούτζωσα και δεν του ξαναμίλησα. Πήγε κι’ ο Κωσταντής Λευκάδιος και του ζήτησε τους μιστούς, και του πήρε τις πιστιόλες του. Κ’ είχε ξύλινες ‘σ το ζουνάρι του τον ρώτησα και μου το είπε. «Ορίστε κι’ Αρβανίτικη αρετή. Ως τώρα είχαμε Βλάχικη, Κεφαλλωνίτικη, Φαναργιώτικη ορίστε κι’ Αρβανίτικη. Να δικαιοσύνη, να κυβερνήται των νέων Ελλήνων»!

IV
Στα χρόνια του Καποδίστρια έγινε το πιο κάτω περιστατικό :
Στη Σαλαμίνα βρισκόντουσαν, ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης περπατούσαν στην αγορά διασκεδάζοντας. Λέει ο Πανουργιάς στον Δυοβουνιώτη :
«Αι συμπέθερε! Όλοι οι στρατιωτικοί ευρίσκονται εις δουλειά . Εμείς τι θα κάμωμε;»
«Εμείς Να μπερμπερίσουμε τα αρχείδια μας».
«Το κάμνεις ;»
«Πληρώνεις ;»
«Ναι»
«Πηγαίνουμε να βρούμε μπαρμπέρη».
Άκουσαν οι άλλοι και γέλασαν, έφτασαν στο εργαστήριο του μπαρμπέρη συμφώνησαν για την τιμή (ένα ρουμπιγέν) . Ο Δυοβουνιώτης χωρίς ντροπή λύνει τα βρακιά του και κάθεται στο κάθισμα με τεντωμένα τα σκέλη. Ο μπαρμπέρης αρχίζει να τον μπαρμπερίζει. Βλέποντας ο κόσμος έτρεξαν και φώναζαν και άλλους να δουν, έτσι μαζεύτηκε πλήθος κόσμου που γελούσε, ο δε Δυοβουνιώτης, ο συμπέθερός Πανουργιάς και ο μπαρμπερης ήταν αδιάφοροι λέει δε κάποιος:
«Να οι αρχηγοί που μας διοικούσαν και θέλαμε και λευτεριά…»
«Άιδε συ σώπα , και μη σε μέλλει τι γίνεται» λέει γελώντας ο Δυοβουνιώτης
Αφού δε τελείωσε η εργασία ο Δυοβουνιώτης έδεσε τα βρακιά του και αναχώρησε αδιάφορα, όταν δε τον ρωτούσαν γιατί το έκανε, έλεγε:
«Γιατί και ο Κυβερνήτης μπαρμπερίζει τα μουστάκια του».

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

Ι
Η Ελένη Σταθή στο Μεσολόγγι πήγε στο πηγάδι, γέμισε με νερό την νεροβαρέλα και τότε μια μπάλα κανονιού έπεσε εκεί και της την έσπασε χωρίς η ίδια να πάθει τίποτα και τότε μονολόγησε:
«Μπα ! κακό καιρό νάχεις για μπάλα και εκείνος που σ έριχνε …. Και δεν έχω άλλην βαρέλα και τι θα γένω!».

II
ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι».

ΙΙΙ
Στο νεκροκρέβατο ο Καραϊσκάκης είπε:
« Ξέρω τον αίτιο κι αν ζήσω του παίρνω το χάκι (εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω ας μου κλάσουνε τον πούτζο κι αυτός! Τι κέρδισε;»

IV
Ήταν γιορτή του Αγιαννιού δεκατεσσάρων χρονών ο Μακρυγιάννης πήγε στο πανηγύρι στην Δεσφίνα. Εκεί ένας πατριώτης του έδωσε να βαστά το τουφέκι του, αυτός θέλησε να ρίξει και αυτό «ετζακίστη». Τότε τον έπιασε στο ξύλο μπρος σ όλο τον κόσμο. Δεν άντεξε την ντροπή και πήγε στον Άγιο τον οποίο έβαλε κριτή. (Μπαίνω την νύχτα μέσα στην εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες «τ είναι αυτό οπούγινε σ εμένα, γομάρι είμαι να με δέρνουν» Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια)

V
Έσκασε μια μπόμπα στο καράβι του Μιαούλη, αργότερα ανέβηκε στην καπιτάνα του ο Σαχτούρης τον βρήκε με κατεβασμένη τη φεσάρα ως τα φρύδια. Ο Μιαούλης κοίταζε στραβά τα τούρκικα δίκροτα και είπε «Τους κερατάδες ! Μου χύσανε την φασουλάδα μου».

VI
Ένας Φρατζέζος συνταγματάρχης ο Βουτέ , που ήταν και ερασιτέχνης ζωγράφος , παρακάλεσε τον Κανάρη να ποζάρει για να του κάνει το σκίτσο, όταν το τελείωσε του τόδωσε να το δει , και ο Κανάρης γελώντας είπε σε κάποιο που είχε γύρει να το δει και αυτός « Για κοίτα κει, μηρέ Γιώργο! Κάποτες που πήγα στην Μαρσίλια στοχάστηκα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου, μα μου γυρέψανε πολλά γρόσια. Τώρα μου την κάνουν τζάμπα»!

ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ι
Ο Καραϊσκάκης είχε ένα πολίοβρακο που το φόραγε σε όποιον δείλιαζε το «το βρακί της Κατερίνας». Όταν λοιπόν έβλεπε τέτοια συμπτώματα φώναζε « το βρακί της Κατερίνας φέρτε μου» και όλοι κέρωναν.

ΙΙ
Ο Μιαούλης στεκόταν σιμά στα ξάρτια και ατάραχος αγνάντευε την θάλασσα να λυσσομανά. Δίπλα του στεκόταν ο λοστρόμος. Το τσούρμο πιο πέρα γονατιστό παρακάλαγε την Παναγιά να τους γλυτώσει. Το κακό μεγάλωνε πήρανε σκοινί και δέσανε την εικόνα και την ρίξανε στη θάλασσα να την μερώσει η χάρη της. Σαν είδε τα καμώματά τους ο Μιαούλης γυρίζει και λέει στο λοστρόμο : « Αν ήμουνα εγώ Παναγιά θα τους έπνιγα όλους αυτούς τους μασκαράδες , που έχουνε χέρια και άρμενα και καρτεράνε να τους γλυτώσει το εικόνισμα! Σύρε πες τους να το βάλουν στον τόπο του και νάναι έτοιμοι να μανουβράρουνε καθώς θα τους παραγγείλω, εγώ παίρνω επάνω μου να τους γλυτώσω».

ΠΑΡΑΚΑΛΙΑ

Στο Μεσολόγγι οι Έλληνες εργάτες (σκλάβοι ) των Τούρκων φώναζαν στους πολιορκούμενους «Είμαστε χριστιανοί, πατριώτες ! Σκοτώστε μας για να πάρουν τέλος τα βάσανά μας».

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ

Ι
Λίγο πριν μια επίθεση των Τούρκων στο Μεσολόγγι γίνηκε ο ποιο κάτω διάλογος :
– Έχει ωρέ ο κοτζαμπάσης κόρη;
– Έχει
– Έχει και ο παπάς κόρη;
– Και ποια είναι η ομορφότερη;
– Κ οι δύο όμορφες είναι.
– Αμέ τότες να τους πεις να πλυθούν.
– Γιατί ωρέ Τούρκε;
– Γιατί αύριο ισαλά θα μπω και δεν θέλω να τις βρω άπλυτες.
Και φυσικά μετά από αυτό άρχισε το τουφεκίδι .

ΙΙ
Διάλογος στο Μεσολόγγι :
– Αχ ντουφέκι να τόχα εγώ καημένε
– Τι το θες ωρέ
– Γιατί εμένα μου πρέπει να τόχω. Ξέρεις Αγά;
– Τι
– Να μου το φυλάξεις και σου χαρίζω τη ζωή άμα σε πιάσω.
– Τι λες μωρέ καημένε ; είσαι παλαβός ;
– Κλανε λίγο έτσι να δω τι σημάδια έχεις ;
– Το κεφάλι θα σου πάρω.
– Καλά αγά εγώ έχω τα χέρια μου και δε σ αφήνω .
– Πρώτα θα σου πάρω το τουφέκι κ ύστερα το κεφάλι.
– Αμ έχω και μπιστόλες αγά.
– Και αυτές θα στις πάρω.
– Αμ έχω το γιαταγάνι αγά.
– Με το φτυάρι και το χώμα θα σε κυνηγώ ως τους Κορφούς και τότε στα παίρνω όλα.
– Φύλαξέ μου το τουφέκι, είδα όνειρο πως θα σου το πάρω.
– Να μου φας το σκατό κερατά!
Και άρχισε το τουφεκίδι.

ΙΙΙ
Στο Μεσολόγγι ένας Τουρκοκρητικός πλησίαζε με την βάρκα και φώναζε «Μωρέ θέλω την νύφη του Παπά».

ΙV
Ο Καραϊσκάκης όταν ήταν άρρωστος προκειμένου να διαπιστώσει τις ιατρικές ικανότητες ενός Ευρωπαίου ιατρού, μέσα στο κρεβάτι του έβαλε ένα από τα παλικαριά του , αυτό λοιπόν έδωσε το χέρι του για να πάρει τον σφυγμό ο ιατρός, ο οποίος μετά από πολύ περίσκεψη έβγαλε την διάγνωση
– Οι δυνάμεις σου στρατηγέ πέσανε πολύ.
Τότε τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός έμεινε ξερός βλέποντας το χέρι του παλικαριού
– Ο πούτζος μου έπεσε ωρέ κι όχι οι δυνάμεις μου.

ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

Ι
Ο Κιουταχής έστειλε τον Καραταίτη για να μιλήσουν για ειρήνη με τον Καραϊσκάκη
– Έλα δω Σκατότουρκε , έλα δω Εβραίε, σταλμένε από τους Γύφτους, έλα να ακούσεις τα κέρατα σας! Τι θαρέψατε κι είναι ο πόλεμος και τον εκάνατε ; Και τώρα δε ντρέπεστε να ζητάτε ειρήνη με κοτζάμ σκατοσουλτάνο Μαχμούτη που έχετε ; Να χέσω κι αυτόν και τον βεζίρη σας και τον Σαλιχτέρ Μποδά την πουτάνα!
– Θα σηκωθώ φωνάζει στον Καραταίτη να φάγω κρέας από σένα, βρωμιάρη, να πάρω το δίκιο μου ! Ή ρθες εδώ ίσια στο ορδί μου, τάχατες για φίλος, άπιστε άνθρωπε όμοιε με τους αφεντάδες σου!
– Ε ωρέ Καραϊσκάκη φτάνει ! Μ έβρισες κι εμένα και την Τουρκιά. Άφησε τα λόγια να δούμε τι θα κάμουμε.
_Να, του αποκρίνεται δείχνοντας τους καπεταναίους , μ αυτούς τους πουτζαράδες κάνε συμφωνίες. Εγώ είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να ακούω τις φαφλαταριές σου.

ΙΙ
Επιστολή Καραϊσκάκη προς τους οπλαρχηγούς
Εις όλους εσάς όπου ρίχνετε την παταργιά εις την ράχη. Τι σας χρειάζεται παταργιά, κερατάδες ή θέλετε να γυρίσω οπίσω να κάψω εσάς και τα παιδιά σας ; Να γκρεμιστήτε από αυτού να μη σας πάρει ο διάολος . Όχι άλλο .

Να και η απάντηση:

Κερατά Όλοι να σου γαμήσουμε το κέρατο. Τι παντυχαίνεις , με καυσίματα πολεμάς να φοβερίζεις; Αυτό όπου εβρήκες δε μας γλυτώνεις
Στορνάρης Ράγκος

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

Μια Τουρκοπούλα από την Τρίπολη μετά την κατάληψη της πόλης έμεινε μόνη την πήρε λοιπόν ο Καραϊσκάκης την βάφτισε Μαρία και την είχε στο στρατόπεδο του ψυχοκόρη. Η Μαρία ντύθηκε αγόρι με φουστανέλα και την φώναζαν Ζαφείρη, έτσι για να μη σκανταλίζει, ήταν το αίσθημα του χωρίς έρωτα, η ορτινάτζα του, που του στάθηκε μέχρι τον θάνατό του.
Όταν λοιπόν όταν επισκέφτηκε την γυναίκα του στον Κάλαμο το νησάκι που είχε ασφαλίσει την φαμελιά του είχε μαζί του και τον Ζαφείρη. Η καπετάνισσα την τσίλιαρε και κατάλαβε ότι ήταν γυναίκα, το είδε αυτό ο Καραϊσκάκης και της λέει «Έγνοια σου μωρή , μη μου χολιάζεις έχω και για σένα…» Μετά από επτά μήνες γεννήθηκε ο γιος του ο Σταύρος.

Συνέγραψε Αίολος

ΠΗΓΗ
Αιολική γη…. 22 /2/ 2008
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ 2010 μ.Χ.

Μετά ήρθε η πολιτική ορθότης κι όλα αυτά έγιναν ου φωνητά.

Και το ανάλογο τραγούδι είναι φυσικά το παρακάτω:

Η τύχη κάποτε μας οδηγεί σε πράγματα πολύ χρήσιμα άσχετα με το αρχικό μας ερώτημα. Κάτι τέτοιο έγινε και μ’εμένα σήμερα. Άνοιξα το πρωί το γκουγκλ, κι έψαξα για το πώς λειτουργεί το Ebay. Εκεί πωλείται σχεδόν οτιδήποτε, από κάτι αμύθητης αξίας και μοναδικό έως κάτι κυριολεκτικά για πέταμα, με εξαίρεση ορισμένα προϊόντα που νομίζω μπορούν πάραυτα να βρεθούν σε ιστοσελίδες όπως το Silkroad ή το Agora. Κάπου θα μας χρειαστεί το Ebay, δε θα βάλω καμιά φορά τον πατέρα μου να μου παραγγείλει κάτι; Αλλά δε θα πρέπει πρώτα να ξέρω πώς πάνω-κάτω δουλεύει, γιατί όλο αυτό το διάστημα σπάνια το έχω ψάξει και όσες φορές μπήκα μου φάνηκε δύσκολο;
Η πρώτη σελίδα που μου εμφανίστηκε ήταν το ipedia.gr, μία κλασική σελίδα ερωταπαντήσεων. Μέσα εκεί, στις πιο πρόσφατες ερωτήσεις, ένας ρωτούσε τι σημαίνει η λέξη «οίηση». Τη σημείωσα στο μικρονοϊκό μυαλό μου κι έφυγα από κει. Δε μπορούσα να καταλάβω τι σημαίνει, επειδή δεν την είχα ξανακούσει. Πάντως το γεγονός ότι γραφόταν με «οι» δήλωνε πως είχε αρχαία προέλευση. Τι να ήταν; Να είχε σχέση με την «οιν», το πρόβατο στα αρχαία εληνικά, ή με το «ίεμι», που σημαίνει ρίχνω, κάτι σαν να λέμε πτώση. Όμως δε θυμόμουν αυτό το ρήμα να είχε καμία μεταπτωτική φάση του με «ο». Οπότε τι άλλο να σήμαινε;
Έψαξα στα διαδικτυακά λεξικά, στο βικιλεξικό, στο λεξικό Μπαμπινιώτη και αλλού. Τελικά η λέξη «οίηση» είναι αρχαία ελληνική «οίησις», και σημαίνει γνώμη, από το ρήμα «οίομαι», νομίζω, το οποίο ως τώρα οιόμουν πως δεν έχει παράγωγα στα νέα ελληνικά. Σήμερα η λέξη δηλώνει τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό κάποιου, την έπαρση ή την αλαζονία, π.χ. άνθρωπος μικρών δυνατοτήτων, αλλά με μεγάλη οίηση.
Οπότε μάθαμε και μια καινούργια λέξη σήμερα. Αυτή η εληνική γλώσσα μάλλον δε θα σταματήσει ποτέ να μ’εκπλήσσει με τον πλούτο σπάνιων και περιεκτικών λέξεων που διαθέτει.
Όμως σίγουρα δεν την έχω ακούσει ποτέ; Αν είναι τόσο σπάνια, μπορεί και να μην την άκουσα ποτέ, αλλλά αμφιβάλλω. Μέσα στα 21 χρόνια ζωήςμου, που σε λίγες ώρες κλείνω, σίγουρα θα την έχω ακούση έστω μια φορά, αλλά δε θα της έχω δώσει σημασία. Μπορεί να νόμισα, αν την άκουσα, πως τα δύο «ι» είναι απλώς η τονισμένη συλλαβή της λέξης «ίση» για έμφαση.

Λίγο άσχετο με το προηγούμενο θέμα, αλλά έχω βρει επιτέλους ένα καλό βίντεο του ύμνου του Ισλαμικού Κράτους – ΙΚΙΛ, ΙΚ, ISIL, ISIS, Is, μπορείτε να το πείτε όπως θέλετε, με την αγγλική μετάφραση. Με τα ξίφη, με τα πάντα. Τα μόνα που κατάλαβα απ’το πρωτότυπο είναι οι πλέον διεθνείς αραβικές λέξεις του ισλάμ, του Μωάμεθ και της τζιχάντ.

Έμαθα ότι οι ισπανόφωνοι του Μεξικού, όταν θέλουν να πούνε φιλαράκια, παρέα κλπ λένε «κουάτες», ισπ. «cuates”. Το αρσενικό είναι «cuate” και το θηλυκό «cuata”, πληθ. «cuatas”. Το χρησιμοποιούν όπως ακριβώς εμείς θα λέγαμε φιλαράκια, αλλά σπανιότερα σημαίνει και διδυμάκια. Όπως φαίνεται, είναι από τις λίγες, η μοναδική δηλαδή που ξέρω εγώ, αργκό λέξεις που έχουν μυστικιστικό υπόβαθρο.

Η ετυμολογία ανάγεται στο νάουατλ «coatl”, με ασυνήθιστη διττή ερμηνεία, είτε φίδι είτε δίδυμος. Στην πραγματικότητα πολλές μεξικανοΪσπανικές λέξεις προέρχονται απευθείας απ’αυτήν τη γλώσσα, η οποία ομιλούταν από τους Αζτέκους και σχετιζόμενα φύλα σε μεγάλη περιοχή του σημερινού Μεξικού, οι οποίες όμως έχουν προσαρμοστεί στα ισπανικά και δε διακρίνονται εύκολα, αν και συνήθως όσες τελειώνουν σε –te (από –tl), έχουν πολλά j ή είναι τοπωνύμια που τελειώνουν σε –co, -tlan ή έχουν tl μέσα τους είναι τέτοιες. Λίγες τέτοιες λέξεις έχουν διαδοθεί απ’τα ισπανικά σε πολλές άλλες γλώσες, ώστε σήμερα να θεωρούνται διεθνείς, όπως τομάτα (από tomatl), τσίλι (από chilli), αβοκάντο (από ahacatl = όρχις), σοκολάτα (από zocolatl = πικρό νερό), οσελότος (από ocelotl = ιαγουάρος), αξολότλ (από axolotl = σκύλος του νερού), κογιότ (από coyotl), πεγιότ (από peyotl), κλπ.

Το «coatl” (προφέρεται «κόατλ», με ο μακρό), με το σπανιότερο και παλιότερο τύπο «cohuatl”, είναι το γνωστό συνθετικό σε πολλάονόματα αζτεκικω΄ν και ναουατλικών γενικότερα θεών, ανθρωπωνυμίων και τοπωνυμίων και στα περισσότερα λεξικά αποδίδεται ως όφις. Έτσι έχουμε Quetzalcoatl (Κετσαλκόατλ, ο μεγάλος φτερωτός όφις των μεσοαμερικανικών πολιτισμών), Mixcoatl (Μιξκόατλ ο νεφέλινος όφις που ταυτίζεται με το Γαλαξία και είναι ο θεός του κυνηγιού και των νομάδων), Cihuacoatl (σιουακόατλ, η γυναίκα φίδι του Κάτω Κόσμου), Coatepec (κοατέπεκ, ο τόπος του όρους των φιδιών, τοπωνύμιο), Coatzinco (Κοατσίνκο, ο τόπος του ιερού φιδιού), και πολλά ακόμα που δε θυμάμαι. Επίσης φίδι ήταν το σύμβολο μιας μέρας του μεσοαμερικανικού ημερολογίου, που συνδεόταν με το μεσοαμερικανικό θεό Κετσαλκόατλ. Για αυτόν θα γίνει λόγος παρακάτω, διότι έχει κεντρική σημασία στο συμβολισμό.

Από τα τόσα πολλά ονόματα που το περιέχουν, είναι προφανές ότι το φίδι είχε σπουδαία σημασία στη θρησκεία των νάουατλ φυλών. Στην πραγματικότητα το φίδι είναι ένα απ’τα παλαιότερα και πλέον διαδεδομένα σύμβολα παγκοσμίως, όπως και ο
σταυρός
Ή η σβάστικα, με πάμπολλες σημασίες. Επιστημονικά αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από το ιδιαίτερο σχήμα του, διαφορετικό απ’αυτό άλλων ζώων της ξηράς, από συγκεκριμένες ιδιότητές του π.χ. η ικανότητά του ν’αλλάζει δέρμα ή το δηλητήριο κάποιων ειδών, ή από τον
αρχέγονο φόβο
Που συνήθως εμπνέει στους ανθρώπους. Ίσως τελικά ο φόβος αυτός να’ταν η πρώτη αιτία μυθοποίησης του ζώου αυτού, κι όλα τα υπόλοιπα να κατασκευάστηκαν αργότερα από προσπάθειες ερμηνείας του ζώου αυτού απ’τους πρωτόγονους. Έτσι σε πολλές θρησκείες, και συχνά άσχετες μεταξύ τους, αν και δεν πιστεύω πως υπάρχουν πραγματικά άσχετες θρησκείες, όλες ξεκίνησαν από μία αρχική, το φίδι έχει τη σημασία του κακού ή του εχθρού του καλού, π.χ. ο Κατηραμένος Όφις της εβραϊκής Γένεσης, ο αιγυπτιακός Άποφις που προσπαθεί να καταπιεί τον ήλιο ή ο αρχαιοελληνικός Πύθων, εχθρός του φωτεινού Απόλλωνα. Μια ακόμα μεγάλη τάση στην παγκόσμια μνυθοποίηση του φιδιού είναι η σύνδεσή του με τη σοφία και τη γνώση, κάτι που ίσως μας φαίνεται περίεργο, αφού το φίδι δε φημίζεται για τη νοημοσύνη του. Όπως και σ’άλλες περιπτώσεις όμως, άλλα μπορεί να’ταν τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση, αν και δε θεωρώ απίθανο να υπερεκτίμησαν οι πρωτόγονοι τις ικανότητές του – εδώ υπάρχουν ακόμα σήμερα άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα φίδια κυνηγάνε επίτηδες τους ανθρώπους για να τους δαγκώσουν! Ίσως το απλό και απέριττο σχήμα του, χωρίς άκρα και λοιπά πρόσθετα, να συμβολίζει την απόλυτη γνώση, ίσως πάλι η ακινησία του για πολύ καιρό να υποδηλώνει διαλογισμό, του οποίου σύμβολο ήταν στους απωανατολίτικους λαούς. Κατά μια άλλη υπόθεση, γιατί για τέτοια πράγματα μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνονται, η στενή σχέση του φιδιού με το έδαφος και τα φυτά και τους μύκητες που βρίσκονται πάνω ή μέσα του, του δίνει τη γνώση των φαρμακευτικών, τοξικών ή ενθεογόνων/παραισθησιογόνων ιδιοτήτων τους, ενώ πολλές φορές το δηλητήριο του φιδιού συνδέεται με φαρμακευτικά ή δηλητηριώδη βότανα. Γι’αυτό και συχνά τα φίδια σχετίζονται με την ιατρική, όπως στην περίπτωση του Ασκληπιού, ή φυλάγουν αρχαία μυστικά, όπως στην περίπτωση του Πύθωνα, αλλά και σε πολλούς νεότερους θρύλους με φίδια που φυλάγουν θησαυρούς. Εναλλακτικά, η συμπεριφορά πολλών μεγάλων φιδιών να προστατεύουν την περιοχή τους, η οποία συνήθως βρίσκεται κοντά σε κάποια τρύπα στο έδαφος που μπορεί να’ναι δίπλα σε κάποιον ναό ή άλλο ιερό κτίσμα, μπορεί να’ταν αυτό που έδωσε την εντύπωση πως προσπαθούν να φυλάξουν κάποιο μυστικό.

Ως σύμβολο της σοφίας και της γνώσης λοιπόν, μπορούμε να βρούμε το φίδι σε πολλούς πολιτισμούς, από την Αίγυπτο, την Ελλάδα, την Εγγύς Ανατολή, μέχρι και την Ινδία και τις απωανατολικές χώρες. Συχνά από χθόνιο σύμβολο το φίδι αποκτά φτερά ή γίνεται κατακόρυφο, όπως σε κάποιες σέκτες του
γνωστικισμού,
για να δηλώσει την ουράνια ή την πνευματική γνώση. Στην Άπω Ανατολή παίρνει συχνά τη μορφή του κινέζικου δράκου (λονγκ), με διάφορους συμβολισμούς, με κυριότερους αυτούς της γονιμότητας, της αφθονίας, της ευημερίας, του ουρανού και κατ’επέκτασιν της βασιλικής εξουσίας. Παρόμοιοι ηλιακοί συμβολισμοί απαντώνται και σε διάφορες φυλές Ινδιάνων της Αμερικής, που μπορεί ή όχι να’χουν σχέση με τις ασιατικές πίστεις, απ’όπου άλλωστε προήλθαν αυτοί οι λαοί. Το φίδι επίσης κι εδώ έχει συμβολισμούς γονιμότητας, χθόνιων δυνάμεων αλλά και τη σημασία της πύλης του επίγειου με τον κάτω κόσμο, ιδίως σε φυλές της Νότιας Αμερικής (εδώ δεν υπάρχει σχέση με τον Ασκληπιό;). Δεν παύει ούτε κι εδώ όμως να’χει και την έννοια του κακού. Σε πολλές και διάφορες βορειοαμερικανικές φυλές για παράδειγμα, πιστευόταν ότι το πνεύμα του κροταλία μπορούσε να φέρει ξηρασία, πλημμύρες, φωτιές κι άλλες καταστροφές στους ανθρώπους.

Ως ουράνιο και ηλιακό σύμβολο το συναντούμε σε διάφορες βορειοαμερικανικές φυλές, όπως στους Νάτσες του Μισσισιπή, όπου παρέπεμπε στον ήλιο και κατ’επέκτασιν στον υιό του ήλιου, στον αρχηγό της φυλής δηλαδή – η εξουσία είναι θεΪκή. Στη Μεσοαμερική, στην περιοχή δηλαδή που περιλαμβάνει το Μεξικό, τη Γουατεμάλα και μέχρι περίπου το μέσο της Κεντρικής Αμερικής, όπου αναπτύχθηκαν μεγάλοι πολιτισμοί με συστηματική γεωργία και μεγάλες πόλεις, το φίδι είχε διάφορες σημασίες, όπως γονιμότητα (οι περισσότερες θεότητες της γης είχαν φίδια στις απεικονίσεις τους), βασιλική εξουσία (π.χ. η ζώνη του Ουιτζιλοπότστλι είχε έναν κροταλία), ή γνώση, τον ήλιο κλπ, με τη μορφή του θεού που στα νάουατλ λέγεται Κετσαλκόατλ. Ο φτερωτός αυτός όφις είχε μακρά και διαπολιτισμική ιστορία στη Μεσοαμερική, όπου προφανώς, αφού γεννήθηκε στον πολιτισμό των Ολμέκων, με την πρώτη του απεικόνιση σε μια ολμεκική στήλη του 900 π.Χ., διαδόθηκε σ’όλους τους επόμενους γειτονικούς πολιτισμούς, γι’αυτό συχνά οι μύθοι περί Κετσαλκόατλ τον παρουσιάζουν σαν νά’ρθε από άλλη χώρα με τους ανθρώπους του, ή να ταξίδεψε μακριά, αντίστοιχο με την ελληνοποίηση που κάναμε στους ξενόφερτους θεούς της δικής μας μυθολογίας, που συνήθως γεννιούνται ή ταξιδεύουν μακριά, π.χ. Διόνυσος, Άδονις. Το όνομά του θα’ταν προφανώς ίδιο για όλες τις γλώσσες της περιοχής, αφού και στα γιουκατεκικά μάγια λέγεται «κουκουλκάν», που είναι ταυτόσημης σημασίας με το νάουατλ όνομα. Σε παλαιότερες απεικονήσεις παρουσιαζόταν ως φίδι καλυμμένο με πούπουλα, σιγά-σιγά όμως απέκτησε ανθρώπινη μορφή με τη ζωόμορφη απεικόνιση να διατηρείται μόνο σε σύμβολα και συντομογραφίες. Συνήθως απεικονιζόταν ως γενειοφόρος γέροντας, φορώντας πολλές φορές τη μάσκα του ανέμου.

Ο Κετσαλκόατλ είναι αντίστοιχος του αρχαιοελληνικού Απόλλωνα και Προμηθέα ή του αιγυπτιακού Θωθ
(Ερμής ο Τρισμέγιστος)
Ως ο βασικός εκπολιτιστής θεός. Αυτός έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, το καλαμπόκι, το ημερολόγιο, και όλες τις τέχνες που τον βοήθησαν να επιβιώσει και να ιδρύσει πολιτισμό. Επίσης είναι προστάτης των καλών τεχνών, των γραμμάτων και του ιερατικού λειτουργήματος. Οι δύο ανώτατοι αρχιερείς του κράτους των Αζτέκων άλλωστε έφεραν τον τίτλο του (Quetzalcoatl tlamacazqui), δηλαδή θυσιαστές του Κετσαλκόατλ. Κατά τα’άλλα ωστόσο το ιερατειο του Κετσαλκόατλ ήταν ξεχωριστό απ’αυτά άλλων λατρειών, με διαφορετικά έθιμα. Αναφέρεται σε μεταγενέστερους κώδικες ότι ο θεός αυτός απεχθανόταν τις ανθρωποθυσίες, αλλ’αυτό πιθανότατα αποτελούσε προσπάθεια χριστιανοποίησης του θεού για να γίνει αποδεκτός στους Ισπανούς. Ως ουράνια θεότητα, επίσης ήταν θεός του ανέμου «Ehecatl”, που μπορούσε να φέρει τα σύννεφα της βροχής, επομένως έμμεσα ήταν και θεός της γονιμότητας. Η μέρα του ανέμου στο ιερό ημερολόγιο ήταν υπό τη δική του προστασία. Κέντρο της λατρείας του στην κοιλάδα του Μεξικού ήταν το Cholollan ή ισπανικά Τσολούλα, που σημαίνει καταφύγιο όπου κατέφυγαν οι εναπομείναντες Τολτέκοι από την καταστροφή, όπου κατέφθαναν προσκηνητές απ’όλες τις φυλές της περιοχής. Εκεί υπάρχει ακόμα η μεγαλύτερη πυραμίδα στον κόσμο, χτισμένη διαδοχικά επί γενεές, με βάση μήκους 400 μέτρων, μεγάλο μέρος της οποίας ακόμα είναι θαμμένο κι ανεξερεύνητο. Οι Ισπανοί παρομοίαζαν το κέντρο αυτό με τη Μέκα ή την Ιερουσαλήμ του Παλαιού Κόσμου.

Στη μυθολογία των Αζτέκων, για τους οποίους έχουμε άλλωστε τα περισσότερα στοιχεία, ο Κετσαλκόατλ είναι κεντρικής σημασίας θεός, και συχνά συγχέεται με ιστορικά πρόσωπα. Κατά μια ερμηνεία γεννήθηκε απευθείας από τον πρωταρχικό διττό θεό Ομετέοτλ, κι έλαβε τη δύση με συμβολικό χρώμα το λευκό, όταν οι τέσερις βασικοί θεοί (Τεσκατλιπόκα = καπνισμένοι καθρέφτες, δυσνόητοι) χώρισαν τον κόσμο). Κατά μια άλη εκδοχή, γεννήθηκε από τη θεά Τσιμάλμαν, είτε με πατέρα το Μιξκόατλ, είτε όταν αυτή κατάπιε ένα κομμάτι νεφρίτη – υπάρχουν κι άλλες παρθενικές γεννήσεις στη μυθολογία αυτήν, όπως η γέννηση του Ουιτζιλοπότστλι από μια μπάλα από φτερά, επομένως η χριστιανική περίπτωση απέχει πολύ απ’το να είναι η μοναδική. Γενικώς οι μυθολογίες κάθε θρησκείας έχουν πολλαπλές εκδοχές που αντιφάσκουν, παρόλα αυτά ο πιστός τις θεωρεί όλες αληθείς κι αλληλοσυμπληρούμενες! Ο Κετσαλκόατλ ήταν ο προαιώνιος εχθρός του σκοτεινού Τεσκατλιπόκα, του ακατονόμαστου και πιο μοχθηρού των μεγάλων θεών, που πήρε την εξουσία του βορρά (οι Αζτέκοι απ’το βορρά κατέβηκαν, άρα ήταν τόπος κακού γι’αυτούς), με συμβολικό χρώμα το μαύρο και είχε παρόμοιες ιδιότητες με το χριστιανικό Διάβολο, αφού έβαζε πονηρές σκέψεις στους ανθρώπους, προκαλούσε διχόνοια, άλλαζε απρόσμενα τη μοίρα των ανθρώπων, προστάτευε τους σκοτεινούς μάγους, και εφηύρε τον πόλεμο για να’χουν τροφή οι θεοί, ενώ ο Κετσαλκόατλ ήταν καθαρά αγαθό στοιχείο. Οι δύο αυτές δυνάμεις εναλλάσσονταν συνεχώς στις τέσσερις προηγούμενες δημιουργίες και καταστροφές του κόσμου, με τη σημερινή υπό την επικυριαρχία του Τεσκατλιπόκα, ο οποίος με δόλο πήρε την εξουσια απ’τον Κετσαλκόατλ. Ο Κετσαλκόατλ αρχικά συμμετείχε στη δημιουργία του ανθρώπου, φέρνοντας στο φως απ’τον Κάτω Κόσμο με τη βοήθεια του Ξόλοτλ τα οστά των νεκρών της προηγούμενης εποχής, αναμιγνύοντάς τα με καλαμπόκι και δίνοντας το αίμα του για να τα ζωογονήσει. Επειδή οι θεοί έδιναν συνεχώς το αίμα τους για να συντηρήσουν τον κόσμο, οι άνθρωποι είχαν την υποχρέωση να τους το ανταποδίδουν με τη μορφή των ανθρωποθυσιών. Αργότερα λοιπόν ο σκοτεινός θεός θέλησε να ξαναπάρει την εξουσία του κόσμου, και, σ’ένα μύθο όπου συγχέεται ο Κετσαλκόατλ με τον Τολτέκο βασιλιά του 10ου αι. Ce Acatl Topiltzin Quetzalcoatl (Ένα Καλάμι – χρονολογία γέννησης – ο ευγενής μας Κετσαλκόατλ), ο οποίος είχε αναπτύξει αρκετά την πόλη του (Τόλαν), εμφανίστηκε και τον αποπλάνησε, του’δωσε ποτό να πιεί για να τον ρίξει στις ακολασίες, κι όταν αυτός κατάλαβε την απάτη εγκατέλειψε τον κόσμο, κι από τότε κυριαρχεί η αταξία στο Μεξικό. Κατά ορισμένους μύθους, όταν ο Κετσαλκόατλ έφυγε απ’τον κόσμο, μετέβη στην αφροδίτη, γι’αυτό και ο Εωσφόρος είναι σύμβολό του. Πιθανότατα η ιστορία αυτή νά’ναι μια μυθοποιημένη αφήγηση της πτώσης των Τολτέκων εξαιτίας εισβολών από βαρβαρικές φυλές. Οι Αζτέκοι θαύμαζαν τα επιτευγματα των Τολτέκων, τους οποίους θεωρούσαν εκπολιτιστές τους – πιθανόν τις σφαγές χιλιάδων αιχμαλώτων πολέμου τις θεωρούσαν ανώτερο πολιτισμό! Άλλωστε η λέξη για τον πολιτισμό στη γλώσσα τους ήταν “toltecayotl”, που μπορεί ν’αποδοθεί ως τολτεκότητα ή τολτεκισμός.

Όταν οι Ισπανοί ήρθαν στην Πόλη του Μεξικού ή Τενοτστιτλάν, η υποδοχή τους ήταν αρχικά θερμή. Για να σκιαγραφήσουν αργότερα τους ιθαγενείς ως βλάκες, παγανιστές κλπ, κατασκεύασαν το μύθο ότι οι Ινδιάνοι θεωρούσαν τον Κορτέζ ως τον επιστρέφοντα Κετσαλκόατλ. Παρόλα αυτά κάτι τέτοιο δε μαρτυράται στους πρώτους κώδικες μετά την ισπανική κατάκτηση, ούτε σε κώδικες μη επηρεασμένους από Ισπανούς ή βαθιά προσηλυτισμένους ιθαγενείς. Η λατρεία του Κετσαλκόατλ πάντως ήταν ευρέως διαδεδομένη, και οι Ισπανοί τη χρησιμοποίησαν για να προσηλυτίσουν τους ιθαγενείς. Επειδή ο Κετσαλκόατλ είχε αρκετά κοινά στοιχεία με τον Ιησού Χριστό, οι ιεραπόστολοι τον συνέδεσαν με τον απόστολο Θωμά, ο οποίος κατά την παράδοση πήγε να κηρύξει και πέρα απ’το Γάγγη. Αργότερα οι Μορμόνοι ταύτισαν τον Κετσαλκόατλ με το Χριστό, ο οποίος επισκέφθηκε την Αμερική τις μέρες που ήταν νεκρός, παρότι στην πραγματικότητα Ο Κετσαλκόατλ, με τη γενική μορφή του πουπουλένιου φιδιού, προηγείται του Χριστού σχεδόν μιας χιλιετίας – άλλωστε η μορμονική θρησκεία έχει δομηθεί πάνω σε εξόφθαλμες ιστορικές ανακρίβειες, αυτό δε θα μπορέσουν να ταιριάσουν κάπως;

Ο Κετσαλκόατλ αποτελούσε επίσης το θετικό μέρος ενός δίπολου με το δίδυμο αδερφό του Ξόλοτλ, σκοτεινό θεο ψυχοπομπό με τη μορφή μαύρου σκύλου, αντίστοιχου του αιγυπτιακού Άνουβι. Ήταν επίσης θεός των τεράτων και των δυσμορφιών, των παράξενων ασθενειών, του κεραυνού και προστάτης του ιερού παιχνιδιού της μπάλας, το οποίο πιστευόταν ότι ενώνει τον πάνω με τον κάτω κόσμο, ενώ σύμβολό του ήταν η Αφροδίτη ως αποσπερίτης. Αυτοί οι δύο δεν ήταν εχθροί, αλλά εντελώς αντίθετοι. Από εκει ίσως ξεκίνησε ο συσχετισμός του Κετσαλκόατλ με τους διδύμους. Συχνά στους κώδικες αποκαλείται δίδυμος ή πολύτιμος δίδυμος, από τη μεταφορική ανάλυση του ονόματός του, όπου το πούπουλο μπορέι ν’αποδοθεί κι ως όμορφος ή πολύτιμος, αφού πολλά πολυτελή αντικείμενα στολίζονταν με φανταχτερά πούπουλα. Αλλιώς ίσως προέρχεται από τη μεξικανική δεισιδαιμονία ότι τα φίδια συναντώνται σε ζευγάρια, οπότε αν κανείς βρει φίδι στο δρόμο το ταίρι του παραμονεύει πιο πέρα, κάτι όχι πλήρως αναληθές στην Αμερική όπου τα ζευγάρια των κροταλιών συνήθως παραμένουν μαζί για αρκετές μέρες κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία ενός μεξικολόγου στο Διαδίκτυο, η διττή φύση του φιδιού ανάγεται σε αρκετά διπλά χαρακτηριστικά του σώματός του, όπως στη διχαλωτή γλώσσα του ή στα δύο πέη των αρσενικών, μολονότι αν κάποιος φτάσει σ’αυτό το επίπεδο μπορεί να ισχυριστεί πως οτιδήποτε εξηγεί ένα σύμβολο. Επειδή όμως οι υποθέσεις για την ερμηνεία της θρησκείας δε μπορούν να ελεγχθούν τόσο εύκολα επιστημονικά όπως άλλα πράγματα, άρα θα μπορούσε ο καθένας να πει το κοντο του και το μακρύ του
(βλ. το ιερό μανιτάρι κι ο σταυρός),
θα πρέπει νά’μαστε πιο προσεκτικοί στις θεωρίες που διατυπώνουμε γι’αυτά τα θέματα. Πάλι κοντά και μακριά θα λέγονται, αλλά μέσα σε πιο λογικά πλαίσια. Πέρα από δίδυμος, το «κόατλ» έχει χρησιμοποιηθεί για να καταδείξει μια ομάδα, ιδίως στα ποιητικά κείμενα, όπως «cuahuicoatl”, ομάδα δέντρων, που σημαίνει δάσος. Έτσι η λέξη έφτασε στη σημερινή της σημασία. Μπορει να προήλθε απ’τον ίδιο τον Κετσαλκόατλ, ή ο συμβολισμός νά’ταν πρότερός του. Αν σκεφτούμε πόσο φαντασιακή ήταν αυτή η θρησκεία, με πληθώρα ερμηνειών για κάθε στοιχείο της, όλα υποβοηθούμενα από χρήση παραισθησιογόνων, δε θα μας φανεί και τόσο παράξενη μια τέτοια μεταστροφή νοήματος σε μια λέξη. Από την άλλη υπάρχουν τέτοιες μεταστροφές σε διάφορες άλλες θρησκείες ανά τον κόσμο και χωρίς τη χρήση τέτοιων ουσιών, αν και δε μπορούμε νά’μαστε εντελώς σίγουροι για το τελευταίο. Ίσως πάλι οι ουσίες να μην έχουν άμεση σχέση με τη φαντασιακότητα κάθε θρησκείας.

Πηγές για το μέγα Κετσαλκόατλ:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τον Κετσαλκόατλ
άρθρο της ελληνικής Βικιπαίδειας για τον Κετσαλκόατλ
ο Κετσαλκόατλ
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη Μεγάλη Πυραμίδα του Τσολόλλαν

Παρεμπιπτόντως, σήμερα στο Μεξικό γιορτάζεται η ημέρα των νεκρών. Εορτή με στοιχεία καθολικισμού και παραδόσεων ιθαγενών, αποτελεί μία απ’τις σημαντικότερες θρησκευτικές εορτές του Μεξικού. Οι Μικτέκοι έρχονται απ’τον κόσμο τους στους ανθρώπους, οι άνθρωποι προσφέρουν διάφορα αναθήματα στα πνεύματα, και η μέρα είναι μια καλή αφορμή για επανένωση σκορπισμένων οικογενειών.

Η αργκό, λέξη γαλλικής προέλευσης, δηλώνει γενικά όλες εκείνες τις εκφράσεις της καθομιλουμένης που χρησιμοποιούμε για γρήγορη ή εύκολη επικοινωνία, για μαγκιά κλπ, συνήθως σε ανεπίσημο περιβάλλον. Μπορεί να δηλώνει επίσης την κωδικοποιημένη ομιλία διάφορων περιθωριακών ομάδων (τοξικομανείς, φυλακισμένοι, πόρνες κλπ). Εξαιτίας του περιβάλλοντος χρήσης της, ανέκαθεν οι ανώτεροι κύκλοι κάθε κοινωνίας, που ιστορικά μας έχουν αφήσει και τα περισσότερα γραπτά μνημεία, εκτός του ότι την απέφευγαν, δεν τη θεωρούσαν άξια καταγραφής. Από την αρχαιότητα για παράδειγμα όσον αφορά το δικό μας πολιτισμό, κύρια πηγή τέτοιου λεξιλογίου είναι ο Αριστοφάνης, ο οποίος, μέσα στα πλαίσια της κομωδίας, χρησιμοποιούσε τέτοιες εκφράσεις, αλλά γενικά, μολονότι δεν έγραφαν σε υπερβολικά επίσημη γλώσσα – τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ επίσημης και καθομιλουμένης σχεδόν δεν υπήρχε τότε, κάποιοι μπορεί απλώς νά’γραφαν πιο καλλιτεχνικά -, οι αρχαίοι συγγραφείς απέφευγαν τέτοια φρασεολογία, εκ΄τος από λιγοστές περιπτώσεις. Αργότερα, κατά την ελληνιστική και τη Βυζαντινοί εποχή οι διάφοροι λεξικογράφοι, συγκεντρώνοντας λέξεις του καιρού τους και παλαιότερες,
κατέγραφαν αρκετές τις καθομιλουμένης
στα λεξικά τους, ωστόσο αυτό δεν ήταν ο κύριος σκοπός τους. Παρά το μικρό αριθμό των πηγών, τα τότε έργα παραμένουν χρήσιμα, εντούτοις δε μπορούν να μας δώσουν επαρκή εικόνα των κοινωνικών στρωμάτων που δημιούργησαν αυτήν την ομιλία. Η μελέτη των λαϊκών αυτών ιδιωμάτων είναι αρκετά πρόσφατη, με κυριότερο εκπρόσωπο στην πρόσφατη νεοελληνική ιστορία τον
Ηλία Πετρόπουλο,
ο οποίος πέθανε μόλις το 2003 σε ηλικία 75 ετών. Ως προς τις περιθωριακές ομάδες ωστόσο, η μελέτη είναι πολύ εκτενέστερη, ξεκινώντας από το 19ο αιώνα με τους μεγάλους Ευρωπαίους κοινωνιολόγους, εποχή όχι τυχαία, αφού τότε παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση του αστικού πληθυσμού στην Ευρώπη εξαιτίας της Βιομηχανικής Επανάστασης, κι επομένως έξαρση της εγκληματικότητας, άρα η μελέτη αυτών των ομάδων βοηθούσε το σύστημα στην αντιμετώπιση του εγκλήματος/καταπίεση των χαμηλότερων τάξεων.

Η μελέτη και καταγραφή της αργκό πάντως μας βοηθά στην κατανόηση του τρόπου ζωής και των ανησυχιών των δημιουργών της, και με τη σύγκρισή της με παλαιότερες μορφές της καθομιλουμένης, μπορούμε να εξαγάγουμε συμπεράσματα για τις αλλαγές στις τάσεις μιας κοινωνίας. Πέρα απ’αυτό, με την καταγραφή τέτοιων καθημερινών εκφράσεων, καταγράφεται κατά κάποιον τρόπο στην ιστορία ο πολιτισμός όλης αυτής της ανώνυμης ομάδας άσημων απλών ανθρώπων κάθε κοινωνίας, άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν χωρίς να επιφέρουν καμία αλλαγή, μονάδες απλές που όμως αποτελούν το μεγαλύτερο και ζωτικότερο μέρος της. Ευτυχώς σήμερα ως προς αυτό το θέμα είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση από παλαιότερα, εφόσον πολύ μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει πρόσβαση στη γραφή, κι ως εκ τούτου μπορεί ν’αφήσει το αποτύπωμά του, όσο ασήμαντο κι αν είναι αυτό, στο παγκόσμιο αρχείο, και με τη βοήθεια του Διαδικτύου αυτό γίνεται ακόμα ευκολότερα. Ενώ πολύ παλιά έγραφε ένας στους 1000, ας πούμε, υπό την οπτική γωνία συνήθως της ανώτερης τάξης, σήμερα στις περισσότερες χώρες του κόσμου μπορεί να γράφει σχεδόν ο οποιοσδήποτε και να κάνει τις απόψεις του γνωστές στο κοινό μέσω του Ίντερνετ, κι ακόμα κι αν αρκετά απ’αυτά τα αρχεία χαθούν στο μέλλον, σίγουρο είναι πως θα μείνουν πολύ περισσότερα απ’ό,τι παλιά. Τώρα μπορεί να φαινεται πως ξεφεύγω απ’το αρχικό θέμα, αλλά δεν ξεφεύγω? η αργκό εκφράζει την καθημερινή ζωη, μέρος του πολιτισμού που παραμελούταν συστηματικά σ’όλη την ιστορία.

Φυσικά σήμερα υπάρχουν αρκετά λεξικά της καθομιλουμένης για πολλές γλώσσες. Εδώ θ’ασχοληθώ μόνο με δύο γνωστά διαδικτυακά, ένα της ελληνικής κι ένα της αγγλικής.

Το ελληνικό λεξικό είναι το γνωστό
Slang.gr,
(slang = αργό στα αγγλικά) Ένας μεγάλος δικτυακός τόπος όπου ο καθένας μορεί να γίνει μέλος και να συμβάλει στην ανάπτυξή του με νέες καταχωρήσεις ή σχόλια. Εκεί καταχωρίζονται ορισμοί αδόκιμων όρων, εναλλακτικοί ορισμοί δόκιμων όρων και λήμματα της αργκό, με χιουμοριστικό ή και σοβαρό ύφος. Συνήθως σε κάθε λήμμα υπάρχει ετυμολογία, σημασία ή σημασίες, παράδειγμα και συχνά σχόλια άλλων χρηστών. Προς το παρόν υπάρχουν περίπου 23344 ορισμοί για 20343 λήμματα από 8746 χρήστες. Η σελίδα αυτή είναι πραγματικό λεξικό, όπου μπορείτε να βρείτε από τις πιο γνωστές λέξεις, π.χ. «μαλάκας» έως και τις πιο άγνωστες και σπάνια χρησιμοποιούμενες. Υπάρχουν επίσης εκφράσεις παλαιότερων εποχών ή και άλλων γλωσσών. Το καλύτερο λεξικό της ελληνικής αργκό.

Το αντίστοιχο αγγλικό είναι μια πολύ μεγαλύτερη και χαώδης σελίδα, αν σκεφτούμε
Πόσες μπαρούφες
έχουν πετάξει οι Αμερικανοί μόνο μέσα σε μία ταινία ή σ’ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, Αυτό που θα λέγαμε nonsence. Ανέβηκε το 1999 από τον πρωτοετή φοιτητή πληροφορικής Aaron Beckham, με σκοπό να γίνει ένα πλήρες λεξικό της αγγλικής αργκό, αλλά σήμερα εκεί μπορεί να βρεθεί οποιαδήποτε λέξη και φράση, όσο βλακώδης κι αν είναι. Για παράδειγμα υπάρχουν ξεχωριστά λήμματα για «bloop”, “bloop bloop” και “bloop bloop bloop”, που βασικά σημαίνουν μπλουπ και τίποτε άλλο. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει σαφής ορισμός για κάθε λήμμα, και μια μερική περιγραφή αρκεί, κι επίσης οι διάφορες ερμηνείες συνδέονται μ’άλλα λήμματα και ούτω καθεξής. Ακόμα δεν έχω βγάλει άκρη εκεί. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει μέλος και να γράψει. Προς το παρόν υπάρχουν γύρω στα 7 εκατομμύρια καταχωρίσεις, με 2000 νέες κατά μέσο όρο καθημερινά. Είναι το
Urban Dictionary (αστικό λεξικό).